1964.06.29
3,414 rows · 25,696 words · 107 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52α
Δευτέρα 29 Ἰουνίου 1964
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ε. Μπακλατζῆς). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Λ. Λαγάκος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Λ. ΛΑΓΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Χαραλαμπόπουλος ζητεῖ πενθήμερον ἄδειαν προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινεν τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Β. Ἰντζές, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§6Β. ΙΝΤΖΕΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Γ. Μπακατσέλος (Ὑπουργὸς Ἐργασίας) καταθέτει σχέδια νόμων 1) «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 209)13.12.1963 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ θέσεως ἐν ἰσχύϊ τοῦ ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. 4104)60 προβλεπομένου Κανονισμοῦ περὶ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων καὶ περὶ ἐνισχύσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Ι.Κ.Α.» καὶ περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων» καὶ 2) «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινων συνταξιούχων τέως Τ.Α.Κ. Ν. 2348)1953». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 89)29 Μαΐου 1963 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 26 Μαρτίου 1963 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Ἀνερούσης καταθέτει προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διορισμοῦ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικηγόρων τῶν μετασχόντων καὶ ἐπιτυχόντων εἰς τὰς Αʹ καὶ Βʹ ἐξεταστικὰς περιόδους τοῦ ἔτους 1962 πτυχιούχων τῆς Νομικῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Χ. Πιπιλῆς, Ε. Ἀνερούσης, Κ. Μανιαδάκης καὶ Η. Παπαηλιοῦ, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διορισμοῦ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικηγόρων τῶν μετασχόντων καὶ ἐπιτυχόντων εἰς τὰς Αʹ καὶ Βʹ ἐξεταστικὰς περιόδους τοῦ ἔτους 1962 πτυχιούχων τῆς Νομικῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Θεοδοσιάδης, καταθέτει προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Σεργάκης καὶ Μ. Χλουβεράκης καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τῶν ἐκτάκτων μέτρων καὶ ρυθμίσεως συναφῶν θεμάτων». Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Δ. Θανόπουλος, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου ἀμίσθων δικαστικῶν κλητήρων τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης αἰτουμένων κατάταξιν αὐτῶν καὶ τῶν ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων εἰς τὴν Αʹ τάξιν τῶν ἠσφαλισμένων τοῦ Ταμείου Νομικῶν. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Κ. Δαμιανός, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Φορτηγῶν Αὐτοκινήτων Δράμας «ἡ Πρόοδος», διαμαρτυρομένου διὰ μελετωμένην χορήγησιν ἀδειῶν φορτηγῶν αὐτοκινήτων εἰς καρραγωγεῖς κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Β. Ἐφραιμίδης, Μ. Καραγιώργη καὶ Δ. Παπανικολάου, καταθέτουν τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Βιοτεχνῶν, τοῦ Σωματείου κατεργασίας ξύλου, αἰτουμένων ἐπιχορήγησιν ὑπὸ τοῦ ΤΕΒΕ, αὔξησιν τῶν συντάξεων τῶν ἐπαγγελματοβιοτεχνῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Πετρόπουλος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Παπαδάτων Αἰτωλοακαρνανίας, αἰτουμένου λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τῶν ὑπὸ περονοσπόρου πληγέντων καπνοκαλλιεργητῶν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Σκοπούλης καὶ Ι. Παπαδημητρίου, διὰ τηλεγραφήματός των διαβιβάζουν διαμαρτυρίας τῶν ἐργαζομένων εἰς Κρεμαστὰ Ἀχελώου, διότι δὲν ἔλαβον ἡμερομίσθιον καθ’ ἣν ἡμέραν ἐγένετο ἡ κηδεία τοῦ Βασιλέως Παύλου. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ ἁλιευτικοῦ Συν)σμοῦ Ἀστακοῦ, διαμαρτυρομένου διὰ τὸν ὑπὸ Ἰωάννου Καλούδη παράνομον φραγμὸν ἓξ ἕως ἑπτὰ χιλιάδων στρεμμάτων θαλάσσης, ἀποκλείοντος οὕτω τῆς ἁλιείας πεντήκοντα οἰκογενείας ἁλιέων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Χ. Μπουγᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐξωραϊστικοῦ Συλλόγου «Ὁ Παντελεήμων» Δραπετσῶνος, αἰτουμένου ἀπομάκρυνσιν τῶν ἐργοστασίων ἐκ τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν ἐμπόρων κατόχων ἰδιωτικῶν φορτηγῶν αὐτοκινήτων, παραπονουμένων διὰ μελετωμένην κατάργησιν τῆς ὑφισταμένης ἀποφάσεως περὶ χορηγήσεως ἀδειῶν φορτηγῶν αὐτοκινήτων εἰς τοὺς ἐν λόγῳ ἐμπόρους. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἐμμ. Πρωτοπαπαδάκη, Ἐμμ. Στεφανουδάκη καὶ Ἠλία Στρατάκη, κτηματιῶν καὶ καλλιεργητῶν, κατοίκων Χανίων, αἰτουμένων τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ νόμου περὶ συνταξιοδοτήσεως ἀγροτῶν εἰς τρόπον ὥστε νὰ τύχωσι συντάξεως καὶ οἱ κτηματίαι καλλιεργηταὶ οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰς πόλεις. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Χ. Μπουγᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν περιοίκων τοῦ Ὑφαντουργείου Ἰωάν. Κούρταλη ἐν Κερατσινίῳ, αἰτουμένων τὴν παῦσιν τῆς λειτουργίας τοῦ ἐν λόγῳ ἐργοστασίου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Ἁμαξοκαρραγωγέων Νομοῦ Χανίων, αἰτουμένων συνταξιοδότησίν των καὶ χορήγησιν ἀδείας αὐτοκινήτου Δ. Χ. εἰς ἀνὰ δύο Ἁμαξοκαρραγωγεῖς πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἐναπομενόντων ἐλαχίστων κάρρων καὶ Ἁμαξῶν. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν Προσφύγων ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας κατοικούντων εἰς Χανιὰ Κρήτης, παραπονουμένων διὰ τὴν μὴ μέχρι σήμερον ἀστικὴν αὐτῶν ἀποκατάστασιν. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργίου Βλαζάκη συνταξιούχου τοῦ ΤΕΒΕ κατοίκου Χανίων Κρήτης, παραπονουμένου διὰ τὴν διακοπὴν τῆς συντάξεως τῶν ἀναπήρων ἐπαγγελματιῶν κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐξετάσεώς των ἀνὰ διετίαν ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ αἰτουμένων τὴν ἄρσιν τοῦ μέτρου τούτου. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Μαυρίδης, καταθέτει ὑπόμνημα καὶ τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Σκοτούσης Σερρῶν, αἰτουμένης ὅπως τὸ ἐν τῇ ἕδρᾳ Σκοτούσης λειτουργοῦν Ἰδιωτικὸν Γυμνάσιον γίνῃ Κρατικόν. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς, κ. Χ. Μπουγᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Φοιτητῶν Πολυτεχνικῆς Σχολῆς Α. Π. Θ., αἰτουμένου ρύθμισιν θεμάτων ἀφορώντων τὰς ἐξετάσεις τῆς ἐν λόγῳ Σχολῆς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Χανίων Κρήτης, αἰτουμένου χάραξιν καὶ κατασκευὴν τῆς κυρίας Ἐθνικῆς ὁδοῦ Κρήτης. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν ἐπιτροπῆς ἐργατῶν Πενταλόφου, αἰτουμένης διευθέτησιν ζητήματος ἀσφαλίσεώς των εἰς ΙΚΑ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Μαυρίδης, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν Ἀστέγων Ἀστῶν Προσφύγων 1922 τοῦ Ν. Σερρῶν, αἰτουμένων ὅπως περιληφθῶσιν εἰς τὸ πρόγραμμα στεγάσεως τοῦ ἔτους 1964. Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων εἰς ἐρωτήσεις κ.κ. βουλευτῶν. Ι. Τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6310)8.6.64 ὑμέτερον καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 872 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν ὑμᾶς καὶ τὸν κ. βουλευτήν, ὅτι οὐδέποτε προσελήφθη ὡς ἰδιαιτέρα ἀπὸ τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν τὸ ἐν τῇ ἐρωτήσει προσδιοριζόμενον πρόσωπον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6224)8.6.64 ὑμέτερον καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 847 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν ὑμᾶς καὶ τὸν κ. βουλευτήν, ὅτι πάντες οἱ ὑπάλληλοι οἱ προσφέροντες ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Προεδρίας μισθοδοτοῦνται κανονικῶς. Παρετηρήθη μὲν ἀρχικῶς ποιά τις καθυστέρησις εἰς τὴν καταβολὴν τῆς ἀντιμισθίας ὡρισμένων ἐπὶ συμβάσει ὑπαλλήλων ἀλλὰ αὕτη κατεβλήθη ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Βαρβιτσιώτη. Ἔχομεν τὴν τιμὴν εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6825)15.6.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 938 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Βαρβιτσιώτη, σχετικῶς μὲ παροχὴν εἰς τὴν τάξιν τῶν νυκτοφυλάκων ἰδιωτικῶν Μεγάρων, ἐπιδόματος οἰκογενειακῶν βαρῶν κλπ., νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ θέμα, δυνάμενον νὰ ἐξετασθῇ καὶ ρυθμισθῇ προσηκόντως μόνον, κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου 3239)55 «περὶ συλλογικῶν συμβάσεων καὶ διαιτησίας» διαγραφομένην διαδικασίαν, ἤτοι διὰ συνάψεως καὶ ὑπογραφῆς, μεταξὺ τῶν ἁρμοδίων ὀργανώσεων τῶν περὶ ὧν πρόκειται μισθωτῶν καὶ τῶν οἰκείων ἐργοδοτῶν συλλογικῆς συμβάσεως ἐργασίας καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ τῶν πρὸς τοῦτο σχετικῶς διαπραγματεύσεων διὰ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας καὶ τῆς παραπομπῆς τελικῶς τοῦ ὅλου θέματος —ἐν ἀποτυχίᾳ καὶ τῆς μεσολαβητικῆς προσπαθείας τοῦ Ὑπουργείου— εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν διαιτησίαν. Συμπληρωματικῶς γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι, οἱ ἐκ τῶν ἀνωτέρω μισθωτῶν ἔγγαμοι, ἔχοντες τέκνα, λαμβάνουν ἀπὸ τὸν βάσει τοῦ Ν. Δ. 3868)58 (ΦΕΚ 178Α) τῆς 29.10.58) συσταθέντα Διανεμητικὸν Λογ)σμὸν Οἰκογ. ἐπιδομάτων μισθωτῶν ἐπίδομα τέκνων ὑπὸ τὰς ἐν τῷ εἰρημένῳ Ν. Δ)τι, ὅμως ὁριζομένας προϋποθέσεις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Στρατῆ, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Μ. Καραγιώργη. Ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 49048)8473)12.6.1964 ἡμέτερον ἔγγραφον καὶ ἐπὶ τοῦ ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 65)24.4. 1964 ἀναφορᾷ τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Ἐλευσῖνος–Μεγάρων 9ου αἰτήματος, περὶ μειώσεως τῶν ὡρῶν ἡμερησίας ἀπασχολήσεως τῶν ἐργατοτεχνιτῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Τὸ ἐν λόγῳ θέμα ἐξετάζεται μετὰ τοῦ προσήκοντος ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς δεούσης περισκέψεως, ἐν ὄψει τῶν ἐπιπτώσεων, ἃς θὰ συνεπήγετο ἡ μείωσις τῆς χρονικῆς ἀπασχολήσεως τῶν μισθωτῶν ἐπὶ τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταβαλλομένης προσπαθείας πρὸς οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας καὶ ἰδίᾳ μετὰ τὴν εἰσδοχήν μας εἰς τὴν Κοινὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἀγοράν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Μπουρνιᾶ. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6671)12.6.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 906 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Α. Μπουρνιᾶ, δι’ ἧς ἐρωτᾷ τί μέτρα πρόκειται νὰ ληφθῶσι παρ’ ἡμῶν πρὸς προστασίαν τοῦ προσωπικοῦ τῆς ΔΕΗ, τὸ ὁποῖον συνεχῶς καταγγέλει παραβιάσεις τῶν κειμένων διατάξεων ἐργατικῶν νόμων ἢ καταχρηστικῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, ὅπως γνωστοποιηθῶσιν ἡμῖν συγκεκριμέναι κατ’ εἶδος καὶ κατὰ τόπον τοιαῦται παραβάσεις καὶ κατὰ τίνα τρόπον καὶ ἐπὶ ποίου ἀντικειμένου ἐκδηλοῦται ἡ προβαλλομένη δυσμενεστέρα μεταχείρισις τοῦ προσωπικοῦ τῆς Δ. Ε.Η. ἐν σχέσει μὲ τὸ προσωπικὸν ἄλλων ἐπιχειρήσεων, ἵνα βάσει τῶν συγκεκριμένων τούτων στοιχείων προέλθωμεν εἰς τὰς περαιτέρω καθ’ ἡμᾶς ἐνεργείας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
III) Τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5126 ἐ.ἔ. ὑμέτερον ἔγγραφον καὶ τὴν διὰ τούτου διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐδόθησαν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου αἱ δέουσαι ἐντολαὶ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, πρὸς ἐνέργειαν τῶν νομίμων, μετὰ τὸ πέρας τῶν ὁποίων θέλομεν διαβιβάσει τὰ σχετικὰ εἰς τὴν Βουλήν, ἁρμοδίαν διὰ τὰ περαιτέρω. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Θεοδοσιάδη. Ἔχομεν τὴν τιμὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6228)4409 ἐ. ἔ. ὑμέτερον ἔγγραφον καὶ τὴν διὰ τούτου διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Θεοδοσιάδη νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι τὸ περὶ οὗ αὕτη θέμα θέλει ἐξετασθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν γάμων τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Βασιλάτου, Δ. Παπαδημητρίου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5129 ἐ.ἔ ὑμέτερον ἔγγραφον καὶ τὴν διὰ τούτου διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Βασιλάτου καὶ Δ. Παπαδημητρίου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐδόθησαν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου αἱ δέουσαι ἐντολαὶ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα πρὸς ἐνέργειαν τῶν νομίμων, μετὰ τὸ πέρας τῶν ὁποίων θέλομεν διαβιβάσει τὰ σχετικὰ εἰς τὴν Βουλήν, ἁρμοδίαν διὰ τὰ περαιτέρω. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Τομαρᾶ. Ἔχομεν τὴν τιμήν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6364)4600 ἐ. ἔ. ὑμέτερον ἔγγραφον καὶ τὴν διὰ τούτου διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Τομαρᾶ, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἠθῳώθη δὲν καθίσταται ἐφικτὴ ἡ ἀνατροπὴ τοῦ ἀποτελέσματος τούτου. Ὅσον ἀφορᾶ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα ἁρμόδιον εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Παπαηλιοῦ. Εἰς ἀπάντησιν ὑπ’ ἀριθ. 899)10.6.64 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Παπαηλιοῦ, σχετικῆς μὲ τὴν συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν κατασκευῆς τεχνικῶν ἔργων καὶ ὁδοστρώματος ἐπί τῆς διανοιχθείσης ὑπὸ Μονάδων τῆς Σ.Υ.Κ.Ε.Α. ὁδοῦ Νεμούτας (Ἠλείας)—Νεοχωρίου (Γορτυνίας), διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6641)4814)12.6.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Αἱ περὶ ὧν λόγος ἐργασίαι εἰς οὐδὲν ἐπίσημον πρόγραμμα ἐργασιῶν ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας περιελαμβάνοντο καὶ παρ’ οὐδεμιᾶς πηγῆς ἐχρηματοδοτεῖτο ἡ Σ.Υ.Κ.Ε.Α. διὰ τὴν ἐκτέλεσίν των, ταύτης μεσολαβησάσης ἁπλῶς πρὸς ἐκτέλεσιν χωματουργικῶν ἔργων. Κατὰ ταῦτα, ἡ συνέχισις τῶν ἔργων θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς ἐντάξεώς των εἰς πρόγραμμα ἢ καὶ τῆς δι’ ἰδίων πόρων μετ’ ἀπόφασιν τῶν ἁρμοδίων διοικητικῶν συμβουλίων τῶν Νομαρχιακῶν Ταμείων Ἠλείας καὶ Ἀρκαδίας χρηματοδοτήσεώς των. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΤ. ΧΟΥΤΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6810)5020)15.6.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου, σχετικὴ μὲ ἀπόλυσιν πτωχοῦ ἡμερομισθίου ὑπὸ τοῦ Ὀργανισμοῦ Λιμένος Πειραιῶς, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, κατὰ παρασχεθείσας ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ Ὀργανισμοῦ πληροφορίας, οὐδεὶς ἐργάζεται παρ’ αὐτῷ ὑπὸ τὸ ὄνομα Κάλφας Κ., ὑπηρετεῖ ὅμως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1963 ὡς ἔκτακτος φύλαξ φορτηγίδων ὁ Κάλφας Κων)νος, ὅστις οὐ μόνον δὲν διεγράφη, ἀλλὰ καὶ ἐργάζεται καθ’ ἑκάστην ὡς καὶ τὰς Κυριακὰς καὶ ἐξαιρετέας ἡμέρας. Μόνον τὴν Κυριακὴν 7.6.1964, καθ’ ἣν προσελήφθησαν ἕτεροι συνάδελφοί του ἔχοντες προτεραιότητα προσλήψεως, δὲν ἀπησχολήθη εἰς ἐργασίαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΤ. ΧΟΥΤΑΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου, Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Π. Παρασκευοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6062)4274)5.6.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἐν θέματι ἐρώτησις σχετικῶς μὲ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Βασιλίσσης Φρειδερίκης περιοχῆς Ρουπακίου, Δήμου Περιστερίου, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν κατασκευὴν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων εἰς τὴν ἐν λόγῳ περιοχήν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: 1. Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ὁδός, ἁρμοδιότητος τοῦ Δήμου Περιστερίου, παραμένει ὄντως ἡμιτελής, ἀφ’ ἧς πρὸ τετραετίας ὁ Δῆμος Περιστερίου κατεσκεύασε μόνον τὰ κρασπεδόρειθρα καὶ ἀποχετευτικὸν ἀγωγόν, ὅστις ἠχρηστεύθη, λόγῳ μὴ κατασκευῆς τῶν ἀναλόγων φρεατίων καὶ τῆς τοποθετήσεως ἐσχαρῶν προστασίας αὐτῶν. Ὡς ἔχει σήμερον ἡ ὁδὸς στερεῖται καλῆς βατότητος, οὐδεμία δὲ λεωφορειακὴ γραμμὴ διέρχεται δι’ αὐτῆς. Ἡ δαπάνη διὰ τὴν κατασκευήν της, θὰ ἀνέλθῃ περίπου εἰς ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχ. Ἐπειδὴ οἱ διαθέσιμοι πόροι δὲν ἐπαρκοῦν διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν πολυπληθῶν ἀναγκῶν ὅλων τῶν Δήμων, αὗται ἱκανοποιοῦνται βάσει τῶν διαθεσίμων ἑκάστοτε πόρων καὶ τῆς κατὰ σπουδαιότητα ἀπὸ συγκοινωνιακῆς ἀπόψεως ἱεραρχήσεως αὐτῶν, βάσει δὲ τῶν γενικῶν τούτων ἀρχῶν θὰ ἀντιμετωπισθῇ ἐν καιρῷ καὶ ἡ κατασκευὴ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ὁδοῦ. 2. Ὡς πρὸς τὰ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα, γνωρίζομεν ὅτι διὰ πρώτην φορὰν διετέθη προσφάτως πίστωσις δραχμῶν 100 ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν Κεφαλαίων Δημοσίων Ἐπενδύσεων, πρὸς κατασκευὴν τῶν πλέον ἐπειγόντων ἔργων ἀντιπλημμυρικῆς προστασίας τῆς περιοχῆς Πρωτευούσης. Ἐκ τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ διετέθη διὰ τὸ τρέχον ἔτος ποσὸν 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἵνα συνεχισθῶσι λίαν ἐπεῖγοντα καὶ ἐν ἐκτελέσει ἔργα εἰς τὴν τάφρον Καναπιτσερὶ Νικαίας, ἡ διευθέτησις τοῦ ρεύματος Προφήτου Δανιὴλ καὶ τέλος ἡ κατασκευὴ γεφυρῶν ἐπὶ τοῦ ρεύματος Λιοσίων παρὰ τὴν ὁδὸν πρὸς Πετρούπολιν. Ἐκ παραλλήλου συμπληροῦται ἐντὸς τοῦ ἔτους ἡ σχετικὴ μελέτη τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων τῆς περιοχῆς Περιστερίου, ἐν ᾗ περιλαμβάνεται καὶ τὸ τμῆμα Ρουπακίου, ἐλπίζεται δέ, ὅτι ἐντὸς τοῦ προσεχοῦς ἔτους θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἔναρξις καὶ ἐκεῖ τῶν ἀπαιτουμένων ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΤ. ΧΟΥΤΑΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Δαβάκη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5757)4089)64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἐν θέματι ἐρώτησις, σχετικὴ μὲ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῶν ἐργασιῶν κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Ἀεροπόλεως–Κότρωνος–Λαγείας–Γερολιμένος, Νομοῦ Λακωνίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ὁδὸς μήκους 31 χιλιομέτρων περιλαμβάνεται εἰς τὸ πρόγραμμα ἔργων Ἐπαρχιακῆς Ὁδοποιΐας ἐκτελουμένων ὑπὸ Μονάδων τῆς ΣΥΚΕΑ (Πενταετὲς) προβλεπομένης τῆς πλήρους κατασκευῆς αὐτῆς ἀντὶ συνολικῆς δαπάνης 7.750.000 δραχ. Μέχρι πέρατος τοῦ τρέχ. ἔτους 1964 θὰ ἔχῃ ἐκτελεσθῆ ἐργασία διανοίξεως καὶ κατασκευῆς τεχνικῶν ἔργων (ὑποδομῆς), καλύπτουσα δαπάνην 6.112.500 δραχ. Ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἀποφασισθῆ ἡ συνέχισις τῶν ἔργων διὰ μονάδων ΣΥΚΕΑ κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ προγράμματος Αʹ Σταδίου ἔργων τὰ παραμένοντα ὡς ἡμιτελῆ ἔργα θέλουσιν ὁλοκληρωθῆ παρὰ τῆς Στρατιωτικῆς Ὑπηρεσίας, ἄλλως ἡ εὐθύνη συμπληρώσεως τῶν ἔργων θ’ ἀναληφθῇ ὑπὸ τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου Νομοῦ Λακωνίας, ἐντὸς τῶν περιθωρίων τῶν οἰκονομικῶν δυνατοτήτων τοῦ Ταμείου τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΤ. ΧΟΥΤΑΣ
V) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Πανάγου, Α. Τσιάρα, Β. Ἐφραιμίδη, Π. Δούκα καὶ Ε. Σακελλάρη. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5661)2. 6.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 781 ἐρώτησις τῶν ἐν θέματι, νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθερον, ἐξ ἴσου ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας εἶναι ἐλεύθερον καὶ κατοχυρωμένον ὑπὸ Διεθνῶν Συμβάσεων καὶ τῶν Νόμων (Π. Κ. ἄρθρον 332 κλπ.) ἀπολύτως. Τὸ καθῆκον τῆς Ἀστυνομίας ἐπιβάλλει τὴν προστασίαν τούτου, κατὰ τρόπον ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλόμενον, ὁσάκις οἱ ἀπεργοῦντες παρεμποδίζουσι βιαίως τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας, ὑπὸ τῶν ἐπιθυμούντων νὰ ἐργασθῶσιν ἐλευθέρως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΕΞΑΡΧΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν ὑπ’ ἀριθ. 6924)26.6.64 ἐγγράφου ἡμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 950 ἐρώτησις τοῦ ἐν θέματι βουλευτοῦ, περὶ τῆς σταθμεύσεως τῶν ἐπιβατικῶν αὐτοκινήτων Ι.Χ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Καθημερινῶς εἰσάγονται εἰς τὴν χώραν μας 80–100 αὐτοκίνητα τιθέμενα ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν κυκλοφορίαν κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν περιοχὴν τέως Δ)σεως Πρωτευούσης. Ὁ ὀγκούμενος οὕτως ὁσημέραι φόρτος τῆς κυκλοφορίας ἐμπίπτει εἰς τὸ ὁδικὸν δίκτυον τοῦ Κέντρου τῶν Ἀθηνῶν, ἔνθα διεξάγεται κατὰ μέγα μέρος ἡ πολιτική, βιομηχανικὴ καὶ ἐμπορικὴ δραστηριότης τῆς πρωτευούσης. Οὕτως, ἐκ τῆς ἀνάγκης ταύτης ἀπηγορεύθη ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἡ στάθμευσις αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως ἐπιβατηγῶν εἰς τὸ κέντρον τῆς πόλεως καὶ ἐντὸς ζώνης μεγάλης κινήσεως. Εἰς πᾶσαν τὴν λοιπὴν περιοχὴν τῆς πρωτευούσης ἡ στάσις ἐπιτρέπεται ἐλευθέρως εἰς μίαν πλευρὰν τῆς ὁδοῦ ἐκ περιτροπῆς κατὰ μῆνα. Ἐκ παραλλήλου ὅμως, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἐπὶ τῷ τέλει διευκολύνσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, Διπλωματικοῦ Σώματος, Ἡμερησίων Ἐφημερίδων, Ἀρχηγῶν Κομμάτων καὶ ὡρισμένων ἐξαιρετικῶν προσώπων ἐχορηγήθησαν ἄδειαι σταθμεύσεως αὐτ)των, τοποθετηθεισῶν πρὸς τοῦτο εἰδικῶν πινακίδων. Μέτρα παρόμοια κυκλοφορίας ἔχουσι ληφθῆ εἰς τὰς πλείστας τῶν εὐρωπαϊκῶν πόλεων, διὰ πᾶσαν δὲ χορήγησιν τοιαύτης ἀδείας προηγεῖται ἔρευνα τῆς Ὑποδ)νσεως Τροχαίας Κινήσεως καὶ μελέτη τῶν συνθηκῶν κυκλοφορίας. Ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν τῶν αὐτοκινήτων τοῦ Διπλωματικοῦ Σώματος, τὴν ἀναφερομένην εἰς τὴν κατ’ ἀμοιβαιότητα ἐκχώρησιν τοιούτων διευκολύνσεων θὰ γνωρίζῃ καλύτερον ἡμῶν τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, πλὴν κρίνεται σκόπιμον χάριν τῆς ἀσκουμένης διπλωματικῆς πολιτικῆς ἔναντι τῶν ἐν τῇ χώρᾳ μας ἐμπεπιστευμένων ξένων Διπλωματικῶν Ἀποστολῶν, νὰ διατηρηθῇ ἐν ἰσχύϊ ἡ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καθιερωμένη διευκόλυνσις σταθμεύσεως τῶν αὐτοκινήτων των. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΕΞΑΡΧΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6054)5. 6.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὡς προέκυψεν ἐξ ἐνεργηθείσης ἐνόρκου διοικητικῆς ἐξετάσεως, τὸ δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδος «Ἐλευθερία» τῆς 31.5.1964, ἐφ’ οὗ ἡ ὕπερθεν ἐρώτησις τυγχάνει ἐξ ὁλοκλήρου ἀνακριβές. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΕΞΑΡΧΟΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Καστρινοῦ καὶ Α. Παπαδοπούλου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5759) 3.6.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τῆς περιπτώσεως, ἐφ’ ἧς ἡ ὑπ’ ἀριθ. 796 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Καστρινοῦ καὶ Α. Παπαδοπούλου, ἔχει διαταχθῆ ἡ ἐνέργεια ἐνόρκου διοικητικῆς ἐξετάσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΕΞΑΡΧΟΣ
VI) Τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἡλιοῦ, Θ. Παππᾶ καὶ Ν. Γανίτη. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6937)5187)16.6.1964 κατατεθείσης ὑμῖν ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἡλιοῦ. Θ. Παππᾶ καὶ Ν. Γανίτη, ἐπὶ διαφόρων ἁλιευτικῶν θεμάτων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: 1. Ἡ ἵδρυσις ἰχθυοσκάλας εἰς Μυτιλήνην, ἔχει συμπεριληφθῆ εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκτελέσεως μικρῶν ἰχθυοσκαλῶν εἰς διάφορα ἁλιευτικὰ κέντρα. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐγένετο σχετικὴ ἐνέργεια πρὸς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Μυτιλήνης, ἵνα ἀποφασίσῃ τὴν παραχώρησιν τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς τοῦτο χώρου. Τελοῦμεν ἤδη ἐν ἀναμονῇ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ἐν λόγῳ Ταμείου. 2. Διὰ τὴν κατασκευὴν ἐργοστασίου κονσερβοποιίας ἰχθυηρῶν, ἐπανειλημμένως συνεστήθη τόσον εἰς τοὺς βιοτέχνας ἁλιπάστων Μυτιλήνης, ὅσον καὶ εἰς τοὺς ἰχθυοπαραγωγούς, ὅπως συστήσουν σχετικὸν συνεταιρισμὸν καὶ προβοῦν εἰς τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας, ὁπότε θὰ ἤρχετο εἰς ἐνίσχυσίν των καὶ ἡ κρατικὴ οἰκονομικὴ βοήθεια. 3. Ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου ἐλήφθησαν μέτρα προστατευτικὰ τῶν τιμῶν τῶν ἁλιευμάτων κατὰ τὴν παρουσιασθεῖσαν κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν τῆς ἀφθόνου ἰχθυοπαραγωγῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Ι. ΖΙΓΔΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Τσαλδάρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5857)4.6.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ κατατεθεῖσα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Τσαλδάρη ὑπ’ ἀριθ. 804 ἐρώτησίς του διὰ τὴν καθυστέρησιν τῆς τοποθετήσεως τοῦ ἐγκριθέντος ἠλεκτρικοῦ ὑποσταθμοῦ εἰς τὴν συνοικίαν Παναγία Γρηγοροῦσα Δήμου Χαϊδαρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ὡς μᾶς ἐγνώρισεν ἡ Δ.Ε.Η., ἡ Τεχνικὴ Ὑπηρεσία αὐτῆς κατήρτισεν ἤδη τὴν μελέτην κατασκευῆς νέου ὑποσταθμοῦ εἰς τὴν ἐν λόγῳ περιοχήν, πρὸς βελτίωσιν τῆς τάσεως τοῦ παρεχομένου ρεύματος. Δι’ ἐγγράφου μας συνεστήσαμεν εἰς τὴν Δ.Ε.Η., ὅπως καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀνωτέρω μελέτης τὸ ταχύτερον δυνατόν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Ι. ΖΙΓΔΗΣ
VII) Τοῦ Ὑπουργείου Κοιν. Προνοίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3159)64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 438 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου, περὶ τῶν ἐν θέσει Γούβα τῆς περιφερείας Χατζηκυριακείου Πειραιῶς ἐγκατεστημένων εἰς παραπήγματα οἰκογενειῶν προσφύγων κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Ὁ Συνοικισμὸς Καλλίπολις καὶ Χατζηκυριάκειον ὑπήχθη εἰς τὸ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. Δ5 12392)786)1963 Ὑπουργικῆς ἀποφάσεως ἐγκριθὲν πρόγραμμα στεγάσεως παραπηγματού-
χων οἰκογενειῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης
1963–1966 (Ν. 4776)1961).
Αἱ διαμένουσαι ἐν τῷ συνοικισμῷ τούτῳ παραπηγματοῦχοι οἰκογένειαι ἀνέρχονται εἰς 45, ἐξ ὧν 9 προσφυγικαὶ καὶ 37 γηγενεῖς. Αἱ οἰκογένειαι αὗται συνεπλήρωσαν, μετὰ τὴν ἐξαγγελίαν τοῦ ἀνωτέρω προγράμματος, αἰτήσεις–δηλώσεις διὰ τὴν στεγαστικήν των ἀποκατάστασιν καὶ ὑπέβαλον κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα δικαιολογητικά. Τὸ στεγαστικὸν δικαίωμα τῶν οἰκογενειῶν τοῦ συνοικισμοῦ τούτου θέλει κριθῆ συντόμως, αἱ δὲ ἐκ τούτων κριθησόμενοι δικαιοῦχοι οἰκογένειαι θ’ ἀποκατασταθοῦν εἰς νέα ὑγιεινὰ καὶ σύγχρονα οἰκήματα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἰουνίου 1964.
Ὁ Ὑπουργὸς
Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ποία εἶναι ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως ἔναντι τῆς ὑπ’ ἀριθ. 379)1964 ἐνστάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ταχυδρομικὰ τέλη μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης, ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν θὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν συγκοινωνιακὴν σύνδεσιν ὑπὸ τοῦ 42ου ΚΤΕΛ τῆς Κοινότητος Μυρίνης τοῦ Νομοῦ Σερρῶν, ἔχει τὸν λόγον. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Δ. Παπαδόπουλος, ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ σχετικῶς μὲ παρὰ βουλευτοῦ παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 2367)1953 κλπ., ἔχει τὸν λόγον. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ι. Παπαδημητρίου, ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Ἑνώσεως ἰδιοκτητῶν οἰκιστῶν Καραβᾶ–Πειραιῶς «Ἡ Ἁγία Μαρίνα», αἰτουμένης (τὴν ἐπίλυσιν ὁδικοῦ, συγκοινωνιακοῦ, ὑγειονομικοῦ, διδακτηριακοῦ καὶ ἄλλων ζητημάτων τῆς ἐν λόγῳ συνοικίας, ἔχει τὸν λόγον.
§8Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐν λόγῳ συνοικίας Καραβᾶ–Πειραιῶς, ἔχω λάβει ἀπάντησιν ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀπάντησιν οὐχὶ ἀπολύτως ἱκανοποιητικήν. Καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συνοικίας κατῳκημένης πυκνῶς καὶ μὴ ἐχούσης οὐδεμίαν συγκοινωνίαν διὰ λεωφορείων μὲ τὰς Ἀθήνας, οὔτε διευκολύνει συγκοινωνία τις τοὺς εἰς Μοσχάτον ἐργαζομένους πολλοὺς ἐκ τῶν κατοίκων, ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ λυθῇ τὸ συγκοινωνιακὸν αὐτὸ μέγα πρόβλημα διὰ τὴν συνοικίαν ὁλόκληρον.
§9Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, ἀνέμενον, ὅτι θὰ σᾶς εἶχεν ἱκανοποιήσει ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργείου, διότι δι’ αὐτῆς, σᾶς πληροφορεῖ, ὅτι ἔχει ἤδη ἐγκριθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου λεωφορειακὴ γραμμὴ Κορυδαλλοῦ–Ἀθηνῶν, ἐξυπηρετοῦσα πλήρως τὴν ἐν λόγῳ συνοικίαν καὶ εἶναι ζήτημα χρόνου ἐνάρξεως τῆς συγκοινωνίας αὐτῆς πλέον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τσιάρας, ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ νέου συνδέσμου συνταξιούχων ὑπερηλίκων καὶ ἀνικάνων καὶ ἀναγκαστικῶς ἐξελθόντων νόμου 3721)37 τροχιοδρομικῶν Θεσσαλονίκης «Ὁ Φοῖνιξ», αἰτουμένου ἐπαναφορὰν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀναγκαστικῶς ἐξελθόντων τροχιοδρομικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§11Α. ΤΣΙΑΡΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τῶν ὑπ’ ἀριθ. 6 καὶ 7 ἐρωτήσεων τῶν κ.κ. Δ. Θεοχαρίδη, Ι. Γιαμᾶ καὶ Χ. Πιπιλῆ. Ὁ κ. Λ. Κύρκος, ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν θὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν διέλευσιν τῶν λεωφορείων τῆς παραλιακῆς ὁδοῦ Σουνίου, μέσῳ Ἀναβύσσου, ἔχει τὸν λόγον.
§13Λ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔθεσα καὶ προχθὲς ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφερόμενον θέμα καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ ἐπιληφθῇ πρὸς ταχεῖαν καὶ ριζικὴν ρύθμισίν του. Τοῦτο καὶ διὰ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ κάτοικοι ἀναγκάζονται νὰ μεταβαίνουν πεζῇ εἰς μακρὰς ἀποστάσεις διὰ νὰ ἐπιβοῦν συγκοινωνιακῶν μέσων ὑφιστάμενοι, ὅτε μὲν τὸ ψῦχος καὶ τὰς βροχὰς τοῦ χειμῶνος, ὅτε δὲ τὸν καύσωνα τοῦ θέρους. Νομίζω, ὅτι ἐνῷ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ θέμα δὲν εἶναι δυσχερές, διὰ τοὺς κατοίκους εἶναι ἀπολύτως ἐξυπηρετικόν. Ἔχει, κ. Ὑπουργέ, καὶ οἰκονομικὸν κέρδος ἡ ὑπόθεσις, διότι κατὰ τὸ θέρος οἱ τουρίσται, θὰ διέρχωνται καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἡ διαδρομὴ εἶναι εὐχάριστος. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι προστίθεται καμμία δαπάνη ὥστε νὰ εἶναι ἐπικρατεστέρα τῆς ὠφελείας καὶ διὰ τὸν τουρισμὸν καὶ πρὸ πάντων, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κατοίκων.
§14Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κοινότης Ἀναβύσσου, ἐξυπηρετεῖται διττῶς μέσῳ Καλυβίων καὶ ἀπὸ τῆς Κοινότητος Φωκαίας καὶ Ἀναβύσσου ἐξετάζεται περίπτωσις νὰ διέρχεται διὰ τῆς Κοινότητος καὶ τὸ αὐτοκίνητον Ἀθηνῶν–Σουνίου, ἀλλὰ τοῦτο, θὰ ἐπιβραδύνῃ τὴν μεταφορὰν κατὰ ἡμίσειαν ὥραν. Πάντως, τὸ ζήτημα ἐξετάζεται καὶ καταβάλλεται προσπάθεια διὰ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ὑπὲρ τῶν κατοίκων καλυτέραν λύσιν.
§15Λ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν πρόκειται περὶ ἑνός, ἀλλὰ περισσοτέρων δρομολογίων.
§16Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Ὑπάρχουν 4.
§17Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ παρεκάλουν ἐπὶ σχετικῆς ἐρωτήσεως τὴν ὁποίαν ἔχω καταθέσει ἀπὸ χρόνου, ὅπως συσχετισθῇ μὲ τὴν ἤδη συζητηθεῖσαν τοῦ κ. συναδέλφου, διότι σήμερον βλέπω περισσοτέραν ἐλαστικότητα ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουργείου μεταξὺ βουλευτῶν καὶ παρατάξεων.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν θὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν διὰ λεωφορείων σύνδεσιν τῆς περιοχῆς ὁδοῦ Ἀναπαύσεως τῆς Κηφισίας, μέχρι τῆς πλατείας Βασιλέως Παύλου τῆς Πηγῆς (Παλιάγιαννη).
§19Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως συμβαίνῃ μὲ ὅλους τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας τῆς περιοχῆς Ἀθηνῶν, πέραν τῶν κεντρικῶν σημείων, ἔχουν δημιουργηθῆ νέοι συνοικισμοὶ ποὺ στεροῦνται παντελῶς συγκοινωνίας. Τοιαύτη περίπτωσις εἶναι καὶ ἡ ἀφορῶσα τὴν περιοχὴν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Ἀναπαύσεως τῆς Κηφισίας μέχρι τῆς πλατείας Βασιλέως Παύλου τῆς Πηγῆς (Παλιαγιάννη). Παράκλησίς μας εἶναι ὅπως εἰς ὡρισμένας ὥρας τῆς ἡμέρας μεταβαίνῃ λεωφορεῖον καὶ εἰς τὴν περιοχὴν αὐτήν, ὅπου κατοικοῦν πτωχοὶ ἐργαζόμενοι ἄνθρωποι.
§20Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Τὸ αἴτημα τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, κύριε συνάδελφε, εἶναι δίκαιον. Παρέπεμψα τὸ αἴτημα εἰς τὸν ΟΕΑΣ διὰ σχετικὴν γνωμοδότησιν καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν ποὺ θὰ ἔχω, θὰ προσπαθήσωμεν νὰ υἱοθετήσωμεν τὸ αἴτημα τοῦτο.
§21Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νὰ μὴ βασίζεσθε εἰς τὰ ΚΤΕΛ, διότι συνήθως τὰ ΚΤΕΛ ἀντιδροῦν συστηματικῶς, ὅταν πρόκειται δι’ ἐπέκτασιν λεωφορειακῆς γραμμῆς.
§22Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, δὲν ἠρώτησα τὸ ΚΤΕΛ. Ἠρώτησα τὸν ἁρμόδιον Κρατικὸν Ὀργανισμόν, ἐὰν συμφωνῇ μὲ τὸ αἴτημα τοῦτο. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ ΟΕΑΣ, τὸ Ὑπουργεῖον θὰ πράξῃ ὅ,τι ἐν προκειμένῳ πρέπει.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Παπαηλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν θὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Νεμούτας (Ἠλείας), Νεοχωρίου (Γορτυνίας).
§24Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐρώτησις αὕτη ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων καὶ κακῶς ἐνεγράφη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 10, 11, 12 καὶ 14 ἐρωτήσεις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Λαυρεντίδη, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Κ. Περραιβοῦ, ἀντιστοίχως, ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν θὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν διὰ λεωφορείων ἐξυπηρέτησιν τῶν κατοίκων τῆς Συνοικίας «Νεόκτιστα» Περισσοῦ καὶ τῶν πέριξ.
§26Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐρώτησίς μας αὐτὴ ἀφορᾷ ἀκριβῶς τὸ ἴδιον θέμα ποὺ προηγουμένως ἀνέπτυξα, δηλαδὴ τὸ θέμα τῆς ἀρτιωτέρας ἐξυπηρετήσεως ἀπὸ συγκοινωνιακῆς πλευρᾶς τῶν κατοίκων τῆς συνοικίας «Νεόκτιστα» Περισσοῦ. Παρακαλῶ, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν, ἐὰν ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς γνωρίσῃ πῶς τὸ Ὑπουργεῖον του σκέπτεται νὰ ἐξυπηρετήσῃ συγκοινωνιακῶς τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς ταύτης.
§27Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Τὸ θέμα αὐτό, κ. Πρόεδρε, εἶναι πολὺ ὀξύτερον τοῦ προηγουμένου ποὺ ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ἠλιόπουλος καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἀντιμετωπίζει μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ἐνδιαφέροντος. Ἐλπίζεται, ὅτι μὲ τὴν τοποθέτησιν τῶν 50 νέων λεωφορείων τῆς ΑΣΠΑ, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὴν εὐχέρειαν νὰ δρομολογήσωμεν καὶ εἰς τὴν γραμμὴν αὐτὴν νέα λεωφορεῖα, ὁπότε, ὡς ἐλπίζεται, θὰ ἐξυπηρετοῦνται καλύτερον, οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς αὐτῆς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 16 καὶ 17 ἐρωτήσεις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Βαρβιτσιώτη, ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν θὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ Ὀρεινῆς μέχρι Μετοχίου περιφερείας Νομοῦ Σερρῶν.
§29Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐρώτησις αὕτη ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον Δημ. Ἔργων.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Β. Ἰντζές, Β. Ἐφραιμίδης, Ε. Ἀνερούσης καὶ Σ. Μερκούρης, ἔχουσι τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορῶν ἐπιτροπῆς ὑπαλλήλων ὁδηγῶν αὐτοκινήτων Νομοῦ Σερρῶν, αἰτουμένης ἀνάκλησιν χορηγηθεισῶν ἀδειῶν αὐτοκινήτων εἰς μὴ δικαιούχους.
§31Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ ἀκούσωμεν προηγουμένως τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἂν χρειασθῇ θὰ λάβω τὸν λόγον.
§32Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Ἔργων). Ἀτυχῶς δὲν ἠμπορῶ νὰ δώσω ἀπάντησιν, διότι μὲ τὸν τρόπον ποὺ ἔχει διατυπωθῇ ἡ ἀναφορὰ δὲν εἶναι πλήρης. Δὲν ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα τῶν λαβόντων τὰς τοιαύτας ἀδείας, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐρευνήσω τὸ θέμα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 20, 21 καὶ 22 ἐρωτήσεις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Ἰορδάνογλου, Κ. Περραιβοῦ, Γ. Σερπάνου καὶ Γ. Παπαδημητρίου, ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Νικολάου Γρίβα, αὐτοκινητιστοῦ, κατοίκου Ἐλευσῖνος, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν στέρησιν ἀδείας κυκλοφορίας τοῦ αὐτοκινήτου καὶ αἰτουμένου ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ εἰς βάρος του ἀδικία.
§34Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐρώτησις ἔχει τὴν ἔννοιαν παρακλήσεως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ αἴτημα ἑνὸς Ἕλληνος πολίτου.
§35Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀδύνατος ἡ ἀνάκλησις τῆς ἀποφάσεως. Ἂς προσκομίσῃ περισσότερα στοιχεῖα ὁ ἐνδιαφερόμενος διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα του.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 24 καὶ 25 ἐρωτήσεις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Τ. Γεωργίου καὶ Α. Μαυρίδη ἀναβάλλονται. Κύριοι βουλευταί, παρελθούσης τῆς ὥρας ἐπὶ τῶν ἀνα-
φορῶν καὶ ἐρωτήσεων, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διορισμοῦ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικηγόρων τῶν μετασχόντων καὶ ἐπιτυχόντων εἰς τὰς αʹ καὶ βʹ ἐξεταστικὰς περιόδους τοῦ ἔτους 1962 πτυχιούχων τῆς Νομικῆς». Δεκτόν;
§37Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§38Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει μὲ μίαν φραστικὴν διόρθωσιν ἡ ὁποία ἔχει γίνει ἀπὸ τὸν συνάδελφον κ. Παπακωνσταντίνου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν βαθμολογίαν τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὰς ἐξετάσεις τοῦ 1962, ὥστε νὰ θεωροῦνται ὅτι ἐπιτυχόντες εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν βάσιν τὴν καθορισθεῖσαν ἀπὸ τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λοιπὰς κατηγορίας, ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ κατατεθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως θὰ εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ρυθμίζῃ ἰδίως τὴν περίπτωσιν τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὸν διαγωνισμὸν τοῦ 1963. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τυχὸν τροπολογίας, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι ἐπειγόμεθα νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ πόθεν ἔσχες.
§39Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ ἀνεξήγητον τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ δέχεται δικαιότατα αἰτήματα τῶν ἀσκουμένων δικηγόρων τῶν μετασχόντων καὶ ἐπιτυχόντων εἰς τὰς Αʹ καὶ Βʹ ἐξεταστικὰς περιόδους τοῦ ἔτους 1962, πτυχιούχων τῆς Νομικῆς ὑποψηφίων τῶν ἐξεταστικῶν περιόδων τοῦ ἔτους 1963 ὡς ἐπίσης καὶ τῶν τοιούτων τοῦ 1964, ἐπὶ τοῦ δικαίου τῶν ὁποίων ὑπάρχει καθολικὴ ἀναγνώρισις δίχως ὅμως νὰ δίδεται λύσις εἰς τὴν δραματικὴν ἀγωνίαν τῶν ἐκλεκτῶν ἐπιστημόνων. Ἔχω καταθέσει προσωπικῶς μὲ πλήρη αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν σχετικὴν τροπολογίαν ὁμοῦ δὲ μετ’ ἄλλων συναδέλφων καὶ ἑτέραν τροπολογίαν ἄλλων συναδέλφων, αἵτινες ἤμουν βέβαιος, ὅτι χάριν ἠθικῆς τάξεως καὶ δικαιοσύνης θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγένοντο παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δεκταί, ὅταν μάλιστα διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς κατηγορίας αὐτῆς τῶν ἐπιστημόνων ἐδόθησαν κατηγορηματικαὶ ὑποσχέσεις καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν καὶ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐπιτροπὴ Δικηγορικῶν Συλλόγων τῆς Ἑλλάδος. Μάλιστα ἐπὶ τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως Πιπινέλη, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Σακελλαρίου ἔφερεν εἰς τὸ Σῶμα τὴν κύρωσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 159)27.9.63 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ διατάξεών τινων περὶ διαγωνισμοῦ Δικηγόρων καὶ ἐπεκτάσεως τῶν διὰ τὰ ἔτη 1961 καὶ 1962 ληφθέντων ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων Δικηγόρων μέτρων καὶ διὰ τὸ ἔτος 1963». Ἐπὶ 1½ ἔτος εὑρίσκοντο εἰς ἀγωνίαν οἱ ἀσκούμενοι δικηγόροι. Παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἀναγνωρίζω πλήρως καὶ τὸ δίκαιον τῶν διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν σχεδίου νόμου τῶν τακτοποιουμένων ὑποψηφίων δικηγόρων, ἐν τούτοις θὰ λυπηθῶ πολὺ ἐὰν εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω τὴν κράτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀσκῶν τὸ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπορρέον δικαίωμα. Εἶναι ἄδικον νὰ συνεχίζεται ἡ ταλαιπωρία τῶν ὡς ἀναφέρω εἰς τὰς αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις τῶν κατατεθεισῶν τροπολογιῶν αἵτινες ἔχουσιν οὕτω: «............... (ἀναγινώσκει)...». Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ τερματισθῇ ἡ ἀγωνία ἐπιστημόνων ἀπὸ τοὺς ὁποίους πολλὰ ἀναμένει τὸ Ἔθνος.
§40Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται νὰ δεχθῶμεν οἱανδήποτε τροπολογίαν.
§41Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Τότε θὰ ζητήσωμεν τὴν κράτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§42Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀναλάβετε τὴν εὐθύνην διὰ τὴν κράτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχει συμφωνήσει ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης βεβαιώνῃ ὅτι ἐκ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ κατατεθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως θὰ εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ρυθμίζῃ τὰ θέματα αὐτά, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐμποδίσητε τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου.
§43Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Θέλω νὰ πιστεύω ὅτι μετὰ τὴν τόσον σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διαβεβαιοῦντος τὸ Σῶμα ὅτι ἐντὸς τοῦ Ἰουλίου θὰ φέρῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἱκανοποιοῦνται οἱ περὶ ὧν αἱ τροπολογίαι μου ἀσκούμενοι δικηγόροι ὑποψήφιοι τῶν ἐξεταστικῶν περιόδων τοῦ ἔτους 1963 καὶ τοῦ ἔτους 1964. Δὲν θέλω νὰ εὑρεθῶ εἰς πλήρη ἀντίθεσιν μὲ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ κρατήσω τὸ νομοσχέδιον βλάπτων τὴν ἱκανοποίησιν δικαίου αἰτήματος ἄλλης κατηγορίας ἀσκουμένων δικηγόρων. Ὅταν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι τόσον σαφὴς καὶ μάλιστα καὶ ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξέφρασεν ὁμοφώνως τὴν εὐχὴν ἱκανοποιήσεως τοῦ θέματος ἀσκουμένων δικηγόρων τοῦ ἔτους 1963 καὶ 1964 πιστεύω ὅτι τάχιστα θὰ τερματισθῇ ἡ ἀγωνία τῶν νέων αὐτῶν ἐπιστημόνων.
§44Θ. ΠΑΠΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐκάματε πρὸ ὀλίγου τὴν δήλωσιν ὅτι συντόμως θὰ φέρετε τὸ θέμα τῶν ἀσκουμένων τῶν ἐτῶν 1963–1964. Τοιαύτην εὐχὴν ἐξέφρασε καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ: ἰσχύει αὐτὴ ἡ εὐχὴ τῆς Ἐπιτροπῆς;
§45Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἰσχύει ἀπολύτως.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐὰν γίνεται δεκτὸν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διορισμοῦ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικηγόρων τῶν μετασχόντων καὶ ἐπιτυχόντων εἰς τὰς αʹ καὶ βʹ ἐξεταστικὰς περιόδους τοῦ ἔτους 1962 πτυχιούχων τῆς Νομικῆς». Κύριοι βουλευταί, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Ι. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§49Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ κύριοι συνάδελφοι, ἡ φύσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ συζήτησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ διεξαχθῇ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§51Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁμοιάζει ὡς ἐξ ὑφαρπαγῆς ψήφισις. Καὶ ἐπὶ πλέον τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀναξιοπρεπές....
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ συνεχίσητε. Παρακαλῶ καθῆστε κάτω. Ὁ κ. Ι. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας.
§53Ι. ΜΕΛΑΣ. Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους. Ἡ παράταξις τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἀπὸ στόματος τοῦ ἡγέτου της καὶ σημερινοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπεσχέθη πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐν μέσῳ τῶν προσφάτων ἀγώνων της, τὴν ἐπαγγελίαν τῆς ἠθικῆς ἐξυγιάνσεως καὶ τὴν ἀποκατάστασιν ἀρετῆς εἰς τὸν δημόσιον βίον τῆς χώρας. Ἡ ὑπόσχεσις ἀφεώρα ἐπαγγελίαν θεμελιώδη. Καὶ εἰσάγουσα ἡ Κυβέρνησις σήμερον τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, ἐκπληροῖ χρέος καὶ χρέος μάλιστα ληξιπρόθεσμον. Ἀφ’ ἧς, κύριοι βουλευταί, ἐγεννήθη εἰς τὴν συνείδησιν τῶν λαῶν ἡ ἔννοια τοῦ δικαιώματος, καὶ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἀτόμου ἡ αἴσθησις τῆς προσωπικότητος, προέκυψεν ἡ ἀξίωσις τῆς ἐρεύνης τῆς ἠθικῆς ποιότητος τῆς ἡγεσίας καὶ τῆς γνώσεως τῶν ὅρων διαβιώσεως τῶν ἡγετῶν των. Τὴν ἐπιτακτικὴν αὐτὴν ἀξίωσιν τῶν ἀτόμων καὶ τῶν λαῶν, διερμηνεύων ὁ μέγας Πλάτων, ἠξίωσε τὴν ἐνοίκησιν τῶν ἡγετῶν εἰς ὑάλινον οἶκον. Καὶ ὁ ἐνάρετος πολιτικὸς Δροῦσσος, εἰς τὸν ὁποῖον προσελθὼν οἰκοδόμος προσεφέρθη νὰ τοῦ ἀνεγείρῃ τὸν κρημνισθέντα ἕνα τοῖχον τῆς οἰκίας του ἀντὶ 5 ταλάντων διὰ νὰ μὴ βλέπουν οἱ διαβάται οἱ διερχόμενοι ἐκ τῆς πλευρᾶς τοῦ πεσόντος τοίχου, τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ οἰκίᾳ, ὁ Δροῦσσος ἀπήντησεν λέγων: «Οὐχὶ πέντε τάλαντα, δέκα τάλαντα λαβὼν ὅλην μου ποίησον καταφανῆ τὴν οἰκίαν, ἵνα πάντες ἀκωλύτως ὁρῶσι, πῶς διαιτῶμαι». Τὴν ἀπήχησιν τῶν παλαιῶν αὐτῶν ἀξιώσεων συναντῶμεν, κύριοι βουλευταί, εἰς τοὺς καιρούς μας, εἰς τὴν ἄποψιν τοῦ ἀειμνήστου Ν. Δημητρακοπούλου, ὑποστηρίξαντος, ὅτι καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ κοίτη τῶν δημοσίων ἀνδρῶν τελεῖ ὑπὸ τὸν δημόσιον ἔλεγχον. Αὐτὸν τὸν ὑάλινον οἶκον ἀποσκοπεῖ νὰ ἀνεγείρῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους. Ἡ Κυβέρνησις εἰσάγουσα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν πραγματοποιεῖ πρωτότυπον ἐνέργειαν. Εἰσάγει θεσμόν, ὁ ὁποῖος ἔχει βαθείας ρίζας εἰς τὰς ἀρχαίας πολιτείας, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐγνώρισαν, ἐκ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, καὶ προκοπὴν καὶ πρόοδον καὶ πολιτισμόν. Κατὰ μαρτυρίαν τοῦ Ἡροδότου, ἴσχυεν ὁ θεσμὸς παρὰ τοῖς Αἰγυπτίοις, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ Ἄμασις ἔθεσε νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπεχρεοῦντο οἱ Αἰγύπτιοι νὰ ἀποδεικνύουν τὴν προέλευσιν τῶν εἰσοδημάτων των. Καὶ εἰς ἣν περίπτωσιν δὲν κατώρθωναν νὰ ἀποδείξουν τὴν νόμιμον προέλευσιν τῶν εἰσοδημάτων των, κατελογίζετο εἰς τοὺς ὑπολόγους θάνατος. «Νόμον τε Αἰγυπτίοις τόνδε Ἄμασις ἔστιν ὁ καταστήσας, ἀποδεικνύεται ἔτεος ἑκάστου τῷ νομάρχῃ πάντα τινὰ Αἰγυπτίων ὅθεν βιοῦται· μὴ δὲ ποιεῦντα ταῦτα, μηδὲ ἀποφαίνοντα δικαίην ζόην, ἰθύνεσθε θανάτῳ». Ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Ἡρόδοτον πληροφορούμεθα τὴν μεταγωγὴν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπὸ τοῦ Σόλωνος. Λέγει ὁ Ἡρόδοτος: «Σόλων δὲ ὁ Ἀθηναῖος λαβὼν ἐξ Αἰγύπτου τοῦτον τὸν νόμον Ἀθηναίησι ἔθετο· τῷ ἐκεῖνοι εἰς αἰεὶ χρέωνται, ἐόντι ἀμώμῳ νόμῳ». Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Ἀθήναιον μανθάνομεν, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἴσχυε φοβερὸς καὶ παρὰ τοῖς Κορινθίοις. Καὶ ἐκεῖ εἰς τὴν κατόπιν πόλιν τῆς χλιδῆς, ὁ πολυτελῶς διαβιῶν, ἀλλὰ μὴ δυνάμενος νὰ δικαιολογήσῃ τὴν νόμιμον προέλευσιν τῶν εἰσοδημάτων του παρεδίδετο εἰς τὸν δήμιον, ἀφοῦ κατὰ τοὺς Κορινθίους ἀπεκλείετο νὰ ζῇ κατὰ πολυτελῆ τρόπον, χωρὶς νὰ ἔχῃ μεσολαβήσει διάπραξις ἀνομίας. Γράφει ὁ Ἀθήναιος: «... (ἀναγινώσκει)...». Εἰς τὰς Ἀθήνας ἴσχυε καὶ ὁ θεσμὸς τῆς ἀπογραφῆς, ὁ ὁποῖος ἀφεώρα τὴν περίπτωσιν τῶν σφετεριστῶν τῶν δημοσίων χρημάτων. Ὁ Ἀρχικρατίων λέγει εἰς τὸ λεξικόν του: «Νόμιμον τοῦτ’ ἐστί, βέλτιστ’ ἐνθάδε Κορινθίοισιν, ἄν τιν’ ὀψωνοῦντ’ αἰεὶ λαμπρῶς ὁρῶμεν, τοῦτον ἀνακρίνει πόθεν ζῇ καὶ τὶ ποιῶν· κἂν μὲν οὐσίαν ἔχῃ ἧς αἱ πρόσοδοι λύουσι τ’ ἀναλώματα, ἐᾶν ἀπολύει τοῦτον ἤδη τὸν βίον· ἐὰν δ’ ὑπὲρ τὴν οὐσίαν δαπανῶν τύχῃ ἀπεῖπον αὐτῷ τοῦτο μὴ ποιεῖν ἔτι. Ὃς δ’ ἂν μὴ πείθητ’ ἐπέβαλον ζημίαν. Ἐὰν δὲ μηδ’ ὁτιοῦν ἔχων ζῇ πολυτελῶς τῷ δημίῳ παρέδωκαν αὐτόν.... Οὐκ ἐνδέχεται γὰρ ζῆν ἄνευ κακοῦ τινὸς τοῦτον, ἀλλ’ ἀναγκαίως ἔχει ἢ λωποδυτεῖν τὰς νύκτας, ἢ τοιχωρυχεῖν, ἢ τῶν ποιούντων ταῦτα κοινωνεῖν τισιν, ἢ συκοφαντεῖν κατ’ ἀγοράν, ἢ μαρτυρεῖν ψευδῆ. Τὸ τοιοῦτον ἐκκαθαίρομεν γένος». Εἰς τὰς Ἀθήνας ἴσχυε καὶ ὁ θεσμὸς τῆς ἀπογραφῆς, ὁ ὁποῖος ἀφεώρα τὴν περίπτωσιν τῶν σφετεριστῶν τῶν δημοσίων χρημάτων. Ὁ Ἁρποκρατίων, λέγει εἰς τὸ λεξικόν του: «Ὅταν τις λέγῃ τινὰ ἔχειν τι τῶν τῆς πόλεως, ἀπογραφὴν ποιεῖται ὁ ἐναγόμενος, δηλῶν πόθεν ἔχει τὰ χρήματα». Ὅπως πληροφορούμεθα καὶ ἀπὸ τοὺς νόμους τοῦ Πλάτωνος καὶ τὸν Ἀριστοτέλην, ἡ ἀπογραφὴ αὕτη ἐγένετο παρὰ τῷ Δημάρχῳ καὶ τοῖς Νομοφύλαξι. Σχετικὴν μνείαν εὑρίσκομεν καὶ εἰς τὸν «πρὸς Νικόστρατον περὶ ἀνδραπόδων ἀπογραφῆς Ἀρεθουσίου λόγον τοῦ Δημοσθένους, εἰς τὸν κατὰ Ἀγοράτου λόγον τοῦ Λυσίου, ὅπως καὶ εἰς τὸν ἄλλον λόγον τοῦ ἰδίου «περὶ Δημοσίων ἀδικημάτων». Ἐὰν ὁ μηνυόμενος δὲν ἀντέτασσεν ἔνστασιν κατὰ τῆς μηνύσεως, τὸ Ἀττικὸν Δημόσιον, χωρὶς ἄλλην διαδικασίαν κατελάμβανε τὰ ἀπογραφόμενα πράγματα καὶ παρεῖχεν εἰς τὸν μηνυτὴν ὡς ἀμοιβὴν τὰ ¾ τῶν ἀπογραφέντων. Ἐὰν ὁ μηνυόμενος ἠρνῆτο τὴν ἀπογραφήν, ἠγείρετο κατ’ αὐτοῦ ἡ «γραφὴ ἀπογραφῆς», κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὁποίας ὤφειλεν οὗτος νὰ ἀποδείξῃ «Πόθεν ἔσχε» τὸ ἀπογραφέν, καὶ ὅτι οὐδὲν ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως μανθάνομεν ἀπὸ τὸν Λυσίαν καὶ εἰδικώτερον ἀπὸ τοὺς λόγους του «κατὰ Φιλοκράτους», «κατὰ Ἐργοκλέους» καὶ ἐκ τοῦ «ὑπὲρ Ἀριστοφάνους χρημάτων». Εἰς τὴν Σπάρτην ἐπίσης οἱ Ἔφοροι ἐδικαιοῦντο νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς ὅλας τὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς σχέσεις τοῦ πολίτου, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. Μεταξὺ τῶν πρώτων χρεῶν των ἦτο καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν ἐφόρων περὶ τοῦ «Πόθεν Ἔσχες». Οἱ παραβάται ἐθεωροῦντο ἐχθροὶ τῆς Πατρίδος καὶ ἀπεδιώκοντο διὰ βίου ἀπὸ τὴν πατρῴαν γῆν. Αὐτὰ συνέβαινον εἰς τὴν Σπάρτην ὅταν ἐθερμαίνετο εἰς τὰς ἑστίας ὁ μέλας ζωμός. Ὅταν ὅμως παρὰ τὸν αὐστηρὸν Εὐρώταν ἐνέδιδαν τὰ δωρικὰ ἤθη καὶ ἡ ὀλιγαρχία ἐδολοφόνει τὸν Ἆγιν καὶ ἐφυλάκιζε τὸν Κλεομένην ποὺ ἐπεδίωκαν ἀνενδότως ἠθικὸν καθαρμόν, τότε ἐξέλιπε καὶ ὁ θεσμὸς αὐτὸς καὶ μαζὶ μὲ τὸν θεσμὸν ἐξέπνευσε καὶ ἡ Σπάρτη. Γράφει χαρακτηριστικῶς ὁ Ἀλκαῖος: «Χρήματ’ ἀνήρ, πενιχρὸς δ’ οὐδεὶς πλέον ἐσθλὸς οὐδὲ τίμιος». Τὸ ἴδιον συνέβη καὶ εἰς τὴν Ρώμην. Εἰς τὸ σεμνὸν περίγυρον τῆς ἀρχαίας πόλεως, εἰς τὸ ὁποῖον ἤνθισαν αἱ μεγάλαι ἀρεταί, ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀρετήν, ἡ ἀφοσίωσις εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὸ πρέπον, ἡ πίστις εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἡ θυσία ὑπὲρ τῆς Πατρίδος καὶ ὅλα τὰ μεγάλα γνωρίσματα, ποὺ ἦσαν ὀχυρὰ, ὀχυρώτερα τῶν ὀχυρῶν της. Καὶ εἰς τὴν ἰδίαν Ρώμην, ἐὰν ἡ γυνὴ δὲν ἀπεδείκνυε πόθεν ἔχει τὰ πράγματα, ἐθεωρεῖτο κατὰ τεκμήριον ὅτι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὴν κατοχήν της, εἶχαν περιέλθει διὰ τοῦ ἀνδρός, ἢ ἀπὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἐτέλει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἀνδρός. Εἶναι τὸ τεκμήριον ποὺ καθιέρωσεν ὁ ΚΟΪΝΤΟΣ ΜΟΥΚΙΟΣ ΣΚΕΤΟΛΑΣ. Τὸ γνωστὸν «Μουκιανὸν τεκμήριον», τὴν καταγωγὴν τοῦ ὁποίου συναντῶμεν εἰς ἔργον τοῦ ποιητοῦ τοῦ Γʹ π. Χ. αἰῶνος Πλαύτου, ὅπου ἡ Ρωμαία Κλεοστράτη παραπονεῖται κατὰ τοῦ συζύγου της, ποὺ παρὰ τὴν θέλησίν της θέλει νὰ ὑπανδρεύσῃ τὴν δούλην της, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν παρατηρεῖ ἡ φίλη της Μουρίνα, ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ ἀνδρός, ἐφ’ ὅσον ἡ δούλη ἠγοράσθη διὰ χρημάτων ἐκείνου καὶ ἐκεῖνος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διαθέσῃ ὅπως νομίζει, ἐκτὸς ἐὰν ἀπέκτησε τὴν δούλην ἡ ἰδία ἐξ αἰσχρᾶς αἰτίας.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ νέος Κανονισμὸς ἐπιβάλλει μίαν ὥραν διὰ κάθε εἰσήγησιν. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμὸν ὡς νέον.
§55Ι. ΜΕΛΑΣ. Γνωρίζω, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ γνωρίζω, ἐπίσης, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συνήθους νομοσχεδίου, ἀλλὰ περὶ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀποφασιστικὴν σημασίαν τῶν θεμελειωδῶν θεσμῶν καὶ ἡ ποιότης τοῦ ὁποίου θὰ ἔχῃ αὐτόχρημα ἐπίδρασιν, τοιαύτην ἢ τοιαύτην, ἐπὶ τῆς περαιτέρω πορείας τῆς χώρας. Πρόκειται ἀκόμη, περὶ νομοσχεδίου, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ εἰσηγητὴς ἔχει τὰς ἰδικάς του εὐθύνας.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σύμφωνοι, ἀλλ’ ἕκαστος εἰσηγητὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ μίαν ὥραν μόνον.
§57Ι. ΜΕΛΑΣ. Οἱ Κήνσορες εἰς τὴν Ρώμην, οἱ Τιμηταί, οἱ ὁποῖοι ἐλαμβάνοντο ἐκ τῶν καλυτέρων πολιτῶν, ἤσκουν, ὅπως καὶ οἱ Ἔφοροι τῆς Σπάρτης, τὸ χρέος τῆς ἐποπτείας τοῦ βίου τῶν πολιτῶν. «Τὰς γραφὰς τῆς ἑκάστου εὐπορίας διατελεῖν καὶ τὸν βίον τῶν πολιτῶν ἐπισκοπεῖν τε καὶ ἐξετάζειν». Ἡ Ρωμαϊκὴ Νομοθεσία δι’ εἰδικοῦ Νόμου «UNDE LA TIBI EST» ὥριζε βαρυτάτας κυρώσεις, εἰς περίπτωσιν ἀδυναμίας ἀποδείξεως τῆς νομιμότητος τοῦ αἰφνιδίου πλούτου. Τελικῶς ὅμως καὶ τὸ χάλκινον ἦθος τοῦ Ρωμαϊκοῦ λαοῦ ἐρευστοποιήθη ἀπὸ τὴν χλιδὴν καὶ τὸν κοσμοπολιτισμόν, καὶ τὴν μεγάλην ἠθικὴν προσταγὴν περὶ τῆς ἀναλώσεως ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἐκάλυψε τὸ γαιῶδες ἰδεῶδες «UBI BONE IBI PATRIA». Καὶ οὕτω ἐλησμονήθη καὶ ἐκεῖ ὁ μεγάλος θεσμὸς καὶ μὲ τὴν πτῶσιν αὐτῶν τῶν θεσμῶν, ἔπεσε καὶ ἡ Ρώμη. Ταῦτα, κ.κ. βουλευταί, περὶ τῶν μηνυμάτων τῶν ἀρχαίων χρόνων, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ἠμποροῦσαν νὰ λεχθοῦν καὶ ἄλλα, ἐὰν διεσώζετο ὕδωρ εἰς τὴν κλεψύδραν. Εἰς τὸ σύντομον χρονικὸν τοῦ νεωτέρου μας Κράτους ἐμεσολάβησαν πολλὲς συζητήσεις σχετικῶς μὲ τὴν θέσιν τῶν Δημοσίων ἀνδρῶν, τὴν προστασίαν των συνηρτημένην μὲ τὴν προτασίαν τοῦ δημοσίου μας βίου. Αἱ πρῶτοι οὐσιαστικαὶ συζητήσεις διεξήχθησαν ἐν ὄψει τῆς θεσπίσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν τὸ 1877. Τότε ὁ Ν. Ι. Σαρίπολος ἐσημείωσεν ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ἑπτάκις εἶχον ἀποπειραθῆ τὴν νομοθέτησιν τοῦ βασικοῦ ἐκείνου θεσμοῦ. Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Ε. Δεληγιώργης, ἐτάχθη ὑπὲρ τῆς κατοχυρώσεως τῶν Δημοσίων ἀνδρῶν καὶ συνεπῶς ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ συγγενοῦς ἐκείνου νομοθετήματος. «...Ἐνδιαφέρεται, ἔλεγεν, ὁ λαὸς καὶ τὸ Ἔθνος, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως μὴ καταπίπτῃ τὸ ἀξίωμα χαμαί, ὅπως μὴ ἐξευτελίζηται ἡ ἐξουσία, διότι πάντα ταῦτα ταὐτίζονται μὲ τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, καὶ διότι δὲν συμφέρει νὰ σύρωνται οἱ Ὑπουργοὶ μεθ’ ὅλης τῆς εὐκολίας εἰς τὸ ὄνειδος...». Συνεφώνει, κατὰ τὴν αὐτὴν ἑσπέραν ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος καὶ ὁ Τρικούπης λέγων: «...Ὅ,τι νομίζω ἐπιζητεῖται, εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι ἀδίκου καταδιώξεως... Ὅταν ὑπάρχῃ παράβασις ἀξιοτιμώρητος οὐδεὶς εἴτε Ὑπουργὸς εἴτε μέλλων Ὑπουργὸς ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν αὑτοῦ ἀπὸ τῆς εὐθύνης.... Δὲν εἶναι λοιπὸν οὗτος ὁ λόγος (ὁ φόβος τῆς εὐθύνης) ὅστις ὑπαγορεύει εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὴν αὐστηρὰν μελέτην τῶν περὶ εὐθύνης νόμων ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις τὰς παρεχομένας εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ τὰς ἐγγυήσεις ταύτας ὀφείλουσι νὰ ἀπαιτῶσι χάριν τοῦ Κράτους....». Συγκεκριμένως ὅμως ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σήμερον θεσμοῦ, διὰ πρώτην φορὰν ἔγινεν λόγος εἰς ἄρθρον γραφὲν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ν. Δημητρακοπούλου εἰς τὸ περιοδικὸν «Δίκαιον» τὸ 1919 καὶ δὴ εἰς τὸ πρῶτον φύλλον αὑτοῦ. Ἡ πρώτη ἀπόπειρα θεσμοθετήσεώς του ἀνήκει εἰς τὴν Δʹ Ἐθνοσυνέλευσιν, ὅπου ὑπεβλήθη σχετικὴ πρότασις «περὶ ἐξετάσεως τῆς πολιτείας ὅλων τῶν ἀπὸ 1923 Κυβερνήσεων» ἄλλη δὲ ἐπώνυμος πρότασις περὶ τοῦ «πόθεν ἔσχες» ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸν βουλευτὴν Φώτιον Μοσχούλαν. Ἀμφότεραι αἱ προτάσεις, παρεπέμφθησαν εἰς τὰς καλένδας τῶν προγόνων. Ἡ εἰσαγωγὴ γενικοῦ σχετικοῦ νομοθετήματος τοῦ ὁποίου ἡ διατύπωσις ἀνέκαθεν ἐκρίνετο δυσχερής, νομοθετήματος σχετικοῦ μὲ τὸν ἔλεγχον τῆς περιουσιακῆς καταστάσεως ὄχι μόνον τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν δημοσιογράφων, ἐμελετήθη κατὰ τὸ 1931. Ὡς βάσις αὐτοῦ ἐκρίθη, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ ἄσκησις ἐλέγχου πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς περιουσιακῆς καταστάσεως παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἢ δημοσίου ὑπαλλήλου, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ διετυποῦτο ὑπευθύνως, ὑπὸ πολιτῶν, ὑπόνοια, ὅτι ἀπέκτησε περιουσίαν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ δημοσίου λειτουργήματος. Ἀλλὰ καὶ ἡ περίπτωσις ἐκείνη καθηλώθη εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀποπείρας. Σχέδιον σχετικοῦ νόμου κατέθεσεν ἀργότερα καὶ συγκεκριμένως τὴν 5.4.33 ὁ βουλευτὴς τότε Πειραιῶς καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ἱδρυτὴς τῆς ἰδικῆς μας παρατάξεως, ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Τὸ σχέδιον ἀπετελεῖτο ἀπὸ 15 ἄρθρα καὶ ἔφερε τὸν τίτλον «περὶ ἐλέγχου περιουσιῶν». Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου προδίδουσα ἀνάγλυφον τὴν προσωπικὴν διατύπωσιν τοῦ ἱδρυτοῦ ἀνέφερε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). Τὴν ἑπομένην ἡ ἀντίθετος παράταξις, ἡ τότε ἀντιβενιζελικὴ παράταξις, ὑπέβαλεν ἰδικόν της σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὰς ὑπογραφὰς τῶν προτεινόντων βουλευτῶν Φ. Μοσχούλα, Κ. Τσουκαλᾶ, Γ. Χλωροῦ, Δ. Χέλμη, Ν. Νικολαΐδη καὶ ἄλλων, ἐπιγραφόμενον νομοσχέδιον «περὶ τοῦ πόθεν ἔσχες». Καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προηγεῖτο μακρὰ ἔκθεσις, ἡ ὁποία ὅμως κατέληγε διὰ τῶν ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). Ἀλλὰ καὶ τὰ σχέδια ἐκεῖνα, παρὰ τὴν ἰδιάζουσαν εὐθύνην, μὲ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθησαν, δὲν ἠξιώθησαν νὰ περιβληθοῦν τὸ ἔνδυμα τοῦ νόμου. Συγγενὲς νομοσχέδιον προστασίας τοῦ Κράτους κατὰ παρανόμων εἰς βάρος τοῦ Κράτους ἐνεργειῶν, ἐκόμισε καὶ κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1951 ὁ ἀείμνηστος Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης Ἠλίας Λαγάκος. Ἦτο νομοσχέδιον μὲ δρακοντείους κυρώσεις. Προέβλεπε δὲ τὰς βαρυτάτας κυρώσεις διὰ τοὺς κλέπτας καὶ τοὺς ἅρπαγας τοῦ Δημοσίου χρήματος. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρετήρησα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἦτο ἀτελέσφορον, καθ’ ὅσον προέβλεπε ποινὰς διὰ διάπραξιν κλασσικῶν ἀδικημάτων, εἰς μίαν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχουν πλέον μωροί, οἱ ὁποῖοι νὰ διαπράττουν κλασσικοῦ τύπου ἀδικήματα, δηλαδὴ κλοπὴν ἢ ἁρπαγὴν ἢ ἀπιστίαν, διότι ὁ χρηματισμὸς εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν διαπράττεται δι’ ἀθώων ἐνεργειῶν καὶ τὸ πολὺ δι’ ἁπλῆς παραβάσεως καθήκοντος. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1960, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς τῆς χώρας Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς, εἰς μακρόν του λόγον, ἐξήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀπόφασίν του νὰ εἰσηγηθῇ τὴν σύστασιν εἰδικοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου πρὸς προστασίαν, ὅπως ἔλεγε, τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτεύματος καὶ πρὸς προστασίαν τῆς Πολιτικῆς Ἡγεσίας τῆς χώρας ἀπὸ τοῦ κινδύνου τοῦ διασυρμοῦ. Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἐξαγγελίας αὐτῆς κατετέθη τὴν 6ην Φεβρουαρίου 1961 ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης καὶ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Κ. Καλλία τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον ἐπιγραφόμενον «περὶ συστάσεως Συμβουλίου Ἐρεύνης τῆς περιουσιακῆς καταστάσεως τῶν ἀποτελούντων τὴν Πολιτικὴν Ἡγεσίαν προσώπων». Τὴν 1ην Μαρτίου 1961 κατετέθη σχέδιον νόμου «περὶ ἠθικοῦ καθαρμοῦ τῆς πολιτικῆς ζωῆς δι’ ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ πόθεν ἔσχες» ὑπογραφόμενον ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς καὶ Ὑπουργοὺς τῆς ἰδικῆς μας παρατάξεως, τοὺς κ.κ. Σ. Κωστόπουλον, Σ. Στεφανόπουλον, Μ. Στεφανίδην, Ε. Κοθρῆν, Σ. Χούταν, Δ. Παπαμιχαλόπουλον, Θ. Δεσύλλαν, Κ. Μαρῆν, Ε. Ἀρβανιτάκην, Π. Βαρδινογιάννην, Π. Πολυχρονίδην καὶ τὸν ἀείμνηστον Ἰντζέν. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν, τὴν 1ην Μαρτίου 1961 ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Συμβουλίου Ἐρεύνης τῆς περιουσιακῆς καταστάσεως τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν τῆς χώρας», τοῦ καταρτισθέντος συνεπεία τῆς ἐξαγγελίας τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ Κ. Καραμανλῆ. Φερώνυμον νομοσχέδιον περὶ τοῦ «πόθεν ἔσχες» ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ 1961 ἀπὸ τὸν βουλευτὴν τῆς ἰδικῆς μας ἐπίσης παρατάξεως κ. Ν. Ζορμπᾶν. Ἐπῆλθον ὅμως τὰ τελευταῖα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰς ὑποψίας καὶ τοὺς ψιθύρους ἀντικατέστησαν πλέον ὑπεύθυνοι ἀναφοραὶ καὶ καταφοραί. Καὶ τότε τὸ παλαιὸν αἴτημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλοὺς ἐφαίνετο ἄλλοτε ἀνῆκον εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν ρωμαντικῶν, προεβλήθη ἐντονώτερον. Αὐτῆς τῆς καταστάσεως τὴν ἀνάγκην τῆς θετικῆς πλέον ἀντιμετωπίσεως, διερμηνεύων ἔγραφε καὶ ὁ κ. Π. Ζήσης εἰς τὸ περιοδικὸν «Νέον Δίκαιον» τὸ 1961 ὑποσημειῶν τὸ μνημονευθὲν ἤδη παλαιὸν ἄρθρον τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου. Τὴν 5ην Νοεμβρίου 1963, ὁ ἀείμνηστος Σοφοκλῆς Βενιζέλος ἀνήγγειλεν, ὅτι ἡ Ἕνωσις Κέντρου θὰ ἀντιμετώπιζε καὶ θὰ ἐφήρμοζε τὸν νόμον «πόθεν ἔσχες», προσθέτων, ὅτι μόνον οὕτω θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμποδισθῇ ἡ λεηλασία τοῦ Δημοσίου χρήματος. Ὅταν δὲ τέλος ἡ Ἕνωσις Κέντρου ἀνῆλθεν, κατὰ τὴν προσταγὴν τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὁ ἡγέτης τῆς παρατάξεώς μας καὶ Πρόεδρος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀνταποκρινόμενος καὶ εἰς τὴν βασικὴν ἐκείνην ὑπόσχεσιν τῶν ὡρῶν τοῦ μεγάλου μας ἀγῶνος, ἐξήγγειλε διὰ τῶν ἐφημερίδων τῆς 30ῆς Ἀπριλίου 1964 πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ἀπόφασίν του διὰ τὴν ὁριστικὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν θέματος. Παραδίδων δὲ εἰς τὴν δημοσιότητα τὸ καταρτισθὲν προσχέδιον ἐκάλει εἰς κοινὴν συμβολὴν παντὸς ἁρμοδίου διὰ τὴν καλυτέραν δυνατὴν δομὴν τοῦ σχεδίου τοῦ νομοθετήματος. Ἐτίθετο δὲ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον προθεσμία μηνός. Ἡ προθεσμία αὕτη ἔληξε μὲ πτωχὴν συνεισφορὰν γνωμῶν. Αἱ ἀπόψεις πάντως, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐκτεθῆ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν κατάρτισιν καὶ διατύπωσιν τοῦ νεωτέρου σχεδίου, τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 17ην Ἰουνίου ἐ.ἔ. Τὸ σχέδιον τοῦτο διετυπώθη, εἰς σύσκεψιν ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀξιοτίμου κ. Πολυχρονίδη, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχεν ὁ Ὑπουργὸς Προεδρίας συνάδελφος κ. Παπασπύρου, ὁ Ἀρεοπαγίτης κ. Γεωργίου, ὁ Ἀντεισαγγελεὺς κ. Τούσης, ὁ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Εἰδικὸς Σύμβουλος κ. Σούρλας, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου κ. Σπεράντζας, ὁ Διευθυντὴς κ. Βεργόπουλος καὶ ὁ περὶ τῇ Προεδρίᾳ Κυβερνήσεως Νομικὸς Σύμβουλος κ. Θ. Ζούκας. Τὸ νομοσχέδιον ἔτυχε τῆς μακρᾶς καὶ ἐπιμελημένης ἐπεξεργασίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς Δικαιοσύνης. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 12 ἄρθρα. Λόγῳ τῆς ὥρας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται προσθέτως νὰ δαπανηθῇ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφέρω συνοπτικῶς τὰς κατ’ ἄρθρον προβλέψεις τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ πρῶτον ἄρθρον ἀναφέρει τοὺς ὑπολόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι ἐντὸς προθεσμίας 90 ἡμερῶν, ἀντὶ τῶν 60 τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου, νὰ ὑποβάλουν τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου δηλώσεις περὶ τῆς περιουσιακῆς καταστάσεως τῶν ἰδίων τῶν συζύγων των καὶ τῶν ἀνηλίκων τέκνων των. Εἶναι δὲ ὑπόλογοι, ὁ Πρωθυπουργός, οἱ Ἀρχηγοὶ καὶ Κοινοβουλευτικοὶ ἐκπρόσωποι τῶν κομμάτων, οἱ Ὑπουργοί, οἱ Ὑφυπουργοί, οἱ βουλευταί, οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς Ὑπουργείων καὶ πάντες οἱ ἐπὶ πρώτῳ βαθμῷ ἢ ἀντιστοίχῳ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι. Αἱ δηλώσεις δέον νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὸν οἰκεῖον Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν. Ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς τὴν προστασίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀειμνήστου Ἐλευθερίου Βενιζέλου, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπεν εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν περιουσιῶν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατὰ μίαν ἄποψιν, ἡ κατηγορία τῶν ἀναφερθέντων διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Τὸ ἄρθρον 2, προβλέπει τὴν ὑποβολὴν δηλώσεων ὑπὸ πάντων τῶν διατελεσάντων ἀπὸ 1.4.46 Πρωθυπουργῶν, Ὑπουργῶν κλπ. Διὰ διατάξεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, προβλέπεται ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, δύναται αὐτεπαγγέλτως νὰ ζητήσῃ τὴν ὑποβολὴν δηλώσεως καὶ ὑπὸ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἀναφερομένων προσώπων ἐντὸς 60 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσκλήσεως. Ὑποχρεοῦται δὲ νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ὑποβολὴν τῆς αὐτῆς δηλώσεως τῇ αἰτήσει παντὸς πολίτου, ὑποβαλλομένῃ ἐντὸς ἐτησίας ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας. Τὸ ἄρθρον 3, ὁρίζει τὸ περιεχόμενον τῆς δηλώσεως. Τὸ ἄρθρον 4, ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ὑπολόγους τοῦ ἄρθρου 1, τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως ἐπαναλαμβάνουσι κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον ἑκάστου ἔτους τὰς δηλώσεις των, ἐφ’ ὅσον διατηροῦσι τὰς ρηθείσας ἰδιότητας καὶ ἐπὶ τρία συναπτὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ἀπωλείας τούτων. Ἡ παράγρ. 2 τοῦ ἄρθρου 4, ὁρίζει τὸν τρόπον καταθέσεως τῆς δηλώσεως, προβλέπον τὴν κατάθεσιν ταύτης εἰς διπλοῦν, τῆς μιᾶς διαβιβαζομένης εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὑποχρεούμενον νὰ χορηγήσῃ ἀντίγραφον αὐτῆς εἰς πάντα αἰτοῦντα. Κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ σχεδίου ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἴσως θὰ ἐπεβάλετο νὰ μὴ ὑπάρξῃ τὸ δικαίωμα χορηγήσεως τοῦ ἀντιγράφου τῆς δηλώσεως ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἰς τὸν αἰτοῦντα. Ἐκρίθη ὅμως, ὅτι ἐπεβάλετο ἡ χορήγησις, διότι λόγῳ τῆς βαρύτητος τῶν συνεπειῶν διὰ τὸν ψευδῶς καταμηνύοντα, θὰ ἔπρεπεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ προέβαινεν εἰς τὴν καταγγελίαν, νὰ εἶχεν εἰς χεῖρας του ἐπίσημον ἀντίγραφον τῆς δηλώσεως, διὰ τῆς ὁποίας θὰ κατωχυροῦτο εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν ὁποῖον θὰ ἀπεδύετο. Τὸ ἄρθρον 5, ὁρίζει τὰ ἱδρυόμενα ἰδιώνυμα ἐγκλήματα. Εἶναι δὲ ταῦτα: 1) Ἡ ἀθέμιτος κτῆσις τοῦ περιουσιακοῦ ὀφέλους. Ὁρίζεται δέ, ὅτι ἀθέμιτος, νοεῖται ἡ συντελουμένη δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐλεγχομένου προσώπου, κτῆσις παρ’ αὐτοῦ ἢ τῶν λοιπῶν ἐν ἄρθροις 1, 2 καὶ 3 παράγρ. 2 προσώπων. Καὶ ἐπίσης ἡ κτῆσις περιουσιακοῦ ὀφέλους, ἐφ’ ὅσον δὲν δικαιολογεῖται ἐπαρκῶς ἡ προέλευσις τῆς κτήσεως, πλὴν τῆς περιπτώσεως τῆς ἀποδείξεως ὑπὸ τοῦ ἐλεγχομένου, ὅτι αὕτη δὲν ὑπῆρξε προϊὸν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος. 2) Συνιστᾷ ἔγκλημα, ἡ παράλειψις ὑποβολῆς τῆς δηλώσεως καὶ 3) ἡ ὑποβολὴ ἐν γνώσει ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Θεωρεῖται ὡς ἀνακριβὴς ἡ δήλωσις καὶ ἐὰν αἱ συνθῆκαι διαβιώσεως τοῦ ἐλεγχομένου καὶ αἱ συναφεῖς δαπάναι αὐτοῦ δὲν δικαιολογοῦνται ἐκ τῶν δεδομένων τῶν προκυπτόντων ἐκ τῆς δηλώσεως. Αὐτὴ εἶναι διάταξις ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τοὺς ἀρχαίους σχετικοὺς θεσμοὺς καὶ ἡ ὁποία εἶδε τὸ πρῶτον τὸ φῶς, εἰς τὸ σχέδιον τὸ κατατεθὲν ὑπὸ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Εἰς τὸ ἄρθρον 6, ὁρίζονται αἱ ποιναί. Διετυπώθη, κ.κ. βουλευταί, μεταξὺ ἄλλων, καὶ ἡ ἀντίρρησις, ὅτι ἡ διάταξις περὶ ποινῶν ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ὁριζόμενον ὡς ἁρμόδιον Δικαστήριον, ἐδημιούργη συνταγματικὰ κωλύματα. Κατόπιν ὅμως τοῦ καθορισμοῦ ποινῶν φυλακίσεως, ἀντὶ τῆς ποινῆς καθείρξεως, ἡ ἀντίρρησις ἀναντιρρήτως ἔχει ἀρθῆ καὶ συνεπῶς, δὲν προκύπτει περίπτωσις ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι μετ’ ἐπιφυλάξεως ἢ ἀνεπιφυλάκτως διετυπώθησαν. Εἰς ἁπάσας τὰς κολασίμους ὡς ἄνω περιπτώσεις προβλέπεται καὶ ἡ κατάγνωσις πρὸς τῇ κυρίᾳ ποινῇ καὶ περαιτέρω τοιαύτη ἀποστερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων διαρκείας 5 μὲ 10 ἐτῶν. Διὰ τὴν ἔτι δὲ περαιτέρω βαρύτητα τῶν προβλεπομένων κυρώσεων, ὁρίζει ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἰδίου ἄρθρου, ὅτι ἀποκλείεται καὶ ἡ ἀναστολὴ ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς καὶ ἡ μετατροπὴ τῆς στερητικῆς τῆς ἐλευθερίας ποινῆς εἰς χρηματικήν. Πρέπει ἐπίσης νὰ σημειωθῇ, κ.κ. βουλευταί, ὅτι εἰς τὸ προσχέδιον, αἱ ποιναί, καθορίζονται κατὰ παραπομπὴν εἰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος, καὶ δὴ εἰς τὰ ἄρθρα 225 καὶ 242 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος. Ἐκρίθη ὅμως, ὅτι εἰς νομοθετήματα αὐτῆς τῆς βαρύτητος, εἰς νομοθετήματα τὰ ὁποῖα ἱδρύουν ἰδιώνυμα ἀδικήματα, θὰ ἔπρεπε καὶ αἱ ποιναὶ νὰ μὴ ὁρίζωνται κατὰ παραπομπήν, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἐν τῷ νόμῳ ποιναὶ αὐτόνομοι, ὁραταὶ εἰς τὸν ἀναγνώστην, ὅπως συμβαίνει νὰ εἶναι ποιναὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ἰδιωνύμων ἐγκλημάτων καὶ εἰς τοὺς παλαιοὺς καὶ ἀρχαίους καιροὺς ὅπου διὰ τὴν βαρύτητα τοῦ μέτρου, ὁ νομοθέτης, δὲν ὥριζε ποινὴν κατὰ παραπομπήν, ἀλλὰ ἔλεγεν ἐπωνύμως: Ζημία, θάνατος ἢ ζημία ἀειφυγία. Τὸ ἄρθρον 7, παρέχει εἰς πάντα πολίτην τὸ δικαίωμα τῆς καταμηνύσεως τῶν ἐν ἄρθρῳ 1 καὶ 2 προσώπων, ἐγκαλουμένων ὅταν οὗτος ἢ οἱ κατιόντες καὶ αἱ σύζυγοι αὐτῶν εἴτε οἱ ἀνιόντες ἢ ἀδελφοὶ αὐτῶν, ἀπέκτησαν ἐπ’ ὀνόματί των ἢ ἐπ’ ὀνόματι τρίτων, εἰκονικῶς ἐμφανιζομένων ὡς κυρίων, περιουσιακὰ στοιχεῖα κατὰ παράβασιν τῆς παραγρ. 1 τοῦ ἄρθρου 5, ἤτοι κατὰ τρόπον ἀθέμιτον. Ἡ χορηγουμένη εἰς πάντα πολίτην ἐξουσία καταμηνύσεως ἐκπνέει ἐντὸς ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Ἡ προθεσμία τοῦ ἑνὸς ἔτους, ὡρίσθη διὰ τὴν ταχεῖαν ἐκκαθάρισιν τοῦ μεγάλου θέματος καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἐκκρεμότητος, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τόσων σοβαρῶν περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι μοιραίως θὰ ταλανίσουν τὸ σύνολον τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, τὸ σύνολον τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, τὸ σύνολον τὸ ὁποῖον ἐν τῇ συντριπτικῇ του πλειοψηφία εἶναι ἄσχετον πρὸς τὰς περιπτώσεις τοῦ νομοσχεδίου. Παρετηρήθη ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ προβλεφθῇ τὸ δικαίωμα τῆς μηνύσεως ὑπὸ τοῦ πολίτου. Σημειώσατε ὅτι εἰς ἄλλα σχέδια νόμων, προεβλέπετο μήνυσις ἐκ μέρους ὁμάδος πολιτῶν, δέκα πολιτῶν. Εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ὁ μηνυτὴς δύναται νὰ εἶναι καὶ εἷς πολίτης. Πρέπει ὅμως νὰ παρατηρηθῇ εἰς ἀπάντησιν τῆς κατακρίσεως τῆς παροχῆς τοῦ δικαιώματος τῆς καταμηνύσεως ὑπὸ τοῦ πολίτου, ὅτι ναὶ μὲν κανὼν εἶναι ἡ αὐτεπάγγελτος δίωξις καὶ ἐξαίρεσις, ἡ ἔγκλησις, ἀλλὰ ἐδῶ προκρίνεται ἡ καταμήνυσις ἀπὸ τὸν πολίτην, ἀπὸ εἰδικοὺς λόγους, σχετιζομένους μὲ τὸ ἀμεσώτερον συμφέρον καὶ δικαίωμα τοῦ λαοῦ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν θέσιν τῶν ἐκπροσώπων του. Ὀρθῶς δὲ παρέχεται εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὸ προβάδισμα εἰς τὴν λαϊκὴν ἀγωγήν, εἰς τὴν ACTIO POPULARIS, εἰς τὴν ὁποίαν παρέχεται τὸ προβάδισμα, διότι εἰς αὐτὴν ἀνήκει ἡ τιμὴ καὶ ἡ εὐθύνη τῆς διώξεως. Ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 7 προβλέπει τὴν ὑπὸ τοῦ πρὸς ὃν ἀπευθύνεται ἡ μήνυσις Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν παραπομπὴν αὐτῆς εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἰδίου ἄρθρου ἱδρυόμενον Συμβούλιον Ἐλέγχου πρὸς ἔλεγχον ἐπιφυλασσομένων τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 63 καὶ 80 τοῦ Συντάγματος. Παρετηρήθη ἐπίσης, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἁρμόδιον δικαστήριον διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων τοῦ κρινομένου ἄρθρου ἔπρεπε νὰ συγκροτηθῇ ἐκ τῶν μελῶν τῶν ἀνωτάτων Δικαστηρίων. Ἡ παρατήρησις εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως βάσιμος, καὶ διὰ λόγους οὐσιαστικοὺς καὶ διὰ λόγους τάξεως καὶ διὰ λόγους ἱστορικοὺς ἔτι, δεδομένου ὅτι ἡ ἐποπτεία τῶν πολιτικῶν ἠθῶν καὶ τῶν δημοσίων ἀνδρῶν ἀνῆκε καὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν μας πόλιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Δὲν ὑπῆρξεν ἐν τούτοις ἡ τοιαύτη συγκρότησις, ἀλλ’ ἐκρίθη ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ἁρμόδιον Δικαστήριον τὸ συγκροτούμενον ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἐφετείου τῶν Ἀθηνῶν, διὰ λόγους εἰδικωτέρους καὶ εὐλόγους ἐπίσης, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκτεθοῦν, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, κατὰ τὴν διεξαχθησομένην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Κατὰ τὴν παράγραφον 4 τὸ Συμβούλιον Ἐλέγχου συντίθεται ἀπὸ 5 Ἐφέτας, τὸν Γραμματέα καὶ τὸν παρ’ αὐτῷ Εἰσαγγελέα. Ἐν συνεχεία προβλέπεται ἡ συγκρότησις τοῦ Συμβουλίου Ἐλέγχου καὶ τοῦ Δικαστηρίου. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν ἀνατίθεται εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ δὴ εἰς τὸ Τμῆμα Αʹ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, διὰ κληρώσεως μεταξὺ ἁπάντων τῶν μελῶν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν ὁρίζει διὰ 2 ἔτη 25 ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ καὶ 5 ἐκ τῶν παρὰ τῇ Εἰσαγγελίᾳ Ἐφετῶν ὑπηρετούντων Εἰσαγγελέων. Τὸ Συμβούλιον Ἐλέγχου καὶ τὸ Δικαστήριον συγκροτοῦνται διὰ κληρώσεως ἐκ τῶν ἄνω μελῶν, ἐνεργουμένης ὑπὸ τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν, τὸ μὲν Συμβούλιον δι’ ἑκάστην ὑπόθεσιν, τὸ δὲ Δικαστήριον δι’ ἑκάστην δικάσιμον. Συνεζητήθη καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ δι’ ἑκάστην ὑπόθεσιν νὰ συγκροτῆται εἰδικῶς τὸ Δικαστήριον, ἀλλ’ ἐκρίθη ἐν συνεχείᾳ ὅτι ἔπρεπε τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου νὰ ὁρίζωνται δι’ ἑκάστην δικάσιμον. Ἡ παράγραφος 6 προβλέπει τὸν ὁρισμὸν τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ. Ἡ παράγραφος 7 προβλέπει ὅτι ἡ συλλογὴ τῶν στοιχείων δὲν δύναται νὰ προσκρούσῃ εἰς προβολὴν τοῦ ἀπορρήτου τῶν Τραπεζῶν ἢ τῶν Ἐφοριακῶν ἀρχῶν. Εἰς τὴν παράγραφον 8 προβλέπεται ἡ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν ἄσκησις τῆς κατὰ τὸν νόμον ποινικῆς διώξεως καὶ εἰσαγωγὴ ἄνευ ἄλλης προδικασίας δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως τοῦ μὴ ὑποβαλόντος δήλωσιν ὑπολόγου. Τέλος ἡ παράγραφος 9 τοῦ ἄρθρου 7 καθιεροῖ τὴν δυνατότητα τῆς ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, αὐτεπαγγέλτως ἢ τῇ παραγγελίᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κινήσεως τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ παρόντος διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ἀκριβείας τῆς ὑποβληθείσης δηλώσεως, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν στοιχείων τῶν ὁποίων θέλει λάβῃ γνῶσιν, κρίνει ὅτι ὑφίσταται πιθανὴ περίπτωσις ὑποβολῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως καὶ ἀθεμίτου κτήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τοῦ ἐλεγχομένου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 8, κατὰ τὴν παράγραφον 2 καὶ 3 τοῦ ὁποίου προβλέπεται κλήτευσις τοῦ μηνυτοῦ καὶ τοῦ ἐλεγχομένου, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι γνῶσιν τοῦ πορίσματος τοῦ Εἰσηγητοῦ, τῆς προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τῶν ἐγγράφων τῆς δικογραφίας. Ἐπίσης προβλέπεται καὶ ἡ δυνατότης παραστάσεως τοῦ ἐλεγχομένου αὐτοπροσώπως ἢ διὰ πληρεξουσίου δικηγόρου. Κατὰ τὴν παράγραφον 4 προβλέπεται ὁ τερματισμὸς τοῦ ἐλέγχου δι’ ἐκδόσεως βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου, ἀποφαινομένου δι’ εἰδικῆς καὶ ἐμπεριστατωμένης αἰτιολογίας διὰ τὴν ἀκρίβειαν ἢ ἀνακρίβειαν τῆς δηλώσεως καὶ τὸ θεμιτὸν ἢ ἀθέμιτον τῆς κτήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τοῦ δηλοῦντος, ὡς καὶ τῶν κατιόντων συζύγων αὐτῶν, τῶν ἀνιόντων καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ. Ὡς καὶ τὸ βάσιμον ἢ μὴ τῆς ὑποβληθείσης μηνύσεως. Δι’ ἅπαντα ταῦτα τὸ Συμβούλιον ἀποφαίνεται, δι’ εἰδικῆς καὶ ἐμπεριστατωμένης αἰτιολογίας. Προκειμένου τώρα περὶ περιουσιακῶν στοιχείων κτηθέντων πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, τὸ Συμβούλιον ἀποφαίνεται δι’ εἰδικῆς καὶ ἐμπεριστατωμένης, ἐπίσης, αἰτιολογίας, ἂν ἡ κτῆσις αὐτῶν ἐπραγματοποιήθη ὑπὸ τῶν ὡς ἄνω προσώπων διὰ παραβάσεως τῶν διατάξεων τοῦ προϊσχύοντος ποινικοῦ νόμου, ἢ τοῦ ποινικοῦ κώδικος, ἢ ἄλλων εἰδικῶν νόμων ἰσχυόντων κατὰ τὸν χρόνον τῆς κτήσεως αὐτῶν ἢ καὶ ἄνευ παραβάσεως τοιούτων διατάξεων, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἀθέμιτον καὶ ἀντίθετον πρὸς τὰ χρηστὰ ἤθη. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἐκ τῶν κρισιμωτέρων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ παράγραφος 5 ὁρίζει, ὅτι ἀναφοραὶ καὶ ἔνορκοι καταθέσεις τρίτων, ὡς καὶ πάντα τὰ ἔγγραφα τῆς ὅλης διαδικασίας τηροῦνται μυστικά, εἰς οὐδένα ἀνακοινούμενα, πλὴν τῶν εἰς δήλωσιν ὑποχρέων καὶ τῶν συγγενῶν αὐτοῦ, τοῦ μηνυτοῦ καὶ τῶν πληρεξουσίων δικηγόρων αὐτῶν. Διὰ τῆς παραγράφου 6 ὁρίζεται, ἐπίσης, ὅτι ἀπὸ τῆς ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως κινήσεως τῆς διαδικασίας τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 7 καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος, ἀπαγορεύεται ἡ δημοσίευσις παντὸς ἐγγράφου ἢ ἀναγραφὴ εἰδήσεως καὶ πάσης πληροφορίας ἐν σχέσει πρὸς τὴν διεξαγομένην διαδικασίαν καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁρίζονται αἱ ποιναὶ τῆς τοιαύτης παραβάσεως κατὰ παραπομπὴν εἰς τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Ν. 1092)1938 περὶ τύπου. Κύριοι βουλευταί, διετυπώθησαν παρατηρήσεις καὶ διὰ τὴν μυστικότητα τῆς διαδικασίας μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ παραπεμπτικοῦ βουλεύματος. Ἐλησμονήθη, ὅμως, ἀπὸ τοὺς ἀντιλέγοντας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπιγράφεται νομοσχέδιον περὶ προστασίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας καὶ δὲν ἀφορᾷ σχέδιον νόμου ἀποβλέπον ἢ ἀνεχόμενον τὸν διασυρμὸν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου μὲ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ὁποίου εἶναι συνυφασμένη καὶ ἡ ὑπόληψις τοῦ τόπου καὶ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν της. Εἶναι ἄλλως τε γνωστόν, ὅτι ἡ ψυχικὴ διάθεσις τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, προσφέρεται διὰ τὴν πρόθυμον ὑποδοχὴν τῶν κατηγοριῶν. Ὁ Δημοσθένης εἶχεν εἴπει χαρακτηριστικῶς, ὅτι: «φύσει πᾶσιν ἀνθρώποις ὑπάρχει, τῶν μὲν κατηγοριῶν καὶ τῶν λοιδοριῶν ἡδέως ἀκούειν, τῶν δὲ ἐπαινούντων αὐτῶν ἄχθεσθαι». Μὲ τὴν προϋπόθεσιν αὐτῆς τῆς διαθέσεως καὶ διὰ τὸν λόγον τῆς κατοχυρώσεως ἑνὸς κόσμου, τοῦ ὁποίου ὁ πρόχειρος διασυρμὸς θὰ ἀπέληγεν εἰς βάρος τοῦ τόπου, προεκρίθη ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον ἡ μυστικότης. Διότι γνωρίζομεν πρὸ παντός, ὅτι δυστυχῶς ὁ πολὺς κόσμος δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ τέλος τοῦ ἀναγνώσματος. Συνηθίζει νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἄμεσον κρίσιν του καὶ συνάγει τὰ συμπεράσματά του ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐντυπώσεως. Αὐτῶν τῶν δεδομένων λαμβανομένων ὡς ἀναμφισβητήτως ὑπαρκτῶν, ἦτο χρέος τοῦ εἰσηγουμένου τὸν νόμον καὶ συγκεκριμένως τῆς Κυβερνήσεως νὰ κατοχυρώσῃ τὴν προστασίαν τοῦ ὑπολόγου μέχρι τῆς παραπομπῆς αὐτοῦ. Τέλος ἡ παράγραφος 7 τοῦ ἄρθρου 8 προβλέπει τὴν αὐτονόητον κατάληξιν τοῦ ἐλέγχου καὶ ὁρίζει ὅτι εἰς περίπτωσιν βεβαιώσεως τῆς ἀκριβείας τῆς δηλώσεως καὶ τοῦ θεμιτοῦ τῆς κτήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων ὑπὸ τοῦ μηνυθέντος καὶ τῶν ὡς ἄνω συγγενῶν του, τὸ Συμβούλιον ἀποφαίνεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατηγορία. Τὸ ἄρθρον 9 ὁρίζει, ὅτι εἰς περίπτωσιν βεβαιώσεως διὰ τοῦ βουλεύματος τοῦ ἀθεμίτου τρόπου τῆς κτήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων ὑπὸ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἀναφερομένων προσώπων, ἡ ὑπόθεσις παραπέμπεται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, ὅστις εἰσάγει ταύτην εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον συγκροτεῖται ἀπὸ 7 Ἐφέτας ἐκ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 7 ὁρισθέντων μελῶν, τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Γραμματέως καὶ προβλέπεται ὅτι οἱ μετασχόντες τῆς συνδέσεως τοῦ Συμβουλίου δὲν θὰ δύνανται νὰ μετέχωσι καὶ τῆς συνδέσεως τοῦ Δικαστηρίου. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, κύριοι βουλευταί, μετὰ μακρὰν ἔρευναν τῆς περιπτώσεως, κατέληξεν ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς παραγράφου 2 κατὰ τὴν ὁποίαν κατὰ τῶν βουλευμάτων τοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου ἐπιτρέπεται τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως. Ἡ ἔφεσις, ἐφ’ ὅσον ἀσκηθῇ κατὰ βουλεύματος ἐκδικάζεται ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου μὲ ἑπταμελῆ σύνθεσιν. Προκειμένου δὲ περὶ τοιαύτης, κατ’ ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου, ἐνώπιον τοῦ αὐτοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ μὲ νέαν σύνθεσιν. Κατὰ τὴν ἰδίαν διάταξιν, κατὰ τοῦ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου, ἐπιτρέπεται καὶ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως διὰ τοὺς ἐν τῷ κώδικι Ποινικῆς Δικονομίας λόγους. Ἡ παράγραφος 3 προβλέπει τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κώδικος τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἐκτὸς ἂν ὁρίζεται ἄλλως ἐν τῷ νόμῳ. Καὶ ἡ τελευταία παράγραφος 4 προβλέπει τὴν ἀτελῆ διαδικασίαν καὶ τὴν ἀτελῆ ἔκδοσιν τῶν ἐγγράφων τῶν χρησιμοποιηθησομένων εἰς τὴν προκειμένην διαδικασίαν. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 10, τὸ ὁποῖον ἐν παραγράφῳ 1, προβλέπει ὅτι προκειμένου περὶ περιουσιακῶν στοιχείων κτηθέντων πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, βεβαιουμένου διὰ τοῦ βουλεύματος, ὅτι ταῦτα ἐκτήθησαν διὰ παραβάσεως τοῦ προϊσχύσαντος Ποινικοῦ Νόμου ἢ τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος ἢ ἄλλων εἰδικῶν νόμων ἰσχυόντων κατὰ τὸν χρόνον κτήσεως, ὑπὸ τῶν ἐν τοῖς 1 καὶ 2 ἄρθροις, ὑπολόγων, ἡ ὑπόθεσις παραπέμπεται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, ὅστις εἰσάγει ταύτην εἰς τὸ κατὰ τὰ ἄνω ἁρμόδιον, ὅπερ ἐπιβάλλει εἰς τὸν κτησάμενον τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τὰς ὑπὸ τῶν ὡς ἄνω νόμων προβλεπομένας ποινάς. Ἡ παράγραφος 2 προβλέπει ὅτι εἰς περίπτωσιν καταδίκης ἢ ἐν συνδρομῇ τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου 6, ἐνεργεῖται εἰδικὴ φορολογικὴ ἐγγραφή. Τὸ ποσοστὸν τοῦ εἰδικοῦ φόρου ὁρίζεται ἴσον πρὸς τὸ σύνολον τῆς τρεχούσης ἀξίας τῶν ἀθεμίτως κτηθέντων περιουσιακῶν στοιχείων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ καταβληθέντος διὰ τὴν ἀπόκτησιν αὐτῶν τιμήματος. Ἡ διάταξις αὐτή, κ. βουλευταί, προεβλέφθη διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Νόμος, ὁ ὑπὸ κατασκεὴν νόμος, προσκρούων εἰς συνταγματικὰ κωλύματα θὰ συνέβαινε νὰ εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸν κολασμὸν ἀδικημάτων, διαπραχθέντων ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῶν παλαιῶν νόμων ἢ νόμων τῶν ὁποίων ὁ κολασμὸς ὑπέπεσεν εἰς παραγραφήν. Διὰ τῆς παραγράφου 3 προβλέπεται ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Συμβούλιον ἀποφαίνεται διὰ τοῦ βουλεύματος νὰ μὴ γίνῃ κατηγορία ἢ εἰς τὴν περίπτωσιν ἀθῳώσεως τοῦ μηνυθέντος ἀπὸ τὸ δικαστήριον, διαβιβάζεται ἡ δικογραφία αὐτεπαγγέλτως ἀπὸ τὸ Δικαστήριον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, ὅστις ἀσκεῖ αὐτεπαγγέλτως δίωξιν κατὰ τοῦ μηνυτοῦ καὶ παντὸς συναιτίου διὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 229 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει πάντοτε μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων τῶν κυκλοφορούντων εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ ἡ φυλὴ τῶν ψευδομηνυτῶν, ἐκεῖνοι, διὰ τοὺς ὁποίους, εἶπεν ὁ Δημοσθένης ὅτι εἶναι, «οἱ οὐδεμιᾶς τόλμης ἀπεχόμενοι». Ὑπερασπίζοντες τοὺς ἀθώους καὶ κατηγοροῦντες τοὺς ἐνόχους, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προστατεύσωμεν ἐκ προοιμίου καὶ πρὸ παντός, τοὺς ἀθώους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ περιέπεσαν εἰς ἀτυχίαν, χάρις εἰς τὴν ἔντεχνον ἐνέργειαν τῶν διωκτῶν. Παράδειγμα κλασσικοῦ θύματος ἀναφέρεται ὁ Καλλίας, Ὄχι βεβαίως ὁ φίλτατος σύγχρονος συνάδελφος, ἀλλὰ ὁ Καλλίας ὁ Ἱππονίκου, ὁ ὁποῖος κατηγορηθεὶς διὰ κατοχὴν πολλῶν ταλάντων, περιελθόντων δῆθεν εἰς αὐτόν, παρανόμως, ἐκ τοῦ Πάππου διὰ μέσου τοῦ πατρός, ἀνεκαλύφθη τελικῶς ὅτι δὲν διέθετε παρὰ δύο μόνον τάλαντα. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 11, τὸ προτελευταῖον. Δὲν εἶναι κύριοι εἰς τὰς συνηθείας μου ἡ μακρηγορία καὶ ἠμπορεῖ νὰ βεβαιωθῇ ἐκ μέρους τῶν παλαιῶν μας συναδέλφων, ὅτι σχεδὸν μισῶ τὴν μακρηγορίαν, ἀλλὰ ἡ φύσις τοῦ νομοσχεδίου καὶ αἱ εὐθῦναι τὰς ὁποίας δημιουργεῖ διὰ πάντα μετέχοντα εἰς τὴν συζήτησιν, ἐπιβάλλουν κοντὰ καὶ εἰς τὸ χρέος τῆς κυρίας εἰσηγήσεως, νὰ ὑπερβῶ τὸ ἐσκαμμένον καὶ τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου Κανονισμοῦ Ὁπωσδήποτε τὸ ἄρθρον 11 προβλέπει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς περιλήψεως εἰς τὴν δήλωσιν τῶν ὑπολόγων τῶν κατὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, πάσης φύσεως κτῆσιν ἢ ἀπώλειαν περιουσιακῶν στοιχείων ἀφορῶσαν ἀκίνητα ἢ πλοῖα ἐπελθοῦσαν ἀπὸ τῆς 1.4.1946 καὶ ἐντεῦθεν, ἀπὸ δὲ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1963, μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος χρονικὸν διάστημα, καὶ πᾶσαν περιουσιακὴν μεταβολὴν ἀφορῶσαν ἀκίνητα, κινητά, πλοῖα κλπ. Πάντα δὲ ταῦτα καὶ κατὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν δοθεῖσαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐνδεικτικῶς. Ἐν παραγράφῳ 2 προβλέπεται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διαβιβάσεως ἐντὸς προθεσμίας 60 ἡμερῶν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν καταλόγου τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1946 καὶ ἐφεξῆς διατελεσάντων Ὑπουργῶν καὶ Ὑφυπουργῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς τῆς ἰδίας προθεσμίας πίνακος τῶν διατελεσάντων Γενικῶν Γραμματέων Ὑπουργείων, ὡς καὶ τῶν ἐπὶ βαθμῷ πρώτῳ ἀντιστοίχως διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Ἐντὸς τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου ἑκάστου ἔτους αἱ αὐταὶ ἀρχαὶ ὑποχρεοῦνται ὅπως διαβιβάζωσι τοὺς αὐτοὺς ὡς ἄνω πίνακας εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν. Καὶ τέλος, τὸ τελευταῖον ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 12, ὁρίζει ἔναρξιν ἰσχύος τοῦ νόμου καὶ τῆς προϋποθέσεως τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 διὰ τὴν πρώτην τοῦ νόμου ἐφαρμογὴν τὴν ἡμέραν τῆς δημοσιεύσεως τούτου εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι βουλευταί, οὕτως ἔχει εἰς γενικὰς γραμμὰς τὸ σχέδιον τοῦ ἀσυνήθους αὐτοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον θέτει ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν ἡ Κυβέρνησις. Διετυπώθη ὁμόφωνος γνώμη, ὅλων σχεδὸν τῶν πολιτικῶν μερίδων τῆς χώρας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καλῶς προάγεται, Ὑπεστηρίχθη μόνον ὅτι ἴσως θὰ ἦτο ἄσκοπος ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ νομοθέτησις, ἐφ’ ὅσον οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν ἔντονον προώθησιν τοῦ σχεδίου ἀνάγονται εἰς τὸ παρελθόν εἰς τὸ ὁποῖον ὅμως λόγῳ συνταγματικοῦ κωλύματος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κινηθῇ ὁ χαλασμὸς τοῦ νόμου. Κύριοι βουλευταί, εὑρισκόμενος εἰς τὸ τέρμα τῆς εἰσηγήσεώς μου, ἐπικαλοῦμαι μίαν μικρὰν ἔτι πίστωσιν τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν, διότι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ στάδιον ὡρισμένων, ἀλλὰ οὐσιαστικῶν κρίσεων τοῦ νομοσχεδίου. Βασικὰ γνωρίσματα τοῦ σχεδίου εἶναι πρῶτον, τὸ στοιχεῖον τὸ ὁποῖον καθιεροῖ δαπάνας διαβιώσεως ὑπερτέρας τῶν εἰσοδημάτων τοῦ ὑπολόγου. Ἐλέχθη δὲ ἤδη, ὅτι τὸ στοιχεῖον αὐτὸ τὸ πρῶτον εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους, ἐτέθη εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ἐξήρθη δὲ ἰδιαιτέρως ὡς στοιχεῖον ἰδιαιτέρως ἀξιόλογον. Τὸ δεύτερον γνώρισμα τοῦ σχεδίου τὸ ὁποῖον ἤδη διὰ πρώτην φορὰν τίθεται εἰς συγγενὲς σχέδιον, εἶναι ἡ καθιερωμένη δήλωσις τοῦ ὑπολόγου. Εἶναι περίεργον τὸ πῶς αὐτὴ ἡ βασικὴ ἀφετηρία ἐκκινήσεως, τὴν ὁποίαν ἀνεῦρεν ὁ ἄνθρωπος εἰς ὅλας τὰς οἰκονομικὰς κυρίως ἐρεύνας, καὶ ἡ ὁποία καθιερώθη ἀπὸ τὴν πεῖραν τῆς ὀρθῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς ἐπιβολῆς φόρων, ὡς πρωταρχικὴ προϋπόθεσις, ἔλειπεν ἀπὸ τὰ παλαιότερα σχέδια. Καὶ ἐπαφίετο ἡ ὅλη καὶ κρίσιμος ὑπόθεσις εἰς ρωμαντικὴν ἀναζήτησιν, διὰ νὰ ὁδηγηθῇ μετὰ βεβαιότητος εἰς ἀχρηστίαν, διότι ὅλη ἡ ὑπόθεσις ἀνετίθετο εἰς τὴν ἔρευναν, ἡ ὁποία οὔτε ἀρχὴν εἶχεν, οὔτε τέλος ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ. Εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τίθεται ἐπαναλαμβάνω διὰ πρώτην φορὰν αὐτὴ ἡ βασικὴ προϋπόθεσις, ἡ ἀφετηρία ἐκκινήσεως, «ὁ μίτος τῆς Ἀριάδνης», ἡ δήλωσις τοῦ ὑπολόγου. Ἐσημειώσαμεν ἤδη ὅτι ὅλαι αἱ πολιτικαὶ μερίδες τῆς χώρας ἔμειναν σύμφωνοι ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν θεσμοῦ. Δι’ ἡμᾶς ὅμως, διὰ τὴν παράταξιν τῆς Ε.Κ. ἡ ψήφισις αὐτοῦ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς περίπτωσιν σκοπιμότητος, ἀλλὰ καὶ περίπτωσιν ἐκπληρώσεως βασικῆς ἐπαγγελίας. Εἶναι θέμα χρέους καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀπορρεύσασα ἐκ τῆς Ε.Κ. θέτει καὶ ἔχει θέσει ἤδη θέμα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν διατάξεων ἀποδέχεται πᾶσαν βελτίωσιν ἐφ’ ὅσον ἡ βελτίωσις θὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν καλυτέραν ἀξιοποίησιν καὶ τοποθέτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου. Ἐλέχθη ἐπίσης ἀπὸ ὡρισμένην πλευράν, ὅτι εἶναι μὲν τὸ νομοσχέδιον σκόπιμον, ἀλλὰ ἀποβαίνει καὶ ἀνωφελές, ἀφοῦ, ὅπως ἀνεφέρθη ἤδη, δὲν ὑπάρχει δυνατότης κολασμοῦ τῶν ἀδικημάτων τοῦ παρελθόντος, προκύπτουσα εἴτε εἰς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, εἴτε εἰς τὴν ἐπέλευσιν παραγραφῆς, εἴτε εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ ἀναδρομικοῦ κολασμοῦ. Ἐκρίθη ὅμως ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ λόγοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς λόγοι διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ θέματος. Καὶ ὅτι τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐγκαταλειφθῇ τὸ θέμα, ἀλλὰ νὰ κινηθῶμεν, ὡς ἔχομεν χρέος, ἐντὸς τῶν ὁρίων καὶ τῶν πλαισίων τοῦ Συντάγματος, διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐπὶ ὡρισμένων περιπτώσεων κατήρτισε δικαστικὰς ἐπιτροπὰς ἐρεύνης καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν ὁποίων παραπέμπονται εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα διὰ τὴν δίωξιν τῶν ὑπευθύνων. Ὁ νόμος συνεπῶς, ὁ ὑπὸ νομοθέτησιν νόμος θὰ λειτουργήσῃ ἐν συνειρμῷ καὶ μὲ τὴν ἀπόδοσιν τῶν δικαστικῶν αὐτῶν ἐπιτροπῶν. Ἔπειτα τὸ μέγα κενὸν τὸ ὁποῖον καταλείπεται ἐκ τῶν συνταγματικῶν κωλυμάτων πρὸς κολασμὸν ἐγκλημάτων τοῦ παρελθόντος, νομίζομεν ὅτι ἐκπληροῦται ἐκ τῆς δυνατότητος, ἡ ὁποία προβλέπεται εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς δυνατότητος τῆς διαπιστώσεως ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, ὄχι ὑπὸ Ἐπιτροπῶν (καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ διαφορὰ διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁμιλήσω περαιτέρω), τῆς διαπιστώσεως τοῦ ἐγκλήματος ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου καὶ τῆς παραδόσεως τοῦ ἐνόχου εἰς τὸν πυρωμένον σίδερον τῆς ἐθνικῆς κατακρίσεως. Ἠμπορεῖ τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι ἄσχετον μὲ τὸν ἄμεσον ποινικὸν κολασμόν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἀσχολούμεθα μὲ τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει εὐθεῖαν καὶ ἀποκλειστικὴν σχέσιν μὲ τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἢ μᾶλλον μὲ τοὺς ἐλαχίστους ἐνόχους, τοὺς προερχομένους ἐκ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι συγγενὲς πρὸς τὰς ἐπιδιώξεις τοῦ νομοθετήματος.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μελᾶ, μὲ συγχωρῆτε, ἀλλὰ δυστυχῶς παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§59Ι. ΜΕΛΑΣ. Τὸ γνωρίζω, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ τὶ νὰ γίνῃ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ θέμα εἰς τὸν δρόμον; Καὶ ἐγὼ θὰ ηὐχόμην νὰ εἶχον ἤδη τερματίσει. Ὁπωσδήποτε βεβαιωθῆτε ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὸ τέρμα. Ἐλέχθη ἀκόμη, κύριοι βουλευταί, ἐξ ἄλλης πλευρᾶς: Τὶ χρειάζεται αὐτὸ τὸ νομοθέτημα, ὅταν ὑπάρχουν οἱ κείμενοι νόμοι; Εἶναι τὸ ἴδιον μονότονον ἐπιχείρημα, τὸ ἐπιχείρημα ὅμως, ἐν προκειμένῳ, καλῆς πίστεως, τὸ ὁποῖον πάντοτε προβάλλεται εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν προβολῆς νέου καὶ ἐκτάκτου φύσεως νομοθετήματος. Ἡ ἀπάντησις ἐκ τῆς ἰδικῆς μας πλευρᾶς, εἶναι ὅτι ὑπάρχουν πράγματι οἱ κείμενοι νόμοι, ἀλλὰ οὗτοι ἀποβλέπουν πρὸς ἰδίους καὶ πάντως ἄλλους σκοπούς, καὶ ὁ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπορρεύσῃ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀποβλέπει εἰς τὸν εἰδικὸν κολασμὸν ἀδικημάτων διαπραττομένων ὑπὸ δημοσίων ἀνδρῶν. Καὶ ἀποβλέπει ἀκόμη εἰς τὴν προστασίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας, καὶ τῆς προστασίας αὐτοῦ εἰς τὴν προστασίαν τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος. Αὐτὸς εἶναι ὁ εἰδικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε τὴν κατάρτισιν καὶ τὴν νομοθέτησιν τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Ἐλέχθη ἐπίσης, ὅτι ἀντὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν θὰ ἦτο καλύτερον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπισταμένην βελτίωσιν καὶ ἑνοποίησιν τῶν σχετικῶν νόμων, τῶν σχετικῶν δηλαδὴ διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου, τῶν ἀστικῶν τυχὸν συγγενῶν διατάξεων, τῶν διατάξεων τοῦ θεσμοῦ τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τῶν σχετικῶν πρὸς τὸ θέμα προβλέψεων, καὶ τοῦ νόμου «περὶ μεσαζόντων» καὶ εἴ τινὸς ἄλλου νόμου. Ἡ ἀπάντησις καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἶναι, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ θεσμοὶ καὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις ἀφοροῦν φάρμακα καὶ ἀντίδοτα δι’ ὡρισμένας νόσους. Ἔχουν ἴδιον ἕκαστος προορισμὸν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελεσθῇ ἐξ αὐτῶν ἑνιαῖον κείμενον, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις τῶν προορισμῶν αὐτῶν, τῶν ἐπὶ μέρους διατάξεων. Ἐλέχθη ἐπίσης καὶ πάντοτε ἀπὸ καλὴν πίστιν, ὅτι ἀντὶ τῶν διατάξεων ἑνὸς τοιούτου νόμου καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ ἀδυναμία τοῦ κολασμοῦ τοῦ παρελθόντος ποὺ εἶναι τὸ κύριον θέμα, θὰ ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν ἐμπιστευόμενοι εἰς τὸν θεσμὸν τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν. Κύριοι βουλευταί, αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαὶ δὲν εἶναι ὄργανα ποινικοῦ κολασμοῦ. Εἶναι ὅμως ἀνωτάτη βαθμὶς πολιτικοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἡ χρῆσις τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν χρειάζεται ἐξ ἄλλου ἰδιαιτάτην προσοχήν. Πρὸ ἡμερῶν, ἐγένετο ἐνταῦθα πρότασις συστάσεως Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡμεῖς, κατεψηφίσαμεν τὴν σύστασιν τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπικαλεσθέντες τὴν μεσολαβήσασαν παραγραφὴν τῶν ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα θὰ διεπιστώνοντο ἐκ τῆς συστάσεως τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ τῆς λειτουργίας της. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, ὁ ὁποῖος ἐνίσχυσε τὴν ἀπόφασίν μας ἐκείνην. Ἡμεῖς, ἐπιστεύαμεν καὶ ἰσχυρίσθημεν, ὅτι τὸ παλαιὸν καθεστὼς τὸ ὁποῖον προηγεῖτο τοῦ ἰδικοῦ μας εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἦτο καθεστὼς μὲ πολύπλευρον καὶ μεγάλην ἐνοχήν. Δεχόμενοι τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν εἰδικῶς διὰ τὴν ἔρευναν ἑνὸς θέματος, ἐκποιήσεως ἀριθμοῦ οἰκοπέδων, θὰ ἐγενόμεθα συνεργοὶ εἰς τὴν μείωσιν τοῦ ὅλου θέματος τῆς ἐνοχῆς τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος καὶ εἰς τὸν ἐκφυλισμὸν τῆς ἐνοχῆς διὰ τῆς συγκεντρώσεως τῆς παροχῆς τοῦ Λαοῦ εἰς τὸ περιωρισμένον αὐτὸ δεδομένον τὸ ἀποτελοῦν λεπτομέρειαν τῆς ὅλης εὐθύνης, τοῦ καταλυθέντος καθεστῶτος. Ἀνέφερον τὴν περίπτωσιν, διὰ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν δὲν εἶναι τὸ ἁρμόδιον ὄργανον διὰ τὸν κολασμὸν τῶν ποινικῶν θεμάτων.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μελᾶ, παρακαλῶ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι παρῆλθεν ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὥρα.
§61Ι. ΜΕΛΑΣ. Θὰ ἤθελον, πρὸς καθορισμὸν τῆς περιπτώσεως, ἐπειδὴ θὰ χρειασθῶ ἀκόμη ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας, νὰ εἰσηγηθῶ, ἂν εἶναι τοῦτο δυνατόν, νὰ τύχω τῆς ἀδείας τοῦ Σώματος καὶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὅπως ὁλοκληρώσω τὴν εἰσήγησίν μου.
§62Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται μετὰ τὴν θέσιν εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ νέου κανονισμοῦ. Γνωρίζει ὁ ἐπὶ τοῦ Βήματος εὑρισκόμενος ἀγαπητὸς συνάδελφος πόσον προσωπικῶς τὸν τιμῶ καὶ ὡς πολιτικὸν ἄνδρα καὶ ὡς μεταφραστὴν καὶ σχολιαστὴν τοῦ Ἐπιταφίου τοῦ Περικλέους. Καὶ ἰδιαιτέρως ἐπρόσεξα καὶ μὲ ἰδιαιτέραν μάλιστα προσοχὴν παρηκολούθησα ὅσα σχετικῶς μὲ τὴν ἀρχαιότητα ἀνέπτυξεν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ καθορίσωμεν κάτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Θὰ ἐξαρτᾶται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου Κανονισμοῦ ἀπὸ ἕκαστον ἐξ ἡμῶν; Ἐὰν θεσπίσωμεν ἀπόψε τὴν ἀρχὴν ταύτην, τότε δὲν θὰ ἔχετε πλέον τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσητε οἱονδήποτε ἐξ ἡμῶν νὰ κανονίζῃ τὸν χρόνον τῆς ἰδικῆς του ὁμιλίας, βάσει τῆς σημασίας τὴν ὁποίαν ἀποδίδει αὐτὸς εἰς τὴν ὁμιλίαν του. Φερ’ εἰπεῖν, κ. Πρόεδρε, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι σπουδαιοτάτη ἡ εἰσήγησις, τὴν ὁποίαν ἐπιχειρεῖ ὁ κ. Μελᾶς, σπουδαιότατον καὶ πρωταρχικὸν τὸ νομοσχέδιον, γνωρίζετε δὲ ποία ὑπῆρξεν ἡ στάσις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐμοῦ ἐξ ὀνόματος τῆς ΕΡΕ ἔναντι τοῦ νομοσχεδίου, ὁσονδήποτε μέγα καὶ ἂν εἶναι τὸ θέμα, ἦτο δυνατὸν ἡ εἰσήγησις, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος, ὁ ἐπὶ τοῦ Βήματος εὑρισκόμενος νὰ τὸ εἴπω, ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι εἰσήγησις πολὺ βραχυτέρα. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μᾶς ἀναγνώσῃ ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἀρχὴ τοῦ λόγου του καὶ τὸ τέλος αὐτοῦ εἶναι τὰ οὐσιώδη τμήματα τῆς εἰσηγήσεώς του. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν ἀνέπτυξε δὲν ἦσαν κἂν ἀνάπτυξις, ἀλλὰ ἀνάγνωσις τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἤδη ἐνώπιόν μας. Ἐὰν λοιπὸν ἠρκεῖτο καὶ ἐκεῖ ὑπῆρξε καὶ παραγωγικὸς ὁ ἴδιος ὡς διανοούμενος, εἰς ὅσα εἶπεν εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ εἰς ὅσα ἤδη λέγει, δὲν θὰ εἶχεν ὑπερβῆ τὴν ὥραν καὶ δὲν θὰ εἶχε παραβιάσει τὸν Κανονισμόν. Ὀφείλω μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν τὸν παραβιάζει ὁ ἐπὶ τοῦ Βήματος εὑρισκόμενος. Τὸν παραβιάζετε σεῖς ἀγαπητὲ κ. Πρόεδρε, καὶ δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πάντα νὰ τὸν παραβιάσῃ ἢ μᾶλλον νὰ σᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ ἀνεχθῆτε τὴν παραβίασιν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἐὰν συνεχισθῇ ἀπόψε ἡ παραβίασις, θὰ ὑποχρεωθῶ, ἐὰν ἐπιχειρήσητε νὰ ἐμποδίσητε οἱονδήποτε βουλευτὴν τῆς ΕΡΕ νὰ ὑπερβῇ τὰ ὑπὸ τοῦ νέου Κανονισμοῦ ὁριζόμενα νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ θεωρήσω, ὅτι ἀποτελεῖ ἡ ἐνέργεια ὑμῶν ἢ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἢ οἱουδήποτε ἐκ τῶν Ἀντιπροέδρων τῆς Βουλῆς ὡς μεροληπτικὴν καὶ νὰ τὴν καταγγείλω.
§63Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐκ μέρους τῆς Ε.Κ., θὰ συμφωνήσω μὲ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρτᾶται ἡ τήρησις τοῦ Κανονισμοῦ εἴτε ἐκ τοῦ θέματος εἴτε ἐκ τῆς καλῆς διαθέσεως τοῦ ὁμιλοῦντος. Ὁ κανονισμὸς ἐψηφίσθη, εἶναι Κανονισμὸς καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸν τηρῶμεν. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν ἀγαπητὸν κ. συνάδελφον, ἐπειδὴ ἴσως ὑπάρχουν ἀκόμη οὐσιώδη, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀντιλήψεις του εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ δώσωμεν τὸ παράδειγμα τῆς παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει ὁ Κανονισμὸς νὰ ἐφαρμόζεται ἀπαρεγκλήτως.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μελᾶ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν.
§65Ι. ΜΕΛΑΣ. Ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρεκάλεσα καὶ προηγουμένως νὰ τελειώσητε. Σεῖς ἀπευθύνθητε εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Παρακαλῶ, τελειώσατε, ἄλλως θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν.
§67Ι. ΜΕΛΑΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε Πρόεδρε, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ἰδιαιτέρως δι’ ἐμὲ τιμητικούς, τὴν ἀρχὴν τῆς παρεμβάσεώς σας. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τοῦ θέματος δὲν ἦτο ὑποκειμενική, ἀλλὰ σχετικὴ μὲ τὴν σημασίαν καὶ τὴν ποιότητα τοῦ θέματος. Πρέπει ἐξ ἄλλου νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπηυθύνθην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησα τὴν ἔγκρισιν τῆς μικρᾶς παρατάσεως (θόρυβος — ψίθυρος).
§68Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται αὐτὸ κύριε Πρόεδρε.
§69Ι. ΜΕΛΑΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἠγωνίσθησαν διὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ νέου καὶ αὐστηροτέρου Κανονισμοῦ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμβάλω εἰς τὴν αὐστηρὰν τήρησιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὰ ὅσα πρέπει νὰ ἀναπτυχθοῦν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Καταλήγων, πρέπει νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ὅτι ἡ ἀνάπτυξίς μου ὑπῆρξε μακρά, διότι ἦτο ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ τὸ θέμα καὶ ἡ εὐρύτης του καὶ ἡ ἐκ τῆς φύσεως τοῦ θέματος εὐθύνη δὲν προσεφέροντο εἰς προσαρμογὴν εἰς τὰ στενὰ χρονικὰ περιθώρια τοῦ νέου Κανονισμοῦ. Ἔπειτα, ἤρχισεν ἡ συζήτησις περὶ ὥραν 8ην καὶ εἶναι 9.15′. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις θέτει ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ κρισίμους ἐπιπτώσεις ἐπὶ τῆς δημοσίας ζωῆς. Ἀπὸ τὴν καλὴν ἢ τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοθετήματος.
§70Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Πρέπει νὰ τελειώσωμεν, κ. Πρόεδρε. Μὲ συγχωρῆτε ἀλλὰ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. παρετήρησεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ. Εἰδικώτερον δι’ ἡμᾶς καὶ ὡς Κόμμα καὶ ὡς Κυβέρνησις τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀνεπίτρεπτον. Καὶ ἐὰν θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριε Πρόεδρε, οἱ πλησίον πρὸς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια εὑρισκόμενοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ, ἐλπίζω, ὅτι παρετήρησαν, ὅτι ὅταν ὁ κ. Μελᾶς, ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος, εἶπεν, ὅτι λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ θέματος θὰ ὑπερβῇ τὸ ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ χρονικὸν ὅριον καὶ σεῖς εἴπατε «σύμφωνοι», διεμαρτυρήθη ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐμοῦ καὶ εἴπομεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε ἀναλόγως τοῦ θέματος ἢ ἀναλόγως τοῦ ἀγορητοῦ νὰ παραβιάζωμεν τὸν Κανονισμόν. Ἑπομένως πρώτη ἡ Κυβέρνησις διεμαρτυρήθη διὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ εἶναι ἐκδήλωσις ἄκρας ἐπιεικείας τοῦ Προέδρου — καὶ ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω — ἐπιεικείας ἀντιθέτου πρὸς τὸν νέον Κανονισμόν, ἡ ἀνοχὴ τῆς ὑπερβάσεως τῆς ὥρας. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κύριον συνάδελφον καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος νὰ δώσωμεν παράδειγμα σεβασμοῦ τοῦ Κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν νὰ γίνεται αὐτὸ εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον. Θὰ τὰ εἴπωμεν ὅλα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§71Ι. ΜΕΛΑΣ. Ἐπεξετάθην πράγματι ἐκ τῆς φύσεως καὶ τῆς βαρύτητος τοῦ θέματος. Ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ καταλήξω εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν πορισμάτων καὶ τῶν ὑποδείξεων.
§72Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προν.). Δὲν ἠμπορεῖ μετὰ 1.30′ τῆς ὥρας. Κύριε Πρόεδρε ζητοῦμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ.
§73Ι. ΜΕΛΑΣ. Θὰ εἴχαμεν ἤδη καταλήξει, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν ἐμεσολάβει ἡ παρέμβασις.
§74Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προν.). Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐκθέτετε καὶ τὴν Ε. Κ. καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς δικαίας παρατηρήσεις τῆς ΕΡΕ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταλήξατε παρακαλῶ.
§76Ι. ΜΕΛΑΣ. Τερματίζων, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐμπιστεύεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν κατάρτισιν ἀρτίου νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ηὔχετο νὰ εἶναι ἄμωμον ἀπὸ πάσης πλευρᾶς νομοθέτημα, λόγῳ καὶ τῶν ἀσφαλῶν ἐπιπτώσεών του ἐπὶ τῆς ἐπιδιωκομένης βελτιώσεως καὶ ἐξυγιάνσεως τῶν συνθηκῶν τοῦ δημοσίου βίου τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα τῶν βουλευτῶν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§78Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχει ἤδη δηλωθῆ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ριζοσπαστικὴ Ἕνωσις ἀποδέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν εὐαίσθητον διὰ τὸν ἐν γένει δημόσιον βίον τῆς χώρας, εἶναι ἀνάγκη νὰ τοποθετηθῇ τοῦτο εἰς τὸ προσῆκον πλαίσιον. Εἶναι ἀνάγκη δηλαδὴ νὰ ἀξιολογηθῇ πρῶτον ἡ ἔννοια τῆς πολιτικῆς καὶ ἡ θέσις τοῦ πολιτικοῦ, διότι ἔγινε τὸν τελευταῖον καιρὸν συρμὸς ὁ διασυρμὸς ἀμφοτέρων. Ἀλλοίμονον ἐὰν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ συνδεθῇ ἡ ἰδιότης τοῦ πολιτικοῦ καὶ ἡ μεγάλη ἀποστολὴ τῆς πολιτικῆς μὲ τὸ πόθεν ἔσχες ἢ μὲ τὰς προχείρους κριτικὰς περὶ βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Ἡ πολιτικὴ εἶναι ὑψηλοτάτη ἀποστολή. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, χωρὶς νὰ κάμω κατάχρησιν ἀναδρομῆς εἰς τὸ παρελθόν, νὰ χρησιμοποιήσω ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλην μίαν ἀξιολογικὴν τοποθέτησιν τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι εἶναι χαρακτηριστική. «Ἐπεὶ δ’ εἰ πάσαις μὲν ταῖς ἐπιστήμαις καὶ τέχναις ἀγαθὸν τὸ τέλος μέγιστον δὲ καὶ μάλιστα ἐν τῇ κυριωτάτῃ πασῶν, αὕτη δ’ ἔστιν ἡ πολιτικὴ δύναμις, ἔστι δὲ πολιτικὸν ἀγαθὸν τὸ δίκαιον, τοῦτο δ’ ἔστι τὸ κοινῇ συμφέρον». Ἐξ ἄλλου μὲ δύο λέξεις ὁ μέγας Ναπολέων εἶναι πάρα πολὺ εὔγλωττος λέγων: «Ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ τύχη τοῦ Ἔθνους». Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι μόνον ὑψηλοτάτη ἡ ἀποστολὴ τοῦ πολιτικοῦ. Εἶναι καὶ δυσχερεστάτη, διότι συνηθέστατα ὁ πολιτικὸς εὑρίσκεται ἐνώπιον διλημμάτων καὶ ἡ ἐπιλογὴ εἶναι ζήτημα σταθμίσεως καὶ προγνώσεως. Δὲν πιστεύω ὅτι ὑπάρχουν πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι τόσον κακοί, ὥστε μεταξὺ δύο λύσεων, τὰς ὁποίας ἔχουν ἐνώπιόν των, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία εἶναι τὸ ἀγαθὸν καὶ ἡ ἄλλη τὸ κακόν, ἔχουν τὴν διαστροφὴν νὰ προτιμοῦν τὸ κακόν. Ἀλλὰ πάντοτε ἡ ἐπιλογὴ τῆς λύσεως ἐμφανίζεται ὑπὸ τὸν τύπον ἑνὸς δυσχερεστάτου διλήμματος. Ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ θεολογία εἶναι τὰ δύο μόνα μεγάλα προβλήματα, λέγει ὁ Γλάδστων. Καὶ ὁ Καρντινὰλ ντὲ Ρέτς λέγει ὅτι «ἡ πολιτικὴ εἶναι πάντοτε ἡ ἐπιλογὴ μεταξὺ δύο ἀτοπημάτων». Κύριοι συνάδελφοι, βασικαὶ ἰδιότητες τοῦ πολιτικοῦ εἶναι ἡ μεγάλη συνθετικὴ καὶ δημιουργικὴ πρωτοβουλία, μὲ εὐρὺν ὁρίζοντα καὶ μὲ τὴν δύναμιν τῆς προβλέψεως, ἡ ἰσχυρὰ θέλησις καὶ ἡ ἀποφασιστικότης, τὸ βαθὺ αἴσθημα εὐθύνης διὰ τὴν τύχην τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ τὸ θάρρος ἀναλήψεως εὐθυνῶν. Τὸ θάρρος τῆς ἀναλήψεως εὐθυνῶν καὶ ὅταν ἡ ἀνάληψις τῆς εὐθύνης εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸ ρεῦμα. Κατὰ τὸν προσφάτως δολοφονηθέντα μεγάλον Πρόεδρον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Τζὼν Φίτζεραλντ Κέννεντυ, αὐτὸ τὸ θάρρος εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀρετὴ τοῦ πολιτικοῦ, ἀποτελεῖ δὲ καὶ τὸ θέμα τοῦ βιβλίου του «Ἡ σκιαγραφία τῶν γενναίων». Αὐταὶ εἶναι αἱ μεγάλαι ἰδιότητες τοῦ πολιτικοῦ, ἢ ἐνδεχομένως καὶ ἄλλαι συνδεόμεναι πρὸς τὰς ἱκανότητας καὶ τὴν δημιουργικήν του πρωτοβουλίαν. Προϋπόθεσις ὅμως βασικὴ τοῦ ἐν γένει δημοσίου βίου καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ πολιτικοῦ εἶναι ἡ ἀνιδιοτέλεια, ἡ ἀπόλυτος ἐντιμότης, ἡ ἀρετή. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὴν ἐξύμνησιν τῆς ἀρετῆς πιστεύοντες ὅτι αὐτὴ μὲν ἀμφισβητεῖται καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ὑπάρχουν εἰς τὸν δημόσιον βίον. Ὁ ἀληθὴς πολιτικὸς συνεγείρει τὴν λαϊκὴν ψυχὴν καὶ βυθίζει τὸ ὄνομά του μέσα εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους. Πιστεύω ὅτι ἡ ἀνιδιοτέλεια ἡ ἀρετὴ ἀποτελεῖ τὸν κανόνα καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κανὼν αὐτὸς δὲν ἔχει ἐξαιρέσεις. Ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐλέγχου ὅμως δὲν ἀνακύπτει ἐκ τοῦ ὅτι ἀναγνωρίζεται ὡς βασικὴ προϋπόθεσις τοῦ δημοσίου βίου καὶ τοῦ πολιτικοῦ εἰδικώτερον ἡ ἀπόλυτος ἐντιμότης. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἀποτέλεσμα τοῦ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀρετὴ προϋπόθεσις τοῦ δημοσίου βίου, ἦτο ὅτι ἑκάστοτε πρέπει νὰ ὑποβάλλεται εἰς εἰδικὴν διαδικασίαν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ εἶναι ἐνάρετος. Ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐλέγχου ἀνακύπτει μόνον ἐκ τῆς εὐρύτητος τὴν ὁποίαν ἐνίοτε λαμβάνουν ὡρισμέναι ἀμφισβητήσεις εἴτε συνεπείᾳ ἀφελῶν διακηρύξεων, εἴτε συνεπείᾳ ὠργανωμένης ἐπιθέσεως. Ὁπωσδήποτε ὅταν ἔχουν μίαν ἔκτασιν αἱ ἀμφισβητήσεις διὰ τὸν δημόσιον βίον, τότε τὸ θέμα τίθεται οὕτω: Τὶ εἶναι προτιμότερον, νὰ ὑπάρχουν αἱ ἀμφισβητήσεις ἔστω καὶ ἀβάσιμοι χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μία ἔρευνα ἢ εἶναι προτιμότερον νὰ ὁρίζεται μία διαδικασία ἡ ὁποία ἔχει ἔκβασιν, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς κάποιον ἀποτέλεσμα; Κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὰς εὐκόλους δυσφημήσεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ἔχει ἐπιγραμματικότατα διατυπώσει τὰς γνώμας του ὁ ἀείμνηστος ἱδρυτὴς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος εἰς μίαν ἀγόρευσίν του τῆς 27ης Μαΐου 1931, δύο ἔτη πρὶν καταθέσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦ «πόθεν ἔσχες». Ἔλεγε: «Ἡ ἡλικία μου ἡ Κοινοβουλευτικὴ μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνω πρὸς ὅλον τὸν πολιτικὸν κόσμον μία σύστασιν νὰ μὴ ἐπιχαίρῃ —καὶ δὲν λέγω ὅτι γίνεται τοῦτο ἢ ὅτι θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον— ὅταν βλέπῃ μίαν ἀνοσίαν προσπάθειαν νὰ διαβληθῇ καὶ νὰ δυσφημισθῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας». Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἔλεγχος τὸν ὁποῖον προβλέπει τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον θὰ ἀποδείξῃ ὅτι καὶ ὁ σύγχρονος πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς εὐγενοῦς Ἑλληνικῆς παραδόσεως. Πιθανὸν δὲ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι καὶ εἰς τὴν σύγχρονον ζωὴν ὑπάρχουν περιπτώσεις τῆς ἐξιδιασμένης ἐκείνης εὐαισθησίας, ἡ ὁποία ὡδήγησε πολιτικοὺς ἀπὸ εὐαισθησίαν νὰ ἐγκαταλείψουν καὶ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμά των καὶ νὰ θυσιάσουν καὶ αὐτὴν τὴν μικρὰν πατρικήν των περιουσίαν. Πάντως οἱαδήποτε διαδικασία καθορίζεται, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ τὰς ἀπαραιτήτους ἐγγυήσεις. Πρὶν ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν δι’ ἐλαχίστων τὶ κατὰ τὸ πολίτευμα ἰσχύει μέχρι σήμερον ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν πολιτικῶν. Ἔχομεν τὸν εἰδικὸν νόμον «περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν» ἔχομεν τὴν κοινὴν ποινικὴν νομοθεσίαν καὶ ἔχομεν δι’ ὡρισμένας μόνον περιπτώσεις καὶ τὸν θεσμὸν τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν. Εἶναι βεβαίως νοητὴ ἡ καθιέρωσις καὶ προσθέτου διαδικασίας ἐλέγχου, ἐὰν προκύπτῃ ἀνάγκη αὕτη ὅμως πρέπει νὰ παρέχῃ πλήρεις ἐγγυήσεις καὶ ταχεῖαν ἔκβασιν. Ὁ ἐνθουσιώδης καὶ ἀγαπητὸς συνάδελφος, ὁ ὁποῖος προηγήθη εἰς τὸ βῆμα, ἀνέδραμε διὰ μακρῶν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀρχαιότητα, εἰς τὴν Ρώμην καθὼς καὶ εἰς μακρυνὰς χώρας, διὰ νὰ ἀνεύρῃ προηγούμενα ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τοῦ «πόθεν ἔσχες». Νομίζω ὅτι τὰ προηγούμενα τοῦ παρελθόντος δὲν ὁμοιάζουν ἐντελῶς πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν νὰ θεσμοθετήσωμεν εἰς τὸ παρόν. Διότι, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸν Πλούταρχον, ἡ ἀνάθεσις ὑπὸ τοῦ Σόλωνος εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τῆς ἐρεύνης διὰ τὸν προσδιορισμὸν «ὅθεν ἔχει τὰ ἐπιτήδεια καὶ τοὺς ἀργοὺς κολάζειν» εἶχε σκοπὸν κυρίως νὰ ἀποκαλυφθῇ ποῖοι δὲν ἐργάζονται καὶ ἐν τούτοις ζοῦν. Καὶ εἶχεν καθολικότητα τὸ μέτρον. Τὰ αὐτὰ προκειμένου περὶ τῆς Ρώμης. Καὶ ἐκεῖ οἱ τιμηταί, οἱ ὁποῖοι ἠσχολοῦντο μὲ τὴν «τίμησιν» δηλ. τὴν οἰκονομικὴν ἀπογραφὴν τῶν πολιτῶν καὶ ἦσαν «ἡ ἱερωτάτη καὶ μεγίστη ἀρχὴ» κατὰ τὸν Διονύσιον Ἁλικαρνασέα, ἔκαμναν γενικώτερον ἔλεγχον. Δὲν εἶχεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν καὶ Ρωμαϊκὴν ἀρχαιότητα εἰδικῶς διαχωρισθῆ ἡ κατηγορία τῆς ἡγεσίας, διὰ νὰ ὑπόκειται εἰς εἰδικωτέραν διαδικασίαν ἐλέγχου, δυναμένην νὰ κριθῇ ὅτι εἶναι μειωτική, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀφορᾷ ὅλους τοὺς πολίτας. Εἰς τὸ πρόσφατον παρελθὸν ἔγιναν διάφοροι προσπάθειαι ἀντιμετωπίσεως τοῦ λεγομένου «πόθεν ἔσχες». Ὑπάρχουν μερικαὶ παλαιότεραι προσπάθειαι, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Μελᾶς, ἔχω καὶ ἐγὼ σημειώσει τινὰς ἐξ αὐτῶν, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1933. Εἶναι αὗται τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου τῆς 5.4.1933, ἡ πρότασις τῶν κ.κ. Μοσχούλα, Χέλμη καὶ ἄλλων βουλευτῶν τῆς 6.4.1933, ὁ κατοχικὸς νόμος τοῦ 1941, ἡ πρότασις τοῦ συναδέλφου κ. Ζορμπᾶ τοῦ 1960, τὰ ἰδικόν μας σχέδιον νόμου τοῦ Φεβρουαρίου 1961 καὶ ἡ πρότασις τῆς κινήσεως Ἐθνικῆς Ἀναδημιουργίας, τῆς ὁποίας τότε ἦτο Ἀρχηγὸς ὁ Στρατηγὸς Γρίβας καὶ ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε τὴν ἰδικήν μας πρότασιν κατὰ μερικὰς ἡμέρας. Ἀπὸ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι χρήσιμον νὰ ἀναγνώσωμεν περικοπὴν ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Εἶναι δυστυχῶς ἀναντίρρητον ὅτι εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀνταγωνισμοὺς ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν οὐχὶ σπανίως ἔλλειψις τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀντιπάλων σεβασμοῦ, ἔλλειψις σεβασμοῦ, ἡ ὁποία καὶ εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθὸν δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκτοξεύσῃ διὰ τοῦ τύπου βαρυτάτας κατηγορίας ἐπὶ ἰδιοτελείᾳ κατὰ πολιτικῶν ἀνδρῶν ἀρετῆς ὑπερόχου καὶ ἀναμφισβητήτου, τῶν ὁποίων ὁ θάνατος τελικῶς ἐπιστοποίει ὅτι καὶ αὐτοί, ὅπως ἄλλως τε ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος ἐξῆλθον ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ἀξιωμάτων πτωχότεροι παρ’ ὅ,τι εἰσῆλθον». Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ δι’ ἐλαχίστων νὰ ἀναλύσω τὸ ἰδικόν μας νομοσχέδιον. Τὴν βάσιν του ἐξήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὴν 15.12.1960 ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ κ. Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς. Ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνης τῆς Βουλῆς ἐτάχθησαν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς...
§79Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πλὴν ἐμοῦ.
§80Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. ... Μὲ μόνην ἐξαίρεσιν τοῦ τότε Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως κ. Η. Τσιριμώκου, ὁ ὁποῖος, βεβαίως, ὅπως εἶπε δὲν ἀντιτίθεται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ δημοσίου βίου, ἀλλ’ ἠμφισβήτει, ὅτι εἶναι δυνατὸν τόσον προχείρως νὰ λάβῃ κανεὶς θέσιν ἐπὶ τῶν βάσεων νομοθετήματος καὶ μιᾶς διαδικασίας, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἐκ τῶν καθιερωμένων μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἐνῷ, λοιπόν, ἀρχικῶς ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα εἶχον ταχθῆ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, πλὴν τοῦ κ. Τσιριμώκου, σὺν τῷ χρόνῳ ἡ ἀποδοχὴ ἔγινεν ἐπιφύλαξις, ὅταν δὲ τὸ νομοσχέδιον ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ κατεψήφισαν ὅλα τὰ κόμματα τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐλέχθη δι’ ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον, διατὶ δὲν ἦλθε πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν; Κύριοι βουλευταί, ὅταν τὸ νομοσχέδιον συνήντησε καθολικὴν ἀντίδρασιν ὅλης τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἦτο ἐκ τῶν προτέρων βέβαιον, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ εἰς μίαν ἢ δύο συνεδριάσεις. Καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἦτο ὥριμον μετὰ τὴν 28.2.1961, ὅτε εἶχε ψηφισθῆ καὶ κατ’ ἄρθρον ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, εἴχομεν ἐκκρεμὲς τὸ νομοσχέδιον περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τοῦ ἀγρότου, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις διήρκεσεν ἀπὸ τῆς 28.11.1960 μέχρι τῆς 3.5. 1961, ἀμέσως δὲ μετὰ ταῦτα τὸν ἐκλογικὸν νόμον, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἤρχισεν εἰς τὰς 15 Μαΐου καὶ ἔληξεν εἰς τὰς 3 Ἰουνίου 1961 μετὰ ταῦτα διέκοψεν ἡ Βουλὴ καὶ ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ αὐτήν. Ἐπηκολούθησαν μετὰ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1961. Ἡ μὴ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὀφείλεται εἰς τὴν ζωηρὰν καὶ ριζικὴν ἀντίδρασιν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ λόγῳ ἀμφισβητήσεως τῆς Συνταγματικότητός του ἂν καὶ ἦτο πολὺ περισσότερον σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τὸ κρινόμενον νομοσχέδιον. Καὶ τώρα ἂν ἐσημειοῦτο ἀντίδρασις κατὰ τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐπεβραδύνετο πολὺ καὶ θὰ καθίστατο δυσχερὴς ἡ ψήφισίς του. Ἡμεῖς ὅμως δὲν ἀντιδρῶμεν, ἀλλὰ διευκολύνομεν τὴν ψήφισίν του. Τὰ γνωρίσματα τοῦ νομοσχεδίου μας ἐκείνου ἦσαν, ὅτι ἦτο κατ’ ἀρχὴν περιωρισμένος ὁ κύκλος τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπήγοντο εἰς τὸν ἔλεγχον. Διατὶ αὐτό; Διότι ἐκρίθη ὀρθόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ μία ἀφετηρία καὶ νὰ παύσῃ νὰ ἀμφιβάλῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περὶ τῆς ἡγεσίας του. Εἶχα ὅμως δηλώσει τὴν 28.2.1961, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἐλέγχου διὰ τοὺς διατελέσαντας Πρωθυπουργοὺς καὶ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων. Δεύτερον δὲν καθιέρωνε νέα Δικαστήρια, ἐχρησιμοποίει τὰ ὑπάρχοντα. Ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία προεβλέπετο, λόγῳ συνθέσεως κατὰ πλειοψηφίαν δικαστικῆς, ἦτο πλήρως ἠγγυημένη. Τὸ νέον ὄργανον ἐλέγχου ἦτο συμβουλευτικὸν ὄργανον τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον περαιτέρω θὰ ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν προέβλεπε τὸ πολίτευμα. Τρίτον ἡ σύνθεσις προεβλέπετο ἐκ τῶν κορυφαίων λειτουργῶν τοῦ Κράτους, μὲ δικαστικὴν πλειοψηφίαν, εἶχεν ὅμως ἀντιμετωπισθῆ ἡ δυνατότης, κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μετατραπῇ εἰς σύστημα διὰ κληρώσεως μεταξὺ Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας καὶ Ἀρεοπαγιτῶν. Ἄλλο προσὸν τοῦ νομοσχεδίου ἦτο ἡ ταχύτης τῆς διαδικασίας, τέλος δὲ ἡ αὐτεπάγγελτος ἔρευνα, δι’ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον διατελέσει μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, Ἀρχηγοὶ Κομμάτων, ἐκπρόσωποι Κομμάτων, Πρωθυπουργοί, κλπ. Τὸ σύστημα δὲν ἦτο ἐντελῶς ἄνευ προηγουμένου. Εἰς μίαν δυσχερεστάτην περίπτωσιν, ἐπὶ Πρωθυπουργίας Σωτὰν εἰς τὴν Γαλλίαν, προετάθη παρόμοιον σύστημα καὶ ὁ προβὰς εἰς ἀντιπρότασιν κ. Βενσὰν Ὠριὸλ δὲν μετέβαλε παρὰ μόνον τὴν σύνθεσιν τοῦ ὀργάνου κρίσεως. Καὶ οἱ δύο κορυφαῖοι Γάλλοι πολιτικοὶ εἶχον κρίνει, ὅτι ἦτο διαδικασία προτιμοτέρα μιᾶς Ἐξεταστικῆς τῶν Πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἀντιπροτείνω ὅμως τὸ σχέδιόν μου ἐκεῖνο διὰ νὰ μὴ νομισθῇ, ὅτι γίνεται τοῦτο πρὸς ἀντιπερισπασμόν. Καὶ τώρα, κύριοι συνάδελφοι, ἔρχομαι εἰς τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον. Ἐδηλώθη, ἤδη, ὅτι ἀποδεχόμεθα τὴν ἀρχήν του. Ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ μὲ πολλὴν προσοχὴν τὸ κείμενον, διότι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου αἱ ἐπιπτώσεις ἐπὶ τοῦ δημοσίου βίου, εἶναι δυνατόν, παρὰ τὸν ἀντίθετον σκοπὸν τοῦ νομοθετήματος, νὰ εἶναι ὀδυνηραί. Κύρια σημεῖα τοῦ νομοθετήματος εἶναι τὰ ἀκόλουθα: Εἶναι ἡ μεγάλη εὐρύτης, ἡ ὁποία, ἐκ πρώτης ὄψεως, φαίνεται λίαν ἐπιθυμητή. Ἡ κρίσις περὶ εὐρύτητος δὲν ἀφορᾷ βεβαίως τὸν πολιτικὸν κόσμον, διότι καὶ ἐὰν ἦτο σχετικῆς περιωρισμένης ἐκτάσεως, πάντως, τὸν πολιτικὸν κόσμον θὰ τὸν περιελάμβανε. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως ἐξέρχεται ἐκ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου· καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ πλῆθος τῶν περιπτώσεων νὰ προκαλέσῃ ἢ μακρὰν ἐκκρεμότητα ἢ ἀπάμβλυνσιν τοῦ ἐλέγχου. Δεύτερον εἰσάγεται ἡ ὑποχρέωσις πρὸς δήλωσιν μὲ βαρείας συνεπείας. Ἀκόμη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν μιᾶς ἀθελήτου ἀνακριβείας τῆς δηλώσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσουν, ὄχι ἁπλῶς αἱ ποινικαί, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀτιμωτικαὶ συνέπειαι τοῦ νόμου, ἐὰν π.χ. παρελείφθη ἕνα μικρὸν λησμονημένον περιουσιακὸν ἀντικείμενον προερχόμενον ἐκ πατρικῆς κληρονομίας. Τρίτον γνώρισμα τοῦ νομοθετήματος εἶναι ἡ καθιέρωσις τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἀθεμίτου κτήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις του καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ δὲν ὑπάρχει, βεβαίως, οὐδεμία ἀντίρρησις. Τέταρτον καθιερώνει μαχητὸν τεκμήριον ἀθεμίτου κτήσεως ἐκ τῆς σταθμίσεως τῶν δαπανῶν διαβιώσεως. Πέμπτον καθιδρύει εἰδικὸν δικαστήριον, καὶ τέλος προβλέπει οἰκονομικὰς συνεπείας διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ παρελθόντος, ἐκεῖ δηλ. ὅπου ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύει τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως τῆς καθιερούσης τὸ νέον ἀδίκημα τῆς ἀθεμίτου κτήσεως ἢ τῆς ἀντικειμένης εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη, προβλέπει τὸ νομοσχέδιον τὴν διαπίστωσιν μόνον τοῦ γεγονότος ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου καὶ τὴν ἐφαρμογὴν οἰκονομικῶν κυρώσεων. Τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἀρχικήν του μορφὴν εἶχε μεγάλας ἀτελείας καὶ φοβοῦμαι ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ ἀκόμη μερικάς. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν συνεργασίᾳ καὶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν Δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι ἐπέφερε χρησίμους διορθώσεις καὶ συμπληρώσεις. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἡ πλήρης ἀναμόρφωσις καὶ ἡ ἀναδιάρθρωσις τοῦ νομοθετήματος. Ὁ καθορισμὸς τῆς συνθέσεως τοῦ συμβουλίου ἐλέγχου καὶ τοῦ δικαστηρίου διὰ κληρώσεως. Ἡ εἰσαγωγὴ ἐνδίκων μέσων, διότι ἔνδικα μέσα εἶχον δικαίωμα νὰ ἀσκοῦν τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κριθοῦν, ὅσα δὲν διετέλεσαν Ὑπουργοί, πρὸ τῆς καθιερώσεως τοῦ νέου συστήματος. Ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπέτυχε τὴν κατάργησιν ἑνὸς ἐπὶ ἀμαχήτου τεκμηρίου στηριζομένου ἐγκλήματος. Ἐπίσης κατόπιν παρατηρήσεων τῆς Ἐπιτροπῆς προσηρμόσθη εἰς τὸ ἄρθρον 95 τοῦ Συντάγματος τὸ νομοσχέδιον· τὸ ἄρθρον 95 τοῦ Συντάγματος προβλέπει ὅτι τὰ κακουργήματα ἐκδικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προεβλέπετο, ὅτι θὰ ἐκδικάζωνται ὑπὸ τοῦ καθιδρυομένου ἑπταμελοῦς Ἐφετείου. Προσετέθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ἀπαγόρευσις τῶν δημοσιεύσεων ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς διώξεως. Ἐπίσης ἀπηλείφθη ὑπ’ αὐτῆς ἡ συνέχισις ἑνὸς εἴδους διώξεως ἐναντίον τεθνεώτων. Ἐκρίθη, κύριοι συνάδελφοι, ἀπαράδεκτον νὰ συνεχίζεται μία διαδικασία ὑπονοιῶν ἐναντίον πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα καὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον δὲν εὑρίσκονται ἐν ζωῇ καὶ δὲν ἔχουν ἐνδεχομένως οἱ κλοιρονόμοι των τὴν δυνατότητα τῆς παροχῆς τῶν ἀναγκαίων ἐκείνων ἐξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ διέλυον οἱανδήποτε ἀμφιβολίαν. Πρόκειται περὶ πολιτικῶν πρώτης γραμμῆς, ὅπως οἱ ἀείμνηστοι Σοφούλης, Πλαστήρας, Διομήδης, Παπάγος, Σοφοκλῆς Βενιζέλος καὶ ἕνας ἀριθμὸς ἀποβιωσάντων Ὑπουργῶν. Ἐκρίθη ὅτι ἐὰν ὑπάρχουν, ποὺ δὲν ὑπάρχουν, οἱαιδήποτε ἀμφιβολίαι διὰ τὴν ἀναζήτησιν οἰκονομικῶν ὠφελημάτων εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἔγινε καὶ μία διευκρίνισις, ἡ ὁποία ἔλαβε τὴν μορφὴν δηλώσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν προβλέπει ρητῶς, ὅταν ἡ μήνυσις στρέφεται οὐχὶ κατὰ πολιτικοῦ ἀνδρός, ἀλλὰ μόνον κατὰ συγγενῶν του καὶ ἀποφαίνεται τὸ δικαστήριον ὅτι δὲν συντρέχει λόγος διώξεως τῶν πολιτικῶν, ἀλλὰ μόνον τινὸς τῶν συγγενῶν, ὅτι θὰ ἀναφέρῃ ἂν ὁ πολιτικὸς ἔχει γνῶσιν ἢ ὄχι. Ἐδήλωσεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν χρειάζεται εἰδικὴ διάταξις ἀρκούσης τῆς δηλώσεώς του ὅτι πάντως εἰς τὸ σκεπτικὸν πρέπει νὰ γίνεται μνεία τῆς γνώσεως ἢ μὴ ἐκ μέρους τοῦ ἀσκήσαντος δημόσιον λειτούργημα. Πιστεύω ὅτι θὰ προβῇ εἰς σχετικὴν δήλωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν Βουλήν, δοθέντος ὅτι πάντοτε σκοπὸς εἶναι ὁ ἔλεγχος τοῦ δημοσίου βίου τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ πρέπει νὰ διευκρινίζεται ἂν ἐκεῖνος ἔχῃ ἔστω καὶ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην ἐκ τῆς γνώσεως. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀντετάχθημεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Δικαιοσύνης ἀκόμη καὶ προκειμένου περὶ διατάξεων ἀμφιβόλου Συνταγματικότητος καὶ ἐπράξαμεν τοῦτο διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀποκαλυφθῇ πλήρως ἡ ἀλήθεια. Τὸ νομοσχέδιον πιστεύομεν παρὰ ταῦτα ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ ὡρισμένας οὐσιαστικὰς ἀδυναμίας. Πρῶτον δὲν εἶναι πλήρης ἡ προστασία ἀπὸ τοῦ διασυρμοῦ. Δεύτερον, ἡ περὶ μεταβολῆς τοῦ βάρους τῆς ἀποδείξεως διάταξις ἔχει ἰσχυρότατα πολεμηθῆ ἀπὸ πολλοὺς μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἀπὸ τὸν διαπρεπῆ ἄλλοτε Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Καυκᾶν. Ἐπίσης ἡ περίπτωσις ἀτιμωτικῶν συνεπειῶν διὰ μίαν παράλειψιν ἄδολον εἰς δήλωσιν εἶναι ἐκ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπανεξετασθοῦν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ καὶ ἄλλα τινὰ πιστεύω ὅτι θὰ συζητηθοῦν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Κύριοι συνάδελφοι, εἶπον πρὸ ὀλίγου ὅτι ἡ κειμένη νομοθεσία προβλέπει μεταξὺ ἄλλων τρόπων ἐλέγχου καὶ τὴν συγκρότησιν Ἐξεταστικῆς τῶν Πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, προκειμένου νὰ ἐξακριβωθοῦν εὐθῦναι. Εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ διὰ νὰ προσδιορισθοῦν τὰ ὅρια τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, διότι βεβαίως τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἢ οἱονδήποτε ἄλλο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσῃ μὴ χρησιμοποιήσιμον οἱονδήποτε ἄλλον θεσμόν. Αἱ διατάξεις περὶ Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν περιλαμβάνονται εἰς τὸν κύκλον τῶν περὶ ἐλέγχου διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀειμνήστου Ν. Δημητρακοπούλου ἀποβλέπουν εἰς ἀναζήτησιν εὐθυνῶν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Κυβερνήσεων. Ἐπίσης ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τῆς βαθυτέρας μελέτης ζωτικῶν προβλημάτων. Αὐτὴ εἶναι συνταγματικῶς ἡ ὀρθοτέρα γνώμη καὶ πρὸς αὐτὴν φαίνεται νὰ ἀποκλίνῃ καὶ ὁ Σαρίπολος, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι συνήθως μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνασκεῖται ἔλεγχος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν. Δὲν εἶναι προανακριτικὴ ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν Πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ὅπως κατὰ πεπλανημένην γνώμην καλλιεργεῖται ἐξ ὡρισμένων πλευρῶν ἡ τάσις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν. Ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν Πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ἔχει ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τὴν μελέτην ζωτικῶν προβλημάτων καὶ τὴν ὑποβοήθησιν τοῦ κυβερνητικοῦ ἐλέγχου. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐξ ἄλλου, δι’ ὅλα τὰ προσωπικὰ θέματα προβλέπει ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, δὲν προβλέπει ὅμως ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν διὰ τὴν συγκρότησιν Ἐξεταστικῆς τῶν Πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, διότι ἀκριβῶς δὲν ἔχουν αὗται ὡς ἀντικείμενον τὴν ἀναζήτησιν ποινικῶν εὐθυνῶν. Ὁ κανὼν τῆς καθιδρύσεως Ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ἡ βαθυτέρα μελέτη ζωτικῶν προβλημάτων πρὸς διαφώτισιν τοῦ Κοινοβουλίου. Τώρα ἂς ἐξετάσωμεν πέραν τῆς Συνταγματικῆς πλευρᾶς καὶ τὴν πολιτικὴν πλευράν. Εἶναι κατάλληλον ὄργανον πάντοτε ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή; Πρῶτον μειονέκτημα εἶναι ὅτι βραδύνουν πολύ. Ὁ Ἠλίας Ζέγγελης εἰς τὸ Κοινοβουλευτικόν του Δίκαιον ἀναφέρει τέσσαρας περιπτώσεις ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι μετὰ πολλὰ ἔτη δὲν εἶχον καταλήξει εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα. Δύο, νομίζω, ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαί, συνεκροτήθησαν ἀπὸ τοῦ 1946, ἡ μία ἀνασυνεκροτήθη δύο φοράς, διότι διελύθησαν αἱ Βουλαὶ πρὶν περατώσει τὸ ἔργον της, ἡ ἄλλη εἰργάσθη ἓν καὶ ἥμισυ ἔτους περίπου. Τὸ δεύτερον γνώρισμα εἶναι ὅτι ἡ σύνθεσις εἶναι καθαρῶς πολιτική. Θὰ μοῦ ἀντιταχθῇ: Δὲν ἔχομεν τάχα τὴν εὐσυνειδησίαν νὰ κρίνωμεν ἐντίμως διότι εἴμεθα πολιτικοί; Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἡ πολιτικὴ σύνθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει ἐκ κατασκευῆς τὸ ἑξῆς μειονέκτημα: Ὅταν ἡ σύστασις στρέφεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἔχομεν δεδομένην τὴν πλειοψηφίαν ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐὰν κάμωμεν δεκτὸν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ στραφῇ καὶ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τότε εἶναι δεδομένη ἡ κατίσχυσις τῆς πλειοψηφίας ἐναντίον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Νομίζω ὅτι αὐτὰ τὰ δύο πράγματα εἶναι παράλογα διὰ τὸ σύστημα τῆς κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως, καθ’ ὃ ἐλέγχεται ἡ κυβέρνησις. Καὶ ὁμιλῶ ὄχι περὶ ἀναζητήσεως ποινικῶν εὐθυνῶν, ἀλλὰ περὶ πολιτικῶν, διότι αὐτὸ εἶναι θέμα μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Δημιουργεῖται δὲ ἐνίοτε κατὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν ὀξύτης, χωρὶς νὰ ἔχῃ συγκεκριμένην ἔκβασιν. Ὁ κ. Βασιλᾶτος διετύπωσεν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν διαμαρτυρίαν διότι ἐνόμισεν ὅτι ἐλέχθη, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ κρίνουν ἀνεπηρεάστως καὶ εὐσυνειδήτως.
§81Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑπεστήριξα ὅτι τὸ Σύνταγμα προβλέπει τὰς Ἐξεταστικὰς Ἐπιτροπὰς διαγράψαν καὶ τὴν Δικονομίαν δι’ εἰδικοῦ Νόμου καὶ πιστεύω ὅτι εἴτε στρέφονται κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἴτε κατὰ τῆς Συμπολιτεύσεως οἱ βουλευταὶ ἔχουν ἐλευθερίαν κρίσεως καὶ εὐσυνειδησίας. Μὲ τὸν τρόπον ποὺ τοποθετεῖται τὸ ζήτημα εἶναι ὡς νὰ εἴμεθα ἡ Βουλή, εἴτε Συμπολίτευσις εἴτε Ἀντιπολίτευσις, λόχος, ὁ ὁποῖος θὰ πειθαρχήσῃ καὶ ἂν εἶναι συμπολιτευόμενοι θὰ ἐκτελέσουν τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως ἐὰν δὲ εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι τὰς διαταγὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ μὲ αὐτὸ τὸ πρῖσμα κρίνω τὴν ἀποστολὴν τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν.
§82Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἀπαντᾶτε εἰς μίαν σκέψιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε σεῖς καὶ ὄχι ἐγώ. Ἐγὼ ἐστήριξα τὴν ἰδικήν μου σκέψιν κρίνων πολιτικῶς τὴν καταλληλότητα τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν καὶ τῆς κατασκευῆς των. Καὶ δὲν εἶμαι, κ. συνάδελφε, ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος πιστεύει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠσχολήθη μὲ τὸ θέμα τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν ἐν γένει καὶ εἰδικώτερον τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, εἶναι ὁ καθηγητὴς τοῦ Δημοσίου Δικαίου εἰς τὴν Γαλλίαν κ. Μπαρτολεμύ, ὁ ὁποῖος ἐκφράζει ὑπονοίας περὶ τῆς ἀντικειμενικότητος. Ἐγὼ δὲν τὰς ἐκφράζω, ἀλλὰ πάντως θὰ ἤθελα νὰ μνημονεύσω μόνον μίαν παράγραφον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει. «Ἓν ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα καταδικάζουν τὴν πρακτικὴν τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, ἢ τοὐλάχιστον διαγράφουν περιωρισμένην χρῆσιν αὐτῶν, εἶναι ὅτι κατὰ κανόνα, δὲν περαιώνουν τὴν ἀποστολήν των». Κύριοι συνάδελφοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ ἀρχικόν, περὶ τοῦ ποῖα εἶναι τὰ Συνταγματικὰ ὅρια τῶν Ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν, νομίζω, ὅτι ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις εἰς τὸν νόμον περὶ Ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν τοῦ ἀειμνήστου Ν. Δημητρακοπούλου καθορίζει τὰ ὅρια λέγουσα: «Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ τοιαῦται ἐξετάσεις τῶν πραγμάτων ἔχουσι πολιτικὸν καὶ οὐχὶ δικαστικὸν χαρακτῆρα, ἐθεωρήσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ χορηγηθοῦν... κλπ.». Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τοὺς κινδύνους εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις τῶν Ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν, νομίζω ὅτι εἶναι χρήσιμον νὰ ἐπαναλάβω μίαν περικοπὴν ἀπὸ μίαν ἀγόρευσιν τοῦ Ἀριστείδου Μπριὰν ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς κατὰ τὸ ἔτος 1910 ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Ροσέτ: «Ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, τὴν στιγμὴν ποὺ καλεῖται νὰ λάβῃ σημαντικὰς ἀποφάσεις, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ περὶ τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν. Λέγω ὅτι ἐφαρμοζόμεναι ἐπὶ ὑποθέσεων αὐτοῦ τοῦ χαρακτῆρος, ἐπὶ δικαστικῶν ὑποθέσεων, αἱ Κοινοβουλευτικαὶ ἔρευναι δὲν ἔχουν μεγάλην πιθανότητα νὰ καταλήξουν εἰς ἀξιόλογον συμπέρασμα, ἀλλὰ ἔτι χεῖρον κινδυνεύουν νὰ ὀξύνουν μίαν κατάστασιν δύσκολον, νὰ τὴν καταστήσουν περισσότερον σκανδαλοθηρικήν, νὰ δημιουργήσουν εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην κατάστασιν συγχύσεως, δυσχερείας καὶ ἀνωμαλίας, τῶν ὁποίων ἡ χώρα δὲν φαίνεται νὰ ἔχῃ ἀνάγκην». Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ Νομοσχέδιον. Πάντως εἰς ὅλους τοὺς βουλευτὰς ἀνήκει ἡ ἐξέτασις τῶν δυνατοτήτων βελτιώσεως τοῦ Νομοσχεδίου, διότι ἀφορᾷ τοῦτο ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ τοὺς δημοσίους ἄνδρας γενικώτερον. Κύριοι βουλευταί, ὁ δημόσιος βίος πρέπει νὰ ἐξαίρεται καὶ νὰ τιμᾶται. Καὶ λόγῳ τῆς περιωπῆς του, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐμπλουτίζεται μὲ νέας ἑκάστοτε δυνάμεις. Διὰ τοῦτο ὅσον πρέπει νὰ εἶναι ἐνάρετος, ἄλλο τόσον πρέπει νὰ ἀποκλείεται ὁ ἄδικος διασυρμός του. Τὸ ἔργον τῶν δημοσίων ἀνδρῶν καὶ ἰδιαιτέρως τῶν πολιτικῶν, ἐπηρεάζει ἰσχυρῶς τὴν ζωὴν τῶν συγχρόνων ἀλλὰ καὶ τὰς τύχας τοῦ Ἔθνους. Διὰ τοῦτο ἡ πολιτικὴ δρᾶσις πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ ἀναγνώρισιν. Τότε θὰ προσελκύῃ τὰ πρῶτα ἀναστήματα καὶ τὰς ἁγνοτέρας συνειδήσεις. Εὔχομαι τὸ νομοσχέδιον τελικῶς νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν προστασίαν τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ὄχι εἰς τὸν διασυρμόν του. Εὔχομαι ἀκόμη ὁ δημόσιος βίος τῆς χώρας νὰ μὴ παράσχῃ οὐδεμίαν εὐκαιρίαν ἐφαρμογῆς τῶν παρ’ αὐτοῦ προβλεπομένων κυρώσεων. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἡλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§84Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὀρθῶς εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου τονίζεται ὅτι εἶναι ἐπίμονον τὸ αἴτημα διὰ τὴν ἠθικὴν ἐξυγίανσιν τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας, Ἀνεφέρθη, ἄλλωστε, ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους προηγηθέντας ἐπὶ τοῦ βήματος εἰσηγητὰς ὅτι πάντοτε εἰς τὴν ἱστορίαν ὑπῆρξεν αὐτὸ τὸ αἴτημα τῆς ἠθικῆς ὑγείας τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον δημόσια λειτουργήματα καὶ εἶναι συμφυὴς ἡ ἀξίωσις λόγῳ τῆς ἐμπιστοσύνης ἰδιαιτέρως τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἀπολαμβάνουν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀσκοῦν ὑπεύθυνον δημόσιον λειτούργημα. Ἐάν, προκειμένου περὶ τῶν συνήθων συναλλαγῶν, τῶν συνήθων σχέσεων τοῦ Ἰδιωτικοῦ Δικαίου ὁ πληρεξούσιος ἔχῃ ηὐξημένην τὴν εὐθύνην καὶ ποινικῶς ηὐξημένην τὴν εὐθύνην ἔναντι τοῦ ἐντολέως του, εἶναι φανερὸν ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, εἰς τῶν ὁποίων τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν βασίζεται ἡ ὕπαρξις τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ ποὺ ἀναθέτει τὴν ἄσκησιν τοῦ λειτουργήματος αὐτοῦ, εἶναι φανερὸν πόσον ηὐξημένη πρέπει νὰ εἶναι ἡ εὐθύνη τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ἐὰν ὅμως τὸ νομοσχέδιον ὁμιλῇ περὶ ἐπιμόνου αἰτήματος, τῆς σήμερον, τοῦτο ἐπισημαίνεται, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀπὸ τὴν σημερινὴν πραγματικότητα ὅτι σήμερον, κατ’ ἐξοχὴν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ αἴτημα τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς ἠθικῆς τοῦ Δημοσίου βίου. Εἶναι βέβαιον καὶ ἄνευ οἱουδήποτε δισταγμοῦ, ὅτι τοποθετούμεθα εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι γενικῶς ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας μας στέκεται εἰς τὸ ὕψος του ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς. Δὲν θὰ εἶχε κανεὶς γενικῶς νὰ προσάψῃ τι ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ζωῆς καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν ἠθικὴν πλευράν. Καὶ ἐὰν ὑπάρχουν φαινόμενα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν παραφωνίαν πρὸς αὐτὴν τὴν γενικὴν κατάστασιν, εἶναι ἀκριβῶς διὰ νὰ ὑπογραμμίσουν τὸ γενικὸν ἐπίπεδον, τὸ ἠθικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ζεῖ καὶ κινεῖται ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας. Θὰ ἠδυνάμην κάπως πεζὰ νὰ ἀναφερθῶ εἰς ἕνα παράδειγμα. Αὐταὶ αἱ ἀντιδράσεις εἰς τὰς συζητήσεις τῶν τελευταίων ἡμερῶν, προκειμένου περὶ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, νομίζω ὅτι ἐκφράζουν ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἀγωνίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Χώρας μας τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Ἔθνους νὰ ἀποκτήσουν τὰ στοιχειώδη διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰς ὑποχρεώσεις των ἀκριβῶς, διότι δὲν ἔχουν ἐπιδιώξει καὶ δὲν ἔχουν ἐπιλύσει τὰ προβλήματά των τὰ οἰκονομικά, ἀκριβῶς διότι ἐστάθησαν πάντοτε εἰς ὑψηλὸν ἠθικὸν ἐπίπεδον εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ λειτουργήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐνεπιστεύθη ὁ Λαός. Ἐὰν σήμερον ὑπάρχῃ ἐπίμονον τὸ αἴτημα διὰ τὴν ἐξυγίανσιν αὐτήν, εἶναι διότι τὴν τελευταίαν περίοδον τῶν 10 ἐτῶν ἐσημειώθησαν φαινόμενα, τὰ ὁποῖα πράγματι, ἀφίνουν ἐκτεθειμένον τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ὑπόνοιαι, καταγγελίαι, συγκεκριμέναι συζητήσεις ποὺ ἔλαβον χώραν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἐνεφάνισαν προβλήματα ἠθικῆς τάξεως εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων πραγμάτων τὰ ὁποῖα, πράγματι, ἐπιβάλλουν νὰ ὑπάρξῃ μία ἔρευνα, νὰ ἐφαρμοσθοῦν μέτρα διὰ μίαν ἐξυγίανσιν τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς. Δὲν θὰ συμφωνήσω μὲ τὴν ὑποφαινομένην εἰς τὸ νομοσχέδιον ἀντίληψιν ὅτι ἡ ἠθικὴ ἐξυγίανσις θὰ ἐπέλθῃ μὲ τὴν φίμωσιν καὶ μὲ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κριτικὴν ἢ ἀκόμη καὶ μὲ τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι διατυπώνονται ἐναντίον πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν τὴν Ἐξουσίαν εἰς τὴν Χώραν μας. Δὲν εἶναι τὰ μέτρα τὰ δικαστικά, τὰ ὁποῖα θὰ καλύψουν τὰς οἱασδήποτε τυχὸν ὑπαρχούσας ἀνωμαλίας. Ἀντιθέτως πρέπει νὰ ὑπάρξῃ πλήρης διελεύκανσις καὶ νὰ διαφωτισθῇ ἡ πολιτικὴ ζωὴ τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, διότι μόνον ὅταν ὑπάρχουν αἱ κυρώσεις θὰ προστατευθῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ ἡ τιμὴ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἰς τὴν χώραν μας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν πέραν τῶν γενικωτέρων πολιτικῶν μεθόδων, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἐξουσίας, πράγματι ἐσημειώθησαν καὶ ὡρισμέναι ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν ἠθικὰ προβλήματα. Ὑπῆρξαν κατηγορίαι ὅτι ἐγένετο ἐκμετάλλευσις τῆς δυνάμεως τῆς ἐξουσίας διὰ τὴν ἀπόκτησιν οἰκονομικῶν ὠφελημάτων κατὰ τρόπον ἀπάδοντα καὶ πρὸς τὸ ἀξίωμα καὶ πρὸς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας. Σκανδαλώδεις συμβάσεις ἐχαρακτηρίσθησαν συμβάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέγραψεν ἡ Κυβέρνησις Καραμανλῆ. Πρόκειται περὶ τῶν συμβάσεων τῶν δύο διυλιστηρίων καὶ τοῦ ἐργοστασίου σακχάρεως, αἱ ὁποῖαι ἐπεκρίθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων, χωρὶς νὰ φθάσῃ εἰς πλήρη διελεύκανσιν τὸ θέμα. Ἕνας δεύτερος τομεύς, ὁ τομεὺς τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Κατηγορήθη ὅτι ἐσημείωσε τοιαύτας ὑπερβάσεις, ὥστε καὶ μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ δημιουργοῦνται σοβαραὶ ὑπόνοιαι, ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ διαχείρισις τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων αὐτῶν, κατὰ τρόπον ἠθικῶς ἄμεμπτον. Θὰ ἤθελον νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ τελευταῖα γεγονότα ποὺ ἀπεκαλύφθησαν εἰς τὸν Νομὸν Πιερρίας καὶ τὰ ὁποῖα ἀνοίγουν μόνον μίαν πτυχὴν εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν Δημοσίων ἔργων. Ἐξετελέσθησαν ἔργα ἄχρηστα διὰ τὴν οἰκονομίαν, διὰ τὰ ὁποῖα σοβαρωτάτη ὑπῆρξεν ἡ δαπάνη, ἄχρηστα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κατασκευῆς. Θὰ ἀναφέρω τὴν περίπτωσιν τῆς ΛΙΠΤΟΛ, ἡ ὁποία ἐνῷ ἐπιβαρύνει καὶ τὴν Δ.Ε.Η. καὶ τὸ Δημόσιον, μὲ σοβαρώτατα ποσὰ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς σοβαρὰς ἀνάγκας τῆς οἰκονομίας. Θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ Ἐργοστάσιον τῆς Λαρύμνης, τὸ ὁποῖον ἔκλεισε. Θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ ἐργοστάσιον ἀζώτου, τὸ ὁποῖον ἐστοίχισεν ὑπὲρ τὰ δύο δισεκατομμύρια δραχμῶν καὶ σήμερον, κατὰ διακήρυξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Βιομηχανίας, τὸ Ἐργοστάσιον αὐτὸ εἶναι ἄχρηστον. Ἐρωτᾶται: Διατὶ ἐξετελέσθησαν τὰ ἔργα αὐτά; Ὑπάρχει, περαιτέρω, τὸ θέμα τῆς διαχειρίσεως τῶν μυστικῶν κονδυλίων, διὰ τὰ ὁποῖα εὔγλωτοι εἶναι αἱ δικαστικαὶ ἐκθέσεις. Ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, νομίζω ὅτι δημιουργοῦν ἠθικὸν πρόβλημα. Καὶ ἐπὶ τῶν προβλημάτων αὐτῶν καὶ ἡ θέσις τῆς τέως ἀντιπολιτεύσεως ὑπῆρξε σαφὴς καὶ καθαρά, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις καὶ ἡ θέσις τῆς σημερινῆς Ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τότε ποὺ δὲν ἦτο Κυβέρνησις, ἦτο καθαρά, διὰ τὸν τρόπον τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν θεμάτων αὐτῶν. Ἡ σημερινὴ Κυβερνητικὴ πλειοψηφία κυρίως, διὰ στόματος τοῦ Ἀρχηγοῦ της, ἔχει λάβει θέσιν ἐπὶ ὡρισμένων δραστηριοτήτων εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα, ἐπὶ Κυβερνήσεως ΕΡΕ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἠθικὰ προβλήματα ἐδημιουργήθησαν ἐκ τοῦ τρόπου αὐτοῦ διαχειρίσεως, ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ἀπὸ τὸν πολιτικόν μας κόσμον. Ἀναφέρομαι συγκεκριμένως εἰς ἕνα σοβαρώτατον θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, τὸ 1962. Πρόκειται περὶ τῆς ΔΕΗ. Περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν θεμάτων ἐξηλεκτρισμοῦ τῆς χώρας. Συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν ἀλλαγὴν τῆς Διοικήσεως τῆς ΔΕΗ, διότι ἦλθεν εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ ὡμίλει ὁ κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς 28.6.62, σελ. 2, ἔλεγε: «Διὰ πᾶσαν περίπτωσιν, ἄλλη εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄλλη ἡ τῆς Διοικήσεως... (ἀναγινώσκει)... δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ ὅτι ὅταν ἡ Δικαιοσύνη ἀναμιχθῇ, ἡ Διοίκησις παραλύει...». Αὐτά, ὡς πρὸς τὸν τρόπον ἀντιμετωπίσεως τοῦ προβλήματος. Ἀλλά, περαιτέρω, θέτει τὸ ἠθικὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐκ τῶν ζητημάτων αὐτῶν τῆς διαχειρίσεως τῆς ΔΕΗ. Τὸ ἀναφέρω, διότι ἔχει σοβαρωτάτην σημασίαν. Ἀναφέρεται εἰς ἔγγραφα καὶ ἔχει τὸ θέμα σχέσιν μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, διότι θὰ τεθῇ διὰ πάντα βουλευτὴν καὶ διὰ πάντα Ἕλληνα τὸ κριτήριον, τὶ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν ἔρευναν καὶ τὰς κυρώσεις αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τότε ἐπισημάνει. Ἔκαμε χρῆσιν ἐγγράφων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνέγνωσεν ἔγγραφον τῆς ΔΕΗ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν Συντονισμοῦ: «Ἔχοντες τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ ἀκολουθουμένη ὑπὸ τῆς ΔΕΗ παγίως τακτικὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ κατοχυρώνει τόσον ἑαυτὴν ὅσον καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἔναντι πάσης διαβολῆς προτιθέμεθα νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν ἐν προκειμένῳ». Ἀκούσατε: Καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν μεριμνοῦν, διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐξετίθετο ἐὰν ἐγένοντο δεκταὶ αἱ ἄλλαι προτάσεις. «Παρηκούσαμεν, γράφουν, τὰς ὑπόπτους ἐντολάς σας διὰ τὴν προστασίαν τῶν εὐνοουμένων σας οἴκων. Ἡμεῖς θὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἰδικήν μας τακτικὴν διὰ νὰ διαφυλάξωμεν ἀπὸ διαβολὰς καὶ σᾶς καὶ ἡμᾶς»! Συνεχίζω τὴν ἀνάγνωσιν.
§85Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§86Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε. Νὰ ὁμιλήσητε εἰς τὸ τέλος. Ἀναφέρομαι εἰς ἔγγραφον.
§87Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν καὶ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν παντός.
§88Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς. Αὐτὰ ἔγραφεν ἡ ΔΕΗ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν Συντονισμοῦ.
§89Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Δὲν τὰ ἔγραφε.
§90Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ προσθέτει: «Καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελεν ἀμφισβητηθῆ ἡ ὀργάνωσις τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ τὸ ἦθος τῶν διοικούντων.... (ἀναγινώσκει)................». Καὶ ἀπαντᾷ δι’ ἐγγράφου ἐπίσης, τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκει πάντοτε ὁ κ. Παπανδρέου καὶ ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ πρὸς τὴν ΔΕΗ εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα: «Ἐπιθυμῶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν συμβουλῶν τοῦ Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς ΔΕΗ, ἵνα προστατευθῇ ἀπὸ πάσης διαβολῆς. Ἀντιθέτως ἔχει τὸ δικαίωμα —καὶ διότι ἡ ΔΕΗ εἶναι δημοσία ἐπιχείρησις καὶ διότι τὸ δημόσιον θὰ ἐγγυηθῇ τὸ δάνειον καὶ διότι στοιχειώδεις ἠθικοὶ κανόνες τὸ ἐπιβάλλουν— νὰ προστατεύσῃ ἐκεῖνος μετὰ τοῦ ἐπὶ τῆς Βιομηχανίας ἐποπτεύοντος τὴν ΔΕΗ συναδέλφου του τὸ κῦρος τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς ΔΕΗ ὡς καὶ προσφάτως ἀκόμη διὰ νὰ μὴ ἀναφερθῶ εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθόν, δὲν ἠθέλησε νὰ πράξῃ». Κατηγορεῖ τὴν ΔΕΗ, καὶ ἀπαντᾷ ὁ Ὑπουργός. Ἡμεῖς σᾶς ἐκαλύψαμεν καὶ θὰ σᾶς καλύψωμεν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς καλύπτετε σεῖς. Ἐὰν αὐτὸ ποὺ προκύπτει ἐκ τοῦ ἐγγράφου δὲν ἀποτελῇ ἠθικὸν πρόβλημα, δὲν ἀντιλαμβάνομαι ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἠθικὸν πρόβλημα τὸ ὁποῖον θὰ ἤξιζε μίαν ἔρευναν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἢ τὸν νόμον, ἐὰν ὁ νόμος αὐτός, ὅπως θὰ ἴδωμεν, προβλέπει ἢ δὲν προβλέπει καὶ τὰ θέματα αὐτά. Ὁ κ. Παπανδρέου ὡμίλησεν ἐπίσης εἰς τὰς 6 Μαΐου 1963 διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων. Εἰς τὴν σελίδα 4 τῶν πρακτικῶν λέγει: «Ἀλλὰ πέραν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς ὑπάρχει καὶ τὸ μέγα θέμα, τῶν «ἔργων» τῆς ΕΡΕ. Κύριοι βουλευταί, ἀνῆκεν εἰς τὰς προθέσεις μου εἰς μίαν ὁμιλίαν μου νὰ ἀναπτύξω ἀναλυτικῶς ἕκαστον ἔργον τῆς ΕΡΕ. Τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον συνήφθησαν αἱ συμβάσεις, καθ’ ὃ μέτρον εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐρχόμεθα εἰς ἀπόστασιν, τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἔγινεν ἡ ἐκτέλεσις, καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον συντελεῖται ἡ ἀπόδοσις τῶν ἔργων. Εἶναι μέγα θέμα καὶ τὸ Ἔθνος ἔχει δικαίωμα νὰ γνωρίζῃ. Δὲν ἐμπίπτει εἰς τὴν σημερινὴν ὁμιλίαν μου ἡ ἀνάπτυξις τοῦ θέματος. Ἄλλωστε ἡ Ἕνωσις Κέντρου ἔλαβεν ἀπόφασιν νὰ ἐκδώσῃ μίαν εἰδικὴν βίβλον, ἕνα «μαῦρον πίνακα» τῶν ἔργων τῆς Ε.Ρ.Ε., διὰ νὰ γνωρίζῃ τὸ Ἔθνος αὐτὸ τὸ διατυμπανιζόμενον ἐπίτευγμα ποῖον ἀκριβῶς περιεχόμενον ἔχει. Καὶ διὰ νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις, διὰ τὴν χλιδὴν τῆς ζωῆς ὡρισμένων παρακρατικῶν ἀνθρώπων, ἡ ἐξοργιστικὴ προβολὴ τῶν ὁποίων προκαλεῖ ἀγανάκτησιν τῆς Ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου). Παλαιότερον ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ εἶχε προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν Συμβούλιον τιμῆς. Κατόπιν ἀντιρρήσεων ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς συγκροτήσεως ἡ πρότασις ἐγκατελείφθη. Ἀλλὰ ἐὰν ἐγκατελείφθη ἐκείνη ἡ πρότασις ὑπάρχουν πάντοτε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προβλέπουν αἱ διατάξεις καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει τὸ μέσον τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν. Κατηγγείλαμεν κατὰ τὰς ὁμιλίας μας εἰς μίαν ἀπὸ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς τὰ σκάνδαλα τῆς συμβάσεως τοῦ Διϋλιστηρίου, ὅπως καὶ παλαιότερον εἶχον καταγγελθῆ καὶ ἄλλαι συμβάσεις. Ἐπροτείναμεν τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπανερχόμεθα εἰς ἐκείνην τὴν πρότασιν. Μόνον ἡ ἀποδοχὴ αὐτῆς τῆς προτάσεως δίδει μίαν σχετικὴν ἱκανοποίησιν εἰς τὸ μέγα ἐπίμαχον ἠθικὸν θέμα. Θέλομεν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἡ πρότασις θὰ εὕρῃ ἀνταπόκρισιν. Διότι ἡ ἄρνησις ἀποδοχῆς εὐλόγως δημιουργεῖ τὴν παρεξήγησιν, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀνησυχία τῆς ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας». Αὐτὰ ἔλεγε τὸ 1963 ὁ κ. Παπανδρέου. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν συζητήσεων διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Συμβουλίου Τιμῆς, ἔλαβον μέρος ἐπίσης ὅλοι οἱ ἡγέται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ σημερινός, ἔλεγεν εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς 15.12.1962: «Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Δημοκρατία νὰ παγιωθῇ, ἐὰν δὲν ἐμπνευσθῇ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ ἡ πλήρης ἐμπιστοσύνη εἰς τὴν ἀρετὴν τῶν ἀρχόντων....... Κατὰ πόσον θὰ ἀσκῆται ὁ ἔλεγχος κατὰ τρόπον ἔντιμον καὶ καλόπιστον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐντιμότητα καὶ καλοπιστίαν τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀπὸ τὰ πολιτικὰ ἤθη ἑκάστης ἐποχῆς, ἀπὸ τὸ ἠθικὸν ἐπίπεδον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δὲν ἐξαρτᾶται οὔτε ἀπὸ Συμβούλια, οὔτε ἀπὸ Κανονισμούς. Καὶ τὸ ἀνώτατον Συμβούλιον τιμῆς θὰ ὑπόκειται εἰς τὸν Γενικὸν νόμον τῆς Δημοκρατίας «καὶ οἱ κρίνοντες κρίνονται». ..... Θὰ λειτουργοῦν καὶ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς συστάσεως ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν καὶ τελικῶς καὶ τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον......». Ὁ κ. Μαρκεζίνης εἰς τὴν ἰδίαν συνεδρίασιν ἔλεγεν: «Ἡ ἰδέα (συστάσεως Συμβουλίου τιμῆς) εἶναι ἄκρως ἐνδιαφέρουσα καὶ μὲ εὑρίσκει κατ’ ἀρχὴν σύμφωνον, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ ἔλθῃ εἰς οὐδεμίαν ἀντίθεσιν μὲ οἱονδήποτε δικαίωμα τοῦ Σώματος ἢ νὰ παρακωλύσῃ τὸν ἔλεγχον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἔξω αὐτῆς......». Καὶ ὁ Σοφοκλῆς Βενιζέλος ἔλεγε: «Δηλῶ, ὅτι θὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν προτίθεται νὰ μειώσῃ οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον τὴν ἄσκησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου». Ὑπῆρξε πλήρης καὶ σαφὴς ἡ τοποθέτησις ὅλων τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀλλὰ καὶ τοῦ κ. Καραμανλῆ ἀπαντῶντος εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ δηλοῦντος, ὅτι οὔτε τὸ παράπαν σκέπτεται νὰ παρεμποδίσῃ τὸν ἔλεγχον εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ τονίζω αὐτό, διότι ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Καλλία πρωτύτερον, διεφάνη, ὅτι μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον κἄποιου εἴδους περιορισμὸς τίθεται εἰς τὴν σύστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, ἢ πρέπει νὰ τεθῇ διότι δημιουργεῖ προβλήματα ἡ λειτουργία τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν. Ἐνῷ ὅμως εἶναι σαφὴς ἡ τοποθέτησις αὐτὴ — ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ Κυβερνητικῆς πλευρᾶς — ὑπάρχει μία ἀπόκλισις ἀπὸ τὴν θέσιν αὐτήν. Πρῶτον μὲν ἐπισήμανσις τῆς ὑπάρξεως θέματος ἠθικοῦ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ζητημάτων τῶν συμβάσεων καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων εἰς τὸ παρελθὸν καὶ δεύτερον, ἐπισήμανσις ἐπίσης, ὅτι ἡ ἔρευνα κυρίως πρέπει νὰ γίνεται — ἐπίμονος εἶναι ἡ ἀπαίτησίς μας τονίζει ὁ κ. Παπανδρέου — διὰ τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν προκειμένου περὶ ἠθικῶν καὶ πολιτικῶν θεμάτων. Εἰς τὴν συζήτησιν τὴν τελευταίαν ἐπὶ μιᾶς προτάσεώς μας συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἀγορὰν τῆς ἐκτάσεως τῆς Νέας Μάκρης, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀφοῦ ὑπογραμμίζει ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας του, ὅτι εἶχεν ἐντάξει ἡ Ε.Κ. εἰς τὸ περιεχόμενον τοῦ ἀνενδότου ἀγῶνος τὴν ἐπιβολὴν κυρώσεων διὰ πᾶσαν ἀθέμιτον πρᾶξιν τοῦ παρελθόντος, ἀφοῦ ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ἐπισήμανσιν, προχωρεῖ προκειμένου περὶ τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν προβλημάτων τὰ ὁποῖα δέχεται ὑπάρχοντα καὶ λέγει: «Εἶπεν ὁ κ. Ἡλιόπουλος, ὅτι ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν θὰ κριθῇ ἐὰν προκύψουν ἠθικαὶ — πολιτικαὶ εὐθῦναι ἢ καὶ ποινικῶς κολάσιμοι πράξεις..... Τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐξετάσῃ.... ἐὰν πιθανολογῆται ἡ κατηγορία καὶ ἐὰν κρίνῃ ὅτι πιθανολογεῖται, νὰ συστήσῃ Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν... Ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὑφίσταται προδικαστικὸν θέμα: Ἐὰν κριθῇ, ὅτι ὑπάρχει ποινικὴ εὐθύνη.... ἡ ὑπόθεσις δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον, διότι παρεγράφη.... Ἀλλὰ τότε θὰ ἐκκρεμῇ ἡ κατηγορία.... θὰ λείπῃ ἡ κάθαρσις τῆς δίκης..... (ὁ κατηγορούμενος δὲν ἔχει τὴν ἄμυναν τοῦ Δικαστηρίου». Καὶ κατέληξεν: «Ἐφ’ ὅσον διὰ τὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία καταγγέλλεται ἔχει ἐπέλθει παραγραφὴ δὲν ἔχει ἠθικὸν καὶ πολιτικὸν λόγον ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς». Εἶναι σαφὴς ἡ τοποθέτησις τοῦ κ. Παπανδρέου. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα τῆς ἐπιβολῆς τῶν κυρώσεων ὑπάρχει, πῶς τὸ ἀντιμετωπίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Λέγει εἰς τὸ κεφάλαιον διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἠθικῶν προβλημάτων: «Ἡ Ε.Κ. καὶ κατὰ τὸ μακρὸν στάδιον τοῦ ἀνενδότου ἀγῶνος καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν δύο ἐκλογῶν κατελόγισεν εἰς τὴν ΕΡΕ ὄχι μόνον πολιτικὰς ἀλλὰ καὶ ἠθικὰς εὐθύνας καὶ εἶχε παράσχει πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὴν ἐπαγγελίαν, ὅτι θὰ ἐπιδιώξῃ νὰ ἐπιβάλῃ δικαίας κυρώσεις ὅπου διαπιστωθοῦν αἱ εὐθῦναι. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον ἡ Ε.Κ. ἐτήρησεν εἰς ἀκέραιον τὰς ἐπαγγελίας της. Ὡρίσαμεν, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἀνωτέρους δικαστικοὺς οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς ἐξέτασιν τῆς διαχειρίσεως τῶν μυστικῶν κονδυλίων καὶ τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν ἀπεστείλαμεν ἤδη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Θὰ πράξωμεν τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἐκθέσεις αἱ ὁποῖαι ἐν συνεχείᾳ θὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Συνετάξαμεν ἐπίσης καὶ ἐδώσαμεν εἰς τὴν δημοσιότητα τὸ προσχέδιον νόμου «πρὸς προστασίαν τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Αὐτὰ τὰ δύο μέτρα κρίνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἱκανὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν ὅλα τὰ ἠθικὰ θέματα τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ἔχει ἀπορρίψει τὰς Ἐξεταστικὰς Ἐπιτροπὰς ὅπου εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξουν καὶ ποινικαὶ εὐθῦναι διὰ τὰς πράξεις τοῦ παρελθόντος, ἐφ’ ὅσον αἱ πράξεις αὐταὶ αἱ ἄδικοι πράξεις δὲν δύνανται νὰ ἐπισύρουν ποινικὰς εὐθύνας διότι ἔχουν ἤδη παραγραφῆ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ σημειώσωμεν, ὅτι τὸ πρῶτον μέτρον τῆς συστάσεως Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐλέγχου μὲ ἐπικεφαλῆς δικαστικὸν πρόσωπον, εὑρίσκεται μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς σκέψεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ θέματα διὰ τὰ ὁποῖα εὐθύνονται ἔχουν παραγραφῆ διὰ τοὺς Ὑπουργούς, ἡ διαχείρισις τῶν μυστικῶν κονδυλίων καὶ ἂν ὑπάρχουν ἀκόμη ποινικαὶ εὐθῦναι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν οὐδενὸς δικαστηρίου, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἔχουν παραγραφῆ καὶ δὲν δύναται κἂν νὰ γίνῃ ἔρευνα ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ τὸν Εἰσαγγελέα. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι πρὸς ποῖον σκοπὸν ἐστάλησαν αἱ ἐκθέσεις πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα δὲν δύναται νὰ γίνῃ κἂν ἔρευνα, διότι ὑπάρχει εἰδικὴ δωσιδικία σύμφωνα μὲ τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» καὶ δεύτερον, διότι ἔχουν παραγραφῆ τὰ ἀδικήματα. Συνεπῶς θέμα ἀναμίξεως τοῦ Εἰσαγγελέως, τῶν Δικαστικῶν Ἀρχῶν εἰς τὰ ζητήματα τῆς διαχειρίσεως τῶν μυστικῶν κονδυλίων, ἀκόμη καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων — διότι καὶ ἐκεῖ νομίζω, ὅτι διεξάγεται ἔρευνα — δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ προκειμένου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, θὰ ἔλεγον ἴσως, ὅτι ὑπάρχει θέμα ἐρεύνης διὰ τὰ ἄλλα πρόσωπα, ἐνδεχομένως τοὺς ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ πρῶτον, φαντασθῆτε, νὰ ὑπάρξῃ δικαστικὴ ἔρευνα διὰ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ νὰ ὑπάρξουν καταδίκαι διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, διὰ πράξεις αἱ ὁποῖαι τυχὸν βαρύνουν τοὺς Ὑπουργούς. Θὰ ἔχωμεν καταδίκας διὰ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ θὰ ἔχωμεν ἀπηλλαγμένους καὶ ἀθώους τοὺς Ὑπουργούς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οἱαδήποτε ἄλλη ἔρευνα περὶ αὐτῶν. Διότι ἂν κατὰ τὴν ὑποστηριχθεῖσαν ἄποψιν, ἔχουν παραγραφῆ τὰ ἀδικήματα αὐτά, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μόνον μίαν δικαιολογίαν ἔχει, ὅτι δὲν ἔχουν οἱ κατηγορούμενοι τὸ μέσον τῆς ἀμύνης, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ εἶναι περισσότερον οἱ κατηγορηθέντες, ὅτι ἔκαμαν κακὴν διαχείρισιν τῶν κονδυλίων, διότι ἐγένετο μία ἔκθεσις ἡ ὁποία δημοσιεύεται, ὑπάρχει τὸ μέσον νὰ ἀπαντήσουν οἱ κατηγορηθέντες ὡς διαχειρισθέντες κακῶς τὰ μυστικὰ κονδύλια καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ φυσικὰ δὲν θὰ ὑπάρξῃ καὶ κρίσις δικαστική, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συνταγματικότης στὴν δικαστικὴν κρίσιν. Κάποια, λοιπόν, παρεξήγησις ἔχει γίνει εἰς τὸ θέμα τῶν Δικαστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τονίζω αὐτό, διότι εἶναι βασικὸν τὸ θέμα τῆς συστάσεως Δικαστικῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀνεζητήθησαν ἀπὸ ἄλλους ἀξιοτίμους συναδέλφους καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν κ. Καλλίαν γνῶμαι περὶ τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν κυρίως εἰς ξένους, ἐν τούτοις νομίζω, ἴσως ἐγὼ πεζώτερος, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν τὶ λέγει ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας, ὄχι οἱ ἐπιστήμονες, ὁ πολιτικὸς κόσμος πῶς ἀντιμετωπίζει αὐτὸ τὸ θέμα. Κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπάρχει καμμία παράταξις ἡ ὁποία προκειμένου περὶ τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν νὰ μὴ ἔχῃ τοποθετηθῆ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Εἶπον τὶ γνώμην εἶχεν ἡ Ε.Κ. ὅταν ἦτο ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ ἐνεφανίσθη τοιοῦτον θέμα. Ὑπάρχει ὅμως μία παλαιοτέρα περίπτωσις. Τὸ 1951 εἶχε ζητηθῆ ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἔρευναν μιᾶς ὑποθέσεως ζακχάρεως, ἦτο τότε Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὁ κ. Ἀβέρωφ, Ὑπουργὸς τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου καὶ ἀξίζει νὰ ἀναφέρωμεν τὰς ἀπόψεις ὅλων τῶν πτερύγων τότε ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Θὰ ἀναγνώσω ἰδιαιτέρως τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Κανελλοπούλου, τοῦ σημερινοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, διότι εἰς πᾶσαν ἐποχὴν ἀξίζει πράγματι, ὅ,τι εἶχε πῆ τότε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἔλεγεν ὁ κ. Κανελλόπουλος τότε: ...... «Εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐπερωτώντων ὑπῆρξαν πολλὰ κενά, ὀφειλόμενα εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν κατεῖχον ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν κατεῖχεν οὔτε αὐτὸς ὁ κ. Ἀβέρωφ... νομίζω, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ἀβέρωφ θὰ ἔπρεπε νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ τὴν σύστασιν τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ διεφωτίσθην ἐπαρκῶς σχεδὸν πλήρως..... Ἀλλά.... δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ὥρας λαϊκῆς δυστυχίας... νὰ ἐκδηλοῦται ἐκ μέρους τῶν ἀσκούντων ὑπουργικὸν λειτούργημα καὶ ἐκ μέρους ἡμῶν τῶν μετεχόντων τῆς Βουλῆς δισταγμὸς εἰς τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῶν, τῶν ὁποίων σκοπὸς εἶναι ἡ διαφώτισις καὶ ἡμῶν καὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς.... Ἡ ἄποψις τοῦ Λ.Ε.Κ. δὲν εἶναι συνδεδεμένη μὲ καμμίαν ὑποψίαν.... ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἀρχῆς. Ὁσάκις ὑπάρχῃ ἄγνοια ἢ ἀμφιβολία, πρέπει νὰ ζητοῦμεν τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν....». Τὴν αὐτὴν ἀπολύτως θέσιν ἐλάμβανεν ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν μέρος ἐνεργὸν εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Εἶπε μεταξὺ ἄλλων: «Ὁ ἐπερωτώμενος Ὑπουργὸς ὁ κ. Ἀβέρωφ, θὰ προσέφερε μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμά μας.... (Ἀναγιγνώσκει)....». Τὸ αὐτὸ ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. Τσαλδάρης, ἀρχηγὸς τότε τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Τὴν αὐτὴν θέσιν ἔλαβε καὶ ὁ ἀείμνηστος Καλκάνης στέλεχος τοῦ κόμματος, τὸ ἴδιον καὶ ὁ ἀείμνηστος Καρτάλης, τὸ αὐτὸ δὲ καὶ ὁ ἀείμνηστος Σβῶλος, ὁ ὁποῖος, Συνταγματολόγος ἄλλωστε εἶπε: «Δὲν μένει τίποτε ἄλλο.... (Ἀναγιγνώσκει).....». Ἐπίσης ὁ ἀείμνηστος Τσουδερὸς συμφωνεῖ ἀπολύτως μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Κανελλοπούλου. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Σοφοκλῆς Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος δηλώνει: «Δὲν ἔχω ὑπόνοιαν καὶ δὲν δέχομαι, ὅτι ὑπάρχει μεμπτόν τι εἰς τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ μου, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις δὲ φοβεῖται τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ διὰ τοῦτο ἀφήνω ἐλευθέραν τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ καὶ ἐλευθέρους τοὺς φίλους νὰ ψηφίσουν κατὰ συνείδησιν περὶ τοῦ θέματος». Αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον σχεδὸν ὅλαι αἱ σημεριναὶ πτέρυγες τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν τὶ σημαίνει τὸ δεύτερον μέτρον, διότι τὸ μὲν πρῶτον μέτρον περὶ ἐλέγχου ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ὅπως εἶπον, εἶναι ἄνευ οἱασδήποτε σημασίας, πίπτει εἰς τὸ κενόν, διότι ἔλεγχος δικαστικὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, αἱ πράξεις παρεγράφησαν διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει εὑρίσκεται εἰς κάποιαν ἀντίθεσιν μὲ τὴν ἄποψιν ὅτι ἀφήνει τοὺς ἐλεγχομένους ἄνευ ἀμύνης. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ἐξ ἀρχῆς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀνταποκρίνεται καθόλου οὔτε πρὸς τὰς διακηρύξεις τῆς Ε.Κ. καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε πρὸς τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται πρὸς διερεύνησιν τῶν ἠθικῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα πιέζουν τὴν πολιτικὴν ζωήν. Δὲν προβλέπεται ἀποτελεσματικὴ ἀντιμετώπισις τοῦ προβλήματος αὐτοῦ. Καὶ εἰσέρχομαι συντόμως εἰς τὸ περιεχόμενον τοῦ Νομοθετήματος. Πρῶτον, προβλέπει ὑποβολὴν δηλώσεων διὰ τὰς ὁποίας ὡμίλησαν οἱ προλαλήσαντες εἰσηγηταί. Εἶναι θετικὸν τὸ στοιχεῖον ὅταν ζητῆται ὑποβολὴ δηλώσεως διότι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κάποιος ἔλεγχος, ἐπὶ τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τῶν ἐλεγχομένων προσώπων. Εἶναι ὅμως περιωρισμένος ὁ ἔλεγχος ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα διότι δὲν φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐπεκταθῇ εἰς ὅλους τοὺς δημοσίους κρατικοὺς λειτουργοὺς ὅπως προέβλεπε τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον καὶ ἄλλα νομοσχέδια, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν συγγενῶν του, περὶ τοῦ στενοῦ κύκλου τῶν ἐλεγχομένων προσώπων. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀσυγχώρητος ἡ ἐξαίρεσις ἀπὸ τὴν ὑποβολὴν τῆς δηλώσεως. Διὰ νὰ εἴμεθα συγκεκριμένοι ἐὰν ἐγεννήθησαν ψίθυροι καὶ ἐγεννήθησαν ζητήματα ἠθικῆς τάξεως κυρίως, ἐγεννήθησαν διὰ τοὺς συγγενεῖς τῶν κυβερνησάντων κατὰ τὴν τελευταίαν 10ετίαν. Σήμερον τοὺς ἀπαλλάσσομεν ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ὑποβολῆς τῆς δηλώσεως καὶ προβλέπεται μόνον κάποιος ἔλεγχος ὅταν γίνῃ δίωξις ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ ἀσκοῦντος ἢ ἀσκήσαντος τὸ δημόσιον λειτούργημα. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ καὶ παρεμπιπτόντως ἐλέγχεται καὶ ὁ τρόπος κτήσεως τῆς περιουσίας τῶν συγγενικῶν προσώπων. Εἶναι ἑπομένως στοιχεῖον ἡ δήλωσις ἄνευ οἱουδήποτε βοηθήματος τὸ ὁποῖον θὰ ὁδηγήσῃ ἄνευ οἱασδήποτε κρίσεως. Ἐν τούτοις, πρέπει νὰ ἐπισημάνω καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀνέφερε προηγουμένως ὁ κ. Μελᾶς, εἰς τὴν πρότασιν ὅμως τὴν ὁποίαν εἶχον καταθέσει 16 βουλευταὶ τῆς σημερινῆς πλειοψηφίας τῆς κυβερνητικῆς, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 8 ἀπὸ τοὺς 16 εἶναι σήμερον Ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἶχον ζητήσει τότε ὁ ἔλεγχος νὰ ἐπεκτείνεται εἰς ὅλα τὰ συγγενικὰ πρόσωπα καὶ ἡ δήλωσις νὰ γίνεται ἀπὸ ὅλα τὰ συγγενικὰ πρόσωπα καὶ ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἀσκοῦντας ἢ ἀσκήσαντας τὸ λειτούργημα. Ἐν τούτοις τὸ ἄρθρον 3 παρ. 2 προβλέπει, ὅτι μόνον θὰ σημειοῦνται εἰς τὰς δηλώσεις τὰ συγγενικὰ πρόσωπα, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑποβάλεται δήλωσις. Περαιτέρω ἡ μήνυσις δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπίσης εὐθέως νὰ στραφῇ κατὰ τῶν συγγενῶν τῶν ἐλεγχομένων προσώπων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 7 παρ. 6 μόνον τὰ πρόσωπα τὰ ἀσκοῦντα τὸ λειτούργημα ἠμποροῦν νὰ διωχθοῦν διὰ μηνύσεως ὄχι ὅμως οἱ συγγενεῖς ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχῃ στοιχεῖον ἀθεμίτου κτήσεως περιουσιακῶν στοιχείων δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος ὡς συγγενοῦς ἢ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἰδίου τοῦ ἀσκοῦντος τὸ λειτούργημα. Τρίτον διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, παρέχεται τὸ δικαίωμα μηνύσεως εἰς πάντα πολίτην μόνον δι’ ἀθέμιτον ἀπόκτησιν καὶ ὄχι διὰ ἀνακριβῆ δήλωσιν. Ὅταν ἕνας πολίτης λάβῃ γνῶσιν τῆς δηλώσεως καὶ γνωρίζῃ, ὅτι εἶναι ἀνακριβής, ὅτι δηλ. δὲν ἔχει ὅλα τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν διὰ ἀνακριβῆ δήλωσιν. Μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀθεμίτου κτήσεως μόνον διὰ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν δήλωσιν. Δὲν διασαφηνίζεται εἰς τὸ Νομοσχέδιον, μᾶλλον ἀποκλείεται ἐὰν ὁ μηνυτὴς εἶναι διάδικος. Δὲν δικαιοῦται νὰ παρίσταται διὰ δικηγόρου οὔτε εἰς τὸν ἔλεγχον οὔτε εἰς τὴν δίκην. Δὲν φαίνεται νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀσκήσεως τῶν ἐνδίκων μέσων ποὺ ἔχει ὁ κατηγορούμενος, ἄρθρον 2 παρ. 9. Ὑπ’ αὐτὰ ὅμως τὰ δεδομένα καθίσταται ἀπολύτως προβληματικὴ ἡ δίωξις ἀκόμη καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀθεμίτως ἀπέκτησαν περιουσιακὰ στοιχεῖα διότι πρῶτον ὑπάρχει μία διάταξις διώξεως διὰ ψευδῆ καταμήνυσιν κατὰ τοῦ μηνυτοῦ καὶ παντὸς συναιτίου, ἄρθρον 10 παρ. 3. Εἶναι μία πρωτότυπος διάταξις, διότι αὐτεπάγγελτος δίωξις ἁπλῶς ἐπὶ τῇ ἀθωώσει τοῦ κατηγορηθέντος δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν Ποινικὸν Κώδικα. Βεβαίως ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξουν περιπτώσεις ψευδοῦς καταμηνύσεως καὶ δίωξις διὰ ψευδῆ καταμήνυσιν, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν κρίνεται ἀπὸ τὸ ἐὰν θὰ ἀθωωθῇ ὁ κατηγορούμενος. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ μία ἀθώωσις λόγῳ ἀμφιβολιῶν. Ὁπωσδήποτε τὸ στοιχεῖον τῆς ἀθωώσεως ἀποτελεῖ κριτήριον διὰ τὴν δίωξιν. Ὅπως εἶναι δὲ διατυπωμένον φοβοῦμαι, ὅτι ὄχι κἂν ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 229 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος, ποὺ προβλέπει δόλον καὶ ψευδῆ καταμήνυσιν, ἀλλὰ ἁπλῶς διότι ἠθωώθη ὁ καταμηνυτὴς εἶναι δυνατὸν νὰ διωχθῇ ὁ μηνυτὴς διὰ ψευδῆ καταμήνυσιν. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν ἀνέφικτος καθίσταται ἡ αὐτεπάγγελτος δίωξις, ἡ ὁποία προβλέπεται εἰς τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως. Καὶ γίνεται ἡ αὐτεπάγγελτος δίωξις ἐκ τῶν στοιχείων, τῶν ὁποίων λαμβάνει γνῶσιν ἐκ τοῦ φακέλλου ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅταν ὑφίσταται περίπτωσις ἀνακριβοῦς δηλώσεως ἢ ἀθεμίτου κτήσεως. Ἀλλὰ ἀπὸ ποῦ θὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ Εἰσαγγελεύς; Οἱαδήποτε πληροφορία, θεωρεῖται μήνυσις, καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ τὴν δώσῃ πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ, ὅτι ἐνδεχομένως θὰ καθήσῃ κατηγορούμενος. Ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν θὰ ἔχῃ τὸ πληροφοριακὸν στοιχεῖον ἀπὸ τοὺς πολίτας τοὐλάχιστον, ἀπὸ ποῦ θὰ τὸ ἔχῃ; Εἶναι ἀκατανόητον. Ἐπίσης γίνεται λόγος περὶ διώξεως κατόπιν παραγγελίας τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀπὸ ποῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ ἔχῃ τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ τάδε ἢ τὸ τάδε περιουσιακὸν στοιχεῖον ἐκτήθη ἀθεμίτως, ἢ δὲν ἐδηλώθη, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ δήλωσις. Φοβοῦμαι λοιπόν, ὅτι μᾶλλον ἄλλό τι ἐπιδιώκεται διὰ τῶν διατάξεων αὐτῶν παρὰ ὁ κολασμὸς τῆς ἀθεμίτου κτήσεως ἢ τῆς παραβιάσεως τῶν διατάξεων αὐτῶν. Καὶ ἐνῷ, προκειμένου περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως προβλέπεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι κινεῖ τὴν διαδικασίαν ἐνάρξεως τῆς διώξεως, ἐὰν ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῶν ὁποίων θὰ λάβῃ γνῶσιν, κρίνῃ, ὅτι συντρέχει πιθανὴ περίπτωσις διὰ τὴν δίωξιν, προκειμένου περὶ τοῦ μηνυτοῦ δὲν ἀρκεῖ πιθανότης, δὲν ἀρκεῖ νὰ πιθανολογῇ, ὅτι ἀπέκτησε παρανόμως. Πρέπει νὰ εἶναι βέβαιος, διότι ἂν δὲν εἶναι βέβαιος θὰ καθήσῃ κατηγορούμενος στὸ σκαμνὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ θὰ ἀθωωθῇ ὁ καταμηνυτής. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ δίωξις καθίστανται δυσχερεῖς, πέραν τοῦ τυπικοῦ τῆς ἐνάρξεως τῆς διώξεως, διότι δυσχεραίνεται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀνεύρεσις τῆς ἀληθείας. Πρῶτον, ἡ ἀπειλὴ διώξεως κατὰ τοῦ μηνυτοῦ. Κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ κάποιος νὰ καταθέσῃ μήνυσιν πρέπει νὰ ἔχῃ δίπλα του τὸν νομικόν του σύμβουλον, διότι ἄλλως δὲν ἀποφασίζει. Ἀλλὰ ἐρωτῶ: Ποῖος δικηγόρος ἠμπορεῖ νὰ εἶναι βέβαιος 100% ἐξ ἀρχῆς, ὅτι μία ὑπόθεσις ἀγομένη ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου μὲ στοιχεῖα πολλὰ θὰ καταλήξῃ τελικῶς εἰς καταδίκην τοῦ κατηγορουμένου; Ποτὲ δὲν εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι μία ὑπόθεσις μὲ ὅσα ἁδρὰ στοιχεῖα καὶ ἂν προσέλθωμεν εἰς τὸ δικαστήριον, ὅτι ἡ ἀπόφασις θὰ εἶναι καταδικαστική. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβουλεύσῃ κανεὶς ἕνα πολίτην νὰ καταθέσῃ μήνυσιν μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι δὲν πρόκειται εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν νὰ ἀθωωθῇ ὁ κατηγορούμενος; Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἐμποδίζουν τὸν ἔλεγχον, διότι ἐμποδίζουν τὴν προσέλευσιν τῶν πολιτῶν. Μόνον αὐτεπαγγέλτως δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἔρευνα τῆς ἀκριβείας τῆς δηλώσεως, διότι δὲν ἐπιτρέπεται μήνυσις. Ἀλλὰ ὁ Εἰσαγγελεὺς μὲ ποῖα στοιχεῖα θὰ κρίνῃ τὸ ἀκριβὲς ἢ ἀνακριβὲς τῆς δηλώσεως; Μὲ ποῖα στοιχεῖα θὰ κρίνῃ αὐτεπαγγέλτως; Ἐπίσης ἐμποδίζεται ὁ ἔλεγχος διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ καταθέσεως μηνύσεως ἐναντίον τῶν συγγενῶν τῶν ἐλεγχομένων προσώπων τῶν ἀσκησάντων τὸ λειτούργημα. Ἰδίως ἐκεῖνο ποὺ περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐμποδίζει τὴν διερεύνησιν τῆς ἀληθείας καὶ ἑπομένως καὶ τὴν ἀποκατάστασιν καὶ προστασίαν τῆς τιμῆς τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι ἡ μυστικότης, ἡ ἀπόλυτος μυστικότης μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλει τὸ νομοσχέδιον τὸν ἔλεγχον περὶ τὴν κτῆσιν τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τῶν ἐλεγχομένων προσώπων. Ἀπαγόρευσις δημοσιεύσεως οἱουδήποτε ἐγγράφου, ἀπαγόρευσις ἀναγραφῆς εἰδήσεως ἢ πληροφορίας οἱασδήποτε ὅταν ἀρχίσῃ ἡ ἔρευνα. Καὶ τότε ἀπὸ ποῦ θὰ ὑπάρχουν στοιχεῖα διὰ τὴν ἔρευναν; Ἄν προσέλθῃ κἄποιος μάρτυς καὶ καταθέσῃ ἕνα νέον στοιχεῖον, πῶς θὰ συμβῇ ὁ μάρτυς αὐτὸς νὰ μὴ καθήσῃ κατηγορούμενος; Ἢ πῶς ὁ μάρτυς αὐτὸς θὰ λάβῃ γνῶσιν, ὅτι ἐνεργεῖται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλεγχος περὶ τοῦ τρόπου κτήσεως τῆς περιουσίας τοῦ τάδε προσώπου; Ὀρθῶς ἡ πρότασις νόμου τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει οἱ 16 βουλευταὶ τῆς Ε.Κ. ποὺ ἀνέφερον προηγουμένως ἔχει προβλέψει διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἐνάρξεως ἐλέγχου δι’ οἱονδήποτε πρόσωπον ἡ δήλωσις θὰ δημοσιεύεται εἰς τὸν τύπον ὑποχρεωτικῶς διὰ νὰ λαμβάνουν γνῶσιν οἱ πολῖται, διὰ νὰ συνεισφέρουν τὰ στοιχεῖα. Δὲν θὰ διαβάλουν, διότι εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου θὰ ἀπόκειται νὰ προχωρήσῃ. Θὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ὑλικὸν τὸ Δικαστήριον, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἢ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ περαιτέρω δίωξις. Θὰ δυνηθῇ ὅμως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ στοιχεῖα νὰ προσκομίσῃ εἰς τὸ Δικαστήριον. Μὲ τὸ τελευταῖον θέμα τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἀφήνεται ἀπολύτως ἐκτεθειμένον εἶναι ποίων πράξεων ἔλεγχον προβλέπει αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον καὶ ποίων πράξεων δίωξιν. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἀπολύτως κατανοητόν, νὰ ὑπάρξῃ συνειδητοποίησις τοῦ πράγματος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν βάσιν του προβλέπει μόνον διὰ τὸ μέλλον. Μόνον περιπτώσεις ἀθεμίτου κτήσεως διὰ τὸ μέλλον εἶναι δυνατὸν νὰ διώξῃ τὸ προβλεπόμενον Εἰδικὸν Δικαστήριον, προκειμένου περὶ τῶν προσώπων αὐτῶν. Ἀλλά, τότε τίθεται τὸ ἐρώτημα, τὶ θὰ συμβῇ μὲ τὸ παρελθόν, τὶ θὰ γίνουν αὐταὶ αἱ συμβάσεις, πῶς θὰ ἐρευνηθῇ ἡ περίπτωσις τῆς ΔΕΗ τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἔθεσεν ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς; Πῶς θὰ ἐρευνήσουν καὶ πῶς θὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸ βάρος τῶν κατηγοριῶν, τῶν ψιθύρων, τῆς διαβολῆς, ἂν θέλετε, ὁ πολιτικὸς κόσμος δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς συμβάσεις, δι’ ὅλα τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἐξετέλεσαν εἰς τὸ παρελθὸν αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι καμμία ἀπὸ τὰς περιπτώσεις αὐτάς, προκειμένου περὶ Ὑπουργῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀχθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον. Διότι προβλέπεται μόνον ἡ δήλωσις κλπ., ἀλλά, ἔρευνα ἀπὸ τὸ Δικαστήριον δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ διότι αὐταὶ κυρίως κατ’ ἐξοχὴν εἶναι πράξεις αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ Δημοσίου λειτουργήματος καὶ ἑπομένως ὑπάγονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν δωσιδικίαν τοῦ Νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ δικασθοῦν ἀπὸ τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Αἱ περιπτώσεις ἔχουν ἤδη παραγραφῆ. Συνεπῶς, δὲν θὰ γίνῃ κανεὶς ἔλεγχος. Καὶ ἔθεσα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὸ θέτω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ μεγάλο αὐτὸ θέμα. Ἐὰν ἀποφασισθῇ ὅ,τι ἔγινε διὰ τὸ παρελθόν, κλείει καὶ προχωροῦμεν διὰ τὸ μέλλον. Εἶναι καλὸν τὸ νομοσχέδιον, ποὺ ἀντιμετωπίζει μὲ τὸν τρόπον ποὺ ἀντιμετωπίζει. Ἀλλὰ δὲν θὰ πρέπει πλέον νὰ ὁμιλοῦμεν οὔτε περὶ ἠθικῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ Δημοσίου βίου, προκειμένου διὰ τὸ παρελθόν, οὔτε περὶ κολασμοῦ τῶν πράξεων τοῦ παρελθόντος. Εἰς τὸ Νομοσχέδιον δὲν παρέχεται οὐδεὶς κολασμός. Ἔχει μίαν διάταξιν Ἀντισυνταγματικήν, ὅτι θὰ μπορῇ νὰ ἀρχίσουν ἀνακρίσεις ἀπὸ τὸ Συμβούλιον διὰ πράξεις τοῦ παρελθόντος ἀλλὰ ὄχι διὰ νὰ γίνῃ δίωξις, ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ νέα κατάταξις φορολογικὴ αὐτοῦ τοῦ φορολογουμένου προσώπου. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δίωξις διὰ τὸ παρελθὸν διὰ πράξεις αἱ ὁποῖαι δὲν προεβλέπετο, ὅτι τότε θὰ ἀπετέλουν ἀδίκημα. Εἶναι τοῦτο σαφὲς καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βαυκαλιζώμεθα μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ γίνῃ κρίσις καὶ δίωξις, προκειμένου περὶ τοῦ παρελθόντος. Προκειμένου δὲ περὶ Ὑπουργῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἡ κρίσις, διότι ὑπάγονται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν δωσιδικίαν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Συνεπῶς, δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ λόγος περὶ τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ προβλέπεται, ὅτι μπορεῖ νὰ γίνῃ δίωξις διὰ τὸ παρελθόν, ἐφ’ ὅσον ἐσημειώθη παράβασις ποινικῆς τινος διατάξεως. Βεβαίως αὐτὸ ἠμπορεῖ, ἀλλὰ ἂς μὴ βαυκαλιζώμεθα δι’ αὐτό. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ Ὑπουργῶν καὶ περὶ πράξεων αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων των ἀποκλείεται. Εἶναι τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος, ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀδικήματος ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητός των, βεβαίως ἠμποροῦν νὰ διωχθοῦν. Καὶ ἐπίσης διὰ τὰ ἄλλα πρόσωπα, τοὺς μὴ Ὑπουργούς, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δίωξις, δίωξις ἀδικημάτων τοῦ παρελθόντος, ἂν ὑπῆρχε διάταξις ἰσχύουσα ὅταν ἐτελέσθησαν αὐταὶ αἱ πράξεις. Ἀλλὰ ὁμιλοῦμεν ἀπὸ τὸ 1946 καὶ ἤδη ἔχουν περάσει 18 χρόνια. Τὰ ἀδικήματα ἀπὸ 5ετίας καὶ πέραν ἔχουν παραγραφῆ διὰ ὅλους. Συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δίωξις καὶ ἔλεγχος. Συνεπῶς τί εἶναι αὐτὴ ἡ δήλωσις ἀπὸ τὸ 1946 τῶν περιουσιακῶν στοιχείων; Διότι διὰ κανένα δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δίωξις. Διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς καθόλου, διὰ τοὺς ἄλλους μόνον ἀπὸ 5ετίας καὶ ἐντεῦθεν. Καὶ διὰ μὲν τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι, ἀνασταλείσης τῆς παραγραφῆς ἐκ τῆς ἰδιότητος τοῦ βουλευτοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὑπόλοιπον χρόνου διὰ τὴν παραγραφήν. Τὰ ἄλλα ὁπωσδήποτε ἔχουν παραγραφῆ. Προβλέπεται ὡς νέον ἀδίκημα διὰ τὸ μέλλον ἡ κτῆσις κατὰ τρόπον ἀντίθετον πρὸς τὰ χρηστὰ ἤθη. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντισυνταγματικὴ διάταξις, περὶ τῆς ὁποίας εἶπον, διότι οὔτε ἀδίκημα ὑπῆρχε διὰ τὸ παρελθόν. Ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καμμία ἔρευνα καὶ φυσικὰ προκειμένου περὶ Ὑπουργῶν, ἐπαναλαμβάνω, ἔχουν παραγραφῆ αὐτά. Ἐν τούτοις, προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, «ὅτι περὶ ὅλων αὐτῶν θὰ κρίνῃ τὸ Συμβούλιον καὶ διὰ τοῦ βουλεύματος θὰ ἀποφανθοῦν ἐὰν ὑπάρχῃ κτῆσις ἀντιβαίνουσα εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ μπῇ εἰς τὸ Ἀρχεῖον ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ ἀπὸ τὰ Συμβούλια. Ἐπίσης, κ. βουλευταί, παρὰ τὰς ἐπιμόνους συστάσεις, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, δὲν περιελήφθη διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ προβλεφθοῦν καὶ αὐταὶ αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τρίτα πρόσωπα ἢ καὶ μικροτέρας συγγενείας, ἐκμεταλλευόμενα τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐλεγχομένου προσώπου, τοῦ Ὑπουργοῦ, φερ’ εἰπεῖν, καὶ ἐπωφελούμενα τῆς ἐμφανοῦς ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν ἤσκησεν ὁ Ὑπουργός, διὰ νὰ ἀποκτήσουν ὠφελήματα, ἀπέκτησαν ὠφελήματα ἀθεμίτως, εἴτε εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, εἴτε εἰς βάρος Νομικῶν Προσώπων, εἴτε εἰς βάρος καὶ ἰδιωτῶν ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐτῆς τῆς ἰδιότητος, αὐτοῦ τοῦ ἀσκοῦντος τὸ ὑψηλὸν λειτούργημα προσώπου, ἠναγκάσθησαν νὰ καμφθοῦν καὶ νὰ δώσουν παροχάς, αἱ ὁποῖαι δὲν εὑρίσκονται εἰς οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὰς ἀντιπαροχάς. Δὲν εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα θίγουν τὰς ὑπολήψεις καὶ τὴν τιμὴν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἂν συνηλλάγη κανεὶς μὲ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ λ)σμὸν τοῦ Δημοσίου, ἐπενέβη εἷς Ὑπουργός, ὄχι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἕνας Ὑπουργὸς ἐπενέβη καὶ ἐδόθησαν χαριστικῶς, ὠφελήματα περιουσιακὰ εἰς τὸ τρίτον αὐτὸ πρόσωπον, δὲν εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ, ἐπίσης ἀντικείμενον τοῦ ἐλέγχου; Ἐν τούτοις, οὐδεμία διάταξις προβλέπει, οὔτε δι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἀλλά, κ. βουλευταί, ὑπάρχει ἀκόμη τὸ τελευταῖον σημεῖον τοῦ βουλεύματος. Ὑπάρχει ἀκόμη μία περίεργος πράγματι διάταξις καὶ πρωτότυπος καὶ πρωτοφανὴς διὰ τὴν ποινικήν μας νομοθεσίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Προσεπαθήσαμεν νὰ ἀπαλειφθῇ. Ἐν τούτοις δὲν ἔγινε δεκτὴ ἡ ἄποψίς μας καὶ περιελήφθη εἰς τὴν τελικὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Προβλέπεται ἔκδοσις βουλεύματος, εἴτε ἀθωωτικοῦ, εἴτε παραπεμπτικοῦ καὶ ἔκδοσις ἀποφάσεως, εἴτε ἀθωωτικῆς, εἴτε παραπεμπτικῆς. Τὶ θὰ περιέχῃ; Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὅταν γίνεται μία μήνυσις δι’ ἓν ἀδίκημα συγκεκριμένον, τὸ βούλευμα λέγει: «αὐτὰ τὰ στοιχεῖα συντρέχουν διὰ παραπομπὴν εἰς τὸ ἀκροατήριον», καὶ παραπέμπεται εἰς τὸ ἀκροατήριον. Ἐὰν εἶναι ἀθῶος, λέγει, «δὲν συντρέχει περίπτωσις παραπομπῆς εἰς τὸ ἀκροατήριον». Τὸν κηρύσσει ἀθῶον. Τὸ ἴδιο λέγει καὶ ἡ ἀπόφασις. Ἢ κηρύσσομεν ἔνοχον καὶ καταδικάζομεν, ἢ δὲν ἀπεδείχθη, ὅτι συντρέχει περίπτωσις διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται καὶ ἀθωοῦται». Ἐδῶ τὸ βούλευμα δὲν θὰ λέγῃ αὐτό. Θὰ λέγῃ τὸ βούλευμα, θὰ ἀποφαίνεται διὰ τὸ ἀκριβὲς ἢ ἀνακριβὲς τῆς δηλώσεως, διὰ τὸ θεμιτὸν ἢ ἀθέμιτον τῆς κτήσεως.... (ἀναγιγνώσκει) ποὺ σημαίνει τί; Ὑποβάλλεται μία δήλωσις διὰ δέκα περιουσιακὰ στοιχεῖα. Ὑπάρχει μία πληροφορία, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλο ἕνα περιουσιακὸν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδηλώθη καὶ ἀρχίζει ἡ ἔρευνα καὶ φθάνει τὸ συμβούλιον εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅτι αὐτὸ τὸ ἑνδέκατον περιουσιακὸν στοιχεῖον εἶναι ἀνύπαρκτον καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει θέμα ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Πρέπει νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα ἀθωωτικόν. Θὰ λέγῃ τὸ βούλευμα ὄχι, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα διώξεως διὰ ἀνακριβῆ δήλωσιν, διότι δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ περιουσιακὸν στοιχεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐκινήθη ἡ διαδικασία, ἀλλά, ὅτι ἡ δήλωσις εἶναι ἀκριβής, διότι αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὴν δήλωσιν αὐτοῦ, ὑπάρχουν. Ἐὰν ὑπάρχῃ κάποιον περιουσιακὸν στοιχεῖον εἰς Βενεζουέλαν, Ἀργεντινήν, Κούβαν, ἢ δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀλλοῦ ἢ εἰς τὸ Παρίσι ἢ στὴν Ἑλβετίαν, θὰ πρέπει νὰ ἠξεύρῃ τὸ συμβούλιον, ὥστε πάντως εἰς τὸ Βούλευμα νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. τάδε. Καὶ προκειμένου περὶ θεμιτῆς ἢ ἀθεμίτου κτήσεως, ἐὰν κατηγορῆται, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα τὸ ἀπέκτησεν ἀθεμίτως, ἐὰν ἀποδειχθῇ τοῦτο θὰ διωχθῇ δι’ ἀθέμιτον κτῆσιν, ἐὰν δὲ βεβαιωθῇ τὸ ἀθέμιτον τῆς κτήσεως πρέπει νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα, ἀπόφασις, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι ὅλη ἡ περιουσία δὲν ἐκτήθη θεμιτῶς.
§91Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Σεῖς τὸ λέγετε.
§92Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἠξεύρετε καμμίαν ἀπόφασιν ποινικοῦ δικαστηρίου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι τὸν ἀθωοῦμεν διὰ τὴν συγκεκριμένην πρᾶξιν καὶ βεβαιοῦμεν, ὅτι κανένα ἀδίκημα δὲν ἔχει διαπράξει ὁ κατηγορούμενος εἰς τὴν ζωήν του; Λέγει καμμία ἀπόφασις ἔτσι; Ὑπάρχει περίπτωσις τοιαύτης ἀποφάσεως; Αὐτὸ ζητεῖτε, νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὅλα εἶναι καλά. Ἐὰν δηλαδὴ τὸ ἕνα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορήθη δὲν εἶναι ἀληθές, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι καλά. Ἐπομένως ζητεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ δοθῇ εἰς τὸ ἐλεγχόμενον πρόσωπον πιστοποιητικὸν ἠθικῆς ὑγείας καὶ ὄχι ἁπλῶς κρίσις περὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς περιουσιακῆς του καταστάσεως. Κύριοι βουλευταί, τελειώνων συμπεραίνω, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ παρελθόντος, δύναται νὰ ἐλεγχθῇ μὲ τὸ νομοσχέδιον. Συνεπῶς ὅτι λέγεται περὶ κυρώσεως καὶ περὶ κολασμοῦ τοῦ παρελθόντος, εἶναι ἀνύπαρκτον, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐπομένως καὶ τὰ δύο μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐξήγγειλε κατὰ τὴν τελευταίαν του ὁμιλίαν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἔρευνα διὰ τῶν δικαστικῶν προσώπων καὶ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀντιμετωπίζει καθόλου τὸ πρόβλημα τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς ἠθικῆς τοῦ Δημοσίου βίου. Δὲν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ζωὴν τὴν δημοσίαν τὰ προβλήματα τὰ ἠθικά, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν σήμερον εἰς τὴν ζωὴν τοῦ τόπου μας, εἴτε θέλομεν νὰ τὰ δεχθῶμεν, εἴτε νὰ τὰ ἀρνηθῶμεν. Δὲν τὰ ἀντιμετωπίζει οὔτε τὸ ἕνα μέτρον, οὔτε τὸ ἄλλο. Τὶ ἀπομένει; Ἐζητήσαμεν ὡρισμένας τροπολογίας κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ συμπληρωθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ περαιτέρω ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι οὔτε μὲ τὴν συμπλήρωσιν αὐτὴν εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον νὰ καλύψῃ τὸ μέγα αὐτὸ πολιτικὸν θέμα τοῦ ἐλέγχου τῆς δημοσίας ζωῆς, τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Αἱ πράξεις αἱ πολιτικαὶ τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, εἶναι πολιτικῆς φύσεως, πολιτικοῦ χαρακτῆρος κυρίως. Τὰ κριτήρια διὰ τὸν ἔλεγχόν των καὶ διὰ τὴν κρίσιν ἐπ’ αὐτῶν πρέπει νὰ εἶναι κυρίως πολιτικά. Ἐπομένως, βασικὸν μέτρον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ μέγα αὐτὸ ἠθικὸν πρόβλημα αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἕως τώρα καθιερωθῆ καὶ ἰσχύουν. Νὰ συμπληρωθῇ ὁ Νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, προκειμένου περὶ τοῦ μέλλοντος, μὲ παράτασιν τῆς προθεσμίας τῆς παραγραφῆς ἀντὶ τῶν τριῶν Συνόδων, νὰ γίνουν τρεῖς περίοδοι ἢ καὶ ἀκόμη περισσότεραι, προκειμένου δὲ περὶ τοῦ παρελθόντος, μὲ συμπλήρωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ ἐπιβληθοῦν ἀστικῆς φύσεως κυρώσεις δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διέπραξαν ἀθεμίτους πράξεις εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ λειτουργήσουν ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαί, διότι μόνον μὲ τὸν θεσμὸν αὐτὸν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἔλεγχος τοῦ βίου τῶν δημοσίων ἀνδρῶν διὰ τὴν τελευταίαν 10ετίαν. Μόνον ἔτσι εἶναι δυνατὸν νὰ διερευνηθοῦν καὶ νὰ διαλευκανθοῦν ὅλα τὰ ἠθικὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήθησαν. Δὲν βλέπω κανένα ἄλλον τρόπον δυνατὸν διὰ νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἔλεγχος. Ἢ λοιπὸν θὰ ἀποφασίσωμεν ὅτι, ὅ,τι ἔγινεν ἔγινεν καὶ οὐδεὶς λόγος περὶ κολασμοῦ ἢ ἐὰν δὲν τὸ ἀποφασίσωμεν αὐτό, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἔλεγχος ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι πολιτικὸς αὐτὴν τὴν στιγμὴν μὲ κριτήρια πολιτικὰ καὶ μὲ λειτουργίαν τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν. Εἶναι μία ἄποψις τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποδεχθῆ εἰς τὸ παρελθὸν ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος, ἀλλὰ καὶ αἱ σημεριναὶ πτέρυγες τῆς Βουλῆς. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατὶ τώρα ποὺ εὑρίσκεται εἰς ὀξὺ σημεῖον τὸ πρόβλημα τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ δημοσίου βίου, νὰ ἀρνηθῶμεν τὰς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπάς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξαρθῇ ἡ καθιέρωσις τοῦ θεσμοῦ τῆς λειτουργίας τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν, διότι εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὁ περιορισμὸς καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ δίωξις. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν κατ’ ἀρχήν, θεωροῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μέτρον διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, διὰ τὴν διαλεύκανσιν τῶν προβλημάτων, ὥστε νὰ λήξουν οἱ ψίθυροι καὶ αἱ σπερματολογίαι αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ διαβάλουν τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου.
§93Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Σεῖς τὴν διαβάλλετε. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι). Σεῖς τὴν διαβάλλετε μὲ τὴν γλῶσσαν σας.
§94Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὰς πράξεις σας σεῖς, ἔχετε διαβάλλει τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Ἀφήσατε λοιπὸν τὶς μεγάλες κουβέντες. Θὰ δεχθῆτε καὶ πρέπει νὰ δεχθῆτε χάριν τοῦ ἰδίου σας Κόμματος, τὸν ἔλεγχον. Ὁ ἔλεγχος πρέπει νὰ γίνῃ καὶ θὰ γίνῃ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ περιορισθῇ μὲ κανένα μέτρον καὶ μόνον ἔτσι θὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸ ἄγχος τῶν κατηγοριῶν ἡ πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου καὶ νὰ ἐξυψωθῇ πράγματι ὁ δημόσιος βίος καὶ οἱ δημόσιοι ἄνδρες. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δέχομαι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξουν ὡρισμένα μέτρα πρὸς τοῦτο. Ἡμεῖς δὲν θεωροῦμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ τὸ καταψηφίσωμεν μὲν κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ τὸ ψηφίσωμεν. Καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα μέτρα θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ παρελθόντος καὶ ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν μέτρων καὶ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα θὰ ἐφαρμόσῃ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐκκαθάρισις τοῦ παρελθόντος.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ἔχει τὸν λόγον.
§96Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀνταλλαγείσας μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τὸ ὁποῖον διηύθυνον καὶ τῆς ΔΕΗ, ἐπιστολάς, εἶναι ἀνακριβῆ. Τὰς ἀνταλλαγείσας τότε ἐπιστολάς, κατέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐὰν δὲν πλανῶμαι, τὰς ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας. Ἐὰν μὲν αἱ ἐπιστολαὶ αὗται εὑρίσκωνται εἰς τὸ προσωπικόν μου ἀρχεῖον, θὰ τὰς ἐπανακαταθέσω αὔριον. Ἐὰν δὲν εὑρίσκωνται, ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὰς ἐπανακαταθέσω μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας. Ποία ἦτο ἡ οὐσία τοῦ προβλήματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη ὁ κ. Ἠλιόπουλος; Διενεργεῖτο διαγωνισμὸς διὰ τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐποπτείαν τῆς κατασκευῆς τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ Ἀχελώου. Οἶκος συμμετασχών, παρεπονέθη, ὅτι ηὐνόει τάχα — ἐγώ, δὲν τὸ πιστεύω — ἡ ΔΕΗ ἄλλον ἀντίζηλον αὐτοῦ Οἶκον. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας, ἀπουσίαζεν. Ἐτηλεφώνησα εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα — συνήθη ἦσαν τοιούτου εἴδους παράπονα— καὶ τοῦ εἶπον: Πρῶτον, πὲς παρακαλῶ πολύ, νὰ λάβουν γνῶσιν οἱ πάντες τῶν προσφορῶν, δηλαδὴ αἱ ἀντίπαλοι Ἑταιρεῖαι, μετὰ τὸ ἄνοιγμα τῶν φακέλλων, τοῦ περιεχομένου τῶν φακέλλων, ὅπως γίνεται συνήθως εἰς ὅλους τοὺς διαγωνισμοὺς καὶ δεύτερον, πήγαινε καὶ σὺ ἐκεῖ νὰ μονογράψῃς, τὴν ὥραν τῆς ἀποκαλύψεως, τοὺς φακέλλους, διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα ὑπόνοια σκανδάλου. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα. Μίαν ὡραίαν ἡμέραν, ὅπως ἔχω διηγηθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ ὥραν 3 ἢ 3.30′, ἔρχεται μία ἐπιστολὴ τῆς ΔΕΗ. Κατὰ σύμπτωσιν, τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἀνέμενον εἰς τὴν οἰκίαν μου τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῆς ΔΕΗ, διὰ νὰ συζητήσω μαζί του ὑπηρεσιακὰ θέματα. Δὲν ἐπρολάμβανα καὶ πολλὰς φορὰς ἔβλεπον τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῆς ΔΕΗ εἰς τὸ σπίτι μου καὶ τὴν ὥραν τοῦ μεσημβρινοῦ γεύματος. Ἐπῆρα τὴν ἐπιστολὴν κατὰ σύμπτωσιν — ἠμποροῦσα καὶ νὰ μὴ τὴν εἶχον πάρει — καὶ τὴν ἀνέγνωσα εἰς τὸ αὐτοκίνητο, μεταβαίνων ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὸ σπίτι. Ἡ ἐπιστολὴ ἔγραφε, ὅτι — ἀπευθύνετο δὲ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας καὶ ἐκοινοποιεῖτο πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ — ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τάχα, διέταξεν ἀπὸ τηλεφώνου νὰ ἐπιδείξῃ ἡ ΔΕΗ τὰς προσφοράς της εἰς ἕνα μόνον Οἶκον. Φθάνω εἰς τὸ σπίτι μου καὶ εὑρίσκω ἐκεῖ — αὐτὰς σᾶς τὰ ἔχω εἴπει ἤδη, οἱ παλαιοὶ συνάδελφοι τὰ ἐνθυμοῦνται — τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῆς Δ.Ε.Η. Τοῦ λέγω: Τὶ εἶναι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Τὸ ἀναγιγνώσκει. Κάποιο λάθος ἔγινε, μοῦ λέγει. Θὰ τὸ ἀνακαλέσωμεν. Ἄλλα εἶπον ἐγὼ εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ ἄλλα ἔγραψαν οἱ Γραμματεῖς. Ἐπιπολαιότης ἦτο. Τὴν ἑπομένην καλῶ, μολονότι ἔστειλαν ἀνακλητικὸν ἔγγραφον εἰς τὸ γραφεῖον μου, καὶ τὸν πρόεδρον τῆς Δ.Ε.Η. καὶ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῆς Δ.Ε.Η., ὅλην τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας καὶ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ καὶ ἐνώπιον 10 ἀνθρώπων ὡμίλησα γλῶσσαν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ πρὸς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῆς ΔΕΗ, τὴν ὁποίαν ποτὲ δὲν ἔχω ὁμιλήσει εἰς τὴν ζωήν μου. Τοὺς ἔγραψα, ὅτι ἐγὼ διὰ τῆς διαταγῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωσα ἠθέλησα νὰ διασφαλίσω ἁπλῶς τὴν δημοσιότητα τοῦ διαγωνισμοῦ μετὰ τὴν διενέργειάν του. Ἐγὼ ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ κατοχυρώσω σᾶς κατὰ τὴν διενέργειαν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα νὰ βάλῃ τὴν ὑπογραφήν του τὴν ὥραν τοῦ ἀνοίγματος τῶν φακέλλων. Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ ὑπόθεσις. Ὅσα λέγω θὰ ἀποδειχθοῦν αὔριον δι’ ἐγγράφου. Τὸ τότε ἀνακῦψαν θέμα τῆς Δ.Ε.Η., κύριοι συνάδελφοι, μὲ συγχωρεῖτε, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε βεβαίως αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπηνίχθη ὁ κ. Ἠλιόπουλος. Ἄλλα ἦσαν τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν τὴν τότε Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ γνωστοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ὁποίου ἔγινεν ἡ ἀντικατάστασις τῆς διοικήσεως τῆς Δ.Ε.Η. συμφωνούντων ὅλων τῶν κομμάτων. Καὶ συμφωνούντων ὅλων τῶν κομμάτων ἐπρότεινα ἐγώ, κατόπιν ἰδικῆς μου πρωτοβουλίας, νὰ γίνῃ τριμελὴς ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτάτων δικαστικῶν, τοὺς ὁποίους δὲν ὥρισεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους διώρισεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἡ ὁποία ἐξήτασεν ὄχι αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, διότι αὐτὴ εἶναι λεπτομερειακὴ ὑπόθεσις, ἀλλὰ τὸ ὅλον θέμα τὸ τότε συζητηθέν, περὶ τῆς Δ.Ε.Η. Δὲν νομίζω, λοιπὸν κ. Πρόεδρε, καὶ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Ἠλιόπουλος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ ἑνὸς θέματος τοιαύτης φύσεως, θέματος διὰ τὸ ὁποῖον δικαιοῦμαι νὰ εἶμαι μόνον ὑπερήφανος, νὰ ὁμιλήσῃ καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησε καὶ νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τὴν διαδικασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡμίλησε, γνωρίζων φυσικά, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω μαζί μου καὶ τὰς ἐπιστολὰς καὶ τοὺς φακέλλους. Εἶπεν ὁ κ. Ἠλιόπουλος: Ἀναγιγνώσκω ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ὑπάρχουν φράσεις ἐν τῇ ἀγορεύσει «ἐπαναλαμβάνουν φράσεις τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν». Τοῦτο εἶναι ἀνακριβές, παραπλανητικὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ἠλιόπουλος τὸ κείμενον τοῦ σημερινοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διότι ὁ κ. Παπανδρέου εἶχε καὶ εἶχον ὅλοι εἰς τὴν Βουλὴν ἐμπρός των τὰς ἐπιστολὰς καὶ ἐσχολίαζε σημεῖα τῶν ἐπιστολῶν, καθ’ ὃν τρόπον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὰ σχολιάσῃ. Καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη. Τίποτε δὲν εἶπεν ἡ Βουλή, ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ἠλιόπουλος. Ποτὲ δὲν ἀπηύθυνα τοιοῦτον ἔγγραφον. Καὶ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀπηύθυνα εἰς τὴν Βουλήν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καθ’ ἕνας ἀπὸ σᾶς εἰς τὴν θέσιν μου, τοιοῦτον ἔγγραφον θὰ ἀπηύθυνε. Καὶ δὲν θὰ ἠρκεῖτο εἰς τὸ νὰ ἀπευθύνῃ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον καὶ εἰς τὸ νὰ κάμουν ἔγγραφον μετάνοιαν οἱ κύριοι, ἀλλὰ θὰ ἔκαμεν αὐτὸ τὸ ἀνδρικόν, τὸ ὁποῖον ἔκαμα ἐγώ, ποὺ τοὺς ἐκάλεσα ἐνώπιον 10 μαρτύρων, ἐνώπιον τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν τῶν δύο Ὑπουργείων καὶ τοὺς ἐξηνάγκασα ἐκεῖ, ὁμιλήσας, ἐπαναλαμβάνω, γλῶσσαν τὴν ὁποίαν οὐδέποτε εἰς τὴν ζωήν μου ἔχω ὁμιλήσει, νὰ ἐπαναλάβουν τὴν ὁμολογίαν των. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται, ἀπὸ δύο ἤδη ἐτῶν, εἰς χεῖρας ἑνὸς συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας, ἑνὸς ἀντιπροέδρου, νομίζω, τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἑνὸς μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Οἱ κύριοι αὐτοί, εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν ἐκλήθησαν νὰ κρίνουν δι’ αὐτὴν τὴν λεπτομερειακὴν ὑπόθεσιν.
§97Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Καὶ πῶς τοὺς ἔστειλαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα παραχρῆμα; Μεταγενεστέρως συνέστη ἡ ἐπιτροπὴ αὐτή, ἡ ὁποία βεβαίως ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνωτάτους δικαστικοὺς καὶ ἀναμένουν τὸ πόρισμα. Ἀλλὰ ἀπομένει ἡ ἀπορία.
§98Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου νὰ διηγηθῶ καὶ τὴν συνέχειαν. Ἐὰν θέλετε καὶ τὴν συνέχειαν, θὰ σᾶς παραπέμψω εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται τώρα νὰ ἀρχίσωμε νὰ ξανασυζητοῦμεν, ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην τῆς Δ.Ε.Η. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τότε καὶ ἡ συμπολίτευσις καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐπὶ τούτου τοῦ σημείου, εἶχον συμφωνήσει. Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Ὅμως ἁπλῶς καὶ ὁ κ. Ἡλιόπουλος, πρὶν κάμῃ τοιούτου εἴδους ὑπαινιγμόν, διότι ὅλοι ἐδῶ εἰς τὴν αἴθουσαν εἴμεθα μεταξύ μας γνωστοί, ὅλων καὶ ὁ δημόσιος καὶ ὁ ἰδιωτικὸς βίος καὶ ὁ τρόπος τῆς συμπεριφορᾶς εἶναι γνωστός, πρὶν κάμῃ τοιοῦτον ὑπαινιγμόν, στρεφόμενος προσωπικῶς ἐναντίον μου, θὰ ἔπρεπε ὁ κ. Ἡλιόπουλος νὰ εἶχε συνείδησιν περισσοτέραν τοῦ λόγου του. Εἶναι μία μετριοπαθὴς ἔκφρασις, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζομαι καὶ ἡ μετριοπάθεια ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι δὲν θέλω νὰ συμβάλω εἰς τὴν παρεκτροπὴν τῆς συζητήσεως καὶ νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ κύριον θέμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομ)δίου. Πάντως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσω, κ. Πρόεδρε, παρὰ ἀπευθύνων μίαν βαρυτάτην μομφὴν κατὰ τοῦ κατελθόντος ἐκ τοῦ βήματος συναδέλφου, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἠθέλησεν ἐκμεταλλευόμενος τὸ γεγονός, ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὸ βῆμα, ὅτι δὲν εἶχε χαρτιὰ καὶ ἐκμεταλλευόμενος ἐπίσης τὸ γεγονός, ὅτι δὲν μοῦ ἐπέτρεπε κἂν νὰ τὸν διακόψω, ἠθέλησε νὰ δημιουργήσῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐντυπώσεις. Κύριε Ἡλιόπουλε, ὁ καθ’ ἕνας ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἔχει ὡρισμένην ἱστορίαν, ἐγὼ φοιτῶ ἤδη περὶ τὰ 18 χρόνια, οἵας ἐντυπώσεις εἶχα νὰ δημιουργήσω, τὰς ἔχω δημιουργήσει καὶ ὅλοι οἱ συνάδελφοι, καὶ νομίζω καὶ ἀρκετὸν τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, γνωρίζουν τὶ εἶναι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καὶ ποία εἶναι ἑνὸς ἑκάστου ἡ ἠθικὴ ὑπόστασις. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§99Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσω ὡρισμένας ἐξηγήσεις. Ἐν πρώτοις, πρέπει νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Δ.Ε.Η., ἡ ὁποία, κατ’ ἀνάγκην, συνδέεται μὲ τὸν τότε Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν οἱασδήποτε κατηγορίας κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ ἀνέφερα καὶ τὸ ἐπεκαλέσθην ὡς ἓν στοιχεῖον ἐκ τοῦ ὁποίου ἐνῷ ἐτίθετο ἓν θέμα ἠθικῆς τάξεως, ἀπεδεικνύετο δὲ ἡ ὕπαρξις τοῦ θέματος ἀπὸ ἔγγραφα δημόσια, ἀνταλλαγέντα μεταξὺ Δ.Ε.Η. καὶ Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ, ἐζητήθη τότε ἐπιμόνως ἀπὸ τὸν σημερινὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἡ σύστασις Ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ διαλευκανθῇ τὸ θέμα καὶ ἐζητήθη αὐτό, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὸ ἴδιον νομοσχέδιον ποὺ συνεζητούσαμεν τότε, ὑπῆρχε διάταξις περὶ ἐλέγχου ἀπὸ δικαστὰς εἰς τὸ ἴδιον νομοσχέδιον. Παρὰ τοῦτο, ἐζητεῖτο ἐπιμόνως ἡ σύστασις Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Συνεπῶς, ὁ λόγος ποὺ μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸ νὰ κάμω χρῆσιν, συγκεκριμένως πλέον, αὐτοῦ τοῦ περιστατικοῦ, δὲν ἦτο νὰ ἀποδώσω καμμίαν κατηγορίαν εἰς κανένα ἀφοῦ ἄλλωστε, εἶναι ἀνεξερεύνητον τὸ θέμα. Ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁρισθεῖσα ἐκ δικαστῶν, δὲν ἔχει τελειώσει καὶ δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ τελειώσῃ ποτέ, τὸ λέγω δὲ αὐτό, διότι ἐλέχθη ὅτι αἱ Ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ βραδύνουν πολύ, διότι ἤδη εἶναι δύο χρόνια καὶ δὲν ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει θέμα οἱασδήποτε κατηγορίας. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ὑπάρχει τὸ πραγματικὸν γεγονός, ἐὰν ὑπάρχουν ἢ ὄχι τὰ ἔγγραφα. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ ἀπολύτως τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Παπαληγούρα, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη μὲν τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ ὄχι καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτῶν καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι ἔκαμα ἀποχωρισμὸν ὡρισμένων τμημάτων, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐντύπωσις ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας, ἡ κακὴ μόνον ἐντύπωσις. Ἀνέφερα ἀκριβῶς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράγματι ἐδημιούργει καὶ τότε καὶ δημιουργεῖ καὶ σήμερον τὸ ἠθικὸν πρόβλημα. Ὑπάρχει ἡ ἡγεσία ἑνὸς Ὀργανισμοῦ Κρατικοῦ, ὅπως ἡ Δ.Ε.Η., ἡ ὁποία ἡγεσία γράφει εἰς τὸν προϊστάμενόν της Ὑπουργόν, «ὅτι παρηκούσαμεν τὰς ὑπόπτους ἐντολάς σας διὰ τὴν προστασίαν τῶν εὐνοουμένων σας Οἴκων».
§100Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε.
§101Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διαβάζω ἔγγραφα, τὰ διαβάζει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἔκαμε πλαστογραφίαν ὁ κ. Παπανδρέου.
§102Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μοῦ δώσετε τὰ πρακτικὰ αὐτά;
§103Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως θὰ σᾶς τὰ δώσω. Μάλιστα λέγει, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε ὅτι εἶναι τὸ κείμενον κατὰ τὴν γνωστήν του φρασεολογίαν, λέγει: «Καὶ διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐξετίθετο ἐὰν ἐγίνοντο δεκταὶ αἱ ἄλλαι προτάσεις, παρηκούσαμεν, γράφουν, τὰς ὑπόπτους ἐντολάς σας, διὰ τὴν προστασίαν τῶν εὐνοουμένων σας Οἴκων. Ἡμεῖς θὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἰδικήν μας τακτικήν, διὰ νὰ διαφυλάξωμεν ἀπὸ διαβολὰς καὶ σᾶς καὶ ἡμᾶς». Συνεπῶς, ὅταν ὑπάρχουν τοιαῦται φράσεις εἰς δημόσια ἔγγραφα, ἀπευθυνόμενα ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους ἑνὸς Ὀργανισμοῦ, ὅπως ἡ Δ.Ε.Η., πρὸς τὸν προϊστάμενον Ὑπουργόν, ὑπάρχει ἤδη τεθειμένον ἠθικὸν πρόβλημα, χρειάζεται ἔρευνα καὶ τὸ ἐχρησιμοποίησα, διὰ νὰ εἴπω πῶς θὰ τὴν κάμωμεν σήμερον μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν παρέχει καμμίαν δυνατότητα καὶ δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνον ὁ τρόπος τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκτοτε εἶχε ζητήσει καὶ ὁ κ. Παπανδρέου.
§104Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πράγματι συνέβη αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον ἐγώ, ὑπάρχει σύγχυσις κρίσεως καὶ εἰσαγωγικῶν. Τὰ εἰσαγωγικὰ εἶναι καὶ αὐτὰ γραμμένα σωστά, διὰ νὰ εἴπουν ἁπλούστατα τὶ ὁ κ. Παπανδρέου ὁμιλῶν τότε ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν τὰ λέγει αὐτός, ἀλλὰ ἑρμηνεύει. Παρηκούσαμεν, λέγει τὸ ἔγγραφον, ἑρμηνείαν ἔκαμε τοῦ ἐγγράφου ὁ κ. Παπανδρέου εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Εἶπεν ἡ ΔΕΗ ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὰς συνηθείας μας, κακῶς δὲ εἶναι τὸ νὰ λαμβάνουν γνῶσιν ἐκ τῶν ὑστέρων ὅλοι τῶν φακέλλων. Εἶπεν ἡ ΔΕΗ ὅτι διαμαρτυρόμεθα, διότι μᾶς εἴπατε νὰ μονογράψῃ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς καὶ εἶπα ἐγὼ ὅτι δὲν ἐγνώριζα ὅτι κατὰ τὸ ἄνοιγμα τῶν φακέλλων πιθανὸν νὰ παρίστατο ὁλόκληρον τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ δι’ αὐτὸ εἶπα, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μονογράψῃ ὁ Γενικὸς Γραμματεύς. Εἶπα ἐπίσης, νὰ τεθῇ ἡ ὑπογραφὴ αὐτὴ καὶ διὰ μίαν μείζονα δημοσιότητα καὶ τοῦτο προκύπτει ἐκ τῶν κατατεθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ἐγγράφων καὶ δὲν προκύπτει ἀπὸ μίαν ἀγόρευσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν σταχυολογοῦμεν μίαν φράσιν, χωρὶς νὰ διαβάσωμεν ὅλας τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι ἀκολουθοῦν. Ἐπίσης πληροφορῶ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς κυρίους βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι διὰ πρώτην φορὰν ἐκλέγονται, ὅτι δὲν ἐζητήθη ποτὲ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, οὔτε ἀπὸ σᾶς ἡ σύστασις Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία καὶ τότε ἐθεωρήθη ἀσήμαντος. Ἐζητήθη ἡ σύστασις Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, δι’ ἄλλας ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ἄριστα γνωρίζετε καὶ εἴπομεν ὅτι αἱ ἄλλαι αὗται ὑποθέσεις δὲν δύνανται νὰ διερευνηθοῦν τόσον δι’ Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, ὅσον διὰ καθαρῶς ἀνακριτικῶν ὀργάνων. Ἐγὼ δὲν ἐπέτρεψα ποτὲ εἰς τὸν ἑαυτόν μου κρίσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν διαφόρων ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ΔΕΗ, οὔτε θὰ ἐπιτρέψω ἀπόψε, ἀφοῦ κριτὴς εἶναι ἡ Δικαιοσύνη. Ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέψω ἐγὼ τοιούτου εἴδους κρίσιν, πόσον μᾶλλον δὲν θὰ ἔπρεπεν ὁ κ. Ἡλιόπουλος, ἔστω καὶ ἐμμέσως, ἔστω καὶ μὲ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσε καὶ δὲν ἤθελε νὰ μὲ θίξῃ, ὡς εἶπε, πῶς θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναφερθῇ ὁ κ. Ἡλιόπουλος εἰς αὐτὸ τὸ θέμα. Ἐὰν ἤθελε νὰ διαλέξῃ θεωρητικὰ παραδείγματα, θὰ ἠδύνατο νὰ διαλέξῃ ἄλλα.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.00 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 11.30′ μ.μ.)