1963.04.29
3,401 rows · 23,662 words · 252 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 83η
Δευτέρα 29 Ἀπριλίου 1963
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις, Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Ματθαιουδάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Γ. ΜΑΤΘΑΙΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν πρὸς ὀφειλὰς πρὸς τρίτους (ἰδιώτας κλπ.) πραγματοποιηθεισῶν ἀπὸ τοῦ οἰκον. ἔτους 1954– 1955 μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1959 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης (Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ἀεροπορίας)». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐργασίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως πράξεως τροποποιήσεως τοῦ διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος 399)1947 κυρωθέντος ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Διεθνοῦς Ὀργανώσεως Ἐργασίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Κοντοβράκης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 3395)55 «περὶ συνταξιοδοτήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἀτμηλάτων Σιδηροδρόμων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Κλῆς καὶ Α. Καλαντζάκος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 3395)55 «περὶ συνταξιοδοτήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἀτμηλάτων Σιδηροδρόμων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Α. Γιάννου καὶ Γ. Λαμπράκης καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ πολ. κρατουμένου Ἰωάννου Σασκαλίδη διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ εἰσαγωγήν του εἰς τὸ Ἀντικαρκινικὸν Ἰνστιτοῦτον πάσχοντος ἐξ ὑπόπτου ὄγκου. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Γιάννου, Γ. Στεργίου καὶ Σ. Ἠλιόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Μηχανουργικῆς Ἑνώσεως Ἀθηνῶν, αἰτουμένης αὔξησιν τῶν ἡμερομισθίων κατὰ 20%. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Χιωτάκης, Γ. Αὐγερόπουλος καὶ Λ. Κύρκος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ὁμήρων καὶ Θυμάτων Ρεθύμνης αἰτουμένων τὴν καταβολὴν τῆς δευτέρας δόσεως τῆς ἀποζημιώσεώς των καὶ παράτασιν προθεσμίας ὑποβολῆς αἰτήσεων. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θυμάτων Γερμανικῆς Κατοχῆς ὁ «Φοῖνιξ» αἰτουμένης καταβολὴν τῆς δευτέρας δόσεως τῆς ἀποζημιώσεώς των καὶ παράτασιν προθεσμίας ὑποβολῆς αἰτήσεων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Δ. Ἰωάννου, καταθέτει ἀναφορὰν συνταξιούχων ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς Νομοῦ Πρεβέζης αἰτουμένων ἀναπροσαρμογὴν συντάξεών των βάσει τοῦ σημερινοῦ μισθολογίου. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ν. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Γεωργοκτηνοτρόφων Νέου Πετριτσίου αἰτουμένων ἀπαλλαγὴν των ἐξ ἐπιβληθέντος αὐτοῖς παρὰ τοῦ ΓΔΑΠ Σερρῶν φόρου. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν, κ. Α. Μητακίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Σερρῶν αἰτουμένου κατάργησιν τοῦ Ν. 3239 καὶ ἐλευθέρας συλλογικὰς διαπραγματεύσεις. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων, κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου πλανοδίων ὑφασματοπωλῶν Ἑλλάδος «Ὁ Ἑρμῆς» αἰτουμένου τὴν μὴ ψήφισιν σχετικοῦ Νομοσχεδίου «περὶ τρόπου ἀσκήσεως πλανοδίου ἐμπορίου». Ἀπαντήσεις διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. Βουλευτῶν. Ι) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Τσόχα καὶ Ε. Σακελλάρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6071)10.4.63 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1927 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Τσόχα καὶ Ε. Σακελλάρη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Κατὰ παρασχεθείσας ἡμῖν ἁρμοδίως πληροφορίας δὲν φέρεται ἀποσταλεῖσα κατὰ τὴν 1.3.63 συστημένη ἐπιστολὴ τοῦ μαθητοῦ Γυμνασίου Βόλου Δ. Γεωργῆ πρὸς τὸν Ραδιοφωνικὸν Σταθμὸν Σόφιας, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ παράσχωμεν ἀντικειμενικὰ στοιχεῖα περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, ὑπὸ τῆς Ταχ. Ὑπηρεσίας Βόλου. Ἐξ ἄλλου καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐπρόκειτο περὶ συστημένης ἐπιστολῆς, οὐδὲν ἀποδεικτικὸν στοιχεῖον ὑπάρχει, ὅτι δὲν ἔλαβον ἐνδεχομένως γνῶσιν τοῦ περιεχομένου αὐτῆς καὶ τρίτα πρόσωπα, κατὰ τὸ πρὸ τῆς ταχυδρομήσεώς της χρονικὸν διάστημα. Ὁπωσδήποτε ἡ Ταχ. Διεύθυνσις Μαγνησίας μόνον ἐκ σχετικῆς διαμαρτυρίας ἐν τῷ τύπῳ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ πρότερον ἦτο αὐτῇ τελείως ξένον. Ὑπὸ τὰ ἀνωτέρω δεδομένα, δὲν καθίσταται ἡμῖν δυνατὸν ὅπως παράσχωμεν πληροφορίας περὶ ἑνὸς συνήθους Ταχ. ἀντικειμένου, μὴ δυναμένου ὑπηρεσιακῶς ν’ ἀπομονωθῇ μεταξὺ τῶν χιλιάδων ἀντικειμένων, τῶν διαχειριζομένων καθ’ ἑκάστην ὑπὸ τοῦ Ταχ. Βόλου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπ. Ναυτιλίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Ρουχωτᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 40001)4.3.63 ἐγγράφου ὑμῶν διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθ. 1676 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Ρουχωτᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι οἱ μαθηταὶ τῶν Δημ. Σχολῶν Ε. Ν. διδάσκονται τὸ μάθημα τοῦ Ἀσυρμάτου ὅπερ περιλαμβάνει καὶ τὴν ἐκμάθησιν λήψεως καὶ ἐκπομπῆς σημάτων. Ἐξ ἄλλου κατὰ τὴν σχεδιαζομένην ἀναθεώρησιν τῆς ὕλης τῶν ἐξετάσεων διὰ τὴν ἀπόκτησιν διπλώματος πλοιάρχου πάσης τάξεως προβλέπεται ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Ἀσυρμάτου (βασικαὶ γνώσεις, λῆψις, ἐκπομπὴ) ὡς ἐξεταζομένου μαθήματος. Ἐν Πειραιεῖ τῇ 27 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5501)30.3.63 ἐγγράφου σας, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1861 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν τὰ ἑξῆς: 1) Διὰ τῆς δρομολογήσεως πορθμείου εἰς τὴν γραμμὴν Πειραιῶς–Αἰγίνης θέλει διευκολυνθῆ, κυρίως ἡ διαπόρθμευσις ἐπιβατηγῶν αὐτοκινήτων πρὸς Αἴγιναν, ἥτις μέχρι σήμερον ἦτο ἀνύπαρκτος. 2) Βεβαίως θὰ σημειωθῇ καὶ ἐλαχίστη μεταφορὰ ἐμφόρτων φορτηγῶν αὐτοκινήτων, τῶν ὁποίων ὅμως δὲν καθίσταται νόμῳ ἐπιτρεπτή, οἱαδήποτε ἐπιβάρυνσις ὑπὲρ τῶν λιμενεργατῶν Αἰγίνης, καθ’ ὅσον διὰ τὸν λιμένα τοῦτον δὲν ἰσχύουν αἱ διατάξεις τοῦ Κ.Ν. 5467)1932, λόγῳ τῆς μικρᾶς ἐμπορευματικῆς κινήσεώς του. 3) Ὡς πρὸς τὸν λιμένα Πειραιῶς, ὡς ἐπληροφορήθημεν οὐδεμία ἐπιβάρυνσις ὑπὲρ τῶν λιμενεργατῶν ἐπεβλήθη ἐπὶ τῶν διὰ τοῦ πορθμείου «Θαλάσσιος Λέων» μεταφερομένων ὀχημάτων, ἐπιβατηγῶν ἢ φορτηγῶν (ἀφόρτων ἢ ἐμφόρτων). Τὰ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1345)1962 πράξεως τοῦ Δ. Σ. τοῦ ΟΛΠ, ἐγκριθείσης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. Γ. 44914)4.1. 1963 ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, (ΦΕΚ 16Β)16.1.63) ἐπιβληθέντα δικαιώματα ἐπὶ τῶν διὰ τῶν λιμενεργατῶν, ἀλλὰ τοιαῦτα ὑπὲρ τοῦ ΟΛΠ, λόγῳ χρήσεως προκυμαιῶν, προβλητῶν κλπ. συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς παραγρ. 14 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. 1630) 1951. Ἐν Πειραιεῖ τῇ 5 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ
ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3863 ἀπὸ 2ας τρέχοντος ὑμέτερον ἔγγραφον ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀποστείλωμεν ὑμῖν, συνημμένως, διὰ τὰ καθ’ ὑμᾶς, τὴν ἡμετέραν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 27 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ὑπ’ ἀριθ. 1652 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ
Β. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Ἀπάντησις Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1652 ἀπὸ 2ας Μαρτίου ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰακώβου Διαμαντοπούλου. Αἱ ἀποδοθεῖσαι εἰς τὸν Δρα Κιουτσοὺκ δηλώσεις, αἵτινες ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὴν Ἰταλικὴν ἐφημερίδα «COR-RIERE DELLA SERA» τὴν 25ην παρελθόντος μηνὸς Φεβρουαρίου εἰς δὲ τὰς Κυπριακὰς ἐφημερίδας τὴν ἑπομένην διεψεύσθησαν εὐθὺς ἀμέσως ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ Δρ. Κιουτσοὺκ διὰ γραπτῆς ἀνακοινώσεως εἰς τὴν ὁποίαν τονίζεται ὅτι «οὐδεμία τοιαύτη δήλωσις ἐγένετο ὑπ’ αὐτοῦ». IV) Τοῦ Ὑπουργείου Κοιν. Προνοίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Κοκκέβη. Κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6318)21838)19.4.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 16.4.63 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Κοκκέβη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἐμβολίων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Ἅπαντα τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν τῆς κοστολογήσεως τῶν ἐμβολίων στοιχεῖα ἔχουσι διαβιβασθῆ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀνακριτικὴν Ἀρχήν. Πρό τινος ἐξεδόθη παραπεμπτικὸν βούλευμα δι’ ὡρισμένους εἰσαγωγεῖς καὶ ὑπαλλήλους τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου. Κατὰ τοῦ βουλεύματος τούτου ἠσκήθη ἔφεσις, τὸ δὲ Συμβούλιον Ἐφετῶν, ὅπερ ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως ταύτης διέταξε συμπληρωματικὴν ἀνάκρισιν, ἥτις κατ’ αὐτοὺς ὡς πληροφορούμεθα συνεχίζεται. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1873)29.3.63 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου ἐν σχέσει μὲ τὴν στεγαστικὴν ἀποκατάστασιν κατοίκων κρατικῶν οἰκημάτων τοῦ Συνοικισμοῦ «Ἀξιὸς» Θεσσαλονίκης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ Ν.Δ. 3584)59 προβλέπεται ἡ οἰκιστικὴ καὶ πολεοδομικὴ ἀναμόρφωσις τοῦ Συνοικισμοῦ «Ἀξιὸς» Θεσσαλονίκης. Ἡ καταρτισθεῖσα ἤδη ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας Οἰκισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, προμελέτη, προβλέπει τὴν ριζικὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ Συνοικισμοῦ διὰ τῆς ἀνεγέρσεως εἰς τὴν θέσιν τῶν κρατικῶν οἰκημάτων, συγκροτημάτων πολυκατοικιῶν, ἵνα ἀποφευχθῇ ἡ διατήρησις τῆς σημερινῆς ἀπαραδέκτου καταστάσεως τῶν περισσοτέρων οἰκημάτων, ἅτινα λόγῳ τῆς μακροχρονίου χρήσεως, τῆς πλημμελοῦς συντηρήσεως καὶ τῶν ἐντελῶς προχείρων προσθηκῶν παρουσιάζουν τυπικὸν παράδειγμα μεταβολῆς των εἰς τρώγλας, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ χρησιμοποίησις τῶν ὑπαρχόντων κτιρίων διὰ τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἀνέγερσιν ὀρόφων μὲ προϋπόθεσιν συνιδιοκτησίας κατ’ ὄροφον, διὰ τὴν στέγασιν ἁπασῶν τῶν δικαιουμένων στεγάσεως οἰκογενειῶν, συνεπάγεται τοιαύτας σοβαρὰς δαπάνας συμπληρωματικῆς θεμελιώσεως, κατασκευῆς τοιχωμάτων ἀκαμψίας καὶ λοιπὰς ἐργασίας διαρρυθμίσεως καὶ ἀνακαινίσεως, ὥστε, τελικῶς νὰ εἶναι συμφερωτέρα ἡ καθαίρεσις τῶν ὑφισταμένων κτιρίων. Προσεχῶς θέλει ἐκδοθῆ τὸ προβλεπόμενον Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ ἐγκρίσεως τοῦ ρυμοτομικοῦ σχεδίου τοῦ οἰκισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνωτέρω ἐκτεθείσης ἐν περιλήψει προμελέτης. Διὰ τὴν προοδευτικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ εἰρημένου ρυμοτομικοῦ σχεδίου, ἀπεφασίσθη ἡ ἀνέγερσις δύο πολυκατοικιῶν, δημοπρατηθέντων ἤδη τῶν σχετικῶν ἐργασιῶν. Ἡ ἀνέγερσις τῶν ὑπολοίπων πολυκατοικιῶν πρὸς μεταστέγασιν ἁπασῶν τῶν ἀναγνωρισθέντων ἤδη δικαιούχων στεγάσεως 796 οἰκογενειῶν, θέλει συνεχισθῆ εἰς ρυθμὸν ἀνάλογον μὲ τὰς ὑφισταμένας οἰκονομικὰς δυνατότητας τοῦ οἰκείου λογαριασμοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ
V) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6334)4854)19.4.1963 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. βιβλ. ἐρωτ. 1982 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα, περὶ τοῦ ἐν περιλήψει ἀντικειμένου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Διὰ τῶν ἑκάστοτε ἐκδιδομένων, μερίμνῃ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, ἐπισήμων προγραμμάτων ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ἐπισήμων ἑορτῶν καὶ τελετῶν, καλοῦνται ἐκτὸς τῶν ἐπισήμων ἀρχῶν καὶ ἰδιωτικαὶ Ἀρχαί, Ὀργανώσεις καὶ Σωματεῖα, αἵτινες ἔχουν νόμιμον ὑπόστασιν. Τοιαύτην νόμιμον ὑπόστασιν ἔχει καὶ τὸ Σωματεῖον ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Ὀργάνωσις Ἐθνικῆς Νεολαίας–Σῶμα Ἐλπιδοφόρων Νέων. Τοῦτο λειτουργεῖ βάσει καταστατικοῦ, ὅπερ ἐνεκρίθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 17962)1957 ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5054)1959 ὁμοίας αὐτοῦ. Οἱ σκοποὶ καὶ αἱ ἐπιδιώξεις τοῦ Σωματείου τούτου, ὡς καὶ τὰ ἱδρυτικὰ μέλη αὐτοῦ, ἀναγράφονται εἰς τὸ καταστατικὸν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι κατατιθέμενον εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ τοῦ ὁποίου πᾶς τις δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν. Διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν στολῶν τῶν ἰδιωτικῶν ὀργανισμῶν, ἐν οἷς καὶ τὸ Σωματεῖον Ἐλπιδοφόρων Νέων, τηρεῖται ἡ νόμιμος διαδικασία. Τοιαύτη διαδικασία ἐτηρήθη διὰ τὴν στολὴν τῶν μελῶν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Σωματείου, ἐκδοθείσης τῆς ὑπ’ ἀριθ. 40)950)98ε)14.5.59 ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Χωροφυλακῆς τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. Τὸ ἐὰν ἡ ἐμφάνισις τοῦ Σωματείου τούτου, ἐν στολῇ, κατὰ τὰς ἐπισήμους τελετάς, δημιουργῇ ἢ μὴ ἀφορμὴν δι’ εὐμενῆ ἢ δυσμενῆ σχόλια, ἀνάγεται εἰς θέματα προσωπικῆς ἑνὸς ἑκάστου ἀντιλήψεως, ἐπὶ τῆς ἀντιλήψεως δὲ ταύτης δὲν φιλοδοξῶ νὰ ἀσκήσω κριτικήν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ἀπριλίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Τσόχα καὶ Ε. Σακελλάρη. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6071 ἀπὸ 10.4.1963 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1927 ἐρώτησις τῶν ἐν θέματι κ.κ. βουλευτῶν, νὰ γνωρίσωμεν ὅτι: Ἡ ἁρμοδία Ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ Βόλου πληροφορηθεῖσα ὅτι ὁ 13ετὴς μαθητὴς τοῦ γυμνασίου Δημήτριος Γεωργῆς διέδιδεν, ὅτι ἀλληλογραφεῖ μετὰ τοῦ Ρ)Σ Σόφιας καὶ συνίστα τὸ τοιοῦτον καὶ εἰς συμμαθητάς του, ἐνδιεφέρθη κατὰ καθῆκον νὰ πληροφορηθῇ τὰ αἴτια τῆς τοιαύτης συμπεριφορᾶς του. Ὅταν ὄργανον τῆς ἐν λόγῳ Ὑπηρεσίας ἐπληροφορήθη, ὅτι ὁ νεαρὸς οὗτος μαθητὴς διέμενε προσωρινῶς ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ γνωστοῦ κομμουνιστοῦ Νικολάου Μόσχου, παρ’ οὗ καὶ ἐκηδεμονεύετο, παρῃτήθη πάσης περαιτέρω προσπαθείας ἀκόμη καὶ ὀχλήσεως τούτου, καθ’ ὅσον σαφῶς διεφαίνετο, πόθεν παρεκινεῖτο καὶ καθωδηγεῖτο ὁ ἐν λόγῳ μαθητὴς εἰς τὰς ἐκτεθείσας ἐνεργείας του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ἀπριλίου 1963.
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἡλιοπούλου, Γ. Αὐγεροπούλου καὶ Γ. Στεργίου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4443 ἀπὸ 11.3.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τῶν ἐν θέματι κ.κ. βουλευτῶν, νὰ γνωρίσωμεν ὅτι: 1. Ὁ παραπονούμενος ἰδιώτης Βοντίσιος Σταῦρος, μετὰ τὸ πέρας γενομένης συγκεντρώσεως εἰς τὸ θέατρον «Παπαϊωάννου» τὴν 20.2.1963, ἡγήθη παρανόμου ἐν ὑπαίθρῳ συγκεντρώσεως συναδέλφων του, οὓς παρώτρυνε νὰ μὴ διαλυθῶσι, δι’ ἣν αἰτίαν συλληφθεὶς ὡδηγήθη εἰς τὴν Ὑποδ)νσιν Γενικῆς Ἀσφαλείας Ἀθηνῶν, ὅπου, ἀφοῦ τῷ ἀπηυθύνθησαν σχετικαὶ συστάσεις, ἀφέθη ἐλεύθερος. 2. Ἀναφορικῶς πρὸς τοὺς περὶ κακοποιήσεώς του ἰσχυρισμοὺς γνωρίζεται, ὅτι οὗτος ὑπέβαλε ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας Δικαστικῆς Ἀρχῆς μήνυσιν, ἧς τὸ ἀποτέλεσμα ἀναμένεται. 3. Αἱ κατὰ τοῦ Διοικητοῦ Γενικῆς Ἀσφαλείας Ἀθηνῶν αἰτιάσεις του δὲν ἐπεβεβαιώθησαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ἀπριλίου 1963.
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου καὶ Κ. Χιωτάκη. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3268)20.2.1963 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1588 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου καὶ Κ. Χιωτάκη, περὶ ἐπιλύσεως διαφόρων ζητημάτων τῆς Ἐπαρχίας Λασηθίου, ἔχομεν τὴν τιμήν, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Νομαρχίας Λασηθίου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα, ἐπὶ τῶν ἀφορώντων τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον ζητημάτων. Διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς χειμερινῆς ἀπορροῆς τοῦ χειμάρρου Χαυγᾶ, ἐγένετο πρότασις διανοίξεως τῶν ἀποχετευτικῶν διωρύγων (Ἐνετικὲς Λίνιες), ἥτις προσέκρουσεν εἰς τὴν ἄρνησιν τῶν φορέων (Κοινοτήτων). Ἡ διάνοιξις τῆς τουριστικῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ψυχρὸ εἰς Δικταῖον Ἄντρον, ἐπρογραμματίσθη ὑπὸ τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου Λασηθίου κατὰ τὸ ἔτος 1958 διὰ δανείου ἐκ δραχ. 15.000 καὶ δωρεᾶς 85.000. Ἐπίσης κατὰ τὸ ἔτος 1961 διὰ δωρεᾶς 100.000 δραχμῶν. Παρὰ τὰς ἐντόνους προσπαθείας τῆς Ὑπηρεσίας, ἡ Κοινότης Ψυχροῦ δὲν ἐξετέλεσε τὸ ἔργον. Διὰ τὴν διάνοιξιν τῆς ὁδοῦ Τζερμιάδων–Καρφὶ δὲν ἐκδηλοῦται ἐνδιαφέρον ἐκ μέρους τῆς Κοινότητος Τζερμιάδων ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι δὲν ὑπάρχει τουριστικὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Κοινότητα ταύτην. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἀπριλίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσωμεν συνημμένως, ἐν ἀντιγράφῳ, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 3449)19.4.1963 ἀναφορὰν τῆς Νομαρχίας Ἀργολίδος, εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1473) 4.2.1963 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2290)1580)6.2.63 ἐγγράφου ὑμῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Ἀπριλίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ
Ἁρμόδιος: Δ)ντὴς Τεχν. Ὑπηρεσιῶν Ἀριθ. πρωτ. 3449. Πρὸς Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν Γραφεῖον κ. Ὑπουργοῦ Θέμα: Διαπλάτυνσις ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Λεωνιδίου–Κυβερίου–Ἄργους ἐντὸς τοῦ χωρίου Κυβερίου. Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. Α.Π. 14993)7.2.1963 ὑμετέρας, ἀφορώσης τὸ ἐν περιλήψει θέμα, κατόπιν ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου καὶ σὺν τῇ ἐπιστροφῇ τῆς συνημμένης ἀλληλογραφίας, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρωμεν ὑμῖν ὅτι αἱ ἐργασίαι διαπλατύνσεως τοῦ τμήματος τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Λεωνιδίου– Κυβερίου ἐντὸς τοῦ χωρίου Κυβερίου ὑπὸ τῆς Μ.Ο.Μ.Α. ἀνεστάλησαν, δεδομένου ὅτι δὲν ἐκαρποφόρησαν αἱ προσπάθειαι, ὅπως συγκατατεθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται εἰς τὴν προσφορὰν τῶν καταλαμβανομένων μικρῶν ἐκτάσεων ἄνευ οὐσιαστικῆς τινος ἀξίας καὶ τὴν ρυμοτόμησιν δύο μικρῶν ἀποθηκῶν. Κατόπιν τούτου τὸ Νομαρχιακὸν Ταμεῖον Ἀργολίδος, ἐν συνεννοήσει μὲ τὴν Νομαρχίαν Ἀρκαδίας, ἀπεφάσισεν ὅπως ἀκολουθηθῇ ἡ διαδικασία τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ ἤδη ἡ Διεύθυνσις Τεχν. Ὑπηρεσιῶν Νομοῦ Ἀργολίδος προέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δημ. Ἔργων «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως». Ἐν Ναυπλίῳ τῇ 19 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Νομάρχης
Α. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
VI) Τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Ἐφραιμίδη, Δ. Κελτεμλίδη καὶ Ε. Μπενᾶ. Ἔχομεν τὴν τιμὴν, ἐν συνεχείᾳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 25298 οἰκ. ἐ.ἔ. ἡμετέρου ἐγγράφου, νὰ διαβιβάσωμεν ὑμῖν συνημμένως ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 578 ἐ.ἔ. ἀναφορᾶς τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Ἐδέσσης καὶ νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως εὐαρεστηθῆτε καὶ λάβητε γνῶσιν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ἀριθ. Πρωτ. 578 Πρὸς Τὸ Σὸν Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης Γεν. Δ)νσιν Σωφρον. Δ)σεως Δ)νσις Σωφρ. καὶ Ποιν. Ὑπ. Τμῆμα Ποιν. Μελ. καὶ Ὑπ. Ἀθήνας Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ὑπ’ ἀριθ. 25287 οἰκ. ἐ.ἔ. Ὑμετέραν παραγγελίαν καὶ νὰ ἀναφέρω τὰ ἑξῆς: 1) Ἐργοστάσιον Κλωστοϋφαντουργίας «ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΣΙΤΣΗ καὶ Σία» ἔπαυσε λειτουργοῦν ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1962. Ἐκ τῶν 400 ἐργατοϋπαλλήλων οἵτινες εἰργάζοντο ἐν αὐτῷ, 200 περίπου ἔλαβον ἐργασίαν εἰς ἕτερα ἐργοστάσια Ἐδέσσης καὶ Θεσσαλονίκης, τινὲς δὲ τούτων μετέβησαν εἰς Δυτικὴν Γερμανίαν καὶ Βέλγιον. Ὀφείλει ἐκ δεδουλευμένων ἡμερομισθίων χρηματικὸν ποσὸν 100.000 περίπου δρχ. δι’ ὅ ἔχουσιν ὑποβληθῆ μηνύσεις αἵτινες θὰ ἐκδικασθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα Μονομελοῦς κατὰ τὰς δικασίμους τῆς 5ης καὶ 26 Ἀπριλίου ἐ.ἔ. 10 καὶ 24 Μαΐου ἐ.ἔ. Ἡ σύμβασις ἐργασίας δὲν κατηγγέλθη παρ’ οὐδενὸς τῶν συμβληθέντων. 2) «Καναβουργεῖον». Ἔπαυσε λειτουργοῦν ἀπὸ 29 Μαρτίου 1963 συνεπεία ἀναφυείσης μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος οἰκονομικῆς διαφορᾶς, ἧς ἕνεκα καὶ οἱ ἐργατοϋπάλληλοί του ἐτέθησαν εἰς τρίμηνον διαθεσιμότητα. Μέχρι τοῦ ἄνω χρόνου οὐδὲν χρηματικὸν ποσὸν ὀφείλει ἐκ δεδουλευμένων ἡμερομισθίων. 3) «ΕΣΤΙΑ». Ὀφείλει χρηματικὸν ποσὸν ἐκ δεδουλευμένων ἡμερομισθίων μηνῶν Ν)βρίου καὶ Δ)βρίου 1962 καὶ Ἰανουαρίου 1963 ἀνερχόμενον εἰς 700.000 περίπου δραχμάς. Διὰ τὸ ἀνωτέρω χρηματικὸν ποσὸν ἔχουσιν ὑποβληθῆ μηνύσεις, αἵτινες θὰ ἐκδικασθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα Μονομελοῦς Πλημμελειοδικείου κατὰ τὰς δικασίμους τῆς 5ης καὶ 26ης Ἀπριλίου 1963. Ἀπὸ τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1963 τὸ ἀνωτέρω ἐργοστάσιον ἐξεμισθώθη εἰς τὴν Ἄνναν Παπανικόλα (Ὁμόρρυθμος Ἑταιρ.) κάτοικον Ἀθηνῶν ὁδὸς Μαυρομματαίων ἀριθ. 17 καὶ ἔκτοτε λειτουργεῖ κανονικῶς. 4) «ΣΕΦΕΚΟ». Λειτουργεῖ κανονικῶς. Ὀφείλει ἐκ δεδουλευμένων ἡμερομισθίων χρηματικὸν ποσὸν 100.000 περίπου δρχ. δι’ ὅ ὑποβάλλονται ὡς μοὶ ἀνέφερεν ὁ Ἐπόπτης Ἐργασίας μηνύσεις ἐντὸς τῆς σήμερον. Εὐπειθέστατος Ὁ Εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν (Κων)νος Θεοδωρακέας) βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Καρατζένη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5508)4176)30.3.1963 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἀντίγραφον τῆς ἀπὸ 29.3.1963 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἄρτης κ. Δ. Καρατζένη ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἐπισπεύδεται ἡ διαδικασία ἐκδόσεως ἐντάλματος ὁδοιπορικῶν τοῦ κατὰ προαγωγὴν τοποθετηθέντος εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἄρτης Γραμματέως Ἐμμανουὴλ Οἰκονόμου, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ταχυτέρα ἄφιξις τούτου εἰς τὴν θέσιν του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἀπαντῶντες ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5809 ἀπὸ 5.4.1963 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1905 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, περὶ ἀπολύσεως τοῦ καταδίκου Λαζάρου Π. Λαζαρίδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ περίπτωσις τοῦ ἐν λόγῳ καταδίκου ἐκρίθη ὑφ’ ἡμῶν εὐμενῶς καὶ δι’ ἀποφάσεως ἡμῶν ἐνεκρίναμεν τὴν ὑφ’ ὅρον ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσίν του κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου 2058)1952. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Βγενοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5896)4527)63 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβάζοντος τὴν ἀπὸ 4.4.63 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Βγενοπούλου, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀνέγερσιν νέου Δικαστικοῦ Καταστήματος ἐν Αἰγίῳ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι δὲν ἐτέθη εἰσέτι ζήτημα διαθέσεως ἢ μὴ τῆς ἀπαιτουμένης πιστώσεως πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ νέου κτιρίου, δεδομένου, ὅτι δὲν ἐπερατώθη ἡ πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ καταλλήλου οἰκοπέδου ἔρευνα, εἰς ἣν ἀπὸ μακροῦ καταγίνεται ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Δήμου Αἰγίου, βουλευτῶν τῆς περιφερείας καὶ δικηγόρων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑπ’ ἀριθ. 6084)4645 τῆς 10.4.1963 καὶ 5621)4273)2.4.63 ἔγγραφα ὑμῶν, δι’ ὧν διεβιβάσθησαν ἡμῖν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 1940 καὶ 1876 κατατεθεῖσαι ἐν τῇ Βουλῇ ἐρωτήσεις τοῦ βουλευτοῦ Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶ περὶ ἱκανοποιήσεως τῶν αἰτημάτων τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Δικολάβων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τοῦ Κώδικος περὶ Ταμείου Νομικῶν (Ν.Δ. 4114)61) ἐλήφθη μέριμνα διὰ τὴν ὑπαγωγὴν εἰς τὸ Ταμεῖον Νομικῶν καὶ τῶν Δικολάβων, οἵτινες μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ Ν. Δ)τος τούτου δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τὴν ἀσφάλισιν τοῦ Ταμείου τούτου. Διὰ τῶν διατάξεων τοῦ Κώδικος τούτου κατηργήθη ἐφεξῆς τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγνωρίσεως δι’ ἐξαγορᾶς προγενεστέρας ὑπηρεσίας. Κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ μέτρου τούτου ἐπετράπη εἰς τοὺς ἀσφαλιζομένους δικολάβους τὸ δικαίωμα τῆς δι’ ἐξαγορᾶς ἀναγνωρίσεως 15ετοῦς προϋπηρεσίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν περαιτέρω ὑπαγωγὴν των εἰς τὰ Ταμεῖα Προνοίας καὶ Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Δικηγόρων ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίσω, ὅτι ἀμφότερα τὰ Ταμεῖα ταῦτα συνεστήθησαν ἐξ ὑπαρχῆς ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν παροχὴν βοηθείας εἰς τοὺς ἀποχωροῦντας δικηγόρους καὶ τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Ἐπὶ τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6279) 18.4.63 ὑμετέρου ἐγγράφου ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Παρὰ τὸ ἐπεῖγον τῆς πληρώσεως τῆς θέσεως γραφέως παρὰ τῷ Ὑποθηκοφυλακείῳ Χίου, δεδομένου ὅτι οὐδεὶς ὑπάλληλος ὑπηρετεῖ εἰς αὐτό, πρὸς διασφάλισιν τοῦ ἀδιαβλήτου τοῦ διορισμοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐπεδίωξε καθ’ ἅ εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου τὴν εὐχέρειαν ὅπως κατόπιν ἀδείας τοῦ ΑΣΔΥ, προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἄνευ διαγωνισμοῦ, προέβη δὲ εἰς τὴν προκήρυξιν διαγωνισμοῦ διενεργηθέντος τὴν 27 Νοεμβρίου 1962. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον φακέλλου, διεπιστώθη ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ διαγωνισμοῦ ἐσημειώθησαν παραλείψεις καὶ παραβάσεις ἀποστεροῦσαι νομίμου ἐρείσματος. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ προκειμένου εἰδικῶς περὶ τῆς ἐκθέσεως ἰδεῶν παρελείφθη ἡ ὑποχρεωτικὴ κατὰ νόμον ἐπιλογὴ δέκα τοὐλάχιστον θεμάτων καὶ ἡ διὰ κληρώσεως ἐκ τούτων πρόκρισις τῶν εἰς τοὺς ὑποψηφίους δοθησομένων δύο θεμάτων τὴν μεταξὺ τῶν ὁποίων τελικὴν ἐπιλογὴν θὰ εἶχεν ἕκαστος ὑποψήφιος. Ἀντ’ αὐτῶν ἐδόθη ἕν μόνον θέμα καὶ δὴ σχετιζόμενον ἀμέσως μὲ τὴν ζωὴν ἑκάστου ὑποψηφίου κατὰ τρόπον προδίδοντα εὐθέως τὴν ταὐτότητα τοῦ γράφοντος, κατὰ περιγραφὴν τῆς ἀξιώσεως τοῦ νόμου περὶ τηρήσεως μυστικότητος διὰ καλύψεως τοῦ ὀνόματος μέχρι καὶ τῆς βαθμολογίας, τὸ θέμα εἰδικώτερον συνίστατο εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ σημαντικωτέρου ἐπεισοδίου τῆς ζωῆς τῶν διαγωνιζομένων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἡ φερομένη ὡς ἐπιτυχοῦσα ἐπραγματεύθη τὴν χειροτονίαν τοῦ ἀδελφοῦ της ὡς ἱερωμένου. Ἐξ ἄλλου εἰς τὴν ἀριθμητικὴν ἐδόθησαν θέματα, ἁπλαῖ ἀριθμητικαὶ πράξεις, ἡ λύσις τῶν ὁποίων ἦτο τόσον εὐχερὴς ὥστε νὰ μὴ παρέχηται ἡ βάσις πρὸς διαπίστωσιν τοῦ βαθμοῦ ἀναπτύξεως καὶ τοῦ πρακτικοῦ πνεύματος ἑκάστου ὑποψηφίου. Κατὰ τοῦ κύρους τοῦ οὕτως ἐνεργηθέντος διαγωνισμοῦ ὑπεβλήθησαν ἐνστάσεις τῶν λοιπῶν διαγωνισθέντων, ἡ ἁρμοδία δὲ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου εἰσηγήθη τὴν ἀκύρωσιν καὶ ἐπανάληψιν τούτου, βασιζομένη καὶ ἐπὶ τῶν ἀπόψεων τοῦ ΑΣΔΥ ὑπ’ ὄψει τοῦ ὁποίου ἐτέθη ὁλόκληρος ὁ φάκελλος ἀκριβῶς διὰ νὰ δοθῇ δικαία καὶ ἀδιάβλητος λύσις εἰς τὸ προκῦψαν ζήτημα. Καὶ ὅταν, παρὰ τὴν πρότασιν τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἠθελήσαμεν ν’ ἀσκήσωμεν τὸν κατὰ νόμον ἱεραρχικὸν ἔλεγχον τῆς νομιμότητος τῶν πράξεων, τῶν ὑφισταμένων ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, προβαίνοντες εἰς τὴν ἀκύρωσιν τοῦ διαγωνισμοῦ, τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, διὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διεπόντων τὰ σχετικὰ θέματα κανόνων ἐθεώρησεν ἐπιβαλλομένην τὴν παρ’ αὐτοῦ ἄσκησιν αἰτήσεως ἀκυρώσεως ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (ἄρθρ. 23 παρ. 5 ὑπαλ. κωδ.) κατὰ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἡ συζήτησις τῆς αἰτήσεως αὐτῆς ὡρίσθη διὰ τὴν 8ην Ὀκτωβρίου 1963. Μετὰ τὰ ἀνωτέρω εἶναι πρόδηλον, ὅτι τὴν ἀκύρωσιν τοῦ διαγωνισμοῦ δὲν ἐπιζητοῦμεν ἡμεῖς ἀλλὰ τὸ ΑΣΔΥ, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ ἀνώτατον ὄργανον ἐλέγχου τῆς ὀρθῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων περὶ τῆς καταστάσεως τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ ἐρώτησις δὲ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου βουλευτοῦ ἐβασίσθη προφανῶς εἰς ἀνυποστάτους κατηγορίας τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ κύρους τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6283 τῆς 18.4.63 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 11.4.1963 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι λόγῳ τῆς καταργήσεως τῆς ὀργανικῆς θέσεως ἐμμίσθου δικ. κλητῆρος τοῦ Εἰρηνοδικείου (Μάσσητος) Λεωνιδίου, δυνάμει τοῦ εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ Ν.Δ. 2500)53 ἐκδοθέντος Β. Διατάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸς ὁ διορισμὸς ἐμμίσθου δικ. κλητῆρος. Ἡ προσωρινὴ ἀντιμετώπισις τοῦ ζητήματος δι’ ἀποσπάσεως κλητήρων ἐκ τῶν δικαστηρίων Ναυπλίου ἢ Ἄργους κλπ., ἔστω καὶ ἐκ περιτροπῆς, δὲν εἶναι ἐφικτὴ καθ’ ὅσον ἡ κίνησις τῶν Δικαστηρίων αὐτῶν εἶναι μεγάλη καὶ οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς ταῦτα δικαστικοὶ κλητῆρες δὲν δύνανται νὰ ἀνταποκριθῶσι καὶ εἰς τὰς στοιχειώδεις ἀκόμη ἀνάγκας αὐτῶν. Ἡ διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ ρύθμισις τοῦ θέματος ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἀντιμετωπίζεται, εὑρίσκονται ὅμως ὑπὸ μελέτην, οἱ τρόποι τῆς καλυτέρας καὶ ταχυτέρας ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων παρὰ τῶν δικαστικῶν κλητήρων τοῦ Κράτους. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
VII) Τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6284 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1960 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου περὶ τοῦ τρόπου ἀναθέσεως ἐπεξεργασίας τῆς ἀρχιτεκτονικῆς μελέτης διὰ τὸ κτίριον Ραδιοφωνίας–Τηλεοράσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: 1) Προκειμένης ἀναθέσεως ἐπεξεργασίας μελέτης ἀρχιτεκτονικῶν ἔργων ἀπόκειται εἰς τὴν διοίκησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας ἐπιλογῆς τοῦ καταλλήλου μελετητοῦ. Τοῦτο ἔχει καὶ ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἔτι ἀναγνωρισθῆ, ἥτις ἀφήνει ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὴν διοίκησιν ἐλευθέραν, ἐνῷ ἀντιθέτως δεσμεύει ταύτην πρὸς ἐνέργειαν διαγωνισμοῦ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Ὁ τρόπος ἄλλωστε τῆς ἀπ’ εὐθείας ἀναθέσεως ἐπεξεργασίας μελέτης εἰς ἀρχιτέκτονα τῆς ἐπιλογῆς τῆς διοικήσεως, ἀπαντᾶται ἤδη εἰς πλείστας ὅσας περιπτώσεις ἐν τῇ διοικητικῇ πρακτικῇ (Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, ΕΟΤ ΙΚΑ, ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ.), ἐνῷ ἀντιθέτως, προκηρύξεις γενικῶν διαγωνισμῶν πρὸς ἀνάδειξιν μελετητοῦ, γίνονται μόνον εἰς περιπτώσεις, μὴ φερούσας τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐπείγοντος. 2) Εἶναι ἄλλωστε τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι ἡ διενέργεια γενικοῦ διαγωνισμοῦ συνεπάγεται μεγάλην ἐπιβάρυνσιν, διότι ὄχι μόνον ὁ καθ’ αὑτὸ χρόνος διενεργείας τοῦ διαγωνισμοῦ (ἐπεξεργασία μελέτης) θὰ εἶναι μεγαλύτερος, ἀλλὰ πλὴν τούτου, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἀρκετὸν ἀκόμη χρονικὸν διάστημα διὰ τὴν κρίσιν τῶν ὑποβληθησομένων μελετῶν. 3) Πάντα ταῦτα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ διοίκησις τοῦ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ραδιοφωνίας, προκειμένης ἀναθέσεως ἐπεξεργασίας ἀρχιτεκτονικῆς μελέτης, διὰ τὸ ἐν Ἀθήναις Κεντρικὸν ραδιοφωνικὸν συγκρότημα. Εἶχεν ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐνῷ τὸ βασικὸν μειονέκτημα τῆς ἀπ’ εὐθείας ἀναθέσεως, εἶναι πάντοτε ἡ πιθανότης τῆς δυσμενοῦς κριτικῆς καὶ τῆς διαβολῆς, ὁσονδήποτε γνωστὸς καὶ διάσημος ἂν εἶναι ὁ ἐπιλεγεὶς μελετητής, κύριον μειονέκτημα τοῦ γενικοῦ διαγωνισμοῦ εἶναι ἡ μεγάλη καθυστέρησις καθὼς καὶ ἡ κατὰ κανόνα ἀκολουθοῦσα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κρίσεως, κριτικὴ καὶ δυσμενῆ σχόλια, εἰς βάρος τῆς κρίσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὁσονδήποτε σοβαρὰ καὶ γνωστὰ καὶ ἂν εἶναι τὰ πρόσωπα τῶν ἐπιστημόνων ποὺ θὰ τὴν συγκροτήσουν. 4) Ὅθεν ἡ Διοίκησις τοῦ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ραδιοφωνίας, ἀντιμετωπίζουσα λίαν ἐπείγουσαν μορφήν, τῆς προκειμένης περιπτώσεως καὶ ἐν τῇ εὐλόγῳ προθέσει νὰ ἀποφύγῃ πᾶσαν ἐπίκρισιν καὶ ἐξασφαλίσῃ πάσῃ θυσίᾳ τὸ ἀντικειμενικὸν τῆς ἐνεργείας, ἐνῷ —ὡς προανεφέραμεν— εἶχεν ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπ’ εὐθείας ἀνάθεσιν τῆς μελέτης, προέκρινεν ὁδὸν περισσότερον ἀδιάβλητον. Ὅθεν μετ’ ἔρευναν κατήρτισε πίνακα ἀρχιτεκτόνων, βάσει κριτηρίου ἀριθμοῦ καὶ ὄγκου ἐκτελεσθέντων ὑφ’ ἑκάστου, κτιριακῶν ἔργων, καθὼς καὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν παρεχομένων ἐχεγγύων, ἀρίστης ὀργανώσεως γραφείων καὶ ἐπιτελείου μελετητῶν, ἐξασφαλιζόντων τὴν ταχεῖαν καὶ ἀρτίαν ἐπεξεργασίαν τῆς μελέτης. 5) Εἰς τὸν ἐν λόγῳ πίνακα ἐνεγράφησαν ἕνδεκα ἐν ὅλῳ ἀρχιτεκτονικὰ γραφεῖα, βάσει τῶν προρρηθέντων κριτηρίων, ἅτινα καὶ ἐθεωρήθησαν «τυπικῶς» ἰσότιμα, δεδομένου ὅτι καὶ κατ’ οὐσίαν, αἱ μεταξύ των διαφοραὶ ὡς πρὸς τὸν ὄγκον τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων δὲν εἶναι μεγάλαι. Ὁ ἐν λόγῳ πίναξ τεθεὶς ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ἔτυχε τῆς ἐγκρίσεώς μας. 6) Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ἀπεφασίσθη ἡ «διὰ κληρώσεως» ἀνάδειξις ἀναδόχου μελέτης, ἡ δὲ κλήρωσις ἐνηργήθη εἰς τακτὴν ἡμέραν ἐνώπιον πάντων τῶν εἰς τὸν πίνακα ἐγγραφέντων ἀρχιτεκτόνων, ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἐξ ἁρμοδίων κρατικῶν λειτουργῶν. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι οἱ 8 ἐκ τῶν 11 ἐγγραφέντων ἀρχιτεκτόνων ἀπεδέχθησαν ἀνεπιφυλάκτως τοὺς λίαν αὐστηροὺς ἄλλωστε ὅρους τῆς οἰκείας συμβάσεως, οἱ ὁποῖοι εἶχον προηγουμένως τεθῆ ὑπ’ ὄψει πάντων τούτων. 7) Ἐνεργηθείσης τῆς κληρώσεως, ἐπηκολούθησε κατὰ τὰς νομίμους διατυπώσεις, ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ διὰ τῆς κληρώσεως ἀναδειχθέντος μελετητοῦ ἀρχιτέκτονος. 8) Τέλος ὅσον ἀφορᾷ τὸ προβαλλόμενον αἴτημα ὑπὸ τῶν ὀργανώσεων τῶν ἀρχιτεκτόνων τῆς ἐπιμηκύνσεως τῆς ταχθείσης διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς μελέτης προθεσμίας καὶ τοὺς ἐπισημαινομένους διὰ δημοσιευμάτων τινῶν ἐκ τοῦ βραχέος χρονικοῦ περιθωρίου κινδύνους, ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν τὰ ἑξῆς: Δὲν γνωρίζομεν ἂν οἱ ἰσχυριζόμενοι τ’ ἀνωτέρω ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει περιπτώσεις ἐπαληθευούσας τὰς ἀπόψεις των. Πάντως ἐν προκειμένῳ γνωρίζομεν ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος ὑπάρχουν ἤδη πλήρεις προπαρασκευαστικαὶ μελέται καταρτισθεῖσαι ὑπὸ τῆς RADIODIFUSSIONE ITALIANA διὰ τὸ κτίριον, ὥστε ἀνέτως νὰ δυνηθῇ ὁ ἀρχιτέκτων—ἀνάδοχος μελετητὴς—νὰ παραδώσῃ τὴν μελέτην ἐντὸς τῆς συμβατικῆς προθεσμίας. Πληροφοροῦμεν ἀκόμη, ὅτι καὶ τὸ κόστος κατασκευῆς ἔχει καλῶς ὑπολογισθῆ ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς εἰδικοὺς τεχνικοὺς τῆς RADIODIFUSSIONE ITALIANA, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν καὶ προσχέδια. Συνημμένως κατὰ πᾶσαν λογικὴν πρόβλεψιν, οὐδεμία ὑπέρβασις δαπάνης θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σημειωθῇ. 9) Προσθετέον ἐν τέλει καὶ τὸ ἀκόλουθον εἰς ἀντίκρουσιν πιθανῶν ἀντιρρήσεων. Αἱ ἀμοιβαὶ τῶν ἀρχιτεκτόνων ἐκ καταρτίσεως μελετῶν καὶ ἐπιβλέψεων, ἔχουσι διὰ νόμου καθορισθῆ. Δὲν δύναται ὡς ἐκ τούτου νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον «συναγωνισμοῦ». Τοῦτο ἀκριβῶς ἐπιβεβαιώνει τὴν ἄποψιν ὅτι δὲν ἦτο σκόπιμον ἔστω καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, νὰ ἐνεργηθῇ γενικὸς διαγωνισμὸς ἀνεξαρτήτως τῶν λοιπῶν λίαν οὐσιωδῶν περιπτώσεων, αἵτινες ἐπέβαλον τὴν ἀποφυγὴν τούτου. Ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὅτι ἡ διοίκησις «ἀσεβεῖ πρὸς τοὺς νόμους καὶ ὅτι παραβαίνει καταφώρως τὸν Ποινικὸν Νόμον» καὶ τῆς προσκλήσεως πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν νὰ ἐπέμβῃ, παρατηροῦμεν τὰ ἀκόλουθα: Ἐπειδὴ ἐν προκειμένῳ εἴμεθα νόμῳ τεταγμένοι εἰς τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ραδιοφωνίας, παρακαλοῦμεν τὸν κ. βουλευτὴν νὰ ὑποδείξῃ ἡμῖν τὴν συγκεκριμένην παράβασιν κειμένης διατάξεως καὶ δὴ ποινικῆς τοιαύτης, ἵνα ἀσκήσωμεν ἡμεῖς τὴν δέουσαν δίωξιν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6320 ἀπὸ 19.4.1963 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1967 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα ἀναφερομένη εἰς τὸν τρόπον ἀναθέσεως ἐπεξεργασίας τῆς ἀρχιτεκτονικῆς μελέτης τοῦ κτιρίου Ραδιοφωνίας–Τηλεοράσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1) Προκειμένης ἀναθέσεως ἐπεξεργασίας μελέτης ἀρχιτεκτονικῶν ἔργων ἀπόκειται εἰς τὴν διοίκησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας ἐπιλογῆς τοῦ καταλλήλου μελετητοῦ. Τοῦτο ἔχει καὶ ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἔτι ἀναγνωρισθῆ, ἥτις ἀφήνει ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὴν διοίκησιν ἐλευθέραν, ἐνῷ ἀντιθέτως δεσμεύει ταύτην πρὸς ἐνέργειαν διαγωνισμοῦ, διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Ὁ τρόπος ἄλλωστε τῆς ἀπ’ εὐθείας ἀναθέσεως ἐπεξεργασίας μελέτης εἰς ἀρχιτέκτονα τῆς ἐπιλογῆς τῆς διοικήσεως, ἀπαντᾶται ἤδη εἰς πλείστας ὅσας περιπτώσεις ἐν τῇ διοικητικῇ πρακτικῇ. (Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, ΕΟΤ, ΙΚΑ, ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ.) ἐνῶ ἀντιθέτως προκηρύξεις γενικῶν διαγωνισμῶν πρὸς ἀνάδειξιν μελετητοῦ γίνονται μόνον εἰς περιπτώσεις, μὴ φερούσας τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐπείγοντος. 2) Εἶναι ἄλλωστε τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι ἡ διενέργεια γενικοῦ διαγωνισμοῦ, συνεπάγεται μεγάλην ἐπιβράδυνσιν, διότι ὄχι μόνον ὁ καθ’ αὑτὸ χρόνος διενεργείας τοῦ διαγωνισμοῦ (ἐπεξεργασία μελέτης) θὰ εἶναι μεγαλύτερος, ἀλλὰ πλὴν τούτου, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἀρκετὸν ἀκόμη χρονικὸν διάστημα διὰ τὴν κρίσιν τῶν ὑποβληθησομένων μελετῶν. 3) Πάντα ταῦτα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ διοίκησις τοῦ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ραδιοφωνίας, προκειμένης ἀναθέσεως ἐπεξεργασίας ἀρχιτεκτονικῆς μελέτης, διὰ τὸ ἐν Ἀθήναις Κεντρικὸν ραδιοφωνικὸν συγκρότημα. Εἶχεν ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐνῷ τὸ βασικὸν μειονέκτημα τῆς ἀπ’ εὐθείας ἀναθέσεως, εἶναι πάντοτε ἡ πιθανότης τῆς δυσμενοῦς κριτικῆς καὶ τῆς διαβολῆς, ὁσονδήποτε γνωστὸς καὶ διάσημος ἂν εἶναι ὁ ἐπιλεγεὶς μελετητής, κύριον μειονέκτημα τοῦ γενικοῦ διαγωνισμοῦ εἶναι ἡ μεγάλη καθυστέρησις καθὼς καὶ ἡ κατὰ κανόνα ἀκολουθοῦσα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κρίσεως, κριτικὴ καὶ δυσμενῆ σχόλια, εἰς βάρος τῆς κρίσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὁσονδήποτε σοβαρὰ καὶ γνωστὰ καὶ ἂν εἶναι τὰ πρόσωπα τῶν ἐπιστημόνων ποὺ θὰ τὴν συγκροτήσουν. 4) Ὅθεν ἡ Διοίκησις τοῦ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ραδιοφωνίας, ἀντιμετωπίζουσα λίαν ἐπείγουσαν μορφήν, τῆς προκειμένης περιπτώσεως, καὶ ἐν τῇ εὐλόγῳ προθέσει νὰ ἀποφύγῃ πᾶσαν ἐπίκρισιν καὶ ἐξασφαλίσῃ πάσῃ θυσίᾳ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐνεργείας, ἐνῷ —ὡς προανεφέραμεν— εἶχεν ὅλο τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπ’ εὐθείας ἀνάθεσιν τῆς μελέτης, προέκρινεν ὁδὸν περισσότερον ἀδιάβλητον. Ὅθεν μετ’ ἔρευναν κατήρτισε πίνακα ἀρχιτεκτόνων, βάσει κριτηρίου ἀριθμοῦ καὶ ὄγκου ἐκτελεσθέντων ὑφ’ ἑκάστου, κτιριακῶν ἔργων καθὼς καὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν παρεχομένων ἐχεγγύων, ἀρίστης ὀργανώσεως γραφείων καὶ ἐπιτελείου μελετητῶν, ἐξασφαλιζόντων τὴν ταχεῖαν καὶ ἀρτίαν ἐπεξεργασίαν τῆς μελέτης. 5) Εἰς τὸν ἐν λόγῳ πίνακα ἀνεγράφησαν ἕνδεκα ἐν ὅλῳ ἀρχιτεκτονικὰ γραφεῖα, βάσει τῶν προρρηθέντων κριτηρίων, ἅτινα καὶ ἐθεωρήθησαν «τυπικῶς» ἰσότιμα, δεδομένου ὅτι καὶ κατ’ οὐσίαν, αἱ μεταξὺ των διαφοραὶ ὡς πρὸς τὸν ὄγκον τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων δὲν εἶναι μεγάλαι. Ὁ ἐν λόγῳ πίναξ τεθεὶς ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ἔτυχε τῆς ἐγκρίσεώς μας. 6) Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ἀπεφασίσθη ἡ «διὰ κληρώσεως» ἀνάδειξις ἀναδόχου μελέτης, ἡ δὲ κλήρωσις ἐνηργήθη εἰς τακτὴν ἡμέραν ἐνώπιον πάντων τῶν εἰς τὸν πίνακα ἐγγραφέντων ἀρχιτεκτόνων, ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἐξ ἁρμοδίων κρατικῶν λειτουργῶν. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι οἱ 8 ἐκ τῶν 11 ἐγγραφέντων ἀρχιτεκτόνων ἀπεδέχθησαν ἀνεπιφυλάκτως τοὺς λίαν αὐστηροὺς ἄλλωστε ὅρους τῆς οἰκείας συμβάσεως, οἱ ὁποῖοι εἶχον προηγουμένως τεθῆ ὑπ’ ὄψει πάντων τούτων. 7) Ἐνεργηθείσης τῆς κληρώσεως, ἐπηκολούθησε κατὰ τὰς νομίμους διατυπώσεις ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ διὰ τῆς κληρώσεως ἀναδειχθέντος μελετητοῦ ἀρχιτέκτονος. 8) Τέλος ὅσον ἀφορᾷ τὸ προβαλλόμενον αἴτημα ὑπὸ τῶν ὀργανώσεων τῶν ἀρχιτεκτόνων τῆς ἐπιμηκύνσεως τῆς ταχθείσης διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς μελέτης προθεσμίας καὶ τοὺς ἐπισημαινομένους διὰ δημοσιευμάτων τινῶν «ἐκ τοῦ βραχέος χρονικοῦ περιθωρίου κινδύνους», ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν τὰ ἑξῆς: Δὲν γνωρίζομεν ἂν οἱ ἰσχυριζόμενοι τ’ ἀνωτέρω ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν περιπτώσεις ἐπαληθευούσας τὰς ἀπόψεις των. Πάντως ἐν προκειμένῳ γνωρίζομεν ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος ὑπάρχουν ἤδη πλήρεις προπαρασκευαστικαὶ μελέται καταρτισθεῖσαι ὑπὸ τῆς RADIO-DIFUSSIONE ITALIANA διὰ τὸ κτίριον, ὥστε ἀνέτως νὰ δυνηθῇ ὁ ἀρχιτέκτων—ἀνάδοχος μελετητὴς—νὰ παραδώσῃ τὴν μελέτην ἐντὸς τῆς συμβατικῆς προθεσμίας. Πληροφοροῦμεν ἀκόμη ὅτι καὶ τὸ κόστος κατασκευῆς ἔχει καλῶς ὑπολογισθῆ ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς εἰδικοὺς τεχνικοὺς τῆς RADIODIFUSSIONE ITALIANA, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν καὶ προσχέδια. Συνεπῶς κατὰ πᾶσαν λογικὴν πρόβλεψιν, οὐδεμία ὑπέρβασις δαπάνης θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σημειωθῇ. 9) Προσθετέον ἐν τέλει καὶ τὸ ἀκόλουθον, εἰς ἀντίκρουσιν πιθανῶν ἀντιρρήσεων. Αἱ ἀμοιβαὶ τῶν ἀρχιτεκτόνων ἐκ καταρτίσεως μελετῶν καὶ ἐπιβλέψεων, ἔχουσι διὰ νόμου καθορισθῆ. Δὲν δύναται ὡς ἐκ τούτου νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον «συναγωνισμοῦ». Τοῦτο ἀκριβῶς ἐπιβεβαιώνει τὴν ἄποψιν ὅτι δὲν ἦτο σκόπιμον ἔστω καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, νὰ ἐνεργηθῇ γενικὸς διαγωνισμός, ἀνεξαρτήτως τῶν λοιπῶν λίαν οὐσιωδῶν περιπτώσεων, αἵτινες ἐπέβαλον τὴν ἀποφυγὴν τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
VIII) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Ἐν συνεχείᾳ τοῦ κοινοποιηθέντος καὶ ὑμῖν, ὑπ’ ἀριθ. 21315)140)28.1.63 ἡμετέρου ἐγγράφου πρὸς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους καὶ κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12638) 56386)28.3.63 ὁμοίου τοῦ εἰρημένου Νομικοῦ Συμβουλίου, ἔχομεν τὴν τιμήν, νὰ πέμψωμεν ὑμῖν συνημμένως ἀντίγραφον τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν, διὰ τοῦ τελευταίου ὡς ἄνω ἐγγράφου του, ὑπ’ ἀριθ. πρακτ. 1867)24.11.59 γνωμοδοτήσεως τοῦ Γʹ Τμήματος τοῦ Ν.Σ.Κ. ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐν ἐπικεφαλίδι ἐρώτησιν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΠ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ
Αὔξων ἀριθμὸς Πρακτικοῦ 1867 Συνεδρίασις ὑπ’ ἀριθ. 146 τῆς 24 Νοεμβρίου 1959 τοῦ Γʹ Τμήμ. τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους. Παρόντες: Προεδρεύων: Μ. Σταυρόπουλος. Σύμβουλοι: Ε. Σαμαλέας, Α. Μαλαγαρδῆς, Κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ Β. Σάββας. Πάρεδροι: Κ. Κωνσταντινίδης καὶ Α. Τομαρᾶς. Γραμματεύς: Α. Παπαγιαννόπουλος, Δικ. Ἀντιπρόσωπος. Εἰσηγητής: Ὁ κ. Κ. Κωνσταντινίδης, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ. Θέμα: Ἀπόρριψις αἰτήσεως τῆς Μαριγῶς χήρ. Γεωργ. Κουλουρίδη, ἐπιδιωκούσης τὴν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ἐκτέλεσιν τῆς τελεσιδίκως ἐπιδικασθείσης ἐν ἔτει 1938 (Ἐφ. Ἀθηνῶν 1307)1938) ὑπὲρ τοῦ δικαιοπαρόχου της Γεωργίου Κουλουρίδη ἐκ δρχ. 51.000 ἀποζημιώσεως ἐξ αὐτοκινήτου ἀτυχήματος. Εἰσαγομένης ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἄνω ὑποθέσεως, ὁ εἰσηγητὴς ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐν τῷ ὑπ’ ἀρ. 56386 φακέλλῳ ἔγγραφον πρότασίν του (προσηρτημένην τῷ παρόντι ἐν ἀντιπεφωνημένῳ ἀντιγράφῳ) ἣν καὶ ἀναπτύσσει προφορικῶς. Ἀκολουθησάσης δὲ συζητήσεως μεταξὺ τῶν μελῶν συνεφωνήθησαν ἅπαντα ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον ταύτης. Κατὰ συνέπειαν τὸ Συμβούλιον ἐγνωμοδότησεν ὁμοφώνως ὑπὲρ τῆς ἀπορρίψεως τῆς ὑπὸ κρίσιν ἀπὸ 3.9.1959 αἰτήσεως τῆς Μαριγοῦς χήρ. Γεωργ. Κουλουρίδη, καθ’ ὅσον ἡ προβαλλομένη ἀξίωσίς της, ἀνεξαρτήτως ἐὰν ἐπληρώθη ἢ μὴ εἰς τὸν δικαιοῦχον εἰς ὑγιεῖς δραχμὰς πρὸ τοῦ 1941 ὑπέπεσεν ἤδη εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 5 παρ. 2 τοῦ Ν. 18)1944 προβλεπομένην νομισματικὴν ρύθμισιν καὶ θεωρεῖται ὡς ἐξοφληθεῖσα διὰ νέων δραχμῶν κατὰ τὴν ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ παρ. 1 ἀναλογίαν. Ἐφ’ ᾧ συνετάγη τὸ παρὸν καὶ ὑπογράφεται νομίμως ὡς ἕπεται. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Δεκεμβρίου 1959
Ὁ Προεδρεύων
Μ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ὁ Γραμματεὺς
Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
IX) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἠλ. Μπρεδήμα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6282)18.4.63 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἀπὸ 11.4.63 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Μπρεδήμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα: Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 33246)ΣΕ)135)10.4.63 ἀποφάσεως ἡμῶν, σταλείσης πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 155) 1963 Β. Δ)τος «περὶ συστάσεως Κλάδου Παροχῆς Μερίσματος παρὰ τῷ Ταμείῳ Προνοίας Προσωπικοῦ Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων» (Φ.Ε.Κ. 35)28.3.63 τεῦχ. Αʹ) μέχρις ἐκδικάσεως ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀσκηθείσης ἐνώπιον τούτου αἰτήσεως περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἐν λόγῳ Βασ. Διατάγματος. Ὡς πρὸς τὰ ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφερόμενα περὶ ἐλλείμματος δεκάδων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐκ καταχρήσεως εἰς τὸ Ταμεῖον Προνοίας Σιδηροδρομικῶν, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι οὐδεμία διαχειριστικὴ ἀνωμαλία διεπιστώθη κατὰ τοὺς ἀπὸ τῆς συστάσεώς του καὶ μέχρι τοῦδε διενεργηθέντας διαχειριστικοὺς ἐλέγχους εἰς τὸ Ταμεῖον Προνοίας Προσωπικοῦ Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων. Ἐπὶ τῶν αἰτημάτων α) τῆς 8ώρου ἐργασίας τοῦ προσωπικοῦ τῶν σιδηροδρόμων καὶ β) προσαυξήσεως 75% δι’ ἀπασχόλησιν τῶν σιδηροδρομικῶν κατὰ τὰς Κυριακάς, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι ἐφαρμόζονται αἱ κείμεναι διατάξεις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. Μ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Μ. Σβώλου, Γ. Στεργίου καὶ Ν. Τσόχα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6281)18.4.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 11.4.63 τηλεγραφικὴ ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Μ. Σβώλου, Γ. Στεργίου καὶ Ν. Τσόχα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὡς ἀνέφερεν ἡμῖν τὸ Ταμεῖον Ἐπικ. Ἀσφαλίσεως Μισθωτῶν Κλωστοϋφαντουργίας, ἡ καταβολὴ παρὰ τούτου εἰς τοὺς συνταξιούχους του μειωμένου ποσοῦ δώρου ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα 1963, ὀφείλεται εἰς ἔλλειψιν οἰκονομικῶν δυνατοτήτων παρὰ τῷ ὡς εἴρηται Ὀργανισμῷ ἡ ὕπαρξις τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ βασικὴν προϋπόθεσιν διὰ τὴν χορήγησιν ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τοῦ δώρου τούτου, συμφώνως πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 30210)Υ212)30.3. 1963 κοινὴν ἀπόφασιν τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐργασίας τὴν προβλέπουσαν τὴν καταβολὴν δώρου Πάσχα εἰς τοὺς συνταξιούχους τῶν Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως. Ἐπὶ τούτοις σημειοῦμεν ὅτι ἀποτελεῖ σταθερὰν ἐπιδίωξιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας ἡ λῆψις κοινωνικῶν μέτρων πρὸς τὸν σκοπὸν βελτιώσεως τῆς παρεχομένης ἀσφαλιστικῆς προστασίας. Ἡ βελτίωσις ὅμως αὕτη ὅτι τελεῖ εἰς συνάρτησιν πρὸς τὰς ὑφισταμένας ἑκάστοτε οἰκονομικὰς δυνατότητας ἑκάστου ἀσφαλιστικοῦ ὀργανισμοῦ. Εἰδικώτερον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὡς εἴρηται ταμεῖον ἐρρυθμίσθη ἤδη τὸ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐκκρεμοῦν θέμα, τῆς παρ’ αὐτῷ ἀσφαλίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀνεξαρτήτων βαφείων φινιριστηρίων καὶ τυποβαφείων, ἡ πλήρης δὲ νομικὴ κατοχύρωσις τῆς γενομένης ρυθμίσεως προβλέπεται δι’ εἰδικῶν διατάξεων τοῦ κατατεθέντος εἰς τὴν Βουλὴν σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τινῶν τοῦ Ν. 3239)55». Κατόπιν τῆς γενομένης ρυθμίσεως μέγας ἀριθμὸς προσώπων ὑπολογιζόμενος εἰς 2.500 θὰ προστεθῇ εἰς τὴν δύναμιν τῶν ἠσφαλισμένων τοῦ Ταμείου μὲ ὅλας τὰς ἐντεῦθεν εὐνοϊκὰς συνεπείας διὰ τὸ Ταμεῖον καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ἐξ ἄλλου, δι’ ἑτέρων διατάξεων τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται μέριμνα σοβαρᾶς μειώσεως τῶν ἐπιβαρύνσεων τοῦ ΤΕΑΜΚ διὰ δικαστικὰς δαπάνας. Πάντως γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι τὸ θέμα τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ ὡς εἴρηται Ταμείου ἀπασχολεῖ τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον, εὑρίσκεται δὲ ἐν ἐξελίξει ἡ σχετικὴ προσπάθεια, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν λοιπῶν ἁρμοδίων Ὑπουργείων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. Μ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5100)3965)22.3.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1811 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὰ κάτωθι: Ἡ ὑπὸ τοῦ ΟΕΚ παρεχομένη στεγαστικὴ συνδρομή, ἥτις συνίσταται εἰς τὴν ἀνέγερσιν ἐργατικῶν κατοικιῶν ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ ΟΕΚ καὶ εἰς τὴν χορήγησιν δανείων αὐτοστεγάσεως παρέχεται ὑπὸ τὴν μίαν ἢ ἑτέραν μορφήν, ἀναλόγως τοῦ ὕψους τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, τῶν στεγαστικῶν καὶ λοιπῶν συνθηκῶν τῶν ἐργαζομένων ἑκάστης περιοχῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὡς ἄνω κριτηρίων καὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνατοτήτων τοῦ ΟΕΚ ἐπρογραμματίσθη διὰ τοὺς μισθωτοὺς Ἄργους, διὰ τῶν στεγαστικῶν προγραμμάτων 1959) 1960 καὶ 1960)1961, ἀντὶ ἐργατικῶν κατοικιῶν, ἡ χορήγησις 30 δανείων αὐτοστεγάσεως, ἅτινα ἔχουν ἤδη διατεθῆ εἰς τοὺς ὑπὸ τῆς τοπικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπιλεγέντας δικαιούχους. Ἐὰν ἀντὶ τοῦ προκριθέντος συστήματος ἐφηρμόζετο τὸ τοιοῦτον τῆς ἀνεγέρσεως ἐργατικῶν κατοικιῶν, τοῦτο θὰ ἐκτείνετο πάντως εἰς τὸ ὕψος τῶν χορηγηθέντων δανείων καὶ τοῦτο, ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς συμμέτρου ἱκανοποιήσεως τῶν στεγαστικῶν ἀναγκῶν καὶ ἄλλων μισθωτῶν τῆς χώρας, βιούντων ὑπὸ δυσμενεῖς στεγαστικὰς συνθήκας. Ἐπὶ τοῦ πρώτου δὲ ἐρωτήματος καὶ καθ’ ὃ μέρος τοῦτο ἀφορᾷ τὴν εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἄργους Τεχνικὴν Σχολὴν Μαθητείας τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, εἰς ἣν φοιτοῦν νέοι ἐργαζόμενοι εἰς τὰς εἰδικότητας μηχανοτεχνίτου καὶ ἠλεκτροτεχνίτου, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι, λόγῳ τοῦ περιωρισμένου ἀριθμοῦ μαθητῶν καὶ τῆς μορφῆς τῆς Σχολῆς ταύτης, δὲν θεωρεῖται ἀναγκαία καὶ σκόπιμος, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, ἡ ἀνέγερσις ἰδίου κτιρίου διὰ τὴν στέγασιν τῆς Σχολῆς, δεδομένου ὅτι αἱ στεγαστικαὶ ἀνάγκαι ταύτης καλύπτονται ἐπαρκῶς διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως ἰδιωτικοῦ κτιρίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. Μ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5221 ἐ.ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1834 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, σχετικῶς μὲ διαμαρτυρίαν ἐπαγγελματιῶν μουσικῶν Χίου διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Νομάρχου διαταχθεῖσαν διαγραφὴν ἐκ τοῦ Σωματείου τῶν μελῶν ἐκείνων ἅτινα δὲν ἔχουν ὡς ἀποκλειστικὸν ἐπάγγελμα τὸ τοῦ μουσικοῦ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 25659)2221)63 ἡμετέρας διαταγῆς πρὸς τὴν Ἐπιθεώρησιν Ἐργασίας Χίου, ἐζητήθησαν πληροφορίαι ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω θέματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. Μ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Γεωργίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6287)18.4.63 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς δι’ αὐτοῦ ὑποβληθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1964)11.4.63 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Γεωργίου ἐν σχέσει μὲ τὴν βελτίωσιν τῶν προϋποθέσεων ἐκτάκτου ἐπιδοτήσεως τῶν ἀνέργων οἰκοδόμων τῆς χώρας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα: Ἐν τῇ μερίμνῃ ἡμῶν ὑπὲρ τῆς ἀνακουφίσεως τῶν συνεπείᾳ τῶν τελευταίων δυσμενῶν καιρικῶν συνθηκῶν πληγέντων ἐργατοτεχνιτῶν οἰκοδόμων τῆς χώρας, προήλθομεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 18785)3469)63 ἡμετέρας ἀποφάσεως δι’ ἧς ἐνεκρίθη ἡ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις καταβολὴ ἐκτάκτου βοηθήματος ἐκ δραχμῶν πεντακοσίων (500) εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν ὡς ἄνω ἀνέργων. Βεβαίως, αἱ προϋποθέσεις αὗται ἐτέθησαν κατ’ ἀρχὴν ὑπ’ ὄψιν τοῦ Δ. Σ. τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἀπασχολήσεως καὶ Ἀσφαλίσεως Ἀνεργίας, ἐγένοντο δὲ ἀποδεκταὶ παρ’ ἡμῶν, ἐπὶ τῷ τέλει παρακολουθήσεως τῶν ἀποτελεσμάτων, εἰς τρόπον ὥστε ἂν αὗται δὲν ἦτο ἱκανοποιητικαὶ νὰ ἀναπροσαρμοσθοῦν κατὰ τὰς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποφάσεως ταύτης προκυπτούσας διαπιστώσεις. Οὕτω διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 25074)4524)63 νεωτέρας ἀποφάσεως ἡμῶν ἐβελτιώθησαν λίαν αἰσθητῶς αἱ προϋποθέσεις καταβολῆς τοῦ ἐν λόγῳ βοηθήματος εἰς τοὺς ἀνέργους οἰκοδόμους. Τὸ ἐν τῇ ἐρωτήσει διατυπούμενον αἴτημα τῶν Οἰκοδομικῶν Ὀργανώσεων Λαρίσης ἀφορῶν εἰς τὴν περαιτέρω βελτίωσιν τῶν ἄνω προϋποθέσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῇ. Ἄλλωστε, πάντες οἱ οἰκοδόμοι τῆς χώρας κατὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα, ἔτυχον καὶ τῆς ἐκ τοῦ εἰδικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ Ι.Κ.Α. προβλεπομένης οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως (δώρου) ἀναλόγως βεβαίως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πραγματοποιηθέντων ἡμερομισθίων αὐτῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1963. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. Μ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Μπενᾶ, Δ. Κελτεμλίδη καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6520)23.4.1963 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 2003 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Μπενᾶ, Δ. Κελτεμλίδη καὶ Β. Ἐφραιμίδη, σχετικῶς μὲ ἀπεργίαν προσωπικοῦ ἐπιχειρήσεως «ΕΣΤΑ» διὰ καθυστέρησιν καταβολῆς δεδουλευμένων ἡμερομισθίων καὶ δώρου Πάσχα, ἔχομεν τὴν τιμήν, ἐν συνεχείᾳ τοῦ, εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1802)63 ἐρωτήσεως τῶν ἰδίων ὡς ἄνω κ.κ. βουλευτῶν, ὑπ’ ἀριθ. 30415)1753) 1963 ἡμετέρου ἐγγράφου νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι, καθ’ ἃ ἀνέφερεν ἡμῖν ἡ οἰκεία Ἐπιθεώρησις Ἐργασίας. 1) Καταβληθέντος τοῦ δώρου τοῦ Πάσχα καὶ ὑποσχεθείσης τῆς ἀνωτέρω ἐπιχειρήσεως διὰ τὴν καθ’ ἑβδομάδα τμηματικὴν καταβολὴν τῶν δεδουλευμένων ἀποδοχῶν ἡ ἀπεργία ἔληξε καὶ ἐπανήρχισεν ἡ λειτουργία τοῦ ἐργοστασίου τὴν 24ην τρέχοντος μηνός. 2) Διὰ τὴν καθυστέρησιν τῆς καταβολῆς τῶν δεδουλευμένων ἀποδοχῶν ὑπεβλήθησαν μηνύσεις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. Μ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12018)2.10.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, διαβιβαστικοῦ τῆς κατατεθείσης ἡμῖν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ ἐρωτήσεως μετὰ ψηφίσματος τοῦ Συνδέσμου Ἐργοδοτῶν Ἀγγειοπλαστικῆς Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Περιχώρων καὶ τοῦ Σωματείου Ἀγγειοπλαστῶν–Διακοσμητῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Περιχώρων (ἐργαζομένων) καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀπὸ 10.1.1961 Συλλογικῆς Συμβάσεως Ἐργασίας εἰς τὰ Ἀγγειοπλαστεῖα Καρδίτσης, ἔχομεν τὴν τιμὴν ἐν συνεχείᾳ τοῦ κοινοποιηθέντος καὶ ὑμῖν ὑπ’ ἀριθ. 6431)290)23.1.63 ἡμετέρου ἐγγράφου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ Διοίκησις Χωροφυλακῆς Καρδίτσης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 15)45)612 β)6.4.64 ἐγγράφου της ἀνέφερεν ἡμῖν, ὅτι ἡ ὡς ἄνω Συλλογικὴ Σύμβασις Ἐργασίας ἐφαρμόζεται ἐπακριβῶς εἰς τὰ Ἀγγειοπλαστεῖα Καρδίτσης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. Μ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
Χ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Παιδείας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1136)776)21.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ περιῆλθεν ἡμῖν ἀντίγραφον τῆς ἀπὸ 18. 1.63 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. συνάδελφον τὰ ἀκόλουθα: Τὰ θέματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ διαζύγια δὲν εἶναι ἀντικείμενα τοῦ καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἀφορᾷ εἰς θέματα ἀναγόμενα εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
ΧΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη καὶ Ν. Τσόχα. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1841)63 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη καὶ Ν. Τσόχα, διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐν ἀντιγράφῳ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 37395)6.4.63 ἐγγράφου του, κοινοποιηθέντος καὶ ὑμῖν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Τὸ ἐμπόριον τῶν ζῴων καὶ τοῦ κρέατος διενεργεῖται ἐλευθέρως, ἡ δὲ τιμὴ πωλήσεως παρὰ τῶν παραγωγῶν ὡς ζώντων ἢ ὡς κρέατος συμφωνεῖται μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ζωεμπόρων ἀναλόγως τῆς ἐπικρατούσης εἰς τὰς ἀγορὰς τῶν ἀστικῶν κυρίως κέντρων, τοῦ ἀγορανομικοῦ ἐλέγχου περιοριζομένου εἰς τοὺς χονδρεμπόρους καὶ λιανοπωλητὰς κρέατος, δι’ οὓς ἔχουσι καθωρισθῆ ποσοστὰ κέρδους. Ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐμπορίας τῶν σφαγίων καὶ τοῦ κρέατος ἔχει ἐπικρατήσει πρὸς τὸ συμφέρον τῶν παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐπιτυγχάνουν ἱκανοποιητικὰς τιμὰς δι’ αὐτούς. Οἱ παραγωγοὶ κτηνοτρόφοι δύνανται συνεπῶς κατὰ τὰς συναλλαγάς των μὲ τοὺς ἐμπόρους κρέατος ν’ ἀπαιτοῦν τὴν ἀξίαν τῶν προϊόντων τῶν ζώων, ὁσάκις πωλοῦνται ὡς κρέας. Πρὸς πληρεστέραν προστασίαν τῶν παραγωγῶν ἔχουν ἐκδοθῆ σχετικαὶ ἐγκύκλιοι πρὸς τὰς περιφερειακὰς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου διὰ τῶν ὁποίων ἐδόθησαν ὁδηγίαι, ἵνα παρακολουθοῦν καὶ ἐλέγχουν τὰς ἀγοραπωλησίας καὶ τὰς πραγματοποιουμένας τιμάς, ὁσάκις δὲ ἀναφύωνται θέματα μὴ ἐπιλυόμενα διὰ τῶν συμφωνιῶν νὰ εἰσηγοῦνται τὴν ρύθμισίν των εἰς τοὺς Νομάρχας. Εἰδικώτερον διὰ τὴν περίπτωσιν Λαρίσης, ἐξεδόθη διάταξις ρυθμίζουσα τὸ θέμα, πλὴν κατὰ τὴν ἐφαρμογήν της, διεπιστώθησαν ἀτέλειαι, δι’ ὃ καὶ ἀνεστάλη αὕτη πρὸς μείζονα μελέτην συντόμως δὲ θέλει ρυθμισθῆ τὸ θέμα τοῦτο, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς σχετικῆς ἀλληλογραφίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 642 τῆς 14.1.1963 ἐγγράφου σας, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου περὶ τῶν Ταμείων Συντάξεων Τραπεζιτικῶν Ὑπαλλήλων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου 3662)1957 προβλεπομένη ἀπόφασις τῶν Ὑπουργῶν διὰ τὴν ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν ἐνίσχυσιν τοῦ Ταμείου Συντάξεων Προσωπικοῦ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὑπεγράφη ἤδη. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν καθιέρωσιν Ταμείου Συντάξεων πασῶν τῶν Τραπεζῶν ἡ ἁρμοδιότης κατὰ πρῶτον λόγον ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐργασίας. Διὰ τὰς λοιπὰς ζητουμένας πληροφορίας ἐζητήσαμεν ταύτας ἀπὸ τὰ ἐνδιαφερόμενα Ταμεῖα καὶ θέλομεν διαβιβάσει ὑμῖν ταύτας εὐθὺς ὡς συγκεντρωθῶσι. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη, Β. Ἐφραιμίδη, Θ. Γιαννοπούλου, Ε. Σακελλάρη, Δ. Θεοχαρίδη, Ε. Μπενᾶ, Γ. Τσαρουχᾶ, Θ. Παππᾶ, Γ. Στεργίου καὶ Κ. Δημοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν α) τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1710 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη, Ε. Μπενᾶ καὶ Β. Ἐφραιμίδη, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4313)9.3.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, β) τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1730 ὁμοίας τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Τσαρουχᾶ, Θ. Γιαννοπούλου κλπ. διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4514)13.3.63 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ γ) τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1759 ὁμοίας τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Θεοχαρίδη καὶ Κ. Δημοπούλου, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4716)15.3.1963 ὑμετέρου ἐγγράφου σχετικῶς μὲ τιμὰς χωρικῶν καπνῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἀγορῶν χωρικῶν καπνῶν παρηκολούθει ἀγρύπνως τὰς ἐξελίξεις τῆς καπναγορᾶς, διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν δὲ τῶν δυσμενῶν ἐξελίξεων αὐτῆς ἐκάλεσεν ἐγκαίρως τοὺς καπνεμπόρους καὶ προέβη εἰς συστάσεις πρὸς αὐτούς, ὅπως ἐπιταχύνουν τὰς ἀγορὰς ἐξαντλοῦντες πᾶν δυνατὸν περιθώριον ἐκ τῶν διεθνῶν τιμῶν. Εἰς ἀναλόγους συστάσεις προέβη καὶ πρὸς τοὺς παραγωγούς, ὅπως εἶναι λογικοὶ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις των. Ἐπειδὴ κατὰ τὰς ἀνωτέρω συστάσεις ἐσυνεχίζετο ὁ βραδὺς ρυθμὸς τῶν ἀγορῶν χωρικῶν καπνῶν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισεν, ὅπως παρέμβῃ εἰς τὴν καπναγορὰν τοῦ καπνικοῦ διαμερίσματος τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης ἐκ παραλλήλου μὲ τὰς διενεργουμένας ὑπὸ τοῦ καπνεμπορίου ἀγοράς, ὑπὸ τοὺς ἀκολούθους ὅρους: Καθώρισε μέσας τιμὰς παρεμβάσεως κατὰ στενὴν καπνικὴν περιφέρειαν μὲ γνώμονα τὰς ἐκ τῶν συνθηκῶν τῆς διεθνοῦς καπναγορᾶς προκυπτούσας διὰ τὸ καπνεμπόριον δυνατότητας, τὸ μακροχρόνιον συμφέρον τῶν παραγωγῶν καὶ τῶν ἐξαγωγῶν γενικῶς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀγορῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Καπνοῦ, εἰς ἣν ἀνετέθη τὸ ἔργον τῆς παρεμβάσεως, μὲ βάσιν τὰς ἀνωτέρω καθορισθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέσας τιμὰς θὰ προβῇ εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν τιμῶν κατὰ χωρίον καὶ παραγωγὸν ἀναλόγως πρὸς τὴν ποιοτικὴν σύνθεσιν καὶ στάθμην τῶν καπνῶν. Σχετικαὶ λεπτομερεῖς ὁδηγίαι ἀπεστάλησαν ἤδη ὑπὸ τῆς ἀνωτέρω Ἐπιτροπῆς Ἀγορῶν εἰς τὰ περιφερειακὰ ὄργανα αὐτῆς διὰ τὴν ἄμεσον ἔναρξιν τῆς παρεμβάσεως. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι διὰ τῆς ἀνωτέρω παρεμβάσεως θὰ ἐπιτευχθῇ ἐξισορρόπησις προσφορᾶς καὶ ζητήσεως εἰς ἐπίπεδα τιμῶν ἀνώτερα τῶν ὡς ἄνω μέσων τιμῶν, ἀνταποκρινόμενα εἰς τὰς διεθνεῖς συνθήκας καὶ ἐξασφαλίζοντα τὴν τοποθέτησιν τῶν Ἑλληνικῶν καπνῶν εἰς τὰς ξένας ἀγοράς. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ καπνικὰ διαμερίσματα, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς θὰ ἐπηρεασθῶσιν εὐνοϊκῶς ἐκ τῆς ἀνωτέρω παρεμβάσεως ἡ Κυβέρνησις παρακολουθεῖ μετὰ προσοχῆς τὰς εἰς αὐτὰ σημειουμένας ἐξελίξεις καὶ θέλει λάβει τὰ ἐνδεδειγμένα μέτρα, εὐθὺς ὡς παραστῇ ἀνάγκη. Τέλος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς καταβολῆς συμπληρωματικοῦ τιμήματος εἰς παραγωγοὺς πωλήσαντας τὰ καπνά των εἰς χαμηλὰς τιμὰς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἁρμόδιον νὰ ἀπαντήσῃ εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ, πρὸς ὅ κοινοποιεῖται τὸ παρὸν μὲ τὴν παράκλησιν, ὅπως γνωρίσῃ ὑμῖν σχετικῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ
XII) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Γιαννοπούλου. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2719)1878)12.2.1963 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 6.2.1963 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Γιαννοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας, ὡς ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν μισθωτῶν ἐργαζομένων, ἐπὶ μισθῷ ἢ ἡμερομισθίῳ, εἰς γεωργικάς, κτηνοτροφικὰς κλπ. ἐργασίας ἢ ἐπιχειρήσεις, ἐγνώρισεν ὑμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14959)3ον 31)22.2.1963 ἐγγράφου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη, Θ. Γιαννοπούλου, Α. Γιάννου, Θ. Παππᾶ, Κ. Χιωτάκη, Γ. Τσαρουχᾶ καὶ Ε. Σακελλάρη. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1872)29.3.1963 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη, Θ. Γιαννοπούλου κλπ., περὶ ἧς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 71697)3774)30.3.1963 ὑμέτερον, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Ὑπὸ τοῦ Καταστατικοῦ νόμου περὶ γεωργικῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, δὲν ἐπιβάλλεται ὡς ὑποχρέωσις, οὐδὲ κἂν προβλέπεται ἡ καταβολὴ δώρου Χριστουγέννων καὶ Πάσχα εἰς συνταξιούχους ἀγρότας. Ὡς προκύπτει ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, τόσον ἡ Συμπολίτευσις, ὅσον καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου (τότε νομοσχεδίου) συνεφώνησαν, ὅπως κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ καὶ ἐν ὄψει τῶν περιωρισμένων δυνατοτήτων ἐπιβαρύνσεως τῆς καθ’ ὅλου οἰκονομίας, καταβάλλωνται εἰς τοὺς ἀγρότας δώδεκα μηνιαῖαι συντάξεις ἄνευ δώρου ἑορτῶν. (Ἐπίσημα πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, Περίοδος Εʹ, Σύνοδος Γʹ, Συνεδρίασις ΛΓʹ, Δευτέρα Δεκεμβρίου 1960, σελὶς 3, στήλη πρώτη, στίχος 14 καὶ ἑπόμενος). Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Ἀπριλίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως συμφωνήσωμεν, ἵνα διακόψωμεν αὔριον καὶ τὴν Τετάρτην καὶ νὰ συνεδριάσωμεν τὴν προσεχῆ Πέμπτην. Διὰ τὴν Πέμπτην θὰ ἐκδοθῇ Ἡμερησία Διάταξις, ὡς ὁρίζει ὁ Κανονισμὸς μὲ μέρος πρῶτον κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ μέρος δεύτερον προτάσεις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Ἡ Κυβέρνησις μὲ ἐξουσιοδότησεν, ὅπως παρακαλέσω τοὺς κ.κ. βουλευτὰς τοὺς κυβερνητικούς, ἐὰν τεθῇ ζήτημα νὰ προταχθοῦν τὰ Διατάγματα, νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς. Συνεπῶς, εἶναι θέμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ρυθμίσῃ τί θὰ συζητήσωμεν τὴν προσεχῆ Πέμπτην.
§4Η. ΗΛΙΟΥ. Τὰς ἀντιρρήσεις μας τὰς ἐξεθέσαμεν καὶ προχθές. Δὲν μᾶς εὑρίσκει συμφώνους ἡ ἀπώλεια δύο συνεδριάσεων ἐκ τῶν 9 ὑπολειπομένων συνεδριάσεων τῆς παρούσης Συνόδου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ γίνῃ ἔλεγχος.
§6Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καὶ ἡμεῖς δὲν συμφωνοῦμεν νὰ χαθοῦν δύο συνεδριάσεις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ποὺ εἶπον ἀφορᾷ, οὕτως εἰπεῖν, συμπέρασμα ἐπὶ τοῦ αἰτήματος τῆς Ε.Δ.Α. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ συνεδριάσωμεν τὴν Πέμπτην μὲ ἁπλοῦν ἔλεγχον, ὅπως καὶ τὴν Παρασκευήν.
§8Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν εἴπομεν, ὅτι δὲν δεχόμεθα νὰ συζητηθοῦν καὶ τὰ Διατάγματα. Δὲν δεχόμεθα νὰ μὴ συνεδριάσωμεν αὔριον καὶ μεθαύριον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνεκοίνωσα τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες τυγχάνουν καὶ τῆς ἐγκρίσεως τῆς πλειοψηφίας. Ἡ αὐριανὴ καὶ μεθαυριανὴ ἀργία, στηρίζεται καὶ εἰς παράκλησιν τῶν βουλευτῶν καὶ εἰς ἀσχολίαν τῶν κ.κ. Ὑφυπουργῶν.
§10Η. ΗΛΙΟΥ. Ἡ διακοπὴ θὰ γίνῃ;
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§12Η. ΗΛΙΟΥ. Δηλαδή, δὲν θὰ γίνῃ αὔριον καὶ μεθαύριον συνεδρίασις;
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἐζήτησα τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ μὴ συνεδριάσωμεν αὔριον καὶ τὴν προσεχῆ Τετάρτην. Διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Πέμπτης θὰ ἀναγράψω εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὡς πρῶτον μέρος ἔλεγχον καὶ δεύτερον μέρος προτάσεις περὶ ἀκυρώσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Καὶ ἐδήλωσα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προκαλουμένης ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως, θὰ δεχθῇ νὰ προταχθοῦν τὰ Διατάγματα.
§14Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἢ δὲν ἐξεφράσθητε σαφῶς, ἢ ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε. Ἐνόμισα, ὅτι ἐθέσατε ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἐὰν θὰ ἐργασθῶμεν αὔριον καὶ μεθαύριον. Ἐὰν ληφθῇ ἀπόφασις, νὰ συζητήσωμεν τὰ Διατάγματα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς διὰ τὴν διακοπὴν λαμβάνεται δημοσίᾳ, ἐκφραζομένης τῆς ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας, καθὼς καὶ τῶν λοιπῶν κομμάτων. Δὲν παρίσταται ἀνάγκη ψηφοφορίας. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ὅμοιον προηγούμενον. Συνεπῶς, τὴν Πέμπτην θὰ γίνῃ αὐτὸ ποὺ σᾶς εἶπον, ἔλεγχος ἢ Διατάγματα. Θὰ ἀφεθῇ δὲ εἰς ὑμᾶς νὰ ἐκλέξητε. Διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἔλεγχος εἶναι τὸ ἕνα, ἔλεγχος καὶ τὸ ἄλλο.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς Ἐμπορικῆς Συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεξικοῦ».
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς Ἐμπορικῆς Συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεξικοῦ». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Παρισίοις ὑπογραφείσης τὴν 21ην Σεπτεμβρίου 1960 Πολυμεροῦς Συμφωνίας περὶ τῆς ἀμοιβαίας διαφυλάξεως τοῦ ἀπορρήτου τῶν ἐφευρέσεων τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἄμυναν καὶ αἵτινες ἔχουν ἀποτελέσει ἀντικείμενον αἰτήσεων διπλώματος εὑρεσιτεχνίας».
§18Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κρατηθῇ, διότι ὑπάρχει καὶ ἄλλο ἐκκρεμὲς νομοσχέδιον παρεμφερὲς τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ θὰ πρέπει νὰ συνδυασθοῦν τὰ δύο νομοσχέδια.
§19Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης παρεμφερές, τότε ἐκεῖνο θὰ προσαρμοσθῇ πρὸς αὐτό. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ παρεκάλουν κι’ ἐγὼ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι λαμβάνω ἐπιστολὰς ἀπὸ συναδέλφους μου Προέδρους Βουλῶν ἄλλων χωρῶν, παραπονουμένων διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς κυρώσεως τῶν διαφόρων συμφωνιῶν.
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Παρισίοις ὑπογραφείσης τὴν 21ην Σεπτεμβρίου 1960 Πολυμεροῦς Συμφωνίας περὶ τῆς ἀμοιβαίας διαφυλάξεως τοῦ ἀπορρήτου τῶν ἐφευρέσεων τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἄμυναν καὶ αἵτινες ἔχουν ἀποτελέσει ἀντικείμενον αἰτήσεως διπλώματος εὑρεσιτεχνίας». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ἱδρύσεως Διεθνοῦς Κέντρου Ὑπολογισμοῦ».
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ἱδρύσεως Διεθνοῦς Κέντρου Ὑπολογισμοῦ». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Πρωτοκόλλου μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας διὰ τὴν ἐξαγωγὴν οἴνων».
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως Πρωτοκόλλου μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας διὰ τὴν ἐξαγωγὴν οἴνων». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αἰθιοπίας συμπληρωματικῶν συμφωνιῶν περὶ ἀεροπορικῶν μεταφορῶν τῶν ἐτῶν 1959 καὶ 1961».
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αἰθιοπίας συμπληρωματικῶν συμφωνιῶν περὶ ἀεροπορικῶν μεταφορῶν τῶν ἐτῶν 1959 καὶ 1961».
§29Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 174) 2.1.61 καὶ 38) 25.4.62 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 4178)61», κινδυνεύει νὰ μὴ ψηφισθῇ, διότι τὴν Πέμπτην δὲν θὰ συζητηθῇ, τὴν Παρασκευὴν ἔχομεν ἔλεγχον καὶ οὐδεὶς γνωρίζει τί θὰ γίνῃ τὴν ἄλλην ἑβδομάδα καὶ ὅπως φαίνεται, ἡ Βουλὴ θὰ διακόψῃ τὴν 10ην τρέχοντος. Δι’ αὐτὸ παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παραμείνῃ καὶ θὰ τὸν βοηθήσωμεν διὰ νὰ ψηφισθῇ.
§30Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Δι’ αὐτὸ παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παραμείνῃ διὰ νὰ ψηφισθῇ, διότι εἶναι χιλιάδες οἱ ἐνδιαφερόμενοι.
§31Γ. ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ψηφισθῇ ἐὰν δεχθῇ τροπολογίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστρίας συμφωνίας περὶ τῆς ὁδικῆς μεταφορᾶς ἐμπορευμάτων»;
§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστρίας συμφωνίας περὶ τῆς ὁδικῆς μεταφορᾶς ἐμπορευμάτων». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως μορφωτικῆς συμφωνίας Ἑλλάδος καὶ Ἰράν».
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως μορφωτικῆς συμφωνίας Ἑλλάδος καὶ Ἰράν». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Δ. τῆς 14.11.1956 περὶ ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἰσολογισμῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, τῆς ὑπ’ ἀριθ. 46652)2997 τῆς 3.12.1956 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορίου καὶ τοῦ Β. Δ. τῆς 14.9.1957 περὶ προσαρμογῆς τῶν ἰσολογισμῶν τῶν ἑταιρειῶν μὲ κεφάλαιον εἰς ξένον νόμισμα». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου, ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§37Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, παρὰ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζει, ὅτι τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 14.11.1956 πρέπει νὰ κυρωθῇ ὡς οἱονεὶ κῶδιξ, θὰ πρέπει τοὐλάχιστον ἐὰν ὑπάρχουν συμπληρωματικαὶ περιπτώσεις, νὰ δεχθῇ τὴν ρύθμισιν αὐτῶν, ἀποδεχόμενος σχετικὰς τροπολογίας. Ὑπάρχει σχετικὴ τροπολογία τοῦ κ. Ντάγγα, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸ ἄρθρον ἕνα τοῦ ὡς ἄνω σχεδίου νόμου προστίθεται παράγραφος 2, ἔχουσα οὕτω: 2. Ἡ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 14.11.56 «περὶ ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἰσολογισμῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν» ἀντιλογιζομένη διαφορά, ὁποτεδήποτε γενομένη χρονικῶς, τῆς ἀξίας τοῦ παγίου ἐνεργητικοῦ δὲν λογίζεται ὡς αὐτόματος ὑπερτίμησις περιληφθεῖσα εἰς τὴν ἀπογραφήν, κατὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Κώδικος φορολογίας καθαρῶν προσόδων. Ὑποθέσεις κριθεῖσαι ἄχρι τοῦδε κατὰ τρόπον διάφορον τῶν ὑπὸ τῆς παρούσης παραγράφου ὁριζομένων, εἰσάγονται εἰς νέαν συζήτησιν ἐνώπιον τῶν Φορολογικῶν Δικαστηρίων, τῇ αἰτήσει τῶν φορολογουμένων, ὑποβαλλομένης εἰς τὸν ἁρμόδιον Οἰκονομικὸν Ἔφορον ἐντὸς 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Ν. Διατάγματος. Ἀπὸ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τῆς τροπολογίας ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ, ἔγιναν ὡρισμέναι ἀδικίαι καὶ ὡρισμέναι Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι ὑπερεφορολογήθησαν. Αἱ ἀδικίαι αὐταὶ πρέπει νὰ διορθωθοῦν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην ὡς συμπληρωματικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου πρώτου.
§38Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπορίου). Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω, ἴσως θεωρηθῇ ἱκανοποιητικὴ καὶ διὰ τὰς ἄλλας τροπολογίας. Κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θίγουν αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι, θὰ περιληφθοῦν εἰς διατάξεις φορολογικοῦ νομοσχεδίου. Ἐφ’ ὅσον τὸ Β. Διάταγμα τῆς 14.11.1956 ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὡς μὴ ἰσχῦον καὶ ἐπανέρχεται ἐν ἰσχύϊ διὰ τοῦ παρόντος νόμου, ὅλαι αἱ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδικάσθησαν βάσει τοῦ μὴ ἰσχύοντος αὐτοῦ Διατάγματος, θὰ ἐπανεξετασθοῦν ἐκ νέου, βάσει πλέον τοῦ ἐγκύρου Διατάγματος. Ὅπως εἶπον ἀνωτέρω, πρὸς πλήρη τακτοποίησιν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα θίγουν αἱ τροπολογίαι, θὰ γίνῃ εἰδικὸν νομοθέτημα. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν τακτοποίησιν, τὴν νομικὴν ἰσχὺν τοῦ Διατάγματος τοῦ 1956. Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, ὅπως ἐδήλωσα, δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ τροπολογίας ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§39Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατανοοῦμεν τὴν σημασίαν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου καὶ τὴν ἐπιμονήν του, ὥστε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸν τυπικὸν λόγον κυρώσεως τοῦ Β. Δ. τῆς 14.11.1956 ὡς ἔχει. Ἐφ’ ὅσον ὅμως διαπιστοῦται, ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τούτου Διατάγματος συνέβησαν ὡρισμέναι ἀδικίαι, ἔργον τοῦ νομοθέτου καὶ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἄρουν αὐτὰς τὰς ἀδικίας. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι συνεννοήθητε μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως τὰς διατάξεις ποὺ θὰ ἐπανορθώσουν τὰς ἀδικίας ταύτας, τὰς περιλάβῃ εἰς νέον νομοσχέδιον, τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐπεσημάναμεν, νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι μία παρηγορία, ἡ ὁποία συνηθίζεται νὰ λέγεται εἰς ἀναλόγους περιπτώσεις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἥτις ὅμως παραπέμπεται συνήθως εἰς τὰς Καλένδας καὶ οὐδέποτε ἱκανοποιεῖται. Διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν, ὅπως αἱ διατάξεις αὗται περιληφθοῦν εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Πέραν αὐτῶν, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἰσολογισμῶν. Ὡς γνωστόν, ἔχει ἐπέλθει ἀναστάτωσις εἰς ὅλας τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας, διὰ τὸ θέμα τοῦτο. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 686)1963 ἀποφάσεώς του ἔκρινεν ὡς ἀντισυνταγματικὴν καὶ παράνομον τὴν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐμπορίου, καθ’ ἣν εἰς 6 μόνον οἰκονομικὰς ἐφημερίδας πρέπει νὰ δημοσιεύωνται οἱ ἰσολογισμοὶ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον Προεδρίας Κυβερνήσεως μὲ τὰ ἴδια κριτήρια καθώρισε 12 οἰκονομικὰς ἐφημερίδας, εἰς ἃς εἶναι δυνατὴ ἡ δημοσίευσις τῶν ἰσολογισμῶν, ἐν τούτοις, τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου περιώρισεν εἰς 6 μόνον ἐφημερίδας τὴν ἱκανότητα τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἰσολογισμῶν. Τούτου ὅμως γενομένου, συνέβησαν τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν σοβαρὰς συνεπείας καὶ ἐναντίον τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐναντίον τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας καὶ ἐναντίον τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Τινὲς τῶν 6 παρανόμως παραλειφθεισῶν ἐφημερίδων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνόμισαν, ὅτι κατόπιν τῆς καταθέσεως τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ τῆς ἀποδοχῆς της, ἔπρεπε νὰ δημοσιεύσουν τοὺς ἰσολογισμοὺς καὶ τοὺς ἐδημοσίευσαν. Ἐν τούτοις, τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου, παρὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, θεωρεῖ ἀκύρους τὰς δημοσιεύσεις ταύτας καὶ θεωρεῖ ἀκύρους τὰς γενομένας Γενικὰς Συνελεύσεως τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν ποὺ ἐδημοσίευσαν τοὺς ἰσολογισμούς των εἰς τὰς παραλειφθείσας παρανόμως 6 ἐφημερίδας. Κύριε Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, χωρὶς νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον, ὅπως ἔπρεπε, χωρὶς νὰ τηρήσητε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀφ’ ἑνὸς ἠδικήσατε 6 ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὅλα τὰ προσόντα διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἰσολογισμῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐφέρατε ἀναστάτωσιν εἰς τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας. Κύριε Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου, πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ προχωρήσητε εἰς τοῦτο καὶ μὲ ὅσα μέτρα σᾶς διαθέτουν οἱ νόμοι καὶ μὲ ὅσα ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ περιλάβητε εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐξουσιοδοτῆσθε, ὥστε νὰ προχωρήσητε εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ σοβαρωτάτου τούτου προβλήματος, αἴροντες τὴν γενομένην ἀδικίαν σας νομιμοποιοῦντες τὰς γενομένας δημοσιεύσεις. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἀδικοῦνται αἱ 6 ἐκ τῶν 12 ἐφημερίδων. Πρέπει νὰ λάβητε σαφῆ θέσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου: Δηλαδή, ἢ θὰ κριθοῦν καὶ αὐταὶ αἱ 6 ἐφημερίδες ὅπως προβλέπει ὁ νόμος ἐξ ἴσου μὲ τὰς ἄλλας, ἢ ἐὰν ἡ ἀπόφασίς σας εἶναι νὰ ἀφαιρέσητε τὰς 6 ἐφημερίδας, νὰ μὴ πράξητε τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ἐξαιρέσητε καὶ τὰς 12. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ γίνεται διάκρισις μεταξὺ τῶν 12 αὐτῶν οἰκονομικῶν ἐφημερίδων. Πρέπει κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἢ νὰ περιλάβητε, ὡς προεῖπον, σχετικὴν διάταξιν περὶ ἱκανοποιήσεως ὅλων τῶν οἰκονομικῶν ἐφημερίδων, εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μαρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§41Κ. ΜΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ ἐπαναλάβω τὴν παράκλησιν ὅπως, πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως, συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὰς ἀποζημιώσεις τῶν θυμάτων τοῦ ναζισμοῦ. Θὰ παρεκάλουν ὅπως ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἀποδεχθῆτε καὶ ὑμεῖς τὴν παρεμβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μαρῆ, δὲν εἶναι μόνον θέμα Βουλῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ἐὰν δέχεται νὰ παρεμβάλλωμεν, διακοπτομένης τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου του ἐπ’ ὀλίγην ὥραν, τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τοῦ ναζισμοῦ.
§43Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, ἐξήγησα εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν τὸ ἐπεῖγον τοῦ συζητουμένου νόμου. Θὰ ἤμην διατεθειμένος οἱανδήποτε θυσίαν νὰ δεχθῶ προκειμένου νὰ διευκολύνω τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τοῦ ναζισμοῦ, ἀλλὰ ἐπὶ ἡμίωρον μόνον. Ἐξ ἄλλου νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἐξαντλητικὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν ὑπάρχει περαιτέρω θέμα πρὸς συζήτησιν καὶ οὕτω δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν συντόμως εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν συζητοῦμεν. Ὁ κ. Ζορμπᾶς ἐπανῆλθεν εἰς ἄλλο θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ δώσω ἀπάντησιν ἐν καιρῷ.
§44Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τώρα πρέπει νὰ δώσητε τὴν ἀπάντησιν, διότι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησα δὲν εἶναι ἄσχετον, ἀφορᾷ τοὺς ἰσολογισμοὺς τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα θέμα, μοιραῖον, κλεψύδρας. Προβλέπετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τῆς κατοχῆς νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς ἡμισείας ὥρας;
§46Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Εἰς ἕνα τέταρτον, κ. Πρόεδρε.
§47Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ προέτεινα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τῆς κατοχῆς. Νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου νὰ ἀναμείνῃ ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, ὥστε νὰ παρεμβληθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§48Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Δυνάμεθα ἐντὸς ἡμισείας ὥρας νὰ τὸ τελειώσωμεν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖτε, κ. Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου, ὅπως δώσωμεν ἡμίσειαν ὥραν εἰς τὸν κ. Ἀβέρωφ, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τοῦ ναζισμοῦ;
§50Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπορίου). Ἐὰν πρόκειται περὶ ἡμισείας ὥρας δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλά, κ. βουλευταί, κάμνομεν μίαν συμφωνίαν, ὅτι δὲν θὰ ἀρχίσωμεν τὴν πολυλογίαν.
§52Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ κάμω τὴν δήλωσιν εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κοινωνικῆς ὑποχρεώσεως δι’ ἐμὲ εἰς τὰς 9 μ.μ., ἀλλὰ περὶ συναντήσεως πρὸς συζήτησιν ὡρισμένων καιρίων θεμάτων, δι’ αὐτὸ δὲν ἠμπορῶ νὰ παρατείνω τὴν παραμονήν μου ἐδῶ πέραν τῆς ὥρας ταύτης.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, παρεμβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τοῦ ναζισμοῦ.
§54Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς εἴχομεν ἀντίρρησιν ἐξ ἀρχῆς νὰ μὴ συνεδριάσωμεν αὔριον καὶ μεθαύριον. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν δώσατε μίαν ἀπὸ τὰς δύο αὐτὰς ἡμέρας διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὥστε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μὲ μεγαλυτέραν ἄνεσιν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μητσοτάκη, ἤδη ἔχει ληφθῆ ἀπόφασις, ὅτι θὰ συζητηθῇ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δι’ ἡμίσειαν ὥραν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τοῦ ναζισμοῦ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 184)2.12.1961 καὶ 38)25.4.1962 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 4178)61». Ὁ κ. Ι. Μελᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§56Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ γνωρίζω, ὅτι πολλοὶ συνάδελφοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ, θὰ προέτεινα, διὰ τὴν συντόμευσιν τῆς συζητήσεως, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ράλλη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό. Ἐξ ἄλλου ἀπεφασίσαμεν, ὅπως ἐντὸς ἡμισείας ὥρας ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ὁρίστε, κ. Μελᾶ, ἔχετε τὸν λόγον ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας.
§58Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, αἱ συνέπειαι τῆς φοβερωτέρας δοκιμασίας τῆς ἀνθρωπότητος κατὰ τὰ δεδομένα τῶν ἱστορημένων χρόνων, τίθενται ὑπὸ τὴν κλεψύδραν τῆς ἡμισείας ὥρας. Ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὴν κρίσιμον σημασίαν τοῦ θέματος, δηλαδὴ τὴν ἀνάγκην τῆς διασώσεως τῶν ὑπολοίπων τοῦ κεφαλαίου τῆς ἀποζημιώσεως καὶ τῆς ταχυτέρας διανομῆς των, θὰ συντομεύσω κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν τὴν εἰσήγησιν, δεδομένου, ὅτι δὲν μεσολαβεῖ καὶ ἡ εἰσήγησις τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας. Κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπάρχει ἀντάλλαγμα τῆς ἀνθρωπίνης ὀδύνης καὶ τῆς στερήσεως τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως, ἀλλὰ ἀνέκαθεν ἐκρίθη συγγνωστόν, ὅτι δύναται τὸ ἄγχος, ἡ ὀδύνη, ἡ δοκιμασία, ἡ συμφορὰ καὶ ἡ ἐξαφάνισις τοῦ ἀτόμου νὰ ἀποτελέσουν περίπτωσιν χρηματικοῦ καὶ ὑλικοῦ ἀνταλλάγματος. Ἐκρίθη ἐν τούτοις, ἀνέκαθεν συγχωρητὴ ἡ καταβολὴ ὑλικῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν μερικὴν ἐξασφάλισιν τῶν ὅρων τῆς ἐπιβιώσεως τῶν θυμάτων ἢ τῶν οἰκείων των. Τὸ ἰσχῦον νομοθέτημα προέβλεψε τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεως εἰς τὰ ἐν Ἑλλάδι θύματα τοῦ ναζισμοῦ, ἡ ὁποία ὑπῆρξε πενιχρά, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς ἠθικὰς τιμὰς καὶ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ὁποίων ἔτυχον τὰ θύματα τῶν χωρῶν τῆς Δύσεως. Τὸ κρινόμενον νομοσχέδιον ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία ἄρθρα. Τὰ δύο πρῶτα ἀφοροῦν κύρωσιν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ ὧν παρετάθησαν αἱ προθεσμίαι ὑποβολῆς τῶν αἰτήσεων ἀποζημιώσεων ὑπὸ τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ τῷ ἐξωτερικῷ δικαιούχων, κατὰ περίπτωσιν. Διὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων αὐτῶν, ποὺ ἀνταπεκρίθησαν εἰς ἀναμφισβήτητον ἀνάγκην, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Ἀντιθέτως, συνιστῶμεν τὴν περαιτέρω πρόβλεψιν μικρᾶς ἀκόμη προθεσμίας διὰ τὴν νομιμοποίησιν εὐλόγως ἀπολειφθέντων. Ἐκεῖ ποὺ ὀρθοῦται ἡ ἀντίρρησίς μας, εἶναι τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἄρθρον 3, διὰ τοῦ ὁποίου, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ζητεῖ τὴν καθιέρωσιν νέου ἐνδίκου μέσου, τοῦ μέσου τῆς ρητῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκδοθεισῶν ἤδη τελεσιδίκων ἀποφάσεων, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον ἀνατρέπει καθιερωμένας θεμελιώδεις δικονομικὰς ἀρχάς, τῆς τελεσιδικίας καὶ τοῦ δεδικασμένου, ὅπως καὶ τὴν συνταγματικὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ ὅπερ καὶ τὸ οὐσιαστικώτερον, σφαγιάζει κεκτημένα δίκαια, ὁδηγεῖ εἰς νέον ταλανισμὸν τοὺς δικαιούχους καὶ διασπαθίζει τὰ κατάλοιπα τοῦ πενιχροῦ κεφαλαίου τῆς ἀποζημιώσεως μὲ τὴν περαιτέρω συντήρησιν τῆς σχετικῆς ὑπηρεσίας. Κύριοι βουλευταί, ἐν ὀνόματι τῶν θυμάτων, ἐν ὀνόματι τῶν δοκιμασιῶν, ἐν ὀνόματι τῆς Δικαιοσύνης, ἐπικαλοῦμαι τὴν διὰ βοῆς, τὴν ἀσχέτως παραταξιακῆς ἐντάξεως, καταψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου, ὑπὸ τοῦ συνόλου τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλή, ἀντιλαμβανομένη τὴν σημασίαν τοῦ σφαγιαστικοῦ ἄρθρου, θὰ συνταχθῇ ὁμόθυμος παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν θυμάτων, καὶ θὰ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς του. Εἶναι τόση ἡ ἱερότης τῆς περιπτώσεως, ὥστε νὰ εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ προκύψῃ ἐκ τυχὸν διαφωνιῶν, ἡ ἀνάγκη τῆς καταφυγῆς εἰς αἴτησιν διεξαγωγῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, διὰ τὸν καταλογισμὸν τῆς εὐθύνης ἑκάστου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Θανόπουλος).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§60Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ἐν ἀπολύτῳ συντομίᾳ, ἤθελον νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Εἶναι βέβαιον, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὀρθῶς πράττουσα ἡ Κυβέρνησις παρέτεινε τὴν προθεσμίαν καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις διὰ τὴν κύρωσιν τῶν πράξεων. Ἡ κύρωσις εἶναι ἀναγκαία καὶ εἶναι ἐπείγουσα, διότι τινὰ τοὐλάχιστον ἐκ τῶν Πρωτοδικείων ἠρνήθησαν νὰ παραδεχθοῦν τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς ἐγκύρους καὶ δικαίας, κατὰ νόμον καὶ δὲν ἐπροχώρησαν εἰς τὴν ἐφαρμογήν των. Κατὰ συνέπειαν, ἡ κύρωσις εἶναι ἀναγκαῖον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γίνῃ καὶ νὰ γίνῃ καὶ ἀμέσως. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, παρενέβαλε καὶ ἑτέραν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ ἐπίμαχος. Βέβαιον εἶναι, κ. Πρόεδρε, —καὶ ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι ἀπολύτως ἀντικειμενικὸς —ὅτι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον προεβλέφθη ἡ διαδικασία, ἐδημιούργησε τὴν δυνατότητα νὰ συμβοῦν ὡρισμένα δικαστικὰ σφάλματα. Ἐγὼ τὸ εἶχον ἤδη ὑποσημειώσει καὶ τότε. Ἡ ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασία, χωρὶς τὸ Δημόσιον οὐδόλως νὰ μετέχῃ, ἔδωσε τὴν δυνατότητα τῆς ἐκδόσεως ὡρισμένων ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι προδήλως ἐσφαλμέναι. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δυστυχῶς, πλήττονται πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως εἶναι δικαιοῦχοι, διότι τελικῶς τὸ ποσὸν θὰ κατανεμηθῇ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναγνωρισθοῦν ὡς δικαιοῦχοι καί, κατὰ συνέπειαν, τὸ νὰ ἀναγνωρισθοῦν δικαιοῦχοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δικαιοῦχοι, εἶναι πρὸς κοινὴν ζημίαν ὅλων τῶν πραγματικῶν δικαιούχων. Παρὰ ταῦτα, κ. Πρόεδρε, ἀποτελεῖ λάθος, κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν —καὶ συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας— τὸ ἄρθρον ὡς προτείνεται. Εἶναι προτιμότερον νὰ λήξῃ τὸ ταχύτερον αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις παρὰ νὰ ὁδηγήσωμεν τὰ ἀτυχῆ θύματα εἰς ἀτέρμονα διαδικασίαν. Ἡ Κυβέρνησις —καὶ ἡ Βουλή μας— ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα τῆς ἐκδόσεως ἑνὸς περιωρισμένου ἀριθμοῦ ἐσφαλμένων ἀποφάσεων. Θέλετε νὰ εἶναι 200, 300, 500; Ἂς εἶναι, κ. Πρόεδρε. Δὲν ἀξίζει νὰ καταταλαιπωρήσωμεν τὸ σύνολον, νὰ θέσωμεν ὅλους ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, διὰ νὰ μὴ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐλαφρὰ παρέκκλισις ἀπὸ τὴν οὐσίαν τοῦ νόμου. Ἄλλωστε, κ. Πρόεδρε, τίποτε δὲν προδικάζει, ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν δίκην, τὴν κατ’ ἔφεσιν δίκην, πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ διάφορος ἀπόφασις. Δὲν δυνάμεθα οὐδαμῶς νὰ εἴμεθα βέβαιοι, διότι πάλιν μάρτυρες θὰ προσέλθουν, πάλιν ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα θὰ φέρουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ εἶναι σφόδρα πιθανόν, ὅτι ἡ καταταλαιπώρησις ὅλων αὐτῶν τῶν μηνῶν δὲν θὰ ὁδηγήσῃ εἰς κανένα ἀποτέλεσμα. Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ σκεφθῇ ἀπὸ τὴν ρεαλιστικήν του πλευρὰν τὸ θέμα καὶ νὰ μὴ προχωρήσῃ εἰς αὐτὴν τὴν διαδικασίαν. Εἶναι βέβαιον, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καί, εἰδικῶς, τὸ Νομικὸν Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, καταβάλλει φιλότιμον προσπάθειαν, ἔχει ἐπιβαρυνθῆ μὲ τεράστιον φόρτον ἐργασίας, ἀλλ’ εἶναι, φοβοῦμαι, ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ αὐτὴ ἡ ἀναθεώρησις, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον προβλέπει, ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος. Θὰ διαιωνίσωμεν μίαν ἐκκρεμότητα πρὸς κοινὴν ζημίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ζημίαν αὐτῆς τῆς ἁγίας ὑποθέσεως. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν, μὲ τὴν σειράν μου, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποδεχθῇ τὴν κύρωσιν τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ὅμως, εἰς τὸ νὰ δώσῃ προθεσμίαν ἀναθεωρήσεως, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, θὰ ἤθελον νὰ κάμω μίαν ὑστάτην πρότασιν: Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπιμείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως εἰς δεύτερον βαθμόν, εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτον νὰ δώσητε δικαίωμα καὶ τρίτης κρίσεως διὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἤδη κριθῆ κατ’ ἔφεσιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§62Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἐπιδικασθεῖσαι ἀποζημιώσεις ἔχουν ἤδη καταβληθῆ εἰς τοὺς δικαιούχους. Ἡ ἐκκαθάρισις, τὴν ὁποίαν προβλέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορᾷ ἑκατοντάδας τινὰς ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι κρίνεται σκόπιμον, ὅτι πρέπει νὰ ἀναθεωρηθοῦν. Ἐν τούτοις, ἐὰν ἀναθεωρηθῇ ὁλόκληρος ἡ σειρὰ τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων καὶ ἐκδοθοῦν ἀποφάσεις διατάσσουσαι τὴν ἐπιστροφὴν χρημάτων καταβληθέντων ὡς ἀχρεωστήτως θὰ πληρωθοῦν τὰ θύματα. Τὰ δύο ἄρθρα τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, πρέπει νὰ γίνουν δεκτά, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ διαγράψῃ τὸ ἄρθρον 3. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν χώραν μας ὑπάρχουν ράθυμοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, δὲν ἔσπευσαν ἐγκαίρως νὰ ὑποβάλλουν εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα τὴν αἴτησιν πρὸς ἀποζημίωσίν των. Εἰς τὰ θύματα αὐτά, ἐὰν ὑπάρχουν, πρέπει νὰ δώσωμεν μίαν προθεσμίαν πρὸς ὑποβολὴν τῆς αἰτήσεώς των, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν προτείνω, ὅπως τὸ ἄρθρον 3 ἀντικατασταθῇ διὰ διατάξεως, ἡ ὁποία θὰ παρέχῃ τὴν προθεσμίαν αὐτήν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τούμπας, ἔχει τὸν λόγον.
§64Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, πρῶτον. Δεύτερον, εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ ἄρθρον 3. Οἱ λόγοι ἀνεπτύχθησαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Μητσοτάκη καὶ τοῦ κ. Ζορμπᾶ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κινήσωμεν τὴν γραφειοκρατίαν καὶ πάλιν ἐπὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ θέματος. Ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Μητσοτάκης, καὶ πάλιν πιστοποιητικὰ θὰ ὑποβληθοῦν καὶ ἐνδεχομένως εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ καταλήξωμεν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§66Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 3. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργός. Διότι ἐὰν ὑπῆρξαν ὡρισμέναι περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι ἐδικαίωσαν μὴ δικαιούχους, τοῦτο δὲν εἶναι μοναδικὸν εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν. Πάντοτε εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς θὰ ὑπάρξουν ὡρισμέναι καταστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πρόσωπα, τὰ ὁποῖα τυπικῶς ἢ καὶ οὐσιαστικῶς δὲν εἶναι ἀπολύτως δικαιοῦχα νὰ κατορθώνουν νὰ παρεισφρύουν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ καθ’ ἑαυτοῦ δικαιολογία τοῦ ἄρθρου 3 εἶναι ἄλλη. Ἤδη, κ. Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἀρχικῶς τὸ θέμα ἐρρυθμίσθη ἀτυχέστατα καὶ ἔλαβεν ἡ χώρα διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν θυμάτων τὰ ὀλιγώτερα, ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς οἱανδήποτε ἄλλην χώραν, ὑπῆρξεν ἀμέσως ἕνας μηχανισμός, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαιούχων. Ἤδη πρὸ μηνῶν, νομίζω, ἐδηλώθη εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ πάρουν δευτέραν δόσιν, διότι δὲν ἐπαρκεῖ τὸ ποσόν. Καὶ διὰ νὰ κατορθώσωμεν λοιπὸν μὲ αὐτὰ τὰ ὀλίγα ποὺ ἐξ αἰτίας ἀτυχῶν χειρισμῶν ἐλάβομεν, προσπαθοῦμεν νὰ περιορίσωμεν τοὺς δικαιούχους, καὶ νὰ τοὺς περιορίσωμεν τώρα, ἐκ τῶν ὑστέρων, μὲ ἀπαράδεκτον διάταξιν, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ καταλύσῃ ὡρισμένας ἀποφάσεις ἀμετακλήτους δικαστικάς. Συνεπῶς, ἡ καθ’ ἑαυτοῦ δικαιολογία εἶναι αὐτή. Ἔπρεπε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ γνωρίζῃ, ὅτι φέρει τὴν εὐθύνην διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν, καὶ νὰ μὴ θέλῃ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 νὰ δημιουργήσῃ νέας ἀδικίας. Δὲν ὑπάρχει χρόνος, κ. Πρόεδρε, καὶ θέλω νὰ σεβασθῶ τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ της νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀπόψε. Ἐὰν ὑπῆρχεν χρόνος θὰ ἔθετον ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ὡρισμένας περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχρῃζον δικαιολογίας ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶναι, κ. Πρόεδρε, τόσον χαρακτηριστικαὶ αἱ περιπτώσεις αὐταί, ὥστε ἡ Βουλή, κατὰ τὴν ἄποψίν μας, ὁμοθύμως θὰ κατεδίκαζεν τὴν ἐπιχειρουμένην ἐπιλογὴν καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ μὲ κριτήρια πολιτικά, μὲ κριτήρια εὐνοίας. Καὶ τέλος κ. Πρόεδρε, φοβοῦμαι, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος ποὺ θέλει νὰ ὑποκινήσῃ τὴν διαδικασίαν αὐτήν. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, φαίνεται, ὅτι ἀπασχολοῦνται καὶ θὰ ἀπασχολοῦνται, ὡρισμένα πρόσωπα ποὺ δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸ μόνιμον προσωπικὸν τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Εἶναι διάφοροι ἔκτακτοι ποὺ θέλουν νὰ μὴ λήξῃ ἡ διαδικασία αὐτή, διὰ νὰ δικαιολογῆται ὁ διορισμὸς αὐτῶν. Ἐάν, κ. Πρόεδρε, μὲ τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ θέλῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀναστάτωσιν μέσα εἰς χιλιάδας θύματα τοῦ ναζισμοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ καὶ πρέπει ἐγκαίρως ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸ ἀντιληφθῇ, καὶ νὰ ἀποσύρῃ τὸ ἄρθρον 3. Ἐπὶ πλέον, κ. Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πολλοὶ τῶν δικαιούχων δικαιωθέντων ἔχουν ἤδη ἀναλάβει συγκεκριμένας ὑποχρεώσεις οἰκονομικάς, ἐν ὄψει ὅτι πρόκειται νὰ εἰσπράξουν, διότι ἔχουν μίαν τελεσίδικον ἀπόφασιν. Τί θὰ γίνῃ μὲ τὸν κόσμον αὐτόν; Δὲν ἔχετε, κ. Ὑπουργέ, τὸ δικαίωμα νὰ δημιουργῆτε ἀναστάτωσιν, καὶ πρέπει νὰ δεχθῆτε ὁπωσδήποτε τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 3.
§67Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἴσως μερικαὶ διευκρινίσεις βοηθήσουν τὴν Βουλὴν εἰς τὸ νὰ σχηματίσῃ γνώμην. Πρῶτον, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἐφραιμίδης, σχετικῶς μὲ παράτασιν τοῦ βίου τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ ἐκτάκτους ὑπαλλήλους. Τὸ θεωρῶ ἀνάξιον ἀπαντήσεως. Ἐπὶ πλέον εἶναι ὑπηρεσία ἥτις ὑπόκειται εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω ἀριθμοὺς αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἀντιθέτως, θεωρῶ χρήσιμον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν γενικὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ἐφραιμίδη, καθ’ ἣν ἐλάβαμεν τὰ ὀλιγώτερα ὅλων. Ἐλάβαμεν, ὡς ἀπέδειξα κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, τὰ περισσότερα ὅλων. Διότι, προέβην εἰς συγκρίσεις, εἴτε ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, εἴτε ἀναλόγως τῶν ζημιῶν, εἴτε ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θυμάτων καὶ ἀπέδειξα, ὅτι κατ’ ἀναλογίαν ἐλάβαμεν τὰ περισσότερα ὅλων. Βεβαίως, κατ’ ἀπόλυτον ἔννοιαν δὲν ἐλάβαμεν ἀρκετά. Διότι, τίποτε δὲν ἀποζημιώνει τὴν ἀπώλειαν τῆς ζωῆς καὶ τίποτε περίπου δὲν ἀποζημιώνει τὴν ἀπώλειαν τῆς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ σχετικῶς μὲ ὅσα ἔλαβον οἱ ἄλλοι, ἐλάβαμεν τὰ περισσότερα. Καὶ ἐτέθη τὸ ζήτημα: Πῶς θὰ μοιρασθοῦν εἰς τοὺς δικαιούχους; Τότε, δυστυχῶς, ἔκαμα μίαν ὑποχώρησιν. Ὑποστὰς πίεσιν ἀπὸ τὸ Σῶμα, ἐδέχθην, ὅπως ἡ ἐκδίκασις γίνῃ διὰ τῆς ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίας ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο ἔφερε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐκδοθοῦν ἀποφάσεις ἀποζημιώσεως ὅλως ἀπαράδεκτοι, ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀριθμοῦ. Κατέχομεν ὄντως ἀρκετὰ καλὰ στοιχεῖα περὶ τοῦ ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαιούχων. Βάσει τῶν στοιχείων τούτων, λόγῳ τῆς περιωρισμένης φύσεως τῶν δικαιωμάτων ὡς καὶ τῆς συμβάσεως μὲ τὴν Γερμανίαν ἡ ὁποία ἦτο ὁμοία μὲ ὅλας τῶν ἄλλων Κρατῶν, ὁ ἀριθμὸς ὑπελογίζετο, ὅτι θὰ ἐκυμαίνετο μεταξὺ 20–25 χιλιάδες. Ὑπεβλήθησαν ὅμως καὶ 60.000 αἰτήσεις. Σχεδὸν ὅλαι αἱ ἐκδικασθεῖσαι ἐγένοντο δεκταί, διότι αὐτὸ ἐπέβαλε ἡ διαδικασία ὅταν ἐνεφανίζοντο μάρτυρες οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίουν τὸ ἀληθὲς τῆς αἰτήσεως. Οὕτω, ἀντὶ 20–25 χιλιάδες, ἔχομεν ἤδη 40.000 ἀποφάσεις, ἔχομεν δὲ ἐκκρεμεῖς ἄλλας 20.000 αἰτήσεις. Καί, κύριοι, ὡς ἠκούσατε μὲ ἐξαιρετικὸν πάθος ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπε, τὰ λέγει διὰ νὰ διασφαλισθῇ τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον δικαιοῦνται τὰ θύματα. Ἀκούσατε διὰ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα κατέχω, στοιχεῖα, ὄχι μαρτυρικὰς καταθέσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι πολλαὶ ἑκατοντάδες ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τῇ αἰτήσει των ἐπῆγαν νὰ ἐργασθοῦν εἰς τὴν Γερμανίαν ἐπὶ κατοχῆς, δι’ αὐτοὺς ὑπάρχουν ἀποφάσεις διὰ ἀποζημιώσεις. Ἔχομεν στοιχεῖα ἀνθρώπων τῶν ὁποίων οἱ συγγενεῖς ὑπέβαλον ἄλλοτε αἰτήσεις διὰ συντάξεις εἰς τὰς ὁποίας ἀναφέρεται λόγος θανάτου, ἐντελῶς ἄσχετος πρὸς τὴν ἀντιναζιστικὴν ἰδεολογίαν, διὰ τοὺς ὁποίους ὅμως ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις βάσει μαρτυρικῶν καταθέσεων, ὅτι ἐφονεύθησαν ἀπὸ τὸν Ναζισμόν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζεται, ὅτι αὐτοὺς θὰ τοὺς ἀφήσωμεν νὰ πάρουν τὰ χρήματα ἐκεῖνα ἅτινα δικαιοῦνται τὰ πραγματικὰ θύματα; Δέχομαι τὴν θεωρίαν ποὺ ἀνέπτυξαν ὁ κ. Μητσοτάκης καὶ ὁ κ. Τούμπας, καθ’ ἣν ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ 100 ἢ 200 ἀνθρώπων θὰ ἐλέγαμεν, προκειμένου νὰ τελειώσωμεν, ἂς γίνῃ καὶ ἡ ἀδικία αὐτή. Ἀλλά, κύριοι, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι τὰ στοιχεῖα ποὺ μοῦ λέγει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἀφοροῦν 2.000 ἀνθρώπων ἐπὶ συνόλου 40.000 ἀποφάσεων.
§68Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀπὸ τὰς δύο χιλιάδας, εἶναι ζήτημα ἐὰν θὰ χάσουν οἱ 500. Διατὶ εἰς τὸ Δευτεροβάθμιον Δικαστήριον, τὸ ἔχετε βέβαιον, ὅτι θὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ ἄποψις τοῦ Γεν. Λογιστηρίου;
§69Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τὸ Δευτεροβάθμιον Δικαστήριον ὅταν θὰ ἔχῃ νὰ κρίνῃ μεταξὺ μαρτύρων οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν τὴν ὑπόστασιν τῶν παρόντων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλὰ τῶν συνήθων μαρτύρων ποὺ κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν «παλαμίζουν εὐαγγέλιον» καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν θὰ ἔχῃ αἰτήσεις ἐργασίας εἰς τὴν Γερμανίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ πάρουν αὐτοὶ οἱ κάθε ἄλλο παρὰ θύματα τοῦ ναζισμοῦ. Τὴν ἱερὰν λοιπὸν ἀγανάκτησιν τῆς Βουλῆς τὴν ζητῶ, ὄχι διὰ νὰ διασπαθίσωμεν τὸ χρῆμα τῶν θυμάτων, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸ προστατεύσωμεν. Διότι θὰ συμβῇ ἄλλως, χρῆμα τὸ ὁποῖον προορίζεται διὰ τὰ θύματα νὰ τὸ μοιρασθοῦν μὴ θύματα. Αὐτός, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ὁ μόνος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν τὴν ἀναθεώρησιν. Σᾶς παρέχω δὲ τὴν ἑξῆς πρακτικὴν διαβεβαίωσιν πρὸς καθησύχασίν σας ὡς πρὸς μερικὰς τοὐλάχιστον περιπτώσεις. Καθ’ ἃ μὲ βεβαιοῖ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, αἱ ἀποζημιώσεις αὐταὶ πρόκειται νὰ ἀμφισβητηθοῦν εἰς σποραδικὰς μόνον περιπτώσεις, ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἰσέπραξαν τὴν 1ην δόσιν καὶ ὅτι σχεδὸν ὅλαι αἱ δύο αὐταὶ χιλιάδες περιπτώσεων, ἀφοροῦν περιπτώσεις ποὺ οὐδὲν ἀκόμη εἰσέπραξαν. Ἔχει καὶ αὐτὸ ὄχι ἠθικὴν ἀλλὰ κἄποιαν πρακτικὴν σημασίαν. Τὰ ἐπιχειρήματα λοιπὸν εἶναι τόσον ἰσχυρά, αἱ πεποιθήσεις μας εἶναι τόσον ἑδραιωμέναι, τὰ στοιχεῖα, τὰ γραπτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς λέγει τὸ Γεν. Λογιστήριον ὅτι ἔχει, εἶναι τόσον πειστικά, ὥστε νομίζω ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν προασπιζόμενος τὸ χρῆμα θυμάτων τοῦ Ναζισμοῦ, νὰ μὴ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Ἐπίσης νομίζω ὅτι δὲν μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ δεχθῶ τὴν παράτασιν. Διότι εἴχομεν δώσει μίαν προθεσμίαν μὲ τὸν λόγον 60 ἡμερῶν. Ἔπειτα ἀπὸ ὡρισμένον χρόνον καὶ ἐνῷ εἶχον ὑποβληθῆ 50 χιλ. αἰτήσεις ἐντὸς τῶν 2 μηνῶν καὶ ἐνῷ ἐκ τῆς ἐμπειρίας τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἀπὸ τὴν περιφέρειάν μου καὶ ἀπὸ ἄλλας περιφερείας, λέγω, ὅτι ἦτο πασίγνωστον καὶ λεπτομερῶς παρηκολουθεῖτο τὸ θέμα, ἐδώσαμεν ἀκόμη 1 μηνὸς προθεσμίαν. Ὑπεβλήθησαν ἐντὸς τοῦ μηνὸς ἐκείνου 10.000 ἀκόμη αἰτήσεις καίτοι ἦτο γνωστὴ ἡ λῆξις τῆς προηγουμένης προθεσμίας. Καὶ δὲν ἀποτελεῖ σύμπτωσιν ὅτι αἱ περιπτώσεις τῶν ὑπόπτων ἀποφάσεων ἀφοροῦν αὐτὰς τὰς 10.000 αἰτήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν μὲ τὴν νέαν προθεσμίαν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν νὰ ταλαιπωρήσω τοὺς δικαιούχους τοὺς πραγματικοὺς δι’ ἄλλης παρατάσεως. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἀδικῶ κανένα. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι παντοῦ ὑπῆρχον δικηγόροι, ὅτι παντοῦ ὑπῆρχον ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι παρηκολούθησαν τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι τὰ θύματα συνεζήτουν τὸ θέμα μεταξύ των. Καὶ αἱ προθεσμίαι ἦσαν γνωσταί. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπόν, ἀντιστρέφων τὴν ἔκκλησιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειοψηφίας, ἀπευθυνόμενος πρὸς ὅλας τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς, νὰ εἴπω: Ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς ἱερᾶς ὑποθέσεως ἂς μὴ ἐπιμείνωμεν, ἂς ψηφισθῇ ὁ νόμος ὡς ἔχει, διότι τὰ ἐπιχειρήματά μου μοῦ ἐπιβάλλουν νὰ ἐπιμείνω ὅπως τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὡς ἔχει.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγγεγραμμένων καὶ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐμμένει εἰς τὴν ἄποψίν του, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, νομίζω, ὅτι ἐὰν ἐνδιαφέρεσθε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ ἐνδιαφερθῆτε νὰ συντομευθῇ ἡ συζήτησις. Ἔγινε μία συμφωνία νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις μέχρι τὰς 8.30′.
§71Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Νὰ προχωρήσωμεν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς τὰς 8.25′, 8.30′ τὸ πολὺ 8.35′ θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἑπομένου νομοσχεδίου.
§73Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Μὲ ποῖον δικαίωμα θὰ προχωρήσητε;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βάσει τῆς συμφωνίας ἡ ὁποία ἐγένετο. Πάντως, κ. Παπασταύρου, τιμητὴς εἶσθε; Σεῖς εἴπατε ὅτι μέχρι τὰς 8.30′ θὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ἐννοεῖτε πάλιν νὰ κάμετε ἐπεισόδια. Εἶσθε ἀδιόρθωτος.
§75Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ὁρίστε... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος, θόρυβος).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὁρίστε νὰ μὴ τὸ λέγετε εἰς ἐμέ. Θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν. Ἐννοεῖτε πάντοτε νὰ κάμνετε ἐπεισόδια ἀδικαιολογήτως. Προσπαθῶ νὰ προστατεύσω τὴν συζήτησιν καὶ σεῖς δὲν τὸ θέλετε.
§77Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ποῖος εἶσθε σεῖς; Θὰ κλείσετε τὴν συζήτησιν...
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κλείσω τὴν συζήτησιν, ὅπως ἔχω δικαίωμα καὶ ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν καὶ ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐλήφθη. Ἡ θέλησις ἡ ἰδική σας δὲν κατανικᾷ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς. Νὰ τὸ πάρετε ἀπόφασιν. Ὁ κ. Κ. Μαρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§79Κ. ΜΑΡΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ σᾶς γνωρίσω, ὅτι οἱ δύο χιλ. τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε ἐπὶ 40 χιλ. δικαιούχων εἶναι 5%. Νομίζω ὅτι τὰ θύματα—καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ἀπὸ μέρους τῶν δικαιούχων—εὐχαρίστως θὰ παραιτηθοῦν ἐκ τοῦ 5% διὰ νὰ λάβουν ὅσα ἔχουν νὰ λάβουν μίαν ὥραν ἐνωρίτερον. Διὰ τὸ δεύτερον θέμα, ἐκεῖνοι ποὺ ζητοῦν παράτασιν, καὶ τοῦτο τὸ λέγω γνωρίζων ἀπὸ τὴν περιφέρειάν μου, ἡ ὁποία ἔχει μέγιστον ἀριθμὸν θυμάτων, δὲν εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ὑποβάλλουν πλαστὰ πιστοποιητικά. Πρόκειται περὶ πτωχῶν, ἀγραμμάτων ἀνθρώπων, ἢ περὶ γυναικῶν ἢ περὶ νέων ὀρφανῶν κατοικούντων εἰς μεμακρυσμένας περιοχὰς καὶ μὴ λαβόντων ἐγκαίρως γνῶσιν τῆς προθεσμίας τῆς ὑποβολῆς δικαιολογητικῶν. Ἐφ’ ὅσον, κ. Πρόεδρε, ὡς βλέπω μάλιστα θὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 3 ἂς δοθῇ μία ὀλιγοήμερος παράτασις τῆς προθεσμίας ἔστω καὶ 15 ἡμερῶν, διὰ τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς διὰ τὴν πράγματι ἱεράν, ὡς ἀνεφέρθη, ὑπόθεσίν των.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κ. Μ. Σβώλου, ἔχει τὸν λόγον.
§81Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, δυστυχῶς, ἐνῷ ἔκαμε τόσα χρόνια νὰ ἐνθυμηθῇ τὰ θύματα τοῦ ναζισμοῦ καὶ μὲ τοὺς ἀτυχεῖς χειρισμοὺς τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θέματος δὲν τοὺς ἐξησφάλισε παρὰ ἐλάχιστα ποσὰ ἀποζημιώσεως, σήμερον βιάζεται καὶ θέλει νὰ μᾶς στερήσῃ καὶ τοῦ λόγου. Καὶ τώρα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Πρῶτον, ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν προθεσμιῶν ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ ἐζητήσαμεν καὶ νέαν μικρὰν προθεσμίαν ὑποβολῆς αἰτήσεων. Δεύτερον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ἄρθρου 3, αἱ δικαιολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν θέσπισιν αὐτοῦ δὲν εὐσταθοῦν, διότι κατὰ τὴν προθεσμίαν τῶν 30 ἡμερῶν θὰ εἶχον τὸν καιρὸν αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι νὰ ἀντιδικήσουν πρὸς τοὺς αἰτοῦντας δίδοντες τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα διαθέτουν. Ἐπίσης δὲν δεχόμεθα νὰ ἀνατραποῦν τελεσίδικοι δικαστικαὶ ἀποφάσεις. Διότι δὲν δεχόμεθα νὰ ἀνατραπῇ ἡ βασικὴ ἀρχὴ τοῦ Συντάγματος περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Δηλαδή, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὰς ἁρμοδιότητας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας διὰ τῆς ἀνατροπῆς τελεσιδίκων δικαστικῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ πλέον ἐδημιούργησαν κεκτημένα δικαιώματα. Ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 3 καὶ δι’ ἕνα ἄλλον οὐσιαστικὸν λόγον. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰ χρήματα κατόπιν τῶν τελεσιδίκων ἀποφάσεων δυνατὸν νὰ τὰ ἔχουν ἤδη διαθέσει. Πόθεν, ἑπομένως, θὰ τὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον; Ἐὰν ὡρισμένα πρόσωπα κατέθεσαν ψευδῶς νὰ τοὺς ὑποβάλετε μηνύσεις. Ἡ διάταξις περὶ ἀναθεωρήσεως δίδει τὴν ὑποψίαν, ὅτι ἐτέθη διὰ νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν θυμάτων. Αὐτὴ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν δήλωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν θυμάτων κατοχῆς, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἄλλα χρήματα. Εἶναι ἀνεπίτρεπτον νὰ μὴ δοθῇ καὶ ἡ δευτέρα δόσις εἰς τὰ θύματα, διότι τὰ ἰδικά μας θύματα τοῦ ναζισμοῦ καὶ μὲ τὰς 30 χιλιάδας δραχμὰς θὰ λάβουν ὀλιγώτερα τοῦ ἡμίσεος ἔναντι τῶν Γερμανῶν θυμάτων τοῦ ναζισμοῦ, ποὺ ἔλαβον ὡς ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὴν Ὁμοσπονδιακὴν Γερμανίαν 75.000 δραχμῶν. Τοῦτο ἀντιβαίνει καὶ εἰς διεθνῆ συμφωνίαν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κ. Πρόεδρε, δὲν δεχόμεθα τὸ ἄρθρον 3 καὶ ζητοῦμεν τὴν διαγραφήν του.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Θεοχαρίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§83Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος συνηγόρησεν, ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν, ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ καὶ σήμερον. Ἑπομένως, ὁ λόγος, ὅτι, δῆθεν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποβάλλουν, τώρα, αἰτήσεις, δὲν θὰ εἶναι πραγματικὰ θύματα τοῦ ναζισμοῦ, δὲν εἶναι ὀρθός. Ἐὰν πράγματι, θέλωμεν νὰ φανῶμεν χρήσιμοι εἰς τὰ θύματα τοῦ ναζισμοῦ, πρέπει νὰ τοὺς δώσωμεν μίαν προθεσμίαν διὰ νὰ ὑποβάλουν αἴτησιν, ἡ ὁποία θὰ κριθῇ καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὰ Δικαστήρια, ὅπως ἐκρίθησαν καὶ αἱ ἄλλαι. Ἄν μάλιστα δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ὅτι ἔχει εἰς χεῖρας του στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ποῖοι δικαιοῦνται, τότε ἀσφαλῶς δὲν θὰ δικαιωθῇ οὐδείς, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εἶναι πραγματικὸν θῦμα τοῦ ναζισμοῦ. Ἐξ ἄλλου, ἐπειδὴ φοβούμεθα μήπως δύο–τρεῖς ὑποβάλλουν ψευδεῖς αἰτήσεις, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποκλείσωμεν πραγματικὰ θύματα τοῦ ναζισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ χώρα μας εἶναι ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ποσά, ποὺ ἔλαβον αἱ διάφοραι χῶραι δι’ ἀποζημίωσιν τῶν θυμάτων τοῦ ναζισμοῦ. Ἔχω μίαν πληροφορίαν, ὅτι ἄλλαι χῶραι ἔλαβον ἀποζημίωσιν καὶ δι’ ὑλικὰς ζημίας καὶ ὄχι μόνον ἀποζημίωσιν διὰ ζωὴν ἢ στέρησιν τῆς ἐλευθερίας.
§84Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὑπάρχει μόνον ἡ περίπτωσις τῆς Γιουγκοσλαβίας ποὺ ἔλαβεν ἀποζημίωσιν δι’ ὡρισμένας ὑλικὰς ζημίας.
§85Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὑπάρχει μία εὐαισθησία, ὅτι θὰ εἰσπράξουν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν δικαιοῦνται. Προσέξατε ὅμως πόσην κατάχρησιν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ Διοίκησις. Ἡ Διοίκησις τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἐδέχθη, ὅτι ὅσοι ἐξετελέσθησαν ἀπὸ τὸν Ποῦλον δὲν ἐμπίπτουν εἰς τὸν νόμον. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπόλυτον αὐτὸ ποὺ λέγει ἡ Διοίκησις, ὅτι ὑπάρχουν χιλιάδες αἰτήσεις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ εἶναι δικαιοῦχοι καὶ ὅμως ἐδικαιώθησαν. Αὐτοὶ ὅμως ποὺ ἐφονεύθησαν ἐδῶ ἀπὸ τὸν Ποῦλον πρέπει νὰ δικαιωθοῦν. Παρὰ ταῦτα ἔρχεται ἡ Διοίκησις τοῦ Γεν. Λογιστηρίου καὶ δὲν πληρώνει τὰς ἐπιδικασθείσας εἰς τοιαῦτα πρόσωπα ἀποζημιώσεις. Ζητεῖ τὸ Γεν. Λογιστήριον ἐγγράφως ἀπὸ τὸ Γεν. Ἐπιτελεῖον Στρατοῦ νὰ τὸ πληροφορήσῃ ἂν ὁ Ποῦλος ὑπῆρξεν ὄργανον τῶν Γερμανῶν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἀπόφασις Ἑλληνικοῦ Δικαστηρίου, ὅτι ὁ Ποῦλος ὑπῆρξεν ὄργανον τῶν Γερμανῶν. Πῶς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἀρνεῖται νὰ ἐφαρμόσῃ ἀποφάσεις τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, αὐτὸ δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 3.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Αὐγερόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§87Γ. ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπέτυχε τὰς μεγαλυτέρας ἀποζημιώσεις διὰ τὰ θύματα τοῦ ναζισμοῦ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς χώρας μετέβη εἰς τὴν Μπὸν διὰ νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα αὐτὸ δὲν ἐγνώριζε πόσα εἶναι τὰ θύματα τοῦ ναζισμοῦ. Οἱ Γερμανοί, θύματα τοῦ ναζισμοῦ, ἔλαβον διπλασίαν ἀποζημίωσιν ἀπ’ ὅ,τι ἔλαβον τὰ ἰδικά μας θύματα. Ἐπίσης καὶ τὰ θύματα τῆς Γιουγκοσλαβίας καὶ τῆς Γαλλίας, καὶ αὐτὰ ἔλαβον περισσότερα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσηγεῖται ἓν ἀπαράδεκτον ἔνδικον μέσον. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ ἀνατρέπεται ἡ ἔννοια τῶν τελεσιδίκων δικαστικῶν ἀποφάσεων. Διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ ἔρχεται νὰ ἀναστατώσῃ ἕνα ὁλόκληρον κόσμον καὶ νὰ παρατείνῃ τὴν ἀγωνίαν του. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 3, ἀλλὰ νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ δοθῇ μία παράτασις τῆς προθεσμίας διὰ νὰ δυνηθοῦν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπέβαλον αἰτήσεις νὰ ὑποβάλουν τοιαύτας. Προτείνω ἑπομένως τὴν ἀπάλειψιν τῶν παραγράφων 3 καὶ 4 καὶ τὴν ἀναδιάρθρωσιν τοῦ ἄρθρου 3 ὡς ἑξῆς: «..... (ἀναγινώσκει) ...........». Εἶναι ἀπαραίτητον ὅπως ἡ τροπολογία αὕτη γίνῃ δεκτή. Περαιτέρω ὅπως ἀνέπτυξα καὶ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου ἠγνοήθησαν καὶ ἄλλαι κατηγορίαι θυμάτων τοῦ ναζισμοῦ διὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχει θέμα λήψεως νομοθετικοῦ μέτρου, ὥστε νὰ τύχουν καὶ αὐτοὶ εἰδικῆς καὶ ἠθικῆς ἀποκαταστάσεως ὅπως ἔτυχον ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τοὺς κατακτητάς. Εἶναι τοῦτο ζήτημα τιμῆς καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, ἥτις ἀφορᾷ τὰ θύματα πολέμου διὰ τὰ ὁποῖα ὅλοι μας ἐνδιαφερόμεθα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§89Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω, ὅτι χρειάζεται νὰ ἀγορεύσω. Ἐξέθεσα τὰς Κυβερνητικὰς ἀπόψεις καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ. Ἐπίσης ἤκουσα καὶ τὰς ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Χρειάζεται ὅμως νὰ προβῶ εἰς δύο διευκρινήσεις: Ἔγινε πολὺ λόγος περὶ ἀγωνιστῶν ἀντιστάσεως καὶ δὴ ὑπὸ τοῦ τελευταίου ὁμιλητοῦ. Ἐπιθυμῶ νὰ καθορίσω, ὅτι συμφώνως πρὸς τὰς συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι ὑπεγράφησαν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν μὲ ὅλας τὰς χώρας, δὲν ἀποζημιοῦνται ἀγωνισταί, ἀποζημιοῦνται θύματα ἰδεολογικά, φυλετικὰ ἢ θρησκευτικὰ καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐμμένει εἰς τὴν ἄποψιν αὐτὴν καὶ αὐτὴν ἐφαρμόζει. Αὐτὴ εἶναι ὄχι ἡ ἐπίσημος ἁπλῶς θέσις ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ πρακτικὴ θέσις ἡμῶν καὶ ἐπιθυμῶ ὅπως αὕτη καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά, διότι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παραβιάσωμεν τὴν διεθνῆ συμφωνίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεγράψαμεν καὶ ἡ ὁποία εἶναι ὁμοία μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὑπέγραψαν καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις. Εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμφωνίας αὐτῆς εἶναι δυνατὸν εἰς μερικὰς περιπτώσεις νὰ συμπίπτῃ τὸ ἰδεολογικὸν θῦμα μὲ παλαιὸν ἀγωνιστὴν ἢ καὶ νὰ ἔγινε κἄποιο λάθος, ἀλλὰ γενικῶς ἐφαρμόζονται αἱ ἀρχαὶ αἱ ἀπορρέουσαι ἐκ τῆς συμφωνίας. Δεύτερον, θὰ ἤθελον νὰ προβῶ εἰς τὴν ἑξῆς διευκρίνησιν, τὴν ὁποίαν ἀποφασίζω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνώπιον τῆς πιέσεως τοῦ Σώματος, ὥστε τοὐλάχιστον πρακτικῶς νὰ ἐλαφρύνω τὰς περιπτώσεις αὐτὰς εἰς τὰς ὁποίας κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ ἐπιμείνω. Θέλω νὰ καθορίσω, ὅτι διὰ τῆς ἐπισήμου ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδω αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἡ ὁποία θὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ ἐν προκειμένῳ, ἂς εἴπωμεν, τὴν ἔφεσιν, θὰ ἀναλάβῃ, λέγω, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀσκήσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἔναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἰσέπραξαν ἤδη ἀποζημίωσιν. Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ὑπάρχει καὶ εἷς εἰδικὸς λόγος. Ὄχι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε, κ. συνάδελφοι, αὐτὸν δὲν τὸν δέχομαι. Ὑπάρχει ὅμως τὸ ὅτι ἀφοῦ τὰ εἰσέπραξαν ἐδημιουργήθη μία εὐθύνη κρατική, δικαιολογημένη μέν, διότι τὸ θέμα εἶναι πολύπλοκον καὶ ἀφορᾷ χιλιάδας προσώπων, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ἡ κρατικὴ μηχανὴ ἐδέχθη νὰ γίνῃ ἡ καταβολή, πρέπει νὰ ἐλέγξῃ καὶ τὰς ὑπαρχούσας γραπτὰς ἀποδείξεις. Δι’ αὐτὸ δίδω αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ θὰ ἐφαρμοσθῇ μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν εἰσέπραξαν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Παπασταύρου, ἔχει τὸν λόγον.
§91Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἀδικεῖ ἑαυτὴν καὶ τὴν νοημοσύνην της ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ νομίζῃ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ ρυθμίσῃ μίαν ἀνώμαλον κατάστασιν, ἥτις ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὴν ὑποβολὴν αἰτήσεων μὴ πραγματικῶν δικαιούχων. Οἱ ἀριθμοὶ οἵτινες ἔχουν ἀναφερθῆ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τὴν ἀποψινὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, προδίδουν ὅτι τὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν καθυστέρησιν τῆς καταβολῆς τῶν ἐπιδικασθέντων εἰς τοὺς δικαιούχους ποσῶν. Τὸ συνολικὸν ποσὸν τῶν Γερμανικῶν ἀποζημιώσεων ἀνέρχεται εἰς 800 ἕως 900 ἑκατομμύρια δραχμάς. Εἶναι προϊὸν ἀποδοχῆς 114 ἑκατ. μάρκων, ὡς ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τῆς Ναζιστικῆς κατοχῆς. Εἶπεν, ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι οἱ δικαιοῦχοι ἀνέρχονται εἰς 50.000, ἐκ τῶν ὁποίων 2.000 ἐκρίθησαν ὕποπτοι καὶ ἀμφίβολοι δικαιοῦχοι ἀποζημιώσεως. Δι’ αὐτοὺς ἀναλογεῖ τὸ ποσὸν τῶν 30–40 ἑκατομ. δρχ. Ἀπομένουν ἑπομένως 850 ἑκατομ. δρχ. διὰ τὴν καταβολὴν εἰς τοὺς ἄλλους τοὺς κριθέντας ὡς νομίμους καὶ πραγματικοὺς δικαιούχους. Διατὶ καθυστερεῖ ἡ καταβολὴ εἰς τούτους τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ; Καὶ εἶναι οὗτοι πλέον τῶν ⅔, διότι μόνον τὸ ⅓ ἐπληρώθη ὡς τώρα καὶ τοῦτο ἔλαβε τὸ ἥμισυ τῆς ἀποζημιώσεως. Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἐντολὴν νὰ καταβληθῇ ἡ ἀποζημίωσις εἰς τοὺς κριθέντας ὡς καλῶς δικαιουμένους, διὰ δὲ τοὺς ὑπόπτους ἄς τοὺς μηνύσῃ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν διὰ νὰ δώσουν λόγον τῶν ἀνακριβῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς τὸ δικαστήριον. Ἐὰν ἔχουν εἰσπράξει τὸ ποσόν, νὰ ὑποχρεωθοῦν εἰς τὴν ἐπιστροφήν του ἂν δὲ δὲν ἔχουν πληρωθῆ νὰ μὴ τοὺς καταβληθῇ ἡ ἀποζημίωσις. Δὲν ὑπάρχει κανένα ἐμπόδιον, διὰ νὰ δώσῃ αὐτὴν τὴν ἐντολὴν ὁ κ. Ὑπουργός. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διέθεσε τὰ ποσὰ αὐτὰ τῶν Γερμανικῶν ἀποζημιώσεων καὶ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ καταβάλῃ τὰ ὑπόλοιπα, δι’ ὃ καταφεύγει εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ νὰ κερδίσῃ χρόνον. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Κ. Γ. Ροδόπουλος).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τελειώσητε, διότι ἔχω ἀναλάβει τὴν δέσμευσιν ἐντὸς ἡμιώρου νὰ περαιωθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἤδη ἔχει παρέλθει μία καὶ ἡμίσεια ὥρα. Ἄν ἐπιμένετε νὰ ὁμιλήσητε διὰ μακρῶν ὑποχρεωτικῶς θὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ.
§93Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Περαίνων προτείνω ὅπως διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 3, διότι πρόκειται περὶ διατάξεως ἀποσκοπούσης εἰς ταλαιπώρησιν τῶν δικαιούχων. Νὰ ἐπικυρωθοῦν διὰ τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 αἱ πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τῶν ὁποίων παρετάθησαν αἱ προθεσμίαι χορηγουμένης καὶ μηνιαίας τοιαύτης διὰ τοῦ παρόντος δι’ ὅσους δὲν ἔχουν ὑποβάλει αἰτήσεις.
§94Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἀφοῦ ὁ κ. Παπασταύρου εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ προστατεύσῃ τὴν νοημοσύνην μου καὶ ἐγὼ θὰ θελήσω νὰ τοῦ εἶμαι εὐχάριστος. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν τοῦ δηλῶ, ὅτι πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ καταβληθῇ ἀμέσως ἡ πρώτη δόσις τῶν ἀποζημιώσεων εἰς ὅσους κατέχουν ἀποφάσεις καὶ δὲν ὑπάρχει ὑποψία. Συνεπῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Παπασταύρου, δὲν ὑπάρχει, διότι μόλις ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς ὀλίγου χρόνου θὰ γίνῃ ἡ καταβολὴ ὡς ἀνωτέρω εἶπον.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θέλετε νὰ ψηφισθῇ ἢ νὰ κρατηθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§96Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Λοιπόν, προβαίνω εἰς τὴν διευκρίνισιν ὡς πρὸς τὴν τροποποίησιν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσέπραξαν ἤδη τὴν ἀποζημίωσιν.
§97Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ νομικὴ δέσμευσις, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ δήλωσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§98Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι ἡ δήλωσίς μου, ὅτι δὲν θὰ ἀσκηθῇ ἔφεσις διὰ τὰς περιπτώσεις αὐτάς, εἶναι δεσμευτικὴ ἀπολύτως.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου;
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον νόμου: «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 184) 2.12.61 καὶ 38)25.4.62 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 4178)61». Ἄρχεται ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις. Ἄρθρον 1. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§102Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διατήρησις τοῦ ἄρθρου 3 ἀποτελεῖ τορπιλλισμὸν τῆς ὅλης ὑποθέσεως καὶ θὰ πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου;
§104Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη, ὅπου ἐγένετο ἡ πληρωμή, νὰ μὴ ἀσκηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως. Τοῦτο ἀποτελεῖ πρόοδον. Θὰ ἤθελα νὰ προτείνω μίαν μέσην λύσιν. Εἰς τὰς περιπτώσεις ὅπου, κατόπιν παρεμβάσεως τοῦ Δημοσίου, ὑπῆρξε δευτέρα κρίσις καὶ ὁ ἐνδιαφερόμενος ἐκρίθη ἐκ δευτέρου ὡς πραγματικὸς δικαιοῦχος, εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις, ὅπου ὑπῆρξεν ἀντιδικία τοῦ Δημοσίου, νὰ μὴ ἀσκηθῇ τὸ δικαίωμα ἀναθεωρήσεως καὶ νὰ περιορισθῇ τοῦτο εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις, ὅπου δὲν ὑπῆρξε παρέμβασις τοῦ Δημοσίου.
§105Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ πρέπει, ἴσως νὰ ἀρχίζω νὰ φοβοῦμαι, διότι ὁ κ. Ἐφραιμίδης εἶπεν, ὅτι ἔκαμα ὡρισμένας προόδους. Ἐν τούτοις, κατόπιν, τῆς συνηγορίας τοῦ ἐκ Χανίων συναδέλφου, δέχομαι τὴν πρότασιν, ἐλπίζων, ὅτι αἱ ἐν λόγῳ περιπτώσεις δὲν θὰ εἶναι πολλαί, καὶ διὰ νὰ διευκολύνω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Πρέπει νὰ ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ἡ δευτέρα διαδικασία ἔγινε χωρὶς παρέμβασιν τοῦ Δημοσίου, καὶ μὲ τὰ αὐτὰ στοιχεῖα. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἀντὶ νὰ κρίνῃ ὁ Πρόεδρος, ἔκρινε τὸ Πρωτοδικεῖον. Ἐπειδὴ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχουν πολλαὶ περιπτώσεις, δέχομαι νὰ ἐξαιρεθοῦν αὗται καὶ παρακαλῶ ἡ δήλωσίς μου νὰ ἀποτελέσῃ εἰδικὸν ἄρθρον.
§106Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δίδετε προθεσμίαν 90 ἡμερῶν εἰς περίπτωσιν ἀναστολῆς ἐκτελέσεως ἀποφάσεως. Θὰ παρεκάλουν νὰ ταχθῇ προθεσμία 30 ἡμερῶν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 184)2.12.61 καὶ 38)25.4.1962 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 4178)61». Καταθέτω σχέδιον τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ «περὶ προσθήκης μεταβατικῆς διατάξεως εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς», δηλ. τοῦ Ὀργανισμοῦ, τῶν ὑπαλλήλων. Τοῦτο ἀφορᾷ τὴν μονιμοποίησιν τῶν ἐκ τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων ἐχόντων πενταετῆ ὑπηρεσίαν. Ἡ μονιμοποίησις θὰ γίνῃ τυπικῶς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, οὐσιαστικῶς ὅμως ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου καὶ δύο μελῶν τοῦ ΑΣΔΥ, Ἐπιτροπῆς ἥτις θὰ κρίνῃ ἐλευθέρως ἐξετάζουσα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἤθελεν κρίνει τὰς ἱκανότητας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ τῆς ὁποίας Ἐπιτροπῆς ἡ γνωμοδότησις θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει ἀνθρωπιστικὴν κυρίως σημασίαν, διότι πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν 13, 14 καὶ 15 ἔτη, αὐτοὶ δὲ οἱ ἄνθρωποι εἶναι εἰς τὸ ἔλεος τοῦ πρώτου Προέδρου δυναμένου νὰ τοὺς ἀπολύσῃ ἀμέσως δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεώς του. Ἔκρινον ὅμως, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω μὲ τὶ προσόντα διωρίσθησαν, ἐπιβεβλημένον νὰ συστήσω αὐτὴν τὴν Ἐπιτροπήν, τοῦ ΑΣΔΥ, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ καὶ θὰ καταρτίσῃ τὸν πίνακα ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὸς διὰ τὸν Πρόεδρον. Νομίζω, ὅτι εἶναι σχέδιον 100% ἀδιάβλητον καὶ ἀφοῦ διανεμηθῇ ἡ ἐν λόγῳ πρότασις, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὴν ψηφίσωμεν εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων.
§110Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Νὰ μᾶς ὁρίσητε ἡμέραν ψηφίσεως, κ. Πρόεδρε, ὄχι νὰ τὸ φέρετε ἐξ ἀπίνης.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπασταύρου, ἔχετε μία συνήθειαν νὰ μεταχειρίζεσθε λέξεις κατὰ τρόπον ποὺ δὲν πρέπει. Παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε τὸ ἐξ ἀπίνης, μὲ ἐξυβρίζετε αὐτὴν τὴν στιγμίν, ἡ κατάθεσις ἑνὸς νομοσχεδίου εἶναι μόνον κατάθεσις, δὲν συνεπάγεται συζήτησιν.
§112Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ὅπως διετυπώσατε τὴν πρότασίν σας ἀφήσατε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἰς μίαν τῶν συνεδριάσεων αὐτῶν, χωρὶς κἂν νὰ γραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, θὰ τὸ ψηφίσητε.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ τὸ εἴδατε; Αὐτὸ εἶναι μία δικαιολογία, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀξία βουλευτοῦ, σᾶς παρακαλῶ δέ, ὅταν ὁμιλῆτε πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Σώματος, νὰ μὴ χρησιμοποιῆτε παρομοίας ἐκφράσεις. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Θανόπουλος). Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Περρωτῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§114Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν.)
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν Βʹ συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Δ. τῆς 14.11.56 «περὶ ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἰσολογισμῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν» τῆς ὑπ’ ἀριθ. 46652)2997 τῆς 3.12.56 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορίου καὶ τοῦ Β. Δ. τῆς 14.9.1957 «περὶ προσαρμογῆς τῶν Ἰσολογισμῶν τῶν Ἑταιρειῶν μὲ κεφάλαιον εἰς ξένον νόμισμα». Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§116Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ συνάδελφος κ. Ζορμπᾶς ἔθιξε τὸ θέμα τῆς δημοσιεύσεως τῶν Ἰσολογισμῶν τῶν Α.Ε. εἰς τὸν οἰκονομικὸν Τύπον. Τὸ θέμα εἶχεν ἔλθει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συζήτησιν σχετικοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1962. Τότε ἐπροτάθη ὅπως τὸ θέμα ρυθμισθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς δημοσιεύσεως τῶν Ἰσολογισμῶν εἰς οἰκονομικὰ φύλλα νὰ μὴ φαίνεται ὅτι ἀσκεῖται κατὰ προτίμησιν καὶ μὲ κριτήρια εὐνοίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε δηλώσει τότε ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις προτιμήσεως. Ἀπεδείχθη ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε δίκαιον καὶ ὄχι ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν δήλωσιν αὐτὴν προέβη εἰς τὴν προτίμησιν. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ τοῦ ἀπαντήσῃ ἐν καιρῷ. Τὸ θέμα ὅμως εἶναι συναφὲς μὲ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον καὶ εἶναι χρήσιμον νὰ διευκρινισθῇ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀπὸ 12 Ἐφημερίδας Οἰκονομικὰς ἔχουν προτιμηθῆ μόνον 6. Ἀπὸ τὰς ὑπολοίπους 6, ὑπάρχουν ἀρκεταί, αἱ ὁποῖαι ἐκδίδονται ἀπὸ 20ετίας καὶ 30ετίας ἀκόμη καὶ δὲν πρόκειται περὶ λαθροβίων ἐντύπων. Συνεπῶς ἡ διάκρισις θίγει τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσοτίμου μεταχειρίσεως τοῦ Τύπου καὶ τὴν ἐλευθεροτυπίαν. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ ὑπάρχουν ἀποφάσεις ἀλλεπάλληλαι τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, αἱ ὁποῖαι θεωροῦν ἀκύρους τὰς ἀποφάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὰς ὁποίας ἐγένετο ἐπιλογὴ ὡρισμένων Ἐφημερίδων καὶ ἐξηρέθησαν ἄλλαι. Ἔχομεν τὸ δεδομένον, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Σ. Ἐπικρατείας δὲν ἐφαρμόζονται καὶ ἀντιθέτως ἔχομεν ἀποφάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐμπορίου ἀντιτιθεμένας πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Σ. Ἐπικρατείας. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἔχει ἰδιαιτέρους λόγους προτιμήσεως τῶν 6 αὐτῶν ἐφημερίδων. Φοβοῦμαι, ὅτι ἐὰν ἐπιμείνῃ νὰ διατηρήσῃ αὐτὸ τὸ προνόμιον ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει διάθεσις ἐν παντὶ καὶ πάντοτε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμφανίζεται ὅτι εὐνοεῖ τὴν αʹ μερίδα εἰς βάρος τῆς ἄλλης. Συμβαίνει νὰ μὴ ἔχωμεν οὐδεμίαν σχέσιν οὔτε προσωπικῶς οὔτε ὡς παράταξις μὲ καμμίαν ἀπὸ τὰς κατηγορίας αὐτὰς τῶν ἐφημερίδων. Ἀλλά, εἶναι τόσον δικαία ἡ περίπτωσις, ὥστε θὰ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατυπώσῃ τὴν διάταξιν, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀποκαθιστᾷ ἴσην μεταχείρισιν τῶν ἐφημερίδων καὶ νὰ τὴν ἀπαλλάσσῃ ἀπὸ μίαν κατηγορίαν.
§117Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, διότι θὰ ἀναγκασθῶ νὰ παρακολουθήσω τὴν ἐκτροπὴν τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἀπὸ συζήτησις ἑνὸς νομοσχεδίου μετεβλήθη εἰς ἐπερώτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐμπορίου διὰ τελείως ἄσχετον θέμα. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ὡρισμένας ἐξηγήσεις καὶ τοῦτο ἐξ ἀνάγκης, ἐπαναλαμβάνω, διότι δὲν θέλω νὰ βοηθήσω τοὺς ὁμιλήσαντας ἐπὶ τοῦ προκειμένου βουλευτὰς εἰς τὸ νὰ δημιουργήσουν ὡρισμένας ἐντυπώσεις. Εἶπον, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ δώσω τὴν δέουσαν ἀπάντησιν εἰς τὸν δέοντα χρόνον, ὁ δὲ χρόνος κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν περὶ τοῦ δέοντος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει κατὰ τὰ κρατοῦντα κατὰ τὰς συζητήσεις ἐνώπιον τοῦ Σώματος νὰ δίδωνται ἀπαντήσεις. Νομίζω, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσητε ἂν σφάλλω, διότι δὲν μετεῖχον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἕως τώρα, διὰ πρώτην φορὰν ἐμφανίζεται ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς νομοσχεδίου νὰ τίθεται ἐξ ἀπίνης ἕνα θέμα ἐπερωτήσεως ἀφορῶν ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ. Παρ’ ὅλον ὅτι εἶναι τελείως ἀβάσιμα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν θὰ ἤθελον νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας νομίζω, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὅπως γνωρίζετε ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας τὸν ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, προβλέπει τὴν ἀναγκαίαν δημοσίευσιν τῶν προσκλήσεων διὰ τὰς Συνελεύσεις καὶ τῶν ἰσολογισμῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν εἰς ὡρισμένας ἐφημερίδας, τόσον ἡμερησίας ὅσον καὶ ἑβδομαδιαίας. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ὡρισμένα κριτήρια, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ παραδεχθῇ ὁ νομοθέτης, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνεται ἡ δημοσίευσις τῶν προσκλήσεων καὶ τῶν ἰσολογισμῶν εἰς οἱανδήποτε ἐφημερίδα. Τὰ κριτήρια κυρίως εἶναι δύο. Ὁ χρόνος τῆς ἐκδόσεως πρῶτον καὶ δεύτερον ὁ κύκλος τῆς ἐκδόσεως. Ἐάν, δηλαδή, ἡ ἐφημερὶς αὕτη εὑρίσκεται ἐν κυκλοφορίᾳ ἀπὸ 2ετίας ἢ ἐὰν ἔχῃ 3.000 φύλλα κυκλοφορίας. Αὐτὰ πρέπει νὰ διατυπωθοῦν. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς εἶναι τὸ θέμα, ἐὰν αὐτὰ ἔχουν διαπιστωθῆ δι’ ὡρισμένας ἐφημερίδας, ὅτι συντρέχουν αἱ προϋποθέσεις ἢ ἐὰν δὲν ἔχῃ διαπιστωθῆ. Δὲν εἶναι ἑπομένως οὔτε θέμα προτιμήσεως, οὔτε θέμα ἰσότητος. Θὰ ἦτο δὲ παράδοξον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος ἐπὶ τόσον ἐνδιαφέροντος θέματος καὶ ὄχι ἡ ἀρχὴ ἡ συνάδουσα πρὸς τὸν νόμον. Ἡ βασικὴ ἀρχή, ἡ Ἀριστοτέλειος, ὅτι διττὸν τὸ ἴσον τὸ κατ’ ἀριθμὸν καὶ κατ’ ἀξίαν τυγχάνει, περισσότερον παρὰ ποτὲ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν προκειμένῳ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἰσότητος ἐπὶ ἀνομοιογενῶν πραγμάτων. Τηρεῖται ὁ νόμος καὶ ἡ δημοσίευσις γίνεται εἰς τὰς ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὰς προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας προανέφερον. Διὰ τὴν ἀνεύρεσιν αὐτῶν τῶν ἐφημερίδων ἔγινε ἔρευνα ἐμπεριστατωμένη καὶ ἔν τινι μέτρῳ ἀντικειμενική. Δύναμαι δὲ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν. Δι’ ὡρισμένας ἐφημερίδας δὲν συνέτρεχον τὰ κριτήρια τοῦ νόμου, δὲν ὑπῆρχε ἡ ἀναγκαία κυκλοφορία. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ Ὑπουργεῖον Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἐστηρίχθη εἰς ἄλλην ἐκτίμησιν. Εἶχον διάφορον γνώμην. Τὸ θέμα ἐξακολουθεῖ νὰ εὑρίσκεται ὑπὸ μελέτην καὶ ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος τὰς προσεχεῖς ἡμέρας θὰ συνεργασθῶ μετὰ τοῦ κυρίου συναδέλφου ἐπὶ τοῦ Τύπου διὰ νὰ ἐξετάσωμεν ἐκ νέου τὰς περιπτώσεις μίαν πρὸς μίαν καὶ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν αἱ διάφοροι ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι ἔχουν παράπονα, διότι δὲν ἐτέθησαν εἰς τὸν κατάλογον ἔχουν δίκαιον ἢ ἄδικον. Ἐκεῖ εἶναι τὸ θέμα. Ὑπεβλήθη ὑφ’ ἑνὸς τῶν ἐνδιαφερομένων προσφυγὴ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Ἀνεφέρθη προηγουμένως ὅτι ἐγένοντο πολλαὶ προσφυγαί. Ἐγὼ μίαν καὶ μόνην γνωρίζω καὶ μίαν καὶ μόνην ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, κρῖνον ἐπὶ τῆς προσφυγῆς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Προεδρίας Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Ν. «περὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν», ὤφειλε νὰ βεβαιώσῃ ὅτι συντρέχουν τὰ κριτήρια περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησα προηγουμένως, ἔδωσε μίαν σχετικὴν βεβαίωσιν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ τὴν αἰτιολογήσῃ ἐπαρκῶς. Διὰ τοῦτο καὶ διὰ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ἐθεώρησε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐμοῦ δηλαδή, ἐν προκειμένῳ, ὡς προσβλητέαν, ἀκυρωτέαν καὶ ἐζήτησεν ὅπως συμμορφωθῶμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα, πρὸς τὴν ἐπιταγὴν τοῦ νόμου, ὅπως τὴν ἡρμήνευσεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀκριβῶς ἐπηκολούθησεν ἐπαφὴ μετὰ τοῦ συναδέλφου μου καὶ ὄντως ὅπως σᾶς εἶπα ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν θὰ ἴδωμεν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ μία ἑκάστη ἐκ τῶν ὑποθέσεων καὶ πῶς ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τοῦ Τύπου θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ δώσῃ γνωμάτευσιν ᾐτιολογημένην, ὅπως τὴν θέλει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Περιττὸν θεωρῶ νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θὰ μοῦ εἶναι σεβαστὴ καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχω λόγον νὰ πράξω τὸ ἐναντίον, θὰ ἀκολουθήσω πιστῶς καὶ ἀπαρασαλεύτως τὴν ἀπόφασιν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ὑπάρχῃ θέμα. Καὶ τώρα ἔρχομαι ἐκεῖ ὅπου ἐξεκίνησα. Νομίζω, ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι μεγάλης τῷ ὄντι ὑποθέσεως τῆς τακτοποιήσεως τῶν ἰσολογισμῶν ποὺ παραμένουν ἐκκρεμεῖς, λόγῳ μιᾶς παρεμβληθείσης ἀποφάσεως τῶν ἰσολογισμῶν ποὺ παραμένουν ἐκκρεμεῖς, λόγῳ μιᾶς παρεμβληθείσης ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, παραμένει αὐτὸ τὸ θέμα ἐκκρεμὲς καὶ θέλω νὰ κάμω μίαν ἐπίκλησιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως παραγνωρίζουσα ὅλα τὰ παρεμπίπτοντα θέματα διὰ λόγους τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω αὐτὴν τὴν στιγμήν, προχωρήσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τοῦ ὁποίου ὁ χαρακτὴρ εἶναι ἐπείγων καὶ ἐπιτακτικός.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Μπουγᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§119Χ. ΜΠΟΥΓΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Β. Δ)τος τοῦ ὁποίου τὴν ἐπικύρωσιν ἐπιδιώκει τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, πολλαὶ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι προέβησαν εἰς ἀναπροσαρμογὴν τῶν ἰσολογισμῶν των, βάσει δὲ ταύτης ἀναπροσήρμοσαν τὸ μετοχικόν των κεφάλαιον καὶ τὴν ὀνομαστικὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν των, τροποποιήσασαι ἅμα καὶ τὰς σχετικὰς περὶ κεφαλαίου διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ των. Προσέτι δὲ προέβησαν εἰς τὴν ἔκδοσιν νέων τίτλων μετοχῶν μὲ τὴν ἀναπροσηρμοσμένην ὀνομαστικὴν ἀξίαν, ἀντικαταστήσασαι τοὺς παλαιούς. Τὸ Β. Δ. τοῦτο καίτοι ἐξεδόθη μετὰ γνώμην τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἐκρίθη παρ’ αὐτοῦ παρεμπιπτόντως δικάζοντος ἐπὶ φορολογικῆς τινος ὑποθέσεως, ὅτι ἐξεδόθη ἄνευ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἑπομένως ἦτο τοῦτο ἄκυρον. Ἐνῷ, ὅμως νῦν, ὀρθῶς καὶ δικαιολογημένως διὰ τοῦ προτεινομένου σχεδίου νόμου προτείνεται ἡ κύρωσις τοῦ αὐτοῦ ὡς ἄνω διατάγματος, οὐδεμία πρόβλεψις γίνεται περὶ ἐκείνων οἵτινες ὑπέστησαν ἀδίκως καὶ ἀδικαιολογήτως τὴν δυσμενῆ κρίσιν φορολογικῶν δικαστηρίων, λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ γεγονότος, ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἐκρίθη τοῦτο ἄκυρον. Δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα καὶ ἐπειδὴ ὡρισμέναι ἐπιχειρήσεις διώκονται εἰσέτι ἀπὸ τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους καὶ πρὸς τακτοποίησιν τῆς ἐκκρεμότητος αὐτῆς, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 1ον προστεθῇ παράγραφος 2α ἡ ὁποία ἔχει οὕτω: «Ὑποθέσεις ἀφορῶσαι τὴν ρύθμισιν φορολογικῶν ὑποχρεώσεων ἐπιχειρήσεων κριθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου ἢ παντὸς φορολογικοῦ δικαστηρίου καὶ πάσης ἐκδικαστικῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τρόπον διάφορον, τοῦ ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ κυρωμένου διατάγματος προβλεπομένου, ἐπαναφέρονται πρὸς ἐπανεξέτασιν καὶ κρίσιν ἐνώπιον τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου ἢ τῶν ἁρμοδίων νῦν Φορολογικῶν Δικαστηρίων συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος καὶ ἐντὸς 3μήνου ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος». Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως δεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν καὶ δοθῇ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανεξετασθοῦν αἱ ὑποθέσεις αὐταὶ διότι ταλαιπωροῦν ὡρισμένας ἐπιχειρήσεις. Ἐπίσης θέλω νὰ τονίσω, ὅτι ἡ τροπολογία μου δὲν θίγει οὐσιαστικὰς διατάξεις, ἀλλὰ ἀποβλέπει εἰς τὴν τακτοποίησιν ἐκκρεμότητος ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη παρὰ τὴν θέσιν τῶν ἐπιχειρήσεων, αἱ ὁποῖαι εἰσέτι ταλαιπωροῦνται.
§120Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπορίου). Νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ὁμιλήσαντος συναδέλφου, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἡ τροπολογία του δὲν ἀναφέρεται εἰς οὐσιαστικὴν διάταξιν. Ὅταν εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ τροπολογίαν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀνέπτυξα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρόκειται περὶ τροπολογίας ἐπὶ τῆς οὐσίας. Πρόκειται περὶ συνεχίσεως μιᾶς προσφυγῆς πρὸς τὰ ἁρμόδια διοικητικὰ καὶ δικαστικὰ ὄργανα. Ἐφ’ ὅσον ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας τιθέμεθα, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ τοῦ λοιποῦ εἶναι τελείως νέα, εἶναι πολὺ φυσικόν, ὅλαι αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν νὰ ἐπανεξετασθοῦν. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐθεώρησα περιττὴν τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ οὐσίᾳ της εἶναι ὀρθὴ τὴν ἀποδέχομαι.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Παπασταύρου, ἔχει τὸν λόγον.
§122Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, χαίρω, διότι μεταβάλατε πορείαν ἀπὸ τὴν ἐκ πρὸ ὀλίγου ἐκφρασθεῖσαν γνώμην σας. Εἴπατε, ὅτι θὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπουγᾶ, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου ἐκ Πειραιῶς κ. Ντάγγα τροπολογίαν. Εἴχατε ἀναπτύξει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ἐδέχεσθε οὐδεμίαν τροπολογίαν ξένην πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Φαίνεται, ὅτι δὲν εἴχατε προσέξει ἐπαρκῶς τὴν τροπολογίαν τοῦ συναδέλφου κ. Ντάγγα καὶ τὴν προταθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου κ. Μπουγᾶ τροπολογίαν, αἱ ὁποῖαι καὶ αἱ δύο ἀποβλέπουν πλήρως εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Ἡ τροπολογία τοῦ συναδέλφου κ. Ντάγγα ἔχει διατυπωθῆ ἀπὸ τὴν 6ην Μαρτίου τοῦ 1963. Δὲν ἠννόησα, ὅμως ποίαν τροπολογίαν θὰ ἀποδεχθῆτε. Τοῦ κ. Ντάγγα ἢ τοῦ κ. Μπουγᾶ; Διότι καὶ αἱ δύο εἶναι σχετικαί. Διὰ νὰ μὴ γίνῃ καμμία παρανόησις ἐπὶ τῆς ἀποδεχθείσης τροπολογίας παρακαλῶ πολὺ νὰ ἀναπτύξετε εἰς τὸ Σῶμα ποίαν τροπολογίαν ἐδέχθητε.
§123Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπορίου). Νομίζω, ὅτι πρὸς διευκρίνισιν τοῦ θέματος καὶ διὰ νὰ μὴ παρεισφρήσῃ παρανόησις, θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ ἀναγνώσω τὴν τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἀποδέχομαι. Ἔχει ὑποβληθῆ ἀπὸ πολλοὺς ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων. Ἡ τροπολογία αὐτὴ ἀναφέρεται εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον καὶ περιέχει ἐκ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ὑπεβλήθη, τὴν πρώτην παράγραφον. Μετὰ τὴν πρώτην παράγραφον καὶ μετὰ τὴν παράθεσιν τοῦ Διατάγματος, τίθεται, ὡς δευτέρα παράγραφος, ἡ τροπολογία ἡ ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Παράγραφος δευτέρα. Ὑποθέσεις ἀφωρῶσαι... (ἀναγινώσκει)...». Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἀποδέχομαι.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§125Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου δὲν διεφώτισε πλήρως τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἰσολογισμῶν εἰς ὡρισμένας ἐφημερίδας.
§126Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐμπορίου). Κύριε Ζορμπᾶ, μὴ ἐπιμένετε.
§127Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι θέμα τάξεως. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ αἴτησις τοῦ αἰτήσαντος διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος αὐτῆς ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας μόνον ἐκ λόγου, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Προεδρίας Κυβερνήσεως ἔδωκε πίνακας χωρὶς νὰ δώσῃ συγκεκριμένα στοιχεῖα. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ τὰ ἴδια στοιχεῖα ἔδωκε τὸ Ὑπουργεῖον Προεδρίας Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὰς 12 ἐφημερίδας. Διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀφαιρεῖ τὰς 6 ἐφημερίδας; Τὸ θέμα τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἰσολογισμῶν ἀφορᾷ τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας τῆς 5 Ἀπριλίου, καθὼς ἐπίσης καὶ σημερινὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, εἰς ἣν ἀναφέρεται, ὅτι οἱ ἰσολογισμοὶ τῶν 20 Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν κακῶς παρετέθησαν εἰς τὰς ἀποκλεισθείσας παρανόμως ἐφημερίδας καὶ εἶναι ἄκυροι. Ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἀναγκάζονται αἱ Ἀνώνυμοι Ἑταιρίαι νὰ ἀναφέρουν τὸ θέμα αὐτὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἰσολογισμῶν των ἐκ νέου εἰς τὰς γενικάς των Συνελεύσεις. Τὸ θέμα, κ. Ὑπουργέ, δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας. Ἐκτὸς τοῦ, ὅτι ἀνεστατώθησαν 20 Ἀνώνυμοι Ἑταιρίαι, προκύπτει καὶ θέμα ἐφαρμογῆς τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Πρὸ 20 ἡμερῶν πρὶν ἢ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς διὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα, ἐξενυκτήσαμεν συζητοῦντες τὸ νομοσχέδιον περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Θὰ ἐνθυμῆσθε ὅλοι τὶ ἀγὼν ἐγένετο ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν διὰ τὴν τήρησιν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἔρχομαι σήμερον καὶ ἐπισημαίνω τοῦτο καὶ λέγω, ὅτι δὲν θὰ διοικηθῇ καλῶς ὁ τόπος αὐτός, δὲν θὰ προκόψῃ, ἐὰν δὲν λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν καὶ ἂν δὲν γίνωνται σεβασταὶ καὶ δὲν ἐκτελοῦνται αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1;
§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, τὸ ἄρθρον 1 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. (Ὡσαύτως, γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα δεύτερον, τρίτον καὶ τέταρτον, ὡς ἔχουν). Δεκτὸν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου;
§131ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «κυρώσεως τοῦ Β. Δ. τῆς 14.11.56 «περὶ ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἰσολογισμῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν» τῆς ὑπ’ ἀριθ. 46652)2997 τῆς 3.12.1956 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορίου καὶ τοῦ Β. Δ. τῆς 14.9.1957 «περὶ προσαρμογῆς τῶν ἰσολογισμῶν τῶν Ἑταιρειῶν μὲ κεφάλαιον εἰς ξένον νόμισμα». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου νόμου τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 3395)55 περὶ συνταξιοδοτήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀτμηλάτων σιδηροδρόμων». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§133Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ Ὑπουργοί, Συγκοινωνιῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Ἐργασίας, ὑπέβαλον ἀπόψε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι σοβαρωτάτη καὶ τροποποιεῖ βασικὰς διατάξεις τοῦ σχεδίου νόμου τούτου. Ἡ τροπολογία αὐτὴ ὑποβάλλεται ἀντισυνταγματικῶς, διότι δὲν συνοδεύεται ἐκ τῶν ἐκθέσεων αἱ ὁποῖαι προβλέπονται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ἀπόψε, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζορμπᾶ, δὲν ἔχετε δίκαιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι τοῦτο ἐγένετο προχθὲς δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὴν βʹ συζήτησιν.
§135Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τροποποιητικῆς διατάξεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν, εἰσάγει νέας διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§136Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Ζορμπᾶ, ἡ τροπολογία αὐτὴ ὑπεδείχθη ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχον ὅλα τὰ κόμματα καὶ ἐγένετο ἀποδεκτόν, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς θὰ συμπληρωθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ ἐπανορθωθοῦν ὅλαι αἱ ὑφιστάμεναι ἀδικίαι. Κύριε συνάδελφε, ἡ τροπολογία αὐτὴ ἰδιαιτέρως, ἀφορᾷ τὴν συνταξιοδότησιν 28 βετεράνων σιδηροδρομικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν πρόκειται νὰ λάβουν σύνταξιν, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ αὕτη, οὔτε ἀπὸ τὸ Ι.Κ.Α., οὔτε ἀπὸ τὸ Δίκτυον τῶν Σ.Ε.Κ.
§137Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις, ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Συνεπλήρωσα μόνον ταύτην μὲ τὴν προσθήκην τὴν ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει).
§138Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Αἱ ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσαν οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, δὲν μᾶς ἱκανοποίησαν. Παραβαίνομεν τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Τὸ ὅτι ἱκανοποιοῦνται τὰ αἰτήματα τῶν βετεράνων τοῦ σιδηροδρομικοῦ κλάδου, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὴν τὴν τυπικὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Συγκοινωνιῶν, ἐκοινοποιήσατε εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν κ. Τούμπαν, ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς γνωρίζετε, ὅτι διεβιβάσατε εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὰς τροπολογίας μας. Αὐτὴ ἡ ἐνέργειά σας, εἶναι πρωτοφανής, διότι ἄλλοι συνάδελφοι δὲν μᾶς ἔχουν συνηθίσει οὕτω. Φαίνεται, ὅτι ὑμεῖς τηρεῖται αὐστηρῶς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ ἤθελον νὰ γνωρίζω, ἐὰν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις του ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωσεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἀναπληροῦν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ζητεῖ τὸ Σύνταγμα.
§139Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν) Θὰ σᾶς σταλοῦν αἱ ἐκθέσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τὰς ὁποίας διεβίβασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν.
§140Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Ὑφυπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶσθε σεῖς ἁρμόδιος νὰ ἀναπληρώσητε τὸν Γεν. Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔκθεσίν του.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζορμπᾶ, βλέπετε τὸ Προεδρεῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐπιβάλῃ κἄποτε τὴν πειθαρχίαν, καὶ νὰ ἐφαρμόζῃ αὐστηρῶς τὸν Κανονισμόν.
§142Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 προσαρτᾶται καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ καταθέσει καθὼς καὶ τροπολογίαι ἄλλων συναδέλφων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν ἐφαρμόζων τὸν Κανονισμόν, τὰς ἔστειλεν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ ἔχομεν εἰς χεῖρας μας τὰς κοινοποιήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν. Ἐρωτῶ, ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐπὶ τῶν δαπανῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος ὑπεβλήθη; Διότι ἐὰν ὑπεβλήθη αὐτή, ἔπρεπε νὰ τὴν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, νὰ τὴν μελετήσωμεν καὶ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὰς ἄλλας τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν καταθέσει.
§143Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Ζορμπᾶ, διατί δημιουργεῖτε θέμα δι’ ἕνα νομοσχέδιον ποὺ εἶναι καθαρῶς κοινωνικοῦ περιεχομένου; Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Ἀντὶ νὰ μᾶς εἴπητε διατὶ ἐδώσαμεν τοιαύτην σημασίαν εἰς τὰς τροπολογίας σας, δημιουργεῖτε θέματα. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐμποδίσητε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, μάλιστα ὅταν ἔχωμεν 28 βετεράνους σιδηροδρομικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν λαμβάνουν σύνταξιν. Ἐξ ἄλλου, ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ γνωμοδότησις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§144Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἠκούσατε ὅτι σᾶς ἐπῄνεσα διὰ τὴν ἐνέργειάν σας αὐτήν; Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἐστείλατε τὰς τροπολογίας μας αὐτὰς εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον διὰ νὰ περιγράψητε τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ἢ διὰ νὰ τὸν ἐφαρμόσητε; Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τὴν ἀπάντησιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμένωμεν διαβεβαιώσεις ἀπὸ τὸν κ. Ὑφυπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§145Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Μέχρις ὅτου ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ εἶναι εἰς χεῖρας μας καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐπιμένετε, θὰ σᾶς προσκομίσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, καθ’ ἣν θὰ ὁλοκληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου.
§146Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἐρωτῶ ἐπίσης τοὺς κ.κ. Ὑπουργούς, νὰ μοῦ εἴπουν, ἐὰν θὰ ἀποδεχθοῦν τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεγράψαμεν οἱ συνάδελφοι κ.κ. Πολυζωγόπουλος, Γαληνὸς καὶ ἐγώ, ἡ ὁποία ἔχει οὕτω: «Ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Ν.Δ. 3395)1955, ἐπανακτῶσι τὸ εἰς σύνταξιν δικαίωμα αἱ ἄγαμοι θυγατέρες τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων ὧν ἡ σύνταξίς των, ἡ καταβαλλομένη παρὰ τῶν οἰκείων ταμείων συντάξεων, διεκόπη λόγῳ συμπληρώσεως τῆς ὑπὸ τῶν Κανονισμῶν τῶν ταμείων τούτων ὁριζομένης ἡλικίας, ἐφ’ ὅσον αὗται στεροῦνται ἐπαρκῶν πόρων συντηρήσεως».
§147Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Εἰς τὸ τέλος θὰ δώσωμεν ἀπάντησιν ποῖαι τροπολογίαι γίνονται δεκταί.
§148Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ὑποστηρίζω τροπολογίαν τῶν συναδέλφων κ.κ. Κλῆ καὶ Κοντοβράκη, ἥτις ἔχει οὕτω: (Ἀναγινώσκει). Ἐπίσης τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σχινᾶ, ἔχουσαν οὕτω: (Ἀναγινώσκει). Ἐπίσης τὴν τροπολογίαν τῶν κ.κ. Παπαγεωργίου, Κωστελίδη κλπ., ἔχουσαν οὕτω: (Ἀναγινώσκει).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κοντοβράκης, ἔχει τὸν λόγον.
§150Ι. ΚΟΝΤΟΒΡΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ζορμπᾶν, διότι συνηγόρησε διὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπογράψει. Ἐπίσης, ὑποστηρίζω καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπογράψει μετὰ τοῦ κ. Κλῆ διὰ τὰς ἀγάμους θυγατέρας.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κλῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§152Π. ΚΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ζορμπᾶν καὶ τὸν κ. Κοντοβράκην, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν τροπολογίαν μου, ἡ ὁποία καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ γίνῃ δεκτή.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σχινᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§154Α. ΣΧΙΝΑΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν τροπολογίαν του, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσε προηγουμένως ὁ κ. Ζορμπᾶς, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν χρόνον ἀδείας. Ἐπίσης, ζητῶ, ὅπως εἰς τὸ ἐδ. 1 παράγρ. 2 τοῦ ἄρθρου 4 μετὰ τὴν λέξιν «τροχοπεδηταὶ» προστεθῇ ἡ φράσις «ὡς καὶ ἐπιθεωρηταί....». Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ἀθανίτης, ἔχει τὸν λόγον.
§156Χ. ΑΘΑΝΙΤΗΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τῶν κ.κ. Κλῆ καὶ Καλαντζάκου καὶ ζητῶ ὅπως ὁ χρόνος ἀντὶ τριετίας γίνῃ «τετραετία».
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Θεοχαρίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§158Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει διαμορφωθῆ νομολογία τοῦ Σώματος, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶσα διάταξις ἀφορῶσα εἰς τὴν παροχὴν συντάξεως, πρέπει νὰ συνοδεύηται ἀπὸ ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Φοβοῦμαι, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν. Ἡ ἄποψις τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἔχωμεν κατὰ τὴν Πέμπτην τὰς ἐκθέσεις, δὲν ἀντικαθιστᾷ τὴν ἀνάγκην ὑπάρξεως τῆς ἐκθέσεως. Εἶναι ἡ νομολογία τοῦ Σώματος, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Πέραν αὐτοῦ, ἐπιθυμῶ νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σχινᾶ, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ θῆλυ προσωπικόν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Χριστόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§160Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ὑποστηρίξω τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπογράψει μετὰ τοῦ κ. Κοντοβράκη, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κλῆ καὶ Καλαντζάκου.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Οἰκονομόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§162Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω τροπολογίαν τοῦ κ. Ζορμπᾶ, τὴν ἀφορῶσαν τὰς θυγατέρας τῶν συνταξιούχων, ἡ ὁποία εἶναι σπουδαία καὶ ἔχει εὐρεῖαν κοινωνικὴν σημασίαν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Δερτιλῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§164Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Διὰ τοῦ Ν.Δ. 3395)55 «περὶ συνταξιοδοτήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀτμηλάτων σιδηροδρόμων» παρετηρήθη ἡ ἑξῆς ἄδικος περίπτωσις: Ἄγαμοι θυγατέρες σιδηροδρομικῶν αἵτινες ἀπώλεσαν μίαν ἡμέραν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Ν.Δ. 3395 τὸ δικαίωμα τῆς συνταξιοδοτήσεως—λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ Καταστατικὸν τοῦ οἰκείου Σιδηροδρομικοῦ Δικτύου προέβλεπεν ὅριον ἡλικίας— νὰ μὴ δικαιωθοῦν συντάξεως, ἐνῷ ἄλλαι αἵτινες συνταξιοδοτήθησαν ἔστω καὶ μίαν ἡμέραν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ν.Δ. νὰ δικαιωθοῦν τοιαύτης. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ μοναδικὸν καταστατικὸν τῶν ὀκτὼ ἐν Ἑλλάδι ἀτμηλάτων σιδηροδρόμων, ἦτο τὸ τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου Κατακώλου, ὅπερ προέβλεπεν ὅριον ἡλικίας διὰ τὴν συνταξιοδότησιν, 2–3 ἄγαμοι θυγατέρες σιδηροδρομικῶν εὑρέθησαν εἰς τὴν ὡς ἄνω περίπτωσιν, δηλαδὴ ὅταν ἐδημοσιεύετο τὸ Ν.Δ. 3395 νὰ ἔχουν ἀπολέσει τὸ δικαίωμα τῆς συνταξιοδοτήσεως καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ μὴ δύνανται νὰ συνταξιοδοτηθοῦν βάσει τοῦ ἐν λόγῳ Ν.Δ. καὶ ἄλλαι αἵτινες δὲν εἶχον συμπληρώσει τὸ ὅριον εἰσέτι εἶχον τὴν τύχην νὰ συνταξιοδοτηθοῦν βάσει τούτου. Προφανῶς, ἐπειδὴ ἡ περίπτωσις αὕτη ἦτο ἐντελῶς μερική, διέλαθεν τῆς προσοχῆς τοῦ νομοθέτου καὶ δὲν προεβλέφθη διὰ ρητῆς διατάξεως. Ἡ ἀνὰ χεῖρας τροπολογία καλύπτει τὸ ὡς ἄνω κενόν. Σημειώσατε παρακαλοῦμεν, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι μηδαμινὴ (2–3 συντάξεις) καὶ δίκαιον εἶναι νὰ τύχουν καὶ αὗται συνταξιοδοτήσεως ἐφ’ ὅσον ἑκατοντάδες θυγατέρες ἄλλων σιδηροδρομικῶν ἔτυχον συντάξεως.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τριανταφύλλου, ἔχει τὸν λόγον.
§166Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ. Συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Σχινᾶ, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸν χρόνον ἀδείας ἄνευ ἀποδοχῶν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κ. Μ. Σβώλου, ἔχει τὸν λόγον.
§168Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀσφαλιστικὴ ἀρχὴ τῆς ἑνότητος τοῦ ἀσφαλιστικοῦ φορέως. Ὁ νόμος 4202, προέβλεψε διὰ τοῦτο, ὅτι εἰς τὸν συντάξιμον χρόνον ἀσφαλίσεως εἰς τὸ Ι.Κ.Α., προσμετρᾶται καὶ ὁ χρόνος ἀσφαλίσεως εἰς ἄλλους ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμούς. Ἀπὸ τὸν Ν. 4202 ὅμως παρέμειναν ἔξω ὡρισμένοι κλάδοι. Ὡς τόσον ὅμως ἡ ἑνότης ἀσφαλίσεως διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ο.Λ.Π. διευθετήθη διὰ τοῦ Ν.Δ. 4203)61 καὶ τώρα διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Σ.Ν. καὶ διὰ τοὺς σιδηροδρομικούς. Ὅμως δὲν ἐλήφθη ἀκόμη μέριμνα νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἑνοποίησιν τοῦ ἀσφαλιστικοῦ φορέως ἡ δημοσία ὑπηρεσία τῶν Ν.Π.Δ.Δ. καὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ι.Κ.Α. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλομεν τὴν κατωτέρω τροπολογίαν: (Ἀναγινώσκει).
§169Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τοῦ κ. Γρηγοριάδη, ἔχω ὑπογράψει δύο τροπολογίας. Ἡ μία ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). Ἐπίσης ἔχω ὑπ’ ὄψει ἀνάλογον τροπολογίαν, ἥτις ὁρίζει 15ετῆ προϋπηρεσίαν ἐν τοῖς δικτύοις.
§170Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Εἶναι εὐμενεστέρα.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Ἰωάννου, ἔχει τὸν λόγον.
§172Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν μετὰ τῶν κυρίων Οἰκονομοπούλου, Ξενοδοχειάρη κλπ., ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς ἀναπήρους πολεμιστὰς καθὼς καὶ τὰ προσόντα αὐτῶν. (Ἀναγινώσκει).
§173Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, αὐτὴ ἡ τροπολογία ἅπτεται γενικωτέρου συνταξιοδοτικοῦ θέματος. Νὰ μᾶς τὴν δώσητε νὰ τὴν μελετήσωμεν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Γκαργκάνας, ἔχει τὸν λόγον.
§175Χ. ΓΚΑΡΓΚΑΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Λαμπρινάκου, ὑπέγραψα μίαν τροπολογίαν ἀφορῶσαν τὴν προϋπηρεσίαν τῶν ὑπηρετησάντων εἰς ὀργανισμοὺς δημοσίου δικαίου.
§176Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Ἀναφέρεται εἰς γενικωτέραν συνταξιοδοτικὴν νομοθεσίαν. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς τὴν δώσητε νὰ τὴν μελετήσωμεν, διότι δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§178Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑπογράψει μίαν τροπολογίαν ἡ ὁποία ἀφορᾷ μίαν κατηγορίαν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι εἶχον προϋπηρεσίαν καὶ κατέβαλον τὴν εἰσφοράν των εἰς τὸ Ι.Κ.Α. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὑπήχθησαν εἰς τὸ Ι.Κ.Α. Ἐν τῷ μεταξὺ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας καὶ ἐξῆλθον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν σιδηροδρόμων. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπλήρωσαν ἐπὶ μίαν 10ετίαν τὴν εἰσφοράν των εἰς τὸ Ι.Κ.Α., δὲν ἔτυχον ἀσφαλίσεως ἀπὸ οὐδένα ἀσφαλιστικὸν ὀργανισμόν. Πρόκειται περὶ μιᾶς καταφώρου ἀδικίας, ἡ ὁποία καὶ ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ ἀρθῇ. Θὰ πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ὁ σχετικὸς νόμος, ὅστις ἔλαβε πρόνοιαν καὶ διώρθωσεν τὴν περίπτωσιν δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους τῶν ἐργαζομένων ἐκτὸς τοῦ κλάδου τῶν σιδηροδρομικῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ νὰ διορθωθῇ καὶ νὰ τακτοποιηθοῦν καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ δεχθῇ καὶ μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς ἠσφαλισμένους τέως μετόχους τοῦ Ταμείου Προνοίας τῶν Σ.Ε.Κ., ἡ ὁποία ἔχει οὕτω: (Ἀναγινώσκει). Συμβαίνει, κ. Πρόεδρε, νὰ ἔχῃ ὑποβληθῇ ἀνάλογος τροπολογία καὶ ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως κ.κ. Λαμπρινάκου καὶ Γκελεστάθη. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ τὴν δεχθῇ διὰ νὰ ἀρθῇ μία ἀδικία.
§179Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, πρόκειται περὶ θέματος ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας. Τὸ πρῶτον θέμα τὸ ὁποῖον ἐθίξατε, ἐλύθη διὰ τῆς τροπολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§180Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Τότε, νὰ ὑπάρξῃ δήλωσίς σας.
§181Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Σᾶς ἐπαναλαμβάνω τὸ δεύτερον θέμα, ἀφορᾷ ἁρμοδιότητα ἀποκλειστικῶς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας. Νὰ μᾶς τὸ δώσετε καὶ θὰ τὸ παραπέμψωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν Ἐργασίας πρὸς μελέτην.
§182Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ νομοθέτημα τὸ ὑπογράφει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐργασίας.
§183Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ ὑπογράφει ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1 ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸ Ι.Κ.Α.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Χριστόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§185Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1, νομίζω ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ ἐνισχύσωμεν ἢ ἄλλως πως νὰ ἐξασφαλίσωμεν σύνταξιν εἰς ὡρισμένην κατηγορίαν ὑπαλλήλων. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, προβλέπεται ἡ δυνατότης ἐξαγορᾶς τοῦ χρόνου ὑπηρεσίας καὶ ἡ καταβολὴ τῆς ἀναλογούσης εἰσφορᾶς εἰς τὸ Ι.Κ.Α. Δυστυχῶς τὸ Ι.Κ.Α. εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ἐπιβάλλει τόκους. Θὰ παρεκάλουν τοὺς ἀξιοτίμους κ. Ὑπουργούς, νὰ δεχθοῦν μίαν συμπλήρωσιν, τὴν ἑξῆς: «Ἄλλως αἱ τελευταῖαι αὗται εἰσφοραὶ καταβάλλονται ἀτόκως ὑπὸ τοῦ ἠσφαλισμένου», διότι τότε θὰ εἶναι ἄνευ ἀντικειμένου. Νομίζω, ὅτι θὰ πληρωθῇ ὁ σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§186Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Ἡ πρώτη παράγραφος, λέγει ἄνευ τόκου.
§187Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εὐχαριστῶ πολύ, ἀλλὰ γνωρίζω ἀνάγνωσιν καὶ βλέπω εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, ποὺ εἶναι καὶ ἡ βασική, ὅτι δὲν τὸ ἀναφέρει. Δὲν ἠμπορῶ βεβαίως νὰ σᾶς ὑποχρεώσω, ἔχετε καὶ σεῖς πεῖραν, ὅτι θὰ καταστῇ ἄνευ ἀντικειμένου καὶ ὅτι θὰ ἐπιβάλῃ τὸ Ι.Κ.Α. τόκους. Ἐὰν θέλετε τὸ δέχεσθε.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Λαμπρινάκος, ἔχει τὸν λόγον.
§189Ν. ΛΑΜΠΡΙΝΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ συνάδελφος κ. Ἐφραιμίδης, ὑπεστήριξε μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν πράγματι ἔχω ὑπογράψει τόσον ἐγὼ ὅσον καὶ ὁ κ. Γκελεστάθης. Ἡ τροπολογία αὐτὴ εἶναι δικαία καὶ ἔχει ἀναγνωρισθῆ ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας κ. Καποδίστριαν. Ἤκουσα τὸν κ. Ὑφυπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λέγῃ, ὅτι εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι δὲν ὑπεγράφη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν Ἐργασίας. Πράγματι, ἔτσι νομίζω καὶ ἐγώ, δι’ αὐτὸ δὲν τὴν ὑπεστήριξα. Νομίζω, ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον κρίνεται, ἀφορᾷ ἀκριβῶς οὐσιαστικῶς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Δὲν νομίζω, ἐὰν δύναται νὰ υἱοθετηθῇ καὶ παρ’ ὑμῶν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Συγκοινωνιῶν. Ἐφ’ ὅσον οὐσιαστικῶς ἀφορᾷ ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων λύονται ζητήματα, τῶν ὑπαλλήλων τῶν Σ.Ε.Κ., ἐγὼ δι’ αὐτὸ δὲν τὴν ὑπεστήριξα, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον τὴν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ἐφραιμίδης, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἡ παρέκκλισις αὐτή.
§190Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς περιπτώσεως. Παρακαλῶ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν, ἡ ὁποία καλύπτεται διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας καὶ ἡμῶν. Τὸ ἄλλο εἶναι καθαρῶς θέμα τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας. Παρακαλῶ νὰ τὸ θέσωμεν ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας.
§191Ν. ΛΑΜΠΡΙΝΑΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐὰν προτιμήσωμεν τὴν οὐσίαν ἀπὸ τοὺς τύπους, ὅτι θὰ τακτοποιηθῇ τώρα τὸ θέμα.
§192Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη θέμα ἁρμοδιότητος, θέτω ὑπ’ ὄψει του, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβιάσθηκε, διότι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, κύριε Ὑπουργέ, σεῖς ὁ ἴδιος, ἐνυπογράφως ὅταν ἡμεῖς ὑπεβάλαμεν ἐρώτησιν καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ τροπολογία τοῦ κ. Λαμπρινάκου, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν εἰς τὰς 23.4.1962, δὲν ἀπαντᾶτε ὅτι εἶσθε ἀναρμόδιος, ἀλλὰ λέγετε: «Γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι τὰ ἐκκρεμοῦντα συνταξιοδοτικὰ ζητήματα, ἐν οἷς καὶ τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ ἐκτὸς ὑπηρεσίας χρόνου παραμονῆς κλπ., θὰ θέσωμεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ». Ἐάν, κ. Ὑπουργέ, ὑπῆρχε θέμα ἀναρμοδιότητος, θὰ ἐλέγατε ὅτι τὸ παραπέμπετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας καθ’ ὅσον ὁ ἐρωτώμενος Ὑπουργὸς εἶναι ἀναρμόδιος. Ἀλλὰ ἀπαντήσατε, ὅτι εἶσθε ἁρμοδιώτατος καὶ ὑπόσχεσθε, ὅτι ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ θὰ τὸ θέσητε ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Καὶ σήμερον ἔχομεν Ἀπρίλιον τοῦ 1963, δηλαδὴ ἓν ἔτος καὶ νομίζω, ὅτι ὁ εὔθετος χρόνος ἔχει ἐπέλθει. Ὑπάρχει ἑπομένως ἡ παραδοχὴ ἐπὶ τῆς οὐσίας τὴν ὁποίαν ἐκάματε προηγουμένως, ἀλλὰ ἀπεκρούσατε λόγῳ ἀναρμοδιότητος καὶ πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἀπὸ συνάδελφον τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἀλλὰ προέχει νὰ τακτοποιηθῇ αὐτὴ ἡ ἀδικία εἰς βάρος ἐργαζομένων.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περατωθείσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ....
§194Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπιμένετε ἐπὶ τῆς ἀναρμοδιότητός σας;
§195Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Αἱ ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας δίδω ἐπὶ ὅλων τῶν ἐρωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν συνταξιοδοτικὰ θέματα, ἀναφερόμενα εἰς τὸν συνταξιοδοτικὸν κώδικα, εἰς τὰς σχέσεις τοῦ δημοσίου μὲ τοὺς ὑπαλλήλους του ἔχουν αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμόν, διότι ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ τὸ θέμα τῶν ἐλαχίστων ἐκκρεμοτήτων καὶ ἐν καιρῷ θὰ ἀποφασίσῃ πότε θὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ ρυθμίσεως τῶν ἐκκρεμῶν αὐτῶν συνταξιοδοτικῶν θεμάτων, ἐὰν ὑπάρχουν. Τὸ εἰδικώτερον θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεσθε, δὲν ἔχει σχέσιν. Ὁ εὔθετος χρόνος θὰ καθορισθῇ μετ’ ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως.
§196Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὅπως ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας ἔχετε ὑπογράψει;
§198Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Τὴν τρολογίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς αὐτὴν τὴν ἔχομεν ὑπογράψει.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς;
§200Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς μὲ τὴν συμπλήρωσιν πλέον τούτου καὶ τῶν λέξεων «καὶ τῶν συνταξιούχων τῶν δικτύων». Εἰς τὸ ἄρ. 1 προστίθεται παράγραφος 3 ἔχουσα οὕτω: «Ἡ συνταξιοδότησις τῶν εἰς τὰς διατάξεις τῶν προηγουμένων παραγράφων ὑπαγομένων ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐξόδου των ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ... (ἀναγινώσκει) ...». Εἰς τὸ ἄρθρον 5, προστίθεται παράγραφος 5: «Ἡ ἐν παραγράφῳ 2 τοῦ ἄρθρου 6 ... (ἀναγινώσκει) ...». Καὶ συμπληρώνεται διὰ τῶν λέξεων «καὶ τῶν συνταξιούχων τῶν δικτύων». Γίνεται δηλαδὴ δεκτὸν ἐν τῷ συνόλῳ ἡ πρότασις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς μὲ τὴν προσθήκην «καὶ τῶν συνταξιούχων τῶν δικτύων».
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρ. 1 ὡς ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη διὰ τῆς τροπολογίας τῆς φερούσης τὴν ὑπογραφὴν τῶν τριῶν Ὑπουργῶν.
§202Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔκαμα μίαν πρότασιν, τὴν ἄνευ τόκων ἐξαγορὰν τῶν εἰσφορῶν. Γίνεται δεκτή;
§203Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Ἀναγνώσατε τὴν παράγραφον 1, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι δὲν καταβάλλονται τόκοι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι δὲν θὰ ὀφείλωνται τόκοι πρὸς τὸ ΙΚΑ.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2.
§205Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τόσον τὸ ἄρθρον 2, ὅσον καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ἀναφέρονται εἰς τὸ Ν. Δ. 3395)55 μεταξὺ ὅμως τῶν διατάξεων τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ διατάγματος, ὑπάρχει καὶ ἡ διάταξις τοῦ Ν. Δ. 617 τὸ ὁποῖον ἐστέρησε πολλοὺς τῆς συντάξεώς των. Ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν ὅτι ἡ στέρησις τῆς συντάξεως ἀπὸ ὡρισμένα πρόσωπα ἦτο ἄδικος, διότι ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἰσηγήθη τὴν κατάργησιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων εἶχεν εἰσηγηθῆ καὶ τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως τοῦ Ν. Δ. 617. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἀπέσυρε τότε τὴν διάταξιν αὐτὴν διὰ νὰ φέρῃ εἰδικὸν νομοθέτημα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κατήργει τὸ Ν. Δ. 617. Πράγματι, κατηρτίσθη τοιοῦτον νομοθέτημα καὶ κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη ἀκόμη καὶ ἰσχύει τὸ Ν. Δ. 617. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐπρότεινα, οἱ κύριοι Ὑπουργοί, νὰ δεχθοῦν τροπολογίαν, ἡ ὁποία νὰ καταργῇ τὸ Ν. Δ. 617, ἢ νὰ ὑπάρξῃ μία δήλωσις τῶν κ. Ὑπουργῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπέστη τῆς ἀποφάσεώς της νὰ καταργήσῃ τὸ Ν. Δ. 617. Ἀπὸ ὅλας τὰς πλευρᾶς τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπὸ τὴν Κυβερνητικήν, ὑπῆρξε διαβεβαίωσις, ὅτι ἐντὸς 10 λεπτῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ κατήργει τὸ Ν. Δ. 617. Κατόπιν αὐτοῦ καταντᾷ ἀκατανόητον διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν φέρει πρὸς συζήτησιν τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο.
§206Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, τὸ νομοθέτημα ποὺ συζητοῦμεν εἶναι εἰδικὸν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτὸ τὸ εἰδικὸν νομοθέτημα νὰ θέσωμεν διατάξεις γενικοῦ περιεχομένου. Ἡ Κυβέρνησις θὰ κρίνῃ πότε θὰ καταργηθῇ τὸ Ν. Δ. 617.
§207Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, χαίρω διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔθεσε διάταξιν συνταξιοδοτικὴν διὰ τὸ θῆλυ προσωπικόν. Ἐφ’ ὅσον αἱ γυναῖκες σήμερον εἰς τὴν χώραν μας ἐργάζονται ὑπὸ δυσμενεῖς συνθήκας καὶ δὲν ὑπάρχουν βρεφσκομικοὶ σταθμοὶ διὰ νὰ ἀφήνουν τὰ τέκνα των, ὅταν μεταβαίνουν πρὸς ἐργασίαν, δίκαιον ἦτο νὰ ληφθῇ μέριμνα συνταξιοδοτήσεώς των ἐνωρίτερον ἀπὸ τὸ ἄρρεν προσωπικόν.
§208Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τῶν συναδέλφων κ. κ. Στειροπούλου καὶ Γρηγοριάδη, ἡ ὁποία λέγει ὅτι «ἀνεξαρτήτως δὲ ἡλικίας προκειμένου περὶ θήλεως ὑπαλλήλου».
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2;
§210ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη. (Ἐπίσης ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἔχει).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας).
§213Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβα τὸν λόγον διὰ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῶν κ. Ὑπουργῶν μίαν διαμαρτυρίαν τοῦ Συνδέσμου Προσωπικοῦ τῶν κλιναμαξῶν. Εἶναι ἐν συνόλῳ 185 οἱ ἐνδιαφερόμενοι, οἵτινες διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καὶ ὑπὸ τὸν μανδύαν μιᾶς αὐθαιρέτου διαβαθμίσεως μεταξὺ τῶν εἰδικοτήτων τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἑταιρείας κλιναμαξῶν καὶ δῆθεν ἀντιστοίχως τῶν ΣΕΚ ἐπιχειρεῖται ἡ δραστικὴ φαλκίδευσις τῶν συντάξεών των, αἱ ὁποῖαι ἐὰν τὸ ἄρθρον ψηφισθῇ ὡς ἔχει θὰ μειωθοῦν μέχρι τοῦ ἡμίσεος. Τὸ ἄρθρον τοῦτο συνιστᾷ πρωτοφανῆ παραβίασιν κεκτημένων ἐπὶ 30ετίαν καὶ πλέον δικαιωμάτων, ἀλλὰ καὶ βαρεῖαν προσβολὴν θεμελιωδῶν καὶ στοιχειωδῶν ἀσφαλιστικῶν ἀρχῶν ἀφοῦ καθιεροῦνται συντάξεις ἐπὶ αὐθαιρέτων ἀποδοχῶν κατὰ πολὺ κατωτέρων τῶν πραγματικῶν, ἐνῷ ἤδη ἔχουν καταβληθῆ βαρύτατοι ἀσφαλιστικαὶ εἰσφοραὶ ἀπὸ τοῦ 1918 μέχρι σήμερον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν των ἀποδοχῶν. Ζητοῦν τὴν διατήρησιν τοῦ ὑφισταμένου καθεστῶτος καὶ τὸν καθορισμὸν τῶν συντάξεών των βάσει τῶν νομίμων ἀποδοχῶν των καὶ τῶν ἐπ’ αὐτῶν καταβαλλομένων ἀσφαλίστρων, κατὰ τὴν ἰσχύουσαν σχετικὴν θεμελιώδη ἀσφαλιστικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία κρατεῖ γενικῶς ἐπὶ πάσης κατηγορίας ἠσφαλισμένων τόσον ἐν Ἑλλάδι ὅσον καὶ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς. Αἱ πληροφορίαι μου εἶναι, ὅτι βάσει τοῦ εἰδικοῦ μισθολογίου κλιναμαξῶν ἐγένετο ἡ ἐξαγορὰ τῆς προϋπηρεσίας καὶ κατεβλήθησαν αἱ εἰσφοραὶ καὶ ἐνῷ ὁ ὁδηγὸς κλιναμάξης εἶχε μισθὸν 3.800 ἐξομοιοῦται μὲ ὁδηγὸν ἁμαξοστοιχίας, ὁ ὁποῖος λαμβάνει 3.800 δραχμάς. Καὶ ἐνῷ ἔκαμεν ἐξαγορὰν καὶ προσέφερεν εἰσφορὰν ἐπὶ τῶν 3.800 ἔρχεται τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸν ἐξομοιώνει ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν μὲ τὸν ὁδηγὸν ἁμαξοστοιχίας. Πρέπει, λοιπόν, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἑξῆς τροπολογία. «Ἄρθρον 4». Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. Δ. 3395)1955 προστίθεται παρ. 5 ἔχουσα οὕτω: 5. Διὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς συντάξεως τοῦ Προσωπικοῦ τῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας Κλιναμαξῶν λαμβάνεται ὁ μισθός, μετὰ τῶν κατὰ τὴν παρ. 2 τοῦ παρόντος ἄρθρου προσαυξήσεων, ὁ καθοριζόμενος ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε συλλογικῶν συμβάσεως ἐργασίας τοῦ προσωπικοῦ τούτου, ὅστις προσαυξάνεται κατὰ τὰ ἐν παραγρ. 2 ποσοστὰ λόγῳ δευτερευουσῶν ἀπολαυῶν. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ συνάδελφος νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει καὶ οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ δὲν θὰ ἐπιμείνουν εἰς τὴν διατύπωσιν τούτου καὶ θὰ ἀποδεχθοῦν τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Παπασταύρου, ἔχει τὸν λόγον.
§215Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς αὐτῆς περιπτώσεως ὁ συνάδελφος κ. Τούμπας ἔχει διατυπώσει μίαν τροπολογίαν ἥτις λύει τὸ θέμα. Πρόκειται πράγματι περὶ μιᾶς ἀδικίας εἰς βάρος ἀνθρώπων οἵτινες κατέβαλον εἰσφορὰν βάσει ηὐξημένου μισθολογίου καὶ λαμβάνουν σύνταξιν μειωμένην. Νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία θὰ πρέπει νὰ ἱκανοποιῇ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ θὰ τὴν κάμῃ δεκτήν.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§217Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τούμπα, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ διὰ νὰ καταστοῦν δικαιώτεραι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4 καὶ ἱκανοποιήσῃ ἔν τινι μέτρῳ τὸ δίκαιον αἴτημα τῶν ὑπαλλήλων κλιναμαξῶν.
§218Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριοι βουλευταί, τὸ προσωπικὸν τῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας Κλιναμαξῶν ἦτο ἠσφαλισμένον εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Προσωπικοῦ ΣΕΚ, μετὰ δὲ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, τὰ τῆς συνταξιοδοτήσεώς των ὑπεχρεώθησαν, ὅπως ἀναλάβουν οἱ ΣΕΚ, δηλ. τὸ Δημόσιον. Αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ Προσωπικοῦ τούτου καθορίζονται, εἴτε ἐλευθέρως διὰ τῆς μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἑταιρείας συμβάσεως ἐργασίας, εἴτε διὰ συλλογικῆς συμβάσεως ἐργασίας, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Ν. 3239)55. Ὁ οὕτω ὅμως γενόμενος καθορισμὸς τῶν ἀποδοχῶν τοῦ προσωπικοῦ τούτου, ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ΣΕΚ καὶ ἐμμέσως ἐπὶ τοῦ Κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ καλύπτοντος, ὡς γνωστόν, τὰ ἐλλείμματα αὐτῶν, ἀφοῦ ἡ βάσει τοῦ Ν.Δ. 3395)55 καθοριζομένη σύνταξις ἀποτελεῖ ποσοστὸν τοῦ μισθοῦ ἐνεργείας. Οὕτω ὅμως εἶναι δυνατὸν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, ἐπιτυγχάνοντες αὔξησιν τοῦ μισθοῦ των ὀλίγον πρὸ τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας των, νὰ πλεονεκτοῦν συνταξιοδοτικῶς ὅλων τῶν ἄλλων Σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων καὶ νὰ ἐπιβαρύνουν ὑπὲρ τὸ δέον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ΣΕΚ. Σημειωθήτω, ὅτι αἱ σήμερον καταβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς Ἑταιρείας Κλιναμαξῶν εἰσφοραὶ δὲν καλύπτουν τὰς καταβαλλομένας συντάξεις. Διὰ τῆς ὑπὸ ψήφισιν διατάξεως, τίθεται περιορισμὸς ὡς πρὸς τὸν συντάξιμον μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων τούτων, ὅστις δὲν θὰ δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸν συντάξιμον μισθὸν ἀντιστοίχων κατηγοριῶν ὑπαλλήλων τῶν ΣΕΚ. Ἡ ἀντιστοιχία τῶν βαθμῶν τοῦ προσωπικοῦ τούτου πρὸς τοὺς Σιδηροδρομικούς, ἐγένετο ὑπὸ Ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν μετεῖχον ἀνώτατοι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ἀντιπρόσωποι τῆς Ὁμοσπονδίας Σιδηροδρομικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων συμπαθῶν μὲν καθ’ ὅλα, ἀλλὰ ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως, καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε μεταχειρίσεώς των ἐκ μέρους τοῦ Κράτους.
§219Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Διὰ νὰ ἴδητε ποία ἀντινομία καὶ ἀναρχία ὑπάρχει εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν ὅλων αὐτῶν τῶν θεμάτων, θὰ ἤθελα νὰ ἀναφέρω τὸ ἑξῆς: Κατὰ τὴν τελευταίως γενομένην μονιμοποίησιν τῶν ἐκτάκτων δημοσίων ὑπαλλήλων συνέβη πολλοὶ τούτων εἰς τὴν νέαν μόνιμον θέσιν ποὺ κατέλαβον νὰ δικαιοῦνται μικροτέρου μισθοῦ ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον ὡς ἔκτακτοι ὑπάλληλοι. Πολὺ ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε μέτρα, ὥστε ἀνεξαρτήτως τῆς μονίμου θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέλαβον νὰ λαμβάνουν τὰς ἀποδοχάς, τὰς ὁποίας ἐλάμβανον ὡς ἔκτακτοι. Ἦτο ὀρθόν, τὸ μέτρον διότι δὲν ἠθέλησε μείωσιν τῶν ἀποδοχῶν. Ἐν προκειμένῳ γίνεται τὸ ἀντίστροφον. Ἐνῷ ἔχουν πληρώσει εἰσφορὰς βάσει τοῦ ηὐξημένου μισθολογίου, ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον καὶ μειώνει τὴν σύνταξίν των.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4;
§221ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4, ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§224Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Θὰ παρεκάλουν νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ποίας τροπολογίας οἰκονομικοῦ περιεχομένου ἀποδέχεται.
§225Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν καὶ συζητηθεισῶν τροπολογιῶν, ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται τὰς ἑξῆς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει καὶ σύμφωνος γνώμη τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀποδεχόμεθα πρῶτον, τὴν τροπολογίαν ἡ ὁποία ὑπογράφεται ἀπὸ τοὺς συναδέλφους κυρίους Κοντοβράκην, Χριστόπουλον, Κ. Παπαγεωργίου, Γ. Παπαγεωργίου, Ε. Κωστελίδην καὶ ἡ ὁποία ἔχει οὕτω: «... (ἀναγινώσκει)...». Γίνεται δεκτή, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχει σύμφωνος γνώμη τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ διότι ἡ διάταξις αὐτὴ ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Γίνεται ὡσαύτως δεκτὴ τροπολογία τοῦ κ. Πολυζωγοπούλου, Ζορμπᾶ καὶ Γαληνοῦ, ἡ ὁποία ἔχει οὕτω: «... (ἀναγινώσκει)...». Καὶ ἐπ’ αὐτῆς ὑπάρχει σύμφωνος γνώμη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐπίσης γίνεται δεκτὴ τροπολογία ὑπογραφομένη ἀπὸ τοὺς συναδέλφους κ.κ. Κλῆν καὶ Καλατζάκον, ἡ ὁποία διαμορφοῦται οὕτω: «...(ἀναγινώσκει)...». Ἐπίσης εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου 4 τοῦ ἄρθρου 5 δέον νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «καὶ ἐπανεξετάσεως ὑποθέσεων ἀναγνωρίσεως προϋπηρεσίας». Μὲ τὰς τροπολογίας αὐτὰς θὰ παρεκάλουν ὅπως γίνῃ δεκτὸν τὸ συζητούμενον ἄρθρον 5. Θὰ παρεκάλουν ἐπίσης, ὅπως γίνῃ διόρθωσις τυπογραφικῆς ἀβλεψίας εἰς τὸ ἄρθρον 4 παράγρ. 1 περίπτωσις βʹ ἡ λέξις «πρακτορείου» νὰ διορθωθῇ εἰς τὸ ἄρθρον «πρακτορείων».
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ξενοδοχειάρης, ἔχει τὸν λόγον.
§227Π. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κλῆ καὶ Καλατζάκου, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθητε. Ἡ τροπολογία ὁμιλεῖ περὶ ἐξαγορᾶς 3ετίας. Θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ 4ετία.
§228Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ γίνῃ 4ετία.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στειρόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§230Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔμεινα μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα μετὰ τοῦ κ. Γρηγοριάδη. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεκαλέσθη τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ τυπικὸν στοιχεῖον, δηλαδὴ ἡ γνώμη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Γρηγοριάδη καὶ ἐμοῦ, προβλέπεται νὰ ὑπάρχῃ 20ετὴς δημοσία ὑπηρεσία καὶ ἀντὶ τῆς 15ετοῦς εἰς τὰ δίκτυα προτείνομεν νὰ τεθῇ 10ετὴς τοιαύτη εἰς τὰ δίκτυα καὶ 10ετὴς συνεχὴς πραγματικὴ συντάξιμος ἀμέσως πρὸ τῆς ἀπολύσεως.
§231Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Δὲν γνωρίζω ποίας ἐπιπτώσεις οἰκονομικὰς θὰ ἔχῃ ἡ τροπολογία αὕτη. Δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§232Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει διὰ τὴν 15ετίαν γνωμοδότησις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐξ ἄλλου πρόκειται περὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου καὶ δὲν νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι μεγάλαι αἱ ἐπιπτώσεις.
§233Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Δὲν τὸ γνωρίζω αὐτό.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§235Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 5, ὅπως καὶ μὲ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, σκοπεῖται ἡ τροποποίησις καὶ συμπλήρωσις τοῦ Ν. Δ. 3395)55. Ἀνέπτυξα συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 1 τροπολογίαν ἀναφερομένην εἰς τὴν τροποποίησιν τῆς παραγρ. 2 τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ἐν λόγῳ Ν. Δ. «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου 617». Διὰ νὰ διευκολύνω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἀποδείξουν τὴν καλήν των πίστιν περιορίζω τὴν τροπολογίαν μου μόνον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τοὺς σιδηροδρομικούς. Διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου 617 ἐὰν ὑπάρξουν 1, 2, 3 σιδηροδρομικοί, οἱ ὁποῖοι ἀπεστερήθησαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐντάξεως θὰ τὸ ἐπανακτήσουν. Δι’ αὐτὸ περιορίζω τὴν τροπολογίαν μόνον εἰς τοὺς σιδηροδρομικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐλάχιστοι.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Γιαννόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§237Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ συνάδελφος κ. Ἐφραιμίδης. Ἡ υἱοθέτησις τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ θὰ διευκολύνῃ τοὺς νεωτέρους ὑπαλλήλους εἰς τὴν ἐξέλιξίν των. Ὁ νόμος 617 συντελεῖ εἰς τὸ νὰ κρατοῦνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμπληρώσει τὸν συντάξιμον χρόνον. Εἶναι συνεπῶς πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν ὑπαλλήλων νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ προτεινομένη τροπολογία.
§238Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ πρέπει εἰς τὸ ἄρθρου 5 νὰ ἐπαναληφθῇ, ὅτι ἡ προθεσμία τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Ν. Δ. 3395)1955 «περὶ ἀναγνωρίσεως προϋπηρεσίας, παρατείνεται ἐπὶ 2 ἔτη ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἐτροποποιήθη καὶ διεμορφώθη;
§240ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συνεπῶς τὸ ἄρθρον 5 διατυποῦται οὕτω: Αἱ παράγραφοι 1–3 ἐγένοντο δεκταὶ ὡς ἔχουν. Ἡ παράγραφος 4 συμπληροῦται διὰ τῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡς παράγραφος 5 τίθεται ἡ τροπολογία τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν, ἥτις ἔχει οὕτω: «... (ἀναγινώσκει)...». Ὡς παράγραφος 6 τίθεται ἡ τροπολογία τῶν κ.κ. Κλῆ καὶ Καλαντζάκου, ἥτις διεμορφώθη οὕτω: «...(ἀναγινώσκει)...». Ὡς παράγραφος 7 τίθεται ἡ τροπολογία τῶν κ.κ. Κοντοβράκη, Χριστοπούλου κλπ., ἡ ὁποία ἔχει οὕτω: «...(ἀναγινώσκει)...». Ὡς παράγραφος 8 τίθεται ἡ τροπολογία τῶν κ.κ. Πολυζωγοπούλου, Ζορμπᾶ, Γαληνοῦ, ἥτις ἔχει οὕτω: «...(ἀναγινώσκει)...». Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 6.
§242Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν τροπολογιῶν πρέπει νὰ γίνῃ τυπογραφικὴ διόρθωσις. Νὰ ἀναγραφῇ: «Αἱ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 3 καὶ 5 «σύνταξις ἢ αὔξησις».
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6;
§244ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη. Δεκτὸν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου.
§246ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 3395)55 περὶ συνταξιοδοτήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀτμηλάτων σιδηροδρόμων». Κύριοι βουλευταί, ὅπως συνεφωνήθη εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ συνεδριάσῃ αὔριον καὶ μεθαύριον.
§248Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Οὐδεμία συμφωνία ἔγινεν. Ἡ Ε. Ρ.Ε. μόνη της ἀπεφάσισε τὴν διακοπὴν τῶν συνεδριάσεων μέχρι τῆς Πέμπτης.
§249Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἡμεῖς διαφωνοῦμεν διὰ τὴν διακοπὴν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς Πέμπτης.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§251ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Πέμπτην καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ συζήτησιν ἐπὶ προτάσεων Νομ. Διαταγμάτων. (Ὥρα 11.15′ μ.μ.)