| 639 | (εἰς χιλιάδας) | Σύνολον | Ὑπερω- | Εὐρωπαϊκαὶ | ||
| 640 | κεάνιοι | χῶραι | ||||
| 641 | ||||||
| 642 | 65% | 1956 | 35,3 | 23,1 | 7,8 | |
| 643 | 1957 | 30,4 | 14,8 | 13 | ||
| 644 | 1958 | 24,5 | 14,8 | 6,6 | ||
| 645 | 1959 | 23,7 | 13,9 | 6,7 | ||
| 646 | 1960 | 47,8 | 17,8 | 26,9 | ||
| 647 | 30% | 1961 (1) | 58,8 | 17,3 | 36,6 | |
| 648 | 1962 (αʹ ἑξ.) | 36,8 | 11,2 | 20,8 | ||
| 649 | Σύνολον | 256,3 | 112,9 | |||
| 650 | (1) | 1961 (αʹ ἑξαμ.) | 26,3 | 7 |
1963.01.17
1,643 rows · 11,504 words · 1 table · 73 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30ὴ
Πέμπτη 17 Ἰανουαρίου 1963
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.25′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Θανόπουλος). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Περρωτῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ὡς φραστικῶς διορθώθησαν, κατόπιν παρατηρήσεων τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Γιαννοπούλου. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Σχινᾶς καὶ Θ. Κονίτσας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων α) τοῦ νόμου 3239)55 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κ.λ.π., β) τῆς νομοθεσίας περὶ Ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Παυλόπουλος, Ν. Ἀλαβάνος, Α. Καλατζάκος, Δ. Καρατζένης, Ε. Κωστελίδης καὶ Κ. Μακρῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων α) τοῦ νόμου 3239)55 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κ.λ.π., β) τῆς νομοθεσίας περὶ Ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Χ. Ρουχωτᾶς, καταθέτει ἀναφορὰς τῶν ὑπαλλήλων Τραπέζης Ἑλλάδος Ἀργοστολίου, αἰτουμένων τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ συζητουμένου ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχεδίου περὶ ἀσφαλιστικῶν ταμείων Τραπεζῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Κ. Ἀποσκίτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Λίμνης Ἀρκαδίας, παρακαλοῦντος, ὅπως ληφθῶσι μέτρα ἐνισχύσεως τῶν κατοίκων, τῶν ὁποίων αἱ καλλιέργειαι εἰς τὸ «Ἕλος Κανδήλα» κατεστράφησαν ὁλοσχερῶς ἐκ τῶν τελευταίων πλημμυρῶν. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Δ. Παπαμιχαλόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Σχολικῆς Ἐφορείας τοῦ Γυμνασίου Ἀεροπόλεως, αἰτουμένης συμπλήρωσιν τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐν λόγῳ Γυμνασίου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Στεργίου, Μ. Σβώλου καὶ Σ. Ἡλιόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ἐμποροϋπαλλήλων Ἀθηνῶν, διαμαρτυρομένου κατὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 17, 19, 20, 28 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Ε. Μπενᾶ, Α. Μπριλλάκης, Γ. Λαμπράκης, Δ. Κελτεμλίδης καὶ Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Συλλόγων Ἐμποροϋπαλλήλων Πειραιῶς κλπ., αἰτουμένων τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Εὐαγγελίδης, Ι. Παπαδημητρίου, Μ. Σβώλου καὶ Γ. Στεργίου, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Μακαρονοποιῶν Κερκύρας, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν περικοπὴν ἡμερομισθίων τῶν ἐργαζομένων εἰς ἐργοστάσια ζυμαρικῶν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Στεργίου καὶ Α. Γιάννου, διὰ τηλεγραφήματός των, διαμαρτύρονται δι’ ἀπόλυσιν τεσσάρων τεχνιτῶν ὑπὸ ἐπιχειρήσεως Σακχαρωδῶν προϊόντων Οἰκονομίδης κλπ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κ. Κ. Τσαρμοπούλου κλπ. Ταμιακῶν ὑπαλλήλων προερχομένων ἐκ τῆς Ὑπηρεσίας Ἐφοδίων Ἐξωτερικοῦ, αἰτουμένων τροποποίησιν τοῦ Ν.Δ. 3332)1955 κ.λ.π.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνεχίζεται ἡ αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων, α) τοῦ Ν. 3239)1955 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κ.λ.π.», β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, ἔχει τὸν λόγον.
§6Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ’ Ἐργ.). Κύριοι συνάδελφοι, παρὰ τὸ ὀρθὸν ὅπως ἡ ὁμιλία μου περιορισθῇ εἰς ἀνάπτυξιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, δέν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξω τοῦτο, διότι παρὰ τὰς συστάσεις τοῦ Προέδρου καὶ τὴν παράκλησίν μου, οἱ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου εἰσηγηταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὰς μακροτάτας ἀγορεύσεις των, ἐπεξετάθησαν ὄχι μόνον εἰς ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου θέματα, ἀλλὰ καὶ συστηματικῶς ἐκακοποίησαν τὴν ἀλήθειαν, μὲ πρωτοφανῆ τῷ ὄντι βαρβαρότητα καὶ ἀπαράδεκτον ἐντελῶς τακτικὴν καὶ ὕφος καὶ διὰ πολὺ μικροτέρου κύρους βήματα. (Θόρυβος ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως — κωδωνοκρουσίαι). Τὸ σύνολον τῶν ὁμιλιῶν των διέκρινε ἀπεριόριστος ὀξύτης καὶ ἀνεπίτρεπτοι ἐν πολλοῖς ὑπαινιγμοὶ καὶ λεξιλόγιον. Λέξεις ὡς «κατάπτυστος», «καταγέλαστος», «πονηρόν», ἐκυριάρχησαν τῶν ἀγορεύσεών των. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§7Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, κύριε Ὑπουργέ.
§8Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργ.). Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τοὺς εἰσηγητάς, κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐὰν διαβάσετε τὰ πρακτικά, δὲν ἄφησαν κανένα ἀνεξέλεγκτον ἀπὸ 15ετίας καὶ ἐντεῦθεν.
§9Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Εἶναι προνόμιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αὐτό.
§10Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργ.). Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τὰ προνόμια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως σεῖς δὲν θὰ ἀρνηθῆτε τὸ δικαίωμά μου νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν.
§11Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Δημοκρατίαν ἔχομεν.
§12Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργ.). Βεβαίως δημοκρατίαν ἔχομεν καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς ὀφείλομεν ἕκαστος νὰ ἔχῃ τὰς εὐθύνας του ἐπὶ τῶν ὅσων λέγει καὶ πράττει καὶ ὁ λαὸς θὰ μᾶς κρίνῃ ἑκάστοτε καὶ μὲ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ ἡμεῖς θὰ πορευώμεθα ἢ πρὸς τὰ ἐπάνω ἢ πρὸς τὰ κάτω.
§13Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ἐλευθέρως, ὅμως.
§14Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργ.). Λέγομεν καὶ πράττομεν ὁ καθένας ὅπως θέλῃ, ἐὰν δὲν παραβῇ κανεὶς τὸν ποινικὸν νόμον δὲν ἐλέγχεται. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐὰν ρίψωμεν μιὰ ματιὰ εἰς τὸν τύπον, δείχνει πῶς πορευόμεθα εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Δὲν θὰ ἐπεθύμουν οὔτε ἐγὼ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ θέματα ξένα πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἀνέλυσα τὸ νομοσχέδιον. Πιθανὸν νὰ παρέλειψα καὶ ὡρισμένα. Ἐπιφυλλάσσομαι ὅσα μοῦ διέφυγον νὰ τὰ συμπληρώσω εἰς ἑτέραν ὁμιλίαν μου, διότι ὅπως προβλέπω καὶ μὲ τὴν διάθεσιν ἡ ὁποία ἐπεδείχθη κατὰ τὰς δύο ἡμέρας τῶν συζητήσεων, ἡ διάθεσις εἶναι νὰ τὸ πᾶμε τὸ νομοσχέδιον εἰς πολλὰς συνεχείας.
§15Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Εἰς τὴν νέαν Βουλήν.
§16Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Αὐτὸ τὸ λέτε σεῖς καὶ ἡ ἀπάντησις θὰ εἶναι δι’ ὑμᾶς, ὄχι δι’ ἐμέ.
§17Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Καλύτερα νὰ τὸ ἀποσύρετε.
§18Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Εὐχαριστῶ διὰ τὴν συμβουλή. Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτὸν μου ἱκανὸν νὰ κρίνω τὸ τὶ πρέπει νὰ κάμω.
§19Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Νὰ πάρετε μαθήματα.....
§20Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἀφίσατε τὰ μαθήματα, δὲν μοῦ χρειάζονται, διότι σεῖς τοὐλάχιστον ἀνεγνωρίσατε ὅτι δὲν μοῦ χρειάζονται.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσηγεῖται τὸ νομοσχέδιόν του καὶ ἀπαντᾶ εἰς τὰς ἐπικρίσεις τῶν εἰσηγητῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ παρακαλέσω ὅπως παρασχεθῇ ἡ εὐχέρεια εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὁμιλήσῃ ἀνέτως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δέχεται διακοπάς.
§22Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Θὰ προσπαθήσω νὰ ἀποφύγω κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ὀξύτητα τῶν συναδέλφων, χωρὶς μὲ αὐτὸ νὰ παραλείψω νὰ ἐπισημάνω καὶ ἀναλύσω τὰς ἐν πολλοῖς ἠθελημένας κακοποιήσεις τῆς ἀληθείας καὶ τῆς πραγματικότητος. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὑπῆρξε βάρβαρος ἡ κακοποίησις τῆς ἀληθείας καὶ τῆς πραγματικότητος, διότι: 1) Οὐδέποτε εἶπον, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν συστηματικὴν κωλυσιέργειάν της διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ὑπῆρξε «στεῖρα καὶ ἐμπαθὴς» ὡς ἀνεφέρθη ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐνθυμεῖσθε, προεκάλεσα τὸν εἰπόντα τοῦτο κ. Στεφανίδην νὰ μὲ πληροφορήσῃ ποῦ τῶν πρακτικῶν ἀναφέρεται τοιαύτη ἔκφρασίς μου, πλὴν δὲν τὸ ἔπραξε, διότι δὲν ὑπάρχει καὶ τὸ μόνον ποὺ ἔκανε ἦτο νὰ ἀπαλείψῃ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὴν ἀγόρευσίν του. Εἶπον τότε καὶ ἐπαναλαμβάνω, «ὅτι δηλαδὴ μόνον ἡ ἀνοικτὴ πλέον ἀντίθεσις πρὸς τοὺς διοικοῦντας τὰς ὀργανώσεις τῶν σωματείων τῶν ἐργατῶν ἄγει τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὴν ὑπερέντονον καὶ φανερὰν πλέον καταπολέμησιν τῆς ψηφίσεως τοῦ σχεδίου νομοθετικοῦ διατάγματος καὶ εἰς τὴν πάση θυσίᾳ ἐξεύρεσιν μεθόδων παρακωλύσεως τῆς ψηφίσεώς των». Αὐτὰ εἶπον καὶ τὰ εἶπον ὄχι διότι τὰ ἐφαντάσθην, ἀλλὰ διότι αὐτὸ προκύπτει ἀπὸ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξήχθη τότε ἡ συζήτησις καὶ ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν, ὡς τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων ἄλλως τε πιστοποιοῦν. Καὶ οὐδὲν τότε ἐλέχθη ἐναντίον τῆς ἀπόψεώς μου ταύτης. 2) Ἐλέχθη ἐπίσης ἀπὸ τὸν κ. Στεφανίδην ὅτι, ὅταν τὰς μεταμεσονυκτίους ὥρας τῆς 9ης καὶ τὰς μεσημβρινὰς τῆς 10ης Νοεμβρίου, ἦλθε πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως τὸ νομοσχέδιον ὅτι ἦλθεν αἰφνιδιαστικῶς. Τοῦτο εἶναι ἀνακριβέστατον. Τὸ νομοσχέδιον ἦτο εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ἠκολούθει εἰς τὴν σειρὰν τὸ ἐκλογικὸν καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τούτου, ἦλθε πρὸς συνέχισιν τῆς συζητήσεώς του, διότι ὡς γνωστὸν εἶχε συζητηθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν του εἰς δύο συνεδριάσεις καὶ εἶχον ὁμιλήσει ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἐπὶ μακρὸν μάλιστα 11 συνάδελφοι. Ποῦ ὁ αἰφνιδιασμὸς καὶ τὸ περὶ ἐπιψηφίσεώς του ἐξ ὑφαρπαγῆς τοῦ κ. Στεφανίδη; 3) Εἶναι ἐπίσης ἀνακριβεῖς οἱ ἰσχυρισμοὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἀσυναρτησίαν, προχειρότητα, νομοτεχνικὴν ἔλλειψιν κλπ. Τὸ ἀντίθετον συμβαίνει καὶ συστηματικῶς ἔχει καταταγῆ ἡ ὕλη, καὶ εἰς κεφάλαια ἀναλόγως τοῦ ἀντικειμένου ἔχει κατανεμηθῆ, ὥστε εὐχερὴς νὰ καθίσταται ἡ ἔρευνά του καὶ ἡ ἐξαγωγὴ κρίσεων ἐπ’ αὐτοῦ παρὰ τὰ πολλαπλᾶ θέματα ποὺ ἀντιμετωπίζει καὶ παρὰ τὸ χρονικὸν ὅριον ποὺ καλύπτει μὲ τὰς διδομένας λύσεις. Ἀλλοῦ βεβαίως ὀφείλονται καὶ τὸ ὕφος καὶ οἱ ἀπαράδεκτοι οὗτοι χαρακτηρισμοί. Ταῦτα ὅλα τὰ ἐπέβαλον οἱ μέχρι σήμερον ἀτυχεῖς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου χειρισμοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ αἰτιολογήσουν οἱ εἰσηγηταὶ ἔναντι τῶν ἐργατοϋπαλλήλων τὴν θέσιν της. Τὸ ἄχαρι αὐτὸ ἔργον ἀνέλαβε διὰ μὲν τὴν Ἕνωσιν Κέντρου ὁ κατὰ τὰ ἄλλα συμπαθέστατος συνάδελφος κ. Στεφανίδης, διὰ δὲ τὴν Ἀριστερὰν ὁ κ. Παπαδημητρίου, οἵτινες ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ των νὰ ἀνεύρουν θετικὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν θεμάτων ποὺ ρυθμίζει, ὡπλίσθησαν πρὸ παντὸς ὁ πρῶτος μὲ εἰσαγγελικὸν ἢ μᾶλλον Ἐπιτρόπου τοῦ Λαοῦ ὕφος καὶ κατηγόρησαν τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα ἀμέτρως, φαντασιαζόμενοι πάντοτε, πονηρίας, ὑπούλους ἐνεργείας προσπαθείας, παραδείσους, δωρεὰς καὶ κάθε τι ὅμοιον καὶ συναφὲς πρὸς αὐτά. Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα δεικνύουν μόνον τὴν ἀδυναμίαν ποὺ ἔχουν εἰς τὴν ἐπιχειρηματολογίαν των κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ἀνησυχίαν ποὺ κατέχει τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐκ τῶν διδομένων σημαντικῶν λύσεων εἰς σοβαρώτατα καὶ ἀπασχολοῦντα ἀπὸ μακροῦ τοὺς ἐργαζομένους ζητήματα, διότι ὅπως θὰ ἀποδείξω ἐν συνεχείᾳ ἡ θετικὴ ἀντιμετώπισις ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων στερεῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν μιᾶς πηγῆς ἐξ ἧς ἀντλεῖ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διότι ἐξοστρακίζει ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἐπιτρέπουν τὴν διαβολὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἄσκησιν πιέσεως ἐπὶ τῶν ἐκπροσώπων τῶν τάξεων. Ἰδοὺ δὲ ἀναμφισβήτητοι ἀποδείξεις. Τὸ νομοσχέδιον ὅπως καὶ ἡ ὅλη πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως διακρίνονται ἀπὸ φιλεργατικότητα καὶ στοργὴν πρὸς τοὺς ἐργαζομένους καὶ παρ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωνται καὶ ὁποιοσδήποτε τεχνικὸς θόρυβος ἐὰν ἐπιχειρῆται νὰ δημιουργηθῇ, ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐπιφέρουν θετικὴν βελτίωσιν τοῦ ὑφισταμένου καθεστῶτος, ἀλλοῦ μείζονα καὶ ἀλλοῦ μικροτέραν. Οὕτω πρῶτον εἰς τὸν θεσμὸν ἐπιλύσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 1 ἕως καὶ 7, ἐπέρχονται σημαντικαὶ βελτιώσεις διότι πρῶτον καταργεῖται τὸ ἄρθρον 20 ὅπερ παρεῖχε εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς Συντονισμοῦ καὶ Ἐργασίας τὸ δικαίωμα νὰ καθορίζουν τοὺς ὅρους ἀμοιβῆς καὶ τὰς συνθήκας ἐργασίας τῶν μισθωτῶν, κατὰ τὴν ἀπόλυτον κρίσιν των. Ἀντ’ αὐτοῦ καὶ ἐπειδὴ καὶ ἀπὸ πλευρᾶς γενικωτέρας ἐκπροσωπήσεως τῶν ἐργαζομένων (ἐργοδόται καὶ μισθωτοὶ) καὶ ἀπὸ πλευρᾶς οἰκονομικῶν ὅρων καὶ συνθηκῶν ὁ τόπος δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ λειτουργήσῃ ἕνα σύστημα ἀπολύτου ἐλευθερίας, προεβλέφθη δικαίωμα ἑκατέρου τῶν Ὑπουργῶν τούτων νὰ παρέμβῃ καὶ νὰ θέση ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τὴν ἄποψίν του ἐπὶ συγκεκριμένης περιπτώσεως περὶ τῶν ἐπαπειλουμένων δι’ αὐτῆς κινδύνων εἰς τὴν οἰκονομίαν καὶ τὴν κοινωνικὴν ὁμαλότητα. Αὐτό, ὅπως ἠκούσατε ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀποτελεῖ ἐσκεμμένην πονηρίαν διὰ τὴν μετατόπισιν τῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἄλλους, ἐνῷ ἀντιλαμβάνεσθε οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ μία προστασία καὶ μία διασφάλισις τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς κοινωνικῆς ὁμαλότητος. Ποῦ εἶναι ἡ μετατόπισις τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ θὰ ἀσκοῦν παρέμβασιν; Μήπως μέχρι τῆς παρεμβάσεως δὲν θὰ ἀσκῆται πίεσις διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἡ παρέμβασις ἢ μήπως μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν θὰ φορτώνουν τὰς εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν δοθεῖσαν λύσιν; Δεύτερον, δὲν καταργεῖται ἡ ἀναδρομικὴ ἐφαρμογὴ τῶν ἀποφάσεων τῶν διαιτητικῶν δικαστηρίων, εἰς τὰς περιπτώσεις καθυστερήσεως τῆς ἐκδόσεώς των καὶ πάντα τὰ περὶ τοῦ ἀντιθέτου λεγόμενα, λέγονται ἐν γνώσει τῆς ἀναληθείας των καὶ πρὸς ἐντυπωσιασμὸν ἐκείνων ποὺ δὲν γνωρίζουν τὰς διατάξεις. Τρίτον, ἡ σύστασις ἑνὸς δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ἀποτελεῖ τὴν ὀρθὴν ὁδὸν μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 20 διὰ τὴν ἑνιαίαν ρύθμισιν τῶν αὐτῶν θεμάτων, τὰ δὲ περὶ τοῦ ἀντιθέτου λεγόμενα, σκοπὸν ἔχουν νὰ κολακεύσουν ὡρισμένας τοπικὰς ἐπιδιώξεις πρὸς ἀπόκτησιν τοπικῶν ὠφελημάτων. Τέταρτον, ὡς πρὸς τὴν καθιερουμένην ἀπαρτίαν τοῦ Δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αὕτη καλύπτει πρακτικὴν ἀνάγκην καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῆς δημιουργεῖται κίνδυνος, ἀφοῦ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν κυρίαρχος ἄποψις εἰς τὸ δικαστήριον εἶναι ἡ ἄποψις τοῦ Προέδρου. Ἐπίσης πρακτικὸν σκοπὸν καὶ πραγματικὴν ἀνάγκην καλύπτει ἡ παρουσία τῶν δύο εἰσηγητῶν, διότι αὐτοὶ θὰ προσκομίζουν ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ νὰ σχηματίσῃ ὀρθὴν ἀντίληψιν τὸ δικαστήριον. Ποῖοι ἐκ τῶν 6 μελῶν ἐν οἷς καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσχολοῦνται συνεχῶς καὶ εἰς ἑκάστην περίπτωσιν μὲ τὴν συγκέντρωσιν ὅλων αὐτῶν τῶν στοιχείων. Διασφάλισιν ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητον τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀπαρτία εἶναι 4, διότι εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν πρέπει νὰ εἶναι ἐκ τῶν 6 μελῶν, ἀπαραιτήτως παρὼν ὁ Πρόεδρος καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ συμμετέχῃ καὶ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος. Διότι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, παρ’ ὅλα ὅσα καὶ ἂν ἐλέχθησαν περὶ τῆς προκαταλήψεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας ἔναντι τῶν ἐργατῶν, τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Καὶ ὅσοι ἐπέρασαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας ὡς Ὑπουργοὶ καὶ τὸ ἔζησαν, γνωρίζουν καλῶς ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας διαπνέονται ἀπὸ αἴσθημα εὐθύνης καὶ ἀπὸ συναίσθημα φιλεργατικότητος. Καὶ παρὰ τὸ περιωρισμένον τῶν ἀποδοχῶν των, ἔχουν διάθεσιν καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν τὴν ἀφιερώνουν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐργατῶν. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθόν, λόγῳ τῶν μεταξύ μας ἀντιθέσεων νὰ περιλαμβάνωμεν εἰς τὰς ἀντιθέσεις μας καὶ αὐτοὺς καὶ νὰ κατηγορῶμεν, ἄλλοτε οἱ μέν, ἄλλοτε οἱ δὲ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν. Πιθανὸν πολλὰ πράγματα νὰ μὴ τὰ ἀντιλαμβάνωνται ἢ νὰ μὴ ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ τὰ ἀντιμετωπίσουν, ἀλλὰ εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι καταβάλλουν προσπαθείας καὶ ἐξυπηρετοῦν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἡμᾶς καὶ τὴν χώραν ὁλόκληρον.
§23Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Ἔχω μίαν ριζικὴν διαφωνίαν διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους μὲ ὅσα εἴπατε.
§24Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Καὶ ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Ὡς ἐπιχείρημα διὰ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἀντεργατικοῦ πνεύματος ἀνεφέρθη ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως ἵνα μὴ παρεμβαίνουν οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὰς μέχρι 3% αὐξήσεις. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι τοῦτο οὐδέποτε ἐθεωρήθη παρὰ τῶν ἐργατοϋπαλλήλων ὡς ἀξιόλογον ἀπόκτημα, ὁμολογῶ ὅτι ἡ κατάργησίς του ὀφείλεται εἰς παραδρομὴν καὶ μόνον εἰς αὐτήν, διότι ἡ διάταξις περιείχετο εἰς τὸ ἄρθρον 20 ὅπερ καταργεῖται ἐν τῷ συνόλῳ του. Ἐξ ἴσου φιλεργατικαὶ εἶναι καὶ αἱ διατάξεις τῶν αὐτῶν ἄρθρων δι’ ὧν α) διευρύνεται ὁ κύκλος τῶν δυναμένων νὰ ὑπογράφουν εἰδικὰς συλλογικὰς συμβάσεις ἐργασίας. β) Διευρύνεται ὁ κύκλος τῶν ὠφελουμένων ἐκ τῆς ὑπογραφῆς ἐθνικῶν ὁμοιεπαγγελματικῶν συλλογικῶν συμβάσεων ἐργασίας. γ) Περιορίζεται ὁ χρόνος ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται νὰ ἐκδίδωνται αἱ διαιτητικαὶ ἀποφάσεις καὶ δ) Ἁπλουστεύεται ἡ διαδικασία λήψεως ἀποφάσεων ὑπὸ τῶν διαιτητικῶν δικαστηρίων διὰ τῆς μειώσεως τοῦ πρὸς ἀπαρτίαν ἀριθμοῦ μελῶν καὶ τῆς δυνατότητος ἐναλλαγῆς τακτικῶν καὶ ἀναπληρωματικῶν μελῶν. Δεύτερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 8–14 ἀναπλάσσεται ὁ θεσμὸς εἰς ἐπίπεδον οὐδέποτε ἰσχῦσαν εἰς τὴν χώραν μας καὶ εἰς ἐπίπεδον μηδέποτε προβλεφθέν. Ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ αἱ ἐπικρίσεις μὲ τὴν βοήθειαν τῆς φαντασίας, τὴν διαστροφὴν τῆς πραγματικότητος καὶ τὴν ἄκρατον κακοποίησιν τῆς ἀληθείας ὑπῆρξαν πολλαπλαῖ. Δὲ θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν ἐν παντὶ ἀνερμάτιστον αὐτὴν ἐπιχειρηματολογίαν, διότι τὰ περὶ τῶν σωματείων εἶναι γνωστὰ εἰς εὐρυτέρας, ἀπ’ ὅ,τι νομίζουν οἱ εἰσηγηταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁμάδας καὶ ἐκ τούτου αἱ ἀνακρίβειαί των εἶναι ἤδη διαπιστωμέναι ἀπὸ τοὺς πολλούς. Πέραν αὐτῶν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 8 ἕως 14 σημαίνουν ὅτι α) ἡ ἀπόκτησις ἀκινήτων παρὰ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων δὲν προϋποθέτει, ὡς μέχρι τοῦδε, προηγουμένην ἄδειαν τῆς Διοικήσεως, β) παρέχουν τὸ δικαίωμα, προσβολῆς τῶν ἀποφάσεων τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων εἰς τὸ 1)30 τῶν ταμειακῶν ἐν τάξει μελῶν, ἀντὶ τοῦ μέχρι τοῦδε παντὸς ἐνδιαφερομένου, ἔστω καὶ ἑνός, γ) καὶ κυριώτερον καταργοῦν τὸ δικαίωμα τῶν Ἐπιθεωρητῶν Ἐργασίας καὶ τῶν Νομαρχῶν ὅπως ἐποπτεύουν ἐπὶ τῆς λειτουργίας καὶ διαχειρίσεως τῶν Σωματείων, τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ διατάξῃ ἐλέγχους εἰς τὰ Σωματεῖα τὸ δικαίωμα τοῦ Νομάρχου νὰ κηρύσσῃ ἐκπτώτους τὰς διοικήσεις τῶν Σωματείων. Τρίτον. Διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 15 καὶ 16 κυροῦνται αἱ πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ ὧν ἀφ’ ἑνὸς περιωρίσθη εἰς τὸ ἥμισυ ἡ πρὸς τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν εἰσφορὰ τοῦ ἑνὸς ἡμερομισθίου καὶ τοῦτο ἵνα μὴ ἐπιβαρυνθοῦν οἱ ἐργατοϋπάλληλοι μὲ τὴν συνομολογηθεῖσαν εἰς τὰς δύο συλλογικὰς συμβάσεις τοῦ Ἰουνίου π.ἔ. εἰσφορὰν πρὸς τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις ἐξ ἡμίσεος ἡμερομισθίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου καθωρίσθησαν ἀπὸ ἰδιαιτέρως ἱκανοποιητικοὺς ὅρους τὰς τῆς μεταβιβάσεως καὶ τῆς κοστολογήσεως τῶν ἐργατικῶν κατοικιῶν εἰς τοὺς δικαιούχους των. Μήπως καὶ αὐτὰ παρὰ τὸ κραυγαλέον τῶν παραχωρήσεων καὶ τῆς ἐπιεικείας των δὲν ἐλέχθη ὅτι διαπνέονται ἀπὸ πνεῦμα ἀντεργατικόν; Τέταρτον. Διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 17 ἕως καὶ 25 ἀντιμετωπίζονται καὶ ἐπιλύονται ὑπὲρ τῶν μισθωτῶν σημαντικὰ θέματα. Μήπως αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 21 δι’ ὧν κηρύσσεται ἄκυρος πᾶσα συμφωνία, περὶ συμψηφισμοῦ τῶν δώρων καὶ τῶν προσαυξήσεων λόγῳ Κυριακῆς ἢ νυκτερινῆς ἐργασίας πρὸς καταβαλλομένας ὑπερτέρας τῶν ἐλαχίστων ὁρίων ἀποδοχάς, βάσει τῶν ὁποίων θὰ λαμβάνουν ἐφεξῆς τὰ δῶρα των καὶ τὰς προσαυξήσεις των πάντες οἱ μισθωτοὶ ἀνεξαρτήτως ὕψους ἀποδοχῶν εἶναι ἀντεργατικαί; Ἢ μήπως τὸ ἄρθρον 22 δι’ οὗ κηρύττουν τὸ χορηγηθὲν ἐπίδομα ἄρτου καὶ θὰ λάβουν τοῦτο ἀναδρομικῶς ὅσοι μισθωτοὶ δὲν τὸ ἔχουν λάβει, εἶναι ἀντεργατικόν; Μήπως εἶναι ἀντεργατικὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 23, δι’ ἧς διευκρινίζεται σαφῶς, ὅτι δικαιοῦνται ὁπωσδήποτε τοῦ ἀντιτίμου τῆς ἀδείας καὶ μάλιστα προσηυξημένου κατὰ 100% ὅσοι δὲν ἔτυχον αὐτῆς αὐτουσίας; Ἢ μήπως εἶναι ἀντεργατικὸν τὸ ἄρθρον 24 ποὺ ἐπιτρέπει τὴν ἐγγραφὴν τῶν πτυχιούχων τῶν Σχολῶν Μαθητείας εἰς τὰς Σχολὰς Τεχνιτῶν—βοηθῶν ἐργοδηγῶν; ἢ τὸ ἄρθρον 25 ποὺ προβλέπει τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῶν εἰς διάφορα ἐπαρχιακὰ κέντρα διὰ τὴν ἐκδίκασιν ἐφέσεων κατὰ ποινῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τοὺς μισθωτούς; Ὄχι, δὲν εἶναι, ἀλλὰ τὸ ἀντιπολιτευτικὸν μένος τὰ χαρακτηρίζει. Μόνον νοσηρὰ φαντασία εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδῃ εἰς ὅλα αὐτὰ ἀντεργατικότητα καὶ πρόθεσιν στραγγαλιστικὴν δικαιωμάτων. Πέμπτον. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ ὅλας τὰς λοιπὰς διατάξεις τοῦ Νομοσχεδίου τῶν ἄρθρ. 26 ἕως 43, πλὴν ἡ ἀντιπολίτευσις οὐδεμίαν αὐτῶν εἶχε τὴν γενναιότητα νὰ τὴν ἐξαιρέσῃ τῶν ἐντόνων ἐπικρίσεών της. Καὶ ὅπου τὰ πράγματα δὲν προσεφέροντο διὰ τὴν ἐπίκρισιν τῆς διατάξεως, ἐπικρίνεται ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ Ὑπουργὸς καὶ κατὰ ποῖον τρόπον μάλιστα; μὲ ἀστηρίκτους καὶ αὐθαιρέτους ὑποθέσεις τῶν ὁμιλητῶν καὶ ἀπόκρυψιν τῆς πραγματικότητος, βάσει τῶν ἰσχυουσῶν σήμερον διατάξεων. Οὕτω δὲν ἐξῃρέθησαν τῶν ἐπικρίσεων οὔτε αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 26, αἱ νομιμοποιοῦσαι 8 ἐπικ. ταμεῖα, ἀσφαλίσεως μισθωτῶν, τακτοποιουμένης οὕτω σοβαρᾶς ἐκκρεμότητος ὑφισταμένης ἀπὸ τῆς συστάσεώς των εἰς βάρος χιλιάδων μισθωτῶν, οὔτε αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 27 αἱ ρυθμίζουσαι ἐπὶ τῇ βάσει πλαισίων τὸ θέμα τῶν τροποποιήσεων τῶν Καταστατικῶν τῶν Ταμείων καὶ δὴ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει Ὑπουργικῶν Ἀποφάσεων ὡς μέχρι τοῦδε ἀλλὰ Β. Διαταγμάτων, ὥστε νὰ γίνεται ἡ δέουσα ἐπεξεργασία τῶν περιεχομένων των ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, οὔτε αἱ τοῦ 28, δι’ ὧν διευκολύνεται ἡ πρόσληψις καὶ ἀπασχόλησις τῶν μέχρις ἡλικίας 17, 18 ἢ 19 ἐτῶν ἀναλόγως τῆς περιπτώσεως νέων, οὔτε αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 31, δι’ ὧν καταργεῖται κατὰ γενικὴν ἀπαίτησιν τῶν ἐνδιαφερομένων τὸ Ταμεῖον Προνοίας Μηχανοδηγῶν Ὁδοστρωμάτων, οὔτε ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 32, δι’ ἧς αἱ εἰς βάρος τῶν Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως δικηγορικαὶ ἀμοιβαὶ περιορίζονται εἰς τὰ κατώτατα ὅρια, οὔτε τοῦ ἄρθρου 34 δι’ οὗ ἐνισχύεται τὸ Ταμεῖον Μισθωτῶν Βιομηχανίας Καπνοῦ οὔτε μὲ τοὺς πόρους τοῦ Λογαριασμοῦ «Ἀποθεματικὸν Καπνοῦ», αἱ τοῦ ἄρθρου 38 δι’ οὗ ἡ ἀσφάλισις εἰς τὸ Ταμεῖον Προσωπικοῦ Ἑταιρειῶν Τσιμέντου ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὸ ἐργατοτεχνικὸν προσωπικὸν τούτων, οὔτε αἱ τοῦ ἄρθρου 39, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει τὴν ἀσφάλισιν τῶν γουνεργατῶν Καστοριᾶς κλπ. Οὔτε βεβαίως αὐταὶ αἱ διατάξεις εἶναι ἀντεργατικαί, οὔτε ἄλλη τις διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀντεργατική. Ἀντιθέτως ὅλαι διαπνέονται ἀπὸ πνεῦμα φιλεργατικὸν καὶ διάθεσιν ἐπιλύσεως ὑπὲρ τῶν μισθωτῶν ἐκκρεμοτήτων ἀπὸ μακροῦ ὑφισταμένων. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόδειξιν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἠσφαλισμένων εἰς τοὺς ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμούς, ἂν θελήσωμεν πέραν τῶν προσώπων νὰ ἴδωμεν τοὺς θεσμούς, οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ψέξῃ τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἀντεργατικὸν πνεῦμα, ὅταν περιορίζῃ τὸ δικαίωμά της κατὰ τὴν ἀρέσκειάν της διορισμοῦ τῶν ἐκπροσώπων τούτων καὶ ἀναθέτει εἰς τὸν ἀνώτατον συνδικαλιστικὸν ὀργανισμὸν τῶν ἐργατοϋπαλλήλων. Μέχρι σήμερον ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν δυνατότητα, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, ἐν προκειμένῳ, νὰ διορίζῃ χωρὶς νὰ δεσμεύεται ἀπὸ τὰς ὑποδείξεις τοῦ ἐκπροσώπου τῶν ἠσφαλισμένων εἰς τὰ ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα, νὰ διορίζῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας ἐπέλεγε. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις παρεχώρησεν, ἐὰν θέλετε, διὰ 47 ταμεῖα, τὴν ὑπόδειξιν εἰς τὴν ΓΣΕΕ καὶ ἐδέσμευσε τὸν ἑαυτόν της νὰ ἐπιλέγῃ τοὺς ἐκπροσώπους εἰς τὰ ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα. Θὰ σᾶς φανῇ παράδοξον ἐὰν ἀκούσητε τὰ τηλεγραφήματα τὰ ὁποῖα ἔχετε πάρει καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν εἶναι: Τὸ Ταμεῖον συντάξεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος, τὸ Ταμεῖον συντάξεως πρώην ὑπαλλήλων προσωπικοῦ Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ Ταμεῖον τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἠλεκτρικῶν Σιδηροδρόμων, τὸ Ταμεῖον τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἐμπορικῆς Τραπέζης, τὸ ἐπικουρικὸν Ταμεῖον τῶν Ὑπαλλήλων τῆς Ἐμπορικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τὸ προσωπικὸν τῆς πρώην Τραπέζης Ἀθηνῶν, τὸ προσωπικὸν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἐπικουρικὸν Ταμεῖον ἀσφαλίσεως τῶν ἐμποροϋπαλλήλων... Ὅλα αὐτὰ εἶναι 47 τὸν ἀριθμόν. Εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ Ταμεῖα εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποῖος ὑπεδεικνύετο, νὰ διορίζῃ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐπέλεγεν. Ὅλοι αὐτοὶ σήμερον, διότι ἡ Κυβέρνησις δεσμεύεται καὶ δίδει τὴν ὑπόδειξιν εἰς τὴν ΓΣΕΕ, θορυβοῦν, λέγοντες, ὅτι τοὺς ἀφαιροῦνται κεκτημένα δικαιώματα. Ἄλλο βεβαίως ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν συνδικαλιστικῶν καὶ αἱ μεταξὺ των διαφοραὶ καὶ ἄλλο αἱ προσωπικαί των ἀντιθέσεις καὶ ἄλλο τὰ νομικὰ πρόσωπα καὶ ἡ δύναμις ἐκπροσωπήσεως τῆς ἐργατικῆς τάξεως παρ’ ἑκάστης τῶν ὀργανώσεων τούτων. Ἐὰν ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ποῖος ἐκπροσωπεῖ καὶ ποῖος ὄχι δὲν θὰ εὕρωμεν ἄκρη. Ἕνα δύναμαι νὰ εἴπω, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι δὲν ἀφαιρῶ διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς δικαιώματα ἀπὸ τοὺς ἐργάτας, δίδω δικαιώματα καὶ κατοχυρώνω τὴν ἐκπροσώπησίν των εἰς τοὺς ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμούς. Ἐὰν αὐτὸ ποὺ δίδεται δὲν τοὺς ἱκανοποιῇ ὡς δίδεται, εἶναι συζητήσιμον καὶ τὴν καλὴν πίστεως συζήτησιν δὲν θὰ ἀρνηθῶ εἰς τὸν καιρὸν της. Ἕνα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγεται, ὅτι αὐτὸ ποὺ δίδεται εἶναι ἀντεργατικόν, διότι δίδεται εἰς τὴν ΓΣΕΕ καὶ δὲν δίδεται εἰς ἄλλας ὀργανώσεις. Αὐτὸ ὅπως καὶ τὰ περὶ δικτατορικῶν μου τάσεων εἰς τὴν ἀσφάλισιν καὶ τὰ ὅμοια πρὸς αὐτά, λέγονται ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πράγματι δὲν εἶναι κοντὰ εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν, δὲν ἔχουν ζήσει τὰ προβλήματά της, δὲν γνωρίζουν τὰς ἀνησυχίας καὶ τὰς ἐπιδιώξεις της καὶ θέλουν δι’ αὐτῶν νὰ ἐπιτύχουν τὴν δικαιολόγησιν τεχνικοῦ θορύβου, ἵνα ἐπιτύχουν ἄλλας ἔξω τῶν ἐργατοϋπαλληλικῶν αἰτημάτων ἐπιδιώξεις των, ἀποκρύπτοντες ταὐτοχρόνως τὰς πραγματικὰς ἐπιδιώξεις των, διότι εἰς αὐτὰς δὲν θὰ τοὺς ἠκολούθουν οἱ ἐργάται. Δυνατὸν μέσα εἰς τὴν ἔκτασιν αὐτῶν τῶν διατάξεων καὶ τὴν γενικὴν ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων νὰ ὑπάρχουν καὶ παραδρομαὶ καὶ λάθη καὶ ὑπαγωγὴ ὡς ἐκ τῆς γενικότητος εἰδικῶν περιπτώσεων εἰς τὰς γενικὰς ρυθμίσεις. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὅταν θὰ ἐπισημανθοῦν τώρα ἢ κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἐγὼ θὰ ἀρνηθῶ νὰ τὰς ἐξετάσω καὶ νὰ δώσω κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν ἄλλην λύσιν, ἐὰν τοῦτο τὸ ἐπιβάλλῃ ἡ ὀρθότης καὶ τὸ ἀντικειμενικὸν συμφέρον τῶν ἐργαζομένων. Ἔχει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὰς ἀτελείας ποὺ ἔχει κάθε ἀνθρώπινον ἔργον καὶ πιθανὸν νὰ ἔχῃ περισσοτέρας. Οὐδὲν τὸ ἀνθρώπινον τέλειον. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει οὔτε δικαιολογεῖ τὸν γενικὸν ἀφορισμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ μήπως ἐξῃρέθησαν τῆς ἐπικρίσεως αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 29 καὶ 30 τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ὧν ἐπιλύονται κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικὸν σοβαρώτατα προβλήματα τῶν ἐργαζομένων; Ὄχι οὔτε αὐτές. Παρ’ ὅλον ὅτι ἡ μὲν πρώτη τοῦ ἄρθρου 29 ἱκανοποιεῖ ἀπὸ μακροῦ πλήρως δικαιολογημένον αἴτημα τοῦ μεγάλου ὄγκου τῶν ἐπαγγελματιῶν, τῶν βιοτεχνῶν καὶ τῶν ἐμπόρων διὰ τὴν ἀναπροσαρμογὴν εἰς τὰ σημερινὰ ἐπίπεδα τοῦ πόρου ἐπὶ τῶν συναλλαγματικῶν πρὸς στήριξιν τῶν ἀσφαλιστικῶν των ὀργανισμῶν, ἡ δὲ δευτέρα ἐπιλύει κατὰ τρόπον ρεαλιστικὸν μίαν ὑφισταμένην κατάστασιν ἀδιεξόδου διὰ τὰς ἐπιχειρήσεις, αἵτινες ἔχουν περιέλθει εἰς οἰκονομικὴν ἀδυναμίαν, χωρὶς ταὐτοχρόνως νὰ παραλείπῃ τὴν κατασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν Ὀργανισμῶν Κοιν. Ἀσφαλίσεως, ἀφοῦ ρητῶς ὁρίζεται ὅτι τὸ μέτρον θὰ ἰσχύσῃ μόνον ὅταν καταβάλλωνται τὰ τρέχοντα ἀσφάλιστρα. Τί δηλαδὴ ἦτο συμφέρον καὶ διὰ τοὺς Ἀσφαλιστικοὺς Ὀργανισμοὺς καὶ διὰ τοὺς ἐργαζομένους νὰ κλείσουν αἱ εἰς οἰκονομικὴν ἀδυναμίαν περιερχόμεναι ἐπιχειρήσεις καὶ νὰ παύσουν νὰ ἀπασχολοῦν ἐκείνους ποὺ ἀπασχολοῦν ἐκ τῶν μισθωτῶν καὶ νὰ στερηθοῦν οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἀσφαλίστρου, ἢ νὰ παραμείνουν λειτουργοῦσαι ἔστω καὶ μὲ μειωμένην δραστηριότητα; Τὸ τελευταῖον ἀναντιρρήτως εἶναι συμφερώτερον διὰ τὸ σύνολον καὶ αὐτὸ πράττομεν διὰ τοῦ μέτρου ποὺ εἰσηγούμεθα. Καὶ αὐτὰ σημαίνουν διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐξυπηρέτησιν φίλων, κομματισμὸν κ.λ.π. κ.λ.π. Ἀλλὰ οἱ ἀφορισμοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν περιωρίσθησαν μόνον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἐπεξετάθησαν καὶ ἐπὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνητικῆς προσπαθείας εἰς τὸν τομέα αὐτὸν κατὰ τὴν διαρρεύσασαν ἑπταετίαν καὶ παντοῦ δὲν εὑρῆκε παρὰ πνεῦμα ἀντεργατικόν, πνεῦμα προστασίας τῆς ὀλιγαρχίας, πνεῦμα καταπιέσεως καὶ στραγγαλισμοῦ τῶν συμφερόντων τῶν εὐρέων κοινωνικῶν στρωμάτων κ.λ.π. ὡς ἂν ὅλα αὐτὰ νὰ συνέβησαν κάπου μακρυὰ ἢ ἀπόκοσμα καὶ τὰ εὐρέα αὐτὰ στρώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ μὴ ἔζησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ μὴ ἐγεύθησαν τόσον τοὺς γλυκεῖς καρποὺς τῆς προόδου, ὅσον καὶ τοὺς καρποὺς τῆς ὁμαδικῆς καὶ ἀλληλεγγύου προσπαθείας. Οὔτε οἱ μισθοὶ καὶ αἱ συντάξεις καθηλώθησαν, οὔτε ἀπὸ τὴν μετανάστευσιν ἐρημώθηκε ἡ χώρα ὡς θὰ ἀποδείξω, δι’ ὅσων ἐν συνεχείᾳ θὰ εἴπω καὶ τῶν ἀριθμῶν ποὺ θὰ παραθέσω, οὔτε πολὺ περισσότερον ἀντεργατικὸν πνεῦμα ἐπεκράτησεν οὔτε ὁ τόπος παρέμεινε στάσιμος. Ἐπροόδευσε καὶ μάλιστα σημαντικά, σημαντικώτατα. Μισθοὶ καὶ Ἡμερομίσθια Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1956 καὶ 1962 τὰ κατώτατα ὅρια μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων ηὐξήθησαν ἀπὸ 51,7% μέχρι 82,9%. Οὕτω, τὸ ἡμερομίσθιον τοῦ ἀνειδικεύτου ἐργάτου ἀπὸ 33 –37 δραχμ. τὸ 1955, ἀνέρχεται σήμερον εἰς δραχ. 57, τῆς δὲ ἀνειδικεύτου ἐργατρίας ἀπὸ 26,45–29 δραχμ. ἀνέρχεται σήμερον εἰς δραχ. 44. Ἀνάλογοι, ἂν μὴ καὶ εἰς μεγαλύτερα ποσοστά, εἶναι αἱ χορηγηθεῖσαι διὰ Κλαδικῶν Συμβάσεων καὶ Διαιτητικῶν ἀποφάσεων εἰς τὰς διαφόρους κατηγορίας ἐργαζομένων αὐξήσεις, ἐνῷ ἡ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου κατὰ τὴν ἀντίστοιχον περίοδον κατὰ τὰ στοιχεῖα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ε.Σ.Υ.Ε. δὲν ὑπερέβη τὸ 13,3%. Ἡ οὐσιαστικὴ αὐτὴ βελτίωσις τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τῶν ἐργαζομένων ἀπεικονίζεται παραστατικώτερον εἰς τοὺς Ἐθνικοὺς Λογαριασμοὺς κατὰ τοὺς ὁποίους τὸ ἐργατικὸν εἰσόδημα ηὐξήθη ἀπὸ 21.000 ἑκατομμύρια τὸ 1955 εἰς 34.000 ἑκατ. κατὰ τὸ 1960, ἤτοι ηὐξήθη κατὰ 60% περίπου. Παραλλήλως, μὲ ταχὺ ρυθμόν, ταχύτερον πολλῶν ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν χωρῶν, ηὐξήθη τὸ ποσοστὸν συμμετοχῆς τοῦ Ἐργατικοῦ Εἰσοδήματος εἰς τὸ Ἐθνικὸν Εἰσόδημα ἀπὸ 36% τὸ 1955 εἰς 42% κατὰ τὸ 1960, ἐπιτευχθείσης οὕτω, κατὰ τὸ δυνατόν, δικαιοτέρας κατανομῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Εἰσοδήματος. Τὴν οὐσιαστικὴν αὐτὴν βελτίωσιν τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τῶν ἐργαζομένων, οὐδεὶς καλόπιστος δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Καὶ αὐτὸς ὁ ἀντικυβερνητικὸς κ. Μακρῆς, τὸν ὁποῖον τόσον πολὺ ἀρέσκεται νὰ ἐπικαλῆται ὁ κ. Στεφανίδης, κατὰ τὴν ἐνώπιον τοῦ 14ου Πανελλαδικοῦ Ἐργατικοῦ Συνεδρίου τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1961 εἰσήγησίν του, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀμοιβῆς τῆς ἐργασίας ἀνομολογεῖ. Οὕτω, εἰς τὸν ἐν αὐτῇ πίνακα 1, καίτοι μὴ ἀπολύτως ἀκριβῆ, παραδέχεται, ὅτι τὸ ἄνοιγμα μεταξὺ εἰσοδήματος καὶ δαπανῶν, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1954 καὶ Ἰουνίου 1956 περιωρίσθη διὰ τὸν ἀνειδίκευτον ἐργάτην ἀπὸ 34,9% εἰς 24,1% διὰ 3μελῆ ἐργατικὴν οἰκογένειαν δὲ ἀπὸ 41,6% εἰς 29,7% καὶ διὰ 4μελῆ ἐργατικὴν οἰκογένειαν ἀπὸ 48,7 εἰς 32,8%. Εἰς τὸ φύλλον τῆς 29.12.1962 τοῦ Δελτίου «Ἐργασιακῶν πληροφοριῶν» τοῦ ΧΕΛΕΝΙΟΥΣ ἡ αὔξησις τῶν μέσων ἡμερομισθίων, ὑπολογίζεται, κατὰ τὴν ἐν λόγῳ περίοδον πέριξ τοῦ 40%. Ἐξ ἄλλου εἰς τὸ φύλλον τῆς «Ναυτεμπορικῆς» τῆς 17.7.1962 εἰς τὰ αὐτὰ ποσοστά, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μηνιαίου δελτίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὑπολογίζεται ἡ χορηγηθεῖσα πραγματικὴ μέση αὔξησις τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων, ἐνῷ κατὰ τὴν ἀντίστοιχον περίοδον ἡ πραγματικὴ μέση αὔξησις ὑπολογίζεται, κατὰ τὰς ἐκτιμήσεις τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ε.Ο.Κ., εἰς 15% διὰ τὸ Βέλγιον, 12% διὰ τὴν Γαλλίαν, 19% διὰ τὴν Ἰταλίαν, 23% διὰ τὴν Ὁλλανδίαν καὶ 41% διὰ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν. Ἡ σημαντικὴ αὔξησις, διὰ τὴν τελευταίαν ταύτην, ἀποδίδεται εἰς τὴν μεγάλην ἔλλειψιν ἐργατικῶν χειρῶν ἥτις ὠθεῖ συνεχῶς τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας πρὸς τὰ ἄνω. Κατὰ τὰ ἀπολογιστικὰ στοιχεῖα τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1955–1961, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἠσφαλισμένων ηὐξήθη κατὰ 26% διὰ τὰ κυρίως Ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα καὶ κατὰ 37% διὰ τὰ Ἐπικουρικὰ τοιαῦτα. Ἐξ ἄλλου, κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδον ὁ ἀριθμὸς τῶν συν) χων εἰς τὸ Ι.Κ.Α. ηὐξήθη ἀπὸ 60.014 εἰς 109.564 ἤτοι κατὰ 82% αἱ δὲ παροχαὶ συντάξεων ηὐξήθησαν ἀπὸ 469 ἑκατομ. δρχ. εἰς 1236 ἑκατομ. δρχ. ἤτοι κατὰ ποσοστὸν 163%. Εἰς τὰ Ταμεῖα Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως, ὁ ἀριθμὸς τῶν συν)χων ηὐξήθη ἀπὸ 15.094 εἰς 26.685, ἤτοι κατὰ 77% καὶ αἱ παροχαὶ συντάξεων ἀπὸ 92 ἑκατομ. δρχ. εἰς 220 ἑκατ. δρχ. ἤτοι κατὰ ποσοστὸν 139%. Τέλος, εἰς τὰ ἐργοδοτικὰ σωματεῖα, ὁ ἀριθμὸς τῶν συν) χων ηὐξήθη ἀπὸ 20.994 εἰς 46.529 ἤτοι κατὰ 117% ἐνῷ αἱ παροχαὶ συντάξεων ηὐξήθησαν ἀπὸ 79 ἑκατ. δρχ. εἰς 276 ἑκατ. δρχ. ἤτοι κατὰ ποσοστὸν 249%. Οἱ παρατεθέντες ὑπὸ τοῦ κ. Στεφανίδη ἀριθμοὶ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς ἀναφορικῶς μὲ τὴν μεταναστευτικὴν κίνησιν. Ἡ ἐξέλιξις τῆς μεταναστευτικῆς κινήσεως ἔχει ὡς ἀκολούθως:
| (εἰς χιλιάδας) | Σύνολον | Ὑπερω- | Εὐρωπαϊκαὶ | |
| κεάνιοι | χῶραι | |||
| 65% | 1956 | 35,3 | 23,1 | 7,8 |
| 1957 | 30,4 | 14,8 | 13 | |
| 1958 | 24,5 | 14,8 | 6,6 | |
| 1959 | 23,7 | 13,9 | 6,7 | |
| 1960 | 47,8 | 17,8 | 26,9 | |
| 30% | 1961 (1) | 58,8 | 17,3 | 36,6 |
| 1962 (αʹ ἑξ.) | 36,8 | 11,2 | 20,8 | |
| Σύνολον | 256,3 | 112,9 | ||
| (1) | 1961 (αʹ ἑξαμ.) | 26,3 | 7 |
Δηλαδὴ ἐμειώθη ἀπὸ 65% τοῦ 1956–60 εἰς 30% τοῦ 1961–62.
§25Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἐπίσημοι κ. Ὑπουργέ;
§26Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Βεβαίως εἶναι ἐπίσημοι. Δι’ αὐτὸν δὲ τὸν λόγον εἶπον, ὅτι οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Στεφανίδη ἀναφερθέντες κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, ἀριθμοὶ δὲν ἦσαν ὀρθοί. Ἐπὶ τοῦ πίνακος λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, τούτου προκύπτει καθαρὰ ἡ μείωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεταναστευόντων εἰς ὑπερποντίους χώρας. Οὕτω ὁ ἀριθμὸς τούτων ἀπὸ 23.100 τὸ 1956 κατῆλθεν εἰς 17.300 τὸ 1961. Δέον νὰ σημειωθῇ, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τῶν μετακινηθέντων εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν χῶρον κατὰ τὸ 1960 καὶ τὸ πρῶτον 6μηνον τοῦ 1962 δὲν ἀπεικονίζουν τὴν πραγματικότητα, δοθέντος, ὅτι εἰς τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς περιλαμβάνεται ἀρκετὰ μεγάλος ἀριθμὸς προσώπων, τὰ ὁποῖα μετέβησαν διὰ δευτέραν ἢ καὶ τρίτην ἀκόμη φορὰν εἰς τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν. Ἐξ ἄλλου, καὶ τὰ περὶ ἐρημώσεως τῆς ὑπαίθρου, κατὰ κόρον λεγόμενα πρέπει νὰ ἐξετασθοῦν ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς ἐξελίξεως τῆς διαρθρώσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας. Οὕτω, κατὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1920, ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς ἐκάλυπτε τὸ 61,8% τοῦ συνόλου, ἐνῷ ὁ ἀστικὸς πληθυσμὸς μόλις τὸ 23,1% τοῦ συνόλου, ἤτοι ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς ἦτο τριπλάσιος τοῦ ἀστικοῦ. Τὸ 1940, ὁ ἀγροτικὸς κατῆλθεν εἰς 52,6% τοῦ συνόλου καὶ ὁ ἀστικὸς ηὐξήθη εἰς 32%. Τὸ 1951, ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς κατῆλθεν εἰς 47,7% καὶ ὁ ἀστικὸς ηὐξήθη εἰς 36,8%. Τέλος, τὸ 1961 ἡ σχέσις μεταξὺ τῶν δύο πληθυσμῶν, ἐπὶ τοῦ συνόλου, εἶναι 43,6% διὰ τὸν ἀγροτικὸν καὶ 43,4% διὰ τὸν ἀστικὸν πληθυσμόν. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ μείωσις τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας βαίνει προοδευτικῶς, κατὰ τὴν συντελουμένην πρόοδον καὶ ἀντιστοίχως αὐξάνεται ὁ ἀστικὸς πληθυσμός. Δὲν πρόκειται ὅθεν περὶ ἐρημώσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ὑπαίθρου, συνεπείᾳ τῆς μεταναστεύσεως εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀλλὰ περὶ ἀνακατατάξεως τοῦ πληθυσμοῦ. Τοῦτο ἐπιρρωνύεται καὶ ἐκ τῆς δειγματικῆς ἐρεύνης, ἣν ἐνέργησεν ἡ Ε.Σ. Υ.Ε., ἐκ τῆς ὁποίας προέκυψεν, ὅτι τὰ 75% περίπου τῶν μεταναστῶν, ἐκ τῶν ἀγροτικῶν περιοχῶν, εἶχον ὡς τελικὸν προορισμὸν τὰ ἀστικὰ κέντρα· περὶ τὸ 15% ἐγκατεστάθησαν εἰς ἡμιαστικὰς καὶ ἑτέρας ἀγροτικὰς περιοχὰς καὶ μόνον τὸ 10% τούτων ἀνεχώρησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Δράττομαι τῆς εὐκαιρίας πάντως νὰ ἐπισημάνω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καὶ κατὰ τὰ προσεχῆ ἔτη πιεστικὴ προσφορὰ ἐργατικῶν χειρῶν, συνεπείᾳ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσερχομένων εἰς ἐπαγγελματικὰς ἐργασίας γυναικῶν. Κατὰ τὰ στοιχεῖα τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς, 2.053.000 γυναῖκες ἄνω τῶν 15 ἐτῶν, περιλαμβάνονται εἰς τὸν οἰκονομικῶς μὴ ἐνεργὸν πληθυσμὸν ἀσχολούμεναι κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὰ οἰκιακά. Ἡ ἀπασχόλησις τούτων εἰς ἐπαγγελματικὰς ἐργασίας, δημιουργεῖ πολλὰ προβλήματα καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ αὐξάνῃ τὴν ροπὴν πρὸς μετανάστευσιν. Παρόμοιον πρόβλημα ἀντιμετωπίζει, ἐκ τῶν χωρῶν τῆς Ε.Ο.Κ. ἡ Ἰταλία. Θὰ ἀναγνώσω τώρα περικοπὴν δημοσιεύματος τοῦ κ. Α. Κανελλοπούλου, εἰς τὴν ἐφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» τῆς 13 τρέχοντος μηνὸς προσπαθοῦντος διὰ τοῦ δημοσιεύματος τούτου νὰ καταρρίψῃ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ηὐξήθη ὡς ἔχω ἀναφέρει ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἐργατικοῦ εἰσοδήματος εἰς τὸ ἐθνικόν. Ὁ ἀρθρογράφος ἀφαιρεῖ ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος τὸ ἀγροτικὸν εἰσόδημα καὶ καταλήγει αὐθαιρέτως βεβαίως λέγων, διὰ τοῦ δημοσιεύματος, ὅτι ἡ συμβολὴ τοῦ ἀγροτικοῦ εἰσοδήματος μειώνει τὸ ποσοστὸν συμμετοχῆς τοῦ ἐργατικοῦ εἰσοδήματος εἰς τὸ ἐθνικὸν καὶ συνεπῶς τὸ ποσοστὸν συμμετοχῆς τοῦ ἐργατικοῦ ὑστερεῖ τοῦ ποσοστοῦ αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλὰ πρὸ αὐτοῦ προσομολογεῖ ὁ κ. Α. Κανελλόπουλος εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ὅτι προοδεύσαμεν. Ἰδοὺ πῶς ἀκριβῶς ἐκφράζεται. «Ὑπῆρξε πράγματι πρόοδος. Τὸ νὰ ἀρνηθῇ τις ὅτι ἀπὸ τὸ 1955 μέχρι σήμερον ἐσημειώθη βελτίωσις τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου γενικῶς, ὡς ἐπίσης καὶ ἄνοδος τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀσθενεστέρων τάξεων, θὰ ἰσοδυνάμει μὲ ἄρνησιν τῆς πραγματικότητος. Εἶναι ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι ἀπὸ τὸ 1955, ὁρίου ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις συνηθίζει νὰ μετρᾷ ἀπολογιστικῶς τὸ ἔργον της μέχρι σήμερον, παρετηρήθη εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς, οὐσιώδης ἀλλαγὴ καὶ ἄνοδος ὅλων τῶν χαρακτηριζόντων μίαν οἰκονομικὴν πρόοδον δεικτῶν». Αὐτοὶ δὲν εἶναι ἰδικοί μου λόγοι, εἶναι λόγοι τοῦ οἰκονομικοῦ ἀρθρογράφου τοῦ «Βήματος» καὶ τέως Ὑφυπουργοῦ Ἐμπορίου ἐπὶ Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως κ. Ἀθ. Κανελλοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐξ ἄλλου, εἶναι ἀντιπολιτευόμενος τῆς Κυβερνήσεως.
§27Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διατὶ χαρακτηρίζετε τὸν κ. Κανελλόπουλον ἀντιπολιτευόμενον τῆς Κυβερνήσεως; Προσωπικῶς παρακολουθῶ ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ κ. Κανελλοπούλου εἰς τὸ «Βῆμα» καὶ βλέπω ὅτι γράφει πολὺ ἀντικειμενικά. Αὐτὸ ἄλλως τε προκύπτει ἀπὸ τὸ ἀναγνωσθὲν κείμενον.
§28Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Εὐχαριστῶ, κ. συνάδελφε, ἦτο πράγματι ἀτυχὴς ἡ ἔκφρασίς μου αὕτη. Ὁ κ. Κανελλόπουλος, ἤθελα νὰ εἴπω, δυστυχῶς δὲν κατατάσσεται μεταξὺ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, πλὴν ἡ ἐφημερὶς ποὺ ἐδημοσίευσε τὸ ἄρθρον αὐτὸ σαφῶς ἀνήκει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ αὐτὸ μὲ παρέσυρεν εἰς τὸ ὅτι δὲν εἶναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὰ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ, κατὰ τὴν ἀναπτυχθεῖσαν ἐπιχειρηματολογίαν ἀπὸ τὰς ἐπικρίσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπέμεινε μόνον ἡ ὀξύτης τοῦ ὕφους καὶ τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ τόνου. Αὐτὰ εἶναι τὰ μοναδικὰ θετικὰ στοιχεῖα ἅτινα ἀπέμειναν ὑπὲρ τῶν ἐπικριτῶν παρὰ τὰς τόσας προσπαθείας των. Οὐδὲν πλέον αὐτῶν ἔχει διατηρηθῆ εἰς τὸν κοινὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἀλλὰ περαιτέρω καὶ δι’ ὀλίγων πρέπει νὰ ἐπισημάνω ὅτι ἀσύστατα, ἀνακριβῆ καὶ ἠθελημένα ἦσαν καὶ ὅσα ἐλέχθησαν ὅσον ἀφορᾷ α) τὴν συμπληρωματικὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς, ἐπὶ τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου, «ἐκ τῶν 44 ἐν συνόλῳ ἄρθρων τοῦ ἀνωτέρω νομοσχεδίου διευκρινίζεται ὅτι προκαλοῦν οἰκονομικὰ διὰ τὸ Δημόσιον ἀποτελέσματα, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, μόνον αἱ ἐν τῇ ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1962 οἰκείᾳ ἐκθέσει ἡμῶν ἀναφερόμεναι διατάξεις τοῦ νομ)δίου», διότι ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν συμπληρωματικὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα, τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του νομοσχέδιον μὲ 43 ἄρθρα καὶ ὄχι 32, ὡς εἶπεν ὁ κ. Στεφανίδης, ἀλλὰ δὲν ἀπεφάνθη ἐπὶ τῶν λοιπῶν ὡς συνήθως πράττει, διότι δὲν προεκαλεῖτο δαπάνη. Ἀπὸ αὐτό, προκύπτει ἡ ἀξία τόσον τοῦ δημοσιεύματος ποὺ ἐπεκαλέσθη διὰ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ τὴν προσωπικὴν βεβαίωσιν ποὺ παρέσχε ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Στεφανίδης. Εἶναι καὶ αὐτὰ ἀνακριβῆ, ὡς καὶ τὰ περὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. β) Ἀξίαν προχειρολόγου κριτικῆς ἔχουν καὶ τὰ λεχθέντα περὶ ἀντισυνταγματικότητος κ.λ.π. τῶν κυρουμένων πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν διὰ κακὴν τύχην τῶν εἰσηγητῶν τὰ Ἀνώτατα Δικαστήρια, τόσον ὁ Ἄρειος Πάγος, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 436)1952, ὅσον καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1712)1954 ἀποφάσεών των ἔχουν δεχθῆ «ὅτι ἡ τοιαύτη δὲ νομοθέτησις χωρὶς νὰ περιλαμβάνεται ἐν τῷ νόμῳ τὸ περιεχόμενον τοῦ διατάγματος αὐτοῦ, ἀλλὰ δι’ ἀναφορᾶς εἰς τὸ περιεχόμενον τοῦ κυρουμένου διατάγματος δὲν καθιστᾷ τὸν νόμον ἄκυρον, διότι δημοσίευσις ὑπάρχει ἐφ’ ὅσον τὸ κυρούμενον διάταγμα εἶχε δημοσιευθῆ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τοῦ κυροῦντος νόμου γίνεται ἀναφορὰ εἰς τὸ περιεχόμενον κ.λ.π.». γ) Ἐπίσης, οὐδεμίαν οὐσιαστικὴν ἀξίαν ἔχουν οὔτε ἀλήθειαν τινὰ περικλείουν τὰ ὅσα ἐναντίον τῆς ἡγεσίας τῆς ἐργατικῆς τάξεως καὶ κυρίως κατὰ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. κ. Μακρῆ καὶ ὑπὲρ ἄλλων ἀμφισβητουμένου κύρους καὶ νομιμότητος ἐλέχθησαν, διότι, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν προκήρυξίν των τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1962, ἣν καταθέτω διὰ νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά, τὸ σύνολον τῆς ἐργατικῆς ἡγεσίας ἐπαινεῖ καὶ ἐγκωμιάζει τὰ ληφθέντα κυβερνητικὰ μέτρα, καὶ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, παρ’ ὅλον ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουν ἀρκετοὶ ποὺ δὲν εἶναι φίλοι τῆς Ε.Ρ.Ε., ἀλλὰ φίλοι τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ τῆς λοιπῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἰδοὺ τί γράφει ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία Ἐργατῶν Ἑλλάδος εἰς τὴν διακήρυξίν της αὐτήν. (Ἀναγινώσκει).
ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ
Διακήρυξις Οἱ κάτωθι ὑπογεγραμμένοι ἐργατικοὶ ἡγέται, Μέλη τῆς Διοικήσεως τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., τῆς Ἐκτελεστικῆς καὶ Ἐποπτικῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς, Γενικοὶ Γραμματεῖς Ἐθνικῶν Κλαδικῶν Ἑνώσεων (Ὁμοσπονδιῶν) καὶ Πρόεδροι Τοπικῶν Ἑνώσεων (Ἐργατικῶν Κέντρων), ἐκφράζοντες ἐγκύρως καὶ νομίμως τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τῶν 560.000 ἐργατοϋπαλλήλων συνδικαλισμένων εἰς τὴν Γενικὴν Συνομοσπονδίαν Ἐργατῶν Ἑλλάδος, τὸ ἀνώτατον ὄργανον τῶν Ἑλλήνων ἐργαζομένων, διακηρύσσομεν ὅτι: Ι. Τὸ Ἑλληνικὸν Συνδικαλιστικὸν Κίνημα, ἱδρυτικὸν καὶ πρωτοπόρον τμῆμα τῆς Δ.Σ.Ε.Ε.Σ., ἑδράζεται ἐπὶ τῶν Ἀρχῶν τοῦ Ἐλευθέρου Δημοκρατικοῦ Συνδικαλισμοῦ καὶ εἶναι Ἀνεξάρτητον ἔναντι τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Πολιτικῶν Κομμάτων, ἡμεῖς δὲ οἱ ὑπογραφόμενοι ἀποτελοῦντες τὴν ἡγεσίαν αὐτοῦ, ὡς καὶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἐργαζόμενοι, συμμετέχομεν ὡς πολῖται ἀδέσμευτοι εἰς τὴν ζωὴν τῶν ἐθνικῶν πολιτικῶν Κομμάτων. II. Τὸ Ἑλληνικὸν Συνδικαλιστικὸν Κίνημα, φύσει καὶ θέσει βάθρον καὶ ἔπαλξις τῆς Δημοκρατίας, μάχεται μὲ συνέπειαν τὸν Κομμουνισμὸν καὶ τὰ ὁλοκληρωτικὰ συστήματα καὶ ἀγωνίζεται προγραμματισμένως διὰ τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ τῆς Πατρίδος. III. Τὸ Ἑλληνικὸν Συνδικαλιστικὸν Κίνημα, πιστεύει εἰς τὴν Συνεργασίαν τῶν τάξεων καὶ θεωρεῖ ταύτην ὡς πρωταρχικὸν καθῆκον τοῦ Κράτους καὶ ὅλων τῶν ὑπευθύνων παραγόντων τῆς πολιτικῆς, οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς τῆς χώρας. IV. Τὸ Ἑλληνικὸν Συνδικαλιστικὸν Κίνημα, ὑπηρετῆσαν μὲ πνεῦμα θυσίας τὴν ἐθνικήν μας κοινότητα κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν ἐπικήν της πορείαν, ὅταν ἐζήτησεν ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων τὴν ἄσκησιν μιᾶς συνεποῦς κοινωνικῆς πολιτικῆς, συνήντησε τὴν ἐλλοχεύουσαν ἀντίδρασιν τῶν ἐχθρῶν τῆς Δημοκρατίας καὶ τῶν ἰδιοτελῶν συμμάχων των, καὶ κατέστη ἐπὶ μακρὸν ὁ στόχος σχεδιασμένων ἐπιβουλῶν καὶ ὑπονομεύσεων, μὲ δυσμενεστάτας εἰς βάρος τῆς χώρας κοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς ἐπιπτώσεις. V. Τὸ Ἑλληνικὸν Συνδικαλιστικὸν Κίνημα καὶ ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, τῶν ὁποίων ἐπωφελήθη καὶ κατὰ τρόπον ἐπικίνδυνον διὰ τὴν χώραν ὁ κομμουνισμός, δὲν ἔχασε οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τὴν πίστιν του καὶ μὲ μόνην τὴν συμπαράστασιν τοῦ ἀδελφοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κινήματος τῆς Δ.Σ.Ε.Ε.Σ. ἠγωνίσθη ἀγῶνα δραματικόν, ὅπως διαφωτίσῃ τοὺς ὑπευθύνους καὶ τὸν λαὸν περὶ τῶν ἐθνικῶν κινδύνων ἐκ τῶν διαδραματιζομένων, ὑπερασπίσῃ τὰ δικαιώματα τῶν ἐργαζομένων, περισώσῃ τὴν ὑπόστασίν του καὶ προστατεύσῃ τὴν χώραν ἀπὸ τὴν εἰς βάρος τῆς Δημοκρατικότητός της δυσμενῆ ἀνὰ τὸν ἐλεύθερον κόσμον ἀπήχησιν. VI. Τὸ Ἑλληνικὸν Συνδικαλιστικὸν Κίνημα, πιστεύει πάντοτε ὡς ἱστορικὴν ἀναγκαιότητα, τὴν καὶ διὰ ἀναθεωρήσεως ἔτι τοῦ Συντάγματος θέσπισιν βαθειῶν οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν μεταρρυθμίσεων, προβάλλει ἤδη ὡς ἄμεσον αἴτημα τὴν προσαρμογὴν τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν τῆς χώρας πρὸς τὰ πρότυπα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινότητος. VII. Τὸ Ἑλληνικὸν Συνδικαλιστικὸν Κίνημα, ἀποδέχεται μὲ αἴσθημα πραγματικῆς ἀνακουφίσεως καὶ χαιρετίζει τὴν σημειωθεῖσαν εἰς τὴν Κοινωνικὴν Πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀλλαγὴν διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας κατατεθέντων εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετημάτων. Θεωρεῖ δὲ τὰ μέτρα ταῦτα ὡς ἀπαρχὴν προπαρασκευῆς τῆς χώρας εἰς τὸν κοινωνικὸν τομέα διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἐκ τῆς συνδέσεώς της μετὰ τῆς Ε.Ο.Κ. προβλημάτων καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὸν ἐθνικὸν πολιτικὸν κόσμον–Κυβέρνησιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν — τὴν ἐν ἐποικοδομητικῇ συνεργασίᾳ ὁλοκλήρωσιν καὶ ταχεῖαν ἐπιψήφισίν των. VIII. Τὸ Ἑλληνικὸν Συνδικαλιστικὸν Κίνημα πιστεύει καὶ διακηρύσσει, ὅτι δικαιοῦται τοῦ σεβασμοῦ τῆς Ἀνεξαρτησίας καὶ οἰκονομικῆς αὐτοῦ Αὐτονομίας, κατοχυρουμένων ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας διὰ Δημοκρατικῶν μεθόδων, διότι οὕτω, θὰ ὁλοκληρώσῃ τὴν ἰσχύν του καὶ θὰ καταστῇ ἱκανὸν νὰ ὑπηρετήσῃ ἀποτελεσματικώτερον τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν Κοινωνικὴν Δικαιοσύνην πρὸς κατασφάλισιν τῆς θέσεως τῆς χώρας μας εἰς τὸν Ἐλεύθερον κόσμον.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Δεκεμβρίου 1962
ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ Γ.Σ.Ε.Ε.
1. Μακρῆς Φώτιος, Γενικὸς Γραμματεὺς–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Ἀθηνῶν. 2. Πατσαντζῆς Ἰωάννης, Ἀναπληρωματικὸς Γενικὸς Γραμματεὺς–Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Ἰδιωτικῶν Ὑπαλλήλων Ἑλλάδος. 3. Πανηγυράκης Μᾶρκος, Γραμματεὺς Οἰκονομικοῦ– Συνδικάτα Ο.Τ.Ε. 4. Δημητρακόπουλος Γεώργιος, Μέλος Ἐκτ. Ἐπιτροπῆς — Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Σιδηροδρομικῶν. 5. Σιούσης Ἐλευθέριος, Μέλος Ἐκτ. Ἐπιτροπῆς–Ἀντιπρόεδρος Ὁμοσπονδίας Ἀρτεργατῶν. 6. Κασιμάτης Ἰωάννης, Μέλος Ἐκτ. Ἐπιτροπῆς– Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Πειραιῶς. 7. Μακρῆς Διονύσιος, Μέλος Ἐκτ. Ἐπιτροπῆς–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Βόλου. 8. Πετρούλης Μάνθος. Μέλος Ἐκτ. Ἐπιτροπῆς–Γενικὸς Γραμματεὺς Πανελλ. Ὁμοσπονδίας Ναυτικῶν. 9. Παπαδημητρίου Παναγιώτης Μέλος Ἐκτ. Ἐπιτροπῆς —Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Χημ. Βιομηχανίας. 10. Ἀποστολόπουλος Γεώργιος, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Ἀλεξανδρουπόλεως. 11. Ἀσλάνογλου Νικόλαος, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Βερροίας. 12. Βεντούρης Γεώργιος, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Ζακύνθου. 13. Γεωργαντάκης Γεώργιος, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Καλαμῶν. 14. Γινάργυρος Περικλῆς, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Κερκύρας. 15. Εὐθυμίου Παναγιώτης, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Αἰγίου. 16. Ἰωάννου Γεώργιος, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Ἄρτης. 17. Κόρμαλος Ἐλευθέριος, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Χίου. 18. Λαμπριανὸς Γεώργιος, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Ρόδου. 19. Λυκιαρδόπουλος Κωνσταντῖνος, Μέλος Δ)σεως — Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Οἰκοδόμων. 20. Μαντέλος Γεώργιος, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ὑπαλλ. Ἀγροτικῆς Τραπέζης. 21. Μαρόπουλος Γεώργιος, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Πύργου. 22. Μελέτης Δημήτριος, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐμποροπλοιάρχων Ἑλλάδος. 23. Νικολαΐδης Κων)νος Μέλος Δ)σεως–Ἀναπληρωματικὸς Γενικὸς Γραμματεὺς Ο.Ι.Τ.Ε. 24. Παπαγεωργόπουλος Νικόλαος, Μέλος Δ)σεως Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Χαλκίδος. 25. Πεσκετζῆς Γρηγόριος, Μέλος Δ)σεως–Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Μυλεργατῶν. 26. Ρεντζῆς Ἰωάννης, Μέλος Δ)σεως–Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Ἐπισιτισμοῦ. 27. Ρομπόπουλος Ἰωάννης, Μέλος Δ)σεως–Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Κλωστοϋφαντουργῶν. 28. Σαράφης Νικόλαος, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Μυτιλήνης. 29. Δημητρίου Κων)νος, Μέλος Δ)σεως–Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Φορτοεκφορτωτῶν. 30. Σταυρουλάκης Ἀνδρέας, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Ἡρακλείου. 31. Τζίτζος Ἠλίας, Μέλος Δ)σεως–Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Λαρίσης.
ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Γ.Σ.Ε.Ε.
1. Μεσσαριτάκης Κων)νος, Προϊστάμενος Ἐποπτικῆς Ἐπιτροπῆς–Συνδικάτων Η.Ε.Μ. 2. Φούκας Κων)νος, Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Καρδίτσης. 3. Κροκιδᾶς Ἠλίας, Πρόεδρος Πανελληνίου Συνδ. Ἀξιωματικῶν Ἀσυρμάτου Θ.Α.Ξ. 4. Βελισσαρᾶτος Δημ., Μέλος Διοικήσεως Πανελληνίου Ναυτικῆς Ὁμοσπονδίας. 5. Πανόπουλος Γεώργιος, Γραμματεὺς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Προσωπικοῦ Αὐτοκινήτων. 6. Καφετζόπουλος Σωκράτης, Γενικὸς Γραμματεὺς Ἐργατικοῦ Κέντρου Σύρου. 7. Παπαϊωάννου Ἰωάννης, Γενικὸς Γραμματεὺς Ἐργατικοῦ Κέντρου Χαλκίδος. 8. Βογιατζόγλου Ἰωάννης, Πρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Κοζάνης. 9. Δημόπουλος Σεραφείμ, Ἀντιπρόεδρος Ἐργατικοῦ Κέντρου Βόλου.
ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΙ
1. Στυλ. Τάτας, Πρόεδρος Ὁμοσπονδίας Ἀρτεργατῶν. 2. Πετσάνας Ἰωάννης, Πρόεδρος Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Ἀρτεργατῶν. 3. Εὐθυμίου Εὐθύμιος, Γενικὸς Γραμματεὺς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Ἐργατῶν Μετάλλου. 4. Καλλιγᾶς Γ., Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Ἐργατῶν Κεραμοποιῶν–Πλινθοποιῶν–Ἀγγειοπλαστῶν Ἑλλάδος. 5. Παπᾶς Γεώργιος, Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Ἠλεκτροτεχνιτῶν Ἑλλάδος. 6. Καΐρης Δημήτριος, Πρόεδρος Ὁμοσπονδίας Προσωπικοῦ Ἑταιρειῶν Ἐμπορίας Πετρελαιοειδῶν καὶ Διϋλιστηρίων Ὀρυκτελαίων–Πετρελαίων. 7. Σκευοφύλαξ Μιχαὴλ, Πρόεδρος Ὁμοσπονδίας Συνεταιριστικῶν Ὑπαλλήλων Γεωργικῶν Ὀργανώσεων Ἑλλάδος. 8. Γαϊτᾶνος Στρᾶτος, Γενικὸς Γραμματεὺς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Ἁλιεργατῶν. 9. Κανακάκης Θεόδωρος, Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Ἐργατῶν καὶ Ὑπαλλήλων Τσιμέντων Ἑλλάδος. 10. Πάντος Κων)νος, Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Μισθωτῶν Τύπου καὶ Βιομηχανίας Χάρτου. 11. Παπαμιώνης Π., Πρόεδρος Ἐθν. Ὁμοσπονδίας Συνταξιούχων Ι.Κ.Α. 12. Τσαντῆς Σπυρίδων, Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Ἐργατ)τῶν καὶ ἐκτάκτων Ὑπαλλήλων Δήμων καὶ Κοινοτήτων Ἑλλάδος. 13. Παπαδόπουλος Γεώργιος, Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Ἐργατῶν καὶ Ἐργατοϋπαλλήλων Μηχανικῆς Καλλιεργείας Ὑπουργείου Γεωργίας, συναφῶν αὐτῶν ὑπηρεσιῶν καὶ Μηχαν)ργητῶν Ἑλλάδος. 14. Μπερδέσης Ἰωάννης, Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Ἐργατ)τῶν καὶ Ὑπαλλήλων Στρατιωτικῶν Καταστημάτων. 15. Σούρδας Ἀριστ., Πρόεδρος Ὁμοσπονδίας Συλλόγων Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων Ἑλλάδος. 16. Βασιλόπουλος Γεώργιος, Γενικὸς Γραμματεὺς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Ὑπαλλήλων Προσωπικοῦ Αὐτοκινήτων. 17. Ἀγγελούσης Ἀθανάσιος, Γενικὸς Γραμματεὺς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Ἐργατ)τῶν καὶ Ὑπαλλήλων παραγωγικῆς ἐπεξεργασίας καὶ πωλήσεως γάλακτος. 18. Τερεζάκης Σταμ., Γενικὸς Γραμματεὺς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Ἐργατοϋπαλλήλων Κρέατος. 19. Κατσιώλης Ἠλίας, Γενικὸς Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Ἐργατοϋπαλλήλων Καπνοβιομηχανιῶν Ἑλλάδος. 20. Σισμανίδης Θεόδωρος, Γενικὸς Γραμματεὺς Πανελληνίου Καπνεργατικῆς Ὁμοσπονδίας. 21. Παπαδόπουλος Χαρίλαος, Γενικὸς Γραμματεὺς Ἰδιωτικῶν Ὑπαλλήλων Ἑλλάδος. 22. Χατζηθεοδώρου Κων)νος, Μέλος Δ)σεως Πανελληνίου Ναυτικῆς Ὁμοσπονδίας. 23. Λαζαρίδης Ἰωάννης, Ἀναπλ. Γεν. Γραμματέως Ὁμοσπονδίας Ο.Χ.Β.Υ. 24. Μπαντοῦνος Ἄγγελος, Ἀναπλ. Γεν. Γραμματέως Ὁμοσπονδίας Μυλεργατῶν. 25. Ράπτης Βασίλειος. Ἀναπλ. Γεν. Γραμματέως Ὁμοσπονδίας Ἐπισιτισμοῦ. 26. Ἀποστολίδης Νικόλαος, Ἀναπλ. Γεν. Γραμματέως Ὁμοσπονδίας Κλωστοϋφαντουργῶν. 27. Βαλιανᾶτος Χρ., Γραμματεὺς Ὁμοσπονδίας Φορ)τῶν Ἑλλάδος. 28. Κούσουλας Ἀθανάσιος. Ἀναπλ. Γεν. Γραμματέως Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Σιδηροδρομικῶν. 29. Γιαλιτάκης Δημ., Ἀναπλ. Γεν. Γραμματέως Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Οἰκοδόμων. 30. Καλομοίρης Φίλιππος, Ἀναπλ. Γεν. Γραμματέως Ὁμοσπονδίας Χειριστῶν–Μηχανοδηγῶν Ὁδοστρωμάτων κ.λ.π. 31. Παπαδᾶτος Ἀργύριος, Γεν. Γραμματεὺς Ἐργατικοῦ Κέντρου Ἀθηνῶν. 32. Καλαρούτης Σταῦρος, Γεν. Γραμματεὺς Ἐργατικοῦ Κέντρου Πειραιῶς. Σημείωσις Αʹ: Ἐκ τῶν Τμημάτων τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. Ἐθνικῶν Κλαδικῶν Ἑνώσεων–Ὁμοσπονδιῶν καὶ Τοπικῶν Ἑνώσεων–Ἐργατικῶν Κέντρων, τῶν ἐχόντων τὰς ἕδρας των ἐν Ἀθήναις, δὲν προσῆλθον εἰς τὴν Μικτὴν Διάσκεψιν τῆς Δʹ Ὁλομελείας τῆς Δ)σεως τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ τῶν ἐκπροσώπων τῶν Κλαδικῶν Ὁμοσπονδιῶν καὶ τῶν Ε.Κ.Α. καὶ Ε.Κ.Π. οἱ ἐκπρόσωποι τῶν κάτωθι τριῶν Κλαδικῶν Ἑνώσεων καὶ συνεπῶς δὲν ὑπογράφουν τὴν παροῦσαν Διακήρυξιν. 1. Μηχανικῶν 2. Δέρματος 3. Τραπεζοϋπαλληλικῶν Σημείωσις Βʹ: Ὁ ἐκ τῶν μελῶν τῆς Διοικήσεως συνάδελφος Γεώργιος Μαντέλλος δηλώσας κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ὁλομελείας ὅτι συμφωνεῖ πλήρως μὲ τὸ κείμενον τῆς Διακηρύξεως, ἠρνήθη ὑπογραφὴν ἀπὸ λόγους πειθαρχίας πρὸς τὴν Ὁμοσπονδίαν Τραπεζιτικῶν Ὑπαλλήλων. Τὴν αὐτὴν ἀξίαν ἔχουν καὶ τὰ λεχθέντα ἐπὶ τῆς εἰσφορᾶς, διότι ὁτιδήποτε καὶ ἂν λέγεται, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τὸ συνδικαλιστικὸν κίνημα εἰς τὸν τόπον ἀποκτᾷ ἀπ’ εὐθείας καὶ ἄνευ κυβερνητικῆς μεσολαβήσεως, πέραν τῆς πλήρους ἐλευθερίας του καὶ τὰ βασικὰ οἰκονομικὰ μέσα, ἅτινα τοῦ εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του. Καὶ δὲν ἀποκτᾷ τὰ μέσα αὐτὰ μόνον ἡ Γ.Σ.Ε.Ε., ὡς σκοπίμως καὶ ἐν γνώσει τῆς ἀνακριβείας, διατυμπανίζεται παρὰ τῶν ἐπικριτῶν, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν ἐργατικῶν ὀργανώσεων, (Σωματεῖα, Ἐργατικὰ Κέντρα, Ὁμοσπονδίαι καὶ Γ.Σ.Ε.
Ε.).
Νομίζω, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἐξεπλήρωσα καθῆκον ἔναντι ὑμῶν καὶ τῆς κοινῆς γνώμης ἐπεκταθεὶς ὅσον ἐπεξετάθην εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἀσκηθεῖσαν ἐπὶ τῶν βασικῶν θεμάτων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἑπταετίαν, φιλεργατικὴν πολιτικήν, καὶ τῶν ἐπιδιώξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποκαλύψας εἰς ὅλα αὐτὰ τὴν ἀλήθειαν, ἥτις θέλει ἀποτελέσει τὸν ὁδηγὸν ὅλων ἡμῶν κατὰ τὴν περαιτέρω συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε χωρὶς περαιτέρω καθυστερήσεις νὰ χωρήσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του (Χειροκροτήματα).
§29Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀντιληφθῶ ὡρισμένα σημεῖα ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἔχω νὰ διατυπώσω δύο ἐρωτήσεις. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι εἰς πλεῖστα ταμεῖα ἀσφαλίσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων τοῦ προσωπικοῦ τῶν Τραπεζῶν, τῶν αὐτοκινήτων Θεσσαλονίκης κ.λ.π., ὅτι θὰ ὑποδεικνύωνται ὑπὸ τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. Ἐὰν μία ἀπὸ τὰς ὀργανώσεις τῶν κλάδων αὐτῶν δὲν ἀνήκῃ εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. ἡ ὑπόδειξις τοῦ ἀντιπροσώπου θὰ γίνῃ πάλιν ἀπὸ τὴν Γ.Σ.Ε.Ε.
§30Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Βεβαίως.
§31Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δημιουργεῖτε ἀποκλειστικὸν δικαίωμα ἐκπροσωπήσεως διὰ τοῦ ὁποίου καθιερώνετε ὑποχρεωτικὸν συνδικαλισμόν. Ἐπίσης εἴπατε ὅτι ἐκχωρεῖτε μέρος τῶν δικαιωμάτων σας καὶ ἐξουσιῶν ποὺ ἔχετε ὡς Ὑπουργὸς εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε., ὅπως ἐν προκειμένῳ τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς ἐκπροσωπήσεως.
§32Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ ἐπιλέγῃ τοὺς ὑποδεικνυομένους ὡς ἐκπροσώπους εἰς τοὺς ἀσφαλιστικοὺς Ὀργανισμούς. Τὸ δικαίωμα θὰ τὸ παραχωρήσω εἰς τὴν Γ.Σ.
Ε.Ε.
§33Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκχωροῦνται εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε., τότε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Γ.Σ.Ε.Ε. θ’ ἀσκῇ διοίκησιν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Ἔτσι εἶναι; Θέλω ν’ ἀποσαφηνισθῇ αὐτὸ διότι μοῦ ἔκανε ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν τὸ γεγονός, ὅτι τὸ Ἐργατοϋπαλληλικὸν Κέντρον Θεσσαλονίκης, μία ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας ὀργανώσεις, ἡ ὁποία ἔπαιξε σπουδαῖον ρόλον εἰς τὴν ἐπίτευξιν τῶν κοινωνικῶν μεταρρυθμίσεων καὶ τοὺς ἀγῶνας ὑπὲρ τοῦ ἐλευθέρου συνδικαλισμοῦ, εἶναι ἀντίθετον.
§34Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποσαφηνισθοῦν τὰ ἑξῆς σημεῖα: Εἶπον διὰ τὰς Ὀργανώσεις τὰς ὁποίας ἀνέφερον, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα δεσμεύσεως τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τῶν ὑποδείξεών των ὡς πρὸς τοὺς ἐκπροσώπους των εἰς τὰ Ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα. Κατὰ τοῦτο, συνεπῶς, δὲν τοὺς ἀφαιρῶ δικαιώματα, διότι ὁ Ὑπουργὸς εἶχε τὸ δικαίωμα, παρὰ πᾶσαν ὑπόδειξιν, νὰ διορίσῃ ἐκείνους ποὺ θὰ ἔκρινε καταλλήλους, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶχον ὑποδειχθῆ. Δὲν τοὺς ἀφαιρῶ, συνεπῶς, οὐδὲν δικαίωμα κεκτημένον. Ὁ κ. Δημητρᾶτος μὲ ἠρώτησεν, ἐὰν παρεχώρησα αὐτὸ εἰς τὴν Γενικὴν Συνομοσπονδίαν. Ἀπαντῶ καταφατικῶς. Πράγματι, δεσμεύομαι διὰ τῆς διατάξεως, νὰ ὁρίζω τούτους καθ’ ὑπόδειξιν τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν Ἑλλάδος, ἡ ὁποία μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς εἶναι ἡ πλέον ἐκπροσωπευτικὴ ὀργάνωσις τῶν μισθωτῶν. Ἐὰν παύσῃ νὰ εἶναι, δὲν θὰ πρέπει νὰ τὸ ἔχῃ, ἀναμφισβητήτως, αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Δημητρᾶτος ὅτι ἀποστερῶ δῆθεν δικαιώματα ἀπὸ Ὀργανώσεις. Ἡ Γ.Σ.Ε.Ε., συνεπῶς, εἴτε μετέχει ἡ ἐνδιαφερομένη Ὀργάνωσις εἰς αὐτήν, εἴτε ὄχι, ἐκπροσωπεῖ διὰ τὴν Διοίκησιν τὸ σύνολον τῶν ἐργαζομένων, εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε δὲν τὸ θέλομεν. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ὑποχρεωτικὸν συνδικαλισμόν, οὐδὲ νόθευσιν τοῦ συνδικαλισμοῦ. Νόθευσιν τοῦ συνδικαλισμοῦ καὶ ὑποχρεωτικὴν ἐξάρτησιν θὰ ἀπετέλει, μόνον ἡ διατήρησις τοῦ ὑπάρχοντος τυχὸν δικαιώματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας ν’ ἀποφασίζῃ ἀνεξελέγκτως ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐκπροσώπων τῶν ἠσφαλισμένων εἰς τοὺς Ἀσφαλιστικοὺς Ὀργανισμούς, χωρὶς νὰ ζητῇ καὶ δεσμεύσεις ἀπὸ τὴν γνώμην τῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανισμῶν τῶν μισθωτῶν, ὡς ἐν προκειμένῳ συμβαίνει μὲ τὴν Γ.Σ.Ε.Ε.
§35Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§37Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐργασίας ἀνεφέρθη κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω λεπτομερῶς ἐφ’ ὅλων τῶν ἀβασίμων ἰσχυρισμῶν του, ὅταν ἔλθῃ, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἡ σειρά μου νὰ δευτερολογήσω. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, διότι κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεώς του, ὁπότε δὲν εὑρισκόμην εἰς τὴν αἴθουσαν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας ἐξετράπη εἰς βαρεῖαν καὶ ἀπαράδεκτον ὕβριν κατ’ ἐμοῦ. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 14.1.1963 ἰσχυρίσθη, ὅτι ὅσα ἐγὼ ἀνέφερον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν εἰσήγησίν μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι οὗτος κατηγόρησε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ἀντετάχθη ἐπιμόνως εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκ καθαρᾶς κωλυσιεργίας καὶ ἀντιπολιτευτικῆς διαθέσεως καὶ ὅτι ὡρμήθη ἐξ ἐμπαθείας κατὰ τῆς ἡγεσίας τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., δὲν εἶναι ἀληθῆ, διότι οὐδέποτε τὰ εἶπε καὶ μάλιστα, ὡς ἐτόνισεν, «ἐγὼ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἔχουν γραφῆ καὶ ἐπὶ τούτου καλῶ τὸν κ. Στεφανίδην νὰ μοῦ εἴπῃ ποῦ τὰ εὑρῆκε», σήμερον δὲ πάλιν ἰσχυρίσθη ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του διὰ τὸ αὐτὸ θέμα, ὅτι ἐκακοποίησα κατὰ βάρβαρον τρόπον τὴν ἀλήθειαν. Ἡ ὕβρις εἶναι βαρεῖα καὶ ἀπαράδεκτος καὶ τὴν ἐπιστρέφω εἰς αὐτὸν ποὺ τὴν ἐξεστόμισε, διότι δικαιωματικῶς τοῦ ἀνήκει. Ἰδοὺ διατί. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 14.1.1963, εἶπον πράγματι ὅσα ἀναφέρονται εἰς τὰ πρακτικὰ περὶ κωλυσιεργίας καὶ ἐμπαθείας κατὰ τῆς ἡγεσίας τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., ὅπως συνώψισα δι’ ἐλαχίστων τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθέντα, χωρὶς νὰ ἀναγνώσω κατὰ λέξιν τὰ πρακτικά. Ἤδη, προσκομίζω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Πρῶτον, τῆς συνεδριάσεως 7 Νοεμβρίου 1962, ὅπου ἐν σελίδι 17 καταφέρεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ καθαρὰν καὶ ἠθελημένην διάθεσιν κωλυσιεργίας καὶ μόνον καὶ διὰ δυσμένειαν ἔναντι τῶν ἡγουμένων τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. «...... (ἀναγινώσκει)......», καὶ ἐν σελίδι 20, ὅπου λέγει ἐπὶ λέξει «βεβαίως, μένετε μὲ τὴν γνώμην, ὅτι ἂν ἐπιτύχητε, ὅπως πιστεύετε, νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ σχέδιον Ν.Δ. εἰς τὴν παροῦσαν Ἐπιτροπήν, θὰ τιμωρήσητε τὸν κ. Μακρῆν...... (ἀναγινώσκει)......». Δεύτερον, τῆς συνεδριάσεως 10 Νοεμβρίου 1962, ἐν σελίδι 30, ὅπου ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ἐπὶ λέξει «νὰ μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. Μπακόπουλος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὅ,τι μέχρι τώρα ἔγινεν ἀπὸ πλευρᾶς Ἀντιπολιτεύσεως, κἄθε ἄλλο παρὰ ἀναιρεῖ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι δηλαδή, μόνον πλέον ἡ ἀνοικτὴ ἀντίθεσις πρὸς τοὺς διοικοῦντας τὰς ὀργανώσεις τῶν σωματείων τῶν ἐργατῶν ἄγει τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὴν ὑπερέντονον καὶ φανερὰν πλέον καταπολέμησιν τῆς ψηφίσεως τοῦ σχεδίου Ν.Δ. καὶ εἰς τὴν πάσῃ θυσίᾳ ἐξεύρεσιν μεθόδων παρακωλύσεως τῆς ψηφίσεως τούτου». Ἐπίσης, κατωτέρω εἶπεν, «εἶναι πλέον φανερὸν καὶ πρέπει νὰ γίνῃ γνωστὸν εὐρύτερον διὰ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ὄχι νὰ μείνῃ μεταξὺ μας μόνον, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκ καθαρῶν προσωπικῶν λόγων καὶ ἀντιθέσεων πρὸς τοὺς διοικοῦντας τὰς ὀργανώσεις, παρεμποδίζει τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου Ν.Δ.». Ὡσαύτως ἐν σελίδι 32 λέγει: «Ἡ ὑποβολὴ τῆς προτάσεως εἶναι μία ἀκόμη ἀπόδειξις ὄχι μόνον τῆς ἀπροσχηματίστου πλέον κωλυσιεργίας...... (ἀναγινώσκει περαιτέρω περικοπάς)......». Συνεπῶς, πᾶν ὅ,τι ἀνέφερον εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβὲς καὶ μένω κατάπληκτος ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ προβῇ, καθ’ ὅσον χρόνον ἀπουσίαζον, εἰς αὐτὸν τὸν ὑβριστικὸν καὶ ἀνυπόστατον χαρακτηρισμόν.
§38Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ποῦ εἶναι αἱ λέξεις ἐμπαθὴς καὶ στεῖρα; Εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἔχω μεταχειρισθῆ αὐτὰς τὰς λέξεις.
§39Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ἔχω τὸν λόγον ἐγώ, μὲ ποῖον δικαίωμα μὲ διακόπτει ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα εἰς τὴν Βουλὴν προχθὲς τὸν κ. Ὑπουργὸν δι’ ὡρισμένας ὑβριστικὰς λέξεις (θόρυβος κωδωνοκρουσίαι).... ἰσχυρίσθην ὅτι κατηγόρησε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὅτι κωλυσιεργεῖ (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ψευδολογίας του δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ διακόπτῃ. Θὰ τὸν ἀποκαλύψω ψευδόμενον. (Διαμαρτυρίαι, κωδωνοκρουσίαι).
§40Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Σεῖς ψευδολογεῖτε. Ποῦ εἶναι αἱ λέξεις «ἐμπαθὴς» καὶ «στεῖρα»; Σᾶς ἠρώτησα καὶ προχθές. Σᾶς ἐρωτῶ καὶ ἀπόψε. Ποῦ εἶναι αὐταὶ αἱ φράσεις; Διατὶ ταλαιπωρεῖτε τὸ Σῶμα;
§41Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νὰ σέβεσθε τὴν ἀλήθειαν.
§42Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Σεῖς νὰ σέβεσθε τὸν ἑαυτόν σας. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσω νὰ ἀκούω ὅ,τι διαβάζει ὁ κ. Στεφανίδης. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἔχω μεταχειρισθῆ τὴν λέξιν «ἐμπαθὴς» οὔτε τὴν λέξιν «στεῖρα». Εἰς προσωπικὰ θέματα δὲν ἐννοῶ νὰ παρασύρωμαι εἰς ἀντεγκλήσεις. Ἀλλά, μὲ αὐτὸ δὲν εἶμαι ὁπωσδήποτε διατεθειμένος νὰ ἀκούω λέξεις ὡσὰν αὐτὰς «ὅτι εἰσήγαγον διατάξεις καταπτύστους ἢ ὅτι κατὰ ἀκατονόμαστον τρόπον ψευδολογῶ» καὶ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις.
§43Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μὲ ποῖον δικαίωμα μὲ διακόπτετε; (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Στεφανίδη, μὴ προχωρῆτε μετεχειρίσθητε φράσεις βαρείας, παρακαλῶ νὰ τὰς ἀνακαλέσητε.
§45Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἔχω δικαίωμα νὰ τὸ πράξω.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε περὶ ψευδολογιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀπὸ ὅσα ἀνεγνώσατε καὶ ἐγὼ ἀποκομίζω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι μὲ τὸ μέρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Θὰ παρακαλέσω, πρὶν προχωρήσητε, νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν αὐτήν.
§47Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας ἰσχυρίσθη ἀπόψε, ὅτι κατὰ βάρβαρον τρόπον κακοποιῶ τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἀπαντῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας ψεύδεται... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν.
§49Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κύριε Πρόεδρε, θ’ ἀποδεχθῶ τὴν ὕβριν καὶ θὰ ὁμολογήσω τὸ σφάλμα, ἐὰν ὁ κ. Στεφανίδης δεχθῇ νὰ μοῦ εἴπῃ, ἐκ ποίου σημείου τῶν πρακτικῶν προκύπτει, ὅτι μετεχειρίσθην τὰς λέξεις «ἐμπαθὴς» καὶ «στεῖρα». Ἐὰν δὲν τὸ πράξῃ, τότε ὁ ψευδόμενος εἶναι ἐκεῖνος καὶ ὄχι ἐγώ.
§50Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς μοῦ ἀπέδωσε τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς βαρβάρου κακοποιήσεως τῆς ἀληθείας. Λέγω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε τὸν ἰσχυρισμὸν καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κωλυσιεργεῖ καὶ στρέφεται μετ’ ἐμπαθείας κατὰ τῆς ἡγεσίας τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. Λοιπόν, διαβάζω εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 10ης Νοεμβρίου 1962 σελ. 32: «Κ. Χρυσανθόπουλος. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας... Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὑποβολὴ τῆς προτάσεως εἶναι μία ἀπόδειξις, ὄχι μόνον τῆς ἀπροσχηματίστου πλέον κωλυσιεργίας». Τί ἐννοεῖτε;
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Συμπολιτεύσεως). Τί συνάγετε ἀπὸ αὐτό;
§52Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶπα ἐγώ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐκεῖ περιορίζωνται οἱ ἰσχυρισμοί σας, δὲν ἔχετε διόλου δίκαιον καὶ δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως, προσωπικὸν θέμα.
§54Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Σεῖς θὰ τὸ κρίνητε;
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον κρίνει ἐὰν ὑπάρχῃ προσωπικὸν θέμα. Τὸ Προεδρεῖον κρίνει ὅταν ζητῆτε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, σᾶς ἔδωσα δὲ τὸν λόγον καὶ τὸν στερῶ ἀπὸ τὸν κ. Γαληνόν. Λέγει ὁ Κανονισμός, ὅτι ὀφείλει ὁ ζητῶν τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, νὰ προσδιορίσῃ ποῦ ἔγκειται τὸ προσωπικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει κατὰ τὸν Κανονισμὸν εἰς δύο περιπτώσεις, πρῶτον, ὅταν ἀποδίδεται μομφὴ κατὰ συναδέλφου καί, δεύτερον, ὅταν τοῦ ἀποδίδεται γνώμη διάφορος ἀπὸ τὴν διατυπωθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ. Ἐνόμισα ἀπὸ ὅσα εἴπατε, ὅτι εὑρίσκεται τὸ προσωπικόν σας θέμα ἐπὶ τῆς δευτέρας περιπτώσεως. Ἀλλὰ διαπιστώνω ἀπὸ ὅσα ἀνεγνώσατε, ὅτι δὲν ὑφίσταται τοιαύτη περίπτωσις, νὰ σᾶς ἔχῃ ἀποδώσει ὁ Ὑπουργὸς διάφορον γνώμην ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἴπατε.
§56Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸν Κανονισμόν, εἰς τὴν ἐλευθέραν κρίσιν σας ἐναπόκειται ἡ διαπίστωσις ἂν συντρέχῃ περίπτωσις νὰ ζητηθῇ καὶ νὰ δοθῇ ὁ λόγος διὰ προσωπικὸν θέμα. Σεῖς, ὅμως, δι’ ὅσων εἴπατε πρὸ ὀλίγου, δὲν ἠρκέσθητε μόνον εἰς τὴν ἄσκησιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματός σας, ἀλλὰ περαιτέρω ἐκάματε καὶ κρίσεις ἐπὶ τῆς οὐσίας, τῆς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προστριβῆς.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, διότι δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν θέμα.
§58Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Συνοψίζων, κ. Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ τονίσω τὰ ἑξῆς: Ἰσχυρίσθη, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ὅτι ἔκαμα βάρβαρον κακοποίησιν τῆς ἀληθείας ἰσχυρισθείς, ὅτι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ Ἐξουσιοδοτήσεως οὗτος κατηγόρησε τὴν Ἀντιπολίτευσιν διὰ κωλυσιεργίαν, ἐμπάθειαν κατὰ τῆς ἡγεσίας τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. κλπ. καὶ προσεκόμισα εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀνέγνωσα πλείστας περικοπὰς ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι πράγματι ὁ κ. Ὑπουργὸς κατηγόρησε διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἑπομένως καὶ τὴν Ἕνωσιν Κέντρου. Ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἀνέγνωσα, ὅταν ὡμίλησα προχθές, τὰ πρακτικά, ἀλλὰ ἁπλῶς συνώψισα δι’ ἐλαχίστων λέξεων τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ ἤδη καταδεικνύεται ἀπολύτως ἀβάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Συνεπῶς, ὁ βαρύτατος χαρακτηρισμὸς περὶ βαρβάρου κακοποιήσεως τῆς ἀληθείας, δὲν μὲ ἀφορᾷ, διότι τοὐναντίον ἀπεδείχθη, ὅτι ἐκεῖνος κατὰ βάρβαρον τρόπον ἐκακοποίησε τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅτι στερεῖται κοινοβουλευτικοῦ ἤθους.
§59Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κύριε Πρόεδρε, τρεῖς λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Ἐγὼ καὶ προχθές, ἀμέσως μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Στεφανίδη, εἰς μίαν διακοπήν, προεκάλεσα πράγματι τὸν κ. Στεφανίδην, ὁ ὁποῖος ἦτο παρὼν καὶ ὄχι, ὡς λέγει τώρα, ἀπών, νὰ μοῦ εἴπῃ ποῦ τῶν πρακτικῶν ἀνέφερον «στεῖρα καὶ ἐμπαθὴς Ἀντιπολίτευσις». Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ κ. Στεφανίδης, δηλαδή, εἶναι ὅτι, ὅταν ἀνέγνωσε πιθανὸν τὰ πρακτικὰ τοῦ παρελθόντος καὶ διεπίστωσεν ὅτι εἶχον δίκαιον, ἠναγκάσθη νὰ ἀπαλείψῃ τὰς φράσεις αὐτάς. Πράγματι δέ, ὡς εἶναι διατυπωμένα τὰ πρακτικά, φαίνεται, ὅτι οὐδεμίαν αὐτῶν τῶν λέξεων εἶπεν ὁ κ. Στεφανίδης, ἐνῷ πράγματι τὰς ἀνέφερεν εἰς τὴν ὁμιλίαν του. Ὅσον ἀφορᾷ, ὅμως, τὴν ἀποψινήν του ἀγόρευσιν ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, ὀφείλω νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω τὰ ἑξῆς, ὅτι εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ ὁ κ. Βασιλᾶτος, οὐδεὶς ἠρνήθη αὐτὴν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν διάθεσιν κωλυσιεργίας καὶ καθυστερήσεως τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπον καὶ περὶ κωλυσιεργίας καὶ συστηματικῆς μάλιστα. Καὶ μοῦ εἶπε κἄποιος ἐκ τῆς θέσεώς του, «κύριε Ὑπουργέ, μᾶς τὸ δίδει ὁ Κανονισμὸς αὐτὸ τὸ δικαίωμα» καὶ ἀπήντησα καὶ βέβαια σᾶς τὸ δίδει ὁ Κανονισμός, διότι ἐὰν δὲν σᾶς τὸ ἔδιδε, δὲν θὰ ἀφήναμεν ἡμεῖς νὰ τὸ κάνητε καὶ εἶπον καὶ τοῦτο: Ὅτι μετεχειρίσθη πᾶν μέσον θεμιτόν, διότι τὸ λέγει ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ οὐχὶ καὶ ἐπιτρεπτὸν ἐκ τῆς συνήθους τακτικῆς. Καὶ ἀκόμη καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ θάρρος τῶν ὅσων λέγει, ἀνεγνώρισε καὶ προσωμολόγησε τὰ ἑξῆς: «Κύριε Ὑπουργέ, εἶπον, ὅτι δὲν θέλομεν τὸ σχέδιον Ν. Δ. ...... (ἀναγινώσκει) ......». «Λέγει, ὅμως, σκοπός μας εἶναι ἀπομακρηνοποίησις κατὰ τὸ ἀποσταλινοποίησις». Δηλαδή, ὅτι πρέπει νὰ φύγῃ ὁ κ. Μακρῆς. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀντίθεσις; Εἶπον ἐγώ, ὅτι εἶναι ἐμπάθεια; Εἶπον ἐγώ, ὅτι εἶναι στεῖρα Ἀντιπολίτευσις; Οὔτε ἀπόψε, οὔτε ποτὲ μετεχειρίσθην τὰς λέξεις αὐτάς. Εἰς τὸν κ. Στεφανίδην, ὅμως, ἀπέλειπεν ἡ γενναιότης καὶ δὲν ἔπραξεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ὅπως συνήθως συμβαίνει ἐπὶ σφαλμάτων, δηλαδὴ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ λάθος. Αὐτὸ δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ του ἤθους; Διότι ἐνῷ τοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ προσομολογήσῃ ὅτι ἐπλανήθη καὶ ἔκαμε λάθος, δὲν εὑρέθη ἱκανὸς νὰ τὸ πράξῃ. Ἐὰν ἐγὼ εἶπον τὰς ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας μοῦ ἀποδίδει ὁ κ. Στεφανίδης, τότε ὁ κ. Στεφανίδης θὰ εἶχε δίκαιον. Ἀφ’ ὅτου, ὅμως, διεπιστώθη κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην ἔκφρασιν μετεχειρίσθην, τὸν παραδίδω εἰς τὴν κρίσιν ὅλων ὑμῶν, διὰ νὰ κρίνητε ποῖος στερεῖται πράγματι κοινοβουλευτικοῦ ἤθους καὶ ποῖος ὄχι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§60Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε, τὸ θέμα ἔληξε.
§62Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προσετέθη νέον στοιχεῖον.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἐξήρτησε τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν ἀπὸ ὡρισμένα περιστατικά. Ὁ κ. Δ. Ἰωάννου, ἔχει τὸν λόγον.
§64Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν τὸ Ἔθνος εὑρίσκεται ἐν κινδύνῳ, θέτει τοῦτο ἐν συναγερμῷ, καλεῖ πρὸς ὑπεράσπισιν τοὺς ἀγωνιστάς, τὸν ἐθνικόν του Στρατὸν καὶ μέχρι σήμερον οὗτοι εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὸ καθῆκόν των. Ὅταν δὲ τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν εἰρήνῃ καὶ δίδῃ τὴν μάχην τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς προόδου καὶ τοῦ συναγωνισμοῦ μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν, καλεῖ τοὺς ἀφανεῖς ἥρωας τῆς ἐργασίας, τοὺς συντελεστὰς τῆς προόδου καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ Ἔθνους, νὰ συμβάλλουν μεθ’ ὅλων τῶν δυνάμεών των εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῶν ἱερῶν αὐτῶν σκοπῶν. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου αὐτοὺς καλούμεθα νὰ βοηθήσωμεν νὰ καλυτερεύσωμεν τοὺς ὅρους τῆς ζωῆς, νὰ τοὺς λύσωμεν τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἀπασχολοῦν νὰ τοὺς προστατεύσωμεν ἀπὸ τοὺς τυχὸν κακοὺς ἐργοδότας καὶ τέλος νὰ τοὺς ὁπλίσωμεν μὲ ἠθικὴν δύναμιν, ἵνα οὕτω συμβάλλουν τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς των καὶ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Εὐτυχῶς τὸ σύνολον σχεδὸν τῶν Ἑλλήνων ἐργατῶν εἶναι παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Κράτους καὶ μόνον ἐλάχιστοι ὑπακούουν εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ ἐκμηδενισμοῦ. Τὸ συζητούμενον σχέδιον νόμου, δι’ ὅλων τῶν διατάξεών του, συντελεῖ εἰς τὴν ἐπίλυσιν πολλῶν ἐκ τῶν αἰτημάτων τῶν ἐργατῶν. Βεβαίως δὲν εἶναι τὶ τὸ ἰδανικὸν ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἱκανοποιοῦσεν ἀπολύτως τὸν ἐργατικὸν κόσμον καὶ θὰ ἐπέλυεν ὅλα του τὰ προβλήματα. Πάντως εἶναι ὠφέλιμον καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ τὸ καταστήσωμεν νόμον τοῦ Κράτους. Ἐνδεχομένως, ὡρισμένοι ἐκ τῶν ὡμιλησάντων ἢ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὁμιλήσουν, νὰ ἔχουν ἀντιθέτους γνώμας ἢ ἀνευθύνως νὰ πιστεύουν καὶ νὰ προτείνουν, ὅτι τὰ πάντα δύνανται νὰ λυθοῦν διὰ τοῦ παρόντος νόμου. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, ὥστε θὰ κληθοῦν ἐκεῖνοι ὑπευθύνως πλέον νὰ τὸ ἐφαρμόσουν. Ἐγὼ προσωπικῶς, καίτοι θὰ ἐπεθύμουν νὰ σημειώσω ὡρισμένας περιπτώσεις, αἵτινες κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ἔχουν ἀνάγκην τροποποιήσεως, ὡσαύτως νὰ προτείνω διατάξεις τινάς, αἵτινες θὰ ἐβελτίωνον τὸ σχέδιον νόμου καὶ θὰ ἱκανοποιοῦσαν πολλοὺς ἐκ τῶν ἐργαζομένων πιστεύων, ὅτι θὰ εἶμαι περισσότερον ὠφέλιμος ἐὰν τοῦτο πράξω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, περιορίζομαι νὰ δηλώσω, ὅτι συμφωνῶ ἀπολύτως εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τῷ αὐτῷ δὲ νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ της κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας καὶ ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὴν ἡγεσίαν τῶν ἐργατῶν Ἑλλάδος, ἔφερεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας). Τέλος, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους συναδέλφους ὅλων τῶν παρατάξεων, ὅπως συμβάλλουν εἰς τὴν ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακατσέλος, ἔχει τὸν λόγον.
§66Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακατσέλο, παρευρίσκονται πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσητε. Σεῖς δέ, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν συνεδριάζει ἡ Βουλὴ καὶ μὲ 7 βουλευτάς.
§68Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον σειρὰ νὰ ὁμιλήσω. Παρενεβλήθη, ὅμως, ὁ κ. Δημητρᾶτος καὶ τὸ προσωπικὸν θέμα καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν 10ην ὥραν...
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, κύριε Γαληνέ, ἔχετε δίκαιον, εἴχατε σειρὰν νὰ ὁμιλήσητε. Ὁρίστε, ἔχετε τὸν λόγον.
§70Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ ὁμιλήσω ἐν πολλῇ συντομίᾳ καὶ νὰ περιορισθῶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Δυστυχῶς, ἡ ἀποψινὴ συζήτησις καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, μὲ ἀναγκάζουν νὰ ἐπεκτείνω τὴν ὁμιλίαν μου καὶ νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν γενικὴν Κυβερνητικὴν ἐργατικὴν πολιτικήν. Ἀκούων τις σήμερον τὸν κ. Ὑπουργόν, θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ζῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ὅτι τὸ πρῶτον ἔφθασεν ἀπὸ τὸν Ἄρην, ἀφοῦ θέλει νὰ ἀγνοῇ, ὅτι μοναδικὴ ἐπιθυμία κάθε νέου εἶναι πῶς θὰ φύγῃ ἀπὸ τὸν τόπον αὐτὸν ποὺ τὸν λέει καταραμένον. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἰς τὴν περιφέρειάν μου ἄδειασαν ὅλα τὰ χωριὰ καὶ ὅλοι οἱ νέοι συγκεντροῦνται εἰς τὰς Ἀθήνας εἰς ἀναζήτησιν ἐργασίας, τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκουν. Διερωτῶμαι ἂν ἐπιτρέπεται μὲ τὴν πραγματικότητα αὐτήν, ἡ ὁποία ὑφίσταται, νὰ ὁμιλῇ μὲ τόσον στόμφον καὶ τόσην κομπορρημοσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐπεκρίθημεν, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν εἰς τὴν ψήφισιν ἑνὸς τόσον σπουδαίου νομοθετήματος, ὅτι εἴπομεν ἀνακριβείας καὶ ἀκόμη ὅτι τὰ τηλεγραφήματα καὶ αἱ διαμαρτυρίαι τῶν ἐργατικῶν σωματείων εἶναι ὑποβολιμαῖα. Ἀρκεῖ, πρῶτον, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐρευνήσῃ τις τὸν χαρτοφύλακά του διὰ νὰ εὕρῃ πληθώραν διαμαρτυριῶν ἐκ τῶν σωματείων τῶν ἐργατικῶν ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Περιορίζομαι εἰς ἕνα μόνον ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου Ἐμποροϋπαλλήλων Ἀθηνῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς: «Ἀξιότιμε κύριε βουλευτά, Ὑποβάλλομεν Ὑμῖν συνημμένως α) Σημείωμα περιέχον τὰς ἀπόψεις μας ἐπὶ διατάξεων τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες θίγουν κεκτημένα δικαιώματα τοῦ κλάδου μας, β) ἀντίγραφον ὑπομνήματός μας πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, δι’ οὗ αἰτούμεθα ὅπως εἰς τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον περιληφθῇ τροπολογία, ἱκανοποιοῦσα τὸ αἴτημά μας περὶ συνταξιοδοτήσεως τῶν γυναικῶν ὑπὸ εὐνοϊκωτέρας προϋποθέσεις καὶ γ) ὁμοίως ὑπόμνημά μας, σχετικὸν μὲ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, μὲ τὴν θερμὴν παράκλησίν μας, ὡς καὶ τῶν 10.000 ἐμποροϋπαλλήλων τῆς πρωτευούσης, ὅπως υἱοθετήσητε ταύτας καὶ τὰς ὑποστηρίξητε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου. Μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι θὰ ἱκανοποιήσητε τὴν παράκλησίν μας, εὐχαριστοῦμεν ὑμᾶς ἐκ τῶν προτέρων. Διατελοῦντες μετ’ ἐξαιρέτου τιμῆς Ἐντολῇ Διοικητικοῦ Συμβουλίου». Ἀλλὰ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶναι πράγματι ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Βουλήν, ποῦ εἶναι ἡ Συμπολίτευσις, ἡ ὁποία πονᾷ τὸν λαὸν καὶ θέλει νὰ δώσῃ λύσεις εἰς τὰ φλέγοντα ζητήματά του; Διατὶ δὲν παρίσταται, διατὶ κάθε βράδυ μετὰ τὴν 10ην νυκτερινὴν δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία; Ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς ὁμιλητὰς τῆς Συμπολιτεύσεως, βεβαίως κατὰ τρόπον ἠπιώτερον, ἐπεκρίθη τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προκαλεῖ σάλον εἰς ὅλους τοὺς ἐργαζομένους, δικαίως ἀντιτίθενται καὶ ἐξεγείρονται μὲ μοναδικὴν ἐξαίρεσιν νὰ συμφωνῇ ὁ κ. Μακρῆς, ὁ ὁποῖος οὔτε νομίμως ἐξελέγη, οὔτε τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἐργαζομένων ἀπολαμβάνει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ διαπιστωθῇ εἶναι, ὄχι ὅτι δὲν ἐπικρίνεται δικαίως τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὅτι ἐπικρίνεται ἐπιεικῶς. Ἀλλὰ καὶ σεῖς, κύριε Ὑπουργέ, ὁμολογεῖτε, ὅτι δὲν σᾶς ἱκανοποιεῖ. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ τὸ μελετήσητε καὶ νὰ τὸ καταρτίσητε καὶ νὰ τὸ φέρητε πρὸς ψήφισιν, ἀφ’ ἧς ἀνελάβατε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Ἀφήσατε νὰ περάσῃ ὅλη ἡ Σύνοδος, τὸ ἐφέρατε ὡς κατεπεῖγον κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος μὲ 23 ἄρθρα, τὸ ἀπεσύρατε καὶ ἀντὶ νὰ τὸ ἐπαναφέρετε εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνόδου, τὸ ἐπαναφέρετε μετὰ τὰς ἑορτάς. Ἀλλὰ πῶς; Περιέχων ἕνα συρφετὸν ἀσχέτων διατάξεων μὲ παραπομπὰς εἰς διατάξεις πληθύος νόμων ὥστε ὁ κάθε μελετητὴς νὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ πελαγώσῃ, ἐξετάζων τὰς διατάξεις του. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐκ τῶν 300 βουλευτῶν εἶναι ζήτημα ἂν οἱ 15 ἠμπορέσουν νὰ εὕρουν τὸ σύνολον τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα τροποποιοῦνται.
§71Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἀναγράφονται αἱ τροποποιούμεναι διατάξεις.
§72Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀναγραφὴ ἔγινε κατόπιν ἰδικῆς μας ὑποδείξεως. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι ρυθμίζονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου θέματα ἄσχετα μεταξὺ των καὶ μαζὶ μὲ τὰ 43 ἄρθρα ἀναμιγνύονται καὶ μερικαὶ πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς κύρωσιν. Καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον αὐτὸν κατ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν θὰ ἔπρεπε ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ὅλαι ἀνεξαιρέτως αἱ διατάξεις εἶναι ἄξιαι ἐπικρίσεως καὶ ἀπορρίψεως. Ἀλλά, ὅταν ὁμιλῇ ὁ ἀντιπολιτευόμενος βουλευτὴς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαινέσῃ ὡρισμένας τυχὸν καλὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι ὅμως καθῆκον του νὰ ἐπικρίνῃ καὶ νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι βλάπτουν τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, θὰ εἴπω τὰς ἀπόψεις μου ἐφ’ ἑκάστης διατάξεως. Γενικώτερον, ὅμως, ἐπὶ τῆς οὐσίας, θέλω νὰ παρατηρήσω, πρῶτον, ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τῶν συλλογικῶν συμβάσεων ἐργασίας, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τροποποιεῖται ἐπὶ τὰ χείρω ἡ ὑφισταμένη νομοθεσία. Κατὰ τὸ ἰσχῦον ἕως τώρα καθεστώς, ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ νὰ τροποποιήσῃ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ μίαν συλλογικὴν σύμβασιν ὑπὸ ἀπόλυτον ἰδικήν της εὐθύνην. Διὰ τοῦ σχεδίου νόμου δημιουργεῖται διαιτητικὸν δικαστήριον, ὑποχείριον βεβαίως τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ παραπέμπτωνται ἐφεξῆς αἱ συλλογικαὶ συμβάσεις καὶ κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν ἀποξενοῦται οἱασδήποτε εὐθύνης ὁ Ὑπουργός, ἐνῷ ἐν τῇ οὐσίᾳ θὰ ἐπικρατῇ ἡ γνώμη του. Περαιτέρω, ὡς πρὸς τὰ σωματεῖα, ὀρθῶς ἐλέχθη, ὅτι ἔπρεπεν ἡ ρύθμισις τῶν θεμάτων τῶν ἀφορώντων τὰ σωματεῖα νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νομοθετήματος. Ἀλλὰ τί γίνεται ἐν προκειμένῳ; Διὰ νὰ γίνῃ προσφυγὴ κατ’ ἀποφάσεων τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας τοῦ κ. Μακρῆ, πρέπει νὰ συμφωνήσῃ τὸ ἓν τριακοστὸν τῶν μελῶν τοῦ σωματείου. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι εὔκολον εἰς πάντα θιγόμενον νὰ συγκεντρώσῃ τὸ ἓν τριακοστὸν τῶν μελῶν, διότι ὅταν θὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸ κάμῃ αὐτό, θὰ τὸ ἀντιληφθῇ ἡ Ἀστυνομία, θὰ κινηθῇ, θὰ τρομοκρατηθῇ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάσουν οἱ ἐργαζόμενοι κεκτημένα δικαιώματα. Ἀκολουθεῖ, κύριοι βουλευταί, τὸ κεφάλαιον περὶ ἐργατικῆς ἑστίας καὶ ἐργατικῆς κατοικίας. Ἀλλὰ τί σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὰς συλλογικὰς συμβάσεις; Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν γνωρίζει πῶς ἐφηρμόσθη ὡς τώρα ὁ θεσμὸς τῆς ἐργατικῆς κατοικίας. Ἀφ’ ἑνὸς εἰσπράττονται εἰσφοραὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐργαζομένους. Προκειμένου νὰ δοθοῦν σπίτια, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἱεράρχησις καὶ ποῖοι θὰ λάβουν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία θὰ χορηγήσῃ τὰ πιστοποιητικὰ κοινωνικῶν φρονημάτων. Κατὰ ποίαν λογικὴν καὶ μὲ ποῖον δικαίωμα ἀρνεῖσθε τὴν δυνατότητα εἰς τοὺς εἰσφέροντας νὰ ἀποκτήσουν στέγην καὶ κάμνετε αὐτὴν τὴν διαφορετικὴν μεταχείρισιν μεταξὺ τῶν ἐργατῶν; Ἐργαζόμενοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἕνα καὶ δύο σπίτια παίρνουν καὶ δεύτερον καὶ τρίτον, ἐνῷ οἱ στερούμενοι κατοικίας δὲν ἱκανοποιοῦνται. Κύριε Ὑπουργέ, τὰ θέματα τῆς ἐργατικῆς κατοικίας εἶναι ἀνοικτὰ καὶ ἔχουν ἀνάγκην ριζικῆς ρυθμίσεως. Καὶ φθάνομεν, κύριοι βουλευταί, εἰς τὰ ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα. Ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τὰς διοικήσεις τῶν 37 ἐκ τῶν 70 ἀσφαλιστικῶν ταμείων. Ἐὰν ἔτσι ἔχει τὸ πρᾶγμα, τὰ ὑπόλοιπα 33 χάνουν κεκτημένα δικαιώματα. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ 37, τὸ δικαίωμα διορισμοῦ τῆς διοικήσεως ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν παραχωρεῖται εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε., διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς θελήσεις του ὁ κ. Μακρῆς καὶ ἑπομένως καὶ δι’ αὐτὰ τὰ 37 ταμεῖα γίνεται δυσμενεστέρα μεταχείρισις. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγομεν εἶναι, ὅτι μὲ μίαν μονοκονδυλιὰν καταργοῦνται ὅλα τὰ δικαιώματα τῶν ἐργαζομένων καὶ ὀρθῶς διαμαρτύρονται τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα καὶ ζητοῦν τὴν ἀπάλειψιν τῶν σχετικῶν πρὸς τὰ ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα διατάξεων. Ἀλλὰ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ βάλῃ χέρι εἰς τὰ χρήματα τῶν ἀσφαλιστικῶν ταμείων καὶ δι’ αὐτὸ θέλει νὰ ἔχῃ φιλικὰς πρὸς αὐτὴν διοικήσεις. Ἐν συνεχείᾳ παρεμβάλλονται αἱ διατάξεις διὰ τὸ ΤΕΒΕ καὶ λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι κεφαλαιοποιοῦνται αἱ πρὸς αὐτὸ ὀφειλαί. Ἆραγε, ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἀσήμαντοι ἐπαγγελματίαι, ἔχοντες ἕνα μικρὸν καφενεδάκι ἢ ἕνα κουρεῖον εἰς τὸ χωριό, ὑπόκεινται εἰς δυσβάστακτον εἰσφορὰν ὑπὲρ τοῦ ΤΕΒΕ; Γνωρίζει, ὅτι στεροῦνται τῆς ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, τῆς ὁποίας ἀπολαμβάνουν οἱ ἀγρόται καὶ ὅτι ἀκόμη ὑφίστανται ἀφαντάστους ταλαιπωρίας διὰ νὰ τύχουν συντάξεως; Πέραν αὐτοῦ, οἱ ἠσφαλισμένοι τοῦ ΤΕΒΕ στεροῦνται οὐσιαστικῶς ἰατρικῆς καὶ φαρμακευτικῆς περιθάλψεως, διότι ἐπειδὴ τὸ ΤΕΒΕ παρέχει εἰς τοὺς ἠσφαλισμένους του τοιαύτην, δὲν δικαιοῦνται νὰ τύχουν ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως ἀπὸ τὰ Κοινοτικὰ Ἰατρεῖα κλπ. Τὸ ΤΕΒΕ τοὺς ζητεῖ νὰ ἔλθουν εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ θεραπείαν. Περαιτέρω, κεφαλαιοποιοῦνται τὰ πρὸς τὸ ΤΕΒΕ χρέη τῶν ἠσφαλισμένων καὶ καταβάλλονται εἰς δόσεις. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ μίαν συνιστωμένην Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ ἑκάστοτε ἐὰν οἱ ὀφειλέται εὑρίσκονται εἰς ἀδυναμίαν καταβολῆς τῶν ὀφειλομένων. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἐτέθη, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια νὰ παρέχεται τὸ δικαίωμα καταβολῆς τῶν ὀφειλομένων εἰς δόσεις μόνον εἰς τοὺς ἡμετέρους καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἠσφαλισμένους. Εἶναι καταφανές, ὅτι δὲν ἔχει ἄλλην ἔννοιαν ἡ διάταξις, καθ’ ἣν θὰ κρίνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἀδυναμίαν καταβολῆς τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου. Ἡ κεφαλαιοποίησις τῶν ὀφειλομένων καὶ ἡ καταβολὴ τούτων εἰς δόσεις, πρέπει νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ δὲν χρειάζεται νὰ ὑπάρξῃ ἡ συνιστωμένη Ἐπιτροπή. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ πρέπει νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον, διότι ποῖον εἶναι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ. Σᾶς παραπέμπω νὰ ἴδητε τὴν ὑποδοχὴν τούτου ἐκ μέρους ὅλων τῶν ἠσφαλισμένων καὶ ὄχι τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας, διὰ νὰ σχηματίσητε γνώμην. Περαίνων, ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν ἡ πλειοψηφία ψηφίσῃ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ εἶμαι λεπτομερέστερος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς πρότασις; «Κύριε Πρόεδρε, Παρακαλοῦμεν, ὅπως λύσητε τὴν συνεδρίασιν, διότι δὲν ὑπάρχει ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαρτία καὶ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἐρωτωμένης τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἀπαρτίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Α. Ἀγγελούσης, Γ. Μπακατσέλος, Γ. Καραγκιώζης, Δ. Παπαδόπουλος, Γ. Ἀναγνωστόπουλος, Ν. Τσόχας, Θ. Παππᾶς, Φ. Μαῦρος, Ι. Παπαδημητρίου, Ε. Ἀρβανιτάκις, Ε. Δενδρινός, Γ. Στεργίου, Δ. Θανόπουλος, Β. Ἐφραιμίδης». Κύριοι βουλευταί, τὸ Προεδρεῖον κατὰ καθῆκον θεωρεῖ ὑποχρέωσίν του νὰ ὑπομνήσῃ, ὅτι εἶναι ἡ τρίτη κατὰ σειρὰν συνεδρίασις, καθ’ ἣν ὑποβάλλεται ἔνστασις ἀπαρτίας ἀπὸ τὴν πτέρυγα αὐτήν. Τὰ συμπεράσματα καὶ τὰς εὐθύνας τούτου, διεπίστωσε τὸ Προεδρεῖον καὶ χθές. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ Προεδρεῖον διαπιστῶνον ἔλλειψιν ἀπαρτίας, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἐλλείψει ἀπαρτίας, δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 10.40′ μ.μ.).