Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Η · Session Α› Sitting 60

1964.07.09

5,172 rows · 37,102 words · 1 table · 392 turns

Date
1964.07.09
Presidency
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Θ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
Period
Η
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1965)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60ὴ

Πέμπτη 9 Ἰουλίου 1964

Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ

(Ὥρα 6.30′ μ.μ.).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Θ. Ρέντης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων.

§2Θ. ΡΕΝΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει ἀντίρρησις διὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων;

§4Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ γενικωτέρους λόγους θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, διότι ἔκαμα τὰς διορθώσεις καὶ τὰς ἔδωσα εἰς τὰ πρακτικά, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Βέβαια χθές, κατὰ τὰς ἀπογευματινὰς ὥρας εἴμεθα ὅλοι κουρασμένοι, καθὼς καὶ οἱ κύριοι πρακτικογράφοι, ἀλλὰ βλέπω εἰς τὰ πρακτικὰ διατυπωμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς ὅσα εἶπον ἐγώ. Θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι ἦσθε παρόντες ὅταν ἐπανῆλθον εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λύχνου, ὅτι εἶπον, ὅτι θὰ ἔπρεπε οἱ ἐκδόται καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐφημερίδων πάσης φύσεως νὰ ὑπόκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ἐξῆρον τὰς παραδόσεις τοῦ τύπου καὶ ἀνέφερον καὶ ὀνόματα δημοσιογράφων ποὺ παρέσχον ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον καὶ ἀπέθανον πτωχοί. Ἰδού, ὅμως, τί ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι εἶπον: «Βεβαίως, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι πολλοὶ δημοσιογράφοι τῶν παρελθόντων ἐτῶν ἤσκησαν τὸ λειτούργημά των ἐν πάσῃ τιμιότητι καὶ χωρὶς νὰ πλουτίσουν, ἀπέθανον δέ, ὅπως λέγεται, εἰς τὴν ψάθαν. Σήμερον θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ὑπάρχουν ἔντιμοι δημοσιογράφοι;». Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἠρώτησα, ὑπάρχουν σήμερον μόνον ἔντιμοι δημοσιογράφοι ἢ καὶ ἐκδόται λαθροβίων, εἰς τοὺς ὁποίους μᾶς παραδίδει τὸ νομοσχέδιον; Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀποφεύγωνται παρόμοια λάθη, θὰ συνίστων πρὶν γίνῃ τὸ δελτίον τύπου, νὰ μᾶς δίδεται νὰ τὸ διορθώνωμεν. Ἐὰν δὲν τὸ ἔβλεπον, θὰ εἶχον τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἐξύβρισα ὅλους τοὺς δημοσιογράφους.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Μπουρνιᾶ, νὰ δώσητε τὰς διορθώσεις καὶ θὰ καταχωρηθοῦν εἰς τὰ πρακτικά.

§6Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον χθές, ὅτι ἐὰν ἐπιτρέψωμεν τὴν δημοσίευσιν τῆς δηλώσεως εἰς τὸν τύπον, δὲν θὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν οἱ ἐπαγγελματίαι καὶ οἱ λοιποὶ ἐπιχειρηματίαι. Δέν εἶπον μόνον οἱ ἔμποροι. Εἶναι ἐλλιπὴς ἡ φράσις καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.

§7Ι. ΜΕΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω μερικὰς φραστικὰς διορθώσεις, κ. Πρόεδρε.

§8Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἔχω φραστικὰς διορθώσεις.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶσα ἄλλη φραστικὴ διόρθωσις, παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ γραφεῖον τῶν πρακτικογράφων, διὰ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὰ πρακτικά.

§10Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰς ἀπαντήσεις αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐκ μέρους μου εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ὑπάρχουν ὡρισμένα λάθη. Εἶναι φραστικαὶ διορθώσεις καὶ παρακαλῶ νὰ περιληφθοῦν κατὰ τὴν τελικὴν διατύπωσιν.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, κύριε Ὑπουργέ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Βογιατζῆς, ζητεῖ 10ήμερον ἄδειαν, προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.

§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Μαυριδόγλου, ζητεῖ 15θήμερον ἄδειαν, προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.

§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Λ. Λαγάκος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.

§16Λ. ΛΑΓΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Μαναβῆς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει ἀναφορὰν ὁδηγῶν καὶ εἰσπρακτόρων Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων, αἰτουμένων τροποποίησιν Ν. 197)1961 περὶ Τ.Σ.Α. κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὀργανισμοῦ Οἰνοποιείων Κρήτης, αἰτουμένων ἔνταξίν των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν Κοινοτήτων Ἰννιαχωρίων Κισσάμου Νομοῦ Χανίων Κρήτης, αἰτουμένων ἵδρυσιν Προγυμνασίου εἰς τὸ χωρίον Κεφάλι, ὡς κειμένου εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Κοινοτικῶν Ὑπαλλήλων Νομοῦ Χανίων Κρήτης, αἰτουμένου διάθεσιν τοῦ ὑποσχεθέντος ποσοῦ διὰ τὴν πριμοδότησιν τοῦ Ταμείου μισθοδοσίας τῶν Κοινοτικῶν ὑπαλλήλων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Δ. Καρδάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Λαρίσης, αἰτουμένου ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθερία καὶ ἄνευ διγράμμων ἐπιταγῶν διακίνησις μικροποσοτήτων σίτου διὰ τὸ ἐμπόριον κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Δούκας καὶ Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Νικήσιανης Καβάλας, αἰτουμένου ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς κατοίκους τῆς ἐν λόγῳ κοινότητος ἡ καυσοξύλευσις ἐκ τῶν ἤδη λειτουργουσῶν δασικῶν ἐκμεταλλεύσεων Δράμας ἢ Σταυρουπόλεως κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Α. Τσιάρας, Γ. Πανάγος καὶ Α. Μπριλλάκης καταθέτουν ὑπόμνημα κατοίκων τῶν κοινοτήτων Μεσοβούνου Ἑορδαίας καὶ Βαρετοῦ Κοζάνης, αἰτουμένων ἀπόλυσιν τοῦ πολιτικοῦ κρατουμένου Δ. Βασιλούλη ὡς καὶ ὅλων τῶν τοιούτων, ἐπαναπατρισμὸν τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν προσφύγων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν Γονέων καὶ Κηδεμόνων τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Γεωργιουπόλεως Ἀποκορώνου Χανίων Κρήτης, αἰτουμένων χρηματοδότησιν τῆς σχολικῆς ἐφορείας πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ὑπαρχούσης μοναδικῆς αἰθούσης τοῦ σχολείου καὶ προσθήκην ἑτέρας τοιαύτης. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαρδουλάκης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Διοικήσεων τῶν Κυνηγετικῶν Σωματείων Κανδάνου καὶ Παλαιοχώρας Σελίνου, Καστελλίου καὶ Κολυμβαρίου Κισσάμου Χανίων Κρήτης διαμαρτυρομένων δι’ ἄρσιν τῆς ἰδιότητος τῶν συνεργαζομένων σωματείων τῶν ὡς ἄνω τεσσάρων κυνηγετικῶν συλλόγων κλπ. Ἡ Ἕνωσις Τραυματιῶν Πατρῶν πολέμου 1940–49, αἰτεῖται ρύθμισιν ζητήματος ὑποχρεωτικῆς ἀποχωρήσεως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὑπαλλήλων συμπληρούντων 35ετῆ ὑπηρεσίαν κλπ. Ἡ Νομικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου Θεσπρωτίας, ἡ Διοίκησις τοῦ Συνδέσμου Πλακοστρωτῶν καὶ τὸ Συνδικάτον Ἐργαζομένων Ἑταιρείας Λιπασμάτων, διὰ τηλεγραφημάτων των ἐκφράζουν τὴν ἀγανάκτησίν των διὰ τὴν θρασεῖαν κατὰ τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ χώρου τοῦ Κοινοβουλίου ἐπίθεσιν καὶ αἰτοῦνται παραδειγματικὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων καὶ ταχεῖαν διάλυσιν τῶν παρακρατικῶν ὀργανώσεων. Οἱ ὑπάλληλοι ΙΚΑ Πειραιῶς, τὸ Ἐργατοϋπαλληλικὸν Κέντρον Πατρῶν, ἡ Πανελλήνιος Συνομοσπονδία Τουριστικῶν Ἐπαγγελμάτων, ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐπιτροπὴ Πανελληνίου Ἑνώσεως Ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων, τὸ Ἐργατοϋπαλληλικὸν Κέντρον Λεβαδείας καὶ οἱ κάτοικοι Νιγρίτης, αἰτοῦνται τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν τῶν ἐπιδραμόντων κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν εἰς κρατικὰ Σανατόρια νοσηλευομένων ἀνασφαλίστων φυματικῶν, αἰτουμένων ἐπιδότησίν των δι’ ἐπιδόματος ἐκ τριακοσίων δραχμῶν μηνιαίως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Σωματείου Ὑπαλλήλων Ὁδηγῶν Αὐτοκινήτων Ἀγρινίου, αἰτουμένου χορήγησιν ἀδειῶν αὐτοκινήτων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ἀγρινίου, αἰτουμένης ἐκδημοκρατισμὸν τῆς ἡγεσίας τοῦ συνδικαλισμοῦ, ρύθμισιν τοῦ πιστοδοτικοῦ ζητήματος τῶν ἐν λόγῳ ἐπαγγελματοβιοτεχνῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Δ. Καρδάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συν)σμῶν Λαρίσης–Τυρνάβου–Ἁγιᾶς, αἰτουμένης σμίκρυνσιν τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς σίτου τῆς κατηγορίας Β)2, Β)3 ἀπὸ τῆς τοιαύτης Β)1 ὡς ἴσχυε καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη, εἰς πέντε λεπτὰ ἀντὶ τῶν καθιερωθέντων 15 τοιούτων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ ἁλιευτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ἀστακοῦ, διαμαρτυρομένου διὰ παράνομον φραγμὸν ὑπὸ τοῦ Ἰωάν. Καλούδη 6–7 στρεμμάτων θαλάσσης καὶ τοῦ διαύλου ἀποκλείοντος οὕτω τῆς ἁλιείας πολλοὺς οἰκογενειάρχας ἁλιεῖς. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Διοικήσεως ὑπαλλήλων ὁδηγῶν αὐτοκινήτων, παραπονουμένης διὰ γενομένην προσπάθειαν ἀνατροπῆς τῆς ὑπ’ ἀριθ. 20)64 διαιτητικῆς ἀποφάσεως περὶ αὐξήσεως ὁδηγῶν. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν μονίμων Λιμενεργατῶν τοῦ Νομοῦ Χανίων, αἰτουμένων πρόσληψιν ὡς μονίμου Λιμενεργάτου τοῦ συναδέλφου των Ἀντωνίου Χατζηδάκη. Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου Ν. Δ)τος 3768)57 ἀντιπροσωπευόμενοι ὑπὸ τοῦ Συνδικαλιστοῦ ἀντιπροσώπου Γ. Κωνσταντοπούλου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, ὑποβάλλουν θερμοτάτας εὐχαριστίας διὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ καταρτισθέντος νομοσχεδίου περὶ ὑποχρεωτικῆς ἐξόδου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπαλλήλων τῶν συμπληρούντων 35ετίαν κλπ. Ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ ἀγροκτήματος Κεραμωτῶν Ἄρτης διὰ τηλεγραφήματος διαμαρτύρονται διὰ καταβαλλομένας προσπαθείας ἀφαιρέσεως τῆς διανομῆς φυτειῶν τοῦ ὡς ἄνω κτήματος. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει ὑπόμνημα μικροϊδιοκτητῶν οἰκοπέδων κειμένων ἐντὸς ἀπαλλοτριωθείσης ἐκτάσεως παρὰ τὸ «Δουργούτι» Ἀττικῆς πρὸς ἀποκατάστασιν προσφύγων, αἰτουμένων ὅπως παραχωρηθοῦν καὶ εἰς αὐτοὺς οἰκόπεδα ἐντὸς τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς, παραιτουμένων οὕτω τῆς πρὸς ἀποζημίωσιν ἀξιώσεώς των. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ἑνώσεως Προσφύγων Πυροπαθῶν «Ἡ Ἐλπὶς» Συνοικισμοῦ Ἄνω Παλαιῶν Σφαγείων, αἰτουμένων δικαίαν ἀποζημίωσιν διὰ προσγενομένας ὑπὸ τῶν Γερμανῶν εἰς αὐτοὺς ζημίας. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συλλόγου Γονέων καὶ Κηδεμόνων αἰτουμένης ὅπως τὸ νυκτερινὸν Γυμνάσιον Λαρίσης, γίνῃ κρατικὸν κλπ. Τὸ Σωματεῖον Ὑπεραστικῶν Λεωφορειούχων Ν. Ἠλείας καὶ τὸ 32ον ΚΤΕΛ Σάμου, διὰ τηλεγραφημάτων των, αἰτοῦνται ματαίωσιν μελετωμένης νομιμοποιήσεως πειρατείας ἐπιβατηγῶν αὐτοκινήτων Δημοσίας Χρήσεως. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Μπριλλάκης, Μ. Θεοδωράκης καὶ Λ. Κύρκος, καταθέτουν τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Διοικήσεως τοῦ Σωματείου Προσωπικοῦ Λεωφορείων Χανίων, αἰτουμένης ματαίωσιν παρασκηνιακῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἐργοδοτικῆς ὀργανώσεως Αὐτοκινητιστῶν Χανίων πρὸς ἐφαρμογὴν ἀποφάσεως καθοριζούσης αὔξησιν ἀποδοχῶν τῶν ὁδηγῶν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Τεχνικῶν Οἰκοδόμων Μεσολογγίου, αἰτουμένων ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ ἀφορῶντος αὐτοὺς Νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Λεμβούχων Πειραιῶς «Ἡ Ἀρχαία Τριήρης», αἰτουμένης ὅπως κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ σχετικοῦ περὶ ἀποζημιώσεως λεμβούχων Πειραιῶς νομοσχεδίου τεθῇ ὅρος καθορίζων τὴν προαιρετικὴν ἀποζημίωσιν τοὐλάχιστον διὰ τὸν Λιμένα Πειραιῶς κλπ. Γονεῖς καὶ Κηδεμόνες Σπουδαστῶν Παραρτήματος τοῦ Ἑλληνοαμερικανικοῦ Ἐπιμορφωτικοῦ Ἰνστιτούτου Βόλου, διὰ τηλεγραφήματός των, αἰτοῦνται ἀποτροπὴν τοῦ μελετωμένου ὑποβιβασμοῦ τῶν Σχολῶν Ξένων Γλωσσῶν, εἰς Φροντιστήρια. Ἡ Νομαρχιακὴ καὶ Ἐκτελεστικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου Ρόδου διὰ τηλεγραφήματός της διαμαρτύρεται διὰ τὴν στάσιν τοῦ βουλευτοῦ Λαμπριανοῦ καὶ τῆς ἐκεῖ ἐκδιδομένης ἐφημερίδος «Πρόοδος» συμμαχήσαντες μὲ τὸν ὑποψήφιον Δήμαρχον Πετρίδην. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Ροδόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ πολεμιστῶν Νόμου 751) 1948 Βορείου Ἑλλάδος, αἰτουμένου ὅπως μὴ ἀπομακρύνωνται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας οἱ ὑπάλληλοι πολεμισταὶ μετὰ συμπλήρωσιν τριακονταπενταετίας κλπ. Ὁ Διδασκαλικὸς Σύλλογος Περιφερείας Καλύμνου «Ὁ Ἰεζεκιὴλ» αἰτεῖται ἀναγνώρισιν ὡς πραγματικῆς συνταξίμου ὑπηρεσίας τοῦ χρόνου παρεμποδίσεως ὑπὸ τῶν Ἰταλικῶν Ἀρχῶν Κατοχῆς τῶν Δωδεκανησίων Ἐκπαιδευτικῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν εἰς Κρατικὰ Σανατόρια νοσηλευομένων ἀνασφαλίστων φυματικῶν, αἰτουμένων ἐπιδότησίν των δι’ ἐπιδόματος ἐκ δραχ. τριακοσίων μηνιαίως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Πανάγος, διὰ τηλεγραφήματός του διαμαρτύρεται διὰ τὴν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας Θεσσαλονίκης ἀσκουμένην πίεσιν ἐπὶ τοῦ Χ. Φωτοπούλου ὅπως διακόψῃ τὰς σχέσεις του μετὰ τῆς Ε.Δ.Α. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Λ. Μπουρνιᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Χίου διαμαρτυρομένου διὰ διακοπὴν ἔργων ὁδοῦ Χίου–Μεστῶν λόγῳ μετακινήσεως τοῦ ΜΟΜΑ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν κατοίκων χωρίων Σιδηρῶν καὶ Μαυρέα, πληττομένων ὑπὸ τοῦ ὑδροηλεκτρικοῦ ἔργου κρεμαστῶν Ἀχελώου, αἰτουμένων διευκόλυνσιν φορολογικήν, ηὐξημένην ἀποζημίωσιν οἵαν ἔτυχον καὶ οἱ ἀποζημιωθέντες ἐκ τῶν ἔργων Ταυρωποῦ κλπ. Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων εἰς ἐρωτήσεις κ.κ. βουλευτῶν. Ι. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8230)1.7.64 ὑμετέρου ἐγγράφου ἀφορῶντος τὴν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων κατατεθεῖσαν ὑπ’ ἀριθ. 1094 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἀνάμιξιν εἶχεν εἰς τὸ θέμα τῆς ἀπονομῆς παρασήμου ὑπὸ τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν Ἐμπορίου τῆς τελευταίας Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως καθηγητὴν κ. Π. Στεριώτην. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Ἰουλίου 1964

Ὁ Ὑπουργὸς

Γ. ΜΕΛΑΣ

ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Καραγεώργη, Ε. Σακελλάρη καὶ Δ. Παπανικολάου. Ἐπὶ τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8118) 6098)30.6.64 ὑμετέρου ἐγγράφου 1087 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Καραγεώργη, Ε. Σακελλάρη καὶ Δ. Παπανικολάου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὰ κάτωθι: Τὸ αἴτημα τῶν ἐργατοϋπαλλήλων Ἁγ. Γεωργίου Ἰωλκοῦ (Βόλου) περὶ αὐξήσεως κατὰ δραχ. 20.000 τοῦ χορηγηθέντος εἰς ἕκαστον τούτων δανείου αὐτοστεγάσεως ποσοῦ δρχ. 69.200 δὲν δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ, διότι διὰ τοῦ χορηγηθέντος ὡς ἄνω ποσοῦ ἐξεδηλώθη διὰ τοὺς αἰτοῦντας ὅλως κατ’ ἐξαίρεσιν προνομιακὴ στεγαστικὴ μέριμνα, δοθέντος ὅτι τὸ ὕψος τοῦ χορηγουμένου ποσοῦ δανείου αὐτοστεγάσεως, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς δραχ. 60.000. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Ἰουλίου 1964

Ὁ Ὑπουργὸς

Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ

III. Τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8429)3.7.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, σχετικῶς μὲ τὴν παροχὴν πληροφοριῶν, «ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς Βιομηχανίας σκέπτεται ἢ οὒ νὰ παρατείνῃ τὴν λήξασαν τὴν 30.6.64 προθεσμίαν μεταφορᾶς τοῦ ἐν Κερατσινίῳ καὶ ἐπὶ τῶν ὁδῶν Ἀθηνᾶς καὶ Ἀριστείδου ὑφαντηρίου τοῦ Ι. Κούρταλη», ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι βάσει τῶν κειμένων διατάξεων ἡ ἁρμοδιότης χορηγήσεως ἢ μὴ ἀδείας λειτουργίας τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὑφαντηρίου ἀνήκει εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν Μηχανολογίας Ἀθηνῶν (περιφερειακὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας), ἥτις ἐν προκειμένῳ ἐξέδωκε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4997)27. 6.64 ἀπόφασίν της, δι’ ἧς ἀπερρίφθη αἴτημα τοῦ κατόχου τοῦ ὑφαντηρίου περὶ χορηγήσεως ἀδείας λειτουργίας τῆς ἐγκαταστάσεώς του. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης δύναται ὁ κάτοχος τοῦ ὑφαντηρίου νὰ ὑποβάλῃ σχετικὴν ἔνστασιν, ἥτις θὰ παραπεμφθῇ εἰς ἁρμοδίαν τριμελῆ ἐπιτροπὴν πρὸς γνωμοδότησιν, διὰ τὴν ἐν συνεχείᾳ ἔκδοσιν ἀποφάσεως, ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως, ὑπὸ τῆς αὐτῆς ὡς ἄνω ὑπηρεσίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Ἰουλίου 1964

Ὁ Ὑπουργὸς

Ι. ΖΙΓΔΗΣ

IV. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Παιδείας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη, Ν. Γανίτη, Θ. Παππᾶ καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6806)5016)15.6.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη, Ν. Γανίτη, Θ. Παππᾶ καὶ Β. Ἐφραιμίδη, κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἀριθ. 919 ἐρώτησις, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως πληροφορήσητε τοὺς ἐρωτῶντας κ.κ. συναδέλφους, ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 77955)29.6.64 ἡμετέρου ἐγγράφου, διετάξαμεν τὸν Γυμνασιάρχην Ἁγίου Κηρύκου, ὅπως ἀναφέρῃ ἡμῖν περὶ τῶν ἐν τῇ ὑμετέρᾳ ἐρωτήσει καταγγελλομένων καὶ ἰδίᾳ περὶ τῶν στοιχείων ἐφ’ ὧν στηριζόμενος ὁ καθηγητὴς τοῦ Γυμνασίου τούτου κ. Σάββας Σαββάκης ὑπέδειξεν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν τοῦ Ἁγίου Κηρύκου ὡς ὑπόπτους διαπράξεως ἀδικήματος τοὺς συλληφθέντας μαθητάς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰουνίου 1964

Ὁ Ὑφυπουργὸς

Λ. ΑΚΡΙΤΑΣ

V. Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν Βουλευτῶν κ.κ. Π. Παρασκευοπούλου, Α. Τσιάρα καὶ Σ. Ἡλιοπούλου. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1067 ἐρώτησιν βουλευτῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰς κατωτέρω ἐνεργείας εἰς τὰς ὁποίας προέβημεν μέχρι σήμερον διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ἀμέσων προβλημάτων τῆς πτηνοτροφίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν τοιούτων τοῦ προσεχοῦς μέλλοντος ἀφ’ ἑτέρου. Τινὰ ἐκ τῶν ληφθέντων μέχρι σήμερον μέτρων ἀμέσου ἀνακουφίσεως τῆς κτηνοτροφίας εἶναι: 1) Ἐχρηματοδοτήθησαν αἱ συνεταιρικαὶ πτηνοτροφικαὶ ὀργανώσεις, διὰ τῆς ΑΤΕ, διὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν ὠῶν πρὸ τοῦ Πάσχα καὶ ἐξησφαλίσθη εἰς τὸν παραγωγὸν ἡ τιμὴ τῶν 0,80–0,85 δραχμῶν ἀνὰ ὠόν. 2) Ἐγένοντο ἐνέργειαι πρὸς τὴν ΑΤΕ διὰ τὴν ἐκ νέου χρηματοδότησιν τῶν Συνεταιριστικῶν Πτηνοτροφικῶν Ὀργανώσεων διὰ 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς συγκέντρωσιν ἰσαρίθμων τεμαχίων ὠῶν καὶ ἐξασφάλισιν εἰς τὸν παραγωγὸν τῆς τιμῆς τῶν 0,80–0,85 δραχμῶν ἀνὰ ὠόν. Τὰ μικροτέρας πνοῆς μέτρα εἶναι: 1) Ἐδώσαμεν ἐντολὴν εἰς τὴν Νέαν Κεντρικὴν Λαχαναγορὰν Ἀθηνῶν διὰ τὴν ταχεῖαν ἀνέγερσιν τοῦ κτιριακοῦ συγκροτήματος πτηνοσφαγείου καὶ ὠοσκοπικοῦ κέντρου, τὴν δημιουργίαν μονάδος ταχείας καταψύξεως (−43 βαθμ. Κ.) καὶ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ ὠοσκοπικοῦ κέντρου. 2) Ἐπανήλθομεν διὰ νεωτέρας ἐνεργείας μας πρὸς τὴν ΔΕΗ διὰ τὴν μείωσιν τῆς τιμῆς τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος. 3) Συνεστήσαμεν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα Παιδείας, Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ Κοινωνικῆς Προνοίας τὴν χρησιμοποίησιν ὠῶν καὶ κρέατος πουλερικῶν εἰς συσσίτια, κατασκηνώσεις καὶ Ἱδρύματα. 4) Διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐμπορίας τῶν ὠῶν. α) Ἐπανήλθομεν ἐκ νέου πρὸς τὴν ΑΤΕ ἵνα μελετήσῃ τὴν δυνατότητα συστάσεως Κοινοπραξίας ΑΤΕ καὶ Πτηνοτροφικῶν Ὀργανώσεων. β) Ἐλήφθη ἀπόφασις ἐπιχορηγήσεως τῶν Πτηνοτροφικῶν Συνεταιριστικῶν Ὀργανώσεων πρὸς ἀντιμετώπισιν μέρους τῶν δαπανῶν συσκευασίας τῶν ὠῶν εἰς εἰδικὰ κυτία τῶν 6,10 ἢ 12 ὠῶν, τῆς ἐπιχορηγήσεως ἀνερχομένης μέχρι μιᾶς δραχμῆς ἀνὰ κυτίον. 5) Εἰσηγήθημεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ καὶ ΙΚΥ τὴν ἀποστολὴν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν 15 γεωπόνων, ἐντὸς τῆς προσεχοῦς 5ετίας, διὰ τὴν εἰδίκευσίν των εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς πτηνοτροφίας. Ἐν κατακλεῖδι γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον μας διὰ τὴν πτηνοτροφίαν θὰ συνεχισθῇ εἰς ἐντατικὸν βαθμόν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Ἰουλίου 1964

Ὁ Ὑφυπουργὸς

Ν. ΜΑΛΛΙΑΚΑΣ

βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Γραφάκου. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6813)5023)15.6.64 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσατε ἡμῖν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 926 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Γραφάκου, σχετικῶς μὲ τὴν ἵδρυσιν εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Λεκανοπεδίου Λακωνίας κονσερβοποιείου ὀπωροκηπευτικῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 130940)6896)24.6.64 διαταγῆς μας ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Δ)νσιν Γεωργίας Λακωνίας ὅπως μᾶς ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον πλήρη στοιχεῖα ἐπὶ τῆς σκοπιμότητος ἱδρύσεως τοῦ ἐν λόγῳ κονσερβοποιείου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ἰουνίου 1964

Ὁ Ὑφυπουργὸς

Ν. ΜΑΛΛΙΑΚΑΣ

γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου καὶ Ε. Σακελλάρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι οἱ αἰγοτρόφοι τῆς περιοχῆς τοῦ Δασαρχείου Ἱστιαίας δὲν ἐπεδοτήθησαν μέχρι τοῦδε διὰ τὰς παρ’ αὐτῶν σφαγείσας αἶγας ἐλλείψει σχετικῶν παρ’ ἡμῖν πιστώσεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Ἰουνίου 1964

Ὁ Ὑφυπουργὸς

Ν. ΜΑΛΛΙΑΚΑΣ

VI. Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1002)18.6.64 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου, ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ μεταβιβαζομένου μερίσματος εἰς τὴν ὀρφανικὴν οἰκογένειαν τῶν ἀποβιωσάντων μετόχων τοῦ Ταμείου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Συμφώνως πρὸς τὰς κειμένας διατάξεις περὶ Μ.Τ.Π.Υ. (ἄρθρ. 19 τοῦ Καταστατικοῦ 1919) τὸ μεταβιβαζόμενον εἰς τὴν ὀρφανικὴν οἰκογένειαν μέρισμα ὁρίζεται: α) Διὰ τὴν χήραν σύζυγον εἰς τὸ ½ τοῦ ἀποβιώσαντος. β) Διὰ τὴν χήραν μεθ’ ἑνὸς τέκνου (ἀνήλικον ἄρρεν ἢ ἄγαμον θῆλυ) εἰς ⅝ καὶ γ) Διὰ τὴν χήραν μετὰ πλειόνων ἀνηλίκων ἀρρένων καὶ ἀγάμων θυγατέρων εἰς τὰ ¾. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι ὁ καθορισμὸς τοῦ ποσοστοῦ τοῦ μερίσματος, στηριζόμενος εἰς ρητὰς διατάξεις νόμων, τυγχάνει νόμιμος. Οἱαδήπτοε τυχὸν τροποποίησις τοῦ ὑπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Μ.Τ.Π.Υ. καὶ ἐπὶ τεσσαρακονταπενταετίαν ἰσχύσαντος συστήματος, ἤθελεν ἐπιφέρει ἀναμφισβητήτως ἀνατροπὴν τῆς ἀσφαλιστικῆς βάσεως τοῦ Ταμείου, μὲ τὰς ἀναγκαίας ἐκ τούτου σοβαρωτάτας οἰκονομικὰς ἐπιπτώσεις, ἃς προφανῶς δὲν δύναται τοῦτο νὰ ἀναλάβῃ ὑπὸ τὴν ὑφισταμένην σήμερον οἰκονομικὴν του κατάστασιν. Περαιτέρω φρονοῦμεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ σύγκρισις τοῦ Μ.Τ.Π.Υ. ἀπὸ ἀπόψεως τρόπου συνθέσεως παροχῶν καὶ μόνον πρὸς ἄλλα Ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα καὶ δὴ τοιαῦτα, εἰς ἃ διάφορος καὶ ηὐξημένη εἶναι ἡ ἀσφαλιστικὴ εἰσφορὰ τῶν εἰς αὐτὰ μετεχόντων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Ἰουλίου 1964

Ὁ Ὑπουργὸς

ΚΩΝ)ΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ

βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Χρίστογλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7313)10.6.64 ἐγγράφου ὑμῶν ὑπ’ ἀριθ. 1001)17.6.64 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Χρίστογλου, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἄνευ τιμήματος παραχώρησιν ἀνταλλαξίμων οἰκοπέδων εἰς τοὺς κατέχοντας ταῦτα γηγενεῖς ἀποκατασταθέντες εἰς γεωργικὸν κλῆρον ὡς τοῦτο προβλέπεται διὰ τοὺς πρόσφυγας κληρούχους βάσει τοῦ ἄρθρου 20 παρ. 6 τοῦ Ν.Δ. 3713)57, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἡ ρηθεῖσα διάταξις ἐτέθη εἰς τὸ ὡς εἴρηται Ν.Δ. 3713)57, πρὸς ἐξυπηρέτησιν καὶ μόνον τῶν προσφύγων καὶ τοῦτο διότι ἡ ἐν Ἑλλάδι ἀνταλλάξιμος περιουσία ἀποτελεῖ οὕτως εἰπεῖν περιουσιακὸν στοιχεῖον τῶν προσφύγων ἔναντι τῆς ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθείσης περιουσίας των, δι’ ὃ καὶ ὁλόκληρον τὸ προϊὸν ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας ταύτης διατίθεται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας διὰ τὴν στέγασιν τῶν ἀστῶν τοιούτων. Ἐπὶ τούτοις, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι θέλομεν λίαν προσεχῶς ἐπιληφθῇ τοῦ ὅλου θέματος τῆς διαχειρίσεως τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας, ὁπότε καὶ θὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ὡς ἄνω αἴτημα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Ἰουλίου 1964

Ὁ Ὑφυπουργὸς

Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ

VII. Τοῦ Ὑπουργείου Κοιν. Προνοίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Κωτιάδη. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Κωτιάδη, καταχωρηθεῖσα ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 717 βιβλίου ἐρωτήσεων, σχετικῶς μὲ τὴν ἀνέγερσιν κτιρίων διὰ τὴν στέγασιν τῶν Κοινοτικῶν καὶ Ἀγροτικῶν Ἰατρείων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐπρογραμματίσθη ἡ ἀνέγερσις δέκα (10) Ἰατρείων ἀνὰ τὴν Χώραν, ἐκ τοῦ προγράμματος δημοσίων ἐπενδύσεων συνολικῆς δαπάνης δρχ. 2.400.000. Λόγῳ τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν προγραμματισθέντων Ἰατρείων, οὐδὲν δυστυχῶς τοιοῦτον περιελήφθη τῆς Δωδεκανήσου. Ἐλπίζομεν, ὅτι κατὰ τὸν νέον προγραμματισμὸν θὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ πρόγραμμα καὶ ἡ ἀνέγερσις ἰατρείων ἐν Δωδεκανήσῳ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Ἰουλίου 1964

Ὁ Ὑφυπουργὸς

Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ

βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Βαρβιτσιώτη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6827)15.6.64 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Βαρβιτσιώτη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς λειτουργίας τῶν ἰαματικῶν πηγῶν ἐκφεύγει τῆς ἡμετέρας ἁρμοδιότητος, πλὴν ὅμως κατὰ πληροφορίας μας ἡ ἔναρξις τούτων καθυστερεῖ λόγῳ ἀπαραιτήτων ἐπισκευῶν παρὰ τοῦ ΟΔΕΠ τοῦ ἀποχετευτικοῦ συστήματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ἐπιβλέψεως τῶν λουομένων παρὰ ἰατρῶν βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 4086)60 ἔχει ἤδη διατεθῆ ἐπαρκὲς ἰατρικὸν προσωπικὸν ὅπερ θέλει παρακολουθῆ τοὺς λουομένους εὐθὺς ὡς τεθοῦν ἐν λειτουργίᾳ αἱ ἰαματικαὶ πηγαὶ Βουλιαγμένης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἰουνίου 1964

Ὁ Ὑφυπουργὸς

Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ

γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Καρδάρα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6479)10.6.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 882 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Καρδάρα ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τιμολογίου τῶν ὀδοντιατρικῶν ἀμοιβῶν ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπήντησε τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 51509) Βου153)16.6.64 ἐγγράφου του μὲ τὸ περιεχόμενον τοῦ ὁποίου συμφωνοῦμεν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Ἰουλίου 1964

Ὁ Ὑφυπουργὸς

Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ

VIII. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Παιδείας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Κωτιάδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6819)5029)13.6.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Στ. Κωτιάδη κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἀριθ. 932 ἐρώτησις, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. συνάδελφον, ὅτι ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν ἐπισήμων στοιχείων προκύπτει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου αʹ βαθμίδος Κάσου (Αʹ τάξις 17 μαθηταί, Βʹ τάξις 21 καὶ Γʹ τάξις 12) δὲν δικαιολογεῖ ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, τὴν ἵδρυσιν πλήρους Γυμνασίου, παρ’ ὅλον ὅτι κατὰ τὴν ἱεραρχίαν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀναγκῶν τῆς Χώρας λαμβάνεται πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὸ κριτήριον τῆς νήσου ἢ τῶν ἄλλων ἀπομεμονωμένων οἰκισμῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Ἰουνίου 1964

Ὁ Ὑφυπουργὸς

Λ. ΑΚΡΙΤΑΣ

βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Φροντιστῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5860)4229)4.6.64 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Φροντιστῆ κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἀριθ. 807 ἐρώτησις ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. συνάδελφον α) ὅτι, ἀφ’ ἧς ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου κατηργήθησαν τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη καὶ αἱ ὑπὲρ τῶν σχολικῶν Ταμείων εἰσφοραί, οὐδὲν ποσὸν εἰσπράττεται ὑπὸ τοῦ κράτους ἢ τῶν σχολ. Ταμείων παρὰ τῶν μαθητῶν δημ. σχολείων δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν, β) ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1964 προβλέπει ἐπιχορήγησιν ὑπὲρ τῶν σχολ. Ταμείων τῶν δημ. Γυμνασίων ἐκ δραχ. 19 ἑκατομμ. ἐξ ὧν 12 ἑκατομ. διὰ τὰς γενικὰς ἀνάγκας καὶ 7 ἑκατ. διὰ τὴν καθαριότητα. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ ὅπερ ἐξ ὑποχρεωτικῶν εἰσφορῶν ὑπὲρ τῶν σχολ. Ταμείων εἰσεπράττετο κατὰ ἕνδεκα ἐν ὅλῳ ἑκατομμύρια, ὅτι ἡ ἐνίσχυσις τῶν σχολ. Ταμείων θὰ ἀρχίσῃ εὐθὺς ὡς ὑπογραφῇ ἐντὸς τῶν ἡμερῶν κοινὴ ἀπόφασις τῶν Ὑπουργῶν Παιδείας καὶ Οἰκονομικῶν ἀφορῶσα εἰς τὸν τρόπον κατανομῆς καὶ διαχειρίσεως τῆς ὡς ἄνω πιστώσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Ἰουλίου 1964

Ὁ Ὑφυπουργὸς

Λ. ΑΚΡΙΤΑΣ

γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Μπουρνιᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ διαβιβασθέντος ἡμῖν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας ὑπ’ ἀριθ. 4854)3269)24.5.64 ὑμετέρου ἐγγράφου εἰς ὃ ἐπισυνάπτεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 659 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Μπουρνιᾶ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα βουλευτὴν ὅτι ἡ ἵδρυσις Δημοσίας Τεχνικῆς Σχολῆς Ἁλιείας μελετᾶται ὑφ’ ἡμῶν, ἔχομεν δὲ ἤδη ἀναθέσει τὴν μελέτην καὶ σύνταξιν τοῦ προγράμματος τῶν διδακτέων εἰς τὴν Σχολὴν μαθημάτων, εἰς τὸ ΑΣΕΠ Ἐπαγγελματικῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Ἰουλίου 1964.

Ὁ Ὑφυπουργὸς

Λ. ΑΚΡΙΤΑΣ

IX. Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν. Ἐπὶ Ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7925)5942)27.6.64 ἐγγράφου σας, διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθ. 1063)24.6.64 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰακώβου Διαμαντοπούλου, σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν ἀγορασάντων ἐπισήμως φορτηγὰ αὐτοκίνητα, μετὰ τὴν 7.6.1964, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νέου Β. Δ)τος, διετάξαμεν τὴν ἀναστολὴν χορηγήσεως ἀδειῶν διὰ τὴν κυκλοφορίαν νέων φορτηγῶν αὐτοκινήτων, ἰδιωτικῆς χρήσεως, πλὴν τῶν περιπτώσεων τοιούτων αὐτοκινήτων ὠφελίμου φορτίου μέχρι καὶ ἑνὸς τόννου ἀγορασθέντων διὰ συμβολαίου ἢ συμβολαιογραφικοῦ προσυμφώνου ἢ εἰσαχθέντων ἐπ’ ὀνόματι τῶν κατόχων αὐτῶν μέχρι καὶ τῆς 6ης Ἰουνίου 1964, δι’ ἃ ἐπετράπη ἡ χορήγησις ἀδειῶν κυκλοφορίας κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα. Ὅσον ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν ἐπισήμως φορτηγὰ αὐτοκίνητα κάτω τοῦ ἑνὸς τόννου, μετὰ τὴν 7.6. 1964 θὰ κριθοῦν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν δικαιολογητικῶν των παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν, μετὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ δημοσίευσιν τοῦ νέου Β. Δ)τος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Ἰουνίου 1964

Ὁ Ὑπουργὸς

ΣΤ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ

Χ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπ. Ναυτιλίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Μπουρνιᾶ. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7104)5258 ἀπὸ 17.6.1964 ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 978 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Μπουρνιᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1) Εἰς ἀλλεπαλλήλους ὑπὸ τὴν Προεδρίαν μου συσκέψεις τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιακῶν παραγόντων καὶ ἀντιπροσώπων τῶν ἐνδιαφερομένων ναυτικῶν καὶ συνταξιούχων, ἐξητάσθησαν τὰ ἀφορῶντα τούτους θέματα. Ἀπεφασίσθη ὅπως ὅλα τὰ αἰτήματα τῶν συνταξιούχων καὶ τῶν ναυτικῶν μελετηθῶσι παρὰ τῆς πρὸς τοῦτο συσταθείσης εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἐξαχθῶσιν ἀσφαλῆ συμπεράσματα ὅσον ἀφορᾷ τὴν δυνατότητα ἱκανοποιήσεώς των ἐν σχέσει πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τῶν ἀσφαλιστικῶν ἱδρυμάτων Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ. 2) Μεταξὺ τῶν ὑπὸ μελέτην θεμάτων περιλαμβάνεται καὶ τὸ τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου στρατεύσεως ἐν εἰρήνη καὶ ἐν πολέμῳ ὡς συνταξίμου τοιούτου διὰ τοὺς ναυτικούς. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν συμπερασμάτων τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ἐκπόνησιν τῶν οἰκείων ἀναλογιστικῶν μελετῶν θὰ κληθῶσιν ἐκ νέου οἱ ναυτικοὶ καὶ οἱ συνταξιοῦχοι Ε. Ν. καὶ ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἀποφασισθῇ ποῖα ἐκ τῶν αἰτημάτων των εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῶσι, χωρὶς νὰ διασαλευθῇ ἡ οἰκονομικὴ ἰσορροπία καὶ βάσις τῶν ἀσφαλιστικῶν ἱδρυμάτων τῶν ναυτικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Ἰουνίου 1964

Ὁ Ὑπουργὸς

Σ. ΜΠΙΡΗΣ

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα. Βουλευτικόν. Πρόεδρον Βουλῆς Ἑλλήνων Ἀθήνας. Διὰ τῆς ἀπὸ 1.7.1964 ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου ἀνεκηρύχθην βουλευτὴς Πιερίας τῆς Ἑνώσεως Κέντρου Στόπ. Ἐπειδὴ κατεῖχον τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὀργανισμοῦ ἐλευθέρας ζώνης καὶ Λιμένος Θεσσαλονίκης καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐκ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεώς μου ὡς βουλευτοῦ νὰ δηλώσω ποῖον ἀξίωμα ἐκ τῶν δύο θὰ κρατήσω, σᾶς δηλῶ διὰ τοῦ παρόντος, ὅτι ὑπέβαλον τὴν παραίτησίν μου ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ καὶ ἀποδέχομαι τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ στόπ. Κωνσταντῖνος Δημόπουλος Βουλευτὴς Πιερίας Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Ἰουνίου, ὅταν ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς σχετικῶς μὲ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν βουλευτῶν, ἔγινεν ἕνα λάθος εἰς τὴν διατύπωσιν, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ ἐπίδομα ἀδείας, τὸ ὁποῖον δίδεται, ὅπως γνωρίζετε, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεξετάθη καὶ εἰς τοὺς βουλευτάς, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ κανονικῶς, ὅπως ἦτο καὶ ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ, ὅπως ἐγκρίνητε νὰ διορθωθῇ ἡ τροποποίησις, ὥστε τὸ ἐπίδομα αὐτὸ ἀδείας ἑνὸς 15θημέρου, νὰ καταβάλλεται τὴν 15ην Ἰουλίου ἑκάστου ἔτους εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ βουλευτάς. Ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ ὑπολογισθῇ ἄλλως ὁ χρόνος τοῦ δικαιώματος.

§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει: Ἡ κατὰ τὴν Συνεδρίασιν ΜΖʹ τῆς 19ης Ἰουνίου 1964 ληφθεῖσα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς διορθοῦται ὡς ἑξῆς: 1) Ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1964 ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ἀνερχομένη μέχρι τοῦδε εἰς δρχ. 15.318 διὰ λόγους καθαρῶς λογιστικούς, ὁρίζεται μηνιαίως εἰς δραχμὰς δέκα πέντε χιλιάδας πεντακοσίας (15.500). 2) Εἰς τοὺς βουλευτὰς παρέχεται ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις: α) Ἑνὸς μηνὸς ἄνευ κρατήσεων ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς τῶν Χριστουγέννων. β) Ἑνὸς 15θημέρου ἄνευ κρατήσεων ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς τοῦ Πάσχα καὶ γ) Ἑνὸς 15θημέρου ἄνευ κρατήσεων (ἐπίδομα ἀδείας) καταβαλλομένου τὴν 15ην Ἰουλίου ἑκάστου ἔτους εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ βουλευτάς. 3) Αἱ περὶ ὧν ἡ προηγουμένη παράγραφος ἀποζημιώσεις ἀντιστοιχοῦσιν: α) Ἡ τῆς περιπτώσεως αʹ εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ 16 Ἀπριλίου μέχρι καὶ 15 Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους, καὶ ἡ τῆς περιπτώσεως βʹ ἀπὸ τῆς 16 Δεκεμβρίου μέχρι καὶ τῆς 15 Ἀπριλίου τοῦ ἑπομένου ἔτους. 4) Ἡ κατὰ τὴν Συνεδρίασιν ΠΑʹ τῆς 23.3.1958 ληφθεῖσα ἀπόφασις ὡς αὕτη ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη, καταργεῖται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1964. Ἐπίσης, θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω ὅπως, κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν ἔθιμον, ἐγκρίνεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσῃ ἔκτακτον ἀμοιβὴν διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς τὸ ἐργασθὲν κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον τοῦ Σώματος.

§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει ὁμοφώνως ὅπως, εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς τὸ ἐργασθὲν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Αʹ συνόδου καὶ λόγῳ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν εἰς ἃς τοῦτο ὑπεβλήθη καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Αʹ Συνόδου ἐκ τῶν νυκτερινῶν καὶ μακρῶν συνεδριάσεων, χορηγηθῇ ἐφ’ ἅπαξ ἀποζημίωσις κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου, εἰς βάρος τοῦ κωδικοῦ ἀριθμοῦ 0261 τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐξόδων τῆς Βουλῆς, χρήσεως 1964. Οἱ ἡμερομίσθιοι ἐν προκειμένῳ δύνανται νὰ ἐξομοιωθοῦν μὲ γραφεῖς.

§22Χ. ΠΙΠΙΛΗΣ. Νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ Φρουρά.

§23Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ καινοτομήσωμεν. Θὰ τηρηθοῦν τὰ καθιερωμένα.

§25Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι 5 ἡμέρας πρὶν σημειωθοῦν τὰ γεγονότα εἶχον δηλώσει εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὅλοι συγκεντρωμένοι εἰς μίαν εἴσοδον. Ὤφειλον νὰ ἀναφέρουν τοῦτο ὅπου δεῖ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ ἀνέφερον. Νομίζω, ὅτι ἔχουν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν οἱ ἰθύνοντες νὰ κάμουν αὐστηρὰς ἀνακρίσεις. Διότι ἐὰν εἶχε ληφθῆ ὑπ’ ὄψει ἡ παρατήρησίς μου καὶ ἡ σύστασίς μου θὰ εἶχον ἀποφευχθῆ τὰ γεγονότα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκρίνω ἐγὼ καὶ διὰ τὴν Φρουρὰν ἀμοιβὴν διὰ τὴν ἀμέλειαν τῶν καθηκόντων των, ἡ ὁποία παρ’ ὀλίγον νὰ εἶχε σοβαρὰς συνεπείας.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀνώτερος Διοικητὴς Χωροφυλακῆς διεξάγει ἐξέτασιν αὐστηρὰν καὶ ἐπιμελημένην, ὥστε νὰ καταλογισθοῦν αἱ εὐθῦναι.

§27Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζω ὅτι καθ’ ὅλα τὰ χρόνια ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μαζὶ μὲ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς ποὺ πράγματι ἀξιεπαίνως ἐργάζονται καὶ δικαιοῦνται ἐπιδόματος, ἐλάμβανον καὶ ἅπαντες οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν φρουρὰν τῆς Βουλῆς ἀξιωματικοὶ καὶ χωροφύλακες. Ἐὰν ὑπάρχουν δύο ἢ τρία κατώτερα ὄργανα τὰ ὁποῖα δὲν ἐξετέλεσαν τὰ καθήκοντά των κατὰ τὰς τελευταίας σκηνὰς εἰς τὴν Βουλὴν θὰ ἐξετασθῇ ποῖοι εἶναι αὐτοὶ καὶ θὰ τοὺς ἐπιβληθοῦν κυρώσεις. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀποτελεῖ λόγον, διὰ νὰ στερηθοῦν ὅλοι οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν φρουράν, τοῦ ἐπιδόματος αὐτοῦ, ποὺ ἐλάμβανον ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Τοῦτο θὰ εἶναι ἄδικον καὶ δὲν τὸ δέχομαι.

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅ,τι ἔχει καθιερωθῆ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος θὰ ἰσχύσῃ καὶ τώρα καὶ αὐτὸ εἶναι νομίζω τὸ ὀρθόν.

§29Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ὅσων εἶπον δὲν ἐννοοῦσα νὰ μὴ πάρουν ὅλοι, ἀλλὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὐθύνονται. Καὶ ὁ ἀνώτερος διοικητὴς πρωτευούσης, ὁ ὁποῖος εἴπατε ὅτι διεξάγει ἀνακρίσεις καὶ ἐπρόκειτο νὰ μὲ καλέσῃ διὰ νὰ καταθέσω, μοῦ εἶπεν ὅτι ἔφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας του ἡ ὑπόθεσις.

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν δέχεται νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου».

§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν

ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Ὅπως γνωρίζει ἡ Βουλή, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ἔχει περαιωθῆ. Ἀπομένει ἡ λῆψις ἀποφάσεως ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τῶν κ.κ. Λύχνου καὶ Ἰορδάνογλου.

§33Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἐδήλωσα εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ἀποδέχομαι μόνον τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κουτσοχέρα, καὶ οὐδεμίαν ἄλλην.

§34Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μίαν διευκρίνισιν. Οἱ ἐν ἐνεργείᾳ βουλευταὶ καὶ Ὑπουργοὶ θὰ ὑποβάλουν τὴν δήλωσίν των εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οἱ τέως βουλευταὶ καὶ Ὑπουργοί, ποῦ θὰ ὑποβάλουν τὴν δήλωσίν των;

§35Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Καὶ αὐτοί, κ. συνάδελφε, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔχει κηρυχθῆ περατωθεῖσα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τέσσαρα. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κουτσοχέρα, ἡ ὁποία ἐγένετο, ὡς γνωστόν, δεκτή.

§37Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὴν τροπολογίαν, ποὺ ὑπέβαλον ἐγώ, κ. Πρόεδρε; Θὰ γίνῃ ψηφοφορία ναὶ ἢ ὄχι;

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρωτήθη χθὲς ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν τὴν δέχεται, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέχθη ὅπως ἡ τελικὴ ψηφοφορία γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχικῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου.

§39Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀπήντησα, ὅτι δὲν τὴν ἀποδέχομαι.

§40Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἐζήτησα ὅπως αἱ δηλώσεις τῶν βουλευτῶν ἢ τῶν ἄλλων πολιτευομένων, ἐν σχέσει μὲ τὰ περιουσιακά των στοιχεῖα δημοσιεύωνται εἰς τὸν Τύπον ὁλόκληροι καὶ ἄνευ ἐπιλογῆς. Ἐὰν μία ἐφημερὶς θελήσῃ νὰ δημοσιεύσῃ μίαν δήλωσιν νὰ τὴν δημοσιεύσῃ ὡς ἔχει καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ τὴν περικόπτῃ εἰς τρόπον ὥστε νὰ τὴν παρουσιάζῃ ὅπως θέλει. Πρέπει ἡ ἐφημερὶς νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τὴν....

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ συζήτησις ἔχει περατωθῆ καὶ ἡ Βουλὴ ἔκαμε δεκτὸν τὸ ἄρθρον μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κουτσοχέρα.

§42Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπεφάνθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν τὴν ἀποδέχεται. Ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξηγήσω ποία εἶναι ἡ τροπολογία μου, διότι ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς ὑπῆρχον τριάκοντα βουλευταὶ καὶ ἀπὸ τὰς δύο παρατάξεις. Πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὶ θὰ ψηφίσῃ;

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ ἄρθρον ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἀρχικῶς εἶχε διατυπωθῆ, μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κουτσοχέρα. Δὲν δυνάμεθα συνεπῶς νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ ἄρθρου ψηφισθέντος ἤδη.

§44Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διατὶ χάνομεν χρόνον; Ὑπάρχει ἁπλουστάτη διαδικασία. Ἁπλούστατα νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. Λύχνον νὰ εἴπῃ ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς τροπολογίας του καὶ κατόπιν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη. Τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη ὡς ἀρχικῶς εἶχε διατυπωθῆ μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κουτσοχέρα.

§46Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τέσσαρα ἔληξε τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμετε, εἶναι νὰ ἀναγνώσητε τὰς τροπολογίας καὶ νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐὰν τὰς δέχεται ἢ ὄχι.

§47Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι χθὲς ἡ συζήτησις, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος, ἐτερματίσθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου καὶ διεκόπη ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς λόγῳ ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Εἰς ψηφοφορίαν εἶχε τεθῆ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ὅπως εἶχε διατυπωθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἑπομένως εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εὑρίσκετο τὸ θέμα χθὲς καὶ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ πέραν θὰ συνεχίσῃ σήμερον τὸ ἔργον της ἡ Βουλὴ καὶ θὰ κληθῇ αὕτη νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀπεφάνθη ἐλλείψει ἀπαρτίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι πράγματι εἶχον ὑποβληθῆ καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔγινε μακρὰ συζήτησις, αἱ τροπολογίαι αὐταὶ εἶναι ἐγγύτεραι καὶ ἀπωτέρα εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου. Συνεπῶς ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου ἀποκλείονται αἱ τροπολογίαι.

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.

§49Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπῶς συζήτησις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ.

§50Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ μὲ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ἡλιόπουλος καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ τὴν δεχθῆτε, διότι θὰ ἀπετέλει ἀνατροπὴν ρητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῆς βασικῆς ἀρχῆς, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθοῦν τροπολογίαι. Ἐὰν ἐπροχωρούσαμεν εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια ἔτσι ὅπως προτείνει ὁ κ. Ἡλιόπουλος, θὰ καθίστατο ἀδύνατος πᾶσα τροπολογία, διότι θὰ ἐλέγαμεν, ὅτι εἶναι ἀπωτέρα πρότασις. Ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἐννοιολογικὴ διάκρισις λίαν ἀσαφής. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 4; Τὸ ἄρθρον 4 λέγει, ὅτι θὰ πρέπει νὰ δίδεται εἰς πάντα ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὸ Γραφεῖον τὸ ὁποῖον θὰ ὁρισθῇ, ἀντίγραφον τῆς δηλώσεως ἑνὸς πολιτευτοῦ ὑποκειμένου εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Δὲν ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον περὶ δημοσιότητος, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ οὔτε ἀπωτέρα, οὔτε ἐγγυτέρα, οὔτε εὐρυτέρα, οὔτε στενωτέρα ἡ τροπολογία. Πρόκειται περὶ ἄλλου θέματος, εἶναι ἀδύνατον λογικῶς ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔννοιαν ἠθικῆς ἐπίσης. Πάντως καὶ νομικῶς ἐὰν θεωρηθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου 4 ὡς ἀποκλείουσα τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θέτει διὰ τῆς τροπολογίας του ὁ κ. Λύχνος, ἐγὼ δὲν τὸ συλλαμβάνω. Ἀποτελεῖ μίαν πρωτότυπον θεωρίαν, ἐλπίζω, ὅτι θὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ καὶ ὁ κ. Ἡλιόπουλος ἀναγινώσκων τώρα τὸν Κανονισμόν, διότι οὔτε καὶ ἐγὼ ἂν δὲν τὸν κυττάξω τὸν ἐνθυμοῦμαι — δὲν εἶναι εἰς βάρος του, ὅτι προχείρως εἶπε τὴν γνώμην του. Ἑπομένως, κ. Πρόεδρε, εἴτε ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 4, εἴτε ὄχι, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Λύχνου καὶ θὰ συζητηθῇ καὶ θὰ γίνῃ ἐπὶ αὐτῆς εἰδικὴ ψηφοφορία.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄποψις αὐτή, κ. Πρόεδρε, διότι ἡ Βουλὴ ἐκήρυξεν ἤδη περαιωθεῖσαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4. Ψηφοφορία μόνον θὰ γίνῃ σήμερον ὄχι πλέον συζήτησις.

§52Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τίνος ἐτερματίσθη, κ. Πρόεδρε; Κύριε Λύχνο, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος δὲν θέλει νὰ κατανοήσῃ τὴν ἄποψίν μου, κάμετε τροπολογίαν διὰ τῆς ὁποίας νὰ προσθέτετε νέον ἄρθρον, ὁπότε θὰ συζητηθῇ. Ἀφοῦ τὸ θέλετε ἔτσι, κ. Πρόεδρε, ἰδοὺ ἡ λύσις.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, ἐγένετο εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τῆς τροπολογίας ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν.

§54Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Λύχνο, κάμετε νέον ἄρθρον, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Πρόεδρος νὰ τὸ θέσῃ ὑπὸ συζήτησιν. Ἐδῶ εἶναι Βουλὴ καὶ παρακαλῶ νὰ σεβασθῆτε ἀπολύτως τὸν Κανονισμὸν καὶ τὰς παραδόσεις.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ τὸν σέβομαι καὶ παρακαλῶ νὰ τὸν σεβασθῆτε καὶ σεῖς. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιβάλλετε τὴν ἰδικήν σας γνώμην, εἶμαι καὶ ἐγὼ νομικὸς καὶ ἐπὶ πλέον ἔχω μακρὰν πεῖραν τῆς κοινοβουλευτικῆς διαδικασίας. Δὲν ἔχετε δίκαιον καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένετε.

§56Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ξεύρετε πολὺ καλὰ πόσον σέβομαι καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ Ὑμᾶς προσωπικῶς, ἀλλὰ ἡ διαρκὴς ἐκ μέρους σας ἄρνησις τῆς ὀρθότητος μιᾶς στοιχειώδους ἀπόψεως τὴν ὁποίαν ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προτείνω, αὐτὴ ἡ διαρκὴς ἄρνησις, εἶναι κἄτι τι τὸ πρωτοφανὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις νέα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ καὶ ἐκηρύχθη περαιωμένη ἡ συζήτησις.

§58Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἄρνησις τῆς ἰδικῆς μου ἀπόψεως, εἶναι ἄρνησις τῶν κανόνων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Ὁ κ. Λύχνος προτείνει προσθήκην εἰδικοῦ ἄρθρου.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψει σας τὰ ἐπίσημα πρακτικά, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐδήλωσα εἰς τὸ τέλος, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 4 ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ κηρύσσεται περαιωμένη. Εἶμαι, κατόπιν τούτου, ὑποχρεωμένος νὰ ἐφαρμόσω τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νέου Κανονισμοῦ καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἔγινε δι’ ἀναστάσεως ἡ ψηφοφορία καὶ κατόπιν ἐζητήθη ἀπὸ τὸν κ. Παπακωνσταντίνου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ὀνομαστικὴ ψηφοφορία. Ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐπῆλθεν ἀποτέλεσμα καὶ δὲν ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ ἡ συζήτησις ἐτερματίσθη, εἴχομεν προχωρήσει εἰς τὸ στάδιον τῆς ψηφοφορίας.

§60Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ σκεφθῆτε πρὶν ἀπαντήσητε, παρακαλῶ θερμότατα νὰ τὸ σκεφθῆτε καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὡς μέλος τῆς Ἀκαδημίας καὶ συνάδελφός μου ἐν τῇ Ἀκαδημίᾳ, ὅπου ὑποτίθεται ὅτι οἱ λογικοὶ κανόνες πρέπει νὰ τηρῶνται ἔτι μᾶλλον.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὅπου συζητοῦμεν ἠρεμώτερα...

§62Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἰς τὴν Βουλὴν ὑπάρχει πολιτικὸν πάθος, ἐνῷ εἰς τὴν Ἀκαδημίαν δὲν ὑπάρχει. Σᾶς ἐρωτῶ, λοιπόν: Ὑπάρχει λέξις περὶ δημοσιότητος εἰς τὸ ἄρθρον 4; Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε, ὑπάρχει;

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθη χθὲς ἡ τροπολογία τοῦ κ. Λύχνου καὶ συνεζητήθη, ἐν τέλει δὲ ἐζήτησα τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις. Δέχομαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴ καὶ σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ.

§64Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 4 λέξις περὶ δημοσιότητος;

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία πρόθεσις νὰ μὴ εἰσακουσθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐδέχθη καὶ σχετικὴν πρότασιν τοῦ κ. Γιαννούση, νὰ γίνεται εὐρεῖα δημοσίευσις ὅλων τῶν κατατεθειμένων δηλώσεων. Κατόπιν ὅμως μακρᾶς συζητήσεως ἐπανῆλθεν ἡ Βουλὴ καὶ ἐρωτηθεῖσα ἂν δέχεται αὐτὴν τὴν εὐρεῖαν δημοσίευσιν ὅλων τῶν δηλώσεων ποὺ κατατίθενται, ἢ μόνον νὰ συζητήσῃ τὸ ἄρθρον κατὰ τὴν ἀρχικήν του διατύπωσιν μὲ τὴν περιωρισμένην δημοσιότητα. Καὶ ἐδέχθη ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὸ ἄρθρον κατὰ τὴν ἀρχικήν του διατύπωσιν.

§66Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῆς δημοσιότητος ἐρωτηθεῖσα; Σοβαρῶς τὸ λέγετε, κ. Πρόεδρε; Τότε λυποῦμαι, ἂς μὴ γίνῃ τίποτε καὶ κάμετε ὅ,τι θέλετε.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, δι’ ὅσα λέγετε. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Λύχνου, τὴν συζήτησιν ἠρνήθην διότι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐπιτρέψω.

§68Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, συνέπεσε νὰ ἀπουσιάζῃ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν.

§69Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμην ἐδῶ καὶ μάλιστα ἐγὼ ἤμην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤνοιξα τὸ θέμα τῆς δημοσιότητος.

§70Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διατυπώσω τὴν ἄποψίν μου. Συνέπεσε νὰ ἀπουσιάζετε κατὰ τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ συνάδελφος κ. Λύχνος ἐν πλάτει ἀνέπτυξε τὴν τροπολογίαν του, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν Βουλήν. Συνεπῶς, τὸ μόνον θέμα τὸ ὁποῖον μένει, εἶναι ἡ ἀναπτυχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Λύχνου τροπολογία νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, ἂν τὴν ἀποδέχεται ἢ ὄχι.

§71Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀσχέτως τοῦ ἂν τὴν ἀνέπτυξεν ἢ ὄχι ὁ κ. Λύχνος, ἐπὶ θέματος μὴ ἐμπίπτοντος εἰς τὸ ἄρθρον 4, — διότι δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτὸ οὐδὲ λέξις περὶ δημοσιότητος — οὐδεὶς ἄλλος ἐξ ἡμῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ; Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ νέα τάξις πραγμάτων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν;

§72Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐθεωρήθη περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, πῶς θὰ ἐπανέλθωμεν; Τὸ γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμέ, διότι σέβεσθε τὸν Κανονισμόν.

§73Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι θέλω νὰ σέβωμαι τὸν Κανονισμόν, ὅπως καὶ σεῖς κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Προέδρου. Δι’ αὐτὸ παρεκάλεσα τὸν κ. Λύχνον νὰ κάμῃ προσθήκην ἄρθρου, καὶ θὰ ὑποχρεωθῇ ὁ κ. Πρόεδρος μετὰ ταῦτα νὰ ἀνοίξῃ συζήτησιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ δύο ὥρας, ἐπὶ τῆς δημοσιότητος. Ἂν δὲν τὸ ἠθέλατε ἔτσι, θὰ ἔληγε τὸ ζήτημα σὲ 10 λεπτά.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ἀποκλείει τὴν προσθήκην ἑνὸς νέου ἄρθρου, ὑπὸ μορφὴν τροπολογίας, ἐγὼ ὅμως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ δεχθῶ συζήτησιν τροπολογίας ἐπὶ ἄρθρου ψηφισθέντος ἤδη. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν, ἄλλωστε οἱ παρόντες συνάδελφοι δύνανται νὰ σᾶς βεβαιώσουν, ὅτι προσεπάθησα νὰ διευκολύνω ὅλας τὰς τροπολογίας, διότι ὁμολογουμένως ὑπάρχουν πολλαὶ ἀξιόλογοι ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐκτεθοῦν καί τινες τούτων νὰ γίνουν ἐνδεχομένως δεκταί.

§75Η. ΗΛΙΟΥ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω, ὅτι κακῶς καὶ μάλιστα ἐναντίον τῶν κανόνων τῆς ἀκριβολογίας ποὺ ἰσχύουν καὶ εἰς τὰς Ἀκαδημίας, γίνεται μία σύγχυσις μεταξὺ δημοσιεύσεως διὰ τοῦ τύπου καὶ δημοσιότητος. Τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος ἐλύθη ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ αἱ κατατιθέμεναι δηλώσεις καθίστανται δημόσιον κτῆμα καὶ οἱοσδήποτε πολίτης θέλων νὰ λάβῃ γνῶσιν λαμβάνει καὶ ἀντίγραφον. Τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος ἐλύθη. Ἠκούσθη ἁπλῶς ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δίδεται εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ ἀκρίβεια εἶναι, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προταθῇ τώρα κἄτι τι νέον διότι τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος ἔχει λυθῆ καὶ εἶναι σύγχυσις ἐννοιῶν τὸ νὰ ταυτίζωμεν δημοσιότητα μὲ δημοσίευσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἡ δημοσιότης εἰς τὰς δικαστικὰς αἰθούσας εἶναι διὰ τῶν ἀνοικτῶν θυρῶν καὶ τίποτε ἄλλο, ἡ δημοσιότης εἰς τοὺς πλειστηριασμοὺς εἶναι διὰ τοιχοκολλήσεως εἰς ὡρισμένα μέρη, δημοσιοτήτων πολλαὶ μορφαὶ εἶναι γνωσταὶ εἰς τὸ δίκαιον, ἐλύθη τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος. Ὥστε τὸ νὰ ἔλθῃ ὡς ἰδιαίτερον ἄρθρον κἄτι τὸ ὁποῖον ἤδη συνεζητήθη, ἀνεπτύχθη διὰ μακρῶν καὶ ἀπερρίφθη δι’ ἀναστάσεως καὶ μένει νὰ γίνῃ ψηφοφορία, αὐτὸ νομίζω, ὅτι θὰ ἀπετέλει μίαν καταστρατήγησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν ὁ βουλευτὴς νὰ προτείνῃ νέον ἄρθρον ἢ ἐδάφιον ἢ παράγραφον ἢ τροπολογίαν. Ἂν ὅμως μία συζήτησις ἔχῃ ἐξαντληθῆ κατ’ οὐσίαν, συζητηθὲν ἓν ἄρθρον καὶ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ διότι ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφερθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος διὰ προσθήκης ἄλλου ἄρθρου, ἄλλως θὰ ἦτο εἰς χεῖρας ὄχι κἂν ἑνὸς κόμματος ἀλλὰ ἑνὸς οἱουδήποτε βουλευτοῦ νὰ ματαιώνῃ τὴν ἐπιψήφισιν οἱουδήποτε ἂν ἐπαναφέρῃ διὰ προτάσεως προσθήκης νέου ἄρθρου πρὸς συζήτησιν ὅ,τι ἤδη ἔχει ἐξαντλητικῶς συζητηθῆ, καὶ ἔχει περαιωθῆ ἡ περὶ τούτου συζήτησις.

§76Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ταὐτίζει ὁ κ. Ἠλιοῦ, δύο ἐννοίας αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ ταὐτισθοῦν. Ἄλλο ἡ δημοσιότης καὶ ἄλλο ἡ δημοσίευσις εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἡ δημοσιότης εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐθέσπισε τὸ ἄρθρον 2 μὲ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς πάντα βουλόμενον νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν δηλώσεων. Ἡ δημοσιότης ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τοῦ τύπου καὶ ἠμποροῦν νὰ ρυθμισθοῦν κάλλιστα, δι’ εἰδικοῦ ἄρθρου, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ, ὅτι ἐπαναφέρεται τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος. Εἶχον ὑποστηρίξει τὴν ἄποψιν καὶ δὲν ἐπιμένω ἐπ’ αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν συνεφώνησε μαζί μου, ὅτι ἡ δημοσιότης ἡ ὁποία ὑπάρχει διὰ τοὺς διατελοῦντας, ἢ διατελέσαντες Πρωθυπουργούς, νὰ μὴ ὑπάρχῃ διὰ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εἶναι βουλευταί. Δηλαδὴ νὰ ὑπάρχῃ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἤσκησαν, ἢ ἀσκοῦν ἐξουσίαν ἡ ὁποία συνδέεται μὲ διοίκησιν καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ δι’ ὅλους τοὺς βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν μόνον τὸ μέγα ἠθικὸν καὶ ἐθνικὸν καθῆκον τῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ λαοῦ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, διότι τοῦτο δὲν ἐγένετο δεκτόν. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἡ ἰδία ἡ πλειοψηφία τῶν βουλευτῶν ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν ἐμμέσως διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου τὴν ἀπόρριψιν μιᾶς προτάσεως, ἡ ὁποία ἦτο ὑπὲρ αὐτῶν καὶ οὐχὶ φυσικὰ ὑπὲρ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος διετέλεσα μέλος Κυβερνήσεων, διότι ἐγὼ θὰ ὑπηγόμην εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δηλώσεως, ἀφοῦ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπορρίψῃ μίαν σκέψιν μου ἐμμέσως, ὅμως θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, διότι εἶναι οὐσιῶδες. Εἶναι πράγματι οὐσιῶδες τὸ τεθὲν θέμα δημοσιεύσεως εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἀποτελεῖ ἓν εἰδικὸν θέμα τὸ ἐὰν θὰ δημοσιεύωνται ἢ ὄχι κατ’ ἀρχὴν εἰς τὰς ἐφημερίδας αἱ δηλώσεις, ἐὰν θὰ δικαιοῦται μία ἐφημερὶς νὰ τὰς δημοσιεύσῃ. Ἐπίσης εἶναι ἕνα δεύτερον θέμα τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λύχνου, ἐὰν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὴν δημοσιεύσῃ ἐπιλέγουσα ὡρισμένας φράσεις. Ἐὰν οἱ κ.κ. βουλευταί, νομίζουν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἀνεξέλεγκτος ἀπόσπασις μιᾶς φράσεως εἰς βάρος των, ἢ εἰς βάρος ἐμοῦ, ἂς γίνῃ. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἂς καταλήξῃ εἰς τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λύχνου. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Λύχνος προερχόμενος ἀπὸ τὴν δημοσιογραφίαν εἶχε περισσότερον παντὸς ἄλλου τὸ δικαίωμα ν’ ἀσχοληθῇ ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου μὲ τὸ θέμα τῆς δημοσιότητος.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰδικῶς ἀπὸ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λύχνου, περὶ γενικεύσεως τῆς δημοσιεύσεως ὅλων τῶν δηλώσεων εἰς τὸν τύπον, ἤρχισεν ἡ συζήτησις καὶ ἐν συνεχείᾳ κατελήξαμεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἰορδάνογλου, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερον προηγουμένως καὶ ἥτις θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Λύχνου, κεχωρισμένως. Προβλέπεται ὑπὸ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου ἡ χρῆσις τοῦ ἀντιγράφου τῆς δηλώσεως «... (ἀναγινώσκει)...». Δηλαδὴ μόνον μήνυσιν δικαιοῦται νὰ κάμῃ ὁ λαμβάνων ἀντίγραφον τῆς δηλώσεως. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον δὲν δύναται νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι προλαμβάνει καὶ πᾶσαν ἄλλην χρῆσιν.

§78Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μήνυσιν δικαιοῦται νὰ κάμῃ, ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς μηνύσεως, λέγει, πουθενὰ δὲν δικαιοῦται νὰ παραδώσῃ τὸ ἀντίγραφον τῆς δηλώσεως εἰς δημοσιογράφον πρὸς δημοσίευσιν; Ἂς προσέξωμεν λοιπὸν τὰ πράγματα. Ἐκτὸς τούτου, ἐπειδὴ ἐγὼ ὠργίσθην καὶ ὑμεῖς ὠργίσθητε, δι’ αὐτὸ θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ παρεμποδίσητε τὸν κ. Λύχνον νὰ εἴπῃ ὀλίγας λέξεις καὶ δὴ ἕνα τέταρτον μετὰ τὴν ἐπίσκεψιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔκαμε κατ’ ἐντολήν σας ὁ κ. Γενικὸς Γραμματεὺς καὶ συνῄνεσα νὰ μὴ γίνῃ ἔλεγχος αὔριον νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν τοιαύτη εἶναι ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπὲρ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν φέρει ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὸν κ. Λύχνον νὰ εἴπῃ ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τῆς προτάσεώς του.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πέραν τῆς ἀναντιρρήτου παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ ὤφειλον νὰ ὑπολογίσω καὶ τὰς συνεπείας. Ἐὰν ἐδίδετο ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Λύχνον, θὰ ἐζήτουν τὸν λόγον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ θὰ ἐπανήρχετο ἐκ νέου ἡ τερματισθεῖσα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου συζήτησις, διότι εἰς οὐδένα θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀρνηθῶ πλέον τὸν λόγον.

§80Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὀρθὴ εἶναι ἡ ἄποψις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, ὅτι θὰ πρέπει νὰ περιλάβωμεν μίαν διάταξιν εἰς τὸν νόμον κατὰ τὴν ὁποίαν ἐὰν ἡ δήλωσις θὰ δίδεται εἰς τὴν δημοσιότητα, πρέπει νὰ δίδεται τὸ πλῆρες κείμενον καὶ ὄχι μέρος αὐτῆς. Αὐτὴν τὴν ἀποδέχομαι εὐχαρίστως. Ἡ ἄποψις ὅμως τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Λύχνος, εἶναι ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ δημοσιεύεται μία μεμονωμένη δήλωσις, ἀλλὰ πρέπει νὰ δημοσιεύωνται συλλήβδην ὅλαι αἱ δηλώσεις, εἴτε δι’ εἰδικοῦ τεύχους, εἴτε εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας. Τὴν ἄποψίν σας τὴν εὑρίσκω ὀρθοτάτην. Ὅταν δημοσιεύεται μία δήλωσις θὰ πρέπει νὰ δημοσιεύεται ὅλον τὸ κείμενον αὐτῆς καὶ ὄχι μέρος. Δὲν θὰ δύναται ἡ ἐφημερὶς νὰ δημοσιεύῃ τμῆμα, ἢ περίληψιν τῆς δηλώσεως. Ἀποδέχομαι τὴν ἄποψιν ὡς τὴν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς

ΕΡΕ.

§81Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἄποψίς μου, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀποκλείσω τὸν κ. Λύχνον νὰ ζητῇ διὰ τροπολογίας κἄτι περισσότερον. Συνεπῶς ἀπὸ ἀπόψεως δικονομίας εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ ἀποκλείσωμεν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ἠλιοῦ, νὰ σκεφθῇ τὸ θέμα. Δύναται ὁ κ. συνάδελφος νὰ φέρῃ τροπολογίαν περὶ δημοσιότητος, διότι συζητοῦμεν τὴν δημοσιότητα.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διετυπώσατε τὴν τροπολογίαν αὐτήν;

§83Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ τὴν διατυπώσω τώρα ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, δηλαδὴ ὁ λαμβάνων ἀντίγραφον τῆς δηλώσεως καὶ τὸ δίδει πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὸν τύπον, ἡ δημοσιότης θὰ πρέπει ν’ ἀφορᾷ τὸ πλῆρες κείμενον τῆς δηλώσεως καὶ ὄχι μόνον μέρος αὐτῆς.

§84Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Ἐδέχθημεν, ὅτι αἱ ἐφημερίδες θὰ δύνανται νὰ δημοσιεύουν τὰς δηλώσεις τῶν ἐλεγχομένων. Λόγῳ ἀντιπολιτευτικῆς διαθέσεως ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ κάμουν ἐπιλογὴν τῶν δηλώσεων, ὁπότε τελικῶς ἡ δημοσίευσις θὰ ἀποβαίνῃ εἰς βάρος ἐκείνων, τῶν ὁποίων δημοσιεύονται αἱ δηλώσεις. Ἐὰν π.χ. κύριε Πρόεδρε, μία ἐφημερίδα ἀντίπαλός σας δημοσιεύσῃ τὴν ἰδικήν σας μόνον δήλωσιν χωρὶς νὰ δημοσιεύσῃ καὶ τὴν δήλωσιν τοῦ συνυποψηφίου σας ἢ τοῦ πολιτικοῦ σας ἀντιπάλου σᾶς ἀδικεῖ ἢ ὄχι; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι σᾶς ἀδικεῖ. Περαιτέρω ἐὰν μία ἐφημερὶς περικόψῃ τὴν δήλωσιν καὶ δημοσιεύσῃ ἐξ αὐτῆς ὅσα στοιχεῖα θέλει, χωρὶς νὰ δημοσιεύῃ π.χ. τοὺς πόρους, ὥστε νὰ ἀποδεικνύεται ἡ δυνατότης κτήσεως ἑνὸς περιουσιακοῦ στοιχείου, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν σᾶς ἀδικεῖ ἢ ὄχι; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν σᾶς ἀδικεῖ. Προτείνω, λοιπόν, ὅτι ἡ ἐφημερὶς ἡ ὁποία θὰ ἐπιθυμῇ νὰ δημοσιεύσῃ δηλώσεις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου θὰ πρέπει νὰ δημοσιεύσῃ τὰς δηλώσεις ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ὁλοκλήρους τὰς δηλώσεις εἰς περίπτωσιν δὲ παραβάσεως τῆς σχετικῆς διατάξεως νὰ ὑπόκειται εἰς κυρώσεις.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τελευταῖον ἐγένετο δεκτόν.

§86Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν κυρώσεις καὶ ἡ διάταξις δὲν θὰ τηρηθῇ.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ πρέπει βεβαίως νὰ ἔχῃ κυρώσεις, διότι ἄνευ κυρώσεων ἡ διάταξις δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ.

§88Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν συνάδελφον κ. Λύχνον, τί ἐννοεῖ, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον θέμα, διότι τὸ δεύτερον, ἡ ὑποχρέωσις δηλαδὴ δημοσιεύσεως ὁλοκλήρου τῆς δηλώσεως ἐγένετο δεκτόν. Ἐννοεῖ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἐὰν μία ἐφημερὶς θελήσῃ νὰ δημοσιεύσῃ μία δήλωσιν, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δημοσιεύσῃ τὰς δηλώσεις ὅλων τῶν ἐλεγχομένων; Τότε ὅμως φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἐφημερὶς εἰς ὄγκον θὰ πρέπει νὰ ὑπερβῇ καί τοὺς Τάϊμς τῆς Ν. Ὑόρκης. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ κ. συνάδελφος;

§89Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἐὰν μία ἐφημερὶς ἡ ὁποία σᾶς συμπαθεῖ δημοσιεύει κάθε ἡμέραν τὴν δήλωσιν τῶν περιουσιακῶν σας στοιχείων, ἐπὶ μῆνας, χωρὶς νὰ δημοσιεύῃ τῶν ἄλλων, θὰ ἐθίγεσθο ἢ ὄχι;

§90Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Πρέπει νὰ ὑποχρεωθοῦν αἱ ἐφημερίδες νὰ πάρουν ὅλο αὐτὸ τὸ τεῦχος καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον. Εὑρίσκετε, ὅτι εἶναι ἐφικτὸν ὅταν θὰ πάρουν οἱ δημοσιογράφοι μίαν δήλωσιν ἑνὸς πολιτευομένου — καὶ ὑπάρχουν φέρ’ εἰπεῖν 500 ἢ 800 πολιτευόμενοι — ὅτι εἶναι ἐφικτὸν αὐτὸ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα; Κἄποτε, ἐδιάβαζα, ἕνας Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ τὴν ἀξίωσιν νὰ εἶναι Ἐθνικὸς ἡγέτης, καὶ ἐγελοιοποιήθη εἰς συζήτησιν ποὺ ἐγένετο ἐὰν ἔπρεπε νὰ δημοσιεύωνται ὅλα τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἦτο μονομερὴς ἡ ἐμφάνισις, φέρεται εἰπὼν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ὁ προτείνων νὰ δημοσιεύωνται εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅλα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Καὶ λέγει τὸ Σκρίπ: Ποῦ θὰ βροῦμε νὰ τὰ βάλλωμεν ὅλα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἀφοῦ ἔχομεν μόνον μία σελίδα; Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ὑπάρχει Ἑλληνικὴ ἐφημερὶς δυναμένη νὰ περιλάβῃ τὰς 800 δηλώσεις; Θὰ ἐχρειάζετο 30 σελίδας.

§91Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Συζητοῦμεν νομοσχέδιον περὶ προστασίας τῶν μελῶν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἢ τῶν συμφερόντων τοῦ Τύπου; Ἀπαντήσατε.

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἐφωτίσθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης διετύπωσε καὶ τὴν τελευταίαν τροπολογίαν.

§93Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον 4 μὲ τὰς δύο τροπολογίας τὰς ὁποίας ἀπεδέχθην, τοῦ κ. Κουτσοχέρα καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε., καθ’ ἣν προκειμένου νὰ δημοσιευθῇ ἡ δήλωσις θὰ πρέπει νὰ δημοσιεύεται αὐτουσία καὶ ὄχι περίληψις αὐτῆς.

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ εἶναι σύνοψις τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Λύχνου καὶ τοῦ κ. Ἰορδάνογλου.

§95Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ποῖαι κυρώσεις θὰ ἐπιβληθοῦν;

§96Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 8 ὁρίζει τὰς κυρώσεις. Ἐκεῖ θὰ τὸ συζητήσωμεν.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον 4 ὡς διετυπώθη ἀρχικῶς, μὲ τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Κουτσοχέρα καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε., ἡ ὁποία συνοψίζει τὰς τροπολογίας τῶν κ.κ. Λύχνου καὶ Ἰορδάνογλου;

§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 ἐγένετο δεκτόν. Τὸ ἄρθρον 3 ἔχει ψηφισθῆ πλὴν τῆς παραγράφου 2, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ διατυπώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἤδη διενεμήθη ἡ ὁριστικὴ διατύπωσις.

§100Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 3 ἐψηφίσθη ἐκτὸς τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Βασιλάτου καὶ εἶπον ὅτι θὰ κάμω τὴν τελικὴν διατύπωσιν. Τὴν ἔκαμα καὶ διενεμήθη. Καὶ ἔλαβον γνῶσιν οἱ κ.κ. βουλευταί. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἀποδέχεται καὶ τὸ ἄρθρον 3, περιλαμβανομένης καὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Βασιλάτου, διότι ἐπὶ τοῦ λοιποῦ περιεχομένου ἔχει ἀποφανθῆ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔχει ἀποδεχθῆ.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου ἔχει τὸν λόγον.

§102Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διαβάζω τὴν νέαν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 3 εἰς τὴν παράγραφον 2. Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ καὶ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ προσέξουν τὴν διατύπωσιν. «Οἱ ἐκ τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 1, 2 καὶ 3 παρ. 2....... καὶ μὴ μεταγραφέντες...... Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκίνδυνον, διότι εἴπομεν ὅτι δὲν μεταγράφονται τὰ ἀκίνητα, ἀλλὰ οἱ τίτλοι. Καὶ τὸ εἴπομεν καὶ χθὲς ἀκόμη καὶ ἠμποροῦσαν οἱ σύμβουλοι νὰ τὸ διορθώσουν αὐτό, «...ὑποχρεοῦνται νὰ προβοῦν εἰς τὴν μεταγραφὴν ἐντὸς 3 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου». Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ εἰσηγηθέντες ἢ διατυπώσαντες τὴν διάταξιν αὐτὴν ἔχουν ὑπ’ ὄψει των τὶ μέλλει νὰ γίνῃ. Διότι πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὅτι προκειμένης μεταγραφῆς ἑνὸς τίτλου, μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος θὰ πρέπει νὰ προσάγῃ ὁ οἱοσδήποτε ἀνύποπτος Ἕλλην πολίτης, ὁ ὁποῖος ἔχει καθυστερήσει εἰς τὴν μεταγραφὴν τοῦ τίτλου, πιστοποιητικὸν ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς καμμίαν κατηγορίαν τῶν ἄρθρων 1, 2 καὶ 3 παραγρ. 2, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε βουλευτὴς ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν ἔχει διατελέσει Ὑπουργός, ὅτι δὲν διετέλεσε βουλευτής, ὅτι δὲν εἶναι πενθερὸς ἢ πενθερὰ βουλευτοῦ, ἀδελφὸς ἢ μπατζανάκης, ἐὰν καὶ αὐτοὶ περιλαμβάνωνται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν προσώπων περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ ἄρθρον 3. Θὰ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ὁ Ἕλλην πολίτης εἰς αὐτὴν τὴν ταλαιπωρίαν νὰ προσκομίζῃ εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα πιστοποιητικὸν ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν προσώπων αὐτῶν; Καὶ δεύτερον καὶ ἡ ἐκ πάσης αἰτίας κτῆσις πρέπει νὰ μεταγράφεται ἐντὸς τοῦ χρόνου αὐτοῦ; Καὶ ἡ ἐκ χαριστικῆς αἰτίας καὶ ἡ ἐξ ἐπαχθοῦς καὶ κληρονομητηρίου; Ἐὰν δὲν μεταγραφῇ ἐντὸς τῆς προθεσμίας τοῦ τριμήνου, θὰ ἔχωμεν τὴν φυλάκισιν τοῦ ἑνὸς ἔτους καὶ τὰς ἄλλας συνεπείας; Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, καὶ μόνον ἡ ἔκδοσις τοῦ κληρονομητηρίου, εἰς πολλὰς περιπτώσεις θέλει πολλοὺς μῆνας καὶ θὰ ἔχῃ παρέλθει ἡ προθεσμία αὐτὴ καὶ τὸ κληρονομητήριον δὲν θὰ ἔχῃ ἐκδοθῆ, διὰ νὰ γίνῃ μεταγραφὴ καί, μολονότι ἔχω νὰ ἀσκήσω τὴν δικηγορίαν ἀπὸ τοῦ 1945, ὑποθέτω ὅτι ὁ τίτλος αὐτὸς μεταγράφεται εἰς ὅλα τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ὁ κληρονομηθεὶς εἶχεν ἀκίνητα, τὰ ὁποῖα περιέρχονται τίτλῳ κληρονομίας εἰς τὸν κληρονόμον. Ἀφήνω τὰς ἄλλας συνεπείας, τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ ἡ διατύπωσις αὐτὴ εἰς τὸν τρίτον τὸν συμβληθέντα καὶ ἀνύποπτον. Τοῦτο σημαίνει, κύριε Πρόεδρε, ὄχι βεβαίως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα κατὰ τοῦ πονηροῦ συμβαλλομένου, ὁ ὁποῖος ἀποφεύγει νὰ μεταγράψῃ τὸν τίτλον. Ἐλέχθη προχθὲς ἀπὸ τὸν κ. Μπουρνιᾶν, καὶ ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους τῆς παρατάξεως αὐτῆς, ἀπὸ τὸν κ. Τσάτσον, πῶς πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις αὐτή, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπέσουν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ ἐλέχθη ὅτι ἡ δήλωσις πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ καὶ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἀποκτήσει κανείς, ἢ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἀποκτήσῃ κανεὶς δυνάμει προσυμβάσεως ἢ ὁριστικῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀκόμη μεταγραφῆ. Ἐγὼ θὰ προσεχώρουν εἰς τὴν ἄποψιν τῆς διατυπώσεως ἑνὸς κειμένου, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀκόμη πλέον αὐστηρότερον ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν αὐτήν. Συνεφώνησαν χθὲς ὁ κ. Τσάτσος καὶ ὁ κ. Μπουρνιᾶς, ὑπὸ τὸ ὅρον ὅμως νὰ μὴ δημιουργοῦνται αἱ παγίδες αὐταὶ καὶ οἱ κίνδυνοι εἰς βάρος τῶν τρίτων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὸ προνόμιον, οὔτε οἱ ἴδιοι νὰ πολιτεύωνται, οὔτε νὰ εἶναι ἀδελφοί, ἢ πενθεροὶ πολιτευομένων, διὰ νὰ εἶναι δυνατόν, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν οὗτοι νὰ πηγαίνουν εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα καὶ νὰ μεταγράφουν τὸν τίτλον των, χωρὶς νὰ προσκομίζουν πιστοποιητικόν, ἐκδιδόμενον ἐπὶ τῇ βάσει ἐνόρκου βεβαιώσεως, ὅτι δὲν εἶναι ἀδελφοὶ ἢ πενθεροὶ τῶν προσώπων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς κατηγορίας τῶν ἄρθρων 1, 2 καὶ 3. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπανεξετάσῃ τὴν διατύπωσιν τῆς παραγράφου 2.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σ. Ἐλαφρός.

§104Σ. ΕΛΑΦΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι βουλευταί, μόνον εἰς τὸ κλῖμα τοῦ λεγομένου αὐτοελέγχου ἢ αὐτοϋποβιβασμοῦ ἠδύνατο νὰ σταθῇ παρομοία διάταξις ἄρθρου ἀφορῶσα βασικῆς σημασίας διατάξεις Ἀστικοῦ Δικαίου. Τὸ θέμα εἶναι ἂν πρόκειται περὶ ἀκύρου ἢ ἐγκύρου συμβολαίου. Καὶ ἂν μὲν εἶναι ἔγκυρον τὸ συμβόλαιον, διατί δὲν θὰ τὸ μεταγράψωμεν, ἂν δὲ εἶναι ἄκυρον διατί ἐκτὸς τῆς ἀκυρότητος νὰ προβλέπεται ἡ ἐπιβολὴ ποινῆς εἰς τὸν ἀτυχῆ φύλακα τῶν μεταγραφῶν; Κυρίως φέρομεν εἰς δυσχερῆ θέσιν τρίτους, τοὺς ὁποίους πρέπει ἀντιθέτως νὰ προστατεύσωμεν. Κυρώσεις προβλέπονται μόνον, ὡς προανέφερα, διὰ τὸν ἀτυχῆ φύλακα, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἐφοδιασθῇ μὲ τὸν ὁρμαθὸν τῶν πιστοποιητικῶν ὅτι ὁ συναλλασσόμενος ἢ οἱ συναλλασσόμενοι δὲν ἔχουν συγγένειαν μὲ πολιτικὰ πρόσωπα, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ συνάδελφος κ. Παπακωνσταντίνου. Καὶ προχωρῶ. Ἐὰν ἡ κύρωσις εἶναι ἡ ἀκύρωσις τῆς δικαιοπραξίας ἢ ἡ ἐπιβολὴ τῆς ποινῆς, παλινῳδοῦμεν. Διότι διὰ νὰ προβλεφθῇ ποινὴ διὰ τὴν μεταγραφὴν τίτλου θὰ πρέπει οὗτος νὰ εἶναι ἄκυρος. Ἀντιλαμβάνεσθε ὅμως ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης πράξεως θίγεται ὁλόκληρον τὸ σύστημα τοῦ ἐμπραγμάτου δικαίου. Πέραν αὐτῶν καὶ ἐκ δικηγορικῆς προσωπικῆς πείρας σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἀδύνατος, ἐντὸς τοῦ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου διαγραφομένου χρονικοῦ ὁρίου τήρησις ὡρισμένων διατυπώσεων, ὡς π.χ. ἡ ἔκδοσις κληρονομητηρίου. Ἀλλὰ τὸ ὀλιγώτερον εἶναι τὸ κληρονομητήριον. Κατὰ ποῖον τρόπον, διὰ ποῖον λόγον καὶ ἐκ ποιᾶς ὑποχρεώσεως θὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς τοὺς συγγενεῖς τοῦ πολιτικοῦ, τοῦ οἱουδήποτε πολιτικοῦ, τὴν σπουδὴν πρὸς μεταγραφήν, ὅταν οἱ ἄλλοι πολῖται, δὲν εἶναι ὑπόχρεοι πρὸς τοῦτο. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαγγέλλεται ἄλλη συνέπεια τί θὰ γίνῃ τὸ ἀγορασθέν; Θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν πωλητήν, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔχει εἰσπράξει καὶ τὸ τίμημα; Πρόκειται ἀσφαλῶς περὶ διατάξεως, ἡ ὁποία θέτει εἰς αὐτοϋποβιβασμὸν ἡμᾶς καὶ προβαίνει εἰς διάκρισιν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως πολιτῶν. Εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι παρεισάγομεν δυσκολίας εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῶν συναλλαγῶν καὶ ἐπὶ προσθέτως εἶναι σὰν νὰ ἀποδεχώμεθα ἐκ προοιμίου ὅτι πᾶσα κτῆσις ἐκ μέρους προσώπων ἀναφερομένων εἰς τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὕποπτος καὶ πρέπει νὰ διαλύσωμεν τὴν ὑποψίαν αὐτήν. Ἐκτὸς τούτων εἶμαι βέβαιος, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ νομοσχεδίου θὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς ἀντισυνταγματικὴ καὶ αἱ ἐπιπτώσεις της θὰ εἶναι τεράστιαι. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς γενομένας διορθώσεις, ἡ μία εἶναι ἀτυχεστέρα τῆς ἄλλης καὶ ἐπισημαίνω τοὺς ἐξ αὐτῶν κινδύνους.

§105Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ γενομένη ὑπ’ ἐμοῦ πρότασις, ἦτο ἁπλῆ καὶ σαφεστάτη καὶ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι παρεξηγήθη. Τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα τὴν πρότασίν μου εἰς τὴν σελίδα 14 γράφουν: «Φημολογεῖται, ὅτι πολλοὶ ἐπωφελήθησαν τῆς διανοίξεως τῆς λεωφόρου Σουνίου, ἠγόρασαν ἀντὶ πινακίου φακῆς ἐκτάσεις καὶ δὲν τὰς μετέγραψαν». Αὐτὴν τὴν περίπτωσιν προέβλεπα καὶ δι’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἐζήτησα νὰ ἐπιβληθοῦν κυρώσεις, εἰς οὐδένα δὲ ἄλλον τρόπον δικαιοπραξίας. Τὸ ἐνετόπισα εἰς μόνην τὴν περίπτωσιν τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐκείνων —καὶ μόνον ἐκείνων —τῶν πραγματοποιηθεισῶν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Καὶ ἐξήγησα τοὺς λόγους, ἀθροιζομένους εἰς τὸ ὅτι εἰδικῶς εἰς τὴν λεωφόρον Σουνίου καὶ ὁ χρόνος προγραμματισμοῦ ἦτο γνωστὸς μόνον εἰς μερικοὺς ἡμετέρους, ὅταν αἱ τιμαὶ τῶν οἰκοπέδων ἦσαν 500 δρχ. τὸ στρέμμα οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν εἰς ἀγορὰν καὶ σήμερον τὰ οἰκόπεδα αὐτὰ τιμῶνται 200 χιλ. τὸ στρέμμα καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ μόνον ἐζήτησα ὅπως ὑποχρεωθοῦν νὰ μεταγράψουν τὰ κτηθέντα. Μόνον ἀγοραστάς, οἵτινες ἐξ οἱουδήποτε λόγου δὲν μετέγραψαν μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ παρόντος καὶ οὐδένα ἄλλον νὰ συμπεριλάβῃ ἡ διάταξις διὰ τὰ ἀκίνητα τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἀγορασθέντα. Οὕτως ἐντοπίζεται καὶ δὲν ὑπάρχει περίπτωσις δι’ ἄλλας συναλλαγὰς καὶ οὐδεὶς φόβος δι’ ἄλλους συναλλασσομένους ἢ συναλλαγέντας, ἀλλὰ μόνον τοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ. Οὔτε δωρεοδόχους, οὔτε κληρονόμους, οὔτε κληρονομητήρια προβλέπει ἡ πρότασίς μου.

§106Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν σκέψιν τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, ὅτι ἡ μὴ μεταγραφὴ κτηθέντος ἀκινήτου σκοπὸν ἔχει τὴν ἀπόκρυψιν καὶ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν περαιτέρω θαλασσοποίησιν, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: Δέχομαι, ὅτι ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ τίτλοι. Οἱ τίτλοι αὐτοὶ ἀποτελοῦν περιουσιακὰ στοιχεῖα καὶ βάσει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ παρόντος πρέπει νὰ δηλωθοῦν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὑπάρχει τι πονηρόν, ὡς ἀνεφέρθη προτείνομεν. (Ἀναγινώσκει).

§107Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κ. Πρόεδρε, φεύγομεν καὶ ἀπὸ τὰς ἀστικὰς συνεπείας.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰορδάνογλου, ἔχει τὸν λόγον.

§109Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τούτου ὡς ἔχει γίνει, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἐξυπηρετεῖ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη. Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς τυχὸν ἔχοντας τίτλον μὴ μεταγεγραμμένον, νὰ τὸν μεταγράψουν. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ἀρνήσεως καὶ ὡς συνέπειαν ταύτης ἐπιβάλλομεν ποινικὰς κυρώσεις. Κύριε Πρόεδρε, ὁ σκοπὸς δὲν ἐξυπηρετεῖται διότι, ὅστις ἀποφασίσει νὰ μὴ μεταγράψῃ τὸν τίτλον, διότι τοιοῦτον ἔχει συμφέρον, δὲν θὰ τὸν μεταγράψῃ καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων. Νομίζω ὅτι δὲν ἐξυπηρετεῖται ὁ σκοπός, ἀντιθέτως δὲ περιπλεκόμεθα εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἐμπλακῶμεν εἰς πλείστας ὅσας περιπετείας. Νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς τροπολογίας δημιουργεῖ θέματα. Διότι, πρῶτον, δὲν κάμνει διάκρισιν ἀγορῶν. Δεύτερον, δὲν ὁμιλεῖ περὶ συναλλαγῶν καὶ τρίτον, περὶ κληρονομικοῦ δικαίου. Νομίζω, ὅτι ἐπιτυχεστέρα εἶναι ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Τσάτσος μὲ τὴν προσθήκην ὅτι «αἱ συνέπειαι τῆς παραλείψεως αὐτῆς δὲν παραγράφονται». Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸν ἀρνούμενον νὰ γράψῃ τὸ ἀκίνητον, τὸν θέτομεν ἐκτὸς συναλλαγῆς. Νομίζω, ὅτι μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσάτσου καὶ μὲ τὴν ἰδικήν μου προσθήκην, θὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὸν σκοπὸν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου.

§110Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κύριοι βουλευταί, ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσάτσου μὲ τὴν προσθήκην τοῦ κ. Ἰορδάνογλου. Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ἄρθρου 3 ὡς ἐτροπολογήθη.

§111Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμμορφούμενος πρὸς τὴν ὑπόδειξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ὅπως ἔχει ἡ παράγραφος 2, ἡ προστεθεῖσα κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Βασιλάτου τροπολογία, δημιουργεῖ τεραστίους κινδύνους ἀπὸ νομικῆς πλευρᾶς, τοὺς ὁποίους εἶναι ἀδύνατον νὰ προβλέψῃ κανεὶς ἐκ τῶν προτέρων. Ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βασιλάτου, εἶναι ἁπλοῦς. Ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑφίστανται τίτλοι πρὸς ἀπόκτησιν ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων ἐπὶ ἀκινήτων, οἱ ὁποῖοι, ὅμως, ἐπὶ σκοπῷ ἀποκρύψεως τῶν περιουσιακῶν αὐτῶν στοιχείων, δὲν εἶδον τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἀπὸ τῆς μεταγραφῆς, οἱ ὁποῖοι ὅμως, ἀποτελοῦν περιουσιακὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα οἱ ὑποκείμενοι εἰς δήλωσιν δὲν πρέπει νὰ παραλείψουν, διὰ τοῦτο προσετέθη ἡ παρ. 2 εἰς τὸ ἄρθρον 3. Ὅπως, ὅμως, προέτεινα καὶ χθές, ἀντὶ νὰ εἰσέλθωμεν μὲ τὴν παρ. 2 εἰς τοὺς ἀπειραρίθμους κινδύνους τοὺς ὁποίους δημιουργεῖ αὕτη, εἶναι πολὺ προτιμότερον καὶ ἁπλούστερον, νὰ ἀπαλείψωμεν τὴν παρ. αὐτὴν καὶ εἰς τὴν παρ. 1 ἐδάφιον αʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, νὰ προσθέσωμεν ὅτι ὑπόκεινται εἰς δήλωσιν τὰ ἐμπράγματα δικαιώματα ἐπὶ ἀκινήτων καὶ οἱ τίτλοι πρὸς ἀπόκτησιν τοιούτων, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι περιλαμβάνονται πάντες οἱ τίτλοι, οἱασδήποτε μορφῆς, ἢ εἴτε ἐν ζωῇ εἴτε αἰτίᾳ θανάτου, εἴτε θὰ ἀποκτηθῶσιν εἰς τὸ μέλλον κλπ. Διότι οὐδεὶς λόγος συντρέχει νὰ γίνῃ διάκρισις. Οὕτως ἐξυπηρετεῖται πλήρως καὶ ἀνωδύνως ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου.

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δέχεται τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἐτροπολογήθη;

§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη.

§115Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, χαίρω ἰδιαιτέρως διότι μετὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ἄρθρον 5 ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ μορφὴν ἄρθρου προβλέποντος τὴν καθιέρωσιν ἀδικήματος. Καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν διένειμε τώρα ὁ κ. Ὑπουργός, πράγματι ὠφελεῖ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν διευκρίνισιν τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ. Βέβαια, ἐπειδὴ μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν κατενόει κανεὶς τί ἀκριβῶς καθιέρωνε τὸ ἄρθρ. 5, ἡ Ἐπιτροπὴ ἠναγκάσθη νὰ μεταχειρισθῇ μίαν διατύπωσιν, ἡ ὁποία ἀπὸ ἀπόψεως νομοτεχνικῆς εἶναι ὀλίγον περισσότερον δημοσιογραφικὴ τοῦ δέοντος. Ὁ ποινικὸς νόμος εἶναι σεμνότερος ὅταν θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς κανένα ποινὴν θανάτου ἢ ἰσοβίων δεσμῶν. Λέγει: Ὅστις ἀποκτείνει ἕτερον τιμωρεῖται διὰ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου ἢ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν. Ἐδῶ ἀρχίζει μὲ μίαν διακήρυξιν τὸ ἄρθρον: Συνιστᾷ ἔγκλημα ἡ ἀθέμιτος κτῆσις περιουσιακοῦ ὀφέλους. Καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι περισσότερον δημοσιογραφικὸν αὐτὸ ἀπ’ ὅ,τι νομοτεχνικόν. Δὲν ἐχάλασεν ὁ κόσμος. Ἠμπορεῖ καὶ νὰ μείνῃ, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ διορθωθῇ: Τιμωρεῖται μὲ τὴν τάδε ποινὴν ὅστις κλπ...., νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον κατὰ τρόπον σύμφωνον μὲ τὰ ὅσα ἐπικρατοῦν εἰς τὸ δίκαιον τὸ ἰδικόν μας. Ἐπὶ πλέον ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι πράγματι εἶναι τὸ μόνον θετικὸν στοιχεῖον ὡς πρὸς τὸ μέλλον τὸ ἄρθρον 5, διότι μὲ τὴν διατύπωσιν «ἡ συντελουμένη δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐλεγχομένου προσώπου κλπ... θεωρεῖται ἀθέμιτος» διευρύνει τὰς ὑπαρχούσας διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Καὶ θὰ ἔλεγα, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ: «Ὅστις ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τῶν προβλεπομένων ὑπὸ ἄλλων διατάξεων τοῦ Π.Ν. ἢ εἰδικῶν ποινικῶν νόμων ἀπέκτησε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐλεγχομένου προσώπου περιουσιακὸν ὄφελος, ἐκεῖνος τιμωρεῖται διὰ τῶν ποινῶν τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τῶν νόμων», ὥστε νὰ φαίνεται, ὅτι ἀποτελεῖ συμπλήρωσιν τῶν ὑπαρχουσῶν διατάξεων. Καὶ, βεβαίως, αἱ περιπτώσεις τῆς συρροῆς δὲν ἀποκλείονται, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀποτελεῖ συμπλήρωσιν τῶν ὑπαρχουσῶν διατάξεων, διὰ τῶν ὁποίων πάντοτε ἠμπορεῖ νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἀποκτῶν παράνομον ὄφελος. Διότι εἰς τὸ κάτω– κάτω τῆς γραφῆς τὸ παράνομον ὄφελος δὲν εἶναι τὸ χειρότερον ποὺ ἠμπορεῖ νὰ διαπράξῃ κανείς. Ἠμπορεῖ νὰ παραβῇ τὸν νόμον, χωρὶς νὰ ἔχῃ παράνομον ὄφελος. Ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἐν προκειμένῳ, εἶναι πολὺ αὐστηρότερος ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, διότι τὸ παράνομον ὄφελος δὲν ἀποτελεῖ στατικὸν στοιχεῖον τῶν παραβάσεων ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἕως ἐδῶ τὰ πράγματα πηγαίνουν καλά. Ἐπίσης καὶ ἡ τροπολογία, ποὺ διένειμε τώρα ὁ κ. Ὑπουργός, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐλεγχομένου, ἂν γίνῃ ὑπὸ ἄλλου, πρέπει νὰ εἶναι ἐν γνώσει τοῦ ἐλεγχομένου, καὶ αὐτὸ νομίζω εἶναι στοιχειῶδες. Διότι ὅπως ἦτο, ὅταν πολιτεύεται κανεὶς θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὀργανώσει ἰδιωτικὴν ἀστυνομίαν διὰ νὰ παρακολουθῇ τοὺς συγγενεῖς του τί πράττουν καὶ θὰ κατέληγε κανεὶς ἀντὶ διὰ τὰς δημοσίας ὑποθέσεις νὰ παρακολουθῇ τὰς ἰδιωτικὰς ὑποθέσεις, οὔτε κἂν τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλὰ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ποὺ εὑρίσκονται γύρω του. Ὡς πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν ἐκ μέρους συγγενῶν, δυστυχῶς, δὲν εἶναι σπάνιον τὸ φαινόμενον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ἤμην πολὺ νέος, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ συγγενοῦς, ἀλλὰ περὶ ξένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἤρχετο κάθε ἡμέραν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ πατέρα μου καὶ εἶχε τυπώσει μία κάρτα, ὅτι ἦτο ἰδιαίτερος Γραμματεύς. Τώρα, τὸ πρόσωπον αὐτό, ἰδιαίτερος Γραμματεύς, ἐκυκλοφοροῦσε, ἐκείνην τὴν ἐποχήν, οἱ ἄνθρωποι, ἦσαν ὀλιγαρκέστεροι καὶ μερικὰ χιλιάρικα, ἐνδεχομένως νὰ τὰ εἶχεν ἀποκομίσει ἀπὸ τὴν μετάθεσιν κανενὸς δημοδιδασκάλου. Ὁ ἄνθρωπος, βεβαίως, κατέληξε κἄποτε εἰς τὸ Πενταμελὲς Ἐφετεῖον καὶ ἐζήτησε νὰ τὸν ὑποστηρίξω ὡς δικηγόρος, ἐγώ, διότι ἦτο φύσει ἀπατεών. Θὰ ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι ἡ γνῶσις εἶναι στοιχεῖον ἀπαραίτητον, διότι ἄλλως εἴμεθα ἐκτεθειμένοι ὅλοι εἰς μίαν διαβολὴν γενικήν. Ἐκεῖνο ποὺ ἤθελα πέραν αὐτῶν τῶν παρατηρήσεων ἐπὶ τῆς διατυπώσεως νὰ κάμω, εἶναι τοῦτο: Ὑπάρχει μία παράγραφος, ἡ ὁποία εἶναι ἐξ ἀπόψεως γενικῶν ἀρχῶν τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἀπαράδεκτος. Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ποτὲ καὶ ἂν τὴν ψηφίσωμεν, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι ἀπαράδεκτος. Θεωρεῖται ἀθέμιτος ἡ κτῆσις περιουσιακοῦ ὀφέλους ἐφ’ ὅσον δὲν δικαιολογεῖται ἐπαρκῶς ἡ προέλευσις τῆς κτήσεως, πλὴν ἐὰν ὁ ἐλεγχόμενος ἀποδείξῃ ὅτι αὕτη δὲν ὑπῆρξε προϊὸν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητός του. Ἡ καθιέρωσις τεκμηρίου προκειμένου περὶ ποινικῆς εὐθύνης εἶναι ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς εἰς τὸ Ποινικὸν Δίκαιον δὲν ὑπάρχει, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ καθιερωθῇ. Διότι καὶ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ —διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ— καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ θὰ ἦτο μία ἀρχὴ ὀπισθοδρομήσεως τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου κατὰ μερικὰς δεκαετίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν. Βεβαίως ἔχω τὴν διαίσθησιν ὅτι ἡ πρόθεσις τοῦ συντάκτου δὲν ὑπῆρξε νὰ καθιερώσῃ τεκμήριον τοιούτου εἴδους. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ὅμως καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις, θὰ πρέπει νὰ εὑρεθῇ μία διατύπωσις, ἡ ὁποία νὰ ἐμφανίζῃ τὴν πραγματικὴν πρόθεσιν τοῦ νομοθέτου, διότι τὸ τεκμήριον εἶναι ἀπαράδεκτον. Εἰς μίαν περίπτωσιν μετατίθεται τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως εἰς τὸν κατηγορούμενον, κατὰ τὸν νόμον, εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς συκοφαντικῆς δυσφημήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ εἶναι δυνητικόν. Δικαιοῦται ὁ κατηγορούμενος, ἐὰν θέλῃ, νὰ κάμῃ τὴν ἔνστασιν τῆς ἀληθείας καὶ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἐδῶ ἐὰν δὲν ἀποδείξῃς ἐπαρκῶς ἐσὺ ἀπὸ ποῦ προῆλθε, καθιεροῖ τεκμήριον, ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ σοῦ κάμνει μήνυσιν πρέπει νὰ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι ἀθέμιτος ὁ πορισμὸς τοῦ ὀφέλους διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται. Θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι εἶναι δύσκολος ἡ ἀπόδειξις. Ἀλλὰ ἡ ἀπόδειξις τῆς ἐνοχῆς δι’ οἱονδήποτε ἀδίκημα εἶναι δύσκολος καὶ ἐν τούτοις ἐπιβάλλεται εἰς τὴν κατηγορίαν. Δὲν σημαίνει, διότι εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ καθιερώσωμεν τὸ τεκμήριον δι’ ὅλα τὰ ἀδικήματα ἢ νὰ καθιερώσωμεν τοιούτου εἴδους ἐμμέσους ἀποδείξεις ἢ νὰ καθιερώσωμεν τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως εἰς τὸν κατηγορούμενον. Ἄλλοτε εἶχον ἄλλους τρόπους νὰ ἀποδείξουν, π.χ. τὴν ὁμολογίαν, τὸ μαρτύριον ἢ τὸν βασανισμὸν καὶ ὑπῆρχον ἐπιχειρήματα ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Ὑποθέτω ὅτι τὸ 1964 δὲν θὰ πᾶμε πίσω μέχρι τῆς ὁμολογίας καὶ μέχρι τῶν τεκμηρίων εἰς βάρος τῶν κατηγορουμένων. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια κἄποιας διορθώσεως αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει αὐτὰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§117Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ συμφωνήσω ἀπολύτως μὲ τὰ ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Τσιριμῶκος ἐν σχέσει μὲ τὸ τεκμήριον τοῦ ἐλέγχου. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν δὲν ἀποσαφηνισθῇ τὸ θέμα νὰ ἔχῃ ὁ ἐλεγχόμενος τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως διὰ πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν τὸν βαρύνουν. Εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω καταθέσει εἰς τὸ ἄρθρον 5 ὡμίλουν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῇ διὰ τὴν ὑπάρχουσαν ἀσάφειαν τῆς εὐθύνης τοῦ ἐλεγχομένου. Μετὰ ὅμως τὴν κατατεθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ποὺ ὁμιλεῖ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐλεγχομένου, ἐγένετο νομίζω κἄποιο λάθος, κ. Ὑπουργέ, δὲν εἶναι καλὴ ἡ διατύπωσις νομικῶς. Διότι λέγετε ἐδῶ: «Τοῦ ἐλεγχομένου ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἄλλων...». Θὰ ἠθέλατε νομίζω νὰ εἰπῆτε ὅτι ἐγένετο ὑπὸ τῶν λοιπῶν ἐν ἄρθροις, 1, 2 καὶ 3 παράγραφος 2 ἀναφερομένων προσώπων. Ἐὰν θέλετε προσέξατέ το καὶ διωρθώσατε τὴν λέξιν «ἄλλων» διότι δὲν πάει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.

§118Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μάλιστα, θὰ τὸ διορθώσω.

§119Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διορθώσατέ το διὰ μίαν καλυτέραν διατύπωσιν, δὲν ἔχω νὰ κάμω καμμίαν ἄλλην παρατήρησιν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ τὴν κατατεθεῖσαν τροπολογίαν συνεπλήρωσε τὸ κενόν, καὶ δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Μαναβῆς ἔχει τὸν λόγον.

§121Θ. ΜΑΝΑΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται νὰ ἀγορεύσω διότι ἔχω καταθέσει μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν φαντάζομαι ἔχουν λάβει οἱ κ.κ. συνάδελφοι καὶ ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἁπλῶς τὴν ὀρθοτέραν, κατὰ τὴν γνώμην μου, νομοτεχνικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 5. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε γνῶσιν καὶ τὴν ἀποδέχεται, δὲν ξεύρω, τίποτε ἄλλο δὲν ἔχω νὰ προσθέσω. Νομίζω ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ διατυπωθῇ καὶ δι’ οὓς λόγους ἀναπτύσσω εἰς τὴν τροπολογίαν τὸ ἄρθρον 5 νομοτεχνικῶς καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύω.

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἐλαφρός, ἔχει τὸν λόγον.

§123Σ. ΕΛΑΦΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κ.κ. βουλευταί, ὁμολογουμένως τὸ ἄρθρον 5 εὑρίσκεται εἰς τελείαν ἀντίθεσιν πρὸς τὰ ἀπολύτως ἐν τῇ ἐπιστήμῃ παραδεδεγμένα σχετικῶς μὲ τὴν ποινικὴν εὐθύνην τῶν προσώπων. Καὶ ὡς πρὸς τὸν διαδικαστικὸν τρόπον τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀθωότητος ἑνὸς ἑκάστου ἀποτελεῖ μίαν περίεργον ὀπισθοδρόμησιν καὶ διὰ δευτέραν φορὰν ἐπισημαίνω καὶ πάλιν πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐσκέφθη νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ τῶν περισσότερον ὑπόπτων καὶ τῶν κατὰ κανόνα ἐνόχων τῶν πράξεων τὰς ὁποίας περιγράφει εἰς τὸ νομοσχέδιόν του. Ἓν ἐκ τῶν τμημάτων αὐτῶν ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας κ. Τσιριμῶκος, ὄχι τὸ μόνον, ἐγὼ θὰ ἐπισημάνω καὶ τὰ ὑπόλοιπα. Δὲν ἔχει ἀκουσθῇ κατὰ τὸν αἰῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον ζῶμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ τις ἐπ’ ἀκροατηρίῳ καὶ νὰ πειρᾶται νὰ ἀποδείξῃ κἄτι, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει καὶ ἐκεῖνος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀποσείσῃ, διότι δὲν τὸν φέρουν πρὸ συγκεκριμένης τινὸς εὐθύνης νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν εἶναι παράνομος ἡ κτῆσις. Ἐκτὸς ἂς εἴπωμεν τῆς μεγάλης ἀνυποληψίας, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, εἰς τὴν ὁποίαν περιάγει τὸν πολιτικὸν κόσμον ὁλόκληρον ἡ θέσπισις αὐτῆς καὶ μόνης τῆς διατάξεως, ὅτι δηλαδὴ ὁπωσδήποτε πᾶς κτησάμενος κατὰ κανόνα ἐκτήσατο ὑπόπτως καὶ κατὰ τρόπον ἀνέντιμον, ἐκτὸς αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράδεκτον, νὰ τὸ παραδεχθοῦν βουλευταὶ αὐτοϋποβιβαζόμενοι ὅπως καὶ προηγουμένως εἶπον, ἀφαιρεῖ καὶ στοιχειώδη δικαιώματα ἀμύνης παντὸς προσώπου ὅταν ἀγόμενος μέχρι τοῦ ἑδωλίου εἶναι ὑποχρεωμένος τὴν ὥραν ποὺ ἀντιμετωπίζει τὴν μεγαλυτέραν καὶ τὴν πλέον ἀτιμωτικὴν ποινήν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ φαντασθῇ κανεὶς δι’ ἕνα πολιτευόμενον, τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, εἶναι ἀπαράδεκτον, λέγω, νὰ στερῆται τῶν δικαιωμάτων τῆς ἀμύνης καὶ νὰ ἐμφανίζωνται καὶ πάλιν θὰ εἴπω μὲ μειωμένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει ὁ ἄνθρωπος τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο δὲν ξεύρω πῶς θὰ ἠχήσῃ, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω καὶ κἄτι περισσότερον. Ὑπάρχει ἡ διάκρισις τῶν περιουσιῶν, ὑπάρχει βεβαίως καὶ εἶναι συνταγματικῶς παραδεδεγμένη. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν αὐτομείωσιν καὶ μίαν παράδοσιν ἑνὸς τμήματος τῆς δυνάμεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας κατὰ ἕνα τρόπον ἔμμεσον, διότι δὲν ζῶμεν πλέον εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Μοντεσκιέ, ὁ ὁποῖος τὴν ἀνέφερεν τὸ πρῶτον, δὲν νομίζετε, ὅτι τὴν παραδίδομεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν; Δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε περισσότερον εἰμή, ὅτι ὁσάκις οἱαδήποτε νέα πρόοδος ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὸν δικαστὴν εἰς θέσιν νὰ ἐπιλύῃ τὰς διαφορὰς ἀνεξαρτήτως αὐστηρῶς θεσμοθετημένων θεσμῶν, ἐσκέφθημεν ἅπαντες καὶ θὰ ἐσκέφθητε καὶ ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, καὶ θὰ διηρωτήθητε εἶναι ὡραιότερον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν ποῖοι θὰ εἶναι οἱ δικασταί. Κατὰ ποῖον τρόπον, κ.κ. βουλευταί, παραδίδετε σεῖς ἑαυτοὺς διότι μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. Εἰσέρχομαι τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλήν. Ἔσχον καὶ τὰ ἠνάλωσα καὶ δὲν νομίζω οὔτε ἡ σκέψις μου ἄγεται εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ κανεὶς πολλὰ διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ζήσῃ καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ μὲ ἐνδιαφέρῃ, ἀλλὰ ὅταν ὁ κἄθε ἕνας ἐξ ἡμῶν ἐγειρόμενος νὰ ὁμιλήσῃ ἀφαιρῇ τὸν ἑαυτόν του καὶ ὁμιλεῖ περὶ ὅλων τῶν ἄλλων, τότε αὐτὸ εἶναι ἕνας αὐτοϋποβιβασμός. Πῶς θὰ παραδώσωμεν ἑαυτοὺς εἰς τὸ Συμβούλιον, ἔστω τῶν Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ ἕνα νομίμως θεσπισμένον τεκμήριον θεωρεῖ ὡς ὕποπτον κτῆσιν πᾶσαν κτῆσιν μὴ ἐπαρκῶς ᾐτιολογημένη κατὰ τὴν πρώτην ἔκδοσιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργός, μὴ νομίμως ᾐτιολογημένη κατὰ τὴν δευτέραν διόρθωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἴδιος. Καὶ εἴπατέ μου σεῖς, σᾶς παρακαλῶ, ποῖον ἄλλον τρόπον κτήσεως δύναται νὰ φέρῃ κανεὶς πλὴν τῆς νομίμου ὥστε ἐὰν δὲν εἶναι παλινωδία πάλιν τί ἐννοεῖ μὲ τὸ νὰ ἀποδείξῃ νόμιμον κτῆσιν. Ὑπάρχει τὸ ἐνδεχόμενον νὰ φέρῃ κανεὶς τρόπον παρανόμου κτήσεως; Δὲν θὰ ἤθελα εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ σημείου νὰ ἀναφέρω καὶ νὰ ἀκούσῃ τὸ Σῶμα περισσότερα. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἀποτελεῖ ἐπίτευγμα τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, τοῦ ὁποίου ἀπολαμβάνουν ἅπαντες οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ζοῦν εἰς τὸν πλανήτην αὐτόν, ὅτι κατὰ τεκμήριον θεωροῦνται ἀθῶοι καὶ μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τοὺς κατηγορεῖ, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τοῦ νὰ ἀποδείξῃ τὴν κατηγορίαν τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτῶν ἐκτοξεύει. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον προτείνω σχετικὴν τροπολογίαν, κ. Πρόεδρε, ὅπως τὸ ἐδάφιον 3 τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 5 καὶ τὸ ἐδάφιον 2 τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 5 διαγραφοῦν καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ τὸ ἄρθρον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Κύριε Ὑπουργέ, ἀνεξαρτήτως τοῦ εἰσαγομένου κανόνος τοῦ βάρους τῆς ἀποδείξεως, δὲν νομίζετε, ὅτι τὸ ἐδάφιον 2 περιλαμβάνεται εἰς τὸ πρῶτον; Εἶναι δηλαδὴ ἕνα δεύτερον ἀδίκημα αὐτό; Τὸ «θεωρεῖται» ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἕνα νέον ἀδίκημα συγκεκριμένον ἐμφανίζεται παραλλήλως πρὸς τὸ πρῶτον. Διὰ λόγους οὐσιαστικοὺς καὶ νομοτεχνικούς, κ. Ὑπουργέ, θὰ πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν μου καὶ νὰ ἀπαλείψητε τὴν παράγραφον αὐτήν.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸ δεκάλεπτον ποὺ ὁρίζει ὁ Κανονισμός.

§125Σ. ΕΛΑΦΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὸν λόγον σπανίως, ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου, διότι δὲν θὰ πρέπει νὰ βγῇ ὡς ἔχει τὸ ἐξάμβλωμα αὐτὸ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτήν.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, γνωρίζετε πόσον σᾶς ἐκτιμῶ. Ἐπειδὴ ὅμως ἐξεφράσθη δυσφορία ὑπὸ συναδέλφων διὰ παράβασιν τοῦ δεκαλέπτου ἐκ μέρους σας, δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθην νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸν Κανονισμόν.

§127Σ. ΕΛΑΦΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε. Καὶ ἐγὼ σέβομαι καὶ ὑμᾶς ὡς Πρόεδρον καὶ σᾶς ἐκτιμῶ ὡς νομικόν. Εὑρίσκετε ὅμως ὀρθόν, κ. Πρόεδρε, αἱ συνθῆκαι διαβιώσεως τοῦ ἐλεγχομένου πολιτικοῦ καὶ αἱ δαπάναι αὐτοῦ νὰ ἀποτελοῦν ἀντικείμενον ἐλέγχου οἱουδήποτε ἀτόμου, ἀκόμη καὶ τοῦ Δικαστοῦ; Σκεφθῆτε, ὅτι ὁ οἱοσδήποτε ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ κατηγορούμενον τὸν οἱονδήποτε πολιτικὸν ἄνδρα. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ κἄτι περισσότερον, κ. Πρόεδρε. Θεωρεῖται ἀνακριβὴς ἡ δήλωσις, ὅταν δὲν εἶναι συναφὴς μὲ τὰς δαπάνας διαβιώσεως καὶ ἑπομένως διαπράττεται οὕτω ἀδίκημα. Δηλαδὴ ἄνευ ἀποδεικτικῶν στοιχείων, ἀλλὰ μὲ ἀέρα φρέσκο —ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις— πᾶς συκοφάντης θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγκάζῃ τὸν πολιτικὸν νὰ ὑφίσταται ὅλην τὴν διαδικασίαν καὶ νὰ ὑφίσταται αὐτὴν τὴν μείωσιν, μόνον καὶ μόνον, διότι ὁ τρόπος τῆς διαβιώσεώς του δὲν θεωρεῖται σύμφωνος μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν δήλωσίν του. Περαίνων τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, παρακαλῶ τοὺς κ.κ. βουλευτάς, ὅπως προσέξουν τὴν τροπολογίαν μου καὶ ψηφίσουν ταύτην.

§128Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαγραφὴν τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ πρώτου ἐδαφίου, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος, διὰ λόγους καθαρῶς λογικούς, διότι εἶναι μία ταὐτολογία καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος οἱ νόμοι νὰ περιέχουν τοιαύτας περιττὰς διατυπώσεις. Ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ἐλαφρός, ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ πρώτου ἐδαφίου εἶναι μία περιττὴ ἐπεξήγησις τῆς προηγουμένης παραγράφου. Ὑπαρχούσης δὲ τῆς λέξεως «ἐπίσης» ἐμφανίζεται οὐχὶ μόνον ὡς περιττὴ ἐπεξήγησις, ἀλλὰ ὡς μία ἐσφαλμένη τοποθέτησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ διατυπώσας τὸ σχέδιον νόμου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὁ φίλος κ. Ἐλαφρὸς ἀνέπτυξεν, ἐκεῖ θὰ ἔχω μίαν διαφωνίαν μαζί του καὶ θὰ τὸν λυπήσω. Ἔχει ἐν μέρει δίκαιον, ἀλλὰ ἐν μέρει ἔχει καὶ ἄδικον. Ἔχει ἐν μέρει δίκαιον εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνδυάσωμεν τὸ θέμα τῆς διαβιώσεως μὲ τὴν ἀνακρίβειαν τῆς δηλώσεως. Δηλαδή, ἔχει ἴσως δίκαιον κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ συνεπάγεται ἡ ἐξακρίβωσις, ὅτι κἄποιος ζῇ βίον ἀσυγκρίτως ἀνώτερον τῶν δυνατοτήτων, τὰς ὁποίας διὰ τῆς δηλώσεώς του ὡμολόγησε, τὰς κυρώσεις τῆς ψευδοῦς δηλώσεως. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ δίκαιον καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ σκεφθῇ, μήπως πρέπει ἡ διατύπωσις αὐτὴ νὰ μεταβληθῇ. Ἀλλὰ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος δὲν ἔχει δίκαιον. Καὶ ἴσως τὸ σημεῖον αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον διεφώνησεν ὁ κ. Ἐλαφρὸς νὰ εἶναι τὸ σπουδαιότερον. Εἶναι παιδαγωγικῶς σπουδαιότερον. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, κύριε Πρόεδρε, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἔχουν πολὺ περιωρισμένα εἰσοδήματα, δὲν ὁμιλῶ διὰ τοὺς πολιτικούς, ὁμιλῶ δι’ οἱονδήποτε ἄνθρωπον, καὶ διάγουν βίον ἀσυγκρίτως πολυτελέστερον, κτυπητότερον ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς ἐμφανίσεως ἀπὸ ὅ,τι τὸ ἐπιτρέπουν τὰ οἰκονομικά των μέσα. Εἶναι πράγματι παράδοξον αὐτὸ καὶ πολλάκις διηρωτήθην προκειμένου περὶ διαφόρων γνωστῶν μου, ὄχι φίλων μου, διότι θὰ ἔπαυα νὰ τοὺς θεωρῶ φίλους μου ἀφ’ ἧς θὰ ἔβλεπα, ὅτι διάγουν τοιοῦτον βίον, διηρωτήθην λοιπὸν πολλάκις, πῶς ζοῦν αὐτὸν τὸν βίον, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ ἐκ τοῦ μισθοῦ των, ἐὰν εἶναι μισθωτοί, ἢ τὰ ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των εἰσοδήματα εἶναι περιωρισμένα. Ἐὰν αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία, ἡ ὁποία γεννᾶται καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου συνείδησιν, προκειμένου περὶ οἱουδήποτε μὴ ἀσκοῦντος τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν τοῦ πολιτικοῦ, ἐὰν αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία, ἡ ὁποία γεννᾶται μέσα μου μὲ ἀναστατώνῃ ἠθικῶς, φαντασθῆτε, κ. Πρόεδρε καὶ κ.κ. συνάδελφοι —ὁ κ. Ἐλαφρὸς ἀνήκει εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε. καὶ δι’ αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ ὁμιλήσω καὶ ὀλίγον παιδαγωγικὰ— φαντασθῆτε τί κακὸν γίνεται εἰς βάρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἄρα εἰς βάρος τοῦ πολιτεύματος, ὅταν πολλοὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ διερωτῶνται, πῶς ὁ τάδε πολιτικὸς ζῇ αὐτὸν τὸν βίον. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐκεῖ φραγμός. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἐὰν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ τὸ ὑπεστήριζα, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ψυχολογία, ἡ ὁποία τὸ ἐπιβάλλει, ἐὰν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἔχῃ μίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ ἐζήτουν νὰ θεσπισθῇ ὁπωσδήποτε, ἡ διάταξις θὰ ἦτο αὐτή, διότι ἔχει παιδαγωγικὸν χαρακτῆρα. Πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζοῦν βίον πολυτελέστερον ἀπὸ τὰς δυνατότητάς των, δὲν ζοῦν πάντοτε βίον πολυτελέστερον, διότι ἔχουν ἀθέμιτα κέρδη, ἀλλὰ διότι εἶναι ἐπιπόλαιοι καὶ καταστρέφουν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Αὐτὴ ἡ διάταξις τοὐλάχιστον — τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ δὲν ἀποκλείεται καὶ μεταξὺ αὐτῶν νὰ ὑπάρχουν καὶ ἐπιπόλαιοι, διότι εἰς ὅλας τὰς κατηγορίας τῶν ἀνθρώπων θὰ ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλιγώτερον προσεκτικοὶ καὶ κἄπως ἐπιπόλαιοι — αὐτὴ ἡ διάταξις θὰ τοὺς κάμῃ νὰ προσέξουν εἰς τὸ μέλλον καὶ αὐτὸ θὰ ἀποβῇ καὶ πρὸς ὄφελος τῶν ἰδίων καὶ τῆς οἰκογενείας των καὶ τοῦ πολιτεύματος. Διότι, αὐτὸς ὁ ψίθυρος πῶς ὁ τάδε ζῇ ὅπως ζῇ, πρέπει νὰ λείψῃ καὶ πρέπει ὁ καθένας νὰ ζήσῃ, ἂν ὄχι ἀσκητικὴν ζωήν, διότι δὲν ἠμποροῦμε νὰ ἐπιβάλωμεν νὰ ζήσῃ ζωὴν ἀσκητικήν, ὅσον τὸ δυνατὸν συντηρητικώτερον ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῶν ἐκδηλώσεων. Εἶναι περιττὴ ἡ μεγάλη ἐπίδειξις κτυπητῆς κυκλοφορίας μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς λεγομένης κοσμικῆς κοινωνίας. Ἀπὸ ἐτῶν τὸ θέμα αὐτό, ἀνέκαθεν δηλαδή, πάντοτε τὸ ἐθεώρουν, ἀλλὰ ἀπὸ ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἀνεσυγκροτήθη ἡ Ἑλλάς, ἀφ’ ὅτου ἐπεράσαμεν τὸν συμμοριτοπόλεμον καὶ ἤρχισεν ἡ δρᾶσις τῆς κοσμικῆς κινήσεως, τὸ ἐθεώρησα αὐτὸ ὡς ἕνα δεῖγμα ὄχι καλὸν καὶ ἐὰν ἄλλοι κοινωνικοὶ παράγοντες τὸ θεωροῦν ἀναγκαῖον, οἱ ἄνδρες οἱ πολιτικοὶ δὲν θὰ πρέπει νὰ παρακολουθοῦν τὸ κακόν, ἀλλὰ θὰ πρέπει μόνον ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ προβαίνουν εἰς τοιαύτας ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ πάλιν νὰ μὴ ὑπερβαίνουν τὰς οἰκονομικάς των δυνατότητας. Πρέπει νὰ συνηθίσουν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ ζοῦν τὸν βίον ὄχι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς ἰσχυροί, ἀλλὰ τὸν βίον τοῦ μέσου ὅρου, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τοὺς ψηφίζουν καὶ τοὺς ὁποίους ἐκπροσωποῦν.

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος, ἔχει τὸν λόγον.

§130Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἡ καθιεροῦσα τὸ νέον ἀδίκημα. Τὸ νέον ἀδίκημα εἶναι εὐρύ. Θεωρεῖται ἀδίκημα ἡ οἱαδήποτε κτῆσις ὀφέλους περιουσιακοῦ ἐφ’ ὅσον γίνεται δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος, εἴτε τοῦ πολιτικοῦ προσώπου, ἐκμεταλλεύσεως δυναμένης νὰ γίνῃ εἴτε ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πολιτικὰ πρόσωπα, εἴτε ἀπὸ ἄλλα συνδεόμενα μὲ αὐτά. Δηλαδὴ προσθέτομεν ἕνα νέον ἀδίκημα. Καὶ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμε νομοθετικῶς διάφορον τὴν διατύπωσιν, ὥστε νὰ εἶναι σαφές, ὅτι πέραν τῶν ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀδικημάτων ὑπάρχει ἐδῶ καὶ ἕνα νέον στοιχεῖον, ὑπάρχουν νέα περιστατικά, τὰ ὁποῖα συνιστοῦν ἕνα νέον ἀδίκημα. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς διατάξεως καὶ αὐτὸ ἀναφέρει ἡ δευτέρα παράγραφος. Ἡ τρίτη παράγραφος ἐπαναλαμβάνει τὸ ἴδιον. Λέγει, ἀδίκημα εἶναι ἡ δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος πολιτικοῦ προσώπου κτῆσις περιουσιακοῦ ὀφέλους, ἀλλὰ προσθέτει καὶ κἄτι τι καὶ εἰσέρχεται εἰς Ποινικὰς Δικονομικὰς διατάξεις καὶ λέγει, ὅτι πᾶτε εἰς τὸ Δικαστήριον νὰ κριθῆτε, ὁ μὲν μηνυτὴς θὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ζῇ πλουσίως, ἄρα, κατὰ τεκμήριον ἀπέκτησε περιουσιακὸν ὄφελος. Ποῖον; Κἄποιο. Διότι ὁ πολυτελὴς βίος δὲν διαιρεῖται, εἶναι ἑνιαῖος καὶ τὰ περιουσιακὰ ὀφέλη εἶναι πολλά. Ποῖον εἶναι τὸ ἀθεμίτως κτηθέν, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ὁ πολυτελὴς βίος, ὥστε ἐκεῖ ἐπάνω νὰ στηρίξωμεν καὶ τὴν ποινὴν καὶ τὴν τιμωρίαν; Αὐτὸ εἶναι ἄδηλον. Θὰ εἴπῃ ὁ κατήγορος. Αὐτὸς ζῇ πολυτελῶς, ἄρα, διέπραξε τὸ ἀδίκημα. Ποῖον; Ὅτι ἀπέκτησε περιουσιακὸν ὄφελος δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν ὑποχρεοῦται νὰ εἴπῃ τίποτε ἄλλο ὁ κατηγορῶν. Κατὰ περίεργον τρόπον ἐδῶ εἰσάγεται ἕνα τεκμήριον. Ζῆς πλουσίως, εἶσαι ἔνοχος καὶ ἀπέκτησες ἀθεμίτως. Ὅπως εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, διὰ τῆς παρούσης διατάξεως διὰ πρώτην φορὰν μετὰ 300 ἔτη ἐπανέρχονται εἰς τὸ Ποινικὸν Δίκαιον τὰ τεκμήρια, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον πρὶν καὶ ἀποτελεῖ αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ στοιχεῖα τῆς νέας Ποινικῆς Δικονομίας, εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον νὰ μὴ ὑπάρχουν δεσμεύσεις, ὅπως ὑπῆρχον εἰς τὸν μεσαίωνα ἢ ἀκόμη εἰς τὴν ἀναγέννησιν. Δι’ αὐτὸ ἡ 2 παράγραφος δὲν προσθέτει τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα τεκμήριον. Ἔρχεται ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Ἀρχηγός μου διετύπωσε. Τί θὰ γίνῃ μὲ τὸ γεγονός, ὅτι ἐδῶ ἔχομεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ζοῦν πλουσιοπαρόχως καὶ δὲν ἠμποροῦμε νὰ τοὺς πιέσουμε. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ὑπάρχει μία μόνη δυνατὴ λύσις. Νὰ θεσπισθῇ διὰ τοῦ νόμου, ὅτι τὸ στοιχεῖον τοῦ πλουσιοπαρόχου βίου, ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετάσῃ ὁ δικαστής, ἐὰν ἔχῃ τυχὸν διαπραχθῆ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἱδρύεται διὰ τῆς παραγράφου. Αὐτὸ μάλιστα. Καὶ ἡμεῖς συμφωνοῦμεν νὰ ρίψῃ τὸ βλέμμα του ὁ δικαστής, ἐπὶ τοῦ πλουσιοπαρόχου ἢ μὴ βίου ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρός. Ἀλλὰ εἶναι ἀπαράδεκτον εἰς ἕνα νομοθέτημα αὐτοῦ τοῦ βάρους νὰ θεσπίζωμεν, διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τεκμήρια. Αὐτὸ δὲν γίνεται καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ποτέ, διότι εἶναι καὶ ἀπολύτως ἀδύνατον ἐκ λόγων τεχνικῶν. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔρχεται κἄποιος καὶ σᾶς κατηγορεῖ, ὅτι ὁ κ. τάδε ζῇ πλουσιοπαρόχως. Θὰ τοῦ εἴπητε. Τί νὰ τὸν κάμω; Διότι ζῇ πλουσιοπαρόχως θὰ τὸν καταγγείλῃς, θὰ τὸν πᾶς εἰς τὰ Δικαστήρια; Πρέπει νὰ εἴπῃ ὅτι ζῇ πλουσιοπαρόχως καὶ ἐκ τῶν περιουσιακῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἑκατόν, τὰ τρία ἀπεκτήθησαν διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητός του, ὡς πολιτικοῦ προσώπου. Αὐτὸ ὅμως ποὺ θὰ εἴπῃ θὰ τὸ ἀποδείξῃ ἢ θὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ λέγω ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνταποδείξῃ ὁ ἄλλος. Αὐτό κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Εἶναι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δικονομικῆς ἀνεφάρμοστος ἡ διάταξις. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι ἡ ὀρθὴ λύσις εἶναι ἀφοῦ εἴπομεν εἰς ἄλλο ἄρθρον, ὅτι ἀφορᾷ τὴν ἐξέτασιν εἰς τὸ δικαστήριον ἢ τὸ συμβούλιον θὰ ἐξετάζεται καὶ τὸ στοιχεῖον τοῦ τρόπου διαβιώσεως, νὰ διαγράψωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν, ἡ ὁποία προσθέτει ἀπαράδεκτον τεκμήριον.

§131Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὸν λόγον, διότι θέλω νὰ ἐκκαθαρισθῇ τὸ θέμα καθ’ ὅσον τὸ ἐβάρυνεν ἀντὶ νὰ τὸ ἐλαφρύνῃ ὁ κ. Τσάτσος. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχουν δύο θέματα. Ἡ παράγραφος 3, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι θεωρεῖται ἀθέμιτος «...... (ἀναγινώσκει)......», περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶν ἐζήτησα νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι ἢ εἶναι ἐπανάληψις τοῦ προηγουμένου ἢ καθιεροῖ τὸ ἀπαράδεκτον τεκμήριον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα. Ἡ τελευταία παράγραφος 5 λέγει: «...... (ἀναγινώσκει)......». Ὡς τεκμήριον διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος ἀποκτήσεως περιουσιακοῦ ὀφέλους εἶναι πολὺ ἐλαφρότερον. Ἀνάγεται εἰς τὴν ἀνακριβῆ δήλωσιν. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φύγῃ αὐτὸ ἀπὸ ἐκεῖ. Καλὰ εἶναι ἐκεῖ. Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι δὲν δύναται νὰ μείνῃ ὡς τεκμήριον. Δύναται νὰ τεθῇ ὡς στοιχεῖον τῆς χρήσεως περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς δηλώσεως καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ τρόπου διαβιώσεως. Δηλαδὴ ὡς ἕνα εἶδος φορολογικοῦ τεκμηρίου. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι τὸ στοιχεῖον αὐτὸ δὲν ἔχει τόσην καιρίαν σημασίαν. Πρῶτον, διότι εἰς τοὺς τόπους τοὺς φτωχούς, ὡς ἡ Ἑλλάς, ὑπάρχει ἡ ψωροϋπερηφάνεια, ἡ ὁποία κάμνει, ὥστε εἰς τὸν δρόμον οἱ Ἕλληνες νὰ εἶναι καλύτερον ἐνδεδυμένοι ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους καὶ τοὺς Ἀμερικανούς. Διότι τὸ τεκμήριον ἐκ τοῦ ἐνδύματος, τὸ ὁποῖον ἔκαμε μὲ 34 δόσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν ἐπλήρωσε τὰς 32, δὲν ἰσχύει τὸ τεκμήριον αὐτό, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ φάει μισὴ ρέγγα ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἰς τὸ γεῦμα του. Ἡ παρατήρησις αὐτή, κ.κ. συνάδελφοι, εἶναι γενικωτέρα, δὲν εἶναι ἰδική μου. Πέραν αὐτῶν, θέλω νὰ μὴ προχωρήσω εἰς αὐτὸ ποὺ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. Διότι ἐὰν θελήσωμεν νὰ προχωρήσωμεν περισσότερον, θὰ πρέπει νὰ προχωρήσωμεν ὄχι εἰς τὸν τρόπον τῆς διαβιώσεως τοῦ πολιτευομένου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς δαπάνας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ προτείνω εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου νὰ γίνῃ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ὅσα διαθέτουν αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις διὰ τὴν χρηματοδότησιν τῶν ἐκλογικῶν ἀγώνων νὰ πληρώνωνται ὡς φόρος εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἡ κάλυψις τῶν ἐκλογικῶν ἐξόδων νὰ προβλέπεται ἀπὸ τὸ Κράτος. Γίνεται ἡ συζήτησις αὐτὴ ἀπὸ παντοῦ καὶ καλὸν εἶναι νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ ἀντίστοιχον μέτρον ἐπ’ αὐτοῦ. Καλὸν εἶναι νὰ περιορισθῶμεν εἰς αὐτὰ καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἄλλως δημιουργοῦμεν ἐμπλοκάς, εἰς τὸ θέμα τοῦ πόθεν ἔσχες καὶ καθὼς βλέπω οὐδεὶς τὸ ἐγκρίνει, ὅλοι τὸ ψηφίζουν καὶ εἰς τὸ τέλος θὰ γίνῃ νόμος μέσῳ γενικῆς ἀποδοκιμασίας ὁμοφώνως. Καὶ ἂν θέλετε νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ τρόπου ποὺ ἀσκεῖται ἡ πολιτικὴ ἐν Ἑλλάδι, ὑπάρχουν μέσα διὰ νὰ διορθώσωμεν μερικὰ πράγματα, πλὴν τῶν μέσων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποδειχθοῦν, ὡς πιστεύω, ἀλυσιτελῆ.

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κουτσοχέρας, ἔχει τὸν λόγον.

§133Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπρόκειτο νὰ σᾶς ἀπασχολήσω σήμερον, διότι χθὲς μὲ τὰς δύο τροπολογίας μου ἀρκετὰ ἀπησχόλησα τὴν Βουλήν.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γονίμως.

§135Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Γονίμως, πράγματι, κύριε Πρόεδρε, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ ποὺ τὸ ἀναγνωρίζετε. Ἀλλὰ ἡ φραστικὴ διατύπωσις καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου 5 μοῦ ἐπιβάλλει νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ σήμερον. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὅμως προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι βαρύνει τὴν παράταξίν του, ὅτι ἔκλεισε κατὰ τὸ παρελθὸν τὴν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναγκαζόμεθα σήμερον νὰ συζητοῦμεν ἕνα νομοσχέδιον ποὺ καθιερώνει μίαν CAPITIS DEMINUTIO τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Αὐτὴ ἡ λέξις «ἔγκλημα», ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἂς ἀντικατασταθῇ ἐπὶ τὸ ἠπιώτερον καὶ ἐπιστημονικώτερον. Ἂς ἀντικατασταθῇ μὲ τὰς λέξεις «συνιστᾷ ἀδίκημα», αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἐπαναλαμβάνεται εἰς τὴν παρ. 1 καὶ 2 τοῦ ἄρθρου. Μπουχτίζει κανείς, κ. Πρόεδρε, νὰ διαβάζῃ αὐτοὺς τοὺς χαρακτηρισμούς.

§136Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶναι τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος.

§137Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ἐγὼ τὸ θέτω ὑπ’ ὄψει τῶν κ.κ. συναδέλφων καὶ παρακαλῶ νὰ τοὺς ἀπασχολήσῃ. Οἱ χαρακτηρισμοὶ τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος δὲν δεσμεύουν τοὺς νομοθέτας, νὰ προσδώσωμεν εἰς τὸ ἰδιώνυμον ἀδίκημα τοῦ «πόθεν ἔσχες» τὸν χαρακτηρισμὸν «ἀδίκημα». Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχει μία παράλειψις. Καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ. Μετὰ τὰς λέξεις «ἀθέμιτος κτῆσις» πρέπει νὰ προστεθῇ «περιουσιακοῦ στοιχείου». Πρέπει λοιπὸν νὰ συμπληρωθῇ ἡ κτῆσις, διὰ τοῦ περιουσιακοῦ ὀφέλους ἢ στοιχείου. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἐδάφιον 2 τῆς παραγράφου 1. Εἶναι ἀληθές, ὅτι αὐτὴ ἡ παράγραφος ποὺ καθιερώνει αὐτὰ τὰ τεκμήρια, τὰ ἀπαράδεκτα εἰς βάρος τοῦ πολίτου, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἐκλείψῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρχώμεθα ἡμεῖς σήμερον, ποὺ ὑποτίθεται, ὅτι ἐπάνω ἀπ’ ὅλα σεβόμεθα τὸν πολίτην, νὰ καθιερώνωμε τοιαῦτα τεκμήρια εἰς βάρος τοῦ πολίτου. Κατὰ συνέπειαν, πρέπει νὰ διαγραφῇ καὶ χάριν τῆς Δημοκρατίας δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ βάρος νὰ τὸ ἐπιρρίπτωμεν εἰς τὸν μηνυθέντα καὶ νὰ ἀφήνωμεν τὸν μηνυτὴν χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποδείξεως. Ἔρχομαι εἰς τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἐν λόγῳ ἄρθρου. Λέγει: Συνιστᾷ «ἔγκλημα». Ἐλπίζω τὸ «ἔγκλημα» νὰ γίνῃ «ἀδίκημα», ἡ παράλειψις ὑποβολῆς δηλώσεως καὶ ἡ ὑποβολὴ ἐν γνώσει ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Αὐτὴ ἡ περίπτωσις θὰ μᾶς μπλέξῃ εἰς κυρώσεις, ἰδίως τὸ θέμα τῆς παραλείψεως ὑποβολῆς δηλώσεως. Ξεύρετε πόσο εἰς ἡμᾶς κρατεῖ μία ἀταξία εἰς τὸ θέμα τῆς ἐμπροθέσμου ὑποβολῆς δηλώσεως. Θὰ εἶναι φρόνιμον νὰ προσέξωμεν, νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος διατυπώσεως, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ μία κρίσις κἄπως ἐπιεικεστέρα εἰς τὸ θέμα τῆς ἐμπροθέσμου ὑποβολῆς δηλώσεως. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἀπὸ ἀπόψεως διαρθρώσεως τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως.

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ἰορδάνογλου, ἔχει τὸν λόγον.

§139Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 5 εἶναι ἀκριβὴς μεταφορὰ ἐκ φορολογικῶν νόμων. Τεκμήρια τὰ ὁποῖα ἄλλοτε οἱ φορολογικοὶ νόμοι εἶχον καθιερώσει διὰ τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας, ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἀκόμη καὶ διὰ τὴν ἐπιβολὴν φορολογιῶν δὲν ἠνέχθη τὰ τεκμήρια αὐτά. Διότι πράγματι τὰ τεκμήρια αὐτά, τὰ καθιερούμενα ἐκ τοῦ τρόπου διαβιώσεως οὐδόλως ἀποτελοῦν ἔνδειξιν τῶν εἰσοδημάτων. Διότι ἕκαστος διαβιοῖ ἀναλόγως τοῦ χαρακτῆρος του καὶ ἑπομένως τίποτε τὸ τεκμήριον δὲν ὑποδηλοῖ. Ὅταν λοιπὸν ἡ κοινὴ συνείδησις τῶν Ἑλλήνων δὲν ἐδέχθη τὴν μορφὴν αὐτὴν τῶν τεκμηρίων, οὔτε διὰ τὴν φορολογίαν, οὔτε διὰ τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας, εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερώσωμεν ποινικὰς εὐθύνας βάσει τοῦ τεκμηρίου αὐτοῦ; Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, πρέπει ἀναμφισβητήτως νὰ διαγραφῇ. Δὲν δύναται ἄλλο τι νὰ γίνῃ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν τόσον ὁ κ. Τσάτσος ὅσον καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, νὰ προστεθῇ ὅτι εἶναι στοιχεῖον τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὸν δικαστὴν τί θὰ πράξῃ. Ὁ δικαστὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἐὰν εἶναι ἀκριβὴς ἡ δήλωσις καὶ νὰ μορφώσῃ τὴν γνώμην του. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τοῦ ὑποδείξωμεν ἡμεῖς, αὐτὸς θὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀκρίβειαν ἢ ὄχι τῆς δηλώσεως. Πρέπει ἑπομένως νὰ μὴ γίνῃ καμμία ὑπόδειξις. Ἐπίσης ἡ λέξις «ἐν γνώσει» νὰ ἀντικατασταθῇ μὲ τὴν λέξιν «ἐκ προθέσεως». Διότι ἐν γνώσει ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ παραλείψῃ ἕνα περιουσιακὸν στοιχεῖον ἀπὸ ἐπιπολαιότητα διότι νομίζει ὅτι ἕνα παλιάμπελο ποὺ ἔχει σὲ μιὰ κορυφὴ δὲν ἀξίζει καὶ τὸ παραλείπει.

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.

§141Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ παρ’ ἡμῖν πρακτικὴ λέγει ὅτι οἱ αὐστηροὶ νόμοι οὐδέποτε ἐφαρμόζονται καὶ αἱ αὐστηραὶ ποιναὶ δὲν ἐπιβάλλονται καὶ τὰ δικαστήρια ἀκόμη προσπαθοῦν νὰ ἀνεύρουν ἐλαφρυντικὰ διὰ νὰ μὴ ἐφαρμόσουν τοὺς αὐστηροὺς νόμους. Ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος, ἥτις ὁρίζει —διὰ νὰ ἐλαφρύνῃ ἀσφαλῶς τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου— ὅτι λαμβάνεται ὡς στοιχεῖον ἐλαφρυντικὸν ὁ πρώην ἔντιμος βίος εὑρίσκει ἐφαρμογὴν παρ’ ἡμῖν, διότι ἐπικρατεῖ τὸ πνεῦμα τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῶν αὐστηρῶν ποινῶν. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ καλυτέρα διατύπωσις τῶν ἄρθρων 5–6 τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Διότι ἐὰν περιληφθοῦν διατάξεις αὐστηρόταται θὰ εἶναι δύσκολον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ σκοποῦ του. Σκοπός μας δὲν εἶναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ κλεισθῇ εἰς τὰς φυλακὰς ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας. Σκοπός μας εἶναι νὰ γίνῃ ὁ ἠθικὸς καθαρμός. Ὁ πολιτικὸς κόσμος, ἔχει συναίσθησιν τῆς θέσεώς του καὶ τῆς ἀποστολῆς του. Εἶναι πάντοτε ἀπησχολημένος, ἔχει διαθέσει τὸν ἑαυτόν του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λαοῦ, οὐδεμίαν ὥραν εἶναι ἐλεύθερος διὰ νὰ σκεφθῇ οἱανδήποτε ἀθέμιτον πρᾶξιν. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου θὰ ἔχῃ αὐστηροτάτας συνεπείας διὰ τὸν ἀθεμίτως κτήσαντα πολιτικόν. Καὶ ὄχι μόνον διὰ τὸ πρόσωπόν του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν παράταξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει. Δὲν χρειάζεται μεγάλη ποινή. Πρὸ ἐτῶν ἤρκησε δίμηνος φυλάκισις εἰς πολιτικὸν μὲ ἀποτέλεσμα καὶ τὴν προσωπικήν του ἐξαφάνισιν ἀπὸ τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐν συνεχείᾳ δυσμενεστάτας ἐπιπτώσεις εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Βεβαίως ὑπάρχουν περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ κολάζωνται παραδειγματικῶς. Ὑπάρχουν ἐπίσης ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ζοῦν κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐπιδιώκωμεν καὶ τὴν καταδίκην ἐντίμων ἀνθρώπων, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Δι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται ὅπως ἀλλάξῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ ἡ λέξις «ἔγκλημα» καὶ νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ἀδίκημα». Καὶ ὅπου ὑπάρχει ἡ λέξις αὐτὴ νὰ ἀντικατασταθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν τοῦ τεκμηρίου ἢ τοῦ στοιχείου τῶν συνθηκῶν διαβιώσεως, νομίζω ὅτι ὀρθῶς τίθεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Εἶναι ἀπαράδεκτον διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ταγοὶ τῆς κοινωνίας καὶ παραστάται τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐφ’ ὅσον ἀπεφάσισαν νὰ ἀφιερώσουν τὴν ζωήν των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λαοῦ, νὰ ζοῦν βίον πολυδάπανον καὶ ἐκνευριστικὰ ἐπιδεικτικόν. Πρέπει οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ συνηθίζουν νὰ ζοῦν, ὅπως ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, λιτότατα. Νὰ ζοῦν ἀσκητικά. Ἐὰν ἡμεῖς ὡς πολιτικοὶ ἄνδρες, θέλωμεν νὰ διαβιοῦμεν κατὰ τρόπον προκλητικὸν καὶ ἐπιδεικτικόν, ὑπάρχουν ἄλλα ἐπαγγέλματα, πρὸς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ στραφῶμεν. Εἶναι πράγματι ἐκνευριστικὸν διὰ τὸν λαὸν νὰ ψιθυρίζεται τακτικώτατα, ὅτι ἕνας Ὑπουργὸς ἢ ἕνας βουλευτὴς ξενυχτᾷ εἰς τὰ κέντρα ἢ εἰς τὰ Καμπαρὲ καὶ νὰ χαρτοπαίζῃ καὶ νὰ χάνῃ μεγάλα ποσά, χωρὶς νὰ στενοχωρῆται. Ὡς στοιχεῖον ἐπιβαρυντικὸν ἐν πάσῃ περιπτώσει τῆς ἀθεμίτου κτήσεως νὰ εἶναι καὶ ὁ τρόπος διαβιώσεως. Διότι ἐγὼ νομίζω καὶ κατὰ πλειοψηφίαν ὅλοι, ὅσοι διακονοῦμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τὸ πιστεύομεν, ὅτι ὁ πολιτικὸς πρέπει νὰ ζῇ σεμνὸς ἐντὸς τοῦ πλαισίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ μὲ εὑρίσκει σύμφωνον ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἐκτὸς ἐὰν πρέπει νὰ διατυπωθῇ, ὡς προτείνει ὁ κ. Τσιριμῶκος.

§142Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀντιλαμβάνομαι ἀπολύτως διὰ ποῖον λόγον ἐτέθη τὸ ἐδάφιον γʹ τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 5. Εἶναι ἡ δεδικαιολογημένη ὀργὴ διὰ τὴν τυχὸν ὕπαρξιν οἱουδήποτε περιουσιακοῦ στοιχείου, εἴτε εἰς πολιτικόν, εἴτε εἰς τὸ συγγενικόν του περιβάλλον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ αἰτιολογήσῃ. Τὰ λεχθέντα ὅμως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ τοῦ κ. Τσιριμώκου, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ διακεκριμένου Ποινικολόγου ὡς καὶ ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων, ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ θεσμοθέτησις τεκμαρτοῦ ἐγκλήματος. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ ἐδάφιον γʹ τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 5. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρ. 2 ἐδάφιον βʹ περὶ ἀνακριβείας τῆς δηλώσεως, βάσει τοῦ τεκμηρίου τῆς διαβιώσεως τοῦ ἐλεγχομένου, νομίζω ὅτι τὰς ὀρθοτάτας παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς λιτότητος τοῦ βίου τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, τὰς συνδυάζει ἡ πρότασις τοῦ κ. Τσιριμώκου, ὅστις δὲν δέχεται μὲν τεκμαρτὸν ἔγκλημα, ἀλλὰ προτείνει, νὰ εἶναι στοιχεῖον κρίσεως τῆς ἀκριβείας τῆς δηλώσεως, ὁ τρόπος διαβιώσεως. Τέλος, κ. Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προστεθῇ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως τὸ «ἐκ προθέσεως». Θὰ ἀναφέρω μίαν περίπτωσιν ἡ ὁποία ἀποδεικνύει πόσον εἶναι τοῦτον ἀναγκαῖον. Μία ἀπὸ τὰς ὀρθοτέρας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ τοῦ ἐδαφίου γʹ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ δηλωθῇ ἡ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον συμμετοχὴ εἰς παντὸς εἴδους ἐπιχειρήσεις. Ἰδοὺ ὅμως ποὺ δύναται νὰ φθάσῃ τὸ θέμα τῆς ἀνακριβείας. Οἱ γεωργικοὶ συνεταιρισμοὶ εἶναι κατὰ τὸν νόμον ἔμποροι. Ἡ συμμετοχὴ ἑνὸς πολιτικοῦ ἢ συγγενοῦς του εἰς γεωργικὸν συνεταιρισμόν, εἴτε ἀναγκαστικόν, εἴτε ἑκούσιον, εἶναι συμμετοχὴ εἰς ἐπιχείρησιν τύποις. Καὶ ἑπομένως ἐὰν λησμονήσῃ ἢ νομίσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ σημειώσῃ εἰς τὴν δήλωσίν του, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι διέπραξε τὸ ἔγκλημα τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Ἀλλ’ ἐὰν τεθῇ ἐκ «προθέσεως», τότε καλύπτεται, διότι οὐδεὶς θὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐκ προθέσεως παραλείπει νὰ δηλώσῃ ὅτι μετέχει γεωργικοῦ συνεταιρισμοῦ, διότι κατέχει δύο στρέμματα γῆς. Ἰδού, λοιπόν, διατὶ εἶναι ἀναγκαία ἡ μετατροπὴ τοῦ «ἐν γνώσει εἰς τὸ «ἐκ προθέσεως», τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ συνάδελφος κ. Ἰορδάνογλου.

§143Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοθετήματος, ἀναμφισβητήτως ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν αὐτοῦ. Διότι δι’ αὐτοῦ καθιεροῦται τὸ ἀδίκημα τῆς ἀθεμίτου κτήσεως. Τὸ νομοθέτημα ἔχει μίαν γενικὴν γραμμήν. Θέλει ὁ πολιτικὸς νὰ αὐτοπροσφερθῇ πρὸς ἀπόδειξιν τῶν περιουσιακῶν του στοιχείων, διὰ νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν οἱονδήποτε ψίθυρον, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ κυκλοφορήσει εἰς βάρος του. Τίθεται ἕνα ἐρώτημα εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, πόθεν ἐκτήσατο αὐτά, τὰ ὁποῖα ἔχει. Δι’ αὐτὸ εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ θέσπισις τοῦ τεκμηρίου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ καθιερώσεως τεκμηρίου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς πλήρους ἀντιθέσεως πρὸς τὰ κρατοῦντα. Διότι ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ θέμα τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως τότε θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Ὁ μηνυτὴς θέτει ὡς δεδομένα πραγματικὰ γεγονότα στοιχειοθετοῦντα τὸ ἀδίκημα καὶ ὁ ἐλεγχόμενος ὑποχρεοῦται ν’ ἀντικρούσῃ. Θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξουν τὰ δεδομένα διὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ ἀνακρίβεια. Εἶναι δυνατὸν ἕνας νὰ εἰσπράττῃ 10.000 δραχμὰς τὸν μῆνα καὶ νὰ σπαταλᾷ 18.000. Τὸ ἐρώτημα τίθεται ποῦ εὑρίσκει αὐτὰς τὰς 8.000 δραχμάς, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν τὶ εἰσπράττει. Ὡς δεδομένον θὰ τεθῇ τὶ εἰσπράττει καὶ τὶ ξοδεύει, τὸ ἐπὶ πλέον ἀποτελεῖ ἀνταπόδεικτον καὶ ὄχι μετάθεσιν τοῦ τεκμηρίου. Κατὰ συνέπειαν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν στενήν, τὴν λογικήν, δὲν ὑπάρχει μετάθεσις τεκμηρίου. Φέρω ἕνα παράδειγμα: Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι προβαίνει τις εἰς τὴν ἀγορὰν ἑνὸς πλοίου, τοῦ ὁποίου ἀσφαλῶς ἡ ἀξία εἶναι μεγάλη. Ἐκεῖ τίθεται τὸ πραγματικὸν ἐρώτημα. Ποῦ εὑρέθησαν τὰ χρήματα διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ πλοίου. Πρόκειται, συνεπῶς, περὶ ἀνταποδείξεως ἑνὸς πραγματικοῦ γεγονότος. Πέραν τῶν νομικῶν κριτηρίων, ὁ κόσμος θέλει τὸν πολιτικόν του νὰ εἶναι μακρὰν πάσης ὑπονοίας καὶ ἀξιώνει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ προσδιορίσῃ τὸν τρόπον κτήσεως τῶν περιουσιακῶν του στοιχείων. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαναβῆ, ἐνῷ ἔχει γύρω ὅλας τὰς προϋποθέσεις, δύναται νὰ ἀποδοθῇ καλύτερα εἰς τὸν νόμον μὲ μίαν κἄπως πιὸ συμπεπυκνωμένην διατύπωσιν. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει ἀθέμιτον κτῆσιν καὶ ὑπὸ τῶν συγγενικῶν προσώπων καὶ θὰ πρέπει νὰ δημιουργηθῇ διὰ τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἰδία εὐθύνη, διότι ἐὰν εἶναι ἐνδεχομένως ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐλεγχομένου προσώπου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὴν ἰδιότητά τους. Πρέπει συνεπῶς νὰ δημιουργηθῇ ἰδία ποινικὴ εὐθύνη.

§144Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Περὶ αὐτοῦ ἔχει δημοσιευθῆ σχετικὴ τροπολογία.

§145Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κ. Ὑπουργέ, τοιαύτην τροπολογίαν. Πάντως τὰ πρόσωπα αὐτὰ ὡς καὶ τὰ συνδεόμενα διὰ φιλίας ἀποτελοῦν κίνδυνον διὰ τὸν πολιτευόμενον, ὅταν ταῦτα ἐκμεταλλεύωνται τὸν συγγενικὸν ἢ φιλικὸν δεσμὸν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐλεγχομένου. Ὁ πολιτικὸς κόσμος πρέπει νὰ προστατευθῇ καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε περιουσιακόν τι στοιχεῖον θὰ πρέπει πάντοτε νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ μόλις δημοσιευθῇ ἡ δήλωσίς του.

§146Δ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπουσίαζον ἐκ τῶν συνεδριάσεων τοῦ Σώματος ἐπὶ 3 ἡμέρας. Κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον ἐψηφίσθησαν ἐκ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου 3 ἄρθρα. Ἤθελον νὰ εἴπω τὰς ἀπόψεις μου, ἀλλὰ δυστυχῶς ὅπως προανέφερον δὲν παρευρισκόμην εἰς τὰς συνεδριάσεις. Καὶ πρῶτον, θέλω νὰ ἐρωτήσω, ποῖοι λόγοι ἐπέβαλλον τὴν θέσπισιν τοῦ παρόντος νομοθετήματος. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολήν........

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. συνάδελφε, ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Λυποῦμαι, διότι ἀπουσιάσατε καὶ δὲν λάβατε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀνατρέπεται καὶ ἡ οἰκονομία τῆς συζητήσεως.

§148Δ. ΜΥΛΩΝΑΣ. .... ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἔστειλεν εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ ἐπιβάλλωμεν κυρώσεις κατὰ τῶν ὑπολόγων τῆς προηγουμένης 8ετίας καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ φροντίσωμεν διὰ τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὸ μέλλον. Δὲν ἱκανοποιοῦμεν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐὰν δὲν τιμωρήσωμεν τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν 8ετίαν. Ὀρθῶς, κ. Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ εἰς πλείστας περιπτώσεις «ἔγκλημα, ἔγκλημα, ἔγκλημα».

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἡλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§150Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον, θὰ ἤθελα νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν διὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσιριμώκου καὶ τοῦ κ. Παγκούτσου. Λέγω λοιπὸν ὅτι τὸ τεκμήριον τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 5 νὰ μὴ εἶναι αὐτοτελές, ἀλλὰ νὰ περιληφθῇ «ἰδίᾳ ἐὰν ἡ διαβίωσις τοῦ ἐλεγχομένου δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα». Δεύτερον, λέγει τὸ ἄρθρον 5 «θεωρεῖται ἀθέμιτος ἡ κτῆσις περιουσιακοῦ ὀφέλους ἐφ’ ὅσον δὲν δικαιολογεῖται ἐπαρκῶς κλπ.». Ὁ κ. Σεργάκης εἶπεν ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου δὲν ἱκανοποιεῖται ἐὰν δὲν ἀποδειχθῇ κατὰ ποῖον τρόπον ἀπεκτήθη. Διότι λ.χ. ἐπὶ ἀγορᾶς ἑνὸς ἀκινήτου θὰ πρέπει νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀποδείξῃ ὁ ἐλεγχόμενος κατὰ τίνα τρόπον ἀπεκτήθη τοῦτο. Λέγει ἡ παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 5: «... (ἀναγινώσκει)...». Δηλαδὴ ὁρίζεται ἐξαντλητικῶς τὸ πῶς ἀπεκτήθη ἓν περιουσιακὸν στοιχεῖον.

§151Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἐπροσθέσαμεν διὰ τροπολογίας, κ. συνάδελφε.

§152Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ μπῇ καὶ αὐτό. Ὑπάρχει μία ἰδική μας τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔχετε πάρα κάτω. Ἅμα ὅμως εἰσάγεται διὰ τὸ παρελθὸν θὰ πρέπει νὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅτι ὡς ἀθέμιτος ἀπόκτησις περιουσιακοῦ ὀφέλους θὰ πρέπει νὰ θεωρῆται καὶ ἡ ἀπόκτησις περιουσιακοῦ ὀφέλους, κατὰ τρόπον ἀντιβαίνοντα εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ποινὴ καὶ ἡ καταβολὴ εἰς τὸ δημόσιον ποσοῦ ἴσου μὲ τὸ ἀθεμίτως ἀποκτηθέν. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς μίαν τελευταίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔκαμε καὶ ὁ συνάδελφος κ. Σεργάκης. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι θὰ πρέπει εἰς τὰς αὐτὰς ποινὰς νὰ ὑπόκεινται καὶ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀποκτοῦν περιουσιακὰ ὀφέλη ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἰδιότητα πολιτικοῦ τινος προσώπου.

§153Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Διατὶ τὰ πρόσωπα αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ δικάζωνται ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τούτου καὶ ὄχι τῶν κοινῶν δικαστηρίων;

§154Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἐὰν ὑπάρξουν αἱ αὐστηραὶ ποιναὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τὸ κακόν.

§155Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Προχθὲς ἀνέγνωσα τὸ ἑξῆς: Ὅτι εἰς τὴν Λάρισαν εἷς κοινὸς ἀπατεών, διαδίδων ὅτι ἔχει σχέσεις μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, εἰσέπραττε χρήματα παρὰ διαφόρων προσώπων, ὑποσχόμενος νὰ μεσολαβήσῃ διὰ τὴν μετάβασίν των εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὁ ἀπατεὼν αὐτὸς συνελήφθη καὶ ἀπεδείχθη ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν εἶχε μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἐρωτῶ, θὰ πρέπει μὲ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν νὰ ἀσχοληθῇ τὸ δικαστήριον τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Δὲν ἀρκοῦν τὰ κοινὰ δικαστήρια;

§156Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὴ ἡ περίπτωσις νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ τιμωρῆται καὶ νὰ ἐκδικάζεται σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου. Νομίζω, ὅμως, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ μείνουν ἀνενόχλητοι, κυρίως, οἱ διάφοροι ἰδιαίτεροι Γραμματεῖς τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πράγματι κἄποιον δεσμὸν μὲ τὸν Ὑπουργὸν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκμεταλλευόμενοι τὸν δεσμόν των αὐτόν, ἀποκτοῦν ἀθεμίτως περιουσιακὰ ὀφέλη. Φρονῶ ὅτι καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἐφ’ ὅσον ἀποκτοῦν ἀθεμίτως περιουσιακὰ ὀφέλη, θὰ πρέπει νὰ τιμωροῦνται βάσει τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου.

§157Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, ἔχομεν τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 5, κατὰ τὴν ὁποίαν θεωρεῖται ὡς ἔγκλημα ἡ ἀθέμιτος ἀπόκτησις περιουσιακοῦ ὀφέλους. Ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις, ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ λέξις «ἔγκλημα». Νομίζω ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις εἶναι ἀβάσιμοι, διότι κατὰ τὸν Ποινικὸν Κώδικα κατὰ τὸν ὁποῖον ἀναλόγως τῆς ἐπιβαλλομένης ποινῆς αἱ ἀδικοπραγίαι διακρίνονται εἰς ἐγκλήματα καὶ ἀδικήματα, ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 5 πρᾶξις, θὰ πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔγκλημα, λόγῳ τῆς προβλεπομένης δι’ αὐτὴν ποινῆς. Ἀλλὰ τὸ θέμα κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ θέμα εἶναι νὰ μὴ γίνωμεν μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἀφορμὴ νὰ δημιουργηθοῦν ἐγκλήματα εἰς βάρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Εἰς τὴν πρώτην παράγρ. τοῦ ἄρθρου 5 καθορίζεται ὅτι θεωρεῖται ὡς ἔγκλημα ἡ ἀθέμιτος ἀπόκτησις περιουσιακοῦ ὀφέλους. Καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν παράγραφον 2 διευκρινίζεται τὶ ἐννοοῦμεν λέγοντες ἀθέμιτον ἀπόκτησιν περιουσιακοῦ ὀφέλους. Αἱ ὑπόλοιποι παράγραφοι οὐδὲν προσθέτουν. Νομίζω ὅτι ἀρκοῦν αἱ δύο πρῶται παράγραφοι. Διὰ τῶν ὑπολοίπων, οὐδὲν προσθέτομεν. Δίδομεν μόνον τὴν ἀφορμὴν τῆς προσβολῆς τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω πρὸς ποῖον ἀπευθύνομαι καὶ παρακαλῶ καὶ ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ μὲ προσέξουν. Ὅταν καλῶς ἢ κακῶς καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ θεσπίσωμεν νόμους διὰ τῶν ὁποίων προβλέπονται ἐξοντωτικαὶ ποιναί, ὡς ὁ παρών, θὰ πρέπει τοὐλάχιστον νὰ εἴμεθα σαφεῖς. Δὲν θὰ πρέπει νὰ διατυπώσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ δύναται τὸ δικαστήριον νὰ τὰς ἑρμηνεύῃ κατὰ διάφορον τρόπον. Πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἐπιβολῆς ποινῆς εἰς πολιτικὸν ἄνδρα βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ἐπαναλαμβάνω, θὰ πρέπει νὰ εἴμεθα σαφεῖς. Ἐφθάσαμεν κ. Πρόεδρε εἰς τὸ σημεῖον νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀσχοληθῇ δικαστήριον μὲ τὸν τρόπον τῆς διαβιώσεώς μας. Ἐὰν π. χ. κληθῇ ἕνας συνάδελφος ὑπό τινος φίλου του νὰ συμφάγουν εἰς τὸ κέντρον «Ἀστέρια», αὐτὸ δύναται νὰ ἀποτελέσῃ στοιχεῖον εἰς βάρος του; Θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ οἱοσδήποτε καὶ νὰ καταγγείλῃ ὅτι ὁ κ. συνάδελφος διαβιοῖ πολυτελῶς καὶ νὰ κριθῇ ἐκ τούτου ὅτι ἀπέκτησεν ἀθεμίτως περιουσιακὰ ὀφέλη; Δι’ αὐτὸ κ. Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὰς δύο πρώτας παραγρ. τοῦ ἄρθρου 5. Ἀρκεῖ ὅτι καθιεροῦται ὡς ἔγκλημα ἡ κτῆσις ἀθεμίτως περιουσιακοῦ ὀφέλους. Ὅταν ἀρχίζωμεν νὰ ἀναμασῶμεν τὴν διάταξιν, ἀποδεικνύεται ὅτι καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν γνωρίζομεν τὶ θέλομεν. Ἔχω τὴν τιμὴν κ. Πρόεδρε, νὰ ἀνήκω εἰς τὴν Ε. Κ. καὶ ἔχω τὸ θάρρος νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ γίνεται ἐν βίᾳ καὶ ἡ βία εἶναι πάντοτε ἐπικίνδυνος. Πρέπει νὰ διαγράψωμεν τὰς ὑπολοίπους παραγράφους τοῦ ἄρθρου 5 πλὴν τῶν δύο πρώτων, διὰ νὰ ἀφήσωμεν ἥσυχον τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τὴν ὁποίαν ἐνδιαφερόμεθα νὰ προστατεύσωμεν μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον.

§158Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἡ ὁμιλία τοῦ συναδέλφου κ. Κεφαλληνοῦ, μὲ ἀπαλλάσσει, κύριε Πρόεδρε, τοῦ κόπου νὰ ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις μου. Συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὰς ἰδικάς του ἀπόψεις καὶ ἐγώ, ποὺ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μὴ ἀνήκω εἰς τὴν Ε.Κ. Θὰ κάμω μόνον μίαν παρατήρησιν. Ἐτονίσθη ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς συναδέλφους ὅτι ἡ νέα διάταξις τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, εἶναι ἡ καθιέρωσις ποινῆς διὰ τὴν ἀθέμιτον ἀπόκτησιν περιουσιακοῦ ὀφέλους. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ νέον στοιχεῖον εἶναι μόνον ἡ ὑποβολὴ τῆς δηλώσεως καὶ τὰ εἰσαγόμενα τεκμήρια, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς δὲν φαίνεται νὰ ἀποδέχεται ἡ Βουλὴ ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ὁμιλιῶν τῶν κ.κ. συναδέλφων. Εἰς τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου περὶ μεσαζόντων, ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται ποινὴ καὶ εἰς τὰ μέλη τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος ἐὰν δέχωνται δῶρα κλπ. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς: «...(ἀναγινώσκει)...». Ὅπως βλέπετε αἱ κείμεναι διατάξεις τιμωροῦν τὴν ἀπόκτησιν ἀθεμίτως περιουσιακοῦ ὀφέλους. Ὥστε τὸ νέον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ἡ δήλωσις. Περαιτέρω, κύριε Πρόεδρε, καὶ ὡς νομικὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος, δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὸ τεκμήριον ὅτι ἡ πολυτελὴς διαβίωσις ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν ἀποκτήσεως κατὰ τρόπον ἀθέμιτον περιουσιακοῦ ὀφέλους. Καὶ τὸ στοιχεῖον αὐτὸ θὰ κρίνεται βάσει τῆς δηλώσεως. Ἐὰν ἡ διαβίωσις εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τῆς δηλώσεως, εἶναι τὸ μόνον ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει. Καὶ τὶ θὰ πῇ αὔριον ὁ δικαστὴς ὅταν ὁ κατηγορούμενος τοῦ προβάλῃ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ναὶ μὲν δὲν ἔχει πόρους δικαιολογοῦντας τὴν ζωὴν τὴν ὁποίαν διαβιοῖ, ἀλλ’ ὀφείλει καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι ἔχει χρέη;

§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Λουλακάκης ἔχει τὸν λόγον.

§160Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Τὸ θέμα βέβαια εἶναι ἐξηντλημένον ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 5, ἀλλὰ μὲ τὸν ρυθμὸν αὐτὸν τῆς συζητήσεως φοβοῦμαι ὅτι οὔτε τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα θὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Παρ’ ὅλα ταῦτα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα σύντομα λόγια. Παρηκολούθησα καὶ ἐγώ, χωρὶς φόβον καὶ χωρὶς πάθος τὴν κυοφορίαν καὶ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι ἀνήκω εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ εἶναι ὁ κανών, εἶναι σχεδὸν τὸ σύνολον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δίδουν τὰ πάντα εἰς τὸν Δημόσιον καὶ ἰδιωτικὸν βίον καὶ δὲν λαμβάνουν τίποτε. Ἀλλὰ παρ’ ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κηρυχθῶ ἐναντίον τῆς καθιερώσεως τοῦ τεκμηρίου ὡς στοιχείου πρωτογενοῦς διὰ τὴν θεμελίωσιν κατηγορίας ἐναντίον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, διότι τότε προσφέρομεν θύματα καὶ βορὰν εἰς τοὺς συκοφάντας, τοὺς ἐκδικητάς, τοὺς κακοβούλους ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ὑπονομεύουν τὸν Κοινοβουλευτικόν μας θεσμόν. Συμφωνῶ μὲ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος καὶ ἔντιμος Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ κ. Κανελλόπουλος, ὅτι πρέπει οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ ἀποδεικνύουν διὰ τῆς ζωῆς των, διὰ τῶν ἐξόδων τῶν κοινωνικῶν καὶ τῶν ἐξόδων διαβιώσεώς των, νὰ ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές, ὅτι εἶναι τίμιοι ἄνθρωποι. Ἀνήκει νομίζω εἰς τὸν Τζέφερσον κ. Πρόεδρε, τὸ λεχθὲν ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ ἔχουν τὰς χεῖρας ἀσπίλους καὶ ὅτι πρέπει νὰ περιορίζουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὰς ἀτομικάς των ἀνάγκας, διὰ νὰ πυργώνουν ὑψηλὰ τὴν πνευματικήν των καὶ πολιτικήν των ἀνεξαρτησίαν. Διότι βέβαια ὅταν κανεὶς δαπανᾷ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐννόμως κερδίζει εἶναι προφανὲς ὅτι θὰ ἀναζητήσῃ ἀπὸ ἄλλους πόρους τὴν κάλυψιν τῶν δαπανῶν αὐτῶν, ἀλλὰ ὅπως εἶπον πρέπει νὰ κατοχυρώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὴν τιμὴν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς συκοφάντας νὰ τινάξουν εἰς τὸν ἀέρα τοὺς κοινοβουλευτικούς μας θεσμούς. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ἐναντίον τοῦ τεκμηρίου καὶ συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Τσιριμῶκος, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἁπλοῦν στοιχεῖον ἐπικυρώσεως τῆς κατηγορίας, ἐπιβαρυντικόν, ἀλλὰ οὐδέποτε ὡς στοιχεῖον βασικὸν τῆς θεμελιώσεως τῆς κατηγορίας.

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης ἔχει τὸν λόγον.

§162Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα μας δὲν εἶναι, ἂν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὸ τεκμήριον ἢ ὄχι. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀκουσθοῦν καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις καὶ ἠκούσθησαν ἤδη. Τὸ θέμα εἶναι, ἐὰν δυνάμεθα νὰ τὸ καθιερώσωμεν, χωρὶς νὰ ἔλθωμεν εἰς σύγκρουσιν μὲ βασικὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ ἀκόμη μὲ συνταγματικὰς διατάξεις. Ὅταν εἶχον τὴν τιμήν, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸ Σῶμα, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ τεκμηρίου, ἐξέφρασα τὴν ἄποψιν, ὅτι εἶναι λίαν ἀμφίβολον, ἐὰν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐφαρμοσθῇ μία διάταξις, βάσει τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ κηρυχθῇ τις ἔνοχος βάσει τεκμηρίων, δεδομένου ὄντως ὅτι κατὰ τὸ Ποινικὸν Δίκαιον, τὸ Διεθνὲς Ποιν. Δίκαιον — διεθνὴς κανὼν καὶ συνταγματικὸς κανὼν — ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ κηρυχθῇ τις ἔνοχος, πλήρης ἀπόδειξις. Ἡ διάταξις αὐτή, κύριε Πρόεδρε, παρέλκει ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ὅτι ἐφαρμόζεται ἐγγράφως, ἀλλ’ ἐφαρμόζεται πάντοτε ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις. Εἶπον τὴν ἄλλην φοράν, σκεφθεῖτε τί θὰ ἐγένετο, ἐὰν ἐπεξετείνετο ἡ ἀρχὴ τοῦ τεκμηρίου καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις. Εἰς τὴν ὕπαιθρον, φέρ’ εἰπεῖν, ἀνθεῖ ἢ μᾶλλον ἤνθει εἰς τὸ παρελθὸν τὸ ἀδίκημα τῆς ζωοκλοπῆς. Ἐὰν εἰσήγομεν μίαν διάταξιν καὶ ἐλέγομεν, κάθε κτηνοτρόφος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀποδείξῃ πόθεν ἔχει τὰ ποίμνιά του, θεωρεῖται ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει εἶναι προϊὸν ζωοκλοπῆς καὶ ἠρώτησα, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας Δικαστὰς ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ βάσει τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ κτηνοτρόφος, ὁ ὁποῖος δὲν δικαιολογεῖ τὴν προέλευσιν τοῦ ποιμνίου του; Ἑπομένως, λέγω, ὅτι παρέλκει, διότι πάντοτε τὰ Δικαστήρια ἐξετάζουν αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγομεν ἡμεῖς «πόθεν ἔσχες». Συνεπῶς, μόνον ὡς καθοδηγητικὴ διάταξις διὰ τὸν Δικαστὴν θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ, ἐὰν ἀνεγράφετο. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ὅτι ἐφαρμόζεται πάντοτε εἰς ὅλας τὰς δίκας ἀπὸ τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐλέγχουν ἀκριβῶς τὴν κτῆσιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι παρέλκει οἱαδήποτε θέσπισις τοῦ τεκμηρίου.

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Μελᾶς.

§164Ι. ΜΕΛΑΣ. Ἐναπόκειται βεβαίως εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νὰ ἀποδεχθῇ ἢ μὴ καὶ τὸ προβλεπόμενον τεκμήριον τῶν ὅρων τῆς διαβιώσεως. Ἐπιβάλλεται ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι τὸ τεκμήριον τοῦτο ἀπετέλεσε βασικὴν πρόβλεψιν τοῦ συγγενοῦς νομοσχεδίου τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου «περὶ ἐλέγχου περιουσιῶν» καὶ ἡ σημασία τῆς ὁποίας ἐξήρθη δικαίως κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἐκ τῆς ἀντικειμενικῆς πάντως ἐκτιμήσεως πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι καὶ σήμερον τὸ τεκμήριον τοῦτο ἀφορᾷ οὐσιαστικὴν προϋπόθεσιν. Ὑπάρχουν οἱ μωροί, οἱ καθιστῶντες καταφανὲς τὸ προϊὸν τῆς ἀνόμου κτήσεως, ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ εὐφυεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν καθιστοῦν ὑλικῶς ἐμφανῆ τὸν παράνομον καὶ αἰφνίδιον πλουτισμόν των, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀπόσχουν καὶ ἀπὸ τὴν πολυτελῆ διαβίωσιν τὴν ἄσχετον πρὸς τὴν στάθμην τῶν εἰσοδημάτων των. Εἰς τὴν σύλληψιν τῶν τελευταίων ἀποβλέπει τὸ προβλεπόμενον τεκμήριον τῶν ὅρων διαβιώσεως. Κατὰ ταῦτα θὰ ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ τὸ προβλεπόμενον τεκμήριον προστιθεμένου ὅμως τοῦ ὅρου τῆς προδήλου ἀντιθέσεως τῶν ὅρων τῆς διαβιώσεως, πρὸς τὸ ὕψος τῶν εἰσοδημάτων.

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἐγγεγραμμένων ὁμιλητῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.

§166Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει πάντα, ἡ ἀρχική μας διαφορά, μὲ ὅσους ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων ἐξακολουθοῦν νὰ ὑποστηρίζουν τὴν ἄποψιν, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν προστατεύει πράγματι τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας, ἀλλὰ ἀντιθέτως διαπομπεύει τὸν πολιτικὸν κόσμον. Εἶναι μία βασικὴ διαφορά μας καὶ αἱ πλεῖσται ἐκ τῶν ἀπόψεων αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν δευτέραν ἄποψιν, ἡ ὁποία εἶναι διάφορος τῆς ἰδικῆς μας. Συνεπῶς, δὲν νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου — ἄλλωστε εἰς ὅλας τὰς ὁμιλίας μου ἔχω διευκρινίσει τὸ βασικὸν τοῦτο θέμα — δὲν νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ εἴπω περισσότερα. Τὸ ἄρθρον 5, θεσπίζει ἓν ἰδιώνυμον ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον μὲ ἀπόλυτον σαφήνειαν διατυπώνεται εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο καί, παραλλήλως, δίδει τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως τοῦ «Πόθεν Ἔσχες» εἰς τὸν ἐλεγχόμενον καὶ εἶναι πράγματι μία οὐσιώδης δικονομικὴ ἀλλαγή, ὅπως ὀρθῶς ἐτόνισεν ὁ συνάδελφος κ. Σεργάκης, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐλεγχομένου, διότι τοῦ παρέχει ὅλην τὴν δυνατότητα νὰ ἀποδείξῃ τὸ νόμιμον τῆς κτήσεως τῶν περιουσιακῶν του στοιχείων καί, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ ἔχῃ μίαν πανηγυρικὴν καὶ ἐπίσημον διαβεβαίωσιν περὶ τοῦ ὅτι τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα εἶναι νομίμως κτηθέντα. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τοὺς διατυπωθέντας ἐνδοιασμοὺς ἐκ μέρους τῶν κ.κ. συναδέλφων. Ἀκούω νὰ ὁμιλοῦν πολλοὶ περὶ τεκμηρίου. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑπεισέλθω εἰς τὴν ἔννοιαν, τοῦ διατί ἐνοχλεῖ αὐτὸ τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον ὀρθῶς ἐπεσήμανεν ὁ κ. Μελᾶς, εἰπών, ὅτι καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε καταθέσει ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, τὸ εἶχε περιλάβει ὡς ἕνα βασικὸν στοιχεῖον, διότι μὲ τὸ τεκμήριον πράγματι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ ἕνα λεπτότατον θέμα, ὅπως ἀνεγνώρισε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε., ὁ ὁποῖος καὶ τὸ ἐπεσήμανεν ἰδιαιτέρως, συμφωνῶν ἐν τῷ σημείῳ τοῦτο. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 5, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν αἱ ἑξῆς μεταβολαὶ τὰς ὁποίας ἀποδέχομαι: Ἡ ὀνομασία «ἔγκλημα» εἶναι εἰλημμένη ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Κώδικα. Συνεπῶς, δὲν ἠξεύρω, διατί ἐδημιούργησεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ἀντὶ νὰ λέγεται «ἔγκλημα» νὰ λέγεται «ἀδίκημα», διότι, ἀπὸ πλευρᾶς οὐσίας, δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορά. Τὸ ἀφήνω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι ὁ δόκιμος ὅρος εἶναι ὁ ὑπάρχων εἰς τὸ νομοθέτημα, διότι εἶναι εἰλημμένος ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Κώδικα. Ἐὰν ἡ Βουλή, ὅμως θὰ ἤθελε νὰ τὸ μετονομάσῃ εἰς «ἀδίκημα», δὲν ἔχω, ἐπαναλαμβάνω, καμμίαν ἀντίρρησιν. Νομίζω, ὅμως, ὅτι, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Βρανοπούλου, πρέπει νὰ μείνῃ αὐτὸς ὁ δόκιμος ὅρος. Βεβαίως ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὰς προσθήκας τὰς ὁποίας ἔκαμα εἰς τὸ νομοσχέδιον διὰ τῶν τροπολογιῶν τὰς ὁποίας ὑπέβαλα πρὸ δύο ἡμερῶν καὶ τῶν ὁποίων ἔλαβον γνῶσιν ὅλοι οἱ κ.κ. συνάδελφοι, νομίζω. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι οἱ κ.κ. συνάδελφοι θὰ εἶναι εὐχαριστημένοι, διότι αἱ τροπολογίαι διὰ τὰς προσθήκας διενεμήθησαν πρὸ δύο ἡμερῶν.

§167Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ὅπως διανεμηθοῦν καὶ πάλιν αἱ τροπολογίαι περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργός.

§168Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐπίσης, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποδέχομαι ἀπὸ πλευρᾶς διατυπώσεως, εἰς τὸ ἄρθρον 5 παράγρ. 2, ἐδάφιον 2, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἀναφέρεται εἰς αὐτὸ τὸ ἑξῆς: «Θεωρεῖται ὡς ἀνακριβὴς ἡ δήλωσις καὶ ἐὰν αἱ συνθῆκαι διαβιώσεως τοῦ ἐλεγχομένου καὶ αἱ συναφεῖς δαπάναι αὐτοῦ δὲν δικαιολογοῦνται ἐκ τῶν δεδομένων, τῶν προκυπτόντων ἐκ τῆς δηλώσεως». Τοῦτο ἐκτιμῶν, ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει καὶ τὴν σχετικὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, ἀποδέχομαι ὅπως μεταβληθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἐν τῇ ἐκτιμήσει, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνακριβὴς δήλωσις, θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει καὶ αἱ συνθῆκαι διαβιώσεως τοῦ ἐλεγχομένου καὶ αἱ συναφεῖς δαπάναι αὐτοῦ, ἐν συναφείᾳ πρὸς τὰ δεδομένα, τὰ προκύπτοντα ἐκ τῆς δηλώσεως». Αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις ἀποδέχομαι.

§169Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὸ «ἐν γνώσει» νὰ γίνῃ «ἐκ προθέσεως».

§170Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μὰ ὅταν εἶναι «ἐν γνώσει» νοεῖται ὅτι εἶναι καὶ «ἐκ προθέσεως».

§171Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον.

§172Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αὐτὸς ποὺ ἐν γνώσει δὲν δηλώνει, εἶναι προφανές, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν πρόθεσιν.

§173Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Ἠμπορεῖ εἷς ἐξ ἐπιπολαιότητος ἐν γνώσει νὰ παραλείψῃ κἄτι.

§174Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅταν εἶναι ἐν γνώσει, ἐξυπακούεται, ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον καὶ χαίρω, διότι τὸ ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. Κύριε Πρόεδρε, μὲ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας εἶπον τώρα καὶ μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀνέφερον καὶ ὡς εἶπον ὑπέβαλον πρὸ δύο ἡμερῶν, παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον 5 ἢ ὄχι.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου, ἔχει τὸν λόγον.

§176Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα μὲ προσοχήν, ὅπως ἐπιβάλλεται, τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς πρὸς τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιμένει εἰς τὴν διατήρησιν τῆς διατάξεως τοῦ ἐδαφίου 3 τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, ἐπὶ τῆς ὁποίας τόσαι ἐπικρίσεις ἠκούσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ μέχρι τῶν βουλευτῶν ὅλων τῶν πτερύγων. Ἤκουσα ἐπίσης, καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸ εἴπω μὲ ἔκπληξιν, τὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ ἐπίρριψις τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἀποδείξεως τοῦ νομίμου τρόπου τῆς κτήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων εἰς βάρος τοῦ ἐλεγχομένου, εἰς βάρος δηλαδὴ οὐσιαστικῶς τοῦ κατηγορουμένου, ἀποτελεῖ προνόμιον ὑπὲρ τοῦ ἐλεγχομένου. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατί οἱ δικονομολόγοι καὶ οἱ συντάξαντες τοὺς νέους κώδικας δὲν ἐσκέφθησαν νὰ ἐπωφεληθοῦν καὶ νὰ εἰσαγάγουν εἰς τοὺς νέους κώδικας τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ πρὸς ὄφελος καὶ πρὸς κέρδος καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν κατηγορουμένων. Πῶς δὲν ἐσκέφθησαν δηλαδὴ νὰ θεσπίσουν, ὅτι τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως, τῆς μὴ συνδρομῆς τῶν συστατικῶν τοῦ ἐγκλήματος στοιχείων πρέπει νὰ φέρῃ ὁ κατηγορούμενος ὁ ἐλεγχόμενος. Πέραν αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν καὶ ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία διενεμήθη ἀπὸ χθὲς ἢ ἀπὸ προχθές, ὅπως ἐλέχθη καὶ ἡ ὁποία, ἀτυχῶς, φαίνεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποδίδῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ὁ κ. Ὑπουργός. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 5, λέγει: «Ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἄλλων προσώπων, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐλεγχομένου, ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος εἶναι μόνον τὰ πρόσωπα ταῦτα». Ἔχομεν ἑπομένως ἔγκλημα καὶ ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος. Καὶ ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος εἶναι μόνον τὰ πρόσωπα ταῦτα. Εἰς τὴν τρίτην παράγραφον ὅμως τῆς τροπολογίας ἀναγινώσκω ἀντιθέτως τὸ ἑξῆς: «Ὡς πρὸς τὰ ἐν ἄρθρῳ 3 παράγραφον δευτέραν, ἔγκλημα συνιστᾷ μόνον ἡ παράβασις τῆς παραγράφου 2 τοῦ παρόντος ἄρθρου» δηλαδὴ ἡ μὴ ὑποβολὴ δηλώσεως ἢ ἡ ὑποβολὴ ἐν γνώσει ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Ἐπέρχονται ὅμως καὶ ὡς πρὸς αὐτὰ αἱ συνέπειαι τοῦ ἄρθρου 2. Κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει ἔγκλημα. Ἐνῷ ἡ πρώτη παράγραφος λέγει, ὅτι ἐὰν ἐγένετο ἐκμετάλλευσις ὑπὸ τῶν ἄλλων προσώπων ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐλεγχομένου, ὑπάρχει ἔγκλημα καὶ βεβαίως ὑπάρχει ἔγκλημα καὶ ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος εἶναι μόνον τὰ πρόσωπα ταῦτα. Εἰς τὴν τρίτην παράγραφον ἀναιρεῖται ἡ καθιερωμένη ἀρχή, διότι εἰς τὴν παράγραφον 3 ὁρίζεται, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἐν ἄρθρῳ 3 παράγραφον δευτέραν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δροῦν ἄλλως, παρὰ μόνον ἐκμεταλλευόμενα τὴν σχέσιν των μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ πολιτικοῦ, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέονται διὰ συγγενείας, ἔγκλημα συνιστᾷ μόνον ἡ παράβασις τῆς παραγράφου δευτέρας, δηλαδὴ ἡ μὴ ὑποβολὴ δηλώσεως, ἢ ὑποβολὴ ἀνακριβοῦς δηλώσεως.

§177Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πρόσωπα δὲ αὐτὰ δὲν ὑποχρεοῦνται τῆς ὑποβολῆς δηλώσεως.

§178Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθοῦν μὲ τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία προσετέθη. Ἠμπορεῖ νὰ κληθοῦν, συμφώνως πρὸς τὴν παράγραφον 3 τοῦ ἄρθρου 3, νὰ ὑποβάλουν δηλώσεις. Ἀλλὰ δι’ αὐτὰ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν τώρα, καθιερώνει ἀκαταδίωκτον. Μόνον φορολογικὰς κυρώσεις ἀπειλεῖ ἐνῷ ἡ παράγραφος πρώτη διακηρύσσει, ὅτι ὑπάρχει ἔγκλημα καὶ ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος εἶναι τὰ πρόσωπα ταῦτα. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἡ διατύπωσις νὰ γίνῃ μετὰ μεγαλυτέρας προσοχῆς. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἔγκλημα καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος εἶναι βεβαίως τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐλεγχομένου πολίτου ἐπέτυχον τὴν κτῆσιν ἀθεμίτως καὶ κατὰ τρόπον ἀντικείμενον εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη περιουσιακοῦ ὀφέλους, ὑπάρχει ὑποκείμενον ἐγκλήματος. Καὶ ἀπορῶ πῶς ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν παράγραφον 3 ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι ἔγκλημα συνιστᾷ μόνον ἡ μὴ ὑποβολὴ δηλώσεως ἢ ἡ ὑποβολὴ ψευδοῦς δηλώσεως. Καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθω, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ πρῶτον σημεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξεκίνησα, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἐπανεξετάσῃ τὸ θέμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέπωνται θεμελιώδεις κανόνες, τοὺς ὁποίους ἔχει καθιερώσει ἡ σύγχρονος ἐπιστήμη καὶ ἡ σύγχρονος σκέψις καὶ οἱ ἀγῶνες διὰ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Ὅτι δηλαδὴ τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως δὲν εἶναι δυνατὸν ποτέ, κύριε Πρόεδρε, νὰ φέρῃ ὁ ἐλεγχόμενος. Τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως ἔχει πάντα ὁ διώκων, ὁ Εἰσαγγελεύς. Ὁ Εἰσαγγελεὺς προκειμένου περὶ διώξεως ποινικοῦ ἀδικήματος. Ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἀστικὴν δίκην ὑπάρχουν κανόνες οἱ ὁποῖοι καθορίζουν ποῖος ἔχει τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως. Ἔτι πλέον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ εἰς τὴν ποινικὴν δίκην ὁ κανών, ὅτι ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἔνοχος τοῦ ἀδικήματος, ἐφ’ ὅσον δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ἀθῶος.

§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος, ἔχει τὸν λόγον.

§180Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ μόνον εἰς τὸ τελευταῖον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἔθιξε καὶ ὁ συνάδελφός μου, ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, θὰ ἐπανέλθω. Βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει εἰς τὸ θέμα αὐτὸ τοῦ τεκμηρίου. Εἰς κάθε ποινικὴν δικονομίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ προσδιορισθῇ τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου. Ὡς πρὸς τὸν τρόπον κτήσεως, ἐκεῖ νομίζω, ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπανεξετάσῃ τὸ ζήτημα. Καὶ δύναται νὰ γίνῃ, κύριε Ὑπουργέ, αὐτό, διὰ νὰ σᾶς διευκολύνωμεν καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς βάλωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιστρέψετε τὰ πράγματα. Ἔφθασα νὰ κάμω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν συμβιβαστικῶς ὑποβάλλω, διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ ὀρθὴ λύσις εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Τσιριμῶκος, τῆς διαγραφῆς τῆς παραγράφου αὐτῆς, καὶ ἐλπίζω νὰ τὴν δεχθῆτε. Ἀλλάζω δύο λέξεις μόνον. Λέγει τὰ ἑξῆς: «Θεωρεῖται ἐπίσης «... (ἀναγινώσκει) ...». Νὰ τεθῇ «πλὴν ἐὰν ἀποδειχθῇ». Καὶ ἀφήσατε τέλος πάντων τὸν Ἕλληνα δικαστὴν νὰ κρίνῃ ποῖος πρέπει νὰ ἀποδείξῃ.

§181Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι χειρότερον.

§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πάντως προσθέτει.

§183Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Προσθέτει πάρα πολύ. Ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ἕλληνα δικαστὴν νὰ κινηθῇ. Ὁ κατηγορούμενος θὰ πρέπει νὰ ἀποδεικνύῃ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ πάντα κανόνα καὶ τῆς λογικῆς καὶ κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀποδεικνύῃ καὶ ὄχι ὁ κατηγορῶν.

§184Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσάτσου, τῆς ὁποίας ἔχω ἀντίγραφον, ἀποδέχομαι εὐχαρίστως. Διότι εἶναι μέσα εἰς τὸ γενικώτερον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ὑπεστήριξα.

§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, ἔχει τὸν λόγον.

§186Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Κύριοι, πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τεκμηρίου καὶ περὶ βάρους ἀποδείξεως. Νομίζω, ὅτι ἡ παράγραφος 2, ἡ ὁποία εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὸν τρόπον τῆς πολυτελοῦς διαβιώσεως, ἄλλως δὲν ἔχει νόημα, οὔτε τὸ βάρος ἀποδείξεως μεταβάλλει, οὔτε τεκμήρια εἰσάγει. Εἰσάγει πλήρη ἀπόδειξιν καὶ τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως παραμένει εἰς τὸν μηνυτήν. Τί λέγει; Ὁ μηνυτὴς δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ, ὅτι ὁ Α, ὁ ὁποῖος κατὰ κοινὴν ἀντίληψιν δὲν εἶχεν ἰδίαν περιουσίαν καὶ τὰ ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοῦ οἱουδήποτε ἐπαγγέλματός του εἰσοδήματα δὲν δικαιολογοῦν τὴν πολυτελῆ διαβίωσίν του, ἀπέκτησεν ἀθεμίτως περιουσίαν. Τί ἔχει νὰ ἀποδείξῃ ὁ μηνυτής; Ὅτι ὁ βίος εἶναι πολυτελὴς καὶ δυσανάλογος πρὸς τὰς περιουσιακάς του δυνατότητας. Αὐτὸ θὰ τὸ ἀποδείξῃ, ἄλλως δὲν θὰ εὐσταθῇ ἡ μήνυσις.

§187Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ γενικώτερον, ὅτι αἱ πρόσοδοι, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ πολιτικός, τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ πολιτικός, ἔχουν ἀθέμιτον πηγήν.

§188Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Βεβαίως. Πῶς θὰ ἀποδειχθοῦν τὰ εἰσοδήματά του; Ἐκ τῆς φορολογικῆς του δηλώσεως. Ἁπλούστατα εἶναι ἐξ αὐτῆς ἀποδεδειγμένα. Εἶναι πλήρης ἀπόδειξις. Διότι κατὰ τὸν φορολογικὸν νόμον, ἡ φορολογικὴ δήλωσις πρέπει νὰ ἀναγράφῃ τὰ ἐκ πάσης πηγῆς εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς φόρον.

§189Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Βεβαίως, τὰ χρεώγραφα.

§190Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Τὰ χρεώγραφα θὰ τὰ δηλώσῃ καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποδίδουν εἰσόδημα θὰ τὰ δηλώσῃ βάσει τοῦ νόμου. Περὶ αὐτοῦ δὲν τίθεται ζήτημα. Ἐὰν δὲ τὰ χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχει δὲν ἀποδίδουν εἰσόδημα καὶ ἐν τούτοις ζῇ πολυτελῶς εἶναι εἰς βάρος του. Ὁ μηνυτής, λοιπόν, θὰ εἴπῃ: Ἰδού, κύριε, τὰ εἰσοδήματά σου, ἰδοὺ καὶ ἡ διαβίωσίς σου. Δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπῆγεν ἕνας βουλευτὴς καὶ ἔφαγε μίαν φορὰν εἰς τὰ Ἀστέρια. Δὲν φθάνομεν εἰς αὐτό. Ἀλλὰ ὑποθέσατε ἐμέ, διὰ νὰ μὴ ὁμιλήσω περὶ ἄλλου τινός, ἄγαμον καὶ ἄτεκνον, ὅταν ἔχω γυναῖκα καὶ ὅταν ἔχω παιδιά, ὅταν κάμνω ταξίδια, ὅταν ἔχω θαλαμηγούς, ὅταν ἔχω πολυτελῆ διαμερίσματα, ὅταν κάμνω ἐκλογὰς καὶ δαπανῶ ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἐκλογήν μου, δὲν εἶναι αὐτὸ ἀπόδειξις πολυτελοῦς διαβιώσεως; Θὰ εἴπῃ ὁ μηνυτής, ὅτι ὁ Α ἐξώδευσε τόσα διὰ τὴν ἐκλογήν του, τί εἰσοδήματα ἔχει; Ἔχει τὴν ἀποζημίωσίν του τὴν ἀφορολόγητον, καὶ ἔχει τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα βάσει τῆς δηλώσεως τῆς φορολογικῆς ἀποδεικνύονται πλήρως. Ὁ καθ’ οὗ ἡ μήνυσις θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ναί, κύριε ζῶ, ὅπως ζῶ, διότι τὰ ἔξοδά μου, μοῦ τὰ καταβάλλει ὁ Α ἢ ὁ Β ἢ ὁ Γ.

§191Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Θὰ ἀνταποδείξῃ.

§192Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Θὰ ἀποδείξῃ. Ὁ μηνυτὴς θὰ ἀποδείξῃ τὸ πολυτελὲς τοῦ βίου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πολυτελοῦς διαβιώσεως τοῦ καθ’ οὗ. Ὁ δὲ καθ’ οὗ θὰ ἀποδείξῃ τὸ ἠτιολογημένον τῆς διαφορᾶς αὐτῆς. Δὲν πρόκειται περὶ τεκμηρίου, πρόκειται περὶ πλήρους ἀποδείξεως. Δὲν πρόκειται περὶ ἐναλλαγῆς τῆς ὑποχρεώσεως ἀποδείξεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσωπική μου γνώμη.

§193Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα ἁπλῶς μίαν ἀπορίαν, νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας νὰ μοῦ λύσῃ, διὰ τὴν ὁποίαν πιστεύσατέ με, ὅτι δὲν εἶναι σχῆμα λόγου, εἶναι ἀπορία, πράγματι. Ὑποθέσατε, ὅτι καταγγέλλεται ὁ Α, ὅτι διάγει πολυτελῶς καὶ μηνύεται. Ἐπειδὴ διάγεις πολυτελῶς εἶσαι ὕποπτος, ὅτι ἀθεμίτως ἀπέκτησες περιουσίαν. Ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος καὶ λέγει, ἔχω περιουσίαν ἀποτελουμένην ἀπὸ 15 περιουσιακὰ στοιχεῖα, διὰ ποῖον μὲ κατηγορεῖς, ὅτι τὸ ἀπέκτησα ἀθεμίτως. Δὲν πρόκειται νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃς τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα θεμιτῶς, οὔτε νὰ τιμωρηθῶ δι’ αὐτό, διὰ ποῖον περιουσιακὸν στοιχεῖον μὲ κατηγορεῖς;

§194Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Διὰ τὸν πολυτελῆ βίον.

§195Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν τιμωρεῖσαι διὰ τὸν βίον, τιμωρεῖσαι διὰ τὸν βίον ἐφ’ ὅσον ἀπέκτησες ἀθεμίτως περιουσιακὰ στοιχεῖα. Δὲν τιμωρεῖσαι διὰ τὴν πολυτέλειαν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀθεμίτως κτηθεῖσαν πολυτέλειαν. Ἔρχομαι, λοιπόν, καὶ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Ἐγὼ ζῶ πλουσιοπάροχα καὶ ἔχω 15 περιουσιακὰ στοιχεῖα. Τί ὀφείλει ὁ μηνύων νὰ ἀποδείξῃ; Πρῶτον, ὅτι ἐγὼ ὁ μηνυόμενος ζῶ πολυτελῶς, δεύτερον, ὅτι ἀπέκτησα ἀθεμίτως ὡρισμένα περιουσιακὰ στοιχεῖα, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὲ τιμωρήσῃ αὔριον ὁ νόμος διὰ τὰ θεμιτῶς κτηθέντα. Ἐπομένως πῶς ἠμπορεῖ νὰ στοιχειώσω τὴν κατηγορίαν παρὰ μόνον λέγων δύο πράγματα: Πρῶτον μὲν ζῇς πολυτελῶς. Δεύτερον δέ, ὅτι ἀπέκτησες ἀθεμίτως τὰ τρία αὐτὰ στοιχεῖα. Ἢ πῶς φαντάζεσθε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄλλως; Νὰ βγῇ μόνον καὶ νὰ περιορισθῇ ὁ κατηγορῶν εἰς τὴν δήλωσιν. Ὁ κ. Α εἶναι πλούσιος, ἄρα, ἀπέκτησεν ἀθεμίτως; Ἢ ὀφείλει νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπέκτησες ἀθεμίτως ἐκ τῶν 100 ἢ 50 περιουσιακῶν σου στοιχείων τὸ Α, τὸ Β καὶ τὸ Γ; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα. Ποῦ θὰ πάῃ τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως; Ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς εἰς τὴν κατηγορίαν, κύριε ζῇς πολυτελῶς, ἄρα, ἀπέκτησες ἀθεμίτως; Ἢ θὰ εἴπῃ ζῇς πολυτελῶς, ἀπέκτησες ἀθεμίτως αὐτὰ τὰ συγκεκριμένα στοιχεῖα καὶ τότε μόνον ὁλοκληροῦται ἡ κατηγορία; Ποῦ πάει τότε ἡ διάταξις ὅπως ἔχει διατυπωθῆ;

§196Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Ἡ διαφορά μας εἶναι βασική. Παίρνω τὸν ἑαυτόν μου παράδειγμα, διὰ νὰ μὴ πάρω κανένα ἄλλον. Πῶς ζῶ τὸ ξεύρει ὅλος ὁ κόσμος. Δι’ ὅλους μας μάλιστα τὸ ξεύρει ὅλος ὁ κόσμος πῶς ζοῦμε καὶ πῶς μπαίνομεν εἰς τὴν πολιτικήν. Ἂν αὔριον εὑρεθῇ ἡ γυναίκα μου, τὸ παιδί μου, ἐγὼ μὲ αὐτοκίνητον, ταξίδια ἐδῶ–ἐκεῖ, μὲ ἐπίκτητον κτηματικὴν περιουσίαν, δὲν εἶναι αὐτὸ ἀπόδειξις ἀδήλων πόρων; Ποῦ τὰ βρῆκες κύριε; Αὐτὸ θὰ τὸ ἀποδείξῃ ὁ μηνυτής, ὅτι δηλ. ὑπάρχει μία θίγουσα τὸ κοινὸν αἴσθημα ἐπίδειξις πλούτου. Ποῦ τὰ βρῆκες; — Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά μας, δὲν εἶναι ὁ μηνυτὴς ὑποχρεωμένος νὰ ἀποδείξῃ — ποῦ τὰ βρῆκε ὁ μηνυόμενος καὶ ἐπῆγε ταξίδια; Ἢ ποῖον περιουσιακόν του στοιχεῖον ηὐξήθη; Τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα εἶναι γνωστὰ ἀπὸ τὴν φορολογικὴν δήλωσιν. Ἄρα, πῶς ζῇ; Καὶ ὅταν πρόκειται περὶ συνήθους κοινωνικῆς ὑποχρεώσεως ἐκπληρουμένης, δὲν θὰ γεννηθῇ διαφορά. Ὅταν ὅμως τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐξώφθαλμον καὶ κατὰ τρόπον θίγοντα τὸ κοινὸν αἴσθημα μοῦ λέγετε ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπῃ τὰ ἀπέκτησεν; Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μας. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ προσωπικῶς, πῶς θέτομεν τὸ θέμα ἡμεῖς καὶ πῶς σεῖς. Ἡ διαφορά μας εἶναι ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, ἂν εἶναι τεκμήριον ἢ πλήρης ἀπόδειξις.

§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἔχει τὸν λόγον.

§198Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀγαπητὸς κ. Τσάτσος τὸ βλέπει πολυπλοκώτερον τὸ θέμα ἀπ’ ὅ,τι εἶναι, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοιν. Προνοίας τὸ βλέπει ἁπλούστερον ἀπ’ ὅ,τι εἶναι. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ παρέμβω διὰ νὰ καθαρίσω τὰς ἐννοίας, διότι ἔχουν θολωθῆ. Δὲν ὑπάρχει θέμα νὰ καταγγείλῃ ὁ ἄλλος, ὅπως ξεκινᾶ ὁ συλλογισμὸς τοῦ κ. Τσάτσου, ὅτι «κύριε ζῇς βίον πολυτελῆ». Ἐκεῖνος, ποὺ θὰ καταγγείλῃ, δὲν θὰ καταγγείλῃ αὐτό. Θὰ καταγγείλῃ ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ζῇ ὁ τάδε εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει δηλώσει. Δὲν πρόκειται νὰ καταγγείλῃ αὐτὴν ταύτην τὴν παρουσίαν τοῦ τάδε κάθε βράδυ εἰς τὰ «Ἀστέρια» παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον ἡ παρουσία του εἰς τὰ «Ἀστέρια» κάθε βράδυ ἢ ἡ ὕπαρξις τριῶν ἰδίων αὐτοκινήτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ βάσει τῶν περιουσιακῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἐδήλωσεν. Ἑπομένως ἡ προϋπόθεσις τῆς καταγγελίας δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Τσάτσος. Τὴν βλέπει πολύπλοκον καὶ κάμνει 2–3 φάσεις συλλογισμῶν, ἐνῷ εἶναι μία. Θὰ ξεκινήσῃ ὁ μηνυτὴς ἀπὸ αὐτὴν ταύτην τὴν διαπίστωσιν τῆς δυσαναλογίας ἤ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ δυσαναλογία —διέκοψα ἀκριβῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ— θὰ μηνύσῃ κἄποιον, ἔστω καὶ ἂν ζῇ συντηρητικά, διότι εἶναι τυχὸν τσιγγούνης, ὁ ἐξ ἀθεμίτων πηγῶν πλουτίζων, θὰ τὸν καταγγείλῃ ὅτι κερδίζει ἀπὸ ἀθεμίτους πηγάς. Διότι καὶ τὰ δύο ὑπάρχουν. Καί, μάλιστα, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργός, ὀρθῶς κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐδέχθη τὴν μέσην λύσιν τοῦ κ. Τσάτσου —μέση μεταξὺ τῆς ἀπόψεως τῆς κυβερνητικῆς καὶ τῆς ἀπόψεως τοῦ κ. Τσιριμώκου— τὸ θέμα τοῦ πολυτελοῦς βίου ἀποτελεῖ ἁπλῶς συστατικὸν στοιχεῖον κρίσεως. Ὀρθότατα, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως καὶ μὲ τὸν κ. Μελᾶν, ὅτι εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον σημεῖον. Ἑπομένως, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν περαιτέρω ἐπὶ τῆς πολυπλόκου αὐτῆς σειρᾶς συλλογισμῶν, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη καὶ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἀντικρύζει καὶ ἀντιμετωπίζει ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Τσάτσον μὲ ἕνα ἁπλοῦν συλλογισμόν, μόνον τὸν ἀναφερόμενον εἰς τὸν πολυτελῆ βίον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴπωμεν καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ συμφωνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἀπὸ πολλοὺς συναδέλφους καὶ ἀπὸ τὸν κ. Τσιριμῶκον καί τινας συναδέλφους τῆς ΕΡΕ καὶ ἀπὸ τὸν κ. Κουτσοχέραν καὶ ἀπὸ ἄλλους κυρίους, ὅτι ἡ 3η παράγραφος τοῦ αʹ ἐδαφίου εἶναι πράγματι ἡ παράγραφος, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλειφθῇ. Ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν δὲν πρόκειται νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ νὰ καταψηφισθῇ. Ὅσον ἐκ τῶν κυρίων τῆς ΕΡΕ θέλουν νὰ τὴν καταψηφίσουν ὡς φορεῖς ἐλευθέρας συνειδήσεως, νὰ τὴν καταψηφίσουν καὶ ὅσοι συμφωνοῦν ἂς ψηφίσουν ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐγὼ προσωπικῶς θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτῆς διὰ λόγους ψυχολογικοὺς καὶ ἠθικούς, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνω κάτι πρὶν τελειώσω, ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, κύριε Ὑπουργέ, κατ’ οὐσίαν ἀντιφάσκει πρὸς τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὸ ἄρθρον 7 καὶ συγκεκριμένως εἰς τὴν τελευταίαν φράσιν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7, ἡ ὁποία λέγει: «Ἐν τῇ μηνύσει δέον νὰ ἀναφέρωνται λεπτομερῶς καὶ σαφῶς τὰ θεμελιοῦντα τὸν ἀθέμιτον τρόπον τῆς κτήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων». Ὁ δικαστής, λοιπόν, πρέπει νὰ κρίνῃ ἐὰν ἐθεμελίωσεν ἢ ὄχι ὁ μηνυτὴς τὴν καταγγελίαν του. Ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν περιελάβατε εἰς τὴν 3ην παράγραφον τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 4 δὲν εἶναι ἁπλῶς περιττὴ καὶ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐπικίνδυνος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι μεταθέτει τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως, ἀλλὰ καὶ ἀντιφάσκει ἀπολύτως —καλὸν δὲ εἶναι νὰ μὴ περιέχουν τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται ἀπὸ ἐδῶ, λογικὰς καὶ νομικὰς ἀντιφάσεις— πρὸς τὴν τελευταίαν φράσιν τῆς 3ης παραγράφου τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 7.

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κοΐνης ἔχει τὸν λόγον.

§200Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὕστερα ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ, νομίζω ὅτι δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι περισσότερον παρὰ ὀλίγας λέξεις. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Τσάτσον, ὅτι θὰ πρέπει νὰ θεωρηθῇ τὸ τεκμήριον — δὲν ὑπάρχει κατὰ τὴν γνώμην μου — τῆς πολυτελοῦς διαβιώσεως, ὅτι ἀνάγεται εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ τρόπου κτήσεως, διότι ἡ πολυτελὴς διαβίωσις καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ τελεῖ ἐν συναρτήσει πρὸς τὴν περίπτωσιν εʹ τῆς παραγρ. 1 τοῦ ἄρθρου 3. Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἐλεγχόμενος νὰ δηλώσῃ τὰ ἐκ πάσης πηγῆς εἰσοδήματά του. Δὲν εἶναι ἑπομένως κατὰ τὴν ἔννοιαν, ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς τὸν κ. Τσάτσον, τῶν ἀκινήτων ἡ κτῆσις μόνον τῶν ἐμφανῶν περιουσιακῶν στοιχείων, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐπιχορηγήσεων ἢ ἐξ ἄλλων πόρων ἐὰν τὰ ἔχῃ δηλώσει, ποὺ δὲν εἶναι ἀθέμιτα, εἴτε δωρεαί, εἴτε ἄλλαι πηγαὶ θεμιταί, δημιουργοῦν τὴν ἄνεσιν τῆς ζωῆς, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ ἀποδείξῃ. Δὲν ὑπάρχει ὁπωσδήποτε κίνδυνος τοῦ τεκμηρίου εἰς βάρος τοῦ ἐλεγχομένου. Εἶναι αὐστηροτέρα ἡ διάταξις διὰ τὸν μηνυτήν, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ τὰ στοιχεῖα εἰς τὴν ἀνάκρισιν περὶ τοῦ ποία εἶναι ἡ πολυτελὴς διαβίωσις. Καὶ πέραν τῶν στοιχείων τῆς κτήσεως, θὰ προσδιορίσῃ καὶ τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται πολυτελὴς καὶ θὰ δημιουργήσῃ καὶ τὴν ἐντύπωσιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κινηματογράφος νὰ θεωρηθῇ πολυτελὴς διαβίωσις. Ἐὰν ἑπομένως δὲν ἔχει ἐκ τοῦ ἄρθρου 3 δικαιολογήσει καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπαρκῶς θὰ ἔχῃ δικαιολογήσει ὁ μηνυτής, τότε μεταπίπτει τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως ἢ τῆς ἀνταποδείξεως, ἐὰν θέλετε. Νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ἐτέθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ, ὅτι εἶναι ἁπλοῦν τὸ θέμα καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον τόσοι περιορισμοὶ ἐτέθησαν, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι ὀρθόν, καὶ τόσαι ἀπειλαὶ εἰς τὸν μηνυτήν, νὰ περιστείλωμεν τὴν οὐσιαστικωτέραν ἀπομένουσαν διάταξιν ἐκ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τόσα ἄλλα ἔχει ἐλαφρυντικὰ διὰ τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἀποσβέννει, ὥστε καὶ αὐτὸν τὸν φραγμὸν τῆς ἐπιδείξεως, ἐφ’ ὅσον διὰ τὸ μέλλον εἶναι, τῆς ἐπιδείξεως πλούτου τοῦ πολιτευομένου νὰ τὸν ἐμποδίσωμεν καὶ νὰ μὴ δημιουργήσωμεν ἐν πάσῃ περιπτώσει μίαν ἔντιμον ζωὴν ἀφοῦ πρὸς αὐτὴν τείνει, νὰ δημιουργήσωμεν τὸν ἀποχωρισμόν, κακῶς, τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, νὰ τὸν καταστήσωμεν προνομιοῦχον, διότι ἐφ’ ὅσον τοῦ δίδομεν πιστοποιητικά, νὰ τοῦ δώσωμεν καὶ αὐτὸ τὸ τεκμήριον τῆς ἐντίμου ζωῆς, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ περιφρονῇ ἠθικοὺς κανόνας εἰς τὴν πτωχὴν ταύτην χώραν.

§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος ἔχει τὸν λόγον.

§202Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐξαιρετικὸν καὶ ἡ RATIO LEGIS τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅπως πολλάκις ἐτονίσθη, ὅτι ἀτυχῶς ὑπῆρξαν παραδείγματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν ἐξοργιστικὴν ἐπίδειξιν πλούτου, χωρὶς αὐτὸ νὰ δικαιολογῆται, παρὰ μόνον ἐξ ἀδήλων πόρων. Ἕνας, λοιπόν, ἐκ τῶν λόγων ποὺ ἐπέβαλον τὸ νομοσχέδιον εἶναι καὶ αὐτός. Ὀρθῶς, λοιπόν, τίθεται τὸ τεκμήριον ποὺ καθορίζεται διὰ τῆς παραγράφου 2. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω πλεῖστα ὅσα παραδείγματα. Ἡ χρῆσις, ὅπως γνωρίζετε, ναρκωτικῶν καὶ ἡ καταπολέμησις αὐτῆς ἐπέβαλον καὶ διὰ τὴν ἐλαχίστην, τὴν μηδαμινὴν ποσότητα, τὴν παραπομπὴν εἰς τὰ Ὁρκωτὰ Δικαστήρια. Ἐάν, λοιπόν, συμβῇ νὰ διέλθῃ εἷς ἐκ τοῦ γραφείου ἑνὸς ἐξ ἡμῶν καὶ τοῦ ρίξῃ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ, τὴν ἐλαχίστην, τὴν μηδαμινὴν ποσότητα ναρκωτικῶν καὶ γενομένου ἐλέγχου εὑρεθῇ, θὰ πρέπει νὰ ἀποδείξῃ αὐτὸς πῶς εὑρέθη εἰς τὸ γραφεῖον του. Θὰ πρέπει νὰ ἀποδείξῃ ὅτι κάποιος λόγος ὑπῆρξε, δηλαδὴ φέρει τότε τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως. Συνεπῶς εἶναι ἐπιβεβλημένον τὸ τεκμήριον ποῖος πρέπει νὰ ἀποδείξῃ. Ἂν ὑπάρχουν πόροι ἄδηλοι, ἢ ἀθεμίτως κτηθέντες, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προκλητικῶς ζῆ καὶ ἐπιδεικνύει τὸν πλοῦτον, θὰ πρέπει καὶ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι νομίμως καὶ θεμιτῶς ἀπέκτησε. Ὀρθῶς συνεπῶς περιέλαβε τὴν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ τὴν ψηφίσω.

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§204Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διατύπωσις τῆς τροπολογίας εἰς τὸ ἐδάφιον 2 τῆς παραγράφου 1, διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ «ἐπαρκοῦς» διὰ τοῦ «νομίμως» καθιστᾷ ἀσαφῆ τὴν ἔννοιαν. Ἡ κτῆσις πρέπει νὰ εἶναι νόμιμος. Ἡ διατύπωσις, λοιπόν, θὰ πρέπει νὰ τεθῇ «ἐφ’ ὅσον δὲν δικαιολογεῖται ἐπαρκῶς ἡ κτῆσις».

§205Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ νόμιμος κτῆσις.

§206Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκόμη θὰ ἔλεγον νὰ ἀποσαφηνισθῇ ἡ παράγραφος. Λέγετε, κ. Ὑπουργέ: «ἡ νόμιμος προέλευσις τῆς κτήσεως». Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ «ἡ νόμιμος προέλευσις τῶν μέσων». Πρέπει, δηλαδή, νὰ ἀποδείξῃ πῶς καὶ ποῦ εὑρέθησαν τὰ μέσα διὰ τὴν νόμιμον κτῆσιν.

§207Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νομίμου κτήσεως.

§208Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πᾶμε εἰς τὴν τυπικὴν κτῆσιν.

§209Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νὰ εἴπωμεν: Νόμιμος καὶ θεμιτὴ προέλευσις.

§210Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δηλαδὴ PROBATIO DIABOLICA.

§211Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ποὺ εἴπατε, μὲ κάμνει νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἄποψίν μου. Πρέπει δηλαδὴ νὰ ἀποδείξῃ τὴν προέλευσιν τῆς κτήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων. Δευτέρα παρατήρησις εἶναι ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεφέρθη ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, δηλαδὴ ἡ προσθήκη διατάξεως εἰς τὴν παράγραφον 3, ἡ ὁποία εἶναι ἀκατανόητος καὶ ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «...(ἀναγινώσκει)...». Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο αὐτὴ ἡ πρόθεσις, διότι παραπάνω ὁμιλεῖτε περὶ εὐθύνης.

§212Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεώς σας, ὅπως ἐν ἄρθροις 1, 2 καὶ 3 παράγρ. 2 προσώπων, ἔχει τὸν σκοπὸν ὅτι αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν παράλειψιν τῆς δηλώσεως.

§213Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ λέτε ὅτι μόνον ἡ παράλειψις τῆς δηλώσεως, ἡ ἀνακριβὴς δήλωσις ἀποτελεῖ τὸ ἔγκλημα.

§214Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διότι ἀφορᾷ τὸ παρελθόν.

§215Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ἡ διάταξις.

§216Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ πολιτικὸς πρέπει νὰ διάγῃ, κατὰ κανόνα, σύμφωνα μὲ τὸν τρόπον τῆς ζωῆς, τὸν ὁποῖον γνωρίζουν οἱ ἐντολεῖς του. Καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτὸ μὲ ἀπαλλάσσει νὰ ἀσχοληθῶ περισσότερον μὲ τὸ τεκμήριον τὸ ὁποῖον καθιερώνει ἡ τελευταία περίοδος τοῦ ἄρθρου 5, χωρὶς τοῦτο νὰ ἀποτελῇ ἐπίκρισιν ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰς δυνατότητας νὰ ζοῦν, κατὰ τρόπον ἀνάλογον πρὸς τὰς συνηθείας των καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα, νομίμως ἔχουν ἀποκτήσει. Οὔτε ὁ φθόνος δικαιολογεῖται. Ἐπανέρχομαι, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι φαίνεται ὅτι ὑπάρχει κάποια σύγχυσις, τὴν ὁποίαν ἐπεσήμανε καὶ ὁ συνάδελφος κ. Ἡλιόπουλος. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ἀλλάξει ὁ τρόπος τῆς γεννήσεως τῶν ἀνθρώπων, ἀσφαλῶς, οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ βουλευταί, θὰ ἔχουν ἀδελφούς, ἀδελφάς, ἀνεψιούς, ἐγγόνια καὶ ἄλλους συγγενεῖς καὶ ἑπομένως εἶναι δυνατὸν μεταξὺ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελοῦν τὸ ἀντικείμενον τοῦ ἐλέγχου, νὰ περιλαμβάνωνται τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν παράγρ. 3 τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν διατελεσάντων Ὑπουργῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν συγγενῶν. Ἡ σχετικὴ τροπολογία ἀναφέρεται εἰς τὰ πρόσωπα αὐτά, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν α ἢ β τρόπον ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐλεγχομένου. Ἰδοὺ τὶ λέγει ἡ σχετικὴ διάταξις: Εἰς τὴν παράγρ. 1 τοῦ ἄρθρου 5 περίοδος 2α καὶ εἰς τὸ τέλος αὐτῆς προστίθεται ὡς ἰδιαιτέρα περίοδος «ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐλεγχομένου ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἄλλων, ἐν ἄρθροις 1, 2 καὶ 3, παράγρ. 2 προσώπων, ἐν γνώσει τοῦ ἐλεγχομένου, ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος εἶναι ὅ τε ἐλεγχόμενος καὶ τὰ ἄλλα πρόσωπα, θεωρούμενοι πάντες ὡς συναίτιοι. Ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἄλλων προσώπων, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐλεγχομένου, ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος εἶναι μόνον τὰ πρόσωπα ταῦτα». Καὶ ἐνῷ, κ. Πρόεδρε, ταῦτα ὁρίζονται εἰς τὴν παράγρ. αὐτήν, ἡ παράγρ. 3 ὁρίζει «ὡς πρὸς τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 παράγρ. 2 πρόσωπα ἔγκλημα συνιστᾶ μόνον ἡ παράβασις τῆς παραγρ. 2 τοῦ παρόντος ἄρθρου, ἐπέρχονται ὅμως καὶ ὡς πρὸς αὐτά, αἱ συνέπειαι τοῦ ἄρθρου 10 παράγρ. 2 τοῦ παρόντος». Καὶ διερωτῶμαι: Ὅταν ὑπεύθυνα εἶναι μόνον τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν προβλέπονται κυρώσεις καὶ τὰ ὁποῖα ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ἰδιότητα τοῦ πολιτικοῦ, διατὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ δι’ αὐτὰ ἡ ποινικὴ εὐθύνη; Πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν παράγρ. 3 νὰ ὁρίζεται τὸ ἀντίθετον, ὅταν τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶναι τὰ ὑπαίτια; Αὐτό, σημειωτέον, δὲν σημαίνει ἀπαλλαγήν, πάντοτε, τῶν προσώπων ἐκείνων ἀπὸ τὴν συνέπειαν τοῦ ἐγκλήματος; Διότι διὰ τὰ πρόσωπα αὑτὰ θὰ ὑπάρχῃ προβλεπομένη διαπίστωσις, ὅτι διέπραξαν τὸ ἔγκλημα, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ πολιτικοῦ. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως νὰ ἐπανεξετασθῇ. Νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶναι ὑποκείμενα ἐγκλήματος καὶ νὰ καθορισθῇ πῶς θὰ κριθοῦν. Δὲν εἶναι δυνατὸν μία παράγραφος νὰ τὰ θεωρῇ ὑπαίτια ἐγκλήματος καὶ ἄλλη παράγραφος νὰ τὰ ἀπαλλάσσῃ.

§217Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει γίνει σαφῶς ἀντιληπτὸν ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον. Διὰ τὰ πρόσωπα αὐτὰ θὰ ἠμπορούσαμεν ἡμεῖς νὰ θεσπίσωμεν ποινὰς εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ παρελθόν.

§218Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν ἀφορᾷ τὸ παρελθόν. Τὸ ἄρθρον 5 εἰσάγει πάγιον κανόνα. Ἡ διάκρισις παρελθόντος καὶ παρόντος γίνεται ἀπὸ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8. Εἰς τὸ ἄρθρον 5, ἐπαναλαμβάνω, τίθενται γενικαὶ διατάξεις. Καὶ ὁρίζεται ὡς ἀθέμιτος κτῆσις τοῦτο καὶ ἐκεῖνο. Συνιστᾷ ἀδίκημα ἡ ὑποβολὴ ψευδοῦς δηλώσεως ἢ ἡ μὴ ὑποβολὴ δηλώσεως. Καὶ ἐπίσης γενικὴ διάταξις εἶναι καὶ τὸ τί γίνεται εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ συγγενὴς ἐκμεταλλευόμενος τὴν ἰδιότητα τοῦ πολιτικοῦ ἐπέτυχεν ἀθέμιτον ὄφελος ἐν ἀγνοίᾳ ἢ ἐν γνώσει τοῦ πολιτικοῦ, ἀνεξαρτήτως χρόνου. Αὐτὸ ὁρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 5. Ἐὰν θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο, τὸ ὁποῖον καθιερώνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν θὰ εἰσαχθῇ εἰς ἄλλο δικαστήριον, ἐὰν θὰ ἔχῃ ποινικὴν εὐθύνην διὰ παράβασιν τῶν παλαιῶν διατάξεων, ποὺ θὰ ἔχῃ ποινικὴν εὐθύνην διὰ παράβασιν τῶν παλαιῶν διατάξεων, ποῦ θὰ δώσῃ τὰς ποινικὰς εὐθύνας, ἐὰν θὰ ἔχῃ εἰς τὸ μέλλον καὶ οὗτος εὐθύνας ποινικάς, ὅπως καθιερώνεται καὶ διὰ τὸν πολιτικόν. Διότι διὰ τὸν πολιτικόν, κύριε Ὑπουργέ, καθιερώνεται ποινικὴ εὐθύνη διὰ τὴν κτῆσιν ἐξ ἀθεμίτου αἰτίας, ἢ διὰ πρᾶξιν ἀντικειμένην εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν πρόκειται περὶ συγκεκριμένης παραβάσεως διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου. Δι’ ἀθέμιτον κτῆσιν, κατ’ ἐξαίρεσιν, σύμφωνα μὲ τὴν τροπολογίαν, δὲν διώκεται ὁ ἐπωφελούμενος τῆς ἰδιότητος τοῦ συγγενοῦς πολιτικοῦ; Μόνον ὁ πολιτικὸς διώκεται, ὄχι ὁ ἐπωφεληθεὶς καὶ ὁ ἐκμεταλλευθεὶς τὴν ἰδιότητα τοῦ πολιτικοῦ;

§219Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ διατυπώσω σαφέστερον τὴν διάταξιν.

§220Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐγὼ θὰ ἤθελα ἐπανερχόμενος εἰς τὴν γενικήν μου ἀντίληψιν, ὅτι ἀντιστρέφομεν τοὺς τρόπους ἐλέγχου, νὰ ὑποσημειώσω μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα βγαίνουν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 5. Πρῶτα–πρῶτα, τὸ τεκμήριον ἐκ τῆς διαβιώσεως. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἡ κοινὴ πεῖρα ἀπὸ τότε ποὺ ὑπάρχουν ἀνθρώπινες κοινωνίες δείχνει, ὅτι ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀντίστοιχοι χαρακτηρισμοί, ἄνθρωποι ἄσωτοι, ἄνθρωποι σπάταλοι, ἄνθρωποι ἐλεύθεροι, ἄνθρωποι γενναιόδωροι, ἄνθρωποι εὐπρεπεῖς εἰς τὰς δαπάνας των, ἄνθρωποι σφικτοί, ἄνθρωποι τσιγγούνιδες, ἄνθρωποι σπαγκοραμμένοι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ὑπάρχουν, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δαπανοῦν χρεωνόμενοι ἢ ἀναλίσκοντες καὶ περιουσίας, αἱ ὁποῖαι ἐνδεχομένως νὰ μὴ συνίστανται μόνον εἰς τὰ στοιχεῖα περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ὑποχρέωσις δηλώσεως, ὑπάρχει περιωρισμένον στοιχεῖον, χρεωγράφων, ἀκινήτων, πλοίων, καταθέσεων κλπ., ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ τοῦ γεγονότος —εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν εἰς τὴν καθημερινὴν ζωὴν— θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σημείου: Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρξαν σοβαραὶ ὑποψίαι μεγάλων ἀνωμαλιῶν, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι δικαίως ἢ ἀδίκως γίνεται λόγος, ὅτι ὡρισμένα συγκεκριμένα πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα εἴπομεν, ὅτι σωστότερον θὰ ἦτο νὰ ἀκολουθηθῇ ἡ ὀρθόδοξος κοινοβουλευτικὴ διαδικασία τῆς ἐρεύνης, ἔκαμαν ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι ἀπέδωσαν πολλὰ λεπτά, πολλὰ χρήματα, γίνεται λόγος περὶ ἑκατομμυρίων δολλαρίων διὰ μίαν, δύο, τρεῖς συγκεκριμένας ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι γνωσταὶ εἰς ὅλους, ἔχουν συζητηθῆ εἰς τὴν Βουλὴν κλπ., νομίζω, ὅτι πέραν ἀπὸ ἕνα ὡρισμένον ἐπίπεδον δαπάνης, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ πολυτέλεια τῆς διαβιώσεως νὰ ὁδηγήσῃ πουθενά. Δὲν ὑπάρχουν, φέρ’ εἰπεῖν ὅρια νὰ ἐκτιμήσῃ κανεὶς ἐὰν κἄποιος ζῇ εἰς τὰ περιθώρια, τῶν 2 ἢ τῶν 5 χιλιάδων δραχμῶν, ἂν τῶν 5 ἢ τῶν 15 χιλιάδων δραχμῶν ἂν τῶν 15 ἢ τῶν 30 χιλ. δραχ. κατὰ μῆνα. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα συγχέονται πολὺ τὰ ὅρια. Δὲν εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ νὰ συναγάγῃ κανεὶς συμπεράσματα. Καὶ θὰ πᾶμε εἰς μίαν καταθλιπτικὴν διαδικασίαν τεκμηρίων. — Ἄ, ἔφαγες, ἂ δὲν ἔφαγες, ἐθεάθης εἰς τὰ «Ἀστέρια» ἢ σοῦ ἔκαμε ὁ ἄλλος τὸ τραπέζι εἰς τὰ «Ἀστέρια» καὶ δὲν τὸ ἐπλήρωσες ἢ ἐχρεώθηκες, διότι εἶχες μίαν κοινωνικὴν ὑποχρέωσιν— Θὰ πᾶμε εἰς ἐξευτελισμούς, ὄχι διὰ νὰ ἀνακαλύψωμεν ἐκεῖνα τὰ μεγάλα καὶ τὰ σπουδαῖα περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει τὸ δημόσιον ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ διὰ νὰ μικρολογήσωμεν. Ἀνετρέψαμεν διὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀνετρέψαμεν τὸν ὀρθόδοξον δρόμον ἐλέγχου καὶ ἐρεύνης τῶν εὐθυνῶν εἰς τὴν διαχείρισιν. Ξανὰ ἐρχόμεθα εἰς αὐτὸ καὶ ἡ δυσκολία τὴν ὁποίαν εὑρίσκομεν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ αἱ δυσκολίαι αἱ ἄλλαι αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψουν εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν θὰ δείξουν ὅτι ἠκολουθήσαμεν διὰ λόγους πολιτικῆς σκοπιμότητος, διὰ λόγους τέλος πάντων λεβεντιᾶς, ἠκολουθήσαμεν ἕνα δρόμον, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ μίαν μόνιμον ἀρρώστειαν, ἕνα δρόμον ὄχι προωρισμένον νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀρρώστειαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ξέρει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ὑπῆρξε καὶ τὴν ὁποία ζητεῖ νὰ θεραπεύσῃ. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ὀφείλω νὰ εἶμαι πρὸς ὅλας τὰς κατευθύνσεις εὐθύς, ὑπάρχουν εἰς τὰ προηγούμενα ἐδάφια ρηταὶ παραβάσεις ἀρχῶν ἀπαρασαλεύτων ὡς τῆς ἀρχῆς, τῆς διακηρύξεως τοῦ χάρτου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ τῆς Συμβάσεως τῆς Ρώμης, ὅτι πᾶς ἄνθρωπος μέχρις ἀποδείξεως τῆς ἐνοχῆς του ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διεκδικῇ ὅτι εἶναι ἀθῶος, τῆς ἀρχῆς τῆς ἄλλης, ἡ ὁποία εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ἔχει τὸν χαρακτῆρα γραπτοῦ δικαίου, ἀλλὰ παντοῦ ἰσχύει ὅτι οὐδεὶς καλεῖται καὶ ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του. Εἶναι ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι οὕτως ἢ ἄλλως δὲν εὑρίσκονται εἰς ἁρμονίαν μὲ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον ἐδάφιον. Καὶ ἐὰν μὲ τοῦτο θὰ ὡδήγει εἰς τὴν ἀνακάλυψιν καταχρήσεων σπουδαίων, εἰς βάρος τοῦ δημοσίου χρήματος, ἂς ἐγίνετο. Πιστεύω ὅμως ὅτι πάλιν ἐγκαταλείπωμεν τὸν ὀρθὸν δρόμον καὶ ἁπλῶς δημιουργοῦμεν ἕνα σωρὸ περιπλοκάς. Ἐμπλεκόμεθα, λόγῳ μιᾶς στραβῆς τοποθετήσεως εἰς ἕνα σύστημα περίπλοκον καὶ μὴ ἀποδοτικόν, τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας εὐχόμεθα νὰ τὰς αἰσθανθῇ εὐεργετικὰς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι δὲν θὰ τὰς αἰσθανθῇ εὐεργετικάς.

§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον πῶς, τελικῶς, διατυποῦται, κ. Ὑπουργέ;

§222Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου κάμνω τὴν ἑξῆς προσθήκην πρὸς πλήρη διευκρίνισιν εἰς τὴν πρώτην παράγραφον περίοδον 2 εἰς τὸ τέλος: «Ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐλεγχομένου ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἄλλων ἐν ἄρθροις 1, 2 καὶ 3 παράγρ., 3 προσώπων, ἐν γνώσει τοῦ ἐλεγχομένου, ὑποκείμενον τοῦ ἀδικήματος εἶναι ὅ τε ἐλεγχόμενος καὶ τὰ ἄλλα πρόσωπα, θεωρούμενα πάντως ὡς συναίτιοι. Ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις ἐγένετο «...(ἀναγινώσκει)...». Ὅπου ὑπάρχει ἡ λέξις «ἐγκλήματος», νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἀδικήματος». Εἰς τὸ ἄρθρον 3 παράγρ. 3, ἔχω τὴν ἑξῆς προσθήκην διὰ τὸν χρόνον τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος «.... (ἀναγινώσκει)....». Καὶ ἔτσι διευκρινίζεται αὐτὸ ποὺ ἤθελεν ὁ κ. συνάδελφος.

§223Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νὰ τὸ πολυγραφήσητε τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη τελικὰ διὰ νὰ τὸ ἴδωμεν καὶ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τὸ συζητήσωμεν.

§224Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νὰ προχωρήσωμεν πάρα κάτω καὶ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ πολυγραφηθῇ καὶ νὰ τὸ ἴδητε ἐν τῷ συνόλῳ.

§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6.

§226Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 6 εἶχε καὶ ἀσάφειες καὶ ἐλλείψεις μὲ ἡμερομηνία 2)7)64 κατέθεσα τροπολογίαν καὶ ἐζήτησα ἵνα καθορισθῇ ἐὰν τὰ συγγενικὰ ταῦτα πρόσωπα ἔχουσι αὐτοτελῆ εὐθύνην ἐν σχέσει μὲ τὸν πολιτευόμενον ἢ θεωροῦνται συμμέτοχοι ὡς καὶ ἡ φύσις τῆς συμμετοχῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθεσεν ἰδίαν τροπολογίαν καὶ ἐκάλυψε τὸ θέμα. Ἄλλη παρατήρησις εἶναι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς παρ. 2 «... (ἀναγινώσκει)...». Ὅταν τὸ ἄρθρον 6 εἰς τὸν τυχὸν ἀτυχήσαντα πολιτικὸν ἐπιβάλλει ποινὴν φυλακίσεως 3 ἐτῶν καὶ χρηματικὴν ποινήν, νομίζω ὅτι ἀδίκως ταλαιπωρούμεθα μὲ τὸ νομοσχέδιον, διότι κανεὶς δημόσιος ἀνὴρ δὲν θὰ ἔλθῃ ποτὲ κατηγορούμενος. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ἐὰν ἔλθῃ ὁ πολιτευτὴς αὐτὸς κατηγορούμενος λόγῳ τῆς αὐστηρότητος τῆς ποινῆς τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ ἀκόμη μὲ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς καὶ τῆς μὴ μετατροπῆς δὲν θὰ εὑρεθῇ δικαστὴς διὰ νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν τόσον σκληράν. Ἐρωτῶ καὶ θέλω ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅταν ἡ ἀναστολὴ καὶ ἡ μετατροπὴ τῆς ποινῆς δίδεται εἰς ὅλους τοὺς καταδικασθέντας πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δοθῇ καὶ εἰς τοὺς τυχὸν καταδικασθέντας δημοσίους ἄνδρας;

§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Γραφάκος ἔχει τὸν λόγον.

§228Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν νομικὴν διάρθρωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Αὐτὸ ἀνήκει εἰς τοὺς νομικοὺς καὶ ἡ νομικὴ ἐπιστήμη ἐπαξίως ἐκπροσωπεῖται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Θέλω νὰ παρατηρήσω καὶ ἀναμένω ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν: Γράφετε εἰς τὸ ἄρθρον 6: «Ὁ παραβαίνων τὰς διατάξεις...(ἀναγινώσκει)...». Μὲ ποῖον δικαίωμα διαχωρίζετε τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ βουλευτὰς ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς συναδέλφους των; Τέως Ὑπουργοὶ καὶ Πρωθυπουργοὶ θὰ ὁδηγοῦνται αὐθαιρέτως εἰς τὰ Δικαστήρια; Δεύτερον, δὲν γνωρίζω ἂν ἐξετάσατε εἰς εὐρύτητα τὸ νομοσχέδιόν σας. Πόσα καὶ ποῖα πρόσωπα συμπεριλαμβάνονται; Ἠρεύνησα σήμερον τὰ πρόσωπα ποὺ ὑποχρεοῦνται νὰ κάμουν δήλωσιν καὶ εἶδα ὅτι εἶναι πλέον τῶν 1500. Εἶναι 160 τέως Ὑπουργοί, 140 ὑπηρεσιακοὶ Ὑπουργοὶ καὶ Ὑφυπουργοὶ καὶ εἶναι 1000 βουλευταί. Θέτετε δυναμίτιδα εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ τὴν πνευματικὴν ἡγεσίαν τοῦ τόπου, διότι θὰ παρουσιασθῇ τὸ ἑξῆς ὀξύμορον σχῆμα.

§229Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§230Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Θὰ σᾶς ἐρωτήσω καὶ θέλω ἀπάντησιν. Σᾶς ἠρώτησα καὶ τὴν ἄλλην φοράν, ἐὰν ὑπόκεινται εἰς ὑποβολὴν δηλώσεως καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Πρόεδροι Ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων. Κατὰ ποίαν λογικὴν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτοῦ, θὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν; Θὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν ὁ κ. Μπουρόπουλος, ἢ ὁ κ. Κιουσόπουλος, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ 40 ἡμέρας Ὑπουργοί; Αὐτὰ τὰ τονίζω, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε τὰς συνεπείας καὶ τὰς ἐπιπτώσεις τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς πνευματικῆς ἡγεσίας τοῦ τόπου.

§231Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν μὲ ἀπασχολεῖ διόλου τὸ ὕψος τῶν προβλεπομένων διὰ τοῦ ἄρθρου ποινῶν, διότι διὰ τὸν πολιτικὸν καὶ μία ἡμέρα φυλακίσεως, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἴση περιπέτεια, μὲ ὁσηνδήποτε μεγάλην ποινήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ μόνον νὰ ἐξετάσω εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ποινῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Νομίζω, ὅτι αὕτη πρέπει νὰ ἐπιβάλλεται εἰς δύο περιπτώσεις, διὰ τὴν ἀθέμιτον κτῆσιν καὶ τὴν ἀνακρίβειαν πρὸς συγκάλυψιν τῆς ἀθεμίτου κτήσεως. Διότι ἡ ἁπλῆ ἀνακρίβεια εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἄλλην ποινὴν καὶ τὴν ἀποστέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθοῦν αἱ ἀτιμωτικαὶ συνέπειαι εἰς τὰς περιπτώσεις, τῆς ἀθεμίτου κτήσεως, ἢ τῆς ἀνακριβείας, ἡ ὁποία γίνεται πρὸς σκοπὸν συγκαλύψεως ἀθεμίτου κτήσεως.

§232Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὁρίσωμεν ἐλάχιστον καὶ ἀνώτατον ὅριον ποινῶν, διότι αἱ ποιναὶ πάντοτε προβλέπονται μέσα εἰς πλαίσια. Θὰ εἴπωμεν λοιπὸν 50′ μέχρις 1 ἑκατομμυρίου, ἢ μέχρι 5 ἑκατομμυρίων, ἢ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νεοπλούτου μέχρι 50 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ νὰ τὸ ἀφήσωμε αὐτὸ ἀόριστο, ἀντίκειται εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμε τὸν Δικαστὴν πράκτορα. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ὁρίσετε ἐλάχιστον καὶ ἀνώτατον ὅριον, τὰ πλαίσια δηλ. ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κινῆται ὁ δικαστής. Δεύτερον. Ἡ πεῖρα ἔχει διδάξει, ὅτι, ὅταν ὁ δικαστὴς ἐπιβάλλῃ ποινάς, περιορίζεται εἰς τὸ ἐλάχιστον καὶ ὅταν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἀναστολῆς, καὶ πολλάκις εἶναι ἀπαλλακτικός, εὑρίσκει λόγους ἀμφιβολιῶν, διότι αἱ ποιναὶ εἶναι ἐξοντωτικαί. Συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ ἀπαγορεύσωμε ἀπὸ τὸν δικαστὴν τὴν ἀναστολὴν καὶ τὴν μετατροπήν. Ἂς βάλωμε διάταξιν, ὅτι ὁ κανὼν θὰ εἶναι ἡ μὴ μετατροπή, ἀλλὰ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις νὰ ἐπιτρέπεται αὕτη, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὁ δικαστὴς εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, δι’ ἕνα γέροντα, ἕναν ἀσθενῆ, τὸν ὁποῖον θὰ διστάσῃ νὰ κλείσῃ εἰς τὴν φυλακήν. Αὐτὰς τὰς δύο σκέψεις θὰ παρεκάλουν νὰ τὰς ἐξετάσετε.

§233Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Εἶχον κάμει μία παρατήρησιν προηγουμένως, ποὺ δὲν τῆς ἔδωσε τὴν δέουσαν σημασίαν ἡ Βουλή. Εἶχον εἴπει, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ ἐμπροθέσμου ὑποβολῆς τῆς δηλώσεως, θὰ πρέπει ὁ πολιτικὸς νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην καὶ νὰ τιμωρῆται μὲ φυλάκισιν καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀποστερῆται τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων. Θὰ πρέπει ὅμως εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ ὑπάρχῃ κἄποια ἐλαστικότης. Φαντασθεῖτε νὰ ὑποβάλῃ ἕνας βουλευτὴς ὕστερα ἀπὸ 2 ἡμέρας τὴν δήλωσίν του καὶ ἐν ὄψει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ τιμωρῆται μὲ φυλάκισιν καὶ ἀποστέρησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων. Καὶ εἶπον μάλιστα. Γνωρίζετε, ὅτι εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας δὲν ὑπάρχει τόση τάξις, ὥστε νὰ εἴμεθα ἐμπρόθεσμοι. Δι’ αὐτὸ λέγω, μήπως θὰ πρέπει νὰ εἴμεθα κάπως ἐλαστικώτεροι εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Νὰ εἴπωμε, ὅτι ἡ τυχὸν ἐκπρόθεσμος ὑποβολὴ τῆς δηλώσεως δὲν συνεπάγεται αὐτὰς τὰς φοβερὰς συνεπείας. Σᾶς κρούω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου. Ὅταν ὑπάρχῃ καλοπιστία, νὰ μὴ ἐπέρχωνται αἱ συνέπειαι αὐταί.

§234Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Εἰδικῶς διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Τὸ ἀδίκημα τῆς παραλείψεως ὑποβολῆς δηλώσεως καὶ τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως εἶναι περισσότερον τυπικόν, παρὰ οὐσιαστικόν. Θὰ πρέπει λοιπὸν εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀναστολῆς καὶ τῆς μετατροπῆς, διότι εἶναι περισσότερον τυπικὰ ἀδικήματα. Θὰ ἔλεγον ὅμως τὸ ἑξῆς κ. Πρόεδρε. Ἡ ἀνακριβὴς δήλωσις μοιραίως θὰ προκύψῃ μόνον μὲ τὴν κατ’ οὐσίαν ἔρευναν τῆς προθεσμίας. Τότε θὰ κριθῇ ἐὰν ἡ δήλωσις εἶναι ἀνακριβής, ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ μήνυσις, ἢ ἐὰν θὰ ἔχωμεν αὐτεπάγγελτον δίωξιν ὅπως προβλέπῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἐρωτῶ: Ἐὰν ἀπαλλαγῇ τὸ ἐλεγχόμενον πρόσωπον, ὅτι δὲν ἀπέκτησε ἀθεμίτως καὶ ἔχομεν ἀθώωσιν ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ἀδικήματος, συγχρόνως ὅμως προκύπτει, ὅτι ὑπῆρξεν ἀνακριβὴς δήλωσις, ἐν γνώσει, διότι περιουσιακὰ στοιχεῖα ποὺ κατεῖχε δὲν ἐδηλώθησαν, θὰ κηρυχθῇ ἀθῶος διὰ τὸ οὐσιαστικὸν ἀδίκημα καὶ θὰ τιμωρῆτε διὰ τὴν ἀνακρίβειαν ἐν γνώσει; Θὰ εἶναι πολὺ βαρύ. Δι’ αὐτὸ προτείνω, εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως, ποὺ μοιραίως ἐξετάζεται καὶ τὸ οὐσιαστικὸν ἀδίκημα, ἐὰν θὰ ἀπαλλαγῇ καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἀνακρίβεια δὲν ὠφείλετο εἰς δόλον, πρᾶγμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως σκοπεῖ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν λοιπὸν ἀθωωθῇ. Παραμένει ὅμως τὸ ἀδίκημα τῆς ἀνειλικρινοῦς δηλώσεως. Θὰ ἔχωμεν γενόμενον τὸ ἀδίκημα καὶ ἐπιβολὴν κυρώσεων καίτοι ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἐπλούτισεν. Εἶναι μία ἄποψις τὴν ὁποίαν θέτω ὑπ’ ὄψει σας, καὶ ἡ ὁποία μὲ μίαν ἁπλῆ δήλωσίν σας ἠμπορεῖ νὰ τακτοποιηθῇ.

§235Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι ἡ ἄποψις αὐτή, τὴν ὁποίαν διατυπώνετε, καὶ ἡ ὁποία εἶναι σωστή, εἶναι αὐτονόητος. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον πράγματι συνιστῶμεν ἕνα ἀδίκημα καθαρῶς τυπικόν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διευκρίνισις. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὴν ἄποψίν σας, τὴν ὁποίαν νὰ περιλάβωμεν.

§236Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι μία δήλωσίς σας καλύπτει τὸ πρᾶγμα.

§237Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Πέραν τῆς δηλώσεως αὐτῆς νὰ κάμητε μίαν σύντομον διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀποδεχθῶμεν, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀδίκημα ποὺ θεσπίζομεν εἶναι καθαρῶς τυπικόν.

§238Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Ἐπίσης εἰς ὅσας περιπτώσεις θὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀδίκημα τῆς παραλείψεως, ἢ τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως, νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐξαγορᾶς, δεδομένου μάλιστα, ὅτι κατὰ τὰς κοινὰς διατάξεις, ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, τοῦ ποινικοῦ νόμου, πέραν τοῦ ἔτους δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε ἡ ἀναστολή, οὔτε ἡ μετατροπή. Ἐὰν ἔχωμεν ποινὴν κάτω τοῦ ἔτους διατὶ νὰ μὴ τύχῃ τῆς ἀναστολῆς; Ἐὰν θὰ δεχθῇ τὸ δικαστήριον, ὅτι ὑπάρχουν ἐλαφρυντικαὶ περιπτώσεις διατὶ τἄχα νὰ μὴ τύχῃ τῶν εὐεργετημάτων αὐτῶν; Ἐὰν πάλιν ἐξ ὁρισμοῦ τοῦ ἄρθρου ἀπαγορεύεται ἡ ἀναστολὴ καὶ ἡ μετατροπὴ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τεθῇ, ἐφ’ ὅσον ὅταν ἐπιβληθῇ ποινὴ ἀνωτέρα τοῦ ἔτους προβλέπεται ἡ συνέπεια αὐτὴ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Ποινικοῦ νόμου.

§239Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὀρθοτάτη, ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ οὐσιῶδες δὲν εἶναι ἡ μετατροπή, ἀλλὰ ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ σταθμίσητε αὐτό. Διότι διὰ τὸν πολιτικὸν δὲν ἔχει πολὺ σημασίαν ἐὰν θὰ ἔχῃ μετατροπήν, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Διότι εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν τυπικῶν ἀδικημάτων τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀτιμωτικὴ συνέπεια.

§240Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ὅσων εἶπεν, ὁ συνάδελφος κ. Κουτσοχέρας, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Δὲν προβλέπεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου κάλυψις τῆς περιπτώσεως κατὰ τὴν ὁποίαν, λόγῳ ἀνωτέρας βίας ἐκπνέει ἡ προθεσμία. Ἔχομεν προθεσμίαν τριῶν μηνῶν διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς δηλώσεως. Δικαίωμά μου εἶναι καὶ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ μηνὸς ἢ τοῦ τριμήνου νὰ ὑποβάλω τὴν δήλωσιν. Ὑποτεθείσθω, ὅτι κἄποιος, ἐν ὄψει, ὅτι ἔχει προθεσμίαν, ἀφήνει νὰ τὴν ὑποβάλῃ 5 ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως καὶ παθαίνει ἕνα ἀτύχημα. Δὲν ὑπάρχει θεραπεία εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ μία διάταξις —ὑπάρχει τροπολογία τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Κουτσοχέρας— ἡ ὁποία νὰ καλύπτῃ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν οὐχὶ ἐκ προθέσεως δὲν ὑπέβαλεν ἐμπροθέσμως τὴν δήλωσιν, καὶ ἡ ὁποία νὰ λέγῃ ὅτι ἡ ἐκπρόθεσμος ὑποβολὴ τῆς δηλώσεως αἴρει πᾶσαν συνέπειαν. Εἶναι λογικόν, ὅταν ὑπάρχῃ εὔλογος αἰτία διὰ τὴν καθυστέρησιν νὰ μὴ δημιουργήσωμεν ἕνα ἀδίκημα τυπικὸν παραβλέποντες τὸ οὐσιαστικόν. Ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κ. Καλλίας, νομίζω ὅτι ἐλύθη προχθὲς μὲ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε ὅταν συνεζητούσαμεν τὴν ἄποψιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ ἐπουσιώδης παράλειψις περιουσιακοῦ τινὸς στοιχείου κτλ. Βεβαίως δὲν εἶναι AD LOC ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καλύπτει τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐὰν δὲν θέλατε νὰ κάμητε μίαν προσθήκην, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Καλλίας, μία δήλωσίς σας ἐπίσημος, ὅτι ἡ ποινὴ ἐπιβάλλεται εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνακριβὴς δήλωσις ἐγένετο ἐπὶ προθέσει ἀποκρύψεως περιουσιακοῦ ὀφέλους παρανόμου κτηθέντος.

§241Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἔχει διασαφηνισθῆ ἀπολύτως.

§242Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Διὰ νὰ ὁλοκληρώσω τὰ ὅσα εἶπον προηγουμένως, θὰ ἔθετον ὑπ’ ὄψει σας, κ. Ὑπουργέ, τὴν πρότασιν αὐτήν, ὡς τροπολογία. «Τυχὸν ἐκπρόθεσμος ὑποβολὴ τῆς δηλώσεως δὲν ἐπάγεται τὰς κυρώσεις τοῦ παρόντος. Δηλαδή, ἐγὼ ἀναγκάζω ὁπωσδήποτε τὸν ὑπόχρεων νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν ἀλλὰ προσθέτω καὶ τὸ «τυχόν».

§243Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ κρίνῃ ὁ δικαστής.

§244Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Βεβαίως, ἐὰν εἴμεθα ὀλίγον ἐλαστικοί. Αὐτὸ θέτω, ὑπ’ ὄψει σας κ. Ὑπουργέ, καὶ παρακαλῶ νὰ δοθῇ λύσις. Μᾶς ἀφορᾷ ὅλους μας καὶ κρίνατε.

§245Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νὰ εἴπωμεν. «Διὰ λόγους ἀνωτέρας βίας».

§246Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐφ’ ὅσον τὸ θεσπίζομεν ὡς ἀδίκημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βάλωμεν παρομοίαν διάταξιν. Ὑπάρχει ἀρκετὴ προθεσμία.

§247Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἔχω, κ. Ὑπουργέ, προθεσμία 10 ἡμερῶν, καὶ μὲ ἐκτύπησεν ἕνα αὐτοκίνητον καὶ μένω εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Τὶ θὰ γίνῃ;

§248Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία προβλέπει περιπτώσεις ἀνωτέρας βίας. Καὶ νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀπ’ ἐκεῖ λύσις.

§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.

§250Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ καὶ αὐτὸς ὁ ἀτελὴς νόμος νὰ ἐφαρμοσθῇ πραγματικός, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν τὸ ἄρθρον 6. Διότι, ὅπως εἶπον καὶ ἐπὶ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, ἡ παρ’ ἡμῖν πρακτικὴ ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι προβλέπουν αὐστηρὰς ποινὰς οὐδέποτε ἐφαρμόζονται. Νομίζω ὅτι αἱ ποιναὶ αἱ ὁποῖαι προβλέπονται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 6 εἶναι αὐστηρότεραι καὶ δὲν θὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ κατὰ συνέπειαν θεσπίζομεν νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ, εἶναι ἀτελέστατος διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον τίθεται, δι’ αὐτὸ συντάσσομαι μὲ τὰς ἀπόψεις τῶν κ. συναδέλφων ποὺ ὡμίλησαν περὶ μειώσεως τῶν ποινῶν διὰ νὰ καταστήσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν ἐφαρμόσιμον.

§251Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐδέχθην τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σεργάκη, ἐπ’ αὐτοῦ.

§252Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Νὰ προστεθῇ: «Ἐν περιπτώσει ἀνακριβοῦς δηλώσεως.... (ἀναγινώσκει)...». Δὲν γνωρίζω ἂν ἔγινα ἀντιληπτός.

§253Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀφήσετε τὰς χρηματικὰς ποινάς, τὰς αὐτὰς ποινὰς καὶ διὰ τοὺς μεγιστάνας τοῦ πλούτου, τοὺς ἀθεμίτως πλουτίσαντας;

§254Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὰς ποινὰς τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος.

§255Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐγὼ ὑποστηρίζω. Νὰ μὴ ἐναπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ καλέσῃ τὸν δηλοῦντα νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Τὶ ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἡ Δικαιοσύνη ἐὰν προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν;

§256Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι διὰ τὴν μὴ ὑποβολὴν δηλώσεως, ἀλλὰ διὰ τὴν παράνομον κτῆσιν νὰ μηνυθῇ.

§257ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε.....

§258Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν εἰς κάθε περίπτωσιν νὰ μὴ λαμβάνωμεν τὸν λόγον, παρά, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν. Καὶ συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου ἕκαστος συνάδελφος, ἐγγραφείς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, δύο φοράς. Ἔχομεν ὅμως καὶ περιπτώσεις τροπολογιῶν. Μὲ τοῦτο δὲν ὑποτίθεται ὅτι δύναται καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς βουλευτὴς νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον. Ὑπάρχουν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν 10 φορὰς ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου.

§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη;

§260ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7.

§262Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ ἐξεφωνήσατε διὰ τὸ ἄρθρον 7. Θὰ παρεκάλουν νὰ προηγηθῇ συνάδελφος καὶ ὁμιλῶ ἐγώ, ἐν συνεχείᾳ, προκειμένου νὰ συμβουλευθῶ τὰς σημειώσεις μου.

§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.

§264Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 7 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία λέγει: «... (ἀναγινώσκει)... Ἀναγράφουσα ὅμως ....(ἀναγινώσκει)...», ἐπαναλαμβάνει τὸ αὐτὸ νόημα καὶ γίνεται πλεονασμός. Ἑπομένως, νομίζω ὅτι ....

§265Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἔχετε δίκαιον. Θὰ πρέπει νὰ εἶναι 30 ἄτομα καὶ ὄχι 25 διὰ νὰ ἐπαρκοῦν. Καὶ τοῦτο, διότι θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ 26 πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπασχολοῦνται, καὶ νομίζω ὅτι τὸ 25 πρέπει νὰ γίνῃ 30.

§266Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 7 παράγρ. 2 ὁρίζεται ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, λαμβάνει τὴν μήνυσιν, τὴν ὁποίαν παραπέμπει εἰς τὸ Συμβούλιον κλπ. Ὅπως ἔχει ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως δημιουργεῖται θέμα μήπως καταργοῦνται αἱ βασικαὶ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἰσχύουσαι εἰς πᾶσαν μήνυσιν. Ὅταν ὑποβάλεται μία μήνυσις, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐλέγχει τὸ βάσιμον Ν. καὶ οὐσίᾳ καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ βάσις ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, τὴν θέτει εἰς τὸ ἀρχεῖον. Μήπως ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου ἢ μᾶλλον τῆς κρινομένης διατάξεως εἶναι νὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας; Ἐπίσης ἡ παρ. 3 τοῦ ἄρθρου 7 λέγει: «Τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν λαμβάνον τὴν μήνυσιν παραπέμπει ταύτην μετὰ τῆς δηλώσεως τοῦ μηνυομένου κλπ.». Ποίων δηλώσεων; Ἐκείνων ποὺ ἤθελε παραπέμψει ὁ Εἰσαγγελεύς; Ἐὰν ὑποβληθοῦν 1.500 δηλώσεις, θὰ παραπεμφθοῦν ἅπασαι ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὸ Συμβούλιον;

§267Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ μήνυσις παραμένουν εἰς τὸ ἀρχεῖον.

§268Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Λάθος. Ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς κρίνῃ ὅτι εἶναι ὕποπτος, θὰ τὴν παραπέμψῃ, ἀνεξαρτήτως ἐὰν ὑπάρχῃ μήνυσις. Τοῦτο προκύπτει καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 8 παράγρ. 6, ἡ ὁποία λέγει: «...(ἀναγινώσκει)...». Προκύπτει ἐκ τῆς παραγρ. αὐτῆς ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον τὰς δηλώσεις ἢ μηνύσεις ποὺ θὰ κρίνῃ ὑπόπτους. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόθεσις νὰ καταργηθοῦν αὐταὶ αἱ διατάξεις.

§269Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν θέλομεν νὰ ἀφήσωμεν τὴν κρίσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἀλλὰ εἰς τὸ Συμβούλιον, δι’ αὐτὸ κάμνομεν ὑποχρεωτικόν.

§270Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἄλλο θέμα, κ. Ὑπουργέ, εἶναι τὸ ἑξῆς: Εἰς περίπτωσιν ποὺ ἀναγινώσκεται μία δήλωσις καὶ δημιουργοῦνται ὑπόνοιαι ὅτι ἡ δήλωσις αὐτὴ εἶναι ὕποπτος, μήπως νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον πρὶν ἢ προβῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς περαιτέρω ἐνεργείας, νὰ καλέσῃ τὸν δηλοῦντα καὶ νὰ ζητήσῃ σχετικὰς ἐξηγήσεις;

§271Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἐναπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Εἰσαγγελέως.

§272Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς, ἐγώ, ὑποστηρίζω. Νὰ μὴ ἐναπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ καλέσῃ τὸν δηλοῦντα νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Τὶ ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἡ Δικαιοσύνη, ἐὰν προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν;

§273Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἀφορᾷ ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐξασκήσῃ τὴν δίωξιν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ κρίνῃ.

§274Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, φαίνεται ὅτι δὲν ἐγενόμην σαφής. Στέλλει ἕνας μίαν ἀνώνυμον ἐπιστολὴν εἰς τὸν κύριον Εἰσαγγελέα καὶ ἡ ἐπιστολὴ ἀναφέρει ὅτι ἕνας πολιτευόμενος ἀπὸ ἐκμετάλλευσιν τῆς πολιτικῆς ἰδιότητος ἀπέκτησε μίαν πολυκατοικίαν. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς βλέπει τὴν δήλωσιν τοῦ πολιτευομένου, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀναφέρῃ τὴν πολυκατοικίαν ἢ δὲν θὰ ἀναγράφεται πῶς τὴν ἀπέκτησεν. Εἶναι δυνατὸν ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ κρίνῃ ὅτι ὑπάρχει ἐνοχὴ εἰς τὸν πολιτευόμενον ἐκεῖνον. Σᾶς ἐρωτῶ διὰ ποῖον λόγον θὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ καλέσῃ τὸ πρόσωπον ποὺ θίγει ἡ ἐπιστολὴ διὰ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις πῶς καὶ μὲ ποῖον τρόπον ἀπέκτησε τὴν πολυκατοικίαν;

§275Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ θέμα, κ. Ὑπουργέ, τὸ ἔθεσεν ὁ συνάδελφος κ. Γιαννούσης. Θὰ ἀφήσετε τὸν ἐκ τοῦ νόμου ἁρμόδιον νὰ ἐλέγξῃ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα τοῦ δίδονται, ἐλεύθερον καὶ νὰ προβῇ εἰς τὰς περαιτέρω ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν τὴν ἀπαρχὴν τῆς διώξεως, διὰ νὰ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ τῆς μὴ ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου ἢ θὰ τὸν ὑποχρεώσετε, λόγω τῆς φύσεως καὶ τοῦ ἀδικήματος καὶ τῶν ἐγκαλουμένων προσώπων, πρὶν ἢ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν, νὰ ζητήσῃ οὐσιαστικὰς ἐξηγήσεις, δηλ. τὴν ἀπολογίαν τοῦ καθ’ οὗ στρέφεται, ἐνδεχομένως ἡ μήνυσις; Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα. Καὶ τοῦτο ἔχει σημασίαν, ὄχι τόσον προκειμένου περὶ πληροφοριῶν ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἢ κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον, ἔχει σημασίαν διὰ τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολάς. Διότι, κ. Ὑπουργέ, δημόσιος ἀνὴρ εἶσθε καὶ σεῖς καὶ εἴμεθα ὅλοι ἐδῶ καὶ φίλους ἔχομεν καὶ ἐχθροὺς ἔχομεν καὶ ἄν, πράγματι, θέλετε νὰ προστατεύσετε τὸν πολιτικὸν κόσμον πρέπει νὰ λάβετε καὶ μέτρα ἐναντίον, ἂν θέλετε, τῶν πολιτικῶν παθῶν, ποὺ δεσπόζουν εἰς τὴν ἰδικήν μας πολιτικὴν ζωήν. Τὶ θὰ κάμῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, ἐὰν φερ’ εἰπεῖν, σωρεία ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, λόγω προσωπικῆς ἀντιθέσεως, πολιτικῆς ἀντιθέσεως, κατακλύση τὸ γραφεῖον του, προκειμένου περὶ ἑνὸς δημοσίου ἀνδρός; Ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκείνας δὲν θὰ τὰς λάβω ὑπ’ ὄψει μου. Δὲν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν πρώτην, τὴν δευτέραν, τὴν τρίτην, τὴν ἑκατοστὴν τὴν πεντακοσιοστὴν ὅμως; Τὶ θὰ κάμῃ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν; Δι’ αὐτὸ θὰ πρέπει κ. Ὑπουργὲ νὰ προσέξετε τὸ σημεῖον αὐτό. Ἄλλο εἶναι νὰ ὑποχρεώσετε τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐξακριβώσῃ κατόπιν συζητήσεως μὲ τὸν ἐνδεχόμενον ἐγκαλούμενον τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὴν περαιτέρω δίωξιν αὐτοῦ καὶ ἄλλο νὰ τὸν ἀφήσετε εἰς τὴν κρίσιν του βάσει τοῦ νομοθετήματος. Φοβοῦμαι κ. Ὑπουργέ, μήπως ἀντὶ νὰ προστατεύσητε τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου δημιουργεῖτε τὰς προϋποθέσεις διὰ ἀτέρμονας καταγγελίας αἱ ὁποῖαι δὲν ξεύρω ποῦ θὰ ὁδηγήσουν τὸ κῦρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου.

§276Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τὸ νόημα τῶν ὅσων εἴπατε. Προκειμένου νὰ ἐξετασθῇ μία δήλωσις, ἢ θὰ ὑπάρξῃ μήνυσις ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτεπαγγέλτως θὰ ἐπέμβῃ. Ἐὰν μὲν ὑπάρξῃ μήνυσις, ἀκολουθεῖται τότε ἡ διαδικασία ἡ καθοριζομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ ἐπέμβῃ, δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω διατὶ θὰ ὑποχρεωθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ προβῇ εἰς προσυνεννόησιν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ κρίνῃ βάσει τῶν στοιχείων ποὺ θὰ ἔχῃ, εἴτε ἀπὸ τὸν τύπον, εἴτε ἀπὸ ἀνωνύμους ἐπιστολάς, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι θὰ δώσῃ σημασίαν εἰς αὐτάς. Ἐφ’ ὅσον θὰ ἐπέμβῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτεπαγγέλτως εἶναι θέμα ἰδικῆς του ἐκτιμήσεως. Γίνονται δημοσιεύματα εἰς τὸν τύπον τὰ ὁποῖα συνδυαζόμενα μὲ διαφόρους ἐπιστολὰς δημιουργοῦν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέμβῃ αὐτεπαγγέλτως. Αὐτὸ εἶναι θέμα ἐκτιμήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως.

§277Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι κύριε Ὑπουργέ. Αὐτὴ εἶναι ἀκριβῶς ἡ διαφορά μας. Ἐὰν κύριε Ὑπουργέ, θέλετε πράγματι νὰ προστατεύσετε τὸν πολιτικὸν κόσμον, θὰ πρέπει νὰ λάβετε μέτρα τοιαῦτα, ὥστε ρητῶς νὰ ἀποκλείεται ὁ σχηματισμὸς γνώμης περὶ τῆς περαιτέρω ἐνδεχομένης ἀνάγκης ἐρεύνης τῆς ὑποθέσεως ἢ διώξεως ἐπὶ τῇ βάσει ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Θὰ πρέπει δὲ αὐτὸ νὰ τὸ εἴπητε, νὰ τὸ ἀναφέρητε.

§278Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας).... (Δὲν ἠκούσθη).

§279Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον καὶ τὸ παράδειγμα, κύριε Ὑπουργέ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Προνοίας, εἴμεθα δημόσιοι ἄνδρες καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὸ θάρρος νὰ λέγωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα. Ὁ καθεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει φίλους ἔχει καὶ ἐχθρούς, καὶ πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει τὸ στοιχεῖον αὐτό, προκειμένου περὶ τῆς ἐπιδιώξεως οὐσιαστικῆς προστασίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Τὸ στοιχεῖον ὅμως αὐτὸ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἐπιτρέπεται ὁ σχηματισμὸς τῆς γνώμης περὶ τῆς ἀνάγκης περαιτέρω ἢ μὴ διώξεως τοῦ ἐγκαλουμένου, ἐπὶ τῇ βάσει ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑπάρχει τὸ μέσον τῆς ἀκολούθου προστασίας: Ὁ Εἰσαγγελεύς, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει μήνυσις, διότι ἐὰν ὑπάρχῃ εἶναι ἄλλο θέμα καὶ θὰ συζητήσωμεν καὶ τὶ ἄλλους ὅρους πρέπει νὰ ἐνέχῃ ἡ μήνυσις διὰ νὰ εἶναι θεμελιωμένη ὅπως πρέπει. Ἂς ἀφήσωμεν, ἐπὶ μέρους τὴν περίπτωσιν τῆς μηνύσεως καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν αὐτεπάγγελτον ἁρμοδιότητα τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος θὰ σχηματίσῃ τὴν γνώμην του ὡς ἔχει ὁ νόμος μέχρι τῆς στιγμῆς ἐπὶ διαφόρων στοιχείων. Βάσει δὲ τῶν στοιχείων αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθῇ ἢ νὰ ἐκτιμήσῃ σωρείαν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, ὄχι μιᾶς καὶ δύο ἀλλὰ καὶ πεντακοσίων διὰ μίαν περίπτωσιν. Δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἦτο φρόνιμον καὶ κάτι παραπάνω νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, προκειμένου αὐτεπαγγέλτως νὰ κινήσῃ τὴν περαιτέρω διαδικασίαν, νὰ ζητήσῃ προηγουμένως ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν καθ’ οὗ ἐνδεχομένως θὰ σκεφθῇ νὰ στρέψῃ τὴν διαδικασίαν; Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ δέχεσθε καὶ ἀφήνετε πλέον τὴν δυνατότητα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν σωρείαν τῶν ἐνδεχομένων ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, τοὐλάχιστον βρῆτε ἕνα τρόπον διατυπώσεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου εἰς τὸ ὁποῖον θὰ δικαιοῦται νὰ κινῆται ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτεπαγγέλτως εἰς τὴν περαιτέρω διαδικασίαν κατόπιν συγκεκριμένων στοιχείων δεδομένων καὶ τιθεμένων ὑπ’ ὄψει κατὰ συγκεκριμένον τρόπον καὶ οὐχὶ ἀφῃρημένον, ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι μὲ τὴν σωρείαν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Πρέπει, κύριε Ὑπουργέ, νὰ τὸ λάβετε ὑπ’ ὄψει σας αὐτό.

§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἐπανελάβατε δὶς τὰ ἐπιχειρήματά σας τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς καταληπτὰ εἰς τὴν Βουλήν.

§281Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος, ἀπόψε δὲ παρεμπιπτόντως ἀνεμίχθην εἰς τὴν συζήτησιν, διότι ἐνόμιζον ὅτι δύναμαι κἄτι νὰ προσθέσω διὰ τὴν βελτίωσίν του. Ἐὰν παρέβην τὸν Κανονισμὸν λυποῦμαι δι’ αὐτό.

§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Θεοτόκη, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ ὁ κύριος Γιαννούσης καὶ σεῖς ὡμιλήσατε δὶς καὶ ἐπανελάβατε τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι ἐγένοντο καταληπτὰ ἀπὸ τὴν Βουλήν.

§283Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἐπανέλαβα διότι ὁ κ. Ὑπουργός, ὅταν τὰ διετύπωσα τὴν πρώτην φορὰν μοῦ εἶπεν ὅτι δὲν τὰ ἀντελήφθη.

§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.

§285Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις εἶναι συνέπεια τοῦ ὅτι ὅλον τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐναντίον ὅλων τῶν ἀρχῶν διὰ τὰς ὁποίας γίνεται ὁ ἔλεγχος, εἴτε εἰς τὰς πολιτικὰς εἴτε εἰς τὰς ποινικὰς ἐνεργείας. Θὰ ἦτο σωστὸν ἴσως κάθε δήλωσις ὑποβαλλομένη νὰ περνάῃ ἀπὸ ἔλεγχον, ἀλλὰ καὶ πάλιν τότε θὰ ἐφθάναμεν εἰς τὴν τυποποίησιν τῶν ἀποφάσεων, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ παροχὴν πιστοποιητικοῦ καλῆς διαγωγῆς. Τώρα ὅμως ὅταν ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου, ὅταν τρεῖς Ἐφέται φθάνουν διὰ δολοφονίες, συνωμοσίες, δι’ ὅ,τι δήποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ βγάλουν βούλευμα ἐλέγχου, ἀλλὰ χρειάζονται πέντε καὶ πέντε Ἐφέται ποὺ φθάνουν διὰ νὰ δικάσουν εἰς ποινὰς θανάτου, δὲν φθάνουν νὰ δικάσουν τὴν παραπομπὴν ἀλλὰ χρειάζονται ἑπτὰ φοβοῦμαι ὅτι καθιερώσαμεν εἰς τὸ μεταξὺ μὴ ἰσόβιον δικαστὴν τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος μόνος του ἠμπορεῖ νὰ πῇ ὅτι εἰσάγω ἢ δὲν εἰσάγω, νὰ ἱκανοποιηθῇ ἀπὸ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ἰδικάς μου καὶ νὰ μὴ ἱκανοποιηθῇ ἀπὸ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ἰδικάς σας, ἐὰν γεννηθοῦν ζητήματα καὶ διὰ τὴν ἰδικήν μου δήλωσιν καὶ διὰ τὴν ἰδικήν σας καὶ διὰ τὸν ἕνα νὰ εἴπῃ ὅτι κρίνω ἐκεῖνον ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κρίνουν τρεῖς Ἐφέται, ἀλλὰ χρειάζονται πέντε διὰ νὰ βγάλῃ βούλευμα, τὸ κρίνω μόνος του καὶ τὸ θέτω εἰς τὸ ἀρχεῖον, καὶ τὸ ἄλλο τὸ στέλλω πρὸς κρίσιν καὶ πρὸς ἔλεγχον, δὲν νομίζω, ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ θὰ ἔχουν δημιουργηθῆ ὑποψίαι, ἀμφισβητήσεις, καταγγελίαι, ὅτι ἀπὸ ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶναι συμφέρον τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς νὰ πάρῃ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τὴν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Ἐὰν συνέβαινεν εἰς βάρος μου θὰ ἐπεδίωκα νὰ πάῃ εἰς τὸ Συμβούλιον ἐλέγχου καὶ νὰ κριθῇ ἀπὸ πέντε Ἐφέτας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι κἄτι τι τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς ὅλην αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου, ὅταν δὲν φθάνουν τρεῖς Ἐφέται ἀλλὰ ἠμπορεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἀποφασίσῃ μόνος του ποὺ δὲν εἶναι δικαστής. Δι’ αὐτὸ τὸ εὑρίσκω τελείως ἀντιφατικὸν καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην ἡ ὁποία στηρίζεται πράγματι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, εἰς ἀξιόλογα ἐπιχειρήματα τῶν προλαλησάντων συναδέλφων κ.κ. Θεοτόκη καὶ Γιαννούση.

§286Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Ἡλιοῦ, εἶναι δικαιολογημέναι αἱ ἀνησυχίαι τοῦ κ. Θεοτόκη, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον προβλέπει σχετικῶς καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Εἰς τὴν παρ. 3 τοῦ ἄρθρου 9, τὸ νομοσχέδιον προβλέπει, ὅτι «αἱ διατάξεις τοῦ Κώδικος τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐφαρμόζονται ἂν δὲν ὁρίζωνται ἄλλως ἐν τῷ παρόντι νόμῳ». Συνεπῶς, ἰσχύει καὶ τὸ ἄρθρου 31 τοῦ Κώδικος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν δύναται ὅταν λάβῃ μήνυσιν ἢ δὲν θεωρῇ βάσιμον νὰ διατάξῃ προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν, ἵνα συλλέξῃ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ἅτινα θὰ τοῦ ἐπιτρέψουν τὴν δίωξιν. Ἂν δὲν ὑπάρχουν ἐπαρκῆ στοιχεῖα, δικαιοῦται νὰ ἐκδώσῃ τὸ προβούλευμα περὶ τοῦ ἀβασίμου τῆς μηνύσεως ὑπόχρεως νὰ ὑποβάλλῃ τὴν ἀπόφασίν του εἰς τὸν Παρ’ Ἐφέταις κ. Εἰσαγγελέα, ὅστις ὅταν συμφωνῇ ἐπικυροῖ τὴν ἀπόφασιν. Ἂν δὲν συμφωνῇ, διατάσσει τὴν ἔγερσιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Ἂν συνεπῶς, ἐπεκτείνωμεν τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 31 καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν τὴν δὲ ἀπόφασίν του νὰ ἐπικυροῖ ἢ νὰ ἀπορρίπτῃ ἀντὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, τὸ Συμβούλιον Ἐφετῶν, τότε προστατεύομεν τοὺς πολίτας ἀπὸ τοὺς ψευδομηνυτὰς καὶ τὰ ἀσίγαστα πάθη των.

§287Η. ΗΛΙΟΥ. Μήπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν διατάξεων δὲν ἐτέθησαν εἰς τὸ ἀρχεῖον οἱ δικογραφίαι Ἱερέων καὶ Ἀστυνομικῶν ποὺ παρεβίασαν ἐκλογικὰς διατάξεις κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1961;

§288Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τὸ νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ λαμβάνῃ πᾶν στοιχεῖον, δὲν τὸ βρίσκω σωστόν.

§289Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς παραγρ. 1 τοῦ ἄρθρου 7 «... (ἀναγινώσκει)...». Ὀρθόν. Τὸ νομοθέτημα δὲν καθιερώνει οὐσιαστικὴν παραγραφὴν τοῦ ἀδικήματος, ἕνα ἀποκλεισμὸν πέραν τοῦ ἔτους. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ πέραν τοῦ ἔτους. Ὑπάρχει καὶ ἡ περίοδος 9 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Θὰ πρέπει, διὰ νὰ εἶναι καθιερωμένος ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ ἀσκήσῃ ποινικὴν δίωξιν καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀσκῇ τοιαύτην πέραν τοῦ ἔτους. Εἰς τὴν παράγρ. 6 ὁ ἔλεγχος στρέφεται κατὰ τῶν ἐν αὐτῷ συγγενῶν προσώπων καὶ ἀναφέρει «... (ἀναγινώσκει)...». Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ πρέπει νὰ θεσπισθῇ ἡ ὑποχρέωσις αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων νὰ ὑποβάλουν δηλώσεις. Εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ προσθήκη δὲν καλύπτει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλουν δηλώσεις, διότι ἔχει 9μηνον προθεσμίαν. Μία διευκρίνισις, εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, εἶναι ἀπαραίτητος διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ ἔρευνα τῶν προσώπων αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς τὴν προστασίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, θὰ πρέπει οἱαδήποτε πληροφορία, οἱοσδήποτε ψίθυρος, ἐφ’ ὅσον διαβιβασθῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, νὰ ἐξετάζῃ οὗτος τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως διὰ νὰ δύναται ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀπομακρύνῃ οἱονδήποτε συκοφάντην.

§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Κεφαλληνός, ἔχει τὸν λόγον.

§291Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον κ. Σεργάκην. Δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς πρόσωπα ποὺ δὲν ἔχουν τὸ θάρρος νὰ καταγγείλουν εὐθέως νὰ διασύρουν τὸν πολιτικὸν κόσμον. Εἰς τὸ τέλος τῆς παραγρ. 1 τοῦ ἄρθρου 7 ὅπου ἀναφέρεται, ὅτι «ἐν τῇ μηνύσει δέον νὰ ἀναφέρωνται λεπτομερῶς καὶ σαφῶς τὰ θεμελιοῦντα τὸν ἀθέμιτον τρόπον τῆς κτήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων», νὰ προστεθῇ, κ. Πρόεδρε, παράγραφος εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναφέρεται, ὅτι δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἀνώνυμοι καταγγελίαι. Αὐτὴ εἶναι ἡ σκέψις μου ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ὑπάρχει εἰς παράγραφον τοῦ ἄρθρου 7 περιωρισμένος χρόνος ὑποβολῆς μηνύσεως. Λέγει ἡ σχετικὴ παράγραφος: «Ἡ μήνυσις κατὰ τῶν ἐν ἄρθρῳ 2 ἀναφερομένων προσώπων, ὑποβάλλεται ἐντὸς ἀποκλειστικῆς προθεσμίας ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος. Ὀρθῶς. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 1, δηλαδή, τῶν βουλευτῶν. Ἐκεῖ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ περιορισμός. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ὑποβολὴ μηνύσεως κατὰ τὸν χρόνον τῆς προεκλογικῆς περιόδου. Τοιαῦται μηνύσεις ὑποβαλλόμεναι, δὲν θὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν.

§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας, ἔχει τὸν λόγον.

§293Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὅλος ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο περὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, ματαίως ἐγένετο. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ἀναγραφῆς εἰς τὸν νόμον, ὅτι ἀπαγορεύεται νὰ γίνῃ χρῆσις ἀνωνύμων ἐπιστολῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ γίνῃ οἱαδήποτε ἐνέργεια τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐδῶ τὸ νομοθέτημα καθορίζει σαφῶς πῶς γίνεται ἡ δίωξις καὶ λέγει: Πρῶτον θὰ ὑποβληθῇ ἡ μήνυσις καὶ καθορίζει τὴν διαδικασίαν ἐξετάσεως τῆς μηνύσεως. Ἂν δὲν ὑπεβλήθη μήνυσις, δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ προβῇ αὐτὸς εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου καθοριζομένην νόμιμον ἔρευναν. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἔρευνα; Τὸ λέγει σαφῶς ἡ παράγραφος 9 τοῦ ἄρθρου 7. Ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχει πρὸ αὐτοῦ μήνυσιν, ἔχει ὅμως τὴν ὑποχρεωτικῶς ὑποβληθεῖσαν δήλωσιν — ἄλλο δήλωσις, ἄλλο μήνυσις. — Καὶ ἡ παράγραφος 9 τοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ δήλωσις εἶναι ἀκριβὴς ἢ ὄχι. Αὐτὸ θὰ ἐξετάσῃ.

§294ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ μὲ ἀνώνυμον ἐπιστολήν;

§295Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Ἐρωτῶμαι, καὶ μὲ ἀνώνυμον ἐπιστολήν; Διαβᾶστε τὸ ἄρθρον 9 νὰ ἴδετε, ὅτι τὸ ἀνωνύμως μόνον δὲν ἐπιτρέπεται. Ἀλλὰ θὰ ὑποβάλῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὴν πρότασίν του εἰς τὸ συμβούλιον ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα κατέχει. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ὑπάρχει λογικὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ δεχθῇ, ὅτι ὁ οἱοσδήποτε νόμος θεωρεῖ ὡς στοιχεῖον τὴν ἀνώνυμον ἐπιστολήν; Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Θὰ ὑποβάλῃ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα κατέχει, τὰ θετικὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ κριθῇ ἂν ἡ ὑποβληθεῖσα δήλωσις εἶναι ἀληθὴς ἢ ὄχι. Ἔχει δηλαδὴ ὡρισμένα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα τεκμηριοῦν ἂν ὄχι ἀποδεικνύουν πλήρως, ὅτι ἡ δήλωσις εἶναι ἀναληθής. Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει ἡ αὐτεπάγγελτος ἐνέργεια τοῦ Εἰσαγγελέως. Καὶ ἐπαναλαμβάνω: Εἶναι δυνατὸν ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ νόμου, νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ νόμος ὁρίζει ὡς στοιχεῖον διὰ τὸν Εἰσαγγελέα τὴν ἀνώνυμον ἐπιστολήν. Νομίζω πῶς ὄχι. Καὶ ἑπομένως πᾶσα ἡ συζήτησις περὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν καὶ τῆς ἀξίας εἴτε τῆς μιᾶς, εἴτε τῶν πολλῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ παρὸν νομοθέτημα. Δὲν δίδει δικαίωμα ὁ νόμος λήψεως ὑπ’ ὄψει τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Θὰ ἦτο τραγελαφικὸν τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἐξήρχετο ἀπὸ τὴν Βουλὴν νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ θεωρῇ ὡς στοιχεῖον δικαστικῆς κρίσεως ἀνώνυμον ἐπιστολήν.

§296Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δυστυχῶς τὰ ἀντίθετα ἰσχύουν ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας εἶπε. Κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τῆς Π. Δ. «ἡ ποινικὴ δίωξις ὅταν δὲν ἀπαιτῆται ἔγκλησις ἢ αἴτησις κινεῖται ἐξ ἐπαγγέλματος, κατόπιν ἀναφορᾶς, μηνύσεως ἢ ἄλλης εἰδήσεως περὶ τελέσεως ἀξιοποίνου πράξεως». Παγίως δὲ ἔχει νομολογηθῇ, ὅτι κινεῖται βάσει ἀνωνύμου ἐπιστολῆς. Ἑπομένως εἰς τὸ ἀκέραιον παραμένει τὸ θέμα. Καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ καὶ βάσει ἀνωνύμου ἐπιστολῆς νὰ κινῆται ἡ ποινικὴ δίωξις ἂς τὸ κάμῃ.

§297Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Δὲν λέγει αὐτὸ ὁ νόμος.

§298Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ὅλοι ὅσοι ἀσχολούμεθα μὲ τὰ ποινικὰ ξεύρομεν, ὅτι πλεῖσται ὅσαι διώξεις ἔχουν κινηθῆ ἀπὸ ἀνωνύμους ἐπιστολάς.

§299Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Ἠμπορεῖ μία ποινικὴ δίκη νὰ ἀρχίσῃ ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἀνωνύμου ἐπιστολῆς. Δὲν ἠμπορεῖ ὅμως ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ στηρίξῃ τὴν πρότασίν του, δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρήσῃ ὡς στοιχεῖον τὴν ἀνώνυμον ἐπιστολήν. Ξεύρετε σεῖς ποὺ ἀσχολεῖσθε μὲ τὰ ποινικά, μίαν περίπτωσιν ποὺ ὁ Εἰσαγγελεὺς προτείνει παραπομπὴν ἐπὶ τῇ βάσει μόνον ἀνωνύμου ἐπιστολῆς, ἄνευ ἄλλων στοιχείων;

§300Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Πολλάς, κ. Ὑπουργέ.

§301Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Καμμία. Ἄλλο ἡ κίνησις. Ἐδῶ δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ κινήσεως μὲ συνθήματα. Τὸ ἄρθρον 7 παράγραφος 9, λέγει σαφῶς: «Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν δύναται αὐτεπαγγέλτως ἢ τῇ παραγγελίᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἀρείου Πάγου νὰ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ παρόντος διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ἀνακριβείας ὑποβληθείσης δηλώσεως». Αὐτὴ εἶναι ἡ διαδικασία. Τὸ ἄρθρον 7 τί λέγει; Ἐὰν θὰ ὑποβληθῇ μήνυσις ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ τὴν στείλῃ εἰς τὸ συμβούλιον. Καὶ εἶπε προηγουμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν Εἰσαγγελέα νὰ κρίνῃ μόνος του. Τὸ συμβούλιον θὰ κρίνῃ. Ἡ παράγραφος 9, λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει μήνυσις, ὑπάρχει δήλωσις, καὶ αὐτεπαγγέλτως ὁ Εἰσαγγελεὺς μὴ ὑπαρχούσης μηνύσεως δύναται νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ συμβούλιον διὰ νὰ κρίνῃ ἐὰν εἶναι ἀληθὴς ἢ ψευδὴς ἡ δήλωσις.

§302Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολάς.

§303Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Ὄχι μόνον. Ἐφ’ ὅσον ὁ Εἰσαγγελεὺς παραπέμπει εἰς τὸ συμβούλιον, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν στοιχείων, τῶν ὁποίων θέλει ἔχει λάβει γνῶσιν κρίνει, ὅτι ὑφίσταται ἡ περίπτωσις ὑποβολῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Εἶναι στοιχεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ στηριχθῇ, ὅτι ἔχει καὶ μίαν ἀνώνυμον ἐπιστολὴν καὶ στηρίζεται εἰς αὐτὴν ἄνευ ἄλλων στοιχείων. Ἕνας τέτοιος Εἰσαγγελεὺς ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ μίαν ὥραν εἰς τὴν θέσιν του;

§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Στεφανάκης, ἔχει τὸν λόγον.

§305Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Μπακόπουλε, σᾶς ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν. Μὲ ἠρωτήσατε ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις καθ’ ἣν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκίνησε τὴν δίωξιν βάσει ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Σᾶς ἀπαντῶ. Βάσει ἀνωνύμων ἐπιστολῶν ἔχει ἀσκηθῇ πολλάκις ποινικὴ δίωξις. Δεύτερον, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θεσπίζομεν ἀδικήματα τὰ ὁποῖα διώκονται αὐτεπαγγέλτως. Τί ζητοῦμεν; Ζητοῦμεν νὰ ἀποκλείσωμεν τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολὰς χάριν τῆς προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἡ παρατήρησις τοῦ συναδέλφου κ. Σεργάκη, ἐξ ἄλλου, περὶ καθιερώσεως προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ πρέπει νὰ ἀσκήσῃ τὴν δίωξιν ὁ Εἰσαγγελεύς, εἶναι ὀρθή. Δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμεν, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς κατηγορίας προσώπων ποὺ πρέπει νὰ τερματισθῇ ἡ δίωξις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βασιλάτου, ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ θέμα τῆς προκαταρτικῆς ἐξετάσεως δὲν λύει τὸ θέμα τῶν ἀνωνύμων καταγγελιῶν.

§306Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, προτείνω ὅπως, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ μήνυσις, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ στέλλῃ ὅλας τὰς δηλώσεις εἰς τὸ Συμβούλιον. Ὅταν ἔχωμεν, κ. Πρόεδρε, ἕνα νομοσχέδιον ποὺ ἔχει δύο χαρακτηριστικὰς διατάξεις, τὴν μίαν τοῦ ἄρθρου 8 παράγρ. 4 (ἀναγινώσκει), ἡ ὁποία ὑποχρεώνει τοὺς 7 δικαστὰς νὰ γράψουν εἰδικῶς καὶ δεδικαιολογημένως, νὰ στηρίξουν τὴν ἀπόφασίν των, καὶ τὴν ἄλλην, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι «... (ἀναγινώσκει)...» ὅταν αὐταὶ αἱ δύο διατάξεις ὑπάρχουν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ κινήσῃ τὴν δίωξιν βάσει ἀνωνύμου ἐπιστολῆς; Εἶναι, λοιπόν, προτιμότερον, νὰ στέλλωνται ὅλαι αἱ δηλώσεις εἰς τὸ Συμβούλιον.

§307Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τὴν μακρὰν δικηγορικήν μου πεῖραν, θέλω νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου περιπτώσεις καθ’ ἃς ἐκινήθη ἡ ποινικὴ διαδικασία βάσει ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Πέραν αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ κ.κ. Εἰσαγγελεῖς βάσει τῶν διατάξεων τῆς Ποιν. Δικονομίας, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξετάσουν τὴν ἀνώνυμον καταγγελίαν. Καὶ ἐρωτᾶται, θὰ τὸ καθιερώσωμεν καὶ ἐδῶ; Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει. Ἐδῶ ἐπιβάλλεται νὰ ἀποκλεισθοῦν αἱ ἀνώνυμοι ἐπιστολαί, διότι ὅλοι μας θὰ τελοῦμεν ἐν ὑποδικίᾳ. Ἄν ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀνωμαλίαν καὶ δεχθῶμεν, ὅτι θὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει, τότε ἀνατρέπομεν ὅλας τὰς ἄλλας διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐθεσπίσαμεν διὰ τὴν κατοχύρωσιν τοῦ μέτρου, διότι ποῖος ἠλίθιος θὰ θελήσῃ νὰ καταγγείλῃ ὅταν ὑπάρχῃ καὶ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀνωνυμία; Οὐδείς. Πέραν αὐτοῦ, ἐκ πείρας, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς ἐπισυνάπτουν τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολὰς εἰς τὰς δικογραφίας. Καὶ λαμβάνουν γνῶσιν οἱ διάδικοι, τὰς δημοσιεύουν εἰς τὸν τύπον καὶ κάμνουν χρῆσιν περικοπῶν αὐτῶν. Ἐρωτῶ, τὸ ἴδιον θὰ γίνεται καὶ ἐδῶ; Τοῦτο θὰ γίνῃ καὶ ἐδῶ, δηλαδὴ θὰ ἐπισυνάπτωνται εἰς τὴν δικογραφίαν αἱ ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ διὰ νὰ λαμβάνουν γνῶσιν οἱ πολιτικοὶ ἀντίπαλοι καὶ νὰ κάμνουν χρῆσιν καὶ δημοσίευσιν τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν; Ἐάν, κ. Πρόεδρε, συμβοῦν αὐτά, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ διαπόμπευσις ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εἶναι πλήρως ἐξησφαλισμένη. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ μίαν τοιαύτην περίπτωσιν καὶ δὲν θὰ ἀποκλείσῃ διὰ ρητῆς καὶ θετικῆς διατάξεως, ὅτι ἀνώνυμοι καταγγελίαι δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει καὶ ὅτι δὲν δύναται ὁ Εἰσαγγελεὺς βάσει ἀνωνύμων καταγγελιῶν ἄνευ ἑτέρων στοιχείων, νὰ ἀσκήσουν τὴν ποινικὴν δίωξιν, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω διὰ θετικῶν διατάξεων πρέπει νὰ προβλεφθῇ, ὅτι αἱ ἀνώνυμοι αὐταὶ καταγγελίαι ἀπαγορεύεται νὰ ἐπισυνάπτωνται εἰς τὰς δικογραφίας τιμωρουμένου τοῦ παραβάτου διὰ παράβασιν καθήκοντος. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει τὸ σθένος καὶ τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ καταγγείλῃ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα πλέον δι’ ἀνωνύμου καταγγελίας νὰ τὸ κάμῃ. Ἡ προστασία ἀκριβῶς τῆς τιμῆς τῶν πολιτικῶν προσώπων ἀπαγορεύει τὸ τοιοῦτον. Ἐγὼ προτείνω, κ. Πρόεδρε, νὰ περιληφθῇ διάταξις ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι ἀνώνυμοι καταγγελίαι ἢ ἀναφοραὶ ἢ ἐπιστολαὶ δὲν λαμβάνονται ποσῶς ὑπ’ ὄψιν οὔτε διὰ τὴν ἄσκησιν ποινικῆς διώξεως, οὔτε ἐπισυνάπτονται εἰς τὴν δικογραφίαν, ἀλλὰ καταστρέφονται αὐτοστιγμεὶ παρὰ τοῦ παραλαμβάνοντος. Ὁ παραβαίνων τιμωρεῖται ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος. Μόνον ἔτσι θὰ ἀποκλεισθοῦν, κ. Πρόεδρε, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ διαπομπεύσουν τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας. Ἔτσι δὲν θὰ ἔχωμεν τὰς χιλιάδας τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν διότι ἐκ τῶν προτέρων θὰ γνωρίζουν ὅλοι, ὅτι αὐτὰ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει καὶ καταστρέφονται.

§308Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι τὸ ρίξαμε εἰς τὸν ρομαντισμὸν ἀπόψε καὶ κατεκεραυνώσαμε τοὺς ἀνωνυμογράφους, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν εἶναι πάντοτε ἄξιοι αὐτῆς τῆς μεταχειρίσεως. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐπώνυμοι μηνύσεις ἀβάσιμοι, καὶ εἶναι δυνατὸν ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ νὰ περιέχουν πλήρη τὰ στοιχεῖα παραβάσεως, τὰ ὁποῖα ἐλεγχόμενα ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα ἀποδεικνύουν τὸ ἀδίκημα. Εἶναι γνωστόν, ὅτι μέγιστα ἐγκλήματα καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀλλοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἀνακαλυφθοῦν μὲ ἓν ἀνώνυμον τηλεφώνημα: «Κύριε Εἰσαγγελεῦ ἢ κύριε ἀστυφύλαξ, εἰς τὸ τάδε μέρος ἔγινε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο». Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ ἐπώνυμον ἢ τὸ ἀνώνυμον. Ἀλλὰ κυρίως τὸ βάσιμον ἢ τὸ ἀβάσιμον. Ἐάν, λέγω, ἀδιαφορήσωμεν διὰ τὴν ἀνακάλυψιν μιᾶς ἐλεγχομένης ἀληθείας, μιᾶς καταγγελίας, ἡ ὁποία περιῆλθε κατὰ τρόπον μυστηριώδη καὶ ἀνωνύμως καὶ μὲ ἕνα τηλεφώνημα ἀκόμη, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ σῶμα νομίμου καταγγελίας, κάμνομεν μίαν μονόπλευρον ὑπεράσπισιν ἑνὸς ἀγαθοῦ, ἐγκαταλείπομεν ἀνυπεράσπιστον ἕνα μέγιστον ἀγαθόν. Ἐφ’ ὅσον ὁ Εἰσαγγελεὺς δικαιοῦται αὐτεπαγγέλτως νὰ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν ἐλέγχου, ἡ ὁποία εἶναι αὐτὴ ποὺ ἡ ποινικὴ δικονομία λέγει προδικασίαν ἐνώπιον τῶν συμβουλίων, νομίζω, ὅτι δύναται ἀφορμὴν νὰ δώσῃ ὁ,τιδήποτε, ἀρκεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ προετοιμάσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰδήσεως ἀποδεικτικὸν ὑλικόν, τὸ ὁποῖον νὰ πιθανολογῇ τὴν δίωξιν. Αὐτό, τὸ λέγει ρητῶς ἡ δικονομία, ὅτι πᾶσα δίωξις δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἐνέργειαν ἀνακρίσεως, εἰς ἀδικήματα μὴ διωκόμενα κατ’ ἔγκλησιν. Ἐπομένως, ἐὰν πρόκειται νὰ δώσωμεν πιστοποιητικὰ νὰ τὸ εἴπωμεν, ὅτι θὰ βγάλωμεν ἕνα νόμον περὶ παραχωρήσεως πιστοποιητικῶν εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν ἀξίαν τῆς κοινῆς γνώμης, νὰ ἐλεγχθοῦν καὶ αἱ ὕποπται καὶ διαβληταὶ διαχειρίσεις.

§309Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Δηλαδὴ θέλετε νὰ δημιουργήσωμεν τὸ Μπάνκα ντὶ Λεόνε.

§310Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἀφήσατε τὰς ἐντυπώσεις. Ἐὰν ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα καταχρήσεως τοῦ δημοσίου χρήματος, τὸ γεγονὸς εἴτε ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀνακάλυψιν ἀνωνύμου τηλεφωνήματος, εἴτε ἐπωνύμως καθιστᾷ καθαρὰν τὴν ἀξίωσιν τῆς κινήσεως ποινικῆς διώξεως. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου νὰ τὸ κάμωμεν. Ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν. Τί ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ; Ἡ μείωσις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἢ ἐπιδιώκεται νὰ προστατευθῇ ἡ κακὴ διαχείρισις;

§311Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Μὲ παρενόησεν ὁ κ. συνάδελφος.

§312Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν ἐγὼ καὶ κατόπιν νὰ ἀπαντήσητε σεῖς. Φοβοῦμαι, ὅτι περιεπλάκημεν εἰς μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐξέφυγεν ἀπὸ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποβλέπει εἰς ἕνα αὐτοέλεγχον, τὸν ὁποῖον ζητεῖ ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ τὸν ὁποῖον θεσπίζομεν διὰ τῶν διατάξεων ποὺ ὑπάρχουν. Καὶ διὰ τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ τί ἐπιδιώκομεν; Ἐπιδιώκομεν πράγματι νὰ προστατεύσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἀπὸ τοὺς τυχὸν ψιθύρους, διαχωρίζοντες παραλλήλως τὴν θέσιν τοῦ ἐντίμου πολιτικοῦ κόσμου ἀπὸ τὰς τυχὸν ἐξαιρέσεις ἀπὸ τὰς ὁποίας συμφέρον ἔχομεν— καὶ ἐδῶ ἔγκειται ἡ προστασία τοῦ πολιτικοῦ κόσμου—νὰ τὰς διαχωρίσωμεν, νὰ τὰς ἐπισημάνωμεν καὶ νὰ τὰς τιμωρήσωμεν μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει τὸ νομοσχέδιον. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τοῦ νομοσχεδίου, ἡ τάσις, ἡ ὁποία, δὲν τὸ ἀποκρύπτω, ἐμφανίζεται διὰ τῆς προσθήκης διαφόρων ἀπαγορευτικῶν διατάξεων νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπός, δὲν νομίζω, ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἐγένετο μακροτάτη συζήτησις. Ἤκουσα νὰ ἀναφέρωνται τὰ ἄρθρα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας περὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τὶ βλάπτει αὐτὸ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 9 τὸ ὁποῖον ὀρθῶς ἐπεσήμανε καὶ ἐδιάβασε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, νομίζω, ὅτι εἶναι σαφέστατον, οὔτε περὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν ὁμιλεῖ, οὔτε περὶ ἄλλων τινῶν.

§313ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κάμετε μίαν δήλωσιν, ὅτι δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν.

§314Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 7 εἰς τὸ ἐδάφιον 9, λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν δύναται αὐτεπαγγέλτως... (ἀναγινώσκει) ...». Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ δύνανται νὰ εἶναι παντοειδῆ.

§315Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Δηλαδὴ καὶ ἀνώνυμοι ἐπιστολαί.

§316Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶναι δυνατὸν τὰ στοιχεῖα νὰ εἶναι παντοειδῆ τὰ ὁποῖα θὰ συνεκτιμήσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος θὰ παραπέμψῃ τὴν δήλωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐλέγχου.

§317Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Καθιστᾶτε δυσχερῆ τὴν θέσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας, δι’ ὅσων λέγετε.

§318Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὰ ἴδια πράγματα εἶπε καὶ αὐτός, ὁ ὁποῖος δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ σαφὲς κείμενον τὸ ὁποῖον νομίζω εἶναι εἰς ἁπλῆν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω: Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐφ’ ὅσον θὰ συνεκτιμήσῃ τὰ διάφορα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ θὰ κρίνῃ, ὅτι ἡ δήλωσις αὐτὴ ἔχει ἀνάγκην περαιτέρω ἐλέγχου, τὴν παραπέμπει ἀφοῦ συλλέξῃ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ 5 Ἐφέτας καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ὅλοι μας ἔχομεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, διότι θὰ κρίνουν ἀφοῦ ἐξετάσουν ἀνὰ πᾶσαν λεπτομέρειαν καὶ πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν τὸ ἀκριβὲς ἢ ὄχι τῆς δηλώσεως καὶ ἀναλόγως θὰ ἀποφανθοῦν. Ὅταν ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ δικαστικαὶ ἐγγυήσεις, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους ἐκφράζετε. Ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν διατυπώνετε καὶ τὴν ὁποίαν περιορίζετε εἰδικῶς εἰς τὸ θέμα τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, κατὰ κἄποιον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι θέλομεν δι’ ἐξαιρέσεων νὰ δημιουργήσωμεν ἀπαγορευτικὰς διατάξεις, ποὺ νὰ ἀφήνωμεν τὸν Εἰσαγγελέα συνεκτιμῶν καὶ κρίνων ἐπὶ ὅλων τῶν στοιχείων νὰ πάρῃ τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς αὐτεπαγγέλτου διώξεως. Ἐὰν ὑπετίθετο, ὅτι θὰ ὑπῆρχε μία διάταξις ἡ ὁποία θὰ ἔλεγεν, ὅτι θεωροῦμεν, ὅτι ἡ ἀνώνυμος ἐπιστολὴ ἀποτελεῖ ἕνα στοιχεῖον μεγάλης σημασίας καὶ ὅτι βάσει αὐτῆς ἠμπορεῖ νὰ κρίνῃ, τότε θὰ εἴχατε δίκαιον. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν ἡ διάταξις, ἀλλὰ ὁμιλεῖ περὶ στοιχείων τὰ ὁποῖα θὰ συγκεντρώσῃ ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ὁ Εἰσαγγελεύς. Καὶ ἂν ἀπὸ αὐτὰ ἴδῃ, ὅτι συντρέχει σοβαρὸς λόγος, τότε θὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν αἱ ἀπόψεις μας εἶναι αὐταὶ τὰς ὁποίας καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ ἐγὼ εἴπομεν. Ἠκούσαμεν τὰς ἄλλας ἀπόψεις τὰς ὁποίας υἱοθετοῦμεν, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον ὅπως τὸ ἔχομεν διατυπώσει ἢ ὄχι.

§319Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.

§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Ἰορδάνογλου.

§321Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀπεδόθησαν, καλῶς αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον, διότι ἔγινε παρανόησις καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ἠλιοῦ καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Εἶπον, κ. Πρόεδρε, ὅτι λαμβάνων ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀνώνυμον ἐπιστολὴν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κινήσῃ τὴν ποινικὴν δίωξιν. Ὁ κ. Ὑπουργός, εἶπεν, ὅτι ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεύς, ἔχῃ καὶ ἕτερα στοιχεῖα μαζὶ μὲ τὴν ἀνώνυμον ἐπιστολήν, τότε θὰ κινήσῃ τὴν ποινικὴν δίωξιν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, συμφωνῶ καὶ ἐγώ. Δηλαδή, ἡ ποινικὴ δίωξις δὲν θὰ κινῆται μόνον μὲ τὴν ἀνώνυμον ἐπιστολήν, ἀλλὰ ἐν συνδυασμῷ μὲ ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ Εἰσαγγελεύς.

§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.

§323Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διορθώνεται ἡ διάταξις τῆς παρ. 9 τοῦ ἄρθρου 7, ἐὰν πρὸ τῆς λέξεως «στοιχείων» τεθῇ «βασίμων στοιχείων». Ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ θὰ σταλοῦν διὰ τοὺς ἰσχυρούς. Διὰ τοὺς ἀδυνάτους θὰ γίνουν ἐπώνυμοι μηνύσεις. Δὲν θὰ πρέπει, λοιπόν, νὰ ἀποκλείσωμεν τὸ στοιχεῖον τοῦτο τῆς ἀνωνύμου ἐπιστολῆς, ἐὰν θέλωμεν νὰ διώξωμεν τὸ ἔγκλημα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν θὰ στηριχθῇ βεβαίως μόνον εἰς τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολὰς καὶ καταγγελίας, ἀλλὰ εἰς τὰ στοιχεῖα, γενικῶς, τὰ ὁποῖα θὰ συγκεντρώσῃ ὁ ἴδιος. Διὰ νὰ προλάβωμεν δὲ τὸν ἀμελῆ Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος λαμβάνει τυχὸν 10–30 ἐπιστολὰς καὶ παραπέμπει τὴν ὑπόθεσιν στηριζόμενος μόνον εἰς ταύτας, θὰ πρέπει νὰ θέσωμεν τὴν λέξιν «βασίμων» πρὸ τῆς λέξεως «στοιχείων». Οὕτω καὶ τοὺς φόβους τῶν συναδέλφων διασκεδάζομεν καὶ τὴν διάταξιν καθιστῶμεν πληρεστέραν καὶ καλυτέραν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν συμπλήρωσιν τῆς διατάξεως ὡς τὴν ἐπρότεινα.

§324Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζορμπᾶ. Νὰ τεθῇ δηλ. «βασίμων στοιχείων».

§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου, ἔχει τὸν λόγον.

§326Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ εὐθὺς ἅμα τῇ καταθέσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ σήμερον τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, καὶ μὲ τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων τῆς ΕΡΕ εἰς τὰς προκεχωρημένας αὐτὰς ὥρας, καὶ τὰς μεσημβρινὰς ὥρας τῆς χθὲς συμβάλλομεν ὅσον δυνάμεθα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἐξέθεσεν. Ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπισημανθοῦν καὶ αἱ ἀδυναμίαι τοῦ νομοσχεδίου πέραν ὡρισμένων ἀντιφάσεων καὶ ἀντιθέσεων πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ καταβληθῇ προσπάθεια διορθώσεως ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθοῦν. Σπεύδω νὰ κάμω δημοσίᾳ τὴν ἀναγνώρισιν, ὅτι ἐλαχίστην ἔχω οἰκειότητα πρὸς τὰ ποινικὰ καὶ ὅτι σπανίως ἐδικηγόρησα εἰς τὰ Ποινικὰ Δικαστήρια. Μετὰ τὴν δήλωσιν αὐτὴν θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω, ὅτι ὅταν ἀπὸ τὸν πολιτικὸν ἀξιοῦμεν καὶ δικαίως ἔπειτα ἀπὸ τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ νὰ ὑποβάλῃ μόνος αὐτὸς μεταξὺ ὅλων τῶν Ἑλλήνων ὡς πλέον ὕποπτος μεταξὺ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας δήλωσιν περὶ τῆς περιουσιακῆς του καταστάσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, δὲν τὸ ζητοῦμεν, οὔτε ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν πολλὰς καταδίκας εἰς τὸ ποινικόν των μητρῷον, εἶναι ἐπιβεβλημένον ἀπὸ τὴν διαδικασίαν ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ νὰ τὶς συνδέωμεν μὲ ὡρισμένας ἐγγυήσεις τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλομεν εἰς τὴν δημοσίαν ἔρευναν τῆς περιουσιακῆς του καταστάσεως. Μία ἐγγύησις εἶναι ἡ ἐπώνυμος καταγγελία. Ἀφοῦ ὁ πολιτικὸς θὰ ὑποβάλῃ ἐνυπόγραφον δήλωσιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς περὶ τῆς περιουσιακῆς του καταστάσεως καὶ θὰ ἀναφέρῃ καὶ τοὺς τίτλους κτήσεως τῆς περιουσίας του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς οἱονδήποτε ἀνωνυμογράφον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνεται ἀνωνύμως εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν καὶ νὰ ἐπιχειρῇ νὰ σπιλώσῃ τὴν ὑπόληψιν οἱουδήποτε πολιτικοῦ χωρὶς νὰ ἀναλαμβάνῃ τὰς εὐθύνας τῆς πράξεώς του. Ἀπὸ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποινικὰ ἠκούσατε ποία εἶναι ἡ θέσις τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν εἰς τὴν ποινικὴν διαδικασίαν. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν θὰ κινήσῃ τὴν ποινικὴν διαδικασίαν καὶ θὰ ἀρκεσθῇ εἰς μίαν ἀνώνυμον ἐπιστολὴν καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἐλεγχόμενος ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ δίδει εἰς τὴν δημοσιότητα ὅ,τι ἔχει ἀποκτήσει ἐντίμως; Δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀξιωθῇ καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς δηλώσεώς του, νὰ εἴπῃ ποῖος εἶναι; Ἢ πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔδωσε τὴν εὐχέρειαν εἰς κατηγορηθέντα τότε κατ’ ἐφαρμογὴν νόμου ἰσχύος περὶ τοῦ πόθεν ἔσχες, νὰ γράψῃ χωρὶς νὰ τιμωρηθῇ ἀπὸ τὸ δικαστήριον «... (ἀναγινώσκει)...». Καὶ μὲ τὸ ὕφος αὐτὸ συνεχίζων ὁ διωκόμενος τότε γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης κατηγορούμενος δι’ ἐξύβρισιν τοῦ δικαστηρίου, ἀπηλλάγη. Καὶ ταῦτα μόνον ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀνάγκην νὰ διευκρινισθῇ ἀπολύτως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς μίαν διαδικασίαν ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ὑποβολὴν ἐνυπογράφου καὶ ὑπευθύνου δηλώσεως διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ὁποίας ἀπειλοῦνται τόσαι ποιναί, νὰ ἀντιτάσσεται τὸ βέλος τοῦ ἀνωνυμογράφου. Ὑπεστηρίχθη ἐὰν θὰ ἔπρεπεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ὅταν εὑρίσκῃ ἀβάσιμον τὴν ὑποβληθεῖσαν μήνυσιν νὰ μὴ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς ποινικῆς διώξεως ἀποστέλλων τὴν μήνυσιν μετὰ τῆς δηλώσεως τοῦ ἐλεγχομένου εἰς τὸ Συμβούλιον. Νομίζω, ὅτι συμφέρον τοῦ ἐλεγχομένου εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῆς μηνύσεως καὶ τῆς δηλώσεως εἰς τὸ Συμβούλιον. Θὰ ἀπετέλει καταισχύνην τῆς Πολιτείας καὶ ἡμῶν ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐνῷ ἔβλεπεν ὅτι δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα, δὲν θὰ εἶχε τὴν εὐχέρειαν νὰ βάλῃ τὴν δικογραφίαν εἰς τὸ ἀρχεῖον, ἀλλὰ θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ τὴν διαβιβάσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον. Ἐὰν θὰ πρέπει νὰ γνωμοδοτήσῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅπως γνωμοδοτεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν προκειμένου περὶ ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὥστε ἡ ἐνέργεια τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν νὰ κατοχυρωθῇ καὶ δι’ ἄλλης κρίσεως. Περαιτέρω εἰς τὴν παράγρ. 1 τελευταῖον ἐδάφιον, ὁρίζεται, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν διατελεσάντων Ὑπουργῶν κλπ., ἡ μήνυσις ὑποβάλλεται ἐντὸς προθεσμίας ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος. Διερωτῶμαι ἐὰν καὶ διὰ ποίους λόγους ἐπὶ ἓν ἔτος πρέπει οἱ ἀσκοῦντες οἱονδήποτε ἀξίωμα ἀπὸ τοῦ ἔτους 1964 μέχρι σήμερον πρέπει ἐπὶ ἓν ἔτος νὰ διατελοῦν ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τοῦ συκοφάντου. Καὶ διατὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καθιερωθῇ βραχεῖα προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ κατέχων τὰ στοιχεῖα τῆς ἀθεμίτου δραστηριότητος τοῦ πολιτικοῦ νὰ σπεύδῃ νὰ τὰ δίδῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν διὰ νὰ κινηθῇ ἡ διαδικασία τοῦ νόμου. Καὶ πέραν αὐτοῦ τὸ ὁποῖον θεωρῶ αὐτονόητον, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ τὶ θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ἑνὸς ἔτους, εὑρίσκω ἀπολύτως δικαίαν τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Ζακύνθου συναδέλφου καθ’ ἣν κατὰ τὴν περίοδον τοὐλάχιστον τὴν ἀρχομένην ἀπὸ τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται ὑποβολὴ μηνύσεως, διότι οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα διότι εἶχον τὴν ἀφέλειαν νὰ διακονοῦν εἰς τὰ κοινὰ θὰ πρέπει τὰς ἡμέρας τοῦ προεκλογικοῦ ἀγῶνος νὰ ἀφεθοῦν τοὐλάχιστον ἀπερίσπαστοι καὶ νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διακόπτουν τὴν προεκλογικήν των δραστηριότητα, διὰ νὰ πληροφοροῦνται ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν ποῖος τοὺς ἐμήνυσε, διὰ ποίων στοιχείων καὶ μὲ ποῖα συγκεκριμένα ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα. Ἐπανέρχομαι, κύριε Πρόεδρε, καὶ λυποῦμαι πάρα πολὺ διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ πράττω εἰς ὅλας τὰς διατάξεις, εἰς τὴν τροπολογίαν τὴν κατατεθεῖσαν προχθὲς ἐν συνδυασμῷ καὶ μὲ ὅσα ἐλέχθησαν πρὸς τὸ ἄρθρον 5. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἔγκλημα καὶ ὁ διαπράξας αὐτὸ εἶναι ὁ συγγενής, ὁ ἐκμεταλλευτὴς τὴν συγγένειαν πρὸς τὸν πολιτικόν, ἐφ’ ὅσον ὑπέπεσεν εἰς παράβασιν τοῦ Ποινικοῦ νόμου ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου, ἰσχύοντος κατὰ τὴν τέλεσιν τῆς πράξεως δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ εὐθύνη του νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὰς φορολογικὰς συνεπείας περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 10. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὴν ἐπιμονὴν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τοῦ ἀξιοτίμου καὶ ἀγαπητοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος καὶ ἐγκληματικὴ ἐνέργεια, διατὶ δὲν θὰ ἐπιβληθοῦν αἱ κυρώσεις; Διατὶ θὰ πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὰς κυρώσεις τὰς φορολογικὰς τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 10. Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον. Καὶ ἀντιθέτως, διατὶ ὁ πολίτης αὐτὸς θὰ στερηθῇ τῆς κρίσεως τοῦ Δικαστηρίου καὶ τῆς δημοσίας ἐξετάσεως τῆς ἐναντίον του κατηγορίας.

§327Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Πόθεν προκύπτει αὐτό;

§328Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Νὰ σᾶς διαβάσω τὴν τελευταίαν ἔκδοσιν τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 5 παρ. 3. «...(ἀναγινώσκει)...». Καὶ πέραν αὐτῶν, κ. Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἔφθασα καὶ εἰς τὴν φραστικὴν διατύπωσιν τοῦ σχεδίου, θὰ ἤθελον νὰ ἐπισυνάψω τὰ ἑξῆς: Εἰς τὴν παρ. 7 νὰ γίνῃ μία διόρθωσις, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπόρρητον τῶν Ἐφοριακῶν Ἀρχῶν, ἀλλὰ ἀπόρρητον τῶν φορολογικῶν στοιχείων. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀπόρρητον τῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ Τραπεζικὸν ἀπόρρητον. Καὶ θὰ ἤθελον ἐπίσης νὰ ἐρωτήσω ἐὰν ἔχει ἀντιμετωπισθῆ, πότε θὰ γίνῃ ἡ πρώτη κλήρωσις ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ Τμήματος εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Κύριε Πρόεδρε, ἅπαξ ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.

§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ κατηναλώσατε ὁλόκληρον τὸ δεκάλεπτον.

§330Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν τὴν ἔχω ἐπισημάνει καὶ ἐγώ.

§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἔδωσα τὸν λόγον.

§332Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ προστεθῇ «πλὴν τῶν προβλεπομένων κυρώσεων».

§333Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ κάμω μίαν νομικὴν παρατήρησιν. Ἐλέχθη ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἔχει δικαίωμα νὰ διατάξῃ προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν. Νομίζω ὅτι ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα.

§334Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Βεβαίως δὲν ἔχει.

§335Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Ἀποκλειστικῶς ἁρμόδιον εἶναι τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Δὲν θεωρῶ, ὅτι ἀποτελεῖ κακὸν τὸ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν, διότι ἡ ὑπόθεσις θὰ ἀχθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ θὰ ἐκδοθῇ βούλευμα. Μία ἄλλη φραστικὴ διόρθωσις εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἀναγράφεται, ὅτι ἐν τῇ μηνύσει θὰ πρέπει νὰ ἀναφέρωνται «λεπτομερῶς καὶ σαφῶς», ὀρθὸν εἶναι νὰ εἴπωμεν «εἰ δυνατόν». Διότι καὶ ἂν δὲν εἶναι λεπτομερὴς καὶ σαφὴς ἡ μήνυσις θὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν:

§336Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τὸ «εἰ δυνατὸν» τὰ καταστρέφει ὅλα.

§337Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, θέλομεν τὴν ὕπαρξιν ἐπωνύμου μηνύσεως. Ἐὰν ἡ μήνυσις δὲν εἶναι σαφὴς καὶ λεπτομερὴς δὲν ἐχάλασεν ὁ κόσμος.

§338Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἤκουσα, κ. Πρόεδρε, διαπρεπεῖς ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ συναδέλφους ὑποστηρίξαντας ἀπόψεις τελείως ἀντιθέτους μὲ τὰς κειμένας διατάξεις περὶ αὐτεπαγγέλτου διώξεως τοῦ ἐγκλήματος. Ἡ ποινικὴ ἀγωγή, κ. Πρόεδρε, κινεῖται ἢ κατ’ ἔγκλησιν ἢ ἐξ ἐπαγγέλματος ἢ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει δικαίωμα αὐτεπαγγέλτως νὰ διώκῃ τὸ ἔγκλημα ἐννοοῦμεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ ἔχῃ πληροφορίας ἐξ οἱασδήποτε πηγῆς περὶ τῆς τελέσεως ἐγκλήματος ὁπότε δικαιοῦται ἐν συνεχείᾳ νὰ κινῇ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι ὁσάκις ἔχει ἀνώνυμον καταγγελίαν δὲν θὰ κινήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ἐὰν ἔχῃ μάλιστα στοιχεῖα καὶ πιστεύῃ, ὅτι τὰ ἀνωνύμως καταγγελθέντα γεγονότα εἶναι ἀληθῆ. Σκεφθῆτε, κ. βουλευταί, ὅτι ἀντὶ ἡ ἀνώνυμος ἐπιστολὴ νὰ σταλῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα δημοσιευθῇ εἰς τὸν τύπον καὶ εἶναι ἀνώνυμος. Δὲν θὰ πρέπει εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ ἔχῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸ δικαίωμα νὰ κινήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν; Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἔχωμεν ὑπεύθυνον τὴν γνωστὴν ἐφημερίδα. Πάντως ἡ ἐπιστολὴ θὰ εἶναι ἀνώνυμος. Ἐάν, κ. Πρόεδρε, ἀπαγορεύσωμεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ ἀνωνύμως καταγγελλόμενα εἶναι ὡς νὰ ἀπαγορεύωμεν τὴν αὐτεπάγγελτον δίωξιν τοῦ ἀδικήματος. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν προσθήκην τῆς λέξεως «βασίμως» δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀντίρρησιν νὰ προσθέσωμεν τὰς λέξεις «συγκεκριμένων στοιχείων», καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως δεχθῇ τὴν προσθήκην ταύτην.

§339Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ κάμω παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὸ ἄρθρον 7 τὰς ὁποίας παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ. Εἰς τὸ τέλος τῆς παρ. 1, νομίζω, ὅτι λείπει ἡ λέξις «περιστατικά». Ἢ θὰ βάλετε τὴν λέξιν περιστατικὰ ἢ θὰ πρέπει νὰ διαγράψετε ὁλόκληρον τὴν φράσιν διότι δὲν ἔχει νόημα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπέκτασιν, νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν προσθήκην τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ πρᾶγμα ἐθεραπεύθη. Περαιτέρω φρονῶ ὅτι ἡ παρ. 6 τοῦ ἄρθρ. 7 θὰ πρέπει νὰ διαγραφῇ ὡς περιττή. Εἶναι αὐτονόητον εἰς τὶ θὰ περιστραφῇ ὁ ἔλεγχος τοῦ Εἰσηγητοῦ. Ἐπίσης, νομίζω, ὅτι ἐτακτοποιήθη ἡ παρ. 8 μὲ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ θέμα μὲ τὸ ὁποῖον ἠσχολήθησαν ἔγκριτοι συνάδελφοι διακονήσαντες εὐδοκίμως ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια. Ὑπηρέτησα, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ μίαν 40ετίαν εἰς ὑπευθύνους θέσεις καὶ διώκησα μικρὰς καὶ μεγάλας μονάδας. Ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ περιερχόμεναι εἰς ἐμὲ ἀμελητὶ ἐτίθεντο εἰς τὸ ἀρχεῖον. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ καταγγελία ἀνώνυμος. Οὐαὶ δὲ καὶ ἀλλοίμονον ἂν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐτηρεῖτο καὶ τηρεῖται καὶ διὰ τὸν τελευταῖον ὑπάλληλον τοῦ Κράτους, δὲν τηρηθῇ καὶ δὲν ἰσχύσῃ διὰ τὸν πολιτικὸν ἄνδρα. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τόσον τὸν κ. Στεφανίδην, ὅσον καὶ τὸν κ. Παπακωνσταντίνου, ὑποστηρίξαντας τὰς αὐτὰς ἀπόψεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀγαπητὸν καὶ σεβαστόν μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, τὸν κ. Μπακόπουλον, εἰπόντα ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ ἀσκήσῃ δίωξιν βασιζόμενος εἰς οἱανδήποτε καταγγελίαν.

§340Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Εἶπα ἐγὼ τέτοιο πρᾶγμα; Ὄχι, κ. Βρανόπουλε.

§341Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ἀλλοίμονον ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἠμπορῇ νὰ ἀσκήσῃ δίωξιν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν καταγγελίας. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ δίωξις προερχομένη ἀπὸ ἀνωνυμογράφους. Πρέπει νὰ μάθωμεν τὸν λαόν μας νὰ καταγγέλλῃ ἐπωνύμως καὶ νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος τῶν ὑπ’ αὐτοῦ καταγγελλομένων, διὰ νὰ εἶναι ἄξιος τοῦ Ἑλληνικοῦ ὀνόματος ποὺ φέρει.

§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μελᾶς, ἔχει τὸν λόγον.

§343Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας, ἐχόμενος τῶν ὑψηλῶν του ἰδανικῶν καὶ παραδόσεων καὶ ζῶν καὶ θνήσκων ἐν πενίᾳ καὶ στερήσει, προσφέρεται μὲ τὸ ὑπὸ κατασκευὴν νομοθέτημα εἰς Δημόσιον περιουσιακὸν ἔλεγχον καὶ εἰς ὁμαδικὴν καὶ ἐπώνυμον ὑποδικίαν. Αὐτὴ ἡ ἐπώνυμος ὑποδικία πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἐπώνυμον κατήγορον. Ἐὰν ἔναντι ἑνὸς ὑπερηφάνου κόσμου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν μεγίστην πλειοψηφίαν του διακονῇ τὴν χώραν αὐτὴν μὲ ὑποδειγματικὴν διάθεσιν ἀναλώσεως καὶ ἐντιμότητα, δὲν ὑπάρχουν ἐπώνυμοι κατακριταὶ τῶν τυχὸν ἐνόχων περιπτώσεων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τὸ θάρρος τῆς ὑπευθύνου καταγγελίας, τοῦτο θὰ σημάνῃ, ὅτι ἡ προσφορὰ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου δὲν ἠξιώθη τῆς ἀναλόγου μεταχειρίσεως καὶ ἐκτιμήσεως. Καὶ ὅτι ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους προσεφέρθη τὸ δικαίωμα τῆς κατακρίσεως ὑπῆρξαν ἐνδεχομένως ἀναρμόδιοι τῆς ὑψίστης αὐτῆς τιμῆς καὶ ἀνάξιοι τῆς ἐλευθερίας των. Ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἀνωνύμου καταγγελίας ὀφείλει ἀδιστάκτως νὰ ἀποκλεισθῇ. Πρόκειται περὶ τρομακτικῆς περιπτώσεως, ἡ ὁποία συνεπάγεται ἀνυπολόγιστον καὶ κοινήν μας εὐθύνην. Ἐπειδὴ ἀποδοχὴ τῆς ἀνωνύμου καταγγελίας θὰ συνεπήγετο διάβρωσιν καὶ διάλυσιν τοῦ δημοσίου μας βίου καὶ τελικῶς κατάλυσιν τοῦ ἐλευθέρου μας πολιτεύματος, ἐπισημαίνω, κύριοι βουλευταί, τὰς εὐθύνας καὶ προσωπικῶς διαχωρίζω τὴν εὐθύνην μου. Ἐπιβάλλεται νὰ προβλεφθῇ ρητῶς ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς ἀνωνύμου, τῆς ἀνάνδρου καταγγελίας, ἡ ὁποία εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτὴν περίπτωσιν ἀποτελεῖ καταγγελίαν ἀναξίαν τοῦ γενναίου λαοῦ μας. Ἔτι δὲ περισσότερον, δὲν πρέπει ἁπλῶς νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν ἀνώνυμον καταγγελίαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προβλέψωμεν καὶ ἰδίας κυρώσεις διὰ τοὺς ἀνωνύμους καταγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι, διαπιστουμένης τῆς ταὐτότητός των, νὰ κληθοῦν νὰ λογοδοτήσουν, ὡς αὐτουργοὶ ἰδιωνύμου καὶ ἀτιμωτικοῦ ἀδικήματος.

§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.

§345Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ θηρευταὶ τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, βλέπω, ὅτι μετετράπησαν εἰς θηρευτὰς ἄλλων θεωριῶν, ἐρχομένων εἰς ἀντίφασιν μὲ τὰς ἀρχικὰς τοποθετήσεις των διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἀποκλείσωμεν τοὺς ἀνωνυμογράφους καὶ γενικώτερον τὴν ἀνώνυμον καταγγελίαν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, κάθε ἄλλο παρὰ προστατεύομεν τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ὁ κ. Μελᾶς, ὡς εἰσηγητής, ἔλεγεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι θέλει ὁ πολιτικὸς κόσμος νὰ διαβιοῖ ἐντὸς ὑαλίνου πύργου, διαυγεστάτου μάλιστα, διότι, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, οὐδὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ. Ὅταν ὅμως τώρα, κύριοι συνάδελφοι, προσπαθοῦμεν νὰ εὕρωμεν «τείχη», ὅταν προσπαθοῦμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποφύγωμεν τὴν καταγγελίαν, κἄθε ἄλλο παρὰ προστατεύομεν τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ὅταν, ἐκ παραλλήλου, ἔχωμεν τὰς αὐστηροτάτας κυρώσεις ἐναντίον τοῦ συκοφάντου καὶ συγχρόνως τὰς ποινὰς καὶ τὴν ἀπόρριψιν τῶν ἀνωνύμων καταγγελιῶν, φθάνομεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ καταστήσωμεν ἀνεπίτρεπτον τὴν ὑποβολὴν μηνύσεων καὶ ἐκεῖθεν ἀσφαλῶς ἡ διάβρωσις εἰς βάρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἀνώνυμοι καταγγελίαι εἶναι πολλῶν εἰδῶν. Ἐὰν ὑπάρχουν πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν τὸ διατί ὑπάρχουν. Μήπως τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ φιλοκατήγορον τῶν Ἑλλήνων; Μήπως εἶναι τυχαῖον γεγονός; Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα πάντως εἶναι τὸ φροῦτο τοῦ καθεστῶτος. Ἐὰν δὲν ἀλλάξωμεν τὰς συνθήκας ποὺ φέραν τὸ φροῦτο αὐτὸ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ καταργήσωμεν. Ἀπὸ τὴν ἀναγνώρισιν εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν τῆς ὑπάρξεως τοῦ γεγονότος πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ὑπάρχει. Καὶ δὲν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις ποὺ μία ἀνώνυμος καταγγελία ἔφθασεν εἰς ἀποκάλυψιν στεγεροῦ ἐγκλήματος, ὅπως π.χ. τὸ ψηφοδέλτιον ἐκεῖνο τοῦ ἀνωνύμου, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος ἐναντίον τοῦ Ζιγκιροπούλου. Ἐὰν ἔλεγεν ὁ Εἰσαγγελεὺς καῦτο, τοῦτο ἀποτελεῖ ἀνώνυμον καταγγελίαν, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἀνεκαλύπτετο τὸ ἔγκλημα. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν αὐτὰ ἰσχύουν διὰ τὸν λαόν, μόλις ἐγγίσωμεν τὰ οἰκόπεδα τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἀρχίζομεν νὰ τὰ καταργῶμεν. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, ὑπάρχει ἀντίφασις καὶ εἰς ἄλλο σημεῖον. Ἔχομεν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅπου ἔχει στοιχεῖα δύναται αὐτεπαγγέλτως νὰ προχωρήσῃ εἰς δίωξιν. Ὅταν ὅμως εἶναι ἀνώνυμος ἡ καταγγελία, ἀσφαλῶς καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα, ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὴν κινήσῃ καὶ τοῦτο θέλομεν νὰ τοῦ τὸ ἀποκλείσωμεν καὶ διὰ διατάξεως νόμου. Εἶναι πιθανὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν γίνεται συνηγορία ὑπὲρ τῶν ἀνωνυμογράφων. Δὲν ὑπάρχει πλέον συχαμερὴ ὑπόθεσις ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι συνέπεια τῆς διαρθρώσεως ποὺ ἔχει δοθῆ κατὰ τὴν τελευταίαν 15 ετίαν. (Θόρυβος ἐκ τῆς Δεξιᾶς). Ἀφῆστε τὴν εὐθηνὴν ἐπίδειξιν θάρρους. Ἐὰν ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν παράγρ. 1 τοῦ παρόντος παραμείνῃ ὡς ἔχει, τὰ πράγματα εἶναι ἐπαρκέστατα. Δὲν ὑπάρχει, πιστεύω, Εἰσαγγελεὺς σεβόμενος ἑαυτὸν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν του, ποὺ θὰ στείλῃ, ποὺ θὰ συνθέσῃ κατηγορίαν βάσει ἀνωνύμων κατηγοριῶν καὶ ἄνευ στοιχείων, διὰ νὰ τὴν κινήσῃ πρὸς τὸ Συμβούλιον. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τοῦτο γίνῃ, τί πρόκειται νὰ συμβῇ; Ἀντὶ νὰ πάῃ εἰς τὸ ἀρχεῖον ἀπὸ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως, θὰ πάῃ εἰς τὸ ἀρχεῖον ὅταν θὰ φθάσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον. Κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα ἔχομεν ἐν τῷ μεταξὺ ἐξασφαλίσει τὴν μὴ δημοσιότητα. Ποῖος κίνδυνος θὰ ὑπάρχῃ τότε; Ἁπλῶς αὐτὸ ποὺ δὲν θὰ κάμῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, δηλαδὴ νὰ στείλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ἀρχεῖον, θὰ τὸ κάμῃ τὸ Συμβούλιον. Ποῦ εἶναι ὁ κίνδυνος; Ποῦ εἶναι ὁ φόβος; Ποῦ θὰ διαβρωθῇ ὁ πολιτικὸς βίος τῆς χώρας; Μὲ σοβαρότητα καὶ μὲ θάρρος ἐπὶ τῆς οὐσίας πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσητε τὸ θέμα. Ἡ παράγραφος τοῦ συζητουμένου ἄρθρου καλῶς ἔχει καὶ δὲν πρέπει νὰ τροποποιηθῇ.

§346Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλα τὰ ἀνέμενον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Ἀλλὰ τὴν ἔξαρσιν τῆς ἀνωνυμογραφίας δὲν τὴν ἀνέμενον. Εὐτυχῶς ποὺ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας καὶ ὡρισμένοι ἐξαίρετοι συνάδελφοι τῆς Ε. Κ. διεχώρισαν τὰς εὐθύνας των ἀπὸ τὴν ὑπὸ κρίσιν διάταξιν. Ἐγὼ προτείνω τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως, ἀλλὰ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς διατάξεως, προτείνω ὅπως εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου ἐννέα προστεθῇ «ἀποκλειομένης τῆς παραπομπῆς τῆς δηλώσεως εἰς τὸ κατὰ τὴν παράγραφον 4 τοῦ παρόντος ἄρθρου συμβούλιον ἐλέγχου βάσει μόνον ἀνωνύμων ἐπιστολῶν». Κύριε Ὑπουργέ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀλληλουχία στοιχείων καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν πρότασίν μου.

§347Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ἡ παράγραφος 9 δὲν ἀναφέρει περὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Ὀρθῶς ὁ κ. Ζορμπᾶς ἐπρότεινεν ὅπως τεθῇ «βασίμων στοιχείων». Ἡ προσθήκη τῶν βασίμων στοιχείων εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίξῃ τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ δήλωσις δὲν εἶναι ἀκριβής. Καὶ τοῦτο ποίαν συνέπειαν θὰ ἔχῃ; Νὰ παραπέμψῃ τὴν δήλωσιν εἰς τὸ συμβούλιον κρίσεως. Ἐρωτῶ, ποῦ ὑπάρχει ὁ ἀνύπαρκτος φόβος; Ἡ διατύπωσις εἶναι σαφής. Ἡ παροῦσα δήλωσίς μου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις.

§348Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 7 προβλέπει, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῶν δηλώσεων φαίνεται κατόπιν μηνύσεως εἴτε αὐτεπαγγέλτως ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 7 δὲν προβλέπει τὰς κυρώσεις ἐὰν ὁ δηλῶν παραλείψῃ νὰ δηλώσῃ ἄλλην περιουσίαν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 7 πρέπει νὰ τροποποιηθῇ. Δεύτερον, οἱ φόβοι τῶν συναδέλφων τῆς ΕΡΕ περὶ τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν δὲν εὐσταθοῦν, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν θὰ διαβιβάσῃ τὴν μήνυσιν ἐὰν δὲν πληροῦνται αἱ οὐσιαστικαὶ προϋποθέσεις. Διὰ νὰ διαβιβασθῇ ἡ μήνυσις εἰς τὸ συμβούλιον κρίσεως πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ τηροῦνται αἱ βασικαὶ προϋποθέσεις. Ἐὰν δὲν τηροῦνται αὐταὶ αἱ προϋποθέσεις ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ὑποχρεοῦται νὰ διαβιβάσῃ τὴν μήνυσιν εἰς τὸ συμβούλιον κρίσεως. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον στάδιον εἰς τὴν αὐτεπάγγελτον δίωξιν ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 9 εἶναι σαφής. Λέγει: Ἑπομένως ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνώνυμος ἐπιστολὴ ἐφ’ ὅσον ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν πεισθῇ περὶ τῶν καταγγελλομένων δὲν θὰ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ ἐρευνήσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν καταγγελλομένων καὶ ἐὰν πεισθῇ, τότε θὰ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν. Συνεπῶς, οἱ φόβοι τῶν κυρίων συναδέλφων, δὲν εὐσταθοῦν.

§349Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Κύριοι βουλευταί, ἐλέχθη ἀπὸ μέρους τῆς ΕΡΕ πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὅλα ἦσαν δυνατὰ καὶ ἐπιτετραμμένα ν’ ἀκουσθοῦν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὄχι ὅμως καὶ διθύραμβος ὑπὲρ τῆς ἀνωνυμογραφίας.

§350Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Δὲν τὸ ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κ. Ἡλιοῦ καὶ τὸν κ. Ἐφραιμίδη;

§351Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Τί εἴπατε...

§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ τὴν φράσιν του.

§353Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Σημειῶ, ὅτι οὔτε τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ ἀνωνυμογραφίας, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἔκαμεν οὐδὲ ἐλαχίστην νύξιν περὶ ἀνωνυμογραφίας. Τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως περιλαμβάνει διατάξεις αὐστηροτέρας καὶ ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος καὶ ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Κώδικος Ποινικῆς Δικονομίας. Καὶ ὡρισμένη παράγραφος τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζει, ὅτι ἰσχύουν καὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἐφ’ ὅσον δὲν τροποποιοῦνται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Κατηγορήθη, λοιπόν, ἡ συζήτησις, ὅτι ἐξετράπη εἰς διθύραμβον, περὶ τῆς ἀνωνυμογραφίας.

§354Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ὄχι ἀπὸ μέρους μας. Ἀπὸ μέρους τῆς

ΕΔΑ.

§355Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Ἀπὸ μέρους σας.

§356Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κάνετε λάθος, κ. Λύχνο.

§357Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε Ἡλιόπουλε, δύναμαι νὰ ἀπαντήσω ἐγώ. Ἀπὸ μέρους τῆς ΕΡΕ, κυρίως. Καὶ ἐλέχθη: Δι’ ὄνομα Θεοῦ. Ἀπαγορεύσατε τὴν ἀνωνυμογραφίαν. Δὲν ἐπιτρέπεται. Περιλάβατε, ἀκόμη, εἶπον, εἰδικὴν διάταξιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, ἐν προκειμένῳ. Καὶ ὅμως, οἱ ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, οἱ ὑποστηρίξαντες αὐτά, ἐπεκαλέσθησαν, ἄλλος περισσότερον, ἄλλο ὀλιγώτερον, τὴν εἰδικότητά των περὶ τὰ ποινικά, διὰ νὰ τονίσουν τί, κ.κ. συνάδελφοι; Διὰ νὰ τονίσουν, ὅτι καλὸν εἶναι εἰς ὅλας τὰς ποινικὰς διενέξεις, κανὼν εἶναι καὶ κανὼν ἐπιτρεπόμενος ἀπὸ τὴν ἰσχύουσαν Ποινικὴν Δικονομίαν νὰ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀνώνυμοι ἐπιστολαί, καὶ ὄχι μόνον δικαίωμα, εἶπον, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσις τοῦ Εἰσαγγελέως εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει ἀνωνύμου ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία περιέρχεται εἰς αὐτὸν νὰ κινήσῃ τὴν ποινικὴν διαδικασίαν. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀνωνύμου ἐπιστολῆς. Οὐδὲ πόρρωθεν κάμνει νύξιν περὶ ἀνωνύμου ἐπιστολῆς. Τὸ περὶ ἀνωνυμογραφίας, τὸ περὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, εἶναι ἐφεύρημα τῆς Ε.Ρ.Ε., ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, διότι θέλουν κατὰ πεποίθησιν νὰ ἀποκλείσουν τὴν ἔναρξιν Ποινικῆς δίκης ἐπὶ τῇ βάσει ἀνωνύμου ἐπιστολῆς. Θέλουν δηλαδή, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον οἱ ἴδιοι ὑπεστήριξαν, τὸν κανόνα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ τὸν μετατρέψῃ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, ἐπὶ τὸ ἠπιώτερον. Ἡ Κυβέρνησις ἀντιτίθεται, διότι ἡ ὅλη ὑφὴ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι νὰ δημιουργηθῇ ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ποινικὰς διατάξεις καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δικονομικὰς διατάξεις, θὰ εἶναι αὐστηρότερος ἀπὸ τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ριζικὴ διαφορά μας. Καὶ μᾶς εἶπον: Διατὶ δὲν περιλαμβάνετε διάταξιν, τοὐλάχιστον, θεσπίζουσαν, ὅτι ἡ αὐτεπάγγελτος ἐπέμβασις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ἀνωνύμου ἐπιστολῆς. Καὶ ὡς πρὸς τὴν προσθήκην, καὶ ὡς πρὸς τὴν πρότασιν αὐτὴν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς ΕΡΕ, ἡ προσπάθειά των εἶναι νὰ παραβιάσουν ἀνοικτὰς θύρας. Διότι, τόσον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον καὶ ἐγώ, εἰς τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου καὶ ἅπαξ καὶ δίς, ἐτονίσαμεν ὅτι Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ἐνεργῶν, μάλιστα, ἐν συνεννοήσει μὲ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέτρεπεν εἰς ἑαυτόν, αὐτεπάγγελτον ἐνέργειαν μόνον καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ἀνωνύμου ἐπιστολῆς, θὰ ἦτο ἀνάξιος νὰ εἶναι Εἰσαγγελεύς. Καὶ ὅλη ἡ ὁμιλία καὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ ἰδική μου εἰς αὐτὸ ἐστηρίχθη. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὶ λέγει; Ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ἐν συνεννοήσει μὲ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τότε θὰ ἐπέμβῃ αὐτεπαγγέλτως, ὅταν ἔχῃ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ τὸν πείθουν, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα δήλωσις, ἀπὸ οἱονδήποτε ὑποκείμενον εἰς τὸν νόμον αὐτὸν εἶναι ψευδής. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδέχθη, πρὸ ὀλίγου, τροποποίησιν, προσθέσας καὶ τὴν λέξιν «βασίμων» στοιχείων. Ἔ! Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀνώνυμος ἐπιστολὴ διὰ τὸν οἱονδήποτε ἄνθρωπον, τὸν ἔχοντα τὴν κοινὴν λογικήν, τὴν κοινὴν ἀξιοπρέπειαν, τὸ κοινὸν περὶ δικαίου αἴσθημα, εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ βάσιμον στοιχεῖον κρίσεως; Ἰδοὺ ἡ διαφορά μας. Σαφὴς ἀναντίρρητος. Καὶ δι’ αὐτό, ἐφόσον τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλει ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἐπιτρέπει τὴν αὐτεπάγγελτον ἐνέργειαν τοῦ Εἰσαγγελέως — καὶ τὸ τονίζω ἄλλην μίαν φορὰν— τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ἐνεργοῦντος μὲ γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου —δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο εἰς τὸν τόπον ποὺ νὰ ἐμπνέῃ μείζονα δικαστικὴν ἐμπιστοσύνην— ἐφόσον, λοιπόν, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μὲ γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ νὰ εἰσηγηθῇ τὸ θέμα εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐφετῶν πρέπει νὰ συνοδεύῃ τὴν πρότασίν του μὲ «βάσιμα» στοιχεῖα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται λόγος, ὅτι θὰ στηριχθῇ μόνον εἰς τὴν ἀνώνυμον ἐπιστολήν; Τὴν στιγμήν, μάλιστα, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅλοι οἱ συνάδελφοι, οἱ προλαλήσαντες, ἐκ μέρους τῆς ΕΡΕ, μὲ μόνην ἐξαίρεσιν δύο συναδέλφων τῆς Ε. Κ. τοῦ κ. Στεφανάκη καὶ Μελᾶ, εἶπον ὅτι ἡ Ποινικὴ Δικονομία .....

§358ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πέντε βουλευτῶν.

§359Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προν.). Πέντε, ὁσουσδήποτε θέλετε. Πάντως, τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸ λέγει. Ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ προτείνει. Ἕκαστος ἔχει τὴν γνώμην του. Ἀλλ’ οὔτε τὸ νομοσχέδιον τὸ λέγει, οὔτε ἡ Κυβέρνησις τὸ προτείνει. Αὐτὴ εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ διαφορά μας. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ κανονίσῃ τὴν ψῆφον του, ἀλλ’ οὔτε τὸ νομοσχέδιον τὸ λέγει, οὔτε ἡ Κυβέρνησις τὸ προτείνει. Τοὐναντίον ὅλοι εἴπατε, ὅτι κανὼν εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν εἶναι νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει καὶ αἱ ἀνώνυμοι ἐπιστολαί. Καὶ ἡμεῖς λέγομεν ὅτι οὐδέποτε ἡ ἀνώνυμος ἐπιστολή, εἶναι βάσιμον στοιχεῖον. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά μας καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως.

§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος, ἔχει τὸν λόγον.

§361Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας Ὑπουργὸς φαίνεται ὅτι δὲν μᾶς ἔκαμεν ἀπόψε τὴν τιμὴν νὰ παρακολουθήσῃ πλήρως τὴν συζήτησιν, διότι ἐὰν τὸ ἔπραττεν ἀσφαλῶς, δὲν θὰ εὕρισκεν, ἀκαίρως, ὅλως, τὴν εὐκαιρίαν, νὰ κάμῃ μίαν ἐπίθεσιν κατὰ τῶν βουλευτῶν τῆς Ε.Ρ.Ε., ὡς τυχὸν ὑποστηριξάντων μίαν πεπλανημένην γνώμην, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς συμμερίζεται. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἀνέπτυξεν, οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ εὑρίσκονται εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τῶν ἀγωνιζομένων νὰ περάσῃ τὸ νομοσχέδιον, νὰ περάσῃ ταχέως καὶ νὰ βελτιωθῇ. Καὶ ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ὅτι αὐτὸ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι πρὸς τιμὴν καὶ ἡμῶν καὶ ὅλου τοῦ Κοινοβουλίου, ἠγνοήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀκριβῶς σήμερον, ὁπότε κατὰ παράκλησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθημεν νὰ στερηθῶμεν τῆς αὐριανῆς ἡμέρας τοῦ ἐλέγχου, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ τερματίσῃ τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ νὰ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ὅταν λοιπὸν ἐρχώμεθα ἡμεῖς, μὲ αὐτὴν τὴν καλὴν θέλησιν, ἀποτελεῖ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω παρ’ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον τρέφω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, ἀποτελεῖ, καὶ πρόκλησιν καὶ ἀστόχημα νὰ μᾶς θέτῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτήν. Αὐτὰ εἶναι ἁπλῶς πρόλογος. Θὰ εἴπω, τώρα καὶ κάτι ἄλλο διὰ τὴν οὐσίαν. Κύριε Πρόεδρε, δύο κατηγορίαι προσώπων θὰ ἠδύναντο νὰ ὑποστηρίξουν μὲ τόσον σθένος τὴν ἀνώνυμον καταγγελίαν. Πρώτη κατηγορία, ἡ ὁποία μὲ ἀπόλυτον συνέπειαν τὴν ὑποστηρίζει, εἶναι ἡ κατηγορία τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἄκραν ἀριστεράν. Μὲ μίαν θέσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχὰς τῶν κοσμοθεωρητικῶν τοποθετήσεων λέγουν τὸ κοινωνικόν σας καθεστὼς εἶναι σάπιο καὶ ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς ἑνὸς σεσηπότος κοινωνικοῦ καθεστῶτος, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς οἱ ἀσθενεῖς ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας εἶναι ἡ ἀνωνυμία. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς τὴν ἀφαιρέσετε. Αὐτὴ εἶναι ἡ τοποθέτησις ....

§362Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ κάμετε λάθος.

§363Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκομεν εἰς τὴν κοσμοθεωρίαν αὐτὴν καὶ οἱ ὁποῖοι πιστεύομεν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχει τὴν δυνατότητα, στηριζόμενος εἰς τοὺς νόμους, ὁ πολίτης νὰ ἀγωνίζεται διὰ τὸ δίκαιον. Δὲν ἀνήκομεν εἰς αὐτὴν καὶ δὲν δυνάμεθα, βάσει αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος, νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅπως ὑπεστηρίχθη καὶ ὅπως ἐξήρθη ἡ ἀνωνυμογραφία. Ἡ ἀνώνυμος ἐπιστολὴ βεβαίως ἐλέχθη συγχρόνως ἀπὸ ἕνα ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει συχαμερώτερον πρᾶγμα ἀπὸ τὴν ἀνωνυμογραφίαν, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ συχαμερὸν πρᾶγμα εἶναι συνυφασμένον μὲ τὸ συχαμερὸν καθεστώς σας. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφωνία μας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη κατηγορία, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ μετὰ συνεπείας τὴν ἀνωνυμογραφίαν. Εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θέλει νὰ καταστήσῃ τὸν νόμον ἀνεφάρμοστον. Διότι ἀπὸ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἀνώνυμος ἐπιστολὴ δύναται νὰ ἀποτελέσῃ σημεῖον ἐκκινήσεως, ὄχι μόνον εἰς τὰς πονηρὰς ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ὄχι μόνον μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν συμμάχων καὶ συνεργαζομένων, θὰ ἴδωμεν τὸ φαινόμενον, νὰ κατακλύζωνται τὰ γραφεῖα τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν μὲ ἀνωνύμους ἐπιστολὰς καὶ νὰ ἐξευτελίζηται τὸ σύμπαν. Ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὐτὴ διὰ τὴν ὁμαλὴν δίωξιν τοῦ ἐγκλήματος, διότι δυνατὸν καὶ ἀπὸ μίαν εἰδοποίησιν ἀκόμη ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ προβῇ εἰς μίαν ἐνέργειαν, ἀπαντᾶται δι’ ὅλα τὰ ἀδικήματα, θὰ ἀπετέλει βαρύτατον σφάλμα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, νὰ δώσουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ κατακλύζωνται ἀπὸ ἀνωνύμους ἐπιστολὰς τὰ γραφεῖα τῶν Εἰσαγγελέων, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρευνᾷ. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω ὅτι, ὡς τοὐλάχιστον ὑπεστηρίξαμεν διὰ τὸν περιορισμὸν τῆς ἀνωνυμογραφίας, τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν, δὲν τὴν ὑπεβάλαμεν διότι ἠθέλαμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν δυνατότητα τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ διότι θέλομεν νὰ τὴν μεθοδεύσωμεν κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Καὶ λυποῦμαι, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντιλαμβάνεται, ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν πρότασιν ἐβοηθήσαμεν καὶ προσπαθοῦμεν νὰ βοηθήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἐὰν νομίζητε ὅτι μὲ τὴν ἀνωνυμογραφίαν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἡ ὁποία, διὰ νὰ εἴπω καὶ κάτι ἄλλο, κατὰ κἄποιον ἄλλον τρόπον θὰ ἐμπλέξῃ τὸ σύμπαν, ἐὰν νομίζετε ὅτι μὲ αὐτὴν θὰ βοηθήσετε τὴν προαγωγὴν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, πλανᾶσθε. Καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ αὐτὸ τὸ σημεῖον, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ μετ’ ὀλίγον χρόνον εἰς βάρος του τὸ δυσάρεστον ἀποτέλεσμα νὰ μὴ ἠξεύρῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἀπὸ ποῦ νὰ ἀρχίσῃ καὶ ποῦ νὰ τελειώσῃ.

§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.

§365Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Μὲ καταπλήσσει ὅτι διακεκριμένοι συνάδελφοι, ἔμπειροι τῆς νομικῆς ἐπιστήμης παρεσύρθησαν εἰς μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἔξω τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰ νομικὰ πλαίσια. Ἀρχὴ τῆς ποινικῆς νομοθεσίας εἶναι, τὰ ἀδικήματα νὰ διώκωνται εἴτε κατ’ ἔγκλησιν, εἴτε αὐτεπαγγέλτως. Ἀρνεῖσθε τὴν αὐτεπάγγελτον ἔρευναν; Ἐὰν ὄχι, τότε διατὶ ἐπιδιώκεται νὰ τεθοῦν περιορισμοί; Ἀλλὰ οἱοσδήποτε περιορισμὸς ἀντίκειται εἰς τὰ ἰσχύοντα ἐν τῇ ποινικῇ διαδικασίᾳ. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν εἰς μίαν θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ ποινικοῦ δικαίου ὡς εἶναι ἡ αὐτεπάγγελτος δικαστικὴ ἔρευνα καὶ δίωξις νὰ τίθενται περιορισμοί. Οὐδὲ δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὑπὸ ἔλεγχον τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, οὐδὲ νὰ ὑπεισέλθωμεν καὶ νὰ καθορίσωμεν, ἐὰν ἡ αὐτεπάγγελτος εἰσαγγελικὴ ἐνέργεια θὰ στηριχθῇ εἰς ἐπώνυμον ἢ εἰς ἀνώνυμον, εἰς τηλεφώνημα ἢ εἰς προφορικὴν καταγγελίαν. Κατὰ τὴν ἐπιστημονικήν μου ἄποψιν εἶναι θέμα δικαστικῆς κρίσεως, ἥτις εἶναι κατωχυρωμένη ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀκεραιότητα. Ἂς μὴ λησμονοῦν δὲ οἱ ἀντιτιθέμενοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀποθέτει τὴν αὐτεπάγγελτον δίωξιν εἰς τὴν κρίσιν ἀνωτάτου εἰσαγγελικοῦ λειτουργοῦ, ὡς ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ πέραν τούτου καὶ τὸν ἀνώτατον ἐν τῇ χώρᾳ μας λειτουργὸν τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὑποπτεύομαι ὅτι ὑπῆρξεν ἐφεύρημα τῆς στιγμῆς τὸ θέμα τῆς ἀνωνυμογραφίας. Ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεύς, κύριοι συνάδελφοι, δέν εἶναι κανένα τυχαῖον πρόσωπον. Θὰ σταθμίσῃ τὰ δεδομένα οἱασδήποτε καταγγελίας ἀνωνύμου ἢ ἐπωνύμου καὶ μετὰ σοβαρὰν σκέψιν καὶ μελέτην, θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐνδεδειγμένην ἐνέργειαν. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μοῦ ὑποδείξουν οἱ ἀντιτιθέμενοι συνάδελφοι, παράδειγμα ἀπὸ νομοθεσίαν οἱασδήποτε χώρας ποὺ θέτει περιορισμοὺς εἰς τὴν αὐτεπάγγελτον δίωξιν ἢ δικαστικὴν ἔρευναν. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐτίθεντο τοιοῦτοι περιορισμοὶ εἰς τὴν Εἰσαγγελικὴν δραστηριότητα. Ἂς μὴ παραγνωρίζομεν, ὅτι ἀδικήματα βαρύτατα ἀπεκαλύφθησαν μὲ ἕνα τηλεφώνημα καὶ πλεῖστα ἄλλα παραδείγματα ὑπάρχουν ἀποκαλύψεως ἀδικημάτων μὲ αὐτεπάγγελτον εἰσαγγελικὴν ἐπέμβασιν ἐξ ἀφορμῆς δημοσιευμάτων εἰς τὸν Τύπον. Ἀλλὰ πέραν τούτων εἰς τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν ἀναφέρεται περὶ ἀνωνυμογραφίας καὶ ὀρθῶς, ὁ συνάδελφός μου, ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας Ὑπουργός, ἐξέφρασε τὴν ἔκπληξίν του διὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ θέματος περὶ ἀνωνυμογραφίας. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ σοφιστεῖες νὰ παραβλέψωμεν θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ ἐπειδὴ οἱ ἀντιδρῶντες συνάδελφοι ἐμφανίζονται ὡς προασπισταὶ τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, θὰ μοῦ συγχωρήσητε νὰ ὑποστηρίξω ὅτι μὲ τὴν δημιουργίαν ἀνυπάρκτου θέματος, μειώνομεν τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Οὐδὲ εἶναι ὀρθὸν νὰ μᾶς συνέχῃ φοβία ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὁ πολιτικὸς κόσμος ὀφείλει νὰ ὑποβληθῇ χάριν τοῦ κύρους του καὶ χάριν τῆς προασπίσεως τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν εἰς κάθε ἔλεγχον καὶ ἀγογγύστως νὰ ἀποδεχθῇ τὴν δικαστικὴν ἔρευναν, ὡς τὴν καθιεροῖ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον.

§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§367Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.

§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης ἔχει τὸν λόγον.

§369Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.

§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Ὑπουργέ.

§371Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Μοῦ ἀφαιρεῖτε, τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε;

§372Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διενεμήθη ἡ ὁριστικὴ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 5. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 3, νομίζω ὅτι πάντες ἐμείναμεν σύμφωνοι εἰς τὴν ἑξῆς διατύπωσιν: Τῆς πρὸς τὰ ἐν....(ἀναγινώσκει)...». Νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ διατύπωσις διὰ τὴν ὁποίαν ἐμείναμεν σύμφωνοι.

§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.

§374Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 5 ἀφορᾶ τὸ μέλλον, ἀλλὰ περιελάβατε μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία ἀφορᾶ τὸ παρελθόν. Σεῖς εἰς τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν, ὀρθῶς τὴν εἴχατε περιλάβει, διότι εἴχατε ἀποκλείσει καὶ διὰ τὸ μέλλον ὡρισμένας εὐθύνας τὰς ὁποίας ἐπεσήμανεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπακωνσταντίνου. Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν θέσιν της ἐδῶ ἡ τροποποίησις, ἀλλὰ εἰς τὸ ἄρθρον 10. Κύριε Ὑπουργέ, ἐξετάσατε τὰ ὅσα σᾶς εἶπον καὶ ἂν κρίνετε καὶ σεῖς ὅπως νομίζω ἐγὼ ὅτι περιττεύει ἡ τροποποίησις νὰ γίνῃ εἰς τὸ ἄρθρον 5, τότε νὰ μὴ γίνῃ αὕτη εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ εἰς τὸ ἄρθρον 10.

§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον.

§376Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς μὲν τὴν διατύπωσιν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν. Θὰ μείνῃ ἐπανεξεταστέον διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ἀλλὰ τώρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν.

§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπακωνσταντίνου, εἶναι περιττὸν νὰ κάμετε αὐτὴν τὴν δήλωσιν, ἐφ’ ὅσον ὑπεβάλλατε ἔνστασιν ἀπαρτίας. Θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀσφαλῶς ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ διατί, ἐφ’ ὅσον συνεζητήθη τὸ ἄρθρον 5 καὶ ἐπῆλθεν συμφωνία, ὑπεβάλλατε ἔνστασιν ἀπαρτίας καὶ οὕτω καθίσταται ἀδύνατος ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.

§378Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διετυπώσατε ἀπὸ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσθε ἐπίκρισιν κατὰ τῶν βουλευτῶν τῆς ΕΡΕ.

§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διεκόψατε τὴν ληφθεῖσαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5.

§380Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, διετυπώσατε ἐπίκρισιν κατὰ τῶν βουλευτῶν τῆς ΕΡΕ οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας.

§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς καμμίαν ἐπίκρισιν δὲν προέβην. Ἐφ’ ὅσον ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας, θὰ τηρηθῇ ὁπωσδήποτε ὁ Κανονισμός.

§382Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Διατυπώνετε οὕτω κ. Πρόεδρε καὶ τὴν ἔκπληξίν σας διὰ τὸ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συνδυάζεται ἡ ἐπιθυμία τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐνστάσεως.

§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι τῆς ἐνστάσεως, ἀλλὰ τῆς ἀντιδράσεώς σας ὅπως ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 5 διὰ τὸ ὁποῖον ὡς εἶπον ἔχει ἐπέλθει συμφωνία κατόπιν μακρᾶς συζητήσεως ἐπ’ αὐτοῦ.

§384Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν θὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ συνέβαλον μετὰ προθυμίας εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τὴν ταχεῖαν τοῦ νομοσχεδίου καθὼς καὶ διὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι κατὰ τὴν ἑβδομάδα αὐτὴν ὅταν συνεζητεῖτο κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον, οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐκράτουν τὴν συνεδρίασιν καὶ τῆς Δευτέρας καὶ τῆς Τετάρτης μέχρι τῆς 5ης περίπου ἀπογευματινῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν σημερινήν. Καὶ θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ ἀναγνωρίζῃ καὶ θὰ τὸ ἐνθυμοῦνται καὶ οἱ προεδρεύοντες, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ διαπιστώσω ἐὰν ὑμεῖς προσωπικῶς ἢ ἄλλος τις ἐκ τῶν κ.κ. Ἀντιπροέδρων προήδρευε, θὰ ἐνθυμῆσθε, λέγω, ποῖοι ὡμίλησαν καὶ πόσοι ἐκ τῶν διαφόρων κομμάτων ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1, 2 καὶ 3, καὶ ἐὰν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ, καίτοι ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀπησχολήσαμεν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὄχι τόσον, ὅσον τὴν ἀπησχόλησαν οἱ βουλευταὶ τῶν ἄλλων κομμάτων οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἀποστολήν των. Καὶ φθάνομεν τὴν ἑσπέραν αὐτὴν ἔπειτα ἀπὸ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἐκπληροῦμεν τὴν ἀποστολήν μας καὶ συμβάλλομεν εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, φθάνομεν λέγω, τὴν ἑσπέραν αὐτὴν διὰ νὰ δεχθῶμεν ἐπίθεσιν ἄδικον ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Κοιν. Προνοίας, ὁ ὁποῖος ἔκαμε διάκρισιν τὴν ἑσπέραν αὐτὴν μεταξὺ βουλευτῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ΕΡΕ καὶ βουλευτῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς ἄλλας πτέρυγας λησμονῶν ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετὰ δριμύτητος καὶ ὀξύτητος ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τῆς θεωρίας αὐτῆς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ βασισθῇ ἡ δίωξις δι’ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, ὑπῆρξαν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, καθὼς καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ρεθύμνης, ὅπως καὶ ἄλλοι βουλευταὶ τῆς Ε.Κ. Διερωτῶμαι κ. Πρόεδρε, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοιν. Προνοίας ἔκαμεν ἀπόψε αὐτὴν τὴν διαστολὴν καὶ εἶπεν ὅτι οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ ἀγωνίζονται ἀπόψε νὰ ἀνακαλύψουν εἰς τὸ ἄρθρον διατάξεις περὶ ἀνωνυμογραφίας. Κύριε Πρόεδρε, ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῇ ἡ διαμαρτυρία αὐτή. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοιν. Προνοίας ὁ ὁποῖος ἔχει μακρὰν θητείαν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἑαυτὸν νὰ γίνῃ αἴτιος νὰ αἰσθανθοῦν οἱ κύριοι συνάδελφοι πικρίαν ἐναντίον του. Βεβαίως ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας καὶ οὕτω θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου καὶ θὰ μοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἡ παρ. 9 τοῦ ἄρθρου 8 ὁμιλεῖ περὶ ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ἐνεργοῦντος ἄνευ γνώμης τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ περὶ ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κατόπιν παρακλήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν καὶ οὐδέποτε περὶ ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, διαβουλευομένου τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας καὶ παρακαλῶ ὅπως ἀναγνωσθῇ τὸ κείμενον.

§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ τὸ ἀναγνώσω τὸ κείμενον, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 ἔγινε μακρὰ συζήτησις καὶ διηυκρινίσθη ὅπως ψηφισθῇ τοῦτο καθ’ ὅσον ἔχει διατυπωθῇ ὡς διεπιστώθη κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος σᾶς ἱκανοποιεῖ.

§386Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διὰ τὸν ἐκνευρισμὸν τοῦ ἀγαπητοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Κορινθίας καὶ διὰ τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα ἐξεδήλωσαν οἱ ἄλλοι κ.κ. συνάδελφοι. Οὐδένα ἔθιξα.

§387Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐμὲ δὲν μὲ ἐθίξατε;

§388Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προν.). Δὲν νομίζω ὅτι σᾶς ἔθιξα, διότι σᾶς ἔκαμα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπαντήσω προσωπικῶς. Καὶ φαντάζομαι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἐπίκρανεν αὐτὴ ἡ τιμὴ ποὺ σᾶς ἔκαμα. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν εἶπον ὅτι ὡμίλησαν οἱ κ.κ. συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ, τὸ εἶπον διότι πράγματι ὡμίλησαν ὑπερβαλλόντως περὶ διθυράμβου πρὸς τὴν ἀνωνυμογραφίαν. Καὶ νομίζω ὅτι λέγων τοῦτο εὑρισκόμην ἐν ἀληθείᾳ. Ὁ κ. Μπουρνιᾶς τὸ εἶπε, δὲν εἶναι τῆς ΕΡΕ;

§389Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Τὸ εἶπον, κατηγορῶν.

§390Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Κατηγορῶν, ὄχι ἐμὲ ἀλλὰ ἄλλους καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν δέχεται νὰ γράψῃ, ὅτι ἀνώνυμοι ἐπιστολαί, ἐν προκειμένῳ, δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Ἐπιστοποίησα λοιπὸν ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Δὲν παρέλειψα νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι συνάδελφοι ἀνήκοντες εἰς τὴν Ε. Κ. εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην. Δὲν τὸ ὡμολόγησα; Ἐὰν εἶπα τρεῖς καὶ δὲν εἶπα πέντε, τρεῖς εἶχον ὑπ’ ὄψει μου αὐτὴν τὴν στιγμήν. Σεῖς εἴπατε πέντε. Εἶπον, ὅσοι καὶ ἂν εἶναι ἔχουν ἐλευθερίαν γνώμης. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν τὸ λέγει, οὔτε τὸ νομοσχέδιον, οὔτε ἡ Κυβέρνησις. Ποῦ εὑρίσκετε, κ. Παπακωνσταντίνου, τὴν πολεμικήν; Διαφορὰ ἀπόψεων εἶναι. Σεῖς ὑποστηρίζετε καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἐν προκειμένῳ αὐτὴ ἡ παγία ἀρχὴ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του καὶ τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολάς. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος μεταβολῆς τῆς παγίας διατάξεως τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ τῶν μέχρι τοῦδε κρατούντων. Ποῦ εἶναι, λοιπόν, τὸ προσωπικὸν ζήτημα; Καὶ ποῦ εἶναι ἡ πικρία; Ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίσετε, ὅτι σεῖς μὲ ἐπικράνατε καὶ ὄχι ὅτι ἐγὼ σᾶς ἐπίκρανα.

§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπεβλήθη ἔνστασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ἔχουσα οὕτω: Συζητουμένου νομοσχεδίου ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος, ἡ ἀπουσία τοῦ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συνεδριάσεως, ἐκλιπούσης μάλιστα καὶ τῆς ἀπαιτουμένης ἀτμοσφαίρας γαλήνης μετὰ τὴν προκλητικὴν καὶ ἀβάσιμον δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Κοινωνικῆς Προνοίας, προβάλλομεν τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας. Οἱ βουλευταὶ Α. Γεροκωστόπουλος, Α. Καραμανλῆς, Σ. Θεοτόκης, Δ. Βρανόπουλος, Λ. Μπουρνιᾶς, Α. Τσαλδάρης, Γ. Γιαννούσης, Ι. Βαρβιτσιώτης, Κ. Τσάτσος, Γ. Λύχνος, Ε. Ἀνερούσης, Ι. Ἰορδάνογλου, Α. Παπαλουκᾶς, Κ. Καλλίας, Κ. Παπακωνσταντίνου. Παρακαλοῦνται ὅπως προσέλθωσι ἐπὶ τοῦ καταλόγου οἱ βουλευταὶ κ.κ. Χ. Ρέντης καὶ Ι. Βαρβιτσιώτης. (Προσελθόντων τῶν ψηφολεκτῶν, ἄρχεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὡς κάτωθι):

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Τσιριμῶκος Ἠλίας
Κατσώτας Παυσανίας
Ἀλευρᾶς Ἰωάννης Π
Τούμπας Ἰωάννης
Κουτσοχέρας Ἰωάννης Π
Μελᾶς Γεώργιος
Ρουσόπουλος Ἀθαν.
Ὑψηλάντης Θωμᾶς
Βερνῖκος Ἀλέξανδρος
Πιπινέλης Παναγιώτης
Μαρκεζίνης Σπυρίδων
Ράλλης Γεώργιος
Μανιαδάκης Κων)νος
Ἀναγνωστόπουλος Νικ.
Κασιμάτης Γρηγόρ.
Βρανόπουλος Δημ. Π
Ἠλιοῦ Ἠλίας
Κιτσίκης Νικόλαος
Μερκούρης Σταμάτιος
Ἀκρίτας Λουκῆς
Μαῦρος Φίλιππος
Βασιλᾶτος Γεράσιμος Π
Τσιριμῶκος Ἰωάννης Π
Ἀποστολάκος Χρῆστος
Παπαγεωργίου Ἰωάνν.
Κολοκυθᾶς Τάσος
Τζιζῆς Ἀντώνιος
Τούντας Χρῆστος
Τσάτσος Κων)τῖνος Π
Βαρβιτσιώτης Ἰωάνν. Π
Τσαλδάρης Ἀθανάσ. Π
Ράλλης Κωνσταντῖνος
Στρατῆς Δημήτριος
Κύρκος Λεωνίδας
Ἡλιόπουλος Σταῦρος Π
Παρασκευόπουλος Παναγ.
Χούτας Στυλιανός
Ἀθανασιάδης–Νόβας Γ. Π
Κατσώτας Σπυρίδων Π
Πετρόπουλος Κων)νος
Παπαδημητρίου Γεώργ.
Σερπάνος Γεώργιος
Σταυρόπουλος Παν.
Σταμάτης Γεώργιος
Τρικούπης Κων)νος
Παπαϊωάννου Δημ.
Παπαδημητρίου Δημ.
Παπαρτεμίου Ἰωάνν.
Μπακόπουλος Νικ. Π
Ἄρχος Δημήτριος
Κατριβᾶνος Ἠλίας Π
Παπαηλιοῦ Ἠλίας
Τριανταφυλλάκος Τρύφ.
Ἀποσκίτης Κωνσταντ.
Γαρουφαλιᾶς Πέτρος
Παπαδημητρίου Κων.
Καραντζένης Δημήτρ.
Παπαηλίας Νικόλαος
Διαμαντόπουλος Ἰάκ.
Τομαρᾶς Εὐάγγελος
Παπαχρήστου Ἀθαν.
Φράγκος Ἀναστάσιος
Παπανδρέου Ἀνδρέας
Παπαγιαβῆς Γεώργιος
Γιαννόπουλος Ἀθαν. Π
Βγενόπουλος Ἀναστ. Π
Δρούλιας Ἀναστάσιος
Ζαΐμης Φωκίων
Κανελλόπουλος Παν.
Στεφανόπουλος Κων.
Γεροκωστόπουλος Ἀχιλ. Π
Παπασπύρου Δημήτρ. Π
Κίνιας Δημοσθένης Π
Τζώρτζης Γεώργιος
Βουρδουμπᾶς Δημήτρ.
Καστρινὸς Ἀντώνιος Π
Παπαδόπουλος Ἀνασ.
Λιακόπουλος Ἀχιλλεύς
Γρίβας Δημήτριος
Δαμιανὸς Κλεάνθης
Ζίγδης Ἰωάννης
Κουντούρης Νικόλαος
Λαμπριανὸς Γεώργιος
Μανούσης Σταμάτιος
Κωτιάδης Στυλιανός
Ζαπάρτας Ἐμμανουὴλ
Νικολαΐδης Λουκᾶς
Βλασακούδης Ἀπόστ. Π
Κωνσταντινίδης Ἀθαν.
Κλῆς Παναγιώτης
Στειρόπουλος Νικόλ.
Στεφανίδης Μιχαὴλ
Μπουρνιᾶς Ἀπόστολος
Ἀρβανιτάκις Εὐάγγελ.
Βλαχοθανάσης Ἄγγελ.
Βογιατζῆς Γεώργιος
Καλλίας Κων)τῖνος Π
Κακαρᾶς Ἀντώνιος
Παπασπύρου Κων)τῖνος
Καραπιπέρης Χρυσός.
Κεφαλληνὸς Τόλμποτ Π
Μυριδάκης Μιχαὴλ
Κανελλόπουλος Ἀθαν.
Στεφανόπουλος Στέφ.
Πετραλιᾶς Ἀντώνιος
Στεφανόπουλος Γεώργ.
Γιαννόπουλος Ἰωάν.
Αὐγερινὸς Αὐγερ. — Νακ. Π
Πολυζωγόπουλος Στ.
Πιπιλῆς Χρῆστος
Παπαδάκης–Στάϊκ. Ἰωάν.
Γιαμᾶς Ἰωάννης
Παπαδόπουλος Φιλοκ.
Χατζηδημητρίου Δημ.
Μαρῆς Κων)νος
Ξυλούρης Μενέλαος
Κωνιωτάκης Κων)νος
Ματζαπετάκης Ἐμμαν.
Πλεύρης Τηλέμαχος
Λουλακάκης Ἐμμαν.
Ἡγουμενάκης Γεώργ. Π
Κεφαλογιάννης Ἐμμαν.
Πιτούλης Φώτιος
Ἀθανασίου Νικόλαος
Παπανδρέου Γεώργ.
Μπακατσέλος Γεώργ.
Σπηλιωτόπουλος Ἰωάν.
Μαναβῆς Θεοχάρης
Μυλωνᾶς Διονύσιος
Θεοδοσιάδης Ἀλέξ.
Κοντούλης Ἰωάννης
Ἰορδάνογλου Ἱπποκρ. Π
Πασαλίδης Ἰωάννης
Πανάγος Γεώργιος
Τσαπάρας Στέφανος
Καραγκιώζης Γεώργιος
Λασκαρίδης Λάσκαρης
Κανδυλιάρης Χρυσόστ.
Ἑρμείδης Χάρης
Βογιατζῆς Ἀλέξανδρος
Τσιάρας Ἀναστάσιος
Βαδαλούκας Σπυρίδων
Λώρας Ἀνέστης
Μυλωνᾶς Γεώργιος
Ἀβέρωφ–Τοσίτσας Εὐάγγ.
Ἰωάννου Δημήτριος
Δερδεμέζης Ἀνδρέας
Σκοπούλης Νικόλαος
Λυμπέρης Λεόντιος
Νικολαΐδης Σταῦρος
Λυμπερίδης Θεόδωρος
Βενέτης Κων)νος
Δούκας Πασχάλης
Ἀλλαμανῆς Στυλιανὸς
Ἀντωνίου Ἀπόστολος
Παπαϊωάννου Ἄγγελος
Ἀναγνωστόπουλος Γεώργ.
Ταλιαδοῦρος Ἀθανάσιος
Θανόπουλος Δημήτριος
Πισιώτης Εὐριπίδης
Παπαλαζάρου Ζήσης
Κοντομάρης Σπυρίδων
Δεσύλλας Θεόδωρος
Θεοτόκης Σπυρίδων Π
Λύχνος Γεράσιμος Π
Δενδρινὸς Εὐάγγελος
Μεταξᾶς Γεράσιμος
Παπαδόπουλος Δημοσθ. Π
Ἀβραμίδης Χρῆστος
Παπαδόπουλος Κων.
Περτσινίδης Σωφρόνιος
Παπακωνσταντίνου Μ.
Ταλιαδούρης Κων)νος
Λαζαρίδης Γεώργιος
Καστανίδης Γεώργιος
Μανέντης Διονύσιος
Ἀθανασιάδης Σταῦρ.
Τσακιρίδης Παῦλος
Σπανορρήγας Ἀλέξαν.
Ρέντης Θεοχάρης Π
Παπακωνσταντίνου Κων. Π
Παπαληγούρας Παναγ.
Νομικὸς Μᾶρκος
Ἀνερούσης Εὐάγγελ. Π
Πρωτοπαπαδάκης Ἀριστ.
Μπαρότσης Ἀντώνιος
Ἀλαβᾶνος Νικόλαος
Δαβάκης Δημήτριος
Βαρβιτσιώτης Νικήτας ἢ Νικηταρᾶς
Γραφάκος Γεώργιος
Λαγάκος Λεωνίδας
Σπηλιάκος Ἀγησίλαος
Γραμματίδης Χρῆστος
Περραιβὸς Κων)νος Π
Καρδάρας Δημήτριος Π
Γεωργίου Δημήτ. ἢ Τ.
Βανταλῆς Εὐάγγελος Π
Ροδόπουλος Κων. ἢ Τάκης
Κιτσίδης Χρῆστος
Σακελλάρης Εὐάγ.
Κοθρῆς Ἐμμανουὴλ
Σεργάκης Ἰωάννης Π
Χλούβεράκης Μιχαὴλ
Μαλλιάκας Νικόλαος
Γαληνὸς Μιχαὴλ ἢ Μίμης
Βουνάτσος Φωκίων Π
Γανίτης Νικόλαος Π
Παππᾶς ἢ Παπαχίου Θ. Π
Βιτούλιας Γεώργιος
Καλκάνης Ἄγγελος
Γκλαβάνης Ἰωάννης ἢ Τζὼν
Λούλης Γεώργιος
Παναγιωτόπουλος Φωτ.
Φροντιστὴς Ἀθ.
Ἐλαφρὸς Σταμούλης
Γυφτοδήμου ἢ Καραγεώργη Μαρία
Μποῦτος Ἰωάννης
Ψαρρέας Ἰωάννης
Καλαντζάκος Ἀριστείδ.
Λαντζούνης Δημήτριος
Περρωτῆς Ἀριστομ.
Κωστόπουλος Σταῦρος
Κοκκέβης Ἀνδρέας
Χαραλαμπόπουλος Ἰωάν.
Μπόμπολας Νικόλαος
Μπαλτατζῆς Ἀλέξαν.
Πιαλόγλου Κλέων
Μιχαηλίδης Τριαντάφ.
Παπαπολίτης Σάββας
Μπίρης Σταῦρος
Σακαλῆς Ἡρακλῆς
Σαββόπουλος Εὐάγ.
Παπασπύρου Ἰωάννης
Ἀλιπράντης Δημήτρ.
Σκορδίλης Ἐμμαν.
Ἀνδριανόπουλος Γεώργιος
Μπριλλάκης Ἀντών.
Διαμαντίδης Δημήτρ.
Χονδρομματίδης Χρῆστος
Μελᾶς Ἰωάννης Π
Θεοδωράκης Μιχαὴλ
Παπαδημητρίου Ἰωάν.
Μπουγᾶς Χρῆστος
Πέτσος Εὐάγγελος
Ἀνδρεάδης Θωμᾶς
Σιγανίδης Κων)νος
Προκοπίδης Ἰωάννης
Γκίλας Ἀρίσταρχος
Χασαπίδης Ἀστέριος
Καμπερίδης Θεόφιλος
Παπαγεωργίου Κων.
Βασιλειάδης Ἀθαν.
Κρόκος Δημήτριος
Τσαντούλας Χριστόφ.
Βαρδινογιάννης Παῦλος
Στεφανάκης Κων. Π
Τσουδερὸς Ἰωάννης
Χασὰν Ὀγλοῦ Γιουσοὺφ
Χατίπογλου Χασὰν
Γουδελῆς Σταῦρος
Ἀντωνιάδης Δημήτρ.
Σπύρου Ἰωάννης
Γρηγορίου Γεώργιος
Ἀνθόπουλος Εὐστάθ. Π
Ἀγγελούσης Ἄγγελος Π
Ἰντζὲς Βασίλειος
Μαυρίδης Ἀθανάσιος Π
Καραμανλῆς Ἀχιλλεὺς Π
Χρίστογλου Ἰωάννης
Λαυρεντίδης Ἰσαὰκ
Μητακίδης Ἀθανάσιος
Ἐφραιμίδης Βασίλ. Π
Ἔξαρχος Νικόλαος
Ἀντωνίου Ἀριστοτέλης
Παγκοῦτσος Ἀπόστ.
Γιαννούσης Κλεόβουλος Π
Χατζηγάκης Δημήτριος
Παπανικολάου Δημ.
Σακελλαρίου Ἰωάννης
Τσιριμῶκος Κων)νος
Κωστῆς Δημήτριος
Καλαντζῆς Εὐάγγελος
Εὐταξίας Λάμπρος
Παπαλουκᾶς Ἀχιλλεὺς Π
Μακρῆς Δημήτριος
Ἀνδρεάδης Γεώργιος
Θεοχαρίδης Δημοσθ.
Κοΐνης Γεώργιος
Γκελεστάθης Ἀθαν.
Βασματζίδης Χρῆστος
Κυριαφίνης Ἰωάννης
Φιλιππίδης Ἀθανάσ.
Πολυχρονίδης Πολυχρ. Π
Μητσοτάκης Κων)νος
Μπακλατζῆς Ἐμμαν.
Μιχελογιάννης Γεώργ. Π
Βαλυράκης Ἰωάννης
Ζορμπᾶς Νικόλαος Π
Μαυριδόγλου Ἰσίδωρος
Μπουρνιᾶς Λεωνίδας Π

§392ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, διαπιστοῦται ἡ ἔλλειψις ἀπαρτίας. Συνεπῶς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἐλλείψει ἀπαρτίας διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέματα Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις, κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 3.00′ π.μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60ὴ
2Πέμπτη 9 Ἰουλίου 1964
3Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
4(Ὥρα 6.30′ μ.μ.).
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι
6τὰ θεωρεῖα.
7Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Θ. Ρέντης, ὅπως ἀνα-
8γνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων.
9§2Θ. ΡΕΝΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει).
10(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
11§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει ἀντίρρησις
12διὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῶν δύο προηγουμένων
13συνεδριάσεων;
14§4Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ γενικωτέρους
15λόγους θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τῶν πρακτικῶν,
16διότι ἔκαμα τὰς διορθώσεις καὶ τὰς ἔδωσα εἰς τὰ πρακτικά,
17ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Βέβαια χθές,
18κατὰ τὰς ἀπογευματινὰς ὥρας εἴμεθα ὅλοι κουρασμένοι,
19καθὼς καὶ οἱ κύριοι πρακτικογράφοι, ἀλλὰ βλέπω εἰς τὰ
20πρακτικὰ διατυπωμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνταπο-
21κρίνονται πρὸς ὅσα εἶπον ἐγώ. Θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι συν-
22άδελφοι, ὅσοι ἦσθε παρόντες ὅταν ἐπανῆλθον εἰς τὴν τρο-
23πολογίαν τοῦ κ. Λύχνου, ὅτι εἶπον, ὅτι θὰ ἔπρεπε οἱ ἐκδό-
24ται καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐφημερίδων πάσης φύσεως νὰ
25ὑπόκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Καὶ ἐκ τοῦ γεγο-
26νότος αὐτοῦ, ἐξῆρον τὰς παραδόσεις τοῦ τύπου καὶ ἀνέ-
27φερον καὶ ὀνόματα δημοσιογράφων ποὺ παρέσχον ὑπηρε-
28σίας εἰς τὸν τόπον καὶ ἀπέθανον πτωχοί. Ἰδού, ὅμως, τί
29ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι εἶπον: «Βεβαίως, ἔχω
30ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι πολλοὶ δημοσιογράφοι τῶν παρελθόντων
31ἐτῶν ἤσκησαν τὸ λειτούργημά των ἐν πάσῃ τιμιότητι καὶ
32χωρὶς νὰ πλουτίσουν, ἀπέθανον δέ, ὅπως λέγεται, εἰς τὴν
33ψάθαν. Σήμερον θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ὑπάρχουν ἔντιμοι
34δημοσιογράφοι;». Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἠρώτησα,
35ὑπάρχουν σήμερον μόνον ἔντιμοι δημοσιογράφοι ἢ καὶ ἐκ-
36δόται λαθροβίων, εἰς τοὺς ὁποίους μᾶς παραδίδει τὸ νομο-
37σχέδιον; Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀποφεύγωνται παρόμοια
38λάθη, θὰ συνίστων πρὶν γίνῃ τὸ δελτίον τύπου, νὰ μᾶς
39δίδεται νὰ τὸ διορθώνωμεν. Ἐὰν δὲν τὸ ἔβλεπον, θὰ εἶχον
40τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἐξύβρισα ὅλους τοὺς δημοσιογράφους.
41§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Μπουρνιᾶ, νὰ δώσητε
42τὰς διορθώσεις καὶ θὰ καταχωρηθοῦν εἰς τὰ πρακτικά.
43§6Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον χθές, ὅτι
44ἐὰν ἐπιτρέψωμεν τὴν δημοσίευσιν τῆς δηλώσεως εἰς τὸν
45τύπον, δὲν θὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν οἱ ἐπαγ-
46γελματίαι καὶ οἱ λοιποὶ ἐπιχειρηματίαι. Δέν εἶπον μόνον οἱ
47ἔμποροι. Εἶναι ἐλλιπὴς ἡ φράσις καὶ παρακαλῶ νὰ διορ-
48θωθῇ.
49§7Ι. ΜΕΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω μερικὰς φραστικὰς διορθώ-
50σεις, κ. Πρόεδρε.
51§8Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἔχω
52φραστικὰς διορθώσεις.
53§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶσα ἄλλη φραστικὴ διόρθωσις, παρα-
54καλῶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ γραφεῖον τῶν πρακτικογράφων,
55διὰ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
56§10Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε
57Πρόεδρε, εἰς τὰς ἀπαντήσεις αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐκ μέρους
58μου εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ὑπάρχουν ὡρισμένα
59λάθη. Εἶναι φραστικαὶ διορθώσεις καὶ παρακαλῶ νὰ περι-
60ληφθοῦν κατὰ τὴν τελικὴν διατύπωσιν.
61§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, κύριε Ὑπουργέ.
62Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συν-
63εδριάσεων.
64Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Βογιατζῆς, ζητεῖ 10ήμερον ἄδειαν,
65προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
66§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
67§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς
68αἰτουμένης ἀδείας.
69Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Μαυριδόγλου, ζητεῖ 15θήμερον ἄδειαν,
70προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
71§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
72§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς
73αἰτουμένης ἀδείας.
74Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Λ. Λαγάκος, ὅπως ἀνα-
75γνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
76§16Λ. ΛΑΓΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει).
77Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Μαναβῆς, καταθέτει τροπολογίαν
78ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῆς
79τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου».
80Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν
81ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῆς
82τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου».
83Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει ἀνα-
84φορὰν ὁδηγῶν καὶ εἰσπρακτόρων Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων,
85αἰτουμένων τροποποίησιν Ν. 197)1961 περὶ Τ.Σ.Α. κλπ.
86Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀνα-
87φορὰν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὀργανισμοῦ Οἰνοποιείων Κρή-
88της, αἰτουμένων ἔνταξίν των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας.
89Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀνα-
90φορὰν Κοινοτήτων Ἰννιαχωρίων Κισσάμου Νομοῦ Χανίων
91Κρήτης, αἰτουμένων ἵδρυσιν Προγυμνασίου εἰς τὸ χωρίον
92Κεφάλι, ὡς κειμένου εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς.
93Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀνα-
94φορὰν τοῦ Συνδέσμου Κοινοτικῶν Ὑπαλλήλων Νομοῦ Χα-
95νίων Κρήτης, αἰτουμένου διάθεσιν τοῦ ὑποσχεθέντος ποσοῦ
96διὰ τὴν πριμοδότησιν τοῦ Ταμείου μισθοδοσίας τῶν Κοινο-
97τικῶν ὑπαλλήλων κλπ.
98Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Δ. Καρδάρας, καταθέτει ἀνα-
99φορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Λαρίσης, αἰτουμένου ὅπως
100ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθερία καὶ ἄνευ διγράμμων ἐπιταγῶν διακί-
101νησις μικροποσοτήτων σίτου διὰ τὸ ἐμπόριον κλπ.
102Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Δούκας καὶ Β. Ἐφραιμίδης, κατα-
103θέτουν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Νικήσια-
104νης Καβάλας, αἰτουμένου ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς κατοίκους
105τῆς ἐν λόγῳ κοινότητος ἡ καυσοξύλευσις ἐκ τῶν ἤδη λει-
106τουργουσῶν δασικῶν ἐκμεταλλεύσεων Δράμας ἢ Σταυρουπό-
107λεως κλπ.
108Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Α. Τσιάρας, Γ. Πανάγος
109καὶ Α. Μπριλλάκης καταθέτουν ὑπόμνημα κατοίκων τῶν κοι-
110νοτήτων Μεσοβούνου Ἑορδαίας καὶ Βαρετοῦ Κοζάνης, αἰ-
111τουμένων ἀπόλυσιν τοῦ πολιτικοῦ κρατουμένου Δ. Βασιλούλη
112ὡς καὶ ὅλων τῶν τοιούτων, ἐπαναπατρισμὸν τῶν Ἑλλήνων
113πολιτῶν προσφύγων κλπ.
114Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφο-
115ρὰν Γονέων καὶ Κηδεμόνων τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Γεωρ-
116γιουπόλεως Ἀποκορώνου Χανίων Κρήτης, αἰτουμένων χρη-
117ματοδότησιν τῆς σχολικῆς ἐφορείας πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ὑ-
118παρχούσης μοναδικῆς αἰθούσης τοῦ σχολείου καὶ προσθή-
119κην ἑτέρας τοιαύτης.
120Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαρδουλάκης, καταθέτει ἀναφο-
121ρὰν τῶν Διοικήσεων τῶν Κυνηγετικῶν Σωματείων Κανδά-
122νου καὶ Παλαιοχώρας Σελίνου, Καστελλίου καὶ Κολυμβα-
123ρίου Κισσάμου Χανίων Κρήτης διαμαρτυρομένων δι’ ἄρ-
124σιν τῆς ἰδιότητος τῶν συνεργαζομένων σωματείων τῶν ὡς
125ἄνω τεσσάρων κυνηγετικῶν συλλόγων κλπ.
126Ἡ Ἕνωσις Τραυματιῶν Πατρῶν πολέμου 1940–49, αἰ-
127τεῖται ρύθμισιν ζητήματος ὑποχρεωτικῆς ἀποχωρήσεως ἐκ
128τῆς ὑπηρεσίας ὑπαλλήλων συμπληρούντων 35ετῆ ὑπηρεσίαν
129κλπ.
130Ἡ Νομικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου Θεσπρω-
131τίας, ἡ Διοίκησις τοῦ Συνδέσμου Πλακοστρωτῶν καὶ τὸ
132Συνδικάτον Ἐργαζομένων Ἑταιρείας Λιπασμάτων, διὰ τη-
133λεγραφημάτων των ἐκφράζουν τὴν ἀγανάκτησίν των διὰ τὴν
134θρασεῖαν κατὰ τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἐντὸς τοῦ ἱε-
135ροῦ χώρου τοῦ Κοινοβουλίου ἐπίθεσιν καὶ αἰτοῦνται παρα-
136δειγματικὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων καὶ ταχεῖαν διάλυσιν τῶν
137παρακρατικῶν ὀργανώσεων.
138Οἱ ὑπάλληλοι ΙΚΑ Πειραιῶς, τὸ Ἐργατοϋπαλληλικὸν
139Κέντρον Πατρῶν, ἡ Πανελλήνιος Συνομοσπονδία Τουριστι-
140κῶν Ἐπαγγελμάτων, ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐπιτροπὴ Πανελληνίου
141Ἑνώσεως Ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων, τὸ Ἐργατοϋπαλληλικὸν
142Κέντρον Λεβαδείας καὶ οἱ κάτοικοι Νιγρίτης, αἰτοῦνται τὴν
143παραδειγματικὴν τιμωρίαν τῶν ἐπιδραμόντων κατὰ τοῦ Κοι-
144νοβουλίου κλπ.
145Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ὑπόμνημα
146τῶν εἰς κρατικὰ Σανατόρια νοσηλευομένων ἀνασφαλίστων
147φυματικῶν, αἰτουμένων ἐπιδότησίν των δι’ ἐπιδόματος ἐκ
148τριακοσίων δραχμῶν μηνιαίως κλπ.
149Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, κατα-
150θέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Σωματείου Ὑπαλλήλων Ὁδη-
151γῶν Αὐτοκινήτων Ἀγρινίου, αἰτουμένου χορήγησιν ἀδειῶν
152αὐτοκινήτων κλπ.
153Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, κατα-
154θέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιο-
155τεχνῶν Ἀγρινίου, αἰτουμένης ἐκδημοκρατισμὸν τῆς ἡγεσίας
156τοῦ συνδικαλισμοῦ, ρύθμισιν τοῦ πιστοδοτικοῦ ζητήματος τῶν
157ἐν λόγῳ ἐπαγγελματοβιοτεχνῶν κλπ.
158Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Δ. Καρδάρας, καταθέτει ἀναφο-
159ρὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συν)σμῶν Λαρίσης–Τυρ-
160νάβου–Ἁγιᾶς, αἰτουμένης σμίκρυνσιν τῆς διαφορᾶς τῆς
161τιμῆς σίτου τῆς κατηγορίας Β)2, Β)3 ἀπὸ τῆς τοιαύτης
162Β)1 ὡς ἴσχυε καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη, εἰς πέντε λε-
163πτὰ ἀντὶ τῶν καθιερωθέντων 15 τοιούτων κλπ.
164Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, κατα-
165θέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ ἁλιευτικοῦ Συνεταιρισμοῦ
166Ἀστακοῦ, διαμαρτυρομένου διὰ παράνομον φραγμὸν ὑπὸ τοῦ
167Ἰωάν. Καλούδη 6–7 στρεμμάτων θαλάσσης καὶ τοῦ διαύλου
168ἀποκλείοντος οὕτω τῆς ἁλιείας πολλοὺς οἰκογενειάρχας ἁ-
169λιεῖς.
170Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει τηλε-
171γραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Διοικήσεως ὑπαλλήλων ὁδηγῶν αὐ-
172τοκινήτων, παραπονουμένης διὰ γενομένην προσπάθειαν ἀ-
173νατροπῆς τῆς ὑπ’ ἀριθ. 20)64 διαιτητικῆς ἀποφάσεως περὶ
174αὐξήσεως ὁδηγῶν.
175Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφο-
176ρὰν τῶν μονίμων Λιμενεργατῶν τοῦ Νομοῦ Χανίων, αἰτου-
177μένων πρόσληψιν ὡς μονίμου Λιμενεργάτου τοῦ συναδέλφου
178των Ἀντωνίου Χατζηδάκη.
179Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου Ν. Δ)τος 3768)57 ἀντιπρο-
180σωπευόμενοι ὑπὸ τοῦ Συνδικαλιστοῦ ἀντιπροσώπου Γ. Κων-
181σταντοπούλου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, ὑποβάλλουν θερμο-
182τάτας εὐχαριστίας διὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ καταρτισθέντος
183νομοσχεδίου περὶ ὑποχρεωτικῆς ἐξόδου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας
184τῶν ὑπαλλήλων τῶν συμπληρούντων 35ετίαν κλπ.
185Ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ ἀγροκτήματος Κεραμωτῶν Ἄρ-
186της διὰ τηλεγραφήματος διαμαρτύρονται διὰ καταβαλλομέ-
187νας προσπαθείας ἀφαιρέσεως τῆς διανομῆς φυτειῶν τοῦ ὡς
188ἄνω κτήματος.
189Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει ὑ-
190πόμνημα μικροϊδιοκτητῶν οἰκοπέδων κειμένων ἐντὸς ἀπαλ-
191λοτριωθείσης ἐκτάσεως παρὰ τὸ «Δουργούτι» Ἀττικῆς πρὸς
192ἀποκατάστασιν προσφύγων, αἰτουμένων ὅπως παραχωρηθοῦν
193καὶ εἰς αὐτοὺς οἰκόπεδα ἐντὸς τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς, παραι-
194τουμένων οὕτω τῆς πρὸς ἀποζημίωσιν ἀξιώσεώς των.
195Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ὑ-
196πόμνημα τῆς Ἑνώσεως Προσφύγων Πυροπαθῶν «Ἡ Ἐλ-
197πὶς» Συνοικισμοῦ Ἄνω Παλαιῶν Σφαγείων, αἰτουμένων δι-
198καίαν ἀποζημίωσιν διὰ προσγενομένας ὑπὸ τῶν Γερμανῶν
199εἰς αὐτοὺς ζημίας.
200Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει ἀνα-
201φορὰν τῆς Ἑνώσεως Συλλόγου Γονέων καὶ Κηδεμόνων αἰ-
202τουμένης ὅπως τὸ νυκτερινὸν Γυμνάσιον Λαρίσης, γίνῃ κρα-
203τικὸν κλπ.
204Τὸ Σωματεῖον Ὑπεραστικῶν Λεωφορειούχων Ν. Ἠλείας
205καὶ τὸ 32ον ΚΤΕΛ Σάμου, διὰ τηλεγραφημάτων των, αἰ-
206τοῦνται ματαίωσιν μελετωμένης νομιμοποιήσεως πειρατείας
207ἐπιβατηγῶν αὐτοκινήτων Δημοσίας Χρήσεως.
208Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Μπριλλάκης, Μ. Θεοδωράκης καὶ Λ.
209Κύρκος, καταθέτουν τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Διοική-
210σεως τοῦ Σωματείου Προσωπικοῦ Λεωφορείων Χανίων, αἰ-
211τουμένης ματαίωσιν παρασκηνιακῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἐργοδο-
212τικῆς ὀργανώσεως Αὐτοκινητιστῶν Χανίων πρὸς ἐφαρμογὴν
213ἀποφάσεως καθοριζούσης αὔξησιν ἀποδοχῶν τῶν ὁδηγῶν.
214Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, κατα-
215θέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Τεχνικῶν Οἰκοδόμων Μεσο-
216λογγίου, αἰτουμένων ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ ἀφορῶντος αὐ-
217τοὺς Νομοσχεδίου.
218Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀ-
219ναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Λεμβούχων Πειραιῶς «Ἡ Ἀρχαία
220Τριήρης», αἰτουμένης ὅπως κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ σχετικοῦ
221περὶ ἀποζημιώσεως λεμβούχων Πειραιῶς νομοσχεδίου τεθῇ
222ὅρος καθορίζων τὴν προαιρετικὴν ἀποζημίωσιν τοὐλάχιστον
223διὰ τὸν Λιμένα Πειραιῶς κλπ.
224Γονεῖς καὶ Κηδεμόνες Σπουδαστῶν Παραρτήματος τοῦ
225Ἑλληνοαμερικανικοῦ Ἐπιμορφωτικοῦ Ἰνστιτούτου Βόλου,
226διὰ τηλεγραφήματός των, αἰτοῦνται ἀποτροπὴν τοῦ μελετω-
227μένου ὑποβιβασμοῦ τῶν Σχολῶν Ξένων Γλωσσῶν, εἰς Φρον-
228τιστήρια.
229Ἡ Νομαρχιακὴ καὶ Ἐκτελεστικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἑνώ-
230σεως Κέντρου Ρόδου διὰ τηλεγραφήματός της διαμαρτύ-
231ρεται διὰ τὴν στάσιν τοῦ βουλευτοῦ Λαμπριανοῦ καὶ τῆς
232ἐκεῖ ἐκδιδομένης ἐφημερίδος «Πρόοδος» συμμαχήσαντες μὲ
233τὸν ὑποψήφιον Δήμαρχον Πετρίδην.
234Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Ροδόπουλος, καταθέτει ἀνα-
235φορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ πολεμιστῶν Νόμου 751)
2361948 Βορείου Ἑλλάδος, αἰτουμένου ὅπως μὴ ἀπομακρύνων-
237ται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας οἱ ὑπάλληλοι πολεμισταὶ μετὰ συμπλή-
238ρωσιν τριακονταπενταετίας κλπ.
239Ὁ Διδασκαλικὸς Σύλλογος Περιφερείας Καλύμνου «Ὁ
240Ἰεζεκιὴλ» αἰτεῖται ἀναγνώρισιν ὡς πραγματικῆς συνταξί-
241μου ὑπηρεσίας τοῦ χρόνου παρεμποδίσεως ὑπὸ τῶν Ἰταλι-
242κῶν Ἀρχῶν Κατοχῆς τῶν Δωδεκανησίων Ἐκπαιδευτικῶν
243κλπ.
244Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ἀ-
245ναφορὰν τῶν εἰς Κρατικὰ Σανατόρια νοσηλευομένων ἀνα-
246σφαλίστων φυματικῶν, αἰτουμένων ἐπιδότησίν των δι’ ἐπι-
247δόματος ἐκ δραχ. τριακοσίων μηνιαίως κλπ.
248Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Πανάγος, διὰ τηλε-
249γραφήματός του διαμαρτύρεται διὰ τὴν ὑπὸ τῶν ὀργάνων
250τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας Θεσσαλονίκης ἀσκουμένην πίεσιν
251ἐπὶ τοῦ Χ. Φωτοπούλου ὅπως διακόψῃ τὰς σχέσεις του μετὰ
252τῆς Ε.Δ.Α.
253Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Λ. Μπουρνιᾶς, καταθέτει ἀναφο-
254ρὰν τοῦ Δημάρχου Χίου διαμαρτυρομένου διὰ διακοπὴν ἔρ-
255γων ὁδοῦ Χίου–Μεστῶν λόγῳ μετακινήσεως τοῦ ΜΟΜΑ.
256Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, κατα-
257θέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν κατοίκων χωρίων Σιδηρῶν
258καὶ Μαυρέα, πληττομένων ὑπὸ τοῦ ὑδροηλεκτρικοῦ ἔργου
259κρεμαστῶν Ἀχελώου, αἰτουμένων διευκόλυνσιν φορολογι-
260κήν, ηὐξημένην ἀποζημίωσιν οἵαν ἔτυχον καὶ οἱ ἀποζημιω-
261θέντες ἐκ τῶν ἔργων Ταυρωποῦ κλπ.
262Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων εἰς ἐρωτήσεις κ.κ. βουλευτῶν.
263Ι. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου.
264Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ.
265Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8230)1.7.64 ὑμετέρου ἐγ-
266γράφου ἀφορῶντος τὴν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων κατα-
267τεθεῖσαν ὑπ’ ἀριθ. 1094 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν.
268Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ καθ’
269ἡμᾶς Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἀνάμιξιν εἶχεν εἰς τὸ θέμα τῆς
270ἀπονομῆς παρασήμου ὑπὸ τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως
271εἰς τὸν Ὑπουργὸν Ἐμπορίου τῆς τελευταίας Ὑπηρεσιακῆς
272Κυβερνήσεως καθηγητὴν κ. Π. Στεριώτην.
273Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Ἰουλίου 1964
274Ὁ Ὑπουργὸς
275Γ. ΜΕΛΑΣ
276ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας.
277Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Καραγεώργη, Ε.
278Σακελλάρη καὶ Δ. Παπανικολάου.
279Ἐπὶ τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8118)
2806098)30.6.64 ὑμετέρου ἐγγράφου 1087 ἐρωτήσεως τῶν βου-
281λευτῶν κ.κ. Μ. Καραγεώργη, Ε. Σακελλάρη καὶ Δ. Παπα-
282νικολάου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὰ
283κάτωθι:
284Τὸ αἴτημα τῶν ἐργατοϋπαλλήλων Ἁγ. Γεωργίου Ἰωλκοῦ
285(Βόλου) περὶ αὐξήσεως κατὰ δραχ. 20.000 τοῦ χορηγηθέν-
286τος εἰς ἕκαστον τούτων δανείου αὐτοστεγάσεως ποσοῦ δρχ.
28769.200 δὲν δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ, διότι διὰ τοῦ χορηγη-
288θέντος ὡς ἄνω ποσοῦ ἐξεδηλώθη διὰ τοὺς αἰτοῦντας ὅλως
289κατ’ ἐξαίρεσιν προνομιακὴ στεγαστικὴ μέριμνα, δοθέντος
290ὅτι τὸ ὕψος τοῦ χορηγουμένου ποσοῦ δανείου αὐτοστεγά-
291σεως, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς δραχ. 60.000.
292Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Ἰουλίου 1964
293Ὁ Ὑπουργὸς
294Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
295III. Τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας.
296Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου.
297Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8429)3.7.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’
298οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαν-
299τοπούλου, σχετικῶς μὲ τὴν παροχὴν πληροφοριῶν, «ἐὰν ὁ κ.
300Ὑπουργὸς Βιομηχανίας σκέπτεται ἢ οὒ νὰ παρατείνῃ τὴν
301λήξασαν τὴν 30.6.64 προθεσμίαν μεταφορᾶς τοῦ ἐν Κερα-
302τσινίῳ καὶ ἐπὶ τῶν ὁδῶν Ἀθηνᾶς καὶ Ἀριστείδου ὑφαντη-
303ρίου τοῦ Ι. Κούρταλη», ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν
304ὑμῖν, ὅτι βάσει τῶν κειμένων διατάξεων ἡ ἁρμοδιότης χορη-
305γήσεως ἢ μὴ ἀδείας λειτουργίας τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὑ-
306φαντηρίου ἀνήκει εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν Μηχανολογίας Ἀθη-
307νῶν (περιφερειακὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανί-
308ας), ἥτις ἐν προκειμένῳ ἐξέδωκε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4997)27.
3096.64 ἀπόφασίν της, δι’ ἧς ἀπερρίφθη αἴτημα τοῦ κατόχου
310τοῦ ὑφαντηρίου περὶ χορηγήσεως ἀδείας λειτουργίας τῆς
311ἐγκαταστάσεώς του.
312Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης δύναται ὁ κάτοχος τοῦ ὑ-
313φαντηρίου νὰ ὑποβάλῃ σχετικὴν ἔνστασιν, ἥτις θὰ παρα-
314πεμφθῇ εἰς ἁρμοδίαν τριμελῆ ἐπιτροπὴν πρὸς γνωμοδότησιν,
315διὰ τὴν ἐν συνεχείᾳ ἔκδοσιν ἀποφάσεως, ἐπὶ τῆς ἐνστά-
316σεως, ὑπὸ τῆς αὐτῆς ὡς ἄνω ὑπηρεσίας.
317Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Ἰουλίου 1964
318Ὁ Ὑπουργὸς
319Ι. ΖΙΓΔΗΣ
320IV. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Παιδείας.
321Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη, Ν.
322Γανίτη, Θ. Παππᾶ καὶ Β. Ἐφραιμίδη.
323Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6806)5016)15.6.64 ὑμε-
324τέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπὸ τῶν βουλευ-
325τῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη, Ν. Γανίτη, Θ. Παππᾶ καὶ Β. Ἐ-
326φραιμίδη, κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἀριθ. 919 ἐρώ-
327τησις, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως πληροφο-
328ρήσητε τοὺς ἐρωτῶντας κ.κ. συναδέλφους, ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’
329ἀριθ. 77955)29.6.64 ἡμετέρου ἐγγράφου, διετάξαμεν τὸν
330Γυμνασιάρχην Ἁγίου Κηρύκου, ὅπως ἀναφέρῃ ἡμῖν περὶ
331τῶν ἐν τῇ ὑμετέρᾳ ἐρωτήσει καταγγελλομένων καὶ ἰδίᾳ περὶ
332τῶν στοιχείων ἐφ’ ὧν στηριζόμενος ὁ καθηγητὴς τοῦ Γυ-
333μνασίου τούτου κ. Σάββας Σαββάκης ὑπέδειξεν εἰς τὴν ἀ-
334στυνομικὴν ἀρχὴν τοῦ Ἁγίου Κηρύκου ὡς ὑπόπτους δια-
335πράξεως ἀδικήματος τοὺς συλληφθέντας μαθητάς.
336Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰουνίου 1964
337Ὁ Ὑφυπουργὸς
338Λ. ΑΚΡΙΤΑΣ
339V. Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας.
340αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν Βουλευτῶν κ.κ. Π. Παρασκευο-
341πούλου, Α. Τσιάρα καὶ Σ. Ἡλιοπούλου.
342Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1067 ἐρώτησιν βουλευτῶν,
343ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰς κατωτέρω ἐνερ-
344γείας εἰς τὰς ὁποίας προέβημεν μέχρι σήμερον διὰ τὴν ἐπί-
345λυσιν τῶν ἀμέσων προβλημάτων τῆς πτηνοτροφίας ἀφ’ ἑνὸς
346καὶ τῶν τοιούτων τοῦ προσεχοῦς μέλλοντος ἀφ’ ἑτέρου.
347Τινὰ ἐκ τῶν ληφθέντων μέχρι σήμερον μέτρων ἀμέσου
348ἀνακουφίσεως τῆς κτηνοτροφίας εἶναι:
3491) Ἐχρηματοδοτήθησαν αἱ συνεταιρικαὶ πτηνοτροφικαὶ
350ὀργανώσεις, διὰ τῆς ΑΤΕ, διὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν ὠῶν
351πρὸ τοῦ Πάσχα καὶ ἐξησφαλίσθη εἰς τὸν παραγωγὸν ἡ τιμὴ
352τῶν 0,80–0,85 δραχμῶν ἀνὰ ὠόν.
3532) Ἐγένοντο ἐνέργειαι πρὸς τὴν ΑΤΕ διὰ τὴν ἐκ νέου
354χρηματοδότησιν τῶν Συνεταιριστικῶν Πτηνοτροφικῶν Ὀρ-
355γανώσεων διὰ 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς συγκέντρω-
356σιν ἰσαρίθμων τεμαχίων ὠῶν καὶ ἐξασφάλισιν εἰς τὸν παρα-
357γωγὸν τῆς τιμῆς τῶν 0,80–0,85 δραχμῶν ἀνὰ ὠόν.
358Τὰ μικροτέρας πνοῆς μέτρα εἶναι:
3591) Ἐδώσαμεν ἐντολὴν εἰς τὴν Νέαν Κεντρικὴν Λαχανα-
360γορὰν Ἀθηνῶν διὰ τὴν ταχεῖαν ἀνέγερσιν τοῦ κτιριακοῦ
361συγκροτήματος πτηνοσφαγείου καὶ ὠοσκοπικοῦ κέντρου, τὴν
362δημιουργίαν μονάδος ταχείας καταψύξεως (−43 βαθμ. Κ.)
363καὶ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ ὠοσκοπικοῦ κέν-
364τρου.
3652) Ἐπανήλθομεν διὰ νεωτέρας ἐνεργείας μας πρὸς τὴν
366ΔΕΗ διὰ τὴν μείωσιν τῆς τιμῆς τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος.
3673) Συνεστήσαμεν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα Παιδείας, Ἐθνικῆς
368Ἀμύνης καὶ Κοινωνικῆς Προνοίας τὴν χρησιμοποίησιν ὠῶν
369καὶ κρέατος πουλερικῶν εἰς συσσίτια, κατασκηνώσεις καὶ
370Ἱδρύματα.
3714) Διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐμπορίας τῶν ὠῶν.
372α) Ἐπανήλθομεν ἐκ νέου πρὸς τὴν ΑΤΕ ἵνα μελετήσῃ τὴν
373δυνατότητα συστάσεως Κοινοπραξίας ΑΤΕ καὶ Πτηνοτροφι-
374κῶν Ὀργανώσεων.
375β) Ἐλήφθη ἀπόφασις ἐπιχορηγήσεως τῶν Πτηνοτροφι-
376κῶν Συνεταιριστικῶν Ὀργανώσεων πρὸς ἀντιμετώπισιν μέ-
377ρους τῶν δαπανῶν συσκευασίας τῶν ὠῶν εἰς εἰδικὰ κυτία
378τῶν 6,10 ἢ 12 ὠῶν, τῆς ἐπιχορηγήσεως ἀνερχομένης μέχρι
379μιᾶς δραχμῆς ἀνὰ κυτίον.
3805) Εἰσηγήθημεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ καὶ
381ΙΚΥ τὴν ἀποστολὴν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν 15 γεωπόνων, ἐντὸς
382τῆς προσεχοῦς 5ετίας, διὰ τὴν εἰδίκευσίν των εἰς τοὺς δια-
383φόρους κλάδους τῆς πτηνοτροφίας.
384Ἐν κατακλεῖδι γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον μας
385διὰ τὴν πτηνοτροφίαν θὰ συνεχισθῇ εἰς ἐντατικὸν βαθμόν.
386Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Ἰουλίου 1964
387Ὁ Ὑφυπουργὸς
388Ν. ΜΑΛΛΙΑΚΑΣ
389βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Γραφάκου.
390Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6813)5023)15.6.64 ἐγγράφου ὑμῶν,
391δι’ οὗ διεβιβάσατε ἡμῖν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 926 ἐρώτησιν τοῦ
392βουλευτοῦ κ. Γ. Γραφάκου, σχετικῶς μὲ τὴν ἵδρυσιν εἰς τὴν
393περιοχὴν τοῦ Λεκανοπεδίου Λακωνίας κονσερβοποιείου ὀπω-
394ροκηπευτικῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ
395τῆς ὑπ’ ἀριθ. 130940)6896)24.6.64 διαταγῆς μας ἐζητή-
396σαμεν ἀπὸ τὴν Δ)νσιν Γεωργίας Λακωνίας ὅπως μᾶς ὑπο-
397βάλῃ τὸ ταχύτερον πλήρη στοιχεῖα ἐπὶ τῆς σκοπιμότητος ἱ-
398δρύσεως τοῦ ἐν λόγῳ κονσερβοποιείου.
399Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ἰουνίου 1964
400Ὁ Ὑφυπουργὸς
401Ν. ΜΑΛΛΙΑΚΑΣ
402γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου καὶ
403Ε. Σακελλάρη.
404Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν
405τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι οἱ αἰγοτρόφοι τῆς περιο-
406χῆς τοῦ Δασαρχείου Ἱστιαίας δὲν ἐπεδοτήθησαν μέχρι τοῦ-
407δε διὰ τὰς παρ’ αὐτῶν σφαγείσας αἶγας ἐλλείψει σχετικῶν
408παρ’ ἡμῖν πιστώσεων.
409Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Ἰουνίου 1964
410Ὁ Ὑφυπουργὸς
411Ν. ΜΑΛΛΙΑΚΑΣ
412VI. Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν.
413αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου.
414Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1002)18.6.64 ἐρωτήσεως τοῦ
415βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου, ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ μεταβι-
416βαζομένου μερίσματος εἰς τὴν ὀρφανικὴν οἰκογένειαν τῶν ἀ-
417ποβιωσάντων μετόχων τοῦ Ταμείου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ
418γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι:
419Συμφώνως πρὸς τὰς κειμένας διατάξεις περὶ Μ.Τ.Π.Υ.
420(ἄρθρ. 19 τοῦ Καταστατικοῦ 1919) τὸ μεταβιβαζόμενον εἰς
421τὴν ὀρφανικὴν οἰκογένειαν μέρισμα ὁρίζεται:
422α) Διὰ τὴν χήραν σύζυγον εἰς τὸ ½ τοῦ ἀποβιώσαντος.
423β) Διὰ τὴν χήραν μεθ’ ἑνὸς τέκνου (ἀνήλικον ἄρρεν ἢ
424ἄγαμον θῆλυ) εἰς ⅝ καὶ
425γ) Διὰ τὴν χήραν μετὰ πλειόνων ἀνηλίκων ἀρρένων καὶ
426ἀγάμων θυγατέρων εἰς τὰ ¾.
427Ἐκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι ὁ καθορισμὸς τοῦ ποσο-
428στοῦ τοῦ μερίσματος, στηριζόμενος εἰς ρητὰς διατάξεις νό-
429μων, τυγχάνει νόμιμος. Οἱαδήπτοε τυχὸν τροποποίησις τοῦ
430ὑπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Μ.Τ.Π.Υ. καὶ ἐπὶ τεσσαρακονταπεν-
431ταετίαν ἰσχύσαντος συστήματος, ἤθελεν ἐπιφέρει ἀναμφισβη-
432τήτως ἀνατροπὴν τῆς ἀσφαλιστικῆς βάσεως τοῦ Ταμείου, μὲ
433τὰς ἀναγκαίας ἐκ τούτου σοβαρωτάτας οἰκονομικὰς ἐπιπτώ-
434σεις, ἃς προφανῶς δὲν δύναται τοῦτο νὰ ἀναλάβῃ ὑπὸ τὴν
435ὑφισταμένην σήμερον οἰκονομικὴν του κατάστασιν.
436Περαιτέρω φρονοῦμεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ σύγκρι-
437σις τοῦ Μ.Τ.Π.Υ. ἀπὸ ἀπόψεως τρόπου συνθέσεως παρο-
438χῶν καὶ μόνον πρὸς ἄλλα Ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα καὶ δὴ τοι-
439αῦτα, εἰς ἃ διάφορος καὶ ηὐξημένη εἶναι ἡ ἀσφαλιστικὴ εἰσ-
440φορὰ τῶν εἰς αὐτὰ μετεχόντων.
441Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Ἰουλίου 1964
442Ὁ Ὑπουργὸς
443ΚΩΝ)ΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ
444βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Χρίστογλου.
445Εἰς ἀπάντησιν τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
4467313)10.6.64 ἐγγράφου ὑμῶν ὑπ’ ἀριθ. 1001)17.6.64 ἐρω-
447τήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Χρίστογλου, ἐν σχέσει μὲ τὴν
448ἄνευ τιμήματος παραχώρησιν ἀνταλλαξίμων οἰκοπέδων εἰς
449τοὺς κατέχοντας ταῦτα γηγενεῖς ἀποκατασταθέντες εἰς γε-
450ωργικὸν κλῆρον ὡς τοῦτο προβλέπεται διὰ τοὺς πρόσφυγας
451κληρούχους βάσει τοῦ ἄρθρου 20 παρ. 6 τοῦ Ν.Δ. 3713)57,
452γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἡ ρηθεῖσα διάταξις ἐτέθη εἰς τὸ ὡς εἴ-
453ρηται Ν.Δ. 3713)57, πρὸς ἐξυπηρέτησιν καὶ μόνον τῶν
454προσφύγων καὶ τοῦτο διότι ἡ ἐν Ἑλλάδι ἀνταλλάξιμος περι-
455ουσία ἀποτελεῖ οὕτως εἰπεῖν περιουσιακὸν στοιχεῖον τῶν
456προσφύγων ἔναντι τῆς ἐν Τουρκίᾳ ἐγκαταλειφθείσης περι-
457ουσίας των, δι’ ὃ καὶ ὁλόκληρον τὸ προϊὸν ἐκ τῆς διαχειρί-
458σεως τῆς περιουσίας ταύτης διατίθεται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ
459Ὑπουργεῖον Προνοίας διὰ τὴν στέγασιν τῶν ἀστῶν τοιού-
460των.
461Ἐπὶ τούτοις, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν
462ὑμῶν, ὅτι θέλομεν λίαν προσεχῶς ἐπιληφθῇ τοῦ ὅλου θέμα-
463τος τῆς διαχειρίσεως τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας, ὁπότε
464καὶ θὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ὡς ἄνω αἴτημα.
465Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Ἰουλίου 1964
466Ὁ Ὑφυπουργὸς
467Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ
468VII. Τοῦ Ὑπουργείου Κοιν. Προνοίας.
469αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Κωτιάδη.
470Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου ἐγγράφου δι’
471οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Κωτιάδη,
472καταχωρηθεῖσα ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 717 βιβλίου ἐρωτήσεων, σχε-
473τικῶς μὲ τὴν ἀνέγερσιν κτιρίων διὰ τὴν στέγασιν τῶν Κοι-
474νοτικῶν καὶ Ἀγροτικῶν Ἰατρείων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ
475γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐπρογραμματίσθη
476ἡ ἀνέγερσις δέκα (10) Ἰατρείων ἀνὰ τὴν Χώραν, ἐκ τοῦ
477προγράμματος δημοσίων ἐπενδύσεων συνολικῆς δαπάνης
478δρχ. 2.400.000.
479Λόγῳ τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν προγραμματισθέντων Ἰα-
480τρείων, οὐδὲν δυστυχῶς τοιοῦτον περιελήφθη τῆς Δωδεκα-
481νήσου.
482Ἐλπίζομεν, ὅτι κατὰ τὸν νέον προγραμματισμὸν θὰ συμ-
483περιληφθῇ εἰς τὸ πρόγραμμα καὶ ἡ ἀνέγερσις ἰατρείων ἐν
484Δωδεκανήσῳ.
485Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Ἰουλίου 1964
486Ὁ Ὑφυπουργὸς
487Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ
488βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Βαρβιτσιώτη.
489Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6827)15.6.64 ὑμετέρου ἐγ-
490γράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ.
491Βαρβιτσιώτη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ
492ἔναρξις τῆς λειτουργίας τῶν ἰαματικῶν πηγῶν ἐκφεύγει τῆς
493ἡμετέρας ἁρμοδιότητος, πλὴν ὅμως κατὰ πληροφορίας μας
494ἡ ἔναρξις τούτων καθυστερεῖ λόγῳ ἀπαραιτήτων ἐπισκευῶν
495παρὰ τοῦ ΟΔΕΠ τοῦ ἀποχετευτικοῦ συστήματος. Ὅσον ἀφο-
496ρᾷ τὸ θέμα τῆς ἐπιβλέψεως τῶν λουομένων παρὰ ἰατρῶν βά-
497σει τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 4086)60 ἔχει ἤδη διατεθῆ ἐπαρ-
498κὲς ἰατρικὸν προσωπικὸν ὅπερ θέλει παρακολουθῆ τοὺς λουο-
499μένους εὐθὺς ὡς τεθοῦν ἐν λειτουργίᾳ αἱ ἰαματικαὶ πηγαὶ
500Βουλιαγμένης.
501Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἰουνίου 1964
502Ὁ Ὑφυπουργὸς
503Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ
504γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Καρδάρα.
505Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6479)10.6.64 ὑμετέρου ἐγ-
506γράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 882 ἐρώτησις
507τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Καρδάρα ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐφαρμογὴν
508τοῦ τιμολογίου τῶν ὀδοντιατρικῶν ἀμοιβῶν ἔχομεν τὴν τι-
509μὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπήν-
510τησε τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 51509)
511Βου153)16.6.64 ἐγγράφου του μὲ τὸ περιεχόμενον τοῦ ὁ-
512ποίου συμφωνοῦμεν.
513Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Ἰουλίου 1964
514Ὁ Ὑφυπουργὸς
515Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ
516VIII. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Παιδείας.
517αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Κωτιάδη.
518Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6819)5029)13.6.1964 ὑμε-
519τέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπὸ τοῦ βουλευ-
520τοῦ κ. Στ. Κωτιάδη κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἀριθ.
521932 ἐρώτησις, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως
522πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. συνάδελφον, ὅτι ἐκ τῶν
523παρ’ ἡμῖν ἐπισήμων στοιχείων προκύπτει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν
524μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου αʹ βαθμίδος Κάσου (Αʹ τάξις 17
525μαθηταί, Βʹ τάξις 21 καὶ Γʹ τάξις 12) δὲν δικαιολογεῖ ἐπὶ
526τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, τὴν ἵδρυσιν πλήρους Γυμνασίου,
527παρ’ ὅλον ὅτι κατὰ τὴν ἱεραρχίαν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀναγ-
528κῶν τῆς Χώρας λαμβάνεται πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὸ κριτήριον
529τῆς νήσου ἢ τῶν ἄλλων ἀπομεμονωμένων οἰκισμῶν.
530Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Ἰουνίου 1964
531Ὁ Ὑφυπουργὸς
532Λ. ΑΚΡΙΤΑΣ
533βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Φροντιστῆ.
534Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5860)4229)4.6.64 ὑμετέ-
535ρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ
536κ. Φροντιστῆ κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἀριθ. 807
537ἐρώτησις ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως πλη-
538ροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. συνάδελφον α) ὅτι, ἀφ’ ἧς
539ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου κατηργήθησαν τὰ ἐκπαι-
540δευτικὰ τέλη καὶ αἱ ὑπὲρ τῶν σχολικῶν Ταμείων εἰσφοραί,
541οὐδὲν ποσὸν εἰσπράττεται ὑπὸ τοῦ κράτους ἢ τῶν σχολ.
542Ταμείων παρὰ τῶν μαθητῶν δημ. σχολείων δι’ οἱανδήποτε
543αἰτίαν, β) ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1964 προβλέπει ἐπι-
544χορήγησιν ὑπὲρ τῶν σχολ. Ταμείων τῶν δημ. Γυμνασίων
545ἐκ δραχ. 19 ἑκατομμ. ἐξ ὧν 12 ἑκατομ. διὰ τὰς γενικὰς
546ἀνάγκας καὶ 7 ἑκατ. διὰ τὴν καθαριότητα. Τὸ ποσὸν τοῦ-
547το εἶναι ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ ὅπερ ἐξ ὑποχρεωτικῶν εἰσφο-
548ρῶν ὑπὲρ τῶν σχολ. Ταμείων εἰσεπράττετο κατὰ ἕνδεκα ἐν
549ὅλῳ ἑκατομμύρια, ὅτι ἡ ἐνίσχυσις τῶν σχολ. Ταμείων θὰ
550ἀρχίσῃ εὐθὺς ὡς ὑπογραφῇ ἐντὸς τῶν ἡμερῶν κοινὴ ἀπό-
551φασις τῶν Ὑπουργῶν Παιδείας καὶ Οἰκονομικῶν ἀφορῶ-
552σα εἰς τὸν τρόπον κατανομῆς καὶ διαχειρίσεως τῆς ὡς ἄνω
553πιστώσεως.
554Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Ἰουλίου 1964
555Ὁ Ὑφυπουργὸς
556Λ. ΑΚΡΙΤΑΣ
557γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Μπουρνιᾶ.
558Εἰς ἀπάντησιν τοῦ διαβιβασθέντος ἡμῖν ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
559γείου Βιομηχανίας ὑπ’ ἀριθ. 4854)3269)24.5.64 ὑμετέρου
560ἐγγράφου εἰς ὃ ἐπισυνάπτεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 659 ἐρώτησις
561τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Μπουρνιᾶ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρα-
562καλέσωμεν ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα βουλευτὴν
563ὅτι ἡ ἵδρυσις Δημοσίας Τεχνικῆς Σχολῆς Ἁλιείας μελετᾶ-
564ται ὑφ’ ἡμῶν, ἔχομεν δὲ ἤδη ἀναθέσει τὴν μελέτην καὶ
565σύνταξιν τοῦ προγράμματος τῶν διδακτέων εἰς τὴν Σχο-
566λὴν μαθημάτων, εἰς τὸ ΑΣΕΠ Ἐπαγγελματικῆς Ἐκπαι-
567δεύσεως.
568Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Ἰουλίου 1964.
569Ὁ Ὑφυπουργὸς
570Λ. ΑΚΡΙΤΑΣ
571IX. Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν.
572Ἐπὶ Ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου.
573Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7925)5942)27.6.64 ἐγγρά-
574φου σας, διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθ. 1063)24.6.64 ἐρωτή-
575σεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰακώβου Διαμαντοπούλου, σχετικῶς
576μὲ τὸ θέμα τῶν ἀγορασάντων ἐπισήμως φορτηγὰ αὐτοκί-
577νητα, μετὰ τὴν 7.6.1964, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρί-
578σωμεν τὰ κάτωθι:
579Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νέου Β. Δ)τος, διετάξαμεν τὴν
580ἀναστολὴν χορηγήσεως ἀδειῶν διὰ τὴν κυκλοφορίαν νέων
581φορτηγῶν αὐτοκινήτων, ἰδιωτικῆς χρήσεως, πλὴν τῶν πε-
582ριπτώσεων τοιούτων αὐτοκινήτων ὠφελίμου φορτίου μέχρι
583καὶ ἑνὸς τόννου ἀγορασθέντων διὰ συμβολαίου ἢ συμβο-
584λαιογραφικοῦ προσυμφώνου ἢ εἰσαχθέντων ἐπ’ ὀνόματι τῶν
585κατόχων αὐτῶν μέχρι καὶ τῆς 6ης Ἰουνίου 1964, δι’ ἃ
586ἐπετράπη ἡ χορήγησις ἀδειῶν κυκλοφορίας κατὰ τὰ μέχρι
587τοῦδε ἰσχύοντα.
588Ὅσον ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν ἐπισήμως
589φορτηγὰ αὐτοκίνητα κάτω τοῦ ἑνὸς τόννου, μετὰ τὴν 7.6.
5901964 θὰ κριθοῦν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν δι-
591καιολογητικῶν των παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν, μετὰ
592τὴν ἔκδοσιν καὶ δημοσίευσιν τοῦ νέου Β. Δ)τος.
593Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Ἰουνίου 1964
594Ὁ Ὑπουργὸς
595ΣΤ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ
596Χ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπ. Ναυτιλίας.
597Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Μπουρνιᾶ.
598Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7104)5258 ἀπὸ 17.6.1964 ἐγγράφου,
599δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 978 ἐρώτησις τοῦ βου-
600λευτοῦ κ. Λ. Μπουρνιᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσω-
601μεν τὰ κάτωθι:
6021) Εἰς ἀλλεπαλλήλους ὑπὸ τὴν Προεδρίαν μου συσκέ-
603ψεις τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιακῶν παραγόντων καὶ ἀντιπρο-
604σώπων τῶν ἐνδιαφερομένων ναυτικῶν καὶ συνταξιούχων,
605ἐξητάσθησαν τὰ ἀφορῶντα τούτους θέματα. Ἀπεφασίσθη
606ὅπως ὅλα τὰ αἰτήματα τῶν συνταξιούχων καὶ τῶν ναυτι-
607κῶν μελετηθῶσι παρὰ τῆς πρὸς τοῦτο συσταθείσης εἰδικῆς
608ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἐξαχθῶσιν ἀσφαλῆ συμπεράσματα ὅσον
609ἀφορᾷ τὴν δυνατότητα ἱκανοποιήσεώς των ἐν σχέσει πρὸς
610τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τῶν ἀσφαλιστικῶν ἱδρυμάτων
611Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ.
6122) Μεταξὺ τῶν ὑπὸ μελέτην θεμάτων περιλαμβάνεται
613καὶ τὸ τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου στρατεύσεως ἐν εἰρή-
614νη καὶ ἐν πολέμῳ ὡς συνταξίμου τοιούτου διὰ τοὺς ναυτι-
615κούς.
616Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν συμπερασμάτων τῆς Ἐπιτροπῆς
617καὶ τὴν ἐκπόνησιν τῶν οἰκείων ἀναλογιστικῶν μελετῶν θὰ
618κληθῶσιν ἐκ νέου οἱ ναυτικοὶ καὶ οἱ συνταξιοῦχοι Ε. Ν. καὶ
619ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἀποφασισθῇ ποῖα ἐκ τῶν αἰτημάτων των
620εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῶσι, χωρὶς νὰ διασαλευθῇ ἡ
621οἰκονομικὴ ἰσορροπία καὶ βάσις τῶν ἀσφαλιστικῶν ἱδρυ-
622μάτων τῶν ναυτικῶν.
623Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Ἰουνίου 1964
624Ὁ Ὑπουργὸς
625Σ. ΜΠΙΡΗΣ
626§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνα-
627κοινώσω εἰς τὸ Σῶμα τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα.
628Βουλευτικόν.
629Πρόεδρον Βουλῆς Ἑλλήνων
630Ἀθήνας.
631Διὰ τῆς ἀπὸ 1.7.1964 ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου
632ἀνεκηρύχθην βουλευτὴς Πιερίας τῆς Ἑνώσεως Κέντρου
633Στόπ. Ἐπειδὴ κατεῖχον τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Διευθυν-
634τοῦ τοῦ Ὀργανισμοῦ ἐλευθέρας ζώνης καὶ Λιμένος Θεσσα-
635λονίκης καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐκ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ
636Συντάγματος ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεώς μου
637ὡς βουλευτοῦ νὰ δηλώσω ποῖον ἀξίωμα ἐκ τῶν δύο θὰ
638κρατήσω, σᾶς δηλῶ διὰ τοῦ παρόντος, ὅτι ὑπέβαλον τὴν
639παραίτησίν μου ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ καὶ
640ἀποδέχομαι τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ στόπ.
641Κωνσταντῖνος Δημόπουλος
642Βουλευτὴς Πιερίας
643Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀνακοινώσω,
644ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Ἰουνίου, ὅταν ἐλήφθη
645ἀπόφασις τῆς Βουλῆς σχετικῶς μὲ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν
646βουλευτῶν, ἔγινεν ἕνα λάθος εἰς τὴν διατύπωσιν, συνεπείᾳ
647τοῦ ὁποίου, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ ἐπίδομα ἀδείας, τὸ ὁ-
648ποῖον δίδεται, ὅπως γνωρίζετε, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ τὸ
649ὁποῖον ἐπεξετάθη καὶ εἰς τοὺς βουλευτάς, δὲν θὰ ἦτο δυ-
650νατὸν νὰ εἰσπραχθῇ κανονικῶς, ὅπως ἦτο καὶ ἡ πρόθεσις
651τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ,
652ὅπως ἐγκρίνητε νὰ διορθωθῇ ἡ τροποποίησις, ὥστε τὸ ἐπί-
653δομα αὐτὸ ἀδείας ἑνὸς 15θημέρου, νὰ καταβάλλεται τὴν
65415ην Ἰουλίου ἑκάστου ἔτους εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ βουλευ-
655τάς. Ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ ὑπολογισθῇ ἄλλως ὁ χρόνος τοῦ
656δικαιώματος.
657§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
658§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει:
659Ἡ κατὰ τὴν Συνεδρίασιν ΜΖʹ τῆς 19ης Ἰουνίου 1964
660ληφθεῖσα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς διορθοῦται ὡς ἑξῆς:
6611) Ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1964 ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίω-
662σις ἀνερχομένη μέχρι τοῦδε εἰς δρχ. 15.318 διὰ λόγους κα-
663θαρῶς λογιστικούς, ὁρίζεται μηνιαίως εἰς δραχμὰς δέκα
664πέντε χιλιάδας πεντακοσίας (15.500).
6652) Εἰς τοὺς βουλευτὰς παρέχεται ἡ βουλευτικὴ ἀποζη-
666μίωσις:
667α) Ἑνὸς μηνὸς ἄνευ κρατήσεων ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς τῶν
668Χριστουγέννων.
669β) Ἑνὸς 15θημέρου ἄνευ κρατήσεων ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς
670τοῦ Πάσχα καὶ
671γ) Ἑνὸς 15θημέρου ἄνευ κρατήσεων (ἐπίδομα ἀδείας)
672καταβαλλομένου τὴν 15ην Ἰουλίου ἑκάστου ἔτους εἰς τοὺς
673ἐν ἐνεργείᾳ βουλευτάς.
6743) Αἱ περὶ ὧν ἡ προηγουμένη παράγραφος ἀποζημιώ-
675σεις ἀντιστοιχοῦσιν:
676α) Ἡ τῆς περιπτώσεως αʹ εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ
67716 Ἀπριλίου μέχρι καὶ 15 Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους, καὶ
678ἡ τῆς περιπτώσεως βʹ ἀπὸ τῆς 16 Δεκεμβρίου μέχρι καὶ
679τῆς 15 Ἀπριλίου τοῦ ἑπομένου ἔτους.
6804) Ἡ κατὰ τὴν Συνεδρίασιν ΠΑʹ τῆς 23.3.1958 λη-
681φθεῖσα ἀπόφασις ὡς αὕτη ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη,
682καταργεῖται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1964.
683Ἐπίσης, θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω ὅπως, κατὰ τὸ ἐπι-
684κρατοῦν ἔθιμον, ἐγκρίνεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς
685τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσῃ ἔκτακτον ἀμοιβὴν διὰ τὸ προσω-
686πικὸν τῆς Βουλῆς τὸ ἐργασθὲν κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον
687τοῦ Σώματος.
688§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
689§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συνεπῶς ἡ Βου-
690λὴ ἐγκρίνει ὁμοφώνως ὅπως, εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Βου-
691λῆς τὸ ἐργασθὲν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Αʹ
692συνόδου καὶ λόγῳ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν εἰς ἃς τοῦτο
693ὑπεβλήθη καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Αʹ
694Συνόδου ἐκ τῶν νυκτερινῶν καὶ μακρῶν συνεδριάσεων, χο-
695ρηγηθῇ ἐφ’ ἅπαξ ἀποζημίωσις κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ.
696Προέδρου, εἰς βάρος τοῦ κωδικοῦ ἀριθμοῦ 0261 τοῦ Προ-
697ϋπολογισμοῦ Ἐξόδων τῆς Βουλῆς, χρήσεως 1964.
698Οἱ ἡμερομίσθιοι ἐν προκειμένῳ δύνανται νὰ ἐξομοιω-
699θοῦν μὲ γραφεῖς.
700§22Χ. ΠΙΠΙΛΗΣ. Νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ Φρουρά.
701§23Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε.
702§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ καινοτομήσωμεν. Θὰ
703τηρηθοῦν τὰ καθιερωμένα.
704§25Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι
7055 ἡμέρας πρὶν σημειωθοῦν τὰ γεγονότα εἶχον δηλώσει εἰς
706τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὅλοι συγκεν-
707τρωμένοι εἰς μίαν εἴσοδον. Ὤφειλον νὰ ἀναφέρουν τοῦ-
708το ὅπου δεῖ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ ἀνέφερον. Νομίζω, ὅτι
709ἔχουν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν οἱ ἰθύνοντες νὰ κάμουν αὐστη-
710ρὰς ἀνακρίσεις. Διότι ἐὰν εἶχε ληφθῆ ὑπ’ ὄψει ἡ παρατή-
711ρησίς μου καὶ ἡ σύστασίς μου θὰ εἶχον ἀποφευχθῆ τὰ γεγο-
712νότα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκρίνω ἐγὼ καὶ διὰ τὴν
713Φρουρὰν ἀμοιβὴν διὰ τὴν ἀμέλειαν τῶν καθηκόντων των,
714ἡ ὁποία παρ’ ὀλίγον νὰ εἶχε σοβαρὰς συνεπείας.
715§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀνώτερος Διοικητὴς Χωροφυλακῆς
716διεξάγει ἐξέτασιν αὐστηρὰν καὶ ἐπιμελημένην, ὥστε νὰ
717καταλογισθοῦν αἱ εὐθῦναι.
718§27Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζω ὅτι
719καθ’ ὅλα τὰ χρόνια ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μαζὶ μὲ τοὺς
720ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς ποὺ πράγματι ἀξιεπαίνως ἐργά-
721ζονται καὶ δικαιοῦνται ἐπιδόματος, ἐλάμβανον καὶ ἅπαντες
722οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν φρουρὰν τῆς Βουλῆς ἀξιωματικοὶ
723καὶ χωροφύλακες. Ἐὰν ὑπάρχουν δύο ἢ τρία κατώτερα
724ὄργανα τὰ ὁποῖα δὲν ἐξετέλεσαν τὰ καθήκοντά των κατὰ
725τὰς τελευταίας σκηνὰς εἰς τὴν Βουλὴν θὰ ἐξετασθῇ ποῖοι
726εἶναι αὐτοὶ καὶ θὰ τοὺς ἐπιβληθοῦν κυρώσεις. Τοῦτο ὅμως
727δὲν ἀποτελεῖ λόγον, διὰ νὰ στερηθοῦν ὅλοι οἱ ὑπηρετοῦντες
728εἰς τὴν φρουράν, τοῦ ἐπιδόματος αὐτοῦ, ποὺ ἐλάμβανον ἐπὶ
729σειρὰν ἐτῶν. Τοῦτο θὰ εἶναι ἄδικον καὶ δὲν τὸ δέχομαι.
730§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅ,τι ἔχει καθιερωθῆ ἀπὸ τοῦ παρελ-
731θόντος θὰ ἰσχύσῃ καὶ τώρα καὶ αὐτὸ εἶναι νομίζω τὸ ὀρθόν.
732§29Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ὅσων
733εἶπον δὲν ἐννοοῦσα νὰ μὴ πάρουν ὅλοι, ἀλλὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁ-
734ποῖοι εὐθύνονται. Καὶ ὁ ἀνώτερος διοικητὴς πρωτευούσης,
735ὁ ὁποῖος εἴπατε ὅτι διεξάγει ἀνακρίσεις καὶ ἐπρόκειτο νὰ
736μὲ καλέσῃ διὰ νὰ καταθέσω, μοῦ εἶπεν ὅτι ἔφυγεν ἀπὸ τὰς
737χεῖρας του ἡ ὑπόθεσις.
738§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν δέχεται νὰ ἀνα-
739βάλωμεν τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων καὶ
740νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
741προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου».
742§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
743§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
744ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
745ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
746Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
747προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ
748κόσμου».
749Ὅπως γνωρίζει ἡ Βουλή, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
7504 ἔχει περαιωθῆ. Ἀπομένει ἡ λῆψις ἀποφάσεως ἐπὶ τῶν
751τροπολογιῶν τῶν κ.κ. Λύχνου καὶ Ἰορδάνογλου.
752§33Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε
753Πρόεδρε, ὅπως ἐδήλωσα εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρία-
754σιν, ἀποδέχομαι μόνον τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κουτσοχέρα,
755καὶ οὐδεμίαν ἄλλην.
756§34Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μίαν διευκρίνισιν.
757Οἱ ἐν ἐνεργείᾳ βουλευταὶ καὶ Ὑπουργοὶ θὰ ὑποβάλουν
758τὴν δήλωσίν των εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οἱ τέως
759βουλευταὶ καὶ Ὑπουργοί, ποῦ θὰ ὑποβάλουν τὴν δήλωσίν
760των;
761§35Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Καὶ αὐ-
762τοί, κ. συνάδελφε, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
763§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔχει κηρυχθῆ περατωθεῖσα
764ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τέσσαρα. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἀποδέ-
765χεται τὸ ἄρθρον μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κουτσοχέρα, ἡ
766ὁποία ἐγένετο, ὡς γνωστόν, δεκτή.
767§37Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὴν τροπολογίαν, ποὺ
768ὑπέβαλον ἐγώ, κ. Πρόεδρε; Θὰ γίνῃ ψηφοφορία ναὶ ἢ
769ὄχι;
770§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρωτήθη χθὲς ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ
771ἀπήντησεν, ὅτι δὲν τὴν δέχεται, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέχθη
772ὅπως ἡ τελικὴ ψηφοφορία γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχικῆς
773διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου.
774§39Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀπήν-
775τησα, ὅτι δὲν τὴν ἀποδέχομαι.
776§40Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἐζήτησα ὅπως αἱ δηλώσεις τῶν βουλευ-
777τῶν ἢ τῶν ἄλλων πολιτευομένων, ἐν σχέσει μὲ τὰ περιουσια-
778κά των στοιχεῖα δημοσιεύωνται εἰς τὸν Τύπον ὁλόκληροι
779καὶ ἄνευ ἐπιλογῆς. Ἐὰν μία ἐφημερὶς θελήσῃ νὰ δημο-
780σιεύσῃ μίαν δήλωσιν νὰ τὴν δημοσιεύσῃ ὡς ἔχει καὶ νὰ μὴ
781δύναται νὰ τὴν περικόπτῃ εἰς τρόπον ὥστε νὰ τὴν παρου-
782σιάζῃ ὅπως θέλει. Πρέπει ἡ ἐφημερὶς νὰ εἶναι ὑποχρεω-
783μένη νὰ τὴν....
784§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ συζήτησις ἔχει πε-
785ρατωθῆ καὶ ἡ Βουλὴ ἔκαμε δεκτὸν τὸ ἄρθρον μὲ τὴν τρο-
786πολογίαν τοῦ κ. Κουτσοχέρα.
787§42Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπο-
788λογίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπεφάνθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
789καιοσύνης, ὅτι δὲν τὴν ἀποδέχεται. Ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι ὑπο-
790χρεωμένος νὰ ἐξηγήσω ποία εἶναι ἡ τροπολογία μου, διότι
791ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς ὑπῆρχον τριάκοντα
792βουλευταὶ καὶ ἀπὸ τὰς δύο παρατάξεις. Πρέπει νὰ ψηφίσῃ
793ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὶ θὰ ψηφίσῃ;
794§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ ἄρθρον ἐγένετο
795δεκτὸν ὡς ἀρχικῶς εἶχε διατυπωθῆ, μὲ τὴν τροπολογίαν
796τοῦ κ. Κουτσοχέρα. Δὲν δυνάμεθα συνεπῶς νὰ ἐπανέλθω-
797μεν ἐπὶ ἄρθρου ψηφισθέντος ἤδη.
798§44Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διατὶ χά-
799νομεν χρόνον; Ὑπάρχει ἁπλουστάτη διαδικασία. Ἁπλού-
800στατα νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. Λύχνον νὰ εἴπῃ ποῖον εἶναι
801τὸ περιεχόμενον τῆς τροπολογίας του καὶ κατόπιν νὰ ἐρω-
802τηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ.
803§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη. Τὸ ἄρθρον ἐψηφί-
804σθη ὡς ἀρχικῶς εἶχε διατυπωθῆ μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
805Κουτσοχέρα.
806§46Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε
807Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τέσσαρα ἔληξε τὴν
808παρελθοῦσαν συνεδρίασιν. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
809πρέπει νὰ κάμετε, εἶναι νὰ ἀναγνώσητε τὰς τροπολογίας
810καὶ νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐὰν τὰς δέχεται ἢ ὄχι.
811§47Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι χθὲς ἡ συζήτησις,
812ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος, ἐτερματίσθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
813καὶ διεκόπη ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς λόγῳ ἐλλείψεως
814ἀπαρτίας. Εἰς ψηφοφορίαν εἶχε τεθῆ ἡ διατύπωσις τοῦ
815ἄρθρου ὅπως εἶχε διατυπωθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἑπο-
816μένως εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εὑρίσκετο τὸ θέμα χθὲς καὶ ἀπὸ
817τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ πέραν θὰ συνεχίσῃ σήμερον τὸ ἔρ-
818γον της ἡ Βουλὴ καὶ θὰ κληθῇ αὕτη νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ
819θέματος περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀπεφάνθη ἐλλείψει ἀπαρτίας.
820Ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι πράγματι εἶχον
821ὑποβληθῆ καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔγινε μακρὰ συζήτησις, αἱ
822τροπολογίαι αὐταὶ εἶναι ἐγγύτεραι καὶ ἀπωτέρα εἶναι ἡ
823διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου. Συνεπῶς ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ
824διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου ἀποκλείονται αἱ τροπολογίαι.
825§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
826§49Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπῶς συζήτησις ἐπὶ τῶν τρο-
827πολογιῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ.
828§50Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ μὲ τὴν ἑρμηνείαν
829τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ἡλιόπουλος καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ
830τὴν δεχθῆτε, διότι θὰ ἀπετέλει ἀνατροπὴν ρητῆς διατάξεως
831τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῆς βασικῆς ἀρχῆς, ὅτι εἶναι δυνατὸν
832νὰ ὑποβληθοῦν τροπολογίαι. Ἐὰν ἐπροχωρούσαμεν εἰς ὅλα
833τὰ νομοσχέδια ἔτσι ὅπως προτείνει ὁ κ. Ἡλιόπουλος, θὰ καθ-
834ίστατο ἀδύνατος πᾶσα τροπολογία, διότι θὰ ἐλέγαμεν, ὅτι
835εἶναι ἀπωτέρα πρότασις. Ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἐννοιο-
836λογικὴ διάκρισις λίαν ἀσαφής.
837Τί λέγει τὸ ἄρθρον 4; Τὸ ἄρθρον 4 λέγει, ὅτι θὰ πρέπει
838νὰ δίδεται εἰς πάντα ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον
839τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὸ Γραφεῖον τὸ ὁποῖον θὰ ὁρισθῇ, ἀντί-
840γραφον τῆς δηλώσεως ἑνὸς πολιτευτοῦ ὑποκειμένου εἰς τὴν
841διάταξιν τοῦ νόμου. Δὲν ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον περὶ δημοσιότητος,
842ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ οὔτε ἀπωτέρα, οὔτε
843ἐγγυτέρα, οὔτε εὐρυτέρα, οὔτε στενωτέρα ἡ τροπολογία. Πρό-
844κειται περὶ ἄλλου θέματος, εἶναι ἀδύνατον λογικῶς ἀλλὰ
845καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔννοιαν ἠθικῆς ἐπίσης. Πάντως καὶ νομικῶς
846ἐὰν θεωρηθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου 4 ὡς ἀποκλείουσα
847τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θέτει διὰ τῆς τροπολογίας του ὁ κ. Λύ-
848χνος, ἐγὼ δὲν τὸ συλλαμβάνω. Ἀποτελεῖ μίαν πρωτότυπον
849θεωρίαν, ἐλπίζω, ὅτι θὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ καὶ ὁ κ. Ἡλιόπου-
850λος ἀναγινώσκων τώρα τὸν Κανονισμόν, διότι οὔτε καὶ ἐγὼ
851ἂν δὲν τὸν κυττάξω τὸν ἐνθυμοῦμαι — δὲν εἶναι εἰς βάρος
852του, ὅτι προχείρως εἶπε τὴν γνώμην του. Ἑπομένως, κ.
853Πρόεδρε, εἴτε ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 4, εἴτε ὄχι, ἡ τροπολο-
854γία τοῦ κ. Λύχνου καὶ θὰ συζητηθῇ καὶ θὰ γίνῃ ἐπὶ αὐτῆς
855εἰδικὴ ψηφοφορία.
856§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄπο-
857ψις αὐτή, κ. Πρόεδρε, διότι ἡ Βουλὴ ἐκήρυξεν ἤδη περαι-
858ωθεῖσαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4. Ψηφοφορία μό-
859νον θὰ γίνῃ σήμερον ὄχι πλέον συζήτησις.
860§52Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τίνος ἐτερματίσθη, κ.
861Πρόεδρε;
862Κύριε Λύχνο, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος δὲν θέλει νὰ κατα-
863νοήσῃ τὴν ἄποψίν μου, κάμετε τροπολογίαν διὰ τῆς ὁποίας
864νὰ προσθέτετε νέον ἄρθρον, ὁπότε θὰ συζητηθῇ. Ἀφοῦ τὸ
865θέλετε ἔτσι, κ. Πρόεδρε, ἰδοὺ ἡ λύσις.
866§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, ἐγένετο εὐρεῖα συζή-
867τησις ἐπὶ τῆς τροπολογίας ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε. Δὲν εἶναι δυ-
868νατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν.
869§54Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Λύχνο, κάμετε νέον
870ἄρθρον, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Πρόεδρος νὰ τὸ θέσῃ ὑπὸ
871συζήτησιν. Ἐδῶ εἶναι Βουλὴ καὶ παρακαλῶ νὰ σεβασθῆτε
872ἀπολύτως τὸν Κανονισμὸν καὶ τὰς παραδόσεις.
873§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ τὸν σέβομαι καὶ παρακαλῶ νὰ τὸν
874σεβασθῆτε καὶ σεῖς. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιβάλλετε τὴν ἰδι-
875κήν σας γνώμην, εἶμαι καὶ ἐγὼ νομικὸς καὶ ἐπὶ πλέον ἔχω
876μακρὰν πεῖραν τῆς κοινοβουλευτικῆς διαδικασίας. Δὲν ἔχετε
877δίκαιον καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένετε.
878§56Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ξεύρετε πολὺ καλὰ πόσον
879σέβομαι καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ Ὑμᾶς προσωπικῶς, ἀλλὰ ἡ
880διαρκὴς ἐκ μέρους σας ἄρνησις τῆς ὀρθότητος μιᾶς στοι-
881χειώδους ἀπόψεως τὴν ὁποίαν ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολι-
882τεύσεως προτείνω, αὐτὴ ἡ διαρκὴς ἄρνησις, εἶναι κἄτι τι τὸ
883πρωτοφανὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ.
884§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις νέα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου δὲν ἠμπο-
885ρεῖ νὰ γίνῃ. Ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ καὶ ἐκηρύχθη περαιωμένη
886ἡ συζήτησις.
887§58Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἄρνησις τῆς ἰδι-
888κῆς μου ἀπόψεως, εἶναι ἄρνησις τῶν κανόνων τοῦ Κανονι-
889σμοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Ὁ κ. Λύχνος προτείνει
890προσθήκην εἰδικοῦ ἄρθρου.
891§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψει σας τὰ ἐπίσημα πρα-
892κτικά, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐδήλωσα εἰς τὸ τέλος, ὅτι ἡ συζήτησις
893τοῦ ἄρθρου 4 ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ κηρύσσεται περαιωμένη.
894Εἶμαι, κατόπιν τούτου, ὑποχρεωμένος νὰ ἐφαρμόσω τὸ σχε-
895τικὸν ἄρθρον τοῦ νέου Κανονισμοῦ καὶ νὰ προχωρήσωμεν
896εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἔγινε δι’ ἀναστάσεως ἡ ψηφοφορία
897καὶ κατόπιν ἐζητήθη ἀπὸ τὸν κ. Παπακωνσταντίνου ἐπὶ τῇ
898βάσει τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ὀνομαστικὴ ψηφοφορία. Ὡς ἐκ
899τούτου δὲν ἐπῆλθεν ἀποτέλεσμα καὶ δὲν ἐψηφίσθη τὸ ἄρ-
900θρον, ἀλλὰ ἡ συζήτησις ἐτερματίσθη, εἴχομεν προχωρήσει
901εἰς τὸ στάδιον τῆς ψηφοφορίας.
902§60Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε,
903καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ σκεφθῆτε πρὶν ἀπαντήσητε, παρακα-
904λῶ θερμότατα νὰ τὸ σκεφθῆτε καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς
905Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὡς μέλος τῆς Ἀκαδημίας καὶ
906συνάδελφός μου ἐν τῇ Ἀκαδημίᾳ, ὅπου ὑποτίθεται ὅτι οἱ λο-
907γικοὶ κανόνες πρέπει νὰ τηρῶνται ἔτι μᾶλλον.
908§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὅπου συζητοῦμεν ἠρεμώτερα...
909§62Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἰς τὴν Βουλὴν ὑπάρ-
910χει πολιτικὸν πάθος, ἐνῷ εἰς τὴν Ἀκαδημίαν δὲν ὑπάρχει.
911Σᾶς ἐρωτῶ, λοιπόν: Ὑπάρχει λέξις περὶ δημοσιότητος εἰς
912τὸ ἄρθρον 4; Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε, ὑπάρχει;
913§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθη χθὲς ἡ τροπολογία τοῦ κ.
914Λύχνου καὶ συνεζητήθη, ἐν τέλει δὲ ἐζήτησα τὴν γνώμην τῆς
915Βουλῆς. Δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις. Δέχομαι νὰ ἐρωτήσω τὴν
916Βουλὴ καὶ σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ.
917§64Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 4
918λέξις περὶ δημοσιότητος;
919§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συ-
920ζητήσεως, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία πρόθε-
921σις νὰ μὴ εἰσακουσθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐδέχθη καὶ σχετι-
922κὴν πρότασιν τοῦ κ. Γιαννούση, νὰ γίνεται εὐρεῖα δημοσί-
923ευσις ὅλων τῶν κατατεθειμένων δηλώσεων. Κατόπιν ὅμως
924μακρᾶς συζητήσεως ἐπανῆλθεν ἡ Βουλὴ καὶ ἐρωτηθεῖσα ἂν
925δέχεται αὐτὴν τὴν εὐρεῖαν δημοσίευσιν ὅλων τῶν δηλώσεων
926ποὺ κατατίθενται, ἢ μόνον νὰ συζητήσῃ τὸ ἄρθρον κατὰ
927τὴν ἀρχικήν του διατύπωσιν μὲ τὴν περιωρισμένην δημοσιό-
928τητα. Καὶ ἐδέχθη ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὸ ἄρθρον κατὰ τὴν
929ἀρχικήν του διατύπωσιν.
930§66Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ὑπὲρ
931τῆς δημοσιότητος ἐρωτηθεῖσα; Σοβαρῶς τὸ λέγετε, κ. Πρό-
932εδρε; Τότε λυποῦμαι, ἂς μὴ γίνῃ τίποτε καὶ κάμετε ὅ,τι θέ-
933λετε.
934§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, δι’ ὅσα λέ-
935γετε. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τρο-
936πολογίας τοῦ κ. Λύχνου, τὴν συζήτησιν ἠρνήθην διότι δὲν
937εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐπιτρέψω.
938§68Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
939Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, συνέπεσε νὰ ἀπουσιάζῃ
940κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν.
941§69Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμην ἐδῶ καὶ μάλιστα ἐγὼ
942ἤμην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤνοιξα τὸ θέμα τῆς δημοσιότητος.
943§70Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
944Θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διατυπώσω τὴν ἄπο-
945ψίν μου. Συνέπεσε νὰ ἀπουσιάζετε κατὰ τὴν ὥραν κατὰ τὴν
946ὁποίαν ὁ συνάδελφος κ. Λύχνος ἐν πλάτει ἀνέπτυξε τὴν
947τροπολογίαν του, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν Βουλήν.
948Συνεπῶς, τὸ μόνον θέμα τὸ ὁποῖον μένει, εἶναι ἡ ἀναπτυ-
949χθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Λύχνου τροπολογία νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψει τῆς
950Βουλῆς, ἂν τὴν ἀποδέχεται ἢ ὄχι.
951§71Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριε
952Ὑπουργέ, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀσχέτως τοῦ ἂν τὴν ἀνέπτυξεν
953ἢ ὄχι ὁ κ. Λύχνος, ἐπὶ θέματος μὴ ἐμπίπτοντος εἰς τὸ ἄρ-
954θρον 4, — διότι δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτὸ οὐδὲ λέξις περὶ δη-
955μοσιότητος — οὐδεὶς ἄλλος ἐξ ἡμῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμι-
956λήσῃ; Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ νέα τάξις πραγμάτων εἰς τὴν αἴθου-
957σαν αὐτήν;
958§72Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
959Ἐθεωρήθη περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, πῶς
960θὰ ἐπανέλθωμεν; Τὸ γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμέ, διότι
961σέβεσθε τὸν Κανονισμόν.
962§73Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι θέλω νὰ σέβωμαι τὸν
963Κανονισμόν, ὅπως καὶ σεῖς κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Προ-
964έδρου. Δι’ αὐτὸ παρεκάλεσα τὸν κ. Λύχνον νὰ κάμῃ προσ-
965θήκην ἄρθρου, καὶ θὰ ὑποχρεωθῇ ὁ κ. Πρόεδρος μετὰ ταῦτα
966νὰ ἀνοίξῃ συζήτησιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ δύο
967ὥρας, ἐπὶ τῆς δημοσιότητος. Ἂν δὲν τὸ ἠθέλατε ἔτσι, θὰ
968ἔληγε τὸ ζήτημα σὲ 10 λεπτά.
969§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ἀποκλείει τὴν προσ-
970θήκην ἑνὸς νέου ἄρθρου, ὑπὸ μορφὴν τροπολογίας, ἐγὼ ὅμως
971εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ δεχθῶ συζήτησιν τροπολογίας
972ἐπὶ ἄρθρου ψηφισθέντος ἤδη. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν,
973ἄλλωστε οἱ παρόντες συνάδελφοι δύνανται νὰ σᾶς βεβαιώ-
974σουν, ὅτι προσεπάθησα νὰ διευκολύνω ὅλας τὰς τροπολο-
975γίας, διότι ὁμολογουμένως ὑπάρχουν πολλαὶ ἀξιόλογοι ἀπό-
976ψεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐκτεθοῦν καί τινες τούτων νὰ γί-
977νουν ἐνδεχομένως δεκταί.
978§75Η. ΗΛΙΟΥ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω, ὅτι κα-
979κῶς καὶ μάλιστα ἐναντίον τῶν κανόνων τῆς ἀκριβολογίας
980ποὺ ἰσχύουν καὶ εἰς τὰς Ἀκαδημίας, γίνεται μία σύγχυσις
981μεταξὺ δημοσιεύσεως διὰ τοῦ τύπου καὶ δημοσιότητος. Τὸ
982ζήτημα τῆς δημοσιότητος ἐλύθη ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ αἱ
983κατατιθέμεναι δηλώσεις καθίστανται δημόσιον κτῆμα καὶ
984οἱοσδήποτε πολίτης θέλων νὰ λάβῃ γνῶσιν λαμβάνει καὶ ἀν-
985τίγραφον. Τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος ἐλύθη. Ἠκούσθη
986ἁπλῶς ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δίδεται εἰς τὴν δημο-
987σιότητα. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ ἀκρίβεια εἶναι, ὅτι δὲν
988πρόκειται νὰ προταθῇ τώρα κἄτι τι νέον διότι τὸ ζήτημα
989τῆς δημοσιότητος ἔχει λυθῆ καὶ εἶναι σύγχυσις ἐννοιῶν τὸ
990νὰ ταυτίζωμεν δημοσιότητα μὲ δημοσίευσιν εἰς τὰς ἐφημε-
991ρίδας. Ἡ δημοσιότης εἰς τὰς δικαστικὰς αἰθούσας εἶναι διὰ
992τῶν ἀνοικτῶν θυρῶν καὶ τίποτε ἄλλο, ἡ δημοσιότης εἰς τοὺς
993πλειστηριασμοὺς εἶναι διὰ τοιχοκολλήσεως εἰς ὡρισμένα μέ-
994ρη, δημοσιοτήτων πολλαὶ μορφαὶ εἶναι γνωσταὶ εἰς τὸ δί-
995καιον, ἐλύθη τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος. Ὥστε τὸ νὰ ἔλθῃ
996ὡς ἰδιαίτερον ἄρθρον κἄτι τὸ ὁποῖον ἤδη συνεζητήθη, ἀνε-
997πτύχθη διὰ μακρῶν καὶ ἀπερρίφθη δι’ ἀναστάσεως καὶ μέ-
998νει νὰ γίνῃ ψηφοφορία, αὐτὸ νομίζω, ὅτι θὰ ἀπετέλει μίαν
999καταστρατήγησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν
1000ὁ βουλευτὴς νὰ προτείνῃ νέον ἄρθρον ἢ ἐδάφιον ἢ παρά-
1001γραφον ἢ τροπολογίαν. Ἂν ὅμως μία συζήτησις ἔχῃ ἐξαν-
1002τληθῆ κατ’ οὐσίαν, συζητηθὲν ἓν ἄρθρον καὶ πρόκειται νὰ
1003ψηφισθῇ διότι ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι δυνατὸν
1004νὰ ἐπαναφερθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος διὰ προσ-
1005θήκης ἄλλου ἄρθρου, ἄλλως θὰ ἦτο εἰς χεῖρας ὄχι κἂν ἑνὸς
1006κόμματος ἀλλὰ ἑνὸς οἱουδήποτε βουλευτοῦ νὰ ματαιώνῃ τὴν
1007ἐπιψήφισιν οἱουδήποτε ἂν ἐπαναφέρῃ διὰ προτάσεως προσθή-
1008κης νέου ἄρθρου πρὸς συζήτησιν ὅ,τι ἤδη ἔχει ἐξαντλη-
1009τικῶς συζητηθῆ, καὶ ἔχει περαιωθῆ ἡ περὶ τούτου συζή-
1010τησις.
1011§76Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ταὐτίζει ὁ κ.
1012Ἠλιοῦ, δύο ἐννοίας αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ ταὐτισθοῦν.
1013Ἄλλο ἡ δημοσιότης καὶ ἄλλο ἡ δημοσίευσις εἰς τὰς ἐφημε-
1014ρίδας. Ἡ δημοσιότης εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐθέσπισε τὸ
1015ἄρθρον 2 μὲ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς πάντα βου-
1016λόμενον νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προέδρου τῆς
1017Βουλῆς καὶ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν δηλώσεων. Ἡ δημοσιότης
1018ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τοῦ τύπου καὶ ἠμποροῦν νὰ ρυθμι-
1019σθοῦν κάλλιστα, δι’ εἰδικοῦ ἄρθρου, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαί-
1020νῃ, ὅτι ἐπαναφέρεται τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος.
1021Εἶχον ὑποστηρίξει τὴν ἄποψιν καὶ δὲν ἐπιμένω ἐπ’ αὐτῆς,
1022ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν συνεφώνησε μαζί μου, ὅτι ἡ δημοσιότης
1023ἡ ὁποία ὑπάρχει διὰ τοὺς διατελοῦντας, ἢ διατελέσαντες
1024Πρωθυπουργούς, νὰ μὴ ὑπάρχῃ διὰ τοὺς συναδέλφους, οἱ
1025ὁποῖοι εἶναι βουλευταί. Δηλαδὴ νὰ ὑπάρχῃ δι’ ἐκείνους οἱ
1026ὁποῖοι ἤσκησαν, ἢ ἀσκοῦν ἐξουσίαν ἡ ὁποία συνδέεται μὲ
1027διοίκησιν καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ δι’ ὅλους τοὺς βουλευτὰς οἱ
1028ὁποῖοι ἀσκοῦν μόνον τὸ μέγα ἠθικὸν καὶ ἐθνικὸν καθῆκον
1029τῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ λαοῦ.
1030Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, διότι τοῦτο δὲν ἐγένετο δε-
1031κτόν. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει,
1032ἀφοῦ ἡ ἰδία ἡ πλειοψηφία τῶν βουλευτῶν ἐθεώρησεν ἀναγ-
1033καίαν ἐμμέσως διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου τὴν ἀπόρ-
1034ριψιν μιᾶς προτάσεως, ἡ ὁποία ἦτο ὑπὲρ αὐτῶν καὶ οὐχὶ
1035φυσικὰ ὑπὲρ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος διετέλεσα μέλος Κυβερνήσεων,
1036διότι ἐγὼ θὰ ὑπηγόμην εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δηλώσεως,
1037ἀφοῦ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπορρίψῃ μίαν σκέψιν μου ἐμ-
1038μέσως, ὅμως θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ
1039θέματος, διότι εἶναι οὐσιῶδες.
1040Εἶναι πράγματι οὐσιῶδες τὸ τεθὲν θέμα δημοσιεύσεως εἰς
1041τὰς ἐφημερίδας. Ἀποτελεῖ ἓν εἰδικὸν θέμα τὸ ἐὰν θὰ δη-
1042μοσιεύωνται ἢ ὄχι κατ’ ἀρχὴν εἰς τὰς ἐφημερίδας αἱ δηλώ-
1043σεις, ἐὰν θὰ δικαιοῦται μία ἐφημερὶς νὰ τὰς δημοσιεύσῃ.
1044Ἐπίσης εἶναι ἕνα δεύτερον θέμα τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ
1045τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λύχνου, ἐὰν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ
1046τὴν δημοσιεύσῃ ἐπιλέγουσα ὡρισμένας φράσεις. Ἐὰν οἱ κ.κ.
1047βουλευταί, νομίζουν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἀνεξέλεγ-
1048κτος ἀπόσπασις μιᾶς φράσεως εἰς βάρος των, ἢ εἰς βάρος
1049ἐμοῦ, ἂς γίνῃ. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ
1050καὶ ἂς καταλήξῃ εἰς τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως τοῦ κ.
1051Λύχνου. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Λύχνος προερχόμενος ἀπὸ τὴν
1052δημοσιογραφίαν εἶχε περισσότερον παντὸς ἄλλου τὸ δικαίω-
1053μα ν’ ἀσχοληθῇ ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου μὲ τὸ θέμα τῆς
1054δημοσιότητος.
1055§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰδικῶς ἀπὸ τὴν πρότασιν
1056τοῦ κ. Λύχνου, περὶ γενικεύσεως τῆς δημοσιεύσεως ὅλων
1057τῶν δηλώσεων εἰς τὸν τύπον, ἤρχισεν ἡ συζήτησις καὶ ἐν
1058συνεχείᾳ κατελήξαμεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἰορδάνο-
1059γλου, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερον προηγουμένως καὶ ἥτις θὰ
1060τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τεθῇ εἰς ψηφο-
1061φορίαν καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Λύχνου, κεχωρισμένως. Προ-
1062βλέπεται ὑπὸ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου ἡ χρῆσις τοῦ ἀντι-
1063γράφου τῆς δηλώσεως «... (ἀναγινώσκει)...».
1064Δηλαδὴ μόνον μήνυσιν δικαιοῦται νὰ κάμῃ ὁ λαμβάνων
1065ἀντίγραφον τῆς δηλώσεως. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον δὲν
1066δύναται νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι προλαμβάνει
1067καὶ πᾶσαν ἄλλην χρῆσιν.
1068§78Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μήνυσιν δικαιοῦται νὰ κά-
1069μῃ, ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς μηνύσεως, λέγει, πουθενὰ δὲν δικαιοῦ-
1070ται νὰ παραδώσῃ τὸ ἀντίγραφον τῆς δηλώσεως εἰς δημο-
1071σιογράφον πρὸς δημοσίευσιν; Ἂς προσέξωμεν λοιπὸν τὰ
1072πράγματα.
1073Ἐκτὸς τούτου, ἐπειδὴ ἐγὼ ὠργίσθην καὶ ὑμεῖς ὠργίσθητε,
1074δι’ αὐτὸ θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ παρεμπο-
1075δίσητε τὸν κ. Λύχνον νὰ εἴπῃ ὀλίγας λέξεις καὶ δὴ ἕνα τέ-
1076ταρτον μετὰ τὴν ἐπίσκεψιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔκαμε κατ’ ἐν-
1077τολήν σας ὁ κ. Γενικὸς Γραμματεὺς καὶ συνῄνεσα νὰ μὴ
1078γίνῃ ἔλεγχος αὔριον νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν
1079τοιαύτη εἶναι ἡ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπὲρ τῆς νομο-
1080θετικῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν φέρει ἡ Κυβέρνησις, νομίζω,
1081ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὸν κ. Λύχνον νὰ εἴπῃ
1082ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τῆς προτάσεώς του.
1083§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πέραν τῆς ἀναντιρρήτου παραβάσεως
1084τοῦ Κανονισμοῦ ὤφειλον νὰ ὑπολογίσω καὶ τὰς συνεπείας.
1085Ἐὰν ἐδίδετο ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Λύχνον, θὰ ἐζήτουν τὸν
1086λόγον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ θὰ ἐπανήρχετο ἐκ νέου ἡ
1087τερματισθεῖσα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου συζήτησις, διότι εἰς οὐδένα θὰ
1088ἠδυνάμην νὰ ἀρνηθῶ πλέον τὸν λόγον.
1089§80Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
1090Ὀρθὴ εἶναι ἡ ἄποψις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, ὅτι θὰ
1091πρέπει νὰ περιλάβωμεν μίαν διάταξιν εἰς τὸν νόμον κατὰ
1092τὴν ὁποίαν ἐὰν ἡ δήλωσις θὰ δίδεται εἰς τὴν δημοσιότητα,
1093πρέπει νὰ δίδεται τὸ πλῆρες κείμενον καὶ ὄχι μέρος αὐτῆς.
1094Αὐτὴν τὴν ἀποδέχομαι εὐχαρίστως. Ἡ ἄποψις ὅμως τὴν
1095ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Λύχνος, εἶναι ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ
1096δημοσιεύεται μία μεμονωμένη δήλωσις, ἀλλὰ πρέπει νὰ δη-
1097μοσιεύωνται συλλήβδην ὅλαι αἱ δηλώσεις, εἴτε δι’ εἰδικοῦ
1098τεύχους, εἴτε εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας.
1099Τὴν ἄποψίν σας τὴν εὑρίσκω ὀρθοτάτην. Ὅταν δημο-
1100σιεύεται μία δήλωσις θὰ πρέπει νὰ δημοσιεύεται ὅλον τὸ κεί-
1101μενον αὐτῆς καὶ ὄχι μέρος. Δὲν θὰ δύναται ἡ ἐφημερὶς νὰ
1102δημοσιεύῃ τμῆμα, ἢ περίληψιν τῆς δηλώσεως. Ἀποδέχομαι
1103τὴν ἄποψιν ὡς τὴν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς
1104ΕΡΕ.
1105§81Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἄποψίς μου, ἀλ-
1106λὰ δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀποκλείσω τὸν κ. Λύχνον νὰ ζητῇ διὰ τρο-
1107πολογίας κἄτι περισσότερον. Συνεπῶς ἀπὸ ἀπόψεως δικονο-
1108μίας εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ ἀποκλείσωμεν
1109καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ἠλιοῦ, νὰ σκεφθῇ τὸ θέμα. Δύναται ὁ
1110κ. συνάδελφος νὰ φέρῃ τροπολογίαν περὶ δημοσιότητος, διότι
1111συζητοῦμεν τὴν δημοσιότητα.
1112§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διετυπώσατε τὴν τροπο-
1113λογίαν αὐτήν;
1114§83Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
1115Θὰ τὴν διατυπώσω τώρα ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ
1116τῆς ΕΡΕ, δηλαδὴ ὁ λαμβάνων ἀντίγραφον τῆς δηλώσεως
1117καὶ τὸ δίδει πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὸν τύπον, ἡ δημοσιότης
1118θὰ πρέπει ν’ ἀφορᾷ τὸ πλῆρες κείμενον τῆς δηλώσεως καὶ
1119ὄχι μόνον μέρος αὐτῆς.
1120§84Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς:
1121Ἐδέχθημεν, ὅτι αἱ ἐφημερίδες θὰ δύνανται νὰ δημοσιεύουν
1122τὰς δηλώσεις τῶν ἐλεγχομένων. Λόγῳ ἀντιπολιτευτικῆς δια-
1123θέσεως ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ κάμουν ἐπιλογὴν τῶν δηλώ-
1124σεων, ὁπότε τελικῶς ἡ δημοσίευσις θὰ ἀποβαίνῃ εἰς βάρος
1125ἐκείνων, τῶν ὁποίων δημοσιεύονται αἱ δηλώσεις. Ἐὰν π.χ.
1126κύριε Πρόεδρε, μία ἐφημερίδα ἀντίπαλός σας δημοσιεύσῃ
1127τὴν ἰδικήν σας μόνον δήλωσιν χωρὶς νὰ δημοσιεύσῃ καὶ τὴν
1128δήλωσιν τοῦ συνυποψηφίου σας ἢ τοῦ πολιτικοῦ σας ἀντι-
1129πάλου σᾶς ἀδικεῖ ἢ ὄχι; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι σᾶς ἀδικεῖ. Πε-
1130ραιτέρω ἐὰν μία ἐφημερὶς περικόψῃ τὴν δήλωσιν καὶ δη-
1131μοσιεύσῃ ἐξ αὐτῆς ὅσα στοιχεῖα θέλει, χωρὶς νὰ δημοσιεύῃ
1132π.χ. τοὺς πόρους, ὥστε νὰ ἀποδεικνύεται ἡ δυνατότης κτή-
1133σεως ἑνὸς περιουσιακοῦ στοιχείου, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν
1134αὐτὴν σᾶς ἀδικεῖ ἢ ὄχι; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ εἰς τὴν περί-
1135πτωσιν αὐτὴν σᾶς ἀδικεῖ. Προτείνω, λοιπόν, ὅτι ἡ ἐφημε-
1136ρὶς ἡ ὁποία θὰ ἐπιθυμῇ νὰ δημοσιεύσῃ δηλώσεις τοῦ πολι-
1137τικοῦ κόσμου θὰ πρέπει νὰ δημοσιεύσῃ τὰς δηλώσεις ὅλου
1138τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ὁλοκλήρους τὰς δηλώσεις εἰς πε-
1139ρίπτωσιν δὲ παραβάσεως τῆς σχετικῆς διατάξεως νὰ ὑπό-
1140κειται εἰς κυρώσεις.
1141§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τελευταῖον ἐγένετο δεκτόν.
1142§86Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν κυρώσεις καὶ ἡ
1143διάταξις δὲν θὰ τηρηθῇ.
1144§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ πρέπει βεβαίως νὰ ἔχῃ κυρώσεις, διότι
1145ἄνευ κυρώσεων ἡ διάταξις δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ.
1146§88Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν συνάδελφον
1147κ. Λύχνον, τί ἐννοεῖ, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον θέμα, διότι τὸ δεύ-
1148τερον, ἡ ὑποχρέωσις δηλαδὴ δημοσιεύσεως ὁλοκλήρου τῆς
1149δηλώσεως ἐγένετο δεκτόν. Ἐννοεῖ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἐὰν
1150μία ἐφημερὶς θελήσῃ νὰ δημοσιεύσῃ μία δήλωσιν, θὰ εἶναι
1151ὑποχρεωμένη νὰ δημοσιεύσῃ τὰς δηλώσεις ὅλων τῶν ἐλεγχο-
1152μένων; Τότε ὅμως φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἐφημερὶς εἰς ὄγκον θὰ
1153πρέπει νὰ ὑπερβῇ καί τοὺς Τάϊμς τῆς Ν. Ὑόρκης. Αὐτὸ
1154ἐννοεῖ ὁ κ. συνάδελφος;
1155§89Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἐὰν μία ἐφημερὶς ἡ ὁποία σᾶς συμπα-
1156θεῖ δημοσιεύει κάθε ἡμέραν τὴν δήλωσιν τῶν περιουσια-
1157κῶν σας στοιχείων, ἐπὶ μῆνας, χωρὶς νὰ δημοσιεύῃ τῶν ἄλ-
1158λων, θὰ ἐθίγεσθο ἢ ὄχι;
1159§90Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Πρέπει νὰ ὑποχρεωθοῦν αἱ ἐφημερίδες
1160νὰ πάρουν ὅλο αὐτὸ τὸ τεῦχος καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν Ἐθνι-
1161κὸν Τυπογραφεῖον. Εὑρίσκετε, ὅτι εἶναι ἐφικτὸν ὅταν θὰ
1162πάρουν οἱ δημοσιογράφοι μίαν δήλωσιν ἑνὸς πολιτευομένου
1163— καὶ ὑπάρχουν φέρ’ εἰπεῖν 500 ἢ 800 πολιτευόμενοι —
1164ὅτι εἶναι ἐφικτὸν αὐτὸ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα;
1165Κἄποτε, ἐδιάβαζα, ἕνας Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος,
1166ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ τὴν ἀξίωσιν νὰ εἶναι Ἐθνικὸς ἡγέτης,
1167καὶ ἐγελοιοποιήθη εἰς συζήτησιν ποὺ ἐγένετο ἐὰν ἔπρεπε
1168νὰ δημοσιεύωνται ὅλα τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἦτο
1169μονομερὴς ἡ ἐμφάνισις, φέρεται εἰπὼν ὁ τότε Πρωθυ-
1170πουργὸς ὁ προτείνων νὰ δημοσιεύωνται εἰς τὰς ἐφημερίδας
1171ὅλα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
1172Καὶ λέγει τὸ Σκρίπ: Ποῦ θὰ βροῦμε νὰ τὰ βάλλωμεν
1173ὅλα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἀφοῦ ἔχομεν μόνον μία
1174σελίδα;
1175Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ὑπάρχει Ἑλληνικὴ ἐφημερὶς δυναμέ-
1176νη νὰ περιλάβῃ τὰς 800 δηλώσεις; Θὰ ἐχρειάζετο 30 σε-
1177λίδας.
1178§91Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Συζητοῦμεν νομοσχέδιον περὶ προστασίας
1179τῶν μελῶν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἢ τῶν συμφερόντων τοῦ
1180Τύπου; Ἀπαντήσατε.
1181§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἐφωτίσθη.
1182Ὁ κ. Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης διετύπωσε καὶ τὴν τελευ-
1183ταίαν τροπολογίαν.
1184§93Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Παρα-
1185καλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον 4 μὲ
1186τὰς δύο τροπολογίας τὰς ὁποίας ἀπεδέχθην, τοῦ κ. Κουτσο-
1187χέρα καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε., καθ’ ἣν προκειμένου
1188νὰ δημοσιευθῇ ἡ δήλωσις θὰ πρέπει νὰ δημοσιεύεται αὐ-
1189τουσία καὶ ὄχι περίληψις αὐτῆς.
1190§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ
1191τῆς ΕΡΕ εἶναι σύνοψις τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Λύχνου
1192καὶ τοῦ κ. Ἰορδάνογλου.
1193§95Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ποῖαι κυρώσεις θὰ ἐπιβληθοῦν;
1194§96Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρ-
1195θρον 8 ὁρίζει τὰς κυρώσεις. Ἐκεῖ θὰ τὸ συζητήσωμεν.
1196§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον
11974 ὡς διετυπώθη ἀρχικῶς, μὲ τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Κου-
1198τσοχέρα καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε., ἡ ὁποία συνο-
1199ψίζει τὰς τροπολογίας τῶν κ.κ. Λύχνου καὶ Ἰορδάνογλου;
1200§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
1201§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 ἐγένετο δεκτόν. Τὸ ἄρθρον
12023 ἔχει ψηφισθῆ πλὴν τῆς παραγράφου 2, τὴν ὁποίαν ἐπρό-
1203κειτο νὰ διατυπώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἤδη διενεμήθη ἡ ὁρι-
1204στικὴ διατύπωσις.
1205§100Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρ-
1206θρον 3 ἐψηφίσθη ἐκτὸς τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Βασιλάτου
1207καὶ εἶπον ὅτι θὰ κάμω τὴν τελικὴν διατύπωσιν. Τὴν ἔκαμα
1208καὶ διενεμήθη. Καὶ ἔλαβον γνῶσιν οἱ κ.κ. βουλευταί.
1209Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἀποδέχεται καὶ τὸ ἄρθρον 3,
1210περιλαμβανομένης καὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Βασιλάτου,
1211διότι ἐπὶ τοῦ λοιποῦ περιεχομένου ἔχει ἀποφανθῆ ἡ Βουλὴ
1212καὶ τὸ ἔχει ἀποδεχθῆ.
1213§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου ἔχει τὸν
1214λόγον.
1215§102Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δια-
1216βάζω τὴν νέαν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 3 εἰς τὴν παράγρα-
1217φον 2. Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον
1218κ. Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ καὶ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ προ-
1219σέξουν τὴν διατύπωσιν. «Οἱ ἐκ τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 1, 2
1220καὶ 3 παρ. 2....... καὶ μὴ μεταγραφέντες......
1221Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκίνδυνον, διότι εἴπομεν ὅτι δὲν μετα-
1222γράφονται τὰ ἀκίνητα, ἀλλὰ οἱ τίτλοι. Καὶ τὸ εἴπομεν καὶ
1223χθὲς ἀκόμη καὶ ἠμποροῦσαν οἱ σύμβουλοι νὰ τὸ διορθώ-
1224σουν αὐτό, «...ὑποχρεοῦνται νὰ προβοῦν εἰς τὴν μετα-
1225γραφὴν ἐντὸς 3 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος
1226νόμου».
1227Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ εἰσηγηθέντες ἢ δια-
1228τυπώσαντες τὴν διάταξιν αὐτὴν ἔχουν ὑπ’ ὄψει των τὶ
1229μέλλει νὰ γίνῃ. Διότι πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντι-
1230προσωπεία, ὅτι προκειμένης μεταγραφῆς ἑνὸς τίτλου, μετὰ
1231τὴν παρέλευσιν τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος θὰ πρέπει
1232νὰ προσάγῃ ὁ οἱοσδήποτε ἀνύποπτος Ἕλλην πολίτης, ὁ
1233ὁποῖος ἔχει καθυστερήσει εἰς τὴν μεταγραφὴν τοῦ τίτλου,
1234πιστοποιητικὸν ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς καμμίαν κατηγορίαν
1235τῶν ἄρθρων 1, 2 καὶ 3 παραγρ. 2, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε
1236βουλευτὴς ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν ἔχει διατελέσει Ὑπουργός, ὅτι
1237δὲν διετέλεσε βουλευτής, ὅτι δὲν εἶναι πενθερὸς ἢ πενθερὰ
1238βουλευτοῦ, ἀδελφὸς ἢ μπατζανάκης, ἐὰν καὶ αὐτοὶ περι-
1239λαμβάνωνται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν προσώπων περὶ τῶν
1240ὁποίων προβλέπει τὸ ἄρθρον 3.
1241Θὰ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ὁ Ἕλλην πολίτης εἰς αὐτὴν τὴν
1242ταλαιπωρίαν νὰ προσκομίζῃ εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα πιστο-
1243ποιητικὸν ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν προ-
1244σώπων αὐτῶν;
1245Καὶ δεύτερον καὶ ἡ ἐκ πάσης αἰτίας κτῆσις πρέπει νὰ
1246μεταγράφεται ἐντὸς τοῦ χρόνου αὐτοῦ; Καὶ ἡ ἐκ χαριστι-
1247κῆς αἰτίας καὶ ἡ ἐξ ἐπαχθοῦς καὶ κληρονομητηρίου; Ἐὰν
1248δὲν μεταγραφῇ ἐντὸς τῆς προθεσμίας τοῦ τριμήνου, θὰ
1249ἔχωμεν τὴν φυλάκισιν τοῦ ἑνὸς ἔτους καὶ τὰς ἄλλας συνε-
1250πείας;
1251Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, καὶ μόνον ἡ ἔκδοσις τοῦ κληρο-
1252νομητηρίου, εἰς πολλὰς περιπτώσεις θέλει πολλοὺς μῆνας
1253καὶ θὰ ἔχῃ παρέλθει ἡ προθεσμία αὐτὴ καὶ τὸ κληρονομη-
1254τήριον δὲν θὰ ἔχῃ ἐκδοθῆ, διὰ νὰ γίνῃ μεταγραφὴ καί,
1255μολονότι ἔχω νὰ ἀσκήσω τὴν δικηγορίαν ἀπὸ τοῦ 1945,
1256ὑποθέτω ὅτι ὁ τίτλος αὐτὸς μεταγράφεται εἰς ὅλα τὰ ὑπο-
1257θηκοφυλακεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ὁ κληρονομηθεὶς εἶχεν ἀκίνητα,
1258τὰ ὁποῖα περιέρχονται τίτλῳ κληρονομίας εἰς τὸν κληρονό-
1259μον. Ἀφήνω τὰς ἄλλας συνεπείας, τὰς ὁποίας εἶναι δυνα-
1260τὸν νὰ δημιουργήσῃ ἡ διατύπωσις αὐτὴ εἰς τὸν τρίτον τὸν
1261συμβληθέντα καὶ ἀνύποπτον. Τοῦτο σημαίνει, κύριε Πρόε-
1262δρε, ὄχι βεβαίως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα κατὰ
1263τοῦ πονηροῦ συμβαλλομένου, ὁ ὁποῖος ἀποφεύγει νὰ μετα-
1264γράψῃ τὸν τίτλον.
1265Ἐλέχθη προχθὲς ἀπὸ τὸν κ. Μπουρνιᾶν, καὶ ἀπὸ ἄλλους
1266συναδέλφους τῆς παρατάξεως αὐτῆς, ἀπὸ τὸν κ. Τσάτσον,
1267πῶς πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις αὐτή, διὰ νὰ εἶναι
1268δυνατὸν νὰ ἐμπέσουν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ
1269ἐλέχθη ὅτι ἡ δήλωσις πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ καὶ τὰ πε-
1270ριουσιακὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἀποκτήσει κανείς, ἢ τὰ
1271ὁποῖα δύναται νὰ ἀποκτήσῃ κανεὶς δυνάμει προσυμβάσεως
1272ἢ ὁριστικῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀκόμη μεταγρα-
1273φῆ. Ἐγὼ θὰ προσεχώρουν εἰς τὴν ἄποψιν τῆς διατυπώ-
1274σεως ἑνὸς κειμένου, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀκόμη πλέον αὐστη-
1275ρότερον ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν αὐτήν. Συνεφώνησαν χθὲς ὁ κ.
1276Τσάτσος καὶ ὁ κ. Μπουρνιᾶς, ὑπὸ τὸ ὅρον ὅμως νὰ μὴ δη-
1277μιουργοῦνται αἱ παγίδες αὐταὶ καὶ οἱ κίνδυνοι εἰς βάρος
1278τῶν τρίτων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὸ προνόμιον, οὔτε οἱ ἴδιοι
1279νὰ πολιτεύωνται, οὔτε νὰ εἶναι ἀδελφοί, ἢ πενθεροὶ πολι-
1280τευομένων, διὰ νὰ εἶναι δυνατόν, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν οὗ-
1281τοι νὰ πηγαίνουν εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα καὶ νὰ μεταγρά-
1282φουν τὸν τίτλον των, χωρὶς νὰ προσκομίζουν πιστοποιητι-
1283κόν, ἐκδιδόμενον ἐπὶ τῇ βάσει ἐνόρκου βεβαιώσεως, ὅτι δὲν
1284εἶναι ἀδελφοὶ ἢ πενθεροὶ τῶν προσώπων τῶν ὑπαγομένων
1285εἰς τὰς κατηγορίας τῶν ἄρθρων 1, 2 καὶ 3. Θὰ παρακα-
1286λέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπανεξετάσῃ τὴν διατύπωσιν
1287τῆς παραγράφου 2.
1288§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σ. Ἐλαφρός.
1289§104Σ. ΕΛΑΦΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι βουλευταί, μό-
1290νον εἰς τὸ κλῖμα τοῦ λεγομένου αὐτοελέγχου ἢ αὐτοϋποβιβα-
1291σμοῦ ἠδύνατο νὰ σταθῇ παρομοία διάταξις ἄρθρου ἀφορῶ-
1292σα βασικῆς σημασίας διατάξεις Ἀστικοῦ Δικαίου. Τὸ θέμα
1293εἶναι ἂν πρόκειται περὶ ἀκύρου ἢ ἐγκύρου συμβολαίου. Καὶ
1294ἂν μὲν εἶναι ἔγκυρον τὸ συμβόλαιον, διατί δὲν θὰ τὸ μετα-
1295γράψωμεν, ἂν δὲ εἶναι ἄκυρον διατί ἐκτὸς τῆς ἀκυρότητος
1296νὰ προβλέπεται ἡ ἐπιβολὴ ποινῆς εἰς τὸν ἀτυχῆ φύλακα τῶν
1297μεταγραφῶν; Κυρίως φέρομεν εἰς δυσχερῆ θέσιν τρίτους,
1298τοὺς ὁποίους πρέπει ἀντιθέτως νὰ προστατεύσωμεν. Κυρώ-
1299σεις προβλέπονται μόνον, ὡς προανέφερα, διὰ τὸν ἀτυχῆ
1300φύλακα, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἐφοδιασθῇ μὲ τὸν ὁρμαθὸν τῶν
1301πιστοποιητικῶν ὅτι ὁ συναλλασσόμενος ἢ οἱ συναλλασσόμενοι
1302δὲν ἔχουν συγγένειαν μὲ πολιτικὰ πρόσωπα, ὡς ὀρθῶς πα-
1303ρετήρησεν ὁ συνάδελφος κ. Παπακωνσταντίνου. Καὶ προχω-
1304ρῶ. Ἐὰν ἡ κύρωσις εἶναι ἡ ἀκύρωσις τῆς δικαιοπραξίας ἢ ἡ
1305ἐπιβολὴ τῆς ποινῆς, παλινῳδοῦμεν. Διότι διὰ νὰ προβλεφθῇ
1306ποινὴ διὰ τὴν μεταγραφὴν τίτλου θὰ πρέπει οὗτος νὰ εἶναι
1307ἄκυρος. Ἀντιλαμβάνεσθε ὅμως ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης πρά-
1308ξεως θίγεται ὁλόκληρον τὸ σύστημα τοῦ ἐμπραγμάτου δι-
1309καίου. Πέραν αὐτῶν καὶ ἐκ δικηγορικῆς προσωπικῆς πείρας
1310σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἀδύνατος, ἐντὸς τοῦ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου
1311διαγραφομένου χρονικοῦ ὁρίου τήρησις ὡρισμένων διατυ-
1312πώσεων, ὡς π.χ. ἡ ἔκδοσις κληρονομητηρίου. Ἀλλὰ τὸ ὀλι-
1313γώτερον εἶναι τὸ κληρονομητήριον. Κατὰ ποῖον τρόπον, διὰ
1314ποῖον λόγον καὶ ἐκ ποιᾶς ὑποχρεώσεως θὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς
1315τοὺς συγγενεῖς τοῦ πολιτικοῦ, τοῦ οἱουδήποτε πολιτικοῦ, τὴν
1316σπουδὴν πρὸς μεταγραφήν, ὅταν οἱ ἄλλοι πολῖται, δὲν εἶναι
1317ὑπόχρεοι πρὸς τοῦτο. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαγγέλλεται ἄλλη
1318συνέπεια τί θὰ γίνῃ τὸ ἀγορασθέν; Θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν
1319πωλητήν, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔχει εἰσπράξει καὶ τὸ τίμημα;
1320Πρόκειται ἀσφαλῶς περὶ διατάξεως, ἡ ὁποία θέτει εἰς αὐ-
1321τοϋποβιβασμὸν ἡμᾶς καὶ προβαίνει εἰς διάκρισιν πρώτης καὶ
1322δευτέρας τάξεως πολιτῶν.
1323Εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι παρεισάγομεν δυσκολίας εἰς τὴν
1324ἀσφάλειαν τῶν συναλλαγῶν καὶ ἐπὶ προσθέτως εἶναι σὰν νὰ
1325ἀποδεχώμεθα ἐκ προοιμίου ὅτι πᾶσα κτῆσις ἐκ μέρους προ-
1326σώπων ἀναφερομένων εἰς τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχε-
1327δίου εἶναι ὕποπτος καὶ πρέπει νὰ διαλύσωμεν τὴν ὑποψίαν
1328αὐτήν. Ἐκτὸς τούτων εἶμαι βέβαιος, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ διά-
1329ταξις αὐτὴ τοῦ νομοσχεδίου θὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς ἀντισυντα-
1330γματικὴ καὶ αἱ ἐπιπτώσεις της θὰ εἶναι τεράστιαι. Ὅσον
1331ἀφορᾷ δὲ τὰς γενομένας διορθώσεις, ἡ μία εἶναι ἀτυχεστέ-
1332ρα τῆς ἄλλης καὶ ἐπισημαίνω τοὺς ἐξ αὐτῶν κινδύνους.
1333§105Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ γενομένη ὑπ’ ἐ-
1334μοῦ πρότασις, ἦτο ἁπλῆ καὶ σαφεστάτη καὶ πολὺ φοβοῦμαι
1335ὅτι παρεξηγήθη. Τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως εἰς τὰ ὁ-
1336ποῖα ἀνέπτυξα τὴν πρότασίν μου εἰς τὴν σελίδα 14 γρά-
1337φουν: «Φημολογεῖται, ὅτι πολλοὶ ἐπωφελήθησαν τῆς διανοί-
1338ξεως τῆς λεωφόρου Σουνίου, ἠγόρασαν ἀντὶ πινακίου φακῆς
1339ἐκτάσεις καὶ δὲν τὰς μετέγραψαν». Αὐτὴν τὴν περίπτωσιν
1340προέβλεπα καὶ δι’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἐζήτησα νὰ ἐπιβλη-
1341θοῦν κυρώσεις, εἰς οὐδένα δὲ ἄλλον τρόπον δικαιοπραξίας.
1342Τὸ ἐνετόπισα εἰς μόνην τὴν περίπτωσιν τῶν ἀγοραπωλησιῶν
1343ἐκείνων —καὶ μόνον ἐκείνων —τῶν πραγματοποιηθεισῶν
1344μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
1345σχεδίου. Καὶ ἐξήγησα τοὺς λόγους, ἀθροιζομένους εἰς τὸ
1346ὅτι εἰδικῶς εἰς τὴν λεωφόρον Σουνίου καὶ ὁ χρόνος προγραμ-
1347ματισμοῦ ἦτο γνωστὸς μόνον εἰς μερικοὺς ἡμετέρους, ὅταν αἱ
1348τιμαὶ τῶν οἰκοπέδων ἦσαν 500 δρχ. τὸ στρέμμα οἱ ὁποῖοι ἔ-
1349σπευσαν εἰς ἀγορὰν καὶ σήμερον τὰ οἰκόπεδα αὐτὰ τιμῶνται
1350200 χιλ. τὸ στρέμμα καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ μόνον ἐζήτησα ὅπως
1351ὑποχρεωθοῦν νὰ μεταγράψουν τὰ κτηθέντα. Μόνον ἀγορα-
1352στάς, οἵτινες ἐξ οἱουδήποτε λόγου δὲν μετέγραψαν μέχρι τῆς
1353ὑποβολῆς τοῦ παρόντος καὶ οὐδένα ἄλλον νὰ συμπεριλάβῃ ἡ
1354διάταξις διὰ τὰ ἀκίνητα τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἀγορασθέντα. Οὕτως
1355ἐντοπίζεται καὶ δὲν ὑπάρχει περίπτωσις δι’ ἄλλας συναλλα-
1356γὰς καὶ οὐδεὶς φόβος δι’ ἄλλους συναλλασσομένους ἢ συν-
1357αλλαγέντας, ἀλλὰ μόνον τοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ. Οὔτε δωρεο-
1358δόχους, οὔτε κληρονόμους, οὔτε κληρονομητήρια προβλέπει
1359ἡ πρότασίς μου.
1360§106Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν
1361εἰς τὴν σκέψιν τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις,
1362ὅτι ἡ μὴ μεταγραφὴ κτηθέντος ἀκινήτου σκοπὸν ἔχει τὴν
1363ἀπόκρυψιν καὶ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν περαιτέρω θαλασ-
1364σοποίησιν, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: Δέχομαι, ὅτι ὑ-
1365πάρχουν αὐτοὶ οἱ τίτλοι. Οἱ τίτλοι αὐτοὶ ἀποτελοῦν περιουσια-
1366κὰ στοιχεῖα καὶ βάσει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ παρόντος πρέπει
1367νὰ δηλωθοῦν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὑπάρχει τι πονηρόν, ὡς ἀνεφέρ-
1368θη προτείνομεν. (Ἀναγινώσκει).
1369§107Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κ. Πρόεδρε,
1370φεύγομεν καὶ ἀπὸ τὰς ἀστικὰς συνεπείας.
1371§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰορδάνογλου, ἔχει τὸν λόγον.
1372§109Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διατύπωσις τοῦ
1373ἄρθρου τούτου ὡς ἔχει γίνει, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἐ-
1374ξυπηρετεῖ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη. Ὁ σκοπὸς εἶναι
1375νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς τυχὸν ἔχοντας τίτλον μὴ μεταγε-
1376γραμμένον, νὰ τὸν μεταγράψουν. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν
1377ἀρνήσεως καὶ ὡς συνέπειαν ταύτης ἐπιβάλλομεν ποινικὰς κυ-
1378ρώσεις.
1379Κύριε Πρόεδρε, ὁ σκοπὸς δὲν ἐξυπηρετεῖται διότι, ὅστις
1380ἀποφασίσει νὰ μὴ μεταγράψῃ τὸν τίτλον, διότι τοιοῦτον ἔχει
1381συμφέρον, δὲν θὰ τὸν μεταγράψῃ καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων. Νο-
1382μίζω ὅτι δὲν ἐξυπηρετεῖται ὁ σκοπός, ἀντιθέτως δὲ περι-
1383πλεκόμεθα εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἐμπλακῶμεν εἰς
1384πλείστας ὅσας περιπετείας.
1385Νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς τροπολογίας δημιουργεῖ
1386θέματα. Διότι, πρῶτον, δὲν κάμνει διάκρισιν ἀγορῶν. Δεύ-
1387τερον, δὲν ὁμιλεῖ περὶ συναλλαγῶν καὶ τρίτον, περὶ κληρο-
1388νομικοῦ δικαίου.
1389Νομίζω, ὅτι ἐπιτυχεστέρα εἶναι ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν
1390ἔκαμεν ὁ κ. Τσάτσος μὲ τὴν προσθήκην ὅτι «αἱ συνέπειαι τῆς
1391παραλείψεως αὐτῆς δὲν παραγράφονται». Κατ’ αὐτὸν τὸν
1392τρόπον, τὸν ἀρνούμενον νὰ γράψῃ τὸ ἀκίνητον, τὸν θέτομεν
1393ἐκτὸς συναλλαγῆς. Νομίζω, ὅτι μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
1394Τσάτσου καὶ μὲ τὴν ἰδικήν μου προσθήκην, θὰ ἐξυπηρετή-
1395σωμεν τὸν σκοπὸν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου.
1396§110Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κύριοι βου-
1397λευταί, ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσάτσου μὲ τὴν
1398προσθήκην τοῦ κ. Ἰορδάνογλου. Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρό-
1399εδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν ἀποδο-
1400χὴν τοῦ ἄρθρου 3 ὡς ἐτροπολογήθη.
1401§111Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμμορφούμενος
1402πρὸς τὴν ὑπόδειξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ἀποβλέψωμεν
1403εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ὅπως ἔ-
1404χει ἡ παράγραφος 2, ἡ προστεθεῖσα κατὰ πρότασιν τοῦ κ.
1405Βασιλάτου τροπολογία, δημιουργεῖ τεραστίους κινδύνους
1406ἀπὸ νομικῆς πλευρᾶς, τοὺς ὁποίους εἶναι ἀδύνατον νὰ προ-
1407βλέψῃ κανεὶς ἐκ τῶν προτέρων. Ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως
1408τοῦ κ. Βασιλάτου, εἶναι ἁπλοῦς. Ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον
1409νὰ ὑφίστανται τίτλοι πρὸς ἀπόκτησιν ἐμπραγμάτων δικαιω-
1410μάτων ἐπὶ ἀκινήτων, οἱ ὁποῖοι, ὅμως, ἐπὶ σκοπῷ ἀποκρύ-
1411ψεως τῶν περιουσιακῶν αὐτῶν στοιχείων, δὲν εἶδον τὸ φῶς
1412τῆς δημοσιότητος ἀπὸ τῆς μεταγραφῆς, οἱ ὁποῖοι ὅμως,
1413ἀποτελοῦν περιουσιακὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα οἱ ὑποκείμενοι εἰς
1414δήλωσιν δὲν πρέπει νὰ παραλείψουν, διὰ τοῦτο προσετέθη
1415ἡ παρ. 2 εἰς τὸ ἄρθρον 3.
1416Ὅπως, ὅμως, προέτεινα καὶ χθές, ἀντὶ νὰ εἰσέλθωμεν
1417μὲ τὴν παρ. 2 εἰς τοὺς ἀπειραρίθμους κινδύνους τοὺς ὁποίους
1418δημιουργεῖ αὕτη, εἶναι πολὺ προτιμότερον καὶ ἁπλούστερον,
1419νὰ ἀπαλείψωμεν τὴν παρ. αὐτὴν καὶ εἰς τὴν παρ. 1 ἐδά-
1420φιον αʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, νὰ προσθέσωμεν ὅτι ὑπόκεινται
1421εἰς δήλωσιν τὰ ἐμπράγματα δικαιώματα ἐπὶ ἀκινήτων καὶ οἱ
1422τίτλοι πρὸς ἀπόκτησιν τοιούτων, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι περι-
1423λαμβάνονται πάντες οἱ τίτλοι, οἱασδήποτε μορφῆς, ἢ εἴτε ἐν
1424ζωῇ εἴτε αἰτίᾳ θανάτου, εἴτε θὰ ἀποκτηθῶσιν εἰς τὸ μέλλον
1425κλπ. Διότι οὐδεὶς λόγος συντρέχει νὰ γίνῃ διάκρισις.
1426Οὕτως ἐξυπηρετεῖται πλήρως καὶ ἀνωδύνως ὁ σκοπὸς τοῦ
1427νομοθέτου.
1428§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δέχεται τὸ ἄρθρον 3
1429ὡς ἐτροπολογήθη;
1430§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1431§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροπο-
1432λογήθη.
1433§115Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, χαίρω ἰδιαιτέ-
1434ρως διότι μετὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ἄρθρον
14355 ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ μορφὴν ἄρθρου προβλέποντος τὴν κα-
1436θιέρωσιν ἀδικήματος. Καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν διένει-
1437με τώρα ὁ κ. Ὑπουργός, πράγματι ὠφελεῖ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν
1438διευκρίνισιν τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ. Βέβαια, ἐπειδὴ μέχρι
1439τῆς στιγμῆς δὲν κατενόει κανεὶς τί ἀκριβῶς καθιέρωνε τὸ
1440ἄρθρ. 5, ἡ Ἐπιτροπὴ ἠναγκάσθη νὰ μεταχειρισθῇ μίαν διατύ-
1441πωσιν, ἡ ὁποία ἀπὸ ἀπόψεως νομοτεχνικῆς εἶναι ὀλίγον πε-
1442ρισσότερον δημοσιογραφικὴ τοῦ δέοντος. Ὁ ποινικὸς νόμος
1443εἶναι σεμνότερος ὅταν θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς κανένα ποινὴν
1444θανάτου ἢ ἰσοβίων δεσμῶν. Λέγει: Ὅστις ἀποκτείνει ἕτε-
1445ρον τιμωρεῖται διὰ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου ἢ τῶν ἰσοβίων
1446δεσμῶν. Ἐδῶ ἀρχίζει μὲ μίαν διακήρυξιν τὸ ἄρθρον: Συνι-
1447στᾷ ἔγκλημα ἡ ἀθέμιτος κτῆσις περιουσιακοῦ ὀφέλους. Καὶ
1448νομίζω, ὅτι εἶναι περισσότερον δημοσιογραφικὸν αὐτὸ ἀπ’
1449ὅ,τι νομοτεχνικόν. Δὲν ἐχάλασεν ὁ κόσμος. Ἠμπορεῖ καὶ νὰ
1450μείνῃ, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ διορθωθῇ: Τιμωρεῖται μὲ τὴν τάδε
1451ποινὴν ὅστις κλπ...., νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον κατὰ τρόπον
1452σύμφωνον μὲ τὰ ὅσα ἐπικρατοῦν εἰς τὸ δίκαιον τὸ ἰδικόν μας.
1453Ἐπὶ πλέον ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι πράγματι εἶναι τὸ μόνον
1454θετικὸν στοιχεῖον ὡς πρὸς τὸ μέλλον τὸ ἄρθρον 5, διότι μὲ
1455τὴν διατύπωσιν «ἡ συντελουμένη δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰ-
1456διότητος τοῦ ἐλεγχομένου προσώπου κλπ... θεωρεῖται ἀθέμι-
1457τος» διευρύνει τὰς ὑπαρχούσας διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νό-
1458μου. Καὶ θὰ ἔλεγα, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ: «Ὅστις ἐκτὸς τῶν
1459περιπτώσεων τῶν προβλεπομένων ὑπὸ ἄλλων διατάξεων τοῦ
1460Π.Ν. ἢ εἰδικῶν ποινικῶν νόμων ἀπέκτησε καθ’ οἱονδήποτε
1461τρόπον δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐλεγχομένου
1462προσώπου περιουσιακὸν ὄφελος, ἐκεῖνος τιμωρεῖται διὰ τῶν
1463ποινῶν τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τῶν νόμων», ὥστε νὰ φαίνε-
1464ται, ὅτι ἀποτελεῖ συμπλήρωσιν τῶν ὑπαρχουσῶν διατάξεων.
1465Καὶ, βεβαίως, αἱ περιπτώσεις τῆς συρροῆς δὲν ἀποκλείονται,
1466ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀποτελεῖ συμπλήρωσιν τῶν ὑπαρ-
1467χουσῶν διατάξεων, διὰ τῶν ὁποίων πάντοτε ἠμπορεῖ νὰ τι-
1468μωρηθῇ ὁ ἀποκτῶν παράνομον ὄφελος. Διότι εἰς τὸ κάτω–
1469κάτω τῆς γραφῆς τὸ παράνομον ὄφελος δὲν εἶναι τὸ χειρό-
1470τερον ποὺ ἠμπορεῖ νὰ διαπράξῃ κανείς. Ἠμπορεῖ νὰ παρα-
1471βῇ τὸν νόμον, χωρὶς νὰ ἔχῃ παράνομον ὄφελος. Ὁ νόμος
1472«περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἐν προκειμένῳ, εἶναι πολὺ αὐ-
1473στηρότερος ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, διότι τὸ παράνομον ὄφελος
1474δὲν ἀποτελεῖ στατικὸν στοιχεῖον τῶν παραβάσεων ἐκ μέρους
1475τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
1476Ἕως ἐδῶ τὰ πράγματα πηγαίνουν καλά. Ἐπίσης καὶ ἡ
1477τροπολογία, ποὺ διένειμε τώρα ὁ κ. Ὑπουργός, κατὰ τὴν ὁ-
1478ποίαν ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐλεγχομένου, ἂν
1479γίνῃ ὑπὸ ἄλλου, πρέπει νὰ εἶναι ἐν γνώσει τοῦ ἐλεγχομένου,
1480καὶ αὐτὸ νομίζω εἶναι στοιχειῶδες. Διότι ὅπως ἦτο, ὅταν
1481πολιτεύεται κανεὶς θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὀργανώσει ἰδιωτικὴν
1482ἀστυνομίαν διὰ νὰ παρακολουθῇ τοὺς συγγενεῖς του τί πράτ-
1483τουν καὶ θὰ κατέληγε κανεὶς ἀντὶ διὰ τὰς δημοσίας ὑπο-
1484θέσεις νὰ παρακολουθῇ τὰς ἰδιωτικὰς ὑποθέσεις, οὔτε κἂν
1485τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλὰ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ποὺ εὑρίσκον-
1486ται γύρω του. Ὡς πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν ἐκ μέρους συγγε-
1487νῶν, δυστυχῶς, δὲν εἶναι σπάνιον τὸ φαινόμενον. Ἐνθυμοῦ-
1488μαι, ὅταν ἤμην πολὺ νέος, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ συγγενοῦς,
1489ἀλλὰ περὶ ξένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἤρχετο κάθε ἡμέραν
1490εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ πατέρα μου καὶ εἶχε τυπώσει μία κάρ-
1491τα, ὅτι ἦτο ἰδιαίτερος Γραμματεύς. Τώρα, τὸ πρόσωπον αὐ-
1492τό, ἰδιαίτερος Γραμματεύς, ἐκυκλοφοροῦσε, ἐκείνην τὴν
1493ἐποχήν, οἱ ἄνθρωποι, ἦσαν ὀλιγαρκέστεροι καὶ μερικὰ χιλιάρι-
1494κα, ἐνδεχομένως νὰ τὰ εἶχεν ἀποκομίσει ἀπὸ τὴν μετάθεσιν κα-
1495νενὸς δημοδιδασκάλου. Ὁ ἄνθρωπος, βεβαίως, κατέληξε κἄ-
1496ποτε εἰς τὸ Πενταμελὲς Ἐφετεῖον καὶ ἐζήτησε νὰ τὸν ὑπο-
1497στηρίξω ὡς δικηγόρος, ἐγώ, διότι ἦτο φύσει ἀπατεών.
1498Θὰ ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι ἡ γνῶσις εἶναι στοιχεῖον ἀπαραί-
1499τητον, διότι ἄλλως εἴμεθα ἐκτεθειμένοι ὅλοι εἰς μίαν δια-
1500βολὴν γενικήν.
1501Ἐκεῖνο ποὺ ἤθελα πέραν αὐτῶν τῶν παρατηρήσεων ἐπὶ
1502τῆς διατυπώσεως νὰ κάμω, εἶναι τοῦτο: Ὑπάρχει μία πα-
1503ράγραφος, ἡ ὁποία εἶναι ἐξ ἀπόψεως γενικῶν ἀρχῶν τοῦ
1504Ποινικοῦ Δικαίου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἀπαράδε-
1505κτος. Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ποτὲ καὶ ἂν
1506τὴν ψηφίσωμεν, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι ἀπαρά-
1507δεκτος. Θεωρεῖται ἀθέμιτος ἡ κτῆσις περιουσιακοῦ ὀφέ-
1508λους ἐφ’ ὅσον δὲν δικαιολογεῖται ἐπαρκῶς ἡ προέλευσις τῆς
1509κτήσεως, πλὴν ἐὰν ὁ ἐλεγχόμενος ἀποδείξῃ ὅτι αὕτη δὲν
1510ὑπῆρξε προϊὸν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητός του.
1511Ἡ καθιέρωσις τεκμηρίου προκειμένου περὶ ποινικῆς εὐ-
1512θύνης εἶναι ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς εἰς
1513τὸ Ποινικὸν Δίκαιον δὲν ὑπάρχει, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι πε-
1514ριττὸν νὰ καθιερωθῇ. Διότι καὶ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ —διότι
1515εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ— καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐ-
1516φαρμοσθῇ θὰ ἦτο μία ἀρχὴ ὀπισθοδρομήσεως τοῦ Ποινι-
1517κοῦ Δικαίου κατὰ μερικὰς δεκαετίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν
1518θὰ πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν.
1519Βεβαίως ἔχω τὴν διαίσθησιν ὅτι ἡ πρόθεσις τοῦ συντά-
1520κτου δὲν ὑπῆρξε νὰ καθιερώσῃ τεκμήριον τοιούτου εἴδους.
1521Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ὅμως καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις,
1522θὰ πρέπει νὰ εὑρεθῇ μία διατύπωσις, ἡ ὁποία νὰ ἐμφανί-
1523ζῃ τὴν πραγματικὴν πρόθεσιν τοῦ νομοθέτου, διότι τὸ τε-
1524κμήριον εἶναι ἀπαράδεκτον. Εἰς μίαν περίπτωσιν μετατί-
1525θεται τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως εἰς τὸν κατηγορούμενον,
1526κατὰ τὸν νόμον, εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς συκοφαντικῆς δυσ-
1527φημήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ εἶναι δυνητικόν. Δικαιοῦται ὁ
1528κατηγορούμενος, ἐὰν θέλῃ, νὰ κάμῃ τὴν ἔνστασιν τῆς ἀλη-
1529θείας καὶ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἐδῶ ἐὰν δὲν ἀπο-
1530δείξῃς ἐπαρκῶς ἐσὺ ἀπὸ ποῦ προῆλθε, καθιεροῖ τεκμήριον,
1531ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ σοῦ κάμνει μήνυσιν πρέπει νὰ ἀποδείξῃ
1532ὅτι εἶναι ἀθέμιτος ὁ πορισμὸς τοῦ ὀφέλους διὰ τὸ ὁποῖον
1533κατηγορεῖται.
1534Θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι εἶναι δύσκολος ἡ ἀπόδειξις. Ἀλλὰ ἡ
1535ἀπόδειξις τῆς ἐνοχῆς δι’ οἱονδήποτε ἀδίκημα εἶναι δύσ-
1536κολος καὶ ἐν τούτοις ἐπιβάλλεται εἰς τὴν κατηγορίαν. Δὲν
1537σημαίνει, διότι εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ καθιερώσωμεν τὸ
1538τεκμήριον δι’ ὅλα τὰ ἀδικήματα ἢ νὰ καθιερώσωμεν τοιού-
1539του εἴδους ἐμμέσους ἀποδείξεις ἢ νὰ καθιερώσωμεν τὸ βά-
1540ρος τῆς ἀποδείξεως εἰς τὸν κατηγορούμενον.
1541Ἄλλοτε εἶχον ἄλλους τρόπους νὰ ἀποδείξουν, π.χ. τὴν
1542ὁμολογίαν, τὸ μαρτύριον ἢ τὸν βασανισμὸν καὶ ὑπῆρχον
1543ἐπιχειρήματα ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Ὑποθέτω ὅτι τὸ
15441964 δὲν θὰ πᾶμε πίσω μέχρι τῆς ὁμολογίας καὶ μέχρι τῶν
1545τεκμηρίων εἰς βάρος τῶν κατηγορουμένων. Δι’ αὐτὸ παρα-
1546καλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια κἄποιας διορθώσεως αὐτοῦ τοῦ
1547ἄρθρου, νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον μετα-
1548βάλλει αὐτὰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου.
1549§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1550§117Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ συμ-
1551φωνήσω ἀπολύτως μὲ τὰ ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ.
1552Τσιριμῶκος ἐν σχέσει μὲ τὸ τεκμήριον τοῦ ἐλέγχου. Οὐαὶ
1553καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν δὲν ἀποσαφηνισθῇ τὸ θέμα νὰ ἔχῃ ὁ
1554ἐλεγχόμενος τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως διὰ πράγματα τὰ
1555ὁποῖα δὲν τὸν βαρύνουν. Εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν
1556ἔχω καταθέσει εἰς τὸ ἄρθρον 5 ὡμίλουν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ
1557συμπληρωθῇ διὰ τὴν ὑπάρχουσαν ἀσάφειαν τῆς εὐθύνης
1558τοῦ ἐλεγχομένου. Μετὰ ὅμως τὴν κατατεθεῖσαν τροπολο-
1559γίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ποὺ ὁμιλεῖ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν
1560τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐλεγχομένου, ἐγένετο νομίζω κἄποιο λά-
1561θος, κ. Ὑπουργέ, δὲν εἶναι καλὴ ἡ διατύπωσις νομικῶς.
1562Διότι λέγετε ἐδῶ: «Τοῦ ἐλεγχομένου ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἄλ-
1563λων...». Θὰ ἠθέλατε νομίζω νὰ εἰπῆτε ὅτι ἐγένετο ὑπὸ
1564τῶν λοιπῶν ἐν ἄρθροις, 1, 2 καὶ 3 παράγραφος 2 ἀναφερο-
1565μένων προσώπων. Ἐὰν θέλετε προσέξατέ το καὶ διωρθώ-
1566σατε τὴν λέξιν «ἄλλων» διότι δὲν πάει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
1567§118Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μάλιστα,
1568θὰ τὸ διορθώσω.
1569§119Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διορθώσατέ το διὰ μίαν καλυ-
1570τέραν διατύπωσιν, δὲν ἔχω νὰ κάμω καμμίαν ἄλλην παρα-
1571τήρησιν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ τὴν κατατεθεῖσαν τροπο-
1572λογίαν συνεπλήρωσε τὸ κενόν, καὶ δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ
1573προσθέσω.
1574§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Μαναβῆς ἔχει τὸν λόγον.
1575§121Θ. ΜΑΝΑΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται νὰ
1576ἀγορεύσω διότι ἔχω καταθέσει μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁ-
1577ποίαν φαντάζομαι ἔχουν λάβει οἱ κ.κ. συνάδελφοι καὶ ἡ ὁ-
1578ποία ἀφορᾷ ἁπλῶς τὴν ὀρθοτέραν, κατὰ τὴν γνώμην μου,
1579νομοτεχνικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 5. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουρ-
1580γὸς ἔλαβε γνῶσιν καὶ τὴν ἀποδέχεται, δὲν ξεύρω, τίποτε
1581ἄλλο δὲν ἔχω νὰ προσθέσω. Νομίζω ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο
1582νὰ διατυπωθῇ καὶ δι’ οὓς λόγους ἀναπτύσσω εἰς τὴν τρο-
1583πολογίαν τὸ ἄρθρον 5 νομοτεχνικῶς καθ’ ὃν τρόπον ὑπο-
1584δεικνύω.
1585§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἐλαφρός, ἔχει τὸν λόγον.
1586§123Σ. ΕΛΑΦΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κ.κ. βουλευταί, ὁμολο-
1587γουμένως τὸ ἄρθρον 5 εὑρίσκεται εἰς τελείαν ἀντίθεσιν πρὸς
1588τὰ ἀπολύτως ἐν τῇ ἐπιστήμῃ παραδεδεγμένα σχετικῶς μὲ
1589τὴν ποινικὴν εὐθύνην τῶν προσώπων. Καὶ ὡς πρὸς τὸν δια-
1590δικαστικὸν τρόπον τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀθωότητος ἑνὸς ἑκά-
1591στου ἀποτελεῖ μίαν περίεργον ὀπισθοδρόμησιν καὶ διὰ δευ-
1592τέραν φορὰν ἐπισημαίνω καὶ πάλιν πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκεῖ-
1593νος ὁ ὁποῖος ἐσκέφθη νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἠθέλησε
1594νὰ μεταχειρισθῇ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ὡσὰν νὰ ἐπρόκει-
1595το περὶ τῶν περισσότερον ὑπόπτων καὶ τῶν κατὰ κανόνα
1596ἐνόχων τῶν πράξεων τὰς ὁποίας περιγράφει εἰς τὸ νομοσχέ-
1597διόν του. Ἓν ἐκ τῶν τμημάτων αὐτῶν ἀνέφερεν ὁ προλα-
1598λήσας κ. Τσιριμῶκος, ὄχι τὸ μόνον, ἐγὼ θὰ ἐπισημάνω καὶ
1599τὰ ὑπόλοιπα. Δὲν ἔχει ἀκουσθῇ κατὰ τὸν αἰῶνα, εἰς τὸν
1600ὁποῖον ζῶμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ τις ἐπ’ ἀ-
1601κροατηρίῳ καὶ νὰ πειρᾶται νὰ ἀποδείξῃ κἄτι, τὸ ὁποῖον
1602δὲν γνωρίζει καὶ ἐκεῖνος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀποσείσῃ,
1603διότι δὲν τὸν φέρουν πρὸ συγκεκριμένης τινὸς εὐθύνης νὰ
1604ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν εἶναι παράνομος ἡ κτῆσις. Ἐκτὸς ἂς εἴπω-
1605μεν τῆς μεγάλης ἀνυποληψίας, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις,
1606εἰς τὴν ὁποίαν περιάγει τὸν πολιτικὸν κόσμον ὁλόκληρον ἡ θέ-
1607σπισις αὐτῆς καὶ μόνης τῆς διατάξεως, ὅτι δηλαδὴ ὁπωσδή-
1608ποτε πᾶς κτησάμενος κατὰ κανόνα ἐκτήσατο ὑπόπτως καὶ
1609κατὰ τρόπον ἀνέντιμον, ἐκτὸς αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαρά-
1610δεκτον, νὰ τὸ παραδεχθοῦν βουλευταὶ αὐτοϋποβιβαζόμενοι
1611ὅπως καὶ προηγουμένως εἶπον, ἀφαιρεῖ καὶ στοιχειώδη δι-
1612καιώματα ἀμύνης παντὸς προσώπου ὅταν ἀγόμενος μέχρι
1613τοῦ ἑδωλίου εἶναι ὑποχρεωμένος τὴν ὥραν ποὺ ἀντιμετωπί-
1614ζει τὴν μεγαλυτέραν καὶ τὴν πλέον ἀτιμωτικὴν ποινήν, τὴν
1615ὁποίαν δύναται νὰ φαντασθῇ κανεὶς δι’ ἕνα πολιτευόμενον,
1616τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, εἶναι ἀπαράδε-
1617κτον, λέγω, νὰ στερῆται τῶν δικαιωμάτων τῆς ἀμύνης καὶ
1618νὰ ἐμφανίζωνται καὶ πάλιν θὰ εἴπω μὲ μειωμένα δικαιώμα-
1619τα, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει ὁ ἄνθρωπος τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος.
1620Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο δὲν ξεύρω πῶς θὰ ἠχήσῃ, ἀλλὰ θὰ
1621μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω καὶ κἄτι περισσότερον. Ὑπάρχει ἡ
1622διάκρισις τῶν περιουσιῶν, ὑπάρχει βεβαίως καὶ εἶναι συν-
1623ταγματικῶς παραδεδεγμένη. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν
1624αὐτομείωσιν καὶ μίαν παράδοσιν ἑνὸς τμήματος τῆς δυνά-
1625μεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας κατὰ ἕνα τρόπον ἔμμεσον,
1626διότι δὲν ζῶμεν πλέον εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Μοντεσκιέ, ὁ ὁποῖος
1627τὴν ἀνέφερεν τὸ πρῶτον, δὲν νομίζετε, ὅτι τὴν παραδίδομεν
1628εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν; Δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε περισ-
1629σότερον εἰμή, ὅτι ὁσάκις οἱαδήποτε νέα πρόοδος ἠθέλησε
1630νὰ φέρῃ τὸν δικαστὴν εἰς θέσιν νὰ ἐπιλύῃ τὰς διαφορὰς ἀνε-
1631ξαρτήτως αὐστηρῶς θεσμοθετημένων θεσμῶν, ἐσκέφθημεν
1632ἅπαντες καὶ θὰ ἐσκέφθητε καὶ ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, καὶ θὰ
1633διηρωτήθητε εἶναι ὡραιότερον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν γνωρίζο-
1634μεν ποῖοι θὰ εἶναι οἱ δικασταί.
1635Κατὰ ποῖον τρόπον, κ.κ. βουλευταί, παραδίδετε σεῖς ἑαυ-
1636τοὺς διότι μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. Εἰσέρχομαι τὸ πρῶτον εἰς
1637τὴν Βουλήν. Ἔσχον καὶ τὰ ἠνάλωσα καὶ δὲν νομίζω οὔτε
1638ἡ σκέψις μου ἄγεται εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ κα-
1639νεὶς πολλὰ διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ζήσῃ καὶ ἑπομένως δὲν πρό-
1640κειται νὰ μὲ ἐνδιαφέρῃ, ἀλλὰ ὅταν ὁ κἄθε ἕνας ἐξ ἡμῶν
1641ἐγειρόμενος νὰ ὁμιλήσῃ ἀφαιρῇ τὸν ἑαυτόν του καὶ ὁμιλεῖ
1642περὶ ὅλων τῶν ἄλλων, τότε αὐτὸ εἶναι ἕνας αὐτοϋποβιβα-
1643σμός. Πῶς θὰ παραδώσωμεν ἑαυτοὺς εἰς τὸ Συμβούλιον,
1644ἔστω τῶν Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ ἕνα νομίμως θεσπισμέ-
1645νον τεκμήριον θεωρεῖ ὡς ὕποπτον κτῆσιν πᾶσαν κτῆσιν μὴ
1646ἐπαρκῶς ᾐτιολογημένη κατὰ τὴν πρώτην ἔκδοσιν τοῦ σχε-
1647τικοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργός, μὴ νο-
1648μίμως ᾐτιολογημένη κατὰ τὴν δευτέραν διόρθωσιν, τὴν ὁ-
1649ποίαν ἔκαμεν ὁ ἴδιος. Καὶ εἴπατέ μου σεῖς, σᾶς παρακαλῶ,
1650ποῖον ἄλλον τρόπον κτήσεως δύναται νὰ φέρῃ κανεὶς πλὴν τῆς
1651νομίμου ὥστε ἐὰν δὲν εἶναι παλινωδία πάλιν τί ἐννοεῖ μὲ τὸ
1652νὰ ἀποδείξῃ νόμιμον κτῆσιν. Ὑπάρχει τὸ ἐνδεχόμενον νὰ
1653φέρῃ κανεὶς τρόπον παρανόμου κτήσεως; Δὲν θὰ ἤθελα εἰ-
1654δικῶς ἐπὶ τοῦ σημείου νὰ ἀναφέρω καὶ νὰ ἀκούσῃ τὸ Σῶμα
1655περισσότερα. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἀποτελεῖ ἐπί-
1656τευγμα τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, τοῦ ὁποίου ἀπολαμβάνουν ἅ-
1657παντες οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ζοῦν εἰς τὸν πλανήτην αὐτόν,
1658ὅτι κατὰ τεκμήριον θεωροῦνται ἀθῶοι καὶ μόνον ἐκεῖνος, ὁ
1659ὁποῖος τοὺς κατηγορεῖ, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τοῦ νὰ
1660ἀποδείξῃ τὴν κατηγορίαν τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτῶν ἐκτοξεύει.
1661Διὰ τὸν λόγον τοῦτον προτείνω σχετικὴν τροπολογίαν,
1662κ. Πρόεδρε, ὅπως τὸ ἐδάφιον 3 τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρ-
1663θρου 5 καὶ τὸ ἐδάφιον 2 τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 5
1664διαγραφοῦν καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ τὸ ἄρθρον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
1665Κύριε Ὑπουργέ, ἀνεξαρτήτως τοῦ εἰσαγομένου κανόνος
1666τοῦ βάρους τῆς ἀποδείξεως, δὲν νομίζετε, ὅτι τὸ ἐδάφιον 2
1667περιλαμβάνεται εἰς τὸ πρῶτον; Εἶναι δηλαδὴ ἕνα δεύτε-
1668ρον ἀδίκημα αὐτό;
1669Τὸ «θεωρεῖται» ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἕνα νέον ἀδίκημα
1670συγκεκριμένον ἐμφανίζεται παραλλήλως πρὸς τὸ πρῶτον.
1671Διὰ λόγους οὐσιαστικοὺς καὶ νομοτεχνικούς, κ. Ὑπουργέ,
1672θὰ πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν μου καὶ νὰ ἀπαλεί-
1673ψητε τὴν παράγραφον αὐτήν.
1674§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ
1675σᾶς ὑπενθυμίσω τὸ δεκάλεπτον ποὺ ὁρίζει ὁ Κανονισμός.
1676§125Σ. ΕΛΑΦΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὸν λόγον σπα-
1677νίως, ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου, διότι
1678δὲν θὰ πρέπει νὰ βγῇ ὡς ἔχει τὸ ἐξάμβλωμα αὐτὸ ἀπὸ
1679τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
1680§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, γνωρίζετε πόσον σᾶς
1681ἐκτιμῶ. Ἐπειδὴ ὅμως ἐξεφράσθη δυσφορία ὑπὸ συναδέλ-
1682φων διὰ παράβασιν τοῦ δεκαλέπτου ἐκ μέρους σας, δι’ αὐτὸ
1683ἠναγκάσθην νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸν Κανονισμόν.
1684§127Σ. ΕΛΑΦΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε. Καὶ ἐγὼ
1685σέβομαι καὶ ὑμᾶς ὡς Πρόεδρον καὶ σᾶς ἐκτιμῶ ὡς νομι-
1686κόν. Εὑρίσκετε ὅμως ὀρθόν, κ. Πρόεδρε, αἱ συνθῆκαι δια-
1687βιώσεως τοῦ ἐλεγχομένου πολιτικοῦ καὶ αἱ δαπάναι αὐτοῦ
1688νὰ ἀποτελοῦν ἀντικείμενον ἐλέγχου οἱουδήποτε ἀτόμου, ἀκό-
1689μη καὶ τοῦ Δικαστοῦ; Σκεφθῆτε, ὅτι ὁ οἱοσδήποτε ἠμπο-
1690ρεῖ νὰ φέρῃ κατηγορούμενον τὸν οἱονδήποτε πολιτικὸν
1691ἄνδρα.
1692Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ κἄτι περισσότερον, κ. Πρόεδρε. Θεω-
1693ρεῖται ἀνακριβὴς ἡ δήλωσις, ὅταν δὲν εἶναι συναφὴς μὲ τὰς
1694δαπάνας διαβιώσεως καὶ ἑπομένως διαπράττεται οὕτω ἀδί-
1695κημα. Δηλαδὴ ἄνευ ἀποδεικτικῶν στοιχείων, ἀλλὰ μὲ ἀέρα
1696φρέσκο —ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις— πᾶς συκοφάντης
1697θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγκάζῃ τὸν πολιτικὸν νὰ ὑφίστα-
1698ται ὅλην τὴν διαδικασίαν καὶ νὰ ὑφίσταται αὐτὴν τὴν μείω-
1699σιν, μόνον καὶ μόνον, διότι ὁ τρόπος τῆς διαβιώσεώς του
1700δὲν θεωρεῖται σύμφωνος μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν δήλωσίν του.
1701Περαίνων τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, παρα-
1702καλῶ τοὺς κ.κ. βουλευτάς, ὅπως προσέξουν τὴν τροπολο-
1703γίαν μου καὶ ψηφίσουν ταύτην.
1704§128Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ
1705τὴν διαγραφὴν τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ πρώτου ἐδα-
1706φίου, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος, διὰ λόγους καθαρῶς
1707λογικούς, διότι εἶναι μία ταὐτολογία καὶ δὲν ὑπάρχει λό-
1708γος οἱ νόμοι νὰ περιέχουν τοιαύτας περιττὰς διατυπώσεις.
1709Ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ἐλαφρός, ἡ τρίτη παρά-
1710γραφος τοῦ πρώτου ἐδαφίου εἶναι μία περιττὴ ἐπεξήγησις
1711τῆς προηγουμένης παραγράφου.
1712Ὑπαρχούσης δὲ τῆς λέξεως «ἐπίσης» ἐμφανίζεται οὐχὶ
1713μόνον ὡς περιττὴ ἐπεξήγησις, ἀλλὰ ὡς μία ἐσφαλμένη το-
1714ποθέτησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ διατυπώσας τὸ σχέδιον
1715νόμου.
1716Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὁ φίλος
1717κ. Ἐλαφρὸς ἀνέπτυξεν, ἐκεῖ θὰ ἔχω μίαν διαφωνίαν μαζί
1718του καὶ θὰ τὸν λυπήσω. Ἔχει ἐν μέρει δίκαιον, ἀλλὰ ἐν μέ-
1719ρει ἔχει καὶ ἄδικον. Ἔχει ἐν μέρει δίκαιον εἰς τὸ ζήτημα,
1720ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνδυάσωμεν τὸ θέμα τῆς διαβιώσεως
1721μὲ τὴν ἀνακρίβειαν τῆς δηλώσεως. Δηλαδή, ἔχει ἴσως δί-
1722καιον κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ συνεπάγεται ἡ ἐξα-
1723κρίβωσις, ὅτι κἄποιος ζῇ βίον ἀσυγκρίτως ἀνώτερον τῶν
1724δυνατοτήτων, τὰς ὁποίας διὰ τῆς δηλώσεώς του ὡμολόγη-
1725σε, τὰς κυρώσεις τῆς ψευδοῦς δηλώσεως. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠμπο-
1726ρεῖ νὰ ἔχῃ δίκαιον καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ
1727σκεφθῇ, μήπως πρέπει ἡ διατύπωσις αὐτὴ νὰ μεταβληθῇ.
1728Ἀλλὰ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος δὲν ἔχει δίκαιον. Καὶ
1729ἴσως τὸ σημεῖον αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον διεφώνησεν ὁ κ. Ἐ-
1730λαφρὸς νὰ εἶναι τὸ σπουδαιότερον. Εἶναι παιδαγωγικῶς
1731σπουδαιότερον. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, κύριε Πρόεδρε, οἱ ὁ-
1732ποῖοι πράγματι ἔχουν πολὺ περιωρισμένα εἰσοδήματα, δὲν
1733ὁμιλῶ διὰ τοὺς πολιτικούς, ὁμιλῶ δι’ οἱονδήποτε ἄνθρωπον,
1734καὶ διάγουν βίον ἀσυγκρίτως πολυτελέστερον, κτυπητότερον
1735ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς ἐμφανίσεως ἀπὸ ὅ,τι τὸ ἐπιτρέ-
1736πουν τὰ οἰκονομικά των μέσα.
1737Εἶναι πράγματι παράδοξον αὐτὸ καὶ πολλάκις διηρωτή-
1738θην προκειμένου περὶ διαφόρων γνωστῶν μου, ὄχι φίλων
1739μου, διότι θὰ ἔπαυα νὰ τοὺς θεωρῶ φίλους μου ἀφ’ ἧς θὰ
1740ἔβλεπα, ὅτι διάγουν τοιοῦτον βίον, διηρωτήθην λοιπὸν πολ-
1741λάκις, πῶς ζοῦν αὐτὸν τὸν βίον, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ
1742ἐκ τοῦ μισθοῦ των, ἐὰν εἶναι μισθωτοί, ἢ τὰ ἐκ τῆς ἀσκή-
1743σεως τοῦ ἐπαγγέλματός των εἰσοδήματα εἶναι περιωρισμέ-
1744να. Ἐὰν αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία, ἡ ὁποία γεννᾶται καὶ εἰς τὴν
1745ἰδικήν μου συνείδησιν, προκειμένου περὶ οἱουδήποτε μὴ
1746ἀσκοῦντος τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν τοῦ πολιτικοῦ, ἐὰν αὐτὴ
1747ἡ ἀμφιβολία, ἡ ὁποία γεννᾶται μέσα μου μὲ ἀναστατώνῃ
1748ἠθικῶς, φαντασθῆτε, κ. Πρόεδρε καὶ κ.κ. συνάδελφοι —ὁ
1749κ. Ἐλαφρὸς ἀνήκει εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε. καὶ δι’ αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπι-
1750τρέψῃ νὰ τοῦ ὁμιλήσω καὶ ὀλίγον παιδαγωγικὰ— φαντα-
1751σθῆτε τί κακὸν γίνεται εἰς βάρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου,
1752ἄρα εἰς βάρος τοῦ πολιτεύματος, ὅταν πολλοὶ ἄνθρωποι τοῦ
1753λαοῦ διερωτῶνται, πῶς ὁ τάδε πολιτικὸς ζῇ αὐτὸν τὸν βίον.
1754Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐκεῖ φραγμός. Ἐγὼ πιστεύω,
1755ὅτι ἐὰν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ τὸ ὑπε-
1756στήριζα, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ψυχολογία, ἡ ὁποία τὸ ἐπιβάλλει,
1757ἐὰν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἔχῃ μίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν
1758ἐγὼ θὰ ἐζήτουν νὰ θεσπισθῇ ὁπωσδήποτε, ἡ διάταξις θὰ
1759ἦτο αὐτή, διότι ἔχει παιδαγωγικὸν χαρακτῆρα. Πολλοὶ ἐξ
1760ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζοῦν βίον πολυτελέστερον ἀπὸ τὰς δυνα-
1761τότητάς των, δὲν ζοῦν πάντοτε βίον πολυτελέστερον, διότι
1762ἔχουν ἀθέμιτα κέρδη, ἀλλὰ διότι εἶναι ἐπιπόλαιοι καὶ κατα-
1763στρέφουν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Αὐτὴ ἡ διάτα-
1764ξις τοὐλάχιστον — τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ δὲν ἀποκλείε-
1765ται καὶ μεταξὺ αὐτῶν νὰ ὑπάρχουν καὶ ἐπιπόλαιοι, διότι
1766εἰς ὅλας τὰς κατηγορίας τῶν ἀνθρώπων θὰ ὑπάρχουν καὶ
1767ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλιγώτερον προσεκτικοὶ καὶ κἄ-
1768πως ἐπιπόλαιοι — αὐτὴ ἡ διάταξις θὰ τοὺς κάμῃ νὰ προσέ-
1769ξουν εἰς τὸ μέλλον καὶ αὐτὸ θὰ ἀποβῇ καὶ πρὸς ὄφελος τῶν
1770ἰδίων καὶ τῆς οἰκογενείας των καὶ τοῦ πολιτεύματος. Διότι,
1771αὐτὸς ὁ ψίθυρος πῶς ὁ τάδε ζῇ ὅπως ζῇ, πρέπει νὰ λείψῃ
1772καὶ πρέπει ὁ καθένας νὰ ζήσῃ, ἂν ὄχι ἀσκητικὴν ζωήν, διότι
1773δὲν ἠμποροῦμε νὰ ἐπιβάλωμεν νὰ ζήσῃ ζωὴν ἀσκητικήν, ὅσον
1774τὸ δυνατὸν συντηρητικώτερον ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῶν ἐκ-
1775δηλώσεων.
1776Εἶναι περιττὴ ἡ μεγάλη ἐπίδειξις κτυπητῆς κυκλοφορίας
1777μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς λεγομένης κοσμικῆς κοινωνίας.
1778Ἀπὸ ἐτῶν τὸ θέμα αὐτό, ἀνέκαθεν δηλαδή, πάντοτε τὸ
1779ἐθεώρουν, ἀλλὰ ἀπὸ ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἀνεσυγκροτήθη ἡ Ἑλ-
1780λάς, ἀφ’ ὅτου ἐπεράσαμεν τὸν συμμοριτοπόλεμον καὶ ἤρχι-
1781σεν ἡ δρᾶσις τῆς κοσμικῆς κινήσεως, τὸ ἐθεώρησα αὐτὸ
1782ὡς ἕνα δεῖγμα ὄχι καλὸν καὶ ἐὰν ἄλλοι κοινωνικοὶ παρά-
1783γοντες τὸ θεωροῦν ἀναγκαῖον, οἱ ἄνδρες οἱ πολιτικοὶ δὲν
1784θὰ πρέπει νὰ παρακολουθοῦν τὸ κακόν, ἀλλὰ θὰ πρέπει μό-
1785νον ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ προβαίνουν εἰς τοι-
1786αύτας ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ πάλιν νὰ μὴ ὑπερβαίνουν
1787τὰς οἰκονομικάς των δυνατότητας. Πρέπει νὰ συνηθίσουν
1788οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ ζοῦν τὸν βίον ὄχι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
1789εἶναι ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς ἰσχυροί, ἀλλὰ τὸν βίον τοῦ
1790μέσου ὅρου, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τοὺς ψηφίζουν καὶ τοὺς ὁ-
1791ποίους ἐκπροσωποῦν.
1792§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος, ἔχει τὸν λόγον.
1793§130Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι
1794ἡ καθιεροῦσα τὸ νέον ἀδίκημα. Τὸ νέον ἀδίκημα εἶναι εὐρύ.
1795Θεωρεῖται ἀδίκημα ἡ οἱαδήποτε κτῆσις ὀφέλους περιουσια-
1796κοῦ ἐφ’ ὅσον γίνεται δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος, εἴτε
1797τοῦ πολιτικοῦ προσώπου, ἐκμεταλλεύσεως δυναμένης νὰ γί-
1798νῃ εἴτε ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πολιτικὰ πρόσωπα, εἴτε ἀπὸ ἄλλα
1799συνδεόμενα μὲ αὐτά. Δηλαδὴ προσθέτομεν ἕνα νέον ἀδί-
1800κημα. Καὶ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὅτι πρέπει νὰ κά-
1801μωμε νομοθετικῶς διάφορον τὴν διατύπωσιν, ὥστε νὰ εἶναι
1802σαφές, ὅτι πέραν τῶν ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀδικημά-
1803των ὑπάρχει ἐδῶ καὶ ἕνα νέον στοιχεῖον, ὑπάρχουν νέα πε-
1804ριστατικά, τὰ ὁποῖα συνιστοῦν ἕνα νέον ἀδίκημα. Αὐτὴ εἶναι
1805ἡ οὐσία τῆς διατάξεως καὶ αὐτὸ ἀναφέρει ἡ δευτέρα πα-
1806ράγραφος. Ἡ τρίτη παράγραφος ἐπαναλαμβάνει τὸ ἴδιον.
1807Λέγει, ἀδίκημα εἶναι ἡ δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος
1808πολιτικοῦ προσώπου κτῆσις περιουσιακοῦ ὀφέλους, ἀλλὰ
1809προσθέτει καὶ κἄτι τι καὶ εἰσέρχεται εἰς Ποινικὰς Δικονο-
1810μικὰς διατάξεις καὶ λέγει, ὅτι πᾶτε εἰς τὸ Δικαστήριον νὰ
1811κριθῆτε, ὁ μὲν μηνυτὴς θὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ζῇ
1812πλουσίως, ἄρα, κατὰ τεκμήριον ἀπέκτησε περιουσιακὸν ὄφε-
1813λος. Ποῖον; Κἄποιο. Διότι ὁ πολυτελὴς βίος δὲν διαιρεῖται,
1814εἶναι ἑνιαῖος καὶ τὰ περιουσιακὰ ὀφέλη εἶναι πολλά. Ποῖον
1815εἶναι τὸ ἀθεμίτως κτηθέν, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ὁ πολυτελὴς
1816βίος, ὥστε ἐκεῖ ἐπάνω νὰ στηρίξωμεν καὶ τὴν ποινὴν καὶ
1817τὴν τιμωρίαν; Αὐτὸ εἶναι ἄδηλον. Θὰ εἴπῃ ὁ κατήγορος.
1818Αὐτὸς ζῇ πολυτελῶς, ἄρα, διέπραξε τὸ ἀδίκημα. Ποῖον;
1819Ὅτι ἀπέκτησε περιουσιακὸν ὄφελος δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς
1820ἰδιότητος αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν ὑποχρεοῦται νὰ εἴπῃ τίποτε ἄλλο
1821ὁ κατηγορῶν. Κατὰ περίεργον τρόπον ἐδῶ εἰσάγεται ἕνα
1822τεκμήριον. Ζῆς πλουσίως, εἶσαι ἔνοχος καὶ ἀπέκτησες ἀθε-
1823μίτως. Ὅπως εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω καὶ εἰς τὸν κ.
1824Ὑπουργόν, διὰ τῆς παρούσης διατάξεως διὰ πρώτην φο-
1825ρὰν μετὰ 300 ἔτη ἐπανέρχονται εἰς τὸ Ποινικὸν Δίκαιον
1826τὰ τεκμήρια, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον πρὶν καὶ ἀποτελεῖ αὐτὸ
1827ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ στοιχεῖα τῆς νέας Ποινικῆς Δικονομίας,
1828εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον νὰ μὴ ὑπάρχουν δεσμεύσεις, ὅπως ὑπῆρ-
1829χον εἰς τὸν μεσαίωνα ἢ ἀκόμη εἰς τὴν ἀναγέννησιν. Δι’
1830αὐτὸ ἡ 2 παράγραφος δὲν προσθέτει τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα
1831τεκμήριον.
1832Ἔρχεται ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Ἀρχηγός
1833μου διετύπωσε. Τί θὰ γίνῃ μὲ τὸ γεγονός, ὅτι ἐδῶ ἔχομεν
1834ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ζοῦν πλουσιοπαρόχως καὶ δὲν ἠμπο-
1835ροῦμε νὰ τοὺς πιέσουμε. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ὑπάρχει μία
1836μόνη δυνατὴ λύσις. Νὰ θεσπισθῇ διὰ τοῦ νόμου, ὅτι τὸ
1837στοιχεῖον τοῦ πλουσιοπαρόχου βίου, ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν
1838στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετάσῃ ὁ δικαστής, ἐὰν
1839ἔχῃ τυχὸν διαπραχθῆ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἱδρύεται διὰ
1840τῆς παραγράφου. Αὐτὸ μάλιστα. Καὶ ἡμεῖς συμφωνοῦμεν
1841νὰ ρίψῃ τὸ βλέμμα του ὁ δικαστής, ἐπὶ τοῦ πλουσιοπαρό-
1842χου ἢ μὴ βίου ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρός. Ἀλλὰ εἶναι ἀπαρά-
1843δεκτον εἰς ἕνα νομοθέτημα αὐτοῦ τοῦ βάρους νὰ θεσπίζω-
1844μεν, διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ποινικῆς Δι-
1845κονομίας, τεκμήρια. Αὐτὸ δὲν γίνεται καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν
1846νὰ ἐφαρμοσθῇ ποτέ, διότι εἶναι καὶ ἀπολύτως ἀδύνατον ἐκ
1847λόγων τεχνικῶν. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔρχεται κἄποιος καὶ σᾶς
1848κατηγορεῖ, ὅτι ὁ κ. τάδε ζῇ πλουσιοπαρόχως. Θὰ τοῦ εἴπη-
1849τε. Τί νὰ τὸν κάμω; Διότι ζῇ πλουσιοπαρόχως θὰ τὸν κα-
1850ταγγείλῃς, θὰ τὸν πᾶς εἰς τὰ Δικαστήρια; Πρέπει νὰ εἴπῃ
1851ὅτι ζῇ πλουσιοπαρόχως καὶ ἐκ τῶν περιουσιακῶν στοιχείων,
1852τὰ ὁποῖα εἶναι ἑκατόν, τὰ τρία ἀπεκτήθησαν διὰ τῆς ἐκμε-
1853ταλλεύσεως τῆς ἰδιότητός του, ὡς πολιτικοῦ προσώπου.
1854Αὐτὸ ὅμως ποὺ θὰ εἴπῃ θὰ τὸ ἀποδείξῃ ἢ θὰ εἴπῃ, ὅτι
1855τὸ λέγω ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνταποδείξῃ ὁ ἄλλος. Αὐτό κ.
1856Πρόεδρε, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Εἶναι καὶ ἀπὸ ἀπό-
1857ψεως δικονομικῆς ἀνεφάρμοστος ἡ διάταξις. Δι’ αὐτό, νο-
1858μίζω, ὅτι ἡ ὀρθὴ λύσις εἶναι ἀφοῦ εἴπομεν εἰς ἄλλο ἄρθρον,
1859ὅτι ἀφορᾷ τὴν ἐξέτασιν εἰς τὸ δικαστήριον ἢ τὸ συμβούλιον
1860θὰ ἐξετάζεται καὶ τὸ στοιχεῖον τοῦ τρόπου διαβιώσεως, νὰ
1861διαγράψωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν, ἡ ὁποία προσθέτει ἀπαρά-
1862δεκτον τεκμήριον.
1863§131Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὸν λό-
1864γον, διότι θέλω νὰ ἐκκαθαρισθῇ τὸ θέμα καθ’ ὅσον τὸ ἐβά-
1865ρυνεν ἀντὶ νὰ τὸ ἐλαφρύνῃ ὁ κ. Τσάτσος. Καὶ θὰ ἤθελα
1866νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχουν
1867δύο θέματα. Ἡ παράγραφος 3, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι θεωρεῖ-
1868ται ἀθέμιτος «...... (ἀναγινώσκει)......», περὶ τῆς
1869ὁποίας ὁμιλῶν ἐζήτησα νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι ἢ εἶναι ἐπανά-
1870ληψις τοῦ προηγουμένου ἢ καθιεροῖ τὸ ἀπαράδεκτον τεκμή-
1871ριον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα. Ἡ τελευταία παράγρα-
1872φος 5 λέγει: «...... (ἀναγινώσκει)......». Ὡς τεκ-
1873μήριον διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος ἀποκτήσεως περιουσια-
1874κοῦ ὀφέλους εἶναι πολὺ ἐλαφρότερον. Ἀνάγεται εἰς τὴν
1875ἀνακριβῆ δήλωσιν. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φύγῃ αὐτὸ
1876ἀπὸ ἐκεῖ. Καλὰ εἶναι ἐκεῖ. Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι δὲν δύ-
1877ναται νὰ μείνῃ ὡς τεκμήριον. Δύναται νὰ τεθῇ ὡς στοιχεῖον
1878τῆς χρήσεως περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς δηλώσεως καὶ ἡ ἐξέ-
1879τασις τοῦ τρόπου διαβιώσεως. Δηλαδὴ ὡς ἕνα εἶδος φορο-
1880λογικοῦ τεκμηρίου.
1881Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι τὸ στοιχεῖον αὐτὸ δὲν ἔχει τό-
1882σην καιρίαν σημασίαν. Πρῶτον, διότι εἰς τοὺς τόπους τοὺς
1883φτωχούς, ὡς ἡ Ἑλλάς, ὑπάρχει ἡ ψωροϋπερηφάνεια, ἡ ὁ-
1884ποία κάμνει, ὥστε εἰς τὸν δρόμον οἱ Ἕλληνες νὰ εἶναι κα-
1885λύτερον ἐνδεδυμένοι ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους καὶ τοὺς Ἀμερι-
1886κανούς. Διότι τὸ τεκμήριον ἐκ τοῦ ἐνδύματος, τὸ ὁποῖον ἔκα-
1887με μὲ 34 δόσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν ἐπλήρωσε τὰς 32, δὲν
1888ἰσχύει τὸ τεκμήριον αὐτό, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ φάει
1889μισὴ ρέγγα ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἰς τὸ γεῦμα του. Ἡ παρα-
1890τήρησις αὐτή, κ.κ. συνάδελφοι, εἶναι γενικωτέρα, δὲν εἶναι
1891ἰδική μου. Πέραν αὐτῶν, θέλω νὰ μὴ προχωρήσω εἰς αὐτὸ
1892ποὺ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. Διότι ἐὰν
1893θελήσωμεν νὰ προχωρήσωμεν περισσότερον, θὰ πρέπει νὰ
1894προχωρήσωμεν ὄχι εἰς τὸν τρόπον τῆς διαβιώσεως τοῦ πο-
1895λιτευομένου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς δαπάνας. Ἐν τοιαύτῃ περι-
1896πτώσει θὰ προτείνω εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου νὰ γίνῃ
1897διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ὅσα διαθέτουν αἱ μεγάλαι
1898ἐπιχειρήσεις διὰ τὴν χρηματοδότησιν τῶν ἐκλογικῶν ἀγώ-
1899νων νὰ πληρώνωνται ὡς φόρος εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἡ κά-
1900λυψις τῶν ἐκλογικῶν ἐξόδων νὰ προβλέπεται ἀπὸ τὸ Κρά-
1901τος. Γίνεται ἡ συζήτησις αὐτὴ ἀπὸ παντοῦ καὶ καλὸν εἶναι
1902νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ ἀντίστοιχον μέτρον ἐπ’ αὐτοῦ. Καλὸν εἶναι
1903νὰ περιορισθῶμεν εἰς αὐτὰ καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέ-
1904διον τοῦτο, διότι ἄλλως δημιουργοῦμεν ἐμπλοκάς, εἰς τὸ
1905θέμα τοῦ πόθεν ἔσχες καὶ καθὼς βλέπω οὐδεὶς τὸ ἐγκρίνει,
1906ὅλοι τὸ ψηφίζουν καὶ εἰς τὸ τέλος θὰ γίνῃ νόμος μέσῳ γε-
1907νικῆς ἀποδοκιμασίας ὁμοφώνως. Καὶ ἂν θέλετε νὰ ἐπανέλ-
1908θωμεν ἐπὶ τοῦ τρόπου ποὺ ἀσκεῖται ἡ πολιτικὴ ἐν Ἑλλάδι,
1909ὑπάρχουν μέσα διὰ νὰ διορθώσωμεν μερικὰ πράγματα, πλὴν
1910τῶν μέσων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποδειχθοῦν, ὡς πιστεύω,
1911ἀλυσιτελῆ.
1912§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κουτσοχέρας, ἔχει τὸν λόγον.
1913§133Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπρόκειτο
1914νὰ σᾶς ἀπασχολήσω σήμερον, διότι χθὲς μὲ τὰς δύο τρο-
1915πολογίας μου ἀρκετὰ ἀπησχόλησα τὴν Βουλήν.
1916§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γονίμως.
1917§135Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Γονίμως, πράγματι, κύριε Πρόε-
1918δρε, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ ποὺ τὸ ἀναγνωρίζετε.
1919Ἀλλὰ ἡ φραστικὴ διατύπωσις καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ
1920ἄρθρου 5 μοῦ ἐπιβάλλει νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ
1921σήμερον. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὅμως προηγουμένως ὁ ἀξιότι-
1922μος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι βαρύνει τὴν
1923παράταξίν του, ὅτι ἔκλεισε κατὰ τὸ παρελθὸν τὴν ἀσφαλι-
1924στικὴν δικλεῖδα τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ὡς ἐκ
1925τούτου ἀναγκαζόμεθα σήμερον νὰ συζητοῦμεν ἕνα νομοσχέ-
1926διον ποὺ καθιερώνει μίαν CAPITIS DEMINUTIO τοῦ
1927πολιτικοῦ κόσμου. Αὐτὴ ἡ λέξις «ἔγκλημα», ἡ ὁποία ἐπα-
1928ναλαμβάνεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἂς ἀντικατασταθῇ ἐπὶ τὸ
1929ἠπιώτερον καὶ ἐπιστημονικώτερον. Ἂς ἀντικατασταθῇ μὲ
1930τὰς λέξεις «συνιστᾷ ἀδίκημα», αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἐπαναλαμ-
1931βάνεται εἰς τὴν παρ. 1 καὶ 2 τοῦ ἄρθρου. Μπουχτίζει κα-
1932νείς, κ. Πρόεδρε, νὰ διαβάζῃ αὐτοὺς τοὺς χαρακτηρισμούς.
1933§136Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶναι τοῦ
1934Ποινικοῦ Κώδικος.
1935§137Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ἐγὼ τὸ θέτω ὑπ’ ὄψει τῶν κ.κ.
1936συναδέλφων καὶ παρακαλῶ νὰ τοὺς ἀπασχολήσῃ. Οἱ χαρα-
1937κτηρισμοὶ τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος δὲν δεσμεύουν τοὺς νο-
1938μοθέτας, νὰ προσδώσωμεν εἰς τὸ ἰδιώνυμον ἀδίκημα τοῦ
1939«πόθεν ἔσχες» τὸν χαρακτηρισμὸν «ἀδίκημα».
1940Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχει
1941μία παράλειψις. Καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ.
1942Μετὰ τὰς λέξεις «ἀθέμιτος κτῆσις» πρέπει νὰ προστεθῇ
1943«περιουσιακοῦ στοιχείου». Πρέπει λοιπὸν νὰ συμπληρωθῇ
1944ἡ κτῆσις, διὰ τοῦ περιουσιακοῦ ὀφέλους ἢ στοιχείου.
1945Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἐδάφιον 2 τῆς παραγράφου 1. Εἶναι
1946ἀληθές, ὅτι αὐτὴ ἡ παράγραφος ποὺ καθιερώνει αὐτὰ τὰ
1947τεκμήρια, τὰ ἀπαράδεκτα εἰς βάρος τοῦ πολίτου, πρέπει
1948ὁπωσδήποτε νὰ ἐκλείψῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρχώμεθα
1949ἡμεῖς σήμερον, ποὺ ὑποτίθεται, ὅτι ἐπάνω ἀπ’ ὅλα σεβό-
1950μεθα τὸν πολίτην, νὰ καθιερώνωμε τοιαῦτα τεκμήρια εἰς
1951βάρος τοῦ πολίτου. Κατὰ συνέπειαν, πρέπει νὰ διαγραφῇ
1952καὶ χάριν τῆς Δημοκρατίας δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ βάρος
1953νὰ τὸ ἐπιρρίπτωμεν εἰς τὸν μηνυθέντα καὶ νὰ ἀφήνωμεν τὸν
1954μηνυτὴν χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποδείξεως.
1955Ἔρχομαι εἰς τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἐν λόγῳ ἄρθρου.
1956Λέγει: Συνιστᾷ «ἔγκλημα». Ἐλπίζω τὸ «ἔγκλημα» νὰ γίνῃ
1957«ἀδίκημα», ἡ παράλειψις ὑποβολῆς δηλώσεως καὶ ἡ ὑπο-
1958βολὴ ἐν γνώσει ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Αὐτὴ ἡ περίπτωσις
1959θὰ μᾶς μπλέξῃ εἰς κυρώσεις, ἰδίως τὸ θέμα τῆς παραλεί-
1960ψεως ὑποβολῆς δηλώσεως. Ξεύρετε πόσο εἰς ἡμᾶς κρατεῖ
1961μία ἀταξία εἰς τὸ θέμα τῆς ἐμπροθέσμου ὑποβολῆς δηλώ-
1962σεως. Θὰ εἶναι φρόνιμον νὰ προσέξωμεν, νὰ εὑρεθῇ ἕνας
1963τρόπος διατυπώσεως, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ μία κρίσις κἄπως
1964ἐπιεικεστέρα εἰς τὸ θέμα τῆς ἐμπροθέσμου ὑποβολῆς δη-
1965λώσεως. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἀπὸ ἀπόψεως διαρθρώσεως τῆς
1966ἐν λόγῳ διατάξεως.
1967§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ἰορδάνογλου, ἔχει τὸν λόγον.
1968§139Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ
1969ἄρθρου 5 εἶναι ἀκριβὴς μεταφορὰ ἐκ φορολογικῶν νόμων.
1970Τεκμήρια τὰ ὁποῖα ἄλλοτε οἱ φορολογικοὶ νόμοι εἶχον κα-
1971θιερώσει διὰ τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας, ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ
1972κοινὴ γνώμη ἀκόμη καὶ διὰ τὴν ἐπιβολὴν φορολογιῶν δὲν
1973ἠνέχθη τὰ τεκμήρια αὐτά. Διότι πράγματι τὰ τεκμήρια
1974αὐτά, τὰ καθιερούμενα ἐκ τοῦ τρόπου διαβιώσεως οὐδόλως
1975ἀποτελοῦν ἔνδειξιν τῶν εἰσοδημάτων. Διότι ἕκαστος δια-
1976βιοῖ ἀναλόγως τοῦ χαρακτῆρος του καὶ ἑπομένως τίποτε τὸ
1977τεκμήριον δὲν ὑποδηλοῖ.
1978Ὅταν λοιπὸν ἡ κοινὴ συνείδησις τῶν Ἑλλήνων δὲν ἐδέ-
1979χθη τὴν μορφὴν αὐτὴν τῶν τεκμηρίων, οὔτε διὰ τὴν φορο-
1980λογίαν, οὔτε διὰ τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας, εἶναι δυνατὸν νὰ
1981καθιερώσωμεν ποινικὰς εὐθύνας βάσει τοῦ τεκμηρίου αὐ-
1982τοῦ; Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, πρέπει ἀναμφι-
1983σβητήτως νὰ διαγραφῇ. Δὲν δύναται ἄλλο τι νὰ γίνῃ. Δὲν
1984νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον
1985ὑπεστήριξεν τόσον ὁ κ. Τσάτσος ὅσον καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος,
1986νὰ προστεθῇ ὅτι εἶναι στοιχεῖον τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως.
1987Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὸν δικαστὴν τί θὰ
1988πράξῃ. Ὁ δικαστὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἐὰν εἶναι
1989ἀκριβὴς ἡ δήλωσις καὶ νὰ μορφώσῃ τὴν γνώμην του. Δὲν
1990εἶναι ἀνάγκη νὰ τοῦ ὑποδείξωμεν ἡμεῖς, αὐτὸς θὰ ἐξακρι-
1991βώσῃ τὴν ἀκρίβειαν ἢ ὄχι τῆς δηλώσεως. Πρέπει ἑπομένως
1992νὰ μὴ γίνῃ καμμία ὑπόδειξις.
1993Ἐπίσης ἡ λέξις «ἐν γνώσει» νὰ ἀντικατασταθῇ μὲ τὴν
1994λέξιν «ἐκ προθέσεως». Διότι ἐν γνώσει ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ
1995παραλείψῃ ἕνα περιουσιακὸν στοιχεῖον ἀπὸ ἐπιπολαιότητα
1996διότι νομίζει ὅτι ἕνα παλιάμπελο ποὺ ἔχει σὲ μιὰ κορυφὴ
1997δὲν ἀξίζει καὶ τὸ παραλείπει.
1998§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
1999§141Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ παρ’ ἡμῖν πρακτικὴ
2000λέγει ὅτι οἱ αὐστηροὶ νόμοι οὐδέποτε ἐφαρμόζονται καὶ αἱ
2001αὐστηραὶ ποιναὶ δὲν ἐπιβάλλονται καὶ τὰ δικαστήρια ἀκό-
2002μη προσπαθοῦν νὰ ἀνεύρουν ἐλαφρυντικὰ διὰ νὰ μὴ ἐφαρ-
2003μόσουν τοὺς αὐστηροὺς νόμους. Ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ
2004Ποινικοῦ Κώδικος, ἥτις ὁρίζει —διὰ νὰ ἐλαφρύνῃ ἀσφα-
2005λῶς τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου— ὅτι λαμβάνεται ὡς
2006στοιχεῖον ἐλαφρυντικὸν ὁ πρώην ἔντιμος βίος εὑρίσκει ἐ-
2007φαρμογὴν παρ’ ἡμῖν, διότι ἐπικρατεῖ τὸ πνεῦμα τῆς μὴ
2008ἐφαρμογῆς τῶν αὐστηρῶν ποινῶν. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν ἐντύ-
2009πωσιν ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ καλυτέρα διατύπωσις τῶν ἄρθρων
20105–6 τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ
2011τοῦ νόμου. Διότι ἐὰν περιληφθοῦν διατάξεις αὐστηρόταται
2012θὰ εἶναι δύσκολον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος πρὸς ἐφαρμογὴν
2013τοῦ σκοποῦ του. Σκοπός μας δὲν εἶναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου
2014αὐτοῦ νὰ κλεισθῇ εἰς τὰς φυλακὰς ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς
2015χώρας. Σκοπός μας εἶναι νὰ γίνῃ ὁ ἠθικὸς καθαρμός. Ὁ
2016πολιτικὸς κόσμος, ἔχει συναίσθησιν τῆς θέσεώς του καὶ τῆς
2017ἀποστολῆς του. Εἶναι πάντοτε ἀπησχολημένος, ἔχει διαθέ-
2018σει τὸν ἑαυτόν του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λαοῦ, οὐδεμίαν
2019ὥραν εἶναι ἐλεύθερος διὰ νὰ σκεφθῇ οἱανδήποτε ἀθέμιτον
2020πρᾶξιν. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου θὰ ἔχῃ αὐστηροτάτας
2021συνεπείας διὰ τὸν ἀθεμίτως κτήσαντα πολιτικόν. Καὶ ὄχι
2022μόνον διὰ τὸ πρόσωπόν του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν παράταξιν
2023εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει. Δὲν χρειάζεται μεγάλη ποινή. Πρὸ
2024ἐτῶν ἤρκησε δίμηνος φυλάκισις εἰς πολιτικὸν μὲ ἀποτέ-
2025λεσμα καὶ τὴν προσωπικήν του ἐξαφάνισιν ἀπὸ τὸν πολιτι-
2026κὸν βίον τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐν συνεχείᾳ δυσμενεστά-
2027τας ἐπιπτώσεις εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Βεβαίως ὑπάρχουν
2028περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ κολάζωνται παραδειγμα-
2029τικῶς. Ὑπάρχουν ἐπίσης ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ζοῦν κατὰ
2030τρόπον ἀπαράδεκτον. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, μέχρι
2031τοῦ σημείου νὰ ἐπιδιώκωμεν καὶ τὴν καταδίκην ἐντίμων
2032ἀνθρώπων, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Δι’ αὐτὸ ἐπιβάλλε-
2033ται ὅπως ἀλλάξῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ ἡ λέξις «ἔγκλημα» καὶ νὰ
2034ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ἀδίκημα». Καὶ ὅπου ὑπάρ-
2035χει ἡ λέξις αὐτὴ νὰ ἀντικατασταθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πε-
2036ρίπτωσιν τοῦ τεκμηρίου ἢ τοῦ στοιχείου τῶν συνθηκῶν δια-
2037βιώσεως, νομίζω ὅτι ὀρθῶς τίθεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
2038Εἶναι ἀπαράδεκτον διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι
2039εἶναι ταγοὶ τῆς κοινωνίας καὶ παραστάται τοῦ Ἑλληνικοῦ
2040λαοῦ, ἐφ’ ὅσον ἀπεφάσισαν νὰ ἀφιερώσουν τὴν ζωήν των
2041εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λαοῦ, νὰ ζοῦν βίον πολυδάπανον καὶ
2042ἐκνευριστικὰ ἐπιδεικτικόν. Πρέπει οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ
2043συνηθίζουν νὰ ζοῦν, ὅπως ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς
2044ΕΡΕ, λιτότατα. Νὰ ζοῦν ἀσκητικά. Ἐὰν ἡμεῖς ὡς πολιτι-
2045κοὶ ἄνδρες, θέλωμεν νὰ διαβιοῦμεν κατὰ τρόπον προκλητι-
2046κὸν καὶ ἐπιδεικτικόν, ὑπάρχουν ἄλλα ἐπαγγέλματα, πρὸς τὰ
2047ὁποῖα πρέπει νὰ στραφῶμεν. Εἶναι πράγματι ἐκνευριστι-
2048κὸν διὰ τὸν λαὸν νὰ ψιθυρίζεται τακτικώτατα, ὅτι ἕνας
2049Ὑπουργὸς ἢ ἕνας βουλευτὴς ξενυχτᾷ εἰς τὰ κέντρα ἢ εἰς
2050τὰ Καμπαρὲ καὶ νὰ χαρτοπαίζῃ καὶ νὰ χάνῃ μεγάλα ποσά,
2051χωρὶς νὰ στενοχωρῆται.
2052Ὡς στοιχεῖον ἐπιβαρυντικὸν ἐν πάσῃ περιπτώσει τῆς
2053ἀθεμίτου κτήσεως νὰ εἶναι καὶ ὁ τρόπος διαβιώσεως. Διότι
2054ἐγὼ νομίζω καὶ κατὰ πλειοψηφίαν ὅλοι, ὅσοι διακονοῦμεν
2055εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τὸ πιστεύομεν, ὅτι ὁ πολιτικὸς
2056πρέπει νὰ ζῇ σεμνὸς ἐντὸς τοῦ πλαισίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπη-
2057ρετεῖ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ μὲ εὑρίσκει σύμφωνον ἡ διάτα-
2058ξις τοῦ νομοσχεδίου, ἐκτὸς ἐὰν πρέπει νὰ διατυπωθῇ, ὡς
2059προτείνει ὁ κ. Τσιριμῶκος.
2060§142Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀντιλαμβάνομαι ἀπο-
2061λύτως διὰ ποῖον λόγον ἐτέθη τὸ ἐδάφιον γʹ τῆς παραγρά-
2062φου 1 τοῦ ἄρθρου 5. Εἶναι ἡ δεδικαιολογημένη ὀργὴ διὰ
2063τὴν τυχὸν ὕπαρξιν οἱουδήποτε περιουσιακοῦ στοιχείου, εἴτε
2064εἰς πολιτικόν, εἴτε εἰς τὸ συγγενικόν του περιβάλλον, τὸ ὁ-
2065ποῖον δὲν δύναται νὰ αἰτιολογήσῃ. Τὰ λεχθέντα ὅμως ὑπὸ
2066τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ τοῦ κ. Τσιρι-
2067μώκου, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ διακεκριμένου
2068Ποινικολόγου ὡς καὶ ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων, ἀποδεικνύουν
2069ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ θεσμοθέτησις τεκμαρτοῦ ἐγκλήμα-
2070τος. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ ἐδάφιον γʹ τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρ-
2071θρου 5.
2072Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρ. 2 ἐδάφιον βʹ περὶ ἀνακριβείας
2073τῆς δηλώσεως, βάσει τοῦ τεκμηρίου τῆς διαβιώσεως τοῦ
2074ἐλεγχομένου, νομίζω ὅτι τὰς ὀρθοτάτας παρατηρήσεις τοῦ
2075ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς λι-
2076τότητος τοῦ βίου τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, τὰς συνδυάζει ἡ
2077πρότασις τοῦ κ. Τσιριμώκου, ὅστις δὲν δέχεται μὲν τεκμαρ-
2078τὸν ἔγκλημα, ἀλλὰ προτείνει, νὰ εἶναι στοιχεῖον κρίσεως
2079τῆς ἀκριβείας τῆς δηλώσεως, ὁ τρόπος διαβιώσεως.
2080Τέλος, κ. Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι
2081ἀπαραίτητον νὰ προστεθῇ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀνακρι-
2082βοῦς δηλώσεως τὸ «ἐκ προθέσεως». Θὰ ἀναφέρω μίαν πε-
2083ρίπτωσιν ἡ ὁποία ἀποδεικνύει πόσον εἶναι τοῦτον ἀναγ-
2084καῖον. Μία ἀπὸ τὰς ὀρθοτέρας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου
2085εἶναι ἡ τοῦ ἐδαφίου γʹ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρ-
2086θρου 3, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ δηλωθῇ ἡ καθ’ οἱονδήποτε
2087τρόπον συμμετοχὴ εἰς παντὸς εἴδους ἐπιχειρήσεις. Ἰδοὺ
2088ὅμως ποὺ δύναται νὰ φθάσῃ τὸ θέμα τῆς ἀνακριβείας. Οἱ
2089γεωργικοὶ συνεταιρισμοὶ εἶναι κατὰ τὸν νόμον ἔμποροι. Ἡ
2090συμμετοχὴ ἑνὸς πολιτικοῦ ἢ συγγενοῦς του εἰς γεωργικὸν
2091συνεταιρισμόν, εἴτε ἀναγκαστικόν, εἴτε ἑκούσιον, εἶναι συμ-
2092μετοχὴ εἰς ἐπιχείρησιν τύποις. Καὶ ἑπομένως ἐὰν λησμονή-
2093σῃ ἢ νομίσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ σημειώσῃ εἰς τὴν
2094δήλωσίν του, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι διέπραξε τὸ ἔγκλημα
2095τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Ἀλλ’ ἐὰν τεθῇ ἐκ «προθέσεως»,
2096τότε καλύπτεται, διότι οὐδεὶς θὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐκ προθέσεως
2097παραλείπει νὰ δηλώσῃ ὅτι μετέχει γεωργικοῦ συνεταιρι-
2098σμοῦ, διότι κατέχει δύο στρέμματα γῆς. Ἰδού, λοιπόν, δια-
2099τὶ εἶναι ἀναγκαία ἡ μετατροπὴ τοῦ «ἐν γνώσει εἰς τὸ «ἐκ
2100προθέσεως», τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ συνάδελφος κ. Ἰορδά-
2101νογλου.
2102§143Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νο-
2103μοθετήματος, ἀναμφισβητήτως ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν αὐτοῦ.
2104Διότι δι’ αὐτοῦ καθιεροῦται τὸ ἀδίκημα τῆς ἀθεμίτου κτή-
2105σεως. Τὸ νομοθέτημα ἔχει μίαν γενικὴν γραμμήν. Θέλει ὁ
2106πολιτικὸς νὰ αὐτοπροσφερθῇ πρὸς ἀπόδειξιν τῶν περιου-
2107σιακῶν του στοιχείων, διὰ νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν οἱονδήποτε
2108ψίθυρον, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ κυκλοφορήσει εἰς βάρος του. Τί-
2109θεται ἕνα ἐρώτημα εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, πόθεν ἐκτή-
2110σατο αὐτά, τὰ ὁποῖα ἔχει. Δι’ αὐτὸ εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ
2111θέσπισις τοῦ τεκμηρίου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ καθιε-
2112ρώσεως τεκμηρίου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς πλήρους ἀντιθέ-
2113σεως πρὸς τὰ κρατοῦντα. Διότι ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ
2114θέμα τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως τότε θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν
2115οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Ὁ μηνυτὴς θέτει ὡς δεδομένα
2116πραγματικὰ γεγονότα στοιχειοθετοῦντα τὸ ἀδίκημα καὶ ὁ
2117ἐλεγχόμενος ὑποχρεοῦται ν’ ἀντικρούσῃ. Θὰ πρέπει νὰ ὑ-
2118πάρξουν τὰ δεδομένα διὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ ἀνακρίβεια. Εἶναι
2119δυνατὸν ἕνας νὰ εἰσπράττῃ 10.000 δραχμὰς τὸν μῆνα καὶ
2120νὰ σπαταλᾷ 18.000. Τὸ ἐρώτημα τίθεται ποῦ εὑρίσκει αὐ-
2121τὰς τὰς 8.000 δραχμάς, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν τὶ εἰσπράττει.
2122Ὡς δεδομένον θὰ τεθῇ τὶ εἰσπράττει καὶ τὶ ξοδεύει, τὸ
2123ἐπὶ πλέον ἀποτελεῖ ἀνταπόδεικτον καὶ ὄχι μετάθεσιν τοῦ
2124τεκμηρίου. Κατὰ συνέπειαν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν στενήν,
2125τὴν λογικήν, δὲν ὑπάρχει μετάθεσις τεκμηρίου. Φέρω ἕνα
2126παράδειγμα: Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι προβαίνει τις εἰς τὴν
2127ἀγορὰν ἑνὸς πλοίου, τοῦ ὁποίου ἀσφαλῶς ἡ ἀξία εἶναι με-
2128γάλη. Ἐκεῖ τίθεται τὸ πραγματικὸν ἐρώτημα. Ποῦ εὑρέ-
2129θησαν τὰ χρήματα διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ πλοίου. Πρόκει-
2130ται, συνεπῶς, περὶ ἀνταποδείξεως ἑνὸς πραγματικοῦ γεγο-
2131νότος. Πέραν τῶν νομικῶν κριτηρίων, ὁ κόσμος θέλει τὸν
2132πολιτικόν του νὰ εἶναι μακρὰν πάσης ὑπονοίας καὶ ἀξιώ-
2133νει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ προσδιορίσῃ
2134τὸν τρόπον κτήσεως τῶν περιουσιακῶν του στοιχείων.
2135Κύριε Πρόεδρε, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαναβῆ, ἐνῷ ἔχει
2136γύρω ὅλας τὰς προϋποθέσεις, δύναται νὰ ἀποδοθῇ καλύ-
2137τερα εἰς τὸν νόμον μὲ μίαν κἄπως πιὸ συμπεπυκνωμένην δια-
2138τύπωσιν.
2139Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει ἀθέμιτον κτῆσιν καὶ ὑπὸ τῶν
2140συγγενικῶν προσώπων καὶ θὰ πρέπει νὰ δημιουργηθῇ διὰ
2141τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἰδία εὐθύνη, διότι ἐὰν εἶναι ἐνδεχομένως
2142ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐλεγχομένου προσώπου εἶναι δυνατὸν νὰ
2143ἐκμεταλλεύωνται τὴν ἰδιότητά τους. Πρέπει συνεπῶς νὰ
2144δημιουργηθῇ ἰδία ποινικὴ εὐθύνη.
2145§144Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Περὶ
2146αὐτοῦ ἔχει δημοσιευθῆ σχετικὴ τροπολογία.
2147§145Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κ. Ὑπουργέ,
2148τοιαύτην τροπολογίαν. Πάντως τὰ πρόσωπα αὐτὰ ὡς καὶ
2149τὰ συνδεόμενα διὰ φιλίας ἀποτελοῦν κίνδυνον διὰ τὸν πο-
2150λιτευόμενον, ὅταν ταῦτα ἐκμεταλλεύωνται τὸν συγγενικὸν ἢ
2151φιλικὸν δεσμὸν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐλεγχομένου. Ὁ πολιτικὸς
2152κόσμος πρέπει νὰ προστατευθῇ καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπέ-
2153κτησε περιουσιακόν τι στοιχεῖον θὰ πρέπει πάντοτε νὰ εἶ-
2154ναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ μόλις δημοσιευθῇ ἡ δή-
2155λωσίς του.
2156§146Δ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπουσίαζον ἐκ τῶν
2157συνεδριάσεων τοῦ Σώματος ἐπὶ 3 ἡμέρας. Κατ’ αὐτὸν τὸν
2158χρόνον ἐψηφίσθησαν ἐκ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου 3 ἄρ-
2159θρα. Ἤθελον νὰ εἴπω τὰς ἀπόψεις μου, ἀλλὰ δυστυχῶς
2160ὅπως προανέφερον δὲν παρευρισκόμην εἰς τὰς συνεδριά-
2161σεις. Καὶ πρῶτον, θέλω νὰ ἐρωτήσω, ποῖοι λόγοι ἐπέβαλλον
2162τὴν θέσπισιν τοῦ παρόντος νομοθετήματος.
2163Κύριε Πρόεδρε, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντο-
2164λήν........
2165§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. συνάδελφε, ὁμιλεῖτε ἐπὶ
2166τοῦ ἄρθρου 5. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς
2167ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Λυποῦμαι, διότι ἀπουσιάσατε καὶ
2168δὲν λάβατε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, δὲν πρέπει ὅμως νὰ
2169ἀνατρέπεται καὶ ἡ οἰκονομία τῆς συζητήσεως.
2170§148Δ. ΜΥΛΩΝΑΣ..... ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἔστειλεν
2171εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ ἐπιβάλλωμεν κυρώσεις κατὰ τῶν
2172ὑπολόγων τῆς προηγουμένης 8ετίας καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ
2173φροντίσωμεν διὰ τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὸ μέλλον. Δὲν ἱκα-
2174νοποιοῦμεν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐὰν δὲν τι-
2175μωρήσωμεν τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν κατὰ
2176τὴν παρελθοῦσαν 8ετίαν. Ὀρθῶς, κ. Πρόεδρε, τὸ νομο-
2177σχέδιον ὁμιλεῖ εἰς πλείστας περιπτώσεις «ἔγκλημα, ἔγκλη-
2178μα, ἔγκλημα».
2179§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἡλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2180§150Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον, θὰ ἤθε-
2181λα νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν διὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
2182Τσιριμώκου καὶ τοῦ κ. Παγκούτσου. Λέγω λοιπὸν ὅτι τὸ
2183τεκμήριον τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 5 νὰ μὴ εἶναι
2184αὐτοτελές, ἀλλὰ νὰ περιληφθῇ «ἰδίᾳ ἐὰν ἡ διαβίωσις τοῦ
2185ἐλεγχομένου δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὰ περιουσιακά του
2186στοιχεῖα». Δεύτερον, λέγει τὸ ἄρθρον 5 «θεωρεῖται ἀθέμι-
2187τος ἡ κτῆσις περιουσιακοῦ ὀφέλους ἐφ’ ὅσον δὲν δικαιολο-
2188γεῖται ἐπαρκῶς κλπ.». Ὁ κ. Σεργάκης εἶπεν ὅτι ὁ σκοπὸς
2189τοῦ νόμου δὲν ἱκανοποιεῖται ἐὰν δὲν ἀποδειχθῇ κατὰ ποῖον
2190τρόπον ἀπεκτήθη. Διότι λ.χ. ἐπὶ ἀγορᾶς ἑνὸς ἀκινήτου θὰ
2191πρέπει νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀποδείξῃ ὁ ἐλεγχόμενος κατὰ τίνα
2192τρόπον ἀπεκτήθη τοῦτο. Λέγει ἡ παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 5: «...
2193(ἀναγινώσκει)...». Δηλαδὴ ὁρίζεται ἐξαντλητικῶς τὸ πῶς
2194ἀπεκτήθη ἓν περιουσιακὸν στοιχεῖον.
2195§151Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἐ-
2196προσθέσαμεν διὰ τροπολογίας, κ. συνάδελφε.
2197§152Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ μπῇ καὶ αὐτό. Ὑπάρ-
2198χει μία ἰδική μας τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔχετε πάρα κά-
2199τω. Ἅμα ὅμως εἰσάγεται διὰ τὸ παρελθὸν θὰ πρέπει νὰ
2200ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὸ μέλλον.
2201Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅτι ὡς ἀθέμιτος ἀπόκτησις πε-
2202ριουσιακοῦ ὀφέλους θὰ πρέπει νὰ θεωρῆται καὶ ἡ ἀπόκτη-
2203σις περιουσιακοῦ ὀφέλους, κατὰ τρόπον ἀντιβαίνοντα εἰς
2204τὰ χρηστὰ ἤθη. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην θὰ πρέπει
2205νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ποινὴ καὶ ἡ καταβολὴ εἰς τὸ δημόσιον
2206ποσοῦ ἴσου μὲ τὸ ἀθεμίτως ἀποκτηθέν.
2207Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς μίαν τελευταίαν παρατήρησιν, τὴν
2208ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔκαμε καὶ ὁ συνάδελφος κ. Σεργάκης.
2209Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι θὰ πρέπει εἰς τὰς αὐτὰς ποινὰς νὰ
2210ὑπόκεινται καὶ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀποκτοῦν περιουσια-
2211κὰ ὀφέλη ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἰδιότητα πολιτικοῦ τινος
2212προσώπου.
2213§153Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Διατὶ τὰ πρόσωπα αὐτὰ θὰ πρέ-
2214πει νὰ δικάζωνται ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τούτου καὶ ὄχι τῶν
2215κοινῶν δικαστηρίων;
2216§154Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἐὰν ὑπάρξουν αἱ αὐστη-
2217ραὶ ποιναὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περιορι-
2218σθῇ τὸ κακόν.
2219§155Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Προχθὲς ἀνέγνωσα τὸ ἑξῆς:
2220Ὅτι εἰς τὴν Λάρισαν εἷς κοινὸς ἀπατεών, διαδίδων ὅτι
2221ἔχει σχέσεις μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας,
2222εἰσέπραττε χρήματα παρὰ διαφόρων προσώπων, ὑποσχό-
2223μενος νὰ μεσολαβήσῃ διὰ τὴν μετάβασίν των εἰς τὸ ἐξωτε-
2224ρικόν. Ὁ ἀπατεὼν αὐτὸς συνελήφθη καὶ ἀπεδείχθη ὅτι
2225οὐδεμίαν σχέσιν εἶχε μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν Ἐμπορικῆς Ναυ-
2226τιλίας. Ἐρωτῶ, θὰ πρέπει μὲ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν νὰ ἀσχο-
2227ληθῇ τὸ δικαστήριον τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Δὲν ἀρκοῦν
2228τὰ κοινὰ δικαστήρια;
2229§156Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὴ ἡ περίπτωσις νομίζω
2230ὅτι θὰ πρέπει νὰ τιμωρῆται καὶ νὰ ἐκδικάζεται σύμφωνα
2231μὲ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου. Νομίζω, ὅμως, ὅτι
2232δὲν θὰ πρέπει νὰ μείνουν ἀνενόχλητοι, κυρίως, οἱ διάφο-
2233ροι ἰδιαίτεροι Γραμματεῖς τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν
2234πράγματι κἄποιον δεσμὸν μὲ τὸν Ὑπουργὸν καὶ οἱ ὁποῖοι
2235ἐκμεταλλευόμενοι τὸν δεσμόν των αὐτόν, ἀποκτοῦν ἀθεμί-
2236τως περιουσιακὰ ὀφέλη. Φρονῶ ὅτι καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί,
2237ἐφ’ ὅσον ἀποκτοῦν ἀθεμίτως περιουσιακὰ ὀφέλη, θὰ πρέπει
2238νὰ τιμωροῦνται βάσει τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομο-
2239σχεδίου.
2240§157Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, ἔχομεν
2241τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 5, κατὰ τὴν ὁποίαν
2242θεωρεῖται ὡς ἔγκλημα ἡ ἀθέμιτος ἀπόκτησις περιουσιακοῦ
2243ὀφέλους. Ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις, ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ χρησι-
2244μοποιηθῇ ἡ λέξις «ἔγκλημα». Νομίζω ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις
2245εἶναι ἀβάσιμοι, διότι κατὰ τὸν Ποινικὸν Κώδικα κατὰ τὸν
2246ὁποῖον ἀναλόγως τῆς ἐπιβαλλομένης ποινῆς αἱ ἀδικοπρα-
2247γίαι διακρίνονται εἰς ἐγκλήματα καὶ ἀδικήματα, ἡ προβλε-
2248πομένη ὑπὸ τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 5 πρᾶξις, θὰ
2249πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔγκλημα, λόγῳ τῆς προβλεπο-
2250μένης δι’ αὐτὴν ποινῆς.
2251Ἀλλὰ τὸ θέμα κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ θέμα εἶ-
2252ναι νὰ μὴ γίνωμεν μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἀφορμὴ
2253νὰ δημιουργηθοῦν ἐγκλήματα εἰς βάρος τοῦ πολιτικοῦ κό-
2254σμου. Εἰς τὴν πρώτην παράγρ. τοῦ ἄρθρου 5 καθορίζεται
2255ὅτι θεωρεῖται ὡς ἔγκλημα ἡ ἀθέμιτος ἀπόκτησις περιου-
2256σιακοῦ ὀφέλους. Καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν παράγραφον 2
2257διευκρινίζεται τὶ ἐννοοῦμεν λέγοντες ἀθέμιτον ἀπόκτησιν
2258περιουσιακοῦ ὀφέλους. Αἱ ὑπόλοιποι παράγραφοι οὐδὲν
2259προσθέτουν. Νομίζω ὅτι ἀρκοῦν αἱ δύο πρῶται παράγρα-
2260φοι. Διὰ τῶν ὑπολοίπων, οὐδὲν προσθέτομεν. Δίδομεν μό-
2261νον τὴν ἀφορμὴν τῆς προσβολῆς τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ
2262κόσμου.
2263Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω πρὸς
2264ποῖον ἀπευθύνομαι καὶ παρακαλῶ καὶ ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Ὑ-
2265πουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ
2266μὲ προσέξουν. Ὅταν καλῶς ἢ κακῶς καταλήξωμεν εἰς τὴν
2267ἀπόφασιν νὰ θεσπίσωμεν νόμους διὰ τῶν ὁποίων προβλέ-
2268πονται ἐξοντωτικαὶ ποιναί, ὡς ὁ παρών, θὰ πρέπει τοὐλά-
2269χιστον νὰ εἴμεθα σαφεῖς. Δὲν θὰ πρέπει νὰ διατυπώσωμεν
2270τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ
2271δύναται τὸ δικαστήριον νὰ τὰς ἑρμηνεύῃ κατὰ διάφορον
2272τρόπον. Πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ἐφαρμο-
2273γῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἐπιβολῆς ποινῆς εἰς πολι-
2274τικὸν ἄνδρα βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐν πάσῃ ὅμως περι-
2275πτώσει, ἐπαναλαμβάνω, θὰ πρέπει νὰ εἴμεθα σαφεῖς. Ἐ-
2276φθάσαμεν κ. Πρόεδρε εἰς τὸ σημεῖον νὰ δώσωμεν τὸ δι-
2277καίωμα νὰ ἀσχοληθῇ δικαστήριον μὲ τὸν τρόπον τῆς δια-
2278βιώσεώς μας. Ἐὰν π. χ. κληθῇ ἕνας συνάδελφος ὑπό τινος
2279φίλου του νὰ συμφάγουν εἰς τὸ κέντρον «Ἀστέρια», αὐτὸ
2280δύναται νὰ ἀποτελέσῃ στοιχεῖον εἰς βάρος του; Θὰ εἶναι
2281δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ οἱοσδήποτε καὶ νὰ καταγγείλῃ ὅτι ὁ
2282κ. συνάδελφος διαβιοῖ πολυτελῶς καὶ νὰ κριθῇ ἐκ τούτου
2283ὅτι ἀπέκτησεν ἀθεμίτως περιουσιακὰ ὀφέλη; Δι’ αὐτὸ κ.
2284Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον
2285εἰς τὰς δύο πρώτας παραγρ. τοῦ ἄρθρου 5. Ἀρκεῖ ὅτι κα-
2286θιεροῦται ὡς ἔγκλημα ἡ κτῆσις ἀθεμίτως περιουσιακοῦ
2287ὀφέλους. Ὅταν ἀρχίζωμεν νὰ ἀναμασῶμεν τὴν διάταξιν,
2288ἀποδεικνύεται ὅτι καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν γνωρίζομεν τὶ θέ-
2289λομεν. Ἔχω τὴν τιμὴν κ. Πρόεδρε, νὰ ἀνήκω εἰς τὴν Ε.
2290Κ. καὶ ἔχω τὸ θάρρος νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν πρὸς πᾶσαν
2291κατεύθυνσιν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ γίνεται ἐν βίᾳ καὶ ἡ βία
2292εἶναι πάντοτε ἐπικίνδυνος. Πρέπει νὰ διαγράψωμεν τὰς
2293ὑπολοίπους παραγράφους τοῦ ἄρθρου 5 πλὴν τῶν δύο
2294πρώτων, διὰ νὰ ἀφήσωμεν ἥσυχον τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ
2295κόσμου τὴν ὁποίαν ἐνδιαφερόμεθα νὰ προστατεύσωμεν μὲ
2296τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον.
2297§158Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἡ ὁμιλία τοῦ συναδέλφου κ. Κε-
2298φαλληνοῦ, μὲ ἀπαλλάσσει, κύριε Πρόεδρε, τοῦ κόπου νὰ
2299ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις μου. Συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὰς ἰδι-
2300κάς του ἀπόψεις καὶ ἐγώ, ποὺ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μὴ ἀνή-
2301κω εἰς τὴν Ε.Κ. Θὰ κάμω μόνον μίαν παρατήρησιν. Ἐτο-
2302νίσθη ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς συναδέλφους ὅτι ἡ νέα διά-
2303ταξις τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, εἶναι
2304ἡ καθιέρωσις ποινῆς διὰ τὴν ἀθέμιτον ἀπόκτησιν περιου-
2305σιακοῦ ὀφέλους. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ νέον στοιχεῖον εἶναι
2306μόνον ἡ ὑποβολὴ τῆς δηλώσεως καὶ τὰ εἰσαγόμενα τεκμή-
2307ρια, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς δὲν φαίνεται νὰ ἀποδέχεται ἡ Βου-
2308λὴ ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ὁμιλιῶν τῶν κ.κ. συναδέλφων.
2309Εἰς τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου περὶ μεσαζόντων, ὑπάρχει
2310διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται ποινὴ καὶ εἰς τὰ
2311μέλη τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος ἐὰν δέχωνται δῶρα κλπ.
2312Ἡ διάταξις αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς: «...(ἀναγινώσκει)...».
2313Ὅπως βλέπετε αἱ κείμεναι διατάξεις τιμωροῦν τὴν ἀπό-
2314κτησιν ἀθεμίτως περιουσιακοῦ ὀφέλους. Ὥστε τὸ νέον τοῦ
2315νομοσχεδίου εἶναι, ἡ δήλωσις. Περαιτέρω, κύριε Πρόεδρε,
2316καὶ ὡς νομικὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος, δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὸ
2317τεκμήριον ὅτι ἡ πολυτελὴς διαβίωσις ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν
2318ἀποκτήσεως κατὰ τρόπον ἀθέμιτον περιουσιακοῦ ὀφέλους.
2319Καὶ τὸ στοιχεῖον αὐτὸ θὰ κρίνεται βάσει τῆς δηλώσεως.
2320Ἐὰν ἡ διαβίωσις εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὰ περιουσιακὰ
2321στοιχεῖα τῆς δηλώσεως, εἶναι τὸ μόνον ποὺ μᾶς ἐνδιαφέ-
2322ρει. Καὶ τὶ θὰ πῇ αὔριον ὁ δικαστὴς ὅταν ὁ κατηγορούμε-
2323νος τοῦ προβάλῃ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ναὶ μὲν δὲν ἔχει πόρους
2324δικαιολογοῦντας τὴν ζωὴν τὴν ὁποίαν διαβιοῖ, ἀλλ’ ὀφείλει
2325καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι ἔχει χρέη;
2326§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Λουλακάκης ἔχει τὸν λόγον.
2327§160Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Τὸ θέμα βέβαια εἶναι ἐξηντλη-
2328μένον ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 5, ἀλλὰ μὲ τὸν
2329ρυθμὸν αὐτὸν τῆς συζητήσεως φοβοῦμαι ὅτι οὔτε τὴν προ-
2330σεχῆ ἑβδομάδα θὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
2331Παρ’ ὅλα ταῦτα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ
2332ὀλίγα σύντομα λόγια. Παρηκολούθησα καὶ ἐγώ, χωρὶς φό-
2333βον καὶ χωρὶς πάθος τὴν κυοφορίαν καὶ τὴν συζήτησιν τοῦ
2334νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι ἀνήκω εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν
2335πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ εἶναι ὁ κανών, εἶναι σχεδὸν τὸ σύν-
2336ολον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δίδουν τὰ πάντα εἰς
2337τὸν Δημόσιον καὶ ἰδιωτικὸν βίον καὶ δὲν λαμβάνουν τίποτε.
2338Ἀλλὰ παρ’ ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κηρυ-
2339χθῶ ἐναντίον τῆς καθιερώσεως τοῦ τεκμηρίου ὡς στοιχείου
2340πρωτογενοῦς διὰ τὴν θεμελίωσιν κατηγορίας ἐναντίον τῶν
2341πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, διότι τότε προσφέρομεν θύ-
2342ματα καὶ βορὰν εἰς τοὺς συκοφάντας, τοὺς ἐκδικητάς, τοὺς
2343κακοβούλους ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ὑπονομεύουν τὸν Κοι-
2344νοβουλευτικόν μας θεσμόν.
2345Συμφωνῶ μὲ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος καὶ ἔντιμος Ἀρχη-
2346γὸς τῆς ΕΡΕ κ. Κανελλόπουλος, ὅτι πρέπει οἱ πολιτικοὶ
2347ἄνδρες νὰ ἀποδεικνύουν διὰ τῆς ζωῆς των, διὰ τῶν ἐξόδων
2348τῶν κοινωνικῶν καὶ τῶν ἐξόδων διαβιώσεώς των, νὰ ἀποδει-
2349κνύουν τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές, ὅτι εἶναι τίμιοι ἄνθρωποι.
2350Ἀνήκει νομίζω εἰς τὸν Τζέφερσον κ. Πρόεδρε, τὸ λε-
2351χθὲν ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ ἔχουν τὰς χεῖρας
2352ἀσπίλους καὶ ὅτι πρέπει νὰ περιορίζουν ὅσον τὸ δυνατὸν
2353περισσότερον τὰς ἀτομικάς των ἀνάγκας, διὰ νὰ πυργώ-
2354νουν ὑψηλὰ τὴν πνευματικήν των καὶ πολιτικήν των ἀνε-
2355ξαρτησίαν. Διότι βέβαια ὅταν κανεὶς δαπανᾷ περισσότερα
2356ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐννόμως κερδίζει εἶναι προφανὲς ὅτι
2357θὰ ἀναζητήσῃ ἀπὸ ἄλλους πόρους τὴν κάλυψιν τῶν δαπα-
2358νῶν αὐτῶν, ἀλλὰ ὅπως εἶπον πρέπει νὰ κατοχυρώσωμεν
2359ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὴν τιμὴν τῶν πολιτικῶν
2360ἀνδρῶν καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς συκοφάντας νὰ
2361τινάξουν εἰς τὸν ἀέρα τοὺς κοινοβουλευτικούς μας θεσμούς.
2362Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ἐναντίον τοῦ τεκμηρίου καὶ συμ-
2363φωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος κ.
2364Τσιριμῶκος, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἁπλοῦν στοιχεῖον
2365ἐπικυρώσεως τῆς κατηγορίας, ἐπιβαρυντικόν, ἀλλὰ οὐδέ-
2366ποτε ὡς στοιχεῖον βασικὸν τῆς θεμελιώσεως τῆς κατηγο-
2367ρίας.
2368§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης ἔχει τὸν λόγον.
2369§162Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα μας δὲν
2370εἶναι, ἂν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὸ τεκμήριον ἢ ὄχι. Ἐπ’
2371αὐτοῦ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀκουσθοῦν καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη ἄπο-
2372ψις καὶ ἠκούσθησαν ἤδη. Τὸ θέμα εἶναι, ἐὰν δυνάμεθα νὰ
2373τὸ καθιερώσωμεν, χωρὶς νὰ ἔλθωμεν εἰς σύγκρουσιν μὲ βα-
2374σικὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ ἀκόμη μὲ συντα-
2375γματικὰς διατάξεις. Ὅταν εἶχον τὴν τιμήν, ἀπευθυνόμενος
2376πρὸς τὸ Σῶμα, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου
2377τούτου καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ τεκμηρίου, ἐξέ-
2378φρασα τὴν ἄποψιν, ὅτι εἶναι λίαν ἀμφίβολον, ἐὰν εἶναι δυ-
2379νατὸν ποτὲ νὰ ἐφαρμοσθῇ μία διάταξις, βάσει τῆς ὁποίας
2380εἶναι δυνατὸν νὰ κηρυχθῇ τις ἔνοχος βάσει τεκμηρίων, δε-
2381δομένου ὄντως ὅτι κατὰ τὸ Ποινικὸν Δίκαιον, τὸ Διεθνὲς
2382Ποιν. Δίκαιον — διεθνὴς κανὼν καὶ συνταγματικὸς κα-
2383νὼν — ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ κηρυχθῇ τις ἔνοχος, πλήρης ἀπό-
2384δειξις. Ἡ διάταξις αὐτή, κύριε Πρόεδρε, παρέλκει ἀπὸ τῆς
2385ἀπόψεως, ὅτι ἐφαρμόζεται ἐγγράφως, ἀλλ’ ἐφαρμόζεται πάν-
2386τοτε ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις.
2387Εἶπον τὴν ἄλλην φοράν, σκεφθεῖτε τί θὰ ἐγένετο, ἐὰν
2388ἐπεξετείνετο ἡ ἀρχὴ τοῦ τεκμηρίου καὶ εἰς ἄλλας περιπτώ-
2389σεις. Εἰς τὴν ὕπαιθρον, φέρ’ εἰπεῖν, ἀνθεῖ ἢ μᾶλλον ἤνθει εἰς
2390τὸ παρελθὸν τὸ ἀδίκημα τῆς ζωοκλοπῆς. Ἐὰν εἰσήγομεν
2391μίαν διάταξιν καὶ ἐλέγομεν, κάθε κτηνοτρόφος, ὁ ὁποῖος
2392δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀποδείξῃ πόθεν ἔχει τὰ ποίμνιά του,
2393θεωρεῖται ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει εἶναι προϊὸν ζωοκλοπῆς
2394καὶ ἠρώτησα, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς,
2395ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας Δικαστὰς ἡ διάτα-
2396ξις αὐτὴ καὶ βάσει τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι δυνατὸν νὰ
2397καταδικασθῇ κτηνοτρόφος, ὁ ὁποῖος δὲν δικαιολογεῖ τὴν προ-
2398έλευσιν τοῦ ποιμνίου του; Ἑπομένως, λέγω, ὅτι παρέλκει, διό-
2399τι πάντοτε τὰ Δικαστήρια ἐξετάζουν αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγο-
2400μεν ἡμεῖς «πόθεν ἔσχες». Συνεπῶς, μόνον ὡς καθοδηγητικὴ
2401διάταξις διὰ τὸν Δικαστὴν θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ, ἐὰν ἀνε-
2402γράφετο. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὸν ἀπὸ τῆς
2403ἀπόψεως, ὅτι ἐφαρμόζεται πάντοτε εἰς ὅλας τὰς δίκας ἀπὸ
2404τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐλέγχουν ἀκριβῶς τὴν κτῆσιν. Διὰ
2405τοῦτο νομίζω, ὅτι παρέλκει οἱαδήποτε θέσπισις τοῦ τεκμη-
2406ρίου.
2407§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Μελᾶς.
2408§164Ι. ΜΕΛΑΣ. Ἐναπόκειται βεβαίως εἰς τὴν κρίσιν τῆς
2409Βουλῆς νὰ ἀποδεχθῇ ἢ μὴ καὶ τὸ προβλεπόμενον τεκμήριον
2410τῶν ὅρων τῆς διαβιώσεως. Ἐπιβάλλεται ὅμως νὰ ὑπενθυ-
2411μίσω, ὅτι τὸ τεκμήριον τοῦτο ἀπετέλεσε βασικὴν πρόβλεψιν
2412τοῦ συγγενοῦς νομοσχεδίου τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου «περὶ ἐλέγχου
2413περιουσιῶν» καὶ ἡ σημασία τῆς ὁποίας ἐξήρθη δικαίως κατὰ
2414τὴν ἐποχὴν τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἐκ
2415τῆς ἀντικειμενικῆς πάντως ἐκτιμήσεως πρέπει νὰ ὑποστηρι-
2416χθῇ, ὅτι καὶ σήμερον τὸ τεκμήριον τοῦτο ἀφορᾷ οὐσιαστι-
2417κὴν προϋπόθεσιν.
2418Ὑπάρχουν οἱ μωροί, οἱ καθιστῶντες καταφανὲς τὸ
2419προϊὸν τῆς ἀνόμου κτήσεως, ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ εὐφυεῖς
2420οἱ ὁποῖοι δὲν καθιστοῦν ὑλικῶς ἐμφανῆ τὸν παράνομον καὶ
2421αἰφνίδιον πλουτισμόν των, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν ἠμποροῦν νὰ
2422ἀπόσχουν καὶ ἀπὸ τὴν πολυτελῆ διαβίωσιν τὴν ἄσχετον πρὸς
2423τὴν στάθμην τῶν εἰσοδημάτων των.
2424Εἰς τὴν σύλληψιν τῶν τελευταίων ἀποβλέπει τὸ προβλε-
2425πόμενον τεκμήριον τῶν ὅρων διαβιώσεως. Κατὰ ταῦτα θὰ
2426ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ τὸ προβλεπόμενον τεκμήριον προστι-
2427θεμένου ὅμως τοῦ ὅρου τῆς προδήλου ἀντιθέσεως τῶν ὅρων
2428τῆς διαβιώσεως, πρὸς τὸ ὕψος τῶν εἰσοδημάτων.
2429§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἐγ-
2430γεγραμμένων ὁμιλητῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, ὁ κ. Ὑπουργὸς
2431τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
2432§166Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
2433Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει πάντα, ἡ ἀρχική μας διαφορά, μὲ
2434ὅσους ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων ἐξακολουθοῦν νὰ ὑποστηρί-
2435ζουν τὴν ἄποψιν, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν προστα-
2436τεύει πράγματι τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας,
2437ἀλλὰ ἀντιθέτως διαπομπεύει τὸν πολιτικὸν κόσμον. Εἶναι μία
2438βασικὴ διαφορά μας καὶ αἱ πλεῖσται ἐκ τῶν ἀπόψεων αἱ
2439ὁποῖαι διετυπώθησαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ξεκινοῦν ἀπὸ
2440τὴν δευτέραν ἄποψιν, ἡ ὁποία εἶναι διάφορος τῆς ἰδικῆς μας.
2441Συνεπῶς, δὲν νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου — ἄλ-
2442λωστε εἰς ὅλας τὰς ὁμιλίας μου ἔχω διευκρινίσει τὸ βασικὸν
2443τοῦτο θέμα — δὲν νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ
2444εἴπω περισσότερα.
2445Τὸ ἄρθρον 5, θεσπίζει ἓν ἰδιώνυμον ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον
2446μὲ ἀπόλυτον σαφήνειαν διατυπώνεται εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο καί,
2447παραλλήλως, δίδει τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως τοῦ «Πόθεν
2448Ἔσχες» εἰς τὸν ἐλεγχόμενον καὶ εἶναι πράγματι μία οὐσιώ-
2449δης δικονομικὴ ἀλλαγή, ὅπως ὀρθῶς ἐτόνισεν ὁ συνάδελφος
2450κ. Σεργάκης, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐλεγχομένου, διό-
2451τι τοῦ παρέχει ὅλην τὴν δυνατότητα νὰ ἀποδείξῃ τὸ νόμι-
2452μον τῆς κτήσεως τῶν περιουσιακῶν του στοιχείων καί, ἐν
2453τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ ἔχῃ μίαν πανηγυρικὴν καὶ ἐπίσημον
2454διαβεβαίωσιν περὶ τοῦ ὅτι τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα εἶναι
2455νομίμως κτηθέντα. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, δὲν ἠμπορῶ νὰ
2456ἀντιληφθῶ τοὺς διατυπωθέντας ἐνδοιασμοὺς ἐκ μέρους τῶν
2457κ.κ. συναδέλφων.
2458Ἀκούω νὰ ὁμιλοῦν πολλοὶ περὶ τεκμηρίου. Ὁμολογῶ, ὅτι
2459δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑπεισέλθω εἰς τὴν ἔννοιαν, τοῦ διατί ἐνο-
2460χλεῖ αὐτὸ τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον ὀρθῶς ἐπεσήμανεν ὁ κ.
2461Μελᾶς, εἰπών, ὅτι καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε
2462καταθέσει ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, τὸ εἶχε περι-
2463λάβει ὡς ἕνα βασικὸν στοιχεῖον, διότι μὲ τὸ τεκμήριον πρά-
2464γματι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ ἕνα λεπτότατον θέμα,
2465ὅπως ἀνεγνώρισε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε.,
2466ὁ ὁποῖος καὶ τὸ ἐπεσήμανεν ἰδιαιτέρως, συμφωνῶν ἐν τῷ
2467σημείῳ τοῦτο.
2468Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 5, θὰ εἶναι
2469δυνατὸν νὰ γίνουν αἱ ἑξῆς μεταβολαὶ τὰς ὁποίας ἀποδέ-
2470χομαι: Ἡ ὀνομασία «ἔγκλημα» εἶναι εἰλημμένη ἀπὸ τὸν Ποι-
2471νικὸν Κώδικα. Συνεπῶς, δὲν ἠξεύρω, διατί ἐδημιούργησεν
2472αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν ἔχω καμ-
2473μίαν ἀντίρρησιν, ἀντὶ νὰ λέγεται «ἔγκλημα» νὰ λέγεται
2474«ἀδίκημα», διότι, ἀπὸ πλευρᾶς οὐσίας, δὲν ὑπάρχει καμμία
2475διαφορά. Τὸ ἀφήνω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Νομίζω,
2476ὅτι ὁ δόκιμος ὅρος εἶναι ὁ ὑπάρχων εἰς τὸ νομοθέτημα, διότι
2477εἶναι εἰλημμένος ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Κώδικα. Ἐὰν ἡ Βουλή,
2478ὅμως θὰ ἤθελε νὰ τὸ μετονομάσῃ εἰς «ἀδίκημα», δὲν ἔχω,
2479ἐπαναλαμβάνω, καμμίαν ἀντίρρησιν. Νομίζω, ὅμως, ὅτι,
2480συμφώνως καὶ πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Βρανοπούλου, πρέ-
2481πει νὰ μείνῃ αὐτὸς ὁ δόκιμος ὅρος. Βεβαίως ἔχετε ὑπ’ ὄψει
2482τὰς προσθήκας τὰς ὁποίας ἔκαμα εἰς τὸ νομοσχέδιον διὰ
2483τῶν τροπολογιῶν τὰς ὁποίας ὑπέβαλα πρὸ δύο ἡμερῶν καὶ
2484τῶν ὁποίων ἔλαβον γνῶσιν ὅλοι οἱ κ.κ. συνάδελφοι, νομίζω.
2485Ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι οἱ κ.κ. συνάδελφοι θὰ εἶναι εὐχα-
2486ριστημένοι, διότι αἱ τροπολογίαι διὰ τὰς προσθήκας διενε-
2487μήθησαν πρὸ δύο ἡμερῶν.
2488§167Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακα-
2489λῶ ὅπως διανεμηθοῦν καὶ πάλιν αἱ τροπολογίαι περὶ τῶν
2490ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργός.
2491§168Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
2492Ἐπίσης, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποδέχομαι ἀπὸ πλευρᾶς διατυπώ-
2493σεως, εἰς τὸ ἄρθρον 5 παράγρ. 2, ἐδάφιον 2, εἶναι τὸ ἑξῆς:
2494Ἀναφέρεται εἰς αὐτὸ τὸ ἑξῆς:
2495«Θεωρεῖται ὡς ἀνακριβὴς ἡ δήλωσις καὶ ἐὰν αἱ συνθῆ-
2496και διαβιώσεως τοῦ ἐλεγχομένου καὶ αἱ συναφεῖς δαπάναι
2497αὐτοῦ δὲν δικαιολογοῦνται ἐκ τῶν δεδομένων, τῶν προκυ-
2498πτόντων ἐκ τῆς δηλώσεως».
2499Τοῦτο ἐκτιμῶν, ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει καὶ τὴν σχε-
2500τικὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, ἀπο-
2501δέχομαι ὅπως μεταβληθῇ ὡς ἑξῆς:
2502«Ἐν τῇ ἐκτιμήσει, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνακριβὴς δήλωσις, θὰ λη-
2503φθοῦν ὑπ’ ὄψει καὶ αἱ συνθῆκαι διαβιώσεως τοῦ ἐλεγχομέ-
2504νου καὶ αἱ συναφεῖς δαπάναι αὐτοῦ, ἐν συναφείᾳ πρὸς τὰ
2505δεδομένα, τὰ προκύπτοντα ἐκ τῆς δηλώσεως».
2506Αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις ἀποδέχομαι.
2507§169Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὸ «ἐν γνώσει» νὰ γίνῃ «ἐκ προθέσεως».
2508§170Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
2509Μὰ ὅταν εἶναι «ἐν γνώσει» νοεῖται ὅτι εἶναι καὶ «ἐκ προθέ-
2510σεως».
2511§171Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον.
2512§172Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
2513Αὐτὸς ποὺ ἐν γνώσει δὲν δηλώνει, εἶναι προφανές, ὅτι δὲν
2514ἔχει καμμίαν πρόθεσιν.
2515§173Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Ἠμπορεῖ εἷς ἐξ ἐπιπολαιότητος ἐν
2516γνώσει νὰ παραλείψῃ κἄτι.
2517§174Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
2518Ὅταν εἶναι ἐν γνώσει, ἐξυπακούεται, ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον
2519καὶ χαίρω, διότι τὸ ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς
2520τῆς Ε.Ρ.Ε.
2521Κύριε Πρόεδρε, μὲ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας εἶπον
2522τώρα καὶ μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀνέφερον καὶ ὡς εἶπον
2523ὑπέβαλον πρὸ δύο ἡμερῶν, παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή,
2524ἐὰν ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον 5 ἢ ὄχι.
2525§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου, ἔχει τὸν
2526λόγον.
2527§176Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκου-
2528σα μὲ προσοχήν, ὅπως ἐπιβάλλεται, τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀξιο-
2529τίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς πρὸς τοὺς λό-
2530γους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιμένει εἰς τὴν διατήρησιν τῆς δια-
2531τάξεως τοῦ ἐδαφίου 3 τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ συζη-
2532τουμένου ἄρθρου, ἐπὶ τῆς ὁποίας τόσαι ἐπικρίσεις ἠκούσθη-
2533σαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ
2534μέχρι τῶν βουλευτῶν ὅλων τῶν πτερύγων. Ἤκουσα ἐπίσης,
2535καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸ
2536εἴπω μὲ ἔκπληξιν, τὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ ἐπίρριψις τῆς ὑπο-
2537χρεώσεως τῆς ἀποδείξεως τοῦ νομίμου τρόπου τῆς κτήσεως
2538τῶν περιουσιακῶν στοιχείων εἰς βάρος τοῦ ἐλεγχομένου, εἰς
2539βάρος δηλαδὴ οὐσιαστικῶς τοῦ κατηγορουμένου, ἀποτελεῖ
2540προνόμιον ὑπὲρ τοῦ ἐλεγχομένου. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοή-
2541σω, διατί οἱ δικονομολόγοι καὶ οἱ συντάξαντες τοὺς νέους
2542κώδικας δὲν ἐσκέφθησαν νὰ ἐπωφεληθοῦν καὶ νὰ εἰσαγά-
2543γουν εἰς τοὺς νέους κώδικας τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ πρὸς
2544ὄφελος καὶ πρὸς κέρδος καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν κατηγο-
2545ρουμένων. Πῶς δὲν ἐσκέφθησαν δηλαδὴ νὰ θεσπίσουν, ὅτι
2546τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως, τῆς μὴ συνδρομῆς τῶν συστατικῶν
2547τοῦ ἐγκλήματος στοιχείων πρέπει νὰ φέρῃ ὁ κατηγορούμε-
2548νος ὁ ἐλεγχόμενος.
2549Πέραν αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ κάμω μίαν
2550παρατήρησιν καὶ ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία
2551διενεμήθη ἀπὸ χθὲς ἢ ἀπὸ προχθές, ὅπως ἐλέχθη καὶ ἡ
2552ὁποία, ἀτυχῶς, φαίνεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποδίδῃ ἐκεῖνο
2553τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ὁ κ. Ὑπουργός.
2554Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρ-
2555θρου 5, λέγει:
2556«Ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἄλλων προσώπων,
2557ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐλεγχομένου, ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος
2558εἶναι μόνον τὰ πρόσωπα ταῦτα».
2559Ἔχομεν ἑπομένως ἔγκλημα καὶ ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλή-
2560ματος. Καὶ ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος εἶναι μόνον τὰ πρό-
2561σωπα ταῦτα. Εἰς τὴν τρίτην παράγραφον ὅμως τῆς τροπο-
2562λογίας ἀναγινώσκω ἀντιθέτως τὸ ἑξῆς:
2563«Ὡς πρὸς τὰ ἐν ἄρθρῳ 3 παράγραφον δευτέραν, ἔγκλη-
2564μα συνιστᾷ μόνον ἡ παράβασις τῆς παραγράφου 2 τοῦ πα-
2565ρόντος ἄρθρου» δηλαδὴ ἡ μὴ ὑποβολὴ δηλώσεως ἢ ἡ ὑποβολὴ
2566ἐν γνώσει ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Ἐπέρχονται ὅμως καὶ ὡς
2567πρὸς αὐτὰ αἱ συνέπειαι τοῦ ἄρθρου 2. Κατὰ συνέπειαν δὲν ὑ-
2568πάρχει ἔγκλημα. Ἐνῷ ἡ πρώτη παράγραφος λέγει, ὅτι ἐὰν ἐ-
2569γένετο ἐκμετάλλευσις ὑπὸ τῶν ἄλλων προσώπων ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ
2570ἐλεγχομένου, ὑπάρχει ἔγκλημα καὶ βεβαίως ὑπάρχει ἔγκλη-
2571μα καὶ ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος εἶναι μόνον τὰ πρόσω-
2572πα ταῦτα. Εἰς τὴν τρίτην παράγραφον ἀναιρεῖται ἡ κα-
2573θιερωμένη ἀρχή, διότι εἰς τὴν παράγραφον 3 ὁρίζεται, ὅτι
2574ὡς πρὸς τὰ ἐν ἄρθρῳ 3 παράγραφον δευτέραν πρόσωπα, τὰ
2575ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δροῦν ἄλλως, παρὰ μόνον ἐκμε-
2576ταλλευόμενα τὴν σχέσιν των μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ πολιτικοῦ,
2577μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέονται διὰ συγγενείας, ἔγκλημα συνι-
2578στᾷ μόνον ἡ παράβασις τῆς παραγράφου δευτέρας, δηλαδὴ
2579ἡ μὴ ὑποβολὴ δηλώσεως, ἢ ὑποβολὴ ἀνακριβοῦς δηλώσεως.
2580§177Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πρόσωπα δὲ αὐτὰ δὲν
2581ὑποχρεοῦνται τῆς ὑποβολῆς δηλώσεως.
2582§178Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δυνατὸν νὰ ὑποχρεω-
2583θοῦν μὲ τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία προσετέθη. Ἠμπορεῖ νὰ
2584κληθοῦν, συμφώνως πρὸς τὴν παράγραφον 3 τοῦ ἄρθρου 3,
2585νὰ ὑποβάλουν δηλώσεις. Ἀλλὰ δι’ αὐτὰ ἡ τροπολογία, τὴν
2586ὁποίαν συζητοῦμεν τώρα, καθιερώνει ἀκαταδίωκτον. Μόνον
2587φορολογικὰς κυρώσεις ἀπειλεῖ ἐνῷ ἡ παράγραφος πρώτη
2588διακηρύσσει, ὅτι ὑπάρχει ἔγκλημα καὶ ὑποκείμενον τοῦ ἐγ-
2589κλήματος εἶναι τὰ πρόσωπα ταῦτα. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπεν
2590ἡ διατύπωσις νὰ γίνῃ μετὰ μεγαλυτέρας προσοχῆς. Ἐὰν ὑ-
2591πάρχῃ ἔγκλημα καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὑποκείμενον τοῦ
2592ἐγκλήματος εἶναι βεβαίως τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐν
2593ἀγνοίᾳ τοῦ ἐλεγχομένου πολίτου ἐπέτυχον τὴν κτῆσιν ἀθεμί-
2594τως καὶ κατὰ τρόπον ἀντικείμενον εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη περι-
2595ουσιακοῦ ὀφέλους, ὑπάρχει ὑποκείμενον ἐγκλήματος. Καὶ
2596ἀπορῶ πῶς ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν παράγραφον 3 ὑπάρχει διά-
2597ταξις, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι ἔγκλημα συνιστᾷ μόνον ἡ μὴ ὑπο-
2598βολὴ δηλώσεως ἢ ἡ ὑποβολὴ ψευδοῦς δηλώσεως.
2599Καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθω, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ πρῶτον ση-
2600μεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξεκίνησα, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς
2601τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἐπανεξετάσῃ τὸ θέμα.
2602Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέπωνται θεμελιώδεις κανόνες,
2603τοὺς ὁποίους ἔχει καθιερώσει ἡ σύγχρονος ἐπιστήμη καὶ ἡ
2604σύγχρονος σκέψις καὶ οἱ ἀγῶνες διὰ τὴν προσωπικὴν ἐλευθε-
2605ρίαν. Ὅτι δηλαδὴ τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως δὲν εἶναι δυ-
2606νατὸν ποτέ, κύριε Πρόεδρε, νὰ φέρῃ ὁ ἐλεγχόμενος. Τὸ
2607βάρος τῆς ἀποδείξεως ἔχει πάντα ὁ διώκων, ὁ Εἰσαγγελεύς.
2608Ὁ Εἰσαγγελεὺς προκειμένου περὶ διώξεως ποινικοῦ ἀδική-
2609ματος. Ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἀστικὴν δίκην ὑπάρχουν κανόνες
2610οἱ ὁποῖοι καθορίζουν ποῖος ἔχει τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως.
2611Ἔτι πλέον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ εἰς τὴν ποινικὴν
2612δίκην ὁ κανών, ὅτι ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἔνοχος τοῦ ἀδι-
2613κήματος, ἐφ’ ὅσον δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι
2614ἀθῶος.
2615§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος, ἔχει τὸν λόγον.
2616§180Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ μόνον εἰς τὸ τε-
2617λευταῖον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἔθιξε καὶ ὁ συνάδελφός μου, ὁ
2618κ. Παπακωνσταντίνου, θὰ ἐπανέλθω. Βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑ-
2619πουργὸς ἐπιμένει εἰς τὸ θέμα αὐτὸ τοῦ τεκμηρίου. Εἰς κάθε
2620ποινικὴν δικονομίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ προσδιορισθῇ τὸ βάρος
2621τῆς ἀποδείξεως εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου. Ὡς πρὸς
2622τὸν τρόπον κτήσεως, ἐκεῖ νομίζω, ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς
2623νὰ ἐπανεξετάσῃ τὸ ζήτημα. Καὶ δύναται νὰ γίνῃ, κύριε
2624Ὑπουργέ, αὐτό, διὰ νὰ σᾶς διευκολύνωμεν καὶ διὰ νὰ μὴ
2625σᾶς βάλωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιστρέψετε τὰ πράγμα-
2626τα. Ἔφθασα νὰ κάμω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν συμ-
2627βιβαστικῶς ὑποβάλλω, διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ ὀρθὴ λύσις εἶναι
2628ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Τσιριμῶκος, τῆς διαγρα-
2629φῆς τῆς παραγράφου αὐτῆς, καὶ ἐλπίζω νὰ τὴν δεχθῆτε.
2630Ἀλλάζω δύο λέξεις μόνον.
2631Λέγει τὰ ἑξῆς: «Θεωρεῖται ἐπίσης «... (ἀναγινώσκει)
2632...».
2633Νὰ τεθῇ «πλὴν ἐὰν ἀποδειχθῇ». Καὶ ἀφήσατε τέλος πάν-
2634των τὸν Ἕλληνα δικαστὴν νὰ κρίνῃ ποῖος πρέπει νὰ ἀπο-
2635δείξῃ.
2636§181Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι
2637χειρότερον.
2638§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πάντως προσθέτει.
2639§183Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Προσθέτει πάρα πολύ. Ἐπιτρέπει εἰς τὸν
2640Ἕλληνα δικαστὴν νὰ κινηθῇ. Ὁ κατηγορούμενος θὰ πρέπει
2641νὰ ἀποδεικνύῃ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ πάντα κανόνα καὶ
2642τῆς λογικῆς καὶ κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν ἔχει ὑποχρέω-
2643σιν νὰ ἀποδεικνύῃ καὶ ὄχι ὁ κατηγορῶν.
2644§184Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
2645Τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσάτσου, τῆς ὁποίας ἔχω ἀντίγρα-
2646φον, ἀποδέχομαι εὐχαρίστως. Διότι εἶναι μέσα εἰς τὸ γενι-
2647κώτερον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ὑπεστήριξα.
2648§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προ-
2649νοίας, ἔχει τὸν λόγον.
2650§186Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
2651Κύριοι, πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τεκμηρίου καὶ περὶ βάρους
2652ἀποδείξεως. Νομίζω, ὅτι ἡ παράγραφος 2, ἡ ὁποία εἶναι
2653συνδεδεμένη μὲ τὸν τρόπον τῆς πολυτελοῦς διαβιώσεως, ἄλ-
2654λως δὲν ἔχει νόημα, οὔτε τὸ βάρος ἀποδείξεως μεταβάλλει,
2655οὔτε τεκμήρια εἰσάγει. Εἰσάγει πλήρη ἀπόδειξιν καὶ τὸ βά-
2656ρος τῆς ἀποδείξεως παραμένει εἰς τὸν μηνυτήν. Τί λέγει;
2657Ὁ μηνυτὴς δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ, ὅτι ὁ Α, ὁ ὁποῖος κατὰ
2658κοινὴν ἀντίληψιν δὲν εἶχεν ἰδίαν περιουσίαν καὶ τὰ ἐκ τῆς
2659ἀσκήσεως τοῦ οἱουδήποτε ἐπαγγέλματός του εἰσοδήματα δὲν
2660δικαιολογοῦν τὴν πολυτελῆ διαβίωσίν του, ἀπέκτησεν ἀθεμί-
2661τως περιουσίαν. Τί ἔχει νὰ ἀποδείξῃ ὁ μηνυτής; Ὅτι ὁ βίος
2662εἶναι πολυτελὴς καὶ δυσανάλογος πρὸς τὰς περιουσιακάς του
2663δυνατότητας. Αὐτὸ θὰ τὸ ἀποδείξῃ, ἄλλως δὲν θὰ εὐσταθῇ
2664ἡ μήνυσις.
2665§187Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ γε-
2666νικώτερον, ὅτι αἱ πρόσοδοι, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ πολιτικός, τὰ
2667εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ πολιτικός, ἔχουν ἀθέμιτον πη-
2668γήν.
2669§188Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
2670Βεβαίως. Πῶς θὰ ἀποδειχθοῦν τὰ εἰσοδήματά του; Ἐκ τῆς
2671φορολογικῆς του δηλώσεως. Ἁπλούστατα εἶναι ἐξ αὐτῆς
2672ἀποδεδειγμένα. Εἶναι πλήρης ἀπόδειξις.
2673Διότι κατὰ τὸν φορολογικὸν νόμον, ἡ φορολογικὴ δήλω-
2674σις πρέπει νὰ ἀναγράφῃ τὰ ἐκ πάσης πηγῆς εἰσοδήματα,
2675τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς φόρον.
2676§189Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Βεβαίως, τὰ χρεώγραφα.
2677§190Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
2678Τὰ χρεώγραφα θὰ τὰ δηλώσῃ καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποδίδουν
2679εἰσόδημα θὰ τὰ δηλώσῃ βάσει τοῦ νόμου. Περὶ αὐτοῦ δὲν
2680τίθεται ζήτημα. Ἐὰν δὲ τὰ χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχει δὲν
2681ἀποδίδουν εἰσόδημα καὶ ἐν τούτοις ζῇ πολυτελῶς εἶναι εἰς
2682βάρος του. Ὁ μηνυτής, λοιπόν, θὰ εἴπῃ: Ἰδού, κύριε, τὰ
2683εἰσοδήματά σου, ἰδοὺ καὶ ἡ διαβίωσίς σου. Δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι
2684ἐπῆγεν ἕνας βουλευτὴς καὶ ἔφαγε μίαν φορὰν εἰς τὰ Ἀστέ-
2685ρια. Δὲν φθάνομεν εἰς αὐτό.
2686Ἀλλὰ ὑποθέσατε ἐμέ, διὰ νὰ μὴ ὁμιλήσω περὶ ἄλλου τινός,
2687ἄγαμον καὶ ἄτεκνον, ὅταν ἔχω γυναῖκα καὶ ὅταν ἔχω παιδιά,
2688ὅταν κάμνω ταξίδια, ὅταν ἔχω θαλαμηγούς, ὅταν ἔχω πολυ-
2689τελῆ διαμερίσματα, ὅταν κάμνω ἐκλογὰς καὶ δαπανῶ ἑκα-
2690τομμύρια διὰ τὴν ἐκλογήν μου, δὲν εἶναι αὐτὸ ἀπόδειξις
2691πολυτελοῦς διαβιώσεως; Θὰ εἴπῃ ὁ μηνυτής, ὅτι ὁ Α ἐξώ-
2692δευσε τόσα διὰ τὴν ἐκλογήν του, τί εἰσοδήματα ἔχει; Ἔχει
2693τὴν ἀποζημίωσίν του τὴν ἀφορολόγητον, καὶ ἔχει τὰ ποσά,
2694τὰ ὁποῖα βάσει τῆς δηλώσεως τῆς φορολογικῆς ἀποδεικνύον-
2695ται πλήρως. Ὁ καθ’ οὗ ἡ μήνυσις θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ναί, κύ-
2696ριε ζῶ, ὅπως ζῶ, διότι τὰ ἔξοδά μου, μοῦ τὰ καταβάλλει ὁ
2697Α ἢ ὁ Β ἢ ὁ Γ.
2698§191Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Θὰ ἀνταποδείξῃ.
2699§192Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
2700Θὰ ἀποδείξῃ. Ὁ μηνυτὴς θὰ ἀποδείξῃ τὸ πολυτελὲς τοῦ
2701βίου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πολυτελοῦς διαβιώσεως τοῦ καθ’ οὗ.
2702Ὁ δὲ καθ’ οὗ θὰ ἀποδείξῃ τὸ ἠτιολογημένον τῆς διαφορᾶς
2703αὐτῆς. Δὲν πρόκειται περὶ τεκμηρίου, πρόκειται περὶ πλή-
2704ρους ἀποδείξεως. Δὲν πρόκειται περὶ ἐναλλαγῆς τῆς ὑπο-
2705χρεώσεως ἀποδείξεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσωπική μου γνώμη.
2706§193Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα ἁπλῶς μίαν ἀπο-
2707ρίαν, νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Προ-
2708νοίας νὰ μοῦ λύσῃ, διὰ τὴν ὁποίαν πιστεύσατέ με, ὅτι δὲν
2709εἶναι σχῆμα λόγου, εἶναι ἀπορία, πράγματι.
2710Ὑποθέσατε, ὅτι καταγγέλλεται ὁ Α, ὅτι διάγει πολυτελῶς
2711καὶ μηνύεται. Ἐπειδὴ διάγεις πολυτελῶς εἶσαι ὕποπτος, ὅτι
2712ἀθεμίτως ἀπέκτησες περιουσίαν. Ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος καὶ
2713λέγει, ἔχω περιουσίαν ἀποτελουμένην ἀπὸ 15 περιουσιακὰ
2714στοιχεῖα, διὰ ποῖον μὲ κατηγορεῖς, ὅτι τὸ ἀπέκτησα ἀθεμί-
2715τως. Δὲν πρόκειται νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃς τὴν περιουσίαν, τὴν
2716ὁποίαν ἀπέκτησα θεμιτῶς, οὔτε νὰ τιμωρηθῶ δι’ αὐτό, διὰ
2717ποῖον περιουσιακὸν στοιχεῖον μὲ κατηγορεῖς;
2718§194Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
2719Διὰ τὸν πολυτελῆ βίον.
2720§195Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν τιμωρεῖσαι διὰ τὸν βίον, τιμωρεῖσαι
2721διὰ τὸν βίον ἐφ’ ὅσον ἀπέκτησες ἀθεμίτως περιουσιακὰ στοι-
2722χεῖα. Δὲν τιμωρεῖσαι διὰ τὴν πολυτέλειαν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀθε-
2723μίτως κτηθεῖσαν πολυτέλειαν.
2724Ἔρχομαι, λοιπόν, καὶ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Ἐγὼ ζῶ πλου-
2725σιοπάροχα καὶ ἔχω 15 περιουσιακὰ στοιχεῖα. Τί ὀφείλει ὁ
2726μηνύων νὰ ἀποδείξῃ; Πρῶτον, ὅτι ἐγὼ ὁ μηνυόμενος ζῶ
2727πολυτελῶς, δεύτερον, ὅτι ἀπέκτησα ἀθεμίτως ὡρισμένα πε-
2728ριουσιακὰ στοιχεῖα, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὲ τιμωρήσῃ αὔ-
2729ριον ὁ νόμος διὰ τὰ θεμιτῶς κτηθέντα.
2730Ἐπομένως πῶς ἠμπορεῖ νὰ στοιχειώσω τὴν κατηγορίαν
2731παρὰ μόνον λέγων δύο πράγματα: Πρῶτον μὲν ζῇς πολυ-
2732τελῶς. Δεύτερον δέ, ὅτι ἀπέκτησες ἀθεμίτως τὰ τρία αὐτὰ
2733στοιχεῖα. Ἢ πῶς φαντάζεσθε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄλλως;
2734Νὰ βγῇ μόνον καὶ νὰ περιορισθῇ ὁ κατηγορῶν εἰς τὴν δή-
2735λωσιν. Ὁ κ. Α εἶναι πλούσιος, ἄρα, ἀπέκτησεν ἀθεμίτως;
2736Ἢ ὀφείλει νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπέκτησες ἀθεμίτως ἐκ τῶν 100 ἢ
273750 περιουσιακῶν σου στοιχείων τὸ Α, τὸ Β καὶ τὸ Γ; Αὐτὸ
2738εἶναι τὸ ἐρώτημα. Ποῦ θὰ πάῃ τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως;
2739Ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς εἰς τὴν κατηγορίαν, κύριε ζῇς πολυ-
2740τελῶς, ἄρα, ἀπέκτησες ἀθεμίτως; Ἢ θὰ εἴπῃ ζῇς πολυτε-
2741λῶς, ἀπέκτησες ἀθεμίτως αὐτὰ τὰ συγκεκριμένα στοιχεῖα
2742καὶ τότε μόνον ὁλοκληροῦται ἡ κατηγορία; Ποῦ πάει τότε
2743ἡ διάταξις ὅπως ἔχει διατυπωθῆ;
2744§196Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Ἡ
2745διαφορά μας εἶναι βασική. Παίρνω τὸν ἑαυτόν μου παρά-
2746δειγμα, διὰ νὰ μὴ πάρω κανένα ἄλλον. Πῶς ζῶ τὸ ξεύρει
2747ὅλος ὁ κόσμος. Δι’ ὅλους μας μάλιστα τὸ ξεύρει ὅλος ὁ
2748κόσμος πῶς ζοῦμε καὶ πῶς μπαίνομεν εἰς τὴν πολιτικήν.
2749Ἂν αὔριον εὑρεθῇ ἡ γυναίκα μου, τὸ παιδί μου, ἐγὼ μὲ
2750αὐτοκίνητον, ταξίδια ἐδῶ–ἐκεῖ, μὲ ἐπίκτητον κτηματικὴν
2751περιουσίαν, δὲν εἶναι αὐτὸ ἀπόδειξις ἀδήλων πόρων; Ποῦ
2752τὰ βρῆκες κύριε; Αὐτὸ θὰ τὸ ἀποδείξῃ ὁ μηνυτής, ὅτι
2753δηλ. ὑπάρχει μία θίγουσα τὸ κοινὸν αἴσθημα ἐπίδειξις
2754πλούτου. Ποῦ τὰ βρῆκες; — Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά μας,
2755δὲν εἶναι ὁ μηνυτὴς ὑποχρεωμένος νὰ ἀποδείξῃ — ποῦ τὰ
2756βρῆκε ὁ μηνυόμενος καὶ ἐπῆγε ταξίδια; Ἢ ποῖον περιου-
2757σιακόν του στοιχεῖον ηὐξήθη; Τὰ περιουσιακὰ στοι-
2758χεῖα εἶναι γνωστὰ ἀπὸ τὴν φορολογικὴν δήλωσιν. Ἄρα,
2759πῶς ζῇ; Καὶ ὅταν πρόκειται περὶ συνήθους κοινωνικῆς
2760ὑποχρεώσεως ἐκπληρουμένης, δὲν θὰ γεννηθῇ διαφορά.
2761Ὅταν ὅμως τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐξώφθαλμον καὶ κατὰ τρόπον
2762θίγοντα τὸ κοινὸν αἴσθημα μοῦ λέγετε ὅτι δὲν εἶναι ὑπο-
2763χρεωμένος νὰ εἴπῃ τὰ ἀπέκτησεν; Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ
2764μας. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ προσωπικῶς, πῶς
2765θέτομεν τὸ θέμα ἡμεῖς καὶ πῶς σεῖς. Ἡ διαφορά μας εἶναι
2766ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, ἂν εἶναι τεκμήριον ἢ
2767πλήρης ἀπόδειξις.
2768§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἔχει τὸν λόγον.
2769§198Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ
2770ἀγαπητὸς κ. Τσάτσος τὸ βλέπει πολυπλοκώτερον τὸ θέμα
2771ἀπ’ ὅ,τι εἶναι, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοιν. Προνοίας τὸ
2772βλέπει ἁπλούστερον ἀπ’ ὅ,τι εἶναι. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ πα-
2773ρέμβω διὰ νὰ καθαρίσω τὰς ἐννοίας, διότι ἔχουν θολωθῆ.
2774Δὲν ὑπάρχει θέμα νὰ καταγγείλῃ ὁ ἄλλος, ὅπως ξεκινᾶ ὁ
2775συλλογισμὸς τοῦ κ. Τσάτσου, ὅτι «κύριε ζῇς βίον πολυτε-
2776λῆ». Ἐκεῖνος, ποὺ θὰ καταγγείλῃ, δὲν θὰ καταγγείλῃ αὐ-
2777τό. Θὰ καταγγείλῃ ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ζῇ ὁ τάδε εἶ-
2778ναι δυσανάλογος πρὸς τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει δηλώ-
2779σει. Δὲν πρόκειται νὰ καταγγείλῃ αὐτὴν ταύτην τὴν πα-
2780ρουσίαν τοῦ τάδε κάθε βράδυ εἰς τὰ «Ἀστέρια» παρὰ μό-
2781νον ἐφ’ ὅσον ἡ παρουσία του εἰς τὰ «Ἀστέρια» κάθε βρά-
2782δυ ἢ ἡ ὕπαρξις τριῶν ἰδίων αὐτοκινήτων δὲν εἶναι δυνατὸν
2783νὰ δικαιολογηθῇ βάσει τῶν περιουσιακῶν στοιχείων, τὰ
2784ὁποῖα ἐδήλωσεν. Ἑπομένως ἡ προϋπόθεσις τῆς καταγγε-
2785λίας δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Τσάτσος. Τὴν
2786βλέπει πολύπλοκον καὶ κάμνει 2–3 φάσεις συλλογισμῶν,
2787ἐνῷ εἶναι μία. Θὰ ξεκινήσῃ ὁ μηνυτὴς ἀπὸ αὐτὴν ταύτην
2788τὴν διαπίστωσιν τῆς δυσαναλογίας ἤ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ
2789δυσαναλογία —διέκοψα ἀκριβῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὸ
2790σημεῖον αὐτὸ— θὰ μηνύσῃ κἄποιον, ἔστω καὶ ἂν ζῇ συντη-
2791ρητικά, διότι εἶναι τυχὸν τσιγγούνης, ὁ ἐξ ἀθεμίτων πη-
2792γῶν πλουτίζων, θὰ τὸν καταγγείλῃ ὅτι κερδίζει ἀπὸ ἀθε-
2793μίτους πηγάς. Διότι καὶ τὰ δύο ὑπάρχουν. Καί, μάλιστα,
2794ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργός, ὀρθῶς κατὰ τὴν γνώμην μου,
2795ἐδέχθη τὴν μέσην λύσιν τοῦ κ. Τσάτσου —μέση μεταξὺ τῆς
2796ἀπόψεως τῆς κυβερνητικῆς καὶ τῆς ἀπόψεως τοῦ κ. Τσιρι-
2797μώκου— τὸ θέμα τοῦ πολυτελοῦς βίου ἀποτελεῖ ἁπλῶς συ-
2798στατικὸν στοιχεῖον κρίσεως. Ὀρθότατα, κατὰ τὴν γνώμην
2799μου, καὶ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως καὶ μὲ τὸν
2800κ. Μελᾶν, ὅτι εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον σημεῖον. Ἑπομένως,
2801δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν περαιτέρω
2802ἐπὶ τῆς πολυπλόκου αὐτῆς σειρᾶς συλλογισμῶν, ἡ ὁποία
2803ἀνεπτύχθη καὶ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας
2804ἀντικρύζει καὶ ἀντιμετωπίζει ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Τσάτσον
2805μὲ ἕνα ἁπλοῦν συλλογισμόν, μόνον τὸν ἀναφερόμενον εἰς
2806τὸν πολυτελῆ βίον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴπωμεν
2807καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ συμφωνήσῃ ὁ κ. Ὑπουρ-
2808γός, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἀπὸ πολλοὺς συναδέλ-
2809φους καὶ ἀπὸ τὸν κ. Τσιριμῶκον καί τινας συναδέλφους
2810τῆς ΕΡΕ καὶ ἀπὸ τὸν κ. Κουτσοχέραν καὶ ἀπὸ ἄλλους κυ-
2811ρίους, ὅτι ἡ 3η παράγραφος τοῦ αʹ ἐδαφίου εἶναι πράγμα-
2812τι ἡ παράγραφος, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλειφθῇ.
2813Ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν δὲν
2814πρόκειται νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ νὰ καταψηφισθῇ. Ὅσον ἐκ
2815τῶν κυρίων τῆς ΕΡΕ θέλουν νὰ τὴν καταψηφίσουν ὡς
2816φορεῖς ἐλευθέρας συνειδήσεως, νὰ τὴν καταψηφίσουν καὶ
2817ὅσοι συμφωνοῦν ἂς ψηφίσουν ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐγὼ προσωπι-
2818κῶς θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτῆς διὰ λόγους ψυχολογικοὺς καὶ
2819ἠθικούς, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνω κάτι πρὶν τελειώσω,
2820ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, κύριε Ὑπουργέ, κατ’ οὐσίαν ἀντιφά-
2821σκει πρὸς τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὸ
2822ἄρθρον 7 καὶ συγκεκριμένως εἰς τὴν τελευταίαν φράσιν
2823τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7, ἡ ὁποία λέγει:
2824«Ἐν τῇ μηνύσει δέον νὰ ἀναφέρωνται λεπτομερῶς καὶ σα-
2825φῶς τὰ θεμελιοῦντα τὸν ἀθέμιτον τρόπον τῆς κτήσεως τῶν
2826περιουσιακῶν στοιχείων». Ὁ δικαστής, λοιπόν, πρέπει νὰ
2827κρίνῃ ἐὰν ἐθεμελίωσεν ἢ ὄχι ὁ μηνυτὴς τὴν καταγγελίαν
2828του. Ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν περιελάβατε εἰς τὴν 3ην πα-
2829ράγραφον τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 4 δὲν εἶναι ἁπλῶς
2830περιττὴ καὶ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐπικίνδυνος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν
2831ὅτι μεταθέτει τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως, ἀλλὰ καὶ ἀντιφά-
2832σκει ἀπολύτως —καλὸν δὲ εἶναι νὰ μὴ περιέχουν τὰ νομο-
2833θετήματα, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται ἀπὸ ἐδῶ, λογικὰς καὶ νο-
2834μικὰς ἀντιφάσεις— πρὸς τὴν τελευταίαν φράσιν τῆς 3ης
2835παραγράφου τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 7.
2836§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κοΐνης ἔχει τὸν λόγον.
2837§200Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὕστερα ἀπὸ ὅσα ἐλέ-
2838χθησαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ, νομίζω ὅτι
2839δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι περισσότερον παρὰ ὀλίγας λέξεις. Δὲν
2840συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Τσάτσον, ὅτι θὰ πρέπει νὰ θεωρηθῇ τὸ
2841τεκμήριον — δὲν ὑπάρχει κατὰ τὴν γνώμην μου — τῆς πο-
2842λυτελοῦς διαβιώσεως, ὅτι ἀνάγεται εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν
2843τοῦ τρόπου κτήσεως, διότι ἡ πολυτελὴς διαβίωσις καὶ ἡ διά-
2844ταξις αὐτὴ τελεῖ ἐν συναρτήσει πρὸς τὴν περίπτωσιν εʹ τῆς
2845παραγρ. 1 τοῦ ἄρθρου 3. Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἐλεγχόμε-
2846νος νὰ δηλώσῃ τὰ ἐκ πάσης πηγῆς εἰσοδήματά του. Δὲν εἶναι
2847ἑπομένως κατὰ τὴν ἔννοιαν, ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς τὸν κ.
2848Τσάτσον, τῶν ἀκινήτων ἡ κτῆσις μόνον τῶν ἐμφανῶν περι-
2849ουσιακῶν στοιχείων, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐπιχορηγήσεων ἢ ἐξ ἄλ-
2850λων πόρων ἐὰν τὰ ἔχῃ δηλώσει, ποὺ δὲν εἶναι ἀθέμιτα, εἴτε
2851δωρεαί, εἴτε ἄλλαι πηγαὶ θεμιταί, δημιουργοῦν τὴν ἄνεσιν
2852τῆς ζωῆς, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ ἀποδείξῃ. Δὲν ὑπάρχει
2853ὁπωσδήποτε κίνδυνος τοῦ τεκμηρίου εἰς βάρος τοῦ ἐλεγχο-
2854μένου. Εἶναι αὐστηροτέρα ἡ διάταξις διὰ τὸν μηνυτήν, ὁ
2855ὁποῖος ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ τὰ στοιχεῖα εἰς τὴν ἀνάκρισιν
2856περὶ τοῦ ποία εἶναι ἡ πολυτελὴς διαβίωσις. Καὶ πέραν τῶν
2857στοιχείων τῆς κτήσεως, θὰ προσδιορίσῃ καὶ τὸν τρόπον, ὁ
2858ὁποῖος θεωρεῖται πολυτελὴς καὶ θὰ δημιουργήσῃ καὶ τὴν
2859ἐντύπωσιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κινηματογράφος νὰ
2860θεωρηθῇ πολυτελὴς διαβίωσις. Ἐὰν ἑπομένως δὲν ἔχει ἐκ
2861τοῦ ἄρθρου 3 δικαιολογήσει καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπαρκῶς θὰ ἔχῃ
2862δικαιολογήσει ὁ μηνυτής, τότε μεταπίπτει τὸ βάρος τῆς ἀπο-
2863δείξεως ἢ τῆς ἀνταποδείξεως, ἐὰν θέλετε. Νομίζω, ὅτι ὀρ-
2864θῶς ἐτέθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ, ὅτι εἶναι
2865ἁπλοῦν τὸ θέμα καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον τόσοι πε-
2866ριορισμοὶ ἐτέθησαν, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι ὀρθόν,
2867καὶ τόσαι ἀπειλαὶ εἰς τὸν μηνυτήν, νὰ περιστείλωμεν τὴν
2868οὐσιαστικωτέραν ἀπομένουσαν διάταξιν ἐκ τοῦ παρόντος νο-
2869μοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τόσα ἄλλα ἔχει ἐλαφρυντικὰ διὰ τὸ
2870παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἀποσβέννει, ὥστε καὶ αὐτὸν τὸν φρα-
2871γμὸν τῆς ἐπιδείξεως, ἐφ’ ὅσον διὰ τὸ μέλλον εἶναι, τῆς ἐπι-
2872δείξεως πλούτου τοῦ πολιτευομένου νὰ τὸν ἐμποδίσωμεν
2873καὶ νὰ μὴ δημιουργήσωμεν ἐν πάσῃ περιπτώσει μίαν ἔντι-
2874μον ζωὴν ἀφοῦ πρὸς αὐτὴν τείνει, νὰ δημιουργήσωμεν τὸν
2875ἀποχωρισμόν, κακῶς, τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, νὰ τὸν κατα-
2876στήσωμεν προνομιοῦχον, διότι ἐφ’ ὅσον τοῦ δίδομεν πιστο-
2877ποιητικά, νὰ τοῦ δώσωμεν καὶ αὐτὸ τὸ τεκμήριον τῆς ἐντί-
2878μου ζωῆς, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ περιφρονῇ ἠθικοὺς κανόνας εἰς
2879τὴν πτωχὴν ταύτην χώραν.
2880§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
2881§202Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον εἶ-
2882ναι ἐξαιρετικὸν καὶ ἡ RATIO LEGIS τοῦ νομοσχεδίου
2883εἶναι ὅπως πολλάκις ἐτονίσθη, ὅτι ἀτυχῶς ὑπῆρξαν παρα-
2884δείγματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν ἐξοργιστικὴν ἐπί-
2885δειξιν πλούτου, χωρὶς αὐτὸ νὰ δικαιολογῆται, παρὰ μόνον
2886ἐξ ἀδήλων πόρων. Ἕνας, λοιπόν, ἐκ τῶν λόγων ποὺ ἐπέβα-
2887λον τὸ νομοσχέδιον εἶναι καὶ αὐτός. Ὀρθῶς, λοιπόν, τίθεται
2888τὸ τεκμήριον ποὺ καθορίζεται διὰ τῆς παραγράφου 2.
2889Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω πλεῖστα ὅσα παραδείγματα. Ἡ
2890χρῆσις, ὅπως γνωρίζετε, ναρκωτικῶν καὶ ἡ καταπολέμησις
2891αὐτῆς ἐπέβαλον καὶ διὰ τὴν ἐλαχίστην, τὴν μηδαμινὴν πο-
2892σότητα, τὴν παραπομπὴν εἰς τὰ Ὁρκωτὰ Δικαστήρια.
2893Ἐάν, λοιπόν, συμβῇ νὰ διέλθῃ εἷς ἐκ τοῦ γραφείου ἑνὸς
2894ἐξ ἡμῶν καὶ τοῦ ρίξῃ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ, τὴν ἐλαχίστην,
2895τὴν μηδαμινὴν ποσότητα ναρκωτικῶν καὶ γενομένου ἐλέγ-
2896χου εὑρεθῇ, θὰ πρέπει νὰ ἀποδείξῃ αὐτὸς πῶς εὑρέθη εἰς
2897τὸ γραφεῖον του. Θὰ πρέπει νὰ ἀποδείξῃ ὅτι κάποιος λόγος
2898ὑπῆρξε, δηλαδὴ φέρει τότε τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως. Συνε-
2899πῶς εἶναι ἐπιβεβλημένον τὸ τεκμήριον ποῖος πρέπει νὰ ἀπο-
2900δείξῃ.
2901Ἂν ὑπάρχουν πόροι ἄδηλοι, ἢ ἀθεμίτως κτηθέντες, ἐκεῖ-
2902νος ὁ ὁποῖος προκλητικῶς ζῆ καὶ ἐπιδεικνύει τὸν πλοῦτον,
2903θὰ πρέπει καὶ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι νομίμως καὶ θεμιτῶς ἀπέ-
2904κτησε. Ὀρθῶς συνεπῶς περιέλαβε τὴν διάταξιν τὸ νομο-
2905σχέδιον καὶ θὰ τὴν ψηφίσω.
2906§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2907§204Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διατύπωσις
2908τῆς τροπολογίας εἰς τὸ ἐδάφιον 2 τῆς παραγράφου 1, διὰ
2909τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ «ἐπαρκοῦς» διὰ τοῦ «νομίμως»
2910καθιστᾷ ἀσαφῆ τὴν ἔννοιαν. Ἡ κτῆσις πρέπει νὰ εἶναι νό-
2911μιμος. Ἡ διατύπωσις, λοιπόν, θὰ πρέπει νὰ τεθῇ «ἐφ’ ὅσον
2912δὲν δικαιολογεῖται ἐπαρκῶς ἡ κτῆσις».
2913§205Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ νόμιμος κτῆσις.
2914§206Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκόμη θὰ ἔλεγον νὰ ἀποσαφηνι-
2915σθῇ ἡ παράγραφος. Λέγετε, κ. Ὑπουργέ: «ἡ νόμιμος προ-
2916έλευσις τῆς κτήσεως». Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ «ἡ νόμι-
2917μος προέλευσις τῶν μέσων». Πρέπει, δηλαδή, νὰ ἀποδείξῃ
2918πῶς καὶ ποῦ εὑρέθησαν τὰ μέσα διὰ τὴν νόμιμον κτῆσιν.
2919§207Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νομίμου κτήσεως.
2920§208Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πᾶμε εἰς τὴν τυπικὴν κτῆσιν.
2921§209Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νὰ εἴ-
2922πωμεν: Νόμιμος καὶ θεμιτὴ προέλευσις.
2923§210Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δηλαδὴ PROBATIO DIABOLICA.
2924§211Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ποὺ εἴπατε, μὲ κάμνει νὰ
2925ἐπιμείνω εἰς τὴν ἄποψίν μου. Πρέπει δηλαδὴ νὰ ἀποδεί-
2926ξῃ τὴν προέλευσιν τῆς κτήσεως τῶν περιουσιακῶν στοι-
2927χείων.
2928Δευτέρα παρατήρησις εἶναι ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνε-
2929φέρθη ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, δηλαδὴ ἡ προσθήκη δια-
2930τάξεως εἰς τὴν παράγραφον 3, ἡ ὁποία εἶναι ἀκατανόητος
2931καὶ ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «...(ἀναγινώσκει)...».
2932Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο αὐτὴ ἡ πρόθεσις, διότι παραπάνω
2933ὁμιλεῖτε περὶ εὐθύνης.
2934§212Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῆς
2935παρατηρήσεώς σας, ὅπως ἐν ἄρθροις 1, 2 καὶ 3 παράγρ.
29362 προσώπων, ἔχει τὸν σκοπὸν ὅτι αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν πα-
2937ράλειψιν τῆς δηλώσεως.
2938§213Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ λέτε ὅτι μόνον ἡ παράλει-
2939ψις τῆς δηλώσεως, ἡ ἀνακριβὴς δήλωσις ἀποτελεῖ τὸ ἔγ-
2940κλημα.
2941§214Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διότι
2942ἀφορᾷ τὸ παρελθόν.
2943§215Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ἡ
2944διάταξις.
2945§216Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ
2946ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ πο-
2947λιτικὸς πρέπει νὰ διάγῃ, κατὰ κανόνα, σύμφωνα μὲ τὸν
2948τρόπον τῆς ζωῆς, τὸν ὁποῖον γνωρίζουν οἱ ἐντολεῖς του. Καὶ
2949τὸ ἀξίωμα αὐτὸ μὲ ἀπαλλάσσει νὰ ἀσχοληθῶ περισσότε-
2950ρον μὲ τὸ τεκμήριον τὸ ὁποῖον καθιερώνει ἡ τελευταία πε-
2951ρίοδος τοῦ ἄρθρου 5, χωρὶς τοῦτο νὰ ἀποτελῇ ἐπίκρισιν
2952ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰς δυνατότητας νὰ ζοῦν,
2953κατὰ τρόπον ἀνάλογον πρὸς τὰς συνηθείας των καὶ τὰ μέ-
2954σα, τὰ ὁποῖα, νομίμως ἔχουν ἀποκτήσει. Οὔτε ὁ φθόνος δι-
2955καιολογεῖται.
2956Ἐπανέρχομαι, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ
2957κ. Ὑπουργοῦ, διότι φαίνεται ὅτι ὑπάρχει κάποια σύγχυσις,
2958τὴν ὁποίαν ἐπεσήμανε καὶ ὁ συνάδελφος κ. Ἡλιόπουλος.
2959Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ἀλλάξει ὁ τρόπος τῆς γεννήσεως τῶν
2960ἀνθρώπων, ἀσφαλῶς, οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ βουλευταί, θὰ
2961ἔχουν ἀδελφούς, ἀδελφάς, ἀνεψιούς, ἐγγόνια καὶ ἄλλους
2962συγγενεῖς καὶ ἑπομένως εἶναι δυνατὸν μεταξὺ τῶν προσώ-
2963πων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελοῦν τὸ ἀντικείμενον τοῦ ἐλέγχου,
2964νὰ περιλαμβάνωνται τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται
2965εἰς τὴν παράγρ. 3 τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Δὲν πρόκειται
2966περὶ τῶν διατελεσάντων Ὑπουργῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν συγ-
2967γενῶν. Ἡ σχετικὴ τροπολογία ἀναφέρεται εἰς τὰ πρόσωπα
2968αὐτά, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν α ἢ β τρόπον ἐξεμεταλλεύθησαν
2969τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐλεγχομένου. Ἰδοὺ τὶ λέγει ἡ σχετικὴ διά-
2970ταξις:
2971Εἰς τὴν παράγρ. 1 τοῦ ἄρθρου 5 περίοδος 2α καὶ εἰς τὸ
2972τέλος αὐτῆς προστίθεται ὡς ἰδιαιτέρα περίοδος «ἐὰν ἡ ἐκ-
2973μετάλλευσις τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐλεγχομένου ἐγένετο ὑπὸ τῶν
2974ἄλλων, ἐν ἄρθροις 1, 2 καὶ 3, παράγρ. 2 προσώπων, ἐν
2975γνώσει τοῦ ἐλεγχομένου, ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος εἶναι
2976ὅ τε ἐλεγχόμενος καὶ τὰ ἄλλα πρόσωπα, θεωρούμενοι πάν-
2977τες ὡς συναίτιοι. Ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις ἐγένετο ὑπὸ τῶν
2978ἄλλων προσώπων, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐλεγχομένου, ὑποκείμενον
2979τοῦ ἐγκλήματος εἶναι μόνον τὰ πρόσωπα ταῦτα».
2980Καὶ ἐνῷ, κ. Πρόεδρε, ταῦτα ὁρίζονται εἰς τὴν παράγρ.
2981αὐτήν, ἡ παράγρ. 3 ὁρίζει «ὡς πρὸς τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 πα-
2982ράγρ. 2 πρόσωπα ἔγκλημα συνιστᾶ μόνον ἡ παράβασις τῆς
2983παραγρ. 2 τοῦ παρόντος ἄρθρου, ἐπέρχονται ὅμως καὶ ὡς
2984πρὸς αὐτά, αἱ συνέπειαι τοῦ ἄρθρου 10 παράγρ. 2 τοῦ πα-
2985ρόντος».
2986Καὶ διερωτῶμαι: Ὅταν ὑπεύθυνα εἶναι μόνον τὰ πρό-
2987σωπα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν προβλέπονται κυρώσεις καὶ
2988τὰ ὁποῖα ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ἰδιότητα τοῦ πολιτικοῦ,
2989διατὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ δι’ αὐτὰ ἡ ποινικὴ εὐθύνη; Πῶς εἶναι
2990δυνατὸν εἰς τὴν παράγρ. 3 νὰ ὁρίζεται τὸ ἀντίθετον, ὅταν
2991τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶναι τὰ ὑπαίτια; Αὐτό, σημειωτέον, δὲν
2992σημαίνει ἀπαλλαγήν, πάντοτε, τῶν προσώπων ἐκείνων ἀπὸ
2993τὴν συνέπειαν τοῦ ἐγκλήματος; Διότι διὰ τὰ πρόσωπα αὑ-
2994τὰ θὰ ὑπάρχῃ προβλεπομένη διαπίστωσις, ὅτι διέπραξαν τὸ
2995ἔγκλημα, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ πολιτικοῦ. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι
2996εἶναι ἀνάγκη ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως νὰ ἐπανεξετα-
2997σθῇ. Νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶναι ὑποκεί-
2998μενα ἐγκλήματος καὶ νὰ καθορισθῇ πῶς θὰ κριθοῦν. Δὲν
2999εἶναι δυνατὸν μία παράγραφος νὰ τὰ θεωρῇ ὑπαίτια ἐγκλή-
3000ματος καὶ ἄλλη παράγραφος νὰ τὰ ἀπαλλάσσῃ.
3001§217Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομί-
3002ζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει γίνει σαφῶς ἀντιληπτὸν ἀπὸ τὸν
3003κ. συνάδελφον. Διὰ τὰ πρόσωπα αὐτὰ θὰ ἠμπορούσαμεν
3004ἡμεῖς νὰ θεσπίσωμεν ποινὰς εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ παρελθόν.
3005§218Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν ἀφορᾷ τὸ παρελ-
3006θόν. Τὸ ἄρθρον 5 εἰσάγει πάγιον κανόνα. Ἡ διάκρισις πα-
3007ρελθόντος καὶ παρόντος γίνεται ἀπὸ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8.
3008Εἰς τὸ ἄρθρον 5, ἐπαναλαμβάνω, τίθενται γενικαὶ διατά-
3009ξεις.
3010Καὶ ὁρίζεται ὡς ἀθέμιτος κτῆσις τοῦτο καὶ ἐκεῖνο. Συνι-
3011στᾷ ἀδίκημα ἡ ὑποβολὴ ψευδοῦς δηλώσεως ἢ ἡ μὴ ὑποβολὴ
3012δηλώσεως. Καὶ ἐπίσης γενικὴ διάταξις εἶναι καὶ τὸ τί γίνε-
3013ται εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ συγγενὴς ἐκμε-
3014ταλλευόμενος τὴν ἰδιότητα τοῦ πολιτικοῦ ἐπέτυχεν ἀθέμιτον
3015ὄφελος ἐν ἀγνοίᾳ ἢ ἐν γνώσει τοῦ πολιτικοῦ, ἀνεξαρτήτως
3016χρόνου. Αὐτὸ ὁρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 5. Ἐὰν θὰ παραπεμ-
3017φθῇ εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο, τὸ ὁποῖον καθιερώνεται διὰ
3018τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν θὰ εἰσαχθῇ εἰς ἄλλο δικαστήριον, ἐὰν
3019θὰ ἔχῃ ποινικὴν εὐθύνην διὰ παράβασιν τῶν παλαιῶν δια-
3020τάξεων, ποὺ θὰ ἔχῃ ποινικὴν εὐθύνην διὰ παράβασιν τῶν
3021παλαιῶν διατάξεων, ποῦ θὰ δώσῃ τὰς ποινικὰς εὐθύνας, ἐὰν
3022θὰ ἔχῃ εἰς τὸ μέλλον καὶ οὗτος εὐθύνας ποινικάς, ὅπως κα-
3023θιερώνεται καὶ διὰ τὸν πολιτικόν. Διότι διὰ τὸν πολιτικόν,
3024κύριε Ὑπουργέ, καθιερώνεται ποινικὴ εὐθύνη διὰ τὴν κτῆ-
3025σιν ἐξ ἀθεμίτου αἰτίας, ἢ διὰ πρᾶξιν ἀντικειμένην εἰς τὰ
3026χρηστὰ ἤθη, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν πρόκειται περὶ συγκεκριμέ-
3027νης παραβάσεως διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου. Δι’ ἀθέμι-
3028τον κτῆσιν, κατ’ ἐξαίρεσιν, σύμφωνα μὲ τὴν τροπολογίαν,
3029δὲν διώκεται ὁ ἐπωφελούμενος τῆς ἰδιότητος τοῦ συγγενοῦς
3030πολιτικοῦ; Μόνον ὁ πολιτικὸς διώκεται, ὄχι ὁ ἐπωφεληθεὶς
3031καὶ ὁ ἐκμεταλλευθεὶς τὴν ἰδιότητα τοῦ πολιτικοῦ;
3032§219Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
3033Θὰ διατυπώσω σαφέστερον τὴν διάταξιν.
3034§220Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐγὼ θὰ ἤθελα ἐπανερχόμενος εἰς τὴν γε-
3035νικήν μου ἀντίληψιν, ὅτι ἀντιστρέφομεν τοὺς τρόπους ἐλέγ-
3036χου, νὰ ὑποσημειώσω μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα βγαίνουν
3037ἀπὸ τὸ ἄρθρον 5. Πρῶτα–πρῶτα, τὸ τεκμήριον ἐκ τῆς
3038διαβιώσεως. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἡ κοινὴ πεῖρα ἀπὸ τότε
3039ποὺ ὑπάρχουν ἀνθρώπινες κοινωνίες δείχνει, ὅτι ὑπάρχουν
3040καὶ οἱ ἀντίστοιχοι χαρακτηρισμοί, ἄνθρωποι ἄσωτοι, ἄνθρω-
3041ποι σπάταλοι, ἄνθρωποι ἐλεύθεροι, ἄνθρωποι γενναιόδωροι,
3042ἄνθρωποι εὐπρεπεῖς εἰς τὰς δαπάνας των, ἄνθρωποι σφικτοί,
3043ἄνθρωποι τσιγγούνιδες, ἄνθρωποι σπαγκοραμμένοι, ἀνε-
3044ξαρτήτως τοῦ ὅτι ὑπάρχουν, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δαπανοῦν
3045χρεωνόμενοι ἢ ἀναλίσκοντες καὶ περιουσίας, αἱ ὁποῖαι ἐνδε-
3046χομένως νὰ μὴ συνίστανται μόνον εἰς τὰ στοιχεῖα περὶ τῶν
3047ὁποίων ὑπάρχει ὑποχρέωσις δηλώσεως, ὑπάρχει περιωρι-
3048σμένον στοιχεῖον, χρεωγράφων, ἀκινήτων, πλοίων, καταθέ-
3049σεων κλπ., ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ τοῦ γεγονότος —εἶναι πρά-
3050γματα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν εἰς τὴν καθημερινὴν ζωὴν— θὰ
3051ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σημείου:
3052Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρξαν σοβαραὶ ὑποψίαι μεγάλων
3053ἀνωμαλιῶν, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι δικαίως ἢ ἀδίκως γίνεται λό-
3054γος, ὅτι ὡρισμένα συγκεκριμένα πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα εἴ-
3055πομεν, ὅτι σωστότερον θὰ ἦτο νὰ ἀκολουθηθῇ ἡ ὀρθόδοξος
3056κοινοβουλευτικὴ διαδικασία τῆς ἐρεύνης, ἔκαμαν ἀνωμα-
3057λίας, αἱ ὁποῖαι ἀπέδωσαν πολλὰ λεπτά, πολλὰ χρήματα, γί-
3058νεται λόγος περὶ ἑκατομμυρίων δολλαρίων διὰ μίαν, δύο,
3059τρεῖς συγκεκριμένας ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι γνωσταὶ εἰς
3060ὅλους, ἔχουν συζητηθῆ εἰς τὴν Βουλὴν κλπ., νομίζω, ὅτι πέ-
3061ραν ἀπὸ ἕνα ὡρισμένον ἐπίπεδον δαπάνης, δὲν εἶναι δυνα-
3062τὸν ἡ πολυτέλεια τῆς διαβιώσεως νὰ ὁδηγήσῃ πουθενά. Δὲν
3063ὑπάρχουν, φέρ’ εἰπεῖν ὅρια νὰ ἐκτιμήσῃ κανεὶς ἐὰν κἄποιος
3064ζῇ εἰς τὰ περιθώρια, τῶν 2 ἢ τῶν 5 χιλιάδων δραχμῶν, ἂν
3065τῶν 5 ἢ τῶν 15 χιλιάδων δραχμῶν ἂν τῶν 15 ἢ τῶν 30
3066χιλ. δραχ. κατὰ μῆνα. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα συγχέονται πολὺ
3067τὰ ὅρια. Δὲν εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ νὰ συναγάγῃ κανεὶς
3068συμπεράσματα. Καὶ θὰ πᾶμε εἰς μίαν καταθλιπτικὴν δια-
3069δικασίαν τεκμηρίων. — Ἄ, ἔφαγες, ἂ δὲν ἔφαγες, ἐθεάθης
3070εἰς τὰ «Ἀστέρια» ἢ σοῦ ἔκαμε ὁ ἄλλος τὸ τραπέζι εἰς τὰ
3071«Ἀστέρια» καὶ δὲν τὸ ἐπλήρωσες ἢ ἐχρεώθηκες, διότι εἶ-
3072χες μίαν κοινωνικὴν ὑποχρέωσιν— Θὰ πᾶμε εἰς ἐξευτελι-
3073σμούς, ὄχι διὰ νὰ ἀνακαλύψωμεν ἐκεῖνα τὰ μεγάλα καὶ τὰ
3074σπουδαῖα περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει τὸ δημόσιον ἐνδιαφέ-
3075ρον, ἀλλὰ διὰ νὰ μικρολογήσωμεν.
3076Ἀνετρέψαμεν διὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ
3077τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀνετρέψαμεν τὸν
3078ὀρθόδοξον δρόμον ἐλέγχου καὶ ἐρεύνης τῶν εὐθυνῶν εἰς
3079τὴν διαχείρισιν. Ξανὰ ἐρχόμεθα εἰς αὐτὸ καὶ ἡ δυσκολία
3080τὴν ὁποίαν εὑρίσκομεν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ αἱ
3081δυσκολίαι αἱ ἄλλαι αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψουν εἰς τὴν πρακτι-
3082κὴν ἐφαρμογὴν θὰ δείξουν ὅτι ἠκολουθήσαμεν διὰ λόγους
3083πολιτικῆς σκοπιμότητος, διὰ λόγους τέλος πάντων λεβεν-
3084τιᾶς, ἠκολουθήσαμεν ἕνα δρόμον, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ μίαν
3085μόνιμον ἀρρώστειαν, ἕνα δρόμον ὄχι προωρισμένον νὰ θε-
3086ραπεύσῃ τὴν ἀρρώστειαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ξέρει ὁ Ἑλλη-
3087νικὸς λαός, ὅτι ὑπῆρξε καὶ τὴν ὁποία ζητεῖ νὰ θεραπεύσῃ.
3088Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ὀφείλω νὰ εἶμαι πρὸς ὅλας τὰς κα-
3089τευθύνσεις εὐθύς, ὑπάρχουν εἰς τὰ προηγούμενα ἐδάφια
3090ρηταὶ παραβάσεις ἀρχῶν ἀπαρασαλεύτων ὡς τῆς ἀρχῆς,
3091τῆς διακηρύξεως τοῦ χάρτου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ
3092τῆς Συμβάσεως τῆς Ρώμης, ὅτι πᾶς ἄνθρωπος μέχρις ἀπο-
3093δείξεως τῆς ἐνοχῆς του ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διεκδικῇ ὅτι
3094εἶναι ἀθῶος, τῆς ἀρχῆς τῆς ἄλλης, ἡ ὁποία εἰς τὰς Ἡνω-
3095μένας Πολιτείας ἔχει τὸν χαρακτῆρα γραπτοῦ δικαίου,
3096ἀλλὰ παντοῦ ἰσχύει ὅτι οὐδεὶς καλεῖται καὶ ὑποχρεοῦται νὰ
3097καταθέσῃ ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του. Εἶναι ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι
3098οὕτως ἢ ἄλλως δὲν εὑρίσκονται εἰς ἁρμονίαν μὲ τὸ πρῶτον
3099καὶ τὸ δεύτερον ἐδάφιον. Καὶ ἐὰν μὲ τοῦτο θὰ ὡδήγει εἰς
3100τὴν ἀνακάλυψιν καταχρήσεων σπουδαίων, εἰς βάρος τοῦ
3101δημοσίου χρήματος, ἂς ἐγίνετο. Πιστεύω ὅμως ὅτι πάλιν
3102ἐγκαταλείπωμεν τὸν ὀρθὸν δρόμον καὶ ἁπλῶς δημιουργοῦ-
3103μεν ἕνα σωρὸ περιπλοκάς. Ἐμπλεκόμεθα, λόγῳ μιᾶς στρα-
3104βῆς τοποθετήσεως εἰς ἕνα σύστημα περίπλοκον καὶ μὴ ἀπο-
3105δοτικόν, τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας εὐχόμεθα νὰ τὰς αἰσθαν-
3106θῇ εὐεργετικὰς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι δὲν
3107θὰ τὰς αἰσθανθῇ εὐεργετικάς.
3108§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον πῶς, τελικῶς, διατυποῦται,
3109κ. Ὑπουργέ;
3110§222Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῆς
3111παρατηρήσεως τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου κάμνω τὴν ἑξῆς
3112προσθήκην πρὸς πλήρη διευκρίνισιν εἰς τὴν πρώτην παρά-
3113γραφον περίοδον 2 εἰς τὸ τέλος: «Ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις
3114τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐλεγχομένου ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἄλλων ἐν
3115ἄρθροις 1, 2 καὶ 3 παράγρ., 3 προσώπων, ἐν γνώσει τοῦ
3116ἐλεγχομένου, ὑποκείμενον τοῦ ἀδικήματος εἶναι ὅ τε ἐλεγ-
3117χόμενος καὶ τὰ ἄλλα πρόσωπα, θεωρούμενα πάντως ὡς
3118συναίτιοι. Ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις ἐγένετο «...(ἀναγινώ-
3119σκει)...».
3120Ὅπου ὑπάρχει ἡ λέξις «ἐγκλήματος», νὰ τεθῇ ἡ λέξις
3121«ἀδικήματος». Εἰς τὸ ἄρθρον 3 παράγρ. 3, ἔχω τὴν ἑξῆς
3122προσθήκην διὰ τὸν χρόνον τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος «....
3123(ἀναγινώσκει)....».
3124Καὶ ἔτσι διευκρινίζεται αὐτὸ ποὺ ἤθελεν ὁ κ. συνάδελφος.
3125§223Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νὰ τὸ πολυγραφή-
3126σητε τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη τελικὰ διὰ νὰ τὸ ἴδωμεν καὶ
3127νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τὸ συζητήσωμεν.
3128§224Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νὰ προ-
3129χωρήσωμεν πάρα κάτω καὶ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ πολυγραφηθῇ
3130καὶ νὰ τὸ ἴδητε ἐν τῷ συνόλῳ.
3131§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος ἔχει τὸν λόγον
3132ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6.
3133§226Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ παρ.
31341 τοῦ ἄρθρου 6 εἶχε καὶ ἀσάφειες καὶ ἐλλείψεις μὲ ἡμερο-
3135μηνία 2)7)64 κατέθεσα τροπολογίαν καὶ ἐζήτησα ἵνα κα-
3136θορισθῇ ἐὰν τὰ συγγενικὰ ταῦτα πρόσωπα ἔχουσι αὐτοτε-
3137λῆ εὐθύνην ἐν σχέσει μὲ τὸν πολιτευόμενον ἢ θεωροῦνται
3138συμμέτοχοι ὡς καὶ ἡ φύσις τῆς συμμετοχῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
3139κατέθεσεν ἰδίαν τροπολογίαν καὶ ἐκάλυψε τὸ θέμα. Ἄλλη
3140παρατήρησις εἶναι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς παρ. 2 «...
3141(ἀναγινώσκει)...».
3142Ὅταν τὸ ἄρθρον 6 εἰς τὸν τυχὸν ἀτυχήσαντα πολιτικὸν
3143ἐπιβάλλει ποινὴν φυλακίσεως 3 ἐτῶν καὶ χρηματικὴν ποι-
3144νήν, νομίζω ὅτι ἀδίκως ταλαιπωρούμεθα μὲ τὸ νομοσχέδιον,
3145διότι κανεὶς δημόσιος ἀνὴρ δὲν θὰ ἔλθῃ ποτὲ κατηγορού-
3146μενος.
3147Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ἐὰν ἔλθῃ ὁ πολιτευτὴς αὐτὸς κατη-
3148γορούμενος λόγῳ τῆς αὐστηρότητος τῆς ποινῆς τὴν ὁποίαν
3149περιέχει τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ ἀκόμη μὲ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀνα-
3150στολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς καὶ τῆς μὴ μετατροπῆς
3151δὲν θὰ εὑρεθῇ δικαστὴς διὰ νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν τόσον σκλη-
3152ράν. Ἐρωτῶ καὶ θέλω ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν,
3153ὅταν ἡ ἀναστολὴ καὶ ἡ μετατροπὴ τῆς ποινῆς δίδεται εἰς
3154ὅλους τοὺς καταδικασθέντας πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δο-
3155θῇ καὶ εἰς τοὺς τυχὸν καταδικασθέντας δημοσίους ἄνδρας;
3156§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Γραφάκος ἔχει τὸν λόγον.
3157§228Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ μὲ
3158τὴν νομικὴν διάρθρωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ συζητου-
3159μένου ἄρθρου. Αὐτὸ ἀνήκει εἰς τοὺς νομικοὺς καὶ ἡ νομι-
3160κὴ ἐπιστήμη ἐπαξίως ἐκπροσωπεῖται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντι-
3161προσωπείαν. Θέλω νὰ παρατηρήσω καὶ ἀναμένω ἀπάντησιν
3162ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν: Γράφετε εἰς τὸ ἄρθρον 6: «Ὁ πα-
3163ραβαίνων τὰς διατάξεις...(ἀναγινώσκει)...».
3164Μὲ ποῖον δικαίωμα διαχωρίζετε τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ βουλευ-
3165τὰς ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς συναδέλφους των; Τέως Ὑπουρ-
3166γοὶ καὶ Πρωθυπουργοὶ θὰ ὁδηγοῦνται αὐθαιρέτως εἰς τὰ
3167Δικαστήρια;
3168Δεύτερον, δὲν γνωρίζω ἂν ἐξετάσατε εἰς εὐρύτητα τὸ
3169νομοσχέδιόν σας. Πόσα καὶ ποῖα πρόσωπα συμπεριλαμβά-
3170νονται; Ἠρεύνησα σήμερον τὰ πρόσωπα ποὺ ὑποχρεοῦν-
3171ται νὰ κάμουν δήλωσιν καὶ εἶδα ὅτι εἶναι πλέον τῶν 1500.
3172Εἶναι 160 τέως Ὑπουργοί, 140 ὑπηρεσιακοὶ Ὑπουργοὶ καὶ
3173Ὑφυπουργοὶ καὶ εἶναι 1000 βουλευταί. Θέτετε δυναμίτιδα
3174εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ τὴν πνευματικὴν ἡγεσίαν
3175τοῦ τόπου, διότι θὰ παρουσιασθῇ τὸ ἑξῆς ὀξύμορον σχῆμα.
3176§229Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁμιλεῖ-
3177τε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
3178§230Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Θὰ σᾶς ἐρωτήσω καὶ θέλω ἀπάντησιν.
3179Σᾶς ἠρώτησα καὶ τὴν ἄλλην φοράν, ἐὰν ὑπόκεινται εἰς ὑπο-
3180βολὴν δηλώσεως καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Πρόεδροι Ὑπη-
3181ρεσιακῶν Κυβερνήσεων. Κατὰ ποίαν λογικὴν ὁ κ. Πρόε-
3182δρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτοῦ, θὰ ὑπο-
3183βάλῃ δήλωσιν; Θὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν ὁ κ. Μπουρόπουλος,
3184ἢ ὁ κ. Κιουσόπουλος, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ 40 ἡμέρας
3185Ὑπουργοί; Αὐτὰ τὰ τονίζω, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε τὰς συνε-
3186πείας καὶ τὰς ἐπιπτώσεις τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ Κοινο-
3187βουλευτισμοῦ καὶ τῆς πνευματικῆς ἡγεσίας τοῦ τόπου.
3188§231Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν μὲ ἀπασχολεῖ διό-
3189λου τὸ ὕψος τῶν προβλεπομένων διὰ τοῦ ἄρθρου ποινῶν,
3190διότι διὰ τὸν πολιτικὸν καὶ μία ἡμέρα φυλακίσεως, κατὰ
3191τὴν γνώμην μου, εἶναι ἴση περιπέτεια, μὲ ὁσηνδήποτε μεγά-
3192λην ποινήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ μόνον νὰ ἐξετάσω
3193εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ποινῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δι-
3194καιωμάτων. Νομίζω, ὅτι αὕτη πρέπει νὰ ἐπιβάλλεται εἰς δύο
3195περιπτώσεις, διὰ τὴν ἀθέμιτον κτῆσιν καὶ τὴν ἀνακρίβειαν
3196πρὸς συγκάλυψιν τῆς ἀθεμίτου κτήσεως. Διότι ἡ ἁπλῆ ἀνα-
3197κρίβεια εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἄλλην ποινὴν καὶ
3198τὴν ἀποστέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Νομίζω λοιπόν,
3199ὅτι πρέπει νὰ περιορισθοῦν αἱ ἀτιμωτικαὶ συνέπειαι εἰς τὰς
3200περιπτώσεις, τῆς ἀθεμίτου κτήσεως, ἢ τῆς ἀνακριβείας, ἡ
3201ὁποία γίνεται πρὸς σκοπὸν συγκαλύψεως ἀθεμίτου κτήσεως.
3202§232Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω.
3203Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὁρίσωμεν ἐλάχιστον καὶ ἀνώτατον
3204ὅριον ποινῶν, διότι αἱ ποιναὶ πάντοτε προβλέπονται μέσα
3205εἰς πλαίσια. Θὰ εἴπωμεν λοιπὸν 50′ μέχρις 1 ἑκατομμυ-
3206ρίου, ἢ μέχρι 5 ἑκατομμυρίων, ἢ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ
3207νεοπλούτου μέχρι 50 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ νὰ τὸ ἀφήσωμε
3208αὐτὸ ἀόριστο, ἀντίκειται εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας. Δὲν
3209εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμε τὸν Δικαστὴν πράκτορα. Λοιπὸν
3210παρακαλῶ νὰ ὁρίσετε ἐλάχιστον καὶ ἀνώτατον ὅριον, τὰ
3211πλαίσια δηλ. ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κινῆται ὁ δικαστής.
3212Δεύτερον. Ἡ πεῖρα ἔχει διδάξει, ὅτι, ὅταν ὁ δικαστὴς
3213ἐπιβάλλῃ ποινάς, περιορίζεται εἰς τὸ ἐλάχιστον καὶ ὅταν δὲν
3214ἔχει τὸ δικαίωμα ἀναστολῆς, καὶ πολλάκις εἶναι ἀπαλλακτι-
3215κός, εὑρίσκει λόγους ἀμφιβολιῶν, διότι αἱ ποιναὶ εἶναι
3216ἐξοντωτικαί. Συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ ἀπαγορεύσωμε ἀπὸ
3217τὸν δικαστὴν τὴν ἀναστολὴν καὶ τὴν μετατροπήν. Ἂς βά-
3218λωμε διάταξιν, ὅτι ὁ κανὼν θὰ εἶναι ἡ μὴ μετατροπή, ἀλλὰ
3219εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις νὰ ἐπιτρέπεται αὕτη, νὰ ἔχῃ
3220τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὁ δικαστὴς εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις,
3221δι’ ἕνα γέροντα, ἕναν ἀσθενῆ, τὸν ὁποῖον θὰ διστάσῃ νὰ
3222κλείσῃ εἰς τὴν φυλακήν. Αὐτὰς τὰς δύο σκέψεις θὰ παρε-
3223κάλουν νὰ τὰς ἐξετάσετε.
3224§233Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Εἶχον κάμει μία παρατήρησιν
3225προηγουμένως, ποὺ δὲν τῆς ἔδωσε τὴν δέουσαν σημασίαν
3226ἡ Βουλή. Εἶχον εἴπει, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ ἐμπρο-
3227θέσμου ὑποβολῆς τῆς δηλώσεως, θὰ πρέπει ὁ πολιτικὸς νὰ
3228φέρῃ τὴν εὐθύνην καὶ νὰ τιμωρῆται μὲ φυλάκισιν καὶ ἐπι-
3229πλέον νὰ ἀποστερῆται τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων. Θὰ
3230πρέπει ὅμως εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ ὑπάρχῃ κἄποια ἐλα-
3231στικότης. Φαντασθεῖτε νὰ ὑποβάλῃ ἕνας βουλευτὴς ὕστερα
3232ἀπὸ 2 ἡμέρας τὴν δήλωσίν του καὶ ἐν ὄψει τοῦ ἄρθρου αὐ-
3233τοῦ νὰ τιμωρῆται μὲ φυλάκισιν καὶ ἀποστέρησιν τῶν πολι-
3234τικῶν του δικαιωμάτων. Καὶ εἶπον μάλιστα. Γνωρίζετε, ὅτι
3235εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας δὲν ὑπάρχει τόση τάξις, ὥστε νὰ
3236εἴμεθα ἐμπρόθεσμοι. Δι’ αὐτὸ λέγω, μήπως θὰ πρέπει νὰ
3237εἴμεθα κάπως ἐλαστικώτεροι εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Νὰ εἴπω-
3238με, ὅτι ἡ τυχὸν ἐκπρόθεσμος ὑποβολὴ τῆς δηλώσεως δὲν
3239συνεπάγεται αὐτὰς τὰς φοβερὰς συνεπείας. Σᾶς κρούω τὸν
3240κώδωνα τοῦ κινδύνου. Ὅταν ὑπάρχῃ καλοπιστία, νὰ μὴ
3241ἐπέρχωνται αἱ συνέπειαι αὐταί.
3242§234Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Εἰδικῶς διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν.
3243Τὸ ἀδίκημα τῆς παραλείψεως ὑποβολῆς δηλώσεως καὶ τῆς
3244ἀνακριβοῦς δηλώσεως εἶναι περισσότερον τυπικόν, παρὰ οὐ-
3245σιαστικόν. Θὰ πρέπει λοιπὸν εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ἀδικη-
3246μάτων αὐτῶν νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπαγορεύ-
3247σεως τῆς ἀναστολῆς καὶ τῆς μετατροπῆς, διότι εἶναι πε-
3248ρισσότερον τυπικὰ ἀδικήματα. Θὰ ἔλεγον ὅμως τὸ ἑξῆς κ.
3249Πρόεδρε. Ἡ ἀνακριβὴς δήλωσις μοιραίως θὰ προκύψῃ
3250μόνον μὲ τὴν κατ’ οὐσίαν ἔρευναν τῆς προθεσμίας. Τότε θὰ
3251κριθῇ ἐὰν ἡ δήλωσις εἶναι ἀνακριβής, ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ μή-
3252νυσις, ἢ ἐὰν θὰ ἔχωμεν αὐτεπάγγελτον δίωξιν ὅπως προ-
3253βλέπῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἐρωτῶ: Ἐὰν ἀπαλλαγῇ τὸ ἐλεγχό-
3254μενον πρόσωπον, ὅτι δὲν ἀπέκτησε ἀθεμίτως καὶ ἔχομεν
3255ἀθώωσιν ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ἀδικήματος, συγχρόνως ὅμως
3256προκύπτει, ὅτι ὑπῆρξεν ἀνακριβὴς δήλωσις, ἐν γνώσει,
3257διότι περιουσιακὰ στοιχεῖα ποὺ κατεῖχε δὲν ἐδηλώθησαν,
3258θὰ κηρυχθῇ ἀθῶος διὰ τὸ οὐσιαστικὸν ἀδίκημα καὶ θὰ τι-
3259μωρῆτε διὰ τὴν ἀνακρίβειαν ἐν γνώσει; Θὰ εἶναι πολὺ
3260βαρύ. Δι’ αὐτὸ προτείνω, εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀνακρι-
3261βοῦς δηλώσεως, ποὺ μοιραίως ἐξετάζεται καὶ τὸ οὐσιαστι-
3262κὸν ἀδίκημα, ἐὰν θὰ ἀπαλλαγῇ καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἀ-
3263νακρίβεια δὲν ὠφείλετο εἰς δόλον, πρᾶγμα εἰς τὸ ὁποῖον
3264ἀναμφισβητήτως σκοπεῖ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν
3265λοιπὸν ἀθωωθῇ. Παραμένει ὅμως τὸ ἀδίκημα τῆς ἀνειλι-
3266κρινοῦς δηλώσεως. Θὰ ἔχωμεν γενόμενον τὸ ἀδίκημα καὶ
3267ἐπιβολὴν κυρώσεων καίτοι ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἐπλούτισεν.
3268Εἶναι μία ἄποψις τὴν ὁποίαν θέτω ὑπ’ ὄψει σας, καὶ ἡ
3269ὁποία μὲ μίαν ἁπλῆ δήλωσίν σας ἠμπορεῖ νὰ τακτοποιηθῇ.
3270§235Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω
3271ὅτι ἡ ἄποψις αὐτή, τὴν ὁποίαν διατυπώνετε, καὶ ἡ ὁποία
3272εἶναι σωστή, εἶναι αὐτονόητος. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει,
3273ἐφ’ ὅσον πράγματι συνιστῶμεν ἕνα ἀδίκημα καθαρῶς τυπι-
3274κόν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διευκρίνισις. Δι’ αὐτὸ
3275παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὴν ἄποψίν σας, τὴν ὁποίαν νὰ
3276περιλάβωμεν.
3277§236Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι μία δήλωσίς
3278σας καλύπτει τὸ πρᾶγμα.
3279§237Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Πέραν
3280τῆς δηλώσεως αὐτῆς νὰ κάμητε μίαν σύντομον διατύπωσιν,
3281τὴν ὁποίαν θὰ ἀποδεχθῶμεν, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀδίκημα ποὺ θε-
3282σπίζομεν εἶναι καθαρῶς τυπικόν.
3283§238Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Ἐπίσης εἰς ὅσας περιπτώσεις θὰ ὑ-
3284πάρχῃ τὸ ἀδίκημα τῆς παραλείψεως, ἢ τῆς ἀνακριβοῦς δη-
3285λώσεως, νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐξαγορᾶς, δε-
3286δομένου μάλιστα, ὅτι κατὰ τὰς κοινὰς διατάξεις, ἐὰν κα-
3287λῶς ἐνθυμοῦμαι, τοῦ ποινικοῦ νόμου, πέραν τοῦ ἔτους δὲν
3288ἐπιτρέπεται οὔτε ἡ ἀναστολή, οὔτε ἡ μετατροπή. Ἐὰν ἔχω-
3289μεν ποινὴν κάτω τοῦ ἔτους διατὶ νὰ μὴ τύχῃ τῆς ἀναστο-
3290λῆς; Ἐὰν θὰ δεχθῇ τὸ δικαστήριον, ὅτι ὑπάρχουν ἐλα-
3291φρυντικαὶ περιπτώσεις διατὶ τἄχα νὰ μὴ τύχῃ τῶν εὐεργε-
3292τημάτων αὐτῶν;
3293Ἐὰν πάλιν ἐξ ὁρισμοῦ τοῦ ἄρθρου ἀπαγορεύεται ἡ ἀνα-
3294στολὴ καὶ ἡ μετατροπὴ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τεθῇ, ἐφ’ ὅσον
3295ὅταν ἐπιβληθῇ ποινὴ ἀνωτέρα τοῦ ἔτους προβλέπεται ἡ
3296συνέπεια αὐτὴ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Ποινικοῦ νόμου.
3297§239Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὀρθοτάτη, ἡ πα-
3298ρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ οὐσιῶ-
3299δες δὲν εἶναι ἡ μετατροπή, ἀλλὰ ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν
3300δικαιωμάτων. Καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ σταθμίσητε αὐτό. Διότι
3301διὰ τὸν πολιτικὸν δὲν ἔχει πολὺ σημασίαν ἐὰν θὰ ἔχῃ μετα-
3302τροπήν, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ στέρησις τῶν πολιτικῶν δι-
3303καιωμάτων. Διότι εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν τυπικῶν ἀδικη-
3304μάτων τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀτιμω-
3305τικὴ συνέπεια.
3306§240Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ὅσων εἶπεν, ὁ
3307συνάδελφος κ. Κουτσοχέρας, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς:
3308Δὲν προβλέπεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου κάλυψις τῆς περι-
3309πτώσεως κατὰ τὴν ὁποίαν, λόγῳ ἀνωτέρας βίας ἐκπνέει ἡ
3310προθεσμία. Ἔχομεν προθεσμίαν τριῶν μηνῶν διὰ τὴν ὑπο-
3311βολὴν τῆς δηλώσεως. Δικαίωμά μου εἶναι καὶ τὴν τελευ-
3312ταίαν ἡμέραν τοῦ μηνὸς ἢ τοῦ τριμήνου νὰ ὑποβάλω τὴν
3313δήλωσιν. Ὑποτεθείσθω, ὅτι κἄποιος, ἐν ὄψει, ὅτι ἔχει προ-
3314θεσμίαν, ἀφήνει νὰ τὴν ὑποβάλῃ 5 ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως
3315καὶ παθαίνει ἕνα ἀτύχημα. Δὲν ὑπάρχει θεραπεία εἰς τὴν
3316προκειμένην περίπτωσιν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ
3317τεθῇ μία διάταξις —ὑπάρχει τροπολογία τὴν ὁποίαν προ-
3318τείνει ὁ κ. Κουτσοχέρας— ἡ ὁποία νὰ καλύπτῃ τὴν περί-
3319πτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν οὐχὶ ἐκ προθέσεως δὲν ὑπέβαλεν
3320ἐμπροθέσμως τὴν δήλωσιν, καὶ ἡ ὁποία νὰ λέγῃ ὅτι ἡ ἐκ-
3321πρόθεσμος ὑποβολὴ τῆς δηλώσεως αἴρει πᾶσαν συνέπειαν.
3322Εἶναι λογικόν, ὅταν ὑπάρχῃ εὔλογος αἰτία διὰ τὴν καθυ-
3323στέρησιν νὰ μὴ δημιουργήσωμεν ἕνα ἀδίκημα τυπικὸν πα-
3324ραβλέποντες τὸ οὐσιαστικόν.
3325Ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συν-
3326άδελφος, κ. Καλλίας, νομίζω ὅτι ἐλύθη προχθὲς μὲ τὴν
3327δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε ὅταν συνεζητούσαμεν τὴν ἄ-
3328ποψιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ ἐπου-
3329σιώδης παράλειψις περιουσιακοῦ τινὸς στοιχείου κτλ. Βε-
3330βαίως δὲν εἶναι AD LOC ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἐδώ-
3331σατε, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καλύπτει τὴν περίπτωσιν αὐτὴν
3332ἐὰν δὲν θέλατε νὰ κάμητε μίαν προσθήκην, τὴν ὁποίαν εἶ-
3333πεν ὁ κ. Καλλίας, μία δήλωσίς σας ἐπίσημος, ὅτι ἡ ποινὴ
3334ἐπιβάλλεται εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνακριβὴς
3335δήλωσις ἐγένετο ἐπὶ προθέσει ἀποκρύψεως περιουσιακοῦ
3336ὀφέλους παρανόμου κτηθέντος.
3337§241Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ
3338ἔχει διασαφηνισθῆ ἀπολύτως.
3339§242Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Διὰ νὰ ὁλοκληρώσω τὰ ὅσα εἶ-
3340πον προηγουμένως, θὰ ἔθετον ὑπ’ ὄψει σας, κ. Ὑπουργέ,
3341τὴν πρότασιν αὐτήν, ὡς τροπολογία. «Τυχὸν ἐκπρόθεσμος
3342ὑποβολὴ τῆς δηλώσεως δὲν ἐπάγεται τὰς κυρώσεις τοῦ πα-
3343ρόντος. Δηλαδή, ἐγὼ ἀναγκάζω ὁπωσδήποτε τὸν ὑπόχρεων
3344νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν ἀλλὰ προσθέτω καὶ τὸ «τυχόν».
3345§243Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ κρίνῃ ὁ δικαστής.
3346§244Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Βεβαίως, ἐὰν εἴμεθα ὀλίγον ἐλα-
3347στικοί.
3348Αὐτὸ θέτω, ὑπ’ ὄψει σας κ. Ὑπουργέ, καὶ παρακαλῶ νὰ
3349δοθῇ λύσις. Μᾶς ἀφορᾷ ὅλους μας καὶ κρίνατε.
3350§245Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νὰ εἴπωμεν. «Διὰ λόγους ἀνωτέρας
3351βίας».
3352§246Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐφ’ ὅ-
3353σον τὸ θεσπίζομεν ὡς ἀδίκημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βάλω-
3354μεν παρομοίαν διάταξιν. Ὑπάρχει ἀρκετὴ προθεσμία.
3355§247Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἔχω, κ. Ὑπουργέ, προθεσμία
335610 ἡμερῶν, καὶ μὲ ἐκτύπησεν ἕνα αὐτοκίνητον καὶ μένω
3357εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Τὶ θὰ γίνῃ;
3358§248Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω,
3359ὅτι ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία προβλέπει περιπτώσεις ἀνω-
3360τέρας βίας. Καὶ νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀπ’ ἐκεῖ λύσις.
3361§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
3362§250Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ καὶ
3363αὐτὸς ὁ ἀτελὴς νόμος νὰ ἐφαρμοσθῇ πραγματικός, νομίζω,
3364ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν τὸ ἄρθρον 6. Διότι, ὅπως εἶπον
3365καὶ ἐπὶ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, ἡ παρ’ ἡμῖν πρακτικὴ
3366ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι προβλέπουν αὐστηρὰς
3367ποινὰς οὐδέποτε ἐφαρμόζονται.
3368Νομίζω ὅτι αἱ ποιναὶ αἱ ὁποῖαι προβλέπονται ὑπὸ τοῦ
3369ἄρθρου 6 εἶναι αὐστηρότεραι καὶ δὲν θὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ
3370κατὰ συνέπειαν θεσπίζομεν νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐφαρμο-
3371σθῇ, εἶναι ἀτελέστατος διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον τίθεται,
3372δι’ αὐτὸ συντάσσομαι μὲ τὰς ἀπόψεις τῶν κ. συναδέλφων
3373ποὺ ὡμίλησαν περὶ μειώσεως τῶν ποινῶν διὰ νὰ καταστή-
3374σωμεν τὸν νόμον αὐτὸν ἐφαρμόσιμον.
3375§251Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐδέχθην
3376τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σεργάκη, ἐπ’ αὐτοῦ.
3377§252Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Νὰ προστεθῇ: «Ἐν περιπτώσει ἀνα-
3378κριβοῦς δηλώσεως.... (ἀναγινώσκει)...». Δὲν γνωρίζω
3379ἂν ἔγινα ἀντιληπτός.
3380§253Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀφήσετε τὰς
3381χρηματικὰς ποινάς, τὰς αὐτὰς ποινὰς καὶ διὰ τοὺς μεγι-
3382στάνας τοῦ πλούτου, τοὺς ἀθεμίτως πλουτίσαντας;
3383§254Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὰς ποι-
3384νὰς τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος.
3385§255Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐγὼ ὑποστηρίζω.
3386Νὰ μὴ ἐναπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ
3387νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ καλέσῃ τὸν δη-
3388λοῦντα νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Τὶ ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἡ Δικαιο-
3389σύνη ἐὰν προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν;
3390§256Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι
3391διὰ τὴν μὴ ὑποβολὴν δηλώσεως, ἀλλὰ διὰ τὴν παράνομον
3392κτῆσιν νὰ μηνυθῇ.
3393§257ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε.....
3394§258Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε
3395Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν εἰς κάθε περίπτωσιν νὰ μὴ λαμ-
3396βάνωμεν τὸν λόγον, παρά, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονι-
3397σμόν. Καὶ συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν ἐπὶ ἑνὸς ἄρ-
3398θρου ἕκαστος συνάδελφος, ἐγγραφείς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
3399ὁμιλήσῃ, δύο φοράς. Ἔχομεν ὅμως καὶ περιπτώσεις τρο-
3400πολογιῶν. Μὲ τοῦτο δὲν ὑποτίθεται ὅτι δύναται καὶ πάλιν
3401ὁ αὐτὸς βουλευτὴς νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον. Ὑπάρχουν συν-
3402άδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν 10 φορὰς ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου.
3403§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη;
3404§260ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
3405§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτρο-
3406ποποιήθη. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ
3407ἄρθρου 7.
3408§262Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ ἐξεφωνήσατε
3409διὰ τὸ ἄρθρον 7. Θὰ παρεκάλουν νὰ προηγηθῇ συνάδελ-
3410φος καὶ ὁμιλῶ ἐγώ, ἐν συνεχείᾳ, προκειμένου νὰ συμβου-
3411λευθῶ τὰς σημειώσεις μου.
3412§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
3413§264Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 7 ὑ-
3414πάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία λέγει: «...
3415(ἀναγινώσκει)... Ἀναγράφουσα ὅμως ....(ἀναγινώ-
3416σκει)...», ἐπαναλαμβάνει τὸ αὐτὸ νόημα καὶ γίνεται πλεο-
3417νασμός. Ἑπομένως, νομίζω ὅτι ....
3418§265Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἔχετε
3419δίκαιον. Θὰ πρέπει νὰ εἶναι 30 ἄτομα καὶ ὄχι 25 διὰ νὰ
3420ἐπαρκοῦν. Καὶ τοῦτο, διότι θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ 26 πρόσωπα,
3421τὰ ὁποῖα θὰ ἀπασχολοῦνται, καὶ νομίζω ὅτι τὸ 25 πρέπει νὰ
3422γίνῃ 30.
3423§266Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 7
3424παράγρ. 2 ὁρίζεται ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, λαμβάνει
3425τὴν μήνυσιν, τὴν ὁποίαν παραπέμπει εἰς τὸ Συμβούλιον
3426κλπ.
3427Ὅπως ἔχει ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως δημιουργεῖται
3428θέμα μήπως καταργοῦνται αἱ βασικαὶ διατάξεις τῆς Ποινι-
3429κῆς Δικονομίας, ἰσχύουσαι εἰς πᾶσαν μήνυσιν. Ὅταν ὑπο-
3430βάλεται μία μήνυσις, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐλέγχει τὸ βάσιμον
3431Ν. καὶ οὐσίᾳ καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ βάσις ὡς πρὸς τὴν οὐ-
3432σίαν, τὴν θέτει εἰς τὸ ἀρχεῖον. Μήπως ἡ ἔννοια τοῦ νομο-
3433σχεδίου ἢ μᾶλλον τῆς κρινομένης διατάξεως εἶναι νὰ κα-
3434ταργήσῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας;
3435Ἐπίσης ἡ παρ. 3 τοῦ ἄρθρου 7 λέγει: «Τὸ Ἐφετεῖον Ἀ-
3436θηνῶν λαμβάνον τὴν μήνυσιν παραπέμπει ταύτην μετὰ τῆς
3437δηλώσεως τοῦ μηνυομένου κλπ.». Ποίων δηλώσεων; Ἐκεί-
3438νων ποὺ ἤθελε παραπέμψει ὁ Εἰσαγγελεύς; Ἐὰν ὑποβλη-
3439θοῦν 1.500 δηλώσεις, θὰ παραπεμφθοῦν ἅπασαι ὑπὸ τοῦ
3440Εἰσαγγελέως εἰς τὸ Συμβούλιον;
3441§267Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὅταν
3442δὲν ὑπάρχῃ μήνυσις παραμένουν εἰς τὸ ἀρχεῖον.
3443§268Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Λάθος. Ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς κρί-
3444νῃ ὅτι εἶναι ὕποπτος, θὰ τὴν παραπέμψῃ, ἀνεξαρτήτως ἐὰν
3445ὑπάρχῃ μήνυσις. Τοῦτο προκύπτει καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 8
3446παράγρ. 6, ἡ ὁποία λέγει: «...(ἀναγινώσκει)...». Προ-
3447κύπτει ἐκ τῆς παραγρ. αὐτῆς ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι ἐκεῖ-
3448νος ποὺ θὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον τὰς
3449δηλώσεις ἢ μηνύσεις ποὺ θὰ κρίνῃ ὑπόπτους. Νομίζω, συ-
3450νεπῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόθεσις νὰ καταργηθοῦν αὐταὶ αἱ
3451διατάξεις.
3452§269Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν θέ-
3453λομεν νὰ ἀφήσωμεν τὴν κρίσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἀλλὰ
3454εἰς τὸ Συμβούλιον, δι’ αὐτὸ κάμνομεν ὑποχρεωτικόν.
3455§270Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἄλλο θέμα, κ. Ὑπουργέ, εἶναι τὸ
3456ἑξῆς: Εἰς περίπτωσιν ποὺ ἀναγινώσκεται μία δήλωσις καὶ
3457δημιουργοῦνται ὑπόνοιαι ὅτι ἡ δήλωσις αὐτὴ εἶναι ὕποπτος,
3458μήπως νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον πρὶν ἢ προβῇ ὁ Εἰσαγ-
3459γελεὺς εἰς περαιτέρω ἐνεργείας, νὰ καλέσῃ τὸν δηλοῦντα
3460καὶ νὰ ζητήσῃ σχετικὰς ἐξηγήσεις;
3461§271Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ
3462ἐναπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Εἰσαγγελέως.
3463§272Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς, ἐγώ, ὑποστηρίζω.
3464Νὰ μὴ ἐναπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ
3465νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ καλέσῃ τὸν δη-
3466λοῦντα νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Τὶ ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἡ Δικαιο-
3467σύνη, ἐὰν προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν;
3468§273Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ
3469ἀφορᾷ ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐξασκήσῃ τὴν δίωξιν. Ὁ Εἰ-
3470σαγγελεὺς θὰ κρίνῃ.
3471§274Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, φαίνεται ὅτι δὲν
3472ἐγενόμην σαφής. Στέλλει ἕνας μίαν ἀνώνυμον ἐπιστολὴν
3473εἰς τὸν κύριον Εἰσαγγελέα καὶ ἡ ἐπιστολὴ ἀναφέρει
3474ὅτι ἕνας πολιτευόμενος ἀπὸ ἐκμετάλλευσιν τῆς πολιτικῆς
3475ἰδιότητος ἀπέκτησε μίαν πολυκατοικίαν. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς
3476βλέπει τὴν δήλωσιν τοῦ πολιτευομένου, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀνα-
3477φέρῃ τὴν πολυκατοικίαν ἢ δὲν θὰ ἀναγράφεται πῶς τὴν
3478ἀπέκτησεν. Εἶναι δυνατὸν ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ κρίνῃ ὅτι ὑ-
3479πάρχει ἐνοχὴ εἰς τὸν πολιτευόμενον ἐκεῖνον. Σᾶς ἐρωτῶ
3480διὰ ποῖον λόγον θὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ
3481καλέσῃ τὸ πρόσωπον ποὺ θίγει ἡ ἐπιστολὴ διὰ νὰ δώσῃ
3482ἐξηγήσεις πῶς καὶ μὲ ποῖον τρόπον ἀπέκτησε τὴν πολυκα-
3483τοικίαν;
3484§275Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ θέμα, κ. Ὑπουργέ, τὸ ἔθεσεν ὁ
3485συνάδελφος κ. Γιαννούσης. Θὰ ἀφήσετε τὸν ἐκ τοῦ νόμου
3486ἁρμόδιον νὰ ἐλέγξῃ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα τοῦ δίδονται,
3487ἐλεύθερον καὶ νὰ προβῇ εἰς τὰς περαιτέρω ἐνεργείας, αἱ
3488ὁποῖαι προκαλοῦν τὴν ἀπαρχὴν τῆς διώξεως, διὰ νὰ ἀπο-
3489φανθῇ τὸ Συμβούλιον περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ τῆς μὴ ἐνοχῆς
3490τοῦ κατηγορουμένου ἢ θὰ τὸν ὑποχρεώσετε, λόγω τῆς φύ-
3491σεως καὶ τοῦ ἀδικήματος καὶ τῶν ἐγκαλουμένων προσώπων,
3492πρὶν ἢ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν, νὰ ζητήσῃ οὐσιαστικὰς ἐ-
3493ξηγήσεις, δηλ. τὴν ἀπολογίαν τοῦ καθ’ οὗ στρέφεται, ἐνδε-
3494χομένως ἡ μήνυσις; Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα. Καὶ τοῦτο ἔχει
3495σημασίαν, ὄχι τόσον προκειμένου περὶ πληροφοριῶν ἐκ τῶν
3496ἐφημερίδων ἢ κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον, ἔχει σημασίαν διὰ
3497τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολάς. Διότι, κ. Ὑπουργέ, δημόσιος
3498ἀνὴρ εἶσθε καὶ σεῖς καὶ εἴμεθα ὅλοι ἐδῶ καὶ φίλους ἔχομεν
3499καὶ ἐχθροὺς ἔχομεν καὶ ἄν, πράγματι, θέλετε νὰ προστα-
3500τεύσετε τὸν πολιτικὸν κόσμον πρέπει νὰ λάβετε καὶ μέτρα
3501ἐναντίον, ἂν θέλετε, τῶν πολιτικῶν παθῶν, ποὺ δεσπόζουν
3502εἰς τὴν ἰδικήν μας πολιτικὴν ζωήν. Τὶ θὰ κάμῃ ὁ Εἰσαγγε-
3503λεύς, ἐὰν φερ’ εἰπεῖν, σωρεία ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, λόγω
3504προσωπικῆς ἀντιθέσεως, πολιτικῆς ἀντιθέσεως, κατακλύση
3505τὸ γραφεῖον του, προκειμένου περὶ ἑνὸς δημοσίου ἀνδρός;
3506Ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκείνας δὲν θὰ τὰς λάβω ὑπ’ ὄψει
3507μου. Δὲν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν πρώτην, τὴν δευτέραν, τὴν
3508τρίτην, τὴν ἑκατοστὴν τὴν πεντακοσιοστὴν ὅμως; Τὶ θὰ
3509κάμῃ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν; Δι’ αὐτὸ θὰ πρέ-
3510πει κ. Ὑπουργὲ νὰ προσέξετε τὸ σημεῖον αὐτό. Ἄλλο εἶναι
3511νὰ ὑποχρεώσετε τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐξακριβώσῃ κατόπιν
3512συζητήσεως μὲ τὸν ἐνδεχόμενον ἐγκαλούμενον τοὺς λόγους
3513ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὴν περαιτέρω δίωξιν αὐτοῦ καὶ
3514ἄλλο νὰ τὸν ἀφήσετε εἰς τὴν κρίσιν του βάσει τοῦ νομοθε-
3515τήματος. Φοβοῦμαι κ. Ὑπουργέ, μήπως ἀντὶ νὰ προστα-
3516τεύσητε τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου δημιουργεῖτε τὰς
3517προϋποθέσεις διὰ ἀτέρμονας καταγγελίας αἱ ὁποῖαι δὲν
3518ξεύρω ποῦ θὰ ὁδηγήσουν τὸ κῦρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου.
3519§276Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε
3520συνάδελφε, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τὸ νόημα τῶν ὅσων
3521εἴπατε. Προκειμένου νὰ ἐξετασθῇ μία δήλωσις, ἢ θὰ ὑπάρ-
3522ξῃ μήνυσις ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτεπαγγέλτως θὰ ἐπέμβῃ.
3523Ἐὰν μὲν ὑπάρξῃ μήνυσις, ἀκολουθεῖται τότε ἡ διαδικασία
3524ἡ καθοριζομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς
3525θὰ ἐπέμβῃ, δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω διατὶ θὰ ὑποχρεωθῇ
3526ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ προβῇ εἰς προσυνεννόησιν. Ὁ Εἰσαγγε-
3527λεὺς θὰ κρίνῃ βάσει τῶν στοιχείων ποὺ θὰ ἔχῃ, εἴτε ἀπὸ
3528τὸν τύπον, εἴτε ἀπὸ ἀνωνύμους ἐπιστολάς, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι
3529θὰ δώσῃ σημασίαν εἰς αὐτάς. Ἐφ’ ὅσον θὰ ἐπέμβῃ ὁ Εἰ-
3530σαγγελεὺς αὐτεπαγγέλτως εἶναι θέμα ἰδικῆς του ἐκτιμή-
3531σεως. Γίνονται δημοσιεύματα εἰς τὸν τύπον τὰ ὁποῖα συν-
3532δυαζόμενα μὲ διαφόρους ἐπιστολὰς δημιουργοῦν τὴν ἐντύ-
3533πωσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέμβῃ αὐτεπαγ-
3534γέλτως. Αὐτὸ εἶναι θέμα ἐκτιμήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως.
3535§277Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι κύριε Ὑπουργέ. Αὐτὴ εἶναι
3536ἀκριβῶς ἡ διαφορά μας. Ἐὰν κύριε Ὑπουργέ, θέλετε πρά-
3537γματι νὰ προστατεύσετε τὸν πολιτικὸν κόσμον, θὰ πρέπει
3538νὰ λάβετε μέτρα τοιαῦτα, ὥστε ρητῶς νὰ ἀποκλείεται ὁ
3539σχηματισμὸς γνώμης περὶ τῆς περαιτέρω ἐνδεχομένης
3540ἀνάγκης ἐρεύνης τῆς ὑποθέσεως ἢ διώξεως ἐπὶ τῇ βάσει
3541ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Θὰ πρέπει δὲ αὐτὸ νὰ τὸ εἴπητε, νὰ
3542τὸ ἀναφέρητε.
3543§278Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας)....
3544(Δὲν ἠκούσθη).
3545§279Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον καὶ τὸ παράδειγμα,
3546κύριε Ὑπουργέ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Προνοίας, εἴμεθα
3547δημόσιοι ἄνδρες καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὸ θάρρος νὰ
3548λέγωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν Ἑλληνικὴν πρα-
3549γματικότητα. Ὁ καθεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει φίλους ἔχει καὶ
3550ἐχθρούς, καὶ πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει τὸ στοιχεῖον
3551αὐτό, προκειμένου περὶ τῆς ἐπιδιώξεως οὐσιαστικῆς προ-
3552στασίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Τὸ στοιχεῖον ὅμως αὐτὸ δὲν
3553λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἐπιτρέπεται ὁ σχηματισμὸς τῆς
3554γνώμης περὶ τῆς ἀνάγκης περαιτέρω ἢ μὴ διώξεως τοῦ
3555ἐγκαλουμένου, ἐπὶ τῇ βάσει ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Δι’ αὐ-
3556τὸν τὸν λόγον ὑπάρχει τὸ μέσον τῆς ἀκολούθου προστα-
3557σίας: Ὁ Εἰσαγγελεύς, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει μήνυσις,
3558διότι ἐὰν ὑπάρχῃ εἶναι ἄλλο θέμα καὶ θὰ συζητήσωμεν καὶ
3559τὶ ἄλλους ὅρους πρέπει νὰ ἐνέχῃ ἡ μήνυσις διὰ νὰ εἶναι
3560θεμελιωμένη ὅπως πρέπει. Ἂς ἀφήσωμεν, ἐπὶ μέρους τὴν
3561περίπτωσιν τῆς μηνύσεως καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν αὐτεπάγ-
3562γελτον ἁρμοδιότητα τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος θὰ σχη-
3563ματίσῃ τὴν γνώμην του ὡς ἔχει ὁ νόμος μέχρι τῆς στιγμῆς
3564ἐπὶ διαφόρων στοιχείων. Βάσει δὲ τῶν στοιχείων αὐτῶν
3565εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθῇ ἢ νὰ ἐκτιμήσῃ σωρείαν ἀνω-
3566νύμων ἐπιστολῶν, ὄχι μιᾶς καὶ δύο ἀλλὰ καὶ πεντακοσίων
3567διὰ μίαν περίπτωσιν. Δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ
3568ἦτο φρόνιμον καὶ κάτι παραπάνω νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ
3569κ. Εἰσαγγελεύς, προκειμένου αὐτεπαγγέλτως νὰ κινήσῃ
3570τὴν περαιτέρω διαδικασίαν, νὰ ζητήσῃ προηγουμένως ἐξη-
3571γήσεις ἀπὸ τὸν καθ’ οὗ ἐνδεχομένως θὰ σκεφθῇ νὰ στρέψῃ
3572τὴν διαδικασίαν; Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ δέχεσθε καὶ ἀφήνετε
3573πλέον τὴν δυνατότητα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ λαμβάνῃ ὑπ’
3574ὄψει καὶ τὴν σωρείαν τῶν ἐνδεχομένων ἀνωνύμων ἐπιστο-
3575λῶν, τοὐλάχιστον βρῆτε ἕνα τρόπον διατυπώσεως τοῦ σχε-
3576τικοῦ ἄρθρου εἰς τὸ ὁποῖον θὰ δικαιοῦται νὰ κινῆται ὁ
3577Εἰσαγγελεὺς αὐτεπαγγέλτως εἰς τὴν περαιτέρω διαδικα-
3578σίαν κατόπιν συγκεκριμένων στοιχείων δεδομένων καὶ τι-
3579θεμένων ὑπ’ ὄψει κατὰ συγκεκριμένον τρόπον καὶ οὐχὶ ἀφῃ-
3580ρημένον, ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι μὲ τὴν σωρείαν ἀνω-
3581νύμων ἐπιστολῶν. Πρέπει, κύριε Ὑπουργέ, νὰ τὸ λάβετε
3582ὑπ’ ὄψει σας αὐτό.
3583§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἐπανελά-
3584βατε δὶς τὰ ἐπιχειρήματά σας τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς κατα-
3585ληπτὰ εἰς τὴν Βουλήν.
3586§281Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον
3587ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος, ἀπόψε δὲ παρεμπιπτόντως ἀνεμί-
3588χθην εἰς τὴν συζήτησιν, διότι ἐνόμιζον ὅτι δύναμαι κἄτι
3589νὰ προσθέσω διὰ τὴν βελτίωσίν του. Ἐὰν παρέβην τὸν Κα-
3590νονισμὸν λυποῦμαι δι’ αὐτό.
3591§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Θεοτόκη, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ
3592σᾶς εἴπω ὅτι καὶ ὁ κύριος Γιαννούσης καὶ σεῖς ὡμιλήσατε
3593δὶς καὶ ἐπανελάβατε τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα νομί-
3594ζω ὅτι ἐγένοντο καταληπτὰ ἀπὸ τὴν Βουλήν.
3595§283Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἐπανέλαβα διότι
3596ὁ κ. Ὑπουργός, ὅταν τὰ διετύπωσα τὴν πρώτην φορὰν μοῦ
3597εἶπεν ὅτι δὲν τὰ ἀντελήφθη.
3598§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
3599§285Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις
3600εἶναι συνέπεια τοῦ ὅτι ὅλον τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐναντίον
3601ὅλων τῶν ἀρχῶν διὰ τὰς ὁποίας γίνεται ὁ ἔλεγχος, εἴτε εἰς
3602τὰς πολιτικὰς εἴτε εἰς τὰς ποινικὰς ἐνεργείας. Θὰ ἦτο σω-
3603στὸν ἴσως κάθε δήλωσις ὑποβαλλομένη νὰ περνάῃ ἀπὸ
3604ἔλεγχον, ἀλλὰ καὶ πάλιν τότε θὰ ἐφθάναμεν εἰς τὴν τυπο-
3605ποίησιν τῶν ἀποφάσεων, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ παροχὴν
3606πιστοποιητικοῦ καλῆς διαγωγῆς. Τώρα ὅμως ὅταν ἡ οἰκο-
3607νομία τοῦ νόμου, ὅταν τρεῖς Ἐφέται φθάνουν διὰ δολοφο-
3608νίες, συνωμοσίες, δι’ ὅ,τι δήποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ βγάλουν
3609βούλευμα ἐλέγχου, ἀλλὰ χρειάζονται πέντε καὶ πέντε Ἐφέ-
3610ται ποὺ φθάνουν διὰ νὰ δικάσουν εἰς ποινὰς θανάτου, δὲν
3611φθάνουν νὰ δικάσουν τὴν παραπομπὴν ἀλλὰ χρειάζονται
3612ἑπτὰ φοβοῦμαι ὅτι καθιερώσαμεν εἰς τὸ μεταξὺ μὴ ἰσόβιον
3613δικαστὴν τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος μόνος του ἠμπορεῖ νὰ
3614πῇ ὅτι εἰσάγω ἢ δὲν εἰσάγω, νὰ ἱκανοποιηθῇ ἀπὸ τὰς ἐξη-
3615γήσεις τὰς ἰδικάς μου καὶ νὰ μὴ ἱκανοποιηθῇ ἀπὸ τὰς ἐ-
3616ξηγήσεις τὰς ἰδικάς σας, ἐὰν γεννηθοῦν ζητήματα καὶ διὰ
3617τὴν ἰδικήν μου δήλωσιν καὶ διὰ τὴν ἰδικήν σας καὶ διὰ τὸν
3618ἕνα νὰ εἴπῃ ὅτι κρίνω ἐκεῖνον ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κρίνουν
3619τρεῖς Ἐφέται, ἀλλὰ χρειάζονται πέντε διὰ νὰ βγάλῃ βού-
3620λευμα, τὸ κρίνω μόνος του καὶ τὸ θέτω εἰς τὸ ἀρχεῖον, καὶ
3621τὸ ἄλλο τὸ στέλλω πρὸς κρίσιν καὶ πρὸς ἔλεγχον, δὲν νομί-
3622ζω, ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ θὰ ἔχουν δημιουργηθῆ ὑπο-
3623ψίαι, ἀμφισβητήσεις, καταγγελίαι, ὅτι ἀπὸ ἐκείνην τὴν στι-
3624γμὴν εἶναι συμφέρον τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς νὰ πάρῃ ἀπὸ
3625τὸν Εἰσαγγελέα τὴν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Ἐὰν συνέβαινεν εἰς
3626βάρος μου θὰ ἐπεδίωκα νὰ πάῃ εἰς τὸ Συμβούλιον ἐλέγχου
3627καὶ νὰ κριθῇ ἀπὸ πέντε Ἐφέτας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι
3628κἄτι τι τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς ὅλην αὐτὴν
3629τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου, ὅταν δὲν φθάνουν τρεῖς Ἐφέται
3630ἀλλὰ ἠμπορεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἀποφασίσῃ μόνος του ποὺ
3631δὲν εἶναι δικαστής. Δι’ αὐτὸ τὸ εὑρίσκω τελείως ἀντιφατι-
3632κὸν καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην ἡ ὁποία στηρίζεται
3633πράγματι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, εἰς ἀξιόλογα ἐπιχειρή-
3634ματα τῶν προλαλησάντων συναδέλφων κ.κ. Θεοτόκη καὶ
3635Γιαννούση.
3636§286Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Ἡλιοῦ, εἶναι δικαιολογημέναι
3637αἱ ἀνησυχίαι τοῦ κ. Θεοτόκη, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον προ-
3638βλέπει σχετικῶς καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Εἰς τὴν παρ.
36393 τοῦ ἄρθρου 9, τὸ νομοσχέδιον προβλέπει, ὅτι «αἱ διατά-
3640ξεις τοῦ Κώδικος τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐφαρμόζον-
3641ται ἂν δὲν ὁρίζωνται ἄλλως ἐν τῷ παρόντι νόμῳ». Συνεπῶς,
3642ἰσχύει καὶ τὸ ἄρθρου 31 τοῦ Κώδικος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ
3643Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν δύναται ὅταν λάβῃ μήνυ-
3644σιν ἢ δὲν θεωρῇ βάσιμον νὰ διατάξῃ προκαταρκτικὴν ἐξέ-
3645τασιν, ἵνα συλλέξῃ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ἅτινα θὰ τοῦ ἐπιτρέ-
3646ψουν τὴν δίωξιν. Ἂν δὲν ὑπάρχουν ἐπαρκῆ στοιχεῖα, δι-
3647καιοῦται νὰ ἐκδώσῃ τὸ προβούλευμα περὶ τοῦ ἀβασίμου τῆς
3648μηνύσεως ὑπόχρεως νὰ ὑποβάλλῃ τὴν ἀπόφασίν του εἰς τὸν
3649Παρ’ Ἐφέταις κ. Εἰσαγγελέα, ὅστις ὅταν συμφωνῇ ἐπικυ-
3650ροῖ τὴν ἀπόφασιν. Ἂν δὲν συμφωνῇ, διατάσσει τὴν ἔγερ-
3651σιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Ἂν συνεπῶς, ἐπεκτείνωμεν τὰς
3652διατάξεις τοῦ ἄρθρου 31 καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφε-
3653τῶν τὴν δὲ ἀπόφασίν του νὰ ἐπικυροῖ ἢ νὰ ἀπορρίπτῃ
3654ἀντὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, τὸ Συμβούλιον Ἐφετῶν,
3655τότε προστατεύομεν τοὺς πολίτας ἀπὸ τοὺς ψευδομηνυτὰς
3656καὶ τὰ ἀσίγαστα πάθη των.
3657§287Η. ΗΛΙΟΥ. Μήπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν διατάξεων
3658δὲν ἐτέθησαν εἰς τὸ ἀρχεῖον οἱ δικογραφίαι Ἱερέων καὶ Ἀ-
3659στυνομικῶν ποὺ παρεβίασαν ἐκλογικὰς διατάξεις κατὰ τὰς
3660ἐκλογὰς τοῦ 1961;
3661§288Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τὸ νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν εἰς τὸν Εἰ-
3662σαγγελέα νὰ λαμβάνῃ πᾶν στοιχεῖον, δὲν τὸ βρίσκω σωστόν.
3663§289Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς παραγρ. 1
3664τοῦ ἄρθρου 7 «... (ἀναγινώσκει)...». Ὀρθόν. Τὸ νομο-
3665θέτημα δὲν καθιερώνει οὐσιαστικὴν παραγραφὴν τοῦ ἀδι-
3666κήματος, ἕνα ἀποκλεισμὸν πέραν τοῦ ἔτους. Αὐτὸ πρέπει νὰ
3667ἐπεκταθῇ πέραν τοῦ ἔτους. Ὑπάρχει καὶ ἡ περίοδος 9 τοῦ
3668αὐτοῦ ἄρθρου. Θὰ πρέπει, διὰ νὰ εἶναι καθιερωμένος ὁ
3669σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐντὸς τοῦ ἔτους
3670νὰ ἀσκήσῃ ποινικὴν δίωξιν καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀσκῇ
3671τοιαύτην πέραν τοῦ ἔτους. Εἰς τὴν παράγρ. 6 ὁ ἔλεγχος
3672στρέφεται κατὰ τῶν ἐν αὐτῷ συγγενῶν προσώπων καὶ ἀνα-
3673φέρει «... (ἀναγινώσκει)...». Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν
3674θὰ πρέπει νὰ θεσπισθῇ ἡ ὑποχρέωσις αὐτῶν τῶν ἀνθρώ-
3675πων νὰ ὑποβάλουν δηλώσεις. Εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
3676Ὑπουργοῦ ἡ προσθήκη δὲν καλύπτει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
3677ὑποβάλουν δηλώσεις, διότι ἔχει 9μηνον προθεσμίαν. Μία
3678διευκρίνισις, εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, εἶναι ἀπαραίτητος διὰ
3679νὰ διευκολυνθῇ ἡ ἔρευνα τῶν προσώπων αὐτῶν.
3680Ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς τὴν προστασίαν τοῦ
3681πολιτικοῦ κόσμου, θὰ πρέπει οἱαδήποτε πληροφορία, οἱοσδή-
3682ποτε ψίθυρος, ἐφ’ ὅσον διαβιβασθῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, νὰ
3683ἐξετάζῃ οὗτος τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως διὰ νὰ δύναται ἐν
3684συνεχείᾳ νὰ ἀπομακρύνῃ οἱονδήποτε συκοφάντην.
3685§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Κεφαλληνός, ἔχει τὸν λόγον.
3686§291Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαφωνῶ μὲ τὸν
3687προλαλήσαντα συνάδελφον κ. Σεργάκην. Δὲν πρέπει νὰ δώ-
3688σωμεν τὸ δικαίωμα εἰς πρόσωπα ποὺ δὲν ἔχουν τὸ θάρρος
3689νὰ καταγγείλουν εὐθέως νὰ διασύρουν τὸν πολιτικὸν κόσμον.
3690Εἰς τὸ τέλος τῆς παραγρ. 1 τοῦ ἄρθρου 7 ὅπου ἀναφέρεται,
3691ὅτι «ἐν τῇ μηνύσει δέον νὰ ἀναφέρωνται λεπτομερῶς καὶ σα-
3692φῶς τὰ θεμελιοῦντα τὸν ἀθέμιτον τρόπον τῆς κτήσεως τῶν
3693περιουσιακῶν στοιχείων», νὰ προστεθῇ, κ. Πρόεδρε, παρά-
3694γραφος εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναφέρεται, ὅτι δὲν λαμβάνονται
3695ὑπ’ ὄψιν ἀνώνυμοι καταγγελίαι. Αὐτὴ εἶναι ἡ σκέψις μου
3696ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ὑπάρχει εἰς παράγραφον τοῦ ἄρ-
3697θρου 7 περιωρισμένος χρόνος ὑποβολῆς μηνύσεως. Λέγει ἡ
3698σχετικὴ παράγραφος: «Ἡ μήνυσις κατὰ τῶν ἐν ἄρθρῳ 2
3699ἀναφερομένων προσώπων, ὑποβάλλεται ἐντὸς ἀποκλειστικῆς
3700προθεσμίας ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος. Ὀρ-
3701θῶς. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 1, δηλα-
3702δή, τῶν βουλευτῶν. Ἐκεῖ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ περιορι-
3703σμός. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ὑποβολὴ μη-
3704νύσεως κατὰ τὸν χρόνον τῆς προεκλογικῆς περιόδου. Τοιαῦ-
3705ται μηνύσεις ὑποβαλλόμεναι, δὲν θὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν.
3706§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας,
3707ἔχει τὸν λόγον.
3708§293Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
3709Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὅλος ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο
3710περὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, ματαίως ἐγένετο. Δὲν ὑπάρχει
3711καμμία ἀνάγκη ἀναγραφῆς εἰς τὸν νόμον, ὅτι ἀπαγορεύε-
3712ται νὰ γίνῃ χρῆσις ἀνωνύμων ἐπιστολῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει
3713αὐτῶν νὰ γίνῃ οἱαδήποτε ἐνέργεια τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐδῶ τὸ
3714νομοθέτημα καθορίζει σαφῶς πῶς γίνεται ἡ δίωξις καὶ λέ-
3715γει: Πρῶτον θὰ ὑποβληθῇ ἡ μήνυσις καὶ καθορίζει τὴν δια-
3716δικασίαν ἐξετάσεως τῆς μηνύσεως. Ἂν δὲν ὑπεβλήθη μή-
3717νυσις, δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ προβῇ
3718αὐτὸς εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου καθοριζομένην νόμιμον ἔρευ-
3719ναν. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἔρευνα; Τὸ λέγει σαφῶς ἡ παρά-
3720γραφος 9 τοῦ ἄρθρου 7. Ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχει πρὸ αὐ-
3721τοῦ μήνυσιν, ἔχει ὅμως τὴν ὑποχρεωτικῶς ὑποβληθεῖσαν δή-
3722λωσιν — ἄλλο δήλωσις, ἄλλο μήνυσις. — Καὶ ἡ παράγρα-
3723φος 9 τοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ δήλωσις εἶναι
3724ἀκριβὴς ἢ ὄχι. Αὐτὸ θὰ ἐξετάσῃ.
3725§294ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ μὲ ἀνώνυμον ἐπιστολήν;
3726§295Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
3727Ἐρωτῶμαι, καὶ μὲ ἀνώνυμον ἐπιστολήν; Διαβᾶστε τὸ ἄρ-
3728θρον 9 νὰ ἴδετε, ὅτι τὸ ἀνωνύμως μόνον δὲν ἐπιτρέπεται.
3729Ἀλλὰ θὰ ὑποβάλῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὴν πρότασίν του εἰς τὸ
3730συμβούλιον ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα κα-
3731τέχει. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ὑπάρχει λογικὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος
3732θὰ δεχθῇ, ὅτι ὁ οἱοσδήποτε νόμος θεωρεῖ ὡς στοιχεῖον τὴν
3733ἀνώνυμον ἐπιστολήν; Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Θὰ ὑποβάλῃ τὰ
3734στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα κατέχει, τὰ θετικὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ κρι-
3735θῇ ἂν ἡ ὑποβληθεῖσα δήλωσις εἶναι ἀληθὴς ἢ ὄχι. Ἔχει δη-
3736λαδὴ ὡρισμένα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα τεκμηριοῦν ἂν ὄχι ἀπο-
3737δεικνύουν πλήρως, ὅτι ἡ δήλωσις εἶναι ἀναληθής. Αὐτὸ τὸ
3738νόημα ἔχει ἡ αὐτεπάγγελτος ἐνέργεια τοῦ Εἰσαγγελέως. Καὶ
3739ἐπαναλαμβάνω: Εἶναι δυνατὸν ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ νόμου, νὰ
3740εἴπῃ, ὅτι ὁ νόμος ὁρίζει ὡς στοιχεῖον διὰ τὸν Εἰσαγγελέα τὴν
3741ἀνώνυμον ἐπιστολήν. Νομίζω πῶς ὄχι. Καὶ ἑπομένως πᾶσα
3742ἡ συζήτησις περὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν καὶ τῆς ἀξίας εἴτε
3743τῆς μιᾶς, εἴτε τῶν πολλῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, δὲν ἔχει
3744σχέσιν μὲ τὸ παρὸν νομοθέτημα. Δὲν δίδει δικαίωμα ὁ νόμος
3745λήψεως ὑπ’ ὄψει τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Θὰ ἦτο τραγελα-
3746φικὸν τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἐξήρχετο ἀπὸ τὴν Βουλὴν νόμος, ὁ
3747ὁποῖος νὰ θεωρῇ ὡς στοιχεῖον δικαστικῆς κρίσεως ἀνώνυμον
3748ἐπιστολήν.
3749§296Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δυστυχῶς τὰ ἀντί-
3750θετα ἰσχύουν ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουρ-
3751γὸς τῆς Προνοίας εἶπε. Κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τῆς Π. Δ.
3752«ἡ ποινικὴ δίωξις ὅταν δὲν ἀπαιτῆται ἔγκλησις ἢ αἴτησις
3753κινεῖται ἐξ ἐπαγγέλματος, κατόπιν ἀναφορᾶς, μηνύσεως ἢ
3754ἄλλης εἰδήσεως περὶ τελέσεως ἀξιοποίνου πράξεως». Πα-
3755γίως δὲ ἔχει νομολογηθῇ, ὅτι κινεῖται βάσει ἀνωνύμου ἐπι-
3756στολῆς. Ἑπομένως εἰς τὸ ἀκέραιον παραμένει τὸ θέμα. Καὶ
3757ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ καὶ βάσει ἀνωνύμου ἐπιστολῆς νὰ κινῆ-
3758ται ἡ ποινικὴ δίωξις ἂς τὸ κάμῃ.
3759§297Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
3760Δὲν λέγει αὐτὸ ὁ νόμος.
3761§298Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ὅλοι ὅσοι ἀσχολούμεθα μὲ τὰ ποι-
3762νικὰ ξεύρομεν, ὅτι πλεῖσται ὅσαι διώξεις ἔχουν κινηθῆ
3763ἀπὸ ἀνωνύμους ἐπιστολάς.
3764§299Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
3765Ἠμπορεῖ μία ποινικὴ δίκη νὰ ἀρχίσῃ ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἀνω-
3766νύμου ἐπιστολῆς. Δὲν ἠμπορεῖ ὅμως ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ στη-
3767ρίξῃ τὴν πρότασίν του, δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρήσῃ ὡς στοι-
3768χεῖον τὴν ἀνώνυμον ἐπιστολήν. Ξεύρετε σεῖς ποὺ ἀσχολεῖσθε
3769μὲ τὰ ποινικά, μίαν περίπτωσιν ποὺ ὁ Εἰσαγγελεὺς προτείνει
3770παραπομπὴν ἐπὶ τῇ βάσει μόνον ἀνωνύμου ἐπιστολῆς, ἄνευ
3771ἄλλων στοιχείων;
3772§300Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Πολλάς, κ. Ὑπουργέ.
3773§301Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
3774Καμμία. Ἄλλο ἡ κίνησις. Ἐδῶ δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ κινή-
3775σεως μὲ συνθήματα. Τὸ ἄρθρον 7 παράγραφος 9, λέγει σα-
3776φῶς: «Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν δύναται αὐτεπαγ-
3777γέλτως ἢ τῇ παραγγελίᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἀρείου Πάγου
3778νὰ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ παρόντος διὰ
3779τὸν ἔλεγχον τῆς ἀνακριβείας ὑποβληθείσης δηλώσεως». Αὐ-
3780τὴ εἶναι ἡ διαδικασία. Τὸ ἄρθρον 7 τί λέγει; Ἐὰν θὰ ὑπο-
3781βληθῇ μήνυσις ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ τὴν στείλῃ εἰς τὸ συμβού-
3782λιον. Καὶ εἶπε προηγουμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
3783νης, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν Εἰσαγγε-
3784λέα νὰ κρίνῃ μόνος του. Τὸ συμβούλιον θὰ κρίνῃ. Ἡ παρά-
3785γραφος 9, λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει μήνυσις, ὑπάρχει δήλωσις,
3786καὶ αὐτεπαγγέλτως ὁ Εἰσαγγελεὺς μὴ ὑπαρχούσης μηνύ-
3787σεως δύναται νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ συμβού-
3788λιον διὰ νὰ κρίνῃ ἐὰν εἶναι ἀληθὴς ἢ ψευδὴς ἡ δήλωσις.
3789§302Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἀνωνύ-
3790μους ἐπιστολάς.
3791§303Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
3792Ὄχι μόνον. Ἐφ’ ὅσον ὁ Εἰσαγγελεὺς παραπέμπει εἰς τὸ
3793συμβούλιον, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν στοιχείων, τῶν ὁποίων θέλει
3794ἔχει λάβει γνῶσιν κρίνει, ὅτι ὑφίσταται ἡ περίπτωσις ὑπο-
3795βολῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Εἶναι στοιχεῖον εἰς τὸ ὁποῖον
3796ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ στηριχθῇ, ὅτι ἔχει καὶ μίαν ἀνώνυμον ἐπι-
3797στολὴν καὶ στηρίζεται εἰς αὐτὴν ἄνευ ἄλλων στοιχείων.
3798Ἕνας τέτοιος Εἰσαγγελεὺς ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ μίαν ὥραν εἰς
3799τὴν θέσιν του;
3800§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Στεφανάκης, ἔχει τὸν λόγον.
3801§305Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Μπακόπουλε, σᾶς ὀφείλω μίαν
3802ἀπάντησιν. Μὲ ἠρωτήσατε ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις καθ’ ἣν
3803ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκίνησε τὴν δίωξιν βάσει ἀνωνύμων ἐπιστο-
3804λῶν. Σᾶς ἀπαντῶ. Βάσει ἀνωνύμων ἐπιστολῶν ἔχει ἀσκη-
3805θῇ πολλάκις ποινικὴ δίωξις. Δεύτερον, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε
3806νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θεσπίζομεν ἀδικήματα τὰ ὁποῖα διώκονται
3807αὐτεπαγγέλτως. Τί ζητοῦμεν; Ζητοῦμεν νὰ ἀποκλείσωμεν
3808τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολὰς χάριν τῆς προστασίας τῆς τιμῆς
3809τοῦ πολιτικοῦ κόσμου.
3810Ἡ παρατήρησις τοῦ συναδέλφου κ. Σεργάκη, ἐξ ἄλλου,
3811περὶ καθιερώσεως προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ πρέπει
3812νὰ ἀσκήσῃ τὴν δίωξιν ὁ Εἰσαγγελεύς, εἶναι ὀρθή. Δὲν
3813πρέπει νὰ λησμονοῦμεν, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς κατηγορίας
3814προσώπων ποὺ πρέπει νὰ τερματισθῇ ἡ δίωξις. Ὅσον ἀφο-
3815ρᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βασιλάτου, ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ θέμα
3816τῆς προκαταρτικῆς ἐξετάσεως δὲν λύει τὸ θέμα τῶν ἀνωνύ-
3817μων καταγγελιῶν.
3818§306Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν τιμὴν τοῦ
3819πολιτικοῦ κόσμου, προτείνω ὅπως, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ μήνυσις,
3820ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ στέλλῃ ὅλας τὰς δηλώσεις εἰς τὸ Συμ-
3821βούλιον. Ὅταν ἔχωμεν, κ. Πρόεδρε, ἕνα νομοσχέδιον ποὺ
3822ἔχει δύο χαρακτηριστικὰς διατάξεις, τὴν μίαν τοῦ ἄρθρου
38238 παράγρ. 4 (ἀναγινώσκει), ἡ ὁποία ὑποχρεώνει τοὺς 7 δι-
3824καστὰς νὰ γράψουν εἰδικῶς καὶ δεδικαιολογημένως, νὰ στη-
3825ρίξουν τὴν ἀπόφασίν των, καὶ τὴν ἄλλην, τὴν ὁποίαν ἀνέφε-
3826ρον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι «... (ἀναγινώσκει)...» ὅταν αὐ-
3827ταὶ αἱ δύο διατάξεις ὑπάρχουν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ-
3828μεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ κινήσῃ τὴν δίωξιν βάσει ἀνωνύ-
3829μου ἐπιστολῆς; Εἶναι, λοιπόν, προτιμότερον, νὰ στέλλωνται
3830ὅλαι αἱ δηλώσεις εἰς τὸ Συμβούλιον.
3831§307Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τὴν
3832μακρὰν δικηγορικήν μου πεῖραν, θέλω νὰ διαβεβαιώσω τὴν
3833Βουλήν, ὅτι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου περιπτώσεις καθ’ ἃς ἐκινήθη
3834ἡ ποινικὴ διαδικασία βάσει ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Πέραν
3835αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ κ.κ.
3836Εἰσαγγελεῖς βάσει τῶν διατάξεων τῆς Ποιν. Δικονομίας,
3837εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξετάσουν τὴν ἀνώνυμον καταγγε-
3838λίαν. Καὶ ἐρωτᾶται, θὰ τὸ καθιερώσωμεν καὶ ἐδῶ; Νομίζω,
3839ὅτι δὲν πρέπει. Ἐδῶ ἐπιβάλλεται νὰ ἀποκλεισθοῦν αἱ ἀνώ-
3840νυμοι ἐπιστολαί, διότι ὅλοι μας θὰ τελοῦμεν ἐν ὑποδικίᾳ. Ἄν
3841ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀνωμαλίαν καὶ δεχθῶμεν, ὅτι θὰ λαμβά-
3842νεται ὑπ’ ὄψει, τότε ἀνατρέπομεν ὅλας τὰς ἄλλας διατάξεις,
3843τὰς ὁποίας ἐθεσπίσαμεν διὰ τὴν κατοχύρωσιν τοῦ μέτρου,
3844διότι ποῖος ἠλίθιος θὰ θελήσῃ νὰ καταγγείλῃ ὅταν ὑπάρχῃ
3845καὶ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀνωνυμία; Οὐδείς.
3846Πέραν αὐτοῦ, ἐκ πείρας, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι οἱ Εἰσαγ-
3847γελεῖς ἐπισυνάπτουν τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολὰς εἰς τὰς δικο-
3848γραφίας. Καὶ λαμβάνουν γνῶσιν οἱ διάδικοι, τὰς δημοσιεύουν
3849εἰς τὸν τύπον καὶ κάμνουν χρῆσιν περικοπῶν αὐτῶν. Ἐρωτῶ,
3850τὸ ἴδιον θὰ γίνεται καὶ ἐδῶ;
3851Τοῦτο θὰ γίνῃ καὶ ἐδῶ, δηλαδὴ θὰ ἐπισυνάπτωνται εἰς
3852τὴν δικογραφίαν αἱ ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ διὰ νὰ λαμβάνουν
3853γνῶσιν οἱ πολιτικοὶ ἀντίπαλοι καὶ νὰ κάμνουν χρῆσιν καὶ δη-
3854μοσίευσιν τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν; Ἐάν, κ. Πρόεδρε, συμβοῦν
3855αὐτά, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ διαπόμπευσις ὁλοκλήρου τοῦ πολιτι-
3856κοῦ κόσμου εἶναι πλήρως ἐξησφαλισμένη. Δὲν δύναμαι νὰ
3857παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ μίαν τοιαύτην περίπτω-
3858σιν καὶ δὲν θὰ ἀποκλείσῃ διὰ ρητῆς καὶ θετικῆς διατάξεως,
3859ὅτι ἀνώνυμοι καταγγελίαι δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει καὶ ὅτι
3860δὲν δύναται ὁ Εἰσαγγελεὺς βάσει ἀνωνύμων καταγγελιῶν
3861ἄνευ ἑτέρων στοιχείων, νὰ ἀσκήσουν τὴν ποινικὴν δίωξιν,
3862ἀλλὰ καὶ περαιτέρω διὰ θετικῶν διατάξεων πρέπει νὰ προ-
3863βλεφθῇ, ὅτι αἱ ἀνώνυμοι αὐταὶ καταγγελίαι ἀπαγορεύεται
3864νὰ ἐπισυνάπτωνται εἰς τὰς δικογραφίας τιμωρουμένου τοῦ
3865παραβάτου διὰ παράβασιν καθήκοντος. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει
3866τὸ σθένος καὶ τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ἐκεῖνος ὁ
3867ὁποῖος θέλει νὰ καταγγείλῃ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίω-
3868μα πλέον δι’ ἀνωνύμου καταγγελίας νὰ τὸ κάμῃ. Ἡ προστα-
3869σία ἀκριβῶς τῆς τιμῆς τῶν πολιτικῶν προσώπων ἀπαγορεύει
3870τὸ τοιοῦτον. Ἐγὼ προτείνω, κ. Πρόεδρε, νὰ περιληφθῇ διά-
3871ταξις ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι ἀνώνυμοι καταγγελίαι ἢ ἀναφο-
3872ραὶ ἢ ἐπιστολαὶ δὲν λαμβάνονται ποσῶς ὑπ’ ὄψιν οὔτε διὰ
3873τὴν ἄσκησιν ποινικῆς διώξεως, οὔτε ἐπισυνάπτονται εἰς τὴν
3874δικογραφίαν, ἀλλὰ καταστρέφονται αὐτοστιγμεὶ παρὰ τοῦ
3875παραλαμβάνοντος. Ὁ παραβαίνων τιμωρεῖται ἐπὶ παραβά-
3876σει καθήκοντος. Μόνον ἔτσι θὰ ἀποκλεισθοῦν, κ. Πρόεδρε,
3877αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ διαπομπεύσουν τοὺς πολιτικοὺς
3878ἄνδρας. Ἔτσι δὲν θὰ ἔχωμεν τὰς χιλιάδας τῶν ἀνωνύμων
3879ἐπιστολῶν διότι ἐκ τῶν προτέρων θὰ γνωρίζουν ὅλοι, ὅτι
3880αὐτὰ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει καὶ καταστρέφονται.
3881§308Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι τὸ ρίξαμε εἰς τὸν ρομαντισμὸν
3882ἀπόψε καὶ κατεκεραυνώσαμε τοὺς ἀνωνυμογράφους, οἱ ὁποῖοι
3883ἴσως δὲν εἶναι πάντοτε ἄξιοι αὐτῆς τῆς μεταχειρίσεως. Εἶ-
3884ναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐπώνυμοι μηνύσεις ἀβάσιμοι, καὶ
3885εἶναι δυνατὸν ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ νὰ περιέχουν πλήρη τὰ
3886στοιχεῖα παραβάσεως, τὰ ὁποῖα ἐλεγχόμενα ἀπὸ τὸν Εἰσαγ-
3887γελέα ἀποδεικνύουν τὸ ἀδίκημα. Εἶναι γνωστόν, ὅτι μέγιστα
3888ἐγκλήματα καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀλλοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ
3889ἀνακαλυφθοῦν μὲ ἓν ἀνώνυμον τηλεφώνημα: «Κύριε Εἰσαγ-
3890γελεῦ ἢ κύριε ἀστυφύλαξ, εἰς τὸ τάδε μέρος ἔγινε τοῦτο ἢ
3891ἐκεῖνο». Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ ἐπώνυμον ἢ τὸ ἀνώνυμον.
3892Ἀλλὰ κυρίως τὸ βάσιμον ἢ τὸ ἀβάσιμον. Ἐάν, λέγω, ἀδιαφο-
3893ρήσωμεν διὰ τὴν ἀνακάλυψιν μιᾶς ἐλεγχομένης ἀληθείας,
3894μιᾶς καταγγελίας, ἡ ὁποία περιῆλθε κατὰ τρόπον μυστηριώ-
3895δη καὶ ἀνωνύμως καὶ μὲ ἕνα τηλεφώνημα ἀκόμη, χωρὶς νὰ
3896ὑπάρχῃ σῶμα νομίμου καταγγελίας, κάμνομεν μίαν μονό-
3897πλευρον ὑπεράσπισιν ἑνὸς ἀγαθοῦ, ἐγκαταλείπομεν ἀνυπε-
3898ράσπιστον ἕνα μέγιστον ἀγαθόν. Ἐφ’ ὅσον ὁ Εἰσαγγελεὺς
3899δικαιοῦται αὐτεπαγγέλτως νὰ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν ἐλέγ-
3900χου, ἡ ὁποία εἶναι αὐτὴ ποὺ ἡ ποινικὴ δικονομία λέγει προ-
3901δικασίαν ἐνώπιον τῶν συμβουλίων, νομίζω, ὅτι δύναται ἀ-
3902φορμὴν νὰ δώσῃ ὁ,τιδήποτε, ἀρκεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ προ-
3903ετοιμάσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰδήσεως ἀποδεικτικὸν ὑλικόν, τὸ
3904ὁποῖον νὰ πιθανολογῇ τὴν δίωξιν. Αὐτό, τὸ λέγει ρητῶς ἡ
3905δικονομία, ὅτι πᾶσα δίωξις δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς
3906ἐνέργειαν ἀνακρίσεως, εἰς ἀδικήματα μὴ διωκόμενα κατ’ ἔγ-
3907κλησιν. Ἐπομένως, ἐὰν πρόκειται νὰ δώσωμεν πιστοποιητι-
3908κὰ νὰ τὸ εἴπωμεν, ὅτι θὰ βγάλωμεν ἕνα νόμον περὶ παρα-
3909χωρήσεως πιστοποιητικῶν εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, διότι
3910δὲν πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν ἀξίαν τῆς κοινῆς γνώ-
3911μης, νὰ ἐλεγχθοῦν καὶ αἱ ὕποπται καὶ διαβληταὶ διαχειρί-
3912σεις.
3913§309Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Δηλαδὴ θέλετε νὰ δημιουργήσωμεν
3914τὸ Μπάνκα ντὶ Λεόνε.
3915§310Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἀφήσατε τὰς ἐν-
3916τυπώσεις.
3917Ἐὰν ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα καταχρήσεως τοῦ δημοσίου
3918χρήματος, τὸ γεγονὸς εἴτε ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀνακά-
3919λυψιν ἀνωνύμου τηλεφωνήματος, εἴτε ἐπωνύμως καθιστᾷ κα-
3920θαρὰν τὴν ἀξίωσιν τῆς κινήσεως ποινικῆς διώξεως. Ἐὰν
3921νομίζετε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου νὰ τὸ κάμω-
3922μεν. Ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν. Τί ἐπιδιώκεται
3923διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ; Ἡ μείωσις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἢ
3924ἐπιδιώκεται νὰ προστατευθῇ ἡ κακὴ διαχείρισις;
3925§311Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Μὲ παρενόησεν ὁ κ. συνάδελφος.
3926§312Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
3927Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν
3928ἐγὼ καὶ κατόπιν νὰ ἀπαντήσητε σεῖς.
3929Φοβοῦμαι, ὅτι περιεπλάκημεν εἰς μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία
3930ἐξέφυγεν ἀπὸ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον
3931αὐτὸ ἀποβλέπει εἰς ἕνα αὐτοέλεγχον, τὸν ὁποῖον ζητεῖ ὁ πο-
3932λιτικὸς κόσμος καὶ τὸν ὁποῖον θεσπίζομεν διὰ τῶν διατά-
3933ξεων ποὺ ὑπάρχουν. Καὶ διὰ τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ τί ἐπιδιώ-
3934κομεν; Ἐπιδιώκομεν πράγματι νὰ προστατεύσωμεν τὴν τι-
3935μὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἀπὸ τοὺς τυχὸν ψιθύρους, διαχω-
3936ρίζοντες παραλλήλως τὴν θέσιν τοῦ ἐντίμου πολιτικοῦ κόσμου
3937ἀπὸ τὰς τυχὸν ἐξαιρέσεις ἀπὸ τὰς ὁποίας συμφέρον ἔχομεν—
3938καὶ ἐδῶ ἔγκειται ἡ προστασία τοῦ πολιτικοῦ κόσμου—νὰ τὰς
3939διαχωρίσωμεν, νὰ τὰς ἐπισημάνωμεν καὶ νὰ τὰς τιμωρήσω-
3940μεν μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει τὸ νομοσχέ-
3941διον. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν αὐτὸ
3942εἶναι τὸ νόημα τοῦ νομοσχεδίου, ἡ τάσις, ἡ ὁποία, δὲν τὸ
3943ἀποκρύπτω, ἐμφανίζεται διὰ τῆς προσθήκης διαφόρων ἀπα-
3944γορευτικῶν διατάξεων νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῇ
3945ὁ σκοπός, δὲν νομίζω, ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἐγέ-
3946νετο μακροτάτη συζήτησις. Ἤκουσα νὰ ἀναφέρωνται τὰ
3947ἄρθρα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας περὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν.
3948Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τὶ βλάπτει αὐτὸ
3949εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου.
3950Τὸ ἄρθρον 9 τὸ ὁποῖον ὀρθῶς ἐπεσήμανε καὶ ἐδιάβασε ὁ
3951κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, νομίζω, ὅτι εἶναι σαφέστατον,
3952οὔτε περὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν ὁμιλεῖ, οὔτε περὶ ἄλλων τινῶν.
3953§313ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κάμετε μίαν δήλωσιν, ὅτι δὲν λαμ-
3954βάνονται ὑπ’ ὄψιν.
3955§314Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
3956Τὸ ἄρθρον 7 εἰς τὸ ἐδάφιον 9, λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὁ Εἰσαγγε-
3957λεὺς Ἐφετῶν δύναται αὐτεπαγγέλτως... (ἀναγινώσκει)
3958...». Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ δύνανται νὰ εἶναι παντοειδῆ.
3959§315Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Δηλαδὴ καὶ ἀνώνυμοι ἐπιστολαί.
3960§316Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
3961Εἶναι δυνατὸν τὰ στοιχεῖα νὰ εἶναι παντοειδῆ τὰ ὁποῖα θὰ
3962συνεκτιμήσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος θὰ παραπέμψῃ τὴν δή-
3963λωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐλέγχου.
3964§317Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Καθιστᾶτε δυσχερῆ τὴν θέσιν τοῦ
3965κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας, δι’ ὅσων λέγετε.
3966§318Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
3967Τὰ ἴδια πράγματα εἶπε καὶ αὐτός, ὁ ὁποῖος δὲν ἔκαμε
3968τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ σαφὲς κείμενον τὸ ὁποῖον
3969νομίζω εἶναι εἰς ἁπλῆν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ τὸ ἐπανα-
3970λαμβάνω: Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐφ’ ὅσον θὰ συνεκτιμήσῃ τὰ διά-
3971φορα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ θὰ κρίνῃ, ὅτι ἡ δήλωσις
3972αὐτὴ ἔχει ἀνάγκην περαιτέρω ἐλέγχου, τὴν παραπέμπει ἀφοῦ
3973συλλέξῃ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐλέγχου, τὸ
3974ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ 5 Ἐφέτας καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ὅλοι
3975μας ἔχομεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, διότι θὰ κρίνουν ἀφοῦ
3976ἐξετάσουν ἀνὰ πᾶσαν λεπτομέρειαν καὶ πρὸς πᾶσαν κατεύ-
3977θυνσιν τὸ ἀκριβὲς ἢ ὄχι τῆς δηλώσεως καὶ ἀναλόγως θὰ
3978ἀποφανθοῦν. Ὅταν ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ δικαστικαὶ ἐγγυή-
3979σεις, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τοὺς φόβους
3980τοὺς ὁποίους ἐκφράζετε. Ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν διατυπώνετε
3981καὶ τὴν ὁποίαν περιορίζετε εἰδικῶς εἰς τὸ θέμα τῶν ἀνωνύ-
3982μων ἐπιστολῶν, κατὰ κἄποιον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ
3983τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι θέλομεν δι’ ἐξαιρέσεων νὰ δημιουργή-
3984σωμεν ἀπαγορευτικὰς διατάξεις, ποὺ νὰ ἀφήνωμεν τὸν Εἰ-
3985σαγγελέα συνεκτιμῶν καὶ κρίνων ἐπὶ ὅλων τῶν στοιχείων νὰ
3986πάρῃ τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς αὐτεπαγγέλτου διώξεως. Ἐὰν
3987ὑπετίθετο, ὅτι θὰ ὑπῆρχε μία διάταξις ἡ ὁποία θὰ ἔλεγεν,
3988ὅτι θεωροῦμεν, ὅτι ἡ ἀνώνυμος ἐπιστολὴ ἀποτελεῖ ἕνα στοι-
3989χεῖον μεγάλης σημασίας καὶ ὅτι βάσει αὐτῆς ἠμπορεῖ νὰ
3990κρίνῃ, τότε θὰ εἴχατε δίκαιον. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀνωνύμων
3991ἐπιστολῶν ἡ διάταξις, ἀλλὰ ὁμιλεῖ περὶ στοιχείων τὰ ὁποῖα
3992θὰ συγκεντρώσῃ ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ὁ Εἰσαγγελεύς. Καὶ
3993ἂν ἀπὸ αὐτὰ ἴδῃ, ὅτι συντρέχει σοβαρὸς λόγος, τότε θὰ
3994παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν αἱ ἀπό-
3995ψεις μας εἶναι αὐταὶ τὰς ὁποίας καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ
3996ἐγὼ εἴπομεν. Ἠκούσαμεν τὰς ἄλλας ἀπόψεις τὰς ὁποίας
3997υἱοθετοῦμεν, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐρω-
3998τήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον ὅπως τὸ ἔχο-
3999μεν διατυπώσει ἢ ὄχι.
4000§319Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονι-
4001σμοῦ.
4002§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Ἰορδάνογλου.
4003§321Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀπεδόθησαν,
4004καλῶς αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον, διότι ἔγινε παρανόησις καὶ ἀπὸ
4005τὸν κ. Ἠλιοῦ καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
4006Εἶπον, κ. Πρόεδρε, ὅτι λαμβάνων ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀνώνυμον
4007ἐπιστολὴν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κινήσῃ τὴν ποινικὴν δίω-
4008ξιν. Ὁ κ. Ὑπουργός, εἶπεν, ὅτι ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεύς, ἔχῃ καὶ
4009ἕτερα στοιχεῖα μαζὶ μὲ τὴν ἀνώνυμον ἐπιστολήν, τότε θὰ
4010κινήσῃ τὴν ποινικὴν δίωξιν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, συμ-
4011φωνῶ καὶ ἐγώ. Δηλαδή, ἡ ποινικὴ δίωξις δὲν θὰ κινῆται
4012μόνον μὲ τὴν ἀνώνυμον ἐπιστολήν, ἀλλὰ ἐν συνδυασμῷ μὲ
4013ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ Εἰσαγγελεύς.
4014§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
4015§323Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διορθώνεται ἡ διάτα-
4016ξις τῆς παρ. 9 τοῦ ἄρθρου 7, ἐὰν πρὸ τῆς λέξεως «στοι-
4017χείων» τεθῇ «βασίμων στοιχείων». Ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ θὰ
4018σταλοῦν διὰ τοὺς ἰσχυρούς. Διὰ τοὺς ἀδυνάτους θὰ γίνουν
4019ἐπώνυμοι μηνύσεις. Δὲν θὰ πρέπει, λοιπόν, νὰ ἀποκλείσωμεν
4020τὸ στοιχεῖον τοῦτο τῆς ἀνωνύμου ἐπιστολῆς, ἐὰν θέλωμεν νὰ
4021διώξωμεν τὸ ἔγκλημα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν θὰ στηριχθῇ βε-
4022βαίως μόνον εἰς τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολὰς καὶ καταγγελίας,
4023ἀλλὰ εἰς τὰ στοιχεῖα, γενικῶς, τὰ ὁποῖα θὰ συγκεντρώσῃ ὁ
4024ἴδιος. Διὰ νὰ προλάβωμεν δὲ τὸν ἀμελῆ Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος
4025λαμβάνει τυχὸν 10–30 ἐπιστολὰς καὶ παραπέμπει τὴν ὑπό-
4026θεσιν στηριζόμενος μόνον εἰς ταύτας, θὰ πρέπει νὰ θέσωμεν
4027τὴν λέξιν «βασίμων» πρὸ τῆς λέξεως «στοιχείων». Οὕτω καὶ
4028τοὺς φόβους τῶν συναδέλφων διασκεδάζομεν καὶ τὴν διάτα-
4029ξιν καθιστῶμεν πληρεστέραν καὶ καλυτέραν. Νομίζω, ὅτι
4030πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν συμπλήρωσιν τῆς διατάξεως ὡς τὴν
4031ἐπρότεινα.
4032§324Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
4033Ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζορμπᾶ. Νὰ τεθῇ δηλ.
4034«βασίμων στοιχείων».
4035§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου, ἔχει τὸν
4036λόγον.
4037§326Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὴν θέ-
4038σιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ εὐθὺς ἅμα τῇ
4039καταθέσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ σήμερον
4040τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, καὶ μὲ τὴν ἐπεξεργασίαν
4041αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, καὶ
4042κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν μετὰ τῶν λοι-
4043πῶν συναδέλφων τῆς ΕΡΕ εἰς τὰς προκεχωρημένας αὐτὰς
4044ὥρας, καὶ τὰς μεσημβρινὰς ὥρας τῆς χθὲς συμβάλλομεν ὅσον
4045δυνάμεθα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ διὰ τοὺς
4046λόγους τοὺς ὁποίους ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἐξέθεσεν. Ἀλλ’
4047εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπισημανθοῦν καὶ αἱ ἀδυναμίαι τοῦ νο-
4048μοσχεδίου πέραν ὡρισμένων ἀντιφάσεων καὶ ἀντιθέσεων πρὸς
4049τὸ Σύνταγμα καὶ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ καταβληθῇ προσπά-
4050θεια διορθώσεως ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ διορ-
4051θωθοῦν. Σπεύδω νὰ κάμω δημοσίᾳ τὴν ἀναγνώρισιν, ὅτι
4052ἐλαχίστην ἔχω οἰκειότητα πρὸς τὰ ποινικὰ καὶ ὅτι σπανίως
4053ἐδικηγόρησα εἰς τὰ Ποινικὰ Δικαστήρια. Μετὰ τὴν δήλω-
4054σιν αὐτὴν θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω, ὅτι ὅταν ἀπὸ τὸν
4055πολιτικὸν ἀξιοῦμεν καὶ δικαίως ἔπειτα ἀπὸ τὴν κατάστα-
4056σιν, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ νὰ ὑποβάλῃ μόνος αὐτὸς με-
4057ταξὺ ὅλων τῶν Ἑλλήνων ὡς πλέον ὕποπτος μεταξὺ τῶν πο-
4058λιτῶν τῆς χώρας δήλωσιν περὶ τῆς περιουσιακῆς του κατα-
4059στάσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, δὲν τὸ ζητοῦμεν, οὔτε ἀπὸ
4060ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν πολλὰς καταδίκας εἰς τὸ ποινικόν
4061των μητρῷον, εἶναι ἐπιβεβλημένον ἀπὸ τὴν διαδικασίαν ἡ
4062ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ νὰ τὶς συνδέωμεν μὲ ὡρισμένας ἐγ-
4063γυήσεις τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλομεν εἰς τὴν δη-
4064μοσίαν ἔρευναν τῆς περιουσιακῆς του καταστάσεως. Μία ἐγ-
4065γύησις εἶναι ἡ ἐπώνυμος καταγγελία. Ἀφοῦ ὁ πολιτικὸς θὰ
4066ὑποβάλῃ ἐνυπόγραφον δήλωσιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βου-
4067λῆς περὶ τῆς περιουσιακῆς του καταστάσεως καὶ θὰ ἀνα-
4068φέρῃ καὶ τοὺς τίτλους κτήσεως τῆς περιουσίας του, δὲν
4069εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς οἱονδήποτε ἀνωνυμο-
4070γράφον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνεται ἀνωνύμως εἰς τὸν
4071Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν καὶ νὰ ἐπιχειρῇ νὰ σπιλώσῃ τὴν ὑπό-
4072ληψιν οἱουδήποτε πολιτικοῦ χωρὶς νὰ ἀναλαμβάνῃ τὰς εὐ-
4073θύνας τῆς πράξεώς του. Ἀπὸ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι
4074ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ποινικὰ ἠκούσατε ποία εἶναι ἡ θέσις τῶν
4075ἀνωνύμων ἐπιστολῶν εἰς τὴν ποινικὴν διαδικασίαν.
4076Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν θὰ
4077κινήσῃ τὴν ποινικὴν διαδικασίαν καὶ θὰ ἀρκεσθῇ εἰς μίαν
4078ἀνώνυμον ἐπιστολὴν καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἐλεγχόμενος ὑπο-
4079βάλλεται εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ δίδει εἰς τὴν δημοσιότητα ὅ,τι
4080ἔχει ἀποκτήσει ἐντίμως; Δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀξιωθῇ καὶ
4081ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς δη-
4082λώσεώς του, νὰ εἴπῃ ποῖος εἶναι; Ἢ πρέπει νὰ ἐπαναλη-
4083φθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐχθρι-
4084κῆς κατοχῆς πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔδωσε τὴν εὐχέρειαν εἰς
4085κατηγορηθέντα τότε κατ’ ἐφαρμογὴν νόμου ἰσχύος περὶ
4086τοῦ πόθεν ἔσχες, νὰ γράψῃ χωρὶς νὰ τιμωρηθῇ ἀπὸ τὸ δι-
4087καστήριον «... (ἀναγινώσκει)...». Καὶ μὲ τὸ ὕφος αὐτὸ
4088συνεχίζων ὁ διωκόμενος τότε γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου
4089Δικαιοσύνης κατηγορούμενος δι’ ἐξύβρισιν τοῦ δικαστη-
4090ρίου, ἀπηλλάγη. Καὶ ταῦτα μόνον ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀνάγ-
4091κην νὰ διευκρινισθῇ ἀπολύτως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς
4092μίαν διαδικασίαν ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ὑποβολὴν ἐνυ-
4093πογράφου καὶ ὑπευθύνου δηλώσεως διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῆς
4094ὁποίας ἀπειλοῦνται τόσαι ποιναί, νὰ ἀντιτάσσεται τὸ βέλος
4095τοῦ ἀνωνυμογράφου.
4096Ὑπεστηρίχθη ἐὰν θὰ ἔπρεπεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφε-
4097τῶν κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονο-
4098μίας ὅταν εὑρίσκῃ ἀβάσιμον τὴν ὑποβληθεῖσαν μήνυσιν νὰ
4099μὴ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς ποινικῆς διώξεως ἀπο-
4100στέλλων τὴν μήνυσιν μετὰ τῆς δηλώσεως τοῦ ἐλεγχομένου
4101εἰς τὸ Συμβούλιον.
4102Νομίζω, ὅτι συμφέρον τοῦ ἐλεγχομένου εἶναι ἡ ἀποστο-
4103λὴ τῆς μηνύσεως καὶ τῆς δηλώσεως εἰς τὸ Συμβούλιον.
4104Θὰ ἀπετέλει καταισχύνην τῆς Πολιτείας καὶ ἡμῶν ἐὰν
4105ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐνῷ ἔβλεπεν ὅτι δὲν ὑπάρχουν
4106στοιχεῖα, δὲν θὰ εἶχε τὴν εὐχέρειαν νὰ βάλῃ τὴν δικογρα-
4107φίαν εἰς τὸ ἀρχεῖον, ἀλλὰ θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ τὴν δια-
4108βιβάσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον. Ἐὰν θὰ πρέπει νὰ γνωμοδοτή-
4109σῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅπως γνωμοδοτεῖ ὁ
4110Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν προκειμένου περὶ ἐνεργείας τοῦ Εἰ-
4111σαγγελέως Πλημμελειοδικῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τρό-
4112πος, ὥστε ἡ ἐνέργεια τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν νὰ κατο-
4113χυρωθῇ καὶ δι’ ἄλλης κρίσεως.
4114Περαιτέρω εἰς τὴν παράγρ. 1 τελευταῖον ἐδάφιον, ὁρί-
4115ζεται, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν διατελεσάντων Ὑπουργῶν
4116κλπ., ἡ μήνυσις ὑποβάλλεται ἐντὸς προθεσμίας ἑνὸς ἔτους
4117ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος. Διερωτῶμαι ἐὰν καὶ διὰ
4118ποίους λόγους ἐπὶ ἓν ἔτος πρέπει οἱ ἀσκοῦντες οἱονδήποτε
4119ἀξίωμα ἀπὸ τοῦ ἔτους 1964 μέχρι σήμερον πρέπει ἐπὶ ἓν
4120ἔτος νὰ διατελοῦν ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τοῦ συκοφάντου. Καὶ
4121διατὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καθιερωθῇ βραχεῖα προθεσμία
4122ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ κατέχων τὰ στοιχεῖα τῆς ἀθεμίτου δρα-
4123στηριότητος τοῦ πολιτικοῦ νὰ σπεύδῃ νὰ τὰ δίδῃ εἰς τὸν
4124Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν διὰ νὰ κινηθῇ ἡ διαδικασία τοῦ
4125νόμου. Καὶ πέραν αὐτοῦ τὸ ὁποῖον θεωρῶ αὐτονόητον, διότι
4126δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ τὶ θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ ἐκκρεμό-
4127της τοῦ ἑνὸς ἔτους, εὑρίσκω ἀπολύτως δικαίαν τὴν πρότα-
4128σιν τοῦ ἐκ Ζακύνθου συναδέλφου καθ’ ἣν κατὰ τὴν περίο-
4129δον τοὐλάχιστον τὴν ἀρχομένην ἀπὸ τῆς προκηρύξεως τῶν
4130ἐκλογῶν δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται ὑποβολὴ μηνύσεως,
4131διότι οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα διότι εἶχον
4132τὴν ἀφέλειαν νὰ διακονοῦν εἰς τὰ κοινὰ θὰ πρέπει τὰς ἡμέ-
4133ρας τοῦ προεκλογικοῦ ἀγῶνος νὰ ἀφεθοῦν τοὐλάχιστον
4134ἀπερίσπαστοι καὶ νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διακόπτουν
4135τὴν προεκλογικήν των δραστηριότητα, διὰ νὰ πληροφοροῦν-
4136ται ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν ποῖος τοὺς
4137ἐμήνυσε, διὰ ποίων στοιχείων καὶ μὲ ποῖα συγκεκριμένα
4138ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα.
4139Ἐπανέρχομαι, κύριε Πρόεδρε, καὶ λυποῦμαι πάρα πολὺ
4140διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ πράττω εἰς ὅλας τὰς δια-
4141τάξεις, εἰς τὴν τροπολογίαν τὴν κατατεθεῖσαν προχθὲς ἐν
4142συνδυασμῷ καὶ μὲ ὅσα ἐλέχθησαν πρὸς τὸ ἄρθρον 5. Ἐφ’
4143ὅσον ὑπάρχει ἔγκλημα καὶ ὁ διαπράξας αὐτὸ εἶναι ὁ συγ-
4144γενής, ὁ ἐκμεταλλευτὴς τὴν συγγένειαν πρὸς τὸν πολιτικόν,
4145ἐφ’ ὅσον ὑπέπεσεν εἰς παράβασιν τοῦ Ποινικοῦ νόμου ἢ
4146ἄλλου εἰδικοῦ νόμου, ἰσχύοντος κατὰ τὴν τέλεσιν τῆς πρά-
4147ξεως δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ εὐθύνη του νὰ περιορισθῇ μόνον
4148εἰς τὰς φορολογικὰς συνεπείας περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ τὸ
4149ἄρθρον 10. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὴν ἐπιμονὴν εἰς τὸ
4150σημεῖον αὐτὸ τοῦ ἀξιοτίμου καὶ ἀγαπητοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ
4151τῆς Δικαιοσύνης. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλή-
4152ματος καὶ ἐγκληματικὴ ἐνέργεια, διατὶ δὲν θὰ ἐπιβληθοῦν
4153αἱ κυρώσεις; Διατὶ θὰ πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς
4154τὰς κυρώσεις τὰς φορολογικὰς τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 10.
4155Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον. Καὶ ἀντιθέτως, διατὶ ὁ πολίτης
4156αὐτὸς θὰ στερηθῇ τῆς κρίσεως τοῦ Δικαστηρίου καὶ τῆς δη-
4157μοσίας ἐξετάσεως τῆς ἐναντίον του κατηγορίας.
4158§327Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Πόθεν προκύπτει αὐτό;
4159§328Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Νὰ σᾶς διαβάσω τὴν
4160τελευταίαν ἔκδοσιν τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 5 παρ. 3.
4161«...(ἀναγινώσκει)...».
4162Καὶ πέραν αὐτῶν, κ. Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἔφθασα καὶ εἰς
4163τὴν φραστικὴν διατύπωσιν τοῦ σχεδίου, θὰ ἤθελον νὰ ἐπι-
4164συνάψω τὰ ἑξῆς: Εἰς τὴν παρ. 7 νὰ γίνῃ μία διόρθωσις,
4165διότι δὲν ὑπάρχει ἀπόρρητον τῶν Ἐφοριακῶν Ἀρχῶν, ἀλλὰ
4166ἀπόρρητον τῶν φορολογικῶν στοιχείων. Καὶ δὲν ὑπάρχει
4167ἀπόρρητον τῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ Τραπεζικὸν ἀπόρρητον.
4168Καὶ θὰ ἤθελον ἐπίσης νὰ ἐρωτήσω ἐὰν ἔχει ἀντιμετωπισθῆ,
4169πότε θὰ γίνῃ ἡ πρώτη κλήρωσις ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικα-
4170στικὸν Συμβούλιον διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ
4171Τμήματος εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν.
4172Κύριε Πρόεδρε, ἅπαξ ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
4173αὐτοῦ.
4174§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ κατηναλώσατε ὁλόκληρον τὸ δε-
4175κάλεπτον.
4176§330Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν τὴν ἔχω ἐπι-
4177σημάνει καὶ ἐγώ.
4178§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἔδωσα τὸν λόγον.
4179§332Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ προστεθῇ «πλὴν τῶν προ-
4180βλεπομένων κυρώσεων».
4181§333Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ κάμω
4182μίαν νομικὴν παρατήρησιν. Ἐλέχθη ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς
4183ἔχει δικαίωμα νὰ διατάξῃ προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν. Νομί-
4184ζω ὅτι ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα.
4185§334Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Βεβαίως δὲν ἔχει.
4186§335Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Ἀποκλειστικῶς ἁρμόδιον εἶναι τὸ
4187Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Δὲν θεωρῶ, ὅτι ἀποτελεῖ κακὸν τὸ ὅτι ὁ
4188Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ προκαταρκτι-
4189κὴν ἐξέτασιν, διότι ἡ ὑπόθεσις θὰ ἀχθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον
4190καὶ θὰ ἐκδοθῇ βούλευμα. Μία ἄλλη φραστικὴ διόρθωσις εἶ-
4191ναι ἡ ἑξῆς: Ἀναγράφεται, ὅτι ἐν τῇ μηνύσει θὰ πρέπει νὰ
4192ἀναφέρωνται «λεπτομερῶς καὶ σαφῶς», ὀρθὸν εἶναι νὰ εἴ-
4193πωμεν «εἰ δυνατόν». Διότι καὶ ἂν δὲν εἶναι λεπτομερὴς καὶ
4194σαφὴς ἡ μήνυσις θὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν:
4195§336Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τὸ «εἰ δυνατὸν» τὰ κα-
4196ταστρέφει ὅλα.
4197§337Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, θέλομεν τὴν
4198ὕπαρξιν ἐπωνύμου μηνύσεως. Ἐὰν ἡ μήνυσις δὲν εἶναι σα-
4199φὴς καὶ λεπτομερὴς δὲν ἐχάλασεν ὁ κόσμος.
4200§338Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἤκουσα, κ. Πρόεδρε, διαπρεπεῖς ἐν
4201τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ συναδέλφους ὑποστηρίξαντας ἀπόψεις
4202τελείως ἀντιθέτους μὲ τὰς κειμένας διατάξεις περὶ αὐτεπαγ-
4203γέλτου διώξεως τοῦ ἐγκλήματος. Ἡ ποινικὴ ἀγωγή, κ. Πρό-
4204εδρε, κινεῖται ἢ κατ’ ἔγκλησιν ἢ ἐξ ἐπαγγέλματος ἢ ὑπὸ τοῦ
4205Εἰσαγγελέως. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει δι-
4206καίωμα αὐτεπαγγέλτως νὰ διώκῃ τὸ ἔγκλημα ἐννοοῦμεν,
4207ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ ἔχῃ πληροφορίας ἐξ οἱασδή-
4208ποτε πηγῆς περὶ τῆς τελέσεως ἐγκλήματος ὁπότε δικαιοῦ-
4209ται ἐν συνεχείᾳ νὰ κινῇ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν. Δὲν δυνάμεθα
4210νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι ὁσάκις ἔχει ἀνώνυμον
4211καταγγελίαν δὲν θὰ κινήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ἐὰν ἔχῃ
4212μάλιστα στοιχεῖα καὶ πιστεύῃ, ὅτι τὰ ἀνωνύμως καταγγελ-
4213θέντα γεγονότα εἶναι ἀληθῆ. Σκεφθῆτε, κ. βουλευταί, ὅτι
4214ἀντὶ ἡ ἀνώνυμος ἐπιστολὴ νὰ σταλῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα δη-
4215μοσιευθῇ εἰς τὸν τύπον καὶ εἶναι ἀνώνυμος. Δὲν θὰ πρέπει
4216εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ ἔχῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸ δικαίω-
4217μα νὰ κινήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν; Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα,
4218ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἔχωμεν ὑπεύθυνον τὴν γνωστὴν
4219ἐφημερίδα. Πάντως ἡ ἐπιστολὴ θὰ εἶναι ἀνώνυμος. Ἐάν,
4220κ. Πρόεδρε, ἀπαγορεύσωμεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ λαμβά-
4221νῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ ἀνωνύμως καταγγελλόμενα εἶναι ὡς νὰ
4222ἀπαγορεύωμεν τὴν αὐτεπάγγελτον δίωξιν τοῦ ἀδικήματος.
4223Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν προσθήκην τῆς λέξεως «βασίμως» δὲν
4224πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀντίρρησιν νὰ προσθέσωμεν τὰς λέξεις
4225«συγκεκριμένων στοιχείων», καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
4226γόν, ὅπως δεχθῇ τὴν προσθήκην ταύτην.
4227§339Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ κάμω
4228παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὸ ἄρθρον 7 τὰς ὁποίας παρακαλῶ
4229τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ. Εἰς τὸ τέλος τῆς παρ. 1, νο-
4230μίζω, ὅτι λείπει ἡ λέξις «περιστατικά». Ἢ θὰ βάλετε τὴν
4231λέξιν περιστατικὰ ἢ θὰ πρέπει νὰ διαγράψετε ὁλόκληρον τὴν
4232φράσιν διότι δὲν ἔχει νόημα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπέκτασιν,
4233νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν προσθήκην τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ.
4234Ὑπουργὸς τὸ πρᾶγμα ἐθεραπεύθη. Περαιτέρω φρονῶ ὅτι
4235ἡ παρ. 6 τοῦ ἄρθρ. 7 θὰ πρέπει νὰ διαγραφῇ ὡς περιττή.
4236Εἶναι αὐτονόητον εἰς τὶ θὰ περιστραφῇ ὁ ἔλεγχος τοῦ Εἰση-
4237γητοῦ. Ἐπίσης, νομίζω, ὅτι ἐτακτοποιήθη ἡ παρ. 8 μὲ τὴν
4238τροπολογίαν τὴν ὁποίαν κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ
4239ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ θέμα μὲ τὸ ὁποῖον ἠσχολήθησαν ἔγκρι-
4240τοι συνάδελφοι διακονήσαντες εὐδοκίμως ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν
4241εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια. Ὑπηρέτησα, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ
4242μίαν 40ετίαν εἰς ὑπευθύνους θέσεις καὶ διώκησα μικρὰς καὶ
4243μεγάλας μονάδας. Ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ περιερχόμεναι εἰς
4244ἐμὲ ἀμελητὶ ἐτίθεντο εἰς τὸ ἀρχεῖον.
4245Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ καταγγελία ἀνώνυμος.
4246Οὐαὶ δὲ καὶ ἀλλοίμονον ἂν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐτηρεῖτο καὶ τη-
4247ρεῖται καὶ διὰ τὸν τελευταῖον ὑπάλληλον τοῦ Κράτους, δὲν
4248τηρηθῇ καὶ δὲν ἰσχύσῃ διὰ τὸν πολιτικὸν ἄνδρα. Διὰ τοὺς
4249λόγους αὐτοὺς συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τοὺς ἀξιοτίμους συν-
4250αδέλφους, τόσον τὸν κ. Στεφανίδην, ὅσον καὶ τὸν κ. Πα-
4251πακωνσταντίνου, ὑποστηρίξαντας τὰς αὐτὰς ἀπόψεις ἐπὶ
4252τοῦ προκειμένου καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
4253συμφωνήσω μὲ τὸν ἀγαπητὸν καὶ σεβαστόν μου Ὑπουργὸν
4254ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, τὸν κ. Μπακόπουλον, εἰπόν-
4255τα ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ ἀσκήσῃ δίωξιν βασιζόμε-
4256νος εἰς οἱανδήποτε καταγγελίαν.
4257§340Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Εἶπα
4258ἐγὼ τέτοιο πρᾶγμα; Ὄχι, κ. Βρανόπουλε.
4259§341Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ἀλλοίμονον ἐὰν ὁ Εἰσαγ-
4260γελεὺς δὲν ἠμπορῇ νὰ ἀσκήσῃ δίωξιν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν
4261καταγγελίας. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ δίω-
4262ξις προερχομένη ἀπὸ ἀνωνυμογράφους. Πρέπει νὰ μάθω-
4263μεν τὸν λαόν μας νὰ καταγγέλλῃ ἐπωνύμως καὶ νὰ ἔχῃ τὸ
4264θάρρος τῶν ὑπ’ αὐτοῦ καταγγελλομένων, διὰ νὰ εἶναι ἄξιος
4265τοῦ Ἑλληνικοῦ ὀνόματος ποὺ φέρει.
4266§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μελᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
4267§343Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώ-
4268ρας, ἐχόμενος τῶν ὑψηλῶν του ἰδανικῶν καὶ παραδόσεων
4269καὶ ζῶν καὶ θνήσκων ἐν πενίᾳ καὶ στερήσει, προσφέρεται μὲ
4270τὸ ὑπὸ κατασκευὴν νομοθέτημα εἰς Δημόσιον περιουσιακὸν
4271ἔλεγχον καὶ εἰς ὁμαδικὴν καὶ ἐπώνυμον ὑποδικίαν. Αὐτὴ ἡ
4272ἐπώνυμος ὑποδικία πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἐπώνυμον κατήγορον.
4273Ἐὰν ἔναντι ἑνὸς ὑπερηφάνου κόσμου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν
4274μεγίστην πλειοψηφίαν του διακονῇ τὴν χώραν αὐτὴν μὲ ὑπο-
4275δειγματικὴν διάθεσιν ἀναλώσεως καὶ ἐντιμότητα, δὲν ὑπάρ-
4276χουν ἐπώνυμοι κατακριταὶ τῶν τυχὸν ἐνόχων περιπτώσεων,
4277οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τὸ θάρρος τῆς ὑπευθύνου καταγγελίας,
4278τοῦτο θὰ σημάνῃ, ὅτι ἡ προσφορὰ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου δὲν
4279ἠξιώθη τῆς ἀναλόγου μεταχειρίσεως καὶ ἐκτιμήσεως. Καὶ
4280ὅτι ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους προσεφέρθη τὸ δικαίωμα τῆς
4281κατακρίσεως ὑπῆρξαν ἐνδεχομένως ἀναρμόδιοι τῆς ὑψίστης
4282αὐτῆς τιμῆς καὶ ἀνάξιοι τῆς ἐλευθερίας των.
4283Ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἀνωνύμου καταγγελίας ὀφεί-
4284λει ἀδιστάκτως νὰ ἀποκλεισθῇ. Πρόκειται περὶ τρομακτι-
4285κῆς περιπτώσεως, ἡ ὁποία συνεπάγεται ἀνυπολόγιστον καὶ
4286κοινήν μας εὐθύνην. Ἐπειδὴ ἀποδοχὴ τῆς ἀνωνύμου καταγ-
4287γελίας θὰ συνεπήγετο διάβρωσιν καὶ διάλυσιν τοῦ δημοσίου
4288μας βίου καὶ τελικῶς κατάλυσιν τοῦ ἐλευθέρου μας πολιτεύ-
4289ματος, ἐπισημαίνω, κύριοι βουλευταί, τὰς εὐθύνας καὶ προ-
4290σωπικῶς διαχωρίζω τὴν εὐθύνην μου. Ἐπιβάλλεται νὰ προ-
4291βλεφθῇ ρητῶς ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς ἀνωνύμου, τῆς ἀνάνδρου
4292καταγγελίας, ἡ ὁποία εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτὴν περίπτωσιν ἀπο-
4293τελεῖ καταγγελίαν ἀναξίαν τοῦ γενναίου λαοῦ μας. Ἔτι δὲ
4294περισσότερον, δὲν πρέπει ἁπλῶς νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν ἀνώ-
4295νυμον καταγγελίαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προβλέψωμεν καὶ ἰδίας
4296κυρώσεις διὰ τοὺς ἀνωνύμους καταγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι, δια-
4297πιστουμένης τῆς ταὐτότητός των, νὰ κληθοῦν νὰ λογοδοτή-
4298σουν, ὡς αὐτουργοὶ ἰδιωνύμου καὶ ἀτιμωτικοῦ ἀδικήματος.
4299§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
4300§345Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ θηρευταὶ τιμῆς
4301τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, βλέπω, ὅτι μετετράπησαν εἰς θηρευ-
4302τὰς ἄλλων θεωριῶν, ἐρχομένων εἰς ἀντίφασιν μὲ τὰς ἀρχι-
4303κὰς τοποθετήσεις των διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἀποκλεί-
4304σωμεν τοὺς ἀνωνυμογράφους καὶ γενικώτερον τὴν ἀνώνυ-
4305μον καταγγελίαν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, κάθε ἄλ-
4306λο παρὰ προστατεύομεν τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ὁ κ. Με-
4307λᾶς, ὡς εἰσηγητής, ἔλεγεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι θέλει ὁ
4308πολιτικὸς κόσμος νὰ διαβιοῖ ἐντὸς ὑαλίνου πύργου, διαυγε-
4309στάτου μάλιστα, διότι, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, οὐδὲν
4310ἔχει νὰ φοβηθῇ.
4311Ὅταν ὅμως τώρα, κύριοι συνάδελφοι, προσπαθοῦμεν νὰ
4312εὕρωμεν «τείχη», ὅταν προσπαθοῦμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ
4313ἀποφύγωμεν τὴν καταγγελίαν, κἄθε ἄλλο παρὰ προστατεύ-
4314ομεν τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου.
4315Ὅταν, ἐκ παραλλήλου, ἔχωμεν τὰς αὐστηροτάτας κυρώ-
4316σεις ἐναντίον τοῦ συκοφάντου καὶ συγχρόνως τὰς ποινὰς καὶ
4317τὴν ἀπόρριψιν τῶν ἀνωνύμων καταγγελιῶν, φθάνομεν εἰς
4318τὸ σημεῖον νὰ καταστήσωμεν ἀνεπίτρεπτον τὴν ὑποβολὴν
4319μηνύσεων καὶ ἐκεῖθεν ἀσφαλῶς ἡ διάβρωσις εἰς βάρος τοῦ
4320πολιτικοῦ κόσμου.
4321Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἀνώνυμοι καταγγελίαι εἶναι πολλῶν
4322εἰδῶν. Ἐὰν ὑπάρχουν πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν τὸ διατί ὑ-
4323πάρχουν. Μήπως τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ φιλοκατήγορον τῶν
4324Ἑλλήνων; Μήπως εἶναι τυχαῖον γεγονός; Ὅπως καὶ ἂν
4325ἔχῃ τὸ πρᾶγμα πάντως εἶναι τὸ φροῦτο τοῦ καθεστῶτος. Ἐὰν
4326δὲν ἀλλάξωμεν τὰς συνθήκας ποὺ φέραν τὸ φροῦτο αὐτὸ
4327δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ καταργήσωμεν. Ἀπὸ τὴν ἀναγνώρι-
4328σιν εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν τῆς ὑπάρξεως τοῦ γεγο-
4329νότος πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ὑπάρ-
4330χει. Καὶ δὲν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις ποὺ μία ἀνώνυμος
4331καταγγελία ἔφθασεν εἰς ἀποκάλυψιν στεγεροῦ ἐγκλήματος,
4332ὅπως π.χ. τὸ ψηφοδέλτιον ἐκεῖνο τοῦ ἀνωνύμου, τὸ ὁποῖον
4333ἔφθασεν εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος ἐναντίον τοῦ
4334Ζιγκιροπούλου. Ἐὰν ἔλεγεν ὁ Εἰσαγγελεὺς καῦτο, τοῦτο
4335ἀποτελεῖ ἀνώνυμον καταγγελίαν, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἀνεκα-
4336λύπτετο τὸ ἔγκλημα.
4337Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν αὐτὰ ἰσχύουν διὰ τὸν λαόν, μόλις ἐγγί-
4338σωμεν τὰ οἰκόπεδα τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἀρχίζομεν νὰ τὰ
4339καταργῶμεν.
4340Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, ὑπάρχει ἀντίφασις καὶ εἰς ἄλλο ση-
4341μεῖον. Ἔχομεν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅπου ἔχει
4342στοιχεῖα δύναται αὐτεπαγγέλτως νὰ προχωρήσῃ εἰς δίωξιν.
4343Ὅταν ὅμως εἶναι ἀνώνυμος ἡ καταγγελία, ἀσφαλῶς καὶ
4344ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα, ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν θὰ εἶναι
4345εἰς θέσιν νὰ τὴν κινήσῃ καὶ τοῦτο θέλομεν νὰ τοῦ τὸ ἀπο-
4346κλείσωμεν καὶ διὰ διατάξεως νόμου.
4347Εἶναι πιθανὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν γίνε-
4348ται συνηγορία ὑπὲρ τῶν ἀνωνυμογράφων. Δὲν ὑπάρχει πλέον
4349συχαμερὴ ὑπόθεσις ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι συνέπεια
4350τῆς διαρθρώσεως ποὺ ἔχει δοθῆ κατὰ τὴν τελευταίαν 15
4351ετίαν. (Θόρυβος ἐκ τῆς Δεξιᾶς). Ἀφῆστε τὴν εὐθηνὴν ἐπί-
4352δειξιν θάρρους. Ἐὰν ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν
4353παράγρ. 1 τοῦ παρόντος παραμείνῃ ὡς ἔχει, τὰ πράγματα
4354εἶναι ἐπαρκέστατα.
4355Δὲν ὑπάρχει, πιστεύω, Εἰσαγγελεὺς σεβόμενος ἑαυτὸν καὶ
4356τὴν ἀξιοπρέπειάν του, ποὺ θὰ στείλῃ, ποὺ θὰ συνθέσῃ κα-
4357τηγορίαν βάσει ἀνωνύμων κατηγοριῶν καὶ ἄνευ στοιχείων,
4358διὰ νὰ τὴν κινήσῃ πρὸς τὸ Συμβούλιον.
4359Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τοῦτο γίνῃ, τί πρόκειται νὰ συμβῇ; Ἀντὶ
4360νὰ πάῃ εἰς τὸ ἀρχεῖον ἀπὸ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως, θὰ
4361πάῃ εἰς τὸ ἀρχεῖον ὅταν θὰ φθάσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον. Κατὰ
4362τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα ἔχομεν ἐν τῷ μεταξὺ ἐξασφαλί-
4363σει τὴν μὴ δημοσιότητα. Ποῖος κίνδυνος θὰ ὑπάρχῃ τότε;
4364Ἁπλῶς αὐτὸ ποὺ δὲν θὰ κάμῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, δηλαδὴ νὰ
4365στείλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ἀρχεῖον, θὰ τὸ κάμῃ τὸ Συμ-
4366βούλιον.
4367Ποῦ εἶναι ὁ κίνδυνος; Ποῦ εἶναι ὁ φόβος; Ποῦ θὰ δια-
4368βρωθῇ ὁ πολιτικὸς βίος τῆς χώρας; Μὲ σοβαρότητα καὶ μὲ
4369θάρρος ἐπὶ τῆς οὐσίας πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσητε τὸ θέμα.
4370Ἡ παράγραφος τοῦ συζητουμένου ἄρθρου καλῶς ἔχει καὶ
4371δὲν πρέπει νὰ τροποποιηθῇ.
4372§346Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλα τὰ ἀνέμενον
4373κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Ἀλλὰ
4374τὴν ἔξαρσιν τῆς ἀνωνυμογραφίας δὲν τὴν ἀνέμενον. Εὐτυ-
4375χῶς ποὺ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας καὶ ὡρισμένοι ἐξαί-
4376ρετοι συνάδελφοι τῆς Ε. Κ. διεχώρισαν τὰς εὐθύνας των
4377ἀπὸ τὴν ὑπὸ κρίσιν διάταξιν. Ἐγὼ προτείνω τὴν διαγραφὴν
4378τῆς διατάξεως, ἀλλὰ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμείνῃ εἰς τὴν
4379διατήρησιν τῆς διατάξεως, προτείνω ὅπως εἰς τὸ τέλος τῆς
4380παραγράφου ἐννέα προστεθῇ «ἀποκλειομένης τῆς παραπομ-
4381πῆς τῆς δηλώσεως εἰς τὸ κατὰ τὴν παράγραφον 4 τοῦ πα-
4382ρόντος ἄρθρου συμβούλιον ἐλέγχου βάσει μόνον ἀνωνύμων
4383ἐπιστολῶν».
4384Κύριε Ὑπουργέ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀλληλουχία στοιχείων
4385καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν πρότα-
4386σίν μου.
4387§347Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης).
4388Κύριε συνάδελφε, ἡ παράγραφος 9 δὲν ἀναφέρει περὶ ἀνω-
4389νύμων ἐπιστολῶν. Ὀρθῶς ὁ κ. Ζορμπᾶς ἐπρότεινεν ὅπως
4390τεθῇ «βασίμων στοιχείων». Ἡ προσθήκη τῶν βασίμων στοι-
4391χείων εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίξῃ τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ δήλω-
4392σις δὲν εἶναι ἀκριβής. Καὶ τοῦτο ποίαν συνέπειαν θὰ ἔχῃ;
4393Νὰ παραπέμψῃ τὴν δήλωσιν εἰς τὸ συμβούλιον κρίσεως.
4394Ἐρωτῶ, ποῦ ὑπάρχει ὁ ἀνύπαρκτος φόβος; Ἡ διατύπωσις
4395εἶναι σαφής. Ἡ παροῦσα δήλωσίς μου δύναται νὰ θεωρη-
4396θῇ ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις.
4397§348Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 7 προ-
4398βλέπει, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῶν δηλώσεων φαίνεται κατόπιν μηνύ-
4399σεως εἴτε αὐτεπαγγέλτως ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἡ
4400παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 7 δὲν προβλέπει τὰς κυρώσεις
4401ἐὰν ὁ δηλῶν παραλείψῃ νὰ δηλώσῃ ἄλλην περιουσίαν. Δι’
4402αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 7
4403πρέπει νὰ τροποποιηθῇ. Δεύτερον, οἱ φόβοι τῶν συναδέλφων
4404τῆς ΕΡΕ περὶ τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν δὲν εὐσταθοῦν,
4405διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν θὰ διαβιβάσῃ τὴν μήνυσιν ἐὰν δὲν
4406πληροῦνται αἱ οὐσιαστικαὶ προϋποθέσεις. Διὰ νὰ διαβιβα-
4407σθῇ ἡ μήνυσις εἰς τὸ συμβούλιον κρίσεως πρέπει ἀπαραιτή-
4408τως νὰ τηροῦνται αἱ βασικαὶ προϋποθέσεις. Ἐὰν δὲν τη-
4409ροῦνται αὐταὶ αἱ προϋποθέσεις ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ὑποχρε-
4410οῦται νὰ διαβιβάσῃ τὴν μήνυσιν εἰς τὸ συμβούλιον κρίσεως.
4411Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον στάδιον εἰς τὴν αὐτεπάγγελτον
4412δίωξιν ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἡ διάταξις τῆς παρα-
4413γράφου 9 εἶναι σαφής. Λέγει: Ἑπομένως ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνώ-
4414νυμος ἐπιστολὴ ἐφ’ ὅσον ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν πεισθῇ περὶ τῶν
4415καταγγελλομένων δὲν θὰ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν. Ὁ Εἰσαγ-
4416γελεὺς θὰ ἐρευνήσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν καταγγελλομένων καὶ
4417ἐὰν πεισθῇ, τότε θὰ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν. Συνεπῶς, οἱ
4418φόβοι τῶν κυρίων συναδέλφων, δὲν εὐσταθοῦν.
4419§349Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
4420Κύριοι βουλευταί, ἐλέχθη ἀπὸ μέρους τῆς ΕΡΕ πρὸ ὀλίγου,
4421ὅτι ὅλα ἦσαν δυνατὰ καὶ ἐπιτετραμμένα ν’ ἀκουσθοῦν εἰς
4422τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὄχι ὅμως καὶ διθύραμβος ὑπὲρ τῆς
4423ἀνωνυμογραφίας.
4424§350Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Δὲν τὸ ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κ. Ἡλιοῦ
4425καὶ τὸν κ. Ἐφραιμίδη;
4426§351Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Τί εἴπατε...
4427§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπλη-
4428ρώσῃ τὴν φράσιν του.
4429§353Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
4430Σημειῶ, ὅτι οὔτε τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ ἀνωνυμογρα-
4431φίας, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἔκαμεν οὐδὲ ἐλαχίστην νύξιν περὶ
4432ἀνωνυμογραφίας. Τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως περι-
4433λαμβάνει διατάξεις αὐστηροτέρας καὶ ἀπὸ τὰς διατάξεις
4434τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος καὶ ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Κώδι-
4435κος Ποινικῆς Δικονομίας.
4436Καὶ ὡρισμένη παράγραφος τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζει, ὅτι
4437ἰσχύουν καὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ,
4438τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονο-
4439μίας, ἐφ’ ὅσον δὲν τροποποιοῦνται διὰ τοῦ παρόντος νομο-
4440σχεδίου.
4441Κατηγορήθη, λοιπόν, ἡ συζήτησις, ὅτι ἐξετράπη εἰς δι-
4442θύραμβον, περὶ τῆς ἀνωνυμογραφίας.
4443§354Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ὄχι ἀπὸ μέρους μας. Ἀπὸ μέρους τῆς
4444ΕΔΑ.
4445§355Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
4446Ἀπὸ μέρους σας.
4447§356Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κάνετε λάθος, κ. Λύχνο.
4448§357Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
4449Κύριε Ἡλιόπουλε, δύναμαι νὰ ἀπαντήσω ἐγώ. Ἀπὸ μέρους
4450τῆς ΕΡΕ, κυρίως. Καὶ ἐλέχθη: Δι’ ὄνομα Θεοῦ. Ἀπαγο-
4451ρεύσατε τὴν ἀνωνυμογραφίαν. Δὲν ἐπιτρέπεται. Περιλά-
4452βατε, ἀκόμη, εἶπον, εἰδικὴν διάταξιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι
4453ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, ἐν προκει-
4454μένῳ.
4455Καὶ ὅμως, οἱ ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, οἱ ὑποστηρίξαν-
4456τες αὐτά, ἐπεκαλέσθησαν, ἄλλος περισσότερον, ἄλλο ὀλιγώ-
4457τερον, τὴν εἰδικότητά των περὶ τὰ ποινικά, διὰ νὰ τονίσουν
4458τί, κ.κ. συνάδελφοι; Διὰ νὰ τονίσουν, ὅτι καλὸν εἶναι εἰς
4459ὅλας τὰς ποινικὰς διενέξεις, κανὼν εἶναι καὶ κανὼν ἐπι-
4460τρεπόμενος ἀπὸ τὴν ἰσχύουσαν Ποινικὴν Δικονομίαν νὰ
4461λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀνώνυμοι ἐπιστολαί, καὶ ὄχι μόνον
4462δικαίωμα, εἶπον, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσις τοῦ Εἰσαγγελέως εἶ-
4463ναι ἐπὶ τῇ βάσει ἀνωνύμου ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία περιέρχεται
4464εἰς αὐτὸν νὰ κινήσῃ τὴν ποινικὴν διαδικασίαν.
4465Τὸ νομοσχέδιον δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀνωνύμου ἐπιστολῆς.
4466Οὐδὲ πόρρωθεν κάμνει νύξιν περὶ ἀνωνύμου ἐπιστολῆς.
4467Τὸ περὶ ἀνωνυμογραφίας, τὸ περὶ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν,
4468εἶναι ἐφεύρημα τῆς Ε.Ρ.Ε., ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, διότι
4469θέλουν κατὰ πεποίθησιν νὰ ἀποκλείσουν τὴν ἔναρξιν Ποι-
4470νικῆς δίκης ἐπὶ τῇ βάσει ἀνωνύμου ἐπιστολῆς. Θέλουν δηλα-
4471δή, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον οἱ
4472ἴδιοι ὑπεστήριξαν, τὸν κανόνα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας,
4473ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ τὸν μετατρέψῃ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν
4474τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, ἐπὶ τὸ ἠπιώτερον. Ἡ Κυβέρνη-
4475σις ἀντιτίθεται, διότι ἡ ὅλη ὑφὴ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι νὰ
4476δημιουργηθῇ ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ
4477τὰς ποινικὰς διατάξεις καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δικονομι-
4478κὰς διατάξεις, θὰ εἶναι αὐστηρότερος ἀπὸ τὴν κειμένην
4479νομοθεσίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ριζικὴ διαφορά μας.
4480Καὶ μᾶς εἶπον: Διατὶ δὲν περιλαμβάνετε διάταξιν, τοὐ-
4481λάχιστον, θεσπίζουσαν, ὅτι ἡ αὐτεπάγγελτος ἐπέμβασις τοῦ
4482Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ μόνον ἐπὶ τῇ
4483βάσει ἀνωνύμου ἐπιστολῆς. Καὶ ὡς πρὸς τὴν προσθήκην,
4484καὶ ὡς πρὸς τὴν πρότασιν αὐτὴν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλ-
4485φων τῆς ΕΡΕ, ἡ προσπάθειά των εἶναι νὰ παραβιάσουν
4486ἀνοικτὰς θύρας. Διότι, τόσον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου
4487ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον καὶ ἐγώ, εἰς τὴν προηγουμένην
4488ὁμιλίαν μου καὶ ἅπαξ καὶ δίς, ἐτονίσαμεν ὅτι Εἰσαγγελεὺς
4489Ἐφετῶν, ἐνεργῶν, μάλιστα, ἐν συνεννοήσει μὲ τὸν Εἰ-
4490σαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ὁ ὁ-
4491ποῖος θὰ ἐπέτρεπεν εἰς ἑαυτόν, αὐτεπάγγελτον ἐνέργειαν
4492μόνον καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ἀνωνύμου ἐπιστολῆς, θὰ ἦτο
4493ἀνάξιος νὰ εἶναι Εἰσαγγελεύς. Καὶ ὅλη ἡ ὁμιλία καὶ τοῦ
4494ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ ἰδική μου
4495εἰς αὐτὸ ἐστηρίχθη.
4496Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὶ λέγει; Ὅτι ὁ Εἰσαγ-
4497γελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ἐν συνεννοήσει μὲ τὸν Εἰσαγγελέα
4498τοῦ Ἀρείου Πάγου, τότε θὰ ἐπέμβῃ αὐτεπαγγέλτως, ὅταν
4499ἔχῃ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν στοι-
4500χεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ τὸν πείθουν, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα δήλωσις,
4501ἀπὸ οἱονδήποτε ὑποκείμενον εἰς τὸν νόμον αὐτὸν εἶναι ψευ-
4502δής. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδέχθη, πρὸ ὀλί-
4503γου, τροποποίησιν, προσθέσας καὶ τὴν λέξιν «βασίμων»
4504στοιχείων. Ἔ! Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀνώνυμος ἐπιστολὴ
4505διὰ τὸν οἱονδήποτε ἄνθρωπον, τὸν ἔχοντα τὴν κοινὴν λογι-
4506κήν, τὴν κοινὴν ἀξιοπρέπειαν, τὸ κοινὸν περὶ δικαίου αἴ-
4507σθημα, εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ βάσιμον στοι-
4508χεῖον κρίσεως; Ἰδοὺ ἡ διαφορά μας. Σαφὴς ἀναντίρρητος.
4509Καὶ δι’ αὐτό, ἐφόσον τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλει
4510ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἐπιτρέπει τὴν
4511αὐτεπάγγελτον ἐνέργειαν τοῦ Εἰσαγγελέως — καὶ τὸ το-
4512νίζω ἄλλην μίαν φορὰν— τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ἐνερ-
4513γοῦντος μὲ γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου
4514—δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο εἰς τὸν τόπον ποὺ νὰ ἐμπνέῃ μεί-
4515ζονα δικαστικὴν ἐμπιστοσύνην— ἐφόσον, λοιπόν, ὁ Εἰσαγ-
4516γελεὺς τῶν Ἐφετῶν μὲ γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀ-
4517ρείου Πάγου, διὰ νὰ εἰσηγηθῇ τὸ θέμα εἰς τὸ Συμβούλιον
4518Ἐφετῶν πρέπει νὰ συνοδεύῃ τὴν πρότασίν του μὲ «βάσι-
4519μα» στοιχεῖα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται λόγος, ὅτι θὰ
4520στηριχθῇ μόνον εἰς τὴν ἀνώνυμον ἐπιστολήν; Τὴν στιγμήν,
4521μάλιστα, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅλοι οἱ συνάδελφοι, οἱ προλαλή-
4522σαντες, ἐκ μέρους τῆς ΕΡΕ, μὲ μόνην ἐξαίρεσιν δύο συν-
4523αδέλφων τῆς Ε. Κ. τοῦ κ. Στεφανάκη καὶ Μελᾶ, εἶπον ὅτι
4524ἡ Ποινικὴ Δικονομία .....
4525§358ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πέντε βουλευτῶν.
4526§359Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προν.). Πέντε,
4527ὁσουσδήποτε θέλετε. Πάντως, τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸ λέγει.
4528Ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ προτείνει. Ἕκαστος ἔχει τὴν γνώ-
4529μην του. Ἀλλ’ οὔτε τὸ νομοσχέδιον τὸ λέγει, οὔτε ἡ Κυ-
4530βέρνησις τὸ προτείνει. Αὐτὴ εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ δια-
4531φορά μας. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ κανονίσῃ τὴν ψῆ-
4532φον του, ἀλλ’ οὔτε τὸ νομοσχέδιον τὸ λέγει, οὔτε ἡ Κυβέρ-
4533νησις τὸ προτείνει. Τοὐναντίον ὅλοι εἴπατε, ὅτι κανὼν εἰς
4534τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν εἶναι νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει
4535καὶ αἱ ἀνώνυμοι ἐπιστολαί. Καὶ ἡμεῖς λέγομεν ὅτι οὐδέπο-
4536τε ἡ ἀνώνυμος ἐπιστολή, εἶναι βάσιμον στοιχεῖον.
4537Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά μας καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς
4538Κυβερνήσεως.
4539§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος, ἔχει τὸν λόγον.
4540§361Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας
4541Ὑπουργὸς φαίνεται ὅτι δὲν μᾶς ἔκαμεν ἀπόψε τὴν τιμὴν
4542νὰ παρακολουθήσῃ πλήρως τὴν συζήτησιν, διότι ἐὰν τὸ
4543ἔπραττεν ἀσφαλῶς, δὲν θὰ εὕρισκεν, ἀκαίρως, ὅλως, τὴν
4544εὐκαιρίαν, νὰ κάμῃ μίαν ἐπίθεσιν κατὰ τῶν βουλευτῶν τῆς
4545Ε.Ρ.Ε., ὡς τυχὸν ὑποστηριξάντων μίαν πεπλανημένην
4546γνώμην, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς συμμερίζεται. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ
4547ὑπ’ ὄψει του καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Ὑ-
4548πουργός, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους
4549ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἀνέπτυξεν, οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ
4550εὑρίσκονται εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τῶν ἀγωνιζομένων
4551νὰ περάσῃ τὸ νομοσχέδιον, νὰ περάσῃ ταχέως καὶ νὰ βελ-
4552τιωθῇ. Καὶ ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ὅτι αὐτὸ τὸ γεγονός,
4553τὸ ὁποῖον εἶναι πρὸς τιμὴν καὶ ἡμῶν καὶ ὅλου τοῦ Κοινο-
4554βουλίου, ἠγνοήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀκριβῶς σήμερον,
4555ὁπότε κατὰ παράκλησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθημεν νὰ
4556στερηθῶμεν τῆς αὐριανῆς ἡμέρας τοῦ ἐλέγχου, μόνον καὶ
4557μόνον διὰ νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ τερματίσῃ
4558τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ νὰ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς
4559Ἐξουσιοδοτήσεως.
4560Ὅταν λοιπὸν ἐρχώμεθα ἡμεῖς, μὲ αὐτὴν τὴν καλὴν θέ-
4561λησιν, ἀποτελεῖ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω παρ’ ὅλον τὸν σε-
4562βασμόν, τὸν ὁποῖον τρέφω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Κοι-
4563νωνικῆς Προνοίας, ἀποτελεῖ, καὶ πρόκλησιν καὶ ἀστόχημα
4564νὰ μᾶς θέτῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτήν.
4565Αὐτὰ εἶναι ἁπλῶς πρόλογος. Θὰ εἴπω, τώρα καὶ κάτι
4566ἄλλο διὰ τὴν οὐσίαν.
4567Κύριε Πρόεδρε, δύο κατηγορίαι προσώπων θὰ ἠδύναντο
4568νὰ ὑποστηρίξουν μὲ τόσον σθένος τὴν ἀνώνυμον καταγγε-
4569λίαν. Πρώτη κατηγορία, ἡ ὁποία μὲ ἀπόλυτον συνέπειαν
4570τὴν ὑποστηρίζει, εἶναι ἡ κατηγορία τῶν ἀξιοτίμων κυρίων
4571συναδέλφων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἄκραν ἀριστεράν. Μὲ
4572μίαν θέσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως συνεπὴς πρὸς τὰς
4573ἀρχὰς τῶν κοσμοθεωρητικῶν τοποθετήσεων λέγουν τὸ κοινω-
4574νικόν σας καθεστὼς εἶναι σάπιο καὶ ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐ-
4575τὰς ἑνὸς σεσηπότος κοινωνικοῦ καθεστῶτος, τὸ μόνον τὸ
4576ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς οἱ ἀσθενεῖς ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν τῆς
4577ἡμέρας εἶναι ἡ ἀνωνυμία. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς τὴν ἀφαι-
4578ρέσετε. Αὐτὴ εἶναι ἡ τοποθέτησις ....
4579§362Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ κάμετε λάθος.
4580§363Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκομεν εἰς τὴν
4581κοσμοθεωρίαν αὐτὴν καὶ οἱ ὁποῖοι πιστεύομεν ὅτι εἰς τὴν
4582Ἑλλάδα ἔχει τὴν δυνατότητα, στηριζόμενος εἰς τοὺς νό-
4583μους, ὁ πολίτης νὰ ἀγωνίζεται διὰ τὸ δίκαιον. Δὲν ἀνήκο-
4584μεν εἰς αὐτὴν καὶ δὲν δυνάμεθα, βάσει αὐτοῦ τοῦ ἐπιχει-
4585ρήματος, νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅπως ὑπεστηρίχθη καὶ ὅπως
4586ἐξήρθη ἡ ἀνωνυμογραφία. Ἡ ἀνώνυμος ἐπιστολὴ βεβαίως
4587ἐλέχθη συγχρόνως ἀπὸ ἕνα ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων
4588τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει συχαμερώτερον
4589πρᾶγμα ἀπὸ τὴν ἀνωνυμογραφίαν, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ συχαμε-
4590ρὸν πρᾶγμα εἶναι συνυφασμένον μὲ τὸ συχαμερὸν καθε-
4591στώς σας. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφωνία μας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ
4592μία ἄλλη κατηγορία, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ
4593μετὰ συνεπείας τὴν ἀνωνυμογραφίαν. Εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία
4594θέλει νὰ καταστήσῃ τὸν νόμον ἀνεφάρμοστον. Διότι ἀπὸ
4595τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἀνώνυμος
4596ἐπιστολὴ δύναται νὰ ἀποτελέσῃ σημεῖον ἐκκινήσεως, ὄχι μό-
4597νον εἰς τὰς πονηρὰς ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ὄχι μό-
4598νον μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν συμμά-
4599χων καὶ συνεργαζομένων, θὰ ἴδωμεν τὸ φαινόμενον, νὰ κα-
4600τακλύζωνται τὰ γραφεῖα τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν μὲ
4601ἀνωνύμους ἐπιστολὰς καὶ νὰ ἐξευτελίζηται τὸ σύμπαν.
4602Ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὐτὴ διὰ τὴν ὁμαλὴν δίωξιν τοῦ ἐγκλήματος,
4603διότι δυνατὸν καὶ ἀπὸ μίαν εἰδοποίησιν ἀκόμη ὁ Εἰσαγγε-
4604λεὺς νὰ προβῇ εἰς μίαν ἐνέργειαν, ἀπαντᾶται δι’ ὅλα τὰ
4605ἀδικήματα, θὰ ἀπετέλει βαρύτατον σφάλμα δι’ ἐκείνους, οἱ
4606ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, νὰ δώσουν τὴν εὐκαι-
4607ρίαν νὰ κατακλύζωνται ἀπὸ ἀνωνύμους ἐπιστολὰς τὰ γρα-
4608φεῖα τῶν Εἰσαγγελέων, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρευνᾷ.
4609Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω ὅτι, ὡς τοὐλάχιστον ὑπεστη-
4610ρίξαμεν διὰ τὸν περιορισμὸν τῆς ἀνωνυμογραφίας, τὴν τρο-
4611πολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν, δὲν τὴν ὑπεβάλαμεν
4612διότι ἠθέλαμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν δυνατότητα τῆς κατη-
4613γορίας, ἀλλὰ διότι θέλομεν νὰ τὴν μεθοδεύσωμεν κατὰ τρό-
4614πον, ὥστε νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου.
4615Καὶ λυποῦμαι, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντιλαμβάνεται, ὅτι
4616μὲ αὐτὴν τὴν πρότασιν ἐβοηθήσαμεν καὶ προσπαθοῦμεν νὰ
4617βοηθήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἐὰν νομίζητε ὅτι
4618μὲ τὴν ἀνωνυμογραφίαν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἡ ὁποία,
4619διὰ νὰ εἴπω καὶ κάτι ἄλλο, κατὰ κἄποιον ἄλλον τρόπον θὰ
4620ἐμπλέξῃ τὸ σύμπαν, ἐὰν νομίζετε ὅτι μὲ αὐτὴν θὰ βοηθή-
4621σετε τὴν προαγωγὴν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, πλα-
4622νᾶσθε. Καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν
4623νὰ σκεφθῇ αὐτὸ τὸ σημεῖον, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ μετ’ ὀλίγον χρό-
4624νον εἰς βάρος του τὸ δυσάρεστον ἀποτέλεσμα νὰ μὴ ἠξεύ-
4625ρῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἀπὸ ποῦ νὰ ἀρχίσῃ καὶ ποῦ νὰ
4626τελειώσῃ.
4627§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς
4628Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
4629§365Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Μὲ κατα-
4630πλήσσει ὅτι διακεκριμένοι συνάδελφοι, ἔμπειροι τῆς νομικῆς
4631ἐπιστήμης παρεσύρθησαν εἰς μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία εὑ-
4632ρίσκεται ἔξω τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰ νομικὰ πλαίσια.
4633Ἀρχὴ τῆς ποινικῆς νομοθεσίας εἶναι, τὰ ἀδικήματα νὰ
4634διώκωνται εἴτε κατ’ ἔγκλησιν, εἴτε αὐτεπαγγέλτως. Ἀρνεῖ-
4635σθε τὴν αὐτεπάγγελτον ἔρευναν; Ἐὰν ὄχι, τότε διατὶ ἐπι-
4636διώκεται νὰ τεθοῦν περιορισμοί; Ἀλλὰ οἱοσδήποτε περιο-
4637ρισμὸς ἀντίκειται εἰς τὰ ἰσχύοντα ἐν τῇ ποινικῇ διαδικα-
4638σίᾳ. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ δὲν εἶναι
4639ἐπιτρεπτὸν εἰς μίαν θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ ποινικοῦ δικαίου
4640ὡς εἶναι ἡ αὐτεπάγγελτος δικαστικὴ ἔρευνα καὶ δίωξις νὰ
4641τίθενται περιορισμοί. Οὐδὲ δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὑπὸ ἔλεγ-
4642χον τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, οὐδὲ νὰ ὑπεισέλθωμεν
4643καὶ νὰ καθορίσωμεν, ἐὰν ἡ αὐτεπάγγελτος εἰσαγγελικὴ
4644ἐνέργεια θὰ στηριχθῇ εἰς ἐπώνυμον ἢ εἰς ἀνώνυμον, εἰς
4645τηλεφώνημα ἢ εἰς προφορικὴν καταγγελίαν. Κατὰ τὴν ἐπι-
4646στημονικήν μου ἄποψιν εἶναι θέμα δικαστικῆς κρίσεως, ἥτις
4647εἶναι κατωχυρωμένη ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ
4648ἀκεραιότητα. Ἂς μὴ λησμονοῦν δὲ οἱ ἀντιτιθέμενοι συν-
4649άδελφοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀποθέτει τὴν αὐτεπάγγελτον
4650δίωξιν εἰς τὴν κρίσιν ἀνωτάτου εἰσαγγελικοῦ λειτουργοῦ,
4651ὡς ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ πέραν τούτου καὶ τὸν
4652ἀνώτατον ἐν τῇ χώρᾳ μας λειτουργὸν τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ
4653Ἀρείου Πάγου. Ὑποπτεύομαι ὅτι ὑπῆρξεν ἐφεύρημα τῆς
4654στιγμῆς τὸ θέμα τῆς ἀνωνυμογραφίας. Ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγε-
4655λεύς, κύριοι συνάδελφοι, δέν εἶναι κανένα τυχαῖον πρόσω-
4656πον. Θὰ σταθμίσῃ τὰ δεδομένα οἱασδήποτε καταγγελίας
4657ἀνωνύμου ἢ ἐπωνύμου καὶ μετὰ σοβαρὰν σκέψιν καὶ μελέ-
4658την, θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐνδεδειγμένην ἐνέργειαν.
4659Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μοῦ ὑποδείξουν οἱ ἀντιτιθέμενοι συν-
4660άδελφοι, παράδειγμα ἀπὸ νομοθεσίαν οἱασδήποτε χώρας
4661ποὺ θέτει περιορισμοὺς εἰς τὴν αὐτεπάγγελτον δίωξιν ἢ δι-
4662καστικὴν ἔρευναν. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐτίθεντο τοιοῦτοι πε-
4663ριορισμοὶ εἰς τὴν Εἰσαγγελικὴν δραστηριότητα. Ἂς μὴ
4664παραγνωρίζομεν, ὅτι ἀδικήματα βαρύτατα ἀπεκαλύφθησαν
4665μὲ ἕνα τηλεφώνημα καὶ πλεῖστα ἄλλα παραδείγματα ὑπάρ-
4666χουν ἀποκαλύψεως ἀδικημάτων μὲ αὐτεπάγγελτον εἰσαγγε-
4667λικὴν ἐπέμβασιν ἐξ ἀφορμῆς δημοσιευμάτων εἰς τὸν Τύ-
4668πον. Ἀλλὰ πέραν τούτων εἰς τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν ἀνα-
4669φέρεται περὶ ἀνωνυμογραφίας καὶ ὀρθῶς, ὁ συνάδελφός
4670μου, ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας Ὑπουργός, ἐξέφρασε
4671τὴν ἔκπληξίν του διὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ θέματος περὶ
4672ἀνωνυμογραφίας.
4673Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ σοφιστεῖες νὰ
4674παραβλέψωμεν θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου
4675καὶ ἐπειδὴ οἱ ἀντιδρῶντες συνάδελφοι ἐμφανίζονται ὡς
4676προασπισταὶ τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, θὰ μοῦ
4677συγχωρήσητε νὰ ὑποστηρίξω ὅτι μὲ τὴν δημιουργίαν ἀνυ-
4678πάρκτου θέματος, μειώνομεν τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλευτι-
4679σμοῦ. Οὐδὲ εἶναι ὀρθὸν νὰ μᾶς συνέχῃ φοβία ἀπὸ τὴν
4680ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὁ πολιτικὸς κόσμος ὀφείλει νὰ ὑπο-
4681βληθῇ χάριν τοῦ κύρους του καὶ χάριν τῆς προασπίσεως
4682τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν εἰς κάθε
4683ἔλεγχον καὶ ἀγογγύστως νὰ ἀποδεχθῇ τὴν δικαστικὴν ἔρευ-
4684ναν, ὡς τὴν καθιεροῖ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον.
4685§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
4686§367Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
4687§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης ἔχει τὸν λόγον.
4688§369Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Παρα-
4689καλῶ, κύριε Πρόεδρε.
4690§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Ὑπουργέ.
4691§371Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Μοῦ ἀφαιρεῖτε, τὸν λόγον, κ.
4692Πρόεδρε;
4693§372Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διενεμή-
4694θη ἡ ὁριστικὴ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 5. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου
46953, νομίζω ὅτι πάντες ἐμείναμεν σύμφωνοι εἰς τὴν ἑξῆς δια-
4696τύπωσιν: Τῆς πρὸς τὰ ἐν....(ἀναγινώσκει)...».
4697Νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ διατύπωσις διὰ τὴν ὁποίαν ἐμείνα-
4698μεν σύμφωνοι.
4699§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
4700§374Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον
47015 ἀφορᾶ τὸ μέλλον, ἀλλὰ περιελάβατε μίαν διάταξιν, ἡ
4702ὁποία ἀφορᾶ τὸ παρελθόν. Σεῖς εἰς τὴν ἀρχικὴν διατύπω-
4703σιν, ὀρθῶς τὴν εἴχατε περιλάβει, διότι εἴχατε ἀποκλείσει
4704καὶ διὰ τὸ μέλλον ὡρισμένας εὐθύνας τὰς ὁποίας ἐπεσήμα-
4705νεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπακωνσταντίνου. Νομί-
4706ζω ὅτι μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου δὲν ὑπάρχει
4707ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν
4708θέσιν της ἐδῶ ἡ τροποποίησις, ἀλλὰ εἰς τὸ ἄρθρον 10.
4709Κύριε Ὑπουργέ, ἐξετάσατε τὰ ὅσα σᾶς εἶπον καὶ ἂν κρί-
4710νετε καὶ σεῖς ὅπως νομίζω ἐγὼ ὅτι περιττεύει ἡ τροποποίη-
4711σις νὰ γίνῃ εἰς τὸ ἄρθρον 5, τότε νὰ μὴ γίνῃ αὕτη εἰς αὐ-
4712τὸ τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ εἰς τὸ ἄρθρον 10.
4713§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δε-
4714κτὸν τὸ ἄρθρον.
4715§376Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς
4716μὲν τὴν διατύπωσιν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον
4717αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν. Θὰ μείνῃ ἐπανεξε-
4718ταστέον διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ἀλλὰ τώρα δὲν εἶναι
4719δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν.
4720§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπακωνσταντίνου, εἶναι περιττὸν
4721νὰ κάμετε αὐτὴν τὴν δήλωσιν, ἐφ’ ὅσον ὑπεβάλλατε ἔνστα-
4722σιν ἀπαρτίας. Θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀσφαλῶς ὁ Κανονισμός,
4723ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ διατί, ἐφ’ ὅσον συνεζητή-
4724θη τὸ ἄρθρον 5 καὶ ἐπῆλθεν συμφωνία, ὑπεβάλλατε ἔνστα-
4725σιν ἀπαρτίας καὶ οὕτω καθίσταται ἀδύνατος ἡ ψήφισις τοῦ
4726ἄρθρου αὐτοῦ.
4727§378Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διε-
4728τυπώσατε ἀπὸ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσθε ἐπίκρι-
4729σιν κατὰ τῶν βουλευτῶν τῆς ΕΡΕ.
4730§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διεκόψατε τὴν ληφθεῖσαν ὁριστικὴν ἀπό-
4731φασιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5.
4732§380Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε,
4733ἐπαναλαμβάνω, διετυπώσατε ἐπίκρισιν κατὰ τῶν βουλευ-
4734τῶν τῆς ΕΡΕ οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας.
4735§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς καμμίαν ἐπίκρισιν δὲν προέβην. Ἐφ’
4736ὅσον ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας, θὰ τηρηθῇ ὁπωσδήποτε
4737ὁ Κανονισμός.
4738§382Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Διατυπώνετε οὕτω κ.
4739Πρόεδρε καὶ τὴν ἔκπληξίν σας διὰ τὸ πῶς εἶναι δυνατὸν
4740νὰ συνδυάζεται ἡ ἐπιθυμία τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου
4741μὲ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐνστάσεως.
4742§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι τῆς ἐνστάσεως, ἀλλὰ τῆς ἀντιδρά-
4743σεώς σας ὅπως ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 5 διὰ τὸ ὁποῖον ὡς εἶ-
4744πον ἔχει ἐπέλθει συμφωνία κατόπιν μακρᾶς συζητήσεως
4745ἐπ’ αὐτοῦ.
4746§384Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ
4747εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν θὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ.
4748Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ συν-
4749έβαλον μετὰ προθυμίας εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τὴν ταχεῖαν
4750τοῦ νομοσχεδίου καθὼς καὶ διὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ εἰς τὴν
4751αἴθουσαν αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς
4752καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Σᾶς ὑπενθυμίζω
4753ὅτι κατὰ τὴν ἑβδομάδα αὐτὴν ὅταν συνεζητεῖτο κατ’ ἄρθρον
4754τὸ νομοσχέδιον, οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ ἠμπορῶ νὰ εἴπω,
4755ὅτι ἐκράτουν τὴν συνεδρίασιν καὶ τῆς Δευτέρας καὶ τῆς
4756Τετάρτης μέχρι τῆς 5ης περίπου ἀπογευματινῆς, ἀλλὰ καὶ
4757τὴν σημερινήν. Καὶ θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
4758καιοσύνης καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ ἀναγνωρίζῃ καὶ θὰ
4759τὸ ἐνθυμοῦνται καὶ οἱ προεδρεύοντες, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ
4760διαπιστώσω ἐὰν ὑμεῖς προσωπικῶς ἢ ἄλλος τις ἐκ τῶν κ.κ.
4761Ἀντιπροέδρων προήδρευε, θὰ ἐνθυμῆσθε, λέγω, ποῖοι ὡμί-
4762λησαν καὶ πόσοι ἐκ τῶν διαφόρων κομμάτων ἐπὶ τῶν ἄρ-
4763θρων 1, 2 καὶ 3, καὶ ἐὰν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ, καί-
4764τοι ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀπησχολήσαμεν τὴν
4765Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὄχι τόσον, ὅσον τὴν ἀπησχόλη-
4766σαν οἱ βουλευταὶ τῶν ἄλλων κομμάτων οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑπο-
4767χρέωσιν νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἀποστολήν των. Καὶ φθά-
4768νομεν τὴν ἑσπέραν αὐτὴν ἔπειτα ἀπὸ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον
4769ἐκπληροῦμεν τὴν ἀποστολήν μας καὶ συμβάλλομεν εἰς τὴν
4770ταχεῖαν ἐπιψήφισιν καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐ-
4771τοῦ, φθάνομεν λέγω, τὴν ἑσπέραν αὐτὴν διὰ νὰ δεχθῶμεν
4772ἐπίθεσιν ἄδικον ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Κοιν. Προ-
4773νοίας, ὁ ὁποῖος ἔκαμε διάκρισιν τὴν ἑσπέραν αὐτὴν μετα-
4774ξὺ βουλευτῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ΕΡΕ καὶ βουλευτῶν ἀνη-
4775κόντων εἰς τὰς ἄλλας πτέρυγας λησμονῶν ὅτι ἐκεῖνοι οἱ
4776ὁποῖοι μετὰ δριμύτητος καὶ ὀξύτητος ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ
4777νομοσχεδίου, κατὰ τῆς θεωρίας αὐτῆς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ
4778βασισθῇ ἡ δίωξις δι’ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, ὑπῆρξαν ὁ
4779ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, καθὼς καὶ ὁ ἀξιό-
4780τιμος βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς
4781ἐκ Ρεθύμνης, ὅπως καὶ ἄλλοι βουλευταὶ τῆς Ε.Κ. Διερω-
4782τῶμαι κ. Πρόεδρε, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοιν. Προ-
4783νοίας ἔκαμεν ἀπόψε αὐτὴν τὴν διαστολὴν καὶ εἶπεν ὅτι οἱ
4784βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ ἀγωνίζονται ἀπόψε νὰ ἀνακαλύψουν
4785εἰς τὸ ἄρθρον διατάξεις περὶ ἀνωνυμογραφίας.
4786Κύριε Πρόεδρε, ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῇ ἡ διαμαρτυρία αὐ-
4787τή. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοιν. Προνοίας ὁ
4788ὁποῖος ἔχει μακρὰν θητείαν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινο-
4789βουλίου, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἑαυτὸν νὰ γίνῃ αἴτιος
4790νὰ αἰσθανθοῦν οἱ κύριοι συνάδελφοι πικρίαν ἐναντίον του.
4791Βεβαίως ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας καὶ οὕτω θὰ συνε-
4792χισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου καὶ θὰ μοῦ δοθῇ ἡ
4793εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπό-
4794ψεις μου καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἡ παρ. 9 τοῦ ἄρθρου 8 ὁμιλεῖ περὶ
4795ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ἐνεργοῦντος ἄνευ
4796γνώμης τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ περὶ ἐνερ-
4797γείας τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κατόπιν παρα-
4798κλήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν καὶ οὐδέποτε περὶ ἐνερ-
4799γείας τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, διαβουλευομένου τὸν Εἰ-
4800σαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου.
4801Κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας καὶ πα-
4802ρακαλῶ ὅπως ἀναγνωσθῇ τὸ κείμενον.
4803§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ τὸ ἀναγνώσω τὸ κεί-
4804μενον, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 ἔγινε
4805μακρὰ συζήτησις καὶ διηυκρινίσθη ὅπως ψηφισθῇ τοῦτο
4806καθ’ ὅσον ἔχει διατυπωθῇ ὡς διεπιστώθη κατὰ τρόπον ὁ
4807ὁποῖος σᾶς ἱκανοποιεῖ.
4808§386Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε
4809Πρόεδρε, λυποῦμαι διὰ τὸν ἐκνευρισμὸν τοῦ ἀγαπητοῦ κ.
4810συναδέλφου ἐκ Κορινθίας καὶ διὰ τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα
4811ἐξεδήλωσαν οἱ ἄλλοι κ.κ. συνάδελφοι. Οὐδένα ἔθιξα.
4812§387Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐμὲ δὲν μὲ ἐθίξατε;
4813§388Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προν.). Δὲν νο-
4814μίζω ὅτι σᾶς ἔθιξα, διότι σᾶς ἔκαμα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπαν-
4815τήσω προσωπικῶς. Καὶ φαντάζομαι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν
4816νὰ σᾶς ἐπίκρανεν αὐτὴ ἡ τιμὴ ποὺ σᾶς ἔκαμα.
4817Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν εἶπον ὅτι ὡμίλησαν οἱ κ.κ. συνάδελ-
4818φοι τῆς ΕΡΕ, τὸ εἶπον διότι πράγματι ὡμίλησαν ὑπερβαλ-
4819λόντως περὶ διθυράμβου πρὸς τὴν ἀνωνυμογραφίαν. Καὶ
4820νομίζω ὅτι λέγων τοῦτο εὑρισκόμην ἐν ἀληθείᾳ. Ὁ κ.
4821Μπουρνιᾶς τὸ εἶπε, δὲν εἶναι τῆς ΕΡΕ;
4822§389Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Τὸ εἶπον, κατηγορῶν.
4823§390Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας).
4824Κατηγορῶν, ὄχι ἐμὲ ἀλλὰ ἄλλους καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν
4825Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν δέχεται νὰ γράψῃ, ὅτι ἀνώνυμοι
4826ἐπιστολαί, ἐν προκειμένῳ, δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Ἐπι-
4827στοποίησα λοιπὸν ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐντὸς
4828τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Δὲν παρέλειψα νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι
4829συνάδελφοι ἀνήκοντες εἰς τὴν Ε. Κ. εἶχον τὴν αὐτὴν γνώ-
4830μην. Δὲν τὸ ὡμολόγησα; Ἐὰν εἶπα τρεῖς καὶ δὲν εἶπα πέν-
4831τε, τρεῖς εἶχον ὑπ’ ὄψει μου αὐτὴν τὴν στιγμήν. Σεῖς εἴπατε
4832πέντε. Εἶπον, ὅσοι καὶ ἂν εἶναι ἔχουν ἐλευθερίαν γνώμης.
4833Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν
4834τὸ λέγει, οὔτε τὸ νομοσχέδιον, οὔτε ἡ Κυβέρνησις. Ποῦ εὑ-
4835ρίσκετε, κ. Παπακωνσταντίνου, τὴν πολεμικήν; Διαφορὰ
4836ἀπόψεων εἶναι. Σεῖς ὑποστηρίζετε καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ὅτι
4837δὲν πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἐν προκειμένῳ αὐτὴ ἡ παγία ἀρχὴ τῆς
4838Ποινικῆς Δικονομίας, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ λάβῃ
4839ὑπ’ ὄψει του καὶ τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολάς. Ἡμεῖς ὑποστη-
4840ρίζομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος μεταβολῆς τῆς παγίας διατά-
4841ξεως τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ τῶν μέχρι τοῦδε κρα-
4842τούντων. Ποῦ εἶναι, λοιπόν, τὸ προσωπικὸν ζήτημα; Καὶ
4843ποῦ εἶναι ἡ πικρία; Ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίσετε, ὅτι σεῖς μὲ
4844ἐπικράνατε καὶ ὄχι ὅτι ἐγὼ σᾶς ἐπίκρανα.
4845§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπεβλήθη ἔνστασις
4846ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν,
4847ἔχουσα οὕτω:
4848Συζητουμένου νομοσχεδίου ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος, ἡ
4849ἀπουσία τοῦ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ βου-
4850λευτῶν, καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συνεδριά-
4851σεως, ἐκλιπούσης μάλιστα καὶ τῆς ἀπαιτουμένης ἀτμοσφαί-
4852ρας γαλήνης μετὰ τὴν προκλητικὴν καὶ ἀβάσιμον δήλωσιν
4853τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Κοινωνικῆς Προνοίας, προβάλλομεν τὴν
4854ἔλλειψιν ἀπαρτίας.
4855Οἱ βουλευταὶ
4856Α. Γεροκωστόπουλος, Α. Καραμανλῆς, Σ. Θεοτόκης, Δ. Βρα-
4857νόπουλος, Λ. Μπουρνιᾶς, Α. Τσαλδάρης, Γ. Γιαννούσης,
4858Ι. Βαρβιτσιώτης, Κ. Τσάτσος, Γ. Λύχνος, Ε. Ἀνερού-
4859σης, Ι. Ἰορδάνογλου, Α. Παπαλουκᾶς, Κ. Καλλίας, Κ.
4860Παπακωνσταντίνου.
4861Παρακαλοῦνται ὅπως προσέλθωσι ἐπὶ τοῦ καταλόγου οἱ
4862βουλευταὶ κ.κ. Χ. Ρέντης καὶ Ι. Βαρβιτσιώτης.
4863(Προσελθόντων τῶν ψηφολεκτῶν, ἄρχεται ἡ ψηφοφορία
4864δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὡς κάτωθι):
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4865Τσιριμῶκος Ἠλίας
4866Κατσώτας Παυσανίας
4867Ἀλευρᾶς Ἰωάννης Π
4868Τούμπας Ἰωάννης
4869Κουτσοχέρας Ἰωάννης Π
4870Μελᾶς Γεώργιος
4871Ρουσόπουλος Ἀθαν.
4872Ὑψηλάντης Θωμᾶς
4873Βερνῖκος Ἀλέξανδρος
4874Πιπινέλης Παναγιώτης
4875Μαρκεζίνης Σπυρίδων
4876Ράλλης Γεώργιος
4877Μανιαδάκης Κων)νος
4878Ἀναγνωστόπουλος Νικ.
4879Κασιμάτης Γρηγόρ.
4880Βρανόπουλος Δημ. Π
4881Ἠλιοῦ Ἠλίας
4882Κιτσίκης Νικόλαος
4883Μερκούρης Σταμάτιος
4884Ἀκρίτας Λουκῆς
4885Μαῦρος Φίλιππος
4886Βασιλᾶτος Γεράσιμος Π
4887Τσιριμῶκος Ἰωάννης Π
4888Ἀποστολάκος Χρῆστος
4889Παπαγεωργίου Ἰωάνν.
4890Κολοκυθᾶς Τάσος
4891Τζιζῆς Ἀντώνιος
4892Τούντας Χρῆστος
4893Τσάτσος Κων)τῖνος Π
4894Βαρβιτσιώτης Ἰωάνν. Π
4895Τσαλδάρης Ἀθανάσ. Π
4896Ράλλης Κωνσταντῖνος
4897Στρατῆς Δημήτριος
4898Κύρκος Λεωνίδας
4899Ἡλιόπουλος Σταῦρος Π
4900Παρασκευόπουλος Παναγ.
4901Χούτας Στυλιανός
4902Ἀθανασιάδης–Νόβας Γ. Π
4903Κατσώτας Σπυρίδων Π
4904Πετρόπουλος Κων)νος
4905Παπαδημητρίου Γεώργ.
4906Σερπάνος Γεώργιος
4907Σταυρόπουλος Παν.
4908Σταμάτης Γεώργιος
4909Τρικούπης Κων)νος
4910Παπαϊωάννου Δημ.
4911Παπαδημητρίου Δημ.
4912Παπαρτεμίου Ἰωάνν.
4913Μπακόπουλος Νικ. Π
4914Ἄρχος Δημήτριος
4915Κατριβᾶνος Ἠλίας Π
4916Παπαηλιοῦ Ἠλίας
4917Τριανταφυλλάκος Τρύφ.
4918Ἀποσκίτης Κωνσταντ.
4919Γαρουφαλιᾶς Πέτρος
4920Παπαδημητρίου Κων.
4921Καραντζένης Δημήτρ.
4922Παπαηλίας Νικόλαος
4923Διαμαντόπουλος Ἰάκ.
4924Τομαρᾶς Εὐάγγελος
4925Παπαχρήστου Ἀθαν.
4926Φράγκος Ἀναστάσιος
4927Παπανδρέου Ἀνδρέας
4928Παπαγιαβῆς Γεώργιος
4929Γιαννόπουλος Ἀθαν. Π
4930Βγενόπουλος Ἀναστ. Π
4931Δρούλιας Ἀναστάσιος
4932Ζαΐμης Φωκίων
4933Κανελλόπουλος Παν.
4934Στεφανόπουλος Κων.
4935Γεροκωστόπουλος Ἀχιλ. Π
4936Παπασπύρου Δημήτρ. Π
4937Κίνιας Δημοσθένης Π
4938Τζώρτζης Γεώργιος
4939Βουρδουμπᾶς Δημήτρ.
4940Καστρινὸς Ἀντώνιος Π
4941Παπαδόπουλος Ἀνασ.
4942Λιακόπουλος Ἀχιλλεύς
4943Γρίβας Δημήτριος
4944Δαμιανὸς Κλεάνθης
4945Ζίγδης Ἰωάννης
4946Κουντούρης Νικόλαος
4947Λαμπριανὸς Γεώργιος
4948Μανούσης Σταμάτιος
4949Κωτιάδης Στυλιανός
4950Ζαπάρτας Ἐμμανουὴλ
4951Νικολαΐδης Λουκᾶς
4952Βλασακούδης Ἀπόστ. Π
4953Κωνσταντινίδης Ἀθαν.
4954Κλῆς Παναγιώτης
4955Στειρόπουλος Νικόλ.
4956Στεφανίδης Μιχαὴλ
4957Μπουρνιᾶς Ἀπόστολος
4958Ἀρβανιτάκις Εὐάγγελ.
4959Βλαχοθανάσης Ἄγγελ.
4960Βογιατζῆς Γεώργιος
4961Καλλίας Κων)τῖνος Π
4962Κακαρᾶς Ἀντώνιος
4963Παπασπύρου Κων)τῖνος
4964Καραπιπέρης Χρυσός.
4965Κεφαλληνὸς Τόλμποτ Π
4966Μυριδάκης Μιχαὴλ
4967Κανελλόπουλος Ἀθαν.
4968Στεφανόπουλος Στέφ.
4969Πετραλιᾶς Ἀντώνιος
4970Στεφανόπουλος Γεώργ.
4971Γιαννόπουλος Ἰωάν.
4972Αὐγερινὸς Αὐγερ. — Νακ. Π
4973Πολυζωγόπουλος Στ.
4974Πιπιλῆς Χρῆστος
4975Παπαδάκης–Στάϊκ. Ἰωάν.
4976Γιαμᾶς Ἰωάννης
4977Παπαδόπουλος Φιλοκ.
4978Χατζηδημητρίου Δημ.
4979Μαρῆς Κων)νος
4980Ξυλούρης Μενέλαος
4981Κωνιωτάκης Κων)νος
4982Ματζαπετάκης Ἐμμαν.
4983Πλεύρης Τηλέμαχος
4984Λουλακάκης Ἐμμαν.
4985Ἡγουμενάκης Γεώργ. Π
4986Κεφαλογιάννης Ἐμμαν.
4987Πιτούλης Φώτιος
4988Ἀθανασίου Νικόλαος
4989Παπανδρέου Γεώργ.
4990Μπακατσέλος Γεώργ.
4991Σπηλιωτόπουλος Ἰωάν.
4992Μαναβῆς Θεοχάρης
4993Μυλωνᾶς Διονύσιος
4994Θεοδοσιάδης Ἀλέξ.
4995Κοντούλης Ἰωάννης
4996Ἰορδάνογλου Ἱπποκρ. Π
4997Πασαλίδης Ἰωάννης
4998Πανάγος Γεώργιος
4999Τσαπάρας Στέφανος
5000Καραγκιώζης Γεώργιος
5001Λασκαρίδης Λάσκαρης
5002Κανδυλιάρης Χρυσόστ.
5003Ἑρμείδης Χάρης
5004Βογιατζῆς Ἀλέξανδρος
5005Τσιάρας Ἀναστάσιος
5006Βαδαλούκας Σπυρίδων
5007Λώρας Ἀνέστης
5008Μυλωνᾶς Γεώργιος
5009Ἀβέρωφ–Τοσίτσας Εὐάγγ.
5010Ἰωάννου Δημήτριος
5011Δερδεμέζης Ἀνδρέας
5012Σκοπούλης Νικόλαος
5013Λυμπέρης Λεόντιος
5014Νικολαΐδης Σταῦρος
5015Λυμπερίδης Θεόδωρος
5016Βενέτης Κων)νος
5017Δούκας Πασχάλης
5018Ἀλλαμανῆς Στυλιανὸς
5019Ἀντωνίου Ἀπόστολος
5020Παπαϊωάννου Ἄγγελος
5021Ἀναγνωστόπουλος Γεώργ.
5022Ταλιαδοῦρος Ἀθανάσιος
5023Θανόπουλος Δημήτριος
5024Πισιώτης Εὐριπίδης
5025Παπαλαζάρου Ζήσης
5026Κοντομάρης Σπυρίδων
5027Δεσύλλας Θεόδωρος
5028Θεοτόκης Σπυρίδων Π
5029Λύχνος Γεράσιμος Π
5030Δενδρινὸς Εὐάγγελος
5031Μεταξᾶς Γεράσιμος
5032Παπαδόπουλος Δημοσθ. Π
5033Ἀβραμίδης Χρῆστος
5034Παπαδόπουλος Κων.
5035Περτσινίδης Σωφρόνιος
5036Παπακωνσταντίνου Μ.
5037Ταλιαδούρης Κων)νος
5038Λαζαρίδης Γεώργιος
5039Καστανίδης Γεώργιος
5040Μανέντης Διονύσιος
5041Ἀθανασιάδης Σταῦρ.
5042Τσακιρίδης Παῦλος
5043Σπανορρήγας Ἀλέξαν.
5044Ρέντης Θεοχάρης Π
5045Παπακωνσταντίνου Κων. Π
5046Παπαληγούρας Παναγ.
5047Νομικὸς Μᾶρκος
5048Ἀνερούσης Εὐάγγελ. Π
5049Πρωτοπαπαδάκης Ἀριστ.
5050Μπαρότσης Ἀντώνιος
5051Ἀλαβᾶνος Νικόλαος
5052Δαβάκης Δημήτριος
5053Βαρβιτσιώτης Νικήτας ἢ Νικηταρᾶς
5054Γραφάκος Γεώργιος
5055Λαγάκος Λεωνίδας
5056Σπηλιάκος Ἀγησίλαος
5057Γραμματίδης Χρῆστος
5058Περραιβὸς Κων)νος Π
5059Καρδάρας Δημήτριος Π
5060Γεωργίου Δημήτ. ἢ Τ.
5061Βανταλῆς Εὐάγγελος Π
5062Ροδόπουλος Κων. ἢ Τάκης
5063Κιτσίδης Χρῆστος
5064Σακελλάρης Εὐάγ.
5065Κοθρῆς Ἐμμανουὴλ
5066Σεργάκης Ἰωάννης Π
5067Χλούβεράκης Μιχαὴλ
5068Μαλλιάκας Νικόλαος
5069Γαληνὸς Μιχαὴλ ἢ Μίμης
5070Βουνάτσος Φωκίων Π
5071Γανίτης Νικόλαος Π
5072Παππᾶς ἢ Παπαχίου Θ. Π
5073Βιτούλιας Γεώργιος
5074Καλκάνης Ἄγγελος
5075Γκλαβάνης Ἰωάννης ἢ Τζὼν
5076Λούλης Γεώργιος
5077Παναγιωτόπουλος Φωτ.
5078Φροντιστὴς Ἀθ.
5079Ἐλαφρὸς Σταμούλης
5080Γυφτοδήμου ἢ Καραγεώργη Μαρία
5081Μποῦτος Ἰωάννης
5082Ψαρρέας Ἰωάννης
5083Καλαντζάκος Ἀριστείδ.
5084Λαντζούνης Δημήτριος
5085Περρωτῆς Ἀριστομ.
5086Κωστόπουλος Σταῦρος
5087Κοκκέβης Ἀνδρέας
5088Χαραλαμπόπουλος Ἰωάν.
5089Μπόμπολας Νικόλαος
5090Μπαλτατζῆς Ἀλέξαν.
5091Πιαλόγλου Κλέων
5092Μιχαηλίδης Τριαντάφ.
5093Παπαπολίτης Σάββας
5094Μπίρης Σταῦρος
5095Σακαλῆς Ἡρακλῆς
5096Σαββόπουλος Εὐάγ.
5097Παπασπύρου Ἰωάννης
5098Ἀλιπράντης Δημήτρ.
5099Σκορδίλης Ἐμμαν.
5100Ἀνδριανόπουλος Γεώργιος
5101Μπριλλάκης Ἀντών.
5102Διαμαντίδης Δημήτρ.
5103Χονδρομματίδης Χρῆστος
5104Μελᾶς Ἰωάννης Π
5105Θεοδωράκης Μιχαὴλ
5106Παπαδημητρίου Ἰωάν.
5107Μπουγᾶς Χρῆστος
5108Πέτσος Εὐάγγελος
5109Ἀνδρεάδης Θωμᾶς
5110Σιγανίδης Κων)νος
5111Προκοπίδης Ἰωάννης
5112Γκίλας Ἀρίσταρχος
5113Χασαπίδης Ἀστέριος
5114Καμπερίδης Θεόφιλος
5115Παπαγεωργίου Κων.
5116Βασιλειάδης Ἀθαν.
5117Κρόκος Δημήτριος
5118Τσαντούλας Χριστόφ.
5119Βαρδινογιάννης Παῦλος
5120Στεφανάκης Κων. Π
5121Τσουδερὸς Ἰωάννης
5122Χασὰν Ὀγλοῦ Γιουσοὺφ
5123Χατίπογλου Χασὰν
5124Γουδελῆς Σταῦρος
5125Ἀντωνιάδης Δημήτρ.
5126Σπύρου Ἰωάννης
5127Γρηγορίου Γεώργιος
5128Ἀνθόπουλος Εὐστάθ. Π
5129Ἀγγελούσης Ἄγγελος Π
5130Ἰντζὲς Βασίλειος
5131Μαυρίδης Ἀθανάσιος Π
5132Καραμανλῆς Ἀχιλλεὺς Π
5133Χρίστογλου Ἰωάννης
5134Λαυρεντίδης Ἰσαὰκ
5135Μητακίδης Ἀθανάσιος
5136Ἐφραιμίδης Βασίλ. Π
5137Ἔξαρχος Νικόλαος
5138Ἀντωνίου Ἀριστοτέλης
5139Παγκοῦτσος Ἀπόστ.
5140Γιαννούσης Κλεόβουλος Π
5141Χατζηγάκης Δημήτριος
5142Παπανικολάου Δημ.
5143Σακελλαρίου Ἰωάννης
5144Τσιριμῶκος Κων)νος
5145Κωστῆς Δημήτριος
5146Καλαντζῆς Εὐάγγελος
5147Εὐταξίας Λάμπρος
5148Παπαλουκᾶς Ἀχιλλεὺς Π
5149Μακρῆς Δημήτριος
5150Ἀνδρεάδης Γεώργιος
5151Θεοχαρίδης Δημοσθ.
5152Κοΐνης Γεώργιος
5153Γκελεστάθης Ἀθαν.
5154Βασματζίδης Χρῆστος
5155Κυριαφίνης Ἰωάννης
5156Φιλιππίδης Ἀθανάσ.
5157Πολυχρονίδης Πολυχρ. Π
5158Μητσοτάκης Κων)νος
5159Μπακλατζῆς Ἐμμαν.
5160Μιχελογιάννης Γεώργ. Π
5161Βαλυράκης Ἰωάννης
5162Ζορμπᾶς Νικόλαος Π
5163Μαυριδόγλου Ἰσίδωρος
5164Μπουρνιᾶς Λεωνίδας Π
5165§392ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, διαπιστοῦται ἡ ἔλλει-
5166ψις ἀπαρτίας. Συνεπῶς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λύσω τὴν
5167συνεδρίασιν.
5168Λύεται ἡ συνεδρίασις ἐλλείψει ἀπαρτίας διὰ σήμερον καὶ
5169ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέματα Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφοράς,
5170ἐρωτήσεις, κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ νομοθετικὴν ἐρ-
5171γασίαν.
5172(Ὥρα 3.00′ π.μ.)