1962.03.28
3.409 στίχοι · 25.600 λέξεις · 178 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54η
Τετάρτη 28 Μαρτίου 1962
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναβάλλεται προσωρινῶς ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἡ βουλευτὶς κ. Ε. Μπενᾶ ζητεῖ 20ήμερον ἄδειαν ἀπουσίας προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ἐπίσης οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Δημόπουλος καὶ Σ. Ἀλλαμανῆς ζητοῦν 15θήμερον ἄδειαν ἀπουσίας προκειμένου ν’ ἀναχωρήσουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Κεφαλογιάννης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§6Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἡλιοῦ, Σ. Ἡλιόπουλος, Β. Ἐφραιμίδης καὶ Λ. Κύρκος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Στειρόπουλος, Ι. Λύρας, Ι. Κοντοβράκης, Γ. Βαρβιτσιώτης, Σ. Εὐστρατιάδης, Κ. Χριστόπουλος, Τ. Γεωργίου, Κ. Μητσοτάκης, Π. Πολυχρονίδης, Ε. Ματζαπετάκης, Ε. Παπαδάκης, Ν. Φαρμάκης, Ε. Ἀρβανιτάκης, Μ. Στεφανίδης, Ν. Ζορμπᾶς, Π. Ξενοδοχειάρης, Κ. Μαρῆς, Μ. Χλουβεράκης, Α. Κοκκέβης, Χ. Μπουγᾶς, Χ. Ἀθανίτης, Α. Γκελεστάθης, Θ. Δοδόπουλος, Ι. Παπαπέτρου, Γ. Πλυτᾶς, Κ. Σιῶζος, Κ. Βενέτης, Γ. Μεταξᾶς καὶ Β. Παπαρρηγόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 69)1961 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν Σχολῶν Χωροφυλακῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Σβώλου, Γ. Αὐγερόπουλος. Σ. Ἡλιόπουλος καὶ Ι. Εὐαγγελίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Συνταξιούχων Κλωστοϋφαντουργῶν Ν. Ἰωνίας, διαμαρτυρομένων κατὰ τῶν ἁρμοδίων καὶ τῆς Διοικήσεως τοῦ Τ.Ε. Α.Μ.Κ., διότι οὐδὲν μέτρον ἔλαβον διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν καὶ ἀνάρρωσιν τοῦ Ἀσφαλιστικοῦ των Ὀργανισμοῦ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Πολεμιστῶν Ν. 751)1936 Ν. Δράμας, αἰτουμένου ἀγροτικὴν καὶ στεγαστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν μελῶν του. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Κ. Χριστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἠλία Βαρδουνιώτου, βιομηχάνου στεμφυλοπνεύματος, διαμαρτυρομένου δι’ ἐπιβληθεῖσαν αὐτῷ δικαστικὴν ποινὴν ὡς ὑπαιτίου διὰ τὴν ὑπὸ σπουργιτῶν καταστροφὴν τῆς βερυκοπαραγωγῆς τοῦ Σπυρίδωνος Δήμου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀδικηθέντων Μετόχων Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, αἰτουμένων τὴν ἀναλογικὴν προσαρμογὴν τοῦ βοηθήματος πρὸς τὰ ἔτη συμμετοχῆς καὶ τὸ ποσοστὸν εἰσφορῶν ἑκάστου κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Μακρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Συνταξιούχων ΤΕΒΕ Λέσβου, αἰτουμένων αὔξησιν συντάξεων, ἐνίσχυσιν τῶν πόρων τοῦ Ταμείου καὶ παροχὴν ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Σ. Στεφανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ καὶ Κτηματικοῦ Συν)σμοῦ κοινότητος Στρέφη Ἠλείας, αἰτουμένων ἀνάκλησιν παρανόμου ἀποφάσεως Α.Σ.Ο. ἀφορώσης παρακράτησιν ἀποζημιώσεως πληγέντων ἐκ χαλάζης παραγωγῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Σ. Στεφανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου Πύργου, αἰτουμένου ἵδρυσιν 6)ξίου Δημοτικοῦ Σχολείου εἰς τὴν ἐν λόγῳ πόλιν. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Σ. Στεφανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν ἕξ (6) ἐργατικῶν Σωματείων Λιμένος Κατακώλου, αἰτουμένων κατάργησιν ἀντεργατικῆς συμφωνίας Α. Σ.Ο. σταφιδοεξαγωγέων. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Ν. Ἀλαβᾶνος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου φορτοεκφορτωτῶν καὶ ἀχθοφόρων λιμένος Τήνου, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν τοποθέτησιν ὑδροσωλήνων πλησίον ἀγωγῶν ὑπονόμου εἰς τὴν ἐν λόγῳ πόλιν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Ζευγολατίου Μεσσηνίας αἰτουμένης ὅπως παραμείνῃ ὡς ἔχει μελετηθῆ ἡ νέα ὁδὸς Καλοῦ Νεροῦ Τσακώνας καὶ δὴ εἰς τὸ τμῆμα Καλλιρρόης–Ζευγολατιοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Βαρβιτσιώτης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γενικοῦ Νευροψυχιατρικοῦ Νοσοκομείου Ἀθηνῶν περὶ συνταξιοδοτήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δημοσίων Ψυχιατρείων. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Καλαμάτας, αἰτουμένου, ὅπως εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀναπτύξεως ἐξαγωγῶν συμπεριληφθῇ διάταξις μειώσεως τῶν ὑπὲρ Ι. Κ.Α. καταβαλλομένων εἰσφορῶν ἐπὶ μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων ἀναλογούντων ἐπὶ συσκευαζομένων ἐξαγομένων σύκων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Α. Γιάννου καὶ Σ. Ἡλιόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Ραπτῶν ἑτοίμων ἐνδυμάτων «Ἡ Ἁγ. Σοφία». διαμαρτυρομένου διὰ τὴν σύνδεσιν τῆς χώρας μας μετὰ τῆς Κοινῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἀγορᾶς. Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Σ. Ἀλλαμανῆς, διὰ τηλεγραφήματός του αἰτεῖ τοποθέτησιν Νομιάτρου εἰς Καρδίτσαν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἡλιόπουλος καὶ Γρ. Λαμπράκης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Στιμάγκας–Κορινθίας καὶ Δήμου Λουτρακίου, αἰτουμένων ἀπόλυσιν τοῦ ἐπὶ 14ετίαν ἐγκαθείρκτου πολιτικοῦ κρατουμένου Κων)νου Παναγ. Τασιοπούλου καθὼς καὶ ὅλων τῶν πολ. κρατουμένων καὶ ἐξορίστων. Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Σ. Ἀλλαμανῆς, διὰ τηλεγραφήματός του αἰτεῖ αὔξησιν καπνοκαλλιεργείας εἰς Καπνοπαραγωγικὸν χωρίον Νομοῦ Καρδίτσης. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Ἐφραιμίδης καὶ Δ. Κελτεμλίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν μελῶν τοῦ Συνδέσμου Ἀναπήρων καὶ Συνταξιούχων ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ἐπίλυσιν τῶν ἀπὸ πολλοῦ ἐκκρεμούντων συνταξιουχικῶν αἰτημάτων ὡς ἀναπροσαρμογὴν συντάξεων κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἡλιόπουλος, Ι. Εὐαγγελίδης, Γ. Αὐγερόπουλος καὶ Μ. Σβώλου, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Δάφνης, αἰτουμένου αὐτεπάγγελτον ποινικὴν δίωξιν ὅλων τῶν ὑπευθύνων τῆς νοθείας, ἐκκαθάρισιν καὶ ἀνασύνταξιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κοινότητος Ἀετοῦ κλπ., αἰτουμένων ἀποπεράτωσιν Δημοσίας ὁδοῦ Μπαρμπίνας–Ἀετοῦ — Ἀρχοντοχωρίου–Μύτικα. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Γ. Λύχνος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Π. Πουλιάση, βομβοπλήκτου, κατοίκου Συνοικισμοῦ Κοτσέλα, διαμαρτυρομένου δι’ ἐκδοθέντα ἐντάλματα ὑπὸ Διευθύνσεως Κέντρου Προνοίας Κερκύρας πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χορηγηθέντων κατοικιῶν ἐπ’ ἀπειλῇ ἐξώσεως. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Α. Λαδᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Διοικητικῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπηρεσιῶν Δημοσίων Ἔργων, Δυτ. Μακεδονίας, αἰτουμένων αὔξησιν τῶν ὀργανικῶν θέσεων 4ῳ καὶ 5ῳ βαθμῷ κλάδου Διοικητικῶν Ὑπαλλήλων βʹ κατηγορίας εἰς 100 θέσεις. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Ἀγρινίου διαμαρτυρομένου διὰ καθορισθεῖσαν ἀξίαν ἀπαλλοτριωμένων ἐκτάσεων πρὸς διάνοιξιν Ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἀγρινίου–Ἰωαννίνων. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Σ. Εὐστρατιάδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν πολυτεκνικῶν ὀργανώσεων Θεσσαλίας αἰτουμένων ἀπαλλαγὴν τῶν τέκνων των ἀπὸ τέλη ἐκπαιδευτικὰ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κιλκὶς κ. Δ. Παπαδόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Σωματείων φορτοεκφορτωτῶν Πολυκάστρου, Ἀξιουπόλεως κλπ., αἰτουμένων καθιέρωσιν ὡρῶν ψυχαγωγίας καὶ διὰ τοὺς ἐργατοϋπαλλήλους τῶν ἐν λόγῳ πόλεων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου Ἀγρινίου «Ἡ Ἕνωσις» αἰτουμένου ἵδρυσιν δύο εἰσέτι ἑξαθεσίων Δημοτικῶν Σχολείων καὶ προαγωγὴν τῶν νῦν ὑπαρχόντων. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πιστωτικῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συν)σμῶν Ἀγρινίου, αἰτουμένης ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅπως τὰ καπνὰ ζυγίζωνται εἰς οἰκίας πωλητῶν καπνοπαραγωγῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Ι. Γιαννόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Διονυσίας Ἰωαννίδου αἰτουμένης ἀπαλλαγὴν καταβολῆς χρημάτων δι’ ἔκδοσιν ἀδείας ἀνοικοδομήσεως κλπ. ὡς ἀπολέσασα τὴν οἰκίαν της κατὰ τὴν κατοχὴν ὑπὸ στρατευμάτων Κατοχῆς. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Π. Λυκουρέζος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀγροτῶν Γαργαλιάνων, αἰτουμένων τὴν παροχὴν ἠλεκτρικοῦ ρεύματος ἵνα τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν αἱ μηχανικαὶ ἐγκαταστάσεις διὰ τὴν ὕδρευσιν τῆς ἐν ὅλῳ περιοχῆς. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης, κ. Γ. Μπακατσέλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Θεσσαλονίκης, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ εἰσέτι κύρωσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 118)23.8.61 πράξεως Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ Δικαστικοῦ Μεγάρου Θεσσαλονίκης. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Πλανοδίων Μικροπωλητῶν Λαρίσης ὁ «Ἅγιος Χαράλαμπος», διαμαρτυρομένου διὰ τὴν παρακώλυσιν τοῦ ἔργου τῶν μελῶν του συνεπεία ὑφισταμένης ἀστυνομικῆς διατάξεως περὶ ζωνῶν ἐμφανίσεως τῆς πόλεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Ν. Ἀλαβάνος, καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Δημαρχοῦντος Σύρου Γ. Θραψιάδη, διὰ τοῦ ὁποίου διερμηνεύεται ἡ ἐπιθυμία τοῦ δεινοπαθοῦντος λαοῦ τῆς Σύρου, ὅπως ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος προσεγγίζουσι εἰς Σῦρον τὰ πλοῖα τὰ δρομολογούμενα εἰς τὰ Δωδεκάνησα ὡς καὶ τῆς γραμμῆς Ἄνδρου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἠλιόπουλος, Α. Γιάννου καὶ Γ. Αὐγερόπουλος, καταθέτουσι ἀναφορὰν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν διαμαρτυρομένων διὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐκλογικοῦ πραξικοπήματος τῆς 29.10.61. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Ἀγρινίου, διαμαρτυρομένου διὰ κοινὴν ἐκτίμησιν ἀπαλλοτριωθεισῶν ἐκτάσεων διὰ διάνοιξιν ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἀγρινίου–Ἰωαννίνων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συζητοῦνται ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις, ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Γεωργίας. Ὁ κ. Ι. Γκλαβάνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του ἀναφερομένης εἰς τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν προστασίαν τῆς ἐλαίας καὶ ἄλλων προϊόντων τοῦ Πηλίου.
§8Ι. ΓΚΛΑΒΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤδη χθὲς ἀπήντησεν εἰς τὸν συνάδελφον κ. Λούλην, ἀναπτύξαντα ὁμοίαν ἐρώτησιν. Ἑπομένως περιορίζομαι διὰ νὰ τονίσω εἰς τὸ ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν δὲν ἔδωσαν τὰ ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα καὶ ὅτι ὁ Νομὸς Μαγνησίας ὑποφέρει εἰς μεγάλον βαθμόν, ὡς διεπιστώσαμεν τόσον ὁ συνάδελφος κ. Λούλης, ὅσον καὶ ὁ ὑποφαινόμενος. Παραλλήλως, ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίσω, ὅτι δύο μόνον μεγάλοι ἀγορασταὶ τῶν προϊόντων μας ὑπάρχουν, ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Ρουμανία. Τὰ δύο αὐτὰ Κράτη ὅμως, ἔχουν ὀργανώσει, κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ ἐμπόριόν των, τὸ ὁποῖον συμπιέζει ἀπιστεύτως τὰς τιμὰς τῆς ἐλαίας, ὥστε αὗται νὰ μὴ ἔχουν καμμίαν ἄνοδον κατὰ τὸν τελευταῖον καιρόν. Ἀνεξαρτήτως τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας χθές, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, ὅτι ἐὰν παραλλήλως πρὸς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβε διὰ τὴν συγκέντρωσιν τοῦ ἐλαίου ἔκαμε καὶ συγκέντρωσιν ἐλαίας διὰ τῆς διαθέσεως ἑνὸς μικροῦ ποσοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κἄποια ἄνοδος τῆς τιμῆς τῆς ἐλαίας, ὥστε οἱ παραγωγοὶ νὰ μὴ ὑφίστανται τὴν πίεσιν τοῦ ἐμπορίου τῶν δύο προαναφερθέντων Κρατῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σήμερον τὰ δύο αὐτὰ Κράτη συνεννοοῦνται καὶ συμπιέζουν τὰς τιμάς. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν παράκλησίν μου, ὅπως μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ θέμα τῆς συγκεντρώσεως τῆς ἐλαίας. Ὡς πρὸς τὰς ὀπώρας, ἀναφορικῶς μὲ τὴν ὕπαρξιν ψυκτικῶν χώρων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ μία ἀπαρχὴ δημιουργίας ψυκτικῶν χώρων εἰς ἕν οἱονδήποτε σημεῖον τοῦ Πηλίου. Ἐὰν τοῦτο ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, θὰ ἔδιδε μίαν αἰσιοδοξίαν εἰς μίαν περιφέρειαν, ἡ ὁποία τόσον ἔχει δοκιμασθῆ καὶ ἡ ὁποία ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔχει μονοκαλλιέργειαν τὸ προϊόν της δὲν εἶναι ἐτήσιον, δεδομένου, ὅτι ἡ ἐληά, δὲν ἔχει ἐσοδείαν κάθε χρόνον, ἀλλὰ δίδει καρπὸν κάθε 2, 3, 4 καὶ 5 ἀκόμη χρόνια. Αὐτοὶ οἱ παραγωγοὶ τῆς ἐλαίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέχωνται αὐτὰς τὰς ἐξευτελιστικὰς τιμὰς τοῦ προϊόντος των, ὕστερα μάλιστα ἀπὸ μίαν τόσον μακρὰν ἀφορίαν καὶ ὕστερα ἀπὸ τὰς ζημίας ἐκ τῶν παγετώνων; Διὰ τοὺς παραγωγούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κἄποιαν ἄλλην καλλιέργειαν ἡ κατάστασις εἶναι ὀλιγώτερον καταθλιπτική. Ἀλλὰ διὰ τοὺς παραγωγοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἐληὰ ὡς μέσον διαβιώσεως θὰ πρέπει τὸ Κράτος, χωρὶς νὰ γίνῃ μπακάλης, νὰ δώσῃ διὰ τῆς συγκεντρώσεως ἄνοδον τῆς τιμῆς τοῦ προϊόντος του, ὥστε νὰ δυνηθῇ καὶ ὁ κόσμος αὐτός, ὁ ὁποῖος ὑποφέρει σήμερον πολύ, νὰ ἀνακουφισθῇ.
§9Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα εἶπον χθὲς ἀπαντῶν εἰς τὸν συνάδελφον κ. Λούλην, συμπληρῶν αὐτά, ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὅσων εἶπεν σήμερον ὁ συνάδελφος κ. Γκλαβάνης. Εἶπεν ὁ κ. Γκλαβάνης, ὅτι οἱ παραγωγοί, ὑφίστανται πίεσιν ἐκ μέρους τῶν ἀγοραστῶν. Ἀκριβῶς πρὸς ἀντιμετώπισιν αὐτῆς τῆς πιέσεως ὅπως εἶπον χθές, τὸ Κράτος, ἔλαβε τὰ ἑξῆς μέτρα: Πρῶτον, ἐχρηματοδότησεν τὰς συνεταιριστικὰς ὀργανώσεις διὰ τὴν συγκέντρωσιν καὶ ἐπεξεργασίαν τῶν βρωσίμων ἐλαιῶν διὰ λογαριασμὸν τῶν παραγωγῶν. Δεύτερον, καθώρισε προκαταβολὰς διὰ τοὺς προσκομίζοντας τὸ προϊόν των ἀρκετὰ ἱκανοποιητικὰς ἀναλόγως τῆς ποιότητος τῶν ἐλαιῶν. Καὶ τρίτον, ἔδωσε πιστώσεις διὰ τὴν χορήγησιν δανείων ἐπ’ ἐνεχύρῳ. Μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα, οἱ παραγωγοὶ βοηθούμενοι καὶ ὑπὸ τῶν Συνεταιριστικῶν ὀργανώσεων, δύνανται νὰ ἀντιστοῦν ἀπὸ τυχὸν προσπάθειαν ἐκμεταλλεύσεως ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων καὶ νὰ ἀναγκάσουν αὐτοὺς νὰ προσφέρουν ἱκανοποιητικὰς τιμάς. Αὐτὸς νομίζω, εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος διὰ νὰ καταστῇ ἱκανὸς ὁ παραγωγὸς νὰ ἀντιστῇ εἰς τὰς πιέσεις τοῦ ἐμπορίου. Ἀναγνωρίζω, ὅτι οἱ παραγωγοὶ τοῦ Πηλίου, ἐδοκιμάσθησαν εἰς τὸ παρελθὸν ἐκ θεομηνιῶν καὶ ὅτι περιῆλθον εἰς δύσκολον θέσιν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, τὸ Κράτος, ἦλθεν ἀρωγόν. Τοῦτο, δὲν ἀμφισβητεῖται οὔτε παρὰ τοῦ ἐρωτῶντος. Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ τελευταίου θέματος τῆς παραγωγῆς τῶν φρούτων. Συνέστησα, νὰ ληφθοῦν ὅλα τὰ μέτρα εἰς τὸ νὰ μεταβληθοῦν αἱ ποικιλίαι τῶν προϊόντων εἰς τοιαύτας, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐξαγωγὴ τούτων. Ὅταν κάμωμεν αὐτό, θὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις παροχῆς τῶν μέσων πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ἐξαγωγῶν. Τώρα, ἐπιβάλλεται ἡ προσαρμογὴ τῆς παραγωγῆς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ κοινοῦ τῶν χωρῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ.
§10Ι. ΓΚΛΑΒΑΝΗΣ. Ἐφ’ ὅσον τὸ μέτρον τῆς χρηματοδοτήσεως τῆς παραγωγῆς δὲν ἔφερε ἀποτέλεσμα, ἄρα οἱ παραγωγοί, δὲν τὸ θέλουν. Ἑπομένως, παραμένει ἡ μελέτη τοῦ μέτρου τῆς συγκεντρώσεως. Ὡς πρὸς τὰς ὀπώρας, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβῆτε ἐπὶ τόπου, ὅπως ἡμεῖς, θὰ ἐβλέπατε εἰς ὁλοκλήρους περιοχὰς νὰ μὴ γίνηται συγκομιδὴ τῶν πορτοκαλλιῶν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρώνωνται οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς συγκομιδῆς. Πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα δι’ ὅλον αὐτὸν τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος ὑπέστη τόσας ζημίας ἐκ τοῦ παγετῶνος καὶ ὁ ὁποῖος ὑποφέρει.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακλήσει τοῦ κ. Διαμαντοπούλου καὶ συμφωνούντων τῶν συναδέλφων, συζητεῖται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 9 ἐρώτησις τοῦ κ. Διαμαντοπούλου, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ διατὶ ἡ ἀπὸ τοῦ 1954 ἐκκρεμοῦσα ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου περὶ ἀπαλλοτριώσεως τοῦ κτήματος Σταμάτας–Ἀττικῆς δὲν ἔχει εἰσέτι πραγματοποιηθῆ. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§12Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ 1954 ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου περὶ ἀπαλλοτριώσεως τοῦ κτήματος Σταμάτα–Ἀττικῆς, ἡ ὁποία καὶ δὲν ἔχει πραγματοποιηθῆ. Οἱ γεωργοὶ ματαίως ἀναμένουν πραγματοποίησιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ ποῖον λόγον δὲν ἐκτελεῖται ἡ ἀπόφασις.
§13Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Γεωργίας). Πράγματι, ἡ ἀπὸ τοῦ 1954 διαταχθεῖσα ἀπαλλοτρίωσις τοῦ κτήματος Σταμάτα–Ἀττικῆς δὲν ἔχει μέχρι σήμερον τερματισθῆ. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τοὺς ἑξῆς λόγους: 1. Εἰς τὰς ἀπὸ τοῦ 1954 μέχρι καὶ τοῦ 1957 τρεῖς προσφυγὰς τῶν ἐνδιαφερομένων ἰδιοκτητῶν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ 2. Εἰς τὸ ὅτι ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀπαλλοτριώσεων Ἀθηνῶν ὑφίστανται ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἐκκρεμεῖς 4 προσφυγαὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας Μαρμάρων, τῶν ἀκτημόνων Σταμάτας καὶ τοῦ Συνεταιρισμοῦ ἐξαγορᾶς κτήματος Σταμάτας, ἐκδικαζόμεναι τὴν 30 Μαρτίου καὶ τὴν 17 Ἀπριλίου 1962. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων τούτων, ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεων θὰ ἐπανέλθῃ διὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἀπαλλοτριωθησομένων ἐκτάσεων καὶ τὸν καθορισμὸν τῶν ἀποκαταστατέων εἰς αὐτάς.
§14Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ προκαλεῖ κατάπληξιν, ὅτι ἐπὶ 8 ὁλόκληρα ἔτη τὸ θέμα παραμένει ἐκκρεμές. Οἱ κάτοικοι τῆς Σταμάτας ψηφίζουν ἀναλόγως τῶν ὑποσχέσεων ποὺ δίδονται τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Πρέπει αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ λήξῃ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στειρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ διατὶ δὲν ἀπεζημιώθησαν οἱ ἀγρόται, τῶν ὁποίων οἱ ἀγροὶ ἀπηλλοτριώθησαν κατὰ μῆκος τοῦ ποταμοῦ Ἕβρου κλπ.
§16Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων Ὑπουργός, κυρίως ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου ἀπουσιάζει καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ λάβωμεν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ σημαντικωτέρου μέρους τῆς ἐρωτήσεως. Παρακαλῶ, κατόπιν τούτου, νὰ μὴ διαγραφῇ ὡς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἐκ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὁ παριστάμενος κ. Ὑπουργὸς Γεωργίας, ἂς δώσῃ τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ εἰς αὐτὸν ἀφορῶντος ἐρωτήματος.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀρθῶς.
§18Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων τοῦ ποταμοῦ Ἕβρου ἀπηλλοτριώθησαν καὶ κατελήφθησαν ἀγροί, χωρὶς νὰ ἀποζημιωθοῦν οἱ πληγέντες ἀγρόται τῆς περιοχῆς καὶ ἐπὶ πλέον κατεστράφη ἡ ἠρτημένη ἐσοδεία πλείστων καλλιεργειῶν καθ’ ὅλον τὸ μῆκος τοῦ ποταμοῦ. Ἀλλ’ ἐπ’ αὐτῶν ἀναμένομεν τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἀπουσιάζοντος σήμερον κ. Ὑπουργοῦ Δημοσίων Ἔργων. Ἡ ἐρώτησίς μου ἀπηυθύνετο, ἐπίσης, καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ ἀπήντησεν ἐγγράφως. Εἰς τὴν ἔγγραφον ἀπάντησίν του λέγει, ὅτι δὲν προέβη τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν εἰς ἐπίσπευσιν τῆς διαδικασίας ἀποζημιώσεως τῶν ἀπαλλοτριοπλήκτων, διότι τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας δι’ ἐγγράφου του εἶχε ζητήσει ἀναβολήν, ἐπὶ τῇ προόψει τῆς χορηγήσεως εἰς τοὺς πληγέντας ἄλλων κλήρων εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἀπαλλοτριωθέντων καὶ καταληφθέντων. Ἐπ’ αὐτοῦ ζητῶ μίαν ἐξήγησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν Γεωργίας. Προσωπικῶς πιστεύω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντικειμενικῶς ἀδύνατον, διότι δὲν ἐξετελέσθησαν τὰ προγραμματισθέντα ἀρδευτικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα τὴν τελευταίαν στιγμὴν δὲν περιελήφθησαν εἰς τὸ ὑπὸ ἐκτέλεσιν πρόγραμμα τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων.
§19Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Γεωργίας). Συνεπείᾳ ἐκτελέσεως τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων Ἕβρου, παρέστη ἀνάγκη ἀπαλλοτριώσεως ὡρισμένων ἐκτάσεων, ἀνηκουσῶν εἴτε εἰς κληρούχους εἴτε εἰς τὰς οἰκείας Κοινότητας. Πέραν τούτων, κατελήφθησαν προσωρινῶς καὶ διάφοροι ἀγροὶ διὰ χωματοληψίας πρὸς δημιουργίαν τῶν ἀπαραιτήτων ἀναχωμάτων καὶ τέλος κατεστράφη ἡ ἠρτημένη ἐσοδεία τῶν ἐσπαρμένων ἀγρῶν κατὰ τὸ ἔτος τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων. Καὶ ὡς πρὸς τὰς ἀπαλλοτριωθείσας ἐκτάσεις, τὰς ἀνηκούσας εἰς φυσικὰ πρόσωπα, ἐλήφθη μέριμνα παραχωρήσεως προσωρινῶς κοινοχρήστων ἐκτάσεων, ἡ δὲ ὁριστικὴ ἀντικατάστασις τῶν θιγουσῶν ἐκτάσεων θὰ πραγματοποιηθῇ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων. Διὰ τὰς προσωρινῶς καταληφθείσας ἐκτάσεις ὑπεβλήθησαν οἱ πίνακες τῶν θιγέντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων διὰ τὴν καταβολὴν ἀναλόγου ἀποζημιώσεως. Τέλος, διὰ τὴν καταστραφεῖσαν ἐσοδείαν, τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους, διεβίβασε τὰ σχετικὰ τὴν 17.2. 1962 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν δικαιούχων.
§20Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς Γεωργίας παρέχει πληροφορίαν, ἡ ὁποία εἶναι καλῶς γνωστὴ εἰς ἐμέ. Πράγματι, τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους διεβίβασε πρακτικὸν εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν Ὑδραυλικῶν Ἔργων τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, τὸ ὁποῖον, ὅμως, ἀφορᾷ 200 περίπου δικαιούχους ἀποζημιώσεως διὰ τὴν καταστραφεῖσαν ἠρτημένην ἐσοδείαν των καὶ τοῦτο μετὰ πολλὰς ὀχλήσεις μας. Ἐκκρεμοῦν πάρα πολλαὶ αἰτήσεις ἀκόμη καὶ δι’ αὐτὰς ζητῶμεν τὴν ταχεῖαν διεκπεραίωσιν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἐξ αἰτίας τῆς ἀμεριμνησίας τῶν ἁρμοδίων Ὑπηρεσιῶν καὶ τῆς κακοδιοικήσεως ἐν γένει, νὰ παραμένουν ἀναποζημίωτοι οἱ διαρκῶς καὶ μονίμως ἐγκαταλελειμμένοι ἀγρόται τοῦ Νομοῦ Ἔβρου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λαμπράκης, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν θὰ ληφθοῦν μέτρα ὑπὲρ τῶν κατοίκων κωμοπόλεως Στόμιον τῆς Ἐπαρχίας Ὀλυμπίας.
§22Γ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεγράφη εἰς τὸν Τύπον, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Στομίου τῆς Ἐπαρχίας Ὀλυμπίας ἀπέστειλαν τηλεγράφημα εἰς τὸν Νομάρχην, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτουν ἐσπευσμένως τὴν ἀποστολὴν τροφίμων, διότι ἐστεροῦντο καὶ τοῦ ἄρτου ἀκόμη. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐὰν ἀπεστάλησαν τρόφιμα. Δεύτερον, παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς Γεωργίας νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐὰν σκέπτεται νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῶν χρεῶν τῶν ἀγροτῶν πρὸς τὴν Α.Τ.Ε. καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ χορηγήσῃ νέα δάνεια.
§23Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Αἱ ζημίαι εἰς τὴν περιοχὴν αὐτήν, χρονολογοῦνται ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ὁ Ὑπουργὸς δὲ τῆς Γεωργίας ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους διέταξε τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα συνήθως λαμβάνονται εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις, καὶ νὰ παράσχῃ ἀκόμη καὶ πιστωτικὰς διευκολύνσεις, τόσον εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου αὐτοῦ, ὅσον καὶ τῶν ἄλλων πέριξ χωρίων, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν ζημίας. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Α.Τ.Ε. ἐξετέλεσεν ἤδη τὰς ἐντολὰς τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει θέμα περαιτέρω συζητήσεων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν καλλιεργητῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τὰς ζημίας, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος, ἐπαναλαμβάνω, ἔτους, θὰ ὑπαχθῇ καὶ αὐτὴ εἰς τὸ γενικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἤδη ἀπεφασίσθη, ἀνεκοινώθη ἄλλωστε καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων, κατὰ τὸ ὁποῖον μία σημαντικὴ ποσότης σιτηρῶν θὰ δοθῇ ἐπὶ πιστώσει διὰ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης εἰς τοὺς κατοίκους τῶν περιοχῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὰ ἀπαιτούμενα μέσα διατροφῆς λόγῳ ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν εἰς τὸ παρελθόν. Καὶ πληροφορῶ, τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἤδη ἡ Διεύθυνσις τῆς Γεωργίας τῆς Μεσσηνίας διετάχθη νὰ κάμῃ τὰς ὀνομαστικὰς καταστάσεις τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην τῆς ἐνισχύσεως αὑτῆς.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λαμπράκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐπὶ αἰτημάτων τῶν ἀγροτῶν τῆς περιοχῆς Τεγέας κλπ.
§25Γ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Τεγέα, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ 20 χωρία, ἔχει ὡς κύριον προϊὸν τὴν πατάτα. Τὸ εὐπαθὲς αὐτὸ προϊόν, συνήθως καταστρέφεται ἀπὸ τοὺς σκώληκας καὶ τὴν ἀνυδρίαν καὶ ἀπὸ τὴν χαμηλὴν τιμὴν τοῦ προϊόντος. Ἰδιαιτέρως τὸ 1961 ἡ πατατοπαραγωγὴ κατεστράφη εἰς ἀναλογίαν 90–100%. Διὰ τοῦτο, κατόπιν διαμαρτυριῶν τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἀπέστειλεν συνεργεῖον μὲ ἐπὶ κεφαλῆς γεωπόνον καὶ ἕνα ἀγροφύλακα, καὶ κατέγραψεν τὰς ζημίας τῶν ἀγροτῶν. Ἡ καταγραφὴ συνίστατο εἰς διαπίστωσιν βλάβης 70–100%. Τὸ συνεργεῖον ἐξετίμησεν τὴν βλάβην τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Ἤλπισαν, ὡς ἐκ τούτου, οἱ ἀγρόται, ὅτι θὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασίς των διὰ τῆς χορηγήσεως νέων δανείων, διὰ τῆς ἀποζημιώσεώς των, καὶ διὰ τῆς ἀναστολῆς τῶν χρεῶν πρὸς τὴν Α.Τ.Ε. καὶ τὸ Δημόσιον. Δυστυχῶς, ὅμως, μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἡ Α.Τ.Ε. ἀπέστειλεν κοινοποίησιν εἰς τοὺς ἀγρότας, διὰ τῆς ὁποίας ἐγνωστοποίει εἰς αὐτούς, ὅτι ἡ βλάβη τοῦ προϊόντος ἀνέρχεται εἰς 20–50%. Καὶ ἐπειδή, ἔλεγεν ἡ κοινοποίησις, ἔχετε καὶ ἔσοδα ἀπὸ ἄλλα προϊόντα, μειοῦται ἡ βλάβη εἰς 10–20%, καὶ συνεπῶς, δὲν ἔχετε δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Καί, ὡς ἐκ τούτου, ἐκαλοῦντο ἐσπευσμένως νὰ πληρώσουν τὴν Α.Τ.Ε. πρὸς ἄρσιν περαιτέρω συνεπειῶν. Ἐρωτᾶται, ὡς ἐκ τούτου, ὁ κ. Ὑπουργὸς πῶς σκέπτεται τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τῆς πατάτας τῆς Τεγέας ἀπὸ τὸν κίνδυνον τῶν σκωλήκων καὶ πῶς ἀντιμετωπίζει τὸ θέμα τῆς ἀρδεύσεως τῆς Τεγεακῆς πεδιάδος; Πῶς σκέπτεται τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα τῶν χρεῶν πρὸς τὴν Α.Τ.Ε. καὶ ἐὰν σκέπτεται νὰ χορηγήσῃ νέα δάνεια, καὶ διατὶ ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἐκτίμησιν τοῦ συνεργείου αὐτοῦ;
§26Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Πραγματικῶς, οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς αὐτῆς ὑπῆρξαν ἀτυχεῖς, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπέστησαν τὴν ζημίαν. Διότι ὑπέστησαν τὴν ζημίαν τὸ φθινόπωρον τοῦ 1961. Κατὰ τὸν κ. συνάδελφον, ἐπειδὴ ἐπέκειντο αἱ ἐκλογαί, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκτιμηθοῦν αἱ ζημίαι. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ὑπῆρξαν, πράγματι, ἀτυχεῖς. Ἐν τούτοις, ὅμως, ἐξετιμήθησαν αἱ ζημίαι, καὶ πληροφορῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι αἱ ζημίαι δὲν εἶναι τόσον τραγικαί, ὅσον τὰς παριστᾷ. Διότι πραγματικῶς τὰ γεγονότα τὰ ζημιογόνα, ἦσαν εἰς τὸ τέλος τῆς ἐσοδείας. Διεπιστώθη σημαντικὴ ζημία, ἀλλ’ ὄχι τόσον τραγική. Καὶ ἐν συνεχείᾳ, τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας ἐπὶ Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν νὰ παρέχῃ ὅλας τὰς πιστωτικὰς διευκολύνσεις, αἱ ὁποῖαι παρέχονται εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς. Ἐὰν συνέβη, ἐν συνεχείᾳ, κάτοικοι τῆς περιοχῆς αὐτῆς νὰ ἔχουν εἰσόδημα σημαντικὸν ἀπὸ ἄλλας καλλιεργείας, δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ἐπωφεληθοῦν τοῦ τυχαίου γεγονότος τῆς μειώσεως τῆς παραγωγῆς τῆς πατάτας καὶ νὰ μὴ πληρώσουν, ἐφ’ ὅσον ἔχουν τὴν δυνατότητα. Ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως εἶπον, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπανέλαβον καὶ χθὲς εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἔχει κατηγορηματικὴν ἐντολὴν εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς νὰ ἐξετάζῃ τὴν οἰκονομίαν ἑκάστου παραγωγοῦ, καὶ ἀναλόγως τῆς οἰκονομίας του νὰ δίδῃ προθεσμίαν ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν του, καὶ ἐὰν τυχὸν συμβαίνῃ νὰ ἔχῃ δυνατότητας, νὰ ζητῇ νὰ παίρνῃ ἀπὸ τὸν παραγωγόν, ἀναλόγως τῆς οἰκονομίας του, τὸ ποσὸν ἐκεῖνον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ βλάψῃ τὴν δυνατότητα τῆς συντηρήσεώς του. Τώρα εἰδικῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Τεγέα, σχετικῶς μὲ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη, ἐκ τῆς νόσου αὐτῆς τῶν γεωμήλων, τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις καὶ εἰς αὐτήν, παρέχει πρῶτα–πρῶτα τεχνικὴν βοήθειαν εἰς τοὺς παραγωγούς, δηλαδή, τοὺς καθοδηγεῖ πῶς νὰ κάμουν τὴν καταπολέμησιν. Καὶ δεύτερον, τοὺς παρέχει διὰ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἐπὶ πιστώσει φάρμακα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθοῦν νὰ καταπολεμήσουν τὴν νόσον. Αὐτὸ ἔκαμε καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἀπὸ ἡμᾶς, κ. συνάδελφοι, ἐξαρτᾶται νὰ θελήσουν νὰ ἀντιληφθοῦν, ὅτι τὸ συμφέρον των εἶναι νὰ κάμουν τὴν καταπολέμησιν τῆς νόσου, διὰ τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ τὴν συμπαράστασιν τῶν γεωπόνων ἔχουν καὶ τὰ φάρμακα τοὺς παρέχονται.
§27Γ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς Γεωργίας ὡμίλησεν διὰ τὰς καταστροφὰς τῶν πατατοπαραγωγῶν τῆς Τεγέας. Κατάγομαι ἀπὸ τὴν Τεγέαν καὶ γνωρίζω ποίας ἐκτάσεως καταστροφαὶ γίνονται κατ’ ἔτος. Ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν εἶναι, διατὶ ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα, ἀφοῦ ἔστειλεν πρὸ τῶν ἐκλογῶν συνεργεῖον διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ζημίαν, καὶ τὸ συνεργεῖον κατέγραψεν μὲ ἀκρίβειαν τὴν ἔκτασιν αὐτῆς, διατὶ ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει της αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν, καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκοινοποίησεν, ὅτι δὲν εἶναι τοιαύτης ἐκτάσεως ἡ καταστροφή. Ὅσον ἀφορᾷ δέ, ὅτι χορηγεῖ φάρμακα, ἢ ὅτι παρέχει τὰς ἀναγκαίας δυνατότητας διὰ τὴν καταπολέμησιν τῶν σκωλήκων, δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ἐπίσης, μοῦ ἔκαμνεν ἐντύπωσιν εἶναι, ὅτι ἐφέτος ἐχορηγήσατε πατάτα κατεστραμμένην καὶ οἱ ἄνθρωποι διαμαρτύρονται. Συνεπῶς, δὲν ἐλήφθη καμμία πρόνοια ὅσον ἀφορᾷ τοὺς πατατοπαραγωγοὺς τῆς Τεγέας. Τέλος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄρδευσιν, δὲν μᾶς εἴπατε τίποτε, κ. Ὑπουργέ.
§28Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κ. συνάδελφε, πρῶτον, ὅτι ἀναμιγνύετε ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν περιέχονται εἰς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν. Διὰ τὴν ὕδρευσιν δὲν ἔχει καμμίαν ἁρμοδιότητα τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας. Διὰ τὴν ἄρδευσιν κάμνουν τὰς μελέτας, τὸ γνωρίζετε ἄλλωστε, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς παράσχουν τὰς πληροφορίας ἐὰν εἶναι δυνατὴ ἡ ἄρδευσις τόσον τοῦ πεδίου τῆς Τεγέας, ὅσον καὶ ἄλλων περιοχῶν τῆς Ἀρκαδίας.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§30Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρελθούσης τῆς ὥρας συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν
καὶ ἐρωτήσεων, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχεια τῆς μόνης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ὁ κ. Σ. Στεφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§32Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, προτιμῶ νὰ ἀποφύγω τὸ βῆμα. Εἶμαι κατὰ τῆς ἀπεραντολογίας καὶ νομίζω, ὅτι τὸ βῆμα ἐξωθεῖ εἰς ἀπεραντολογίαν καὶ παρασύρει εἰς ρητορικὰς ἐξάρσεις. Ἐπειδὴ δὲ ἀκριβῶς, ἀποβλέπομεν διὰ τοῦ νέου Κανονισμοῦ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ἀπεραντολογίας, δι’ αὐτό, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω τὸ παράδειγμα καὶ νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τῆς θέσεώς μου. Εἴθισται, κ. συνάδελφοι, καὶ συμφωνῶ ἀπολύτως, ὅτι τόσον ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὅσον καὶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἡ κομματικὴ πειθαρχία καὶ ἕκαστος βουλευτὴς ὀφείλει νὰ διατυπώνῃ τὰς γνώμας του ἐλευθέρως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπανήρχετο μονίμως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸ αἴτημα τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ νέου Κανονισμοῦ. Τοιουτοτρόπως ἐδημιουργεῖτο ἡ ἐντύπωσις, ὅτι μία τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ἀπετέλει πανάκειαν, ἡ ὁποία θὰ ἔλυε ὅλα τὰ προβλήματα. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς πεπλανημένης αὐτῆς ἀντιλήψεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διέρχεται κρίσιν. Διέρχονται κρίσιν οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοί. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι φαινόμενον Ἑλληνικόν. Εἶναι καθολικὸν καὶ παγκόσμιον. Εἰς τὰς ἄλλας δὲ χώρας μελετῶνται καὶ συζητῶνται λύσεις διὰ μίαν ἀναπροσαρμογὴν καὶ ἀναμόρφωσιν τοῦ κοινωνικοῦ πολιτεύματος. Ἡμεῖς ἐν τῷ μεταξὺ ἐπαναπαυόμεθα καὶ ἀρκούμεθα εἰς μίαν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζοντες ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐπιλύσωμεν ὅλα τὰ προβλήματα. Κύριοι βουλευταί, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δημιούργημα τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, κατώρθωσε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀτομικὴν καὶ πολιτικὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς λαούς. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅπως εἶναι ἐξ ἴσου ἀναμφισβήτητον, ὅτι λόγῳ τῆς προελεύσεώς του, λόγῳ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδημιουργήθη, προκειμένου ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰ σύγχρονα οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ προβλήματα, ἐμφανίζεται ἀπαράσκευον καὶ ἀνέτοιμον. Οἱ ἐχθροὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας καὶ ὀπαδοὶ τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ καὶ τῆς Δικτατορίας ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Δημοκρατία εἶναι βασικῶς ἀνίκανος ν’ ἀντιμετωπίσῃ καὶ νὰ ἐπιλύσῃ τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα σήμερον ὀρθώνει ἡ οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ πραγματικότης καὶ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις ταύτης. Διαφωνοῦμεν ριζικῶς μὲ τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, διότι τὸ Κράτος λόγῳ τῆς συνεχοῦς ἐπεκτάσεως τοῦ παρεμβατισμοῦ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς οἰκονομικῆς ἰσορροπίας, τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ πλέον λόγῳ τῆς ἀνάγκης τοῦ προγραμματισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν λαμβάνει χώραν μόνον ἐπὶ ἐθνικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ διεθνοῦς ἐπιπέδου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξοπλίζεται, ὥστε νὰ ἠμπορῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐπιταγὰς αὐτάς. Βεβαίως, σήμερον, ὅπως ἔχει τὸ Κράτος καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Δημοκρατία, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν εἶναι παρεσκευασμένη. Δύναται, ὅμως, νὰ συγχρονισθῇ καὶ νὰ παρασκευασθῇ. Ἡμεῖς νομίζομεν, ἀντιθέτως πρὸς τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν ὁριστικὴν κατάλυσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅτι ἡ ἐξασφάλισις τῆς οἰκονομικῆς εὐημερίας, τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ποτὲ εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Δημοκρατίαν. Ἀντιθέτως, ἀποτελεῖ τὸ ἀναγκαῖον αὐτῆς συμπλήρωμα. Καὶ δι’ αὐτὸ ζητῶμεν, ὅπως ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀναπροσαρμογῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος ἀρχίσῃ, ἐπὶ τέλους, νὰ ἀσχοληθῇ καὶ ἡ Βουλὴ ἡ ἰδική μας. Εἶναι καιρὸς πλέον τὰ κόμματα, πλειοψηφία καὶ μειοψηφία, ἡ Βουλή, νὰ ἀρχίσῃ νὰ συζητῇ, νὰ μελετᾷ καὶ νὰ ἐρευνᾷ τὸ θέμα αὐτό. Εἶναι καιρὸς ἴσως καὶ νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἕνα διάγραμμα τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι ἀναθεωρητέαι τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀναπροσαρμογή του εἰς τὰ νεώτερα προβλήματα τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς πραγματικότητος. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Σήμερον ἀρκούμεθα εἰς μόνην τὴν τροποποίησιν ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Βεβαίως, θὰ ὑπάρξουν ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ὡρισμέναι βελτιώσεις, ἀλλ’ αἱ βελτιώσεις αὐταὶ εἶναι δευτερεύουσαι. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ ἤθελον νὰ προφυλάξω τὴν Βουλὴν ἀπὸ μίαν πλάνην, ὅτι δηλαδή, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρκεσθῶμεν μόνον εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ μὴ ἀσχοληθῶμεν καὶ ἡμεῖς μὲ τὴν Συνταγματικὴν μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ὡς ἐπίκεντρον τὴν προσαρμογὴν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας πρὸς συγχρόνους οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀνάγκας. Ποῖα εἶναι τὰ μειονεκτήματα τοῦ σημερινοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἶναι γνωστά. Εἴπομεν, ὅτι εἶναι μειονεκτήματα παγκόσμια. Ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἀσκεῖται κατὰ τρόπον κακόν. Εἰς τὸν τόπον μας δὲ ἀσκεῖται κατὰ τρόπον ἔτι χειρότερον. Ἀπόδειξις, ὅτι δὲν κατωρθώσαμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μεταπολεμικῶς νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρὰ τὴν ὑφισταμένην συνταγματικὴν ἐπιταγήν. Τινὰ ἀπὸ τὰ μειονεκτήματα αὐτά, διὰ τῶν ὁποίων ἠμπορεῖ καὶ θὰ πρέπει νὰ προβλέψῃ τὴν βελτίωσιν ὁ νέος Κανονισμός, εἶναι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας: Τὸ πρῶτον μειονέκτημα, ἡ ἀπεραντολογία. Θὰ εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ συντομευθοῦν αἱ ἀγορεύσεις τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ἀπεραντολογία δὲν συμβάλλει οὔτε εἰς τὴν ταχεῖαν διεκπεραίωσιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, οὔτε καὶ εἰς τὴν καλὴν διεκπεραίωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Θὰ πρέπει, ὅμως, νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ποὺ ὑπάρχει ἀπεραντολογία. Ὑφίσταται τοιαύτη ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν Ὑπουργῶν. Βεβαίως, οἱ Ὑπουργοί, σύμφωνα μὲ μίαν διάταξιν ποὺ ἀναφέρεται εἰς τὸν πρωτόγονον κοινοβουλευτισμόν, ἀφοῦ ὁμιλεῖ περὶ ἐλευθέρας εἰσόδου τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἔχουν τὸ δικαίωμα ὁσάκις ζητοῦν τὸν λόγον νὰ τὸν λαμβάνουν. Ἄλλο θέμα, ὅμως τοῦτο, ἄλλο ὅμως, αἱ διακοπαὶ τῶν Ὑπουργῶν. Δὲν νομίζω, κατ’ ἀρχήν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν διακοπῶν καὶ γενικῶς τοῦ διαλόγου, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ περιορισμός. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἔχομεν μονόλογον. Ἔχομεν συζήτησιν, ἔχομεν διάλογον. Θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, δι’ ἑνὸς μέτρου νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ διάλογος αὐτός, περιοριζομένης ταυτοχρόνως τῆς ἀπεραντολογίας. Θὰ ἔπρεπε, λόγου χάριν, νὰ ἰσχύσῃ τὸ 5λεπτον, διὰ τὰς διακοπὰς τῶν βουλευτῶν καὶ Ὑπουργῶν. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ διαφορετικά. Πρέπει νὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὸν περιορισμὸν καὶ οἱ Ὑπουργοί. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ βοηθήσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, θὰ τοῦ δώσωμεν τὰ μέσα, ὥστε νὰ ἐπιταχύνῃ τὰς συζητήσεις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπαναλάβωμεν εἶναι, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀποβῇ ἡ ἐπιτάχυνσις εἰς βάρος τῆς οὐσίας καὶ τῆς ποιότητος τῶν συζητήσεων. Τὸ δεύτερον μειονέκτημα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ εἶναι ἡ ἀπουσία τῶν βουλευτῶν. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι μόνον ὁ Κανονισμός, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν παρουσίαν τῶν βουλευτῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι θέμα γενικώτερον, εἶναι θέμα, ἴσως, καὶ μιᾶς διαπαιδαγωγήσεως καὶ ἐπιβολῆς τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων διότι —ἂς κάμωμεν μίαν αὐτοκριτικὴν— δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὔτε εἰς τὴν μίαν, οὔτε εἰς τὴν ἄλλην πλευράν, νὰ μὴ παριστάμεθα εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν μάλιστα διαμαρτυρόμεθα, ὅταν κλείῃ ἡ Βουλὴ ἢ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν παρουσίαν τῶν βουλευτῶν εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀπαρτίας. Ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, εἰς τὰ περισσότερα κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα θέμα ἀπαρτίας δὲν ὑπάρχει. Εἰς μερικά, ἄλλωστε, Κοινοβούλια, ὅπως ἴσως γνωρίζετε, αἱ ἕδραι τῶν βουλευτῶν εἶναι τὸ ἥμισυ ἢ καὶ τὸ ⅓ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Εἰς ἡμᾶς, ὅμως, ὑπάρχει ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡ ἀπαρτία. Καὶ βάσει αὐτοῦ θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ θέμα τῆς παρουσίας. Διὰ μιᾶς συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως, τὸ ζήτημα θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἐπιτυχῶς. Σήμερον, δύο ὑπάρχουν λύσεις: Δηλαδή, εἴτε νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ καταθέτουν τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας, εἴτε νὰ ὑπάρξῃ μία συνεννόησις μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων εἰς τρόπον, ὥστε διὰ μιᾶς συμφωνίας κυρίων νὰ γίνῃ ἀνεκτόν, ὅπως ἕνα ὅριον κατώτερον τοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένου νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν εἰς ἔνστασιν ἀπαρτίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ μᾶς ζητοῦν τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποβάλουν τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ πρέπει νὰ βοηθήσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον καὶ νὰ τοῦ παράσχωμεν τὰ μέσα, ὥστε νὰ ἀποφευχθῇ ἡ κωλυσιεργία. Τρίτον θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ συμβάλῃ, πέραν τῆς ἐπιταχύνσεως, εἰς μίαν πραγματικὴν βελτίωσιν τῶν συζητήσεων, εἶναι τὸ ἑξῆς: Γενικῶς παρατηρεῖται, ὅτι τὰ θέματα, τὰ φλέγοντα, τὰ ἐπείγοντα, τὰ ἄμεσα, ἐκεῖνα ποὺ συγκινοῦν τὴν κοινὴν γνώμην ἔρχονται μὲ μεγάλην καθυστέρησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπάρχει, βεβαίως, ἡ ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, συνεπῶς παρὰ τὸν Κανονισμόν, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, συζήτησις. Αὐτή, ὅμως, ἐξαρτᾶται σήμερον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία κατὰ κανόνα τὴν ἀρνεῖται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Κύριοι βουλευταί, θὰ προτείνωμεν υἱοθετοῦντες μίαν πρότασιν τοῦ συναδέλφου κ. Ζίγδη, ὅπως κανονίσωμεν πλέον τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως τῶν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως θεμάτων ἐν τῷ Κανονισμῷ, διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, οὕτως εἰπεῖν. Δηλαδή, προκειμένου περὶ ἐξαιρετικῶς ἐπειγόντων θεμάτων, θὰ πρέπει τῇ αἰτήσει εἴτε τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε τοῦ ⅒ τῶν βουλευτῶν, νὰ ἔρχωνται πρὸς συζήτησιν θέματα ἐπείγοντα καὶ φλέγοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουν δημιουργήσει συγκίνησιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Θὰ προχωροῦσα ἀκόμη περισσότερον καὶ θὰ ἔλεγον νὰ συμφωνήσωμεν, ὅπως καὶ ἡ συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ μὴ ἔχῃ τὴν μορφὴν οὔτε ἐλέγχου, οὔτε ἐπικρίσεως. Νὰ εἶναι, ἁπλῶς, αἴτησις ἐξηγήσεως, διευκρινίσεως ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων ἐπειγόντων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἱκανοποίησις ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τότε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Δύο ὑπάρχουν ἐγγυήσεις εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἡ πρώτη ἐγγύησις, εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν. Θὰ ἀπαιτῆται τοὐλάχιστον τὸ ⅒ τῶν βουλευτῶν διὰ νὰ κατατεθῇ τοιαύτη πρότασις συζητήσεως πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Καὶ δεύτερον, θὰ εἶναι ὁ χρονικὸς περιορισμός, δηλαδή, μία καὶ μόνον ὥρα, νομίζομεν, θὰ ἦτο ἀρκετή. Μεταξὺ τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἂς ἐγίνετο κατόπιν μία συνεννόησις, εἰς τρόπον, ὥστε ἀναλόγως τῆς δυνάμεως ἑκάστου ἐξ αὐτῶν, νὰ καθορισθῇ ὁ χρόνος ὁμιλίας ἑκάστου ρήτορος. Ἐάν, κ. Πρόεδρε, δεχθῆτε αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρέπει νὰ νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ἐπικρίσεως καὶ ἐλέγχου, ἀλλὰ ἁπλῶς συζητήσεως καὶ διαφωτίσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἐξαιρετικῶς ἐπειγόντων θεμάτων, τότε ἀσφαλῶς θὰ συγχρονίσωμεν τὴν Βουλὴν μὲ τὸν βίον τοῦ λαοῦ καὶ μὲ τὸν βίον τοῦ Ἔθνους. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, κινδυνεύομεν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ εἴμεθα πάντοτε καθυστερημένοι καὶ οὕτω καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ ἐμφανιζώμεθα ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὰ ἄμεσα συμφέροντα τοῦ λαοῦ καὶ ὁ λαὸς πλέον θὰ ἀδιαφορῇ διὰ τὰς συζητήσεις τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται ἐξ αὐτῶν νὰ προκύψῃ κἄτι, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναφέρεται εἰς τὰ ἀμέσως θίγοντα αὐτὸν ζητήματα. Τὸ τέταρτον θέμα, εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀποβολῆς τῶν βουλευτῶν, τῶν κυρώσεων, τὰς ὁποίας θὰ δώσωμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς δι’ ὡρισμένας παραβάσεις τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο: Γνωρίζετε πόσον σᾶς τιμῶ, διότι ἐπεδείξατε, κατὰ κανόνα, μίαν ἀντικειμενικότητα καὶ μίαν ψυχραιμίαν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι πολλὲς φορὲς ὑπήρξατε ὑπερκομματικός. Ἐν τούτοις, ὅμως, λόγῳ τῆς προελεύσεως, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς φύσεως τοῦ ἰδικοῦ μας πολιτεύματος, εἶσθε Πρόεδρος κομματικός, εἶσθε Πρόεδρος μονομερῶς ἑνὸς κόμματος. Ἐὰν θὰ ὑπῆρχε τρόπος, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ηὐχόμεθα εἰς περίπτωσιν συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως, ὁ Πρόεδρος νὰ καταστῇ ὑπερκομματικός, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὑμᾶς θὰ ἐψήφιζον ὡς Πρόεδρον, διότι ἔχετε ὅλα τὰ κατάλληλα προσόντα διὰ νὰ καταστῆτε ὑπερκομματικὸς Πρόεδρος. Ἀλλὰ σήμερον, ἀτυχῶς, δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἐνδεχόμενον δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐγγύησις. Βεβαίως, γνωρίζω τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον χειρίζεσθε ὅλα τὰ θέματα τῆς ἁρμοδιότητός σας, ἀλλὰ δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνητε ἐπὶ τῆς κυρώσεως τοῦ εἴδους τῆς ἀποβολῆς τῶν βουλευτῶν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν. Μᾶς ἐφέρατε ἐπιχειρήματα ἄλλων Κοινοβουλίων. Γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουν, βέβαια, τοιούτου εἴδους κυρώσεις, αἱ ὁποῖαι, ὅμως, εἶναι κατάλοιπα παλαιῶν Κανονισμῶν, παλαιῶν ἀντιλήψεων, ἑνὸς κοινοβουλευτισμοῦ, ἂς εἴπωμεν, πρωτογόνου, ὅπως διὰ πρώτην φορὰν ἐφηρμόσθη. Ἀλλὰ οὐδέποτε εἰς τὴν πραγματικότητα αἱ κυρώσεις αὐταὶ ἐφηρμόσθησαν. Ἔτυχε νὰ παραστῶ, περίπου πρὸ 10ετίας, εἰς μίαν συζήτησιν τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ὅπου μία κυρία βουλευτὶς κομμουνίστρια, παρεξηγήσασα τὴν διακοπὴν ἑνὸς συναδέλφου της ἐπετέθη ἐναντίον του μαινομένη. Ἐπενέβησαν οἱ βουλευταὶ καὶ οἱ κλητῆρες διὰ νὰ τοὺς διαχωρίσουν καὶ τότε ἥρπασε τὸ χέρι ἑνὸς κλητῆρος καὶ τὸ ἐδάγκωσε μέχρις αἵματος. Ἐδημιουργήθη ἐπεισόδιον. Ἐννοεῖται, ὅτι ἀνεκλήθη εἰς τὴν τάξιν, ἀλλὰ δὲν ἀπεβλήθη ἐκ τῆς αἰθούσης, καίτοι ὑφίστατο τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Προέδρου. Δι’ αὐτό, λέγω, δὲν πρέπει ἴσως νὰ ἀντιγράφωμεν ἐν παντὶ τὸν ξένον κοινοβουλευτισμόν, ὁ ὁποῖος βασίζεται ἐπὶ ἄλλων ἀρχῶν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ Πρόεδρος, πράγματι, εἶναι ὑπερκομματικός. Δὲν ἀρνούμεθα τὰς προθέσεις σας ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τί ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον, διότι δὲν νομοθετοῦμεν σήμερον ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸν κ. Ροδόπουλον. Δὲν γνωρίζω τί θὰ συμβῇ αὔριον, ἐὰν ὑπάρξῃ ἕνας ἄλλος Πρόεδρος, δι’ αὐτὸ θὰ ἤθελα ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ μὴ ἐπιμένητε. Ὑπάρχουν ἄλλα μέσα διὰ τοὺς παρεκτρεπομένους βουλευτάς. Ὑπάρχουν ἄλλοι τρόποι κυρώσεων, ὅπως ὑπεδείχθη ἀπὸ ἀξιότιμον προλαλήσαντα συνάδελφον. Ἀλλὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν κύρωσιν τῆς ἀποβολῆς, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἀντισυνταγματική. Θὰ ἀπετέλει ἕνα εἶδος διώξεως καὶ τιμωρίας τοῦ βουλευτοῦ διὰ τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἐκφέρει εἰς τὴν Βουλήν. Κύριε Πρόεδρε, εἴπομεν, ὅτι διὰ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ διορθώσωμεν δευτερεύοντα, ὡς εἴπωμεν, μειονεκτήματα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Νομίζω, ὅτι ἐὰν μᾶς βοηθήσητε, ὥστε ὡρισμέναι ἄλλαι ἀτέλειαι, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται καὶ αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἐπανορθωθοῦν, νομίζω, ὅτι θὰ προσφέρητε σεῖς πρῶτος καὶ ὅλοι μας γενικῶς μίαν μεγάλην ὑπηρεσίαν πρὸς ἀναστήλωσιν τοῦ κύρους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ θέμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι θέμα συνταγματικόν, ἀλλὰ εἶναι καὶ θέμα Κανονισμοῦ. Εἴπομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον μόνον ἡμεῖς ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν χωρῶν νὰ μὴ ἔχωμεν συζητήσει τὸν προϋπολογισμόν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω ἀπελπισθῆ. Δὲν ἐλπίζω οὔτε ἐφέτος, οὔτε ποτέ, ὅτι θὰ συζητηθῇ ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμὸς καὶ πρὸ παντὸς θὰ καταλήξῃ κἄποτε ἡ συζήτησις εἰς ἀπόφασιν. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπωφεληθῶμεν τῆς παρουσιαζομένης εὐκαιρίας τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν ὡρισμένας προθεσμίας. Ὁ κ. Ζίγδης ἔχει ὑποβάλει μίαν σχετικὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ υἱοθετήσωμεν καὶ θὰ ὑποστηρίξωμεν, νὰ τεθοῦν ὡρισμένα χρονικὰ ὅρια εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ κατόπιν, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν, ὡρισμέναι συνεδριάσεις θὰ ὁρισθοῦν διὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ μίαν ἐκ τῶν ἐνόντων διόρθωσιν τοῦ θέματος, διότι ριζικὴ λύσις μόνον εἰς περίπτωσιν συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἠξεύρετε, ὅτι ὑπάρχουν πολλαὶ σχετικαὶ προτάσεις καὶ σχετικαὶ μέθοδοι, αἱ ὁποῖαι εἶναι περιττὸν νὰ συζητηθοῦν ἀπόψε, ἐφ’ ὅσον ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ δεύτερον θέμα, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ βοηθήσητε τὴν Βουλήν, εἶναι τὸ θέμα τῶν στοιχείων, σχετικῶς μὲ τὴν πορείαν τῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς μας. Γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουν οἱ λεγόμενοι ἐθνικοὶ λογαριασμοί, ἀπὸ τοὺς ὁποίους προκύπτουν τὰ διάφορα στοιχεῖα ἐπὶ τῆς πορείας τῆς οἰκονομίας μας. Σήμερον, ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα γνωρίζετε πολὺ καλὰ καὶ ὑμεῖς κάλλιον παντὸς ἄλλου, πόσες φορὲς ἤλθομεν εἰς ἀντεγκλήσεις καὶ συγκρούσεις μὲ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι μᾶς δίδουν ἄλλας πληροφορίας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἡμεῖς. Δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἕνα τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν; Δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἐποπτεία καὶ παρακολούθησις αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ὡς προορισμὸν νὰ διατυπώνῃ μετ’ ἀκριβείας καὶ νὰ καταρτίζῃ τοὺς ἐθνικούς μας λογαριασμούς; Ἐὰν τοῦτο συμβῇ, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι πλέον ἡ Βουλὴ θὰ συζητῇ ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων ἐξηλεγμένων καὶ δὲν θὰ ὑπάρχουν ἀντεγκλήσεις, αἱ ὁποῖαι ὁδηγοῦν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς μείωσιν τοῦ κύρους τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸν λαὸν μοιραίως θὰ δημιουργοῦν δυσπιστίαν. Ἔχω μίαν τροπολογίαν σχετικὴν ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ καταρτισθῇ μία Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ ὀλιγομελής, ἡ ὁποία νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὑπηρεσίας ἐθνικῶν λογαριασμῶν ἡ ὁποία νὰ παρακολουθῇ καὶ νὰ ἐποπτεύῃ τὰς ἐργασίας των, καὶ κατόπιν τῆς ἐγκρίσεώς της νὰ δημοσιεύωνται τὰ πορίσματά της. Νομίζω, ὅτι ἐὰν αὐτὸ πραγματοποιηθῇ θὰ διευκολυνθοῦν κατὰ μέγα μέρος αἱ συζητήσεις μας καὶ δὲν θὰ κατατριβώμεθα, διὰ νὰ ἐρχώμεθα εἰς ἀντεγκλήσεις μὲ τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ἢ μὲ τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου. Καὶ δὲν θὰ δημιουργῆται πλέον ἀμφισβήτησις ἢ σύγχυσις, ἡ ὁποία δὲν προάγει τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἐπὶ τῶν στοιχείων θὰ εἴμεθα σύμφωνοι, θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ ἔργον τὸ ἰδικόν σας, κ. Πρόεδρε, θὰ διευκολυνθῇ καὶ αἱ συζητήσεις θὰ ἐπιταχυνθοῦν καὶ οὐσιαστικῶς θὰ βελτιωθοῦν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐπιτάχυνσις νὰ μὴ ἀποβαίνῃ ὡς προηγουμένως εἶπον, εἰς βάρος τῆς ποιότητος. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ τελειώνω, ἤθελα νὰ προσθέσω τοῦτο. Ἐμφανιζόμεθα, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει γραπτῶν κειμένων θέλομεν νὰ ἐξυψώσωμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Γνωρίζετε, ὅμως, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι πολίτευμα στηριζόμενον ἐπὶ ἀγράφων κανόνων. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις του. Τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Συντάγματος ποὺ ὁρίζει περὶ διορισμοῦ τῶν Ὑπουργῶν ἀπὸ τὸν Βασιλέα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς βάσις τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Συνεπῶς, ἄγραφοι εἶναι οἱ κανόνες, βάσει τῶν ὁποίων λειτουργεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐὰν αὐτὸ ἰσχύῃ ὡς πρὸς τὴν θεμελίωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀντιλαμβάνεσθε πόσον περισσότερον ἰσχύουν διὰ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, εἶναι τὸ πνεῦμα καὶ ὄχι τὸ γράμμα. Καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ εἶναι εὐαισθησία, εὐθιξία, εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς ἀμοιβαίας κατανοήσεως καὶ ἀνοχῆς. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ κάμνομεν ἕνα εἶδος αὐτοκριτικῆς, διότι ὅλοι πταίομεν, περισσότερον ἡ πλειοψηφία, ἀλλὰ καὶ ἡ μειοψηφία, διότι ὅλοι ἀπουσιάζομεν ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ ὅλοι ἐδῶ ἀπεραντολογοῦμεν καὶ δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἶναι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσουν, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τοῦτο: Ἔστω καὶ ἂν μοῦ εἴπητε, ὅτι ἐπαναλαμβάνεται διὰ 17ην ἢ 18ην φοράν, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἀπουσία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία κατὰ πρῶτον λόγον καταρρίπτει τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι ἕνα εἶδος περιφρονήσεως. Διότι, ἂν ἤρχετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤρχοντο καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Μὴ μοῦ προβάλλετε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι βεβαρημένος καὶ ἔχει τεραστίας ἀπασχολήσεις καὶ εὐθύνας. Δὲν θὰ μᾶς πείσετε, ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὅστις δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὀλιγώτερον βεβαρημένος ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, ἐν τούτοις προσέρχεται εἰς τὴν Βουλήν. Πέραν αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω, ὅτι τὰ μεγάλα θέματα, ἐκεῖνα τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα θίγουν τὴν ἐθνικήν μας ὑπόστασιν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λύωνται μακρὰν τῆς Βουλῆς, εἰς τὰ παρασκήνια. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποτελῇ τὸ ἐπίκεντρον τῆς ὅλης πολιτικῆς μας ζωῆς. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι ἐὰν θελήσωμεν νὰ στηρίξωμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, θὰ πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν ὄχι μόνον εἰς τοὺς γραπτοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ζητεῖτε καὶ θὰ σᾶς τοὺς δώσωμεν, ὅσον εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἀναστήλωσιν τοῦ πνεύματος τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ εἰς τὰς συνειδήσεις ἡμῶν. Διότι δὲν εἶναι οἱ γραπτοὶ κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἐξασφαλίζουν τὴν ὕπαρξιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἀλλὰ τὴν ἐξασφαλίζουν οἱ ἠθικοὶ κανόνες τῆς ἀμοιβαίας κατανοήσεως καὶ γενικώτερον οἱ ἄγραφοι κανόνες. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς ἐμπνεόμεθα ἀπὸ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ κοινοβουλευτισμός, τότε μόνον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀπὸ τὰς ὑπὸ κρίσιν τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ θὰ προκύψῃ κἄποιο καλὸν διὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ τελειώνω, συνοψίζω: διὰ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἀπεραντολογίαν, χωρὶς ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου νὰ περιορισθῇ καὶ χωρὶς νὰ καταλήξωμεν εἰς βλάβην τῆς οὐσίας, θὰ σᾶς βοηθήσωμεν, ὅπως θὰ σᾶς βοηθήσωμεν καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς ἀπαρτίας, ὥστε νὰ μὴ ὑποβάλλωνται συνεχῶς ἐνστάσεις ἀπαρτίας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μᾶς βοηθήσητε καὶ σεῖς διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸς ὁ συγχρονισμὸς τῶν συζητήσεων τοῦ Κοινοβουλίου μὲ τὴν ζωὴν καὶ τὸν ρυθμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρέπει νὰ βοηθήσητε εἰς τὴν ἐπίσπευσιν τῶν συζητήσεων ἐπὶ θεμάτων ἐπειγόντων, αἵτινες θὰ πρέπει νὰ λάβουν χώραν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται τοῦτο ἀπὸ τὴν διάθεσιν τῆς πλειοψηφίας ἢ τῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει ἀκόμη, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ εὔρυθμος λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ λεπτόν, ὡς γνωρίζητε, καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὴν οὐσίαν, θὰ ἔπρεπε σεῖς πρὸ παντὸς αἰρόμενος ὑπεράνω τῶν κομματικῶν ὑποχρεώσεων νὰ καταστήσητε εἰς ὅλους ἐμφανές, ὅτι πράγματι ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι εἶσθε Πρόεδρος ὑπερκομματικός. Καὶ κάποτε νὰ ἔρχεσθε εἰς ἐνίσχυσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν διεκδικῇ τὰ δικαιώματά της. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ὅταν σᾶς δώσωμεν τὰ δικαιώματα ποὺ ζητεῖτε, ἡ τοιαύτη ἐνίσχυσίς σας, θὰ εἶναι ἀποτελεσματικοτέρα εἰς τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα).
§33Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Ὑποτίθεται, ὅτι ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα συζητῶμεν, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, πᾶς βουλευτὴς καὶ πᾶς Ὑπουργὸς λέγει τὴν γνώμην του, ὡς γνώμην προσωπικήν, διότι ἐκπροσωπεῖ τὸ Ἔθνος καὶ τὴν περιοχήν του καὶ δὲν ἐκπροσωπεῖ, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ κόμμα, ἀλλὰ εἶναι μοιραῖον, καὶ αὐτὸ τὸ γνωρίζομεν ὅλοι—καὶ δὲν εἶναι διόλου κακόν, διότι εἶναι συνυφασμένον μὲ τὴν λειτουργίαν τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος— νὰ ἐκπροσωπῇ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὡρισμένον κόμμα καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔχουν μίαν εἰδικωτέραν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ὁμίλου τῶν βουλευτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς ἔχει ἀναθέσει τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν. Ἐὰν ὅμως, ἁπλῶς ὑποτίθεται εἰς τὰ ἄλλα θέματα, ὅτι ὁμιλῶν, διερμηνεύει, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην, εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερον, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει καὶ πράγματι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του, λησμονῶν, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ Αʹ ἢ Βʹ κόμμα. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῶν ὅσων ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Στεφανόπουλος, θὰ εἴπω λοιπόν, τὴν προσωπικήν μου γνώμην. Προσυπογράφω σχεδὸν ὅλα ὅσα εἶπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος περὶ κοινοβουλευτισμοῦ. Γνωρίζω, ὅτι πιστεύει βαθέως εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ ἐλπίζω, ὅτι γνωρίζει, ὅτι πιστεύω καὶ ἐγὼ ἐξ ἴσου βαθέως εἰς αὐτόν. Εἴμεθα φανατικοὶ κοινοβουλευτικοὶ καὶ αἱ παρατηρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ. Στεφανόπουλος, σχετικῶς μὲ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχει ὁ κοινοβουλευτισμός, αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας διετύπωσε σχετικῶς μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, εἶναι παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὄχι διὰ νὰ ἐπισημάνῃ ἐλαττώματα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς σκέψεις ἀλλαγῆς συστημάτων, ἀλλὰ ἀπεναντίας ἐπεσήμανεν δι’ ὅσων εἶπε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐνισχύσεως τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ διὰ τῆς λήψεως μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ τὸν στερέωναν ἔτι μᾶλλον. Λέγω, θὰ τὸν στερέωναν ἔτι μᾶλλον καὶ δὲν λέγω, ὡς εἶπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὅτι θὰ ἀποκαταστήσουν τὸ κῦρος του, διότι τὸ κῦρος τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον, ἀντὶ νὰ μειώνεται ἀρχίζει καὶ πάλιν νὰ αὐξάνῃ. Ὑπῆρξε μία περίοδος, ἡ περίοδος αὐτὴ ἤρχισε πρὸ τοῦ παγκοσμίου πολέμου, κατὰ τὴν ὁποίαν περίοδον εἶχε κλονισθῆ βαθέως ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν κοινοβουλευτισμόν, ἀκόμη καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀρχίζει ἡ περίοδος αὐτὴ γύρω εἰς τὰ 1927–1930 ὅτε ἐγένοντο συζητήσεις περὶ ἱδρύσεως καὶ λειτουργίας ἑνὸς δευτέρου Σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξεπροσώπει τὰς ἐπαγγελματικὰς τάξεις. Ἤδη τὸ 1920 ὁ Δημήτριος Γούναρης, ἐπιστρέψας ἀπὸ τὴν ἐξορίαν εἶχε μεταξὺ τῶν ἄλλων διακηρύξει τὴν ἀνάγκην ἱδρύσεως ἐπαγγελματικοῦ Κοινοβουλίου. Ἀμέσως μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον ἐσημειώθη ἡ κρίσις τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ βεβαίως ἡ κρίσις αὐτὴ ἦτο κρίσις, ἡ ὁποία ἐπέβαλεν εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νὰ τὸν διασώσουν, νὰ σκεφθοῦν πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν στηρίξουν οὐχὶ ἁπλῶς εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλον παράλληλον θεσμὸν καὶ δι’ αὐτὸ ἐσκέφθησαν τὸν παράλληλον θεσμὸν τοῦ ἐπαγγελματικοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ περίοδος αὐτὴ ὑπερενικήθη κατ’ ἐμὲ ἀπολύτως. Κατεδείχθη κατὰ τὸ διάστημα τῶν 40 τελευταίων ἐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἔτη μεγάλης ἐμπειρίας διὰ τὴν ἀνθρωπότητα ὁλόκληρον, ἐμπειρίας, ἡ ὁποία ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὴν ἐμπειρίαν ἴσως 500 ἢ καὶ 1000 ἐτῶν, κατεδείχθη κατὰ τὸ διάστημα τῶν 40 αὐτῶν ἐτῶν, ὅτι καὶ πάλιν εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν ἐπιστρέφομεν καὶ πρέπει νὰ ἐπιστρέψωμεν, καὶ ὅσοι ἰδεολογικῶς εἴχομεν στραφῆ ἀλλοῦ — ἐγὼ δὲν εἶχον ποτὲ στραφῆ ἀλλοῦ — ἢ καὶ ὅσοι εἴχομεν μείνει εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἀλλὰ ἐσκεπτόμεθα νὰ στηρίξωμεν τὸν κοινοβουλευτισμὸν διὰ τῆς ἱδρύσεως καὶ παραλλήλου θεσμοῦ. Τὰ 40 χρόνια ἦσαν χρόνια κατὰ τὰ ὁποῖα πρῶτον εἶχε τὴν εὐκαιρίαν ὁ κοινοβουλευτισμὸς νὰ ὑπερνικήσῃ μεγάλας κρίσεις. Τὴν κρίσιν ὄχι μόνον τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τὸ 1918 καὶ ἐντεῦθεν, ὑπερενίκησεν ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν κρίσιν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν γεγονότων. Καὶ τὴν ὑπερενίκησεν εἰς πολλὰς χώρας καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δεύτερον, κατὰ τὰ 40 αὐτὰ χρόνια ἐγένετο πραγματικότης ἱστορικὴ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν οὐχὶ ἑνὸς ἀμέσου παρόντος, ἀλλὰ καὶ ἑνὸς παρελθόντος, ὁ κομμουνισμός, ἡ σοσιαλιστικὴ δημοκρατία, ἡ σοβιετικὴ ὀργάνωσις τῆς κοινωνίας, τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς πολιτείας, καὶ ὁ καθεὶς συνήγαγε τὰ συμπεράσματά του. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξαγάγω ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ ἰδικά μου, εἶναι γνωστὰ τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγω, ὅπως εἶναι γνωστὰ καὶ τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγουν οἱ τῆς ἄκρας Ἀριστερᾶς συνάδελφοι. Τρίτον, κατὰ τὸ διάστημα τῶν 40 ἐτῶν, οἱ μεταξὺ κομμουνιστικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ καὶ κλονιζομένης δημοκρατίας, κοινοβουλευτικῆς δημοκρατίας, ταλαντευόμενοι, εἶχον στηρίξει ἐλπίδας εἰς τὰς δικτατορίας, καὶ δὴ εἰς τὰς ὁλοκληρωτικάς, διότι αἱ ὁλοκληρωτικαὶ δικτατορίαι δὲν ἐβασίσθησαν μόνον ἐπὶ τῆς «ἰδεολογίας» —παρακαλῶ, εἰς εἰσαγωγικὰ— τῆς ἀπολύτου φασιστικῆς βίας, ἀλλὰ ἐστηρίχθησαν καὶ ἐπὶ τῆς ἀπογοητεύσεως καὶ ἐπὶ τῆς θεωρητικῆς ἀμφιταλαντεύσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εὕρισκον δυνατότητα νὰ κατατοπισθοῦν ψυχικῶς οὔτε εἰς τὸν κομμουνισμόν, οὔτε εἰς τὸν πατροπαράδοτον, εἰς τὸν παλαιὸν δημοκρατικὸν τύπον τῆς πολιτικῆς ζωῆς, πατροπαράδοτον δι’ ἡμᾶς, ὑπὸ τὰς διαφόρους μορφάς, αἱ ὁποῖαι ἐσημειώθησαν εἰς τὴν ἱστορίαν ἀπὸ τῆς ἀρχαιότητος καὶ ἐντεῦθεν, πατροπαράδοτον δι’ ἡμᾶς καὶ ὑπὸ τὴν εἰδικὴν μορφὴν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἀπὸ τοῦ 1875 καὶ ἐντεῦθεν. Ὑπερενικήθη λοιπόν, ἡ κρίσις τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὅλα ὅσα προετάθησαν ἢ ἐφηρμόσθησαν ἐκτὸς τῆς ἀκραίας ἀντιθέτου πρὸς τὴν δημοκρατίαν καὶ τὸν κοινοβουλευτισμὸν λύσεως τοῦ κομμουνισμοῦ, ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα ἀπεδείχθησαν ἢ μάταια ἢ ὀλέθρια, καὶ τέλος, τὸ ἐπαναλαμβάνω αὐτό, ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ περιστάσεις κρισίμους ὁ κοινοβουλευτισμός. Μόνον ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν χειροτέραν, τὴν δυσχερεστέραν περίστασιν, τὴν ὁποίαν ἀντιμετώπισε ποτὲ τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος. Τὸ 1940–41 ἀπομονωμένη ἀπὸ ὅλους ἡ Ἀγγλία, ἐβασίσθη βεβαίως καὶ εἰς τὸ ἦθος τῶν πολιτῶν της, ἀλλὰ ἐβασίσθη καὶ εἰς τὸ σύστημά της εἰς τὸ ὁποῖον πιστεύουν ἀκραδάντως, διότι εἶναι σύστημα ἀναγόμενον εἰς πολλοὺς ἄλλους, πιστεύουν ἀκραδάντως οἱ πολῖται τῆς Μεγ. Βρεταννίας. Καὶ εἰς ἄλλας χώρας συνέβη τὸ αὐτό. Ποῦ δὲν συνέβη; Ἐκεῖ ὅπου ὁ κοινοβουλευτισμὸς δὲν λειτούργησε καλῶς καὶ ὅπου, ὅπως εἰς τὴν προπολεμικὴν Γαλλίαν, εἶχε γίνει ἀντικείμενον μιᾶς ὑπονομεύσεως διὰ τῶν λαϊκῶν μετώπων. Ὅπου ἐγένετο ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἀντικείμενον ὑπονομεύσεως διὰ τῶν λαϊκῶν μετώπων, ἐκεῖ δὲν ἀπέδωσε. Καὶ οὕτω κατὰ τὴν κρίσιμον ὥραν τῆς ἱστορίας, τὸ 1939–40, δὲν κατώρθωσε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις. Εἰς τὴν Γαλλίαν, δὲν ἔπταισε τὸ ἦθος τῶν Γάλλων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔξοχον, καὶ ὑπῆρξε καὶ πάλιν τότε ἔξοχον, ἀπεδείχθη ἄλλωστε τοῦτο καὶ κατὰ τὴν κατοχὴν τῆς Γαλλίας καὶ εἰς τὸ κίνημα τοῦ Ντὲ Γκώλ. Ἁπλούστατα, τὸ σύστημα εἶχε διαφθαρῆ καὶ ὑπονομευθῆ καὶ εἶχε ὑπονομευθῆ καὶ διαφθαρῆ, εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι, εἴτε τὸ θέλουν εἴτε ὄχι ὡρισμένοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, διὰ τῶν λαϊκῶν μετώπων. Ἡ Κυβέρνησις Μπλοὺμ τοῦ Λαϊκοῦ Μετώπου εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τὸ βαθὺ ρῆγμα εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε καὶ μέχρι τοῦ πολέμου δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἀπέδωσεν ὅμως εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἀπέδωσεν εἰς ἄλλας χώρας καὶ ἀπέδωσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα κατ’ ἐξοχήν. Παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι παρενεβλήθη τετραετία δικτατορίας καὶ μετὰ τὴν τετραετίαν, ὁλόκληρος ἑξαετία μέχρι τὸ 1946, κατὰ τὴν ὁποίαν διήλθομεν ἀπὸ τὸν πόλεμον, ἀπὸ τὴν κατοχήν, ἀπὸ τὰ Δεκεμβριανά, παρὰ ταῦτα, ἀνασυνεκροτήθη ὁ κοινοβουλευτισμὸς καὶ ἀνασυνεκροτήθη καλῶς. Τὸ 1946 ὅταν εὑρέθημεν ἐκ νέου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εὑρέθημεν ἐντὸς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως κεκλημένης καὶ ἱκανῆς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ δυσχερέστερα ἐθνικὰ προβλήματα. Ἐπομένως ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἔχει ὑπερνικήσει τὴν κρίσιν καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναμορφώσεώς του. Ὡς πρὸς τὸ σημεῖον λοιπόν, αὐτό, διΐσταται ἡ γνώμη μου, ἢ μᾶλλον ἡ διατύπωσίς μου ἀπέχει ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν τὸ πᾶν διὰ νὰ ἀνασυγκροτήσωμεν τὸ κῦρος τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἐγὼ τροποποιῶ τὴν φράσιν αὐτὴν καὶ λέγω: Πρέπει νὰ κάμωμεν τὸ πᾶν διὰ νὰ ἐνισχύσωμεν ἔτι μᾶλλον καὶ νὰ ἀνορθώσωμεν ἔτι μᾶλλον τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ἀλλά, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅπως τὸ εἶπεν ἄλλωστε καὶ ὁ Πρόεδρος κ. Στεφανόπουλος, τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐνίσχυον πράγματι τὸ Κοινοβούλιον, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἁπλῶς τῆς ἰδέας, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς πράξεως καὶ τῆς ἐργασίας, δὲν εἶναι τόσον εὔκολον ἢ μᾶλλον δὲν εἶναι διόλου εὔκολον νὰ ληφθοῦν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ πρέπει νὰ ληφθοῦν διὰ μιᾶς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1946–1950 ὁ τόπος διήρχετο μίαν βαρεῖαν κρίσιν, ἦτο δικαιολογημένον τὸ πνεῦμα τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξεδήλωσε τότε κἄποιαν συντηρητικότητα. Καὶ αὐτὸ τὸ μικρὸν Κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγούμην, ἐκπροσωπούμενον εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐκπροσωπούμενον κατὰ τρόπον ἄριστον, ἐφ’ ᾧ ἐκφράζω καὶ σήμερον ἀκόμη τὴν εὐγνωμοσύνην μου, ὑπὸ τοῦ κ. Κ. Καλλία, καὶ αὐτὸ τὸ μικρὸν Κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγούμην τότε, ὑπῆρξε προσεκτικὸν καὶ συντηρητικόν, διότι δὲν ἐγνωρίζαμεν τί θὰ ἐγίνετο. Διεξήγετο ἀκόμη ὁ ἀγὼν ἐναντίον τῶν συμμοριτῶν. Ἐρρίφθησαν τότε ριζοσπαστικαί τινες σκέψεις καὶ ἴσως ἐπταίσαμεν μὴ ἐναγκαλισθέντες τὰς σκέψεις αὐτάς, ἐρρίφθη π.χ. ἡ σκέψις τοῦ κ. Βαμβέτσου νὰ διαιρέσωμεν τὴν Βουλὴν εἰς τμήματα καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου της, δηλαδὴ τὸ νομοθετικὸν εἰδικῶς ἔργον νὰ μὴ τὸ ἀσκῇ κατ’ ἀρχὴν ἡ Ὁλομέλεια, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀσκοῦν τὰ τμήματα τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι πῶς ἀκριβῶς εἶχε διατυπώσει ὁ κ. Βαμβέτσος τὴν πρότασίν του. Νομίζω, ὅτι τὴν εἶχε διατυπώσει περίπου κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§34Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχύει καὶ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλήν.
§35Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Βεβαίως. Αὐτὰ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιήσωμεν ριζικῶς τὰς διατάξεις περὶ ἀπαρτίας, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ Σύνταγμα. Εἶναι δυνατόν, ὅμως, νὰ καταστῇ καὶ εἶναι εὐχάριστον, κύριε Στεφανόπουλε, ὅτι ἐξετάζετε εὐμενῶς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει νὰ καταστῇ δυσχερεστέρα ἡ ἀμφισβήτησις τῆς ἀπαρτίας. Διότι, ἐπὶ τέλους, ὅταν αἱ Η.Π.Α. καὶ τὸ Ἡνωμένον Βασίλειον καὶ χωρὶς ἀπαρτίαν λαμβάνουν ἐθνικὰς ἀποφάσεις, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἡμεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ προκαλοῦμεν τόσον εὐκόλως τὴν ἀμφισβήτησιν τῆς ἀπαρτίας. Βεβαίως, ἡ ἀπαρτία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμερισθῇ, ἀλλὰ αἱ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τυπικαὶ προϋποθέσεις ἀμφισβητήσεως αὐτῆς πρέπει νὰ καταστοῦν δυσχερέστεραι. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι συμμερίζομαι τὰς περὶ τοῦ Κοινοβουλίου ἀπόψεις τοῦ κ. Στεφανοπούλου καὶ αἱ ἀπόψεις αὐταὶ εἶναι καὶ ἀπόψεις τῆς μεγάλης πλειονότητος τῶν ἐκπροσωπούντων τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ ὡρισμένα σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχω ἐπιφυλάξεις. Δὲν ὁμιλῶ ὡς Κυβέρνησις, ὁμιλῶ ὡς ἄτομον, ἀκόμη καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁμιλεῖ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὄχι ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλά, ὡς βουλευτής, καὶ δι’ αὐτὸ ὁμιλεῖ ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ βουλευτοῦ, μολονότι ἔχει τὸ δικαίωμα συζητουμένου τοῦ Κανονισμοῦ νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν θεμάτων καὶ ἐκ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου. Εἶναι μοναδικὴ ἐξαίρεσις κατὰ τὴν ὁποίαν δικαιοῦται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν ἀπὸ τῆς ἕδρας του. Ἐν τούτοις, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι ὡς ἄτομον ὑποστηρίζει τὴν αʹ ἢ βʹ ἄποψιν δι’ αὐτὸ κάθεται εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ βουλευτοῦ. Ἑδώλια ὀνομάζονται αἱ θέσεις καὶ τῶν βουλευτῶν καὶ ἡμῶν τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἕδρα εἶναι μόνον μία, ἐκείνη ἐκεῖ ὑψηλά, ἡ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§36Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐδῶ αἰσθάνομαι καλύτερα παρὰ ἐκεῖ.
§37Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Αἱ ἐπιφυλάξεις μου, κύριε Στεφανόπουλε, ἀναφέρονται εἰς τὰ ἑξῆς σημεῖα. Εἴπατε, ὅτι πρέπει εἰς τὸν Κανονισμὸν νὰ θεσπίσωμεν διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ ὁρίζῃ πῶς θὰ γίνεται ἡ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζήτησις, ἢ πῶς θὰ γίνεται ἡ προβολὴ ἑνὸς ἐπικαίρου θέματος. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ αἰτιολόγησις τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ υἱοθέτησιν προτάσεως τοῦ κ. Ζίγδη, θεωρητικῶς εἶναι ὀρθή. Πράγματι εἰς τὰς πλείονας τῶν περιπτώσεων, δὲν εἶναι πλέον ἐπίκαιρα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ἐδῶ, βάσει ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον προκαλεῖ μίαν ἀπόστασιν, μεταξὺ λαοῦ καὶ ἡμῶν. Ἀλλὰ ἐνθυμηθῆτε κύριε Στεφανόπουλε, τὶ ἐγίνετο κατὰ τὸ 1946–50. Τότε ἐπὶ Προεδρίας τοῦ ἀειμνήστου Ι. Θεοτόκη, εἶχε δοθῆ κἄποια ἄνεσις καὶ πᾶς ὅστις ἐζήτει τὸν λόγον καὶ χωρὶς προειδοποίησιν ἐγειρόμενος καὶ λέγων, ὅτι συμβαίνῃ κἄτι εἰς τὴν Ἐπαρχίαν του ἐλάμβανε τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις τὸν ἠμπόδιζεν ὁ Πρόεδρος, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὅμως δὲν τὸν ἠμπόδιζε. Ἐὰν συνέβαινε νὰ ἐγερθῶμεν ἡμεῖς οἱ ἐπὶ κεφαλῆς Κομμάτων ὁπωσδήποτε ἀνηρχόμεθα εἰς τὸ βῆμα. Καὶ ἐγὼ εἶχα κάμει χρῆσιν 2–3 φορὰς αὑτοῦ τοῦ δικαιώματος. Θὰ ἔκαμνα ἴσως καὶ μεγαλυτέραν χρῆσιν κατ’ ἀνάγκην, ἐὰν δὲν μετεῖχον ἐπὶ δύο ἔτη τῆς Κυβερνήσεως. Πάντως ἔκαμα καὶ ἐγὼ χρῆσιν καὶ οἱ ἄλλοι Ἀρχηγοί, ἀκόμη καὶ οἱ ἁπλοῖ βουλευταὶ ὡμίλουν συχνὰ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅμως παρεμερίζοντο ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐπίσης οὐσιώδη. Ὅταν ἔχωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν, δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἕνας Ἀρχηγὸς Κόμματος, καὶ ἀπὸ ἀντιπολιτευτικὴν ἀνάγκην, παρακωλύεται τὸ νομοθετικὸν ἔργον, ἡ ὁποία εἶναι ἐξ ἴσου ἰσχυρὰ ὅσον καὶ ἡ Κυβερνητικὴ ἀνάγκη τῆς ὑποστηρίξεως τῶν πράξεων τῆς Πολιτείας, διότι ὅπως εἶναι ἀναγκαῖον ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστηρίζῃ κάθε πρᾶξιν της, οὕτω καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις διέπεται φύσει καὶ θέσει ἀπὸ τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιδρᾷ εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἄλλοτε περισσότερον ἄλλοτε ὀλιγώτερον, ἄλλοτε μὲ καλὴν πίστιν καὶ ἄλλοτε μὲ κἄποιαν παρέκκλισιν πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς καλῆς πίστεως...
§38Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξεχάσατε δύο περιορισμούς. Τοῦ ⅒ τῶν βουλευτῶν καὶ τῆς χρονικῆς διαρκείας, εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν ἔχει καθιερωθῆ ἀνάλογος τρόπος.
§39Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ τὸ εἴπω. Τὴν ἀρχὴν τὴν φοβοῦμαι. Βεβαίως ὁ κ. Στεφανόπουλος, προσέθεσε, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν ὡρισμένοι περιορισμοί. Οἱ περιορισμοί, κύριοι, εἶναι δυσχερὲς νὰ τηρηθοῦν, ὅταν θὰ ἐγερθῇ ἕνας Ἀρχηγὸς Κόμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ θὰ θέσῃ ὄχι ὑπὸ μορφὴν ἐρωτήσεως, ἀλλὰ ὑπὸ μορφὴν κριτικῆς καὶ ἐπιθέσεως, ἕνα ζήτημα. Λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὰ προβλήματα τῶν τελευταίων ἡμερῶν, τὸ πρόβλημα τοῦ Ταμείου Μυλεργατῶν καὶ Ἀρτεργατῶν καὶ τὸ πρόβλημα τῆς πωλήσεως τῶν καπνῶν εἰς τὴν Μακεδονίαν. Νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ ἠρκεῖτο ὁ ἀντιπολιτευόμενος Ἀρχηγὸς εἰς μίαν ἐρώτησιν καὶ εἰς μίαν ἀπάντησιν, ἀλλὰ θὰ ἐπωφελεῖτο τῆς εὐκαιρίας νὰ ἀσκήσῃ πρόχειρον καὶ εὐχάριστον εἰς τὰ ὦτα τῶν ἐνδιαφερομένων κριτικήν. Οὕτω θὰ ἦτο πολὺ εὐχερὲς νὰ υἱοθετῇ καὶ νὰ προβάλλῃ ἀνευθύνως, οἱονδήποτε λαϊκὸν αἴτημα ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Δικαίωμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι νὰ κτυπήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι ὅμως προχείρως, πρὸς δημιουργίαν στιγμιαίων ἐπικαίρων ἐντυπώσεων. Ἡ θέσις ζητήματος πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως θὰ παρεῖχεν εἰς αὐτὴν τὴν δυνατότητα καὶ θὰ τὴν ἐξέθετεν εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ μετατρέπῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον πράττει κανονικῶς καὶ ὑπευθύνως εἰς ἀθλίαν δημαγωγίαν. Θὰ ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ἕνας Ἀρχηγὸς ὅταν ἐπίκειται αὔριον μία ἀπεργία καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἱκανοποιηθοῦν ἀμέσως τὰ αἰτήματα τῶν ἀπεργῶν, ἐνῷ ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις θὰ εὑρίσκετο εἰς δύσκολον θέσιν νὰ ἀπαντήσῃ. Ὄχι, κύριε Στεφανόπουλε, εἰς τὰς 9 ἐκ τῶν 10 περιπτώσεων, ἡ τοιαύτη ἐνέργεια θὰ ἦτο βλαβερά. Παραδέχομαι, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἦτο ὀρθὴ ἡ πρότασίς σας, ἀλλὰ εἰς τὴν πρᾶξιν θὰ γίνῃ ὑπὸ αὐτὴν τὴν μορφήν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περιορισμός. Θὰ ἠδύνατο δέ, ὁ ἀντιπολιτευόμενος Ἀρχηγός, τρὶς καὶ τετράκις καθ’ ἑβδομάδα νὰ ὁμιλῇ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχουν θέματα καὶ θέματα δόξα τῷ Θεῷ ὑπάρχουν διαρκῶς. Αὐτὸ λοιπὸν φοβοῦμαι. Εἶναι ἀτομικὴ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν διατυπώνω. Πιθανῶς νὰ μᾶς πείσετε, ἢ πιθανῶς νὰ μᾶς πείσουν οἱ συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ, διότι μὴ νομίζετε, ὅτι δὲν ὑπάρχουν συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι νὰ θέλουν εἰς ὡρισμένας στιγμὰς νὰ θέτουν ἐρωτήματα πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Καὶ αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ υἱοθετοῦν καὶ νὰ προβάλλουν τὰ αἰτήματα τῶν περιοχῶν των. Τὸ δεύτερον θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω ἐπιφυλάξεις, εἶναι τὸ θέμα τῶν κυρώσεων. Ἐκεῖ αἱ ἐπιφυλάξεις μου δὲν εἶναι τόσον μεγάλαι, ὅσον εἶναι εἰς τὸ θέμα τῆς πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, προβολῆς ζητημάτων. Δηλ. ἐκεῖ ἐν μέρει συμμερίζομαι τὴν ἄποψίν σας, ὄχι διότι ὁ Πρόεδρος καὶ δή, ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητὸς Πρόεδρος κ. Ροδόπουλος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μεροληπτήσῃ. Πῶς θὰ ἐμεροληπτοῦσε εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν κἄποιος ἢ κἄποια θὰ ἐδάγκωνε τὸ χέρι ἑνὸς κλητῆρος, κατὰ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον σεῖς ὁ ἴδιος ἐμνημονεύσατε. Θὰ παρενέβαινε βάσει ἀντικειμενικῶν δεδομένων καὶ θὰ ἐτιμώρει τὸν βουλευτήν, ἀποβάλλων τοῦτον ἀπὸ τὴν Βουλήν. Δὲν θὰ ἐξήταζεν ἂν ὁ παρεκτραπεὶς εἶχεν εἰς τὴν οὐσίαν δίκαιον ἢ ὄχι, ἂν ἦτο δικαιολογημένος ἢ ὄχι, ἀλλὰ τὶ διέπραξεν. Ἂν ἥρπαζε ἕνα ποτήρι καὶ τὸ ἐπέταγε εἰς τὸ κεφάλι ἑνὸς ἀγορητοῦ, θὰ τὸν ἥρπαζε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος, οὐχὶ βεβαίως ἀπὸ τὸν γιακᾶ, ἀλλὰ θὰ τὸν ἥρπαζε συμβολικῶς τὸν βουλευτὴν αὐτόν, ὁ ὁποῖος παρεφέρθη καὶ θὰ τὸν ἀπέβαλε ὅσας ἡμέρας θὰ τοῦ ἐπέτρεπεν ὁ Κανονισμός. Τὸ ἴδιον θὰ ἔπραττε, ἐὰν ἐδάγκανε τὸ χέρι ἑνὸς κλητῆρος, οἱοσδήποτε ἢ οἱαδήποτε ἐκ τῶν συναδέλφων. Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ κάμωμεν μίαν προσπάθειαν συμβιβασμοῦ, συμβιβασμοῦ, ὄχι μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν, ὅτι χρειάζεται κἄποια μεγαλυτέρα ἐξουσία εἰς χεῖρας τοῦ Προέδρου καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι ἡ ἐξουσία αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ ἐξικνῆται μέχρι τῆς ἀποβολῆς. Εἶναι δυνατὸν κάλλιστα ἡ ἀποβολὴ νὰ συνδυασθῇ μὲ ἐξαιρετικὰς προϋποθέσεις, ἐκτὸς ἐὰν μᾶς πείσετε, ὅτι δὲν πρέπει διόλου νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποβολῆς. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς ἀποβολῆς. Ἀλλ’ ἂν κἄποιος ἀπὸ τοὺς συναδέλφους, προβῇ εἰς μίαν ἐνέργειαν ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀνέφερον, αὐτὸς ὁ συνάδελφος πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν κύρωσιν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπουσίας ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας. Ἀλλὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν. Δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα ἐκ τῶν SINE QUA NON οὔτε διὰ τὸν κ. Πρόεδρον οὔτε διὰ κανένα ἐκ τῶν κ. συναδέλφων. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ μία ἐξουσία εἰς χεῖρας τοῦ κ. Προέδρου.
§40Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι Πρόεδρος.
§41Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ ἀγαπητὸς καὶ συμπαθὴς φίλος, κ. Μπακόπουλος, δὲν εἶχε μετάσχει — ὁ κ. Μαῦρος μετέσχε — τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Διακομματικῆς, πάντως γνωρίζει τὸ πόρισμα εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν καταλήξει ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἦτο ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ κ. Γόντικα, μὴ ἀνήκοντος τότε εἰς τὴν πλειοψηφοῦσαν παράταξιν. Καὶ νομίζω, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸ σχέδιον εἶναι υἱοθετημένα ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα μὲ παρεκκλίσεις εἰς τὸ Α ἢ Β σημεῖον. Ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἂν ἐν τῷ πλαισίῳ τῷ στενῷ τῶν μεταβολῶν, εἰς τὰς ὁποίας μᾶς παρέχει τὸ Σύνταγμα τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιφέρωμεν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μείωσιν τῆς κωλυσιεργίας, εἰς τὴν μείωσιν τῆς ἀπεραντολογίας, εἰς τὴν ταχυτέραν διεκπεραίωσιν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, καὶ τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου καὶ τοῦ ἔργου τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, νὰ ὑπενθυμίσω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπιδοθῆ εἰς τὴν ἱστορίαν, ὅτι εἰς τὴν ἀρχαιότητα τὴν Ἑλληνικήν, εἶχαν ληφθῆ μέτρα τὰ ὁποῖα ἦσαν πάρα πολὺ ἀποτελεσματικά. Δὲν ὁμιλῶ μόνον περὶ τὰ μέτρα τῆς κλεψύδρας. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀκμὴν τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας, ἦλθεν ἡ περίοδος, καὶ δὴ πολὺ ἀργότερα, ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ τρίτου αἰῶνος π.Χ., ἡ περίοδος τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας, τοῦ Κοινοῦ τῶν Ἀχαιῶν. Εἶμαι Ἀχαιός, ἡ πόλις μου ἦτο μεταξὺ τῶν 4 ποὺ ἵδρυσαν τὸ Κοινόν. Πάτραι, Δύμη, Τριταία καὶ Φαραία, ἦσαν αἱ πόλεις αὐταί. Ὑπάρχουν πολλὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἔχουν διαπραγματευθῆ τὸ θέμα καὶ τὰ ὁποῖα συνιστῶ ἰδιαιτέρως νὰ τὰ ἀναγνώσητε ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν τώρα, ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν, σχετικῶς μὲ τὸν Κανονισμόν. Ὑπάρχει κυρίως τὸ βιβλίον τοῦ κ. AYENARD «αἱ συνελεύσεις τῆς Ἀχαϊκῆς συμπολιτείας». Ὑπάρχει, ἂν αὐτὰ τὰ δυτικὰ ἔργα δὲν ἀρέσουν εἰς τοὺς κυρίους τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ἕνα βιβλίον σοβιετικοῦ ἱστορικοῦ συγγραφέως, τοῦ κ. HRANOVITS, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀσχοληθῆ ἰδιαιτέρως μὲ τὸ θέμα τῆς Ἀχαϊκῆς συμπολιτείας καὶ τῶν διαφόρων κοινῶν τῶν Αἰτωλῶν κλπ. καὶ ἔχει καὶ αὐτὸς μελετήσει, βασιζόμενος ἐπὶ ὅλων τῶν στοιχείων, τὰς περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐνδιαφέρουν ἐδῶ. Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ ἄλλα ἄριστα βιβλία, ἀλλὰ τοῦ Αἰμὰρ ἰδίως εἰσέρχονται λεπτομερέστατα εἰς τὰ θέματα τῆς λειτουργίας τῆς συνόδου τῆς Ἀχαϊκῆς συμπολιτείας. Εἰς τὴν σύνοδον αὐτὴν καὶ αὐτὸ τὸ λέγει ὁ Τίτος Λίβιος, βασιζόμενος ἐπὶ κεφαλαίου τοῦ Πολυβίου, τὸ ὁποῖον ἔχει χαθῆ, μετὰ τὴν τρίτην ἡμέραν, οὐδεὶς ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἡ ἀπόφασις ἔπρεπε νὰ ληφθῇ. Καὶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, καὶ ἐδῶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὅτι εἰς μίαν τῶν περιπτώσεων τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ ἡ ὁποία περιγράφεται ὑπὸ τῶν ἱστορικῶν, μίαν ὁλόκληρον ἡμέραν τὴν εἶχον καταλάβει οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ἐξουσίας, οἱ Ὑπουργοὶ κατὰ τῶν ὁποίων ἀκριβῶς στρέφεσθε, κ. Στεφανόπουλε. Δὲν ἐλέγοντο βεβαίως Ὑπουργοί, ἀλλὰ ὁ στρατηγὸς τῶν Ἀχαιῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ Πρωθυπουργὸς ἂς εἴπωμεν τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας καὶ οἱ ἐκπρόσωποι ὡρισμένων κρατῶν, τῆς Ρώμης, τοῦ Φιλίππου τοῦ Πέμπτου καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι εἶχαν κληθῆ διὰ νὰ ὁμιλήσουν, κατέλαβον δύο ὁλοκλήρους ἡμέρας. Ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, τὸ ἀρχαῖον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα, ἦτο πολὺ σημαντικόν. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ καθυστέρησις κατὰ τὰς δεκαετίας, καθ’ ἃς ἐλειτούργησεν ἡ σύνοδος τῶν Ἀχαιῶν. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ δι’ ἡμᾶς μάθημα. Μεγάλα θέματα, καὶ ὄχι ὅπως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς κάμνουν ἐδῶ πολλάκις νὰ συζητῶμεν ἐπὶ ἑβδομάδας, πολὺ μεγάλα θέματα, ὡς τὸ θέμα ποὺ πρέπει τὸ Κοινὸν τῶν Ἀχαιῶν νὰ ταχθῇ παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ρώμης καὶ τοῦ Ἀττάλου καὶ τῶν Ροδίων ἢ ἀντιθέτως τοῦ Φιλίππου τοῦ Εʹ ἔπρεπε ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ ἐξαντληθοῦν καὶ ἡ ἀπόφασις νὰ ληφθῇ. Καὶ ἐδῶ καθήμεθα ἐπὶ μῆνας καὶ συζητοῦμεν τὸ αὐτὸ θέμα. Δι’ αὐτὸ δὲν πταίει τόσον ἡ Συμπολίτευσις, διότι οἱ ἐγγραφόμενοι ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προκαλοῦν τὴν καθυστέρησιν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸ 1946 συνεζητούσαμεν ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους μῆνας μίαν καὶ μόνην ἐπερώτησιν, τὴν ἐπερώτησιν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ μάλιστα καλοκαίρι μέσα εἰς τὴν ζέστην, Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον, διότι τότε δὲν εἴχομεν κάμει διακοπάς, εἴχομεν χρόνια πολλὰ νὰ ἴδωμεν Βουλὴν καὶ δὲν ἐννοούσαμεν νὰ διακόψωμεν τὴν σύνοδον, δὲν εἶχεν ἄλλωστε συμπληρωθῆ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν προβλεπομένων συνεδριάσεων, διότι αἱ ἐκλογαὶ εἶχον γίνει τὸν Μάρτιον. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Στεφανόπουλος, λέγων, ὅτι κάμνει κἄποτε κατάχρησιν τοῦ λόγου καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ἔχομεν δίκαιον καὶ ἡμεῖς λέγοντες, ὅτι σὲ πολλὰς περιπτώσεις κάμνουν κατάχρησιν οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἄλλωστε, ὁ κ. Στεφανόπουλος, εἶπεν, ὅτι ὅλοι πταίουν, μόνον, ὅτι ἔθεσεν ὡς κριτήριον τὸν ἀριθμόν, ὡς κριτήριον διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ πταίσματος.
§42Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις.
§43Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κριτήριον τῆς εὐθύνης εἶναι ὁ ἀριθμός, ἡ πλειοψηφία.
§44Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαρτίαν, ὄχι ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολυλογίαν καὶ τὴν κωλυσιεργίαν. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, νὰ μὴ τερματίσω τὸν λόγον μου χωρὶς νὰ εἴπω καὶ ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῶν τελευταίων παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Στεφανοπούλου. Δὲν ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἐπεσήμανε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι δικαιολογημένος, τὴν ἀπουσίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ πολλὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Πρῶτον, ἡ σύγκρισις μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθή. Ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται νὰ ἔχῃ δίκαιον ὁ κ. Στεφανόπουλος, εἰς τὴν πραγματικότητα ὅμως, ὄχι. Εἶναι ἀδύνατον ὁ Πρόεδρος τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀσχολῆται μὲ τὰ πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν θέματα τὴν ἑβδομάδα μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολεῖται ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Διατί; Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ, ὅτι μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ Κοινοβουλευτισμὸς καὶ μὲ τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μικτὴ μορφὴ τῆς οἰκονομίας, ἰδιωτικῆς καὶ κρατικῆς, διότι ἐδῶ διὰ τοῦ πενταετοῦς προγράμματος ἔχομεν μίαν μεγάλην πρωτοβουλίαν τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἀναμόρφωσιν τῆς οἰκονομίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἐκεῖ ἀσχολεῖται ὁ Πρωθυπουργὸς μὲ Δημόσια ἔργα, μὲ τὸν τουρισμόν, μὲ τὰ καπνά, μὲ τὴν λύσιν διαφόρων οὐσιωδῶν καὶ μεγάλων προβλημάτων, ἐὰν ἕνα μεγάλο ἐργοστάσιον δὲν πρέπει νὰ ἱδρυθῇ ἐδῶ ἢ ἐκεῖ καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους, εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ ἢ μᾶλλον γνωρίζω, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ χρησιμοποιήσω αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν, γνωρίζω, ὅτι δὲν ἀσχολεῖται ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Μεγάλης Βρεταννίας παρὰ μόνον μὲ ὡρισμένα ζητήματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἐθνικῆς ἀσφαλείας καὶ μὲ τὸ νὰ δίδῃ κατευθύνσεις γενικὰς εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν. Βεβαίως αἱ εὐθῦναι του εἶναι βαρύταται, βαρύταται ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι εἶναι φορεὺς παγκοσμίων εὐθυνῶν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι εἶναι φορεὺς μιᾶς ἀποστολῆς, ἡ ὁποία ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἀποστολὴν τῶν δύο ἢ τριῶν ἄλλων ἀρχηγῶν Κυβερνήσεων τῶν Κρατῶν τῆς Δύσεως, συνιστᾷ τὰς μεγαλυτέρας εὐθύνας, τὰς ὁποίας διαχειρίζονται ἄνθρωποι εἰς τὴν ἐποχήν μας. Ἀλλὰ αὐτό, τὸ ὅτι εἶναι πολὺ μεγαλύτεραι αἱ εὐθῦναι του, δὲν σημαίνει, ὅτι ἀσχολεῖται μὲ τὰ παγκόσμια προβλήματα ἀπὸ τὸ πρωΐ ἕως τὸ βράδυ τὰ μεσάνυκτα. Εἶναι ζήτημα, ἐὰν ἀσχολῆται μὲ αὐτὰ παρὰ πάνω ἀπὸ μίαν ὥραν τὴν ἡμέρα. Καὶ βεβαίως, ἔρχονται ἡμέραι διασκέψεων μὲ τὸν Πρόεδρον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἢ τὸν Πρόεδρον τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας ἢ τοὺς ἀρχηγοὺς ἄλλων Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι καταναλίσκονται ὁλόκληροι εἰς τὰ μεγάλα αὐτὰ θέματα, ἀλλὰ συνήθως δὲν ἀσχολεῖται μὲ ὅσα ἀσχολεῖται ὁ Ἕλλην Πρωθυπουργὸς κατ’ ἀνάγκην. Καὶ προχωρῶ πέραν αὐτοῦ. Καὶ κατ’ ἀνάγκην ἀσχολεῖται ὁ Ἕλλην Πρωθυπουργὸς μὲ πολὺ περισσότερα θέματα, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ ἐπιθυμεῖ καὶ τὸ θέλει. Τὸ ὅτι τὸ ἐπιθυμεῖ καὶ τὸ θέλει, ἀποβαίνει πρὸς ὄφελος τῆς ὅλης ἀνορθώσεως τῆς χώρας. Ἐὰν ἐμείωνε τὸ ἐνδιαφέρον του, αὐτὸ θὰ ἦτο μείωσις τῆς ἀποδόσεως τῆς Κυβερνήσεως. Βοηθοῦμεν ὅλοι, ἀλλὰ ἐκεῖνος εἶναι ὁ κυρίως ὑπεύθυνος. Καὶ ἔχει καὶ τὸν χαρακτῆρα ἀνδρός, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ δώσῃ κατευθύνσεις εἰς πᾶν οὐσιῶδες θέμα, πολλάκις καὶ εἰς θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τόσον οὐσιώδη. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν κακίζωμεν δι’ αὐτό. Ἔχει τὸν ἰδικόν του τύπον κυβερνητικοῦ ἡγέτου. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι Ἀρχηγὸς Κυβερνήσεως ἀσχολούμενος κατ’ ἀνάγκην μὲ πολλά, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπασχολοῦν τὸν Βρεταννὸν Πρωθυπουργόν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ μὲ ἐκεῖνα πρὸς τὰ ὁποῖα ρέπει ὁ χαρακτὴρ καὶ ἡ φύσις του. Ἀλλ’ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἕνα δεδομένον, ἀποτελεῖ ἕνα φυσιολογικὸν καὶ ψυχολογικὸν δεδομένον, τὸ ὁποῖον ἔχει μὲν τὴν μειονεκτικὴν πλευράν, διότι δὲν ἐμφανίζεται ἐπαρκῶς εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυπουργός, ἔχει, ὅμως, καὶ τὴν πλευρὰν τὴν πλεονεκτικήν, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ ἴδιος καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδουν περισσότερον εἰς τὸ κατ’ οὐσίαν ἔργον των. Θὰ παρεκάλουν νὰ ἐκτιμηθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δεύτερον, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι ἡ λειτουργία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία βεβαίως, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον κριτικῆς ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον κυρίως ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν ἔχουσαν τὰς εὐθύνας Κυβέρνησιν. Ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν ὕπαρξιν Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεώρησε ταύτην ἀναγκαίαν καὶ διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ ὡρισμένα βάρη εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν διοικητικῶν του καθηκόντων, διότι εἶναι πάρα πολλὰ καὶ τεράστια καὶ ὄχι δύο, ἀλλὰ καὶ περισσότεροι θὰ ἐχρειαζόμεθα διὰ νὰ τὰ ἄρωμεν εἰς τοὺς ὤμους μας, ἀλλὰ καί, εἰδικώτερον, διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ σχετικὸν κενόν, τὸ ὁποῖον σημειοῦται διὰ τῆς ἀπουσίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ πολλὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἀπουσίας ὀφειλομένης εἰς τοὺς λόγους, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα προηγουμένως. Νομίζω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, βεβαίως, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι «ὁ Κανελλόπουλος δὲν μοῦ φθάνει ἢ ὁ Α ἢ ὁ Β Ὑπουργός, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὁ κατάλληλος διὰ νὰ μοῦ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, ἐγὼ τὴν θέλω ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργόν», ἔχει ὅμως πλῆρες τὸ δικαίωμα καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι «ἐγὼ σᾶς ἔδωσα διὰ τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἄλλου Ὑπουργοῦ τὴν ἀπάντησιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσητε, ὅτι τὸ ὄνομα μεταβάλλει τὴν οὐσίαν». Διότι ὅταν δίδῃ ἀπάντησιν ἢ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ —καὶ ὑπαινίσσομαι ὡρισμένην πρόσφατην περίπτωσιν, ἢ ὁ Ὑπουργὸς παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ, ὁ τελευταῖος, μάλιστα, γραπτὴν καὶ μὲ πλήρη εὐπρέπειαν συντεταγμένην — νομίζω, ὅτι ὅταν δίδῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ἀπάντησιν ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἀνταπάντησις, ὅτι «δὲν γίνεται διὰ τυπικοὺς λόγους δεκτὴ ἡ ἀπάντησις». Πρῶτον, δὲν τίθεται ζήτημα ἂν γίνεται δεκτή. Εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς κατατίθεται ἡ ἀπάντησις καὶ λαμβάνει γνῶσιν ὁ ἐρωτήσας.
§45Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Βεβαίως.
§46Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπομένως, καὶ ἡ διατύπωσις «ἐπιστρέφεται ἡ ἀπάντησις» εἶναι διατύπωσις, ἡ ὁποία, νομίζω, ὅτι καὶ τύποις δὲν εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, δὲν εὐσταθεῖ, διότι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἑνιαία εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὑπάρχουν ἀπαντήσεις τοῦ Ἀντιπροέδρου ἢ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι τεταγμένος νὰ εὑρίσκεται πλησίον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ κρίνωνται ὡς τύποις ἐπαρκεῖς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπάρκειαν τῆς οὐσίας τῆς ἀπαντήσεως, αὐτὸ εἶναι ἕτερον θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ ἑκάστοτε ὁ ἐρωτῶν. Κύριοι, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ σᾶς κάμω αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν τῆς ἀπουσίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνεδριάζει. Καὶ ἐγὼ θὰ ἔπρεπε νὰ συνεδριάζω εἰς τὸ γραφεῖόν μου, διότι εἶναι πολλὰ θέματα καὶ ἀνέβαλον ἐπεῖγον θέμα, διὰ νὰ παραστῶ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναβάλῃ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα αὐτὴν τὴν στιγμὴν συζητεῖ, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν κατ’ ἐξοχὴν εὐθύνην τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας. Βεβαίως, ἀντιλαμβάνομαι καὶ τὰ μειονεκτήματα τοῦ πράγματος. Δὲν τὰ ἀρνοῦμαι, κύριε Στεφανόπουλε, καὶ δὲν λέγω, ὅτι ἡ κἄποια ἀντίδρασίς σας δὲν εἶναι θεμιτή. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἀξίωσις καλὰ καὶ σώνει νὰ ἔλθῃ. Καὶ δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον τὸ νὰ συνδυάζετε —ἐπιτρέψατέ μου αὐτὸ νὰ τὸ εἴπω— τὴν μὴ συνεχῆ παρουσίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ περιφρόνησιν ἔναντι τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδέποτε περιεφρόνησε τὴν Βουλήν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὁσάκις ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα, τὸ ἔχετε χωρὶς ἄλλο διαπιστώσει, ὁμιλεῖ μὲ σεβασμὸν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ μὲ ἠρεμίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὁ τόσον φανατικὸς κοινοβουλευτικὸς ὅσον εἶναι καὶ ὁ κ. Καλλίας, ὁ ὁποῖος μὲ κοιτάζει αὐτὴν τὴν στιγμὴν γελῶν, δὲν τὴν ἐπιδεικνύω πάντοτε. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν ἦτο δεδικαιολογημένον νὰ εἴπῃ ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπουσιάζει, διότι περιφρονεῖ τὴν Βουλήν. Ἀπουσιάζει, ἀξιότιμε κύριε Στεφανόπουλε, ἀπουσιάζει, ἀγαπητοὶ κύριοι συνάδελφοι, διότι ἐργάζεται ὑπὲρ τοῦ τόπου (χειροκροτήματα).
§47Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπῆρξα ἀρκετὰ σαφὴς εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἀπόψεών μου. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρξεν ἐξ ἴσου σαφὴς εἰς τὰς ἀπαντήσεις του. Ἐν πρώτοις ἐτόνισα, ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς διὰ νὰ ἐπιβιώσῃ πρέπει νὰ ἀναπροσαρμοσθῇ. Ἤδη ἡ ἀναπροσαρμογὴ αὐτὴ ἤρχισεν εἰς τὰ ἄλλα κοινοβουλευτικὰ Κράτη καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν τὴν κοιτίδα τοῦ συγχρόνου κοινοβουλευτισμοῦ. Εἶναι καιρὸς καὶ ἡμεῖς νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ θέμα αὐτό. Δεύτερον, τὸ θέμα τῆς διεκπεραιώσεως τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, νομίζω, ὅτι εἶναι τῆς ἀπολύτου ἁρμοδιότητος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προεδρείου. Δι’ αὐτὸ τὸ ὁπλίζομεν μὲ τοιαῦτα δικαιώματα, ὥστε τὸ ἔργον αὐτὸ νὰ εὐχερανθῇ. Ἡμεῖς ὅμως ζητοῦμεν ἐκ παραλλήλου ὅπως μᾶς ἀναγνωρισθῇ μία πρωτοβουλία εἰς τὸ θέμα τοῦ ἐλέγχου, εἰς τὸ θέμα τῶν ἐπερωτήσεων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχει διαπιστωθῆ —καὶ ἔχει διαπιστωθῆ πλήρως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἐκτὸς αὐτῆς— ὅτι εὑρισκόμεθα μακρὰν τοῦ ρυθμοῦ τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ ζωὴ τοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν παρακολουθοῦμεν τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἀμέσως τὸν ἐνδιαφέρουν. Κατ’ ἀκολουθίαν πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ ἕνας τρόπος, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸς ὁ συγχρονισμὸς οὕτως εἰπεῖν τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς μὲ ὅσα συμβαίνουν εἰς τὸν λαόν. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει μὴ πλανώμεθα ὁ λαὸς θὰ ἀδιαφορήσῃ καὶ ἡ ἀδιαφορία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ πολιτεύματος. Σχετικῶς μὲ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξα ὡς πρὸς τὴν καλλιτέραν ὀργάνωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν συζητήσεων γενικῶς εἰς τὴν Βουλήν, τὸ θέμα προϋπολογισμοῦ, τὸ θέμα στοιχείων, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ ἔρχωνται ἐξηκριβωμένα εἰς τὴν Βουλήν, ἐπ’ αὐτῶν δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ λάβω ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει ἕνα τελευταῖον θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδεὶς ποτὲ ἠρνήθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀλληλέγγυος καὶ πάντοτε ἐδέχθημεν τὴν παρουσίαν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς ἀπαντήσεις του καὶ τὰς ἐπεμβάσεις του μὲ σεβασμὸν καὶ τὸν ἠκούσαμεν πάντοτε μὲ προσοχήν. Εἰς θέματα ὅμως, τὰ ὁποῖα εἶναι γενικωτέρας φύσεως, εἰς θέματα τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ βασικοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας, ἐκεῖ πλέον ἀνακύπτει ἡ εὐθύνη τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἐκεῖνος ὀφείλει καὶ πρέπει νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι ἐν προκειμένῳ, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διέπραξεν ἕνα σφάλμα κοινοβουλευτικόν. Ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἀπουσιάζοντα Ἀρχηγὸν τοῦ Κέντρου ἐπὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐπὶ τοῦ γνωστοῦ θέματος. Νομίζω, ὅτι ἡ σημερινὴ στιγμὴ δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμείνητε τὴν παρουσίαν του καὶ τότε νὰ θίξητε τὸ θέμα αὐτό. Ἡμεῖς ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἰδικῆς μας, λέγομεν τοῦτο, ὅτι διὰ νὰ ἐξυψωθῇ τὸ κῦρος τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ θὰ πρέπει νὰ ἐμπνεώμεθα, ὅλοι ἀπὸ πνεῦμα ἐνδιαφέροντος δι’ ὅσα συμβαίνουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μὴ διαπιστώσωμεν τὴν ἀπουσίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἴπατε, ὅτι ὡμίλησα περὶ περιφρονήσεώς του. Ὁμιλῶ περὶ ἀδιαφορίας του, καὶ ἡ ἀδιαφορία εἶναι ἀρκετή. Διότι ὅταν λαμβάνουν χώραν συζητήσεις διὰ καίρια θέματα διὰ σοβαρὰ θέματα, τότε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπουσιάζῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸς θὰ ἐξαναγκάζῃ καὶ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ εἶναι παρόντες. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τὰ ἄψυχα, δὲν εἶναι οἱ κανόνες ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐστηροί, εἴμεθα ἡμεῖς, ἐὰν ἐμπνεώμεθα ἀπὸ ἕνα πνεῦμα σεβασμοῦ καὶ ἐνδιαφέροντος ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνυψώσωμεν τὸν κοινοβουλευτισμόν. Δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ ὁ κόσμος, δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ ὁ λαός, ὅτι τὰ ζητήματα τοῦ τόπου λύονται ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἀντιπροσωπείας του. Οὔτε μὲ ἔπεισεν ὁ παραλληλισμός, τὸν ὁποῖον ἐκάματε μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐκάματε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ὁμολογήσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς λέγομεν πάντοτε καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλετε νὰ λάβητε θέσιν: ὅτι δηλαδή, ἡ ὀργάνωσις τῆς Διοικήσεως καὶ τοῦ Κράτους μας καθυστερεῖ. Εἶναι καιρὸς πλέον, ὅταν μάλιστα, εἰσήλθομεν εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἀγοράν, ὅταν πλέον ἐντὸς ὀλίγου καὶ μὲ τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν θὰ εὑρισκώμεθα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πεδίου τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, εἶναι καιρὸς πλέον, λέγω, νὰ σκεφθῆτε καὶ τὸ θέμα τῆς Ὀργανώσεως τοῦ Κράτους καὶ τὸ θέμα τῆς ὀργανώσεως τῆς Διοικήσεως καὶ τὸ θέμα τῆς ὀργανώσεως τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴν μόνην τὴν δικαιολογίαν ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ πρέπει ἴσως νὰ ὑποκαθιστᾷ καὶ νὰ ἀντικαθιστᾷ προσωπικῶς αὐτὸς πολλοὺς ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς του εἰς τὰ ἔργα των. Αὐτὸ εἶναι θέμα ἰδικόν του, θέμα ἐσωτερικόν σας. Δὲν εἶναι θέμα ἰδικόν μας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἰδικόν μας θέμα εἶναι τοῦτο, ὅτι ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν τὰ μεγάλα θέματα νὰ συζητοῦνται εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἐπιλύωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ οὐδέποτε ἐρήμην αὐτῆς. Καὶ δεύτερον, ὅτι πρέπει ἐκ τοῦ ἀναφερθέντος γεγονότος νὰ ἐξαγάγητε τὸ ἀναγκαῖον συμπέρασμα, πὼς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ σήμερον ὑφισταμένη ὀργάνωσις τοῦ Κράτους καὶ τῆς Διοικήσεως. Χρειάζεται νέος ρυθμός, χρειάζεται νέον πνεῦμα, ὅπως ἐτονίσατε καὶ σεῖς. Ἐὰν τώρα, ὁπότε πλέον εἰσήλθομεν εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, δὲν ἀλλάξωμεν νοοτροπίαν, δὲν ἀλλάξωμεν μεθόδους, θὰ πρέπει νὰ ἀπελπιζώμεθα διὰ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§48Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ πρόθεσίς μου, ὅταν ὑπηνίχθην ἁπλῶς τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, δὲν ἦτο νὰ δώσω πλήρη ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Κ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ θεωρήσητε ἀπολύτως ὀρθὴν τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποιήσατε, ὅτι ὑπῆρξε κοινοβουλευτικόν μου σφάλμα, νὰ θίξω τὴν περίπτωσιν. Δὲν κατηγόρησα. Ἁπλῶς ἔκαμα μίαν διαπίστωσιν. Δὲν προέβην εἰς ἐπίθεσιν. Δὲν προέβην εἰς χαρακτηρισμόν. Ἁπλῶς καὶ μόνον ἔκαμα, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἰδικήν σας ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ περιφρονοῦντος δῆθεν τὴν Βουλὴν Πρωθυπουργοῦ, ἔκαμα μνείαν ἑνὸς προσφάτου περιστατικοῦ. Θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ τὸ θεωρῆτε ὡς σφάλμα κοινοβουλευτικόν. Διότι ὅσα εἶπον, αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας ἐχρησιμοποίησα, δὲν περιεῖχον τὴν παραμικρὰν αἰχμὴν ἐναντίον τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ε. Κ., αἰχμὴν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς οὐσίας τῆς ἐνεργείας του.
§49Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκρίνατε μίαν ἐνέργειάν του, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του. Αὐτὸ ἐγὼ ἐπεσήμανα.
§50Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἀπαντήσω καὶ ἐγώ, ὅτι ἐξ ἴσου κοινοβουλευτικὸν σφάλμα εἶναι τὸ ὅτι προβαίνετε εἰς ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀπουσιάζοντος. Ἀλλὰ ἂς συμφωνήσωμεν λέγοντες, ὅτι δὲν εἶναι σφάλμα, οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο.
§51Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε Μπακόπουλε, μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ 5′ λεπτὰ τῆς ὥρας, ἐπειδὴ δὲν ἔχω τὰ δικαιώματα τῶν Ὑπουργῶν διὰ νὰ ὁμιλήσω;
§52Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τιμὴν μοῦ κάμνετε νὰ μοῦ ζητῆτε τὴν ἄδειαν διὰ νὰ ὁμιλήσητε. Δηλῶ, ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ψηφισθῇ ταχέως ὁ Κανονισμός. Καὶ πρὸς τοῦτο δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἐπιφυλασσόμενος τὰς γνώμας μου νὰ τὰς ἐκθέσω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, διότι, ὡς ἀντελήφθην εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, τὰ ἄρθρα συζητοῦνται. Ἑπομένως, ἐπιφυλάσσομαι, εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ εἴπω τὰς γνώμας μου ἐπὶ 2–3 σημείων. Ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἄλλωστε, τοῦ καιριωτέρου, πρὸ ὀλίγου εἶπον τὴν γνώμην μου. (Χειροκροτήματα).
§53Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν, ἐπὶ καθαρῶς τεχνικοῦ πεδίου πλέον. Εἶναι, ἄλλωστε, δυσχερὲς δι’ ἐμέ, διότι προηγήθησαν ἐμοῦ δύο διακεκριμένοι ρήτορες τοῦ Σώματος καὶ διότι ἐπὶ δέκα ἔτη ὢν ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούω μόνον καὶ νὰ μὴ ὁμιλῶ ἔχασα, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἕξιν τοῦ ὁμιλεῖν. Δι’ αὐτὸ καὶ θὰ ζητήσω συγγνώμην, ἐὰν ἡ διατύπωσις τῶν ἀπόψεών μου δὲν ἔχει τὴν γλαφυρότητα τὴν ὁποίαν εἶχον αἱ ἀγορεύσεις τῶν δύο προλαλησάντων. Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ καθαρῶς τεχνικοῦ ζητήματος. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Προέδρου κ. Στεφανοπούλου διετυπώθη μία ἄποψις, μὲ τὴν ὁποίαν εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος. Ὅτι, δηλαδή, ὄντως ὁ κοινοβουλευτισμὸς ὑφίσταται ποιάν τινα κρίσιν καὶ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι διὰ πολλῶν μέτρων, ὄχι μόνον διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὰς συγχρόνους ἀνάγκας τῆς Δημοκρατίας. Βεβαίως, θὰ χρειασθοῦν κόποι καὶ θυσίαι. Θὰ ἀναφέρω καὶ μίαν περίπτωσιν ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς ὁμιλίας μου. Ὁ Πρόεδρος κ. Στεφανόπουλος εἶχε δύο κυρίως θέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξε τὴν ἀγόρευσίν του. Τὸ θέμα, οὕτως εἰπεῖν τῆς δικονομήσεως τῶν συζητήσεων, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ τὸ θέμα τῶν κυρώσεων. Δὲν λέγω ποινῶν, διότι δὲν μοῦ ἀρέσει ἡ λέξις ποινή, προκειμένου περὶ βουλευτῶν. Ἡ λέξις «κύρωσις» κατὰ παρεκτρεπομένων, εἶναι πλέον δόκιμος κοινοβουλευτική. Εἰς τὸ πρῶτον, ἤτοι τὴν δικονόμησιν τῶν συζητήσεων πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως, δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον. Νομίζω, ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Ὅταν εἷς ἀρχηγὸς Κόμματος, ἐζήτει τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς σπουδαίου θέματος, ἐλάμβανε μόνον αὐτὸς τὸν λόγον, τοῦ ἐδίδετο ἡ ἀπάντησις καὶ ἐτερματίζετο ἡ συζήτησις. Νομίζω, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ἓν ἐθιμικὸν δίκαιον εἰς τὸ θέμα αὐτὸ καὶ ὄχι νὰ ὀργανώσωμεν καὶ νὰ μεθοδεύσωμεν τὰς πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζητήσεις, διότι τότε, νομίζω, ὅτι εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν, θὰ ἔχωμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν παρόμοιον θέμα. Βεβαίως αὐτό, ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν μὲ τὰ προνόμια τῶν ἀρχηγῶν. Κύριοι βουλευταί. Ἐγὼ πιστεύω ἀκραδάντως καὶ μὲ τὴν 10ετῆ πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν 30ετῆ τοιαύτην ὡς βουλευτής, εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ ὅτι πρέπει οἱ ἀρχηγοί, νὰ ἔχουν προνόμια. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἐφιλοδόξησα ποτὲ νὰ εἶμαι ἀρχηγός. Πρέπει νὰ ἔχουν προνόμια, τῶν ὁποίων νὰ κάμουν χρῆσιν ὄχι μόνον ἐν τῇ Βουλῇ, ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν εἶναι Ἀντιπολίτευσις, ἢ ἔναντι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐὰν εἶναι Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἔναντι κυρίως, τῶν ὀπαδῶν των. Ὅταν ὑπάρχει Κόμμα, ὁ Ἀρχηγὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ χαράσσῃ τὴν γραμμὴν τοῦ Κόμματος, ἐπὶ σπουδαίων ζητημάτων, καὶ πρέπει ὁ ἀρχηγὸς νὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀσκῇ τὰς προνομίας, τὰς ὁποίας, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τοῦ δώσῃ, καὶ ὁ Κανονισμός. Εἶπον προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ ἀποκαθισταμένης οὕτως εἰπεῖν —δὲν δύναμαι ἴσως νὰ εὕρω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν φράσιν, ἡ ὁποία ἁρμόζει— μιᾶς στενωτέρας συνεργασίας, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θὰ εἶναι δυνατόν, νὰ λειτουργήσῃ ἐκ νέου τὸ σύστημα τῶν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζητήσεων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν ἐκπροσωπῶ τὴν πλειοψηφίαν. Τὰ ὅσα διατυπώνω, εἶναι προσωπικαί μου γνῶμαι. Τὸ ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν, ὁ Πρόεδρος κ. Στεφανόπουλος, εἶναι τὸ θέμα τῶν κυρώσεων. Ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ σᾶς δώσω ὡρισμένας ἐξηγήσεις. Ἐὰν υἱοθέτησα αὐτὰς τὰς διατάξεις, δὲν τὸ ἔκαμα, ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι τὰς ἀνέγνωσα, εἰς ἄλλους Κανονισμούς, οὔτε διότι θὰ ἤθελον νὰ ἔχω κἄποιο IMPERIUM, τὸ ὁποῖον νὰ μοῦ ἐπιτρέπῃ νὰ ἀσκῶ ἐξουσίαν ἐξαιρετικήν. Ἀλλά, πολλάκις, εὑρέθην εἰς δυσχερῆ θέσιν. Καί, ὅταν ἤμην ὑποχρεωμένος, εὑρισκόμενος, ἐπὶ τῆς ἕδρας, νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν, τὶ νομίζετε συνέβαινεν; Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μόνον ἀποτελεσματικὸν ὅπλον τοῦ Προέδρου, εἶναι ἐναντίον τοῦ φιλησύχου ρήτορος καὶ ὑπὲρ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὸν διακόπτει, τὸν ἐμποδίζει νὰ ὁμιλήσῃ ἢ θορυβεῖ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω: Λέγει τὸ ἄρθρον 25 περίπου —δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω— ὅτι, ἐὰν γίνῃ μέγας θόρυβος, ἐὰν π.χ. ὁ Πρόεδρος κ. Στεφανόπουλος ἀγορεύῃ, καὶ ὁ κ. Ἰωαννίδης, φέρ’ εἰπεῖν, ἐκ τῆς ἀντιθέτου πτέρυγος συνεχίζει νὰ κτυπᾶ τὸ ἀναλόγιον, ἢ καὶ νὰ τὸν ὑβρίζῃ, ὁ Πρόεδρος θὰ τὸν ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν, αὐτὸς θὰ ἀδιαφορήσῃ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ κτυπᾷ τὸ ἀναλόγιον καὶ οὕτω, ὁ Πρόεδρος κ. Στεφανόπουλος, δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ ἀγορεύσῃ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ξεύρετε τὶ ἀπομένει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ κάμῃ; Θὰ κατεβάσῃ τὸν κ. Στεφανόπουλον ἀπὸ τὸ βῆμα. Δηλαδή, θὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν ὁ θορυβῶν. Διότι τὸ ἄρθρον 25 τοῦ Κανονισμοῦ, λέγει, ὅτι, ὁ Πρόεδρος διαπιστώνων, ὅτι ὑπάρχει ἀταξία διακόπτει τὴν συνεδρίασιν, διατάσσει τὴν ἐκκένωσιν τῆς αἰθούσης. Θὰ καταβιβάσῃ, δηλαδή, ἀπὸ τὸ βῆμα τὸν κ. Στεφανόπουλον, διότι τὸ θέλει π.χ. ὡς εἶπον, ὁ κ. Ἰωαννίδης. Εἶπον, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία κύρωσις. Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ συνάδελφος, ποὺ δὲν θὰ συμφωνήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Δι’ αὐτὸ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν δύναμαι νὰ ὑποχωρήσω ἐξ ὑπαρχῆς. Πρὸς τὸ παρὸν θὰ ἀρκεσθῶ νὰ συστήσω εἰς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Σώματος, νὰ δεχθῇ μίαν, οἱανδήποτε ἄλλην, διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς —ὁ ὁποῖος εὔχομαι νὰ εἶναι περισσότερον ὑπερκομματικὸς ἀπὸ ἐμὲ— νὰ δύναται νὰ ἀντιμετωπίζῃ ἀποτελεσματικῶς πᾶσαν ὁμοίαν, ἢ παραπλησίαν περίπτωσιν, ἐκείνη τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θὰ ἤθελον νὰ εὐχαριστήσω τὸν Πρόεδρον κ. Στεφανόπουλον, διὰ τὰ καλὰ λόγια, τὰ ὁποῖα εἶπεν δι’ ἐμέ. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἂς λάβωμεν μίαν ἄλλην ἄποψιν τοῦ θέματος. Ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐγὼ ἔπαυσα νὰ εἶμαι Πρόεδρος τοῦ Σώματος καὶ εἶναι Πρόεδρος εἷς ἄλλος ἐξ ἄλλης πτέρυγος. Ἄς εἶναι π.χ. ὁ κ. Μπακόπουλος ἢ ὁ κ. Κωστόπουλος. Θὰ ἤθελον νὰ τοὺς ἐρωτήσω πῶς θὰ ἀντέδρων, ἐὰν ἀντιμετώπιζον τὴν περίπτωσιν ποὺ ἀνέφερον προηγουμένως; Εἶναι ἓν ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον χρειάζεται ἀπάντησιν.
§54Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ὅ,τι ἐγίνετο ἐπὶ 120 χρόνια.
§55Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημά σας εἶναι, κατ’ ἐμέ, ὅτι, τὸ κῦρος τοῦ Σώματος καὶ τῶν συζητήσεων δὲν κατοχυρώνεται μὲ ἀστυνομικὰς διατάξεις, ἀλλὰ μὲ τὴν παρουσίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μὲ τὴν ἐξύψωσιν τοῦ κύρους τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, τὸ ὁποῖον μειοῦται, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἀστυνομικῶν διατάξεων. Κατ’ ἐμὲ αἱ ἀστυνομικαὶ διατάξεις οὐδὲν δύνανται νὰ προσφέρουν εἰς τὸ κῦρος καὶ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων.
§56Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ναί, ἀλλὰ ἐδώσατε μίαν ἀπάντησιν, πολιτικήν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁμιλοῦμεν τεχνικὰ καὶ ὄχι πολιτικά. Διότι ἐγὼ θέλω μίαν διάταξιν ἐν προκειμένῳ. Σᾶς ἀνέφερα ἕνα παράδειγμα καὶ ἀναμένω νὰ μοῦ εἴπητε πῶς θὰ τὸ ἀντιμετωπίσητε ὡς Πρόεδρος;
§57Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δουλειὰ τοῦ Προεδρείου. Εἶναι δουλειὰ τῶν ἡγετῶν τῆς αἰθούσης ταύτης. Οὔτε τοῦ Προεδρείου, οὔτε τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ ἡγεσία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πειθαρχίαν.
§58Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐὰν τὸ τοποθετῆτε ἐκεῖ τὸ θέμα, εἶναι μία ἄποψις, ἡ ὁποία ἐμέ, μὲ τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχω, δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, σᾶς εὔχομαι, ὅταν θὰ προεδρεύητε, νὰ μὴ σᾶς συμβῇ αὐτό. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, ἰδίως τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ἐθνικῶν λογαριασμῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων βεβαίως, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας. Ἐγὼ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἀποφύγω νὰ λάβω θέσιν A PRIORI, ἐπὶ τοῦ παρόντος περιορίζομαι εἰς τὸ τεχνικὸν θέμα τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ νὰ τελειώνω, θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω, ἂν εἶναι δυνατὸν τὸ παράδειγμα τῆς συντομεύσεως τῆς συζητήσεως ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Πρόεδρος κ. Στεφανόπουλος καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, νὰ μιμηθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι ρήτορες. Θὰ πρέπει νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε, ἂν εἶναι δυνατόν, τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, διότι —ὑπάρχει καὶ τὸ διότι— διότι ἡ Κυβέρνησις μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μέχρι τοῦ Πάσχα νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν μὲ τὸν Κανονισμόν. Διότι ἐπείγει ἡ συζήτησις τοῦ θέματος τῶν ἐξαγωγῶν τῶν προϊόντων, τὸ ὁποῖον ὡς ἀντιλαμβάνεσθε εἶναι ἄκρως ἐπεῖγον. Ὁ Κανονισμὸς θὰ συζητῆται ἑκάστην Τετάρτην, μέχρι πέρατος. Λοιπόν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, ἵνα τὴν προσεχῆ Τετάρτην εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὥστε ἐντὸς ἄλλων τριῶν συνεδριάσεων, εἰ δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν. Δὲν εἶμαι Ὑπουργός, οὔτε ἐκπροσωπῶ ἄλλον τινα. Τὴν προσωπικήν μου γνώμην ἐκφράζω. Ἂν δέχεσθε νὰ ὁμιλήσωμεν ὅλοι ἀπὸ ἕνα τέταρτον.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δέκα λεπτά.
§60Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ἡμεῖς ὅλοι νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε, ὥστε τὴν προσεχῆ Τετάρτην νὰ ἀρχίσῃ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπάρχει δυνατότης νὰ ἐφαρμόσωμεν περιορισμὸν τῶν ἀγορεύσεων. Νὰ γίνῃ μίαν συμφωνία ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων νὰ ὁμιλήσουν ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ 10 λεπτὰ ἢ ἕνα τέταρτον. Ἔχω τὴν συμφωνίαν ὅλων τῶν πτερύγων τῆς Βουλῆς διὰ τὸ τέταρτον;
§62Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Οἱ ἀγορεύσαντες ἤδη συνάδελφοι ὡμίλησαν ἐπὶ 1 ὥραν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι παρῃτήθησαν.
§64Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἰδικῆς μας, εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ τὸ δεχθῶμεν, ὑπὸ τὸν ὅρον, νὰ παρασχεθῇ ἡ εὐχέρεια νὰ ἀναπτύξωμεν τὰς ἀπόψεις μας μὲ κἄποιαν ἄνεσιν, ὡς καὶ οἱ προλαλήσαντες.
§65Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ἂν προτιθέμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸν Κανονισμόν, δύο τρόποι ὑπάρχουν. Ἢ θ’ ἀποσυρθῇ ὁ Κανονισμός, ὁ συζητούμενος, καὶ θὰ σχηματισθῇ μία Ἐπιτροπὴ ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων, οἱ ὁποῖοι θὰ συμφωνήσουν ἅπαντες καὶ νὰ μᾶς φέρουν τὸν νέον Κανονισμόν, ὁπότε διὰ βοῆς νὰ ψηφισθῇ ἢ θὰ μποῦμε εἰς τὸ δεκάλεπτον. Διότι ἡ μὲν πλειοψηφία πρέπει νὰ ξεκινᾷ ἀπὸ τὴν ἄποψιν, ὅτι αὔριον θὰ εἶναι μειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία πλειοψηφία. Πρέπει νὰ ἐστερνισθῶμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ σημερινὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ εἶναι Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνεχῶς καὶ ὁ σημερινὸς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει σπάσει ρεκὸρ προεδρίας, δὲν θὰ εἶναι συνεχῶς Πρόεδρος. Λέγω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα. Πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ καὶ νὰ γίνῃ μίαν ἐπιτροπή, ἡ ὁποία παμψηφεὶ θὰ τὸν ψηφίσῃ. Πρέπει νὰ σκεπτώμεθα ὡς Κοινοβούλιον, ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ ὁ Κανονισμὸς ἢ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ τέταρτον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κατ’ ἐπανάληψιν ἔγινε λόγος ἂν ὑπάρξῃ ἐπιτροπὴ ἢ ὄχι. Θὰ παρεκάλουν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ δεκάλεπτον. Ἄλλωστε, ὅπως ἐτονίσθη κατὰ κόρον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὅσα εἶχον νὰ λεχθοῦν ἐλέχθησαν. Καὶ ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου καὶ ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν ὑπῆρξε περισσότερον τὸ βάρος εἰς μεμονωμένα θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθοῦν μὲ ὅλην τὴν ἄνεσιν κατ’ ἄρθρον. Θὰ παρεκάλουν νὰ δεχθῶμεν, ὥστε οἱ ὑπόλοιποι ρήτορες ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ 10 λεπτά, διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§67Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὅπως ἐτονίσαμεν καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως, ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι νὰ παραλειφθῇ καὶ ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησις καὶ νὰ εἰσέλθωμεν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ ἄρθρον. Ἄλλωστε, ἐκ τῆς παρακολουθήσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ταύτην τὴν διαπίστωσιν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν. Ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. ρητόρων κατὰ τὰ 8)10, ἠσχολήθησαν μὲ τὰς διατάξεις τῶν κατ’ ἰδίαν ἄρθρων. Συνεπῶς, εἴμεθα σύμφωνοι νὰ συντομευθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὸ δεκάλεπτον, ὥστε σήμερον, ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§68Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, ὅτι ἐκφράζεται ἡ ἀντίληψις, ὅτι ὑπάρχει μία παγία, ἀπὸ ἀπόψεως συνθέσεως, πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ παγία ἀπὸ ἀπόψεως συνθέσεως μειοψηφία τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐμπνέονται καὶ αἱ πλεῖσται τῶν τροπολογιῶν εἰς τὸν Κανονισμόν. Καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου παρατηρεῖται καὶ μία φαλκίδευσις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναπτύσσειν τὰς ἀπόψεις μας.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔγινεν οὐδεμία φαλκίδευσις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ λέγητε αὐτά. Δὲν εἶναι σωστὸν νὰ λέγητε, ὅτι ἐπιχειρεῖται φαλκίδευσις τὴν ὥραν ποὺ τὸ Προεδρεῖον προσπαθεῖ εἰς πᾶσαν κατεύθυνσιν νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην ὅλων τῶν πτερύγων.
§70Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἤθελα νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Ἂν ἐμπνεώμεθα ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὅ,τι λέγεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν διαμορφοῦται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν διαφόρων θεμάτων καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, πάντως θὰ εἶναι ἀμετακίνητος ἡ πλειοψηφία εἰς τὰ προτεινόμενα καὶ ἡ μειοψηφία, τότε εἶναι περιττὸν νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν εἰς τὸ δεκάλεπτον.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος τὸ λέγει αὐτό;
§72Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἡ πρακτικὴ τὸ ἐπιβεβαιώνει, ἀλλὰ τὸ ἤκουσα προηγουμένως ἀπὸ τὸν κ. Ζαννῆν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦ βουλευτοῦ, ὡς βουλευτοῦ καὶ ὄχι ἀνήκοντος εἰς τὴν μειοψηφίαν ἢ τὴν πλειοψηφίαν, εἶναι νὰ ἐξαντλῇ ὅλα τὰ θέματα, καθ’ ὃν τρόπον τοῦ ἐπιβάλλει ἡ συνείδησίς του, χωρὶς νὰ ἔρχεται εἰς συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς σκοπὸν δῆθεν τὴν διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Φωτήλα, σεῖς κάμνετε ἀγόρευσιν.
§74Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ λέγω, διότι ἐπιχειρεῖται τοῦτο προκαταβολικῶς.
§75Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀρχὴ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Διότι ἡ ἀρχὴ ἐμπεριέχεται εἰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι τριαδική, ἤτοι ἀρχὴ δημοκρατική, ἀντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική. Ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, θὰ πρέπει νὰ γίνῃ σκέψις περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεών τινων τοῦ Συντάγματος. Ἄλλως, θέμα ἀρχῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ὑπάρχει καὶ τοῦτο ἀπεδείχθη ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ὁμιλοῦντες συζητοῦν ἐπὶ τῶν ἄρθρων.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀγγελούσης, ἔχει τὸν λόγον. Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ, ἡ συζήτησις νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ δεκάλεπτον. Ὅποιος, βεβαίως, θελήσει νὰ προχωρήσῃ, δὲν θὰ τὸν ἐμποδίσω ἐγώ. Ἀλλ’ ἀπευθύνομαι εἰς τὴν εὐθυκρισίαν ὅλων, διὰ τὴν ταχεῖαν περαίωσιν τῆς συζητήσεως.
§77Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου, διὰ τὸ σύντομον τῆς ἀγορεύσεώς μου, τονίζω, ὅτι δὲν θὰ ἀσχοληθῶ οὔτε μὲ τὴν ἀρχαίαν ἱστορίαν, οὔτε μὲ τὴν βιολογίαν, οὔτε μὲ τὴν Ἀχαϊκὴν Συμπολιτείαν, ἡ ὁποία συζήτησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ θέσιν εἰς ἄλλην αἴθουσαν, ὄχι ὅμως καὶ εἰς αὐτήν. Βεβαίως, εἶναι εὔκολον εἰς κάθε ρήτορα νὰ συνδυάζῃ διάφορα θέματα μὲ τὸ συζητούμενον εἰς τὴν Βουλὴν θέμα καὶ νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Καὶ ἴσως θὰ πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ νέου Κανονισμοῦ αὐτὸ ἀκριβῶς νὰ ἀποφεύγηται. Διότι, δυστυχῶς, ἐδῶ παρατηρεῖται τοῦτο τὸ φαινόμενον. Ὅτι πολλάκις ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ συζητοῦνται θέματα ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις, εἰς τὴν ὁποίαν κυρίως θὰ πρέπει ἐπὶ τοιούτων θεμάτων νὰ ἀνήκῃ τὸ βῆμα, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἀπόψεις της. Αὐτὸ δὲν συμβαίνει μόνον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων παρετηρήθη. Αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ συνάδελφοι πολλοί, ἀλλὰ καὶ ὁ λαὸς πιστεύει, ὅτι πραγματικῶς ὁ Κοινοβουλευτισμὸς διέρχεται μίαν κρίσιν, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρομεν ποῦ ἠμπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ καὶ τὴν ὁποίαν πρέπει ἡμεῖς νὰ ἀποτρέψωμεν. Διὰ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι προτείνονται εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀποσκοπεῖται, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἡ εὐρυθμοτέρα λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἐξύψωσις τῶν συζητήσεων καὶ γενικῶς τῶν ἀγορεύσεων τοῦ Κοινοβουλίου. Νομίζομεν, ὅμως, ὅτι αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι προτείνονται καὶ ὁποῖαι ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ φέρουν τὴν ἐξύψωσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι, κυρίως, τὴν ἐξύψωσιν τοῦ Κοινοβουλίου φέρουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἀνελλιπὴς παράστασις τῶν ἁρμοδίων παραγόντων, ἤτοι τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ὑπουργῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἀμοιβαία κατανόησις μεταξὺ ὅλων τῶν πτερύγων τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δικαιολογῶν τὴν συνεχῆ ἀπουσίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ φόρτος τῆς ἐργασίας εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸν ἀναγκάζει νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ παρίσταται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Καὶ ἀνέφερε μάλιστα καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ περιστατικά, καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τὸν ἀπασχολοῦν, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπουσίαν του. Ἀλλὰ τότε ἐρωτᾶται, τί κάμουν οἱ Ὑπουργοί; Ἐὰν πράγματι φέρει ὅλον τὸ βάρος τῆς διοικήσεως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οἱ Ὑπουργοὶ τί κάμουν; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ὡρισμένοι ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, ἐλάχιστοι 2–3, νὰ παρακολουθοῦν ἀνελλιπῶς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, οἱ ὑπόλοιποι δέ, οἱ ὁποῖοι κατὰ τεκμήριον δὲν ἔχουν τόσον φόρτον ἐργασίας, ὅσον οἱ παρακολουθοῦντες τὰς συνεδριάσεις, νὰ μὴ παρίστανται. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸν φόρτον τῆς ἐργασίας, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐδῶ; Ἐὰν πάλιν οἱ κ. Ὑπουργοὶ εἶναι βεβαρημένοι μὲ φόρτον ἐργασίας, δὲν πρέπει νὰ ἀπαλλάσσουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ εὑρίσκεται ἐδῶ; Βέβαια, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αἴρει εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς καὶ γενικῶς εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις τὸν σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου. Διότι εἰς αὐτὸν ἔλαχεν ἡ τύχη αὐτή, ἂν καὶ πρὸ 3 ἢ 4 ἐτῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἄλλα ἐσκέπτετο καὶ ἄλλα ἐπίστευεν καὶ ἄλλα ἀκριβῶς ἔλεγεν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τότε μάλιστα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, διεμαρτύρετο διὰ τὴν τρόπον τινὰ περιφρόνησιν, ὡς τὴν ἐχαρακτήριζε, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλὰ βλέπετε, οἱ καιροὶ ἤλλαξαν, ἴσως αἱ πεποιθήσεις ἤλλαξαν καὶ ἴσως μάλιστα νὰ ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν ἀναλάβῃ. Νομίζω, ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συντελεῖ εἰς τὸ νὰ μειοῦται συνεχῶς ἡ ἐκτίμησις τοῦ λαοῦ διὰ τὸ Κοινοβούλιον. Ἐφ’ ὅσον ἡ κεφαλὴ δίδει τὸ παράδειγμα, ἀσφαλῶς θὰ παρατηρῆται καὶ μία ἐλαστικότης ἐκ μέρους τῶν κυρίων βουλευτῶν. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρατηρεῖται καὶ ἡ προσπάθεια διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλλεται ἔνστασις ἀπαρτίας ἐκ μέρους τοῦ προβλεπομένου νῦν ἀριθμοῦ βουλευτῶν, τὸν ὁποῖον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἀναβιβάζει εἰς 25. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον...
§78Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (.....διακόπτει μὴ ἀκουόμενος).
§79Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐλᾶτε ἐδῶ νὰ πῆτε αὐτὰ ποὺ ἔχετε.
§80Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τί χρειάζωνται αἱ κυρώσεις.
§81Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ἀντιθέτως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς διὰ τὴν ὑποβολήν, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἦτο ἠναγκασμένη τοὐλάχιστον ἡ πλειονότης τῆς πλειοψηφίας νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ μὴ παρατηρῆται τὸ φαινόμενον, μετὰ τὴν πάροδον μιᾶς ὥρας περίπου ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως νὰ μὴ ὑπάρχουν βουλευταὶ εἰς τὴν αἴθουσαν, ἀλλὰ νὰ ἀναζητῶνται λόγῳ ὑποβολῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας, νὰ τοὺς φέρουν ἀπὸ τὰ κρεββάτια καὶ τὰ θέατρα. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§82Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐπιτρέψατέ μου, κύριε βουλευτά, νὰ σᾶς διακόψω. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ ἰδιότης σας ὡς βουλευτοῦ Σερρῶν, σᾶς δίδει κἄποιαν, τρόπον τινά, δικαιολογίαν ὀξύτητος κατὰ τὰς ὁμιλίας σας. Ἀλλ’ ἐθίξατε πάλιν ὡρισμένα ζητήματα. Εἴπατε, ὅτι ἀπουσιάζουν οἱ βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας, ὅτι εἴμεθα ἐδῶ ὀλίγοι, ὅτι δὲν ἐργαζόμεθα, ὅτι μᾶς σηκώνουν ἀπὸ τὰ κρεββάτια μας κλπ. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ θεωρεῖα εἶναι ἀνοικτὰ καὶ εἶναι ἀνάγκη ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβῆ, νὰ μὴ λέγωνται. Διότι καὶ εἰς σᾶς συνέβη ἐπανειλημμένως, τὸ ἔχω διαπιστώσει, νὰ ἀπουσιάσητε ἀπὸ τὴν αἴθουσαν.
§83Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Λόγῳ ἀσθενείας.
§84Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν τὸ λέγω προσωπικῶς, δὲν θέλω νὰ δημιουργήσω προσωπικὸν θέμα. Καὶ ἐγὼ ἀπουσιάζω ἐνίοτε. Εἶναι, λοιπόν, ἀνάγκη, ἀπὸ ἕνα πνεῦμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀπόλυτον ἀντικειμενικότητα, νὰ ἐκθέτωμεν ἐδῶ τὸ Σῶμα καὶ νὰ λέγωμεν εἰς τὸν λαὸν ὅτι δὲν ἀξίζομεν τίποτε, διότι δὲν ἐργαζόμεθα, ὅτι ἡ ἀντίθετος πρὸς ἡμᾶς παράταξις δὲν ἐπιτελεῖ τὸ καθῆκον της. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸ προκαλεῖ ζημίαν. Καὶ μὴ ξεχνᾶτε, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ τετάρτη ἐξουσία, ὁ τύπος. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀνερχόμενοι εἰς τὸ βῆμα, νὰ παρέχωμεν ἐπιχειρήματα εἰς κριτικὴν οὐχὶ δικαίαν.
§85Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Εἶναι ἀπὸ τὸ Κιούπκιοϊ.
§86Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐγὼ δὲν ἐπεμβαίνω εἰς αὐτά. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, λοιπόν, νὰ εἴπω, δεδομένου, μάλιστα, ὅτι τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαιτεῖ πεῖραν καὶ ἐφ’ ὅσον ἠκούσαμεν τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν διακεκριμένων μελῶν τοῦ Κόμματός σας, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ περιορισθῆτε εἰς ὡρισμένας τροπολογίας, ἀποτέλεσμα τῆς βραχείας πείρας σας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἶναι πιθανόν, βεβαίως, λόγῳ ἐκτάκτου νοημοσύνης, νὰ ἔχητε σχηματίσῃ ὡρισμένας ἀντιλήψεις, ἀλλὰ νὰ ἐκθέτητε τὸ Σῶμα καὶ νὰ δίδητε τροφὴν εἰς τὴν τετάρτην ἐξουσίαν, δὲν τὸ νομίζω ὀρθόν. Νομίζω —καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁμιλῶ ὡς βουλευτής, ἀλλὰ ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπητε νὰ ὁμιλήσω καὶ ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος— ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀγαπῶμεν τὸ Σῶμα, νὰ τὸ κρατοῦμεν ὑψηλὰ καὶ ἰδίως νὰ μὴ ἀλληλοκατηγορούμεθα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν θὰ ἤθελον νὰ ἐκθέσω.
§87Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Δὲν μειοῦται τὸ κῦρος τοῦ Σώματος, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὑποστηρίζομεν μίαν πραγματικότητα, ἀλλὰ μειοῦται ἀπὸ τὰς πράξεις. Ἐπεκαλέσθητε, κ. Πρόεδρε, τὰ θεωρεῖα. Πράγματι, τὰ θεωρεῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μεταβιβάζουν ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης τὸ τί συμβαίνει ἐντὸς αὐτῆς. Ἡμεῖς δὲν λέγομεν τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ κἄτι τὸ ὁποῖον δὲν τιμᾶ τὸ Σῶμα καὶ πρέπει νὰ διορθωθῇ, διὰ νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ὁ Κοινοβουλευτισμός. Πέραν τούτου, δι’ ἑτέρας προτεινομένης τροπολογίας, ἐπιβάλλονται κυρώσεις εἰς τοὺς παρεκτρεπομένους βουλευτάς. Μεταξὺ τῶν ἄλλων κυρώσεων, εἶναι καὶ ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ παρεκτραπέντος βουλευτοῦ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν. Ἐγὼ θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κύριον Δενδρινόν, ὁ ὁποῖος εἰς ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Προέδρου, ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὸ ἐρώτημα, τί θὰ συμβῇ ἐὰν εἷς παρεκτραπεὶς βουλευτής, ὁ ὁποῖος μὴ δεχόμενος τὰς συστάσεις τοῦ Προέδρου, ἐξακολουθεῖ νὰ θορυβῇ, σᾶς ἀπήντησε, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβαινεν ἐπὶ 120 χρόνια. Καὶ θὰ ἀπαντήσω ἀκόμη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομακρυνθῇ βίᾳ τῆς αἰθούσης εἷς βουλευτής, διότι ἐὰν ἀρνηθῇ νὰ ἀπομακρυνθῇ, θὰ διαταχθοῦν οἱ κλητῆρες νὰ τὸν ἀποβάλουν διὰ τῆς βίας. Καὶ οὕτω θὰ μεταβληθῇ ἡ αἴθουσα εἰς στίβον ταυρομαχιῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ δοθοῦν ἐξηγήσεις, θὰ ἀνακληθῇ ἡ ποινὴ καὶ τὰ πράγματα θὰ παραμείνουν ὅπως ἔχουν. Καὶ σεῖς, κ. Πρόεδρε, δὲν δέχεσθε νὰ λέγηται τοῦτο ποινή, ἀλλὰ κύρωσις καὶ ἀπὸ κανένα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ πιστευτὸν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθοῦν αὐτὰ τὰ μέτρα. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ βουλευταὶ νὰ ὑποβληθοῦν εἰς αὐτὴν τὴν πειθαρχίαν. Πειθαρχία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν Στρατόν, ἐδῶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀμοιβαῖος σεβασμὸς καὶ ἀμοιβαία κατανόησις. Δυνατὸν νὰ ἔχωμεν διάφορες πολιτικὲς ἀντιλήψεις, ἀλλὰ εἰς τὰ διάφορα θέματα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, πρέπει νὰ εἴμεθα πάντοτε ἀντικειμενικοὶ καὶ ἀμερόληπτοι. Ἄλλωστε, ὅλοι μας ἀγωνιζόμεθα διὰ τὸν δύσμοιρον αὐτὸν τόπον, ὁ ὁποῖος λέγεται Ἑλλάς. Καὶ αὐτὴ ἡ σκέψις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μᾶς συνδέῃ ὅλους, ὥστε ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἐπιτύχωμεν νὰ δημιουργήσωμεν μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία θὰ ἀναβιβάσῃ τὸ βιοτικὸν ἐπίπεδον τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι νὰ τὸ καταβιβάσῃ. Ἄλλος περιορισμός, εἶναι ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου ἀγορεύσεων τῶν ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν γνωρίζω τί θὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον, εἴτε ταχέως, εἴτε ἀργότερον, ἀλλὰ νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι ταχέως θὰ ἀλλάξωμεν ρόλους καὶ τότε δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ ὑποστηρίζητε, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τῆς ὁμιλίας τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§88Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν ὑπάρχει πιὰ τοιαύτη διάταξις. Εἴπατέ την ποία εἶναι. Σᾶς λέγω, ὅτι τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει.
§89Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ὑπάρχει.
§90Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν δὲν ἔχῃ δικαίωμα Ἀρχηγὸς Κόμματος...
§91Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Εἰς τὰς ἐρωτήσεις.
§92Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸν περιορισμόν.
§93Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Εἶχον κάμει μίαν δήλωσιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ περιορισμοῦ. Καὶ προσέθεσα, ὅτι ἐὰν εἶναι τὸ μόνον ἐμπόδιον, δὲν θὰ σταματήσωμεν εἰς αὐτό. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ ρήτωρ, ὅτι ὑπάρχει γενικὸς περιορισμός, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐπὶ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ ἐπερωτήσεως γενικευθείσης, οἱ Ἀρχηγοὶ ἔχουν τὰ αὐτὰ δικαιώματα μὲ τοὺς Ὑπουργούς. Εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις.
§94Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλοῦμεν, νὰ διορθώσητε τὴν φράσιν σας, ὅτι «εἰς αὐτὸ δὲν θὰ σταματήσωμεν» καὶ νὰ εἴπητε ὅτι «τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ἀπαλείφομεν».
§95Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἀκόμη δὲν εἶναι ὥριμος. Εἶναι κἄτι ποὺ συζητεῖται.
§96Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ἴσως, ἡ φράσις αὕτη, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, νὰ σημαίνῃ, ὅτι κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅτι ἡ παράγραφος αὐτὴ δέον νὰ διαγραφῇ. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ πρωταρχικὸν ἔργον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἄσκησις τοῦ ἐλέγχου, τίθεται ὑπὸ περιορισμόν, εἶναι ποτὲ δυνατόν, νὰ παρέχηται ἡ εὐχέρεια εἰς αὐτὴν νὰ χρησιμοποιῇ τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν; Ἡ διάταξις προδίδει ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἔργου της, εἰς τὴν ἄσκησιν ἐλέγχου. Ἐὰν ψηφισθῇ αὕτη, ἡ μὲν Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ποιῆται ἀπεριόριστον χρῆσιν τοῦ βήματος, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Πῶς εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ μὴ μᾶς ἐμβάλῃ εἰς ὑπονοίας ἡ διάταξις καὶ νὰ μὴ τὴν θεωροῦμεν ὡς περιφρόνησιν πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως;
§97Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι περιφρόνησιν. Ἀποτελεῖ κατάργησιν.
§98Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Εἶναι, ὡσαύτως, ἀπαραίτητον, ὅπως ὅλοι οἱ παράγοντες οἱ κυρίως ἐλεγχόμενοι, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ Ὑπουργοί, παρευρίσκωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, διότι τότε μόνον δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωσις εἰς τὸν λαόν, ὅτι καὶ τὸν λαὸν σέβονται καὶ τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ φόρτος τῆς ἐργασίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὑπάρχει δι’ ὅλα τὰ Κοινοβούλια καὶ εἰς ὅλους τοὺς λαούς. Εἶναι τὸ λιγώτερον παράλογον νὰ ὑποστηρίζηται, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας ἔχει ὀλιγώτερον φόρτον ἐργασίας ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἀγγλία, ὅμως, εἶναι ἡ κοιτὶς τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ ὅλοι, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχουν βαθεῖαν συνείδησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεών των. Καὶ δὲν συμβαίνει ἐκεῖ, ὅ,τι συμβαίνει σήμερον εἰς ἡμᾶς καὶ ὅτι ἐπιχειρεῖται νὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον. Δηλαδή, ἐνῷ ἕνα σοβαρώτατον ζήτημα θὰ συνταράσσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ, διότι ἡ συζήτησίς του θὰ τελῇ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὁ λαὸς ἀξιοῖ νὰ γίνῃ συζήτησις διὰ τι θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέχει τὴν ἄδειαν, τότε οἱοσδήποτε Κανονισμὸς δὲν εὑρίσκεται εἰς ἁρμονίαν μὲ τὴν πραγματικὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ μας. Κύριοι βουλευταί, ὡρισμέναι διατάξεις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, πρέπει νὰ γίνουν δεκταὶ καὶ συμφωνοῦμεν ἐπ’ αὐτῶν, ὕστερα, ὅμως, δέον ν’ ἀπαλειφθοῦν, ὅπως ἐκείνη διὰ τῆς ὁποίας ἐξοβελίζονται τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς ἔλεγχον, διότι μόνον τότε θὰ δημιουργηθοῦν αἱ κατάλληλοι προϋποθέσεις ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ εἰς τὸ Κοινοβούλιον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§100Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρὰ τὴν ζωηρότητα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ προλαλήσαντος κυρίου συναδέλφου, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν ἐδημιουργήθη κλῖμα καὶ συζητήσεως καὶ ψηφίσεως Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Διότι, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, μὴ συνδεόμενος μὲ μίαν συγκεκριμένην ἐπικαιρότητα, τῆς παρούσης συνόδου ἢ περιόδου, πρέπει νὰ συζητῆται μὲ ἠρεμίαν καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, νὰ ἐξετάζῃ τὰς κρινομένας διατάξεις ὑπὸ τὸ διπλοῦν πρῖσμα καὶ τοῦ συμπολιτευομένου καὶ τοῦ ἀντιπολιτευομένου. Βεβαίως, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, δὲν ἀποτελεῖ πανάκειαν, ὅπως καμμία διαδικασία καὶ καμμία δικονομία δὲν ἀποτελεῖ πανάκειαν. Ἀποτελεῖ ὅμως μεθόδευσιν, ἀποτελεῖ τρόπον, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ προϋποθέσεις διὰ τὴν καλλιτέραν καὶ ἀποδοτικωτέραν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Δικονομία ἔν τινι μέτρῳ, περιλαμβάνεται εἰς τὸ Σύνταγμα, κυρίως εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ δευτερευόντως εἰς εἰδικούς τινας νόμους, ὅπως, φέρ’ εἰπεῖν, ὁ νόμος περὶ Ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν. Πέραν ὅμως τῆς γραπτῆς κοινοβουλευτικῆς δικονομίας, ὑπάρχουν ἀναμφιβόλως καὶ τὰ ἔθιμα καὶ αἱ παραδόσεις. Εἶναι ὀρθὴ ἡ διαπίστωσις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ Κοινοβουλευτισμὸς σήμερον δὲν διέρχεται κρίσιν. Δὲν ἀμφισβητεῖται σήμερον ἡ ἀρχὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι ἀναγνωρίζεται, ὅτι εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον τῶν πολιτευμάτων. Δὲν διέρχεται τὴν κρίσιν τὴν ὁποίαν διῆλθε κατὰ τὴν περίοδον μεταξὺ τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων. Ἐπιδιώκεται σήμερον μόνον ἡ ἀναπροσαρμογὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἡ προσαρμογή του δηλ. πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Βαθύτεραι μεταβολαὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσιν μόνον εἰς περιπτώσεις ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Σήμερον συζητοῦνται μόνον τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Τὸν ταχύτερον ρυθμὸν ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου ἐπιβάλλει τὸ γεγονός, ὅτι γνώρισμα, θὰ ἔλεγα κριτήριον τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ ταχύτης, ἀλλὰ καὶ ἡ συνεχῶς αὐξανομένη ἁρμοδιότης τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἐπέμβασίς του εἰς περισσοτέρους τομεῖς. Ἐξ ἄλλου ἡ ἀνάγκη λήψεως μέτρων προκύπτει, διότι πάντοτε εἰς τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ σώματα δημιουργεῖται καὶ καλλιεργεῖται ἕνα πνεῦμα κωλυσιεργίας, ἰδίως ὅταν ὑπάρχῃ ὀξύτης εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν Κομμάτων. Νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ μνημονεύσω, ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐξ ὅσων ἔγραψε σχετικῶς, περὶ τὸ ἔτος 1930, Γάλλος καθηγητής, τὰς ἀκολούθους ὀλίγας λέξεις: «Δὲν πρέπει ἡ σκέψις νὰ παραβλάπτῃ τὴν ἀπόφασιν, ἡ συζήτησις νὰ διαιωνίζῃ τὴν ψήφισιν, ἡ ἐξονύχισις νὰ παραλύῃ τὴν δρᾶσιν, ὁ ἔλεγχος νὰ συντρίβῃ τὴν ἐξουσίαν». Ἐν προκειμένῳ, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν δύο ἀκραῖα ὅρια, δηλαδή, πρῶτον ἡ ἀπόλυτος δυνατότης ἐκφράσεως ἐλευθέρας γνώμης ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν, καὶ δεύτερον ἡ ἀποφυγὴ κωλυσιεργίας καὶ καταχρήσεως. Ἐντὸς τῶν δύο αὐτῶν ὁρίων πρέπει νὰ διαμορφωθοῦν οἱ θεσμοί. Κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν συζητήσεως τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ διετυπώθησαν ἀπόψεις προκαλέσασαι ἔκπληξιν. Ὑπεστηρίχθη, δηλαδή, ὅτι ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Γόντικα Ἐπιτροπὴ δὲν ἦτο Διακομματική, ὅπως ἐπίσης, ὅτι δὲν ἦτο Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς προηγουμένης Βουλῆς. Ἡ ἔκπληξίς μου ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ὄχι μόνον δὲν διετυπώθησαν ἀντιρρήσεις ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ σχεδίου τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Γόντικα ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἀντιθέτως καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. καὶ βουλευταὶ αὐτοῦ ἤλεγξαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐπανειλημμένως, διότι δὲν ἔφερε πρὸς ψήφισιν τὸν Κανονισμόν. Ὑπεστηρίχθη, ὅτι εἰς τὸν νέον Κανονισμὸν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ διάταξις ἐξασφαλίζουσα τὴν ἐπίκαιρον συζήτησιν τῶν θεμάτων. Τοῦτο εἶναι ὀρθόν, ἀλλὰ εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν θέμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ρυθμισθῇ δι’ ἐθίμου, νὰ ἐπιδιώκεται δηλαδὴ συνεννόησις, μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, πρωτοβουλίᾳ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἔρχωνται ἐπικαίρως τὰ θέματα πρὸς συζήτησιν. Ὁ κ. Στεφανόπουλος προέτεινεν ηὐξημένον ἀριθμὸν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπογράφουν καὶ θὰ ὑποβάλλουν αἴτησιν περὶ συζητήσεως πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ περιορισμὸν τῆς διαρκείας τῆς ὅλης συζητήσεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ ηὐξημένος ἀριθμὸς θὰ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν καὶ μετρίας ἀκόμη δυνάμεως κομμάτων καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου εἶναι σχεδὸν ἀνέφικτος. Ἐξ ἄλλου, ἂν προκληθῇ ὀξύτης, θὰ ἐπέλθῃ περαιτέρω ματαίωσις τῆς συζητήσεως τῶν θεμάτων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Παρὰ ταῦτα πιστεύω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ προκύψῃ ἐκ τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ἐπιθυμία τοῦ Σώματος, ὅπως συζητῶνται ἐπικαίρως τὰ θέματα, ἡ ὁποία θὰ ἐνισχύσῃ τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀναλαμβανομένας ἑκάστοτε πρωτοβουλίας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ ἀγράφου Κανονισμοῦ καὶ τῆς παραδόσεως εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ ἔθιμον, ὥστε τὰ κυριώτερα τῶν θεμάτων νὰ ἔρχωνται ἀμέσως πρὸς συζήτησιν.
§101Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Δηλαδή, καὶ ὁ ἁγιασμὸς καὶ ἡ γάτα.
§102Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν καὶ τὸν ἁγιασμὸν καὶ τὴν γάταν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δέχεται τὴν ἄποψίν σας καὶ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ἔθιμον θὰ δημιουργήσῃ τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἡ Συμπολίτευσις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ συνεννοοῦνται ἁρμονικῶς. Ἡμεῖς θέλομεν τὸ ὑπάρχον ἕως τώρα ἔθιμον, τὸ ἄγραφον δίκαιον, νὰ ὑποκατασταθῇ διὰ θετοῦ δικαίου ἐξασφαλίζοντος τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§103Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω μὲ συντομίαν, θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου, ἡ περίπτωσις συζητήσεως ἐκτὸς Ἡμερησίας Διατάξεως διέπεται ὑπὸ ἀγράφων κανόνων.
§104Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ θὰ πρέπει ἡ Συμπολίτευσις, νὰ εὐδοκήσῃ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν δίοδον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπὸ τὰ κλαυδιανὰ δίκρανά της.
§105Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Αἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητήσεις καὶ συνεννοήσεις οὐδέποτε ἀπετέλεσαν εὐδοκίαν τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸ ἄλλο κόμμα. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν κ. Μητσοτάκην κυρίως, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ καθορίζῃ τὴν σειρὰν συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην, ὅτι ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις εἶναι θεσμός, ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι στοιχεῖον μὲν τοῦ πολιτεύματος μὴ δυνάμενον ὅμως νομικῶς νὰ συλληφθῇ, ὥστε νὰ ἐκφράζῃ ἑνιαίαν γνώμην πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ λαμβάνῃ ἀπόφασιν. Διότι τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι πολλὰ καὶ τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκπροσωπῇ τὰ ἄλλα. Ἔχει ἄλλως τε ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν δυνατότητα προτιμήσεως ὡρισμένης ἐπερωτήσεως, ἀρκεῖ νὰ συμφωνήσουν ὅλοι οἱ βουλευταὶ νὰ παραιτηθοῦν τῆς συζητήσεως προηγουμένων αὐτῆς ἐπερωτήσεων καὶ νὰ τὰς ἐπανεγγράψουν μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτιμηθείσης ἐπερωτήσεως.
§106Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Τὸ σύστημα τῶν διακοπῶν ποὺ κάμνω, δὲν τὸ κάμνω διὰ νὰ ἐνοχλῶ τοὺς ρήτορας καὶ τοὺς ἀκροατάς, ἀλλὰ ἁπλῶς διὰ νὰ ἀποσαφηνίζω τὰς σκέψεις μου καὶ νὰ διευκολύνω τὴν ὅλην συζήτησιν. Ὁ Κανονισμὸς εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ πρέπει νὰ κριθῇ ὡς σύνολον. Ἐὰν ἐπιτύχωμεν, ὥστε ἡ συζήτησις κάθε ἐπερωτήσεως νὰ τερματίζηται ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο τὸ πολὺ συνεδριάσεων, ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἡ ὀργάνωσις τῶν κομμάτων, ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ὑποβολὴ ἑκάστης ἐπερωτήσεως νὰ γίνεται κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ κόμματος ἢ τῆς ἡγεσίας αὐτοῦ, θὰ ἔχωμεν ρυθμὸν ταχύτατον εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ συνεπῶς ἀτονεῖ ἡ ἀνάγκη τοῦ θέματος τῆς πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζητήσεως, διότι θὰ καθορίζῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ τὴν σειρὰν τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐπερωτήσεων. Καὶ οὕτω κατορθοῦται ἡ ἐπιτάχυνσις καὶ ἡ ὑπευθυνότης τοῦ ἐλέγχου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν μὲ εὑρίσκετε ἀπολύτως σύμφωνον ἐπὶ τῆς ἀπόψεώς σας αὐτῆς καὶ συμφωνῶ μὲ τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Καλλία.
§107Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον θέμα, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὴν Συμπολίτευσιν ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εἴπατε, ἐὰν γίνῃ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο θὰ εἶναι εὐχερὴς ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων. Καὶ ἐρωτῶ, δέχεσθε τὴν σειρὰν τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ὑποβάλλει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ τὴν καθορίζῃ ἡ ἰδία, ναὶ ἢ ὄχι; Δέχεσθε νὰ εἶναι ἡ πρόταξις ὑποχρεωτική, ἐὰν δὲν δέχεσθε τότε τὸ θέμα δὲν ἔχει σοβαρότητα. Διότι, κ. Πρόεδρε, ἀνακύπτει ἓν ὀξὺ θέμα καὶ ζητοῦμεν νὰ συζητηθῇ ἐκτὸς Ἡμερησίας Διατάξεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀτονῇ τὸ δικαίωμά μας, νὰ ζητήσωμεν συζήτησιν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς σας, νὰ συζητῶνται ἐπερωτήσεις ἐντὸς 4–5 ἡμερῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ σοβαρότης καὶ ἡ ὀξύτης τοῦ θέματος θὰ πρέπει νὰ ὑπερπηδᾷ ὅλας τὰς ἐπερωτήσεις; Δηλαδή, μὲ ἄλλους λόγους, ἡ Συμπολίτευσις, θὰ κανονίζῃ τὸν ἔλεγχον; Καὶ νὰ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα: Διὰ τοὺς λόγους τοῦ Βασιλέως, ἢ καὶ ἀκόμη τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπεργίας τῶν ἀρτεργατῶν, δὲν μᾶς ἐπιτρέπετε τὴν συζήτησιν. Καὶ ὅμως, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι δὲν εἶσθε τὸ ἅπαντον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔχετε τὸ 49% καὶ αὐτὸ μὲ τὴν βίαν καὶ τὴν νοθείαν καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ 51%, βάσει τῶν νόθων ἐκλογῶν καὶ θέλετε, κατόπιν ὅλων αὐτῶν νὰ σᾶς ψηφίσωμεν τὸν Κανονισμόν;
§108Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπειδὴ ὡμιλήσατε μὲ τόνον δημοκρατικῆς ἀγανακτήσεως περὶ καταδυναστεύσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ περὶ ἄλλων τινῶν, τὰ ὁποῖα ἀπολύτως ἀποκρούω, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐπαναλάβω τὴν ἀπάντησίν μου. Εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς παραιτήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξ ὅλων τῶν προηγουμένων ἐπερωτήσεων νὰ ἀχθῇ πρὸς συζήτησιν καὶ μάλιστα αὐθεσπερὶ ἐπερώτησις, τῆς ὁποίας ἐπιδιώκεται ἡ πρόταξις.
§109Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα, κύριε συνάδελφε, μᾶς λέτε ἄλλα πράγματα. Μᾶς λέτε νὰ συνεννοηθῶμεν μὲ τὴν Ε.Δ.Α. καὶ μὲ αὐτὴν νὰ κανονίζωμεν ποῖαι ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων θὰ συζητηθοῦν. Μᾶς στέλνετε νὰ συνεργασθῶμεν μὲ τὴν ἀριστεράν. Ὄχι, κύριε συνάδελφε. Ὁ καθεὶς τὴν δουλειάν του.
§110Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἡ συνεργασία σας μὲ τὴν Ε.Δ.Α. δὲν εἶναι ἐπιθυμία ἰδική μας, ἀλλὰ εἶναι συνεχῶς ἀποδεικνυομένη ἐρωτοτροπία ἰδική σας, δυστυχῶς. Ὅσον ἀφορᾶ δέ, κύριε συνάδελφε, τὸ ζήτημα τοῦ ὅτι χρειάζεται νὰ συνεννοηθῆτε μὲ τὴν ἄκραν ἀριστεράν, μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἐὰν ἐδίδετο εἰς τὴν ἀξιωματικὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸ δικαίωμα τῆς προτάξεως τῶν ἐπερωτήσεων, τότε καθ’ ὅλον τὸ τεσσαρακοντάμηνον τῆς προηγουμένης Βουλῆς, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ καμμία ἰδική μας ἐπερώτησις, διότι θὰ καθώριζε τὴν σειρὰν ἡ ἄκρα ἀριστερά. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ συνεννόησις θὰ ὑπάρχῃ, ὅτε δὲν χρειάζεται εἰδικὴ διάταξις εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἢ δὲν θὰ ὑπάρχῃ συνεννόησις καὶ τότε θὰ εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ ἔχῃ τεθῆ διάταξις εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἂς μὴ ἀποδίδωμεν εἰς ἀμέλειαν τῶν προλαβόντων ἡμᾶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς καὶ τῶν ξένων Κοινοβουλίων, τὸ ὅτι δὲν ἔθεσαν τοιαύτην διάταξιν εἰς τοὺς Κανονισμούς, μολονότι παντοῦ ἀναγνωρίζεται, ὅτι ὁ ἔλεγχος ἀνήκει δικαιωματικῶς εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§111Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ ἀξίωσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀποφασίζῃ αὐτὴ τί ἐπερωτήσεις θὰ συζητηθοῦν, σημαίνει τοῦτο, ὅτι θὰ λαμβάνῃ ἀπόφασιν ἡ μειοψηφία. Τοῦτο συνέβη ποτέ; Τί σημαίνει αὐτό; Ὅταν ἡ μειοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ λαμβάνῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, θὰ ἀνατρέπῃ τελείως τὴν ἔννοιαν τοῦ Κοινοβουλίου. Μοῦ λέγετε, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, δηλαδή, ἡ μειοψηφία, θὰ παίρνῃ ἀπόφασιν ἐκτελεστὴν διὰ τὴν Βουλήν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατραπῇ ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου;
§112Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Μετὰ τὰς γενομένας ἐν τῷ μεταξὺ διακοπάς, θὰ ἤθελα, διὰ νὰ τηρηθῇ κατά τινα τρόπον καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου, θὰ ἤθελα περαιτέρω ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ εἰς τὸν τόνον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχε διεξαχθῆ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. Κύριοι συνάδελφοι, αἱ βασικαὶ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι δύο. Ἡ μία εἶναι ὁ περιορισμὸς τῆς διαρκείας τῆς ἀγορεύσεως καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἡ διάκρισις μεταξὺ τροπολογίας καὶ προσθήκης. Αὗται εἶναι αἱ πραγματικὰ οὐσιώδεις μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸν περιορισμὸν ἐνδεχομένως τῆς διαρκείας τῆς ὅλης συζητήσεως ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ καταστήσουν δυνατὴν τὴν ταχυτέραν καὶ ἀποδοτικωτέραν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλά, πλὴν τῶν βασικῶν αὐτῶν διατάξεων, ἐτέθησαν εἰς τὸ σχέδιον μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ μερικαὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται μὲ ἄκραν συντομίαν νὰ ἐνταχθοῦν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς. Μία ἐξ αὐτῶν εἶναι ἡ περὶ τῶν Ἀρχηγῶν. Δὲν θὰ προκαλέσω διακοπὴν τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Μπακοπούλου, διότι ὅσον ἀφορᾶ τὴν διάταξιν περὶ τῶν Ἀρχηγῶν πολὺ εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμην νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἐξομοίωσις μὲ τοὺς Ὑπουργούς, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ στερήσῃ δικαιώματός τινος τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐπομένως, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν δυνατότητα τῆς συμμετοχῆς τῶν Ἀρχηγῶν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπὶ ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, ἐγώ, τοὐλάχιστον, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελα νὰ ἐξηγηθῇ πῶς προέκυψεν ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ σχεδίου. Ἡ πρώτη σκέψις, ὑπῆρξεν ἡ καθ’ ὕλην ἁρμοδιότης τῶν Ὑπουργῶν. Περαιτέρω, ἐσταθμίσθησαν αἱ διαμαρτυρίαι σοβαρῶν στελεχῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς προηγουμένης Βουλῆς ἦτο τεμαχισμένη εἰς πολλὰ κόμματα, ἡ διαμαρτυρία λέγω, σοβαρῶν στελεχῶν, ὅτι καταλήγουν αἱ συζητήσεις νὰ εἶναι διάλογος μεταξὺ Ὑπουργῶν καὶ Ἀρχηγῶν κομμάτων μόνον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαρτίαν, αἰσθάνομαι πολλὴν εὐθύνην, διότι εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τοῦ Συντάγματος τῶν ἐτῶν 1946–1949 ἀνῆκον εἰς ἐκείνους, ποὺ ὑπεστήριξαν καὶ ἐπέβαλαν τὸν μεγάλον ἀριθμὸν διὰ τῆς ἀπαρτίαν, διὰ νὰ εἶναι σημαντικὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι παρόντες. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐτῶν, τὰ ὁποῖα διέρρευσαν ἔκτοτε, ἀπεδείχθη, ὅτι ἀποτελεῖ πράγματι δυσχέρειαν λειτουργίας ἡ ηὐξημένη ἀπαρτία καὶ δὲν συναντᾶται εἰς ἄλλα Κοινοβούλια. Πρέπει δέ, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὅταν τὸ πρῶτον ἀνέγνωσα τὰ ἔθιμα τὰ κωδικοποιημένα τῆς Ἀγγλικῆς Βουλῆς καὶ εἶδον, ὅτι εἰς μὲν τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων ἀρκεῖ τὸ ἕνα δέκατον ἕκτον τοῦ συνόλου τῶν βουλευτῶν καὶ ὄχι τὸ ἕνα τρίτον, ὡς συμβαίνει εἰς ἡμᾶς, δηλαδὴ 40 βουλευταί, εἰς δὲ τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων — τὴν ἔχουσαν βεβαίως περιωρισμένην ἁρμοδιότητα — τρεῖς μόνον ἔναντι 830–850 μελῶν, ἐσκέφθην, ὅτι ἐξέφραζε πολλὴν ἀμοιβαίαν δυσπιστίαν ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ πρῶτος καὶ μετὰ φανατισμοῦ ὑπεστήριξα, νὰ εἶναι τ. ἔ., ηὐξημένος ὁ ἀριθμὸς τῆς ἀπαρτίας. Ὥστε οἱαδήποτε διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία θὰ κατώρθωνε νὰ ἀμβλύνῃ τὴν αὐστηρὰν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, δὲ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἄχρηστος καὶ ἐπικίνδυνος διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ θέμα τῆς διαρκείας τοῦ λόγου, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισα προηγουμένως, ὅτι εἶναι ἡ σοβαρωτέρα μεταβολή. Ὑπὸ τοῦ σχεδίου δὲν προβλέπεται ὄχι μόνον περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ἀλλὰ οὐδὲ κἂν περιορισμὸς τοῦ λόγου, προβλέπεται μόνον περιορισμὸς τῆς πολυλογίας, περιορισμὸς τῆς μεγάλης διαρκείας. Δὲν πιστεύω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχουν θέματα, τὰ ὁποῖα, ἄνευ διακοπῶν βεβαίως, εἶναι δυνατὸν νὰ χρειάζωνται περισσότερον ἀπὸ ἡμίσειαν ὥραν, διὰ νὰ ἐκθέσῃ ἕκαστος τῶν ὁμιλητῶν τὰς ἰδικάς του ἀντιλήψεις. Ἐὰν βεβαίως ἀναφερθῇ εἰς ἄλλας γνώμας καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν θεμάτων, τότε δὲν ἀρκεῖ τὸ ἡμίωρον ἀλλὰ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ εἴπῃ ὀλιγώτερα καὶ νὰ ἀκουσθοῦν ὅλων αἱ γνῶμαι καὶ νὰ καταλήξωμεν ταχέως εἰς μίαν ἀπόφασιν, παρὰ νὰ γίνεται μακρὰ συζήτησις καὶ κατ’ οὐσίαν πολλὰ θέματα νὰ ἐκφεύγουν τῆς ἐκ τῶν προτέρων συζητήσεως ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἄλλως τε ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι αἱ ὡραιότεραι καὶ σημαντικώτεραι ἀγορεύσεις τοῦ Μιραμπώ, διήρκουν περίπου 20′ τῆς ὥρας καὶ ὅτι διάταξιν περιορισμοῦ τῆς διαρκείας τοῦ λόγου ἔθεσε τὸ πρῶτον ἡ Ἀγγλικὴ Βουλὴ μὲ τὴν 19ην «στέντινγκ ὄρτερ» ὡς καὶ μὲ τὸν θεσμὸν τῆς «Λαιμητόμου», καθὼς καὶ ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ τοῦ 1926 μὲ τὸν περιορισμὸν τῆς διαρκείας τοῦ λόγου ἑκάστου ὁμιλητοῦ καὶ πρὸ παντὸς μὲ τὸν θεσμὸν τῆς περαιωμένης συζητήσεως. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ συμπλήρωμα τοῦ περιορισμοῦ τῆς διαρκείας τῶν ἀγορεύσεων, εἰς τὸν θεσμὸν τῆς περαιωμένης συζητήσεως. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι συνεχῶς καὶ μέχρι τῆς ψηφίσεώς του, θὰ ἐπανεξετάζω τὴν νέαν ταύτην διάταξιν, διότι εἶναι σημαντικωτάτη διάταξις ἡ περὶ περαιωμένης συζητήσεως καὶ πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν τὸν κίνδυνον καταχρήσεως. Εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1946, καὶ δὴ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1948, ὅταν εἶχον κάμει μίαν πρότασιν ψηφίσματος ἀφορῶντος εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, εἶχον προτείνει ὄχι τὸν θεσμὸν τῆς περαιωμένης, ἀλλὰ τὸν τῆς ἐξηντλημένης συζητήσεως, ὥστε καὶ μετὰ τὴν κήρυξιν τῆς συζητήσεως ὡς ἐξηντλημένης, νὰ ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης ἐκφράσεως τῶν γνωμῶν τοὐλάχιστον τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἀκουσθῆ. Ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἡ διάταξις ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ, περίπου δὲν εἶναι θεσμὸς περαιωμένης, ἀλλὰ ἐξηντλημένης συζητήσεως, ἀφοῦ αἰτήσει ὡρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν καὶ μετὰ τὴν κήρυξιν ὡς περαιωμένης τῆς συζητήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ συζήτησις διὰ νὰ ἀκουσθοῦν ὡρισμέναι ἀντιπροσωπευτικαὶ ἰδίως γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον ἀκουσθῆ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Προεδρείου. Τὴν διάταξιν περὶ ἀποβολῆς, τὴν μόνην προκαλέσασαν συζήτησιν, θὰ ἤθελα νὰ τὴν θέσωμεν μόνον, ἐὰν συμφωνήσωμεν ὅλοι, διότι πράγματι ὑπάρχει εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἐὰν συμβιβάζηται μὲ τὴν ἰδικήν μας ψυχολογίαν. Μόνον ἐπειδὴ ὁμοφώνως τὴν εἶχεν ἀποδεχθῆ μία ἐκ τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ παρελθόντος δὲν τὴν συνεζήτησα καὶ δὲν τὴν ἀπέκρουσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ.
§113Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κακῶς, εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
§114Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ηὐξημένα τὰ δικαιώματα τοῦ Προεδρείου. Δὲν ὑπάρχει Βουλὴ εἰς τὸν κόσμον εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀντιδικῇ ὁ βουλευτὴς πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Δὲν εἶναι τι ξένον ὁ Πρόεδρος πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἔχει ἐγκαταστήσει αὐτὴ ἡ Βουλή.
§115Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἡ μειοψηφία.
§116Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἡ πλειοψηφία. Κύριοι συνάδελφοι, πράγματι, εἰς τὰς χώρας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει τὸ διακομματικὸν σύστημα, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλέγηται ὡς βουλευτής, ἄνευ ἀντιπάλου, ὁ ὑπερκομματικός, ὁ ἀνεξάρτητος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸν Πρόεδρον θὰ τὸν ἐκλέγῃ ἡ πλειοψηφία. Ἀλλὰ τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου εἰς τὴν Βουλὴν πρέπει νὰ εἶναι ἐν πάσῃ περιπτώσει ηὐξημένα. Δὲν ἀναφέρομαι μόνον εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, ἡ ὁποία κυρίως διευθύνεται ἀπὸ τὸ περιφερόμενον μόνον βλέμμα τοῦ «σπῆκερ», χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ οἱανδήποτε κύρωσιν ἢ νὰ κάμνῃ ἐπέμβασιν εἰς τὸν λόγον τῶν βουλευτῶν. Εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς ὑπάρχει σεβασμὸς πρὸς τὸ Προεδρεῖον, διότι ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ Προεδρεῖον εἶναι αὐτοσεβασμὸς τοῦ βουλευτοῦ. Ἑπομένως, ἡ ὕπαρξις ὡρισμένων ηὐξημένων δικαιωμάτων, ἔστω καὶ μὴ ἐξικνουμένων μέχρι τῆς ἀποβολῆς τοῦ βουλευτοῦ, ὡς ἡ ἀναγραφὴ τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὰ πρακτικὰ ἢ ἡ ἀφαίρεσις τοῦ λόγου ἢ καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Σώματος, πρέπει νὰ θεσπισθῇ, ὡς θὰ εἴπωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Κύριοι βουλευταί, ἡ διάκρισις τροπολογιῶν καὶ προσθηκῶν, ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ψηφίσεώς των, εἶναι εὕρημα τοῦ ἀγαπητοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας κ. Ἀδαμοπούλου, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει μέλος τῆς ὑπὸ τὸν κ. Γόντικαν Ἐπιτροπῆς. Διότι πράγματι, εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, οὐδέποτε γίνεται κωλυσιεργία διὰ τροπολογιῶν· αἱ τροπολογίαι εἶναι χρήσιμοι ἐνδεχομένως, διὰ νὰ συζητηθοῦν ὅλαι αἱ ἀπόψεις, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ρύθμισιν συγκεκριμένου θέματος. Ποῖος εἶναι ὁ κίνδυνος; Αἱ προσθῆκαι. Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφευρεθῇ μία προσθήκη καὶ μὲ αὐτὴν νὰ ταλανίζηται μία συζήτησις, προσθήκη, ἡ ὁποία ἔχει μὲν τοιαύτην σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον οἵαν ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι διόλου ἀπαραίτητον νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν συγκεκριμένου νομοσχεδίου, εἶναι ἁπλῶς εὐκαιρία δημαγωγίας. Π.χ. συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἱδρύσεως ὡρισμένων ἑδρῶν Πανεπιστημιακῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀχθῇ τὸ θέμα τῶν ἐπιλαχόντων καὶ νὰ ἀρχίσῃ μία μακρὰ συζήτησις ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον πάντως δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ ἐν συναφείᾳ πρὸς τὴν ἵδρυσιν τῶν ἑδρῶν. Κατὰ συνέπειαν, ἡ νέα διάταξις, ἡ προβλέπουσα τὴν διάκρισιν τροπολογιῶν καὶ προσθηκῶν ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς ψηφίσεως θὰ προσφέρῃ πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ θὰ καταστήσῃ τὸ ἔργον του ἀποδοτικώτερον. Θὰ ἐξασφαλίσῃ, ἑπομένως, καλλιτέραν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν δημοσίευσιν τῶν πρακτικῶν, παρὰ τὴν φιλότιμον προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν καταβάλλει τὸ προσωπικόν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν δύο φορὰς δημοσιευμένας τὰς ἀγορεύσεις, σχεδὸν πλήρεις καί, ἰδίως, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν μὴ γενομένας ἀγορεύσεις. Εἶναι προτιμότερον νὰ ἔχωμεν τὰ ἐστενογραφημένα ἀμέσως, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ θὰ ἀπαιτήσῃ προσθήκην προσωπικοῦ ἢ καὶ χρησιμοποίησιν ὡρισμένων τεχνικῶν μέσων. Ἡ δημιουργία γενικοῦ εὑρετηρίου, ἐπιστημονικῶς συντεταγμένου, ἀποτελεῖ ἰδικήν μου πρότασιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Πιστεύω, ὅτι εἰδικῶς διὰ τὸν κοινοβουλευτισμόν, ἡ παράδοσις ἔχει πολὺ μεγάλην σημασίαν. Ἡ ἀναζήτησις τῆς παραδόσεως, ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, εἶναι ἄκρως δυσχερής. Ἑπομένως, ἡ ὕπαρξις εὑρετηρίων, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέχῃ κανεὶς εἰς τὰ προηγούμενα, θὰ παράσχῃ τὴν εὐχέρειαν χρησιμοποιήσεως καὶ ἀξιοποιήσεως τοῦ θησαυροῦ τῆς παραδόσεως. Ὑπάρχουν δ’ ἐνίοτε κρίσιμα θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ εἶναι ὕποπτος ἡ λύσις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὸ ἑκάστοτε παρόν. Τότε ἡ ἀναζήτησις τῶν προηγουμένων εἶναι ἡ καλλιτέρα ἀπάντησις εἰς τὸν ὑπαινιγμόν, ὅτι κἄτι τὸ μὴ ὀρθὸν καὶ κἄτι τὸ κοινοβουλευτικῶς ἢ δημοκρατικῶς ὕποπτον ἐπιδιώκεται. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ ἀξιοποίησις τῆς παραδόσεως, νομίζω, ὅτι θὰ ἀποβῇ χρησιμωτάτη διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἰδικώτερον διὰ τοὺς ἑκάστοτε εἰσερχομένους εἰς τὴν Βουλὴν νέους συναδέλφους. Ἄλλως τε καὶ ὅταν συντρέχῃ λόγος μεταβολῆς, αὕτη πρέπει νὰ γίνεται ἐν γνώσει τοῦ τὶ συνέβαινεν εἰς τὸ παρελθόν. Ἀπὸ τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ ἔλλειψαν βεβαίως ριζικώτεραι διατάξεις, διότι ἐκεῖναι θὰ ἀπῄτουν συνταγματικὴν μεταρρύθμισιν. Δὲν ἐτέθησαν ἐπίσης ἐλαστικαὶ διατάξεις, ὅπως εἶναι ἡ καθιέρωσις τῆς συχνῆς, μέσῳ τοῦ Προέδρου, ἐπικοινωνίας ἀντιπροσώπων τῶν κομμάτων πρὸς ρύθμισιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, καθὼς καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ρόλου τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῶν εἰσηγητῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἀποτελοῦν ταῦτα οὐσιώδεις ἐλλείψεις· ἄλλως τε ἂς προχωρήσωμεν εἰς ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν σήμερον ἀποδεκτὰ καὶ ὅταν κἄτι ὡριμάσῃ βραδύτερον ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης —Σύνταγμα δὲν εἶναι— νὰ ἐμπλουτίσωμεν τότε τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, τὸ εἶπον καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτό, δὲν ἀποτελεῖ πανάκειαν. Ἀνάγκη εἶναι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν μὲ ἀγάπην καὶ μὲ πίστιν πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ φροντίζῃ νὰ προάγεται τοῦτο. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, εἶναι, ἀντὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ αὐτοπροχειρίζεται εἰς διδάσκαλον τῶν ἄλλων, νὰ ἀπευθύνῃ τὰς συστάσεις πρὸς τὸν ἑαυτόν του πρῶτον, καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὸ ἄμεσον περιβάλλον του. Καὶ τότε, μετὰ πάροδον οὐχὶ μακροῦ χρόνου, θὰ εἶναι ὁμαλώτεραι καὶ ἀποδοτικώτεραι αἱ συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι ἐὰν ἑκάστοτε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὑποδεικνύῃ εἰς τοὺς ἄλλους, ὅ,τι πρέπει νὰ ἐξαίρωνται, ἐκεῖνος δὲ πράττει τὸ ἀντίθετον καὶ ἀρκεῖται εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ διδασκάλου, τότε δὲν πιστεύω, ὅτι καταβάλλεται προσπάθεια διὰ τὴν περαιτέρω ὕψωσιν τοῦ ἐπιπέδου τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι δὲν συμφωνῶ, ὅτι εἶναι χαμηλὸν τὸ ἐπίπεδον τοῦ Κοινοβουλίου. Πρέπει ὅμως νὰ εἶναι ὑψηλότερον καὶ διὰ νὰ εἶναι ὑψηλότερον ἕκαστος ἐξ ἡμῶν πρέπει νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἑαυτόν του καὶ κατὰ δεύτερον λόγον, τοὺς ἐγγυτέρους πρὸς αὐτόν. Μὲ τὰς σχετικῶς μετριόφρονας τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ὅπως ἐλέχθη ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν καὶ ἄλλαι, πιστεύω, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πράγματι τὸ ἔργον τοῦ Κοινοβουλίου θὰ ἀποβῇ ἀποδοτικώτερον καθ’ ἑαυτὸ καὶ τὸ Κοινοβούλιον θὰ εἶναι ἐπιβλητικώτερον εἰς τὰς Κυβερνήσεις. Ἀλλὰ ὅπως θὰ εἶναι ἀποδοτικώτερον καὶ ἐπιβλητικώτερον, εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον θὰ καταστῇ βαρύτερον καὶ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§117Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἠξεύρετε ποίαν ἰδιαιτέραν ἐκτίμησιν ἔχω πρὸς ὑμᾶς. Εἴμεθα καὶ παλαιοὶ συμφοιτηταί. Θὰ ἤθελον νὰ συζητήσωμεν μαζὶ ἐπὶ τοῦ ἀνακύψαντος θέματος, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ προτίμησιν ἐπὶ μιᾶς ἐπερωτήσεως. Εἶσθε σύμφωνος, ὅτι ὅταν κατατίθεται μία ἐπερώτησις οὐδὲν δικαίωμα ἀποκτᾷ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν κατατεθεισῶν ἐπερωτήσεων. Καὶ εἶναι δικαίωμά μου ἀναφαίρετον νὰ παραιτηθῶ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς;
§118Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Μάλιστα.
§119Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τὸ λέγω ὡς προϋπόθεσιν, διότι ὑπάρχει περίπτωσις εἰς τὰ δικαστήρια κατὰ τὴν ὁποίαν ὅταν τις ἐπικαλεσθῇ ἕναν ἰσχυρισμὸν καθίσταται κοινὸς καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ. Π.χ. προτείνω μάρτυρα καὶ τὸ ἀποδεικτικὸν τοῦτο μέσον γίνεται κοινόν. Καταθέτω σειρὰν ἐπερωτήσεων καὶ δικαίωμά μου εἶναι νὰ παραιτηθῶ ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψω.
§120Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Βεβαίως.
§121Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Διατὶ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας κατέθεσα νὰ ζητήσω τὴν προτίμησιν μιᾶς ἐξ αὐτῶν;
§122Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, λησμονεῖτε ἑκάστοτε ποῖος εἶσθε σεῖς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει ἑνιαίαν, κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὸν νόμον ἢ τὴν πρακτικὴν ὕπαρξιν, ὥστε ἡ γνώμη αὐτῆς νὰ ἐκφράζηται δι’ ἑνὸς ὀργάνου ἢ ἑνὸς προσώπου· κατὰ συνέπειαν τὸ δικαίωμα τῆς προτάξεως ἢ θὰ δοθῇ εἰς τὴν μείζονα Ἀντιπολίτευσιν ἢ θὰ ὑπάρχῃ θέμα συμφωνίας τῶν κομμάτων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ συμφωνία τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ὄργανον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἐνδεχομένως ὁ Σύλλογος τῶν ἐκπροσώπων τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν νομίζω δικαιολογημένην τὴν δημιουργίαν τοιούτου ὀργάνου. Ἐὰν ὑπάρχῃ συμφωνία ἔχετε ὅλην τὴν εὐχέρειαν τῆς παραιτήσεως ἐκ τῶν προηγουμένων ἐπερωτήσεων διὰ νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἄμεσον συζήτησιν ἐκείνων τῶν ὁποίων ἐπιθυμεῖτε τὴν πρόταξιν.
§123Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς σειρᾶς καταθέσεων ἐπερωτήσεων, διατὶ δὲν θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ προτιμήσω τὴν σειρὰν μὲ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ συζητηθοῦν αἱ ἐπερωτήσεις μου αὐταί; Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης, κ. συνάδελφε, ἐὰν θέλετε νὰ συζητήσωμεν μὲ καλὴν πίστιν. Ἔχω ἢ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως τῶν ἐπερωτήσεών μου;
§124Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῆτε περὶ καλῆς πίστεως, ὅταν ζητῆτε νὰ μεταβάλλητε ὅ,τι ἰσχύει, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, καὶ ὅ,τι ἰσχύει εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου.
§125Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν μίαν μικρὰν διακοπήν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἄποψις ἡ ἰδική μας εἶναι σαφὴς ὡς ἀνεπτύχθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Βασιλάτου. Δηλαδή, ἕνα κόμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ζητᾷ τὴν πρόταξιν μιᾶς ἐπερωτήσεως, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἐρωτᾶται, δυνάμεθα ἢ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς;
§126Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Αὐτὸ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ παραιτήσεως καὶ ἐπανεγγραφῆς ἐπερωτήσεων βάσει τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ ἄνευ τροποποιήσεως.
§127Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, καὶ ἐπειδὴ Κανονισμὸν κάμνομεν, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἠθέλησα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Σώματος, πῶς σκεπτόμεθα. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, αὐτὸ εἶναι θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης, ἔχει τὸν λόγον. Ἀπουσιάζων διαγράφεται. Ὁ κ. Ἰωάννου ἔχει τὸν λόγον. Ἀπουσιάζων καὶ οὗτος ἐπίσης διαγράφεται. Ὁ κ. Φωτήλας ἔχει τὸν λόγον.
§129Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐλπίζω, κύριε Φωτήλα, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ εἶσθε σύντομος.
§130Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν παραγνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐνδιαφέρον σας διὰ νὰ ψηφισθῇ ἡ προτεινομένη τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ δὲν τὸ παρεξηγῶ ἐξ ἄλλου. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ συζητούμενον σχέδιον θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ κατὰ τρόπον ἐξονυχιστικόν. Τουλάχιστον θὰ πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐξονυχιστικῶς ἡ πρότασις δυνάμει τῆς ὁποίας, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ τελικῶς, θὰ τείνῃ νὰ καταργηθῇ ὡς θεσμὸς ἡ ἐξονυχιστικὴ ἔρευνα τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔρχωνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Κατ’ ἀρχήν, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀληθές, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἕνας Κανονισμός, διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος καὶ ὁ Κανονισμὸς αὐτὸς νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τρόπον ποὺ ἐπιβάλλουν αἱ σημεριναὶ πολιτικαὶ ἀνάγκαι, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Γεννᾶται ὅμως ἕνα θέμα ἀρχῆς, τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ὑποσημειώσωμεν, κύριοι βουλευταί, ὡς γνωρίζετε τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι ἀνοικτὸν τὸ θέμα τῆς νομιμότητος τῆς πλειοψηφίας τοῦ Σώματος. Τὸ λέγω αὐτὸ μὲ ἀπόλυτον ψυχραιμίαν. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν δέχεται τις ἢ ὄχι τὴν αἰτίασιν ταύτην εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι ἀνοικτὸν καὶ θὰ ἔπρεπε ἡ σκέψις καὶ μόνον τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ θέματος νὰ ἀποτρέψῃ τὴν Κυβερνητικὴν πλειοψηφίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρόσθετον εὐθύνην τῆς μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς λειτουργίας τοῦ Σώματος καὶ μάλιστα ὅταν αἱ προτεινόμεναι νέαι διατάξεις ἀποσκοποῦν νὰ περιορίσουν τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§131Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε βουλευτά, ἔχετε τὸ χάρισμα τοῦ λόγου, ἀλλὰ δὲν ἔχετε ἀποκτήσει ἀκόμη πολιτικὴν πεῖραν. Ἐκ τούτου ἀπορρέει ἡ σκέψις, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ δεκαετίας περίπου ἀγωνίζεται διὰ νὰ τροποποιήσῃ τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει καταθέσει ἀπὸ τετραετίας ἢ τριετίας περίπου καὶ φέρει καὶ τὴν ὑπογραφήν, διὰ τὸ πλεῖστον περίπου τῶν τροποποιήσεων, μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ κόμματός σας ἀκόμη, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος νὰ κάμῃ τὴν σκέψιν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ μειοψηφία ἰσχυρίζεται, ὅτι τὸ Σῶμα δὲν εἶναι νομίμως συγκεκροτημένον, δὲν θὰ πρέπει νὰ φέρῃ οὐδὲν θέμα. Εἶναι πολιτικὴ σκέψις αὐτή, δι’ ἕνα, ὁ ὁποῖος εἶναι Πρόεδρος τοῦ Σώματος καὶ ἐτιμήθη ἑνδεκάκις κατὰ συνέχειαν, ὡς βουλευτὴς καὶ δεκάκις ὡς Πρόεδρος; Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι δι’ ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος ἐξελέγητε διὰ πρώτην φοράν, ἀλλά, δι’ ἐμέ, ὁ ὁποῖος ἐκλέγομαι βουλευτὴς ἐπὶ 30 ἔτη καὶ συνεχῶς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι σκέψις ποὺ δύνασθε νὰ μὲ κατηγορήσετε, ὅτι δὲν τὴν ἔκαμα. Τοὐναντίον χαίρω, ὅτι μία τοιαύτη σκέψις ἀντίθετος πρὸς πᾶσαν λογικὴν καὶ τὴν πραγματικότητα δὲν ἐπέρασε ποτὲ ἀπὸ τὸν νοῦν μου, τὸ ἐναντίον δὲ πιστεύω τὸ ἐντελῶς ἀντίθετον ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἴπατε.
§132Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κάμνετε κατάχρησιν τῆς ἐπιβολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι εἶσθε παλαιὸν κοινοβουλευτικὸν μέλος τοῦ Σώματος καὶ ἔχετε δεκάκις ἐκλεγῆ Πρόεδρος. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς μὲ τοιαύτην κοινοβουλευτικὴν πεῖραν νὰ κάμνετε κατάχρησιν αὐτῆς τῆς ἐπιβολῆς καὶ νὰ τὴν προβάλητε διακόπτοντες νέους βουλευτὰς καὶ νὰ τὸ τονίζετε μάλιστα αὐτὸ καὶ νὰ θέλετε νὰ ἐπιβάλλετε τὰς ἀπόψεις σας μὲ αὐτὴν τὴν προϋπόθεσιν. Νομίζω, ὅτι ἡ τακτικὴ αὐτὴ δὲν προσιδιάζει εἰς ἄνδρας κοινοβουλευτικούς, καὶ μάλιστα τῆς ἰδικῆς σας πείρας. Διότι, ὅταν λέγωμεν, ὅσα ἀναπτύσσομεν ἔχουν μίαν ἀντικειμενικὴν λογικὴν ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὸν φορέα τῶν ἀπόψεων. Καὶ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γίνεται ἐπὶ τῆς ἀντικειμενικῆς αὐτῆς λογικῆς. Δὲν εἶναι δυνατόν, τὸ ὅτι σεῖς Πρόεδρος καὶ παλαιὸν κοινοβουλευτικὸν στέλεχος νὰ ἀποτελῇ ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ὀρθότητος τῶν ἀπόψεών σας. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε ἡ κοινοβουλευτικὴ πλειοψηφία νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρόσθετον εὐθύνην τῆς τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν εἶναι ἀνοικτὸν τὸ θέμα, ὅτι ἡ πλειοψηφία αὐτὴ εἶναι νόθος. Ἀλλὰ ἀκόμη διερωτῶμαι πῶς συμβαίνει καὶ ὡρισμέναι μερίδες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἱ ὁποῖαι συμφωνοῦν μὲ ἡμᾶς διὰ τὸ νόθον τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πλειοψηφίας νὰ συνεργοῦν εἰς τὴν τροποποίησιν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, εἴτε ἐπιδιώκοντες τὴν ἐπίσπευσιν τῆς συζητήσεως, εἴτε συμφωνοῦντες μὲ τὰς τροποποιουμένας διατάξεις. Ἀπὸ ποίας γενικωτέρας σκέψεις ἐμπνέεται τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νομίζω, ὅτι εἶναι φανερόν. Ἐμπνέεται, κύριοι βουλευταί, κατὰ βάσιν ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὁ ρόλος τῆς αἰθούσης ταύτης εἶναι νὰ νομιμοποιῇ πράξεις καὶ ἀποφάσεις λαμβανομένας εἰς ἄλλην αἴθουσαν πέραν τῆς παρούσης αἰθούσης εὑρισκομένην. Ἡ μέχρι σήμερον τακτικὴ ἔχει πείσῃ πάντα καλόπιστον συζητητήν, ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ πλειοψηφία σκέπτεται καὶ ἀποφασίζει, ὡς ἕνα σύνολον εἰς τὸ ὁποῖον ὁ βουλευτὴς ὡς ἄτομον οὐδένα ρόλον ἔχει καὶ οὐδεμίαν ἀπόφασιν τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἐκφράσῃ ἀντίθετον ἀπὸ τὴν διδομένην κατεύθυνσιν. Περὶ τοῦ φαινομένου τούτου ἔχουν διατυπωθεῖ κατ’ ἐπανάληψιν βαρεῖαι φράσεις καὶ βαρεῖς χαρακτηρισμοί. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, πάντες νομίζω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχομεν ἀντίληψιν τοῦ μονολιθικοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἐκφράζεται ἡ ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφία εἴτε ἐπὶ θεμάτων νομοθετικοῦ περιεχομένου, εἴτε ἐπὶ θεμάτων ἐλέγχου. Π.χ. κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Βρεφοκομείων» ἐπὶ πλείστων θεμάτων πολλοὶ Κυβερνητικοί βουλευταὶ εἶχον ἐκφράσει εὐνοϊκὴν γνώμην καὶ εἶχον προτείνει ὡρισμένας τροπολογίας. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρνήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὰς τροπολογίας, οἱ κ.κ. βουλευταί, παρῃτήθησαν τῆς ὑποστηρίξεως τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν καὶ συνεφώνησαν μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν εἶναι βέβαιον, ὅτι μία διάταξις δὲν ψηφισθῇ, ὡς ἀκριβῶς τὴν θέλει ἡ Κυβέρνησις, δὲν νομίζω, ὅτι ἀπομένει εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἄλλο περιθώριον ἀπὸ τοῦ νὰ καταγγείλωμεν εἰς τὸν λαόν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συμβαίνουν. Πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ μὴ ἀντιδράσωμεν διὰ τὰς προτεινομένας τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν αὗται ἀποβλέπουν νὰ περιστείλουν καὶ νὰ φαλκιδεύσουν τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ἐναπομείναντα δικαιώματα τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ καταγγέλλῃ τὰ λαμβάνοντα χώραν, ἐφ’ ὅσον ὡς προεῖπον πάντα ἀποφασίζονται ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἡ Βουλὴ περιορίζεται μόνον νὰ προσδώσῃ μίαν νομιμότητα εἰς τὰς ἀποφάσεις ποὺ λαμβάνονται ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Κατὰ κόρον, κύριοι βουλευταί, πολλοὶ συνάδελφοι, ἐπεκαλέσθησαν τὰ ἰσχύοντα εἰς τὰ νομοθετικὰ Σώματα ἄλλων χωρῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ τακτική, διότι οὔτε τὰς καλυτέρας διατάξεις ἐξ ὅσον ἰσχύουν εἰς τὰ νομοθετικὰ Σώματα τῶν ἄλλων χωρῶν δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν ἀλλ’ οὔτε καὶ τὶ ἰσχύει ἐκεῖ γνωρίζομεν. Παρὰ ταῦτα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐγὼ μίαν διάταξιν νομοθετικοῦ Σώματος, χώρας πολὺ ἰσχυρᾶς, ὅπου ἡ λειτουργία τοῦ νομοθετικοῦ αὑτοῦ Σώματος θεωρεῖται ὑποδειγματική. Ὁμιλοῦμεν περὶ ἀναγκαιότητος περιστολῆς τῶν συζητήσεων, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰς Ἡνωμένας Πολιτείας τηρεῖται συστηματικὴ ἀπεραντολογία. Θεωρεῖται ἀπαράβατον δικαίωμα τῆς μειοψηφίας νὰ ἀντιδρᾷ μὲ ἀπεραντολογίαν ἐπὶ θεμάτων ποὺ ἔχει διάφορον γνώμην μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ περιορισμὸς τῶν ὁμιλιῶν εἰς δεκάλεπτον θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι ἀπογοητεύει αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ λάβουν τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναπτύξουν οἱονδήποτε θέμα. Οὐδεὶς δύναται νὰ περιορίσῃ τὸν λόγον εἰς τὸν βουλευτὴν εἰς αὐτὸν ποὺ ἔχει λάβει τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, καὶ ὁ ὁποῖος εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν θέλει νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος τὸν ἐτίμησεν. Ἐρωτῶ πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ χρονικὸν ὅριον τοῦ δεκαλέπτου ὁ βουλευτὴς νὰ ἐξαντλῇ ἕνα σοβαρώτατον θέμα; Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους μας, ὅτι τὸ δεκάλεπτον δὲν ἀρκεῖ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν ἁπλῶν θεμάτων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη διὰ τὴν περιστολὴν τῆς συζητήσεως θὰ πρέπει νὰ περιορίσῃ καὶ τὴν κατάχρησιν τοῦ λόγου ἀπὸ τὰ μέλη αὑτῆς.
§133Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ θὰ ἴδητε, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος καὶ τῆς προτάσεως παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως Δόβα τὸν περισσότερον χρόνον κατηνάλωσαν εἰς ὁμιλίας οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ ὁμιλήσαντες, κ. συνάδελφοι, ὡμίλησαν εἰς πολὺ ὀλιγώτερον χρόνον. Συνεπῶς θὰ πρέπει νὰ τεθοῦν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοί.
§134Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ αὐτό, κ. συνάδελφε, ἐπρότεινα καὶ ἐγώ. Δὲν εἶναι ὅμως σωστὸν νὰ συζητῶμεν διὰ τὴν περιστολὴν τοῦ χρόνου τῶν συζητήσεων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ νὰ θέσωμεν τὴν βάσιν, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν εἶναι ἄξιοι τοῦ νὰ χειρίζωνται τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θέλουν ἀναπτύξει. Ὁ περιορισμὸς τοῦ λόγου θέτει θρυαλλίδα εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Θὰ καταγγελθῶμεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ θὰ ἐκπέσωμεν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν ἔχουν τὸ μέτρον χειρισμοῦ τῶν θεμάτων.
§135Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε βουλευτά, δὲν θὰ ἦσθο παρών, ὅταν ἐξήγησα πῶς θὰ λειτουργήσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα. Ὅταν κατατεθῇ ἕνα νομοσχέδιον, θὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅπου ὅλα τὰ κόμματα ἐκπροσωποῦνται. Ἐκεῖ, ὡς γνωστόν, δὲν ὑπάρχει κανεὶς περιορισμὸς κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἑπομένως, οἱ βουλευταὶ θὰ ὁμιλήσουν ὅσο θέλουν. Δὲν ὑπάρχει, βεβαίως, ἐκεῖ προβολὴ καὶ δημοσιότης. Εὐτυχῶς θὰ εἴπω. Προηγουμένως τὸ νομοσχέδιον θὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίσῃ τὸν εἰσηγητήν. Θὰ ὑποδείξῃ καὶ τὸν εἰσηγητὴν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὸν ὁμιλητὴν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπὶ πλέον, ἂν ἀκολουθῆται ὑπὸ 40 βουλευτῶν, θὰ ἔχῃ καὶ δεύτερον εἰδικὸν ἀγορητήν. Συνεπῶς θὰ ὁμιλήσουν τρεῖς εἰδικευμένοι βουλευταὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπὶ ὥραν ἀρκετήν. Ἐπίσης καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, ἐὰν τὸ κρίνῃ σκόπιμον, ὅσον θέλει. Νομίζετε ὅτι, ἐὰν ἀπὸ κάθε κόμμα ὁμιλήσουν 3–4, ἐπειδὴ δὲ τὰ κόμματα εἶναι 4, ἐὰν ὁμιλήσουν, ἑπομένως, περὶ τοὺς 10–12 βουλευταὶ ἀπὸ ὥραν καὶ πλέον καὶ ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ ἀπεριορίστως, δὲν ἐξονυχίζεται τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν μορφώνει γνώμην ὁ λαός, ἀφοῦ προηγουμένως καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀπεριορίστως ἔγινεν ἡ πλέον λεπτομερὴς συζήτησις; Ποῦ τὸν βλέπετε ἑπομένως, τὸν φραγμὸν καὶ λέγετε «τὶ θὰ εἴπῃ ὁ λαός»; Τοὐναντίον, κ. συνάδελφε, ὁ λαὸς ὅταν βλέπῃ νὰ κάμνωμεν συνεδριάσεις οἵας θὰ σᾶς ἀναφέρω τώρα, νομίζετε ὅτι εἶναι σύμφωνος μαζί μας; Δὲν γνωρίζω τὶ λέγει ἢ τὶ ἔλεγε τοὐλάχιστον ὁ λαὸς ποὺ σᾶς ἐψήφισε. Φαντάζομαι ὅμως, ὅτι καὶ σεῖς θὰ μᾶς ἐπεκρίνατε διὰ τὴν ἀπεραντολογίαν μας πρὶν γίνετε βουλευτής. Διὰ τὰς γεωργικὰς ἀσφαλίσεις ἐγένοντο 29 συνεδριάσεις. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀγορητῶν ἀνῆλθεν εἰς 340.
§136Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Πόσοι ἦσαν Κυβερνητικοί;
§137Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). 225 τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἑπομένως ἀπομένουν 115 Κυβερνητικοί. Αὐτὰ λέγει ἡ στατιστική. Νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐνθαρρυντικὸν αὐτὸ τὸ φαινόμενον, καὶ ὅτι αὐτὸ θὰ ἐνισχύσῃ τὴν θέσιν μας ἔναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅτι οὕτω ἀπεραντολογοῦντες θὰ πείσωμεν τὸν λαόν, ὅτι ἐργαζόμεθα ἀποδοτικῶς; Ἐγὼ νομίζω, τὸ ἀντίθετον. Δικαίωμά σας εἶναι νὰ ἔχετε τὴν γνώμην σας, ἀλλὰ θέλω νὰ διακηρύξω ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὅτι ὅταν διὰ κάθε νομοσχέδιον θὰ ἀκούωνται κατὰ τρόπον ἄνετον καὶ ἀπεριορίστως οἱ Ἀρχηγοὶ καὶ περὶ τοὺς 10 –12 ἐξουσιοδοτημένοι καὶ εἰδικευμένοι βουλευταί, ἡ βάσανος τοῦ νομοσχεδίου θὰ εἶναι πλήρης. Ἔχει βεβαίως ἕνα μειονέκτημα τὸ σύστημα αὐτό, ὅτι ὑποτάσσει τὴν ἀτομικὴν προβολὴν εἰς τὴν ἀπόδοσιν καὶ ἐξαναγκάζει ἐπὶ πλέον τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μίαν πνοὴν δημιουργικὴν καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀξιέπαινοι, νὰ ἀνήκουν εἰς κόμματα καὶ νὰ πειθαρχοῦν εἰς αὐτά. Αὐτὸ εἶναι τὸ COULPA τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι MEA COULPA, διότι πράγματι ἐξ αὐτοῦ θὰ ὠφεληθῇ κατὰ πολὺ διὰ νὰ μὴ εἴπω, ὅτι θὰ στηριχθῇ τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὸ μέλλον.
§138Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτὸς εἶναι περιορισμὸς τοῦ βουλευτοῦ. Ὁ βουλευτής, δὲν εἶναι ὁ πολίτης ποὺ ἀκούει καὶ ψηφίζει. Ὁ βουλευτής, συμμετέχει εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας.
§139Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Διαφωνῶ μὲ τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Θεωρητικῶς, μπορεῖ νὰ ἔχῃ δίκαιον. Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ὑπῆρχον ἀνάλογοι προϋποθέσεις. Εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὀργάνωσις τοῦ Κράτους. Εἶναι ἠναγκασμένοι οἱ βουλευταὶ νὰ ὁμιλοῦν πάντοτε ἐπὶ θεμάτων ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἰδιαιτέραν τους περιφέρειαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ βουλευταὶ νὰ λαμβάνουν θέσιν δι’ ἑκάστην περιφέρειαν, εἰ μὴ μόνον διὰ τὴν περιφέρειάν των. Καὶ ὁ βουλευτής, ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§140Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐγώ, νομίζω, ὅτι ὅσον ἀφορᾶ τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῶν συζητήσεων εἰς τὰς ἐπερωτήσεις ἀνταποκρινόμεθα εἰς αἴτημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν δὲν εἶσθε σύμφωνοι καὶ ἔχετε ἄλλο αἴτημα, νὰ τὸ ἀναπτύξητε. Εἶμαι περίεργος νὰ ἀκούσω τὴν ἐν προκειμένῳ ἄποψίν σας, ὅταν θὰ ἔλθετε εἰς τὸ βῆμα. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι συμφέρον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι νὰ φέρῃ πολλὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ ἀκούωνται διαδοχικῶς πολλοὶ βουλευταί. Αὐτὴν τὴν ἄποψίν μου, ἐὰν τὴν θεωρῆτε ἀντικοινοβουλευτικὴν καὶ ἀντιπολιτευτικήν, λυποῦμαι πάρα πολύ.
§141Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀναμφισβητήτως, ὑπάρχει διάφορος νοοτροπία εἰς τὰς διαφόρους πτέρυγας τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς, ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ συμπιέζεται ἡ ἀντίληψις τοῦ βουλευτοῦ καὶ νὰ ἐναρμονίζεται αὕτη πρὸς τὴν γραμμὴν τοῦ κόμματος. Ἕκαστος βουλευτὴς ἐφ’ ὅσον θέλει, θὰ πρέπει νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην του.
§142Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Δὲν θὰ ἀπαγορεύῃ ὁ Κανονισμὸς εἰς οἱονδήποτε βουλευτήν, ὁ ὁποῖος θέλει, νὰ ὁμιλήσῃ.
§143Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀσφαλῶς, δὲν θὰ ἀπαγορεύῃ τοῦτο ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν περιορισμῶν καὶ τῶν θεμιτῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τίθενται. Νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν μία μέση ὁδὸς μεταξὺ τοῦ ταχυτέρου ρυθμοῦ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ τῆς περιφρουρήσεως τῆς ἐλευθερίας ἐκφράσεως τῆς γνώμης ἑκάστου βουλευτοῦ.
§144Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἰς τὴν κατ’ ἐξοχὴν κοινοβουλευτικὴν χώραν, τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία ἔχει καὶ τὴν λεγομένην σκιώδη Κυβέρνησιν, ἔχει ὡρισμένους βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων. Ἐὰν ὑπάρχουν τὰ κόμματα καὶ οἱ εἰσηγηταὶ καὶ οἱ εἰδικοὶ ἀγορηταὶ καὶ ἐκφράσουν ὅλοι αὐτοὶ τὰς ἀπόψεις των ἐπὶ ἑνὸς θέματος, οἱ ἄλλοι βουλευταὶ τὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπουν πέραν τοῦ 10λέπτου; Νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπαρκὲς τὸ 10λεπτον. Βεβαίως, δὲν ἦτο κατάλληλος ἡ στιγμή, λόγῳ τῆς ὀξύτητος ἡ ὁποία ὑπάρχει νὰ ἔλθῃ ὁ Κανονισμὸς πρὸς ψήφισιν. Καὶ ἐκπλήττομαι, διότι ὁ πανευφυὴς κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ὁ ὁποῖος συνδυάζει τὴν Πελοπόννησον μὲ τὴν Θεσσαλίαν καὶ ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις, κατὰ τρόπον ὑπερκομματικόν, χωρὶς νὰ ὑποχωρῇ εἰς τίποτε, ἐκπλήττομαι, λέγω, διότι ἐπέλεξεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ. Πρέπει νὰ εἴμεθα πιστοὶ εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν. Καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ σημερινὴ πλειοψηφία, ὅτι αὔριον θὰ εἶναι μειοψηφία καὶ πρὸ παντὸς διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμὸν νὰ ξεχάσωμεν, ὅτι ἀνήκομεν εἰς κόμματα. Θὰ τελειώσω μὲ μίαν φράσιν τοῦ Ζὰν–Ζορέ, ὁ ὁποῖος εἶπε: «Διότι τὸ ποτάμι κυλᾷ πρὸς τὴν θάλασσαν εἶναι πιστὸν εἰς τὴν πηγήν του». Πρέπει νὰ εἴμεθα πιστοὶ εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ νὰ διαφυλάττωμεν αὐτὸν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Διὰ νὰ γίνῃ ὅμως τοῦτο πρέπει νὰ γίνουν θυσίαι. Βεβαίως, ὄχι σιωπή, ἀλλὰ ὄχι καὶ κατάχρησις. Διότι συμβαίνει πολλάκις σεμνοὶ βουλευταὶ νὰ παραγκωνίζωνται καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω συγκεκριμένον παράδειγμα. Εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν εἶχα καταθέσει μίαν ἐπερώτησιν διὰ τὸ ζήτημα τοῦ Αἰγυπτιώτου Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἐζήτησα τὴν πρόταξίν της ἐκ φόβου, μήπως ἐκ τῆς συζητήσεως προκύψουν ζημίαι καὶ δὲν συνεζητήθη ἡ ἐπερώτησις, ἡ ὁποία, ἐὰν συνεζητεῖτο, ἴσως νὰ ἐσώζοντο πολλά.
§145Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ γίνουν ἄλλαι διακοπαὶ διὰ νὰ τελειώνω. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι αἴτημα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ εἶναι ὁ ἐκσυγχρονισμός του διὰ νὰ δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν του. Τοῦτο ὅμως δὲν πρέπει νὰ τὸ διαστέλλωμεν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ λέγωμεν, ὅτι ὑπάρχει κρίσις ὀργανική. Ἐὰν ὑπάρχῃ κρίσις δὲν ὑπάρχει εἰς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, ἀλλὰ εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς περιγραφῆς αὐτῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πολιτικὴ ζωὴ διεμορφώθη ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ, ὥστε ὅλα τὰ ζητήματα, ἡ διαχείρισις τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ἡ διαχείρισις τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, ὁ ρυθμὸς τοῦ πολιτεύματος ἀποφασίζονται ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Συνεπῶς, ἔχομεν κρίσιν πολιτικὴν καὶ ὄχι κρίσιν κοινοβουλευτικήν. Ἐὰν θέλωμεν μίαν πραγματικὴν ἐξυγίανσιν εἶναι αὐτόχρημα ἀστεῖον νὰ λέγωμεν, ὅτι θὰ ἀρχίσωμεν αὐτὴν ἀπὸ τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μεταβληθῇ εἶναι ἡ βασικὴ μεθοδολογία τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει τὸν περιορισμὸν τοῦ ρόλου τοῦ Κοινοβουλίου. Ὅταν ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου ἀποδώσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὸν ρόλον ποὺ τοῦ ἔχει στερήσει ἡ διατήρησις καὶ παράτασις τῆς ἀνωμαλίας, τότε ἡ ἀπόδοσις τοῦ Κοινοβουλίου θὰ καταστῇ σημαντικὴ χωρὶς καμμίαν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξαφανίσωμεν τὸ αἴτιον καὶ ὄχι τὰ συμπτώματα τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀρρυθμίας. Ἐτέθη κατὰ τρόπον ὀξύτατον τὸ θέμα τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διεξάγηται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Ἐτέθη θέμα εἰσαγωγῆς θεμάτων πρὸ Ἡμερησίας Διατάξεως, διὰ θεσπίσεως ρητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὑποστηριχθὲν ἐκ μέρους συναδέλφου τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν. Ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀντετάχθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τοιαύτης διατάξεως, καθ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ εὐχέρεια νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν διὰ τῆς παραιτήσεως ἐπὶ τῶν προηγουμένων ἐπερωτήσεων. Πρῶτον, ὑπάρχει βασικὴ ἀντίρρησις, διότι ὑπάρχει θέμα σειρᾶς ἐπανεγγραφῆς. Προκειμένου νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις παραπομπῆς Δόβα ἐγένετο τοῦτο ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ ἡ συνέπεια ἦτο νὰ μὴ φθάσωμεν ἀκόμη εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων ἐκείνων καὶ θὰ περάσουν πολλοὶ μῆνες καὶ περίοδοι ἀκόμη διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά των. Συνεπῶς, εἶναι τελείως ἀπρόσφορος διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἡ μέθοδος τῆς παραιτήσεως. Πράγματι, ὅμως, εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν ὑπάρχει τρόπος συντάξεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε ἡ βούλησίς της διὰ τὴν πρόταξιν ἑνὸς θέματος νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφράζεται δι’ ἑνὸς ὀργάνου. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη ρύθμισις, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχωνται τὰ ἐπίκαιρα θέματα πρὸς συζήτησιν καὶ μία τοιαύτη προσαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἀναγκαία. Θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ ἐκτενέστερον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἀλλὰ προκαταβολικῶς λέγω, ὅτι θὰ πρέπει κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ πρὸ τῆς εἰσόδου εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νὰ διατίθεται μικρὸν χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ φέρῃ κάθε βουλευτὴς ἐπίκαιρα θέματα. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ Ἀρχηγοῦ, νὰ παρέχεται μεγαλύτερον χρονικὸν διάστημα. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν δύο ἀκόμη θέματα τῶν πολλῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ διατυπωθῇ ἐπιφύλαξις. Βασικὴ εἶναι ἡ τροποποίησις περὶ κηρύξεως τῆς συζητήσεως περαιωμένης δι’ ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Παριστάμεθα σήμερον μάρτυρες τῆς διαιωνίσεως τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὸν τουρισμόν, διότι ἡ κυβερνητικὴ πλειοψηφία συνεφώνησεν εἰς τὴν γενίκευσίν της μὲ τὸν σκοπὸν νὰ διαιωνίσῃ τὴν συζήτησίν της.
§146Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐγώ, ὁ ἐπερωτῶν, ὡμίλησα ¾, οἱ κ.κ. συνάδελφοι, ὅμως, κατηνάλωσαν πολὺ περισσοτέρας ὥρας. Δὲν ἀντιλαμβάνονται, ὅτι τοῦτο ἀποβαίνει εἰς βάρος μας;
§147Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐθεώρησα χρέος μου νὰ ἐπισημάνω τὴν περίπτωσιν αὐτήν, διότι ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς χρησιμωτάτης ἐπερωτήσεως, ὁ τρόπος αὐτὸς χειρισμοῦ θὰ καταλήξῃ εἰς βάρος μας. Ὅμως, ἡ κυβερνητικὴ πλειοψηφία συνεφώνησεν εἰς τὴν γενίκευσίν της μὲ σκοπὸν νὰ διαιωνίσῃ τὴν συζήτησίν της. Σκεφθῆτε πόσον ἀφόρητον θὰ καταστῇ, ὅταν θὰ δύναται ἡ πλειοψηφία νὰ περιορίζῃ τὰς συζητήσεις ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν θέλει νὰ συζητηθοῦν διὰ τῆς μεθόδου τῆς κηρύξεως περαιωμένης τῆς συζητήσεως.
§148Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε βουλευτά, εἶναι δυνατὸν νὰ λέγηται, ὅτι κατηγορεῖτε τὴν πλειοψηφίαν διὰ τὴν ἀνοχήν της; Διατὶ δὲν ἀναλαμβάνετε τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών σας; Κατηγορεῖτε τὴν ἀνοχὴν καὶ δὲν ὁμιλεῖτε διὰ τὴν δρᾶσιν.
§149Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τῆς εὐθύνης, διὰ τὸν χειρισμὸν αὐτὸν τοῦ ἐλέγχου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, τὸν φέρει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία πίπτει εἰς τὴν παγίδα αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δέχεται τὴν γενίκευσιν ἐπερωτήσεων.
§150Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον θέμα ἐνοχῆς τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ὑπάρχει συμφέρον πάντοτε νὰ διαιωνίζεται ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ συμμετοχὴ συγκεκριμένη, ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἀποδέχεται ἀσμένως τὴν γενίκευσιν, ἐνῷ εἰς ἄλλα θέματα δὲν θέλει νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§151Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ γενίκευσις.
§152Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης ἐπερωτήσεως ποὺ ἀναφέρετε, ὡμίλησαν δύο συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ μάλιστα ὡμίλησαν ἐπὶ πολὺν χρόνον, πέραν τῆς ὥρας. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Διὰ ποῖον λόγον πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ—δὲν ὑπάρχει προσωπικὸς χαρακτὴρ— ὁ κ. Λύχνος καὶ ὁ κ. Τσάτσος, ὅταν ὑπάρχῃ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ποὺ παρεμβάλλεται δὶς καὶ τρὶς ἀπαντῶν καὶ ποὺ θὰ παρεμβάλλεται ἐν συνεχείᾳ. Πρέπει νὰ προβλέψωμεν, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι, ἴσως, καὶ ἄλλοι βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως διὰ νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ ἐπερωτήσεως, ἀφορώσης τὸν τουρισμόν. Θὰ φθάσωμεν, δηλαδή, μέχρι τὸ Πάσχα, μέχρι τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§153Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ ποῦ ἀποβλέπει; Νὰ περιορίζωνται αἱ ἐπερωτήσεις εἰς δύο συνεδριάσεις.
§154Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Καὶ τί θὰ συμβῇ ἂν θὰ τὰς περιορίσωμεν εἰς δύο συνεδριάσεις; Θὰ ἐγγράφωνται, πάλιν, συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως, τὸ Προεδρεῖον θὰ ἐφαρμόζῃ λέγοντα καὶ ἀντιλέγοντα, θὰ ἔχωμεν τὰ 10 λεπτὰ ἡμεῖς δύο μόνον συνεδριάσεις. Καὶ εἶναι πρόβλημα ἂν θὰ ἠμπορῶμεν νὰ ἀναπτύσσωμεν τὰς ἐπερωτήσεις, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀντιλέγοντες. Ἑπομένως, τὸ θέμα δὲν εἶναι ἐκεῖ.
§155Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ὁ ἐπερωτῶν βουλευτὴς θὰ ἀναπτύσσῃ τὴν ἐπερώτησιν.
§156Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν κατηγόρησα τὴν κυβερνητικὴν πλειοψηφίαν διὰ τὴν ἐνοχήν της. Εἶπον, ὅτι ἔχει αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν. Δὲν τὴν κατηγόρησα. Ἀποδέχομαι αὐτό, ποὺ εἶπεν ὁ κ. Βασιλᾶτος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ ἡ κυβερνητικὴ πλειοψηφία θὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων. Δὲν τὴν κατηγορεῖ κανείς. Ἀλλὰ λέγομεν ποῦ θὰ φθάσῃ τὸ πρᾶγμα, ὅταν ἔχουσα τὴν δυνατότητα νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν παρέλκυσιν, θὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ κλείνῃ τὴν συζήτησιν ὅταν τῆς ἀρέσῃ; Αὐτὸ εἶναι μία ἀδυναμία. Ἐγὼ δὲν προβλέπω οὐδεμίαν τροποποίησιν, οὔτε λέγω, ὅτι κακῶς κάμνει. Αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ ὁπλίσωμεν τὴν κυβερνητικὴν πλειοψηφίαν μὲ τὴν δυνατότητα νὰ κλείῃ τὴν συζήτησιν μὲ ἀπόλυτον εὐχέρειαν, μὲ ἄνεσιν, μὲ ἕνα νεῦμα τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁσάκις εἶναι δυσάρεστος ἡ συζήτησις, ὁσάκις ἐκθέτει τὴν Κυβέρνησιν, ὁσάκις τὴν ἐμποδίζει, ἐνδεχομένως. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τοῦ ἐλέγχου. Εἶναι μία μάχη. Ὅταν ἡ μάχη φθάσῃ εἰς ἕνα κορύφωμα, εἰς τὴν θεωρητικὴν περίπτωσιν —ὑπάρχει ἡ ἀνάμνησις ἀκόμη ἡμερῶν, ὅπου ἦτο δυνατὸν εἰς μίαν κοινοβουλευτικὴν μάχην νὰ πέσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀνάμνησις, λέγω, δὲν ξεύρω ἂν θὰ φθάσωμεν εἰς τὰς εὐτυχεῖς αὐτὰς ἡμέρας καὶ μάλιστα ὑπὸ τὸ καθεστὼς ποὺ ἔχει ἐπιβάλει ἡ Κυβέρνησις κ. Καραμανλῆ— ὅπου εἰς μίαν κοινοβουλευτικὴν μάχην θὰ ἠμποροῦσε νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸ θὰ εἶναι ἀδύνατον, ὅταν μὲ ἕνα νεῦμα τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Κυβερνητικὴν πλειοψηφίαν θὰ γίνεται πρότασις κηρύξεως περαιωμένης τῆς συζητήσεως.
§157Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἀκόμη εἰς τὸ 1865, ὅπου ὑπῆρχε νωπὴ ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ ἀπολυταρχικοῦ καθεστῶτος, ὁ ἀείμνηστος Ἰακωβᾶτος κατέθεσε τὴν σχετικὴν πρότασιν, ὅτι δὲν κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις, ἂν δὲν ὁμιλήσουν πάντες ἢ δὲν παραιτηθοῦν τοῦ λόγου.
§158Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Διὰ νὰ μὴ κρατῶ τὸ βῆμα περισσότερον ἀπ’ ὅ,τι ἐπιτρέπει τὸ θέμα καὶ διὰ νὰ μὴ δίδωμεν τὴν δυνατότητα νὰ στηρίζωνται οἱ ἰσχυρισμοί, οἱ ὁποῖοι προβάλλονται ὡς δικαιολογία τῶν προτεινομένων τροπολογιῶν, θέλω νὰ καταλήξω μὲ τοῦτο μόνον. Νομίζω, ὅτι εἰς ἕνα Νομοθετικὸν Σῶμα, εἰς ἕνα Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον βλέπει τὴν ἀποστολήν του, ὡς μεγάλην, εἰς ἕνα καθεστὼς γενικώτερον, τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται κἄποιαν ἀλκὴν καὶ αἰσθάνεται, ὅτι τὸ μέλλον τοῦ ἀνήκει, θὰ πρέπει νὰ μὴ περιστέλλωνται, νὰ μὴ περισφίγγωνται ἀσφυκτικῶς τὰ δικαιώματα τῶν φορέων τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς. Νομίζω, ὅτι ἂν ἔχωμεν κἄποιαν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς θεσμοὺς καὶ εἰς τὸ καθεστὼς καὶ τὸ πολίτευμα, θὰ πρέπει νὰ ἐναποθέσωμεν τὴν τήρησιν τῶν τύπων τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων μας μὲ περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν συνειδητοποίησίν των, ὡς φορέων μιᾶς ἐντολῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ παρεμποδίζῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἐν τῷ συνόλῳ των. Ἂν δὲν πιστεύωμεν, ὅτι οἱ βουλευταὶ ἔχουν τὴν δυνατότητα ἐν τῷ συνόλῳ των καὶ ἕνας ἕκαστος νὰ συμβάλλουν εἰς τὸ καθῆκον των αὐτὸ καὶ νὰ ἐναρμονίζουν τὴν πολιτικήν των πρὸς τὸ σύνολον αὐτῶν τῶν καθηκόντων, νομίζω, ὅτι θέτομεν μία θρυαλλίδα εἰς τὰ θεμέλια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος. Ἂν θέλωμεν μὲ μίαν ἀσφυκτικὴν διάταξιν νὰ καθορίσωμεν τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου, νομίζω, κ. Πρόεδρε, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἐπιμένω, ἂν θέλωμεν νὰ περιορίσωμεν ἀσφυκτικῶς εἰς ὡρισμένα στενώτατα ὅρια διατάξεις Κανονισμοῦ, τότε θὰ ἐκτεθῶμεν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ συμβάλλωμεν ὀρθῶς, κατὰ τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀσκήσωμεν τὰ καθήκοντά μας.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Δενδρινός, ἔχει τὸν λόγον.
§160Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κ. Πρόεδρε. Δὲν νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ συζητῶμεν μὲ τόσον ὀλίγους βουλευτάς.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐκάλεσα τὸν κ. Δενδρινὸν νὰ ὁμιλήσῃ, διότι εἶναι ἄλλοι 7 νὰ ὁμιλήσουν καὶ ἔχει ληφθῆ ἀπόφασις νὰ τελειώσῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις.
§162Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριοι βουλευταί, θὰ παρεκάλουν νὰ προχωρήσωμεν ἢ τοὐλάχιστον νὰ ψηφίσωμεν κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον αὐτό. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθοῦν ὅλαι αἱ συνεδριάσεις τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας διὰ τὸν Κανονισμόν. Βλέπω, ὅτι περίπου εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν βάσιν. Διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ γίνουν αἱ σχετικαὶ προτάσεις; Ἤθελα, ὅμως, προηγουμένως, νὰ ἀπαντήσω μὲ δύο λέξεις εἰς τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος. Ἐν τῷ ἐπιλόγῳ του εἶπεν, «προσέξατε, δὲν πρέπει νὰ σφίγγετε, νὰ καταπνίγετε τὴν ἔκφρασιν τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ». Πᾶν ἄλλο ἢ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πρόθεσις τοῦ συντάκτου τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ. Ἔργον ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι νὰ ἐκφράζωμεν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ βάσει τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ ἔργον μας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔλεγχος καὶ νομοθετικὴ ἐργασία. Ἑπομένως, δὲν παρακωλύεται οὔτε ὁ ἔλεγχος, οὔτε ἡ νομοθετικὴ ἐργασία διὰ τῶν διατάξεων ποὺ περιέχει τὸ σχέδιον αὐτό. Τὸ ἐναντίον. Διευκολύνεται κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ταχυτέρα ἡ ἀπόδοσις τοῦ ἔργου μας καὶ ἀποδοτικωτέρα. Συνεπῶς, κατὰ τὴν διαδικασίαν, κατὰ τὴν διαδρομὴν τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ ἔργου αὐτοῦ, θὰ ἐκφράζεται ἐγκύρως ἡ γνώμη τῶν κομμάτων καὶ ταὐτοχρόνως, κατὰ τρόπον σύντομον καὶ ἡ γνώμη τῶν βουλευτῶν.
§163Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι μεταξὺ τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως. Ὅμως, θὰ ἐπρότεινα νὰ θεωρηθῇ περαιωθεῖσα κατ’ ἀρχὴν ἡ συζήτησις καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὅσοι εἴμεθα ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωμεν, νὰ διατυπώσωμεν κάπως ἐκτενέστερον τὰς ἀπόψεις μας.
§164Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, διατὶ δὲν τὸ ψηφίζομεν κατ’ ἀρχήν; Ἀπαντῶμεν, ἁπλούστατα, διότι δὲν εἴμεθα σύμφωνοι. Σᾶς εἴπομεν νὰ δεχθῆτε τὰς ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον. Θέλομεν, ἀναμφισβητήτως, νέον Κανονισμόν, ἀλλὰ Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος νὰ βελτιώνῃ τὴν θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Βεβαίως, θὰ ἐπιβάλλετε τὰς ἀπόψεις σας διὰ τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ δὲν εἴμεθα σύμφωνοι.
§165Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἄλλο θέμα εἶναι αἱ ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἕκαστον κόμμα ἢ ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ ἄλλο θέμα ἡ δικονομία, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ψηφισθῇ. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχωμεν τὰς ἀπόψεις μας. Ἄλλοι νὰ εἴμεθα ὑπὲρ καὶ ἄλλοι κατά. Καὶ ἡμεῖς εἰς ὡρισμένας διατάξεις διαφωνοῦμεν, ὅπως ἡ Ἕνωσις Κέντρου καὶ ἡ Ε.Δ.Α., νομίζω. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικονομίαν τῆς συζητήσεως, συνεφωνήσαμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως. Καὶ συνεφώνησε καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος ἐκ μέρους τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ ὁ κ. Ἐφραιμίδης τῆς Ε.Δ.Α., ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι θὰ καθιερώσωμεν τὸ δεκάλεπτον διὰ τὴν ὁμιλίαν τῶν κ. ἀγορητῶν, καὶ ὅτι σήμερον τὸ ἑσπέρας θὰ ἐψηφίζαμεν τὴν ἀρχήν, καὶ ὅτι τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα θὰ ἤρχιζεν ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον. Αὐτὴν τὴν συμφωνίαν ἐκάμαμεν καὶ τὴν ὑπενθυμίζω. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικονομία. Αὐτό, ὅμως, δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν συμφωνοῦμεν πρὸς τὰς προτεινομένας τροπολογίας. Καὶ ἡμεῖς εἰς πολλὰς διαφωνοῦμεν. Καὶ γνωρίζετε, ὅτι ἔχομεν καταθέσει τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐξετυπώθησαν. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν δικονομίαν τῆς συζητήσεως εἴθισται νὰ γίνεται πάντοτε μία συμφωνία. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία ἐπιμείνῃ θὰ ψηφίσῃ τὰς διατάξεις ποὺ νομίζει. Ἀφοῦ ἐκάμαμε τὴν συμφωνίαν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, δεδομένου μάλιστα, ὅτι ὅλοι οἱ ἀγορηταὶ ὁμιλοῦν ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς ἀνυπάρκτου ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ὑπάρχει ἀρχὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε σήμερον νὰ συμφωνήσωμεν ἐκτελοῦντες ὅσα συνεφωνήσαμεν, νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀρχὴν καὶ νὰ προτείνωμεν τὰς τροπολογίας καὶ τὰς ἀντιρρήσεις εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§166Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς παράκλησιν τοῦ προεδρεύοντος κ. Μίχα, ὅπως δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὸν περιορισμὸν τῶν ἀγορεύσεων εἰς δέκα λεπτά, εἴπομεν, ὅτι οὔτε τὸ 10λεπτον δεχόμεθα καὶ ὅτι ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσωσιν. Εἴπατε, ὅτι εἶναι 7 οἱ ἐγγεγραμμένοι ἀκόμη νὰ ὁμιλήσωσιν. Ἐπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπόψε νὰ ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§167Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Παρὰ τὴν ὀρθότητα τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Λυκουρέζου, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ ὀρθὰ καὶ ἀκριβῆ, δὲν θὰ ἤθελα, προκειμένου περὶ τοῦ καταστατικοῦ χάρτου τοῦ Σώματος, νὰ δημιουργῆται ἀμφισβήτησις, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία ἢ δὲν ὑπάρχῃ. Ἐπισημαίνω τὸν κίνδυνον τὸν προερχόμενον ἐκ τῶν συνεχῶν ἀναβολῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐπιρρίψω τὴν εὐθύνην, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν ἀναβολήν. Κάμνω μίαν ἔκκλησιν καὶ παρακαλῶ νὰ συνεχίσωμεν ἐπὶ μίαν ὥραν ἀκόμη μὲ δεκαλέπτους ὁμιλίας, ὥστε νὰ περαιωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἐὰν δὲν τὸ θέλητε, βεβαίως, δὲν θὰ τὸ ἐπιβάλω, διότι ἐννοῶ, προκειμένου ἰδίως περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις καθ’ ὅλους τοὺς τύπους καὶ μὲ ἀπόλυτον ἄνεσιν. Ἐὰν δέχεσθε, λοιπόν, οἱ ἐγγεγραμμένοι ὁμιλήσατε. Ἐὰν δὲν δέχεσθε, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὴν θέλησίν σας. Πάντως, μὴ λησμονῶμεν, ὅτι κατηναλώθησαν ἤδη τέσσαρες συνεδριάσεις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Νομίζω, ὅτι εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκεῖς.
§168Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἔρχωνται καὶ οἱ συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως.
§169Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Παρακαλῶ, κ. συνάδελφε, ἂς μὴ δημιουργῶμεν θέματα. Κανονισμὸν ψηφίζομεν. Κύριε Κοθρῆ, ὁμιλήσατε τώρα. Φρονεῖτε, ὅτι τὴν Τετάρτην θὰ παρασχεθῇ ἡ δυνατότης μεγαλυτέρας προβολῆς σας;
§170Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δέχεσθε νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ἀπόψε εἰς τὸ σύνολον;
§171Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐὰν δέχεσθε σεῖς, τὸ δέχομαι. Ἀλλὰ δὲν τὸ προτείνω.
§172Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐὰν δέχεσθε νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε καὶ εἰς τὸ σύνολον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δέχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ψηφισθῇ καὶ παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§173Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Λυκουρέζον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει ἀρχὴν καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἡμεῖς πιστεύομεν, τοὐναντίον, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου κυρίως ἀρχὴν ἔχει καὶ ἡ βασικωτέρα ἄποψις ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς θὰ ἀναπτυχθῇ καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, συνεπῶς, νὰ συνεχισθῆ ἡ συζήτησις ἀπόψε πρὸ κενῶν ἑδωλίων. Παρακαλῶ, λοιπόν, νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δενδρινέ, παραιτεῖσθε τοῦ λόγου;
§175Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ὄχι. Εἶπον, ὅτι δέχομαι νὰ παραιτηθῶ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 0.15′ μ.μ.)