1964.06.19
2,460 rows · 19,299 words · 120 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47η
Παρασκευὴ 19 Ἰουνίου 1964
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως δὲν ἔχουν ἀκόμη ἐκτυπωθῆ καὶ ἑπομένως ἀναβάλλεται ἡ ἐπικύρωσις αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Παπαδάκης ἢ Στάϊκος ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν ἀπουσίας προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Λ. Λαγάκος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Λ. ΛΑΓΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Γκελεστάθης, καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ ἐλέγχου τοῦ ἐμπορίου τῶν ἐλαιῶν Ἀμφίσσης». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῆς περὶ ἐκλογῆς δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχῶν νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Μαυρίδης, Χ. Ἀποστολάκος, Κ. Πιαλόγλου καὶ Γ. Ἀναγνωστόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ προστασίας ἀναπήρων πολέμου καὶ εἰρηνικῆς περιόδου στρατιωτικῶν νομοθεσίας».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι τὴν χαρὰν ὅλων διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Σώματος, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἐπεσκίασεν ἡ ἐν ἀπουσίᾳ μου, ἐπακολουθήσασα κατὰ τὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, ὑποβολὴ σωρείας τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἄλλωστε, εἶχον δηλώσει ἐπανειλημμένως ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἰδίαν εἰς πολλοὺς κ.κ. βουλευτάς, ὅτι οὐδεμία ἀπολύτως τροπολογία ἀφορῶσα εἰς τὴν ὑπηρεσιακὴν κατάστασιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς θὰ ἐγίνετο ἀποδεκτὴ συζητουμένου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μέρους τοῦ Κανονισμοῦ. Τοῦτο ὑπέμνησεν καὶ ὁ Προεδρεύων χθὲς κ. Ἀντιπρόεδρος. Πᾶσα πρότασις ἀφορῶσα ὑπαλληλικὰ θέματα θὰ παραπεμφθῇ διὰ νὰ συζητηθῇ προηγουμένως ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν Διαρκῆ Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς μὲ πνεῦμα προσοχῆς καὶ δικαιοσύνης. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξετασθοῦν ὅλαι αἱ περιπτώσεις θὰ καταρτισθῇ νέον νομοσχέδιον τροποποιήσεως τοῦ ὑπαλληλικοῦ μέρους τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Θὰ εἶμαι δὲ λίαν εὐτυχὴς ἂν ἐπιψηφισθῇ ἐν καιρῷ καὶ τοῦτο μὲ ὅσην εὐχέρειαν ἐψηφίσθη ὁ Κοινοβουλευτικὸς Κανονισμός, ὥστε νὰ ἀποκατασταθῇ τάξις καὶ δικαιοσύνη μεταξὺ τοῦ τόσον συμπαθοῦς εἰς ὅλους μας προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύωνται τὰ ζητήματα αὐτὰ ἐξ ἀπίνης καὶ ἀκύρως, διότι ἀκύρως ὑπεβλήθησαν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος τροπολογίαι, καὶ δηλῶ εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι αἱ ὑποβληθεῖσαι χθὲς τροπολογίαι εἶναι ἄκυροι. (Χειροκροτήματα). Καὶ τοῦτο, διότι δὲν τὰς ἐπεξειργάσθη ἡ ἁρμοδία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Αὐτὴ ἦτο, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἡ ἔννοια τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου χθές, ὅτι γίνονται δεκταί, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν θὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὅτι θὰ εἰσαχθοῦν εἰς αὐτοτελὲς νομοσχέδιον, ὡς εἶχον δηλώσει καὶ ἐγώ. Καὶ ὁ κ. Βανδαλῆς ὑπέμνησε τὴν δήλωσίν μου, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ δεκτὴ οὐδεμία τροπολογία ἀφορῶσα τὸ προσωπικόν.
§6Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Πράγματι, κ. Πρόεδρε, εἴχατε δηλώσει χθές, ὅτι ὅλαι αἱ τροπολογίαι θὰ παραπεμφθοῦν προηγουμένως εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὑπάρχει, ὅμως, μία τροπολογία τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω ἐγὼ χθές. Ἡ τροπολογία αὐτή, κ. Πρόεδρε, εἶχε περάσει ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὁμοφώνως εἶχε γίνει ἀποδεκτὴ παρ’ αὐτῆς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχε περάσει ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ πάσχει καὶ ἡ τροπολογία αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἀκυρότητα. Καθ’ ἣν στιγμὴν εἶχε πανηγυρικῶς ὄχι μόνον ψηφισθῆ ἀλλὰ καὶ χαιρετισθῆ τὸ γεγονὸς, νὰ συζητηθοῦν ἐκ τῶν ὑστέρων τροπολογίαι διαρκούσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ ἄλλου νομοσχεδίου.
§8Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκω, ὅτι ἡ στάσις τὴν ὁποίαν λαμβάνετε ἐπὶ τοῦ θέματος εἶναι ὀρθή, καὶ σᾶς τιμᾷ αὐτὴ ἡ ἀντιμετώπισις ἡ γενναία τοῦ ζητήματος. Δὲν εὑρισκόμην χθὲς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Τροπολογίαι ὅμως δίκαιαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ μελετηθοῦν καὶ πρέπει νὰ ἔχουν τεθῆ ὑπ’ ὄψει καὶ ὑμῶν ὡς Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ἡμῶν, διὰ νὰ τὰς ἔχωμεν κἄπως μελετήσει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περνοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Διότι δίκαιαι ἦσαν τινὲς ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἐπέρασαν καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο κἂν λόγος. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀνισότης ἐπίσης εἶναι ἀπαράδεκτος. Ὑπάρχει βεβαίως μία τροπολογία, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀλαβᾶνος καὶ ἡ ὁποία, πράγματι ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐάν, κ. Πρόεδρε, διὰ λόγους ἀρχῆς, θεωρῆτε, ὅτι οὔτε ἡ τροπολογία αὐτή, δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ψηφισθεῖσα, δὲν θὰ ἔφερον ἀντίρρησιν. Σκεφθῆτε, ὅμως, μήπως, εἰδικῶς αὐτὴ ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία καὶ ἐμελετήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ψηφισθεῖσα. Ἀλλά, πάντως, ἡ θέσις τὴν ὁποίαν λαμβάνετε, εἶναι ἀξία τῆς ἀποστολῆς τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶ οὔτε αὐτὴν τὴν τροπολογίαν. Πράγματι εἰσήχθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὑπάρχει ἔκθεσις ἐπ’ αὐτῆς, ἀλλὰ ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὑπῆρξε πρότασις αὐτοτελὴς πάσχει καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἀκυρότητα, διότι εἰσήχθη παρατύπως καὶ παρὰ τὴν κατηγορηματικὴν δήλωσίν μου, ὅτι οὐδεμία διάταξις ἀφορῶσα τὸ προσωπικὸν θὰ συζητηθῇ καὶ παρὰ τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὰ πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἡ περίπτωσις εἶχεν ἐξετασθῆ καὶ ἐκρίνομεν, ὅτι εἶναι δικαία ἡ ἀποδοχή της. Θὰ παρεκάλουν, ὅπως, πρὸς ἀποφυγὴν κἄθε παρεξηγήσεως, ἀποσυρθῇ καὶ αὕτη, διὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ὅλον θέμα. Ὡς θὰ γνωρίζητε, εἰς τὰ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς ὑπάρχει ἔκπαλαι ἀταξία. Δὲν ὑπάρχουν δυστυχῶς εἰδικοὶ φάκελλοι καὶ πρὸ παντὸς δὲν ὑπάρχουν ὑπηρεσιακαὶ ἐκθέσεις, θὰ καταβάλλω ὅμως προσπάθειαν ὅπως ἡ κατάστασις τακτοποιηθῇ.
§10Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς κάμω μίαν πρότασιν καὶ θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν τὴν ἀποδεχθῆτε καὶ ὑμεῖς καὶ οἱ κ.κ. συνάδελφοι. Δεδομένου, ὅτι θὰ παραταθοῦν ἐπ’ ἀρκετὰς ἡμέρας ἀκόμη αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος, διὰ τὴν ψήφισιν ὡρισμένων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πιστεύω καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου αὐτῆς, θὰ ἦτο δυνατόν, νομίζω, νὰ κληθῇ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ ἐρευνήσῃ κἄθε περίπτωσιν καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, πρὶν ἢ λήξουν αἱ ἐργασίαι τῆς συνόδου, νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν διαφόρων περιπτώσεων. Πάντως νὰ ἔχωμεν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχομαι εὐχαρίστως, κ. Πρόεδρε, τὴν πρότασίν σας. Θὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ διὰ νὰ ἐξετασθοῦν. Θὰ εἶμαι δὲ εὐτυχὴς ἐάν, πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καταστῇ δυνατόν, νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ θέματος ἐπαναφέροντες τοῦτο. Εὐτυχὲς θὰ εἶναι ἂν κατορθωθῇ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ θέμα πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Θὰ ἤθελον ἐπίσης νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ἔγινε παρεξήγησις καὶ ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ θέματος τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ὁποῖον καὶ θὰ συζητήσωμεν ἀπόψε, διότι ἔφθασεν ἤδη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.). Καὶ παρετήρησα, ὅτι ἐνῷ τὸ θέμα ἐτέθη σαφέστατον, ἦτο ἄλλωστε γνωστόν, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν εἶναι 15.328 δρχ. —αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικὸν ὕψος αὐτῆς— καὶ δὲν ἔγινε παρὰ μία ἁπλῆ στρογγύλευσις τοῦ ἀριθμοῦ καθαρῶς λογιστικῆς φύσεως. Ἐδημιουργήθη ἐν τούτοις παρεξήγησις, ὅτι τἄχα ἦτο 13.000 καὶ τὴν ηὐξήσαμεν εἰς 15.000. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας καὶ ἀναμφισβήτητον τὸ ὕψος τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§12Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπιθυμῶ, κύριοι συνάδελφοι, ἐν πρώτοις νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι δὲν εὑρέθην παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰσηγήθη πρὸς τὸ Σῶμα, ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ὕψος τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Ὑπῆρξε παρεξήγησις, κακὴ συνεννόησις μετὰ τοῦ Προεδρείου καὶ ἀνέμενον, ὅτι εἰς ἄλλην ἡμέραν θὰ ἐγίνετο ἡ σχετικὴ συζήτησις. Ἐπειδὴ ὅμως μετὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ Σῶμα, ὁ ἡμερήσιος τύπος, πρωϊνὸς καὶ ἀπογευματινός, τῶν Ἀθηνῶν, ἐνεφάνισε τὸ πρόβλημα οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἀληθῆ του μορφὴν καὶ προδήλως ἔχουν ἐμφιλοχωρήσει παρεξηγήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πραγματικὰ δεδομένα, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ δώσω καὶ διὰ τὴν χρῆσιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἴσως ὀλιγώτερον τὸ χρειάζεται, ἀλλὰ πρὸ παντός, διὰ νὰ κατατοπισθῇ ἡ εὐρυτέρα κοινὴ γνώμη, τὰ πραγματικὰ δεδομένα τοῦ θέματος. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις κατόπιν τῆς ἀποφάσεως, ληφθείσης τὸν Νοέμβριον 1950, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς Ὑπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Γεωργίου Καρτάλη, συνεδέθη πρὸς τὰς ἑκάστοτε ἀποδοχὰς ἀνωτάτων κρατικῶν λειτουργῶν καὶ δὴ δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἡ σύνδεσις αὕτη, τροποποιηθεῖσα εἰς λεπτομερείας, διετηρήθη σταθερῶς καὶ συνεχῶς μέχρι τῆς 1ης Ἰανουαρίου τρέχοντος ἔτους. Ἡ σύνδεσις εἶχε λογικὴν καὶ διηυκόλυνε τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος, διότι ὑπῆρχεν αὐτομάτως ὁ συσχετισμὸς καὶ δὲν παρίστατο ἀνάγκη ἑκάστοτε νὰ τίθεται ἐνώπιον τοῦ Σώματος πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως, τὸ θέμα τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν βουλευτῶν. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε. Κ., ἡ πρώτη Κυβέρνησις, ὅταν ἀντεμετώπισε τὸ πρόβλημα τῶν ἀποδοχῶν τῶν κρατικῶν λειτουργῶν καὶ ἀπεφάσισε νὰ διαχωρίσῃ τοὺς δικαστικοὺς ἀπὸ τοὺς λοιποὺς κρατικοὺς λειτουργοὺς καὶ νὰ δώσῃ διακεκριμένην καὶ μισθολογικὴν θέσιν εἰς τοὺς δικαστικούς, προέβη εἰς τὴν σαφῆ καὶ ρητὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ αὔξησις, ἡ ὁποία ἐδίδετο τότε εἰς τοὺς δικαστάς, δὲν θὰ συνεπήγετο αὐτόματον αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Ἡ δήλωσις ἦτο βεβαίως δήλωσις πρακτική, ἦτο ὅμως καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ἀπολύτως δεσμευτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὸ Κόμμα τῆς Ε.Κ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον συνέβη, ἦτο νὰ δοθῇ καὶ εἰς τοὺς βουλευτὰς ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου τὸ 5% τῆς γενικῆς αὐξήσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς ὅλους τοὺς κρατικοὺς λειτουργούς. Δηλαδή, ἴσχυσε διὰ τοὺς βουλευτὰς ἡ κατωτέρα δοθεῖσα αὔξησις, κατετάγησαν οἱ βουλευταὶ εἰς τὴν χειροτέραν ἢ— ἐὰν θέλετε— εἰς τὴν ὀλιγώτερον εὐνοϊκὴν κατηγορίαν κρατικῶν λειτουργῶν. Ἡ ἀποζημίωσις αὐτὴ καταβάλλεται ἔκτοτε. Ὑπάρχει ὅμως θέμα νομιμοποιήσεως τῆς πραγματικῆς αὐτῆς καταστάσεως. Ὑπάρχει βεβαίως καὶ ἠκούσθη καὶ ἴσως ἔχει ἐπιχειρήματα καὶ ἡ ἄποψις ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ θέμα κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον προέβλεψεν αὐτὸ τὸ ὕψος τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως καὶ ἐφ’ ὅσον ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμός, περιλαμβάνων αὐτὴν τὴν πρόβλεψιν, παραλλήλως δὲ ἐδόθη καὶ ψῆφος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ε.Κ., ἡ ὁποία ἔθεσε ρητῶς καὶ σαφῶς τὸ θέμα εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις, ὑπάρχει τρόπον τινὰ προκριματικὴ ἀπόφασις τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι πρέπει νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ μία τυπικὴ πρᾶξις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία νὰ κατοχυρώνῃ τὴν ἀπόφασιν, διότι ἄλλως θὰ ἐκινδύνευε νὰ ὑπάρξουν ἀμφισβητήσεις ἢ πάντως συζητήσεις. Ἡ εὐθεῖα ὁδὸς εἶναι, κατὰ τὴν ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὀρθοτέρα καὶ ἡ ἐπιβεβλημένη. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ αὐτῇ, κύριοι συνάδελφοι, εἶχον ἤδη προβῆ εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι ὑπάρχει θέμα ἀνοικτόν, ἐκκρεμές, χωρὶς βεβαίως αὐτὸ ποσῶς νὰ σημαίνῃ ὅτι τὸ ὅτι ὑπάρχει θέμα σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῇ περαιτέρω ἡ ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν. Ἀντιθέτως, μάλιστα ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε παρέλειψε τὴν εὐκαιρίαν νὰ τονίσῃ— καὶ τὸ ἐτόνισα καὶ εἰς στενώτερον κύκλον τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος ἐθεώρησε καλὸν νὰ συστήσῃ ἐξ ἐκπροσώπων ὅλων τῶν Κομμάτων— ὅτι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως παραμένει ἀμετάβλητος καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε θὰ δεχθῇ συσχετισμὸν τῶν ηὐξημένων ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν μὲ τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ αὐτῇ, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι σαφές, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Σώματος, ὄχι μόνον δὲν σημαίνει ἐπαύξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ὅπως κακῶς ἐγράφη δυστυχῶς ἀπὸ ὅλας τὰς ἡμερησίας ἐφημερίδας, ἀλλὰ ἀντιθέτως σημαίνει μείωσιν ἢ— ἐὰν θέλετε— καθήλωσιν. Ὑπῆρχε καὶ ἕνα λάθος περὶ τοὺς ἀριθμούς. Τὸ ὕψος τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως σήμερον, μετὰ τὴν αὔξησιν τοῦ 5% εἶναι αὐτὸ περίπου, τὸ ὁποῖον προσδιορίζεται ὡς ἀπόλυτον ἀριθμητικὸν μέγεθος. Δὲν εἶναι ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις καὶ σήμερον 13.500 καὶ δὲν γίνεται 15.500 αὐξανομένη. Εἶναι ἀκριβῶς 15.318. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ἀριθμῶμεν μονάδες, ἀπὸ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεφύγαμεν ἀπὸ τὸν αὐτόματον συσχετισμόν, δίδω τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν στρογγυλευμένον. Κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἀρθῇ αὐτὴ ἡ παρεξήγησις καὶ πρέπει νὰ κατανοήσουν οἱ πάντες, ὅτι οἱ βουλευταὶ ὄχι μόνον δὲν αὐξάνουν διὰ τῆς κυβερνητικῆς προτάσεως τὴν ἀποζημίωσίν των, ἀλλὰ ἀποδέχονται τρόπον τινὰ νὰ τεθοῦν εἰς τὴν κατωτέραν κατηγορίαν τῶν κρατικῶν λειτουργῶν. Καὶ αὐτὴ ὑπῆρξε καὶ ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως. Πέραν δὲ τούτου, κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἄποψιν ἑκάστοτε, διότι φυσικὰ εἶναι δυστύχημα, εἶναι δυσάρεστον, ὅτι ἔλλειψεν ὁ αὐτόματος συσχετισμός, ἑκάστοτε θὰ δίδωνται εἰς τοὺς βουλευτὰς αὐξήσεις τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἐφ’ ὅσον προκύπτει θέμα ἀνάλογον μὲ τὴν μέσην αὔξησιν, ἡ ὁποία θὰ δίδεται εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας μισθωτούς, εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας ἐργαζομένους. Πέραν τούτου, κύριοι, τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἰσηγήθη, μὲ συμφωνίαν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ δεύτερον σκέλος τῆς προτάσεως, νὰ δοθῇ δηλαδὴ εἰς ὅλους τοὺς βουλευτὰς τὸ δικαίωμα, νὰ ἀποκτήσουν ἕνα γραμματέα, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὰς ἀποδοχὰς γραμματέως Αʹ τάξεως καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ὑποβοηθῇ τὸν βουλευτὴν εἰς τὸ ἔργον του, εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων του. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν δυσκολεύομαι καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς βουλευτής, διότι αὐτὰ τὰ θέματα δὲν εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς ἡ Κυβέρνησις εἰσηγεῖται, νὰ εἴπω, ὅτι εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν πρότασιν, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι καινοφανής. Καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν θητείαν μου, ἡ ὁποία ἀρχίζει νὰ εἶναι μακρὰ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ ὑποθέτω καὶ ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι, θὰ συνομολογήσητε, ὅτι τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ αὔξησις τοῦ φόρτου τῆς ἀπασχολήσεως τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ὑπέρμετρος. Ἐὰν τὰ πρῶτα χρόνια, ποὺ εἰσῆλθον καὶ ἐγὼ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τὸ 1947, 48, 49, ἦτο δυνατὸν ὁ βουλευτὴς νὰ ἀντεπεξέλθῃ μόνος εἰς τὸν φόρτον τῶν καθηκόντων του, σήμερον— αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν— ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς βοηθοῦ. Καὶ αὐτὸν τὸν βοηθόν... (Θόρυβος, ψίθυροι, κωδωνοκρουσίαι).
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα ἀπέκτησε τὴν ἀνάγκην αὐτήν;
§14Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Ὑπουργέ: Καὶ σεῖς ὡς βουλευτὴς ἐπαρχίας, πόσους εἴχατε διὰ νὰ διεκπεραιώνετε ὡς βουλευτὴς τὰς διαφόρους ὑποθέσεις;
§15Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριοι συνάδελφοι θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ πλείονας βοηθούς; Δὲν δυσκολεύομαι νὰ συμφωνήσω μαζί σας, ὅτι αἱ ἀνάγκαι πιθανώτατα εἶναι περισσότεραι, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ πρότασις εἶναι τὸ ἐλάχιστον λογικῶς δυνατὸν ἐπίπεδον διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν. Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ἐκεῖ σταματοῦν αἱ ἀνάγκαι τῶν βουλευτῶν· εἶναι βέβαιον ὅμως, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τὰς ὁποίας ὑπαγορεύει ἡ ἄσκησις τῶν καθηκόντων τοῦ βουλευτοῦ, ἡ ἔνορκος ἄσκησις τοῦ λειτουργήματός του, εἶναι προδήλως πολλαπλάσιαι τῶν ὅσων ἦσαν αἱ ἀνάγκαι αὐταὶ εἰς τὸ παρελθόν. Μὲ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, συμφωνούσης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπέβαλε τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεώς του. Πέραν τούτου, κ. συνάδελφοι, εἰς τὸν σημερινὸν Τύπον ἀνεγράφησαν τινὰ καὶ περὶ ἄλλων θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐπεθύμουν δι’ ὀλιγίστων νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸ Σῶμα. Ἀνεγράφη εἰς ἀπογευματινὴν ἐφημερίδα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ εἰσηγηθῇ τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων παραστάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν. Ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὸ Σῶμα καὶ τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην περὶ τῶν πραγματικῶν δεδομένων καὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ἱστορικῶς, κ. συνάδελφοι, ἂν ἀνατρέξῃ κανεὶς — καὶ θὰ καταθέσω ἕνα σημείωμα διὰ τὴν ἐνημέρωσιν τοῦ Σώματος — θὰ διαπιστώσῃ, ὅτι ἤδη ἀπὸ τῆς προπολεμικῆς περιόδου καὶ ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ, τὰ πρῶτα χρόνια μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, τὰ ἔξοδα παραστάσεως, ἢ ὁ μισθός, ὅπως ὀνομάζετο, τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκοντο εἰς ἐπίπεδα ὑπερβαίνοντα σταθερῶς, ὑπερβαίνοντα πάντοτε τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐν συνεχείᾳ, ἀπὸ τοῦ 1950, ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν μισθολογικῶν θεμάτων καὶ μὲ τὴν σταθερὰν καθήλωσιν τῶν ἀποδοχῶν εἰς τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθησαν τότε, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ Σῶμα ὅτι ὁ μηνιαῖος μισθὸς τὸν ὁποῖον λαμβάνει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι 3.600 δραχμαί, καὶ ὁ μισθὸς τὸν ὁποῖον λαμβάνουν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ Ὑφυπουργοὶ εἶναι 2.400 δραχ. Προσωπικῶς, οὐδέποτε ἀπέκρυψα τὴν ἀντίληψιν, ὅτι αἱ ἀποδοχαὶ αὐταὶ δὲν εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς θέσεως καὶ τοῦ Προέδρου καὶ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ νομίζω, ὅτι πρὸς ὄφελος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εἶναι νὰ ἔχουν οἱ Κυβερνῶντες στοιχειωδῶς τὰ μέσα ἐκ τοῦ Δημοσίου προϋπολογισμοῦ νὰ ζοῦν καὶ νὰ μὴ δημιουργῆται τὸ ἐρωτηματικὸν πῶς ζοῦν τυχὸν ὅσοι δὲν ἔχουν ἰδίους πόρους. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν πάντοτε, ἐγὼ προσωπικῶς ὑπεστήριξα τὴν ἄποψιν ὅτι θὰ ἔπρεπε κἄποτε μία Βουλὴ νὰ ἀναλάβῃ μίαν πρωτοβουλίαν ρυθμίσεως τοῦ θέματος, ἀπὸ τῆς προσεχοῦς ὅμως βουλευτικῆς περιόδου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, κ. συνάδελφοι, πράγματι ἡ Κυβέρνησις νομίζω, ὅτι ὑπάρχει θέμα, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὸ τὴν ἀπαράβατον προϋπόθεσιν ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Σώματος θὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ τὴν μέλλουσαν Βουλήν. Ἀντιλαμβάνεσθε...
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπὸ τώρα...
§17Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἡ προσωπικὴ εὐαισθησία τοῦ Κόμματος ποὺ κυβερνᾷ καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται σήμερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν θὰ τοὺς ἐπέτρεπε ποτὲ νὰ δεχθοῦν τὴν ρύθμισιν τοῦ θέματος διαρκούσης τῆς παρούσης Βουλῆς. Καὶ εἶναι τελείως ἀδιάβλητος οἱαδήποτε ἀπόφασις ληφθῇ προπαντός, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ γεγονότος, ὅτι διανύομεν τὸν τέταρτον μῆνα τῆς τετραετίας τῆς περιόδου τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη χρονικὴ ἀπόστασις ἢ πάντως ἀρκετὴ ἀπόστασις μέχρι τῶν προσεχῶν ἐκλογῶν, καὶ οὐδεὶς γνωρίζει ποῖον κόμμα θὰ κερδίσῃ. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη αὐτὸ τὸ πρόβλημα νὰ λυθῇ. Καὶ τέλος, κ. συνάδελφοι, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸ ἐγράφη ὑπὸ τύπον μικρᾶς εἰδήσεως, ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι διὰ τὴν Κυβέρνησιν χωρὶς νὰ εἶναι ἄμεσον πρόβλημα, ὑπάρχει πράγματι θέμα ρυθμίσεως, κατὰ τρόπον λογικὸν καὶ δίκαιον, τῆς ἀτελείας τῆς βουλευτικῆς ὅσον ἀφορᾷ τὰ τηλεγραφήματα καὶ τὰ τηλεφωνήματα. Βεβαίως τὸ δικαίωμα εἶναι κατωχυρωμένον ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Βεβαίως, οὐδεμία πρόθεσις ὑπάρχει νὰ παραβιασθῇ ἕνα δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἔδωσεν. Ἀλλὰ ἡ ρύθμισις ἐντὸς λογικῶν καὶ ἐπαρκῶν πλαισίων, ἑνὸς συνταγματικῶς κατωχυρωμένου δικαιώματος τῶν βουλευτῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν προσεχῶς, δὲν εἶναι καθόλου τοῦ παρόντος, ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσηγηθῇ τὰς ἀπόψεις της πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Τέλος, κ. συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται γενικώτερον εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας, ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἔχει τὴν ἐντύπωσιν, ἔστω καὶ ἂν διαθέτῃ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Σώματος, ὅτι δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις χωρὶς νὰ συμβουλεύεται καὶ νὰ ἀκούῃ τὰς ἀπόψεις τῶν ἄλλων κομμάτων. Τὴν ἀρχὴν αὐτήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀγόμεθα, τὴν ἐπραγματοποιήσαμεν ἤδη. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ἐν συμφωνίᾳ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, προῆλθεν εἰς τὴν συγκρότησιν αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἀκούσῃ ἐγκαίρως ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰς ἀπόψεις τῶν ὑπολοίπων κομμάτων, διότι, ὅπως εἶπον, πάντοτε εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν θεμάτων αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις θὰ συμβουλεύεται καὶ τὰ ὑπόλοιπα κόμματα. Διότι πιστεύει, ὅτι θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν προσωπικήν, ἂν θέλετε, κατάστασιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, δὲν ἐπιτρέπεται καὶ δὲν συγχωρεῖται νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν κομμάτων τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι βέβαιον— καὶ τὸ πιστεύομεν ἀκλονήτως— ὅτι ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα πιστεύουν εἰς τὸ πολίτευμα καὶ τὴν Δημοκρατίαν, ἔχουν ἴσον συμφέρον καὶ ἴσον ἐνδιαφέρον νὰ κρατηθῇ ὑψηλὰ ἡ πολιτικὴ ζωὴ τῆς χώρας. Καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ αὐτῇ καὶ μὲ αὐτὸ τὸ πρῖσμα ἡ Κυβέρνησις, ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, θὰ ἀντιμετωπίσῃ ὅλα τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε τίθενται εἰς τὸν τομέα αὐτόν. (Χειροκροτήματα).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε., ἔχει τὸν λόγον.
§19Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἀρχίσω μὲ τὸ θέμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπεράτωσε τὸν λόγον του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ τὸ θέμα τῆς ἀποζημιώσεως, τοῦ «μισθοῦ», ὡς λέγεται, τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀνέκαθεν, δηλαδὴ ἀφ’ ὅτου ἐσημειώθη αὐτὸ τὸ περίεργον φαινόμενον τῆς καταπληκτικῆς μειώσεως τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπεστήριζα— καὶ τὸ εἶχον ὑποστηρίξει καὶ κατὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἤμην μέλος τῶν τελευταίων Κυβερνήσεων— ὅτι θὰ ἔπρεπε ὁ Ὑπουργός, ἐφ’ ὅσον λαμβάνει μισθόν, νὰ λαμβάνῃ πράγματι μισθὸν καὶ νὰ μὴ πρόκειται περὶ μιᾶς εἰκονικῆς ἐνεργείας, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐν τῷ Κράτει ἱεραρχίας. Δὲν εἶναι νοητὸν νὰ λαμβάνῃ ὁ Πρωθυπουργὸς 3.600 δραχ. τὸν μῆνα καὶ ὁ Ὑπουργὸς 2.400— διότι αὐτοὶ περίπου εἶναι οἱ «μισθοί». Συμφωνῶ ἀπολύτως, ἑπομένως, μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβουν οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν κορυφὴν τῆς κρατικῆς ἱεραρχίας τὸν μισθόν, τὸν ἀντιστοιχοῦντα εἰς τὴν μεγάλην ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἐκπληροῦν — ἂν τὴν ἐκπληροῦν καλῶς ἢ κακῶς τὸ κρίνει ὁ λαός— πάντως, ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατέχουν, εἶναι συνδεδομένη μὲ μεγάλην καὶ βαρυτάτην ἀποστολήν. Χθὲς μάλιστα ἰσχυρίσθην ὅτι θὰ ἔπρεπε ἡ Βουλή, ἄσχετα μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν λόγῳ εὐθιξίας κάμνει ἡ Κυβέρνησις, νὰ δεχθῇ ὅπως ἰσχύσῃ ἡ μεταβολὴ αὐτή, ἡ αὐτονόητος, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε ἀπὸ ἐτῶν νὰ εἶχε γίνει — καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶχον κατορθώσει νὰ τήν πραγματοποιήσω πείθων τοὺς ἁρμοδίους κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν— νὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ τοῦδε. Ἄλλωστε ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ καὶ αὐτὴ ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία περιέχει καὶ μικράν τινα πρόβλεψιν πολιτικήν, ἀλλὰ καὶ μικράν τινα σάτιραν, οὐδεὶς γνωρίζει ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς σημερινῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς περιόδου, ἡ ὁποία ἤρχισε μὲ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Φεβρουαρίου, ποῖος θὰ εἶναι Πρωθυπουργὸς καὶ ποῖοι θὰ εἶναι Ὑπουργοί. Ἑπομένως ἀδιάβλητον θὰ εἶναι καὶ ἐὰν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τὸ δεχθῇ. Ἔρχομαι, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, εἰς τὸ θέμα τῶν βουλευτῶν. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διότι δὲν εἶναι τὸ θέμα τόσον ἁπλοῦν, ὅσον τὸ παρουσίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Κύριοι, ὁ βουλευτὴς ἔχει διαβληθῆ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγω, δὲν ἀφορᾶ κανένα ἐκ τῶν συγκεκριμένων προσώπων. Ἔχει διαβληθῆ γενικῶς. Δὲν γνωρίζω ποῖοι παράγοντες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέβαλαν εἰς τὴν διαβολὴν τοῦ βουλευτοῦ. Ὑπάρχει κἄποια κακία διάχυτος ἔναντι τῶν ἀσκούντων αὐτὸ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀσκοῦμε ὅλοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Μᾶς ἐκλέγουν καὶ ἐν τούτοις ἐκφράζουν καὶ μίαν κἄποιαν ἀμφιβολίαν ἐὰν καλῶς ἔπραξαν ἐκλέγοντες ἡμᾶς, γενικῶς ὅλους καὶ ὄχι συγκεκριμένους ἐξ ἡμῶν, καὶ ὑπάρχει καὶ μία διάθεσις κριτικῆς ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἀσκοῦμε τὰ καθήκοντά μας. Ἐν πρώτοις γίνεται δυσφήμησις τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τῆς πληροφορίας, ἡ ὁποία συνεχῶς δημοσιεύεται εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων λειτουργεῖ ἡ Βουλή. Βεβαίως, καλὸν θὰ ἦτο οἱ κ.κ. συνάδελφοι νὰ ἔρχωνται τακτικώτερον, ἀλλὰ ἐγὼ γνωρίζω ὅτι οἱ περισσότεροι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔρχονται, ἀπουσιάζουν οὐχὶ διότι δὲν θέλουν νὰ ἐκτελέσουν τὰ καθήκοντά των, ἀλλὰ διότι ἔχουν ἄλλα παράλληλα καθήκοντα συνοδευόμενα ἐπίσης μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ. Ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ φροντίσουν νὰ κάμουν καλυτέραν κατανομὴν τοῦ χρόνου, ἴσως πταίουν, διότι δὲν κατορθώνουν νὰ ὑπερνικήσουν αὐτὰς τὰς δυσκολίας, ἀλλὰ δὲν ἀδιαφοροῦν ἀπέναντι τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἔλαβον. Ἀπὸ πρωΐας δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὸν λαὸν ὑπὸ τὰς διαφόρους ἐκείνας μορφάς, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἰς τὰς Μεσογειακὰς χώρας καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα σημειοῦται ἡ ὑπηρεσία αὐτή. Δὲν εἶναι νοητὴ ἡ μορφὴ τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς πρωΐας, ἀνεβοκατεβαίνοντες τὰ σκαλοπάτια τῶν Ὑπουργείων, προσφέρουν εἰς τὸν λαόν, δὲν εἶναι νοητὴ εἰς τὰς Σκανδιναυϊκὰς χώρας, διότι ἐκεῖ δὲν εἶναι ἀναγκαία, ἐδῶ εἶναι ἀναγκαία, ἄρα πρέπει νὰ θεωρηθῇ καὶ νοητὴ καὶ εἶναι νοητὴ ἀπὸ τὸν λαόν. Ἐν τούτοις δὲν γίνεται ἐκ μέρους τοῦ Τύπου —καὶ κάμνω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔκκλησιν πρὸς τὰς ἐφημερίδας ὅλων τῶν Κομμάτων νὰ προσέξουν τὸ σημεῖον αὐτὸ— δὲν γίνεται ἐκ μέρους τοῦ Τύπου ἡ δέουσα ἔξαρσις αὐτῆς τῆς ἐξαιρετικὰ κοπιώδους ἐργασίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλονται οἱ βουλευταί. Κύριοι συνάδελφοι, μὲ ὅ,τιδήποτε καὶ ἐὰν πράξωμεν ἡμεῖς ὁσάκις εἴμεθα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅ,τιδήποτε καὶ ἐὰν πράξῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις θεωροῦσα ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπροσέξαμεν τὸν λαὸν καὶ ἐκείνη τὸν προσέχει, ἐὰν οἱ βουλευταὶ δὲν κάμουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κάμνουν ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὰ καθ’ ἕκαστα προβλήματα πολλάκις καὶ ἀτόμων, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μία σχετικὴ τοὐλάχιστον ἰσορρόπησις τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀδικίας μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν μας.
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν λειτουργεῖ τὸ Κράτος.
§21Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὅτι δὲν λειτουργεῖ τὸ Κράτος, δὲν εἶναι δυνατὸν εὐκόλως νὰ λειτουργήσῃ, διότι εἶναι πάρα πολλὰ τὰ προβλήματα καὶ διότι εἶναι πάρα πολλὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀνάγονται καὶ εἰς ἀτομικὰς ἀκόμη ἀνάγκας. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ πράττουν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ κουράζονται, δὲν προσέχουν πάντοτε, λόγῳ κοπώσεως, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προσφεύγει εἰς αὐτούς, ὑπάρχει δὲ καὶ ἡ παράδοση τῆς οἱασδήποτε μεσολαβήσεως τοῦ πολιτικοῦ, ἡ ὁποία μεσολάβησις, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ὅτι ἀντιθέτως πρὸς ὅ,τι ἐπίστευα πρὸ 30ετίας, ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν καὶ ἐνόμιζα ὅτι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ λείψουν, αὐτὴ ἡ μεσολάβησις δὲν εἶναι καὶ τόσον κακὴ ὅσον ὑποστηρίζουν τινές. Εἶναι συνδεδεμένη μὲ κἄποιον συναισθηματισμὸν καὶ ὄχι μόνον μὲ τὴν σκοπιμότητα τὴν ἐκλογικὴν καὶ μὲ τὸ ἐκλογικὸν συμφέρον ἑκάστου βουλευτοῦ. Εἶναι καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία συνδέει, καὶ αὐτὸ εἶναι φαινόμενον κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικόν, συνδέει τὸν βουλευτὴν πρὸς τὸν γνωστόν του, πρὸς τὸν παράγοντα τοῦ χωριοῦ, πρὸς πάντα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπαφὴν μαζί του. Εἶναι αὐτὸ τὸ συναισθηματικὸν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ λείψῃ, ὁπότε θὰ μετεβάλλετο ἡ Ἑλλάς, καταστρεφομένου αὐτοῦ τοῦ συναισθηματικοῦ στοιχείου, εἰς μίαν χώραν ἀφηρημένων μόνον σχέσεων καὶ ἐννοιῶν, εἰς χώραν, ἡ ὁποία νὰ διέπεται ἀπὸ τὴν παγωνιὰ τοῦ βορρᾶ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτό, τὸ ὁποῖον πράττουν οἱ βουλευταί. Μετέχουν τόσων ἐπιτροπῶν Πολλάκις ὅταν ἡμεῖς συνεδριάζωμεν καὶ εἴμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν ἐλάχιστοι, συνεδριάζουν καὶ αἱ ἐπιτροπαί. Πέραν τούτου εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ βουλευταὶ καὶ κατὰ τὰς ἀπογευματινὰς ὥρας νὰ φροντίζουν διὰ διάφορα θέματα, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ γράφουν, δὲν γνωρίζω πόσας, ἐπιστολὰς τὴν ἡμέραν, οἱ ἴδιοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἢ βοηθούμενοι ἀπὸ ἕνα —δύο γραμματεῖς. Ὁ κ. Λυμπέρης εἶπε τέσσαρας, βεβαίως εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις θὰ χρησιμοποιῇ ἕκαστος βουλευτὴς ἐνδεχομένως καὶ 4 ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους μόλις καὶ μετὰ βίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμείψῃ ὁ ἴδιος καὶ ἐπίσης πέραν αὐτοῦ πρέπει νὰ ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν καὶ αὐτὸ δὲν κατανοεῖται ἐπίσης ἀπὸ τὸν Τύπον, ὁ ὁποῖος διερμηνεύει τὴν κοινὴν γνώμην ἢ τὴν κατευθύνει, πρέπει νὰ λείπῃ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν διὰ νὰ πηγαίνῃ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ συνδυάσῃ ὅλα κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς πολιτικῆς δραστηριότητος νὰ εἶναι ἐν ἀπολύτῳ τάξει. Εἶπα βεβαίως καὶ προηγουμένως, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ προσπαθῇ ἕκαστος βουλευτὴς νὰ ἰσορροπῇ τὰ διάφορα καθήκοντα καὶ τὰ διάφορα προβλήματα, τὰ ὁποῖα τὸν ἀπασχολοῦν, ὥστε ὅσο τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον νὰ ἀπουσιάζῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Πάντως, ἡ ἀπουσία δὲν σημαίνει ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος διὰ τὰ λαϊκὰ συμφέροντα. Καὶ τὸ τονίζω αὐτὸ διὰ νὰ δοθῇ κἄποτε καὶ μία ἀπάντησις εἰς αὐτὰ τὰ συνεχῆ σχόλια τῶν ἐφημερίδων, εἰς τὰ ὁποῖα γίνεται μία ὑποτίμησις τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἕκαστος βουλευτὴς ἐπιτελεῖ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἢ ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς ὡς φορεὺς ὡρισμένων ἐντολῶν καὶ ὡρισμένων ὑποχρεώσεων. Κἄποτε ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς εἶπα, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐν Ἑλλάδι, καὶ αὐτὸ δὲν συμβαίνει φυσικὰ οὔτε εἰς τὴν Ὁλλανδίαν, οὔτε εἰς τὴν Νορβηγίαν, εἶναι ὁ ἀχθοφόρος τῶν ἀναγκῶν καὶ προβλημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πράγματι εἶναι ἀχθοφόρος, σηκώνει εἰς τὶς πλάτες του ὄχι μόνον ἐκεῖνα τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι εἶναι συνδεδεμένα μὲ τὴν ἀποστολὴν τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἀντικατοπτρίζονται εἰς νομοσχέδια ἢ εἰς ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ φέρει καὶ σηκώνει εἰς τοὺς ὤμους του ἄπειρα μικρὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ὅλα μαζὶ ἀποτελοῦν ἕνα μεγάλο πρόβλημα, τὸ πρόβλημα τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐκκινῶ, λοιπόν, ἀπὸ αὐτὴν τὴν προϋπόθεσιν καὶ ἐκκινῶν ἀπὸ αὐτὴν τὴν προϋπόθεσιν ἀσχέτως καὶ ἀπὸ τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξω, κ.κ. συνάδελφοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ παρατηρήσω καὶ παρετήρησα χθές, ὅτι ἔπρεπε προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος νὰ εἴχομεν ἀποφύγει νὰ δημιουργηθῇ ἤ, ἀφοῦ ἐδημιουργήθη, νὰ ἀναλάβωμεν, πρῶτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας, δεύτερος ἐγὼ καὶ κατὰ τρίτον καὶ τέταρτον λόγον καὶ οἱ ἄλλοι κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἡγοῦνται τῶν ἄλλων κομμάτων ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἀναλάβωμεν εὐθύνας διαπαιδαγωγήσεως. Πρέπει νὰ εἴπωμεν διατὶ χρειάζεται ἡ ἀποζημίωσις ποὺ παίρνει ὁ βουλευτὴς ἢ πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς βουλευτάς, ὅτι δὲν τὴν χρειάζονται καὶ πρέπει νὰ μειωθῇ ἢ νὰ μείνῃ εἰς τὸ σημερινὸν ὕψος ἢ πρέπει καθαρὰ καὶ ξάστερα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι χρειάζονται καὶ αὔξησιν. Τὸ εἶπα χθὲς καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὁπότε μᾶς ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ παραστῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γεννηθῇ κἂν τὸ ζήτημα. Ἔπρεπε τὸν Δεκέμβριον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅταν ἐσκέφθη, καλῶς ἐσκέφθη τὸ εἶπα καὶ τότε, νὰ αὐξήσῃ τοὺς μισθοὺς ὡρισμένων κατηγοριῶν, νὰ συνδυάσῃ ἀμέσως τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσε, μὲ μίαν ἄλλην λύσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔδιδεν ὡς πρὸς τοὺς βουλευτάς. Δὲν ὑπῆρξε λύσις ἡ φράσις, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ συσχετισμὸς τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μὲ τοὺς βουλευτάς, διότι ἐχρειάζετο νόμος, ἄρα τὸ θέμα θὰ ἤρχετο. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ εὕρῃ κἄποιον τρόπον ὥστε τὸ θέμα νὰ μὴ ἔλθῃ. Αὐτὸ σημαίνει νὰ ἔχῃς εὐθύνην, τὴν πρώτην καὶ κυρίαν ἐν τῇ χώρᾳ ὡς ἐθνικὸς ἡγέτης διότι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐγένετο, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, χθὲς ἐμείωσε τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἔχετε πλειοψηφίαν καὶ εἶναι λυπηρόν. Χθὲς ἐὰν ἠναγκάσθην μίαν ὥραν καὶ εἴκοσι λεπτὰ μετὰ τὴν ἀναγγελίαν τῆς μελούσης ἀφίξεώς σας νὰ ἐξέλθω, δὲν ἠναγκάσθην νὰ ἐξέλθω διότι μὲ κατέλαβεν ἀνυπομονησία, ἀλλὰ ἠναγκάσθην νὰ φύγω διότι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ εἶχον ἀρχίσει συζητήσεις καὶ εἶχον ἐκφωνηθῆ λόγοι καὶ ἐγένοντο ἀντεγκλήσεις ποὺ ἐμείωναν τὴν Βουλήν. Τὸ εἶχα δὲ προείπει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ εἶπα ἐκείνην τὴν στιγμήν, φεύγω, καὶ παρεκάλεσα καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ριζοσπαστικὴν Ἕνωσιν νὰ μὲ ἀκολουθήσουν, φεύγω διὰ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ μείωσις. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔπρεπε τὸ θέμα νὰ γεννηθῇ, ἐγεννήθη δὲ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν λύεται διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσε χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ὁποία εἶναι πρότασις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπεστήριξεν ἀπόψε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡμολόγησε καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι αὐτόματος συσχετισμὸς εἶναι ἡ ἰδεώδης λύσις. Δὲν ὑπῆρξε κανείς, οὔτε ἐγώ, οὔτε ἄλλος ἐκ τῆς παρατάξεως, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε τὸν συσχετισμόν. Οὗτος προέρχεται ἐὰν δὲν κάνω λάθος, ἀπὸ ἡγετικὴν προσωπικότητα τοῦ Κέντρου. Νομίζω, ὅτι ἢ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὁ ἀείμνηστος Καρτάλης....
§22Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐγὼ κυρίως, καὶ τὸ ἀπεδέχθη ὁ Καρτάλης.
§23Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, σεῖς τὸ εἴχατε προτείνει καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ τὸ εἶχεν ἐπεξεργασθῆ καὶ τὸ εἶχεν ὑποστηρίξει. Ἦτο ἀρίστη ἡ ἰδέα, διότι ὁ αὐτοματισμὸς αὐτὸς μᾶς ἀπήλλαξεν ἀπὸ συχνὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν στηρίζουν τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Αἴρεται τώρα ὁ αὐτοματισμός, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ σημειοῦται αὐτομάτως ἡ αὔξησις κατὰ τὰ ποσοστά, τὰ ὁποῖα εἶπεν, αὐτὸ βεβαίως δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθόν. Ὅπως δὲν νομίζω, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ παίξῃ αὐτὸν τὸν ρόλον τὸν ὁποῖον ἔπαιξε χθὲς ἡ ΕΔΑ — καὶ προανάκρουσμα τῆς μελωδίας της ὑπῆρξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν — ρόλον, μὲ τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ ἀντιδιαστείλῃ ἑαυτὴν πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους τοὺς ἀνήκοντας δῆθεν εἰς τὰ λεγόμενα ἀστικὰ κόμματα, λέγω λεγόμενα, διότι δὲν ὑπάρχει ἀστικὸν κόμμα ἀποκλειστικόν, καὶ σεῖς οἱ τῆς ΕΔΑ ἔχετε ἀστοὺς ὀπαδοὺς καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἐργάτας εἰς τοὺς κόλπους μας. Ἤθελον οἱ κύριοι τῆς ΕΔΑ, νὰ ἀφήσουν νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι ἀντιθέτως πρὸς τὰ λεγόμενα ἀστικὰ κόμματα τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους τῶν τεταγμένων εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν τυχῶν τῆς χώρας τὴν συνδυάζουν μὲ τὸ ἡμερομίσθιον τοῦ ἐργάτου καὶ μὲ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι πολὺ εὐθηνὴ δημαγωγία, πάρα πολὺ εὐθηνή. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ΕΡΕ). Καὶ ἤθελα, διότι καὶ αὐτὴν τὴν παιδαγωγικὴν ἀποστολὴν τασσόμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔλθῃ, διότι ἤθελα καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ εἴπῃ. Πρέπει νὰ διαφωτίσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ μὴ πιάσῃ τὸ δόλωμα, τὸ ὁποῖον ἐδοκίμασε νὰ ρίξῃ εἰς τὸν ἐν μέρει βαρέως μοχθοῦντα καὶ κατὰ ἕνα ποσοστὸν ἐπίσης δυστυχοῦντα Ἑλληνικὸν λαόν. Εἶναι ἄσχετον τὸ τί λαμβάνουν περιοδικῶς καὶ παροδικῶς οἱ ἐκλεγόμενοι ὑπὸ τοῦ λαοῦ μὲ τὸ τί λαμβάνει ὁ οἱοσδήποτε, εἴτε λέγεται καθηγητὴς Πανεπιστημίου, εἴτε ἐργάτης, ἀκολουθῶν μίαν σταδιοδρομίαν, ἡ ὁποία εἶναι συνδεδεμένη μὲ ἐξέλιξιν, μὲ προαγωγὰς ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει μὲ μίαν εἰδικὴν κοινωνικὴν ἀποστολήν. Ἡ ἰδική μας δὲν εἶναι κοινωνικὴ ἐπαγγελματικὴ ἐργασία, δὲν εἶναι κἄν μόνον κοινωνικὴ ἀποστολή, εἶναι ἐθνικὴ ἀποστολὴ καὶ ἐξαρτᾶται ἡ διδομένη πρὸς ἕκαστον ἐξ ἡμῶν ἐντολή, διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς ἀπὸ αὐτὸν τοῦτον τὸν λαόν. Ἐκλέγεται διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ ὁ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκόμενος, τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον, ἀλλὰ ὅπως ὀρθῶς προσετέθη εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ τὰς δεκάδας χιλιάδων τῆς ἰδικῆς των ἐκλογικῆς περιφερείας δεκάδας χιλιάδων Ἑλλήνων τοὺς ὁποίους ἐν πολλοῖς ὑποχρεοῦται νὰ γνωρίζῃ καὶ προσωπικῶς, τῶν ὁποίων ἐν πολλοῖς ὑποχρεοῦται νὰ γνωρίζῃ τὰ ὀνόματα καὶ νὰ τὰ ἐνθυμῆται καὶ νὰ γνωρίζῃ καὶ τὰ προβλήματα καὶ νὰ τὰ φροντίζῃ. Λοιπόν, δὲν ὑπάρχει συσχετισμὸς καὶ εἶναι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, βαρύτατον σφάλμα ἔναντι αὐτῆς τῆς αἰθούσης, εἶναι ἀπρέπεια κατὰ τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς αἰθούσης ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν εἰς τὴν Δημοκρατίαν, εἶναι ἀπρέπεια νὰ προβαίνουν εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν εἰς τὴν ἔμμεσον κατασυκοφάντησιν τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ἐπιτελοῦμεν. (Χειροκροτήματα).
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ οἱ ὁποῖοι διορίζονται.
§25Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσω μόνον διὰ τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ ἀνῆλθον διὰ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπὶ τοῦ ρόλου καὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν βουλευτῶν, ἐπὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἐτοποθέτησεν τὸ θέμα ἡ ΕΔΑ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κέντρον τῆς Δημοκρατίας καὶ διὰ νὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ θέσιν ἀπέναντι αὐτῶν τῶν προβλημάτων. Καὶ καταλήγω τώρα εἰς τὰ συμπεράσματα περὶ τῆς ἀποζημιώσεως. Κύριοι βουλευταί, πράγματι εἶπεν κατὰ τὰς προγραμματικάς του δηλώσεις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν Δεκέμβριον, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ αὔξησις. Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸν συσχετισμὸν τὸν αὐτόματον. Γνωρίζω, ὅτι τὸ πρόβλημα εἶναι δύσκολον. Ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητὸς φίλος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπε χθές, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ὁ συσχετισμὸς νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἔχει θεωρητικῶς καὶ ἠθικῶς δίκαιον. Προτείνω, λοιπόν, τὸ ἑξῆς: Θεωρητικῶς καὶ ἠθικῶς ἄρα καὶ λογιστικῶς νὰ διατηρηθῇ ὁ συσχετισμὸς τοῦ 1957, ἀλλὰ νὰ μὴ λάβουν τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μέχρι τοῦ μισθοῦ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου οἱ βουλευταὶ ὁλόκληρον. Τὸ μέγιστον μέρος τῆς διαφορᾶς προτείνω— καὶ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸ εἴπω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν εἶχον παρακαλέσει νὰ τὸ διαβιβάσῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως— νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν βουλευτῶν. Τὸ Ταμεῖον τῶν βουλευτῶν, κύριοι —τὸ λέγω ὄχι εἰς σᾶς, διότι τὸ γνωρίζετε, ἀλλὰ τὸ λέγω διὰ νὰ τὸ ἀκούσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς— δὲν εἶναι Ταμεῖον μόνον τῶν μὴ ἐκλεγέντων τέως βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ μόνον ἐὰν ἦτο ἀξίζει νὰ ὑποστηριχθῇ, διότι ὑπάρχουν συνάδελφοί μας οἱ ὁποῖοι πάσχουν, οἱ ὁποῖοι προσέφερον ὑπηρεσίας ἐπὶ ἔτη πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ οἱ ὁποῖοι πένονται. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ ὑπάρχουν οἰκογένειαι τῶν ἀποθανόντων βουλευτῶν τῶν ὁποίων εἶναι ἀξία τιμῆς ἡ μνήμη καὶ προσέφερον ὑπηρεσίας ἄλλος μικράς, ἄλλος μεγάλας. Τὸ Ταμεῖον ἔχει ἀνάγκην ἐνισχύσεως διὰ νὰ ἐρευνηθῇ ὑπὸ τοῦ διοικητικοῦ του συμβουλίου ἡ δυνατότης ὄχι αὐξήσεως τῶν συντάξεων γενικῶς ἀλλὰ αὐξήσεως τῶν συντάξεων τῶν πασχουσῶν ἀπροστατεύτων οἰκογενειῶν ἢ τῶν πασχόντων συναδέλφων.
§26Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Καὶ κινδυνεύει νὰ διαλυθῇ τὸ Ταμεῖον.
§27Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑπάρχει, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Κοΐνης, κίνδυνος νὰ διαλυθῇ. Θὰ παρεκάλουν μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξετάσουν τὸ θέμα τῆς συνδέσεως τοῦ Ταμείου μὲ τὸν προϋπολογισμόν, διὰ νὰ ὑπάρξῃ μία ἄνεσις εἰς τὴν σκέψιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προσφέρουν τὸν ἑαυτόν των, διότι πράγματι πρόκειται περὶ προσφορᾶς τοὐλάχιστον κατὰ τὸ μέγιστον μέρος, προσφέρουν τὸν ἑαυτόν των καὶ πολλάκις καὶ τὰς οἰκογενείας των εἰς τὸν βωμὸν τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ.
§28Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Ἡμεῖς δὲν παίρνομεν συντάξεις ἐφ’ ὅσον εἴμεθα βουλευταί. Διὰ τὸν τύπον δηλαδή.
§29Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς λέγει ὁ κ. Μιχαηλίδης, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα ἰδικῆς μας συντάξεως, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα βουλευταί. Σύνταξιν λαμβάνει, ὑπὸ ἀρκετὰ αὐστηρὰς προϋποθέσεις, ὁ τέως βουλευτής, ὅταν δὲν ἔχῃ ἐκλεγῆ ἢ ὅταν ἔχῃ παύσει νὰ πολιτεύεται καὶ ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μεταξύ, ἔχει καταστρέψει καὶ τὴν ὑγείαν του καὶ ἔχει κλείσει τὸ δικηγορικόν του γραφεῖον, ἐὰν ἦτο δικηγόρος, καὶ τὸ ἰατρεῖον του, ἐὰν ἦτο ἰατρός. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴ εἶναι μία πρότασις καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν σκεφθῇ. Θὰ προσέθετον καὶ κἄτι ἄλλο, τὸ ὁποῖον θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ παρεξηγηθῶ καὶ δὲν πρέπει νὰ παρεξηγηθῶ. Τὰ Κόμματα, μόνον ὁ Θεὸς καὶ ἡ ψυχὴ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Κομμάτων γνωρίζουν πῶς συντηροῦνται. Σᾶς βεβαιῶ καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ εἴπω καθαρὰ καὶ ἀνοικτὰ ἐνώπιόν σας, διὰ νὰ τὸ ἀκούσῃ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν δὲν γνωρίζω πῶς θὰ διατηρήσω τὰ γραφεῖα τοῦ Κόμματος καὶ πῶς θὰ πληρωθοῦν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κόμματος. Ἀφήσατε δὲ τὸ θέμα τῶν ἐκλογῶν καὶ τῶν δαπανῶν τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζουν τὰ Κόμματα κατὰ τὰς ἐκλογάς. Δὲν γνωρίζω, τί γίνεται μὲ τὸ Κόμμα τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς κωμοπόλεις γραφεῖα. Δὲν γνωρίζω πῶς ἀντιμετωπίζουν τὰς δαπάνας. Ἴσως νὰ εἰσφέρουν ἀτομικῶς. Μὴ κρατᾶτε σημείωσιν, κ. Ἐφραιμίδη, διότι δὲν πάει ὁ νοῦς μου ἐκεῖ ποὺ πάει ὁ ἰδικός σας. (Γέλωτες, χειροκροτήματα). Ἐπρόκειτο νὰ προσθέσω καὶ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἰδικόν σας Κόμμα ἔχει μίαν πειθαρχίαν αὐστηρὰν καὶ δύνανται αἱ εἰσφοραὶ τῶν μελῶν του νὰ καθιστοῦν δυνατὴν τὴν δρᾶσιν καὶ ἐμφάνισίν του. Ἐγώ, κύριοι, δὲν εἶχον εἰς τὰς ἐκλογὰς τὴν δυνατότητα εὐκόλως νὰ ταξιδεύσω προσωπικῶς καὶ νὰ ἀντιμετωπίσω τὰς δαπάνας τῶν δημοσιογράφων, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠκολούθουν. Κύριοι, θὰ ξεύρετε, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ τὸ ἐν τῇ Κυβερνήσει Κόμμα καὶ ἡμεῖς, ἀπευθυνόμεθα εἰς φίλους μας καὶ τοὺς παρακαλοῦμε νὰ μᾶς βοηθήσουν καὶ μᾶς βοηθοῦν. Ἀλλὰ ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε ὅταν ἕνα Κόμμα, ὅπως ἡ ΕΡΕ, μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3ης Νοεμβρίου δὲν φαίνεται πιθανὸν ὅτι θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐὰν δὲν σταματοῦν τελείως, τοὐλάχιστον μειοῦνται αἱ βοήθειαι. (Γέλωτες). Ρίπτω, λοιπόν, τὴν ἰδέαν νὰ θεσπισθῇ, ὅτι ἕνα ποσοστὸν ἀπὸ αὐτὴν τὴν αὔξησιν, τῆς ἀποζημιώσεως ἡ ὁποία θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἐπίπεδον τοῦ μισθοῦ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἕνα 7% π.χ. νὰ κρατῆται διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κόμματος. Τὰ Κόμματα ἀποτελοῦν ὀργανισμοὺς κρατικούς, εἶναι μέσα ἀγῶνος διὰ τὴν πρόοδον τῆς χώρας εἴτε εἶναι εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἴτε εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τῶν ἀνεξαρτήτων. Αὐτὸ εἶναι ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ρυθμισθῇ, οὐχὶ βεβαίως νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν ἀνεξάρτητον νὰ παίρνῃ τὸ ποσοστόν, διότι τότε — καὶ τὸ λέγω αὐτὸ σατιρικῶς —θὰ θελήσουν νὰ γίνουν ὅλοι ἀνεξάρτητοι. (Γέλωτες). Ἡ τελευταία παρατήρησις ἦτο διὰ νὰ γελάσετε καὶ ἔδωσα τὸν τόνον αὐτὸν διὰ νὰ ὑπάρξῃ μία ἄνεσις εἰς τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν. Ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ἡ πρότασίς μου εἶναι νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐξομοίωσις μὲ βάσιν τὸν νόμον τοῦ 1958. Ἀλλὰ νὰ ρυθμισθῇ τὸ θέμα, ὅπως προέτεινα. Ὅσον ἀφορᾶ τὸν γραμματέα, θὰ παρεκάλουν θερμότατα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ. Θὰ εἶναι δρᾶμα διὰ τοὺς βουλευτὰς ἐὰν αὔριον τὸ πρωΐ χίλιες οἰκογένειες τῆς ἐπαρχίας ἑκάστου βουλευτοῦ ἀπαιτήσουν, καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικόν, νὰ προσλάβῃ ὁ βουλευτὴς μὲ 2.500 τὸ παιδί του ὡς γραμματέα. Ἄλλοι βουλευταὶ θὰ πληρώσουν μὲ τὶς 2.500 τρεῖς γραμματεῖς καὶ ἄλλοι τέσσαρες. Ἐπίσης, ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξουν καὶ τέσσαρες γραμματεῖς. Αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ ζητήματος εἶναι ἐπικίνδυνος ὄχι διότι δανειζόμεθα ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν, ὅπως ἐμνημόνευσε χθὲς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἀλλὰ καὶ διότι θὰ δημιουργήσῃ πράγματα φοβερὰ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους τοὺς βουλευτάς. Τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν καὶ ἀντιμετώπισε χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνατέλλοντος ἡλίου, ἀλλὰ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀφορᾶ τὰς δυσκολίας ἐνώπιον τῶν ὁποίων θὰ εὑρεθοῦν οἱ βουλευταὶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ μὲ μίαν ἀπολύτως εἰκόνα. Θὰ παρεκάλουν ὅπως διατηρηθῇ ἡ ἰσχὺς τῆς ἀποφάσεως τοῦ 1957 καὶ ἀποφασισθῆ ὅπως ἕνα ποσοστὸν 20% ἴσως καὶ μεγαλύτερον, νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸ Ταμεῖον, χάριν τῶν δεινοπαθούντων συναδέλφων καὶ ἰδίᾳ τῶν οἰκογενειῶν ἀποθανόντων συναδέλφων. Καὶ ἓν ποσοστὸν 7% νὰ κρατηθῇ διὰ τὴν ἀξιοπρεπῆ συντήρησιν τῶν Κομμάτων, καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποχρεοῦσθε οὔτε σεῖς ὡς Κόμμα κυβερνῶν, οὔτε ἡμεῖς νὰ καταφεύγωμεν εἰς ὡρισμένα πρόσωπα τὰ ὁποῖα νὰ βοηθοῦν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν γραφείων μας. Βεβαίως τὰ ἔξοδα τῆς λειτουργίας ἑνὸς Κόμματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθοῦν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου. Οὔτε τὸ ⅓ τῶν ἐξόδων δὲν θὰ καλυφθῇ ἐὰν μηνιαίως κρατῆται ὑπὲρ τῆς ΕΡΕ τὸ ποσὸν τῶν 100–150 χιλιάδων. Ἀλλὰ εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ μιμηθῶμεν τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν, καὶ νὰ ἐγγράψωμεν καθ’ ὃ μέτρον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἡ πειθαρχία εἰς ἐλευθέρους πολίτας, νὰ ἐγγράψωμεν πολίτας, οἱ ὁποῖοι νὰ προσφέρουν μικρὰ ποσά. Αὐτὸ εἶναι δυσχερὲς νὰ γίνῃ ἐν Ἑλλάδι, ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ τὸ ἐπιτυγχάνει, ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ ἐπιδιώκω, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν πρὸ τῆς παρελκύσεως δύο ἢ τριῶν νὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν θὰ ἔχῃ ἐπιτύχει ἢ ἐὰν θὰ ἀποτελέσῃ φιάσκο. Θεωρῶ ἀπαραίτητον ὅπως παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε. Νὰ μελετήσῃ τὴν πρότασιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβην καὶ ἡ ὁποία δὲν τὴν φέρνει εἰς δύσκολον θέσιν, καὶ πιστεύω, ὅτι ὅλοι οἱ συνάδελφοι, εἶμαι βέβαιος διὰ τοὺς συναδέλφους τῆς ΕΡΕ, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἄλλους συναδέλφους, ὅτι δὲν θὰ θεωρήσουν ἑαυτοὺς μειωμένους, ἐὰν τύποις θεωροῦνται λαμβάνοντες τὸν μισθὸν ὅπου προβλέπει ὁ νόμος τοῦ 1957, πράγματι δὲ λαμβάνουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον λαμβάνουν.
§30Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερν.). Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις καὶ χθὲς δι’ ἐμοῦ καὶ σήμερον διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθεσε τὰς ἀπόψεις της, εἰς τὰς ὁποίας ἐμμένει. Ἔχωμεν ἔκτοτε ἐξαγγείλει, ὅτι δὲν πρόκειται κατὰ τὸ παρὸν ἔτος νὰ ὑπάρξῃ αὔξησις πέραν ἐκείνης, ἡ ὁποία τότε εἶχε δοθῆ. Ἐμμένομεν, πιστοὶ εἰς ἐκείνην τὴν ἐπαγγελίαν μας, ἑπομένως, διὰ τὸ τρέχον ἔτος δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ οὐδεμία μεταβολή. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἀνέπτυξε νεωτέρας ἀπόψεις. Εἶναι δυνατὸν αὗται νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον συζητήσεως ὑπὸ τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Ὑπάρχουν ἀξιόλογοι ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν καὶ ἄλλαι. Ἐὰν ἔχωμεν ὁμόφωνα πορίσματα, θὰ εἶναι δυνατὸν ταῦτα νὰ ἰσχύσουν ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους. Ἀλλὰ διὰ τὸ τρέχον ἔτος ἡ ἀνακοινωθεῖσα ἀπόφασις εἶναι ὁριστική. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν γραμματέα, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πράγματι θὰ ἦτο ἀπαραίτητος, ὅταν ὅμως οἱ κύριοι βουλευταὶ τὸν θεωροῦν κίνδυνον καὶ ὄχι ἐξυπηρέτησιν, βεβαίως δὲν ἐπιμένομεν. Εἶπεν ἐπίσης ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, ὅτι ἡ διακοπὴ τοῦ συσχετισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν βουλευτῶν πρὸς τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔδωσε τὴν ἐντύπωσιν μειώσεως τῶν βουλευτῶν. Δὲν τὸ συμμερίζομαι. Ἀντιθέτως, δίδει τὴν ἐντύπωσιν αὐτοθυσίας τῶν βουλευτῶν. Εἶπεν ἐπίσης, ὅτι ὅσα λαμβάνουν οἱ βουλευταὶ εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα χρειάζονται. Εἰς ἕνα πτωχὸν Κράτος συμβαίνει καὶ ἄλλαι τάξεις νὰ λαμβάνουν ὀλιγώτερα τῶν ὅσων χρειάζονται. Λαμβάνουν ὅσα δύναται τὸ Κράτος. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἑλλάς. Εἶπεν, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν ΕΔΑ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δημαγωγῇ εἰς βάρος τῶν ἄλλων Κομμάτων. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω ὅτι εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν ἡ ἀπόστασις εἰς τὴν κλίμακα τῶν μισθῶν μεταξὺ ἀνωτάτων καὶ κατωτάτων εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα ἀπ’ ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὰς Δημοκρατίας. Καὶ δι’ αὐτοῦ ἐπίσης τοῦ λόγου δὲν δικαιοῦνται νὰ εἶναι κατήγοροι. (Χειροκροτήματα).
§31Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποδέχομαι νὰ μελετηθῇ ἡ πρότασίς μου ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀφοῦ ἀποφασισθῇ νὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ 1.1.1965. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦ γραμματέως, παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρηθῇ λυθέν, διότι διεπίστωσα, ὅτι ἕνα μέρος τῆς Βουλῆς τὸ ἀποδέχεται. Θὰ ἔπρεπε ἐνδεχομένως νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§32Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμμείνῃ ἐφ’ ὅσον ἡ ΕΡΕ ἔχει αὐτὴν τὴν γνώμην. Ἀποσύρω, ἑπομένως, τὴν σχετικὴν πρότασιν.
§33Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ διευκρινίσω ὅτι τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ διατυπώσω, τὰς διατυπώνω κατόπιν ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ Κόμματός μας. Θὰ ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς χθεσινῆς μας θέσεως ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἄγνωστος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι κατὰ πρόσφατον συνεδρίασιν τοῦ Σώματος, εἶχε διατυπωθῆ ἀπὸ τὸν κ. Ἠλιοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς ὡσαύτως εἶχε καταστῆ γνωστὴ ἡ θέσις μας. Ἐμεσολάβησαν ὅμως δύο ἀγορεύσεις ἀπόψε αἱ ὁποῖαι ἠθέλησαν νὰ παρερμηνεύσουν τὰς ἀπόψεις μας. Κατ’ ἀρχὴν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἐχρησιμοποίησε φράσεις αἱ ὁποῖαι ἀκριβῶς ἀποτελοῦν ἐπιβεβαίωσιν, ὅτι ὁ ἴδιος ἐκεῖνο ποὺ ἐπικαλεῖται ὡς εὐπρέπειαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ σεβασθῇ ὅταν τοὐλάχιστον ἀπευθύνεται πρὸς ὡρισμένην παράταξιν ἡ ὁποία παρίσταται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Διότι ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ἀντικρούσῃ τὰς ἀπόψεις μας ἀντὶ νὰ τὰς ἀντικρούσῃ δι’ ἐπιχειρημάτων ἐπροχώρησε καὶ εἰς χαρακτηρισμοὺς εἰπών, ὅτι ἡ παράταξίς μας μὲ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, διέπραξεν ἀπρέπειαν καὶ εὐθηνὴν δημαγωγίαν, ἀποδείξας οὕτω, ὅτι δὲν πιστεύει εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν ἀλλὰ θέλει νὰ τὸν ὑποβιβάσῃ, κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς εὐπρεπείας καὶ τῆς δημαγωγίας. Ἐὰν τὸ νὰ καθορίζῃ ἕνα κόμμα, βάσει μιᾶς ρεαλιστικῆς ἐκτιμήσεως τῆς καταστάσεως τὴν θέσιν του, εἰς τὸ θέμα τῶν ἀποδοχῶν τῶν βουλευτῶν, ἐὰν αὐτὸ ἀποτελῇ εὐπρέπειαν, ἢ ἀπρέπειαν, θὰ τὸ κρίνῃ κατὰ κύριον λόγον ὁ λαός. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, οἱ χαρακτηρισμοὶ θὰ πρέπει νὰ ἀπευθύνωνται καὶ πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι τὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἀπεφάσισε τὴν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν ἄλλων Δικαστικῶν; Ἀντελήφθη, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸν συσχετισμὸν αὐτὸν καὶ ἔκαμε τὸν διαχωρισμόν, διότι αἱ αὐξήσεις δὲν ἔγιναν καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους ἢ ἐργάτας. Οὐσιαστικὰ ἡ θέσις εἶναι ἡ ἰδία. Ἑπομένως, ἐὰν εἶναι ἀπρέπεια ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὡς θέσιν ἡ παράταξις ἡ ἰδική μας, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ἀπρέπεια καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ ἀσχέτως ὅλων αὐτῶν, ἐπανέρχομαι, ὅτι ἡ ἰδική μας θέσις ἔχει καθορισθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτιμήσεως ὡρισμένων δεδομένων. Καὶ τὰ δεδομένα αὐτὰ εἶναι, ὅτι ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ αὐξηθοῦν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ἐργατοϋπαλλήλων καὶ τῶν Δημοσ. Ὑπαλλήλων καὶ ὅτι ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι ἐκκρεμές, εἶναι παράκαιρο, εἶναι ἄστοχο, εἶναι κἄτι ποὺ ἠμπορεῖ νὰ ὑπονομεύσῃ τὸν Κοινοβουλευτισμόν, νὰ θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ αὐξήσῃ δι’ ἀποφάσεώς της τὴν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν μελῶν της. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, ὅτι οἱ χαρακτηρισμοὶ εἰς τοὺς ὁποίους προέβη ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ δὲν ἦσαν κατὰ τὰς κοινοβουλευτικὰς συνηθείας ἐκεῖναι ποὺ ἔπρεπε καὶ ἦσαν ἐντελῶς ἐκτὸς πραγματικότητος. Ἀλλὰ ὁ κ. Κανελλόπουλος ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰς ἄλλα θέματα. Πρέπει νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, ὅτι οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΔΑ, πλέον τοῦ ἡμίσεως τῆς βουλευτικῆς των ἀποζημιώσεως τὸ προσφέρουν ὡς εἰσφορὰν εἰς τὸ Κόμμα των, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας του. Τοῦτο ἀποτελεῖ εἴδους διαπαιδαγωγήσεως, τοῦτο ἀποτελεῖ.... (διαμαρτυρίαι). Διατὶ διαμαρτύρεσθε; Εἶναι δυνατὸν ἡ συζήτησις νὰ γίνῃ μὲ ἠρεμίαν, διὰ νὰ συναχθοῦν ὀρθότερα συμπεράσματα. Τοῦτο ἀποτελεῖ παραδειγματισμόν. Τοῦτο ἀποτελεῖ στοιχεῖον διαπαιδαγωγήσεως. Καὶ μαζὶ μὲ ἄλλα ἀγωνιστικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν ἰδικήν μας παράταξιν, ἐπιτρέπει, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ αὐτοπειθαρχία, νὰ ὑπάρχῃ ὁ αὐτοσεβασμός, καὶ ἡ εἰσφορὰ τῶν μελῶν καὶ φίλων τοῦ Κόμματος, διὰ νὰ δύναται τοῦτο νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἔχει. Ἀλλὰ θέλετε νὰ ἀπαντήσῃ κανεὶς καὶ εἰς τὸ ποῖος ὑπονομεύει τὸν Κοινοβουλευτισμόν; Ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐγένετο ἐπέκτασις τῆς συζητήσεως, τοῦτο θὰ ἐζημίωνε τὸ θέμα. Διότι εἶναι γνωστόν, κατὰ τὴν 8ετίαν, ποία παράταξις ἐπεδίωξε καὶ ἠθέλησε καὶ ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ καὶ φανερά, νὰ περιστείλῃ τὰς ἐλευθερίας εἰς τὸν τόπον αὐτὸν καὶ νὰ ὑπονομεύσῃ τὸν Κοινοβουλευτισμόν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ περίφημον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δῆθεν δὲν δικαιούμεθα ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομε ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, διότι εἰς μίαν ἄλλην χώραν ὑπάρχει μία ἀπόστασις μεταξὺ τῶν ἀνωτάτων τάξεων καὶ τῶν κατωτάτων, δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ μὲ τὴν εὐκαιρία ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ μία διευκρίνησις. Ἐκεῖ νομίζω, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ τὰ κατώτατα ὅρια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχουν τὸ ὅριον τῆς ἀνέτου ζωῆς .... (διαμαρτυρίαι).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχίαν.
§35Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν ἐν προκειμένῳ διὰ τοὺς Ἕλληνας ἐργαζομένους. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν τὸ πάθος τὸ ὁποῖον ἐπιδεικνύομεν σήμερον, τὸ εἴχομεν ἐπιδείξει καὶ ἐβοηθούσαμε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιλύσῃ τὸ θέμα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν καὶ συντάξεων τῶν ἐργαζομένων, ἴσως τώρα θὰ εἴχομε κἄποιαν εὐκολία νὰ ἐπιλύσωμε καὶ τὸ εἰδικόν μας θέμα. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραγνωρίζομεν, ὅτι καὶ ἀνάγκαι ὑπάρχουν καὶ δαπάναι διὰ τὸ ἀξίωμα, τὸ λειτούργημα τοῦ βουλευτοῦ. Ἀλλὰ ὅπως μὲ ρεαλιστικὸν τρόπον ἐκτιμοῦμεν τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς δαπάνας αὐτοῦ, ἐκτιμοῦμε καὶ τὰς ἀνάγκας καὶ τῶν ἐργατοϋπαλλήλων καὶ τῶν Δημοσ. Ὑπαλλήλων καὶ φρονοῦμεν, ὅτι εἶναι παράκαιρο νὰ συζητῆται αὔξησις, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἐὰν δὲν ἱκανοποιηθοῦν πρῶτον τὰ αἰτήματα τῶν ἐργατοϋπαλλήλων καὶ τῶν Δημ. Ὑπαλλήλων.
§36Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρεκάλουν, ἐφ’ ὅσον τὸ θέμα δὲν ὑπάρχῃ πλέον, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ παρακληθοῦν οἱ κ.κ. συνάδελφοι, διότι τὸ θέμα τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν ὑπάρχει πλέον. Ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεχώρησε. Ἐπειδὴ ἐκκρεμεῖ ἀπὸ ἡμερῶν τὸ προσωπικὸν ζήτημα τοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου, νὰ προχωρήσωμεν εἰς αὐτό, διότι νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ δοθῇ τέρμα καὶ εἰς αὐτό.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις διὰ τὸν Γραμματέα ἀπεσύρθη, ἀλλὰ ἡ πρότασις διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς μηνιαίας ἀποζημιώσεως τῶν βουλευτῶν ἐπαναφέρεται.
§38Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μείνωμεν σύμφωνοι εἰς τὴν βάσιν, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε —νομίζω— τὸ καταστάλαγμα τῆς συζητήσεως. Νὰ ψηφισθῇ τὸ πρῶτον σκέλος τῆς προτάσεως, τὸ ὁποῖον .... (διαμαρτυρίαι, ὄχι, ὄχι).
§39Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Θὰ ὁμιλήσωμεν.
§40Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Νὰ ὁμιλήσητε. Κάμνω μίαν πρότασιν. Ἐφ’ ὅσον γεννᾶται θέμα διακομματικῆς συζητήσεως, ἡ ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι —καὶ ἐπιθυμῶ νὰ εἶναι τοῦτο σαφὲς— ἀποσυρομένου τοῦ δευτέρου σκέλους περὶ Γραμματέως, νὰ ψηφισθῇ τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον τερματίζει μίαν τυπικὴν ἐκκρεμότητα. Ἐν συνεχείᾳ θὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις εἰς τὴν διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, ὥστε ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου νὰ ἰσχύσῃ ὅ,τι τελικῶς ἀποφασισθῇ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Λυμπέρης ἔχει τὸν λόγον.
§42Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, δὲν ἐξελέγην τὸ πρῶτον βουλευτής, οὔτε ἔρχομαι εἰς τὴν Βουλὴν διὰ πρώτην φοράν. Εἶχον βέβαια μία διακοπὴν 5 ἐτῶν καὶ ἤδη ἐπανέρχομαι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνέλαβον νὰ ἐπιτελέσω τὸ βουλευτικὸν λειτούργημα. Εἶδον ὅμως, ὅτι ἡ κατάστασις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τοῦ βουλευτοῦ ἤλλαξε ἄρδην, ἀπὸ ὅ,τι ἦτο πρὸ 5ετίας. Τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς προβλέπουν, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἔχει ὡρισμένα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται κυρίως εἰς τὴν καλυτέραν ἐπιτέλεσιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Τὶ εἶναι ὅμως σήμερον ὁ βουλευτής; Διὰ νὰ δώσω μίαν εἰκόνα, ὄχι τόσον πρὸς ἡμᾶς κ. συνάδελφοι, ἀλλὰ πρὸς τὸν λαὸν κυρίως καὶ πρὸς τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀσκοῦν μίαν ἄδικον ἐπίθεσιν ἐναντίον τῶν βουλευτῶν, θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα τινὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρτον τοῦ βουλευτοῦ καὶ τὰ ἐπὶ πλέον καὶ ἔξω τῆς ἁρμοδιότητός του καθήκοντα. Κύριοι βουλευταί, κρατῶ πρωτόκολλον τῶν ἐπιστολῶν, ἀναφορῶν καὶ διαφόρων ἄλλων ἐγγράφων τὰ ὁποῖα λαμβάνω ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μου. Καὶ μέσα εἰς 65 ἡμέρας ὁ ἀριθμὸς τοῦ πρωτοκόλλου ἔφθασε 2563. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἕνας βουλευτὴς μόνος του νὰ ἀνοίξῃ καὶ νὰ διαβάσῃ τὰς ἐπιστολάς, τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς ἀναφορὰς αὐτὰς καὶ ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς κατατάξῃ μόνος του καὶ τὰς διεκπεραιώσῃ. Κατήντησαν, ἑπομένως, ἀγαπητοί μου φίλοι, τὰ Γραφεῖα τῶν βουλευτῶν δημοσία ὑπηρεσία. Καὶ λέγεται τὸ γραφεῖον τοῦ βουλευτοῦ γραφεῖον δημοσίας ὑπηρεσίας τοῦ τάδε βουλευτοῦ. Δι’ ὃ καὶ ἔχει ἀνάγκην ὁ βουλευτὴς νὰ ὀργανώσῃ γραφεῖον. Νὰ πάρῃ ὑπαλλήλους, καὶ νὰ προωθήσῃ τὰς ὑποθέσεις διὰ τὰς ὁποίας ἁρμόδια ὄργανα εἶναι τὰ κρατικὰ ὄργανα καὶ ἡ Κυβέρνησις. Κύριοι ὅλοι τρέχετε καθ’ ἡμέραν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ἐὰν ἕνας βουλευτὴς δὲν πάει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὄχι ἅπαξ, ὄχι δίς, ὄχι τρὶς ἀλλὰ 15 φοράς, τὸ δικαιότερον αἴτημα ἑνὸς πολίτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προωθηθῇ καὶ παραμένει ἐπὶ μῆνας εἴτε εἰς τὸ πρωτόκολλον εἴτε εἰς ὡρισμένον ὑπάλληλον, ὅπου χρονίζει αἰωνίως. Συνήντησα, κ. συνάδελφοι, ὑπόθεσιν ἀπονομῆς συντάξεως ἡ ὁποία ἐχρόνιζεν ἀπὸ δύο καὶ πλέον ἔτη. Ἐπερίμεναν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ἁρμοδίου Ταμείου νὰ πεθάνῃ ὁ αἰτήσας τὴν σύνταξιν παρὰ νὰ τοῦ χορηγήσουν ταύτην. Συνήντησα, ἀγαπητοί μου συνάδελφοι αἰτήσεις δικαίας Ἑλλήνων πολιτῶν αἱ ὁποῖαι ἐχρόνιζον ἀπὸ ἓν ἔτος ἢ ἀπὸ δύο ἔτη. Ὅταν ὑπάρχῃ λοιπὸν τοιαύτη τροχοπέδη εἰς τὸν κρατικὸν μηχανισμόν, ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀδράνεια εἰς τὸν κρατικὸν ὀργανισμόν, ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη νωθρότης εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων των ἀπὸ μέρους τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, καλεῖται ὁ βουλευτὴς διὰ νὰ προωθήσῃ ὅλα τὰ ζητήματα. Ἂς μᾶς ἀπαλλάξῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ αὐτὸν τὸν φόρτον τῶν ἐργασιῶν, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὰ κρατικὰ ὄργανα, καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι ὁ βουλευτὴς θὰ ἀρκεσθῇ καὶ εἰς τὸν μισθὸν τοῦ τελευταίου εἰρηνοδίκου. Ἀλλὰ ἀγαπητοί μου φίλοι, ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις διατίθεται σήμερον ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὴν ὀργάνωσιν γραφείων, εἰς πρόσληψιν ὑπαλλήλων, εἰς τὴν ἐξασφάλισιν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς, ὄχι μόνον τῶν μέσων συντηρήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς κινήσεως, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς πλείστας ἄλλας περιπτώσεις ἐνισχύσεως Ἑλλήνων πολιτῶν ἢ ἱκανοποιήσεως αἰτημάτων. Συνεπῶς ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τὸν μισθὸν τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος λαμβάνει ὡς ἀντιπαροχὴν τῶν ὑπηρεσιῶν του τὸν μισθὸν διὰ τὴν συντήρησιν ἑαυτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του. Ὁ βουλευτὴς λαμβάνει τὴν ἀποζημίωσιν καὶ τὴν διαθέτει οὐχὶ δι’ ἑαυτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του, ἀλλὰ διὰ νὰ ὀργανώσῃ γραφεῖον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ διεκπεραίωσιν ὑποθέσεων, δι’ ἃς ἁρμόδιαι ἦσαν αἱ κρατικαὶ ὑπηρεσίαι. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ ὑπόθεσις τῆς αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως τὴν ὁποίαν ἐκμεταλλεύεται ἡ ΕΔΑ. Καὶ τὴν ἐκμεταλλεύεται ἡ ΕΔΑ σκοπίμως. Διότι οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΔΑ δὲν ἔχουν τὸν φόρτον ἐργασίας τὸν ὁποῖον ἔχουν οἱ ἄλλοι βουλευταί. Διότι οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΔΑ, ὅταν θέλουν κἄποιο ζήτημα νὰ τὸ λύσουν τὸ φέρνουν εἰς ἡμᾶς. Αὐτὸ συμβαίνει εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Μᾶς πασσάρουν ὑποθέσεις καὶ ζητήματα καὶ ἔτσι ἐπιφορτωνόμεθα περισσότερον φόρτον ἐργασίας καὶ χρησιμοποιοῦμεν περισσοτέρους ὑπαλλήλους. Ὅταν λοιπὸν ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις εἶναι ἕνας προϋπολογισμὸς διὰ τὴν συντήρησιν γραφείου Δημοσίου, τὸ ὁποῖον λέγεται δημόσιον γραφεῖον τοῦ τάδε βουλευτοῦ, αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, αὐτὰς τὰς δαπάνας πρέπει νὰ τὰς ἐπωμίζεται τὸ ἰσχνὸν βαλάντιον τοῦ βουλευτοῦ ἢ ὁ Κρατικὸς προϋπολογισμός; Ἐδῶ εἶναι τὸ θέμα. Καὶ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ θέμα. Ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἔχομεν διπλᾶ γραφεῖα καὶ διπλοῦς ὑπαλλήλους. Καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας. Καὶ τὰ ἔξοδά μας εἶναι διπλᾶ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν τὴν ὁποίαν ἐπῆρα ἀπὸ τὰς 16 Φεβρουαρίου μέχρι σήμερον οὐδὲ μία δραχμὴ δὲν διέθεσα διὰ τὸ σπίτι μου. Ὅλη ἐπῆγεν εἰς τὰ ἔξοδα διὰ τὴν συντήρησιν γραφείου, καὶ ὑπαλλήλων. Ἔχω τρεῖς ἐδῶ καὶ ἕναν εἰς τὴν Καβάλαν. Δυστυχῶς ὅμως, νομίζω ὅτι ὁ θόρυβος πέριξ τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ βουλευτοῦ εἶναι σκόπιμος. Διότι πολλοὶ παράγοντες δὲν θέλουν τὸν βουλευτὴν νὰ εἶναι ὀλίγον ἀπερίσπαστος διὰ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸ κύριον ἔργον τοῦ βουλευτοῦ. Θέλουν τὸν βουλευτὴν ἀπὸ τῆς πρωΐας μέχρι ἑσπέρας νὰ τρέχῃ ἀπὸ τὸ ἕνα Ὑπουργεῖον εἰς τὸ ἄλλο. Νὰ διαπληκτίζεται μὲ τὰς ὑπηρεσίας νὰ τὸν βλέπουν οἱ ὑπάλληλοι ὡς μυρμῆγκι, νὰ τὸν γελᾶ καὶ ὁ τελευταῖος τμηματάρχης. Ὅταν λοιπὸν ἀντιμετωπίζωμεν τοιαύτην τροχοπέδην, ὡς πρὸς τὴν λύσιν σπουδαίων ζητημάτων ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἐρωτῶ, διατί γίνεται αὐτό; Θὰ τὸ εἴπω ἐγώ. Θέλουν νὰ ἐξαντλοῦν τὴν δραστηριότητα τοῦ βουλευτοῦ μέσα εἰς αὐτὰ τὰ μικροζητήματα, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ κάλλιστα ὁ κρατικὸς μηχανισμὸς νὰ τὰ ἀντιμετωπίσῃ. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς καὶ τοὺς νῦν καὶ τοὺς πρώην, ἐὰν ἔκαμαν ποτὲ τὸ ἐρώτημα: Διατὶ ὑπάρχουν αἰτήσεις πολιτῶν ποὺ ἐκκρεμοῦν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα 2 καὶ 3 χρόνια χωρὶς καμμίαν ἀπάντησιν ἐκ μέρους τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φορτώνεται ὁ βουλευτὴς μὲ τόσην ἐργασίαν. Θέλουν νὰ ἐξαντλήσουν τὴν δραστηριότητα τοῦ βουλευτοῦ εἰς τὴν λύσιν τῶν μικροζητημάτων καὶ νὰ μὴ δύναται ὁ βουλευτὴς νὰ μελετᾷ τὰ διάφορα νομοσχέδια καὶ τὰ ἄλλα θέματα, διότι δὲν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον. Ὑπάρχει σκοπιμότης ἀγαπητοί, κ.κ. συνάδελφοι, καὶ ἀγαπητοὶ κ.κ. Ὑπουργοί. Ὑπάρχει σκοπιμότης ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, ἐκ μέρους τῶν μανδαρίνων τῶν Ὑπουργείων νὰ ἐξαντλοῦν τὸν βουλευτήν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ κύριον ἔργον του. Ὅταν ἀγαπητοί μου φίλοι, ἔχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τοιαύτας δαπάνας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ἀπὸ ἡμᾶς; Δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα, ἡ δαπάνη αὐτή, ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία λέγεται «βουλευτὴς» νὰ ἀναληφθῇ ἀπὸ τὸν Δημόσιον προϋπολογισμόν; Διατὶ φοβούμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν; Διατὶ δειλιάζομεν; Διατὶ δὲν λέγομεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Κύριοι τὰ λεπτὰ ποὺ μᾶς δίδετε τὰ ἐξοδεύομεν διὰ νὰ λύωμεν τὰ ζητήματά σας, διὰ νὰ πληρώνωμεν ὑπαλλήλους, αὐτοκίνητα, καὶ ἄλλα συγκοινωνιακὰ μέσα, διὰ νὰ σᾶς ἐξυπηρετοῦμεν. Κύριοι, δὲν εἶναι ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις μισθὸς οὔτε ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις πηγαίνει εἰς τὸν ἰδιωτικὸν κορβανᾶν τοῦ βουλευτοῦ. Πηγαίνει εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξυπηρετηθῇ ὁ λαὸς καλύτερον, ἐὰν θέλωμεν ὁ βουλευτὴς ἀπερίσπαστος περισσότερον νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸ κύριον ἔργον του, χρειάζεται αἱ δαπάναι αὐταὶ τὰς ὁποίας πολλάκις ὁ βουλευτὴς ἐξοδεύει καὶ ἀπὸ τὴν τσέπην του, αἱ δαπάναι τοῦ δημοσίου γραφείου, τὸ ὁποῖον λέγεται δημόσιον γραφεῖον βουλευτοῦ, νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἰδοὺ διατὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Ἡ μικρὰ ἐπιβάρυνσις τοῦ Δημοσίου προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς αὐξήσεως εἶναι μηδὲν ἐμπρός, εἰς τὰ ὅσα δίδονται εἰς τὸν Ἡμερήσιον Τύπον τῶν Ἀθηνῶν διὰ νὰ ὑβρίζῃ τοὺς βουλευτὰς καὶ εἰς ὅσα κλέπτονται ἀπὸ τοὺς ἐπιτηδίους τῶν Ὑπουργείων κατὰ τὴν ὑπογραφὴν διαφόρων συμβάσεων εἰσαγωγῶν καὶ ἐξαγωγῶν, ὧν συμβάσεων ὁ ἔλεγχος ἀποφεύγεται διὰ τῆς καταπονήσεως τοῦ βουλευτοῦ εἰς τὴν λύσιν μικροζητημάτων τῶν πολιτῶν τῆς ἐπαρχίας του.
§43Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Καίτοι εἶμαι νέος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νομίζω, κ.κ. βουλευταί, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου. Καὶ θὰ τὴν ἐκθέσω μετὰ παρρησίας. Πιστεύω, ὅτι μᾶς λείπει τὸ θάρρος. Ἀφήσαμε περὶ τὸ θέμα τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἀμφιβάλλομεν περὶ τοῦ δικαίου τοῦ αἰτήματός μας. Ἐάν, κ.κ. βουλευταί, ἔχωμεν δίκαιον θὰ πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Ἐὰν ἔχωμεν ἄδικον θὰ πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν εὐθέως, ὅτι ἔχομεν ἄδικον. Δὲν πρέπει ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ φοβούμεθα τὶ θὰ πῇ ὁ λαὸς ἢ μία ὡρισμένη μερὶς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν λαόν, νομίζω, ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ γνωρίζῃ τί λαμβάνει ὁ βουλευτὴς ὡς ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ ἐπιθυμεῖ νὰ γνωρίζῃ ἀπὸ ποῦ λαμβάνει ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται νὰ ξοδεύῃ. Ἐὰν δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν δυνατότητα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς ηὐξημένας ἀνάγκας ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ λειτουργήματος, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀνεχθῶμεν συμβιβασμούς. Μὲ 12.300 δραχμὰς πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς ἀνάγκας περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν οἱ κ.κ. συνάδελφοι; Ὅσοι ἐξ ὑμῶν, κ.κ. βουλευταί, ἀρνεῖσθε τὴν ἀνάγκην αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε τί ἔσοδα ἔχετε; Μήπως πιστεύετε, ὅτι βουλευταὶ θὰ πρέπει νὰ εἶναι μόνον οἱ πλούσιοι; Ἐὰν πιστεύετε, ὅτι θὰ πρέπει καὶ οἱ πτωχοὶ νὰ ἐκπροσωποῦν τὸν λαόν, πῶς θέλετε νὰ δυνηθοῦν νὰ ἀντεπεξέλθουν εἰς τὰ ἔξοδά των; Ὁ λαὸς δὲν ἐνδιαφέρεται ἐὰν ὁ βουλευτὴς λαμβάνῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τι πλέον διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ηὐξημένων δαπανῶν του χάριν τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ λαοῦ. Ὁ λαὸς ἐνδιαφέρεται νὰ ἔχῃ ὁ βουλευτὴς τὸ κεφάλι ὑψηλὰ καὶ τὰ χέρια καθαρά. Ἀπευθύνομαι, κ.κ. συνάδελφοι πρὸς ὅλας τὰς παρατάξεις τῆς Βουλῆς, διότι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχουν κομματικαὶ διαφοραὶ καὶ σᾶς καλῶ νὰ διακηρύξωμεν εἰς τὸν λαὸν τὸ δίκαιον τοῦ αἰτήματός μας καὶ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν τῆς εὐθύνης διὰ τὴν αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχει διὰ τὸ θέμα αὐτό. Ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις δὲν εἶναι θέμα ἀφορῶν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καθορίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ δίκαιον τοῦ ἰδικοῦ μας αἰτήματος, διερωτῶμαι, πῶς θὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ αἰτήματα τῶν ψηφοφόρων; Ἴσως τινὲς συνάδελφοι, παρεξηγήσουν τὴν ὁμιλίαν μου. Μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. Μοῦ ἀρκεῖ, ὅτι ἔχω τὸ κεφάλι ὑψηλά. Ἐγώ, κ.κ. συνάδελφοι, οὐδὲν ἄλλον εἰσόδημα ἔχω πέραν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ βουλευτικοῦ λειτουργήματος ἠναγκάσθην νὰ κλείσω τὸ δικηγορικόν μου γραφεῖον εἰς τὴν Ζάκυνθον. Ἐπίσης δὲν ἔχω προστάτας πλουσίους νὰ μὲ ἐπιδοτοῦν. Εἶμαι πτωχὸς καὶ ἔχω φίλους μόνον πτωχούς. Καὶ εἶμαι ὑπερήφανος καὶ διὰ τὴν καταγωγήν μου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀγορητοῦ, κηρύσσω περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ Προεδρείου σχετικῶς μὲ τὸ ὕψος τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως.
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι...
§46Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐθέσατε καλῶς τὸ θέμα. Θὰ πρέπει νὰ ἐρωτήσετε κεχωρισμένως διὰ τὸ πρῶτον σκέλος τῆς προτάσεως καὶ κεχωρισμένως διὰ τὸ δεύτερον τὸ ἀφορῶν τοὺς γραμματεῖς τῶν βουλευτῶν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ πολύ, ὅσοι ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν δέχονται τὸ πρῶτον σκέλος τῆς προτάσεως, τὸ ἀφορῶν τὴν αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἠγέρθησαν 5 βουλευταί).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠγέρθησαν οἱ ὀλιγώτεροι καὶ συνεπῶς ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
§49Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔγινε σαφὲς τὸ θέμα. Ἀκούω συναδέλφους νὰ ὁμιλοῦν περὶ αὐξήσεως. Ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σαφής. Νομιμοποιεῖται ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις σήμερον. Εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὀφείλετε νὰ εἴπητε τὶ ἐπιθυμεῖτε. Ὁ κ. Κανελλόπουλος προηγουμένως ὡμίλησε διὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπανδρέου. Τὸ θέμα εἶναι σαφὲς καὶ ἕκαστος ἂς λάβῃ τὰς εὐθύνας του. Ἡ ἀπόρριψις τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ σημαίνῃ τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ἀπὸ σήμερον ἢ ἀναδρομικῶς ἀπὸ Ἰανουαρίου ζητοῦν οἱ κ.κ. συνάδελφοι αὔξησιν κατὰ 10 χιλιάδας τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ δέχεται, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δὲν τὸ δέχεσθε καὶ σεῖς. Εἶναι σαφὴς ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναπτυχθέντων ἡ Βουλὴ ζητεῖ συσχετισμὸν καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι μὲ τὴν ὑφισταμένην βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν ὁ βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὸ λειτούργημά του. Ἡ Κυβέρνησις δὲν διαφωνεῖ ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ θέμα εἰς τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν θὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις διὰ νὰ ἰσχύσουν ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις θὰ αὐξηθῇ κατὰ 10 χιλιάδας. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, νὰ λάβουν μίαν σαφῆ θέσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Τὸ θέμα ὑπάρχει, εἶναι ἐκκρεμὲς καὶ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§51Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Θὰ ἤθελον, ἰδιαιτέρως, νὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τοὺς συναδέλφους τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἤδη ἀνειλημμένην ὑποχρέωσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος θέματος. Ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς πρώτας του προγραμματικὰς δηλώσεις, μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1963, εἶπεν ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αὐξάνονται οἱ μισθοὶ τῶν δικαστικῶν καὶ ὄχι τῶν βουλευτῶν, ἤλθατε κατόπιν σεῖς διὰ τῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης νὰ ἐπικροτήσητε καὶ νὰ ἐπιδοκιμάσητε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχετε λοιπὸν ὑποχρέωσιν σήμερον, νὰ ἔλθητε διὰ τῆς ψήφου σας νὰ ἐγκρίνητε τὴν πρότασιν. Διότι, ἄλλως, τί θὰ γίνεται κύριοι. Σκεφθῆτε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν πρόκειται νὰ αὐξηθῇ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις, θὰ ὑπάρχῃ ὅμως μία ἀσάφεια, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραμείνῃ καὶ μία ἀμφισβήτησις ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω εἰς τὶ συζητήσεις θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ αἱ συζητήσεις δὲν εἶναι καθόλου ἐποικοδομητικαὶ τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου. Δι’ αὐτό, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔγινεν ἀντιληπτὸν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τίνος πρόκειται, νὰ ἐπαναθέσῃ τὸ ζήτημα ὡς πρὸς τὴν πρώτην περίοδον. Δηλαδή, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν ὅπως ὑφίσταται σήμερον διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ καθορίζεται εἰς τὰ ἴδια ὑφιστάμενα ἐπίπεδα. Συμφωνεῖτε;
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς ΕΡΕ). Ὄχι.
§53Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ὁ Ἀρχηγός σας ὅμως, εἶπεν ἄλλα. Αὐτὸ ἀκριβῶς, ὅτι εὑρίσκεται τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ φωνάζητε εἰς τὴν Βουλὴν ὅταν συνήθως δὲν ἀκούονται αἱ φωναὶ αὐταί, σημαίνει, ὅτι κἄτι κακὸν εἰς τὴν αἴθουσαν συμβαίνει. Πρέπει ὅλοι μας νὰ συνέλθωμεν ἐπὶ τέλους καὶ νὰ ἀντιληφθῶμεν, ὅτι ἔχομεν καὶ ὡρισμένας ὑποχρεώσεις γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος. Τὸ θέμα ἐτέθη σαφῶς ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον. Θὰ μελετηθῇ ἐν τῷ συνόλῳ του τὸ θέμα καὶ θὰ ἀρχίσῃ τυχὸν ἀπόφασις ληφθησομένη ὑπὸ τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, διαφορετική, νὰ ἐφαρμόζεται ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1965. Ὁ παρὼν προϋπολογισμός, δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαταραχθῇ ἀπὸ μίαν αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ γνωρίζετε καὶ πρέπει νὰ καταστῇ συνείδησις. Δὲν ἠμπορεῖ, ἐπαναλαμβάνω, νὰ διαταραχθῇ ἡ ἰσορροπία τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία λαμβάνεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅπως σήμερον. Κύριοι, ἰδίως τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἔχετε ὑποχρέωσιν, λόγῳ τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν ἐδώσατε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου εἰς τὸ 1963, ἔχετε ὑποχρέωσιν σήμερον νὰ κυρώσητε τὴν πρᾶξιν ἡ ὁποία προτείνεται.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ράλλης, ἔχει τὸν λόγον.
§55Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εὐσταθοῦν αὐτὰ ποὺ ἀνέφερε προηγουμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν εὐσταθοῦν, δέν πρέπει νὰ αἰτιῶνται ἄλλον παρὰ τὸν ἑαυτόν των διότι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας εὐθὺς ἀμέσως θὰ ἔλθω, οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ διαφωνήσουν μὲ τὸ Σῶμα καὶ κυρίως νὰ ζητήσουν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιτάσσει τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ πρὸ ὀλίγων λεπτῶν, πρὶν ἔλθετε εἰς τὴν αἴθουσαν, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀναπληρῶν σᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἔθεσε σαφῶς τὸ ἐρώτημα εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν ἀποδέχεται ἢ ὄχι τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ ψηφοφορία ἐγένετο δι’ ἀναστάσεως. Καὶ ἠγέρθησαν μόνον 4 βουλευταί, ταχθέντες ὑπὲρ τῆς κυβερνητικῆς προτάσεως. Συνεπῶς, ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, τοὐλάχιστον ἀπόψε, νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή. Αὐτὸ λέγει ὁ Κανονισμός. Ὡς πρὸς τὰς συνεπείας, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι θέμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφορᾷ καθαρῶς κυβερνητικὰς εὐθύνας.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§57Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ὅτι συμφωνοῦμεν ὅλοι. Ὑπάρχει ἓν ἐκκρεμὲς θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ διατύπωσις ἡ ὁποία γίνεται καὶ ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς δὲν γίνεται ἀποδεκτὴ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ οἱαδήποτε ἄλλη διατύπωσις ἡ ὁποία νὰ λύῃ τὸ πρόβλημα ὅπως νομίζω, ὅτι συμφωνεῖ τὸ σύνολον τοῦ Σώματος. Δηλαδή, νὰ νομιμοποιῆται ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις διὰ τὸ ἐφετεινὸν ἔτος καὶ ἀπὸ 1.1.1965 θὰ ληφθῇ νέα ἀπόφασις ἡ ὁποία θὰ ἰσχύσῃ. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν παρακαλῶ νὰ συμφωνήσῃ τὸ Σῶμα, νὰ νομιμοποιηθῇ ἡ παροῦσα κατάστασις, διότι ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου της ἦτο σαφὴς διὰ τὸ 1964. Καὶ ἀπὸ 1.1.1965 ὅταν θὰ ἔχῃ δώσει τὸ πόρισμά της ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ἐγκαίρως ἀποφανθῆ περὶ τῆς τελικῆς ἀποφάσεως ἡ ὁποία θὰ ληφθῇ, θὰ ἰσχύσῃ τὸ νέον καθεστώς. Πάντως πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς πράξεως εἶναι ἴσως ὀλίγον λεπτολόγος καὶ ἠμπορεῖ καὶ σχολαστική, καὶ ἐδημιούργησεν ἴσως παρεξηγήσεις, ἀλλὰ περιλαμβάνει ἀκριβῶς ὅ,τι ἰσχύει. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ νόημά της. Νομιμοποιεῖται αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἰσχύει.
§58Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μὲ τὴν διατύπωσιν τὴν ὁποίαν ἐκάματε, ὁ τύπος ἔγραψεν, ὅτι χορηγεῖται αὔξησις 2000 δρχ.
§59Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἴσως ἀπουσιάζατε, κ. συνάδελφε, ὅταν ἔδωσα ἐξηγήσεις. Ὁ Τύπος ἐνεφάνισε τὸ θέμα ἐντελῶς διαφορετικὰ ἀπὸ ὅτι εἶναι, διότι οὐδεμία αὔξησις δίδεται. Ἀντιθέτως καθήλωσις περιλαμβάνεται, ὀπισθοχώρησις. Τὸ εἶπον σαφῶς. Τὸ δῶρον τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα καὶ τὸ δεκαπενθήμερον τὸ λεγόμενον τῆς ἀδείας εἶναι δεδομένον δικαίωμα. Ἰσχύει δι’ ὅλους τοὺς κρατικοὺς λειτουργοὺς καὶ αὐτομάτως διὰ τοὺς βουλευτάς. Ἡ ἀπόφασις οὐδὲν πράττει παρὰ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὸ ἰσχῦον καθεστώς. Καὶ ἡ παράκλησις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ συμφωνήσῃ τὸ Σῶμα νὰ ἰσχύῃ διὰ τὸ ἐφετεινὸν ἔτος καὶ ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1965 θὰ ὑπάρξῃ νεωτέρα ἀπόφασις.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§61Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους τῆς προτάσεώς σας εἶχον τὴν τιμὴν χθὲς νὰ ἀπασχολήσω τὸ Σῶμα καὶ νὰ ἀναλύσω δι’ ἀριθμῶν διὰ νὰ πληροφορηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κυρίως, ὅτι αὐτὴ ἡ περίφημος ἀποζημίωσις ἡ ὁποία τόσον ἐντόνως μᾶς ἀπησχόλησε καὶ χθὲς καὶ σήμερον δὲν περιέρχεται κατ’ οὐσίαν εἰς τὸν βουλευτήν, ἀλλὰ διατίθεται διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν οὐσιαστικῶν δαπανῶν του, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ λειτουργήματός του. Ἀνέλυσα δι’ ἀριθμῶν, ὅτι ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῆς οὐδεμία πεντάρα διατίθεται διὰ τὴν συντήρησιν, διὰ τὰς ἀτομικὰς ἀνάγκας ἢ τὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας τοῦ βουλευτοῦ. Δυστυχῶς ὁ τύπος τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς δὲν τὰς ἐπρόσεξε διὰ νὰ διαφωτίσῃ τὸν λαὸν καὶ παραμένει καὶ ἴσως θὰ παραμείνῃ ἐπὶ πολὺ ἀκόμη τὸ πρόβλημα ἐν συσκοτίσει. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις δὲν διατίθεται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ λειτουργήματός των. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων— καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τὴν φέρωμεν εἰς δύσκολον θέσιν—εἶπεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τίποτε παραπάνω, παρὰ ὅσα συνεφώνησε νὰ προτείνῃ διὰ τῆς προτάσεώς της. Ἀλλὰ διὰ τῆς προτάσεώς σας, τῆς χθεσινῆς, κύριε Πρόεδρε, εἴχατε προβλέψει μίαν δαπάνην διὰ τὸν περίφημον Γραμματέα. Νομίζω, ὅτι διὰ νὰ κάμνετε τὴν πρότασιν αὐτήν, θὰ ἔγιναν καὶ οἱ σχετικοὶ ὑπολογισμοὶ καὶ θὰ εἶδεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἠμπορεῖ τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ τὸ διαθέσῃ διὰ τὴν ὑποβοήθησιν τῶν βουλευτῶν. Σήμερον ἀπεσύρθη ἡ σχετικὴ πρότασις. Νομίζω, ὅτι θὰ ἠμποροῦσε ἡ Κυβέρνησις τὸ ποσὸν αὐτό, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ τὸ ἐνσωματώσῃ εἰς τὴν ἀποζημίωσιν, διὰ λόγους τυπικούς, νὰ τὸ διατηρήσῃ ὑπὸ μορφὴν ἐπιδόματος Γραμματέως καὶ νὰ ἀφήσῃ τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ ἐπιλέγουν τὸν Γραμματέα των αὐτοί, διότι μὲ τὸ ποσὸν τῶν 2.300 εἶναι δυνατὸν οἱ βουλευταὶ νὰ χρησιμοποιήσουν δύο Γραμματεῖς ἀντὶ ἑνὸς καὶ νὰ μὴ δυσκολευθοῦν ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ νὰ εὕρῃ ἕνα τρόπον διατυπώσεως τῆς ἀποφάσεως τοιοῦτον ὥστε νὰ ἱκανοποιῇ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νομιμοποιήσεως μιᾶς καταστάσεως, πρέπει νὰ τὴν βοηθήσωμεν. Καὶ τὸ λέγω αὐτὸ ἐγώ, ὁ ὁποῖος χθὲς ἤμην ὀξύτατος καὶ ἤμην ὀξύτατος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὄχι μόνον διὰ νὰ διαφωτίσω τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον διὰ νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλήν, ἀλλὰ κυρίως διὰ νὰ διαφωτίσω τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διότι, κ. Πρόεδρε, καὶ τὸ ἠξεύρετε αὐτό, ψιθυρίζεται εἰς τὰ καφενεῖα καὶ τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων, ὅτι οἱ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐπαναλαμβάνω δὲν εἰσπράττομεν διὰ τὰς ἀτομικάς μας ἀνάγκας τίποτε, πραγματικῶς τίποτε, εἰσπράττομεν 20.000 δρχ. αὐτὸ εἶναι τὸ ψεῦδος. Καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἀναφέρω ἀριθμοὺς διὰ νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι αὐτὴ ἡ συκοφαντία, αὐτὸ τὸ ψεῦδος λέγεται ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν λόγον νὰ δυσφημοῦν καὶ νὰ συκοφαντοῦν τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Νομίζω, ὅτι οἱ βουλευταὶ τῆς Ε.Κ. δὲν θὰ εἶναι διατεθειμένοι νὰ δυσχεράνουν τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποστῇ ἀπὸ τὴν χθεσινήν της εἰσήγησιν. Νὰ εὕρῃ ἕνα τρόπον διατυπώσεως τῆς ἀποφάσεως, ὥστε νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ οὐσίᾳ της ἡ χθεσινή σας πρότασις καὶ νομίζω, ὅτι οἱ βουλευταὶ τῆς Ε.Κ. θὰ ἠμπορέσουν νὰ τὴν ἀποδεχθοῦν, διὰ νὰ ἐκφύγωμεν ἀπὸ αὐτὸ τὸ τυπικὸν θέμα. Τὸ οὐσιαστικὸν θέμα παραμένει ἐκκρεμὲς καὶ εἶναι εὐχάριστον ὅτι ἀπόψε ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἐξέφυγεν ἀπὸ τὴν φοβίαν, ἡ ὁποία μᾶς κατεῖχε νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ ἔθεσεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ τὸν δάκτυλον εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συνεννοηθῆτε μὲ τὴν Κυβέρνησιν πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ πρότασίς σας, ἡ χθεσινή, νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ οὐσίᾳ της, διὰ νὰ ἐκφύγωμεν ἀπὸ τὴν δυσχερῆ θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Μιχαηλίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§63Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας του διέπραξε τὸ σφάλμα νὰ ὁμολογήσῃ δύο τινά. Ὅτι κατὰ ἕνα ἔμμεσον τρόπον ἀπέσπασε μίαν ἔγκρισιν τοῦ Σώματος ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως νὰ περιορίσῃ τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν εἰς τὰ παλαιὰ πλαίσια καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλή, διὰ τῆς παροχῆς τῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐνέκρινε τὴν δήλωσιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν συνεχείᾳ διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς εἰς δεύτερον στάδιον ἐνέκρινε καὶ πάλιν κατὰ μυστηριώδη τρόπον, τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἔρχεται τώρα εἰς τρίτην φάσιν, κατὰ ἔμμεσον τρόπον ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁμοθύμως τὸ Σῶμα νὰ τὴν τορπιλλίσῃ μὲ διάφορα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν τόσον ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τέλους, εἶναι ἡ πρώτη συνεδρίασις μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νέου Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τέλους, πρέπει κἄποτε νὰ ἐκδηλώσωμεν κἄποιον σεβασμὸν καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ποὺ ὀνομάζεται Κανονισμός, ποὺ ὀνομάζονται νόμοι, διότι ἡμεῖς εἴμεθα νομοθέται, ψηφίζομεν νόμους καὶ ἀξιοῦμεν νὰ τοὺς ἐφαρμόσῃ ὁ λαός. Τὸ Σῶμα ἔλαβε ρητὴν ἀπόφασιν, ἀπέρριψε τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλην πρότασιν νὰ ἐγκριθῇ ἀπὸ τὸ Σῶμα.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μυλωνᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§65Δ. ΜΥΛΩΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι εἷς ἀπὸ τοὺς πλέον πτωχοὺς συναδέλφους καὶ θὰ ἔπρεπε κανονικὰ καὶ ἐγὼ νὰ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἐπικρατοῦσαν γνώμην εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Θὰ ἔπρεπε, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, νὰ γίνῃ μία προεργασία καὶ νὰ μὴ ἔλθῃ τὸ θέμα ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὅπως ἦλθε καὶ ὅπως προεβλήθη. Διότι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔχομεν χάσει ἔναντι τῆς κοινῆς γνώμης μὲ τὸν τρόπον ποὺ προεβλήθη τὸ θέμα καὶ μὲ τὴν συζήτησιν ποὺ ἔγινεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Διότι εἴδαμεν, ὅτι ἕνα Κόμμα μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν— δὲν ξεύρω ἂν θέλῃ νὰ κάμῃ εὐθηνὴν πολιτικὴν ἢ ὄχι— ἐπῆρεν ἀντίθετον θέσιν. Ἴσως διότι εἰς τὸ παρελθὸν ὅταν ἐτέθη καὶ πάλιν παρόμοιον θέμα, δὲν εἶχε διάφορον γνώμην ἡ Ε.Δ.Α. Τότε ἐπεκρίθη ἀπὸ τὴν μερίδα τοῦ λαοῦ ποὺ ἔλεγεν ὅτι καὶ ἡ Ε.Δ.Α. ἦτο σύμφωνος εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Φαίνεται, ὅτι τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο τοὺς ἠνάγκασε νὰ πάρουν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐπῆραν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος. Διότι γνωρίζω τοὺς συναδέλφους, ὅτι δὲν εἶναι πλούσιοι καὶ ὅλοι κατ’ οὐσίαν θὰ εἶναι σύμφωνοι. Καὶ μάλιστα θέλουν νὰ πάρωμεν ἡμεῖς τὴν πρωτοβουλίαν, νὰ λύσωμεν τὸ θέμα, διὰ νὰ φανοῦν οὗτοι ἀρεστοὶ εἰς τὸν λαόν, μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι δὲν συνεφώνησαν μὲ τὴν πρότασιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, σὰν κυβερνητικὸς βουλευτής, κύριε Πρόεδρε, πειθαρχῶ ἀπολύτως εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως. Ὑπάρχει καὶ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον εἶχε θίξει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ θέμα τοῦ μισθολογίου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουν μισθοὶ ἡγεμονικοί, οἱ ὁποῖοι πρέπει κἄποτε νὰ ἔλθουν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διὰ νὰ συζητηθοῦν. Προχθὲς ἐδιαβάσαμεν εἰς μίαν ἀπογευματινὴν ἐφημερίδα μίαν γενναίαν χειρονομίαν τοῦ κ. Μαύρου, ὁ ὁποῖος παρῃτήθη ὅλων τῶν πάσης φύσεως ἀπολαυῶν του, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 200.000 δραχμῶν μηνιαίως, δηλαδὴ ἀπολαυῶν 12 ἐτῶν ἑνὸς ἐργάτου καὶ συντάξεως 25 ἐτῶν δι’ ἕνα συνταξιοῦχον. Ὅταν, λοιπόν, ὑπάρχουν τοιαῦτα θέματα, ποὺ δὲν ἐλύθησαν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπομονὴν νὰ ρυθμισθοῦν ὅλα αὐτὰ καὶ ὕστερα νὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ ἡ ἰδική μας. Δι’ αὐτὸ τάσσομαι μὲ τὴν ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μερκούρης, ἔχει τὸν λόγον.
§67Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ χθὲς ἐδῶ γίνεται μία συζήτησις, ἡ ὁποία εἶναι λυπηρά. Βεβαίως, ἡ αἰτία τῆς συζητήσεως αὐτῆς, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὑπῆρξε τὸ ἀτύχημα τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὴν βασικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία εἶχε τεθῆ ἀπὸ τὸ 1957, δηλαδὴ ἡ ἀποζημίωσις ἡ κοινοβουλευτικὴ νὰ ἀκολουθῇ τὸν μισθὸν τοῦ ἀνωτάτου λειτουργοῦ τοῦ Κράτους. Ὅταν δὲ τὸ ἐθέσπισαν αὐτὸ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐθέσπισαν, τὸ ἐσκέφθησαν, ἀκριβῶς, διὰ νὰ ἀποφεύγωνται αἱ τοιούτου εἴδους συζητήσεις. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐγένετο μία ἐπίκρισις ἐναντίον τοῦ Κόμματος τῆς Ε.Δ.Α. Ἐλάβατε τὴν ἀπάντησιν ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Ε.Δ.Α. καὶ γενικώτερον τῆς Ἀριστερᾶς παρατάξεως ἡ ὁποία ἀντετάχθη ὄχι εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς βουλευτικῆς, ἀλλὰ ἐτάχθη ὑπὲρ τῆς συγχρόνου αὐξήσεως καὶ τῶν ἐργατοϋπαλλήλων. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἂν ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν μοῦ ἔδιδεν ἀφορμήν. Ἐμεσολάβησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε μίαν πρότασιν πολὺ λογικήν. Διότι πρέπει ἐπὶ τέλους λογιστικῶς νὰ κανονισθῇ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἐκκρεμὴς ἐφ’ ὅσον μάλιστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ συνεφώνησαν ὅπως τὸ θέμα συζητηθῇ μὲ ἠρεμίαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν κανονισμοῦ καὶ ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1965, καθορισθῇ σαφῶς πλέον καὶ λήξῃ τὸ θέμα τῆς ἀποζημιώσεως. Ἡ κατηγορία ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν Ἀριστερὰν παράταξιν, ἦτο ὅτι ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ δημοκοπήσωμεν. Τὴν δημοκοπίαν αὐτὴν τὴν ἔκαμεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι κάμνων ἔκκλησιν τώρα πρὸς τοὺς κυβερνητικοὺς βουλευτὰς ἐπεκαλέσθη τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις τῆς 3ης Νοεμβρίου εἰς τὴν ὁποίαν ὑπῆρχε δημοκοπία τῆς μὴ παρακολουθήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ὅπως ὁ νόμος ὥριζε καὶ τὴν ὁποίαν ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἔδωσε καὶ ἡ Ἀριστερὰ παράταξις τότε. Κατὰ ποῖον τρόπον λοιπὸν ἡμεῖς ἐδημοκοπήσαμεν καὶ δὲν ἠκολουθήσαμεν τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Εἶναι λυπηρόν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι γίνονται αἱ συζητήσεις αὐταὶ ἀπὸ χθὲς τὸ βράδυ καὶ τὴν εὐθύνην ἀκεραίαν τὴν φέρει ἡ Κυβέρνησις, διότι ἀπομακρύνει μίαν ἠθικὴν βάσιν, μίαν σωστὴν βάσιν, ἡ ὁποία εἶχε τεθῆ ἀπὸ τὸ 1957. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰς δημοκοπίας καὶ ἐθνικοφροσύνας, νομίζω, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τοὐλάχιστον δεξιά, κάμνει τὸ καθῆκον της. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον της, ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ τὴν σημαίαν τῆς δῆθεν ἐθνικοφροσύνης. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν σημαίαν τῆς ἀντιστάσεως καὶ τῶν λαϊκῶν ἀγώνων.
§68Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. συνάδελφον τῆς ἀριστερᾶς εἰς τὶ κατηγορεῖ τὴν Κυβέρνησιν. Εἴπατε ὅτι μᾶς κατηγορεῖτε, διότι ἀπεμακρύναμεν τὸν αὐτόματον συσχετισμόν. Δηλαδὴ σεῖς θέλετε νὰ πάρουν οἱ βουλευταὶ 10.000 δραχμὰς πάρα πάνω μισθόν. Παρακαλῶ νὰ γραφῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ ξεκαθαρίσωμεν τὶ λέγει ὁ κ. Μερκούρης.
§69Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ σᾶς ἀπαντήσω, διότι ἀνεφέρατε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον. Εἶπον ὅτι, κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν διότι ἀπεμακρύνθη ἀπὸ μίαν βάσιν ἡ ὁποία ἐτέθη τὸ 1957. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ αὔξησις μέχρι 10.000 δραχμῶν, τότε μποροῦσε νὰ τὸ καθορίσῃ κάπως ἄλλως, ἀλλὰ ὁριστικῶς καὶ νὰ λήξουν αὐταὶ αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι εἴτε τὸ θέλετε εἴτε τὸ ὁμολογοῦμεν ὅλοι ἀπὸ χθὲς τὸ βράδυ, ἔχουν θέσει εἰς δοκιμασίαν ὁλόκληρον τὸ Κοινοβούλιον ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§70Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται νὰ λάβω θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. ἀνέπτυξε τὰς κοινὰς ὅλων ἡμῶν ἀπόψεις. Ἡ βραχυτάτη μου παρέμβασις ἀποβλέπει ἁπλῶς εἰς τὴν ἐξεύρεσιν διεξόδου ἐπὶ μιᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία, ὡς βλέπω ἐγώ, ἀπετελματώθη χωρὶς κανένα πρακτικὸν ὄφελος. Νομίζω, ὅτι δύο ἐρωτήματα τίθενται σαφῶς ἐνώπιον ἡμῶν, εἰς τὴν φάσιν αὐτὴν τῶν συζητήσεων. Τὸ πρῶτον εἶναι ἐὰν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη. Ἡ ἐντύπωσίς μου, παρόντος κατὰ τὴν σχετικὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀντικαταστήσαντος ὑμᾶς ἐπὶ τῆς ἕδρας Ἀντιπροέδρου, εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ σαφῶς ἀπέρριψε τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὑπάρχῃ περὶ τούτου ἀμφιβολία, εἰς ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, ἐναπόκειται νὰ διακριβώσητε τὴν σωστὴν καὶ αὐθεντικὴν περὶ τούτου βεβαίωσιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅλους ἡμᾶς, εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη καὶ ὅτι, βεβαίως, εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως ἀσταθοῦς καὶ ὅτι θὰ εἶναι ἀσφαλῶς ἐπιβεβλημένον νὰ καταβληθῇ προσπάθεια ἐξευρέσεως μιᾶς βάσεως ἐκ μέρους τῶν κομμάτων κατὰ τὴν παροῦσαν φάσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ πρὸς τοῦτο θὰ συνεφώνουν μὲ ὅσα ὁ κ. Ζορμπᾶς, νομίζω, ἐξέθηκεν ὅπως ἐπακολουθήσῃ ἐπαφὴ ἡμῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν ἐξεύρεσιν μιᾶς ἄλλης διατυπώσεως.
§71Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τὸ θέμα πρέπει νὰ γίνῃ ἀκόμη σαφέστερον εἰς τοὺς κ.κ. συναδέλφους. Κύριοι συνάδελφοι, εἶχον τὴν εὐκαιρίαν ἐπανειλημμένως νὰ εἴπω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν καὶ νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ἀνάξιον τοῦ Σώματος, μετὰ τόσας συζητήσεις μάλιστα δύο ἡμερῶν, νὰ μὴ καταλήξωμεν εἰς μίαν σαφῆ ἀπόφασιν, διότι ὑπάρχει κενὸν τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πληρωθῇ. Εἶπε προηγουμένως ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Πιπινέλης, ὅτι ἡ Βουλὴ κατεψήφισε τὴν πρότασιν τοῦ Προεδρείου. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἦτο αὐτὸ τὸ νόημα τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἐλήφθη, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη ἡ συγκεκριμένη πρότασις ἀπερρίφθη, τὸ θέμα εἶναι ἀνοικτὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ τὸ Σῶμα ὅπως λάβῃ μίαν ἀπόφασιν ἐν γνώσει τῶν συνεπειῶν τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ αὕτη. Εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ πάλι νὰ κάμω τὴν τοποθέτησιν τοῦ θέματος. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ εἶναι ἡ τελευταία φορὰ καὶ θὰ ἐπιτύχω νὰ γίνω σαφὴς ὅπως ἐπιθυμῶ. Ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ νομιμοποιηθῇ καὶ νὰ διατηρηθῇ ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις διὰ τὸ τρέχον ἔτος καὶ ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1965 ὅταν, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε., θὰ ἔχῃ λειτουργήσει καὶ θὰ ἔχῃ καταλήξει εἰς συμπεράσματα ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ὑπάρχει, νὰ ληφθοῦν αἱ τελικαὶ ἀποφάσεις. Εἶναι μία πρότασις διατηρήσεως ὑπὸ τύπον προσωρινότητος τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Ἐὰν αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν γίνῃ ἀποδεκτή, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη ἀντιπρότασις. Ἐκτὸς ἐὰν εἰς τὰς προθέσεις μας εἶναι νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὸ σύνολον ὁ αὐτόματος συσχετισμός, ὁπότε πρέπει καὶ ὑμεῖς νὰ γνωρίζετε ὅτι αὐτὸ σημαίνει 10.000 δραχμὰς τὸν μῆνα ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1964 αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Νομίζω, ὅτι ἐνδεχομένως ὡρισμένοι τῶν κ.κ. συναδέλφων, τὸ ἐπιθυμοῦν καὶ τὸ παρακαλοῦν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ εἶναι σαφὲς τὸ τὶ ψηφίζομεν. Δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ Σώματος καὶ θὰ μοῦ συγχωρήσητε τὴν παρατήρησιν, ἐὰν εἴπω, ὅτι δὲν ὁμιλοῦμεν σαφῶς ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου θέματος. Εἶναι ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν ὑποχρεώσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὶ ψηφίζει ἡ Βουλὴ καὶ ὅτι εἶναι ἐν γνώσει τῶν συνεπειῶν τῆς ψήφου τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ αὕτη. Δι’ αὐτό, ἡ Κυβέρνησις, ἐπανέρχεται καὶ παρακαλεῖ τὸ Σῶμα, νὰ συμφωνήσῃ εἰς τὴν λύσιν αὐτὴν τὴν μεταβατικὴν καὶ προσωρινὴν ἡ ὁποία θὰ ἰσχύσῃ διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου. Ὑπάρχουν ὅλα τὰ περιθώρια εἴτε νὰ ἀναζητηθῇ ἄλλος αὐτόματος συσχετισμὸς ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὀρθός, εἴτε νὰ καθορισθῇ νέον ὕψος τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ δὲν ὑπάρχουν ἀντιπροτάσεις, δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παρατείνεται ἡ συζήτησις, διότι τότε θὰ εἶναι ἄνευ περιεχομένου.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§73Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἀρχὴν συμφωνῶ ὅτι πρέπει νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω ὡρισμένα σημεῖα τῆς θέσεώς μας, ὡς Κόμματος. Πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ ξεκαθαρισθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς ὅτι αἱ ἀπόψεις τῆς ΕΔΑ δὲν εἶναι ἀπόψεις προσωπικαί, ἀλλὰ ἀπόψεις τοῦ Κόμματος, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἀπὸ συζητήσεις τῶν Ὀργανώσεων τοῦ Κόμματος καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς αὐτοῦ ὁμάδος καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἀποφάσεις ἐδεσμεύθημεν ὅλοι. Ἡ θέσις αὐτή, κ. Πρόεδρε, κατὰ καμμίαν περίπτωσιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ δημαγωγία. Αὐτὴ ἡ θέσις εἶναι ἀπὸ τὴν ἐκτίμησιν ποὺ ἔχει γίνει σχετικῶς μὲ ἄλλας σπουδαίας ἀνάγκας ὅλων τῶν ἄλλων ἐργαζομένων ἀνθρώπων. Διαφωνοῦμεν μὲ τὴν θέσιν τῶν ἄλλων Κομμάτων, ἀλλὰ παραδεχόμεθα ὅτι πράγματι ὑφίσταται ἀνάγκη αὐξήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ ἐμεῖς συναρτοῦμεν τὸ θέμα καὶ μὲ τὰς ἀνάγκας τῶν ὑπολοίπων ἐργαζομένων τῶν ὁποίων αἱ ἀνάγκαι εἶναι πολὺ μεγαλύτεραι τῶν ἰδικῶν μας καὶ διὰ νὰ τελειώσω, κ. Πρόεδρε, ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ἂς ἀσχολῆται καθεὶς μὲ τὰς ἰδικάς του ἀπόψεις καὶ νὰ μὴ ἀσχολῆται μὲ τὸ τὶ λέγει καὶ κάμει ἡ ΕΔΑ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας, ἔχει τὸν λόγον.
§75Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω δύο λέξεις εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ τῆς συζητήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθηκεν ὡρισμένας ἀπόψεις. Κατόπιν ἐπηκολούθησε διάλογος μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε. Ρ.Ε. Ὁ διάλογος κατέληξεν εἰς συμφωνίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπανέλαβε τώρα ποία εἶναι ἡ κυβερνητικὴ θέσις καὶ ὁμολογῶ, ὅτι τὴν ἐπανέλαβε μὲ σαφήνειαν. Εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ —αὐτὴ εἶναι ἡ κυβερνητικὴ πρότασις καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ διορθώσῃ, ἐὰν κάμω λάθος— ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ νομιμοποίησις τοῦ ὑφισταμένου καθεστῶτος. Αὐτὴ ἐπιβάλλεται πράγματι καὶ πρέπει νὰ γίνῃ παραχρῆμα καὶ χωρὶς νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ συζητῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ἅπαξ καὶ ἔγινε νὰ ληφθῇ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις.
§76Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ποία νομιμοποίησις;
§77Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Αὐτή, τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ Κυβέρνησις ὑπευθύνως.
§78Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Τὴν ἔχομεν ψηφίσει.
§79Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Σεῖς τὴν ἔχετε ψηφίσει. Ἐγὼ δὲν ἔχω ψηφίσει τὴν Κυβέρνησιν. Ὁμιλῶ ὄχι διὰ τὸ ἰδικόν σας ὄνομα, ἀλλὰ ἐπὶ ἰδίῳ ὀνόματι. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι πεντακάθαρα καὶ ἔχομεν μίαν πάρα πολὺ ἁπλῆν ὑποχρέωσιν. Πρῶτον, θὰ νομιμοποιήσωμεν τὰ ὑφιστάμενα, διότι οἱ δύο Ἀρχηγοὶ τῶν δύο μεγαλυτέρων κομμάτων ἐν τῇ Βουλῇ κατέληξαν εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα καὶ διότι πιστεύω καὶ ἐγώ, ὅπως πιστεύει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε., ὅτι ἐκεῖ ὅπου ἔφθασεν ἡ συζήτησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἄλλη λύσις καὶ πᾶσα παράτασις συζητήσεως εἰς τὸ παρὸν στάδιον, λυποῦμαι λέγων, ὅτι δὲν προωθεῖ τίποτε ἀπολύτως καὶ εἶναι βλαπτικὴ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ πολιτεύματος. Αὐτὸ εἰλικρινῶς πιστεύω εἰς τὸ παρὸν στάδιον. Ἅμα τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία, νὰ συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἂς ὑποβάλῃ προτάσεις εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τοὺς κ.κ. Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Δὲν ὑπάρχει αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ πρὸ παντὸς δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη διέξοδος. Καὶ δὲν εἴμεθα, βεβαίως, διατεθειμένοι νὰ προτείνωμεν ἡμεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἄλλην πρότασιν οἱανδήποτε ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ προτείνῃ ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις. Διότι ἡ Κυβέρνησις εἰσηγεῖται αὐτὰ τὰ θέματα εἰς τὴν Βουλὴν πρώτη. Δεχόμεθα, βεβαίως, νὰ συμμετάσχωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ συμμερισθῶμεν τὰς εὐθύνας. Ἀλλὰ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι δεδομένη μία πρότασις κυβερνητική, προκύψασα ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως, προκύψασα ἐκ τοῦ διαλόγου μεταξὺ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε., ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε δὲν τὸ θέλομεν, δὲν δυνάμεθα καὶ δὲν πρέπει νὰ ξεφύγωμεν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, τοὺς ἐγγεγραμμένους, ἐπιμένουν νὰ λάβουν τὸν λόγον; Ὁ κ. Χ. Τούντας, ἔχει τὸν λόγον.
§81Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, δεσμεύει τὴν Βουλήν, ὅτι ἄλλη ἡ Βουλὴ ἐκείνη καὶ ἄλλη αὐτή. Οὔτε δὲ καὶ ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑποβοηθεῖ εἰς τὴν εὕρεσιν ἐπιχειρήματος εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν. Ἀλλὰ ἀπ’ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε., ἐγένετο συμφωνία ἐπὶ τοῦ σημείου, ὅτι ἡ αὔξησις ἡ δοθεῖσα εἰς τοὺς δικαστὰς δὲν δίδεται καὶ εἰς τοὺς βουλευτάς. Αὐτὸ εἶναι ὀρθὸν καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συνδράμῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἄλλη ἡ αἰτία ἦτο, ὅτι δὲν δίδεται ἡ αὔξησις καὶ εἰς τοὺς βουλευτάς, ὅτι θὰ ἐπεβαρύνετο ὁ προϋπολογισμός. Ἀλλὰ ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς θὰ ἐπεβαρύνετο διὰ 36 ἑκατομμυρίων. Δὲν βλέπω, κ. Πρόεδρε, διατὶ διὰ τὸ 1965 χρειάζεται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Προτείνω νὰ ἀνασταλῇ ἡ αὔξησις διὰ τὸ 1964 καὶ τὸ 1965 νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν αὔξησιν τῶν δικαστικῶν.
§82ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβ. Ὑπ. Συντ.). Ἤθελον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἐὰν μὲν ἡ Βουλὴ εἶναι ἄλλη, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἡ ἰδία καὶ μὲ τὰς ἰδίας προγραμματικὰς δηλώσεις κατῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογάς, αἱ ὁποῖαι ἐνεκρίθησαν ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ συνεπῶς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ εἶναι συνεπής. Δεύτερον, πρέπει νὰ γνωρίζετε ἀκόμη, ὅτι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἠθικὴ δέσμευσις. Ἐψηφίσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς. Καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν ἀναγράφεται τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία ἠθικὴ δέσμευσις. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις παρετάθη πέραν τοῦ δέοντος, ὅτι τὸ κῦρος φθείρεται ἀνεπανορθώτως καὶ ἐκεῖνα τὰ ἐλάχιστα ποὺ ἐπηγαίναμεν νὰ κερδίσωμεν θὰ τὰ χάσωμεν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν. Δι’ αὐτὸ ἡ ἔννοια ἐκείνων ποὺ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος καὶ αὐτῶν ποὺ εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε., ὅτι διὰ τὸ 1964 τὸ ἐπίπεδον τῆς ἀποζημιώσεως θὰ παραμείνῃ ἐκεῖ ὅπου εἶναι σήμερον, εἶναι αὐτή. Κατόπιν τί θὰ γίνῃ; Ὁμιλεῖτε περὶ αὐτοματισμοῦ. Ὑπάρχει μία Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, διότι εἴπομεν, ὅτι αὐτὰ τὰ θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν κατάστασιν τοῦ βουλευτοῦ, πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζωνται ἀπὸ κοινοῦ ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, ὑπάρχει ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ συνέλθῃ καὶ κατόπιν θὰ καθορίσῃ τὸν αὐτοματισμὸν ἢ ἄλλον τινὰ τρόπον. Ἔγιναν τόσαι ἀξιόλογοι προτάσεις καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ἐβεβαιώθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε., ὅτι ἡ πρότασις τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διατί, λοιπόν, νὰ κατατριβώμεθα ἐπαναλαμβάνοντες διαρκῶς τὰ ἴδια καὶ προσθέτοντες εἰς τοὺς τόσους κόπους τῆς ἡμέρας καὶ τὴν καταπόνησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἄνευ λόγου καὶ δὲν γίνεται ἀντιληπτὴ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ νὰ συζητοῦμεν ἐὰν θὰ πάρωμεν πάρα πάνω ἢ πάρα κάτω; Ὁ λαὸς θὰ τὸ ἀντιληφθῇ, ἀλλὰ ἐπιθυμῶ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιληφθῇ ἐπιτέλους, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἀνοικτὸν καὶ πρέπει νὰ ρυθμισθῇ κατὰ ἕνα τρόπον. Ἐκεῖνοι ποὺ θὰ εἴπουν ὄχι εἶναι ὡσὰν νὰ λέγουν, δῶστε 10.000 δραχμὰς πάρα πάνω. Διότι ἐδῶ ὑπάρχει ἀντιπρότασις. Ὑπάρχει μία πρότασις, ἡ ὁποία λέγει τὸ σήμερον ὑφιστάμενον καθεστὼς νὰ ἔλθωμεν νὰ τὸ ἐπικυρώσωμεν. Αὐτὸ ποὺ εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται σήμερον πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ κατόπιν θὰ συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ θὰ ἔχωμεν ἀπὸ τὸ 1965 πραγματικῶς νέαν κατάστασιν, νέας προτάσεις, εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι. Βλέπω, λοιπόν, ὅτι ἐνῷ εἴμεθα σύμφωνοι κατ’ οὐσίαν, κανεὶς δηλαδὴ δὲν θέλει σήμερον νὰ αὐξηθῇ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις, ἐν τούτοις ψηφίζομεν κατὰ τρόπον διαφορετικόν. Τὸ ὅτι ἐπεκράτησε χθὲς μία ὀξύτης, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ὀξύτης ἦτο ἐπιβεβλημένη, διότι εἰς τὰς ἐφημερίδας ἔγινε μία τέτοια παρεξήγησις, ὥστε φαίνεται, ὅτι ἐνόμισαν, ὅτι ἐδῶ ἔγινεν ἐπέλασις ἐναντίον τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἐνῷ πρόκειται νὰ καθηλωθῶμεν εἰς τοὺς μισθούς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν. Δι’ αὐτὸ ἐξεδηλώθη καὶ ἡ παρατηρηθεῖσα ὀργὴ πολλῶν συναδέλφων, διότι αὐτὴ ἡ παραγνώρισις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ὁδηγεῖ εἰς διαβολὴν ἀνθρώπων ποὺ εἰς ἄλλα ἀποβλέπουν. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ ἡ πρότασις αὐτή, δηλαδὴ τὸ ὑφιστάμενον σήμερον ἐπίπεδον βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὸ 1964, νὰ ἐγκριθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ τὸ ταχύτερον νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς, διότι εἶναι ἄνευ λόγου καὶ ἄσκοπος ἡ περαιτέρω συζήτησις. Τὰ ἴδια πράγματα ἐπαναλαμβάνονται καὶ βλέπει κανείς, ὅτι ἡ κόπωσις εἶναι πλέον ἐμφανὴς εἰς ὅλα τὰ πρόσωπα. Νὰ προχωρήσωμεν, λοιπόν, ἀγαπητοὶ κ.κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως αὐτῆς. Θὰ καθιερωθῇ νέον καθεστὼς ἀπὸ τὸ 1965.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης τὴν γνώμην, ὅτι ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως ἐκθέτει εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ προσωπικῶς τῶν κ.κ. βουλευτῶν καὶ νὰ κάμω θερμὴν ἔκκλησιν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀπόφασίν μας, διότι παρετάθη ὑπὲρ τὸ δέον ἡ συζήτησις.
§84Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρόθεσις τῆς Βουλῆς ὅταν ἀπέρριψε τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο νὰ λάβουν τὰς 10.000 δραχμὰς οἱ βουλευταὶ καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἐπανέλαβε δὶς καὶ ἠθέλησε νὰ τὸ εἴπῃ καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἁπλῶς ἦτο ἕνας τρόπος διαμαρτυρίας ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων διὰ κακὸν χειρισμὸν τοῦ ὅλου θέματος τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θέλει μιᾶς δραχμῆς αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Καὶ διὰ νὰ μὴ ταλαιπωροῦμεν τὸ Σῶμα, νὰ φέρῃ νέαν πρότασιν ἡ Κυβέρνησις ἀντιλαμβανομένη, ὅτι ἡ προηγουμένη πρότασις δὲν ἦτο ὀρθὴ καὶ ἡ ὁποία ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπερρίφθη ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐκφράζω προσωπικήν μου γνώμην. Ἡ πρότασις εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἀπόφασίν της τοῦ 1957 ἀπὸ 1.1.1964 μέχρι 31.12.1964. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη λύσις.
§85Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κ. συνάδελφος, διαφωνεῖ μὲ τὸν κ. Ἀρχηγόν του. Ὁ κ. Ἀρχηγός σας ἐξέθεσε τὰς ἀπόψεις σας, Διακομματικὴ εἶναι ἡ Ἐπιτροπή. Εἶπεν, ὅτι θὰ συνέλθῃ ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπή. Δὲν ἠμπορεῖτε, λοιπόν, νὰ διαφωνῆτε μὲ τὰς ἀπόψεις αὐτάς. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένομεν εἰς τὴν πρότασίν μας.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται, ὅτι ἡ συζήτησις τερματίζεται καὶ ἐπαναφέρομεν τὴν πρότασιν. Οἱ δεχόμενοι, παρακαλῶ, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει: 1) Ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1964 ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ἀνερχομένη μέχρι τοῦδε εἰς δραχμὰς 15.318, διὰ λόγους καθαρῶς λογιστικούς, ὁρίζεται μηνιαίως εἰς δραχμὰς δέκα πέντε χιλιάδας. 2) Εἰς τοὺς βουλευτὰς παρέχεται ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις: α) Ἑνὸς μηνὸς ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς τῶν Χριστουγέννων. β) Ἑνὸς 15θημέρου ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς τοῦ Πάσχα, καὶ γ) Ἑνὸς 15θημέρου ἐπὶ τῇ λήξει ἑκάστης τακτικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς. 3) Αἱ περὶ ὧν ἡ προηγουμένη παράγραφος ἀποζημιώσεις ἀντιστοιχοῦσιν: α) ἡ τῆς περιπτώσεως αʹ εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ 16 Ἀπριλίου μέχρι καὶ 15 Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους, β) ἡ τῆς περιπτώσεως βʹ ἀπὸ τῆς 16 Δεκεμβρίου μέχρι καὶ τῆς 15 Ἀπριλίου τοῦ ἑπομένου ἔτους καὶ γ) ἡ τῆς περιπτώσεως γʹ εἰς πλῆρες ἔτος ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς ἀντιστοίχου πρὸς τὴν ἡμέραν τῆς πληρωμῆς χρονολογίαν προηγουμένου ἔτους. Εἰς περίπτωσιν μὴ συμπληρώσεως ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ τοῦ χρόνου τούτου αἱ ὡς ἄνω ἀποζημιώσεις μειοῦνται ἀναλόγως. 4) Ἡ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ΠΑʹ τῆς 23.3.1958 ληφθεῖσα ἀπόφασις, ὡς αὕτη ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη, καταργεῖται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1964. Ἔχομεν ἐκκρεμὲς τὸ προσωπικὸν θέμα τοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου. Ὁ κ. Κ. Παπαδόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§88Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν εἶχον ἀντίρρησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Διατὶ δὲν μὲ ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσω δὲν τὸ καταλαβαίνω.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήθη τὸ θέμα.
§90Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθησαν κατὰ κόρον πράγματα περὶ μιᾶς δημαγωγίας. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὴν ἄκραν ἀριστεράν, τὴν ὥραν ποὺ ἔγινεν ἡ ψηφοφορία, διατὶ δὲν ἠγέρθη;
§91ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. (Ἐκ τῆς Ε.Δ.Α.). Ἠγέρθημεν ὅλοι.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ.κ. βουλευταί, νὰ καθίσητε εἰς τὰς θέσεις σας. Ἔχομεν τὸ θέμα τὸ προσωπικὸν τοῦ κ. Παπαδοπούλου, εἶναι ἀρκετὰ λεπτὸν καὶ παρακαλῶ μὲ ἠρεμίαν νὰ τὸ παρακολουθήσωμεν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Παπαδόπουλε, νὰ σᾶς κάμω μίαν σύστασιν, νὰ περιορισθῆτε εἰς τὰ προσωπικὰ στοιχεῖα, ἐκεῖνα δηλαδὴ ποὺ νομίζετε, ὅτι ἔθιξαν τὸ πρόσωπόν σας.
§93Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ σύστασίς σας ἦτο ὀρθή, ἀλλὰ ἦτο ἀποφασισμένος ὁ κ. Παπαδόπουλος νὰ περιορισθῇ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι συνδεδεμένα μὲ τὸ πρόσωπόν του καὶ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ συνάδελφός του τῆς αὐτῆς περιφερείας.
§94Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀποσείσω τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπηύθυνεν τὴν Τρίτην τὸ βράδυ ὁ συνάδελφος ἐκ Κιλκὶς κ. Δημήτριος Παπαδόπουλος. Λυποῦμαι, ὅτι ἤρξατο χειρῶν ἀδίκων πρῶτος. Λυποῦμαι, διότι, ὅπως εἶπεν, τὸ ὄργιον τῶν οἰκοπέδων εἶχε καταπληκτικὴν διάδοσιν καθέτως μὲν πρὸς τὴν ἱεραρχίαν τοῦ κόμματος, ὁριζοντίως δὲ πρὸς ὅλας τὰς περιφερείας καὶ πρὸς ὅλους τοὺς βουλευτάς. Θὰ κάμω χρῆσιν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ θέματος καὶ ἐγὼ τῶν εὐθειῶν καὶ καθέτων καὶ θὰ θέσω σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Προκαταβολικῶς λέγω, ὅτι οὐδὲν οἰκόπεδον ἔχω πλὴν ἑνὸς κειμένου εἰς τὸν συνοικισμὸν Καραμπουρνάκι ἀξίας 28.000 δραχμῶν καὶ ἀγορᾶς ἔτους 1953. Ὡμίλησε, λοιπόν, καὶ μάλιστα ἐπετέθη ἐναντίον μου ὁ κ. συνάδελφος δι’ ἀνύπαρκτα οἰκόπεδα. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ε. Μπακλατζῆς). Κατὰ καιρούς, ὡς γνωρίζετε, κ.κ. συνάδελφοι, ψηφίζομεν διαφόρους νόμους διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, ἀλλὰ ποτὲ δὲν τοὺς ἐφαρμόζομεν, τοὐλάχιστον μέχρι σήμερον. Ἀπὸ τὴν ἀνάγκην λοιπὸν αὐτήν, τῆς στεγαστικῆς ἀποκαταστάσεως κινούμενος ὁ πενθερός μου, ἀρτοποιός, κάτοικος Θεσσαλονίκης, ἠγόρασε δυνάμει τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1928 προσυμφώνου, ἀπὸ τὴν κ. Σολ. σύζυγον Ἰακὼβ Μπέζα ἓν οἰκόπεδον ἐκτάσεως 2.919 πήχεων ἀντὶ 12.500 δραχμῶν. Τὸ οἰκόπεδον τοῦτο ἦτο βακούφιον ποὺ σημαίνει, ὅτι ἀποκλείεται ἡ ἀπόκτησις τίτλου δι’ ἄλλης τινὸς δικαιοπραξίας πλὴν τῆς μεταβιβάσεως. Ἑπομένως, ὁ πενθερός μου ἀγοράσας τοῦτο κατέστη κύριος διὰ τοῦ ἀνωτέρω συμβολαίου μεταβιβάσεως. Ἡ πωλήτρια ἀπεβίωσε τὸ 1929 τὸ δὲ 1933 ἀπεβίωσε καὶ ὁ πενθερός μου καὶ ἡ ὑπόθεσις παρέμεινεν ἔτσι, εἰς δὲ τὸ οἰκόπεδον τοῦτο ἐκάθηντο πλεῖστοι ἔνοικοι μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Εὐθύμιος Π. Παπατσεχελίδης, εἰς ὃν διὰ τοῦ ἀπὸ 20 Δεκεμβρίου 1929 ἰδιωτικοῦ συμφωνητικοῦ ὁ Σταῦρος Ποῦλος καὶ Γιαννόπουλος Π., σύζυγος τῆς Σοφίας, ἐξεμίσθωσε 750 τ.μ. ὡς ἐκ τοῦ κατατεθειμένου ἐγγράφου ἀποδεικνύεται. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ἐπίσης, ὅτι κατέλαβα αὐθαιρέτως τὸ οἰκόπεδον. Τοῦτο εἶναι ἀνακριβέστατον, διότι διὰ τὴν βιαίαν κατάληψιν οἰκοπέδου καὶ μάλιστα κατῳκημένου θὰ πρέπει νὰ ἐξωσθῇ κἄποιος. Ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ οὐδεὶς ἐξώσθη καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἔφυγον οἱ Γερμανοὶ τὸ ἕνα τμῆμα τούτου κατεῖχον αἱ ὑπηρεσίαι Θεσσαλονίκης, τὸ ἄλλο δὲ ἄλλοι. Εἶπεν ὅμως, ἀκόμη, ὅτι ὁ Ἰσραηλίτης κύριος τοῦ οἰκοπέδου ἀπήχθη. Δὲν εἶναι ἀληθές. Οὗτος ἀπεβίωσεν ἐν ἔτει 1929, ἀγνοοῦνται δὲ οἱ κληρονόμοι του πλὴν ἑνός, τοῦ Ἰσαὰκ Μπεζᾶ, κατοίκου ἐνίοτε Ἀθηνῶν, ἄλλοτε δὲ Ἰσραὴλ μηδέποτε δὲ μέχρι τῆς ὑπὸ τῆς πενθερᾶς μου ἀνακοινώσεως τοῦ θέματος λαβόντος θέσιν. Καταθέτω ἀντίγραφον τῆς ἀγωγῆς προσωρινῶν μέτρων τῶν κληρονόμων Μπεζᾶ Σολ. κατὰ τῆς Σοφίας Γιαννοπούλου, ὅπου καὶ παρὰ τῶν ἰδίων ὁμολογεῖται, ὅτι ἡ Σ. Μπεζᾶ ἀπεβίωσεν ἐν ἔτει 1929, ὅσα δὲ ἀντίθετα περὶ ἀπαγωγῆς εἶχεν ὑποστηρίξει ὁ κ. Δ. Παπαδόπουλος εἶναι ἀνυπόστατα καὶ ψευδῆ. Τὴν 14 Σεπτεμβρίου 1958 ὑπέβαλεν αἴτησιν, δι’ ἧς ἠτεῖτο ἀπὸ τὸν Νομομηχανικόν, ὅπως ἐκκενώσῃ τὸ ἐπίδικον καταστὰν ἀκίνητον. Οὗτος δὲ προσέφυγεν εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον καὶ ἔδωκεν ἐντολὴν ἐκκενώσεως, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν κατατεθειμένων σχετικῶν ἐγγράφων (ἀριθ. διαταγῆς Α4650)7). Ἐν συνεχεία ὁ Νομομηχανικὸς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6609) 2.9.59 ἐγγράφου του εἰδοποιεῖ, ὅτι ἀπεκομίσθησαν τὰ ἐν αὐτῷ ἐκτεθειμένα ὑλικὰ καὶ ἐκάλει τὴν Σοφίαν Γιαννοπούλου, ὅπως παραλάβῃ τὸ ἀκίνητον οἰκόπεδον. Τονίζω τοῦτο ἰδιαιτέρως, κ.κ. συνάδελφοι, διὰ νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο βιαία κατάληψις ὡς καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ψευδῶς ἰσχυρίσθη ὁ συνάδελφος κ. Παπαδόπουλος. Ὁ ἐπίτροπος τῶν κληρονόμων Μπεζᾶ ἤγειρε κατὰ τῆς Σοφίας Γιαννοπούλου ἢ Πούλου ἀγωγὴν προσωρινῶν μέτρων. Ἡ ἀπόφασις ἐδέχθη τὴν ἀγωγήν. Πράγματι, τὸ συμφωνητικὸν αὐτὸ εἶναι βακουφικὸν καὶ ἔχει μόνον θέσιν ἰσχύος. Δι’ ὃ καὶ ἡ κληθεῖσα Γιαννοπούλου προσέφυγεν εἰς τὸ Ἐφετεῖον παραπονουμένη κατὰ τῆς πρωτοδίκου ἀποφάσεως, ὅτε οἱ ἀντίδικοι κληρονόμοι Μπεζᾶ προσήγαγον καὶ κατέθεσαν ἀντίγραφον πρακτικῶν, σελ. 61α, τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Κτηματολογίου, ἐξ οὗ ἐμφαίνεται, ὅτι ἡ Μπεζᾶ χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἐπώλησε τὸ ἄνω οἰκόπεδον εἰς τὸν Σταῦρον Γιαννόπουλον ἢ Ποῦλον, διότι καὶ αὐτὸς εὑρίσκετο ἐν τῇ κατοχῇ δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως, βάσει τῆς ὁποίας κατέβαλε τέλεσμα (μίσθωμα 30 γροσίων). Καὶ τὴν δίκην εἰς τὸ Ἐφετεῖον ἀπώλεσεν ἡ Γιαννοπούλου. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ ἄνω πρακτικοῦ, οὗτινος ἀντίγραφον καταθέτω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπειδὴ ἐξ αὐτοῦ προκύπτει, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ βακουφίου καὶ συνεπῶς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀξιώσεις ἰδιοκτησίας βάσει συμβάσεως ἀνταλλαγῆς, ἐγνωστοποίησα τὸ γεγονὸς εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ἵνα λάβῃ γνῶσιν καὶ προβῇ εἰς τὴν λῆψιν τῶν ὅσων ἐδικαιοῦτο μέτρων ὡς ἰδιοκτήτης. Σημειῶ ἐπίσης, ὅτι μετὰ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὴν ὑπὲρ ἑαυτῶν διεκδίκησιν τῆς ἐκτάσεως, οὐδεὶς ἀπεκτᾷ δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἐξέδωκε πρωτόκολλον καταλήψεως καθ’ οὗ οἱ κληρονόμοι Μπεζᾶ ἤσκησαν ἔνστασιν μὴ κριθεῖσαν εἰσέτι. Ἀφ’ ἧς ὥρας ἐγένοντο αἱ ἄνω πράξεις ὅσοι εὑρίσκοντο ἐν τῇ κατοχῇ παραμένουσιν ἕως οὗ ἐκκαθαρισθοῦν αἱ σχέσεις Δημοσίου καὶ Μπεζᾶ ἐπὶ τοῦ κτήματος καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἤθελε κριθῆ μὴ ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον ἐκκαθαρισθοῦν δικαστικῶς καὶ αἱ σχέσεις Μπεζᾶ– Γιαννοπούλου, δεδομένου, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῶν προσωρινῶν μέτρων κρίνει μόνον τὴν κατοχὴν καὶ δὲν λύει τὸ θέμα τῆς σελίδος 61 β τῶν δικαιωμάτων κυριότητος ἐπὶ τῆς ἄνω ἐκτάσεως, δεδομένου, ὡς ἐν ἀρχῇ ὑπεστήριξα, ἔχει Συμφωνητικὸν ἢ Γιαννοπούλου ἀγορᾶς τῆς ἄνω ἐκτάσεως παρὰ τῆς Σολ. Μπεζᾶ. Πρέπει καὶ πάλιν νὰ τονίσω, ὅτι καὶ ἄλλοι κάτοχοι ὑπάρχουν ἐν τῷ οἰκοπέδῳ καθ’ ὧν οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται διὰ νὰ ἐκκαθαρισθῇ τὸ θέμα τῶν σχέσεων τοῦ Δημοσίου ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς ἐκτάσεως ἐφ’ οὗ γεγονότος θὰ καθορισθῇ καὶ ἡ συνέχισις τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος τῆς Σοφίας Γιαννοπούλου.
§95Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Τὸ ἔγγραφον, κύριε συνάδελφε, ἐξεδόθη κατόπιν αἰτήσεως τῆς πεθερᾶς σας;
§96Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Ἀλλά, μετὰ τὴν ἀπόφασιν ἐπενέβη τὸ Δημόσιον καὶ κατέλαβε τὸ οἰκόπεδον αὐτό.
§97Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ἔγινε πρωτόκολλον ἐγκαταστάσεως;
§98Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Πρωτόκολλον καταλήψεως καὶ οὐχὶ καὶ ἀποβολῆς, δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα ἀνωτέρω.
§99Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ ἐρώτησις δὲν ἀπευθύνεται πρὸς ὑμᾶς, ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Δημοσίων Ἔργων.
§100Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Παπαδόπουλε, θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ ἀπαντᾶτε εἰς ἐρωτήσεις συναδέλφων. Σεῖς δίδετε τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδουν πλήρως τὴν ἀλήθειαν. Αὐτὸ ἀρκεῖ καὶ διὰ τὴν Ε.Ρ.Ε. καὶ διὰ σᾶς.
§101Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν ὅλων τούτων ἐρωτῶ: Τί σχέσιν ἔχω ἐγὼ μὲ τὸ οἰκόπεδον; Ὑπάρχει καμμία μεταβίβασις ὑπό τινος οἰκοπέδου εἰς ἐμὲ ἢ τὴν οἰκογένειάν μου; Ὑπάρχει κτῆσίς τις ἐκ μέρους μου; Προκαλῶ τὸν συνάδελφον νὰ μοῦ προσαγάγῃ πιστοποιητικὸν οἱουδήποτε ὑποθηκοφυλακείου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον νὰ προκύπτῃ, ὅτι ἔχω ἔστω καὶ ἕνα μέτρον γῆς. Προσῆγε τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει πλήρως τοὺς ἰσχυρισμούς μου. Κύριοι συνάδελφοι. Ἐπὶ 18 ἔτη ὑπηρετῶ ὡς βουλευτὴς τὸν λαόν. Οὔτε ἀκόμη καὶ βουλευτικὸν δὲν ἠδυνήθην νὰ πάρω. Ἐνῷ θὰ ἤθελα διὰ τὸν συνάδελφον νὰ εἴπω, ὅτι τὸ 1961 ἐγένετο βουλευτὴς καὶ τὸ 1962 εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον ἰδικοῦ του ἀγοραπωλητήριον συμβόλαιον, δι’ οὗ ἠγόρασεν οἰκόπεδον καὶ σημαντικῆς ἀξίας. Ἦτο σύμπτωσις, ὅτι τὸ ἠγόρασε μετὰ τὴν βουλευτοποίησιν; Δὲν θὰ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα, μολονότι θὰ ἠδυνάμην νὰ μεταφέρω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν φήμας (ἀληθεύουν) περὶ στενῶν δεσμῶν μὲ τὴν Σ.Ε.Κ.Ε.
§102Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ἀφήσατε αὐτά.
§103Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπῶς, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχω οὔτε ἐγὼ οἰκόπεδον, οὔτε κανεὶς ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν μου. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ γίνεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα μὲ τὸν κ. συνάδελφον. Εἶπεν, ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ἐπῆρε ἀπὸ τὸν ἰδιαίτερόν μου καὶ τοῦ εἶπεν, ὅτι ἀρκετὰ ἐφάγαμεν μὲ τὸν κ. Παπαδόπουλον. Ἔφαγεν ὅμως αὐτὸς περισσότερα. Δὲν ἔπρεπεν οὔτε κἂν νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὸ θέμα αὐτὸ ὁ κ. συνάδελφος, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐν ἔτει 1962 προέτεινεν εἰς τὸν ἰδιαίτερόν μου νὰ τὸν περιλάβῃ εἰς τὸν συνδυασμὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου Κιλκίς, καὶ ὅτι θὰ τὸν ἐνίσχυε μὲ 50.000 δραχμάς. Κύριοι συνάδελφοι, θητεύω εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐπὶ 18 συνεχῆ ἔτη καὶ δὲν ἔχω κάμει οὔτε σπίτι, οὔτε γραφεῖον, οὔτε τίποτε. Δὲν ἔχω, ἐπαναλαμβάνω, τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ξηρὰν βουλευτικήν μου ἀποζημίωσιν. Ἀπὸ τοῦ 1946 πολιτεύομαι καὶ δὲν κατώρθωσα νὰ κάμω τίποτε. Ἐπολιτεύθην κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν Κοζάνην καὶ ἐξελέγην πρῶτος βουλευτής. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1960 καὶ ἐντεῦθεν ἐκλέγομαι συνεχῶς πρῶτος βουλευτὴς Κιλκὶς καὶ εἰργάσθην ἀνιδιοτελῶς, τεθεὶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ψηφοφόρων μου. Ὁ κ. Τσιριμῶκος χθές, εἰς μίαν ὁμιλίαν του, ἀναφερόμενος εἰς τὸ ἐπεισόδιον εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ κάθαρσις, διότι ὄζει ὁλόκληρος ἡ 8ετία τῆς Ε.Ρ.Ε., ὅτι δυστυχῶς ὁ συνάδελφος κ. Δ. Παπαδόπουλος λέγεται Παπαδόπουλος, εὐτυχῶς ἔχει τὸ ὄνομα Δημοσθένης. Τοῦ ἀπαντῶ, ὅτι δυστυχῶς λέγεται Δημοσθένης, ὄχι ὅμως Δημοσθένης τῶν Ἀθηνῶν. Ἐγώ, λέγομαι Κώστας καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξω ὄνομα. Κύριοι συνάδελφοι, εὐτυχῶς, ποὺ λέγομαι Κωνσταντῖνος Παπαδόπουλος καὶ οὐχὶ Δημοσθένης, ὁ δὲ λαὸς μὲ ἀκολουθεῖ πιστῶς. Ἔχω 10 χρόνια, ποὺ ἐκλέγομαι πρῶτος βουλευτὴς εἰς τὴν περιφέρειάν μου, εἶμαι βιοπαλαιστὴς βουλευτής· ποτὲ δὲν ἔπραξα τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι εἰς βάρος μου, καὶ αὐτὴν τὴν δόξαν ζηλεύουν. Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα σᾶς προσεκόμισα, ἀποδεικνύεται, ὅτι τίποτε δὲν ὑπάρχει εἰς βάρος μου. Εἶναι δὲ αὐτὰ πάντα εἰς τὴν διάθεσίν σας.
§104Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Στειρόπουλε.
§106Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χωρὶς νὰ ἔχω πρόθεσιν νὰ θίξω ἢ νὰ ψέξω κανένα ἀπὸ τοὺς κυρίους Παπαδοπούλους, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι ἡ παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι κατάφωρος. Συνεχίζεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν μία συζήτησις, ἡ ὁποία εἶναι τοὐλάχιστον ἄχαρις γιὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἀπασχολεῖται ἡ Βουλὴ μὲ ἕνα θέμα προσωπικόν. Κύριε Πρόεδρε, ὁ λαὸς πεινᾶ. Οἱ ἀνάπηροι αὐτὴν τὴν στιγμὴν διαμαρτύρονται ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ φωνάζουν. Ἐζήτησα δὲ τὸν λόγον καὶ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσω. Διαμαρτύρομαι ἐντόνως.
§107Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, ἀνεφύη προσωπικὸν θέμα μὲ τὸν συνάδελφον τῆς Ε.Ρ.Ε. Κωνσταντῖνον Παπαδόπουλον, ἐνῷ ἂν ἐπεραίωνα τὴν ὁμιλίαν μου θὰ ἀντελαμβάνετο τὸ Σῶμα, ὅτι δὲν ὑπῆρχε προσωπικὸν θέμα, ἀλλὰ εὐθύνη δύο Ὑπουργῶν, τοῦ Ὑφυπουργοῦ Δημοσίων Ἔργων καὶ τοῦ Ὑφυπουργοῦ Οἰκονομικῶν τῆς Κυβερνήσεως Καραμανλῆ. Μὴ περαιωθείσης τῆς ὁμιλίας μου, κατέθεσα σχετικὴν ἐπερώτησιν καὶ θὰ ἀναμείνω τὴν ἀπάντησιν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἀνέκυψε τὸ προσωπικὸν θέμα τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, ἀνέμενα μετὰ τὰς ἀλλεπαλλήλους ἀναβολὰς τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Κωνσταντίνου Παπαδοπούλου νὰ ἴδω τί θὰ ἔλεγε, διότι ἔχω στοιχεῖα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὰ ὅσα εἶπε πρὸ ὀλίγου εἶναι ἀναληθῆ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὁ συνώνυμος τῆς Ε.Ρ.Ε. Κωνσταντῖνος Παπαδόπουλος εἶπεν, ὅτι τὸ οἰκόπεδον τὸ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Μοναστηρίου 117 τὸ ἠγόρασεν ὁ πενθερός του τὸ 1928 ἀπὸ τὸν ἰσραηλίτην ἰδιοκτήτην Μπέζαν, ἐνῷ εἰς τὸ Δικαστήριον προσεκόμισε πλαστὸν ἰδιωτικὸν συμφωνητικὸν ἀγορᾶς αὐτοῦ ὑπὸ τῆς πενθερᾶς του Σοφίας Πούλ. Ἐπίσης εἶπεν, ὅτι ἡ πενθερά του δὲν κατέλαβε βιαίως καὶ αὐθαιρέτως τοῦτο. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια. Καταθέτω τὴν ὑπ’ ἀριθ. 267)59 ἀπόφασιν τοῦ Εἰρηνοδίκου Θεσσαλονίκης εἰς τὸ σκεπτικὸν τῆς ὁποίας ἀναφέρεται σαφῶς, ὅτι ἡ πενθερά του Σοφία Ποὺλ ἐν προκειμένῳ ἐναγομένη ὑπὸ τοῦ νομίμου ἐπιτρόπου τῶν ἀπαχθέντων ἰσραηλιτῶν Ἰσαὰκ Μπέζα, ἀφοῦ κατέστρεψε τὰ συρματοπλέγματα καὶ τοὺς ξυλίνους πασσάλους, ἤρχισεν αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως ἀνοικοδομοῦσα. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἀπόφασις αὕτη: «Ἀριθ. 267)1959. Ὁ Εἰρηνοδίκης Θεσσαλονίκης Τρυφ. Λαμπρινόπουλος. Συνεδριάσαν δημοσίως καὶ ἐν τῷ Εἰρηνοδικειακῷ καταστήματι σήμερον τὴν 29ην Ὀκτωβρίου 1959, παρουσίᾳ καὶ τοῦ Γραμματέως Π. Χατζηαθανασίου, ἵνα δικάσῃ μεταξὺ: Τῶν ἐναγόντων Ἰσαὰκ Σαμπετάϊ Μπέζα, κατοίκου Θεσσαλονίκης, ὁδοῦ Συγγροῦ 15, ὡς νόμιμος ἐπίτροπος τῶν ἀπόντων καὶ ἀγνώστου διαμονῆς Ἰσαὰκ Ἰακὼβ Μπέζα, Ἀσὲρ Ἰακὼβ Μπέζα, Λεβῆ Ἰακὼβ Μπέζα, Μαργαρίτας ἢ Μαργκὼ συζ. Σολομὼν Μπέζα καὶ Ἰακὼβ Σαμουὴλ Μπέζα, Μπαροὺχ Σαμουὴλ Μπέζα καὶ Ρόζα θυγ. Σαμουὴλ Μπέζα, κατοίκων ἁπάντων Θεσσαλονίκης, παραστάντων μετὰ τῶν πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργ. Λέπεση καὶ Ἀθαν. Ἀθανασιάδου. Τῆς ἐναγομένης Σοφίας χήρας Σταύρου Γιαννοπούλου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, παραστάσης μετὰ τοῦ πληρεξουσίου της δικηγόρου Γ. Δούρου. Οἱ ἐνάγοντες διὰ τῆς ἀπὸ 16 Ὀκτωβρίου 1959 ἀγωγῆς των ἀπευθυνομένης ἐνώπιον ἡμῶν περὶ προσωρινῶν μέτρων καταχωρηθείσης εἰς τὸ σχετικὸν πρωτόκολλον ἀγωγῆς ὑπ’ αὔξ. ἀριθμὸν 408)1959 αἰτοῦνται. Νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀγωγή των. Νὰ ληφθοῦν προσωρινὰ μέτρα, ν’ ἀναγνωρισθοῦν νομεῖς καὶ κάτοχοι ἑνὸς οἰκοπέδου ἐκτάσεως δύο χιλιάδων ἐννεακοσίων δέκα ἓξ (2.916) παλαιῶν τ. πήχεων μετὰ τῶν ἐπ’ αὐτῶν κτισμάτων, κειμένου ἐνταῦθα καὶ μεταξὺ τῶν ὁδῶν Μοναστηρίου, ἤδη φέροντος ἀριθ. 109, καὶ Γιαννιτσῶν, ἤδη φέροντος ἀριθ. 84, καὶ συνορευόμενον γύρωθεν βορείως μὲ ὁδὸν Μοναστηρίου, νοτίως μὲ ὁδὸν Γιαννιτσῶν, ἀνατολικῶς μὲ κληρονόμους Ἰωσὴφ Χασσὶδ καὶ δυτικῶς μὲ ἄλλοτε οἰκόπεδον Ὀσμὰν Ἀλῆ Βέη, ὅπερ ἦτο περιφραγμένον καὶ ὅπερ λόγῳ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου ἤρχισε καταστρεφόμενον, δυνάμει δὲ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5679) 4.6.1959 ἀδείας τοῦ Πολεοδομικοῦ Γραφείου Θεσσαλονίκης, ἀνανεώθη ἡ περίφραξις διὰ ξυλίνων πασσάλων καὶ συρματοπλεγμάτων τῆς δυτικῆς πλευρᾶς τοῦ οἰκοπέδου ὅση δὲν καλύπτεται ὑπὸ τῶν ἐν αὐτῷ κτισμάτων καὶ τῆς βορείας πλευρᾶς τούτου τῆς πρὸς τὴν ὁδὸν Μοναστηρίου καὶ δὴ ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ τμήματος τοῦ οἰκοπέδου τὸ κείμενον βορείως τῶν ἐν αὐτῷ ὑπαρχόντων κτισμάτων τῶν ἐναγόντων καὶ μέχρι τῆς ὁδοῦ Μοναστηρίου, ἐκτάσεως ἑνὸς περίπου στρέμματος, ἐφ’ οὗ ἡ ἐναγομένη ἀφοῦ κατέστρεψε τὰ συρματοπλέγματα καὶ ἐξέβαλε τοὺς ξυλίνους πασσάλους, ἤρχισεν αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως ἀνοικοδομοῦσα ἐν τῷ ἄνω καταληφθέντι παρ’ αὐτῆς τμήματι οἰκοπέδου καὶ πρὸς τὴν δυτικὴν πλευρὰν τούτου τοῖχον διὰ λίθων καὶ τούβλων. Ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς τὴν ἐναγομένην καὶ πάντα τρίτον ἕλκοντα ἐξ αὐτῆς τὰ δικαιώματά του ἢ διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς ἐνεργοῦντα πᾶσα πρᾶξιν τείνουσαν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν διατάραξιν τῆς ἐπὶ τοῦ ἄνω οἰκοπέδου καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ παρὰ τῆς ἐναγομένης καταληφθέντος παρανόμως καὶ αὐθαιρέτως τμήματος τούτου νομῆς καὶ διακατοχῆς τῶν ἐναγόντων. Νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ ἐναγομένη ὅπως ἐντὸς πενθημέρου ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως ἄρῃ τὸν ἀνεγερθέντα παρ’ αὐτῆς τοῖχον καὶ ἐπανατοποθετήσῃ τοὺς ἀποκολληθέντας παρ’ αὐτῆς ξυλίνους πασσάλους καὶ συρματοπλέγματα, ἐν ἀπράκτῳ δὲ παρελεύσει τῆς προθεσμίας ταύτης ἐπιτραπῇ τοῦτο εἰς τοὺς ἐνάγοντας δαπάναις τῆς ἐναγομένης. Ν’ ἀπαγγελθῇ κατὰ τῆς ἐναγομένης χρηματικὴ ποινὴ δραχ. 10.000 καὶ προσωπικὴ κράτησις μέχρις ἓξ μηνῶν διὰ πᾶσαν νέαν διατάραξιν ἐν τῷ μέλλοντι. Νὰ κηρυχθῇ προσωρινῶς ἐκτελεστὴ ἡ ἐκδοθησομένη ἀπόφασις καὶ νὰ καταδικασθῇ ὁ ἐναγόμενος εἰς τὴν δικαστικὴν δαπάνην. Προκειμένης σήμερον συζητήσεως συνεπεία πράξεώς μας καθ’ ἥν: Ἰδόντες τὴν δικογραφίαν.—Σκεφθέντες κατὰ τὸν νόμον. Ἐπειδὴ κατεβλήθη τὸ κατ’ ἄρθρον 4 τοῦ Β. Δ. τῆς 27.11.1950 τέλος χαρτοσήμου τῆς παρούσης ἀποφάσεως ὡς τοῦτο δείκνυται ἐκ τοῦ προσαγομένου ὑπ’ ἀριθ. 54569) 1959 τριπλοτύπου εἰσπράξεως τοῦ ἐνταῦθα Ταμείου Δικαστικῶν Εἰσπράξεων καὶ Ἐνσήμων. Ἐπειδὴ ἡ ὑπὸ κρίσιν αἴτησις ἐν ᾗ ἐκτίθεται, ὅτι ἡ ἐναγομένη παρανόμως καὶ ἄνευ τῆς βουλήσεως τοῦ ἐνάγοντος δικαστικοῦ ἐπιτρόπου τῶν ἐν αὐτῇ ἀναφερομένων ἀπόντων καὶ ἀγνώστου διαμονῆς, πρὸ εἰκοσαημέρου κατέλαβε τμῆμα τοῦ ἐν τῇ αἰτήσει περιγραφομένου οἰκοπέδου των τὸ κείμενον βορείως καὶ μέχρι τῆς ὁδοῦ Μοναστηρίου, ἐκτάσεως ἑνὸς περίπου στρέμματος, καὶ ὅτι πρὸ πέντε ἡμερῶν ἤρξατο οἰκοδομικὰς ἐργασίας ἐπὶ τοῦ οὕτω καταληφθέντος καὶ κατὰ τὴν δυτικὴν πλευρὰν αὐτοῦ διὰ τῆς ἀνεγέρσεως τοίχου διαταράσσουσα οὕτω παρανόμως τὴν νομὴν καὶ κατοχὴν τοῦ ἐπιδίκου ἣν ἔχουσιν οἱ ὡς εἴρηται ἐπιτροπευόμενοι ἐκ κληρονομίας τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1929 ἀποβιωσάσης μητρὸς καὶ μάμμης των, αἰτεῖται δέ, πρὸς πρόληψιν ἐπικειμένων συγκρούσεων καὶ διαπληκτισμῶν τὴν προστασίαν τῆς ἐπὶ τοῦ ἐπιδίκου νομῆς τῶν ὡς εἴρηται ἐπιτροπευομένων καὶ τὴν λῆψιν προσωρινῶν μέτρων διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τούτων ὡς νομέων τοῦ ἐπιδίκου καὶ πρὸς παῦσιν τῆς διαταράξεως. Οὕτως ἔχουσα ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι νόμιμος, ἔρεισμα ἔχουσα τὰ ἄρθρα 984 καὶ 989 Α.Κ., ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρ. 50 τοῦ Εἰσαγ. τοῦ ἀνωτέρω Κώδικος Α.Ν. 2783)41, ἁρμοδίως δὲ φέρεται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τούτου, κατὰ τὸ ἄρθρον 490 παρ. 2 ἐδ. στʹ τῆς Πολ. Δικον. Ὅθεν καταβληθέντος ὡς δείκνυται ἐκ τοῦ προσαγομένου ὑπ’ ἀριθ. 52177)59 τριπλοτύπου εἰσπράξεως τοῦ ἐνταῦθα Δημοσίου Ταμείου τοῦ οἰκείου τέλους, νόμιμος τύποις ἐστὶ καὶ ἐξεταστέα τυγχάνει κατ’ οὐσίαν. Ἐπειδὴ ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν ἐξετασθέντων ἐνώπιον ἡμῶν μαρτύρων, τῶν ἐκ τῶν προσαγομένων ἐγγράφων προκυπτόντων δικαστικῶν τεκμηρίων τῶν ἐκ τῆς αὐτοψίας ἐξαχθέντων, ὡς ἐν τοῖς πρακτικοῖς καὶ τῆς ἐν γένει ἀποδεικτικῆς διαδικασίας προέκυψεν ὅτι: Οἱ ὑπὸ τοῦ ἐνάγοντος νομίμως δυνάμει τῆς προσαγομένης ὑπ’ ἀριθ. 1275)1945 ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, παρὰ τοῦ ἐνάγοντος, ἐπιτροπευόμενοι ἔχουσιν εἰς τὴν διανοίᾳ κυρίου ἀνεπίληπτον νομὴν αὐτῶν τὸ ἐν τῇ αἰτήσει περιγραφόμενον οἰκόπεδον περιελθὸν αὐτοῖς ἐκ κληρονομίας τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1929 ἀποβιωσάσης μητρὸς καὶ μάμμης των Σόλ. συζ. Ἰακὼβ Μπέζα, εἰς ἣν περιῆλθε τοῦτο ἐν ἔτει 1908 ἐξ ἀγορᾶς δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 67 νομίμου τίτλου τοῦ Τουρκικοῦ Κτηματολογίου. Τὸ ὡς ἄνω οἰκόπεδον καταλαμβάνον ἔκτασιν ἐκ 2916 παλ. τετρ. πήχεων κειμένην μεταξὺ τῶν ὁδῶν Γιαννιτσῶν καὶ Μοναστηρίου ἐκτίσθη μεταγενεστέρως καὶ ἐχρησιμοποιεῖτο ὡς ἐργοστάσιον κατασκευῆς βάτας μέχρι τοῦ ἔτους 1940 ὅτε κατεστράφη ἐκ πυρκαϊᾶς. Μετὰ ταῦτα καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ξενικῆς κατοχῆς κατελήφθη ὑπὸ τῶν Γερμανῶν οἵτινες ἐχρησιμοποίουν τοῦτο ὡς σταῦλον, μετὰ δὲ τὴν ἀποχώρησιν τῶν Γερμανῶν κατελήφθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Νομομηχανικοῦ Θεσσαλονίκης χρησιμεῦον αὐτῇ ὡς ἀποθήκη ὑλικῶν. Ἐν συνεχείᾳ τὸ μὲν τμῆμα τὸ ἔχον πρόσοψιν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Γιαννιτσῶν ἀπεδόθη παρὰ τῆς ὡς εἴρηται δημοσίας ὑπηρεσίας μετ’ οὐ πολὺ ἀπὸ τῆς καταλήψεως ὑπὸ ταύτης εἰς τὸν ἐνάγοντα ὅπερ οὗτος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1949 διὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Μωΰς Μπέζα ἐξεμίσθωσεν εἰς τρίτους χρησιμοοπιοῦντας ἤδη τὸ μισθωθὲν οἰκόπεδον ὡς ἐργοστάσιον κατασκευῆς ἁμαξωμάτων, τὸ δ’ ἕτερον τμῆμα, τὸ καθ’ ἑαυτὸ ἐπίδικον, ἔχον πρόσοψιν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Μοναστηρίου ἐφ’ ἧς φέρει ἀριθ. 109 ἐξηκολούθησεν ἡ ὡς ἄνω ὑπηρεσία κατέχουσα αὐτὸ μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ ἔτους 1959, ὅτε ὁ ἐνάγων ἐπίτροπος κατόπιν ἐκθέσεως ἀδείας περιτοιχίσεως περιέφραξε τὸ ἐπίδικον διὰ τοῦ ἐξετασθέντος μάρτυρός του μὲ συρματόπλεγμα, τοποθετηθὲν πράγματι ὑπ’ αὐτοῦ ἐν τῷ ἐπιδίκῳ πρὸ τριμήνου. Πλὴν ἡ καθ’ ἧς αἴτησις παρανόμως καὶ ἄνευ τῆς βουλήσεως ταῦ ἐνάγοντος, ὑφ’ ἣν παρίσταται ἰδιότητα, πρὸ μηνὸς περίπου ἀφ’ ἑνὸς μὲν κατέστρεψε τὰ τοποθετηθέντα παρὰ τοῦ ἐνάγοντος συρματοπλέγματα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀνήγειρον ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων τοιχωμάτων τοῦ παλαιοῦ ἐργοστασίου, κατὰ τὴν δυτικὴν πλευρὰν αὐτοῦ τουβλότοιχον καταλαβοῦσα οὕτω τὸ ἐπίδικον καὶ διαταράσσουσα παρανόμως τὴν ἐπ’ αὐτοῦ νομὴν τοῦ ἐνάγοντος ὑπὸ τὴν ἐκτεθεῖσαν ἰδιότητά του. Ἡ ἐναγομένη ἰσχυρίζεται ὅτι ἠγόρασε τὸ ἐπίδικον τὸ ἔτος 1928 παρὰ τῆς μητρὸς καὶ μάμμης τῶν ἐπιτροπευομένων δυνάμει τοῦ ἀπὸ 30.4.1928 (ἐν ἀντιγράφῳ) προσκομιζομένου ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ὡς ἰδιωτικὸν οὐδεμίαν νομικὴν συνέπειαν ἔχει, περαιτέρω δὲ ἰσχυρίζεται, ὅτι τυγχάνει νομεὺς τοῦ ἐπιδίκου, ὡς πρᾶξιν δὲ νομῆς της ἐπικαλεῖται μίσθωσιν τοῦ ἐπιδίκου ἐπὶ δεκαετίαν ἀπὸ τῆς κατὰ τὰ ἄνω ἀγορᾶς αὐτοῦ γενομένων πρὸς τὸν παλαιοπώλην Παπατσεχελίδην, ἵνα τῷ χρησιμεύσῃ ὡς ἀποθήκη παλαιοσιδηρικῶν. Τὸ τοιοῦτον ὅμως ὅπερ ὁ ὡς μάρτυς ἐξετασθεὶς Παπατσεχελίδης ἐπιβεβαιοῖ ὡς γενόμενον καθ’ ὃν χρόνον τὸ ἐπίδικον ἦτο ἐργοστάσιον ἐν λειτουργίᾳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ πιστευτὸν καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἀπορρίπτεται ὡς ἀβάσιμος. Τούτων ὅθεν, οὕτως ἐχόντων καὶ ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν μας ἐπίκειται κίνδυνος συγκρούσεων καὶ διαπληκτισμῶν μεταξὺ τῶν διαδίκων, δέον νὰ ληφθῶσι προσωρινὰ μέτρα συμφώνως τῷ νόμῳ καὶ τῇ αἰτήσει ἥτις δέον νὰ γίνῃ δεκτὴ ὡς νόμιμος καὶ βάσιμος, ἀπορριπτομένων πάντων τῶν ἐναντίων ὡς ἀβασίμων καὶ μὴ νομίμων. Διὰ ταῦτα Δικάζοντες ἀντιμωλία τῶν διαδίκων. Ἀπορρίπτοντες τὰ ὡς ἀπορριπτέα κριθέντα. Δεχόμεθα τὴν ὑπὸ κρίσιν αἴτησιν. Λαμβάνομεν προσωρινὰ μέτρα. Ἀναγνωρίζομεν τοὺς ὑπὸ τοῦ ἐνάγοντος ἐπιτροπευομένους προσωρινῶς νομεῖς τοῦ ἐν τῇ αἰτήσει ἐπιδίκου οἰκοπέδου. Ἀπαγορεύομεν εἰς τὴν ἐναγομένην ὡς καὶ πάντα τρίτον ἐξ αὐτῆς ἕλκοντος τὰ δικαιώματα ἢ διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς ἐνεργοῦντα πᾶσαν πρᾶξιν τείνουσαν εἰς τὴν ὁπωσδήποτε διατάραξιν τῆς νομῆς καὶ κατοχῆς ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω ἐπιδίκου. Διατάσσομεν τὴν ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς νομίμου κοινοποιήσεως τῆς παρούσης ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν προτέραν αὐτῶν κατάστασιν διὰ τῆς κατεδαφίσεως παρ’ ἐναγομένης τοῦ ἀνεγερθέντος τουβλοτοίχου κατὰ τὴν δυτικὴν πλευρὰν τοῦ ὡς ἄνω ἐπιδίκου καὶ τῆς ἐπανατοποθετήσεως τοῦ συρματοπλέγματος καὶ τῶν πασσάλων ἀπράκτου δὲ παρελθούσης τῆς ἄνω προθεσμίας ἐπιτρέπομεν τοῦτο εἰς τὸν ἐνάγοντα δαπάναις τῆς ἐναγομένης. Ἀπειλοῦμεν κατὰ τῆς ἐναγομένης χρηματικὴν ποινὴν δραχμῶν 600 διὰ πᾶσαν παράβασιν τῶν διατάξεων τῆς παρούσης καὶ πᾶσαν ἐν τῷ μέλλοντι διατάραξιν. Κηρύσσομεν τὴν παροῦσαν προσωρινῶς ἐκτελεστὴν καὶ Καταδικάζομεν τὴν ἐναγομένην εἰς τὴν δικαστικὴν δαπάνην τοῦ ἐνάγοντος ἐκ δραχμῶν 1.000. Ἐκρίθη, ἀπεφασίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν Θεσσαλονίκῃ τῇ 12 Νοεμβρίου 1959.
Ὁ Εἰρηνοδίκης
ΤΡ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΤΛΟΣ
Ὁ Γραμματεὺς
Π. ΧΑΤΖΗΑΘΑΝΑΣΙΟΤ».
Κατὰ τὴν ἀπόφασιν περὶ προσωρινῶν μέτρων, ἡ πενθερά του βιαίως καὶ παρανόμως καταλαβοῦσα τὸ οἰκόπεδον, ὤφειλεν ἐντὸς 10ημέρου ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως νὰ ἐξέλθῃ αὐτοῦ καὶ νὰ παραδοθῇ εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας. Ὅμως ἀντὶ τούτου αὐτὴ καὶ πρὶν προλάβῃ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις, ὁ ἐν λόγῳ γαμβρὸς βουλευτὴς Κωνσταντῖνος Παπαδόπουλος κατέρχεται εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐπιτυγχάνει τὸ ἑξῆς παράδοξον, διὰ τῆς ὑπηρεσίας ἀνταλλαξίμων κτημάτων. Ἐνῷ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ Δικαστηρίου ἰσχυρίζετο διὰ τῆς πενθερᾶς του, ὅτι τὸ οἰκόπεδον ἠγοράσθη παρ’ αὐτῆς καὶ ἀνήκει εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν της διὰ προσωπικῆς χειρογράφου αἰτήσεώς του πρὸς τὴν ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία ἔλαβεν ἀριθμὸν πρωτοκόλλου 1812)10.2.1960, καταγγέλλει τὴν πενθεράν του ὡς αὐθαιρέτως εἰσβαλοῦσαν εἰς τὸ οἰκόπεδον τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνταλλάξιμον καὶ ζητεῖ νὰ καταληφθῇ τοῦτο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ζητῶν μάλιστα καὶ ἀμοιβὴν ἀπὸ τὸ Δημόσιον λόγῳ ὑποδείξεως. Ἡ ΔΑΠ Θεσσαλονίκης ἐντὸς δύο ἡμερῶν καταλαμβάνει τὸ οἰκόπεδον, τὸ δὲ ἀποδεικτικὸν τοῦ ἐπιδοθέντος πρωτοκόλλου καταλήψεως ὑπ’ ἀριθ. 884) 12.2.1960 κοινοποιεῖται πρὸς τὴν Σοφίαν Πούλου, ὁδὸς Φιλίππου 19, Θεσσαλονίκη, καὶ ὑπογράφεται ὑπὸ τῆς Βασιλικῆς Παπαδοπούλου, συζύγου τοῦ ἐν λόγῳ βουλευτοῦ, διότι ἡ καταγγελλομένη πενθερὰ καὶ ὁ καταγγέλλων γαμβρὸς βουλευτὴς ἀποτελοῦν ἰδίαν οἰκογένειαν. Κύριε Κωνσταντῖνε Παπαδόπουλε, πῶς τὴν μίαν στιγμὴν ἐπικαλεῖσθε ἰδιοκτησίαν ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου καὶ εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου καταγγέλλετε τοὺς κατέχοντας ὡς αὐθαιρέτους ἀνταλλαξίμου κτήματος καὶ ζητεῖτε ἀμοιβὴν λόγῳ ὑποδείξεως. Πῶς ἐν συνεχείᾳ ἀναγείρατε παρανόμως ἐπὶ ξένου κτήματος τὸ προσωπικόν σας τυπογραφεῖον τῆς ἑβδομαδιαίας σας ἐφημερίδος «Ἀγωνιστής», ἡ ὁποία ἐτροφοδοτεῖτο μὲ μυστικὰ κονδύλια καὶ ὑπεστηρίζετο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως Καραμανλῆ. Καὶ ἤδη μετὰ τὴν ἄνοδον τῆς ἐξουσίας τῆς Ε.Κ. ἤρχισε νὰ φυτοζωῇ, λόγῳ ἐπιστροφῆς τῆς ἐφημερίδος ἀπὸ τοὺς ἀναγκαστικοὺς ἄλλοτε συνδρομητάς. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τῆς καταλήψεως τοῦ κτήματος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν ἐπέτυχε παρεμβάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ μέχρι σήμερον παρῆλθον 4 ἔτη καὶ οὐδεμίαν δραχμὴν ὡς ἐνοίκιον καταβάλλει εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἀπεσκόπει διὰ τοῦ τρόπου τούτου, ὡς DE FACTO πλέον κάτοχος τοῦ οἰκοπέδου, ἐν καιρῷ νὰ τοῦ παραχωρηθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἔναντι ἐλαχίστου τιμήματος, ἐνῷ ἡ ἀξία του ὑπερβαίνει τὰ 2 ἑκατομμύρια. Καὶ μὲ τὴν αἴτησιν αὐτὴν φθάνει εἰς τὸ σημεῖον νὰ καταγγείλῃ τὴν πενθεράν του καὶ νὰ ζητᾷ εὕρετρα διὰ τὸ οἰκόπεδον. Καμαρῶστε, κύριοι συνάδελφοι, τὸν ὑπερεθνικόφρονα κ. Κ. Παπαδόπουλον.
§108Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ συγγνώμην, διότι ἀναγκάζομαι κατὰ κἄπως παράτυπον τρόπον νὰ διακόψω τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος ἀγορεύοντα ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος συνάδελφον κ. Δημ. Παπαδόπουλον καὶ νὰ ἀναφέρω τὴν δραματικὴν ἀγωνίαν καὶ ἀπόγνωσιν τοῦ λαοῦ ἐκ τῆς συνεχιζομένης ἀπεργίας πείνης διὰ τὴν διεκδίκησιν δικαίων αἰτημάτων τῶν ἡρωϊκῶν θυμάτων τῆς εἰρηνικῆς περιόδου καὶ τῶν σπουδαστῶν Ὑπομηχανικῶν. Ἀπὸ ἡμερῶν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μὲ συμπάθειαν καὶ δραματικὴν ἀγωνίαν παρακολουθεῖ τὴν ἀγωνίαν τῶν ἀνωτέρω, ἐνῷ ἐκ παραλλήλου βλέπει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν βρίσκει τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν αἰτημάτων των καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀντιμετώπισίν των. Πολεμισταὶ ὁδηγοῦνται εἰς τὰ νοσοκομεῖα καὶ 165 σπουδασταὶ εὑρίσκονται ἐπίσης εἰς τὰ νοσοκομεῖα, συνεπεία τῆς ἀπεργίας πείνης. Εἶναι ἐντροπὴ τοὐλάχιστον, νὰ ἀσχολούμεθα μὲ ἄλλα ζητήματα καὶ θέματα ἐπουσιώδη καὶ οὐχὶ μὲ τὸ δρᾶμα τῶν ἀπεργούντων ἐκ πείνης. Ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ τέλους, πρέπει νὰ συγκινηθῇ.
§109Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κατεφάνη ἀπολύτως τὸ δίκαιον τῶν ὅσων, κύριοι συνάδελφοι, ἀνέπτυξα. Διότι δὲν ἦσαν οἰκόπεδα τὰ ὁποῖα νομίμως κατεῖχε καὶ κατέχει, ἀλλὰ οἰκόπεδα χαρισθέντα ἀπὸ φίλους του Καραμανλικοὺς Ὑπουργούς. Ἐπὶ πλέον, ὁ κ. Κ. Παπαδόπουλος εἶπεν, ὅτι θέλει νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς ὑψηλὸν ἐπίπεδον τὸν κοινοβουλευτισμόν. Φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρῶτον μέλημα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἡ τήρησις καὶ ἡ πιστὴ ἐφαρμογὴ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ψηφιζομένων νόμων. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἐφαρμογή. Κατεδικάσθη δι’ ἀποφυγὴν καταβολῆς φόρου διὰ τὸ αὐτοκίνητόν του. Καὶ ἀφοῦ φθάνει μέχρι τοῦ ἀκροατηρίου κάνει τὴν δήλωσιν, ὅτι εἶναι βουλευτὴς καὶ ὅτι ἔχει ἀσυλίαν. Νομίζω, ὅτι τόσον ἡ Βουλή, ὅσον καὶ ὁ λαὸς βλέπει αὐτὰ τὰ διαπραττόμενα καὶ ἀποτέλεσμα τούτων εἶναι καὶ ἡ πτῶσις, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ ΕΡΕ. Ὀφείλω, ὅμως, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Ε.Ρ.Ε. νὰ εἴπω, ὅτι συμφέρον εἶναι δι’ ἡμᾶς νὰ ὑπάρχουν τύποι Κ. Παπαδοπούλου, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι εἰς βάρος καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἔθνους, πρὸς χάριν τῶν ὁποίων θὰ ὑπεδείκνυα εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε. νὰ τὸν ἐκδιώξῃ ἀπὸ τὰς τάξεις της.
§110Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν μπορεῖ, κύριε Πρόεδρε, νὰ θίγῃ τὴν παράταξιν τῆς Ε.Ρ.Ε., ὁ κ. Δ. Παπαδόπουλος. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι).
§111Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπίστευα, ὅτι θὰ ἐπεκράτει περισσοτέρα προσοχὴ μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἐπεκράτησεν ἀπὸ μέρους τοῦ συναδέλφου. Λέγει, ὅτι ἦτο περιπεφραγμένον τὸ οἰκόπεδον. Ἰδοὺ τί λέγει, ὅμως, ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία τὸν διαψεύδει: «..... (ἀναγινώσκει) .....». Τὸ οἰκόπεδον, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἦτο κατειλημμένον καὶ μόλις ἐξεκενώθη, τὸ κατελάβομεν. Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει θέμα. Δεύτερον, μᾶς κατηγόρησεν εἰς τὸ σημεῖον ποὺ λέγει, ὅτι πῆγα καὶ ἔκαμα αἴτησιν εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν Ἀνταλλαξίμων διὰ τὴν πενθεράν μου. Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω, ὅτι μόλις διεπίστωσα, ὅτι τοῦτο ἀνῆκεν εἰς τὸ Δημόσιον, ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσω. Δὲν ἐξεδίωξα οὐδένα ἐκ τούτου, διότι παρέμειναν ἐνοικιασταί, ὡς ὁ Τζαβέλλας, ἡ Μηχανολογικὴ Ὑπηρεσία κλπ. καὶ μέχρις ὅτου παραληφθῇ ἀπὸ τὸ Δημόσιον, οὐδεὶς καταβάλλει τι δι’ ἐνοίκιον μέχρι τῆς ἀνευρέσεως τῶν κληρονόμων τοῦ ἀποβιώσαντος καὶ οὐχὶ τοῦ ἀπαχθέντος, ὡς ἀναληθέστατα ἐδήλωσεν ὁ κ. συνάδελφος, ἑβραίου. Τίνος εἶναι τὸ οἰκόπεδον; Εἶναι τοῦ Δημοσίου. Ἔχω ἐγὼ οἰκόπεδον; Ὄχι. Εἶπεν ἀκόμη, περὶ δύο ἑκατομμυρίων ἀξίας. Καὶ τοῦτο ἀναληθές. Ἐλάχιστον τμῆμα καταλαμβάνει τὸ τυπογραφεῖον, τὸ δὲ τεράστιον μέρος τοῦ οἰκοπέδου τὸ ἔχει ἡ Μηχανολογικὴ Ὑπηρεσία. Ἐγὼ τί ἔκανα; Τὸ παρέδωσα εἰς τὸ Δημόσιον καὶ δὲν δύναται ὁ κᾶθε κατεργάρης νὰ τὸ νέμεται. Ἀφοῦ εἶναι τοῦ Δημοσίου πῶς θὰ τὸ ἔπαιρνα ἐγώ; Μετὰ τὴν ἀπόδειξιν ὅτι δὲν ἔχω οἰκόπεδον, ὑπεστήριξε διὰ τὸ αὐτοκίνητον. Οὗτος, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον γίνεται βασιλικώτερος τῆς Βασιλίσσης, ἀφοῦ μὲ θίγει, ὅτι δὲν ἐπλήρωσα βασιλικὴν πρόνοιαν, διὰ τὸ αὐτοκίνητον. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὴ ἡ πολιτεία ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν. Ὁμιλεῖ περὶ τριῶν πτυχίων, ἐνῷ ἕνα μόνον πτυχίον γνωρίζω ἐγώ. Τὸ πτυχίον τῆς ΕΚΕ. Ἐπίσης δὲ εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε τὰς στρατιωτικάς του ὑποχρεώσεις. Εἶμαι εὐτυχὴς ἀπὸ μέρους μου, ὅτι 18 χρόνια ἀσκῶν δημόσιον βίον, δὲν ἔχω τίποτε εἰς βάρος μου.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας, εἰσερχόμεθα
εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§113Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Κύριε Ἐφραιμίδη, θὰ συζητήσητε ἐπερώτησιν, ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων, κατόπιν μάλιστα τῆς τοιαύτης μορφῆς συζητήσεως ποὺ ἐγένετο κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀναπτύξεως τοῦ προσωπικοῦ θέματος μεταξὺ τῶν συνεπωνύμων βουλευτῶν;
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικυρωθῶσιν τὰ πρακτικὰ ὑπ’ εὐθύνη τοῦ Προεδρείου;
§115Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, δὲν δεχόμεθα νὰ ἐπικυρωθῶσιν τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς καὶ σημερινῆς συνεδριάσεως ὑπ’ εὐθύνη τοῦ Προεδρείου. Θὰ ἐπικυρωθῶσιν τὴν Τρίτην, ἀφοῦ προηγουμένως τὰ ἴδωμεν.
§116Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Ποῖα πρακτικὰ νὰ ἐπικυρωθῶσιν, κ. Πρόεδρε; Αὐτὰ τῶν προσωπικῶν ἀντιδικιῶν; Ἔχομεν θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὸν λαὸν καὶ τὰ ἀγνοοῦμεν, ἀσχολούμενοι περὶ ἄλλα.
§117Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξουν πρακτικὰ τῆς συζητήσεως τοῦ κ. Δ. Παπαδοπούλου.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης καὶ τῆς παρούσης συνεδριάσεως. Δέχεται ἡ Βουλή, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 11.15′ μ.μ.).