1963.01.14
3,577 rows · 25,917 words · 100 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27η
Δευτέρα 14 Ἰανουαρίου 1963
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.10′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Θανόπουλος). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Ματθαιουδάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Γ. ΜΑΤΘΑΙΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Α. Πρωτοπαπαδάκης (Ὑπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης), καταθέτει ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν κατατεθεισῶν τροπολογιῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τοῦ σχεδίου Ν. Δ. «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὰς προαγωγὰς τῶν Ἀξιωματικῶν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων», ἥτις θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Οἱ κ.κ. Κ. Παπακωνσταντίνου (Ὑπ. Δικαιοσύνης) καὶ Σ. Θεοτόκης (Ὑπ. Οἰκονομικῶν), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Κονίτσας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων α) τοῦ νόμου 3239)1955 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κλπ.», β) τῆς νομοθεσίας περὶ Ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως Νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων α) τοῦ νόμου 3239)1955 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κλπ.», β) τῆς νομοθεσίας περὶ Ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως Νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Καρατζένης, Θ. Κονίτσας, Β. Παπαρρηγόπουλος, Κ. Γιαννούσης, Γ. Πλατῆς, Γ. Κακαγιάννης, Ι. Λαυρεντίδης, Χ. Ἀθανίτης, Ε. Κωστελίδης. Ν. Ζορμπᾶς, Γ. Σακελλαρόπουλος, Ν. Σπεντζάρης, Φ. Γεροθανάσης, Γ. Ἀναγνωστόπουλος, Γ. Καρότσης, Α. Σχινᾶς, Θ. Δούκας, Ι. Γιαννόπουλος, Κ. Βοβολίνης, Α. Φιλιππίδης καὶ Κ. Βενέτης, καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων α) τοῦ νόμου 3239)1955 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κλπ.», β) τῆς νομοθεσίας περὶ Ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως Νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, κατοθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δουλόσδη Λούλη, αἰτουμένου χορήγησιν ἀδείας σκοπιμότητος διὰ τὴν ἵδρυσιν κινητοῦ σφυρομύλου δι’ ἐπαρχίαν Διδυμοτείχου. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Μαντίδη Χρήστου, αἰτουμένου ἐπαναπατρισμὸν τῆς εἰς Ἀνατολικὴν Γερμανίαν διαμενούσης ἀδελφῆς του Μαντίδου Ἐλευθερίας. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γκιντίδη Ἀθανασίου, κατοίκου Διδυμοτείχου, αἰτουμένου διαγραφὴν ἐκ τοῦ Τ.Ε.Β.Ε. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Τριανταφύλλου Παπατριανταφύλλου κατοίκου Λουτρῶν Ἀλεξ)λεως, διαμαρτυρομένου διὰ παραχώρησιν τμήματος οἰκοπέδου του εἰς ἀκτήμονας τοῦ ἐν λόγῳ χωρίου. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ζήση καὶ Γεωργίου Μπίκου κατοίκων Κοίλων– Φερρῶν, αἰτουμένων γεωργικὴν ἀποκατάστασιν εἰς περιοχὴν «Γκιαοὺρ Ἀντᾶ» — Φερρῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἀραμπατζῆ Χρήστου καὶ Τσανουσίδη Ν. κατοίκων Φερρῶν, αἰτουμένων ἀπαλλαγήν των ἐκ τῶν ἐπιβληθέντων αὐτοῖς εἰσφορῶν ὑπὲρ τοῦ Ο.Γ.Α. κ.λ.π. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Ε. Σακελλάρης, Α. Γιάννου καὶ Ν. Τσόχας, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων χωρίου Λογγᾶ–Καλαμπάκας, αἰτουμένων ἀπόλυσιν τοῦ πολιτικοῦ κρατουμένου Ι. Χαρχαντῆ. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Κοινότητος Ν. Χειρωνίου, αἰτουμένου παραμονὴν τῆς ἐν λόγῳ Κοινότητος εἰς Ἀστυνομικὸν σταθμὸν Ὀρεστιάδος. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας ἐργατῶν Μετάλλου, διαμαρτυρομένης διὰ θεσπισθέντα μέτρα εἰς βάρος Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως ἐργατῶν Μετάλλου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Γ. Τσαρουχᾶς, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Ἀρετῆς Καρβέλη, Φλωρεντίας Παπανικολάου, αἰτουμένων ἀπόλυσιν τῶν πολιτικῶν κρατουμένων Χριστοδούλου Καλάμου, Χριστοδούλου Παπανικολάου καὶ Ζαφειρίου Ζαφειριάδη. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Ε. Σακελλάρης καὶ Ν. Τσόχας, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βαλτινοῦ Τρικάλων, αἰτουμένων ἀπόλυσιν τοῦ Χαραλάμπους Ι. Μαγγάτου πολιτικοῦ κρατουμένου. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σ. Κωστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου ἐπαγγελματιῶν μισθωτῶν Ὁδηγῶν Αὐτοκινήτων Μεσσηνίας, αἰτουμένου τροποποίησιν Ν. 2119)52. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Δ. Παπαμιχαλόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνεταιρισμοῦ πωλήσεως ἑσπεριδοειδῶν Λακωνίας, αἰτουμένου λῆψιν μέτρων λειτουργίας τοῦ ἐν Λακωνίᾳ ἐργοστασίου τυποποιήσεως πορτοκαλίων. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ι. Διαμαντόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Χαλυβουργῶν βαρείας βιομηχανίας περιφερείας Μεγαρίδος, αἰτουμένης ἀναπροσαρμογὴν μισθῶν, ἡμερομισθίων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Π. Κατσώτας, καταθέτει ἀναφορὰν ἀγροτῶν πληγέντων ἐξ ἀπαλλοτριώσεως ἀγρῶν των δι’ ἀρδευτικὰ ἔργα, αἰτουμένων τὴν καταβολὴν αὐτοῖς τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένης ἀποζημιώσεως. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Α. Γιάννου καὶ Γ. Στεργίου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν συγγενῶν τῶν ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας πολιτικῶν κρατουμένων αἰτουμένων ἀπόλυσίν των. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν πάσης φύσεως μικροεπαγγελματιῶν ὑπαίθρου καὶ εἰδικῶς τῶν Κοινοτήτων τοῦ τέως Δήμου Μακρυνείας ἐπαρχίας Μεσολογγίου, αἰτουμένων μείωσιν τῆς πρὸς τὸ Τ.Ε.Β.Ε. εἰσφορᾶς καὶ ἀπαλλαγὴν των ἐκ τῶν κρατήσεων ὑπὲρ Ὑγειονομικῆς περιθάλψεως. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου ἐργαζομένου προσωπικοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως, αἰτουμένου ἀναγνώρισιν προϋπηρεσίας του εἰς τυχὸν δημιουργηθησομένην νέαν Ὑπηρεσίαν, ἰδιαιτέραν μεταχείρισιν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σ. Κωστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνταξιούχων καὶ ἠσφαλισμένων Σ.Π.Α.Π., αἰτουμένης ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς χιλιομετρικὸν εἰσιτήριον οἱ ἄγαμοι ἀδελφαί, θυγατέρες κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Γ. Κακαγιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Δημοδιδασκάλων Ἐλασσόνος, αἰτουμένου ἑνοποίησιν βαθμῶν καὶ χορήγησιν ηὐξημένου μισθοῦ. Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ. κ. βουλευτῶν. I. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Ἰντζὲ καὶ Α. Ἀγγελούση. Ἀναφερόμενοι εἰς τὸ κοινοποιηθὲν ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. Φ.153) 6003 τῆς 19.10.1962 ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐρώτησιν τῶν κ.κ. βουλευτῶν Ν. Ἰντζὲ καὶ Α. Ἀγγελούση, περὶ ὑπάρξεως πολυμελοῦς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς ἐν Βερολίνῳ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: 1) Τὴν Ἑλληνικὴν Στρατιωτικὴν Ἀποστολὴν ἀντικατέστησεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1949 τὸ ἱδρυθὲν ἐν Βερολίνῳ Προξενικὸν Γραφεῖον. 2) Τοῦτο ἀντικατεστάθη ὑπὸ Προξενείου ἐν ἔτει 1956. Ἡ σύνθεσις τοῦ Προξενείου εἶναι: Ὁ Πρόξενος, ὁ Γραφεὺς καὶ ὁ κλητήρ. Οὗτοι ἀμείβονται ἐκ τῆς σχετικῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, δὲν λαμβάνουν δὲ οὐδεμίαν, πέραν τῶν τακτικῶν των ἀποδοχῶν, ἔκτακτον ἀποζημίωσιν. Ἡ ὡς ἄνω προξενικὴ ἀρχὴ δὲν διαθέτει αὐτοκίνητον. 3) Τὸ ἐν Βερολίνῳ Προξενεῖον φέρει τὸν τίτλον: «Ἑλληνικὴ Στρατιωτικὴ Ἀποστολὴ» ἔναντι τῶν Γερμανικῶν Ἀρχῶν καὶ τῶν ἀρχῶν κατοχῆς τῆς πόλεως ταύτης, λόγῳ τοῦ ὑφισταμένου εἰσέτι ἐκεῖ εἰδικοῦ καθεστῶτος. Χρέη ἀρχηγοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Στρατιωτικῆς Ἀποστολῆς ἐκτελεῖ ὁ ἑκάστοτε ἐν Βόννῃ Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος καὶ μὲ ἀναπληρωτὴν του τὸν ἑκάστοτε ἐν Βερολίνῳ Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Ἀναφερόμενος εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11458)9424)15.10.62 ὑμέτερον ἔγγραφον δι’ οὗ διεβιβάσατε ἡμῖν ἐρώτησιν ἀπὸ 5.10.1962 τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Ὁ κ. συνάδελφος δύναται ν’ ἀπαντήσῃ, ὅτι τοιαῦται λεπτὰ θέματα δὲν συζητοῦνται δημοσίᾳ ἄνευ βλάβης αὐτῶν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρακολουθεῖ τὸ μέγα ἐθνικὸν θέμα καθ’ ὃν τρόπον ἐπιτρέπουν τὰ δεδομένα αὐτοῦ ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς διεθνοῦς καταστάσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Ὀκτωβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Ἀναφερόμενος εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 26.9.1962 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν Προεδρίας Κυβερνήσεως, διαβιβασθεῖσαν μοι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11054) 9089)4.10.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος κειμένου ὁ ἐρωτῶν συνάδελφος μετέφερε μὲ ἐκπλήττουσαν ἄνεσιν ἀνακριβεῖς φήμας τῶν τριόδων, Ὡς πρὸς τὸν τρόπον ἀντιπροσωπεύσεώς μας εἰς τὴν Συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἀνακοινοῦται ὅτι: 1) Οὐδέποτε ἄλλοτε ἡ Ἑλλὰς εἶχε τόσον ὀλιγομελῆ ἀντιπροσωπείαν εἰς Συνέλευσιν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. 2) Ἵνα μειωθοῦν αἱ δαπάναι, ἀλλὰ καὶ ἵνα καλυφθοῦν αἱ ἀνάγκαι περιελήφθησαν εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ ἀνεκοινώθησαν ὡς μέλη της, ὑπάλληλοι ὑπηρετοῦντες ἐν Νέᾳ Ὑόρκη καὶ Οὐασιγκτῶνι, ὡς π.χ. ὁ Προϊστάμενος τοῦ Γραφείου Τύπου Νέας Ὑόρκης, ὡς καὶ ὁ ἀρχειοφύλαξ τῆς Μονίμου Ἀντιπροσωπείας. 3) Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Συνελεύσεως λειτουργοῦν διάφοροι Ἐπιτροπαὶ τοῦ Ο.Η.Ε. ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς ἀποκλείεται νὰ ἀπουσιάσῃ. Τοῦτο καθορίζει ἕνα ἐλάχιστον ἀριθμὸν μελῶν τὸν ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ μειώσωμεν ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων καὶ τοῦ κύρους τῆς Χώρας. 4) Ἡ διὰ λόγους οἰκονομίας ἀλλὰ καὶ εἰδικότητος χρησιμοποίησις ὑπαλλήλων τῆς Πρεσβείας Οὐασιγκτῶνος ἔγινε κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ παραβλαφθῇ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἡ δραστηριότης τῆς Πρεσβείας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Ὀκτωβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Λαμπράκη, Λ. Κύρκου, Μ. Σβώλου, Ι. Εὐαγγελίδη. Ἀπαντῶν εἰς τὴν διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8732)20.7.62 ὑμετέρου ἐγγράφου ἐρώτησιν τῶν κ.κ. βουλευτῶν Γρηγ. Λαμπράκη, Λ. Κύρκου, Μαρίας Σβώλου καὶ Ι. Εὐαγγελίδη, καταχωρηθεῖσαν ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 276 ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω ὑμῖν, ὅτι τὸ Β. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ἐν Βιέννῃ Β. Πρεσβείας παρακολουθεῖ τὸ ἐν Αὐστρίᾳ μελετώμενον μέτρον ἐπιβολῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ σπουδαζόντων ἀλλοδαπῶν φοιτητῶν. Πάντως, ὡς ἀνέφερεν ἡμῖν ἡ ἐν Βιέννῃ Β. Πρεσβεία, οὐδεμία ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου πρόκειται νὰ ληφθῇ πρὸς τὸ παρὸν ἀπόφασις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Αὐγούστου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Γιαννοπούλου. Ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9769)7867 ἀπὸ 23.8. 1962 ὑμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ διεβιβάσατε ἡμῖν ἐρώτησιν ἀπὸ 17.8.1962 τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Γιαννοπούλου, περὶ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν Διεθνῆ Ἔκθεσιν Θεσσαλονίκης τῆς Ἀνατολικῆς Γερμανίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πέμψωμεν ὑμῖν, συνημμένως, ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, ὅπως, εὐαρεστούμενοι, μεριμνήσητε διὰ τὴν προέλευσίν της εἰς τὸν ἐρωτῶντα κ. βουλευτήν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Σεπτεμβρίου 1962 Ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργοῦ
Ὁ Διευθυντὴς
Α. Τ. ΣΓΟΥΡΔΑΙΟΣ
Β. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Ἀπάντησις εἰς τὴν ἀπὸ 17.8.1962 ἐρώτησιν τοῦ κ. Θ. Γιαννοπούλου, βουλευτοῦ, «περὶ συμμετοχῆς τῆς Ἀνατολικῆς Γερμανίας εἰς τὴν Διεθνῆ Ἔκθεσιν Θεσσαλονίκης». Ἡ χωριστὴ κρατικὴ ὑπόστασις τῆς ὑπὸ Σοβιετικὴν Κατοχὴν Ζώνης τῆς Γερμανίας δὲν ἔχει, ὡς γνωστόν ἀναγνωρισθῆ μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος. Ὡς ἐκ τούτου ἡ Ἑλλὰς δὲν διατηρεῖ διπλωματικὰς σχέσεις μετὰ τῆς Ἀνατολικῆς Γερμανίας, αἱ δὲ ἐμπορικαὶ σχέσεις μετ’ αὐτῆς ἐξυπηρετοῦνται μέσῳ τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου τῆς Ἀνατολικῆς Γερμανίας, διατηροῦντος ἀντιπροσωπείας ἐν Ἀθήναις. Ἡ ἀνάρτησις ἐν Ἑλλάδι τῆς σημαίας, ἐθνικῶν ἐμβλημάτων ἢ ἐπιγραφῶν δηλωτικῶν τῆς χωριστῆς ὑποστάσεως Κράτους μὴ ἀναγνωριζομένου ὑπ’ αὐτῆς δὲν εἶναι βεβαίως δυνατή, δι’ ὃ καὶ ἡ Δ)νσις τῆς Διεθνοῦς Ἐκθέσεως Θεσσαλονίκης ὀρθῶς ἠρνήθη νὰ ἐπιτρέψῃ αὐτήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰδικώτερον τὴν ἐπιγραφὴν ἡ Διεθνὴς Ἔκθεσις Θεσσαλονίκης ἐδέχθη ὅπως αὕτη διατυπωθῇ ὡς ἀκολούθως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν καὶ Γαλλικὴν γλῶσσαν: Ἐπιμελητήριον Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου Ἀνατολικῆς Γερμανίας CHAMBRE DU COMMERCE EXTERIEUR DE LA R.P.A. Ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἐξαγωγῶν τῶν Ἑλληνικῶν προϊόντων πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν ἀποτελεῖ ὡς γνωστὸν μόνιμον ἐπιδίωξιν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ Ἀνατολικὴ Γερμανία περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν χωρῶν μετὰ τῶν ὁποίων τὸ ἐξωτερικὸν μας ἐμπόριον ἐσημείωσε σημαντικὴν ἐξέλιξιν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἡ ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅμως τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐμπορίου, προώθησις καθαρῶς πολιτικῶν σκοπῶν, ξένων πρὸς τὸ ἔργον τοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου τῆς Ἀνατολικῆς Γερμανίας, καὶ ἄτοπος εἶναι καὶ ἀπαράδεκτος. Ὅτι τοιαύτη δὲ ὑφίστατο πρόθεσις ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι οὐδεμία ἐμπορικὴ ἢ οἰκονομικὴ παρενεβλήθη δυσχέρεια εἰς τὴν συμμετοχὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Ἔκθεσιν, τοῦτο ἐπροτίμησε τελικῶς νὰ ἀποποιηθῇ τὴν ἀπευθυνθεῖσαν αὐτῷ ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Ἐκθέσεως Θεσσαλονίκης πρόσκλησιν, ἐὰν μὴ ἐγίνετο ἀποδεκτὴ ἡ ἀξίωσίς του περὶ ἀναρτήσεως ἐθνικῶν συμβόλων καὶ ἐπιγραφῶν πολιτικοῦ περιεχομένου ἐπὶ τοῦ περιπτέρου του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Σεπτεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Ἀναφερόμενοι εἰς τὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14538)11907) 11.12.62 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθεῖσαν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ ἐκπόνησις τῶν σχεδίων καὶ τῆς μελέτης τοῦ Πρεσβευτικοῦ Μεγάρου ἐν Ἀγκύρᾳ ἐπὶ τοῦ παραχωρηθέντος ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως οἰκοπέδου (Γραφεῖα Πρεσβείας, κατοικία Πρέσβεως καὶ παρεκκλήσιον) ἀνελήφθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, Ὑπηρεσία Οἰκισμοῦ, ἐνεκρίθησαν δὲ τὰ σχέδια ταῦτα ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Δημοσίων Ἔργων. Ἤδη μελετῶνται ὑπὸ τῆς ἀνωτέρω Ὑπηρεσίας οἱ στατικοὶ ὑπολογισμοὶ κλπ. τοῦ ἐν λόγῳ κτιρίου, μεθ’ ὃ θέλει ἐπακολουθήσει ἡ δημοπράτησις τοῦ ἔργου καὶ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν. Ὑπολογίζεται, ὅτι μέχρι τῆς προσεχοῦς ἀνοίξεως θὰ γίνῃ ἡ θεμελίωσις τοῦ κτιρίου, θέλει δὲ περατωθῆ τοῦτο ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς θεμελιώσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Ἀμύνης. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14024)11461)3.12.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 925 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἀντὶ τοῦ ἐπιδόματος Εἰδικῶν Συνθηκῶν Ὑπηρεσίας, ὅπερ λαμβάνουν οἱ Ἀξιωματικοὶ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1792)27.9.57 Π.Υ.Σ. οἱ Ἀνθυπασπισταὶ τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1791)27.9. 1957 Π.Υ.Σ. ἔτυχον προσαυξήσεως τοῦ βασικοῦ μισθοῦ των κατὰ 20%. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14025)11462)3.12.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 926 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι αἱ ἤδη ὑπηρετοῦσαι εἰς τὴν Β. Ἀεροπορίαν δώδεκα (12) Ἀρχισμηνίαι Ἀδελφαὶ Νοσοκόμοι, προελεύσεως Στρατιωτικῆς Σχολῆς Ἀξ)κῶν Ἀδελφῶν Νοσοκόμων «ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ», ἀποφοιτήσασαι εὐδοκίμως ἐκ τῆς Σχολῆς Ἐφαρμογῆς, δὲν προήχθησαν ἐλλείψει κενῶν ὀργανικῶν θέσεων. 2. Αἱ ὡς ἄνω Ἀδελφαὶ Νοσοκόμοι ἀναγκαιοῦσιν ἀπολύτως εἰς τὴν Β. Ἀεροπορίαν δι’ ὃ καὶ συνετάγη σχέδιον Β. Δ)τος, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνονται αἱ ὀργανικαὶ θέσεις κατὰ εἴκοσι τρεῖς (23). Τὸ ἐν λόγῳ σχέδιον Β. Δ)τος ὑπογραφὲν ὑφ’ ἡμῶν διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Υ1523)υγ)Υ607423)16.11.62 ἐγγράφου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14037)11474)3.12.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 963 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τὸ θέμα τῆς ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου Ἀρωγῆς Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Ἑλλάδος ἁρμόδιον τυγχάνει τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, γνωρίζετε ὅμως, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ Ὑπουργεῖον ἔχει θέσει ἐνώπιον τῆς οἰκονομικῆς ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπῆς ζήτημα ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου ἐφ’ ἅπαξ μὲν διὰ τοῦ ποσοῦ 25.000.000 συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 12 τοῦ Ν.Δ. 3748)1957 ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν σιγαρέττων, ἥτις ἔλαβε χώραν προσφάτως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14026)11463)3.12.1962 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 927 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ὑπὸ τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου συνετάγη προσχέδιον νόμου «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων τινῶν ἀφορώντων τοὺς ἐν πολέμῳ παθόντας» ἐν ἄρθρῳ 1 τοῦ ὁποίου προβλέπεται ἡ παράτασις τῆς ληξάσης προθεσμίας ὑποβολῆς αἰτήσεων καὶ δικαιολογητικῶν διὰ τὴν ὑπαγωγὴν εἰς τοὺς νόμους 4506)30 καὶ 2588)21 τῶν παθόντων κατὰ τὸν πόλεμον 1940–45 καὶ τὸν συμμοριτοπόλεμον. 2. Τὸ ἐν λόγῳ προσχέδιον νόμου λόγῳ τοῦ συνταξιοδοτικοῦ χαρακτῆρος του διεβιβάσθη τὴν 19.2.1960 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον τυγχάνει ἁρμόδιον διὰ τὴν κατάθεσιν τούτου εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Μαύρου, Κ. Μητσοτάκη, Σ. Ἀλλαμανῆ καὶ Ι. Ζίγδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14045)11489)3.12.1962 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 971 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Μαύρου, Κ. Μητσοτάκη κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἀπονεμηθῇ εἰς ἅπαντας τοὺς δικαιουμένους ὁ τίτλος τοῦ ἐπιτίμου. Ἐπειδὴ ὅμως, κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἀνέκυψαν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἀναδρομικότητος ἰσχύος αὐτοῦ, τὸ θέμα ἀπεστάλη εἰς τὸν Νομικὸν Σύμβουλον τοῦ Υ.ΕΘ.Α. ἵνα γνωματεύσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11353)9320)11.10.1962 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 626 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου, σχετικῶς μὲ ἀπαλλοτριωθείσας ἐκτάσεις εἰς νῆσον Αἴγιναν (Β.Ο.Α.) καὶ (Ν.Ο.Α.), ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: α) Διὰ δημοσιευομένου Β. Διατάγματος, καταργεῖται τὸ Ν. Ὀχυρὸν Αἰγίνης. β) Ἡ κατάργησις τοῦ Ν. Ὀχυροῦ δὲν συνεπάγεται τὴν δωρεὰν ἀπόδοσιν τῶν ἀπαλλοτριωθεισῶν ἐκτάσεων εἰς τοὺς φερομένους τέως ἰδιοκτήτας, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον, συμφώνως πρὸς τὰς κειμένας διατάξεις, αὕτη γίνεται κατόπιν τῆς καταβολῆς τῆς ἀξίας αὐτῶν ἀναλόγως προσηρμοσμένης (Α.Ν. 1731)1939). γ) Αἱ ἐν λόγῳ ἐκτάσεις ἀπηλλοτριώθησαν προπολεμικῶς, δι’ ἀνάγκας τοῦ Β.Ν., τῶν σχετικῶν ἀποζημιώσεων καταβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ Ταμείου Ἐθνικοῦ Στόλου. Οὕτω, κατεβλήθησαν προπολεμικῶς μὲν δραχμαὶ 6.049.742, μεταπολεμικῶς δὲ δραχμαὶ 3.416.441. δ) Οὐδέποτε καὶ εἰς οὐδένα ἐπεστράφη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔκτασίς τις ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐκτάσεων, εἴτε δωρεάν, εἴτε ἐπὶ ἀποζημιώσει. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13178)10794)20.11.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 854 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις 259 ἀρβυλοκατασκευαστῶν τοῦ 700 Σ.Ε.Ι. —καὶ οὐχὶ 186, ὡς ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφέρεται— διὰ τὴν ἀναδρομικὴν αὔξησιν τῶν ἡμερομισθίων των, θέλει καταβληθῆ εἰς αὐτοὺς μετὰ τὴν δημοσίευσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τῆς σχετικῆς κοινῆς ἀποφάσεως, ἥτις ὑπογραφεῖσα ὑφ’ ἡμῶν διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13622)11115)27.11.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 939 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου ἀναφερομένη διαταγὴ τοῦ διοικητοῦ τοῦ Γʹ Σ. Στρατοῦ ἐξεδόθη αὐτεπαγγέλτως ὑπὸ τούτου κατ’ ἐφαρμογὴν τῆς ὑπ’ ἀριθ. Φ. 16511)Ι)22)281429)4.8.56 Ἐγκυκλίου Διαταγῆς Ὑπ. ΕΘ.Α. κοινοποιούσης τὸ ἀπὸ 1.8.56 Β.Δ. ἐν ᾗ μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρεται, ὅτι τὸ ἔργον τῶν ἐπὶ τῶν διαδοχικῶν σημειώσεων τῶν διοικητῶν γνωματευόντων προϊσταμένων των «δὲν εἶναι τυπικόν, ἀλλ’ οὐσιαστικόν». Εἰς τὸ πλαίσιον τῆς «ἐπισταμένης ἐποπτείας ἐπὶ τοῦ τρόπου τηρήσεως τῶν ἀτομικῶν ἐγγράφων ἁπάντων τῶν ἀξιωματικῶν», τὴν ὁποίαν πρωταρχικὸν καθῆκον ἔχουσι νὰ ἀσκῶσιν οἱ προϊστάμενοι, περιλαμβάνεται καὶ ἡ μέριμνα διὰ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν τήρησιν ἑνιαίου μέτρου εἰς τὰς διαδοχικὰς σημειώσεις καὶ ἡ ἀνάγκη συνεπῶς συντονισμοῦ τούτων. Αἱ ἐγγραφαὶ τῶν περὶ ὧν πρόκειται διαδοχικῶν σημειώσεων ὁριστικοποιήθησαν τὰς πρώτας ἡμέρας παρελθόντος Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ. ὁπότε ἐπερατώθη ἡ ὡς ἄνω ἐποπτικὴ καὶ συντονιστικὴ ἐνέργεια. Περαιτέρω, ὡς γνωστόν, κατὰ τὸν νόμον αἱ μὲν προτάσεις προαγωγῆς ὑποβάλλονται κατὰ τὰ τέλη Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους, οἱ δὲ πίνακες προακτέων συντάσσονται ὑπὸ τῶν οἰκείων συμβουλίων κρίσεως κατὰ Μάρτιον. Ἡ ἐν λόγῳ διαταγὴ ἀπέβλεπεν εἰς ἀκριβεστέραν ἐφαρμογὴν τοῦ ὡς ἄνω Β. Διατάγματος. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῶν ἐρωτηματικῶς διατυπουμένων συμπερασμάτων τοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου, ταῦτα ἀποτελοῦν νέας ὕβρεις καὶ συκοφαντίας κατὰ τοῦ συνόλου τῶν διοικητῶν τῶν μονάδων τοῦ Γʹ Σ. Στρατοῦ ὡς δῆθεν δυναμένων νὰ ὑποκύψωσιν εἰς ἀνόμους ἐπιταγὰς καὶ νὰ κρίνωσι παρὰ τὴν συνείδησίν των τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἀξιωματικούς. Συνημμένως ἐπισυνάπτεται ἡ διαταγὴ τοῦ Γʹ Σ. Στρατοῦ, ἧς αἰτεῖται ἡ κατάθεσις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
Πρὸς Μον. Πίν. Αʹ (πλὴν Μον. ΧΧ Τ)Θ Μ–ΑΣΠ–ΣΙΣ–
Μον. Καταδρομῶν ΕΠΕΙΓΟΝ
Γʹ ΣΩΜΑ ΣΤΡΑΤΟΥ
1ον Ἐπιτελ. Γραφεῖον Τηλ. 210
Ἀριθ. Φ. 416 11)210)3255
Β.Σ.Τ. 903 18.9.62
Κοιν. 1ον Ε.Γ.—Κ.Φ. ΘΕΜΑ: Ἀτομικὰ ἔγγραφα Ἀξ)κῶν. 1. Ἅπαντες οἱ Διοικηταὶ Μ. Μ. καὶ Μονάδων τοῦ Σ. Στρατοῦ οἱ ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπογράψωσι διαδοχικὰς σημειώσεις ἐπὶ τῶν Φ. ποιότητος τῶν Ἀξ)κῶν των τὴν 30 Σεπτεμβρίου, νὰ πράξωσι τοῦτο διὰ μολυβδίδος. 2. Ὁριστικοποίησις τῶν ἐγγραφῶν θὰ γίνῃ κατόπιν συντονιστικῶν ὁδηγιῶν, αἵτινες θὰ δοθῶσι παρὰ τῶν προϊσταμένων Διοικητῶν, οἵτινες γνωματεύουσιν ἐπὶ τῶν διαδοχικῶν σημειώσεων. 3. Σχετικαὶ γενικαὶ ὁδηγίαι ἐπὶ τοῦ θέματος δοθήσονται ἐγκαίρως παρὰ τοῦ Σ. Στρατοῦ.
Σ. ΤΖΑΝΝΕΤΗΣ
Ἀντ)γος Διοικητὴς θʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14375)11774)8.12.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1028 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου, περὶ παροχῆς εἰδικῶν ἐπιδομάτων εἰς τοὺς ἀναπήρους Ἀξ)κοὺς Ν. 4506)30, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἀπησχόλησε καὶ εἰς τὸ παρελθὸν τὴν Ὑπηρεσίαν, ἐξεδόθησαν δὲ καὶ αἱ ὑπ’ ἀριθ. 1216)52 καὶ 1037)57 ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, διὰ τῶν ὁποίων ἐκρίθη, ὅτι βασίμως δὲν παρέχονται εἰς τοὺς ἀναπήρους Ἀξ)κοὺς καὶ γενικῶς εἰς τοὺς Πολεμικῆς Διαθεσιμότητος τὰ εἰδικὰ ἐπιδόματα τροφῆς καὶ στολῆς, καθ’ ὅσον ταῦτα συνδέονται στενῶς καὶ ἀναγκαίως πρὸς τὴν ἐνεργὸν ἄσκησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἀξ)κοῦ καὶ συνεπῶς παρέχονται μόνον εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ καὶ εἰς τοὺς ἀνακαλουμένους εἰς τὴν ἐνέργειαν ἐκ τῆς Πολεμικῆς Διαθεσιμότητος Ἀξ)κούς. 2. Εἰς τὰς ἀνωτέρω ἀποφάσεις δὲν μνημονεύεται τὸ ἐπίδομα Εἰδικῶν Συνθηκῶν, διότι τοῦτο ἐχορηγήθη μεταγενεστέρως (1958) λόγῳ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν ἐργασίας τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ἀξ)κῶν (ἐπιφυλακαί, ἐργασία πέραν τῶν καθοριζομένων ὡρῶν ὑπηρεσίας κλπ.) εἶναι δὲ οἱονεὶ ἀντίστοιχον τοῦ ἐπιδόματος ὑπερωριῶν τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Θεοχαρίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14028)11465)3.12.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 929 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Θεοχαρίδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ὁδὸς Ἀμυνταίου–Καστοριᾶς περιλαμβάνεται μὲν εἰς τὸ πενταετὲς πρόγραμμα ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, δὲν περιλαμβάνεται ὅμως εἰς τὰ χρηματοδοτηθέντα ἐτήσια προγράμματα, ὧν τὴν ἐκτέλεσιν καὶ μόνον δύναται νὰ ἀναλάβῃ ἡ ΣΥΚΕΑ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιαʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 15325)12484)29.12. 1962 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 115 αἴτησις καταθέσεως ἐγγράφων τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ καταθέσωμεν ἐν ἀντιγράφῳ ἀπόσπασμα τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 36048)26.11.62 σήματος τῆς VI Μερ)χίας περιλαμβάνον τὰ περὶ ἐσωτερικοῦ κομμουνισμοῦ, διὰ τὰ καθ’ ὑμᾶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4ῃ Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ΣΗΜΑ
ΑΠΟ VI Μερ. 2ον Ε.Γ. ΑΔ)ΤΟΝ
ΠΡΟΣ. ΑΠΟΔΕΚΤΑΣ ΠΙΝΑΚΟΣ «Α» 261100.11.62
ΚΟΙΝ. VI Μερ. 2ον Ε.Γ. ΕΠΕΙΓΟΝ
ΑΡΙΘ. 36048
ΤΗΡΗΤΕΑΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΕΘΝ. ΔΙΑΦΩΤΙΣΕΩΣ
Ι. Διεθνὴς Κομμουνισμός. 1. Κούβα. ......................................... 2. Βουλγαρία. ......................................... 3. Κίνα–Ἰνδία. ......................................... ΙΙ. Ἐσωτερικὸς Κομμουνισμός. 1. Ἑνιαῖον Μέτωπον. Χωρὶς νὰ ὑπεισέλθωμεν εἰς τὴν διαμάχην μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἐθνικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἐξετάζοντες ἀπὸ ἐθνικῆς σκοπιᾶς τὰς ἐσωτερικὰς ἐξελίξεις νὰ καταγγείλωμεν καὶ νὰ ἀποκαλύψωμεν τὴν πλήρη ὑποκρισίας ταύτισιν τῶν ἐπιδιώξεων τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς μὲ τὰς ἐπιδιώξεις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας οὐδὲν κοινὸν σημεῖον ὑπάρχει. Καὶ πρέπει νὰ εἶναι διαρκῶς σαφὲς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἡ λέξις Δημοκρατία προφερομένη ἀπὸ οἱονδήποτε Κόμμα τῆς Ἐθνικῆς παρατάξεως ἔχει ριζικῶς διάφορον ἔννοιαν ἀπὸ τὴν Δημοκρατίαν τῆς ΕΔΑ, τὴν ὁποίαν διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ἀπεκάλυψαν αἱ ἐκκαθαρίσεις εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Εἰς τὸν κομμουνισμὸν δὲν ἀντιμετωπίζομεν ἕνα οἰκονομικὸν ἢ κοινωνικὸν σύστημα. Ἀντιμετωπίζομεν τὴν βίαν καὶ τὸ ἔγκλημα. Ἀντιμετωπίζομεν τὴν ἀπειλὴν τῆς καταλύσεως τῶν ἐλευθεριῶν μας. Τὴν αἴσθησιν δὲ ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ κινδύνου ἐπιχειρεῖ νὰ ἐξαφανίσῃ ἡ ΕΔΑ συντασσομένη μὲ ἕνα τμῆμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐμφανιζομένη ὡς διεξάγουσα μὲ αὐτὸ κοινὸν ἀγῶνα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Δημοκρατίας. Ἐὰν ἡ ΕΔΑ ἐπεκράτει δὲν θὰ ἐξόντωνε μόνον τὸ Κυβερνητικὸν Κόμμα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖον λέγει σήμερον, ὅτι διεξάγει κοινὸν ἀγῶνα. 2. Ἡ Εὐρωπαϊκὴ Κοινὴ Ἀγορά. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι «Λαϊκὴ Δημοκρατία». Αἱ ἐπιχειρήσεις, ἡ γῆ, τὰ ἐργοστάσια δὲν ἀποτελοῦν ἰδιοκτησίαν τοῦ Κράτους ἀλλὰ τῶν ἰδιωτῶν. Ἡ Κυβέρνησις χαράσσει βεβαίως τὰ πλαίσια τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν δημιουργίαν ὡρισμένων προϋποθέσεων τῆς οἰκονομικῆς προόδου τῆς χώρας, ὅπως εἶναι ἡ βελτίωσις τῶν συγκοινωνιῶν, ὁ ἐξηλεκτρισμός, τὰ ἐγγειοβελτιωτικὰ ἔργα, ἡ παροχὴ βοηθείας πρὸς τοὺς ἀγρότας, ἡ συγκέντρωσις ὡρισμένων γεωργικῶν προϊόντων, ἡ παρακολούθησις τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου, ἡ Παιδεία κλπ., κλπ., τὴν κυρίαν εὐθύνην ὅμως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν μεγάλων δυνατοτήτων ποὺ μᾶς παρέχει ἡ σύνδεσίς μας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας, τὴν φέρουν αἱ παραγωγικαὶ τάξεις. Ἐὰν αἱ τάξεις αὐταί, δὲν ἐπιδείξουν ἐπινοητικότητα, ἐργατικότητα, ἱκανότητα συνεχοῦς βελτιώσεως τῶν προϊόντων των καὶ μειώσεως τοῦ κόστους των τὸ Κράτος δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ὑποκαταστήσῃ τὴν ἀδυναμίαν των. Καμμία ἐλευθέρα χώρα δὲν ἀνεπτύχθη μόνον χάρις εἰς τὴν φροντίδα τῆς Κυβερνήσεώς της. Ἡ πρόοδος τῶν Δυτικοευρωπαϊκῶν Χωρῶν ὑπῆρξεν ἡ συνισταμένη τῶν προσπαθειῶν ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν πολιτῶν των κυρίως τῶν ἀπασχολουμένων εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ τὸ ἐμπόριον. Θὰ ἦτο τραγικὸν σφάλμα ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐὰν ἐπερίμενε νὰ ἔλθῃ ἡ πρόοδος μόνον ἀπὸ τὰς προσπαθείας τοῦ Κράτους. Ἡ κομμουνιστικὴ προπαγάνδα ἀγωνιζομένη νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὅλα ἠμπορεῖ καὶ πρέπει νὰ τὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις, καλλιεργεῖ τὴν ἀδράνειαν καὶ τὸν ἐφησυχασμὸν ποὺ ἀποτελοῦν τοὺς κυριωτέρους ἀνασταλτικοὺς παράγοντας τῆς οἰκονομικῆς προόδου. Καὶ τοῦτο διότι δὲν συμφέρει ἡ κινητοποίησις τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους καὶ ἡ ἐπιτυχία τῆς ἀναλαμβανομένης ἱστορικῆς προσπαθείας ἀπὸ τῆς ὁποίας τὴν ἔκβασιν θὰ κριθῇ κατὰ πόσον ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀναπτυχθῇ ἢ θὰ καταστραφῇ ὁλοκληρωτικῶς. Ἕνας ἄλλος σκοπὸς τῆς ἰδίας ὑπούλου προπαγανδιστικῆς δραστηριότητός της εἶναι νὰ κατευθύνῃ τὴν λαϊκὴν δυσαρέσκειαν ἐξ αἰτίας μιᾶς ἐνδεχομένης ἀποτυχίας ἐναντίον τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ καθεστῶτος τῆς χώρας. Λέγει εἰς τοὺς Ἕλληνας ἐργαζομένους, ἐπιχειρηματίας, παραγωγούς, ἐμπόρους κλπ. «Ἐσεῖς δὲν ἔχετε νὰ κάμετε τίποτε, ἡ Κυβέρνησις θὰ τὰ κάμῃ ὅλα. Καὶ ἂν ἀποτύχῃ στραφεῖτε ἐναντίον της καὶ ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος». Οὕτω διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν ἡ ἄκρα ἀριστερὰ εἰς τὴν χώραν μας ἀποδεικνύεται δύναμις ἀντιδραστικὴ ποὺ ὑπονομεύει καὶ δυσχεραίνει τὴν ἀνάπτυξίν της. 3. Ἀγρόται. Εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου δὲν ἔπρεπε νὰ καθήσουν 18 καπνοπαραγωγοὶ οἱ κατηγορούμενοι ὡς πρωταίτιοι τῶν γεγονότων τοῦ Ξηρομέρου, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς ὑπεκίνησαν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μὲ ψευδεῖς, ἰσχυρισμούς, μὲ δημαγωγικὰς ὑποσχέσεις, μὲ ἀπατηλὰ στοιχεῖα τοὺς ἐδημιούργησαν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ Κράτος τοὺς ἀδικεῖ, ὅτι ἔχει περισσοτέρας δυνατότητας ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ τοὺς ἐξασφαλίσῃ μεγαλυτέρας τιμὰς καὶ ὅτι ἂν κατέλθουν εἰς ἕνα συλλαλητήριον θὰ συγκεντρώσουν περισσότερα χρήματα. Ἀλλὰ οἱ δημαγωγοί, οἱ ὑποκινηταὶ τοῦ συλλαλητηρίου τῶν καπνοπαραγωγῶν ἔμειναν ὅπως πάντοτε πίσω ἀσφαλεῖς εἰς τὰ γραφεῖα των καὶ τώρα παριστάνουν τοὺς προστάτας τῶν θυμάτων καὶ ἐκμεταλλεύονται τὸ δρᾶμα των, μὲ σκοπὸν νὰ παρασύρουν καὶ ἄλλους ἀγρότας εἰς ἀντικρατικὰς ἐνεργείας, νὰ δημιουργήσουν καὶ ἄλλα θύματα. Οἱ ἀγρόται πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι ὅσοι παρουσιάζονται ὡς προστάται ἅγιοί των δὲν σημαίνει ὅτι ἐνδιαφέρονται εἰλικρινῶς διὰ τὴν προώθησιν τῶν ζητημάτων των. Σκοπός των εἶναι νὰ χρησιμοποιήσουν τοὺς ἀγρότας διὰ νὰ ἐπιτύχουν τοὺς ἰδικούς των ἀνομολογήτους σκοπούς. Καὶ ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ σκοποί; Τὸ γνωρίζομεν. Εἶναι νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὴν χώραν μας ἕνα καθεστὼς ὅπως αὐτὸ τῆς Βουλγαρίας ὑπὸ τὸ ὁποῖον οἱ ἀγρόται ἔχασαν τὰ κτήματά των καὶ μετεβλήθησαν εἰς δούλους ἑνὸς καταπιεστικοῦ ἐκμεταλλευτικοῦ Κράτους ποὺ τοὺς στερεῖ καὶ ἀπὸ τὸ προϊὸν τοῦ μόχθου των. Οἱ ἀγρόται δὲν ἔχουν νὰ ὠφεληθοῦν τίποτε μὲ ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι τοὺς φέρουν εἰς σύγκρουσιν μὲ τὸ Κράτος. Μόνον εἰς στενὴν συνεργασίαν μὲ αὐτὸ ἠμποροῦν καὶ τὴν θέσιν των νὰ βελτιώσουν καὶ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας νὰ ὠφελήσουν. Τὸ Κράτος κάμνει ὅτι ἠμπορεῖ διὰ νὰ τοὺς βοηθήσῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν δυνατοτήτων του. Τὰ ὅρια δὲν εἶναι πολὺ μεγάλα σήμερον. Σιγά, σιγὰ ὅμως εὐρύνονται καὶ διαρκῶς νέαι δυνατότητες προκύπτουν διὰ τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν τῆς χώρας. Ἡ πρόοδος δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τῆς μιᾶς στιγμῆς εἰς τὴν ἄλλην. Εἶναι ἀποτέλεσμα μόχθου καὶ συνεχῶν προσπαθειῶν. Ἐκεῖνοι ποὺ ἰσχυρίζονται τὸ ἀντίθετον εἶναι ἁπλῶς δημαγωγοὶ ποὺ ἐργάζονται διὰ τὸ ἰδικόν των συμφέρον καὶ ὄχι διὰ τὸ συμφέρον τῶν ἀγροτῶν.
Διὰ τὴν ἀκρίβειαν
ΕΜΜ. ΚΕΧΑΓΙΑΣ
Συνταγματάρχης Πεζ. ιβʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 143)11768)8.12.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ὑμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1022 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ θέμα σχετικῶς μὲ τὴν εἰδικότητα τοῦ δύτου καὶ τὰς τέχνας σχεδιαστοῦ καὶ ξυλουργοῦ ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ν., τελεῖ ὑπὸ μελέτην. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιγʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Παπακωνσταντίνου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14792)12150)14.12.1962 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1096 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Παπακωνσταντίνου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἀντιμετωπίζεται ἡ ἀνάθεσις κατασκευῆς ἀρβυλῶν εἰς ἀρβυλοποιοὺς τῆς πόλεως Κοζάνης ἢ ἑτέρας πόλεως, καθ’ ὅσον αἱ ἀνάγκαι τοῦ στρατοῦ καλύπτονται ὑπὸ τοῦ 700 Σ.Ε. καὶ τοῦ λειτουργοῦντος παραρτήματος τούτου εἰς 652 Π.Α.Υ.Π. εἰς Θεσσαλονίκην. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιδʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου. 1) Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14944)12252)18.12.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1109 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸ Στράτευμα βοηθητικοὶ ἀξιωματικοὶ Ν. 2588 δικαιοῦνται τῶν αὐτῶν ἀποδοχῶν ὡς καὶ οἱ λοιποὶ μόνιμοι ἐν ἐνεργείᾳ συνάδελφοί των. Κατὰ συνέπειαν οὗτοι δικαιοῦνται καὶ τῶν ἐπιδομάτων τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 602)
1962 Β.Δ.
2) Εἰδικώτερον οἱ ἐκ τούτων ἐξαντλοῦντες τὴν ἱεραρχίαν των δικαιοῦνται τοῦ ἐπιδόματος εὐδοκίμου παραμονῆς ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ (ἐξαντλήσεως Ἱεραρχίας) τοῦ προβλεπομένου ὑπὸ τοῦ ἐδαφίου 2 τῆς παραγράφου 2 τοῦ στοιχείου Αʹ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Α.Ν. 1502)1950 ὡς καὶ οἱ μόνιμοι ἐν ἐνεργείᾳ Ἀξιωματικοὶ τῆς αὐτῆς κατηγορίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιεʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Μητσοτάκη καὶ Ε. Κοθρῆ. 1) Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 15006)12279)19.12.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1115 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Μητσοτάκη καὶ Ε. Κοθρῆ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δ.Σ. τοῦ Μ.Τ.Σ., θεωρήσας, ὅτι τὸ γενικὸν ποσοστὸν ἐκπτώσεως ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ προμηθείας ἠλεκτρικῶν συσκευῶν πρὸς πώλησιν ὑπὸ τοῦ πρατηρίου του δὲν ἦτο συμφέρον, ἀνέστειλεν ἀμέσως, βάσει τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 2 παρ. 22 τοῦ Κανονιστικοῦ Διατάγματος τῆς 14) 21.7.1962, τὴν ἐκτέλεσιν τῆς κατακυρωτικῆς ἀποφάσεως, οὕτω δὲ δὲν συνήφθη ἡ σχετικὴ σύμβασις. 2) Ἡ ἀνωτέρω ἀπόφασις τοῦ Προέδρου ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Δ. Σ. καὶ ἀπεφασίσθη ἡ ἐπανάληψις τοῦ διαγωνισμοῦ, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, μετὰ τὰς ἑορτάς, πρὸς ἐξασφάλισιν εὐρυτέρας συμμετοχῆς, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ Μ.Τ.Σ. ὡς καὶ τῶν μετόχων καὶ μερισματούχων αὐτοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ΙΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Παιδείας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ταλιαδούρη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 241) 14.7.62 ἐγγράφου ὑμῶν διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 229) 1.7.62 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ταλιαδούρη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς ὅπως πληροφορήσητε τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς τοῦ ἐν λόγῳ σχολείου θὰ ἀντιμετωπισθῇ εὐθὺς ὡς παρασχεθῶσιν αἱ σχετικαὶ πιστώσεις διὰ τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ ἐν συσχετισμῷ καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν λοιπῶν σχολείων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων α) τοῦ Ν. 3239) 1955 περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κ.λ.π., β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Φ. Κατσιάμπας, ἔχει τὸν λόγον.
§4Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ἐργατικὰ νομοσχέδια τῶν τελευταίων ἐτῶν τίθεται σήμερον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Αἱ διατάξεις τοῦ ἀνὰ χεῖρας σχεδίου νόμου ἀναφέρονται εἰς οὐσιώδη καὶ κρίσιμα θέματα τῆς ἐργατικῆς, ἀσφαλιστικῆς καὶ σωματειακῆς νομοθεσίας, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιλύσεως ἔχει ὡριμάσει ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Τὸ παρὸν σχέδιον νόμου εἶχεν εἰσαχθῆ πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, ὑπὸ μορφὴν σχεδίου Ν. Δ)τος, ἀλλὰ μολονότι ἤρχισε ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις δὲν ἐψηφίσθη τελικῶς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν λόγῳ ἀνεπαρκείας χρόνου, καθ’ ὅσον συνέπεσεν ἡ συζήτησίς του μὲ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ λόγῳ τῆς ἐκδηλωθείσης λυσσώδους ἀντιδράσεως ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§5Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ὄχι καὶ λυσσώδους, κ. Πρόεδρε.
§6Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. Ἄνευ ὁρίων ἀντιδράσεις ὑπερβαινούσας πᾶν θεμιτὸν ὅριον.
§7Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ μὴ προκαλῆτε, διὰ νὰ μὴ λάβητε ἀνάλογον ἀπάντησιν. (Κωδωνοκρουσίαι). Κύριε Πρόεδρε, ζητοῦμεν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν εὐπρέπειαν εἰς τὸν ρήτορα. Ὁ ὅρος «λυσσώδης ἀντίδρασις» εἶναι ἀπαράδεκτος. Νὰ προσέχῃ πῶς ὁμιλεῖ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, ἐὰν ἀρχίσωμεν ὅλοι χωρὶς νὰ τηρῆται ὁ Κανονισμός, δηλ. ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Προεδρείου, νὰ ὁμιλῶμεν, τὶ θὰ γίνῃ ἐδῶ μέσα; Καὶ δεύτερον, τὸ Προεδρεῖον, ὅπως βλέπετε, παρακολουθεῖ προσεκτικῶς τὰς ἀγορεύσεις ὅλων τῶν κ.κ. συναδέλφων. Ἔκαμε ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ἕνα χαρακτηρισμὸν ἴσως ἐνοχλητικόν, χαρακτηρισμὸν ὅμως ἐκδηλώσεως τακτικῆς πολιτικῆς, δὲν ὕβρισε κανένα.
§9Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν μᾶς λέγει, ὅτι ἐδείξαμε λυσσώδη ἀντίδρασιν, αὐτὸ ἀποτελεῖ ὕβριν καὶ ἀναμένομεν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ ἀνακαλέσῃ. Θέλετε νὰ τὸν ἀνακαλέσετε εἰς τὴν τάξιν, ἀνακαλέσατέ τον, πάντως ἡμεῖς θὰ δώσωμεν τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν. Λωποδύτας ἠθέλατε νὰ μᾶς εἴπῃ;
§10Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. Προέβην εἰς τὴν διόρθωσιν τῆς λέξεως «λυσσώδους» διὰ τῆς λέξεως «ὑπερέβη πᾶν λογικὸν ὅριον». Ἑπομένως, δὲν βλέπω διατὶ δημιουργεῖ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας κ. συνάδελφος.
§11Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁλόκληρος ἡ Ἀντιπολίτευσις.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔτσι θὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν: Ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας; Καὶ μετὰ παραπονεῖσθε;
§13Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Δηλαδή, κ. Πρόεδρε, παραλογιζόμεθα;
§14Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ Προεδρεῖον δὲν μᾶς προστατεύσῃ, θὰ προστατεύσωμεν μόνοι μας τὸν ἑαυτόν μας.
§15Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. ... (Δὲν ἠκούσθη).
§16Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ἡμᾶς αἱ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου χρησιμοποιηθεῖσαι ὕβρεις εἶναι βαρύταται καὶ κατὰ συνέπειαν ἀναμένομεν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν κ. συνάδελφον, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς ἀγορεύσεώς του.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, ὁ κ. συνάδελφος, ἐχαρακτήρισε τὴν ἀντίδρασιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου, ὡς σχεδίου Ν.Δ. ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὡς λυσσώδους. Νομίζω, ὅτι δὲν ὕβρισε κανένα. Ἐξ ἄλλου, ὁ κ. συνάδελφος, προέβη εἰς τὴν διόρθωσιν τῆς λέξεως «λυσσώδης» διὰ τῆς λέξεως «ἀντίδρασις»
§18Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέπονται τοιαῦται ἐκφράσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Παραλογιζόμεθα ἐδῶ;
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον νομίζει, ὅτι ὁ συνάδελφος, κ. Κατσιάμπας, δὲν ὕβρισε κανένα.
§20Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ ἀνεφέρθην εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, χαρακτηρίζων ὡς λυσσώδη τὴν ἀντίδρασιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐννοῶ, ὅτι αὕτη ὑπερέβη πᾶν θεμιτὸν ὅριον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἠρέμως, νὰ μὴ ὑπάρξουν διακοπαί, ὥστε οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου σχεδίου Ν.Δ., νὰ ἐκθέσουν τὰς ἀπόψεις των μὲ ἄνεσιν καὶ ἄνευ διακοπῶν καὶ ἀντεγκλήσεων. Παρακαλῶ τὸν Πρόεδρον, κ. Στεφανόπουλον, ὅπως ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου θέματος λάβῃ σαφῆ θέσιν, ὥστε ἐκ μέρους τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἀποφευχθοῦν διακοπαὶ καὶ ἀντεγκλήσεις.
§22Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζω ἀπὸ μακρὰν πεῖραν, ὅτι οὔτε κἂν διακοπὴ γίνεται εἰς τὸν εἰσηγητήν. Ἀλλὰ ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας πρὶν ἢ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου ἤρχισε τὴν ἀγόρευσίν του, κάμνων ἐπικρίσεις ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. εἰσηγητὴς μὲ τόνον ὀξὺ προέβη εἰς δριμεῖαν ἐπίθεσιν κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Λυποῦμαι ἰδιαιτέρως δι’ αὐτὸ Εἶναι βεβαίως νέος βουλευτής, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ δὲν χρησιμοποιοῦν τοιαύτας ἐκφράσεις, προκειμένου νὰ ἀναλύσουν καὶ νὰ εἰσηγηθοῦν τὸ νομοσχέδιον. Ἡμεῖς σεβόμεθα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ καὶ δὲν τὸν διακόπτομεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύνηθες, τὸ ὁποῖον γίνεται. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς δὲν πρέπει νὰ ἐξέρχεται ἐκ τοῦ κύκλου τῆς εἰσηγήσεως καὶ νὰ προκαλῇ.
§23Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει ἤδη μίαν ἱστορίαν, διότι συνεζητήθη καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑπομένως, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὰ περιστατικὰ καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου Ν.Δ. τούτου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Δὲν δύναμαι νὰ παραβλέψω ὅτι μία μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ συγκεκριμένως ἡ Ἄκρα Ἀριστερά, προκειμένου νὰ δημιουργήσῃ δημόσιον θόρυβον καὶ νὰ προκαλέσῃ παραπλανητικὰς ἐντυπώσεις εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, προέβη εἰς πρᾶξιν πολιτικῶς ἀήθη καὶ ἠθικῶς ἀπαράδεκτον, δηλαδὴ κατέθεσε πρότασιν παραπομπῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας μὲ τὴν δικαιολογίαν τῆς δῆθεν παραβάσεως τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», διὰ μιᾶς ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου.
§24Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα τοὺς βαρυτάτους χαρακτηρισμοὺς τοῦ κ. συναδέλφου καὶ ἐσιώπησα καὶ δὲν διεμαρτυρήθην, ὄχι διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἀλλὰ ἐπερίμενα νὰ ἴδω ἐπὶ ποίου γεγονότος ἀναφέρεται ὁ κ. συνάδελφος. Ἅπαξ καὶ ἐξεφράσθη εἰς τοιαύτας βαρείας ἐκφράσεις ὁ κ. συνάδελφος, θὰ τοῦ δώσωμεν τὴν ἀπάντησιν. Εἶναι ὅμως φανερόν, ὅτι ἀντὶ νὰ εἰσηγηθῇ ὁ κ. συνάδελφος εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀπόψεις τῆς πλειοψηφίας, κάμνει γενικὴν κριτικὴν τῶν ἀπόψεων τῶν συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἵτινες ἐξεφράσθησαν, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Πληροφορῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἡ ἐνέργειά μας ἐκείνη περὶ παραπομπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου βάσει τοῦ Συντάγματος ἠμπορεῖ νὰ κριθῇ ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους μας καθ’ οἱονδήποτε τρόπον. Δι’ ἡμᾶς, ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἀποτελεῖ τίτλον τιμῆς, διότι ἐν τῇ προστασίᾳ τῶν συμφερόντων τῶν ἐργαζομένων, διαπιστώσαντες τοιαύτας παραβάσεις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐζητήσαμεν τὴν παραπομπήν του εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Ἀλλὰ ἐρωτῶ, κύριε Πρόεδρε, εἴτε κατὰ τρόπον ἀήθη, εἴτε καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον ἔλαβε χώραν μία πρότασις παραπομπῆς, πῶς ἔρχεται σήμερον ὁ κ. συνάδελφος μετὰ τρεῖς μῆνας καὶ προβαίνει εἰς τοιούτους χαρακτηρισμοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας πλανᾶται, ἀφήσατέ τον νὰ πλανᾶται.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἐπικαλοῦμαι, κ. συνάδελφοι, τὴν συνδρομὴν ὅλων σας. Γνωρίζετε πόσον λεπτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ Προέδρου καὶ ὅτι ἐὰν δὲν βοηθήσητε καὶ σεῖς δὲν πρόκειται νὰ ἔχωμεν ἔργον ἀποδοτικόν. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἐθεώρησε σκόπιμον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλλῃ κανεὶς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἄλλος, ἐθεώρησε λέγω ὑποχρέωσιν νὰ ἐπισημάνῃ ὡρισμένα πράγματα, ἀποφεύγων φράσεις ὑβριστικάς. Ἐχαρακτήρισε, βεβαίως, ὡρισμένα πράγματα καὶ ἐκδηλώσεις μὲ ὀξείας φράσεις, ἀλλὰ εἶχε δικαίωμα πρὸς τοῦτο, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑβρίζει πρόσωπα. Ὁ κ. Ἠλιοῦ, ἔλαβε τὸν λόγον. Βεβαίως, ὡς ἐκπροσωπῶν τὸ Κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὅταν τὸ ἐπιθυμῇ, ἀλλὰ καὶ πάλιν, ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος θὰ τοῦ ἐδίδετο, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν ὁ διακοπτόμενος ρήτωρ. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι δὲν βοηθεῖτε τὸ Προεδρεῖον. Θέλω ἅπαξ καὶ διὰ παντὸς νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν καλόπιστον. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ βοηθήσετε, νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις μὲ εὐπρέπειαν καὶ μὲ ἀπόλυτον ἄνεσιν. Κύριε Κατσιάμπα, ἐπιτρέπετε διακοπάς;
§26Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε τὸ Προεδρεῖον ἐπιτρέπει.
§28Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἔγκριτος συνάδελφος κ. Ἠλιοῦ εἶναι ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν παραπομπῆς. Ὁ κ. συνάδελφος ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ ἀφεώρα θέμα ἄσχετον πρὸς τὸ συζητούμενον νομοθέτημα. Ἐκπλήσσομαι διὰ τὴν ἄποψιν αὐτήν, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι θὰ συμμερισθῆτε καὶ σεῖς τὴν γνώμην μου. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἄκαμπτος καὶ ἐχθρικὴ στάσις τῆς Ἀριστερᾶς, ἔναντι τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, εἶναι εὐεξήγητος. Διότι, ἡ Ἀριστερά, διὰ τῆς ἐν παντὶ δυσφημήσεως τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου, τῆς συστηματικῆς διαστροφῆς τῆς πραγματικότητος καὶ τῆς ὑπονομεύσεως τῶν ἰσχυόντων θεσμῶν, ἀποβλέπει εἰς τὸν τελικὸν καὶ ἀμετακίνητον σκοπόν της, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς ὅλους γνωστός. Ἀκατανόητος φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ τελείως ἀρνητικὴ στάσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἔναντι τοῦ νομοσχεδίου τὰ λοιπὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἰδίᾳ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, τῆς ὁποίας ἡ ἐν προκειμένῳ πολιτικὴ εἶναι σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ ἐκδήλως ἀντιφατικὴ πρὸς τὰς δημοσίας κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη διακηρυχθείσας καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ πράξει ἐφαρμοσθείσας ἀρχὰς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν κορμὸν τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, τόσον ἡ ἐχθρότης τῆς Ἀριστερᾶς ἔναντι τοῦ νομοσχεδίου ὅσον καὶ ἡ πολιτικὴ παλινωδία τῆς λοιπῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ βασικῶν ἐργατικῶν θεμάτων, ὀφείλεται εἰς ἕνα καὶ μόνον λόγον: Ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀφοπλίζει τελείως τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὸν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀγῶνα της ἐπὶ τοῦ εὐαισθήτου ἐργατικοῦ καὶ κοινωνικοῦ τομέως, διότι ὅπως καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου ἐτόνισα, τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἐπιλύει πολλὰ καὶ σοβαρὰ θέματα τῆς ἐργατοϋπαλληλικῆς τάξεως ἀναφερόμενα εἰς τὰς συλλογικὰς διαπραγματεύσεις, τὴν λειτουργίαν τῶν ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν, τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἐργατικοῦ κινήματος εἰς τὰ φυσικά του δικαιώματα τὴν ἀνανέωσιν τῆς Σωματειακῆς Νομοθεσίας, τὴν κατάργησιν τοῦ κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ καὶ τὴν ἐναρμόνισιν γενικῶς τῆς ἐργατικῆς μας νομοθεσίας πρὸς τὰ διεθνῶς κρατοῦντα. Δὲν ὑπόσχεται τὸ νομοσχέδιον ἰδανικὰς λύσεις, διότι τοιαῦται δὲν ὑπάρχουν. Δίδει ὅμως τὰς ἐνδεικνυομένας ὑπὸ τὰς κρατούσας συνθήκας προσφόρους λύσεις εἰς τὰ διάφορα ἐργατικὰ θέματα. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ κριθῇ βάσει ἀφῃρημένων θεωριῶν οὔτε βάσει ἀνευθύνων καὶ δημαγωγικῶν ἀντιλήψεων. Αἱ διατάξεις αὐτοῦ θὰ κριθοῦν κυρίως ἐν συσχετισμῷ καὶ ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰς ἰσχυούσας διατάξεις τῆς κειμένης νομοθεσίας καὶ ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὰ συγκεκριμένα ἐργατικὰ αἰτήματα τῆς παρούσης ὥρας. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ ἀναμφιβόλως θετικὴν συμβολὴν εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν σοβαρῶν θεμάτων τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Καὶ ἐπιβεβαιοῦται ἀκόμη μίαν φορὰν τὸ στοργικὸν ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐργατικὴν τάξιν, ἡ ὁποία προμαχήσασα πάντοτε εἰς ὅλους τοὺς ἀγῶνας τοῦ Ἔθνους, διαδραματίζει σήμερον τὸν κυριώτερον ρόλον εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας ἐντὸς τῶν εὐρυτέρων πλαισίων τῆς Κοινῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἀγορᾶς. Καὶ τώρα εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὰ βασικώτερα αὐτοῦ ἄρθρα. Κύριοι συνάδελφοι, ἕνας ἐκ τῶν βασικῶν θεσμῶν τοῦ ἐργατικοῦ δικαίου εἶναι τὸ σύστημα τῶν συλλογικῶν διαπραγματεύσεων διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν μεταξὺ ἐργοδοτῶν καὶ μισθωτῶν συλλογικῶν διαφορῶν. Τὸν θεσμὸν αὐτὸν ἀποτελοῦντα μίαν τῶν σοβαρωτέρων κατακτήσεων τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ἐσκίαζεν ὁ κρατικὸς παρεμβατισμὸς ἀσκούμενος διὰ τῶν Ὑπουργῶν Ἐργασίας καὶ Συντονισμοῦ κατὰ τὰς διατάξες τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νόμου 3239)55 εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας κατὰ τὰς ὁποίας αἱ συλλογικαὶ ἀποφάσεις ἢ αἱ διαιτητικαὶ ἀποφάσεις ἀντετίθεντο πρὸς τὴν ἑκάστοτε οἰκονομικὴν ἢ κοινωνικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ περιορισμὸς αὐτὸς εἶχε θεσπισθῆ χάριν τῆς προστασίας τῆς οἰκονομικῆς καὶ νομισματικῆς σταθερότητος τῆς χώρας ἀποτελούσης βασικὴν προϋπόθεσιν τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως αὐτῆς εἰς τὰ εὐρύτερα πλαίσια τῆς ὁποίας καὶ μόνον καθίσταται δυνατὴ ἡ πραγματικὴ ἄνοδος τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τῶν ἐργαζομένων. Ἤδη μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ παγιωθεῖσαν νομισματικὴν καὶ οἰκονομικὴν σταθερότητα δύναται ἀζημίως διὰ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας νὰ καταργηθῇ ὁ ἐν λόγῳ περιορισμὸς καὶ διὰ τοῦτο διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ παρόντος νομοσχεδίου προτείνεται ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νόμου 3239. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου καθίσταται ἐλευθεριωτέρα ἡ συλλογικὴ διαπραγμάτευσις καὶ παρέχεται μείζων εὐχέρεια εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους κατὰ τὰς μεταξύ των διαπραγματεύσεις διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν διαφορῶν των. Παραλλήλως, διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου ἀναγνωρίζεται δικαίωμα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς Ἐργασίας καὶ Συντονισμοῦ ὅπως παραπέμπουν τὴν συλλογικὴν σύμβασιν ἐνώπιον τοῦ Δ.Δ.Δ.Δ. πρὸς διόρθωσιν, συμπλήρωσιν, τροποποίησιν ἢ κατάργησιν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, καθ’ ἣν περίπτωσιν αὕτη περιέχει ὅρους ἀσαφεῖς ἢ ἀντικειμένους εἰς τοὺς νόμους ἢ παραβλάπτοντας τὸ γενικώτερον συμφέρον τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου ἢ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Ἡ διάταξις αὕτη ἐπισύρει ὀξείας ἐπικρίσεις ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἰσχυρίζεται ὅτι ἐπῆλθεν ἁπλῶς ἀλλαγὴ τοῦ ὀργάνου, δι’ οὗ θὰ ἀσκῆται εἰς τὸ μέλλον ὁ κρατικὸς παρεμβατισμός. Ἀλλὰ ἡ ἐπίκρισις αὕτη δὲν εὐσταθεῖ, διότι ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἡ κρίσις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀπέκειτο εἰς ἕνα διμελὲς πολιτικὸν ὄργανον, τοὺς Ὑπουργοὺς Ἐργασίας καὶ Συντονισμοῦ διὰ τῆς εἰρημένης διατάξεως ἀνατίθεται αὕτη εἰς πολυμελὲς Διοικητικὸν Δικαστήριον, τὸ Δ.Δ. Δ.Δ. προεδρευόμενον ὑπὸ Ἀνωτάτου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, ἐμφορουμένου ὑπὸ δικαστικῆς συνειδήσεως. Μέχρι τοῦδε οἱ Ὑπουργοὶ ἐξέδιδον ἀπόφασιν. Τώρα ὑποβάλουν ἁπλῶς πρότασιν. Καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἀποφαίνεται ἄλλο πολυμελὲς ὄργανον. Ὑπάρχει ἑπομένως οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς περιπτώσεως καὶ τῆς ἄλλης. Μέγαν σάλον, κύριοι συνάδελφοι, διήγειρε τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 57) 62 Πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἥτις συνδέεται ἐμμέσως μὲ τὴν συνδικαλιστικὴν εἰσφοράν. Ἡ ἀσκουμένη ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ πολεμικὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπερέβη πᾶν θεμιτὸν ὅριον, φθάσασα, ὅπως ἀνέφερα καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου, μέχρι καταθέσεως προτάσεως παραπομπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Τὸ θέμα τῆς εἰσφορᾶς εἶναι ὄντως σοβαρόν, διότι ἀφορᾷ τὴν ὑπόστασιν, τὴν λειτουργίαν καὶ τὴν αὐτονομίαν τοῦ Συνδικαλισμοῦ, ὅστις εἶναι οὐσιώδης θεσμὸς τῆς Δημοκρατίας. Ὁ συνδικαλισμὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς, ὅπως ἄλλοτε μία ταξικὴ ὀργάνωσις. Ἡ δρᾶσις τοῦ συνδικαλισμοῦ μεταπολεμικῶς ὑπερηκόντισε τὰ ταξικὰ ὅρια καὶ ἀπέβη οὗτος ὄργανον ἐξυπηρετήσεως τῶν γενικωτέρων σκοπῶν τοῦ Ἔθνους. Διὰ τοῦτο τὸ θέμα τοῦ Συνδικαλισμοῦ ἔπρεπε νὰ κρατηθῇ μακρὰν τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν κομμάτων, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ὁ Ἑλληνικὸς Συνδικαλισμός, ἀπηλλαγμένος παντὸς κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ καὶ πάσης κομματικῆς ἐπιρροῆς, νὰ ἐπιδοθῇ ἀπερίσπαστος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς του. Ἀντὶ τούτου ὅμως, τὸ θέμα τῆς εἰσφορᾶς καὶ τοῦ Συνδικαλισμοῦ γενικώτερον κατέστη ἀντικείμενον τῆς ἐμπαθεστέρας κομματικῆς διαμάχης καὶ τῆς πλέον ἀχαλινώτου δημαγωγίας. Ἄν καὶ θὰ ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ θέμα τῆς εἰσφορᾶς ἐξηντλήθη καὶ ἡ Βουλὴ διεφωτίσθη ἐπαρκῶς κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως παραπομπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας ἐν τούτοις δὲν εἶναι περιττὸν νὰ ὑπομνησθοῦν ὡρισμένα πράγματα. Ἡ ἐν προκειμένῳ πολεμικὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατευθύνεται κατὰ δύο στόχων. Πρῶτον, κατὰ τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ εἰδικώτερον κατὰ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως αὐτῆς κ. Φ. Μακρῆ. Δεύτερον, κατὰ τῆς μορφῆς τῆς εἰσφορᾶς. Δηλαδὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀναγνωρίζει ἀφ’ ἑνὸς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. ὡς γνήσιον ἐκπρόσωπον τῆς ὠργανωμένης ἐργατικῆς τάξεως, ἀφ’ ἑτέρου δέ, δὲν θεωρεῖ τὴν εἰσφορὰν ὡς προαιρετικὴν καὶ διὰ τοῦτο τὴν μάχεται. Ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως καὶ εἰς τὴν χώραν μας ἑνὸς γνησίως δημοκρατικοῦ συνδικαλιστικοῦ κινήματος παρ’ οὐδενὸς ἀμφισβητεῖται. Ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς καλόπιστος συζητητὴς ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ μόνη πραγματικότης σήμερα εἰς τὸν συνδικαλιστικὸν τομέα εἶναι ἡ Γ.Σ.Ε.Ε. Ὅσαι ἀπόπειραι ἔγιναν εἰς τὸν τομέα αὐτόν, ἐνισχυθεῖσαι μάλιστα ποικιλοτρόπως, ἐν συνδυασμῷ μὲ παράλληλον ὑπονόμευσιν τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. δὲν κατώρθωσαν νὰ προσλάβουν σοβαρὰν ὑπόστασιν καὶ νὰ ἀνταγωνισθοῦν τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. Δὲν διαφεύγει τὴν ἀντίληψίν μου, κύριοι, ὅτι μία ἐπιτηδεία προπαγάνδα τῆς Ἀριστερᾶς, ἐπικουρουμένη ἀφελῶς καὶ ὑπὸ ἀνθρώπων ὑποστάντων ἄμβλυνσιν τοῦ αἰσθήματος τῆς εὐθύνης των ἔναντι τοῦ τόπου, ἐπέτυχε νὰ δημιουργήσῃ κάποιαν σύγχυσιν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου καὶ νὰ καλλιεργήσῃ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ Γ.Σ.Ε.Ε. ὀφείλει τὴν ἐπιβίωσίν της εἰς τὴν κρατικὴν συντήρησιν. Τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀποτελεῖ κοινὸν πλέον μυστικὸν ὅτι ὁ Γεν. Γραμματεὺς τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. κ. Φ. Μακρῆς ἐπέσυρε ἐναντίον του κατὰ τὴν τελευταίαν 10ετίαν τὴν ἀπροκάλυπτον ἐχθρότητα πλειόνων τοῦ ἑνὸς Ὑπουργῶν Ἐργασίας, οἱ ὁποῖοι εἶχον τάξει ὡς σκοπόν των τὴν ἀνατροπήν του. Ἐν τούτοις, κατώρθωσε νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν δοκιμασίαν καθ’ ἥν στιγμὴν μάλιστα ἐβάλλετο ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν διὰ συνδεδυασμένων πυρῶν.
§29Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ὅταν συνέρχωνται τὰ Σωματεῖα πρὸς ἐκλογὴν τῶν Διοικήσεών των πλεῖστοι Ἀστυνομικοὶ εἶναι μέσα.
§30Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. Αἱ Συνελεύσεις τῶν Σωματείων γίνονται ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἐπέτυχε, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀντιστῇ ὁ κ. Μακρῆς εἰς αὐτὴν τὴν δοκιμασίαν, χάρις εἰς τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἀντλεῖ ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου διεξάγεται μία κακόπιστος πολεμικὴ κατὰ τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. μὲ τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι δὲν ἐκδηλοῦται ἐλευθέρως ἡ ἐργατικὴ θέλησις, ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ κ. Μακρῆς διαγράφει πάντα ἀντιφρονοῦντα. Διότι πρῶτον, ἡ ἐργατικὴ θέλησις ἐκδηλοῦται δι’ ἐκλογῶν κατὰ δημοκρατικὴν διαδικασίαν κινουμένην ἐντὸς προκαθωρισμένου ὑπὸ τοῦ καταστατικοῦ δημοκρατικοῦ σχήματος, ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις τοῦ νόμου καὶ τὴν ἐποπτείαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Δεύτερον, οὐδεμία διαγραφὴ ἔλαβε χώραν Σωματείου κινουμένου ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ νόμου καὶ τῶν καταστατικῶν. Ἀπόδειξις τούτου, εἶναι ὅτι ὑπάρχουν σήμερα ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. ἰσχυρὰ σωματεῖα, τὰ ὁποῖα ἀντιπολιτεύονται τὸν κ. Μακρῆν καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐπιβεβαιοῖ τὴν δημοκρατικήν τους λειτουργίαν. Ὑπῆρξαν βεβαίως περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ὡρισμένα σωματεῖα διεγράφησαν τῆς δυνάμεως τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. Ἀλλὰ τοῦτο συνέβη μόνον εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας κατὰ τὰς ὁποίας τὰ διαγραφέντα σωματεῖα παρεξέκλιναν τοῦ σκοποῦ των καὶ ἐπεδόθησαν εἰς ἔργα ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ των καὶ συγκεκριμένως εἰς πολιτικὴν καὶ ἀνατρεπτικὴν δρᾶσιν. Χαρακτηριστικὴ ἐν προκειμένῳ εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 14362)62 ἀπόφασις τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν ἐκδοθεῖσα ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ σωματείου τῆς Ἑνώσεως Λογιστῶν Πρωτευούσης, κατὰ τοῦ ἐργατοϋπαλληλικοῦ κέντρου Ἀθηνῶν καὶ κατὰ τῆς ἀποφάσεως διαγραφῆς του. Ἡ εἰρημένη προεδρικὴ ἀπόφασις δέχεται ὅτι, ἡ προσφεύγουσα ὀργάνωσις ἀνέπτυξεν ἀντικαταστατικὴν καὶ ἀντισυνδικαλιστικὴν δρᾶσιν διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς πολιτικὰς ἐπιδιώξεις τῆς Ε.Δ.Α., ἀπασχολήσεως μὲ τὰ σκλαβοπάζαρα, τὸν Κάστρο, τοὺς πυραύλους, τὸν Γλέζον, τοὺς ἐξορίστους κομμουνιστάς, τοὺς πολεμοκαπήλους κ.λ.π. Κατὰ ταῦτα ἡ διαγραφὴ ἑνὸς σωματείου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τοῦ Μακρῆ, ἀλλὰ ὑπόκειται εἰς ὡρισμένην διαδικασίαν ἐκ τοῦ νόμου διαγραφομένην καὶ δικαστικῶς ἐλεγχομένην. Κύριοι συνάδελφοι, ὡμίλησα ἐν ἀρχῇ τῆς εἰσηγήσεώς μου περὶ τῆς ἀντιφατικῆς πολιτικῆς τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος. Πράγματι, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν κορμὸν τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπῆρξε τὸ πρῶτον κόμμα, ποὺ ἀνεγνώρισε τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. διὰ τοῦ Ν. 1846)51 περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, ὡς τὴν μᾶλλον ἀντιπροσωπευτικὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐργατικῆς τάξεως, τοῦθ’ ὅπερ καὶ δι’ ἄλλων πολλῶν ἐκδηλώσεων καὶ πράξεων ἐπεβεβαίωσε. Καὶ ἀργότερον, ἐν ἔτει 1955, μετέσχεν ἀνεπιφυλάκτως τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Ν. 3239, τὸ ὁποῖον ρητῶς ὁρίζει ὅτι ἡ συνομολόγησις τῆς ἐργατικῆς εἰσφορᾶς γίνεται διὰ τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ ὑπὲρ τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. Καὶ μεταγενεστέρως ὅταν περιεβλήθη τὴν ἐπωνυμίαν τῆς Φ.Δ.Ε. προέβη διὰ τῶν θεωρητικῶν ἀπολογητῶν τῆς ἐργατικῆς πολιτικῆς του εἰς προγραμματικὰς διακηρύξεις ἐπὶ τοῦ συνδικαλιστικοῦ θέματος, ἐπικυρούσης πλήρως τὰς ἀνωτέρω ἀπόψεις, αἵτινες ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὸ φερόμενον ὡς ὄργανον τοῦ κόμματος πολιτικὸν περιοδικὸν «Ἡ ἐτυμηγορία τοῦ λαοῦ» τῆς 1.12.52. Ἰδοὺ μερικαὶ ἐνδιαφέρουσαι περικοπαί: «Σὲ καμμιὰ περίπτωσι δὲν δικαιολογεῖται ἐπέμβασις τῶν κομμάτων στὸν συνδικαλισμόν. Ὁ συνδικαλισμὸς ποὺ ἀνήκει σὲ κόμματα παύει νὰ εἶναι συνδικαλισμὸς καὶ πρέπει νὰ θεωρῆται δὲ μία ἐπιτήδεια προσπάθεια ὑποταγῆς τῶν ζητημάτων ποὺ ἀπασχολοῦν εἰς συνδικαλιστικὰ ὠργανωμένους εἰς τὰς ἀπόψεις καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ κόμματος». Καὶ περαιτέρω: «Τὸ κόμμα πρέπει νὰ ὀργανώσῃ δικές του συνδικαλιστικὲς ὀργανώσεις; Ἡ ἀπάντησις εἶναι κατηγορηματικὰ ἀρνητική». Καὶ συνεχίζει: «Τὸ κόμμα μας πρέπει νὰ ἀγκαλιάσῃ ἀνεπιφύλακτα τὴν ὠργανωμένην Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ νὰ περιβάλῃ μὲ πλῆρες ἐνδιαφέρον τὴν ἀποστολήν της ποὺ ἔχει ἄμεση σχέσιν μὲ τὴν διατήρησιν τῶν θεμελίων τοῦ καθεστῶτος». Αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, ἐπίστευεν ἄλλοτε καὶ διεκήρυσσεν ἡ σημερινὴ μείζων Ἀντιπολίτευσις, τὰ ὁποῖα συμπίπτουν ἀπολύτως μὲ τὰς ὑγιεῖς συνδικαλιστικὰς ἀρχὰς καὶ μὲ τὴν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐκδηλουμένην ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ μεγάλα ἐθνικὰ κόμματα τῆς χώρας ἀνεγνώριζαν τὰς σημαντικὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσέφερεν ἡ σημερινὴ ἡγεσία τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν καὶ εἰς τὴν χώραν γενικώτερον ἀνεξαρτήτως ὅτι μία μακρὰ δρᾶσις, ὅπως κάθε δρᾶσις, δίδει λαβὴν καὶ εἰς ἐπικρίσεις. Πάντως, δὲν δύναται νὰ παραγνωρισθῇ ὅτι ἡ σημερινὴ ἡγεσία τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. ἔσωσε τὰ ἐργατικὰ συνδικᾶτα ἀπὸ τὴν ἅλωσιν αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ Κ.Κ.Ε., ὅτι ἀνήγαγε τὸ συνδικαλιστικὸν κίνημα εἰς ἐπίπεδον περιωπῆς μὲ διεθνῆ ἀναγνώρισιν, ὅτι εἰς ὥρας κρισίμους διὰ τὸν τόπον συνέβαλε σημαντικῶς εἰς τὴν διεθνῆ προβολὴν τῆς δημοκρατικότητος τῆς χώρας καὶ ὅτι πρωτηγωνίστησεν εἰς ὅλας τὰς μεταπολεμικὰς κατακτήσεις τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐνδιαφέρουν τόσον τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ὅσον ἐνδιαφέρουν οἱ θεσμοί, οἱ ὁποῖοι μένουν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς πρέπει νὰ διακηρυχθῇ, ὅτι πέραν καὶ ὑπεράνω τοῦ Μακρῆ, ἡ Γ.Σ.Ε.Ε., ἐφ’ ὅσον μάλιστα δὲν ἔπαυσε νὰ ὑφίσταται τὰς συνεχεῖς ἐφόδους τοῦ κομμουνισμοῦ διὰ τὴν ἅλωσίν της, εἶναι ἀναμφισβητήτως μία σημαντικὴ δημοκρατικὴ ἔπαλξις καὶ ἐθνικὸν προπύργιον. Καὶ κάθε διάβρωσις αὐτῆς ἀποτελεῖ ὑπονόμευσιν τῶν θεμελίων τοῦ καθεστῶτος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μορφὴν τῆς εἰσφορᾶς, πρέπει νὰ διακηρυχθῇ, ὅτι παρὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ εἰσφορὰ δὲν εἶναι ὑποχρεωτική. Τὸ θέμα τῆς εἰσφορᾶς ἔχει μακρὰν ἱστορίαν ἐξικνουμένην μέχρι τῆς προπολεμικῆς ἐποχῆς. Δὲν θὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλ’ ἐν πάσῃ συντομίᾳ θὰ ἀναφέρω τὰ ὅσα ἔλαβον χώραν μεταπολεμικῶς. Καὶ ὀφείλω νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι κόμματα, ὡς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ Ὑπουργοὶ φιλελευθέρας προελεύσεως, ὡς ὁ ἀείμνηστος Γ. Σίδερης, ἄλλοι ἐπίσης ἀφιερώσαντες τὴν ζωήν των εἰς ἀγῶνας ὑπὲρ τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ὡς ὁ κ. Α. Ζάκκας, ἐπέβαλον μεταπολεμικῶς δι’ ἀποφάσεών των εἰσφορὰν ὑπὲρ τῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων ὑπὸ μορφὴν καθαρῶς ὑποχρεωτικήν, χωρὶς τὸ δικαίωμα τῶν μισθωτῶν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν καταβολὴν αὐτῆς. Ἀργότερον, διὰ τῶν νόμων 3084)54 καὶ 3239)1955 ἐπετράπη ἡ συνομολόγησις τῆς εἰσφορᾶς εἰς συλλογικὴν σύμβασιν ὑπὲρ τῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι περιορίζουν τὸ δικαίωμα τοῦ μισθωτοῦ, ὅπως ἀρνηθῇ τὴν εἰσφοράν. Σήμερα, ὁ οἱοσδήποτε μισθωτὸς καὶ ὁ μὴ ὢν ἀκόμη μέλος τοῦ σωματείου, δύναται νὰ ὑποβάλῃ ἀρνητικὴν δήλωσιν, δικαίωμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ὑπὸ τοῦ καθεστῶτος τοῦ Ν. 3239, ὅστις ἔτυχε τῆς γενικῆς ἐπιδοκιμασίας, ὅταν ἐψηφίσθη.
§31Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε συνάδελφε, οὐδαμοῦ τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρει περὶ εἰσφορᾶς.
§32Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ μάχη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διεξήχθη κυρίως ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς εἰσφορᾶς, ἡ ὁποία συνδέεται ἐμμέσως μὲ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου.
§33Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. εἰσηγητὴς ὡμίλησε καὶ περὶ Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον σκοπὸν τὴν ἐξόντωσιν τοῦ κ. Μακρῆ. Παρακαλῶ τὸν κ. εἰσηγητήν, ὅπως δώσῃ ἐξηγήσεις.
§34Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. Κύριε Δημητρᾶτο, δὲν θεωρεῖσθε σεῖς ὡς ἐπιδείξας ἐχθρότητα κατὰ τοῦ Μακρῆ, ἀλλὰ ἠννόουν ὡρισμένας ὑπουργικὰς ἀποφάσεις καὶ πράξεις τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Κύριοι βουλευταί, δὲν νομίζω, ὅτι χρειάζεται νὰ ἐπιμείνω περισσότερον ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς εἰσφορᾶς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διεξήχθη πρὸ τῶν διακοπῶν μακρὰ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ ἀγόρευσις ἰδίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας ὑπῆρξε τόσον διαφωτιστική, ὥστε νὰ μὴ καταλείπῃ κενόν. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ τονίσω, ὅτι διὰ τῆς εἰσφορᾶς καταργεῖται ὁ ἀσκούμενος μέχρι τοῦδε κρατικὸς παρεμβατισμὸς εἰς τὰ ἐργατικὰ συνδικάτα διὰ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας, ἀποκτᾷ τὸ συνδικαλιστικὸν κίνημα, τὴν οἰκονομικήν του αὐτονομίαν καὶ ἀποκαθίσταται ὁ Ἑλληνικὸς συνδικαλισμὸς εἰς τὰ φυσικά του δικαιώματα. Ἐπίμαχον, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου προβλέπεται ἡ διαδικασία τῆς ἀναδείξεως τῶν διοικήσεων τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν καὶ τῆς τροποποιήσεως τῶν καταστατικῶν διατάξεων αὐτῶν. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὀφείλω ἐξ ἀρχῆς νὰ τονίσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐργασίας ἀποξενοῦται τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν τῶν διοικήσεων τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν. Βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας δὲν εἶναι ἀναγκαία δι’ ὡρισμένα ταμεῖα ἡ ὑπόδειξις τῶν διοριστέων μελῶν τῆς διοικήσεως τῶν ἀσφαλιστικῶν ταμείων ἐκ μέρους τῶν ἐργαζομένων, καὶ εἰς τὰς πλείστας τῶν περιπτώσεων, ἡ ὑπόδειξις τῶν ἀσφαλιζομένων δὲν εἶναι δεσμευτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργὸν Ἐργασίας. Συγκεκριμένως μάλιστα, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα τῶν Τραπεζῶν, μεταξὺ τῶν ἠσφαλισμένων τῶν ὁποίων τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου ἐπροκάλεσε ἰδιαιτέραν συγκίνησιν, ὁ Ὑπουργὸς Ἐργασίας ἦτο ἀδέσμευτος βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας εἰς τὴν ἐπιλογὴν τῶν διοριστέων προσώπων εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ταμείων τούτων. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 27 ὁ Ὑπουργὸς Ἐργασίας ἀποξενοῦται τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, καὶ ὑπόκειται εἰς τὴν δέσμευσιν νὰ ἐπιλέξῃ ἐκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον ἀριθμὸν ἠσφαλισμένων ὑποβαλλομένου διὰ τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. Γενικῶς ἐπὶ 80 ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν ἡ γνώμη τῶν ἠσφαλισμένων ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας μόνον διὰ 10 ἐξ αὐτῶν. Ἤδη, ὁ διορισμὸς θὰ γίνεται ἐκ πίνακος ὑποβαλλομένου διὰ τῆς Γ.Σ.Ε.Ε.
§35Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἡ ἐκπροσώπησις τῶν τραπεζιτικῶν εἰς τὰ ἀσφαλιστικά των ταμεῖα ἔπρεπε νὰ εἶναι δικαιοτέρα. Τὸ ἄρθρον 27 θίγει τὸν τραπεζιτικὸν κόσμον.
§36Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου κρίνω καὶ ἐγώ, ὅτι ἐπιβάλλονται ὡρισμέναι ἀποσαφηνίσεις καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάδειξιν τῶν διοικήσεων τῶν ἀσφαλιστικῶν ταμείων καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν τῶν καταστατικῶν διατάξεων αὐτῶν, ἵνα διασκεδασθοῦν αἱ ἐν προκειμένῳ ἀνησυχίαι τῶν ἠσφαλισμένων. Ἐπιφυλάσσομαι δέ, ὅπως κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἐκθέσω κατὰ τρόπον περισσότερον συγκεκριμένον τὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀπόψεις μου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 29, κ. συνάδελφοι, τοῦ ὁποίου εἰσηγοῦμαι τὴν ἀνεπιφύλακτον ἀποδοχήν, ἀποδίδεται δικαιοσύνη καὶ ἱκανοποιεῖται παλαιὸν καὶ εὔλογον αἴτημα τοῦ ἐπαγγελματικοῦ καὶ βιοτεχνικοῦ κόσμου, ὅστις ἀποτελεῖ ἕνα τῶν σημαντικωτέρων παραγόντων τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ ἕνα τῶν κυρίων στηλοβατῶν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Συγκεκριμένως, καθιεροῦται πόρος ὑπὲρ τοῦ Τ.Ε.Β.Ε. συνιστάμενος εἰς τέλος ἐπὶ τῶν ἐκδιδομένων ἐν Ἑλλάδι συναλλαγματικῶν καὶ γραμματίων εἰς διαταγήν, ἐξ ἑνὸς ἐπὶ τοῖς χιλίοις ἐπὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἐξασφαλίζεται ἡ ἐπιβίωσις τοῦ Τ.Ε.Β.Ε., τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ στήριγμα τῆς ἐπαγγελματικῆς καὶ βιοτεχνικῆς τάξεως τῆς χώρας. Καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ἐπιλύουν σοβαρὰ ἐπὶ μέρους θέματα, ποὺ ἀφοροῦν ὡρισμένας κατηγορίας μισθωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἀναμένουν τὴν λύσιν αὐτῶν. Περαίνων τὴν εἰσήγησίν μου, κ. συνάδελφοι, ἐκφράζω τὴν ἐλπίδα, ὅτι λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις θὰ διεξαχθῇ ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν κατὰ τρόπον ἐποικοδομητικόν, ὥστε ταχέως τοῦτο νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους πρὸς ὄφελος τῶν Ἑλλήνων ἐργαζομένων. (Χειροκροτήματα).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Κεφαλογιάννης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§38Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Γραμμ.). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ὡς διωρθώθησαν κατόπιν παρατηρήσεων τοῦ κ. Θ. Καψάλη. Ὁ κ. Μ. Στεφανίδης, ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ἔχει τὸν λόγον.
§40Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶχον τὴν τιμήν, ὡς εἰδικὸς ἀγορητὴς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὁμιλῶν τὴν 3ην Νοεμβρίου 1962 ἐνώπιον τῆς Εἰδικῆς Νομοθετικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ εἰς αὐτὴν ὑποβληθέντος ἀρχικοῦ σχεδίου Νομοθετικοῦ Διατάγματος, συναφοῦς πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν, χαρακτηριζόμενον ὡς «ἐργατικὸν» νομοσχέδιον, νὰ προσδιορίσω σαφῶς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ αὖθις λαμβάνει ἔναντι αὐτοῦ ἡ ἰδική μας παράταξις. Ἐδηλώσαμεν τότε, ὅτι εἴμεθα ἀπολύτως ἀντίθετοι πρὸς τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδιωχθεῖσαν νομοθετικὴν ρύθμισιν δύο κρισίμων θεμάτων ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὸν θεσμὸν τῶν συλλογικῶν συμβάσεων ἐργασίας καὶ εἰς τὴν προστασίαν καὶ κατοχύρωσιν τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν. Ἡ δοθεῖσα τότε ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἐπέτυχε νὰ κλονίσῃ τοὺς θεμελιώδεις καὶ βασικοὺς ἰσχυρισμούς μας. Εἶναι ἀληθὲς καὶ εὐρύτατα ἤδη γνωστόν, ὅτι κατὰ τὰς δύο τελευταίας συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐπεχείρησεν ἡ Κυβέρνησις βάσει σχεδίου τὴν τρίτην μεταμεσονύκτιον ὥραν, ἔπειτα ἀπὸ ἐννεάωρον περίπου καταπόνησιν τοῦ Σώματος ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἐκλογικοῦ νομοθετήματος, νὰ ἐπιτύχῃ αἰφνιδιαστικῶς καὶ ἐξ ἀπίνης συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ κατ’ εὐφημισμὸν χαρακτηρισθέντος «φιλεργατικοῦ» νομοσχεδίου, χάρις εἰς τὴν κατόπιν σκληρᾶς προσπαθείας ἐπιτευχθεῖσαν παρουσίαν κυβερνητικῶν βουλευτῶν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις σύσσωμος ἀντετάχθη τότε μετὰ σφοδρότητος εἰς τὰς νέας αὐτὰς μεθόδους, ποὺ εἰσήγαγε τὸν τελευταῖον καιρὸν εἰς τὴν χώραν τὸ κομματικὸν καθεστὼς τῆς Ε.Ρ.Ε., ἠξίωσε, καὶ εὐλόγως, νὰ ἀποσυρθῇ τοῦτο καὶ λόγῳ ἐλλείψεως τοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προϋποτιθεμένου στοιχείου τοῦ κατεπείγοντος, πρὸς τὸν σκοπὸν ἀνέτου καὶ ἐμπεριστατωμένης συζητήσεώς του ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας καὶ τελικῶς ἐπέτυχε νὰ δοθῇ ἡ ὀρθὴ αὐτὴ λύσις. Εἰς δύο μόνον σημεῖα τῆς μικρᾶς αὐτῆς προϊστορίας τοῦ θέματος, ὀφείλω νὰ ἀναφερθῶ διὰ νὰ καταδείξω τὴν προχειρότητα καὶ ἔλλειψιν σοβαρότητος, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἀντιμετώπισε. Πρῶτον, εἰς τὸ ἀρχικὸν σχέδιον Ν.Δ., περιέχον 23 ἄρθρα, ἐπεδιώχθη κατὰ τρόπον πρόχειρον καὶ ἀσυνάρτητον ἡ τροποποίησις σποραδικῶς διατάξεών τινων τῆς ἰσχυούσης ἐργατικῆς νομοθεσίας μας περὶ συλλογικῶν συμβάσεων ἐργασίας, περὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων, περὶ χρονικῶν ὁρίων ἐργασίας, περὶ ὀργανισμῶν κοινωνικῆς πολιτικῆς, περὶ δώρων τῶν ἑορτῶν κλπ. καὶ ἡ κύρωσις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 88)1961 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ συγκεντρώσεως τοῦ σίτου ἐσοδείας 1960–1961. Ἡ προχειρότης καὶ ἀσυναρτησία αὐτή, πέραν τῆς φύρδην μίγδην θέσεως καὶ διασπορᾶς τῶν οἰκείων διατάξεων, ἄνευ ὀργανικῆς ἑνότητος, καταδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ προσθέτου γεγονότος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, καίτοι ἐχαρακτήρισε τὸ σχέδιον ἐκεῖνο ὡς ἀναφερόμενον εἰς ἐξόχως σοβαρὰ θέματα ἐνδιαφέροντα τὴν ἐργατοϋπαλληλικὴν τάξιν, ἔκαμε τὴν εἰσήγησίν του ἐντὸς ἐλαχίστων λεπτῶν, ζητήσας ἅμα τὸν τερματισμὸν τῆς συζητήσεως εἰς μίαν καὶ μόνην συνεδρίασιν καὶ ταυτοχρόνως κατέθεσεν ὁ ἴδιος παραχρῆμα 15 μακρὰς τροπολογίας διὰ διάφορα ἄλλα αὐτοτελῆ κρίσιμα θέματα, προδήλως ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, βάσει τοῦ ἰδίου σχεδίου, ὡς κατεδείχθη βραδύτερον, ὅτε εἰς τὸ νέον ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅλας αὐτὰς τὰς τροπολογίας τὰς ἐνεσωμάτωσεν ἐπαυξήσας τὰ ἄρθρα του ἀπὸ 23 εἰς 43. Δεύτερον, ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐργασίας κατηγόρησεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως γενικῶς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι αὕτη ἀντετάχθη ἐπιμόνως εἰς τὴν ἐσπευσμένην συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου Ν.Δ. ἐκ καθαρᾶς κωλυσιεργίας καὶ στείρας ἀντιπολιτευτικῆς διαθέσεως καὶ πρὸ παντός, ὅτι ὡρμήθη ἐξ ἐμπαθείας κατὰ τῆς ἡγεσίας τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος, ὑπονοῶν προφανῶς, τὴν αἰφνιδίαν μεταστροφήν της ἀπὸ φανατικῆς πολεμίας εἰς ἐνθουσιώδη φίλην καὶ ὑποστηρίκτριαν τῆς Ε.Ρ.Ε. Τὴν ἰδίαν κατηγορίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐργασίας ἐπανέλαβε καὶ ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς Ἐργασίας κατὰ τὴν ἐπὶ 7 πολυώρους συνεδριάσεις της διαρκέσασαν συζήτησιν καὶ ἐπεξεργασίαν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἡ Ἕνωσις Κέντρου καὶ τὴν ἀρχικὴν καὶ τὴν τελευταίαν ἄδικον καὶ ἀσύστατον κατηγορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, περιαχθέντος εἰς κατάστασιν ἀσυνήθους ἐκνευρισμοῦ, ἀποκρούει μὲ ἀγανάκτησιν, καθ’ ὃ συνιστῶσαν δεινὴν ὕβριν ἀπαράδεκτον δι’ αὐτήν. Ἡ Ἕνωσις Κέντρου, ἔχουσα πλήρη συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν της, οὐδέποτε ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς ὑπηρέτησε ταπεινὰ πάθη, ἀλλ’ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ὑπηρέτησε μὲ ἀκλόνητον πίστιν πρὸς τὰς ἰδέας της καὶ τὰς προγραμματικὰς ἐπιδιώξεις της, τὴν ἠθικὴν καὶ δικαίαν ἐκείνην πολιτικὴν γραμμήν, ποὺ ἔκρινεν ἑκάστοτε περισσότερον ἐναρμονιζομένην πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ μας. Καὶ εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, κατόπιν ἐπισταμένης μελέτης του, ἡ Ἕνωσις Κέντρου ἐπετέλεσεν εἰς ἀκέραιον τὸ καθῆκον της καὶ ἐπεσήμανεν, ὅπως καὶ σήμερον ἐπισημαίνει, ἔχουσα μάλιστα τὴν σύμφωνον γνώμην καὶ συμπαράστασιν τοῦ ἐργατοϋπαλληλικοῦ κόσμου τῆς χώρας, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ σχεδίου νόμου ἀντικατοπτρίζοντος τὴν ἀσκουμένην ἀπὸ ἑπταετίας ἀντεργατικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Ρ.Ε., καθιεροῦται ἕνα πολυμήχανον καὶ πολυδαίδαλον σύστημα συνάψεως τῶν συλλογικῶν συμβάσεων ἐργασίας καὶ ἐπιλύσεως δι’ ὑποχρεωτικῆς διαιτησίας τῶν ἐργατικῶν διαφορῶν, ὅτι συνεχίζεται ἡ ὀλεθρία τακτικὴ ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους καὶ τοῦ μετ’ αὐτοῦ ταυτισθέντος πλέον κυβερνῶντος κόμματος τῆς Ε.Ρ.Ε., εἰς τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις καὶ τοὺς ποικιλωνύμους Ὀργανισμοὺς κυρίας καὶ ἐπικουρικῆς ἀσφαλίσεως καὶ ὅτι γενικώτερον χαλκεύονται νέα δεσμὰ εἰς βάρος ἑκατοντάδων χιλιάδων ἀναξιοπαθούντων ὑπὸ τὸ καταθλιπτικὸν καθεστὼς τῆς δεξιᾶς ἐργατοϋπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος. Ὡς προεῖπον, ἡ Κυβέρνησις, ἀποτυχούσης τῆς προσπαθείας της νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ ἐν τάχει τὸ σχέδιον ἐκεῖνο Ν.Δ., τὸ ἀπέσυρε τελικῶς καὶ τὸ κατέθεσεν ἐν συνεχείᾳ πρὸ τῶν ἑορτῶν εἰς τὴν Βουλήν, καλουμένην ἤδη νὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως τὸ ἐπεξεργάσθη καὶ κατὰ πλειοψηφίαν τὸ ἐψήφισεν ἡ ἁρμοδία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ Ἐργασίας. Εἰς τὸ νέον νομοσχέδιον ἐκτὸς τῶν πανομοιοτύπως σχεδὸν περιληφθέντων 23 ἄρθρων τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου, τῶν ἀναφερομένων κυρίως εἰς τὰς συλλογικὰς συμβάσεις ἐργασίας, τὰ ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα καὶ τὰ χρονικὰ ὅρια ἐργασίας, προσετέθησαν καὶ 20 νέα ἄρθρα, ἀφορῶντα ἕτερα σοβαρὰ θέματα, ἀπαρτίσαντα 5 αὐτοτελῆ κεφάλαια, ὡς τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας καὶ κατοικίας, τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως καὶ λειτουργίας τῶν πάσης φύσεως ὀργανισμῶν κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως ἢ πολιτικῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, τῶν καθυστερουμένων εἰσφορῶν πρὸς τοὺς ἰδίους Ὀργανισμούς, τῆς ἀσφαλίσεως καὶ ἀναγνωρίσεως ἡμερομισθίων τῶν μεταλλωρύχων κ.ο.κ. Χαρακτηριστικὸν τῆς σπουδῆς καὶ προχειρότητος ποὺ ἐπεδείχθη καὶ πάλιν κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν τοῦ νέου νομοσχεδίου, πέραν τῆς προαναφερθείσης φύρδην μίγδην διασπορᾶς τῶν ἀσυνδέτων διατάξεων, ποὺ ἔδει νὰ ἀποτελέσουν μετὰ προσήκουσαν συμπλήρωσιν καὶ ὁλοκλήρωσιν αὐτοτελῆ νομοσχέδια, τιθέμενα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι δὲν περιέχονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁλόκληροι αἱ κυρούμεναι 31 πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, χρονολογούμεναι ἀπὸ τοῦ 1946 μέχρι τοῦ 1962 ἔτους, ἀλλὰ ἁπλῶς μνημονεύονται μὲ τὴν περίληψιν τοῦ τίτλου των καὶ τὸν ἀριθμὸν τεύχους τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ποὺ εἶναι συνταγματικῶς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀπαράδεκτον καὶ ἀνεπίτρεπτον, ὅτι ὡσαύτως δὲν περιελήφθησαν εἰς τὸ νομοσχέδιον ἅμα τῇ καταθέσει του κατὰ συνταγματικὴν ἐπιταγὴν ὅλαι αἱ τροποποιούμεναι καὶ καταργούμεναι διατάξεις ἰσχυόντων νόμων καὶ ὁλόκληρος διὰ τὰ 43 ἄρθρα αὐτοῦ ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Αὕτη ἀναφερομένη μόνον εἰς 32 ἄρθρα, συνεπληρώθη ἐκ τῶν ὑστέρων διὰ τὰ ὑπόλοιπα 11 ἄρθρα διὰ νεωτέρας ἐκθέσεώς του, τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη εἰς αὐτὸ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον ὡς κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπιπροσθέτως, ἀνεγράφη εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἔθνος», καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐξετυπώθη ἐντὸς διημέρου δὶς μὲ τελείως διάφορον περιεχόμενον. Ἤδη μάλιστα, μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν του ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς Ἐργασίας, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον περιέχει συνολικῶς 46 ἄρθρα. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὰς προεισαγωγικὰς αὐτὰς παρατηρήσεις, ποὺ δίδουν μίαν ἁδρὰν εἰκόνα τῆς προχειρότητος καὶ σπουδῆς ποὺ ἐπεδείχθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ἐπιδιώξει τῆς νομοθετικῆς ρυθμίσεως σπουδαιοτάτων προβλημάτων τοῦ ἐργατοϋπαλληλικοῦ κόσμου, ἀναφερομένων εἰς τὸν κρίσιμον καὶ βαρυσήμαντον αὐτὸν τομέα τῆς ἐθνικῆς, οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς μας ζωῆς, ὀφείλω νὰ ἐνδιατρίψω δι’ ὀλίγων εἰς τὸ καθ’ ὅλην τὴν τελευταίαν ἑπταετίαν γενικώτερον δεσπόζον καὶ κυριαρχοῦν ἀντεργατικὸν πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Ρ.Ε., ποὺ ἔχει ὁδηγήσει εἰς δραματικὴν ἐξαθλίωσιν τὴν ἐργατοϋπαλληλικὴν τάξιν, στενάζουσαν ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας. Ἄλλωστε, μὲ ἐλάχιστα ἐπίσημα στοιχεῖα, θὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα ἀπάντησις εἰς τοὺς αὐθαιρέτους ἰσχυρισμοὺς καὶ τὰς πομπώδεις καυχησιολογίας τῆς Κυβερνήσεως, ποὺ περιέχονται εἰς τὰς σχετικὰς ἀνακοινώσεις της καὶ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι βουλευταί, κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι κατὰ τὴν νέαν μεταπολεμικὴν αὐτὴν περίοδον ὀξυτάτου ἀνταγωνισμοῦ ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτων κοσμοθεωριῶν, διὰ νὰ ἀποβῇ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τῆς οἱασδήποτε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καρποφόρον καὶ γόνιμον καὶ διὰ νὰ ἀποτραποῦν σοβαρώτατοι κοινωνικοὶ κίνδυνοι ἀπειλοῦντες τὸ Ἔθνος, ἔπρεπε κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα νὰ ἀντιμετωπισθοῦν καὶ νὰ λυθοῦν τὰ μεγάλα προβλήματα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ζωὴν καὶ τὸ μέλλον τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν ἀγροτῶν μας, ποὺ συνθέτουν τὸ μέγιστον τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἀποτελοῦν τὴν ἀνεξάντλητον πηγὴν ὅλων τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Εἰδικώτερον ὅμως, ἡ ἐξύψωσις τοῦ βιοτικοῦ καὶ πνευματικοῦ ἐπιπέδου τῶν ἐργατοϋπαλλήλων, εἶναι πρόδηλον, αὐτονόητον, ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς μιᾶς ριζοσπαστικωτέρας καὶ προοδευτικωτέρας κοινωνικῆς πολιτικῆς, ποὺ θὰ ἐξησφάλιζε τὰ στοιχειώδη μέσα ὑποφερτῆς διαβιώσεως καὶ ἐκπολιτιστικῆς πρὸς τὰ ἄνω πορείας τῶν καταδυναστευομένων πτωχῶν λαϊκῶν τάξεων. Ἐκ παραλλήλου, ὅμως, εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως τὸ γεγονός, ὅτι ὑπάρχει ἀποδεδειγμένως μία οἰκονομικὴ ὀλιγαρχία εἰς τὴν χώραν μας ἀδίστακτος καὶ στυγνή, καταδυναστεύουσα χιλιάδας ἐργαζομένων εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὴν ὕπαιθρον, ἐξαπολύουσα παντοῦ τοὺς πλοκάμους της, διαιωνίζουσα τὴν ἀνίερον ἐκμετάλλευσιν τῶν ἀσθενεστέρων κοινωνικῶν τάξεων καὶ θέτουσα δι’ ὅλων τῶν εἰς τὴν διάθεσίν της μέσων ἀνασχετικὸν φραγμὸν εἰς τὴν κοινωνικὴν πρόοδον καὶ δικαιοσύνην. Ὁ ἐργατοϋπαλληλικὸς κόσμος τῆς χώρας, ὁ ἄξιος πάσης ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἀρωγῆς, ποὺ προσέφερεν εἰς κρισίμους καιροὺς πολυτίμους ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Πατρίδα, ὑποφέρει δεινῶς κατὰ τὴν τελευταίαν ἰδίᾳ δεκαετίαν, λόγῳ τῆς ἀνεπαρκοῦς ἀντιπαροχῆς τοῦ σκληροῦ μόχθου του καὶ τῆς φοβερᾶς ἀνεργίας, ποὺ ἔλαβεν ἐπ’ ἐσχάτων ἰδίᾳ ἀνησυχητικὰς διαστάσεις. Ἰδοὺ διατί: 1ον. Εἰς τὸ μέγα κρίσιμον θέμα τῆς ἀμοιβῆς τῆς ἐργασίας, ὁ κόσμος αὐτὸς ἔχει δεινοπαθήσει. Οἱ Ἕλληνες ἐργατοτεχνῖται καὶ ἰδιωτικοὶ ὑπάλληλοι κυριολεκτικῶς λιμοκτονοῦν καὶ ἔχουν περιαχθῆ εἰς τραγικὴν θέσιν καὶ οἰκονομικὴν ἐξαθλίωσιν καὶ ἀπόγνωσιν λόγῳ τῆς ἀσκηθείσης κυβερνητικῆς πολιτικῆς καθηλώσεως τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων εἰς ἐπίπεδα πείνης. Αἱ χορηγηθεῖσαι μικραὶ αὐξήσεις δὲν ἐκάλυψαν στοιχειώδεις ἀνάγκας τῶν ἐργατικῶν οἰκογενειῶν καὶ δὲν ἐνηρμονίσθησαν πρὸς τὴν μεγάλην αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς καὶ ἰδίᾳ τῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης. Ἰσχυρίσθη, ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐργασίας, ἐνώπιον τῆς Νομοθετικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 3ης Νοεμβρίου 1962, ὅτι ἡ συμμετοχὴ τῶν ἐργατοϋπαλλήλων εἰς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ἐνῷ ἦτο τὸ 1955 δραχμαὶ 21.144.000.000, ἔφθασε τὸ 1962 εἰς 33.000.000.000 καὶ συνεπῶς ἡ αὔξησις τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ εἰς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο εἶναι κατὰ 59%. Κατ’ ἀρχὴν παρατηρῶ, ὅτι οἱ σχετικοὶ ὑπολογισμοὶ εἶναι αὐθαίρετοι, διότι εἶναι δυσχερέστατος, ἂν μὴ ἀδύνατος, ὁ ἀκριβὴς προσδιορισμὸς τῆς συμμετοχῆς ἑκάστου ἐκ τῶν τριῶν συντελεστῶν τῆς παραγωγῆς εἰς τὴν δημιουργίαν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Ἡ Ἐθνικὴ Στατιστικὴ Ὑπηρεσία δὲν ἔχει σχετικὰ στοιχεῖα. Ἂν ἀνεφέρθη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰ στοιχεῖα τῆς Διευθύνσεως Ἐθνικῶν Λογαριασμῶν Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, τὸν πληροφορῶ, ὅτι τὰ στοιχεῖα ὑπάρχουν μόνον μέχρι τοῦ 1961 καὶ ὄχι 1962 καὶ ἡ συμμετοχὴ αὐτὴ ἔχει ὑπολογισθῆ εἰς 37,6% τὸ 1955 καὶ 41,6% τὸ 1961. Λησμονεῖ, ὅμως, ἢ μᾶλλον σκοπίμως παρασιωπᾷ, ὅτι τὰ ἡμερομίσθια εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι σημαντικῶς κατώτερα ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας χώρας τῆς Κοινῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἀγορᾶς. Εἰς μίαν λίαν ἐνδιαφέρουσαν μελέτην τοῦ κ. Δ. Μυλωνᾶ, δημοσιευθεῖσαν εἰς τὰ «Νέα» τῆς 21.3.1962, ἀνεγράφη, ὅτι, συμφώνως πρὸς μελέτας συγκριτικάς, καταρτισθείσας ὑπὸ Γάλλων καὶ Ἰταλῶν εἰδικῶν, βάσει ἐπισήμων στοιχείων, αἱ ἀποδοχαὶ τῶν Ἑλλήνων ἐργατῶν εἶναι κατὰ 40% μικρότεραι διὰ τοὺς ἀνειδικεύτους ἐργάτας, 35% διὰ τοὺς εἰδικευμένους, 30% διὰ τοὺς τεχνίτας καὶ τὸ διοικητικὸν προσωπικὸν καὶ 50% διὰ τοὺς μαθητευομένους καὶ τὸ βοηθητικὸν προσωπικόν, ἔναντι τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἐργατῶν τῆς Γαλλίας, ὅτι ἡ διαφορὰ αὐτὴ εἶναι ἀκόμη μεγαλυτέρα διὰ τὴν Γερμανίαν, ὅπου τὰ ἡμερομίσθια εἶναι διπλάσια καὶ σχεδὸν τριπλάσια τῶν Ἑλλήνων ἐργατῶν, καὶ ὅτι τὸ μέσον ἡμερομίσθιον εἶναι εἰς τὴν Γερμανίαν 178 δραχ., εἰς τὸ Βέλγιον 158 δραχ., εἰς τὴν Γαλλίαν 103 δραχ., εἰς τὴν Ἰταλίαν 97 δραχ. καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα 76 δραχ. Χαρακτηριστικὸν εἶναι, ἐπίσης, τὸ γεγονός, ὅτι καὶ ὑπὸ τὸ κρατοῦν νομικὸν καθεστὼς τῶν συλλογικῶν συμβάσεων καὶ διαιτησιῶν καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ποσοστὰ αὐξήσεων ἀποδοχῶν, ποὺ τελικῶς ἐνέκριναν κατόπιν σκληρῶν ἀγώνων καὶ προσπαθειῶν τὰ Πρωτοβάθμια καὶ Δευτεροβάθμια Διοικητικὰ Διαιτητικὰ Δικαστήρια, ἐμειώθησαν δι’ ἀποφάσεων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν Συντονισμοῦ καὶ Ἐργασίας, ὡς θέλω καταδείξει κατωτέρω δι’ ἐπισήμων στοιχείων, ὅταν ἔλθω εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς τελευταίας ἀνακοινώσεις του διὰ τὰς κρατικὰς ἐπενδύσεις τοῦ 1963, διεκήρυξεν ὠμῶς τὴν ἀνάγκην ἀσκήσεως τῆς ἰδίας πολιτικῆς καὶ ἀπέκλεισε τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ αἰτήματος αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἐργαζομένων. Εἰς τὸ 2ον, ἐπίσης, μέγα κρίσιμον θέμα, τῆς μαστιζούσης τὴν Ἑλλάδα ἀνεργίας, ἡ δημιουργηθεῖσα κατάστασις ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Ε.Ρ.Ε. εἶναι αὐτόχρημα τραγική. Ἡ δημοσιευθεῖσα εἰς τοὺς Τάϊμς τῆς Νέας Ὑόρκης ἔκθεσις περὶ 700.000 ἀνέργων Ἑλλήνων, προεκάλεσε τόσην ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Διεθνῆ Συνομοσπονδίαν Ἐλευθέρων Ἐργατικῶν Συνδικάτων, ὥστε ἡ μεγάλη αὐτὴ παγκόσμιος Ὀργάνωσις ἐζήτησε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1961 ἔτους σχετικὴν ὑπεύθυνον πληροφορίαν ἀπὸ τὴν Γενικὴν Συνομοσπονδίαν Ἐργατῶν τῆς Ἑλλάδος τοῦ κ. Μακρῆ, ἥτις καὶ τῆς ἐγνώρισεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι ὑπερβολικός, ἀλλὰ πάντως εἶναι σημαντικὸς ἀνερχόμενος εἰς 280. 000–300.000 καὶ ὑπεγράμμισε τοὺς φόβους καὶ τοὺς κινδύνους διογκώσεως ἔτι περαιτέρω τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ, καὶ γενικώτερον τὰς δυσμενεῖς ἐπιπτώσεις διὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου καὶ τὸ κοινωνικὸν καθεστώς. Ἡ ἰδία Γενικὴ Συνομοσπονδία Ἐργατῶν, ὡς προκύπτει ἐκ δημοσιεύματος σχετικοῦ εἰς τὴν ἐφημερίδα «Βῆμα» τῆς 1.2.1961 κατηγόρησε τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας, ὅτι δὲν ἀντιμετωπίζει τὸ πρόβλημα τῆς ἀνεργίας βάσει προγράμματος καὶ ὅτι παρουσιάζει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνέργων βάσει ψευδῶν στοιχείων τῶν Γραφείων Εὑρέσεως Ἐργασίας. Εἰς τὸ 3ον ἐξ ἴσου κρίσιμον ἐθνικὸν θέμα, τῆς μεταναστεύσεως, ἢ μᾶλλον ὁμαδικῆς φυγῆς καὶ εἰς μακρυνὰς ξένας χώρας σφριγῶντος Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, πολυτίμου διὰ τὴν οἰκονομικήν μας ἀνασυγκρότησιν, ἐν ὄψει μάλιστα τῆς ἐντάξεώς μας εἰς τὴν Κοινὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἀγοράν, ὑπῆρξεν ὀλεθρία ἡ ἀσκηθεῖσα κυβερνητικὴ πολιτική. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν «εὐημερίας» τῆς Ε.Ρ.Ε. ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τραγικὸν σημεῖον ἐρημώσεως τῶν χωρίων τῆς ὑπαίθρου καὶ ἐπιβιβάσεως δὶς τῆς ἑβδομάδος ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου «Κολοκοτρώνης» χιλιάδων νέων ἀποκαρδιωμένων ἐργατοτεχνιτῶν Ἑλλήνων μεταφερομένων ἰδίᾳ εἰς Γερμανίαν καὶ Βέλγιον μέσῳ Ἰταλίας. Οὕτω, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ καταπληκτικὸν ρεκὸρ ἐκδόσεως παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, 100 χιλιάδων περίπου διαβατηρίων ἐτησίως, βάσει ἐπισήμων στατιστικῶν στοιχείων δημοσιευθέντων εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» τῆς 2 Φεβρουαρίου 1962. Ὡσαύτως, εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἀθηναϊκὴ» ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἄλλα στατιστικὰ στοιχεῖα διὰ τὴν μετανάστευσιν κατὰ τὴν τελευταίαν ἑπταετίαν. Ἀξίαν, ἐπίσης, ἔχει ἡ σύγκρισις στοιχείων τῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Οὕτω, τὸ 1959 μετηνάστευσαν 42.683, ἐξ ὧν 28.684 μονίμως καὶ 19.999 προσκαίρως, τὸ 1960 μετηνάστευσαν 75.222, ἐξ ὧν 47.768 μονίμως καὶ 27.454 προσκαίρως, τὸ 1961 μετηνάστευσαν 85.263, ἐξ ὧν 58.837 μονίμως καὶ 26.426 προσκαίρως καὶ μόνον τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1962 μετηνάστευσαν 49.582 ἐξ ὧν 35.778 μονίμως καὶ 13.804 προσκαίρως, δηλονότι κατ’ ἀναλογίαν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1962 μετηνάστευσαν 100.000 Ἕλληνες. Τὰ στοιχεῖα τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου 1962 δὲν ἐδόθησαν εἰσέτι εἰς τὴν δημοσιότητα ἀπὸ τὴν Ε.Σ.Υ.Κ. Κύριοι βουλευταί, κλείων τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῆς ἀγορεύσεώς μου, θὰ ἀποφύγω νὰ ἀναφερθῶ εἰς ἄλλα ἐπίσημα Ἑλληνικὰ στατιστικὰ στοιχεῖα παρέχοντα μίαν ἁδρὰν ἀλλὰ καὶ ζοφερὰν εἰκόνα τοῦ τρομεροῦ προβλήματος τῆς ἀνεργίας καὶ μεταναστεύσεως ὡς καὶ τῆς καθηλώσεως τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων εἰς ἐπίπεδα πείνης, θὰ μνημονεύσω ὅμως, πρὸς διάψευσιν τῶν περιφήμων κυβερνητικῶν ἰσχυρισμῶν καὶ καυχησιολογιῶν περὶ εὐημερίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Ε.Ρ.Ε., μίαν ἐπίσημον καὶ ἀμερόληπτον ἔκθεσιν τοῦ ἐπισκεφθέντος τὴν χώραν μας τὸ τελευταῖον δεκαήμερον τοῦ Ἰανουαρίου 1961 κλιμακίου τῆς Διεθνοῦς Συνομοσπονδίας τῶν Ἐλευθέρων Ἐργατικῶν Συνδικάτων, εἰς ἣν ἀνήκουν καὶ οἱ Ἕλληνες συνδικαλισμένοι ἐργατοϋπάλληλοι. Τὸ κλιμάκιον αὐτὸ ἦλθεν εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ συνδικαλιστικοὺς παράγοντας, ἠρεύνησεν ὅλα τὰ συναφῆ προβλήματα τῆς ἐργατοϋπαλληλικῆς τάξεως καὶ ἔκαμεν ὡρισμένας ἀκριβεῖς καὶ ἀντικειμενικὰς διαπιστώσεις. Ἡ πρώτη διαπίστωσίς του ἦτο, ὅτι «οἱ ἐργατοϋπάλληλοι τῆς Ἑλλάδος ἔχουν χαμηλὸν ἐπίπεδον καὶ ὅτι ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς τελευταίας δεκαετίας δὲν ἐπωφελήθησαν αὐτῆς οἱ ἐργαζόμενοι εἰς ὃ μέτρον ἐδικαιοῦντο». Ἐξ αὐτῆς προκύπτει σαφῶς, ὅτι ὑπάρχει ἄνισος καὶ ἄδικος κατανομὴ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ ὅτι ἕνα σημαντικὸν μέρος τῆς σκληρᾶς ἐργασίας καὶ τοῦ ἱδρῶτος τῶν ἐργαζομένων παρανόμως καὶ ἀθεμίτως τὸ ἀπολαμβάνει καὶ τὸ καρποῦται ἡ οἰκονομικὴ ὀλιγαρχία. Ἡ δευτέρα διαπίστωσίς του ἦτο, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μαστίζεται ἀπὸ τὸ χαρακτηριζόμενον παρ’ αὐτοῦ «μέγιστον ἐθνικὸν πρόβλημα τῆς ἀνεργίας ποὺ ὑπονομεύει πᾶσαν προσπάθειαν πραγματικῆς ἀναπτύξεως τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας καὶ δηλητηριάζει τὸ κοινωνικὸν κλῖμα τῆς χώρας». Κύριοι συνάδελφοι, ἀρκοῦμαι εἰς τὰ τρία κρίσιμα θέματα τῆς ἀμοιβῆς τῆς ἐργασίας, τῆς ἀνεργίας καὶ τῆς μεταναστεύσεως, ποὺ ὑπῆρξαν ἐν ὅλῃ τῇ τραγικότητί των τὸ καταστάλαγμα τῆς ἀσκηθείσης κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀντεργατικῆς πολιτικῆς τοῦ κυβερνῶντος Κόμματος τῆς Ε.Ρ.Ε., διότι θὰ ἠδυνάμην ἐν τῇ ἐρεύνῃ τοῦ ὅλου κοινωνικοῦ προβλήματος, νὰ μνημονεύσω ἀπειράριθμα παραδείγματα, μαρτυροῦντα τοῦ λόγου τὸ ἀληθές. Πιστεύω, ὅτι καὶ δι’ αὐτῶν ποὺ ἐξέθεσα μέχρι τῆς στιγμῆς, κατέδειξα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε. δεσμία τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας ἀντιμετωπίζει πάντοτε σχεδὸν μὲ δυσμένειαν τὰ δικαιότερα καὶ ἠθικώτερα αἰτήματα τῶν ἐργαζομένων. Ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς ἀντεργατικοῦ πνεύματος, κυριαρχοῦντος εἰς αὐτὴν καθ’ ὅλην τὴν τελευταίαν ἑπταετίαν, ἡ ἰδία Κυβέρνησις διὰ πλείστων ὅσων νομοθετημάτων ὑπεστήριξεν ἀναφανδὸν τὰ συμφέροντα τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας, λ.χ. Ὠνάση, Κατσάμπα, Σκαλιστήρη κλπ., ἐνῷ ἐκ παραλλήλου, κατήργησε κεκτημένα δικαιώματα τῶν ἐργαζομένων, χωρὶς οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ μίαν δικαίαν ἀναπροσαρμογὴν τῆς ἐργατικῆς μας νομοθεσίας καὶ διὰ τὴν κατάργησιν θεσπισθεισῶν ἀντεργατικῶν διατάξεων. Ἀντὶ νὰ φέρῃ ὡλοκληρωμένα νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς λύσιν κρισίμων προβλημάτων, ἀφορώντων τὴν ζωὴν καὶ τὸ μέλλον τῆς ἀναξιοπαθούσης ἐργατοϋπαλληλικῆς τάξεως, ἵνα οὕτω ἀσκηθῇ μία γόνιμος, συγχρονισμένη καὶ ἐξυπηρετικὴ τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου κοινωνικὴ πολιτική, ἡ Κυβέρνησις ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕνα κατ’ ἐξοχὴν ἀντεργατικὸν νομοσχέδιον κατὰ κυριολεξίαν συνονθύλευμα, ποὺ χωρὶς τάξιν καὶ σύστημα τροποποιεῖ τῇδε κακεῖσε κατεσπαρμένας διατάξεις πλείστων ὅσων νομοθετημάτων. Εἶναι τεραστία ἡ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καταφορὰ καὶ κατακραυγὴ τοῦ ἐργατοϋπαλληλικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Τόσον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅσον καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων ἐστάλησαν πρὸ τῶν ἑορτῶν ἔντονοι διαμαρτυρίαι πολλῶν Ὀργανώσεων, ὡς τῆς Ὁμοσπ. Τραπεζιτικῶν, τῶν Συλλόγων Προσωπικοῦ Ἀγροτ. Τραπέζης, Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἰονικῆς καὶ Λαϊκῆς Τραπέζης, τοῦ Συλλόγου Ἐμποροϋπαλλήλων Ἀθηνῶν, τοῦ Συλλόγου Βοηθητικοῦ Προσωπικοῦ Ε.Τ.Ε., τοῦ Συλλόγου Προσωπικοῦ Ἠλεκτρικῶν Σιδηροδρόμων, τῆς Ἑνώσεως Προσωπικοῦ Φωταερίου Ἀθηνῶν, τῆς Ὁμοσπονδίας Ἠλεκτρισμοῦ καὶ Ἐπιχειρήσεων κοινῆς ὠφελείας, τῆς Ἑνώσεως Προσωπικοῦ τέως Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας Ἀθηνῶν —Πειραιῶς, τῶν Σωματείων Ὁδηγῶν καὶ Εἰσπρακτόρων Λεωφορείων. Μέγας σάλος ἔχει προκληθῆ ἐξ αὐτοῦ καὶ κῦμα ἀπεργιῶν ἀπειλεῖ ὁλόκληρον τὴν χώραν. Ἤρχισε σήμερον ἡ στάσις ἐργασίας τῶν τραπεζιτικῶν ὑπαλλήλων, διαμαρτυρομένων διὰ τὸ ἀντεργατικὸν νομοσχέδιον. Ἤδη τὰς τελευταίας ἡμέρας προσετέθησαν αἱ διαμαρτυρίαι τῶν Ὁμοσπονδιῶν Ἐργατῶν Δέρματος, Μηχανικῶν καὶ Θερμαστῶν Χειριστῶν, Ὑπαλληλικοῦ Προσωπικοῦ Αὐτοκινήτων, Ἐργατοτεχνιτῶν Μεταλλευτικῶν Ἐπιχειρήσεων, Κλωστοϋφαντουργῶν, Κεραμοποιῶν, Ἀγγειοπλαστῶν κλπ. Ἀντιθέτως, ἡ ἡγεσία τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν Ἑλλάδος μάχεται ἀπεγνωσμένως διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ποὺ θεωρεῖ πανάκειαν διὰ τὴν ἐργατοϋπαλληλικὴν τάξιν τῆς χώρας. Ὁ Γεν. Γραμματεὺς τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. εἰς ἀνακοίνωσίν του πρὸς τὸν Τύπον κατ’ Ἰούνιον 1962, ἀναφερομένην εἰς τὰ νέα κυβερνητικὰ μέτρα «ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων», εἶπεν ὅτι «ὡς ἡγέτης τῆς ἐργατικῆς τάξεως αἰσθάνομαι ὑπερηφάνειαν διὰ τὰ ἐπιτεύγματα τῶν τελευταίων ἡμερῶν καὶ ὅτι ἡ νέα κοινωνικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως χαρακτηρίζεται ἤδη ἀπὸ βαθύτατον πνεῦμα εἰλικρινοῦς καὶ ἐποικοδομητικῆς συνεργασίας μεταξὺ τῶν βασικῶν συντελεστῶν τῆς οἰκονομίας καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἐργατικοῦ παράγοντος». Ὁ αὐτὸς κ. Φώτης Μακρῆς, εἰς τὸ 14ον Πανεργατικὸν Συνέδριον, διεξετραγώδησε τὴν δεινὴν οἰκονομικὴν θέσιν τῶν ἐργαζομένων καὶ κατεφέρθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Ρ.Ε. μὲ πρωτοφανῆ δριμύτητα, τονίσας, ὅτι τὰ ὅρια τῆς ὑπομονῆς ἐξηντλήθησαν, ἔγραψε κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδιδόμενον «Ἐργατικὸν Βῆμα» κατ’ αὐτῆς φιλιππικοὺς καὶ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Διεθνοῦς Συνδιασκέψεως Ἐργασίας ἐν Γενεύῃ, τὸν Ἰούνιον 1961, διεκήρυξεν, ὅτι «τὰ Ἑλληνικὰ νειᾶτα ἀσφυκτιοῦν μέσα εἰς τὸ κλῖμα ἀνικανοποιήτων προσδοκιῶν καὶ διαψευσθεισῶν ἐλπίδων καὶ μαραίνονται λόγῳ τῆς ἀνεργίας, ὅτι ὑποσιτίζονται καὶ κατεχόμενοι ἀπὸ αἴσθημα φυγῆς ἐκπατρίζονται ἀθρόως, διότι τὸ μέλλον διὰ τὴν χώραν μας εἶναι σκοτεινόν». Ὑπῆρξεν εὔλογος ἡ ἀπορία ποῖος λόγος ὑπηγόρευσε τὴν αἰφνιδιαστικὴν αὐτὴν μεταστροφὴν τοῦ κ. Γενικοῦ τῆς Γ. Σ.Ε.Ε., ὁ ὁποῖος ἦτο αὐστηρὸς κατήγορος τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατέστη ἤδη σύμμαχος καὶ ὑπέρμαχος αὐτῆς. Καὶ ἡ αἰτία ἀνευρέθη εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ποὺ θεσπίζουν τὰ ἀνταλλάγματα τῆς κομματικῆς συναλλαγῆς. Ἔναντι τῆς παροχῆς τῶν ἀνταλλαγμάτων ποὺ συγκεκριμένως θὰ ἀναφερθοῦν κατωτέρω, ὁ κ. Φ. Μακρῆς ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑμνήσῃ καὶ νὰ στηρίξῃ τὴν καταρρέουσαν παράνομον Κυβέρνησιν τῆς Ε.Ρ.Ε. Κύριοι βουλευταί, πέραν τῶν γενικῶν αὐτῶν διαπιστώσεων, εἶναι πλέον φανερόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε. προσεπάθησε διὰ τῆς προβολῆς καὶ ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ ἕναν ἄλλον καταχθόνιον σκοπόν, τοὐτέστιν λόγῳ τῶν δυσμενεστάτων ἐντυπώσεων ποὺ ἔχουν δημιουργηθῆ τόσον εἰς τὸ ἐσωτερικόν, ὅσον καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀντεργατικῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἐγκαθιδρύσεως εἰς τὴν χώραν μας τοῦ ἀστυνομικοῦ καὶ κομματικοῦ κράτους τῆς Ε.Ρ.Ε. ἠθέλησε πρὸς παραπλάνησιν νὰ δημιουργήσῃ τὴν ψευδῆ ἐντύπωσιν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα βασιλεύει τάχα ἡ Δημοκρατία καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησίς της διαπνέεται ἀπὸ φιλεργατικὸν πνεῦμα καὶ ἐπιδιώκει τὴν προσαρμογὴν τῆς κοινωνικῆς νομοθεσίας μας πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῶν διὰ νόμου κυρωθεισῶν δύο διεθνῶν συμβάσεων, τῆς ὑπ’ ἀριθ. 87 περὶ συνδικαλιστικῆς ἐλευθερίας καὶ προστασίας τοῦ συνδικαλιστικοῦ δικαιώματος καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 98 περὶ ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαιώματος ὀργανώσεως καὶ συλλογικῆς διαπραγματεύσεως. Εἰς τὴν πραγματικότητα ὅμως συνέβη ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον καὶ εἶναι ὁ πρῶτος καὶ κύριος ἰσχυρισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ὁ περιλαμβανόμενος εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνυπόστατος περὶ δῆθεν ἐπιτυγχανομένης προσαρμογῆς τῶν ἰσχυόντων νόμων καὶ διαταγμάτων πρὸς τὰς δύο αὐτὰς διεθνεῖς συμβάσεις. Τότε μόνον θὰ εἶχε δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐπιδιώκει τὸν ἀντικειμενικὸν αὐτὸν σκοπὸν ἀναπροσαρμογῆς τῆς ἐργατικῆς μας νομοθεσίας καὶ ἐναρμονίσεως αὐτῆς πρὸς τὰς διὰ τῶν κυρωθεισῶν αὐτῶν διεθνῶν συμβάσεων παραδεδεγμένας ἀρχὰς περὶ πλήρους ἐλευθερίας καταρτίσεως τῶν συλλογικῶν συμβάσεων ἐργασίας καὶ κατοχυρώσεως τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν ἂν πράγματι εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον περιείχοντο διατάξεις καταργήσεως ἀναγκαστικῶν νόμων καὶ ψηφισμάτων κατὰ τὴν ἀνώμαλον περίοδον ἐκδοθέντων καὶ ἰσχυόντων μέχρι σήμερον εἰς τὰ ὁποῖα περιέχονται διατάξεις ἀντίθετοι καὶ ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῶν διεθνῶν αὐτῶν συμβάσεων. Οὕτω τὸ ἄρθρον 4 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 98 Διεθνοῦς συμβάσεως κυρωθείσης διὰ τοῦ Ν.Δ. 4205)1961 ὁρίζει, ὅτι «δέον νὰ λαμβάνωνται ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον μέτρα ἀνταποκρινόμενα εἰς τὰς ἐθνικὰς συνθήκας δι’ ὧν νὰ ἐνισχύεται καὶ νὰ προωθῆται ἡ εἰς εὐρυτάτην κλίμακα ἀνάπτυξις καὶ χρησιμοποίησις διαδικασιῶν δι’ ὧν ἐργοδόται καὶ ἐργοδοτικαὶ ὀργανώσεις ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὀργανώσεις ἐργαζομένων ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἔρχωνται ἑκουσίως εἰς διαπραγματεύσεις διὰ τὴν διὰ συλλογικῶν συμβάσεων ρύθμισιν τῶν ὅρων ἀπασχολήσεως». Ὡσαύτως τὸ ἄρθρον 11 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 87 διεθνοῦς συμβάσεως κυρωθείσης διὰ τοῦ Ν.Δ. 4024)1961 ὁρίζει, ὅτι «πᾶν μέλος τῆς Διεθνοῦς Ὀργανώσεως τῆς Ἐργασίας διὰ τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἡ παροῦσα σύμβασις ὑποχρεοῦται νὰ λαμβάνῃ πάντα τὰ ἀναγκαῖα καὶ κατάλληλα μέτρα δι’ ὧν νὰ διασφαλίζεται εἰς τοὺς ἐργαζομένους καὶ τοὺς ἐργοδότας ἡ ἐλευθέρα ἄσκησις τοῦ συνδικαλιστικοῦ δικαιώματος». Ἐνδεικτικῶς θὰ μνημονεύσω διατάξεις τινὰς τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας μας ποὺ ἔπρεπε ρητῶς νὰ καταργηθοῦν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις συνεπὴς πρὸς τὴν μεγαλόστομον ἐπαγγελίαν της, ὅτι ἐπιδιώκει τὴν ἐλευθέραν διαπραγμάτευσιν καὶ συμβατικὴν ρύθμισιν τῶν ὅρων ἐργασίας καὶ τὴν κατοχύρωσιν τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν καὶ διὰ νὰ δύναται ἡ ἡγεσία τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. νὰ ἐπαίρεται, ὅτι ἀρχίζει νέα περίοδος ἀνεξαρτησίας καὶ αὐτονομίας τοῦ ἐργατικοῦ κινήματος. 1) Οἱ ἀναγκ. νόμοι 1984 καὶ 1986, δι’ ὧν εἰς εἰρηνικὴν περίοδον γίνεται ἐπιστράτευσις ἀπεργῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων καὶ ἀναιρεῖται θεμελιῶδες συνταγματικόν των δικαίωμα νὰ ἀπεργοῦν πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων των. 2) Ὁ Α.Ν. 512, δι’ οὗ ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ διατάσσῃ τὴν ἀπόλυσιν ἐκ τῶν ἐπιχειρήσεων κοινῆς ὠφελείας οἱουδήποτε ἐργαζομένου εἰς αὐτάς. 3) Ὁ Α.Ν. 516 περὶ ἐλέγχου νομιμοφροσύνης βάσει τοῦ ὁποίου κυβερνητικὰ ὄργανα ἐδικαιοῦντο νὰ προβοῦν εἰς ἀπολύσεις ἐργαζομένων συνδικαλιστῶν ἢ ἁπλῶν μελῶν τῶν ἐργατικῶν ὀργανώσεων. 4) Ὁ Α.Ν. 509, περιέχων διατάξεις περὶ διαλύσεως ἐπαγγελματικῶν σωματείων. 5) Ὁ Α.Ν. 1943, δι’ οὗ ἀπηγορεύθη εἰς τὰς Τραπέζας καὶ τὰς Ἐπιχειρήσεις κοινῆς ὠφελείας νὰ καταβάλλουν εἰς τὸ προσωπικόν των τὰ ἡμερομίσθια τῆς ἀπεργίας. 6) Τὸ Ν.Δ. 2963, δι’ οὗ ἀπεκλείσθησαν τοῦ δικαιώματος ἀποκτήσεως ἐργατικῆς κατοικίας ὅσοι ἤθελον αὐθαιρέτως χαρακτηρισθῆ ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν μὴ νομιμόφρονες παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἐκ τῶν ἡμερομισθίων των γίνονται κρατήσεις διὰ τὸν Ὀργανισμὸν ἐργατικῆς κατοικίας. 7) Ὁ Νόμος 1985, δι’ οὗ ἡ διοίκησις δύναται νὰ διατάσσῃ τὴν ἀπόλυσιν συνδικαλιστικῶν στελεχῶν εἰς ἐπιχειρήσεις κοινῆς ὠφελείας. 8) Ὅλαι αἱ εἰδικαὶ διατάξεις νόμων τῆς τελευταίας δεκαετίας δι’ ὧν κατηργήθησαν ἢ ἐφαλκιδεύθησαν κεκτημένα δικαιώματα τῶν ἐργαζομένων καὶ συνταξιούχων διὰ καταργήσεως ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 2212, ὡς διὰ τοὺς τυπογράφους, τροχιοδρομικοὺς κλπ. δι’ ἀποκλεισμοῦ ἐφαρμογῆς τῆς ἐργατικῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς συνομολογηθείσας συμβάσεις μετὰ ξένων Οἴκων, ὡς διὰ τὰ ἐργοστάσια σακχάρεως καὶ διὰ τροποποιήσεως ἐπὶ τὸ δυσμενέστερον τῶν συνταξιοδοτικῶν προϋποθέσεων τοῦ Ι.Κ.Α. καὶ τῶν ἄλλων Ὀργανισμῶν κυρίας καὶ ἐπικουρικῆς ἀσφαλίσεως. Ἐπαναλαμβάνω ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις διατηρεῖ ἐν ἰσχύϊ τοὺς ἀντεργατικοὺς αὐτοὺς νόμους δὲν δικαιοῦται νὰ καυχᾶται καὶ νὰ ἐπαίρεται, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον περιφρουρεῖ τὴν ἐλευθερίαν τῶν συλλογικῶν συμβάσεων καὶ τὰ συνδικαλιστικὰ δικαιώματα τῶν ἐργαζομένων. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἀσχοληθῶ ἤδη μὲ πᾶσαν δυνατὴν συντομίαν μὲ τὰ καθ’ ἕκαστον κεφάλαια τοῦ νομοσχεδίου καὶ μὲ τὰς κυριωτέρας του διατάξεις διότι δι’ ὅλας τὰς ἄλλας θὰ ἐπιφυλαχθῶ νὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας μου κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Εἰσέρχομαι εἰς τὸ πρῶτον κεφάλαιον, περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν εἰς τὴν νομοθεσίαν, περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας. Ὡς γνωστόν, διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου 3239)1955 περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν καὶ συστάσεως Ἐθνικοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου Κοινωνικῆς Πολιτικῆς, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Ν.Δ. 3755)1957 ἐθεσπίσθη ἡ διαδικασία συνάψεως συλλογικῶν συμβάσεων ἐργασίας καὶ ὑποχρεωτικῆς διαιτησίας καὶ συνεστήθησαν εἰς μὲν τὴν ἕδραν ἑκάστου Πρωτοδικείου τῆς χώρας τετραμελῆ Πρωτοβάθμια διοικητικὰ διαιτητικὰ δικαστήρια εἰς δὲ τὰς πόλεις Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Θεσ)κης, Πατρῶν, Λαρίσης καὶ Χανίων ἑξαμελῆ Β)θμια διοικητικὰ διαιτητικὰ δικαστήρια. Εἰς ὅλα τὰ Δικαστήρια ταῦτα πρώτου καὶ δευτέρου βαθμοῦ ἐκτὸς τῶν ἐργατικῶν καὶ ἐργοδοτικῶν μελῶν ἑνὸς εἰς τὰ Α)θμια καὶ δύο εἰς τὰ Β)θμια μετέχουν ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας τῆς κεντρικῆς καὶ περιφερειακῆς Ὑπηρεσίας. Εἰδικῶς δυνάμει τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νόμου 3239 οἱ Ὑπουργοὶ Συντονισμοῦ καὶ Ἐργασίας, δι’ ἀποφάσεώς των δύνανται νὰ τροποποιοῦν καὶ νὰ μὴ ἐγκρίνουν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τὴν συλλογικὴν σύμβασιν ἐργασίας ἢ τὴν ἀπόφασιν διαιτησίας ἐὰν διαπιστωθῇ ἀντίθεσίς της πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως συνισταμένην εἰς τὴν νομισματικὴν καὶ οἰκονομικὴν σταθερότητα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου 20 καταργεῖται διὰ τὸν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναφερόμενον λόγον, ὅτι δὲν ὑφίσταται πλέον ἡ ἀνάγκη προστασίας τῆς νομισματικῆς καὶ οἰκονομικῆς σταθερότητος ποὺ κατὰ τὸ ἔτος 1955 τὴν ὑπηγόρευσε προδήλως διότι πλήρως αὕτη εἶναι ἐξησφαλισμένη. Διὰ τοῦ ἄρθρου ὅμως 1 τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου κατὰ τρόπον ἀντιφατικὸν καὶ ἀνακόλουθον σαφέστατα προκύπτοντα ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, δύνανται πάλιν οἱ Ὑπουργοὶ Συντονισμοῦ ἢ Ἐργασίας νὰ παραπέμπουν τὴν συλλογικὴν σύμβασιν ἐργασίας ἐνώπιον τοῦ Δ.Δ.Δ.Δ. πρὸς διόρθωσιν, συμπλήρωσιν, τροποποίησιν ἢ κατάργησιν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει πάλιν διὰ τὸν αὐτὸν δικαιολογητικὸν λόγον τῆς ἀντιθέσεώς της πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως τοὐτέστιν ἂν αὕτη περιέχῃ ὅρους ἀσαφεῖς ἢ ἀντικειμένους εἰς τοὺς νόμους ἢ παραβλάπτοντας τὸ γενικώτερον συμφέρον τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου ἢ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας ἐκτιμωμένων ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς ἑκάστοτε ἀκολουθουμένης κοινωνικῆς ἢ οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀντίφασις καὶ ἡ ἀνακολουθία συνίστανται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἐνῷ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν κρίνεται ἐκλείψας ὁ κίνδυνος ἀνατροπῆς τῆς οἰκονομικῆς καὶ νομισματικῆς σταθερότητος, καθ’ ὅ πλήρως ἐξησφαλισμένης καὶ καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῶν δύο Ὑπουργῶν ἐπεμβάσεως ἤδη διὰ τῆς νέας διατάξεως θεσπίζεται τὸ δικαίωμα παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὸ Δ.Δ.Δ.Δ. διὰ νὰ προστατευθῇ πάλιν ἡ οἰκονομικὴ καὶ νομισματικὴ σταθερότης. Ἀλλά, ὑπάρχει ἕνα ἄλλο βαρυσήμαντον στοιχεῖον προκῦπτον ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων ποὺ καταδεικνύει ἐνεργέστατα τὴν ἔλλειψιν πάσης σοβαρότητος καὶ εὐθύτητος τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου της, ὅτι ἡ κυριωτέρα μεταρρύθμισις εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νόμου 3239)1955 τοῦ παρέχοντος εἰς τοὺς δύο Ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα τροποποιήσεως ἢ καταργήσεως τῶν συλλογικῶν συμβάσεων καὶ τῶν διαιτητικῶν ἀποφάσεων, ὅτι τοῦτο ἐθεσπίσθη εἰς ἐποχὴν καθ’ ἥν ἐπιτακτικὴ ἦτο ἡ ἀνάγκη ἐξασφαλίσεως τῆς οἰκονομικῆς καὶ νομισματικῆς σταθερότητος καὶ ὅτι ἤδη ὁπότε ἐπετεύχθη αὕτη ἐκρίθη, ὅτι οἱ τεθέντες περιορισμοὶ δὲν ἔχουν λόγον ὑπάρξεως καὶ δέον νὰ παρασχεθῇ μείζων ἐλευθερία εἰς τοὺς ἐργοδότας καὶ μισθωτοὺς εἰς τὰς μεταξύ των διαπραγματεύσεις διὰ τὴν σύναψιν συλλογικῶν συμβάσεων ἐργασίας. Ἡ ἀρχικὴ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν Συντονισμοῦ, Ἐργασίας καὶ Δικαιοσύνης ἔχει ἡμερομηνίαν 25 Σεπτεμβρίου 1962. Καὶ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τῆς 5 Νοεμβρίου 1962 τεῦχος Βʹ ἀριθ. 399 ἐδημοσιεύθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 85837)5513 τῆς 5 Νοεμβρίου 1962 κοινὴ ἀπόφασις τῶν Ὑπουργῶν Συντονισμοῦ καὶ Ἐργασίας, δι’ ἧς ἐτροποποιήθη δυσμενῶς ἡ ὑπ’ ἀριθ. 28)1962 ἀπόφασις τοῦ Δ.Δ.Δ.Δ. Ἀθηνῶν περὶ τῶν ὅρων ἀμοιβῆς τοῦ προσωπικοῦ της, τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας Μεταφορῶν καὶ ἀντὶ τῆς ὁρισθείσης αὐξήσεως 7% ἀποδεκτῆς γενομένης ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν καὶ τὴν Ἕνωσιν προσωπικοῦ Η.Ε.Μ. παρεσχέθη αὔξησις μόνον 3% διότι κατὰ τὸ σκεπτικὸν τῆς κοινῆς Ὑπουργικῆς ἀποφάσεως ταύτης ἀντιτίθεται ἡ αὔξησις αὕτη εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως συνισταμένην εἰς τὴν προστασίαν τῆς νομισματικῆς καὶ οἰκονομικῆς σταθερότητος. Καλεῖται ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ θαυμάσουν τὴν κυβερνητικὴν εἰλικρίνειαν καὶ συνέπειαν. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλο ἀκόμη πρόσφατον παράδειγμα κυβερνητικῆς ἀσυνεπείας καὶ ἀνακολουθίας ποὺ καθιστᾶ καταγέλαστον τὴν σχετικὴν ἐνέργειαν τῆς ἡγεσίας τῆς Γ.Σ.
Ε.Ε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Στεφανίδη, νὰ ἀποφεύγητε προσωπικὰς ἐπιθέσεις, διότι, ὅταν λέγετε «καταγέλαστος ὁ Μακρῆς» αὐτὴ ἡ φράσις ἀποτελεῖ ὕβριν, προσώπων μάλιστα τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἀμυνθοῦν, διότι δὲν εἶναι παρόντα καὶ δὲν ἔχετε κατὰ τὸν Κανονισμὸν δικαίωμα νὰ τὰ ὑβρίζετε. Ἠμπορεῖτε νὰ χρησιμοποιήσητε φράσεις, ἔστω καὶ βαρείας προκειμένου νὰ χαρακτηρίσητε πράξεις πολιτικάς, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζετε κανένα οὔτε τὸν Μακρῆν, ἐφ’ ὅσον εἶναι μάλιστα ἀπὼν ὡς μὴ μέλος τοῦ Σώματος καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας.
§42Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι εἶπον, ὅτι ἡ μὲν Κυβέρνησις καταδεικνύεται ἀνακόλουθος καὶ ἀσυνεπής....
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Μπακοπούλου θὰ ἔπρεπε νὰ σᾶς διακόψω, διότι καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἐχαρακτήρισε τὴν ἐπίθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς λυσσώδη καὶ ἐζήτησεν ὁ κ. Μπακόπουλος νὰ ἀπαγορεύσω τὴν φράσιν αὐτήν.
§44Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐχαρακτήρισεν ὡς λυσσώδη τὴν ἀντίδρασιν....
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι βαρὺς ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτός.
§46Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ ὅλην τὴν φιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Προέδρου εὐσταθεῖ. Ἀλλὰ μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος νὰ παρατηρήσω, διότι ἐπεκαλέσθη τὴν ἰδικήν μου ἐπέμβασιν, ὅτι ὅταν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἐξέφερε βαρύτατον χαρακτηρισμὸν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν συνεκινήθη ὁ κ. Πρόεδρος διὰ νὰ τὸν παρατηρήσῃ. Ὀρθῶς συνεκινήθη τώρα. Καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ ἐγώ, μὲ ὅλον τὸ φιλικὸν θάρρος καὶ μὲ ὅλην τὴν προσωπικὴν φιλίαν, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ δίδωμεν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν κ. Μακρῆν, ὅτι ἀσχολούμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μαζί του, ἂν εὐαρεστῆσθε νὰ διορθώσητε τὴν λέξιν, διὰ νὰ μὴ εἴμεθα ἀσυνεπεῖς πρὸς ὅσα ἀξιοῦμεν.
§47Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Προσωπικῶς, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ δώσω πληρεστέραν ἐξήγησιν, διότι δὲν ἔχω καμμίαν ἐριστικὴν διάθεσιν. Ἁπλῶς μόνον θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκούσητε προηγουμένως καὶ σεῖς κ. Πρόεδρε, καὶ σεῖς κύριοι συνάδελφοι, τὸ καταπληκτικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ δύνασθε νὰ κρίνετε ἂν ὁ γενόμενος χαρακτηρισμὸς εἶναι βάσιμος καὶ ὁ προσήκων. Ὁ χαρακτηρισμὸς δὲν ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὴν Κυβέρνησιν τὴν κατηγορῶ αὐστηρῶς, ὡς ἀσυνεπῆ καὶ ἀνακόλουθον, διὰ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ. Ὁ χαρακτηρισμὸς «καταγέλαστος» δὲν ἀφορᾷ τὸν κ. Μακρῆν, ἀλλὰ τὴν πρᾶξιν καὶ ἐνέργειαν τῆς ἡγεσίας τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. ποὺ θὰ ἀναφέρω μετ’ ὀλίγον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζετε, ὅτι τὸ κάμνω αὐτό, διὰ νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν κ. Μακρῆν; Ὄχι. Τὸ κάμνω διὰ νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν. Ἡ πολιτικὴ ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρίζεται ἡ ἐκδήλωσις ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρίζεται. Τὸ πρόσωπον, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ χαρακτηρίζεται ὑβριστικῶς, διότι ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν Κανονισμόν.
§49Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κακῶς ἐγένετο παρανόησις. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ὡμίλησα περὶ καταγελάστου τοῦ κ. Μακρῆ, ἀλλὰ περὶ τῆς πράξεως αὐτοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια. Ὅταν σεῖς θὰ ἀκούσητε αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἀναφέρω ὡς γεγονός, θὰ κρίνητε αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, πιστεύω, ὡς ἀνακόλουθον καὶ καταγέλαστον.
§50Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πλήρης ἡ ἱκανοποίησίς σας.
§51Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἰς τὸ «Ἐργατικὸν Βῆμα» τοῦ κ. Φ. Μακρῆ, καὶ εἰς τὴν πρώτην σελίδα τοῦ φύλλου τῆς 1 Δεκεμβρίου 1962, ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς κτυπητὰ ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητουμένης τότε προτάσεως παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας. «Ὑπὸ τὸ κράτος συγχύσεως τελοῦντες οἱ πράκτορες τοῦ κομμουνισμοῦ...... στρέφονται λυσσωδῶς ἐναντίον τοῦ κ. Χρυσανθοπούλου, διότι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἡ κοινωνικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως προσαρμόζεται εἰς τὰ ἰσχύοντα εἰς ὅλα τὰ δημοκρατικὰ καθεστῶτα. Διότι τὸ ἐργατικὸν κίνημα ἀποκαθίσταται εἰς τὰ φυσικά του δικαιώματα. Διότι μὲ τὰ μέτρα καὶ τὰ νομοθετήματα τῆς Κυβερνήσεως ὁ κομμουνισμὸς θὰ ἀπομονωθῇ ὅπως οἱ λεπροὶ τῆς σπιναλόγκας. Ἰδοὺ ποῦ εὑρίσκεται ἡ αἰτία ποὺ τὰ 22 πιόνια τῆς ΕΔΑ ζητοῦν νὰ σπιλώσουν τὸν λευκὸν πολιτικὸν ἄνδρα, ὅστις μὲ τὰ ἔργα του συνδέει ἀρρήκτως τὸ ὄνομά του μὲ τὴν κοινωνικὴν ἀναγέννησιν τῆς χώρας». Καὶ εἰς τὸ αὐτὸ φύλλον, εἰς τὴν τελευταίαν σελίδα τῶν εἰδήσεων ἀναγράφεται μὲ παχυλοὺς τίτλους «Νέα Κρατικὴ παρέμβασις. Τὰ Ὑπουργεῖα Συντονισμοῦ καὶ Ἐργασίας ἐμείωσαν τὰ ὑπὸ τοῦ Δ.Δ.Δ. Πειραιῶς καθορισθέντα ἡμερομίσθια μακαρονοτεχνιτῶν. Οἱ ἐργάται διαμαρτύρονται καὶ προπαρασκευάζουν σύντομον ἀπεργιακὴν ἐκδήλωσιν. Νέον πλῆγμα κατεφέρθη κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς διαιτησίας ἐκ μέρους τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν τοῦ Συντονισμοῦ καὶ Ἐργασίας διὰ τῆς ὑπ’ αὐτῶν τροποποιήσεως ἐπὶ τὰ χείρω τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7)62 ἀποφάσεως τοῦ Δ.Δ.Δ. Πειραιῶς δι’ ἧς ἐρρυθμίζοντο οἱ ὅροι ἀμοιβῆς καὶ αἱ συνθῆκαι ἐργασίας τῶν μακαρονοτεχνιτῶν ἁπάσης τῆς χώρας τὰ ἡμερομίσθια ἐμειώθησαν κατὰ 2–3 δραχμὰς καὶ κατηργήθη εἴς τινας περιπτώσεις τὸ ἐπίδομα ἀνθυγιεινῆς ἐργασίας. Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις Τεχνιτῶν Μακαρονοποιῶν συνελθοῦσα ἐκτάκτως διεμαρτυρήθη ἐντόνως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν χαριστικὴν ὑπὲρ τῶν ἐργοδοτῶν ἐκδήλωσιν τῶν δύο Ὑπουργείων». Ἀληθῶς εἶναι περιττὸν οἱονδήποτε σχόλιον, διὰ τὸ θλιβερὸν αὐτὸ κατάντημα κυβερνώντων καὶ ἡγετῶν τοῦ ἐργατικοῦ κινήματος. Ὅθεν καὶ πάλιν ἐτροποποιήθη ἡ διαιτητικὴ αὐτὴ ἀπόφασις, ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὴν οἰκονομικὴν καὶ νομισματικὴν σταθερότητα, ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ Ὑπουργοὶ τὴν 25 Σεπτεμβρίου 1962 εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν διεκήρυξαν, ὅτι ἐξησφαλίσθη πλήρως καὶ θὰ καταργήσουν τοὺς φραγμοὺς καὶ τοὺς περιορισμούς. Ἀλλὰ καὶ τώρα, ὡς ἔχει ἡ νέα διάταξις ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθέρας συλλογικῆς διαπραγματεύσεως μεταξὺ ἐργαζομένων καὶ ἐργοδοτῶν παραβιάζεται, διότι λόγῳ τῆς συνθέσεως τοῦ Δ.Δ.Δ.Δ. καὶ τῆς συμμετοχῆς ἀντιπροσώπου τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας συντασσομένου ἀτυχῶς πάντοτε σχεδὸν μὲ τὴν γνώμην τῶν δύο ἐργοδοτικῶν μελῶν τὸ πᾶν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς γνώμης τοῦ Προέδρου ἀνωτάτου δικαστικοῦ, ὅστις θὰ πρέπει νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν σαφῆ κυβερνητικὴν γραμμὴν ἀντιθέσεώς της πρὸς τὴν συλλογικὴν σύμβασιν ἐργασίας ποὺ θὰ διατυπώσουν δύο εἰσηγηταὶ ἄνευ ψήφου, ὁ εἷς ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ καὶ ὁ ἕτερος ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, ὁριζόμενοι παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, ὧν ὅμως εἰσηγητῶν ἡ προσέλευσις θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ αἱ ἀπόψεις θὰ καταχωρῶνται εἰς τὰ πρακτικὰ ὡσαύτως ὑποχρεωτικῶς. Εὐλόγως τίθεται τὸ ἐρώτημα, ὅταν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν της Συντονισμοῦ ἢ Ἐργασίας παραπέμπει μίαν συλλογικὴν σύμβασιν ἐργασίας εἰς τὸ Δ.Δ.Δ.Δ. πρὸς τροποποίησιν ἢ κατάργησιν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἀπειλεῖται ἡ οἰκονομικὴ σταθερότης τῆς χώρας καὶ παραβλάπτεται τὸ γενικώτερον συμφέρον τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου καὶ ἐπιμένουν ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν αὐτῶν ἀπόψεων οἱ εἰσηγούμενοι κυβερνητικοὶ ἐκπρόσωποι ἀντιτιθέμενοι εἰς οἱανδήποτε αὔξησιν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων ἔστω καὶ ἀποδεκτὴν γενομένην ἀπὸ ἐργάτας καὶ ἐργοδότας, εἶναι ποτὲ δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δ.Δ.Δ.Δ. νὰ ταχθῇ μὲ τὴν γνώμην τῶν δύο ἐργατικῶν μελῶν ποὺ καὶ αὐτὰ θὰ εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν κυβερνητικὴν γραμμήν; Εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδῃ τις τὸ γεγονός, ὅτι τὸ δεσπόζον μέσα εἰς τὰ δικαστήρια ἀνεξάρτητον πνεῦμα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δὲν κατισχύει καὶ εἰς τὰς Διοικητικὰς Ἐπιτροπὰς ποὺ συμμετέχει ἕνας δικαστικὸς λειτουργός; Ἰδοὺ διατὶ ἡ νέα διάταξις εἶναι περισσότερον ἀντεργατικὴ καὶ κατὰ κυριολεξίαν σατανική, διότι μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς νέας διαδικασίας θὰ δύνανται εὐχερῶς οἱ δύο Ὑπουργοὶ εἰς περίπτωσιν δυσμενοῦς τροποποιήσεως ἢ καταργήσεως συλλογικῶν συμβάσεων νὰ ἐπικαλοῦνται τὸ ἄλλοθι καὶ νὰ ρίπτουν τὴν εὐθύνην εἰς τὸ Δ.Δ.Δ.Δ. Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου 20 ἀπεφασίσθη διὰ νὰ ἀποφευχθῇ κομματικὴ ζημία τῆς Κυβερνήσεως δεδομένου, ἄλλως τε, ὅτι ὑπὸ τὸ κρατοῦν νομικὸν καθεστὼς οἱ Ὑπουργοὶ Συντονισμοῦ καὶ Ἐργασίας προσεπάθουν νὰ ἀποφύγουν τὴν ἀνάληψιν τῆς εὐθύνης φοβούμενοι πιέσεις καὶ ἀντίδρασιν τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ δι’ αὐτὸ ἐφεῦρον ἤδη νέον τρόπον μετατοπίσεως τῶν εὐθυνῶν. Ἄλλως τε καὶ ὅπου ἤσκησαν τὸ δικαίωμά των τὸ ἤσκησαν ὡς προανέφερα, κατὰ τρόπον καταθλιπτικὸν διὰ τοὺς ἐργαζομένους καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὀφείλω νὰ κατηγορήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν Ἐργασίας, διότι ἀπεδέχθη ἀπεμπόλησιν τοῦ δικαιώματός του τοῦ οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, ὡς φυσικοῦ ὑποτιθεμένου ἔστω προστάτου τῶν ἐργαζομένων νὰ κρίνῃ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ τὴν σκοπιμότητα παραπομπῆς τῆς συλλογικῆς συμβάσεως πρὸς τροποποίησιν ἢ κατάργησιν. Καὶ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 20 τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ εἶχον ἀπὸ κοινοῦ οἱ δύο αὐτοὶ Ὑπουργοὶ καὶ ἂν ἀντετίθετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας δὲν ἠδύνατο μόνος του ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ νὰ τὸ ἀσκήσῃ. Ἤδη ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς Ἐργασίας ἐδέχθη ἀσμένως τὸν σφαγιασμόν του καὶ παρέσχε τὴν εὐχέρειαν εἰς μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ νὰ ἀσκῇ κατ’ ἰδίαν κρίσιν τὸ δικαίωμα τῆς παραπομπῆς. Οὕτω ἀντὶ τῆς ἀθροιστικῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 20, ἐγένετο εἰς τὸ νέον ἄρθρον 1 διαζευκτικὴ διατύπωσις ὀλεθρία διὰ τοὺς ἐργαζομένους. Ὀφείλω ὡσαύτως νὰ ἐπισημάνω μίαν ἄλλην κατάπτυστον διάταξιν συναφῆ εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἥν οἱ δύο ἐκπρόσωποι τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὸ μοναδικὸν πλέον Δ.Δ.Δ.Δ. Ἀθηνῶν, καίτοι εἰσηγηταὶ ἄνευ ψήφου, μετέχουν ὑποχρεωτικῶς ὄχι μόνον τῶν συνεδριάσεων καθ’ ἅς εἰσηγοῦνται τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μετέχουν καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν διασκέψεων διὰ νὰ ἀσκοῦν καὶ περαιτέρω καὶ κατὰ τὰς ψηφοφορίας τὴν ἀφόρητον ἠθικὴν πίεσιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὁπότε μέσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας μὲ γραμματείαν ὑπαλλήλων του, μὲ τὴν γνωστὴν ἀντεργατικὴν νοοτροπίαν των, μὲ δύο ἐργοδοτικὰ μέλη μὲ ἕνα μέλος τακτικὸν μετὰ ψήφου ὑπάλληλον τοῦ ἰδίου Ὑπουργείου, μὲ δύο ἄλλους εἰσηγητὰς ὑπαλλήλους τῆς Κυβερνήσεως ἔστω καὶ ἄνευ ψήφου, ἕνας δικαστικὸς λειτουργὸς καὶ δύο ἐργατικὰ μέλη πρόκειται νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν κρατικὴν ἐξουσίαν. Κύριοι βουλευταί, ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ κατοχυρώσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθέρας συλλογικῆς διαπραγματεύσεως καὶ συνάψεως συλλογικῆς συμβάσεως ἐργασίας, ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 98 Διεθνῆ Σύμβασιν ποὺ ἐκυρώθη καὶ ἰσχύει ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ὀφείλει ὡσαύτως 1) νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν περὶ δικαιώματος τῶν Ὑπουργῶν νὰ ζητοῦν τροποποίησιν ἢ κατάργησιν τῆς συλλογικῆς συμβάσεως διὰ παραπομπῆς της εἰς τὸ Δ.Δ.Δ.Δ., 2) νὰ ἀποκλείσῃ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ Διοικητικὰ Διαιτητικὰ Δικαστήρια τῶν κρατικῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων ποὺ εἶναι φυσικὸν νὰ ἀκολουθοῦν πιστῶς τὰς ἐντολὰς τῆς Κυβερνήσεως, 3) νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν συμμετοχὴν εἰς αὐτὰ αἱρετῶν ἐκπροσώπων τῶν οἰκείων ἐργατικῶν καὶ ἐργοδοτικῶν ὀργανώσεων κατὰ τόπους, καταργουμένης τῆς ἐπικυριαρχίας τῆς ὁμάδος τοῦ κ. Φ. Μακρῆ, 4) νὰ κατοχυρώσῃ πλήρως τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν Διαιτητικῶν Δικαστηρίων διὰ προσθήκης διατάξεων ποὺ θὰ μνημονευθοῦν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ὀφείλω εἰς τὸ κρίσιμον τοῦτο σημεῖον νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ θέμα τῆς συγκροτήσεως τῶν Δικαστηρίων Διαιτησίας ἔχει τεραστίαν σημασίαν διὰ τὴν τάξιν τῶν μισθωτῶν. Εἶναι ἀπαράδεκτος ὁ διορισμὸς τῶν ἐργατικῶν μελῶν εἰς τὰ Πρωτοβάθμια Διαιτητικὰ Δικαστήρια τῶν ἐπαρχιῶν ὑπὸ τῆς Γ. Σ.Ε.Ε. συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου 3239. Ἐπιβάλλεται ἡ ἐκπροσώπησις τῶν τοπικῶν ἐνδιαφερομένων ὀργανώσεων κατὰ δημοκρατικὸν ἀδιάβλητον τρόπον ὑπὸ αἱρετῶν μελῶν ἐπὶ ὡρισμένῃ θητείᾳ. Ἡ Γ.Σ.Ε.Ε. δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸ σύνολον τῶν 700.000 περίπου ἐργατοϋπαλλήλων τῆς χώρας. Ἡ δύναμίς της δὲν ὑπερβαίνει τὰς 200.000, μέγα μέρος τῆς ὁποίας καταφέρεται κατὰ τῆς τακτικῆς ποὺ ἀκολουθεῖ, ἰδίᾳ ἐπ’ ἐσχάτων ἡ ἡγεσία της. Ἑκατοντάδες χιλιάδων ἀνήκουν εἰς Σωματεῖα, Ἐργατικὰ Κέντρα, Ὁμοσπονδίας καὶ Γενικὰς Συνομοσπονδίας ποὺ δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. Ἐπιπροσθέτως ὅμως ἡ ἔξαλλος καὶ φατριαστικὴ τακτική της, διὰ νὰ μὴ ἀναφερθῶ εἰς τὰς καταπληκτικὰς ἀποκαλύψεις καὶ βαρυτάτας αὐτοκατηγορίας ἡγετικῶν μελῶν τῆς ὁμάδος, ποὺ ἐδημοσιεύθησαν κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον εἰς τὴν ἐφημερίδα «Νίκην», συνετέλεσεν ὥστε νὰ μὴ ἐμπνέῃ ἐμπιστοσύνην εἰς οὐδένα. Σήμερον ἄλλωστε, ἀνηγγέλθη ἐκ Θεσσαλονίκης ἡ διάσπασις τοῦ ἐργατικοῦ κινήματος, διότι 24 ὁμοσπονδίαι καὶ ἐργατικὰ κέντρα, εὑρισκόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., ἔλαβον ἀπόφασιν δημιουργίας νέου πανελληνίου συνδικαλιστικοῦ σχήματος, ὑπὸ τὸν τίτλον «Συνομοσπονδία Ἐλευθέρων Ἐργατικῶν Συνδικάτων». Δεύτερον. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἑτέρα διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τροποποιοῦντος ἀντίστοιχον διάταξιν τοῦ Ν. 3239 καταργήσεως τῶν ὑφισταμένων ἓξ Δευτερ. Διοικ. Διαιτητ. Δικαστηρίων καὶ συστάσεως ἑνὸς μόνον εἰς ὅλην τὴν Ἐπικρατείαν, εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ ὀλεθρία διὰ τοὺς ἐργαζομένους, ὄχι μόνον διότι ἀντιστρατεύεται εἰς τὴν διαρκῶς διατυμπανιζομένην κυβερνητικὴν πολιτικὴν περὶ ἀποκεντρώσεως, ἀλλὰ καὶ διότι προκαλεῖ μεγάλας ἀσκόπους δαπάνας μετακινήσεως ἐξ ἐπαρχιῶν τῶν προσφευγόντων εἰς τὸ Δ.Δ.Δ.Δ. διαδίκων καὶ διότι σωρεύει μεγάλον ἀριθμὸν ὑποθέσεων εἰς ἓν Δικαστήριον, ἐπερχομένης οὕτω καθυστερήσεως ἐκδικάσεως ἀποφάσεων. Δὲν θέλω νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ γεγονός, ὅτι πλειστάκις καὶ εἰς τὸ Δ.Δ.Δ.Δ. Ἀθηνῶν ἐγένετο καθυστέρησις ἐπὶ ἔτος καὶ πλέον ἐκδόσεως ἀποφάσεώς του, ὡς λ.χ. συνέβη εἰς τὴν διένεξιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ὀλυμπιακῆς. Ἀρκοῦμαι νὰ ἀναφερθῶ εἰς ἕτερον συναφές, καθ’ ὅ λόγῳ ὑπάρξεως ἑνὸς Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου Ἐφέσεων τοῦ Ι.Κ.Α. εἰς Ἀθήνας, κατατεθεῖσαι ὑπὸ ἠσφαλισμένων ἢ ὑπὸ τοῦ Ι.Κ.Α. ἐφέσεις διὰ συντάξεις, ἐξεδικάσθησαν μετὰ τριετίαν ἀπὸ τῆς καταθέσεώς των, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν εἰς χεῖρας μου ἐπισήμων στοιχείων. Ὁ σκοπὸς τῆς καταργήσεως τῶν Δ.Δ.Δ.Δ. καὶ τῆς συστάσεως ἑνὸς εἰς τὴν πρωτεύουσαν, εἶναι πρόδηλος, καταχθόνιος κηδεμονίας, ἀστυνομεύσεως τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν προσφιλῆ ἐκ παραδόσεως τακτικήν της ἐπὶ τοῦ μόνου Δ.Δ. Δ.Δ. διὰ νὰ ἀποτραπῇ τὸ ἐνδεχόμενον νὰ δοθῇ καμμία μικρὰ αὔξησις εἰς τοὺς εἵλωτας ἐργαζομένους συμφώνως πρὸς τὴν μνημονευθεῖσαν πρωθυπουργικὴν διακήρυξιν τοῦ νέου ἔτους. Τρίτον. Ἡ διάταξις τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 2 περὶ διατηρήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας νὰ παρατείνῃ, εἰς περίπτωσιν καταγγελίας τῆς συλλογικῆς συμβάσεως τὴν ἰσχύν της ἐπὶ 12 μῆνας, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν Διεθνῆ Σύμβασιν, ἐπιζημίαν διὰ τοὺς ἐργαζομένους καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἄμεσός της κατάργησις. Τῆς διατάξεως ταύτης ἐγένοντο ὄχι ἁπλῶς χρῆσις, ἀλλὰ κατάχρησις ὑπὸ τῆς
Ε.Ρ.Ε.
Τέταρτον. Ἐπίσης ἡ διάταξις τῆς παραγρ. 6 τοῦ ἄρθρου 4 δι’ ἧς καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ τῆς ἀνακλήσεως πρὸ τῆς λήξεως τῆς θητείας τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ὀργανώσεων εἰς τὰ Διοικ. Διαιτητ. Δικαστήρια καὶ τοῦ διορισμοῦ ἄλλων, ἀποβλέπει προδήλως εἰς τὴν παρεμπόδισιν τῆς ἐκφράσεως ἐλευθέρας γνώμης καὶ τὴν ἄσκησιν ψυχολογικῆς βίας ἂν δὲν ἀκολουθήσουν ὡρισμένην γραμμὴν καὶ δὲν τηρήσουν ὡρισμένας ἐντολὰς νὰ ἀπολύωνται, εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ πρέπει νὰ διαγραφῇ. Εἰς μίαν ἐποχὴν διευθυνομένου καὶ ὄχι ἐλευθέρου συνδικαλισμοῦ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐπικίνδυνος ἡ διάταξις αὕτη, ἱκανοποιοῦσα προφανῶς ἀξίωσιν τῆς ΓΣΕΕ. Πέμπτον. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Ν. 3239 δι’ ἧς καθιεροῦται ἡ ὑποχρεωτικὴ διαιτησία, διὰ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως τοῦ μεσολαβήσαντος ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας πρὸς τὸ Πρωτ. Διοικ. Δικαστήριον, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν σχετικὴν διεθνῆ σύμβασιν καὶ πρέπει νὰ καταργηθῇ. Εἰς ὅλας τὰς χώρας ὅπου ἰσχύει ὁ θεσμὸς τῆς Διαιτησίας, ἡ προσφυγὴ εἰς αὐτὴν εἶναι δικαίωμα τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων ἐργαζομένων καὶ ἐργοδοτῶν. Πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι ὑπὸ τὸ νομικὸν καθεστὼς τοῦ Α. Ν. τῆς 16)20 Νοεμβρίου 1935 περὶ ρυθμίσεως διαφορῶν ἐργασίας, ποὺ προτιμοῦν οἱ Ἕλληνες ἐργατοϋπάλληλοι, παρείχετο τὸ δικαίωμα τοῦτο μόνον εἰς τὰ ἐνδιαφερόμενα μέρη. Ἕκτον. Ὡσαύτως ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ γράμμα καὶ πνεῦμα τῆς Διεθνοῦς Συμβάσεως, εἶναι ἡ περίφημος διάταξις τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Ν. 3239, καθ’ ἣν ἂν ὁ Ὑπουργὸς Ἐργασίας παραπέμψῃ τὴν προκληθεῖσαν μεταξὺ ἐργοδοτῶν καὶ μισθωτῶν διαφορὰν εἰς τὸ ἁρμόδιον Διαιτητ. Δικαστήριον, κατὰ τὸ ἄρθρον 17 αὐτοῦ, ἀπαγορεύεται ἐπὶ χρονικὸν διάστημα 45 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραπομπῆς καὶ εἰς περίπτωσιν ἐφέσεως ἐπὶ διάστημα 60 ἡμερῶν, διακοπὴ τῆς ἐργασίας, δηλονότι ἀπεργία τῶν ἐργαζομένων, ἢ καταφανὴς μείωσις τῆς ἀποδόσεως τῆς ἐργασίας ἐπὶ ποινῇ λύσεως τῆς σχέσεως ἐργασίας καὶ φυλακίσεως τῶν πρωταιτίων μέχρι τριῶν μηνῶν καὶ προστίμου. Πέραν τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς διατάξεως ταύτης, ἐπιβάλλεται ἡ κατάργησίς της, λόγῳ σαφοῦς ἀντιθέσεώς της πρὸς τὴν Διεθνῆ Σύμβασιν. Χαρακτηριστικῶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κ. Κασιμάτης, ποὺ εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν ψηφίσεως τοῦ νόμου τοῦ 1935 περὶ ρυθμίσεως διαφορῶν ἐργασίας, ἔγραψεν εἰς τὸ βιβλίον: «Αἱ συλλογικαὶ διαφοραὶ ἐργασίας», ὅτι «τὴν διακοπὴν ταύτην, δηλονότι τὴν ἀπεργίαν, δὲν ἔχει τὴν δύναμιν ὁ νόμος νὰ τὴν ἀπαγορεύσῃ». Παρὰ ταῦτα ὅμως, ἡ διάταξις θὰ ἐξακολουθῇ ἰσχύουσα καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἕβδομον. Ὡς πρὸς τὸν χρόνον ἰσχύος τῶν συμβάσεων ἐργασίας καὶ τῶν ἀποφάσεων διαιτησίας διὰ τοῦ νομοσχεδίου δημιουργεῖται διὰ τοὺς ἐργαζομένους μία κατάστασις δυσμενεστέρα τῆς ὑφισταμένης. Διὰ τῶν παραγράφων 5 καὶ 6 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου θεσπίζεται, ὅτι αἱ καθιστάμεναι ὁριστικαὶ συλλογικαὶ συμβάσεις καὶ ἀποφάσεις διαιτησίας ἰσχύουν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς των εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς καταθέσεώς των εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον. Λαμβανομένου ὅμως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τῆς συστάσεως ἑνὸς Δ.Δ.Δ.Δ. Ἀθηνῶν θὰ ἐπέλθῃ μοιραίως καθυστέρησις συζητήσεως καὶ ἐκδόσεως τῶν ἀποφάσεών του, θὰ ὑποστοῦν τεραστίαν ζημίαν οἱ ἐργαζόμενοι μὲ τὴν καθήλωσιν τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων των εἰς τὰ αὐτὰ ἐπίπεδα. Ἡ διάταξις, ὅμως, τῆς παραγράφου 6 τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου 3239 καθ’ ἥν, ἐν περιπτώσει ἐκδόσεως διαιτητικῆς ἀποφάσεως μετὰ τὴν πάροδον τῶν ὁριζομένων ἐν τῷ νόμῳ προθεσμιῶν, ἡ ἡμερομηνία ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος ταύτης δὲν δύναται νὰ μετατεθῇ εἰς χρόνον μεταγενέστερον τῆς ἑπομένης ἀπὸ τῆς παρόδου τῶν προθεσμιῶν τούτων ἡμέρας, ποὺ ἦτο ἀσφαλιστικὴ δικλείς, ἤδη μὲ τὴν ἀντίθεσίν της πρὸς τὰς νέας διατάξεις, ἀποβάλλει τὴν ἰσχύν της κατὰ τὸ ἄρθρον 45 τοῦ νομοσχεδίου. Ὄγδοον. Καὶ ὑπολείπεται πρὸς ἐξέτασιν τὸ μέγα καὶ πολυθρύλητον θέμα τῆς ἐργατικῆς εἰσφορᾶς, ποὺ οἱ Ἕλληνες ἐργαζόμενοι ἀπεκάλεσαν χαράτσι τοῦ κ. Μακρῆ. Κύριοι βουλευταί, διὰ τὸ θέμα αὐτὸ ἔχει προκληθῆ μέγας σάλος. Ἡ κατοχύρωσις ἄλλως τε τῆς εἰσφορᾶς αὐτῆς, προσποριζούσης εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. ἑκατομμύριά τινα ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα καὶ τὸν μόχθον τῶν Ἑλλήνων ἐργαζομένων, ἀποτελεῖ τὸ περίφημον ἀντάλλαγμα τῆς μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Μακρῆ κομματικῆς συναλλαγῆς. Τὴν ὑποχρεωτικὴν εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. ἔχει καταδικάσει τὸ σύνολον σχεδὸν τοῦ ἐργατοϋπαλληλικοῦ κόσμου τῆς χώρας καὶ τὸ Διεθνὲς Γραφεῖον Ἐργασίας καὶ ἡ Διεθνὴς Συνομοσπονδία τῶν Ἐλευθέρων Συνδικάτων, εἰς ἣν ἀνήκει καὶ ἡ Γ.Σ.Ε.Ε. Ἔχω εἰς χεῖρας μου διακήρυξιν τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Εὐβοίας, ποὺ ἀνήκει εἰς τὴν δύναμιν τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., δι’ ἧς ζητεῖται ἡ κατάργησις τῆς ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας εἰσφορᾶς τοῦ ἑνὸς ἡμερομισθίου. Εἰς ὅλας τὰς δημοκρατικὰς χώρας, ἡ συμμετοχὴ τῶν ἐργατοϋπαλλήλων εἰς τὰς ὀργανώσεις των βασίζεται εἰς τὴν καταβολὴν τῆς μηνιαίας συνδρομῆς, ποὺ προσδιορίζουν τὰ καταστατικά των. Οὐδαμοῦ ὑπάρχει ὀργάνωσις τρίτου βαθμοῦ, ὡς ἐν Ἑλλάδι ἡ Γ.Σ.Ε.Ε., ποὺ νὰ εἰσπράττῃ ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῶν ἐργαζομένων εἰσφορὰν καὶ αὕτη μετὰ ταῦτα νὰ συνεισφέρῃ, κατὰ τὸ δοκοῦν, εἰς τὰς ὀργανώσεις πρώτου καὶ δευτέρου βαθμοῦ, διὰ νὰ τὰς ἔχῃ οὕτω ὑποχειρίους της, δεσμίας καὶ ὑποδούλους. Τὴν ἐργατικὴν αὐτὴν εἰσφορὰν εἰς τὴν χώραν μας ἐπέβαλεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Ν. 3239)55, καθ’ ἣν «ἀντικείμενον γενικῆς ἐθνικῆς συλλογικῆς συμβάσεως δύναται νὰ εἶναι καὶ ἡ συνομολόγησις ὑποχρεώσεως τῶν ἐργοδοτῶν πρὸς παρακράτησιν τῆς ἐν τῇ συλλογικῇ συμβάσει ὁριζομένης εἰσφορᾶς συμμετοχῆς εἰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις». Μὲ ἄλλας λέξεις, ἐχρειάσθη ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους, διὰ νόμου, διὰ νὰ ἀνατραποῦν οἱ θεσμοὶ καὶ ἡ Δημοκρατία εἰς τὰ Συνδικάτα καὶ παρὰ ταῦτα, ἐπαίρεται ἡ ἡγεσία τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., ὅτι ἡγεῖται ἐλευθέρου καὶ ἀνεξαρτήτου κινήματος. Ὡς γνωστόν, ἀρχικῶς ἐθεσπίσθη ἡ εἰσφορὰ ἐκ τοῦ δώρου τῶν ἑορτῶν, διὰ τοῦ νόμου 2755)57, ἑνὸς ἡμερομισθίου ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας, ἐξ ἧς ἡ Γ.Σ.Ε.Ε. εἰσπράττει ἑκατομμύριά τινα. Ἐν τῷ μεταξύ, πρὸ πενταετίας, τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ εἰσφορὰ εἰς τοὺς ἐργαζομένους ὑπὲρ τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. δι’ ἀποφάσεως Διαιτησίας, διότι ὁ νόμος 3239 προέβλεπεν ἐπιβολήν της δι’ Ἐθνικῆς Συλλογικῆς Συμβάσεως Ἐργασίας καὶ ἀπεδέχθη προσφυγὴν διαμαρτυρομένων, διὰ τὴν κατὰ τὸ 1956 ἐπιβολήν της. Πρὸς τακτοποίησιν ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωσε τὴν κυρουμένην ἤδη διὰ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νομοσχεδίου ὑπ’ ἀριθ. 57)62 πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς ἐμειώθη εἰς τὸ ἥμισυ ἡ ὑπὸ τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Ν. Δ. 2755)57 ὁριζομένη εἰσφορὰ τῶν ἐργαζομένων ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας καὶ ὑπεγράφησαν τὴν 1ην Ἰουνίου 1962 αἱ δύο Ἐθνικαὶ Γενικαὶ Συλλογικαὶ Συμβάσεις Ἐργασίας, παρουσίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μεταξὺ ἐργοδοτικῶν Ὀργανώσεων καὶ ΓΣΕΕ, δι’ ὧν εἰς τὸ ἄρθρον 2 καθωρίσθη, ὅτι «οἱ πάσης φύσεως ἐργοδόται ἀπασχολοῦντες ἐργατοτεχνικὸν καὶ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν δυνάμει σχέσεως ἐργασίας ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἀναλαμβάνουσι τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως, ἐκ τοῦ ἀναλογοῦντος ἑκάστοτε εἰς ἕκαστον ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τούτου ποσοῦ ὡς δώρου ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς Χριστουγέννων καὶ Ν. Ἔτους, παρακρατοῦν ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ ἑκάστοτε ἰσχύοντος γενικοῦ κατωτάτου ὁρίου ἡμερομισθίου, ὡς εἰσφορὰν τούτων ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν Ὀργανώσεων (ΓΣΕΕ καὶ τμημάτων αὐτῆς)». Ἐν συνεχείᾳ ὁρίζεται, ὅτι ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τῆς εἰσφορᾶς ταύτης καὶ κατανομὴ εἰς τοὺς δικαιούχους γίνεται κατὰ τὰ ἐν ἄρθρῳ 22 τοῦ Ν. 3239)1955, ὅτι ἕκαστος ἐργαζόμενος δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν κράτησιν δι’ ἀτομικῆς ἐγγράφου δηλώσεώς του, κατατιθεμένης εἰς τὸν οἰκεῖον ἐργοδότην τὸ βραδύτερον ἕνα μῆνα πρὸ τοῦ χρόνου καταβολῆς τοῦ Δώρου καὶ ὅτι, ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ ἐργαζομένου ἐκ τῆς καταβολῆς τῆς εἰσφορᾶς, ἐπέρχεται διὰ τῆς καταθέσεως ὑπ’ αὐτοῦ ἐντὸς τῆς αὐτῆς ὡς ἄνω προθεσμίας, ὁμοίας δηλώσεως εἰς τὴν οἰκείαν ἐπαγγελματικὴν Ὀργάνωσιν ἢ τὸ οἰκεῖον Ἐργατικὸν Κέντρον. Βραδύτερον ἐξεδόθη ἡ παράνομος ὑπ’ ἀριθ. 341 τῆς 16. 11.62 ἐγκύκλιος διαταγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, δι’ ἧς ἐντέλλεται, ὅπως «ἡ παρακράτησις ἐκ μέρους τοῦ ἐργοδότου τῆς εἰσφορᾶς ταύτης γίνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ὑποβαλόντας πρὸς αὐτὸν δήλωσιν ἀρνητικὴν» καὶ ὅτι, διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῆς κρατηθείσης εἰσφορᾶς, θὰ ἀπαιτηθῇ ἀπόφασις τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας. Εἶναι σαφές, ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἡ δήλωσις ἡ ἀρνητικὴ γίνεται πρὸς τὴν Ὀργάνωσιν καὶ ἡ Ὀργάνωσις διαβιβάζει ταύτην εἰς τὸν ἐργοδότην. Συνεπῶς, ἄλλα θεσπίζει ὁ νόμος ἄλλα ἡ Συλλογικὴ Σύμβασις καὶ ἄλλα ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνῷ ἔδει αἱ δύο τελευταῖαι νὰ εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον. Ἡ πλέον ὅμως κτυπητὴ παρανομία ποὺ ἐγένετο χάριν τῆς ἤδη ὑμνούσης τὴν Κυβέρνησιν ἡγεσίας τῆς ΓΣΕΕ, συνίσταται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος σαφῶς ὁμιλεῖ περὶ ὑποχρεώσεως καταβολῆς εἰσφορᾶς μόνον τῶν μελῶν ἐπαγγελματικῶν Ὀργανώσεων, ἡ Συλλογικὴ Σύμβασις καὶ ἡ Ὑπουργικὴ ἐγκύκλιος ἐπιβάλλουν εἰσφορὰν εἰς πάντα ἐργαζόμενον, συνδικαλισμένον ἢ μή. Προβλέπω μάλιστα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαταχθεῖσαν κράτησιν εἰσφορᾶς καὶ τῶν ὑποβαλόντων ἀρνητικὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ Ἐργατικὴ Ἑστία θὰ παγιδεύσῃ τοὺς τελευταίους δι’ ἀποφάσεως περὶ μὴ ἐπιστροφῆς λόγῳ τυπικῶν ἀνωμαλιῶν, μὴ τηρήσεως προθεσμιῶν κλπ. ὡς ἐκ τῶν ἀντιφατικῶν διατάξεων νόμου συλλογικῆς συμβάσεως καὶ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ εἶναι, ὡς εἶπον, γνωστόν, ὅτι λόγῳ τῆς ὑπάρξεως πολυαρίθμων Σωματείων, Ὁμοσπονδιῶν, Συνομοσπονδιῶν κλπ., ἐκτὸς τῆς ΓΣΕΕ καὶ ἄλλων Ὀργανώσεων διαγραφεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Μακρῆ ἐκ τῶν 700 χιλιάδων ἐργατοϋπαλλήλων, ἕνα ποσοστὸν 30% περίπου ἀνήκει εἰς τὴν δύναμιν τῆς ΓΣΕΕ. Χιλιάδες πολλαὶ ἐργαζομένων θὰ δώσουν τὸ περίφημον αὐτὸ χαράτσι, ποὺ φθάνει περίπου τὰ 18 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἡ ΓΣΕΕ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἀναλογεῖ εἰς αὐτὴν ποσοστὸν 5)20 κατὰ νόμον, ἀλλὰ παρασιωπᾷ ὅτι θὰ λάβῃ, κατὰ τὸν νόμον, ὅλον τὸ ὑπόλοιπον τῶν εἰσπραττομένων δηλαδὴ καὶ τὰ 100%, τῆς εἰσφορᾶς τῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων ἀνοργανώτων καὶ τῶν ἀνηκόντων εἰς ἐκτὸς τῆς ΓΣΕΕ Ὀργανώσεις. Κύριοι βουλευταὶ, ὅταν ἤρξατο ἡ συζήτησις τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου Ν.Δ. εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐργασίας ἰσχυρίσθη ὅτι οὐδὲν ἀντάλλαγμα παρέχεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὴν ΓΣΕΕ. Ἐν τούτοις τὸ πρῶτον καὶ κύριον ἀντάλλαγμα κατὰ τρόπον δόλιον καὶ σατανικὸν θεσπίζεται εἰς τὴν παρ. 5 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου. Ἰδοὺ διατί. Διὰ τῆς παρ. 5 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου προστίθεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 7 παράγραφος εἰς τὸ ἄρθρον 7, καθορίζουσα ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν αἱ ἐθνικαὶ γενικαὶ συλλογικαὶ συμβάσεις ἐργασίας δεσμεύουν τὸ σύνολον τῶν ἐργοδοτῶν καὶ μισθωτῶν τῆς Χώρας. Ἀλλ’ εἰς τὸν νόμον 3239)1955 ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 21 καθ’ ἥν οἱ γενικοὶ ὅροι καὶ συνθῆκαι ἐργασίας δύνανται νὰ ρυθμίζωνται διὰ γενικῆς ἐθνικῆς συλλογικῆς συμβάσεως ἐργασίας ἢ ὁμοίας ἐφαρμογῆς ἀποφάσεως διαιτησίας ὡς καὶ τὰ κατώτατα ὅρια ἀποδοχῶν, ἐπιδόματα καὶ προσαυξήσεις. Κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ αὐτοῦ νόμου ὡς προεῖπον, δύναται νὰ εἶναι ἀντικείμενον ἐθν. συλλ. γεν. συμβάσεως καὶ ἡ συνομολόγησις ὑποχρεώσεως τῶν ἐργοδοτῶν παρακρατήσεως τῆς εἰσφορᾶς συμμετοχῆς εἰς τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις. Συνεπῶς κατὰ νόμον μόνον διὰ τὰ μέλη τῶν συνδικάτων ἐργατοϋπαλληλικῶν καὶ διὰ τοὺς ὑπαγομένους εἰς αὐτὴν μισθωτοὺς τοὺς λαμβάνοντας τὸ κατώτατον ὅριον ἡμερομισθίου ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑποχρέωσις καταβολῆς τῆς εἰσφορᾶς. Ἤδη ὅμως μὲ τὴν νέαν διάταξιν δεσμεύεται τὸ σύνολον τῶν μισθωτῶν ἀδιακρίτως συνδικαλισμένων καὶ μὴ, καὶ ἀδιακρίτως ἂν λαμβάνουν ἢ μὴ τὸ κατώτατον ὅριον ἡμερομισθίου. Ὡς προκύπτει ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ μάλιστα ἐζητήθη παρ’ ἐμοῦ καὶ ἄλλων ὅπως ἐξαιρεθῇ ἡ εἰσφορὰ καὶ ἰσχύσουν αἱ κείμεναι διατάξεις, εἰδικῶς μάλιστα εἶπον ὅτι δέον νὰ προστεθῇ εἰς τὴν λέξιν «δεσμεύουν» ἡ φράσις «μόνον προκειμένου περὶ τῶν ὅρων ἀμοιβῆς καὶ τῶν συνθηκῶν ἐργασίας» καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατόπιν ἀγῶνος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπεδέχθη καὶ ἔκαμε δήλωσιν. Ὅταν ὅμως συνεζητήθη τὸ σχετικὸν ἄρθρον εἰς τὴν Κοιν. Ἐπιτροπὴν Ἐργασίας ὑπανεχώρησεν οὗτος καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν εἶχε καλῶς ἀντιληφθῆ περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω τὴν προσθήκην αὐτὴν τῆς ἐξαιρέσεως τῆς εἰσφορᾶς διὰ τροπολογίας ὑπογεγραμμένης καὶ ἀπὸ τοὺς συναδέλφους τῆς Ε.Κ. κ.κ. Μπακατσέλον καὶ Ζορμπᾶν τεθείσης εἰς ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντετάχθη καὶ ἡ πλειοψηφία τὴν κατεψήφισε. Ἰδοὺ μία νέα ἀπόδειξις τῆς ἀσυγχωρήτου εὐνοίας καὶ τῆς δεδικαιολογημένης κατακραυγῆς τοῦ ἐργατοϋπαλληλικοῦ κόσμου τῆς Χώρας, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκκρεμοῦν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας νέαι προσφυγαὶ κατὰ τῆς Ἐθν. Συλλ. Συμβάσεως ταύτης καὶ διὰ νὰ ἀποτραπῇ ὁ κίνδυνος ἀκυρώσεώς της ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει ἐσπευσμένως πρὸ τῆς ἐκδικάσεώς των νὰ γίνῃ νομοθετικὴ τακτοποίησις τοῦ φλέγοντος θέματος, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς
Γ.Σ.Ε.Ε.
§52Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, κατὰ τὸ ἥμισυ νομιμοποιεῖται ἡ Γενικὴ Συλλογικὴ Σύμβασις.
§53Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Πέραν αὐτοῦ ἡ ἐπιβολὴ εἰσφορᾶς εἰς τοὺς ἐργαζομένους εἶναι ἀπὸ πλείστων ἀπόψεων ἀντισυνταγματικὴ, ἀντιβαίνουσα εἰς τὰς διατάξεις περὶ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, περὶ τῆς ἰσότητος τῶν πολιτῶν καὶ περὶ τρόπου ἐπιβολῆς φορολογίας κλπ. Ἀλλὰ καὶ προφανῶς ἡ ἐπιβολὴ εἰσφορᾶς ἀντιστρατεύεται εἰς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῶν διεθνῶν συμβάσεων καθ’ ἃς αἱ ὀργανώσεις τῶν ἐργαζομένων δικαιοῦνται νὰ ὀργανώσουν τὰ τῆς διαχειρίσεως καὶ δράσεως αὐτῶν καὶ αἱ δημόσιαι ἀρχαὶ δέον ὅπως ἀπέχουν πάσης ἐπεμβάσεως τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον μετὰ τὴν κύρωσίν των διὰ τῶν Ν. Δ. 4205 καὶ 4204 τοῦ 1961 κατέστησαν ἐσωτερικὸν δίκαιον. Ἡ Ἕνωσις Κέντρου κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐκδόσεως τῆς παρανόμου ἐγκυκλίου του, καθώρισε διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Στεφανοπούλου σαφῶς τὴν θέσιν της καὶ ἐτάχθη ἐναντίον τῆς ὑποχρεωτικῆς εἰσφορᾶς. Μάλιστα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Κοινοβ. Ἐπιτροπῆς Ἐργασίας εἰς τὸ ἄρθρον 7 κατέθεσε καὶ ὑπεστήριξε καὶ αὖθις ὑποστηρίζει τροπολογίαν καθ’ ἣν «τὰ μέλη τῶν ὀργανώσεων δύνανται ὅπως δηλώσουν ἐφ’ ἅπαξ εἰς τὰς ὀργανώσεις των ὅτι δέχονται τὴ καταβολὴν τῆς εἰσφορᾶς, ὁπότε βάσει τῶν δηλώσεων τούτων διαβιβαζομένων εἰς τοὺς οἰκείους ἐργοδότας πραγματοποιεῖται παρὰ τῶν τελευταίων ἡ κράτησις τῆς εἰσφορᾶς ἐν περιπτώσει δὲ μὴ ὑποβολῆς τῆς δηλώσεως παρὰ τῶν μελῶν δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ παρὰ τῶν ἐργοδοτῶν κράτησις τῆς εἰσφορᾶς». Ἡ τροπολογία αὕτη κατόπιν ἐπιμονῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας καὶ θὰ ὑποστηριχθῇ πάλιν ὑφ’ ἡμῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον κεφάλαιον τοῦ νομοσχεδίου, «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν εἰς τὴν νομοθεσίαν περὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων», ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι τὰ καταργούμενα ἄρθρα τῆς περὶ Σωματείων νομοθεσίας ἦσαν μᾶλλον τυπικά, διότι οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν πλὴν τῆς διατάξεως περὶ Νομαρχῶν. Ὡς ἐτόνισα καὶ ἐν ἀρχῇ, πέραν τῶν διατάξεων αὐτῶν ὑφίστανται ἐν ἰσχύϊ νόμοι καὶ ψηφίσματα θεσπίζοντα τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους καὶ τὴν στέρησιν τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν ὡς εἶναι οἱ νόμοι περὶ ἐπιστρατεύσεως ἀπεργῶν ἐργατοϋπαλλήλων, περὶ ἐλέγχου νομιμοφροσύνης συνδικαλιστικῶν στελεχῶν, περὶ διαλύσεως ἐπαγγελματικῶν σωματείων, περὶ μέτρων ἀσφαλείας, περὶ ἐργασίας καπνεργατῶν, κλπ. Ἡ ἀποκατάστασις ὅθεν τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν προϋποθέτει κατάργησιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀντεργατικῶν νόμων. Ἐξ ἄλλου διὰ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ σχεδίου καταργεῖται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 101 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος δι’ ἧς ἡ ἀκυρότης ἀποφάσεως συνελεύσεως κηρύσσεται ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἐπὶ τῇ ἀγωγῇ μέλους μὴ συναινέσαντος ἢ πάντως ἔχοντος ἔννομον συμφέρον καὶ ἐπαναφέρεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ Β.Δ. τῆς 15)20.5.1920 καθ’ ἣν τὴν αἴτησιν δέον νὰ ὑποβάλῃ τὸ 12)20 τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τοῦ Σωματείου, ὁπότε δημιουργοῦνται ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια καὶ δυσχέρειαι. Ἐπιζημία εἶναι ὡσαύτως, ἡ διάταξις περὶ συμμετοχῆς ἀλλοδαπῶν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν Ὀργανώσεων. Ὡς πρὸς τὸ τρίτον κεφάλαιον περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν εἰς τὴν νομοθεσίαν περὶ Ἐργατικῆς Ἑστίας καὶ Ὀργανισμοῦ Ἐργατικῆς κατοικίας ἀνέφερα ἤδη τὴν διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ)λίου κυρουμένης ἤδη μείωσιν τῆς ὑπὲρ τῆς ἐργατικῆς ἑστίας εἰσφορᾶς εἰς ἥμισυ ἡμερομίσθιον ἅτε τοῦ ἑτέρου διατεθέντος ὑπὲρ τῆς εἰσφορᾶς πρὸς τὴν ΓΣΕΕ καὶ τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις. Πάντως καθίσταται παγία ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν ἐργαζομένων ἐκ τῶν κρατήσεων ὑπὲρ Ἐργατικῆς Ἑστίας καὶ Ὀργανισμοῦ Ἐργατικῆς κατοικίας. Ἀτυχῶς παραμένει ἐν ἰσχύϊ ἡ ὕποπτος διάταξις τοῦ ἄρθρου 14 παρ. 4 τοῦ νόμου 3755)1957 καθ’ ἣν ἐκ τῶν πόρων τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας δύναται ὁ Ὑπουργὸς Ἐργασίας νὰ διαθέτῃ τὸ ⅕ ὑπὲρ γενικωτέρων σκοπῶν καὶ μέσων τῶν ἐργατοϋπαλλήλων ἢ συνδικαλιστικῆς δράσεως προστασίας ἢ ἀναπτύξεως ἐργατοϋπαλληλικῶν ἐπιδιώξεων καὶ παρακολουθήσεως καὶ μελέτης τῆς ἐξελίξεως τοῦ συνδικαλισμοῦ, ποὺ ὑπενθυμίζει μυστικὰ κονδύλια τοῦ Μεντερὲς, δι’ ἐξαγορὰν καὶ διαφθορὰν συνειδήσεων. Ὡς πρὸς τὸ τέταρτον κεφάλαιον περὶ διατάξεων ρυθμιζουσῶν διάφορα θέματα τῆς Ἐργατικῆς Νομοθεσίας, παρατηρῶ, ὅτι θεσπίζονται διατάξεις ἀναφερόμεναι εἰς τὰ χρονικὰ ὅρια ἐργασίας καὶ γίνεται μία δυσμενὴς διὰ τοὺς ἐργαζομένους ἰδιωτικοὺς ὑπαλλήλους μεταρρύθμισις λόγῳ χαρακτηρισμοῦ τῶν παραβάσεων τῶν ἐργοδοτῶν ὡς πταισμάτων ἀντὶ πλημμελημάτων καὶ ἀνατρέπεται ἡ ἔκπαλαι ἰσχύουσα νομοθεσία περὶ Κυριακῆς ἀναπαύσεως διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἕνα καθεστὼς ἀσυδοσίας τῶν ἐργοδοτῶν ποὺ ἐτερμάτισε μὲ τὰ νομοθετικὰ μέτρα του πρὸ 50 ἐτῶν ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Ὁ Σύλλογος Ἐμποροϋπαλλήλων Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται ἐντόνως διὰ τὴν κατάργησιν τῶν φιλεργατικῶν διατάξεων τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας καὶ ἀξιοῖ σεβασμὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐμποροϋπαλλήλων. Ὡς πρὸς τὸ πέμπτον κεφάλαιον περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν θέματα κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, ὀφείλω νὰ ἐπισημάνω τὸ πρόσθετον ἀντάλλαγμα τῆς κομματικῆς συναλλαγῆς Κυβερνήσεως ΕΡΕ–ΓΣΕΕ, τὴν σκανδαλώδη διάταξιν τοῦ ἄρθρου 27 παρ: 6 καθ’ ἣν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν μισθωτῶν εἰς πάντας τοὺς ὀργανισμοὺς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως ὑποδεικνύονται ἐν τῷ συνόλῳ των ἐκ μέρους τῆς ΓΣΕΕ (ἄρθρον 7 παρ. 2 τοῦ νόμου 3239) καταργουμένων οὕτω τῶν σχετικῶν διατάξεων τῶν καταστατικῶν πλείστων ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν, δι’ ὧν καθορίζεται ἡ διαδικασία καὶ ὁ τρόπος ἐκλογῆς. Γίνεται μάλιστα χωρὶς δισταγμὸν ἄνισος μεταχείρισις μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν, διότι ἐνῷ ρητῶς διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τῶν καταστατικῶν περὶ τῶν ἐργοδοτικῶν ἐκπροσώπων, διὰ τοὺς ἐργατικοὺς ἐκπροσώπους καταργοῦνται αἱ συναφεῖς διατάξεις τῶν καταστατικῶν καὶ ὁ διορισμὸς ἀνεξελέγκτως θὰ γίνεται ἀπὸ τὴν ἡγεσίαν τῆς ΓΣΕΕ. Εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ ἀξίωσις τῶν Ἑλλήνων ἐργατοϋπαλλήλων νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη καὶ νὰ μετέχουν τῶν διοικήσεων τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν των αἱρετοὶ ἠσφαλισμένοι καὶ συνταξιοῦχοι, ἐκλεγόμενοι κατὰ δημοκρατικὸν ἀδιάβλητον τρόπον ἀπὸ τὰς οἰκείας ὀργανώσεις. Ἐκ παραλλήλου, διὰ λόγους ρουσφετολογικούς, αὐξάνεται εἰς 15 ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ Διοικ. Συμβουλίου τοῦ Ι.Κ.Α., Ὀργανισμοῦ Ἀνεργίας τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας καὶ Ἐργατικῆς Κατοικίας, δημιουργουμένων νέων ἐξόδων διοικήσεως. Οὐδεμία ἐξ ἄλλου λαμβάνεται μέριμνα μείζονος συμμετοχῆς ἠσφαλισμένων καὶ συνταξιούχων εἰς τὰ Συμβούλια, ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν ἐκπροσώπησιν Κράτους καὶ ἐργοδοτῶν. Εἰς τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, ἐγκαινιάζεται ἡ ἐπικίνδυνος ἀρχὴ ἀσφαλίσεως ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν εἰς Ὀργανισμοὺς Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως. Διὰ τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ ἰδίου κεφαλαίου, ἀποτυχούσης τῆς γενομένης δὶς διὰ νόμου κατὰ τὴν τελευταίαν ἑπταετίαν ρυθμίσεως τῶν καθυστερουμένων ὀφειλῶν πρὸς Ἀσφαλιστικοὺς Ὀργανισμούς, καθιεροῦται ἕνα σύστημα κομματικῶν οἰκονομικῶν διευκολύνσεων τῶν ἡμετέρων, μὴ ἀποδεχθείσης τῆς Κυβερνήσεως τὴν δικαιοτέραν λύσιν νὰ παρασχεθοῦν εὐκολίαι μόνον εἰς τοὺς μικροοφειλέτας ἐπαγγελματοβιοτέχνας καὶ ὄχι εἰς τοὺς μεγάλους καὶ ἰσχυρούς, ποὺ ὀφείλουν ὑπὲρ τὸ 1 δισεκατομμύριον πρὸς τὸν μεγαλύτερον ἀσφαλιστικὸν φορέα τῆς χώρας, τὸ ΙΚΑ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 32 πλήττονται οἱ ἀτυχεῖς συνταξιοῦχοι χιλιάδες κλωστοϋφαντουργοί, ὧν νομιμοποιεῖται μείωσις τῶν συντάξεών των μέχρι καὶ ποσοστοῦ 60% καὶ καταργοῦνται κατὰ τρόπον ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀμετάκλητοι ἀκόμη δικαστικαὶ ἀποφάσεις, κατὰ παραβίασιν τῆς συνταγματικῶς κατοχυρωμένης ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 33, διευκολύνονται οἱ ἐργοδόται, οἱ ὑπεξαιρέσαντες ἐργατικὰς εἰσφορὰς τοῦ Ταμείου Ἐξόδου Γερόντων καὶ Ἀνικάνων Ἐργατῶν Μετάλλου. Ἡ Πανελλήνιος Ὁμοσπονδία Ἐργατῶν Μετάλλου, διαμαρτύρεται ἐντόνως κατὰ τῶν ἀντεργατικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς ΕΡΕ διὰ τοῦ Ν.Δ. 4104)1961 μετέβαλε ριζικῶς ἐπὶ τὰ χείρω διὰ τοὺς ἐργαζομένους ἠσφαλισμένους καὶ συνταξιούχους τὸ ἰσχῦον νομικὸν καθεστὼς τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως καὶ διὰ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1846 τοῦ 1951, περὶ ΙΚΑ, ἐθέσπισε δυσμενεστέρας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως καὶ ἐπέβαλε νέα βάρη 166 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐπίμονον διεξηγάγαμεν τότε ἀγῶνα νὰ ἀποτρέψωμεν τρομερὰς ἀδικίας εἰς βάρος ἑκατοντάδων χιλιάδων ἠσφαλισμένων καὶ συνταξιούχων, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε. εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν ἀντετάχθη πεισμόνως. Εἶναι, ἐπίσης, γνωστόν, ὅτι ἕνας ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν, ποὺ εἶδον τὸ φῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸ ἑξήκοντα περίπου ἐτῶν, μὲ τὸν περίφημον νόμον ΒΩΜΑ καὶ μὲ πρωτοβουλίαν τοῦ ἀειμνήστου Φωκίωνος Νέγρη, ἦτο τὸ Ταμεῖον Μεταλλευτῶν, εἰς ὃ ἠσφαλίσθησαν ἀρχικῶς κατὰ τοῦ κινδύνου τοῦ ἐργατικοῦ ἀτυχήματος καὶ βραδύτερον τοῦ γήρατος καὶ τῆς νόσου οἱ συμπαθέστεροι καὶ ἄξιοι πάσης στοργῆς, πολιτείας καὶ κοινωνίας, Ἕλληνες μεταλλωρύχοι, ποὺ ὑπὸ τὰς σκληροτέρας καὶ ἀνθυγιεινοτέρας συνθήκας ἐργάζονται μέσα εἰς τὰς ὑπογείους στοάς, φθείροντες ἀνεπανορθώτως τὴν ζωὴν καὶ τὴν ὑγείαν των. Κατὰ τὸ 1956, ἐγένετο ἡ συγχώνευσις τοῦ Ταμείου αὐτοῦ εἰς τὸ Ι.Κ.Α. καὶ πρῶτον ἐπακόλουθον ἦτο, ὅτι ἐνῷ ἐπὶ δεκαετηρίδας ἐλάμβανον σύνταξιν γήρατος εἰς τὸ 60ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των, μετὰ τὸ 1956 λαμβάνουν εἰς τὸ 65ον ἔτος. Κατὰ τὴν προϊσχύσασαν νομοθεσίαν, προϋπόθεσις συνταξιοδοτήσεως γήρατος ἦτο ἡ ἄσκησις συνεχῶς ἢ διακεκομμένως μεταλλευτικῆς ἢ λατομικῆς ἐργασίας ἐπὶ 30 ἔτη καὶ κατὰ ρητὴν διάταξιν τοῦ Καταστατικοῦ, αὕτη παρείχετο εἰς τοὺς ἀπομακρυνθέντας ἢ ἀπομακρυνομένους ἐκ τῆς ἐργασίας, ἤτοι καὶ εἰς τοὺς ἐργασθέντας πρὸ τοῦ ἀπὸ 20.11.1935 Διατάγματος, δι’ οὗ ἐδημιουργήθη ὁ κλάδος συντάξεως γήρατος καὶ ἀναπηρίας. Τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, ποὺ καθιερώθη ὡς Δικαστήριον δευτέρου βαθμοῦ, διὰ τὰς ἐκκαλουμένας ἀποφάσεις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ταμείου Μεταλλευτῶν ἐπὶ μακρὰ ἔτη δι’ ἀποφάσεών του εἶχεν ἀπονείμει συντάξεις βάσει πιστοποιητικῶν ἐργασίας ἢ ἐν ἐλλείψει αὐτῶν βάσει ἐνόρκων καταθέσεων μαρτύρων μεταλλωρύχων καὶ λατόμων. Ὅταν ἐγένετο ἡ συγχώνευσις, τὸ ΙΚΑ αὐθαιρέτως δὲν ἀνεγνώριζε παλαιὰ ἡμερομίσθια εἰς μεταλλευτικὰς Ἐπιχειρήσεις καὶ ὅταν τὰ ἀρχεῖα αὐτῶν, λόγῳ τῆς κατοχῆς, κατεστράφησαν καὶ ὑπέσχετο, ὅτι θὰ ρυθμίσῃ τὸ θέμα νομοθετικῶς καὶ ἔκτοτε πολλοὶ μεταλλωρύχοι δυστυχεῖς καὶ γυμνητεύοντες ἔμενον ἀπροστάτευτοι. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου Ν. Δ. εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 1960, ποὺ κατέστη νόμος τοῦ Κράτους, ἤτοι τὸ Ν. Δ. 3104)1960, ὑπεστήριξα ἐνθέρμως πολλὰ δίκαια αἰτήματα τῶν μεταλλωρύχων καὶ ὅλα ἀπεκρούσθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ αἴτημα μειώσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας γήρατος εἰς 55 διὰ τοὺς ἄνδρας καὶ 50 διὰ τὰς γυναῖκας καὶ αὐξήσεως τῶν μηδαμινῶν συντάξεων ἀναπήρων ποσοστοῦ κάτω τοῦ 66% ἐκ δραχμῶν 200 μηνιαίως καὶ τῶν χηρῶν θανόντων μεταλλωρύχων δραχ. 135 μηνιαίως. Μόνον μία τροπολογία μὲ ἀσήμαντον πλειοψηφίαν ἐψηφίσθη, παρὰ τὴν ἀντίδρασιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Ἐργασίας κ. Δημητράτου. Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, ἥτις ἀπετέλεσε τὴν παρ. 7 τοῦ ἄρθρου 7, παρεσχέθη ἡ δυνατότης ἀναγνωρίσεως τῶν παλαιῶν ἡμερομισθίων παρὰ τοῦ ΙΚΑ διοικητικῶς, κατόπιν αἰτήσεως καὶ ἐρεύνης καὶ δικαστικῶς, κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ἐργατοδίκου, ὑποκειμένης εἰς ἔφεσιν. Οὕτω τὸ μὲν ΙΚΑ ἠδιαφόρησε καὶ τὰς ὑποβληθείσας αἰτήσεις, καίτοι παρῆλθον 2 ἔτη, ἔκτοτε ἀφῆκεν ἀνενεργήτους καὶ ἐκκρεμεῖς, οἱ δὲ Ἐργατοδίκαι τῆς χώρας, πρὸς τιμήν των, ὅπου προσεκομίσθησαν ἀδιαμφισβήτητοι ἐμμάρτυροι ἀποδείξεις, ἀνεγνώρισαν τὰ ἡμερομίσθια. Τὸ ΙΚΑ ἀντέδρασε πεισμόνως καὶ ἔφερε τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς ἐνώπιον καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, προσπαθοῦν νὰ στραγγαλίσῃ τὰ δίκαια τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων. Ἔφθασε μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου ὁ Διοικητὴς τοῦ ΙΚΑ, προδήλως κατ’ ἔμπνευσιν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐκδώσῃ μίαν κατάπτυστον, ὑπ’ ἀριθ. 2431 τῆς 10 Φεβρουαρίου 1962, ἐγκύκλιον, δι’ ἧς διέταξε νὰ μὴν ἀναγνωρίζουν παλαιὰ ἡμερομίσθια πρὸ τοῦ 1935, αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως. Δηλονότι δι’ ἐγκυκλίου κατηργήθη ὁ νόμος καὶ ἡ Κυβέρνησις, ποὺ ἐπηρωτήθη αὐστηρότατα δι’ αὐτὸ τὸ θέμα, ἠδράνησε καὶ ἐνέκρινε τὴν αὐθαιρεσίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, περιέλαβεν ἀρχικῶς διάταξιν, δι’ ἧς οὐσιαστικῶς ἀνέτρεψε τὴν ρύθμισιν ταύτην καὶ ἀπέκλεισε τὸ ἐμμάρτυρον μέσον ἀποδείξεως καὶ ὅταν ὑπῆρχεν ἀντικειμενικὴ ἀδυναμία προσκομίσεως ἐγγράφων καὶ ἐπὶ πλέον κατήργει δικαστικὰς ἀποφάσεις. Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν Ἐργασίας ἀντετάχθημεν σφοδρῶς κατὰ τῆς τοιαύτης ἀπανθρώπου ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τελικῶς ἐδέχθη κατὰ τροποποίησιν νὰ ἰσχύσῃ ἡ διάταξις περὶ ἀναγνωρίσεως ἡμερομισθίων καὶ πρὸ τοῦ 1935 μὲ τὸ ἐμμάρτυρον μέσον ἀποδείξεως ἐπὶ ἓν ἔτος, μὴ καταργουμένων ἀναδρομικῶς τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων. Ἐπέμεινεν, ὅμως, καὶ ἐτέθη διάταξις περὶ καταβολῆς ἀσφαλίστρου παρὰ τῶν μεταλλωρύχων, διὰ τὰ ἀναγνωρισθησόμενα ἡμερομίσθια. Ἡ τοιαύτη, ὅμως, ἐπιβάρυνσις εἶναι τρομερὰ ἄδικος καὶ ἀπαράδεκτος διὰ παμπτώχους ἀνθρώπους, διότι συμφώνως καὶ πρὸς τὸν παλαιὸν νόμον ΒΩΜΑ καὶ πρὸς τὸν νεώτερον τοῦ 1935, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ καταστατικὸν τοῦ Τ. Μ., ὅλοι αὐτοὶ οἱ μεταλλωρύχοι κατέβαλον ἀσφάλιστρον, ποὺ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς παντελῶς τὸ ἠγνόει. Πιστεύω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περὶ ἀσφαλίστρου θὰ διαγραφῇ ὡς καταφώρως ἄδικος. Κύριοι βουλευταί, ἐτερμάτισα τὴν εἰσήγησίν μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καὶ ἐκφράζω τὴν λύπην μου, διότι παρὰ τὴν ἀρχικὴν πρόθεσίν μου, εὑρέθην εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, λόγῳ τῆς μεγάλης ἐκτάσεως καὶ τῆς ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος τοῦ θέματος, νὰ μακρηγορήσω καὶ νὰ καταπονήσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἠθέλησα, μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις, νὰ ἐκπληρώσω εἰς ἀκέραιον τὸ καθῆκον μου δίδων μίαν γενικὴν ἀντικειμενικὴν εἰκόνα τῶν ὑπὸ ρύθμισιν θεμάτων καὶ ἐπιρρωνύων τὸν βασικὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ χαλκεύονται νέα δεσμὰ εἰς βάρος τοῦ ἀξίου καλυτέρας μεταχειρίσεως ἐργατοϋπαλληλικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἔχω ἐλπίδας μεγάλας ἀποδοχῆς τῆς συστάσεώς μου ταύτης, νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ χάριν τῶν δεινῶς πληττομένων δι’ αὐτοῦ ἑκατοντάδων χιλιάδων μισθωτῶν. Ἡ Δημοκρατικὴ Φιλελευθέρα παράταξις ποὺ συνθέτει σήμερον τὴν πολιτικῶς καὶ ἠθικῶς παντοδύναμον Ἕνωσιν Κέντρου, ἀντλεῖ ὡς γνωστόν, τὴν καταγωγὴν της ἀπὸ ἕνα Γίγαντα τῆς ἐθνικῆς μας ζωῆς ἀπὸ τὸν μεγάλον πρωτοπόρον ἀναμορφωτὴν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, ποὺ πρὸ ἡμίσεως αἰῶνος ἐθεμελίωσεν ἕνα λαμπρὸν ἐθνικὸν οἰκοδόμημα, ἕνα εὐνομούμενον Κράτος καὶ ἐθέσπισεν ἐν μέσῳ μυρίων ἀντιδράσεων καὶ ἐναντιοτήτων ὅλας τὰς ρηξικελεύθους ἐκείνας κοινωνικὰς μεταρρυθμίσεις ποὺ ἀνεβίβασαν τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν στάθμην τοῦ Λαοῦ μας. Ὅθεν, ἡ Ἕνωσις Κέντρου μὲ ἀληθινὴν ὀδύνην παρακολουθεῖ τὸ δρᾶμα τῶν ἐργαζομένων τῶν ὁποίων πολλά, κατόπιν σκληρῶν πολυετῶν ἀγώνων, κεκτημένα δικαιώματά των κατηργήθησαν ἢ ἐφαλκιδεύθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν. Τρέφει αἰσθήματα στοργῆς πρὸς αὐτοὺς καὶ προσφέρεται νὰ παράσχῃ ἀνεπιφύλακτον τὴν ἠθικὴν τῆς ἀρωγὴν καὶ συμπαράστασιν διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Ἀπὸ τὴν ΕΡΕ ἐχθρικῶς πρὸς αὐτοὺς διακειμένην καὶ δεσμίαν τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας, δὲν ἔχει τίποτε ἀπολύτως νὰ προσδοκᾷ. Ὁ ἐργατοϋπαλληλικὸς κόσμος, θὰ προασπίσῃ ὕψιστα συμφέροντα καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ ἰδίου, ἂν συμβάλῃ εἰς τὸν μεγάλον ἀγῶνα ποὺ διεξάγουν αἱ ὑγιεῖς πολιτικαὶ δυνάμεις διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἕνα τίμιον Κράτος, διὰ νὰ ἐπικρατήσῃ ἕνα ἠθικὸν δημοκρατικὸν καθεστώς, ὄχι μόνον πολιτικῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ κοινωνικῆς δικαιοσύνης. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν τῆς πλειοψηφίας κ. Α. Τριανταφύλλου ἔχει τὸν λόγον.
§55Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ. Ἐάν, κύριοι βουλευταί, ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως ἐπεκράτησε ποιά τις νευρικότης, τοῦτο νομίζω ὀφείλεται εἰς τὴν πράγματι σφοδρὰν ἐπίθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐναντίον τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἐπίθεσιν ἡ ὁποία δὲν δικαιολογεῖται ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐπίθεσιν ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται εἰς οὐδεμίαν θεωρητικὴν ἀρχὴν τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς, ἐπίθεσιν ἡ ὁποία εἶναι τελείως ἀντίθετος πρὸς τὰ ἐργατικὰ συμφέροντα. Ἡ ἐπίθεσις αὐτὴ ἐξεδηλώθη καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐργασίας. Ἑπομένως, τὴν στιγμὴν αὐτήν, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε θεωρηθῆ περαιωθεῖσα. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἡ συζήτησις συνεχίζεται καὶ θὰ συνεχίζεται διότι πιστεύω ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει νὰ πάρῃ τὴν εὐκαιρίαν μιᾶς προπαγανδιστικῆς πολιτικῆς εἰς τὸν τομέα τῆς ἐργατικῆς πολιτικῆς, πολιτικῆς ὅμως εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἀποτύχῃ. Παραδόξως ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη. Κατεκρίθη ἡ ἐργατικὴ νομοθεσία. Δὲν κατεκρίθη μόνον ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, κατεκρίθη ἡ ἐργατικὴ νομοθεσία. Ἀνεφέρθη ὅτι ξένοι συνδικαλισταί, καὶ ἐξεδηλώθη εὐχαρίστησις δι’ αὐτό, κατηγόρησαν τὸν τόπον αὐτόν, δι’ ἔλλειψιν ἐργατικῆς πολιτικῆς. Ἀνεφέρθη ἐπίσης ὅτι λόγῳ τῆς κακῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως οἱ Ἕλληνες ἐργάται ἀναγκάζονται νὰ φύγουν εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὸ Βέλγιον. Ἀνεφέρθη ἐπίσης ὅτι ἔγινε συναλλαγὴ μὲ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Γ.Σ.Ε.Ε. Καὶ ἡ συναλλαγὴ ποὺ .......... ἔγινε θὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων εἰς ποίαν βασικὴν ἀρχὴν τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς στηρίζεται. Ἐφ’ ὅσον ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη, νομίζω κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ἕνα καίριον σημεῖον τῆς ἐργατικῆς μας πολιτικῆς, ποὺ εὑρίσκεται ἡ Ἑλληνικὴ ἐργατικὴ νομοθεσία, ἔναντι τῶν ξένων νομοθεσιῶν, διότι κατηγοροῦμεν τὴν χώραν μας συνεχῶς δι’ ἔλλειψιν ἐργατικῆς πολιτικῆς, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν ὅτι ἡ ἐργατικὴ πολιτική μας, ἡ Ἑλληνικὴ ἐργατικὴ νομοθεσία, εὑρίσκεται εἰς σημεῖον ἐγγὺς πρὸς τὴν πολιτικὴν τῶν προηγμένων κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Καὶ θὰ εἴμεθα εἰς τὸ εὐχάριστον σημεῖον ὅτι προσεχῶς ἡ Κυβέρνησις θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ μὲ τὴν ἐπικύρωσιν μιᾶς πράξεως, ἡ ὁποία εἶναι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῶν ἐργαζομένων τῆς Εὐρώπης — ὁμιλῶ διὰ τὴν Δημοκρατικὴν Εὐρώπην — καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, ἀσφαλῶς θὰ συμφωνήσῃ ὅτι ὁ Εὐρωπαϊκὸς Κοινωνικὸς Χάρτης θὰ ἐπικυρωθῇ ὑπὸ τῆς χώρας μας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ σημαίνῃ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία εὑρίσκεται εἰς ἀρκετὰ προοδευμένον σημεῖον. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἡ Ἀγγλία ἢ ἄλλα κράτη προηγμένα. Εὑρισκόμεθα ὅμως πολὺ κοντά. Διότι σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἐργατικὴ νομοθεσία καλύπτει εἰς πλάτος ὅλους τοὺς ἐργατικοὺς θεσμούς. Δηλαδὴ ὅσον ἀφορᾷ τὸ εἶδος τῆς προστασίας τῶν ἐργαζομένων δὲν ὑπολείπεται εἰς τίποτε ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν τῶν προηγμένων κρατῶν. Εἰς βάθος ὅμως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει τὸ ὕψος τῆς προστασίας ὑπολείπεται. Διότι οὐδεὶς ὑπεστήριξε καὶ πολὺ περισσότερον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερν. δὲν ὑπεστήριξε ποτὲ ὅτι ὁ τόπος μας εὑρίσκεται εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ Περικλέους. Δὲν ὑπεστήριξε ποτὲ ὅτι ἐλύσαμεν τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τοῦ τόπου. Ὑπεστηρίξαμεν καὶ ὑποστηρίζομεν ὅτι ἐκάμαμε προόδους. Καὶ προόδους ἐκάμαμεν εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς καὶ εἰς τὸν κοινωνικὸν τομέα. Ὡμίλησεν ὁ φίλος καὶ ἀγαπητὸς συμπατριώτης μου κ. Στεφανίδης περὶ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ἔγινε διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἂν δὲν ἐπιλύῃ ὁριστικῶς τὰ ζητήματα καὶ τὰ ἐργατικὰ ζητήματα ἀσφαλῶς ποτὲ δὲν ἐπιλύονται ὁλοσχερῶς προωθεῖ ὅμως οὐσιωδῶς ὡρισμένους θεσμούς. Καὶ προσεγγίζομεν σήμερον εἰς τὴν ἰδεώδη λύσιν ὡρισμένων θεσμῶν. Διὰ νὰ μὴ μακρηγορήσω θὰ ἤθελον νὰ εἴπω τινὰ ἐπὶ τῶν τριῶν βασικῶν θεσμῶν τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προωθεῖ καὶ οἱ ὁποῖοι θεσμοὶ ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσουν τὰ τρία βασικὰ σημεῖα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Τὰ τρία αὐτὰ σημεῖα εἶναι τὰ ἑξῆς: Ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀποκαθίσταται ἡ ἐλευθερία τῶν διαπραγματεύσεων, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιῶδες θέμα τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ κρίνωμεν. Δεύτερον εἶναι ἐὰν αἱ παροῦσαι διατάξεις προσαρμόζουν τὴν νομοθεσίαν μας πρὸς τὰς διεθνεῖς συμβάσεις. Τὸ τρίτον εἶναι ἐὰν ἡ συνδικαλιστικὴ εἰσφορὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐλευθέρου συνδικαλισμοῦ. Εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς προηγουμένης Βουλῆς καὶ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Ἐργασίας ὅτι ἐπεκύρωσε τὰς δύο διεθνεῖς συμβάσεις αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν πράγματι τὰ βασικὰ κριτήρια ἀρχῆς ποὺ διέπουν τὸν συνδικαλισμὸν εἰς τὰ ἐλεύθερα κράτη. Αἱ δύο αὗται συμβάσεις ἐθεωρήθησαν αἰτίαι ἐπικρίσεων, ἀλλὰ πάντως εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τὸ ὅτι τὰς ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησε τὴν ἐπικύρωσίν των. Διότι σήμερον ἡ χώρα μας ἀνήκει εἰς τὴν χορείαν τῶν προοδευτικῶν κρατῶν τὰ ὁποῖα ἔχουν παγιώσει πλέον εἰς τὸν κοινωνικὸν τομέα, τὴν προστασίαν τῶν ἠθικῶν δικαιωμάτων τῶν ἐργαζομένων. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα ἤθελα νὰ εἴπω περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐργατικῆς νομοθεσίας καὶ πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, μᾶλλον εἶναι ἐπιζήμιον νὰ κατηγορῶμεν τὴν χώραν μας διὰ δῆθεν καθυστέρησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, εἰς τὸν τομέα τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας. Περὶ τῶν ξένων συνδικαλιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνεμίχθησαν εἰς τὰ συνδικαλιστικὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ἀνεφέρθησαν περὶ τοῦ κ. Σκέβενελς. Ὡρισμένοι συνδικαλισταὶ ἦλθον εἰς τὴν χώραν μας καὶ ἡ χώρα μας ἔχει τὸ προνόμιον ὅτι ἀπὸ 15ετίας ἔχει γίνει τὸ πεδίον ἐξετάσεως παρὰ πολλῶν ξένων ἐμπειρογνωμόνων καὶ τίποτε τὸ κρυφὸ δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτὴν οὔτε εἰς τὸν τομέα τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς. Ἐνόμισαν λοιπὸν μερικοὶ ἐξ αὐτῶν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθουν ἐδῶ καὶ νὰ πηγαίνῃ ὁ Πρωθυπουργὸς μας νὰ τοὺς ὑποβάλῃ τὰ σέβη του. Ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ νοοτροπία. Ἀλλὰ ἔκαμον λάθος. Ὁ κ. Σκέβελενς ἦλθεν εἰς τὴν χώραν μας εἰς μίαν ἐποχὴν ποὺ μόλις ἐξήρχετο ἡ χώρα μας ἀπὸ τὸν συμμοριτοπόλεμον καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ εὕρῃ εἰς ὡρισμένους τομεῖς κάτι νὰ κατακρίνῃ. Τὸ συνδικαλιστικόν μας πρόβλημα συνεζητήθη καὶ ἐμελετήθη ἀπὸ ἐπιτροπάς, ὅπως εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ Μὰκ Ναὶρ τὴν ὁποίαν συνεκρότησε τὸ διεθνὲς γραφεῖον ἐργασίας καὶ ἡ ὁποία μόνον τὸ θέμα τῆς εἰσφορᾶς ἀναφέρει ὡς θέμα, ἂν ὄχι ἀντιτιθέμενον πρὸς τὸν ἐλεύθερον συνδικαλισμὸν πάντως ὡς ἀποτελοῦν ἐμπόδιον διὰ τὴν ἐλευθέραν ἀνάπτυξιν τοῦ συνδικαλισμοῦ εἰς τὸν τόπον μας. Τὸ 1947 ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐμελέτησε τὴν ὅλην ἐργατικὴν νομοθεσίαν καὶ τὴν ὅλην κατάστασιν καὶ τὰ σχόλια αὐτῆς δὲν ὑπῆρξαν διὰ τὴν χώραν μας δυσμενῆ. Τὰ περὶ ἀντεργατικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν εἶναι ἀδικαιολόγητα καὶ ὑπερβολικὰ καὶ δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῶν, διότι διαψεύδονται ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἐπεκρίθη ἀκόμη ἡ μετανάστευσις. Διατὶ οἱ Ἕλληνες ἐργαζόμενοι ἐγκαταλείπουν τὴν χώραν μας. Ἀλλά, ἐρωτῶ, οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἐπικριτῶν ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ταχθῇ ὑπεύθυνος κυβερνητικὸς ἀνὴρ ἐναντίον τῆς μεταναστεύσεως. Διότι θὰ τοὺς εἴχομεν ἐδῶ ἀνέργους, διότι ἐδῶ ἡ ἐργασία εἶναι μέγα πρόβλημα. Ἡ ἀπασχόλησις εἶναι πρόβλημα σύνθετον, ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς ὑπάρξεως πολλῶν συντελεστῶν. Ἀπαιτοῦνται κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐπίσης δὲν ἔχομεν εἰς ἐπαρκῆ ὄγκον. Ἀλλὰ— εἴπατέ μου— πότε εἰς τὴν χώραν μας δὲν ὑπῆρχεν ἀνεργία; Ἀνεργία ὑπάρχει. Καὶ εἰς τοῦτο ὀφείλεται, ὅτι ἑκατοντάδες χιλιάδες Ἑλλήνων ἐγκαταλείπουν τὰ χωρία των καὶ ἔρχονται ἐδῶ. Καὶ εἶναι φυσικὸν τὴν στιγμὴν αὐτὴν καθ’ ἣν ἡ γεωργία μας μηχανοποιεῖται. Ἡ νέα διάρθρωσις τῆς οἰκονομίας μας δημιουργεῖ ἀνεργίαν. Ἑπομένως, εἶναι καθαρῶς προπαγανδιστικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγονται, κυρίως ἀπὸ τὴν ΕΔΑ, ἡ ὁποία θέλει νὰ μένουν οἱ ἄνεργοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ εἶναι ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Φεύγουν, ἀλλὰ θὰ ἐπανέλθουν ἀργότερον πολὺ καλύτερον κατηρτισμένοι ἐπαγγελματικῶς καὶ μὲ χρήματα, ὥστε νὰ εἶναι χρησιμώτεροι ἀκόμη εἰς τὸν τόπον μας καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας των. Ἐὰν δὲν τοὺς ἐδίδαμεν ἐξ ἄλλου ἡμεῖς θὰ τοὺς ἔδιδεν ἡ Ἰταλία, ἡ Ἱσπανία ἢ ἀκόμη καὶ ἡ Τουρκία. Παρελθούσης τῆς ὥρας, πράγματι, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ σᾶς ταλαιπωρήσω περισσότερον. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ συζητήσω τὰ θέματα ἀρχῆς τὰ ὁποῖα θέτει τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Καὶ τὰ θέματα ἀρχῆς εἶναι 3. Τὸ πρῶτον, ἐὰν πράγματι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1 ἀποκαθίσταται σύστημα ἐλευθέρας διαπραγματεύσεως. Ἐὰν τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς διεθνεῖς συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἐπεκύρωσεν. Ἡ διεθνὴς σύμβασις ἀριθ. 98— τὴν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Στεφανίδης— λέγει, ὅτι: Τὰ κυροῦντα Κράτη–Μέλη, ὑποχρεοῦνται ὅπως ἐνθαρρύνουν τὴν ἐλευθερίαν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ νὰ λαμβάνουν μέτρα ἀνταποκρινόμενα εἰς τὰς ἐθνικὰς συνθήκας δι’ ὧν νὰ ἐνισχύεται καὶ νὰ προωθῆται ἡ διαδικασία τῆς ἐλευθέρας διαπραγματεύσεως τῶν ὅρων ἐργασίας. Ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Ν. 3239, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ Ὑπουργοὶ Ἐργασίας καὶ Συντονισμοῦ εἶχον ἐξουσιοδοτικὸν δικαίωμα μειώσεως τῶν ὁρίων μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων, οἱ Ὑπουργοί, τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἔχουν δικαίωμα ἐφέσεως ἐνώπιον τοῦ δευτεροβαθμίου διαιτητικοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον συντιθέμενον ἐξ ἑνὸς Ἀρεοπαγίτου καὶ ἑνὸς ἀνωτέρου ὑπαλλήλου κλπ. κρίνει ἐὰν τὰ ὁριζόμενα εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν κρατοῦσαν πολιτικήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας λύεται τὸ ζήτημα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγκλημα περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Στεφανίδης, τὸ ὁποῖον συντελεῖται εἰς βάρος τῆς ἐργατικῆς τάξεως τῆς χώρας μας. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν νὰ ἐπιτύχωμεν, εἰς τὴν χώραν μας, τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τῶν διαπραγματεύσεων. Τὴν στιγμήν, ὅμως, αὐτήν, ποὺ ἡ οἰκονομία μας εὑρίσκεται ἐν ἀναπτύξει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις οὐδέποτε ἰσχυρίσθη, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη δυνατότητα ἀπολύτως ἐλευθέρας ρυθμίσεως, εἶπεν, ὅτι προχωροῦμεν οὐσιωδῶς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐλευθέρων διαπραγματεύσεων. Καὶ αὐτὸ γίνεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀποκαθίσταται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προωθήσῃ χρησίμους ἐξελίξεις. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι μὲ τοὺς ὑπάρχοντας Ἀρεοπαγίτας τοῦ διαιτητικοῦ δικαστηρίου, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ εἶναι ἀντεργατικαί. Τὰ διαιτητικὰ δικαστήρια συντιθέμενα ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν ἐργοδοτῶν τῶν ἐργατῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν προεδρίαν δικαστοῦ θὰ ἀποφασίσουν περὶ τοῦ ὕψους τῶν ἀποδοχῶν ἢ τῶν ὡρῶν ἐργασίας. Σήμερον βασικὴ ἀρχὴ τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς εἶναι, ὅτι τὰ ζητήματα ἐπιλύονται κατόπιν συζητήσεων καὶ ἀποφάσεων αἵτινες λαμβάνονται ἀπὸ κοινοῦ μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ ὑπὸ τὴν διαιτησίαν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἰς πολλὰ Κράτη ἔχει ὀνομασθῆ Κράτος—διαιτητής, αἱ δὲ λύσεις εἶναι πρὸς τὸ κοινὸν ὄφελος, ἐξυπηρετοῦσαι τὸ κοινὸν συμφέρον. Τὸ δεύτερον θέμα ἀρχῆς εἶναι ἐὰν αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐναρμονίζονται πρὸς τὰς διατάξεις τῆς διεθνοῦς συμβάσεως. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ σύστημα τοῦ ἐλέγχου τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ διότι ὁ κυρωτικὸς νόμος μιᾶς συμβάσεως δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας. Ἔχει τὸ κῦρος του ὁ κυρωτικὸς νόμος καὶ εἰσάγει ἐσωτερικὸν δίκαιον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου ἠμπορεῖτε νὰ ζητήσετε ἀπὸ τὰ Δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπάρχουν τοιαῦται ἀποφάσεις. Ἑπομένως, ἐὰν νομίζετε ὅτι κἄποια διάταξις δὲν ἐφαρμόζεται ἠμπορεῖτε νὰ πᾶτε εἰς τὰ Δικαστήρια.
§56Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Μπορεῖ νὰ τροποποιηθοῦν δι’ ἐσωτερικοῦ νόμου καὶ τότε εἶναι ἐκτεθειμένοι.
§57Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα. Ἡ Ἑλλάς, τὸ 1921 ἐπεκύρωσε διεθνῆ σύμβασιν διὰ τῆς ὁποίας ὡρίσθη ὡς ὅριον ἡλικίας εἰσόδου τῶν νέων εἰς τὰ ἐργοστάσια, τὸ 14ον. Ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία ὡμίλει περὶ 12ου. Δὲν ὑπάρχει διάταξις διὰ τῆς ὁποίας ρητῶς νὰ ἐτροποποιήθη αὐτὸ τὸ ὅριον καὶ ἐν τούτοις ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως.
§58Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἐὰν ἔχωμεν εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον μίαν διάταξιν ἀντιτιθεμένην εἰς δύο διεθνεῖς συμβάσεις, τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια ποῖον δίκαιον θὰ ἐφαρμόσουν τὸ ἐκ τῆς συμβάσεως ἢ τὸ ἐκ τοῦ νόμου εἰσαχθὲν δίκαιον;
§59Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ὑπερέχει ὁ κυρωτικὸς νόμος καὶ ἑπομένως θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§60Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον γνώμην.
§61Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἑξῆς, ὅτι οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι πληροῦν συλλογικὰς συμβάσεις καὶ τὸ περιεχόμενόν των δὲν περιέχει εἰδικὰς διατάξεις εἰς ἕκαστον θέμα, κατευθύνσεις δίδουν. Ἐὰν ὑπάρχουν νόμοι ἀντίθετοι πρὸς αὐτὰς τὰς κατευθύνσεις πρέπει νὰ καταργηθοῦν, ἐὰν θέλωμεν νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς αὐτάς. Ἐὰν πάλιν, ἐνῷ ἰσχύουν αἱ διεθνεῖς συμβάσεις εἰσάγομεν καὶ θεσπίζομεν διατάξεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντίθετοι πρὸς αὐτὰς τὰς γενικὰς κατευθύνσεις ποὺ θέτουν αἱ διεθνεῖς συμβάσεις πάλιν θὰ ἰσχύουν αἱ εἰδικαὶ διατάξεις. Ἡ ἀνάγκη ἡ σημερινὴ εἶναι νὰ προσαρμόσωμεν τὸ δίκαιόν μας πρὸς τὰς γενικὰς αὐτὰς κατευθύνσεις ποὺ θέτουν αἱ διεθνεῖς συμβάσεις.
§62Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ. Πάντως, ἠμπορεῖτε νὰ προσφύγετε εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας διὰ μὴ ἐφαρμογὴν τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν. Ὑπάρχουν διατάξεις αἱ ὁποῖαι εἶναι συγκεκριμένου περιεχομένου καὶ ὑπάρχουν διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν μίαν κατευθυντήριον γραμμήν.
§63Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα ἐξέφυγεν ἀπὸ τὴν βάσιν του. Τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὸν ἔλεγχον τῆς Ε.Κ. κατὰ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἐὰν νομικῶς, συνταγματικῶς ἠμπορεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ θεσπίσῃ νόμους ἀντιθέτους πρὸς τὸν νόμον τὸν τηροῦντα τὰς διεθνεῖς συμβάσεις.
§64Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι αἱ ἤδη θεσπιζόμεναι διατάξεις ἐναρμονίζουν πλήρως τὰ κείμενα τῆς νομοθεσίας μας πρὸς τὰ τῶν κυρωθεισῶν διεθνῶν συμβάσεων. Ἐὰν δὲ ὑπάρξουν κενὰ τότε ὑπάρχει δυνατότης ἀναφορᾶς κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὰ κείμενα τῶν κυρωτικῶν νόμων.
§65Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον τοῦ ἐλέγχου μας. Ἡμεῖς ἐλέγχομεν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι μὲ ὑφιστάμενον νόμον ὁ ὁποῖος ἐκύρωσε τὰς διεθνεῖς συμβάσεις ἐξεδόθησαν ἀντίθετοι συλλογικαὶ συμβάσεις καὶ ἀντίθετοι ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργείου. Ἑπομένως, ἐλέγχομεν τὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν ἐσεβάσθη καὶ δὲν ἐφήρμοσε τοὺς κειμένους νόμους. Ἐὰν θέλῃ νὰ τοὺς μεταβάλῃ, ἂς φέρῃ νόμον νὰ τοὺς μεταβάλῃ... Θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ τὸ νομικὸν καθεστώς. Ἂς τὸ μεταβάλῃ.
§66Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ. Ὁ νόμος ἐφαρμόζεται ἕνα χρόνον μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν κυρωτικῶν ἐγγράφων εἰς τὸ διεθνὲς γραφεῖον ἐργασίας.
§67Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ ἔχομεν διεθνεῖς συμβάσεις καὶ νόμον ὁ ὁποῖος ἐπικυρώνει αὐτοὺς ἐκδίδομεν ἀντιθέτους ἐγκυκλίους. Αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται.
§68Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. συνάδελφον τῆς Συμπολιτεύσεως, νὰ δεχθῇ μίαν διακοπήν μου τοὐλάχιστον εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν τῆς συζητήσεως, ἐφ’ ὅσον ἐδέχθη τὴν διακοπὴν καὶ ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους. Μετὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Στεφανίδη νὰ δεχθῇ διακοπάς, δὲν ἐπρόκειτο νὰ κάμω καμμίαν διακοπήν. Ἔκαμα μόνον μίαν διακοπὴν εἰς τὸν πρῶτον κ. εἰσηγητὴν τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ αὐτὴν διὰ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ περιορίσῃ τὴν εἰσήγησιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν ἰδίαν παράκλησιν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλω καὶ εἰς τὸν κ. Στεφανίδην, ἀλλὰ κατηγορηματικῶς ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τὴν διακοπήν μου. Ἤθελα εἰς τὸν κ. Μπακόπουλον νὰ δώσω τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν ἐπειδὴ ἀνεφέρθη εἰς ἐγκύκλιον ἰδικήν μου. Ἐθεώρησε τὴν ἐγκύκλιον ἀντιτιθεμένην εἰς τὴν κυρωθεῖσαν διεθνῆ σύμβασιν. Τὸν πληροφορῶ, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος δὲν διέταξε τὴν καταβολὴν εἰς τὴν συνομοσπονδίαν τῆς εἰσφορᾶς τῶν ἀρνουμένων ταύτην ἐργατοϋπαλλήλων. Ἡ ἐγκύκλιος ὥρισεν ἕνα καὶ μόνον, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκκαθαρισθῇ πρὸ πάσης ἄλλης ὁριστικοποιήσεως τῆς περιπτώσεως αὐτῆς, τὸ νόμιμον ἢ μὴ τῆς ἀξιώσεως τῶν ὀργανώσεων καὶ τὸ νόμιμον ἢ μὴ τῆς διαδικασίας καὶ τῆς ἐγκυρότητος τῆς ἀρνητικῆς δηλώσεως. Καὶ τοῦτο διότι ἡ συλλογικὴ σύμβασις ἐπέβαλε μίαν διαδικασίαν διὰ τὴν ἰσχὺν τῆς ἀρνητικῆς δηλώσεως καὶ ὑφίσταται κίνδυνος ἄνευ αὐτῶν τῶν μέτρων τῆς ἐγκυκλίου νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ἐργοδότης εἰς διπλῆν καταβολὴν τῆς εἰσφορᾶς, μιᾶς εἰς τὸν μὴ νομίμως ἀρνούμενον καὶ μιᾶς εἰς τὰς ὀργανώσεις. Ποῦ εἶναι ἡ διάστασις τῆς ἐγκυκλίου μὲ τὴν διεθνῆ σύμβασιν; Ἀντιθέτως, σεῖς εὑρίσκεσθε εἰς διάστασιν μὲ αὐτὴν διότι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐζητήσατε τὴν διατήρησιν τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν σωματείων δηλαδὴ ἐζητήσατε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς δυνατότητος παρεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Περαιτέρω δὲ ἠρνήθη τὴν χορήγησιν τῶν ἀπαραιτήτων οἰκονομικῶν μέσων εἰς τὰς ὀργανώσεις διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ συνδικαλισμοῦ καὶ τὴν ἄσκησιν τῆς πολιτικῆς του. Αὐτὸ ἀσφαλῶς θὰ κριθῇ καὶ διεθνῶς καὶ ἐσωτερικῶς. Δηλαδὴ θὰ κριθῇ καὶ ἡ θέσις ἡ δική σας καὶ ἡ θέσις ἡ δική μας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ἐγκύκλιον καὶ τὰς ἀπόψεις σας. Ὀφείλω καὶ τοῦτο νὰ παρατηρήσω ὅτι μέσα εἰς τὸ 1962 διεθνῶς αἱ ἀπόψεις μετεβλήθησαν ὅσον ἀφορᾷ τὰς συνθήκας λειτουργίας τοῦ συνδικαλισμοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀκριβῶς δὲ ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς μισθωτοὺς ἀπὸ τὸ ἥμισυ τῆς εἰσφορᾶς των πρὸς τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν καί, ὅτι θὰ παραχωρήσῃ τοῦτο εἰς τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε διὰ τὴν Ἑλλάδα πνεῦμα εὐμενὲς καὶ κλῖμα αἰσιοδοξίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξέλιξιν τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν. Αὐτὰ ἔχουν λεχθῆ καὶ ἀναγνωρισθῆ καὶ εἰς τὸ διεθνὲς γραφεῖον ἐργασίας ὅπως ἐπίσης ἔχουν τονισθῆ εἰς συνεδριάσεις τῶν διεθνῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων. Οὐδεὶς ἀντεῖπεν ἐπὶ τῆς ἀξίας ὅλων αὐτῶν. Οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντεῖπον καὶ οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι ἐξεδήλωσαν τὴν πλήρη ἀντίθεσίν των εἰς αὐτὰ ὅλα εἶσθε σεῖς. Αὐτὸ βεβαίως τὸ εἶπον καὶ εἰς τὸ παρελθὸν τὸ λέγω καὶ ἀπόψε. Ὅμως οὔτε στεῖραν, οὔτε ἐμπαθῆ ἀπεκάλεσα τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Αὐτὰς τὰς λέξεις, ὅπως καὶ πολλὰς ὁμοίας ἐννοίας μετεχειρίσθη μόνον ὁ κ. Στεφανίδης. Ἐγὼ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον ἔχουν γραφῆ καὶ ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Στεφανίδην νὰ μοῦ εἴπῃ ποῦ τὰς εὑρῆκε;
§69Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀποδεικνύει πόσον δικαία ἦτο ἡ παρατήρησίς μου, τὴν ὁποίαν τόσον εὐγενῶς εὐηρεστήθη τὸ Προεδρεῖον καὶ ὁ κ. ἐπὶ τοῦ βήματος συνάδελφος. Καὶ δὲν εἶπον τίποτε ἄλλο παρὰ καθώρισα ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐλέγχου κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ μέρους τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Χαίρω πολὺ διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐντὸς τοῦ πλαισίου αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου ἀπήντησε. Καὶ δὲν ἀπεδέχθη τὰς αἰτιάσεις τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ διαφωνία μας, οὐδεὶς ψόγος οὔτε ἐντεῦθεν, οὔτε ἐκεῖθεν. Ἀλλὰ τὸ περιεχόμενον τῆς ἀντιθέσεώς μας εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ καθορίσω πρὸ ὀλίγου καὶ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου διεξήχθη ἡ συζήτησις. Ἄλλο ἐὰν αἱ ἀπόψεις αἱ ἰδικαί μας γίνουν δεκταὶ ἢ ὄχι, ἢ ἐὰν θὰ γίνουν δεκταὶ αἱ ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἕτερον ἑκάτερον.
§70Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε Μπακόπουλε, ἐδήλωσα καὶ ἐτόνισα, ὅτι ἐσφαλμένως τοποθετεῖτε τὸν ἔλεγχόν σας ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐγκύκλιον.
§71Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ ἡ πολιτική μας διαφωνία. Ἀλλὰ ἠθέλησα νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἕνωσιν Κέντρου ἐντὸς τοῦ περιεχομένου τῆς ἀρνήσεώς μας, ὅπως ἡ Ἕνωσις Κέντρου τὴν ἀντιλαμβάνεται.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§73Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ συνάδελφος κ. Ἀλαβᾶνος ἔθιξεν ἕνα σοβαρώτατον θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως καὶ σεῖς ἐδώσατε κἄποιαν ἀπάντησιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ τὸ ὁλοκληρώσωμεν, διότι πάντοτε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δημιουργεῖται τὸ ἐρώτημα ποία εἶναι ἡ ἰσχὺς τῶν κυρουμένων διὰ νόμου συμβάσεων ἐργασίας. Δὲν θὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ συναδέλφου κ. Ἠλιοπούλου, ὅτι αἱ διεθνεῖς συμβάσεις ἐργασίας περιέχουν γενικὰ μέτρα. Ἐὰν δὲν κυρωθοῦν αἱ διεθνεῖς συμβάσεις ἐργασίας ἀποτελοῦν ἐσωτερικὸν δίκαιον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι δεσμεύει τοὺς πάντας, καὶ συνεπῶς δεσμεύει ὁπωσδήποτε ἢ ὑπερτερεῖ ἔναντι τῆς προηγουμένης νομοθεσίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν προηγούμενος νόμος ἀντιτιθέμενος εἴτε εἰς τὸ γράμμα, εἴτε εἰς τὸ πνεῦμα τῆς διεθνοῦς συμβάσεως ἐργασίας νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀλλὰ θὰ ὑπερέχῃ ἡ διεθνὴς σύμβασις ἐργασίας. Ἀλλὰ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἐσωτερικὸν δίκαιον, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἐσωτερικὸν δίκαιον ἐπηυξημένης τυπικῆς ἰσχύος. Εἶναι κἄτι ἂν μοῦ ἐπιτρέπεται ἡ διάκρισις, μεταξὺ Συντάγματος καὶ νόμου. Ἐὰν ὑπῆρχε μία κλιμάκωσις ἐνδιάμεσος μεταξὺ Συνταγματικῶν διατάξεων καὶ νόμων τὴν ἐνδιάμεσον αὐτὴν κλίμακα ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ, —διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Δίκαιον πάντοτε ὁμιλῶ— ἡ κυρουμένη διεθνὴς σύμβασις ἐργασίας, καὶ συνεπῶς δεσμεύει τρόπον τινὰ τὸν μελλοντικὸν νομοθέτην καὶ δὲν τὸν δεσμεύει μόνον νομικῶς, ἀλλὰ τὸν δεσμεύει καὶ ἠθικῶς. Δι’ ὃ μέσα εἰς τὰς διεθνεῖς συμβάσεις, ἀνεξαρτήτως τοῦ καταστατικοῦ τοῦ διεθνοῦς ὀργανισμοῦ ἐργασίας ὑπάρχουν διατάξεις περὶ καταγγελίας τῶν διεθνῶν συμβάσεων ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ἐπαναλαμβάνονται στερεοτύπως εἰς ἑκάστην διεθνῆ σύμβασιν. Εἰδικώτερον εἰς τὴν σύμβασιν περὶ συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν ἀναλαμβάνει ὑποχρέωσιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ μὴ τὴν καταγγείλῃ πρὸ τῆς παρόδου 10ετίας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὅλην αὐτὴν τὴν 10ετίαν καὶ μέχρι τῆς καταγγελίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰσαγάγῃ ἐσωτερικὸν δίκαιον ἀντίθετον πρὸς τὴν διεθνῆ σύμβασιν. Ἐὰν πράξῃ τοῦτο θὰ ἐγκληθῇ ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου διεθνοῦς ὀργάνου ἐργασίας. Οἱ μετέχοντες εἰς τὰς διεθνεῖς διασκέψεις ἐργασίας γνωρίζουν ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν σοβαρωτάτην σύμβασιν οὐδὲν Κράτος δημοκρατικὸν καὶ σεβόμενον τὴν διεθνῆ του θέσιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῇ νὰ γίνῃ κατηγορούμενον ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ ὀργάνου. Μὲ τὰς σκέψεις αὐτὰς νομίζω, ὅτι ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Στεφανίδης, ὅτι ἀντίκεινται εἰς τὴν διεθνῆ σύμβασιν τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν δὲν ἀντίκεινται, διότι ἂν ἀντίκεινται, αὐτοδικαίως παύουν ἰσχύοντα ἀπὸ τῆς παρόδου τοῦ ἔτους ἀφ’ ἧς κατετέθησαν εἰς τὸ διεθνὲς ὄργανον τὰ κυρωτικὰ σύμφωνα.
§74Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Καίτοι θὰ κάμω κατάχρησιν τῆς εὐγενείας τοῦ κυρίου συναδέλφου, ἤθελον νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον κύριον Ράλλην, διότι τὸ θέμα εἶναι νομικόν. Ἤθελα νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω τὶ εἶπεν ὁ Ντελαμπραντὶλ............ ὅπου ὁ χωροφύλαξ καὶ ὁ δικαστικὸς κλητὴρ δὲν ὑπάρχουν θὰ ἰσχύσῃ μείζων ἡ διάταξις. Ἡ διάκρισις περὶ ἡμισυνταγματικῶν διατάξεων ἢ ὄχι εἶναι τελείως αὐθαίρετος. Ἀπὸ τὰς κειμένας Ἑλληνικὰς διατάξεις δὲν προβλέπεται τοιοῦτόν τι. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν Σύνταγμα καὶ νόμους. Τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσα εἶναι τοῦτο. Ἐὰν ἔχωμεν μίαν διεθνῆ σύμβασιν, ἡ ὁποία ἠκυρώθη διὰ νόμου τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς. Μετὰ ταῦτα ὅμως, δι’ οἱονδήποτε λόγον ἔρχεται ὁ οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς καὶ τροποποιεῖ τὸ ἐσωτερικὸν δίκαιον καὶ δὲν προσαρμόζει πρὸς τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως καὶ συγκεκριμένως ὁ ψηφιζόμενος νόμος ἀντιτίθεται εἰς ὑπάρχουσαν διάταξιν τῶν δύο αὐτῶν διεθνῶν συμβάσεων, ὅπως εἰς τὸ Δίκαιον τῶν Συλλογικῶν διαπραγματεύσεων, δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι διὰ τῶν σχετικῶν ἄρθρων θὰ καταργηθῇ ἡ Διεθνὴς Σύμβασις. Ἀπὸ τὴν μίαν μεριὰ ἔχομεν τὴν σύμβασιν 97 καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριὰ ἔχομεν τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια. Ἐὰν ἐγκληθῇ ἡ Ἑλλάς, θὰ εὑρεθῇ ἐκτεθειμένη εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι δέ, ὑφίσταται καὶ Ἑλληνικὴ νομολογία σχετικῶς.
§75Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ. Τὸ παράδειγμα ποὺ ἀνέφερα ἀνωτέρω εἶναι γνωστόν. Ὑπάρχουν πολλοὶ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ ἔχουν συναντήσει εἰς τὴν δικηγορικήν των ζωήν. Καὶ ἂν ὑπάρξῃ καμμία ἀμφισβήτησις ἀπὸ ἀπόψεως ἐφαρμογῆς παρὰ τῶν δικαστηρίων, δύνανται νὰ ἀναφερθοῦν εἰς τὴν διεθνῆ σύμβασιν, ἐφ’ ὅσον αὕτη ἔχει ἐπικυρωθῆ.
§76Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀξίζει τὸν κόπον νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ἤθελον νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ὅτι προκειμένου περὶ μεταγενεστέρου νόμου, ἀναμφισβητήτως, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ πλᾶσμα, ἐὰν πρόκειται περὶ μεταγενεστέρου νόμου ἀσφαλῶς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια θὰ ἐφαρμόσουν τὸν μεταγενέστερον νόμον. Ἐὰν πρόκειται περὶ προγενεστέρου τῆς κυρωθείσης συμβάσεως, θὰ ἐφαρμόσῃ τὴν κυρωθεῖσαν διὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου σύμβασιν.
§77Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἡ διεθνὴς σύμβασις ὑπ’ ἀριθ. 87 περὶ ἐλευθερίας τῶν διαπραγματεύσεων ἐφαρμόζεται διὰ τῆς παρούσης διατάξεως. Διότι ἡ παροῦσα διάταξις δὲν ἀποκαθιστᾷ μὲν 100% τὸ σύστημα τῆς ἐλευθέρας διαπραγματεύσεως μεταξὺ ἐργοδοτῶν καὶ ἐργατῶν, ἀλλὰ πάντως δι’ αὐτῆς, καθορίζονται τὰ ὅρια τῶν ἡμερομισθίων εἰς τὴν κρίσιν διαιτητικοῦ δικαστηρίου. Δὲν ἐκφεύγει τῆς ὀρθῆς καί συμφώνου πρὸς τὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως, ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος τῶν συλλογικῶν διαπραγματεύσεων. Ὅπως σᾶς εἶπον, ἡ ρύθμισις γίνεται παρὰ δικαστοῦ καὶ πρέπει νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι τὸ σύστημα τῆς διαιτησίας σήμερον ἔχει εὐρεῖαν ἐφαρμογήν. Ὑπάρχει βέβαια ἡ ἐθελουσία διαιτησία καὶ ἡ ὑποχρεωτική. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ὑποχρεωτικῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπόθεσις στέλλεται ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς τὰ Διαιτητικὰ Δικαστήρια. Ἀλλὰ ἡ διαιτησία δὲν ἀντίκειται καὶ δὲν καταργεῖ τὴν ἐλευθερίαν τῶν διαπραγματεύσεων, διότι εἰς ὅλα τὰ δημοκρατικὰ κράτη κἄποιο σύστημα διαιτησίας ὑπάρχει. Ἐρχόμενος εἰς τὸ θέμα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διεθνοῦς συμβάσεως ὑπ’ ἀριθ. 87 περὶ ἐλευθερίας τοῦ συνδικαλισμοῦ, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία μᾶς ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἐλευθέρου συνδικαλισμοῦ εἰς τὸν τόπον μας. Ὑπάρχει βασικὴ διάταξις, τοῦ καταστατικοῦ χάρτου τοῦ διεθνοῦς ὀργανισμοῦ ἐργασίας, διὰ τῆς ὁποίας τὰ Κράτη τὰ μετέχοντα τοῦ ὀργανισμοῦ ὀφείλουν νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνδικαλιστικῆς ὀργανώσεως καὶ ἀπὸ μακροῦ ἔχουν συσταθῆ Ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι ἐκδικάζουν τὰς διαφόρους παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι σημειοῦνται εἰς διάφορα Κράτη καὶ μικροπαραβάσεις, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι συμβαίνουν εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία περὶ σωματείων, ἡ ὁποία εἶναι παλαιοτάτη καὶ ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὴν ἐλευθερίαν τῆς σωματειακῆς ὀργανώσεως τῶν Ἑλλήνων ἐργαζομένων αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑφίσταται ἀναμφισβητήτως βελτιώσεις, αἱ ὁποῖαι τὴν προσαρμόζουν πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς διεθνοῦς συμβάσεως ὑπ’ ἀριθ. 87. Αἱ βελτιώσεις μάλιστα αὐταί, ἐσημειώθησαν καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ζορμπᾶν. Εἶπον εἰς ὁμιλίαν μου, ὅτι θέμα ἐλέγχου ὑπῆρχε καὶ θέμα κἄποιας ἐπεμβάσεως τῆς διοικήσεως εἰς τὰ σωματεῖα. Ὁ κ. Ζορμπᾶς εἰς τὴν ὁμιλίαν του, εἶπε, ὅτι ὁ διοικητικὸς ἔλεγχος τῶν σωματείων γίνεται ἁπαλώτερος καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι κακόν, καὶ ὅτι ἀκόμη, θὰ ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ εἰς βαθμὸν περισσότερον δυναμικὸν ἀπὸ μέρους τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Αὐτό, κύριε Ζορμπᾶ, ἀποτελεῖ τὴν προσαρμογὴν τῆς νομοθεσίας μας εἰς τὴν διεθνῆ σύμβασιν ἐργασίας. Τὸ ὅτι καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῶν Νομαρχῶν νὰ διαλύουν τὰ σωματεῖα καὶ τὸ ὅτι τὰ σωματεῖα θὰ διαλύωνται διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι τὸ βασικὸν σημεῖον ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία περὶ σωματείων προσαρμόζεται πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς διεθνοῦς συμβάσεως περὶ ἐλευθερίας τοῦ συνδικαλισμοῦ.
§78Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ διοικητικοῦ αὐτοῦ ἐλέγχου τῶν σωματείων, ὅτι ἔπρεπε συγχρόνως ἡ νομοθεσία μας διὰ νὰ προσαρμοσθῇ ἀπολύτως πρὸς τὴν διεθνῆ σύμβασιν ὑπ’ ἀριθ. 87 νὰ καταργήσῃ καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους νόμους καὶ ἀντιδραστικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι πράγματι δεσμεύουν τὰ σωματεῖα καὶ τὸν συνδικαλισμὸν καὶ δὲν τὰ ἀφήνουν νὰ λειτουργήσουν;
§79Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Εἶπεν ὁ κ. Ζορμπᾶς, ὅτι διὰ τῶν διεθνῶν συμβάσεων ἐπεβλήθησαν ὡρισμένοι κανόνες καὶ ἀνελήφθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡρισμέναι ὑποχρεώσεις. Τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν κυρωθεισῶν δύο διεθνῶν συμβάσεων τὰς ἐκπληροῖ ἀπολύτως διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Πέραν αὐτοῦ, ὑμεῖς ἔχετε τὴν δυνατότητα νὰ προβάλετε τὴν κατὰ τὴν ἄποψίν σας ὀφειλομένην ἐνέργειαν καὶ κανεὶς εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἀντείπῃ, διότι ἔχετε τὴν οἱανδήποτε διάφορον ἄποψιν. Εἶναι δυνατὸν ἡ ἄποψίς σας νὰ εἶναι τόσον ριζοσπαστικὴ καὶ προοδευτική, ὥστε πράγματι νὰ προηγηθῆτε δι’ αὐτῆς ἡμῶν. Ἕνα δὲν ἔχετε, τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῆτε. Νὰ κατηγορῆτε τὴν Ἑλλάδα, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀποκαθιστᾷ σύστημα πλήρους συνδικαλιστικῆς ἐλευθερίας καὶ συλλογικῆς διαπραγματεύσεως. Καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ κατηγορῆτε, δηλαδὴ τὴν χώραν, διότι ὑμεῖς, προερχόμενοι ἀπὸ πολιτικὴν παράταξιν, εἰσηγηθεῖσαν καὶ θεσπίσασαν εἰς τὸ παρελθὸν νόμους πολὺ περισσότερον αὐστηρούς, ἀπὸ τοὺς σήμερον ἰσχύοντας καὶ οὐδέποτε σκεφθεῖσαν νὰ παράσχῃ τὰς συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας διὰ πρώτην φορὰν παρέχει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῆτε τὴν Ἑλλάδα, ὅτι δὲν τηρεῖ τὰς διεθνεῖς της ὑποχρεώσεις. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ αὐτὰ ποὺ κάμνομεν καὶ ὅτι σεῖς θὰ ἐκάμνατε πολὺ περισσότερα. Οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ σᾶς κατηγορήσῃ δι’ αὐτό, ἀλλὰ τὸ νὰ θέλετε νὰ κατηγορῆτε τὴν χώραν διὰ νὰ θεμελιώσητε καὶ δικαιολογήσητε τὴν πολιτικήν σας θέσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διαπράττετε βασικὸν σφάλμα.
§80Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ, κ. Ζορμπᾶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωσε μίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἰδικήν σας ἐπέμβασιν.
§82Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε, σᾶς παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον. Διατὶ ἐπιμένετε; (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι....).
§84Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς μοῦ ἀπήντησε. Δὲν θὰ ἔχω εὐχέρειαν νὰ τοῦ ἀπαντήσω συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, διότι Τετάρτην καὶ Πέμπτην θὰ ἀπουσιάζω ἀπὸ τὴν συζήτησιν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζορμπᾶ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον.
§86Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς περιέπλεξε σκοπίμως τὰ ζητήματα. (Κωδωνοκρουσίαι συνεχεῖς).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κρίνεται τὸ νομοσχέδιον, κ. Ζορμπᾶ, δὲν κρίνεται ἡ ἐργατικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος καὶ εἶσθε ἐλεύθερος νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ 3 ὥρας ἂν θέλετε. Μὴ ἐπιμένετε σᾶς παρακαλῶ. Ὁρίστε, κ. Τριανταφύλλου. Κύριε Τριανταφύλλου, εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω πλέον διακοπάς.
§88Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ. Ὑποστηρίζω, λοιπόν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, προσαρμόζουν καὶ ἐναρμονίζουν τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν πρὸς τὰς δύο κυρωθείσας διεθνεῖς συμβάσεις. Καὶ νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἀπὸ μέρους ὡρισμένων ἀγορητῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νομίζω, ὅτι πολὺ κακῶς ἐλέχθη, ὅτι ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξαπατήσῃ τοὺς κουτόφραγκους, δὲν ἦτο ὀρθὸν οὔτε ἐξυπηρετικὸν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος γίνεται εἰς τὸ διεθνὲς γραφεῖον ἐργασίας ἀπὸ ἐγκρίτους νομομαθεῖς, θὰ γίνεται πάντοτε ἐνδελεχής, καὶ ὅτι ἡ προσαρμογή, ἡ ὁποία γίνεται εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ τοποθετήσῃ ὁριστικῶς τὴν χώραν μας μεταξὺ τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζουν τὰς ἀρχὰς τοῦ δημοκρατικοῦ συνδικαλισμοῦ καὶ ἐφαρμόζουν τὴν ἐλευθέραν ἄσκησιν τοῦ δημοκρατικοῦ συνδικαλισμοῦ. Ὑπάρχει βεβαίως εἰς τὸν Ἑλληνικὸν συνδικαλισμόν, ἐκτὸς τῆς παρεμβάσεως τῶν Νομαρχῶν καὶ ἡ διάταξις περὶ ὑποχρεωτικῆς εἰσφορᾶς, τὴν ὁποίαν, ὅμως, ἐθεώρησαν ἀπαραίτητον ὅλαι αἱ παρατάξεις. Ὅταν κατηργήθη, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, αὕτη ἐπανεφέρθη ἀπὸ Ὑπουργόν, μάλιστα, τῆς παρατάξεώς σας. Ἀλλά, σήμερον ἠμποροῦμεν νὰ ὑπερηφανευώμεθα, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑποχρεωτικὴ εἰσφορά, διότι αὕτη ἀντικαθίσταται διὰ τῆς τοιαύτης τῆς ὁριζομένης ὑπὸ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 57 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἔτι περισσότερον, διότι ὁρίζονται δι’ αὐτῆς καὶ τὰ ἐχέγγυα. Ὑπάρχει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνήσεως καταβολῆς καὶ ὁρίζεται καὶ ὁ τρόπος ἀποδόσεως τῶν χρημάτων. Πρόκειται περὶ προσωρινῆς παρακρατήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀντίκειται εἰς βασικὰς ἀρχὰς περὶ ἐλευθέρας εἰσφορᾶς. Ὁ τρόπος τοῦ ὁρισμοῦ τῆς διὰ συλλογικῆς συμβάσεως, εἶναι πράγματι ἐλεύθερος καὶ δημοκρατικός. Ὑπάρχουν ἴσως κενὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τούτου, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ πληρωθοῦν ἂν παραστῇ ἀνάγκη. Ὑπάρχει ἕνα δυσμενὲς σημεῖον, ὅτι οἱ ἐθνικόφρονες συνδικαλισταὶ δὲν θέλουν νὰ συμφιλιωθοῦν, ὥστε νὰ κάμουν μίαν παράταξιν, ὥστε ἡ Γ.Σ.Ε.Ε., ἡ ὁποία σήμερον εἶναι ἡ πλέον ἀντιπροσωπευτικὴ ὀργάνωσις γίνῃ ἡ μοναδικὴ ὀργάνωσις τῶν ἐθνικῶς σκεπτομένων ἐργαζομένων, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ προωθήσῃ ἔτι περισσότερον τὰ ἐργατικὰ ζητήματα. Ἡ συλλογικὴ σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας κρατεῖται τὸ ἥμισυ τοῦ ἡμερομισθίου, εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς δημοκρατικὰς ἀρχάς, διότι δὲν ὑποχρεώνει, οὐδὲν στοιχεῖον ὑποχρεωτικὸν εἰς τὴν κράτησιν αὐτὴν καὶ διότι παρέχεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνήσεως τῆς κρατήσεως. Αὐτὸ θὰ πρέπει ὁριστικῶς νὰ τὸ ἐκβάλωμεν ἀπὸ τὴν δημοσίαν ζωὴν καὶ εἶναι ἰδιαιτέρως εὐοίωνον, ὅτι καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἡ κοινωνική μας ζωὴ προσηρμόσθη πρὸς τὰ ἐφαρμοζόμενα εἰς ἄλλα Κράτη. Βεβαίως, δὲν ἐφαρμόζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς ὅλα τὰ Κράτη καὶ θὰ ἦτο εὐκταῖον, ὅπως οἱ ἐργαζόμενοι πληρώνουν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ Σωματεῖον, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀπ’ εὐθείας καταβολῆς τῆς εἰσφορᾶς πρὸς τὸ Σωματεῖον. Ἀλλὰ πρὸς στιγμήν, οὕτω δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συνδικαλισμός. Δι’ αὐτό, ὅλα τὰ Κόμματα, τὰ ὁποῖα διῆλθον ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, δὲν τὴν ἐφήρμοσαν, διότι θὰ κατελήγομεν εἰς τὸ νὰ δημιουργηθῇ μία κατάστασις, ἐκ τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴχωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα κεντρικὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις. Δὲν ἔχω λόγους νὰ εἶμαι εὐχάριστος ἢ δυσάρεστος πρὸς τὸν κ. Μακρῆν, οὔτε θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ ἔργα τοῦ κ. Μακρῆ. Πιστεύω ὅμως, ὅτι ἡ Γ.Σ. Ε.Ε. εἶναι ἡ πλέον ἀντιπροσωπευτικὴ ἐπαγγελματικὴ ὀργάνωσις. Εἶναι δὲ ἀξίωμα τῆς συνδικαλιστικῆς πολιτικῆς, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπευτικὴ ὀργάνωσις τῶν περισσοτέρων, εἰς μίαν χώραν, ἔχει τὰ δικαιώματα νὰ δεσμεύῃ καὶ τοὺς ἄλλους ἐργαζομένους. Δι’ αὐτὸ καθιερώθη καὶ εἰς τὸ Καταστατικὸν τοῦ Διεθνοῦς Γραφείου Ἐργασίας ἡ ἔννοια τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς ὀργανώσεως. Σήμερον, λοιπόν, ὁ θεσμὸς τῆς πλέον ἀντιπροσωπευτικῆς ὀργανώσεως ὑπάρχει καὶ αὐτός κατὰ τρόπον πλέον εὐρύτερον, πρέπει νὰ χειρίζεται τὰ ἐργατικὰ καὶ συνδικαλιστικὰ ζητήματα. Ἡ πλέον ἀντιπροσωπευτικὴ ὀργάνωσις εἰς τὸν τόπον μας εἶναι ἡ Γ.Σ.Ε.Ε., ἡ ὁποία ἐξ ἄλλου, ἀναμφισβητήτως, ἔχει ἐπιτελέσει μεγάλας προόδους εἰς τὸν τομέα τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἐπιμόρφωσιν τῶν ἐργατικῶν στελεχῶν καὶ ἔχει δημιουργήσει τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. εἰς ἕνα μικρὸν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει μελετήσει ὅλα τὰ ἐργατικὰ προβλήματα καὶ οὕτω δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἐργατικὰς ἀπόψεις εἰς οἱονδήποτε Συμβούλιον ἢ ὁπουδήποτε. Τὸ θέμα τῆς ὑποχρεωτικῆς εἰσφορᾶς ἔληξεν καὶ ρυθμίζεται ὁριστικῶς, ἂν καὶ τίποτε δὲν εἶναι ὁριστικὸν εἰς τὴν κοινωνικὴν πολιτικήν. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὅμως, ἐπιλύεται κατὰ τρόπον σύμφωνον μὲ τὰς διεθνεῖς συμβάσεις καὶ τὰς διεθνεῖς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τροποποίησις αὐτὴ τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας, ἥτις ἐπιτυγχάνεται διὰ τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος σχεδίου Ν.Δ., εἶναι τεραστίας σημασίας. Θὰ ἀναφανῇ δὲ ἡ σημασία της αὕτη, διότι εἰς τὰ διεθνῆ συνέδρια καὶ παντοῦ θὰ διαμορφωθῇ ἡ ἄποψις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς προσηρμόσθη πρὸς τὰς διεθνεῖς ὑποχρεώσεις καὶ ἐφήρμοσε τὸν ἀπολύτως ἐλεύθερον συνδικαλισμόν. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, περιοριζόμενος εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, θὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ἀπόψεών μου ἐπὶ πολλῶν σημείων τοῦ σχεδίου Ν.Δ. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ ἔλθω εἰς τὰς ἀσφαλιστικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν δημιουργήσει εἰς ὡρισμένους ἐργαζομένους κἄποιαν ἀνησυχίαν. Τὴν ἀπάντησιν θὰ τὴν δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ παράπονον, διότι θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι τῶν ὀλίγων κλάδων, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται, δὲν ἔχουν κανένα λόγον, νὰ ἀνησυχοῦν, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρόκειται νὰ ἀφαιρέσῃ οὔτε νὰ καταργήσῃ οὐδὲν κεκτημένον δικαίωμα τῶν ἐργαζομένων. Τὸ παρὸν σχέδιον Ν.Δ. προωθῆ πάρα πολὺ βασικοὺς ἐργατικοὺς θεσμοὺς καὶ θὰ ἀναγνωρισθοῦν αἱ κατακτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιτυγχάνονται δι’ αὐτοῦ. Βεβαίως, ὑπὸ τῆς Ε. Δ.Α. καὶ τῆς Ε.Κ., ἐξεδηλώθησαν ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς δὲν θὰ πείσουν τοὺς Ἕλληνας ἐργαζομένους, ὅτι ἡ ρύθμισις, ἡ ὁποία γίνεται δὲν εἶναι διὰ τὸ καλό τους.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Μπακόπουλος καὶ Ζορμπᾶς, ἐζήτησαν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁρίστε, κ. Ζορμπᾶ.
§90Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε, καὶ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19, συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον εἰς περιπτώσεις καθ’ ἃς ἀλλοιοῦται ἡ γνώμη τοῦ βουλευτοῦ, δημιουργεῖται προσωπικὸν ζήτημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του ἐπὶ συζητήσεως καθ’ ἣν ἀπήντων εἰς παρατήρησιν τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος συναδέλφου κ. Τριανταφύλλου, ἀπέδωσε γνώμην ἀλλοίαν τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ἐξενεχθείσης, δημιουργήσας οὕτω προσωπικὸν ζήτημα. Εἶπεν, ὁ κ. Τριανταφύλλου, ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν Ἐργασίας, ἐζήτησα τὴν μὴ κατάργησιν ὡρισμένων νεκρῶν διοικητικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν ἄσκησιν οἰκονομικοῦ ἐλέγχου τῶν σωματείων ὑπὸ τῆς διοικήσεως, διότι νομίζω, ὅτι ἡ διατήρησις τῶν διατάξεων τούτων, δὲν βλάπτει, ἀλλὰ τοὐναντίον ὠφελεῖ τὴν λειτουργίαν τῶν σωματείων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησα καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Τριανταφύλλου εἶναι τοῦτο. Διὰ νὰ προσαρμόσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ ἐργατικοῦ μας δικαίου πρὸς τὰς διεθνεῖς συμβάσεις, ἀπαιτεῖται νὰ παράσχωμεν ἐλευθερίαν εἰς τὰς διοικήσεις τοῦ συνδικαλισμοῦ. Δὲν πρέπει ὅμως, εἶπον, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν διοικητικῶν διατάξεων περὶ οἰκονομικοῦ ἐλέγχου. Ἀνέφερα ἄλλας οὐσιαστικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι παρεμποδίζουν τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν τοῦ συνδικαλισμοῦ καὶ ἐζήτησα τὴν κατάργησίν των. Π.χ. τῶν νόμων 1984, 1985, 1986 τοῦ 1939, τῶν νόμων 516)48, 509)49, 512)48, 1024)49, 2348)53, 2519)54 τὰ δὲ Γʹ καὶ Θʹ ψηφίσματα κλπ. Ὑπάρχει σωρεία νόμων, οἱ ὁποῖοι πράγματι δεσμεύουν τὴν ἐλευθέραν ἄσκησιν τοῦ συνδικαλισμοῦ καὶ τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν τῶν σωματείων. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἀντὶ νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλει ὁ συνάδελφος κ. Τριανταφύλλου, ἀνέμιξεν καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν συλλογικῶν συμβάσεων, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἠσχολεῖτο ὅταν ἀνεμίχθην εἰς τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σκοπίμως, διὰ νὰ δημιουργήσῃ ἐντύπωσιν, ὅτι ἡμεῖς δῆθεν ἐκθέτομεν τὴν χώραν μας διεθνῶς —ἐνῷ ἡμεῖς ἀγωνιζόμεθα νὰ διαφυλάξωμεν τὸ γόητρον τῆς χώρας —εἶπεν ὡρισμένας φράσεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον τὴν θέσιν των εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ τῆς συζητήσεως. Ὁ κ. Τριανταφύλλου μὲ ἐπεκαλέσθη, καὶ τοῦ ἔδωσα τὴν σχετικὴν ἀπάντησιν. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἀντὶ νὰ ἀπαντήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἀπήντησεν, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ πολλῶν ἄλλων διὰ νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡμεῖς προσπαθοῦμεν διὰ τῆς ὅλης ἀντιδράσεως τὴν ὁποίαν κάμνομεν νὰ ἐκθέσωμεν τὴν χώραν μας διεθνῶς. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργὸς πλανᾶται οἰκτρῶς. Ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος καὶ διὰ τοὺς ἐργαζομένους καὶ ὅ,τι ὑποστηρίζομεν, τὸ ὑποστηρίζομεν διὰ νὰ βελτιώσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καὶ νὰ τὰς προσαρμόσωμεν ἀπολύτως πρὸς τὰς διεθνεῖς συμβάσεις ἃς ὑπέγραψεν ἡ χώρα μας.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἤθελα νὰ παράσχω τὴν ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. Ζορμπᾶν, ὅτι δὲν ἤκουσα ὅτι ἐζητήσατε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, διὰ νὰ σᾶς τὸν δώσω.
§92Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ζορμπᾶς, ἐπεβεβαίωσε τὸ πόσον ἦσαν δεδικαιολογημένα αὐτὰ ποὺ τοῦ ἀπήντησα προηγουμένως. Διότι ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ συλλογικῶν διαφορῶν, ἀλλὰ περὶ συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν. Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ παράταξις ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέρχεσθε, ἔχει θεσπίσει νόμους πολὺ αὐστηροτέρους ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐπισημαίνετε, ὡς στρεφομένους κατὰ τοῦ συνδικαλισμοῦ σήμερον. Εἶπον ἐπίσης, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀποκαθιστᾷ συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας, τόσας, ὅσας οὐδεμία μέχρι σήμερον Κυβέρνησις ἐθέσπισεν ἢ κι’ ἂν προέτεινε. Πάντα ταῦτα ἀναγράφονται εἰς τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ συμβουλευθῆτε. Καὶ εἶπον, ἀκόμη, ἀντὶ νὰ λέγετε, ὅτι εἰς τὴν χώραν μας ἐπικρατεῖ καθεστὼς καταπιεστικόν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκδηλώσεις τῶν ἐργατῶν πρὸς τὰς συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας, ἠμπορούσατε νὰ εἴπητε χωρὶς νὰ ἐκθέσητε τὴν χώραν διεθνῶς, ὅτι σεῖς ἐὰν ἦσθο εἰς τὴν ἀρχήν, διότι συντρέχουν οἱ αʹ ἢ βʹ περιπτώσεις θὰ ἐκάμνατε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Αἱ διατάξεις τῶν νόμων τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθητε, δὲν ἀναφέρονται καὶ δὲν περιορίζουν κατ’ οὐδὲν τὴν συνδικαλιστικὴν δρᾶσιν. Δι’ αὐτῶν ἐλέγχονται πράξεις καὶ ἐνέργειαι κείμεναι ἔξω τῆς ἀντικειμενικῶς παραδεδειγμένης συνδικαλιστικῆς δράσεως κατὰ τὸ 90% τοὐλάχιστον αὐτῶν. Συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν ἐξ αὐτῶν νὰ ἀναλύητε ἐπιχείρημα περὶ δῆθεν παρεμποδίσεως τῆς ἐλευθερίας τῆς συνδικαλιστικῆς δράσεως.
§93Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν εἶμαι Κυβέρνησις διὰ νὰ εἴπω τὶ θὰ κάμνωμεν. Ἡμεῖς ἁπλῶς ἐπισημαίνομεν τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ κρίνομεν χωρὶς διάθεσιν νὰ θίξωμεν τὴν χώραν διεθνῶς. Ἡ ἐπισήμανσις ἡ ὁποία ἐγένετο, ἐγένετο πρὸς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ πρὸς προσαρμογήν του πρὸς τὰς διεθνεῖς συμβάσεις.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πρὸς Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς Προτείνομεν, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου νόμου, ἐρωτωμένης τῆς Βουλῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Η. Ἠλιοῦ, Γ. Στεργίου, Ι. Παπαδημητρίου, Ι. Γιαννόπουλος, Γ. Λαμπράκης, Α. Τσόχας, Δ. Κελτεμλίδης, Μ. Σβώλου.
§95Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Προηγουμένως ἔγινε μία συζήτησις μὲ ἕνα ἐκ τῶν συναδέλφων. Δηλαδὴ νὰ προχωρήσωμεν μέχρις ἐξαντλήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσηγητῶν. Ἐὰν ἐπιμένετε, ὑπάρχει εἰς ἡμᾶς ἡ δυνατότης νὰ καλύψωμεν τὸ βῆμα μὲ ρήτορας τῆς παρατάξεώς μας, ὥστε νὰ μὴ ἔχετε τὴν προσεχῆ Τετάρτη τὴν εὐχέρειαν νὰ δώσητε τὰς ἀγορεύσεις σας εἰς τὰς ἐφημερίδας. Θὰ παρεκάλουν, δεδομένου ὅτι ὁ τελευταῖος τῶν εἰσηγητῶν, ὁ συνάδελφος κ. Παπαδημητρίου, ἔχει ὁμιλήσει καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, νὰ λάβῃ ἀπόψε τὸν λόγον, ὥστε κατὰ τὴν προσεχῆ Συνεδρίασιν νὰ ἀρχίσουν τὰς ἀγορεύσεις των οἱ ἐγγεγραμμένοι κ. συνάδελφοι.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελα νὰ προσθέσω ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου 30 εἰσέτι συνάδελφοι καὶ τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἐν συνόλῳ 40 ἄρθρα. Ὅπως βλέπετε ἡ ὥρα εἶναι ἀκόμη 11.30′ καὶ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν ἔστω ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Εἰς τὰ ξένα κράτη δὲν ὑφίσταται θέμα ἀπαρτίας. Θὰ παρεκάλουν καὶ πάλιν τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν ἐπὶ τῆς προτάσεως. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Παπαδημητρίου νὰ ὁμιλήσῃ, ὥστε τὴν προσεχῆ Τετάρτην νὰ συνεχίσωμεν μὲ τοὺς εἰδικοὺς ἀγορητὰς τῶν κομμάτων καὶ τοὺς ὑπολοίπους ἐγγεγραμμένους συναδέλφους.
§97Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τεθῇ ἡ πρότασις εἰς ψηφοφορίαν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, ὁμιλεῖτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὁ ὁποῖος μὲ ξενίζει. Ἐφ’ ὅσον ἐπιμένετε, κ. συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Δέχεσθε, κ. βουλευταί, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6,30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 19.45′ μ.μ.)