1964.12.09
2.410 στίχοι · 18.686 λέξεις · 171 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15η
Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 1964
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 11.15′ π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους βουλευτάς, ὅπως δεχθοῦν νὰ μὴ ἀναγνωσθοῦν αἱ ἀναφοραί, αἱ πρὸς τὸ Σῶμα, ἐπειδὴ χθὲς τὸ βράδυ κατεπονήθη ἡ Βουλὴ μέχρι τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν καὶ ἡ ὥρα εἶναι ἀρκετὰ προκεχωρημένη. Πρέπει νὰ διευκρινισθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ποὺ συζητεῖται ὑπήχθη κατόπιν αἰτήσεως τοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν εἰς τὴν τακτικὴν διαδικασίαν. Ἐπειδὴ ἡ Ἡμερησία Διάταξις εἶχεν ἤδη ἐκτυπωθῆ, σᾶς δηλῶ πρὸς ἀποφυγὴν ἐνδεχομένης παρεξηγήσεως, ὅτι ἀκολουθεῖται ἡ τακτικὴ διαδικασία τῶν δύο συζητήσεων. Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Εὐταξίας, ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ βουλευτὴς κ. Β. Ἐφραιμίδης, ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι: Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς παραγράφου 5 τοῦ ἄρθρου 118 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος». Οἱ κ.κ. Ι. Ζίγδης (Ὑπουργὸς Βιομηχανίας), Σ. Στεφανόπουλος (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ), Κ. Μητσοτάκης (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), Γ. Μελᾶς (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου) καὶ Α. Μπαλτατζῆς (Ὑπουργὸς Γεωργίας), καταθέτουν σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 3215)55 «περὶ προτιμήσεως τῶν προϊόντων τῆς ἐγχωρίου Βιομηχανίας καὶ Βιοτεχνίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Κωστῆς, Γ. Λούλης, Γ. Βασιλᾶτος, Π. Κατσώτας, Χ. Χονδρομματίδης, Λ. Λυμπέρης, Δ. Διαμαντίδης, Ι. Κουτσοχέρας, Α. Λώρας, Σ. Βαδαλούκας, Ε. Κεφαλογιάννης, Γ. Λαμπριανός, Δ. Βρανόπουλος, Χ. Ἀποστολάκος, Ε. Κοθρῆς, Γ. Ἡγουμενάκης, Γ. Γρηγορίου, Ε. Ἀνερούσης, Γ. Γραφάκος, Τ. Μιχαηλίδης, Χ. Πιπιλῆς, Α. Καραθόδωρος, Ν. Στειρόπουλος, Α. Πετραλιᾶς, Μ. Χλουβεράκης, Α. Μπαρότσης, Λ. Λαγάκος, Γ. Παπαγιαβῆς, Δ. Καρδάρας, Ν. Ζορμπᾶς, Δ. Θεοχαρίδης, Τ. Κολοκυθᾶς, Γ. Τζώρτζης, Σ. Γουδελῆς, Α. Φροντιστής, Ι. Διαμαντόπουλος, Φ. Μαῦρος, Θ. Μαναβῆς, Κ. Στεφανόπουλος, Σ. Κατσώτας, Δ. Κίνιας, Δ. Ἀντωνιάδης, Θ. Ὑψηλάντης, Ι. Τσιριμῶκος καὶ Τ. Γεωργίου, καταθέτουσι προσθήκας ἢ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Γεωργίου καὶ οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Λώρας καὶ Θ. Ἀνδρεάδης καταθέτουν προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς κειμένης συνταξιοδοτικῆς Νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Ἀνδρεάδης καταθέτει προσθήκην ἢ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου Νομαρχῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων».
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου Νομαρχῶν». Ὁ κ. Γ. Πανάγος, ἔχει τὸν λόγον, ὡς εἰσηγητὴς.
§6Γ. ΠΑΝΑΓΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου τῶν Νομαρχῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς λόγους τοὺς αἰτιολογικούς, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις φέρει σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Εἶχεν ἐπαγγελθῆ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κέντρου, ὅτι ἐρχομένη εἰς τὴν ἐξουσίαν θὰ προέβαινεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν Νομαρχῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τότε, ἐκρίθη ἀπὸ τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν ἦσαν πιστοὶ εἰς τὸν ὅρκον τους καὶ δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον των ὡς ὑπηρεσιακοὶ Νομάρχαι. Πράγματι, μεταξὺ τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν ἀπὸ τὴν Ε.Κ. κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἀνενδότου ἀγῶνος, ὑπῆρξε καὶ ὁ 7ος ὅρος διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν Νομαρχῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξέφυγον τοῦ ὑπηρεσιακοῦ των προορισμοῦ καὶ ἠμπόδισαν τὴν διεξαγωγὴν ὁμαλῶν ἐκλογῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχῶν, δὲν ἐλειτούργησε κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ πίστις εἰς τὸν λαὸν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ διεξήγοντο κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον. Ἀλλὰ καὶ γενικώτερον ὑπῆρξε καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ὑπέστη πάρα πολλὰ ἀπὸ τοὺς Νομάρχας, ἀπὸ τὴν κομματικὴν κραιπάλην ὡρισμένων ἐξ αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν Νομαρχῶν, δηλαδὴ ἡ ἐκτροπὴ ἀπὸ τὰ κύρια καθήκοντά των καὶ ἡ συμμετοχή των εἰς τὴν κακὴν διεξαγωγὴν τῶν διοικητικῶν ὑπηρεσιῶν ὑπὲρ ὡρισμένου κόμματος, θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ἦτο πλέον ἀποφασιστικὴ καὶ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία εἶχε χαρακτηρίσει ὡς καρκίνωμα. Μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐκκαθαρίζεται ἡ κατάστασις. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προβάλλει ὡς ἀρχὴν τὴν ἐθελουσίαν ἔξοδον τῶν Νομαρχῶν. Δηλαδὴ δὲν εἶναι ἕνα μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ἐπαφίεται εἰς τὴν κρίσιν τῶν Νομαρχῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ὑποβάλουν αἰτήσεις ἐθελουσίας ἐξόδου. Ἐὰν σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ μὴ θίξῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ κακῶς κείμενα καὶ νὰ ἀφήσῃ τὸν μέχρι σήμερον λειτουργοῦντα θεσμὸν τῶν Νομαρχῶν, τότε θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐξέχασε τὰς ὑποσχέσεις της καὶ ὅτι περιφρονεῖ τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ. Ἐλέχθη ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς τῶν ὑπηρεσιακῶν Νομαρχῶν ἔχει τὴν πατρότητά του εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ὅμως ἀναφέρεται εἰς παρωχημένην ἐποχήν, διότι κατὰ τὸ διάστημα ποὺ ἐκυβέρνα τὴν χώραν ἡ ΕΡΕ, ὁ θεσμὸς ἔδωσεν ἐξετάσεις καὶ ἀπέτυχεν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μαυρίδης). Καὶ τοῦτο διεπιστώθη περισσότερον ἀπὸ τὴν Ε.Κ. ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν ἐκλογαί, κατὰ τὸ παρελθόν, μὲ τοὺς σημερινοὺς Νομάρχας. Ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχῶν, ἐπαναλαμβάνω, ὡς τοὐλάχιστον ἐλειτούργησε μέχρι τῆς στιγμῆς, ἔχει ἀποτύχει. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ἐγγύησις ὅτι ὁ θεσμὸς ἐλειτούργει καλῶς τίθεται τὸ ἐρώτημα, αὐτὴ ἡ ἐγγύησις ἦτο δυνατὴ νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς Νομάρχας νὰ μὴ γίνουν ὄργανα κομματικά; Ἡ διαπίστωσις ἦτο ὅτι οἱ Νομάρχαι δὲν ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκον των ὡς ὑπηρεσιακῶν Νομαρχῶν. Δὲν πρέπει, συνεπῶς νὰ τοὺς καλύπτωμεν μὲ τὸν μανδύαν τοῦ ὑπηρεσιακοῦ Νομάρχου, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν νὰ εἶναι κομματικοὶ Νομάρχαι. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἕνα μέρος τῶν Νομαρχῶν ἐξετράπη τῶν καθηκόντων του. Δὲν πρέπει νὰ συνεχίσωμεν νὰ ἔχωμεν ἐν ἰσχύϊ ἕνα θεσμόν, ὁ ὁποῖος ἔδωσεν ἐξετάσεις καὶ ἀπέτυχε. Ἡ συμπτωματικὴ θεραπεία, ἡ ὁποία γίνεται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου δὲν εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν κάτω ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ὁ κομματικὸς Νομάρχης. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ὑπάρχουν Νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπέκυψαν εἰς κυβερνητικὰς πιέσεις. Δὲν ὑπάρχει οὔτε μία περίπτωσις Νομάρχου, ὁ ὁποῖος νὰ ἠρνήθη νὰ ἐκτελέσῃ ἐντολὰς τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ὁμιλῶ, διὰ νὰ ἐξηγοῦμαι, δι’ ὅλους τοὺς Νομάρχας, διότι δὲν θέλω νὰ εἶμαι ἄδικος διὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐξετέλεσαν μὲ πίστιν τὸ καθῆκον των. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου Νομάρχας, οἱ ὁποῖοι καίτοι ἦσαν φίλοι τοῦ κυβερνῶντος κόμματος, ἐστάθησαν ὅμως εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ παραγνωρίζωμεν καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπῆρξαν Νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἔδρασαν σκανδαλωδῶς. Συγκεκριμένον παράδειγμα ἀναφέρω τὸν Νομάρχην Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος προΐστατο τοῦ προεκλογικοῦ ἀγῶνος τῆς ΕΡΕ εἰς τὸν Νομόν του, καὶ ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν κατοχὴν κατάφερε νὰ λάβῃ πέντε βαθμοὺς καὶ νὰ ὑπερσκελίσῃ ὅλους τοὺς συναδέλφους του, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν εἰς ἣν ὑπηρέτει.
§7Χ. ΚΙΤΣΙΔΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, κ. συνάδελφε;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κιτσίδη, εἶσθε εἰδικὸς ἀγορητὴς καὶ θὰ ὁμιλήσετε ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά σας.
§9Γ. ΠΑΝΑΓΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐκτιμῶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Κιτσίδην, θὰ τοῦ ἐπιτρέψω τὴν διακοπήν.
§10Χ. ΚΙΤΣΙΔΗΣ. Εἴπατε ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς Νομάρχης τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος νὰ ἀντέστη εἰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ μὴ ἐξετέλεσεν αὐτάς. Ὑπομιμνήσκω μίαν διάταξιν νόμου, ἡ ὁποία, ἀσφαλῶς, διέλαθε τῆς προσοχῆς σας, διὰ τῆς ὁποίας Νομάρχης, λαμβάνων διαταγὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ μὴ ἐκτελῶν αὐτὴν καὶ διαπιστουμένης τῆς τοιαύτης ἀρνήσεώς του, ἁπλῶς διαπιστουμένης, ἀπολύεται ἀμέσως. Τοῦτο τὸ θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, ὄχι διὰ νὰ δικαιολογήσω τὸ γεγονός, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραιτηθοῦν πολλοὶ Νομάρχαι, ὅταν δὲν ἐκτελοῦν μίαν διαταγήν, ἀλλὰ διὰ νὰ μετριάσω αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε.
§11Γ. ΠΑΝΑΓΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν διακοπήν. Ἀλλὰ ἀκριβῶς καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνας λόγος διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχῶν κάθε ἄλλο παρὰ ὑπηρεσιακὸς ἦτο. Ἦτο θεσμὸς μᾶλλον κομματικός, καὶ μόνον ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἀποδεικνύεται ὅτι αἴρεται ἡ ἔννοια τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Νομάρχου. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις νόμου, ἡ περὶ μεταθέσεως τῶν Νομαρχῶν, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ συνετέλει εἰς τὸ νὰ μὴ δύναται ὁ Νομάρχης νὰ ἐκτελῇ αὐστηρῶς ὑπηρεσιακῶς τὰ καθήκοντά του ὑπὸ τὸν φόβον τῆς μεταθέσεως. Βεβαίως πρέπει νὰ δεχθῇ κανεὶς τὴν ἄποψιν ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Ὑπηρεσιακῶν Νομαρχῶν θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Μὲ τὴν κειμένην ὅμως νομοθεσίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ; Νομίζω, ὄχι. Πόσοι ἐκ τῶν Νομαρχῶν ἔχουν τὸ ἠθικὸν ἀνάστημα νὰ ἀντισταθοῦν εἰς τυχὸν παρεμβάσεις τῆς Κυβερνήσεως; Οἱ Νομάρχαι κατ’ οὐσίαν διωρίζοντο ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου, δηλαδὴ τὴν Κυβέρνησιν. Τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, παρ’ ὅλον ὅτι ταῦτα ἦσαν πρόσωπα ἀνωτάτου κύρους, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχουν προσωπικὴν γνώμην περὶ τῶν προσώπων. Π.χ. ἦτο δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας μὲ τόσον φόρτον ἐργασίας τῶν κυρίων καθηκόντων του νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ κρίνῃ τὰ πρόσωπα τῶν Νομαρχῶν; Διότι διὰ νὰ κρίνῃ κανεὶς θὰ πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ τὸν κρινόμενον καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς καρριέρας του, ἀκόμη δὲ καὶ τὸν ἰδιωτικόν του βίον. Πῶς, λοιπόν, ἦτο δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἐντὸς 5′ λεπτῶν νὰ δύναται νὰ κρίνῃ; Ἂς μὴ μᾶς ξεγελοῦν τὰ μεγάλα ὀνόματα. Βεβαίως δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀντικειμενικὴν κρίσιν τῶν ἀπαρτιζόντων τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ ἦτο ἀνθρωπίνως ἀδύνατον νὰ γνωρίζουν τὰ πρόσωπα διὰ νὰ μποροῦν νὰ κρίνουν.
§12Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶσθε ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, κ. συνάδελφε; Διότι ἐὰν εἶσθε κατά, εἶσθε συνεπὴς μὲ τὰ ὅσα λέγετε. Ἂν εἶσθε ὑπέρ, εἶσθε ἀσυνεπής.
§13Γ. ΠΑΝΑΓΟΣ. Θὰ ἀκούσετε ἐν συνεχεία, κ. συνάδελφε. Συνεπῶς μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ σᾶς ἔφερα ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Ὑπηρεσιακῶν Νομαρχῶν ἀπέτυχεν. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι, ἐφ’ ὅσον σήμερα ἔχομεν μίαν νέαν Κυβέρνησιν, μὲ τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν τῆς ἀλλαγῆς, θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ αὕτη τὰ ἰδικά της μέτρα κρίσεως. Ἐὰν ἦτο Κυβέρνησις συνέχεια μιᾶς προηγουμένης, τῶν αὐτῶν ἀντιλήψεων, τότε θὰ ἐδικαιολογεῖτο νὰ ἐφαρμόζῃ τὰ αὐτὰ κριτήρια. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἡ σημερινὴ ὑπεσχέθη εἰρηνικὴν ἐπανάστασιν, ὑπεσχέθη ἀλλαγὴν καὶ ἑπομένως καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀλλαγήν. Κάμνει τοῦτο ἡ Κυβέρνησις; Ὄχι. Ἐὰν πράγματι, ἤθελε νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐδῶ τὴν ἀλλαγήν, θὰ μποροῦσε νὰ φέρῃ νομοσχέδιον μὲ ἄρθρον μόνον καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν Νομαρχῶν καὶ νὰ μᾶς φέρῃ ἕναν νέον θεσμόν, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς παρέχῃ τὰς ἐγγυήσεις τῆς χρηστῆς διοικήσεως καὶ τοῦ ἀκομματίστου τῶν Νομαρχῶν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι διστακτική. Ἀκούει τὴν δεξιὰν καὶ ὄχι ὅ,τι λέγει ὁ Λαός. Ἡ δεξιὰ βεβαίως καλῶς πράττει καὶ βάλλει κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν ὅμως μιλᾶμε γιὰ Δημοκρατία καὶ γιὰ ἀλλαγή....
§14Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Διὰ ποίου εἴδους Δημοκρατίαν ὁμιλεῖτε σεῖς;
§15Γ. ΠΑΝΑΓΟΣ. Δημοκρατία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τὸν Λαὸν καὶ διὰ τὸν Λαόν. Δημοκρατία δὲν εἶναι ἐκείνη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀντικάμαρα καὶ τὰ παρασκήνια. Ἐὰν σεῖς ἐπιστεύσατε εἰς τὴν Δημοκρατίαν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφήσετε τὸν λαὸν νὰ ἐκδηλώνεται ἐλευθέρως.
§16Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχετε σεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε περὶ Δημοκρατίας. Ὁ λαὸς τὸ ἀπέδειξεν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε τὸν ρήτορα, κύριοι συνάδελφοι.
§18Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν Χρουτστὼφ ποιὸς τὸν ἔφαγε; Ἐπειδὴ ὡμιλήσατε διὰ προθαλάμους.
§19Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνεφέρθη εἰς ἐμένα, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦν αὐτοὶ περὶ Δημοκρατίας. Ὁ λαὸς τοὺς ἔχει κρίνει.
§20Γ. ΠΑΝΑΓΟΣ. Εἶπα, κ. Πρόεδρε, ὅτι μὲ ὡρισμένες προϋποθέσεις θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχῃ ὁ θεσμὸς τῶν Ὑπηρεσιακῶν Νομαρχῶν. Ἀλλὰ θεωρῶ ὡς προϋπόθεσιν διὰ τὴν τοποθέτησιν ἑνὸς ὡς Νομάρχου, τὴν προηγουμένην φοίτησίν του εἰς εἰδικὸν Ἰνστιτοῦτον ὅπου νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνημερώνωνται εἰς τὰ διοικητικά των καθήκοντα. Ἀπὸ τὸ Ἰνστιτοῦτον αὐτὸ ἢ ἀπὸ ἄλλες Σχολὲς νὰ ἐπιλέγωνται οἱ ἀριστεῖς, οἱ ὁποῖοι καὶ θὰ τίθενται ἐπικεφαλῆς τῆς Διοικήσεως. Ἐπίσης νὰ καθιερωθῇ οὐσιαστικῶς ἡ μονιμότης τῶν Νομαρχῶν, διότι σήμερον δὲν εἶναι μόνιμοι, οὔτε ἡμιμόνιμοι. Εἶναι ἀνακλητοὶ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Τέτοιος θεσμὸς ἐὰν ὑπῆρχεν, εὐχαρίστως θὰ τὸν ἐψήφιζα. Ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ συναδέλφου, κ. Καλαντζῆ, ἀκούσαμεν, ὅτι εἰς σπανίας περιπτώσεις ὑπῆρξε χρηστὴ διοίκησις. Βεβαίως, ὁ κ. Καλαντζῆς, δὲν καθώρισε τὰ αἴτια. Πράγματι, ὅμως οὐδέποτε ὑπῆρξε καλὴ διοίκησις. Καὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ὑπάρχον σύστημα ἐπιλογῆς τῶν Νομαρχῶν, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς πρόκειται νὰ συνεχισθῇ μὲ τὸ παρὸν Νομοσχέδιον. Ὁ Νομάρχης, κατ’ οὐσίαν, εἶναι Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν Νομόν, τὰ δὲ καθήκοντά του εἶναι ποικίλα. Μέχρι σήμερον ὡς Νομάρχαι ἐπιλέγονται ἢ ἀποτυχόντες εἰς τὴν κυρίως καρριέραν των, ἢ βάσει κομματικῶν κριτηρίων κλπ. Γι’ αὐτὸ ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Ράλλην, ὅτι δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ, ἀλλὰ κατὰ τοῦ τρόπου ἐπιλογῆς τῶν Νομαρχῶν. Ἀφοῦ ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ διαδικασία, ἀφοῦ ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ ἐπιμόρφωσις τῶν στελεχῶν, τότε θὰ ὑπάρξουν ἀσφαλῶς καὶ τὰ κατάλληλα πρόσωπα διὰ τὴν ἐπιλογὴν τῶν Νομαρχῶν. Κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀτυχὴς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ σχεδίου νόμου κατὰ τὴν ὁποίαν «δύνανται ὑπηρετοῦντες Νομάρχαι νὰ αἰτήσωνται τὴν παραίτησιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐφ’ ὅσον ἔχουν 10ετῆ ὑπηρεσίαν ὡς Νομάρχαι κλπ.» Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς ἐπαγγελίας τῆς Ε.Κ., ἀλλὰ καὶ τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ λαοῦ τῆς 3ης Νοεμβρίου 1963 καὶ τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1964 διὰ τῆς ὁποίας οὗτος, μὲ καταπληκτικὴν πλειοψηφίαν, μὲ πρωτοφανῆ πράγματι πλειοψηφίαν, ἔδωσε τὴν τεραστίαν δύναμιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ε.Κ., νὰ πραγματοποιήσῃ μίαν ἐπανάστασιν εἰς τὸν τόπον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνουν εἰς τὰ ζωτικὰ αὐτὰ σημεῖα τῆς διοικήσεως ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ θέσουν πιθανῶς νάρκες εἰς τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον. Δὲν ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Ε.Κ. τὸ πρόγραμμα τῆς ΕΔΑ. Ἄν κάποτε ἔλθωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν θὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν ἡμεῖς. Ἀλλὰ ἡ Ε.Κ. πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ δικό της πρόγραμμα. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ μὲ ἀνθρώπους ὑποβλέποντας τὴν Ε.Κ., μὲ ἀνθρώπους πτήσσοντας, μὲ ἀνθρώπους μὴ ἔχοντας ἀνάστημα. Ἔπρεπε νομίζω νὰ εἶναι πλέον γενναία ἡ Ε.Κ. Μὲ ἕνα ἄρθρον τὸ ὁποῖον θὰ ἔφερνεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὐτὴ ἡ πρωτοφανὴς ἰσχυρὰ Κυβέρνησις, θὰ ἔπρεπε νὰ πῇ «ἐγὼ θὰ διορίσω τοὺς Νομάρχας οἱ ὁποῖοι θὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὰ τεράστια πράγματι προβλήματα τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει ἡ διοίκησις καὶ ἰδιαιτέρως ὁ λαὸς τῆς ὑπαίθρου. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν τὸ ἄρθρον 1 τὸ ὁποῖον περιορίζει τοὺς κριτέους Νομάρχας εἰς τοὺς ἔχοντας 10ετίαν ὑπηρεσίας Νομάρχου εἶναι ἀσφαλῶς μία ὑποχώρησις, εἶναι μία ἀπὸ τὰς πολλὰς ὑποχωρήσεις τὰς ὁποίας κάμει τελευταίως ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Κ. ἔναντι τῆς δεξιᾶς. Εἶναι γεγονός, ὅτι ὑπάρχουν καὶ Νομάρχαι ἀξιόλογοι καίτοι διορισθέντες ἐπὶ τῆς ΕΡΕ. Ὅπως εἶναι γεγονὸς ἐπίσης, ὅτι ὑπάρχουν καὶ Νομάρχαι τῆς παρατάξεως ἐκείνης οἱ ὁποῖοι εὐθὺς μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τῆς Ε.Κ. ἔσπευσαν νὰ εἴπουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι «ἐγὼ εἶμαι μαζί σας. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην οὔτε νὰ κοιμηθῶ ὅταν ἦτο Κυβέρνησις ἡ ΕΡΕ». Καὶ μὲ τοιούτους ἀνθρώπους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον. Μὲ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀνάστημα δὲν ἐφαρμόζονται τὰ προγράμματα πνοῆς. Νὰ χωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν διορισμὸν ἀνθρώπων καταλλήλων πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς δημοκρατίας. Μόνον ἔτσι εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ χρηστὴ διοίκησις. Σήμερον δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν παρὰ Νομάρχαι Κυβερνητικοί. Ἡ Δημοκρατία εὑρίσκεται περίτρομος καὶ πελιδνὴ πρὸ τῆς σκιᾶς τῶν κύκλων τῆς ἀνωμαλίας. Καὶ τὸ ἀνησυχητικὸν εἰς τὴν ἱστορίαν αὐτὴν εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν βλέπει τὸν κίνδυνον τῶν σκιῶν αὐτῶν. Μετὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς Δημοκρατίας θὰ ἐκλέγωνται οἱ Νομάρχαι οἱ ὁποῖοι θὰ προέρχωνται ἀπὸ τὸ Ἐπιμορφωτικὸν Ἰνστιτοῦτον καὶ θὰ εἶναι οἱ ἀριστεῖς μεταξὺ τούτων Νομάρχαι. Μὲ τὴν σκέψιν αὐτὴν δέχομαι τὴν παράγραφον 4 καθ’ ἣν τὸ συμβούλιον κρίσεως προεδρεύεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Πολὺ καλῶς. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν εὐθύνην, καὶ ὁ Ὑπουργός, πρέπει νὰ προεδρεύῃ τοῦ Συμβουλίου κρίσεως. Παρὰ ταῦτα ἐκριτικαρίσθη ἡ θέσις αὐτὴ τοῦ Ὑπουργοῦ. Διατί; Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ γνώμην ποίους θὰ θέσῃ ἐπικεφαλῆς τοῦ Συμβουλίου Κρίσεως; Ὀρθῶς λοιπὸν ἐπέλεξε τὸν Ὑπουργόν. Περαιτέρω δέχομαι τὴν ἀπάλειψιν εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ, τοῦ Ἀεροπαγίτου Ἀντιπροέδρου. Ἡ παρουσία τῶν ἀνωτάτων Προέδρων καὶ δὲν εἶναι δυνατὴ λόγῳ τοῦ φόρτου τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν ἀπασχολήσεών των, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ νομικὸς λόγος, ὁ λόγος, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι καὶ Πρόεδρος τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου πιθανῆς προσφυγῆς ἐπὶ τῆς κρίσεως. Τοῦτο εἶναι σύγκρουσις ἁρμοδιοτήτων. Ἄν δεχθῶμεν δέ, ὅτι οὗτος ἀντικαθίσταται ὑπὸ τοῦ ἀντιπροέδρου εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ δεύτερος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὀρθὴν κρίσιν ὅταν εὑρίσκεται πρὸ τῆς ἐκπεφρασμένης γνώμης τοῦ Προέδρου. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν προτείνω ὅπως ἀντὶ τῶν Προέδρων Ἀνωτάτων Δικαστηρίων, τοποθετοῦνται δικαστικὰ μέλη τῶν Ἀνωτάτων Διοικητικῶν Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα καὶ χρόνον περισσότερον διαθέτουν, ἀλλὰ καὶ νομικῶς δὲν κωλύονται. Καὶ συνοψίζω. Καλῶς προεδρεύεται τὸ Συμβούλιον ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Καλῶς μετέχει καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεύς. Καλῶς ἀπηλείφθη ὁ Γενικὸς Διευθυντής. Καλῶς καὶ ὁ Ἀεροπαγίτης. Καὶ νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ δοθῇ ἡ δυνατότης νὰ ἀντικαθίστανται οἱ Πρόεδροι τῶν Ἀνωτάτων Δικαστηρίων ἀπὸ μέλη. Οὕτω θὰ κριθοῦν καλῶς οἱ Νομάρχαι ὑπὸ τὸν ὅρον βεβαίως, ὅτι θὰ κριθῶσι ἀδιακρίτως χρόνου ὑπηρεσίας. Φρονῶ, ὅτι αἱ προτάσεις οὐδένα κομματικὸν χαρακτῆρα ἢ στενόψυχον ἢ στενόκαρδον σκέψιν ἔχουν. Ἀφετηρία εἶναι ἡ προκοπὴ διὰ τὴν διοίκησιν τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς θέλει ἀρτίαν καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ Ε.Κ. δύναται νὰ τὴν καταστήσῃ τοιαύτην. Καὶ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ ἕνας ἄριστος Νομάρχης στὸ χωριό, ἕνα πρόσωπον ἀδιάβλητον καὶ μὲ προσόντα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταφεύγουν οἱ κάτοικοι βέβαιοι διὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ δικαίου των. Νὰ παραμείνῃ εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεύς. Νομίζω, ὅτι μὲ τὰς προτάσεις μου αὐτὰς θεραπεύεται κἄπως ἡ πρότασις νόμου καὶ ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ δημιουργήσωμεν διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Δημοκρατίας, τοὺς Νομάρχας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐζήτησεν ὁ λαὸς διὰ τῆς παροχῆς μεγίστης πλειοψηφίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ε.Κ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ κριτικὴ ποὺ ἠσκήθη ἐκ μέρους τῆς δεξιᾶς, εἶναι ἄδικος. Ἡ δεξιὰ στηρίζει τὴν κριτικήν της διὰ τὸ Συμβούλιον κρίσεως, διότι συμμετέχει εἰς αὐτὸ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ τῆς κριτικῆς ποὺ ἀσκεῖ ἡ δεξιά, ἐπιδιώκει τὴν παράτασιν τῆς καταστάσεως ἡ ὁποία τὴν ηὐνόησε πολύ. Τὸ παρὸν σχέδιον Νόμου ὡς ἔχει, μοῦ ἐνθυμίζει κάτι ποὺ εἶπεν ὁ κ. Καλαντζῆς, εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἕνα ρητὸν τῆς ἰδιαιτέρας του περιφερείας τῆς Ρούμελης. Τὸ ρητὸν ἔχει ὡς ἑξῆς: «Καὶ στ’ ἀπόσπασμα χαμπέρι καὶ στὸ λήσταρχο πεσκέσι».
§21Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Κύριε συνάδελφε, διετύπωσα τὴν παρατήρησιν αὐτὴν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, διότι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως γίνεται προσπάθεια συγκαλύψεως. Ἀνέφερον τὸ ἀπόφθεγμα τῆς ἰδιαιτέρας μου περιφερείας, διότι ἤθελον νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκτιμᾶ αὐτὴν τὴν παράδοσιν μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου Νόμου. Ὑπηρεσιακὸν κατ’ ἐπίφασιν, οὐσιαστικῶς κομματικόν.
§22Γ. ΠΑΝΑΓΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δέχομαι, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει πρόθεσις ἐκκαθαρίσεως τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως. Εἶναι μὲν γραμμὴ ταλαντεύσεως καὶ παραχωρήσεως πρὸς τὴν δεξιὰν ποὺ συνηθίζει τελευταίως ἡ Κυβέρνησις, ἐπειδὴ ὅμως νομίζομεν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ κάτι, ὡς μικρότερον ἀπὸ τὴν ὑπάρχουσαν σήμερον διοικητικὴν ἀθλιότητα, δεχόμεθα κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Ἡ γνώμη τῆς παρατάξεώς μας εἶναι νὰ χωρήσῃ πλήρης ἐκκαθάρισις. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει νὰ ψηφίσῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον Νόμου ὡς ἔχει, πρέπει νὰ τῆς εἴπωμεν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ μικρὰ ἁπλῶς ἐκκαθάρισις καὶ οὐχὶ πλήρης. Ἐπιμένομεν, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις πρέπει νὰ γίνῃ εὐθύνῃ τῆς Κυβερνήσεως βάσει τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς διότι αὕτη ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ λαοῦ διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς δημοκρατίας εἰς τὴν διοίκησιν. Ὑπὸ αὐτὰς τὰς ἐπιφυλάξεις δηλοῦμεν, ὅτι θὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημόπουλος, ἔχει τὸν λόγον ὡς εἰδικὸς ἀγορητὴς τῆς πλειοψηφίας.
§24Κ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω, κ. Ὑπουργέ, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας θὰ μὲ εὕρετε διαφωνοῦντα εἰς ὡρισμένα σημεῖα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Συνεπῶς θὰ παρακαλέσω προσεκτικῶς νὰ μὲ παρακολουθήσετε. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστόν, ὅτι Διοίκησις, Αὐτοδιοίκησις καὶ Ἀποκέντρωσις εἶναι θεσμοὶ ποὺ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένοι μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς δημοκρατίας. Δὲν νοεῖται πλήρης δημοκρατία ὅταν ἔχωμεν πάσχουσαν Διοίκησιν, νοσοῦσαν Αὐτοδιοίκησιν καὶ σκιώδη ἀποκέντρωσιν. Κύριος φορεὺς ἐκφραστής, ἀλλὰ καὶ ἐφαρμοστὴς τῶν ἐννοιῶν αὐτῶν εἰς ὅλους τοὺς Νομοὺς εἶναι ὁ Νομάρχης. Ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχῶν δὲν εἶναι νέος. Συμπορεύεται μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἤλλαξε πολλάκις βεβαίως μορφὴ καὶ ὑπέστη νομικὴν ἀλλοίωσιν, ἀλλὰ καὶ κακοποίησιν — ἀναλόγως τῶν ὀρέξεων καὶ τῶν κομματικῶν ἐπιδιώξεων τῶν Κυβερνησάντων τὴν χώραν κομμάτων — ὡστόσο ὅμως ἐπέζησεν ὡς θεσμός, διότι εἶναι θεσμὸς ἀπαραίτητος διὰ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἤκουσα ὁμολογῶ προχθὲς ὁμιλοῦντα μὲ ἰδιαιτέραν προσοχὴν τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας φίλτατον, κ. Καλαντζῆν, μὲ τὸν ὁποῖον συμβαίνει νὰ συνηθητεύωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀπὸ 15ετίας. Τὸν ἤκουσα νὰ κάμνῃ θαυμασίας καὶ εὐστόχους διαπιστώσεις καὶ νὰ ἀναλύῃ τὴν κακοδαιμονίαν καὶ τὴν ἐξαθλίωσιν τῆς Διοικήσεως. Καὶ τὸν ἠρώτησα εἰς μίαν διακοπήν: Εἰς τὴν αἴθουσαν ὅπου μαζὺ ἐθητεύσαμεν ἐπὶ μίαν 15ετίαν, ἐπέρασαν νομοσχέδια πάμπολλα περὶ Διοικήσεως, διατὶ τότε δὲν ἐκάματε τὰς διαπιστώσεις αὐτάς, ὥστε νὰ συνετισθῇ τὸ Κόμμα σας ἀπὸ τὴν κακοποίησιν τῆς Διοικήσεως; Ὁμολογῶ, ὅτι μετενόησα διὰ τὴν διακοπήν, διότι ὑπῆρχε Καῖσαρ τότε καὶ πᾶσα ἀντιγνωμία ἦτο ἀπαράδεκτος. Πράγματι, κ. Καλαντζῆ, ἔχομεν σαπισμένην Διοίκησιν καὶ πρέπει τὰ κόμματα νὰ τὴν ἴδουν ὡς ἐθνικὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ τὴν ἀναστηλώσωμεν. Ἀνεγνωρίσατε, καὶ εἶσθε ἀξιέπαινος, ὅτι τὴν χρηστὴν Διοίκησιν ἡ Ἑλλὰς ἐγνώρισε μόνον ἐπὶ Χαριλάου Τρικούπη καὶ ἐπὶ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ἀλλὰ αὐτὴν τὴν χρηστήν, αὐτὴν τὴν ἰδεώδη Διοίκησιν εἰς ποῖον τὴν ἐκληροδότησεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος; Εἰς ἡμᾶς; Ὄχι ἀσφαλῶς. Εἰς Κόμματα τῆς δεξιᾶς, ποὺ ἔκτοτε συνεχῶς ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν. Αὐτὰ τὰ κόμματα ἐξηχρείωσαν τὴν διοίκησιν καὶ τὴν κατέστησαν διαβεβλημένην εἰς τὰ ὄμματα τῆς κοινῆς γνώμης. Ἀλλὰ ἐὰν ὑπάρχῃ μία ζοφερὰ περίοδος, ποὺ ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχῶν ὑπέστη τελείαν κακοποίησιν καὶ καταρράκωσιν εἶναι ἡ περίοδος τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας ὑπὸ τὸ κόμμα τῆς Ε.Ρ.Ε. Μὲ τὸ Ν. Διάταγμα τοῦ 1953 κατηργήθη ὁ θεσμὸς τοῦ ἡμιμονίμου Νομάρχου καὶ εἰσήχθη ὁ θεσμὸς τοῦ Νομάρχου τοῦ Κόμματος. Οὐδεμία εἰδικὴ κρίσις ἐχρειάζετο διὰ νὰ γίνῃ τις Νομάρχης. Μοναδικὸν προσὸν ἀπῃτεῖτο ἡ προσήλωσις εἰς τὸ Κόμμα. Μὲ τὸν νόμον μάλιστα 3.200 κατηργήθη καὶ τὸ Συμβούλιον Κρίσεως. Καὶ ἀφοῦ κατέλαβον τοὺς Νομαρχιακοὺς θώκους οἱ ἀρριβίσται καὶ ἀετονύχιδες τῆς Ε.Ρ.Ε., οἱ ὁποῖοι ὡρκίσθησαν πίστιν εἰς τὸ κόμμα, ἦλθε κατόπιν ἡ Ε.Ρ.Ε., ἐν ὄψει ἐκλογῶν τοῦ 1956 (τὰς ὁποίας καὶ ἡ ἰδία ἐπίστευεν, ὅτι θὰ τὰς ἔχανε καὶ τὰς ἐκέρδισεν ὡς εἶναι γνωστὸν μὲ τὴν διαφορὰν τῶν στρατιωτικῶν ψήφων) καὶ ἐπανέφερεν ὀλίγους μῆνας πρὸ τῶν ἐκλογῶν μὲ τὸν Ν. 3436 καὶ πάλιν τὸν θεσμὸν τῶν ἐπὶ θητείᾳ Νομαρχῶν, μὲ τὴν δολίαν σκέψιν ἐὰν ἔχανε τὰς ἐκλογάς, νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον ἐξασφαλίσει ἐπὶ κεφαλῆς τῶν κατὰ νομοὺς διοικήσεων τοὺς Νομάρχας τοῦ Κόμματος. Ὅλοι, κύριοι συνάδελφοι, ἐνθυμούμεθα, ὅτι οἱ κατοχικὲς ἡμέρες καὶ οἱ ἐφιαλτικὲς βραδυές, ποὺ ἐπέρασεν ὁ λαὸς τῆς ὑπαίθρου κατὰ τὴν περίοδον τῶν ἐκλογῶν τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1961, ὠφείλοντο εἰς τοὺς Νομάρχας. Τὰ γραφεῖα των εἶχον μεταβληθῆ εἰς χαλκεῖα νοθείας. Ἐκεῖ συνεσκέπτοντο Νομάρχης, βουλευταὶ τοῦ κόμματος, ἀντιπρόσωποι τῆς Κ. Υ.Π. καὶ πολλοὶ ἄλλοι καὶ ἐμαγειρεύοντο καὶ ἐξαπελύοντο αἱ ὁδηγίαι διὰ τὸ ὄργιον τῆς βίας καὶ τῆς νοθείας, ποὺ σὰν ἐκεῖνο ποτὲ δὲν ἐγνώρισεν ἡ Ἑλλάς. Ἀπὸ τὰ διευθυντήρια τῶν Νομαρχῶν ἐξεπορεύετο ὁ φατριασμός, ἡ κομματικὴ κραιπάλη καὶ ἡ φαυλότης. Πολλαὶ Νομαρχίαι εἶχον γίνει διδασκαλεῖα ἀνηθικότητος καὶ τὸ Δημόσιον χρῆμα τὸ ἐσπαταλοῦσαν καὶ τὸ διέθετον ὡσὰν νὰ ἦτο ἰδιωτική των περιουσία. Ἔχω παράδειγμα τὸν Νομάρχην τῆς περιφερείας μου (ὄχι βέβαια τὸν σημερινόν, ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὸ ἦθος), ἀλλὰ τὸν προκάτοχόν του, συμπατριώτην τοῦ τέως Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε., ποὺ εὑρίσκεται ἔγκλειστος εἰς τὰς φυλακὰς διὰ τὴν κατάχρησιν δεκάδων ἑκατομμυρίων χρημάτων τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἀντιλαμβάνεσθε, κ. συνάδελφοι, ποίαν θλιβερὰν ἀποκαρδίωσιν ᾐσθάνθησαν οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Κατερίνης ὅταν ἀντίκρυσαν προχθὲς τὸ φαινόμενον νὰ ὁδηγῆται ὁ Νομάρχης μὲ χειροπέδας ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἐν τῷ μέσῳ αὐτῆς τῆς ἀναξιοπρεπείας καὶ τῆς φαυλοκρατίας ἠθέλησαν νὰ κρατήσουν ποίαν τινα ἀξιοπρέπειαν καὶ ἐκεῖνοι ηὐνουχίθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν οὔτε ἕνα παράδειγμα ποὺ κάποιος Νομάρχης ἐπὶ τέλους νὰ ἔχῃ στείλει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ὄργανον τάξεως ἀπὸ τὰ τόσα ποὺ ἔχουνε φατριάσει κατὰ τὰς ἐκλογάς. Βεβαίως, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχουν καὶ Νομάρχαι οἱ ὁποῖοι ἐστάθησαν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των, ἀλλὰ αὐτοὶ μετριοῦνται εἰς τὰ δάκτυλα. Θὰ πρέπει νομίζω, καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ νὰ ἐπείσθησαν, ὅτι εἶχον ἐναγκαλισθῆ καὶ διώρισαν Νομάρχας ἐν πολλοῖς ἀρριβίστας καὶ τυχοδιώκτας μὴ πιστεύοντας εἰς τίποτε. Καὶ θὰ τὸ διεπίστωσαν ἀπὸ τὸ γεγονός, διότι οἱ περισσότεροι τῶν Νομαρχῶν καὶ πρὸ παντὸς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι περισσότερον ὠργίασαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1961, ἔσπευσαν πρῶτοι καὶ καλύτεροι τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν νὰ ἀποκηρύξουν τὴν ΕΡΕ καὶ πελιδνοὶ καὶ περιδεεῖς νὰ δηλώσουν φιλίαν εἰς τὴν Ε.Κ. διὰ νὰ περισώσουν τὸ σαρκίον των. Θλιβερόν, ἀλήθεια, κατάντημα διὰ δημοσίους ἄνδρας. Δὲν εἶχον οἱ ἀθεόφοβοι τὴν γενναιότητα νὰ ὑποστοῦν ἐπὶ τέλους τὴν ταλαιπωρίαν τῆς μεταθέσεως ἢ ἀκόμη νὰ ὑποβάλουν τὴν παραίτησίν των διὰ νὰ περισώσουν τὴν ἀξιοπρέπειάν των. Ἐπροτίμησαν νὰ γίνουν καταγέλαστοι.
§25ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Ἔχετε κανένα παράδειγμα;
§26Κ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλὰ παραδείγματα καὶ συγκεκριμένως σᾶς ἀναφέρω τὸν Νομάρχην τῆς συμπρωτευούσης, ὁ ὁποῖος τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν ἀφοῦ εἶχεν ὀργιάσει ὑπὲρ τῆς ΕΡΕ κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον, ἔσπευσε πρῶτος καὶ καλύτερος νὰ δηλώσῃ φιλίαν εἰς τὴν Ε.Κ. καὶ νὰ παραστήσῃ τὸν φανατικὸν ὑπερδημοκρατικόν, ὑποκρινόμενον δῆθεν τὸν ἐρετζῆ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ΕΡΕ διὰ λόγους προσωπικῆς ἀνάγκης.
§27Χ. ΚΙΤΣΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐὰν κατὰ τὴν κρίσιν σας αὐτὴν περὶ τῶν Νομαρχῶν εἴχατε λάβει ὑπ’ ὄψιν σας καὶ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ Νομάρχαι εἰς πᾶσαν περίοδον ὑφίστανται καὶ ὑφίσταντο καὶ τότε πιέσεις οὐχὶ μόνον ἐκ μέρους τῶν παραγόντων τοῦ κρατοῦντος τότε κόμματος, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους τῶν παραγόντων τῆς Ε.Κ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἐν μέσῳ τόσων δυσχερειῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεφανίσθησαν καί τινες ἐξαιρέσεις ἐκ τοῦ ὀρθοῦ καθήκοντος καὶ συνεπῶς δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ κρίνετε ὑπ’ αὐτὸ τὸ πρῖσμα τὸ σύνολον τῶν Νομαρχῶν τῆς Χώρας;
§28Κ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαύτας πιέσεις, κ. συνάδελφε, ἀσφαλῶς ὑπέστησαν καὶ οἱ ἄλλοι κρατικοὶ λειτουργοί, ἀλλὰ δὲν ὑπέκυψαν ὅπως συνέβη μὲ τοὺς Νομάρχας οἱ ὁποῖοι μετέβαλον τὰς Νομαρχίας εἰς ἐκλογικὰ χαλκεῖα καὶ μαγειρεῖα βίας καὶ νοθείας. Διατὶ δὲν ὑπέκυψαν π.χ. οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί;
§29Χ. ΚΙΤΣΙΔΗΣ. Διότι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ προστατεύονται ἀπὸ τὴν διάταξιν περὶ μονιμότητος καὶ ἡ μετάθεσίς των ἐνεργεῖται μόνον κατόπιν συμφώνου ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§30Κ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κ. συνάδελφε, ὅτι τοιαύτη δικαιολογία δὲν τοὺς τιμᾶ. Καὶ τώρα ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, κ. Ὑπουργέ, δὲν μὲ εὑρίσκει ἀπολύτως σύμφωνον ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν του. Κατὰ τὴν προσωπικήν μου γνώμην, ἔπρεπε νὰ χωρήσωμεν εἰς τὸν θεσμὸν Νομαρχῶν πολιτικῶν προσώπων. Ὁ Νομάρχης, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἐκφράζει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι ἀντιπρόσωπος αὐτῆς. Ὁ λαὸς αἰσθάνεται πάντοτε τὸν Νομάρχην ὡς ἐκπροσωποῦντα ὄχι μόνον τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν Κυβέρνησιν. Πρὸς τὶ λοιπὸν νὰ μὴ εἶναι πολιτικὰ πρόσωπα ὅπως εἶναι οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς τῶν Ὑπουργείων καὶ νὰ ἔχουν πολιτικὰς εὐθύνας; Βεβαίως, δὲν ἠθελήσατε νὰ προχωρήσετε, κ. Ὑπουργέ, εἰς τοιαύτην γενναίαν ἀπόφασιν διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ὑμεῖς ἐξετιμήσατε, ἀλλὰ ἠθελήσατε νὰ διατηρήσετε τὸν θεσμὸν τῶν ἐπὶ θητείᾳ Νομαρχῶν ἀφοῦ οἱ Νομάρχαι τεθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν συμβουλίου τοῦ ὁποίου καὶ ὑμεῖς θὰ μετέχετε καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεύς. Ἀλλὰ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἠκούσθη ἡ ἐπίκρισις καὶ ἀπὸ τὸν Εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, κ. Καλαντζῆν καὶ ἀπὸ τὸν συνάδελφον, κ. Κ. Ράλλην, ὅτι τοὐτέστιν ἡ παρουσία τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἡ παρουσία τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, θὰ ἐπηρεάζῃ τὰ μέλη τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ ἐρωτῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους τῆς Ε.Ρ.Ε., πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐπιλογὴ τῶν ἱκανῶν, τῶν ἀρίστων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἤθους καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δραστηριότητος, ὅταν τὸ Ὑπηρεσιακὸν Συμβούλιον θὰ ἀπετελεῖτο μόνον ἀπὸ ἀνωτάτους λειτουργούς, ὅπως ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Α.Σ.Δ.Υ., Ἀρειοπαγίτες κλπ., ὅταν οἱ ἀνώτατοι οὗτοι λειτουργοὶ παρὰ τὰς ἀγαθάς των προαιρέσεις δὲν θὰ εἶχον ἐνώπιόν των οὔτε στοιχεῖα, οὔτε φακέλλους, οὔτε προσωπικὴν γνώμην διὰ τὰ πρόσωπα, εἰμὴ μόνον τὴν αἴτησίν των περὶ διορισμοῦ των ὡς Νομαρχῶν, διὰ νὰ τοὺς κρίνουν καὶ νὰ τοὺς διορίσουν; Ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα μόνον ὁ Ὑπουργὸς ἢ ὁ Γεν. Γραμματεὺς εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὰ συγκεντρώσῃ, συμβουλευόμενος τοὺς βουλευτὰς ἢ ἄλλους παράγοντας καὶ νὰ τὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦ Συμβουλίου Κρίσεως τῶν Νομαρχῶν. Διὰ τὴν καλυτέραν μάλιστα συγκρότησιν τοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν καλυτέραν ἀνεύρεσιν τῶν ἀξίων προσώπων διὰ τὴν θέσιν τοῦ Νομάρχου θὰ πρέπει νὰ μετέχουν τοῦ Συμβουλίου οἱ Πρόεδροι τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων Ἀθηνῶν καὶ συμπρωτευούσης, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου καὶ Πρόεδροι Ἐπιμελητηρίων ἢ ὀργανώσεων προερχομένων ἐκ τῆς λαϊκῆς μάζης καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι γνῶσται προσώπων καὶ πραγμάτων.
§31Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ποὺ εἴπατε, περὶ Συμβουλίου, δὲν στηρίζεται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν μετέχει εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιλέγῃ τοὺς νέους Νομάρχας, ἀλλὰ εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφασίσῃ διὰ τὴν διατήρησιν ἢ μὴ τῶν ὑπηρετούντων Νομαρχῶν.
§32Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Διὰ νὰ βοηθήσω τὴν μνήμην τοῦ κ. Ράλλη, πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ ὁ κ. συνάδελφος, μετέχει καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν μετὰ ψήφου.
§33Κ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα, διότι καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς ἐκπροσωπῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργόν, θὰ ἔχῃ πλήρη στοιχεῖα διὰ τοὺς διοριστέους Νομάρχας.
§34Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχουν συνάδελφοι εἰς τὴν Βουλὴν ποὺ ὑπηρέτησαν ὡς Νομάρχαι καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπελέγησαν ἀκριβῶς ὑπὸ Συμβουλίου ὁμοίας συνθέσεως μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προτείνετε;
§35Κ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις, κύριε συνάδελφε.
§36Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ θέμα ποὺ ἀναφέρετε, ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος, κ. συνάδελφος, οὐδέποτε ὡμίλησε γενικῶς. Ἐπομένως δὲν εὐσταθεῖ τὸ λεχθέν, ὅτι θίγετε ὁ συνάδελφος κ. Κιτσίδης, ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος συνάδελφος. Δὲν ἤκουσα ποτὲ τὸν κ. Δημόπουλον, νὰ εἴπῃ τι γενικῶς.
§37Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ Νομάρχαι ποὺ ἔχουν συμπληρώσει 10ετίαν ἐπελέγησαν ἀπὸ ἐννεαμελὲς Συμβούλιον. Γεγονὸς εἶναι ἕνα, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν προσέρχονται πολλὰ σοβαρὰ πρόσωπα διὰ νὰ καταλάβουν τὴν θέσιν τοῦ Νομάρχου. Ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀτέλεια.
§38Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς διακόψω καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω ὅπως εἰς τὰς ἐπικρίσεις σας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου μὴ θίγωνται πρόσωπα διότι καλῶς ἢ κακῶς αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἐκτελοῦν ὕψιστον λειτούργημα τῆς Πολιτείας. Θὰ παρεκάλουν θερμότατα νὰ μὴ ἀναφέρωνται ὀνόματα προσώπων. Θὰ κριθοῦν καὶ θὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§39Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε, κύριε Δημόπουλε, νὰ λέτε αὐτὰ τὰ λόγια διὰ τὸν κ. Μανουσόπουλον. Ὁ κ. Μανουσόπουλος, ὑπῆρξεν ἐξαίρετος Νομάρχης καὶ ἐπὶ Κυβερνήσεως τῆς Ε.Ρ.Ε. ἐξεπλήρωσεν εἰς τὸ ἀκέραιον τὸ ὑπηρεσιακόν του καθῆκον.
§40Κ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον τὸν διεκδικεῖτε θὰ σᾶς τὸν ἐπιστρέψουμε!!
§41Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Ἦτο ὁ καλύτερος Νομάρχης.
§42Κ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελα ἀκόμη νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς τὸ σημεῖον τῆς μὴ καλῆς λειτουργίας τῶν Νομαρχιακῶν Ταμείων. Θὰ πρέπει νὰ σταματήσῃ αὐτὸ ποὺ γίνετε μέχρι τώρα. Αἱ πιστώσεις ἀποστελλόμεναι εἰς τὰς Νομαρχίας νὰ μὴ ἐξειδικεύωνται, ἀλλὰ νὰ διατίθενται ἐλευθέρως ὑπὸ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν καὶ ὄχι κατ’ ἐπιταγὴν τῶν Ὑπουργείων. Τερματίζων τὴν ἀγόρευσίν μου ὀφείλω νὰ καθησυχάσω τοὺς συναδέλφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μὲ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κόμματός μου, ὅτι ὁ Ἀρχηγός μας καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κ. Γ. Παπανδρέου, θὰ ἐκτελέσῃ κατὰ κεραίαν τὰς ἐπαγγελίας του. Ὑπεσχέθη Δημοκρατίαν καὶ χρηστὴν Διοίκησιν. Θὰ τὴν ἴδητε διαλάμπουσαν, διότι ἡ Δημοκρατία συμπορεύεται μόνον μὲ χρηστὴν Διοίκησιν. (Χειροκροτήματα).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Κιτσίδης, ὡς εἰδικὸς ἀγορητὴς τῆς Ε.Ρ.Ε., ἔχει τὸν λόγον.
§44Χ. ΚΙΤΣΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον Νόμου εἶναι σοβαρώτατον διότι ρυθμίζει οὐσιώδη θεσμὸν τῆς ὀργανώσεως τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἐκφράσεως τῆς Διοικήσεως εἰς αὐτό. Ἐπεμβαίνει καὶ ρυθμίζει τὸ θέμα τῶν Νομαρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ὄργανα εὐρυτάτης γενικῆς ἁρμοδιότητος καὶ εἶναι Προϊστάμενοι τῆς περιφερειακῆς ἀποσυγκεντρωμένης Διοικήσεως. Ὁ τρόπος ὅμως, μὲ τὸν ὁποῖον τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ρυθμίζει τὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν Νομαρχῶν, ἐμβάλλει εἰς τοὺς πλείστους ἐξ ἡμῶν μίαν βάσιμον σκέψιν καὶ μᾶς θέτει ἕνα μέγα δίλημμα, τὸ δίλημμα ἂν θὰ συνεχίσωμεν ἐμμένοντες καὶ ἀναπτύσσοντες τὸν θεσμὸν τοῦ Νομάρχου τοῦ Κράτους ἢ θὰ ἐπανέλθωμεν καὶ θὰ παραδώσωμεν τὴν ἀποσυγκεντρωμένην Διοίκησιν εἰς τὸν πολιτικὸν κομματικὸν Νομάρχην, διότι ἠκούσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐντόνως ἀπόψεις περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ θεσμοῦ τοῦ πολιτικοῦ Νομάρχου καὶ διότι τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον Νόμου καὶ ἰδίᾳ τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ δημιουργεῖ ἓν κακὸν προηγούμενον καὶ πλήττει τὸν θεσμὸν τῶν ὑπηρεσιακῶν Νομαρχῶν. Τί θὰ συμβῇ ἂν ἑκάστη ἐρχομένη εἰς τὰ πράγματα Κυβέρνησις, ἀκολουθοῦσα τὰ ἴχνη τοῦ παρόντος νομοσχεδίου προβαίνῃ εἰς γενικὴν ἐκκαθάρισιν τῶν Νομαρχῶν ὑπὸ τύπον ἐθελουσίας ἐξόδου αὐτῶν, κρίνουσα αὐτοὺς διὰ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον συντίθεται καὶ ἐκ πολιτικῶν μελῶν καὶ συνεπῶς μὴ ἔχον τὸν αὐστηρὸν ὑπηρεσιακὸν του χαρακτῆρα; Τὶ θὰ συμβῇ ἀκόμη, ἂν διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς ἑκάστη Κυβέρνησις αἴρῃ τὴν μονιμότητα τῶν Νομαρχῶν καὶ ἐγκαθιστῶσα οὐσιαστικῶς πολιτικοὺς Νομάρχας καὶ ἀσκοῦσα αὐτὴ ἀπ’ εὐθείας διὰ τῶν προσώπων αὐτῶν τὴν περιφερειακὴν Διοίκησιν; Τὸ πρόβλημα εἶναι ἢ θὰ ἔχωμεν συνεχῶς ἀναπτυσσομένην διοικητικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἀποσυγκέντρωσιν καὶ ὄργανα γενικῆς ἁρμοδιότητος ἀσκοῦντα ἀποκλειστικῶς τὴν περιφερειακὴν Διοικητικὴν λειτουργίαν, ἢ θὰ ἔχωμεν συγκέντρωσιν ὅλων τῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς Διοικήσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν θεσμὸν τοῦ πολιτικοῦ ἢ κομματικοῦ Νομάρχου. Εἰς τὰ σύγχρονα κράτη ἔπαυσε νὰ ἰσχύῃ ἡ ἀρχὴ τοῦ LAISSEER FAIRE καὶ τοῦ Κράτους νυκτοφύλακος. Τὰ σύγχρονα κράτη, εἶναι κράτη δικαίου, ἀλλὰ καὶ δίκαια κράτη, κράτη προνοίας, κατασκευῶν, δημιουργίας, προόδου καὶ πολιτισμοῦ. Τὸ σύγχρονον κράτος καθημερινῶς ὑπεισέρχεται εἰς πλείστους τομεῖς οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε εἶχον ἀφεθῆ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν ἰδίᾳ δὲ ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναπτύξεως, ἔχει ἀνάγκην μιᾶς πλήρως ἀποσυγκεντρωμένης Διοικήσεως. Λόγῳ τῆς πληθύος τῶν ἀσχολιῶν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἕνας κεντρικὸς ἐγκέφαλος ποὺ νὰ ἀσκῇ ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν ὅλην τὴν Διοίκησιν τῆς Χώρας. Ἡ Διοικητικὴ ἀποσυγκέντρωσις ἀποτελεῖ ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν οὐ μόνον διὰ τὴν πρόοδον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν πραγματικοῦ κράτους δικαίου καὶ ἀληθοῦς Δημοκρατίας. Εἰς τοὺς κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τόσα ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας καὶ ὑπερημύνθησαν τῶν θεσμῶν της, κατηγοροῦντες τοὺς Νομάρχας, ἔχω νὰ ἀπαντήσω «ὅτι μία ἐκ τῶν χειροτέρων μορφῶν τῆς Δικτατορίας εἶναι καὶ ἡ συγκέντρωσις τῶν Διοικητικῶν ἐξουσιῶν». Πλεῖσται διαπρεπεῖς προσωπικότητες ἐθεώρησαν ὡς θεμελιώδη προϋπόθεσιν τῆς Δημοκρατίας τὴν διοικητικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἀποσυγκέντρωσιν, ὁ Λίππμαν, ὁ Ζάσπερς, ὁ Λόρδος Σάμουελ, ὁ Χάγιεκ, ὁ Τσῶρτσιλ. Ἡ συγκέντρωσις τῶν ἐξουσιῶν σημαίνει ὑποδούλωσιν τοῦ λαοῦ εἰς ἕνα ἀποκλειστικῶς αὐστηρὸν σχέδιον διοικήσεως τῆς χώρας ἀχρήστευσιν τῆς ἐνεργοῦ προσωπικότητος τῶν δημοσίων λειτουργῶν καὶ ὑποταγὴν τῶν πάντων εἰς τὴν γραφειοκρατίαν. Ὄχι μόνον πρόοδος, ἀλλὰ καὶ ἐλευθερία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς συγκεντρώσεως τῆς διοικήσεως. Ἐξ οὗ καὶ ἡ συμπάθεια τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος πρὸς τὴν συγκέντρωσιν καὶ τὸν Πολιτικὸν Νομάρχην. Εἰς τὰ ἀνελεύθερα καθεστῶτα ἡ συγκέντρωσις τῆς διοικήσεως καὶ ἡ ὑποταγὴ τῶν πάντων εἰς ἕνα λεπτομερὲς καὶ καταθλιπτικὸν σχέδιον διοικήσεως, ἀποτελεῖ τὸν κανόνα, ἐνῷ εἰς τὰ ἐλεύθερα ἔθνη εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ἀμερικὴν εἶναι ἐγκατεστημένη εὐρυτάτη διοικητικὴ ἀποσυγκέντρωσις. Παντοῦ ἡ περιφερειακὴ Διοίκησις εἶναι ἀποσυγκεντρωμένη ὅπου ὑπάρχει ἐλεύθερον καθεστὼς καὶ οἱ φορεῖς αὐτῆς, τὰ ὄργανα γενικῆς διοικήσεως ἀσκοῦν αὐτὴν κατ’ ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα καὶ μὲ εὐρεῖαν προοπτικὴν λόγῳ μονιμότητος. Οἱ Ἀγγλοσάξωνες εἰς τοὺς ὁποίους ἐνωρίτερον διεμορφώθη τὸ Δημοκρατικὸν καθεστὼς ἐπροχώρησαν περαιτέρω εἰς εὐρυτάτην διοικητικὴν ἀποκέντρωσιν, ἡ ὁποία ἰσχύει ἀπὸ αἰώνων καὶ ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν ἄσκησιν ἁρμοδιοτήτων τῆς Πολιτείας ἀπὸ αἱρετὰ περιφερειακὰ ὄργανα διοικήσεως, τοὺς Δήμους, τὰς Κοινότητας, τὰς Κομητείας. Ὀφείλομεν λοιπὸν καὶ εἰς τὴν χώραν αὐτὴν τὴν κοιτίδα τῆς Δημοκρατίας καὶ τὴν εὑρισκομένην εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναπτύξεως νὰ ἐγκαταστήσωμεν εὐρυτάτην διοικητικὴν ἀποσυγκέντρωσιν καὶ νὰ δώσωμεν τὰς δυνατότητας εἰς τὸν λαὸν ὅπως ἀπαλλαγῇ τῆς στυγνῆς γραφειοκρατικῆς Κυβερνητικῆς συγκεντρώσεως. Ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ καθορίσωμεν τὶ ἐννοοῦμεν μὲ τὴν λέξιν ἀποσυγκέντρωσιν καὶ πῶς τὸ καθεστὼς αὐτῆς ἔχει διαγραφῆ ἀπὸ τὴν σύγχρονον ἐπιστήμην καὶ τὴν πρακτικήν. Τὸ σύγχρονον κράτος προχωρεῖ εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῶν σκοπῶν αὐτοῦ βάσει ὡρισμένων σχεδίων δράσεως, ὀργανώσεως καὶ συντάξεως. Τὸ πρῶτον σχέδιον εἶναι τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας. Ἀκολουθοῦν τὰ ἐπὶ μέρους σχέδια κατὰ κλάδους διοικήσεως καὶ τὸ γενικὸν σχέδιον διοικήσεως τῆς χώρας, τὰ ὁποῖα συντάσσονται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς ἁρμοδίους καθ’ ὕλην Ὑπουργούς, περιβαλλόμενα τὴν μορφὴν τοῦ Νόμου, τοῦ Διατάγματος, ἢ τῆς Κυβερνητικῆς ἀποφάσεως. Ὅσον τὰ σχέδια αὐτὰ εἶναι περισσότερον ἐξειδικευμένα καὶ καλύπτουν κατ’ ἔκτασιν καὶ λειτουργίαν ὁλόκληρον τὴν χώραν ἐπὶ τοσοῦτον διαμορφώνεται συγκεντρωτικὸν καθεστώς. Τὸ ἐναντίον συμβαίνει ὅταν τὰ σχέδια αὐτὰ δίδουν εὐκαιρίαν ἀναπτύξεως ἑτέρων ἐπὶ μέρους σχεδίων — ἐντὸς τῶν γενικῶν πλαισίων τοῦ βασικοῦ σχεδίου Διοικήσεως — ὁπότε διαμορφώνεται ἀποσυγκέντρωσις καὶ ἀνάπτυξις περιφερειακοῦ Διοικητικοῦ σχεδίου. Εἰς τὰ ἐλεύθερα καθεστῶτα ἡ Κυβέρνησις κυβερνᾶ, δηλαδὴ συντάσσει τὸ γενικὸν σχέδιον διοικήσεως τῆς χώρας καὶ τὰ ἐπὶ μέρους γενικὰ σχέδια κατὰ κλάδους διοικήσεως. Ἀφήνει ὅμως εὐρύτατα περιθώρια εἰς τὴν Διοίκησιν διὰ τὴν σύνταξιν τῶν μερικωτέρων περιφερειακῶν σχεδίων διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν Νομαρχιακὴν περιφέρειαν καὶ τῶν ὁποίων φορεῖς εἶναι οἱ Νομάρχαι, ὡς ὄργανα Διοικήσεως γενικῆς ἁρμοδιότητος καὶ οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι ὡς εἰδικὰ ὄργανα διοικήσεως. Ἐξ ἄλλου ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ διοικῇ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι τελικῶς ἐξ αὐτῆς πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται ἡ πραγμάτωσις κάθε διοικητικῆς πράξεως. Ὅταν διὰ τὸν διορισμὸν ἑνὸς ἀγροφύλακος, διὰ τὴν ἔγκρισιν μιᾶς δαπάνης ἢ διὰ τὸν προγραμματισμὸν ἑνὸς ἔργου ὑδρεύσεως κοινότητος θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἔγκρισις ἢ ἐπιταγὴ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, τότε ἀσφαλῶς δὲν ἔχομεν ἀποσυγκέντρωσιν. Ἀλλὰ διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀποσυγκέντρωσις αὐτή, ὀφείλομεν νὰ δημιουργήσωμεν τὰ κατάλληλα ὄργανα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι φορεῖς αὐτῆς. Καὶ ὁ πρῶτος φορεὺς εἶναι ὁ Νομάρχης. Ὁ Νομάρχης τοῦ Κράτους καὶ ὄχι ὁ πρόσκαιρος Νομάρχης τοῦ κόμματος. Ὁ Νομάρχης, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἀρκετὸν χρόνον, ὥστε νὰ μελετήσῃ τὴν περιοχὴν νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητάς της, νὰ ἐρευνήσῃ τὰς γαιοοικονομικὰς συνθήκας της καὶ νὰ συντάξῃ ἓν σχέδιον ἀναπτύξεως τῆς ἐπαρχίας του. Ἡ Ἑλλὰς τὴν τελευταίαν δεκαετίαν εἶχε τὴν τύχην νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ ἰσχυρὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον καὶ σχετικῶς ἀρκετὰ μεγάλην διάρκειαν πολιτικοῦ βίου. Τὶ θὰ συμβῇ ὅμως ἂν ἐπακολουθήσῃ πολιτικὴ περίοδος ἀσταθῶν καὶ βραχυβίων κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ συμπαρασύρουν μὲ τὴν πτῶσιν των καὶ τὸν Νομάρχην; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐξ ἄλλου νὰ ἀναπτυχθῇ ἓν σοβαρὸν πρόγραμμα ἀναπτύξεως τῆς ἐπαρχίας, ὅταν ὁ Νομάρχης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκτελῇ τὰς ἐντολὰς τοῦ Κόμματος καὶ ὄχι τὰς ἐπιταγὰς τῆς ὀρθολογικῆς ὀργανώσεως τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπαρχίας του; Τί θὰ συμβῇ ἂν οἱ προϊστάμενοι τῶν Ὀργανισμῶν Αὐτοδιοικήσεως λαμβάνουν τὰς ἐπιχορηγήσεις διὰ τὰς Κοινότητας ἀναλόγως τῶν εἰσηγήσεων τῶν Κομματαρχῶν, οἱ δὲ πολῖται ἐκζητοῦν τὴν δικαιοσύνην μέσῳ τῶν ἰδιαιτέρων γραμματέων τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν Κομματαρχῶν τῆς περιφερείας των; Εἰς Γαλλίαν λέγουν, ὅτι διοικούμεθα καλύτερον ὅταν δὲν ἔχωμεν Κυβέρνησιν, ὑπονοοῦντες τὴν ὕπαρξιν ὠργανωμένης καὶ προσηκούσης ἀποσυγκεντρωμένης διοικήσεως. Ὁ Νομάρχης ὀφείλει νὰ εἶναι Νομάρχης τοῦ Κράτους, μακρᾶς θητείας, ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὸ Κόμμα καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι τῆς κομματικῆς Κυβερνήσεως. Ἠκούσθησαν ἀντιρρήσεις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀφορῶσαι εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἂν ὁ Νομάρχης δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ Κόμμα δὲν θὰ εἶναι καὶ ἱκανὸς φορεὺς τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Ἀπαντῶ μὲ τοὺς λόγους τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ σημερινοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καυχᾶται, ὅτι εἶναι καὶ ὁ πατὴρ τοῦ θεσμοῦ τῶν Νομαρχῶν τοῦ Κράτους. «Ἡ προσωπική μας πεῖρα εἶναι, ὅτι ὁ ἐφήμερος Κομματικὸς Νομάρχης εἶναι ἐπιβλαβής». Τὴν ἐπιλογὴν τῶν προσώπων, ἅτινα θὰ διορίζωνται, δέον νὰ ἐνεργῇ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἡ σύνθεσις τοῦ ὁποίου νὰ παρέχῃ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις ἀνεξαρτήτου καὶ ἀνεπηρεάστου κρίσεως....» «Τὸ αὐτὸ Συμβούλιον θὰ γνωμοδοτῇ διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς θητείας, ὡς καὶ διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ Νομάρχου». Τέλος δὲ ἀπαντῶν ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς διατυπωθείσης ἀντιρρήσεως, ὅτι ὁ Νομάρχης πρέπει νὰ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ Κόμμα διὰ νὰ εἶναι πιστὸς ἐφαρμοστὴς τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς λέγει: «Βεβαίως ἑκάστη Κυβέρνησις καθορίζει τὴν πολιτικήν της ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν κειμένων νόμων, ἡ προκαλοῦσα τὴν ψήφισιν τῶν πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῆς ἀπαιτουμένων νέων. Πάντες δὲ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὀφείλουν νὰ ἐκτελέσουν τὰς πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκδοθησομένας διαταγὰς καὶ ὁδηγίας τῶν προϊσταμένων Ὑπουργῶν, ὑπέχοντες ἄλλως πειθαρχικὴν εὐθύνην, ἥτις δύναται νὰ φέρῃ καὶ εἰς τὴν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσιν. Καὶ θὰ ἐκτελέσουν οἱ ὑπάλληλοι εἰλικρινῶς τὰς διαταγὰς ταύτας, ἐφ’ ὅσον ἔχουν συνείδησιν τῶν καθηκόντων των καὶ δὲν ἐπηρεάζονται ὑπὸ πολιτικῶν φρονημάτων. Τοιοῦτοι δὲ ἀναμφιβόλως θὰ εἶναι καὶ οἱ Νομάρχαι τοῦ προτεινομένου νέου θεσμοῦ». «Ἡ πολιτική, ἄλλως τε τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως ἐφαρμόζεται κατὰ κανόνα ὑπὸ μονίμων ὑπαλλήλων, ὡς εἶναι οἱ Γενικοὶ Διευθυνταὶ καὶ Διευθυνταὶ τῶν Ὑπουργείων καὶ οἱ προϊστάμενοι τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῶν εὐαρίθμων μετακλητῶν ὑπαλλήλων. Τὴν δὲ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἐφαρμόζουν οἱ Πρέσβεις, οἱ ὁποῖοι κατὰ κανόνα εἶναι ἐπίσης μόνιμοι. Δὲν ἔχουν δὲ σημειωθῆ περιπτώσεις μὴ καλῆς ἐφαρμογῆς τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως». Ἀλλὰ τὰ ὅσα τὸ 1947 ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου εἶναι σήμερον σύμφωνα μὲ τὰς γραμμὰς καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου, εἶναι ἀκόμη σύμφωνα μὲ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος ἐναντίον τῶν Νομαρχῶν; Διότι πολλὰ ἠκούσθησαν ἄδικα καὶ ἀπρεπῆ καὶ ἀπὸ τὴν ΕΔΑ καὶ ἀπὸ τὸ Κέντρον ἐναντίον τῶν Νομαρχῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ἐγὼ πιστεύω καὶ διακηρύσσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ Νομάρχαι ἐπετέλεσαν καὶ ἐπιτελοῦν εἰς τὸ ἀκέραιον τὸ καθῆκον των. Παρουσίασαν μεγάλην δύναμιν ἀντιστάσεως εἰς τὸν Κομματισμόν, ὑπῆρξαν δὲ οἱ πρωτεργάται τῆς ἀναπτύξεως τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαρχίας καὶ τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ σκληροτάτου ἀγῶνος διὰ τὴν ζωὴν τῆς Ἑλληνικῆς ὑπαίθρου, τὸν ὁποῖον αὐτὴ διεξήγαγε κατὰ τὰ κρίσιμα ἔτη 1949–1952. Τὸ 1949–50 ἄνθρωποι πιστεύοντες εἰς τὸν θεσμὸν τοῦ Νομάρχου τοῦ Κράτους ἐξεκίνησαν διὰ μίαν μεγάλην ἀποστολήν. Τότε ὅλα ἦσαν ἐρείπια. 150.000 σπίτια κατεστρεμμένα. Δρόμοι ἀνύπαρκτοι, γεφύρια γκρεμισμένα, σχολεῖα ἐρειπωμένα, ἡ παραγωγικότης τοῦ χωριοῦ εἶχε φθάσει τὸ μηδέν. 700 χιλιάδες συμμοριόπληκτοι εὑρίσκοντο εἰς τὰς πόλεις διστάζοντες νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς ἑστίας των. Καὶ οἱ Νομάρχαι βοηθούμενοι ἀπὸ τὰς περιφερειακὰς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐγκατέστησαν ἐκ νέου τὸν Ἑλληνικὸν χωρικὸν πληθυσμόν, ἔκτισαν σπίτια, ἤνοιξαν δρόμους, σχολεῖα, ἐκκλησίας, ἔδωκαν νερό, ὠργάνωσαν τὸν ἐπισιτισμὸ καὶ τὸ χάσμα ποὺ ἤνοιξεν ὁ σεισμὸς εὐθὺς ἐγέμισε ἄνθη. Ἔκτοτε αὐτοὶ ἦσαν οἱ φορεῖς τοῦ ἀγῶνος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαρχίας, ὥστε μετὰ τὴν μάχην διὰ τὴν ζωήν της νὰ κερδίσῃ τὴν μάχην διὰ τὴν ἐπιβίωσιν αὐτῆς. Εἰς δέκα δισεκατομμύρια περίπου ὑπολογίζεται τὸ ποσὸν ποὺ διεχειρίσθησαν ἀμέσως οἱ Νομάρχαι τοῦ Κράτους μέσῳ τῶν Νομαρχιακῶν Ταμείων, εἴτε ἐξ ἄλλων Κυβερνητικῶν πιστώσεων διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ἐπαρχίας καὶ τοῦ χωριοῦ. Ἐξ ἄλλου οἱ Νομάρχαι ἐπαρουσίασαν μεγίστην δύναμιν ἀντιστάσεως εἰς τὰς κομματικὰς πιέσεις. Διεξήγαγαν 10 περίπου γενικὰς καὶ δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ μόνον εἰς τὴν 11ην δὲν ξέρω διατί, κατηγορήθησαν ὡς συνεργοὶ τῆς δῆθεν βίας καὶ νοθείας. Ὅτε Ἐπιτροπὴ Νομαρχῶν τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1963 ἐπεσκέφθημεν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀνεφέραμεν τὰς ἀδίκους κατηγορίας κατὰ τῶν Νομαρχῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνεφώνησεν, ὅτι τὸ μεταθετὸν τῶν Νομαρχῶν οὐχὶ μετὰ σύμφωνον, ἀλλὰ μεθ’ ἁπλῆν γνώμην τοῦ Συμβουλίου Κρίσεως θὰ ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ. Ἀλλὰ διατὶ κατηγοροῦμεν μόνον τοὺς Νομάρχας; Δὲν κομματίζονται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι; Δὲν κομματίζονται οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ ὅλων τῶν κλάδων καὶ τῶν ἐξουσιῶν τῆς Πολιτείας; Ἀλλὰ κατηγοροῦμεν τοὺς Νομάρχας, διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν ζητοῦμεν ἀπὸ αὐτοὺς ὡς ἀσκοῦντας ἐξουσίαν μετὰ διακριτικῆς εὐχερείας νὰ παραβαίνουν τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους πρὸς κομματικὸν ὄφελος ἡμῶν, τοὺς Νόμους αὐτούς, ποὺ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἐψηφίσαμεν, ἢ ποὺ δὲν εἴχομεν τὴν τόλμην ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ἐπιψήφισίν των. (Πολλοὶ βουλευταὶ διαμαρτύρονται). Μάλιστα ἐπιμένω, ὅτι ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς χώρας δὲν ἔχει ἐξαρθῆ ἀκόμη εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο ὥστε νὰ σέβεται τοὺς νόμους καὶ νὰ μὴ ζητῇ ἀπὸ τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς τὰ ὅσα τὴν ἡμέραν νομοθετοῦνται, ὑπὸ τὸ φῶς τῆς δημοσίας γνώμης, νὰ παραβαίνωνται εἰς τὸ σκότος τοῦ κομματαρχισμοῦ καὶ τοῦ φατριασμοῦ. Ζητῶ ὅμως συγγνώμην διότι δὲν ἤθελα νὰ θίξω τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, κ. συναδέλφους. Ἔτσι ἔχομεν μάθει. Ἔτσι ἴσως μᾶς ὁδηγεῖ ὁ Λαός. Ἀλλὰ δὲν πταίουν δι’ αὐτὸ πρὸ παντὸς οἱ Νομάρχαι. Οἱ Νομάρχαι ἐναντίον τῶν ὁποίων ἔβαλον πάντοτε ὅλοι οἱ βουλευταὶ τῆς ἑκάστοτε συμπολιτεύσεως. Δὲν ὑπάρχει Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴν ὑπέστη πιέσεις μεταθέσεως ὅλων τῶν Νομαρχῶν ἀπὸ ὅλους τοὺς Νομούς. Ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει πρὸς τιμήν των, Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀντέδρασεν εἰς τὴν ἐπίθεσιν αὐτὴν κατὰ τῶν Νομαρχῶν, ὅπως καὶ δὲν ὑπάρχει συμβούλιον ὑπηρεσιακὸν προεδρευόμενον ὑπὸ Ὑπουργοῦ.
§45Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Σὲ κανένα Ὑπουργεῖον, δὲν συνέβη αὐτό.
§46Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ὁ Γαϊτατζῆς, κ. συνάδελφε, ὁ τέως Νομάρχης Δράμας καὶ νῦν Λευκάδος, ὁ ὁποῖος ἐκρίθη παμψηφεὶ ὡς ἄριστος. Ὄντος ἐμοῦ Προέδρου Κοινότητος μοῦ ἐδήλωσεν ὅταν τὸν ἐπεσκέφθην, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνήκω εἰς τὴν ΕΡΕ δὲν ἔχω νὰ λάβω τίποτα.
§47Χ. ΚΙΤΣΙΔΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλας ἐπιθέσεις καὶ πλήγματα ἐδέχθησαν οἱ Νομάρχαι ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς Κεντρικὰς Ὑπηρεσίας τῆς Πρωτευούσης, αἱ ὁποῖαι ἔβλεπον εἰς τὸ πρόσωπον αὐτῶν τοὺς φορεῖς τῆς ἀποσυγκεντρωμένης διοικήσεως καὶ συνεπῶς τοὺς ἀρνητὰς τῶν δικαιωμάτων τῆς γραφειοκρατίας, τοῦ συγκεντρωτισμοῦ καὶ τῆς δυνάμεως τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ ὁ θεσμὸς τοῦ Νομάρχου, τοῦ Νομάρχου τοῦ Κράτους διὰ νὰ παρουσιασθῇ αὐτὴ ἡ πρωτοφανὴς εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως δύναμις ἀντιστάσεως καὶ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος. Ἐξ ἄλλου οὐδεὶς ἀποσυγκεντρωτικὸς νόμος ἐφηρμόσθη πλήρως. Παντοῦ ἀντίδρασις, παντοῦ ὑποκλοπὴ τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαρχίας. Τὸ IMPE-RIUM τοῦ Ὑπουργείου συνεχῶς ἀντέδρα εἰς τὴν ἀποσυγκέντρωσιν καὶ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ πολίτου τῆς περιφερείας. Βεβαίως, δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι τὸ σύνολον τῶν Νομαρχῶν τῆς χώρας εὑρίσκεται εἰς τὸ αὐτὸ ὑψηλὸν ἐπίπεδον. Ἀλλὰ παντοῦ ὑπάρχουν διαβαθμίσεις. Κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου Νόμου οὔτε ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχῶν προάγεται, οὔτε ἡ ἀποσυγκέντρωσις ἑδραιοῦται. Ἀκόμη καὶ διότι ἐγκαθίσταται διὰ τῆς λεγομένης «ἐθελουσίας ἐξόδου» ἕνα καθεστὼς τὸ ὁποῖον θὰ πλήξῃ τοὺς πλέον δεδοκιμασμένους καὶ ἐπιτυχόντας Νομάρχας. Ὁ FATOL ἔλεγε: «Διοικεῖν σημαίνει προβλέπειν, ὀργανώνειν, ἐπιτάσσειν, συντονίζειν καὶ ἐλέγχειν». Ἀλλὰ δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς λειτουργίας τῆς Διοικήσεως ἀπαιτοῦνται νὰ ὑπηρετοῦν εἰς αὐτὴν πρόσωπα ἀποδεδειγμένως ἔμπειρα, ἱκανά καὶ μορφωμένα. Πρὸ παντὸς πρόσωπα ἔχοντα καὶ τὸ ταλέντον τῆς διοικήσεως. Προβλέπω, ὅτι διὰ τοῦ σχεδίου Νόμου ἡ Διοίκησις θὰ ἀπογυμνωθῇ ἀπὸ τὰ πρόσωπα αὐτά. Ἰδίᾳ δέ ἀπὸ τοὺς ἀριστεύσαντας Νομάρχας, οἱ ὁποῖοι ἐπανειλημμένως ἔδωσαν δείγματα τῆς ἀξίας των. Προβλέπω ἀκόμη, ὅτι τὰ πρόσωπα ποὺ θὰ εἰσέλθουν θὰ χρειασθοῦν ἀρκετὸν χρόνον ἵνα ἀποκτήσουν τὴν ἐμπειρίαν καὶ τὰς ἱκανότητας τῶν παλαιῶν ἀπερχομένων Νομαρχῶν. Δι’ αὐτό, προτείνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξαιρέσῃ τοὺς 12–14 ἀριστεύσαντας Νομάρχας ἐκ τῆς κρίσεως αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου. Ἐπίσης, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ὑπηρεσιακὸν Συμβούλιον κρίσεως δημοσίων λειτουργῶν προεδρεύεται ἀπὸ πολιτικὸν πρόσωπον καὶ συμμετέχουν εἰς αὐτὸ καὶ ἕτερα πολιτικὰ πρόσωπα. Ὑπάρχει διάταξις, ὅτι ἐν ἰσοψηφίᾳ νικᾷ ἡ ψῆφος τοῦ Προέδρου. Ἐξ ἄλλου, ἑτέρα διάταξις ἐπιτρέπει τὴν συμμετοχὴν τῶν ἀναπληρωτῶν τῶν Ἀνωτάτων Δικαστικῶν. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι Ὑπουργός, ὡς ὁ κ. Τούμπας, θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἀσφαλῶς θὰ φέρῃ τοὺς Δικαστὰς εἰς δύσκολον θέσιν. Ἀπὸ ὅ,τι ἐνθυμοῦμαι, μίαν φορὰν Δικασταὶ εἶχον Πρόεδρον, μὴ προερχόμενον ἐκ τῶν τάξεών των. Ἀλλὰ τότε εἰς τὴν δίκην τοῦ Ὀρέστου προήδρευσε Θεός, ἡ Ἀθηνᾶ. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν ἡ ψῆφος δὲν θὰ δοθῇ εἰς τὸν Ὀρέστην, ἀλλὰ εἰς τὰς ἐρινύας τοῦ κομματισμοῦ. Ἄλλως τε, τί ὁμιλοῦμεν περὶ βελτιώσεως τῆς ποιότητος τῶν Νομαρχῶν; Δύο ἢ τρεῖς προσφάτως γενόμενοι διορισμοὶ δὲν ἀπέδειξαν οὐδόλως ἀνώτερον ἐπίπεδον τῶν εὐνοηθέντων. Θὰ ἤθελον λοιπὸν νὰ προτείνω ὅπως ἀφεθῇ ἡ ἐθελουσία ἔξοδος καὶ πάλιν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὑπάρχοντος Συμβουλίου τῶν Νομαρχῶν ἐμπλουτιζομένου, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ καὶ ἀπὸ ἕτερα ἀξιόλογα πρόσωπα, μηδεμίαν ὅμως σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν πολιτικήν, ὡς Καθηγητὰς Πανεπιστημίων κλπ. ὡς καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἔλεγε τὸ 1947. Διότι ἄλλως καὶ ὁ θεσμὸς θὰ πληγῇ καὶ οἱ ἐχθροί του θὰ ἐπιχαίρουν. Διὰ ποῖον λόγον ἡ ΕΔΑ ἐνῷ τάσσεται ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῶν ὑπηρεσιακῶν Νομαρχῶν ὑποστηρίζει, ὅτι μέχρι «ἐκδημοκρατικοποιήσεως τῆς Χώρας προτιμότερος εἶναι ὁ πολιτικὸς Νομάρχης»; Εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνας τρόπος διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὸν θεσμὸν μὲ μακρὰν διακοπὴν τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὄντως ἐνδιεφέρετο διὰ τὴν ἀποσυγκέντρωσιν, διὰ τοὺς Νομάρχας, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαρχίας, διὰ τὴν ἀληθῆ δημοκρατίαν καὶ διὰ τὸν πόνον τοῦ ἐπαρχιώτου ἢ τοῦ χωρικοῦ, τοῦ ἀστοῦ καὶ τοῦ πολίτου, ἄλλα νομοσχέδια θὰ ἔπρεπε νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ πρῶτον θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ τακτοποίησις τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν. Ἔχομεν Νομοὺς 600.000 κατοίκων καὶ Νομοὺς 40.000 κατοίκων. Τὸ δεύτερον θὰ ἔπρεπε νὰ ἦτο τὸ νομοσχέδιον ποὺ θὰ ἐρρύθμιζε κατ’ ἑνιαῖον τρόπον τὰς διοικητικὰς περιφερείας ἑκάστης περιφερειακῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν ὑπαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὴν μονάδα διοικήσεως τοῦ Νομοῦ. Σήμερον, ἕνας κάτοικος τῆς ἐπαρχίας, ἀλλοῦ ὑπάγεται διοικητικῶς, ἀλλοῦ ἐκκλησιαστικῶς, ἀλλοῦ δικαστικῶς καὶ ἄλλα εἶναι τὰ ὅρια τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν ὡς π.χ. τῶν δασικῶν, τῶν ἐκπαιδευτικῶν, τῶν ὑπηρεσιῶν ἐγγείων βελτιώσεων, τῶν ταμειακῶν κλπ. Τὸ τρίτον νομοσχέδιον θὰ ἔπρεπε νὰ ἦτο νομοσχέδιον ἐπεκτάσεως τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Διοικητικῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς περιφερειακῆς μονάδος Διοικήσεως Γενικῆς Ἁρμοδιότητος, διότι ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ καταστῇ πραγματικότης καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπαρχίαν, ὅτι ὅπου εἶναι τὸ ἔργον, ἐκεῖ πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἁρμοδιότης διοικήσεως αὐτοῦ καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἁρμοδιότης ἐκτελέσεως. Θὰ ἔπρεπεν ἐπὶ πλέον, νὰ ἐνισχυθοῦν τὰ Νομαρχιακὰ Ταμεῖα, αἱ περιφερειακαὶ δημόσιαι ὑπηρεσίαι καὶ οἱ Νομάρχαι νὰ καταστοῦν περισσότερον ἀνεξάρτητοι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Ἀλλὰ ἀντὶ ὅλων αὐτῶν ἀφ’ ἑνὸς παρουσιάζεται ἕνα κομματικὸν νομοσχέδιον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ κατέστη γεγονός, ὅτι ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τοῦ Κόμματος, τὰς ἐπεμβάσεις τῶν πολιτικῶν παραγόντων, τὸ περίφημον σύνθημα τοῦ ἐκδημοκρατισμοῦ, ἡ Διοίκησις παρέλυσεν καὶ ἀκόμη περισσότερον ἐτρομοκρατήθη. Τὰ ἐργατικὰ Σωματεῖα, οἱ Συνεταιρισμοί, πολλοὶ Ὀργανισμοὶ Αὐτοδιοικήσεως, ἔχουν ἐκτραπῆ τοῦ σκοποῦ των, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἀντίδρασις τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν. Ἂν ἡ ΕΔΑ καί τινες ρήτορες τοῦ Κέντρου κατηγόρησαν τοὺς Νομάρχας, ἐγὼ κατηγορῶ συλλήβδην ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν τρομοκρατίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπιβάλει ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως, διὰ τὴν παράλυσιν ἐκ τῆς προσβολῆς τῶν θεσμῶν της καὶ διὰ ἔντονον κομματισμὸν καὶ ἐπέμβασιν ἐπὶ τοῦ ἔργου τῆς Διοικήσεως, τὴν ὁποίαν κατέστησε σχεδὸν ἀνενεργόν. Ἀλλὰ αὐτὰ ὅλα ἀποβαίνουν εἰς βάρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαρχίας, εἰς βάρος τῆς ἀληθοῦς Δημοκρατίας καὶ εἰς βάρος τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἔθνους. (Φωναί, κωδωνοκρουσίαι, χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Ρ.Ε.).
§48Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πολυζωγοπούλου· καὶ ἐπὶ Κυβερνήσεως ΕΡΕ ὑπῆρχε Νομάρχης κάπου, ὁ ὁποῖος συνειργάζετο μόνον μὲ τοὺς βουλευτὰς τοῦ Κέντρου. Παρακαλῶ τὸν κ. Πολυζωγόπουλον, νὰ εἴπῃ ἐὰν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ ἢ ὄχι.
§49Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην βουλευτής, ἤμην Πρόεδρος τῆς Κοινότητος.
§50Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Συνειργάζετο μόνον μὲ βουλευτὰς τοῦ Κέντρου καὶ δὲν εἶχε καμμίαν συνεργασίαν μὲ τοὺς βουλευτὰς τῆς ΕΡΕ. Ἐπειδὴ ὑπῆρχεν ἕνας ἐκ τοῦ Κέντρου καὶ ἕνας ἐκ τῆς ΕΡΕ θὰ εἴπῃ, ὅτι ὅλος ὁ θεσμὸς ἦτο νοθευμένος;
§51Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγω αὐτὸ διότι ἐβραβεύθη.
§52Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν ἐβραβεύθη καὶ εἰς τὸ συνταξιοδοτικὸν νομοσχέδιον ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις ποὺ τοῦ δίδει μεγαλυτέραν σύνταξιν.
§53Φ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ τοποθετηθῇ οὕτω τὸ θέμα ἂν δηλ. ἕνας Νομάρχης ἐξυπηρέτησε τὴν ΕΡΕ ἢ τὸ Κέντρον ἢ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Καθῆκον τοῦ Νομάρχου εἶναι νὰ βλέπῃ ὅλα τὰ πρόσωπα κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ νὰ ἐπιτελῇ τὸ καθῆκον ποὺ τοῦ ἐπιβάλλει ἡ πολιτεία. Δυστυχῶς εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὑπῆρξαν Νομάρχαι οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ πολλὰ τῶν ἐντεταλμένων ὑπὸ τῆς πολιτείας καθηκόντων. Ἔκαμαν δηλαδὴ παραβάσεις. Ἔχω νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Ὑπῆρξε Νομάρχης ὁ ὁποῖος ἔγινε καὶ πλαστογράφος ἀκόμη μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ κόμμα.
§54Χ. ΚΙΤΣΙΔΗΣ. Γνωρίζω τὴν περίπτωσιν.
§55Φ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐπιστρατεύομεν τὴν μνήμην τοῦ παρελθόντος, ἀντιθέτως ἐρχόμεθα νὰ ἐξυγιάνωμεν τὴν διοίκησιν καὶ νὰ θέσωμεν βάσεις ὑγιεῖς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντολὴ ποὺ ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν 16ην Φεβρουαρίου.
§56Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν συνάδελφον, κ. Ράλλην. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ ποὺ εἶπεν ὁ κ. Ράλλης, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§57Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶπα εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ συνταξιοδοτικὸν καὶ μάλιστα, ἐὰν θέλετε ὄχι εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ εἰς τὴν προσθήκην ποὺ μᾶς διένειμε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργός. Ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις, θέλετε νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω;
§58Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω τὶ ἔχει καταθέσει ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω καὶ διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι ὑπεύθυνος ἐγώ, εἶναι, ὅτι δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸ Σῶμα, ὅτι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διάταξις, ἡ ὁποία νὰ εὐνοῇ οἱονδήποτε πρόσωπον.
§59Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Τὸ θέμα εἶναι ἂν ἡ Κυβέρνησις εὐνοῇ ὡρισμένα πρόσωπα διὰ προσωπικῶν διατάξεων.
§60Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ γνωρίζω τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ γνωρίζω πόσον ἀκέραιος καὶ ἄτεγκτος εἶναι, θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, ἐν γνώσει του, νὰ ἔχῃ εἰσέλθῃ διάταξις εὐνοοῦσα ἕνα πρόσωπον. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸ Σῶμα, ἂν ἔχῃ τὴν καλωσύνην κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν περίπτωσιν αὐτήν, διότι σήμερον ἐγὼ φυσικὰ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν.
§61Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ προσθήκη, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 10.
§62Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ λύσις ἐδῶ, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ αὐτὸ ποὺ ἔχετε νὰ εἴπητε, νὰ τὸ εἴπητε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§63Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἠμφεσβητήθη ἡ ἀκρίβεια τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων καὶ ἐπειδὴ δὲν συνηθίζω νὰ μεταφέρω πράγματα εἰς τὴν Βουλὴν ἀναληθῆ, θὰ σᾶς ἀναγνώσω σὲ ἕνα λεπτὸ τὴν διάταξιν.
§64Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ διώρθωσα φράσιν, διότι ὅπως τὸ εἴπατε ἀφήσατε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον ὑπῆρξε διάταξις τοιαύτη. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔλαβα τὸν λόγον καὶ σᾶς ἀπήντησα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τὸ ἀφορῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶ ὅπως ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§65Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχει περιληφθῆ εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ συνταξιοδοτικὸν καὶ ὄχι εἰς τὸ παρόν.
§66Χ. ΚΙΤΣΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ καθεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει παραδείγματα τὰ ὁποῖα προβάλλει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐναντίον ὡρισμένων Νομαρχῶν. Ἐγὼ ἔχω ἐκ τῆς νομαρχιακῆς μου πείρας, ἐπὶ 11ετίαν, πολλὰ ἀντίθετα παραδείγματα καὶ θὰ ἐμπλακῶμεν εἰς μίαν ἀτέρμονα συζήτησιν ἐὰν ἀρχίσωμεν νὰ λέγωμεν εἶναι καλὸς ἢ κακὸς ὁ α ἢ β Νομάρχης. Γνωρίζω ἕνα Νομάρχην τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὅτι εἶναι Νομάρχης τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ὁ ὁποῖος μετετέθη τετράκις ἢ πεντάκις κατὰ τὸ διάστημα τῆς 7ετοῦς θητείας του ὡς ἀνθιστάμενος εἰς τὰς πολιτικὰς πιέσεις. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ θέμα ἐὰν ὑπάρχῃ ἕνας ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν ἢ ἕνας ἄλλος ἀπὸ τὴν ἄλλην, τὸ θέμα εἶναι ἐὰν θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ θεσμὸς καὶ ὁ θεσμὸς δὲν εὐνοεῖται κατὰ τὴν γνώμην μου διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου.
§67Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀπέφυγα νὰ δώσω οἱονδήποτε τόνον ὀξύτητος. Καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐξεπλάγην ὅταν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος συνάδελφος, ἔδωσεν αὐτὸν τὸν τόνον τὸν ὁποῖον ἔδωσεν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἑπομένως ὄχι βεβαίως νὰ τὸν παρακολουθήσω εἰς τὸν τόνον, ἀλλὰ νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν. Ὁ κατελθών, μόλις, τοῦ βήματος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος εἶναι νέος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἑπομένως δὲν γνωρίζει τὴν προϊστορίαν τῆς διοικήσεως ὅπως εἶχεν ἔλθει παρὰ τοῦ Κόμματός μας, ὅταν εἴμεθα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐνώπιον τῆς αἰθούσης αὐτῆς, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπε περὶ τῆς διοικήσεως εἶναι ἕωλα καὶ ἀνυπόστατα. Ἐνῷ ἀντιστρόφως ἀπὸ τὴν παράταξιν τὴν ἰδικήν μας ὅταν εἴμεθα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀνεφέρθησαν ἑκατοντάδες καὶ χιλιάδες συγκεκριμένα περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἀπεδείκνυον τὸ πλῆρες ξεχαρβάλωμα καὶ τὴν φαυλότητα τῆς διοικήσεως. Θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, κ. συνάδελφοι — καὶ λυποῦμαι ποὺ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀρχίσω μὲ αὐτὸ τὸ θέμα καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τόνον — θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι εἰλικρινῶς μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τὴν ἡμέραν ποὺ παρέλαβα Ὑπουργὸς ὅταν εἶδα τὸ χάλι εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ Διοίκησις, τοιαύτην κατάπτωσιν καὶ τοιαύτην φθήνειαν, ὥστε θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἀνασύρω τὸν πέπλον. Ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνασύρω μόνον μίαν πτυχὴν σήμερον. Πρῶτον, θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν πλέον εὐθηνήν. Εἰς τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου ἔχει τεθῆ μία ἁπλῆ διάταξις, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ καθορισμοῦ τῶν ὁδοιπορικῶν. Ἀντιλαμβάνεσθε τί μὲ ἔκαμε διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸ σημεῖον νὰ δηλώσω ὅτι «κύριοι, κράτει πλέον τὰ ὁδοιπορικά. Θὰ σᾶς τὰ ὁρίζω ἐγώ, θὰ σᾶς τὰ ὁρίζῃ ἐφ’ ἅπαξ ὁ νόμος». Διότι διηκρίβωσα καὶ ἐξηκρίβωσα, ὅτι ἐγένοντο μετακινήσεις εἰς τὰς ἐπαρχίας Νομαρχῶν, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ εἰσπράττωνται ὁδοιπορικά. Ἔχω ὑπέρβασιν ὁδοιπορικῶν καταπληκτικὴν μέσα εἰς τοὺς δέκα μῆνας ποὺ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι Ὑπουργός. Αὐτὸ δεικνύει μίαν πτυχὴν τοῦ πλέον εὐθηνοῦ ὡς εἶπον. Θὰ ἀναφέρω τώρα μίαν ἄλλην πτυχήν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὰ κομματικά. Συνεζήτησα μ’ ἕνα Νομάρχην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν χαρακτηρισθῆ, ὡς ζητεῖ ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος, ὡς ἄριστον καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἐπεμβάσεως τῶν Νομαρχῶν εἰς τὴν κομματικὴν διαμάχην τοῦ 1961, μοῦ ἀπήντησε τὰ ἑξῆς καταπληκτικὰ καὶ δὲν ἀντελαμβάνετο ὁ ἴδιος, ὅτι ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἀπήγγελε κατηγορίαν ὄχι κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν Νομαρχῶν, ἀπήγγελε γενικῶς κατηγορίαν ἐναντίον τῶν φορέων τῶν Νομαρχῶν. Μοῦ ἀπήντησε μὲ τὰ ἑξῆς ἀπίστευτα, κύριοι συνάδελφοι. «Δὲν ἀνεμίχθην εἰς τὴν κομματικὴν διαμάχην μεταξὺ Ἑνώσεως Κέντρου καὶ Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως, ἀλλὰ ἀνεμίχθην εἰς ὅ,τι ἀφεώρα ἕνα συνδυασμὸν ὅτε καὶ ὑπεστήριζα ἕνα ἐκ τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν τῆς Ε.Ρ.Ε.». Τοιαύτη πώρωσις ὑπῆρξε καὶ τοιαύτη πλήρης παρεξήγησις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποστολήν του ὡς Νομάρχου.
§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ε.Κ.). Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω τὶ ἐννοεῖτε, κ. Ὑπουργέ.....
§69Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Θὰ τὰ ἐπαναλάβω διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε τὶ εἶπον. Ὅταν ἔφερα τὸ θέμα, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1961 ὑπῆρξαν Νομάρχαι οἱ ὁποῖοι ὠργίασαν, τότε ὑπεραμυνόμενος τοῦ ἑαυτοῦ του, πιθανόν, ὁ συνομιλητής μου, μοῦ ἀπήντησεν ὅτι, ἐγὼ δὲν ἀνεμίχθην διὰ ὑποστήριξιν τοῦ α ἢ β κόμματος, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1961, ἀλλὰ ἁπλῶς ἀνεμίχθην διὰ νὰ ὑποστηρίξω ἕνα ὑποψήφιον τῆς ΕΡΕ ἔναντι τῶν ἄλλων συνυποψηφίων του. Καὶ ἰδού, κύριοι, ποὺ μὲ αὐτὴν τὴν νοοτροπίαν θὰ ἐπηγαίναμε. Ὅλοι σεῖς, ὅλοι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν θὰ εἴμεθα εἰς τὸ μέλλον τὰ σκεύη τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἑκάστοτε Νομάρχου. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἐξέπεσεν ἡ διοίκησις εἰς τὸν τόπον αὐτὸν καὶ διὰ τοῦτο ἀντιμετωπίσθη τὸ θέμα αὐτὸ μὲ τὴν δέουσαν σοβαρότητα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Καὶ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζυγίσῃ τὸ θέμα. Τί πταίει; Ὁ θεσμὸς ἢ οἱ ἐκπρόσωποι αὐτοῦ; Τὸ θέμα τοῦ θεσμοῦ, ὡς γνωρίζετε, εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὸν σημερινὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἰς ἄλλην μίαν λαμπρὰν περίοδον τῆς σταδιοδρομίας του, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συνέλαβε τὴν μορφὴν τοῦ ὑπηρεσιακοῦ Νομάρχου καὶ τὴν ἐφήρμοσεν. Καὶ τὸ θέμα ἦτο νὰ κρίνωμεν μεταξὺ αὐτοῦ, ἂς εἴπωμεν, τοῦ πνευματικοῦ τέκνου τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων. Καὶ ἡ διακρίβωσις ἀπέληξεν ὅτι πρέπει καὶ συμφέρει, ὁ θεσμὸς νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ παραμείνῃ εἰς τὸν τόπον μας, ὡς εἶναι. Καὶ θὰ ἐξηγήσω διατί, ἀλλὰ προηγουμένως δέον νὰ τονίσω ὅτι θὰ πρέπει ἀπαραιτήτως, νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ θεσμός, ἀπὸ τὰ διάφορα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξια τῆς ἀποστολῆς των καὶ αὕτη εἶναι ἡ κεντρικὴ σκέψις, ἡ ὁποία μὲ ὤθησε νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Εἰς τὸν τόπον μας, ἔχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἕνα κολοσσιαῖον ἔργον ἀνασυγκροτήσεως καὶ προόδου. Εἶναι ἀδύνατον τὸ κολοσσιαῖον ἔργον αὐτὸ νὰ πραγματοποιηθῇ μὲ φορεῖς τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου εἰς τὴν ἐπαρχίαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἔχουν τὴν δέουσαν προπαίδευσιν καὶ μονιμότητα. Αὐτὸς εἶναι ὁ βασικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει, ὅπως ὁ θεσμὸς τοῦ ὑπηρεσιακοῦ Νομάρχου ἐξακολουθήσει νὰ παραμείνῃ εἰς τὸν τόπον. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κέντρου ἦτο εὔκολον νὰ ἀλλάξῃ νὰ τροποποιήσῃ τὸν θεσμὸν καὶ ἴσως θὰ τῆς ἦτο καὶ συμφέρον κομματικῶς. Ἄν καὶ πιστεύω προσωπικῶς τὸ ἀντίθετον, δὲν ἔπραξεν ὡς Κυβέρνησις αὐτό. Διότι δὲν εἶχεν ὡς σκοπὸν νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰ κομματικά της συμφέροντα, ἀλλὰ εἶχεν ὡς σκοπὸν νὰ τακτοποιήσῃ τὴν κρατικὴν μηχανήν, ἡ ὁποία ἐχώλαινεν, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχεν. Ὁ θεσμὸς ἐπέτυχε. Τὰ πρόσωπα ἀπέτυχον. Σᾶς ἀνέφερον προηγουμένως δύο μικρὰ παραδείγματα. Θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναφέρω πληθὺν παραδειγμάτων. Ὑπῆρχε πλήρης παρεξήγησις τῆς ἀποστολῆς των ὡς Νομαρχῶν. Ἠθελημένη παρεξήγησις. Ὀφείλω νὰ τὸ τονίσω. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Κιτσίδην ὅτι ἡ ἠθελημένη αὐτὴ παρεξήγησις ὑπεβοηθήθη καὶ ἀπὸ τὸ κυβερνῶν κόμμα τῆς τελευταίας ὀκταετίας, διότι ἐπωφελεῖτο ἀπὸ ἀπόψεως κομματικῆς τῶν παρεξηγήσεων τῶν Νομαρχῶν. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου τονώνομεν τὸν θεσμόν, τὸν ἀφήνομεν ὅπως εἶναι. Ἡ ἀριστερὰ κατηγόρησεν ὅτι δὲν ἐκπροσωποῦμεν τὸ πνεῦμα τῆς ἀλλαγῆς. Ὀφείλω ἐπὶ αὐτοῦ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Πρῶτον, τὸ πνεῦμα τῆς ἀλλαγῆς, εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ τὸ κρίνωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν τί ἐπηγγέλθημεν, τὸ κυβερνῶν κόμμα καὶ ὄχι τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Μᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ λαὸς ἀλλαγὴν καὶ τὴν ἀλλαγὴν αὐτὴν πράττομεν. Ἀλλὰ ἀλλαγὴ δὲν σημαίνει νὰ εἰσέλθωμεν ὡς ταῦροι ἐν ὑαλοπωλείῳ, οὔτε αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς συμβαίνει πάντα εἰς τὸν τόπον μας καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὑποφέρει ὁ τόπος μας δηλ. νὰ ἀλλάσσωμεν τοὺς θεσμούς. Ὁ τόπος μας ἔχει ἕνα μεγάλο μειονέκτημα, ὅτι πάντοτε προσπαθοῦμεν νὰ προσαρμόσωμεν τοὺς θεσμοὺς εἰς τὰ πρόσωπα καὶ ὄχι ὅπως πρέπει καὶ ὅπως συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, νὰ προσαρμόζωμεν τὰ πρόσωπα εἰς τοὺς θεσμούς. Ἡ ἀλλαγή, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη ὁ ἀξιότιμος εἰδικὸς ἀγορητὴς τῆς ΕΔΑ, εἶναι νὰ ὑποταχθοῦν οἱ θεσμοὶ καὶ νὰ προσαρμοσθοῦν εἰς τὰ πρόσωπα. Δι’ ἡμᾶς αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον. Τὰ πρόσωπα θὰ προσαρμοσθοῦν εἰς τοὺς θεσμούς. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἀλλαγὴ δὲν εἶναι ἀλλαγὴ θεσμῶν. Ἀλλαγὴ εἶναι ἀλλαγὴ νοοτροπίας. Καὶ αὐτὴν τὴν ἀλλαγὴν τῆς νοοτροπίας ἐρχόμεθα καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν. Μελετᾶται πλήρως τὸ θέμα τῆς ἀποκεντρώσεως. Μελετᾶται ἡ δημιουργία σεμιναρίου δι’ ἐπιμόρφωσιν τῶν Νομαρχῶν. Δι’ εἰδικοῦ ἄρθρου εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἐξυψώνεται ὁ θεσμὸς διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀπαιτουμένων προσόντων. Ἑπομένως, κύριοι, ὅταν βλέπετε, ὅτι ἕνα θεσμὸν ὄχι μόνον τὸν τηροῦμεν, ἀλλὰ καὶ διὰ νομοθετικοῦ μέτρου τὸν βελτιώνομεν δὲν δύνασθε νὰ λέγετε, ὅτι πλήττομεν τὸν θεσμόν. Ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ κτυπήσωμεν τὸν θεσμόν, θὰ ἦτο ἁπλοῦν καὶ εὔκολον μὲ ἕνα σχέδιον νόμου νὰ προβῶμεν εἰς πλήρη κατάργησιν καὶ νὰ φέρωμεν τὸν κομματικὸν Νομάρχην. Δὲν τὸ ἐπράξαμεν ὅμως.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ πράττετε.
§71Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Δὲν πράττομεν αὐτό. Καὶ εἶναι ὑποκρισία νὰ ὑποστηρίζετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Διότι γνωρίζετε ὅτι παραμένει τὸ συμβούλιον τῆς ἐπιλογῆς ὡς ἀκριβῶς ἦτο, ἀρχικῶς συγκεκροτημένον, μὲ μίαν καὶ μόνην προσθήκην, ὅτι ὁ παριστάμενος ἄνευ ψήφου Γενικὸς Γραμματεὺς ἀποκτᾶ δικαίωμα ψήφου. Θὰ ἐξηγήσω περαιτέρω διὰ ποῖον λόγον. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τῆς κρίσεως, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε. Εἴπατε πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ὅτι ἔλαβον ἕνα μέτρον, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἔχει ληφθῆ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, δηλαδὴ ὁ Ὑπουργὸς νὰ εἶναι Πρόεδρος Συμβουλίου κρίσεως.
§72Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Διοικητικῶν ὑπαλλήλων.
§73Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Τώρα τὸ διορθώνετε; Εἶσθε εὔστροφος. Ἀφοῦ ἀκούσατε τὴν διακοπήν μου.
§74Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα προκειμένου περὶ τοῦ στρατοῦ.
§75Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Θέλω νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ἐπὶ Κυβερνήσεως συνασπισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ μεῖζον κόμμα ἦτο τὸ κόμμα τῆς παρατάξεώς σας ἐψηφίσθη νόμος τῆς 9)10–4–47, διὰ τοῦ ὁποίου κρίνονται οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ μὲ Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου κρίσεως τὸν Ὑπουργὸν Ναυτικῶν. Ἑπομένως ὑπάρχει τὸ προηγούμενον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ μεῖζον κόμμα εἶσθε σεῖς. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ συστήσω νὰ εἶσθε πλέον μελετηροί, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου. Διότι ἔρχεσθε ἀδιάβαστοι.
§76Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἔλασσον κόμμα ποῖον ἦτο;
§77Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Τὸ ἰδικόν μου. Καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι μὲ τὴν ἰδικήν σας ψῆφον ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτός.
§78Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Συνεργασία τοῦ Κέντρου.
§79Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Τουλάχιστον μάθατε τὴν ἱστορίαν τοῦ κόμματός σας.
§80Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ.......
§81Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Λυποῦμαι ἐὰν συγχύζεσθε. Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης θὰ ἤθελον δὲ νὰ εἴπω ἕνα ἄλλο πρᾶγμα.
§82Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§83Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Βεβαίως εἰς ὑμᾶς.
§84Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θὰ ἔπρεπε μὲ τὴν ἄδειάν σας νὰ ὑπομνήσω, ἀνεξαρτήτως τῆς προσωπικῆς θέσεως τοῦ ὁμιλοῦντος, ὅτι ἡ ΕΡΕ δὲν ἀποτελεῖ συνέχειαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Καὶ εἶπον, κύριε Ὑπουργέ, ἀνεξαρτήτως τῆς προσωπικῆς θέσεως τοῦ ὁμιλοῦντος τὴν στιγμὴν αὐτήν, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε πάντοτε λαϊκός, θὰ πρέπει νὰ διευκρινισθῇ καὶ διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν ὅτι ἡ ΕΡΕ, ὅπως προηγουμένως καὶ ὁ Συναγερμὸς δὲν ἀποτελεῖ συνέχειαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἀποτελεῖ νέον πολιτικὸν ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος ἔχει δεχθῆ εἰς τοὺς κόλπους του στελέχη καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης παρατάξεως τοῦ παρελθόντος, ὅπως ὑπολογίζω ὅτι καὶ τὸ Κέντρον σήμερον ἔχει στελέχη καὶ τῆς παρατάξεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐὰν δὲ δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη καὶ τὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως προερχόμενον ἀπὸ τὸ παλαιὸν Λαϊκὸν Κόμμα καὶ ἀπὸ τὴν τετραμελῆ διοικοῦσαν ἐπιτροπὴν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος τῆς περιόδου 1945 ὁπότε τὴν 5 ἢ 6 ἢ 10 Ἀπριλίου 1946, ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀνεδείξαμεν τότε διὰ τῆς ψήφου μας τὸν ὁριστικὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος.
§85Σ. ΤΣΙΑΠΑΡΑΣ. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν, κύριε Πρόεδρε, διότι ὁ κ. Παπακωνσταντίνου εἶναι ἐκτὸς θέματος.
§86Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Κύριε συνάδελφε, ἐπέτρεψα τὴν διακοπήν.
§87Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Φαίνεται, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἔλαβον τὸν λόγον, κατόπιν ἀδείας τοῦ κ. Προέδρου καὶ τῇ εὐγενῇ συγκαταθέσει τοῦ ρήτορος κ. Ὑπουργοῦ, ἔχω παραβιάσει τὸν Κανονισμόν, ἐνῷ ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης, ὁ ὁποῖος ἐπιχειρεῖ νὰ παίξῃ τὸν ρόλον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν αὐτήν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, δὲν παραβιάζει τὸν Κανονισμόν. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ὑπενθυμίσω κάτι εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ ὡμίλησε περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ γνωρίζωμεν τὴν ἱστορίαν. Ἀλλὰ μὲ ἔχει ὑποχρεώσει ἡ καλωσύνη καὶ ἡ εὐγένειά του, διότι μοῦ ἔδωσε τὴν εὐχέρειαν νὰ ὁμιλήσω καὶ θὰ ἐπιφυλαχθῶ ἄλλοτε νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§88Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἡ τοποθέτησις καὶ ἡ συγκρότησις τῆς Ε.Ρ.Ε., ὡς τὴν ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας κ. συνάδελφος, δὲν ἀλλάσσει κατ’ οὐδὲν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀνέφερα καὶ βάσει τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται ὅτι ὑπάρχει προηγούμενον νόμου ψηφισθέντος παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς ἦτο Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου κρίσεως.
§89Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπετε, μίαν διακοπήν. Ἀναμφισβητήτως τὰ πράγματα ἔχουν ὡς τὰ ἐκθέτετε ἐν σχέσει μὲ ἄλλα Ὑπουργεῖα, προκειμένου ὅμως περὶ Συμβουλίου κρίσεως Διοικητικῶν λειτουργῶν τὰ πράγματα ἔχουν ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Εἰς ἐπίρρωσιν αὐτοῦ θὰ σᾶς φέρω καὶ λόγον τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Κ. τοῦ 1949, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται εἰδικῶς εἰς τὸ θέμα τῶν Νομαρχῶν καὶ εἰς τὸν ὁποῖον λέγει καὶ ὀρθῶς ὅτι: «ἐγὼ εἶμαι ὁ πατὴρ τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Νομάρχου». Θὰ ἤθελα ἐπὶ πλέον νὰ σᾶς εἴπω πῶς ὁ ἴδιος ὁ ἀξιότιμος ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ., προσδιορίζει τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου τὸν σχετιζόμενον μὲ τὴν κρίσιν τῶν Νομαρχῶν.
§90Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Τότε.
§91Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Δὲν ἀναπροσαρμόζονται αἱ πάγιαι ἑρμηνεῖαι ἐπὶ τῶν Διοικητικῶν θεσμῶν καὶ τῶν ὅρων ἀπὸ ἀπόψεως Διοικητικῆς νομολογίας. Ὅταν προσδιορίζεται ὁ χαρακτὴρ ἑνὸς ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου σχέσιν ἔχοντος μὲ τοὺς Διοικητικοὺς λειτουργοὺς εἶναι πάγιος ὁ προσδιορισμός: Ὅ,τι εἶναι ἅπαξ Ὑπηρεσιακὸν Συμβούλιον, ἔσεται ἐσαεὶ καὶ κατὰ τὴν πολιτικὴν ἄποψιν καὶ κατὰ τὴν νομικήν. Κατὰ συνέπειαν, κ. Ὑπουργέ, αὐτὸ ποὺ ἔλεγεν ἴσχυε καὶ τότε ἰσχύει καὶ τώρα. Ἁπλῶς διέλαθε τῆς προσοχῆς σας ὅτι τὸ Ὑπηρεσιακὸν Συμβούλιον δὲν ἠμπορεῖ σήμερον νὰ χαρακτηρίζεται ὡς τοιοῦτον καὶ αὔριον ὡς μὴ τοιοῦτον. Ὁλοκληρώνω καὶ ἀναφέρομαι εἰς τοὺς λόγους —καὶ παρακαλῶ νὰ τοὺς ἀκούσητε— τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Κ. καὶ Προέδρου σήμερον τῆς Κυβερνήσεως: «Πέραν ὅμως καὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν συγκεκριμένων διατάξεων ἔχει ἀνακύψει καὶ τὸ θέμα τῆς συγκεκριμένης ἐφαρμογῆς καὶ ὁ τρόπος τῆς συνθέσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου». «Τὸ Ὑπηρεσιακὸν Συμβούλιον», λέγει ὁ ἀξιότιμος τότε συμπράττων ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ νῦν Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν συνεχείᾳ, «δὲν συνέστη οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ συσταθῇ ἀπὸ φίλους, συνέστη ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸν νόμον αὐστηρῶς». Καὶ συνεπῶς ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸ Συμβούλιον κρίσεως τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, πολιτικοῦ προσώπου καταφανῶς καὶ κατὰ μείζονα λόγον τοῦ Ὑπουργοῦ, πόρρω ἀπέχει ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ Ὑπηρεσιακὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὑπέλαβεν ὁ πράγματι πατὴρ τοῦ θεσμοῦ καὶ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ.
§92Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Κύριε συνάδελφε, φοβοῦμαι ὅτι μοῦ ἐδώσατε λαμπρὸν ἐπιχείρημα, λυποῦμαι πάρα πολύ, ἀλλὰ πρῶτον νὰ ἀντιδιαστήλωμεν τὸ Συμβούλιον κρίσεως εἰς τὸ ὁποῖον συμμετέχω ὡς Ὑπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐθελουσίαν ἔξοδον ἀπὸ τὸ μόνιμον Συμβούλιον εἰς τὸ ὁποῖον δὲν συμμετέχω ὡς Ὑπουργός. Δεύτερον, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω ὅτι ὁ πατὴρ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σήμερον, ὅταν ὡμίλει περὶ ὑπηρεσιακῶν προσώπων εἶχεν ἀπόλυτον δίκαιον διότι τοῦ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ ποτὲ ἢ νὰ ὑποπτευθῇ ὅτι θὰ ἔφθανε στιγμὴ νὰ γίνῃ ἡ βία καὶ ἡ νοθεία τοῦ 1961 μὲ συνέπειαν νὰ χρειασθῇ νὰ γίνῃ μετὰ ἐκκαθάρισις εἰς τὸ θέμα τῶν Νομαρχῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ σᾶς δώσω.
§93Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἠμπορῶ καὶ ἐγὼ νὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§94Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ὄχι, λυποῦμαι πολύ, διότι δὲν θὰ ἠμπορέσω νὰ συνεχίσω. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνεται διάλογος, πρέπει νὰ τελειώσω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ τελευταίαν φορὰν θὰ ἐπιτρέψω τὴν διακοπήν.
§95Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποίας ἡμερομηνίας ἦτο τὸ Διάγγελμα τοῦ 1947;
§96Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). 9)10 Ἀπριλίου 1947.
§97Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τοῦ Ναυτικοῦ ἦτο πρόσωπον, τοῦ ὁποίου τὴν μνήμην τιμῶ περισσότερον παντὸς ἄλλου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἦτο ὁ ἀείμνηστος Σοφοκλῆς Βενιζέλος, μετεῖχε δὲ τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ἀντιπρόεδρος ἐπίσης......
§98Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Τί σημαίνει αὐτό, κύριε συνάδελφε;
§99Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Σημαίνει τοῦτο: Πρῶτον δὲν εἶναι ὀρθὸν ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα διάδοχοι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἀλλὰ εἴπατε ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν εὐθύνην αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἐὰν τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ἔκαμεν ὁ ἀείμνηστος Σοφοκλῆς Βενιζέλος θὰ εἶχε τοὺς λόγους του. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ ποὺ ἔγινε διὰ τοὺς Ἀξιωματικοὺς δὲν ἦτο λόγος νὰ ἐπαναληφθῇ προκειμένου περὶ τῶν Νομαρχῶν.
§100Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Λυποῦμαι ποὺ σᾶς ἐνοχλῶ, ἀλλὰ εἴτε σᾶς ἐνοχλῶ εἴτε ὄχι ἡ πραγματικότης ἦταν ἁπλῶς μία: Ὑπῆρχε Κυβέρνησις Συνασπισμοῦ τῆς ὁποίας τὸ μεῖζον κόμμα —πλέον τοῦ ἡμίσεος— ἀπετέλει τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ ἑπομένως ἔτυχε τῆς ψήφου τοῦ τότε Λαϊκοῦ Κόμματος ἡ διάταξις αὐτή. Ἄρα πρόκειται περὶ νόμου ψηφισθέντος ἀπὸ κόμμα μεῖζον καὶ ὄχι τὸ ἰδικόν μας. Δὲν ἦτο τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω τὸ μεῖζον κόμμα τότε. Ἄρα ὁ νόμος αὐτὸς ἔγινε νόμος τοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν ψῆφον τὴν ἰδικήν σας. Καὶ σεῖς σήμερον τὸ ἀγνοούσατε αὐτό. Καὶ αὐτὸ σᾶς τὸ λέγω καὶ τὸ τονίζω. Καὶ προχωρῶ: Ἐκπλήττεσθε διατὶ θὰ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρῶτον ἐπειδὴ ἐλέχθη καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ὅτι δὲν τολμᾷ ὁ Ὑπουργὸς καὶ δὲν ἐτόλμησε καὶ δὲν θὰ τολμήσῃ κτλ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τολμῶ νὰ φέρω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας τὴν διάταξιν αὐτὴν διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀναλαμβάνω τὴν πολιτικὴν εὐθύνην καὶ τῆς διατάξεως ἀλλὰ καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ἐφαρμογῆς της. Τολμῶ ἑπομένως, λέγω καὶ φέρω τὴν διάταξιν αὐτήν. Καὶ ἰδού, κύριοι, διατὶ φέρω τὴν διάταξιν αὐτήν. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι αἱ κρίσεις τῶν Προέδρων τῶν Ἀνωτάτων Δικαστηρίων τῆς χώρας εἶναι ἀμερόληπτοι καὶ ἀκέραιαι, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν δὲ δὲν προτίθεμαι νὰ θέσω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν κρίσιν των. Καὶ δὲν θὰ ὑποπέσω εἰς τὸ αὐτὸ ὀλίσθημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν ὁ εἰδικὸς ἀγορητὴς τῆς Ε.Ρ.Ε. κ. Κιτσίδης, ὅταν ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὅτι οἱ διορισθέντες παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Κ. Νομάρχαι δὲν εἶναι ἱκανοὶ —δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς πῶς ἐξέφρασε τὴν ἄποψίν του— θέλων νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἦσαν οἱ καλύτεροι. Καὶ ἐλησμόνησεν ὁ κ. εἰδικὸς ἀγορητὴς ὅτι οἱ Νομάρχαι αὐτοί, ποὺ ἐπελέγησαν ἀπὸ ἡμᾶς, ἐπελέγησαν ἀπὸ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἑτοιμάσει τὸ Συμβούλιον εἰς τὸ ὁποῖον συμμετεῖχον οἱ Πρόεδροι τῶν Ἀνωτάτων Δικαστηρίων. Ἑπομένως ἀπηύθυνε μομφὴν ἐναντίον τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ, ὅτι δέν ἔχει ἐπιλέξει καὶ συμπεριλάβει ἱκανὰ πρόσωπα εἰς τὸν πίνακα τῶν Νομαρχῶν. Δὲν ἐπιθυμῶ, ἑπομένως, νὰ ὀλισθήσω καὶ ἐγώ, ὡς ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος. Καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ λέγω ὅτι ἔχω ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Συμβούλιον κρίσεως, ὡς ἦτο καὶ ὡς καὶ τώρα παραμένει συγκεκροτημένον. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ εἴπω διὰ ποῖον λόγον εἰσηγήθην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ἔφερα ὡς νόμον, ὅτι πρέπει νὰ προεδρεύῃ ὁ Ὑπουργός. Διότι, ἀγαπητοὶ κ. συνάδελφοι, τὸ νὰ κρίνῃ κανεὶς ἀπὸ τὰ χαρτιὰ εἶναι εὔκολον. Ἀλλὰ τὰ χαρτιὰ εἶναι πάντοτε ἄτονα καὶ ἄχροα —δὲν ἐννοῶ κομματικὴν χροιὰν— καὶ εἶναι δύσκολον νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐξαχθῇ ἡ προσωπικότης τοῦ κρινομένου μόνον ἀπὸ τὰ ξηρὰ στοιχεῖα τῶν φακέλλων. Ἐνῷ εἶναι πολύτιμον καὶ εἶναι χρήσιμον νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ προσωπικὴ γνώμη τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Νὰ γνωρίζω δηλαδὴ ἐγὼ ὁ ἴδιος, ἐξ ἐπιτοπίου ἐξετάσεως, κατόπιν ἐπιθεωρήσεως, νὰ ἔχω ὁ ἴδιος ἀντίληψιν τῆς δράσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἕνας Νομάρχης εἰς περίπτωσιν ἐκτάκτων γεγονότων ὅπως θεομηνίαι κλπ. Νὰ ἔχω ἄμεσον ἀντίληψιν τῆς δράσεως καὶ τῆς ἀντιδράσεως ἑκάστου Νομάρχου εἰς κάθε παρουσιαζόμενον περιστατικὸν καὶ νὰ ἔχω κρίνει τὸν τρόπον ἐνεργείας του. Αὐτὰ δὲν ἐξάγονται ἀπὸ τὰ ἄψυχα χαρτιά. Αὐτὰ θὰ ἐξαχθοῦν μόνον ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ προϊσταμένου. Καὶ οἱ προϊστάμενοι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν εἶναι καὶ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Γεν. Γραμματεύς. Ἦτο ἀνάγκη, ἑπομένως ἂν θέλωμεν νὰ κρατήσωμεν τὸν θεσμόν, ἂν θέλωμεν νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν θεσμὸν ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤρθησαν εἰς τὸ ὕψος, τὸ ὁποῖον τοὺς ὥριζεν ὁ θεσμός, ἂν θέλωμεν, λέγω, νὰ κρατήσωμεν τὸν θεσμὸν καὶ νὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τὰ πρόσωπα αὐτά, νὰ ἔχωμεν ἕνα Συμβούλιον κρίσεως, τὸ ὁποῖον νὰ κρίνῃ εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ὄχι μόνον εἰς τὸν τύπον. Καὶ Συμβούλιον κρῖνον εἰς τὴν οὐσίαν εἶναι μόνο τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ συμμετέχουν καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία. Διότι, κύριοι, μὲ τὸ νὰ λέγετε ὅτι ἡ συμμετοχὴ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτὸ ἀποτελεῖ κάτι τι τὸ παράτυπον, εἶναι ὡς νὰ δέχεσθε ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τοῦ τόπου αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως ἂν σήμερον ἡγῆται τὸ Κέντρον καὶ αὔριον ὑμεῖς, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ κρίνωμεν ἀμερολήπτως καὶ δικαίως πρόσωπα ὑφιστάμενα εἰς ἡμᾶς, καὶ ὅτι πάντοτε θὰ ἔχωμεν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν, πάντοτε θὰ ἔχωμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν μας τὸ κομματικόν μας συμφέρον. Ἀλλὰ δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν μείωσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας, ὅταν τοῦ ἀρνεῖσθε τὸ δικαίωμα νὰ δύναται νὰ κρίνῃ ἀμερολήπτως ἐπὶ θεμάτων τοιαύτης μορφῆς; Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς θὰ κρίνῃ, καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ κρίνῃ δικαίως καὶ πρέπει νὰ κρίνῃ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεύς. Ἐπίσης εἰς τὸ μόνιμον Συμβούλιον κρίσεως ὀφείλει νὰ συμμετέχῃ διὰ νὰ εἶναι ὁ φορεὺς τῆς εὐθύνης τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας. Διότι τί συνέβαινεν ἕως τώρα; Συνέβαινε κἄτι, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑποκρισία, διότι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς συμμετεῖχε τοῦ Συμβουλίου κρίσεως τῶν Νομαρχῶν, ἀλλὰ ἄνευ ψήφου. Δηλαδή, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον διάφοροι συνάδελφοι εἶπον, ὅτι ὑπῆρχε πρόθεσις ἐπιβολῆς τῶν ἀπόψεων τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ Συμβούλιον, διότι θὰ ἦτο ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, ὁ ὁποῖος θὰ ἐψιθύριζεν εἰς τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἀπόψεις καὶ αἱ ἐπιθυμίαι τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ, τότε τοῦτο ἦτο ὑποκριτικόν, ἐνῷ εἶναι εὐθύ, εἶναι ἔντιμον, εἶναι τολμηρὸν ὅτι συμμετέχει ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς ὑπευθύνως μετὰ ψήφου καὶ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον του φανερὰ καὶ νὰ ἐκφρασθῇ ὅτι ἡ γραμμὴ ἡ ὑπὸ τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας τιθεμένη, ἡ ὁποία ἔχει τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἄλφα ἢ τοῦ βῆτα προσώπου εὐθαρσῶς καὶ ὄχι ὑποκριτικῶς νὰ ψιθυρίζῃ εἰς τὰ ὦτα τῶν ἄλλων κυρίων, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Κύριοι, εὐθαρσῶς ἀναλαμβάνομεν εὐθύνας καὶ ὑπάρχουν τὰ πρακτικὰ τοῦ Συμβουλίου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ ἐξαχθῇ τὸ συμπέρασμα ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὑπῆρξεν ἐπηρεασμὸς ἢ ὄχι. Αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ Συμβούλιον θὰ σημαίνῃ ἐπηρεασμὸν τοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ τονίζω διότι ἐλέχθη ὅτι ἅμα θὰ εἶναι ὁ Τούμπας εἰς τὸ συμβούλιον θὰ ἔχῃ 5 ψήφους ὁ Τούμπας, εἶναι ἀνακριβὲς καὶ δὲν τὸ δέχομαι αὐτὸ διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, διότι οὐδέποτε ἐγὼ θὰ φθάσω εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐξασκήσω ἐκβιασμὸν ἢ ἐπιρροὴν πρὸς οἱονδήποτε διὰ νὰ συνταυτισθῇ πρὸς τὰς ἀπόψεις μου καί δεύτερον, διότι δὲν δέχομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ Πρόεδροι τῶν Ἀνωτάτων Δικαστικῶν Ἱδρυμάτων τῆς χώρας νὰ εἶναι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ ὑπόκεινται εἰς πιέσεις ὁθενδήποτε προερχομένας.
§101Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπα δι’ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ.
§102Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Σεῖς τὸ ἀναφέρατε. Κύριοι, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς δὲν συμμετέχει τοῦ Συμβουλίου.
§103Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Τώρα τὸν βγάλατε.
§104Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Νὰ ὁμιλῶμεν δι’ αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ὁ συνάδελφος εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας ἀξιότιμος κ. Καλαντζῆς, ὁμιλῶν, εἶπεν ὅτι αἱ λέξεις εὐημεροῦν καὶ ἡ διοίκησις πάσχει. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος, πάσχει ἡ διοίκησις, κύριοι, πάσχει μέχρι σημείου, τὸ ὁποῖον μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Πάσχει πολὺ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι νομίζομεν. Δὲν μοῦ ἐπιτρέπεται ὅμως, διότι θὰ βλάψω ἐὰν ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς εἰς πόσα σημεῖα πάσχει ἡ διοίκησις. Εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω πληροφορίας εἰς οἱονδήποτε συνάδελφον, εἰς κατ’ ἰδίαν συζητήσεις ἀρνοῦμαι ὅμως, ἔστω καὶ ἐὰν ἡ ὑπὸ τοῦ βήματος ἐπισήμανσις θὰ ἀπετέλει τρομερὸν ἐπιχείρημα εἰς χεῖρας μου ἐν τούτοις δὲν ἐπιθυμῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἀναφέρω τὰ ὡρισμένα αὐτὰ γεγονότα. Ἕνα πρᾶγμα μόνον θὰ ἤθελα νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὅτι ἡ διοίκησις πάσχει. Κύριοι, τὸ γνωρίζομεν καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐλπίζω ὅτι ταχέως θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ φέρω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μὲ ἀντικειμενικὰ κριτήρια νὰ προσπαθῇ νὰ κατοχυρώσῃ καὶ νὰ θωρακίσῃ τὴν διοίκησιν καὶ κυρίως νὰ τρέψῃ ἐπὶ τέλους τὸ σύστημα τὸ συγκεντρωτικόν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὸν τόπον μας καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποπνικτικόν, νὰ τὸ τρέψῃ εἰς εὐρὺ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον εἰς τὸν τόπον διὰ νὰ ἀναπνεύσῃ ὁ τόπος καὶ διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ἐπάνω εἰς ἕνα εὐρὺ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα νὰ θεμελιώσῃ τὴν πρόοδόν του. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ ὁ τόπος αὐτὸς ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθῇ τὸ σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπογράφω καθημερινῶς καὶ διὰ τὴν τελευταίαν λεπτομέρειαν τοῦ οἱουδήποτε χωρίου. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω εἰς τὸν συνάδελφον κ. Κιτσίδην, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐκατηγόρησε διὰ τὴν ἀποκέντρωσιν διατί δὲν φέρω σήμερον αὐτὸ τὸ θέμα ἐνώπιόν σας, νὰ εἴπω ὅτι δέκα μῆνας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ καὶ ἔχω φθάσει εἰς τὴν μελέτην του σχεδὸν πέραν τοῦ ἡμίσεος. Διὰ ποῖον λόγον ὅμως ἀπευθύνεται πρὸς ἡμᾶς καὶ δὲν ἀπευθύνεται εἰς τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκῃ καὶ τὸ ὁποῖον εὑρεθὲν ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη εἰς τὴν ἐξουσίαν θὰ ὤφειλε καὶ θὰ εἶχε τὸν χρόνον νὰ συλλάβῃ τὸ θέμα τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον ἐνέχει ὁ συγκεντρωτισμὸς διὰ τὸν τόπον μας καὶ νὰ τὸ βελτιώσῃ; Τί ἔπραξεν; Εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Καλαντζῆς καὶ ἔκλεισε τὴν ὁμιλίαν του μὲ λατινικοὺς ἀφορισμούς. Ἐπειδὴ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι καταργοῦνται τὰ Λατινικά, ἐν τούτοις εἰς ἡμᾶς τοὺς παλαιοτέρους ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν κἄποιαν ἀξίαν, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, ἐπειδὴ ἐνθυμοῦμαι μερικά, ὅτι ὁ νόμος, κ. συνάδελφε, δὲν σᾶς ἀρέσει, ἀλλὰ DURA LEX SED LEX. Ἐλέχθη καὶ ἀνεπτύχθη ἔκπληξις ἐκ μέρους τῶν ἀγορητῶν ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ ἐλέχθη ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ηὐξήθη ἐσχάτως κατὰ δύο, ὅτι εἶναι ἄχρηστος καὶ ὅτι ἡ αὔξησις τῶν θέσεων ἔγινε πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξοικονομήσεως ἡμετέρων. Λυποῦμαι πάρα πολύ, ἀλλὰ εἶχα τὴν τιμὴν εἰς κατ’ ἰδίαν συζητήσεις νὰ ἀναπτύξω εἰς τὸν συνάδελφον τῆς μειοψηφίας τοὺς λόγους ποὺ ὤθησαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ μέτρον καὶ ἕνα ἄλλο μέτρον, τὸ ὁποῖον συντόμως ἐλπίζω νὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν. Φαίνεται, ὅτι δὲν μοῦ ἔκανε τὴν τιμὴν νὰ μὲ προσέξῃ ὁ κ. συνάδελφος ὅταν ἀνέπτυσσα αὐτά. Διότι, κύριοι, διηπόρησε διὰ ποῖον λόγον αἱ θέσεις τῶν Γενικῶν Ἐπιθεωρητῶν ηὐξήθησαν εἰς ἑπτά. Ἀλλὰ διαπορῶ καὶ ἐγὼ διὰ ποῖον λόγον δὲν ἀντελήφθητε, ὅτι ὁ ἀριθμὸς 7 εἶναι χρήσιμος. Ἐὰν κυττάξετε τὸν χάρτην τῆς Ἑλλάδος εὐκολώτατα θὰ ἐξεύρετε τὰ ἑπτὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα χρειάζεται ἰδιαιτέρα προσοχή. Καὶ τὸ θέμα τῆς συνεχίσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν Ἐπιθεωρητῶν εἶναι θέμα ἁπτόμενον ὄχι μόνον τῆς εὐρύθμου λειτουργίας τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ γενικωτέρων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν μὲ τὰ ἑπτὰ αὐτὰ σημεῖα ποὺ εἶχα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναπτύξω.
§105Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Μὲ ἀφήνετε ἐκτεθειμένον, κ. Ὑπουργέ, πρῶτον ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς σας μὲ τὸ νὰ λέγει ὅτι ἐγὼ δὲν ἐτίμησα δεόντως τὰ ὅσα εἴχατε τὴν καλωσύνην νὰ εἴπητε καὶ δεύτερον ἀποτελεῖ τιμὴν δι’ ἐμὲ νὰ μοῦ ἐμπιστευθῆτε κατ’ ἰδίαν συζήτησιν. Κάθε ἄλλο παρὰ δὲν τιμῶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς ἐνημερώσεως. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, κ. Ὑπουργέ, ἐπειδὴ ἰδιαιτέρως μὲ ἀπησχόλησε καὶ μὲ ἀπασχολεῖ τὸ θέμα τῶν Ἐπιθεωρητῶν, νὰ σᾶς εἴπω εἰλικρινῶς ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τοῦτο. Δηλῶ καὶ χαίρω πολὺ διότι καὶ ὑμεῖς εἶσθε σύμφωνοι, εἰς ὅ,τι καὶ ἐγὼ πιστεύω δηλ. εἰς τὸν Νομάρχην τοῦ Κράτους καὶ ὄχι τοῦ κόμματος. Χαίρω πολὺ διότι καὶ ὑμεῖς εἶσθε σύμφωνοι. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἀφήνει ἔκθετον τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν Ἐπιθεωρητῶν, εἶναι τοῦτο: Ἐφ’ ὅσον λέγετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παραμένει, τυπικῶς τοὐλάχιστον, πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ Νομάρχου τοῦ Κράτους, τοῦ ὑπηρεσιακοῦ, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἑνώνω καὶ ἐγὼ τὰ συγχαρητήριά μου, κ. Ὑπουργέ, μὲ ὅσα πιστεύετε. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς τοποθετεῖτε ὑπεράνω τῶν Νομαρχῶν ἐπιθεωρητάς, ἔχοντας ἁρμοδιότητα νὰ ἐποπτεύουν καὶ οὐσιαστικῶς νὰ κρίνουν τοὺς Νομάρχας, ἐπιθεωρητὰς μὴ εἰσερχομένους εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν μὲ τὴν αὐτὴν κρίσιν ὡς οἱ Νομάρχαι; Πρόκειται περὶ κραυγαζούσης ἀντιφάσεως. Αὐτὰ τὰ λέγω, ὑπεραμυνόμενος τῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν λέγετε, ὅτι πιστεύετε, δηλαδὴ ὅτι οἱ Νομάρχαι θὰ πρέπει νὰ εἶναι τοῦ Κράτους. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μὴ τοὺς ὑπαγάγετε ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ ἐποπτείαν καταφανῶς ὀργάνων κομματικῶν.
§106Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἐσεῖς θὰ ἠθέλατε, ἀντὶ νὰ ἐξυψώσω τὸν θεσμὸν τῶν Νομαρχῶν, νὰ τὸν καταβιβάσω καὶ ἰδοὺ διατί τὸ ἠθέλατε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ζητεῖτε οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν Νομαρχῶν νὰ εἶναι ὑπηρεσιακὰ πρόσωπα. Τότε θὰ ἔπρεπε νὰ φέρω εἰς τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα τῆς κρατικῆς ἱεραρχίας τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ νὰ καταβιβάσω μία βαθμίδα τοὺς Νομάρχας διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ μεταξὺ των διαβάθμισις.
§107Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐκ τῶν 57 νομαρχῶν, θὰ ἠμποροῦσαν νὰ πᾶνε οἱ ἑπτὰ παραπάνω.
§108Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἄλλωστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ κρατικὴ ἱεραρχία εἰς ἀντίστοιχον βαθμόν, ἑπομένως θὰ ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῇ νέα ἱεραρχία διὰ τὰς θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ὑπενθυμίζω εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους ὅτι τὸν θεσμὸν αὐτὸν τὸν εὕρομεν ἀπὸ τὸ κόμμα σας καὶ τὸν ἐπαυξάνομεν καὶ θὰ τὸν βελτιώσωμεν, διότι πιστεύομεν εἰς τὸν θεσμόν. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος προσωπικῶς διαφωνεῖ πρὸς τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, ἐνῷ ἐγὼ κατὰ σύμπτωσιν συμφωνῶ εἰς τὴν γραμμὴν αὐτήν.
§109Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό. Προσθέτω ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠμπορεῖ νὰ ἀποβλέπῃ εἰς ἐθνικὸν σκοπὸν καὶ τὸν συγχαίρω, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ κινῇ τὸν θεσμὸν αὐτὸν ἐντὸς τῶν παραδόσεων καὶ τῶν δυνατοτήτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μακρὰν παντὸς κομματισμοῦ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγετε, ὅτι διατηρεῖτε ὑπηρεσιακοὺς Νομάρχας, ὅταν βάζετε ἐπάνω ἀπὸ αὐτοὺς ὄργανα κομματικά. Θέλετε ἐπιθεωρητάς; Ἀναπτύξατε τὸν θεσμὸν καὶ ἀφήσατέ τον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν, ὥστε νὰ σᾶς παρέχῃ τὴν εὐχέρειαν τοῦ ἄκρως εὐφυεστάτου ἑλιγμοῦ τὸν ὁποῖον ἐκάματε προηγουμένως καὶ εἴπατε ἐὰν δεχθῆτε τὴν πρότασίν μας θὰ καταβιβάσητε τοὺς Νομάρχας. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§110Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Δὲν πρόκειται περὶ ἑλιγμοῦ εὐφυεστάτου, πρόκειται περὶ πραγματικότητος. Εἰς τὴν κρατικὴν ἱεραρχίαν ὁ νομάρχης ἔχει νούμερο 1. Ἐὰν τοὺς ἐπιθεωρητὰς τοὺς κάμω κρατικοὺς ὑπαλλήλους, θὰ πρέπει τοὺς νομάρχας νὰ τοὺς καταβιβάσω εἰς τὸ νούμερο 2. Δὲν τὸ κάμνω αὐτό. Ἀντιστρόφως, εἰς τὴν παράγραφον 4 ἡμεῖς προσπαθοῦμεν νὰ ἐξυψώσωμεν τοὺς νομάρχας καὶ δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν ὅπως οἱ νομάρχαι ἔχουν καὶ πτυχίον ἀνωτάτης σχολῆς. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία προσπάθεια ἐξυψώσεως τοῦ θεσμοῦ.
§111Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς εἶναι κατώτερος τοῦ βαθμοῦ τοῦ Νομάρχου;
§112Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς, εἴπατε καὶ σεῖς ὁ ἴδιος ὅτι εἶναι ὁ φορεὺς τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας. Καὶ ἡμεῖς, ὅπως καὶ σεῖς, δὲν θέλομεν οἱ ἐπιθεωρηταὶ νὰ εἶναι πρόσωπα πολιτικά, ἀλλὰ ὑπηρεσιακά. Εἶναι πολὺ ἁπλούστατον τὸ πρᾶγμα. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤθελον νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου εἰλικρινῶς, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ἐπικρίνεται ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας πλευρὸν ὡς ἀνατρέπον τὸν θεσμόν, ὅταν βλέπετε, ὅτι παραμένει ὁ θεσμὸς καὶ τονώνεται ὁ θεσμός. Ἀλλά, τί ὄντως σᾶς ἐνδιαφέρει; Δὲν σᾶς ἐνδιαφέρει ὁ θεσμός, κύριοι, τὰ πρόσωπα σᾶς ἐνδιαφέρουν. Ἀλλά, κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἐξηγηθῶμεν. Εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου νὰ ἀνεχθῇ τὴν ὕπαρξιν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐξετράπησαν τοῦ σκοποῦ των, μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἀναγκασθοῦν ὅλα τὰ κόμματα τῆς Βουλῆς νὰ δεχθοῦν διάταξιν, βάσει τῆς ὁποίας, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1963, ἀντικατεστάθησαν οἱ Νομάρχαι ἀπὸ εἰσαγγελεῖς. Αὐτὸ καὶ μόνον ἀποτελεῖ μίαν καταδίκην ἀνέκλητον καὶ παρ’ ὅλα αὐτά, προσπαθοῦμε νὰ κρατήσωμεν τὸν θεσμὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ἐπιλέξωμεν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἱκανὰ νὰ παραμείνουν. Ἀπευθύνομαι εἰς τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον τῆς πλειοψηφίας, κ. Δημόπουλον, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελεν ἕνα μέτρον ριζοσπαστικὸν διὰ νὰ κρίνωνται οἱ νομάρχαι. Θὰ ἤθελον νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἡ κρίσις ἐπὶ ὅλων τῶν Νομαρχῶν ὑπάρχει βάσει τῶν κειμένων διατάξεων, διότι οἱ Νομάρχαι προσλαμβάνονται μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου διὰ πενταετῆ θητείαν καὶ ἀνανεοῦται πάλιν παρὰ τοῦ Συμβουλίου, δι’ ἄλλην μίαν πενταετίαν καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἑπομένως, οἱ μὴ κρινόμενοι ἔχουν κάτω τῆς πενταετίας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς δοθοῦν τὰ οἰκονομικὰ πλεονεκτήματα διὰ νὰ φύγουν. Ὑπάρχει ἡ κειμένη νομοθεσία καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχουν πράξει τὸ καθῆκον των θὰ παραμείνουν.
§113Κ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν Νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν θητείαν ὀλιγωτέραν τῆς 5ετίας ἐν τῇ διοικήσει καὶ οἱ νομάρχαι αὐτοὶ ἔπραξαν ὅσα ἔπραξαν καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν 10ετίαν καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ τεθοῦν ὑπὸ κρίσιν. Διατί αὐτὰ τὰ δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω. Διότι μέσα εἰς τοὺς Νομάρχας ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐστάθησαν εἰς τὸ ὕψος των.
§114Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι φοβοῦμαι ὅτι κάμνετε μίαν σύγχυσιν μεταξὺ θεσμῶν καὶ προσώπων. Ἐὰν ἐγένετο κρίσις ὅλων τῶν Νομαρχῶν ἀνεξαρτήτως χρόνου ὑπηρεσίας, τότε θὰ ἐβάλλετο εὐθέως ὁ θεσμός, καὶ θὰ ἐζητούσαμεν ἀλλαγὴν τοῦ θεσμοῦ. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, ἐπιθυμοῦμεν τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ, διότι συμφέρει εἰς τὸν τόπον, θὰ τὸν διατηρήσωμεν καὶ θὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρεξέκλινον τῆς ἀποστολῆς των. Εἴτε ἔχουν ἄνω τῶν 10 ἐτῶν, εἴτε ἔχουν κάτω τῶν 10 ἐτῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν στοιχεῖα εἰς βάρος των κατὰ τὸν α ἢ β τρόπον. Ἑπομένως, τὰ Συμβούλια ἐκεῖνα τὰ ἁρμόδια διὰ τοὺς κάτω τῶν 5 ἐτῶν, θὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των τὰ στοιχεῖα αὐτὰ διὰ νὰ κρίνουν. Πέραν τούτου δὲ εἰς χεῖρας τῆς Διοικήσεως ὑπάρχει καὶ ἡ ἔκτακτος περίπτωσις κρίσεως Νομαρχῶν καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἐὰν ὑπάρξῃ τοιαύτη περίπτωσις θὰ κινήσω αὐθωρεὶ τὸν μηχανισμὸν τὸν ὑπάρχοντα διὰ τὴν κρίσιν αὐτῶν τῶν Νομαρχῶν. Κύριοι συνάδελφοι, χθὲς ἀπαντῶν εἰς μίαν διακοπὴν εἶπον κἄτι τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι δὲν ἔγινε ἀντιληπτὸν ἀπὸ τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ἐτονίσθη καὶ σήμερον καὶ ἀπὸ τὸν συνάδελφον κ. Δημόπουλον, ἀλλὰ θὰ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ τὸ τονίσω ἅπαξ ἔτι καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὅλων τῶν μερίδων τῆς Βουλῆς. Κύριοι δὲν πταίουν οἱ θεσμοί. Πταίουν τὰ πρόσωπα καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν δὲν θίγομεν τὸν θεσμόν, ἀλλὰ ἐπισημαίνομεν τὰ ἁμαρτήσαντα πρόσωπα καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι κατὰ βάθος εἶσθε εὐχαριστημένοι ὅλοι ὑμεῖς, διότι καὶ σεῖς θὰ ἔχετε δοκιμάσει ἀηδίαν, ἴσως μείζονα ἐκείνης τὴν ὁποίαν δοκιμάζω ἐγώ, ὅταν βλέπω μὲ πόσον γλοιώδη τρόπον, πρόσωπα ποὺ ἀνεδείχθησαν καὶ εὐηργετήθησαν ἀπὸ σᾶς ἔρχονται σήμερον εἰς ἡμᾶς διὰ νὰ διαβάλλουν σᾶς. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν τείνω εὐήκοον οὖς εἰς αὐτοὺς καὶ δίδω ἀμέσως τὴν δέουσαν ἀπάντησιν.
§115Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται διὰ τὸν Δήμαρχον τοῦ Κιάτου, ὁ ὁποῖος ἐτιμωρήθη καὶ ἀπηλλάγη ἀπὸ τὸ Δικαστήριον κατόπιν.
§116Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Σεῖς διακεκριμένος νομικός, πῶς δὲν δύνασθε νὰ κάμετε τὴν διάκρισιν μεταξὺ ποινικῆς καὶ πειθαρχικῆς διώξεως; Ἐκπλήσσομαι. Θὰ ἀνέμενον ἀπὸ σᾶς ἄλλο ἐπιχείρημα. Κύριοι, λέγω, ὅτι θὰ πρέπει καὶ ὑμεῖς νὰ ἦσθε εὐχαριστημένοι καὶ περισσότερον ἀπὸ ὅλους, διότι αὐτὰ τὰ σκύβαλα τὰ ἀπομακρύνομεν ἀπὸ τὴν διοίκησιν, διότι ἡ χώρα ἔχῃ ἀνάγκη νὰ ἔχῃ διοίκησιν τιμίαν καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑνώσεως Κέντρου θὰ ἔχῃ καὶ τιμίαν καὶ ἀξίαν. (Χειροκροτήματα).
§117Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν ἤθελα, κύριε Ὑπουργέ, νὰ σᾶς διακόψω ὅταν ὡμιλούσατε. Τώρα ὅμως ποὺ τελειώσατε, ἠμπορῶ νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν. Ἐκάματε, κύριε Ὑπουργέ, χρῆσιν τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ συμμοριτοπολέμου, τὸ 1947, διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν συμμαχικὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου Μαξίμου, εἰς τὴν ὁποίαν ἑπτὰ κόμματα καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν Ἀρχηγῶν καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ τότε Λαϊκοῦ Κόμματος κ. Κωνσταντῖνος Τσαλδάρης, ὁ ὁποῖος ἦτο εἷς, ἀνεξάρτητος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκον εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα τότε. Καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶχε περιορισθῆ, διότι εἶχον ἀπομακρυνθῆ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὸ νέον Κόμμα τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ τὴν παράταξιν τοῦ κ. Κάντζια. Πάντως, ἐπρόκειτο περὶ κρίσεως Ἀνωτάτων Στρατιωτικῶν. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι διὰ τὴν κρίσιν τῶν Ἀνωτάτων Στρατιωτικῶν, τὰ Συμβούλια συντίθενται κατὰ κανόνα ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἐὰν δὲ αὐτό, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἔγινε κατὰ τὴν περίοδον τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἀνωμαλίας, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ προηγούμενον διὰ τὴν κρίσιν τῶν Νομαρχῶν, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ προηγούμενον, διότι ἡ ψήφισις τῆς διατάξεως αὐτῆς σᾶς ὁδηγεῖ εὐθέως εἰς ἐνέργειαν ἀντισυνταγματικήν, τὴν ὁποίαν εἶμαι περίεργος, διατὶ δὲν τὸ ἔχουν καταγγείλει μέχρι σήμερον οἱ ἀσχοληθέντες μὲ τὸ νομοσχέδιον καὶ πῶς δὲν τὸ διεπίστωσαν οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐκκαθαρίσεως ἐφ’ ἅπαξ ἑνὸς Ὀργανισμοῦ ἢ μιᾶς Ὑπηρεσίας νὰ συνιστῶνται ἔκτακτα Συμβούλια. Καὶ ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1)1929. Ἐπρόκειτο τότε περὶ ἐκτάκτου κρίσεως τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸ θέμα αὐτὸ ἀπετέλεσε τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤχθη ἐνώπιον τοῦ τότε συσταθέντος Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ ἔκρινε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ τὸ Μόνιμον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον κρίνει ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ κλάδου, νὰ κρίνῃ καὶ ἐκτάκτους. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν διατηρῆται τὸ Συμβούλιον τῶν Νομαρχῶν, εἰς αὐτὸ νὰ παραπέμψητε καὶ τὴν ἔκτακτον αὐτῶν κρίσιν τῶν σήμερον ὑπηρετούντων Νομαρχῶν. Κατὰ τὰ λοιπά, νομίζω, ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Κιτσίδης ἔδωσεν ὠχρὰν εἰκόνα μόνον τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ. Κύριε Ὑπουργέ, προσωπικῶς δι’ ὑμᾶς, εὑρισκόμεθα ἐν ἀπορίᾳ πῶς δὲν κάμνετε μίαν νέαν περιοδείαν εἰς τὴν ὕπαιθρον διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε ποία εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ καὶ μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων καὶ μεταξὺ τοῦ πληθυσμοῦ διὰ νὰ ἴδητε τὸ πνεῦμα τῆς ἀνασφαλείας. Μὲ ὅλας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν εἰσαχθῆ, μὲ τὸν κίνδυνον τῆς μετατάξεως ἀπὸ τὰς Κεντρικὰς Ὑπηρεσίας εἰς τὰς περιφερειακάς, μὲ τὸν κίνδυνον τῶν νέων Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα συγκροτοῦνται, μὲ τὸν κίνδυνον ἐπανακρίσεως καὶ ἀνασυντάξεως τῶν ὑπαλλήλων κ.ο.κ. καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονός, ὅτι ἄνθρωποι εὐεργετηθέντες, ὅπως εἴπατε, ἔρχονται διὰ νὰ ζητήσουν προστασίαν καὶ νὰ διαβάλλουν, ἔστω τοὺς εὐεργέτας των. Καὶ αὐτὸ δὲν σᾶς δημιουργεῖ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι κἄτι συμβαίνει, ὥστε πολῖται νὰ ἀναγκάζωνται νὰ καταφεύγουν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ διαβάλλουν τοὺς εὐεργέτας των;
§118Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Κύριε συνάδελφε, εὐχαριστῶ, διὰ τὴν διακοπήν, τὴν ὁποίαν ὅμως ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἀνέμενον συντομωτέραν, διότι εἰς τὴν οὐσίαν ἐπρόκειτο περὶ μακρᾶς ἂν καὶ καλλιεποῦς ἀγορεύσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος, πρῶτον πρέπει νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ἡ συγκρότησις τοῦ Συμβουλίου εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Συντάγματος δυνάμει τοῦ ὁποίου εἰς πᾶν συμβούλιον τὸ ὁποῖον κρίνει διοικητικὰ ὄργανα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀναλογία τῶν ⅔ πρὸς τὸ ⅓. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν διάταξιν τὴν ὁποίαν ἀναφέρατε, εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 1 ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τοῦ 1929, ὑπάρχουν νεώτεραι ἀποφάσεις, αἱ 1571, 1649, 1671, 1672 τοῦ 1958, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουν τὴν διαμόρφωσιν τῶν συμβουλίων ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ τηροῦνται αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Συντάγματος.
§119Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ ἔχουν ἀντικείμενον συμβούλια τὰ ὁποῖα καθίστανται μόνιμα πλέον. Δὲν εἶναι ἐφ’ ἅπαξ.
§120Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ ὁμιλοῦν περὶ ἐκτάκτων συμβουλίων. Διὰ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν δύνασθε νὰ ἀπευθυνθῆτε εἰς τὸ Συμ. Ἐπικρατείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίκρισιν ὅτι δὲν περιώδευσα τὴν χώραν, πρέπει νὰ εἴπω ὅτι μόλις πρὸ ὀλίγου ἐπέστρεψα ἀπὸ περιοδείαν εἰς 4 Νομοὺς τῆς χώρας καὶ δὲν διεπίστωσα οὐδόλως φοβίαν, καὶ αἴσθημα ἀνασφαλείας. Ἔφθασα μέχρι τῶν ἀκριτικῶν περιοχῶν καὶ ἐξήτασα ἰδιαιτέρως καὶ τὸν ἁπλὸν πολίτην καὶ τὸν ὑπεύθυνον ὑπάλληλον καὶ ἐδέχθην τὰ παράπονα οἱουδήποτε, καὶ ἑπομένως θὰ ἠδύναντο ἐλευθέρως νὰ ὁμιλήσουν. Αὐτὰ ποὺ εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος δὲν ὑφίστανται, διότι δὲν ἤκουσα παράπονα, τὰ ὁποῖα θὰ μοῦ ἔδιδον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὑφίσταται φοβία. Ἐὰν τὸ διεπίστωνα θὰ εἶχα, κύριοι, τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπω εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποστροφὴν τὴν ὁποίαν ἐκάματε ἐν σχέσει πρὸς τὰ καταγγελλόμενα ὑπὸ πολιτῶν, δὲν ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις. Εἶπον ὅτι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶχον εὐεργετηθῆ ὑφ’ ὑμῶν, προσφέρονται νὰ παράσχουν ὑπηρεσίας εἰς ἡμᾶς. Καὶ εἶπον ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν δίδω σημασίαν διότι τὸν προδότην οὐδεὶς τὸν ἀγαπᾶ καὶ φυσικὰ δὲν προτίθεμαι νὰ κάμω συνεργάτας αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται σήμερον νὰ βοηθήσουν ἡμᾶς. Δὲν μοῦ πταίει αὐτό. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπάρχει ἡ κατηγορία αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, καὶ δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸ ἐπίκρισιν, ἀλλὰ ἁπλῶς μίαν προειδοποίησιν.
§121Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Μίαν πρότασιν θὰ ἤθελα νὰ κάμω. Νὰ διακόψωμεν, ὥστε ἐν συνεχείᾳ νὰ ἔχωμεν τὴν δυνατότητα νὰ μελετήσωμεν πληρέστερον τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν ὄντως ἐμπεριστατωμένην ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§122Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι 3 παρά. Συνεδριάζομεν ἀπὸ τὰς 10.30′. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίσωμεν συζητοῦντες ἕνα τόσον σοβαρὸν νομοσχέδιον εἰς τοιαύτην ὥραν καὶ μάλιστα ἐνώπιον τόσον μικροῦ ἀριθμοῦ βουλευτῶν.
§123Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Θὰ ἐπρότεινα τὸ ἑξῆς, κ. Πρόεδρε. Ἐὰν συμφωνῇ ἡ Βουλή, νὰ γίνῃ κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ οἱ ἐγγραφέντες νὰ ὁμιλήσουν κατ’ ἄρθρον νὰ ὁμιλήσουν καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§124Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ἐγώ, δὲν ἐπρότεινα αὐτό, κ. Ὑπουργέ, ἐγὼ ἐπρότεινα νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ μᾶς δοθῇ ἐπαρκὴς χρόνος νὰ μελετήσωμεν πληρέστερον τὸ νομοσχέδιον καὶ τὰ ὅσα ὑμεῖς ἀνεπτύξατε.
§125Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν ἔχει ἐπιτύχει. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἡμεῖς νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ὅτι ψηφίζομεν ἕνα νομοσχέδιον πρὸς τὸ ὁποῖον ἔχομεν βαθυτάτην ἀντίθεσιν.
§126Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, γνωρίζετε τί μᾶς ζητεῖτε αὐτὴν τὴν στιγμήν; Μᾶς ζητεῖτε νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νομοσχέδιον εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς διϊστάμεθα ριζικῶς.
§127Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Κύριε Πρόεδρε, ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν.
§128Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐάν, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὴν αἴθουσαν εὑρίσκοντο περισσότεροι συνάδελφοι τῆς Ε.Κ. τότε θὰ ἦτο νοητὸν νὰ ζητήσετε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ὅμως αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἴμεθα οἱ περισσότεροι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως....
§129Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἤθελα νὰ πληροφορηθῶ πρόκειται νὰ θεωρηθῇ ὡς ψηφισθὲν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ αὔριον νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον; Δὲν ἠδυνήθην νὰ καταλάβω τὶ τελικῶς ἀπεφασίσθη. Καὶ ἐρωτῶ, τὶ πρόκειται νὰ γίνῃ;
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖ ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον;
§131Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁδηγεῖσθε βλέπω εἰς τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἐξ ὑφαρπαγῆς. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ρητῶς ἀναφέρει ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συνεδριάζῃ ἐν ἀπαρτίᾳ. Σᾶς παρακαλῶ ἐν ὀνόματι τῆς προσωπικῆς σας ἀμεροληψίας νὰ διαπιστώσετε ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ Σῶμα εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ.
§132Κ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας καὶ ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτόν.
§133Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ἐρωτήσατε τὸ Σῶμα, γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον ἢ ὄχι;
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥ-
ΣΕΩΣ. Ὄχι, ὄχι.
§135Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Τότε νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις κ. Πρόεδρε. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βουρδουμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§137Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶναι σοβαρώτατον καὶ τὸ ὁποῖον ἅπτεται τοῦ θεσμοῦ τῶν Νομαρχῶν, ὁ ὁποῖος ἐν συνεχείᾳ συνάπτεται ἀπολύτως μὲ τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ τὴν ἀποκέντρωσιν. Δι’ ἡμᾶς εἶναι ἐπὶ πλέον καὶ χαρακτηριστικὸν τῆς κομματικῆς τακτικῆς τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὀφείλομεν ἐν ἐπιγνώσει τῆς ὑποχρεώσεως ποὺ ἔχομεν ὡς Ἀντιπολίτευσις νὰ καταγγείλωμεν τὴν τακτικὴν αὐτήν. Καλοῦμαι νὰ ὁμιλήσω εἰς τοιαύτην προχωρημένην ὥραν μὲ ἐμφανῆ ἔλλειψιν ἀπαρτίας, τοιαύτην, ὥστε καὶ ἡμεῖς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν δυνάμεθα νὰ συγκεντρώσωμεν τὸν ἀπαραίτητον ἀριθμὸν διὰ νὰ ὑπογράψωμεν τὴν αἴτησιν ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνέγνωσα μετὰ προσοχῆς τὸ νομοσχέδιον, ὡς τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὡς τροποποιηθὲν ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω δύο θέματα: Πρῶτον ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ ἆράγε νὰ πιστεύῃ εἰς τὸν θεσμὸν τῶν ἀκομματίστων Νομαρχῶν τῶν ὑπηρεσιακῶν τοὐτέστιν καὶ δεύτερον πιστεύει ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοθετήματος δὲν θίγει τὸν θεσμὸν τοῦτον; Διότι συνύπαρξις τῶν δύο τούτων δὲν νοεῖται κατ’ ἐμέ. Παρατηρῶ δὲ ὅτι εἰς μὲν τὸ σῶμα τοῦ νομοσχεδίου παρεμβάλλονται πολιτικὰ πρόσωπα εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ Συμβουλίου ποὺ ἀναμφισβητήτως ἀλλοιοῦν τὴν χροιὰν τῶν ὑπηρεσιακῶν συμβουλίων, εἰς δὲ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν καταβάλλεται μία προσπάθεια νὰ ἐπισημανθῇ ἡ διατήρησις τοῦ θεσμοῦ τῶν ὑπηρεσιακῶν Νομαρχῶν. Χθὲς μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας ἐν συνδυασμῷ μὲ μερικὰς παρεμβάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ μελῶν τινων τῆς Βουλῆς ἐκ τῆς Ε.Κ. ἔτεινε νὰ μοῦ γεννηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πιστεύει καὶ εἰς τὰ δύο, καὶ ὅτι τοὐτέστιν εἶναι ἀναγκαῖος ὁ χαρακτὴρ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Νομάρχου, ὡς ὑπηρεσιακῆς καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν θίγει τὸν χαρακτῆρα τοῦτον. Κατὰ τὴν σημερινὴν ὅμως ἀγόρευσίν του ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἀναλαμβάνει εὐθαρσῶς τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιλογῆς τῶν Νομαρχῶν ὅπως σημαίνει ὅτι ὑπολογίζει ὅτι θὰ κατευθύνῃ αὐτοὺς διὰ τῶν πληροφοριῶν καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων δεδομένων τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάσῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου αἱ ὁποῖαι οὕτω θὰ ἀντανακλοῦν εἰς αὐτὸν καὶ μόνον δι’ αὐτὸ καὶ ἡ εὐθύνη. Ἀλλὰ ἐνῶ ταῦτα λέγει, τονίζει συγχρόνως, ὅτι ἐξακολουθεῖ καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ πιστεύῃ εἰς τὸν θεσμὸν τοῦ ἡμιμονίμου ἐπὶ θητείᾳ Νομάρχου. Πράγματα καὶ ἔννοιαι βεβαίως ἀσυμβίβαστοι. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ μέχρι τοῦδε πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἔχει κατατρομάξει ἰδιὰ τὰς ἀτέρμονας κομματικάς της ἐπεμβάσεις. Πλεῖσται ὅσαι περιπτώσεις θὰ ἠδύναντο νὰ ἀναφερθοῦν ἐνδεικτικαὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Θὰ ἀρκεσθῶ εἰς μίαν μόνην περίπτωσιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς προεκλογικὴν διακήρυξίν της, ὅταν εὑρίσκετο εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἡ Ε.Κ., ἀφορῶσαν ἀγροτικὰ ζητήματα, ἐκδοθεῖσαν τῇ εἰσηγήσει τοῦ βουλευτοῦ τῆς Ε.Κ. κ. Βασματζίδη, καθ’ ἣν ἡ Α.Τ.Ε. θὰ ἐκρατεῖτο μακρὰν τῆς πολιτικῆς καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμιχθῇ οὐδόλως ἡ πολιτικὴ εἰς αὐτήν. Μετὰ ὅμως τὴν ἀνάληψιν τῆς ἀρχῆς, πρῶτος Διοικητὴς ὁ κ. Βασματζίδης, σήμερον ὑπάρχει πολιτικὸν πρόσωπον εἰς τὴν διοίκησιν. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει πόσον τὸν ἐκτιμῶ, διαβεβαιοῖ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθοῦν τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου ὑπ’ αὐτῆς. Βεβαίως δὲν θὰ ἐπηρεάσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι πρόκειται περὶ προσώπων ἀνωτέρων δικαστικῶν, σεβομένων ἑαυτούς. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπηρεασθοῦν, κ. Ὑπουργέ, δι’ ἐπιβολῆς, ἀλλὰ διὰ τῆς ὑποβολῆς. Ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργός, ὁμιλῶν, μοῦ ἔδωκε τὴν ὑπόνοιαν αὐτήν, λέγων «θὰ πῶ αὐτό, θὰ ἐνεργήσω ἐκεῖνο, θὰ ὑποδείξω τοῦτο». Ὄχι λοιπόν, ὅτι θὰ τοὺς ἀναγκάσῃ, ἀλλὰ μὲ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας θὰ δώσῃ εἰς αὐτούς, μοιραίως θὰ τοὺς ἐπηρεάσῃ. Καὶ θὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα. Μὰ πῶς νὰ γίνῃ ἀλλοιῶς; Κύριοι βουλευταί, ἂν δὲν μπορῇ νὰ γίνῃ ἀλλοιῶς, τότε δὲν μᾶς ἀρέσει ὁ θεσμός. Ἀλλὰ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εὐθέως καὶ εὐθαρσῶς ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, «θέλω τὸν Νομάρχην κομματικὸν ἐκλεγόμενον ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν». Ὅπως εἶχε τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ τὸ 1953. Εἶναι μία ἄποψις ποὺ δὲν τὴν δέχομαι βεβαίως, ἀλλὰ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Κ. ἐπιβάλλει τὴν ἄποψίν της ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲν εἶναι οὔτε θαρραλέος οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκληθῇ οὕτω «χρηστὴ διοίκησις». Κύριοι βουλευταί, βασικῶς τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνειλικρινὲς ὡς πρὸς τὸν τίτλον του «περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου Νομαρχῶν». Ἀλλ’ ἐθελουσία ἔξοδος, κ. συνάδελφοι, ἐφαρμόζεται εἰς μίαν καὶ μόνην περίπτωσιν. Ὅταν ἔχωμεν πληθώραν, συμφόρησιν ὑπαλλήλων καὶ θέλομεν νὰ φύγουν μερικοί. Ἐγένετο ἐθελουσία ἔξοδος ἀξιωματικῶν τὸ 1927, ὅταν μετὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν ἀποταχθέντων καὶ παραιτηθέντων, ἐδημιουργήθη συμφόρησις. Ἐγένετο ἐθελουσία ἔξοδος παρὰ τῆς ΕΡΕ τὸ 1960 τῶν ἀξιωματικῶν τότε λοχαγῶν τῶν ἐτῶν 1947, 48, 49.
§138ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κομματικῶς. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§139Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Ὄχι μόνον κομματικῶς δὲν ὑπῆρξεν, ὄχι μόνο τιμίως καὶ εὐθαρσῶς ἐφηρμόσθη, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἀναγκαία ἀπολύτως, διότι κατὰ τὰ ἔτη 1947, 48, 49 ἀντὶ νὰ ἐξέρχωνται ἐκ τῆς Σχολῆς 200 κατ’ ἔτος, ἐξήρχοντο 600 καὶ πλέον κατ’ ἔτος λόγῳ τοῦ συμμοριτοπολέμου καὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀποσυμφόρησις, διότι θὰ ἐδημιουργεῖτο ἀνωμαλία κατὰ τὴν ἐξέλιξιν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς Ἔπρεπε νὰ ἐξέλθουν 750.
§140Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Σᾶς ὑπενθυμίζω, κ. συνάδελφε, ὅτι τὸ 1960 ἐγένετο ἐθελουσία ἔξοδος δικαστικῶν μὲ τὴν δικαιολογίαν νὰ φύγουν οἱ πλέον ἀκατάλληλοι.
§141Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Λόγῳ συμφορήσεως.
§142Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Δὲν ὑπῆρχε συμφόρησις, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὑπῆρχον ἄπειρα κενὰ εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα.
§143Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Λόγῳ συμφορήσεως, κ. Ὑπουργέ. Δὲν ὑπάρχει ἐθελουσία ἔξοδος, ὅταν ἀναγκάζῃς τὸν ὑπάλληλον, τὸν οἱονδήποτε λειτουργόν, διὰ τοῦ Συμβουλίου νὰ ἀποχωρήσῃ. Καὶ τὸ 1960, ποὺ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἔγινε κομματικὴ ἔξοδος, ἐξῆλθον μόνον οἱ αἰτήσαντες 530 καὶ ὄχι οἱ ὑπεροκτακόσιοι ὡς προεβλέπετο. Κύριοι, εἶναι σαφὴς ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Λέγει εἰς τὴν παράγραφον 1 «Ἐκ τοῦ ὑπευθύνου χειρισμοῦ .... (ἀναγινώσκει)...». Συνεπῶς, ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις καὶ θὰ ἠμποροῦσε τὸ νομοσχέδιον νὰ φέρῃ τὸν τίτλον «περὶ ἐκκαθαρίσεως Νομαρχῶν» καὶ ὄχι «περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου Νομαρχῶν». Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ γραφειοκρατία δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ φέρω τοὺς Νομάρχας ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ γραφειοκρατία, κύριοι ὀπαδοὶ τῆς περιφήμου Δημοκρατίας; Τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπαλλήλου νὰ ἀμυνθῇ ἐπὶ μιᾶς κατηγορίας ἀπευθυνθείσης κατ’ αὐτοῦ; Τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ ἀπολογηθῇ; Τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ἕνα ὑπόμνημα, ἕνα ὑπόμνημα ἀπολογητικόν, ἀπαντῶν ἐπὶ τῶν ἐναντίον του κατηγοριῶν; Αὐτὸ λέγεται γραφειοκρατία; Καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀχθῇ ἀναπολόγητος ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου; Καὶ ὁμιλοῦμεν περὶ Δημοκρατίας; Τὶ θὰ ἠμπόδιζε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἡ γραφειοκρατία νὰ συλλάβῃ ἐκ τοῦ ὠτίου ἐκεῖνον ποὺ τοῦ ἐδήλωσε φιλίαν καὶ νὰ τὸν ἀγάγῃ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου, μὲ τὴν κατηγορίαν τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἤθους — διότι ἔχει ἐκπέσει εἰς ἦθος αὐτός. Δὲν γνωρίζω τὸ θέμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθήσω ἐκεῖνα ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. Δημόπουλος. Διότι ὁ κ. Μανουσόπουλος ἐπέτυχεν ἀπολύτως ὅπου καὶ ἂν διώκησε. Εἴχομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸν ἔχωμεν καὶ εἰς τὸν Νομὸν τὸν ἰδικόν μας Νομάρχην. Καὶ ὅποιον καὶ ἂν ἐρωτήσετε πολίτην θὰ ἐνθυμῆται τὴν θητείαν τοῦ κ. Μανουσοπούλου. Λυποῦμαι διότι ὁ κ. Μανουσόπουλος ἐξέπεσε τώρα νὰ δηλώνῃ ὅτι εἶναι ὀπαδὸς τοῦ Κέντρου καὶ ὅτι ἔχει συγγενεῖς ἀνήκοντας εἰς τὴν Ἕνωσιν Κέντρου. Ἐὰν τὸ ἔκαμεν αὐτὸ ὁ κ. Μανουσόπουλος ἔχει ἐκπέσει εἰς ἦθος.
§144Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Μὴ ἀδικεῖτε, κ. συνάδελφε. Διότι, ὄχι μόνον δὲν ἀνέφερα τι περὶ τοῦ κ. Μανουσοπούλου, ἀλλὰ παρεκάλεσα τὸ Σῶμα εἰς τὰς ἐπικρίσεις νὰ μὴ ἀναφέρωνται ὀνόματα. Εἰδικῶς δὲ διὰ τὸ πρόσωπον αὐτό, αὐτὴν μόνον τὴν στιγμὴν πληροφοροῦμαι ὅσα λέγετε.
§145Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Ὁ κ. Δημόπουλος τὰ εἶπεν καὶ δι’ αὐτὸ διεμαρτυρήθην.
§146Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω.
§147Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σεῖς δὲν εἴπατε περὶ Μανουσοπούλου, ἀλλ’ εἴπατε περὶ πλήθους Νομαρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν εἰς τὸ γραφεῖον σας καὶ σᾶς ἐδήλωναν κατὰ τρόπον ἀνεπίτρεπτον σᾶς ἐδήλωναν φιλίαν; Διατὶ αὐτοὺς δὲν τοὺς εἰσηγάγατε εἰς τὸ Συμβούλιον νὰ ἀπολυθοῦν;
§148Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Πῶς γνωρίζετε τὰς προθέσεις μου;
§149Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Τότε διατὶ φέρετε τὸν νόμον ἀφ’ οὗ ἔχετε τὸν κανονικὸν δρόμον; Διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ σύνθεσις αὐτὴ τοῦ Συμβουλίου καὶ ὄχι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον, καὶ ἡ ὁποία κάλλιστα θὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπομακρύνσεως ἑνὸς τοιούτου Νομάρχου. Ἀλλὰ ὡς παρετήρησα πρὸ ὀλίγου εἰς μίαν διακοπήν, συμβαίνῃ τοῦτο μόνον εἰς τοὺς Νομάρχας; Δὲν ἔχετε ἀντιληφθεῖ περὶ τῆς φοβίας ποὺ ὡμίλησεν ὁ κ. Παπακωνσταντίνου; Δὲν γνωρίζετε ὅτι σήμερον τὰς ἐφημερίδας τὰς ἐκπροσωπούσας τὰς γνώμας τῆς ΕΡΕ δὲν ἠμποροῦν νὰ τὰς ἀναγνώσουν εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα, ἀλλὰ ἀναγινώσκουν μόνον ἐφημερίδας τοῦ Κέντρου; Δὲν γνωρίζετε ὅτι εἰς τὰ χωριὰ κλείνονται εἰς τὰ σπίτια τους μόλις φύγει ὁ ἥλιος, διότι κυκλοφοροῦν παντὸς εἴδους ἀπειλαί; Δὲν ἔχετε, κ. Ὑπουργέ, ἀντιληφθῆ ..... (Φωναὶ ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως. Αἶσχος, αἶσχος. Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Θὰ τὰ εἴπωμεν καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§150Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐάν, κ. Πρόεδρε, βουλευτής, ὁμιλῶν μὲ τὴν εὐπρέπειαν τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται ὁ κ. Βουρδουμπᾶς, δὲν ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀκούεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τί θὰ γίνῃ;
§151Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Ἐπεσκέφθητε, κ. Ὑπουργέ, Νομὸν καὶ δὲν ἀντελήφθητε αἰτίαν τινά, διὰ νὰ ἀνησυχήσητε. Ἐπικοινωνήσατε μὲ πολίτας καὶ ὑπηρεσίας καὶ εἴδατε νὰ ἔχουν τὸν τρόπον νὰ σᾶς ὁμιλοῦν ἐλευθέρως καὶ δὲν σᾶς ἔδωσαν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὑπάρχει φοβία;
§152Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Κύριε συνάδελφε, οἱ πολῖται τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖσθε εἰς τοὺς Νομούς, τοὺς ὁποίους ἐπεσκέφθην διεπίστωσα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι πραγματικότης καὶ ὄχι σχῆμα λόγου. Μοῦ ἀπηύθυναν εὐχαριστίας καὶ μὲ διεβεβαίωσαν ὅτι αἰσθάνονται ἀνακούφισιν ὅτι ἐπὶ τέλους δύνανται νὰ ὁμιλοῦν ἐλευθέρως. Αὐτὸ τὸ αἴσθημα συνήντησα.
§153Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, γνωρίζετε ὅτι ἀκόμη ἔχει θεσπισθῆ τὸ σημειωματάκι τοῦ βουλευτοῦ τοῦ Κέντρου διὰ νὰ παραμείνῃ ὁ ἔκτακτος ὑπάλληλος εἰς τὴν θέσιν του; Καὶ λησμονεῖτε ὅτι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς μίαν ἐγκύκλιόν του πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, ἐπὶ τῇ λήξει τοῦ 6μήνου ἐζήτησε τρία τινά: Δεύτερον, εἶναι τοῦτο ποὺ ἐζήτησε: Τὶ ἐπετέλεσαν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Τρίτον, ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμά τους διὰ τὸ μέλλον, καὶ τὸ πρῶτον, τὸ πρῶτον, κύριοι, τὸ ὁποῖον προέταξε τὸ ἂν ἐξεκαθάρισαν ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς ΕΡΕ τὰ Ὑπουργεῖα! Τὸ γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐγκύκλιος, ἡ ὁποία θὰ μείνῃ ὡς στίγμα εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου καὶ λέγετε ὅτι δὲν ὑπάρχει φοβία καὶ λέγετε ὅτι δικαιοῦται νὰ διαβάσῃ ὁ οἱοσδήποτε πολίτης ἐλεύθερα ἐφημερίδα εἰς τὸ γραφεῖον του.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουρδουμπᾶ, νομίζω ὅτι εἶσθε ἐκτὸς θέματος.
§155Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Θέλω νὰ συνδέσω τὸ παρὸν νομοσχέδιον μὲ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα καὶ νὰ ἐξηγήσω τὸ πόσον βασίμως ὑποπτευόμεθα καὶ φοβούμεθα ὅ,τι θὰ γίνῃ μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομοσχεδίου. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, παρατηρῶ ἓν ἄλλο, κατὰ τὴν σύνθεσιν τοῦ Συμβουλίου, παρατηρῶ μίαν προσπάθειαν, ἡ ὁποία δὲν ξεύρω ἂν περιέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν σας. Εἰς τὸ σχέδιον Ν.Δ. ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, συνετίθετο Συμβούλιον ἀπὸ 7, 4 ἀνωτάτους δικαστικοὺς καὶ 3 πολιτικούς.
§156Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τότε ἦτο ἄγνωστον τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος.
§157Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Προσετέθη καὶ ὄγδοον πρόσωπον, ὁ Ἀρεοπαγίτης εἰς τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσάγεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δηλαδὴ ἀντὶ νὰ ἔχωμεν 3 καὶ 4, ἔχομεν 3 καὶ 5, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι δυσχέρεια διὰ τοὺς τρεῖς. Δὲν εἶναι δυσχέρεια διὰ τοὺς τρεῖς, εἶναι εὐχέρεια, διότι ἕνας χρειάζεται ἀκόμη ὑπὲρ τοὺς τρεῖς, εἴτε 4 εἶναι ὑπηρεσιακοί, εἴτε 5, ἕνα θέλουν οἱ τρεῖς διὰ νὰ γίνουν πλειοψηφία διότι εἶναι ἡ ψῆφος τοῦ Προέδρου διπλῆ.
§158Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ τεθῇ ὁ ἀριθμὸς 5, διότι τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι τὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα κρίνουν τοὺς μονίμους ὑπαλλήλους —καὶ οἱ ἐπὶ θητείᾳ ὑπάλληλοι διαρκούσης τῆς θητείας ἀπολαύουν τῆς προστασίας τῆς μονιμότητος— συνιστᾶται κατὰ τὰ ⅔ ἐκ μονίμων ὑπαλλήλων, καὶ ἂν κάνετε τὴν ἀναλογίαν, θὰ ἰδῆτε ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι 6.
§159Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Μετέπειτα πάλιν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ἀποβάλλεται ὁ Ἀρεοπαγίτης μαζὶ μὲ τὸν Διευθυντήν, ὥστε νὰ εἶναι πάλιν ἄρτιος ὁ ἀριθμὸς καὶ νὰ ἐπικρατῇ ἡ ψῆφος τοῦ Προέδρου. Ἀφοῦ διαγράφεται ὁ Γενικὸς Διευθυντής, διαγράφεται καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης. Δηλαδή, ἐπιδιώκεται πάντως ἡ ψῆφος τοῦ Προέδρου νὰ εἶναι διπλῆ, καὶ αὐτὸς νὰ δίδῃ τὴν λύσιν, προσχωροῦντος ἑνὸς μόνον ἐκ τῶν 4 εἰς τοὺς ἄλλους 2.
§160Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Μειοῦται τώρα ἡ ἀπαρτία ἀπὸ 4 εἰς 3, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ καὶ τοῦ Ἀρεοπαγίτου.
§161Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει, ἀλλὰ ὑποτίθεται ὅτι αὐτὸ τὸ Συμβούλιον θὰ εἶναι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἐν ὁλομελείᾳ.
§162Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Εἰλικρινῶς σᾶς λέγω ὅτι καταπλήσσομαι διὰ ποῖον λόγον ἀναλίσκετε τὸν χρόνον πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό. Εἶναι μία διάταξις σύμφωνος πρὸς τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. συνάδελφος, καὶ ἑπομένως τὰ ὅρια τῆς ἀπαρτίας κλπ., εἶναι συνάρτησις τῶν ἀριθμῶν ποὺ ὑπαγορεύονται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος. Ἐπειδὴ ὁ ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, κ. Μανιαδάκης, εἶπεν ὅτι πρόκειται περὶ πονηροῦ νομοσχεδίου, ἐγὼ δέχομαι ὅτι εἶναι τὸ νομοσχέδιον πονηρόν, ἡ μόνη διάταξις ποὺ δὲν εἶναι πονηρά, εἶναι ἡ ἀριθμητικὴ σχέσις ποὺ ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος.
§163Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Εἰσάγετε νομοσχέδιον μὲ 8 μέλη σύνθεσιν, ἐσκέφθητε ὅτι πρέπει νὰ φύγῃ ὁ Γενικὸς Διευθυντής, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔχῃ ψῆφον, ἂν φύγῃ μένουν 7, καὶ θὰ εἶσθε τότε δύο ἔναντι πέντε. Τότε βγάζετε καὶ τὸν Ἀρεοπαγίτην ὥστε νὰ εἶναι πάλιν ἄρτιος ὁ ἀριθμὸς (6) καὶ νὰ μὴ χρειάζεσθε παρὰ ἕνα πρὸς σχηματισμὸν πλειοψηφίας.
§164Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Διότι ὁ Ἀρεοπαγίτης, δὲν εἶναι εἰς τὴν σημερινὴν σύνθεσιν καὶ ἐμπῆκεν ὁ Ἀρεοπαγίτης διὰ νὰ τηρηθῇ ἡ σχέσις ἡ ὑπαγορευομένη ἀπὸ τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος, ἐφ’ ὅσον ὅμως φεύγει ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ αὐξήσουν τὰ ὑπηρεσιακὰ μέλη.
§165Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, τὶ χρείαν ἔχομεν ἐπεξηγήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἐτόνισεν ὁμιλήσας «ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιλογῆς τῶν μελῶν», «ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην προεδρεύων τοῦ Συμβουλίου, νὰ φέρω τὰ στοιχεῖα ποὺ θὰ πείσουν τοὺς ἄλλους ἐπὶ τοῦ ποῖοι πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦν». Ἄρα ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται ὅτι αὐτὸς θὰ κατευθύνῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου. Κύριε Ὑπουργέ, ἐκάματε μίαν σύγκρισιν αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου μὲ τὸ Συμβούλιον τοῦ Ναυτικοῦ ποὺ συνεστήθη τὸ ἔτος 1927 θὰ ἠμπορούσατε νὰ τὸ ἐπεκτείνετε καὶ εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον παγίως προεδρεύει ὁ Ὑπουργός, εἰς πᾶσαν ἐκκαθάρισιν, ἀποστρατείαν, πίνακας προαγωγῶν κλπ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ ἴδιον, κύριοι συνάδελφοι, ἕνας ὁ Πρόεδρος, 9 τὰ μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἐν γνώσει τῆς δράσεως τῶν διαφόρων κρινομένων, λαμβάνων μόνον γνῶσιν τῶν φακέλλων. Ἐδῶ ἀντιθέτως τὰ μέλη εἶναι ἐν γνώσει μόνον ἐκ τοῦ περιεχομένου τῶν φακέλλων καὶ εἶναι ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἰσηγεῖται ἐκ τῆς ἰδικῆς του παρακολουθήσεως τὰ τῆς ἀποδόσεως τῶν Νομαρχῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων γενικώτερον. Καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ Συμβούλιον. Λοιπόν, οὐδεμία σύγκρισις τῆς συνθέσεως αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στρατιωτικοῦ καὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε τώρα νὰ κάμω καὶ μίαν σύγκρισιν τῶν Εἰσηγητικῶν Ἐκθέσεων, τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγητικῆς τοῦ 1953 τῆς εὐθείας καὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ νόμου τοῦ 1953, ὁ ὁποῖος ἐγκαθιστᾶ κομματικοὺς Νομάρχας: «Δὲν εἶναι νοητὸν Νομάρχαι φορεῖς τοῦ πνεύματος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσταὶ τοῦ προγράμματος αὐτῆς ἐν ταῖς περιφερείαις των νὰ μὴ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰς κατευθύνσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ περαιτέρω «καθιεροῦμεν τὴν πλήρη εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως». Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου ἀντιστοίχως λέγει: «Φορεῖς τῶν ἀντιλήψεων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ ἐπιτυχοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς ὑλοποιήσεως τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως οἱ Νομάρχαι...». «Τὸ Συμβούλιον ἐκτιμᾷ κατ’ ἐλευθέραν κρίσιν, καὶ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην» λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Οἱ αὐτὲς κουβέντες καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀντιθέτως τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1955 ποὺ ἡ Κυβέρνησις τῆς ΕΡΕ, αὐτὴ ἡ κομματισθεῖσα, ὡς ἀρέσκεσθε νὰ ἐπαναλαμβάνετε κ. βουλευταὶ τοῦ Κέντρου, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1955, μετὰ ἕνα μῆνα, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν εἰσήγαγε πρὸς ψήφισιν, ὡμιλοῦσε περὶ ὑπαλλήλων ἐπιλεγομένων «βάσει τοῦ ἤθους τῆς δημοσίας δράσεως καὶ τῶν γενικῶν ἡγετικῶν προσόντων τῆς μορφώσεως καὶ τῆς ἱκανότητος». Κάνετε σύγκρισιν μεταξὺ τῶν δύο περιπτώσεων. Καὶ μία ἄλλη παρατήρησις. Συνιστῶνται παρὰ τῇ Διευθύνσει Ἐκλογῶν τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν 50 θέσεις μονίμων ὑπαλλήλων. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἀποτείνομαι κυρίως εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς τῆς ΕΡΕ. Ἐκ προχείρου μελέτης, τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ ἀπὸ ὡρισμένα στοιχεῖα ποὺ συνεκέντρωσα παρετήρησα ὅτι διὰ σχεδίων Ν.Δ. ποὺ κατετέθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως μόνον ἀπὸ 22.10.1964 μέχρι 10.11.1964 ἔχουν δημιουργηθῆ αἱ ἑξῆς θέσεις: 1) Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἄρθρ. 11–30 σὺν 10 σὺν 6 σὺν 4 ἴσον 50 θέσεις. 2) Διὰ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντάξεων», ἄρθρ. 8. 5 σὺν 20 σὺν 25 σὺν 15 σὺν 2 σὺν 5 σὺν 3 ἴσον 75 θέσεις. 3) Διὰ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ὑπουργείου Δημ. Τάξεως», ἄρθρ. 6. 2 σὺν 2 ἴσον 4 θέσεις. 4) Διὰ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ὀργ. Τυποπ. Ἑλλ. Προϊόντων», ἄρθρ. 6 θέσεις 5 σὺν 2 σὺν 10 ἴσον 17 θέσεις. Καὶ μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς ἰσχύος του ἕτεραι 5 σὺν 2 σὺν 5 ἴσον 12 θέσεις καὶ μετὰ ἕτερον ἓν ἔτος 10 σὺν 4 σὺν 5 ἴσον 19 θέσεις. Τὸ ὅλον 48 θέσεις. 5) Διὰ τοῦ «περὶ Ἰνστιτούτου Βιομ. Σπουδῶν», ἄρθρ. 8. 20 σὺν 10 σὺν 3 σὺν 15 ἴσον 48 θέσεις καὶ μετὰ ἓν ἔτος 10 σὺν 10 σὺν 2 σὺν 10 ἴσον 32 καὶ μετὰ ἕτερον ἓν ἔτος ἄλλαι 10 σὺν 20 σὺν 5 σὺν 5 ἴσον 30 θέσεις. Ἤτοι τὸ ὅλον 110 θέσεις. Μὲ συγχωρεῖτε ποὺ σᾶς δίδω μόνον τοὺς ἀριθμοὺς χωρὶς τὴν ἀντιστοιχίαν τῶν βαθμῶν, εἰς οὓς ἀναφέρονται, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κρατήσω περισσότερες λεπτομέρειες. Ἄλλως τε δὲν ἐνδιαφέρει εἰς τὴν παροῦσαν ἀνάπτυξιν ποὺ γίνεται μόνον ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἀφίνει εὐκαιρίαν ἡ Κυβέρνησις, γιὰ νὰ δημιουργήσῃ θέσεις πρὸς ἱκανοποίησιν κομματικῶν της φίλων. Καὶ συνεχίζω: 6) Διὰ τοῦ «περὶ Ἰνστιτούτου Ὠκεανογρ. Ἐρευνῶν», ἄρθρ. 8 καὶ 9. 1 σὺν 4 σὺν 6 σὺν 8 σὺν 12 σὺν 3 σὺν 1 σὺν 3 σὺν 4 σὺν 10 σὺν 8 σὺν 2 σὺν 3 ἴσον 65 θέσεις. 7) Διὰ τοῦ «περὶ προσωπικοῦ δασικῆς ὑπηρεσίας». Τοὺς μόνους ποὺ θεωρῶ δικαιολογημένους 5 σὺν 40 ἴσον 60 σὺν 120 σὺν 250 ἴσον 430 θέσεις. 8) Διὰ τοῦ «περὶ Ἀσφαλίσεως Ναυσιπλοΐας», ἄρθρ. 14, 15 καὶ 16. 2 σὺν 2 σὺν 1 σὺν 1 σὺν 2 σὺν 2 σὺν 1 σὺν 5 ἴσον 16 θέσεις. 9) Διὰ τοῦ «περὶ ἰατρῶν τοῦ ΟΓΑ». 5 σὺν 10 σὺν 15 ἴσον 30 θέσεις. Διὰ τοῦ «περὶ θεμάτων ΟΓΑ–ΤΕΒΕ». 2 θέσεις. Διὰ δὲ τῶν «περὶ Σώματος Ὁρκωτῶν λογιστῶν...» «περὶ ἰχθυοσκαλῶν», ἀφίνεται ὅπως τὰ θέματα προσωπικοῦ ρυθμισθοῦν διὰ Β. Δ. ὄργιον θέσεων, κ. συνάδελφοι, τὸ ὅλον 743.
§166Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὰς δημιουργηθείσας θέσεις εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν σᾶς παρέχω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Ὡς γνωρίζετε ἐδημιουργήθησαν δύο νέοι Νομοί. Καὶ αἱ θέσεις, τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε ἦσαν ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ἐπάνδρωσιν τῶν δύο νέων Νομαρχιῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς θέσεις τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ Νομοσχεδίου σᾶς πληροφορῶ, ὅτι τὰς ὑπαγορεύει ἡ ἑξῆς ἀνάγκη. Ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν προέβη εἰς ἀγορὰν μηχανημάτων διὰ τὴν λεξικογράφησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ τὴν ἐνημέρωσιν αὐτῶν. Εἰς τὰ μηχανήματα αὐτὰ ἐργάζονται τώρα ὡρισμένοι εἰδικοὶ ὡς ἔκτακτοι, τοὺς ὁποίους θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργός, νὰ ἀντικαθιστᾷ. Εἴπομεν, λοιπόν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ θὰ πρέπει νὰ εἶναι μόνιμοι, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐκτελοῦν τὴν ὑπηρεσίαν των μὲ τὴν εἰδικότητα καὶ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ μεταξὺ ἔχουν ἀποκτήσει. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἁπλοῦς λόγος τῆς δημιουργίας αὐτῶν τῶν σχέσεων καὶ βεβαιωθεῖτε, ὅτι οὐδεμία φαυλοκρατικὴ διάθεσις ὑπάρχει.
§167Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Ὅτι θὰ προεβάλετο κἄποια δικαιολογία δὲν εἶχον καμμίαν ἀμφιβολίαν. Ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος προτείνεται διὰ διαφόρων νομοσχεδίων ἡ δημιουργία ὀκτακοσίων τόσων μονίμων θέσεων. Καὶ θέλω νὰ προειδοποιήσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον ἐπιχείρημα ἡ κομματικοποίησις τῆς ὑπαίθρου. Πρό τινος χρόνου συνῆλθον οἱ κοινοτικοὶ ἄρχοντες τῆς περιφερείας μου εἰς Λεβάδειαν καὶ εἰς τὸ συνέδριον αὐτὸ παρέστημεν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑφυπουργὸς Συντονισμοῦ, ἀμφότεροι δὲ συνεστήσαμεν εἰς τοὺς κοινοτικοὺς ἄρχοντας νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἐκ τοῦ κομματισμοῦ. Εἷς ἐκ τῶν συνέδρων παρετήρησεν, ὅτι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ τοῦτο ὅταν οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες δὲν ἔχουν οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν. Ἐν συνεχεία τούτου ἐρωτῶ ἐγὼ πῶς θὰ ἀπομακρυνθοῦν οἱ Δημοτικοὶ καὶ Κοινοτικοὶ ἄρχοντες τοῦ κομματισμοῦ ὅταν θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κύπτουν τὸν αὐχένα πρὸ τοῦ κομματικοῦ Νομάρχου διὰ νὰ ἐπιτύχουν κάποιαν ἐνίσχυσιν διὰ τὴν Κοινότητά των; Κύριε Ὑπουργέ, προσέξατε τὴν ὕπαιθρον, καὶ ἀφήσατε ἡσύχους ἀπὸ κομματικὰς παρεμβάσεις τὴν Αὐτοδιοίκησίν των. Πιστεύουν εἰς αὐτὴν καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψουν ποτὲ νὰ τὴν καταστήσετε καὶ ἐκείνην βορὰν τῆς κομματικῆς κραιπάλης τῆς Κυβερνήσεώς σας. (Χειροκροτήματα).
§168Δ. ΚΙΝΙΑΣ. Ὁ ἄρτι κατελθὼν ἐκ τοῦ βήματος ἀνέφερεν, ὅτι εἰς τὰ χωριὰ δὲν δύνανται νὰ κυκλοφορήσουν οἱ κάτοικοι μόλις σουρουπώσῃ, φοβούμενοι κομματικὰς ἀντεκδικήσεις. Θὰ πρέπει ὁ κ. συνάδελφος, νὰ μᾶς ἀναφέρῃ ἐπωνύμως εἰς ποῖον χωριὸ συνέβη καὶ εἰς ποίαν περίπτωσιν. (Πολλοὶ βουλευταὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς διαμαρτύρονται).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§170ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 3.25′ μ.μ.)