1964.07.01
2.841 στίχοι · 22.005 λέξεις · 95 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54η
Τετάρτη 1 Ἰουλίου 1964
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 10.45′ π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ε. Μπακλατζῆς). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Θ. Ρέντης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Θ. ΡΕΝΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν Προέδρου Κοινότητος Κερκίνης, αἰτουμένου οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐν λόγῳ Κοινότητος. Ὁ βουλευτὴς Ἠμαθίας κ. Ι. Παπαδάκης–Στάϊκος, καταθέτει ἀναφορὰς τοῦ περιφερειακοῦ ἐμπορικοῦ καὶ βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἠμαθίας, αἰτουμένῳ ὅπως τὰ κέντρα τηλεπικοινωνίας Βεροίας καὶ Ναούσης λειτουργοῦσι καθ’ ὕλην τὴν διάρκειαν τοῦ 24ώρου ὡς καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τῆς ἀποφάσεως περὶ μὴ καταβολῆς προσθέτων τελῶν καθυστερήσεως μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 5.000 δραχμῶν. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Γ. Καστανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως προσφύγων συνοικισμοῦ Ἄνω Παλ. Σφαγείων «Ἡ Ἐλπίς», αἰτουμένης ἀποζημίωσιν. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν γεωργῶν κατοίκων συνοικισμοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Σερρῶν, πληγέντων ἐκ παγετοῦ, αἰτουμένων ἐπανεξέτασιν θέματος τῆς ἀποζημιώσεώς των κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σ. Τσιαπάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ὑπαλλήλων Ὑπουργείου Ἐμπορίου Βορείου Ἑλλάδος, αἰτουμένων ἄρσιν τῆς διαταγῆς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου περὶ καταργήσεως δικαιωμάτων τῶν ἐν λόγῳ ὑπαλλήλων κτηθέντων ἀπὸ τοῦ 1960 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν εἰς Κρατικὰ Σανατόρια νοσηλευομένων ἀνασφαλίστων φυματικῶν, αἰτουμένων ἐπιδότησίν των δι’ ἐπιδόματος ἐκ 300 δραχμ. μηνιαίως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σ. Τσιαπάρας, καταθέτει ἀναφορὰν καθηγητῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ὑπηρετούντων εἰς σχολεῖα Βορείου Ἑλλάδος, αἰτουμένων ἐπέκτασιν τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τοῦ νόμου 1540)50 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ι. Διαμαντόπουλος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Συν)σμου Ἁγ. Μαρίνης Γραμματικοῦ, διαμαρτυρουμένου διότι ἑτεροδημόται προβαίνουν εἰς ἀνέγερσιν οἰκιῶν ἐπὶ ἐκτάσεως τοῦ Δημοσίου, κειμένης εἰς περιφέρειαν τῆς ἐν λόγῳ κοινότητος. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς, κ. Ι. Διαμαντόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἑλλήνων Καθολικῶν Ἀθηνῶν, αἰτουμένων τὴν νομοθετικὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος στρατεύσεως τῶν ἐν λόγῳ Καθολικῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς τοῦ Δημάρχου Νεαπόλεως Κρήτης καὶ λοιπῶν κατοίκων αὐτῆς ὡς καὶ Γονέων καὶ Κηδεμόνων σπουδαστῶν τοῦ ἐκεῖ παραρτήματος τοῦ Βρεταννικοῦ Ἰνστιτούτου, διαμαρτυρομένων διὰ μελετώμενον, ὡς ἰσχυρίζονται, ὑποβιβασμὸν τῶν Σχολῶν Ξένων Γλωσσῶν εἰς Φροντιστήρια. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Γ. Καστανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Προσφύγων Πυροπαθῶν Συνοικισμοῦ Ἄνω Παλ. Σφαγείων «Ἡ Ἐλπίς», αἰτουμένης διευθέτησιν τοῦ στεγαστικοῦ ζητήματος ὡρισμένων ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συν)σμῶν Ἀγρινίου αἰτουμένης ἄμεσον συγκέντρωσιν παρὰ τοῦ Κράτους τῶν καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ι. Διαμαντόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Οἰκοδομικοῦ Συνεταιρισμοῦ ἀστέγων οἰκογενειαρχῶν μονίμων κατοίκων Βουλιαγμένης, αἰτουμένου στεγαστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἐν λόγῳ συνεταίρων διὰ παραχωρήσεως εἰς αὐτοὺς ὑπαρχούσης ἐν τῇ περιοχῇ ἐκτάσεως τοῦ Δημοσίου. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Κ. Δαμιανός, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐν Δράμᾳ Συλλόγου Ἑλλήνων προσφύγων ἐκ Ρωσίας «ὁ Πόντος» αἰτουμένων ἀναγνώρισιν εἰς αὐτοὺς τῆς προσφυγικῆς ἰδιότητος. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Ν. Αὐγερινὸς καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν πρατηριούχων βενζίνης Νομοῦ Ἠλείας, αἰτουμένων ὅπως κηρυχθῇ κεκορεσμένον τὸ ἐπάγγελμά των. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Κ. Δαμιανός, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀνασφαλίστων φυματικῶν νοσηλευομένων εἰς τὰ Κρατικὰ Σανατόρια αἰτουμένων ἐπιδότησίν των δι’ ἐπιδόματος ὑπολογιζομένου κατ’ ἐλάχιστον εἰς τριακοσίας δραχμ. μηνιαίως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Α. Ταλιαδοῦρος, καταθέτει ἀναφορὰς τῶν ἐν Καρδίτσῃ Ἀργηθεατῶν «ἡ «Μέριμνα» αἰτουμένων ἵδρυσιν δύο Ταχυδρομικῶν Γραφείων Γʹ τάξεως ἐν χωρίοις Ἀνθηρὸν καὶ Βραγγιανᾶ ἐπὶ τῷ τέλει τῆς καλυτέρας ἐξυπηρετήσεως τῶν κατοίκων, ἀποπεράτωσιν τῆς κατασκευαζομένης ὁδοῦ Μουζακίου–Ἄρτης, ὡς καὶ τὴν στεγαστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν καθιζησοπλήκτων κατοίκων τῶν χωρίων τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς. Οἱ Δήμαρχοι Νεαπόλεως Κρήτης καὶ Ἐρυθρῶν, ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Βιαννοῦ, οἱ Σύλλογοι Γονέων καὶ Κηδεμόνων Νεαπόλεως περιφερείας Ἄνω Βιάννου, Ἁγ. Νικολάου Κρήτης, Ἀνδραβίδας καὶ λοιποὶ κάτοικοι τῶν ἐν λόγῳ πόλεων καὶ κωμοπόλεων διὰ τηλεγραφημάτων των διαμαρτύρονται διὰ μελετώμενον, ὡς ἰσχυρίζονται, ὑποβιβασμὸν τῶν Σχολῶν Ξένων Γλωσσῶν εἰς Φροντιστήρια. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ι. Διαμαντόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀπολυθέντων καὶ μὴ συνταξιοδοτηθέντων ἢ ἀποζημιωθέντων Ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας αἰτουμένων ἀποκατάστασιν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Πετρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Περιστιανῶν Ἀθηνῶν αἰτουμένου χορήγησιν πιστώσεως πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ Θέρμου–Πέρκου–Περίστης–Ἁγίου Δημητρίου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ι. Διαμαντόπουλος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Συν)σμοῦ πωλήσεως Γάλακτος Ἀγελαδοτρόφων Ἐλευσῖνος «ὁ Ἅγιος Τρύφων», αἰτουμένου κρατικὸν ἐνδιαφέρον διασφαλίζον καλὴν λειτουργίαν τοῦ ἐργοστασίου πρὸς οἰκονομικὴν βελτίωσιν τῶν παραγωγῶν. Οἱ ἐκπρόσωποι τεχνικοῦ καὶ ἱπταμένου προσωπικοῦ Πολιτικῆς Ἀεροπορίας, διὰ τηλεγραφημάτων των διαμαρτύρονται διὰ μὴ ἐπίλυσιν εἰσέτι θέματος εἰδικῆς μεταχειρίσεώς των παρὰ τοῦ Ι.Κ.Α. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Ἀγρινίου, αἰτουμένου ἄμεσον ἐπίλυσιν τῶν αἰτημάτων τῶν ἀπεργούντων καπνεργατῶν Ἀγρινίου. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν ἐν Λαρίσῃ ἑδρευουσῶν ἐπιχειρήσεων Παγοποιΐας καὶ Ψυγείων, αἰτουμένων ρύθμισιν ζητήματός των περὶ μὴ ἱδρύσεως ἑτέρων ψυκτικῶν θαλάμων εἰς Θεσσαλίαν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ συνταξιούχων ὑπαλλήλων Σ.Ε.Κ. Λαρίσης, αἰτουμένων τὴν δωρεὰν κίνησιν διὰ τῶν ἁμαξοστοιχιῶν τῶν ΣΕΚ τῶν μελῶν τῶν οἰκογενειῶν των. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ψήφισμα τῶν Δ.Σ. Συλλόγων Θεριζοαλωνιστῶν Θεσσαλίας καὶ Φθιώτιδος, αἰτουμένων κατάργησιν τῆς ἐπιβληθείσης εἰς αὐτοὺς εἰσφορᾶς κλπ. Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου Ἀλεξανδρουπόλεως διὰ τηλεγραφήματός της ἐκφράζει εὐγνωμοσύνην διὰ κατάθεσιν νομοσχεδίου 35ετίας καὶ αἰτεῖται ταχεῖαν αὐτοῦ ἐπιψήφισιν. Οἱ Πρόεδροι Κοινοτήτων καὶ Ἐλαιουργικῶν Συν)σμῶν Νοτίου Πηλίου, διὰ τηλεγραφήματός των αἰτοῦνται ἄμεσον ἐφαρμογὴν τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως περὶ ἐξαγορᾶς τῶν ἐλαιῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς ἀνακούφισιν τῶν παραγωγῶν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου πρατηριούχων πετρελ)δῶν Ἀγρινίου, διαμαρτυρομένων δι’ ἀποφασισθεῖσαν προμήθειαν καυσίμων, ὑπὸ Συν)σμοῦ μετόχων 13ου ΚΤΕΛ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου ἀγοραίων ἐπιβατικῶν αὐτοκινήτων Ἀγρινίου καὶ περιχώρων, διαμαρτυρομένου διὰ τὸ συμπεριληφθὲν εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν Νομοσχέδιον ἄρθρον ἐπιβολῆς ποινῶν ἐπὶ αὐτοκινήτων Δημοσίας χρήσεως καὶ αἰτουμένου τὸν καθορισμὸν τοῦ μεταφορικοῦ ἔργου τῶν ἐν λόγῳ αὐτοκινήτων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν εἰς Κρατικὰ Σανατόρια νοσηλευομένων ἀνασφαλίστων φυματικῶν, αἰτουμένων ἐπιδότησίν των δι’ ἐπιδόματος ἐκ 300 δραχμῶν μηνιαίως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ὑπόμνημα ἐφέδρων ἐξ ἀνακατατάξεως Ἐπισμηνιῶν, αἰτουμένων μονιμοποίησίν των κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ὑπόμνημα ἀνασφαλίστων φυματικῶν νοσηλευομένων εἰς Κρατικὰ Σανατόρια, αἰτουμένων ἐπιδότησίν των δι’ ἐπιδόματος ἐκ 300 δραχμῶν μηνιαίως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ψήφισμα τοῦ Γ.Π.Σ. Ἀμπελοκτημόνων Τυρνάβου, αἰτουμένων μείωσιν τῶν τιμῶν λιπασμάτων καὶ γεωργικῶν φαρμάκων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς σχολικῆς Ἐφορείας τοῦ 17ου Δημοτικοῦ Σχολείου Σερρῶν, αἰτουμένης προώθησιν τοῦ ζητήματος ἀνεγέρσεως Διδακτηρίου. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς Προέδρων Κοινοτήτων καὶ Συν)σμῶν Παπαδάτου, Χρυσοβίτσης, Ζευγαρακίου Αἰτωλοακαρνανίας, αἰτουμένων λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τῶν ὑπὸ περονοσπόρου πληγέντων καπνοκαλλιεργητῶν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κοινοτήτων Κονοπίνας–Παπαδάτου, Περατιᾶς, Πογωνιᾶς καὶ Φυτειῶν Αἰτωλοακαρνανίας, αἰτουμένων ἵδρυσιν Νομοῦ Ἀκαρνανίας μὲ πρωτεύουσαν πόλιν Ἀμφιλοχίας. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν μετόχων 13ου ΚΤΕΛ Αἰτωλοακαρνανίας, διαμαρτυρομένων, διότι εἰς κατατεθὲν σχέδιον νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως μεταφορᾶς ἐπιβατῶν ἐπὶ κομίστρῳ περιλαμβάνεται ἐξουσιοδότησις πρὸς τοὺς Νομάρχας ὅπως χορηγῶσιν ἀδείας αὐτοκινήτων παντὸς τύπου καὶ εἰς ὑπὸ τοῦ ΚΤΕΛ ἐξυπηρετουμένας γραμμὰς κλπ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 89)29 Μαΐου 1963 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 26 Μαρτίου 1963 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος».
§4Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Θὰ παρεκάλουν τοὺς κ.κ. συναδέλφους, νὰ συμφωνήσουν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑποβάλλει ἀπὸ διημέρου καὶ ἔχει διανεμηθῆ καὶ ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκδώσωμεν 2.000.000 τεμάχια κερμάτων, ἀναμνηστικῶν τῶν γάμων τοῦ Βασιλέως. Ἐκ τῶν κερμάτων αὐτῶν ὑπολογίζεται, ὅτι ὁ κρατικὸς προϋπολογισμὸς θὰ ἔχῃ ἔσοδα περὶ τὰ 20.000.000 δραχμῶν. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν συμφωνῇ, νὰ κάμῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν προσθήκην αὐτήν.
§5Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὰ κέρματα, τὰ ὁποῖα ἐκόπησαν ὡς ἀναμνηστικὰ τῆς ἑκατονταετηρίδος τῆς Δυναστείας τῶν Ἑλλήνων Βασιλέων, ἔχουν ἐξαφανισθῆ ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι τὰ δύο ἑκατομμύρια κέρματα περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσατε, θὰ ἐξαφανισθοῦν καὶ αὐτά. Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, νὰ κόψητε μεγαλύτερον ἀριθμὸν κερμάτων, ὥστε νὰ ὑπάρχουν εἰς τὴν κυκλοφορίαν καὶ νὰ μὴ ἐξαφανισθοῦν καὶ αὐτά.
§6Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριοι συνάδελφοι, ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ κέρματα τὰ ὁποῖα ἐκόπησαν ὡς ἀναμνηστικὰ τῆς ἑκατονταετίας τῆς Ἑλληνικῆς Δυναστείας, ἐξηφανίσθησαν εἰς τὸ σύνολόν των. Αὐτὸ ὅμως σημαίνει, ὅτι ἐγένοντο εὐχαρίστως δεκτὰ ἀπὸ τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ τὰ νέα κέρματα θὰ ἐξαφανισθοῦν καὶ αὐτά. Θὰ λάβωμεν ὅμως ὑπ’ ὄψει τὴν εἰσήγησίν σας, διότι εἰς τὸν νόμον δὲν ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν κερμάτων ποὺ θὰ κοποῦν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ κατὰ τὴν τελικήν της ἀπόφασιν, νὰ αὐξήσῃ περαιτέρω τὸν ἀριθμόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ὡς ἄνω σχέδιον νόμου;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9Θ. ΠΑΠΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁμολογουμένως ἡ θέσις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας μας, ἡ θέσις τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους, εἶναι λεπτὴ καὶ εὐαίσθητος εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅπως καὶ ὁ λαὸς κάθε Δημοκρατίας, ἔχει τὴν ἀξίωσιν —καὶ δικαίως— οἱ δημόσιοι ἄνδρες νὰ εἶναι ἄψογοι καὶ ἀδιάβλητοι. Εἶναι συνεπῶς ἐπιβεβλημένον, χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, χάριν τῆς προστασίας τῆς τιμῆς αὐτῶν τούτων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅπως τόσον ὁ δημόσιος, ὅσον καὶ ὁ ἰδιωτικὸς βίος τῶν δημοσίων ἀνδρῶν καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιπέδου, εἶναι διαυγὴς καὶ κρυστάλλινος καὶ εὑρίσκεται ὑπὸ τὸν μόνιμον καὶ συνεχῆ ἔλεγχον τῆς κοινῆς γνώμης, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἑδραιωθῇ εἰς τὸν λαὸν ἡ πίστις καὶ ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡγεσία εἶναι ἀνωτέρα πάσης ὑπονοίας, ἐπὶ θεμάτων ἠθικῆς τάξεως καὶ ἐντιμότητος. Κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, οἱ ἀξιότιμοι κύριοι εἰσηγηταὶ καὶ ἰδιαιτέρως ὁ κ. Μελᾶς, ἔκαμαν μίαν ἱστορικὴν ἀνασκόπησιν τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν. Καὶ διεπιστώθη ὅτι ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων, ἀφ’ ὅτου οἱ ἄνθρωποι ὠργανώθησαν εἰς κοινωνίας καὶ ἰδίως ἀπὸ τοῦ 6ου π.Χ. αἰῶνος κατεβλήθη προσπάθεια καὶ ἐλήφθη μέριμνα ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἔλεγχος ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον πορισμοῦ τῶν μέσων διαβιώσεως τῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν σύγχρονον ἐποχήν, ἀφ’ ἧς ἔθεσε τὸ θέμα αὐτὸ πρὸς δημοσίαν συζήτησιν, ἐν ἔτει 1919 ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος, μὲ ἄρθρον του δημοσιευθὲν εἰς τὸ Νομικὸν Περιοδικὸν «Δίκαιον», διεπιστώθη ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως ἐλέγχου περὶ τοῦ πορισμοῦ τῶν μέσων διαβιώσεως τῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Ἔκτοτε ἐγένοντο 10 σοβαραὶ ἀπόπειραι θεσπίσεως τοῦ μέτρου αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἔμειναν ἀτελεσφόρητοι. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ ἐπεθύμουν νὰ τονίσω ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ «πόθεν ἔσχες» εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῇ δι’ ὅλους τοὺς πολίτας, διότι ὡς ὅλοι γνωρίζετε σήμερον, ὁ πλοῦτος ἔχει συγκεντρωθῇ εἰς ἕνα περιωρισμένον κύκλον προσώπων καὶ μάλιστα ἀνθρώπων μὴ ἐργαζομένων, οἱ ὁποῖοι μὲ τρόπον οὐχὶ ἔντιμον πολλάκις ἔχουν συγκεντρώσει τεράστιον πλοῦτον. Βεβαίως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρά, νὰ συμφωνήσω ὅτι οὗτος διακρίνεται διὰ τὴν ἐντιμότητά του, καὶ τὴν ἀρετήν του. Δυστυχῶς ὅμως ὑπάρχουν καὶ μερικαὶ ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν βαρεῖαν ἀτμόσφαιραν ἠθικῆς κρίσεως καὶ θέματα διασυρμοῦ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Ὑπῆρξαν ἀφορμαὶ καὶ αἰτίαι, δυστυχῶς, συνεπεία τῶν ὁποίων ἐδημιουργήθη αὐτὴ ἡ κατάστασις, αὐτὸ τὸ πελώριον ἠθικὸν πρόβλημα, τοῦ ὁποίου τὴν λύσιν ἐπιμόνως πράγματι ζητεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ εἰς τὸν τύπον ἀνεφέρθησαν πολλὰ περιστατικά, ἐκ τῶν ὁποίων καταφαίνεται, ὅτι κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν, κατὰ τὴν τελευταίαν 8ετίαν ἔλαβον χώραν πρωτοφανῆ σκάνδαλα καὶ καταχρήσεις ἀσυλλήπτου ἐκτάσεως. Διεπιστώθη ἀπὸ δικαστικὴν ἔρευναν ὅτι ὑπῆρξαν σκάνδαλα κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν μυστικῶν κονδυλίων καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας περιπτώσεις, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καθυστερήσῃ ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου μὲ ὅλα τὰ δεινὰ ἐπακόλουθα. Εἶναι ἀκόμη ἀνοικτὸν τὸ πελώριον ἠθικὸν θέμα τοῦ τρόπου διὰ τοῦ ὁποίου κατεκρατήθη ἀπὸ ὡρισμένην μερίδα τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἡ ἐξουσία ἐπὶ μακρὸν μὲ μεθόδους ἀπαραδέκτους διὰ πᾶσαν ἐποχήν, μὲ μεθόδους ἐγκληματικάς, ὅπως ἀναγράφονται εἰς τὸν ἀποκληθέντα κώδικα τοῦ ἐγκλήματος, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὴν σημερινήν. Δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα διέπραξε τὸ κυβερνῆσαν κόμμα κατὰ τὴν τελευταίαν 8ετίαν εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ ἕνας ἠθικὸς καθαρμός. Εἶναι ἐπίμονον τὸ αἴτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ ἐγκληματικοῦ παρελθόντος καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ εἰς τὸ αἴτημα αὐτὸ πλήρης ἱκανοποίησις. Περαιτέρω ὑπάρχει καὶ τὸ θέμα τῆς προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι βουλευταί, νὰ προστατευθῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος. Εἶναι ἐθνικὴ ἀνάγκη, διότι ἀλλοίμονον διὰ τὸ Ἔθνος, ἀλλοίμονον διὰ τὴν Δημοκρατίαν, ἂν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ χρεωκοπήσῃ ὁριστικῶς ὁ πολιτικὸς κόσμος. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὡς διακηρύσσει εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἐπιδιώκει τοὺς δύο αὐτοὺς σκοπούς, ἤτοι τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ παρελθόντος καὶ τὴν προστασίαν τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἡ ἰδική μας παράταξις ὑπεστήριξε καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο ἔχει πολλὰς ἀτελείας καὶ ἀδυναμίας καὶ ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐπέλθουν εἰς αὐτὸ βαθεῖαι καὶ οὐσιώδεις μεταβολαὶ διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τοὺς δύο τούτους σκοπούς. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν ἀνυπέρβλητοι συνταγματικαὶ δυσχέρειαι διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ πρώτου σκοποῦ. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τιμωρηθοῦν πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐτελέσθησαν κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτε δὲν προεβλέποντο ὑπὸ νόμου κυρώσεις καὶ ἐὰν ψηφίσωμεν σήμερον ποινικὴν διάταξιν. Ἀπαγορεύεται τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς: (ἀναγιγνώσκει τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος). Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ποινή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ δικαστικὴ ἔρευνα, διὰ τὴν διαπίστωσιν τῶν γενομένων τυχὸν ἀδικημάτων. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποστῶμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς μὴ ἀναδρομικότητος τῶν ποινικῶν διατάξεων. Πέραν ὅμως αὐτοῦ, ὑπάρχει καὶ ἡ παραγραφή. Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἐγένοντο ὡρισμένα ἀδικήματα, ταῦτα ἀσφαλῶς ἔχουν ὑποπέσει εἰς παραγραφήν. Εἰδικώτερον διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς ὑπάρχει τὸ πρόσθετον κώλυμα τῆς ἀποκλειστικῆς ἁρμοδιότητος Δικαστηρίου ἡ ὁποία καθορίζεται δι’ εἰδικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἤτοι διὰ τοῦ ἄρθρου 80. Καὶ πέραν τούτου διὰ τοὺς Ὑπουργούς, ὡς γνωστόν, ὑπάρχει σύντομος παραγραφὴ βάσει τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Βάσει τούτων, καὶ ἂν ἀκόμη κινηθῇ (ποὺ δὲν θὰ κινηθῇ, ὡς κατωτέρω θέλει ἀναπτυχθῇ) ἡ διαδικασία τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν, ἡ δικογραφία καὶ πάλιν θὰ τεθῇ εἰς τὸ Ἀρχεῖον λόγῳ αὐτῶν τῶν κωλυμάτων ποὺ ἀνέφερα. Πέραν, ὅμως, αὐτῶν, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἐξαιροῦνται τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐρεύνης ὡρισμέναι κατηγορίαι δημοσίων καὶ πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἀσκησάντων ἐξουσίαν καὶ διαχειρισθέντων μεγάλα ποσὰ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων των, ὅπως Νομάρχαι καὶ Δήμαρχοι. Θέλω νὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τοὺς Δημάρχους καὶ ὄχι καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ὄργανα Αὐτοδιοικήσεως, διότι αὐτοί, λόγῳ τῆς θέσεώς των διεχειρίσθησαν μεγάλα ποσὰ καὶ ἤσκησαν ἐξουσίας εὐρυτέρας δικαιοδοσίας. Ὑπάρχουν περιπτώσεις καὶ Νομαρχῶν καὶ Δημάρχων ἐνεχομένων εἰς καταχρήσεις καὶ σκάνδαλα καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐλεγχθοῦν αἱ περιπτώσεις αὐταί. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένουν ἀνεξέλεγκτοι οἱ δημόσιοι αὐτοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν τὰ κοινά, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἐπέλθῃ κολασμὸς καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ὑπάρχει γενικώτερον τὸ θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς τιμῆς τῶν ὑπολοίπων δημοσίων ἀνδρῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διασύρωνται ὅλοι ἐπειδὴ τινὲς ἐξ αὐτῶν πράγματι κατεχράσθησαν ποσὰ ἢ ἐνέχονται διὰ σκάνδαλα. Ἄλλη ἐπίσης κατηγορία δημοσίων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθοῦν εἶναι τὰ ἡγετικὰ στελέχη συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων διαχειρισθέντα τὰ κοινά, τουλάχιστον τὰ μετέχοντα τῶν διοικήσεων τῶν ὁμοσπονδιῶν ἢ συνομοσπονδιῶν. Ἐγένοντο καὶ εἰς τὴν Βουλὴν συζητήσεις ἀλλὰ καὶ δημοσία καταγγελία εἰς τὸν τύπον, ἀκόμη καὶ εἰς συνέδριον ἐπαγγελματικῶν τάξεων, ὅτι πλεῖστα τούτων, ἐκμεταλλευόμενα τὸ ἀξίωμά των —καὶ εἶναι γνωστὸν πῶς κατελήφθησαν καὶ διὰ τίνων μεθόδων ἀστυνομικῶν ἐπικρατουσῶν κατὰ τὸ παρελθὸν τὰ ἀξιώματα ταῦτα — ἐνῷ ἦσαν πτωχοί, εὑρέθησαν ἰδιοκτῆται πολυκατοικιῶν καὶ πολυτελεστάτων αὐτοκινήτων καὶ ἰδιωτικῆς ἀλλὰ καὶ δημοσίας χρήσεως καὶ διαβιοῦντες ζωὴν μαχαραγιᾶ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἀνικανοποίητον τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ νὰ παραμένουν ἀτιμώρητοι ἄνθρωποι τοιούτου εἴδους, πλουτίσαντες ἐκμεταλλευόμενοι τὸ ἀξίωμά των εἰς βάρος τοῦ λαοῦ καὶ εἰς βάρος τῆς ἐργατικῆς τάξεως τῆς ὁποίας τὰ συμφέροντα κατεπρόδιδον. Καὶ ἄλλη περίπτωσις, ὅμως, μὴ ἐμπίπτουσα καὶ αὐτὴ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου εἶναι καὶ οἱ διευθυνταὶ καὶ διοικηταὶ Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ὡς καὶ τῶν διαφόρων ὀργανισμῶν. Τόσον εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον καὶ εἰς τὸν τύπον ἐκτεταμένως ἔχουν γίνει γνωσταὶ πλεῖσται περιπτώσεις σκανδάλων καὶ καταχρήσεων ἀναφορικῶς μὲ αὐτοὺς καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν παρεπέμφθησαν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος σχεδίου νόμου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω, κ. Παππᾶ, τὸ ἡμίωρον. Ἔχετε ἀκόμη 10 λεπτὰ χρόνον.
§11Θ. ΠΑΠΠΑΣ. Κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς συζήτησιν εἶχε τεθῆ ἡ πρότασίς μου αὐτὴ ἐπεκτάσεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω πλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὰς διατάξεις ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα πρόσωπα καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ὁ ἔλεγχος διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀφορᾷ κυρίως πολιτικὰ πρόσωπα. Καὶ τὰ δύο ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, φρονῶ ὅτι στεροῦνται βάσεως. Διότι ὅταν καλοῦνται νὰ λογοδοτήσουν διὰ τοῦ παρόντος καὶ ὑπόκεινται εἰς τὰς διατάξεις του ἄπειροι βουλευταὶ τοῦ παρελθόντος μὴ ἀσκήσαντες οὐδὲν ἄλλο λειτούργημα πλὴν τοῦ βουλευτοῦ πῶς θὰ ἐξαιρεθῇ ἡ κατηγορία αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸ αἰτιολογικὸν τοῦ «περιωρισμένου ἀριθμοῦ»; Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ μόνον τὸν πολιτικὸν κόσμον δὲν εὐσταθεῖ, διότι εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον ὑπάγονται καὶ οἱ Νομάρχαι καὶ οἱ Δήμαρχοι, οἱ δὲ Διευθυνταὶ καὶ Διοικηταὶ Νομικῶν Προσώπων εἶναι καὶ αὐτοὶ δημόσιοι ἄνδρες. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει βάσιμος δικαιολογία καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἕν ἄλλο βασικὸν θέμα τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἶναι τὸ ὅτι δὲν ἐπεκτείνεται τοῦτο καὶ δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις του, οἱ συγγενεῖς, τὸ στενὸν οἰκογενειακὸν περιβάλλον τοῦ ἐλεγχομένου πολιτικοῦ προσώπου. Εἶναι γνωστὸν καὶ ἐκ πείρας ὅτι τὰ πρόσωπα αὐτὰ τὰ περιλαμβανόμενα εἰς τὸ ἄρθρον 3 παρ. 2 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξεμεταλλεύθησαν καὶ τὸ ὄνομα καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ πολιτικοῦ προσώπου ἀδιαφόρως ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ τούτου καὶ ἐπλούτισαν ἀθεμίτως. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἐπεκταθῇ ὁ ἔλεγχος καὶ εἰς αὐτά, ἐν τούτοις δὲν ὑπάρχει καὶ δὲν καταλογίζεται εὐθέως εὐθύνη εἰς ταῦτα μὴ ὑποχρεούμενα ἄλλωστε οὐδ’ εἰς ὑποβολὴν δηλώσεως παρὰ τὰ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὑποστηριχθέντα ὑπὸ πολλῶν βουλευτῶν καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ μὴ ὑποχρέωσις ὑποβολῆς δηλώσεως καθιστᾷ ἀδύνατον καὶ τὴν ἔρευναν καὶ τὸν ἔλεγχον εἰς βάρος τῶν προσώπων αὐτῶν. Ὑπάρχει, κ. συνάδελφοι, σειρὰ μέτρων ἀνασχετικῶν τῆς ἐπιδιώξεως τῆς ἀνευρέσεως τῆς ἀληθείας. Δυστυχῶς εἰς τὰ στενὰ περιθώρια ὁμιλίας τὰ τιθέμενα ὑπὸ τοῦ νέου Κανονισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφερθῶσιν ἐκτεταμένως αἱ νομικαὶ παρατηρήσεις μου. Ἓν ὅμως θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐπισημάνω καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ἰδιάζουσα θέσις τοῦ μηνυτοῦ καὶ ἡ μειονεκτική του κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν τοποθετεῖται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ ταύτης προβλέπονται αὐστηραὶ κυρώσεις ἐναντίον του διότι καθίσταται ὑπόχρεως ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν εἰς ὑποβολὴν μηνύσεως ἐπὶ ψευδῇ καταμηνύσει, ἐπὶ μόνῃ τῇ ἀθωώσῃ τοῦ μηνυομένου. Ἐξ ὅλων τῶν ἐν περιλήψει ἐκτεθέντων καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου οὐδεὶς ἐκ τῶν δύο βασικῶν σκοπῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ διότι οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τόσων τρομακτικῶν κυρώσεων. Ἡμεῖς προτείνομεν: Διὰ τὸ παρελθὸν νὰ ἰσχύσῃ ἡ διαδικασία τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν. Ἐλέχθη ὅτι λόγῳ τῆς παραγραφῆς ἀδικημάτων, αἱ Ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Ἐξέτασιν ὡρισμένων ἀδικημάτων τοῦ παρελθόντος. Δύνανται ὅμως αἱ Ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ νὰ καταλήξουν εἰς πόρισμα περὶ τῆς πολιτικῆς καὶ ἠθικῆς εὐθύνης τοῦ παραπεμπομένου πολιτικοῦ προσώπου. Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι, διὰ τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν μένει ἀκάλυπτος ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας, διότι δὲν δύναται νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητά του ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Καὶ ἐτονίσθη ἐκ μέρους ὡρισμένων συναδέλφων, ὅτι τὸ ἐλεγχόμενον πολιτικὸν πρόσωπον θὰ κριθῇ μεροληπτικῶς ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας. Ἡ γνώμη αὐτὴ τῶν κ.κ. συναδέλφων δὲν εἶναι ὀρθή, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ κρίσις τῶν κ.κ. βουλευτῶν θὰ εἶναι καὶ ἀμερόληπτος καὶ ἀντικειμενική. Ἐξ ἄλλου καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἔχει εὐθυκρισίαν καὶ θὰ ἐξαγάγῃ ὀρθὰ συμπεράσματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εὐρυτέρων ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων καὶ τῶν στοιχείων ποὺ θὰ ἔλθουν εἰς τὴν δημοσιότητα. Συνεπῶς, διὰ τὸ παρελθὸν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διαδικασία τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ διὰ τὸ μέλλον πρέπει τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου νὰ συμπληρωθῇ, διὰ νὰ περιλάβῃ ὅλα τὰ πρόσωπα ποὺ ἤσκησαν ἐξουσίαν εἴτε εἰς τὸ Δημόσιον εἴτε εἰς τὰ Νομικὰ Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου εἴτε εἰς τὰς Συνδικαλιστικὰς Ὀργανώσεις. Μὲ αὐτὰς τὰς γενικὰς ἀπόψεις, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, τελειώνω τὴν σημερινὴν ὁμιλίαν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ διατυπώσω ὡρισμένας παρατηρήσεις εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης ἔχει τὸν λόγον.
§13Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Δὲν ἅπτομαι, κ. συνάδελφοι, τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἱστορικῆς προελεύσεως τοῦ θεσμοῦ, τῆς ὁποίας ἄλλωστε λεπτομερεστάτη ἐγένετο ἀνάπτυξις ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἰδίᾳ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, δὲν ἠμπορῶ ὅμως νὰ ἀνθέξω εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν: Ποῖον εἶναι ἆρα γε τὸ κοινὸν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον συνηντήθησαν ὅλα τὰ σχέδια νόμου, τὰ ὁποῖα κατὰ καιρούς, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Τρικούπη καὶ Ἐλ. Βενιζέλου μέχρι τῶν ἡμερῶν μας ὑπεβλήθησαν, χωρὶς ποτὲ νὰ καταστοῦν νόμοι; Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ κοινὴ ἀδυναμία ὅλων αὐτῶν τῶν σχεδίων, τὰ ὁποῖα, παρὰ τὴν εἰλικρινῆ προσπάθειαν παρὰ τὴν πραγματικὴν διάθεσιν ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ καταστοῦν νόμοι; Κύριοι συνάδελφοι, φοβοῦμαι, ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἐνῶ ὅλοι οἱ νόμοι γίνονται πάντοτε διὰ τὸ μέλλον, ἐδῶ καταβάλλεται μία προσπάθεια νὰ γίνῃ νόμος διὰ τὸ παρελθὸν καὶ μάλιστα νόμος ποινικοῦ περιεχομένου, μὲ ἀναδρομικότητα ποινικῆς ἰσχύος, κατὰ σαφῆ, ἀναμφισβητήτως ἀντίθεσιν, πρὸς διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Φοβοῦμαι, κ. συνάδελφοι, ὅτι πρόθεσις δὲν εἶναι κυρίως ἡ τιμωρία τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ τὸ νὰ φανῶμεν συνεπεῖς, δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ὁμιλῶ δι’ ὅσα ἐγένοντο πάντοτε, ἔτσι εἶναι ἡ ζωὴ ἡ πολιτικὴ τοῦ τόπου μας. Εἴμεθα μεσογειακὸς λαός, ρέπων εἰς ὑπερβολάς, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰς τὸ αἷμα του μέσα τὴν ἐκλογικὴν διαμάχην, ὁ ὁποῖος τείνει εὐήκοον οὖς εἰς τὴν συκοφαντίαν καὶ ἀκόμη λαός, ὁ ὁποῖος δὲν συνήθισε νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἡ ὑπερβολή, ἡ κατηγορία, ἡ συκοφαντία δὲν εἶναι τὸ κυριώτερον ὅπλον τῶν πολιτικῶν ἀγώνων, ἢ τοὐλάχιστον τὸ πλέον ἀνέντιμον. Ἑπομένως σκοπὸς ποῖος εἶναι; Ἀφοῦ ἐπιπολαίως πὼς κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον ρίπτομε τὴν «ρετσινιὰ» καὶ ὑποσχόμεθα τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ αἰτήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εὐλόγως συγκινεῖ τὰς μάζας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν εἶναι κάτοχοι τοῦ Συντάγματος, αἰσθανόμεθα πλέον τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκπληρώσωμε τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐδώσαμε. Καὶ ὅτε, διὰ νὰ ἐκπληρώσωμε τὴν ὑπόσχεσιν αὐτήν, ὑποχρεούμεθα νὰ συντάξωμε ἕνα σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον μοιραίως θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ἀνεφάρμοστον, τὸ εἰσάγομεν καὶ ἀναλόγως τοῦ θάρρους, ἢ τοῦ σεβασμοῦ τὸν ὁποῖον τρέφομεν καὶ πρὸς τὸν ἑαυτόν μας καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, περιλαμβάνομεν διατάξεις, μοιραίως ἀντισυνταγματικάς, διὰ νὰ κρατήσωμε τὰς ὑποσχέσεις μας, αἱ ὁποῖαι ἐν γνώσει μας δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐφαρμοσθοῦν. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον εἶχε πάρα πολλὰς ἀτελείας ὅταν ἦλθε εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος. Φιλότιμοι προσπάθειαι κατεβλήθησαν ἐκ μέρους ὅλων τῶν συναδέλφων, ὅλων τῶν πλευρῶν —καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐπεκράτησε πνεῦμα πραγματικῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ νομοσχεδίου—νὰ διορθωθῇ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν καὶ πολλὰ διωρθώθησαν. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν διωρθώθηκε. Τοῦτο νομίζω ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν κατεβλήθη μία φιλότιμος προσπάθεια —δικαιολογουμένη κἄπως, ἄλλωστε, ἀπὸ τὴν εὐθιξίαν τὴν ὁποίαν διαθέτομεν ὅλοι οἱ συνάδελφοι— ὅπως γίνῃ ἓν εἶδος ἁμίλλης περὶ τὴν θέσπισιν δρακοντείων διατάξεων, διὰ νὰ μὴ τυχὸν δώσωμεν εἰς κανένα τὸ δικαίωμα νὰ ὑποψιασθῇ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀντιλέγωμεν καὶ νὰ φοβούμεθα τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν θὰ ἐπικρατήσῃ τὸ πνεῦμα αὐτό. Διότι, ἐὰν ἐπικρατήσῃ, πρέπει νὰ τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας— καὶ νομίζω ὅτι θὰ εἶναι πρὸς τιμήν μας νὰ τὸ εἴπωμεν εὐθαρσῶς— ὅτι ψηφίζομεν νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὁ ὁποῖος θὰ πέσῃ εἰς τὸ κενόν. Καὶ ἀσφαλῶς τοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς προεκλογικὰς ἐπαγγελίας καί, θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι φιλοδοξία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιφυλασσόμενος ὅπως εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔχω ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου, διότι εἶναι ἄπειροι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν καὶ ἐκ μέρους μου καὶ ἐκ μέρους ἄλλων ἐντίμων συναδέλφων, περιορίζομαι εἰς τὸ νὰ σημειώσω ὡρισμένα βασικὰ σημεῖα τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 ὁρίζεται ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑποχρεοῦται νὰ χορηγῇ ἀντίγραφον εἰς πάντα αἰτοῦντα. Εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως λογικὸν καὶ ἀπολύτως ὀρθόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ περιουσιακὴ κατάστασις τοῦ ἐλεγχομένου νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον οἱουδήποτε. Ἀλλὰ προσέξατε μὴ κάνωμεν κατάχρησιν ἀντίθετον. Διότι σκεφθῆτε τὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐὰν ὁ οἱοσδήποτε λαμβάνῃ γνῶσιν ἀντιγράφου τῆς δηλώσεως, τῆς ὁποίας βεβαίως δικαιοῦται νὰ λάβῃ μόνον προκειμένου νὰ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν τοῦ παρόντος νόμου, ἵνα ποιήσῃ διάφορον χρῆσιν.
§14Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Θὰ νομιμοποιῆται προκειμένου νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν;
§15Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου. Ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔχω κάμει εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§16Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐὰν πᾶς τις ἀορίστως ...
§17Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς πρόκειται. Μὲ προλαμβάνετε. Λέγει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4, ὡς ἔχει ὡς εἶχεν καὶ ὡς ἐτροποποιήθη, ὅτι ὁ ὑποκείμενος εἰς ἔλεγχον ὑποβάλλει δήλωσιν εἰς διπλοῦν. Ἐκ τούτων ἡ μία φυλάσσεται εἰς τὸ ἀρχεῖον ἡ ἑτέρα δὲ διαβιβάζεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται, ὅπως χορηγῇ ἀντίγραφον ταύτης εἰς πάντα αἰτοῦντα.
§18Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Εἴχατε εἴπει προκειμένου νὰ ὑποβάλῃ. Καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς διέκοψα.
§19Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Εἶναι ἡ πρότασίς μου. Τοῦτο σημαίνει, διὰ νὰ πᾶμε μὲ τὴν ἀντίστροφον ἄποψιν. Ἕνας ἐξ ἡμῶν π.χ. συμπίπτει νὰ εἶναι ἔμπορος, καὶ ἔχῃ μίαν πίστιν καὶ ἐμφανίζεται μὲ τεραστίαν περιουσίαν κἄτι τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν νόμον. Κἄποιος πολιτικὸς ἀντίπαλός του, ἢ προσωπικὸς ἐχθρός, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ τὸν καταστρέψῃ παίρνει τὴν δήλωσιν καὶ δημοσιεύει εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ ἄλλος βουλευτής, ἔμπορος, δὲν ἔχει καμμίαν περιουσίαν. Ἀποτέλεσμα: Σπάσιμο τῆς ἐμπορικῆς του πίστεως καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι συνέπειαι. Ἐρωτᾶται, εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς προθέσεις τοῦ νομοσχεδίου νὰ δύνανται νὰ ἐπέλθουν αἱ ἐπιπτώσεις αὐταί, εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν παράβασιν ἔχει πράξει τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος Νόμου; Προτείνω, λοιπόν, νὰ τεθῇ ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀντίγραφον προκειμένου νὰ ἐλέγξῃ ταύτην τὴν δήλωσιν καὶ ὑποβάλῃ ἐνδεχομένως μήνυσιν ἀπαγορευομένης αὐτῷ ἐπὶ ποινῇ οἱασδήποτε ἄλλης χρήσεως. Περαιτέρω εἰς τὸ ἄρθρον 5 συνιστᾷ ἔγκλημα, λέγει, ἡ ἀθέμιτος κτῆσις περιουσιακοῦ ὀφέλους. Εἶναι ἡ πεμπτουσία τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, μέχρι σήμερον ἐπετρέπετο ἡ ἀθέμιτος κτῆσις διὰ καταχρήσεως, ἢ διὰ κλοπῆς, ἢ διὰ ὑπερβάσεως ἢ καταχρήσεως δικαιώματος καὶ ἐξουσίας ἢ διὰ παραβάσεως καθήκοντος; Δὲν ὑπάρχουν οἱ ποινικοὶ νόμοι; Τὶ λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνον τὸ ὁποῖον προσθέτει πλέον τοῦ ὑπάρχοντος τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ἄρθρον 5, τὸ ὁποῖον θεσμοθετεῖ νέαν διάταξιν; Ποῖον εἶναι τὸ νέον ἀδίκημα; Περαιτέρω τὸ ἴδιον ἄρθρον εἰσάγει τεκμήριον. Λέγει: Θεωρεῖται ἐπίσης ἀθέμιτος ἡ κτῆσις περιουσιακοῦ ὀφέλους, ἐφ’ ὅσον δὲν δικαιολογεῖται ἐπαρκῶς ἡ προέλευσις τῆς κτήσεως αὐτῆς πλὴν ἐὰν ὁ ἐλεγχόμενος ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν προϊὸν ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητός του. Προσωπικῶς δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν διὰ τὴν διατύπωσιν ταύτην. Σᾶς παρέχω μάλιστα τὴν πληροφορίαν ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν εἰσηγήθην ὅπως θεσμοθετηθῇ διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας οἱ πολιτικοὶ θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναφέρουν καὶ τὰς δαπάνας διαβιώσεώς των. Ὑπεστήριξα, κ. συνάδελφοι, καὶ θὰ μοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ τὸ ἀναφέρω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὅτι ἐὰν τυχὸν ὑπάρχῃ κανεὶς ἢ ὑπῆρξε κανεὶς ἢ ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον, ὁ ὁποῖος, παραβαίνων τὸ καθῆκον του, καταχρασθῇ τῆς θέσεώς του καὶ πλουτίσῃ, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἀφέλειαν τὴν ἑπομένην νὰ πάῃ νὰ κτίσῃ μίαν πολυκατοικίαν, εἴτε ἐπ’ ὀνόματί του, εἴτε ἐπ’ ὀνόματι τῶν συγγενῶν του. Θὰ εὕρῃ τρόπον νὰ κρύψῃ τὰ χρήματά του. Καὶ θὰ φανῇ ἀπὸ ποῦ; Ἀπὸ τὰς δαπάνας διαβιώσεώς του. Καὶ αὐτὰς ἀκριβῶς θὰ ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ. Νὰ δηλώσῃ, δηλαδή, ὁ ἄλφα πολιτικός, ὁ ὁποῖος λαμβάνει μετὰ τὴν αὔξησιν 12.300 δραχ., πῶς κατωρθώνει νὰ ζῇ καὶ νὰ ἔχῃ ἄλφα ἢ βῆτα ἀριθμὸν ὑπηρετῶν, σωφέρ, ἐνδεχομένως κόττερο κλπ. Τὸ ὑπεστήριξα. Πέραν αὐτοῦ, ὅμως, δὲν διατηρῶ ἀμφιβολίας περὶ τῆς δυνατότητος θεσπίσεως τεκμηρίου διὰ τὴν ἐνοχήν του τὴν ποινικήν. Εἰς τὸν Ποινικὸν νόμον ὑφίσταται βασικὴ διάταξις, ἡ ὁποία ἅπτεται καὶ τοῦ Συντάγματος, ὅπως θὰ εἴπω ἀργότερον καὶ καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ τις, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πλήρης ἀπόδειξις. Ἤδη, θεσμοθετοῦμεν τεκμήριον ἐνοχῆς εἰς ἀδίκημα!! Σκεφθῆτε τί θὰ ἐγίνετο, ἐὰν ἐπεξετείνετο ἡ ἀρχὴ τῶν τεκμηρίων. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐὰν ἕνας κτηνοτρόφος ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς πεδίον εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι πρόσφορος ἡ ζωοκλοπὴ δὲν ἀπεδείκνυεν ὅτι ὅσα ἔχει ποίμνια προέρχονται ἐκ θεμιτῆς αἰτίας, εἶναι ἔνοχος ζωοκλοπῆς. Ἀντιλαμβάνεσθε ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις ἀπὸ Ἕλληνας δικαστάς. Διότι οἱ Ἕλληνες δικασταί, σέβονται τὴν ἔννοιαν τῆς ἐλευθερίας, σέβονται τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, συντομεύετε.
§21Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θὰ ἦσθε πολὺ περισσότερον ἐν τάξει ἐὰν μοῦ τὸ ἐλέγατε αὐτὸ ὅταν θὰ εἶχον ὑπερβῇ τὸν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ προβλεπόμενον χρόνον· καὶ δεύτερον: Ἐὰν ἐτηρῆτε τὸν χρόνον τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος Κανονισμοῦ προβλεπόμενον καὶ διὰ τοὺς ἄλλους συναδέλφους, μὴ ἐξαιρουμένου οὐδὲ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅταν περάσῃ τὸ ἡμίωρον σταματήσατέ με. Κύριοι συνάδελφοι, ἄλλο σημεῖον τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἰδιαιτέρως καίριον καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας εἶναι τὸ ἑξῆς: Διὰ τοῦ νόμου ὀρθῶς προβλέπονται τεράστιαι ποιναὶ καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ ποινῶν δὲν ὑπαινίσσομαι τὰς καθ’ ἑαυτὰς ποινικὰς διατάξεις, ἀλλὰ κυρίως τὰς παρεπομένας ποινάς, διότι δι’ ἐμὲ οὔτε ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως τοῦ ἑνὸς ἔτους, οὔτε τῶν τριῶν ἐτῶν ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔχει βαρύτητά τινὰ ἔναντι τοῦ πολιτικοῦ θανάτου καὶ τὴν ἀντιμετώπισιν συνεπειῶν τὰς ὁποίας ἔχει μία τοιαύτη καταδίκη. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἡ προσήκουσα ἐγγύησις κατὰ τῆς κατασυκοφαντήσεως ἢ τῆς ἠθελημένως καὶ ψευδοῦς καταμηνύσεως τοῦ πολιτικοῦ προσώπου. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ὑπεστηρίχθη καὶ ἀντίθετος ἄποψις ἐκ μέρους ἀξιοτίμου συναδέλφου ἀνήκοντος καὶ αὐτοῦ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Τὴν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἠλιόπουλος, εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι ἐπειδὴ ἐάν τις ὑποβάλῃ μήνυσιν καὶ ὑπόκειται εἰς τὰς συνεπείας τῆς μηνύσεως, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὑποβάλῃ κανεὶς ἀναλογιζόμενος τὰς εὐθύνας εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀποδειχθῇ ψευδὴς ἡ μήνυσίς του. Καὶ κατόπιν τούτου, ἐπρότεινεν, ὅτι δέον νὰ δύναται κανεὶς ἐλευθέρως προκειμένου περὶ πολιτικῶν νὰ καταγγείλῃ καὶ νὰ λέγῃ ὅ,τιδήποτε θέλει χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν εὐθύνην εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἀβάσιμα τὰ ὅσα εἶπε καὶ ἀθωωθῇ ὁ πολιτικός.
§22Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶπον ὄχι, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γράφῃ κανεὶς ὅ,τι θέλει εἰς τὴν μήνυσίν του καὶ νὰ καταγγέλῃ ψευδῆ, ἀλλὰ ὅπως ὑπάρχουν διατάξεις τοῦ ποινικοῦ κώδικος αἱ ὁποῖαι προβλέπουν καὶ διὰ τὴν ψευδῆ καταμήνυσιν, ἀνεφέρθην εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις, αἱ ἴδιαι διατάξεις νὰ ἰσχύουν καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν ὑποβολῆς μηνύσεως. Νὰ ἰσχύσῃ ὁ ποινικὸς κῶδιξ ἀντὶ νὰ θεσπισθοῦν εἰδικαὶ διατάξεις.
§23Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἡ διάταξις ἰσχύει μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποβληθῆ μήνυσις. Καὶ ὡς μήνυσις, κατὰ τὴν ἄποψιν ποὺ ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ἡλιόπουλος καὶ ἐγένετο νομίζω ἀποδεκτή, δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον λέγει: «Καταγγέλλω καὶ αἰτοῦμαι τὴν καταδίκην». Εἰς περίπτωσιν ποὺ ὑποβληθῆ ἕνα ἔγγραφον ἢ μία ἐπιστολὴ ἡ ὁποία νὰ λέγῃ ὅτι πληροφοροῦμαι ἢ ἔχω τὴν ὑπόνοιαν κ. Εἰσαγγελεῦ, ὅτι ὁ αʹ πολιτικὸς κατεχράσθη κλπ. δὲν ἔχω ὅμως τὴν βεβαιότητα, σᾶς τὸ μεταδίδω καὶ κάμετε ὅ,τι θέλετε, εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν δὲν θεωρεῖται μήνυσις. Αὐτὸ ὅμως ὁδηγεῖ εἰς τὴν κίνησιν τῆς παρούσης διαδικασίας καὶ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ παραπεμφθῇ ὁ πολιτικός, νὰ ζητηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ συζήτησις, ὅτι ὁ ἄλφα βουλευτὴς ἢ ὁ Ὑπουργός, παρεπέμφθη, ἐκινήθη ἐναντίον του ἡ διαδικασία καὶ ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας καὶ ἔπειτα πήγαινε νὰ ἀποδείξῃς εἶπεν ὁ ἐλέφας, ὅτι δὲν εἶσαι ποντικός. Κἄποτε ἕνας ἐλέφας ἔτρεχεν. Τὸν ἠρώτησαν διατί τρέχει καὶ ἀπήντησε: —Καταδικάζονται εἰς θάνατον ὅλα τὰ ποντίκια. —Καλά. Ἐσὺ γιατί τρέχεις. Ἐσὺ εἶσαι ἐλέφας. —Ἅμα σὲ πιάσουν ἄντε νὰ ἀποδείξῃς ὅτι δὲν εἶσαι ποντικός. Ἅμα κινηθῆ ἡ διαδικασία καὶ ἀρχίσῃ ὁ Τύπος: Παρεπέμφθη ὁ ἄλφα διότι.... διότι... Καὶ ἀφοῦ κάμει δύο χρόνια ἡ διαδικασία ἐλᾶτε νὰ ἀποκατασταθῆτε, μὲ μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία θὰ ἐκδοθῇ ἀπὸ τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον, ἡ ὁποία θὰ λέγῃ: Εἶναι ἄμωμος. Δὲν διέπραξε τίποτε.
§24Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Καὶ στὴν ἐφημερίδα θὰ εἶναι μὲ ψιλὰ γράμματα.
§25Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ ἐξαίρετον συνάδελφον τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, τὸν κ. Στεφανάκην, ὑπεστηρίχθη ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ἀνώνυμον ἐπιστολήν. Ἡ ἄποψίς του, νομίζω, ὅτι δὲν ἐγένετο ἀντικείμενον τῆς προσηκούσης συζητήσεως καὶ τούτῳ τῷ λόγῳ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως ἢ δὲν θὰ εἶναι τοὐλάχιστον πρόθεσις τῆς Βουλῆς νὰ ἐπανεισαγάγωμεν τὴν μπούκα ντὶ λεόνε, ἡ ὁποία ὑπῆρχε κἄποτε εἰς μίαν Πολιτείαν ποὺ ὠνομάζετο Δημοκρατία. Εἶχε νικήσει καὶ τότε ἡ Δημοκρατία. Καὶ ὑπῆρχεν ἡ μπούκα ντὶ λεόνε. Βεβαίως ἀπὸ τοῦ μεσαίωνος, ἀπὸ τοῦ καθεστῶτος αὐτοῦ, παρῆλθον ἀρκετοὶ αἰῶνες καὶ θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συζητῆται κἂν τοιοῦτον τι. Καὶ ὅμως αὐτό, τὸ ἐπιτρέπει τὸ νομοσχέδιον. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπέδειξα διάταξιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπαναφέρω, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ οἱοσδήποτε δικαιοῦται νὰ λάβῃ γνῶσιν, νὰ λάβῃ ἀντίγραφον τῆς δηλώσεως, ὁ οἱοσδήποτε δικαιοῦται νὰ πάρῃ ἀντίγραφον καὶ δὴ ἀτελῶς, ἀπὸ οἱονδήποτε ὑποθηκοφυλάκιον ἢ οἱονδήποτε νομικὸν πρόσωπον, τῆς περιουσίας τοῦ ἐλεγχομένου. Καὶ δικαιοῦται νὰ καταγγείλῃ. Ἀλλὰ πρὸς καταγγελίαν ἐξισοῦται καὶ ἡ οἱαδήποτε ὁπωσδήποτε γιγνομένη, εἴτε διὰ ζώσης, εἴτε διὰ τοῦ Τύπου, εἴτε ἐγγράφως καὶ οἱοσδήποτε γιγνόμενος ἰσχυρισμὸς περὶ τοῦ ὅτι ὑφίσταται παράβασις τοῦ παρόντος νόμου ἐκ μέρους ἑνὸς πολιτικοῦ. Μὲ ἀποτέλεσμα εἰς ἣν μὲν περίπτωσιν ἀποδειχθῇ βάσιμος ἡ κατηγορία νὰ ἔχωμεν τὰς συντριπτικὰς ποινὰς τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ νόμος καὶ τὴν καταδίκην μὲ τὰς ἀτιμωτικὰς συνεπείας διὰ τὸ πολιτικὸν πρόσωπον. Εἰς περίπτωσιν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀβάσιμοι αἱ κατηγορίαι αἱ ὁποῖαι ἔδωσαν λαβὴν εἰς τὴν κίνησιν τῆς παρούσης διαδικασίας, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τὸν συκοφάντην αἱ ποιναὶ αἱ προβλεπόμεναι ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου, ἐφαρμοζομένης ἐν προκειμένῳ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 366 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν σας ὅτι ὁ συκοφάντης ἔχει τὸ ἀτιμώρητον ἰδίᾳ ὅταν ἡ συκοφαντία γίνεται μὲ τὸ χειρότερον ὅπλον, διὰ τοῦ Τύπου. Διότι μηνυτὴς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, διότι δὲν ἔχει ὑποβάλλει μήνυσιν ἀλλὰ τὸ ἰσχυρίσθη ἁπλῶς. Μὲ τὰς διατάξεις περὶ συκοφαντίας διὰ τοῦ Τύπου ποτὲ δὲν τιμωρεῖται, διότι ἐὰν ὑποβληθῇ μήνυσις, δεδομένου ὄντως ὅτι ἡ ἀποδοθεῖσα εἰς τὸν πολιτικὸν πρᾶξις εἶναι ἔγκλημα, ἀναστέλλεται ὑποχρεωτικῶς ἡ ἐκδίκασις τῆς μηνύσεως μέχρις οὗ ἐκδοθῇ τελεσίδικος ἀπόφασις ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον Δικαστήριον. Δηλαδὴ ἐάν τις κατηγορήσῃ τὸν Α διὰ τοῦ τύπου, ἢ ἐὰν ἔλθῃ αὔριον μία ἐφημερὶς καὶ εἴπῃ α... β... γ, ἐναντίον ἑνὸς πολιτικοῦ καὶ ὑποβάλλει ἐκεῖνος μήνυσιν, κατὰ τὸν Ν. (ἄρθρ. 366), δὲν θὰ δικασθῇ ἡ μήνυσις ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημίσει ἀλλὰ θὰ ἀνασταλῇ ἡ δίωξις διὰ νὰ δικασθῇ πρῶτον ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον Δικαστήριον ὁ πολιτικός. Καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἀποδειχθῇ βάσιμος ἡ κατηγορία δικάζεται ὁ πολιτικὸς καὶ θεωροῦνται ὡς καλῶς λεχθέντα. Ἐὰν δὲ ἐπακολουθήσῃ ἀπαλλαγὴ θεωροῦνται ὡς κακῶς λεχθέντα καὶ ἐπιβάλλονται αἱ ποιναὶ περὶ συκοφαντίας εἰς τὸν συκοφάντην, ἀλλὰ δεδομένης οὔσης τῆς μακροχρονίου διαδικασίας τοῦ παρόντος νόμου καὶ μάλιστα ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ του, τίποτε δὲν ἀποκλείει ἅπαντες οἱ ἐν ἐνεργείᾳ καὶ οἱ πώποτε διατελέσαντες Ὑπουργοί, Πρωθυπουργοί, βουλευταί, νὰ πᾶνε ὅλοι κατηγορούμενοι διότι καὶ ἐδῶ δὲν εἶναι σαφὴς ὁ νόμος, ἐὰν δηλ. θὰ ἐλέγξῃ μόνον ἐκείνας τὰς περιπτώσεις διὰ τὰς ὁποίας ὑφίστανται βάσιμοι κατηγορίαι ὅτι ὑπάρχει παράβασις τοῦ νόμου, ἢ θὰ ἐλέγξῃ τοὺς πάντας, ἀποτέλεσμα δὲ θὰ εἶναι ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἔχῃ ὑποκύψει τὸ ἀδίκημα τῆς συκοφαντίας, εἰς τὴν βραχυπρόθεσμον παραγραφὴν τὴν ὁποίαν εἰδικῶς ὁρίζει ὁ νόμος περὶ τύπου. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι καιρὸς νὰ σοβαρολογῶμεν. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιγράφεται ὡς νομοσχέδιον «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Ἐὰν τυχὸν διατηρήσωμεν τὰς διατάξεις αὐτὰς — δικαίωμα τῆς πλειοψηφίας εἶναι — θὰ εἶχα νὰ προτείνω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ τροποποιήσωμεν τὴν ἐπικεφαλίδα καὶ νὰ εἴπωμεν νομοσχέδιον «περὶ ἀτιμωρήτου τῆς κατασυκοφαντήσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Ἐλπίζω, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ μὲ τὰς ἀντιλήψεις αὐτὰς καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐλπίδα ἀποχωρῶ τοῦ βήματος διὰ νὰ μὴ στενοχωρήσω τὸν κ. Πρόεδρον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μερκούρης, ἔχει τὸν λόγον.
§27Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§29Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνομοθετήσαμεν ἕνα Κανονισμὸν καὶ τὸν παραβιάζομεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Ἡ πρώτη παραβίασις ἔγινεν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον, ἐπιτρέψαντα εἰς τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος ρήτορα νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ὁμιλίαν του πέραν τοῦ ἡμιώρου.
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ διαπιστώνει τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ.
§32Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω γενικώτερον. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἕνα Κανονισμὸν ὁρίζοντα ἐπὶ πόσον χρόνον πρέπει νὰ ὁμιλοῦν οἱ εἰσηγηταί, καὶ πόσον οἱ ρήτορες, πρέπει νὰ τηρήσωμεν τὸν Κανονισμόν. Ὁ προλαλήσας συνάδελφος κ. Γιαννούσης, ἔκαμε μίαν παρατήρησιν. Τὸ πρῶτον σκέλος τῆς παρατηρήσεώς του εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν. Τὸ δεύτερον σκέλος εἶναι ὑπὲρ ἐκείνου. Ἐφ’ ὅσον ὁ ρήτωρ ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα γνωρίζει ἐπὶ πόσον χρόνον πρέπει νὰ ὁμιλῇ, προσαρμόζει τὴν ὁμιλίαν του πρὸς τὸν χρόνον ποὺ δικαιοῦται νὰ παραμείνῃ εἰς τὸ βῆμα. Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεώς του ἐζήτησα τὸν λόγον. Ὁ κ. Γιαννούσης ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς ὅλους τοὺς ρήτορας νὰ ὑπερβοῦν τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ὁποῖον δικαιοῦνται νὰ ὁμιλήσουν ἀλλὰ αὐτὸ δὲν λέγει ὁ Κανονισμός. Ἐφ’ ὅσον ἐγένετο παραβίασις τοῦ χρόνου ὁμιλίας, δὲν θὰ πρέπει εἰς τὸν ρήτορα ὁ ὁποῖος θὰ ὁμιλήσῃ μετὰ ταῦτα νὰ τεθῇ περιορισμός...
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ εἶσθε ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπολύτως ὁ Κανονισμός.
§34Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω, διότι εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐπικαλεσθοῦν ἄλλοι ρήτορες, ὅτι παρεβιάσθη ὁ Κανονισμός.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπολύτως. Ὁ κ. Σ. Μερκούρης, ἔχει τὸν λόγον.
§36Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρ’ ὅλην τὴν ἀγάπην τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν κ. Λουλακάκην, θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ ὑπενθυμίσητε, ὅτι πλησιάζει ἡ λῆξις τοῦ ἡμιώρου, διότι εἶναι δυνατὸν εὑρισκόμενος κανεὶς εἰς τὸ βῆμα νὰ παρασυρθῇ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον κατετέθη, νομίζω, ὅτι εἶναι νομοθέτημα τὸ ὁποῖον θέτει ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας ὑπὸ κατηγορίαν. Καὶ ἐπειδὴ ἀνήκω εἰς μίαν οἰκογένειαν ἡ ὁποία ἠνάλωσε τὸν βίον της εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀνατρέξω ὀλίγον εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν. Δὲν θ’ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα, εἰς τὴν Ρώμην κλπ., διότι αὐτὰ εἶναι ἱστορικὰ γεγονότα καὶ εἶναι θέματα διαλέξεων καὶ οὐχὶ συζητήσεων ἐπὶ ἑνὸς πολιτικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βίος ὁ κοινοβουλευτικὸς τῆς Ἑλλάδος ὑπερέβη τὴν 100ετηρίδα. Κατηγορήθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἀρχηγοὶ κομμάτων, βουλευταί, πολιτευταί, ὑπουργοὶ διὰ παραβάσεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ οὐδέποτε κατηγορήθησαν δι’ ἠθικὰς παραβάσεις, διὰ καταχρήσεις. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὁλόκληρος ὁ βίος μεγάλων ἀνδρῶν οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὸν πολιτικὸν βίον μὲ περιουσίας οἰκογενειακὰς καὶ ἀπέθανον πένητες. Ὁ Δ. Ράλλης, ὁ Γ. Θεοτόκης, ὁ Γ. Κονδύλης, ὁ Ν. Πλαστήρας καὶ ὁ Παπάγος, διὰ νὰ μὴ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθόν. Ἐνθυμοῦμαι κἄτι μετὰ ἰδιαιτέρας συγκινήσεως, ὅτι ὁ Δ. Ράλλης, τὸ 1920 ἐπώλησε τὸ σπίτι του τῆς ὁδοῦ Πανεπιστημίου διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ν’ ἀντιμετωπίσῃ μίαν βαρυτάτην ἀσθένειαν ἡ ὁποία τὸν προσέβαλε καὶ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συντηρηθῇ. Κύριοι, ὑπευθύνως σᾶς λέγω, ὅτι ὅταν ἀπέθανεν ὁ Γ. Κονδύλης, εὑρέθησαν ὡς περιουσία του 374 δραχμαί.
§37Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ὅταν ἀπέθανεν ὁ Ἀλέξανδρος Παπαναστασίου, εὑρέθησαν ὡς μόνον χρηματικὸν ποσὸν ποὺ ἀφῆκεν ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἰδεολόγος πολιτικός, δραχμαὶ 150 ὅλες καὶ ὅλες.
§38Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν θὰ ἤθελον ν’ ἀναφέρω καὶ ὡς παράδειγμα τὸν πατέρα μου τοῦ ὁποίου τὸ 1927 μετὰ 16 ἐτῶν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων τοῦ ἔκοψαν τὸ γκάζι, διότι δὲν εἶχε νὰ πληρώσῃ τὸν λογαριασμόν.
§39Η. ΗΛΙΟΥ. Ἂς μὴ συγκρίνωμεν τὰ ὀνόματα.
§40Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Συνεπῶς, ὅταν ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον ἔχομεν αὐτὴν τὴν παράδοσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐλπίζομεν ὅτι δὲν ἔχει κανεὶς ἐξ ἡμῶν τὴν διάθεσιν νὰ ἀπομακρυνθῇ, ὅταν ἔχωμεν, λέγω, αὐτὸ τὸ παράδειγμα τοῦ παρελθόντος, πῶς εἶναι σήμερον δυνατόν, διὰ τοῦ κατατεθέντος νομοσχεδίου, νὰ τίθεται ὑπὸ κατηγορίαν ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλ’ εἰς τὸν κόσμον, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, ὑπῆρχε τὸ αἴσθημα τῆς εὐθιξίας. Ὑπῆρχε τὸ αἴσθημα τῆς εὐθιξίας τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι διέθετον τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Καὶ θὰ ἀναφέρω μόνον ἕνα χαρακτηριστικὸν παράδειγμα, τὰ ἐπιλεγόμενα «σανιδικά». Ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Θ. Δεληγιάννης ἔκαμε μίαν τεραστίαν διαδήλωσιν καὶ ὁ Γ. Θεοτόκης, ὅστις διέθετε τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἦτο Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνῆλθεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ εἶπε: Μεγαλειότατε, πρέπει νὰ δώσετε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ διαδήλωσις ἦτο πολὺ μεγάλη καὶ συνεπῶς τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἔχει χάσει τὴν λαϊκὴν ἐμπιστοσύνην. Αὐτὴ ἦτο ἡ εὐθιξία τότε τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἀλλ’ ἂς πάρωμεν τὸ πρόσφατον παρελθόν. Ἄλλος Ὑπουργὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόματος, ὁ μακαρίτης Γιαννόπουλος. Ὅταν ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συνελήφθη ἀπὸ ἰδιώτας ὁ διωκόμενος τότε λῃστὴς Καραθανάσης, ὁ ὁποῖος ἐκατηγορεῖτο διὰ τὴν ἀπαισίαν ἀπόπειραν δολοφονίας τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου. Ἐκρύπτετο καὶ μία ὁμὰς ἰδιωτῶν τὸν συνέλαβε. Εὑρέθην εἰς τὸ σπίτι τοῦ Παν. Τσαλδάρη, ὅταν ὁ μακαρίτης Γιαννόπουλος ἦλθε καὶ ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του. Τοῦ εἶπεν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, γιατί, ἀγαπητέ μου Γιαννόπουλε, ὑποβάλλεις τὴν παραίτησίν σου; Καὶ τοῦ ἀπήντησεν ὁ Γιαννόπουλος: Ὅταν, κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὰ ὄργανά μου δὲν δύνανται νὰ συλλάβουν ἕνα λῃστὴν καὶ τὸν συλλαμβάνουν ἰδιῶται, θὰ πῇ, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ κατέχω τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐνθυμοῦμαι ἐπίσης ἐδῶ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Χατζηπάνου, ὅστις μόνος του ἐζήτησεν ἀμέσως τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀείμνηστος Σοφοκλῆς Βενιζέλος καὶ ὁ νῦν ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος κ. Μαρκεζίνης, ὅταν ἔγιναν ὑπαινιγμοὶ ἐναντίον των, ἐζήτησαν ἀμέσως τὴν σύστασιν καὶ εὑρέθησαν πρὸ κατηγοριῶν, ὅτι διὰ κομματικοὺς λόγους ἐκρατεῖτο ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἔπρεπε τὸ 1950 ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Πλαστήρα νὰ ζητηθῇ νὰ γίνῃ μεταβολὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τότε τὴν ἐξεταστικήν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ συκοφαντία, ἡ ὁποία ἐβάρυνε τότε τὸν ἀείμνηστον Σοφ. Βενιζέλον καὶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος κ. Μαρκεζίνην. Δὲν θέλω νὰ προκαλέσω τὴν ΕΡΕ, ἀλλὰ ἡ ὀκταετία ἐδημιούργησε, ἂν θέλετε, μίαν ἐντύπωσιν καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι κἄτι τὸ ἄτοπον συνετελεῖτο. Καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως διαχειρίσεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἔργων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συμβάσεων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως— δυστυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε—μιᾶς ἐπικροτήσεως, ἑνὸς πνεύματος βίας καὶ νοθείας τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος. Τί νὰ πρωτοαναφέρῃ κανείς; Τὴν Μποῦγκε, τὰ Διϋλιστήρια, τὴν σύμβασιν Πάππας, τὴν Πτολεμαΐδα, ἡ ὁποία εἶναι τερατώδης, τὸ Ἀλουμίνιον; Ἀλλὰ κυρίως, ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογήσῃ κἄθε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει ὅλον τὸ αἴσθημα, ἂς εἴπωμεν, τῆς ἐπιεικείας, τὰς ὑπερβάσεις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτό; Κύριοι, ὑπῆρξα καὶ Ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐπὶ μικρὸν χρονικὸν διάστημα, ἀλλ’ ὑπῆρξα Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Δήμου Ἀθηναίων ἐπὶ μίαν πενταετίαν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὑπέρβασις ἄνω τῶν 15%. Καὶ ἡ ὑπέρβασις αὐτὴ θὰ εἶχε πλήρη δικαιολογίαν, διότι εὑρέθησαν π.χ. πρὸ ἑνὸς κολοσσιαίου βράχου καὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐκβραχισμός, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον προϋπολογίσει, διότι δὲν ἤξευραν ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν δρόμον, ὁ ὁποῖος ἐχαράσσετο, εὑρίσκετο αὐτὸ τὸ φυσικὸν ἐμπόδιον. Οὐδέποτε ὅμως ἐσημειώθησαν μεγαλύτεραι ὑπερβάσεις. Παρακαλῶ δέ, ἂς κατατεθοῦν ὅλοι οἱ φάκελλοι τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα ἐξετελέσθησαν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ὀκταετίας καὶ ἂν εὑρεθῇ ἓν ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὑπέρβασις πέραν τοῦ 20%, νὰ συγχωρήσωμεν καὶ τὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα αἱ ὑπερβάσεις ὑπερέβησαν τὰ 400%.
§41Γ. ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Πτολεμαΐδα, ἡ ὑπέρβασις ἔφθασε τὰ 370%.
§42Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δυστυχῶς ἡ ΕΡΕ καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἀντεμετώπισε τὰς κατηγορίας, διὰ τὰς ὁποίας, πλὴν τῆς βίας καὶ τῆς νοθείας, εὔχομαι νὰ ὑπάρξουν ἀπόλυτα δικαιολογητικά. Πλὴν τῆς βίας καὶ τῆς νοθείας. Καὶ δι’ αὐτὰς θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ εἶμαι ἐπιεικής, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ αἷμα τοῦ συναδέλφου μας ἐδῶ καὶ τὸ αἷμα τῶν ἄλλων νέων, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὴν ζωήν των, μαχόμενοι διὰ τὴν προστασίαν τῶν συνταγματικῶν των δικαιωμάτων. Καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀντεμετώπισε τὴν κατάστασιν μὲ τὴν ὑπερηφάνειαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ. Εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1958 τέσσαρας φορὰς ὑπεβλήθη πρότασις ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὄχι ἀπὸ ἡμᾶς μόνον, τῆς ἀριστερᾶς παρατάξεως, ἀλλ’ ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ὑπῆρξαν καὶ συνάδελφοι τότε τῆς τότε Συμπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι μετὰ πικρίας ἐψήφισαν κατὰ τῆς προτάσεως. Ἤρχοντο καὶ εἰς τὸ σπίτι μου καὶ εἰς τὸ γραφεῖον μου καὶ ἀντηλλάσσαμεν τὰς γνώμας καὶ ἐχαρακτήριζον ὡς σφάλμα τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως περὶ συγκροτήσεως Ἐξεταστικῆς τῶν Πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Τότε, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ ΕΡΕ, δὲν εἴχατε τὸ ἐπιχείρημα ὅτι εἴσασθε μειοψηφία. Δὲν δέχομαι ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ συνάδελφος ποὺ θὰ δικάσῃ, λόγῳ κομματικῆς ἐπιρροῆς, ἢ μίσους, ἢ ἀντιπαθείας οἱονδήποτε ἐξ ἡμῶν, ὅστις ἤθελε φθάσει εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου. Πῶς ἐμπλέξατε εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον; Ἡ μὲν τότε Κυβέρνησις ἔκαμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν διὰ νὰ παραμείνῃ μὲ τὴν ὑποψίαν τοῦ ἐγκλήματος, ἀρνηθεῖσα τὴν πρότασιν περὶ Ἐξεταστικῆς τῶν Πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ὁ Πρόεδρος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἶπε μεταξὺ ἄλλων, κατὰ τὴν περίοδον τοῦ ἀνενδότου ἀγῶνος, ὅτι θὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις τοῦ παρελθόντος. Καὶ συνεκέντρωσεν ἡ Ε.Κ. τὸ 53% τῶν ψήφων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ γεγονὸς διὰ τὰ πολιτικὰ χρονικὰ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θέλω νὰ προσθέσω ὅτι συνεκέντρωσε τὸ 65% καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ θυμώσουν οἱ συνάδελφοι τῆς Ἑνώσεως τοῦ Κέντρου, διότι παραλλήλως μὲ τὴν Ἕνωσιν Κέντρου ἐκάμαμε τὸν ἀγῶνα τὸν ὁποῖον ἐζήτησεν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ παρελθόντος.
§43Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Διατὶ νὰ θυμώσουν; Σᾶς εὐγνωμονοῦν.
§44Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ὡμίλει εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ἡμερῶν, ἀφῆκε ὑπὸ κατηγορίαν τὴν Ε.Ρ.Ε. Εἶπε, δηλαδή, τὶ θέλετε, κύριοι, ἡ περίπτωσις ἔχει παραγραφῆ. Καὶ μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ ΕΡΕ ἐδέχθη μὲ ἀνακούφισιν τὴν παραγραφήν. Ἔλλειψεν, κύριοι, ἡ εὐθιξία τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τοῦ παρελθόντος.
§45Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσω ἄνευ σχολίων καὶ παρατηρήσεως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ ΕΡΕ ἐδέχθη μὲ ἀνακούφισιν τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ προσδώσῃ εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς προελθούσης ἀπὸ τὴν ἄκραν ἀριστεράν. Ἐὰν ἡ ἀνακούφισις ὑπῆρξεν εἰς τὴν ψυχὴν ὅλων ἡμῶν, ἡ ἀνακούφισις αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐντοπισθῇ εἰς αὐτὸ καὶ μόνον. Καὶ ἡ ἐξήγησις αὐτὴ νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἐκ τοῦ ὅτι ἀπεφεύχθη ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ βαρύνῃ τὴν συνείδησιν ὅλων ἡμῶν τῶν παρισταμένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ κινηθῇ μία διαδικασία ἐρευνητική, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς δικαίωσιν ἢ καταδίκην τοῦ κατηγορουμένου. Ἐναντίον τούτου τοῦ ἀτόπου ἀντετάχθημεν. Δὲν ἀντετάχθημεν εἰς τὴν ἔρευναν, δὲν ἀντετάχθημεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξονύχισιν τοῦ θέματος. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ἡ προθυμία καὶ ἡ σπουδὴ μετὰ τῆς ὁποίας ἡ ΕΡΕ ἐπεκρότησε καὶ ἐπρωτοστάτησε εἰς τὴν ἐπιβολὴν μέτρων καθαρμοῦ ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἶναι ἀναγκαῖα. Ἐπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ κατ’ ἀντανάκλασιν εἰς τὴν ΕΡΕ ἡ μομφὴ ὅτι ὑπέστη τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀνακουφίσεως, διότι δῆθεν αἰσθάνεται ὅτι τὴν βαρύνει θέμα ἠθικόν. Ἡ ΕΡΕ εἶναι ὑπὲρ καθαρμοῦ, ὑπὲρ πλήρους καθαρμοῦ καὶ εἰς τοῦτο, ὅταν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις μου, θὰ εὑρεθῇ κατ’ ἀνάγκην σύμφωνος ἡ Βουλὴ μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον πρὸ ὀλίγου καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν. Ἡ ἄκρα ἀριστερά, βέβαια, δὲν ἐννοεῖ τὸν καθαρμὸν κατὰ τὸν τρόπον ὁ ὁποῖος πράγματι προσήκει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν ἀποκατάστασιν τὴν ἠθικήν, δηλαδὴ τὴν δικαστικὴν καὶ ἀνυπόληπτον. Ἀντιτασσόμεθα ἐναντίον τῆς διαστροφῆς, ἡ ὁποία προσπαθεῖται νὰ γίνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀκόμη καὶ ἐπ’ ἐσχάτων. Ἡ διαστροφὴ ὑφίσταται εἰς τὸ νὰ χρησιμοποιηθῇ ἕνα πολιτικὸν κατὰ κανόνα καὶ ὑφὴν δικαστήριον, ὅπως εἶναι ἡ Βουλή, προκειμένου νὰ ἐκδικάσῃ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ περιπτώσεως θιγούσης τὴν ΕΡΕ καὶ τὴν τιμὴν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ἐναντίον αὐτοῦ ἀνθιστάμεθα. Καὶ ἐὰν ἠθέλωμεν νὰ δεχθῶμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν πολιτικῆς φύσεως δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ὡρίζοντο εἰς ἄλλας ἐπαναστατικὰς ἐποχάς, νὰ κρίνουν περὶ τῆς ἐντιμότητος καὶ τοῦ παρελθόντος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, τότε θὰ κατελήγωμεν εἰς τὸ ἄτοπον νὰ δημιουργήσωμεν ἐδῶ ἕνα ὁρμητήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρησιμοποίει ἡ ἑκάστοτε πλειοψηφία ἐναντίον τῶν ἀντιπάλων της ἢ ἕνα μέτρον προχείρου ὑφαρπαγῆς συγχωροχαρτίων, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὰς πράξεις της ἡ πλειοψηφία. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπον.
§46Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Οὔτε ἐγώ, οὔτε καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι ἀνεφέρθημεν εἰς λαιμητόμον ἢ εἰς συγχωροχάρτια.
§47Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἀπόψεις τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πιπινέλης τοποθετοῦν τὸ θέμα τῆς ἐρεύνης τῶν πράξεων τῶν κυβερνητικῶν τοῦ παρελθόντος εἰς τὴν διενέργειαν δικαστικῆς ἀνακρίσεως, ἐρεύνης καὶ διώξεως ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ὑπάρξει πρὸς τοῦτο περίπτωσις. Εἶναι ὅμως βέβαιον, κ. Πρόεδρε, ὅτι τοιαύτη δίωξις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι οὔτε ἐκ τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐπιτρεπτὴ λόγῳ τῆς εἰδικῆς δοσιδικίας τῶν Ὑπουργῶν, οὔτε ἐκ τοῦ νόμου, περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, παρέχεται ἡ εὐχέρεια, διότι τὸ ἀδίκημα ἔχει παραγραφῆ. Ἐὰν σήμερον προβάλλουν τὴν γενναιότητα, προσφέροντες ἑαυτοὺς οἱ κύριοι τῆς Ε.Ρ.Ε. πρὸς δικαστικὴν ἔρευναν θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἀποτελεῖ τοῦτο ἀνδρείαν, διότι γνωρίζουν ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δίωξις καὶ διότι, ὅταν ἦλθε πρότασις περὶ Ἐξεταστικῆς τῶν Πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, τὴν ἀπέκρουσαν μετὰ μανίας. Ἦλθε δύο φορὲς ὅταν ἦσαν Κυβέρνησις καὶ πλειοψηφία πρότασις διὰ παραβάσεις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ κ. Χρυσανθοπούλου καὶ ἡ ΕΡΕ ἀπέκρουσε τὰς προτάσεις, διὰ νὰ ἔλθῃ μετὰ δύο μῆνας τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ νὰ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Χρυσανθοπούλου, διὰ τὴν ὁποίαν ὡς παρανόμου, ἐζητήθη ἡ δίωξις, ἦτο παράνομος πράγματι. Πῶς, λοιπόν, θὰ διωχθῇ τώρα, ἐφ’ ὅσον ἔχει παραγραφῆ; Ἂς ἀφήσουν, λοιπόν, οἱ κύριοι τὴν γενναιότητα. Ὅταν ἔπρεπε νὰ τὴν προβάλλουν τὴν ἀπέκρουσαν. Σήμερον μόνον καὶ κυρίως, πολιτικὴ ἔρευνα ὑπάρχει. Ἐὰν καὶ αὐτὸ δὲν δεχθοῦν, σημαίνει, ὅτι δὲν θέλουν. Ἀποφεύγουν τὸν ἔλεγχον, τότε, καὶ ζητοῦν ἀμνηστείαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Δ.Α.). Παρεγράφη τὸ ἀξιόποινον ὅλων τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἂς ἀφήσουν, λοιπόν, τοὺς ὑπερηφάνους κομπασμούς, καὶ τὴν ἐμφάνισιν ἀνδρείας καὶ γενναιότητος τάχα, ὅτι προσφέρονται νὰ δικασθοῦν. Ὅταν ἔπρεπε νὰ δικασθοῦν, τὸ ἀπέφυγαν, τὸ ἐπολέμησαν. Σήμερον δὲν ὑπάρχει παρὰ πολιτικὴ ἔρευνα, κριτήρια πολιτικά, κρίσις πολιτική. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος, μόνον Ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπαί. Ἐὰν καὶ αὐτὰς δὲν τὰς ἀποδεχθοῦν ζητοῦν ἀμνηστείαν.
§48Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, φαντάζομαι νὰ ἐχρονομετρήσατε τὸν χρόνον τῶν ἀγορεύσεων, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ διακοπῶν, ἀλλὰ περὶ ἀγορεύσεων.
§49Ι. ΜΕΛΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§50Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἶσθε Εἰσηγητὴς καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα.
§51Ι. ΜΕΛΑΣ. Εἰς περίπτωσιν παραγραφῆς, ἡ ἐνοχὴ εἶναι παραγεγραμμένη καὶ διὰ τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ διὰ τὸ Δικαστήριον. Κατὰ συνέπειαν, καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις, ἀποκλείεται ὁ πραγματικὸς κολασμός. Καὶ δὲν ἀπομένει παρὰ μόνον ἡ δυνατότης τῆς ἠθικῆς ἐπισημάνσεως τῆς ἐνοχῆς καὶ τῆς παραδόσεως τοῦ παραγραφέντος ἐνόχου εἰς τὴν Ἐθνικὴν κατάκρισιν καὶ ἀποδοκιμασίαν. Αὐτήν, ὅμως, τὴν ἐπισήμανσιν τῆς καταρτίσεως προτιμότερον εἶναι νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅπως προβλέπει τὸ κρινόμενον σχέδιον, ἀντὶ τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ πόρισμα, τῆς ὁποίας εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κατακριθῇ ὡς ἀπότοκον μεροληψίας καὶ ἐμπαθείας τῆς πλειοψηφίας, περίπτωσις ἀποκλειομένη εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς δικαστικῆς ἐκτιμήσεως.
§52Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Μίαν λέξιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§54Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὡς βουλευτὴς ἐκπροσωπῶν χιλιάδας συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμόν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πιπινέλη, διότι μὲ τοὺς ἰσχυρισμούς, τοὺς ὁποίους προέβαλεν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ γίνῃ λαιμητόμος, ὅταν πρόκειται νὰ κρίνῃ ἀντιπάλους, καταρρίπτεται ὁ Κοινοβουλευτισμός, διότι στερεῖται πλέον ἡ Βουλὴ τοῦ δικαιώματος νὰ ἐμπνέῃ ἐμπιστοσύνην ἐπὶ θεμάτων ἠθικῆς τάξεως. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παραμείνουν ἀδιαμαρτύρητα αὐτὰ τὰ πράγματα ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι πιστεύω ὅτι πάντοτε ἐπετελέσαμεν τὸ καθῆκον μας καὶ ἀπεδείξαμεν μὲ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως διὰ τὴν Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν, ὅτι τοὺς ἀντιπάλους τότε, ὄχι μόνον τοὺς ἀπηλλάξαμεν, ἀλλὰ διεκηρύξαμεν τὴν χαράν μας καὶ τὴν ἱκανοποίησίν μας, διότι ἀπεδείχθη ὅτι ἦσαν λευκοί. Συνεπῶς, ὅταν σήμερον ἐρχώμεθα καὶ λέγωμεν, ὅτι δὲν ἐμπιστευόμεθα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἐπὶ ζητημάτων ἠθικῆς τάξεως καὶ συνεπῶς αἱ Ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπαί, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ καταργηθοῦν, ἐνῷ ἡ παράταξις ἐκείνη, πάντοτε τὰς ἐπεδίωξε καὶ τὰς ἐπέβαλε, νομίζω ὅτι, ὡς γνήσιος ἐκπρόσωπος τοῦ λαοῦ ἔχω δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶ.
§55Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Θὰ παρεκάλουν, κ. Πρόεδρε, νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν τηρεῖται, διότι διὰ τῶν διακοπῶν αὐτῶν διαφεύγομεν ἀπὸ τὸ κύριον θέμα, προκειμένου περὶ ἑνὸς Νομοσχεδίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐπείγεται νὰ ψηφισθῇ. Ἐπίσης, παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ μὴ λαμβάνουν τὸν λόγον ὑπὸ τύπον διακοπῶν διὰ νὰ ἀπαντήσουν ἐπὶ θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀπαντήσῃ, νομίζω, ἡ Κυβέρνησις καὶ ὄχι οἱ κ.κ. βουλευταί. Ἀκούομεν τὰς ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι διατυποῦνται ἐκ μέρους τῶν κ. συναδέλφων. Ἐὰν θὰ θελήσωμεν νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰς καθ’ ἕκαστον ἀπόψεις, τότε θὰ ἀρχίσῃ ἕνας διάλογος μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀπόψεων τῶν κ. συναδέλφων, ὁπότε διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν προάγεται. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι οἱ ἐπὶ τοῦ βήματος κ. ἀγορηταὶ νὰ διατυπώσουν τὰς ἀπόψεις των, τὰς ὁποίας παρακολουθοῦμεν μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ἀπὸ κυβερνητικῆς πλευρᾶς θὰ δώσωμεν τὰς ἀπαντήσεις ἐκεῖ ὅπου χρειάζεται νὰ δώσωμεν μίαν ἀπάντησιν. Εἰς δὲ τὰ καθ’ ἕκαστα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι θὰ παρασχεθῇ ἡ εὐχέρεια εἰς τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ διατυπώσουν τὰς ἀπόψεις των καὶ νὰ δώσουν ἀπάντησιν. Παρακαλῶ, λοιπόν, ὅπως προχωρήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ποὺ νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ ἐπιθυμίαν ὅλων τῶν κ. συναδέλφων διὰ νὰ ψηφισθῇ. Νὰ ἀκολουθήσωμεν, λοιπόν, αὐτὴν τὴν τακτικήν, διότι ἄλλως θὰ καταλήξῃ νὰ καταστῇ ἄσκοπος ἡ συζήτησις.
§56Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι νομίζω, ὅτι ἕνα νομοσχέδιον τοιαύτης σημασίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ κατὰ ἕνα τρόπον ποὺ δὲν θὰ ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι ὅλων τῶν βουλευτῶν, ὅσων θέλουν νὰ τὰς ἐκφράσουν. Καὶ δὲν νομίζω, μάλιστα, ὅτι τοιούτου εἴδους νομοσχέδιον θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ θέτῃ, ὡς ἕνα νομοσχέδιον ἐμπιστοσύνης, καὶ νὰ μὴ ἄφηνεν ἐλευθέρους τοὺς βουλευτὰς νὰ ψηφίσουν κατὰ συνείδησιν. Ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν Πρόεδρον κ. Πιπινέλην. Κύριε Πιπινέλη, ἀσφαλῶς θὰ εἴχατε δίκαιον, ἐὰν ἐλέγατε ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἕνα πολιτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐλέγχει, ἀποφασίζει καὶ εἰς τὸ τέλος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ κατηγορηθεὶς νὰ ἀμυνθῇ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, κ. Πιπινέλη, ἔχετε μίαν σταδιοδρομίαν εἰς τὸν διπλωματικὸν κλάδον λαμπράν, ἀλλὰ δὲν ἔχετε πεῖραν κοινοβουλευτικὴν καὶ ἴσως δὲν πρόκειται ἀκόμη νὰ συνηθίσετε εἰς τὸ κλῖμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖτε, ἐφ’ ὅσον αἱ θεωρίαι αἱ ἰδικαί σας εἶναι ἄλλαι. Συνεπῶς δὲν πρόκειται διὰ τὸν πολιτικόν, ἐὰν θὰ καταδικασθῇ εἰς 1, 2, 3, 5 ἔτη. Ὅλοι κατεδικάσθημεν. Οἱ πολιτικοὶ ὅλοι κατεδικάσθησαν δι’ ἠθικοὺς λόγους, κατεδικάσθησαν, λόγῳ τοῦ διχασμοῦ ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἡ κατάρα, εἰς τὸν τόπον αὐτὸν τῶν δύο μεγάλων, τότε, κομμάτων, ὅστις ἤρχισε τὸ 1915 καὶ ἔληξε μὲ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1935 καὶ ἐταράχθη ὁ κόσμος. Ἐγώ, φερ’ εἰπεῖν, ἔχω καταδικασθῆ τρεῖς φορὰς εἰς ἰσόβια δεσμά.
§57Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Διατί;
§58Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Διὰ πολιτικοὺς λόγους. Διαρρήκτης, πάντως δὲν ἤμην.
§59Χ. ΠΙΠΙΛΗΣ. Οἱ διαρρῆκται δὲν δικάζονται ποτὲ ἰσόβια.
§60Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶμαι νομικὸς καὶ δὲν γνωρίζω. Ὁ πολιτικὸς δικάζεται ἠθικῶς, καὶ ἐὰν ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, ἔβγαζε μίαν ἀπόφασιν ἐναντίον μου, ἐὰν εἶχον κατηγορηθῆ, ὅτι, ὡς Ὑπουργός, παρέβην τὸ καθῆκον μου καὶ εἶχον αὐτὴν τὴν ἠθικὴν καταδίκην, πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ μὲ κατεδίκαζε πλέον εἰς ἰσόβιον ἀφάνειαν. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἐξηφανίσθησαν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν κονίστραν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατηγορήθησαν διὰ πράγματα ἀσήμαντα καὶ ὅμως ἐπειδὴ ὑπῆρχεν ἡ ὑποψία κακῆς διαχειρίσεως, ἐξηφανίσθησαν ὄχι ἀπὸ κανένα Δικαστήριον ἢ ἀπὸ κανένα Συμβούλιον Τιμῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Δεύτερον, θὰ ἔπρεπεν ἡ ΕΡΕ νὰ εἶχε ζητήσει μόνη της τὴν παράβασιν τοῦ Συντάγματος, ἢ νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν διάταξις διὰ τὴν ὁριστικὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ παρελθόντος. Ἤθελα νὰ ἐρωτήρω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ νομ)δίου, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον ἐπείγεται νὰ ψηφίσῃ, ἐὰν εὑρεθῇ τις καὶ ὑποβάλῃ μήνυσιν κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τότε ὀφείλουν καὶ οἱ δύο διὰ λόγους εὐθιξίας νὰ παραιτηθοῦν. Διὰ ποῖον λόγον; Θὰ σᾶς ἐξηγήσω. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος προΐσταται τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας, νὰ εὑρίσκεται ὑπὸ κατηγορίαν καὶ νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν του. Διότι, ἐὰν παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν του τότε θὰ γεννηθοῦν ὑποψίαι ὅτι ὁ Ὑπουργός, ὡς προϊστάμενος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, θὰ ἐπηρεάσῃ αὐτὴν καὶ ἡ ἀπόφασις θὰ εἶναι δι’ αὐτὸν ἀπαλλακτική. Ἡ Ε.Κ. ὤφειλε νὰ φανῇ συνεπὴς ἀπέναντι τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν πλήρη ἐκκαθάρισιν τοῦ παρελθόντος. Διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, δὲν γίνεται ἡ ἐκκαθάρισις. Μένει ἡ παραγραφή. Ἡ παραγραφή, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνδιαφέρῃ ἰδιαιτέρως τὴν ΕΡΕ ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ ὅπως ἐξευρεθῇ τρόπος, ἵνα ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν βαρυτάτην κατηγορίαν τὴν ὁποίαν τῆς ἀπέδωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἓν ἄλλο θέμα. Ποῖος δυστυχὴς πολίτης θὰ εἶναι δυνατόν, μετὰ τὰς κυρώσεις αἱ ὁποῖαι προβλέπονται, νὰ ὑποβάλλῃ μήνυσιν κατὰ οἱουδήποτε πολιτικοῦ ἀνδρός; Διότι καταγγέλλω ἐγὼ κάποιον, ἐκ δὲ τῆς διαδικασίας ἡ καταγγελία νὰ δύναται νὰ στραφῇ ἐναντίον του ὁ μηνυτὴς γίνεται κατηγορούμενος μὲ ὅλας τὰς συνεπείας δηλαδὴ πρέπει νὰ ἀπολογηθῇ κλπ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τὴν προηγηθεῖσαν ὀκταετίαν τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι θὰ πληρώσωμεν εἰς τὸ μέλλον πολὺ ἀκριβά. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ καθαρμοῦ τῆς πολιτικῆς ζωῆς, πρέπει δὲ καὶ εὔχομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ βελτιωθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ συμβάλῃ, πράγματι, εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ὀκταετίας.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πιπινέλης ἔχει τὸν λόγον.
§62Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ εἶμαι βραχὺς καὶ ὁπωσδήποτε θὰ σεβασθῶ ἀπαρεγκλήτως τὸν νέον Κανονισμόν, ὅσον ἀφορᾶ τὰ ὅρια τὰ χρονικὰ τῶν ἀγορεύσεων. Δὲν ἔχω ἀνάγκην κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, νὰ ἐξάρω τὴν σημασίαν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἐπιληφθῆ. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ προσθέσω ὡς λογικὴν καὶ ἄμεσον συνέπειαν τῆς ὑπογραμμίσεως τῆς σημασίας τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι ἐπιβάλλεται— νομίζω— νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν καὶ τὴν ἐξονύχισιν αὐτοῦ ἐν πάση νηφαλιότητι καὶ ἀντικειμενικότητι, τὸ ὁποῖον σημαίνει διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ ἐπηρεασθῶμεν οὔτε ἀπὸ τὰς ἀμέσους συναρτήσεις τῶν προβλεπομένων νέων διατάξεων, ἐν συσχετισμῷ πρὸς τὰ τελευταῖα πολιτικὰ γεγονότα, τὰ διαδραματισθέντα ἐν τῇ χώρᾳ αὐτῇ, οὔτε ἀπὸ τὸ πλέγμα ἤ, ἐὰν θέλετε, τὴν προκατάληψιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ νόμος αὐτὸς νὰ χρησιμοποιηθῇ κατά τινα τρόπον πρὸς ἐπιβράβευσιν ὡρισμένων ἀπόψεων, τὰς ὁποίας ἀνεπτύξαμεν πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἴτε καὶ ὡς ἀπόδειξις τοῦ ὅτι ὁ εἷς περισσότερον τοῦ ἄλλου ἐκ τῶν παρευρισκομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπιθυμεῖ ζωηρῶς καὶ εἰλικρινῶς τὴν ἐπιβολὴν πλήρους καὶ ἀμειλίκτου καθαρμοῦ. Δὲν πρέπει οὔτε τὸ πλέγμα τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος, οὔτε — καὶ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις —ὁ παλμὸς τῆς ἀρετῆς νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ παραστρατήσωμεν, προκειμένου νὰ κρίνωμεν ἕνα νομοθέτημα, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς δὲν ἀφορᾷ οὔτε τὸ παρόν, οὔτε τὸ παρελθόν, ἀλλὰ προώρισται νὰ ρυθμίσῃ κατὰ τρόπον καλύτερον καὶ ρυθμικώτερον ὁλόκληρον τὸν μέλλοντα πολιτικὸν βίον τῆς χώρας. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν γενικῶν σκέψεων ἐμελέτησα μετὰ ἰδιαιτέρας προσοχῆς τὸ νομοθέτημα αὐτό. Ἀνήκω, ὅπως εἶπον, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες ἴσως πολὺ μικρὰν πεῖραν τῆς λειτουργίας τοῦ Σώματος τοῦ νομοθετικοῦ, ἔχουν ἐν τούτοις τὸ προνόμιον νὰ ἔχουν ἀσχοληθῇ ἀπὸ μακρῶν καὶ πολλῶν ἐτῶν μὲ τὰ βασικὰ προβλήματα τοῦ πολιτικοῦ βίου καὶ εἰλικρινῶς καὶ βαθέως νὰ πιστεύουν ὅτι ὁ πολιτικὸς βίος τῆς χώρας ἔχει τῷ ὄντι ἀνάγκην θεμελιωδῶν μετασκευῶν καὶ ἄλλης σοβαρωτάτης προστασίας. Ἐν τούτοις ὀφείλω ἐξετάζων τὸ νομοθέτημα ὅπως ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν γενικὴν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι τοῦ ὅτι δηλαδὴ πρέπει πάσῃ θυσίᾳ νὰ παταχθῶσιν ἀμειλίκτως οἱαιδήποτε περιπτώσεις ἀθεμίτου πλουτισμοῦ διὰ νὰ καταστῶσι καὶ θεωρητικῶς ἀκόμη δυναταὶ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ. Παρὰ τὴν συμφωνίαν μου εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοθέτημα οἷον ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ εἴπω εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς ὅτι θεωρῶ τὴν διατύπωσίν του ὡς ἀποτελοῦσαν μίαν ἂν θέλετε κεκαλυμμένην μορφὴν ἐναντίον ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου καὶ ἐγὼ ὡς μέλος τοῦ πολιτικοῦ Σώματος θεωρῶ αὐτὸ ὡς προσβάλλον τὴν εὐθιξίαν ὅλων ἡμῶν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, ὅπως εἶπον, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ὅλα καλῶς βαίνουν ἐν τῷ βασιλείῳ μας καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν καὶ ριζικῶν μεταβολῶν εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ πολιτικοῦ μας βίου. Ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος ἐκ τῆς πείρας τὴν ὁποίαν ἀρκετὰ μακρὰ σταδιοδρομία ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ μου ἐπέτρεψε νὰ ἔχω, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ τι ἀπὸ τὸ ὁποῖον πάσχει ὁ δημόσιος βίος τῆς χώρας, τὸ τελευταῖον καὶ τὸ μικρότερον καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ὄντως σπανιωτάτην περίπτωσιν εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ ἀθεμίτου πλουτισμοῦ. Εἶχον τὴν τιμὴν καὶ κατὰ τὰ πρῶτα στάδια τοῦ δημοσίου βίου μου νὰ εὑρεθῶ εἰς τὸ πολιτικὸν καὶ ἀνθρώπινον κλῖμα ὡρισμένων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας μας ἐπιφανῶν, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς τῆς ὑπερόχου θέσεως τὴν ὁποίαν κατεῖχον ἐν τῇ πολιτείᾳ ἔδωκαν τὴν σφραγῖδα εἰς μίαν ὁλόκληρον ἐποχὴν καὶ εἰς τὴν παροῦσαν. Ηὐτύχησα νὰ γνωρίσω ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν συγκινητικὴν λιτότητα ἑνὸς Παναγῆ Τσαλδάρη θανόντος μὲ ὅλην περιουσίαν 5.000 δραχμῶν καὶ τῆς βιβλιοθήκης του. Ἐγνώρισα ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν στρατιωτικὴν ἂς εἴπωμεν στυγνὴν λιτότητα καὶ ἐντιμότητα ἑνὸς Γεωργίου Κονδύλη καὶ εἶμαι εὐτυχής, διότι εἷς ἐκ τῶν προλαλησάντων ἀνεμνήσθη αὐτοῦ. Ἐγνώρισα τὸν οἶκον ἑνὸς Γεωργίου Καφαντάρη εἰς τὸν ὁποῖον εἰσήρχετο κανεὶς μὲ συγκίνησιν ἐνώπιον τῆς ἐνδείας τὴν ὁποίαν ἐπρόδιδεν, ἐγνώρισα καὶ πολλοὺς ἄλλους καὶ ἔφθασα εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν καὶ λόγῳ πολλῶν θέσεων τὰς ὁποίας ηὐτύχησα νὰ κατάσχω εἰς τὸν δημόσιον βίον εὑρέθην εἰς ἀμεσωτάτην προσωπικὴν ἐπαφὴν σχεδὸν μὲ ὅλους τοὺς ἡγέτας τοῦ σημερινοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Θὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ἂν διὰ πολλοὺς ἐξ αὐτῶν διέκρινα ἀδυναμίαν, ἐγνώρισα ἐλλείψεις, κατέκρινα πολλάκις καὶ σφοδρότατα πέραν τοῦ δέοντος τὰ λάθη των, δι’ οὐδένα ἐξ αὐτῶν ἦτο δυνατὸν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ σχηματίσω τὴν ὑπόνοιαν ὅτι κατά τινα τρόπον ἀθεμίτως ἐπλούτισαν. Ἀποτελεῖ ἑπομένως νομίζω ἄδικον μομφὴν τὸ ὅτι ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις, υἱοθετοῦσα ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἀρχὴν ὅτι ἂν καὶ σπάνιαι, ὑπάρχουν ἐν τούτοις περιπτώσεις ἀθεμίτου πλουτισμοῦ ἐν μέσῳ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ὅτι αἱ περιπτώσεις αὐταὶ ἔχουν ἀνάγκην ὅπως λέγεται, εἰς ἄλλο σημεῖον τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, αὐστηροτάτου κολασμοῦ. Ἀποτελεῖ ἀδικίαν κατὰ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀδικία αὐτὴ εἶναι τόσον μᾶλον αἰσθητὴ ὅταν τὴν ἀντιλαμβανώμεθα πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰς ἄλλας δημοκρατίας πολὺ περισσότερον προηγμένας τῆς ἰδικῆς μας, συμβαίνουν. Ὅταν ἀναπολήσωμεν πρὸς στιγμὴν τὴν περίφημον ἔκθεσιν «ΦΑΟ»(;) ἡ ὁποία κατεδίκασεν εἰς ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα τοὺς στενοὺς καὶ ἐπιληψίμους δεσμοὺς οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον μεταξὺ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς μεγάλης δημοκρατίας τῆς δύσεως καὶ τοῦ ἐγκληματικοῦ ὑποκόσμου τῆς Νέα Ὑόρκης. Ὅταν ἐνθυμηθῶμεν ὅτι εἰς ἄλλην περίπτωσιν Ὑφυπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τῆς Μεγάλης Δημοκρατίας τῶν Η.Π.Α. ἀπεκαλύφθη καὶ ἐδικάσθη διότι καθ’ ἣν ὥραν διετέλει Ὑπουργὸς ἐδέχετο ἀμοιβὰς ἀπὸ μίαν ἑταιρείαν εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει τὴν προτίμησιν παραγγελιῶν ὡς νομικὸς σύμβουλος. Ὅταν ἐνθυμηθῶμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἀκόμη καὶ σήμερον συμβαίνουν εἰς τὴν Δημοκρατίαν τῆς Ἰταλίας μὲ τὴν περίφημον ὑπόθεσιν ΙΠΠΟΛΥ-ΤΟ ἡ ὁποία ἔχει ἀνασκαλέψει τὰ βάθρα τῆς νομικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς χώρας αὐτῆς. Ὅταν ἐνθυμηθῶμεν ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν βουκολικήν, ἂς εἴπωμεν, Ἑλβετίαν πρὸ ὀλίγων μόλις ἐτῶν συνελλαμβάνετο ὁ διευθυντὴς τῆς ὑπηρεσίας τῶν χρημάτων τῶν Ἑλβετῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐπὶ καταχρήσει καὶ ἠναγκάζετο νὰ αὐτοκτονήσῃ, ἄλλος διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας ἢ νὰ παραιτηθῇ κάποιος ἄλλος διευθυντὴς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας διότι ἐκατηγορήθη βασίμως ἐπὶ καταχρήσει. Καὶ ὅταν ἐνθυμηθῶμεν εἰς τὴν ἰδίαν αὐτὴν ἐνάρετον κατὰ πάντα Δημοκρατίαν ὅτι συνελήφθη καὶ κατεδικάσθη στρατιωτικὸς ἀκόλουθος εἰς ξένας χώρας, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη ἀμοιβὰς ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλβετικὴ Δημοκρατία εἶχε παραγγείλει τὰ τὰνκς ΣΕΤΟΥΡΝΟ. Ὅταν ἐνθυμηθῶμεν μεταξὺ ἄλλων ὅτι πρὸ ὀλίγων ἀκόμη μηνῶν εἰς τὴν ἄλλην σπουδαίαν καὶ μεγάλην Σοβιετικὴν Δημοκρατίαν ἐπεβλήθη ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου ἐναντίον παρεκτροπῶν τοιαύτης φύσεως ἀκριβῶς διότι ἐγένετο τόσον συνήθης ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ ἡ ἡγεσία τῆς χώρας νὰ ἀνταπεξέλθῃ δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων, ὅταν ἐνθυμηθῶμεν καὶ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτά, θὰ τοποθετήσωμεν τὸ πρόβλημα εἰς τὴν πραγματικήν του διάστασιν καὶ αὐτό, κύριοι, ἐπιβάλλει ἡ σοβαρότης τῆς ἀντιμετωπίσεώς του νὰ τὸ ἴδωμεν εἰς τὰς πραγματικάς του διαστάσεις. Καὶ θὰ εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν χώραν αὐτήν, ἀπὸ πολλὰ πάσχομεν, δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ συμφωνήσητε εἰς τὸν κατάλογον τὸν πρόχειρον τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω, δέχομαι εὐχαρίστως οἱανδήποτε τροποποίησίν του, ἀλλὰ εἶμαι νομίζω ἐν δικαίῳ λέγων ὅτι ἐὰν πάσχωμεν ἀπὸ κάτι σοβαρὸν καὶ πράγματι διαβρωτικὸν τοῦ δημοσίου μας βίου, αὐτὸ εἶναι πρὸ παντὸς ἡ ἐμπάθεια ἡ πολιτικὴ εἰς τὴν ὁποίαν συνηθέστατα ἐμπίπτομεν καὶ ἡ ὁποία μᾶς κάνει πολλάκις νὰ χάνωμεν διαυγῆ χρῆσιν πραγμάτων καὶ προσώπων καὶ νὰ προβλέπωμεν πολλάκις τοὺς ἀντιπάλους μας ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἀνθρωπομόρφων τεράτων τὰ ὁποῖα εἶναι ἕτοιμα διὰ πᾶσαν καταδολίευσιν καὶ διὰ πᾶσαν ἁρπαγήν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν βασικῶν ἐλαττωμάτων τοῦ δημοσίου μας βίου ὅπως ἐπίσης βασικὸν ἐλάττωμα τοῦ δημοσίου μας βίου ἀποτελεῖ αὐτὴ ἐπίσης ἡ παναρχαία ἡ συνδεομένη μὲ τὴν μεγαλυτέραν καὶ κυριωτέραν παράδοσιν τοῦ Ἔθνους ἀπληστία πρὸς τὴν συγκόλλησιν εἰς τὴν σκανδαλοθηρίαν, ἡ ὁποία μᾶς κάνει νὰ ἁρπάζωμεν ἀνεξετάστως οἱανδήποτε κατηγορίαν καὶ νὰ τὴν υἱοθετοῦμεν καὶ νὰ τὴν πιστεύωμεν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ νὰ τὴν μεταδίδωμεν ἕως ὅτου πολὺ ἀργὰ ἀποδειχθῇ τὸ φρέουδον καὶ τὸ κενὸν αὐτῆς. Πάσχομεν ἐπίσης ἀπὸ κἄτι ἄλλο ἂν θέλετε ἀπὸ τὴν ρητορικότητα εἰς τὴν ὁποίαν εἴμεθα ἐξαιρετικὰ ἐπιρρεπεῖς, καὶ ἡ ὁποία ἔχει διαβρώσει καὶ τὴν σκέψιν μας ἀτυχῶς εἰς σημεῖον ὥστε πολλάκις νὰ ἀναζητοῦμεν εἰς ὡραῖα λεκτικὰ σχήματα, εἰς μεγάλας ἀποστροφὰς τὴν λύσιν πρακτικῶν καὶ ἁπλῶν προβλημάτων. Πάσχομεν, ἂν θέλετε καὶ ἀπὸ τὸν φαβοριτισμόν, ἂς ἔχωμεν τὴν εἰλικρίνειαν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, πάσχομεν ἀπὸ ἐκείνην τὴν μορφὴν τῆς συναλλαγῆς ἡ ὁποία εἶναι ἀπότοκος αὐτοῦ τούτου τοῦ συστήματος πάσης συναλλαγῆς ἡ ὁποία μᾶς κάνει νὰ βλέπωμεν μὲ κάποιαν ἐπιείκειαν ἂν θέλετε τὰ παραπτώματα τὰς ἐλλείψεις τῶν φίλων μας, καὶ νὰ εἴμεθα αὐστηροί, αὐστηρότεροι τοῦ δέοντος ἔναντι τῶν παραπτωμάτων τῶν ἀντιπάλων μας. Αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα εἶναι, νομίζω ἐγώ, πληγὴ τοῦ πολιτικοῦ μας βίου. Καὶ ἀποτελεῖ θεμελιώδη ἀδυναμίαν τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ κρίνωμεν τὸ ὅτι ἐπιλαμβάνεται τῶν ἀδυναμιῶν αὐτῶν καὶ ἅπτεται τοῦ πολιτικοῦ προβλήματος τῆς Χώρας, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἀκριβῶς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔχει ὀλιγώτερον πάσης ἄλλης ἀνάγκην θεραπείας. Καὶ εἶναι νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ἀπαραίτητον τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἔχοντες ταῦτα πάντα ὑπ’ ὄψει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὶ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοθέτημα προσφέρει ὑπὸ τὴν σημερινὴν του μορφὴν διὰ τὴν ἐπανόρθωσιν ἐνδεχομένως τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνουν. Καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὅτι παρὰ τὴν εὐσυνείδητον καὶ λαμπρὰν ἐπεξεργασίαν τῆς ὁποίας ἔτυχε τὸ νομοθέτημα ἐν τῇ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῇ παρὰ τὴν ἀναμφισβήτητον καλὴν πρόθεσιν τῶν ἐπεξεργασθέντων τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἀρχικῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα ὅπως τίθεται ἔστω καὶ ἐν αὐτῇ τῇ περιωρισμένῃ του ἐννοίᾳ, ὅπως τὸ ἐθέσαμεν. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ ὄχι μόνον διὰ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ διαφόρους συναδέλφους πάσης πλευρᾶς, λόγῳ τῆς παραγραφῆς καὶ ἄλλων τινῶν ἀδυναμιῶν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα βασικὸν καὶ ἀναμφισβήτητον λόγον. Τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἔχει μίαν διαχωριστικὴν γραμμήν, χωρίζει τὸ μέλλον ἀπὸ τὸ παρελθόν. Διὰ τὸ μέλλον προβλέπει ὅλας τὰς κυρώσεις καὶ ὅλην τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε. Διὰ τὸ παρελθὸν ἐξ ἀνάγκης συνταγματικῆς, διότι οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι, παραπέμπει ἁπλῶς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὑφισταμένων νόμων. Δηλαδή, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ παραγραφή, ἐὰν θεωρηθῇ ἀπὸ τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν, ὅτι ὑπάρχει παράπτωμα, τὸ παρελθὸν αὐτὸ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος Εἰσαγγελεὺς θὰ ἀναλάβῃ πλέον τὴν περαιτέρω κίνησιν τῆς μηνύσεως, οὕτως ὥστε νὰ ἐφαρμοσθοῦν οἱ ὑφιστάμενοι νόμοι. Ἀφήνω τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἀποτελεῖ ἕνα βασικὸν κώλυμα, ἀλλὰ ἐὰν οἱ ὑφιστάμενοι νόμοι πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθοῦν διὰ τὰ ἀδικήματα τοῦ παρελθόντος, ποία εἶναι ἡ χρησιμότης τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ; Διατὶ οἱ νόμοι δὲν δύνανται νὰ κινηθοῦν; Διατὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς δὲν κάμνουν αὐτεπαγγέλτως τὸ καθῆκον των; Διατὶ οἱ μέλλοντες νὰ μηνύσουν δὲν προσέρχονται εἰς τὴν μήνυσιν διὰ νὰ ἐξαφανισθοῦν ἴχνη τῆς ὑποψίας; Καὶ οἱ ὑφιστάμενοι νόμοι προβλέπουν ὅλας τὰς περιπτώσεις ποὺ θέλει νὰ καλύψῃ τὸ νομοθέτημα καὶ διά τινας πέραν αὐτῶν κυρώσεις. Καὶ δὲν ἔχω νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, διότι ὅλοι τὸ γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν δωροδοκίαν. Τὸ ἄρθρον 235 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος λέγει: «Ὑπάλληλος...», ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» τοῦ 1877, ἡ εὐθύνη τῶν ὑπαλλήλων προεκτείνεται καὶ εἰς εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου 1877 προβλέπει τὴν προέκτασιν αὐτήν. Ἑπομένως, ὅταν λέγωμεν «Ὑπάλληλος» ἐννοοῦμεν φυσικὰ καὶ Ὑπουργὸν τῆς Κυβερνήσεως. Λέγει, λοιπόν, τὸ ἄρθρον 235: «Ὑπάλληλος ἀπαιτῶν ἢ δεχόμενος δῶρα ἢ ἕτερα μὴ προσήκοντα αὐτῷ ὠφελήματα ἢ τὴν ὑπόσχεσιν τοιούτων χάριν μελλούσης ἢ τελεσθείσης ἤδη ἐνεργείας ἢ παραλείψεως νομίμου πράξεως, ἀναγομένης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως...». Ὁ ὑπάρχων ἑπομένως ποινικὸς νόμος προβλέπει μίαν ἐνέργειαν νόμιμον καὶ μὴ νόμιμον φυσικὰ εἰς τὸ ἀμέσως ἐπακολουθοῦν ἄρθρον, ὡς κολάσιμον ἐφ’ ὅσον θὰ εἶχε ὡς ἀντίκρυσμα δῶρόν τι ἢ ἕτερόν τι μὴ προσῆκον αὐτῷ ὠφέλημα. Βαίνει δηλαδὴ περαιτέρω τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἐντοπίζει τὸ κολάσιμον τῆς πράξεως εἰς τὸν ἀθέμιτον πλουτισμόν. Τὸ ὠφέλημα, τὸ μὴ προσῆκον ὠφέλημα, ποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι; Δύναται νὰ εἶναι μία οἱαδήποτε πρᾶξις ἀνθρωπίνη ἂν θέλετε καὶ πολιτικῆς συναλλαγῆς. Μήπως εἶναι ὀλιγώτερον κολάσιμος μία πρᾶξις, ἡ ὁποία εὐνοεῖ κἄποιον καὶ ἀδικεῖ κἄποιον ἄλλον καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἀντίκρυσμα ὄχι ἕνα δῶρον, ὄχι μίαν χρηματικὴν ἀμοιβήν, ἀλλὰ πολιτικὸν καθαρῶς κομματικὸν ὠφέλημα; Εἶναι ἄραγε ὀλιγώτερον βαρεῖα ἡ πρᾶξις; Ὁ Νομοθέτης τοῦ ἄρθρου 235 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος ἤνοιξε διάπλατα τὶς πόρτες διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῶν ἀδικημάτων. Ἡμεῖς διὰ τοῦ Νομοθετήματος τὰς περιορίζομεν εἰς τὸν ἀθέμιτον πλουτισμόν. Δὲν προσθέτει ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τίποτε, ἀλλὰ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα. Μένει ἡ περίπτωσις τῶν μελλοντικῶν παραπτωμάτων. Ἀλλὰ ἐρωτῶ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἀφελὴς ὁ ὁποῖος λαμβάνων γνῶσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ ὅπως θὰ τὸν διαμορφώσωμεν, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ λάβῃ ὅλα του τὰ μέτρα, ἐὰν ἡ συνείδησίς του τοῦ ἐπιτρέπῃ κἄποιαν πρᾶξιν ἀθεμίτου πλουτισμοῦ, ὥστε νὰ εἶναι κεκαλυμμένος καὶ νὰ ἐμφανίζεται ἐν ἀπολύτῳ ἐναρμονήσει μὲ τὸ γράμμα τοῦ Νόμου; Ἀσφαλῶς οὐδείς. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τὸ Νομοθέτημα εἶναι ἐλλιπές καὶ χρήζει συμπληρώσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἐλλιπές. Τὸ Νομοθέτημα αὐτὸ ἀποξενούμενον ὅλων τῶν διαφόρων μαιάνδρων τῆς Νομικῆς Ἐπιστήμης καὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν κατ’ ἄρθρον διατάξεων ἔχει τοῦτο καὶ μόνον τὸ βασικὸν χαρακτηριστικόν, ὅτι δημιουργεῖ μίαν νέαν διαδικασίαν, μίαν διαδικασίαν ἐπισημοτάτην, δημοσίαν, ἡ ὁποία θὰ προβάλῃ ἐκείνας τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ θεωρηθοῦν ἐπιλήψιμοι ἀπὸ οἱονδήποτε Ἕλληνα πολίτην. Καὶ μέσα εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν αὐτῆς τῆς δημοσίας προβολῆς τοῦ ζητήματος θὰ διεξαχθῇ ἡ συνήθης κατὰ τὰ ἄλλα καὶ ἀναγκαία νομικὴ διαδικασία. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἕνα ἄλλο ἀπὸ τὰ σοβαρώτερα τρωτὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ καὶ καταλήγει εἰς τὸ νὰ δικαιώσῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον ὅτι τὸ Νομοθέτημα αὐτὸ ἀντὶ νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν προστασίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, κατ’ οὐσίαν δημιουργεῖ ἕνα θαυμάσιον θεσμὸν διὰ τὴν ἐπὶ μακρόν, ἂν μὴ τὶ ἄλλο, διαπόμπευσιν ὡρισμένων ἐξ ἡμῶν. Καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς νομίζω, ὅτι ἡ σημερινὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων μᾶς ἐπιβάλλει νὰ εἴμεθα πολὺ περισσότερον προσεκτικοί. Κύριοι βουλευταί, χωρὶς καμμίαν διάθεσιν νὰ θίξω οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, δηλῶ μάλιστα ἐκ προοιμίου ὅτι ἂν ἔχω συνηθίσει νὰ σέβωμαι τὴν γνώμην ὅλων, ἐσυνήθισα πρὸ παντὸς νὰ σέβωμαι κατ’ ἀπόλυτον προτίμησιν τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ θάρρος, δημοσίᾳ καὶ ἀδιαφοροῦντες δι’ οἱανδήποτε ἄλλην ἐπίκρισιν, προβάλλουν τὰς ἰδίας των διαθέσεις. Ἐν προκειμένῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρίζωμεν τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῇ εἰς τὸν τόπον μας μετὰ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ κόμματος τῆς ἄκρας Ἀριστερᾶς, μὲ τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ἐν τῇ πολιτείᾳ. Δὲν θέλω νὰ προβῶ εἰς κρίσεις οὔτε διὰ τὴν ἄκραν Ἀριστεράν, οὔτε διὰ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐνεφάνισαν τὴν δύναμιν αὐτήν, ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἐπισημάνω ἕνα ἀπὸ τὰ κυριώτερα χαρακτηριστικὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι παραδίδει τὴν Χώραν καὶ τὸν δημόσιον βίον τῆς Ἑλλάδος εἰς αὐτὴν τὴν δημοσίαν καὶ πομπώδη διαδικασίαν, τὴν δυναμένην νὰ ὁδηγήσῃ εἰς διασυρμόν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπάρχει ἐν τῇ Χώρᾳ ὠργανωμένη πολιτικὴ δύναμις, ἡ ὁποία ἀποβλέπει ἀπεριφράστως, ἐντίμως δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν θεσμῶν μας. Ἔγινε λόγος, καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ θελήσω νὰ ἀπαντήσω ἰδιαιτέρως εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀθηνῶν, τὸν μετὰ τόσου ἐνθουσιασμοῦ καὶ τόσης ἐπιμονῆς ὑποστηρίζοντα, πολὺ φυσικὸν ἄλλωστε, τὸ ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθῇ ἐν τῇ κρίσει περὶ προσώπων ἀπὸ τὴν πολιτικήν του τοποθέτησιν. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀντιδικήσω μὲ κανένα, θέτων ἐμὲ πρῶτον τὸ ἴδιον εἰς τὴν πορείαν τῶν προσώπων περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ, δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἕνα πολιτικὸν κόμμα νὰ μὴ κρίνῃ περὶ οἱασδήποτε πράξεως καὶ ἰδίως πράξεως ἡ ὁποία ἅπτεται, συνυφαίνεται μὲ θερμάς, μὲ ζεούσας ἀντιδικίας τοῦ παρελθόντος, ἐν ἀπολύτῳ ἀντικειμενικότητι. Ἐὰν θέλωμεν νὰ παραγνωρίσωμεν τὴν βασικὴν ἀρχὴν τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, ὄχι τοῦ πολιτικοῦ βίου, τῆς ἀνθρωπίνης ὑφῆς ὅλων μας, βεβαίως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δυνάμεθα νὰ ἀχθῶμεν εἰς ἄλλα συμπεράσματα, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ οὔτε ἐκτροπήν, οὔτε μείωσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἐὰν θεωρήσωμεν ὅτι αἱ πολιτικαί μας προοπτικαί, αἱ βλέψεις μας, αἱ ἐκτιμήσεις ἀνθρώπων καὶ πραγμάτων ἐπηρεάζονται κατά τινα τρόπον, ἐὰν θέλετε καὶ ἐν ἐλαχίστῃ ἀκόμη μοίρᾳ ἀπὸ τὴν πολιτικήν μας τοποθέτησιν. Θὰ ἦτο περίεργον, ἐὰν ἦτο ἄλλως, δὲν θὰ εἴμεθα σῶμα πολιτικόν, ἐὰν ἄλλο τι συνέβαινε. Καὶ ἐδῶ ἔρχομαι νὰ ὑπομνήσω ἁπλῶς τί φρονεῖ ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν ἡ ὠργανωμένη ἐκείνη πολιτικὴ δύναμις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, ἡ πολιτικὴ ἐκείνη δύναμις, ἡ ὁποία ἐλέγχει ἕνα μέγα μέρος τῆς ἄκρας Ἀριστερᾶς, διὰ νὰ μὴ εἴπω καθ’ ὁλοκληρίαν, δὲν δυνάμεθα νὰ λησμονήσωμεν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὴν πνευματικὴν κατεύθυνσιν, ἐδημιούργησαν τὸν κόσμον τῆς σκέψεως, μέσα εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει καὶ κινεῖται ἡ Ἀριστερά, εἶχον ἄλλας περὶ ἀρετῆς, περὶ ἐντιμότητος, περὶ καθαρμοῦ ἀντιλήψεις, ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ, ὀφείλω νὰ τονίσω, πρὸς τὴν γενικὴν φιλοσοφικὴν τοποθέτησιν τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν προβλημάτων. Ὁ Λένιν τὰ εἶχεν ἁπλουστεύσει κατὰ τρόπον συντριπτικὸν καὶ ἀποδίδω τιμὴν εἰς τὴν μνήμην του, διότι πάντοτε τιμῶ τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸ θάρρος. Ἔλεγεν: «Ἠθικὸν καὶ ἐνάρετον εἶναι μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συντελεῖ εἰς τὴν κατάρρευσιν τοῦ παλαιοῦ κόσμου, εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ τῆς δυστυχίας, πᾶν τὸ ὁποῖον ὑποβοηθῇ τὴν νέαν σοσιαλιστικὴν τάξιν πραγμάτων». Ἐπίσης ἔλεγεν: «Αἱ παιδικαὶ ἀσθένειαι τοῦ κομμουνισμοῦ. Πρέπει νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ χρησιμοποιοῦμεν τὴν παραπλάνησιν, τὴν ἀπάτην, τὴν παρανομίαν, τὴν ἄρνησιν καὶ τὴν συγκάλυψιν τῆς ἀληθείας». Καὶ ὅταν ὡμίλει τὸ 1920 περὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ περὶ τῆς ὀρθῆς ἢ μὴ συμπράξεως τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος εἰς τὰς τότε Βουλάς, τὰς πρώτας Βουλάς, τοῦ 1917, ἀνεφέρετο εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ Λένιν καὶ ἔγραφεν: «Οἱ Μπολσεβῖκοι συμμετέσχον ἀντιδραστικῶν Βουλῶν. Ἡ ἐμπειρία αὕτη μᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ συμμετοχὴ αὕτη ἦτο ὄχι μόνον χρήσιμος, ἀλλὰ καὶ ἀπαραίτητος διὰ τὴν προπαρασκευὴν τῆς ἐπαναστάσεως... Συμμετέχοντες τῶν Βουλῶν ὄχι μόνον δὲν παρεβλέψαμεν τὰ συμφέροντα τοῦ προλεταριάτου, ἀλλὰ ἠδυνήθημεν νὰ καταδείξωμεν εὐκολώτερον εἰς τὰς μάζας τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους οἱ θεσμοί μας ἔπρεπε νὰ κατεδαφισθοῦν». Κύριοι, εἰς αὐτοὺς τοὺς δικαστὰς θὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου; Εἰς ἀνθρώπους πιστεύοντας φιλοσοφικῶς τοιαύτας ἀντιλήψεις, ἐπαναλαμβάνω, ἐκτιμῶ τὴν εἰλικρίνειάν των, ἀλλὰ εἰς τοὺς χρησμοὺς αὐτοὺς θὰ προστρέξῃ τις μὴ γνωρίζων πρόσωπα καὶ πράγματα, ἀλλὰ ὅτι οἱαδήποτε ἐνέργεια καὶ τακτική, προερχομένη ἀπὸ τὰ κόμματα τῆς ἄκρας Ἀριστερᾶς, γίνεται πάντοτε μὲ μίαν σιδηρᾶν καὶ ἀμείλικτον λογικήν, συνεπῆ πρὸς τὰς βασικὰς θεωρητικὰς ἀρχὰς τοῦ κομμουνισμοῦ; Ὅλων αὐτῶν, κύριοι, εἶχε πλήρη συνείδησιν κἄποιος ἄλλος πολιτικὸς ὁ ὁποῖος ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ μιᾶς ἀναλόγου περιπτώσεως εἶχεν εἴπει τὰ ἑξῆς προφητικά. Πρόκειται περὶ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου ἀγορεύοντος τὴν 28ην Μαΐου 1929 συζητουμένης τῆς προτάσεως τοῦ Παν. Τσαλδάρη περὶ ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τοῦ νόμου περὶ μεσαζόντων: «Ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς εἴπω, μὲ τὸ δικαίωμα ποὺ μοῦ δίδουν τὰ ἄσπρα μου μαλλιά, τὸ δικαίωμα ποὺ μοῦ δίδει τὸ γεγονός, ὅτι συνεπληρώθησαν ἤδη 42 ἔτη ἀφ’ ὅτου τὸ πρῶτον ἐξελέγην βουλευτὴς ἀφ’ ὅτου ἀνεμίχθην εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς χώρας πολλαπλῶς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παίζωμεν ἐν οὐ παικτοῖς. Καθ’ ἣν στιγμὴν μία ἀνούσια προσπάθεια τοῦ κιτρίνου καὶ φαύλου αὐτοῦ Τύπου ὅπως τὸν ὀνομάζω διὰ νὰ ἐκφαυλίσῃ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας τοὺς ἀσκοῦντας βεβαίως σήμερον τὴν ἀρχήν, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν κοιμοῦμαι καὶ δὲν ξυπνῶ παρὰ μὲ τὴν προσπάθειαν νὰ ἴδω πῶς δὲν θὰ γίνῃ τίποτε τὸ ὁποῖον εἴτε νὰ πρόκειται νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ἀλλὰ πρὸ πάντα τὸ ὁποῖον ν’ ἀντίκειται εἰς τὸν ἠθικὸν νόμον, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἔρχεσθε ἐδῶ νὰ γίνεσθε καὶ σεῖς συνεργάται ἠθικοὶ τοῦ ἀνουσίου αὐτοῦ Τύπου διὰ νὰ ἐμπνέετε εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην τῆς χώρας τὴν πίστιν ὅτι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν μου ὁ δημόσιος πλοῦτος διασπαθίζεται, οἱ καρχαρίαι κερδίζουν, οἱ κεφαλαιοκράται θεραπεύονται καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ θυσιάζονται... Τί θὰ γίνῃ ὅταν ἐμποτισθῇ ἡ κοινὴ γνώμη μὲ τὴν δυσφήμισιν ὅτι αἱ ἀρχαὶ δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ πλουτίζουν διὰ σφετερισμῶν; Αὐτὸ ἄλλωστε κάμνουν καὶ οἱ κομμουνισταί, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ πείθουν περὶ τούτου τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ τὸ στήριγμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐθεωρούσαμεν ἄλλοτε ἀκίνδυνον δὲν ἠμποροῦμεν σήμερον νὰ τὸ θεωρήσωμεν τοιοῦτον, διότι ἡ μεταπολεμικὴ ψυχολογία κατέστησε τὸ ἔδαφος προσφορώτερον εἰς τοιαύτας δυσφημήσεις...». Ἡ φωνὴ ἐκείνη, τῆς ὁποίας ὁ ἀντίλαλος πρέπει νὰ ἀκούεται ἀκόμη εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μᾶς ἐμπνεύσῃ καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἐξευρέσεως τῆς ὀρθῆς ἀτραποῦ πρὸς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ μεγάλου προβλήματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον νὰ ἐπιλύσωμεν. Δὲν θέλω, κ. βουλευταί, νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὰς κατ’ ἰδίαν διατάξεις τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, δὲν θέλω νὰ τὰς ἐπισημάνω, τὸ πράττω μόνον διότι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, δὲν ἐπεσημάνθη ἤδη ἕως τώρα, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μετατοπίζεται κατὰ παράβασιν βασικῶν ἀρχῶν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως ἀπὸ τὸν κατήγορον εἰς τὸν κατηγορούμενον. Δὲν θέλω νὰ ὑπογραμμίσω τὸ ἐπικίνδυνον τῆς ρευστότητος ὡρισμένων διατυπώσεων περὶ ἀθεμίτου πλουτισμοῦ, περὶ χρηστῶν ἠθῶν, διατυπώσεων καὶ κρίσεων αἱ ὁποῖαι κατ’ ἀνάγκην ἔχουν ὑποκειμενικὸν χαρακτῆρα. Δὲν θέλω νὰ ὑπομνήσω καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθουν πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος καὶ θὰ ἀσχοληθῶ ἰδιαιτέρως ἴσως μὲ αὐτά. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελα ἁπλῶς καὶ ἤθελα καταλήγων νὰ ἐξάρω, εἶναι, ὅτι ἡ ἀντιμετώπισις ἑνὸς τοιούτου σοβαροῦ θέματος ἔχει ἀνάγκην ἀκόμη μεγαλυτέρας περισκέψεως. Καὶ ἐφ’ ὅσον σήμερον καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις διὰ λόγους γνωστοὺς εἰς πάντας ἔχουν λάβει τοποθέτησιν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοθετήματος, εἰς ἡμᾶς ἐναπόκειται ἐν τῇ κατ’ ἄρθρον ἐπεξεργασίᾳ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅλας αὐτὰς τὰς σκέψεις, ἐφ’ ὅσον τὰς ἐγκρίνομεν καὶ νὰ δώσωμεν εἰς ἕκαστον ζήτημα τὴν προσήκουσαν λύσιν, λύσιν ὅμως, ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον καταφεύγουν οἱ ρήτορες τῆς ἄκρας Ἀριστερᾶς καί τινες ἐκ τῆς παρατάξεως τοῦ Κέντρου, αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαί, διότι αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαί, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν πρὸ ὀλίγου εἰς μίαν ἀθέλητον διακοπήν, ἀλλὰ ἐξ ἀνάγκης λαβοῦσαν χώραν, νὰ ὑπογραμμίσω, αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαὶ ὑπὸ τὴν σημερινὴν διαμόρφωσιν τοῦ πολιτικοῦ βίου, ἐζητήθησαν πάντοτε, μία λεπτομέρεια χαρακτηριστικὴ τὴν ὁποίαν ἐλησμόνησεν ὁ κατὰ πάντα ἄλλα τόσον πλήρης καὶ ἐνήμερος κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἐζητήθησαν πάντοτε κατὰ κανόνα μᾶλλον ἀπὸ τὰ Κόμματα τὰ ὁποῖα διέθετον τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ αὐτὸ συνέβη τῷ ὄντι εἰς πλείστους ὅσους ἐξ ἡμῶν τῶν παρισταμένων καὶ ἄλλων, ἀλλὰ συνέβη πάντοτε μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι μεγάλη πλειονοψηφία θὰ ἐκάλυπτεν ἐνδεχομένως καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν τὰ θύματα μιᾶς ἐνδεχομένης ἀδικίας. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐχρησιμοποίησα τὸν βαρὺν ὅρον ὅτι ἡ διαδικασία τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν ὅταν δὲν περιορίζεται εἰς ἔρευναν ἑνὸς γενικοῦ θέματος ἀλλὰ κατατείνει πρὸς μίαν ἠθικὴν καταδίκην ἑνὸς ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀποτελεῖ λαιμητόμον μὲν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπισημανθῆ πρὸς ἐξολόθρευσιν, ἀπὸ τὴν ἄλλην δὲ πλευρὰν κατ’ ἀνάγκην πλέον καὶ ὡς μία μηχανὴ λησμοσύνης καὶ ἐπιεικείας δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τυχὸν θὰ ἀνήκουν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Δὲν εἶναι, κύριοι, αὐτὸ θαρραλέον, ὅπως ἠθέλησεν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ἡλιόπουλος νὰ εἴπῃ. Θαρραλέον εἶναι νὰ ἐξεύρωμεν τὸν τρόπον καὶ οἱ νομικοὶ ἐξ ἡμῶν, θὰ ἔχουν ἀσφαλῶς πολλὰ ἐφόδια πρὸς τοῦτο καὶ ὑπάρχει δυνατότης νὰ ἐπεκτείνωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἐν ἀνάγκῃ καὶ διὰ ριζικῶν μεταρρυθμίσεων, τὴν αὐστηρὰν καταδίκην, τὴν δικαιοσύνην, τὴν μόνην ἡ ὁποία πράγματι, καταδικάζει. Διότι, κύριοι, γνωρίζομεν τὸ παρελθὸν καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν γνωρίζομεν τὴν ἱστορίαν μας, ὑπάρχει ἡ καταδίκη ἡ πολιτική, ἡ ὁποία, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Μερκούρης πρὸ ὀλίγου, δὲν ἐπιζεῖ οὐδὲ ἐλαχίστας ἡμέρας μετ’ αὐτήν. Ἀλλά, ὑπάρχουν μόνον δύο καταδίκαι, ἡ καταδίκη τοῦ νόμου καὶ ἡ καταδίκη τῆς ὑπερηφάνου ἀρετῆς, ἡ ὁποία εἶναι δυνατόν, ἐγκυμονοῦσα ἐν τῇ ἀδικίᾳ, νὰ ὑποστῇ οἱανδήποτε μείωσιν καὶ νὰ ἀναμείνῃ μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔρχεται ὁ χρόνος τῆς δικαιοσύνης, ἀδιαφορεῖ δι’ οἱανδήποτε συκοφαντίαν. Ὁ ἐλεύθερος πολιτικὸς βίος, δὲν γνωρίζει ἄλλην διαδικασίαν ἀπὸ αὐτήν. (Χειροκροτήματα).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τσιάρας, ἔχει τὸν λόγον.
§64Α. ΤΣΙΑΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἀναμιχθῶ καὶ δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ νομικὰ θέματα ποὺ προέκυψαν καὶ προκύπτουν ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου Νόμου, πιστεύω ὅτι τοῦτο ἔχει ἐξαντληθῆ ἀπὸ τοὺς συναδέλφους νομικούς, ὥστε νὰ μὴ θεωρῶ ἀναγκαίαν καὶ τὴν ἰδικήν μου ἀνάμιξιν. Ἐγὼ θὰ προσπαθήσω νὰ σταθῶ εἰς τὴν οὐσίαν καὶ μόνον τοῦ ὑπὸ κρίσιν θέματος. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς αὐτὴν ἐδῶ τὴν αἴθουσαν, χρόνια τώρα ἐσφυροκοποῦντο, ἀπὸ ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, αἱ προηγούμεναι, τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, Κυβερνήσεις, τοῦ Κόμματος τῆς ΕΡΕ μὲ τὰς κατηγορίας ὅτι σκάνδαλα, διασπάθισις τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ ὕποπτοι συμβάσεις μὲ τεραστίας μάλιστα καὶ ἀδικαιολογήτους ὑπερβάσεις, ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ὀκταετίαν ἐκείνην καί, ὅτι παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι πλειστάκις, κάτω ἀπὸ ἀναμφισβήτητα περιστατικά, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐζήτησε σύστασιν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν καὶ τὴν παραπομπὴν τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν εἰς τὰ δικαστήρια, ἡ τότε πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, πλασματικὴ κατ’ ἐμὲ διότι ποτὲ δὲν ἦτο πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ πλειοψηφία τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν, χάρις εἰς τοὺς διαφόρους ἐκλογικοὺς Νόμους ποὺ ἡ ἰδία ἐψήφιζεν, ἠμπόδιζε πᾶσαν ἔρευναν διὰ τὰ σκάνδαλα, ὅπως μὲ πεῖσμα ἠρνεῖτο καὶ τὴν παραπομπὴν τῶν ὑπευθύνων εἰς τὰ δικαστήρια. Καὶ ὅμως, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει σχηματίσει τὴν γνώμην ὅτι κἄτι ἐπιλήψιμον πλανᾶται εἰς τὴν πολιτικὴν μας ζωὴν ποὺ ἐπιβαρύνει ὡρισμένα ἄτομα καὶ Ὑπουργοὺς τῆς ὀκταετίας καὶ περιμένει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τώρα ποὺ ἐστρώθη παρ’ αὐτοῦ τὸ καθεστὼς τῆς ἀνωμαλίας, κατὰ κἄποιον τρόπον οἱ ἔνοχοι τῶν ἀνωμαλιῶν ἐκείνων ν’ ἀποκαλυφθοῦν καὶ νὰ τιμωρηθοῦν. Αὐτὸ ἄλλωστε ἐτόνιζον ὅλοι οἱ τότε ἀντιπολιτευόμενοι τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας καὶ διεβεβαίουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἐρχόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν πάντα τὰ σκάνδαλα θὰ ἀπεκαλύπτοντο καὶ ὅλαι αἱ ἀποικιακῆς φύσεως συμβάσεις θὰ ἀκυροῦντο. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ἐπετύγχανε τὴν ἱκανοποίησιν αὐτῆς τῆς Πανελληνίου ἀξιώσεως, ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ τὸ ἐχειροκρότει. Προσωπικῶς ἐγὼ πολὺ φοβοῦμαι, τοὐλάχιστον ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀπὸ ὅλους τοὺς συναδέλφους τοὺς νομικούς, τοιοῦτόν τι οὔτε προβλέπεται πολὺ περισσότερον ὅμως δὲν πραγματοποιεῖται, πρῶτον διότι τὰ ἀδικήματα, γενόμενα κατὰ τὸ παρελθόν, περιέπεσαν εἰς παραγραφὴν τοὐλάχιστον ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν πολὺ σύντομον τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς ὡς τὸ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν καὶ δεύτερον ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου μὴ ὑπάρχοντος ποινικοῦ στόχου οὔτε καὶ ἡ Δικαιοσύνη εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παραπεμφθοῦν αὐταὶ αἱ ἔρευναι θὰ κινηθῇ αὐτὴ ἡ διαδικασία καὶ ἑπομένως ὅλαι αὐταὶ αἱ ὑποθέσεις θὰ καταλήξουν εἰς τὸ ἀρχεῖον τῶν δικαστικῶν ὑπηρεσιῶν, χωρὶς ποτὲ τὰ σκάνδαλα καὶ οἱ ἔνοχοι ν’ ἀποκαλυφθοῦν. Παρὰ πάντα ταῦτα ὁ λαὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι πολλὰ συνέβησαν κατὰ τὴν τελευταίαν ὀκταετίαν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου μίαν ὁμιλίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Γ. Βασιλάτου. Κατήγγειλεν συγκεκριμένα πρόσωπα μὲ συγκεκριμένα περιστατικά, ὅτι ἀποδεδειγμένως πένητες χθές, σήμερον μὲ τὸν ἄνομον πλουτισμόν των προκαλοῦν ἐπιδεικνύοντες τοῦτον. Αὐτοὶ πρόκειται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ν’ ἀποκαλυφθοῦν καὶ νὰ τιμωρηθοῦν; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ὑπάρχει μάλιστα καὶ ὁ κίνδυνος, αὐτοὶ ὅλοι οἱ ὑπὸ κατηγορίαν εὑρισκόμενοι σήμερον, αὔριον νὰ μετατραποῦν καὶ εἰς κατηγόρους, ὁπότε δικαίως θὰ ὑπερηφανεύωνται ὅτι ὅλα τὰ ὅσα κατὰ κόρον καταγγέλλονται ἀπὸ τὴν Ἕνωσιν Κέντρου καὶ τὴν Ἀριστερὰν ἦσαν ὅλα ψευδῆ καὶ ἀνυπόστατα καὶ μὲ τὴν σύγχυσιν ποὺ θὰ ἐπικρατήσῃ θὰ παραπλανᾶται ὁ λαὸς ὅτι τὰ ὅσα τότε ἐλέγοντο εἶχον σκοπιμότητα ἀντιπολιτευτικήν. Ὡς ἀναμφισβήτητον ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν των θὰ ἔχουν τὸ γεγονός, ὅτι ἀνατραπέντες κοινοβουλευτικῶς ὑπὸ τῶν κατηγοριῶν ἀντιπάλων των, οἵτινες καὶ τοὺς διεδέχθησαν εἰς τὴν ἐξουσίαν, τίποτε δὲν κατώρθωσαν οὗτοι ν’ ἀποκαλύψουν ἐκ τῶν ἀνωμαλιῶν, διότι κατ’ αὐτούς, οὐδέποτε ὑπῆρχον τοιαύτης ἐκτάσεως ἀνωμαλίαι. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιμένει τὴν ἔρευναν τοῦ παρελθόντος— ἀνεξαρτήτως δὲ τῆς ποινικῆς παραγραφῆς τῶν ἀδικημάτων— ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ γνωρίζῃ καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν ἀνωμαλιῶν καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ εὐθύνονται. Γνωρίζει ὁ λαὸς μας, ὅτι ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν πολιτικῶν του δὲν ἔχει καμμίαν προσωπικὴν σχέσιν μὲ τὰ σκάνδαλα καὶ τὰς ἀνωμαλίας, ὅπως ἐπίσης καὶ πιστεύει, ὅτι ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ ἐξ αὐτῶν ποὺ πράγματι εὐθύνονται καὶ εἶναι πρωταθληταὶ τῶν σκανδάλων. Θέλει ἑπομένως τὰ ἄτομα αὐτὰ νὰ τὰ γνωρίζῃ. Θέλει νὰ τὰ ἀπομονώσῃ ἀπὸ τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων πολιτικῶν, θέλει νὰ τὰ στιγματίσῃ διὰ νὰ τὰ παραδώσῃ εἰς τὴν κοινὴν περιφρόνησιν καὶ νὰ τὰ καταστήσῃ ἀνίκανα νὰ τὸν βλάψουν εἰς τὸ μέλλον. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν πράγματι ὁ πολιτικὸς κόσμος ἐπιθυμῇ τὴν προστασίαν τῆς τιμῆς του, τοῦτο δὲν θὰ τὸ ἐπιτύχῃ μὲ τὴν συγκάλυψιν τῶν σκανδάλων καὶ τῶν ἀνωμαλιῶν, οὔτε θὰ τὸ ἐπιτύχῃ μὲ νόμους. Ὁ ἴδιος ὁ πολιτικὸς κόσμος νὰ ἐρευνήσῃ καὶ μοναδικὸς τρόπος νὰ ἐρευνήσῃ εἶναι ἡ διὰ τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν διαδικασία. Ὁ ἴδιος νὰ ἐλέγξῃ καὶ ὁ ἴδιος νὰ δώσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα τὰ ὀνόματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὐθύνονται δι’ ὅλα ὅσα συνέβησαν εἰς τὸ παρελθόν, ὡς καὶ τὰ ὀνόματα τῶν συνεργατῶν των. Ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος συνάδελφος κ. Πιπινέλης εἶπεν οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ὅτι αἱ διὰ τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν ἔρευναι, εἶναι τακτικὴ ἐπικίνδυνος, διότι φθείρουν τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ ὅτι συμφέρον ἀπὸ τὴν φθορὰν αὐτὴν ἔχουν μόνον οἱ κομμουνισταί. Ἀνέγνωσε μάλιστα καὶ τσιτάτα τοῦ Λένιν τοῦ 1917, τσιτάτα ποὺ ἐγράφησαν εἰς τὴν περίοδον τὴν ἐπαναστατικήν, διὰ νὰ καταλήξῃ ὅτι αἱ Ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ πέραν τοῦ ὅτι ἐξυπηρετοῦν μόνον τὸν θόρυβον καὶ τοὺς κομμουνιστάς, δὲν εἶναι αἱ κρίσεις τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν ἀντικειμενικαί, διότι τὰ πρόσωπα ποὺ τὰς ἀπαρτίζουν εἶναι κομματικῶς ἐπηρεασμένα καὶ ἑπομένως καὶ ἡ κρίσις των δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ ἀντικειμενικαί. Ἑπομένως, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν κατὰ τὴν λογικὴν αὐτὴν τοῦ κ. Πιπινέλη, πρέπει νὰ καταργηθοῦν αἱ Ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπαί, διὰ νὰ μὴ ἐπωφελῆται ὁ κομμουνισμός. Νὰ παύσῃ κάθε ἔρευνα τῶν σκανδάλων καὶ ὑπέδειξεν ὡς μοναδικὸν δρόμον, οὔτε κἂν τὸν παρόντα νόμον, τὸν ὑπὸ ψήφισιν, ἀλλὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑφισταμένου ποινικοῦ κώδικος διὰ τὰς παραβάσεις τοῦ ὁποίου θὰ πρέπει νὰ κατατεθοῦν μηνύσεις. Μὲ αὐτὴν τὴν μέθοδον, δὲν γίνεται καμμία ἔρευνα καὶ ἂν τυχὸν οἱ ὑπεύθυνοι παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ὑπάρχει καὶ ἡ παραγραφὴ τῶν ἀδικημάτων διὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν οἱ ὑπεύθυνοι πάσης δικαστικῆς διώξεως. Καὶ ὅμως κ.κ. συνάδελφοι, πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἔρευνα, διότι εἶναι δυνατὸν ποινικῶς νὰ ἔχῃ παραγραφῆ τὸ ἀδίκημα καὶ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ποινικὸς κολασμός, διὰ τῆς ἐρεύνης ὅμως θὰ ἀποκαλυφθοῦν τὰ σκάνδαλα καὶ οἱ ὑπεύθυνοι καὶ θὰ ὑπάρξῃ πολιτικὸς στιγματισμός. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Ἐπειδή, ὅμως, ἀμφισβητοῦνται τὰ περὶ σκανδάλων περιστατικὰ θὰ σᾶς ἀναφέρω ἐξ αὐτῶν μόνον δύο, τὰ ὁποῖα συνεκλόνισαν εἰς τὸ παρελθὸν τὴν ἰδίαν αὐτὴν αἴθουσαν: Τὸ ἕνα εἶναι ἡ γνωστὴ ὑπόθεσις— σκάνδαλον πράγματι— τῆς πωλήσεως 150.000 τόννων σίτου καὶ τὸ ἄλλο εἰς τὴν ἰδίαν περίπου μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων μηνῶν περίοδον πώλησις 15.000 τόννων ἐλαίου. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὁμιλίαν τοῦ ἐκ Χίου συναδέλφου κ. Ζορμπᾶ, ὑποστηρίξαντος τότε αἴτημα τῶν ἀγροτῶν Ἀκαρνανίας, αἰτούντων ὅπως τὸ Κράτος τοὺς ἐνισχύσῃ μὲ σιτηρὰ ἐκ τῶν Κρατικῶν ἀποθηκῶν διότι ἐπένοντο. Τὴν ἰδίαν ἀκριβῶς ἐποχὴν ἡμεῖς ὡς ἐκπροσωποῦντες τότε τὴν Νέαν Ἀγροτικὴν Κίνησιν, ἐζητήσαμεν ὅπως ἀπὸ τὸ πλεόνασμα τῶν 230.000 τόννων ποὺ ὑπελόγιζε ἡ τότε Κυβέρνησις ὅτι θὰ ἔμενεν ὡς ἀπόθεμα εἰς τὰς ἀποθήκας, νὰ διενέμετο εἰς τοὺς ἀγρότας ποὺ ὡς συνήθως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐστεροῦντο ἄρτου ὑπὸ τύπον δανεισμοῦ μὲ τὴν τιμὴν τῆς συγκεντρώσεως ἢ τὴν ἐπιστροφὴν τούτου μὲ σιτηρὰ τῆς νέας ἐσοδείας των. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη οὔτε τοὺς ἀγρότας ἐβοήθησεν, οὔτε καὶ τὴν ἐκ 340 ἑκατομ. ζημίαν τοῦ Δημοσίου ἀπέφυγεν, ἀλλὰ κατὰ ἕνα τρόπον συνωμοτικόν, ὕποπτον καὶ ἐντελῶς παράτυπον, ἐπώλησε τὴν ποσότητα αὐτὴν τῶν σιτηρῶν μὲ τιμὰς 1.72 κατὰ κιλὸν— καὶ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν εἰσήγαγε κτηνοτροφὰς κατὰ πολὺ ἀνωτέρας εἰς τὴν τιμὴν τῆς πωληθείσης ποσότητος τοῦ σίτου— ἐξηγέρθη τότε, κ.κ. βουλευταί, σύσσωμος ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐστιγμάτισε τὸ σκάνδαλον καὶ ἐζήτησε τὴν παραπομπὴν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ εἰς τὰ Δικαστήρια ἢ τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Τὸ Κόμμα τῆς ΕΡΕ μὲ τὴν πλειοψηφίαν τῶν ἑδρῶν ποὺ διέθετεν ἀπέρριψεν ἀμφοτέρας τὰς προτάσεις καὶ ἐτοποθέτησε τὸν φάκελλον εἰς τὸ ἀρχεῖον. Δὲν παρῆλθον παρὰ ὀλίγοι μῆνες καὶ δεύτερον καὶ χειρότερον σκάνδαλον ἐξέσπασε μὲ τὴν πώλησιν 15.000 τόννων ἐλαίου Ἑλληνικοῦ ἀρίστης ποιότητος πρὸς 11 δραχμὰς τὸ κιλόν. Δὲν παρῆλθον ὀλίγοι μῆνες καὶ ἀπεκαλύφθη ὅτι ὁ στρατὸς ἐστερεῖτο ἐλαίου καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ γίνῃ εἰσαγωγή. Ἔτσι μὲ τὸν ἴδιον σύνθημα— ἡ ἐκκένωσις τῶν ἀποθηκῶν διὰ τὴν συγκέντρωσιν τῆς νέας ἐσοδείας μὲ τὴν ἰδίαν ἑταιρείαν— τὴν πολυθρύλητον Μποῦγκε, τὰ ἴδια πρόσωπα, τὰ ἴδια σκηνικὰ καὶ τὰς ἰδίας ἀπαραδέκτους καὶ ὑπόπτους μεθόδους, χωρὶς δημοπρασίας καὶ μυστηριωδῶς, ἐπωλοῦντο τὰ πάντα, διὰ νὰ εἰσαγάγουν εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐξαιρετικοῦ Ἑλληνικοῦ ἐλαιολάδου, τὴν γνωστὴν μούργαν τῆς Ἱσπανίας ἡ ἐμφάνισις τῆς ὁποίας ἐσκόρπιζε τὴν ἀπογοήτευσιν καὶ τὴν ἀηδίαν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐλαίου ἦτο κἄτι μεταξὺ μηχανελαίου καὶ ἐλαίου ἀπαισίου εἰς τὴν ἐμφάνισιν καὶ τρομεροῦ εἰς τὴν ὀσμήν. Δείγματα αὐτοῦ τοῦ ἐμπορεύματος ἔφθασαν καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς αἰθούσης. Σκάνδαλον πράγματι μέγα μὲ τεραστίας ζημίας καὶ πάλιν τοῦ Δημοσίου. Καὶ ὅμως παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἐζήτησεν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ γίνῃ ἔρευνα τοῦ σκανδάλου, ν’ ἀποκαλυφθοῦν οἱ ἔνοχοι καὶ νὰ τιμωρηθοῦν οἱ ὑπεύθυνοι ἐκ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, τὸ Κόμμα τῆς ΕΡΕ ἀπέρριψε ταύτην, ἔκλεισε τὸν φάκελλον καὶ ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται εἰς τὸ ἀρχεῖον. Τί θὰ γίνῃ μὲ τὰς περιπτώσεις αὐτάς; Θὰ ἀνοιγοῦν οἱ φάκελλοι; Θὰ γίνῃ ἔρευνα; Θὰ πληροφορηθῇ ὁ λαὸς ὅλας τὰς λεπτομερείας τῶν σκανδάλων; Θὰ ἀποκαλυφθοῦν οἱ ἔνοχοι; Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου προβλέπει διὰ τὸ μέλλον καὶ βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινὰ θὰ ὑποβάλλουν κατ’ ἔτος δηλώσεις μὲ τὰ περιουσιακά των στοιχεῖα, δὲν θὰ ἀσχοληθῇ καθόλου ὅμως μὲ τὸ παρελθὸν διότι καὶ ἂν θὰ ἀσχοληθῇ, λόγῳ τῆς παραγραφῆς τῶν ἀδικημάτων, δὲν θὰ προχωρήσῃ ἡ δικαστικὴ ἔρευνα καὶ ὅλα τὰ ἀδικήματα τοῦ παρελθόντος θὰ καλυφθοῦν, εἴτε τὸ ὁμολογοῦμεν, εἴτε ὄχι. Ἤδη, ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξουσίαν. Οἱ κλειστοὶ φάκελλοι, ἀνεξαρτήτως τῆς ποινικῆς διαδικασίας, θὰ πρέπει ν’ ἀνοιγοῦν καὶ νὰ ἐλεγχθοῦν. Ἂν δὲν ἐλέγξωμεν τὸ ἁμαρτωλὸν παρελθὸν τῆς ὀκταετίας, ἂς μὴ συζητῶμεν δι’ ἐξυγίανσιν τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς. Ὁ συνάδελφος κ. Βασιλᾶτος, ὑπῆρξε καὶ σαφὴς καὶ συγκεκριμένος, ἐτόνισε, πρόσωπα χθὲς πτωχά, σήμερον κυκλοφοροῦν μὲ κοῦρσες, διαθέτουν βίλλας, μέγαρα καὶ ζοῦν ὡς μεγιστᾶνες. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ πρέπει νὰ ἐλεγχθῇ τὸ παρελθὸν καὶ νὰ στιγματισθοῦν ὅσοι ἀθεμίτως καὶ διὰ τῆς πολιτικῆς ἐπλούτισαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον συντάσσομαι καὶ ἐγὼ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Κόμματος τῆς Ε.Δ.Α. ὅτι πέραν τοῦ Νόμου θὰ πρέπει νὰ κινηθῇ ἡ ἔρευνα διὰ τῆς συστάσεως Ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν, διὰ νὰ ἀποκαλυφθοῦν ὅλα ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα εὐθύνονται δι’ ὅλας τὰς γνωστὰς ἀνωμαλίας τοῦ παρελθόντος. Εἶναι ὁ μόνος δρόμος νὰ περιφρουρηθῇ καὶ νὰ προστατευθῇ ἡ τιμὴ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σεργάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§66Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἶμαι συντομώτατος, ἀφοῦ ἄλλως τε ἡ Κυβερνητικὴ πλειοψηφία καὶ ἡ Ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις συμφωνοῦν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω καὶ νὰ ἐπαινέσω τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ προστασία τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἀποτελεῖ τὸν σκοπὸν καὶ θὰ ἔλεγα, ὅτι θὰ πρέπει νὰ προβλεφθῇ αἱ δηλώσεις νὰ ἔχουν ἕνα αὐτεπάγγελτον τέρμα διὰ νὰ ὑπάρξῃ τὸ ἔχει καλῶς, διότι τὸ νομοσχέδιον προβλέπει οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν μόνον εἰς τὰς περιπτώσεις μηνύσεως ἢ αὐτεπαγγέλτου ἐρεύνης εἰς ὅσας περιπτώσεις θὰ δοθοῦν ἀναφοραί. Διὰ τὸ παρελθὸν εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἐνιαύσιος προθεσμία διὰ νὰ θεωρηθῇ κατὰ τεκμήριον ἡ ἐντιμότης τοῦ πολιτικοῦ. Διὰ τὸ μέλλον ὅμως πρέπει νὰ ὑπάρξῃ οὐσιαστικὴ ἔρευνα ἐπὶ πάσης δηλώσεως, διὰ νὰ ὑπάρξῃ δικαστικὴ ἐπιβεβαίωσις τῆς τιμιότητος ἑκάστου καὶ θέτω τοῦτο ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ. Ἐπίμονος ἀξίωσις εἶναι ἡ ἠθικὴ κάθαρσις ποὺ ἐνδιαφέρει ὅλους καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀντίλογος ἀπὸ οὐδένα. Εἰς τὴν λαϊκὴν αὐτὴν ἐπιταγὴν συνεπὴς πρὸς τὴν προεκλογικὴν της ὑπόσχεσιν μὲ συνέχειαν καὶ συνέπειαν φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Κ. τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου καὶ εἶναι πρόθυμος νὰ δεχθῇ πᾶσαν ὑπόδειξιν διὰ νὰ καταστῇ πλῆρες τὸ νομοθέτημα, ὅπως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπραξεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν διατυπώνονται σοβαραὶ καὶ ἀξιόλογοι ἀντιρρήσεις ἐν ὄψει τῶν συνταγματικῶν καὶ ἰσχυόντων ποινικῶν διατάξεων. Τὰ διαπραχθέντα ἀδικήματα κατὰ παράβασιν ἰσχυόντων νόμων ἔχουν ὑποπέσει εἰς παραγραφήν, τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐξ ἄλλου νομοθετούμενον ἀδίκημα τῆς ἀθεμίτου κτήσεως δὲν δύναται νὰ τύχῃ ἀναδρομικῆς ἐφαρμογῆς κατὰ συνταγματικὴν ἀπαγόρευσιν. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ ποινικῶν κυρώσεων. Τὸ θέμα εἶναι ἠθικῆς πολιτικῆς τάξεως, ἠθικοῦ στιγματισμοῦ δι’ ἐκείνους ποὺ δὲν ἐτήρησαν τὰς ὡραίας παραδόσεις τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας καὶ ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ἰδιότητά των πλουτίσαντες ἀθεμίτως. Ὀρθῶς λοιπὸν καὶ λίαν ἐπιτυχῶς τὸ σχέδιον ἐν ἄρθρῳ 8 παραγράφῳ 4, προκειμένου διὰ τὸ παρελθὸν προβλέπει τὸν ἀθέμιτον πλουτισμόν, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ἐπιβληθοῦν μὲν κυρώσεις, ἀλλὰ αἱ συνέπειαι τοῦ ἄρθρ. 10 περὶ οὐσιαστικῆς ἐξαιρέσεως τῶν ἀθεμίτως καὶ παρανόμως κτηθέντων. Τὸ νομοσχέδιον, προβλέπει δύο εἰδῶν κυρώσεις. Τὰς ἐκ τυπικῶν παραλείψεων καὶ τὰς ἐπὶ τῆς οὐσίας. Εἰς τὰς τυπικάς, προβλέπω μὲ κἄποιον δισταγμὸν καὶ προτείνω εἰς μὲν τὴν περίπτωσιν τῆς ἀναληθοῦς δηλώσεως, ποὺ θὰ προκύψῃ μόνον μὲ τὴν ἔρευναν τῆς οὐσίας, ἐὰν κριθῇ ἀθῶος νὰ μὴ ἐπιβάλλεται ποινή, ἐὰν ἀντιθέτως νὰ ἐπιβάλλεται, διότι τότε προκύπτει δολία προαίρεσις παραλείψεως. Καλῶς ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον μεταθέτει τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως πόθεν ἔσχες. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιώδης δικονομικὴ ἀλλαγὴ ἡ ὁποία διευκολύνει τὸν ἐλεγχόμενον. Ὁ ἐντίμως πολιτευθείς, δὲν δυσκολεύεται. Ἐπιθυμεῖ ν’ ἀποδείξῃ τὴν νόμιμον κτῆσιν διὰ νὰ ἔχῃ πιστοποιητικόν. Ἐλέχθη, ὅτι διὰ τὸ μέλλον, τὸ νομοσχέδιον θὰ εἶναι ἀπρόσφορον, διότι οἱ ἔχοντες θὰ φροντίσουν νὰ ἀποκρύψουν τὰ παρανόμως κτηθέντα. Τοῦτο δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἀκριβές, διότι ὁ κύκλος τῶν προσώπων εὐρύνεται καὶ δύναται νὰ προβλεφθῇ ὑποχρέωσίς των ὑποβολῆς δηλώσεως. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ, ἂν αἱ κυρώσεις τοῦ νομοσχεδίου θὰ εἶναι ἱκαναὶ ὥστε καὶ εἰς μεμονωμένας περιπτώσεις νὰ καταστήσῃ προσεκτικοὺς αὐτοὺς τοὺς ἐλαχίστους καθ’ ὑπόθεσιν ρέποντες πρὸς ἓν ἀθέμιτον πλουτισμόν, θὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον ἐπιτελέσει ἕνα σκοπόν, διότι θὰ ἔχῃ ἐπιδράσει κατὰ τρόπον προληπτικόν. Κἄτι τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι νὰ προστατεύσῃ καὶ νὰ καταστήσῃ ἀδιάβλητον τὸν πολιτικὸν κόσμον ἀπὸ οἱανδήποτε συκοφαντίαν καὶ οἱανδήποτε διαβολήν. Δὲν εἶναι ἴσως ὀρθὸν οὔτε καὶ πρέπον νὰ ἐπαναλάβω πράγματα λεχθέντα. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν ἐπίκρισιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι πλῆρες καὶ δὲν καλύπτει ὅλας τὰς περιπτώσεις, ἀπαντῶ ὅτι οἱ ἰσχύοντες ποινικοὶ νόμοι δὲν καταργοῦνται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, εἶναι μία παράλληλος διαδικασία ἀντικειμενικὴ μὲ ἴσην ἀπόστασιν πρὸς ὅλους. Κατὰ συνέπειαν εἶναι κάτι τὸ πρόσθετον, εἶναι ἡ δημιουργία αὐτοῦ τοῦ ἰδιωνύμου ἀδικήματος τῆς ἀθεμίτου κτήσεως εἰς ἕνα εὐαίσθητον τομέα, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν κοινὴν γνώμην συγκινεῖ, διότι ἡ κοινὴ γνώμη, κ. συνάδελφοι, ἀξιοῖ τὴν τιμωρίαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παρεξετράπησαν, ἀλλὰ θέλει συγχρόνως νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐπιβεβαίωσις ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοὺς ὁποίους ἀναδεικνύει καὶ ἀποστέλλει εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὑπῆρξαν ἄξιοι καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης της καὶ τῶν προσδοκιῶν της καὶ τῶν πόθων της.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§68Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Πιπινέλης ὁμιλήσας πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὅτι δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἔρχωνται τὰ πράγματα ἐνώπιον τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἡ κομματικὴ ἐμπάθεια δὲν θὰ ἄφηνε τοὺς βουλευτὰς εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει μία τοιαύτη κατάστασις. Ἐπροχώρησεν ἔτι περαιτέρω καὶ καθώρισεν ὅτι ἀδίκως ἡ ἄκρα ἀριστερὰ δὲν θὰ ἦτο ἀκριβὴς εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο περισσότερον ὅλων τῶν ἄλλων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶχον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Πιπινέλην, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν τελευταίαν πρότασιν τῆς ΕΔΑ περὶ παραπομπῆς εἰς Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴν διὰ τὰ οἰκόπεδα, ὑπῆρξεν ὄχι ἁπλῶς ὑπερκομματικός, ἀλλὰ ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι ἐνήργησεν εἰς βάρος τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος τῆς παρατάξεως ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχήν. Διότι δύο πράγματα θὰ συνέβαινον: Ἢ θὰ ἀπεδεικνύοντο οἱ ὑποβάλοντες τὴν πρότασιν ὡς συκοφάνται, ὁπότε θὰ εἴχομεν ἡμεῖς τὸ ὄφελος ἢ θὰ ἀπεδεικνύετο ὅτι ἡ ΕΡΕ δὲν ἦτο πραγματικῶς ἐν τάξει ὁπότε πάλιν ἡμεῖς θὰ εἴχωμεν τὸ κέρδος τὸ πολιτικόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐγὼ νὰ διανοηθῶ καὶ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Βασιλᾶτον ἀπολύτως ὅτι οὐδεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν θὰ ἦτο δυνατὸν παρασυρόμενος ἀπὸ κομματικὴν ἐμπάθειαν νὰ καταδικάσῃ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὅταν δὲν ἐπίστευεν ὅτι πράγματι τὸ ἄτομον αὐτὸ θὰ εἶχε διαπράξει σφάλμα. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἀνέφερεν ὅταν εἰσηγεῖτο τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέτει θέμα ἐμπιστοσύνης. Ὁ παρὼν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐσιώπησεν, αὐτὸ δι’ ἐμὲ σημαίνει ὅτι πραγματικῶς ὑπάρχει θέμα ἐμπιστοσύνης καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅταν ἡ Ε.Κ. μὲ τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν ποὺ ἔχει θέλῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ΕΡΕ καὶ ὁ Ἀρχηγός της ἐπιθυμοῦν καὶ αὐτοὶ τὸ νομοσχέδιον, νομίζω, ὅτι ἤδη τοῦτο εἶναι νόμος τοῦ Κράτους. Καὶ θὰ ἐπερίττευεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς νὰ συζητήσῃ κανείς, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ εἴπῃ κανεὶς τὰς ἀντιλήψεις του ἀνεξαρτήτως τοῦ προδικαζομένου ἀποτελέσματος τῆς ὑπερψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἐνθυμῆσθε ὅλοι σας, ὅτι κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1960 ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε μὲ πομπώδεις φράσεις ἀναγγείλλει ὅτι θέλει καὶ αὐτὸς νὰ περάσῃ ἕνα τοιοῦτον νομοσχέδιον. Καὶ ἔλεγε τότε: Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν χώραν αὐτὴν ἡ νόσος τοῦ ψεύδους καὶ τῆς συκοφαντίας εἶναι ἐπιδημική, περαιτέρω ὅτι τὴν νόσον αὐτὴν τοῦ ψεύδους καὶ τῆς συκοφαντίας τὴν καλλιεργεῖ τὸ κλῖμα τοῦ πάθους καὶ τῆς Δημοκρατίας. Εἶπε τόσα πολλὰ ποὺ ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἦτο κουραστικὸν νὰ σᾶς τὰ διαβάσω. Ἕνα εἶναι βέβαιον, ὅτι παρὰ τὰς πομπώδεις αὐτὰς φράσεις τότε, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐψηφίσθη. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶχα καταθέσει μίαν ἐρώτησιν καὶ ἠρώτων διατὶ ἀφοῦ εἴχατε τὴν πλειοψηφίαν, ὅπως ἡ Ε.Κ. σήμερον, καὶ ἠμπορούσατε νὰ ψηφίσετε τὸν νόμον δὲν τὸ ἐκάματε; Ἀπήντησεν ἐγγράφως ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Παπακωνσταντίνου, ὅτι κατόπιν τῆς ἀπροκαλύπτου ἀντιθέσεως καὶ τῶν ἀντικυβερνητικῶν Κομμάτων, δὲν προωθήθη ἡ ψήφισις τοῦ κατατεθέντος Κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ ἐπιρρίψῃ οὕτω τὰς εὐθύνας εἰς τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν. Τώρα λοιπὸν ἔχομεν ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ τὴν ΕΡΕ, ἡ ὁποία ἀποδέχεται τὸ νομοσχέδιον, ἀπὸ τὴν ἄλλην τὴν Ε.Κ. ἡ ὁποία προεκλογικῶς τὸ ἐπηγγέλθη. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπαναλαμβάνω περιττεύει κάθε συζήτησις, εἶναι νόμος τοῦ Κράτους κατ’ ἐμέ. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω κάτι διὰ, νὰ φανῇ ὅτι οἱ πολιτικοὶ πρέπει νὰ ἔχουν καὶ τὸ θάρρος τῆς γνώμης των νὰ λέγουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύουν ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ δὲν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Διερωτῶμαι σὰν ἁπλὸς ἄνθρωπος, διατὶ ὅταν ἔχω ἕνα ζευγάρι καλὰ παπούτσια, περπατῶ ξυπόλητος, θέλω δὲ νὰ παραγγείλω καὶ ἕνα ζευγάρι λουστρίνια, τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως δὲν θὰ ἠμπορέσω νὰ τὰ φορέσω, ἀφοῦ μάλιστα αὐτὰ ποὺ ἔχω ἠμπορῶ νὰ τὰ φορέσω. Μοῦ ἦλθεν εἰς τὴν μνήμην μου μία ἐρώτησις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα εἰς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅταν ἔγινεν ἡ πολύκροτος δίκη ἑνὸς μεγάλου ἐφοπλιστοῦ καὶ μεγάλου οἰκονομικοῦ παράγοντος τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος εἶπεν εἰς τὸ δικαστήριον, ὅτι μέσα εἰς τὴν βαλίτσαν του ἔχει ὅλα τὰ ὀνόματα τῶν πολιτικῶν. Ἔκαμα τότε μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοῦ γνωρίσῃ μόνον ἂν ἠμπορῇ νὰ μὲ βγάλῃ ἔξω ἀπὸ τὴν βαλίτσαν. Καμμίαν ἀπάντησιν δὲν ἔλαβον. Δὲν τὰ ἐφόρεσα τὰ παπούτσια. (Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐφηρμόσθη ἡ κειμένη νομοθεσία). Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν ἰδικήν μας τὴν Κυβέρνησιν, εἶπον ὅταν ἔδιδον ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ὅτι δύο Ὑπουργοὶ τῆς ΕΡΕ ἐγγράφως διὰ τῆς Βουλῆς εἶχον ἀπαντήσει ὅτι δὲν ἔδιδον χρήματα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς μίαν Ἑλληνόφωνον ἐφημερίδα ποὺ ἔβγαινεν εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν ἐδιάβαζαν 70.000 Ἕλληνες ἐργάται. Ἡ ἐφημερὶς σκοπὸν εἶχε νὰ δυσφημίζῃ τὴν Ε.Κ. καὶ νὰ ἐξυψώνῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Καραμανλῆ. Μοῦ ἀπήντησαν ὅτι δὲν τροφοδοτοῦν τὴν ἐφημερίδα αὐτὴν μὲ χρήματα. Περιέργως, μετὰ τὴν ἔγγραφον αὐτὴν ἀπάντησιν ἔδωσαν 500.000 δρχ. καὶ ἠρώτησα τότε διατὶ δὲν τοὺς παραπέμπουν; Μὰ ὑπάρχουν τὰ παπούτσια, εἶναι ἡ περίφημος Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἔχει σιωπήσει. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὸ παράπονόν μου. Κύριοι δὲν εἶμαι νομικός, οὔτε συνταγματολόγος, ἀλλὰ ἀπὸ ὅ,τι λέγει τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ ὅ,τι ἠμπόρεσα νὰ καταλάβω, ἀπὸ ὅ,τι λέγει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ποινικοῦ νόμου, καλῶς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πιστεύω ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πιὸ πέρα εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Συντάγματος. Ὅλα αὐτὰ τὰ λέγω κύριοι συνάδελφοι, διότι πιστεύω ὅτι ἐξ ἀφορμῆς αὐτῆς τῆς συζητήσεως, θὰ γίνῃ συζήτησις εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ ἐπέλθουν βελτιώσεις εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Τὸ νομοθέτημα, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι περίεργον. Διατὶ τόσον ἐνδιαφέρον διὰ νὰ προστατεύσῃ μόνον τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ δὲν τὸ ἐπεκτείνομεν καὶ εἰς ἄλλα πρόσωπα, δεδομένου ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι. Χωρὶς νὰ εἶμαι συνταγματολόγος ἢ νομικός, νομίζω, ὅτι τὸ σχέδιον νόμου ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Ποινικοῦ νόμου. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὶ θὰ συμβῇ ὅταν ὑποβληθῇ μία ἀναληθὴς δήλωσις; Δὲν τὸ εἶδα πουθενὰ νὰ ἀναφέρεται εἰς τὸ νομοθέτημα καὶ εἶναι δυνατὸν ὁ θέλων νὰ ξεφύγῃ νὰ βρῇ παντοίους τρόπους. Ἐπίσης δὲν εἶδα πουθενὰ νὰ ἀναφέρωνται αἱ Τράπεζαι τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Πρὸ ἡμερῶν ἐγένετο συζήτησις διὰ τὸ οἰκόπεδον τὸ ὁποῖον πῆγε νὰ καταλάβῃ ἡ πενθερά ἑνὸς βουλευτοῦ καὶ δὲν τὸ κατέλαβε, καὶ διὰ τὸ θέμα τῶν Τραπεζῶν τοῦ Ἐξωτερικοῦ ποὺ μποροῦν νὰ δεχθοῦν ὑπέρογκα ποσὰ διὰ συμβάσεις, δὲν βλέπω νὰ ἀναφέρεται πουθενὰ εἰς τὸ νομοθέτημα. Ἐρωτήματα θέτω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§69Α. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ Διευθυνταὶ νοσοκομείων.
§70Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, κ. συνάδελφε, καὶ αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν, ἰδιαιτέρως οἱ ἐξ αὐτῶν τυγχάνοντες ἐλέγχοντες καὶ ἐλεγχόμενοι συγχρόνως. Ἔπειτα ἔχομεν τὰ δημοσιογραφικὰ συγκροτήματα. Εἶναι γνωστὸν ὅτι αὐτὰ ἀνεβάζουν καὶ κατεβάζουν Κυβερνήσεις καὶ ἐπιδροῦν τόσον ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῆς χώρας, μαζὶ μὲ τοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους. Ὑπάρχουν ἐπίσης ὡρισμένοι Οἰκονομικοὶ Ὀργανισμοί, τοὺς ὁποίους οὔτε κἂν ἐλέγχει οἰκονομικῶς τὸ Δημόσιον. Δι’ ὅλα αὐτὰ τὶ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον; Ἐὰν θέλωμεν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ νομοθετήσωμεν διὰ τὸ μέλλον, θὰ ἔπρεπε πᾶς πολιτικὸς νὰ ἔχῃ βιβλία, ὡς ἔχουν ὅλοι διὰ τὴν Ἐφορίαν, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ ἀναγράφῃ ἀπὸ ποῦ ἔχει τὰ χρήματα καὶ ποῦ τὰ ξοδεύει. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶμαι οὔτε νομικὸς οὔτε συνταγματολόγος. Πρακτικὰς λύσεις ἔθεσα καὶ περιμένω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ἀποφάσεις.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λύχνος ἔχει τὸν λόγον.
§72Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔρχεται ὑπὸ συζήτησιν καὶ τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν σας εἶναι μία συνέπεια καὶ συνέχεια τῆς ἀσκηθείσης, καὶ τῆς συνήθους ἀσκουμένης εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα δυσφημήσεως μεταξὺ ἀντιπάλων πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ ἀντιπάλων κομμάτων. Δυστυχῶς τὸ μεγαλύτερον μειονέκτημα τῆς Δημοκρατίας εἶναι ὅτι συνεχῶς παρακολουθεῖται ἀπὸ τὴν συκοφαντίαν. Οἱ συκοφάνται τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν συνυπῆρξαν μὲ τὴν γένεσιν, μὲ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ μὲ τὴν ἀκμὴν τῆς Δημοκρατίας. Θὰ ἦτο μεγάλη ἀξίωσις νὰ εἴχαμεν ἀπαλλαγῇ ἡμεῖς οἱ νεώτεροι ἀπὸ τὴν νόσον αὐτήν. Ἀνεφέρθησαν ἱστορικὰ παραδείγματα κατὰ τὰ ὁποῖα καὶ εἰς τὴν ἀρχαιότητα, ἀλλά, ἐκεῖνο ποὺ μὲ ἐνδιαφέρει περισσότερον, καὶ κατὰ τοὺς προσφάτους χρόνους, πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τοῦ Τρικούπη μέχρι καὶ τοῦ Καραμανλῆ, μέχρι καὶ τοῦ Παπανδρέου, ἐπρότειναν καὶ ὑπεστήριξαν νομοσχέδια τῶν ὁποίων σκοπὸς ἦτο καὶ εἶναι ἡ ἀπόδειξις τῆς ἐντιμότητος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Ἀλλὰ παρετήρησεν συνάδελφος, προηγηθεὶς εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, ὅλαι αὐταὶ αἱ προτάσεις τῶν ὑμετέρων χρόνων δὲν κατέστη δυνατὸν εἰς τὸ τέλος νὰ προχωρήσουν καὶ νὰ γίνουν νόμοι. Ἐγὼ θὰ ὑπομνήσω τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ὑπεβλήθησαν. Καὶ θὰ ὑπενθυμίσω μάλιστα τὴν πρότασιν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου κατὰ τὸ ἔτος 1933. Ποῖον ἦτο τὸ περιβάλλον μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλῃ ἐκείνην τὴν πρότασιν; Αὐτὸ τὸ περιβάλλον κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ μέγας ἐκεῖνος πολιτικὸς εἶχε πέσει ἀπὸ τὴν ἀρχὴν εἰς τὰς προηγουμένας ἐκλογὰς τοῦ 1932 ὑπὸ τὴν κραυγὴν τοῦ «κάτω οἱ κλέφτες». Εἶχε πέσει ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος τὸ 1920 ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὑπὸ τὴν κραυγὴν τοῦ «κάτω οἱ τύραννοι». Καὶ τὸ 1932 ἔπεσεν ὑπὸ τὴν κραυγὴν τοῦ «κάτω οἱ κλέφτες». Κραυγὴν τὴν ὁποίαν εἶχον ἐφεύρει οἱ ἀντίπαλοί του καὶ μάλιστα τὴν τελευταίαν, ἀντίπαλοι τέως φίλοι του καὶ διέσπειρεν ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα ὁ Τύπος καὶ ἐπανέλαβεν ὁ λαός. Αὐτὸ ἦτο τὸ κλῖμα μέσα εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων νὰ προτείνῃ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος τελικῶς δὲν ἐψηφίσθη. Ἀνάλογοι ὑπῆρξαν καὶ αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἄλλοι πολιτικοὶ ἄνδρες, ἀπὸ τοῦ Τρικούπη μέχρι τοῦ Καραμανλῆ καὶ μέχρι τοῦ Παπανδρέου, εὑρέθησαν καὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προτείνουν ἀνάλογα νομοσχέδια. Κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καὶ φαντάζομαι ὅτι εἰς ὅλους εἶναι συνειδητόν, ὅτι ἡ μεγάλη ἀδυναμία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἀμοιβαία κατασυκοφάντησις μεταξὺ τῶν πολιτικῶν κομμάτων καὶ μεταξὺ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ Πρόεδρος κ. Πιπινέλης, ὅτι ἐπὶ πλέον σήμερον ὑπάρχει καὶ ἕνα ὠργανωμένον κόμμα, τὸ ὁποῖον προκειμένου ὄχι ἁπλῶς νὰ τραυματίσῃ, ἀλλὰ νὰ συντρίψῃ τὸ κρατοῦν Κοινοβουλευτικὸν μας πολίτευμα, ἐκ φιλοσοφικῆς θεωρίας καὶ κατευθυντηρίων ἀρχῶν χρησιμοποιεῖ ἐναντίον του τὸ ψεῦδος. Ἀντιλαμβάνομαι πολὺ καλὰ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς ὅπου θέλουν νὰ σπιλώσουν, καὶ νὰ κρημνίσουν τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀντιλαμβάνομαι πάρα πολὺ καλὰ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους μάχονται ἐν γνώσει τοῦ ὅτι μάχονται χρησιμοποιοῦντες μέσα καὶ ὅπλα ὄχι ἐντελῶς καθαρά. Ἐνίοτε μάλιστα λυποῦμαι τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χρησιμοποιήσουν τὰ μέσα αὐτὰ κατὰ κομματικὴν ἐπιταγήν, ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν τοὺς θεωρῶ ὡς ἀνθρώπους, ποὺ ἐάν, δὲν ὑφίσταντο τὴν κατασταλτικὴν ἐπιβολὴν τῆς ἰδεολογίας των, θὰ ἦσαν ἄξιοι καλυτέρας ἀποστολῆς καὶ καλυτέρας τύχης.
§73Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ περιορισθῇ ὁ ρήτωρ εἰς τὸ θέμα, διότι, ἄλλως θὰ ὑπάρξῃ θέμα προσωπικὸν καὶ δὲν θὰ λύσετε τὴν συνεδρίασιν σήμερον ἐλλείψει ἀπαρτίας ὅπως ἔγινε κατ’ ἐπανάληψιν...
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε κ. Ἐφραιμίδη. (Κωδωνοκρουσίαι). Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§75Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Νὰ ἐφαρμόζετε τὸν Κανονισμὸν καὶ μετὰ νὰ τὸν ἐπικαλῆσθε.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κ. Ἐφραιμίδη.
§77Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§78Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Προσπαθήσατε νὰ ἀποκτήσετε κοινοβουλευτικὸν ἦθος διὰ νὰ μὴ ἐπιβεβαιώνετε τὰς κατηγορίας τὰς ὁποίας προσωπικῶς ἐκτοξεύω ἐναντίον σας.
§79Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Εἶσθε ἀξιολύπητος καὶ προσωπικῶς καὶ ὡς παράταξις. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀντιστρέφετε τὰ πράγματα.
§80Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἀποκτήσατε, κ. συνάδελφε, κοινοβουλευτικὸν ἦθος τοῦ ὁποίου στερεῖσθε.
§81Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Δὲν συνήθισα στὸν μονόλογον τοῦ ραδιοφώνου. Μοῦ ἀρέσει ὁ διάλογος. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ.
§82Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὅτι ἡ ἄκρα ἀριστερὰ ἀκολουθεῖ αὐτὰς τὰς ἀρχὰς καὶ χρησιμοποιεῖ τὰ μέσα, τὸ ἀντιλαμβάνομαι ἄριστα. Τὸ ὅτι ὅμως τοὺς ἐπικουρεῖ καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος δὲν πιστεύει εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτάς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιδιώκει τοὺς ἴδιους σκοπούς, αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐξηγήσω. Ἠμπορεῖ τὸ Κέντρον νὰ πολεμᾷ τὴν ΕΡΕ, ἠμπορεῖ ἡ ΕΡΕ νὰ πολεμᾷ τὸ Κέντρον. Ὑπάρχει ὅμως λόγος, ὥστε εἴτε τὸ Κέντρον πολεμῶντας τὴν ΕΡΕ, εἴτε ἡ ΕΡΕ πολεμῶντας τὸ Κέντρον, νὰ βάλλουν ἐναντίον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω. Ἀλλὰ ὅταν ἡ διάβρωσις τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος μέσα εἰς τοὺς κόλπους τοῦ ἐθνικόφρονος πολιτικοῦ κόσμου εἶναι τόσον ταχεῖα, τόσον εὐρεῖα καὶ τόσον μεγάλη, αὐτὸ κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ παρατηρήσω ὅτι δημιουργεῖ τεράστιον διὰ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα κίνδυνον.
§83Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι οἱ Ἐθνικόφρονες τῆς Πιερίας.
§84Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριοι, παρῆλθον καὶ θὰ παρέλθουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἄλλοι ἀγορηταὶ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς. Ἐπιμένουν εἰς τὰ δῆθεν σκάνδαλα τῶν συμβάσεων, τὰ ὁποῖα διέπραξεν ἡ 8ετία τοῦ κ. Καραμανλῆ. Ἐπιμένουν εἰς πᾶσαν κατασυκοφάντησιν, εἴτε καὶ φλυαρίαν, εὐφυᾶ ἢ ἀνόητον, τὴν ὁποίαν ἐξετόξευσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καθ’ ὅλα τὰ τελευταῖα ἔτη. Αἱ συζητήσεις ὅμως ἔχουν γίνει. Αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι ἐψηφίσθησαν. Ἔγιναν νόμοι τοῦ Κράτους. Ἐφαρμόζονται. Ἐφαρμόζει τὰς συμβάσεις τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον διεδέχθη τὴν 8ετίαν εἰς τὴν ἀρχήν, ἀλλὰ αὐτὰ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι σκάνδαλα. Καὶ ἐπὶ πόσον χρονικὸν διάστημα θὰ εἶναι σκάνδαλα; Καὶ πότε θὰ λήξουν τὸ σκάνδαλα; Οἱ νόμοι τοῦ Κράτους εἶναι δυνατὸν νὰ δικασθοῦν; Οἱ νόμοι τοῦ Κράτους εἶναι δυνατὸν νὰ συκοφαντῶνται χωρὶς ἀρχήν, χωρὶς τέλος καὶ χωρὶς νόημα; Κύριοι ἔγινεν ἕνας ἀγὼν ἐναντίον τῆς ὀκταετίας τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἡ Ε.Ρ.Ε. κατεδικάσθη ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως λέγει τὸ Κέντρον, ὅπως λέγει καὶ ἡ ἄκρα ἀριστερά. Δὲν σᾶς φθάνει, ἀγαπητοὶ φίλοι, τὸ πολιτικὸν ἀποτέλεσμα ποὺ ἤδη ἐπετύχατε; Καὶ πρέπει ἡ συκοφαντία νὰ συνεχίζεται εἰς τὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα; Μὲ ποῖον ἀποτέλεσμα; Δέν εἴμεθα εἰς τὴν Ἀρχήν. Εὑρίσκεσθε σεῖς εἰς τὴν Ἀρχήν. Τί πάρα πάνω ζητεῖτε; Νὰ μᾶς πᾶτε εἰς τὴν φυλακήν; Νὰ μᾶς πᾶτε, ἐὰν ἔχετε τὰ μέσα, ἐὰν ἔχετε τὰ ἐπιχειρήματα, ἐὰν ἔχετε σοβαρὰς κατηγορίας καὶ τὰς ἀποδείξεις των. Δὲν τὰς ἔχετε ὅμως, καὶ ἐφευρίσκετε τεχνάσματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν βάσιν. Καὶ ἀναζητεῖτε μυστηριώδη οἰκόπεδα εἰς τὰ χωράφια τῆς Ἀττικῆς, διὰ νὰ θίξετε πολιτικὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ κυβέρνησε τὴν χώραν ἐπὶ μίαν ὀκταετίαν ἀπεχώρησε σιωπηρῶς εἰς τὴν ξένην διὰ νὰ ἀφήσῃ τὴν χώραν νὰ κυβερνηθῇ ἀπὸ τοὺς νέους ἐκλεκτοὺς τοῦ λαοῦ. Καὶ λέγετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ δι’ οἰκόπεδα τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουν εἰς τὸν κ. Καραμανλῆν. Καὶ εὑρέθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι δὲν συνεχίζει αὐτὴν τὴν προσπάθειαν διότι τὸ ἀδίκημα παρεγράφη! Δὲν εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ Κόμματος τὸ ὁποῖον κυβερνᾷ σήμερον τὴν Ἑλλάδα τὸ ὅτι ἔδωσεν αὐτὴν τὴν δικαιολογίαν εἰς τὴν ὑπεκφυγήν του νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κατηγορίαν. Δὲν ὑπῆρξεν γενναῖον ἐκ μέρους τῶν ἀνδρῶν ποὺ ἐξετόξευσαν τὴν κατηγορίαν, τὸ ὅτι δὲν εἶχον τὸ θάρρος νὰ καταφύγουν εὐθέως εἰς τὰ Δικαστήρια, νὰ μηνύσουν τὸν ἰδιώτην πλέον κ. Καραμανλῆν διὰ τὰς πράξεις του. Ὁ κ. Καραμανλῆς δὲν θὰ εἶχε τώρα τὸ δικαίωμα νὰ προστατευθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀσυλίας, διότι εἶναι ἕνα ἁπλοῦν ἄτομον, ἕνας κοινὸς πολίτης. Καὶ πᾶσα μήνυσις ἐναντίον του θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ. Διατί, λοιπόν, ἐζητήθη ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή; Διότι ἦτο γνωστόν, ὅτι ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ δὲν ἐπρόκειτο νὰ φθάσῃ εἰς οὐδὲν συμπέρασμα καὶ διότι ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως θὰ ἦτο νὰ συνεχίζεται ἐπ’ ἄπειρον ἡ συκοφαντία. Αὐτὴ ἦτο ἡ γενναιότης τῆς προτάσεως καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ἀνδρισμὸς ἐκείνων ποὺ ἀπέφυγον τὴν πρότασιν.
§85Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐκείνων ποὺ τὴν ἀπέφυγον διὰ τῆς παραγραφῆς;
§86Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἡ ἰδική μας θέσις ἦτο σαφής. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν ἐναντίον τοῦ Ἀρχηγοῦ μας, δημιουργοῦντες τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐκεῖνος νὰ ἔπταισεν εἰς τὸ παρελθόν. Ἐὰν ἦσθε σεῖς, ὅπως λέγετε, ἄνδρας, θὰ ἔπρεπε νὰ πᾶτε εἰς τὰ Δικαστήρια ἀπ’ εὐθείας ἐναντίον τοῦ ἰδιώτου κ. Καραμανλῆ ἢ ἔπρεπε νὰ ψηφίσετε τὴν πρότασιν περὶ Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Καὶ λέγουν ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι τὸ καλύτερον, ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, διότι ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος εἶναι δίκαιος καὶ ἄμεμπτος καὶ δὲν δύναται νὰ κατηγορήσῃ ἀδίκως καὶ νὰ καταδικάσῃ τοὺς ἀντιπάλους του. Κύριοι, σοβαρῶς ὁμιλεῖτε περὶ πολιτικῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς αὐτὸ τὸ παρθενικὸν στάδιον ἀναπτύξεως, κατὰ τὸ ὁποῖον, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἀντιπρόσωπος νὰ κατηγορήσῃ ἀντιπρόσωπον καὶ ἀντιπρόσωπος νὰ καταδικάσῃ ἀντιπροσώπους; Κύριοι, ποῦ ζῶμεν; Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Βασιλᾶτος, διὰ νὰ τοῦ ἀπευθύνω τὸ ἐρώτημα: Σεῖς, κ. Βασιλᾶτε, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζετε, ὅτι δὲν κυβερνᾶσθε ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ ὁποίου κάθε ἑσπέραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δίδετε ἀποδείξεις μὲ τὰς ζωηροτάτας ἐπεμβάσεις σας, ἐναντίον παντὸς προσώπου, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸν δρόμον σας; Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ πρακτικὸν σκοπόν. Τὸ Κόμμα μου ἔχει ἀποφασίσει νὰ τὸ ψηφίσῃ. Θὰ τὸ ψηφίσω καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ θὰ ὑποβάλω τρεῖς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἤδη διετύπωσα καὶ διένειμα. Ἡ πρώτη τροπολογία ἀναφέρεται εἰς τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Νομίζω, κ. συνάδελφοι, ὅτι ὁ τίτλος αὐτὸς εἶναι συκοφαντικὸς διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας. Ἡ τιμὴ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει ἀνάγκην προστασίας. Ἂν ὑπάρχουν εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας ἄνθρωποι ἐστερημένοι τιμῆς, πρέπει νὰ διωχθοῦν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀποτελεῖ προνομιοῦχον τάξιν, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προστατεύῃ τὴν τιμήν της κατὰ τρόπον εἰδικώτερον ἀπὸ ὅ,τι προστατεύεται ἡ τιμὴ ὅλων τῶν ἄλλων Ἑλλήνων. Βλάπτει, λοιπόν, τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ ταὐτοχρόνως βλάπτει ὅλους τοὺς ἄλλους Ἕλληνας τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ ἔχωμεν ἕνα νόμον, τοῦ ὁποίου ὁ τίτλος θὰ ἐχώριζε τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ἀπὸ τοὺς πολίτας. Καὶ δι’ αὐτὸ προτείνω ὅπως ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου γίνῃ «περὶ τῆς περιουσιακῆς καταστάσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἢ τοὐλάχιστον «περὶ τοῦ πόθεν ἔσχες τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Αἱ δύο ἄλλαι τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, ἀφοροῦν ἡ μία τὴν περιουσιακὴν κατάστασιν τῶν κομμάτων καὶ ἡ ἄλλη τὴν περιουσιακὴν κατάστασιν τῶν ἰθυνόντων δημοσιογράφων τῆς χώρας. Κύριοι, κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποχωρίσητε τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀνήκει, ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας ἠθικὴν ὑπόστασιν; Τὰ κόμματα εἶναι ὀργανισμοί. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἰδιόκτητον περιουσίαν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἔσοδα. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἔξοδα. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσουν καὶ ἰδιοκτησίαν, ὅπως ἀπεδείχθη προσφάτως. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι δηλώσεις περιουσιακῆς καταστάσεως ὀφείλουν, μέσῳ τῆς ἡγεσίας των, νὰ κάμουν καὶ τὰ κόμματα. Διότι τὰ κόμματα δὲν εἶναι μόνον πολιτικοὶ ὀργανισμοί, εἶναι καὶ οἰκονομικοὶ ὀργανισμοί. Ἐνθυμοῦμαι τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔγινε ἐδῶ, προκειμένου περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν βουλευτῶν, ὅπου ὁ κ. Κανελλόπουλος, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε., ἔθεσε τὸ θέμα. Νομίζω, ὅτι δίδω μίαν συνέχειαν εἰς τὴν τοποθέτησιν αὐτοῦ τοῦ θέματος, μὲ τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν κάμνω, ὅπως καὶ τὰ πολιτικὰ κόμματα, ὡς ὀργανισμοί, δηλώσουν τὰς περιουσίας των εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐρεύνης, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ τὴν περιουσιακὴν κατάστασιν ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ἐπίσης προτείνω ὅπως εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς περιουσιακῆς δηλώσεως ὑποβάλλονται καὶ οἱ δημοσιογράφοι, τοὐλάχιστον οἱ ἰθύνοντες. Δὲν προτείνω ὅπως εἰς τὰς δηλώσεις ὑποχρεοῦνται οἱ δημοσιογραφικοὶ ὀργανισμοί, αἱ ἐπιχειρήσεις αἱ δημοσιογραφικαί. Διότι αἱ δημοσιογραφικαὶ ἐπιχειρήσεις εἶναι ἐπιχειρήσεις ἰδιωτικοῦ δικαίου καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ συναλλάσσωνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ἐμπορικοῦ Δικαίου καὶ τῶν ἄλλων νόμων, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις. Μεταξὺ ὅμως τοῦ δημοσιογραφικοῦ ὀργανισμοῦ, τῆς ἐπιχειρήσεως, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν διὰ τῶν ἐφημερίδων ἔργον καθαρῶς πολιτικόν, μεταξύ, λέγω, τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργανισμῶν καὶ τῶν δημοσιογράφων, πρέπει νὰ ὑπάρχει κἄποια διάκρισις. Κύριοι, ὁ δημοσιογράφος δὲν εἶναι πρόσωπον ἢ δὲν πρέπει νὰ εἶναι πρόσωπον ἀνεύθυνον. Ὑπάρχουν ἰδιοκτῆται ἐφημερίδων, ὑπάρχουν διευθυνταὶ ἐφημερίδων, ὑπάρχουν ἀρχισυντάκται, διαχειρισταὶ ἐφημερίδων, οἰκονομικοὶ συντάκται ἐφημερίδων. Οὗτοι, εἶναι δυνατὸν δὲν τοὺς κατηγορῶ, δὲν κατηγορῶ κανένα, πιστεύω ὅτι οἱ παλαιοί μου συνάδελφοι εἶναι ἄμεμπτοι, ὅπως πιστεύομεν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ὅτι πρέπει νὰ εἶναι. Ἀλλὰ ἂν ὁ πολιτικὸς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἀντικείμενον ὑποψίας εἰς τὸν λαόν, διατὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀντικείμενον ἴσης τοὐλάχιστον ὑποψίας καὶ ὁ δημοσιογράφος, ἐφ’ ὅσον ὁ δημοσιογράφος εἶναι στενὸς συνεργάτης τοῦ πολιτικοῦ; Σήμερον, κύριοι εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἐποχήν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μόνον Ἑλληνικὴ ἐποχή, ἀλλὰ καὶ πανευρωπαϊκὴ καὶ ὅλου τοῦ κόσμου, τὴν ὁποίαν μία ἐφημερὶς τῶν Ἀθηνῶν ὀνομάζει, καὶ νομίζω ὄχι ἀδίκως; Ἐφημεριδοκρατίαν. Τὰ κόμματα συνεργάζονται μὲ τοὺς δημοσιογραφικοὺς ὀργανισμούς, μὲ τὰς ἐφημερίδας, μὲ τοὺς δημοσιογράφους. Ἂν στερηθοῦν τὰ κόμματα τῶν ἐφημερίδων, ἡ ἀπήχησις ὅλων τῶν διδαχῶν, τὰς ὁποίας κάμνομεν ἡμεῖς ἐδῶ, θὰ εἶναι πολὺ μικροτέρα ἀπὸ ἐκείνην, ποὺ γίνεται σήμερον. Θὰ εἴπω, ἀκόμη τοῦτο, ὅτι ἀποδέκτης πάσης κατηγορίας ἐναντίον παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, πρῶτος ἀποδέκτης καὶ διαβιβαστὴς εἰς τὸ εὐρύτερον κοινὸν τῆς χώρας, εἶναι ὁ δημοσιογράφος, εἶναι ἡ ἐφημερίς. Δὲν θέλω νὰ ὑπομνήσω τὶ ὁ ἀείμνηστος Ἀλέξανδρος Σβῶλος ἔγραφε περὶ τῆς δημιουργίας τῆς κοινῆς γνώμης διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν δημοσιογράφων. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ στιγμὴ αὐτὴ εἶναι κατάλληλος. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐὰν ὁ πολιτικὸς κόσμος ὀφείλῃ νὰ λογοδοτῇ διὰ τὴν περιουσιακήν του κατάστασιν, ἄλλο τόσον καὶ ὁ δημοσιογραφικὸς κόσμος, τοὐλάχιστον ὁ ἡγούμενος τῆς δημοσιογραφικῆς οἰκογενείας τῆς χώρας κόσμος, ὀφείλει νὰ λογοδοτῇ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Συμπολίτευσις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐξετάσουν καὶ τὰς τρεῖς αὐτὰς προτάσεις μου μὲ ἕνα πνεῦμα εὐρυτέρας κατανοήσεως τῶν ἠθικῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ ἴσης μεταχειρίσεως ὅλων ἐκείνων, ποὺ συνεργάζονται διὰ νὰ κυβερνᾶται ἡ χώρα. Καὶ προκειμένου περὶ τῆς Δημοσιογραφίας, εἶναι πλέον ἀποδεκτὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι ἀποτελεῖ διὰ τὸ Κράτος τὸ Δημοκρατικόν, τὸ σύγχρονον, τὴν τετάρτην ἐξουσίαν. Εἶναι, ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, ὑποχρέωσίς μας καὶ τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀλλάξωμεν καὶ τὰ κόμματα, ὡς Ὀργανισμοὺς οἰκονομικούς, νὰ θέσωμεν ὑπὸ ἔλεγχον, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ τεθοῦν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ τοὺς δημοσιογράφους νὰ ἐξομοιώσωμεν πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἠθικὰς εὐθύνας των ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους. Κύριοι δὲν ἔχω νὰ εἴπω περισσότερα. Πιστεύω ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀνώτερος πάσης κατηγορίας. Γνωρίζει ὅτι οἱ ὀφθαλμοὶ 9.000.000 Ἑλλήνων παρακολουθοῦν κάθε ἡμέραν καὶ κάθε ὥραν, κάθε ἄνθρωπον ἀναμεμιγμένον εἰς τὰ πολιτικὰ πράγματα τοῦ τόπου καὶ παρακολουθοῦν μὲ τὴν γνωστὴν ἔμφυτον δυσπιστίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν ὅλοι οἱ λαοὶ ἀπέναντι ἐκείνων, ποὺ τοὺς διοικοῦν. Θὰ ἦτο πολὺ τολμηρὸς ὁ Ἕλλην πολιτικός, ὁ ὁποῖος ἐξ ἐπαγγέλματος, ὁ ὁποῖος ἐκ προθέσεως θὰ ἤθελε νὰ καταχρασθῇ τῆς πολιτικῆς του ἰδιότητος διὰ νὰ ἀποκτήσῃ οἰκονομικὰ ὠφελήματα. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει τόσον τολμηρὸς πολιτικός, ὅστις νὰ ἐκτίθεται εὔκολα εἰς αὐτὸν τὸν κίνδυνον, ὅσον διεστραμμένος καὶ ἐὰν εἶναι. Ἀλλὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ὑπῆρξε τίμιος εἰς τὴν ζωήν του, πρέπει νὰ ἀποθάνῃ καὶ θανὼν νὰ ἐξαπλωθῇ εἰς τὴν ψάθαν. Προτοῦ ὁ Ἕλλην πολιτικὸς ἀποθάνῃ εἰς τὴν ψάθαν, πάντοτε θὰ συζητῆται ἡ ἐντιμότης του. Καὶ ἐὰν αὐτὸ τὸ ἔλεγεν τὸ πλῆθος, ἐὰν αὐτὸ τὸ ἔλεγον μόνον αἱ ἐφημερίδες, τέλος πάντων θὰ μποροῦσα νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὑπάρχει κἄποια αἰτία ζηλοτυπίας. Τὸ νὰ τὸ λέγουν ὅμως οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἐναντίον πολιτικῶν ἀνδρῶν, μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι οἱ σήμερον κατηγοροῦντες εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν αὔριον εἰς τὴν κάτω πλευρὰν τῆς ρόδας καὶ νὰ ὑποστοῦν τὰς αὐτὰς κατηγορίας, τοῦτο ἐπαναλαμβάνω δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀντιληφθῶ ποῖον συμφέρον ἐξυπηρετεῖ. Ἐκεῖνοι, ποὺ θέλουν νὰ ἀνατρέψουν τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα κάμνουν συνειδητῶς αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Οἱ ἄλλοι, ὅμως, ποὺ πιστεύουν ὅτι εἶναι γνήσιοι δημοκράται, κοινοβουλευτικοί, ποίου εἴδους πολιτικὴν κάμνουν, παρασυρόμενοι ἀπὸ τὸ κῦμα τῆς συκοφαντίας τὸ ὁποῖον ἔχει ξεσπάσει αὐτὴν τὴν ἐποχὴν εἰς τὴν χώραν μας; Κύριοι, μὴ νομίζετε, ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι τόσον στερεὸν εἰς τὴν ἐποχήν μας, καὶ μάλιστα εἰς τὴν πλευρὰν τῆς Εὐρώπης, ὅπου ἡμεῖς εὑρισκόμεθα, ὅπου εὑρίσκεται ἡ Ἑλλάς. Μὴ νομίζετε, ὅτι τὸ πολίτευμα αὐτό, εἶναι τόσον στερεόν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀνθίσταται αἰωνίως εἰς τοὺς κινδύνους ποὺ δημιουργοῦνται ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν γνήσιον δημοκρατικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν κόσμον. Τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, θὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ σήμερα. Ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς τὴν Νοτιοανατολικὴν Εὐρώπην, εἰς τὸ μεταίχμιον μεταξὺ Βαλκανίων καὶ Μέσης Ἀνατολῆς. Πρὸς βορρᾶν ὅλα τὰ Κράτη εἶναι κομμουνιστικά. Πρὸς Ἀνατολὰς κανένα πλέον Κράτος δὲν ἔχει μείνει κοινοβουλευτικόν, εἶναι ὅλα στρατιωτικοδικτατορικά. Εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς μὴ νομίζετε, ὅτι τὸ πολίτευμα τὸ Δημοκρατικὸν εἶναι ἐντελῶς βέβαιον καὶ ἐντελῶς φανερόν, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δολοφονῆται ἐκ τῶν ἔνδον καὶ νὰ μένῃ πάντοτε ζωντανόν. Θὰ πρέπει ν’ ἀντιμετωπίζωμεν τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ μεταφερθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῶν Βαλκανικῶν κρατῶν, ὅπως τὸ ἐπιδιώκουν οἱ κύριοι τῆς ἀριστερᾶς. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀντιμετωπίζητε καὶ τὸν κίνδυνο, ὅτι ἐκεῖνα, ποὺ συμβαίνουν εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν καὶ ἐξαπλώνονται ἀπὸ τὴν Περσίαν, τὴν Τουρκίαν τὴν Συρίαν καὶ τὴν Αἴγυπτον, ἕως τὴν Βόρειον Ἀφρικήν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθοῦν καὶ εἰς τὸν τόπον μας ἐὰν ἡ ὑπόληψις τοῦ Δημοκρατικοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐκπέσῃ εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν ὅλοι ἡμεῖς μαζί. Καὶ μέσα εἰς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην γνωρίζετε ἄριστα, ὅτι ὑπάρχουν σοβαραὶ χῶραι, ὅπως ἡ Γαλλία, ὅπου ὁ κοινοβουλευτισμὸς δὲν εἶναι πλέον τῆς μόδας. Κύριοι συνάδελφοι τοῦ Κέντρου, σᾶς θέτω ἐνώπιον τῶν ἱστορικῶν σας εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλετε νὰ σκεφθῆτε διὰ νὰ σταματήσετε εἰς τὸν κατήφορον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχετε εἰσέλθει. Δὲν εἶναι μοναδικὸν τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Καραμανλῆ, ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ ἐκυβέρνησε καλῶς καὶ ἐπειδὴ ἐκυβέρνησε ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, ὑφίσταται σήμερα τὰς συκοφαντίας τὰς ὁποίας ὑφίσταται. Κάθε κομματικὸν καθεστὼς εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησε καλῶς τὸν τόπον, τὸ ὁποῖον ἐστάθη ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα εἰς τὴν ἀρχὴν ὑπέστη τὴν αὐτὴν τύχην. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν τετραετῆ περίοδον τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου 1928–32, ἡ ὁποία ὑπῆρξε δημιουργικὴ πλούτου διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐσωτερικῆς ἀνασυντάξεως καὶ σταθερότητος καὶ ἡσυχίας καὶ ὑπὸ τὴν γνωστὴν κραυγήν. Ἡμεῖς δὲν ἐπέσαμεν ὑπὸ τὴν κραυγὴν αὐτήν. Ἐὰν ὅμως μείνετε ὀλίγον καὶ σεῖς εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἐπιτύχετε μερικὰ πράγματα καὶ εὐδοκιμήσετε, ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀδύνατον νὰ ὑποστῆτε τὴν τύχην τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου τοῦ 1932, ἐὰν ἐξακολουθήσετε νὰ ἔχετε τὰ μυαλά, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔχετε. (Χειροκροτήματα).
§87Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τῆς ἐπιβαλομένης προσοχῆς, λόγῳ τῆς σημασίας τοῦ νομοσχεδίου, παρακολουθῶ ὅλους τοὺς μέχρι στιγμῆς ἀγορεύσαντας. Τὸ αὐτὸ θὰ πράξωμεν καὶ ἐν συνεχείᾳ. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει βαθύτατα, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ ἐξυπηρετήσῃ κατὰ πρῶτον λόγον τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος πράγματι ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς μεγάλης ἀποστολῆς του καὶ νὰ τὸν διασφαλίσῃ ἀπὸ τυχὸν ἀνευθύνους κατηγορίας. Καὶ ἔχομεν μείνει μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ αὐτὸ πιστεύουν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν ἀποκρύπτω ὡς συμπέρασμα τῶν ὁμιλιῶν προλαλησάντων συναδέλφων, ὅτι ἤδη ἀρχίζει νὰ δημιουργῆται ἕνα ἐρωτηματικὸν καὶ τὸ ἐρωτηματικὸν εἶναι ἐὰν πράγματι πρὸς τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὸ μεγαλύτερον κῦρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, συμφωνοῦν πράγματι ὡς τοὐλάχιστον ἔχουν διακηρύξει, καὶ τὰ ἄλλα κόμματα ἢ ὄχι. Διότι —καὶ δὲν θέλω νὰ προκαλέσω κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν γενικωτέραν συζήτησιν, θὰ ἔχωμεν ἄλλοτε τὴν εὐκαιρίαν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν νὰ διασαφηνίσωμεν καὶ τὸ θέμα τοῦτο— ἐνῷ ὅλοι οἱ ἀγορηταὶ ἀρχίζουν μὲ τὴν διακήρυξιν, ὅτι συμφωνοῦν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, μετέπειτα διὰ διαφόρων ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦν καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρωτηματικὸν τὸ ὁποῖον ἀρχίζει νὰ μοῦ δημιουργῆται— καταλήγουν εἰς τὸ νὰ σκέπτωνται ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πράγματι ἐξυπηρετεῖ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον κοινῶς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν ἢ μήπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔρχεται νὰ δώσῃ τὴν ἀφορμὴν τῆς κατασυκοφαντήσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος δικαιοῦται νὰ αἰσθάνεται πολὺ ὑπερήφανος. Διότι πράγματι ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς μεγάλης ἀποστολῆς του. Καὶ ἀποτελεῖ παράδοσιν εἰς τὴν χώραν μας ὅταν κἄποτε οἱ συνάδελφοί μας τερματίζουν τὴν πολιτικὴν σταδιοδρομίαν των νὰ συνδέωνται πράγματι μὲ τὴν ἔντιμον πενίαν. Καὶ αὐτὸ εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἐὰν τυχὸν ὑπάρχῃ κἄποια μεμονωμένη ἐξαίρεσις, ἐὰν ὑπάρχῃ νομίζω, ὅτι πράγματι προστατεύει τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἐὰν τὴν ἐξαίρεσιν αὐτὴν εὐθαρσῶς τὴν ἐπισημάνωμεν καὶ τὴν καταδικάσωμεν μὲ τὸν αὐστηρότερον τρόπον. Καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποκλειστικὴ ἐπιδίωξις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακηρύξῃ, ὅτι μὲ τὸ πνεῦμα αὐτό, μὲ τὴν σκέψιν αὐτὴν καὶ τὸ συνέταξε καὶ προάγει τὴν περαιτέρω συζήτησιν. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι πρὸ πάσης καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διεκήρυξε καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — καὶ τοῦτο εἶναι ἕνα γεγονὸς — τὰ διάφορα σχέδια ἐδόθησαν εἰς τὴν δημοσιότητα προκαλέσαντα τὸν οἱονδήποτε διὰ νὰ συμβάλῃ εἰς τὸν ἀρτιώτερον καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἡ διατύπωσις ἑνὸς νομοσχεδίου τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος δὲν εἶναι εὐχερὴς ὅσον φαντάζεται ὁ καθείς. Ἤκουσα ὡρισμένους ἐκ τῶν ὁμιλησάντων νὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι θὰ πρέπει νὰ διευρύνωμεν τὸν κύκλον τῶν ἐλεγχομένων προσώπων. Ὑπῆρξεν ἕνα σχέδιον τὸ ὁποῖον ἐπεξέτεινε τὸν ἔλεγχον σχεδὸν εἰς τὴν ὁλότητα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Μά, εἰς μίαν τοιαύτην περίπτωσιν ὅταν περιλάβῃ ὁ ἔλεγχος 200–300.000 πρόσωπα ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης νομίζω, ὅτι ἐμπαίζομεν ἐὰν ἰσχυριζώμεθα, ὅτι θέλομεν νὰ φέρωμεν ἕνα νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς σκοποὺς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Διότι ἐὰν λάβῃ ὁ τίτλος τὴν ἔκτασιν αὐτήν, εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁδηγοῦμεν τὸ θέμα εἰς καλένδας. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὸν πολιτικὸν κόσμον κατ’ ἀποκλειστικότητα καὶ μάλιστα δὲν γνωρίζω ἐὰν καλῶς περιελήφθησαν καὶ ὡρισμένοι δημόσιοι ὑπάλληλοι τῆς αʹ κατηγορίας οἱ ὁποῖοι ἂν περιελήφθησαν, περιελήφθησαν διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς πολὺ μικροῦ ἀριθμοῦ προσώπων ὅπως εἶναι οἱ Γενικοὶ Διευθυνταὶ τῶν Ὑπουργείων. Ὑπάρχει ἡ κειμένη νομοθεσία ἡ ὁποία προβλέπει τὰ πάντα, ἡ ὁποία εἶναι καθ’ ὅλα πλήρης καὶ ἡ ὁποία κινουμένη δύναται γενικῶς τὰ πάντα νὰ θέσῃ ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοὺς πολιτικοὺς προβλέπει τὸ Σύνταγμα. Καὶ αὐτὸ μάλιστα εἶναι τὸ βασικὸν ἐμπόδιον τὸ ὁποῖον εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπει μόνον ὡρισμένην πλευρὰν νὰ ἐπεκτείνωμεν, ἵνα ἔχωμεν ἕνα ἔλεγχον πληρέστερον εἰδικῶς διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔρχεται νὰ καθορίσῃ μίαν εἰδικὴν διαδικασίαν, νὰ συστήσῃ ἕνα εἰδικὸν ἀδίκημα ἀκριβῶς λόγῳ τῆς εὐθιξίας τὴν ὁποίαν ἔχει αὐτὸς ὁ ἔντιμος πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔχει συνηθίσει νὰ προσφέρῃ τὸ εἶναι του, νὰ προσφέρῃ τὰ πάντα καὶ τέλος νὰ πεθαίνῃ μὲ τὴν ἔντιμον πενίαν του. Καὶ ἔτσι ἡρμήνευσα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀκούω νὰ λέγεται, ὅτι ὅλα τὰ κόμματα ἔχουν μείνει σύμφωνα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι αὐτὸν τὸν σκοπὸν πηγαίνομεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν. Καὶ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου ποία εἶναι; Βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὐτὴ ἡ δήλωσις τὴν ὁποίαν καλοῦνται τὰ πρόσωπα νὰ καταθέσουν. Διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὑπάρχει ἕνα ὑπεύθυνον κείμενον τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δίδομεν καὶ τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον. Ὑπῆρξε μία ἀντίρρησις ἢ ἕνας ἀντίλογος, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς αὐτὸ τὸ ὑπεύθυνον κείμενον αὐτὴ ἡ δήλωσις θὰ πρέπει νὰ δίδεται εἰς τὸν οἱονδήποτε αἰτοῦντα ἢ θὰ πρέπει νὰ δίδεται μόνον εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ τὴν μήνυσιν. Τὸ θέμα ἔχει ἔλθει καὶ ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι αὐτοὶ οἱ φόβοι καὶ αὐτοὶ οἱ ἐνδοιασμοὶ τοὐλάχιστον δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατάληπτοι. Ἕνας ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν περιουσίαν τὴν ὁποίαν νομίμως ἔχει ἀποκτήσει ἐρωτῶ ποῦ εὑρίσκει τὴν δυσχέρειαν εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ γνωστὴν τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐν γένει περιουσιακῶν του στοιχείων μὲ μίαν δήλωσιν τὴν ὁποίαν θὰ καταθέσῃ; Δυσχέρειαν ἠμπορεῖ νὰ αἰσθάνεται ἕνας ὅταν ἔχῃ περιουσιακὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα γνωρίζει, ὅτι δὲν προέρχονται ἀπὸ κτῆσιν νόμιμον. Ἀλλὰ ὅταν λέγωμεν — καὶ ἡμεῖς τὸ πιστεύομεν ἀπολύτως — ὅτι ἔχομεν ἕνα πολιτικὸν κόσμον ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ κόσμημα, πρὸς τὶ αὐτοὶ οἱ φόβοι; Δι’ ἐμὲ αὐτοὶ οἱ φόβοι εἶναι ἀσύλληπτοι. Ἡ δήλωσις λοιπὸν αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ ἐλέγχου. Καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ δήλωσις ἡ ὁποία διὰ πρώτην φορὰν παρουσιάζει τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ δι’ αὐτὸ εὔχομαι ἐν τῇ πορείᾳ τῆς συζητήσεως αὐτὸ τὸ ἐρωτηματικὸν τὸ ὁποῖον μοῦ ἐτέθη νὰ πιστοποιήσω, ὅτι εἶναι ἐρωτηματικὸν ἀνύπαρκτον διότι πράγματι ὅλοι μαζὶ ποθοῦμεν νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, νομίζω λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ δήλωσις ἀπὸ τὴν ὁποίαν ξεκινᾷ γενικώτερον ὁ ἔλεγχος τὸν ὁποῖον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐπιδιώκομεν, ἡμεῖς ζητοῦμεν τὸν αὐτοέλεγχον, θὰ πρέπει νὰ τὴν ἐκτιμήσωμεν κατ’ ἀξίαν καὶ νὰ τὴν ἐπαινέσωμεν καὶ ὄχι νὰ ἔχωμεν ὡρισμένους ἐνδοιασμοὺς ἐὰν πρέπει νὰ κατατεθῇ αὐτὴ ἡ δήλωσις ἢ ὄχι. Καὶ μετέπειτα ἀφοῦ γίνεται ἡ κατάθεσις τῆς δηλώσεως, ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ μηνυτής, τότε κινεῖται ὁ ἔλεγχος. Ὁ δὲ ἔλεγχος κινεῖται κατὰ τρόπον, ὅπως θὰ ἔχετε διαβάσει εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὁ ὁποῖος διασφαλίζει ἀπολύτως τὴν ἀναζήτησιν τῆς πραγματικῆς ἀληθείας. Εἶναι δὲ ὁ ἔλεγχος τόσον εὐρύς, ὥστε δὲν πρόκειται νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ πρόσωπα τὰ διαλαμβανόμενα εἰς τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀλλὰ δύναται νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι τῶν τρίτων. Καὶ μετέπειτα ἀκολουθεῖ ἕνα πόρισμα ἀπὸ ὑπεύθυνα πρόσωπα δικαστικά, τὸ ὁποῖον θὰ πιστοποιήσῃ ἐὰν τὰ ἀναφερόμενα περιουσιακὰ στοιχεῖα καλῶς τὰ ἐκτήσατο ἢ ὄχι ἢ καὶ τὸ ἀντίθετον καὶ ἐὰν συνέβη τὸ δεύτερον, τότε ἡ ὑπόθεσις παραπέμπεται εἰς ἕνα δικαστήριον ηὐξημένης συνθέσεως μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, ἀκριβῶς διὰ νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὰς διαπιστώσεις. Ὅταν αὐτὴ εἶναι ἡ πρόθεσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ, διατὶ ἀρχίζουν νὰ ἐκφράζουν οἱ κύριοι ὡρισμένους ἐνδοιασμούς, διατὶ ἀρχίζομεν νὰ χρησιμοποιοῦμεν τὴν αἰτιολόγησιν φερ’ εἰπεῖν τῆς ἀριστερᾶς, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον σκοπὸν ἔχει νὰ δημιουργήσῃ τὴν διαβολὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἀντιθέτως, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν προσωπικήν μου γνώμην, ὅταν ἀποκαλυφθῇ ἡ πραγματικότης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸ ὅτι πράγματι ὁ πολιτικὸς κόσμος εἶναι ἔντιμος, νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ περαιτέρω πιστοποίησις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς μάλιστα προκαλοῦμεν δι’ ἑνὸς αὐτοελέγχου μας, νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι εἰς ὄφελος καὶ εἰς περαιτέρω ἀνάπτυξιν τοῦ κύρους τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὅταν κανεὶς αἰσθάνεται, ὅτι πράττει τὸ καθῆκον του ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς, ἐν τῇ διαχειρίσει μάλιστα τῶν κοινῶν θεμάτων, ὅτι προκαλεῖ κανεὶς τὸν ἔλεγχον ἀκριβῶς, διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἀπάντησιν ἐναντίον παντὸς συκοφάντου, ἢ παντὸς ὁ ὁποῖος θέλει νὰ διαπομπεύσῃ τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ποῖος φοβεῖται τὸν ἔλεγχον; Τὸν ἔλεγχον τὸν φοβεῖται, χρησιμοποιῶν διαφόρους δικαιολογίας ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται, ὅτι δὲν πράττει τὸ καθῆκον του, ἢ ὅτι χρησιμοποιεῖ τὴν ἰδιότητά του δι’ ἀθέμιτον κτῆσιν περιουσιακῶν στοιχείων ἢ ἄλλων ὠφελημάτων. Ἐὰν ἔκαμα αὐτὴν τὴν μικρὰν παρεμβολὴν τὴν ἔκαμα διότι ὅπως εἶπα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συντόμου αὐτῆς ὁμιλίας μου μοῦ ἐτέθη τὸ ἐρώτημα: Πράγματι ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος ἐπιθυμεῖ τὸ νομοθέτημα τοῦτο ναὶ ἢ ὄχι; Διότι ἤδη μοῦ ἐτέθησαν καὶ δικαιολογημένως τὰ ἐρωτήματα μήπως λόγοις μὲν ὁμιλοῦμεν, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ μὲ τὴν αʹ ἢ βʹ αἰτιολογίαν, ἐν τῇ οὐσίᾳ δὲν τὸ ἐπιθυμοῦμεν. Ἤκουσα νὰ ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, δι’ ὅσων ἀνέφερεν ὁ κ. Λύχνος, γνωστῶν ἄλλωστε, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ τότε καλουμένου κιτρίνου τύπου, ὁ ὁποῖος κατὰ τρόπον πέραν τοῦ δέοντος ἔφθασε πράγματι εἰς μίαν κατασυκοφάντησιν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τότε, εἰς μικρὰν βέβαια ἡλικίαν, ποὺ διάφοροι συνάδελφοι τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἠξίουν ἀπὸ τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν ἐναντίον τοῦ «Ἐλευθέρου Ἀνθρώπου» καὶ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἠρνήθη νὰ ὑποβάλῃ τὴν μήνυσιν. Εἶναι μία κουβέντα τὴν ὁποίαν εἰς μνήμην του ἐπιθυμῶ νὰ τὴν ἀναφέρω, διότι προσωπικῶς τὴν ἔχω ἀκούσει. Εἶπε: «Προτιμῶ τὴν κατασυκοφάντησιν παρὰ τὴν φίμωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ τύπου». Αὐταὶ ἦσαν αἱ πραγματικαὶ ἀπόψεις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Τὸ νόημα τῶν ὅσων λέγω εἶναι, ὅτι βέβαια ὅλαι αἱ ἀπόψεις εἶναι σεβασταί, οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι καὶ ἀπὸ οἱανδήποτε πλευρὰν καὶ ἂν προέρχωνται. Τοὐλάχιστον ἔτσι τὸ αἰσθάνομαι ἐγὼ προσωπικῶς. Ἀλλὰ θὰ προετίμων αἱ ἀπόψεις αὐταὶ νὰ μὴ εἶναι κεκαλυμμέναι, ἀλλὰ νὰ διευκρινισθοῦν ἀπολύτως, νὰ μᾶς εἴπητε ὅλα τὰ κόμματα εἰλικρινῶς: Θέλετε αὐτὸ τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς παρουσιάζομεν ὡς ὑπερκομματικόν; Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ πρόθεσίς μας καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τὸ συζητοῦμεν καὶ τὸ συνεζητήσαμεν ἐν ὅλῃ τῇ καλοπιστίᾳ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ αἰσθάνομαι χρέος αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐκφράσω τὰς θερμάς μου εὐχαριστίας πρὸς ὅλους τοὺς συναδέλφους, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς τοποθετήσεως, διότι οἱ συνάδελφοί μας, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, προσωπικῶς διεπίστωσαν, ὅτι ἔλαβα μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις, ὅτι αὐτὸ τὸ κίνητρον εἶχον, πῶς νὰ ὑποβοηθήσουν τὸ νομοθέτημα νὰ ἐξέλθῃ ἀρτιώτερον καὶ καλύτερον. Τώρα ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ ὡρισμένας ἀγορεύσεις ποὺ ἤκουσα ἕως τώρα — καὶ δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐπωνύμως, διότι σκοπός μου δὲν εἶναι νὰ προκαλέσω ἀντιδικίαν, σκοπός μου εἶναι νὰ βοηθήσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον κοινῶς ἐνδιαφέρει ὅλους μας, ἐπαναλαμβάνω— μοῦ ἐδημιουργήθησαν αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα καὶ νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι προτιμότερον εὐθέως αἱ ἀπόψεις αὐταὶ νὰ διατυπωθοῦν, διὰ νὰ καταλάβωμεν τὶ πράγματι ἐπιθυμοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται, διάφορα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει νομίζω, ὅτι βάλλουν ἐναντίον τῆς ὑπάρξεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἤθελα νὰ διατυπώσω ὑπὸ τύπον μιᾶς μικρᾶς ὑποσημειώσεως αὐτὰς τὰς ἀπόψεις διὰ νὰ ὑποσημειώσω τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω δοκιμάσει ἐν τῇ διερευνήσει τοῦ ποῖον πράγματι εἶναι τὸ νόημα τῶν ὁμιλητῶν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης ἔχει τὸν λόγον.
§89Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὁ κ. Λύχνος κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, εἰς δύο τρία σημεῖα, ἀνεφέρθη εἰς τὴν παράταξίν μας καὶ εἶπεν ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην μου, δημιουργοῦν ζήτημα προσωπικόν. Χωρὶς νὰ θέλω, κ. Πρόεδρε, νὰ δώσω ἀπάντησιν ἐπὶ ὅσων ἰσχυρίσθησαν τόσον ὁ κ. Λύχνος ὅσον καὶ ὁ κ. Πιπινέλης, θὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικόν μου θέμα. Εἶπον οἱ κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἰδική μας παράταξις ἐχρησιμοποίησε τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει — καὶ τὴν ὑποχρέωσιν προσθέτω ἐγὼ — περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν κατασυκοφάντησιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε, ὅταν διατυποῦται εἷς τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς κατὰ τῆς παρατάξεώς μας καὶ ὡς στοιχεῖα οἱ κ. συνάδελφοι χρησιμοποιοῦν τὰ μέσα τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς μᾶς παρέχουν, ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτός, ἢ θὰ πρέπει νὰ ἀντιστραφῇ καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ κ.κ. Πιπινέλης καὶ Λύχνος θὰ ἐπεθύμουν τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος καὶ ὅλων τῶν ἄλλων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι μᾶς παρέχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἀποκαλύψωμεν τὰς ἀνομίας, τὰς ὁποίας ἡ ΕΡΕ διέπραξε κατὰ τὴν 8ετίαν; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς πρόθεσίς των. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γεγονὸς ὅτι καὶ ἡμεῖς κατηγοροῦμεν τὴν παράταξιν ἐκείνην, ἀλλὰ οὐδέποτε εἴπομεν ὅτι ἡ ΕΡΕ παρίστανεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι ἡ ΕΡΕ, ἦτο Κυβέρνησις διὰ νὰ κάμῃ ἐγκλήματα καὶ σκάνδαλα, ὄχι ποτέ. Εἴπομεν μόνον ὅτι ἡ ΕΡΕ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς παράταξις εἰς αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν περίπτωσιν βάσει αὐτῶν τῶν στοιχείων διέπραξε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο καὶ ζητοῦμεν νὰ ἐλεγχθῇ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰς ἀναλόγους περιπτώσεις, ὅταν ἐκτρέπωνται οἱ ρήτορες, ὅπως ἐξετράπη ὁ κ. Λύχνος καὶ ὁ κ. Πιπινέλης, τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐπιδεικνύῃ ἐκείνην τὴν εὐαισθησίαν, ποὺ ἐπιβάλλεται καὶ νὰ τοὺς προειδοποιῇ ὅτι συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετατραποῦν αἱ συζητήσεις εἰς ἔλεγχον καὶ εἰς κατασυκοφάντησιν παρατάξεως. Ταῦτα καὶ πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρὸς τὸν κ. Λύχνον, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίσθη ὅτι στερούμεθα καὶ κοινοβουλευτικοῦ ἤθους.
§90Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφος, κ. Ἐφραιμίδης δὲν ἔχω νὰ δώσω καμμίαν ἀπάντησιν. Ὁ κ. Ἐφραιμίδης συνεχίζει τὸν ἑαυτόν του. Θέλω ὅμως νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἶπα ἤδη, ὅτι θὰ ἀκολουθήσω τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ὥρισεν τὸ κόμμα μας, καὶ θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον. Μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινα καὶ νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ συντελέσω εἰς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν σημαίνει ὅτι ἐγὼ ἀρνοῦμαι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ πλέον ἠθέλησα νὰ δώσω μίαν παράστασιν τοῦ περιβάλλοντός μου, τοῦ κλίματος, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον προτείνεται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ μέσα εἰς τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλας παλαιοτέρας ἐποχὰς μέχρι καὶ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου εἶχον προταθῆ ἀνάλογα νομοσχέδια. Ἐπαναλαμβάνω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἡ δυσπιστία σας ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ καὶ ὅσα εἶπα, εἶναι μάταια καὶ ἄδικα. Ἐγὼ θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ ἐζήτησα καὶ νὰ ἐξηγήσω, διατὶ κατετέθη αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ποῦ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια ὁδηγοῦν τὸν τόπον.
§91Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν ὡμίλησα ἐπωνύμως διὰ σᾶς, ὡμίλησα γενικώτερον διὰ τοὺς ὁμιλήσαντας συναδέλφους καὶ διετύπωσα ἕνα ἐρωτηματικὸν τὸ ὁποῖον μοῦ ἐτέθη ἐξ ἀφορμῆς τοῦ περιεχομένου τῶν ὁμιλιῶν των. Αἱ ὀλίγαι λέξεις ποὺ εἶπα, δὲν ἦσαν ἀφιερωμέναι εἰς σᾶς μόνον ἀποκλειστικῶς, ἀλλὰ ἀφεώρων ὅλους τοὺς προλαλήσαντας ποὺ ἐκ τοῦ περιεχομένου τῆς ὁμιλίας των μοῦ ἔθεσαν ὡρισμένα ἐρωτηματικά, διότι θὰ παρακολουθήσωμεν τὴν περαιτέρω συζήτησιν προκειμένου νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς διαπιστώσεις περὶ τοῦ ἐὰν πράγματι εἶναι ἐκείνη ἡ ἐπιθυμία ὅλων μας διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§92Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι οἱ λόγοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ριζοσπαστικὴν Ἕνωσιν τοὐλάχιστον δὲν δικαιολογοῦν οἱανδήποτε ἀμφισβήτησιν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς ρητῆς δηλώσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ριζοσπαστικὴ Ἕνωσις ἀποδέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν καὶ ἐπανέλαβα καὶ ὑπεστήριξα κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ὡς εἰσηγητής. Περαιτέρω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ἐφραιμίδη, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι οὐδὲν μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως ἐσκέφθη ποτὲ νὰ ἀμφισβητήσῃ οἱονδήποτε θεσμὸν κατὰ τὸ Ἑλληνικὸν πολίτευμα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 3.15′ μ.μ.)