| 1557 | 7.614.720 | Ἔτος | 1947 | 14.856.290 | Ἔτος | 1948 | |
| 1558 | 19.871.669 | » | 1949 | 29.367.451 | » | 2950 | |
| 1559 | 28.972.826 | » | 1951 | 32.000.000 | » | 1952 | |
| 1560 | 80.000.000 | » | 1953 | 97.232.074 | » | 1954 | |
| 1561 | 108.101.986 | » | 1955 | 109.385.151 | » | 1956 | |
| 1562 | 116.136.445 | » | 1957 | 115.116.965 | » | 1958 | |
| 1563 | 114.513.752 | » | 1959 | 118.582.342 | » | 1960 | |
| 1564 | 120.082.199 | » | 1961 | 126.029.063 |
1963.02.28
2.128 στίχοι · 15.945 λέξεις · 1 πίνακας · 57 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57η
Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 1963
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Θανόπουλος). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Κύριοι βουλευταί, εἰς μίαν τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος, συζητουμένου τοῦ θέματος τοῦ προσωπικοῦ τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὑπεστηρίχθη ὑπὸ συναδέλφων, ὅτι μία δικογραφία εἰς τὸ Λασήθιον εἶχεν ἐξαφανισθῆ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὸ Σῶμα ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον διαβιβάζει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Λασηθίου. Ἀριθ. πρωτ. 22.309. «Πρὸς Τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Ἐν συνεχείᾳ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως ἐξ ἀφορμῆς καταγγελίας περὶ ἀπωλείας δικογραφίας ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ Πρωτοδικείου Λασηθίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀποστείλωμεν ἐν ἀντιγράφῳ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 576 ἐ.ἔ. τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Λασηθίου.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ»
«ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ
179 Νεαπόλεως Ὑπερεπεῖγον. Ἀρ. 576. Ὑπουργὸν Δικαιοσύνης, Ἀθήνας. Ἀναφέρω ὅτι ποινικὴ δικογραφία ἐφ’ ἧς ἐξεδόθη ὑπ’ ἀριθ. 74 2ας Δεκεμβρίου 1946 βούλευμα Συμβουλίου Εἰδικοῦ Δικαστηρίου Δοσιλόγων Λασηθίου εὑρίσκεται ἀρχεῖον Πρωτοδικείου Λασηθίου. Εἰσαγγελεὺς Λασηθίου Νικόλαος Ποσαντζῆς».
«ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ
424 Παρίσι Πρόεδρον Βουλῆς Ἀθήνας Δηλῶ, δὲν συμμετάσχω συζητήσεων Ἐπιτροπῆς καὶ ὁλομελείας Βουλῆς, πρὸς ἀναθεώρησιν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων Συντάγματος, ἀρνούμενος δικαίωμα τοῦτο παράνομον Κυβέρνησιν καὶ νόθον πλειοψηφίαν Βουλῆς. Συντριπτικὴ πλειοψηφία λαοῦ ἀξιοῖ ἐπιτακτικῶς σύγκλησιν συντακτικῆς συνελεύσεως πρὸς μεταβολὴν μορφῆς πολιτεύματος, καθιερωμένης Ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας. Βουλευτὴς Η. Μπρεδήμας». Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Περρωτῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4249)1962 Ν. Δ. «περὶ αὐξήσεως τῆς Βασιλικῆς Χορηγίας καὶ τῆς χορηγίας τῆς Α.Β.Υ. τοῦ Διαδόχου». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Παπαγεωργίου, Γ. Οἰκονομόπουλος, Κ. Παπαδόπουλος καὶ Π. Γυιόκας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 173)1962 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ διαρρυθμίσεως τοῦ ἐφ’ ἅπαξ προσθέτου εἰδικοῦ τέλους ἐπιβατικῶν αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως τὸ πρῶτον τιθεμένων εἰς κυκλοφορίαν ἐν Ἑλλάδι». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Τσακιρίδης, Σ. Περτσινίδης, Χ. Τσορλίνης, Α. Τριανταφύλλου καὶ Σ. Παπαδάκης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Δ)τος τῆς 14.11.1956 «περὶ ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἰσολογισμῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 46652) 2097 τῆς 3.12.1956 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορίου καὶ τοῦ Β. Δ)τος τῆς 14.9.1957, «περὶ προσαρμογῆς τῶν ἰσολογισμῶν τῶν ἑταιρειῶν μὲ κεφάλαιον εἰς ξένον νόμισμα». Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Χ. Παπασταύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου Ἁγίου Δημητρίου Δεραμίτσης αἰτουμένου οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ ἐκ πλημμυρῶν καὶ σεισμῶν δονήσεων διαρραγέντος Ἱεροῦ Ναοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Μεμέτ, Δούκα, Χασὰν κλπ. κατοίκων Διδυμοτείχου αἰτουμένων τὴν στεγαστικὴν των ἀποκατάστασιν. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Συνεταιρισμοῦ Ἀνθείας, αἰτουμένου ἀποζημίωσιν πληγέντων παραγωγῶν ἐκ δυσμενῶν καιρικῶν συνθηκῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ἀναφορὰν Βιομηχανικῶν Κλάδων Πλεκτικῆς Φανελοποιΐας καὶ Καλτσοποιΐας Ἀθηνῶν, αἰτουμένων τὴν μὴ ἐπέκτασιν τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Μισθωτῶν Κλωστοϋφαντουργίας (ΤΕΑΜΚ) εἰς τοὺς ὡς ἄνω κλάδους κλπ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 30551)21.2.63 ἐγγράφου του ἀνακοινοῖ ὅτι παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας Ἑλλάδος καὶ Ἐθνικὴν Κτηματικὴν διὰ τὴν χορήγησιν δανείου μέχρι ποσοῦ δρχ. 2.000.000 εἰς τὸν Οἰκοδομικὸν Συνεταιρισμὸν Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Θεσσαλονίκης. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Ε. Σκορδίλης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἠλεκτροτεχνιτῶν Πειραιῶς, αἰτουμένης ἐπαναπρόσληψιν ἀπολυθέντων ἐκ τῶν ἐργοστασίων λιπασμάτων ἠλεκτροτεχνιτῶν. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Βόλου, αἰτουμένου ἀνάκλησιν διαταγῆς Διοικήσεως ΣΕΚ περὶ μεταφορᾶς πρὸς ἐπισκευὴν τεσσάρων αὐτοκινηταμαξῶν ἐκ Βόλου εἰς Πειραιᾶ ἐπὶ τῷ τέλει χρησιμοποιήσεώς των εἰς περιοχὴν Πελοποννήσου, ἀποστερουμένου οὕτω αὐτῶν τοῦ Σιδηροδρομικοῦ Δικτύου Θεσσαλίας. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συν)σμοῦ Σάκκου, αἰτουμένου ἀναγνώρισιν ἁρμοδιότητος τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐν λόγῳ Κοινότητος ἐπὶ τοῦ Γεωργικοῦ κλήρου της. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Ἀγροτικοῦ Συλλόγου Νομοῦ Ἕβρου, αἰτουμένου καταβολὴν ὑπὸ ΟΓΑ ἀποζημιώσεων κ.λ.π. εἰς πληγέντας ἐκ δυσμενῶν καιρικῶν συνθηκῶν παραγωγούς. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συν)σμοῦ Λουτροῦ, αἰτουμένου πλήρη ἀποζημίωσιν ὑπὸ Ο.Γ.Α. τῶν πληγέντων ἐκ παγετοῦ μελῶν του. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Πτυχιούχων Ἐργοδηγῶν–Τεχνικῶν Βοηθῶν Δημ. Τεχν. Σχολῆς Ἀλεξανδρουπόλεως, αἰτουμένης τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 61) 62 Ὑπουργικοῦ ἀποφάσεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ὁμοσπονδιακοῦ Ὀργανισμοῦ Παλαιῶν Πολεμιστῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένου τροποποίησιν ἐπὶ τὰ βελτίῳ τῆς κειμένης περὶ προστασίας παλαιῶν πολεμιστῶν νομοθεσίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος κ. Δ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Γ. καὶ Ι. Καραγιάννη κ.λ.π., κατοίκων Τραχειᾶς Ἀργολίδος, αἰτουμένων ἀποζημίωσίν των διὰ τὴν ὑπὸ Γερμανῶν καὶ Ἰταλῶν ἀφαίρεσιν αἰγοπροβάτων των. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Χ. Ρουχωτᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν σταφιδικῶν Ὀργανισμῶν Ληξουρίου, αἰτουμένων οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν σταφιδεργατῶν καὶ σταφιδεργατριῶν ὡς καὶ ἀπάλειψιν προϋποθέσεων καὶ συμψηφισμοῦ τῶν τυχὸν λαβόντων ἔκτακτον βοήθημα κατὰ τὰς ἑορτὰς Χριστουγέννων, καθ’ ὅσον λόγῳ τῆς μὴ ἐξαγωγῆς σταφιδοκάρπου εὑρίσκονται εἰς ἀθλίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνομολογήσεως λαχειοφόρου ἐσωτερικοῦ δανείου οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως δραχμῶν 1.500.000.000, ἐξοφλουμένου χρεωλυτικῶς ὑπὲρ τὸ ἄρτιον». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὑπελείποντο ἀκόμη ὡρισμένοι συνάδελφοι νὰ ὁμιλήσουν καὶ συνεφωνήθη νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου μὲ κἄποιαν μεγαλυτέραν ἄνεσιν. Διὰ τοὺς ἐγγραφομένους ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, δὲν θὰ ἰσχύσῃ ὅμως αὐτό. Ἡ ἐπελθοῦσα συμφωνία ἰσχύει μόνον διὰ τοὺς μέχρι τοῦδε ἐγγεγραμμένους. Βεβαίως, οὗτοι θὰ εἰσέλθουν κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς τὴν γενικωτέραν ἔρευναν, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομοι ἐφ’ ὅσον συζητοῦμεν τὸ ἄρθρον 1. Λοιπόν, κατὰ σειρὰν ἐγγραφῆς καλεῖται ὁ συνάδελφος κ. Α. Ἀντωνίου, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὸν λόγον.
§4Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Κύριοι βουλευταί, τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, πρόκειται νὰ διατεθῇ διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπενδύσεων. Ἑπομένως, συνάπτεται μὲ τὸ μέγα πρόβλημα τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας. Δι’ αὐτὸ ὀρθῶς ὁ κ. Ζορμπᾶς εἶπεν, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὴν εὐθύνην δι’ ὅσα ἀόριστα, ἀσύστατα καὶ ἀναρμόδια εἶχε τὴν εὐκαιρίαν, κατὰ τὴν ὁμιλίαν του ἐνώπιον τοῦ Σώματος, νὰ εἴπῃ. Βεβαίως, ἡ προσφυγὴ εἰς τὸν δανεισμὸν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλων παραγωγικῶν ἔργων δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκῃ ἀντίθεσιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Λογικὸν εἶναι, ὅπως ἡ ἐκτέλεσις συγκεκριμένων μεγάλων παραγωγικῶν ἔργων γίνεται διὰ δανεισμοῦ, ἡ δικαιοσύνη δὲ ἐπιβάλλει ὅπως μέρος τῶν δαπανῶν νὰ μετατίθηται εἰς τὰς μελλούσας γενεάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπολαύουν καὶ αὐταὶ τὸ ηὐξημένον εἰσόδημα ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, δοθείσης τῆς 20ετοῦς διαρκείας τοῦ δανείου, δὲν πρόκειται περὶ ἐπιβαρύνσεως τῶν μελλουσῶν γενεῶν, ἀλλὰ περὶ κλιμακώσεως τῶν βαρῶν εἰς τὴν παροῦσαν γενεάν. Διεπιστώθη, κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ἰδιαιτέρα περιποίησις τῶν πλουσίων φορολογουμένων, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται διὰ τῆς περαιτέρω μειώσεως τοῦ ποσοστοῦ τῶν ἀμέσων φόρων, ἐνῷ ἀντιθέτως τὸ ποσοστὸν τῶν ἐμμέσων φόρων, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνουν τὰς λαϊκὰς τάξεις, ηὐξήθη. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωκομένου δανείου, ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως μεταθέτει τὰ βάρη εἰς τὰς μελλούσας γενεάς, ἀλλ’ ἁπλῶς μεταθέτει τὰς δυσχερείας τῆς παρούσης στιγμῆς εἰς τοὺς διαδόχους της, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἄνετον ἄσκησιν ἐξουσίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπε τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ; Ἦτο ὑποχρεωμένος ἢ νὰ ἐπιβάλῃ νέαν φορολογίαν ἢ νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν δανεισμόν. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν εἰς τὴν δήλωσιν αὐτήν. Ἀπὸ τὴν πεῖραν, ὅμως, τοῦ παρελθόντος, δὲν δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν εἰς παρομοίας δηλώσεις. Τινὲς ὑπεστήριξαν, ὅτι διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας μας εἶναι δυνατὸν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν πληθωρισμόν. Ἀπὸ 17ετίας ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότησις τῆς χώρας πρέπει νὰ στηριχθῇ κυρίως εἰς τὴν νομισματικὴν σταθερότητα καὶ προσωπικῶς δὲν ἐπικροτῶ τὴν διὰ τοῦ πληθωρισμοῦ χρηματοδότησιν τῶν ἔργων. Ἐν τούτοις, ὑπάρχει καὶ ἡ εὐχέρεια χρηματοδοτήσεως παραγωγικῶν ἔργων χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κίνδυνος πληθωρισμοῦ διὰ λελογισμένης χρησιμοποιήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πέραν τῶν ἐσόδων αὐτοῦ. Δὲν διατρέχει κίνδυνον ἡ νομισματικὴ σταθερότης ὅταν γίνεται λελογισμένη χρηματοδότησις τῶν παραγωγικῶν ἔργων, δι’ ἑνὸς συνεπεία αὐτοῦ ἐλλειμματικοῦ προϋπολογισμοῦ. Θ’ ἀνεμένετο ἐκ τούτου, ὅτι θὰ ἤμην ὑπέρμαχος τοῦ νομοσχεδίου. Παρὰ ταῦτα, ἔχω ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις ὄχι τόσον διὰ τοὺς ὅρους, ὅσον διὰ τὸν προορισμὸν τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξοικονομηθοῦν διὰ τοῦ δανείου. Βεβαίως, ὁ τόκος εἶναι ὑπερβολικὸς ἐν σχέσει μὲ τοὺς τόκους ποὺ ἐπιτυγχάνουν ὅταν δανείζωνται ἄλλα Κράτη, προηγμένης οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Ἄλλοθεν ὁ κίνδυνος εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ καὶ καταστῇ ἡ τοποθέτησις τοῦ δανείου ἀντιοικονομική. Πρόκειται περὶ τῶν ὑπερβάσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὰ διάφορα ἔργα. Ὅταν εἰς τὰ κρατικὰ ἔργα σημειώνωνται αἱ γνωσταὶ ὑπερβάσεις, αἱ ὁποῖαι φθάνουν εἰς ἀπίθανα ποσοστά, ὅπως κατ’ ἐπανάληψιν κατηγγέλθη, εἶναι δυνατὸν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ διατεθῇ νὰ θεωρηθῇ παραγωγικόν; Αἱ ὑπερβάσεις αὐταὶ δὲν εἶναι μόνον πρόβλημα ἠθικῆς τάξεως, ἀλλὰ συνάπτονται καὶ μὲ τὸ τεράστιον πρόβλημα τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας, ἡ δὲ ἀδράνεια ἐπὶ τοῦ προκειμένου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐγκληματική. Ἡ Κυβέρνησις, παρὰ τὰς καταγγελίας διὰ τὰς καταπληκτικὰς ὑπερβάσεις, διατελεῖ εἰς μακαριότητα, χωρὶς νὰ ἐπιδεικνύῃ κατανόησιν πόσον ἐκ τῶν ὑπερβάσεων αὐτῶν διακυβεύεται τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα καὶ τὸ μέλλον τῆς χώρας. Βεβαίως, εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις εἶναι δυνατὸν νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὸν δανεισμὸν καὶ διὰ μὴ παραγωγικὰ ἔργα, ὅπως ὅταν πρόκειται π.χ. περὶ πολέμου ἢ θεομηνιῶν. Εἰς τὴν προκειμένην ὅμως περίπτωσιν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μὲ αὐστηρότητα ἐὰν οἱ ἐκ τοῦ δανείου πόροι θὰ διατεθοῦν διὰ παραγωγικὰ ἔργα. Εἰς 3 κατηγορίας διαιροῦνται τὰ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπενδύσεων, διὰ νὰ διαπιστωθῇ ἂν τὰ ποσὰ τῶν ἐπενδύσεων ἐμπίπτουν εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτήν. Ἐν πρώτοις, εἶναι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως διατίθενται διὰ παραγωγικὰς δαπάνας, ὅπως εἶναι τὰ ἐγγειοβελτιωτικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πράγματι συντελοῦν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ μία παρατήρησις ποὺ δύναται νὰ γίνῃ διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν διαθέτει διὰ τὰ ἐγγειοβελτιωτικὰ ἔργα ἐπαρκῆ ποσά. Καὶ μία ἄλλη παρατήρησις εἶναι, ὅτι τὰ προγραμματισθέντα ποσὰ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη δὲν διετέθησαν ἐξ ὁλοκλήρου δι’ αὐτὰ τὰ ἔργα. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει μία ἄνισος κατανομὴ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος εἰς βάρος τῆς ἀγροτικῆς τάξεως. Ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ηὐξήθη κατὰ 4%, τὸ ἀγροτικὸν εἰσόδημα ηὐξήθη μόνον κατὰ 1½. Διὰ λόγους λοιπὸν κοινωνικῆς δικαιοσύνης, θὰ πρέπει νὰ προσέξωμεν ἰδιαιτέρως τὴν ἀγροτικὴν τάξιν καὶ νὰ καταβάλλωμεν συντόνους προσπαθείας διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀγροτικοῦ εἰσοδήματος διαθέτοντες μεγαλύτερα ποσὰ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων. Ἄλλη κατηγορία δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐπενδύσεων, εἶναι αἱ δαπάναι δι’ ἔργα ἐμμέσου ἢ ἀμφιβόλου παραγωγικότητος. Διὰ τὰ ἔργα αὐτά, ὅπως εἶναι τὰ ἔργα ὁδοποιΐας, διατίθενται τὰ μεγαλύτερα κονδύλια. Διὰ τῶν ἔργων αὐτῶν δὲν ἐπιτυγχάνεται κατὰ τρόπον ἄμεσον ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου. Εἰς τὴν ἱεράρχησιν τῶν δαπανῶν, αἱ δαπάναι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔρχωνται τρίται καὶ τέταρται, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον κατὰ τὴν περίοδον τῶν Κυβερνήσεων τοῦ κ. Καραμανλῆ ἐκτελοῦνται ἔργα ὁδοποιΐας δι’ ἐπίδειξιν καὶ βιτρίναν. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἔργα ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα ἔχουν κἄποιαν σχέσιν μὲ τὴν παραγωγικὴν διαδικασίαν, αἱ σχετικαὶ δαπάναι δὲν θὰ πρέπει νὰ καλύπτωνται μὲ προσφυγὴν εἰς τὸν δανεισμόν. Δὲν εἶναι αὐτὴ μόνον ἰδική μου γνώμη. Εἶναι γνώμη τῶν γνωστῶν διακεκριμένων οἰκονομολόγων ἄλλων χωρῶν. Τρίτη κατηγορία δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπενδύσεων, εἶναι αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν καταναλωτικὴν μορφήν. Τὰ μεγαλύτερα ποσὰ καλύπτουν τοιαύτας δαπάνας. Πολλαὶ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἐκ πρώτης ὄψεως ἔχουν κἄποιαν ἔμμεσον σχέσιν μὲ τὴν παραγωγικὴν διαδικασίαν, εἶναι δαπάναι καταναλωτικῆς μορφῆς ἐπιβαλλόμεναι διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν κυρίως κομματικῶν ἐπιδιώξεων. Ὑπὸ τὰς συνθήκας λοιπὸν αὐτὰς ποὺ ἐμφανίζεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐπενδύσεων, ἐρωτᾶται ἐὰν θὰ πρέπει νὰ ἐγκρίνωμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον. Ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ σχεδίου τούτου προκύπτει, ὅτι ἐπικρατεῖ πλήρης σύγχυσις εἰς τὰς κυβερνητικὰς ἀπόψεις σχετικῶς μὲ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου. Ἀναγράφεται π.χ. εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τὸ ἑξῆς: «Βάθρον οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως ἀποτελεῖ ἡ βαθμιαία καὶ προοδευτικὴ ἐκτέλεσις τοῦ προγράμματος δημοσίων ἐπενδύσεων». Ἐρωτᾶται κατόπιν αὐτοῦ, πιστεύει ἢ ὄχι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ καθεστὼς τῆς φιλελευθέρας οἰκονομίας; Αἱ ἰδιωτικαὶ ἐπενδύσεις ὑπὸ τὸ καθεστὼς ποὺ διαβιοῦμεν παίζουν ὡς γνωστόν, τὸν πρωτεύοντα ρόλον διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου. Αἱ κρατικαὶ ἐπενδύσεις πρέπει νὰ ἔχουν ρόλον μόνον συμπληρωματικόν. Εἰς περιπτώσεις ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν τὰ ἔργα μὲ τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν ἢ ὅπου ὑπάρχει κίνδυνος δημιουργίας μονοπωλιακῶν, ὅτι ὁ ρόλος τοῦ Κράτους εἶναι ρεαλιστικὸς καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐκδηλοῦται ἡ κρατικὴ πρωτοβουλία. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅμως, ὅπως γνωρίζετε, ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐμφανίζεται ἀλλοπρόσαλλος, ὅπως π.χ. εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ διϋλιστηρίου. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἐδημιουργήθη ἕνα μονοπώλιον ἰδιωτικῆς μορφῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποβῇ εἰς βάρος τοῦ τόπου. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ ρόλος τοῦ Κράτους εἶναι ρεαλιστικὸς καὶ ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἐπεμβαίνῃ ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐκδηλοῦται ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία. Ἐὰν ὅμως ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτή, θὰ καταλήξωμεν εἰς ἕνα κυκεῶνα. Ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπε, περὶ τῶν τεχνικῶν δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζονται διὰ νὰ κινηθῇ ἡ κρατικὴ πρωτοβουλία εἰς τὰς παραγωγικὰς ἐπενδύσεις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, οὐδεμία ἀνταπόκρισις ὑπάρχει τῆς ἀρχῆς αὐτῆς καὶ ὡς πρὸς τὰ διατιθέμενα κονδύλια τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὰς παραγωγικὰς ἐπενδύσεις. Ποῦ παρενέβη, κ. βουλευταί, τὸ Κράτος διὰ νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν; Ἄλλα δυστυχῶς διακηρύσσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἄλλα ἐφαρμόζει ὁ Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ καὶ τελείως ἀντιθέτους ἀπόψεις ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιτυχία μας εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν ἐξαρτᾶται κατὰ 80% ἐκ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς ἐρωτᾶται, ἔχομεν σήμερον Κυβέρνησιν δυναμένην νὰ ἀξιοποιήσῃ τὰς δυνατότητας τῆς χώρας ἢ ἔχομεν Πύργον Βαβέλ; Ἀναμφιβόλως, διὰ τὴν κινητοποίησιν τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, ἐπιβάλλεται ἡ λῆψις μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ συντελέσουν εἰς τὴν κινητοποίησιν τῆς ἐπιχειρηματικῆς δραστηριότητος καὶ πρὸς τοῦτο θὰ πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβοηθήσουν τὴν ἐπιχειρηματικὴν δραστηριότητα. Βέβαιον εἶναι, ὅτι ἔχομεν τὸν ἐπιχειρηματικὸν δαιμόνιον τοῦ Ἕλληνος καὶ ἐὰν τοῦτο μέχρι σήμερον δὲν ἔχει ἐκδηλωθῆ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ἐλήφθησαν τὰ ἐνδεδειγμένα διὰ τὴν ὑποβοήθησιν τῆς ἐκδηλώσεώς του μέτρα. Καὶ ἤδη ἐρωτᾶται, μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, μήπως ἐμποδίζομεν τὴν ἐπιχειρηματικὴν δραστηριότητα, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλληνικὴ κεφαλαιαγορὰ εἶναι περιωρισμένων δυνατοτήτων καὶ ἐρχόμεθα ἐξ αὐτῆς νὰ ἀντλήσωμεν κεφάλαια, τὰ ὁποῖα συνεπεία τούτου νὰ τὴν δυσχεραίνωμεν περισσότερον. Ἐν συσχετίσει μὲ τὸ θέμα αὐτό, θὰ πρέπει νὰ εἴπωμεν δύο λέξεις καὶ διὰ τὸ θέμα αὐτό, θὰ πρέπει νὰ εἴπωμεν δύο λέξεις καὶ διὰ τὸ θέμα τῆς ἀποταμιεύσεως, διὰ τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ κομπάζει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ ἀποταμίευσις, κύριοι βουλευταί, δὲν ἀποτελεῖ πάντοτε σημεῖον οἰκονομικῆς προόδου καὶ δὲν εἶναι πάντοτε ὠφέλιμος. Ὑπάρχει ἡ στεῖρα ἀποταμίευσις καὶ ἡ παραγωγικὴ ἀποταμίευσις, διὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὴν διάκρισιν τοῦ μεγάλου οἰκονομολόγου Ρίτς. Ἡ στεῖρα ἀποταμίευσις εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν χαλάρωσιν τῆς παραγωγικῆς δραστηριότητος, ἐνῷ ἡ δημιουργικὴ ἀποταμίευσις, ἡ ὁποία τρέπεται πρὸς ἐπενδύσεις εἶναι ὠφέλιμος διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Ὅταν ἀποταμιεύωμεν ἕνα ποσὸν πρὸς ἀποθησαυρισμόν, εἶναι προφανές, ὅτι συντελεῖται χαλάρωσις τῆς παραγωγικῆς δραστηριότητος. Ὅταν ὅμως ἡ ἀποταμίευσις αὐτὴ στρέφεται πρὸς τὰς ἐπενδύσεις, τότε ἡ χαλάρωσις ἐξουδετεροῦται, διότι ἔχομεν κατανάλωσιν τῶν καταναλωτικῶν εἰδῶν συνεπείᾳ τῆς ἀμοιβῆς τῆς ἐργασίας, διότι ἔχομεν ἀγορὰν πρώτων ὑλῶν κλπ. Ἐν προκειμένῳ, ἐπειδὴ τὰ γλίσχρα κεφάλαια τῆς οἰκονομίας τοῦ τόπου λιμνάζουν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν ἡμεῖς, ὅτι ἀντεδείκνυται ἡ σύναψις τοῦ δανείου. Πέραν αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι συντελεῖται ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις τῆς Ἑλλάδος, ἀνεμάσησε τὰ γνωστὰ ἐπιχειρήματα περὶ αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Τοῦτο ὅμως ἐξεταζόμενον ἐν σχέσει μὲ τὸ πρόβλημα τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας, ἔχει δευτερεύουσαν σημασίαν ὅταν τὰ ἐπίπεδα τῆς αὐξήσεώς του δὲν εἶναι ἄξια λόγου, ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐπὶ τῇ βάσει διεθνῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖρας μου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸν ἐρωτήσω ἐὰν γνωρίζῃ ἔστω καὶ μίαν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει σημειωθῆ αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ κείμενον ποὺ δημοσιεύεται εἰς περιοδικὸν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει 84 χώρας. Δὲν ὑπάρχει οὔτε μία, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει σημειωθῆ αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ καὶ νομισματικὴ σταθερότης, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπαίρεται καὶ καυχᾶται ἡ Κυβέρνησις. Εἰς τὰς πλέον ἀπιθάνους καὶ μακρυνὰς χώρας ὁ πίναξ δεικνύει τιμαριθμικὴν καὶ νομισματικὴν σταθερότητα καθ’ ὅλην τὴν περίοδον 1955–61. «Ἀγκόλα, Γουϊνέα, Ὁνδούρα, Κεϋλάνη, Δομινικανικὴ Δημοκρατία, Σαλβαδώρ, Ἰσημερινός, Μαλαισία, Γουατεμάλα, Ἁϊτή, Ταγκανίκα, Οὐγκάντα, Τυνησία, Βενεζουέλα». Ὅλαι αὗται αἱ χῶραι μὲ τὴν ὑποτυπώδη ὀργάνωσιν ἔχουν ἐξασφαλίσει διὰ τὴν περίοδον 1955–61 σταθερότητα μεγαλυτέραν τῆς ἰδικῆς μας, διότι δι’ ἡμᾶς ὁ τιμάριθμος μὲ βάσιν τὸ ἔτος 1958 ἐσημείωσεν αὔξησιν 10 μονάδων, ἐνῷ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς χώρας ἡ αὔξησις ἦτο κατωτέρα τῶν 10 μονάδων, ὅπως προκύπτει ἀπὸ στοιχεῖα τοῦ Διεθνοῦς Γραφείου Ἐργασίας, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖρας μου. Πέραν αὐτῶν, κ. βουλευταί, ἡ ἀπόστασις, ἡ ὁποία μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὰς χώρας τῆς ΕΟΚ ηὐξήθη καταπληκτικῶς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι εἴχομεν αὔξησιν ποσοστιαίαν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ εἰς τὴν πραγματικότητα αὐτὴ εἶναι μόνον ὀνομαστική, διότι ἡ οὐσιαστικὴ αὔξησις εἶναι ἀπείρως μικροτέρα. Εἰς τὸν χῶρον τῆς Βαλκανικῆς καὶ δὴ εἰς τὴν παραγωγὴν προϊόντων καιρίας σημασίας, ὑπερεφαλαγγίσθημεν ἀπὸ τὰ κομμουνιστικὰ Κράτη. Οὕτω, ἡ παραγωγὴ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ τὴν περίοδον 1955–61 ἐσημείωσεν αὔξησιν 94,2% βάσει τῶν στοιχείων τοῦ μηνιαίου δελτίου στατιστικῆς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Δηλαδὴ ἀπὸ 105 ἑκατομμύρια κιλοβὰτ τοῦ 1955 ἀνῆλθεν εἰς 204 τὸ ἔτος 1961. Κατὰ τὴν ἰδίαν περίοδον ἡ Γιουγκοσλαυΐα ἐσημείωσεν αὔξησιν 128,4%, δηλαδὴ ἀπὸ 262 ἡ παραγωγὴ ἀνῆλθεν εἰς 827 ἑκατομμύρια κιλοβάτ, ἡ δὲ Βουλγαρία 160,7%, δηλαδὴ ἀπὸ 173 ἑκατομμύρια ἡ παραγωγὴ ἀνῆλθεν εἰς 451. Βεβαίως, εἰς τὰς χώρας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης ἡ ποσοστιαία αὔξησις εἶναι μικροτέρα, ἐν τούτοις, ὅμως, ἡ οὐσιαστικὴ αὔξησις εἶναι ἀπείρως μεγαλυτέρα. Εἰς τὸ Βέλγιον ἔχομεν αὔξησιν 36,6%, ἡ οὐσιαστικὴ διαφορά, ὅμως, εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα, διότι ἡ παραγωγὴ ηὐξήθη κατὰ 258 ἑκατομμύρια κιλοβάτ, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ 99 ἑκατομμύρια. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὰς ἄλλας χώρας, οὕτως ὥστε ὁλοὲν νὰ δημιουργῆται μεγαλυτέρα οὐσιαστικὴ ἀπόστασις. Πρέπει νὰ καταστῇ συνείδησις ἡ γιγαντιαία προσπάθεια, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα καίρια θέματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὴν δυσμενῆ ἐξέλιξιν τῶν οἰκονομικῶν μας προβλημάτων, σωφρόνως ποιῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέφυγε νὰ μνημονεύσῃ. Δὲν εἶπε τίποτε διὰ τὴν δυσμενεστάτην ἐξέλιξιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ μας ἐμπορίου.
§5Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Εἴχομεν αὔξησιν.
§6Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ἡ μικρὰ αὔξησις τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐξουδετεροῦται ἀπὸ τὸ μεγαλύτερον χάσμα μεταξὺ εἰσαγωγῶν καὶ ἐξαγωγῶν, τὸ ὁποῖον παραλλήλως ηὐξήθη εἰς ἔτι πλέον ἐπικίνδυνον βαθμὸν καὶ γνωρίζετε ποίας δυσμενεῖς οἰκονομικὰς ἐπιπτώσεις δύναται νὰ ἔχῃ ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν σταθερότητα τῆς χώρας. Πρόκειται περὶ ἑνὸς καιρίου προβλήματος πολὺ σοβαροῦ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἔχομεν κατοχυρώσει τὴν νομισματικὴν σταθερότητα, ὅταν συνεχίζεται αὐτὴ ἡ δυσμενὴς κατάστασις. Ἀλλά, πέραν αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐμνημόνευσεν ἕνα ἄλλον παράγοντα, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸν τῶν ὑποαναπτύκτων χωρῶν. Πρόκειται, κύριοι βουλευταί, περὶ τῆς ἀνεργίας. Πράγματι, σήμερον, μεταξὺ τῶν ἀγροτῶν μας μόνον, ὑπάρχουν 750.000 ἄνεργοι, ὡς ἀναγράφεται εἰς οἰκονομικὸν δελτίον τοῦ ΟΗΕ, τοῦ Νοεμβρίου 1962, ὅπου ἀναφέρεται, ἐπίσης, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἄνευ διαταραχῆς νὰ μεταφερθοῦν ἀπὸ τὴν γεωργίαν 400.000 ἄτομα εἰς ἄλλας ἀπασχολήσεις. Γεννᾶται ἤδη τὸ ἐρώτημα: Δὲν ὑπάρχει λύσις τοῦ προβλήματος τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως; Κύριοι βουλευταί, δὲν ἀνήκω εἰς τοὺς ἀπαισιοδόξους. Βεβαίως, ὑπάρχουν μεγάλαι δυσχέρειαι, ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερπηδηθοῦν, ἀρκεῖ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἀκαταλληλότητα, τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ τὴν μακαριότητα τῶν Κυβερνήσεων. Μικρὰ ἐκδήλωσις ἀποτελεῖ ἡ γνωστὴ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου, ὅτι χρειάζεται διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας ἡ συμβολὴ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας κατὰ 80% καὶ κατὰ 20% τῆς κρατικῆς. Ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις χρειάζεται συντονισμένα μέτρα, ἐντατικὴν προσπάθειαν καὶ ὀργάνωσιν πλαισίων, τὰ ὁποῖα θὰ τὴν ὑποβοηθήσουν εἴτε εἰς τὴν διοίκησιν, εἴτε εἰς τὸν τεχνικὸν τομέα, εἴτε εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν οἰκονομικῶν δραστηριοτήτων, εἴτε εἰς τὴν κοινωνικὴν πολιτικήν. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁ ρόλος τοῦ Κράτους εἶναι κεφαλαιώδης. Χρειάζεται, ἀκόμη, προγραμματισμὸς καὶ σχέδιον, ὄχι βεβαίως ὅπως τὸ πρόγραμμα τοῦ Μαΐου 1959, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ καιροῦ ἔθεσεν εἰς τὴν ναφθαλίνην. Χρειάζεται πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον νὰ συλλάβῃ τὸ θέμα καὶ τὰς λύσεις του. Πρὸς τοῦτο προέχουν ἡ ποσότης καὶ ἡ ποιότης τῶν ἐπενδύσεων. Καὶ αἱ μὲν δυσχέρειαι τῆς ὀργανώσεως ἀνάγονται εἰς τὴν ἐπάρκειαν ἢ ἀνεπάρκειαν τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ δυσχέρειαι ὅμως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὕψος τῶν ἐπενδύσεων, ἐμφανίζονται ἐκ πρώτης ὄψεως ἀνυπέρβλητοι καὶ ἐρωτᾶται, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξουδετερωθοῦν τὰ ἐμπόδια. Τὴν λύσιν καὶ τὴν μέθοδον μᾶς τὴν διδάσκει ἡ ἱστορία τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἤδη ἀνεπτυγμένων χωρῶν, πρὸς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προσφύγωμεν, ὡς ἡ Νορβηγία, ἡ Σουηδία, τὸ Βέλγιον καὶ ἄλλαι. Δὲν πρέπει νὰ μιμούμεθα τί γίνεται εἰς τὰς Η. Π. Ἀμερικῆς, αἱ ὁποῖαι ἔχουν φθάσει εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀφθονίας, οὔτε τὰς ἤδη ἐμφανιζομένας μεθόδους τῶν ἄλλων ἀνεπτυγμένων οἰκονομιῶν, διότι τότε, ἀναμφισβητήτως, θὰ τινάξωμεν τὴν οἰκονομίαν μας εἰς τὸν ἀέρα. Ἡ λύσις θὰ δοθῇ διὰ μαζικῶν ἐπενδύσεων εἰς ἕνα κρίσιμον τομέα πρὸς αὔξησιν τοῦ παραγωγικοῦ δυναμικοῦ διὰ περαιτέρω παραγωγικὰς ἐπενδύσεις. Ἐν τούτοις, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται εἶναι, ὅτι γίνεται διασπορὰ τῶν πόρων καὶ κυρίως δι’ ἀνάγκας καταναλωτικῆς μορφῆς καί, δυστυχῶς, ὁ πρωταγωνιστὴς τῆς ἐσφαλμένης πολιτικῆς, τῆς ἐκτελέσεως δευτερευούσης σημασίας ἔργων ὁδοποιΐας, ἔχει προωθηθῆ εἰς τὸν πρωθυπουργικὸν θῶκον. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως ἐχρεωκόπησε καὶ θὰ ἀναφερθῶ εἰς ἔκθεσιν πρὸς τὸν ΟΗΕ, δημοσιευθεῖσαν εἰς ἀθηναϊκὴν ἐφημερίδα. Λέγει ἡ ἔκθεσις, ὅτι αἱ μόναι ὑποανάπτυκτοι χῶραι ἐν Εὐρώπῃ εἶναι ἡ Ἱσπανία, ἡ Πορτογαλία καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἐξ αὐτοῦ δὲ προκύπτει τὸ δίδαγμα, ὅτι ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ Δημοκρατίας καὶ οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὁ ἀγὼν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου εἶναι, ὄχι μόνον ἰδεολογικός, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐξοχὴν παραγωγικός. Ἡ ἔκθεσις αὐτὴ ἀποκαλύπτεται εἰς μίαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῶν γνωστῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας εἰσηγεῖται, ζητεῖ περισσοτέρας ἐξουσίας, ὡς νὰ ἔπασχεν ὁ τόπος αὐτὸς ἀπὸ ἐξασθένησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν ὑπάρχῃ, κύριοι συνάδελφοι, τί ποὺ παρεμποδίζει τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου αὐτοῦ, δὲν εἶναι τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια καὶ ἡ ἀκαταλληλότης τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἐνῷ χρειάζονται ἅλματα ἡμεῖς καρκινοβατοῦμεν. Μὲ τὰς σημερινὰς προϋποθέσεις εἶναι ἀμφίβολον ἂν τὸ ἐπιδιωκόμενον δάνειον συμβάλλῃ εἰς τὴν προώθησιν τοῦ προβλήματος τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, πρὸς τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐστραμμέναι αἱ σκέψεις καὶ αἱ προσπάθειαι ὅλων, καὶ ἰδίως τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν φραστικῶς ὑπὸ τῶν κ.κ. Ν. Ἀλαβάνου καὶ Β. Ἐφραιμίδη.
§8Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν φραστικῶς ὑπὸ τῶν κ.κ. Ν. Ἀλαβάνου καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§10Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ εἶμαι πολὺ σύντομος, διότι τὸ θέμα ἔχει ἐπαρκῶς ἀναπτυχθῆ ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας κυρίους συναδέλφους. Θὰ ὁμιλήσω δι’ ὀλίγων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως ταύτης, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ προβῶ εἴς τινας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ κατατεθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ Δημοσίων Ἐπενδύσεων. Τὸ νομοσχέδιον ἀνεμένετο κατόπιν τῆς καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ δημοσίων ἐπενδύσεων καὶ ἀνταποκρίνεται πράγματι ὁ προβλεπόμενος ὑπ’ αὐτοῦ ἐσωτερικὸς δανεισμὸς εἰς ὀρθόδοξον μέθοδον λειτουργίας τῆς δημοσίας οἰκονομίας, ὅταν μάλιστα ἀποβλέπῃ νὰ κινητοποιήσῃ τὴν ἀδρανοῦσαν ἰδιωτικὴν μικρὰν ἀποταμίευσιν. Τὸ ἐσωτερικὸν δάνειον, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ νὰ συνάψῃ, εἶναι τὸ τέταρτον κατὰ σειρὰν ὁμοίου εἴδους, τὸ ὁποῖον συνάπτεται μεταπολεμικῶς. Τὸ πρῶτον συνήφθη ἐπὶ Ὑπουργίας τοῦ κ. Μαρκεζίνη, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξοφληθῆ, τὰ δὲ δύο ἕτερα ἐξυπηρετοῦνται εἰσέτι ἀπὸ τὸν τακτικὸν προϋπολογισμόν. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν προηγουμένων δανείων καὶ τοῦ σημερινοῦ εἶναι, ὅτι εἰς τὸ σημερινὸν δὲν προβλέπεται ρήτρα δολλαρίου, ἀλλὰ ἐξόφλησις εἰς δραχμάς. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ καταστήσῃ συνείδησιν εἰς τὸν λαόν, ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν δραχμήν. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν δραχμὴν ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάταξις τῆς ὑπὲρ τὸ ἄρτιον ἐξοφλήσεως, διότι ἡ παρεμβολή της εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ ἀπὸ τοὺς ἀποταμιευτὰς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ τοποθετήσουν ἀσφαλῶς τὰς ἀποταμιεύσεις των. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἔκδοσίν του ἢ εἰς δραχμὰς ἄνευ τῆς ρήτρας τῆς ὑπὲρ τὸ ἄρτιον ἐξοφλήσεως ἢ μὲ τὴν ρήτραν δολλαρίου, διότι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θὰ ἐξεμηδένιζεν ἕνα λανθάνοντα φόβον δυσπιστίας τῶν ἀποταμιευτῶν πρὸς τὴν σταθερότητα τοῦ νομίσματός μας. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γεγονός, ὅτι ὁ ἐσωτερικὸς δανεισμὸς εἶναι προτιμότερος τοῦ ἐξωτερικοῦ δανεισμοῦ, ἀλλὰ ἔχει καὶ αὐτὸς τὰ μειονεκτήματά του: Δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀπεριόριστος: α) Διότι ἐπιβαρύνει τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν μὲ ἐτησίαν ἐξυπηρέτησιν, ἡ ὁποία συνεχῶς αὐξανομένη, εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ ἐν τέλει ἀδυναμίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἤδη ἀπὸ ἕνα δισεκατομμύριον δραχμῶν, ἀνῆλθε διὰ τὸ 1963 εἰς 1.420.000.000 δραχμῶν ἐτησίως ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ δημοσίου χρέους. β) Ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν χρηματαγορὰν κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἄλλως θὰ ἦσαν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, δι’ ἰδιωτικὰς ἐπενδύσεις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εὑρίσκῃ κεφάλαια εὔκολα, ἄφθονα καὶ μὲ χαμηλὸν τόκον, ὅπως εἰς τὰς χώρας τῆς
ΕΟΚ.
Γνωρίζομεν πόσον βαρὺς εἶναι ὁ τραπεζιτικὸς δανεισμὸς μὲ τόκον 9%, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὰς χώρας τῆς ΕΟΚ ὅπου κυμαίνεται ὁ τόκος ἀπὸ 2–4%. Ἐλέχθη, ὅτι ἐὰν Τράπεζα ἀπὸ μίαν χώραν τῆς ΕΟΚ λειτουργήσῃ ἐν τῇ χώρᾳ μας, τὴν ἑπομένην θὰ χρεωκοπήσουν αἱ ἰδικαί μας Τράπεζαι, διότι δὲν θὰ δύνανται νὰ χρηματοδοτήσουν τόσον χαμηλοτόκως καὶ ἀφθόνως τὴν οἰκονομίαν μας. Τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐξουσιοδοτεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ συνάψῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀποτελεῖ μίαν πηγὴν χρηματοδοτήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ δημοσίων ἐπενδύσεων. Κατ’ ἀκολουθίαν, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ὡς συνετάχθη, ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς δημοσίων ἐπενδύσεων ἀπὸ 1.266 ἑκατομμύρια δραχμῶν τὸ 1956, ἔφθασε τὸ τρέχον ἔτος εἰς τὰ 6.250 ἑκατομμύρια δραχμῶν, κατ’ ἀκολουθίαν ὀρθῶς ἐλέχθη, ὅτι ηὐξήθησαν αἱ πιστώσεις διὰ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτόν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦνται σήμερον ἀπὸ πόρους προερχομένους ἀπὸ πηγὰς χρηματοδοτήσεως ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικάς. Ὁ τρόπος ὅμως τῆς συνθέσεώς του μᾶς ὑποχρεώνει νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἑξῆς εἰδικώτερον παρατηρήσεις: α) ὅτι αἱ πηγαὶ χρηματοδοτήσεώς του διαπιστώνομεν, ὅτι ἐν πολλοῖς εἶναι ἀμφίβολοι. β) ὅτι ἀποκαλύπτει τὸ ἀνησυχητικὸν ἀδιέξοδον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁδηγοῦνται τὰ δημόσια οἰκονομικὰ καὶ τὸν κίνδυνον σοβαροῦ ἐλλείμματος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δημοσίων ἐπενδύσεων, γεγονὸς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπηρεάσῃ ἀποφασιστικῶς τὴν ὅλην προσπάθειαν τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, γ) διότι διὰ νὰ καλυφθοῦν αἱ δαπάναι τῶν 6.250 ἑκατομμυρίων δραχμῶν τῶν ἐπενδύσεων καταφεύγει κατὰ 66% εἰς τὸν δανεισμὸν καὶ ἐλάχιστα εἰς τὰ ἐγχώρια ἔσοδα καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, ἐὰν καὶ διὰ τὸ μέλλον θὰ εἶναι δυνατὸς δανεισμός, ἐσωτερικὸς καὶ ἐξωτερικός, ἀλλὰ καὶ ἐὰν εἶναι δυνατός, ἐὰν θὰ δύναται νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὸ βάρος τῆς ἐξυπηρετήσεώς του ὁ τακτικὸς προϋπολογισμός, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν ἐπενδύσεων θὰ εἶναι βραδεῖα. Τὸ γεγονός, ὅτι αἱ δημόσιαι ἐπενδύσεις δὲν ἀπέδωσαν μέχρι σήμερον ἀνάλογα μὲ τὰ διατεθέντα κεφάλαια, ἰδίως εἰς τὸν τομέα τῶν ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων, ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν καὶ δέον νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς ἐξετάσωμεν τὴν πρώτην παρατήρησίν μας, τὴν ἐμφανιζομένην ἀβεβαιότητα τῶν πηγῶν χρηματοδοτήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπενδύσεων. Προβλέπεται, ὅτι ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς θὰ χρηματοδοτήσῃ μὲ 1.150 ἑκατομμύρια δραχμῶν τὸν προϋπολογισμὸν ἐπενδύσεων. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι τὸ περίσσευμα τοῦτο δὲν προέρχεται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὰ ἐγχώρια ἔσοδα, ἀλλὰ διὰ τοῦ συνυπολογισμοῦ τῆς ἐξ 705 ἑκατομμυρίων δραχμῶν συνεισφορᾶς τοῦ ΝΑΤΟ. Τὸ ποσὸν τοῦτο ὅμως τῶν 705 ἑκατ. δραχ., εἶναι ἐξωτερικὴ πηγὴ χρηματοδοτήσεως καὶ διὰ πρώτην φορὰν ἀναφέρεται ὡς ἐσωτερικὸν ἔσοδον. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς καλύψῃ ἐξ ἰδίων τὰς ἀμυντικὰς δαπάνας, τὸ πλεόνασμα θὰ εἶναι μόνον 450 ἑκατομ. δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ δὲν θὰ εἶναι ἀσφαλῆ, διότι ὑπολογίζονται μὲν εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν αἱ ἀμυντικαὶ δαπάναι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 3.765 ἑκατομμυρίων δραχ., ἀλλὰ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἀποκλείεται ἡ αὔξησις αὐτῶν, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐγένετο κατ’ ἀνάλογον ποσόν, δηλαδή, νὰ ἀνέλθουν εἰς τὰ 4 χιλ. περίπου ἑκατομ. δραχ. καὶ ἀφ’ ἑτέρου, δὲν ἀποκλείεται μείωσις τῆς βοηθείας τοῦ ΝΑΤΟ διὰ τὰς ἀμυντικὰς δαπάνας ἀπὸ 23 ἑκατομ. δολλ. εἰς 18 ἑκατομμύρια δολλ., ὁπότε καὶ τὸ ποσὸν τῶν 450 ἑκατ. δρχ. θ’ ἀπορροφηθῇ ἀπὸ καταναλωτικὰς δαπάνας καὶ θὰ καταστῇ δύσκολον νὰ τὸ εἰσφέρῃ ὁ τακτικὸς προϋπολογισμός. Ὑπάρχει, ἐπίσης, ἀβεβαιότης καὶ εἰς τὰς πηγὰς χρηματοδοτήσεως τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διότι τὸ δάνειον τῶν 33.000.000 δολλαρίων διὰ τοῦ Κονσόρτσιουμ, δὲν εἶναι ἀπολύτως ἐξησφαλισμένον. Ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν μᾶς καθησυχάζουν. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ πηγὴ αὐτὴ χρηματοδοτήσεως τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων. Ἀβεβαία εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ πηγὴ χρηματοδοτήσεως διὰ τοῦ δανείου τῆς ΕΟΚ τῶν δραχ. 750 ἑκατ. μέσῳ Τραπέζης Ἐπενδύσεων. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἔχει ἐξασφαλισθῆ ἡ συγκατάθεσις τῆς Τραπέζης διὰ τὸ δάνειον αὐτό, διότι δὲν ὑπάρχει συμφωνία ὡς πρὸς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐκτελεσθοῦν δι’ αὐτοῦ. Κατ’ ἀκολουθίαν, καὶ ἡ πηγὴ αὐτὴ εἶναι ἀβεβαία. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι αἱ ἀνησυχίαι μας εἶναι δεδικαιολογημέναι διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς χρηματοδοτήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων. Οὕτω κινδυνεύει ὁ προϋπολογισμὸς δημοσίων ἐπενδύσεων κατὰ τὸ τρέχον ἔτος νὰ κινηθῇ μὲ τὸ ἥμισυ περίπου τῶν πιστώσεων ποὺ προβλέπονται. Ἰδοὺ διατὶ ἀνησυχῶμεν καὶ φοβούμεθα, ὅτι ὁδηγούμεθα εἰς οἰκονομικὸν ἀδιέξοδον μὲ τὴν ἀσκουμένην κυβερνητικὴν πολιτικήν. Δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ, εὑρέθη πρὸ πληθώρας προβλημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν τὸν βαρύνουν προσωπικά, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἡ ἀσκηθεῖσα ἀπὸ τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ 1955 οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Καραμανλῆ. Πρῶτον, ἡ προσαρμογὴ τῆς οἰκονομίας μας εἰς τὰς συνθήκας τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς. Πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀντιμετωπισθῆ πολὺ πρὸ τῆς συνδέσεως καὶ ἐν ὄψει αὐτῆς καὶ ὄχι ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1962. Ἐνῷ ἡ ἐποχὴ αὕτη λόγῳ τῆς συνδέσεως μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, κατ’ ἐξοχὴν εἶναι περίοδος ἀπαιτοῦσα νέα καὶ ἄφθονα κεφάλαια διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς προσπαθείας διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν, εὑρισκόμεθα χάρις εἰς τὸν ἀνεπιτυχῆ χειρισμὸν τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας καὶ εἰς ἐποχὴν μάλιστα ποὺ αἱ νεώτεραι τεχνικαὶ ἐξελίξεις, ἐπιβάλλουν ἡμῖν, λόγῳ τῆς συμμετοχῆς μας εἰς τὸ ΝΑΤΟ, αὔξησιν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐχειρίσθη καλῶς τὸ θέμα τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἐδημιουργήθη εἰς τοὺς κύκλους τοῦ ΝΑΤΟ ἡ ἀντίληψις, ὅτι λόγῳ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, δυνάμεθα ν’ ἀντιμετωπίσωμεν ηὐξημένας στρατιωτικὰς δαπάνας καὶ δι’ αὐτὸ προετάθη ὁ περιορισμὸς τῆς βοηθείας ἀπὸ 30 εἰς 23 ἑκατ. δολλάρια, ἐνῷ αἱ ἀμυντικαί μας δαπάναι περιστρέφονται εἰς τὰ 180 ἑκατ. δολλάρια. Παρ’ ἡμῖν, ὡς γνωστόν, αἱ στρατιωτικαὶ δαπάναι ἐκαλύφθησαν παρὰ τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας ἀρχικῶς ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ δόγματος Τρούμαν, μετέπειτα δὲ τοῦ σχεδίου Μάρσαλ. Μὲ τὴν πάροδον ὅμως τοῦ χρόνου ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια ἤρχισε νὰ μειοῦται, ἐνῷ αἱ ἀμυντικαὶ δαπάναι συνεχῶς αὐξάνουν, λόγῳ τῆς στρατηγικῆς μας θέσεως. Δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει, δυστυχῶς, ὅτι λόγῳ τῆς συμμετοχῆς μας εἰς τὸ ΝΑΤΟ, ὅτι ὁ στρατὸς μας ἀποτελεῖ τμῆμα τοῦ στρατοῦ τοῦ ΝΑΤΟ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἀνάλογος καταμερισμὸς τῶν ἀμυντικῶν δαπανῶν, ἀνάλογος τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας ἑκάστης χώρας. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέτυχε νὰ διατηρήσῃ τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀμυντικῶν δαπανῶν, εἰς ἐποχὴν μάλιστα, ποὺ κατ’ ἐξοχὴν ἐπιβάλλεται ἡ διατήρησίς της διὰ τὴν οἰκονομικήν μας ἀνάπτυξιν. Εἰς ἐποχήν, ποὺ ἡ διακοπή της τείνει νὰ ἐκμηδενίσῃ ὅλα ὅσα ἐπέτυχε μέχρι σήμερον ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τῆς οἰκονομίας μας. Ἀπεδέχθη τὴν διακοπὴν τῆς βοηθείας καὶ τὴν εἰσήγησιν τῶν Ἀμερικανῶν νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ ΝΑΤΟ διὰ τὴν ἀναπλήρωσίν της, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀμυντικὰς δαπάνας. Καὶ εἶναι γνωστὸς ὁ ἐλεεινὸς χειρισμὸς τοῦ θέματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ σαφῶς τὸ θέμα τῆς διεκδικήσεως τῆς δωρεὰν βοηθείας, ὥστε νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ σύμμαχοί μας καὶ ἰδίως αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, ὅτι μᾶς ἀναμένει ἀδιέξοδον ἄνευ τῆς παροχῆς ἀξιολόγου δωρεὰν βοηθείας. Τὸ ΝΑΤΟ, δὲν ἔπρεπε νὰ βαρύνῃ τὴν Ἑλλάδα μὲ μεγαλυτέρας στρατιωτικὰς δαπάνας. Τὰς πλέον τῆς οἰκονομικῆς μας ἀντοχῆς δαπάνας ἐκ τῆς συμμετοχῆς μας εἰς τὸ ΝΑΤΟ, ἔπρεπε νὰ ἐπωμισθοῦν οἱ σύμμαχοί μας. Ποίαν ἄμυναν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσῃ μία χώρα, ὅταν οἰκονομικῶς περιέλθῃ εἰς ἀδιέξοδον; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε κατορθώσει νὰ ἀξιοποιήσῃ διεθνῶς τὰς θυσίας τῆς χώρας μας κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, ἀναμφιβόλως οἱ σύμμαχοί μας θὰ εἶχον ἀναγνωρίσει τὸ δίκαιόν μας καὶ δὲν θὰ διεκόπτετο ἡ βοήθεια. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔπρεπε ἐπίσης νὰ ἀφήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀνεκμετάλλευτον τὸ γεγονός, ὅτι οἱ δύο μεγάλοι ἀπεφάσισαν μὲ ἀμοιβαίας παραχωρήσεις τὸν διακανονισμὸν τῶν παγκοσμίων προβλημάτων καὶ ὅτι βιάζονται δι’ οἰκονομικοὺς λόγους νὰ καταλήξουν εἰς συμφωνίαν, διότι καὶ ὁ Κρούστσεφ ἔχει ἀνάγκην χρημάτων διὰ τὴν ἀγροτικήν του πολιτικὴν καὶ ὁ Κέννεντυ διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὴν διαρροὴν δολλαρίων καὶ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν τῆς χώρας του. Περαιτέρω, ὑπάρχει τὸ θέμα τοῦ κακοῦ χειρισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς ρυθμίσεως τοῦ δημοσίου χρέους. Ἡ ρύθμισις τοῦ δημοσίου χρέους ἔπρεπε νὰ ἐγίνετο πολὺ ἐνωρίτερον, ὅταν τὸ πρῶτον κατέλαβε τὴν ἐξουσίαν, ὁπότε θὰ ἐγίνετο ὑπὸ εὐνοϊκωτέρας διὰ τὴν χώραν μας συνθήκας, δεδομένου, ὅτι τότε οἱ σύμμαχοί μας θ’ ἀνεγνώριζον εὐκολώτερον τὰς μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας τῆς χώρας μας καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ ἐδέχοντο οἱ ὁμολογιοῦχοι μεγαλυτέρας ὑποχωρήσεις. Ἡ ρύθμισις τοῦ δημοσίου χρέους ἔπρεπε νὰ ἔχῃ γίνει πολὺ ἐνωρίς, εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα ἀξιοποιοῦντες τὰς θυσίας καὶ τοὺς ἀγῶνας μας κατὰ τὸν τελευταῖον παγκόσμιον πόλεμον, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν συμψηφισμὸν μὲ ὀφειλὰς ἐξ ἐπανορθώσεων ἀπὸ χώρας ἡττηθείσας κατὰ τὸν πόλεμον, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν ἢ ἐλάχιστα κατέβαλον, ἄλλως ἐφ’ ὅσον συνέπεσεν ἡ σύνδεσίς μας μὲ τὴν ΕΟΚ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ρύθμισιν εἰς εὐθετώτερον διὰ τὴν οἰκονομίαν μας χρόνον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ρυθμίσῃ τὸ δημόσιον χρέος, ἔπρεπε εἰς ἀνάλογον ρύθμισιν νὰ προβῇ καὶ διὰ τὸ ἐσωτερικόν. Ἡ πίστις τοῦ Κράτους εἶναι ἑνιαία καὶ ἀναμφιβόλως θὰ ἐπηρεάσῃ γενικώτερα ἡ δυσμενὴς λύσις διὰ τοὺς δανειστὰς τοῦ ἐσωτερικοῦ. Τὸ Κράτος ἐσυνήθισε νὰ θεωρῇ ἀστείας τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τοὺς ἰδίους του πολίτας καὶ χωρὶς τύψιν τὰς διαγράφει. Ἡ κακὴ μεταχείρισις τῶν ἐγχωρίων ἀποταμιευτῶν, συντελεῖ καὶ εἰς τὸ νὰ μὴ δυνάμεθα ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ πρόβλημα τῆς ὑποαναπτύξεως, ἐνῷ ἡ ἀποταμίευσις τοῦ Ἕλληνος ἀποδήμου πολίτου, ἐνισχυομένη ἀπὸ τὸ περίσσευμα τοῦ εἰσοδήματος, ἀρκεῖ διὰ τὴν οἰκονομικήν μας ἀνάπτυξιν. Στερεῖται σημασίας ἡ γενομένη ἀναβίωσις τοῦ ἐσωτερικοῦ προπολεμικοῦ Δημοσίου Χρέους. Ἐννέα δισεκατ. δραχ. προπολεμικαὶ ἀντικαθίστανται μὲ ὁμολογίας 450 ἑκατομμ. Χρηματιστηριακῶς ὅμως, 150 ἑκατομμύρια δραχμαὶ μὲ τόκον 2% ἐτησίως. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ μεταφέρω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ τὰς ἀνησυχίας τῆς βιοτεχνικῆς τάξεως, ἥτις ἀποτελεῖ μέρος τῆς σπονδυλικῆς στήλης τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Ἡ τάξις αὐτὴ ὑπέβαλε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπόμνημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐφιστᾷ τὴν προσοχήν της εἰς τοὺς δυσμενεῖς ἀντικτύπους ἐπὶ τῆς τάξεώς της ἐκ τῆς συνδέσεώς μας μὲ τὴν ΕΟΚ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ ἰδιαιτέραν προσοχὴν εἰς τὸ θέμα αὐτό, ἐὰν ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας. Ἐν συμπεράσματι, ἐπιβάλλεται διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἀδιεξόδου, εἰς τὸ ὁποῖον ὁδηγούμεθα, σθεναρὰ ἀντιμετώπισις τοῦ θέματος τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, μὲ σταδιακὴν μείωσιν αὐτῶν, ὁ ρυθμὸς αὐξήσεως τῶν ὁποίων ὑπερβαίνει τὰς δυνατότητας τοῦ δημοσιονομικοῦ μας ἰσοζυγίου καὶ τοῦ ὁποίου ἡ αὔξησις καθίσταται ἑκάστοτε ὑπερτέρα τῶν προβλέψεών μας. Πρέπει νὰ καθορισθῇ ἀνώτερον ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν θὰ βαρυνώμεθα καὶ ἔλεγχος τῶν ἤδη γενομένων δαπανῶν ἐπὶ τῆς ἀναγκαιότητός των. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν βάσει προγράμματος ἐξυγίανσιν τῶν δημοσίων δαπανῶν καὶ ἀναδιάρθρωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ βελτίωσιν τῆς παραγωγικότητός των, ἡ ὁποία θὰ πραγματοποιηθῇ μὲ τὴν ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν συγχρόνου ἀντιμετωπίσεως καὶ τοῦ μισθολογικοῦ θέματος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἰς τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρει, ὅτι ἡ περαιτέρω βελτίωσις τῆς θέσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν συνταξιούχων γενικῶς, εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένη μὲ τὴν ταχυτέραν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ τὸ ἐρευνητέον εἶναι ἐὰν ἡ οἰκονομία μας εὑρίσκεται εἰς τὸν ὁμαλὸν δρόμον ἀπὸ ἀπόψεως ἐφαρμογῆς τῶν οἰκονομικῶν κριτηρίων εἰς τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας, ἄνευ τῶν ὁποίων οὔτε συντήρησις, οὔτε πρόοδος εἶναι δυνατὴ εἰς οἱανδήποτε οἰκονομίαν. Εἰς τὴν χώραν μας, εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ κατώτατον ὅριον ἀμοιβῆς εἶναι χαμηλότερον τοῦ κατωτάτου ὁρίου συντηρήσεως, διότι ἡ ἀνεργία καὶ ὑποαπασχόλησις πιέζουν ἀνασταλτικὰ ἐπὶ τῆς ἀμοιβῆς τῆς ἀνειδικεύτου ἐργασίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένῃ ἐπιτυχίαν ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἀφήνῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα αὐτό. Καὶ τρίτον, κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσῃ σθεναρῶς τὸ ζήτημα τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν εἰς οἰκονομικὴν ἀνάπτυξίν μας ἂν δὲν ἔχωμεν συμπαραστάτην τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας δὲν τὸ ἐχειρίσθη καλῶς, δεχθεῖσα νὰ ἐνισχυθῇ οἰκονομικῶς ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ ΝΑΤΟ νὰ μᾶς προσφέρῃ τὴν ἀναμενομένην οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρχε καὶ ἄλλος τρόπος νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα μετὰ τὴν εἴσοδόν μας εἰς τὴν Ε.Ο.Κ. Νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἀπὸ τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ε.Ο.Κ., διότι τὸ πρόβλημα τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας μας δὲν εἶναι μόνον οἰκονομικόν, ἀλλὰ κυρίως πολιτικὸν καὶ ὡς τοιοῦτον δὲν τὸ ἀντιμετώπισεν ἡ Κυβέρνησις. Μόνον ἂν αἱ χῶραι τῆς Ε.Ο.Κ. καὶ ἡ μεγάλη σύμμαχός μας Ἀμερικὴ θελήσουν νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ οἰκονομικόν μας πρόβλημα ὄχι βάσει μόνον οἰκονομικῶν κριτηρίων, ἀλλὰ ὡς πολιτικὸν θέμα ποὺ ἐπιβάλλει νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἐπιτύχωμεν μὲ κάθε θυσίαν τὴν οἰκονομικήν μας ἀνάπτυξιν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς συμμαχίας, εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ αὕτη. Ταῦτα δὲ πάντα μὲ προεξέχουσαν τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἠγωνίσθη, ὑπέφερε καὶ προσέφερε τεραστίας θυσίας εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ φασισμοῦ χωρὶς νὰ ζητήσῃ οὐδένα ἀντάλλαγμα. Διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ὅταν ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη τὴν φασιστικὴν ἐπιδρομήν, διότι ἦτο ὁ προμαχὼν εἰς τὸν ἀγῶνα διὰ τὴν ἐλευθερίαν ὅλων τῶν λαῶν, ἠγωνίσθη καὶ ἐθυσιάσθη καὶ διεξήγαγεν ἀγῶνα ὑπεράνω τῶν δυνάμεών της διὰ τὸ κοινὸν συμφέρον τῶν συμμάχων καὶ τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐπὶ τῆς βάσεως αὐτῆς ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τοποθετήσῃ τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα, ὁπότε θὰ ἔχῃ τὴν συμπαράστασιν εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας καὶ βεβαίαν τὴν ἐπιτυχίαν. (Χειροκροτήματα).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§12Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὴν ἐπιτάχυνσιν τοῦ ρυθμοῦ τῆς ἀναπτύξεως, διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος δημοσίων ἐπενδύσεων, λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπιδιώκει ζητοῦσα τὴν ἔγκρισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν δανείου. Κατ’ ἀρχήν, τὸ θέμα τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων, θὰ ἐδικαιολόγει τὴν προσφυγὴν εἰς τὸν δανεισμόν, ἐὰν πράγματι ὑπῆρχε ἀνάγκη διὰ δημοσίας ἐπενδύσεις. Γεννᾶται, ὅμως, τὸ ζήτημα, πῶς βλέπει ἡ Κυβέρνησις τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας; Καὶ θὰ ἤθελα, ἐν προκειμένῳ, νὰ θίξω αὐτὴν τὴν αἰσιοδοξίαν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐπανάληψιν ἐμφανίζει ἡ Κυβέρνησις καὶ τελευταίως διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἱκανοποίησις διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας καὶ ἐὰν δὲν ἔχωμεν φθάσει ἀκόμη εἰς τὸ ἀνώτατον σημεῖον, πάντως εὑρισκόμεθα εἰς τὴν πορείαν πρὸς τὰ ὑψηλότερα ἐπίπεδα, ὥστε συντόμως θὰ εὑρεθῶμεν παράπλευροι πρὸς τὰ λοιπὰ Κράτη τῆς Ε.Ο.Κ. Καὶ διὰ νὰ στηρίξῃ τὸν ἰσχυρισμόν της αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις ἐπεκαλέσθη διαφόρους ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν πραγματικότητα. Ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις, ἀναφερομένη εἰς τὴν πορείαν τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος εἰς τὴν σύγκρισιν εἰς τρεχούσας τιμὰς τῶν ἀγαθῶν, ἐνῷ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀποτελοῦν τὴν βάσιν αἱ τιμαὶ τῶν ἀγαθῶν. Πάντοτε ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι ὡς βάσεις πρέπει νὰ τίθενται αἱ σταθεραὶ τιμαὶ ἐν σχέσει πρὸς συγκεκριμένον ἔτος. Ἐν ὄψει αὐτοῦ ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα τοῦ 1962 ηὐξήθη κατά τι περισσότερον τοῦ 4%, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν πραγματικότητα. Ἡ πραγματικότης εἶναι, ὅτι ἡ αὔξησις δὲν φθάνει οὔτε τὸ 3%. Εἶναι 2,9% ἐν σχέσει μὲ τὸ ἔτος 1954. Πέραν αὐτοῦ διὰ τὴν πρωτοφανῆ παραγωγὴν ὑπάρχει μία μείωσις κατὰ 5,9% ἐν σχέσει μὲ τὸ 1961. Καὶ ἐνῷ θὰ ἔπρεπεν οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ νὰ ἀνησυχήσουν τὴν Κυβέρνησιν, ἀντιθέτως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνησυχεῖ ἡμᾶς καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ μὴ ἀνησυχία τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἀναφέρω ἀκόμη καὶ ἄλλους ἀριθμούς. Ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1955 ἡ αὔξησις κατὰ τὸ 1962 τῆς πρωτογενοῦς παραγωγῆς ἀνῆλθεν εἰς 18,3%, ἐνῷ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἔχουν διατεθῆ ὁλόκληρα δισεκατομμύρια διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων. Καὶ παρὰ ταῦτα ἡ αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος τοῦ μεγαλυτέρου τμήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ 53% τοῦ πληθυσμοῦ ηὐξήθη μόνον κατὰ 2% ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1955. Μία σύγκρισις τοῦ πρωτογενοῦς εἰσοδήματος τοῦ 1962 πρὸς τὸ 1957 ἀποδεικνύει, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον. Ὅταν αὐτὴν τὴν εἰκόνα μᾶς δίδουν οἱ ἀριθμοί, πῶς δὲν ἀνησυχεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὁ μαρασμὸς αὐτὸς τῆς ἀγροτικῆς οἰκονομίας; Παρὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ὁμιλεῖ περὶ ἐκτελέσεως προγράμματος ἐπενδύσεων. Ἂς παρακολουθήσωμεν πῶς βλέπει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ. Πρῶτον, μία ὀρθὴ πολιτικὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαντλήσῃ τοὺς διαθεσίμους πόρους εἰς ἔργα οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Ἡ ἀπορρόφησις ἑνὸς ποσοστοῦ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι δι’ αὐτῆς θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις, ἥτις θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καθόλου οἰκονομίας τῆς χώρας καὶ τὴν ἐντεῦθεν ἐξυγίανσιν τῶν οἰκονομικῶν. Καὶ ἐὰν δὲν ἐπήρκουν οἱ διαθέσιμοι αὐτοὶ πόροι, τότε θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἡ προσφυγὴ εἰς τὸν ἐσωτερικὸν δανεισμόν, καὶ ἀφοῦ θὰ ἐγένετο μία ὀρθὴ ἐπιλογὴ τῶν ἐπενδύσεων. Τί συμβαίνει εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν. Πρῶτον, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς φορολογίας, ἐνῷ ἔχομεν αὔξησιν 1200 ἑκατ. διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὑπάρχει μία ἀνισομέρεια μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχομεν ὁμαλὴν δημοσιονομικὴν πολιτικήν. Καὶ ὅμως, αὐτὸ δὲν ἀνησυχεῖ καθόλου τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχει μία ἀνωμαλία εἰς τὸ φορολογικόν μας σύστημα, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει μίαν τεραστίαν φοροδιαφυγὴν καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνισομερείας μεταξὺ ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων. Ὡς παράδειγμα τῆς τεραστίας φοροδιαφυγῆς διὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλῶ, θὰ σᾶς δώσω τὰ ἑξῆς στοιχεῖα. Κατὰ τὸ 1960 τὸ εἰσόδημα τὸ προερχόμενον ἀπὸ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον ἀνῆλθεν εἰς 24 δισεκ. δραχμῶν. Τὸ εἰσόδημα τὸ ὁποῖον ἐδηλώθη, ἀνῆλθεν εἰς 4 δισεκ. καὶ κἄτι. Δηλαδὴ προέκυψεν ἔλλειμμα 19 δισεκ. δραχμῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὰ κονδύλια αὐτὰ μία τεραστία φοροδιαφυγή. Ποῖα ὅμως μέτρα εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν σύλληψιν αὐτῆς τῆς διαφευγούσης τεραστίας φορολογητέας ὕλης; Κανένα δυστυχῶς μέτρον. Τὰ φορολογικὰ τεκμήρια τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν τελευταίως, ἀφοροῦν τὰ μεσαῖα εἰσοδήματα τὰ φθάνοντα μέχρι 300.000 δραχμῶν. Πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου, δὲν συλλαμβάνεται τίποτε, οὔτε μὲ τὰ τεκμήρια τῆς φορολογητέας ὕλης. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνει, οὔτε σκέπτεται νὰ λάβῃ κανένα μέτρον διὰ νὰ συλλάβῃ τὴν διαφεύγουσαν αὐτὴν φορολογητέαν ὕλην, ἡ ὁποία καὶ τὸν προϋπολογισμὸν θὰ ἐνίσχυε καὶ θ’ ἀποκαθίστα μίαν ὁμαλωτέραν σχέσιν μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῶν δαπανῶν, διὰ νὰ φθάσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ σημεῖον νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας, σημαίνει, ὅτι δὲν δύναται νὰ περιορίσῃ καμμίαν ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀναγκάζεται διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς Κρατικὰς ἐπενδύσεις, νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν δανεισμόν. Γεννᾶται ὅμως τὸ ἐρώτημα, ἐσκέφθη ποτὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ καμμίαν ἔρευναν διὰ νὰ ἴδῃ ποῦ εἶναι δυνατὸς ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν; Ἐξ ὅσων γνωρίζω, δὲν ἐγένετο καμμία μέχρι σήμερον ἔρευνα, αἱ δὲ δαπάναι τοῦ προϋπολογισμοῦ παραμένουν ἀμετακίνητοι. Καὶ ὅμως ὑπάρχουν δαπάναι, αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθοῦν, τὰ δὲ ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ προκύψουν νὰ διατεθοῦν διὰ Κρατικὰς ἐπενδύσεις. Ἀνεφέρθην καὶ ἄλλοτε εἰς τὰς δαπάνας διὰ τὰ κρατικὰ αὐτοκίνητα, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν εἰς ἀσύλληπτον ὕψος. Ἀνεφέρθην, ἐπίσης, εἰς τὰς δαπάνας διὰ τὴν χρησιμοποίησιν ἐκτάκτου προσωπικοῦ καὶ τὴν χορήγησιν εἰς ὡρισμένας ὑπηρεσίας ὑπερωριῶν, ὑπερβαινούσας ἀκόμη καὶ τὸν μηνιαῖον μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων. Ἐν τούτοις, δὲν εἶδον νὰ λαμβάνεται κανένα μέτρον περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν αὐτῶν. Ἄν ἐγένετο μία ἔρευνα, θὰ κατέληγεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὑπάρχει τρόπος περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πέραν τούτου, θὰ ἀναφερθῶ δι’ ὀλίγων εἰς τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐρευνῶν τὸ ὅλον θέμα τοῦ Κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὅταν μία χώρα φθάνῃ εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐπιβάλλῃ τὰ ἀνώτατα ὅρια φορολογίας, εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτὴν νὰ ἀρνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἀμφιβόλου ἐκτιμήσεως ὑποχρεώσεις της. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐνέγραψεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσὸν 1.260 ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δανείων, καίτοι τὰ δάνεια αὐτὰ ἔχουν ἐξ ὁλοκλήρου ἐξοφληθῆ καὶ δὲν ὑπάρχει προηγούμενον ρυθμίσεως τοιούτου εἴδους χρεῶν. Καὶ τώρα, κ. συνάδελφοι, θὰ φθάσω εἰς τὸ πράγματι μέγα θέμα τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει Ἕλλην οὔτε ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, οὔτε ἐκτὸς αὐτῆς, ὅστις νὰ δικαιολογῇ τὸ ὕψος αὐτῶν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Καὶ ἐνῷ ὑπάρχει τρόπος περιορισμοῦ των, ἡ μόνη ἡ ὁποία δὲν συγκινεῖται εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία γνωρίζει, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἄλλη χώρα, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ τοιοῦτον ὕψος στρατιωτικῶν δαπανῶν. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ, προσφεύγει εἰς μίαν τετριμμένην δικαιολογίαν καὶ πρὸς μὲν τὴν Ε.Δ.Α. ἀπαντᾷ καὶ λέγει: «Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψει μου τὰς ἀπόψεις σου, διότι ἐπιδιώκεις τὴν ἔξοδον τῆς χώρας μας ἀπὸ τὸ Ν.Α.Τ.Ο.». (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας). Εἰς τὰ ἄλλα δὲ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λέγει: Αὐτὸ ποὺ ζητεῖτε τὸ ζητεῖ καὶ ἡ Ε.Δ.Α. Αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἕνα βάσιμον ἐπιχείρημα διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ διατήρησις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν εἰς τὰ σημερινὰ ὕψη. Ἀλλὰ προξενεῖ κατάπληξιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1963. Λέγει: Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχῃ διὰ τὴν ἀμυντικήν της προσπάθειαν ἀρίστας Ἐνόπλους Δυνάμεις θὰ παραμείνῃ ἐκτεθειμένη εἰς νέας ἐθνικὰς περιπετείας. Ἐν τούτοις ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑφίσταται διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ βορρᾶ καὶ δὲν τὸ συνέδεσεν αὐτὸ μὲ τὸ γεγονός, ὅτι διατηροῦμεν αὐτὰς ἢ ἐκείνας τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ὅτι ἐξ ἀντικειμένου δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος κίνδυνος. Συνεχίζει ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποστηρίζων, ὅτι ἀπὸ πλευρᾶς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς χώρας, ἀποφασιστικῆς σημασίας παράγων εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ προσπάθεια. Ἀλλά, ὅταν ἡ χώρα εἶναι συγκροτημένη οἰκονομικῶς, τότε δύναται νὰ διαθέσῃ καὶ ἰσχυρὰν ἄμυναν, δὲν δύναται δὲ νὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιστρέφοντα τὰ πράγματα. Λέγει ἀκόμη, ὅτι οὔτε ἐπενδύσεις ξένων κεφαλαίων, οὔτε ἄλλων κεφαλαίων ἐξ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπένδυσις, ἐὰν δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ ἀκεραιότης καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας. Ἐρωτῶ: Ὑπῆρξε δηλαδὴ ἄρνησις ἢ ἐπιφύλαξις διὰ τοποθέτησιν κεφαλαίων ἢ διὰ πραγματοποίησιν ἔργων οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὑπῆρχεν ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας; Νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ ἀβασίμων δικαιολογιῶν, τὰς ὁποίας ἐπικαλεῖται ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν διατήρησιν ὑψηλῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Παρὰ ταῦτα, κ. συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις αὐξάνει κατὰ 315 ἑκατομμύρια τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, πέραν τῶν 705 ἑκατομμυρίων κατὰ τὰ ὁποῖα αὐξάνονται αἱ δαπάναι ἐκ χορηγήσεως τοῦ ΝΑΤΟ. Ἐὰν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν ἐκ τῶν συμμάχων καὶ παροχὰς εἰς εἴδη στρατιωτικά, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὡς συμβαίνει μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἄλλων χωρῶν, αὐτὸ παρουσιάζει ἔτι μεγαλυτέραν δυσαναλογίαν ὡς πρὸς τὸ ὕψος τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἄλλας χώρας. Ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὁμιλοῦμεν περὶ μειώσεως τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, διότι ζητοῦμεν τὴν ἔξοδον τῆς χώρας ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Βεβαίως, ἡ πολιτική μας εἶναι νὰ ἀποδεσμευθῇ ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοὺς ἀντιθέτους τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς καὶ ν’ ἀναπτύξῃ πολιτικὴν ἴσης φιλίας πρὸς ὅλας τὰς χώρας. Δὲν συζητοῦμεν ὅμως ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως, ὅταν ζητοῦμεν μείωσιν τῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μέλος τοῦ ΝΑΤΟ. Διότι ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς λόγῳ τῆς ἰδιαζούσης γεωγραφικῆς της θέσεως ἔχει ηὐξημένας ἀνάγκας ἀμύνης. Ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι ἐὰν εὑρισκώμεθα ἐντὸς συμμαχίας, ἡ ὁποία ἀπὸ κοινοῦ πρόκειται νὰ ἀντιμετωπίσῃ οἱανδήποτε ἀπειλὴν ἢ ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἀμυνθῇ μόνη, ὁπότε δὲν ὑπάρχει συμμαχία, ἀλλὰ λυκοφιλία. Ὅταν, λοιπόν, ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ διπλασίας στρατιωτικὰς δαπάνας ἀπὸ τὰς ἄλλας χώρας, αἱ ὁποῖαι μετέχουν τοῦ ΝΑΤΟ καὶ συνεχῶς τὰς αὐξάνει, τοῦτο καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταλήγει μὲ μίαν ἄλλην καταπληκτικὴν σκέψιν: Ὅτι ἡ ἐμμονὴ εἰς ὑψηλὰς δαπάνας ἀποτελεῖ ἰδεολογίαν τῆς ΕΡΕ. Δηλαδή, θέλει ἡ ΕΡΕ τὴν συνεχῆ αἱμορραγίαν τῶν πόρων τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ δημιουργῇ ἔργα καὶ νὰ ἀγοράζῃ εἴδη, τὰ ὁποῖα λόγῳ τῆς σημειουμένης τεχνικῆς προόδου μετὰ 5 χρόνια θὰ εἶναι ἄχρηστα. Ἀλλὰ ἡ ἐξήγησις τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν πίεσιν ὡρισμένων κύκλων τῆς συμμαχίας τοῦ ΝΑΤΟ, οἱ ὁποῖοι ὑποδεικνύουν τὴν συνεχῆ αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἡμεῖς καταλήγομεν αὐθαιρέτως εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, θὰ ἀναφερθῶ εἰς ἐπίσημα κείμενα. Πέρυσι τὸν Ἀπρίλιον ἠσχολήθη ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν λεγομένων τριῶν σοφῶν μὲ τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας. Καὶ εἰς τὸ πόρισμα τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἐπιτάσσεται ἡ Κυβέρνησις νὰ αὐξάνῃ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας κατὰ λόγον αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ ἂν ἔχῃ ἀνάγκην διὰ τὰς ἐπενδύσεις της θὰ δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν δανεισμόν. Καὶ ὅταν ἐγένοντο διαμαρτυρίαι κατὰ τοῦ πορίσματος ἐκείνου, ἀπεστάλη ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνωρίζετο μὲν τὸ ὑφιστάμενον οἰκονομικὸν πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ ἐκ παραλλήλου ἐτονίζετο καὶ ἡ ἀνάγκη καλύψεως καὶ αὐξήσεως τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν καὶ ἐγένετο μνεία, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν ἐξωτερικὸν δανεισμὸν σὺν τῇ ὑποδείξει τῆς ρυθμίσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ δημοσίου χρέους. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀσκοῦσα αὐτὴν τὴν πολιτικὴν σπεύδει εἰς τὴν ρύθμισιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ προχωρεῖ εἰς τὴν τοποθέτησιν τῶν δαπανῶν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, συμφώνως πρὸς τὴν συνταγὴν τῆς περιφήμου ἐκθέσεως τοῦ κ. Φόρ. Ἔχομεν ἤδη αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν κατὰ 500 ἑκατομμύρια καὶ διὰ τὰς ἐπενδύσεις ἡ χώρα δανείζεται. Ἀλλὰ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τίνα λόγον ἐγγράφεται τὸ δάνειον διὰ τὰς ἐπενδύσεις καὶ δὲν ἐγγράφεται τὸ δάνειον διὰ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας; Ἁπλῶς διὰ νὰ συγκαλύψητε τὴν ἐνοχήν σας. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ δανεισμὸς καὶ τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἦτο εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον μὲ ἐκεῖνο τοῦ ἔτους 1962, θὰ προβαίνατε εἰς αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν εἰς βάρος τῶν ἐπενδύσεων, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀσφαλῶς ναί. Συνεπῶς, αὐτὴ ἡ ἰδεολογία, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τὴν χώραν εἰς τὴν οἰκονομικὴν καταβαράθρωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ τὴν δικαίωσίν της, οὔτε ἀκόμη καὶ τὴν ἔνταξιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἀτλαντικὴν συμμαχίαν καὶ τοῦτο, διότι ἡ Ἑλλὰς προσφέρεται νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὸ δυσβάστακτον βάρος. Ἡ προσφυγὴ εἰς τὸν δανεισμὸν δημιουργεῖ ἕνα τεράστιον κίνδυνον διὰ τὸ μέλλον. Μεταθέτει, βεβαίως, τὸ βάρος εἰς τὰς μελλούσας γενεάς, ἀλλὰ ὅταν ὁ δανεισμὸς προχωρῇ πέραν τοῦ ἐπιτρεπτοῦ, σημαίνει δημιουργίαν προϋποθέσεων ἀληθοῦς χρεωκοπίας. Ὅταν τὸ Κράτος ἐπιβαρύνεται μὲ 1.400 ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν δανείων, εἰς τὰ ὁποῖα προστίθενται ἄλλα 250 ἑκατομμύρια, θὰ φθάσωμεν μίαν ἡμέραν νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ, οὔτε μία δραχμὴ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν, ἀλλὰ ὅλα θὰ διατίθενται διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν παλαιῶν δανείων. Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν, ἐπὶ τέλους, τί πρόκειται νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν ἐπενδύσεων. Ἐὰν θελήσῃ κανεὶς νὰ ἐρευνήσῃ τὰ ἔργα τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως θὰ ἀντιληφθῇ τὴν κραιπάλην τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου χρήματος, τὸ ὁποῖον διετέθη δι’ ἀποτυχόντα ἔργα. Τὸ 1962 προεβλέφθησαν δαπάναι 1.700 ἑκατ. δι’ ἔργα συγκοινωνιακά, δηλαδὴ τὸ ⅓ περίπου τοῦ προγράμματος δημοσίων ἐπενδύσεων. Ἐν τούτοις, δὲν εἶναι ἔργα οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, ἰδίᾳ μάλιστα ὑπὸ τὴν μορφήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν κατασκευάζονται οἱ δρόμοι, ἀλλὰ εἶναι ἔργα βιτρίνας, τὰ ὁποῖα ἑκατομμύρια κατεσπαταλήθησαν. Ἀκολουθεῖ τὸ κονδύλιον τουρισμοῦ 600 ἑκατομμύρια. Ἐν συνεχείᾳ τὸ κονδύλιον τῶν Νομαρχιακῶν Ταμείων 571 ἑκατ., σύνολον 2 δισεκ. 835 ἑκατ. Δηλαδὴ τὸ ½ τοῦ κεφαλαίου ἐπενδύσεων διετέθη δι’ ἔργα μὴ ἀποδίδοντα, πλὴν τοῦ τουρισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποδίδει μὲν ἀλλὰ εἶναι μορφὴ ἐπενδύσεως, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐξωτερικοὺς παράγοντας καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἀσφαλῆ βάσιν διὰ τὴν οἰκονομικήν μας ἀνάπτυξιν. Διὰ τὰ ἐγγειοβελτιωτικὰ ἔργα προβλέπεται ἐφέτος ποσὸν 1.300 ἑκατ. Ποῦ εἶναι ἡ ἀπόδοσις; Τὸ εἰσόδημα τῆς ἀγροτικῆς οἰκονομίας τοῦ 1962 εἶναι τὸ ἴδιον μὲ τὸ 1957. Ἐλέχθη περὶ καιρικῶν συνθηκῶν, ἀλλὰ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιβάλλεται ἡ κατασκευὴ ἔργων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτρέπουν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἐπίδρασιν τῶν καιρικῶν συνθηκῶν, ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν πλημμυρῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ κατανοητὴ ἡ νοοτροπία τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ ποσὸν τῶν Νομαρχιακῶν Ταμείων. Τὸ 1959 ἡ Κυβέρνησις ηὔξησε τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς 750 ἑκατ., εἰς τὸ αὐτὸ δὲ ὕψος εὑρίσκετο καὶ τὸ 1960. Κατηγγέλθη κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι ἡ διάθεσις αὐτῶν τῶν ποσῶν γίνεται μὲ κριτήρια κομματικὰ γιὰ νὰ ἐξυπηρετηθοῦν οἱ τοπικοὶ κομματάρχαι ἑκάστης περιφερείας. Ὑπάρχουν μελέται κατὰ Νομοὺς ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας διὰ τὴν κατασκευὴν ἔργων, πράγματι οἰκονομικῆς ἀξίας καὶ ἀποδόσεως. Ἔχω συγκεκριμένον παράδειγμα, ὅτι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὑποδείξεις τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας, παρεμερίσθησαν αὗται καὶ ἐδόθη προτεραιότης εἰς ἔργα, διὰ τῶν ὁποίων ἐξυπηρετεῖτο κομματικῶς καὶ μόνον ἡ Ε.Ρ.Ε. Ὁ κ. Ζολώτας, εἰς μελέτην τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ περιφερειακῆς ἀναπτύξεως, ὡμίλησε περὶ ἀντιπαραγωγικῶν δαπανῶν, διὰ τὰς δαπάνας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι διατίθενται μέσῳ τῶν Νομαρχιακῶν Ταμείων. Τὸ 1961 αἱ δαπάναι ἀνῆλθον εἰς 942.000.000. Εἶναι ἔτος ἐκλογικὸν καὶ δι’ αὐτὸ διετέθησαν αὐτὰ τὰ ποσά. Ἐξ ἀντιθέτου, διετέθησαν 450.000.000 τὸ 1962 καὶ 400.000.000 προβλέπονται διὰ τὸ 2963. Τοῦτο ἀποδεικνύει ἀκριβῶς, ὅτι ἄλλα κριτήρια ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσαν τὴν διασπάθισιν τοῦ δημοσίου χρήματος. Ἐλέχθη προχθὲς ἀπὸ τὸν κ. Στεφανόπουλον, ὅτι μέχρι τέλους Νοεμβρίου τοῦ 1962 διετέθησαν 3.900.000.000 καὶ ἐντὸς ἑνὸς μηνός, δηλαδὴ τὸν Δεκέμβριον, συνεπληρώθη τὸ ποσὸν τῶν 5.000.000.000 καὶ πλέον. Τὰ χρήματα ταῦτα διετέθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ παρουσιάζουν τὸ θέαμα διαλύσεως, διότι παρουσιάζουν ὅλας τὰς ὑπερβάσεις καὶ κακοτελείας, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἔλεγχος ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ. Ὁ ἔλεγχος ἔπρεπε κάπου ἀλλοῦ νὰ παραπεμφθῇ, διὰ νὰ διαπιστωθῇ πῶς ἐγένετο ἡ διασπάθισις τοῦ δημοσίου χρήματος. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχει σημασίαν, εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις, πρὸ τῶν καταγγελιῶν αὐτῶν, ἀντιδρᾷ μὲ ὑπεκφυγάς, ἀντιδρᾷ κατὰ τρόπον ποὺ σημαίνει ἐνοχήν. Εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ σειρὰν ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπερροφήθησαν 15 δισεκατομμύρια δραχμῶν καὶ τῶν ὁποίων αἱ ὑπερβάσεις ἔφθασαν μέχρι τοῦ 700% καὶ 800%. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντῶν, εἶπεν, ὅτι ἐπικαλούμεθα ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν δίδουν τὴν πραγματικὴν εἰκόνα καὶ ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ ἀφοροῦν προμελέτας καὶ μόνον καὶ ὄχι τελικὸν προγραμματισμόν. Ἐὰν ἦτο φιλαλήθης ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ ἠδύνατο νὰ πληροφορηθῇ, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἀνέφερον καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχαν ὑπερβάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερον ἦσαν ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι προέκυψαν ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῶν, ἦσαν μελέται, βάσει τῶν ὁποίων ἀνελήφθη ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων αὐτῶν. Καὶ ὅταν αὐτὰ εἶναι δεδομένα, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι θὰ ἀπέφευγε τὴν εὐθύνην, λέγων, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθεῖς οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτοί, ὅτι ὅλαι αἱ μελέται ἦσαν πρόχειροι καὶ δὲν ἀνταπεκρίνοντο εἰς τὴν πραγματικότητα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρεδέχθη, ὅτι γίνονται καὶ λάθη. Βεβαίως, δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβοῦν λάθη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Ἀλλὰ ἐδῶ τὰ λάθη εἶναι κανών, διότι δὲν ὑπάρχει κανὲν ἔργον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐσημείωσεν αὐτὰς τὰς τερατώδεις ὑπερβάσεις. Δὲν πρόκειται περὶ λάθους, πρόκειται περὶ κανόνος, ὁ ὁποῖος ἐκυριάρχησεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Ἀλλά, καὶ περαιτέρω ἔγιναν αὐταὶ αἱ ὑπερβάσεις. Ἠρευνήθη ἔστω καὶ εἰς μίαν περίπτωσιν, διατὶ ἔγινε τὸ λάθος, ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος, ποῖαι αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν καὶ ποῖαι αἱ κυρώσεις διὰ τὴν κατασπατάλησιν τοῦ δημοσίου χρήματος. Ἀναφέρομαι συγκεκριμένως εἰς τὸ σκανδαλῶδες φαινόμενον τοῦ ἐργοστασίου ἀζώτου. Ὑπάρχει μελέτη, ἡ ὁποία ἦλθε πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅτε συνεζητεῖτο ἡ κύρωσις τῆς Συμβάσεως τῆς ἱδρύσεως τοῦ ἐργοστασίου ἀζώτου, ὁ συνάδελφος κ. Κιτσίκης, εἰδικὸς παντὸς ἄλλου εἰς τὰ θέματα αὐτά, καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἐπεσήμαναν τοὺς κινδύνους καὶ εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι, κ. Ὑπουργέ, κτίζετε ἐπὶ τῆς ἄμμου. Τὸ ἐργοστάσιον ἀζώτου εἶχε προγραμματισθῆ 30.000.000 δολλάρια καὶ ἔφθασεν εἰς τὰ 60.000.000 δολλάρια. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ ἐργοστάσιον αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ ὑπερβῇ τὰ 38.000.000 δολλάρια. Τί θέλετε νὰ εἴπωμεν, ὅταν ἀντὶ 38.000.000 δολλ., κατόπιν μάλιστα τῆς Πρωθυπουργικῆς δηλώσεως, φθάνωμεν εἰς τὰ 60.000.000 δολλάρια; Σᾶς ἐρωτῶ, τί ἐκάνατε διὰ τὴν διασπάθισιν τοῦ δημοσίου χρήματος; Ἐρωτῶ, διατί αὐτὴ ἡ ὑπέρβασις 100%; Ἐρωτῶ, πότε θὰ ἀρχίσῃ λειτουργοῦν τὸ ἐργοστάσιον αὐτό; Ἤδη ἔχουν κάμει μίαν λίμνην, ἡ ὁποία εἶναι τρύπια. Ὅταν αὐτὰ τὰ δεδομένα ἔχωμεν, ὅταν ἑκατομύρια δολλάρια διασπαθίζωνται κατ’ αὐτὸν τὸν ἀπαράδεκτον τρόπον, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ οὔτε ὁ ἐλάχιστος πόνος διὰ τὸν ἱδρῶτα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις κινῆται κατὰ τὰς ἐπιταγὰς ξένων συμφερόντων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῶμεν καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐγκρίνομεν τὴν σύναψιν τοῦ ἐσωτερικοῦ αὐτοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ; Τὸ δάνειον αὐτὸ θὰ ἀποτελέσῃ μίαν ἐπὶ πλέον προσθήκην προβλημάτων οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ κἄποιο σταμάτητα εἰς τὴν πορείαν των θὰ ὁδηγηθῶμεν πολὺ συντόμως εἰς οἰκονομικὴν χρεωκοπίαν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ἐκηρύχθη περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου, μὲ τὴν συμφωνίαν ὅλων τῶν πτερύγων, ὅτι οἱ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς θὰ δύνανται νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 μὲ κἄποιαν ἄνεσιν χρόνου. Ταῦτα δὲν ἔχουν καμμίαν πρόθεσιν περιορισμοῦ τῆς ἀγορεύσεως τῶν συναδέλφων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὁμιλήσουν ἐν συνεχεία καὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Πάντως, νομίζω, ὅτι δύνανται οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις των μὲ κἄποιαν ἄνεσιν χρόνου, ἀλλὰ ἐντὸς τῆς συμφωνίας.
§14Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συμφωνία, ἡ ὁποία ἐγένετο προχθές, δὲν ἐγένετο ὑπὸ τὴν ἔννοιαν περιορισμοῦ τῶν ἀγορεύσεων τῶν ὑπολειπομένων συναδέλφων νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Συνεφωνήθη, ὅτι θὰ ὁμιλήσουν μὲ κἄποιαν ἄνεσιν χρόνου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κανένας περιορισμὸς δὲν τίθεται μὲ ὅσα εἶχον τὴν τιμὴν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἴπω. Ἁπλῶς μίαν γενικὴν σύστασιν ἔκαμα. Συνεπῶς, ὅσα εἴπατε, κ. Παπασταύρου, νομίζω, ὅτι δὲν εἶχον τὴν θέσιν των ἐν προκειμένῳ. Ὁ κ. Γ. Λύχνος, ἔχει τὸν λόγον.
§16Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ τετάρτη συνεδρίασις, κατὰ τὴν ὁποίαν συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸ δάνειον οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Εἰς τὸ τέλος τῆς τρίτης συνεδριάσεως, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχήν, διότι ὅλα τὰ ἐν τῇ Βουλῇ Κόμματα, πλὴν τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ἐθεώρησαν, ὅτι ἦτο χρέος των νὰ συμφωνήσουν μὲ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν σύναψιν τοῦ δανείου αὐτοῦ. Κατόπιν τούτου, νομίζω, ὅτι ὅσοι ἐξ ἡμῶν ἐπιμένουν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, νομοσχεδίου τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἔχει ἐξαντληθῆ, οὐδὲν ἄλλο πράττουν, παρὰ νὰ παρεμβάλλουν ἐμπόδια διὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου αὐτοῦ, ἐγὼ δέ, θεωρῶν περιττὴν κάθε περαιτέρω συζήτησιν, δὲν προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ὥρα εἶναι 10.30′ καὶ παρὰ τὰ εἰωθότα, ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας ἐνωρίτερον τῆς συνηθισμένης ὥρας. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν ἀρκετοὶ βουλευταὶ εἰς τὴν αἴθουσαν διὰ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἐξ ἄλλου ἔχει, νομίζω, ἐξαντληθῆ. Παρακαλῶ, συνεπῶς, νὰ παραιτηθῆτε τῆς ἐνστάσεως καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§18Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς περασμένης Πέμπτης ἐγένετο μία συμφωνία μεταξὺ τῆς πλευρᾶς τῆς πλειοψηφίας τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν. Κατὰ τὴν συμφωνίαν αὐτὴν ἐγένετο δεκτόν, ὅτι θὰ ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ρήτορες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ἐγγεγραμμένοι διὰ νὰ ὁμιλήσουν, θὰ ἠδύναντο, κατὰ τὴν διατύπωσιν, ἄλλως τε, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικά, νὰ ἔχουν μίαν ἄνεσιν χρόνου νὰ ἐκθέσουν τὰς ἀντιλήψεις των. Συμφωνῶ ἀπολύτως, κ. Πρόεδρε, μὲ τὰ ὅσα εἴπατε προηγουμένως καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω καὶ ἐγὼ κριτικὴν περὶ τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος ἐχρησιμοποιήθη ἀπὸ τοὺς σήμερον ἀνελθόντας ἐπὶ τοῦ βήματος συναδέλφους. Ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἀνέσεως χρόνου δὲν φθάνει μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἕκαστος ρήτωρ νὰ καταλαμβάνῃ τὸ βῆμα ἐπὶ 1½ ἢ δύο ὥρας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ συμφωνία ἦτο ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, μὲ μίαν ἄνεσιν χρόνου διὰ τοὺς ἐγγεγραμμένους, διὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Αὐτή, ὅμως, ἡ συμφωνία εἶχε μίαν προϋπόθεσιν, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε. Βεβαίως, δὲν ἐγένετο ἡ συμφωνία διὰ νὰ ὑποβληθῇ μία ἔνστασις ἀπαρτίας καὶ μάλιστα ἀπόψε ποὺ συνεδριάζομεν ἀρκετοὶ βουλευταί. Ἐπιμένετε, λοιπόν, εἰς τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας; Ἀλλά, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἡ συμφωνία, ἡ ὁποία ἦτο, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Τὴν συμφωνηθεῖσαν ἄνεσιν χρόνου τὴν ἐδέχθημεν καὶ τὴν τηροῦμεν. Νὰ μὴ ἀνατρέψωμεν, ὅμως, τὰ συμφωνηθέντα, διὰ μιᾶς ἐνστάσεως ἀπαρτίας.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθέντα, ἀποτελοῦν, κύριοι βουλευταί, μίαν ἀκόμην ὑπόμνησιν τῆς γενομένης συμφωνίας. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἀποσύρουν τὴν ἔνστασιν καὶ νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως, οὐδεὶς εἶναι νὰ ὁμιλήσῃ. Ὁ κ. Λύχνος παρῃτήθη τοῦ λόγου καὶ ὁ κ. Γυιόκας ἀπουσιάζει. Ἐγγεγραμμένοι εἶναι μόνον ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν καὶ νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν ἀπὸ τῆς 10.30′.
§20Χ. ΡΟΥΧΩΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ 10η φορὰ ποὺ καταβάλλω προσπάθειαν νὰ ὁμιλήσω καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὰ καταφέρω, διότι ἄλλοτε παρεμβάλλονται οἱ Ὑπουργοὶ ἢ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ ἄλλοτε τελειώνει τὸ 5θήμερον. Κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο συμφωνία νὰ δοθῇ καὶ εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἡ εὐχέρεια νὰ διατυπώσωμεν τὰς σκέψεις μας μὲ κἄποιαν ἄνεσιν. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι εἰς τὸ πνεῦμα τῆς γενομένης συμφωνίας νὰ ὁμιλήσωμεν ἀπόψε τὴν 12ην νυκτερινὴν μὲ βίαν καὶ ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων. Δὲν πρόκειται νὰ εἴπω σοφίας, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶμαι νέος βουλευτὴς καὶ ἐπιθυμῶ κἄποτε νὰ μοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς μὲ κἄποιαν ἄνεσιν. Παρακαλῶ, λοιπόν, νὰ μὴ ἐξαντληθῇ ἀπόψε ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον. Οὔτε ἡ σειρὰ τῶν ρητόρων μετεβλήθη, οὔτε Ὑπουργὸς ὡμίλησεν ἀπόψε. Συνεπῶς, τὰ ὅσα εἴπατε, δὲν εἶχον θέσιν νὰ λεχθοῦν.
§22Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ τοποθέτησις τοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν εἶναι ἡ ἀπολύτως ὀρθή. Ἡ Ἀντιπολίτευσις παραχώρησιν ἔκαμε, δεχθεῖσα νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἦσαν ἐγγεγραμμένοι βουλευταὶ νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Βεβαίως, ἔχουν πολλὰ λεχθῆ διὰ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ θὰ πρέπει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ αὐτοπεριορισθῇ καὶ νὰ τελειώνῃ τὴν ὁμιλίαν του ἐντὸς ἡμισείας ὥρας. Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, νὰ ὁμιλήσῃ τώρα ὁ κ. Παπασταύρου, ὁ ὁποῖος ἔχει σειράν, μετὰ ταῦτα νὰ ἐκφωνηθῇ ὁ ἀντίλογος καὶ νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν, ὥστε νὰ δοθῇ καὶ ἡ εὐχέρεια εἰς τὸν κ. Ρουχωτᾶν νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ παρουσίᾳ περισσοτέρων βουλευτῶν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Παπασταύρου, ἔχει τὸν λόγον.
§24Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, ὑπενθυμίζει εἰς τὸ Σῶμα τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1963 καὶ ὅτι μεταξὺ τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, ἰδιάζουσαν θέσιν ἔχει ἡ ἐπιτάχυνσις τοῦ ρυθμοῦ τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας κλπ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἐπίσης, ἀναπτύσσων τὰς ἀπόψεις του, ὑπενθύμισε καὶ αὐτὸς τὰ ἴδια πράγματα καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀνεφέρθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐπενδύσεων καὶ προσέθεσεν, ὅτι ἐπειδὴ τὰ προβλεπόμενα χρήματα δὲν ὑπάρχουν, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν δάνειον περὶ τοῦ ὁποίου προβλέπει τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον. Καὶ προσέθεσεν ἀκόμη, ὅτι ἀφοῦ τὸ δάνειον τοῦτο θὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ παραγωγικοὺς σκοπούς, θὰ πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐχέρειαν τῆς συνάψεως τοῦ δανείου αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἀνεφέρθησαν ἐν ἀρχῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, νομίζω, ὅτι καὶ ἐγὼ θὰ πρέπει νὰ ἀκολουθήσω τὴν ἀρχὴν αὐτὴν καὶ νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1963. Ὁ προϋπολογισμὸς αὐτός, κύριοι βουλευταί, ὁμοιάζει μὲ καγκουρώ, ποὺ ἔχει δύο ὑποστάσεις. Ἡ μία εἶναι ὁ κύριος προϋπολογισμὸς καὶ ἡ δευτέρα ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐπενδύσεων. Συμβαίνει, δηλαδή, ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ καγκουρὼ ποὺ τὸ ἕνα εἶναι τὸ κύριον ζῶον καὶ τὸ ἄλλο τὸ φερόμενον εἰς τὸ μαρσίπιον νεογνόν. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ἔκαμεν ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, εἶναι ἡ ἀναφορὰ αὐτοῦ εἰς τὸ πλεόνασμα τῶν 1.150.000.000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ὁμοῦ μὲ τὸ δάνειον τοῦ παρόντος σχεδίου θὰ συντελέσουν νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Κυβέρνησις τοὺς σκοπούς της εἰς τὸν τομέα τῶν ἐπενδύσεων. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη ἀπὸ τὸ 1956 ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀρχὴν 140.000.000.000 δραχ. καὶ οὐδὲν ἐπέτυχε. Διέθεσε διὰ τὴν γεωργίαν 13.000.000.000, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποδώσῃ μόνον 900.000 μὲ 1 ἑκατ. στρέμματα πρὸς ἄρδευσιν ἐκ τῶν 12½ ἑκατομμυρίων ποὺ δύνανται νὰ ἀρδευθοῦν εἰς τὴν χώραν μας. Ἀλλὰ καὶ τὸ 1.150.000.000 ποὺ ἐμφανίζεται ὡς περίσσευμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπέφευγεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν νὰ μᾶς τὸ παρουσιάσῃ μὲ τὴν πραγματικήν του μορφήν. Αὐτὸ δὲν εἶναι πραγματικὸν περίσσευμα, διότι 705 ἑκατ. ἐξ αὐτοῦ εἶναι μία προσφορὰ τοῦ ΝΑΤΟ καὶ εἶναι ζήτημα ἂν θὰ δοθῇ, πῶς θὰ δοθῇ καὶ ἂν δυνηθῇ νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1963. Περίσσευμα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐμφανίζεται μόνον 450 ἑκατ. Δι’ αὐτὸ ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, διὰ νὰ ἐξεύρῃ χρήματα ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ ταχέως καὶ προωθήσῃ τὰ ἔργα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα νὰ γίνουν καὶ παραμένουν ἡμιτελῆ. Παρέλειψεν ἀκόμη ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας νὰ μᾶς ἀναφέρῃ ποῦ θὰ διατεθῇ καὶ εἰς ποῖα ἔργα τὸ ποσὸν τῶν 6.250.000.000 δραχμῶν, θὰ λυθοῦν πολλὰ προβλήματα, δὲν μᾶς εἶπε ποῦ θὰ διατεθοῦν τὰ χρήματα τῶν δανείων διὰ τὰς ἐπενδύσεις, οὔτε τῶν περισσευμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, ἂν πράγματι θὰ καλύψουν ἀνάγκας ἐπενδύσεων ἢ τοκοχρεωλύσιον Δημοσίου χρέους. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ 1956. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ προϋπολογισμὸς εἶχεν ἔξοδα καὶ ἔσοδα 10 δισεκατ. δραχμῶν καὶ κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις τὸ 1963 νὰ φθάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς 20 δισεκατ. τὰ ἔσοδα, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 19.400.000.000 δραχμῶν. Ἀντιλαμβάνεσθε ποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς 7ετίας, ὅταν τὰ 10 δισεκατ. τὰ ἔφθασεν εἰς 20 δισεκατ., χωρὶς παρὰ τοῦτο νὰ δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δαπάνας παραγωγικῶν ἔργων καὶ ἀναγκάζεται νὰ στραφῇ εἰς τὸν δανεισμόν, διὰ τὰς ἐπενδύσεις. Δὲν φθάνει, ὅτι ἔφθασε τὰ ἔξοδα εἰς τὰ 20 δισεκατ., ἀλλὰ ηὔξησε καὶ τὸ δημόσιον χρέος εἰς τεράστιον ποσόν. Τὸ 1956 τὸ δημόσιον χρέος ἦτο 3 δισεκατ., τὸ 1962 ἔφθασε 20 δισεκατ. καὶ τὸ 1963 τὸ δημόσιον χρέος μὲ τὰ νέα δάνεια θὰ ὑπερβῇ τὰ 25 δισεκατ. Αἱ πληρωμαὶ τοῦ δημοσίου αὐτοῦ χρέους σημειώνονται κατὰ τὴν ἑξῆς προοδευτικὴν κλίμακα, ποὺ εὐλόγως ἀνησύχησεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μὲ τὰ οἰκονομικὰ προβλήματα τῆς χώρας. Τὸ 1956 κατὰ τὰ στατιστικὰ στοιχεῖα τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος ἐπληρώναμε διὰ τὸ δημόσιον χρέος 270 ἑκατ. Τὸ 1957 273, τὸ 58 291, τὸ 59 428, τὸ 60 603, τὸ 61 705, τὸ 62 1.050 καὶ τὸ 1963 θὰ φθάσωμεν τὰ 1.450 ἑκατ. Εὐλόγως, ἑπομένως, ἐγεννήθη τὸ ἐρώτημα ἂν τὸ δάνειον τῶν 1.500 ἑκατ. δραχμῶν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δὲν εἶναι δάνειον, παρὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ ἀξίωσις τῶν παραγωγικῶν ἔργων, ἀλλὰ δάνειον διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ δημόσιον χρέος. Διεπιστώθη ἡ ὑπόνοια αὕτη μὲ τὸ δάνειον τῶν 900 ἑκατ. ποὺ συνήφθη πέρυσιν. Ἐκάλυψε τοκοχρεωλύσιον τοῦ δημοσίου χρέους μας. Τὸ ἴδιον προβλέπεται καὶ διὰ τὸ ἐφετεινόν, διότι συμπίπτουν τὰ ποσά. Ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ δημοσίου χρέους εἶναι 1.450 ἑκατ. Καὶ τὸ δάνειόν μας 1.500 ἑκατ. Ὅπως, ὅμως, ἐμφανίζεται τὸ δημόσιον χρέος ἀπὸ τὸ 1956 μέχρι τοῦ 1963, τοῦτο ἑπταπλασιάσθη, ἔφθασεν ἀπὸ τρία δισεκατομμύρια, εἴκοσι, καὶ ἡ ἐξυπηρέτησις αὐτοῦ ἑπταπλασιάσθη. Καὶ μὲ ἕνα τοιοῦτον χρέος προχωροῦμεν εἰς τὴν δημιουργίαν νέου ἐκ πέντε δισεκατομμυρίων, διὰ νὰ φθάσωμεν τὰ 25 δισεκατ. Ἐάν, ὅμως, ἀκολουθήσωμεν αὐτὸν τὸν δρόμον, ποῦ θὰ φθάσωμεν; Ὅ,τι δημιουργοῦμεν θὰ τὰ διαθέτωμεν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ Πρόεδρος κ. Στεφανόπουλος, προχθές, ὅτι ἂν πᾶμε ἔτσι θὰ χρεωκοπήσωμεν. Ἐκεῖνο ποὺ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προσέξῃ καὶ τῆς συνιστῶμεν νὰ προσέξῃ, εἶναι ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν βοήθειαν ἐκ μέρους τοῦ ΝΑΤΟ καὶ ἐκ μέρους τῶν ΗΠΑ. Νὰ κάμῃ δηλαδὴ ὅ,τι ἡ Τουρκία, ποὺ ἐπέτυχε προχθὲς ἀκόμη 221 ἑκατ. δολλάρια βοήθειαν ἀπὸ τὸ Κονσόρτσιουμ καὶ 21½ ἑκ. δολλάρια δωρεὰν βοήθειαν ἀπὸ τὰς Η.Π.Α. Ἐνῷ ἡμεῖς καταφεύγομεν εἰς τὸν δανεισμόν, ποὺ θὰ εἶναι καταστρεπτικὸς διὰ τὴν χώραν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δερτιλῆς, ὁμιλῶν προχθές, ἔκαμε μίαν ὀρθὴν παρατήρησιν καὶ εἶπεν, ὅτι τὰ δάνεια, ὅταν συνάπτωνται, εἴτε ἐσωτερικὰ εἶναι, εἴτε ἐξωτερικά, ἐὰν χρησιμοποιοῦνται διὰ τὴν κάλυψιν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι βάρος καὶ διὰ τὴν παροῦσαν καὶ διὰ τὰς ἄλλας γενεάς. Ἐὰν χρησιμοποιοῦνται ὅμως διὰ παραγωγικὰς ἐπενδύσεις, εἶναι ὠφέλιμα. Αὐτὸ ὅμως, δὲν σημειοῦται οὔτε εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν μᾶς εἶπον, ὅτι θὰ γίνουν τὰ Α ἢ Β παραγωγικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ καλύψουν τὰ 6.250 ἑκατ. δραχμῶν. Ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ κρατηθῇ καὶ νὰ κρατήσῃ τὴν ἰσορροπίαν εἰς τὰ δημοσιονομικὰ προβλήματα, καθήλωσε τοὺς μισθοὺς καὶ τὰς συντάξεις εἰς τὰ ἀφόρητα σημερινὰ ἐπίπεδα, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον ἐσταμάτησε καὶ τὰ μικρὰ ἐγγειοβελτιωτικὰ ἔργα καὶ τὰ ἔργα τῆς ὀρεινῆς οἰκονομίας. Τὸ 1961 εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν διέθεσεν 960 ἑκατ. δι’ ἐνίσχυσιν ἔργων μικρᾶς ἐγγείου βελτιώσεως. Τὸ 1962, ὅμως, περιώρισε τὸ ποσὸν εἰς 550 ἑκατ. καὶ ἐφέτος περιώρισε τοῦτο εἰς 400 ἑκατ. Ἀλλὰ μὲ αὐτὰ τὰ μικρὰ ποσὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν οὔτε τὰ πλέον ἀπαραίτητα μικρὰ ἐγγειοβελτιωτικὰ ἔργα, τῶν ὁποίων ἡ ὕπαιθρος ἔχει τόσην ἀνάγκην διὰ νὰ σταματήσῃ ἡ ἀθρόα μετανάστευσις τοῦ πληθυσμοῦ πρὸς τὴν Γερμανίαν. Ἡ Κυβέρνησις ἐπροτίμησε, ἀντὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ὕπαιθρον, νὰ αὐξήσῃ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, αἵτινες μαζὺ μὲ τὰς δαπάνας ἀσφαλείας φθάνουν τὸ ποσὸν τῶν 5.200.000.000. Ηὔξησε κατὰ 200 ἑκατ. τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας καὶ κατὰ 42 τὰς δαπάνας ἀσφαλείας, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ διαθέσῃ τὰ ἄνω ποσὰ εἰς ἔργα παραγωγῆς εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἀποτελεῖ διευκόλυνσιν τῆς ἰδιωτικῆς ἀποταμιεύσεως, ἡ ὁποία λόγῳ τοῦ μεγάλου ὕψους τῶν εἰς τὰς Τραπέζας καταθέσεων εὑρίσκει μίαν διέξοδον διὰ νὰ κάμῃ μίαν καλὴν τοποθέτησιν. Καὶ ἀνεβάζει ἡ Κυβέρνησις τὰς καταθέσεις εἰς 3.872 ἑκατ., ἐκ τῶν ὁποίων μόνον 500–600 ἑκατ. εἶναι μακροπρόθεσμοι καταθέσεις. Ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπεν, ἐὰν αἱ καταθέσεις αὗται προέρχονται ἀπὸ τὰ λαϊκὰ στρώματα ἢ ἀπὸ τοὺς εὐπόρους. Ἀπὸ πληροφορίας ποὺ ἔλαβον ἀπὸ τὰ ἐπαρχιακὰ Ὑποκαταστήματα Τραπεζῶν, δὲν εἶδον νὰ ὑπάρχουν καταθέσεις ἐκ μέρους τῶν ἀγροτῶν, οἵτινες ἀποτελοῦν τὸ 55% τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Χώρας. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ κεντρικὰ καταστήματα τῶν Τραπεζῶν δὲν ἔλαβον πληροφορίας, ὅτι αἱ καταθέσεις προέρχονται ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῶν ἐργαζομένων, διότι τοιαῦται καταθέσεις δὲν ὑπάρχουν πλέον. Ἔπαυσεν ἡ κατάθεσις τῆς Σταμάτας καὶ τὸ περίσσευμα τοῦ ἐργαζομένου, διότι δὲν ὑπάρχουν. Εἶναι τόσον χαμηλαὶ αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ἐργαζομένων, ὥστε νὰ μὴ ἐπαρκοῦν οὔτε διὰ τὴν συντήρησίν των. Τὸ ὕψος τῶν καταθέσεων, κύριοι συνάδελφοι, προέρχεται ἀπὸ ἕνα μικρὸν ποσοστὸν ἐπαγγελματιῶν καὶ ἀπὸ τοὺς μεγάλης ὁλκῆς ἐπιχειρηματίας, οἵτινες κάμνουν τοποθετήσεις ὄχι μακροπροθέσμους, ἀλλὰ προσωρινάς, πρὸς συναλλακτικὴν διευκόλυνσίν των. Ἕνα 80% τοῦ πληθυσμοῦ δὲν ἔχει καταθέσεις. Καὶ ἀπὸ τὸ 20%, πολὺ ὀλίγοι. Περισσότερον ἀποβλέπει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς καταθέσεις τῶν ἐργαζομένων. Τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συναφθῇ, δὲν εἶναι ἄμοιρον δαπανῶν. Ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἀναβιβάζει τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν εἰς 1276 ἑκατ. μέχρι τοῦ 1983, ὁπότε θὰ γίνῃ ἡ τελικὴ ἐξόφλησις. Ἀναλυτικώτερον αἱ δαπάναι διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ ἔχουν ὡς ἑξῆς: Δαπάνη λαχνῶν 4 πρώτων ἐτῶν 76 ἑκατ. Ἐκδόσεως τίτλων 12 ἑκατ. Τόκοι 4 πρώτων ἐτῶν 300 ἑκατ. Τόκοι 16 ὑπολοίπων ἐτῶν 882 ἑκατ. Προμήθειαι Τραπεζῶν 6 ἑκατομμύρια. Δὲν ἀναφέρει, ὅμως, τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου εἰσοδήματος, φόρου κληρονομιῶν κλπ., οἵτινες τὸ ὀλιγώτερον ἀνέρχονται εἰς 200 ἑκατ. Δηλαδὴ θὰ πληρώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ δάνειον τῶν 1500 ἑκατ. μὲ 1.476 ἑκατ. δραχμῶν. Δηλαδὴ κατὰ τὴν λῆξιν θὰ πληρώσῃ ἐν ὅλῳ τρία δισεκατομμύρια. Ἡ προσφυγή, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν λαϊκὴν ἀποταμίευσιν προϋποθέτει ἐμπιστοσύνην. Ἀλλὰ αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν κατέστρεψεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν κακομεταχείρισιν τῶν Ἑλλήνων ὁμολογιούχων μὲ τὴν ρύθμισιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν εἰς τὸ θέμα τοῦ ἐσωτερικοῦ δημοσίου δανείου. Ἐπλήρωσε τοὺς ξένους μὲ 600 δραχ. τὰς μετοχὰς τῶν 1000 δραχμῶν καὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ τὰ 9 δισεκατ. ὅπου ἀνήρχετο τὸ ὁλικὸν ποσὸν τοῦ δανείου πρὸ τοῦ 1940 ἔδωσε 350 ἑκατ., ἤτοι ἕνα ποσοστὸν 5% τῆς ὁλικῆς ἀπαιτήσεως. Ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων νόμων, οἵτινες εἶχον θεσπισθῆ ἀφ’ ἧς ἐξεδόθησαν τὰ δάνεια αὐτὰ προκύπτει, ὅτι τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δανείων ὡρισμένα ποσά. Καὶ ἐνῷ ἡ εἴσπραξις τῶν ποσῶν αὐτῶν συνεχίζετο, ἐσταμάτησεν ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ δανείου. Οὕτω ἀπὸ τὸ 1946 καὶ ἐντεῦθεν ἔχει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἐσωτερικοῦ δανείου συνολικῶς 1237 ἑκατ. τὰ ὁποῖα κατακρατεῖ ἀδικαιολογήτως. Εἰδικώτερον τὰ πραγματοποιηθέντα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἔσοδα ἐκ τῶν εἰδικῶν φόρων τοῦ Ν. 1749)22 καὶ 3312)25 καὶ τοῦ Ψηφίσματος τῆς 1.6.1927 ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1961, ἔχουν ὡς ἀκολούθως: Ἐκ τῶν ἐσόδων Μονοπωλίου: ἔτος 1946 νέαι δραχμαὶ
| 7.614.720 | Ἔτος | 1947 | 14.856.290 | Ἔτος | 1948 |
| 19.871.669 | » | 1949 | 29.367.451 | » | 2950 |
| 28.972.826 | » | 1951 | 32.000.000 | » | 1952 |
| 80.000.000 | » | 1953 | 97.232.074 | » | 1954 |
| 108.101.986 | » | 1955 | 109.385.151 | » | 1956 |
| 116.136.445 | » | 1957 | 115.116.965 | » | 1958 |
| 114.513.752 | » | 1959 | 118.582.342 | » | 1960 |
| 120.082.199 | » | 1961 | 126.029.063 |
Ἤτοι, σύνολον δρχ. 1.237.932.776, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει νὰ προστεθοῦν καὶ περὶ τὰ 135 ἀκόμη ἑκατ. τοῦ λήξαντος ἔτους 1962. Ἐκ τοῦ δικαστικοῦ ἐνσήμου κατὰ τὸ ἔτος 1961 καὶ ἔτος 1962 ἐπραγματοποιήθησαν ἔσοδα περὶ τὰ 6.000.000 δραχ., εἰδικῶς διὰ τὰ ἀναγκαστικὰ δάνεια. Ἤτοι, ἐν ὅλῳ εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὸ 1945 καὶ ἐντεῦθεν 1.243.992.746 δραχμὰς καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἰσπράττῃ 120.000.000 ἐτησίως. Καὶ ἔναντι αὐτῶν, ἔναντι τῶν 9 δισεκατ. τοῦ κεφαλαίου, δίδει ἡ Κυβέρνησις 350 ἑκατ. μόνον. Δὲν συγχωρεῖται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ τοιαύτη κακομεταχείρισις τῶν Ἑλλήνων ὁμολογιούχων τοῦ ἐσωτερικοῦ δανείου, ὅταν ἔχῃ εἰσπράξει καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἰσπράττῃ αὐτὰ τὰ ποσὰ καὶ τοὺς ἀναγκάζει νὰ δεχθοῦν τὸ 5% τοῦ συνόλου τοῦ κεφαλαίου των, ποὺ εἰς τὸ χρηματιστήριον ἔχει πέσει ἀκόμη μέχρι τοῦ 2%. Κλονίζει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ καὶ θὰ ἔχῃ τοῦτο ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ νέου δανείου. Ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, ἂν θέλῃ νὰ κρατήσῃ τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ, νὰ ρυθμίσῃ τὸ θέμα τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἐσωτερικοῦ δανείου, βάσει τῶν ἐσόδων τὰ ὁποῖα πραγματοποιεῖ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν αὐτοῦ καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ καλύψουν 10 μὲ 12% τῶν ὁμολογιῶν των. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει, ὅτι τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον θὰ συνάψῃ, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα δάνεια τὰ ὁποῖα συνῆψε, θὰ διατεθοῦν εἰς ἔργα παραγωγικά. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὰ προϋπάρξαντα ἔργα καὶ μὲ τὰς ἐκ τούτων συζητηθείσας εὐρέως ἐν τῇ Βουλῇ ὑπερβάσεις καὶ καταχρήσεις, ὅπως τῶν ἔργων τοῦ Διϋλιστηρίου, σακχάρεως κλπ., θὰ ἀσχοληθῶ μόνον μὲ τὰ ἔργα τῶν ἐγγειοβελτιώσεων, καθ’ ὅσον ἐκπροσωπῶ περιφέρειαν, ἡ ὁποία προβλέπει εἰς τὰς ἐγγείους βελτιώσεις μὲ κἄποιαν ἐλπίδα, ὅτι ἴσως φθάσουν καὶ αὐταὶ μέχρι τῶν κάμπων της διὰ τὴν καλλιτέρευσίν των. Ἀλλὰ ἂν πρόκειται νὰ φθάσουν μὲ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχουν φθάσει τὰ λοιπὰ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα οἱ χωρικοί μας ἔδωσαν εἰς τὸν σημερινὸν Πρωθυπουργὸν τὴν προσωνυμίαν τοῦ Μάστρο– Κώστα τοῦ χαλαστῆ, καλλίτερον εἶναι νὰ μὴ γίνουν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τῶν 140 δισεκατ. διετέθησαν 13 δισεκατ. 296 ἑκατ. δι’ ἐγγείους βελτιώσεις κατὰ τὸ διάστημα τῆς 7ετίας, καθ’ ὃ κυβερνᾶ τὴν χώραν ἡ ΕΡΕ. Ὁ Πρόεδρος κ. Στεφανόπουλος, ὁμιλῶν πρό τινων ἡμερῶν, ἠμφισβήτησε καὶ εἶπεν ὀρθῶς, ὅτι κανένα ἔργον δὲν ἐτελείωσεν, ὅτι κανένα ἔργον δὲν ἀπέδωσε καὶ εἶχε δίκαιον, διότι ἐκ τῶν διατιθεμένων δι’ ἔργα ποσῶν, 40% τρώγουν οἱ ἐργολάβοι, τὸ δὲ ὑπόλοιπον πνίγεται εἰς ὑπερβάσεις κλπ. Ἕνα παράδειγμα τῆς κακῆς αὐτῆς διαχειρίσεως, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον ἐγένετο εἰς ὅλα γενικῶς, μικρὰ καὶ μεγάλα, ἔργα, εἶναι τὸ τῶν ἐγγείων βελτιώσεων εἰς Ἤπειρον. Ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἔχει 36 ἑκατομ. καλλιεργήσιμα στρέμματα. Ἐξ αὐτῶν 12.500.000 στρέμματα δύνανται νὰ ἀρδευθοῦν· ἀρδεύονται ὅμως ἐξ αὐτῶν μόνον τὰ 4.600.000 στρέμματα. Ἐκ τούτων μόνον 900.000 στρέμματα ἀρδεύονται δι’ ἔργων τὰ ὁποῖα ἐξετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις Καραμανλῆ, ἐξοδεύσασα 13.932.000. Εἰς τὴν Ἤπειρον ὑπάρχουν 900.000 στρέμματα ἀρδεύσιμα. Ἐκ τούτων 200.000 εἰς Ἰωάννινα, 250.000 εἰς Θεσπρωτίαν, 250.000 εἰς Πρέβεζαν καὶ 200.000 εἰς Ἄρταν. Ἐκ τούτων ἀρδεύονται μόνον 120.000 στρέμματα, ἐκ τῶν ὁποίων μόνον 60.000 στρέμματα δι’ ἔργων τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως Καραμανλῆ. Ὑπάρχουν ἤδη πρὸς ἐκτέλεσιν δύο– τρία ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦνται κατὰ πρόχειρον τρόπον καὶ ἔχουν τεραστίας ὑπερβάσεις. Εἰς τὰς ἐκβολὰς τοῦ Καλαμᾶ, ἔργον ὑπολογισθὲν εἰς 64.000.000, ἔφθασε τὰ 120 ἑκατ. καὶ προχωρεῖ πρὸς τὰ 200 ἑκατ. διὰ τὴν ἄρδευσιν μόνον 40.000 στρεμμάτων. Ἕτερον ἔργον ἐκτελούμενον κατὰ τὸν αὐτὸν ἀπρομελέτητον τρόπον, ἐκτελεῖται εἰς τὰς πηγὰς τοῦ Καλαμᾶ. Προϋπελογίσθη 40 ἑκατ. Ἐδαπανήθησαν 20 καὶ ἐπῆγαν τὸ νερὸ στὸ νερό, λέγουν οἱ χωρικοί, διότι ποτίζονται ἐκτάσεις ποτιζόμεναι καὶ τὸ κύριον ἔργον καθυστερεῖ.
§25Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει ὑποβληθῆ ἔνστασις ἀπαρτίας. Πρέπει νὰ διαπιστώσητε τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας καὶ νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ πρέπει πρῶτον νὰ τελειώσῃ ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ρήτωρ καὶ κατόπιν νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψει τοῦ Σώματος ἡ ὑποβληθεῖσα ἔνστασις. Ἀλλοίμονον ἐὰν καταβιβάζεται ἀπὸ τὸ βῆμα ὁ ρήτωρ διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς. Θὰ ἦτο εὐφυὴς τρόπος στερήσεως τοῦ λόγου.
§27Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Τελειώνω, κύριοι συνάδελφοι. Ἔξω ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα ὑπάρχει ἕνας κάμπος ἀπὸ 70.000 στρέμματα. Ἐγένοντο τρεῖς μελέται καὶ ἀπέτυχον. Οὔτε τὸ ἀποχετευτικὸν τῆς λίμνης Ἰωαννίνων δὲν ἐπέτυχεν. Ἐφέτος ὑπεχώρησεν εἰς τὴν γέφυραν Λυκοστόμου καὶ ἔπνιξεν 3.000 στρέμματα καλλιεργημένα. Διεμαρτυρήθησαν οἱ χωρικοί, ἔκαμαν καὶ ἐπερώτησιν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἔδωσεν σημασίαν ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους. Ἀλλὰ καὶ εἰς πλεῖστα ἄλλα μέρη ὅπως εἰς τὴν λίμνην Μαργαριτίου, εἰς Πλαταριᾶν Θεσπρωτίας, εἰς Παραπόταμον, Βρυσέλαν, Μενίναν ἐγένοντο ἔργα τὰ ὁποῖα ἐστοίχησαν δεκάδας ἑκατομμυρίων καὶ τὰ ὁποῖα ἠστόχησαν, διότι ἐγένοντο χωρὶς κανένα ἔλεγχον, χωρὶς πρόγραμμα, χωρὶς μελέτην. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Πρέβεζαν 250.000 στρέμματα εὑρίσκονται εἰς τέλματα ἐνῶ ἔπρεπε, μὲ τὰ τόσα χρήματα ποὺ σπαταλᾶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχουν μεταβληθῆ εἰς καλλιεργησίμους ἐκτάσεις. Οὔτε καὶ εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Ἄρτης ὅπου ὑπάρχει καλλιέργεια τῶν ἑσπεριδοειδῶν δὲν ἐγένετο προσπάθεια ἀξιόλογος πρὸς ἄρδευσιν ὁλοκλήρου τοῦ κάμπου Ἄρτης. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν ὄχι διὰ νὰ καλύψῃ πραγματικὰς ἀνάγκας, ὄχι νὰ διατεθῇ εἰς ἔργα παραγωγικά, εἰς ἔργα ἐπενδύσεων, ποὺ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀποδώσουν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ καλύψῃ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ τοκοχρεωλυσίου τὸ ὁποῖον ἔχει δημιουργήσει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπερβολικοῦ δημοσίου χρέους ποὺ ηὔξησεν ἀπὸ τὸ 1956 μέχρι τώρα. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντιρρήσεις εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του. Ἄλλως τε ἡ Κυβέρνησις ἔχει πλειοψηφίαν καὶ δύναται νὰ τὸ ψηφίσῃ. Δὲν ἀντιτιθέμεθα καὶ εἰς τὴν σύναψιν τοῦ δανείου διὰ νὰ μὴ ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀντιτίθεται εἰς τὴν σύναψιν τοῦ δανείου διὰ νὰ σταματήσουν τὰ ἔργα. Διαπιστώνομεν ὅμως ὅτι ὁ τρόπος διαχειρίσεως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῶν δανείων αὐτῶν δὲν δίδει οὔτε τὴν ἐλαχίστην ἔνδειξιν ὅτι πρόκειται περὶ προγράμματος ἐκτελέσεως ἔργων παραγωγικῶν ποὺ θὰ ἀποβοῦν ὑπὲρ τοῦ συνόλου, ἀλλὰ μᾶλλον περὶ ἔργων ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ὠφεληθοῦν ἐλάχιστοι ἐξ ἐκείνων ποὺ θησαυρίζουν εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μὲ τὴν ἐκτέλεσιν των χωρὶς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἔλεγχον καὶ κυρώσεις.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν διάρκειαν ἀγορεύσεως τοῦ κ. Παπασταύρου, ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν καὶ δευτέρα ἔνστασις ἐλλείψεως ἀπαρτίας, ἡ ὁποία ἔχει οὕτω: Πρὸς Τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Μὴ ὑπάρχοντος τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν Νομοσχεδίου, αἰτούμεθα, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω συζήτησίς του δι’ ἑτέραν συνεδρίασιν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Φεβρουαρίου 1963 Οἱ αἰτοῦντες Α. Ἀγγελούσης, Χ. Ρουχωτᾶς, Α. Ρουσσόπουλος, Α. Μπαλτατζῆς, Δ. Παπασπύρου, Ν. Ζορμπᾶς, Ε. Κοθρῆς, Θ. Παππᾶς, Θ. Γιαννόπουλος, Σ. Ἡλιόπουλος, Ι. Παπαδημητρίου, Ι. Μελᾶς. Τὸ Προεδρεῖον, δὲν ἔχει καμμίαν ἄλλην δυνατότητα νὰ ἀντιδράσῃ παρὰ νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τοὺς κ.κ. συναδέλφους, οἵτινες ὑπογράφουν τὴν ἔνστασιν τὴν παράκλησιν ὅπως τὴν ἀποσύρουν. Νὰ ὑποβάλλεται ἔνστασις ἀπαρτίας μετὰ παρέλευσιν ἡμιώρου ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς ὁμοίας τοιαύτης ἥτις παρακλήσει τοῦ Προεδρείου εἶχεν ἀποσυρθῆ, δὲν γνωρίζω μὲ ποῖον κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον προσιδιάζει. Θὰ παρεκάλουν τοὺς ὑπογράφοντας τὴν ἔνστασιν ὅπως τὴν ἀποσύρουν, ὥστε νὰ ὁμιλήσουν συνάδελφοι τινὲς ἀκόμη καὶ νὰ μείνουν 2–3 διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§29Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ διεβλήθη μία ἔνστασις ἀπαρτίας. Αὐτῆς τῆς ἐνστάσεως παραιτοῦνται οἱ ὑποβαλόντες ταύτην;
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς προηγουμένης ἐνστάσεως.
§31Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τῆς δευτέρας ἐνστάσεως;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι τῆς δευτέρας ἐνστάσεως.
§33Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Νὰ τὸ ξεκαθαρίσωμεν αὐτό, διότι ἐὰν δὲν ἀναιροῦν τὴν ὑποβληθεῖσαν ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας θὰ ἤθελα νὰ κάμω ὡρισμένας παρατηρήσεις.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρουσσόπουλος μήπως θέλει νὰ εἴπῃ τίποτε;
§35Α. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνεφωνήθη προηγουμένως ὅτι εἰς τὰς 11¼ θὰ ἐσταματοῦσεν ἡ συζήτησις. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι δὲν ἐπιβάλλω τὸν ἑαυτόν μου, ὡς γνωστόν, εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ σπανιώτατα, ἐπίσης δὲ λέγω πράγματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀκουσθοῦν. Ὑπεβάλαμεν δευτέραν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Θὰ παρεκάλουν, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἔνστασις διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ συζήτησις νὰ γίνεται μεταξὺ δέκα καὶ εἴκοσι βουλευτῶν καὶ εἶναι κακὸν αὐτό, διότι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος νὰ ὁμιλῶμεν ἐνώπιον 10 βουλευτῶν, ὁπότε δὲν εἶναι Βουλὴ πλέον αὐτή, ὅταν συνεδριάζωμεν μὲ 10 ἀνθρώπους. Ὑπεβάλαμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας καὶ παρακαλοῦμεν νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§36Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης ἐνστάσεως ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἐπανέρχομαι περίπου εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπα προηγουμένως καὶ παρακαλῶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ τὰ κρίνῃ ἀντικειμενικῶς. Τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην ἐκάμαμεν μίαν συμφωνίαν, εἴπομεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Οἱ ἐγγεγραμμένοι τῆς παρελθούσης Πέμπτης νὰ ἔχουν δικαίωμα ὁμιλίας μὲ ἄνεσιν χρόνου. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ παρετήρησεν ὅτι παρὰ τὰς ἐπιθέσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ παράσχῃ κάθε ἄνεσιν χρόνου εἰς τοὺς ρήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἀνεμίχθη κἂν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ ἡ συμφωνία αὐτὴ προϋπέθετε μίαν συνέπειαν, ὅτι θὰ ἐξηντλῆτο κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν τοὐλάχιστον ὁ ἀριθμὸς τῶν ρητόρων, χάριν τῶν ὁποίων ἀνεγνώρισεν ἡ Βουλὴ ὅτι θὰ παρείχετο μίαν ἄνεσις χρόνου ὁμιλίας. Δὲν ἐσκέφθητε οὔτε σεῖς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως οὔτε ἡμεῖς τῆς Συμπολιτεύσεως ὅτι αὐτὸ τὸ συμφωνηθὲν προνόμιον θὰ διαιωνισθῇ πέραν τῆς μιᾶς συνεδριάσεως, διότι ὑποτίθεται ὅτι τοὐλάχιστον κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ πέραν τῶν δύο συνεδριάσεων ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου νομοσχεδίου. Ἤδη ἔρχεσθε διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐνστάσεων ἀπαρτίας νὰ ματαιώσητε τὴν περαιτέρω συζήτησιν καὶ νὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν καὶ εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ τηρηθῇ αὐτὴ ἡ συμφωνία περὶ ἀνέσεως χρόνου διατυπώσεως τῶν ἀπόψεων ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ θέματος εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραπονῆσθε ἐὰν θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ ὑπαναχωρήσωμεν πλέον, διότι αὐτὴ ἡ συμφωνία ἀφεώρα τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Σεῖς ματαιώνετε τὴν συνέχισιν τῆς συνεδριάσεως εἰς τὰς 11.30. Ἐὰν ἐπιμείνετε ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως δικαίωμά σας εἶναι καὶ δύνασθε νὰ προτείνετε τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ παραδεχθῆτε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύῃ ἡ συμφωνία καὶ διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Θὰ εἰσέλθωμεν τὴν Δευτέραν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν διὰ τὸ ἄρθρον 1. Δὲν συμβιβάζονται καὶ τὰ δύο, ἢ κάνωμεν μίαν συμφωνίαν καὶ τὴν δέχεσθε καὶ τότε πρέπει νὰ τὴν ἐξαντλήσωμεν ἢ δὲν τὴν δέχεσθε καὶ τότε πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμόν.
§37Α. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνεφωνήσαμεν ὅτι ὁ κατάλογος τῶν δέκα ὁμιλητῶν θὰ ἐξαντληθῇ μὲ σχετικὴν ἄνεσιν τοῦ χρόνου ὁμιλίας. Ὑπενθυμίζω καὶ λέγω ὅτι οὐδέποτε ἐκούρασα τὴν Βουλὴν μὲ ὁμιλίας μου καὶ εἶμαι πάντοτε σχετικῶς σύντομος καὶ περιεκτικός. Τὸ νομοσχέδιόν σας ἀφορᾷ τὸ θεμέλιον τὸ ἐσωτερικὸν τῶν ἐπενδύσεων, διότι τὰ ἄλλα θεμέλιά σας εἶναι δανεισμοὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, δηλαδὴ τῆς ἰδίας ποιότητος. Εἶναι προφανές ὅτι πρέπει νὰ ἀκουσθοῦν ἀκόμη μερικαὶ γνῶμαι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ ἔχω νὰ εἴπω ὡρισμένα ἐνδιαφέροντα πράγματα ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ συμφωνία ὅτι μέχρις ἐξαντλήσεως τῶν ὁμιλιῶν τῶν δέκα ἀγορητῶν τῶν ἐγγραφέντων δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀποστῶμεν τῆς συμφωνίας αὐτῆς.
§38Χ. ΡΟΥΧΩΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπα καὶ προηγουμένως ὅτι καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν παραμένομεν νὰ πάρωμεν τὰ κλειδιὰ τῆς Βουλῆς καὶ μένομεν ἐδῶ μέχρι τῆς τελευταίας ὥρας ὅταν θὰ κλείσῃ ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ παρέστην ἀκριβῶς καὶ εἰς τὴν γενομένην συμφωνίαν, ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐὰν ὁ κ. Στεφανόπουλος δὲν ἔκαμνε τὴν ὑποχώρησιν νὰ δεχθῇ τὴν ψήφισιν κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος τῶν ὁμιλητῶν ὡς ἐπιτάσσει ὁ Κανονισμὸς ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ μέχρις ἐξαντλήσεως καὶ ὁσαιδήποτε συνεδριάσεις καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀπαιτηθοῦν; Ἀναμφισβητήτως ναί. Ὅταν ὁ κ. Στεφανόπουλος λέγῃ ὅτι ἡμεῖς κάμομεν τὴν ὑποχώρησιν καὶ τὴν συγκατάβασιν καὶ λέγει ὅτι μάλιστα νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ρητὴν προϋπόθεσιν ὅτι οἱ ἐγγεγραμμένοι ρήτορες θὰ ὁμιλήσουν μὲ ἄνεσιν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι μάλιστα μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ ποὺ εἶναι ἐγγεγραμμένοι σήμερον θὰ ὁμιλήσουν μὲ ἄνεσιν χρόνου, ὅταν αὐτὴ εἶναι ἡ συμφωνία, κ. Πρόεδρε, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχωρήσωμεν σήμερον; Τότε θὰ πρέπει νὰ δώσωμεν λόγον εἰς τὸν κ. Στεφανόπουλον καὶ νὰ τοῦ εἴπωμεν ὅτι ἔκαμε πολὺ κακὰ νὰ δεχθῇ τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Θανόπουλος, ὁ ὁποῖος προήδρευε τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, ἠμπορεῖ νὰ τὸ βεβαιώσῃ διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι αὐτόπτης μάρτυς καὶ τὸ βεβαιῶ ἐπὶ λόγῳ τιμῆς καὶ γνωρίζομεν νὰ τηρῶμεν τὸν λόγον μας.
§39Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. συνάδελφος ἀπευθύνει ἕν ἐρώτημα καὶ τοῦ ἀπαντῶ. Ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶχε γίνει ἡ συμφωνία αὐτή, θὰ ἦτο βέβαιον ὅτι κατ’ ἀρχὴν τὸ θέμα θὰ ἦτο ἐξηντλημένον καὶ ἤδη σήμερον θὰ συζητούσαμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ μὲ περιωρισμένον χρόνον κατὰ ἕνα τέταρτον. Ἠθελήσαμεν νὰ δεχθῶμεν τὴν συμφωνίαν διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν σημειώνει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσιώπησε καθ’ ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ δώσῃ πλήρη ἄνεσιν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ διατυπώσῃ τὰς αἰτιάσεις της. Καὶ ἐπανέρχομαι. Εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ καὶ ἐρωτῶ ἐντίμως τοὺς συναδέλφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ συμφωνία αὐτὴ ἐπεκτείνεται εἰς πέραν τῆς μιᾶς συνεδριάσεως, ὅταν συζητοῦμεν κατ’ ἀρχήν;
§40Χ. ΡΟΥΧΩΤΑΣ. Εἴπομεν ὅτι θὰ ὁμιλήσουν μὲ ἄνεσιν χρόνου οἱ 10 βουλευταὶ οἱ ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως.
§41Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐμείναμεν σύμφωνοι ὅτι θὰ ἔχουν ἄνεσιν χρόνου ὅσοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην, ἀλλὰ συνεφωνήσαμεν ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἦσαν ἐγγεγραμμένοι τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην θὰ ὁμιλήσουν κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν χωρὶς ἐνστάσεις ἀπαρτίας μὲ τὴν ἰδίαν ἄνεσιν.
§42Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παλαιὸς Κοινοβουλευτικός, ἐπιμένει νὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος τῶν ὁμιλητῶν πρὸ κενῶν ἑδωλίων. Τὸ προέχον εἶναι νὰ ἔχωμεν κἄποιον σεβασμὸν καὶ πρὸς τοὺς θεσμοὺς ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς παραδόσεις τοῦ Σώματος καὶ μοῦ κάμει ἐντύπωσιν διότι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ τοὺς ἐγγεγραμμένους νὰ ὁμιλήσουν ἐνώπιον ποίων βουλευτῶν; Δηλαδὴ νὰ ὁμιλήσουν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ γραφῇ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἔγινεν ἡ ὁμιλία ἐκ μέρους τῶν τάδε κ. ἀγορητῶν; Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Σώματος καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰς παραδόσεις τοῦ ἐπιβάλλει τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον σας καὶ νὰ πληροφορηθῇ καὶ νὰ μάθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας ἕνα πρᾶγμα, ὅτι οἱ βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας ἐὰν θέλουν νὰ ψηφίζωνται τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ εἶναι ἐδῶ παρόντες, αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος καὶ τὸ καθῆκον των καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅταν γίνεται μία συμφωνία καὶ ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχεται ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ νὰ ζητῇ ἄλλα πράγματα ἐκτὸς τῆς συμφωνίας, διότι ἦτο παραχώρησις αὐτὴ ἡ ὁποία ἐγένετο, διότι κανονικῶς ἔπρεπε νὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος τῶν ὁμιλητῶν. Ἀλλὰ πέραν ὅλων αὐτῶν ἐπιμένει ὁ κ. Θεοτόκης, ὁ παλαιὸς κοινοβουλευτικός, ἐπιμένει, πρὸ κενῶν ἑδωλίων νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Ἐγὼ τοὐλάχιστον αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτόν μου μειωμένον καὶ αἰσθάνομαι καὶ μειωμένους τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀνεβαίνουν εἰς τὸ βῆμα. Εἶπον προηγουμένως εἰς τὸν κ. Παπασταύρου, ἀγαπητὲ συνάδελφε, σταμάτα. Ἔκαμα κἄτι τὶ τὸ ὁποῖον ἴσως νὰ ἦτο καὶ ὑπερβολικόν, ἀλλὰ ᾐσθανόμην μείωσιν ὅταν ἔβλεπα ἐκλεκτὸν συνάδελφον, τὸν κ. Παπασταύρου νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον 10–15 βουλευτῶν. Εἶναι ἀπαράδεκτον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, πρέπει νὰ σταματήσῃ καὶ πρέπει πάντες νὰ ἀποκτήσωμεν μίαν συνείδησιν τῶν ὑποχρεώσεών μας καὶ τῆς ἀποστολῆς μας.
§43Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν σεβασμόν μου πρὸς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, ὑποθέτω ὅτι θὰ δικαιοῦμαι ἐνώπιον τοῦ Σώματος νὰ εἴπω ὅτι δὲν δέχομαι ὑπομνήσεις καὶ δὲν δέχομαι παρατηρήσεις ἀπὸ κανένα. Εἶναι γνωστὴ ἡ σταδιοδρομία μου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὥστε νὰ μὴ ἔχω ἀνάγκην οὔτε ὑποδείξεων, οὔτε καὶ παρατηρήσεων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κενότητα τῶν ἑδωλίων, καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς δὲν ὑπάρχει ἡ συρροὴ τῶν βουλευτῶν, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, ὑπάρχει κενότης καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Λοιπόν, μὴ μέμφεσθε, κ. Παπασπύρου, μόνον τὴν πλευρὰν αὐτήν, ἀλλὰ κυττάξετε καὶ τὴν πλευρὰν τὴν ἰδικήν σας, ἡ ὁποία τοὐλάχιστον, κατ’ ἀντιστοιχίαν, ἔχει περίπου τὸν ἴδιον ἀριθμὸν ποὺ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς. Ἀλλὰ ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ θέματος. Παραχώρησιν ἐκάμαμεν καὶ ἡμεῖς κ. Παπασπύρου, διότι ἠδυνάμεθα, ἐφαρμόζοντες τὸν Κανονισμόν, θεωρηθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ θέμα εἶχεν ἐπαρκῶς ἐρευνηθῆ, νὰ θεσπίσωμεν τὸ τέταρτον καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐξάντλησιν τοῦ καταλόγου εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Ἐπειδὴ ἠθελήσαμεν πράγματι νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν εὐχέρειαν τοῦ χρόνου νὰ διατυπώσῃ ἐν πάσῃ ἀνέσει τὰς ἀπόψεις της, ὄχι μόνον ἐδέχθημεν τὴν συμφωνίαν, ἀλλὰ οὔτε κἂν παρενέβημεν εἰς τὴν συζήτησιν, οὐδεὶς τῶν συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως, οὔτε ἐγώ, ὁ ὁποῖος οἱονεὶ ἐπερωτῶμαι σήμερον, διότι ἐδῶ δὲν γίνεται ψήφισις νομοσχεδίου, γίνεται ἐπερώτησις ἐπὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας τοὐλάχιστον θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἀπαντήσω ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν τὸ ἔπραξα διὰ νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἄνεσις τῆς συζητήσεως. Λοιπόν, παραχώρησις ἐγένετο καὶ ἐκ μέρους μας καὶ ὄχι μόνον ἐκ μέρους τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἤδη, λοιπόν, σᾶς ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὴν σειράν μου ὡς παλαιὸς κοινοβουλευτικὸς ποὺ εἶσθε καὶ ὑμεῖς, θεωρεῖτε ὅτι μία τοιαύτη συμφωνία κυρίων, ἀνεξαρτήτως ἐὰν εἶσθε μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπεκτείνεται πέραν τῆς μιᾶς συνεδριάσεως; Ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ὑποστηρίξητε σεῖς μὲ τὴν πεῖραν ποὺ ἔχετε, ὅτι ἐὰν κάμωμεν μίαν συμφωνίαν κυρίων, προϋποθέτει ὅτι δι’ ἐγγεγραμμένους 7 ρήτορας, ὅτι θὰ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις καὶ διὰ μίαν ἄλλην συνεδρίασιν; Κύριε Παπασπύρου, γνωριζόμεθα ἀπὸ πολλοῦ χρόνου. Καὶ σεῖς καὶ ἐγὼ—ἐγὼ περισσότερον ἀπὸ σᾶς—ἔχομεν θητεύσει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, καὶ τοὐλάχιστον μεταξύ μας εἰς τὰς συμφωνίας κυρίων ἐπὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεμάτων, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἀντικειμενικότητα, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπὸ σᾶς ἀναμένω, χωρὶς νὰ σᾶς κάμνω καὶ προσωπικὰς παραινέσεις καὶ παρατηρήσεις.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἐξέθεσε τὴν ἄποψιν μὲ πᾶσαν σαφήνειαν. Καὶ ἡ συμφωνία—τὸ Προεδρεῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ δηλώσῃ—εἶναι ἀκριβῶς ὅπως ἐξετέθη. Δὲν νοεῖται συμφωνία πέραν μιᾶς συνεδριάσεως καὶ πέραν ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπολειπομένων ἐγγεγραμμένων.
§45Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ συμφωνία ἀφεώρα τοὺς ἐγγεγραμμένους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τὸν ἀριθμὸν 7 τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ οὐδείς, γνωρίζων τὸ πῶς ἐργάζεται ἡ Βουλή, ὅτι 7 ρήτορες δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον εἰς μίαν συνεδρίασιν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελα νὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ θέματος, ὅτι σήμερον ὡμίλησαν ἐν συνόλῳ 4 ρήτορες, οὐδεὶς ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως. Ὁ κ. Λύχνος, παρῃτήθη τοῦ λόγου. Λοιπόν, δὲν νομίζω, ὅτι εὑρισκόμεθα οὔτε ἐν τῷ πνεύματι, οὔτε ἐν τῷ γράμματι τῆς συμφωνίας, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἀπαρτίαν. Φυσικὰ τὸ Προεδρεῖον, ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἐπιμένουν, θὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ ἐπισημαίνω, ὅτι θὰ ἔπρεπε οἱ κ.κ. συνάδελφοι, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὑποβαλόντες διὰ δευτέραν φορὰν τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας, καὶ ἐν τούτῳ, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἐπρωτοτύπησεν ἀπόψε...
§47Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Τότε ἡ συζήτησις τὴν Δευτέραν θὰ ἐντοπισθῇ εἰς τὸ ἄρθρον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν νὰ ἀποσυρθῇ ἡ ἔνστασις, ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι, θέλουν.
§49Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρ. Βουλῆς). Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα καὶ ὁ Προεδρεύων καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπον. Βέβαια, ὡμίλησαν περὶ συμφωνίας κυρίων. Ὑπάρχει, κ. βουλευταί, μία γενικωτέρα συμφωνία κυρίων. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι ρητή, νὰ μὴ ἔχῃ συναφθῆ, ἀλλὰ εἶναι, ἂς εἴπωμεν στενωτέρα. Εἶναι ἡ συμφωνία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει νὰ ἐμφανίζῃ ἡ αἴθουσα ὅ,τι ἐμφανίζει σήμερον καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐλέγχου. Τὸ Προεδρεῖον ἀγωνίζεται, κ. βουλευταὶ—καὶ ἀπευθύνομαι κυρίως πρὸς τοὺς βουλευτὰς καὶ τὴν ἡγεσίαν τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως—τὸ Προεδρεῖον καταβάλλει προσπάθειαν νὰ ἀποφεύγεται αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνεται ἑκάστοτε κατὰ τὰς ἡμέρας νομοθετικῆς ἐργασίας. Δὲν θέλει τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐμφανίζηται ἡ Βουλὴ κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου μὲ αἴθουσαν πενιχροτέραν τῆς σημερινῆς. Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ κυριαρχούμεθα ὅλοι ὑπὸ τῆς γενικωτέρας αὐτῆς ἀντιλήψεως ἀλληλεγγύης μεταξὺ συναδέλφων, ὑπὸ τῆς πεποιθήσεως τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὅλοι, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκον του καθ’ ὃν τρόπον ὁ ἴδιος νομίζει ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, ὑπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ μὴ ἐκθέτωμεν τοὺς ἄλλους συναδέλφους καὶ νὰ μὴ ἐκθέτωμεν τὸ Σῶμα εἰς τὸν λαόν, κατηγοροῦντες ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἑαυτούς, ἐνῷ δὲν εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἀθῶοι αὐτῶν τῶν πλανῶν αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐδῶ μέσα. Κύριοι, κρούω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Προσφέρω συνεργασίαν καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν συνεργασίαν ὅλων ὑμῶν. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης συνόδου, ὅλαι αἱ συνεδριάσεις κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὑπῆρξαν πλήρεις, διαρκέσασαι μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, μέχρι τῆς μιᾶς καὶ μέχρι τῆς 3ης πρωϊνῆς—καὶ μίαν ἡμέραν μέχρι τὰς 5 παρὰ 20. Λοιπόν, κύριοι, ἡ συμφωνία κυρίων, εἶναι συμφωνία ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπίγνωσιν τῶν καθηκόντων των καὶ ἔναντι ἑαυτῶν καὶ ἔναντι τῆς Βουλῆς καὶ ἔναντι τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Κάμνω ἔκκλησιν, δὲν παρακαλῶ, ἁπλῶς λέγω, κάμνω μίαν ἔκκλησιν νὰ μὴ παρασυρώμεθα ἀπὸ τὰς στιγμιαίας ἀνάγκας προβολῆς καὶ δημοσιεύσεως τῶν ἀγορεύσεών μας διὰ τοῦ τύπου. Βλάπτομεν ἑαυτούς, βλάπτομεν τὸν κοινοβουλευτισμόν, βλάπτομεν τὴν δημοκρατίαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπω αὐτό, διότι ἀπὸ τῆς ἕδρας ἐκείνης ὑπεστήριξα πάντοτε, ὅτι πρέπει τὸ Σύνταγμα νὰ τροποποιηθῇ ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἀπαρτίας, διότι εἰς οὐδεμίαν Βουλὴν ὑπάρχει θέμα ἀπαρτίας. Καὶ ἀφῆκα, τὸ λέγω, νὰ ἀποτελέσῃ ἕνα ἔθιμον συμφωνίας κυρίων, ἀλλὰ ἀμοιβαίας, κύριοι, συμφωνίας κυρίων. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, εἶναι ὑποχρεωμένον αὔριον ἡμέραν ἐλέγχου, νὰ καθήσῃ μόνον μὲ τρεῖς ἀπὸ σᾶς διὰ νὰ ἐκφωνῆτε τοὺς λόγους σας. Ἔναντι τῆς Βουλῆς, ἔχομεν καὶ καθήκοντα, ὄχι μόνον δικαιώματα. Καὶ ὄχι μόνον τὸ δικαίωμα νὰ προβάλλωμεν τὰς ἀγορεύσεις μας διὰ τοῦ τύπου. Ἀλλοίμονον ἐὰν διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν μίαν στιγμιαίαν ἐντύπωσιν, κλονίζωμεν ἐκ βάθρων τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ στυλοβάτης τῆς Δημοκρατίας. Ἐν ὀνόματι, λοιπόν, τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν—δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τί θὰ κάμετε σεῖς σήμερον, οὔτε ἂν θὰ λυθῇ ἢ ὄχι ἡ συνεδρίασις—προειδοποιῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συνεργαζώμεθα τοὐλάχιστον εἰς τὰ δικονομικὰ θέματα. Δὲν ἐννοῶ εὐρυτέραν συνεργασίαν—ἕκαστος ἀνήκει εἰς τὸ κόμμα του καὶ ἔχει τὰς ἀντιλήψεις του—ἀλλ’ ἀπὸ μίαν συναδελφικὴν ὑποχρέωσιν, ἀπὸ ἕνα στοιχειῶδες καθῆκον ἔναντι τοῦ λαοῦ ποὺ μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωμεν διαρκῶς «λείπουν οἱ βουλευταί, τὸ ἔσκασαν οἱ βουλευταί, δὲν ἐργάζονται οἱ βουλευταί». Ὄχι, κύριοι. Ὅλοι εἴμεθα βουλευταὶ καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι Πρόεδρος ὅλων τῶν βουλευτῶν, ἀνεξαρτήτως παρατάξεων, αὐτὴν τὴν στιγμὴν παρακαλῶ ὅπως ἀπὸ ἀπόψε μεταβάλωμεν μεθόδους καὶ παύσωμεν νὰ ἐνδιαφερώμεθα διὰ τὴν ἀτομικήν μας προβολὴν ἀλλὰ νὰ παραμείνωμεν εἰς ὅτι ἐγένετο ἕως τώρα, τακτικὴν ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ διέπῃ τὰς σχέσεις τῶν δύο παρατάξεων, τὴν δικονομικὴν τοὐτέστιν συμφωνίαν. Δὲν ἐργαζόμεθα, ὅταν λύωμεν τὴν συνεδρίασιν τὴν 10.30′. Δὲν ἔχει σημασίαν ποῖος πταίει. Ὅλοι πταίομεν καὶ ὅλοι θὰ τὰ πληρώσωμεν κἄποτε. (Χειροκροτήματα).
§50Α. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ οἱ ἑκάστοτε προεδρεύοντες, ἐλπίζω θὰ ἐπρόσεξαν, ὅτι ἀπευθύνομαι, ὁμιλῶν, πρὸς ὅλας τὰς παρατάξεις ἰσοτίμως καὶ πρὸς ὅλους τοὺς συναδέλφους μὲ τιμὴν καὶ φιλίαν, διότι πολλάκις ἔχω ὑποστηρίξει, ὅτι ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων πρέπει νὰ περιμένῃ κανεὶς ἰσχυρὰς ἀποφάσεις καὶ ἑδραίας συζητήσεις. Ἄσχετον ἐὰν ὑπάρχουν ὡρισμέναι ἀμφιβολίαι καταστατικαὶ εἰς τὴν προκειμένην Βουλήν. Ἐπίσης εἶναι σαφές, ὅτι δὲν μ’ ἐνδιαφέρει ἡ δημοσίευσις τοῦ λόγου μου, ἀλλὰ νὰ ἀκουσθοῦν οἱ λόγοι ἀπὸ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους συναδέλφους, διότι μόνον τοιουτοτρόπως εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εὐρεῖαι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Πέραν αὐτῶν, κύριε Πρόεδρε, τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὴν φύλαξιν τῶν Ἑλλήνων καὶ τοῦτο ἀκριβῶς προϋποθέτει, ὅτι ἔχει γραφῆ διὰ πάντας τοὺς Ἕλληνας καὶ εἰς ἁπλῆν γλῶσσαν, λέγει εἰς ἁπλῆν γλῶσσαν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν συνεδριάζει ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ⅓ τῶν βουλευτῶν. Ἡ διάταξις εἶναι σαφής, ὥστε πρῶτον μὲν ἡ ἐργασία ἡ ἐπιτελεσθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ εἶναι πλήρης, δεύτερον δὲ οἱ ἴδιοι οἱ ὁμιληταί, σεβόμενοι τὸ πλῆθος τῶν ἐπιθυμούντων νὰ ὁμιλήσουν, νὰ εἶναι σύντομοι. Καταστρεφομένου τοῦ ἑνὸς καταστρέφεται καὶ τὸ ἕτερον. Ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἀπαρτίας καταστρέφεται καὶ ἡ ποιότης τῶν ὁμιλιῶν καὶ ἡ ἀποδοτικότης τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη διάταξις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἔνστασις ἀπαρτίας γίνεται δεκτὴ ὑποβαλλομένη ὑπὸ 10 βουλευτῶν κλπ. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ ἔνστασις ἀπαρτίας ὑπὸ 10 βουλευτῶν καταργεῖται τὸ Σύνταγμα. Εἰς τὴν ἁπλῆν γλῶσσαν τοῦ λαοῦ καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡμᾶς ὁ ἁπλοῦς ἀναγνώστης, ὁ ὁποῖος προσῆλθεν ἀπὸ ἑνὸς ἔτους μεταξὺ σας, ἡ διάταξις αὐτὴ σημαίνει τοῦτο, ὅτι δὲν συνεδριάζει ἡ Βουλὴ μὲ ὀλιγώτερον τοῦ ⅓ τῶν βουλευτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁπλῆ ἔννοια τοῦ Συντάγματος. Πέραν ὅμως αὐτῆς τῆς ἐννοίας εἶναι καὶ ἡ οὐσία. Τὴν ὑπεστηρίξατε, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, πρὸ ὀλίγου καὶ εἴπατε ὅτι ἐὰν ἀνέλθῃ ἡ ποιότης τῶν συζητήσεων, θ’ ἀνέλθῃ καὶ ἡ ἀποτελεσματικότης αὐτῶν. Ὡς Ἕλλην βουλευτὴς εἰς τὴν σημερινὴν δύσκολον ἐποχήν, μίαν ἐποχήν, ποὺ ὅλα συνθλίβονται γύρω μας καὶ δὲν ἠξεύρω ποὺ θὰ καταλήξωμεν αὔριον ἢ μεθαύριον, ἐπανέρχομαι ὄχι εἰς τὸ γράμμα τῆς ἑρμηνείας ἀλλὰ εἰς τὴν πραγματικὴν θέλησιν τοῦ Συντάγματος καὶ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ συνεδριάζωμεν μόνον ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τὸ ⅓ τῶν βουλευτῶν. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶχε καὶ ἡ ἀποψινὴ ὑποβολὴ ἐνστάσεως ἀπαρτίας, ἀλλὰ καὶ αἱ ἑκάστοτε διατυπούμεναι ἐνστάσεις καὶ ἀγανακτήσεις τῶν βουλευτῶν, δηλαδὴ δι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται νὰ συνεδριάζωμεν μὲ 15, 20 βουλευτάς.
§51Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρ. Βουλῆς). Θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον νὰ σημειώσῃ τὰ ὀνόματα τῶν παρόντων βουλευτῶν πρὸς ἀποφυγὴν ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου. Ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐπιβάλλονται, μοὶ ὑπεδείχθησαν χθὲς ὑπὸ συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Παρακαλῶ ἑπομένως νὰ γνωρίζω ποῖοι εἶναι οἱ παρόντες σήμερον, διὰ νὰ διαπιστώσω τοὺς ἀπόντας. Θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Ρουχωτᾶς. Βεβαίως ἐκηρύχθην χθὲς κατὰ τοῦ μέτρου, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον σήμερον ἀσκεῖται ἡ πίεσις ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τῶν ἐνστάσεων ἀπαρτίας ἄκων ἄγομαι ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ.
§52Α. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἀνέφερον τὸ παράδειγμα τοῦ 1500, ὁπότε δὲν ὑπῆρχον σκηνογραφίαι εἰς τὰ θέατρα καὶ ἔγραφαν ὅτι αὐτὸ παριστάνει δένδρα ἢ δάσος. Καὶ ἡμεῖς θὰ πρέπει νὰ λέγωμεν, ὅτι τὸ θέαμα αὐτὸ παριστάνει τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων.
§53Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρ. Βουλῆς). Παρακαλῶ κρατήσατε τὰ ὀνόματα τῶν παρόντων. Οἱ μὴ παρόντες ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ τὸ ἐπεκαλέσθητε. Δικαίωμά σας εἶναι. Ἐγὼ θὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν. Ἔκαμα ἔκκλησιν συνεργασίας, ἔκκλησιν συμφωνίας κυρίων, ἔκκλησιν συνεργασίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν τηρητέαν δικονομίαν διὰ τὰς συζητήσεις, ἀλλὰ οὐδεμία ἐγένετο ἀποδεκτή. Ἐφαρμόζω ὅθεν τὸν Κανονισμόν, ὅπως τὸ ἐζητήσατε καὶ ἐπροκαλέσατε.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκαμα τρεῖς ἐπικλήσεις πρὸς τὴν Βουλήν. Μίαν λέξιν ἔχω ἀκόμη νὰ εἴπω. Ἡ προηγουμένη συνεδρίασις ἐλέγχου ἐλύθη τὴν 1.15′ ἐνῷ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας εἰς τὰς 10.15′. Θέλω νὰ ἐρωτήσω. Ἐπιμένετε εἰς τὴν ἔνστασιν;
§55ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ναί, ναί.
§56Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρ. Βουλῆς). Κατόπιν τῆς ἐπιμονῆς, παρακαλῶ νὰ κρατηθοῦν, διὰ νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος τῶν βουλευτῶν, τὰ ὀνόματα τῶν παρόντων συναδέλφων. Ὅλοι οἱ ἄλλοι θεωροῦνται ἀπόντες κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Κατόπιν τῶν ἐνστάσεων ἀπαρτίας ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως ταύτης, ἄρχεται ἐφαρμοζόμενος ὁ Κανονισμὸς καὶ δὴ τὸ ἄρθρον 26 αὐτοῦ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῆς ὑποβληθείσης ἐνστάσεως, διαπιστώνω ἔλλειψιν ἀπαρτίας καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.55′ μ.μ.)