1962.04.11
3,131 rows · 23,057 words · 151 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64η
Τετάρτη 11 Ἀπριλίου 1962
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.25′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναβάλλεται προσωρινῶς ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Περρωτῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τοὐλάχιστον οἱ ὑπουργήσιμοι δὲν ἀνέρχονται εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις, κ. Πρόεδρε. Ἀναφοραὶ θὰ ἀναγνωσθοῦν.
§4Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ ἐπισημάνω τὴν ἀπάντησίν σας, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐνδιαφέρουν τοὺς κ. Ὑπουργούς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπευθύνονται εἰς τοὺς κ. Ὑπουργούς, ἀλλὰ ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Βουλήν, κ. Πρόεδρε, ὅπως γνωρίζετε.
§6Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἠμποροῦν νὰ τοὺς ἐνδιαφέρουν καὶ εὐλόγως ἀπουσιάζουν.
§7Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Γυιόκας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων ἀφορώντων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Βενέτης, Π. Τσακιρίδης, Σ. Περτσινίδης, Ι. Λαυρεντίδης καὶ Γ. Παπαγεωργίου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 4210)1961 «περὶ συνταξιοδοτήσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὀργανισμοῦ Λιμένος Πειραιῶς». Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Μεσολογγίου, αἰτουμένου, ὅπως δοθῇ ἐντολὴ εἰς Ο.Α.Α.Α. καὶ διαθέσῃ ποσὸν πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς ἀνέργους τῶν πόλεων Μεσολογγίου, Αἰτωλικοῦ, Νεοχωρίου καὶ Ἀστακοῦ ἄνευ προϋποθέσεων διὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα. Ὁ βουλευτὴς Ρόδου κ. Ε. Ζαννῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου Αʹ Περιφερείας Ρόδου «Ὁ Κλεόβουλος», αἰτουμένου ἐπέκτασιν εὐεργετικῶν διατάξεων Ν. 4193)61 κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Κελτεμλίδης, Γ. Τσαρουχᾶς καὶ Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Σωματείων Ἑνωτικὸς Σύνδεσμος Ἀρτεργατῶν Θεσσαλονίκης, Σύνδεσμος Σιμιτεργατῶν Θεσσαλονίκης κλπ., αἰτουμένων λῆψιν τῶν ὑπὸ τῶν Ὁμοσπονδιῶν Ἀρτεργατῶν καὶ Μυλεργατῶν Μακαρονοτεχνιτῶν ὑποδειχθέντων μέτρων διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Τ.Α.Α.Μ.Μ. κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Κ. Χριστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐπιτροπῆς Σεισμοπαθῶν Κιάτου, Βόλου, Ταρσινῶν κλπ., διαμαρτυρομένων διὰ τὴν εἰς βάρος τους ἔκδοσιν ἐνταλμάτων πρὸς ἐξόφλησιν δανείων χορηγηθέντων αὐτοῖς παρὰ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης καὶ αἰτουμένων, ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν εὐεργετικὸν νόμον τῶν Ἰονίων Νήσων, Μαγνησίας καὶ Βόλου. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Χ. Παπασταύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεν. Γραμματέως Κινηματογραφιστῶν Δυτικῆς Ἑλλάδος κ. Ι. Τσοκάνη, διαμαρτυρομένου, διότι αἱ Στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ Ἰωαννίνων ἐξεμίσθωσαν χῶρον στρατώνων Ἰωαννίνων εἰς θερινὸν κινηματογράφον, εἰς βάρος τῶν λειτουργουσῶν καὶ φορολογουμένων ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Χ. Παπασταύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Παραμυθίας καὶ τῶν Κοινοτήτων Προδρομίου, Ξηρολόφου, Σκανδάλου, Γλυκῆς, Χρυσαυγῆς, διαμαρτυρομένων δι’ ἀθλίαν κατάστασιν καταστρώματος Ἐθνικοῦ δρόμου, ἕνεκεν τῆς ὁποίας τὸ 21ον Κ.Τ.Ε.Λ. Θεσπρωτίας ἔπαυσε νὰ διέρχεται διὰ Παραμυθίας καὶ Πρεβέζης. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐξ ἀνεμοθυέλλης πληγέντων παραγωγῶν περιφερείας Μπουρνιᾶ–Καλαμάτας, αἰτουμένων οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Μεσσηνιακοῦ Γυμναστικοῦ Συλλόγου, αἰτουμένου τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῆς Γενικῆς Γραμματείας Ἀθλητισμοῦ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου Ἀγρινίου «Ἡ Ἕνωσις», αἰτουμένου ἵδρυσιν δύο εἰσέτι ἑξαθεσίων Σχολείων, ὡς καὶ προαγωγὴν ἁπάντων τῶν ὑπαρχόντων, ἐκπαιδευτικῆς περιφερείας Ἀγρινίου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Μπακόπουλος, Γ. Λούλης, Δ. Ντάγγας καὶ Χ. Παπασταύρου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Ἀρτεργατῶν, αἰτουμένης τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Ἀσφαλιστικοῦ των Ὀργανισμοῦ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Α. Τσακάλη, Γ. Θεοδωρίδη κλπ., κατοίκων Κοιμήσεως–Σερρῶν, αἰτουμένων οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν δι’ ἀποπεράτωσιν τοῦ ἤδη ἀνεγειρομένου 6θεσίου Διδακτηρίου. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Ἀγγελούσης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Βυρωνείας Σερρῶν, αἰτουμένου τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς ἀνακούφισιν τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, πληγέντων ὑπὸ τῆς θεομηνίας τῆς 7.5.1962. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Πολυτέκνων Ροδολείβους, αἰτουμένων, ὅπως διὰ νόμου αἱ διατάξεις τοῦ Ν. 1910)44 «περὶ κωδικοποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς νομοθεσίας περὶ προστασίας πολυτέκνων», θέλουσι κατισχύσει ὡς εἰδικαὶ πάσης ἄλλης διατάξεως. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Ἀγγελούσης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Πολυτέκνων Ν. Σερρῶν, αἰτουμένου, ὅπως αἱ διατάξεις τοῦ Ν. 1910)44 «περὶ Πολυτέκνων» κατισχύσωσιν ἐφεξῆς πάσης ἑτέρας ἀντικειμένης πρὸς αὐτὰς νομοθετικῆς διατάξεως. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Γ. Λύχνος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνταξιούχων Ἀρτεργατῶν, Μυλεργατῶν καὶ Μακαρονοτεχνιτῶν Κερκύρας, αἰτουμένης οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Ἀσφαλιστικοῦ Ταμείου των. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Ἐργατῶν Μετάλλου Χαλκίδος, διαμαρτυρομένου, διότι τὸ ἐν Χαλκίδι ὑποκατάστημα Ταμείου Ἐργατῶν Μετάλλου στερεῖται ἀπὸ ἔτους ὑπαλλήλου πρὸς ἐξυπηρέτησιν 800 ἠσφαλισμένων. Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Σ. Ἀλλαμανῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργίου Α. Τσιομπίκου, κατοίκου Κλεινοῦ Καλαμπάκας, αἰτουμένου ἔκπτωσιν τοῦ Προέδρου τῆς ἐν λόγῳ Κοινότητος. Ὁ βουλευτὴς Πιερίας κ. Α. Γκίλλας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων καὶ ἀκτημόνων χωρίου Ἅγιος Λουκᾶς Γιαννιτσῶν, αἰτουμένων ἐξαγορὰν καὶ διανομὴν ἀγροκτήματος εἰς τοὺς ἀκτήμονας τοῦ χωρίου, ὅπερ ἀνήκει εἰς τὸ Ταμεῖον Ἀνεγέρσεως Διδακτηρίων. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημητρίου Γκόλαντα, συνταξιούχου δημοδιδασκάλου, αἰτουμένου τροποποίησιν τοῦ σχετικοῦ νόμου περὶ παθόντων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ δημοσίων ὑπαλλήλων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Καμβύσης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν αἰδεσιμωτάτων ἐφημερίων τῆς πόλεως Γαργαλιάνων καὶ περιχώρων, αἰτουμένων τὴν βελτίωσιν τοῦ ἐφημεριακοῦ μισθολογίου κατὰ τρόπον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Καμβύσης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ἀλαγωνίας κ. Παναγιώτου Ι. Μαστρογιαννοπούλου, διαμαρτυρομένου, διότι παραμένει ἀδιάθετος σημαντικὴ ποσότης γεωμήλων καὶ αἰτουμένου, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας προβῇ εἰς συγκέντρωσιν ἀδιαθέτων γεωμήλων ἀνερχομένων εἰς 200 τόννους, τὴν χορήγησιν ὑπὸ τῆς Α.Τ.Ε. καλλιεργητικῶν δανείων εἰς πατατοπαραγωγοὺς καὶ ἀναστολὴν εἰσπράξεως χρεῶν. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀσκουμένων δικηγόρων παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Σερρῶν, αἰτουμένων, ὅπως παραταθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ ἄρθρου 1 παράγρ. 2 τοῦ Ν. Δ. 4189)11.9.61 περὶ διορισμοῦ δικηγόρων ἀνεξαρτήτως ὑπάρξεως κενῶν θέσεων. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐκπροσωπούσης λαὸν πόλεως Ἀστακοῦ, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ὑπαγωγὴν τῆς πόλεως ταύτης εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Πρεβέζης. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν πρωτοετῶν καὶ δευτεροετῶν φοιτητῶν Φυσικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, αἰτουμένων μεταφορὰν ἑνὸς μαθήματος εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος σπουδῶν, ἀνεξαρτήτως βαθμολογίας εἰς τὰ ἄλλα μαθήματα. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Κοινότητος Σκοτούσης–Σερρῶν, αἰτουμένου, ὅπως ἀποδοθῇ ὁ ἀναλογῶν εἰς τὴν ἐν λόγῳ Κοινότητα φόρος παρὰ τῆς Μηχανογραφικῆς Ὑπηρεσίας Φορολογίας. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Συλλόγων Διδασκάλων Μεσσήνης καὶ Ἄνω Μεσσηνίας, αἰτουμένων ἐπέκτασιν τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τοῦ Ν. 4193)61 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων Κορυφασίου, Γλυφάδος καὶ Κρεμμυδίων–Πυλίας, αἰτουμένων τὴν ἀνακατασκευὴν διὰ τῶν Μ.Ο.Μ.Α. τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Κορυφασίου Χάνι Κισκήρα καὶ τὴν ἠλεκτροδότησιν τῶν Κοινοτήτων ὑπὸ τῆς Δ.Ε.Η. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Α. Κακκαρᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Κοινότητος Ν. Ἀρτάκη, αἰτουμένου ἄρσιν τῆς διαταγῆς ἀπαγορεύσεως ἀνορύξεως, ἐκβαθύνσεως ἀρδευτικῶν φρεάτων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Γονέων καὶ Κηδεμόνων τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Ἁγ. Βαρβάρας Παλ. Φαλήρου, αἰτουμένου, ὅπως ἐγκριθῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ἡ αἰτηθεῖσα πίστωσις διὰ τὴν ἀγορὰν οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου. Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν. Ι) Τοῦ Ὑπ. Προεδρίας Κυβερνήσεως. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Δημοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4412)3276)2.4.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Δημοπούλου, ἀναφερομένης εἰς τὸ Κοινοτικὸν Γυμναστήριον Λιτοχωρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τ’ ἀκόλουθα: Κατὰ τὸ Ν. Δ. 1415)1942 (ἄρθρ. 12) «περὶ Γυμναστηρίων», τὰ Δημοτικὰ καὶ Κοινοτικὰ Γυμναστήρια ἱδρύονται ὑπὸ τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, οἵτινες βαρύνονται καὶ μὲ τὰς δαπάνας συντηρήσεως καὶ λειτουργίας αὐτῶν. Ἡ Γενικὴ Γραμματεία Ἀθλητισμοῦ ἐκ τῆς κατ’ ἔτος ἀναγραφομένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ της εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 2.000.000 προέρχεται εἰς οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν (ὑπὸ μορφὴν ἐπιβραβεύσεως) τῶν Ἐφορειῶν τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν Γυμναστηρίων ἐκείνων αἵτινες ἀναπτύσσουν ἀξιόλογον δραστηριότητα διὰ τὴν ἵδρυσιν, ὀργάνωσιν καὶ λειτουργίαν τῶν Γυμναστηρίων των. Ἐν προκειμένῳ διὰ τὴν παροχὴν οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως πρὸς βελτίωσιν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ Κοινοτικοῦ Γυμναστηρίου Λιτοχωρίου δέον, ὅπως ἡ Ἐφορεία αὐτοῦ ὑποβάλῃ κατὰ τὰ κεκανονισμένα σχετικὴν αἴτησιν πρὸς τὴν ἁρμοδίαν ὡς ἄνω Ὑπηρεσίαν, ἵνα τύχῃ ἀναλόγου ἐπιχορηγήσεως. Τὸ ὕψος τῆς ἐπιχορηγήσεως ταύτης θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῶν δυνατοτήτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Γενικῆς Γραμματείας Ἀθλητισμοῦ καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν καθίσταται δυνατὸν νὰ πληροφορήσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὸν ἐρωτῶντα κ. βουλευτὴν περὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Ἀπριλίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Τσαρουχᾶ καὶ Ι. Εὐαγγελίδη. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν εἰς τὴν Βουλὴν κατατεθεῖσαν καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4145) ἐ.ἔ. ἐγγράφου ὑμῶν διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Τσαρουχᾶ καὶ Ι. Εὐαγγελίδη, περὶ ἱδρύσεως Ἐφετείου Δυτ. Μακεδονίας μὲ ἕδραν τὴν Κοζάνην, ἔχομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος ζήτημα ἱδρύσεως Ἐφετείου Κοζάνης δὲν ἀντιμετωπίζεται, καθ’ ὅσον αἱ περιφέρειαι τῶν Πρωτοδικείων Κοζάνης, Γρεβενῶν, Καστορίας καὶ Φλωρίνης ἐξυπηρετοῦνται διὰ τῶν ἤδη ὑπαρχόντων Ἐφετείων Θεσσαλονίκης καὶ Λαρίσης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἀλλαμανῆ, Ι. Ζίγδη καὶ Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3979) 27.3.1962 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. βιβλ. 813 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἀλλαμανῆ, Ι. Ζίγδη καὶ Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 32338) 14.3.1962 προγενεστέρου ἐγγράφου ἡμῶν ἀπεστάλη ὑμῖν, εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. βιβλ. 58 αἰτήσεως τῶν αὐτῶν ὡς ἄνω βουλευτῶν πίναξ τῆς γενομένης κατὰ μῆνα ἐκ δραχ. 10.158.596 τακτικῆς κατανομῆς τοῦ ἐκ τοῦ Δημοσίου φόρου καταναλώσεως καπνοῦ ἀποδιδομένου ἐσόδου ὑπὲρ ἐκείνων τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, αἵτινες ἀπώλεσαν τὸ ἐκ τῶν διαπυλίων τελῶν ἔσοδόν των διὰ τοῦ Α. Ν. 1910)51. Περὶ τοῦ ὑπολοίπου μέρους τοῦ ἐσόδου τούτου δὲν ἀνεφέρθη τι, διότι οὐδεμία κατανομὴ τούτου ἔλαβε χώραν μέχρι σήμερον, ὥστε νὰ ὑπάρχωσι πίνακες κατανομῆς πιστώσεων τοῦ τρέχοντος ἔτους πρὸς κατάθεσιν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐτησίαν κατανομὴν τοῦ ὅλου ἐκ δραχ. 240.000.000 ἐσόδου ἐκ τοῦ δημοσίου φόρου καταναλώσεως καπνοῦ, γνωρίζομεν, ὅτι τοῦτο κατανέμεται εἰς τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας ὡς ἑξῆς: 1) Εἰς ἀπόδοσιν τοῦ ἀπολεσθέντος ἐκ τῶν διαπυλίων τελῶν δραχ. 121.879.152. 2) Εἰς ἀπόδοσιν τοῦ ἀπολεσθέντος ἐσόδου ἐκ τοῦ προσθέτου ποσοστοῦ 20% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν καὶ αἰτίᾳ θανάτου δωρεῶν καὶ τοῦ προσθέτου ποσοστοῦ 7,5% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου ἐπὶ τῆς μεταβιβάσεως ἀκινήτων δραχ. 8.527.392. Τὰ ποσὰ τῶν ὡς ἄνω περιπτώσεων τυγχάνουσι σταθερὰ καὶ ἀνέρχονται εἰς τὸ ὕψος τῶν κατὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ Α. Ν. 1910)1951 ποσῶν ἀποδόσεως τῶν ὡς ἄνω καταργηθέντων φόρων. 3) Εἰς ἀπόδοσιν τοῦ προσθέτου ποσοστοῦ δραχ. 2,80 ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἰς φύλλα. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι σταθερὸν ἀλλὰ κυμαίνεται βάσει τῆς κατ’ ἔτος ἀποδόσεως τῆς καπνοκαλλιεργείας, κατανέμεται δὲ ἀποκλειστικῶς εἰς καπνοπαραγωγοὺς Δήμους καὶ Κοινότητας, ἅμα τῇ συγκεντρώσει τῶν στοιχείων ἀποδόσεως τοῦ προηγουμένου ἔτους. 4) Ποσὸν εἰς συμπλήρωσιν τοῦ ἐκ δραχ. 240.000.000 ἐτησίου κατωτάτου νομίμου ὁρίου ἐκ τοῦ δημοσίου φόρου καταναλώσεως καπνοῦ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀνωτέρω κατανομῶν (παρ. 1, 2 καὶ 3). Διὰ τὸν ἐν τῇ προηγουμένῃ παραγράφῳ λόγον καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι σταθερόν, ἀλλὰ κυμαίνεται ἀναλόγως τῶν ἀποδόσεων τοῦ προηγουμένου ἐσόδου. Τοῦτο κατανέμεται εἰς ἀπόρους, ὡς ἐπὶ τῷ πλεῖστον, Κοινότητας. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου παρακρατεῖται ποσὸν περίπου δραχ. 10.000.000, ὅπερ ἀποδίδεται μέσῳ τοῦ Ὑπουργείου, χρεώσει τοῦ ἐκ φόρου καπνοῦ λογαριασμοῦ τῶν δικαιούχων Δήμων καὶ Κοινοτήτων, εἰς τοὺς εἰδικοὺς λογαριασμοὺς τῶν ἄρθρων 67 καὶ 68 τοῦ Ν. Δ. 3033)54. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τήν, χαρακτηριζομένην ὡς ἄνισον, κατανομὴν τῶν ἐσόδων τοῦ κατατεθέντος πίνακος, γνωρίζομεν, ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα κατανέμονται κατόπιν συμφώνου γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ ἀπὸ 24–9) 20.10.1958 Β. Διατάγματος οὐχὶ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ βάσει τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένου κριτηρίου, ἤτοι τοῦ ὕψους τῶν ἀποδόσεων τῶν ὡς ἄνω καταργηθέντων φόρων, κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ Α. Ν. 1910)51. Κατὰ συνέπειαν, ἡ διαφορὰ τῶν κατανεμηθέντων ποσῶν εἰς Δήμους διαφόρου πληθυσμοῦ, δὲν ὀφείλεται εἰς ἄνισον κατανομὴν τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ εἰς τὴν κατανομὴν τῶν πράγματι ἀπολεσθέντων ἐσόδων των, ἅτινα καὶ ἀποδίδονται νῦν διὰ τοῦ φόρου καπνοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Ἀπριλίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀ. Κοκκέβη. Ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4225)3156 ὑμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 841 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Κοκκέβη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι, ἅτινα προκύπτουσιν ἐξ ἀναφορῶν τῆς Δ. Χ. Σπάρτης καὶ Α.Δ.Χ. Πελοποννήσου. 1) Παρά τινος ἀτόμου ὀνόματι Μάρκου Ἠλίου, κατοίκου χωρίου Λογγανίκου, ἀπεστάλη ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν Σπάρτης καταγγέλουσα ἀνάμιξιν τοῦ Ἀστυνομικοῦ Σταθμάρχου Λογγανίκου Βώκου καὶ Χωροφύλακος Ἀλεξοπούλου, εἰς τὰς βουλευτικὰς καὶ κοινοτικὰς ἐκλογὰς καὶ ἀνοχὴν τούτων, εἰς παράνομον λειτουργίαν ἀμβύκων ἀποστάξεως οἰνοπνεύματος. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη διεβιβάσθη ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην Καστορίου παρ’ ᾧ ἐκκρεμεῖ εἰσέτι. Ἐκ τῆς γενομένης ἐρεύνης ἀπεδείχθη, ὅτι ὑπὸ τὸ ὄνομα Μάρκου Ἠλίας δὲν ὑπάρχει κάτοικος Λογγανίκου. 2) Παρομοία ἐπιστολὴ τὰ αὐτὰ καταγγέλουσα καὶ ὑπογραφομένη ὑπὸ Ἠλία Γομάτου ἀπεστάλη εἰς τὴν Α.Δ.Χ. Πελοποννήσου, ἥτις διέταξεν ἐξέτασιν ἐνεργηθεῖσαν ὑπὸ Μοιράρχου. 3) Ἐκ τῆς ἐξετάσεως ταύτης προέκυψεν, ὅτι ἅπαντα τὰ καταγγελλόμενα εἶναι ἀνακριβῆ καὶ κακόβουλα καὶ ὅτι ὑπὸ τὸ ὄνομα Γομᾶτος Ἠλίας ὑπάρχουσι ἑπτὰ ἄτομα ἐν Λογγανίκῳ οὐδὲν ὅμως ἐκ τούτων ἀπέστειλε τὴν ἐπιστολὴν καὶ κατὰ συνέπειαν αὕτη ἐστάλη ὑπὸ ἀνωνυμογράφου κρυπτομένου ὑπὸ ξένον ὄνομα. 4) Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐκακοποιήθη ὁ Δημάκης Σάββας, οὔτε ὅτι ἐκρατήθη παρανόμως. Τὸ πραγματικὸν γεγονὸς εἶναι, ὅτι οὗτος τὴν ἑσπέραν τῆς 21ης Φεβρουαρίου ἐν μέθῃ τελῶν διεπληκτίζετο μεθ’ ἑτέρου ἀτόμου ἐν μέθῃ, ἐπίσης, τελοῦντος, καὶ ὁ Ἐνωμοτάρχης πρὸς ἀποφυγὴν σοβαρωτέρων ἐπεισοδίων ὡδήγησε τούτους εἰς τὸν Σταθμόν. Οὗτοι ὡδηγήθησαν εἰς τὸ Ἑστιατόριον τοῦ Σταθμοῦ καὶ ἀφοῦ ἠρέμησαν ἀφέθησαν μετ’ ὀλίγην ὥραν ἐλεύθεροι γενομένων αὐτοῖς ἁπλῶν συστάσεων. 5) Πράγματι ἐμηνύθησαν ὑπὸ τοῦ Σταθμάρχου οἱ: Δημάκης Κων)νος διὰ παραβάσεως τοῦ Ἀγορανομικοῦ Κώδικος καὶ Παπαναστασίου Εὐθ., Παναγιωτόπουλος Ἡλίας καὶ Δημάκης Σάβ., ἐπὶ κακοβούλῳ βλασφημήσει τῶν Θείων, ἤτοι διὰ πράξεις ὅλως ἀσχέτους μὲ τὰς ἐκλογὰς ἢ μὲ τὴν ἐξέτασίν των ὡς μαρτύρων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Ἀπριλίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἐξάρχου. Ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4709)3507 ὑμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 899 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἐξάρχου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἑξῆς: 1) Δὲν μελετᾶται ἡ λῆψις μέτρου αὐξήσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν κατωτέρων Ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς, καθ’ ὅσον διὰ τοὺς κανονικῶς εἰσερχομένους καὶ ἐξερχομένους τῆς Σχολῆς Ἀξιωματικῶν δὲν ὑπάρχει περίπτωσις καταλήψεώς των ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας εἰς τοὺς βαθμοὺς τοῦ κατωτέρου Ἀξιωματικοῦ. 2) Ἐπειδὴ ὅμως, κατὰ τὴν περίοδον τῆς Κατοχῆς καὶ ἐν συναρτήσει μετέπειτα προήχθησαν εἰς Ἀξιωματικοὺς ἄνευ ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν Σχολὴν Ἀξιωματικῶν, Ἀνθυπασπισταὶ καὶ ὁπλῖται εἰς μεγάλην ἡλικίαν, ἐσημειώθησαν περιπτώσεις καταλήψεως ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας εἰς τοὺς βαθμοὺς τοῦ κατωτέρου Ἀξιωματικοῦ ἄνευ δικαιώματος πλήρους συντάξεως. Διὰ τὴν κάλυψιν τῶν περιπτώσεων τούτων, αἵτινες τείνουσι νὰ ἐκλείψωσιν ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ὅπως προκαλέσῃ συνταξιοδοτικὴν διάταξιν ὁμοίαν πρὸς τὴν ἰσχύουσαν διὰ τοὺς Ἀνθυπασπιστὰς καὶ ὁπλίτας, καθ’ ἣν διὰ τοὺς ἐξερχομένους μετὰ συμπλήρωσιν εἰκοσαετοῦς ὑπηρεσίας ἡ σύνταξίς των προσαυξάνεται κατὰ 10)50. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Ἀπριλίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ, Ι. Διαμαντοπούλου. Ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4700)3498 ὑμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 80 αἴτησις καταθέσεως ἐγγράφων τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1) Ὁ ὑπομοίραρχος Κακόπουλος Δημ. ὑπηρετεῖ εἰς Λαύριον ἀπὸ 9.12.1957. 2) ὁ ἀνωτέρω ὑπομοίραρχος ὑπέστη τὰς ἑξῆς ποινάς: 6ήμερον ἁπλῆν κράτησιν τὴν 4.10.1961 ἐπαυξηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ Χωροφυλακῆς εἰς 10ήμερον. Τὰ αἰτιολογικὰ τῶν ἐπιβληθεισῶν ποινῶν ἀφοροῦν πειθαρχικὰς παραβάσεις ἀσχέτους πρὸς ἐκλογικὰ ἢ πολιτικὰ θέματα. 3) Οὐδεμία καταγγελία ἢ διαμαρτυρία ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τὰς ὑπηρεσίας περὶ ἀσκήσεως οἱασδήποτε πιέσεως εἰς βάρος πολιτῶν μετεκλογικῶς. 4) Παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν παρηγγέλθη ὁ Εἰρηνοδίκης Λαυρίου, ὅπως ἐνεργήσῃ προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν κατὰ τοῦ ἀνωτέρω Ὑπομοιράρχου ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου κατόπιν ὑποβληθείσης μηνύσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἡ ἀνωτέρω προκαταρκτικὴ ἐξέτασις περαιωθεῖσα ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τὴν 21ην Μαρτίου 1962. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Ἀπριλίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου. Ἔγγραφόν σας ὑπ’ ἀριθ. 4232)3163)30.3.62. Ἐπὶ τῷ ὕπερθεν ὑμετέρῳ ἐγγράφῳ, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἐρώτησις ἀπὸ 27.3.1962 τοῦ βουλευτοῦ κ. Χρ. Παπασταύρου περὶ τοῦ ἐν θέματι ἀντικειμένου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: 1) Κατ’ ἀρχὴν τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ μὴ ἄσκησις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, προβλέπει τὸ ἄρθρον 187 τῆς νομοθεσίας περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν (Β. Δ)γμα 531)1961), ὅπερ ὁρίζει, ὅτι δύνανται νὰ δικαιολογηθοῦν ἐκ τῶν μὴ ἀσκησάντων τοῦτο οἱ ὑπερβάντες τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας των ὡς καὶ οἱ διαμένοντες εἰς ἀκτῖνα μείζονα τῶν πεντήκοντα (50) χιλιομέτρων ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ των τμήματος. Τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἐν παρ. 4 ἐδ. 2 ὁρίζει τὴν διαδικασίαν ἀποδείξεως τοῦ δεδικαιολογημένου τῆς μὴ ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους ἢ τῆς μὴ ἀσκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. 2) Πέραν τῶν ὡς ἄνω περιπτώσεων, εἰσηγήσει ἡμῶν, ἐξεδόθη καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 172)25.11.1961 ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἥτις διέλαβε καὶ ἄλλας περιπτώσεις ἐξαιρέσεως ἀπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ ἐλέγχου προσώπων αἰτουμένων τὴν ἔκδοσιν διαβατηρίων. Μεταξὺ τῶν προσώπων τούτων διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐλέγχεται ἐὰν ἐψήφισαν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, περιλαμβάνονται καὶ οἱ μετανάσται γενικῶς ὡς καὶ οἱ ἐργάται οἱ μεταβαίνοντες εἰς τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης δι’ ἐργασίαν. 3) Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις ἀκόμη, καθ’ ἃς δὲν καθίσταται εὐχερὴς ἢ δυνατὴ ἡ προσκόμισις ὑπὸ τοῦ ἀναχωροῦντος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν βεβαιώσεως τοῦ οἰκείου Πρωτοδικείου ἢ τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος περὶ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ἐνδιαφερομένων ἀπεδέχθη τὴν προσκόμισιν ὑπὸ τούτων βεβαιώσεως τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς (Νομαρχίας, Πρωτοδικείου ἢ Προέδρου Κοινότητος) περὶ τοῦ ὅτι εὕρηνται ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ ὑπογραφὴν ὑπ’ αὐτῶν ὑπευθύνου δηλώσεως περὶ τοῦ ὅτι ἐψήφισαν κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογάς. Ἐκ τοῦ ἀνωτέρω καταφαίνεται, ὅτι τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον ἐμερίμνησε ἐγκαίρως καὶ ἀποτελεσματικῶς διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῶν πολιτῶν πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἐκπληρώσεως ὑπ’ αὐτῶν τοῦ ἐκλογικοῦ των καθήκοντος καὶ ὅτι ἰδιαιτέραν μέριμναν ἔλαβε διὰ τοὺς μετανάστας καὶ τοὺς μεταβαίνοντας εἰς χώρας τῆς Εὐρώπης πρὸς ἀνάληψιν ἐργασίας ἐξαιρέσαν τούτους, κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν διαβατηρίων των, παντὸς ἐκλογικοῦ ἐλέγχου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Ἀπριλίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Τσαρουχᾶ, Δ. Κελτεμλίδη καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1240, 1066 καὶ 762)1962 ὑμετέρων ἐγγράφων διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Τσαρουχᾶ, Δ. Κελτεμλίδη καὶ Β. Ἐφραιμίδη ὡς καὶ ἀναφορᾶς τοῦ Συλλόγου τῶν ἐκ Ρωσίας ὁμογενῶν προσφύγων τῶν ἐγκατεστημένων εἰς τὸν Συνοικισμὸν Κρηνίδων τοῦ Νομοῦ Καβάλας, ἐν σχέσει πρὸς τὴν γεωργικὴν καὶ στεγαστικὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. Ε)524)28.2.62 ἔγγραφόν μας, νὰ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Κατὰ τὸ ἔτος 1952 ἐπὶ διατεθεισῶν τότε διαθεσίμων ἐκτάσεων τῶν ἀποστραγγισθεισῶν γαιῶν Τεναγῶν Φιλίππων, παρεχωρήθη εἰς ἁπάσας τὰς εἰς τὸν Συνοικισμὸν Κρηνίδων ἐγκατασταθείσας 150 περίπου οἰκογενείας Ρωσοπροσφύγων κλῆρος ἐξ 7 στρεμμάτων, ὅση ἔκτασις παρεχωρήθη καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ἀκτήμονας ἐγκατοίκους τοῦ ὡς ἄνω Συνοικισμοῦ. Ἐν συνεχείᾳ κατὰ τὸ ἔτος 1960 ἐπὶ διατεθεισῶν ἐκ 400 στρεμμάτων ἐκτάσεων εἰς Συνοικισμὸν Κρηνίδων παρεχωρήθη ἐπαύξησις κλήρου 4 στρεμμάτων εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν ἐκ τῶν ὡς ἄνω Ρωσοπροσφύγων διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 50)1960 ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀπαλλοτριώσεων Καβάλας, οὐχ’ ἧττον ὅμως, ἡ ἀπόφασις αὕτη, κατόπιν ὑποβληθείσης ἐνστάσεως ὑπὸ τῶν προστατευομένων τοῦ νόμου 751)1836)1951 Πολεμιστῶν, ἀνεκλήθη ὡς μὴ σύννομος διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 110)1960 ἀποφάσεως τῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς, δοθέντος, ὅτι κατὰ νόμον οἱ πολεμισταὶ προτάσσονται εἰς τὴν σειρὰν κατατάξεως. Πάντως μελετᾶται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἐν ὄψει τῶν ὑφισταμένων δυνατοτήτων, ἀπὸ ἀπόψεως διαθεσίμων γαιῶν, ἡ ἐξεύρεσις νομίμου τρόπου ἐπαυξήσεως κατὰ τὸ δυνατὸν τοῦ κλήρου των. Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Ἀναφερόμενοι εἰς τὴν διὰ τοῦ ἀνωτέρω ὑμετέρου διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 780)19.3.62 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν σχετικῶς τὰ ἀκόλουθα: 1) Ἡ ἐκτέλεσις ἐργασιῶν διὰ λογαριασμὸν τῶν γεωργῶν, ὡς καὶ παντὸς τρίτου, διὰ τῶν μηχανημάτων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας (Ὑπηρεσίας Ἐγγείων Βελτιώσεων) τιμολογεῖται μὲ τὸ πραγματικὸν κόστος ἐργασίας τούτων. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς ταύτης, οἱ κάτοικοι τῆς ὑπαίθρου ἔχουν εἰς τὴν διάθεσίν των τὰ ἀπαραίτητα μέσα, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία κτήσεως εἶναι λίαν ὑψηλή, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν βασικῶν ἐργασιῶν ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς των, χωρὶς νὰ γίνωνται ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως ἐκ μέρους ἰδιωτῶν κατόχων τοιούτων μέσων, καθ’ ὅσον τὰ τιμήματα ἐκτελέσεως τῶν ἐργασιῶν τούτων συγκροτοῦνται εἰς τὰ ἐπίπεδα τοῦ πραγματικοῦ κόστους. 2) Εἰς ὅσας περιπτώσεις ἐπιβάλλεται, πρὸς σκοπόν, εἴτε ἀναπτύξεως ὡρισμένου εἴδους τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς (λχ. βάμβαξ), εἴτε γενικωτέρας ἐνισχύσεως ὡρισμένων περιοχῶν, ὡς τῶν ὀρεινῶν τοιούτων τῆς χώρας (Πρόγραμμα Ὀρεινῆς Οἰκονομίας), διατίθενται ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν δυνατοτήτων, σημαντικαὶ πιστώσεις, διὰ τῶν ὁποίων χρηματοδοτοῦνται καὶ αἱ τυχὸν πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖαι ἐργασίαι διὰ μηχανημάτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Λαμπράκη καὶ Σ. Ἡλιοπούλου. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3573)2614)19.3.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν ὑμᾶς, ὅτι διὰ τῶν τελευταίως ληφθεισῶν ἀποφάσεων ἐπὶ τοῦ ἐξηλεκτρισμοῦ τῶν ἀντλητικῶν συγκροτημάτων, ἐπέρχεται λίαν σημαντικὴ μείωσις εἰς τὰς δαπάνας συνδέσεως τούτων μετὰ τῶν ἠλεκτρικῶν δικτύων, δεδομένου, ὅτι οἱ ἐξυπηρετούμενοι γεωργοὶ ἐπιβαρύνονται μόνον μὲ τὸ 40% τῆς κατασκευῆς τῶν δικτύων καὶ χορηγοῦνται πρὸς αὐτοὺς ὑπὸ τῆς Α.Τ.Ε. δωδεκαετῆ δάνεια μὲ τὸ χαμηλὸν ἐπιτόκιον ἐκ 2%. 2. Πλέον τῶν ἀνωτέρω, ἐμειώθη καὶ ἡ τιμὴ τῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας ἀπὸ 0,90 δραχ. εἰς 0,65 δραχ. ἀνὰ ΩΧΒ, ἡ ὁποία εἰς περιπτώσεις μεγάλων καταναλώσεων, ὡρίσθη εἰς 0,45 ἀντὶ 0,50 δραχ. ἀνὰ ΩΧΒ. 3. Ἐλπίζομεν, ὅτι κατόπιν τῶν ληφθέντων ὡς ἄνω μέτρων, θὰ καταστῇ εὐχερὴς καὶ ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν γεωργῶν τῆς περιφερείας Τεγέας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνηγόρησαν οἱ κ.κ. βουλευταί. Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΤΛΟΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Γιαννοπούλου. Ἐπὶ ἄνω ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 757 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Γιαννοπούλου, σχετικῶς μὲ παραχώρησιν δημοσίων δασικῶν ἐκτάσεων 70.000 στρεμμάτων εἰς περιοχὴν Ἠλείας καὶ Ὀλυμπίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν ὑφίσταται τοιοῦτον θέμα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Ἀπριλίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
V) Τοῦ Ὑπουργείου Κοιν. Προνοίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Α. Μπριλλάκη, Γ. Λαμπράκη, Σ. Ἡλιοπούλου, Ι. Εὐαγγελίδη, Γ. Αὐγεροπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 665 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Α. Μπριλλάκη κλπ., διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2832)5.3.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἑξῆς: Εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν πλημμυροπαθῶν ὅλων τῶν συνοικιῶν παρεσχέθη μέχρι σήμερον ἡ κάτωθι βοήθεια: 1) Εἰς ἐκείνους τῶν ὁποίων ἡ κατοικία κατέρρευσεν ἢ κατέστη ἀκατοίκητος χρηματικὸν βοήθημα ἀναλόγως τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας των διὰ τὴν μίσθωσιν κατοικίας. 2) Εἰς ἐκείνους τῶν ὁποίων αἱ κατοικίαι ὑπέστησαν ἐλαφρὰς ζημίας, χρηματικὸν βοήθημα διὰ τὴν ἐπισκευὴν ἀσχέτως ἐὰν ὁ ἐνοικῶν ἦτο ἰδιοκτήτης ἢ μισθωτής. 3) Διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ὁποίων ἡ κατοικία κατέρρευσεν ὁλοσχερῶς λαμβάνεται μέριμνα διὰ τὴν χορήγησιν μακροπροθέσμων στεγαστικῶν δανείων μέσῳ τῆς Ἐθνικῆς Κτηματικῆς Τραπέζης. 4) Εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς πλημμυροπαθεῖς διενεμήθησαν δέματα ἱματισμοῦ καὶ τροφίμων κατ’ ἐπανάληψιν. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω καθίσταται φανερόν, ὅτι δὲν τυγχάνουσι βάσιμα τὰ ὑπὸ τῶν ἐρωτώντων βουλευτῶν διατυπούμενα παράπονα σχετικῶς μὲ τοὺς πλημμυροπαθεῖς τῆς 6.11.1961 περιοχῆς Ἀττικῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Γεωργίου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 782)21.3.1962 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Γεωργίου, διαβιβασθείσης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3718)2719)21.3.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Βάσει τοῦ Ν. Δ)τος 2592)1953 καὶ ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως καὶ βάσει τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1954 «περὶ ἐποπτείας καὶ ἐλέγχου τῶν ὑπὸ τῶν νομικῶν προσώπων Δημοσίου Δικαίου ἐκτελουμένων κτιριακῶν ἔργων» ἡ ἀνάθεσις τῶν μελετῶν τῶν ἔργων τῶν νοσηλευτικῶν ἱδρυμάτων ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Δ. Συμβουλίων τῶν ὡς εἴρηται Ἱδρυμάτων. Τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Ν)μείου Λαρίσης, ὡς καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν οὐδεμίαν ὑπόδειξιν κάμνει εἰς τὸ Δ. Σ. τῶν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων περὶ τῶν Μηχανικῶν εἰς τοὺς ὁποίους ταῦτα ἀναθέτουσι τὰς μελέτας τῶν κτιρίων των ἐκλέγοντες μεταξὺ τῶν τεχνικῶν κατὰ προτίμησιν τοὺς ἔχοντας προηγουμένην πεῖραν κατασκευῆς Νοσηλευτηρίων τῶν ὁποίων καὶ ἡ γενικὴ διάταξις καὶ αἱ ἐγκαταστάσεις ἀπαιτοῦσι σχετικὴν εἰδικὴν ἐμπειρίαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Εὐαγγελίδη καὶ Ε. Μπενᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12362)29.12.61 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 108)20.12. 61 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Εὐαγγελίδη καὶ Ε. Μπενᾶ, σχετικῶς μὲ ἐξαφάνισιν διαγραμμάτων κλπ. τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσωμεν ὑμῖν συνημμένως ἀντίγραφον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 33191)61)15. 1.62 ἐγγράφου τῆς Εἰσαγγελίας Ἐφετῶν Ἀθηνῶν ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ θέματος ἐξ οὗ ἐμφαίνεται κατόπιν ἐνεργηθείσης ἐξετάσεως (ἐνόρκων καταθέσεων κλπ.), ὅτι οὐδαμῶς ἔλαβε χώραν ἀπώλεια ἢ ἐξαφάνισις οἱουδήποτε σχεδιαγράμματος ἢ ἄλλου τινὸς ἐγγράφου, ἐκ τῶν ἀφορώντων τὴν ἀποκατάστασιν προσφυγικῶν οἰκογενειῶν, ἐκτὸς τῆς ἀπωλείας φακέλλων τινῶν μετ’ ἀρχείου, συνεπεία ἀνωτέρας βίας, ὡς ἐκ τῶν πολεμικῶν γεγονότων ἐν Μακεδονίᾳ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον (τῆς εἰσβολῆς τῶν Βουλγαρικῶν στρατευμάτων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ) καὶ τοῦ Δεκεμβριανοῦ στασιαστικοῦ κινήματος ἐν Ἀθήναις, τῶν ὁποίων φακέλλων ἡ ἀνασύνταξις ἔχει διαταχθῆ καὶ πραγματοποιεῖται συμφώνως τῷ Ν. 2044)1952. Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Ἀριθ. Πρωτ. 33191)61 Πρὸς Τὸν κ. Εἰσαγγελέα Πλημ)κῶν Ἀθηνῶν Ἐνταῦθα Ἐπιστρέφοντες τὴν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 84972 ἀπὸ 28.12. 1961 ἀναφορᾶς σας ὑποβληθεῖσαν ἡμῖν δικογραφίαν, σχηματισθεῖσαν συνεπείᾳ καταγγελίας διὰ τοῦ ἡμερησίου τύπου, περὶ ἐξαφανίσεως ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας, σχεδιαγραμμάτων καὶ λοιπῶν ἐγγράφων, ἀφορώντων τὴν ἀποκατάστασιν προσφυγικῶν οἰκογενειῶν, γνωρίζομεν εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὀρθῶς ἐτέθη ἡ ἀνωτέρω δικογραφία εἰς τὸ Ἀρχεῖον, καθ’ ὅσον ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης προκαταρκτικῆς ἐξετάσεως (ἐνόρκων καταθέσεων καὶ τῶν ἐν τῇ δικογραφίᾳ ἐγγράφων), οὐδαμῶς προέκυψεν, ὅτι ἔλαβεν χώραν ἐξαφάνισις ἢ ἀπώλεια οἱουδήποτε σχεδιαγράμματος ἢ ἄλλου τινὸς ἐγγράφου, ἐκ τῶν ἀφορώντων τὴν ἀποκατάστασιν προσφυγικῶν οἰκογενειῶν, ἐκτὸς τῆς ἀπωλείας τινῶν μετ’ ἀρχείου τοῦ ὡς ἄνω Ὑπουργείου, συνεπείᾳ ἀνωτέρας βίας, ὡς ἐκ τῶν πολεμικῶν γεγονότων ἐν Μακεδονίᾳ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον (τῆς εἰσβολῆς τῶν Βουλγαρικῶν στρατευμάτων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ), ὡς καὶ τοῦ Δεκεμβριανοῦ στασιαστικοῦ κινήματος ἐν Ἀθήναις, τῶν ὁποίων φακέλλων ἡ ἀνασύνταξις ἔχει διαταχθῆ καὶ πραγματοποιεῖται, συμφώνως πρὸς τὴν κειμένην εἰδικὴν περὶ τούτου νομοθεσίαν (Ν. 2044)1952). Ἀθῆναι τῇ 15.1.1962
Ὁ Ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν
(Τ.Σ.) Θ. ΣΚΡΕΚΑΣ
Ἀκριβὲς ἀντίγραφον (Ὑπογραφὴ) δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Παπασπύρου. Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2828)2115)5.3.62 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 650)2.3.62 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Παπασπύρου περὶ τῶν ληπτέων μέτρων ὑπὲρ τῶν ἀναξιοπαθούντων κατοίκων Εὐρυτανίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: 1. Ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἀπόρων κατοίκων Εὐρυτανίας τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον μεριμνᾷ γενικῶς διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ὀρεινῶν καὶ ἀγόνων περιοχῶν τῆς χώρας, διὰ γενικῶν διανομῶν τροφίμων. Πέραν τούτου καὶ ὅπου συμβαίνουν ἔκτακτα γεγονότα (θεομηνίαι κλπ.) προβαίνει καὶ εἰς εἰδικὰς διανομὰς πέραν τῶν γενικῶν τοιούτων. 2. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου θέματος τῆς στεγαστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν μὴ ἀποκατασταθέντων εἰσέτι πολεμοπαθῶν τοῦ Νομοῦ Εὐρυτανίας τὸ Ὑπουργεῖον ἡμῶν, λόγῳ τοῦ περιωρισμένου ὕψους τῶν διατιθεμένων διὰ τὸ πρόγραμμα τοῦτο πιστώσεων προβαίνει εἰς τὴν σταδιακὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ὑπολοιπομένων δικαιούχων ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν ἑκάστοτε ὑπαρχουσῶν πιστώσεων καὶ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν ἑκάστου Νομοῦ. Μέχρι σήμερον διετέθησαν εἰς τὸν Νομὸν Εὐρυτανίας 3.582.000 δραχ. δι’ ὧν ἀντιμετωπίσθησαν 899 περιπτώσεις πολεμοπαθῶν καὶ ἀστέγων ἐν γένει. Ὡσαύτως, ἀνηγέρθησαν ὑπὸ τῶν τέως Ὑπηρεσιῶν Ἀνοικοδομήσεως 2.088 πυρῆνες, εἰς οὕς ἐστεγάσθησαν πολεμοπαθεῖς καὶ ἄστεγοι. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1958, συνεπείᾳ τῆς ἐπιβληθείσης ἐκ τῶν πραγμάτων καταστάσεως ἀνάγκης, συνισταμένης εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς στεγαστικῆς ἀποκαταστάσεως σεισμοπαθῶν, πλημμυροπαθῶν καὶ ἄλλων κατηγοριῶν θεομηνιοπλήκτων, ὡς καὶ παραπηγματούχων παλαιῶν προσφύγων, δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ διάθεσις πιστώσεων διὰ τὴν συνέχισιν τοῦ προγράμματος στεγαστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ὑπολοίπων πολεμοπαθῶν τῆς χώρας, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται καὶ οἱ πολεμοπαθεῖς τοῦ Νομοῦ Εὐρυτανίας. 3. Ἐπὶ τοῦ τρίτου θέματος περὶ τῶν μέτρων προστασίας τῆς παιδικῆς ἡλικίας, αἱ ἐκδηλώσεις παιδικῆς προστασίας τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας εἰς τὸν Νομὸν Εὐρυτανίας, εἶναι αἱ ἑξῆς: Α) Ἐπιδότησις ἀπροστατεύτων παίδων. Ἐπιδοτοῦνται μηνιαίως ἐκ τοῦ προγράμματος ἐνισχύσεως ἀπροστατεύτων παίδων 423 παιδιὰ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 46.845 δραχμῶν. Β) Ἱδρυματικὴ περίθαλψις. Λειτουργεῖ εἰς Μεγάλο Χωριὸ Εὐρυτανίας Ἀγροτικὴ Μεταβατικὴ Οἰκοκυρικὴ Σχολὴ δυνάμεως 35 μαθητριῶν, διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς ὁποίας δαπανᾶται ἐτησίως τὸ ποσὸν τῶν 220.000 δραχμῶν.
Γ) Π.Ι.Κ.Π.Α.
Εἰς τὸ Παράρτημα τοῦ Π.Ι.Κ.Π.Α. Εὐρυτανίας λειτουργεῖ εἷς Συμβουλευτικὸς Σταθμὸς Βρεφῶν καὶ ἓν Παιδικὸν Ἰατρεῖον. Ἐπίσης, λειτουργεῖ Εἰδικὴ Ἑστία Σιτίσεως Ἀπόρων Παίδων, δυνάμεως 80 παίδων. Δ) Ξέναι ὀργανώσεις. α) C.A.R.E. (Ἀμερικανὴ Ὀργάνωσις) Διανέμονται καθ’ ἑκάστην διανομὴν 400 περίπου δέματα τροφίμων εἰς παιδία τοῦ Νομοῦ. β) Ἀμερικανικὴ περίθαλψις πολεμοπαθῶν παίδων. Ἐνισχύονται μηνιαίως 100 παιδιὰ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 25.000 δραχμῶν. γ) Συνομοσπονδία διὰ τὴν Σωτηρίαν τοῦ Παιδιοῦ. Ἐνισχύονται 30–40 παιδιὰ μηνιαίως διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 10.000 περίπου δραχμῶν καὶ διὰ δεμάτων περιεχόντων διάφορα εἴδη. Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Μαρτίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
VI) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἀλλαμανῆ καὶ Γ. Λούλη. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4244)4165)30.3.62 ἐγγράφου σας, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 850 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἀλλαμανῆ καὶ Γ. Λούλη περὶ προστασίας τῆς ἐγχωρίου σιτοπαραγωγῆς, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὰ θέματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν παραγωγὴν, ἐμπορίαν, βιομηχανοποίησιν τοῦ σίτου καὶ ἀρτοποίησιν τῶν ἐξ αὐτοῦ παραγομένων ἀλεύρων, εὑρίσκονται εἰσέτι εἰς τὸ στάδιον τῆς μελέτης καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῶσιν εἰσέτι ὁριστικαὶ σκέψεις ἐπὶ τούτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Ἀπριλίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ
VII) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπ. Ναυτιλίας. Ἐπὶ ὑμετέρας 4247)3168)30.3.62, δι’ ἧς διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 27.3.1962 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σκορδίλη, περὶ αὐξήσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Ν.Α.Τ. παρεχομένων συντάξεων. Ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω ἀντικειμένου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι, τὸ θέμα τῆς βελτιώσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Ν.Α.Τ. παρεχομένων συντάξεων ἀπασχολεῖ σοβαρῶς τόσον τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, τοῦ Ν.Α.Τ., ὅσον καὶ τὴν ἡμετέραν ὑπηρεσίαν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον συνετάγη ἀναλογιστικὴ μελέτη ἐπὶ τῶν πορισμάτων τῆς ὁποίας ἤρχισαν σχετικαὶ συζητήσεις διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ καλυτέρου τρόπου ἱκανοποιήσεως τοῦ αἰτήματος, τῶν περὶ ὧν πρόκειται συνταξιούχων. Ἐν Πειραιεῖ τῇ 7 Ἀπριλίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΤ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ
VIII) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Γ. Τσαρουχᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3719)21.3.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 784 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Γ. Τσαρουχᾶ, ἐν σχέσει μὲ τὴν καθιέρωσιν ἀστικῆς συγκοινωνίας εἰς τὴν πόλιν τῆς Κοζάνης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι τὸ ὡς ἄνω θέμα συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Ν. 3200)55 «περὶ Διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως» εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς οἰκείας Νομαρχίας, ἥτις ὡς ἀνέφερεν ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 21073)4.4.1962 ἐγγράφου της καθώρισε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59083)30.3.1962 ἀποφάσεώς της ὅπως ἡ πόλις Κοζάνης καὶ τμῆμα τῆς πέριξ αὐτῆς περιοχῆς ἀποτελεῖ ἀστικὴν λεωφορειακὴν περιοχήν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Ἀπριλίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Η. Ἠλιοῦ, Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Γ. Λαμπράκη. Ἐπὶ τῆς ἀπὸ 27 Φεβρουαρίου 1962 συστάσεως — ἐρωτήσεως — αἰτήσεως ὑπ’ ἀριθ. 52 βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Γ. Λαμπράκη, καταχωρηθείσης ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. βιβλ. ἐρωτήσεως 52 καὶ διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2578)28.2.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ὑπὸ τοῦ νόμου 439)1945 (ΦΕΚ 170 Αʹ)45) προβλέπεται ἡ δυνατότης ἐπιβολῆς περιορισμῶν εἰς τὴν ἀνόρυξιν φρεάτων καὶ ἄντλησιν ὑπογείων ὑδάτων πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς κανονικῆς ὑδρεύσεως πόλεων, χωρίων ἢ συνοικισμῶν, κατόπιν γνωμοδοτήσεως Ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ Νομάρχου, τοῦ ἁρμοδίου Ἐπιθεωρητοῦ Δημοσίων Ἔργων καὶ ἑνὸς Γεωλόγου. Ὁ νόμος οὗτος ἀπολύτως συνταγματικὸς ὑπὸ πλείστων ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ ἐπίσης ἀπεφάνθη, ὅτι οἱ κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου θιγόμενοι δὲν δικαιοῦνται ἀποζημιώσεως, καθ’ ὅτι δὲν λαμβάνει ἐν προκειμένῳ χώραν στέρησις ἰδιοκτησίας ἀλλὰ ρύθμισις τῶν κοινοχρήστων ἀενάως ρεόντων ὑπογείων ὑδάτων (ἄρθρα, 967–969 Α.Κ.). Βάσει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου ἐξεδόθη ἀρχικῶς ἡ ὑπ’ ἀριθ. Δ. 11000)17.10.1959 κοινὴ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ Γεωργίας καὶ ἡμῶν. Ἡ ἐκ τοῦ νόμου ὅμως τούτου ἁρμοδιότης μετεβιβάσθη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1960 εἰς τοὺς Νομάρχας δυνάμει τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 42) 1960 Βασ. Διατάγματος (ΦΕΚ 9 Α)1960). Μεταγενεστέρως ὁ Νομάρχης Κορινθίας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 47374) 1960)21.1.1961 ἀποφάσεώς του ἐτροποποίησε τὴν ὡς ἄνω ἡμετέραν ἀπόφασιν. Ὡς ἐκ τούτου τὸ ζήτημα ἀνάγεται πλέον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Νομάρχου Κορινθίας καὶ αἱ Ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀνάμιξιν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1960 καὶ ἐφ’ ἑξῆς, δι’ ὃ καὶ εἰς τὸν διαβιβαζόμενον ὑμῖν φάκελλον περιλαμβάνονται, διὰ τὸν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Β.Δ. 42)1960 χρόνον, μόνον τὰ ἀνακοινωθέντα ἡμῖν σχετικὰ ἔγγραφα. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τοῦ Α.Ν. 439)1945 εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν ἐλήφθη νομοθετικὸν μέτρον ἀποζημιώσεως τῶν οὕτω θιγομένων. Ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Ν. 4129)60 ἦτο ὅλως διάφορος. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην δὲν εἶχον ἐπιβληθῆ περιορισμοὶ εἰς τὴν ἄντλησιν ὑπογείων ὑδάτων, ἀλλὰ ἕνεκα τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐκτελεσθέντων ἔργων, εἶχεν ἐξαντληθῆ πλήρως τὸ χρησιμοποιούμενον ἐντελῶς παροδικῶς καὶ διὰ δύο καλλιεργητικὰς περιόδους μετὰ τὰς ὁποίας τὸ ὕδωρ ἐπανῆλθεν. Οἱ καλλιεργηταὶ δὲν ἐγνώριζον τὴν μέλλουσαν νὰ ἐπέλθῃ στέρησιν τοῦ ὕδατος καὶ εἶχον προβῆ εἰς πάσας τὰς καλλιεργητικάς των δαπάνας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐκρίθη ἐπιβεβλημένον νὰ ἀντιμετωπισθῇ νομοθετικῶς τὸ ζήτημα πρὸς ρύθμισιν ἐξαιρετικοῦ, ἀπροβλέπτου διὰ τοὺς πληγέντας, καὶ ὅλως ἀναποφεύκτου γεγονότος. Ὑπ’ ὄψει τούτων, οὐδεμία συσχέτισις δύναται νὰ γίνῃ τῆς περιπτώσεως ταύτης πρὸς τὴν περίπτωσιν τῆς νομίμου ἐπιβολῆς περιορισμῶν ἀντλήσεως εἰς περιφέρειαν τοῦ Δήμου Λουτρακίου–Περαχώρας δι’ ὃ δὲν δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς δυνατὴν τὴν υἱοθέτησιν προτάσεως νόμου περὶ ἀποζημιώσεως θιγέντων ἐκ νομίμου, συνήθους, καὶ διὰ κοινωνικοὺς λόγους ἐπιβαλλομένου μέτρου. Συνημμένως διαβιβάζομεν ὑμῖν τὸν παρ’ ἡμῖν πλήρη φάκελλον τῆς ὑποθέσεως περιλαμβάνοντα ἐν ἀντιγράφοις: α) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. Δ. 11000)17.10.59 κοινὴν ἀπόφασιν τῶν Ὑπουργῶν Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων καὶ Γεωργίας. β) Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 30293)18.10.59 ἔγγραφον τῆς Νομαρχίας Κορινθίας. γ) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 176)3.8.53 πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λουτρακίου–Περαχώρας. δ) Τὸ ἀπὸ 17.8.59 πρακτικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Α. Ν. 439)1945, καὶ ε) τὴν ὑπ’ ἀριθ. 47374)1960)21.1.61 ἀπόφασιν τοῦ κ. Νομάρχου Κορινθίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Ἀπριλίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΓΚΙΚΑΣ
ΙΧ) Τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Ἐφραιμίδη, Ε. Σακελλάρη καὶ Δ. Κελτεμλίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3890)24.3.1962 ἐγγράφου ὑμῶν ἐπὶ τῆς ἐν θέματι ἐρωτήσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὰ ὑπὸ τῶν ἐρωτώντων βουλευτῶν αἰτούμενα στοιχεῖα ὡς ἀφορῶντα εἰς ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν δὲν τυγχάνουν διαθέσιμα παρ’ ἡμῖν. Δεδομένου ὅμως, ὅτι οἱ ἰσολογισμοὶ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν δημοσιεύονται κατὰ νόμον θὰ δύνανται οἱ ἐρωτῶντες κ. κ. βουλευταὶ νὰ ἀντλήσουν ἐξ αὐτῶν ὅσα στοιχεῖα χρειάζονται ἵνα σχηματίσουν κρίσιν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Ἀπριλίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§9Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, παρεκαλέσαμεν νὰ γίνῃ δεκτὴ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἡ συζήτησις διὰ τὰ σημερινὰ δραματικὰ γεγονότα πρὸ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ὅπου βάναυσος πράγματι ἐνέργεια τῶν ἀστυνομικῶν ἐδημιούργησε δεκάδας εὐγενῶν θυμάτων. Λυπούμεθα διότι τὸ Προεδρεῖον ἠρνήθη αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ἀρχαιολογικὴ ἑταιρεία, ἡ ὁποία νὰ συζητῇ μόνον περὶ τοῦ παρελθόντος, πρέπει νὰ ἐκφράζῃ τὸν παλμὸν τῆς ζωῆς. Τὰ σημερινὰ γεγονότα ἐπιβάλλουν τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τὸ Προεδρεῖον ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ματαίωσιν, καταγγέλλομεν καὶ τὸ Προεδρεῖον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§10Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου νὰ παρατηρήσω, ὅτι μετὰ μεγάλης προθυμίας καὶ εὐκολίας υἱοθετεῖ πᾶν ὅ,τι τοῦ λέγουν. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὡς Κυβέρνησις δὲν γνωρίζω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς γνωρίζει. Δὲν ἔχει ἀκόμη διαπιστωθῆ ἡ εὐθύνη τῶν ἐπεισοδίων καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἔχῃ διαπιστώσει καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Μετὰ μεγάλης, λοιπόν, εὐκολίας προβαίνει εἰς τὴν διατύπωσιν κατηγορίας, πρὸ τῆς διατυπώσεως τῆς ὁποίας ἔπρεπε πολὺ νὰ σκεφθῇ, ἔναντι τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως. Πιθανὸν νὰ πταίουν, πιθανὸν ὅμως νὰ πταίουν περισσότερον οἱ φοιτηταί. Δὲν εἴμεθα ἀκόμη εἰς θέσιν προχείρως καὶ βάσει πληροφοριῶν νὰ συζητήσωμεν τοιοῦτον θέμα εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἀρχαιολογικὴ ἑταιρεία, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι καὶ καφενεῖον, (χειροκροτήματα), ὥστε προχείρως καὶ ἄνευ μελέτης νὰ συζητῇ τοιαῦτα θέματα. Ὑπάρχει μεταξὺ ἀρχαιολογικῆς ἑταιρείας καὶ καφενείου, ἡ Βουλή. Οὔτε τὸ ἀπώτερον παρελθὸν συζητεῖ ἡ Βουλή, οὔτε ὅμως καὶ τὸ μὴ συλληφθὲν καὶ ἐξετασθὲν ἀκόμη παρόν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, πρῶτον, νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τοιαύτη εὐκολία ἐπιρρίψεως εὐθυνῶν εἰς βάρος τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη, καὶ δεύτερον· δὲν εἶναι ἐπίσης ἐπιτετραμμένη ἡ τοιαύτη ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Προέδρου, κατ’ οὐσίαν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, εὔκολος μομφή, ὅτι ἀποφεύγει νὰ λάβῃ θέσιν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὴν εἶναι ἀκόμη ἐν ἐξελίξει, δεδομένου, ὅτι τὰ γεγονότα αὐτά, γεγονότα συνοδευόμενα μὲ θύματα περισσότερα μεταξὺ τῶν ἀστυνομικῶν καὶ κατά τι ὀλιγώτερα μεταξὺ τῶν φοιτητῶν, εἶναι τόσον νωπά........
§11Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Πῶς τὰ γνωρίζετε αὐτά;
§12Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Γνωρίζομεν ἤδη πόσοι ἔχουν τραυματισθῆ. Δὲν γνωρίζομεν ποῖοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπιστωθῇ ἡ εὐθύνη προχείρως καὶ ἐπιπολαίως. Ἀλλὰ πόσοι εἶναι τραυματισμένοι καὶ πόσοι εἶναι ἀστυνομικοὶ καὶ πόσοι φοιτηταί, αὐτὸ βεβαίως τὸ γνωρίζομεν. Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ε. Κ., διατυπώνων ταὐτοχρόνως τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ μὴ δώσῃ συνέχειαν εἰς τὴν συζήτησιν, θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ σπεύδῃ εἰς τὴν ἐπίρριψιν οἱωνδήποτε εὐθυνῶν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως θὰ σᾶς δοθῇ ὁ λόγος, κύριε Ἀρχηγὲ τῆς Ε.Κ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Εἶναι γνωστὸν καὶ βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς τὸ ὑπομνήσω, ὅτι διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως —ἐπειδὴ κατὰ κἄποιον τρόπον ἐμέμφθητε καὶ τοῦ Προεδρείου— ἀπαιτεῖται συμφωνία τῆς μερίδος, ἡ ὁποία θέλει νὰ φέρῃ τὸ θέμα πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προεδρείου. Συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ τριμερὴς συμφωνία, τὸ Προεδρεῖον δὲν δικαιοῦται καὶ ἐὰν ἀκόμη τὸ ἤθελε, νὰ δεχθῇ συζήτησιν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, ἐφ’ ὅσον ἤδη ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔφερε τὸ θέμα, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀπήντησε, θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμείνητε νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν συζήτησιν.
§14Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διότι ἐγνώριζον αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλέγατε, δὲν ἐπέμεινα νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα, ἀλλὰ διεμαρτυρήθην ἁπλῶς, διότι δὲν ἐπήρχετο ἡ συμφωνία, τὴν ὁποίαν ἐθεώρουν ἐπιβεβλημένην μεθ’ ὅσα συνέβησαν. Εὑρίσκοντο ἑπομένως ἐν ἁρμονίᾳ οἱ λόγοι μου πρὸς ὅσα εἴπατε. Θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κάμνει λάθος εἰς τὴν διεύθυνσιν, ἐὰν στρεφόμενος πρὸς ἐμὲ λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι καφενεῖον. Ἀποτελεῖ συνήθειάν μου νὰ ὑψώνω τὸ ἐπίπεδον τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος τὸ ὑποβιβάζω εἰς ἐπίπεδον καφενείου. Ἐὰν ὑπάρχουν ἄλλοι, ἂς εὑρεθοῦν. Ἐμὲ δὲν ἀφορᾷ... (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Δεύτερον, ὅσα εἶπον, τὰ γνωρίζω ἀπὸ ἀνάγνωσιν τοῦ Τύπου καὶ ἀπὸ ἀνακοινώσεις τῶν ἰδίων τῶν φοιτητῶν εἰς ὅσους ἔχω προσωπικὴν ἐμπιστοσύνην καὶ οἱ ὁποῖοι μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι οἱ ἀστυνομικοὶ παρεβίασαν τὸ ἄσυλον τοῦ Πανεπιστημίου καὶ εἰσέβαλον εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν τελετῶν, ὅπου ἔγιναν ἐπιθέσεις ἐναντίον τῶν φοιτητῶν. Γνωρίζω αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ μοῦ ἀρκεῖ, διὰ νὰ στιγματίσω τὴν βάρβαρον ἐνέργειαν τῆς Ἀστυνομίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§15Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. κάμνει πολὺ συχνὰ κατάχρησιν μιᾶς φράσεως, τῆς φράσεως τῆς συνδεομένης μὲ τὴν διεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν οἱ λόγοι οἱουδήποτε ἐξ ἡμῶν. Ἐγνώριζον πρὸς ποῖον ἀπευθύνομαι καὶ δὲν ἰσχυρίσθην καὶ ἀνέμενον, ὅτι δὲν θὰ ἐφαντάζετο ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κέντρου, ὅτι ἰσχυρίσθην, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως ποιότητος ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κέντρου ἤθελε νὰ μεταβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς εἰς συζήτησιν καφενείου. Ἁπλούστατα —καὶ νομίζω, ὅτι ἀδικεῖ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐφυΐαν, παρερμηνεύων τοὺς λόγους μου— ἁπλούστατα προέβην εἰς ἀντιδιαστολὴν μεταξὺ ἀρχαιολογικῆς ἑταιρίας καὶ τοῦ τόπου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον συζητοῦνται προχείρως καὶ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὰ ἐπίκαιρα. Καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι τὸ καφενεῖον. Πᾶν ὅ,τι συμβαίνει, συζητεῖται ἐκεῖ προχείρως καὶ ἄνευ ἐλέγχου, ἄνευ προηγουμένης διαπιστώσεως ἐκφράζονται γνῶμαι. Ἐκφράζονται καὶ γνῶμαι κακῆς ποιότητος. Δὲν εἶπον, ὅτι αἱ ἰδικαί σας γνῶμαι, κύριε Ἀρχηγὲ τῆς Ε.Κ., εἶναι κακῆς ποιότητος, καὶ ἀνέμενον νὰ μὴ προβῆτε εἰς αὐτὴν τὴν παρατήρησιν πρὸς ἐμέ, διότι δὲν τὴν δέχομαι, δηλαδὴ δὲν δέχομαι νὰ νομίζητε, ὅτι ἐσκέφθην περὶ ὑμῶν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐφαντάσθητε. Ἁπλούστατα ἔφερον εἰς ἀντιδιαστολὴν τὴν ἀρχαιολογικὴν ἑταιρίαν, δηλαδὴ ἕνα τόπον εἰς τὸν ὁποῖον συζητοῦνται προβλήματα, ἀναγόμενα εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθόν, μὲ τὸ καφενεῖον ἕνα τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον συζητοῦνται αὐτοστιγμεὶ τὰ ἐπίκαιρα καὶ ἄνευ ἐρεύνης. Ἑπομένως καλὸν εἶναι καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. νὰ προσέχῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν λόγων του καὶ οἱ ἐν τῇ Βουλῇ φίλοι του νὰ μὴ χειροκροτοῦν τόσον εὐκόλως τὰς φράσεις του, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄστοχοι καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφοροῦν ἐμὲ ἐν πάσῃ περιπτώσει. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Δεύτερον, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. ἐνόμισε καὶ ἐθεώρησε τοῦτο σοβαρὸν νὰ ἐπιδείξῃ μίαν ἐφημερίδα καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἐδικαιοῦτο, ἐπιδεικνύων ἕνα παράρτημα ἐφημερίδος, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι βάσει αὐτοῦ εἶναι ὑπευθύνως εἰς θέσιν νὰ συζητήσῃ περὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐσημειώθησαν. Ἀπορῶ διὰ τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς φροντίδος, ἡ ὁποία τὸν διέπει εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῆς ἀληθείας. Ἡ Κυβέρνησις διέπεται ὑπὸ πραγματικῆς καὶ εἰλικρινοῦς φροντίδος εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν εὐθυνῶν. Ἐὰν ὑπάρχουν ὑπεύθυνοι μεταξὺ τῶν ἀστυνομικῶν θὰ τὸ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν θὰ ἀποκρύψῃ τὴν εὐθύνην οἱουδήποτε. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ εὐθύνη καὶ μεταξὺ τῶν νέων, θὰ τὸ εἴπῃ ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις ἀδιαφοροῦσα διὰ τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία θὰ δημιουργηθῇ εἰς τὰ πνεύματα τῶν φοιτητῶν. Δὲν θὰ ἀποδώσῃ ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν, σημασίαν εἰς τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ παραγάγῃ. Θὰ ἀποδώσῃ μόνον σημασίαν εἰς τὴν ἀλήθειαν. Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Κ., νὰ θελήσῃ νὰ συμμερισθῇ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§16Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον δὲν θὰ συμμερισθῶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νὰ κατευθύνῃ τὰ χειροκροτήματα τῆς Ε. Κ. Ἀναγνωρίζω τὴν ἐλευθερίαν τῶν χειροκροτημάτων τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ δὲν παρέχω συμβουλὰς διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐκδηλώσεώς των. (Χειροκροτήματα). Δεύτερον, ὅσα κατήγγειλον τὰ ἐστήριξα εἰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἐγὼ θεωρῶ ἀσφαλεῖς, διότι μοῦ ἐδόθησαν ἀπὸ φοιτητὰς ἀξιοπίστους συμμετασχόντας καὶ ἀπὸ παρατηρητὰς δημοσιογράφους ἐπίσης παρόντας. Ἐβασίσθην ἑπομένως, εἰς πληροφορίας, δι’ ἡμᾶς ἀξιοπίστους. Κατὰ τὰς ἰδικάς μου πληροφορίας, ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνήργησαν οἱ ἀστυνομικοί, ὁ βάναυσος, ἀπετέλει ἀπόδειξιν, ὅτι ἐξετέλουν διαταγάς. Διὰ τοῦτο ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα δὲν στρέφεται μόνον πρὸς τοὺς ἀστυνομικούς, ἀλλὰ πρὸς τοὺς προϊσταμένους των, οἱ ὁποῖοι πρὸς τρομοκράτησιν τῶν φοιτητῶν τοὺς διέταξαν νὰ γίνουν βάρβαροι.
§17Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις λυπεῖται βαθύτατα διὰ τὸν τόνον, τὸν ὁποῖον δίδει εἰς τοὺς λόγους του ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. ὅστις χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐξακριβώσει κατὰ τρόπον ἀντικειμενικὸν τίποτε, ἀποφαίνεται κατὰ τρόπον κατηγορηματικὸν περὶ τῶν εὐθυνῶν. Ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν ἀγαπᾷ ὡρισμένους νέους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐπεσκέφθησαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι δὲν κατέχει τοὺς νέους αὐτοὺς κἄποιος φανατισμὸς καὶ ὅτι δὲν ἔχουν ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν περιστάσεων στερηθῆ τῆς ἱκανότητος τῆς πλήρους ἀντικειμενικότητος. Δὲν ἔχει ἑπομένως τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. νὰ ὁμιλῇ περὶ βαναύσου διαγωγῆς οἱουδήποτε κρατικοῦ ὀργάνου πρὶν ἢ τὸ βάναυσον τῆς διαγωγῆς διαπιστωθῇ ἀντικειμενικῶς καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἐπισκεφθέντων αὐτὸν φοιτητῶν. Εἶναι σφάλμα βαρύ, ἠθικὸν καὶ πολιτικὸν σφάλμα τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε. Κ. αὐτό, τὸ ὁποῖον διαπράττει, προκαλῶν, χωρὶς νὰ βασισθῇ ἐπὶ προηγουμένης ἀντικειμενικῆς ἐρεύνης, τὰ ὄργανα τῆς Ἀσφαλείας καὶ λέγων πρὸς αὐτά, ὅτι εἶναι βάναυσα. Καὶ ἠθέλησε τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ διορθώσῃ τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν ἐπιρρίψας προχείρως καὶ ἀμελετήτως μομφὴν κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως, εἰπὼν τί, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι; Εἶπε κἄτι, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν πιστεύει, εἶπεν ὅτι ἔδωσε ρητὴν ἐντολὴν ἡ Κυβέρνησις, νὰ συμπεριφερθοῦν οἱ ἀστυνομικοὶ βαναύσως. Δὲν τὸ πιστεύει, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύῃ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε. Κ. τοιοῦτον τι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§18Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Πῶς ἐμπῆκαν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον; (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§19Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν τὸ πιστεύει ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ συμπεριφερθοῦν βαναύσως. Καὶ ὅμως τὸ λέγει.
§20Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Νὰ μᾶς ἐξηγήσουν, πῶς ἐμπῆκαν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον.
§21Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν). (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§22Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι βουλευταί. Ὁμιλοῦν οἱ κ.κ. Ἀρχηγοί.
§24Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὑπῆρξεν, ἐπίσης, μία φοιτητικὴ συγκέντρωσις καὶ δὲν ἐδυσκολεύθημεν νὰ ἐξάρωμεν τὸν ἄψογον τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐφέρθη ἡ ἀστυνομία. Τὸν ἐξῆραν, ἐπίσης, οἱ ἴδιοι οἱ φοιτηταί. Μὲ τὴν ἰδίαν ἀντικειμενικότητα μὲ τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ἐξήραμεν τὸν ἄψογον τρόπον, στιγματίζομεν σήμερον τὴν βάρβαρον συμπεριφοράν της.
§25Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐὰν ὑπῆρξε σφάλμα, οἱοδήποτε, θὰ διαπιστωθῇ ἀντικειμενικῶς καὶ οὐχὶ βάσει τῶν οἱωνδήποτε πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας, ἀνευθύνως, ἔλαβεν ὁ κ. Παπανδρέου. Δεύτερον. Οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ὁ κ. Παπανδρέου, νὰ κατηγορῇ, ἀνευθύνως καὶ ἀμελετήτως, τὴν ἀστυνομίαν, ἐπὶ βαναύσῳ διαγωγῇ. Καὶ τρίτον: Γνωρίζει, καὶ ὅμως εἶπε τὸ ἀντίθετον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι δυνατόν, ἐὰν ἐσημειώθησαν οἱαιδήποτε βάναυσοι ἐνέργειαι, νὰ ἔδωσεν ἐντολήν, ὅπως σημειωθοῦν αὗται. Καὶ ὅμως, ἔφθασεν, ἀπόψε, μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Ἰσχυρίσθη, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀστυνομία προέβη εἰς βαναύσους ἐνεργείας, αὐτὸ ὀφείλεται, ἀσφαλῶς, εἰς τὸ ὅτι ἔλαβεν ἐντολὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Παπανδρέου, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, γνωρίζει, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔδωσε τοιαύτην ἐντολὴν καὶ ὅμως, λέγει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύει.
§26Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν γνωρίζει ἀκόμη τί ἀκριβῶς συνέβη καὶ ὅτι διεξάγονται ἀνακρίσεις, τῶν ὁποίων ἀναμένει τὸ πόρισμα. Κατόπιν τούτου, νομίζω, ὅτι ἐν συνεχείᾳ τῶν ὅσων εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρίσωμεν ὅπως, μεθαύριον Παρασκευήν, προσκομίσῃ τὰ στοιχεῖα της ἡ Κυβέρνησις καὶ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος.
§27Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἀρχήν, θὰ ἐξ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Ἡ πρότασις αὕτη εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν κοινοβουλευτικῶν παραδόσεων καὶ εἶναι ἐξεταστέα. Ἡ πρότασίς του, ὅμως, ἡ προηγουμένη, ὅπως γίνῃ συζήτησις, πρὶν ἢ ὑπάρξῃ ἀναφορὰ συγκεκριμένη περὶ τῶν γεγονότων, ἀπετέλει πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ μετέβαλεν, ὁπωσδήποτε τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἰς αἴθουσαν προχείρων συζητήσεων. Ἀλλὰ εἶμαι εὐτυχής, διότι ἡ ἁψιμαχία, ἡ ἔντονος, ἡ ὁποία ἐσημειώθη, μεταξὺ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ ἐμοῦ, ὡδήγησεν εἰς αὐτὴν τὴν οὐσιαστικὴν πολιτικὴν σύμπτυξιν, τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἀρκεσθέντος, εἰς τὸ νὰ ὁρισθῇ μετὰ 2–3 ἡμέρας, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἡ σχετικὴ συζήτησις. Πάντως, διὰ νὰ εἴμεθα συνεννοημένοι, ὀφείλω νὰ δηλώσω τὰ ἀκόλουθα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνει ἀκόμη θέσιν. Ἡ Κυβέρνησις ἀναμένει τὴν ἔκβασιν τῆς ἀντικειμενικῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐρεύνης. Ἐὰν διαπιστωθῇ ἡ ὕπαρξις εὐθυνῶν ἀπὸ πλευρᾶς ἀστυνομίας θὰ ἐπιβληθοῦν κυρώσεις. Ἐάν, ἐξ ἄλλου ἀποκαλυφθῆ, ὅτι ὑπῆρξαν οἱ φοιτηταὶ προκλητικώτεροι, ἀπὸ ὅ,τι ἐπιτρέπει ἡ φύσει ζωηρὰ νεότης, θὰ ὑπάρξῃ φανερά, ἀπροκάλυπτος καὶ γενναία ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐπίρριψις εὐθυνῶν εἰς βάρος των, ἔστω καὶ ἐὰν τοῦτο, ἀπὸ ἀπόψεως ἐντυπώσεων, θὰ εἶναι εἰς τοὺς κύκλους τῶν φοιτητῶν, δυσάρεστον. Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα πλήρη εὐθύνην τῆς ἀποστολῆς της δὲν πρόκειται νὰ κολακεύσῃ οὐδένα, οὔτε τὴν Ἀστυνομίαν, οὔτε τοὺς φοιτητάς. Θὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ κατὰ τρόπον ἀντικειμενικόν, ἀπὸ τὴν ἔρευναν, ἡ ὁποία διετάχθη. (Χειροκροτήματα).
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔγινε δεκτή, κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις ὅπως συζητηθῇ τὸ θέμα τὴν προσεχῆ Παρασκευήν, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως;
§29Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε.
§30Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι «συνέπτυξα» τὴν πρότασίν μου. Ἡ ἔννοια τῆς προτάσεώς μου εἶναι, ὅτι ἡμεῖς γνωρίζομεν τί ἔλαβε χώραν, ἀπὸ τοῦδε καὶ διὰ τοῦτο ἐθέσαμεν τὸ θέμα. Ἡ Κυβέρνησις, εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει καὶ ὅτι θὰ ἐξετάσῃ καὶ θὰ ἀπαντήσῃ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως, ὅπως συζητηθῇ τὸ θέμα τὴν προσεχῆ Παρασκευήν, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα συνεχίσεως τῆς συζητήσεως.
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§33Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἐτέθη τὸ ζήτημα τῶν γεγονότων μέσα εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει κάθε κόμμα νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. (Θόρυβος). Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἀπήντησεν εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐν γνώσει τοῦ τί ἔγινε. Ὅλος ὁ κόσμος τὰ γνωρίζει. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε καφενεῖον, δὲν εἶναι καφενεῖον. Ἀλλὰ τὸ Κοινοβούλιον, πρέπει νὰ ἀφουγκράζεται τί λέγουν οἱ ἄνθρωποι καὶ εἰς τὰ καφενεῖα καὶ εἰς τοὺς δρόμους, γι’ αὐτὰ τὰ γεγονότα. Ξεύρετε τί ἔγινε; Ἔγινεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ γίνεται. Τὸ ἄσυλον τοῦ Πανεπιστημίου καταπατεῖται καὶ παραβιάζεται. (Θόρυβος ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως. — Κωδωνοκρουσίαι). Ἀφήσατε τὰς φωνάς. Ἀρκετὰ σᾶς ὑποφέρομεν. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἔπαυσαν νὰ λειτουργοῦν αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Θόρυβος. — Κωδωνοκρουσίαι. — Ἐγείρονται καὶ θορυβοῦν βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν ἀφοροῦν θέματα Κανονισμοῦ. Ἐὰν ὡμιλήσητε μόνον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ σᾶς ἐπιτρέψω νὰ συνεχίσητε. (Συνεχεῖς κωδωνοκρουσίαι).
§35Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφίσατε τὰ κουδούνια, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι). (Ἐγείρονται θορυβοῦντες οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅσον καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§37Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Γεγονὸς εἶναι, ὅτι κατεπατήθη τὸ ἄσυλον τοῦ Πανεπιστημίου.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις ὅπως συζητηθῇ τὴν προσεχῆ Παρασκευήν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο δημιουργεῖται μεγάλη ἀναταραχὴ ἐν τῇ αἰθούσῃ, διότι προσπαθεῖ νὰ συνεχίσῃ ὁ κ. Πασαλίδης. Ἐγείρονται οἱ βουλευταὶ τόσον τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅσον καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ θορυβοῦν κτυπῶντες τὰ ἕδρανα, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κτυπᾶ συνεχῶς τοὺς κώδωνας, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν ἡσυχίαν. Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ κ. κ. Βαρβιτσιώτης Νικηταρᾶς καὶ Μυριδάκης, συνοδευόμενοι καὶ ὑπὸ ἄλλων βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως κατευθύνονται πρὸς τὴν πτέρυγα τῆς Ε.Δ.Α., ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν πλήρει ὀργῇ καὶ ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν, ἐγερθεὶς ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ ἐδωλίου, κατευθύνεται πρὸς τὸ βῆμα, ὁμιλεῖ πρὸς τὴν πτέρυγα τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς).
§39Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κάμνετε λάθος. Νὰ σεβασθῆτε τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§40ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ. Δὲν ἐντρέπεσθε;
§41Μ. ΜΥΡΙΔΑΚΗΣ. Ἔχετε συμφέροντα νὰ δημιουργῆτε ἀνωμαλίας. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ πέντε λεπτά.
(Ὥρα 8.00′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.05′ μ.μ.)
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας). Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§44Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Καὶ σήμερον, ἐνῷ ἤμουν μέσα εἰς τὸ θέμα καὶ ἐπῆρα τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ εἶπον, ὅτι τὸ ἄσυλον τοῦ Πανεπιστημίου καταπατεῖται καὶ παραβιάζεται —αὐτὸ εἶναι— καταπατεῖται καὶ τὸ Σύνταγμα —αὐτὸ νομίζω, ὅλοι μας τὸ ξεύρομεν— ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον σᾶς βεβαιῶ δὲν τὸ ἐπερίμενα, διότι τὴν ἄλλην φορὰν εἶπεν, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἔχῃ διάλογον μὲ τὴν Ε.Δ.Α., σήμερον ἤθελε νὰ ἔχῃ διάλογον μὲ τὴν Ε.Δ.Α., μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀνέβηκεν εἰς τὸ βῆμα, χωρὶς νὰ πάρῃ καὶ τὸν λόγον ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον καὶ τί ἔκαμεν; Ἤρχισεν εἰς τὸ μικρόφωνον νὰ κραυγάζῃ. Τί ἔκαμον; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ λυπηρὸν καὶ λυποῦμαι, ὅταν οἱ κ. Ὑπουργοὶ καταπατοῦν καὶ αὐτοὶ τὸν κοινοβουλευτισμόν. (Φωναὶ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Ἀνεβαίνουν εἰς τὸ βῆμα καὶ δὲν ἀκούουν οὔτε τὸν Πρόεδρον, καὶ διακόπτουν καὶ τὸν ρήτορα. Αὐτὸ εἶναι εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δὲν λέγω πόσοι εἶναι οἱ τραυματισμένοι οὔτε ἀπὸ τοὺς φοιτητάς, οὔτε ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς τάξεως. Ἀλλὰ τὰ ὄργανα τῆς τάξεως πάντοτε κατευθύνονται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἡμεῖς, ὅταν κατηγοροῦμεν, δὲν κατηγοροῦμεν τὰ ὄργανα τῆς τάξεως. Κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι αὐτὴ ἔχει δώσει τὴν κατεύθυνσιν διὰ τὴν τακτικὴν ποὺ ἀκολουθοῦν. Δὲν θεωρεῖ, ὅτι οἱ πολῖται ἔχουν δικαίωμα νὰ κάμνουν καὶ συλλαλητήρια εἰρηνικὰ καὶ ἐν κλειστῷ καὶ ἀνοικτῷ χώρῳ. Καὶ τὰ αἰτήματά των πρέπει νὰ ἀκουσθοῦν καὶ ἡ φωνή των. Ἡμεῖς ξεύρομεν καὶ τὰ γεγονότα, τὰ Κυπριακά. Ἐσηκώθηκαν οἱ φοιτηταὶ καὶ ἔλεγον «ἕνωσις» καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις αἱματοκύλησε τὰ πεζοδρόμια τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ ἴδιον πνεῦμα ἐπικρατεῖ καὶ σήμερον. Διαμαρτυρόμεθα, διὰ τὰ γεγονότα, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὅλα τὰ κατευθύνει. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μας καὶ τὴν Παρασκευὴν θὰ φέρωμεν καὶ τὰ γεγονότα, πόσοι εἶναι τραυματισμένοι ἀπὸ τοὺς μὲν καὶ ἀπὸ τοὺς δέ. Εὐθύνεται δι’ ὅλα αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν σέβεται τὸ ἄσυλον τοῦ Πανεπιστημίου καὶ καταπατεῖ τὸ Σύνταγμα.
§45Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἤθελον νὰ ζητήσω συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τὸν ἐκνευρισμὸν μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλησα προηγουμένως. Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μοῦ φαίνεται ὅμως, ὅτι ἤμην ἀπολύτως δικαιολογημένος, διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον: Ὅταν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἢ μᾶλλον ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου — ὁ ὁποῖος, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅσαι πολιτικαὶ ἀντιθέσεις καὶ ἐὰν μᾶς χωρίζουν, εὑρίσκεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν πλέον τῶν 40 ἐτῶν, ὑπῆρξεν Πρόεδρος Κυβερνήσεως, καὶ παρ’ ὅλας τὰς ἀντιθέσεις μας τὸν σεβόμεθα — συμφωνοῦμεν νὰ γίνῃ μία συζήτησις μετὰ δύο ἡμέρας, διὰ νὰ ἔχωμεν πλήρη γνῶσιν — ὅλαι αἱ πλευραὶ τῆς Βουλῆς — τῶν λεπτομερειῶν τῶν γεγονότων καὶ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποδώσωμεν τὰς εὐθύνας ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχουν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανίζεται ἕνα κόμμα καὶ νὰ θέλῃ, κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ παράβασιν μιᾶς τάξεως, ἡ ὁποία ἰσχύει ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν, νὰ θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῶν γεγονότων αὐτῶν καὶ νὰ ἐναντιοῦται εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ συζήτησις περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν συμφωνίαν περὶ συζητήσεως τοῦ θέματος τὴν Παρασκευήν. Παρὰ ταῦτα καὶ παρὰ τὸ ὅτι ὁ ἐκνευρισμός μου, ἦτο ἀπολύτως δικαιολογημένος, σεβόμενος τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τοὺς κ. βουλευτὰς τῆς ἐθνικόφρονος Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀπὸ τοὺς κ. βουλευτὰς τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος. (Χειροκροτήματα).
§46Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἤρχισεν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ θὰ εἶχον τὴν ἑξῆς παρατήρησιν νὰ κάμω: Ὅτι, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἔγινεν ἐπίκλησις τοῦ ἀγράφου Κανονισμοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θὰ κάμω καὶ ἐγὼ ἐπίκλησιν τοῦ ἀγράφου Κανονισμοῦ διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἀσφαλῶς δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ζητεῖται, ὅπως θέματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἄμεσον ἐνδιαφέρον, ἄγονται πρὸς συζήτησιν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, συναινέσει φυσικὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἀκολουθίαν, νομίζω, ὅτι ἐπὶ θέματος τόσον σοβαροῦ, ὡς εἶναι αἱ σημεριναὶ τραγικαὶ σκηναί, θὰ ἔπρεπε ἴσως νὰ ἦτο εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ συζητήσῃ αὐθημερὸν εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅταν τὸν Μάρτιον τοῦ 1953 ἔγινεν ἡ μεγάλη φοιτητικὴ διαδήλωσις καὶ σοβαραὶ συγκρούσεις μὲ τὴν Ἀστυνομίαν περὶ τὴν μεσημβρίαν, καὶ εἰς τὰς συγκρούσεις ἐκείνας ἐλάχιστοι, μετρούμενοι εἰς τὰ δάκτυλα, ἦσαν οἱ τραυματίαι φοιτηταί, ἐνῷ ὑπὲρ τοὺς 30 ἦσαν οἱ τραυματίαι ἀστυνομικοί, ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἀξίωσιν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως τὴν 6ην ἀπογευματινήν, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔφερε τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ἐγὼ τότε, διὰ νὰ δώσωμεν ἐξηγήσεις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ κατανείμωμεν τὰς εὐθύνας, νὰ ἐκθέσωμεν πῶς ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα καὶ νὰ διαφωτίσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις συνῄνεσεν, ὅπως γίνῃ συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, τὴν Παρασκευήν, ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν τότε. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ παρατηρήσωμεν, κ. Πρόεδρε, τοῦτο, ἤδη ἀπὸ σήμερον: Ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναμείνωμεν οἱανδήποτε ἀνάκρισιν διὰ τὰ γεγονότα καὶ τὰ ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐντὸς τῶν αἰθουσῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ εἴσοδος τῆς Ἀστυνομίας εἰς τὰς αἰθούσας τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν καὶ ὑπὸ οἱασδήποτε συνθήκας, ἀπαράδεκτος. Συνεπῶς, ἐὰν ἔλαβον καὶ ἔλαβον, χώραν ὡς πληροφορούμεθα καὶ τραυματισμοὶ φοιτητῶν ἐντὸς τῶν αἰθουσῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ εὐθύνη εἶναι ἤδη ἀνάγλυφος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρὰ τὰ καθιερωμένα χωρὶς νὰ ἔχουν δικαίωμα, εἰσῆλθον εἰς τὰς αἰθούσας τοῦ Πανεπιστημίου. Περαιτέρω θὰ ἀναμείνωμεν μέχρι τῆς Παρασκευῆς, ὅπως, ἀφοῦ ἐνημερωθῇ ἐπὶ τῶν διατρεξάντων ἡ Κυβέρνησις, συζητήσωμεν καὶ διατυπώσωμεν τὰς γνώμας μας. Εἴμεθα ὅμως ἀπὸ τοῦδε ὑποχρεωμένοι, νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι ἀπὸ μηνὸς ἤδη ἡ σπουδάζουσα νεολαία εὑρίσκεται εἰς ἀναταραχὴν διὰ θέματα ζωτικὰ καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶχεν ἐπιληφθῆ καὶ νὰ εἶχε λύσει τὰ θέματα αὐτά. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, ἡ σημερινὴ ἐπέμβασις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, εἶναι ἐπέμβασις, ἡ ὁποία εἶναι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως κατακριτέα. Καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τὸν ἐντονώτερον τρόπον.
§47Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ εἴπω τίποτε ἄλλο, σήμερον, παρὰ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι πλήρως ἐνημερωμένη διὰ τὰ γεγονότα. Ἐπιθυμεῖ ὅμως νὰ ἔχῃ τὰς ἐκθέσεις ὅλων τῶν ἀντικειμενικῶν παραγόντων διὰ νὰ ἐνημερώσῃ πλήρως καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§48Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Δαβάκη, νὰ τὰ εἴπητε εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν τὰ γνωρίζει.
§49Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν κάπως εἰρωνικὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου.
§50Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καθόλου εἰρωνικήν.
§51Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἔχω ἀνάγκην παρὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτὰς ταύτας τὰς φράσεις τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τί εἶπεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐνημερωμένη. Ἀναμένει ὅμως, ὅλας τὰς ὑπευθύνους ἐκθέσεις διὰ νὰ εἶναι δυνατόν......
§52Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν σώζεσθε.
§53Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, νομίζει, ὅτι κατέχει τὴν ἀλήθειαν. Ἐνῷ δὲν κατέχει αὐτὴν τὴν στιγμὴν παρὰ μόνον πληροφορίας.
§54Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κατέχω τὴν ἀκοήν.
§55Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν κατέχει παρὰ μόνον πληροφορίας ἀπὸ φίλους του. Ὅπως, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ ὁ κ. Λυκουρέζος, ὁμιλήσας ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, κατέχει μόνον πληροφορίας, τὰς ὁποίας τοῦ ἔδωσαν φίλοι του. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ βασισθῇ, ἐπιδεικνύουσα αὐτὴν τὴν εὐπιστίαν, εἰς ὅσα πληροφορεῖται εἴτε ἀπὸ τοὺς ἀστυνομικούς, εἴτε ἀπὸ οἱουσδήποτε φίλους της. Θὰ ἀναμείνῃ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰς ὑπευθύνους ἐκθέσεις, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα. Αἱ δὲ εἰρωνικαὶ φράσεις τοῦ κ. Παπανδρέου καὶ ἡ χλευαστικὴ διάθεσις τινῶν ἐκ τῶν πλησίον του καθημένων, δὲν σημαίνουν παρὰ μόνον ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς ἐκτιμήσεως τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ μία Κυβέρνησις, ὅταν λαμβάνῃ θέσιν ἐπὶ θεμάτων τόσον λεπτῶν. Σήμερον ἐσημειώθησαν γεγονότα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ὄργανα τῆς τάξεως, ἀφ’ ἑτέρου δέ, τὴν νεολαίαν τὴν φοιτητικήν. Ἡ Κυβέρνησις τιμᾷ τὰ ὄργανα τῆς τάξεως. Καὶ ἂν ἀκόμη περιέπεσαν εἰς σφάλμα δὲν θὰ παύσῃ νὰ τιμᾷ τὰ ὄργανα τῆς τάξεως, τιμᾷ καὶ ἀγαπᾷ ἐξ ἄλλου τὴν φοιτητικὴν νεολαίαν. Καὶ ἂν ἀκόμη περιέπεσεν εἰς σφάλματα, δὲν θὰ παύσῃ νὰ φροντίζῃ δι’ αὐτήν. Ἔχει ὅμως καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, σεβομένη τὰς εὐθύνας της, νὰ ἀναμείνῃ τὴν συγκέντρωσιν ὅλων τῶν στοιχείων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν εἰδικώτερον δίδω εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον κ. Λυκουρέζον. Πιθανῶς κατὰ τὸ ἔτος 1953 — ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Κυβερνήσεως τότε— νὰ ἦτο εἰς θέσιν καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ ἦτο εἰς θέσιν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δώσῃ ἄμεσα ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν, ἡ ὁποία ἀφεώρα ἀνάλογα τότε γεγονότα. Διατί; Τὸ εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Λυκουρέζος. Διότι ἦσαν 30 τὰ θύματα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν ἀστυνομικῶν καὶ ἐλάχιστα τὰ θύματα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν διαδηλωτῶν. Ἦτο, ἑπομένως, σχεδὸν ὀφθαλμοφανὲς ποὺ ὑπῆρχεν ἡ εὐθύνη. Ἡ Κυβέρνησις σήμερον δὲν νομίζει ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιρρίψῃ, κατὰ τρόπον ἐπιπόλαιον καὶ πρόχειρον, τὴν εὐθύνην, εἴτε εἰς τοὺς ἀστυνομικοὺς εἴτε εἰς τοὺς φοιτητάς. Ἡ Κυβέρνησις, παρὰ τὰς πρώτας ἀναφοράς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ μελετήσῃ τὰς ὑπευθύνους ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ τῆς ὑποβληθοῦν καὶ μόνον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς διοικητικῆς ἐξετάσεως, ἡ ὁποία γίνεται, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ δώσῃ λόγον περὶ τῶν γενομένων.
§56Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Δὲν εἰρωνεύθην κανένα, δὲν εἶχον καμμίαν εἰρωνικὴν πρόθεσιν. Καθόσον ἀκούω, κρίνω. Ἡ ἀντίφασις εἶναι ἀνεπανόρθωτος.
§57Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἤμην βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, μὴ ἔχων ἄλλο ἐπιχείρημα, θὰ κατέφευγεν εἰς τὸ ρητὸν τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖον, οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολύ, υἱοθέτησεν, ἐμφανίσας ἑαυτὸν ὡς Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν φωνὴν ἐκείνων, τῶν ὁποίων τοὺς λόγους ἤκουσεν, ὡς τὴν φωνὴν τοῦ πατρὸς τοῦ Ἰησοῦ.
§58Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἰς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δὲν ὑπάρχει ἀπάντησις. Εἶναι ἀναπολόγητος ὁ συνομιλητής σας ἔπειτα ἀπὸ τὸ ἀκαταμάχητον Θεολογικὸν ἐπιχείρημα. Δέχομαι τὴν καταθλιπτικότητα τοῦ ἐπιχειρήματος.
§59Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐξ ἴσου καὶ ἡμεῖς τιμῶμεν τὰ Σώματα ἀσφαλείας καὶ ἐξ ἴσου καὶ ἡμεῖς περιβάλλομεν μὲ στοργὴν τὴν σπουδάζουσα νεολαίαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐτόνισα καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελον νὰ μοῦ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ μὴν ἀπαντήσῃ, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοῦτο. Ποίαν χρείαν ἀνακρίσεων ἔχομεν ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα εἰσῆλθον ἐντὸς τῶν αἰθουσῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐκεῖ σταματᾷ τὸ θέμα δι’ ἐμέ, διὰ σήμερον. Δυνατὸν νὰ ἀπαιτοῦνται διοικητικαὶ ἀνακρίσεις διὰ νὰ ἐρευνηθοῦν αἱ εὐθῦναι διὰ τὰ ἐπεισόδια τὰ ἐκτὸς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἡ α ἢ ἡ β ἐκδοχή. Προκειμένου ὅμως διὰ τὴν εἴσοδον τῶν ἀστυνομικῶν ἐντὸς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τὴν κακοποίησιν φοιτητῶν ἐντὸς τοῦ Πανεπιστημίου, ἐντὸς τῶν αἰθουσῶν τοῦ Πανεπιστημίου, νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἀνέμενον ἤδη ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον, νὰ καταδικάσῃ τὴν ἀνεπίτρεπτον αὐτὴν ἐνέργειαν τῆς ἀστυνομίας.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως ἀναβαλλομένων τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, εἰσέλθομεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας;
§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα ὅθεν εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνεχίζεται ἡ μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Παπασταύρου, ἔχει τὸν λόγον.
§63Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριοι βουλευταί ἐπὶ ἐννέα συνεδριάσεις ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ψηφίσῃ, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ καταστῇ σύμφωνος μὲ τὰ λειτουργικά της δικαιώματα. Καὶ ἀρχίζω μὲ τὸ ἑξῆς, μὲ τὴν στερεότυπον προσφώνησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. «Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις», «διαπιστοῦται ἡ ὕπαρξις ἀπαρτίας». Καὶ ὅσοι ἐκ τῶν κ. συναδέλφων παρακολουθοῦν ἀνελλιπῶς τὰς συνεδριάσεις στρέφουν τὰ βλέμματά των περίεργοι διὰ νὰ ἴδουν ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ ἀπαρτία συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 56 τοῦ Συντάγματος. Δυστυχῶς ὅμως, τὸ βλέμμα μας ἀναζητεῖ τὸν ἀριθμὸν τὸν προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν ἀπαρτίαν, ἀλλὰ δυστυχῶς, ὁ ἀριθμὸς οὗτος δὲν ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχουν οἱ 100 βουλευταὶ ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ὀλίγαι συνεδριάσεις κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς παρουσιάζουν ἀπαρτίαν. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι τρεῖς ἢ τέσσαρας φορὰς κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως ἐπραγματοποιήθη μὲ τὸν προβλεπόμενον ἀριθμὸν βουλευτῶν διὰ τὴν ἀπαρτίαν. Τὸ αὐτὸ παρετηρήθη καὶ σήμερον λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικοῦ γεγονότος τῶν δημιουργηθέντων αἱματηρῶν ἐπεισοδίων μεταξὺ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν φοιτητῶν. Καὶ ἐνῷ ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως παρίστανται περὶ τοὺς 80 συναδέλφους μετὰ μίαν ὥραν ὁ ἀριθμὸς οὗτος μειοῦται εἰς 40 καὶ μετὰ δύο ὥρας μειοῦται εἰς 15 μὲ 20 βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι καὶ συζητοῦν τὰ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναφερόμενα θέματα. Νεαροὶ συνάδελφοι, τὸ πρῶτον εἰσελθόντες εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τὸν παρθενικόν των λόγον τὸν ἐξεφώνησαν ἐνώπιον 8 ἕως 10 συναδέλφων. Νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐδημιούργησε καὶ εὐλόγως πικρίαν εἰς τοὺς νεαροὺς συναδέλφους, διότι τὸν παρθενικόν των λόγον ἐξεφώνησαν ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων. Διότι τὸ ἤθελαν καὶ ἔπρεπε νὰ τοὺς ἀκούσουν οἱ συνάδελφοί των, διότι εἶναι ἡ διάδοχος γενεὰ καὶ ἔπρεπε τὸν λόγον των τὸν παρθενικὸν νὰ τὸν ἀκούσουν νὰ τὸν ἐκτιμήσουν. Μετὰ παρέλευσιν 4 ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ἀκούομεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ λέγῃ, ὅτι, «διαπιστοῦται ἔλλειψις ἀπαρτίας», «λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον μὲ τὰ θέματα τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Καὶ ἀρχίζουν τὴν ἑπομένην αἱ ἐφημερίδες καὶ ὁ λαὸς τὴν αὐστηρὰν κριτικὴν τὴν ὁποίαν ὅλοι μας ἀντιμετωπίζομεν ἀπὸ συναντήσεις φίλων καὶ γνωστῶν. Πολιτεύομαι ἐπὶ πολλὰ ἔτη κ. συνάδελφοι, ἀλλὰ τὸ σημερινὸν κατάντημα τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει προηγούμενον. Πλήττει τὸν Κοινοβουλευτισμόν, πλήττει τὴν Δημοκρατίαν, ὑποσκάπτει τὰ θεμέλια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος εἰς ὃ στηρίζεται ἡ Δημοκρατία. Διερωτῶμαι, κ. συνάδελφοι, ποῦ ὀφείλεται τὸ σημερινὸν κατάντημα τοῦ Κοινοβουλίου; Εἰς τὴν ἀπροθυμίαν τῶν βουλευτῶν νὰ παρακολουθοῦν τὰς συνεδριάσεις ἢ εἰς τὴν ὀργανικὴν ἀτέλειαν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς; (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βύζας). Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τῶν βουλευτῶν καὶ ἰδίᾳ τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, κατὰ τὴν γνώμην μου προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀφόρητον καταπόνησιν, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται ἐκ τῆς ἀπασχολήσεώς των διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμπολιτῶν των, εἰς τοῦτο σύμφωνοι εἶναι ὅλοι οἱ βουλευταὶ ἀκόμη καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, διότι εἰς αὐτοὺς κυρίως, ὡς κυβερνητικούς, προσέρχονται οἱ περισσότεροι τῶν συμπατριωτῶν των, διότι εἰς αὐτοὺς νομίζουν, ὅτι θὰ εὕρουν λύσιν τῶν ζητημάτων των. Ἀπὸ ἐνωρίς, ἀπὸ τὰς 6 τὸ πρωΐ, ἀρχίζουν τὴν τακτοποίησιν τῶν ἐπιστολῶν των καὶ σημειωμάτων διὰ τὰ Ὑπουργεῖα καὶ τὰς Ὑπηρεσίας. Ἐν συνεχείᾳ ἀπὸ τὰς 8 μέχρι τὰς 11 δέχονται τοὺς συμπολίτας των καὶ εἶναι 30 καὶ 40 καὶ περισσότεροι ἀκόμη τῶν κυβερνητικῶν, διότι εἰς ἡμᾶς ἐλάχιστοι ἔρχονται, καὶ περὶ τὴν μεσημβρίαν ὁδεύουν πρὸς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν αἰτημάτων τῶν συμπολιτῶν των, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φθάνουν εἰς τὸ σπίτι των δι’ ἀνάπαυσιν μετὰ τὴν 3ην ἀπογευματινήν. Τὴν 6ην ἀπογευματινὴν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ προσέλθουν εἰς τὴν Βουλὴν κατάκοποι πλέον. Δι’ αὐτὸ παρατηρεῖται αὐτὴ ἡ πτωχή, ἡ πενιχρὰ ἐμφάνισις τοῦ Σώματος. Οἱ περισσότεροι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρακολουθήσουν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐκθέσουν τὰς ἀπόψεις των ἐπὶ τῶν συζητουμένων θεμάτων. Οἱ περισσότεροι δὲ τῆς Συμπολιτεύσεως, διὰ τοῦτο ἡ πλευρὰ αὐτὴ εἶναι πάντοτε κενή. Τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς διαγράφει μίαν διαδικασίαν ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ προβλήματος τῆς ἀπουσίας τῶν βουλευτῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος διαπιστώνει τὰς ἀπουσίας καὶ ἐκπίπτει ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως τὰς ἡμέρας ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐνεφανίσθη ὁ βουλευτὴς εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ μὲ ποῖον δικαιολογητικὸν καὶ ποῖον ἠθικὸν ἔρεισμα θὰ τὸ κάμῃ αὐτὸ ὅταν γνωρίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν προσῆλθον λόγῳ ἀφορήτου καμάτου εἰς ἀσχολίας ξένας πρὸς τὴν Βουλήν, πρὸς τὴν ἀποστολὴν τοῦ βουλευτοῦ, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους; Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς: Πλεῖστοι συνάδελφοι προσερχόμενοι εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς περιορίζονται εἰς τὰ ὀρεινά της καὶ ἀπασχολοῦνται ἢ μὲ τὴν γραφὴν ἢ μὲ τὴν ἀνάγνωσιν ἐπιστολῶν τῶν συμπατριωτῶν των, ἄλλοι δὲ ἐναγκαλίζονται τὸν Μορφέα καὶ ἐφησυχάζουν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε: Τί ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις; Βεβαίως τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο εἰς τὰς Δημοσίας Ὑπηρεσίας νὰ λύουν τὰ ζητήματα τῶν πολιτῶν, ὥστε νὰ μὴ ἀπασχολοῦνται μὲ τὰς ὑποθέσεις των οἱ βουλευταί. Τοῦτο ὅμως λόγῳ τῆς γενικωτέρας ἐξαρθρώσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν εἶναι ἀπραγματοποίητον. Χωρὶς τὴν παρέμβασιν τῶν βουλευτῶν οὔτε ἡ ἁπλῆ αἴτησις δὲν μετακινεῖται ἀπὸ γραφείου εἰς γραφεῖον. Διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν βουλευτῶν ἀπὸ αὐτὸν τὸν φόρτον ἐργασίας ἔκαμα μίαν σκέψιν, ἡ ὁποία εἶναι μὲν τολμηρά, ἀλλὰ εἶναι ἡ μόνη, τό γε νῦν ἔχον σκέψιν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς βουλευτὰς τῶν ἀπασχολήσεων αὐτῶν. Νὰ τοποθετηθῇ εἰς ἕκαστον βουλευτὴν ἕνας γραμματεύς, ὅπως ἔχει καθιερωθῆ καὶ εἰς τὰς Βουλὰς ἄλλων χωρῶν, ὥστε νὰ τοὺς ὑποβοηθοῦν εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν καὶ λοιπὰς ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς βοηθοῦν εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔργον συγκεντροῦντες ὑλικὸν καὶ στοιχεῖα, ὥστε νὰ τοὺς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὁμιλοῦν, νὰ συζητοῦν, νὰ δώσουν τὴν γνώμην των μέσα εἰς τὴν Βουλήν, νὰ λάβουν μέρος εἰς τὰς συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων ποὺ ψηφίζονται. Μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαλειφθῇ αὐτὸ τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται σήμερον. Εἶναι τολμηρὰ ἡ πρότασίς μου καὶ σᾶς ἐξομολογοῦμαι, ὅτι δὲν τὴν ἔκαμα, διότι αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην γραμματέως, διότι ἔχω δύο γραμματεῖς, τοὺς ὁποίους πληρώνω ἐξ ἰδίων, ἔχω πλήρη συγκρότησιν τοῦ γραφείου μου, ὅπως καὶ ξεχωριστὰ τοῦ δικηγορικοῦ μου γραφείου εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκρίνωμαι εἰς τὰ ἐν τῇ Βουλῇ καθήκοντά μου καὶ νὰ μὴ ἀπουσιάζω ποτὲ ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ὅπως γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος, ἔρχομαι ἀπὸ τοὺς πρώτους καὶ φεύγω ἀπὸ τοὺς τελευταίους. Ἐγὼ παίρνω ἀντίδωρον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τὰ κλειδιὰ τῆς αἰθούσης. Καὶ ἤδη κύριοι συνάδελφοι ἔρχομαι εἰς τὸν Κανονισμόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρεπονέθη, ὅτι εἰς 8 ἢ 9 συνεδριάσεις δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καίτοι δὲν εἶχεν ἀρχήν. Τὸ σφάλμα εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ κ. Προέδρου, διότι ἠδύνατο πρὸ τῆς ὑποβολῆς εἰς τὴν Βουλὴν τῆς προτάσεως νὰ συστήσῃ μίαν Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐκπροσωποῦνται ὅλαι αἱ παρατάξεις, ἥτις Ἐπιτροπὴ θὰ ἔθετεν ὑπ’ ὄψει τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ὅλας τὰς τροπολογίας καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ ἔμεναν σύμφωνοι ὅλοι, θὰ ἐψηφίζετο ἡ πρότασις εἰς μίαν καὶ μόνον συνεδρίασιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, δὲν θὰ ἐταλαιπωρεῖτο ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους εἰς συζητήσεις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ ὄχι μόνον αὐτὸ δὲν ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος, ἀλλὰ ἐπεκαλέσθη, ὅτι ἐπέρασεν ἀπὸ Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν. Αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως ἦτο τῆς παρελθούσης Βουλῆς καὶ ἡ σημερινὴ Βουλὴ ἔχει διάφορον σύνθεσιν καὶ ἀντιθέσεις σοβαράς, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ υἱοθετήσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν ὑπὸ τῆς προηγουμένης Βουλῆς. Παρεπέμφθη ἡ πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὴν διαρκῆ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἐπιτροπὴν γίνεται, ὅ,τι γίνεται καὶ εἰς ὅλας τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς τῆς συζητήσεως νομοσχεδίων. Διετυπώθησαν ἀντιρρήσεις τῶν ἀντιπολιτευομένων καὶ ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσίς των πρὸς τὴν Βουλήν, ἐνῷ εἰς τὴν Διακομματικὴν θὰ ἐλαμβάνετο ἀπὸ συμφώνου ἀπόφασις μετὰ συνεννόησιν τῶν κομμάτων, χωρὶς τὰς ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι αἱ τροπολογίαι περιορίζουν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Περαιτέρω ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει καὶ ἄλλην εὐθύνην.
§64Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν θέλω, νὰ σᾶς ἀφίσω εἰς τὴν πλάνην, τοῦ ὅτι δὲν ὑπῆρξε Διακομματικὴ Ἐπιτροπή. Τὸ πρῶτον σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ αὐτοῦ, κατὰ προσέγγισιν, διότι δὲν δύναμαι μὲ τὸ νῖ καὶ μὲ τὸ σίγμα νὰ ἐγγυηθῶ, ὅτι εἶναι αὐτό, κατηρτίσθη ἀπὸ Διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ κ. Γόντικα, ὁ ὁποῖος τότε δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε. Τὸ αὐτὸ σχέδιον ἔτυχεν ἐπεξεργασίας ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Κανονισμοῦ ἄλλης βουλευτικῆς περιόδου, ἀλλὰ καὶ τῆς παρούσης καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἔπαιξαν οὐσιώδη ρόλον οἱ δύο ἐκπρόσωποι κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ἀτομικῶς ἔχουν μίαν εἰδικότητα εἰς τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ. Γνωρίζετε καλῶς, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι ἕνα ἁπλοῦν νομοσχέδιον, ἀπαιτεῖ μίαν ἐξειδίκευσιν καὶ οἱ βουλευταὶ αὐτοὶ εἶναι ὁ κ. Μαῦρος καὶ ὁ κ. Ἡλιοῦ, οἱ ὁποῖοι λίαν φιλοτίμως εἰργάσθησαν. Διεφωνήσαμεν βεβαίως εἰς ὡρισμένα σημεῖα. Δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι ὑπῆρξε πλήρης ὁμοφωνία εἰς ὅλα τὰ σημεῖα. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξαν βασικαὶ διαφωνίαι. Ἐκεῖνο τὸ σχέδιον πάλιν κατετέθη ὑπ’ ἐμοῦ ὡς Προέδρου καὶ ἠκολούθησε τὴν τακτικὴν διαδικασίαν. Παρεπέμφθη εἰς τὴν νέαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατὰ σύμπτωσιν, ὄχι κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἐπιλογὴν εἶχεν ὡς ἐκπροσώπους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸν κ. Μαῦρον καὶ τὸν κ. Ἠλιοῦ. Ὁ κ. Μαῦρος ὑπέστη ἕνα ἀτύχημα καὶ δὲν παρέστη καὶ δὲν ἐθεώρησα εὐπρεπὲς νὰ τὸν ἀντικαταστήσω, καθ’ ὅσον εἰς τὴν προηγουμένην σύνοδον εἶχεν ἐκφράσει τὰς γνώμας του. Ὁ κ. Ἠλιοῦ ἔκαμεν ὡρισμένας ὑποδείξεις πολλὰς τῶν ὁποίων ἀπεδέχθημεν ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ σχετικοῦ πρακτικοῦ. Συνεπῶς ἡ ἱστορία τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἀρχίζει ἀπὸ Διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὴν Προεδρίαν διαπρεποῦς καὶ ἐγκρίτου συναδέλφου τοῦ κ. Γόντικα ἀνήκοντος, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Κατ’ ἀκολουθίαν τὸ σχέδιον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως χρόνου, διότι κατετέθη τὸ 1959 καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐκπροσωπήσεως τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἀπόψεων εἶναι ἀπολύτως ἀντικειμενικόν, γνώριμον καὶ ἀδιάβλητον. Δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ ἀπόλυτον τελειότητα καὶ πληρότητα ἀκόμη, ἔχει ὅμως τὸ ἀδιάβλητον. Αὐτὰ εἶχα νὰ σᾶς εἴπω πρὸς διαφώτισίν σας.
§65Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπιμένει εἰς τὸ νὰ δίδῃ διακομματικὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατήρτισε τὸ σχέδιον τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ σημαίνει, ὅτι οἱ ἐκπροσωποῦντες εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὰ κόμματα βουλευταί, ἑρμηνεύουν τὰς ἀπόψεις τοῦ κόμματος. Ἐν προκειμένῳ, δὲν συνέβη τοιοῦτον τι. Ἁπλῶς ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε καταρτισθῆ ἀπὸ βουλευτὰς ὅλων τῶν κομμάτων. Τοῦτο δὲν δίδει διακομματικὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπὴν δὲν ἔχει σημασίαν, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη καταρτίζεται ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, συνεπῶς καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἔχει Διακομματικὸν χαρακτῆρα, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος ἐννοοῦσε, ὅτι εἰς τὰς ἐπιτροπὰς αὐτὰς συμμετέχουν βουλευταὶ ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα.
§66Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι οἱ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχον εἰς τὰς Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι κατήρτισαν, κατὰ τὸ παρελθὸν τὸ σχέδιον τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἐξέφραζον, κατὰ κἄποιον τρόπον, τὰς ἀπόψεις τοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἀνῆκεν.
§67Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν συνέβαινε τοιοῦτον τι θὰ ἀνεφέροντο εἰς τὰ κόμματα, ἐνῷ οἱ συμμετέχοντες εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν βουλευταὶ ἐξ ἑκάστου κόμματος οὐδέποτε ἀνεφέρθησαν εἰς τὰ κόμματα ἐπὶ τῆς πορείας τῶν συζητήσεων.
§68Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῇ καὶ τὸ ἑξῆς, ἐπειδὴ πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι κατήρτισαν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ὡς Διακομματικόν. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ βουλευταὶ ἐξέφραζον τὰς ἀπόψεις των, εἶχον ὑπ’ ὄψει των μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία σήμερον ἔχει τελείως ἀλλάξει. Ἐὰν ἐκαλοῦντο σήμερον νὰ ἐκφέρουν τὴν γνώμην των, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ εἶχον τελείως διάφορον ἄποψιν.
§69Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ ὅταν ἤρχισα τὴν ὁμιλίαν μου, εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, ὅ,τι συνέβη εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἔχω ἀναγνώσει ὅλας τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τὰς διαφόρους ἐπιτροπὰς καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ περάσῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ἀπὸ μίαν Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἐνεφάνιζε ἕνα σχέδιον τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἐνώπιον τοῦ Σώματος, συμφωνούντων ὅλων τῶν Κομμάτων, ὁπότε δὲν θὰ ὑπῆρχε καὶ θέμα συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ ὅμως, ἕνα ἄλλο σφάλμα καταλογίζω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Σώματος. Ἐνῷ εἶναι κομματικὸς Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς πλειοψηφίας, θὰ ἔπρεπε καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς διὰ τῶν κυβερνητικῶν βουλευτῶν, καὶ νὰ μὴ παρουσιάζῃ τὸ θέαμα νὰ συζητῆται ὁ Κανονισμὸς τοῦ Σώματος ἐνώπιον 10 βουλευτῶν μὲ κενὰ τὰ ἑδώλια τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως. Δὲν τὸ ἐπεδίωξε καὶ παραπονεῖται, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κωλυσιεργεῖ τὴν ψήφισιν. Ἐπίσης ἐπέτρεψε τὸν ἀντίλογον εἰς ἕνα θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλήσουν δύο τρεῖς μόνον βουλευταὶ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, δεδομένου, ὅτι τὴν τελευταίαν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τὴν ἐκφράζει ὁ ἴδιος, ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος, προερχόμενος ἐκ τῆς πλειοψηφίας.
§70Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε Παπασταύρου, σεῖς ὁμιλεῖτε ἐκ μέρους τοῦ κόμματος; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἐκφράζετε ἁπλῶς τὰς ἰδικάς σας σκέψεις. Διατὶ οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ μὴ κάμνουν τὸ αὐτό;
§71Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Διότι αἱ διατάξεις αὐταὶ ἐξυπηρετοῦν κατ’ οὐσίαν τὸ ἰδικόν σας κόμμα.
§72Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Πάντοτε ἡμεῖς θὰ εἴμεθα πλειοψηφία;
§73Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Διὰ τῶν διατάξεων αὐτῶν πᾶτε νὰ δημιουργήσητε μίαν κατάστασιν ποὺ νὰ εἶσθε πάντοτε πλειοψηφία. Κύριοι βουλευταί, ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἀναφέρει ὡς αἰτιολογίαν τῶν τροποποιήσεων, ὅτι λειτουργικαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουν τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Σώματος διὰ νὰ καταστῇ εὐρυθμοτέρα ἡ λειτουργία αὐτοῦ. Ὅπως φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως, ἡ αἰτιολογία ἔχει ἕνα εἱρμόν, μίαν αἰτιολογίαν ποὺ φαίνεται λογικὴ ὡς ἔννοια. Ἐὰν ὅμως ἀναγνώσῃ τις μετὰ προσοχῆς τὰ ἄρθρα θὰ ἴδῃ, ὅτι ἄλλο σημειώνει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις καὶ ἄλλο ἐπιδιώκεται διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ ἀσχοληθῶ ἐπ’ αὐτῶν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὅτε θὰ κάμω ὡρισμένες παρατηρήσεις καὶ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας καὶ κατέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Τώρα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐπὶ ὡρισμένων ἄρθρων νὰ κάμω ὑποδείξεις ἀπὸ τοῦδε, διότι πρέπει νὰ ἔχητε ταύτας ὑπ’ ὄψει σας διὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἐλευθερία τοῦ λόγου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἀπεραντολογία εἰς τὸ Σῶμα εἶναι τοιαύτη, ποὺ τὸ ταλαιπωρεῖ πραγματικά. Αὐτὸ ὅμως δὲν ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως θέλει νὰ τὸ ἀποδώσῃ ἡ πλειοψηφία, ἀλλὰ κυρίως εἰς τοὺς Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι κάμνοντες χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τοῦ προνομίου ποὺ τοὺς παρέχει ὁ Κανονισμός, ὁμιλοῦν ἐπὶ μακρὸν εἴτε διὰ κυρίων ἀγορεύσεων, εἴτε διὰ διακοπῶν πρὸς τὸν ἀγορεύοντα βουλευτήν. Εἰς τὸ ἄρθρον 7 ποὺ γίνεται σχετικὴ διατύπωσις περὶ τοῦ τρόπου τῶν ἀγορεύσεων θέτει ἕνα περιορισμόν, τὸν ὁποῖον δὲν ἀποκρούω κατ’ ἀρχήν. Ἀλλὰ ὁ περιορισμὸς τῶν 10 λεπτῶν εἶναι ἀδικαιολόγητος, καὶ δύναται, δικαίως, νὰ προκαλέσῃ τὸ παράπονον τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι καταπνίγεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Ἕνα τέταρτον ἢ εἴκοσι λεπτά, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἀρκετὸν ἐφ’ ὅσον οἱ εἰσηγηταὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ οἱ ἐπερωτῶντες θὰ ὁμιλοῦν ἐπὶ ὥραν. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ πράγματι στραγγαλίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι τὸ τιθέμενον 8ωρον. Ὅπου δὲν ἀφαιροῦνται τοὐλάχιστον ἀπ’ αὐτὸ αἱ ὁμιλίαι ἢ αἱ μακραὶ διακοπαὶ τῶν Ὑπουργῶν. Διότι ἡ πλειοψηφία δύναται νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν 20 βουλευτῶν καὶ νὰ περιορίσῃ τὸν χρόνον συζητήσεως. Ἀλλὰ καὶ νὰ θεωρήσῃ περαιωμένην τὴν συζήτησιν μόλις περάσῃ τὸ 8ωρον. Αὐτὸ εἶναι μία καταδυνάστευσις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ, οὔτε θὰ ψηφίσω. Εἰς αὐτό, πιστεύω καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι θὰ συμφωνήσουν μαζί μου. Ἄλλος στραγγαλισμὸς εἶναι ὁ περίφημος ἀντίλογος. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιληφθῶμεν ποίαν ἔννοιαν ἔχει ὁ ἀντίλογος κυρίως εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων διεξάγεται μεταξὺ τοῦ ἐπερωτῶντος καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Εἰς περίπτωσιν ὅμως γενικεύσεως τῆς συζητήσεως ἡ συζήτησις θὰ τερματισθῇ ἐντὸς 8ώρου. Μὲ τὸν ἀντίλογον τὸν ὁποῖον καθιεροῖ ἡ διάταξις αὕτη τὸ 8ωρον θὰ διαμοιρασθῇ μεταξὺ τῆς Συμπολιτεύσεως, τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁπότε εἶναι ζήτημα ἐὰν θὰ διατεθοῦν 4 ὧραι διὰ τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν δὲ ὁμιλήσουν ἢ διακόψουν οἱ Ὑπουργοί, τότε οὔτε 4 ὧραι δὲν περισσεύουν διὰ τοὺς ἐπερωτῶντας.
§74Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἡ διάταξις τοῦ ἀντιλόγου ὑπάρχει, ἰσχύει εἰς τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν. Συνεπῶς τὸ Προεδρεῖον ἐφαρμόζει τὸν Κανονισμόν. Ἐκ πείρας ἔχω τοῦτο νὰ σᾶς προσθέσω, ὅτι ὁσάκις ἐγένετο γενίκευσις τῆς συζητήσεως οὐδέποτε οἱ ρήτορες τῆς Συμπολιτεύσεως ὑπερέβησαν τὸ 20%. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ εἰς τὸν Κανονισμόν, ὅτι ἐπὶ ἐπερωτήσεως γενικευομένης ἀπαγορεύεται εἰς βουλευτὴν ἀνήκοντα εἰς τὴν Συμπολίτευσιν νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ὅταν ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα μαρτυρεῖ ὅτι οὐδέποτε ὑπερέβησαν τὸ 20%, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζησθε αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἰσχυρίσθητε. Ἐπὶ ἐπερωτήσεων αἱ ὁποῖαι διήρκουν 70–80 ὥρας ζήτημα εἶναι ἐὰν ἐπὶ 10 ὥρας ἀπησχόλησαν τὴν Βουλὴν οἱ ρήτορες τῆς Συμπολιτεύσεως. Δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἐζημίωσε τὸν ἔλεγχον. Τὸν ἔλεγχον τὸν ἐζημίωσαν αἱ 85 ἄλλαι ὧραι αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν τὰς 15. Ἡ πρότασίς σας ὅμως εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καὶ ἀντιδημοκρατική. Βάσει τοῦ νέου σχεδίου αὐτὸ ἀποκλείεται πλέον διότι αἱ συζητήσεις θὰ διαρκοῦν ἐπὶ δύο συνεδριάσεις. Ἡ γενίκευσις θὰ γίνεται. Θὰ ὁμιλῇ μίαν ὥραν ὁ πρῶτος ἐπερωτῶν βουλευτὴς θὰ ὁμιλῇ ἐπὶ μίαν ὥραν ὁ ἀντιλέγων ἀγορητής, θὰ ὁμιλήσουν καὶ ἐκπρόσωποι τῶν ἄλλων κομμάτων, θὰ ὁμιλήσῃ καὶ 1–2 ὥρας ὁ Ὑπουργός, ὁπότε θὰ ἐξαντληθῇ ἡ μία συνεδρίασις. Ὑπάρχει καὶ μία ἀκόμη συνεδρίασις διὰ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει θέμα, αὐτὰ σᾶς τὰ λέγω πρὸς διαφώτισίν σας, ὄχι πρὸς ἀντίκρουσιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ διάταξις εἰς τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος ἔχει καθαρῶς δημοκρατικὸν χαρακτῆρα, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς ἕνα βουλευτὴν νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον εἰς μίαν ἐπερώτησιν. Σᾶς λέγω, ὅτι ἡ πρακτικὴ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν ἔδωσε ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθοῦν μέτρα. Μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν διακοπήν, ἀλλὰ θέλω νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλήν. Δὲν σᾶς κατηγορῶ.
§75Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Τὴν δέχομαι. Δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ κάμωμεν μίαν συζήτησιν. Ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν γίνεται συζήτησις, δὲν γίνονται ρητορικαὶ ἀγορεύσεις, διὰ νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί.
§76Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Εἰς ἀγορεύσεις ναί. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὡμιλήσατε, ὅτι ἐντὸς μιᾶς συνεδριάσεως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγορεύσουν ὅλοι οἱ ἐπερωτῶντες, σᾶς λέγω ὅτι μὲ τὸ διήμερον τῶν ἐπερωτήσεων δὲν ὑπάρχει θέμα.
§77Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ ὁμιλοῦν ἐπὶ ἐπερωτήσεων ὅταν γενικεύεται ἡ ἐπερώτησις. Καὶ δὲν εἶναι ἀντιδημοκρατικὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον θεσπίζετε, ὅτι ἐντὸς 8ώρου πρέπει νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις, ἄλλως διαλύω τὴν συνεδρίασιν κατόπιν αἰτήσεως 20 βουλευτῶν; Δὲν εἶναι περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς μίαν ἐπερώτησιν γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος 20 βουλευταί, ὁμιλοῦν μόνον οἱ τέσσαρες καὶ οἱ ὑπόλοιποι δὲν ὁμιλοῦν; Διὰ τοὺς ὑπολοίπους 16 δὲν εἶναι ἀντιδημοκρατικόν; Θὰ μοῦ εἴπητε, μὰ τὴν Συμπολίτευσιν θὰ τὴν ἀφήσω χωρὶς νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀπόψεις της ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος; Δὲν τὸ θέλομεν καὶ ἡμεῖς αὐτό. Δύναται ὅμως νὰ τεθῇ ὁ ἑξῆς περιορισμός. Ἀφοῦ ἐξαντληθῇ ἡ σειρὰ τῶν ἐπερωτώντων, νὰ ὁμιλήσουν 2–3 βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ κατόπιν ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος θὰ κλείνῃ τὴν συζήτησιν. Μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῆς σειρᾶς τῶν ἐπερωτώντων, ὁ ἀπομένων χρόνος θὰ εἶναι ὑπὲρ τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως. Διατὶ νὰ στερήσητε τὸν χρόνον ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν τὸ σπουδαιότερον δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχουν μετὰ τὴν Νομοθετικὴν ἐργασίαν, δηλαδὴ νὰ ἀσκοῦν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. Διατὶ θέλετε νὰ παρεμβάλητε τὸν ἀντίλογον;
§78Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Καὶ μὲ τὸ διήμερον τὸ ὁποῖον θέλετε πάλιν γίνεται περιορισμός, διότι ἐὰν εἶναι ἐγγεγραμμένοι πολλοὶ πάλιν δὲν θὰ ὁμιλήσουν. Συνεπῶς οἱ περιορισμοὶ εἶναι ἀναγκαῖοι διὰ νὰ προχωρήσῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὡμιλήσατε καὶ διὰ τὸ 8)ωρον θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι δυνητική. Δὲν λέγεται πάντοτε. Δύναται. Δὲν θὰ ἐφαρμόζηται πάντοτε. Διὰ τὸ 8)ωρον θὰ συζητήσωμεν ὅταν ἔλθῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τῆς προτάσεως. Ἐζήτησεν ὁ κ. Ἡλιοῦ τὸ 8ωρον νὰ γίνῃ 10ωρον, ἢ 12ωρον, θὰ τὸ συζητήσωμεν. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι πρέπει ἐντὸς 2–3 συνεδριάσεων νὰ συζητῆται ἕνα νομοθέτημα ἢ μία ἐπερώτησις. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολῇ. Φαντάζεσθε ὅτι εἰς ἕνα νομοθέτημα ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀκουσθῆ ἕνα κόμμα, ἢ ἕνας εἰδικὸς θὰ περαιωθῇ ἡ συζήτησις, θὰ ἐφαρμοσθῇ δηλαδὴ ἡ λεγομένη λαιμητόμος; Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει νὰ ἀκουσθοῦν ὅλαι αἱ ἀπόψεις καὶ ὅλαι αἱ πτέρυγες τῆς Βουλῆς ἐν ἀνέσει. Θὰ περαιωθῇ ὅμως ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως ὅταν παρέλθῃ τὸ 2ήμερον. Ὅταν λήξῃ ἡ προθεσμία κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Αὐτὸ εἶναι ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχήν σας καὶ βλέπω ὅτι τὸ δέχεσθε καὶ δὲν τὸ θεωρεῖτε ἀντιδημοκρατικὸν καὶ θεωρεῖτε ὡς ἀντιδημοκρατικὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι δυνητικόν.
§79Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Τὸ εὗρον ἀντιδημοκρατικόν, διότι διὰ τῆς δεσμεύσεως ἐπέρχεται καταδυνάστευσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν τὸ λέγω μόνον διὰ τὴν πλειοψηφίαν τὴν ἰδικήν σας. Διότι αὔριον θὰ ἔλθῃ ἄλλη πλειοψηφία. Λέγω γενικῶς, ὅτι θὰ ἐπέρχεται καταδυνάστευσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Διότι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ὅταν θὰ ὑπάρχῃ μία ἀντιδικία σοβαρὰ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπισείῃ τὸ 8ωρον καὶ τὴν πλειοψηφίαν μὲ τὴν ὁποίαν θὰ θεωρῇ περαιωμένην τὴν συζήτησιν.
§80Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων εἰς τὰς δύο ἡμέρας δημιουργεῖ ἕνα ζήτημα. Ἂν καὶ σπανίως συνεφώνησα, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Προκειμένου ὅμως περὶ γενικευομένης ἐπερωτήσεως θὰ πρέπει πρῶτον νὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος τῶν ἐπερωτώντων βουλευτῶν. Εἶναι ἀπαραίτητος ἡ διευκόλυνσις τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἔργου των.
§81Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω διὰ νὰ ἀποφευχθῇ μία σύγχυσις. Καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε γενικευθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ μιᾶς ἐπερωτήσεως δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὴν βάσιν. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὁμιλήσουν πρῶτον οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὴν ἐπερώτησιν βουλευταί. Ἀποτελεῖ δικαίωμα αὐτῶν τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθῇ, ἐὰν μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν ἐπερωτώντων γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΥΣΕΩΣ. Δὲν ἐπηρεάζεται.
§83Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Τὸ θέμα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ ἐλέγχου τακτοποιεῖται, διότι οἱ ἐπερωτῶντες θὰ ὁμιλήσουν πρῶτοι καὶ μὲ τὴν σειράν των. Ὅταν γενικευθῇ ἡ συζήτησις, τότε εἶμαι σύμφωνος καὶ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ μὲ τὸν κ. Κωστόπουλον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ ἀνάμιξις τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως εἰς τὴν συζήτησιν. Δίκαιον ἔχετε βεβαίως ὡς πρὸς τὴν διάρκειαν τῶν ὁμιλιῶν ἢ τὸ τετράωρον, ἢ τὸ διήμερον.
§84Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Περαιτέρω, ἐπειδὴ ἔγινε συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἔχω τὴν γνώμην καὶ τὴν ὑποστηρίζω μὲ μίαν τροπολογίαν μου, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, διακόπτων τὸν ἐπερωτῶντα ἢ τοὺς ἐπερωτῶντας, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὁμιλῇ μίαν ἢ ἡμίσειαν ὥραν ἢ νὰ ἐξαντλήσῃ ὁλόκληρον τὸ 8ωρον, ἀλλὰ ἐκεῖ πρέπει νὰ τεθῇ ἕνας περιορισμός, ἐφ’ ὅσον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως θὰ ἀναπτύξῃ ἐν πλάττει καὶ ἐν μάκρει μὲ τὴν εὐχέρειαν ποὺ ἔχει ὅλας αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ διατυπωθοῦν κατὰ τὰς ὁμιλίας τῶν ἐπερωτώντων. Πλέον τῶν 10 λεπτῶν ἢ τοῦ ἑνὸς τετάρτου πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν νὰ διακόπτῃ ὁ Ὑπουργός, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐξαντλήσῃ ὁλόκληρον τὸ θέμα.
§85Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαίωμα ἀπαντήσεως τῶν ἐπερωτώντων εἰς τὸν Ὑπουργόν, θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ;
§86Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Βεβαίως.
§87Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶσθε ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ τοῦ περιορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπεδέχθημεν, εἰς δύο συνεδριάσεις νὰ ἐξαντλῆται ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι παρηκολούθησα καὶ ἄλλας Βουλὰς καὶ τελευταίως τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν εἰς τὸ θέμα τῆς αὐτοδιαθέσεως τῆς Ἀλγερίας, τεράστιον θέμα. Τὸ πρωΐ ὁ Πρωθυπουργὸς ἔκανε τὴν εἰσήγησιν, τὸ ἀπόγευμα εἰς τὰς τρεῖς ἡ ὥρα ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις, ἕως τὰς 12,35 εἶχεν ἐξαντληθῆ κατάλογος 25 βουλευτῶν καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τοῦ κ. Ζώη, ὁ ὁποῖος ἀπήντησεν. Διερωτῶμαι κατόπιν αὐτοῦ, τί συμβαίνῃ; Ἐν πρώτοις, τὰς ἡμέρας τῶν ἐπερωτήσεων ὁ χρόνος πρέπει νὰ παρέχηται κἄπως μεγαλύτερος καὶ πρέπει νὰ ἀρχίζωμεν ἀπὸ τὰς 6 καὶ νὰ γραφῇ αὐτὸ καὶ εἰς τὸν Κανονισμόν. Δεύτερον, ὅπως βλέπετε οἱ ἄγραφοι κανόνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα πάντοτε ἐπιβάλλονται. Ἴσως θὰ ἔπρεπε καὶ τὰ κόμματα, ἐφ’ ὅσον θὰ ὀργανοῦνται, νὰ γίνουν εἶδος σχολῆς ἐδῶ διὰ τοὺς βουλευτάς, διότι βέβαια 25 ρήτορες νὰ ὁμιλοῦν ἐπὶ τοιούτου θέματος καὶ νὰ ἐξαντλῆται ἡ συζήτησις εἰς τὰς 12.35′, ἐνῷ ἐδῶ ὁμιλοῦμεν ὥρας ὁλοκλήρους καὶ δὲν ἐξαντλεῖται τὸ θέμα. Δι’ αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κεντρικὴ γραμμή, τὴν ὁποίαν ἀρνεῖσθε, κ. Πρόεδρε, ἡ Κεντρικὴ γραμμὴ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ξεκινᾶμε καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας θέλομεν νὰ συζητήσωμεν τὰ διάφορα ἄρθρα. Ἐνῷ σεῖς τὰ ἐμφανίζετε τὰ ἄρθρα αὐτὰ ὡς συνονθύλευμα ἄρθρων, ἡμεῖς ἔχομεν ἕνα κεντρικὸν ἄξονα. Ἀλλὰ πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ δεχθῆτε, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία σᾶς ἀνήκει, σεῖς τὴν προσδιορίζετε, σεῖς τὴν καθορίζετε, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ ἐλέγχου θὰ ἀναγνωρίσητε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡρισμένα προνόμια. Αὐτὴ εἶναι ἡ κεντρικὴ γραμμή. Ἐὰν ἐπ’ αὐτοῦ συμφωνήσητε θὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποφάσεις, θὰ σᾶς βοηθήσωμεν νὰ ψηφισθῇ ὁ Κανονισμός. Ἐὰν ἐπὶ τῆς γενικῆς αὐτῆς γραμμῆς εἶσθε ἀδιάλλακτος, καταλαβαίνετε, ὅτι δι’ ἡμᾶς ὁ Κανονισμὸς δὲν θὰ ἔχῃ πλέον καμμίαν σημασίαν καὶ δὲν ξεύρω ἐὰν θὰ τὸν ψηφίσωμεν. Συνεπῶς, δώσατέ μας ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ὥρας, τὰς ἡμέρας τῶν ἐλέγχων, τὴν δυνατότητα νὰ ἀρχίζωμεν ἀπὸ τὰς 6 ἢ καὶ ἀπὸ τὰς 5 τὸ ἀπόγευμα εἰδικῶς διὰ τὰς ἡμέρας τοῦ ἐλέγχου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρχώμεθα ἀπὸ τὰς 8 ἕως τὰς 12 καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ἡμέρα τοῦ ἐλέγχου καὶ τὴν ἑπομένην ἄλλας τέσσαρας ὥρας. Ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα πρέπει νὰ διορθωθοῦν. Αὐτὰ τὰ ἀποκομίζομεν ἀπὸ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Ἡ μακρά σας πεῖρα σᾶς ἔχει πείσει ἐπὶ τῆς ἀνάγκης, ὅτι πρέπει νὰ γίνουν ὡρισμέναι παραχωρήσεις εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία ἀσκεῖ τὸν ἔλεγχον.
§88Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἐδώσατε τὴν εὐκαιρίαν νὰ κάμω διαπίστωσιν μιᾶς παραλείψεως, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχα προσέξει, κατὰ τὴν γνώμην μου. Εἶναι ἡ διαπίστωσις τοῦ ὅτι δὲν ὑπολογίζομεν τὸν χρόνον τῆς ἀνταπαντήσεως καὶ γεννᾶται τὸ θέμα τὶ θὰ γίνῃ μετὰ τὴν λῆξιν καὶ μετὰ τὸ κλείσιμον τοῦ 8ώρου. Θὰ ὁμιλήσῃ, θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὁ ἐπερωτῶν καὶ ἐὰν οἱ ἐπερωτῶντες εἶναι 15 ἢ 20 ἐγγεγραμμένοι καὶ σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν πρέπει ὅλοι νὰ ὁμιλήσουν καὶ ὅταν γενικευθῇ ἡ συζήτησις θὰ ὁμιλήσουν καὶ οἱ ἄλλοι, τὶ θὰ γίνῃ τότε, δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἑνὸς ἄλλου τόσου χρόνου διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις ἢ θὰ περιορίσητε μὲ τὸν Κανονισμὸν εἰς τὸν πρῶτον ἢ εἰς τὸν δεύτερον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργόν; Τότε φθάνομεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε, ὅτι εἶναι ἀνελεύθερον τὸ μέτρον, ποὺ προτείνετε καὶ ἐὰν κάμητε τὸν περιορισμὸν εἰς δύο ἢ τρεῖς νὰ ἀνταπαντήσουν, πάλιν ἔχομεν μέτρον ἀνελεύθερον. Βεβαίως ἀπόλυτοι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴμεθα εἰς κανένα σημεῖον καὶ εἰς καμμίαν διάταξιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὕρωμεν λύσιν, ὥστε κατὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου νὰ δύναται ὁ ἐπερωτῶν νὰ ἀνταπαντήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἢ εἰς ὅσους θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαντήσουν. Καὶ ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, εἰσέρχομαι εἰς τὸ θέμα τῶν ἀναφορῶν. Τὸ θέμα τῶν ἀναφορῶν δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ μικρὰ θέματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν καὶ οὔτε ἀπὸ τὰ θέματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν καὶ ἀπόψε ὀλίγον. Διότι ναὶ μὲν ὁ ὑφιστάμενος Κανονισμὸς ἔχει μίαν διαδικασίαν, ἀλλὰ ἡ διαδικασία αὐτὴ εἶναι ἀτελὴς μέχρι σημείου, ὥστε ἀναφοραὶ καὶ μάλιστα αἱ περισσότεραι νὰ κατατίθενται ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ἔχουν καὶ δίκαιον, δὲν τοὺς ἀδικῶ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκήσουν ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν των καὶ ἐμμέσως τὰ ὑποβάλλουν διὰ τῶν ἀναφορῶν των, ἡ Κυβέρνησις δὲ καὶ ἡ Βουλὴ ἀκούει τὰ ἐξ ἁμάξης, ἀλλὰ διὰ νὰ τὰ ἀναπτύξουν δὲν εἶναι εὔκολον, ἀλλὰ τὰ εἰσάγουν διὰ τῶν ἀναφορῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ περιμένει ὁ λαὸς μίαν ἀπάντησιν ἐπάνω εἰς τὸ θέμα, ποὺ τὸν ἐνδιαφέρει καὶ τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἡ διοίκησις ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας κινεῖται σήμερον, δὲν τοῦ τὸ ἐπιλύει καὶ δι’ αὐτὸ προσφεύγει εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι μία ἐπαφὴ τῶν λαϊκῶν στρωμάτων μὲ τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὴν ἀφήσωμεν νὰ περνᾷ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας. Ὑποβάλλεται μία ἀναφορὰ καὶ ἔρχεται μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας πρὸς συζήτησιν. Ἐδῶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ταχυτέρα ἡ διαδικασία τῆς συζητήσεως τῶν ἀναφορῶν καὶ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ ἀναμένων μίαν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως μέσῳ τῆς Βουλῆς, νὰ λάβῃ γνῶσιν πότε θὰ ἐπιλυθῇ τὸ θέμα του. Μίαν σχετικὴν τροπολογίαν ἔχω ἐπ’ αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἐτυπώθη καὶ τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξω κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις εἰς τὸν Κανονισμόν, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ἡ αἴτησις ἢ ἡ ἀναφορὰ καὶ ἡ ἐρώτησις ἀκόμη τῶν βουλευτῶν κατατιθεμένη πρέπει ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ διαβιβάζεται εἰς τὸ Σῶμα ἢ νὰ διαβιβάζεται εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ ὁ ὁποῖος ἐντὸς 8 ἡμερῶν νὰ ὑποχρεοῦται νὰ ἀπαντᾷ καὶ νὰ μὴ παρατηρῆται τὸ σημερινὸν φαινόμενον ὅπου δὲν δίδει καμμίαν ἀπάντησιν ἢ τὴν δίδει μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας, ὁπότε δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορισθῇ ταχύτης τῆς διαδικασίας αὐτῆς τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ἐρωτήσεων, διότι εἶναι θέματα πολλὰ καὶ τὰ ὁποῖα θέματα δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν μὲ τὸ ἡμίωρον τοῦ σημερινοῦ Κανονισμοῦ. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ 6η ἀπογευματινὴ καὶ ὄχι ἡ 7η, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, πρέπει νὰ εἶναι ἡ ὥρα ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ πρώτη ὥρα νὰ εἶναι ἀφιερωμένη εἰς τὴν συζήτησιν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Τότε δὲν θὰ παρατηρῆται αὐτὸ τὸ σημερινὸν φαινόμενον. Ἐὰν πᾶτε εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Βουλῆς θὰ ἴδητε ὁλόκληρον ὄγκον ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνεκοινώθησαν εἰς τὸ Σῶμα, ἐνῷ ἔχουν παρέλθει 10 καὶ 15 ἡμέραι ἀπὸ τότε ποὺ κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ πρέπει αἱ ἀναφοραὶ καὶ αἱ ἐρωτήσεις νὰ συζητοῦνται καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, διότι αἱ διακοπαὶ τῆς Βουλῆς διαρκοῦν πέραν τῶν 6 μηνῶν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένουν χωρὶς συζήτησιν ἐπὶ τόσον χρόνον ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις τῶν πολιτῶν. Ἄλλωστε αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις δὲν ἀποτελοῦν ἔλεγχον, ἀλλ’ ἁπλῶς δι’ αὐτῶν ζητοῦνται πληροφορίαι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἕν ἄλλο θέμα σοβαρὸν τὸ ὁποῖον ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ χαρακτηρίσω ὡς «ἐπικίνδυνον παγίδα», εἶναι τὸ θέμα τῶν τροπολογιῶν. Ὁ κ. Πλατῆς ὁ εἰσηγητὴς τῶν τροπολογιῶν κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ὑπεστήριξεν, ὅτι αἱ τροπολογίαι θὰ πρέπει νὰ εἶναι σχετικαὶ μὲ τὸ ἄρθρον εἰς τὸ ὁποῖον ὑποβάλλονται. Ἐξ αὐτοῦ ἔλαβα ἀφορμὴν καὶ παρετήρησα, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἐπικίνδυνος. Οἱ βουλευταὶ δὲν θὰ δύνανται νὰ ὑποβάλλουν τροπολογίας παρὰ μόνον ἐπὶ τῶν ἀφορώντων τὸ ἄρθρον θέμα των. Ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἠδυνάμεθα νὰ ὑποβάλλωμεν τροπολογίας σχετικὰς μὲ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τῆς νέας τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ τοῦτο ἀποκλείεται. Ἐὰν ἐπὶ παραδείγματι νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας προάγει 10 γεωπόνους εἰς Τμηματάρχας Αʹ, ἡ τροπολογία ποὺ ἠμποροῦμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προαχθοῦν 10 ἀλλὰ μόνον 5 ἢ 15. Τροπολογίαν ὅπως πρῶτα, καθ’ ἥν, διδομένης εὐκαιρίας, δύνανται οἱ βουλευταὶ νὰ ζητήσουν διὰ τροπολογίας ὅπως περιληφθοῦν καὶ δασικοὶ καὶ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀναφέρεται εἰς θέματα τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία, εἰς τὸ ἴδιον νομοσχέδιον ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ διαλάβῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον διαφόρους ἑτεροκλήτους διατάξεις καὶ ξένας ἀκόμη ὅπως προχθὲς εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐξαγωγικοῦ Ἐμπορίου. Καὶ ἂν τὴν φέρῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ὁ Ὑπουργός, ὁ Κανονισμὸς διὰ τῆς πλειοψηφίας, τοῦ παρέχει τὴν εὐχέρειαν νὰ κριθῇ ἡ τροπολογία σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον. Εἶναι λοιπὸν ἐπικίνδυνος παγὶς ἡ τροπολογία αὕτη καὶ ἐτέθη κατὰ τρόπον ἀθῶον δῆθεν, ἀλλὰ δὲν μᾶς διέφυγε τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἀναφέρομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅπως ἔχει ἡ διατύπωσις, κ. συνάδελφοι, δὲν θὰ δύνανται οὔτε οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅπως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ὑποβάλλουν τροπολογίας καὶ νὰ προβάλλουν θέματα σχετιζόμενα μὲ τὸ νομοσχέδιον. Πρέπει τὰ νομοσχέδια νὰ ἀφοροῦν τὸ ἄρθρον μόνον.
§89Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τῆς εἰδικότητος ἐμπεριέχεται εἰς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι οὐδεμία προσθήκη ἢ τροπολογία γίνεται δεκτή, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν. Παρὰ ταῦτα, παρατηρεῖται τὸ φαινόμενον νὰ ὑποβάλλωνται τροπολογίαι ἄσχετοι πρὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ψηφίζωνται ἐπίσης διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἀνήθικοι διατάξεις, πολλαὶ τῶν ὁποίων, δυστυχῶς, προέρχονται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Δι’ αὐτὸ ἡ ἀρχὴ τῆς εἰδικότητος πρέπει νὰ διασφαλισθῇ.
§90Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἀσφαλῶς πρέπει νὰ τηρῆται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ μὴ γίνεται αὐτὸ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν μόνον. Καὶ δὲν εἶναι τώρα. Ἐγένετο καὶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὸν τελευταῖον νόμον περὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει διορισμούς, χαρισμοὺς φόρων, φαλκίδευσιν εἰσφορῶν τοῦ Ι.Κ.Α κλπ. Διάταξιν οὐσιαστικὴν ἀναφερομένην εἰς τὸν τίτλον του, ἔχει μόνον τὸ 3ον ἄρθρον. Παλαιότερον, σεῖς δὲν τὸ γνωρίζετε, διότι εἶσθε νέος βουλευτής, εἶχε γίνει ἐκτροπὴ εἰς ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 35 ὁ Βασιλεὺς παραπέμπει εἰς Ἐπιτροπὴν κατεπείγοντα νομοσχέδια. Ἀντὶ τῶν ἐπειγόντων, ἀποστέλλονται ὅλα τὰ νομοσχέδια ὡς κατεπείγοντα. Κατήντησε Βουλὴ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως. Λέγει τὸ νομοσχέδιον: «Θὰ πρέπει αἱ τροπολογίαι νὰ κατατίθενται τὸ βραδύτερον μέχρι τῆς κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως». Ἀλλὰ πότε θὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴ καὶ πότε εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον διὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως; Δὲν θὰ προλαμβάνουν καὶ δὲν θὰ συζητοῦνται.
§91Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε συνάδελφε, ἡ τροπολογία αὐτὴ εἶναι, δύναμαι νὰ εἴπω καθαρῶς ὑπηρεσιακή. Δὲν ἔχει οὔτε συμπολιτευτικὸν οὔτε ἀντιπολιτευτικὸν χαρακτῆρα. Ἐμελετήθη εἰς τὰς διαφόρους Ἐπιτροπὰς καὶ σχεδὸν ὑπήρξαμεν ὅλοι σύμφωνοι, πάντοτε, λέγω περίπου, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὰ λεχθέντα εἰς 30 περίπου συνεδριάσεις, λαβούσας χώραν πρὸ πενταετίας περίπου. Ἔχει ὑπηρεσιακὸν χαρακτῆρα καὶ ἐθεωρήθη ὅτι ἦτο ὀρθὸν νὰ γίνῃ διὰ τὴν καλὴν ἀπόδοσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Δὲν ἔχει αἰχμὴν οὔτε κατὰ τῶν βουλευτῶν, οὔτε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία.
§92Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην σας. Ὡς ἔχει ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου, ἀποκλείεται πᾶσα τροπολογία ξένη πρὸς τὸ συζητούμενον ἄρθρον. Ὁ περιορισμὸς ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συντάσσουν τὴν τροπολογίαν καὶ ποὺ κατὰ κανόνα ἀνήκουν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἄλλωστε διὰ τὰς τροπολογίας τὰς κυβερνητικὰς δὲν τίθεται κανεὶς περιορισμός. Τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ περιλάβῃ πάσης φύσεως διατάξεις. Μόνον ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ τροπολογῇ τὸν νόμον.
§93Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Θὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν. Αἱ περισσότεραι τροπολογίαι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλονται ὑπὸ κυβερνητικῶν βουλευτῶν.
§94Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Οἱ κυβερνητικοὶ βουλευταὶ ὑποβάλλουν τροπολογίας, διότι τοὺς φορτώνονται διάφοροι φίλοι των. Οἱ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὅμως ἀσχολοῦνται μὲ θέματα γενικώτερα, τὰ ὁποῖα ἀποφεύγει νὰ θίξῃ ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. Καὶ ἔρχεσθε μὲ τὸ νομοσχέδιον καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν οὔτε μίαν λέξιν, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσθέσῃ τὰ πάντα καὶ τῶν κυβερνητικῶν βουλευτῶν ἀκόμη, ἀφοῦ ἀποφάσει τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 17 ποὺ ψηφίζομεν θὰ θεωρεῖται σχετικὸν μὲ τὸ ἄρθρον.
§95Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω. Ἐπειδὴ προηγουμένως ἀνεφέρθητε εἰς ὅσα εἶπον, καὶ ἐπειδὴ ἐξεφράσατε τὸ παράπονον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέτει φραγμοὺς εἰς τὸ θέμα τῆς ὑποβολῆς τροπολογιῶν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνῷ ἡ ἰδίᾳ ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ ὑποβάλῃ οἱανδήποτε τροπολογίαν, σᾶς λέγω, ὅτι τοῦτο σημαίνει διαπίστωσιν διαρκοῦς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπαιτήσωμεν καὶ ἡμεῖς ὀλίγα ψιχία ἐκ τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀντιθέτως θὰ ἀγωνισθῶμεν μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις ὑπὲρ τῆς ἀπαρεγκλίτου τηρήσεώς των.
§96Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Αὐτὰ ποὺ ὑποστηρίζομεν δὲν εἶναι ξένα πρὸς τὸ Σύνταγμα. Εἶπον, ὅτι θὰ κριθῇ ἡ τύχη τῆς ὑποβαλλομένης τροπολογίας ἀπὸ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ μὲ τὸ ψηφιζόμενον ἄρθρον, ἀποκλείεται τοῦτο. Μόνον τοῦ συζητουμένου ἄρθρου ἐπιτρέπεται ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος τροπολογία. Ἂν εἶναι γενικὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν συζητεῖται. Ἄλλωστε εἰς ὁλόκληρον τὴν σύνοδον πλέον τῶν 5 ἢ τὸ πολὺ 10 νομοσχεδίων δὲν συζητοῦνται. Ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ ἐτῶν μετέβαλε τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος εἰς κανονικὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ περνᾷ ὅλα της τὰ νομοσχέδια. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ θίγω καὶ ἕνα ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρον. Πρόκειται διὰ τὰς προτάσεις νόμων, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται ὑπὸ βουλευτῶν καὶ σταματοῦν εἰς τὸ Ἀρχεῖον τῆς Βουλῆς ἢ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δὲν καταβάλλεται καμμία προσπάθεια διὰ νὰ συζητηθοῦν διότι δὲν ὑπάρχει διάθεσις τοῦ Προεδρείου νὰ τὰς κινήσῃ πρὸς τὸ Σῶμα.
§97Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε συνάδελφε, ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας πόσαι συνεδριάσεις διατίθενται διὰ κάθε νομοσχέδιον; Ἔχομεν νομοσχέδια ποὺ ἀπήτησαν 20 συνεδριάσεις καὶ ἔχομεν ἄλλα μὲ 30, μὲ 8, μὲ 10 συνεδριάσεις. Λοιπόν, τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως λόγῳ Κανονισμοῦ καὶ κατὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν τὸν ἐφαρμόζομεν, δὲν προωθεῖται. Ἐλπίζω τώρα μὲ αὐτό, τὸ ὁποῖον σεῖς κατηγορεῖτε, τὸ ὀκτάωρον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τὸ λέγω δωδεκάωρον καὶ δυνητικόν, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχωνται καὶ πρὸς συζήτησιν προτάσεις βουλευτῶν. Ὅταν, ὅμως, ἐκ τῶν κατατεθειμένων 50 νομοσχεδίων κατορθώνωμεν νὰ συζητῶμεν μόνον 3 καθ’ ἑκάστην σύνοδον, τὶ θέλετε νὰ γίνῃ; Αὐτὸ ζητῶ καὶ ἐγώ, διευκόλυνσιν.
§98Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶσθε καὶ σεῖς ἀπὸ χωριό....
§99Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Βεβαίως.
§100Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω μίαν λαϊκὴν παροιμίαν, ἐπειδὴ εἶσθε καὶ σεῖς ἀπὸ χωριό. Λέγουν, λοιπόν, εἰς τὰ χωριά, «στάζει ἡ μύτη σου γαμπρέ», καὶ ἀπαντᾷ ὁ γαμπρὸς «εἶναι ἀπὸ τὸ χειμῶνα». Τοῦ ἀπαντοῦν πάλι οἱ ὁμοχώριοί του, «ἂμ σὲ ξέρουμε καὶ ἀπὸ τὸ καλοκαίρι». (Γέλωτες). Ἐδῶ δὲν παρατηρεῖται εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον ἡ στασιμότης τῶν προτάσεων νόμων τῶν βουλευτῶν. Ἀπὸ ἔρευναν ποὺ ἔκαμα εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, εἶδον, ὅτι ὅλαι αἱ προτάσεις νόμων, αἱ κατατεθεῖσαι ἀπὸ τοῦ 1958, παραμένουν εἰς τὸ Ἀρχεῖον καὶ καμμία δὲν ἦλθε πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ὥστε τὸ ἐλάττωμα τοῦ γαμπροῦ, εἶναι καὶ ἀπὸ τὸ καλοκαίρι. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τῆς τηρήσεως τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, ὅτι πρέπει νὰ τηροῦνται ἐστενογραφημένα. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ προσέξωμεν, ὅμως, εἶναι τὸ ὅτι πρέπει νὰ ἀποστενογραφοῦνται εἰς σύντομον χρόνον καὶ εἰς τριπλοῦν. Τὸ ἕνα ἀντίτυπον νὰ μένῃ πρὸς ἔλεγχον εἰς χεῖρας τοῦ ὁμιλήσαντος βουλευτοῦ, τὸ ἄλλο θεωρούμενον ἀπὸ τὸν βουλευτὴν νὰ στέλλεται εἰς τὸ Τυπογραφεῖον καὶ τὸ τρίτον μὲ τὸ πρωτότυπον τὸ ἐστενογραφημένον. Ἐπίσης, ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιθυμῶ νὰ ἐπισημάνω τὴν προσοχὴν τῶν κυρίων συναδέλφων, εἶναι ἡ ἀναμετάδοσις τῶν συζητήσεων τοῦ Σώματος ἀπὸ τὸ Ε.Ι.Ρ., τὸ ὁποῖον ἀναμεταδίδει μόνον τὰ σημεῖα ποὺ ἐνδιαφέρουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Τὸ Ε.Ι.Ρ. κατήντησεν ὄργανον κυβερνητικόν, καὶ ὄχι, ὡς ἔπρεπεν, ὄργανον διαφωτίσεως τοῦ λαοῦ. Καὶ δικαίως διαμαρτύρεται ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι κομματίζεται. Διὰ νὰ σταματήσῃ ἡ ἀπαράδεκτος αὐτὴ κατάστασις, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν: Νὰ συντάσσεται δελτίον εἴτε ὑπὸ τοῦ Δ)ντοῦ τῆς στενογραφικῆς ὑπηρεσίας εἴτε ἀπὸ τὸν προϊστάμενον τῶν πρακτικῶν. Τὸ δελτίον νὰ συντάσσεται ὑπευθύνως, νὰ σφραγίζεται καὶ νὰ ἀναμεταδίδεται ὅπως θὰ εἶναι συντεταγμένον ἀπὸ τὸν Προϊστάμενον Δελτίου Τύπου. Ἓν ἀντίγραφον τοῦ Δελτίου αὐτοῦ, θὰ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ στέλλεται εἰς τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα νὰ διαπιστώνουν ἂν γίνεται ἀκριβὴς ἀναμετάδοσις τοῦ κειμένου τοῦ δελτίου τύπου. Καὶ ἐὰν μεταδίδωνται ἀνακρίβειαι, νὰ ἐπιβάλλωνται αὐστηρόταται κυρώσεις εἰς τοὺς ἐκφωνητὰς τοῦ Ε.Ι.Ρ. κατὰ τὸ ἄρθρ. 216 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἄλλως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαόν, ὅτι αἱ ἀναμεταδόσεις ὑπὸ τοῦ Ε.Ι.Ρ. εἶναι ξέναι πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ θὰ τὸ μεταδώσωμεν πρὸς ὅλα τὰ σημεῖα, διὰ νὰ μὴ γίνεται πιστευτὸν ὅτι ἐκφωνεῖται ὑπ’ αὐτοῦ. Περαίνων τὸν λόγον μου, κ. Πρόεδρε, ἔχω ἓν ἀκόμη θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾶ τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς. Ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, ὅπως εἶναι γνωστόν, εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ μικροὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους, ὅμως, κατὰ κανόνα, δὲν προσέχει κανείς. Λαμβάνεται μέριμνα ἐξυπηρετήσεως ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τῶν εὐνοουμένων καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ μικροί, οἱ ὁποῖοι προβάλλουν τὰ αἰτήματά των μὲ ὀρθὸν δικαιολογητικόν, μένουν κατὰ κανόνα ἔξω τοῦ νυμφῶνος. Οἱ κ. Ὑπουργοὶ δηλώνουν σὲ κάθε νομοσχέδιον, ὅτι θὰ φέρουν ἄλλο νομοσχέδιον διὰ νὰ συμπεριλάβουν καὶ τοὺς παραλειφθέντας. Καὶ δὲν τὸ φέρουν ποτέ. Διὰ τὴν Βουλήν, δὲν πρόκειται, κ. Πρόεδρε, νὰ φέρητε ἄλλην τροπολογίαν. Εἶναι εὐκαιρία νὰ ρυθμίσητε καὶ τὴν θέσιν τῶν ἐκτάκτων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ 12ετίας ὑπηρετοῦν τὸ Σῶμα περιμένοντες μονιμοποίησιν καὶ τοὺς ὑπηρετοῦντας γραφεῖς, γραφεῖς αʹ τάξεως μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ Γραμματέως αʹ, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ καταστοῦν δικαίως αἱ θέσεις των ἑνιαῖαι ὀργανικῶς, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ 1811)1951 Α.Ν. Τὰς ἀνωτέρω περιπτώσεις περιλαμβάνω καὶ εἰς τὴν τροπολογίαν μου τὴν ἔγγραφον. Δὲν ἔχω πάρει ἀπὸ τροπολογίας ἄλλων συναδέλφων, διότι οὔτε γνωρίζω, οὔτε μὲ ἠνώχλησε κανεὶς ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος ἐκδηλώνει πατρικὴν στοργὴν ὑπὲρ αὐτῶν, θὰ θελήσῃ νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημά των. Ἂς υἱοθετήσῃ τὰς τροπολογίας συναδέλφων, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ υἱοθετῶ. Ἐργάζονται ἀπὸ 12ετίας καὶ δὲν καθίσταται δυνατὸν νὰ μονιμοποιηθοῦν, οὔτε νὰ ἐξελιχθοῦν βαθμολογικῶς. Αὐτὰ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, κ. βουλευταί, καὶ ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ συμφωνήσητε εἰς πολλὰ σημεῖα τῶν ἀπόψεών μου, κυρίως δὲ εἰς τὸ θέμα τῶν Γραμματέων τῶν βουλευτῶν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τὸν ἀπαιτούμενον ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἀριθμὸν βουλευτῶν, δι’ ἧς ζητεῖται ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου ἀγορεύσεως εἰς τὸ ¼ τῆς ὥρας, λόγῳ τοῦ ὅτι ἔχει ἐξαντληθῆ τὸ θέμα.
§102Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὁμιλῶν κατὰ τῆς προτάσεως περιορισμοῦ τοῦ χρόνου, ὑπεστήριξα, ὅτι καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἠγέρθη παρόμοιον θέμα καὶ ἀπεσοβήθη ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου ἀγορεύσεως, διότι ἐγένετο δεκτόν, ὅτι πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει μὲ ἄνεσιν χρόνου, ὅλαι αἱ παρατάξεις καὶ ὅλοι οἱ βουλευταὶ νὰ ἐκθέσουν τὰς ἀπόψεις των. Οἱ αὐτοὶ λόγοι ἀντιτάσσονται καὶ σήμερον κατὰ τῆς προτάσεως, κ. Πρόεδρε, δεδομένου δέ, ὅτι δὲν ὑπολείπονται παρὰ 5–6 βουλευταί, ζητοῦμεν τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως.
§103Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν ἐτόνισα, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἔχει ἰδίαν ἀρχήν. Ἡ ἀρχή του, εἶπον, ἐμπεριέχεται εἰς πλείστας ρητὰς καὶ ἐν πολλοῖς λεπτομερειακὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Εἶπον, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ τριαδική. Ἤτοι, ἀρχὴ Δημοκρατική, Ἀντιπροσωπευτική, Κοινοβουλευτική. Πέραν αὐτοῦ, ὁ Κανονισμὸς δὲν ἀποτελεῖ νομοθέτημα, ἀλλὰ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, οἱονεὶ ηὐξημένης μάλιστα ἰσχύος καὶ διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς τασσόμεθα ὑπὲρ τῆς προτάσεως.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δέχεται ὅπως περιορισθῇ ὁ χρόνος ἀγορεύσεως τῶν ὑπολοίπων ρητόρων εἰς τὸ ¼ τῆς ὥρας;
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ κ.κ. Σ. Ἀλλαμανῆς καὶ Ε. Ζαννῆς, οἵτινες ἀπουσιάζουν, διαγράφονται. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Φιλιππίδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§107Α. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις, διὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως;
§109Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ὁ κ. Πλυτᾶς, κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του, δὲν ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος λεπτομερειακὰ στατιστικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὰ πρακτικά. Ἐπειδὴ πρόκειται καὶ περὶ κονδυλίων ἀφορώντων τὴν περιφέρειάν μου, θὰ ἤθελα νὰ πληροφορηθῶ πόθεν ἠρύσθη τὰ στοιχεῖα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ κ. Πλυτᾶς, ἀγορεύων ἐδήλωσεν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ καταθέσῃ, διὰ νὰ περιληφθοῦν εἰς τὰ πρακτικά, ὡρισμένα στατιστικὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ μὴ καταπονήσῃ τὴν Βουλὴν ἀναγινώσκων ταῦτα.
§111Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, φέρομαι διακόψας τὸν τότε ἐπὶ τοῦ βήματος συνάδελφον κ. Τρικούπην, τὴν στιγμὴν ποὺ ἐπέκρινε τὴν Ἀντιπολίτευσιν διὰ τὴν τακτικὴν ποὺ ἠκολούθησε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ διὰ τὴν γυμνότητα δῆθεν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησε. Δηλαδὴ ὡς πανικοβληθείς, φέρομαι ἀμυνόμενος καὶ ἐπικαλούμενος τὸν Κανονισμόν, νὰ διακοπῇ ἡ ὁμιλία τοῦ ρήτορος. Δὲν παρεκάλεσα, κ. Πρόεδρε, νὰ τὸν διακόψητε, ἀλλὰ διεμαρτυρήθην διὰ τὴν τακτικὴν τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκε τὴν παρέλκυσιν τῆς συζητήσεως. Περαιτέρω δὲ ἀνέφερα ὡρισμένα στοιχεῖα, ὅπως τὴν Ὁμόνοιαν, τὸν Λυκαβηττόν, τὴν Πάρνηθα καὶ οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἀναγράφεται. Ἢ θὰ γραφῇ ὁλόκληρος ἡ διακοπὴ ἢ νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς, διὰ νὰ μείνῃ παρθενικὴ ἡ ὁμιλία τοῦ κ. συναδέλφου.
§112Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διακοπὴ τοῦ κ. συναδέλφου ἦτο αὐτή, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται, μὲ τὴν διαφοράν, βεβαίως, ὅτι δὲν ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου ἦτο 4λεπτος ὡς ἐκ τυπογραφικῆς ἀσφαλῶς ἀβλεψίας ἀναγράφεται, ἀλλὰ 40λεπτος. Ἄλλη προσθήκη δὲν ἠκούσθη. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἐπιμείνῃ, ἂς περιληφθοῦν οἱ λόγοι του εἰς τὰ πρακτικά.
§113Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ πῶς ἠκούσθη αὐτὸ καὶ ὄχι τὰ ἄλλα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐπιμένω καὶ ἂς διαγραφῇ ἡ διακοπή μου.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ὡς διωρθώθησαν.
§117Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ τετάρτου, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἀναφορικῶς πρὸς ὅσα εἶπε προηγουμένως ὁ κατελθὼν τοῦ βήματος κ. συνάδελφος. Διὰ μὲν τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ γραμματέως παρ’ ἑκάστῳ βουλευτῇ, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ λάβω, βεβαίως, πρωτοβουλίαν, διότι εἶναι μία δαπάνη 10 ἑκατομμυρίων περίπου δραχμῶν ἐτησίως. Ὑπολογίζω, ὅτι ἕκαστος γραμματεὺς θὰ πρέπει νὰ λαμβάνῃ μηνιαίως 2.000–2.500 δραχ., 750.000 κατὰ μῆνα, ἤτοι θὰ ἀπαιτοῦνται περίπου 10 ἑκατομμύρια ἐτησίως. Ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ μία τοιαύτη σκέψις. Διὰ δὲ τὸ θέμα τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι διάκειμαι συμπαθῶς πρὸς αὐτούς. Δὲν γνωρίζω κατὰ ποίαν δικονομίαν θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὸν Κανονισμὸν αὐτὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει σκέπτομαι, χωρὶς νὰ ἀποτελῇ δήλωσιν ἀποδοχῆς, ἀλλὰ ἁπλῶς ἔκφρασιν τῆς σκέψεώς μου μετ’ ἐπιφυλάξεως, ὅπως οἱ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις ἔχοντες ὡρισμένον ἀριθμὸν ἐτῶν ἔκτακτοι ὑπάλληλοι κριθοῦν, κατὰ τρόπον ἀμετάκλητον καὶ ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀπὸ μέλη τοῦ ΑΣΔΥ, οὕτως ὥστε καὶ αὐτοὶ νὰ τακτοποιηθοῦν κατά τινα τρόπον. Πάντως, προκειμένου νὰ δεχθῶ τὴν σχετικὴν τροπολογίαν, θὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ τροπολογία αὕτη ἐὰν γίνῃ δεκτὴ θὰ διατυπωθῇ κατὰ τρόπον ἀπολύτως ἀδιάβλητον. Οἱ ἐν λόγῳ ὑπάλληλοι θὰ κριθοῦν ὑπὸ ἀνωτάτων δικαστικῶν.
§118Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ὡς πρὸς τὴν ἐξίσωσιν τῶν ἄλλων νεαρῶν ὑπαλλήλων, τί ἔχετε νὰ εἴπητε; Ὑπάρχει σχετικὴ τροπολογία.
§119Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς τροπολογίας αὐτῆς, θὰ ὁμιλήσω.
§120Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνόμιζα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁμιλίας του προηγουμένως θὰ ἀνεφέρετο εἰς τὴν πρότασιν τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀγορεύσεως εἰς τὸ τέταρτον καὶ δὲν τὸν διέκοψα. Ἐπιθυμῶ, ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον, τὰς ἐπανειλημένας δηλώσεις του, ὅτι ἐπιθυμία του ἦτο νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέραν ἄνεσιν διὰ νὰ ἀναπτύξουν οἱ ρήτορες τὰς ἀπόψεις των διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ διαβλητὴ ἡ συζήτησις, ἐπίσης δὲ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἀπόφασις ψηφίσεως τῆς προτάσεως ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἐλήφθη δι’ ὑφαρπαγῆς τῆς ψήφου τῶν βουλευτῶν. Φαίνεται, ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος, ἐλησμόνησεν αὐτὸ ποὺ κατ’ ἐπανάληψιν ἐδήλωσε καὶ ἀφῆκε τὸν Κανονισμὸν ἔκθετον καὶ διαβλητὸν διὰ νὰ ψηφισθῇ οὗτος διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς συζητήσεως ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας. Βεβαίως δὲν ἔχει ἀποφασιστικὴν σημασίαν ἡ γνώμη τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀρχὴ τοῦ νομοθετήματος ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Διότι εὐθέως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἔχει ἀρχήν. Ἐπὶ τοῦ θέματος ὅμως αὐτοῦ, ὁλόκληρος ἡ ὑπόλοιπος Ἀντιπολίτευσις ἔχει ἀντίθετον γνώμην καὶ διετύπωσε τὰς ἀπόψεις της. Συνεπῶς, ἡ καθιέρωσις περιορισμοῦ τῆς ὁμιλίας τῶν ρητόρων εἰς τὸ τέταρτον, δημιουργεῖ θέμα πολιτικῆς, κοινοβουλευτικῆς καὶ ἠθικῆς τάξεως καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ὑπαναχωρεῖ εἰς ὅσα ἐπανειλημμένως ἐδήλωσε περὶ ἀνέτου συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§121Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Κύριε συνάδελφε, μαθήματα ἠθικῆς τάξεως, δὲν δέχομαι. Θέλω ὅμως, νὰ εἴπω τοῦτο: Ἐὰν λέγητε, ὅτι ἐπωφελοῦμαι τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐπιβάλω τὸν Κανονισμόν, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ ἀνεχθῶ ὅπως τὰ μειονεκτήματα τοῦ ἰσχύοντος χρησιμοποιηθοῦν διὰ νὰ μὴ ψηφισθῇ ὁ νέος Κανονισμός. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι εἶπον, πράγματι τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω. Ὅτι δηλαδὴ θὰ ἤθελον, ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ μὲ ἄνεσιν. Εἶναι ὅμως ἡ ἕκτη συνεδρίασις σήμερον καὶ συζητοῦμεν ἀκόμη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἀναφερόμεθα καὶ εἰς τὰ ἄρθρα καὶ γίνονται παραλλήλως καὶ διατριβαὶ περὶ Κοινοβουλευτισμοῦ, περὶ Δημοκρατίας καὶ περὶ ἄλλων τινῶν. Δὲν εἶναι λοιπόν, δυνατόν, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας, ἐὰν δὲν τεθῇ εἷς φραγμός. Ἐάν, βεβαίως, εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας συνεδριάσεις ἐτελειώναμεν, οὐδεμία ἐκ μέρους μου, θὰ ὑπῆρχε διαφωνία. Ἀλλὰ ὅταν βλέπω, ὅτι βαδίζομεν πρὸς τὴν δεκάτην συνεδρίασιν συζητοῦντες ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ὁ ἰσχύων Κανονισμός, ἔχει ἀνάγκην τροποποιήσεως, τὸ ταχύτερον.
§122Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι κατὰ τὴν ἐπὶ τόσας ἡμέρας διεξαγωγὴν συζητήσεως ἐπὶ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἀνυπάρκτου ἀρχῆς τοῦ Κανονισμοῦ, οἱ ὁμιληταὶ ἀναφέρονται ἐπὶ τῶν εἰς τὸ Σύνταγμα περιεχομένων ἀρχῶν τῆς Δημοκρατίας κατὰ μικρὸν ποσοστὸν καὶ κατὰ τὰ 9)10 τῆς ὁμιλίας των εἰς τὰ κατ’ ἰδίαν ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ. Συνεπῶς, ἡ συζήτησις δέον νὰ συνεχισθῇ ἀλλὰ κατ’ ἄρθρον.
§123Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι πρωτάκουστον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. συνάδελφος, λέγων, ὅτι τὸ θέμα τῆς Δημοκρατίας εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἡ Δημοκρατία ἐκφράζεται καὶ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν διαδικασίαν καὶ ταύτης μία τῶν οὐσιωδῶν προϋποθέσεων εἶναι ὁ Κανονισμὸς ὁ διέπων τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἀποτελεῖ πλάνην ἡ προσπάθεια ἀπομονώσεως τῶν δύο θεμάτων εἰς στεγανὰ διαμερίσματα. Ἐξ ἄλλου, ἐὰν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει κατ’ ἐξοχὴν ἀρχήν, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ὁ Κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ τῆς ὁμαλῆς κοινοβουλευτικῆς λειτουργίας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὀρθῶς πολλοὶ τῶν κ.κ. συναδέλφων, ἀνεφέρθησαν κατὰ τὰς ὁμιλίας των καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων εἰς τὸ ὅλον πλαίσιον τῆς συζητήσεως, διὰ νὰ ἐνισχύσουν ἀκριβῶς τὰς ἀπόψεις των ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Κανονισμοῦ.
§124Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοήσατε, ἀσφαλῶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχει θέμα σαφῶς προσωπικόν, διότι ὁ κ. συνάδελφος, ἀποδίδει εἰς ἐμὲ ἀλλοίαν γνώμην τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ἐξενεχθείσης. Βεβαίως, εἶναι πρωτάκουστον, ὅτι ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἄσχετος πρὸς τὴν Δημοκρατίαν, ἀντιθέτως ἀποτελεῖ οὐσιῶδες μέσον ἐφαρμογῆς τῆς Δημοκρατίας. Τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἔχει ἰδίαν ἀρχήν. Ὁμιλήσαμεν προηγουμένως ἐπ’ αὐτοῦ. Ἂν παρεβιάσθη ἐσχάτως τὸ Σύνταγμα, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τοὺς θεσμούς, ἀλλ’ εἰς λόγους ἐκτὸς τῶν θεσμῶν κειμένους καὶ πρὸ παντὸς ἐκτὸς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἄλλο πρᾶγμα Δημοκρατία, Σύνταγμα, Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἄλλο πρᾶγμα παραβίασίς των διὰ λόγους ἐκτὸς τῶν διατάξεών των κειμένους.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§126Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὑπεστηρίχθη, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἔχει ἀρχήν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ μὲ ἐκπλήττει. Διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιδιώκεται νὰ καταστοῦν ἐναργεῖς, ἐλάχιστοι ἄλλως τε, διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀναφερόμεναι εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος. Ἀλλὰ περισσότερον ἀπὸ τοῦ νὰ καταστοῦν ἐναργεῖς αἱ διατάξεις αὗται τοῦ Συντάγματος, ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἐκδηλωθοῦν οἱ ἄγραφοι κοινοβουλευτικοὶ θεσμοί, οἱ ὁποῖοι δὲν διατυποῦνται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ ὁποῖοι ὅμως ἰσχύουν ὡς παγία παράδοσις διὰ νὰ ἐπιτελεσθῇ ἡ εὔρυθμος λειτουργία τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ὄχι μόνον, συνεπῶς, ἔχει ἀρχὴν ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ πρόκειται νὰ διοχετευθοῦν καὶ εἰς αὐτὸν διατάξεις τοῦ Συντάγματος, σχέσιν ἔχουσαι μὲ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Διετυπώθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται πρὸς ψήφισιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διετυπώθησαν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ ὅτι αὗται δὲν ἀποτελοῦν σκέψεις τῆς σήμερον ὑφισταμένης καταστάσεως. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Καὶ συμφωνῶ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα εὐρύθμου λειτουργίας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, διότι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀποδεκτὸν καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθημεν πρὸ πολλῶν ἐτῶν μέσα εἰς ἕνα πνεῦμα ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καὶ μία ἐμπιστοσύνη τὸ πνεῦμα, λέγω, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε τότε ὑπάρχει ἄραγε καὶ σήμερον; Πιστεύει, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑπάρχει καὶ σήμερον τὸ ἴδιον κλῖμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ αἱ ἴδιαι συνθῆκαι διὰ νὰ ἐφαρμοσθοῦν αἱ διατάξεις αὐταί, ὅπου καθημερινῶς ἔχομεν συμπτώματα, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τοῦ Σώματος παραβιάζεται καταφώρως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ψηφιζόμεναι θὰ τηρηθοῦν; Ἤδη πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ἐγένετο παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐθεσπίσθη ὁ περιορισμὸς τῆς ἀγορεύσεως τῶν ρητόρων εἰς τὸ τέταρτον. Χθὲς ἐγένετο τὸ ἴδιον. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ ἀγορητῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ κ. Πρόεδρος ἐτήρησεν ἀπαραιτήτως τὸ τέταρτον. Προκειμένου ὅμως περὶ ἀγορητῶν τῆς Συμπολιτεύσεως ἐδέχθη τὴν παραβίασιν τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως καὶ οἱ ρήτορες ὡμίλησαν εἰς διπλάσιον καὶ τριπλάσιον χρόνον. Ὅταν λοιπόν, αὐτὰ τὰ φαινόμενα παραβιάσεως ἐμφανίζονται σήμερον εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι αἱ ψηφιζόμεναι διατάξεις θὰ λειτουργήσουν πρὸς ὄφελος καὶ διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου; Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, ἐπαναλαμβάνομεν καὶ πάλιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Σώματος νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Νὰ διατηρήσωμεν τὴν πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Νὰ διατηρήσωμεν ἐν ἰσχύϊ τὰς διατάξεις τοῦ ὑπάρχοντος Κανονισμοῦ καὶ ἔχομεν ὅλον τὸν χρόνον ὅταν φθάσωμεν εἰς ὁμαλωτέρας ἡμέρας καὶ πρὸ παντός, ὅταν ὑπάρξῃ καλὴ πίστις νὰ θεσπίσωμεν ἀδιαβλήτους διατάξεις εἰς ἕνα νέον Κανονισμὸν τοῦ Σώματος.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τοὺς κ.κ. Τρικούπην καὶ Πλυτᾶν, τὸ Προεδρεῖον, ἔδωσε τὴν εὐχέρειαν νὰ ὁμιλήσουν περισσότερον ἀπὸ τὸ ¼, διότι ἐπρόκειτο περὶ τῶν παρθενικῶν λόγων των καὶ εἴθισται εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς νὰ παρέχεται ἡ εὐχέρεια νὰ ὁμιλοῦν περισσότερον.
§128Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τέταρτον, κ. Πρόεδρε, ἐπροτάθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν πρὸ τριῶν συνεδριάσεων καὶ ἐφηρμόσθη μόνον ἐπὶ δύο βουλευτῶν τῆς ΕΔΑ καὶ ἑνὸς νομίζω τοῦ Κέντρου. Πάντες οἱ λοιποὶ ρήτορες ὡμίλησαν κατὰ βούλησιν τῇ ἀνοχῇ τοῦ Προεδρείου καὶ ἐπὶ θεμάτων πέραν τῆς ἐπερωτήσεως εὑρισκομένων. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν αὐτό. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑπὸ τὰ δεδομένα αὐτά, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ νέος Κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως, ὁ κ. Πρόεδρος, ὑπεστήριξεν, ὅτι μὲ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν, καθυστερεῖ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ὑπάρχει μέγα νομοθετικὸν ἔργον, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Πράγματι, κ.κ. βουλευταί, ὑπάρχει καθυστέρησις εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον, ἀλλ’ ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δὲν ἐξετίμησεν ὀρθῶς τοὺς λόγους συνεπείᾳ, τῶν ὁποίων ὑφίσταται αὐτὴ ἡ καθυστέρησις.
§129Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Τὸ κόμμα σας, μὲ ἐβοήθησε πολλάκις εἰς τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων κατὰ τὴν προεκφώνησιν. Αὐτὸ τὸ ἀναγνωρίζω.
§130Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐξ αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάθεσις κωλυσιεργίας κατὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς. Ὅταν ὅμως ἔρχωνται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου καὶ δηλοῖ ἐκ τῶν προτέρων ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ δεχθῇ τροπολογίας, εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν νὰ μὴ παραταθῇ ἡ συζήτησις διὰ νὰ πληροφορηθῇ τοὐλάχιστον ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τί ψηφίζομεν; Καὶ ἐπειδὴ βλέπω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ μειδιᾷ, θὰ φέρω ὡς παράδειγμα τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων. Ὅπως γνωρίζητε, τῇ ἐπιμονῇ τῆς Κυβερνήσεως, ἐψηφίσθησαν αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι τὴν εἴσπραξιν τῶν εἰσφορῶν, τὰς ὁποίας ὅμως ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, ἠναγκάσθη νὰ τροποποιήσῃ, μόλις ἐπέστη ἡ στιγμὴ τῆς ἐφαρμογῆς των καὶ διεπίστωσεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθοῦν αἱ εἰσφοραὶ μὲ τὸν εἰσπράκτορα καὶ τὸν χωροφύλακα. Ἦτο δυνατὸν λοιπὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο μὲ διατάξεις τοιούτου περιεχομένου, νὰ μὴ παραταθῇ ἐπὶ μακρὸν ἡ συζήτησις;
§131Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κάμνετε λάθος, κ. συνάδελφε. Ἡ τροποποίησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, δὲν ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως, ἀλλὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ εἰσοδήματος βάσει τοῦ ὁποίου θὰ προκύπτῃ εἰσφορά. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἔπρεπε νὰ χρειασθοῦν 5½ μῆνες διὰ νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τί ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἢ τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐπὶ 5½ μῆνας ἐκωλυσιεργούσατε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἠναγκάζεσθο νὰ ἐπαναλαμβάνητε τὰ αὐτὰ πράγματα καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα;
§132Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐχρειάσθησαν 5½ μῆνες, κ. Ὑπουργέ, διότι ἐδηλώσατε, ὅτι δὲν δέχεσθε τροπολογίας καὶ ἔπρεπε νὰ πληροφορηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν ἡμεῖς καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλατε νὰ θεσπίσητε σεῖς. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Καμβύσης). Περαιτέρω, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τὴν καθυστέρησιν τοῦ Σώματος εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, ἐπεκαλέσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ Κοινῆς Ἀγορᾶς. Ἡ ἐπιλογὴ ὑπῆρξε λίαν ἀτυχής. Ὅλοι γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, πῶς ἦλθεν εἰς φῶς καὶ πῶς ἐπληροφορήθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ὑπογραφὴν τῆς Συμβάσεως, περὶ συνδέσεως τῆς Ἑλλάδος μὲ τὰς χώρας τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς. Ἦτο, λοιπόν, δυνατὸν ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου καὶ μὲ περιεχόμενον τοσαύτης σημασίας νὰ μὴ παραταθῇ ἡ συζήτησις; Ἐκτός, ὅμως, αὐτῶν, ἡ καθυστέρησις τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, ὀφείλεται εἰς τὴν ἄνευ προηγουμένου πολυνομίαν, ἡ ὁποία ἀπολήγει εἰς φοβερὰν μάστιγα τοῦ δημοσίου βίου τῆς χώρας. Οὐδέποτε Ὑπουργὸς ἐμελέτησε σοβαρῶς τὰ θέματα τοῦ Ὑπουργείου του καὶ νὰ φέρῃ ἕνα νομοσχέδιον πρὸς ρύθμισιν ὅλων τῶν θεμάτων του, ἀλλ’ ἀναγκάζεται νὰ τροποποιῇ σήμερον τὴν μίαν διάταξιν καὶ αὔριον τὴν ἄλλην, εἰς τρόπον ὥστε, νὰ εἶναι δύσκολον νὰ εὕρωμεν τί ἰσχύει καὶ τί ἔχει καταργηθῇ. Ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον, δὲν ἐπεδείχθη ἀπὸ πλευρᾶς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προεδρείου ἀκόμη, ἡ ἀπαιτουμένη καλὴ πίστις. Τὸ Προεδρεῖον, κατ’ ἐπανάληψιν ἀπέδειξεν, ὅτι εἰς τὰς διαφόρους ἐνεργείας του ὠθεῖται μόνον ἀπὸ κομματικὰ κριτήρια. Πῶς εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν ὑπὸ τοιοῦτον κλῖμα καὶ ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις νὰ ψηφίσωμεν νέον Κανονισμόν, τοῦ ὁποίου σκοπὸς θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀνύψωσις τοῦ ἐπιπέδου τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ; Ἡμεῖς, κύριοι βουλευταί, πιστεύομεν, ὅτι πέραν οἱωνδήποτε θετικῶν διατάξεων, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας καὶ οἱ βουλευταὶ καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἡ συναίσθησις τῆς εὐθύνης ἡμῶν ἔναντι ἐκείνου ποὺ ἀποκαλοῦμεν Κοινοβουλευτισμόν. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἡ ἔννοια τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ νὰ μὴ θεωρῆται τρωθεῖσα, ὅταν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Προεδρεῖον κινοῦνται πάντοτε μὲ βάσιν τὸ κομματικὸν συμφέρον. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφερθῶ εἰς μερικὰ συγκεκριμένα στοιχεῖα. Προχθές, τῇ συνεργίᾳ τοῦ Προεδρείου, ἀνεγνώσθη κατὰ τρόπον ἐπίσημον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀναφορὰ ἰδιώτου, διὰ τῆς ὁποίας διεψεύδετο βουλευτής, σχετικῶς μὲ τὰ στοιχεῖα καὶ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει τὴν κομματικὴν πρόθεσιν τοῦ Προεδρείου καὶ δὲν ὑποβιβάζει τὸν κοινοβουλευτισμόν; Ἐκτός, ὅμως, αὐτοῦ, κατὰ τὰ τελευταῖα 2–3 χρόνια ὑπάρχει μία δραστηριότης τῶν κρατικῶν ὀργάνων, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ μόνης ἀποδεικνύεται ἡ κομματικὴ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἐκ ταύτης πτῶσις τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Ἔχω εἰς χεῖρας μου, κύριοι βουλευταί, ἀπαντήσεις τινὰς Κοινοτικῶν Συμβουλίων μιᾶς περιφερείας, εἰς τὰς ὁποίας ἀναφέρουν, ὅτι ἂς μένῃ τὸ ὄψιμον ἐνδιαφέρον τῶν ἐκπροσώπων τῆς ΕΔΑ διὰ τὰ ζητήματα τῶν κτηνοτρόφων, διότι τὰ θέματα αὐτῶν ἔχουν ἐναποτεθῆ εἰς τὴν φροντίδα καὶ τὴν προστασίαν τῆς ἐθνικῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἀπαντήσεις αὐταὶ εἶναι ἀκριβῶς πανομοιότυποι καὶ μὲ τὴν αὐτὴν κόπιαν, ὅπερ δηλοῖ ὅτι ἐτυπώθησαν εἰς τὴν αὐτὴν γραφομηχανὴν τῆς Νομαρχίας ἢ τοῦ Ἀστυνομικοῦ Σταθμοῦ. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, τὸ Κράτος διδάσκῃ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν συμπεριφορὰν τῶν κρατικῶν ὀργάνων πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν σήμερον περὶ νέου Κανονισμοῦ, ἀποσκοποῦντος τὴν ἐξύψωσιν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ; Ἡ ἰδία περίπτωσις εἰς 7 τὸν ἀριθμὸν Κοινότητας τοῦ Νομοῦ Πρεβέζης, περιλαμβάνονται αἱ αὐταὶ ἀπόψεις. «Ἔχομεν τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἄλλων».
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, παρῆλθε τὸ τέταρτον καὶ ὁμιλεῖτε ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. Παρακαλῶ, τελειώνετε.
§134Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, ἐφ’ ὅσον ἐπιμένετε, καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐαγγελίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§136Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι, φέρονται ὅτι ἔχουν σκοπὸν νὰ διευκολύνουν τὸ νομοθετικὸν καὶ ἐλεγκτικὸν ἔργον τοῦ Σώματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸν εὐχαριστήριον λόγον του ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ του ὡς Προέδρου τοῦ Σώματος, εἶχεν εἴπει, ὅτι τὰς τροποποιήσεις ποὺ θὰ προτείνῃ, σκοπὸν θὰ εἶχον τὴν ἐπιτάχυνσιν τοῦ νομοθετικοῦ καὶ τοῦ ἐλεγκτικοῦ ἔργου τοῦ Σώματος καὶ τὴν ἐξύψωσιν τούτου. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἐξύψωσις τοῦ Σώματος δὲν θὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν ταχύτητα τοῦ ἔργου, ἀλλὰ ἐὰν τὸ ἔργον ἐκτελῆται καλῶς. Ἐρωτᾶται, ὅμως, ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον λειτουργῇ καλῶς, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν καὶ ἔναντι τῆς Δημοκρατίας. Πρώτη ἡ Κυβέρνησις δὲν τηρεῖ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως συζητοῦνται σχέδια Ν. Δ. ποὺ ἔχουν τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐπείγοντος. Ἡ Κυβέρνησις, ὅμως, μὴ ἐφαρμόζουσα τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, φέρει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως πληθώραν ὑπηρεσιακῶν σχεδίων Ν. Δ. καὶ οὕτω καθιστᾷ τὴν Ἐπιτροπὴν ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπίσης, ἡ Κυβέρνησις, μὴ σεβομένη τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, δὲν φέρει πρὸς κύρωσιν ἐνώπιόν της πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ποὺ τὸν τελευταῖον καιρὸν ἐκδίδονται ἀθρόως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ρύθμισις τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπραγματοποιήθη διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἔχουν παρέλθει 2 ἔτη ἀφ’ ἧς ἐξεδόθησαν αὐταὶ αἱ πράξεις καὶ μέχρι σήμερον ἡ Κυβέρνησις δὲν τὰς ἔφερε πρὸς κύρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πέραν αὐτῶν, ἡ ἀπουσία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀποφυγὴ τούτου νὰ ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποδεικνύουν τὸ πῶς σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις τὴν λειτουργίαν τῶν Κοινοβουλευτικῶν μας θεσμῶν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς, ὅτε ἡ ΕΔΑ ἦτο ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις, δὲν κατώρθωσε νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν του κοινωνικὰ καὶ ζωτικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσαν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ περιφρόνησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι καὶ ἡ περιφρόνησις ὡρισμένων Κρατικῶν Ἀρχῶν ἔναντι τῶν βουλευτῶν. Ἡ συνεχὴς παρακολούθησις τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κυρίως δὲ τῆς ΕΔΑ, μέχρι τοῦ σημείου νὰ κακοποιοῦνται οἱ βουλευταὶ αὐτῆς, δεικνύει εἰς ποῖον σημεῖον ἡ Κυβέρνησις μὲ τὰς πράξεις της κατέβασε τὸ κῦρος τοῦ βουλευτοῦ. Δὲν ὑπάρχει κίνησις βουλευτοῦ τῆς ΕΔΑ ποὺ νὰ μὴ παρακολουθῆται. Ξεύρετε ποίαν ἐντύπωσιν προκαλοῦν; Δὲν ἀγανακτοῦν μόνον οἱ ὀπαδοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ ἀγανακτοῦν καὶ οἱ ὀπαδοὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν αὐτὰ συντελοῦνται, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυψωθῇ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου; Πρόσφατα γεγονότα περιφρονήσεως τῆς Βουλῆς, εἴχομεν τελευταίως καὶ ἐκ μέρους Ὑπουργοῦ τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠρνήθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς βουλευτὴν τοῦ Κέντρου ἐπὶ ἐρωτήσεώς του. Ἀκόμη καὶ τὸ σημερινὸν γεγονός, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς ἠμπόδισεν ὁμιλίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς ΕΔΑ. Ὅταν ἐκλείψουν αὐτά, τότε θὰ ἐξυψωθῇ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὄχι μὲ τὰ περιοριστικὰ μέτρα ἐναντίον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ποὺ προτείνει διὰ τῶν τροπολογιῶν τοῦ Κανονισμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ΕΔΑ εἰς τὴν ὁμιλίαν του εἶπεν, ὅτι ἄγραφοι κοινοβουλευτικοὶ κανόνες ρυθμίζουν τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Πράγματι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ΕΔΑ εἶχε δίκαιον. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε Κανονισμός, ἐρωτᾶται, πῶς θὰ λειτουργοῦσε τὸ Κοινοβούλιον; Ὁ Κανονισμὸς ἐθεσπίσθη διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς μειοψηφίας ἔναντι τῆς δυνάμεως τῆς πλειοψηφίας. Διὰ τῶν προτεινομένων τροπολογιῶν δὲν ἐξασφαλίζεται ἡ μειοψηφία, ἀλλὰ μειοῦται ὁ ρόλος αὐτῆς. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 περὶ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων καὶ διὰ τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας τίθεται περιορισμὸς ὡς πρὸς τὴν ἀναγνώρισιν ἀρχηγοῦ Κόμματος καὶ περιορίζει τοῦτον εἰς τὸ νὰ ὁμιλῇ δι’ ὡρισμένας περιπτώσεις, ἐνῷ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ὁμιλοῦν ἀπεριορίστως. Ὁ περιορισμὸς οὗτος στρέφεται ἐναντίον τῶν ἡγετῶν τῆς μειοψηφίας. Ἐπίσης, ὁ περιορισμὸς τοῦ λόγου εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον περιορίζει τὸ ἔργον τῆς μειοψηφίας. Ἐπίσης, τὸ δικαίωμα τῆς πλειοψηφίας τὸ νὰ ζητῇ μετὰ παρέλευσιν 8ώρου τὴν περαίωσιν τῆς συζητήσεως, εἶναι καὶ τοῦτο περιορισμὸς τοῦ ἔργου τῆς μειοψηφίας. Ἀλλά, ἐρωτᾶται, πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ 8ωρον αὐτὸ νὰ δυνηθοῦν βουλευταὶ τῆς μειοψηφίας νὰ ἀναπτύσσουν τὰς ἀπόψεις των, ἐνῷ εἰς τὸ 8ωρον συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ ὁμιλίαι καὶ αἱ διακοπαὶ τῶν κ.κ. βουλευτῶν ποὺ ὡς γνωστόν, καταναλίσκουν τὸν περισσότερον χρόνον; Συνεπῶς, τί ἀπομένει εἰς τὴν μειοψηφίαν διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις της; Πολὺ μικρὸς χρόνος. Χρόνος, ὁ ὁποῖος δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν μειοψηφίαν νὰ ἀσκῇ ἀπροσκόπτως τὸ ἔργον της. Ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου νομίζομεν, ὅτι καθίσταται ἀφόρητος ἡ κατάστασις καὶ μειοῦνται τὰ δικαιώματα τῆς μειοψηφίας εἶναι αἱ διατάξεις περὶ ἐπιβολῆς αὐστηρῶν κυρώσεων, ἤτοι τῆς ἀποβολῆς τοῦ Σώματος τοῦ παρεκτραπέντος μέχρι καὶ 10 συνεδριάσεων. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, στρέφεται ἀποκλειστικῶς κατὰ τῆς μειοψηφίας, διότι ἔχομεν, λόγῳ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς του κομματικὸν Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ ἀδιάβλητον προκειμένου νὰ ἐφαρμόσῃ διατάξεις τόσον αὐστηράς. Πέραν τούτου, τὴν εὐχέρειαν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς τὴν ἔχει ἡ πλειοψηφία, διότι αὐτὴ ἀποφασίζει καὶ φυσικόν, ἑπομένως, εἶναι, νὰ στρέφεται κατὰ τῆς μειοψηφίας ὅπως, δυστυχῶς, μᾶς ἔχει πείσει ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἐπὶ τοιούτων γεγονότων, χωρὶς μάλιστα νὰ ἔχῃ ὁ Πρόεδρος τοιαύτας ἐξουσιοδοτήσεις, ὡς εἶναι αἱ παρεχόμεναι διὰ τοῦ παρόντος. Αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι ἀπαράδεκτοι, διότι βάλλουν κατὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς μειοψηφίας, ἥτις ἔχει ἀνάγκην προστασίας ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αἱ διατάξεις ποὺ βάλλουν κατὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς μειοψηφίας. Στὴν ἀρχὴ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως ἑνὸς θέματος ἀνακύψαντος ὀλίγας ὥρας ἐνωρίτερον, τοῦ θέματος τοῦ τραυματισμοῦ τῶν φοιτητῶν ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἠμπόδισαν τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος, διότι δὲν προβλέπει ὁ Κανονισμὸς συζήτησιν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ μάλιστα ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς καφενεῖον. Ἡμεῖς, νομίζομεν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ εὑρίσκεται ἐν ἐπαφῇ μὲ τὸν λαϊκὸν παλμὸν καὶ ὅσα θέματα ἐνδιαφέρουν ἐπειγόντως τὸν λαόν, πρέπει νὰ ἔρχωνται ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν, ὥστε νὰ δίδηται εἰ δυνατὸν ἄμεσος λύσις. Ποῦ εἶναι ἡ ἰσότης μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως; Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ οἱονδήποτε θέμα, οἱανδήποτε στιγμὴν θελήσῃ νὰ διατυπώσῃ τὰς ἀπόψεις της καὶ ἀκόμη διὰ τοῦ ραδιοφώνου νὰ τὰς μεταδώσῃ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἔχει τοιαῦτα δικαιώματα. Καὶ ἂν ὁ ἄγραφος, ὅπως ἐλέχθη Κανονισμός, παρεῖχε τοιαῦτα δικαιώματα, ἤδη διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ γίνεται προσπάθεια, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ γίνεται καὶ νὰ ἀφίνεται ἄοπλος ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ θεμάτων ποὺ συγκινοῦν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἐὰν δὲν συζητηθοῦν ἐγκαίρως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἥτις τὸν ἐκπροσωπεῖ, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτραποῦν εἰς σοβαρώτερα γεγονότα καὶ νὰ προκαλέσουν μεγάλας ζημίας εἰς τὸν τόπον καὶ τὸν λαόν. Μὲ τὰς προτεινομένας τροπολογίας ἡ θέσις τῆς μειοψηφίας καθίσταται περισσότερον δύσκολος ἀπὸ ὅσον εἶναι σήμερον καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε εἰς μίαν Βουλήν, ὅπου ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀρνεῖται τὴν νομιμότητα εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν δὲν νομίζω λέγω, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλή, ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς εἶναι ἁρμοδία νὰ περιορίσῃ ἔτι περαιτέρω τὰ δικαιώματα τῆς μειοψηφίας. Θὰ ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ εἶχεν ἀποφύγῃ τὸ ὀλίσθημα αὐτό, διότι ἀπὸ Βουλὴν τῆς ὁποίας τὸ κῦρος ἀμφισβητεῖται, ἠθέλησε νὰ μειώσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ εἰς τὴν μείωσιν τοῦ κύρους τοῦ Σώματος αὐτοῦ.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§138Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον τερματίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς μὲ μέθοδον περίπου βιαίαν, καὶ καθόλου κοινοβουλευτικήν, θεωροῦμεν χρήσιμον νὰ εἴπωμεν ὡρισμένας τελικὰς ἀπόψεις ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοθετήματος. Πρέπει νὰ διακηρύξωμεν καὶ πάλιν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ πίστιν ὅσων ἔχονται καὶ τοῦ δημοκρατικοῦ καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅτι ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ καὶ ἐλέγχει. Καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις εἶναι ἀπαραίτητον καὶ νὰ φαίνεται καὶ νὰ εἶναι κυρίαρχον τὸ Σῶμα. Ἀλλὰ διὰ νὰ συντελῆται αὐτὸς ὁ ὅρος, προϋπόθεσις εἶναι, ὅτι ὁ Κανονισμός, ὁ ὁποῖος θὰ διέπῃ τὰς ἐργασίας αὐτοῦ τοῦ Σώματος, τοῦ κυρίαρχου, πρέπει μὲ τὰς ἐπὶ μέρους διατάξεις, μὲ ὅλον τὸ πνεῦμα, μὲ ὅλον τὸ πλαίσιον τὸ ὁποῖον χαράσσει νὰ ἐξασφαλίζῃ ἀκριβῶς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Τὸ ἐρώτημά μας ὑπῆρξεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς: Αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις σὺν τῇ πρακτικῇ πείρᾳ ποὺ ἔχομεν ἀπὸ τὸν τρόπον ἐφαρμογῆς τοῦ προηγουμένου Κανονισμοῦ ἐξησφάλισαν, ἐξασφαλίζουν καὶ πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς; Καὶ πρόκειται νὰ τὰ ἐξασφαλίσουν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὄχι μόνον νὰ εἶναι κυρίαρχον τὸ Σῶμα ἀλλὰ καὶ νὰ φαίνεται, ὅτι εἶναι κυρίαρχον; Εἴχομεν καὶ ἔχομεν τὰς ἀντιρρήσεις μας, ὅτι αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι δὲν ἐξασφαλίζουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν διαδικασίαν, τὸν τρόπον λειτουργίας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὑπήρξαμεν καὶ εἴμεθα ριζικῶς ἀντίθετοι πρὸς τὰς προτεινομένας τροπολογίας. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ σκέλος τὸ νομοθετικόν, νομίζομεν, ὅτι τὸ ἐπιδιωκόμενον εἶναι τὸ κυρίαρχον αὐτὸ Σῶμα, νὰ ἠμπορῇ νὰ δίδῃ νομοθετήματα ἄρτια. Νομοθετήματα ἄρτια, ὄχι μόνον ἀπὸ νομοτεχνικῆς ἀπόψεως, καὶ τυπικῆς καὶ οὐσιαστικῆς, ἀκόμη καὶ συνταγματικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μιᾶς οὐσιαστικωτέρας ἀπόψεως, ὅτι εἶναι ἄρτια καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐν παντὶ καὶ πάντοτε ἐξυπηρετοῦν τὰ καλῶς νοούμενα Ἑλληνικὰ συμφέροντα τῆς χώρας αὐτῆς. Διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία νὰ ἐπιτελέσῃ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὸ νομοθετικὸν ἔργον, νομίζομεν, ὅτι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐξασφαλίζῃ ὁ Κανονισμός, εἶναι ἡ συζήτησις ἡ ἄνετος, ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία διαφωτίζει τὸ Σῶμα, ἐμπλουτίζει τὸ θέμα, ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία, κ. συνάδελφοι, φέρει ἐνώπιον τοῦ Σώματος ὅλας τὰς ἀπόψεις, ἀπὸ τὴν σύγκρουσιν τῶν ὁποίων προκύπτει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι καλύτερον. Διότι, κ. συνάδελφοι, πιστεύομεν ἡμεῖς —καὶ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἀποτελεῖ πεποίθησιν ὅλων— αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀποκεκομμένον ἀπὸ τὰ συμβαίνοντα εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον. Καὶ ἐκεῖ γίνονται καθημερινῶς συγκρούσεις, ὅπως γίνονται καθημερινῶς συγκρούσεις καὶ εἰς τὸν φυσικὸν κόσμον. Καὶ ἀπὸ τὰς συγκρούσεις αὐτὰς γίνεται μία ἐξέλιξις, μία πρόοδος. Ἐὰν θέλωμεν διὰ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν ἔκθεσιν τῶν ἀπόψεων, τὴν σύγκρουσιν τῶν ἀπόψεων, τότε ἐξασφαλίζομεν σιγὴν τάφου, τότε τεχνικῶς προσπαθοῦμεν νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν, τὴν ὁμαλὴν πρόοδον τῶν πραγμάτων. Καὶ τότε τὸ Σῶμα θὰ εἶναι ἐκτὸς πραγματικότητος. Θὰ καταντήσῃ τὸ Σῶμα, κ. συνάδελφοι, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομοθετικῆς νὰ φυτοζωῇ. Καὶ θὰ ἀρχίσῃ εἰς ρυθμὸν μεγαλύτερον, εἰς ἔκτασιν μεγαλυτέραν νὰ ρυθμίζωνται τὰ θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὸν λαόν, τὸν δημόσιον βίον ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ, κ. βουλευταί, τὸν ἔλεγχον, πιστεύομεν, ὅτι ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον, τὴν οὐσίαν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Διότι ὁ Κοινοβουλευτισμός, μὲ ἄλλα λόγια λέγεται σύστημα ἀντιπροσωπευτικόν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἔχει γίνει μία κοινὴ παραδοχή, ὅτι σήμερον εἰς τὴν ζωήν, εἰς τὴν Κοινωνίαν, ὑπάρχουν συμφέροντα ἀντιτιθέμενα. Διαφορετικὰ δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ χρησιμότης τοῦ νὰ ὑπάρχῃ Ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα. Διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ ποῖον, ποῖα συμφέροντα; Ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη, ἡ κοινῶς παραδεκτὴ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος, διότι προϋπάρχει εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον ἡ κατάστασις τῶν ἀντιτιθεμένων, τῶν συγκρουομένων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα πρέπει εἰς τὸ Σῶμα αὐτὸ νὰ ἀντιπροσωπεύωνται, ὥστε αἱ λύσεις ποὺ δίδονται νὰ μὴ εἶναι μονόπλευροι, ἀλλὰ ὅσον γίνεται νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ γενικωτέρα ἔννοια τῶν ἀντιτιθεμένων συμφερόντων. Αὐτὴν τὴν λειτουργίαν, αὐτὸν τὸν σκοπόν, κ. συνάδελφοι, τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα κυρίως τὸν ἐπιτυγχάνει διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἐλέγχου, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἐὰν ἔχῃ οὕτως τὸ πρᾶγμα, κ. συνάδελφοι, καὶ νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ κοινὴν πεποίθησιν, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ θέμα, αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἐλέγχου, ἐξασφαλίζουν πράγματι τὸν ἔλεγχον; Δίδουν κυρίως τὴν πρωτοβουλίαν καὶ διὰ ρητῶν διατάξεων ἀκόμη εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, δηλαδὴ εἰς τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα τῆς ἑκάστοτε μειοψηφίας, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν διὰ τοῦ συστήματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, τὴν χρήσιμον εὐχέρειαν —ὄχι μόνον, κ. συνάδελφοι, διὰ τὰ συμφέροντα τῆς μειοψηφίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τὰ γενικώτερα— δίδουν τὴν εὐχέρειαν, τὴν ἄνεσιν διὰ τοῦ ἐλέγχου νὰ περιορίζουν ὑπερβάσεις, νὰ φωτίζουν τὰ θέματα, ὥστε νὰ περιστέλλεται ἡ ἄκρατος πρωτοβουλία τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Τὸ θέμα εἶναι, αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον, ἐξασφαλίζουν πράγματι τὸν ἔλεγχον ὑπὸ τὴν ἀναφερθεῖσαν σημασίαν του; Δίδουν τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ θὰ ἔχῃ αὕτη τὴν εὐχέρειαν διὰ τοῦ ἐλέγχου νὰ ἐμποδίζῃ ὑπερβάσεις διὰ νὰ ἐξασφαλίζωνται τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἡ ἀπάντησις, εἶναι, ὄχι. Ἐλέχθη καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι διὰ τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων εἰς τὸν Κανονισμόν, περιορίζεται ὁ ἔλεγχος καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν δίδει τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ ἐλέγχου εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τοῦτο εἶναι ἀληθές. Πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν κυρίως ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐφόσον, λοιπόν, δὲν ἐξασφαλίζεται ἡ πρωτοβουλία τοῦ ἐλέγχου εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις μᾶς εὑρίσκουν ἀντιθέτους. Ἐλέχθη, ὅτι γίνεται μία κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ἡ κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, εἶναι δυνατὸν νὰ ὀφείλεται ἢ εἰς τὴν διάθεσιν ἀπεραντολογίας ἢ κωλυσιεργίας ἢ καὶ δημαγωγίας. Αὐταὶ αἱ διαθέσεις ἢ ὑπάρχουν ἢ δὲν ὑπάρχουν. Ἐμεῖς πιστεύομεν, ὅτι τοιαύτη διάθεσις δὲν ὑπάρχει. Ἂν πιστεύωμεν ὅμως, ὅτι τόσον ἔχομεν ὡς κόμματα καὶ ὡς βουλευταί διαβρωθῇ, ὥστε νὰ φθάνωμεν εἰς ἀπεραντολογίας καὶ δημαγωγίας, τότε δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ ἡ κατάστασις παρὰ οἱασδήποτε τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι ὑπάρχουν ὑγιέστατοι δυνάμεις καὶ τὸ κακὸν τῆς ἀπεραντολογίας εἶναι δυνατὸν νὰ περισταλῇ διὰ δημοκρατικῶν μεθόδων, θεμέλιον τῶν ὁποίων θεωροῦμεν τὸν σεβασμὸν καὶ τὸν αὐτοσεβασμὸν ποὺ πρέπει εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ὑπογραμμίζεται. Εἶναι δυνατὸν ὁ ρήτωρ ποὺ θὰ θελήσῃ νὰ ἀπεραντολογήσῃ, νὰ γίνῃ καταγέλαστος καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Διατὶ θέλομεν, λοιπόν, νὰ καταφύγωμεν εἰς διατάξεις ἀστυνομικάς, ἐνῷ εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ νὰ περισταλῇ τὸ κακόν; Μέσα εἰς τὸ σχέδιον ὑπάρχει διάθεσις νὰ ἐνισχύσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Προεδρείου. Ἐνῷ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάθεσις, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα. Ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα μᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι ὑπὸ τοῦ Προεδρείου ἔγινε κατάχρησις τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τοῦ παρέχει σήμερον ὁ Κανονισμός. Διατὶ λοιπόν, νὰ δώσωμεν ἀκόμη περισσότερα δικαιώματα εἰς τὸ Προεδρεῖον; Διατὶ δὲν θέλομεν τὸ Προεδρεῖον νὰ τὸ ἐξοπλίσωμεν μὲ τοιαύτας διατάξεις, ὥστε νὰ φαίνεται ἀδιάβλητον; Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Προεδρείου, ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν κἄτι ποὺ καὶ εἰς τὴν διεθνῆ πρακτικὴν ἐφαρμόζεται. Νὰ θέσωμεν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Προεδρεῖον θὰ ἐκλέγεται μὲ μίαν ἐνισχυμένην πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ παραδείγματι, μὲ τὰ δύο τρίτα. Ἐὰν ὁ Πρόεδρος, ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν δύο τρίτων τῆς Βουλῆς, τότε ἀπολαμβάνει καὶ μιᾶς συγκεκριμένης καὶ δεδηλωμένης ἐμπιστοσύνης τμήματος, ἔστω τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ κατὰ τεκμήριον θὰ ἐκτελῇ μὲ ἀδιάβλητον τρόπον τὰ καθήκοντά του. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ὑπάρξουν ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἀλλὰ εἶναι ὁ μόνος τρόπος ἀδιαβλήτου ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀνάγκη βεβαίως ἐκσυγχρονισμοῦ τοῦ τρόπου λειτουργίας τοῦ Σώματος. Τοῦτο, ἄλλως τε ἀπετέλεσε τὸ βασικὸν ἐπιχείρημα τῶν ὑποστηριζόντων τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Πράγματι δέ, ὁ ρυθμὸς τῆς ζωῆς σήμερον εἶναι γοργότερος. Τὸ Κράτος παρεμβαίνει εἰς πλείστας ὅσας ἐκδηλώσεις τῆς δημοσίας καὶ ἰδιωτικῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν. Πρέπει λοιπόν, νὰ ἐκσυγχρονισθῇ ὁ τρόπος λειτουργίας τοῦ Σώματος διὰ νὰ δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ καθήκοντά της. Διὰ νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι παροῦσα εἰς τὰ τρέχοντα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὸ Ἔθνος. Ποῖος εἶναι ὅμως ὁ ἀποτελεσματικώτερος τρόπος διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο; Ἡμεῖς, προτείνομεν, νὰ καθιερωθῇ διὰ ρητῆς διατάξεως ἡ συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Αὐτὸ φυσικὰ δὲν πρέπει νὰ εἶναι μόνον ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῶν ἀρχηγῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν βουλευτῶν. Ὅταν εἷς βουλευτὴς ἔρχεται ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸ Σῶμα πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἕνα σημαντικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς τὴν περιφέρειάν του. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἀντικρουσθῇ ἴσως αὐτό, τὸ ὁποῖον ζητῶ μὲ τὴν δικαιολογίαν πάλιν, ὅτι ποῦ θὰ πᾶμε, τότε θὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος ἀπασχολήσεως τοῦ Σώματος μὲ τὰ ἄλλα του καθήκοντα. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει πρακτικὸς τρόπος, νὰ καθορισθῇ, ὅτι εἰς τὰς τρεῖς συνεδριάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, διὰ νὰ μὴ ἀφαιρέσωμεν χρόνον ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀσχοληθῇ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐπὶ μίαν ὥραν. Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν του ὁ Ἀρχηγὸς Κόμματος ἢ ὁ βουλευτὴς θὰ καθορίζῃ τὸν τρόπον ποὺ θὰ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα. Πρέπει, νομίζω ἡ Βουλή, καὶ ἰδιαιτέρως, ὅσοι ἐμφανίζονται ὑποστηρικταὶ τῆς ἀνάγκης ἐκσυγχρονισμοῦ τοῦ Κανονισμοῦ, πολὺ νὰ βασανισθοῦν μὲ αὐτὴν τὴν πρότασιν. Διότι πρόκειται νὰ ἀπαλλάξῃ καὶ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τόσον τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ὅσον καὶ τοῦ νομοθετικοῦ ἐλέγχου πολλῶν θεμάτων. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος τὸ κλῖμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ τόπος μετεκλογικῶς, δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον διὰ νὰ ψηφισθῇ ὁ καταστατικὸς χάρτης τοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι ὑπὲρ τοῦ κύρους τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν τὸν ψηφίσωμεν σήμερον, μία ἄλλη Βουλή, ὡς πρῶτον της ἔργον θὰ ἔχῃ νὰ ἀπασχοληθῇ μὲ τὸ ἴδιον θέμα. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἐλάβομεν μέρος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς συζητήσεως καὶ θὰ λάβωμεν μέρος καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν διὰ νὰ διατυπώσωμεν τὰς ἀπόψεις μας. Εἶμαι ὅμως ἐξουσιοδοτημένος νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν, οὔτε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς οὔτε καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων, διότι δὲν θεωροῦμεν, ὅτι ὡς ἔχει δημιουργηθῆ σήμερον ἡ κατάστασις εἶναι ἐπιτρεπτὴ ἡ ψήφισις τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ μὴ συμμετοχή μας εἰς τὰς ψηφοφορίας ἐπὶ πλέον ἔχει καὶ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν προτιθέμεθα διὰ τῆς συμμετοχῆς νὰ προστατεύσωμεν οἱονδήποτε κῦρος εἰς τὸν διάτρητον μανδύαν νομιμότητος ποὺ ἐναγωνίως προσπαθεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἡλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡμίλησεν ὁ κ. Ἡλιόπουλος.
§141Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιθυμοῦν τὸν ἀντίλογον καὶ δι’ αὐτὸ διαμαρτύρονται. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅταν ἠναγκάσθην νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπιδιώκεται περιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων τῶν βουλευτῶν τόσον εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, ὅσον καὶ εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ ὅτι ἐνῷ προβλέπεται ἡ λῆψις μέτρων κατὰ τῶν βουλευτῶν, εἰς τὴν ὑπὸ κρίσιν τροποποίησιν οὐδὲ σκέψις κἂν γίνεται περὶ προστασίας τῶν βουλευτῶν. Ἐν τούτοις ἀνέφερον σειρὰν περιστατικῶν ὅπου οἱ βουλευταὶ προπηλακίζονται, παρακολουθοῦνται ἐκ μέρους ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως ἐνεργούντων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁδηγιῶν αὐτῆς, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε καὶ τὸ Προεδρεῖον νὰ συγκινηθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακαλέσῃ τὰς ὁδηγίας αὐτάς, τὰς ὁποίας ἔδωσε πρὸς τὰ ὄργανά της. Καὶ ὑπάρχουν στοιχεῖα ἀποδεικνύοντα, ὅτι ἡ δραστηριότης τῶν κρατικῶν ὀργάνων πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀναφέρομαι εἰδικώτερον εἰς δημοσιευθεῖσαν ἐπιστολὴν προέδρου κοινότητος τοῦ Ἄστρους τῆς Κυνουρίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφοῦ περιλούονται μὲ ὕβρεις δύο συνάδελφοι ὁ κ. Λαμπράκης καὶ ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ —πρόκειται περὶ τῆς κατασκευῆς ἑνὸς δρόμου— καὶ ἡ ὁποία ἐπιστολὴ ἀπεστάλη πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὸν Ἀρκαδικὸν Τύπον. Καὶ βεβαίως ὁ ἀτυχὴς πρόεδρος τῆς Κοινότητος τὴν ἐντολὴν τοῦ ἀστυνόμου ἐξετέλεσε. Καὶ ἡ ἐφημερὶς παραλαμβάνει τὴν ἐπερώτησίν μας εἰς ἣν ἡ ἐπιστολὴ ἀναφέρεται καὶ μᾶς καθυβρίζει ὑπὸ τὸν τίτλον «οἱ ὑποκριταί». Ἀλλὰ πέραν αὐτῶν, κ. βουλευταί, ὑπάρχουν καὶ αἱ πρόσφατοι δηλώσεις Ὑπουργῶν τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν ἀπαντοῦν εἰς τὴν ἀριστεράν. Καὶ ἐπὶ πλέον ὑπῆρξαν καὶ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ὕβρισαν, ὅπως εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν ἀκόμη, καὶ τὸν Πρόεδρόν μας καὶ ἀκολούθως ἐζήτησαν συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλήν, πλὴν τῆς ἀριστερᾶς. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἐπὶ πλέον καὶ ἕν ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἀφιερώνω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον προκύπτει, ὅτι τὸ μόνον ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ πῶς θὰ κρατήσῃ τὴν ἐξουσίαν. Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 30ῆς Μαρτίου, ἐδημοσιεύθη μία ἐπιστολὴ ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἔχομεν τὴν τιμήν... (ἀναγινώσκει) δὲν ὑφίσταται διαταγὴ ἀπόρρητος...». Ὑπογραφή: Ἀνστείδης Πρωτοπαπαδάκης. Αὐτὸ τοὐλάχιστον τὸ αὔθαδες ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος ἔδωσε διὰ νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά, νομίζω, ὅτι ἤξιζεν ἄλλης τύχης. Ἔπρεπε νὰ πάρῃ τὸν δρόμον τῆς ἐπιστροφῆς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, διὰ νὰ τὸν διδάξῃ, ὅτι πρέπει νὰ σέβεται τὴν Βουλήν. Διότι εἰς μὲν τὴν πρώτην παράγραφον ἀναφέρει, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν παρακολουθοῦνται, εἰς δὲ τὴν δευτέραν λέγει, ὅτι παρακολουθοῦνται.
§142Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Νὰ γνωρίζουν τὰ ὄργανα, λέγει.
§143Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Διὰ μὲν τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου, δύνασθε νὰ καταθέσετε ἐπερώτησιν κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐδημοσιεύθη εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἐδόθη εἰς τοὺς ἐρωτῶντας βουλευτάς, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι τὰ περιερχόμενα εἰς τὴν Βουλὴν ἡμερησίως ἔγγραφα εἶναι 200–300, δὲν λαμβάνει δὲ γνῶσιν ὁ Πρόεδρος. Εἶναι μία μηχανικὴ ὑπηρεσία. Δὲν θέλω νὰ λάβω θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ἐγγράφου, σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι αὐτὸ γίνεται μηχανικά. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διαβάσω 300 ἔγγραφα ἡμερησίως, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι θέμα τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι θέμα ἐπερωτήσεως κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, διὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου.
§144Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εὑρίσκομαι ἐν πλήρει διαφωνίᾳ μὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἴπατε. Τὸ ζήτημα δὲν λύεται διὰ τῆς ἐπερωτήσεως. Βεβαίως δέχομαι τὴν ἄποψιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαβάζητε καθημερινῶς τόσα ἔγγραφα, δὲν ὑπάρχει καὶ ὁ ἀπαιτούμενος εἰδικὸς χρόνος πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ ἡ ἐπιστολὴ εἶναι ὑβριστικοῦ περιεχομένου καὶ θίγει τὴν ἔννοιαν τοῦ βουλευτοῦ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐλαμβάνατε γνῶσιν, θὰ ἦτο ἐπιτετραμένη ἡ δημοσίευσις; Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ μὲ ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσε τότε ὁ ὑπηρεσιακὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰπών, ὅτι ἡ ἐπερώτησις εἶναι ὕποπτος καὶ ἀποβλέπει εἰς δολίους σκοπούς. Ὅταν αὐτὴ εἶναι ἡ νοοτροπία τῶν Ὑπουργῶν, εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἐξυψωθῇ ὁ κοινοβουλευτισμός; Καὶ ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις αὐτὰς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσητε τὴν συνεργασίαν μας διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ ἀποδώσῃ ἡ Βουλή; Ἐὰν εἰς αὐτὰ τὰ φαινόμενα δὲν ὑπάρχῃ τρόπος νὰ τὰ περιορίσωμεν καὶ νὰ ὑπάρξῃ ὁ στοιχειώδης σεβασμός, εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ ἐξυψώσεως τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ; Ἐὰν ἐπιθυμῆτε —καὶ πιστεύω διὰ τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι τὸ ἐπιθυμεῖ— νὰ ὑπάρξῃ κοινοβουλευτικὸς βίος, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ φροντὶς καὶ προσπάθεια διὰ τὴν ἐξύψωσιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Τὰ πράγματα ὅμως δείχνουν, ὅτι πρὸς τὸν ἀντίθετον δρόμον βαίνομεν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακατσέλος, ἔχει τὸν λόγον.
§146Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Ἡ Ἕνωσις Κέντρου, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασίν της, δὲν λαμβάνει μέρος εἰς ψηφοφορίας νομοθετημάτων. Καὶ εἰς τὸ συγκεκριμένον ὑπὸ κρίσιν σχέδιον τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ πράξῃ τὸ αὐτό. Καὶ θὰ τὸ πράξῃ καὶ διὰ τὸν πρόσθετον λόγον, ὅτι θεωρεῖ τὴν παροῦσαν Βουλὴν ἀκατάλληλον νὰ ψηφίσῃ τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν πλειοψηφίαν νόθον καὶ μὴ δυναμένην νὰ δώσῃ Κανονισμὸν εἰς τὸ Σῶμα.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ὁμιλητῶν, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν ἡ πρότασις;
§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν ἡ πρότασις «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 11.40′ μ.μ.)