| 400 | 1) | Εἰς Δ.Ε.Η. | τόννοι | 52.315 | |
| 401 | 2) | Εἰς Βιομηχανίας | » | 8.119 | |
| 402 | 3) | Εἰς περιοίκους ὀρυχείων | » | 473 | |
| 403 | Σύνολον | » | 60.907 |
1963.03.15
3.909 στίχοι · 29.257 λέξεις · 1 πίνακας · 223 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68η
Παρασκευὴ 15 Μαρτίου 1963
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἡ βουλευτὶς κ. Ε. Μπενᾶ ζητεῖ 15θήμερον ἄδειαν προκειμένου νὰ ἀπουσιάσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐφευρέσεων ἀφορωσῶν τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν τῆς χώρας καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 2527)1920 «περὶ διπλωμάτων εὑρεσιτεχνίας». Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Κ. Φρόντζος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Παραρτήματος Συλλόγου Ὑπαλλήλων Ἰονικῆς καὶ Λαϊκῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος Ἰωαννίνων, αἰτουμένου ἀπάλειψιν διατάξεως ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου, σχετικῶς μὲ ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Χρ. Ἀθανασοπούλου, καθηγητοῦ Πανεπιστημίου ἐν Ἀμερικῇ, αἰτουμένου ψήφισιν νόμου δι’ ἐξαγορὰν στρατιωτικῆς θητείας φοιτητῶν ἐξωτερικοῦ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Κύρκος καὶ Κ. Χιωτάκης, διὰ τηλεγραφήματός των, αἰτοῦσιν, ὅπως οἱ παραγωγοὶ κηπευτικῶν Κρήτης ἐφοδιασθῶσι μέσῳ Α.Τ.Ε. δι’ ἐπαρκῶν ποσοτήτων φυτοφαρμάκων ἐπὶ πιστώσει. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, διὰ τηλεγραφήματός του καταγγέλλει ἀπάνθρωπον συμπεριφορὰν τοῦ Διευθυντοῦ Θεραπευτηρίου Κ.Α.Τ. Βρυώνη πρὸς τὸν βαρέως πάσχοντα ἐκ κατάγματος τῆς σπονδυλικῆς στήλης καὶ ἔχοντα ἀνάγκην ἀμέσου εἰσαγωγῆς του πρὸς θεραπείαν ἐν τῷ ὡς ἄνω Θεραπευτηρίῳ Νικόλαον Σουμπελούλην. Ὁ βουλευτὴς Δωδεκανήσου κ. Ε. Ζαννῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων Ἐμποροβιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου, Ἐμπορικῶν Συλλόγων κλπ. Ρόδου, αἰτουμένων ἐκσυγχρονισμὸν τῆς ἰσχυούσης ἐν Ρόδῳ πολεοδομικῆς νομοθεσίας. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Σακελλάρης καὶ Ν. Τσόχας καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Δημάρχου Λεβαδέων κλπ., αἰτουμένων ἵδρυσιν βιομηχανίας ἐπεξεργασίας βάμβακος εἰς περιφέρειαν Λεβαδείας. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Σκορδίλης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Κλινεργατῶν Πειραιῶς, αἰτουμένου ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Σκορδίλης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Συνδέσμου ἐργατῶν καὶ ἐργατριῶν τοῦ 700 στρατιωτικοῦ ἐργοστασίου Πειραιῶς αἰτουμένου ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ν. Ἀθανασίου καταθέτει ἀναφορὰν Προέδρου καὶ καλλιεργητῶν Σ.Α.Α.Κ. Καστρίου–Ἡγουμενίτσης, αἰτουμένων ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ καλλιέργεια τοῦ κάμπου Ραγίου, πρὸς πρόληψιν οἰκονομικῆς καταστροφῆς των κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ν. Ἀθανασίου καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Ἐλαίας Θεσπρωτίας, διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς Νομαρχίας Θεσπρωτίας, ἡ ὁποία τοὺς ταλαιπωρεῖ κατὰ τὴν χορήγησιν διαβατηρίων πρὸς ἐργασίαν διὰ Γερμανίαν. Ἀπαντήσεις διαφόρων Ὑπουργείων, ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν. Ι) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Μ. Σβώλου, Σ. Ἡλιοπούλου καὶ Ι. Εὐαγγελίδη. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12019)22.10.62 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 756 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Μ. Σβώλου, Σ. Ἡλιοπούλου καὶ Ι. Εὐαγγελίδη, περὶ ὑδρεύσεως καὶ ἀσφαλτοστρώσεως ὁδῶν τῆς Κοινότητος Βριλησσίων, ἔχομεν τὴν τιμὴν κατόπιν ἀναφορᾶς τῆς Νομαρχίας Ἀττικῆς, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Τὸ ἔτος 1961 ἐχορηγήθη εἰς τὴν Κοινότητα Βριλησσίων, παρὰ τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων, δάνειον 1.000.000 δραχμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου καὶ ἐσωτερικοῦ δικτύου εἰς τὸν συνοικισμὸν «Πάτημα» καὶ διετέθη διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον, διότι ὁ ἐν λόγῳ συνοικισμὸς στερεῖται ὕδατος. Τὸ θέμα τῆς κανονικῆς ὑδρεύσεως τῶν κατοίκων ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ τὴν βασικὴν μέριμναν τῆς Κοινότητος. Οὕτω τὸ ἔτος 1959 ἠγοράσθη ὑπὸ τῆς Κοινότητος τὸ ἐν τῇ περιοχῇ «Πάτημα» ἀρτεσιανὸν φρέαρ διὰ τὴν ὕδρευσιν τοῦ συνοικισμοῦ τούτου καὶ ἐνίσχυσιν τοῦ ὑφισταμένου δικτύου τῆς Κοινότητος, ἀφοῦ προηγουμένως διεπιστώθη ἡ ἱκανοποιητικὴ λειτουργία καὶ ποσοτικὴ ἀπόδοσις τούτου, ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς συσταθείσης, δι’ ἀποφάσεως τῆς Νομαρχίας. Ἀργότερον ὅμως ἡ παροχὴ τοῦ ἐν λόγῳ φρέατος ἐμειώθη σημαντικῶς λόγῳ τῆς πτώσεως τοῦ ὑπογείου ὑδατίνου ὁρίζοντος τῆς περιοχῆς. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ Κοινότης προσεπάθησε διὰ τὴν διὰ γεωτρυπάνου ἐκβάθυνσιν τῆς γεωτρήσεως κατὰ τὸ ἔτος 1962, λόγῳ ὅμως τεχνικῶν δυσχερειῶν, αἱ σχετικαὶ ἐργασίαι διεκόπησαν, διὰ νὰ ἐπαναληφθοῦν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος καὶ ἐλπίζεται, ὅτι ἐντὸς τῆς ἀνοίξεως θὰ περατωθοῦν αὗται ἐπιτυχῶς. Ἐκ παραλλήλου πρὸς τὰς ὡς ἄνω ἐνεργείας, ἡ Κοινότης Βριλησσίων προέβη εἰς τὴν μετατροπὴν τῆς ἐν τῇ πλατείᾳ Ἐλευθ. Βενιζέλου ἀδρανούσης παλαιᾶς γεωτρήσεως, εἰς κοινὸν φρέαρ κατόπιν τῆς ἀπὸ 15.10.61 γεωλογικῆς ἐκθέσεως τοῦ γεωλόγου τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας κ. Γ. Κολιοπούλου, μὲ ἀπολύτως ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα 20 μ3 ὡριαίως). Διὰ τὴν περαιτέρω ἐνίσχυσιν τοῦ δικτύου ὑδρεύσεως καὶ τὴν ἀπρόσκοπτον παροχὴν ὕδατος εἰς τοὺς κατοίκους της, ἡ Κοινότης ἀνέθεσεν εἰς τὸν γεωλόγον κ. Ἀρώνην τὴν μελέτην ἐξευρέσεως τῆς καταλλήλου θέσεως ἀνορύξεως νέας γεωτρήσεως, ἤδη δὲ ἀναμένει τὴν ὑποβολὴν τῆς οἰκείας μελέτης διὰ νὰ προβῇ εἰς τὰς περαιτέρω ἐνεργείας. Ἐπὶ τούτοις γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Κοινότης ἔχει καὶ ἑτέραν γεώτρησιν ἐπὶ τῆς πλατείας Ἀναλήψεως, ἥτις λειτουργεῖ κανονικῶς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1953 παρέχουσα ὕδωρ πλέον τῶν 25 μ3 ὡριαίως. Τὰ Ὑπουργεῖα Ἐσωτερικῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων συνέστησαν εἰς τὸ Ταμεῖον Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων ὅπως χορηγήσῃ εἰς τὴν Κοινότητα Βριλησσίων δάνειον ἐκ δραχμῶν 1.980.000 διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ὁδοποιΐας. Ἤδη ἡ Κοινότης κατὰ παραγγελίαν τοῦ ὡς ἄνω Ταμείου ὑπέβαλε πρὸς αὐτὸ δικαιολογητικὰ ἐλπίζεται δέ, ὅτι λίαν συντόμως θὰ ἐγκριθῇ παρὰ τοῦ Δ. Σ. τοῦ Ταμείου ἡ χορήγησις τοῦ αἰτουμένου δανείου, δι’ οὗ θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ κατασκευὴ ὁδικοῦ δικτύου, τὸ ὁποῖον πλὴν τῶν ἄλλων, θὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς κατοίκους καὶ συγκοινωνιακῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3868)2.3.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἀναφορικῶς μὲ τὸ ἐν περιλήψει ἐπιδηλούμενον θέμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὰ μέλη καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 105 τοῦ Ν. Διατάγματος 4274)62 προβλεπομένων ἐπιτροπῶν ἐκκαθαρίσεως τῶν ἁπλῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, ἐξετέλεσαν τοπικῶς εἰς τὰς ἕδρας αὐτῶν ἐργασίαν γραφείου, χωρὶς νὰ παρίσταται ἀνάγκη μετακινήσεώς των, ἥτις ἠδύνατο νὰ περαιωθῇ εἰς χρονικὸν διάστημα πολὺ βραχύτερον τοῦ ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου τούτου προβλεφθέντος τοιούτου τῶν ἑβδομήκοντα (70) ἡμερῶν. Παρὰ ταῦτα ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον, ἐν τῇ ἐκτιμήσει τοῦ γεγονότος, ὅτι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας ταύτης οἱ περὶ ὧν πρόκειται γραμματεῖς εἰργάσθησαν ὑπερωριακῶς, προέβη εἰς τὴν χορήγησιν ἐξόδων κινήσεως καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῶν ὡς εἴρηται ἐπιτροπῶν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν πεντακοσίων (500) ἕως χιλίων πεντακοσίων (1.500) ἀναλόγως τῆς ὑπ’ αὐτῶν προσφερθείσης ἐργασίας, μὲ βάσιν τὸν πληθυσμὸν ἑκάστου Δήμου καὶ ἑκάστης Κοινότητος. Πέραν αὐτοῦ καὶ ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προβλεφθεῖσα πίστωσις καλύπτεται ἐξ ὁλοκλήρου διὰ τῆς κατὰ τ’ ἀνωτέρω κατανομῆς, μὴ καθισταμένης δυνατῆς περαιτέρω δαπάνης, μὴ ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ἀνωτέρω, ζήτημα περαιτέρω αὐξήσεως τῶν ὡς εἴρηται ἐξόδων κινήσεως δὲν ὑφίσταται. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου, Ι. Εὐαγγελίδη καὶ Θ. Παππᾶ. Ἐν συνεχείᾳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5715)25.1.63 ἡμετέρου ἐγγράφου, περὶ τοῦ ἐν περιλήψει ἀντικειμένου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, δι’ ἧς κατέστη ἀμετάκλητος ἡ ὑπ’ ἀριθ. 74)1962 ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Δωδεκανήσῳ Ἐφετῶν, ἀφορῶσα εἰς τὴν καταδίκην τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Καρδαμαίνης Ἐμμανουὴλ Βαληνάκη εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων ἐπὶ δύο μῆνας, ὁ Ἔπαρχος Κῶ προέβη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4954)20.12.62 πράξεώς του, εἰς τὴν διαπίστωσιν τῆς ἐκπτώσεως τοῦ εἰρημένου ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ κοινοτικοῦ συμβούλου καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 133 τοῦ δημοτικοῦ καὶ κοινοτικοῦ κώδικος, β) ἐξετέλεσε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 39585)15.11.1962 διαταγὴν τῆς Νομαρχίας Δωδεκανήσου, περὶ ἐνεργείας συμπληρωματικῆς ἐξετάσεως ἐπὶ τῶν καταγγελθεισῶν ἀνωμαλιῶν τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὡς εἴρηται Προέδρου καὶ ὑπέβαλε τὸ σχετικὸν πόρισμα εἰς τὴν Νομαρχίαν καὶ γ) προέβη εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἀλληλογραφίας τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ μνησθέντος ἄνευ δικαιώματος γενομένης προσθήκην εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10)22. 7.62 πρακτικὸν συνεδριάσεως τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Καρδαμαίνης καὶ ὑπέβαλεν ἐπίσης τὸν σχετικὸν φάκελλον εἰς τὴν Νομαρχίαν. Τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ τοῦ κοινοποιηθέντος καὶ ὑμῖν ὑπ’ ἀριθ. 5715)25.1.63 ἐγγράφου του πρὸς τὴν Νομαρχίαν Δωδεκανήσου, ὑπομνησθέντος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 25405)2. 3.63 ὁμοίου του, ἐζήτησεν ὅπως παρασχεθοῦν αὐτῷ πληροφορίαι ἐπὶ τῶν ἐν ἐδαφίοις βʹ καὶ γʹ τῆς προηγουμένης παραγράφου τοῦ παρόντος ἐκτιθεμένων. Εὐθὺς ὡς περιέλθῃ ἡμῖν ἡ ζητηθεῖσα ἀπάντησις τῆς Νομαρχίας, θέλομεν καταστήσει ὑμᾶς ἐνημέρους τῶν ἐνεργειῶν τῆς Διοικήσεως καὶ ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων καταγγελιῶν, κατὰ τοῦ ἐκπεσόντος ἤδη ἀπὸ τοῦ ἀξιώματός του, Προέδρου τῆς Κοινότητος Καρδαμαίνης Ἐμμανουὴλ Βαληνάκη. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Παιδείας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς πάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1891)1321 ἐ.ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1399 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι ἡ βιβλιοθήκη Ἄργους «ὁ Δαναὸς» τυγχάνει νομικὸν πρόσωπον ἰδιωτικοῦ δικαίου. Διὰ νὰ καταστῇ δημοσία ἡ ἐν λόγῳ βιβλιοθήκη δέον νὰ συντρέχουν αἱ περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νόμου 1362)1949 «περὶ ἱδρύσεως, ἀνασυγκροτήσεως καὶ ἑνιαίας ὀργανώσεως τῶν ἀνὰ τὸ Κράτος Βιβλιοθηκῶν ἤτοι ἀπόφασις τῆς διοικήσεως τοῦ σωματείου τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν μέσα, οἴκημα πόροι, βιβλία ἔπιπλα κλπ. ὡς καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Γεν. Συμβουλίου Βιβλιοθηκῶν τῆς Ἑλλάδος. Συνεπῶς τὰ ἀνωτέρω δέον νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τῆς Διοικήσεως τοῦ Συλλόγου διὰ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὡς ἄνω νόμου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Φεβρουρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Μ. Σβώλου, Σ. Ἡλιοπούλου καὶ Ι. Εὐαγγελίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1902)31.1.63 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1410 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Μ. Σβώλου, Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Ι. Εὐαγγελίδη, περὶ τῆς λειτουργίας τῶν Γυμνασίων Ν. Σμύρνης Ἀθηνῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως γνωρίσητε εἰς τοὺς ἐρωτῶντας βουλευτάς, ὅτι ἡ ἄμεσος κάλυψις τῶν ἐμφανιζομένων εἰς διδακτικὸν προσωπικὸν κενῶν τῶν Γυμνασίων τῆς τ. Δ)σεως Πρωτευούσης δὲν καθίσταται εὐχερὴς λόγῳ τοῦ ἰσχύοντος καθεστῶτος τῆς εἰς αὐτὰ μεταθέσεως καθηγητῶν βάσει ἐτησίως συντασσομένων πινάκων. Ἤδη πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ σχολ. ἔτους 1962–63 εἶχεν ἐξαντληθῆ ὁ ἰσχύων πίναξ, μετατεθέντων ἐγκαίρως ἁπάντων τῶν συγκεντρούντων τὰ νόμιμα προσόντα καὶ εἰς αὐτὸν ἐγγεγραμμένων καθηγητῶν, οἵτινες καὶ διετέθησαν συμμέτρως εἰς ἅπαντα τὰ σχολεῖα τῆς τ. Δ)σεως Πρωτευούσης. Ἐντὸς δὲ τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ἅμα τῇ ἰσχύϊ τοῦ πίνακος τοῦ ἔτους 1961–63, ἐπραγματοποιήθη ἡ μετάθεσις ἀριθμοῦ καθηγητῶν πρὸς κάλυψιν τῶν ἀμεσωτέρων ἀναγκῶν. Περαιτέρω ἐκτέλεσις τοῦ πίνακος θὰ καταστῇ ἤδη δυνατὴ μετὰ τὸν κατ’ αὐτὰς πραγματοποιούμενον διορισμὸν ὑπερπεντακοσίων καθηγητῶν — συμφώνως πρὸς τὴν κυβερνητικὴν ἀπόφασιν περὶ διορισμοῦ 700 καθηγητῶν ἐτησίως καὶ ἐπὶ τετραετίαν. Οἱ καθηγηταὶ οὗτοι τοποθετοῦνται κατὰ νόμον εἰς ἐπαρχιακὰ Γυμνάσια ἐκ τῶν ὁποίων θὰ μετατεθῶσιν οἱ ἀναγκαιοῦντες εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Μ.Ε. τῆς τ. Δ)σεως Πρωτευούσης καθηγηταί. Δέον νὰ σημειωθῇ ὅτι πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν Γυμνασίων τοῦ Δήμου Ν. Σμύρνης ἀπεσπάσθησαν ἐξ ἄλλων σχολείων τῆς ΚΒʹ Ἐκπαιδευτικῆς περιφερείας 5 καθηγηταί, ἤτοι 2 φιλόλογοι, 1 μαθηματικός, 1 καθηγήτρια γαλλικῆς καὶ 1 Οἰκοκυρικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Φεβρουρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ἀγγελούση. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1618)1173 ἀπὸ 29.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1355 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ἀγγελούση, περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας προσελεύσεως εἰς πτυχιακὰς ἐξετάσεις τῶν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 17 παρ. τοῦ Ν.Δ. 3974)59 ὑπαγομένων φοιτητῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν.Δ. 4263)62 ὁρίζεται ὅτι δι’ ἀποφάσεων ἡμῶν, ἐκδιδομένων προτάσει τῶν οἰκείων σχολῶν καὶ τῶν συγκλήτων τῶν ἀνωτάτων ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων, ρυθμίζονται τὰ περὶ τὰς σπουδὰς καὶ τὴν ἐν γένει φοίτησιν τῶν φοιτητῶν ζητήματα. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω διατάξεων, αἵτινες ἐθεσπίσθησαν πρὸς καλυτέραν καὶ ταχυτέραν ἀντιμετώπισιν τῶν ἐν λόγῳ ζητημάτων, ἐγένοντο ἐνέργειαι διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ περὶ οὗ ἡ ἐρώτησις αἰτήματος φοιτητῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ ἀναμένονται αἱ σχετικαὶ προτάσεις τῶν ἱδρυμάτων διὰ τὴν κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐνέργειαν τῶν δεόντων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Φεβρουρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου καὶ Κ. Χιωτάκη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3137)18.2.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1117 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου καὶ Κ. Χιωτάκη, περὶ ἱδρύσεως δημοσίων γυμνασίων εἰς τὰς κωμοπόλεις Μοιρῶν καὶ Ἀρκαλοχωρίου Νομοῦ Ἡρακλείου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως γνωρίσητε εἰς τοὺς ἐρωτῶντας κ. κ. βουλευτὰς ὅτι ἵδρυσις νέων γυμνασίων καθίσταται μὲν δυνατὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας καὶ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, πλὴν ὅμως δὲν δύναται νὰ ἀντιμετωπισθῇ εἰ μὴ μόνον μετὰ τὴν πλήρη ἐπάνδρωσιν τῶν ἤδη ὑφισταμένων καὶ λειτουργούντων σχολείων Μ. Ε. ὅπερ καὶ ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ ἀποφασισθέντος καὶ προοδευτικῶς ἤδη ἐκτελουμένου προγράμματος διορισμοῦ 2800 καθηγητῶν ἐντὸς τῆς τετραετίας 1962–65. Ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ προγράμματος τούτου καὶ ἀναλόγως τῶν γενικῶν ἀναγκῶν τῆς δημοσίας Μέσης Ἐκπαιδεύσεως θὰ ἀντιμετωπισθῇ πάντως ἐν καιρῷ καὶ τὸ αἴτημα τῶν ὡς ἄνω Κοινοτήτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3133)18.2.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1553 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως γνωρίσητε εἰς τὸν ἐρωτῶντα κ. βουλευτήν, ὅτι, καθ’ ἅ προκύπτει ἐκ τοῦ παρὰ τῇ Δ)νσει Μ. Ε. τηρουμένου ἀτομικοῦ φακέλλου τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Οἰκονομικοῦ Γυμνασίου Ἰωαννίνων Χρήστου Σαράτση, οὗτος διωρίσθη βάσει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 538 ἀπὸ 15.12.1947 πιστοποιητικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἐξ οὗ ἐμφαίνεται ὅτι ὑποστὰς τὴν νενομισμένην ἐπὶ πτυχίῳ δοκιμασίαν τῇ 31 Ὀκτωβρίου 1947, ἐνεκρίθη εἰς τοὺς πτυχιούχους τῆς Θεολογίας, ἀξιωθεὶς τοῦ βαθμοῦ «καλῶς». Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου καὶ Ε. Μπενᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3271 ἀπὸ 20.2.1963 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1591 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου καὶ Ε. Μπενᾶ περὶ ἱδρύσεως δημοσίου Γυμνασίου εἰς Πέραμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως πληροφορήσητε τοὺς ἐρωτῶντας κ.κ. βουλευτὰς ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν σχολ. ἔτος ἱδρύθησαν ὑπὲρ τὰ τριάκοντα νέα Γυμνάσια πρὸς ἀποσυμφόρησιν πληθωρικῶν καὶ κάλυψιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀναγκῶν συγκεκριμένων περιοχῶν τὰ πλεῖστα δὲ τούτων εἰς τὴν περιφ. τ. Δ)νσεως Πρωτευούσης, ἐξ ὧν τρία εἰς τὴν εὐρυτέραν περιφέρειαν τοῦ Πειραιῶς ἤτοι εἰς Ἀμφιάλην, Κορυδαλλὸν καὶ Δραπετσῶνα. Διὰ τῆς ἀμέσου ἐπανδρώσεως τῶν νέων τούτων Γυμνασίων ὡς καὶ τῶν γενομένων εἰς ἅπαντα τὰ σχολεῖα Μ.Ε. τοῦ Πειραιῶς μεταθέσεων καθηγητῶν, αἱ συνθῆκαι τῆς δημοσίας Μέσης Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ μείζονος Πειραιῶς ἐβελτιώθησαν αἰσθητῶς, θέλουσι δὲ βελτιωθῇ ἔτι περισσότερον διὰ τῆς πραγματοποιήσεως ἐντὸς τοῦ τρέχοντος σχολ. ἔτους τῆς δευτέρας σειρᾶς διορισμῶν 700 καθηγητῶν, τὴν ὁποίαν ἐπρογραμμάτισεν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσασα τὸν διορισμὸν 2800 καθηγητῶν ἐντὸς τῆς τετραετίας 1962– 1965. Διὰ τῆς προοδευτικῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως ταύτης θὰ καταστῇ ἐνδεχομένως δυνατὴ καὶ ἡ περαιτέρω ἵδρυσις νέων Γυμνασίων εἰς συνοικίας αἱ ὁποῖαι ἀπὸ ἀπόψεως κυρίως ἀριθμοῦ μαθητῶν πληροῦν τὰς σχετικὰς προϋποθέσεις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2407)1672)7.2.63 καὶ 798)191)1111 ὑμετέρων ἐγγράφων δι’ ὧν διεβιβάσθησαν ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1491 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. Π. Ν. 191 ἀναφορὰ τοῦ Προέδρου Κοινότητος Κερασέας Καρδίτσης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. συνάδελφον, ὅτι διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 111434, 122701 καὶ 119096)62 πράξεως ἡμῶν διωρίσθησαν εἰς τὸν Νομὸν Καρδίτσης 17 νέοι δημοδιδάσκαλοι διὰ τῶν ὁποίων ἐπληρώθησαν τὰ ὑπάρχοντα κενά. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
ηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Γ. Λαμπράκη καὶ Θ. Παππᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13174)20.11.62 ἐγγράφου ὑμῶν διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 850)13.11. 1962 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Γ. Λαμπράκη καὶ Θ. Παππᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς ὅπως πληροφορήσητε τοὺς κ.κ. συναδέλφους ὅτι τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ διδακτηρίου Δανούσης–Νάξου θὰ βαρύνῃ τὰς πιστώσεις τοῦ Ὀργανισμοῦ Σχολικῶν Κτιρίων εἰς τὸν ὁποῖον θὰ μεταβιβασθῇ τὸ αἴτημα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
III) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3987)2899)4.3.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη κατατεθεῖσα ἐν τῇ Βουλῇ ὑπ’ ἀριθ. 1662 ἐρώτησις σχετικῶς μὲ τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ ἀργοῦντος λιγνιτωρυχείου Κύμης εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς ΔΕΗ, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἀπασχολήσεως τῶν ἀνέργων λιγνιτωρύχων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ἀπὸ πλευρᾶς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου ἡμῶν, τὰ κάτωθι: Τὸ λιγνιτωρυχεῖον Κύμης εὑρίσκετο ἐν ἐνεργείᾳ μέχρι καὶ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου 1962. Ἡ παραχθεῖσα ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου μέχρι Σεπτεμβρίου π.ἔ. ποσότης λιγνιτῶν ἀνελθοῦσα εἰς 60.907 τόννους διετέθη ἐξ ὁλοκλήρου, ὡς ἀκολούθως:
| 1) | Εἰς Δ.Ε.Η. | τόννοι | 52.315 |
| 2) | Εἰς Βιομηχανίας | » | 8.119 |
| 3) | Εἰς περιοίκους ὀρυχείων | » | 473 |
| Σύνολον | » | 60.907 |
Ὁ ἐξορυσσόμενος λιγνίτης εἶναι καλῆς ποιότητος, θερμίδων 4.500 περίπου. Ἡ τιμὴ πωλήσεως τοῦ λιγνίτου τούτου καθωρίσθη δι’ ἀγορανομικῆς διατάξεως εἰς δραχ. 368 κατὰ τόννον μὲ παράδοσιν ἐπὶ τοῦ δαπέδου τοῦ ὀρυχείου καὶ ἐπὶ μεταφορικοῦ μέσου τῶν παραληπτῶν. Ἡ συσταθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Βιομηχανίας Ἐπιτροπὴ μελέτης ἀφορώσης τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως λιγνιτῶν ὑπὸ τοῦ ἐν Κερατσινίου θερμοηλεκτρικοῦ ἐργοστασίου τῆς Δ.Ε.Η. εἰς ἥν μετεῖχε καὶ ἐκπρόσωπος ἡμῶν, ἐπεράτωσε τὸ ἔργον της ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου π.ἔ. καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἁρμοδίως. Ἐν τούτοις, παρ’ ὅλον ὅτι διὰ τῶν ληφθέντων μέτρων ἐπετεύχθη αὔξησις τῆς καταναλισκομένης ὑπὸ τοῦ ὡς ἄνω ἐργοστασίου τῆς ΔΕΗ ποσότης λιγνιτῶν εἰς 200.000 τόννους ἐτησίως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1963, ἀντὶ 150.000 τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἡ ἐπιχείρησις τοῦ ἐν λόγῳ λιγνιτωρυχείου δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὸν προκηρυχθέντα ὑπὸ τῆς ΔΕΗ κατὰ τὴν 31.12.62 μειοδοτικὸν διαγωνισμὸν προμηθείας τῶν 200.000 τόννων λιγνιτῶν, διότι ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου π.ἔ. διέκοψε τὴν περαιτέρω λειτουργίαν τοῦ ὀρυχείου της, ἄγνωστον διὰ ποίους λόγους. Ὡς πρὸς τὰ ληφθέντα μέτρα διὰ τὴν ἐπαναλειτουργίαν τούτου ἢ τῆς ὑπαγωγῆς του εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς ΔΕΗ, ἁρμόδιοι εἶναι οἱ συνάδελφοι ἡμῶν Συντονισμοῦ καὶ Βιομηχανίας. Τέλος, οὐδὲν παράπονον ὑπεβλήθη ἡμῖν ὑπὸ τῶν ἐκμεταλλευτῶν τοῦ ἐν λόγῳ λιγνιτωρυχείου περὶ μὴ ἐξαντλήσεως ὅλων τῶν προσπαθειῶν μας ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ν. 1640)1951 περὶ ὑποχρεωτικῆς καταναλώσεως λιγνιτῶν ὑπὸ τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ Κύμης λειτουργουσῶν Βιομηχανικῶν καὶ Βιοτεχνικῶν ἐπιχειρήσεων πλὴν αἰτήσεως περὶ αὐξήσεως τῆς τιμῆς ἥτις δὲν ἐκρίθη βάσιμος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη καὶ Ν. Τσόχα. Εἰς ἀπάντησιν α) τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1518 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη καὶ Ν. Τσόχα διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2648)11.12.63 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ β) τῆς κατατεθείσης ὑμῖν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Γραμματίδη ὑπ’ ἀριθ. 369 ἀναφορᾶς καπνοπαραγωγῶν Τσαριτσάνης, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2041)369)12.2.63 ὑμετέρου ἐγγράφου σχετικῶς μὲ τιμὰς ἀσφαλείας τῶν καπνῶν κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: α) Ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἀγορῶν χωρικῶν καπνῶν ἐξήτασε τὸ ὅλον καπνικὸν θέμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, τιμῶν, ἀποθεμάτων, ἐξαγωγῶν, καταπολεμήσεως τοῦ περονοσπόρου καὶ τῶν τάσεων γενικῶς τῆς διεθνοῦς καπναγορᾶς καὶ εἰδικώτερον τῶν ἀνταγωνιστριῶν τῆς Ἑλλάδος χωρῶν καὶ προῆλθεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον μὴ προβῇ εἰς οὐδεμίαν παρέμβασιν ἀναφορικῶς πρὸς τὴν διαμόρφωσιν τῆς ἀγορᾶς χωρικῶν καπνῶν, ἀλλὰ παρακολουθήσῃ μετὰ προσοχῆς τὰς ἐξελίξεις αὐτῆς, ἑτοίμη νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, εὐθὺς ὡς παραστῇ ἀνάγκη. β) Ἡ ἐνημέρωσις τῶν παραγωγῶν ἐπὶ τῶν ἐξελίξεων τῶν διεθνῶν τιμῶν τῶν Ἑλληνικῶν καπνῶν δὲν καθίσταται δυνατὴ λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν ποιοτήτων καὶ ποικιλιῶν αὐτῶν δι’ ἑκάστην τῶν ὁποίων διαμορφοῦται ἰδιαιτέρα τιμή. γ) Περιορισμὸς τῆς χρονικῆς διαρκείας τῶν ἀγοραπωλησιῶν χωρικῶν καπνῶν δὲν θὰ ἐξυπηρέτει τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου καὶ Κ. Χιωτάκη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4004)2916)4.3.63 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1679 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου καὶ Κ. Χιωτάκη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος παροχῆς ἐπαρκοῦς ποσότητος ἐλαίων ἐκ τῶν ἀποθεμάτων δημοσίου εἰς περιοχὴν Ν. Ἡρακλείου Κρήτης δὲν ὑφίσταται κώλυμα καθ’ ὅσον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13)5.3.63 ἀγορανομικῆς διατάξεως ἐπετράπη ἡ διάθεσις μίγματος ἐλαιολάδου μετὰ σπορελαίου εἰς ποσοστὸν 50% ἐξ ἑκατέρου εἴδους καὶ δι’ ἑτέρας ἀποφάσεως, ἐνεκρίθη ἡ διάθεσις καὶ ἐγένετο προώθησις ἐκ τοῦ ἀνωτέρω εἴδους εἰς τὰς Ἑνώσεις Γεωργικῶν Συν)σμῶν ἐπὶ πιστώσει. Ἡ χορήγησις μίγματος ἐζητήθη τόσον ἀπὸ τὰς τοπικὰς Ἑνώσεις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν ὅσον καὶ ὑπὸ τῆς ΠΑΣΕΓΕΣ μετ’ ἐπίσκεψιν ἐπιτοπίως τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ αὐτῆς. Ἐπίσης οἱ Νομάρχαι δι’ ἀναφορῶν των ἐζήτησαν τὴν χορήγησιν μίγματος, ἡ δὲ διάθεσις τοῦ μίγματος θὰ γίνῃ ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς ἀγρότας ἀποκλειομένης τῆς διαθέσεώς του μέσῳ τοῦ ἐμπορίου. Κατόπιν τούτου οἱ παραγωγοὶ τῶν ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφερομένων χωρίων δύνανται μέσῳ τῶν οἰκείων Ἑνώσεων Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν νὰ προμηθευθῶσι τὰς ἀναγκαιούσας ποσότητας ἐλαίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Θεοχαρίδη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1505 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Θεοχαρίδη σχετικῶς μὲ ἀνέγερσιν καπναποθήκης εἰς Ἀμύνταιον διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2716)12.2.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι τὸ προβλεφθὲν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν Δημοσίων ἐπενδύσεων σχετικὸν κονδύλιον κατηναλώθη ἐξ ὁλοκλήρου διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν προγραμματισθεισῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνητικῆς Ἐπιτροπῆς Καπνοῦ καπναποθηκῶν εἰς τὰ κυριώτερα καπνικὰ κέντρα τῆς χώρας ἤτοι Κατερίνην, Κοζάνην, Μεσολόγγιον, Ναύπλιον, Σάμον καὶ Μυτιλήνην, οὐδὲ καθίσταται δυνατὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, ἡ ἀνέγερσις τῆς ἄνω καπναποθήκης ἐκ διαθεσίμων τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Καπνοῦ, λόγῳ τῶν ὑπερόγκων δαπανῶν μὲ τὰς ὁποίας ἐπιβαρύνεται ὁ ἐν λόγῳ Ὀργανισμὸς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη διὰ τὴν καταπολέμησιν τοῦ περονοσπόρου. Πάντως, ἐφ’ ὅσον εἰς τὸ μέλλον διατεθῶσι ἕτερα χρηματικὰ ποσὰ διὰ τὴν ἀνέγερσιν καπναποθηκῶν θὰ ἐξετασθῇ καὶ ἡ περίπτωσις ἀνεγέρσεως καπναποθήκης εἰς Ἀμύνταιον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Γιαννοπούλου, Α. Φωτήλα, Γ. Λαμπράκη καὶ Σ. Ἡλιοπούλου. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 867)15.11.62 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Γιαννοπούλου κλπ. ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: α) Ὡς γνωστὸν ἡ καταπολέμησις τῆς φυλλοξήρας δὲν εἶναι οἰκονομικῶς καὶ πρακτικῶς συμφέρουσα, δι’ ὃ καὶ παγκοσμίως ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ κινδύνου τούτου συνοψίζεται εἰς τὴν λῆψιν προληπτικῶν καὶ ἀνασταλτικῶν μέτρων ἀποσκοπούντων εἰς τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς ἐξαπλώσεως τοῦ ἐντόμου. Τὰ μέτρα ταῦτα προβλεπόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου 214)1914 καὶ τῶν ἐκτελεστικῶν αὐτοῦ Διαταγμάτων συνίσταται εἰς α) τὴν ἀπαγόρευσιν διακινήσεως ἐκείνων τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἅτινα εἶναι δυνατὸν νὰ μεταδώσουν τὴν φυλλοξήραν ἐκ φυλλοξηριωσῶν περιοχῶν εἰς ἀμολύντους τοιαύτας, β) τὴν διακίνησιν τῶν λοιπῶν γεωργικῶν προϊόντων ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ ὑπὸ αὐστηρὸν ἔλεγχον καὶ γ) καὶ ἀπεντόμωσιν τῶν εἰδῶν συσκευασίας τῶν μεταφερομένων προϊόντων. Εἰδικώτερον εἰς τὴν Πελοπόννησον διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὡς ἄνω μέτρων ὑφίστανται εἰδικὰ φυλάκια τόσον εἰς τὸν Ἰσθμὸν τῆς Κορίνθου, ὅσον καὶ εἰς Αἴγιον καὶ Ἀντίρροιον, ὅπου ἔχουν τοποθετηθῆ ἀντιφυλλοξηρικοὶ ἐπιστατοφύλακες, οἵτινες ἐλέγχουν ἁπάσας τὰς διακινήσεις τῶν γεωργικῶν προϊόντων καθ’ ὅλον τὸ εἰκοσιτετράωρον. Χάρις εἰς τὰ ληφθέντα μέτρα τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν λίαν ἱκανοποιητικὰ καὶ συγκεκριμένως ὁ ρυθμὸς ἐξαπλώσεως τῆς φυλλοξήρας βραδύτατος. Οὕτω, ἐνῷ εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου καὶ τὴν Θράκην ἡ φυλλοξήρα εἶχεν εἰσβάλει μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1880–1890, σήμερον μετὰ παρέλευσιν 80 περίπου ἐτῶν παραμένουν εἰσέτι ἀμόλυντα τὰ κατ’ ἐξοχὴν ἀμπελοφόρα διαμερίσματα Πελοποννήσου, Κρήτης, Ἑπτανήσου κλπ. Κατὰ τὴν πρόσφατον (Σεπτέμβριον 1962) διαπίστωσιν τῆς φυλλοξήρας εἰς τὴν τοποθεσίαν Ρεκοῦσι Συλιβαινιωτίκων–Ἀκράτας τῆς Ἀχαΐας, αἱ γεωπονικαὶ Ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου ἐκινήθησαν συντόμως ὡς μηχανισμὸς τὸ μὲν πρὸς ἐντοπισμὸν τῆς φυλλοξηρικῆς κηλῖδος, τὸ δὲ πρὸς διενέργειαν ἐπισταμένης ἐρεύνης εἰς ὁλόκληρον τὴν Πελοπόννησον. Οὕτω, ἅμα τῇ ἐμφανίσει τῆς φυλλοξήρας διετάχθησαν καὶ ἐφηρμόσθησαν κατασταλτικὰ μέτρα διὰ τῆς ἐκριζώσεως τῶν ὑπαρχόντων πρέμνων καὶ δένδρων τῆς ἐμφανισθείσης κηλῖδος καὶ καύσεως αὐτῶν, ὡς καὶ διὰ ἐπανειλημμένων ἐγχύσεων διθειούχου ἄνθρακος εἰς τὸ ἔδαφος τῆς φυλλοξηρικῆς κηλῖδος. Ἐν συνεχείᾳ δὲ ἐφηρμόσθησαν ἀνάλογα μέτρα ἐπὶ ἐκτάσεως 50 περίπου στρεμμάτων κειμένων ἐντὸς τῆς ἀμυντικῆς ζώνης. Παραλλήλως διετάχθη πολυπληθὲς συνεργεῖον ἐξειδικευμένων Γεωπόνων βοηθούμενον καὶ ὑπὸ ἑτέρων τοπικῶν γεωπόνων, ἵνα ἐρευνήσουν ἅπασαν τὴν περιφέρειαν τῆς ἀμπελοφόρου ζώνης. Βάσει δὲ προγράμματος καταρτισθέντος ὑπὸ τοῦ Φυτοπαθολογικοῦ Σταθμοῦ Πατρῶν ἐπραγματοποιήθη ἡ ἐξόρμησις αὕτη ἐρευνηθέντων 814.000 στρεμμάτων, ἐξ ὧν 343.000 οἰναμπέλου, 19400 ἐπιτραπεζίων σταφυλῶν, 398.000 Κορινθιακῆς σταφίδος καὶ 53.600 σουλτανίνας. Εἰς τὰς ἀνωτέρω διερευνηθείσας ἀμπελοφυτείας δὲν παρετηρήθησαν φυλλοξηρικαὶ προσβολαί. Ἡ ἔρευνα αὕτη θὰ ἐπαναληφθῇ τὸ ἑπόμενον θέρος, ὅτε ἡ ἐποχὴ εἶναι καταλληλοτέρα καὶ διακρίνονται αἱ φυλλοξηρικαὶ κηλῖδες. β) Κατὰ τὸ διαρρεῦσαν χρονικὸν διάστημα καὶ ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον διενήργει τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἀμπελώνων εἰς Μακεδονίαν, Θεσσαλίαν κ.λ.π., παραλλήλως ἐμερίμνησε διὰ τὴν μελέτην τῶν προβλημάτων προσαρμογῆς καὶ συγγενείας τῶν ἀντιφυλλοξηρικῶν ὑποκειμένων διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως τόσον προπολεμικῶς ὅσον καὶ ἀπὸ 10ετίας πυκνοῦ δικτύου πειραματικῶν ἀμπελώνων τελούντων ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ἰνστιτούτου Ἀμπέλου καὶ παρακολουθουμένου ὑπὸ τῶν Γεωπόνων τόσον παρὰ τῶν κατὰ τόπους Διευθύνσεων Γεωργίας, ὅσον καὶ τοῦ ΑΣΟ. γ) Τὸ πρόγραμμα παραγωγῆς ἀντιφυλλοξηρικῶν κλημάτων βασίζεται εἰς τὴν ἀκόλουθον φυτωριακὴν πολιτικήν. Τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, ἀκολουθοῦν τὴν ἀρχήν, ὅτι ἡ φυτωριακὴ παραγωγὴ εἶναι συνάρτησις τῆς ἐπαρκείας τῶν μητρικῶν φυτειῶν, διατηρεῖ ἕξ (6) κρατικὰ φυτώρια, ὅπου ἔχει ἐγκαταστήσει μητρικὰς φυτείας ἐκτάσεως 2.200 στρεμμάτων. Παραλλήλως δὲ λειτουργοῦν ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας 78 ἰδιωτικὰ φυτώρια τελοῦντα ὑπὸ κρατικὸν ἔλεγχον. Ταῦτα διὰ τῶν ἰδίων μητρικῶν φυτειῶν ἐκτάσεως 1.700 στρεμ. ἐγκατασταθεισῶν δι’ ἠλεγμένων ἐρρίζων διατεθέντων παρὰ κρατικῶν φυτωρίων συμπληροῦν τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Κατὰ τὴν τρέχουσαν περίοδον προβλέπεται ἡ φύτευσις ἑτέρων 500 στρεμμάτων κρατικῶν μητρικῶν φυτειῶν εἰς Λεσίνι, ὅπου μὲ τὰς φυτείας τοῦ παρελθόντος ἔτους συμπληροῦται ἔκτασις χιλίων στρεμμάτων τοῦ ὑδριβίου R110 τοῦ εὐρυτέρου προσαρμοζομένου. Ἀφ’ ἑτέρου κατηρτίσθη τὸ πρόγραμμα τῶν κατὰ ποικιλίαν ὑποκειμένου καὶ κατὰ Νομοὺς ἀπαιτηθησομένων ἐρρίζων κλημάτων, ἡ παραγωγὴ τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζεται ἐντὸς ἑνὸς ἔτους διὰ τῆς ριζοβολήσεως τῶν μοσχευμάτων τῶν ὑπαρχουσῶν φυτειῶν. Διὰ μίαν ρυθμικὴν ἀναμπέλωσιν τῆς Πελοποννήσου προϋπολογίζεται ὅτι δέον νὰ ἀναφυτεύωνται κατ’ ἔτος περὶ τὰ 16.000 στρέμματα ἐτησίως, τοῦθ’ ὅπερ εὐχερῶς θὰ ἀντιμετωπισθῇ. Πέραν τῶν ἀνωτέρω προγραμματισθέντων ἐπροτείναμεν διὰ τὸ νέον σταφιδικὸν ἔτος τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ΑΣΟ κονδυλίου ἐξ 1.850.000 δραχμ. διὰ τὴν συμμετοχὴν καὶ τοῦ ὡς ἄνω Ὀργανισμοῦ εἰς τὴν ἀντιφυλλοξηρικὴν ἄμυναν τῆς Πελοποννήσου, ἰδίᾳ εἰς ὅτι ἀφορᾷ τὴν ἀνασύστασιν τῶν φυτειῶν Κορινθιακῆς σταφίδος. Ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ προγράμματος διὰ τὴν Πελοπόννησον, ἀπὸ ἐτῶν συνιστῶνται καὶ λειτουργοῦν μεταβατικὰ σχολεῖα καὶ σχολεῖα βραχείας διαρκείας, ἵνα ἐν καιρῷ δύνανται οἱ ἀμπελουργοὶ νὰ αὐτοβοηθοῦνται εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς νέας καταστάσεως πραγμάτων, ἥτις θὰ ἀνακύψῃ μὲ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν διαφόρων ποικιλιῶν ὑποκειμένων ἀμπέλου εἰς Πελοπόννησον (ἐμβολιασμός, ἐξοικείωσις εἰς τὰ τοῦ χειρισμοῦ τῶν ποικιλιῶν κ.λ.π.). Οὕτω ἀντιμετωπίζεται ἡ προγραμματισμένη ἀνασύστασις τῶν ἀμπελοφυτειῶν Πελοποννήσου προοδευτικῶς, ἤτοι βεβαίως, θὰ συντελεσθῇ μὲ ρυθμὸν ἐξαρτώμενον ἐκ τοῦ ρυθμοῦ ἐπεκτάσεως τῆς φυλλοξήρας. δ) Ἡ μηχανικὴ καλλιέργεια τῶν νέων φυτειῶν θέλει ἐξασφαλισθῇ διὰ τῆς καθ’ ὡρισμένας ἀποστάσεις διατάξεων τῶν συσταθησομένων φυτειῶν. Ἡ τοιαύτη βελτίωσις, ἄλλωστε, ἐφαρμόζεται ἤδη, ἐπεκτεινομένης ὁσημέραι τῆς διὰ μηχανικῶν μέσων καλλιεργείας ἐπὶ σκοπῷ μειώσεως τοῦ κόστους παραγωγῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Εὐαγγελίδη, Ε. Σακελλάρη καὶ Ν. Τσόχα. Εἰς ἀπάντησιν τῆς, διὰ τοῦ ὡς ἄνω ἐγγράφου ὑμῶν, διαβιβασθείσης ἀπὸ 22.2.1963 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη καὶ Ν. Τσόχα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1) Οἱ κληροῦχοι οἱ ἀποκατασταθέντες εἰς τὸ ὑπὲρ αὐτῶν ἀπαλλοτριωθὲν ἰδιωτικὸν ἀγρόκτημα Μπάκρινα–Λαρίσης, ἐχρεώθησαν συμφώνως πρὸς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Ν.Δ. 2185 τοῦ ἔτους 1952 καὶ τῶν εἰς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐκδοθέντων Διαταγμάτων, βάσει τῶν ὁποίων, ἐπίσης ἀπεζημιώθησαν ἀντιστοίχως παρὰ τοῦ Δημοσίου οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ ἀγροκτήματος καὶ 2) Τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον μελετᾷ τὸ θέμα τῶν ἐξ ἀποκαταστάσεως χρεῶν τῶν κληρούχων ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἀπόψεις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
V) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Ἀμύνης. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3207)2285)19.2.63 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1568 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπασταύρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Ὁ ὁπλίτης Τσουρέκας Γεώργιος ἀπεσπάσθη εἰς ΤΕΑ Μετσόβου δι’ ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας, ὡς συμβαίνει εἰς πλείστας περιπτώσεις. β) Εἰς τὰ ΤΕΑ ὑπηρετοῦν Ἀξ)κοὶ καὶ Ὁπλῖται μόνιμοι, ἔφεδροι καὶ κληρωτοί. γ) Τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὸν ἐν λόγῳ ὁπλίτην παρέχεται ὑπὸ τῆς Μονάδος του ἡ εὐχέρεια νὰ ἐργάζεται εἰς ὥρας μὴ ὑπηρεσίας ἢ ἡμέρας ἀδείας, δὲν ἀποτελεῖ παράβασιν, ἀλλὰ τοποθετεῖται ἐντὸς τῶν πλαισίων τῶν διευκολύνσεων ἅς παρέχει ἡ Ὑπηρεσία εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην ὁπλίτας πρὸς ἱκανοποίησιν ἀτομικῶν καὶ οἰκογενειακῶν των ἀναγκῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. 1) Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3125)2172)18.2.1963 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1545 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ προθεσμία ὑποβολῆς δικαιολογητικῶν προικοδοτήσεως εἰς τὸ Ταμεῖον Ἀρωγῆς Ἀναπ. καὶ Θυμ. Πολέμου ὑπὸ τῶν νυμφευομένων θυγατέρων τῶν ἀναπήρων πολέμου, ὡρίσθη διὰ διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Ν. Δ. 3056)54, συμπληρώσαντος τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Ν. Δ. 1324)49, εἰς ἕν (1) ἔτος ἀπὸ τῆς τελέσεως τοῦ γάμου τῆς δικαιούχου. 2) Αἱ δικαιοῦχοι αἵτινες ὑποβάλλουν ἐκπροθέσμως τὰ δικαιολογητικὰ προικοδοτήσεως, ἤτοι μετὰ παρέλευσιν ὁλοκλήρου ἔτους ἀπὸ τῆς τελέσεως τοῦ γάμου των, δὲν λαμβάνουσι τὴν κεκανονισμένην παροχήν, καθ’ ὅσον ρητῶς ἀποκλείονται ὑπὸ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Α.
Ν. 1324)49.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3257)2365)20.2.1963 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1577 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Οἱ χρησιμοποιούμενοι ὑπὸ τῆς Β. Ἀεροπορίας τύποι ἀεροσκαφῶν εἶναι κατασκευῆς Η.Π.Α., χρησιμοποιοῦνται δὲ καὶ ὑπὸ ἑτέρων Ἀεροποριῶν τοῦ ΝΑΤΟ. Συνεχεῖς βελτιώσεις τοῦ ὑλικοῦ καὶ τῶν ἀπαιτήσεων ἐργασιῶν συντηρήσεως καὶ ἐπιθεωρήσεως, τείνουν εἰς τὴν τελειοποίησιν τῶν ἀεροσκαφῶν, εἰς τρόπον ὥστε τὰ συνεπείᾳ μηχανικῶν βλαβῶν ἀτυχήματα ν’ ἀντιπροσωπεύουν μικρὸν ποσοστὸν ἐκ τοῦ συνόλου. β) Τὰ ἀντίστοιχα στοιχεῖα ἀτυχημάτων τῶν ξένων ἀεροποριῶν τοῦ ΝΑΤΟ χαρακτηριζόμενα ὡς ἐμπιστευτικὰ δὲν δύνανται ν’ ἀνακοινωθοῦν, πλὴν παρέχεται ἡ διαβεβαίωσις ὅτι ὁ δείκτης τῶν ἀεροπορικῶν ἀτυχημάτων τῆς Β. Ἀεροπορίας εἶναι σήμερον ἐκ τῶν καλυτέρων τοῦ ΝΑ-ΤΟ καὶ ὅτι ἐπὶ πλέον διὰ τῆς συνεχοῦς βελτιώσεως τῆς συντηρήσεως ἀεροσκαφῶν καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἱπταμένων, ἀναμένεται βασίμως περαιτέρω μείωσις τῶν ἀτυχημάτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἰντζέ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3772)2697)1.3.1963 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1640 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἰντζέ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τὴν στέγασιν τοῦ 134 Στρατολογικοῦ Γραφείου μελετᾶται ἡ ἀνέγερσις κτιρίου ἐπὶ δωρηθέντος ὑπὸ τοῦ Δήμου Σερρῶν οἰκοπέδου, ἀλλὰ μετὰ τὴν νομικὴν τακτοποίησιν ἐπὶ διεκδικήσεων ἐπὶ τῆς ἀνωτέρω ἐκτάσεως ὑπὸ τοῦ ἰδιώτου Καράμπελα Γ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Στεφανοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4212)3065)8.3.1963 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1697 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Στεφανοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Ὑπὸ τοῦ Ν.Δ. 4193)1961 ἐρρυθμίσθη τὸ ζήτημα τοῦ ἐκτάκτου προσωπικοῦ Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀπασχολουμένου εἰς ἐργασίας, σχετιζομένας ἀμέσως μὲ τὴν ἄσκησιν διοικητικῆς λειτουργίας. β) Κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ ὡς ἄνω Ν.Δ. ἐξεδόθη διὰ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης (Κλάδος Στρατοῦ Ξηρᾶς) τὸ ὑπ’ ἀριθ. 544)1962 Β. Διάταγμα (ΦΕΚ 133), ὅπερ προσέθεσεν εἰς κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις προβλεπομένας θέσεις μονίμου προσωπικοῦ τοῦ ΓΕΣ τὰς ἐν αὐτῷ λεπτομερῶς ὁριζομένας. Εἰς τὰς προστιθεμένας δι’ αὐτοῦ θέσεις δὲν περιλαμβάνονται τοιαῦται Νοσοκόμων, Μαγείρων, Κουρέων, Ραπτῶν κλπ. καὶ τοῦτο διότι αἱ ἐργασίαι τούτων δὲν σχετίζονται ἀμέσως μὲ τὴν ἄσκησιν διοικητικῆς λειτουργίας. Ἑπομένως κατὰ νόμον δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ μονιμοποίησις τοῦ ἐν λόγῳ προσωπικοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχομεν πρὸς κύρωσιν πρῶτον τὰ πρακτικὰ τῆς 11ης Μαρτίου, τῆς συνεδριάσεως, δηλαδή, ποὺ συνεζητήθησαν τὰ ἐξωτερικὰ θέματα καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βασιλάτου κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Αὐτὰ καθυστέρησαν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἠθέλησε νὰ κάμῃ μίαν θεώρησιν τῶν ἀγορεύσεών του, διότι ἀνεφέροντο εἰς θέματα ἐθνικά.
§6Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Καίτοι ἀποτελεῖ ματαιοπονίαν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ὅταν πρόκειται διὰ λόγους τῶν Ὑπουργῶν, ἀναγράφονται εἰς τὰ πρακτικὰ ἐστενογραφημέναι αἱ ἀγορεύσεις των, ἐνῷ αἱ ἰδικαί μας ἀναγράφονται ἀπὸ τὰς λαμβανομένας σημειώσεις τῶν ταχυγράφων. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι ἀποβαίνει εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἰς βάρος τῆς συζητήσεως καὶ ἀποβαίνει τελικῶς εἰς βάρος τοῦ Κοινοβουλίου. Συζητούσαμεν προχθὲς ἐπὶ ἑνὸς μεγάλου ἐθνικοῦ θέματος, καὶ ἀνεπτύχθησαν αἱ ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ αἱ ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐμφανίζονται διαστρεβλωμέναι εἰς τὰ πρακτικὰ ἐνῷ αἱ ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐμφανίζονται ὅπως παρουσιάσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, κατόπιν διορθώσεως. Ἐρωτῶ ἐὰν αὐτὸ συμβάλλῃ εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Ἐρωτῶ ἀκόμη, κύριε Πρόεδρε, διότι πρέπει νὰ τεθοῦν ὠμὰ τὰ πράγματα, ἐὰν αὐτὸ εἶναι Κοινοβουλευτικῶς ἔντιμον. Πρέπει κἄποτε ὡς ὑπεύθυνος Πρόεδρος τοῦ Σώματος, νὰ λάβητε μίαν ἀπόφασιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ νὰ τηροῦνται, τὸ ἓν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ἄλλο εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω ἀπαντήσει ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ πολλάκις. Ἐπὶ μίαν ἑκατονταετίαν ἰσχύει τὸ γνωστὸν καθεστώς. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου ἐπετεύχθη τοὐλάχιστον κἄποια πρόοδος, στενογραφοῦνται αἱ εἰσηγήσεις τῶν δύο εἰσηγητῶν καὶ τῶν ἐξουσιοδοτημένων ρητόρων, ἐπῆλθε, δηλαδή, πρόοδος εἰς τὸ θέμα αὐτό. Ἐὰν δὲ ἡ πρόοδος αὐτὴ συνδυασθῇ καὶ μὲ τὴν ὀργάνωσιν τῶν κομμάτων, ὥστε νὰ ὁρίζουν ἑκάστοτε ἐξειδικευμένους ρήτορας, τὸ θέμα θὰ ἁπλουστευθῇ ἀκόμη περισσότερον. Μετὰ τὰς διακοπὰς καὶ ἐφόσον ἡ Βουλὴ μὲ ἐκλέξει κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον, ἐλπίζω νὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἰσηγηθῶ τρόπον ἀντιμετωπίζοντα λυσιτελέστερον τὸ θέμα. Εἴμεθα περίπου εἰς τὸ τέλος τῆς συνόδου. Δὲν ἐννοῶ, βέβαια, ὅτι ἡ σύνοδος θὰ τελειώσῃ πρὸ τοῦ Πάσχα. Θὰ τελειώσῃ ὡς συνήθως. Ἀλλὰ τὸ λέγω αὐτό, δεδομένου ὅτι ἔρχεται τὸ Πάσχα καὶ αἱ ἑορταὶ....
§8Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐνόμισα ὅτι ὡμιλήσατε περὶ τοῦ τέλους τῆς περιόδου καὶ νομίζω ὅτι θὰ εἴσαστε πλησιέστερον εἰς τὰ γεγονότα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν πιστεύετε, ὅτι εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς περιόδου καὶ τὸ λέγετε μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἔχετε ἰθύνουσαν θέσιν, τότε ἐν τῇ πολιτείᾳ ἀφήσατε νὰ διορθώσητε σεῖς τὰ καθ’ ὑμᾶς κακῶς κείμενα.
§10Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἀπὸ τὸ στόμα σας καὶ στοῦ Θεοῦ τὸ αὐτί. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριε Πρόεδρε, εἴπατε, ὅτι ὀφείλεται καὶ εἰς τὸ ἀναδιοργάνωτον τῶν κομμάτων ἡ μὴ στενογράφησις τῶν πρακτικῶν......
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλεται εἰς τοῦτο καὶ σᾶς ἔδωσα τὴν ἐξήγησιν.
§12Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ὡς εἶναι γνωστόν, ὁμιλοῦν ὁ ἐπερωτῶν ἢ καὶ ἕνας δευτερεύων, ἑπομένως τὸ τεχνικὸν κώλυμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει διὰ τὰς συζητήσεις τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, δὲν ἰσχύει διὰ τὰς ἐπερωτήσεις.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λησμονεῖτε τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως, κύριε Ζίγδη.
§14Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δὲν εἴχομεν γενίκευσιν εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν. Ἀλλὰ ἐπὶ θεμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ἔχομεν ἐπανειλημμένας συζητήσεις χωρὶς νὰ προχωροῦμεν ὡς ἔπρεπεν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ κρατήσωμεν τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρατήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον.
§15Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ παλαιότερον εἶχον παρακαλέσει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ μέθοδος τοῦ μαγνητοφώνου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι εἰς θέσιν ὅσοι ἦσαν παρόντες νὰ ὁμολογήσουν ὅτι κατὰ τὸ ἐπεισόδιον τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνεκάλεσε μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν εἴπει, δὲν φαίνεται ὅμως ἀπὸ τὰ πρακτικά. Ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, ἐγὼ δὲν ὡμίλησα ἐπὶ ὥρας, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθοῦν αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον. Τέσσαρας σειρὰς εἶπον καὶ αὐταὶ εἶναι τελείως ἠλλοιωμέναι. Δὲν εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὴν Τρίτην τὸ βράδυ, ἐνῷ τὸ Δελτίον Τύπου ἔβγαινε κἄθε πέντε λεπτὰ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐβγῆκε μέχρι τὴν νύκτα, διότι εἶχον δοθῆ νὰ τὰ διορθώσῃ ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ διερωτῶμαι, διατί αὐτό; Νομίζω, ὅτι ἦτο ἐσκεμμένη ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτὸ εἶναι εἰς βάρος τοῦ Προεδρείου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον πταίει δι’ ὅλα! Σᾶς ἐξήγησα, ὅτι προκειμένου περὶ ἀγορεύσεων καὶ δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχουν ἐπιπτώσεις διὰ τὸ Ἔθνος, ὀφείλει νὰ γίνεται μία λεπτομερὴς θεώρησις τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων.
§17Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἀσφαλῶς εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀντιληφθοῦν ὅσοι περίσταντο κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, αἱ φραστικαὶ διορθώσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν εἶναι ὅλως ἀσήμαντοι, δὲν ἀφοροῦν δὲ περισσοτέρας ἀπὸ 10 λέξεις. Ὅλον τὸ περιεχόμενον καὶ ὅλαι αἱ ἐκφράσεις εἶναι αἱ ἴδιαι.
§18Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεκάλεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν φράσιν ποὺ εἶπεν ἢ ὄχι;
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Διαμαντόπουλε, ὁμιλεῖτε διὰ τρίτην φοράν. Εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ καθ’ ἣν ὁ βουλευτὴς δὶς δύναται νὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Σεῖς θὰ ὁμιλῆτε τρίς; Εἶσθε ἀσύδοτος σεῖς;
§20Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δώσατέ μου τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε κατάχρησιν τῆς ἀνοχῆς τοῦ Προεδρείου ζητοῦντες τὸν λόγον ὁτὲ μὲν ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, ὁτὲ δὲ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἔτσι καταλήγετε νὰ ὁμιλῆτε ὅποτε σᾶς ἀρέσει. Ἐδῶ ὑπάρχει Κανονισμός, ἐφ’ ὅσον δὲν τὸν σέβεσθε, ἀπὸ σήμερον, θὰ τεθῇ ἐν αὐστηροτάτῃ ἐφαρμογῇ. Πρέπει νὰ μοῦ δικαιολογήσητε ποία φράσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ ἐδημιούργησε προσωπικὸν διὰ σᾶς ζήτημα καὶ ἐγὼ θὰ κρίνω.
§22Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός: «Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ γελῶ μὲ τὰς ἀνοησίας ποὺ λέτε».
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα τί σᾶς εἶπεν.
§24Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ ἀνεκάλεσεν αὐτὴν τὴν φράσιν δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτό. Εἶναι θέμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περάσῃ;
§25Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὁμολογῶ δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατὶ ἐπιμένει ὁ κ. συνάδελφος. Εἰς τὴν σελίδα 16 τῶν πρακτικῶν λέγω συγκεκριμένως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον: Δὲν εἶπον ἀνοησίας. Κακῶς ἠκούσθη. Καὶ σᾶς πληροφορῶ ὅτι δὲν ἐγέλασα. Μετὰ εἶπον ἐπανειλημμένως ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Διαμαντόπουλον ὅτι δὲν ἐλέχθη ἡ λέξις αὐτή. Τί ἄλλο θέλει ὁ κ. Διαμαντόπουλος;
§26Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπε τὴν λέξιν «ἀνοησίαι» τὴν ὁποίαν ἀνεκάλεσε. Τὴν εἴπατε τὴν λέξιν αὐτὴν ἢ ὄχι;
§27Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὄχι.
§28Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶσθε ψεύστης.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγεται τοιαύτη φράσις.
§30Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. Διαμαντόπουλος ἔχει ἀρκετὰ καταβιβάσει τὸ ἐπίπεδον τοῦ Κοινοβουλίου, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν. (Χειροκροτήματα).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Διαμαντόπουλε, ἀπεκαλέσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ψεύστην. Δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ σᾶς παρακαλῶ νὰ δώσητε ἐξηγήσεις, διότι εἶναι βαρεῖα ἡ ὕβρις. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφής.
§32Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, δὲν ἔχω ἀνάγκην ἐξηγήσεων.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καλύτερον νὰ ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμός. Ἡ φράσις αὐτὴ ἐλέχθη ἢ ὄχι;
§34Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διανοηθῶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου ὅτι ἤμουν διατεθειμένος νὰ ὑβρίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος ψεύστην. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἐπιμένω ὅτι εἶπεν τὴν λέξιν «ἀνακαλῶ» ἢ μᾶλλον ἠναγκάσθη νὰ τὴν εἴπῃ καὶ δὲν ἐγράφη εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ νὰ ἔλθουν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ νὰ γίνουν καὶ ἀνακρίσεις. Εἰς ἣν περίπτωσιν δὲν ἐλέχθη θὰ ζητήσω, δημοσίᾳ, ἀπὸ τοῦ βήματος συγγνώμην.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὑπὸ αἵρεσιν. Τὴν φράσιν αὐτὴν τὴν εἴπατε. Ἀνακαλεῖτε τὴν λέξιν «ψεύστης» ἢ ὄχι; Διότι δὲν συνοδεύεται μὲ ἔνστασιν ἀληθείας. Πρόκειται περὶ λέξεως ἀποτελούσης δεινὴν ὕβριν. Πρὶν ἢ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιτασσομένων κυρώσεων σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε.
§36Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀνακαλέσω ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ λέξις ὅτι «αὐτὰ εἶναι ἀνοησίαι» ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναγράφεται ὅτι τὴν ἀνεκάλεσε.
§37Σ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεκάλεσε;
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντελήφθητε ὅτι ἀνεκάλεσε;
§39Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Μοῦ ἐδόθη καὶ ἄλλοτε ἡ εὐκαιρία νὰ τονίσω ὅτι τὸ σύστημα τῆς μαγνητοφωνήσεως θὰ ἦτο προτιμώτερον. Τὸ ἐφηρμόσαμεν εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων καὶ ἀπέδωσε λαμπρὰ ἀποτελέσματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ εἶναι ἀπαράδεκτον, ὅταν ἰδίως γίνεται ἔλεγχος καὶ ὑπάρχουν δύο ρήτορες, ὁ ἐπερωτῶν καὶ ὁ ἐπερωτώμενος, τοῦ μὲν κ. Ὑπουργοῦ νὰ γίνωνται ἐστενογραφημένα πάντα ὅσα λέγει, τοῦ δὲ ἐπερωτῶντος περίληψις. Εἶμαι ὁ τελευταῖος παθών, ἤμουν ὁ μόνος ἐπερωτῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐκείνου ἀναγράφονται ἐπὶ λέξει, τὰ ἰδικά μου ἐν περιλήψει. Θὰ παρακαλέσω τοὐλάχιστον ἀπὸ σήμερον ὅταν ἀσκῆται ἔλεγχος καὶ οἱ ἐπερωτῶντες εἶναι εἷς ἢ ἔστω δύο, ὅπως ἀπόψε θὰ εἶμαι ὁ μόνος, πρέπει καὶ ἡ ἰδική μου ἀγόρευσις νὰ εἶναι ἐστενογραφημένη. Δὲν θέλω νὰ πιστεύω ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν θὰ τὴν δεχθῇ, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἔχετε δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἔχετε πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας βουλευτάς.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν οὔτε δύο μέτρα οὔτε δύο σταθμά. Ἔχω τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ 100 ἐτῶν. Δὲν ἔχω ἄλλα μέτρα.
§41Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως Καρδαμάκη τὸ Προεδρεῖον ἐδέχθη νὰ εἶναι ἐστενογραφημέναι αἱ ἀγορεύσεις τῶν ἐπερωτώντων. Διατί ἐκεῖ καὶ ὄχι ἐδῶ;
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἰτήσει τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἔγινεν ἡ ἐξαίρεσις.
§43Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Εἶναι δικαίωμά σας νὰ ἀρνῆσθε, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι εἰς βάρος τοῦ Κοινοβουλίου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίποτε δὲν εἶναι εἰς βάρος τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ πολυλογία εἶναι εἰς βάρος.
§45Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν νὰ γίνουν αἱ ἑξῆς διορθώσεις. Εἰς τὴν σελίδα 18 φέρομαι εἰπών: «ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς ἀνθυπολοχαγὸς» ἐνῷ εἶπον «ἀνθυποναυπηγὸς» διότι πράγματι ναυπηγὸς εἶναι. Ἐπίσης εἰς τὴν σελίδα 19 ἀναγράφεται ὅτι «ὁ κ. Μαυρομμάτης ἦτο ὑπεύθυνος νὰ ἐλέγχῃ τὸν Κυριαζόπουλον παρὰ τοὺς Κανονισμοὺς δέ, ὅταν συνεπλήρωσε διετίαν τὸν ἐκράτησεν εἰς τὸ Ναυτικόν». Ἐν πρώτοις δὲν εἶπον εἰς τὸ Ναυτικόν, εἶπον εἰς τὴν θέσιν τοῦ Κεντρικοῦ Ταμίου διότι, δὲν εἶναι καὶ νοητὸν νὰ ἐξαρτᾶται ἡ παραμονὴ τοῦ ἀντιπλοιάρχου Κυριαζοπούλου εἰς τὸ Ναυτικὸν ἀπὸ τὸν τότε ἀρχιεπιστολέα τοῦ Ναυάρχου Διοικητοῦ τοῦ Ναυστάθμου πλοιάρχου κ. Μαυρομμάτη. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἐπιθυμῶ νὰ κάμω μίαν δήλωσιν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε δὲν κάμνετε διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν, ἀλλὰ δίδετε ἐξηγήσεις.
§47Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν εἶπον «Ναυτικὸν» ἀλλὰ εἶπον Κεντρικὸν Ταμεῖον. Τώρα κάμω μίαν δήλωσιν: «Ἀναπτύξας ἐπερώτησιν κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε νὰ διανοηθῶ νὰ θίξω οἱονδήποτε ἀξιωματικόν. Δι’ ἐμὲ ἐλεγχόμενος ἦτο ὁ κ. Ὑπουργός. Προκύπτει ἐκ τῶν πρακτικῶν, ἅτινα ἀτυχῶς δὲν εἶναι τὰ ἐστενογραφημένα, ὅτι εἰς οὐδένα ἀπέδωσα συμμετοχὴν εἰς τὰς καταχρήσεις τοῦ Κυριαζοπούλου, διότι οἱ συμμετασχόντες εἰς τὴν κατάχρησιν ἐδικάσθησαν, ἄλλωστε καὶ κακῶς διετυπώθη ὑπό τινων ἐφημερίδων τοιαύτη αἰτίασις. Δι’ αὐτό, κ. Πρόεδρε, κάμνω αὐτὴν τὴν ἐπεξήγησιν, διότι ἀτυχῶς ἔγινεν ἡ παρεξήγησις, διότι ἀκριβῶς δὲν εἶναι ἐστενογραφημένα τὰ πρακτικὰ καὶ ἀπεδόθησαν αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν εἶπον. Κατελόγισα εὐθύνας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν διότι ἀπέκρυπτε τὸ πόρισμα τοῦ Ναυάρχου Σαρρῆ ἵνα μὴ ἐλεγχθοῦν οἱ ἔχοντες διοικητικὰς εὐθύνας διὰ τὴν μὴ μετάθεσιν τοῦ καταχραστοῦ, τὴν μὴ διενέργειαν οὐσιαστικοῦ ἐλέγχου καὶ τὴν διατήρησίν του εἰς τὸ ὅπλον, παρὰ τὴν πλήρη σωματικὴν ἀναπηρίαν του. Ἀπέφυγα νὰ κατονομάσω ποῖοι ἦσαν. Ὁ κ. Ὑπουργός, συνεχῶς ἐπιμένων καὶ παρεμβαίνων καὶ προκαλῶν ἠξίου....
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τροπολογία, ποὺ κάμνετε.
§49Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠξίου νὰ τοὺς κατονομάσω· καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἀναφέρω τὸν κ. Μαυρομμάτην διότι εἶχον τὴν πληροφορίαν παρὰ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἐδικαιούμην νὰ πιστεύω ἀπόλυτα, ὅτι ὡς ἀρχιεπιστολεύς, εἶχε τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἐλέγχου. Ἤδη, ὁπότε ἐξηκρίβωσα ὅτι ὁ κ. Μαυρομμάτης ὑπηρέτησε μόνον ἐπὶ μίαν διετίαν 1954–1956, ὡς ἀρχιεπιστολεὺς καὶ ὅτι κατὰ τοὺς κανονισμοὺς τὴν εὐθύνην εἶχεν ὁ τότε Ναύαρχος–Διοικητὴς τοῦ Ναυστάθμου, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ταῦτα πρὸς ἀποκατάστασίν του καὶ λυποῦμαι διότι ἐδημιουργήθη ἡ παρεξήγησις αὕτη. Τέλος, εἰς τὴν σελίδα 21 δὶς ἀναφέρεται ὅτι ὁμιλῶ μὴ ἀκουόμενος. Ἀπαντοῦσα βεβαίως εἰς ὑβριστικὴν συμπεριφορὰν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐκ τοῦ βήματος. Πῶς ὁ κ. Ὑπουργός, ὁμιλῶν πρὸ ἑνὸς μικροφώνου ἠκούετο εὐκρινῶς, ἐγὼ δὲ πρὸ τριῶν μικροφώνων δὲν ἠκουόμην; Ἀλλὰ εὐτυχῶς ὅτι θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ δευτερολογία μου καὶ τότε θὰ λάβῃ τὴν δέουσαν ἀπάντησιν διὰ τὰς γενομένας παραποιήσεις καὶ τῆς ἀπαντήσεώς του.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἦτο διὰ νὰ ἀποκαταστήσητε τὸν κ. Μαυρομμάτην, τὸν ὁποῖον προφανῶς εἴχατε ἀδικήσει ἀλλὰ τὸ βάζομεν εἰς τὰ πρακτικά, διότι πρέπει οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται νὰ ἱκανοποιηθοῦν. Κύριοι βουλευταί, ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς Τρίτης;
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς Τρίτης ἐπικυροῦνται. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Ματθαιουδάκης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§53Γ. ΜΑΤΘΑΙΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμμ.) (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὰ πρακτικὰ τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως, ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ κάμω ὡρισμένας παρατηρήσεις ἐν προκειμένῳ, διότι ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἑσπέρας ἐκείνης ἔλαβον χώραν γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτάκτως θλιβερὰ καὶ τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως ἀποδοκιμάζομεν ὅλοι, ἢ μᾶλλον ἀπεδοκιμάσαμεν εὐθὺς ὡς παρῆλθεν ἡ ὀξύτης, ἡ ὁποία ἐπεκράτει κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Διὰ τὸ Προεδρεῖον ἐδημιουργήθη βεβαίως τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβολῆς κυρώσεων μετὰ προηγουμένην διαπίστωσιν τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἔλαβον χώραν τὰ ἔκτροπα καὶ τῆς διακριβώσεως τῶν ὑπαιτίων. Ἔδωσα ἐντολὴν νὰ τηρηθοῦν τὰ πρακτικὰ μετὰ προσοχῆς. Ὅταν χθὲς τὸ βράδυ μοὶ ἔφερον τὰ πρακτικὰ καὶ τὰ ἐδιάβασα, εἶπον εἰς τὸν ἁρμόδιον συνεργάτην μου ὅτι τὰ εὑρίσκω πενιχρά, πτωχά, ὅτι δὲν περιγράφουν τὸ ἐπεισόδιον, καὶ παρεκάλεσα νὰ ἀναβληθῇ ἡ διανομὴ—ἐγὼ ἔχω τὴν εὐθύνην—καὶ διέταξα εἰδικῶς διὰ τὸ τμῆμα αὐτὸ τῶν πρακτικῶν νὰ γίνῃ ἡ ἀποστενογράφησις ὑπὸ τὴν προσωπικὴν εὐθύνην τοῦ γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς στενογραφικῆς ὑπηρεσίας καὶ δύο ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων διευθυντῶν. Καὶ πάλιν ὅμως κατέληξαν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, δὲν εἶχον τίποτε νὰ διορθώσουν, μοῦ ἐξήγησαν δὲ καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γραφοῦν περισσότερα ὑπὸ τῶν στενογράφων, οἱ ὁποῖοι προσηλωμένοι εἰς τὸ καθῆκον των, διατυπώνουν τὰς ὁμιλίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βλέπουν ποῖος μετακινεῖται, ποῖος ὑβρίζει κλπ. Ἀναμφισβητήτως, ὅμως, ἐδῶ συνέβησαν ὡρισμένα γεγονότα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἀντιπαρέλθωμεν, ἐπειδὴ τὰ πρακτικὰ δὲν τὰ περιλαμβάνουν. Βεβαίως, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κάμω ἀνάκρισιν, δι’ ὅσα συμβαίνουν, ἀλλὰ ἔλαβον γνῶσιν, διότι ἦλθα ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ἂς εἴπωμεν, ἐξηκρίβωσα, διεπίστωσα ἴσως, εἶναι τολμηρὸν νὰ τὸ λέγω, διότι θὰ ἀναλάβω μίαν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ἔχω, διὰ νὰ σχηματίσωμεν γνώμην. Ἐδῶ διεπίστωσα ὅτι ἕνας βουλευτὴς ἐξύβρισε βαρύτατα ἕνα ἄλλον διὰ φράσεως, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ἀκούεται ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ. Ἐγὼ δὲν τὴν ἤκουσα, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ἐλέχθη, αὐτὴ ἡ φράσις. Ἐπίσης διεπιστώθη ὅτι ἐγένετο ἐπίθεσις κατὰ τοῦ κ. Μπριλλάκη καὶ ἔλαβε χώραν μία συμπλοκή. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀγνοηθῇ. Ὑπάρχει καὶ ἕνα τρίτον γεγονός, τὸ ὅτι ὁ κ. Λαμπράκης, διελθὼν δὲν ξεύρω ἀπὸ ποῖον διάδρομον.....
§55Γ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ. Ἐξυβρίσθην, κύριε Πρόεδρε.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λαμπράκη, διατί διακόπτετε, ὅλα θὰ τὰ εἴπωμεν. Ὁ κ. Λαμπράκης ἐπετέθη ὡς λέγουσι, διότι ἐγὼ δὲν ἔκαμα οὔτε ἔνορκον ἀνάκρισιν, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ κ. Λαμπράκης ἐκακοποιήθη δεινῶς. Βλέπετε ὅτι ὅλα τὰ λέγω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, συνέβησαν φοβερὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ συμβοῦν. Τώρα, ὅλα αὐτὰ εἶναι τόσον σοβαρά, ὥστε παρὰ τὸν χαρακτῆρα μου καὶ τὴν ψυχοσύνθεσίν μου, ποὺ θὰ ἤθελα νὰ λησμονηθοῦν καὶ νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ μὴ ἐπιβάλω κυρώσεις. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσα, εἰς τὸ τέλος δὲ θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. Ἠλιοῦ, ὁ ὁποῖος ἤρχισε καὶ αὐτὸς μὲ μίαν ἐμπρηστικὴν ἀγόρευσιν καὶ φράσεις προκλητικάς, διότι πρέπει καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν, θὰ παρακαλέσω, κατὰ σειράν, τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ μᾶς εἴπουν τί ἀκριβῶς συνέβη καὶ πρῶτος ὁ κ. Παπαδόπουλος, διότι ἡ φράσις αὐτή, ὡς μοῦ εἶπον τινὲς βουλευταί, φαίνεται ὅτι ἐλέχθη.
§57Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμετε διάκρισιν τοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου ἀπὸ ἐμέ.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπαδόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§59Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο τὴν περασμένην Τετάρτην, ὁ κ. Ἠλιοῦ τόσον, ὅσον καὶ ὁ κ. Λαμπράκης, ὅσον καὶ ὁ κ. Μπριλλάκης καὶ ἄλλοι τῆς Ἀριστερᾶς ἐξέφρασαν βαρυτάτας ὕβρεις ἐναντίον μου, διότι κατὰ τὴν κατοχὴν ἀπὸ νεαρωτάτης ἡλικίας, 24 ἐτῶν ὅταν ἤμην, ἐτέθην ἐπὶ κεφαλῆς ἐθνικῶν σωμάτων καὶ ἐπετέλεσα τὸ καθῆκον μου πρὸς τὴν πατρίδα, ἡ ὁποία καὶ τὸ ἀνεγνώρισε. Παρὰ ταῦτα ἐπιμένουν ἐδῶ καὶ 18 χρόνια ὅτι ἔφερον Γερμανικὴν στολήν. Γνωρίζει ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ συγκεκριμένως ἡ Κεντρικὴ καὶ Δυτικὴ Μακεδονία καὶ οἱ ἀντίπαλοί μου ἐν προκειμένῳ ὅτι οὐδέποτε ἔφερα Γερμανικὴν στολήν, ἀλλὰ ἔφερα τὴν στολὴν τοῦ ὑπολοχαγοῦ τοῦ Πυροβολικοῦ, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ὅταν ἐπολέμων ἐναντίον τῶν Γερμανῶν καὶ ἐναντίον τῶν Ἰταλῶν ὅταν μᾶς ἐκήρυξαν τὸν πόλεμον. Μὲ αὐτὴν τὴν στολὴν συνέχισα καὶ τὸν ἀγῶνα μου εἰς τὴν κατοχήν, τοὺς τὸ εἶπα κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ τὸ 1946 καὶ μέχρι σήμερον ποὺ πάντοτε ὅτε μὲν ὁ Νομὸς Κοζάνης μίαν φορὰν καὶ ἓξ φορὰς ὁ Νομὸς Κιλκὶς μὲ ἐτίμησε πρῶτον μεταξὺ τῶν πρώτων συναδέλφων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τελευταίως δέ, ὡς γνωρίζετε, μὲ ἐτίμησε περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἐπερίμεναν ὅλοι. Αὐτοὶ ἑπομένως, οἱ ὁποῖοι μὲ εἶδαν, δὲν εἶχαν καθόλου Ἐθνικὴν συνείδησιν, τοὺς ἐκοροΐδεψα ὅλους αὐτοὺς καὶ ξεχνοῦν ὅτι ἐγὼ ἔφερα Γερμανικὴν στολὴν καὶ μὲ ἐψήφισαν; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἐν προκειμένῳ, ἀφοῦ γνωρίζουν ὅτι δὲν ἔγιναν ὅλα αὐτὰ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ φυσικὰ θὰ κληθῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶπεν αὐτὴν τὴν φράσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ λογοδοτήσῃ ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, ἠρνήθη ὅμως νὰ ἄρῃ τὴν ἀσυλίαν του. Κατόπιν τούτου, ἐπειδὴ ὑπεβλήθη μήνυσις, ἡ ὁποία ἄλλως πως θὰ συζητηθῇ ἐκεῖ καὶ θὰ λάμψῃ ἡ ἀλήθεια, δηλῶ ὅτι οὐδέποτε ἔφερα Γερμανικὴν στολήν, οὔτε κουμπὶ Γερμανικόν, τοὐναντίον τοὺς ἐπολέμησα καὶ ἐτιμήθην πάντοτε μὲ χρυσοῦν ἀριστεῖον ἀνδρείας καὶ ἐξαιρέτων πράξεων καὶ ἀνεγνωρίσθην ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως. Ὅταν ὁ κ. Ἠλιοῦ ἀναφέρεται εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὅτι ἐπῆγα νὰ ἀναγνωρισθῶ ὡς μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως καὶ ἐκεῖ ἀκόμη δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν. Ἐκπροθέσμως ἐβγῆκε τὸ διάταγμα, θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ βγῆ μέχρι τέλους τοῦ Μαρτίου 1950 καὶ ἐβγῆκε ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν 19ην Ἀπριλίου, εἶχε τὸ ἐκπρόθεσμον 19 ἡμερῶν. Κατόπιν τούτου ἐνιστάθη ὁ Ἀργυρόπουλος Ἀρχιμήδης εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἠκυρώθη τὸ διάταγμα ἐκεῖνο καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐπεκυρώθη τὸ διάταγμα Ὑπουργοῦ ὄντος Ἐθνικῆς Ἀμύνης τοῦ κ. Γεωργίου Μαύρου. Ἄρα ἀνεγνωρίσθην Ἀρχηγὸς ἐνόπλων ἀνταρτικῶν σωμάτων ἐν τῇ Κεντρικῇ καὶ Δυτικῇ Μακεδονίᾳ. Τὸ διάταγμα ὑπάρχει. Εἶπεν ὅτι ἔφερα στολὴν τῶν Ἔς–Ἔς. Ἡ ὀργάνωσις ἡ ἰδική μας εἶχε τὰ διακριτικὰ Ε.Ε.Σ. μὲ τὸ ἔμβλημα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἂν ὁ κ. Ἠλιοῦ τὸ Ε.Ε.Σ. τὸ παίρνει Ἔς– Ἔς, δὲν πταίω ἐγώ, πταίει ὁ ἴδιος καὶ νὰ προσέχῃ ἄλλην φοράν. Τὴν ἀπόφασιν 105)52 τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν διαβάσῃ καὶ πάρα κάτω. Παρὰ ταῦτα ὅμως ὁ κ. Ἠλιοῦ ὅλα τὰ ἀποσιωπᾷ σκοπίμως καὶ ἐκ προθέσεως, διότι αὐτὰ τὰ γνωρίζει, εἶμαι βέβαιος 100%. Ὅταν ὅμως εἶπεν αὐτὰ καὶ τὴν Γερμανικὴν στολὴν νὰ τὴν βάλω εἰς τὴν ναφθαλίνην, ἦτο φυσικὸν νὰ ἀντιδράσω. Διότι εἰς ἐμένα ποὺ προσέφερα τόσα εἰς τὴν πατρίδα, δὲν δικαιοῦται ὁ κ. Ἠλιοῦ νὰ λέγῃ τέτοια πράγματα, αὐτὸς ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω εἰς τὴν κατοχὴν ποῦ ἦτο καὶ τί πιστεύει, ἀπουσίαζε, ἐνῷ τὴν παρουσίαν τὴν ἰδικήν μου, τὴν ἐπεκρότησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐγὼ τὴν Ἑλληνικὴν στολὴν ἔχω εἰς τὴν ναφθαλίνην, διὰ νὰ τὴν ἔχω ὡς ἐθνικὸν κειμήλιον. Τὴν Γερμανικὴν στολὴν τὴν ἀφήνω εἰς σᾶς.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ πηγαίνετε νὰ δημιουργήσητε ἐπεισόδια. Τὸ δεύτερον ποὺ εἴπατε δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε.
§61Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ἤκουσα περὶ Γερμανικῆς στολῆς, ὅταν ἤκουσα περὶ φασισμοῦ, περὶ δημοκρατίας καὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ σηκώθηκε ὁ κ. Λαμπράκης νὰ εἴπῃ κάτι, τοῦ εἶπον «κάτσε κάτω» τὴν λέξιν αὐτὴν εἶπα. Ἂν ὁ κ. Λαμπράκης λέγῃ ὅτι εἶπα ὑβριστικὴν φράσιν, λυποῦμαι, ἀλλὰ δὲν τὸ εἶπα διότι δὲν εἶναι εἰς τὸ εἶδος μου. Τὸ νὰ λέγω περὶ φασισμοῦ, Βουλγάρων καὶ Ρώσων, αὐτὰ τὰ λέγω καὶ θὰ τὰ λέγω, ὅταν μὲ προκαλοῦν. Ἐὰν δὲν μὲ προκαλοῦσαν καὶ αὐτὰ δὲν θὰ τὰ ἔλεγον. Διότι ἐκεῖνο τὸ βράδυ εἶπον διὰ τὴν Ἕνωσιν Κέντρου καὶ εἶπον ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ ἐψήφισαν Ε.Δ.Α. οἱ 164 δὲν νομίζω ὅτι θὰ παραμείνουν εἰς τὴν Ε.Δ.Α., διότι θὰ ἀλλάξουν. Ἡ ὑπόθεσις ὅμως δέν ἐσταμάτησεν ἐδῶ, προχώρησε καὶ πέραν τούτου. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ἡλιοῦ ἤρχισε καὶ πάλιν νὰ ὁμιλῇ περὶ Δημοκρατίας καὶ νὰ μὲ προκαλῇ καὶ ὁ κ. Μπριλλάκης, ἠναγκάσθην νὰ πάω εἰς ἐκείνην τὴν θέσιν, νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Μπριλλάκην σᾶν ἄνδρας καὶ ὄχι ὕπουλα «ἂν εἶσαι ἄνδρας ἔβγα ἔξω», ἠθέλησα νὰ τὸν καλέσω εἰς μονομαχίαν. Ἦλθε καὶ τὸν ἔδειρα. Ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῆς πράξεώς μου. Ἐν συνεχείᾳ ὅμως ὕπουλα καὶ ἐκ τῶν ὄπισθεν, ἀνάνδρως, κατὰ τὸ γνωστὸν σύστημα...
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄνευ χαρακτηρισμῶν.
§63Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπετέθη τὴν ὥραν ποὺ ἐτελείωσα, διότι εἶδα ὅτι ὁ κ. Μπριλλάκης ἐσταμάτησε, ξέκανε ὅπως λέμε. Ἐκείνην τὴν ὥραν ἐδέχθην ἕνα κτύπημα, δὲν γνωρίζω ἂν εἶχε δακτυλίδι ἢ ἄλλο τι, καὶ ἔτρεξεν αἷμα. Γύρισα πίσω καὶ ἤρχισα μὲ τὸν κ. Λαμπράκην. Ἐκείνην τὴν ὥραν ὅμως πρόλαβαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἐδώσαμεν ξύλο καὶ θὰ δώσωμεν ξύλο, διὰ νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ πρόκλησις.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ὄχι τοιαύτας ἐκφράσεις.
§65Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, ποτὲ δὲν τοὺς ἐπροκαλέσαμεν, ἀλλὰ εὑρισκόμεθα ἐν ἀμύνῃ πάντοτε, ἔτσι δημιουργοῦνται τὰ ζητήματα. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωμεν τὴν ἀπάντησιν. Καλῶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ σταματήσουν τὶς γνωστές τους προκλήσεις καὶ νὰ μὴ συνεχίσουν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδέχθην ἐπίθεσιν ἀπὸ τὸν κ. Λαμπράκην ἐκ τῶν ὄπισθεν. Ἄν ὁ τύπος ἔγραψε ὅ,τι ἤθελε δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, ἐκεῖνο ποὺ μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω σὲ κανένα νὰ θίξῃ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψίν μου τὴν ὁποίαν ἐκράτησα διὰ τῶν ὅπλων καὶ θὰ τὴν κρατήσω.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα τῆς ἐξυβρίσεως νὰ ξεκαθαρίσητε. Εἴπατε τὴν φράσιν αὐτὴν διὰ τὸν κ. Λαμπράκην ἢ ὄχι;
§67Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν εἶπον τὴν φράσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ ἀγανάκτησίς μου ἦτο δικαιολογημένη μὲ τὰ λεχθέντα περὶ γερμανικῆς στολῆς, ναφθαλίνης κλπ. Πέραν τούτου ἡ φράσις μου «θὰ τοὺς θάψωμε» εἶχε τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ τοὺς θάψῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο κ. Πρόεδρε. Δηλῶ ὅμως ὅτι ἐὰν προκληθῶ καὶ πάλιν θὰ ἀπαντήσω.
§68Γ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ. Διαμαρτύρομαι ἐντόνως, κ. Πρόεδρε, διότι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ εὑρίσκω πλαστογραφημένα. Δὲν ἀναγράφεται εἰς αὐτὰ βαρυτάτη καὶ ἀτιμωτικὴ ὕβρις ἐναντίον μου, ἐκστομισθεῖσα ἀπὸ τὸν ἐκ Κιλκὶς βουλευτὴν κ. Κ. Παπαδόπουλον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. βουλευτά; Δὲν συνηθίζω νὰ κάμω διακοπάς, ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Εἴθισται —ἐὰν διαβάσητε ὅλα τὰ πρακτικὰ θὰ τὸ διαπιστώσητε— νὰ μὴ ἀναγράφωνται τοιαῦται ὕβρεις. Καὶ ἐὰν ἠκούετο ἡ φράσις εἰς τὰ πρακτικὰ θὰ ἀνεγράφετο: «Παπαδόπουλος: Ὑβρίζει κατὰ τρόπον ἀκατονόμαστον». Αὐτὸ ἦτο τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμε νὰ κρατήσω τὰ πρακτικὰ χθές. Δὲν τὸ ἔχουν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Καὶ διὰ νὰ μὴ νομίσητε ὅτι ἀποφεύγω τὰς εὐθύνας, σᾶς δηλῶ ὅτι ἀναλαμβάνω πᾶσαν εὐθύνην. Ὀφείλω ὅμως νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἐπιλογὴ τῶν συνεργατῶν μου δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου. Οἱ συνεργάται μου προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Οἱ στενογράφοι ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ὑπηρεσίας των ἔχουν πλήρη ἀνεξαρτησίαν καὶ παρ’ οὐδενὸς δύνανται νὰ ἐκβιασθοῦν. Πολλοὺς ἐξ αὐτῶν οὔτε κἂν τοὺς γνωρίζω προσωπικῶς οὔτε εἰς ἐπαφήν τινα εὑρίσκομαι μετ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ οὔτε δύνανται νὰ τὸ κάμουν αὐτὸ διότι εἶναι ὑπερήφανοι καὶ ἀφοσιωμένοι εἰς τὸ καθῆκον των, μόνιμοι ὄντες ὑπάλληλοι μακρᾶς πείρας καὶ μὲ πλήρη συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς των. Τὰ πρακτικὰ ὡς διετυπώθησαν, διετυπώθησαν ὑπ’ αὐτῶν τούτων. Δὲν ἀνεμίχθην ἐγὼ καθόλου. Ἀγνοῶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ποῖα εἶναι καὶ τὰ πολιτικά των φρονήματα. Συνεπῶς, νὰ μὴ θίγωμεν τὴν Βουλήν, λέγοντες ὅτι τὰ πρακτικά, εἶναι πλαστά.
§70Γ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ. Ὅταν ὡμιλοῦσεν ὁ κ. Παπαδόπουλος περὶ ἐθνικοφροσύνης καὶ Δημοκρατίας τὸν διέκοψα καὶ τὸν ἠρώτησα «τὶ ἔκαμε τὴν γερμανικὴν στολήν, ποὺ φοροῦσε κατὰ τὴν κατοχήν». Οὗτος στρέψας τὸ πρόσωπόν του μοῦ εἶπεν βαρεῖαν καὶ ἀτιμωτικὴν ὕβριν τὴν ὁποίαν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δέχομαι νὰ ὑπάρχῃ οὔτε εἰς τὰ πρακτικὰ οὔτε εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὴν ὕβριν αὐτὴν τὴν ἀνέγραψαν ὅλαι αἱ ἐφημερίδες, μηδὲ τῶν κυβερνητικῶν ἐξαιρουμένων, διότι ὅλοι οἱ δημοσιογράφοι ἦσαν αὐτήκοοι μάρτυρες. Εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ δὲν ἀναγράφεται ἡ ὕβρις αὐτή. Ὁ κ. Παπαδόπουλος μᾶς εἶπεν, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἔφερε γερμανικὴν στολήν. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ μᾶς εἴπῃ διατὶ ἔστειλε συγχαρητήριον τηλεγράφημα εἰς τὸν Χίτλερ, διασωθέντα ἀπὸ τὴν ἀπόπειραν ἐναντίον του; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁμιλῶν χθὲς μετὰ τὰ γεγονότα εἶπεν ὅτι ἐχρησιμοποίησα τέμνον ὄργανον. Θὰ ἤθελα νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι τυγχάνω ἀθλητὴς καὶ σέβομαι ἕνα ἄγραφον ἀθλητικὸν νόμον καθ’ ὅν οἱ ἀθληταὶ προτιμοῦν νὰ φᾶνε ξύλο παρὰ νὰ δείρουν. Διότι ἐπειδὴ εἶναι γυμνασμένα τὰ χέρια των ἠμποροῦν νὰ προκαλέσουν βαρεῖαν ζημίαν εἰς τὸν ἀντίπαλον. Ὅταν ὅμως ὁ κ. Κ. Παπαδόπουλος ἐχρησιμοποίησε τὴν ἀτιμωτικὴν αὐτὴν ὕβριν, ὅταν εἶδον τὸν κ. Παπαδόπουλον νὰ δέρῃ τὸν κ. Μπριλλάκην ἠναγκάσθην νὰ ἀσεβήσω πρὸς τὸν νόμον αὐτὸν καὶ νὰ χειροδικήσω. Τὸν ἐκτύπησα μόνον μίαν φοράν, ἀθλητικώτατα κατὰ μέτωπον καὶ εἰς τὸ μέτωπον καὶ δι’ αὐτὸ τόσον βαρέως δηλαδὴ κατὰ τρόπον τέμνοντος ὀργάνου. Ὑπῆρξα ἀθλητής, ποὺ τὴν λεβεντιά μου καὶ τὸν ἀνδρισμόν μου ἐχειροκρότησαν ἐπὶ 10ετίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ οἱ λαοὶ τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς Εὐρώπης. Συνεπῶς, ὡς ἀθλητὴς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσω τέμνον ὄργανον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπε, διότι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀλήθειαν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τὸ πράξῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Κ. Παπαδόπουλον, εἶπεν ὅτι τὸν ἐκτύπησα ἀνάνδρως καὶ ἐκ τῶν ὄπισθεν. Κάμνει λάθος. Ἐγὼ ἐπῆγα πρὸς τὴν πτέρυγα τῆς ΕΡΕ, διὰ νὰ ζητήσω νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὴν τὴν ὕβριν, τὴν ὁποίαν ἤκουσαν ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι. Ὁ κ. Κ. Παπαδόπουλος ἔφυγε καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἦλθεν εἰς τὴν πτέρυγα τοῦ Κέντρου καὶ ἤρχισε νὰ κτυπᾷ τὸν συνάδελφόν μου κ. Μπριλλάκην. Τότε ἐγὼ ἐπενέβην. Ἐφ’ ὅσον τὸν ἐκτύπησα κατὰ μέτωπον, πῶς λέγει ὅτι τὸν ἐκτύπησα ὑπούλως; Ὑπούλως καὶ ἀνάνδρως μὲ ἐκτύπησαν βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ. Ἦσαν 15–20 βουλευταί, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἐπετέθησαν. Ὁμολογῶ ὅτι μέσα εἰς ἐκείνην τὴν φασαρίαν δὲν ἀντελήφθην ὅτι ἐκτύπησα τὸν κλητῆρα. Τοῦ ζητῶ συγγνώμην ἀνδρικῶς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεχθὲν ἀπὸ τὸν κ. Κ. Παπαδόπουλον, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸς ὡς ταραξίας καὶ παλληκαρᾶς ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι θὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὰ τὰ ἐπεισόδια, τοῦ δηλῶ ὅτι ἐφεξῆς δὲν θὰ σεβασθῶ τὸν ἀθλητικὸν νόμον καὶ τὸν παρακαλῶ καὶ τοῦ δίδω μίαν συμβουλὴν νὰ εἶναι κόσμιος καὶ ἀξιοπρεπὴς ὅπως εἶμαι κόσμιος καὶ ἐγώ. Εἶμαι ὑφηγητὴς τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἔχω δείξει εὐπρεπῆ συμπεριφοράν. Ὅταν ὅμως, ὅλοι οἱ ἀγῶνες τοῦ ἐν λόγῳ βουλευτοῦ περιορίζονται εἰς τὸ πῶς θὰ ἐπιδεικνύῃ τοὺς γρόνθους του, νομίζω ὅτι ἡ ἡγεσία τοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει θὰ πρέπει νὰ τοῦ συστήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ φέρεται μὲ περισσότερον σεβασμὸν καὶ ἀξιοπρέπειαν ἀπέναντι τῶν συναδέλφων του. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν ὡς ἀνεξάρτητος, συνεργαζόμενος μὲ τὴν ΕΔΑ ἔναντι τῆς ὁποίας καὶ ἔναντι τῶν συναδέλφων τῶν ἄλλων Κομμάτων προσεπάθησα νὰ ἐπιδεικνύω τὴν πλέον ἀνδρικὴν καὶ τὴν πλέον εὐπρεπῆ καὶ συνεπῆ συμπεριφοράν. Νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται, κύριε Πρόεδρε, αὐτὴν τὴν ἀτιμωτικὴν καὶ μὴ ἁρμόζουσαν εἰδικῶς πρὸς τὸ πρόσωπόν μου ὕβριν ὁ κ. Παπαδόπουλος αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ ἀνεύρῃ τὸν ἀνδρισμὸν νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ. Θὰ περιμένω νὰ ἀνακαλέσῃ καὶ ἐὰν δὲν ἀνακαλέσῃ αὐτὴν τὴν ὕβριν, τὴν ὁποίαν ἤκουσαν ὅλοι οἱ συνάδελφοι, διότι οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν χρησιμοποιοῦμε τοιαύτας ὕβρεις, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ τότε θὰ θίξω πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν αὐταὶ αἱ φράσεις. Οἱ ἄνδρες πρέπει νὰ τιμῶνται ὡς ἄνδρες, οἱ ἄνδρες οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρέπει νὰ τιμῶνται ἐδῶ μέσα καὶ νὰ μὴ τυγχάνουν τοιαύτης μεταχειρίσεως. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ἔχετε, λοιπόν, ὑποχρέωσιν, ὡς ἄνδρες, ὡς βουλευταί, ὡς συνάδελφοι, νὰ συστήσητε εἰς τὸν συνάδελφόν σας νὰ ἀνακαλέσῃ, διότι ἐὰν αὐτὴν τὴν ὕβριν δὲν τὴν ἀνακαλέσῃ, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ εἴπω πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀπάδουν καὶ εἰς τὸν τύπον μου καὶ εἰς τὴν μόρφωσίν μου καὶ εἰς τὴν συμπεριφοράν μου.
§71Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὕστερα ἀπὸ τὰ θλιβερὰ ἐπεισόδια τῆς Τετάρτης ἐλύσατε τὴν συνεδρίασιν, δηλαδή, ὄχι σεῖς προσωπικῶς, ἀλλὰ τὸ ἀδιαίρετον Προεδρεῖον, μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἔπρεπε νὰ συμφωνήσωμεν ὅλοι νὰ λυθῇ ἡ ἀποψινὴ συνεδρίασις, ὥστε ὅταν ἀποστενογραφηθοῦν τὰ πρακτικὰ νὰ γίνῃ ἡ στάθμισις ψυχραίμως καὶ ἀντικειμενικῶς. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου ἐπὶ τῆς ἐπικυρώσεως ἄλλων πρακτικῶν ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ κ. Ζίγδη, ἐκ μέρους τοῦ κ. Βασιλάτου καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Διαμαντοπούλου ὑπόδειξις διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον, ἀνεξαρτήτως τῆς μὴ μαγνητοφωνήσεως καὶ πιστῆς ἀποδόσεως, ἐκ τῶν ὑστέρων μετατρέπονται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Τὸ κατ’ ἐμέ, πιστεύω, ὅτι ὁ κάθε δημόσιος ἀνὴρ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην τῶν λεγομένων του καὶ ἐὰν τυχὸν εἴπῃ κἄτι τὸ ὑβριστικὸν νὰ ἔχῃ τὸν ἀνδρισμὸν νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ καὶ ἐὰν εἶπε κἄτι τὸ ἀνακριβὲς νὰ ἔχῃ καὶ πάλιν τὸν ἀνδρισμὸν νὰ τὸ ἐπανορθώσῃ. Ἡ δὲ διόρθωσις ἐπὶ ἐστενογραφημένων κειμένων, πρέπει κατ’ ἐμὲ καὶ τὸ τηρῶ ἀπαρεγκλίτως νὰ περιορίζεται εἰς τρεῖς περιπτώσεις. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν, λόγῳ κακῆς ἀρθρώσεως τοῦ ὁμιλοῦντος, ἢ κακῆς ἀκοῆς τοῦ στενογράφου, μία ὁμόηχος λέξις ἀποδοθῇ μὲ μίαν ἠχητικῶς παραπλησίαν, μὲ διαφορετικὸν νόημα. Εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν τῆς ἐκ τοῦ προχείρου ἀναπτύξεως ἑνὸς θέματος εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ μία φράσις συντακτικῶς ἢ γραμματικῶς ἀναπόδοτος. Καὶ εἰς τὴν τρίτην περίπτωσιν λόγῳ τοῦ ὅτι ὁμιλεῖ κανεὶς ἐκ τοῦ προχείρου καὶ ὑπὸ τὸ κράτος ἀμέσων ἐνδεχομένως ἐντυπώσεων πιθανὸν νὰ ὑπάρξῃ μία ἀσαφὴς διατύπωσις, ἡ ὁποία νὰ χρειάζεται διευκρίνισιν ὥστε ν’ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ πραγματικόν της νόημα. Δυστυχῶς ἀντὶ νὰ τηρῆται αὐτὴ ἡ ἀρχή, ἔχει εἰσαχθῆ τὸ σύστημα τῆς ἀλλοιώσεως τῶν πρακτικῶν, διὰ τῆς μεθόδου τῆς διορθώσεως τῶν πρακτικῶν. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, κ. Πρόεδρε, εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν ἐφαρμοζόμενον δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ συμμερισθῶ καὶ νὰ τὸ ἀποδεχθῶ. Ὅταν ὅμως προαγγέλλεται ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποστενογραφήσεως τῶν πρακτικῶν θὰ κατανεμηθοῦν εὐθῦναι, δι’ ἐπεισόδια βαρύτατα, βεβαίως δὲν ἔχωμεν πλέον μίαν ἀπαράδεκτον περίπτωσιν ἀλλοιώσεως τῶν πρακτικῶν, ἐὰν ὄντως ἠλλοιώθησαν καὶ θὰ εἴπω κατὰ τί ἠλλοιώθησαν. Θλίβομαι πράγματι ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἕδρας σας πρὸ ὀλίγου, συζητουμένων τῶν πρακτικῶν τῆς Τρίτης, ἐξηγγείλατε κατ’ ἀρχὴν ὅτι διὰ λόγους ἐθνικοὺς ἠμπορεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἄλλα νὰ λέγῃ....
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διορθώσῃ μίαν φράσιν.
§73Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν παράθυρον εἰς αὐτὸν τὸν κανόνα. Μόνον διευκρινήσεις ἢ συντακτικαὶ τακτοποιήσεις, τίποτε ἄλλο. Ἂν ἀλλάζωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγομεν, κάμνομεν μίαν ἔμμεσον ἀλλὰ οὐχὶ ἀνδρικὴν ἀνάκλησιν, ἀντὶ εὐθαρσῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶπον κἄτι τι τὸ ὁποῖον δὲν ὤφειλα νὰ εἴπω, ἢ εἶπον κἄτι τι ἀνακριβές, τὸ ὁποῖον ἐπανορθώνω, διότι ἐπείσθην περὶ τῆς ἀνακριβείας. Τώρα μὲ τὴν διόρθωσιν αὐτὴν τῶν πρακτικῶν, τὸ ἐπεισόδιον καίτοι βαρύτατα παρουσιάζεται περιωρισμένον, ἀπὸ πολλῶν ἀπόψεων, εἰς προσωπικὰς ὕβρεις καὶ προσωπικὰς βιαιοπραγίας καὶ ἐνῷ νομίζω, ὅτι εἶχε πολιτικὴν σημασίαν. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ καθεὶς εὐθαρσῶς, πρέπει νὰ δέχεται τὴν ἀπόδοσιν εἰς αὐτὸν τῶν πράξεων εἰς τὰς ὁποίας εἰς τὸ παρελθὸν προέβη καὶ ἂν μὲν μετέχων, νὰ ἐκφράζῃ τὴν λύπην, διότι εἰς τὸ παρελθὸν ἔπραξε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἄλλως νὰ μὴ νομίζῃ, ὅτι διὰ τῆς βίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγῃ συζήτησιν περὶ τῆς ἐν τῷ παρελθόντι προσωπικῆς δράσεώς του. Ἐδῶ ἔχομεν θέμα, τὰ μέτρα τάξεως, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἡ παράταξίς μας, ἡ ἰδιαιτέρως πληττομένη, ἀλλὰ σύμπασα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐχαρακτήρισεν ὡς περιοριστικὰ τῆς ἐλευθερίας. Καὶ περαιτέρω, ἐν συνεχείᾳ τῶν πρακτικῶν, μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐκυριάρχησε τῆς πρώτης συνόδου τοῦ Σώματος, τοῦ ἐκλογικοῦ πραξικοπήματος καὶ τῆς βίας καὶ τῆς νοθείας τῆς ἀσκηθείσης. Ἔρχεται ἡ περίπτωσις τῆς Βασιλίσσης, τοῦ τμήματος ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνῷ τὸ 1958 ἐψήφισαν 166 ΕΔΑ, τὸ 1961 δὲν ἐψήφισεν οὐδεὶς ΕΔΑ, πρᾶγμα ὑπερβαῖνον κἄθε προηγούμενον.
§74Σ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. ...... (δὲν ἠκούσθη).
§75Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, δὲν σᾶς διέκοψα ποτέ, ἄλλωστε, δὲν μοῦ ἐδώσατε καὶ τὴν εὐκαιρίαν αὐτήν, διότι δὲν ἀγορεύετε ποτέ.
§76Σ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. ...... (δὲν ἠκούσθη).
§77Η. ΗΛΙΟΥ. Ὑπῆρξε μία καταγγελία συναδέλφου, ὅτι παρὰ ταῦτα δὲν χορηγοῦνται πιστοποιητικὰ καὶ συγχρόνως ὁ κ. Κ. Παπαδόπουλος, βουλευτὴς Κιλκίς, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἐδῶ ἐπίδειξιν θάρρους, ἀντὶ ἀνακλήσεως, λέγει —καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τοῦ τὸ ὑπενθυμίσω — ὅτι προειδοποίησε τοὺς συναδέλφους τοῦ Κέντρου «νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ ἐπανέλθουν οἱ ψηφοφόροι εἰς τὴν βάσιν των καὶ σεῖς θὰ πάρετε τὸ μαῦρο καὶ ὄχι τὸ ἄσπρο», δηλαδὴ θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν ΕΔΑ. Ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ του ὅτι ἀσφαλῶς 164 ψηφοφόροι, δὲν παίρνουν παρὰ ταῦτα πιστοποιητικὰ φρονημάτων καὶ ἐκ τοῦ ὅτι εἶπεν ὁ κ. Παπαδόπουλος —προβλέπων ὅτι οἱ ψηφοφόροι αὐτοὶ θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν βάσιν των— ἠθέλησα νὰ ἐξαγάγω ὡρισμένα συμπεράσματα, πῶς ἔγιναν αἱ ἐκλογαὶ καὶ πῶς αἱ διακηρύξεις τοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου περὶ Δημοκρατίας δὲν συμφωνοῦν πρὸς μίαν νοοτροπίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ πιστεύω καὶ τὴν χαρακτηρίζω ὡς φασιστικήν. Ἐπανῆλθε τότε ὁ κ. Παπαδόπουλος μὲ τὴν βιαιοτάτην κατ’ ἐμὲ παρέμβασίν του καὶ εἶπε πάρα πολλὰ καὶ ἐκεῖ ἐγένετο μία πλαστογραφία τῶν πρακτικῶν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀναφέρετε τὴν λέξιν «πλαστογραφίαν».
§79Η. ΗΛΙΟΥ. Πράγματι, κύριε Πρόεδρε, ἐχρησιμοποίησα τὸν χαρακτηρισμὸν προτοῦ ἐκθέσω τὴν πρᾶξιν, ὅταν θὰ ἐκθέσω τὴν πρᾶξιν θὰ πεισθῆτε εἰς τὸν χαρακτηρισμόν, διότι ἔγινε καὶ θὰ ἦτο ἐκ μέρους τοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου ἀνδρικὸν νὰ δηλώσῃ, ὅτι τὸ εἶπεν, ἀλλὰ τὸ διώρθωσεν ἢ ὅτι τὸ ἀνακαλῶ ἢ δὲν τὸ ἀνακαλῶ. Προκειμένου μετὰ τὴν συζήτησιν, νὰ ἴδω τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τὰ ἰδικά μου καὶ ἐπειδὴ ὑπῆρχεν ὁ ἐκνευρισμὸς ἐκεῖνος καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα ἐκείνη, ἠθέλησα τὸ δυνατὸν συντομώτερον νὰ ἀπαλλαγῶ τῆς ἀναμονῆς καὶ ἐπῆγα εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν στενογράφων, ἐκείνην τὴν ὥραν — μεταξὺ τῶν δύο ὁμιλιῶν μου — ἐστενογραφοῦσεν ὁ στενογράφος, καὶ συνάδελφος ὡς δικηγόρος, κ. Τσατσαρώνης τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου περιείχετο ἡ φράσις τὴν ὁποίαν εἶδα καὶ ἐσημείωσα «θὰ πεθάνετε ὅλοι» καὶ ὕστερα ἐν συνεχείᾳ καὶ τοῦτο ἔγινεν ἀντιληπτὸν ἀπὸ ὅλους τοὺς συναδέλφους καὶ τῆς παρατάξεώς του καὶ ὡρισμένους μάλιστα συναδέλφους τοῦ Κόμματός του τοῦ ἔκαμα ὑποδείξεις, ὅτι δὲν εἶναι φράσις αὐτὴ καὶ εἶπεν οὗτος ἐν συνεχείᾳ «θὰ σᾶς θάψῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός», συνέλθετε, ἀλλάξατε μυαλά», «σᾶς προειδοποιῶμεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπιζήσητε εἰς τὸν τόπον αὐτόν, θὰ σᾶς θάψῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός». Νομίζω, ὅτι εἶναι μία σαφὴς πλαστογραφία καὶ τοῦτο φαίνεται, διότι τὸ ἓν ἐστενογραφημένον πρακτικὸν διορθώνεται, ἀλλὰ τὸ ἄλλο μένει εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς Στενογραφικῆς Ὑπηρεσίας. Ἑπομένως, τώρα ἀφοῦ ἐξέθηκε τί συνέβη, ἐπανέρχομαι εἰς τὸν χαρακτηρισμόν. Θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω ἕνα ἄλλον σημεῖον ἀλλοιώσεως τῶν πρακτικῶν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὀφείλω ἀνδρικῶς νὰ ὁμολογήσω καὶ νομίζω ὅτι εἶναι πρὸς τιμήν μου, ὅ,τι τὸν ἠδίκησα. Συνάδελφος καὶ μάλιστα ἐκ τῶν μὴ ἐνδιαφερομένων παρατάξεων διὰ τὸ ἐπεισόδιον, μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐχειρονόμει πρὸς τὸν κ. Παπαδόπουλον προτρέπων αὐτόν, ἐνῷ ἐξηκρίβωσα ὅτι ἔκαμε νοήματα καθησυχάσεως καὶ ἀποτροπῆς τοῦ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Παπαδόπουλος. Τοῦτο, ὅμως, νομίζω ὅτι τοῦ δημιουργεῖ ἐπηυξημένην πολιτικὴν εὐθύνην, δὲν ἔχει βεβαίως τὴν εὐθύνην τῆς προτροπῆς εἰς βίαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ἀλλὰ ἐπηυξημένην πολιτικὴν εὐθύνην διότι ἐνῷ τὸν εἶδον νὰ χειρονομῇ διὰ τὴν καθησύχασιν καὶ τὴν ἀποτροπήν, δεχομένου ὅτι εἶχεν ἐξ ἀρχῆς ἀντιληφθῇ, ὅτι ἐκεῖθεν καὶ ἡ εὐθύνη καὶ ἡ ἀφορμὴ τῶν ἐπεισοδίων καὶ ἐνῷ εἶδεν, ὅτι ἔφθασε μέχρις ἐδῶ διὰ νὰ κτυπήσῃ τὸν κ. Μπριλλάκην, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐδῶ ποὺ κάθεται ὁ κ. Στεφανόπουλος, ἐν τούτοις, λησμονῶν ὅτι ἀπὸ πλευρᾶς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀπὸ πλευρᾶς Κυβερνήσεως, εἶναι ὁ Ἀνώτατος ἐν τῷ Κράτει λειτουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα προεδρεύει τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου Συγκρούσεως καὶ ἐκ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἔχει δικαστικὴν ἁρμοδιότητα ἐκ τῆς νομοθεσίας περὶ Ἀνωτάτου Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἔχει δικαιοδοτικὴν ἁρμοδιότητα, προέβη εἰς μίαν ἐμφάνισιν τοῦ ἐπεισοδίου διὰ νὰ συγκαλύψῃ διαστρέφων τὴν πραγματικότητα καὶ ὁμιλήσας καὶ περὶ νύσσοντος καὶ τέμνοντος ὀργάνου καὶ τὸ ἠκούσαμεν ὅλοι καὶ ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ τὸ διώρθωσεν, ἐνῷ τὸ εἶπεν, θὰ ἤθελα νὰ εἶχεν, ἐπίσης, τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὴ ἡ διόρθωσις ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐπείσθη, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτο πρᾶγμα. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸν κ. Κώσταν Παπαδόπουλον, βουλευτὴν Κιλκίς, βεβαίως δὲν στρεφόμεθα κατὰ προσώπων καὶ δὲν θὰ συνέβαινε ποτὲ νὰ ἀσχοληθῶμεν. Τί ἔκαμεν ὁ κ. Κώστας Παπαδόπουλος, ἐὰν περίλαμπρος ἐθνικόφρων ἡγέτης ὁμάδος ἀντιστάσεως, ὁ Ἀντιστράτηγος Ἀρχιμήδης Ἀργυρόπουλος, δὲν προσέβαλεν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ κ. Κώστα Παπαδοπούλου ὡς μέλους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως, δὲν ἐξέθετε τὸ περιστατικόν, ὅτι ἔφερε τὴν Γερμανικὴν στολὴν καὶ δὲν ἐνεφανίζετο ἐν τῷ φακέλλῳ. Εὑρίσκεται εἰς τὴν διάθεσίν μας πλῆθος ἀντιτύπων τῶν ἐπὶ κατοχῆς ἐκδιδομένων ὑπὸ τῶν Γερμανῶν ἐφημερίδων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τοῦ «Ἐλευθέρου Βήματος», εἰς τὸ ὁποῖον δημοσιεύεται σχετικὸν τηλεγράφημα πρὸς τὸν κραταιὸν ἡγέτην τοῦ Γʹ Ράϊχ Ἀδόλφον Χίτλερ ἐπὶ τῇ διασώσει του ἐκ τῆς ἀποπείρας τῆς 20 Ἰουλίου 1944. Ἑπομένως, ὅταν ἐμφανίζεται κᾶθε τόσον καθ’ ἡμᾶς καπηλευόμενος τὸν πατριωτισμόν, ἐφ’ ὅσον συνειργάσθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ διεδήλωσε τοιαῦτα αἰσθήματα πρὸς τὸν Χίτλερ, ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ τὴν μνείαν τῆς δημοσίας δράσεώς του. Δὲν εἶναι δυνατὸν εὐπρεπῶς ἐμφανιζομένη οἱαδήποτε μνεία δημοσίας δράσεως ἑνὸς προσώπου, ἀξιοῦντος νὰ εἶναι δημόσιον πρόσωπον, νὰ ἀποτελῇ ὕβριν ἢ λόγον ἀνακλήσεως. Ταῦτα, κύριε Πρόεδρε.
§80Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Χαίρω ἰδιαιτέρως, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς Ἑνιαίας Ἀριστερᾶς ἀνεγνώρισε καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης, πόσον μὲ ἠδίκησε πλανηθεὶς καὶ παρασυρθεὶς προφανῶς, ὅταν μοῦ κατελόγισε τὴν εὐθύνην, ὅτι τάχα παρεκίνησα τὸν βουλευτὴν Κιλκίς, ἐνῷ εἶναι βέβαιον, ὅτι προσεπάθησα διὰ παντὸς τρόπου ὄχι διὰ νὰ τὸν ἀποτρέψω ἀπὸ τὸ ἐπεισόδιον, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸν ἐμποδίσω νὰ ὁμιλήσῃ, ἐπιθυμῶν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Καὶ δύναμαι νὰ προσθέσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Ἑνιαίας Ἀριστερᾶς, κατὰ τὴν αὐτὴν ἑσπέραν τῶν ἐπεισοδίων, ὅταν μὲ συνήντησεν εἰς τὸ Γραφεῖον τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, ἔσπευσε νὰ μοῦ δώσῃ ἐξηγήσεις τῆς στάσεώς του καὶ νὰ προβάλῃ ὡς δικαιολογίαν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἀπὸ συναδέλφους ἄλλης παρατάξεως καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἐπρόλαβε νὰ ἐξακριβώσῃ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐνόμιζα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἀλλοιώσεως, δῆθεν, τῶν Πρακτικῶν, διότι δὲν περιλαμβάνονται αἱ λέξεις «νύσσοντος ἢ τέμνοντος ὀργάνου». Εἰς τὴν ρύμην τοῦ λόγου καὶ προχείρως ὁμιλῶν, ἐξέφερα παρενθετικῶς ὑποθέσεις περὶ νύσσοντος καὶ τέμνοντος ὀργάνου, διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὴν ἐνδεικνυομένην ἔκφρασιν τοῦ αἰχμηροῦ ὀργάνου. Καὶ εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ προαναρμοζομένου εἰς τὰ πράγματα ὅρου μὲ ἐβοήθησεν ἡ παρέμβασις τοῦ ἐγκρίτου ἰατροῦ καὶ ἀγαπητοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀρκαδίας, τοῦ κ. Παυλοπούλου. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ὅταν εὑρέθῃ ἡ προσιδιάζουσα ἔκφρασις τοῦ αἰχμηροῦ ὀργάνου, κατέστη περιττὴ ἡ διατήρησις τῶν ὅρων τῶν ἄλλων ὀργάνων, τὴν ὁποίαν εἶχον χρησιμοποιήσει ἀλληλοδιαδόχως, ἀναζητῶν τὴν ἐνδεδειγμένην ἔκφρασιν. Δὲν ὑπάρχει, λοιπόν, παραποίησις εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁπωσδήποτε τῶν Πρακτικῶν. Ἄλλως τε δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεγάλη μεταξὺ τοῦ αἰχμηροῦ καὶ τέμνοντος ὀργάνου.
§81Γ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ. Ἐξακολουθεῖτε νὰ πιστεύητε, ὅτι ἐχρησιμοποίησα ὄργανον;
§82Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἤκουσα ἐπίσης μὲ ἐξαιρετικὴν ἱκανοποίησιν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Πειραιῶς ἐκθέτοντα, ὅτι αἱ ἀθλητικαὶ καὶ ἀνδρικαί, ὅπως ὑπεστήριξε, χεῖρες του, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν τὸ ἀποτέλεσμα τέμνοντος ὀργάνου, ὡς ὁ ἴδιος ὑπεστήριξε. Καὶ οἱ ἰδόντες τὸ πρόσωπον τοῦ ἀδίκως κακοποιηθέντος συμπαθοῦς κλητῆρος μεμαρτυρήκασι. Δὲν ἦτο παράδοξον, βλέπων τὰ ἀποτελέσματα τῆς παρεμβάσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πειραιῶς, νὰ ὑποθέσω εὐλόγως ὅτι ἐχρησιμοποιήθη καὶ τέμνον ὄργανον. Χαίρω ἰδιαιτέρως καὶ δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ ἀποδεχθῶ, ἀκούων τὸν κ. βουλευτὴν λέγονται ὅτι αἱ χεῖρες του ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχουν τὰ ἀποτελέσματα αὐτά. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν ταραχὴν τῆς στιγμῆς ἐκείνης βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναζητήσῃ κανεὶς τὴν ἀκριβῆ ἀντίληψιν τῆς σειρᾶς ἐκτυλίξεως τῶν γεγονότων. Ἔμενα, ἐγὼ τοὐλάχιστον, μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς Κιλκὶς ὑπέστη συνδυασμένην ἐπίθεσιν. Ἤκουσα σήμερον, ὅτι εἶχε προχωρήσει ὁ ἴδιος πρὸς τὰ ἑδώλια τοῦ Κέντρου ἢ πέραν τῶν ἑδωλίων τοῦ Κέντρου, ὅτι ἐκεῖ συνεπλάκη μὲ βουλευτὴν τῆς ἀριστερᾶς καὶ ὅτι ἐκ τῶν ὄπισθεν ἐδέχθη ἐπίθεσιν ἄλλου βουλευτοῦ τῆς ἀριστερᾶς καὶ δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσχέρειαν εὐχαρίστως νὰ ἀποδεχθῶ τὴν παρεχομένην ἔκθεσιν. Θὰ ἤθελα ἐπίσης νὰ προσθέσω, ἀπαντῶν καὶ ἀνασκευάζων ὅσα ἐγράφησαν εἰς μίαν τῶν ἐφημερίδων τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι δὲν παρέμεινα ἀπαθὴς θεατὴς ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς τοῦ ἐπεισοδίου, ἀλλά, ὡς θὰ ἀντελήφθησαν πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν, ἔσπευσα εἰς τὸν χῶρον τῶν διαπληκτιζομένων συναδέλφων καὶ προσεπάθησα μὲ τὰς μὴ ἀθλητικὰς δυνάμεις μου νὰ παρέμβω καὶ νὰ ἐπιτύχω τὸν κατευνασμόν. Δυστυχῶς, ἡ συνεισφορά μου δὲν ὑπῆρξεν οὐσιωδῶς ἀποτελεσματική, διὰ νὰ μὴ εἴπω παντελῶς ἀποτελεσματική.
§83Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαδόπουλε, πρὶν ἢ λάβητε τὸν λόγον, θὰ ἤθελον νὰ διατυπώσω ἐγὼ μερικὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα συναγάγω ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Φοβοῦμαι, ὅτι αἱ ὕβρεις αὗται ἐξέφυγον τῶν χειλέων σας καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ τὰς ἐνθυμῆσθε. Ὅλοι μας ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος τῶν πράξεών μας. Καὶ ὅταν ἔχητε τὸ θάρρος νὰ λέγητε ὅτι ἐδείρατε ἕνα συνάδελφόν σας, πρέπει νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι τὰς εἴπατε ἐὰν πράγματι τὰς εἴπατε καὶ νὰ τὰς ἀνακαλέσητε. Δὲν ὑφίστασθε οὐδεμίαν μείωσιν, ἀνακαλῶν. Ἄλλως τε περὶ λέξεων πρόκειται ἐκστομισθεισῶν. Τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θυμώνει κανείς, δὲν ἠξεύρει τί λέγει. Δὲν λέγει ὅσα λέγει διότι ἀποδίδει εἰς τὸ πρόσωπον εἰς ὃ τὴν ἀπευθύνει τὴν ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν ὑποδηλοῖ ἡ λέξις. Ἔχετε τώρα τὸν λόγον, κύριε Παπαδόπουλε.
§85Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζετε, κύριε βουλευτά, ὅτι, βάσει τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως καὶ ἄνευ συζητήσεως. Ἄλλως τε ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως εἰς τοιαῦτα θέματα συνήθως ὀξύνει τὰ πράγματα. Ὀρθὸν εἶναι νὰ λαμβάνουν μέρος μόνον οἱ πρωταγωνιστήσαντες εἰς τὰ γεγονότα καὶ τοῦτο διὰ νὰ δώσουν ἐξηγήσεις.
§87Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι οὕτω βλάπτετε τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Παπαδόπουλε.
§89Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅτι δὲν ἐξεστόμισα τοιαύτην φράσιν. Τὴν λέξιν «σκάσε», πιστεύω νὰ τὴν εἶπα, διότι ἐκείνην τὴν ὥραν ὡμιλοῦσα πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὴν ἄλλην, ὅμως, λέξιν, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν τὴν ἔλεγον, θὰ εἶχον τὸ θάρρος καὶ τὸν ἀνδρισμὸν νὰ τὴν ἀνακαλέσω, διότι γνωρίζω, τέλος πάντων, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὴν εἴπω. Ἄλλην φράσιν εἶπον. Αὐτήν, ὅμως, τὴν λέξιν, ὄχι. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον δὲν τὴν εἶπον, διατὶ ἐπιμένετε νὰ ἀνακαλέσω μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶπον;
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συναγάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἢ δὲν τὴν εἴπατε ἢ ἐὰν τὴν εἴπατε μετενοήσατε καὶ ἀρνεῖσθε νὰ τὴν ἀνακαλέσητε. Πιὸ ἀνδρικὸν εἶναι νὰ εἴπητε «ἀνακαλῶ».
§91Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν τὴν εἶπον, πῶς θὰ τὴν ἀνακαλέσω; Δὲν τὴν εἶπον. Δὲν εἶναι τοῦ χαρακτῆρος μου νὰ εἴπω τοιαύτην φράσιν. Ἄλλας ἀνδρικὰς φράσεις τὰς λέγω. Αὐτὴν δὲν τὴν εἶπον. Ἐὰν νομίζῃ καὶ ἐπιμένει ὅτι ἐλέχθη, τοῦ λέγω ὅτι δὲν ἐλέχθη καὶ ἐὰν ἐλέχθη, ἀνακαλεῖται. Δὲν ἐλέχθη ὅμως. Πέραν τούτων, κύριε Πρόεδρε, θὰ πρέπει καὶ ὁ κ. Λαμπράκης, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι εἶναι ἀθλητὴς καὶ τὸν ὁποῖον ἐχειροκρότησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, εἰς τὰ πεδία τῶν στίβων, ὡς λέγομεν, θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν ἀνδρισμόν, ἐπειδὴ εἶπεν ὅτι ἐφόρουν γερμανικὴν στολήν, ὅπως καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ, νὰ δηλώσουν, ὅτι δέχονται νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία των καὶ νὰ φέρουν τὸν δῆθεν Ἀρχιμήδην, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς ἀπουσίαζεν εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν καὶ τὸ 1943, ὅτε ἤμην φοιτητὴς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον εὑρίσκετο εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, νὰ εἴπῃ αὐτά. Παρὰ ταῦτα, ὁ κ. Ἀρχιμήδης ἔκαμε τὴν παρέμβασίν του εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς δῆθεν μέλος τῆς τότε ὀργανώσεως «ΠΑΟ», ἡ ὁποία διελύθη τὸ 1943 καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 105)1952 ἀποφάσεώς του, λέγει, ὅτι ὄντως ἐγένετο δεκτὴ ἡ παρέμβασίς του, διότι εἶχε τὸ ἐμπρόθεσμον τῶν 19 ἡμερῶν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἐπὶ κ. Μαύρου, ὑπουργεύοντος τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης: «........ (ἀναγινώσκει) ........». Ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει θέμα. Καὶ παρακάτω, ἡ ἐγκύκλιος 252 λέγει εἰς τὸ ἄρθρον 4 τὰ ἑξῆς: «........ (ἀναγινώσκει) ........». Ἄρα ὁ κ. Ἠλιοῦ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ διὰ τὴν ἐθνικήν μου δρᾶσιν. Γερμανικὴν στολὴν δὲν ἔφερον. Ἄν ἔχῃ τὸν ἀνδρισμὸν νὰ δηλώσῃ, ὅτι θὰ ἄρῃ τὴν ἀσυλίαν του καὶ ἂς φέρῃ τοὺς ἀντιπάλους μας Μ. Βαφειάδην, ἀρχηγὸν τοῦ ΕΛΑΣ, καὶ τὸν Λασ..., ἀρχηγὸν τοῦ ΕΛΑΣ Μακεδονίας. Ἔλεγον, ὅτι εἰς τὰς 23.3.1944 εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Κιλκίς, ᾐχμαλώτισαν ὁμάδα Γερμανικῆς περιπόλου, τὴν ἀφώπλισαν καὶ ἐφόνευσαν τοὺς ἄνδρας της. Αὐτὸ ἀποτελεῖ γεγονὸς μεγάλης σημασίας, δεδομένου, ὅτι ἡ περιοχὴ τοῦ Κιλκὶς ἦτο περιοχὴ ἐνδιαφέρουσα. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ἐπῆραν τὰ ἡνία εἰς τὰ χέρια τους καὶ ὅτι ὁ ΕΛΑΣ ἐπολέμησε δῆθεν τοὺς Γερμανούς. Εἶναι γνωστὰ τὰ σύμβολα τὰ ὁποῖα ἔχουν. Εἶπον, ἐπίσης, διὰ τὴν Βουλγαρίαν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Παπαδόπουλε.
§93Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Πέραν αὐτῶν, εἶπον, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι «θὰ τοὺς θάψωμεν πολιτικῶς». Ἐὰν ἐννοοῦσεν ὅτι ἡμεῖς λέγοντες αὐτὸ ἑτοιμάζομεν δολοφονίας πολιτικάς, λυποῦμαι διότι ἡ νοημοσύνη του ἐπροχώρησε πολὺ πέραν ἀπὸ ὅ,τι ἔπρεπε. Εἶναι γνωστόν, ποῦ συμβαίνουν αὐτά. Ποῖοι ἐσκότωσαν τὸν Μπέρια καὶ τοὺς ἄλλους. Αὐτὰ δὲν εἶναι τακτικὴ ἰδική μας. Ἡμεῖς δὲν προετοιμάζομεν δολοφονίας, αὐτοὶ ἔκαμον. Ἀλλὰ πέραν αὐτῶν, ἐπισημαίνουν ἐδῶ, ὅτι ἔχει ὁ κ. Λαμπράκης ἀθλητικοὺς μῦς καὶ δύναμιν καὶ ὅτι παρεβίασε τὸν ἀθλητικόν του ὅρκον, διότι ἐπετέθη ἐκ τῶν ὄπισθεν καὶ ἐν συνεχείᾳ, ὅτι δὲν ἐφόρει δακτυλίδι. Ὅταν ἕνας δέρνει μὲ τὴν γροθιά του, θὰ γίνῃ καρούμπαλο καὶ δὲν σπάει τὸ ἀγγεῖον. Ὅταν, ὅμως, χρησιμοποιήσῃ ἕνας ἕνα δακτυλίδι ἢ ἄλλο ὄργανον κτυπῶντας, τότε πετάγεται τὸ αἷμα. Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἔφαγα παρὰ μίαν μόνον, ἐνῷ ἔδωσα πολλὲς καὶ θὰ δώσω πολλές. Ἐὰν ὁ κ. Λαμπράκης ἰσχυρίζεται, ὅτι ἔχει αὐτὰς τὰς δυνατότητας, δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμᾷ, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι τὰς ἔχουν. Δὲν προκαλοῦμεν. Ἂς σταματήσουν, ὅμως, αὐτοί.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαδόπουλε, ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ πέραν, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἀρχίζει νὰ πίπτῃ εἰς χαμηλότερον ἐπίπεδον. Ἀρκετὰ εἴπατε, κύριε Παπαδόπουλε, νομίζω. Πρὶν ἤ, κύριε Λαμπράκη, λάβητε τὸν λόγον, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Παπαδόπουλος, ὄχι βέβαια ἀμέσως, ἀλλὰ ἐμμέσως, ἀνεκάλεσεν. Τοιαύτη ἑπομένως φράσις, ἀφορῶσα ὄχι μόνον τὸν κ. Λαμπράκην, ἀλλὰ καὶ οἱονδήποτε ἄλλον, θεωρεῖται ὅτι δὲν ἐλέχθη. Οὔτε ἄλλωστε τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ ἀναφέρουν τί. Ἐκτός, ὅμως, ὁ φερόμενος ὡς εἰπὼν τὴν φράσιν, τὴν ἀνεκάλεσε. Μένει, ἑπομένως, τώρα, νομίζω, ὁ συμψηφισμὸς τῶν ξυλοδαρμῶν. Δὲν θεωρῶ, ὅμως, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι θέμα τόσον σοβαρόν.
§95Γ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ εὐχαριστήσω θερμότατα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι πράγματι ἀμερολήπτως καὶ ἀξιοπρεπῶς, ἔθεσε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Ὅτι δηλαδή, ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, δὲν ἐχρησιμοποίησα τέμνον ὄργανον καὶ ἐπείσθη, ὅτι ἡ γροθιὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτην βλάβην. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Παπαδόπουλον, ὁ ὁποῖος ἀνεκάλεσε τὴν ἀτιμωτικὴν ὕβριν πρὸς τὸ πρόσωπόν μου, νομίζω, ὅτι καλῶς ἔπραξε καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θὰ ἔπραττε καλῶς ἐὰν τὴν ἀνεκάλει ἀμέσως. Ὅσον ἀφορᾷ τώρα ἐμέ, θεωρῶ ἀδύνατον τὸν ἑαυτόν μου νὰ τροποποιήσῃ τὴν ἱστορίαν, ἡ ὁποία ὁριστικῶς τὸν ἔχει καταδικάσῃ εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς συνεργασίας του μὲ τὸν ἐχθρόν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Λαμπράκη, ἀρκετά. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§97Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ γίνῃ συζήτησις τώρα;
§98Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε...
§99Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἔχετε ἀντίρρησιν, κύριε Μπακόπουλε;
§100Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸ δὲν ἐκδηλοῖ οὐδεμίαν ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι ἐκτὸς ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐκάλεσε, οὐδεὶς ἄλλος δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Καὶ ὑπέμνησε τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς ἐὰν ἡ συζήτησις νὰ γίνεται ἐπὶ θέματος τοῦ ἄρθρου 24, ἐνῷ, ἐφ’ ὅσον ἤρχισε συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, ἀκόμη συνεχίζεται αὐτή.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριε Μπακόπουλε. Ἔχετε ἀποκτήσει τώρα τελευταίως μίαν κακὴν συνήθειαν. Διὰ κραυγῶν καὶ ἀπειλῶν προσπαθεῖτε νὰ ἐπιβάλλητε τὴν γνώμην σας. Προσέξατε. Ξεύρετε, κύριε Μπακόπουλε, ὅτι καὶ ὁ σεβασμὸς ἔχει ὅρια. Τρέφομεν πρὸς ὑμᾶς σεβασμόν, ἀλλὰ ὄχι ὅμως καὶ νὰ ζητῆτε νὰ ἐπιβάλλητε πάντοτε τὴν γνώμην σας. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὄρθιος. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἐμμένω εἰς τὸ ἄρθρον 24, ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ ὑπάρχει καὶ ἄλλον ἄρθρον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ἡλιοῦ καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ ὁ κ. Λυκουρέζος ἠμποροῦν νὰ λάβουν τὸν λόγον.
§102Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικά; Ἀποφεύγετε νὰ ἀπαντήσετε, διότι εὑρίσκεσθε ἐν ἀδυναμίᾳ.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔτσι ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμὸν ἐγώ.
§104Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς συμφέρει νὰ ἀπαντήσητε, διότι παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν. Ὕστερα μᾶς λέγετε νὰ σεβώμεθα τὸν Κανονισμόν. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν. Ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ ναὶ ἢ ὄχι;
§105Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, διότι ὁ ἀγαπητὸς φίλος κ. Μπακόπουλος, δὲν μοῦ ἐπέτρεψε κἂν νὰ εἴπω μίαν λέξιν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ οἱαδήποτε παρέμβασίς του, ἔστω καὶ παρὰ τὸν Κανονισμόν. Καὶ ὅταν τὸν παρεκάλεσα μὲ μίαν χειρονομίαν φιλικήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, νὰ μὴ μὲ διακόψῃ ἔπραξα τοῦτο διὰ νὰ εἴπω ὅτι, ἐὰν πράγματι, κ. Πρόεδρε, θεωρηθῇ, ἡ ἐπὶ τῶν θλιβερῶν συμβάντων τῆς προπαρελθούσης συνεδριάσεως, παρέμβασίς μου, ὡς ἀντικειμένη εἰς τὴν βασικὴν ἀρχήν, ὅτι πᾶς μὴ μετασχὼν τῶν ἐπεισοδίων δὲν πρέπει νὰ λάβῃ τὸν λόγον, θὰ ἐδεχόμην νὰ μὴ ὁμιλήσω. Δὲν θὰ ἤθελον μὲ ἄλλας λέξεις νὰ παρεξηγήσῃ ὁ κ. Μπακόπουλος, τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον μοῦ δίδετε νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ θεωρήσῃ ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀποτελεῖ, κἄτι, τὸ ὁποῖον χαριστικῶς μοὶ παρέχετε, ἀλλὰ καὶ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε, ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς καὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ μεγαλυτέρου ἐν τῇ Βουλῇ Κόμματος, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐκπροσωπῶ, ἔχω τὸ δικαίωμα, ὅπως θὰ ἐδικαιοῦτο ἐξ ὀνόματος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου νὰ ὁμιλήσῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ κ. Στεφανόπουλος ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου. Ἔχω δικαίωμα νὰ λάβω τὸν λόγον. Καὶ δι’ αὐτὸ ἦτο παράδοξος ἡ τόσον παρατεταμένη διακοπή, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ὁ κ. Μπακόπουλος, ἡ ὁποία δὲν ἀπετέλεσε μάλιστα διακοπήν, διότι δὲν εἶχον ἀρχίσει νὰ ὁμιλῶ. Ὁ κ. Μπακόπουλος δὲν μὲ διέκοψε κἄν, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἐπέτρεψε νὰ ὁμιλήσω.
§106Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν διέκοψα. Ἐγὼ παρεπονέθην κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος δὲν μοῦ δίδει τὸν λόγον, ὡς νὰ ἔχῃ ἀπὸ κἄποιον τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ αὐτό.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ..............
§108Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τέτοιας χειρονομίας, κ. Πρόεδρε. Οὔτε εἰς τὸν κλητῆρα. Εἰς τὸν ὑπηρέτην σας, εἰς τὸ σπίτι σας. Ἐδῶ ὄχι.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζετε τὴν οἰκογενειακήν μου καταγωγήν, διὰ νὰ ξεύρετε ὅτι ἔχω ἀνατροφήν.
§110Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ ἐλπίζω ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ φίλος κ. Μπακόπουλος ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ θεωρήσῃ ἀδικαιολόγητον τὴν προσπάθειαν τὴν ὁποίαν ἔκαμε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἀνάμιξίν μου εἰς τὸ θέμα, ἐὰν ἐζήτησα τὸν λόγον, τὸν ἐζήτησα διὰ νὰ ἐκφράσω ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως βαθεῖαν λύπην διὰ τὰ γεγονότα ποὺ ἐσημειώθησαν, οἱοιδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι, εἴτε εὑρίσκονται εἰς τὴν πλευρὰν τὴν ἰδικήν μας, εἴτε εὑρίσκονται εἰς τὴν ἄκρως ἀντίθετον πλευράν.
§111Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Συνοδοιπορεῖτε.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς διακόπτετε, κ. Ἰντζέ; Ποῦ τὸ εἴδατε αὐτὸ τὸ δικαίωμα;
§113Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μὲ διακόπτετε καὶ σεῖς, κ. Πρόεδρε, εἶναι φίλος μου ὁ κ. Ἰντζές, καὶ θὰ τοῦ ἀπαντήσω ἐγώ. Διότι ἔχει δίκαιον. Συνωδοιπορήσαμεν δυστυχῶς κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἑσπέραν. Ὅσοι γρονθοκοποῦνται μεταξὺ των συνοδοιποροῦν κατά τινα τρόπον. Καὶ ἑπομένως, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν κυριολεκτεῖ. Κύριοι βουλευταί, οἱοιδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι, καὶ ἐξ ὅσων εἴπατε ὑμεῖς, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, φαίνεται ὅτι ὑπεύθυνοι ὑπάρχουν καὶ εἰς τὰς δύο πλευράς. Νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, εἴτε πιστεύομεν εἰλικρινῶς εἰς τὴν ἱερότητα τοῦ χώρου, ὅπως πιστεύω ἐγώ, εἴτε δὲν πιστεύομεν, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα τεταγμένοι νὰ συνεδριάζωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, μὲ τὴν παράδοσιν τὴν ὁποίαν ἔχει, μὲ τὴν ἐθνικὴν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἐκπληροῖ, ὀφείλομεν καὶ εἰς ὅσα λέγομεν καὶ εἰς ὅσα πράττομεν, ἔστω καὶ ἐὰν εἶναι αἱ πράξεις μας ἁπλαῖ χειρονομίαι, νὰ εἴμεθα πολὺ προσεκτικοί. Εἴδατε, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, τὰς κρίσεις τοῦ τύπου ὅλων τῶν ἀποχρώσεων, καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας τύπου, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ. Δὲν ἦσαν εὐχάριστοι αἱ κρίσεις αὐταὶ διὰ τὴν Βουλήν. Δὲν ἦσαν δι’ οὐδένα ἐξ ἡμῶν εὐχάριστοι. Δὲν ἦσαν εὐχάριστοι καὶ διὰ τὸ μέλλον τῆς χώρας. Ὁ Κοινοβουλευτισμὸς εἶναι, βέβαια, ἄλλο πρᾶγμα. Καὶ ἡ συμπεριφορὰ 5, 10 ἢ 15 ἐξ ἡμῶν, ἢ καὶ ὅλων εἶναι ἄλλο πρᾶγμα. Ἀλλὰ εἰς τὰ μάτια τοῦ λαοῦ καὶ ἀκόμα καὶ εἰς τὴν σκέψιν τῶν κρινόντων ἡμᾶς ἐκ καθήκοντος ἐπαγγελματικοῦ, δηλαδὴ τῶν τεταγμένων νὰ μᾶς κρίνουν διὰ τῶν στηλῶν τοῦ τύπου, συγχέονται αὐτὰ τὰ δύο πράγματα. Καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ συγχέωνται, διότι ὁ θεσμὸς εἶναι πολὺ ἀφῃρημένος ἐὰν ἀποκοπῇ ἀπὸ τὰς συγκεκριμένας παρουσίας ἡμῶν. Ἐὰν κἄποιος ἀπὸ ἡμᾶς ἀσχημονήσῃ εἰς τὴν αἴθουσαν, θεωρεῖται ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ὑποστὰς πλῆγμα, ἐν ᾧ δὲν ὑφίσταται κατ’ οὐσίαν. Δι’ αὐτό, κυρίως ἔλαβον τὸν λόγον, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑφίσταται κατ’ οὐσίαν πλῆγμα ὁ Κοινοβουλευτισμός. Ἁπλούστατα παραφέρεται ἕνας ἐκ τῶν Ἑλλήνων, ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ εἶναι βουλευτής. Ὅπως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραφερθῇ καὶ ἕνας καθηγητὴς Πανεπιστημίου, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ ὅτι πταίει τὸ Πανεπιστήμιον. Καὶ ὅπως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραφερθῇ καὶ ἕνας ἱερωμένος, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ ὅτι πταίει ἡ ἐκκλησία. Αὐτὴ εἶναι βεβαίως ἡ ἀλήθεια. Ἀλλὰ παρὰ ταῦτα δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι πᾶν τὸ ἄτοπον, τὸ ἔκτροπον, τὸ ὁποῖον σημειοῦται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἔχει ἀντίκτυπον ἐπὶ τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Καὶ ἐφ’ ὅσον δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωσις, ἔχει καὶ πράγματι ἀντίκτυπον. Ἡ ἐντύπωσις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θεμελιώνει ἢ κλονίζει ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ἔμπρακτον, τὴν ἐνεργόν, τὴν καθημερινήν, τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ ἐντύπωσις, λοιπόν, πρέπει νὰ μᾶς ἐνδιαφέρῃ. Καὶ δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν αἱ ἐκφράσεις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ ἐλέγχωνται ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ὑπὸ τῆς σκέψεως. Ἐὰν πρὸς στιγμήν, ὅπως ἔχῃ συμβῆ καὶ μὲ ἐμὲ τὸν ἴδιον, παρασυρθῆ τις εἰς τὴν διατύπωσιν μιᾶς λέξεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ πρέπουσα, θὰ πρέπει νὰ τὴν ἀνακαλῇ. Θὰ πρέπει παρ’ εὐθύς, πρὶν ἢ σημειωθῇ ἐπεισόδιον νὰ τὴν ἀνακαλῇ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑποτεθῇ, ὅτι κάποιος ἀπὸ ἡμᾶς εἶναι πολὺ πείσμων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν ὕπαρξιν, μεταξὺ τῶν 300 βουλευτῶν, πέντε ἢ δέκα πεισμόνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἀνακαλέσουν, δὲν σημαίνει αὐτὸ ὅτι πρέπει ἐκεῖνος ποὺ ἐθίγει νὰ σπεύσῃ νὰ χειροδικήσῃ. Ὑπάρχει φαῦλος κύκλος, ἀλλὰ ὁ φαῦλος κύκλος πρέπει νὰ ἀποφεύγητε, νὰ μὴ εἰσερχώμεθα εἰς αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ἐάν τις εἰσέλθῃ νὰ μὴ σπεύδωμεν, ἰδίως δὲ ἐκ τῶν νώτων, ὅπως ἔπραξεν ὁ κ. Λαμπράκης—θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ εἴπω αὐτὸ—νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν μέθοδον τῆς χειροδικίας. Ἀντιλαμβάνομαι τὴν ὀργὴν τὴν ὁποίαν ἠσθάνθητε, κ. Λαμπράκη, διότι σᾶς εἶπε τὴν λέξιν ἐκείνην ὁ κ. Παπαδόπουλος. Ὁ κ. Παπαδόπουλος ἐπιμένει, ὅτι δὲν τὴν εἶπε, καὶ προσέθεσε, ὅτι ἐὰν τὴν εἶπε, τὴν ἀνακαλεῖ. Δὲν ἤμην ἐδῶ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὴν εἶπεν, οὔτε νὰ βεβαιώσω ὅτι δὲν τὴν εἶπε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ σεῖς ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, θὰ πρέπει—καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ προβῶ εἰς τὴν σύστασιν αὐτήν, ἢ μᾶλλον εἰς τὴν διατύπωσιν παρακλήσεως χάριν τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου — νὰ ἀποφεύγητε οἱανδήποτε κατηγορίαν τὴν ὁποίαν δὲν θεμελιώνετε. Δὲν γνωρίζω τί ἔχει πράξει, ἢ παραλείψει πᾶς εὑρισκόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ γνωρίζω, ὅπως δὲν τὸ γνωρίζει οὔτε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος, ὅπως δὲν τὸ γνωρίζει οὔτε ὁ κ. Ἠλιοῦ, οὔτε καὶ κανεὶς τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν αἴθουσαν. Ἀλλὰ ἐὰν ἔχετε διαπιστώσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τοσάκις ἔχετε εἰπῆ κατὰ τοῦ κ. Παπαδοπούλου, δὲν θὰ ἦτο τιμιώτερον νὰ φέρετε μίαν ἀπόδειξιν; Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν ἑκάστοτε ὁσάκις ὀργίζεται ὁ κ. Παπαδόπουλος, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὰ ὠργισμένα νειᾶτα— εἶναι νέος ἐσαεὶ—σεῖς νὰ τοῦ ἐκτοξεύετε μίαν φράσιν ἡ ὁποία εἶναι οὐσιαστικῶς βαρυτάτη. Ἡ λέξις τὴν ὁποίαν ἐξετόξευσεν ὁ κ. Παπαδόπουλος κατὰ τοῦ κ. Λαμπράκη, εἶναι ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς χρησιμοποιοῦνται ὑπό τινων Ἑλλήνων, ὄχι εἰς τὴν κυριολεξίαν, ἀλλὰ ἁπλῶς καὶ μόνον μὲ γενικὴν ὑβριστικὴν διάθεσιν, χωρὶς νὰ σημαίνῃ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ τὴν χρησιμοποιεῖ, ἐννοεῖ πράγματι σχετικῶς μὲ τὸν Α ἢ Β Ἕλληνα πρὸς τὸν ὁποῖον τὴν ἀπευθύνει, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σημαίνει ἡ λέξις. Εἶναι ἀτόπημα βαρύτατον ἡ χρῆσις τῆς λέξεως αὐτῆς καὶ θὰ πρέπει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὄχι μόνον ἡ λέξις αὐτὴ ἀλλὰ οἱαδήποτε βαρεῖα ἔκφρασις νὰ ἀποφεύγηται. Ἐὰν τυχὸν ἐκφύγῃ ἀπὸ τὰ χείλη μας, πρέπει νὰ ἀνακαλῆται ἀμέσως. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον εἴπατε σεῖς εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἁπλῶς ἔκφρασις ὑβριστική. Εἶναι καταγγελία συγκεκριμένη, ἡ ὁποία ὅμως ἐὰν εἶναι ἀκριβής, ἐὰν βασίζεται ἐπὶ στοιχείων, ἐὰν βασίζεται ἐπὶ φωτογραφιῶν, ἐὰν βασίζεται ἐπὶ οἱωνδήποτε δεδομένων, ἐπὶ τόσα ἔτη ποὺ εὑρίσκεσθε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἀντικρίζετε τὸν κ. Παπαδόπουλον καὶ τοῦ ἔχετε ἀπευθύνει αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, θὰ ἔπρεπε νὰ φέρετε καὶ τὴν ἀπόδειξιν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ προβαίνητε εἰς τὴν διατύπωσιν τοιαύτης κατηγορίας χωρὶς νὰ τὴν ἀποδεικνύητε. Ὅταν ὁ κ. Παπαδόπουλος ἀπαντᾷ μὲ τὴν αὐτὴν εὐχέρειαν, ὅτι ἐφόνευσεν 15 Γερμανούς, τί ἔχετε νὰ τοῦ εἰπῆτε; Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προβαίνητε εἰς τὴν ἐκτόξευσιν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν οἱουδήποτε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, χωρὶς νὰ ἔχητε στοιχεῖα. Καὶ τὸν κ. Παπαδόπουλον θὰ παρακαλέσω νὰ δεχθῇ, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε διὰ τὸν στρατηγὸν κ. Ἀργυρόπουλον. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον ὁ στρατηγὸς Ἀργυρόπουλος ἔκαμε τὴν παρέμβασιν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Παπαδόπουλος νὰ εἴπῃ τὰ ὅσα εἶπε κατ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ διετέλεσα τὸ πρῶτον ἔτος τῆς κατοχῆς εἰς κατάστασιν ἀγρύπνου ἐθνικῆς συνειδήσεως καὶ μετὰ ταῦτα εἰς Μ. Ἀνατολὴν διατελέσας Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ἔκαμεν εἰς Μακεδονίαν τὸ καθῆκον του, ἐπεκοινώνουν ἐμμέσως μαζί του καὶ δὲν ἦλθεν εἰς Μ. Ἀνατολήν, παρὰ ἀφοῦ εἶχε κάμει ἄριστα τὸ καθῆκον του εἰς τὴν Μακεδονίαν. Εἰς Μ. Ἀνατολὴν ἦλθεν τὸ 1944, ὅταν εἶχε φθάσει καὶ ὁ στρατηγὸς Βεντήρης. Ἠγέρθην, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀποκαταστήσω τὴν ἀλήθειαν ὡς πρὸς ὡρισμένα σημεῖα καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Μπακόπουλος δὲν θὰ χαρακτηρίσῃ ὡς περιττὴν τὴν παρέμβασίν μου.
§114Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλάβαμεν γνῶσιν μόνον ἐκ τῶν ἐφημερίδων τῶν συμβάντων, καὶ θέλομεν νὰ ἐκδηλώσωμεν ἐκ μέρους τῆς Ε. Κ. τὴν ἀποδοκιμασίαν μας, διότι τοιαῦται ὕβρεις ἐκτοξευόμεναι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν συμβάλλουν εἰς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Διερωτῶμαι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἠκούσθησαν αἱ ὕβρεις αὐταί, καὶ μὴ ἰσχυρισθῆτε ὅτι δὲν ἠκούσθησαν, ὅταν τὰς ἤκουσαν τὰ θεωρεῖα καὶ τὰς γνωρίζει ἀπὸ τὸν τύπον ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς, διὰ τίνα λόγον τὸ Προεδρεῖον, δὲν ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ καλέσῃ τὸν παρεκτραπέντα βουλευτὴν νὰ ἀνακαλέσῃ, διότι ἡ συμπλοκὴ ἦτο λογικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐκτοξευθείσης ὕβρεως.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Δὲν προήδρευον ἐγώ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν, ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην. Ἐγένοντο τόσον ταχέως αὐτὰ τὰ γεγονότα, κινηματογραφικῶς θὰ ἔλεγα, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Πρόεδρος νὰ ἀκούσῃ ἢ νὰ καταλάβῃ τὶ ἐγένετο. Ἐὰν προεδρεύατε σεῖς τὸ ἴδιον θὰ παθαίνατε. Ἓν λάθος ἔκαμεν τὸ Προεδρεῖον ἐκείνην τὴν στιγμήν. Ἔπρεπε ἐνωρίτερον νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν. Ἴσως τότε νὰ ἀπεφεύγοντο πολλὰ ἔκτροπα.
§116Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ Προεδρεῖον ἐπενέβαινεν ἐγκαίρως, δὲν θὰ ἐπηκολούθουν τὰ ἔκτροπα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι μόνον αἱ ὕβρεις ποὺ πρέπει νὰ ἀποφεύγωνται, εἶναι καὶ αἱ προκλήσεις. Εἶπεν, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὐτὰ δὲν συμβάλλουν εἰς τὴν ἐξύψωσιν τῆς Βουλῆς ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχουν δυσμενεῖς ἀντικτύπους ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ γενικώτερον. Θὰ ἤθελα νὰ συμφωνήσω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν θὰ ἔχουν δυσμενῆ ἀντίκτυπον ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Πάντως εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις καταδικάζει, τὰ τοιαῦτα ἐπεισόδια καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἔχουν πάντως δυσμενῆ ἀντίκτυπον ἐπὶ τῆς σημερινῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ αὐτὴ γεννηθεῖσα ἐν ἁμαρτίαις, διάγει ἐν ἁμαρτίαις καὶ ἔχει ἔλθει τὸ τέλος αὐτῆς. Τὸ τέλος αὐτῆς θὰ ἦτο ἴσως ἡ καλλιτέρα λύσις.
§117Α. ΜΙΧΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκπρόσωπον τῆς Ε. Κ. κ. Στεφανόπουλον, θὰ ἤθελον νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, διότι ὁμολογουμένως οἱοσδήποτε ἀκούων τὴν λέξιν αὐτὴν καὶ κατέχων τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀπαθής, ἀλλὰ ἀντιθέτως θὰ μετεχειρίζετο πᾶν μέσον τὸ ὁποῖον διαθέτει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ διὰ νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν. Εἶμαι βεβαίως ὑπεύθυνος καὶ τυπικῶς καὶ οὐσιαστικῶς, ἐφ’ ὅσον προήδρευον, ἀλλὰ οὔτε ἀπὸ ἐμέ, οὔτε ἀπὸ τοὺς πλείστους ἐκ τῶν συναδέλφων τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη ἡ λέξις. Ἐὰν εἴτε ἐκ τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰ θεωρεῖα, εἴτε ἀπὸ τοὺς δημοσιογράφους ἠκούσθη ἡ λέξις, δὲν δύναμαι φυσικὰ νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν ἐλέχθη. Πάντως καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν συναδέλφων ἐδήλωσαν, καὶ μετὰ τὴν διακοπήν, κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν ἤκουσαν τὴν λέξιν. Ἐξ ἄλλου ἡ ἐξέλιξις τῶν γεγονότων ἦτο ὄχι ταχυτάτη, ἀλλὰ κυριολεκτικῶς κινηματογραφική, οἱαδήποτε δὲ ἀνθρωπίνη δύναμις ἐκείνην στιγμὴν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ προλάβῃ. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος δὲν παρίστατο ἐκείνην τὴν στιγμήν, νὰ εἴπω, ὅτι ἡ διακοπὴ ἐγένετο ἀμέσως, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποτραποῦν τὰ γεγονότα, διότι ἔλαβον χώραν μὲ ἀστραπιαίαν ταχύτητα, τὰ πλεῖστα δὲ τούτων ἔλαβον χώραν μετὰ τὴν διακοπήν. Λυποῦμαι, διότι παρέστην καὶ ἐγὼ μάρτυς αὐτῶν καὶ διότι ἔχων τὴν εὐθύνην τῆς διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, τὴν ὥραν ἐκείνην, δὲν ἠδυνήθην νὰ τὰ ἀποτρέψω. Καὶ συνομολογῶ φυσικά, ὅτι ἐὰν θέλωμεν τὸ Κοινοβούλιον νὰ εἶναι εἰς τὸ ὕψος του, πρέπει νὰ ἀποφεύγωνται ὅλα αὐτὰ τὰ θλιβερὰ καὶ ἀπολύτως ἀπαράδεκτα καὶ ὅλοι νὰ βοηθῶμεν τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐκτελῇ τὴν ὄντως δύσκολον ἀποστολήν του, νὰ ἐφαρμόζῃ δηλαδὴ τὸν Κανονισμόν. Τέλος θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστόν μου κ. Στεφανόπουλον—διότι ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου προῆλθεν ἡ ἀφορμή, ἐκ τῆς ὁποίας ἐδημιουργήθησαν ἐν συνεχείᾳ τὰ θλιβερὰ ἐπεισόδια—θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω νὰ συστήσῃ εἰς ὡρισμένους— ἐλαχίστους φυσικὰ—ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ εἶναι προσεκτικώτεροι, σεβόμενοι περισσότερον τὸν Κανονισμόν, τοῦ ὁποίου τηροῦντες τὰς διατάξεις θὰ βοηθήσουν θετικῶς εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ὅπως τὸ πράττουν ἄλλωστε οἱ περισσότεροι τῶν συναδέλφων, ἀνεξαρτήτως τῆς πλευρᾶς εἰς ἣν ἀνήκουν.
§118Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἔχομεν προσωπικὴν ἀντίληψιν τῶν συμβάντων, διότι κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἴχομεν ἀποσυρθεῖ πρὸς τὴν ἔξοδον. Βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι τὰ λαβόντα χώραν ἔκτροπα ἐδημιούργησαν κατάστασιν ἀπαράδεκτον. Τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν, ἐπιθυμεῖ καὶ αὐτὸ νὰ ἐκφράσῃ τὴν βαθεῖαν λύπην του διὰ τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν. Πρέπει οἱ συνάδελφοι νὰ ἐλέγχουν περισσότερον τὰς ὁμιλίας των, ἀλλὰ καὶ ὅταν κανεὶς παρεκτρέπεται καὶ θίγῃ ἕνα συνάδελφόν του, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δικαιολογεῖ τὸν θιγόμενον διὰ νὰ χειροδικῇ ἐντὸς τῆς αἰθούσης. Διότι προχθές, ἐὰν δὲν ἦσαν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ὁ συμπαθὴς κλητὴρ τῆς Βουλῆς, ὁ ἱκανώτατος Κώστας Μπακαλιός, καὶ ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ θῦμα τῆς συμπλοκῆς καὶ ἐὰν δὲν ἐπενέβαινον καὶ ὡρισμένοι ψύχραιμοι συνάδελφοι, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θρηνήσωμεν καὶ θύματα. Ἡμεῖς ἐκφράζομεν καὶ πάλιν τὴν βαθεῖαν μας λύπην καὶ νομίζομεν, ὅτι ὅλοι μας πρέπει νὰ καταβάλλωμεν κᾶθε προσπάθειαν, ὥστε νὰ ἀποφεύγωνται αἱ παρεκτροπαί. Καὶ νομίζομεν, ὅτι ὁ προσφορώτερος τρόπος, εἶναι, τόσον τὸ Προεδρεῖον, ὅσον καὶ ἡμεῖς, νὰ τηρῶμεν αὐστηρῶς τὸν Κανονισμόν.
§119Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ἔχουν ἀκριβῶς τὰ πράγματα ὡς ἐνεφανίσθησαν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, διότι τὰ συμβάντα δὲν ἔλαβον χώραν τόσον κινηματογραφικῶς. Διότι ἡ διόρθωσις—ἀφήσατε τὴν βαρεῖαν ὕβριν—ἡ διόρθωσις τοῦ «θὰ σᾶς θάψωμεν» εἰς «θὰ σᾶς θάψῃ ὁ λαὸς» ἐγένετο. Ἐλέχθη καὶ ἠκούσθη. Καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον. Τότε ἤρχισαν αἱ κωδωνοκρουσίαι. Ἐπετράπη εἰς τὸν ὁμιλοῦντα νὰ ἀπειλῇ καὶ νὰ ὑβρίζῃ καὶ ὅταν ὡμίλει ὁ ὑβριζόμενος ἤρχισαν αἱ κωδωνοκρουσίαι. Καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἠρέμα, κανονικά, ἀφοῦ ἐξεστόμισε τὴν ὕβριν ὁ κ. Κ. Παπαδόπουλος, κατέβηκε τὸν διάδρομον καὶ ἦλθε καὶ ἐκτύπησε τὸν κ. Μπριλλάκην. Δὲν εἶναι ἑπομένως λογικὸν νὰ λέγεται, ὅτι ἔγιναν μὲ κινηματογραφικὴν ταχύτητα. Δεύτερον, δὲν εἶπε «θὰ σᾶς θάψῃ ὁ λαός». Ὅταν λέγῃ πάρα πάνω: «Νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι οἱ ψῆφοι θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν βάσιν των», προβλέπει ἄνοδον τῆς ΕΔΑ. Δὲν ὁμιλεῖ ἑπομένως περὶ πολιτικοῦ θανάτου, ἀλλὰ ἀπειλεῖ καθ’ ὃν τρόπον ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπειλῇ λόγῳ τοῦ βιαίου χαρακτῆρος καὶ παρελθόντος του. Τρίτον, δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν ἠξεύρω εἰς τί θὰ ἀποφασίσητε, εἰς τί θὰ προβῆτε τελικῶς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ, ὅτι πρότερον κἄτι ποὺ ἤκουσα ἐκ μέρους σας: «Συμψηφισμὸς βίας». Τί θὰ πῇ αὐτό; Μὲ ποία βίαν τοῦ κ. Μπριλλάκη, θὰ συμψηφίσητε τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ κ. Μπριλλάκη; Ὁ κ. Μπριλλάκης ἦτο ἐδῶ καὶ ἔρχεται ἐδῶ ἀπὸ τὴν θέσιν του ὁ κ. Παπαδόπουλος καὶ τὸν τραυματίζει καὶ εἶναι εἰς τὸ κρεββάτι του μὲ ἐξάρθρωμα τῆς ὠμοπλάτης. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἐὰν ὁ δεινῶς ὑβρισθεὶς ἐκτύπα, ἴσως εἶχε τὸ δικαιολογητικόν. Ἀλλὰ ὁ κ. Παπαδόπουλος, ἀφοῦ ὕβρισεν, ἦλθε κατόπιν ἐδῶ διὰ νὰ ἐπιτεθῇ. Καὶ ὕστερα ὁ κ. Λαμπράκης ἔγινε στόχος ἐπιθέσεως 10δων βουλευτῶν τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως. Καὶ οἱ κρίνοντες, κρίνονται. Σεῖς θὰ κρίνετε. Ἔχετε μίαν ἁρμοδιότητα, ἀλλὰ ἐὰν κρίνετε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θεωρίας τὴν ὁποίαν ἐξεφέρατε, περὶ συμψηφισμοῦ κακοποιήσεων, δὲν θὰ εἶναι ἡ κρίσις τοῦ πανελληνίου εὐμενὴς δι’ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε.
§120Α. ΜΙΧΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, νομίζω ὅτι δὲν ἀντελήφθη τὰ πράγματα ἢ ἐὰν τὰ ἀντελήφθη δὲν τὰ ἀπέδωσεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅπως συνέβησαν. Διότι, ὡς πρὸς μὲν τὴν λέξιν περὶ ἧς ἐγένετο τόσος λόγος, ἀρκετὰ διεσαφηνίσθη τὸ θέμα. Πέραν ὅμως τούτου, δὲν δικαιοῦται νὰ ἀμφιβάλῃ, ὅτι δὲν τὴν ἤκουσε τὸ Προεδρεῖον, ἐπειδὴ τὴν ἤκουσαν ἄλλοι. Νομίζω, λοιπόν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸν ἰσχυρισμόν του. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας φράσεις, τὰς ἀναγομένας εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Παπαδοπούλου, διαρκούσης τῆς ἀγορεύσεώς του, ὡς προκύπτει, ὄχι μόνον ἀπὸ τὰ πρακτικά, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν γενικωτέραν διατύπωσιν ποὺ ἐσχηματίσθη ἐδῶ εἰς τὴν αἴθουσα, ὁ κ. Παπαδόπουλος ἠννόει τὸν πολιτικὸν θάνατον. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δὲν εἶναι θέμα τοῦ Προεδρείου νὰ παρέμβῃ. Πέραν τούτου, ὑπῆρξε τὸ θέμα τῆς παρασταθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Ἡλιοῦ «ψυχραιμίας» τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Δηλαδή, ἐνεφανίσθη, ὅτι ψυχραίμως ὁ κ. Παπαδόπουλος εἶπεν ὅσα εἶπε καὶ ἐπροχώρησε, ψυχραίμως ἐφέρθη ὁ κ. Μπριλλάκης καὶ ψυχραίμως ὁ κ. Λαμπράκης ἔσπευσε πρὸς τὴν πτέρυγα τῆς Συμπολιτεύσεως. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐλέχθησαν, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ἡλιοῦ, τὰ περὶ στολῆς καὶ ναφθαλίνης, εἶχεν ἠλεκτρισθῆ ἡ ἀτμόσφαιρα εἰς ἀφάνταστον σημεῖον. Καὶ ἀκριβῶς τότε, πλείονες τῶν συναδέλφων τῆς ΕΔΑ εἶχον ἐγερθῆ καὶ προεκάλουν. Μέσα εἰς τὴν ἀτμοσφαῖραν αὐτήν, ἔσπευσαν ὁ κ. Παπαδόπουλος πρὸς τὸν κ. Μπριλλάκην, χειρονομοῦντα καὶ ὠρυόμενον καὶ ὁ κ. Λαμπράκης ἀπὸ ἄλλης διευθύνσεως πρὸς τὸν κ. Παπαδόπουλον, ὄχι βέβαια διὰ νὰ συγχαροῦν ἀλλήλους ἢ διὰ νὰ ἀνταλλάξουν χειραψίαν. Δὲν ἀπέδωσε λοιπὸν τὰ πράγματα ὡς συνέβησαν ὁ κ. Ἠλιοῦ. Καὶ θὰ ἐνόμιζον, ὅτι, δεδομένου ὅτι ἀπὸ τῆς θέσεως καὶ ἐκεῖνος προσπαθῇ, ὅσῃ μοι δυνάμει, νὰ ἐπιβάλῃ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν Κανονισμὸν μὲ πᾶσαν ἀμεροληψίαν καὶ πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν, ὅτι δὲν ἦσαν δίκαιοι οἱ χαρακτηρισμοὶ τοὺς ὁποίους ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ πρὸς τὸ Προεδρεῖον γενικώτερον καὶ πρὸς ἐμὲ προσωπικῶς.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ μὲν ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν θὰ γίνῃ βραδύτερον. Ἤδη συζητεῖται τεθὲν ὑπὸ τοῦ Προέδρου, τὸ θέμα τοῦ ἐπεισοδίου τὸ ὁποῖον ἔλαβε προχθὲς χώραν. Μετὰ ταῦτα καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ σεῖς θὰ λάβετε τὸν λόγον, προκειμένου νὰ ἐπικυρώσωμεν τὰ πρακτικά. Ἀλλὰ συζήτησις ἄλλων βουλευτῶν εἰς τὸ θέμα τοῦ ἐπεισοδίου, δὲν εἶναι δυνατή. Ρητὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24.
§122Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κ. Δενδρινέ. Ὅταν ὁμιλῇ ὁ Πρόεδρος, δὲν δύνασθε νὰ ἵστασθε ὄρθιος. Καθήσατε. Θὰ λάβετε τὸν λόγον.
§124Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἐμποδίσω νὰ ὁμιλήσητε, ἀφοῦ ὅμως λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου. Ἀφήσατέ με παρακαλῶ νὰ ἀσκήσω τὰ καθήκοντά μου.
§126Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Τὰ δικαιώματα ἀπορρέουν ἀπὸ τὸν Κανονισμόν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ θὰ μὲ μεμφθῆτε, ὅσον θέλετε, ἐὰν νομίσητε ὅτι καταχρῶμαι τῶν ἁρμοδιοτήτων μου, ἀφήσατε ὅμως τώρα νὰ κάμω τὴν δουλειά μου. Μετὰ θὰ ὁμιλήσητε.
§128Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἔχω ὑποβάλλει ἔγγραφον.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε. Ὅταν ὁμιλῇ ὁ Πρόεδρος, δὲν τὸν διακόπτουν. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἔλθωμεν τώρα εἰς τὰ συμπεράσματα καὶ τὴν κατακλεῖδα, διότι εἶναι ὥρα πλέον νὰ ληφθοῦν ὡρισμέναι ἀποφάσεις. Πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ ἀποψινὴ συνεδρίασις εἰς τὸ ὑποσυνείδητόν μου εἶχον, ἀπὸ τὰς πληροφορίας ποὺ συνέλεξα σχηματίσει τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἔπρεπε διὰ τὸν κ. Παπαδόπουλον νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιβληθῇ ἡ βαρυτέρα κύρωσις, ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν μετὰ δημοσιεύσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως κλπ., διὰ τὴν ὕβριν ποὺ ἐξεστόμησεν κατὰ συναδέλφου, διὰ δὲ τὸ θέμα τῆς ἀσκηθείσης βίας, θὰ ἤθελον—ἐσκόπουν—νὰ εἰσηγηθῶ, ὅπως καὶ ὁ κ. Παπαδόπουλος καὶ ὁ κ. Λαμπράκης, ἀνακληθοῦν εἰς τὴν τάξιν, ἀναγραφομένης τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὰ πρακτικά, χωρὶς περαιτέρω κυρώσεις. Τὸ μὲν πρῶτον θέμα ὅμως ἐτακτοποιήθη, εὐτυχῶς, διότι σαφῶς ὁ κ. Παπαδόπουλος ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἀπηύθυνε τὴν φράσιν αὐτὴν πρὸς τὸν κ. Λαμπράκην καὶ ὅτι ἐὰν τὴν εἶπε τὴν ἀνακαλεῖ. Συνεπῶς θέμα ὕβρεως δὲν ὑπάρχει. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ δεύτερον θέμα. Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ εἴπωμεν τὸ ἑξῆς: Ὅλοι, οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν, ὑπήρξαμεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ δικηγόροι καὶ ἔνορκοι. Δὲν ἠμπορῶ, νὰ ἀντιληφθῶ, διατὶ ἤρχισε κατερχόμενος ἐκ τῆς θέσεώς του πρὸς τὰ ἑδώλια τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς ὁ κ. Παπαδόπουλος. Ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς τὸ ἔκαμε; Ἀμὸκ τὸν ἔπιασε; Κἄτι τι θὰ ἐλέχθη εἰς βάρος του ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς ἀριστερᾶς, ποὺ νὰ τὸν ἔθιξε. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔκαμε καὶ ὁ κ. Λαμπράκης, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται ὅτι τοῦ εἶπον, ὅτι ὑβρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Παπαδοπούλου. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὁ κ. Παπαδόπουλος ἐξεκίνησε εἰς τὰ καλὰ καθούμενα, διὰ νὰ κάμῃ ὅ,τι ὡμολόγησε; Δὲν νομίζω, ὅ,τι ἔκαμε τὸ ἔκαμε ἄνευ προκλήσεως, καθ’ ἅ τοὐλάχιστον καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν προκύπτει. Προεκλήθη, εἴτε ἀπὸ μίαν φράσιν, εἴτε ἀπὸ μίαν ὕβριν, εἴτε ἀπὸ τὰ περὶ γερμανικῆς στολῆς. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, τὸ θέμα τῆς ἐπιβολῆς κυρώσεων, διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἔχει ἀξίαν οὔτε διὰ τὸν κ. Παπαδόπουλον, οὔτε διὰ τὸν κ. Λαμπράκην. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐκφράσω τὴν βαθυτάτην λύπην μου εἶναι, αἱ δηλώσεις ἀμφοτέρων, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ εἶναι «παλληκαράδες». Ὄχι, κύριοι. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ δηλῶ, ὅτι ἐδῶ μέσα ὑπάρχει καὶ κἄποιος ἰσχυρότερος ὅλων αὐτῶν. Καὶ ὁ ἰσχυρότερος ὅλων, εἶναι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐφεξῆς θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπαρεγκλήτως πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν διὰ τὴν προκειμένην θλιβερὰν ὑπόθεσιν. Καιρὸς εἶναι νὰ τελειώνωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ παύσωμεν νὰ προκαλοῦμεν. Καὶ ὅπως εἶπεν καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκπροσωπῶν τὸ Κόμμα τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ ἐκπροσωπῶ ὅλους ἐδῶ μέσα, πρέπει νὰ ἐφαρμόζωμεν τὸν Κανονισμόν. Πρὸς τοῦτο δεχόμεθα καὶ ἐπικρίσεις. Ἀλλὰ ἐπικρίσεις εἰς κατάλληλον ὥραν καὶ σαφῶς διατυπουμένας. Καὶ κάμω ἐπ’ εὐκαιρίᾳ καὶ μίαν ἔκκλησιν. Σχεδὸν ἡμέραν παρ’ ἡμέραν ἀκούομεν νὰ λέγεται «τὸ Κομματικὸν Προεδρεῖον». Διὰ τοῦ κ. Ἡλιοῦ κύριοι, κατέστη τὸ ἐπίθετόν μας αὐτό.
§130Η. ΗΛΙΟΥ. Διὰ τὸ Προεδρεῖον.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω ἐὰν εἰς καμμίαν χώραν, ἀπὸ αὐτὰς ποὺ συνήθως ἐπισκέπτεσθε, ἐὰν ἐκεῖ τὸ Προεδρεῖον δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Κόμμα. Διότι ἔχω ἀκούσει, ὅτι μία μεγάλη χώρα 200 ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, ἔχει τὸ κυβερνῶν Κόμμα μόνον 5 ἑκατομμύρια μέλη, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐκλέγονται καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὴν διοικοῦν καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Δὲν πιστεύω ὁ Πρόεδρος νὰ προέρχεται ἀπὸ τὰ ἕτερα 195 ἑκατομμύρια κατοίκων ποὺ δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ Κόμμα. Θὰ ἤθελον λοιπὸν νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ σεβασθῶμεν πρῶτον ἑαυτοὺς καὶ τὸ πτωχὸν Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον διαρκῶς ἀγωνίζεται. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθοῦν τὰ ἐπεισόδια τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν. Εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα κατέληξα. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θέσω τὸ θέμα κυρώσεων ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἔστω καὶ μία ἀντιγνωμία, βεβαίως θὰ τὸ κάμω. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ σταματήσωμεν καὶ νὰ προχωρήσωμεν πλέον εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν. Συμφωνεῖ ἡ Βουλή;
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις, ἐπὶ ἄλλου θέματος τῶν πρακτικῶν; Οὐδείς. Λοιπὸν ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά. Θέλετε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν;
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§136Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θέλω νὰ εἴπω δύο λόγια ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι προχθὲς μὲ τὰ θλιβερὰ αὐτὰ ἐπεισόδια, παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 36. Καὶ ὡς βουλευτὴς αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τὰ προχθεσινὰ θλιβερὰ ἐπεισόδια.
§137Π. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΡΗΣ. Ἔληξεν τὸ θέμα.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δενδρινέ, γνωρίζετε τὰ φιλικά μου αἰσθήματα, ἀλλὰ σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἔληξε τὸ ἐπεισόδιον. Ἐγὼ τὸ ἐπεξέτεινα καὶ εἶπον, ὑπάρχει ἀντίρρησις εἰς τὴν πρότασίν μου νὰ ὁμιλήσῃ εἷς ἀπὸ ἐδῶ καὶ εἷς ἀπὸ ἐκεῖ; Οὐδεὶς ἠγέρθη, συνεπῶς ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μου.
§139Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω. Παρέστην κατὰ τὰ προχθεσινὰ θλιβερὰ ἐπεισόδια τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ Προεδρεῖον κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ βάσιν παρεβίασε τὸν Κανονισμόν, διότι ἔδωσε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Παπαδόπουλον, τὸν ὁποῖον γνωρίζει τὸ Προεδρεῖον καὶ ὅλοι γνωρίζομεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι εἶναι ἐριστικὸς τύπος καὶ φυσικὸν ἦτο νὰ προκληθοῦν τὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα προεκλήθησαν. Ὁ κ. Παπαδόπουλος ἔχει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν 17 ἔτη. Ἐκ μέρους βουλευτῶν τῆς Ε.Δ.Α. καὶ ἄλλων συναδέλφων ἐλέχθη, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς ἐφόρεσε τὴν γερμανικὴν στολήν. Ἐγὼ δὲν κατηγορῶ τὸν κ. συνάδελφον διὰ τίποτε, διότι ὅλοι εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ ἔχωμεν τὰς πολιτικάς μας πεποιθήσεις καὶ ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου καὶ τῆς κατοχῆς νὰ ὑπάρχουν Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐπίστευαν εἰς τὴν Γερμανικὴν νίκην. Ὁ λαὸς καὶ ἰδίως οἱ ψηφοφόροι τῆς περιφερείας τοῦ κ. Παπαδοπούλου γνωρίζουν τὴν δρᾶσιν του, ἀλλὰ τὸν ἐκλέγουν βουλευτήν. Ἀναλογικὸν εἶναι τὸ σύστημα καὶ ἔχει εὐχέρειαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ κάμῃ ἐκλογήν. Ἐν τούτοις, ὁ κ. Παπαδόπουλος ἐκλέγεται βουλευτὴς συνεχῶς. Ἀλλά, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον προχθὲς δὲν ἔπρεπε νὰ δώσῃ τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Παπαδόπουλον, διότι εἶναι γνωστὸς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὡς τύπος ἐριστικός. Κύριοι συνάδελφοι, ὅλοι ὅταν τὸ πρῶτον ἐκλεγώμεθα βουλευταί, δημιουργοῦμεν, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν, ἐπεισόδια καὶ προκαλοῦμεν ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν συναδέλφων. Ἀλλά, ὁ συνάδελφος κ. Παπαδόπουλος συνεχίζει καὶ θὰ συνεχίζῃ, ὡς φαίνεται, τὴν τακτικὴν αὐτήν, μέχρι τέρματος τοῦ βίου του, νὰ εἶναι ἐριστικὸς καὶ ταραξίας. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου, κ. Λαμπράκη, δὲν ἐχρησιμοποιήθη οὔτε κἂν αἰχμηρὸν ὄργανον. Εἴμεθα αὐτόπται μάρτυρες. Ὁ κ. Παπαδόπουλος, ὅμως, εἰς τὴν παροῦσαν σύρραξιν ἐπροχώρησε μέχρι τὰ ἑδώλια τῆς Ε.Δ.Α. καὶ ἐκ τῆς ἐνεργείας του ὑπέστη τὸ Κοινοβούλιον, ἡ Δημοκρατία καὶ ὁ Κοινοβουλευτισμὸς μίαν ἀφάνταστον μείωσιν. Δηλαδὴ εἰς ὅλα τὰ καφενεῖα, εἰς ὅλα τὰ κέντρα, παντοῦ γίνεται συζήτησις περὶ τῶν ἐπεισοδίων αὐτῶν. Πρέπει καὶ τὸ Προεδρεῖον νὰ προσέχῃ καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀποφεύγουν τοιαῦτα ἐπεισόδια.
§140Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαδόπουλε, δὲν σᾶς δίνω τὸν λόγον διότι ἔληξε τὸ θέμα. Ὅσα ἐλέχθησαν δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ θέμα. Ὁ ἐπερωτῶν βουλευτὴς κ. Βασιλᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§142Χ. ΓΡΑΜΜΑΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γραμματίδη, ἂν εἶναι ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώθη, οἱ βουλευταὶ ἐγγράφονται καὶ ὁμιλοῦν ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά των, ὄχι πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἐὰν ἔχετε ἓν παρόμοιον προηγούμενον νὰ τὸ ἐπικαλεσθῆτε. Οὐδέποτε συνέβη.
§144Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ συνάδελφος κ. Δενδρινὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι μὲ τὰ ὅσα εἶπε, μὲ ἐπῄνεσε. Τὸν εὐχαριστῶ πολύ. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. συνάδελφος ὁμιλῶν καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησε μὲ ἐπαινεῖ, ἐπαναλαμβάνω, τὸν εὐχαριστῶ πολύ.
§145Χ. ΓΡΑΜΜΑΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου θέματος καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἐξ ἄλλου, ἐδώσατε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Δενδρινὸν προηγουμένως ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Διατί ἀρνεῖσθε εἰς ἐμὲ νὰ μὴ εἴπω καὶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ὀλίγας λέξεις;
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Γραμματίδη. Ὀλίγας λέξεις μόνον.
§147Χ. ΓΡΑΜΜΑΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν εἶχε συμφωνηθῆ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Προεδρείου, νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα σήμερον καὶ νὰ μοῦ δοθῇ ἐν συνεχείᾳ ὁ λόγος.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ τὴν ἀγνοῶ τὴν συμφωνίαν. Ὅλα αὐτὰ θὰ ἐγγραφοῦν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά των μετὰ 5–6 ἡμέρας. Ποῦ τοῦ Κανονισμοῦ εὑρίσκεται αὐτὸ ποὺ κάμνετε αὐτὴν τὴν στιγμήν; Τὸ Προεδρεῖον δὲν θέλει νὰ δημιουργήσῃ προηγούμενον. Κἄποια παρεξήγησις ὑπάρχει. Δὲν ἔχετε τυπικῶς δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε τώρα, διότι ἄλλως ἀλλοίμονον ἐὰν ὅλα τὰ τηλεγραφήματα τοῦ κ. Μπρεδήμα π.χ., τὰ ὁποῖα φθάνουν, τὰ ἐδιαβάζαμε καὶ ἐγίνετο ἐπ’ αὐτῶν ἄμεσος συζήτησις. Δὲν θὰ ὑπῆρχε τότε ἡμερησία διάταξις. Ἂν θέλετε ὅμως διὰ 5 λεπτὰ διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, ἐπειδὴ εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀντιθέσεις μας, ὁρίστε. Ὁ κ. Γραμματίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§149Χ. ΓΡΑΜΜΑΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν κάμετε τὴν παραχώρησιν αὐτὴν διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῆτε δὲν προτίθεμαι νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη ἐπὶ χρόνον πολὺν εἰς τὸ νὰ ἀναπτυχθῇ τὸ θέμα τῶν θλιβερῶν ἐπεισοδίων, νομίζω ὅτι ἓν σοβαρώτατον θέμα ὡς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀναφέρω εἰς τὸ τηλεγράφημά μου, ἐνδιαφέρει ἰδιαιτέρως τὴν Βουλὴν νὰ ἀσχοληθῇ, διότι ἀφορᾷ τὴν ζωὴν ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν κινδύνῳ λόγῳ τῆς συμπεριφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἰατρὸς καὶ μάλιστα διευθυντὴς ἱδρύματος.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλέχθη αὐτό. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Θανόπουλος).
§151Χ. ΓΡΑΜΜΑΤΙΔΗΣ. Τί ἐλέχθη, κύριε Πρόεδρε; Ἐλέχθη ὅτι διεκομίσθη εἷς ἄνθρωπος ἀσθενὴς μὲ σπασμένην τὴν σπονδυλικὴν στήλην εἰσελθὼν εἰς τὸ νοσοκομεῖον μὲ εἰσαγωγικὸν σημείωμα τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας. Ἀλλὰ ἀλλοῦ τὸ θέμα. Ὁ διευθυντὴς τοῦ νοσοκομείου αὐτοῦ, ὄχι μόνον δὲν ἐδέχθη τὸν ἀσθενῆ, καὶ δὲν τοῦ προσέφερε τὰς πρώτας βοηθείας, ἀλλὰ τὸν ἐπέταξεν ἔξω τοῦ νοσοκομείου. Διαμαρτύρομαι καὶ καταγγέλλω τὸν ἰατρὸν αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἐπέδειξεν ἀνάλγητον καὶ βάναυσον συμπεριφορὰν εἰς τὸν δυστυχῆ αὐτὸν ἀσθενῆ. Ὁ ἰατρὸς αὐτὸς λέγεται Βρυώνης καὶ μὲ τὴν πρᾶξιν του αὐτὴν κατέστη Ὀμὲρ Βρυώνης. Ὁ ἀσθενὴς αὐτὸς εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὸ ἵδρυμα, κἄπου τὸν ἐπεθέσαμεν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κ. Βρυώνης θὰ τὸν ἐδέχετο, καὶ ὅτι θὰ τοῦ παρείχοντο αἱ πρῶται βοήθειαι. Ὁ ἀσθενὴς αὐτὸς ἦλθεν ἀπὸ 300 χιλιόμετρα ἐπειγόντως μὲ ἀσθενοφόρον καὶ λόγῳ τοῦ κρισίμου τῆς θέσεώς του, ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ εἰσαχθῇ. Τὸ παράπονόν μου δὲν εἶναι ὅτι δὲν εἰσήχθη ἀμέσως, ἀλλὰ εἶναι ὅτι μετ’ ὀλίγον εἰσῆλθον ἄλλοι, τοὺς ὁποίους μετέφερον πολυτελεῖς κοῦρσες. Τὸ καταγγέλλω αὐτό, καταγγέλλω τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Βρυώνη καὶ ἐλπίζω ὅτι κἄποτε ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ θέματα αὐτά.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, βλέπετε ὅτι ἔγινεν ἕνα ἄτοπον. Ἀνεκοινώθη ἕνα τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνεγράφετο εἰς τὰς ἐρωτήσεις τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς καὶ θὰ συνεζητεῖτο ὅταν ἤρχετο ἡ σειρά του. Διότι ἄλλως ἐὰν κάθε φορὰ ἕνας βουλευτὴς ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν τέτοια τηλεγραφήματα— καὶ συνήθως οἱ περισσότεροι ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγὼ ὅτι εἰς τὰ 10 ρουσφέτια ἐπαθαίναμεν αὐτὰ ποὺ ἔπαθεν ὁ κ. Γραμματίδης— ἐὰν τὰ ἐφέρναμεν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν θὰ εἴχομεν ποτὲ Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἀλλὰ συνεδρίασιν παραπόνων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Διαμαντόπουλος, Μ. Χλουβεράκης καὶ Ν. Ἀλαβᾶνος, διαμαρτύρονται διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Γραμματίδη κατὰ τοῦ ἰατροῦ Βρυώνη. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐπερωτήσεώς του σχετικῶς μὲ τὴν μὴ κατάθεσιν ὀνομαστικοῦ πίνακος τοῦ ὑπηρετοῦντος ἐν τῷ Γενικῷ Προξενείῳ Μιλάνου προσωπικοῦ.
§153Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μοὶ παρεσχέθη ἡ πληροφορία, ὅτι ἔμπορος διατηρῶν ἀποθήκην μεταξωτῶν ἐν Ἀθήναις ἐταξίδευσε συνεχῶς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἐπανερχόμενος δὲν ὑφίστατο τὸν ἀπαιτούμενον τελωνειακὸν ἔλεγχον. Ἀνεκοίνωσα τὴν πληροφορίαν αὐτὴν εἰς φίλον μου Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπήντησε μετὰ ἔρευναν, ὅτι ὁ ἔμπορος οὗτος ἔχει διπλωματικὸν διαβατήριον. Τὸ πρᾶγμα, μὲ ἐξένισε καὶ ἐζήτησα ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καταθέσῃ κατάστασιν τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸ Προξενεῖον Μιλάνου ὑπαλλήλων γενικῶς, διότι ἡ πληροφορία μου ἦτο, ὅτι ἐκεῖ κατηυθύνετο ὁ ἐν λόγῳ ἔμπορος. Παρῆλθε τὸ 6ήμερον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν μοὶ ἀπήντησεν, ἐνῷ ἦτο γνωστόν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο οὔτε περὶ ἐμπιστευτικῶν φακέλλων, οὔτε περὶ ἀπορρήτων ἐκθέσεων. Δὲν εἶχεν, ὁ κ. Ὑπουργός, παρὰ νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον Τμηματάρχην διὰ νὰ ἀποστείλῃ ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον τὴν αἰτηθεῖσαν κατάστασιν τοῦ προσωπικοῦ. Ἠναγκάσθην, ὡς ἐκ τούτου, νὰ καταθέσω τὴν ἐπερώτησιν ἡ ὁποία σήμερον συζητεῖται ὡς νόμῳ προτετιμημένη βάσει τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τῆς ἐπερωτήσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἀπέστειλε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8528)23.12.62 ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου πειρᾶται νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι ἡ βραδύτης ὀφείλεται εἰς τὴν ἀπουσίαν του. Ἀλλὰ δὲν ἦτο κἂν ἀνάγκη νὰ γίνῃ σύσκεψις διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις καὶ νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἡ κατάστασις τοῦ προσωπικοῦ ἑνὸς Προξενείου, ἀφοῦ τίποτε τὸ μυστικὸν δὲν ὑπάρχει, καὶ τὸ προσωπικὸν ἐκεῖνο εἶναι πασίγνωστον καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἰς τὴν πόλιν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρετεῖ. Καὶ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν ὅτι εἰς Μιλᾶνον ὑπηρετεῖ ὡς Γενικὸς Πρόξενος ὁ κ. Θεόδωρος Μελετίου καὶ ὡς ἄμισθος Πρόξενος ὁ κ. Εὐάγγελος Λινὸς ἢ Εὐαγγελινός. Κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν διορίζεται ὡς ἄμισθος Πρόξενος ὁ μονίμως ἐπὶ 3ετίαν τοὐλάχιστον ἐγκατεστημένος ἐν τῇ πόλει ἔνθα θὰ διορισθῇ, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἢ ἔμπορος ἢ ἐπιχειρηματίας ἢ θὰ ἔχῃ κἄποιαν θέσιν τέλος πάντων. Ἀλλά, ὁ κ. Λινὸς ἢ Εὐαγγελινός, ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν μου, εἶναι μόνιμος κάτοικος Ἀθηνῶν, εἶναι υἱὸς τοῦ Ἐνώχ, ἄρα παλαιὸς Ἰσραηλίτης, ἀσπασθεὶς τὴν Ὀρθοδοξίαν. Φέρεται ὡς υἱὸς τοῦ Ἐνὼχ ὅστις ἦτο υἱὸς τοῦ Κάϊν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχω καμμίαν προκατάληψιν διὰ τοὺς Ἰσραηλίτας, καὶ εἰδικώτερον διὰ τοὺς Ἕλληνας Ἰσραηλίτας, τοὺς ὁποίους ἐκτιμῶ, ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν πάρα κάτω ἂν ὁ κ. Λινὸς ἀπὸ ἀγάπην ἠσπάσθη τὴν Ὀρθοδοξίαν. Ὁ κ. Λινὸς εἶναι ἐγκατεστημένος μονίμως ἐν Ἀθήναις ὁμόρρυθμον μέλος τῆς Ἑταιρείας Λινὸς καὶ Εὐάγγελος Χατζῆς, ἡ ὁποία διατηρεῖ κατάστημα ἐν Ἀθήναις, ἐπίσης ἔχει ἱδρύσει μετ’ ἄλλων καὶ ἄλλο κατάστημα μεταξωτῶν, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Περικλέους. Κατὰ τὴν 30.9.59 συνῆψε συμβόλαιον ἀγορᾶς πολυτελοῦς διαμερίσματος ἐκ πέντε δωματίων ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σπετσῶν δηλώσας εἰς τὸ συμβόλαιον ὅτι εἶναι μόνιμος κάτοικος Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν τηλεφωνικὸν κατάλογον ἐμφαίνεται ὅτι οὗτος τυγχάνει μόνιμος κάτοικος Ἀθηνῶν. Κατὰ συνέπειαν ὁ διορισμός του ὡς ἀμίσθου Προξένου ἐν Μιλάνῳ ἀποτελεῖ παράβασιν τῆς κειμένης νομοθεσίας καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, διατί διωρίσθη ὁ κ. Λινὸς ὡς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Μιλάνῳ, ὅπου ὑφίσταται πολυπληθὴς Ἑλληνικὴ παροικία ἐξ ἧς ἦτο εὔκολον νὰ εὑρεθῇ τὸ κατάλληλον πρόσωπον. Διατί ἐπροτιμήθη ὁ μὴ μόνιμος κάτοικος Μιλάνου καὶ προετιμήθη ὁ ἔμπορος μεταξωτῶν Ἀθηνῶν. Ὁ κ. Λινὸς ἐπραγματοποίησε τὰ ἑξῆς ταξίδια εἰς τὰς χώρας τῆς Εὐρώπης καὶ φυσικὰ καὶ εἰς Ἰταλίαν ἐντὸς τοῦ 1962: Τὴν 25.2.62, τὴν 26.3.62, τὴν 20.5.62, τὴν 1.6. 62, τὴν 9.11.62 καὶ τὴν 3.12.62. Ἀντιλαμβάνεσθε τώρα, κ. συνάδελφοι, ἐξ ὅσων ἠκούσατε τί ἐντύπωσιν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ ἕνας ἔμπορος μεταξωτῶν ὅστις ἐμφανίζεται μὲ αὔξουσαν ἐμπορικὴν δραστηριότητα. Καὶ τί δύναται νὰ μεταφέρῃ εἰς τὰς ἀποσκευάς του εἰς ἐμπόρευμα, ἔστω καὶ ἂν ἀκόμη ταξιδεύῃ ἀεροπορικῶς. Πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ὡρισμένα εἴδη πολυτελείας ἔχουν δασμὸν ὅστις φθάνει τὸ 500% τῆς ἀξίας των. Καὶ μοῦ γεννᾶται τὸ εὔλογον ἐρώτημα, εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μὲ τὰ τόσα ταξίδια νὰ μὴ ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ Γενικοῦ Προξένου; Προφανῶς ὅμως τὸν καλύπτει ὁ Γενικὸς Πρόξενος, ὅστις διωρίσθη εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ἄνευ προηγουμένης ὡς ὤφειλε— προτάσεως τῆς Πρεσβείας τῆς Ρώμης εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ τότε Γενικοῦ Προξένου μακαρίτου Λοβέρδου— διωρίσθη ὅπως εἶπον ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀρχικῶς ὑπεδείχθη εἰς τὸν μακαρίτην Λοβέρδον ἀπὸ τὸν τότε Πρέσβυν μας εἰς Ρώμην κ. Σινδίκαν νὰ παραιτηθῇ ὑπὲρ τοῦ κ. Θεοδώρου Μελετίου ὅστις, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δὲν ἦτο καὶ αὐτὸς κάτοικος Μιλάνου ἀλλὰ κάτοικος Περγάμου Ἰταλίας. Ὑπάρχει καὶ σχετικὸν ἔγγραφον τοῦ κ. Σινδίκα πρὸς τὸν Λοβέρδον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποδεικνύεται εἰς αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ ὑποσχόμενος εὐαρέσκειαν καὶ παράσημον. (Ἀναγινώσκει). Ὁ Λοβέρδος τότε διεμαρτυρήθη καὶ προσέφυγεν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας τὸ ὁποῖον ἀπεφάνθη ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ λόγους ἀσφαλείας νὰ ἀντικαθιστᾷ τοὺς Προξένους. Καὶ τότε, ὁ τότε Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Ρώμῃ, ὁ κ. Καυταντζόγλου, ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας τοῦ ἀπηύθυνε προσωπικὴν εὐχαριστήριον ἐπιστολὴν διὰ τὰς προσφερθείσας ὑπ’ αὐτοῦ ὑπηρεσίας. Ὑπάρχει παλαιὰ καὶ μεγάλη φιλία μεταξὺ τῶν κ.κ. Ἀβέρωφ καὶ Μελετίου. Ὁ κ. Ἀβέρωφ— τότε δὲν ἦτο Τοσίτσας— παρέμεινεν ὡς αἰχμάλωτος ἐν Ἰταλίᾳ καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν φασιστῶν, ἐσχημάτισεν ὁμάδα ἀντιστάσεως, ὡς ἀναφέρει εἰς βιβλίον τὸ ὁποῖον ἐξέδωσε καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεσύρθη τῆς κυκλοφορίας.
§154Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξ.). Ἐξηντλήθη.
§155Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Περὶ τῆς δράσεώς του ὡς ἀρχηγοῦ Ἑλληνικῆς ὁμάδος ἀντιστάσεως ἐν Ἰταλίᾳ μὲ ὑπαρχηγὸν τὸν Θεόδωρον Μελετίου. Ἀπὸ τὸ φύλλον μητρώου στρατιωτικῆς καταστάσεως, προκύπτει ὅτι οὗτος ὑπηρέτησεν ὡς δεκανεὺς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ κατηγορήθη ὅτι ηὐτομόλησε. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ δὲν δύναμαι ὑπευθύνως νὰ βεβαιώσω ἐὰν συνελήφθη αἰχμάλωτος. Συνέβη, ὅμως, κἄτι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὴν ἐπίσημον ἰδιότητά του ἕνας Συνταγματάρχης ἐν ἀποστρατείᾳ ὁ κ. Ἀλέξανδρος Παπαγεωργίου, καταγγέλλει τὰ ἑξῆς: «Δηλῶ, ὅτι ἐπληροφορήθην εἰς Ρώμην τὸν Μάϊον τοῦ 1944, ὅτε διέμενον ἐκεῖ ὡς ὅμηρος, διαφυγὼν ἐκ τοῦ στρατοπέδου Ρετζανέλλο, ὅτι ὁ ἐκεῖ καταφυγὼν ἐπίσης Δεκανεὺς Μελετίου Θεόδωρος, δὲν ἦτο αἰχμάλωτος, ἀλλὰ αὐτόμολος». Κατὰ τὴν διάρκειαν, κ. βουλευταί, τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος τοῦ κ. Θ. Μελετίου. Πράγματι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπέστειλε τὸν σχετικὸν φάκελλον, ἀλλὰ εἶχε προηγηθῆ ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» μία καμπάνια ἐναντίον τοῦ κ. Μελετίου καὶ ἐδημοσίευσε καὶ ὡρισμένα ἔγγραφα. Οὐδὲν ἀπὸ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἀνεῦρον εἰς τὸν κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν φάκελλον. Ἑπομένως, οὔτε τὸ ἔγγραφον τῶν διαταγῶν τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Κρασαδάκη νὰ συλληφθῇ ὡς ἀντεθνικῶς δρῶν, οὔτε τοῦ κ. Παπαγεωργίου ἡ καταγγελία. Ἀλλά, κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἕνα βαρυσήμαντον ἔγγραφον. Ὁ κ. Θεόδωρος Μελετίου, πρὶν αἰχμαλωτισθῇ ἢ αὐτομολήσῃ, εὑρίσκετο ἐν Ἀθήναις καὶ ἐζήτησε νὰ προσληφθῇ εἰς τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν. Τότε ἐζητοῦντο διὰ τὸν διορισμὸν καὶ πιστοποιητικὰ κοινωνικῶν φρονημάτων καὶ ποινικοῦ μητρώου. Ὑπάρχει, λοιπόν, μία ἐξαιρετικῶς ἐπείγουσα διαταγὴ πρὸς τὸν τότε ἀστυνομικὸν διευθυντὴν κ. Βασιλόπουλον, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ὄντως καταδιώκεται. Καὶ ἐν συνεχείᾳ, ὑπάρχει ὑπηρεσιακὸν σημείωμα πρὸς τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἔχει καταδικασθῆ εἰς δίμηνον φυλάκισιν ἐπὶ ὑπεξαιρέσει καὶ 20ήμερον ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει. Ὅταν ἀπηλευθερώθημεν, τὸ Ὑπουργεῖον Κοινωνικῆς Προνοίας διηύθυνεν ὁ νῦν δήμαρχος Ἡρακλείου κ. Νικ. Κρασαδάκης. Βάσει τῶν πληροφοριῶν ποὺ εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπέστειλε τὸ ἄνω τηλεγράφημα πρὸς τὸν Στρατιωτικὸν Ἀκόλουθον τῆς Ἑλληνικῆς Βασιλικῆς Πρεσβείας Παρισίων, Συνταγματάρχην Σακελλαρόπουλον: «Παρακαλοῦμεν ὅπως μεριμνήσητε διὰ τὸν ἀναγκαστικὸν ἐπαναπατρισμὸν τοῦ τέως αἰχμαλώτου Δεκανέως Μελετίου Θ. καθ’ οὗ ὑπάρχει κατηγορία ὅτι ἔδρασεν ἀντεθνικῶς εἰς τὰ Ἰταλικὰ στρατόπεδα αἰχμαλώτων Ἀφιὲτ–Σουλμάτα–Σερβιλιὰ– Σαρδηνία καὶ Πέργαμο». Παρακαλῶ, κ. συνάδελφοι, σημειώσατε τὸ τελευταῖον αὐτὸ ὄνομα «Πέργαμο». Ἐγὼ εἰς τὸν φάκελλον εὗρον ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ χρήσιμα ἔγγραφα. Βλέπετε ὁμιλῶν ἀντικειμενικῶς θὰ χρησιμοποιήσω καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτοῦ ἔγγραφα καὶ τὰ κατά. Ἀνεῦρον, λοιπόν, εἰς τὸν φάκελλον τὰ ἑξῆς ἔγγραφα. Ὑπάρχει πρῶτον μία ἔκθεσις τοῦ Ταγματάρχου τῆς ΚΥΠ κ. Διαμαντοπούλου τῆς 6.1.1960. Ἄγνωστον πῶς λαβὼν ἀφορμὴν ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐρεύνης τοῦ φακέλλου τοῦ κ. Θ. Μελετίου. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι προκειμένου νὰ τὸν διορίσῃ, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὸ στοιχεῖον αὐτό. Ἀλλὰ ἡ ἔρευνα αὐτὴ γίνεται πολὺ μεταγενεστέρως ἀπὸ τὸν διορισμὸν τοῦ Μελετίου καὶ δὴ ἕνα μῆνα πρὶν συζητηθῇ ἡ προσφυγὴ ποὺ ὑπέβαλον εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Λέγει, λοιπόν, τὸ ἔγγραφον τοῦ Ταγματάρχου τῆς ΚΥΠ κ. Διαμαντοπούλου. (Ἀναγινώσκει). Πράγματι ὑπάρχει βούλευμα ἀπαλλακτικὸν καὶ μόνος βαρυσήμαντος μάρτυς διὰ νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἀπαλλακτικὸν αὐτὸ βούλευμα ἦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλά, κύριοι, δέχεται ἡ ἔκθεσις ὅτι ἤσκει τὸν διερμηνέα εἰς τὰ Ἰταλικὰ στρατόπεδα. Ὁ ἴδιος δηλαδὴ ὁ κ. Μελετίου, εἰς μίαν συνέντευξίν του πρὸς Ἰταλικὸν περιοδικόν, εἶπεν ὅτι εἰς τὴν Πέργαμον ἔχει ἐπιχειρήσεις. Ἠμπορεῖ, λοιπὸν κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι ἐκεῖ συνῆψε τὰς σχέσεις. Πάντως, βεβαιωμένον εἶναι ἀπὸ τὸν κ. Διαμαντόπουλον, ὅτι ἦτο διερμηνεὺς καὶ ὅτι ἡ σφαῖρα δράσεώς του ἦτο ἡ Πέργαμος. Καὶ διερωτῶμαι, βάσει ὅλων αὐτῶν τῶν στοιχείων, ἀφοῦ ὑπάρχουν ὅλαι αὐταὶ αἱ κατηγορίαι κατὰ τοῦ κ. Θ. Μελετίου, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν διορίζει Γενικὸν Πρόξενον χωρὶς νὰ τοῦ εἰσηγηθῇ σχετικῶς ὁ Πρεσβευτὴς ὅστις ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ ἂν ὁ Λοβέρδος ἦτο ἀνίκανος ὅστις Λοβέρδος ἐπὶ μίαν 20ετίαν ὑπηρέτησε τὴν Ἑλλάδα ὅλως ἀφιλοκερδῶς; Πιέζει τὸν Λοβέρδον νὰ παραιτηθῇ καὶ ὅταν ἐκεῖνος δὲν τὸν ὑπήκουσε, παρεμβαίνει εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ τὸν παύει διὰ Διατάγματος. Ὁ Λοβέρδος ἐκινητοποιήθη τότε καὶ ἔγραψε καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας μέσῳ δὲ τῆς «Ἐλευθερίας», διεξήχθη μία ἀγρία πολεμικὴ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον κατηγοροῦσε ὅτι διορίζει ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει λευκὸν ποινικὸν μητρῷον. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐκτεθέντων διὰ τῆς «Ἐλευθερίας», ὁ κ. Ἀβέρωφ λέγει (ἀναγινώσκει). Καὶ ἐπανέρχεται ὁ μακαρίτης Λοβέρδος διὰ τῆς ἀπὸ 24.1.1959 ἐπιστολῆς του καὶ λέγει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν: Μιλάνον 24.1.1959 ΑΠΟΡΡΗΤΟΝ Ἐξοχώτατε, Ζητῶ συγγνώμην ἐὰν δὲν ἀπήντησα τελικῶς ἀκόμη εἰς τὴν ἀπὸ 7ης Νοεμβρίου ὑμετέραν οὐδὲ νὰ ἀπαντήσω δύναμαι ὁριστικῶς σήμερον εἰς τὴν ἀπὸ 19ης τρέχοντος ὑμετέραν. Ἐλπίζω νὰ εἶναι γνωστὸν ὑμῖν ὅτι ἡ ἐνταῦθα Ἑλληνικὴ παροικία εἶναι πολὺ ἀφοσιωμένη πρὸς ἐμὲ δι’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας ἅς πρὸς τοὺς συμπολίτας μας προσέφερον καθ’ ἥν ἐποχὴν εἰς ὅλην τὴν Ἰταλίαν ὡς μόναι Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ ἦσαν ἡ ἐν Ρώμῃ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ἡ ἐν Μιλάνῳ τοιαύτη, διευθυνομένη, ἕνεκεν ἀπουσίας ἀντιπροσώπου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ἀπὸ τὸν ὑποφαινόμενον πάντοτε. Εἶχον τότε νὰ ὑποστηρίξω τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἀπέναντι τῶν ἰταλικῶν, ἀμερικανικῶν καὶ ἀγγλικῶν ἀρχῶν, διότι τότε ἡ Ἰταλία ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἦτο ὑπόδουλος τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων. Θεωρῶ περιττὸν νὰ περιγράψω τὸ ὅ,τι εἶχον ὑποφέρει, ἄνευ συμφέροντος ὅπως ὑποστηρίξω τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Μιλάνου, Τουρίνου, Βενετίας, Τεργέστης καὶ πρὸ παντὸς Γενούης μὲ τὰ ἐκεῖ καθημερινῶς ἀφικνούμενα Ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια καὶ τὰ ἡμερησίως ἀναφυόμενα πάσης φύσεως ναυτικῆς, πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς ζητήματα. Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε τώρα τὴν ἀγανάκτησιν τῆς ἐδῶ παροικίας μόλις ὡς ἐψιθυρίσθη κάπως ὅτι ἐπίκειται ἡ ἀντικατάστασίς μου δι’ ἄλλου τινὸς μὴ διαμένοντος ἐν Μιλάνῳ καὶ ἀγνώστου εἰς τὴν παροικίαν ἁπλῶς δὲ καὶ μόνον διότι εἶναι, ὡς ἐλέχθη, φίλος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Κατηύνασα κάπως τοὺς συμπολίτας μας, διότι ἠπειλεῖτο ἡ προσφυγὴ εἰς δημοσιογραφικὸν ἀγῶνα εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἔχω τώρα τὴν τόλμην νὰ ὑποβάλω παραίτησιν καὶ ἐνεργήσω ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν φίλων καὶ συμπολιτῶν μου, ἐπισύρω δὲ τὴν πρὸς με δυσμένειάν των. Τὸ αἴτιον τοῦ ὁρίου ἡλικίας δὲν γίνεται πιστευτὸν διότι τυγχάνει τοῖς πᾶσι γνωστὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς ἀμίσθους τοῦ Κράτους ὑπαλλήλους. Ὅπως εὕρω τρόπον ἐξόδου ἐκ τῆς δυσκόλου αὐτῆς θέσεως ἔγραψα καὶ συνεβουλεύθην τοὺς ἐν Ἀθήναις δικηγόρους μου. Ἀναμένω τὴν ἀπάντησίν των. Θὰ ἤμην λοιπὸν ὑμῖν λίαν ὑπόχρεως ἐὰν καὶ ὑμεῖς εὐαρεστούμενος ἀναμένατε ἐπί τινα καιρὸν ἀκόμη ὅπως λάβω τὴν συμβουλὴν τῶν ἐν Ἀθήναις συμβούλων καὶ φίλων μου, ἐπανέλθω δὲ ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
Εὐπειθέστατος
Χ. ΛΟΒΕΡΔΟΣ
Α.Ε. κ. Κλ. Σινδίκαν Πρέσβυν, Ρώμην. Καὶ ἐπακολουθεῖ δευτέρα ἐπιστολή του καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ ἀντικατάστασίς του μὲ τὸ αἰτιολογικὸν ὅτι λόγῳ τῆς ἡλικίας του δὲν ἐπαρκεῖ. Ἡ δικαιολογία, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰ καθήκοντά του, εἶναι εὐθηνὸν ἐπιχείρημα. Ὑπῆρξεν ἡ ἀντικατάστασίς του παράνομος καὶ ἄδικος ἡ δίωξις ἑνὸς ἀνθρώπου ἐργασθέντος ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Τὰ λεχθέντα εἰς βάρος τοῦ Μελετίου, ὑπῆρξαν ἀκατονόμαστα, ἀποστέλλεται δὲ εἰς τὴν «Ἐλευθερίαν» καὶ δημοσιεύεται ὑπ’ αὐτῆς ἐπιστολὴ τῶν ἐπισκεφθέντων τὴν ἔκθεσιν Μιλάνου κ.κ. Μπεκατώρου ναυτικοῦ, Ζουμπουλάκη καθηγητοῦ, Γαλιώνη ἐμπόρου, Μακρῆ ἐμπόρου καὶ Ἀγγουρᾶ ἐμπόρου, ἥτις λέγει ὅτι κατὰ τὴν μεγάλην ἔκθεσιν τοῦ Μιλάνου, ἡ Ἑλλὰς ἔλαμψε διὰ τῆς ἀπουσίας της. Ὅπως βλέπετε, κύριοι, τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἀντικατεστάθη διότι ἦτο γέρων καὶ ἀνεπαρκὴς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, καὶ ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν νεώτερος καὶ δραστηριώτερος, δὲν εὐσταθεῖ, διότι ἀπεδείχθη ὅτι, ὁ ἀείμνηστος Λοβέρδος ἀπέδιδε περισσότερον καὶ ἠγαπᾶτο ἀπὸ τὴν παροικίαν. Ὅλαι αὐταὶ αἱ καταγγελίαι κατὰ τοῦ Μελετίου δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ καταστήσουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν προσεκτικώτερον καὶ μὲ ποῖον δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ τοῦ προσώπου κατερράκωσε τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Θὰ ἀναγνώσω περικοπὰς ἐκ τοῦ βιβλίου «Ἐλευθερία ἢ θάνατος» ἀφορώσας τὴν ἡρωϊκὴν δρᾶσιν τοῦ Ἐπισκόπου Σαντορίνης Τιμοθέου Ραϋμόνδου, τὸν ὁποῖον ὅμως ὁ κ. Ἀβέρωφ ὁτὲ τὸν ἐμφανίζει ὡς ἡρωϊκῶς δρῶντα ὑπὲρ τῶν ὁμήρων, ὁτὲ δὲ ὡς συκοφαντοῦντα αὐτὸν διὰ τὰς καταχρήσεις. «...(ἀναγινώσκει)...». Κύριοι βουλευταί, ὅ,τι ἔχω νὰ τονίσω εἶναι, ὅτι εἶναι ἀναμφισβητήτως παράνομος ὁ διορισμὸς τοῦ Λινοῦ Εὐαγγέλου τοῦ Ἐνώχ, ἐμπόρου τὸ ἐπάγγελμα, διατηροῦντος δύο ἀποθήκας μεταξωτῶν, κατοίκου Ἀθηνῶν, ὡς ἀναπληρωτοῦ τοῦ Γεν. Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Μιλάνῳ. Δὲν θέλω νὰ λάβω θέσιν, ἀλλά, δυστυχῶς, εἶναι ἡ γνώμη μεταξὺ τῶν ἐμπόρων καὶ ψίθυροι κυκλοφοροῦν, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ἀναπληρωτὴς τοῦ Γενικοῦ Προξένου διενεργεῖ εἰς μέγα βαθμὸν λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γνωρίζῃ ὁ Γενικὸς Πρόξενος κ. Θ. Μελετίου, ὁ ὁποῖος, πάλιν, μὲ τὴν σειράν του εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀπέκρυψεν τὸ γεγονὸς ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τοῦ ὁποίου τόσον ἔχει στενὸν δεσμόν. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὀφείλετε νὰ δώσητε ἐξηγήσεις, διατὶ ἀνέχεσθε τὴν κατάστασιν αὐτὴν εἰς βάρος τοῦ γοήτρου τῆς χώρας.
§156Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, σπανίως ἀντίκρουσις κατηγορίας εἶναι τόσον εὐχερής, ὅσον ἡ ἀντίκρουσις τῆς φοβερᾶς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κατελθὼν τοῦ βήματος. Ἀλλὰ καὶ σπανίως κατηγορία ὑπῆρξεν τόσον καλοπίστως —ἐλπίζω— συκοφαντική. Θὰ κατέληγεν, ἐὰν δὲν ἐτύγχανε ἀμέσου καὶ πλήρους ἀντικρούσεως νὰ σπιλώσῃ ὑπόληψιν, ὡς θὰ ἴδητε, ἀπολύτως εὐϋπολήπτου καὶ ἐξαιρετικῶς ἡρωϊκοῦ Ἕλληνος.
§157Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Εἰς ἡμᾶς τὰ λέγετε αὐτά;
§158Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ὅπως θὰ ἀντιληφθῆτε ἡ ὑπόθεσις Λινοῦ, εἶναι ἁπλῶς πρόσχημα, διὰ νὰ θιγῇ ὁ ὄντως στενός μου φίλος Θεόδωρος Μελετίου. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν διεπίστωσα, ἀποστείλας ὑπάλληλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ κ. Λινός, δὲν ἔχει διπλωματικὸν ἢ ἔστω ὑπηρεσιακὸν διαβατήριον. Ἐξ ἄλλου, διὰ πρώτην φορὰν πληροφοροῦμαι, ὅτι φέρεται καὶ ὡς κάτοικος Ἀθηνῶν. Ἐγνώριζον, καὶ ἔχω ἀρίστας συστάσεις εὐϋπολήπτων Ἑλλήνων δι’ αὐτόν, ὅτι ἦτο κάτοικος Μιλάνου, τοιοῦτον δὲ τὸν ἀνέφερε καὶ ὁ μακαρίτης Λοβέρδος, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ὁποίου διωρίσθη. Κύριοι, τὸ κύριον θέμα —θὰ ἀσχοληθῶ καὶ μὲ τὰ παρεπόμενα— ἀναμφισβητήτως εἶναι τὸ ποιὸν τοῦ Μελετίου ἐναντίον τοῦ ὁποίου διετυπώθησαν τόσον βαρεῖαι κατηγορίαι. Ἀλλὰ θὰ εἴπω ἐν τούτοις καὶ ὀλίγας λέξεις προηγουμένως διὰ τὸ ἱστορικὸν τοῦ διορισμοῦ. Ὅσα σχετικῶς ἀνέφερεν στοιχεῖα ὁ κ. Βασιλᾶτος εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀκριβῆ, ἀλλὰ ὄχι πλήρως ἀκριβῆ, διότι ὁ ὄντως εὐϋπόληπτος καὶ λαμπρὸς Λοβέρδος, ἀπὸ ἐτῶν, λόγῳ βρογχικοῦ ἄσθματος, δὲν ἤσκει κατ’ οὐσίαν τὰ καθήκοντά του. Τὰ καθήκοντά του, τὰ ἤσκουν ἰδιωτικοὶ ὑπάλληλοι τῆς ἐπιχειρήσεώς του προκαλέσαντες βαρυτάτας κατηγορίας καὶ βαρύτατα παράπονα εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε Ἕλληνες, νὰ μὴ δέχωνται νὰ συναλλάσσωνται μὲ τὸ Προξενεῖον τοῦ Μιλάνου, ἀλλὰ νὰ συναλλάσσωνται συμφώνως ἄλλωστε καὶ πρὸς ἀναφορὰν ἐμμίσθου Προξένου μας μὲ τὰ Προξενεῖα Βενετίας καὶ Γένοβας, ἐνῷ ἦσαν κάτοικοι Μιλάνου. Ὡς ἐκ τούτου καὶ παρὰ τὸ εὐϋπόληπτον τοῦ ἀνδρός, πράγματι τοῦ ἐπρότεινα νὰ παραιτηθῇ. Ἠρνήθη. Δὲν ἠδυνάμην συνεπῶς νὰ ἀφήσω εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος ἦτο μὲν εὐϋπόληπτος καὶ εἶχεν προσφέρει ὑπηρεσίας ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ἦτο ἀπὼν ἀπὸ τὸ Προξενεῖον παραδίδων αὐτὸ εἰς ὑπαλλήλους, διά τινας τῶν ὁποίων εἶχον διατυπωθῆ βαρύταται κατηγορίαι. Οὕτω διώρισα τὸν κ. Μελετίου, ὁ ὁποῖος προηγουμένως εἶχεν διορισθῆ ἀναπληρωτὴς τοῦ Λοβέρδου καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ὑπῆρχεν ἡ εὐνοϊκὴ γνώμη τοῦ Λοβέρδου πρὶν ἀπολυθῆ, ὑπάρχει σχετικὴ ἔκθεσις ὡς καὶ ἡ γνώμη τοῦ Πρέσβεως κ. Συνδίκα. Ὁ Λοβέρδος τὸν παρουσιάζει διὰ τοῦ ἐγγράφου του προκειμένου νὰ διορισθῇ ὡς ἀναπληρωτής, ὡς ἱκανόν, εὐκατάστατον, ἔχοντα καλὴν φήμην. Οὕτως λοιπὸν ἔγινεν ὁ διορισμὸς τοῦ Μελετίου, τὸν ὁποῖον πράγματι καὶ ἐγώ, ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ κατὰ πάντα ἄξιον. Ἄς ἴδωμεν τώρα διατὶ τὸν θεωρῶ ἄξιον καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀποδείξεις αὐτῆς τῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνδρός. Ὁ κ. Βασιλᾶτος διετύπωσε μίαν βαρεῖαν κατηγορίαν περὶ αὐτομολίας, προσκομίζων μίαν βεβαίωσιν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, τοῦ Ταγματάρχου Α. Παπαγεωργίου, καθ’ ἣν οὗτος ἐπληροφορήθη, ὅτι ὁ Μελετίου, ἦτο αὐτόμολος. Ἔχω, κύριοι, τὰ πλήρη στρατολογικά του στοιχεῖα εἰς τὰ ὁποῖα τίποτε τὸ τοιοῦτον δὲν ἀναφέρεται. Ἀναφέρεται διαγωγὴ ἐξαίρετος καὶ συνεπῶς δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω παρὰ τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα τοῦ Κράτους καὶ ὄχι τὴν βεβαίωσιν ἑνὸς καὶ μόνου ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐδραπέτευσε τῇ ἐνεργείᾳ τῆς ὀργανώσεως ἡμῶν ἀπὸ τὴν Ρώμην, μετεφέρθη εἰς Ρώμην συνοδείᾳ τοῦ Μελετίου, καὶ ἐλθὼν εἰς Ρώμην, ἠξίωσε παρ’ ἐμοῦ ὁ ὁποῖος διηύθυνα τὴν ὀργάνωσιν νὰ καταργηθῇ ἡ διοίκησις καὶ νὰ τὴν ἀναλάβῃ αὐτός, εἷς ἄλλος καὶ ἐγώ, καθ’ ὅ Ἠπειρῶται, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδέχθην.
§159Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ὑπῆρξεν ἥρως τοῦ πολέμου τοῦ 1940. Ὑπῆρξεν ἕνας ἀπὸ τοὺς καλυτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ.
§160Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Θὰ μὲ ἀκούσητε. Θὰ εἴπω ὅλα ὅσα ἔχω νὰ εἴπω.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε κ. Παπασταύρου.
§162Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Εἶναι θλιβερόν, ὅτι διὰ τοιαύτην κατηγορίαν προσκομίζετε πιστοποιητικὸν ἑνὸς ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει ἁπλῶς, ὅτι ἐπληροφορήθη.
§163Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος, ἐν μέσῳ κωδωνοκρουσιῶν).
§164Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Εἶσθε πιστὸς εἰς τὰς παραδόσεις σας τοῦ ταραξίου. Δὲν θὰ σᾶς ἀφήσωμεν ὅμως νὰ μᾶς ἐμποδίσητε καὶ νὰ ὁμιλήσωμεν. Διότι θὰ ἀκούσητε πολλὰ ἄλλα πολὺ περισσότερον ἀποστομωτικά.
§165Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ.......
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπασταύρου, δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§167Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Εἶναι λοιπὸν κύριοι, ἐκτάκτως θλιβερόν, ὅτι χρησιμοποιοῦμεν βεβαίωσιν ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ, ἀσχέτως τῶν αἰτίων τὰ ὁποῖα τὸν παρεκίνησαν, λέγοντος ὅτι «ἐπληροφορήθη» ὅταν τὰ ἐπίσημα κείμενα τῶν ἁρμοδίων κρατικῶν ὀργάνων ὁμιλοῦν περὶ καλῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ οὐδέποτε ὡμίλησαν περὶ αὐτομολίας. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν εἴχαμεν αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τί χρείαν στοιχείων θὰ εἴχωμεν ὅταν πάντως προκύπτει ὅτι ἡ αἰχμαλωσία ἔλαβε χώραν τὴν 19ην Ἀπριλίου; Ποῖος Ἕλλην κύριοι, αὐτομολοῦσε τὴν 19ην Ἀπριλίου; Οὐδὲ ὁ πλέον προδοτικὸς τύπος θὰ παρεδίδετο τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλος ὁ Στρατὸς ἐπήγαινε πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ ἔληγεν ὁ πόλεμος. Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πραγματικότης εἶναι ὅτι ὁ Μελετίου ἐμάχετο εἰς ἡρωϊκὴν ὀπισθοφυλακὴν καλύπτων τὴν ὀπισθοχώρησιν καὶ συνελήφθη αἰχμάλωτος.
§168Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§169Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Θὰ ἀκούσετε καὶ ἄλλα.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κ. Παπασταύρου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντᾷ εἰς ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη.
§171Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Παπασταύρου, νὰ ἠρεμήσῃ ὀλίγον. Δὲν θέλω νὰ τοῦ εἴπω τὶ ἔκαμεν εἰς τὴν κατοχήν. Ἀλλὰ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἠρεμήσῃ, διότι θὰ ἀκούσῃ περὶ Μελετίου βεβαιώσεις ἀκόμη πλέον ἐνοχλητικὰς καὶ ἀκόμη πλέον πειστικάς.
§172Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Εἶναι πρόσφατα ὅλα.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Παπασταύρου, δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Δὲν ἀπαντᾷ εἰς ὑμᾶς ὁ κ. Ὑπουργός. Διαμαρτύρεσθε ἐνῷ δίδει μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Βασιλᾶτον. Διατὶ διακόπτετε; Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ διακόπτετε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§174Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἐν συνεχείᾳ κύριοι, τῆς δῆθεν αὐτομολίας, τὸ ἀντίθετον τῆς ὁποίας προκύπτει ἀπὸ τὰ ἐπίσημα κείμενα καὶ ἡ ὁποία στηρίζεται μόνον εἰς τὴν βεβαίωσιν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, καθ’ ἣν «ἐπληροφορήθη» ἐν συνεχείᾳ ἔρχεται ἡ καταγγελία ἐπὶ δοσιλογισμῷ, δηλαδὴ ἐπὶ κακῇ διαγωγῇ εἰς τὰ στρατόπεδα ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸ δικαστήριον Δοσιλόγων. Ὁ κ. Βασιλᾶτος εἶπεν ὅτι τὸ δικαστήριον δοσιλόγων, κατόπιν τῆς ἰδικῆς μου μαρτυρίας, ποὺ ἀσφαλῶς θὰ ἤμην μάρτυς, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ. Πράγματι, κύριοι, ἤμην μάρτυς καὶ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι δύο μάρτυρες, ὁ κ. Ἀλέξανδρος Ζάννος καὶ ὁ πλοίαρχος Ἰωάννης Μελησσινός.
§175Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. (Ὁμιλεῖ ἐν μέσῳ κωδωνοκρουσιῶν).
§176Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Κατὰ τὴν κατοχήν, ποῦ ἤσουν;
§177Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἔκαμα τὸ καθῆκον μου περισσότερον ἀπὸ σένα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βασιλᾶτος ἔκαμε μίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἀνέπτυξεν. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα οὔτε ἐντεῦθεν οὔτε ἐκεῖθεν νὰ διακόπτητε. Εἶναι ὀρθὸν νὰ παρεμβαίνετε;
§179Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, οἱ μάρτυρες εἰς τὴν ἀνάκρισιν ἐκείνην.
§180Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. .... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπασταύρου, θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§182Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, οἱ μάρτυρες εἰς τὴν ἀνάκρισιν ἐκείνην ἦσαν ὁ Ἀλέξανδρος Ζάννος, ὁ Ἰωάννης Μελησσινὸς καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου δοσιλόγων διὰ τὸ ἀπαλλακτικὸν βούλευμα, δὲν ὁμιλεῖ μόνον περὶ τῶν μαρτυρικῶν καταθέσεων διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ μὲ πολλοὺς ἐπαίνους τὸν Μελετίου, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς τὴν δικογραφίαν. Εἶχον δὲ τὴν τύχην ὁ πληρεξούσιος δικηγόρος τοῦ Μελετίου νὰ μοῦ φέρῃ σήμερον μερικὰ ἀπὸ τὰ ἔγγραφα αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ ἀκούσητε ὅσον καὶ ἂν προσπαθῆτε, κ. Παπασταύρου νὰ μὲ διακόπτετε. Καὶ ἐκτὸς αὐτῶν θὰ ἀκούσητε καὶ ἄλλα καταπληκτικά. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας). Τὸ Α2 τοῦ Ἐπιτελείου μας, εὑρισκόμενον εἰς τὸ ἐξωτερικόν, μόλις ἀπηλευθερώθη ἡ Ρώμη ἔστειλεν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι κατέσχον ὅλους τοὺς φακέλλους, οἱ ὁποῖοι ἀφεώρων τοὺς Ἕλληνας αἰχμαλώτους. Ἐκ τῶν φακέλλων αὐτῶν κατετέθησαν, ὡς μοὶ εἶχε λεχθῆ τότε πέντε ἢ ἓξ ἔγγραφα εἰς τὴν ἀνάκρισιν τοῦ δικαστηρίου δοσιλόγων. Ἐξ αὐτῶν μοὶ προσεκομίσθησαν τὰ τρία εἰς ἐπισήμους φωτοτυπίας Ἰταλιστί, (τὰς ἐπιδεικνύει) καὶ μὲ ἐπισήμους μεταφράσεις. Θὰ τὰ ἀκούσητε καὶ παρακαλῶ νὰ γραφοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε περὶ τίνος πρόκειται.
§183Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νὰ τὰ καταθέσητε.
§184Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Θὰ τὰ καταθέσω, ἀλλὰ προηγουμένως θὰ σᾶς διαβάσω δύο ἐξ αὐτῶν. Ἐθνικὸν Φασιστικὸν Κόμμα Ἰγκλεσίας
Πολιτικὴ Γραμματεία
Ν. 9)6989
15)6)42—ΧΧ
Πρὸς Τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν–Γραφεῖον Ρώμην Προκύπτει ὅτι εἷς αἰχμάλωτος πολέμου ὀνομαζόμενος Θ. Μελετίου, ὑπηρετῶν εἰς τὴν ἑταιρίαν Μοντεπόνι ἀναπτύσσει μίαν ζωηρὰν προπαγάνδα παρακωλύσεως. Κατὰ ληφθείσας πληροφορίας σημειοῦνται τὰ ἀνωτέρω εἰς τὴν Διοίκησιν αὐτὴν διὰ τὴν σκόπιμον συνέχειαν τὴν ὁποίαν θὰ νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ εἰς τὸ γεγονός. Κατὰ διαταγὴν
Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πολιτικῆς γραμματείας
ΑΝΑΚΛΕΤΟ ΣΧΙΝΤΟΥ
Γραφεῖον Αἰχμαλώτων πολέμου
Π. Μ. 9
Ἀριθ. 5 Ἐπεῖγον
Διοίκησιν τοῦ 13 Σώματος Στρατοῦ
Π. Μ. 50
Αἰχμάλωτος πολέμου δεκανεὺς Θεόδωρος Μελετίου Στρατόπεδον 137. Ἀναφερόμενοι εἰς τὸ τηλεγράφημα 7)89786 καὶ εἰς τὴν σημείωσιν τῆς Πολιτικῆς Γραμματείας τοῦ ἐθνικοῦ Φασιστικοῦ Κόμματος τῆς Ἰγκλέσιας ἀριθ. 9)6989 παρακαλεῖσθε νὰ θελήσητε νὰ σημειώσητε εἰς τὴν Διοίκησιν τοῦ τμήματος στρατοπέδου 137 τοῦ Σανλοῦρι τὰ ἀκόλουθα: Ἐκ νέων στοιχείων προκύπτει ὅτι ὁ ἐν λόγῳ αἰχμάλωτος ὑπῆρξεν ὁ πρωτεργάτης τῶν γεγονότων τοῦ Μπάκου–Ἄμπις τοῦ Ὀκτωβρίου 1941 — ΧΧ (ἄρνησις τῶν Ἑλλήνων αἰχμαλώτων πολέμου νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὰ ἀνθρακωρυχεῖα). Μέχρις ὅτου ἡ περίπτωσίς του διαλευκανθῇ καὶ παραπεμφθῇ εἰς τὸ στρατοδικεῖον, ὁ ρηθεὶς αἰχμάλωτος πρέπει στενῶς νὰ ἐπιβλέπηται καὶ ἐνδεχομένως νὰ ἀπομονωθῇ, διότι εἶναι ἄνθρωπος ἐπικίνδυνος, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ κρύψῃ τὰ ἀντιϊταλικά του αἰσθήματα καὶ τὴν ἀνατρεπτικὴν προπαγάνδαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων αἰχμαλώτων πολέμου. Κατὰ διαταγὴν
Ὁ συνταγματάρχης Ἀρχηγὸς Γραφείου
Ε. ΠΑΛΛΟΠΑ
Ἀλλὰ κύριοι, ἔχομεν καὶ συνέχειαν. Ἔχομεν πόλεμον, ἔχομεν αἰχμαλωσίαν, ἀλλὰ ἔχομεν καὶ δρᾶσιν τῶν δραπετευσάντων. Αὐτὴ εἶναι ἡ σειρὰ τῶν κατηγοριῶν, καὶ ἀνεφέρθη διὰ στοιχείων μόνον εἰς τὰς δύο κατηγορίας. Περὶ τῆς περιόδου, τῆς ἀφορώσης τὴν δραπέτευσιν, ἔγραψα ἕνα βιβλίον τὸ ὁποῖον, ὅμως, μᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Βασιλᾶτος ὅτι ἀπέσυρα, διότι εἶχον τὴν ἀφέλειαν νὰ ἀποκαλύψω τὰς ἰδικάς μου ἀτασθαλίας. Τόσον ἀφελὴς εἶμαι; Δὲν θὰ ἀναφερθῶ, λοιπὸν εἰς τὸ βιβλίον τὸ ὁποῖον ἔγραψα, οὔτε θὰ σᾶς προσκομίσω, ὡς εὐχερῶς θὰ ἠδυνάμην, πλείστους αὐτόπτας καὶ σοβαρωτάτους μάρτυρας. Θὰ σᾶς διαβάσω μόνον μερικὰς περικοπὰς ἀπὸ ἕνα βιβλίον τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀγγλικῆς Ἀντιστάσεως ἐν τῇ Γερμανοκρατουμένῃ Ρώμῃ, ἀπὸ βιβλίον τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη εἰς τὰς Η.Π.Α. καὶ ἐξηντλήθη καὶ αὐτό. Λέγω ὅτι ἐξηντλήθη, διότι ἔγραψα εἰς τὴν Πρεσβείαν μας νὰ μοῦ τὸ εὕρῃ καὶ μοῦ εὑρῆκε μόνον ἕνα ἀντίτυπον, καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ εὕρῃ ἄλλο. Δὲν θὰ σᾶς διαβάσω ὅλας τὰς περικοπὰς τοῦ βιβλίου τοῦ Ἀντισυνταγματάρχου, ὁ ὁποῖος φέρει τὰ ἀνώτατα Ἀγγλικὰ παράσημα ἡρωϊσμοῦ, κ. Σὰμ Ντέρι, αἵτινες μᾶς ἀφοροῦν, ἀλλὰ μόνον μερικὰς ἐξ αὐτῶν, ἀπὸ πρόχειρον μετάφρασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα μόλις σήμερον. Εἰς τὴν σελίδα 69 μνημονεύει ποῖαι μυστικαὶ ὀργανώσεις ὑπῆρχον εἰς τὴν Ἰταλίαν, Γαλλικαὶ κομμουνιστικαί, Γιουγκοσλαβικαὶ καὶ πολλαὶ ἄλλαι, ὥστε νὰ λέγῃ, ὅτι ἦσαν ὡς «τσαμπιὰ» σταφυλῶν. Εἰς τὴν σελίδα, λοιπόν, 69 γράφει: «Ἡ πλέον ἡρωϊκὴ —σουασμπάκλιγκ, λέξις δυσχερῶς μεταφραζομένη, σημαίνουσα ἡρωϊσμὸν παλαιοῦ τύπου— ἡ πλέον ἡρωϊκή, καίτοι μία ἀπὸ τὰς μικροτέρας, ἦτο ἐκείνη τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ πρώτη μου ἐπαφὴ μὲ αὐτοὺς κἄπως μοῦ ἔκοψε τὴν ἀναπνοήν. Παρουσιασθέντες εἰς ἐμὲ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον ὁ Εὐάγγελος Ἀβέρωφ καὶ ὁ Θεόδωρος Μελετίου, μοῦ ἀνήγγειλαν, ὅτι ὁ τελευταῖος, εἰς ἓν ταξείδιόν του πρὸς τὴν Βόρειον Ἰταλίαν, ἀνεκάλυψε μίαν θεαματικὴν ὁμάδα Ἄγγλων δραπετῶν: Τρεῖς Στρατηγούς, ἕνα Ὑποπτέραρχον καὶ τέσσαρας Ταξιάρχους». Θὰ ἐπανέλθω μετ’ ὀλίγον εἰς ὡρισμένα κείμενα. Ἀλλὰ θὰ ἀκούσετε ἓν ἄλλο κείμενον, τῆς σελ. 154, διότι εἶναι χαρακτηριστικὸν τοῦ ἡρωϊσμοῦ καὶ τῆς αὐτοθυσίας, τὴν ὁποίαν εἶχε ὁ τόσον σπιλωθείς, καλῇ τῇ πίστει, πιστεύω ἀπὸ τὸν κ. Βασιλᾶτον.
§185Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐγὼ τὰ ἔγγραφα ἀνέγνωσα, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἔλαβον θέσιν.
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἐγράφη αὐτό;
§187Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Τὸ 1960. Λέγει, λοιπόν, εἰς τὴν σελίδα 154: «Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Στρατηγοῦ Γκάμπιερ Πάρυ καὶ τοῦ λοχαγοῦ Φέρμαν εἰς τὸ Βατικανὸν ἦσαν μόνον δύο ἐπεισόδια εἰς μίαν περίοδον τολμηρῶν ἐπιχειρήσεων, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἡρωϊκοὶ Ἕλληνες, ὅπως πάντοτε ἦσαν οἱ προεξέχοντες». Περιγράφει ἐν συνεχείᾳ, ὅτι τοῦ ἀνηγγείλαμεν, ὅτι θὰ ἐκάμναμεν μεγάλον γῦρον εἰς τὴν Βόρειον Ἰταλίαν, ὅτι τοῦ ἐξηγήσαμεν, ὅτι τὸν εἴχομεν καλῶς ὀργανώσει καὶ ὅτι τὸν ἠρωτήσαμεν τί ἤθελε. Καὶ λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὅταν τὸ αὐτοκίνητον τῶν Ἑλλήνων ἐξεκίνησεν, ἔφερεν 100.000 λίρες τῆς ὀργανώσεώς μας καὶ μεγάλην ποσότητα ἱματισμοῦ, περιλαμβάνουσα καὶ μερικὰς δωδεκάδας ὑποδημάτων. Κρυφίως ἀμφέβαλλα, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχουν, ἔστω καὶ ὅλα τὰ πλαστά των ἔγγραφα, νὰ περάσουν διὰ μέσου ἀναριθμήτων ὁδικῶν μπλόκων, τόσον ὀγκῶδες φορτίον. Θὰ εἶχον ἀκόμη ὀλιγωτέρας ἐλπίδας ἐὰν ἐγνώριζα, ὅτι εἰς τὸν προσωπικόν των ἐφοδιασμὸν περιελαμβάνετο τὸ πλέον ἐπικίνδυνον ἀπὸ ὅλα τὰ φερμπότεν ἀντικείμενα... μία μινιατούρα φωτογραφικῆς μηχανῆς. Οἱ ἡρωϊκοὶ Ἕλληνες εἶχον αὐτοπεποίθησιν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἶχον ἀπίστευτον ἐπιτυχίαν. Ὅταν ἐπέστρεψαν, μετὰ 3 ἑβδομάδας, εἶχον κυκλοφορήσει εἰς περισσότερα τῶν δύο μιλίων, φθάνοντες μέχρι Μιλάνου, εἶχον ἔλθει εἰς ἐπαφὴν μὲ δωδεκάδας ὁμάδων δραπετῶν, διανέμοντες ρουχισμὸν καὶ χρήματα καὶ συγκεντροῦντες πληροφορίας. Ἔφεραν πίσω λίαν ἐνημερωμένους καταλόγους δραπετῶν, μὲ ὀνόματα καὶ διευθύνσεις πλησιεστέρων συγγενῶν, ἀναφορὰς ἐπὶ τῆς κατανομῆς τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων εἰς ὅλην τὴν Βόρειον Ἰταλίαν καὶ διὰ νὰ ἐπιστεγασθοῦν ὅλα, μίαν ἐνδιαφέρουσαν σειρὰν φωτογραφιῶν Γερμανικῶν προετοιμασιῶν διὰ μίαν τελικὴν γραμμὴν ἀμύνης μέχρις ὀλίγα μίλια ἀπὸ τὰ Γαλλικὰ σύνορα, σᾶς λέγω ἐν παρενθέσει, ὅτι αἱ φωτογραφίαι ἀφεώρων ἰδίως ὀχυρώσεις εἰς τὰ Ἀπέννινα. Δὲν ἐρριψοκινδύνευσα τὴν ἀποστολὴν τῶν φωτογραφιῶν εἰς τὰς γραμμάς μας, διότι δὲν ἀπεκάλυπτον ἀμέσως ἐνδιαφέροντα πράγματα, ἀλλὰ τὰς συνεσκεύασα εἰς μετάλλινον κυτίον καὶ τὰς ἔθαψα εἰς τοὺς κήπους τοῦ Βατικανοῦ μέχρι τῆς ἀφίξεως τῶν συμμαχικῶν μονάδων κατασκοπείας. Πολλὰς ἀπὸ τὰς ἄλλας πληροφορίας, τὰς συγκεντρωθείσας ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων, τὰς διεβίβασα εἰς τὸ Συμμαχικὸν Στρατηγεῖον». Καί, προσθέτω ἤδη ἐγώ, ὅτι τὴν ἑπομένην τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ρώμης, τὴν 5ην Ἰουνίου, εἰς τὰς 6 τὸ πρωῒ ὁ Μελετίου καὶ ἐγὼ ἐκλήθημεν εἰς τὸ Συμμαχικὸν Στρατηγεῖον καὶ μὲ τὰς φωτογραφίας αὐτὰς ἐδώσαμεν, ἐπὶ τῶν ἐπιτελικῶν χαρτῶν, πληροφορίας, βάσει τῶν ὁποίων ἐξετελέσθησαν βομβαρδισμοὶ ἐπὶ τῆς γραμμῆς Γκόταρ τῶν Ἀπεννίνων ὀρέων. Ὁ κ. Παπασταύρου, ὁ ὁποῖος δὲν ἀφήνει εὐκαιρίαν νὰ διακόψῃ καὶ νὰ ρίψῃ λάσπην πρὸς πᾶσαν ὑπόληψιν, διότι τί ἄλλο κάμνει, ὅταν λέγῃ, ὅτι ὁ Ἄγγλος Συνταγματάρχης γράφει πράγματα, τὰ ὁποῖα οὔτε ἐγὼ θὰ ἔγραφα...
§188Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. (Διακόπτει μὴ ἀκουόμενος. Θόρυβος).
§189Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. Παπασταύρου θὰ ἀκούσῃ καὶ μίαν ἄλλην μαρτυρίαν.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπασταύρου, παρακαλῶ μὴ διακόπτετε. Νὰ ζητήσητε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ἐὰν θέλητε.
§191Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. Παπασταύρου προσπαθεῖ νὰ μὲ σπιλώσῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ κατωρθώσῃ. Πάντως εἶναι θλιβερόν, ὅτι τὸ ἐπίπεδον τοῦ Κοινοβουλίου κατέρχεται εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον προσπαθοῦμεν διὰ λόγους τοπικῆς ἀντιζηλίας νὰ σπιλώσωμεν ὑπολήψεις. Σᾶς ἀφήνω τὸ προνόμιον τῆς προσπαθείας αὐτῆς καὶ δὲν θέλω νὰ σᾶς τὸ ἀνταποδώσω, ὡς θὰ ἠδυνάμην κατὰ πλέον ἀποτελεσματικὸν τρόπον. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§192Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κ. Παπασταύρου, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ διακόπτετε.
§194Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν θὰ μακρυγορήσω, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ ὀλίγα ἀκόμη ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα. Ἐπειδὴ ὁ Ἄγγλος αὐτὸς ἀξιωματικὸς «γράφει πράγματα, ποὺ οὔτε ἐγὼ θὰ τολμοῦσα νὰ γράψω» καὶ πράγματι ἐγὼ τὰ ἔγραψα πολὺ σεμνά, διότι δὲν ἤθελα νὰ θεωρηθῇ, ὅτι κάμνω ρεκλάμαν, θὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἄγγλος εἶναι ὕποπτος, καὶ τὴν μαρτυρίαν ἑνὸς Ἕλληνος, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε καὶ τοῦ ὁποίου τιμῶ τὴν μνήμην, τοῦ Ἀχιλλέως Κύρου. Εἰς τὸ βιβλίον του: «Σκλαβωμένοι Νικηταὶ» εἰς τὴν σελίδα 164 γράφει τὰ ἑξῆς: «Ἐν τῷ μεταξὺ, ἄλλες χιλιάδες τῶν Ἑλλήνων, ποὺ εἶχαν μεταφερθῆ ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς στὰ Ἰταλικὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως ἔκαμναν ἀπεγνωσμένας προσπαθείας νὰ δραπετεύσουν, νὰ φθάσουν στὶς συμμαχικὲς πολεμικὲς γραμμὲς τῆς Ἰταλίας, νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὴν τραγικὴ τύχη, ποὺ θὰ τοὺς περίμενεν, ἂν μετεφέροντο στὰ φρικτὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως τῆς Γερμανίας. Τότε δημιουργήθηκε στὴ Ρώμη, χάρις στὴν δραστηριότητα, τὴν αὐτοθυσία καὶ τὸν ἡρωϊσμὸ δύο νεαρῶν Ἑλλήνων, τοῦ Ε.Α. καὶ τοῦ Θ.Μ., μιὰ ἀξιοθαύμαστη ὀργάνωσις μὲ τὸν τίτλο «Ἐλευθερία ἢ Θάνατος», ποὺ προσέθεσε μιὰ ἀκόμη ὡραία σελίδα στὸν Ἑλληνικὸ ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα. Ὁ πρῶτος, ποὺ εἶχε ἀναπτύξει σπουδαίαν δρᾶσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἐναντίον τῶν ἀπαισίων Ρουμανοβλάχων τοῦ περιβοήτου «Πρίγκιπος τῆς Πίνδου» Διαμάντη, εἶχε συλληφθῆ ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς, μεταφερθῆ ἀπ’ αὐτοὺς σ’ ἕνα Ἰταλικὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως καὶ δραπετεύσει κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς καταρρεύσεως. Ὁ δεύτερος εἶχε συλληφθῆ αἰχμάλωτος ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ πολέμου εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ δραπετεύσει ἐπίσης ἀπὸ τὸ Ἰταλικὸν στρατόπεδον συγκεντρώσεως. Εἶναι ἀδύνατον νὰ περιγραφῇ μὲ λίγα λόγια τὸ τεράστιον ἔργον, ποὺ ἔκαμεν ἡ ὀργάνωσις αὐτὴ μὲ κέντρον τὴν Ρώμην. Κατάφερε νὰ βγάλῃ πολυαρίθμους Ἕλληνας ἀπὸ τὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως τῶν περιοχῶν Πιατσέντσα, Ἀρέτσο, Ριέτι, Μπεργκάμο, Κρεμόνας, νὰ τοὺς μεταφέρῃ ἀσφαλῶς στὴ Ρώμη, ὅπου μποροῦσαν καλύτερα νὰ κρυφτοῦν, νὰ τοὺς ντύσῃ καὶ νὰ τοὺς συντηρήσῃ ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ μπῆκαν τὰ συμμαχικὰ στρατεύματα στὴν Ἰταλικὴν Πρωτεύουσαν καὶ τοὺς ἀπελευθέρωσαν. Ὁ πατριωτισμὸς μιᾶς πλουσίας Ἑλληνικῆς οἰκογενείας ἐπέτρεψε νὰ συλλεγοῦν τὰ χρήματα, ποὺ ἐχρειάζοντο, ἑκατομμύρια ὁλόκληρα λιρέττες, γιὰ τὸ δύσκολο αὐτὸ ἔργο, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβαν ἀργότερα ὑπὸ τὴν προστασία των καὶ ἄλλοι ἐπιφανεῖς Ἕλληνες πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοί, ποὺ εἶχον ἀπελευθερωθῆ ἀπὸ τὴν Ἰταλικὴν αἰχμαλωσίαν. Πλαστὰ διαβατήρια, σφραγίδες Ἰταλικῶν Κοινοτήτων, σχέσεις μὲ διαφόρους πραγματικοὺς ἀντιφασίστας τῆς Ἰταλίας, διευκόλυναν τοὺς λαμπροὺς αὐτοὺς νέους καὶ τοὺς συνεργάτας των νὰ κυκλοφοροῦν σχεδὸν ἐλεύθερα μέσα στὴν Γερμανοκρατούμενη Ἰταλία καὶ νὰ προσφέρουν ἔτσι τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀνακούφισι σὲ ἄλλους κρατουμένους Ἕλληνας. Ἐταξίδευαν πότε σὰν ἀντιπρόσωποι τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, πότε σὰν ἔμποροι φαρμάκων καὶ πότε σὰν πράκτορες τῆς Φασιστικῆς Μυστικῆς Ἀστυνομίας, διὰ νὰ καταφέρουν νὰ μὴν ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τὶς Γερμανικὲς στρατιωτικὲς Ἀρχές. Συχνὰ μάλιστα ἐχρησιμοποιοῦσαν καὶ αὐτοκίνητον τῆς περίφημης Χιτλερικῆς «Ὀργανιζατσιὸν Τόντ», ποὺ ἐξετέλει ὅλα τὰ στρατιωτικὰ δημόσια ἔργα τῶν Γερμανῶν. Σὲ λίγο ὑπερέβαινον τοὺς 100 οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ καὶ πολῖται ποὺ ἀπελευθερώθηκαν ἔτσι ἀπὸ τὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως καὶ μετεφέρθησαν στὴ Ρώμη. Ἀργότερα ἔγιναν 200. Ἀλλὰ ἡ ὀργάνωσις δὲν ἐσταμάτησεν ἕως ἐδῶ. Κατάφερε νὰ ἔλθῃ μυστικὰ σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν Ἄγγλον Πρεσβευτὴν κ. Ντ. Ε. Ὄσμπορν, ποὺ ἦταν κλεισμένος στὸ Βατικανὸ καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν δραπέτευσιν Ἄγγλων αἰχμαλώτων ἀπὸ τὰ στρατόπεδα, νὰ βοηθήσῃ ἐκείνους ποὺ εἶχαν κιόλας δραπετεύσει καὶ νὰ τοὺς διευκολύνῃ νὰ κατέβουν ἀπὸ τὰ βουνὰ καὶ τὰ ἔρημα χωριὰ ὅπου ἐκρύβοντο». Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ μυθιστορηματικὴ δραπέτευσις τοῦ Στρατηγοῦ τῆς Ἀγγλικῆς Ἀεροπορίας Νήλ, εἶναι ἔργον δύο Ἰταλῶν καὶ ἑνὸς Ἕλληνος καὶ ὁ Ἕλλην εἶναι ὁ Θεόδωρος Μελετίου. Καὶ συνεχίζει ὁ Ἀχιλλεὺς Κύρου: «Ἕνα ἔγγραφον τοῦ Ἄγγλου Πρεσβευτοῦ στὸ Βατικανὸ καὶ τὰ γράμματα τῶν διασωθέντων Ἄγγλων χαρακτηρίζουν καλύτερα ἀπὸ μακρὲς περιγραφὲς τὸ ἔργον αὐτό. Θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου, γράφει ὁ Ἄγγλος Πρέσβυς, νὰ ἐκφράσω σὲ σᾶς καὶ τοὺς φίλους σας τὰς θερμοτάτας μου εὐχαριστίας διὰ τὸ ἀξιοθαύμαστο καὶ θαρραλέο ἔργο ποὺ ἀναλάβατε καὶ διὰ τὴν ἀνεκτίμητη βοήθεια ποὺ προσφέρατε στοὺς δυστυχισμένους μου συμπατριώτας». Καὶ ὁ Στρατηγὸς Μιχ. Γκάμπιερ Πάρυ, ποὺ εἶχε ἔρθει στὰς Ἀθήνας, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1940, σὰν πρῶτος σύνδεσμος τοῦ Βρεταννικοῦ Στρατηγείου μὲ τὸν Ἑλληνικὸν Στρατόν, εἶχεν ἐκφράσει τότε τὸν θαυμασμόν του διὰ τὸν ἀπαράμιλλον Ἑλληνικὸ λαὸ καὶ εἶχε συλληφθῆ ἀργότερα στὴν Ἀφρική, γράφει σὲ ἔγγραφό του τῆς 6ης Ἰουνίου τοῦ 1944 πρὸς τὸ Συμμαχικὸν Στρατηγεῖον: «Ἐπιθυμῶ νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ Συμμαχικοῦ Στρατηγείου ἐν Ἰταλίᾳ τὴν δρᾶσιν τῆς Ἑλληνικῆς Μυστικῆς Ὀργανώσεως «Ἐλευθερία ἢ Θάνατος», ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη εὐθὺς μετὰ τὴν Ἰταλικὴν κατάρρευσιν ἐν Ρώμῃ καὶ ἡ ὁποία προσέφερεν ἀνεκτιμήτους ὑπηρεσίας εἰς τοὺς Ἄγγλους πολιτικοὺς αἰχμαλώτους, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ρώμην, ἀλλὰ καὶ εἰς διάφορα ἄλλα μέρη τῆς Ἰταλίας. Δὲν ἠμπορῶ νὰ εὕρω ἀρκετὰς λέξεις, διὰ νὰ χαρακτηρίσω τὴν ὀργανωτικὴν ἱκανότητα, τοὺς κόπους καὶ τὴν περιφρόνησιν πρὸς τοὺς κινδύνους τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν οἱ ἡγέται καὶ τὰ μέλη τῆς Ὀργανώσεως εἰς τὴν ἐπιτυχῆ των προσπάθειαν. Ἐλπίζω δέ, ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ θὰ ἀναγνωρισθῇ καὶ ἐπισήμως ὅπως τὸ ἀξίζει». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, διὰ τὸν ὁποῖον ἄγνωστον λόγῳ ποίου πάθους καὶ ποίων αἰτίων ἐλέχθησαν τὰ ὅσα ἀκατανόμαστα ἠκούσθησαν, αὐτὸς ὁ τόσον ἡρωϊκὸς τοῦ ὁποίου ἡ δρᾶσις εἰς τὴν Ἰταλίαν λόγῳ πλήρους γνώσεως τῆς Ἰταλικῆς ὑπῆρξε σαφῶς μεγαλυτέρα τῆς ἰδικῆς μου, ἐγὼ ἐταξίδευα μὲ χαρτιὰ Ἰταλοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ, πρόσφυγος, γεννηθέντος ἐν Ἑλλάδι, διότι τὰ Ἰταλικά μου δὲν ἦσαν τότε ἀκόμη ἄπταιστα, αὐτὸς δέχεται σήμερον τοὺς μύδρους καὶ τὴν κατασπίλωσιν, ἐλπίζω, ἐπαναλαμβάνω, καλοπίστως, διότι δηλοῖ ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὅτι δὲν λαμβάνει θέσιν, ἀλλὰ μνημονεύει ἔγγραφα καὶ φήμας. Κύριοι, τὸ πρᾶγμα μὲ θλίβει βαθύτατα καὶ ὁμιλῶ μὲ αἴσθημα εὐθύνης, ἀλλὰ καὶ μὲ βαθεῖαν συγκίνησιν. Μὲ αἴσθημα εὐθύνης μὲν ὁμιλῶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην διὰ τὸν διορισμόν, μὲ βαθεῖαν συγκίνησιν, ὅμως, ὡς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὸν Μελέτιον πολλὰς φορὰς εἴδομεν ὄρθιοι τὸν θάνατον εἰς ξένην χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κτυπήσωμεν κάθε πόρτα ὅπως εἰς τὴν ἰδικήν μας. Καὶ μὲ ἀκόμη ἐπηυξημένην συγκίνησιν ὁμιλῶ, διότι αὐτὸ τὸ ταξίδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφωτογραφήσαμε τὰς γερμανικὰς ὀχυρώσεις ἀπὸ τὸ Ρίμινι μέχρι σχεδὸν τῶν συνόρων τῆς Γαλλίας, ἤρχισε τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Μαρτίου καὶ ἐτελείωσε τὴν 25.3. 1944, δηλαδὴ διεξήγετο σὰν σήμερα. Εἰς ἀναγνώρισιν αὐτῆς τῆς πράξεως ἀπενεμήθη εἰς τὸν Μελέτιον ὁ Ἀγγλικὸς Πολεμικὸς Σταυρός. Καὶ ἐνῷ, κύριοι, εἴχαμε ὅλα αὐτὰ τὰ ἀκλόνητα καὶ εὔγλωττα ἀποδεικτικά, ἐνῷ εἴχαμε τὸ καταστατικὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἔλθω ἐν συνεχείᾳ, δὲν κατεθέσαμεν κἂν δήλωσιν, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ ἀναγνωρίσεως Ὀργανώσεως Ἀντιστάσεως, διότι μᾶς ἔφθανον τὰ γεγονότα καὶ δὲν ἠθέλαμε τὴν τυπικὴν ἀναγνώρισιν. Καὶ ἐπειδὴ ἀνέφερα τὸ καταστατικὸν θὰ εἴπω, ὅτι ἴσως εἴμεθα ἀπὸ τὰς ὀλίγας ἐκείνας ὀργανώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὴν εὐχέρειαν νὰ ἔχουν καταστατικόν. Δὲν τὸ συνώδευσαν πλήρεις κατάλογοι μελῶν, ὡς ἠθέλησεν ὁ κ. Βασιλᾶτος. Τὸ ὑπέγραψαν 3 ἄνθρωποι. Ὁ μακαρίτης στρατηγὸς Ρογκᾶκος, ὁ Μελέτιος καὶ ἐγώ. Τὸ ἐκάναμε καὶ τὸ καταθέσαμεν εἰς τὸ πλέον ἀσφαλὲς μέρος, ἐντὸς τοῦ Βατικανοῦ. Ἰδοὺ διατὶ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ καταστατικὸν τὸ περίεργον καὶ ὡς ἐκ τῆς ὑπάρξεώς του ὕποπτον, κατὰ τὸν κ. Βασιλᾶτον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐκάλυψα ὅλας τὰς ἐλεγχθείσας περιόδους. Δὲν ἐκάλυψα μόνον κἄτι τὸ πολὺ–πολὺ οὐσιῶδες. Δὲν ἐκάλυψα μόνον τὸ θέμα τῆς ὑποτιθεμένης καταδίκης τοῦ κ. Μελετίου, εἰς ἡλικίαν 20 ἐτῶν, ἐπὶ ὑπεξαιρέσει καὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει. Ὅταν, κύριοι, τὸ πρῶτον ἐγένετο θόρυβος περὶ αὐτοῦ, ἐζήτησα ἐπισήμως ἀπόσπασμα τοῦ ποινικοῦ του μητρώου. Τὸ ἀπόσπασμα ἦτο λευκόν. Ἠπόρησα καὶ ἐσκέφθην μήπως τὸ ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει μόνον τὰς ἀτιμωτικὰς καταδίκας ἦτο ἐλλιπὲς καὶ ἐζήτησα καὶ πλῆρες ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον ἔχω καὶ δύναμαι νὰ τὸ καταθέσω. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἀπολύτως λευκόν. Ταῦτα καὶ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο. Σᾶς τὸ ἐπιδεικνύω καὶ σᾶς ὑπόσχομαι αὔριον νὰ καταθέσω φωτοτυπίαν. Γράφει ΜΗΔΕΝ. Ὁ κ. Βασιλᾶτος, τὸ μόνον εἰς τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐβασίσθη μόνον, εἶναι αἱ ἐνέργειαι καὶ βεβαιώσεις ἑνὸς Ἀρχιμανδρίτου, ἔλαβεν ὅμως, πρόνοιαν ν’ ἀναφέρῃ, ὅτι οὗτος εἶπε καὶ ὅτι ἐπεσκέφθην καὶ ἐγὼ νύκτωρ τὸν ἀρχιμανδρίτην, ζητῶν τὴν βοήθειάν του εἰς τὴν ἔριδα Μελετίου–Λοβέρδου, εἰς ἣν οὗτος εἶπε σοβαρὰ πράγματα, ἀλλὰ ἄλλοτε ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἄλλοτε ὑπὲρ τοῦ ἄλλου.
§195Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν τὸ υἱοθέτησα αὐτό.
§196Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἐκάματε πολὺ καλά. Ἐγὼ εἶπα, ὅτι ἐχρησιμοποιήσατε λάσπην, ἀλλ’ εἶπον, ἐπίσης, πιστεύω καλῇ τῇ πίστει. Πάντως, ἐπειδὴ ἐλέχθη ὅτι καὶ ὁ Ἀρχιμανδρίτης εἶπε φοβερὰ πράγματα, ἀλλ’ ὅτι δὲν τὸ πιστεύετε, καὶ ἐπειδὴ ἀνεμίχθη καὶ τὸ ὄνομά μου, θὰ ἀκούσητε καὶ σεῖς ἐνώπιον τῶν συναδέλφων μας, ὅτι ὁ δῆθεν Ἀρχιμανδρίτης αὐτὸς κατεδικάσθη ὑπὸ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου καὶ ἐπεκυρώθη ἡ καταδίκη του ὑπὸ τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, τοῦ ὁποίου τὸ διατακτικὸν ἔχει ὡς ἑξῆς: «Κηρύσσει τὸν κατηγορούμενον ἱερομόναχον (τάδε) ἔνοχον τῶν ἀποδιδομένων αὐτῷ κατηγοριῶν, ἤτοι: Κλοπῆς, πορνείας, τελέσεως Θ. Λειτουργίας ἐν ἀργίᾳ καὶ βαρυτάτου σκανδαλισμοῦ τῶν πιστῶν. Καὶ ἐπικυροῖ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 14 καὶ ἀπὸ 19 Ἰανουαρίου 1953 ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, δι’ ἧς ἐπεβλήθη αὐτῷ ἡ ποινὴ καθαιρέσεως ἀπὸ τοῦ Ὑψηλοῦ τῆς Ἱερωσύνης ἀξιώματος, μετ’ ἀποβολῆς τοῦ μοναχικοῦ σχήματος καὶ ἐπαναφορᾶς αὐτοῦ εἰς τὴν τῶν λαϊκῶν τάξιν». Αὐτά, κύριοι, ὡς πρὸς ἕτερον καὶ μάρτυρα καὶ μὴ μάρτυρα τῆς κατηγορίας. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, εἰς τὴν κατηγορίαν, ὅτι 4 Ἕλληνες ἀπηύθυνον ἐπιστολὴν διὰ τῆς ὁποίαν κατηγορεῖται ὁ κ. Μελετίου, διότι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του δὲν ὠργανώθη ἐμπορικὴ ἔκθεσις εἰς τὸ Μιλᾶνον καὶ οὕτω δὲν ἀνηρτήθη ἐκεῖ ἡ Ἑλληνικὴ σημαία, ἐνῷ τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ μακαρίτη Λοβέρδου. Ὡς γνωρίζουν οἱ πάντες, αἱ ἐμπορικαὶ ἐκθέσεις ἀποφασίζονται ἀπὸ τὸ Κέντρον καὶ ἐὰν δὲν ἀποφασισθῇ ἀπὸ τὸ Κέντρον καὶ δὲν χρηματοδοτηθῇ ἀπὸ τὸ Κέντρον, εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἔκθεσις ἀπὸ τὸν Πρόξενον. Τώρα, διατὶ οἱ 4 περαστικοὶ ἐκ Μιλάνου Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν νὰ ἦσαν καὶ φίλοι τοῦ Λοβέρδου ἔγραψαν τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, πιθανὸν νὰ μὴ γνωρίζω; Πιθανὸν νὰ μὴ θεωρῶ ἄξιον ν’ ἀσχοληθῶ. Πάντως, γνωρίζω, ὅτι ἐὰν ἤθελα νὰ ζητήσω ἐπιστολὰς ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας κατοίκους τοῦ Μιλάνου, θὰ ὑπῆρχον πάμπολλαι τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι θὰ ὡμίλουν περὶ τῆς ἀλλαγῆς, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὸ Μιλᾶνον ἀφ’ ἧς ἀνέλαβεν ὁ κ. Μελετίου. Διότι ἡ ἀλλαγὴ ὑπῆρξεν καταπληκτική. Ὁ κ. Μελετίου εἶναι σήμερον εὐκατάστατος ἄνθρωπος. Ἔγινεν εὐκατάστατος, διότι εἰς τὸ ξεκίνημά του, ἐλάχιστα μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐπιχειρήσεων, αἱ Ἀγγλικαὶ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι τοῦ εἶχον — τὸ τονίζω — ἀπείρους ὑποχρεώσεις, τὸν ἐβοήθησαν νὰ μεταφέρῃ ἐξ Ἀφρικῆς εἰς Ἰταλίαν, ὅπου ὑπῆρχον μεγάλαι ἐλλείψεις καὶ τίποτα δὲν ἐγίνετο χωρὶς σχετικὴν ἄδειαν τῶν Ἄγγλων, ὡρισμένας πρώτας βιομηχανικὰς ὕλας. Μὲ αὐτὰς καὶ μὲ τὴν ἱκανότητά του ἠδυνήθη νὰ θεμελιώσῃ βιομηχανίαν καὶ σήμερον νὰ εὑρίσκεται ἐπὶ κεφαλῆς σοβαρῶν ἐπιχειρήσεων. Αὗται τοῦ ἐπιτρέπουν, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Βασιλᾶτος, νὰ ἔχῃ κατὰ κἄποιον τρόπον ὡς «χόμπι» τὸ Προξενεῖον. Ἐμίσθωσεν ὄντως διώροφον κεντρικὸν κτίριον ἀποκλειστικῶς διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἔχει εἰδικὸν προσωπικὸν διὰ τὸ Προξενεῖον, γραμματέα καὶ δακτυλογράφον, εἶναι ὁ ἴδιος πάντοτε ἐκεῖ ἀπὸ τῆς 11ης πρωϊνῆς μέχρι τῆς 1ης μεσημβρινῆς. Οὐδεὶς Ἕλλην ἐπίτιμος Πρόξενος ἔχει ἀναπτύξει καλυτέραν δρᾶσιν. Ὁ Ὀργανισμὸς Τουρισμοῦ ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὰ γράμματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει τὴν ἄνοιξιν ὁ Μελετίου διὰ παροχὴν πληροφοριῶν εἶναι πάρα πολλὰ καθημερινῶς καὶ ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν μένει ἀναπάντητον καὶ χωρὶς νὰ συνοδεύηται ἀπὸ προπαγανδιστικὸν ὑλικόν. Οὕτως ἡ Ἑλλάς, σχεδὸν ἀδαπάνως, ἔχει μίαν παράστασιν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιτίμων Προξένων εἶναι σχεδὸν ἀδύνατον νὰ ἔχῃ. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, κύριε Βασιλᾶτο, καὶ μὲ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα προσεκόμισα καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδιάψευστα, διότι δὲν ὁμιλῶ ἐγὼ μόνον, ὁμιλοῦν τὰ κείμενα, ὁμιλοῦν οἱ ἴδιοι οἱ Ἰταλοὶ τοῦ 1945, περὶ τοῦ ποῖος ὑπῆρξεν ὁ πρωτεργάτης τῆς στάσεως τῶν Ἑλλήνων αἰχμαλώτων διὰ νὰ μὴ ἐργασθοῦν εἰς τὰ ἀνθρακωρυχεῖα, δὲν ἠδύνασθο νὰ εἴπητε τὰ ὅσα εἴπατε. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι ἄνθρωπος, διὰ τὸν ὁποῖον, λόγῳ καταπληκτικῆς δράσεως, ὑπῆρξαν τοιαῦται βεβαιώσεις, εὑρέθη σήμερον ἐκτεθειμένος ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου, μὲ κατηγορίαν, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ συντρίψῃ οἱονδήποτε. Καὶ δι’ αὐτό, ὄχι μόνον, ὡς Ὑπουργὸς προϊστάμενός του, ἀλλὰ καὶ ὡς Ἕλλην πολίτης, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσκομίσω ἐνώπιόν σας ὅλας αὐτὰς τὰς ἀποδείξεις, ὥστε ἀφοῦ ὑπῆρξεν ἡ κατηγορία, νὰ ὑπάρχῃ, ὅπως νομίζω, καὶ ἡ συντριπτικὴ ἀπάντησις. Κύριοι, φοβοῦμαι, ὅτι συνεχῶς περισσότερον καταβιβάζομεν τὴ ὑπόστασιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ λάμπῃ ἡ ἀλήθεια, ἔχει καλῶς, ἐὰν δὲν εἶναι, εἶναι τρομακτικόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ λάμπῃ ἡ ἀλήθεια, χρησιμοποιοῦμεν, ὅμως, στοιχεῖα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀνεξέλεγκτα καὶ ἐλαφρῶς διατυπώνομεν τοιαύτας ἀπιστεύτους καὶ βαρυτάτας κατηγορίας, δὲν ἐξυπηρετοῦμεν οὔτε τὴν ἠθικήν, οὔτε τὸ ἠθικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἐάν, ὅπως τὸν βλέπω ἀκόμη διατεθειμένον, θελήσῃ ὁ κ. Βασιλᾶτος νὰ διεξαχθῇ περισσοτέρα συζήτησις, θὰ ἀπαντήσω καὶ δι’ ἄλλων στοιχείων. Τὸ θεωρῶ ὑποχρέωσιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσω νὰ σπιλώνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἕνας ἄμεμπτος καὶ ἡρωϊκὸς Ἕλλην, ὅμοιοι τοῦ ὁποίου ὀλίγοι ὑπῆρξαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς. (Χειροκροτήματα).
§197Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δικαιολογημένη εἶναι ἡ θέρμη καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὲρ τοῦ Μελετίου. Δὲν ἤκουσα, ὅμως, ὅτι θὰ ἐπιβάλῃ κυρώσεις, ἀφοῦ κατοικεῖ μονίμως εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ Λίνος.
§198Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶχε δηλώσει δι’ ὡρισμένας ἐμπορικάς του ὑποθέσεις, ἄλλην κατοικίαν εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐὰν δὲν κατοικῇ μονίμως εἰς τὸ Μιλᾶνον, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ τὸν ἀπολύσω καὶ θὰ ἐπιβάλλω κυρώσεις.
§199Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἀποδέχομαι τὴν δήλωσιν αὐτὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν ἐπιβολὴν κυρώσεων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ εὐθύνην, ὅμως, καὶ ὁ Μελετίου, ἀφοῦ ὁ Λίνος εἶναι κάτοικος Ἀθηνῶν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀμφισβητῇ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα προσεκόμισα. Ὅταν ἐζήτησα τὸν φάκελλον τοῦ Μελετίου, αὐτὰ τὰ ἀβάσιμα στοιχεῖα κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν, τὴν καταγγελίαν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Παπαγεωργίου νὰ συλληφθῇ δι’ ἀντεθνικὴν δρᾶσιν, τὸ ἔγγραφον τοῦ Κρασσαδάκη, τὸ ἔγγραφον Βλαστάρη τῆς καταδίκης, δὲν τὰ εὑρῆκα. Οὔτε καὶ αἱ καταγγελίαι τοῦ Βλαστάρη, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει καταδίκην ἐπὶ ὑπεξαιρέσει καὶ ἄλλην καταδίκην 20 ἡμερῶν φυλάκισιν, δι’ ἄδικον ἐπίθεσιν, εὑρέθησαν εἰς τὸν φάκελλον. Πῶς αὐτὴ ἡ ἀναμφισβήτητος καταδίκη δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ λευκὸν ποινικὸν μητρῷον; Ἀλλά, διότι ἐγεννήθη ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, τὸ Ποινικὸν Μητρῷον εἶναι ἀτελές. Καὶ ἀπόδειξις τρανή, ὅτι ἐγὼ προσάγω ἀπόσπασμα τῆς ὑπ’ ἀριθ. 31808 τοῦ 1939 καταδικαστικῆς ἀποφάσεως. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ διὰ τὴν καταδίκην του ἐπὶ ὑπεξαιρέσει καὶ ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθοῦν. Καίτοι εἰς οὐδεμίαν δίκην δοσιλόγων παρέστην, ἐκτὸς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πραγματικῶν ἀθώων, γνωρίζω πῶς ἐλαμβάνοντο τὰ πιστοποιητικὰ τοῦ Ἀλεξάντερ καὶ ἀπὸ ἐκείνους ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν εἰς τὰ ὀχυρὰ τῶν Γερμανῶν. Μὲ ἐπλησίασε πλούσιος ἔμπορος κατηγορούμενος, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐζήτησε νὰ τοῦ κάμω τὸ σχέδιον τῶν βεβαιώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγοῦντο ἀπὸ τὸν Ἀλεξάντερ καὶ ἀπ’ αὐτὸ συνάγεται πῶς ἐλαμβάνοντο αἱ βεβαιώσεις αὗται. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοηθοῦν, ὅμως, τὰ Ἑλληνικὰ κείμενα. Καὶ ἀφοῦ ἦτο δεκανεύς, διατὶ ὀνομάζεται ἡρωϊκὸς λοχίας καὶ διατὶ μετεφέρθη εἰς τὸ Ναυτικόν; Μήπως διὰ νὰ μὴ ἀνακαλυφθῇ ἡ δρᾶσις του εἰς τὴν ξηράν, ὅπου θ’ ἀνεγνωρίζετο ὡς αὐτόμολος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐπέδειξε πλήρως τὴν ἡρωϊκήν του δρᾶσιν. Δι’ αὐτὸ ἐξακολουθοῦν νὰ παραμένουν ὅλαι αἱ βαρεῖαι ὑποψίαι καὶ δὲν κατώρθωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποκρούσῃ τὰς κατηγορίας. Διατὶ ἐπαύσατε ἕναν γηραιὸν καὶ τετιμημένον Πρόξενον, μὲ ἀνεγνωρισμένην πατριωτικὴν δρᾶσιν; Καὶ διατὶ ἐξήρατε τὴν δρᾶσιν τοῦ Μελετίου; Ἐπ’ αὐτῶν δὲν ἐδώσατε ἐξηγήσεις. Διατὶ ἐδείξατε τοιαύτην ἐκδικητικότητα πρὸς τὸν τετιμημένον αὐτὸν γηραιὸν Πρόξενον; Ἀλλὰ ἰδοὺ τί λέγουν τὰ ἔγγραφα. Ἠρνήθητε ἀπὸ ἐκδικητικότητα νὰ τοῦ ἀπονείμητε τὴν ὑπεσχημένην εὐαρέσκειαν καὶ ἠναγκάσατε τὸν κ. Καυταντζόγλου νὰ τὸν συγχαρῇ προσωπικῶς. Ἰδοὺ ἡ ἐπιστολή του: «Ἀριθ. πρωτ. 183. Ἐν Ρώμῃ τῇ 19 Ἰανουαρίου 1959 Φίλε Κύριε Λοβέρδο, Συνεπείᾳ ὁδηγιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὸ πρόσφατον ταξείδιόν μου εἰς Ἀθήνας, εὑρίσκομαι μετὰ λύπης εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος περὶ οὗ ἡ ἀπὸ 7 παρελθόντος Νοεμβρίου ἐπιστολή μου, εἰς ἣν εὐηρεστήθητε νὰ ἀπαντήσητε τὴν 7ην τοῦ ἰδίου μηνός. Τὸ Β. Ὑπουργεῖον θὰ ἐπεθύμει νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος περὶ ἀπαλλαγῆς ὑμῶν ἐκ τῶν καθηκόντων σας, ἅτινα τόσον εὐόρκως ἔχετε ἐκπληρώσει, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων περὶ ὁρίου ἡλικίας. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον μοὶ ἀνετέθη νὰ συστήσω ὑμῖν ὅπως ὑποβάλητε τὴν παραίτησίν σας, τῆς ὁποίας ἡ ἀποδοχὴ θὰ συνωδεύετο διὰ τῆς ἀπονομῆς ὑμῖν ἀνωτέρας τιμητικῆς διακρίσεως καὶ ἐκφράσεως εὐαρεσκείας διὰ τὰς παρασχεθείσας ὑπηρεσίας σας. Ἐν ἀναμονῇ ὑμετέρας ἀπαντήσεως, ἵνα ἀνανεχθῶ ἀναλόγως πρὸς τὴν προϊσταμένην μου Ἀρχήν, παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. Γενικὲ Πρόξενε, ὅπως δεχθῆτε τὴν ἔκφρασιν τῶν αἰσθημάτων μου ἰδιαιτέρας ἐκτιμήσεως καὶ εἰλικρινοῦς φιλίας.
ΚΛ. ΣΥΝΔΙΚΑΣ
Ἀξ. Κ. Χ. Λοβέρδον Γενικὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος Μιλᾶνον».
«ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ
ΤΗΛΕΤΥΠΟΝ
ΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ
Ἀριθ. Πρωτ. 2494 ΡΩΜΗ Ἡμερομηνία Ὥρα
Ἐλήφθη τῇ 1.9.1959 1.9.1959
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Διὰ Διεύθυνσιν Προσωπικοῦ Εἰς ἐκτέλεσιν χθεσινῆς τηλεφωνικῆς ὑμῶν ἐντολῆς ἀνακοινῶ κατωτέρω ἐπιστολὴν ὑπ’ ἀριθ. 2231 ἀπὸ 30 Ἰουνίου, ἣν ἀπηύθυνεν ὁ Πρέσβυς κ. Συνδίκας πρὸς τὸν ἄμισθον Γενικὸν Πρόξενον Μιλάνου κ. Λοβέρδον περὶ δημοσιεύσεως Β.Δ. ἀπαλλαγῆς ἀπὸ καθηκόντων του. «Ἐντολῇ τοῦ Β. Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω ὑμῖν ὅτι διὰ Β. Διατάγματος ἀπὸ 17ης Μαΐου 1959, δημοσιευθέντος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 90 Φ.Ε.Κ. τῆς 30ῆς Μαΐου 1959 τεῦχος Γʹ, ἀπηλλάγητε τῶν καθηκόντων σας ὡς ἀμίσθου Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Μιλάνῳ. Ἡ Β. Πρεσβεία διετάχθη ὡσαύτως ὅπως καλέσῃ ὑμᾶς ἵνα παραδώσητε τὸ ταχύτερον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Προξενείου εἰς τὸν διορισθέντα νέον Γεν. Πρόξενον Θ. Μελετίου, παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς ὅπως συμμορφωθῆτε πρὸς τὴν ἀνωτέρω ἐντολὴν τὸ βραδύτερον μέχρι τῆς 15ης Αὐγούστου. Ἐπὶ τούτοις, ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἐκφράσω τὰς προσωπικάς μου εὐχαριστίας διὰ τὴν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐν Ρώμῃ ὑπηρεσίας μου ἁρμονικὴν καὶ φιλικὴν μεθ’ ὑμῶν συνεργασίαν.
ΚΑΥΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ».
Κατηγγέλθη ἀπὸ τὸν Ἀντισυνταγματάρχην Παπαγεωργίου, ὅτι ὁ Μελετίου συνειργάσθη μὲ τοὺς Ἰταλοὺς μέχρι τῆς καταρρεύσεως τῶν Ἰταλῶν. Βεβαίως, ἡ Κ.Υ.Π. ἔφερε μίαν γνωμάτευσιν, ἀλλὰ ἐντολῇ τίνος ἐδόθη αὐτὴ ἡ γνωμάτευσις; Διατί δὲν μᾶς λέτε, μήπως καὶ ἡ ὑπόδειξίς σας, μήπως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ κάμουν καὶ εἰς βάρος μας φακέλλους; Ὁ Διαμαντόπουλος δέχεται, ὅτι ἐκτελοῦσε χρέη διερμηνέως εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ὁ Παπαγεωργίου τὸν κατήγγειλεν εὐθέως, ὅτι συνειργάσθη μὲ τοὺς Ἰταλούς. Μήπως καὶ σεῖς τότε εἴχατε ἄλλας ἀντιλήψεις, ὅτι πρέπει νὰ τὰ ἔχωμεν καλὰ μὲ τοὺς Ἰταλούς; Διότι βλέπω διωρισμένον ὡς βοηθὸν Προξένου τὸν υἱὸν Ἑβραίου, τὸν Εὐαγγελινόν, ὁ ὁποῖος συνεργάζεται μὲ τὸν Μελετίου. Καὶ ὅταν ἀπηυθύνθην εἰς ἕνα Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας καὶ τὸν παρεκάλεσα δι’ ὡρισμένας πληροφορίας διὰ τὸν Μελετίου, μοῦ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, διότι ἔχει διπλωματικὸν διαβατήριον. Ἑπομένως, δὲν γνωρίζομεν πόσας φορὰς ἐταξίδευσεν ὁ Μελετίου τὰ προηγούμενα ἔτη καὶ ἂν ἐταξίδευσε διὰ ἴδια συμφέροντα ἢ διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω αὐτόγραφον ἐπιστολήν σας πρὸς τὸν Φουρτουνάτο Ντανόν, ὁ ὁποῖος συνελήφθη ἀπὸ τὸν κ. Μανιαδάκην ὡς κατάσκοπος μόλις ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος, διότι ἐθεωρήθη ἄκρως ἐπικίνδυνος καὶ ὅταν κατελήφθη ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς καὶ ἦλθεν ὁ Τζελόζο, ἐπανῆλθεν ὁ Φουρτουνάτο Ντανὸν καὶ ἀνέλαβε τὴν ἐπιμελητείαν τοῦ Ἰταλικοῦ στρατοῦ καταδυναστεύσας τὴν Ἑλλάδα. Γράφετε, λοιπόν, εἰς αὐτὸν τὸν κατάσκοπον: «Ἀγαπητὲ φίλε, ὅταν θὰ πᾶτε στὴν Ἀθήνα, σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεφωνήσητε στὸν ἀδελφόν μου. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἂν ἤρχετο ἕνας παλαιὸς φίλος διὰ νὰ παραγγείλω στὸ σπίτι μου». Ἀπὸ αὐτὸ δικαιοῦμαι νὰ ἔχω ὑποψίας, ὅτι ὑπῆρχαν καὶ οἰκογενειακαὶ σχέσεις, ἀφοῦ γράφετε χαιρετισμοὺς καὶ στὴν Καν Ντανόν. Ὅταν σεῖς εἴσασθε ὅμηρος καὶ αὐτὸς κατεδυνάστευε τὴν Ἑλλάδα, πῶς ἀλληλογραφούσατε μὲ ἕνα κατάσκοπον καὶ ἕνα μεγάλον τροφοδότην τοῦ Ἰταλικοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος κατεδυνάστευσε καὶ ἔπραξε τὰ πάντα εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλά, ἔχομεν καὶ τὴν ἐμπλοκὴν τῆς γνωστῆς ὑποθέσεως Μερκαντίλε. Ἐκλήθητε τότε νὰ δώσητε ἐξηγήσεις μαζὶ μὲ τὸν κ. Τσάτσον. Καὶ ὅταν παρεπέμφθη ὁ φίλος σας Ντανὸν εἰς τὸ πενταμελὲς Ἐφετεῖον ἐπὶ ἀπάτη εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος διὰ 500.000 δολλάρια, τὸ γνωστὸν σκάνδαλον Μερκαντίλε, ἐξεδίδετο ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ ἀναστέλλουσα τὴν δίωξίν του. Ἡ Κυβέρνησις κ. Ὑπουργέ, ἐκείνη εἶναι δυνατὸν νὰ παρεσύρθη, διότι ὁ Ντανὸν ἐχάρισε τὰς 80.000 δολλάρια δηλαδὴ τοὺς τόκους, σεῖς ὅμως ποὺ ἐγνωρίσατε τὸν ἄνδρα αὐτόν, πῶς ἐθέσατε τὴν ὑπογραφήν σας ὑπὸ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ πῶς διεπραγματεύθητε μὲ ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπον καὶ ἀνεστείλατε τὴν δίωξίν του; Γνωρίζετε ὅτι ἕνεκα τοῦ ἰδικοῦ σας λάθους καὶ τοῦ λάθους τοῦ κ. Τσάτσου, ἐπληρώσαμεν 480.000 δολλάρια. Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ Θ. Μελετίου, ὁ ὁποῖος καὶ ἐκεῖνος συνειργάσθη τόσον πολὺ μὲ τοὺς Ἰταλούς, ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι, ἐγύρισε τὸ φύλλο καὶ εἰργάσθη κατὰ τῶν Γερμανῶν διὰ νὰ ἔχῃ μερικὰ ντοκουμέντα ὅταν ἀντελήφθη ὅτι ὁ Ἄξων ἔχανε τὸν πόλεμον; Κύριε Ὑπουργέ, ἐγὼ ὑπερηφανεύομαι διότι διὰ τῶν ἐνεργειῶν μου καὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου προσπαθῶ νὰ προστατεύσω τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον βαρέως ἔχει τραυματισθῆ μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους χρησιμοποιεῖτε ὡς προξένους. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μητακίδης).
§200Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι δι’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βασιλᾶτος, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξ ἴσου δεκτικὰ ἀποστομωτικῆς ἀπαντήσεως. Ὁ κ. Βασιλᾶτος ἐπεξέτεινε πλέον φανερὰ τὴν ἐπίθεσιν καὶ προσωπικῶς ἐναντίον μου, θεωρῶν ἔγκλημα ὅτι ἀπέστειλα φιλικὴν ἀλλ’ ἀόριστον ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Ντανόν, τὴν ὁποίαν ἐπιστολὴν ὁ Ντανὸν εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ φυλάξῃ καὶ νὰ δημοσιεύσῃ ἐν φωτοτυπίᾳ. Βαρύ, σαφὲς καὶ λεπτομερὲς στοιχεῖον κατηγορίας. Ποῦ κατήντησεν ἡ λασποθηρεία. Ἡ λεπτότης δὲν φοβεῖται καμμίαν λεπτομέρειαν τῆς ἀληθείας καὶ οὕτω θὰ σᾶς ὁμιλήσω, ὥστε νὰ συναγάγετε τὰ συμπεράσματά σας, ὅπως τὰ ἰδικά του συνήγαγεν ὁ κ. Βασιλᾶτος. Εἰς τὴν Ἰταλίαν μετεφέρθημεν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐμείναμεν δύο μῆνας εἰς τὴν Β. Ἰταλίαν. Μετὰ μετεφέρθημεν εἰς στρατόπεδα συγκεντρώσεως εἰς τὴν Ν. Ἰταλίαν ὅπου ἐμείναμεν ἓξ μῆνας, ὁπότε μετεφέρθημεν πάλιν εἰς Β. Ἰταλίαν. Εἴμεθα ἀκριβῶς 100 καὶ σχεδὸν ὅλοι οἱ συνεξόριστοί μου, ἢ μᾶλλον ἀπὸ τοὺς 100 τοὐλάχιστον οἱ 95, εὐφήμως θὰ ὡμίλουν περὶ τῆς δράσεώς μου καὶ περὶ τῆς διαγωγῆς μου ἀπέναντι τῶν Ἰταλῶν ἐντὸς καὶ ἀργότερον ἐκτὸς τοῦ Στρατοπέδου. Εἰς τὴν Β. Ἰταλίαν ἐμείναμεν ὑπὸ τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται CONFINO LIBERO, δηλαδὴ ἐλεύθεροι εἰς χωρίον ἀνὰ ὁμάδας 10–15 ἐξόριστοι, δίδοντες τὸ παρὸν εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Ἐκεῖ μὲ ἐπεσκέφθη μίαν ἡμέραν ἕνας φίλος τοῦ κ. Ντανόν, μὲ τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον οἰκογενειακὰς σχέσεις. Ἁπλῶς κάποτε, ποὺ εἶχε χρειασθῆ πολὺ νέος διὰ λόγους ὑγείας νὰ μείνω εἰς τὴν Κηφισίαν, εἶχα μείνει εἰς τὸ αὐτὸ ξενοδοχεῖον μὲ αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του καὶ εἴχομεν μίαν γνωριμίαν. Δὲν ξεύρω πῶς ἐπληροφορήθη, ἴσως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἀσφαλείας τῆς Ἰταλίας, τὸν τόπον τῆς παραμονῆς μου. Μοῦ παρήγγειλε λοιπὸν ὅτι ἐπειδὴ μαθαίνει ὅτι εἶμαι κρατούμενος εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν μου διὰ νὰ μὲ βοηθήσῃ. Ἠρνήθην τὴν βοήθειαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔκτοτε ἦτο φανερὸν ὅτι ἡ Ἰταλία θὰ κατέρρεε καὶ προητοίμαζον μὲ μερικοὺς φίλους τὴν δραπέτευσιν, τοῦ ἔγραψα μίαν ἐπιστολὴν διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ κτυπήσω τὴν πόρταν του κατὰ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐδραπέτευον. Καὶ πράγματι ὅταν ἐδραπέτευσα, τὴν πρώτην πόρταν ποὺ ἐκτύπησα ἦτο αὐτή. Καὶ ὅταν δραπετεύσῃ κανείς, καὶ μάλιστα διὰ νὰ κάνῃ τὴν δρᾶσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἐντροπή, ἂν δὲν ἔχῃ καμμίαν πόρταν νὰ κτυπήσῃ, νὰ κτυπήσῃ τὴν πόρτα καὶ ἑνὸς ἐχθροῦ ἀκόμη ὥστε νὰ εὕρῃ ὕστερα τὴν ὁδὸν διὰ τῆς ὁποίας θὰ δράσῃ. Καὶ πράγματι ἐδραπέτευσα ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν συνθηκολόγησιν τῆς Ἰταλίας. Μετὰ ἀρκετὰς περιπετείας κατέληξα εἰς τὴν Ρώμην καὶ χάρις εἰς τὸ ὅτι εἶχα αὐτὴν τὴν μίαν καὶ μόνην πόρταν νὰ κτυπήσω εἰς τὴν Ρώμην κατώρθωσα νὰ κινηθῶ τὴν πρώτην ἡμέραν καὶ μετὰ νὰ ἔλθω εἰς ἐπαφὴν πρῶτον μὲ τοὺς ἀδελφοὺς Βούλγαρη καὶ μετὰ μὲ τὴν μυστικὴν ὀργάνωσιν τοῦ Ἰταλικοῦ κομμουνιστικοῦ Κόμματος καὶ τῆς DIMOCRATIA CRISTIANA καὶ εἰς τὸ τέλος μὲ τοὺς Ἄγγλους τοῦ Βατικανοῦ. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ ἱστορία αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν εὑρίσκει ὁ κ. Βασιλᾶτος, διὰ νὰ συναγάγῃ τὰ κάκιστα καὶ ἀνακριβῆ συμπεράσματά του. Διότι ἐναντίον τῶν Ἰταλῶν καὶ τὸ γνωρίζει ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία, ἐπολέμησα καὶ πολὺ πρὶν συλληφθῶ, τόσον ὥστε ἀκριβῶς νὰ συλληφθῶ ἐκ τῶν πρώτων κατὰ τὴν κατοχήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιστολή, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει τὰς ὑποψίας, ἔχων βέβαια τὴν καλωσύνην καὶ τὴν ἀνωτερότητα νὰ μὴ λαμβάνῃ καμμίαν κατηγορηματικὴν θέσιν, καὶ νὰ ὑποψιάζεται μόνον, ὅτι ἐναντίον τῶν Ἰταλῶν, ἤμην εὐμενὴς καὶ μόνον τοὺς Γερμανοὺς ἐθεώρουν ὡς ἐχθρούς. Μὴ λάβετε καὶ σεῖς θέσιν ἐπὶ τῶν ὑποψιῶν, ἀλλὰ ὑποψιασθῆτε καὶ σεῖς τὶ συμβαίνει. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ θέμα τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἐνώχ. Διατὶ τονίζει, τόσον πολύ, ὁ κ. Βασιλᾶτος τὰ περὶ υἱοῦ τοῦ Ἐνώχ; Οἱ Ἰσραηλῖται Ἕλληνες δὲν ἔχουν ἴσα δικαιώματα μὲ τοὺς ἄλλους ἐν Ἑλλάδι; Τοὺς θέτομεν εἰς ἥσσονα μοῖραν; Τοὺς περιφρονοῦμεν; Ὁ ἡρωϊκὸς συνταγματάρχης Φριζῆς δὲν θὰ εἶναι ἴσος μὲ ἡμᾶς, ἀλλὰ θὰ τὸν κατονομάζωμεν υἱὸν τοῦ Μωϋσέως, τοῦ Ἰσαὰκ ἢ τοῦ Ἐνώχ; Ὄχι, κύριοι, ἔχει ἀπολύτως ἴσα δικαιώματα ὁ Ἕλλην Ἰσραηλίτης καὶ δὲν μὲ ἐπηρεάζει καθόλου ἡ θρησκεία. Ἄλλα μὲ ἐπηρεάζουν. Ἐὰν δὲν εἶναι κάτοικος Μιλάνου, τότε ἀσφαλῶς χρειάζονται κυρώσεις. Καὶ ὡς πρὸς τὸ διαβατήριον, σᾶς λέγω, ὅτι οἱ ἐπίτιμοι Πρόξενοι δὲν ἔχουν διπλωματικὰ διαβατήρια, οὔτε ὑπηρεσιακά. Πρὸ ὀλίγου ἀκριβῶς ἔστειλα ὑπάλληλον εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν ὅπου παρατίθεται γεῦμα, καὶ εὑρίσκεται ὁ ἁρμόδιος Πρεσβευτὴς διὰ τὰ διαβατήρια, μοῦ ἀπήντησε δὲ ὅτι δὲν ἔχει ὁ κ. Λίνος οὔτε διπλωματικὸν οὔτε ὑπηρεσιακὸν διαβατήριον. Αὔριον θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐλέγξω τὸ πρᾶγμα καὶ ἀπὸ τοὺς καταλόγους. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀσχέτως αὐτοῦ, οὔτε τὸ διπλωματικόν, οὔτε τὸ ὑπηρεσιακὸν διαβατήριον, δίδει δικαίωμα μὴ ἐρεύνης τῶν ἀποσκευῶν. Καὶ διὰ ταξιδιώτην, ἔχοντα διπλωματικὸν διαβατήριον, δικαιοῦται ὁ τελωνειακὸς ὑπάλληλος νὰ κάμῃ ἔρευναν τῶν ἀποσκευῶν, ἰδίως δὲ ἂν ἔχῃ τὴν ὑποψίαν ὅτι ταξιδεύει διεξάγων λαθρεμπόριον. Ποῦ εὑρέθη λοιπὸν ἐν πρώτοις τὸ διπλωματικὸν διαβατήριον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει; Ποῦ εὑρέθη ὁ τελωνειακός, ὅστις δὲν γνωρίζει τὰ καθήκοντά του καὶ δὲν ἐνεργεῖ, καίτοι βεβαιοῖ γνῶσιν πολλῶν ταξιδίων καὶ ὑποψίαν λαθρεμπορίου; Ποῦ εὑρέθη ὁ τοιοῦτος συνδυασμὸς τῆς λάσπης; Ἀλλὰ ὅλα αὐτά, κύριοι, ἔγιναν, ὄχι διὰ τὴν τιμὴν αὐτοῦ τοῦ κυρίου, περὶ τοῦ ὁποίου ἔχω ἄριστα συστατικὰ ἐδῶ. Προσωπικῶς τὸν γνωρίζω ἐλάχιστα, ἔρχεται μίαν φορὰν τὸν χρόνον καὶ ὑποβάλλει τὰ σέβη του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, φαίνεται ἀξιοπρεπὴς καὶ συμπαθής. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν, κύριοι, ὄχι τόσον διὰ νὰ βλαβῇ ὁ, ἐξ ὅσων γνωρίζω, εὐϋπόληπτος Ἰσραηλίτης Ἕλλην πολίτης —καίτοι τὰ λεχθέντα περὶ ἀθεμίτου συναγωνισμοῦ γεννοῦν ὑποψίας— ἀλλὰ ἔγιναν πρωτίστως διὰ νὰ βλαβῇ ὁ Μελετίου καὶ διὰ τοῦ Μελετίου ἐγώ. Καὶ λυποῦμαι διότι, παρ’ ὅλα ὅσα προσεκόμισα, ὁ κ. Βασιλᾶτος ἐξακολουθεῖ νὰ ὁμιλῇ περὶ δοσιλόγου ἀνθρώπου. Προσεκόμισα κείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτου κύρους. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι κἄποιο κῦρος πρέπει νὰ ἔχουν καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ ναυάρχου ἢ τοῦ στρατηγοῦ Ἀλεξάντερ. Ἀλλὰ ἐδῶ σᾶς προσεκόμισα ἔγγραφα συντριπτικά, ἀκόμη καὶ ἔγγραφα Ἰταλικῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως, ἐκδοθέντα εἰς χρόνον ἐντελῶς ἀνύποπτον, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὡμιλοῦσαν περὶ ἑνὸς ἀγνώστου εἰς ὅλους μας καὶ ἀσήμου αἰχμαλώτου, ἔγγραφα τὰ ὁποῖα, δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι τὰ κατέθεσα, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα λέγουν, ὅτι κατώρθωσε νὰ κρύψῃ τὰ ἀντιϊταλικά του αἰσθήματα, κατώρθωσε νὰ χρησιμοποιηθῇ παρ’ ἡμῶν τῶν Ἰταλῶν, διὰ νὰ εἶναι ὁ χειρότερος ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος μᾶς πολεμεῖ καὶ κάνει ἀντίδρασιν ἐναντίον μας. Καὶ αὐτόν, μὲ τοιαύτας μαρτυρίας τοῦ ἐχθροῦ, ἐπιμένετε, κ. Βασιλᾶτο, νὰ ἐπικρίνετε; Παρ’ ὅλα αὐτὰ τὰ κείμενα, παρὰ τὸ βιβλίον τοῦ Ἄγγλου Συνταγματάρχου, παρὰ τὰς ἐπιστολὰς τοῦ Ἄγγλου Στρατηγοῦ καὶ τοῦ Ἄγγλου Πρέσβεως παρὰ τὰ κείμενα τῶν Ἰταλῶν, δύνασθε νὰ λέγετε αὐτὰ τὰ φοβερὰ πράγματα, νὰ ἐπιμένετε καὶ νὰ νομίζετε ὅτι εἶσθε ἐν τάξει, προσθέτων ὅτι δὲν ἀναλαμβάνετε εὐθύνην, ἀλλὰ φαίνεται νὰ εἶναι δοσίλογος; Ὄχι κύριοι, εἶναι, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω ἐπισήμως, ἔντιμος, ἡρωϊκὸς καὶ ἐξαίρετος Ἕλλην καὶ τοῦτο προκύπτει ἀπὸ κείμενα μὴ δεκτικὰ ἀμφισβητήσεως. Ἠπόρησεν ὁ κ. Βασιλᾶτος, διατὶ ἔγινεν ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ. Μοῦ δίδει μίαν εὐκαιρίαν, διὰ νὰ τὸ διαλευκάνω καὶ αὐτό. Ὁ Θεόδωρος Μελετίου κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κατοχῆς, ἔδρασεν ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ πρὶν ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μαζί μου, ὅσον ὀλίγοι ἄνθρωποι ἔδρασαν εἰς τὴν Ἰταλικὴν ἀντίστασιν. Συνειργάσθη μὲ Ἰταλικὰς ὀργανώσεις καὶ μὲ Ἀγγλικὰς ὀργανώσεις ἀντιστάσεως εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἶναι εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ὠργάνωσαν τὸ ταξίδι τοῦ Στρατάρχου τῆς Ἀεροπορίας Νίμ, ἀπὸ τὴν Στραπατένταν ἡ ὁποία εὑρίσκεται δυτικῶς τῆς Φλωρεντίας, μέχρι τῶν Ἀνατολικῶν ἀκτῶν τῆς Ἰταλίας, ὅπου ἦλθεν ὑποβρύχιον καὶ τὸν ἐπῆρε. Τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἐγνώριζαν ὅλοι ὡς ἱκανὸν καὶ θαρραλέον, τὸν ἐζήτησεν ἡ Ἀγγλικὴ Στρατιωτικὴ Διοίκησις, μόλις ἦλθεν εἰς τὴν Ρώμην. Τὸν ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν μας τοῦ Καΐρου καὶ παρεκάλεσε νὰ τὸν ἐπιστρατεύσῃ, νὰ τοῦ ἀπονείμῃ, εἰ δυνατόν, κἄποιον βαθμὸν ἀξιωματικοῦ καὶ νὰ τὸν θέση εἰς τὴν διάθεσίν της. Καὶ οὕτως ἦλθεν ἐξ Αἰγύπτου, ἐντολῇ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεστρατεύετο μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ Ἐπικούρου Ἀνθυποπλοιάρχου καὶ ἐτίθετο εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Ἄγγλων, εἰς τὸ δεύτερον γραφεῖον, δηλ. τὸ γραφεῖον πληροφοριῶν, ὑπηρέτησε μέχρι τέλους καὶ ἐδόθη εἰς αὐτὸν φύλλον ἀπολύσεως τῆς 20ῆς Δεκεμβρίου 1945, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπολυτηρίου φύλλου ἐβεβαιοῦτο, ὅτι (τὸ ἐπιδεικνύει καὶ ἀναγινώσκει) «κατὰ τὴν ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ ὑπηρεσία του ἐπεδείξατο διαγωγὴν ἐξαίρετον καὶ ἱκανότητα ἀρίστην». Κύριοι, τὰ κείμενα τὰ ἀδιαμφισβήτητα ὡμιλοῦσαν πάντοτε περὶ ἐξαιρέτου ἤθους καὶ ἀρίστης ἱκανότητος. Τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ πληροφοριῶν ἢ ἐξ ἀντιζηλειῶν λέγουν, ὅτι ἐπληροφορήθημεν τοῦτο καὶ ἐπληροφορήθημεν ἐκεῖνο. Συγκρίνατε τὰς δύο πηγάς, συγκρίνατε τὸ περιεχόμενον αὐτῶν καὶ κρίνατε τὸν ἄνθρωπον. Κρίνατέ τον ὡς Ἕλληνες καὶ αὐστηρῶς. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Βασιλᾶτος, διατὶ τότε αὐταὶ αἱ καταγγελίαι; Διατὶ ἔγιναν καὶ αἱ καταγγελίαι ἐναντίον σας; Καὶ ἄφηκε καὶ πολλὰ ὑπονοούμενα ἐναντίον μου, περὶ τῶν ὁποίων, βεβαίως, δὲν θὰ μακρυγορήσω.
§201Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὑπονοούμενα ὄχι. Ἐγὼ εἶμαι σαφὴς πάντοτε.
§202Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω δύο λέξεις περὶ τοῦ πῶς καὶ διατί, αὐταὶ αἱ κατηγορίαι. Εἰς τὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως, κύριοι, καὶ εἰς τὰς φυλακάς, ὅσοι ἐπὶ κατοχῆς ἐπέρασαν ἀπὸ αὐτάς, γνωρίζουν, ὅτι λόγῳ τοῦ χαρακτῆρος τῶν Ἑλλήνων, σχεδὸν πάντα, ἐδημιουργήθησαν ἐχθρότητες καὶ ὀξύτητες καὶ ὀξύτητες ὄχι αἱ τυχοῦσαι. Ὅσον καὶ ἂν φαίνεται περίεργον, εἰς τὴν ἰδικήν μου φυλακὴν καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μου στρατόπεδον συγκεντρώσεως εἶχα ἀρίστας σχέσεις μὲ ὅλους, πλὴν ἐλαχίστων. Ἐκ τῶν 100 οἱ 50 ἦσαν κομμουνισταί, ἀπὸ τοὺς πλέον φανατικούς, διότι ὑπήρξαμεν ἡ πρώτη ὁμάς, ποὺ συνελήφθη ἐν Ἑλλάδι. Εἶχα ἀρίστας σχέσεις καὶ μὲ αὐτοὺς ἀκόμη πλὴν ἑνός. Μὲ τοὺς ἄλλους ἤμην πολὺ φίλος καὶ ἀκόμη π.χ. συναντῶ καὶ ἐπικοινωνῶ μὲ τὸν κουνιάδον τοῦ Καραγεώργη Ἀργύρην Ἀγριγιαννάκην ἢ τὸν καθηγητὴν Σουκαρᾶν, τὸν ὁποῖον ἐπῆγα καὶ ἐπεσκέφθην ἄρρωστον καὶ ἀπόβλητον εἰς ἕνα χωρίον πέραν τῶν Ἀπεννίνων, ὅπου ἐπῆγα σουλφαμίδες, χρήματα καὶ ρουχισμόν. Εἶχον ὅμως τὴν ἐχθρότητα ὀλίγων ἰδικῶν μας ἐθνικοφρόνων. Χωρὶς σοβαροὺς εἰδικοὺς λόγους προεκάλεσα φανατικὴν ἐχθρότητα αὐτῶν τῶν ὀλίγων. Διατί; Ἁπλούστατα νομίζω διότι εἶναι ἴδιον πολλῶν Ἑλλήνων νὰ φιλονικοῦν. Τὸ ἴδιον συνέβη καὶ εἰς τὸν κ. Μελετίου καὶ εἰς ἐμέ. Ὅταν ἀπηλευθερώθημεν ἐλησμόνησαν ὅτι τοὺς συντηρήσαμεν μερικοὺς μῆνας, διότι τοὺς συντηρούσαμε ὅλους, ἐπικινδύνως ἐργαζόμενοι διὰ λογαριασμὸν τῶν Ἄγγλων ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἔδιδον χρήματα εἰς τὴν Ἑλβετικὴν Πρεσβείαν διὰ νὰ λαμβάνουν παρ’ αὐτῆς ἐπιδόματα οἱ Ἕλληνες οἱ ὁποῖοι εἶχον δραπετεύσει. Παρὰ ταῦτα μερικοὶ μᾶς ἐπετέθησαν μὲ διαφόρους καταγγελίας. Καὶ ἐπειδὴ τὰς καταγγελίας αὐτὰς δὲν τὰς ἐφοβούμην καὶ δὲν τὰς φοβοῦμαι, τὰς ἀνέφερα σχεδὸν ἐν πλάτει εἰς τὸ βιβλιάριόν μου τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βασιλᾶτος. Καὶ τὰς ἀνέφερα ἀκόμη περισσότερον καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον. Διεχειρίσθην ὄντως κύριοι κατὰ τὴν περίοδον τῆς δραπετεύσεώς μου μᾶλλον σημαντικὰ ποσά. Εἶχον ἐντολὴν τῆς ὁποίας καὶ τὰ κείμενα ἔχω, τοῦ Ἄγγλου Πρέσβεως, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι «λόγῳ τῶν κινδύνων ποὺ συνεπάγεται ἡ ἐργασία σας δὲν θὰ κρατήσετε ἀποδείξεις τῶν δαπανῶν τὰς ὁποίας κάμνετε». Γνωρίζων ὅμως τὸ φιλοκατήγορον τοῦ Ἕλληνος, γνωρίζων τὴν μῆνιν ὡρισμένων συνεξορίστων μου ἐκράτησα ἀποδείξεις διὰ κᾶθε χιλίας λιρέττας ποὺ διέθεσα διὰ κᾶθε ἔνδυμα ἢ ζεῦγος ὑποδημάτων. Καὶ ταξιδεύων ἀνὰ τὴν Ἰταλίαν ὁλόκληρον μετέφερα κρυμμένα εἰς τὸ αὐτοκίνητον τὰ πειστήρια τοῦ «ἐγκλήματος», τὰ ὁποῖα ἠδύναντο καὶ ἐκτέλεσίν μου ἀκόμη νὰ προκαλέσουν. Καὶ τὸ ἔκαμα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ δύναμαι νὰ ἀπολογηθῶ. Οὕτω, ὅταν τελείωσε ἡ περιπέτεια ἐζήτησα ἔλεγχον ὁ ὁποῖος διεξήχθη ἐντολῇ τοῦ τότε Ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος κ. Ἐξηντάρη ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν μακαρίτην Κομνηνόν, ἀπὸ τὸν ἐπίσης ἀπελευθερωθέντα κρατούμενον Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν Λαμπρακόπουλον, καὶ ἀπὸ τὸν Σύμβουλον τῆς Πρεσβείας Σγουρδαῖον. Ἔκαμαν λοιπὸν οὗτοι ἔλεγχον καὶ εὑρέθησαν ὅλαι αἱ δαπάναι δικαιολογημέναι πλήρως ὡς καὶ ἕνα ποσὸν 360.000 λιρεττῶν εἰς μετρητά. Τὰ μετρητὰ αὐτὰ ἦσαν εἰς τὴν πραγματικότητα ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἀποδείξεις ἀλλὰ ἐδανείσθην ἀπὸ ἐν Ρώμῃ ἐξαιρέτους ἀνθρώπους τοὺς ἀδελφοὺς Βούλγαρη, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι δὲν εἶχα ἀποδείξεις αὐτῶν διὰ μικρὸν μέρος τῆς τόσον ἐπικινδύνου διαχειρίσεώς μου. Αὐτὴν τὴν δρᾶσιν κύριοι, ὁ μὲν κ. Παπασταύρου, διὰ γνωστοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ἐπενεργοῦν ἐφ’ ὅσον ζῇ, θὰ τὴν ἀγνοῇ καὶ θὰ τὴν παρουσιάζῃ ὡς κατάχρησιν. Δὲν θὰ δυνηθῇ ὅμως νὰ προσάψῃ τίποτε, ἀπολύτως τίποτε, διότι καθ’ ὅλην τὴν κατοχὴν τόσον διὰ τὸν εὐϋπόληπτον καὶ ἐξαίρετον φίλον μου κ. Μελετίου ὡς καὶ δι’ ἐμὲ ὑπῆρξε μόνον δρᾶσις πατριωτική, καὶ ὑπῆρξε ἀνταπόκρισις πλήρης εἰς τὸν παλμὸν τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο παλμὸς ἡρωϊσμοῦ καὶ τιμῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Θανόπουλος).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὸ ὀλίγου, ἐξ αἰτίας τῶν γνωστῶν ἐπεισοδίων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἐλέχθη ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, ὅτι πρέπει νὰ τηροῦμεν αὐστηρῶς τὸν Κανονισμόν. Παρατηρῶ μετὰ λύπης μου, ὅτι τρεῖς ἐξακολουθεῖτε μὲ αὐτὴν τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν συνεχίζεται νὰ μὴ τηροῦμεν τὰ συμφωνηθέντα.
§204Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὡμίλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διετύπωσεν εἰς τὸν λόγον του τὴν ἑξῆς βαρυτάτην φράσιν ἐναντίον μου, ὅτι ἐγὼ ὁμιλῶν καὶ διακόπτων κατασπιλώνω τὴν ὑπόληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὰς ὑπολήψεις τῶν συνεργατῶν του. Εἶναι δι’ ἐμὲ μία βαρυτάτη μομφὴ αὐτὴ τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον. Παρεκάλεσα τὸν κ. Μίχα, προεδρεύοντα τὴν στιγμὴν ἐκείνην, νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Βασιλάτου νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ μὲ παρεκάλεσεν ὅπως ὁμιλήσω μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Βασιλάτου, καίτοι ἐπρόκειτο περὶ προσωπικοῦ ζητήματος καὶ προηγούμην κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Παπασταύρου, νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν ἐντελῶς φιλικήν. Κάθε φορὰ ποὺ ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μεταφέρετε ἕνα πνεῦμα ἀντιδικίας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τὸ Προεδρεῖον. Σᾶς δίδω τὸν λόγον, χωρὶς νὰ δημιουργήσητε λόγους προσωπικούς, διότι ἐὰν προκαλέσητε τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ δημιουργήσητε προσωπικὸν ζήτημα, θὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον.
§206Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ μομφὴ τὴν ὁποίαν προσῆψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς ἐμέ, δὲν μοῦ ἀνήκει. Διότι ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν ἠδυνάμην νὰ τοῦ προσάψω βαρεῖαν μομφήν, καὶ δὲν τὸ ἔκαμα. Μοῦ ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ ὅταν τὸ 1946 ἤμην Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μοὶ ἐστάλη ἔγγραφον ἀπὸ τὸν Διοικητὴν Ἀσφαλείας μὲ συνημμένον ἔγγραφον τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῷ Ἀϊζενχάουερ, εἰς τὸ ὁποῖον περιείχοντο βαρεῖς χαρακτηρισμοὶ ἐνατίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς καταχρασθέντος τὰ χρήματα τῶν Ἑλλήνων Ὁμήρων καὶ διασκεδάζοντος μὲ αὐτὰ εἰς Ἰταλίαν, συνεργαζόμενος καὶ συναναστρεφόμενος μὲ τὸν Δ)ντὴν τῆς Ἀστυνομίας τῆς Ρώμης. Ὅταν εἶδον τὸ ἔγγραφον αὐτό, τὸ ἐκράτησα, καὶ ἐφ’ ὅσον μοῦ δίδει ἀφορμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τὸ φέρω εἰς τὴν Βουλήν. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπέθεσα ὅτι ὁ κ. Ἀβέρωφ ἦτο Ἠπειρώτης καὶ εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ τὸν προστατεύσω καὶ δι’ αὐτὸ ἐπῆρα τὸ ἔγγραφον αὐτό, τὸ ὁποῖον κρατῶ εἰς τὸ γραφεῖον μου. Δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ὁ ἀδελφός του εἶχεν ἐκδώσει βιβλίον τὸ 1940 μὲ τὸ γενεαλογικὸν δένδρον τοῦ Γεωργίου Ἀβέρωφ, χωρὶς νὰ ἀναφέρεται εἰς αὐτὸ ἡ οἰκογένεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔφερε τὸ ἐπώνυμον ἑνὸς μεγάλου Ἠπειρώτου καὶ ἐθεώρησα χρέος μου νὰ τὸ κρατήσω καὶ νὰ μὴ τὸ στείλω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔχει γίνει εἰς τελείως ἀνύποπτον χρόνον. Τὸ ἔτος 1946. Διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἀνατρέπονται ἄρδην ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν περὶ τῆς δράσεώς του ἐν Ἰταλίᾳ ὁ κ. Ἀβέρωφ. Ὁ κ. Ἀβέρωφ εἶπεν ἀκόμη, σεῖς τὶ ἐκάματε κατὰ τὴν κατοχήν; Τὸ εἶπον καὶ θὰ τὸ ἐπαναλάβω, ὅτι κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς δὲν συνειργάσθην οὔτε μὲ τοὺς Ἰταλούς, οὔτε μὲ τοὺς Γερμανούς, οὔτε μὲ τὸ ΕΑΜ.
§207Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Ἀγοράσατε κατὰ τὴν κατοχὴν δύο σπίτια.
§208Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ψεύδεσθε, κ. συνάδελφε, διότι ἕνα ἀκίνητον εἶχον ὡς προικῶον εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ τὸ ἐπώλησα διὰ νὰ ζήσω κατὰ τὴν κατοχήν. Μὲ τὰ χρήματα ποὺ πῆρα, ἠγόρασα τρόφιμα καὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα, ἐπειδὴ δὲν εὕρισκα ἐδῶ ἀκίνητον, ἠγόρασα δι’ ἀντιπροσώπου εἰς τὰ Ἰωάννινα. Ἐάν, κ. συνάδελφε, δὲν φέρετε τὰ ἀκριβῆ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὅσων ἰσχυρίζεσθε, δὲν εἶσθε ἔντιμος ἄνθρωπος.
§209Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Ὁ κ. Παπασταύρου εἶναι βουλευτὴς ἐπιχείρησις. Ἀσχολεῖται μόνον μὲ αὐτὰ τὰ πράγματα.
§210Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέτε, κ. συνάδελφε, εἶναι ψευδέστατον καὶ ἀνέντιμον καὶ ὀφείλετε νὰ φέρετε στοιχεῖα. Ἄν δὲν φέρετε, δὲν θὰ εἶσθε ἔντιμος ἄνθρωπος.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε, κ. Παπασταύρου, πῶς ἐξειλίχθησαν τὰ πράγματα; Τελειώνετε, παρακαλῶ.
§212Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Ἀρτοποιεῖα ἔχετε; Ἔχετε εἰς τὸ ὄνομα τῆς συζύγου σας, τοῦ ἐξαδέλφου σας; Εἶσθε βουλευτὴς ἐπιχείρησις.
§213Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κάμετε λάθος, κ. συνάδελφε, ἀπὸ ὅ,τι ἀνεφέρατε ὡς ἐπιχειρήσεις, δὲν ἔχω τίποτε. Ὅ,τι ἔχω καὶ δὲν ἔχω εἰς περιουσίαν, τὰ ἔχω μὲ τὸν κόπον μου, δὲν τὰ ἀπέκτησα ἐπὶ κατοχῆς, οὔτε εἰς βάρος τοῦ δημοσίου. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος παραφέρεται, ἔχων τὴν προστασίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διατυπώνει ἀνακριβείας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι καὶ ἡ οἰκογενειακή μου ἀνατροφὴ καὶ ἡ ἐπιστημονική μου κατάρτισις καὶ ἡ ἐν γένει σταδιοδρομία μου, δὲν δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε νὰ εἴπῃ τι εἰς βάρος μου. Ἐὰν θέλετε, παρακαλῶ νὰ συσταθῇ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἀσχοληθῇ καὶ μὲ ἐμὲ καὶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μὲ τὸν κ. συνάδελφον, διὰ νὰ ἀποκαλυφθῇ τὶ ἔκαμεν ὁ καθεὶς καὶ τὶ ἔφτιαξε κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συντομεύετε, κ. Παπασταύρου.
§215Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ μὲ ἀκούσητε μέχρι τέλους τῆς ὁμιλίας μου καὶ νὰ μὲ προστατεύσητε. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὶ ἔκαμα ἐγὼ κατὰ τὴν κατοχήν, ἔκαμα ὅ,τι ἔκαμε πᾶς τίμιος Ἕλλην. Συνέστησα Ἠπειρωτικὴν ἐπιτροπήν, μετὰ τῆς ὁποίας συνελέγαμεν χρήματα, τὰ ὁποῖα διεχειρίζοντο ἄλλοι ἐπιστήμονες Ἠπειρῶται καὶ τὰ ὁποῖα ἐστέλναμεν εἰς τοὺς ὑποφέροντας εἰς Ἤπειρον συμπατριώτας μας. Αὐτὴ ἦτο ἡ δύναμίς μας καὶ αὐτὰ ἐπεβάλλετο νὰ κάμωμεν. Δὲν εἴχομεν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ συνεργασθῶμεν μὲ τοὺς Ἰταλούς. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς μὲ τὴν Πολιτείαν ἑνὸς ἑκάστου, ἡ πραγματικὴ ἱστορία σημειώνει τὶ ὁ καθεὶς ἔχει κάμει. Καὶ ἐκεῖνο ποὺ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀσφαλῶς εἶναι εἰς τὴν ἱστορίαν. Δυστυχῶς, τὰ ὑπηρεσιακὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε διαψεύδουν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπόψε, ὅτι δῆθεν ἦτο ὁ ὀργανωτὴς τῆς ἀντικατασκοπείας κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς ἐν Ἰταλίᾳ.
§216Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, εἰλικρινὰ λυποῦμαι δι’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν καὶ εἰλικρινῶς λυποῦμαι ὅτι ἔχομεν νὰ προσκομίζωμεν στοιχεῖα διὰ νὰ ἀποδεικνύωμεν ὅτι εἴμεθα ἔντιμοι καὶ ὅτι εἴμεθα καλοὶ πατριῶται. Λυποῦμαι διότι καταβιβάζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ἐπίπεδον τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων. Λυποῦμαι διότι τὸ Κοινοβούλιον τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν ὡραιότερον θεσμὸν τῆς Δημοκρατίας μειοῦται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ χάνει τὴν ὑπόληψίν του. Θὰ ἀπέφευγα ἐντελῶς τὴν ἀπάντησιν, ἀλλὰ δυστυχῶς λέγονται πράγματα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν ἐντυπώσεις καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ παραμείνουν ἀναπάντητα. Ὁ κ. Παπασταύρου ἔκαμε δύο νέους ὑπαινιγμούς, ὁ εἷς ὅτι συνειργάσθην μὲ τοὺς Ἰταλοὺς ὡς Νομάρχης, καὶ ὁ δεύτερος ὅτι ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ Στρατηγείου τοῦ Ἀϊζενχάουερ τὸ ὁποῖον ἔκρυψεν ἀλλὰ τώρα θὰ ἀποκαλύψῃ. Ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια. Ὑπῆρξα Νομάρχης Κερκύρας τὸν Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον τοῦ 1941, καὶ διωρίσθην διότι ἠτύχησαν οἱ δύο προηγούμενοι Νομάρχαι καὶ μὲ ἐζήτησαν οἱ ἴδιοι οἱ Κερκυραῖοι, τῇ ὑποδείξει τοῦ μακαρίτου Ζαβιτσιάνου. Οἱ Ἰταλοὶ κατέλαβον τὴν Κέρκυραν τὴν 28ην Ἀπριλίου. Ἤμουν εἰς τὸ γραφεῖον μου τὴν ὥραν τῆς καταλήψεως καὶ εἶχον συγκεντρώσει ἐκεῖ ὅλας τὰς ἀρχάς. Ἦλθον εἰς τὸ γραφεῖον μου οἱ Ἰταλοὶ καὶ ἔγιναν μερικαὶ σκηναὶ τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω, ἀλλὰ διὰ τὰς ὁποίας εἶμαι πολὺ ὑπερήφανος καὶ τὰς ὁποίας γνωρίζουν ὅλοι οἱ Κερκυραῖοι, τινὲς τῶν ὁποίων καὶ ἔγραψαν σχετικῶς. Ὅταν τελικῶς διέταξαν νὰ συνεχίσουν ὅλοι τὴν ἐργασίαν των εἰς τὰς θέσεις των, ἐδήλωσα ἐνώπιον τῶν παρευρισκομένων ἀρχῶν τῆς Κερκύρας, ὅτι ὅλοι θὰ συνεχίσουν ὡς διεθνῶς εἴθισται ὑπὸ καθεστὼς κατοχῆς, πλὴν ἐμοῦ. Εἰς ἐρώτησίν των διατί, ἀπήντησα, διότι ἐγὼ δὲν ἤμην κανονικῶς δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλ’ ἐκπροσωπῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία συνεχίζει τὸν πόλεμον ἐναντίον των καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπηρετήσω ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ἐχθροῦ. Τὴν ἀπάντησιν τὴν ἤκουσαν οἱ πάντες. Καὶ ἦσαν τοὐλάχιστον 25 δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὁ Δεσπότης, ὁ Δήμαρχος, ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων καὶ τῆς Χωροφυλακῆς. Εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Νομάρχου Κερκύρας ἔγινε τότε μία σκηνὴ μεγάλης βιαιότητος καὶ κατόπιν αὐτοῦ ἀνέλαβε τὴν Νομαρχίαν ὁ Δ)ντὴς τῆς Νομαρχίας κ. Μακρόπουλος. Ἐγὼ παρέμεινα ὑπὸ παρακολούθησιν ἐπὶ δύο μῆνας καὶ εἰς τὸ τέλος μὲ ἔδιωξαν, διότι ὁ λαὸς προέβαινεν εἰς ἐκδηλώσεις, ὁπουδήποτε ἐμφανιζόμουν. Δὲν ὑπῆρξα οὕτω ἐν ὑπηρεσίᾳ ὑπὸ τοὺς Ἰταλοὺς οὐδὲ μίαν ὥραν, οὐδὲ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας. Ὡς πρὸς τὸ περίφημον ἔγγραφον ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐπρόφθασε νὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Παπασταύρου νὰ μὲ διαφυλάξῃ κατὰ τὴν δεκαπενθήμερον ὑφυπουργίαν του, θὰ σᾶς εἴπω τὰ ἑξῆς εὐτράπελα: Τὸ ἔχει δημοσιεύσει ἐπανειλημμένως εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν εἰς τὸν ἠπειρωτικὸν τύπον, ὥστε νὰ τὸ γνωρίζω ἄριστα. Ὑπογράφεται ἀπὸ κἄποιον ὀνόματι Φιλικόν. Πρόκειται δὲ περὶ ἑνὸς Ἑλληνοαμερικανοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ, ὅστις ὑπέγραφεν ἄλφα νὶ κάθετος ἦτα σῖγμα, καὶ οὕτω φθηνὴν φαντασίαν ἔχων ἔγινεν ἀν)ης ἴσον ἀντισυνταγματάρχης. Οὗτος, ὡς πρώτη δόσις, ἐξεπέμφθη ἀπὸ τὸ Γραφεῖον τοῦ κ. Ἐξηντάρη, διότι ἐπῆγε νὰ τοῦ κάμῃ τὸν δάσκαλον περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ ἡγῆται τῆς ἀντιπροσωπείας. Μετὰ τὸν ἀπέπεμψεν ἐκτὸς τοῦ γραφείου του ὁ Ι. Μελισσινὸς πλοίαρχος Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπροσωπείας. Μετὰ τρίτη δόσις, τὸν ἐπέταξα καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸ γραφεῖον μου, ἀλλὰ τὸν ἐπέταξα μὲ τὴν ζωηρότητα τῆς ἡλικίας ἐκείνης, ἂς τὸ εἴπω μαλακά, μὲ κἄποιαν ὀξύτητα. Αὐτὸς ὁ ἐξηγμένος ὅστις, ὡς ἔλεγεν ὑπηρέτει εἰς τὸ Στρατηγεῖον τοῦ Ἀϊζενχάουερ, πράγματι ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν εἰς τὸ ἐπιτελεῖον τὸ Ἑλληνικὸν εἰς τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ὁ ἐπίκουρος ὑποπλοίαρχος Ἀβέρωφ ἀντὶ νὰ κοιτάζῃ τοὺς Ἕλληνας αἰχμαλώτους γλεντοῦσε εἰς τὰ κέντρα τῆς Ρώμης τρώγων τὰ χρήματα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπίτηδες ἐκρατοῦντο εἰς τὸ στρατόπεδον, ἀντὶ νὰ εἶναι ἐλεύθεροι. Φυσικὰ ἀρνοῦμαι νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς κατηγορίας αὐτῆς.
§217Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐδόθη ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Γραμματίδην, δὲν θέλω νὰ ὑπεισέλθω ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι πιθανῶς ἴσως νὰ ἦτο δικαιολογημένος ὁ κ. συνάδελφος, διότι δὲν γνωρίζει πῶς εἰσάγονται οἱ ἀσθενεῖς εἰς τὰ νοσοκομεῖα. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐξαιρετικοῦ συναδέλφου, τοῦ κ. Βρυώνη, τὸν ὁποῖον γνωρίζω καὶ ὁ ὁποῖος προσέφερεν ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ἔθνος, δὲν θὰ ἤθελα νὰ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις ὅτι εἶναι ὁ Ὀμὲρ Βρυώνης. Εἶναι ἐξαιρετικὸς καὶ καλὸς ἐπιστήμων. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἕνας βαρύτατα ἀσθενὴς δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὸ Κ.Α.Τ., ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως εἰσῆλθεν αὐθημερὸν καὶ ἐνοσηλεύθη εἰς τὸ Γενικὸν Κρατικὸν Νοσοκομεῖον. Εἶναι ἴσως θέμα γενικωτέρας πολιτικῆς ὄχι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, τοῦ ὁποίου θέματος πρέπει κἄποτε νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τὸ πῶς θὰ νοσηλεύωνται οἱ βαρέως ἀσθενεῖς. Ἔχω πληροφορίαν ὅτι ἄλλος βουλευτὴς ἐπῆρεν εἰσιτήριον δι’ ἄλλο νοσοκομεῖον. Πάντως ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. Βρυώνης εἶναι ἐξαιρετικὸς ἐπιστήμων διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἰατρικὸς κόσμος τρέφει τὴν καλυτέραν ἐκτίμησιν.
§218Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Διαμαντόπουλον, διότι γνωρίζω τὸν ἄνδρα καὶ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαιρετικοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐπιστήμονος.
§219Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἔχετε δίκαιον, ὅτι ὁ λόγος ἐδόθη παρὰ τὸν Κανονισμόν. Εἶναι μία παρατυπία. Δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς λόγους εὐνοίας, ἀλλὰ εἰς λόγους λεπτότητος ἔναντι συναδέλφου μου, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ ἐκδηλώνει δημοσία παράπονα ἐναντίον μου. Δὲν θὰ ἤθελα ἑπομένως νὰ νομίσῃ ὅτι ἐγὼ καταχρῶμαι τῆς ἰδιότητός μου ὡς Προέδρου διὰ νὰ τὸν ἐμποδίσω νὰ ὁμιλήσῃ. Ὀφείλεται ἑπομένως εἰς ἁβρότητα τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλή.
§220Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ καθ’ ὅ ὀλίγον Λαρισαῖος, ἂν καὶ εἶμαι Ἠπειρώτης, γνωρίζω καὶ τιμῶ τὸν κ. Γραμματίδην καὶ ἐκτιμῶ καὶ τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον εἶχε διὰ τὸν ἀσθενῆ συμπολίτην του. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ εἴπω ἐκ μέρους τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως, ὅτι βαθυτάτη ἐκτίμησις περιβάλλει τὸν κ. Βρυώνην διὰ τὴν ἀφοσίωσίν του πρὸς τὸ καθῆκον.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βασιλάτου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§222ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, Νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 12.00′ μ.μ.)