1964.06.17
2,064 rows · 14,867 words · 152 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45η
Τετάρτη 17 Ἰουνίου 1964
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 7.40′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Κύριοι βουλευταί, ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὸ Σῶμα, διὰ τὴν καθυστέρησιν ὀφειλομένην εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν σχέσει πρὸς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ ὑπὸ ψήφισιν Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπόψε, ἐλπίζω, ὅτι θὰ ψηφισθῇ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς εὑρισκόμην εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς κ.κ. Ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐφρόνουν, ὅτι διατελοῦν ἐν γνώσει τῆς δικαιολογημένης καθυστερήσεως. Καλεῖται ὁ βουλευτὴς κ. Α. Βερνῖκος, ὅπως προσέλθῃ καὶ δώσῃ τὸν νενομισμένον ὅρκον.
§2Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ἀνεκοινώθη ἡ παραίτησις τοῦ κ. Μαύρου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη.
§4Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐξεφωνήθη κατὰ τὴν χθεσινὴν ψηφοφορίαν τὸ ὄνομά του.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνακοίνωσις τῆς παραιτήσεώς του εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὰ πρακτικά. Καλεῖται, ὁ, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16 Φεβρουαρίου 1964, ἐκλεγεὶς Αʹ ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς τῆς περιφερείας Δήμου Ἀθηναίων, Ἀλέξανδρος Βερνῖκος, καταλαβὼν τὴν κενωθεῖσαν ἕδραν τοῦ παραιτηθέντος βουλευτοῦ τῆς ἰδίας περιφερείας κ. Γεωργίου Μαύρου ὅπως δώσῃ τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος καθοριζόμενον ὅρκον. Προσέρχεται ὁ βουλευτὴς τῆς περιφερείας Δήμου Ἀθηναίων κ. Ἀλέξανδρος Βερνῖκος καὶ δίδει τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθοριζόμενον ὅρκον, ἔχοντα οὕτω: «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου».
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιος, ἄξιος.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Λ. Λαγάκος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς 15ης καὶ 16ης τρέχοντος.
§8Λ. ΛΑΓΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς 15ης καὶ 16ης τρέχοντος;
§10Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν δὲν πρέπει νὰ περάσῃ ἀπαρατήρητον τὸ γεγονός, ὅτι χθὲς τὸ βράδυ καὶ σήμερον τὸ πρωΐ ἡ μετάδοσις τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸν Ραδιοφωνικὸν Σταθμὸν Ἀθηνῶν ἦτο ἀπαράδεκτος καὶ ἐξοργιστική. Κάθε ἄλλο παρὰ εἶχε σχέσιν μὲ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἐδῶ. Μὲ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἐκτὸς τοῦ γενικωτέρου προβλήματος ποὺ ὑφίσταται ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰσότητα εἰς τὸ ραδιόφωνον ὅλων τῶν Κομμάτων, ὑπάρχει θέμα καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ προσωπικῶς διὰ σᾶς, διότι αἱ συζητήσεις γίνονται, διὰ νὰ ἐνημερώνεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὅταν οἱ δύο κύριοι ἀγορηταὶ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἦσαν βουλευταὶ τοῦ Κόμματός μας, νὰ ἀφιερώνῃ τὸ ραδιόφωνον ἓν δέκατον τοῦ λεπτοῦ δι’ αὐτούς, νὰ μεταδίδῃ ὁλόκληρον τὸ μέρος τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως καὶ ἓν μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ράλλη. Διαμαρτύρομαι ἐντόνως καὶ ὀφείλει τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐνημερώνῃ ἐπακριβῶς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ εὐθύνη τοῦ Προεδρείου περιορίζεται εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ Δελτίου Τύπου καὶ τῶν πρακτικῶν. Ἀλλὰ θὰ λάβω ὑπὸ σημείωσιν τὴν παρατήρησίν σας καὶ θὰ προβῶ εἰς τὴν λῆψιν τῶν καταλλήλων διαβημάτων.
§12Η. ΗΛΙΟΥ. Παρίσταται ἐδῶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ παράπονον τῶν κ.κ. βουλευτῶν εἶναι ὅτι εἰς τὴν χθεσινὴν μετάδοσιν τοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, μετεδόθησαν λίαν περιωρισμέναι αἱ ὁμιλίαι τοῦ κ. Ἠλιοῦ καὶ κ. Ἠλιοπούλου, ἐνῷ μετεδόθησαν ἐν ἐκτάσει ἄλλαι ὁμιλίαι. Εἶπον, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ συζητήσω τὸ θέμα μαζί σας, διότι θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ τηρηθῇ ἡ ἀναλογία.
§14Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερν.). Θὰ ἐρευνήσω τὸ θέμα, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι λόγῳ τῆς προκεχωρημένης ὥρας δὲν θὰ κατέστη δυνατὴ ἡ μετάδοσις εὐρυτέρας περιλήψεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ λάβω προσωπικῶς, μέριμναν ἐπὶ τοῦ θέματος, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ εἰς τὸ μέλλον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς 15ης καὶ 16ης τρέχοντος. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Τζιζῆς ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ βουλευτὴς κ. Η. Ἠλιοῦ ζητεῖ δεκαήμερον ἄδειαν ἀπουσίας προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Τσιριμῶκος ζητεῖ δεκαήμερον ἄδειαν ἀπουσίας προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Τούντας ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν προκειμένου νὰ ἀπουσιάσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Β. Ἰντζές, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§24Β. ΙΝΤΖΕΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ κ.κ. Α. Παπανδρέου (Ἀναπληρωτὴς Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ) καὶ Κ. Μητσοτάκης (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως συνομολογήσεως συμβάσεως χρηματοδοτήσεως παρ’ Ἰταλικῶν Πιστωτικῶν Ἱδρυμάτων». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Κ. Ν. 4952)1931 καὶ συστάσεως Πρεσβείας Αʹ τάξεως ἐν Κοπεγχάγῃ τῆς Δανίας». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ τοῦ περονοσπόρου πληγέντων παραγωγῶν Κορινθιακῆς σταφίδος». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Σπανορρήγας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως μεταφορᾶς ἐπιβατῶν ἐπὶ κομίστρῳ δι’ αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων περὶ αὐτοκινήτων». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Κωστῆς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως μεταφορᾶς ἐπιβατῶν ἐπὶ κομίστρῳ δι’ αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων περὶ αὐτοκινήτων». Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 43656) 13.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Λαρίσης μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Βασιλείου Ἐφραιμίδη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 43515) 12.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας κατὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου καὶ Β. Ἐφραιμίδη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 45957) 12.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Κρήτης μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Κύρκου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 43657) 13.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Λαρίσης μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Γιαννούση, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 40051) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Περτσινίδη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 40050) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Κύρκου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 41467) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Μπαλτατζῆ, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 41466) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Μπακοπούλου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 41757) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἰωαννίνων, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Κύρκου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 41465) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Μπακλατζῆ, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 39997) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 39996) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τσουδεροῦ, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 41158) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θράκης, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Δούκα, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 43514) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Βαρδινογιάννη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 43516) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Βαρδινογιάννη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 41767) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θράκης, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Παπαδοπούλου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 37458) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Λαρίσης, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Γεωργίου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 38455) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θράκης, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ.: 1) Π. Παρασκευοπούλου καὶ 2) Λ. Κύρκου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 40049) 10.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Παπαγεωργίου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπονται ἅπασαι εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν). Ὡσαύτως ἀνακοινοῦνται τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ἀπέστειλε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὴν κάτωθι ἐπιστολήν: «Ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε, Μὴ δυνηθεὶς νὰ παραστῶ κατὰ τὴν χθεσινὴν ψηφοφορίαν τῆς Βουλῆς πρὸς σύστασιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, λόγῳ ὑψηλοῦ πυρετοῦ, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς Ὑμᾶς, ὅτι θὰ ἐψήφιζα ἐναντίον τῆς ἀνωτέρω προτάσεως τῆς ΕΔΑ, καθ’ ὅσον κατέστη πρόδηλος ἡ συκοφαντικὴ αὐτῆς προσπάθεια ἐναντίον τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς ΕΡΕ κ. Κ. Καραμανλῆ, ὅστις διὰ τῆς δημιουργικῆς του προσπαθείας ἀνεμόρφωσε τὸν τόπον μας». Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων τοῦ Συνοικισμοῦ Σωτήρας Ἁγίου Γεωργίου Σητείας Κρήτης, αἰτουμένων ἐπέκτασιν τῆς τοπικῆς ὁδοῦ χαρακτηρισθησομένης ὡς ἐπαρχιακῆς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Ἀριστείδου Ν. Γιαννούλη ἢ Παναγιώτου κατοίκου Λαρίσης, αἰτουμένου συνταξιοδοτικὴν ἀποκατάστασιν. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 42643) 13.6.1964 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, μετὰ τῆς προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Μιχαὴλ Θεοδωράκη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13770) 11.6.64 ἀποφάσεώς του ἀνακοινοῖ, ὅτι παρέσχε ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ ὑπὸ τῆς Ε.Κ.Τ.Ε. δάνειον τοῦ Φυματιολογικοῦ Ἰνστιτούτου «Ι. Σισμάνογλου». Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου ὡς καὶ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Ρίζης Ἱεραπέτρας Κρήτης, αἰτουμένων συγκοινωνιακὴν σύνδεσιν τοῦ χωρίου των μετὰ τῆς πόλεως Ἱεραπέτρας. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 140063) 11.6.1964 ἀποφάσεώς του ἀνακοινοῖ, ὅτι ἐτροποποίησε τὴν ἀπόφασιν παροχῆς τῆς ἐγγυήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας Ἑλλάδος καὶ Ἐθνικὴν Κτηματικὴν διὰ δανειοδότησιν κατοίκων κατολισθαινόντων οἰκισμῶν τῆς χώρας. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 137707) 11.6.1964 ἀποφάσεώς του ἀνακοινοῖ, ὅτι παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἐπὶ χρηματοδοτήσεως διὰ τὴν συγκέντρωσιν ἐξαγωγίμων χωρικῶν καπνῶν ἐσοδείας 1963. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 137703) 11.6.1964 ἀποφάσεώς του, ἀνακοινοῖ, ὅτι παρέτεινε τὴν ἰσχὺν τῆς παρασχεμένης ἐγγυήσεως τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὴν χρηματοδότησιν τοῦ ΑΣΟ πρὸς συγκέντρωσιν κορινθιακῆς σταφίδος ἐσοδείας 1961. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει ὑπόμνημα ἀγροτῶν κατοίκων Ἄνω Πλατυκάμπου Λαρίσης, ὧν τὰ κτήματα ἀπηλλοτριώθησαν πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ Ἀεροδρομίου Λαρίσης, αἰτουμένων καταβολὴν μισθωμάτων διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς ἀπαλλοτριώσεως μέχρι τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ὑπόμνημα τελειοφοίτων ἡμερησίων Τεχνικῶν Σχολῶν Μηχανικῶν– Ἠλεκτροτεχνιτῶν Σερρῶν «Γ. Βούκια–Γ. Πανταζῆ», αἰτουμένων διενέργειαν τῶν ἐπὶ πτυχίῳ ἐξετάσεων ἐνωρίτερον τοῦ συνήθους πρὸς ἔγκαιρον κατάταξιν αὐτῶν εἰς τὸ στράτευμα. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Δημητρ. Καραθεοδωρῆ, κατοίκου Θεσσαλονίκης ἐκπροσώπου ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ 1935, αἰτουμένου κατάργησιν τοῦ νόμου 594, δι’ οὗ ἐγένετο ἀφαίρεσις βαθμῶν ἐξ αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Μιχαὴλ Ι. Σκλαβάκη, πρώην χωροφύλακος, κατοίκου Μύρτου Ἱεραπέτρας Κρήτης, αἰτουμένου ἐπάνοδον αὐτοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐξ ἧς ἀκουσίως ἀπεμακρύνθη τὸ 1958. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Α. Καστρινός, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου τῶν ἐν Δράμᾳ Ἑλλήνων Προσφύγων ἐκ Ρωσίας «Ὁ Πόντος», αἰτουμένων ἀναγνώρισιν τῆς προσφυγικῆς αὐτῶν ἰδιότητος. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν Ἐπιτροπῆς Ἐργατῶν Πενταλόφου Αἰτωλοακαρνανίας, αἰτουμένης συνέχισιν τῆς διακοπείσης ἀσφαλίσεως παρὰ τοῦ ΙΚΑ τῶν ἐν λόγῳ ἐργατῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως ἰδιωτικῶν ἰνστιτούτων ξένων γλωσσῶν, αἰτουμένης ρύθμισιν ζητήματος διδασκαλίας τῶν ἐν λόγῳ γλωσσῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰς κατοίκων τῶν Κοινοτήτων Βουστρίου καὶ Κομπότης Ξηρομέρου, αἰτουμένων ἵδρυσιν Νομοῦ Ἀκαρνανίας μὲ πρωτεύουσαν πόλιν Ἀμφιλοχίας. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Δ. Θεοχαρίδης, καταθέτει ὑπόμνημα κατοίκων περιοχῆς Πρεσπῶν Φλωρίνης, αἰτουμένων οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν πρὸς κάλυψιν στεγαστικῶν των ἀναγκῶν. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Α. Καστρινός, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Δράμας, αἰτουμένου διάνοιξιν τῆς πρὸ τοῦ κτιρίου τοῦ ΙΚΑ Δράμας διερχομένης ὁδοῦ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ξάνθης κ. Κ. Πιαλόγλου, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Ἰδιοκτητῶν Γεωργικῶν Μηχανημάτων, αἰτουμένων κατάργησιν φορολογίας 3% ὑπὲρ Ο.Γ.Α., Ν. 4169 ἀναδρομικῶς (καθόσον ἐκκρεμεῖ προσφυγὴ αὐτῶν ἐνώπιον Συμβουλίου Ἐπικρατείας). Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Γ. Λύχνος, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Παξῶν, αἰτουμένων ἐγκατάστασιν λιμενικῆς ἀρχῆς εἰς τὸν κεντρικὸν λιμένα τῆς ἐν λόγῳ κωμοπόλεως. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Α. Καστρινός, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Νομοῦ Δράμας, αἰτουμένης ταχεῖαν ἐξαγορὰν τῶν ὑπολοίπων καπνῶν ἐσοδείας 1963 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Χ. Μπουγᾶς, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ἐφορείας Ἐθνικοῦ Γυμναστηρίου Νικαίας Κορυδαλλοῦ, αἰτουμένης ἐπέκτασιν τοῦ ἐν λόγῳ Γυμναστηρίου καὶ μετατροπὴν αὐτοῦ εἰς Ἐθνικὸν Στάδιον. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Δ. Θεοχαρίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Φλωρίνης, αἰτουμένου ἔκτακτον οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν πρὸς καταβολὴν τῶν ἀποδοχῶν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Δήμου. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ἑνώσεως Συνταξιούχων ΤΕΒΕ Νομοῦ Χανίων, αἰτουμένων αὔξησιν τῶν συντάξεων κατὰ 100%, παροχὴν πλήρους ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως ΙΚΑ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ξάνθης κ. Κ. Πιαλόγλου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἀλευροβιομηχάνων Βορ. Ἑλλάδος, παραπονουμένου δι’ ἀσκηθεῖσαν παρεμβατικὴν πολιτικὴν εἰς ἀλευροβιομηχανίαν. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν Συνδικάτων Προσωπικοῦ ΟΤΕ Ν. Χανίων– Ρεθύμνης, αἰτουμένων ὑπαγωγὴν εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον περὶ ὑποχρεωτικῆς ἐξόδου μετὰ συμπλήρωσιν 35ετοῦς ὑπηρεσίας καὶ τῶν Κρατικῶν Ὀργανισμῶν Κοινῆς Ὠφελείας. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Τραυματιῶν καὶ Πολεμιστῶν τῆς Ἑλλάδος Ν. 751–1836, αἰτουμένης ἵδρυσιν Ὑφυπουργείου Πολεμιστῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Χ. Μπουγᾶς, καταθέτει ψήφισμα τῆς Κοινῆς Συγκεντρώσεως τῆς Ἑνώσεως Ὑπαλλήλων Καφεζυθοζαχαροπλαστείων καὶ τοῦ Συνδέσμου Ὑπαλλήλων Ἑστιατορίων καὶ Τεχνιτῶν Μαγείρων καὶ Βοηθῶν Πειραιῶς, αἰτουμένων χαρακτηρισμὸν τῶν ἐπαγγελμάτων αὐτῶν ὡς βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν, ὑπαγωγὴν εἰς τὸν νόμον 2112 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Γ. Λαζαρίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Κοζάνης, αἰτουμένου ἀνέγερσιν Καπναποθήκης ἐν τῇ ἐν λόγῳ πόλει. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Ε. Δενδρινός, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Παντοπωλῶν Ἰθάκης, αἰτουμένων ἀπαγόρευσιν τοῦ πλανοδίου πειρατικοῦ καὶ πλωτοῦ ἐμπορίου, πλήττοντος συμφέροντα ἐπαγγελματιῶν παντοπωλῶν καὶ ἐθνικὴν οἰκονομίαν ὡς καὶ ἀσφαλτόστρωσιν τῆς κεντρικῆς ἀρτηρίας καὶ ἵδρυσιν τουριστικοῦ ξενοδοχείου ἐπὶ τῷ τέλει τῆς τουριστικῆς ἀναπτύξεως τῆς νήσου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Μολυκρείου, ἀπέστειλε τὸ κάτωθι τηλεγράφημα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς: «Πρὸς Πρόεδρον Βουλῆς Ἑλλήνων. -Ἀγρότες Μολυκρείου πανηγυρίζουν διὰ μέτρα ὑπὲρ σιτοπαραγωγῶν». Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων εἰς ἐρωτήσεις κ.κ. βουλευτῶν. I) Τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Π. Δούκα, Γ. Πανάγου καὶ Α. Τσιάρα. Ἐπὶ τῆς κατατεθείσης ὑμῖν ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Π. Δούκα, Γ. Πανάγου καὶ Α. Τσιάρα, σχετικῶς μὲ τὴν ἀσφάλισιν τῶν ἁλιέων εἰς τὸν Ο.Γ.Α. ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Τῇ εἰσηγήσει μας κατηρτίσθη ὑπὸ τοῦ Ο.Γ.Α. σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου προβλέπεται ἡ ἀσφάλισις τῶν ἁλιέων ὁλοκλήρου τῆς χώρας ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ Ὀργανισμοῦ. Τὸ ἐν λόγῳ σχέδιον, συντόμως θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Ι. ΖΙΓΔΗΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ἀποσκίτη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2227 διεκπ. — 1496 ἐ.ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 299, ὡς ἐν θέματι ἐρώτησις, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ ἐρώτησις αὕτη ἀφορᾷ κατ’ οὐσίαν δύο ζητήματα. Ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀναγνώρισιν ὡς ἰδιωτικῶν νεαρῶν πευκοτεμαχίων, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐκαλλιεργοῦντο ὡς ἀγροὶ καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν παραχώρησιν δημοσίων πευκοτεμαχίων ρητινευομένων δι’ ἐκμισθώσεως ὑπὸ τοῦ Δασικοῦ Συνεταιρισμοῦ τῶν κατοίκων τῶν Κοινοτήτων Χώρας καὶ Νεοχωρίου Γορτυνίας. Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ζήτημα, τοὐτέστιν τῆς ἀναγνωρίσεως ὡς ἰδιωτικῶν καὶ νεαρῶν πευκοτεμαχίων, συνεστήθη παρὰ τοῦ Δ)ρχείου Βυτίνης εἰς τοὺς διεκδικοῦντας δικαιώματα ἐπὶ τούτων, ὅπως ὑποβάλουν σχετικήν, περὶ ἀναγνωρίσεως αἴτησιν, μετὰ τῶν εἰς χεῖρας των τίτλων καὶ τυχὸν νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Α. Ν. 1747) 1939 διαδικασία τῆς ἀναγνωρίσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, ἤτοι τῆς παραχωρήσεως τῶν δημοσίων πευκοτεμαχίων, δὲν παρέχεται νόμῳ ἡ δυνατότης διὰ τὴν ἱκανοποίησιν. Πάντως δοθέντος, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι γενικώτερον, ἢ ἀφορᾷ καὶ ἑτέρας περιφερείας τῆς ἐπικρατείας μας, μελετᾶται προσηκόντως προκειμένου νὰ ληφθοῦν σχετικαὶ ἀποφάσεις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΜΑΛΛΙΑΚΑΣ
ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Στρατῆ, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Μ. Καραγιώργη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5494)30.5.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐν ἀντιγράφῳ κατατεθεῖσα ὑμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. Δ. Στρατῆ, Κ. Παπαδημητρίου καὶ Μ. Καραγιώργη μετὰ ψηφίσματος τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Ἐλευσῖνος Μεγάρων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς ἐπὶ τῶν διατυπουμένων εἰς τὸ ἐν λόγῳ ψήφισμα αἰτημάτων. Αἴτημα ὑπ’ ἀριθ. 5. Ἡ ὑπὸ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 87 Διεθνοῦς Συμβάσεως θεσπιζομένη ἀποχὴ τῆς Διοικήσεως ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς ἐκπονήσεως τῶν καταστατικῶν καὶ τῆς συνδικαλιστικῆς δράσεως τῶν ὀργανώσεων, δὲν ἐπιτρέπει τὴν θέσπισιν καὶ διατάξεων ρυθμιζουσῶν διαφοροτρόπως τὰ θέματα ταῦτα πέραν τῶν ὑπὸ τῶν διατάξεων τῶν νόμων 281)14 καὶ 2151) 20 ὁριζομένων. Αἴτημα ὑπ’ ἀριθ. 6. Διὰ σχεδίου νόμου κατατιθεμένου λίαν προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν προσαρμόζεται ἡ νομοθεσία περὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων πρὸς τὰς διατάξεις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 87 Διεθνοῦς Συμβάσεως «περὶ συνδικαλιστικῆς ἐλευθερίας καὶ προστασίας τοῦ συνδικαλιστικοῦ δικαιώματος» κυρωθείσης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4204)1961 Β.Δ. Αἴτημα ὑπ’ ἀριθ. 12. Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 96202)9976)18.12.63 ἡμετέρου ἐγγράφου γνωρίσαμεν σχετικῶς πρὸς τὴν Ἕνωσιν Χαλυβουργῶν Βαρείας Βιομηχανίας Περιφερείας Μεγαρίδος εἰς ἀπάντησιν ἀναφορᾶς της. Συνημμένως ἀποστέλλομεν ὑμῖν ἀντίγραφον τοῦ ἐν λόγῳ ἡμετέρου ἐγγράφου πρὸς ἐνημέρωσιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 4239)55, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἤδη μελετῶνται αἱ ἀναγκαῖαι τροποποιήσεις εἰς τὴν νομοθεσίαν «περὶ συλλογικῶν συμβάσεων ἐργασίας, ὥστε ἡ ἀναγνώρισις τοῦ δικαιώματος τῶν συλλογικῶν διαπραγματεύσεων νὰ καταστῇ πραγματικὴ καὶ ἡ ὅλη διαδικασία ἐπιλύσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας νὰ διασφαλίζῃ τοὺς σκοποὺς εἰς οὓς ἀποβλέπει ὁ θεσμός. Σχετικῶς μὲ τὴν αἰτουμένην αὔξησιν τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐργατῶν, αὕτη εἶναι δυνατή, μόνον συμφώνως πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου 3239)55, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως ὑπὸ τοῦ Ν. Δ)τος 3755)57 διαγραφομένην διαδικασίαν, ἤτοι διὰ καταρτίσεως καὶ ὑπογραφῆς συλλογικῆς συμβάσεως ἐργασίας, ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῶν πρὸς τοῦτο ἐνδιαφερομένων ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων τῶν ἐργοδοτῶν καὶ μισθωτῶν καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ τῶν σχετικῶν διαπραγματεύσεων, δι’ ἐκδόσεως ὑποχρεωτικῆς διαιτησίας. Ἤδη, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 10)64 ἀποφάσεως τοῦ Δ.Δ.Δ.Δ. Ἀθηνῶν τὰ γενικώτατα ὅρια τῶν βασικῶν ἡμερομισθίων καὶ τῶν μηνιαίων μισθῶν τῶν παρ’ οἱῳδήποτε ἐργοδότη δυνάμει σχέσεως ἐργασίας τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου ἀπασχολουμένων ἐργατοτεχνιτῶν καὶ ὑπαλλήλων, ηὐξήθησαν κατὰ 12% ἀκολουθεῖται ἡ διαδικασία διὰ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τῶν ἡμερομισθίων κατὰ κλάδους ἀναλόγως τῶν ὑφισταμένων δυνατοτήτων εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν. Διὰ τῆς ὡς ἄνω ἀποφάσεως ἐξ ἄλλου παρεσχέθη εἰς τοὺς ἐπὶ ἰδιωτικῇ σχέσει ἐργασίας μισθωτούς, ἐπίδομα ἀδείας καταβλητέον ὁμοῦ μετὰ τῶν ἀποδοχῶν κατὰ τὰς ἡμέρας ἀδείας ἀναπαύσεως τοῦ μισθωτοῦ καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς ἀποδοχὰς ἑνὸς 15θημέρου διὰ τοὺς ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ ἀμειβομένους καὶ τῶν 13 ἐργασίμων ἡμερῶν διὰ τοὺς ἐπὶ ἡμερομισθίῳ ἢ κατὰ μονάδα ἐργασίας, ἢ ἐπὶ ποσοστοῖς, ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον ἀμειβομένους μισθωτούς. Προκειμένου περὶ τῆς ἐξισώσεως τῆς ἀμοιβῆς ἐργασίας ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ἐπιχειρεῖται τοιαύτη ἐξίσωσις, ὅπως τοῦτο εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας ἢ τοὐλάχιστον ἡ σμίκρυνσις τῆς μεταξὺ τῶν δύο φύλων διαφορᾶς ἐξ ἀπόψεως ἀμοιβῆς εἰς τρόπον ὥστε ἡ καθολίκευσις τοῦ θεσμοῦ νὰ καταστῇ ἀνώδυνος διὰ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας καὶ νὰ μὴ παρεμποδίσῃ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν εὐρυτέραν ἀπασχόλησιν γυναικῶν εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους οἰκονομικῆς δραστηριότητος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ἀριθ. πρωτ. 96202)9976. Πρὸς τὴν Ἕνωσιν Χαλυβουργῶν Βαρείας Βιομηχανίας Περιφερείας Μεγαρίδος Εἰς Ἐλευσῖνα Θέμα: Καταγγελία συμβάσεως ἐργασίας Προέδρου καὶ Γεν. Γραμματέως Σωματείου. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 21.1.63 ὑμετέρας ἀναφορᾶς ὑποβληθείσης ἡμῖν καὶ ἐν σχέσει πρὸς ἐνδεχομένην ἀπόλυσιν ὑπὸ τῆς Α. Ε. «ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ» τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ ὑμετέρου σωματείου περὶ ἧς μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναφέρεται ἐν τοιαύτῃ γνωρίζομεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ὁ Α. Ν. 1803)1951 «περὶ προστασίας τῶν συνδικαλιστικῶν στελεχῶν» εἰς τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ ἀναφέρει, ὅτι: «... Πρόσωπα παρέχοντα ὁπωσδήποτε ἐξηρτημένην ἐργασίαν, ἐφ’ ὅσον τυγχάνουσιν Πρόεδροι ἢ Γενικοὶ Γραμματεῖς οἱασδήποτε ἐργατικῆς ἐπαγγελματικῆς Ὀργανώσεως παντὸς βαθμοῦ ἀριθμούσης πλέον τῶν 100 μελῶν φυσικῶν προσώπων, δὲν ἀπολύονται διὰ καταγγελίας τῆς συμβάσεως ἐργασίας ὑπὸ τῶν πάσης φύσεως ἐργοδοτῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς θητείας των καὶ ἓν ἔτος εἰς αὐτὴν εἰμὴ μόνον διὰ σπουδαῖον λόγον καὶ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ παρόντος». Αἱ περιπτώσεις δὲ αἵτινες συνιστοῦν σπουδαῖον λόγον ἀναφέρονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ ἰδίου νόμου περιοριστικῶς ἐν οὐδεμιᾷ δὲ περιπτώσει δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιοῦτος ἡ συνδικαλιστικὴ δρᾶσις, ἰδίᾳ ἐφ’ ὅσον αὕτη ἀσκεῖται ἔξω τοῦ τόπου ἐργασίας καὶ ἐν γένει ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, μὴ ἀπαλλάσσουσα ὅμως αὕτη τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς ἐργασίαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν κεκανονισμένων ὁρίων. Συμφώνως δὲ πρὸς τὸ ἄρθρον 3 εἶναι ἄκυρος ἡ ἄνευ προηγουμένης διατυπώσεως ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου τούτου περὶ συνδρομῆς σπουδαίου λόγου καταγγελία συμβάσεως ἐργασίας τῶν ὡς ἄνω ἐν ἄρθρῳ 1 προσώπων. Ἐπομένως, ἀπαντῶντες ἐπὶ τοῦ ἐν ἀρχῇ ἀναφερομένου αἰτήματός σας πληροφοροῦμεν ὑμᾶς, ὅτι καταγγελία τῆς συμβάσεως ἐργασίας τῶν ἐν λόγῳ προσώπων ὑπὸ τῆς ἀνωτέρω ἑταιρείας ἄνευ τῆς ὑπάρξεως σπουδαίου λόγου διαπιστωθέντος ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Α. Ν. 1803)1951, εἶναι ἄκυρος. Τῆς ἀκυρότητος δὲ ταύτης τὴν ἀναγνώρισιν δύνασθε νὰ ζητήσητε προσφεύγοντες εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Δεκεμβρίου 1964 Ἐντολῇ Ὑπουργοῦ
Ὁ Γενικὸς Γραματεὺς
Χ. ΣΤΑΜΠΕΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Μιχαηλίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6056)5.6.64 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 820 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Μιχαηλίδη ἐν σχέσει μὲ αἰτήματα ἀσφαλιστικοῦ περιεχομένου καπνεργατῶν ἠσφαλισμένων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα: Ἐπὶ τοῦ 1ου αἰτήματος περὶ καταργήσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας καὶ τῶν προϋποθέσεων τελευταίας πενταετίας, ὅτι ἡ ἱκανοποίησις τούτου προϋποθέτει τροποποίησιν βασικῶν διατάξεων τῆς συνταξιοδοτικῆς νομοθεσίας τοῦ ΙΚΑ, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ, διότι θὰ ἀνέτρεπε τὰς βάσεις ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ἡ γενομένη ἀναμόρφωσις τῆς συνταξιοδοτικῆς νομοθεσίας τοῦ Ι.Κ.Α. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2 αἰτήματος περὶ ἐπιστροφῆς καὶ ἀναγνωρίσεως ὡς συνταξίμων τῶν 2.700 ἀποζημιωθέντων ἡμερομισθίων, ὅτι ἡ ἐξέτασις τούτου δὲν καθίσταται ἐπὶ τοῦ παρόντος δυνατή, τόσον διὰ λόγους ἔχοντας σχέσιν μὲ τὰς οἰκονομικὰς δυνατότητας τοῦ ΙΚΑ, ὅσον καὶ ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι προετάχθη ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ σοβαρωτάτου ζητήματος τοῦ ἀνακαθορισμοῦ τῶν συντάξεων μεγάλης κατηγορίας καπνεργατῶν καταστάντων ὑποχρεωτικῶς συνταξιούχων βάσει τοῦ Ν. 2348)1953, τὸ ὁποῖον καὶ ρυθμίζεται διὰ καταρτισθέντος νομοσχεδίου, προωθηθέντος ἤδη, ὥστε νὰ κατατεθῇ προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου προβλέπεται ὁ ἀνακαθορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῆς συντάξεώς των κατὰ τὴν νομοθεσίαν τοῦ ΙΚΑ, ἐφ’ ὅσον ἔχουν συμπληρώσει καὶ τὸ ὑπὸ ταύτης προβλεπόμενον ὅριον ἡλικίας. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3 αἰτήματος, ὅτι μετὰ τὴν συγχώνευσιν τοῦ Τ.Α.Κ. εἰς τὸ Ι.Κ.Α., οἱ ἐργαζόμενοι καπνεργάται ἀσφαλίζονται εἰς τὸ ΙΚΑ κατὰ τὴν διέπουσαν τοῦτο νομοθεσίαν. Κατὰ ταῦτα, ὡς πρὸς τὰ ἐν τῷ αἰτήματι θιγόμενα ἐπὶ μέρους θέματα ἐφαρμόζονται ὡς καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς μισθωτούς, τοὺς ἠσφαλισμένους εἰς τὸ ΙΚΑ, αἱ γενικαὶ διατάξεις τῆς νομοθεσίας τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἰουνίου 1964.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Πανάγου, Α. Τσιάρα καὶ Ι. Ἰορδάνογλου. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 4438)18.5.64 καὶ 4600) 19.5.64 ὑμετέρων ἐγγράφων, δι’ ὧν διεβιβάσθησαν ἡμῖν αἱ κατατεθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἀριθ. 607 καὶ 622 ἐρωτήσεις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Ἰορδάνογλου, Γ. Πανάγου καὶ Α. Τσιάρα ἀντιστοίχως, περὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: 1) Δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 201)10.12.63 Π.Υ.Σ. καὶ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 19532)3646)7.4.64 ἡμετέρας ἀποφάσεως, τροποποιηθείσης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 32038)5303)14.4.64 τοιαύτης, ἐνεκρίθη ἡ ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἀπασχολήσεως καὶ Ἀσφαλίσεως Ἀνεργίας, χορήγησις παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, δανείου εἰς τὴν Α. Ε. «ΥΦΑΝΕΤ» μέχρι τοῦ ποσοῦ 3.000.000 δραχμῶν ἐπὶ τῷ τέλει συνεχίσεως τῆς λειτουργίας τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης. Ἡ ἐγγύησις ὅμως αὕτη δὲν παρεσχέθη εἰσέτι μέχρι σήμερον ὑπὸ τοῦ εἰρημένου Ὀργανισμοῦ εἰς τὴν δανείστριαν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διὰ τὸν λόγον ὅτι αὕτη ζητεῖ τὴν ἀνεπιφύλακτον ἐγγύησιν ἐνῷ τὸ Δ.Σ. τοῦ Ο.Α.Α.Α. διαπιστῶσαν ἀφερεγγυότητα τῆς Α.Ε. «ΥΦΑΝΕΤ» ἐξετάζει τὸ ὅλον θέμα ἐπὶ τῷ τέλει διασφαλίσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Ὀργανισμοῦ. Πάντως, ἐδόθη ἐντολὴ παρ’ ἡμῶν εἰς τὸ Δ.Σ. τοῦ ἀνωτέρω Ὀργανισμοῦ, ὅπως τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἐξεύρῃ τὴν ἀπαιτουμένην λύσιν διὰ τὴν παροχὴν τῆς ἐγγυήσεως πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ ἀνωτέρω δανείου. 2) Ὡσαύτως, διὰ κοινῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν ἐνεκρίθη ἡ χορήγησις δανείου εἰς τὴν Α.Ε. «Υ-ΦΑΝΕΤ» συνολικοῦ ποσοῦ μέχρις 1.000.000 δραχμῶν, διὰ τὴν καταβολὴν ὑπὸ τοῦ Ο.Α.Α.Α. τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ νόμου 2112)20 εἰς τοὺς ὑπὸ τῆς εἰρημένης ἀπολυθησομένους μισθωτούς της. 3) Τέλος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν ὑφισταμένων δυνατοτήτων ἐλήφθησαν πάντα τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα τὰ σκοποῦντα εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἐργατοϋπαλλήλων τῆς εἰρημένης ἐπιχειρήσεως. Οὕτως οἱ εἰρημένοι κατ’ ἐπανάληψιν ἔλαβον οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν, ὑπὸ μορφὴν ἐκτάκτου ἐπιδοτήσεως συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 17 παρ. 3 τοῦ Ν.Δ. 2961) 54 καὶ βοηθημάτων ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς τοῦ Πάσχα καὶ Χριστουγέννων ἀνελθοῦσαν δι’ ἓν ἕκαστον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4– 5.000 δραχμῶν, πέραν τῆς τακτικῆς ἐπιδοτήσεώς των. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Δημ. Ἔργων. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4864)23.5.64 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανοπούλου, σχετικῶς μὲ τὴν ἀναστολὴν οἰκοδομικῶν ἐργασιῶν κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ ὑπὸ ἔγκρισιν Β. Δ)γμα ἀναστολῆς ἐπὶ τρίμηνον τῆς ἐκδόσεως ἀδειῶν ἀνεγέρσεως νέων οἰκοδομῶν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ἀκροπόλεως ὅπου ἡ ὁδὸς Ἀπόλλωνος δὲν περιέχει διάταξιν ἀναστολῆς τῶν οἰκοδομικῶν ἐργασιῶν τῶν ἤδη ἀνεγειρομένων οἰκοδομῶν. Τὸ ἀνωτέρω Δ)γμα δὲν ἔχει τεθῆ εἰσέτι ἐν ἰσχύϊ. Ὡς πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ ἐρωτῶντος κ. βουλευτοῦ, ὅτι διετάχθη αἰφνιδίως ἐπὶ τρίμηνον ἀναστολὴ πάσης οἰκοδομικῆς ἐργασίας δὲν εἶναι ἀκριβὲς καθ’ ὅσον οὐδεμία πρὸς τοῦτο διαταγὴ ἔχει ἐκδοθῆ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς Δημ. Ἔργων
Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1878)64 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 214 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ κατασκευὴ χώρων κυρίας χρήσεως ἤτοι δωματίων διημερεύσεως καὶ διανυκτερεύσεως ἀτόμων εἰς τὸ ὑπόγειον τῶν πολυκατοικιῶν καὶ ἑπομένως ἡ κατοικία θυρωροῦ, δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὴ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Γενικοῦ Οἰκοδ. Κανονισμοῦ. Ὁμοίως, τὰ δωμάτια τὰ προοριζόμενα δι’ ὑπνοδωμάτια ὑπηρεσίας διέπονται ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ Γ.Ο.Κ. τὸ ὁποῖον καθορίζει τὰς συνθήκας φωτισμοῦ καὶ ἀερισμοῦ τῶν δωματίων κυρίας χρήσεως, ὡς τὰ ὑπνοδωμάτια ἐν γένει, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 33 αὐτοῦ τὸ ὁποῖον καθορίζει τὰς διαστάσεις τῶν αὐλῶν δι’ ὧν πραγματοποιεῖται ὁ φωτισμὸς τῶν χώρων τούτων. Τόσον ὅμως ὡς πρὸς τὰς κατοικίας θυρωρῶν ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὰ δωμάτια ὑπηρεσίας γίνεται καταστρατήγησις τῶν σχετικῶν διατάξεων ὑπὸ τῶν μελετητῶν καὶ κατασκευαστῶν τῶν πολυκατοικιῶν οἵτινες εἰς τὰ πρὸς ἔκδοσιν τῆς οἰκοδομικῆς ἀδείας σχέδια τῆς μελέτης παρουσιάζουν τοὺς χώρους τούτους ὡς προοριζομένους δι’ «ἀποθήκας» ἤτοι ὡς βοηθητικοὺς χώρους μὴ ἐμπίπτοντας εἰς τὰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις τῶν ὡς ἄνω ἄρθρων τοῦ Γ.Ο.Κ. μετατρέπουν δὲ αὐτοὺς διὰ τῆς χρήσεως εἰς κυρίους χώρους μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς οἰκοδομῆς. Κατὰ παγίαν νομολογίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (728)1960) ἡ ἁπλῆ χρησιμοποίησις τελειωθείσης κατασκευῆς δι’ ἄλλου ἢ δι’ οὗ ἐνεκρίθη σκοπόν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔλαβον χώραν μετατροπαὶ τῶν ἐγκριθεισῶν κατασκευῶν ἢ προσθῆκαι μὴ δικαιολογούμεναι ἐκ τοῦ ἐκ κατασκευῆς προορισμοῦ των δὲν δύναται νὰ βασίσῃ ἐπέμβασιν τῆς Διοικήσεως. Ἐπέμβασις τῆς Διοικήσεως εἶναι δυνατὴ μόνον διὰ τὴν καθαίρεσιν τῶν σχετικῶν ἐγκαταστάσεων (νεροχύτου, νιπτῆρος κλπ.) εἰς χώρους μὴ προοριζομένους ἐκ κατασκευῆς διὰ βοηθητικοὺς χώρους κατοικίας (ἀπόφασις (1812)1961 Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας) τοῦθ’ ὅπερ καὶ συμβαίνει ὁσάκις ὑποπίπτει εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν διὰ τὴν δίωξιν τῶν αὐθαιρέτων ἐντεταλμένων ὀργάνων.
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΑΓΓ. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ
V) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Γεροκωστοπούλου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, κατόπιν τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6216)4397 ἀπὸ 8.6.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου ὑπ’ ἀριθ. 839 ἐ.ἔ. ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Γεροκωστοπούλου, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ἐντοπιότητος τῶν ἐν Πάτραις ὑπηρετούντων ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων κλπ. νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Οὐδεμία μετάθεσις ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων πρόκειται νὰ γίνῃ ἐκ Πατρῶν κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Ν.Φ. Μ.)1875 περὶ ἐντοπιότητος. Ὅσον ἀφορᾷ ἐξ ἄλλου τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐν λόγῳ νόμου, τὸ θέμα μελετᾶται ἐν ὄψει καταρτίσεως σχεδίου νόμου ἀφορῶντος γενικῆς φύσεως θέματα τοῦ Σώματος Ἀστυνομίας Πόλεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΕΞΑΡΧΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Θεοδοσιάδη. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5865) 4234 ἀπὸ 4.6.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου, νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ἀπόφασις ἡμῶν εἶναι ὅπως, ἐν τῇ μερίμνῃ τῆς ἐπιλύσεως τῶν ἀπασχολούντων τὰ Σώματα Ἀσφαλείας, γενικωτέρων ζητημάτων, ἐπιδιώξωμεν τὴν δημιουργίαν προϋποθέσεων πρὸς ἀπόκτησιν στέγης ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν τούτων. Τὸ θέμα τοῦτο, δυσχερὲς ἐν τῇ πραγματοποιήσει του, μελετᾶται πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ προσφορωτέρου τρόπου ἐπιλύσεώς του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΕΞΑΡΧΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Θεοδοσιάδη. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6231) 4412 ἀπὸ 8.6.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου, νὰ γνωρίσωμεν ὅτι τὸ θέμα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἄνευ ἀδείας τελεσθέντων γάμων ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν Χωροφυλακῆς, ἀντιμετωπίζεται ὑφ’ ἡμῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΕΞΑΡΧΟΣ
VI) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἡλιοπούλου, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Δ. Παπανικολάου. Ἐπὶ τῆς, ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἡλιοπούλου, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Δ. Παπανικολάου, κατατεθείσης τὴν 23. 4.64 ἐρωτήσεως (καταχωρηθείσης εἰς τὸ βιβλίον ἐρωτήσεων ὑπ’ ἀριθ. 414), σχετικῶς μὲ τὴν φορολογίαν τοῦ Ἰνστιτούτου «Γκαῖτε», ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης σχετικῆς ἐρεύνης, διεπιστώθη, ὅτι τὸ Ἰνστιτοῦτον «Γκαῖτε» λειτουργεῖ ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1956, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς μορφωτικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, τοῦ Α.Ν. 2546)56 «περὶ ἰδιωτικῶν σχολείων» καὶ τοῦ ν. 4862)51 «περὶ ξένων σχολείων» ὡς ἵδρυμα μορφωτικόν, μὴ ἀποβλέπον εἰς οἰκονομικὰ ὀφέλη, τελεῖ δὲ ὑπὸ τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τοῦ Μορφωτικοῦ Ἀκολούθου τῆς ἐνταῦθα Γερμανικῆς Πρεσβείας. Αἱ φορολογικαὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Ἱδρύματος τούτου, ἐξαντλοῦνται εἰς τὴν παρακράτησιν καὶ καταβολὴν τοῦ φόρου κλπ. ἐπὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν Ἑλλήνων Καθηγητῶν. Αἱ ἀμοιβαὶ τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸ Ἰνστιτοῦτον ἐννέα Γερμανῶν Καθηγητῶν, οἵτινες μισθοδοτοῦνται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Γερμανικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, δὲν ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν, ἀπαλλασσόμεναι δυνάμει τῶν διατάξεων τῆς ἰσχυούσης συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος–Γερμανίας, περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς διπλῆς φορολογίας (Ν. 1649) 21.7.44). Εἰς τὸ Ἰνστιτοῦτον προσέφερεν ὑπηρεσίας ὁ τέως Ἐφοριακὸς ὑπάλληλος Σπυρ. Βασιλακόπουλος, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὴν διεύθυνσιν τούτου, ὅτι πλὴν τῶν ἀποδοχῶν τῶν Ἑλλήνων Καθηγητῶν, ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν καὶ αἱ ἀποδοχαὶ τῶν Γερμανῶν Καθηγητῶν. Οὕτω, κατὰ τὰ ἔτη 1958, 1959 καὶ 1960, ἐπέτυχε ν’ ἀναλάβῃ ἐκ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἰνστιτούτου ἐν συνόλῳ δρχ. 223.000, ἐξ ὧν κατέβαλεν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ποσὸν δραχμῶν 36.000, ὅσον δηλαδὴ ἔδει νὰ καταβάλῃ διὰ φόρον κλπ. ἐπὶ τῶν ἀμοιβῶν τῶν Ἑλλήνων Καθηγητῶν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἰδιοποιήθη, ἐκδόσας πρὸς κάλυψίν του πλαστὰ τριπλότυπα εἰσπράξεων τοῦ οἰκείου Δημοσίου Ταμείου. Μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν ἐνεργειῶν τούτων τοῦ ὡς ἄνω ὑπαλλήλου ἡ Διεύθυνσις τοῦ Ἰνστιτούτου προσέφυγεν εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ Ἱδρύματος ἐκ τῆς προσγενομένης εἰς αὐτὸ ζημίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Γραφάκου. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5123)27.5.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου σχετικῶς μὲ τὴν κατατεθεῖσαν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Γραφάκου, ἀναφορικῶς μὲ τὰ ληπτέα μέτρα μειώσεως τοῦ κόστους τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς φορολογικῆς μεταχειρίσεως τῶν εἰσαγομένων καὶ χρησιμοποιουμένων παρὰ τῶν ἀγροτῶν καυσίμων (πετρελαίου, βενζίνης κλπ.), ὡς καὶ τῶν γεωργικῶν ἐργαλείων καὶ μηχανημάτων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου 3686)1957 «περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς ἐνίων εἰδῶν γενικῆς καταναλώσεως καὶ τροποποιήσεως δασμολογικῶν καὶ τελωνειακῶν τινων διατάξεων» (Φ.Ε.Κ. 64)23.4.1957 τεῦχος Αʹ) χορηγεῖται, διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς γεωργίας ποσότης βενζίνης, κατ’ ἀνώτατον ὅριον 5.000 τόννων ἐτησίως ἐπὶ καταβολῇ τοῦ ἡμίσεος τοῦ ἰσχύοντος ἑκάστοτε εἰδικοῦ φόρου καταναλώσεως. Ἡ ὡς ἄνω ποσότης βενζίνης, συμφώνως πρὸς τὴν ἀνωτέρω διάταξιν, χρησιμοποιεῖται ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν κίνησιν τῶν εἰς Ἑνώσεις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν, Γεωργικοὺς Συνεταιρισμοὺς ἢ μεμονωμένους ἀγρότας, ἀνηκόντων ἢ κατεχομένων καὶ εἰς κατάστασιν λειτουργίας εὑρισκομένων γεωργικῶν ἑλκυστήρων ἢ μικρῶν διτρόχων κηπευτικῶν καὶ ἀμπελουργικῶν τοιούτων ὡς καὶ βενζινοκινήτων ἀντλητικῶν συγκροτημάτων ἐφωδιασμένων διὰ κινητῆρος ἰσχύος μέχρι ΗΡ καὶ μόνον διὰ τὴν καλλιέργειαν ὑπ’ αὐτῶν ἐκτάσεων εὑρισκομένων ὑπὸ τὴν κατοχήν των ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας. Ἡ ἀνωτέρω ποσότης βενζίνης κατανέμεται κατ’ ἔτος κατὰ Διευθύνσεις Γεωργίας Νομῶν δι’ ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ Γεωργίας, ἐπὶ τῇ τηρήσει τῆς ὑπ’ ἀριθ. Δ. 3488) 57 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Γεωργίας «περὶ τῶν ὅρων καὶ διατυπώσεων καθ’ οὓς ἐπιτρέπεται ἡ χορήγησις βενζίνης ἐπὶ μειωμένῳ εἰδικῷ φόρῳ καταναλώσεως διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Γεωργίας (Φ.Ε.Κ. 143) 16.5.1957). Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, ἐξ ἄλλου, τοὺς δασμοὺς τοὺς εἰσπραττομένους ἐπὶ τῶν πάσης φύσεως γεωργικῶν μηχανημάτων καὶ γεωργικῶν ἐργαλείων, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τοῦ νέου δασμολογίου, τεθέντος, ὡς γνωστόν, ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ τῆς 27ης Ἀπριλίου 1960, ἐλήφθη πρόνοια ὅπως οἱ δασμοὶ ἐπὶ τῶν πάσης φύσεως γεωργικῶν μηχανημάτων, συσκευῶν καὶ ἐργαλείων εἶναι χαμηλοὶ (περίπου 5%), μὲ μόνην ἐξαίρεσιν τὴν ὑψηλοτέραν δασμολογικὴν ἐπιβάρυνσιν ἐκείνην ἐκ τῶν ὡς ἄνω εἰδῶν ἅτινα παράγονται ἐν Ἑλλάδι (μέχρις 20%). Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Κ. ΜΑΡΗΣ
VII) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 769 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, σχετικῶς μὲ ληφθέντα μέτρα ἐπὶ σημειωθεισῶν διαχειριστικῶν ἀνωμαλιῶν εἰς τὸν Ἐθνικὸν Ὀργανισμὸν Καπνοῦ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1. Εὐθὺς ὡς κατηγγέλθησαν αἱ ἀνωτέρω διαχειριστικαὶ ἀνωμαλίαι, α) ἀπεμακρύνθη τῆς θέσεώς του ὁ ὑπεύθυνος ὑπάλληλος μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ὡς ἄνω Ὀργανισμοῦ, β) διετάχθη ὑφ’ ἡμῶν διαχειριστικὸς ἔλεγχος τὸν ὁποῖον διεξήγαγε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοῦ ὡς εἴρηται Ὀργανισμοῦ εἰς ὃ προεδρεύει Ἀνώτατος Δικαστικὸς καὶ γ) ἠσκήθη πειθαρχικὴ ἀγωγὴ ὑφ’ ἡμῶν κατὰ τοῦ ἀνωτέρω ὑπευθύνου ὑπαλλήλου, ἐνώπιον τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου τοῦ Ε.Ο.Κ. 2. Βάσει τῶν πορισμάτων τῶν ὡς ἄνω ὀργάνων ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἀπελύθη ὁριστικῶς ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Καπνοῦ, ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς ἀπὸ 24.4.1963 ὁμοφώνου ἀποφάσεως αὐτοῦ. 3. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀναγραφὲν εἰς τὴν «Καπνικὴν Ἐπιθεώρησιν», περὶ ἀτύπων ἐνταλμάτων ἀξίας δρχ. 13.000.000, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Καπνοῦ ἀνεφέρθη ἡμῖν, ὅτι ἐντάλματα τινὰ ἀφορῶντα τὴν ἵδρυσιν Καπναποθηκῶν παρουσίαζαν παρατυπίαν τινὰ ὡς πρὸς τὴν ὑπογραφὴν τῶν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων. Κατόπιν τούτου, διετάχθη παρ’ ἡμῖν ὅπως τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοῦ ἐν λόγῳ Ὀργανισμοῦ ἐνεργήσῃ σχετικὸν οὐσιαστικὸν ἔλεγχον καὶ ἀναφέρῃ ἡμῖν τὰ ἀποτελέσματα τούτου, συγχρόνως δὲ νὰ διεξαχθῇ ἔρευνα καὶ καταλογισθῶσιν αἱ εὐθῦναι τῶν ὑπαλλήλων διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς παρατυπίας ταύτης. Ὁ ἔλεγχος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔχει εἰσέτι περατωθῆ ἡ δὲ διοικητικὴ ἔρευνα ἀπέδειξεν ὅτι εὐθύνην ἔφερεν ὁ ἀπολυθεὶς ὡς ἀνωτέρω ὑπάλληλος, εἰς ὃν εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ ὅλη ἐργασία. 4. Πλὴν τῶν ἀνωτέρω ἐνεργειῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον διεβίβασε τὸν σχετικὸν φάκελλον εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν, ἥτις ἐπιληφθεῖσα παρέπεμψεν ταύτην εἰς τακτικὸν ἀνακριτήν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΕΛΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Παπαλουκᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 786 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Παπαλουκᾶ, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5666)2.6.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι διὰ πράξεως τῆς Κυβερνητικῆς Ἐπιτροπῆς Καπνοῦ, ἀνετέθη εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν ἡ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου συγκέντρωσις τῶν εἰς χεῖρας τῶν παραγωγῶν ἀπωλήτων καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως ἐσοδείας 1962 εἰς ἃ ἀνήκουσι καὶ τὰ εἰς τὴν ἐν λόγῳ ἐρώτησιν ἀναφερόμενα καπνὰ τῆς Κοινότητος Ἐξάρχου Λοκρίδος. Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἀνωτέρω πράξεως συνεργεῖα τεχνικῶν τῆς Α.Τ.Ε. προέβησαν εἰς τὴν βαθμολόγησιν τῶν ἀνωτέρω καπνῶν, κατ’ αὐτὰς δὲ θὰ ἀναγγελθῶσιν εἰς τοὺς παραγωγοὺς αἱ προσφερθησόμεναι εἰς αὐτοὺς τιμαὶ ἐξαγορᾶς τῶν ἐν λόγῳ καπνῶν καὶ θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ παραλαβὴ αὐτῶν. Σημειωτέον, ὅτι ἡ ὡς ἄνω διενεργηθεῖσα βαθμολόγησις οὐδόλως δεσμεύει τοὺς παραγωγοὺς οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐλεύθεροι νὰ διαθέσωσι τὰ καπνά των, ὅπου αὐτοὶ κρίνουν συμφερώτερον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΕΛΑΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Μιχαηλίδη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 644 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Μιχαηλίδη, σχετικῶς μὲ τὴν κρατικὴν καπνοβιομηχανίαν Ξάνθης, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4728)20.5.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμήν, νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Αἱ κρατικαὶ καπνοβιομηχανίαι Ξάνθης καὶ Καβάλας διὰ τῆς ἐκδοθείσης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπ’ ἀριθ. 42)1963 Πράξεως Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπαγόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, περιῆλθον ἀπὸ 1.5.1963 εἰς τὸν Ἐθνικὸν Ὀργανισμὸν Καπνοῦ. Κατὰ τὸ δωδεκάμηνον χρονικὸν διάστημα τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀνωτέρω καπνοβιομηχανιῶν ὑπὸ τοῦ Ε.Ο.Κ. ἀνεφύησαν πλεῖσται ὅσαι δυσχέρειαι ἀπορρεύσασαι ἐκ τῆς νομικῆς ὑποστάσεως τῆς νέας Διοικήσεώς της, ὡς ὁριζομένης διὰ Πράξεως Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομοθετικοῦ περιεχομένου. Ὡς πρῶτον μέτρον διὰ τὰς ἀνωτέρω καπνοβιομηχανίας διετέθησαν τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 1.500.000 ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ε.Ο.Κ. πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀμέσων ἀναγκῶν των καὶ ποσότης 65.000 χιλ)μων κρατικῶν καπνῶν πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν χαρμανίων τῶν ὑπ’ αὐτῶν παραγομένων σιγαρέττων, διὰ περίοδον τοὐλάχιστον 18 μηνῶν, ἐκ παραλλήλου δὲ μελετᾶται τὸ ὅλον θέμα τῶν ἐν λόγῳ καπνοβιομηχανιῶν πρὸς ἐξεύρεσιν ὁριστικῆς λύσεως αὐτοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἰουνίου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΕΛΑΣ
§25Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα μόλις ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις, τὴν δικαιολογίαν διὰ τὴν ἀργοπορίαν. Ἐπειδὴ ὅμως κατ’ ἐπανάληψιν ἔχω διαμαρτυρηθῆ καὶ παλαιότερον καὶ τώρα καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, σᾶς θέτω τὸ ἐρώτημα, ὑπάρχει καμμία ἀπαγορευτικὴ διάταξις, ὥστε ὅταν ἀπουσιάζῃ ὁ Πρόεδρος νὰ κηρύσσῃ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ὁ πρῶτος ἢ ὁ δεύτερος Ἀντιπρόεδρος; Ἁπλῶς, σᾶς θέτω τὸ ἐρώτημα. Εἶπον, ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα τὴν δικαιολογίαν.
§26Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως, διότι ἡ συνεδρίασις ἀρχίζει εἰς τὰς 8 μ.μ. Αὐτὸ δεικνύει μίαν ἀθέλητον ἴσως, περιφρόνησιν πρὸς τὸ Σῶμα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Στειρόπουλε, δὲν εἶσθε παρὼν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, ὅτε ἔδωσα ἐξηγήσεις πρὸς τὸ Σῶμα. Ἀπησχολήθην τηλεφωνικῶς ἕνα τέταρτον τῆς ὥρας μὲ τὸν Ἀρχηγόν σας ἐπὶ διαφόρων θεμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἤθελα νὰ εἴμεθα προπαρασκευασμένοι. Ἔδωσα ἐξηγήσεις καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ διαμαρτύρεσθε.
§28Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ἔναρξιν, ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μου νὰ τελειώσω. Ὠφείλατε νὰ στείλετε ἕνα ἐκ τῶν κ.κ. Ἀντιπροέδρων νὰ ζητήσουν συγνώμην ἀπὸ τὸ Σῶμα καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ προβῆτε εἰς πᾶσαν ὑπὲρ τοῦ Σώματος διαπραγμάτευσιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἢ τοὺς κ.κ. Ἀρχηγούς.
§29Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἐξ ἀφορμῆς ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη πρὸ ὀλίγου. Κατ’ αὐτήν, ἀποδίδεται εἰς τὴν παράταξίν μας πρόθεσις συκοφαντικῆς δυσφημίσεως. Καὶ ἐρωτῶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνωσθῇ αὐτὸ τὸ κατάπτυστον ἔγγραφον, ὅταν χθὲς οἱ κατηγορούμενοι ἐφυγομάχησαν, ὅταν ἐκαλύφθησαν καὶ ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴν πλειοψηφίαν, ὅταν αὐτὸς οὗτος ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἰσῆλθε εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλ’ εἶπε μόνον ὅτι εἶναι ἐναντίον τῆς προτάσεως, διότι ἐμεσολάβησε παραγραφή. Εἶναι δυνατὸν νὰ διαβάζωνται αὐτὰ τὰ πράγματα; Νὰ συκοφαντῆται καὶ νὰ ὑβρίζεται ἕνα ὁλόκληρον κόμμα;
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶ νὰ ἀνακοινώσω τὴν ἐπιστολὴν εἰς ἕνα βουλευτήν. Ὁμολογῶ, ὅτι λόγῳ τοῦ προκεχωρημένου τῆς ὥρας δὲν εἶχον προσέξει τὴν φράσιν αὐτήν. Θὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἡ ἰδική σας διαμαρτυρία.
§31Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ νὰ καθιερωθῇ ἔλεγχος ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ εἴπητε εἰς τὸν κ. βουλευτήν, ὅτι ἡ περίπτωσις αὑτὴ εἶναι συκοφαντική. Ὅτι δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὴ διατύπωσις αὐτὴ καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὴν τροποποιήσῃ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήνεται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει αὐτὴν τὴν συκοφάντησιν ἑνὸς κόμματος.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ δώσω ἐντολὴν νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἡ ἰδική σας διαμαρτυρία.
§33Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε νὰ ἀναγνώσητε ἐπιστολὴν ἑνὸς βουλευτοῦ;
§34Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ νὰ καθιερωθῇ προληπτικὸς ἔλεγχος, ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος βλέπει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ πράγματα καλεῖ τὸν βουλευτὴν καὶ τοῦ λέγει ὅτι δὲν εἶναι σωστὸν νὰ ἀνακοινοῦνται εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§35Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν δὲν ἐπετρέψαμε ποτὲ εἰς τὸν προηγούμενον Πρόεδρον νὰ ἐλέγξῃ τὰ ἐγγραφὰς μας, πῶς θὰ ζητήσωμεν ἔλεγχον ἀπὸ σᾶς σήμερον;
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀμφισβητεῖται τὸ δικαίωμα εἰς κάθε βουλευτὴν νὰ ἀνακοινοῖ μίαν ἐπιστολήν.
§37Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, γίνεται κἄποια παρανόησις, διότι τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, λέγει, ὅτι ἀναγινώσκονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, αἱ ὑποβαλλόμεναι ἀναφοραί, χωρὶς νὰ ὁρίζῃ ἂν εἶναι ἀναφοραὶ βουλευτῶν ἢ ἰδιωτῶν. Συνήθως ὑποβάλλονται ὑπὸ βουλευτῶν, πάντως δὲν κάμνει διάκρισιν μεταξὺ βουλευτῶν καὶ ἰδιωτῶν. Πρόκειται περὶ ἀναφορῶν. Λέγει ὁ Κανονισμός: «Ἔγγραφα ..... (ἀναγινώσκει)...». Συνεπῶς, ὑπάρχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ πρόβλεψις νὰ γίνεται κἄποιος ἔλεγχος εἰς τὸ περιεχόμενον τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνακοινοῦνται, ὅταν ὑπάρχουν ἀπρεπεῖς ἐκφράσεις συκοφαντικαὶ ἢ περιπτώσεις κατηγορίας ἐναντίον ἑνὸς βουλευτοῦ. Νομίζω, ὅτι κἄποιο μέτρον πρέπει νὰ ληφθῇ. Τὸ λέγω διότι προχθὲς κατετέθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ἀνεγνώσθη, μία ἐπιστολὴ τοῦ Δεληγιαννάκη, ἡ ὁποία ἦτο ὑβριστικωτάτη καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία πρόνοια, ὥστε ἐπιστολαί, αἱ ὁποῖαι ἅπτονται τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ βουλευτοῦ, νὰ μὴ ἀνακοινοῦνται.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίωμα τοῦ Προεδρείου εἶναι νὰ παρακολουθῇ ἐὰν αἱ ἐπιστολαὶ εἶναι συντεταγμέναι μὲ εὐπρέπειαν, ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀνακοίνωσίν των εἰς τὸ Σῶμα. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
(Ὥρα 8.20′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.30′ μ.μ.)
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§40Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, λόγῳ τῆς βραδύτητος τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ἠναγκάσθη ἡ ΕΡΕ νὰ ἀποχωρήσῃ εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας. Αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας διεβιβάσατε διὰ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς, ἐκρίθησαν ἐπαρκεῖς ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ κ. Κανελλόπουλον. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἔχουν ἤδη ἀποχωρήσει ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι, διότι ἀνέμειναν ματαίως πλέον τῆς ὥρας ἐδῶ. Θὰ παρεκάλουν λοιπόν, καίτοι ἐπανήλθομεν εἰς τὴν αἴθουσαν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν τὰ ὑπόλοιπα θέματα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συζητηθοῦν, ἐπειδὴ δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ συζητηθοῦν ἐν ἀπουσίᾳ τῶν κ. βουλευτῶν τοῦ Κόμματος τῆς ΕΡΕ, νὰ ἀναβληθοῦν δι’ αὔριον. Πάντως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀπόψε, ὅπως ἐξειλίχθη ἡ συνεδρίασις, εἶναι ἡ ἀπάντησις ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ θέματος τοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου. Καὶ θὰ παρεκάλουν, αὐτὸ τοὐλάχιστον, νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Θὰ παρεκάλουν ὅμως ἐν συνεχείᾳ καὶ τὰ ἄλλα θέματα νὰ μὴ συζητηθοῦν, διότι, ὡς βλέπετε, δὲν εἶναι παρόντες παρὰ ὅσοι συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ συνέπεσε νὰ εὑρίσκωνται τὴν τελευταίαν στιγμὴν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ κόμματος.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελον νὰ μοῦ προσδιορίσητε τὰ ἄλλα θέματα. Ὡς πρὸς τὸν Κανονισμόν, δὲν ἀπομένει παρὰ τὸ 19ον ἄρθρον.
§42Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὰ ἄλλα θέματα νομίζω ὅτι εἶναι ὁ Κανονισμὸς καὶ κἄποιο ἄλλο νομοσχέδιον. Γνωρίζετε πόσον ἀπησχολήθημεν μὲ τὸν Κανονισμόν. Δὲν θὰ ἐνόμιζον ὅτι ἡ τελευταία συνεδρίασις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ γίνῃ ἀπόντων σχεδὸν ὅλων τῶν βουλευτῶν τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε ἐγὼ θὰ τὸ ἐπεθύμουν. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ 19ου ἄρθρου μόνον.
§44Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ 19ου ἄρθρου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ περὶ τῆς ψηφίσεως τῆς τελικῆς διατυπώσεως τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ. Ἐφ’ ὅσον βλέπετε ὅτι ὅλοι, ὅσοι ἔτυχε νὰ εἶναι παρόντες εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ κόμματος, εἶναι 5 ἢ 6, λόγῳ τῆς παρεξηγήσεως, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη καὶ ἀπεχωρήσαμεν εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο κοινοβουλευτικῶς ὀρθὸν νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Κανονισμοῦ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἄλλωστε, ἐγὼ μὲν τὸ ἐδιάβασα, ὅμως διενεμήθη τὴν τελευταίαν στιγμὴν τὸ τελικὸν κείμενον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνδεχομένως οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν ἔχουν προλάβει νὰ μελετήσουν. Ἐγὼ μόλις ἐπρόλαβα νὰ τὸ ἀναγνώσω, διότι διενεμήθη ἕνα τέταρτον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ συμπληρώσω τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσα, προσθέτων ὅτι δὲν ὑπῆρξε πρωτοφανὴς αὐτὴ ἡ βραδύτης, ὅταν ὀφείλεται εἰς σύσκεψιν μεταξὺ τῶν πολιτικῶν κομμάτων τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀναφορικῶς μὲ θέματα ἀφορῶντα τοὺς κ.κ. βουλευτάς. Κατὰ σύμπτωσιν τὸ θέμα ἦτο τοιοῦτον, ὥστε ὄντως εἶχον συνεχῆ ἐπαφὴν μὲ τὴν ἡγεσίαν τῶν κομμάτων, ἡ ὁποία γνωρίζει τοὺς λόγους τῆς καθυστερήσεως. Λυποῦμαι διὰ τὴν δημιουργηθεῖσαν παρεξήγησιν, ἀλλὰ θέλω νὰ πιστεύω ὅτι ἀπόψε ἰδιαιτέρως ὑπῆρξα δικαιολογημένος περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην φοράν.
§46Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ποίου θέματος;
§48Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§50Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐδώσατε εἰς τὸ Σῶμα διὰ τὴν ἀργοπορίαν ἦσαν ἀπολύτως ἱκανοποιητικαί. Παράκλησιν ὅμως ὑποβάλλομεν, ἐὰν συμβαίνῃ ἕνα τοιοῦτον γεγονός, εἷς ἐκ τῶν κυρίων Ἀντιπροέδρων ἠμπορεῖ νὰ ἀρχίζῃ τὴν συνεδρίασιν, ὥστε τὴν ὥραν καθ’ ἣν ἀναγινώσκονται αἱ ἀναφοραί, νὰ ἔχετε τὸν καιρὸν νὰ ἀπουσιάσετε. Ἐκεῖνο ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον λυποῦμαι ὅτι δὲν θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀγαπητὸν φίλον κ. Καλλίαν, εἶναι τὸ νὰ σταματήσουν αἱ ἐργασίαι τῆς ἀποψινῆς συνεδριάσεως, διότι ἀπεχώρησε τὸ Κόμμα τῆς Ε.Ρ.Ε. Εἶναι λυπηρὸν νὰ ἀπουσιάζῃ τὸ Κόμμα τῆς ΕΡΕ ἐκ τῶν συζητήσεων τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπετε, θὰ εἴπω δύο λέξεις, ὅτι, διὰ νὰ ὑπάρξῃ προσωπικὸν ζήτημα θὰ πρέπει νὰ ὁλοκληρώσῃ τὴν ὁμιλίαν του ὁ κ. Παπαδόπουλος.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ εἰσέρχεσθε εἰς ἄλλο θέμα.
§52Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Συνεπῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ μένουν ἐν ἐκκρεμότητι προσωπικὰ θέματα. Προσωπικὸν θέμα ὑπάρχει, νὰ τὸ συζητήσωμεν αὔριον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Νὰ ἀναβάλωμεν ἀπόψε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν δύο νομοσχεδίων; Δὲν συνέβη τίποτε, διὰ νὰ ἀποχωρήσῃ ἡ Ε.Ρ.Ε., ὥστε νὰ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς ἀποψινῆς συνεδριάσεως. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἐξαρτῶνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὰς ἐπιθυμίας ἑνὸς ἐκ τῶν Κομμάτων.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν νομοθετικήν μας ἐργασίαν ἀπόψε δὲν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν, διότι ἔχομεν ἀποφασίσει νὰ συζητηθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ νὰ τερματίσωμεν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἐφ’ ὅσον τόσον ὁμαλῶς διεξήχθη ἡ μέχρι τοῦδε συζήτησις καὶ ἐπεδείχθη τόση κατανόησις ἀπὸ ὅλας τὰς πτέρυγας, δὲν θὰ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἐπὶ τῆς τελευταίας διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, χωρὶς νὰ εἶναι παροῦσα ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω δὲ ὅτι καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπεκοινώνησα τηλεφωνικῶς, παρεκάλεσεν ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὔριον ἡ συζήτησις διὰ νὰ εἶναι παρών, διότι ἀπόψε δὲν ἠδύνατο νὰ παραστῇ. Συνεπῶς διὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω, ἐφόσον δὲν θὰ εἶναι τόσο μακρὰ ἡ συζήτησις, νὰ τὸν συζητήσωμεν μὲ πλήθουσαν τὴν αἴθουσαν, ὥστε ὅλοι νὰ συνεργασθῶμεν εἰς τὴν ἐπίτευξιν αὐτοῦ τοῦ ἁπλοῦ πράγματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν μορφὴν κατορθώματος, διότι ἐπὶ τόσας περιόδους τὸ συνεζητούσαμεν καὶ δὲν κατωρθώναμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα.
§54Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν εἶναι πρότασις ἰδική σας ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, τότε εἶναι παραδεκτή, ἀλλ’ εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ κανονίζονται αἱ συνεδριάσεις καὶ αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος ἐκ τῆς στάσεως ἑνὸς κόμματος, ἂν θέλῃ ἢ ὄχι νὰ συμμετέχῃ εἰς αὐτάς.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν περαίωσιν τῆς συζητήσεως τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμεθα ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι. Ὁ κ. Δ. Παπαδόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§56Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπροτάθη νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ συνάδελφος τῆς Ε.Ρ.Ε. κ. Κ. Παπαδόπουλος, ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁλοκληρώσω τὰ στοιχεῖα μου διὰ νὰ ἀντιληφθῇ τὸ Σῶμα ποῖον ἦτο τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εἶχα ἀναλάβει νὰ ἀναπτύξω. Διὰ νὰ ἀντιληφθῇ, ἐπὶ πλέον, ὅτι δὲν ἦτο προσωπικὸν τὸ θέμα, ἀλλ’ ἀφεώρα εὐθύνας δύο Ὑπουργῶν, διὰ τοὺς ὁποίους κατέθεσα ἤδη ἐρώτησιν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀπόφασις τοῦ Σώματος, κατόπιν παρακλήσεως τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. νὰ τηρηθῇ αὐτὴ ἡ διαδικασία πρὸς ἐξοικονόμησιν τῆς ἄλλης συζητήσεως.
§58Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο πρότασις, ὄχι ἀπόφασις.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Συνεφώνησα καὶ ἐγὼ λυομένης τῆς συνεδριάσεως. Κατῆλθε τοῦ βήματος, ὁ κ. Κ. Παπαδόπουλος, κατόπιν παρακλήσεως τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε. Ρ.Ε. πρὸς ἐξασφάλισιν, ὅπως εἶπον, τῆς οἰκονομίας τῆς ἄλλης συζητήσεως. Οὐδεὶς θὰ σᾶς στερήσῃ τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐκθέσητε καὶ νὰ ὁλοκληρώσητε τὰς ἀπόψεις σας. Εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι θὰ λάβητε τὸν λόγον. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, μὲ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν καὶ ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ἔχω πρὸς τοὺς δύο κ.κ. Παπαδοπούλους, ὅτι τὰ προσωπικά των θέματα ὀφείλουν νὰ τὰ ἀντιμετωπίσουν μεταξύ των, διότι ἐδῶ μόλις ἀνέλθῃ ὁ ἕνας εἰς τὸ βῆμα δημιουργεῖται προσωπικὸν θέμα πρὶν κἂν ὁμιλήσῃ.
§60Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας διεσαφήνισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁλοκληρώσω πρῶτον ἐγὼ καὶ ἔπειτα νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. συνάδελφος.
§61Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ μὲν ἄλλα ζητήματα ἐλύθησαν, κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Καλλία, καὶ τῆς ἰδικῆς σας προτάσεως. Ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅμως, τὸ ὁποῖον προβάλλει τώρα ὁ κ. Δ. Παπαδόπουλος, ἤθελα νὰ ἀπαντήσω τὸ ἑξῆς: Χθὲς ἔγινε μία κατάφωρος παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἀποδίδω εἰς τὴν ἀπειρίαν τοῦ φιλτάτου κ. Ἀντιπροέδρου. Καὶ ἠκούσαμεν, ἐνῷ συνεζητεῖτο ὡρισμένη ἔγγραφος πρότασις, ἠκούσαμεν γεγονότα περὶ Ἰσραηλιτῶν καὶ περὶ Θεσσαλονίκης. Καὶ βεβαίως, τελικῶς, ὁ Προεδρεύων, διέκοψε τὴν συζήτησιν, ἐδημιουργήθη, ὅμως, ἕνα προσωπικὸν ζήτημα, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ λεχθέντα μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ὁ κ. Παπαδόπουλος. Ἐὰν τώρα ἔλθῃ τὸ Σῶμα καὶ λάβῃ ἀπόφασιν, ὅτι ἡ χθεσινὴ παραβίασις πρέπει αὔριον νὰ συνεχισθῇ, διότι ἀφοῦ ἦτο προσωπικὸν ζήτημα τοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου, πρέπει ὁ κ. Δ. Παπαδόπουλος, παραβιάζων, ἐκ νέου, καταφώρως τὸν Κανονισμὸν καὶ μὲ ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προεδρείου, ὑπὸ τὴν σημερινὴν σύνθεσίν του τὴν νέαν, ἡ ὁποία εἶναι τόσον σεβαστὴ καὶ ἔμπειρος, παρὰ τὸ βραχὺ διάστημα ταύτης, τὸ ὁποῖον προεδρεύητε, καὶ κἄτι τι, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ νὰ προσέξετε ὀλίγον. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ρήτορες ἀνερχόμενοι εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ ἑνὸς θέματος, ἐκτρεπόμενοι τοῦ θέματος, κατὰ τρόπον κατάφωρον, μὴ δυνάμενον νὰ δικαιολογηθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ φέρωμεν καὶ πάλιν ἀλεξιπτωτιστικῶς, διότι πρέπει δῆθεν νὰ συμπληρωθοῦν ὅσα ἐλέχθησαν. Ποῖα ἐλέχθησαν, ἐγώ, κ. Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι οὔτε εἰς τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ γραφοῦν αὐτά. Καὶ ναὶ μὲν ὁ Κανονισμὸς δὲν ὁμιλεῖ περὶ προτάσεως μομφῆς κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ ὀρθῶς, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν ὁ Πρόεδρος, ὑπόκειτο διαρκῶς εἰς προτάσεις μομφῆς, ἀλλὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ μία κατάφωρος παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὴ τῇ ἐγκρίσει τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι ἐχρεωκοπήσαμεν πλέον κοινοβουλευτικῶς, κ. Πρόεδρε. Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, καὶ ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ νὰ μὴ δεχθῆτε τοιαύτας λύσεις. Ὁ κ. Κ. Παπαδόπουλος ἐπὶ ὅσων μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐλέχθησαν — καὶ ἐλέχθησαν τόσα πολλὰ— ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαντήσῃ. Δὲν ξεύρω τὶ θὰ εἴπῃ, οὔτε τὸν εἶδα, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν ἐπερώτησιν κατὰ βουλευτοῦ μὴ ἐγγεγραμμένην καὶ ἀλεξιπτωτιστικῶς, ὅπως εἶπα, παρεισφρύσασαν εἰς μίαν συζήτησιν σοβαρὰν καὶ νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ τὴν νομιμοποιήσωμεν αὔριον, κ. Πρόεδρε, τότε δὲν εἶναι Βουλὴ αὐτή. Δὲν ἀφορᾷ τὸ ἄτομόν σας, ἀλλὰ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας. Δὲν δύνανται οἱ βουλευταί, διότι ἔχουν προσωπικὰ ζητήματα μεταξύ των νὰ ἔρχωνται ἐδῶ καὶ νὰ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς. Ἂς ἐγγράψουν ἐρωτήσεις, ἂς ἐγγράψουν ἐπερωτήσεις, νὰ ἔλθουν ἐδῶ καὶ ἐὰν εὕρουν καὶ ἀπαρτίαν νὰ τὰ συζητήσουν. Διότι δὲν φαντάζομαι, νὰ ὑπάρχουν πολλοί, ποὺ θέλουν νὰ ἀκούσουν, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν. Διότι χθὲς ἠκούσαμεν πράγματα ἐδῶ, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν Κανονισμόν. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ θερμῶς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκολουθηθῇ αὐτὴ ἡ τακτικὴ καὶ νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ κατάφωρος παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ψηφίσωμεν καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν δικονομίαν. Ἐὰν σεῖς, διαβάζοντες τὰ πρακτικά, κρίνετε ὅτι ὁ κ. Κ. Παπαδόπουλος δὲν ἔχει προσωπικὸν θέμα, θὰ τὸ εἴπετε καὶ θὰ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ ὅτι θὰ φέρετε ἐδῶ, ἄνευ ἐγκρίσεως ἡμῶν, κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, θέμα μὴ ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε πρωτάκουστον εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Βουλῆς, ὡς ἦσαν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Δημοσθένους Παπαδοπούλου, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ τὸ προσέξητε πάρα πολύ. Δὲν εἶναι διὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, δὲν εἶναι διὰ τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα θὰ κυκλοφορήσουν εἰς τὸ Κιλκὶς μεταξὺ τῶν ψηφοφόρων τῶν κ.κ. Παπαδοπούλων, εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει κῦρος ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν ἀνέρχεται ἕνας εἰς τὸ βῆμα νὰ ὁμιλήσῃ διὰ τὰ οἰκόπεδα τῆς Ν. Μάκρης καὶ ὁμιλεῖ περὶ ἰσραηλιτικῶν ζητημάτων καὶ οἰκοπέδων τοῦ Ἰσραήλ. Κατὰ μίαν δὲ ἑρμηνείαν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, συμπαθοῦς, ἀλλὰ πάρα πολὺ φαίνεται φοβουμένου τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ ἔναντι τῆς πλειοψηφίας, νὰ χαρακτηρισθοῦν αὐτὰ ὡς πρόλογος. Τὶ πρόλογος εἶναι ἡ Θεσσαλονίκη, ἐν σχέσει μὲ τὴν Νέαν Μάκρην; Σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ λάβητε ἀπόφασιν. Πιστεύσατε δέ, ὅτι ἐὰν εὑρεθοῦν 10 ἢ 20 βουλευταὶ ἐκ τοῦ κόμματός σας, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἐξέλεξαν, ποὺ θὰ δυσφορήσουν δι’ αὐτὸ —μοῦ συνέβη δὲ ἐμένα καὶ 50 καὶ 60 βουλευταὶ ἀντιπολιτευόμενοι— θὰ σᾶς ἐπιδοκιμάσουν ὅταν ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν. Καὶ πότε; Τὴν τελευταίαν ἡμέραν ποὺ ψηφίζεται ὁ νέος Κανονισμός. Ὁ Κανονισμός, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι μόνον διὰ νὰ εἶναι γραμμένος. Δὲν εἶναι ἄψυχα, θέλει καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ τοὺς ἐφαρμόζουν νὰ τοὺς γνωρίζουν καὶ νὰ μὴ τοὺς παραβιάζουν, ἀγνοοῦντες τὸ ἀτυχὲς Προεδρεῖον. Ἐάν, λοιπόν, ἀρχίσωμεν καὶ ἐφαρμόζωμεν τὸν Κανονισμὸν καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο χθές, εἶναι περιττὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὁ νῦν καὶ ὁ μέλλων νὰ ψηφισθῇ ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος Κανονισμός.
§62Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεφέραμεν ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη, ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἀπὸ μίαν καταπίεσιν ἄνευ προηγουμένου, ἐκ μέρους τῆς κυβερνώσης πλειοψηφίας, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὥστε μετὰ χαρᾶς βλέπομεν τώρα τὸ Προεδρεῖον, τὸ ἐκλεγὲν ὑπὸ τῆς κυβερνητικῆς πλειοψηφίας, νὰ δεικνύῃ τόσην εὐγένειαν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὥστε πολλὲς φορὲς νὰ ἔχωμεν τὴν αἴσθησιν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νομίζει, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλειοψηφία, ἡ ὁποία ἔχει καὶ αὐτὴ γνώμην καὶ ὅτι τὸ θέμα εἶναι ὅλον, μεταξὺ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Παρὰ ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω, καὶ τὴν ὑπερβολὴν τὴν χειροκροτοῦμεν, διότι ὑπεφέραμεν ἀρκετὰ ἀπὸ τὴν ἀντίθετον τακτικὴν ὡς Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Μόνον ὅτι δὲν πρέπει αὐτὸ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸ ἀντίθετον, εἰς τὸ νὰ θεωρῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅτι μόνον ὅ,τι ἐγκρίνει ἐκείνη θὰ πράττῃ ἡ Συμπολίτευσις καὶ νὰ θεωρῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἡ ἀτμόσφαιρα αὐτὴ τῆς εὐγενείας, ἐντὸς τῆς ὁποίας διεξάγεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπιβάλλει νὰ ἀποσιωπηθοῦν πράγματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχει λαϊκὴ ἐπιταγὴ νὰ ἐλεγχθοῦν. Βεβαίως γνωρίζω, ὅτι ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν μὲ τὸν ἠθικὸν καθαρμόν, ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τοῦ συζητουμένου ἑκάστοτε θέματος, εἶναι ἐνοχλητικόν, ἐν τούτοις πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ εἴμεθα ὑπόχρεοι, ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, νὰ τὰ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι ὁ ἠθικὸς καθαρμὸς ὑπῆρξεν ἐπαγγελία τῆς Κυβερνητικῆς πλειοψηφίας, τῆς ὁποίας πρέπει νὰ εἶναι ἀξία ἡ Κυβερνητικὴ πλειοψηφία, ἐὰν θέλῃ νὰ μείνῃ ὡς Κυβερνητικὴ πλειοψηφία καὶ ὄχι νὰ μεταβληθῇ εἰς μειοψηφίαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). Προχωρῶ. Κατάχρησιν ἀποτελεῖ τῆς εὐγενείας σας καὶ ἡ ἐπὶ ἕνα τέταρτον ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι καὶ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ θέματος ἐδέχθητε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον. Θὰ διεξαχθῇ, βεβαίως, ἡ συζήτησις συμφώνως μὲ τοὺς Κοινοβουλευτικοὺς κανόνας, διότι δὲν θὰ ἀκουσθῇ μόνον ὁ θιγεὶς κ. Κωνσταντῖνος Παπαδόπουλος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἰδικός μας, ὁ ὁποῖος, δυστυχῶς, ὀνομάζεται Παπαδόπουλος, εὐτυχῶς, ὅμως, ὀνομάζεται καὶ Δημοσθένης καὶ γνωρίζει νὰ διατυπώνῃ τὰς ἀπόψεις του, ὥστε νὰ ἀκούσωμεν καὶ αὐτὸν καὶ βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν περιορίσῃ. Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι πέραν τοῦ ἐπιτρεπομένου, ἦτο τὸ ἕνα τέταρτον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησεν, ὁ κ. πρώην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἀποδείξῃ ὅτι σεῖς ἔπρεπεν ἄλλως νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ αὐτὸ ἐκτὸς θέματος. Συμπεραίνω, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν ἐπιθυμῶ ἐπὶ ἕνα τέταρτον νὰ ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ τὴν Βουλήν. Εἴμεθα ὑπὲρ τῆς συνεννοήσεως μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν διὰ νὰ διεξάγωνται αἱ συζητήσεις ἐντὸς τοῦ πνεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ. Καὶ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς εὐπρεπείας καὶ τῆς εὐγενείας, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύετε. Πέραν τούτου ὅμως δὲν θὰ γίνῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὸ κέφι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ θὰ γίνῃ τὸ κέφι τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος, μᾶς ἔδωσε 53% ὄχι μόνον διὰ νὰ ψηφίζωμεν διὰ τὸ μέλλον καλὰ νομοθετήματα, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐκκαθαρίσωμεν ἕνα παρελθόν, τὸ ὁποῖον ὄζει, δυστυχῶς, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον καὶ καταδίκης ποινικῆς καὶ πάντως ἄξιον ἠθικῆς καὶ πολιτικῆς στηλιτεύσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ἀποστολάκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§64Σ. ΤΣΙΑΠΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κάμετε κατάχρησιν τῆς ἕδρας σας καὶ δὲν μοῦ δίδετε τὸν λόγον.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσιαπάρα, ἔχει ζητήσει ὁ κ. Ἀποστολάκος τὸν λόγον πρὸ ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας.
§66Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§67Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Θὰ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς ἐμὲ ὁ κ. Ροδόπουλος, θὰ εἶναι συναφῆ ὅσα θὰ εἴπω. Πάντως ἔχω πρὸ πολλοῦ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ροδόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§69Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ 53%, τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ἐδῶ θὰ παραβιάζωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν. Ἐὰν ἔλαβε τοιαύτην ἐντολὴν καὶ οὕτω τὴν ἑρμηνεύει ὁ κ. Τσιριμῶκος καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος, τότε δὲν ἔχομεν θέσιν νὰ εὑρισκώμεθα ἡμεῖς ἐδῶ καὶ τότε πρέπει τὸ 53% νὰ μείνῃ μόνον του. Ἀλλὰ ἐδῶ αἱ ἐργασίαι διέπονται βάσει τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα εἶναι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ παραβιάζει κατά τι τὸν Κανονισμόν, τότε δέχομαι, ὅτι εἶπα ὑπερβολήν, ἀλλὰ βάσει τοῦ 53% νὰ κάμωμεν ὅ,τι θέλομεν ἐδῶ μέσα παρὰ τὸν Κανονισμόν, αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ νὰ μᾶς τὸ δηλώσητε, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ σηκωθῶμεν νὰ φύγωμεν μιὰ γιὰ πάντα ἀπὸ ἐδῶ καὶ νὰ μείνῃ μόνον του τὸ 53%, νὰ κυβερνήσῃ ἐν ὀνόματι τῆς Δημοκρατίας του.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. Τσιριμῶκος.
§71Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐκτιμῶ καὶ σέβομαι τὸν κ. Ροδόπουλον, ἀλλὰ θὰ ἀκούσῃ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ μερικὰς ἀληθείας. Καὶ προχθὲς καὶ σήμερον κατὰ κόρον κόπτεται ὁ κ. Ροδόπουλος περὶ τοῦ Συντάγματος, τῆς τηρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὡμίλησε περὶ ἐξυψώσεως τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ εἶπεν ἀκόμη προηγουμένως, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ψηφίζωμεν νόμους καὶ κανονισμούς, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἐφαρμόζωμεν. Καὶ προηγουμένως ὡμίλησε κατὰ κόρον περὶ τῆς τηρήσεως τοῦ Συντάγματος. Κύριε Πρόεδρε, ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ὁ κ. Ροδόπουλος ἦτο Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν, συνεπείᾳ καταγγελίας μου ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τῆς ΕΡΕ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὴν Λάρισαν εἰς μίαν συγκέντρωσιν ἐργαζομένων καὶ συνταξιούχων, διεγράφην ἀπὸ τὴν παράταξιν ἐκείνην, ἐζήτησα τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ νὰ καταγγείλω τὰς παρεμβάσεις τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον, προκειμένου —καὶ τὸ καταγγέλλω σήμερον ὑπευθύνως— νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν μου καὶ ἠρνήθη ὁ κ. Ροδόπουλος....
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τὸν λόγον.
§73Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Ἠρνήθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ μοῦ ἀπηγόρευεν ἐπὶ μίαν ὥραν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ ὁμιλήσω. Ἰδοὺ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπὸ τὴν παράταξιν ἐκείνην ἀφ’ ἑνός. Ἀφ’ ἑτέρου, ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ἐπὶ 1½ ἔτος περίπου, ὅπως ὠνομάσθη, ἱπτάμενος βουλευτής, ἀπουσίαζεν ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι ἐθύμωσε ποὺ δὲν ἔγινεν Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ροδόπουλος τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸν ἐπλήρωνε τὸν κ. Κασιμάτην εἰς βάρος τοῦ φορολογουμένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ πέραν αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, διότι ἐτελείωσα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ ἀπὸ τὴν παράταξιν ἐκείνην, ἔρχομαι νὰ εἴπω σήμερον καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ψηφίζωμεν νόμους καὶ Κανονισμούς, ἀλλ’ ἀρκεῖ νὰ πιστεύσωμεν ὅτι πρόκειται νὰ τοὺς τηρήσωμεν. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, καὶ δὲν ἀφορᾷ σᾶς, ἀντιθέτως πιστεύω ὅτι περίπου ἰδανικὰ διευθύνετε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὅτι παρέρχεται τὸ τρίμηνον καὶ θαυμάζω, κ. Πρόεδρε, τὸ παραγωγικὸν καὶ νομοθετικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν ἡ Βουλὴ αὐτὴ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ μαζὶ μὲ ἐμὲ ἀσφαλῶς τὸ θαυμάζει καὶ ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἄς κυττάξωμεν, λοιπόν, νὰ προχωρήσωμεν καὶ ἂς ἀφήσωμεν ὅλα αὐτά, νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἔργα παραγωγικὰ καὶ νομοθετικὰ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ, διὰ νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ δίκαιά του.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, ἔχει τὸν λόγον.
§75Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, ὄντως χθὲς ἐσημειώθη ἀνωμαλία κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἀπησχόλει τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Καὶ κατεβλήθη προσπάθεια ἀληθῶς ἀπὸ μέρους τῆς ΕΡΕ καὶ ἀπὸ μέρους ἡμῶν νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἀνωμαλίαν. Ἐὰν ἐγένετο λόγος περὶ προλόγου, ἐγένετο ὄχι διότι ὑπὸ τὴν δραματικὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως ἐθεωρήσαμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι ὄντως ὑπῆρχε πρόλογος βιβλίου τινὸς —καὶ μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν, βιβλίον, ἐπειδὴ τὴν μετεχειρίσθη χθὲς καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε.— ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ εὑρεθῇ μία διέξοδος ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε περιέλθει ἡ συζήτησις καὶ εὐτυχῶς ἐδόθη τέρμα χθὲς εἰς τὴν ἀνωμαλίαν. Ἡ ΕΡΕ καὶ σήμερον ὁ ἀξιότιμος κ. τέως Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ζητεῖ, οὐδὲν πλέον οὐδὲν ἔλαττον, συνέχισιν τῆς παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὴ ὑπὸ τὸ πρόσχημα προστασίας τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ τὶ ζητεῖ ἡ Ε. Ρ.Ε. καὶ τὶ ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος κ. τέως Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀγαπητὸς καὶ σεβαστὸς κ. Ροδόπουλος, ἐζήτησε πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς ἕνα ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ὑπενθυμίζω καὶ εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε. καὶ εἰς τὸν τέως κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὅταν ἦτο Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡμεῖς Ἀντιπολίτευσις, καὶ διὰ φλέγον πολλάκις, ζήτημα, ἐνδιαφέρον εὐρείας μάζας τοῦ λαοῦ καὶ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν γνώμην μας, ὡς Ἀντιπολιτεύσεως τότε, ἐχαρακτηρίζετο ὡς ζέον κοινωνικῶς, ὡς ἔχον κοινωνικὸν ἐνδιαφέρον μέγα καὶ ἐζητούσαμεν νὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἡ ἀπάντησις ἐκ τῆς Ε.Ρ.Ε., ὡς κυβερνῶντος κόμματος, ὡς πλειοψηφοῦντος ἐν τῇ Βουλῇ κόμματος, καὶ τοῦ ἀξιοτίμου τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐντίμου συναδέλφου μας κ. Ροδοπούλου, ἦτο ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν προβλέπει περὶ συζητήσεως οἱουδήποτε θέματος πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ μόνον εἰς ἐντελῶς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐὰν πρὸ 24 ὡρῶν γίνῃ πρότασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ζητεῖ συζήτησιν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐπὶ ὡρισμένου θέματος καὶ ἡ Κυβέρνησις δεχθῇ τὴν συζήτησιν. Καὶ ἡ σχετικὴ πρότασις τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως σπανίως ἐγένετο δεκτή. Καὶ ἐρωτῶ, πῶς σήμερον καὶ ἡ ΕΡΕ ὡς Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ροδόπουλος ὑποστηρίζουν, ὅτι δι’ ἕνα θέμα, ἄκουσον — ἄκουσον, ἕνα θέμα διαφορᾶς γνώμης πολιτικῆς μεταξὺ δύο συναδέλφων ὁμωνύμων καὶ ἐκ τῆς αὐτῆς περιφερείας εἶναι τόσον σοβαρὸν καὶ συγκινεῖ τόσον πολὺ τὴν κοινὴν γνώμην, ἐνδιαφέρει τόσον πολὺ τὸ Πανελλήνιον, ὥστε νὰ γίνῃ συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Δέχομαι ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ προτείνῃ τὴν ἀνάγκην συζητήσεως τοῦ θέματος αὐτοῦ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ ὁ λαὸς νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἡ σοβαρότης τοῦ θέματος εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ ὄχι μόνον τὴν ἀποδοχήν, ἀλλὰ καὶ τὴν πρόταξιν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐλέχθη ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις. Οὐδεμία ἀπόφασις ἐλήφθη.
§76Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις.
§77Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Ἐδῶ ἤμουν καὶ ἐγένετο διατύπωσις μιᾶς παρακλήσεως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτὴ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον.
§79Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου). Ἀλλὰ καὶ πλέον τούτου, κύριοι βουλευταί, ὅτε ἡμεῖς ὡς Ἀντιπολίτευσις ἐζητούσαμεν ἀπὸ τὴν ΕΡΕ, ὡς Συμπολίτευσιν, νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἡ πρότασίς μας περὶ συζητήσεως πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐθεωρούσαμεν ὡς ἐνδιαφέροντα, ἡ Ε.Ρ.Ε. πεισμόνως καὶ ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ροδόπουλος, ἔλεγον ὄχι. Δὲν εἶναι θέμα ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Προτείνει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐξετάζει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ σύμπτωσις βουλήσεων Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Κυβερνήσεως, τότε γίνεται συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὑπάρχει, λοιπόν, σήμερον μία πρότασις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ τὴν κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐὰν τὴν ἀποδεχθῇ, τότε μόνον ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θεωρήσῃ τόσον σοβαρὸν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ θέμα τῆς διαφωνίας τῶν δύο συναδέλφων, ὥστε νὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως δι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἀπὸ ἀπόψεως Κανονισμοῦ τὸ θέμα εἶναι ἔτσι. Πρότασις ὑπάρχει, θὰ τὴν κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ τὴν ἀποδεχθῇ, θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἡ Ε.Ρ.Ε. ἐπὶ 8 χρόνια ἐφήρμοσε. Πῶς σήμερον θὰ ἀλλάξωμεν;
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Τσιαπάρας ἔχει τὸν λόγον.
§81Σ. ΤΣΙΑΠΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ διὰ τὴν Βουλὴν ἔχομεν σοβαρώτατα παραδείγματα τῆς προηγουμένης 8ετίας, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ὁ τέως Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιζητῇ δι’ ἑαυτόν, ὅτι ὑπῆρξεν ἀντικειμενικός. Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον διὰ τοῦτο: Ὅτι πολλάκις, ἡ ὑπερβολικὴ εὐγένεια ἥτις ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, νομίζει ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅτι εἶναι παραχώρησις καὶ ἀδυναμία. Πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τοῦτο. Ὅταν, τὴν 20ὴν Ἀπριλίου 1962, εἰς τὴν συγκέντρωσιν τῆς Ε.Κ. ὁπότε ἐπετάχθησαν οἱ βουλευταὶ εἰς τὰ νοσοκομεῖα τῶν Ἀθηνῶν, διότι ἐξυλοκοπήθησαν ἀγρίως ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας, δεοντολογικῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς βουλευτάς. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ κ. τέως Προέδρου τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ τακτικὴ τοῦ παρελθόντος καὶ πάντα ταῦτα ἀποτελοῦν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς δεοντολογίας τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὴν τακτικὴν τοῦ Προεδρείου. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία καὶ ἡ πραγματικότης. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§83Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ προχωρήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Διατὶ ἤλθομεν ἐδῶ;
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, διατὶ διαμαρτύρεσθε. Ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθῆτε ὅταν ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Ροδόπουλος.
§85Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλη ἡ διεξαχθεῖσα ἀπόψε συζήτησις, εἶναι εὐθέως ἀντίθετος πρὸς ρητὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐν προκειμένῳ λέγει τὰ ἑξῆς: «Πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου ἢ περὶ προτάσεως ἄλλων ἀντικειμένων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, δέον νὰ ὑποστηρίζεται ὑπὸ 10 βουλευτῶν, ὑπὸ δύο δὲ βουλευτῶν πᾶσα πρότασις, ἧς ἀντικείμενον εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἢ ὅτι παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προβάλλωσι τοιαύτας προτάσεις μόνοι. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται, πρῶτον μέν, περὶ τῶν παρεμπιπτόντων τούτων ζητημάτων εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται ἐπὶ παντὸς παρεμπίπτοντος ζητήματος». Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἐκλήθη ἀπόψε διὰ νὰ ἐκτελέσῃ ὡρισμένην ἐργασίαν, ἀναγεγραμμένην εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καὶ σύμφωνα πρὸς ρητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, δύο ἦσαν τὰ θέματα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἠσχολεῖτο ἡ Βουλὴ ἀπόψε. Πρῶτον, αἱ ἐρωτήσεις καὶ δεύτερον ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, δηλαδὴ ἡ τελικὴ ψήφισις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Συνέβησαν ὅμως τὰ ἑξῆς γεγονότα, καλῶς ἢ κακῶς. Καλῶς καθ’ ἡμᾶς, κακῶς διὰ τὴν Ε.Ρ.Ε. Ἐβράδυνεν ἐπί τινα λεπτὰ ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως, διότι ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος ἦτο ἀπῃσχολημένος ἐπὶ σοβαρωτάτου θέματος. Ἀπεχώρησεν ἡ Ε.Ρ.Ε. Δικαίωμά της. Μετ’ ὀλίγον ἐπανῆλθεν ἡ Ε.Ρ.Ε., διότι ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθῃ. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συνεχίσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὀφείλετε νὰ προχωρήσητε εἰς τὴν τήρησιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Σεῖς, κ. Πρόεδρε, ἐδέχθητε, ἀντὶ τούτου, μίαν ἁπλῆν πρότασιν τοῦ κ. Καλλία καὶ μετετρέψατε ἄρδην τὴν κατάστασιν. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ἀνέγνωσα τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ νὰ γίνῃ ἄλλη συζήτησις, πέραν τῆς καθορισθείσης διὰ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ πρότασις ὑπὸ 10 τοὐλάχιστον βουλευτῶν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Πρόεδρε, νὰ προχωροῦμεν εἰς συζητήσεις δευτερευούσης σημασίας. Δὲν μᾶς ἀπομένουν παρὰ ὀλίγαι ἡμέραι ἀπὸ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ ἐπιβάλλεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχολῆται μὲ δημιουργικὸν ἔργον καὶ ὄχι μὲ δευτερεύοντα, ὡς προεῖπον, θέματα. Κακῶς ἐδέχθητε, κ. Πρόεδρε, καὶ μετετράπη ἡ συζήτησις ἀπὸ τὸ κύριον ἔργον μας, εἰς συζήτησιν δευτερευούσης σημασίας. Ἐπιβάλλεται νὰ προχωρήσωμεν καὶ ἐὰν θέλῃ ἡ ΕΡΕ νὰ συμμετάσχῃ, ἂς μετάσχῃ. Ἡμεῖς, πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ ΕΡΕ ἀσφαλῶς θέλει, διὰ τῆς παρεμβολῆς τὴν ὁποίαν κάμει, νὰ ἀποτρέψῃ μὲ τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ δημιουργήσῃ ἐντυπώσεις, ὅτι τἄχα ἡ πλειοψηφία καταπιέζει τὴν μειοψηφίαν. Κύριε Πρόεδρε, ἀπόψε ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν τὸ ἄρθρον 19, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὴν τήρησιν τῶν πρακτικῶν, ποὺ τὸν λόγον πρέπει νὰ ἔχετε μόνον σεῖς. Συνεπῶς, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμε ἡ ΕΡΕ ἀπόψε εἶναι πρόκλησις καὶ πρόφασις καὶ πρέπει νὰ ἀποκαλυφθῇ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ὅσων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, χωρὶς τοῦτο νὰ ἀποτελῇ προσωπικήν τινα αἰχμήν, σᾶς ἐπαναφέρομεν εἰς τὴν τάξιν καὶ παρακαλῶ νὰ τηρῆται ἐφεξῆς ὁ Κανονισμός.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δὲν δύνασθε νὰ μοῦ ἀμφισβητήσητε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποσύρω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19, διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι προτάσεις ἰδικαί μου, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζετε. Τὸ ἀνεκοίνωσα καὶ χθὲς ὅτι δὲν θὰ συζητηθῇ, διότι ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 19 ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι προτάσεις ἰδικαί μου. Ἐγὼ ἀρχίζω νὰ ἀμφιβάλλω γιὰ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν. Τὶ εἶμαι εὐγενὴς ἢ σατράπης, διότι κατηγοροῦμαι καὶ ἐπὶ ὑπερβολικῇ εὐγενείᾳ καὶ ἐπὶ σατραπισμῷ, ἐνῷ πάντοτε ἠκολούθησα τὴν μέσην ὁδόν. Θὰ συνεχίσω νὰ κάμω τὸ καθῆκον μου μὲ ὅλας μου τὰς δυνάμεις.
§87Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Μετὰ τὴν ἰδικήν σας ἀπάντησιν εἰς τὰς ὀλίγας λέξεις τὰς ὁποίας εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς καὶ τὸ Σῶμα, ἐλέχθησαν πολλὰ τὰ ὁποῖα μοῦ προκάλεσαν ἔκπληξιν. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ὡμίλησεν ἀπόψε περίπου ὡς νὰ μετενόησεν ἐπειδὴ δὲν ὡμίλησεν. Οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποφύγῃ οἱανδήποτε συζήτησιν ἀφορῶσαν τὸ παρελθόν. Τὸ ζήτημα τοῦ κ. Παπαδοπούλου εἶναι προσωπικὸν καὶ χάριν τῆς οἰκονομίας τῆς συζητήσεως παρεκρατήθη προτάσει τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. μὲ ἀποδοχὴν σας καὶ σιωπὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ μᾶλλον ἀποδεχομένης καὶ συνενούσης τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ συζητηθῇ ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ χθεσινοῦ θέματος. Ποῦ εἶναι τὸ ἐκπληκτικόν; Ἕνα προσωπικὸν ζήτημα παρεκρατήθη νὰ συζητηθῇ διὰ νὰ λήξῃ προηγουμένως ἡ κυρία συζήτησις. Τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὸν κ. Ἀποστολάκον εἶναι τελείως ἄσχετα. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ζορμπᾶ, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξια ἀπαντήσεως, ὅτι τἄχα ἡ ΕΡΕ ἐπιθυμεῖ νὰ δημιουργῇ ἐντυπώσεις. Κύριε Πρόεδρε, ἐνόμιζα, ὅτι εἶχε τερματισθῆ τὸ θέμα καὶ ὅτι ἡ συζήτησις προχωροῦσεν ὁμαλά. Ὁ ζῆλος ὅμως ὡρισμένων Κυβερνητικῶν βουλευτῶν τὴν ἀνέτρεψεν. Ἐκεῖνοι ἔχουν τὴν εὐθύνην.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν οἱονδήποτε κ. βουλευτήν, νὰ ἔχῃ πάντα ἀνὰ χεῖρας τὸν Κανονισμόν, ὅταν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἀναγινώσκῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον. Διότι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ζορμπᾶς, ὅτι δὲν ἐτηρήθη ἡ διαδικασία τοῦ Κανονισμοῦ σήμερον. Εἰς τὸ μέλλον θὰ παρακαλέσω κᾶθε κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὸν λόγον νὰ ἔχῃ εἰς χεῖρας του τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ ἀναφέρῃ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. Διότι δὲν δύναται νὰ συνεχισθῇ ὡς κανών, ὅτι διὰ τὴν οἰκονομίαν τῶν συζητήσεων θὰ ἐφαρμόζεται πάντοτε ἐλαστικότης. Καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἠκούσθησαν παράπονα. Καὶ ἐγὼ θὰ μποροῦσα νὰ ἔχω παράπονον ἀπὸ τὸν κ. Ροδόπουλον, διότι ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι ὁμάδος 10 βουλευτῶν, ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ ὁ κ. Ροδόπουλος, διότι εὑρέθη εἰς ἐκνευρισμὸν μοῦ ἠρνήθη τὸν λόγον παρὰ τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ μνησικακῶ ἢ διότι εἰς μίαν ὡρισμένην στιγμὴν ἔγινε μία παράλειψις δυνάμεθα νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ τὸν κανόνα. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ροδόπουλον, ἐὰν θὰ ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ.
§89Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ράλλης, ἔχει τὸν λόγον.
§91Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐρωτῶ τί ἀπεφασίσθη διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κ. Παπαδοπούλου;
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§93Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἀνέκυψεν ἕνα θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ ἄποψις τῆς Βουλῆς. Ποῖον εἶναι τὸ θέμα; Κυρίως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ περιεστράφη εἰς τὰ θέματα εἰς τὰ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ ὑπῆρξεν ἀτυχὴς ἡ ἐκφρασθεῖσα ἄποψις ἀντιπολιτευομένου ἐπὶ τοῦ θέματος συναδέλφου τῆς ΕΡΕ, τοῦ τέως κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐκ μέρους τῆς παρατάξεως ἐκείνης τῆς ΕΡΕ ὑπάρχει βεβαρημένον παρελθόν. Πολλοὶ κ.κ. βουλευταὶ ἀπόψε ἐμαρτύρησαν περιπτώσεις κακῆς διαχειρίσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας κ. Μπακόπουλος, κακῶς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὅταν ὑπάρχῃ ἕνα ζέον θέμα διὰ νὰ συζητηθῇ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως πρέπει νὰ θέλῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἕνα τοιοῦτον θέμα, θὰ πρέπει νὰ συζητηθῇ. Πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸ κακὸν παρελθὸν καὶ τὰς παλαιὰς παραβάσεις. Τὸ σημειοῦμεν, κ. Πρόεδρε, διότι ὑπῆρξαν δύο περιπτώσεις ποὺ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν παλαιὰν τακτικήν. Ὑπῆρξεν αἴτημα ἰδικόν μας νὰ συζητηθῇ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸ Κυπριακὸν καὶ τὸ θέμα τοῦ πυρηνικοῦ κέντρου τῆς Κρήτης. Καὶ ὑπῆρξεν ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν θεμάτων ἄρνησις τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὰ τὰ δύο κρούσματα ἀποδεικνύουν, ὅτι παρασύρεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἰς τὰ ἴχνη μιᾶς κακῆς παραδόσεως. Ἐλέχθησαν αὐτὰ διὰ νὰ μὴ ἀκολουθηθῇ σήμερον ὑπὸ νέαν δημοκρατικὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς ἡ παλαιὰ κακὴ τακτική.
§94Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ἔχω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. βουλευτήν, ὅτι ἡ σκέψις του, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ δύο θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὸ Κυπριακὸν καὶ τὴν βάσιν τῆς Κρήτης δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ συζήτησιν ἐκτὸς ἡμερησίας διατάξεως, εἶναι ἐκτὸς πραγματικότητος. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, ἀλλὰ εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια ἐπὶ θεμάτων ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ὑπάρχει μία ἰδιάζουσα κατάστασις καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνα Κόμμα νὰ παρασύρῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς συζήτησιν, τὴν ὁποίαν αὕτη ἀποκρούει, εἰς δεδομένην στιγμὴν ἐκ λόγων γενικωτέρου ἐθνικοῦ συμφέροντος. Στερεῖται, λοιπόν, σοβαρότητος τὸ λεχθέν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποφεύγει τὰς συζητήσεις ἐπὶ θεμάτων ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
§95Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν τῇ πράξει ἡ ἰδική σας εὐαισθησία τοὐλάχιστον ὅταν Ὑπουργοὶ ἐκφράζωνται καθ’ ὃν τρόπον ἐξεφράσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐμπορίου. Δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργός, ἀπαντῶν, νὰ λέγῃ, ὅτι ὅσα διατυπώνει οἱοσδήποτε βουλευτὴς στεροῦνται σοβαρότητος. Εἶναι ὑποχρεωμένος, ἐὰν δύναται νὰ ἀντιπαρατάξῃ ἐπιχειρήματα καὶ νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἐνδεχομένως μὴ σοβαρόν. Ἀλλὰ χαρακτηρίζων τὰ ὅσα λέγει βουλευτὴς ὡς στερούμενα σοβαρότητος, εἶναι ἀπαράδεκτον. Ὅπως ἐπίσης ἀπαράδεκτον εἶναι καὶ τὸ ἀκουσθὲν πρὸ ἡμερῶν, ὅτι «ἀποκρούομεν μετὰ περιφρονήσεως ἀπόψεις ἑνὸς Κόμματος», δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο αὐτά, εἰμὴ μόνον δεῖγμα χρεωκοπίας.
§96Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, τὰ μαθήματά του ὁ κ. βουλευτὴς νὰ τὰ ἐπιφυλάσσῃ δι’ ἄλλον. Ἐγὼ εἶπον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ εἴπω καὶ εἶναι γεγονός, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ἐὰν εἶναι καλῆς πίστεως τὸ ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ εἶναι εἰδικωτάτης φύσεως καὶ χωρὶς τοῦτο νὰ ἀποτελέσῃ παρέκβασιν ἀπὸ κοινοβουλευτικοὺς κανόνας συνήθως ὄχι μόνον ἐδῶ, ἀλλὰ εἰς πᾶσαν Βουλὴν τοῦ κόσμου ἐν σχέσει μὲ τὰ θέματα ταῦτα τηρεῖται παγίως ἡ τακτικὴ ποὺ ἀνέφερα. Δὲν ἔπρεπε δὲ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθὲν νὰ ἐπισύρῃ τὴν μῆνιν τοῦ κ. βουλευτοῦ, διότι δὲν εἶχον πρόθεσιν μομφῆς. Ἁπλῶς ὑπῆρξε πρόθεσίς μου ἐπισημάνσεως τοῦ θέματος.
§97Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ροδόπουλος ἀνεφέρθη προηγουμένως εἰς τὸ χθεσινὸν ἐπεισόδιον καὶ μάλιστα κατεφέρθη ἐναντίον τοῦ Προεδρείου δι’ ἀπειρίαν καὶ ἀνικανότητα.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ροδόπουλος, ὡμίλησε μετὰ πολλῆς λεπτότητος. Δὲν ὡμίλησε περὶ ἀνικανότητος. Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς θίξῃ. Ἐγώ, μάλιστα ὡς ἐνθυμεῖσθε, σᾶς συνεχάρην, διότι ἐν μέσῳ τοιαύτης φύσεως ἀντεγκλήσεων ἀνταπεκρίθητε πλήρως εἰς τὰ καθήκοντά σας.
§99Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἑξῆς: Δὲν ἀντελήφθην λόγῳ τῶν φωνασκιῶν καὶ τοῦ θορύβου ἐξ ὅλων τῶν παρατάξεων τὸ τί ἔλεγεν ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ρήτωρ. Οἱ πάντες ἐζήτουν τὸν λόγον. Συνεπῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῶ ἐὰν ὁ ρήτωρ ἦτο ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ἐὰν ἐπρολόγει ἀκόμη ἢ ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ θέμα. Ἄλλωστε, ὡς γνωρίζετε, οὐδεὶς ρήτωρ περιορίζεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ κυρίως θέμα. Ἀνέμενα νὰ εἰσέλθῃ ὁ κ. συνάδελφος εἰς τὸ θέμα καὶ τὸν παρεκάλουν ἐπανειλημμένως. Ὡς ἀντιλαμβάνεσθε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσω βίαν διὰ νὰ τὸν ἐξαναγκάσω εἰς τοῦτο. Πολλῷ μᾶλλον δὲν ἠδυνάμην νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος εἶναι ἐν ἀπολύτῳ τάξει καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἐγένετο νύξις, ὅτι δὲν ἐπετέλεσεν εἰς ἀκέραιον τὸ καθῆκον του.
§101Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπωλέσθη πολύτιμος χρόνος ἄνευ λόγου, ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ΕΡΕ. Ἀναγινώσκων τὰ χθεσινὰ πρακτικὰ ἐπὶ τοῦ δημιουργηθέντος θέματος Παπαδοπούλου βλέπω, ὅτι: «... (ἀναγινώσκει)...». Ἦτο συνεπῶς ὑποχρεωμένος ὁ κ. Παπαδόπουλος μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ἢ τῆς ψηφοφορίας, νὰ ἀπαντήσῃ. Δὲν ἀπήντησε. Τὸ θέμα δι’ ἡμᾶς ἔληξε. Δὲν εἶναι δυνατὸν συνεπῶς νὰ ζητηθῇ ἔκτοτε ὁ λόγος ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος. Δι’ αὐτὸ διαμαρτύρομαι ἐναντίον τῶν συναδέλφων τῆς ΕΡΕ, διότι ἐχάθησαν δύο ὧρες ἐξ ὑπαιτιότητός των, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι τί ὑπεστηρίχθη χθὲς καὶ τί ἐδέχθη ἡ Βουλή. Συνεπῶς θέμα μεταξὺ τῶν κυρίων Παπαδοπούλων δὲν ὑφίσταται. Τὸ θέμα ἔληξε καὶ παρακαλῶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀλαβᾶνος, ἔχει τὸν λόγον.
§103Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γεγονός, ὅτι ἐπὶ τῆς Προεδρίας σας συντελεῖται ἕνα σπουδαιότατον ἔργον, τὸ ὁποῖον καὶ ἀπόψε ὀφείλει νὰ ὁλοκληρωθῇ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ θεσμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁλοκληροῦται ἡ ψήφισις τοῦ Κανονισμοῦ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔγιναν ἀπόπειραι καὶ οὐδεμία ἔφθασεν εἰς αἴσιον τέρμα. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πολὺ ἠσχολήθη τὸ Σῶμα καὶ περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐπὶ διαφόρων θεμάτων ἀσχέτων πρὸς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς ἀποψινῆς συνεδριάσεως. Ἀτομικῶς ἔχω τὴν γνώμην, ἔχω τὴν ὑπόνοιαν καὶ μετὰ παρρησίας τὴν ὑποστηρίζω, ὅτι διαβλέπω ἕνα σκοπὸν ἀναβολῆς τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Διότι ἐν ἀρχῇ ἐγένετο ἡ ἐπίκλησις, ὅτι καθυστέρησεν ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως, ἐνῷ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν κατ’ ἐπανάληψιν συνέβη αὐτό. Σήμερον δέ, ἦτο γνωστὸς ὁ λόγος, διότι ὡς γνωρίζετε ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μετέχω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὴν Προεδρίαν σας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖται καὶ ἀξιότιμος συνάδελφος τῆς Ε.Ρ.Ε., ὁ ὁποῖος καὶ εὑρίσκεται ἐν ἐπαφῇ μὲ τὴν ἡγεσίαν τῆς Ε.Ρ.Ε., διότι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς εἶχε περατωθῆ καὶ ἀνέμενε τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ κ. Καλλίας, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως καὶ ὀφείλω νὰ τὸ τονίσω, ὑπῆρξεν ἐκ τῶν πρώτων συντελεστῶν καὶ ἐργατῶν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως εἶπε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ θέμα τοῦτο τὸ σπουδαιότατον, διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι πρέπει πρῶτοι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ ἔργον σας. Παρενέβη ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστός μου πρώην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Ροδόπουλος, μὲ ἕνα θέμα τῶν συνωνύμων συναδέλφων κυρίων Παπαδοπούλων καὶ ἤρχισε μία συζήτησις τὸ τίς ἐκ τῶν δύο ἀξιοτίμων κ.κ. συναδέλφων θὰ ἀγορεύσῃ πρῶτον κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν. Νομίζω, καὶ ἡ πεῖρα σας ἡ μακροτάτη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ καὶ ἡ μικρὰ κοινοβουλευτικὴ πεῖρα ἡ ἰδική μας, μᾶς διδάσκει, ὅτι καὶ οἱ δύο θὰ ἀγορεύσουν εἴτε θὰ ἀγορεύσῃ ὁ εἷς πρῶτος, εἴτε ὁ δεύτερος, ἀσφαλῶς θὰ ἔχωμεν ἀμοιβαίαν δημιουργίαν προσωπικῶν θεμάτων. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ διαφεύγῃ τῆς προσοχῆς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ροδοπούλου. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, καὶ αὐτὸ θέλω νὰ προτείνω εἰς τὸ Σῶμα, νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἤδη τὰ σπουδαιότατα ἄρθρα, τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ δημιουργήσουν μακροτέραν συζήτησιν ἐψηφίσθησαν. Παραμένουν πλέον ἄρθρα τυπικά. Καὶ πρέπει νὰ τελειώσωμεν τὸ ἔργον ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι καὶ πρὸς τιμήν σας καὶ πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς.
§104Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. (Ταὐτοχρόνως ζητοῦν καὶ ἄλλοι τὸν λόγον).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶσθε διαρκῶς ἐν παραβάσει τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος, ἔχει τὸν λόγον.
§106Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Εἴπατε ὁ κ. Τσιριμῶκος καὶ ἐκάθησα.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ τρόπος ποὺ ζητεῖτε τὸν λόγον... Ἐγείρεσθε σὰν αὐτόματον.
§108Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὕψωσα τὴν χεῖρα διὰ νὰ ζητήσω τὸν λόγον.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος, ἔχει τὸν λόγον.
§110Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε ποὺ θὰ εἴπω δύο λόγια μόνον καὶ τοῦτο, διότι ὁ κ. Καλλίας, ἐστενοχωρήθη ἀπὸ ὅσα εἶπον πρὶν καὶ δὲν θὰ ἤθελον νὰ τὸν στενοχωρήσω ἔτι πλέον.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξάδελφοι εἶσθε καὶ μεταξὺ συγγενῶν...
§112Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχω νὰ τοῦ εἴπω, ἐπειδὴ εἶπεν, ὅτι ὡμίλησα σὰν νὰ μετενόησα ποὺ δὲν ὡμίλησα χθές, ὅτι οὐδεὶς μετανοεῖ ὅταν σιωπᾷ. Καμμιὰ φορὰ μετανοεῖ ὅταν ὁμιλῇ. Δεύτερον, δὲν ὡμίλησα χθές, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω. Καθόσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἄποψίν μου ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ἠθικοῦ καθαρμοῦ, ὄχι μόνον τὴν ἔχω εἴπει, ἀλλὰ καὶ θὰ τὴν εἴπω ὡλοκληρωμένην ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ «πόθεν ἔσχες». Διότι νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι βαρύτατον καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐπίσης καὶ πρέπει καθεὶς νὰ πάρῃ τὴν εὐθύνην τῶν λόγων του τότε ποὺ θὰ πρέπει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ποὺ εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἔρευναν, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι χθὲς ἡ ΕΡΕ δὲν ἀπέδειξεν, ὅτι ἐπιδιώκει τὴν ἔρευναν. Ἐγὼ θὰ ἀνέμενον νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ τὴν ἐπεδίωκεν, ἀλλὰ εἶπεν, ὅτι ἦτο πολὺ ἀσθενὴς ἡ πρότασις τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς ποὺ εἶχεν ὑποβάλει ἡ ΕΔΑ. Ἦτο μία σπουδαία εὐκαιρία νὰ δεχθῇ ἡ Ε.Ρ.Ε. τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἀποδείξῃ κατὰ τρόπον ἡλίου φαεινότερον τὸ ἀνυπόστατον τῆς προτάσεως αὐτῆς. Πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης δὲν ἀπεδείχθη οὔτε ἡ προθυμία τῆς Ε.Ρ.Ε., οὔτε, ὅτι ἡ πρότασις ἦτο ἀνυπόστατος.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς μᾶς ἀπησχόλησε πολὺ ὁ πρόλογος. Σήμερον ἔχομεν τὸν ἐπίλογον. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§114Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν συνάδελφον κ. Τσιριμῶκον, ὅτι ἡ παραδοχὴ προφανῶς ἀβασίμων προτάσεων Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν δὲν ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τῆς προθυμίας ἐλέγχου τοῦ παρελθόντος. Ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ «πόθεν ἔσχες» τότε θὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἐπιθυμία τῆς ΕΡΕ νὰ διαλευκανθῇ πᾶν ὅ,τι συνδέεται μὲ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας. Ἀλλὰ παρεπονέθησαν πολλοὶ συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ διότι ἐχάθησαν δύο καὶ ἡμίσεια ὧραι, ἐνῷ εἰς τὴν πρόθεσιν τὴν ἰδικήν μας δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ μία 3λεπτος ἐκ μέρους μου ἐξήγησις, ὡς πρὸς τὴν ἐπάνοδον τῆς Ε.Ρ.Ε. εἰς τὴν αἴθουσαν εἰς τὴν ὁποίαν δήλωσίν μου, κ. Πρόεδρε, ἐδώσατε ὑμεῖς μίαν ἀπάντησιν. Ἐὰν δὲν ἐγένοντο αἱ μακραὶ ἀγορεύσεις τῶν κυρίων συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως θὰ εἶχε λήξει ἡ συζήτησις καὶ θὰ εἴχομεν εἰσέλθει εἰς τὸν Κανονισμόν. Τέλος ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα Παπαδοπούλου, ἐθέσατε τοῦτο ὀρθῶς ὅταν ἀπηντήσατε εἰς ἐμὲ ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως. Καὶ ἔρχομαι, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ θέμα τῆς προθέσεως τῆς ΕΡΕ νὰ μὴ ψηφισθῇ ὁ Κανονισμός, ὅπως εἶπεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Ἀλαβᾶνος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μὲ ἐξέπληξε βαθύτατα. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς προσωπικῆς μου συμβολῆς τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισεν, ἀλλὰ ὁμιλῶν περὶ τῆς στάσεως τοῦ κόμματος. Ἦτο δυνατὸν εἰς τόσα ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ οἱ συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ νὰ ζητοῦν τὸν λόγον, ὁπότε θὰ ἀπητοῦντο ἑβδομάδες διὰ τὴν ψήφισίν του. Ἦτο ἐπίσης δυνατὸν διὰ προτάσεως 20 βουλευτῶν νὰ ζητηθῇ ἡ ψήφισίς του εἰς δύο συζητήσεις. Ἀντ’ αὐτῶν ἡ συζήτησις διεξήγετο μεταξὺ δύο–τριῶν βουλευτῶν ἐκ τῆς ἰδικῆς μας πλευρᾶς καὶ πολὺ μεγαλυτέρου ἀριθμοῦ ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως. Αὐτὴ ἡ συνήθεια ὅμως, διὰ τὴν δημιουργίαν ἐντυπώσεων, νὰ κατηγορῆται ἡ ΕΡΕ ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ καὶ ὅτι ἐπιχειρεῖ τὴν ματαίωσιν ἢ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις περὶ κωλυσιεργίας, εἴτε περὶ προθέσεων ματαιώσεως τῆς ψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω, ὅτι τὰ δύο μόνον γεγονότα τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, τῆς μὴ συμμετοχῆς εἰς τὴν συζήτησιν μεγάλου ἀριθμοῦ βουλευτῶν ἐκ τῆς πλευρᾶς μας καὶ τῆς μὴ ὑποβολῆς αἰτήσεως ὅπως συζητηθῇ εἰς δύο ἀναγνώσεις, ἀποτελοῦν πλήρη ἀπόδειξιν τῆς συμβολῆς μας εἰς τὴν ταχυτέραν ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν εἶπον, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἀπολύτου καλῆς πίστεως τῆς ΕΡΕ καὶ τῆς πολυτίμου συμβολῆς της νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἀτυχὴς ἐξέλιξις τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως δὲν ἔπρεπε νὰ δημιουργήσῃ τοιαύτας ὑποψίας.
§116Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἀπόψε, κ. Πρόεδρε, μὲ τὴν πρόφασιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἐγένετο πάσης φύσεως ἄλλη συζήτησις. Ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ἀλαβᾶνον, ὁ ὁποῖος εἶπε δικαιολογῶν τὴν βραδυπορίαν τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι καθυστέρησεν ἡ ἔναρξις τῆς συζητήσεως διότι ἀνεμένετο ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι δύο φορὰς ἐπήγατε καὶ ἐπεκοινωνήσατε μὲ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ καὶ μάλιστα τοῦ προσεκομίσατε ἔγγραφα.
§118Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὅταν ἐγὼ σᾶς ἔφερον τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. ἡ συζήτησις παρετάθη, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκάλεσεν τὸν κ. Ἡλιοῦ ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ ἀκούσῃ ὡρισμένας ἀπόψεις. Καὶ ἐγένετο συζήτησις μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Ἠλιοῦ παρισταμένου καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅταν ἔφερα τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. ἠδύνασθο νὰ εἴχατε λύσει τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ εἶχεν ἀρχίσει ἡ Βουλή. Ἀλλὰ παρετάθη ἡ συζήτησις, διότι ἐπαναλαμβάνω, ἐκλήθη ὁ κ. Ἡλιοῦ. Ἔπειτα θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν παρετάθη ἡ συζήτησις εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὑπῆρχον Ἀντιπρόεδροι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρχίσουν τὴν συζήτησιν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἦτο παράκλησις ἰδική σας νὰ εὑρεθῶ ἐγὼ ἐπὶ τῆς ἕδρας κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Μὴ ἐπιμένετε περισσότερον. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ τὸ εἴπω αὐτό.
§120Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Δὲν ἐπιμένω, κ. Πρόεδρε, διότι δὲν τὸ γνωρίζω αὐτό. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι ὅτι ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν μετέχω ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Ρ.Ε., δὲν ἐγένετο διότι ἀναμένετο ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκάναμε ἕνα τέταρτον, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐπικοινωνήσωμεν μὲ τὸν κ. Μαρκεζίνην. Καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης μοῦ ἔκαμεν τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ ἕνα τέταρτον εἰς τὸ τηλέφωνον. Ἐν τῷ μεταξύ, σεῖς ἐπήρατε κείμενα εἰς τὰ χέρια σας διὰ νὰ δώσητε εἰς τὸν κ. Ἀρχηγόν σας. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν θέμα.
§122Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰ ὅσα πρὸ ὀλίγων λεπτῶν εἴπατε, ὅτι ἦτο πρότασις τῆς Ε.Ρ.Ε. νὰ εὑρίσκεσθε σεῖς ἐπὶ τῆς ἕδρας ἀνακαλῶ τὰ ὅσα εἶπον. Κύριε Πρόεδρε, μία ἐρώτησιν: Θὰ ἤθελα νὰ μὲ πληροφορήσητε, τί θὰ γίνῃ, θὰ ὁμιλήσουν οἱ κ.κ. ἐκ Κιλκὶς ἢ ὄχι; Διότι τὸ θέμα ἔχει δυὸ πλευράς. Τὴν γενικὴν πλευρὰν τῆς ἠθικῆς τάξεως τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως καὶ τὸ θέμα τὸ προσωπικόν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν σύστασιν τὴν ὁποίαν λαμβάνω ὑπ’ ὄψει. Νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι τὸ Προεδρεῖον θὰ πράξῃ ὅ,τι εἶναι πρέπον. Ὁ κ. Κ. Δαμιανός, ἐπιμένει νὰ ὁμιλήσῃ;
§124Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Παραιτοῦμαι, κ. Πρόεδρε.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στειρόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§126Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κ. Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι συνάδελφοι ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν ὡμίλησαν καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις. Θέλω νὰ εἴπω μόνον, ὅτι ἀπόδειξις, ὅτι ἡ πλευρὰ ἡ ἰδική σας ὡς Ἀντιπολίτευσις δὲν σκοπεῖ νὰ κωλυσιεργῇ ἐπὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι, ὅτι ἐδέχθη τὴν συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἐνῷ κατὰ τὴν ἀπόπειραν τοῦ τέως ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅπως συζητηθῇ ὁ Κανονισμὸς κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἐγένετο ἐπανάστασις ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ὑποστηριζούσης, καὶ μάλιστα δι’ ἐπιλέκτων μελῶν της πολλὰ τῶν ὁποίων εὑρίσκονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὑπάρχει χωριστὴ ἀρχή, καὶ χωριστὴ κατ’ ἄρθρον συζήτησις καὶ ἐχωρίσθη οὕτως τὸ νομοσχέδιον. Καὶ τότε δὲν ἐλέγχθη, ὅτι ὑπῆρχε κωλυσιεργία. Τὸ σημειώνω ἁπλῶς αὐτό.
§127Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τελειώνωμεν, ἐπὶ τέλους, κ. Πρόεδρε.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως βλέπετε ἐκδηλοῦται δυσφορία εἰς τὸ Σῶμα καὶ δικαίως. Αὐτὰ γίνονται ὅταν πράγματι ἐξερχόμεθα ἀπὸ τὰ πλαίσια τοῦ Κανονισμοῦ. Λυποῦμαι δ’ ὅ,τι συνέβη ἀπόψε. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἐκτόνωσις τῆς αὐριανῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ νὰ μὴ παραταθῇ ὑπὲρ τὸ δέον.
§130Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δύο λόγια θὰ ἤθελα νὰ εἴπω. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διευκρινισθῇ τὸ θέμα τῶν Παπαδοπουλαίων, ἐὰν θὰ ὁμιλήσουν αὔριον ἢ ὄχι. Καὶ νὰ διεκρινισθῇ. Ἐξ ἄλλου, πρέπει νὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε, ὅτι χθὲς συνεφωνήθη, ὅτι ἀφοῦ ὁ κ. Δημ. Παπαδόπουλος θὰ ἔκανε ἐρώτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἡ ὁποία κατετέθη, τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Κ. Παπαδόπουλος. Δὲν εἶναι τακτὴ ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τῶν Παπαδοπουλαίων. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ τὸ θέμα νὰ ἔλθῃ μὲ τὴν σειρὰν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Δ. Παπαδοπούλου.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προσπαθήσω νὰ λύσω τὸ θέμα κατὰ τρόπον ποὺ νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν τήρησιν τοῦ γοήτρου τοῦ Κοινοβουλίου. Διατὶ νὰ παρατείνωμεν ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόψε τὴν συζήτησιν;
§132Α. ΤΣΙΑΡΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως βλέπετε, κ. Τσιάρα, ἔχομεν παραβῆ τὸν Κανονισμόν. Καὶ πρῶτος τὸν παρέβη ὁ κ. Ροδόπουλος.
§134Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον, διότι παρητήθην μὲ τὴν αἵρεσιν ὅτι θὰ παρητοῦντο καὶ οἱ ὑπόλοιποι συνάδελφοι.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ προηγούμενοι, κ. συνάδελφε, παρητήθησαν. Οἱ ἑπόμενοι δὲν εἶχον ἐρωτηθῆ.
§136Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Συζητοῦμεν ἀπόψε, κ. Πρόεδρε, τὸν Κανονισμὸν καὶ εἴμεθα ἐκτὸς Κανονισμοῦ. Συνεζητήσαμεν θέματα τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἐνδιαφέρουν τὸ πανελλήνιον. Κάθε βράδυ εἰσερχόμενοι ἐδῶ βλέπομεν ὅτι ὑπάρχουν ἀνάπηροι... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. συνάδελφε. Λυποῦμαι, δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον.
§138Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. (Ἐπιμένει νὰ ὁμιλήσῃ).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσετε. Πρέπει νὰ μάθετε νὰ σέβεσθε τὸν Κανονισμόν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι...).
§140Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. (Ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν ἐπιμένει νὰ ὁμιλήσῃ).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐπιμένετε, κ. συνάδελφε. Εἶσθε ἐκτὸς θέματος. Ἐξεδηλώσατε τὰς προθέσεις σας νὰ ὁμιλήσητε διὰ θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν σήμερον.
§142Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω, κ. Πρόεδρε, διὰ τοὺς ἀναπήρους. Διατί μοῦ ἀφαιρεῖτε τὸν λόγον;
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, διότι ἐθίξατε θέματα ἄσχετα ἐντελῶς πρὸς τὴν ὅλην συζήτησιν. Ὁ κ. Ἀρχηγός σας ἔχει ἐπικοινωνήσει μαζί μου διὰ τὰ θέματα ποὺ θίγετε. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ θίγετε τὰ θέματα αὐτά. Ὁ κ. Α. Τσιάρας, ἔχει τὸν λόγον.
§144Α. ΤΣΙΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν ποὺ ἔχω πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Καλλία καὶ ὡς συναδέλφου καὶ ὡς ἐπιστήμονος, ἔμεινα κατάπληκτος μὲ τὰ ὅσα εἶπε διὰ τὸ Κόμμα τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ τὴν εὐαισθησίαν τὴν ὁποίαν ἐπέδειξε διὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Εἶναι τὸ μόνον Κόμμα τὸ ὁποῖον δὲν δικαιοῦται σήμερον νὰ προβαίνῃ εἰς αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμόν. Γνωρίζουν οἱ πλεῖστοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Ρ.Ε. κατηγγέλθησαν φοβερὰ πράγματα διὰ τὰ ὁποῖα ἔχει ἐξεγερθῆ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Ε.Ρ.Ε.).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσιάρα, δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ σᾶς ἐπιτρέψω νὰ συνεχίσετε. Εἶσθε ἐκτὸς Κανονισμοῦ. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§146Α. ΤΣΙΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Καλλίαν, ὅτι ἐδῶ ἐπροτάθησαν σοβαρώτατα... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἐπιτρέψω νὰ συνεχίσετε, σεβασθῆτε τὸ Σῶμα. Εἶσθε ἐκτὸς Κανονισμοῦ.
§148Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι διὰ τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου. Εἶναι ἀνακριβῆ καὶ ἐκτὸς Κανονισμοῦ.
§149Α. ΤΣΙΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 7 μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.30′ μ.μ.)