1962.02.13
3,443 rows · 26,632 words · 184 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31η
Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 1962
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Κεφαλογιάννης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Ἔξαρχος, Γ. Ἀναγνωστόπουλος, Ε. Κοθρῆς, Γ. Σταμάτης, Α. Κοκκέβης καὶ Α. Βγενόπουλος, καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου Στρατοῦ νομοθεσίας». Ἡ ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀφορωσῶν εἰς τὰς λεωφορειακὰς συγκοινωνίας τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τροποποιήσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3721)1957». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Κατσαφᾶδος, Λ. Μπουρνιᾶς, Α. Σχινᾶς καὶ Π. Ξενοδοχειάρης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Ν. 4053)1960 «περὶ ὀργανώσεως τοῦ ἀντιφυματικοῦ ἀγῶνος». Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Ἀγρινίου–Ἀμφιλοχίας–Περιχώρων, διαμαρτυρομένου διὰ πρόσληψιν ἐργατῶν ἐξ Ἀθηνῶν εἰς τὸ ὑπὸ ἔναρξιν ὑδροηλεκτρικὸν ἔργον τοῦ Ἀχελώου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προοδευτικοῦ Συλλόγου Ζωοδόχου Πηγῆς, Βερακέϊκων, Νέων Λιοσίων, αἰτουμένου τροποποίησιν τοῦ ὑφισταμένου σχεδίου πόλεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Π. Λυκουρέζος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐν Μελιγαλᾷ ἑδρεύοντος Συνδέσμου Ἀρτοποιῶν ὑπαίθρου, αἰτουμένου ὅπως διὰ νόμου ἐπεκταθῇ ἡ συνταξιοδότησις παρὰ τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Ἀρτοποιῶν Ἑλλάδος καὶ εἰς τοὺς ἀσκοῦντας τὸ ἐπάγγελμά των εἰς τὰς κωμοπόλεις καὶ χωρία κάτω τῶν 3.000 κατοίκων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Σβώλου, Ε. Μπενᾶ καὶ Γ. Λαμπράκης, διαμαρτύρονται διὰ τὴν παρ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐπίθεσιν κατὰ συγγενῶν πολιτικῶν ἐξορίστων μεταβαινόντων εἰς Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Εὐαγγελίδης, Μ. Σβώλου καὶ Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν πολιτικῶν κρατουμένων τῶν Φυλακῶν Χαλκίδος, αἰτουμένων κατάργησιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων, ἄμεσον ἀπόλυσιν τῶν πολιτικῶν κρατουμένων καὶ ἐξορίστων καὶ χορήγησιν γενικῆς ἀμνηστίας. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Γ. Αὐγερόπουλος, Ν. Κιτσίκης, Α. Μπριλλάκης, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Μ. Σβώλου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν νοσηλευομένων εἰς τὸ Νοσοκομεῖον «Ἅγιος Παῦλος» πολιτικῶν κρατουμένων, αἰτουμένων κατάργησιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων, ἄμεσον ἀπόλυσιν τῶν πολιτικῶν κρατουμένων καὶ ἐξορίστων καὶ χορήγησιν γενικῆς ἀμνηστίας. Ὁ κ. Π. Δημητρακόπουλος Δ)ντὴς–Ἰδιοκτήτης τῆς ἐν Λαρίσῃ ἐκδιδομένης ἐφημερίδος «Ἐλευθερία» διὰ τηλεγραφήματός του διαμαρτύρεται δι’ ἀπρόκλητον ἐπίθεσιν καὶ τραυματισμόν του ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Γραμματίδη. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, διὰ τηλεγραφήματός του ἀναφέρει, ὅτι τὸ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς ἐν Λαρίσῃ ἐκδιδομένης ἐφημερίδος «Ἐλευθερία» ἐπεισόδιον ἔλαβεν ἀδικαιολόγητον ἔκτασιν, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἁπλῆς ἐκδηλώσεως ἀγανακτήσεως, διὰ τὴν ἐν γένει συμπεριφορὰν τοῦ ἐν λόγῳ ἰδιοκτήτου καὶ ὅτι θέλει ὑποβάλει ἐναντίον αὐτοῦ μηνύσεις ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ψευδεῖ καταμηνύσει κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Εὐαγγελίδης, Μ. Σβώλου καὶ Α. Μπριλλάκης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Συλλόγου Οἰκογενειῶν πολιτικῶν ἐξορίστων καὶ φυλακισμένων, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν κατὰ τῶν συγγενῶν των ἐπίθεσιν τῆς Ἀστυνομίας κατὰ τὴν μετάβασίν των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Ε. Μαλαμίδας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐλαιουργικοῦ Συν)σμοῦ Στυλίδος, αἰτουμένου λῆψιν μέτρων προστασίας ἐλαιοπαραγωγῶν πληγέντων ἐκ παγετοῦ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ν. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Σιδηροκάστρου, αἰτουμένου ἐπίσπευσιν ἠλεκτροδοτήσεως Συνοικισμῶν Θερμοπηγῆς–Ἀμπέλας τοῦ ἐν λόγῳ Δήμου. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Φωτήλας, διαμαρτύρεται διὰ τὴν παρ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἀσκουμένην τρομοκρατίαν κατὰ ὀπαδῶν τοῦ Π.Α.Μ.Ε. καὶ αἰτεῖ ἄμεσον ἐπέμβασιν πρὸς κατάπαυσιν αὐτῆς. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Μπριλλάκης, Γ. Λαμπράκης, Μ. Σβώλου, Ε. Μπενᾶ καὶ Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Συλλόγου Οἰκογενειῶν Φυλακισμένων καὶ Ἐξορίστων, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἄδικον καὶ ἀπρόκλητον ἐπίθεσιν τῆς Ἀστυνομίας ἐναντίον μελῶν αὐτοῦ κατὰ τὴν μετάβασίν των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, ἵνα ζητήσουν ἀπόλυσιν τῶν ἐπὶ 17 ἔτη κρατουμένων συγγενῶν των. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Κελτεμλίδης καὶ Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν κατοίκων τοῦ χωρίου Ἅγιος Πέτρος–Παιωνίας Κιλκίς, αἰτουμένων ἀπόλυσιν τοῦ πολιτικοῦ κρατουμένου, συμπατριώτου των, Χρήστου Σωτ. Καρατραγιάννη κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Α. Μπριλλάκης, Ι. Παπαδημητρίου, Α. Γιάννου, Α. Κύρκος καὶ Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν πολιτικῶν ἐξορίστων τοῦ Ἁγ. Εὐστρατίου, διαμαρτυρομένων διὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκλογῶν τῆς 29ης Ὀκτωβρίου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Τ. Γεωργίου, διαμαρτύρεται διὰ τὸ σχίσιμον φύλλου ἐφημερίδος «Θεσσαλικὰ Νέα» ὑπὸ ἐκτάκτου ὑπαλλήλου γραφείου εὑρέσεως ἐργασίας Λαρίσης, παρουσίᾳ ἐργατῶν ἐπιθυμούντων μετανάστευσιν, περιέχοντος δημοσίευμά του, σχετικῶς μὲ χορήγησιν καρτελλῶν ἀνεργίας καὶ αἰτεῖ τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Σακελλάρης καὶ Ι. Εὐαγγελίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Στάνου–Βάλτου Αἰτωλ)νίας, αἰτουμένων ἀπόλυσιν τοῦ πολιτικοῦ κρατουμένου, συμπατριώτου των, Κων)νου Μπαζοδήμου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Κ. Χιωτάκης, διαμαρτύρεται διὰ τὴν παρὰ τῆς Ἀστυνομίας ἀσκουμένην τρομοκρατίαν καὶ αἰτεῖ ἀποκατάστασιν Δημοκρατικῶν Ἐλευθεριῶν.
§5Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν κατεθέσαμεν μετὰ τῶν συναδέλφων κ.κ. Καψάλη καὶ Ἀλαβάνου, διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Βιομηχανίας, μᾶς ἐκοινοποιήθη ἔγγραφος ἀπάντησις. Ἐπειδή, ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι πρωτότυπος ἡ ἔγγραφος ἀπάντησις εἰς ἐπερωτήσεις καὶ ἀποκλείεται, παρακαλῶ, νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ ἀπάντησις αὐτή, ἡ ὁποία μᾶς ἐδόθη, οὔτε τὴν διαγραφὴν τῆς ἐπερωτήσεως συνεπάγεται, οὔτε τὴν ματαίωσιν τῆς συζητήσεως. Μόνον ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων, ἀπαντοῦν ἐγγράφως οἱ κ.κ. Ὑπουργοί.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπάντησις, κ. συνάδελφε, δὲν ὑπέχει τὴν ἔννοιαν τῆς ματαιώσεως τῆς συζητήσεως. Ἁπλῶς, ἔκρινε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἠμποροῦσε νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν.
§7Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐπειδή, πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, ἦτο περιττὴ ἡ ἔγγραφος ἀπάντησις. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ διευκρινίσω, ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν, οὔτε διὰ τὴν ἐγγραφὴν τῆς ἐπερωτήσεως, οὔτε διὰ τὴν συζήτησιν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντως εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἡ ἔγγραφος αὐτὴ ἀπάντησις, δὲν συνεπάγεται τὴν διαγραφὴν τῆς ἐπερωτήσεώς σας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν μὲ τὴν σειράν της.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§9Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τριῶν ἡμερῶν, κατέθεσα 5 ἐρωτήσεις. Εἰς τὰς δύο ἐξ αὐτῶν, ἔλαβον ἐγγράφους ἀπαντήσεις, μίαν θετικὴν καὶ μίαν ἀρνητικήν. Ἀπομένουν εἰσέτι τρεῖς. Ἡ μία ἐξ αὐτῶν ἐγγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἑκάστοτε, χωρὶς νὰ συζητῆται μέχρι τῆς στιγμῆς, καὶ ἀφορᾷ αὔξησιν μισθῶν, συντάξεων καὶ ἐφαρμογὴν θεσμοῦ 35ετίας. Αἱ δὲ δύο ἄλλαι δὲν ἐνεγράφησαν οὐδόλως. Καὶ ἡ μία ἀφορᾷ τὴν ἄρσιν τῶν ἀδικιῶν τῶν συνταξιούχων, ἡ δὲ ἄλλη τὰς συλλογικὰς συμβάσεις καὶ τὰς αὐξήσεις μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων. Ἐν τῷ μεταξὺ ἄλλαι ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν αὔξοντα ἀριθμόν, κατὰ πολὺ μικρότερον τοῦ αὔξοντος ἀριθμοῦ ποὺ ἔχουν αἱ ἰδικαί μου, συζητοῦνται καθημερινῶς. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ Κανονισμὸς πρέπει νὰ τηρῆται εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, πολὺ περισσότερον δέ, ὅταν αἱ ἐρωτήσεις ἀφοροῦν φλέγοντα κοινωνικὰ κρίσιμα ζητήματα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐρωτήσεις, κ. συνάδελφε, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐνεγράφησαν, καὶ διὰ τὰς ὁποίας παραπονεῖσθε, ὅτι δὲν ἔχουν ἔλθει πρὸς συζήτησιν, ἀπευθύνονται πρὸς πλείονα τοῦ ἑνὸς Ὑπουργεῖα. Ἐφ’ ὅσον ἀπευθύνονται πρὸς πλείονα τοῦ ἑνὸς Ὑπουργεῖα, εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἐχαρακτηρίσθησαν ἁρμοδιότητος ἄλλου Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸν πίνακα τῆς ἑβδομάδος αὐτῆς. Ὅπως θὰ ἴδητε ἀπὸ τὸ πινάκιον ποὺ ἔχετε εἰς χεῖράς σας, σήμερον εἶναι ἐγγεγραμμέναι αἱ ἐρωτήσεις τῶν Ὑπουργείων Βιομηχανίας, Συντονισμοῦ καὶ Γεωργίας. Ἐὰν αἱ ἐρωτήσεις σας, ἀπευθύνονται καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, εἶναι πιθανὸν νὰ εὑρίσκωνται ἐκεῖ, καὶ ἐπειδὴ τὸ πινάκιον περιέχει τρία Ὑπουργεῖα, θὰ ἔλθῃ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα.
§11Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι αἱ ἐρωτήσεις συζητοῦνται καὶ ἐγγράφονται κατὰ τὴν σειρὰν καταθέσεώς των. Σεῖς μοῦ ὁμιλεῖτε περὶ πίνακος. Ὁ πίναξ δὲν προβλέπεται ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι εἰς τὸν νέον Κανονισμὸν τίθεται διάταξις, ἡ ὁποία καὶ νομιμοποιεῖ τὸν πίνακα. Ἄλλαι, διπλάσιον αὔξοντα ἀριθμὸν ἔχουσαι ἐρωτήσεις, συνεζητήθησαν, ἐνῷ αἱ ἰδικαί μου, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὰ φλέγοντα ἐκκρεμῆ κοινωνικὰ ζητήματα, δὲν συζητοῦνται καὶ δὲν γνωρίζω, διὰ ποῖον λόγον συμβαίνει αὐτό.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ λόγος εἶναι τεχνικός, κ. συνάδελφε. Ὅταν μία ἐρώτησις, παρὰ τὸ ὀρθόν της, ἀπευθύνεται πρὸς πλείονα Ὑπουργεῖα, εἶναι φυσικὸν νὰ ἐνταχθῇ εἰς τὸν πίνακα ἑνὸς τῶν Ὑπουργείων αὐτῶν. Ἐὰν λοιπόν, αἱ ἐρωτήσεις σας, ἀφοροῦν θέματα, ὅπως αὐτὰ ποὺ λέγετε, προδήλως ἀφοροῦν τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχουν ἐνταχθῆ εἰς τὸν πίνακα τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ Ἐργασίας. Καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καθ’ ἑβδομάδα ὁ πίναξ αὐτός, ὁ ὁποῖος κυκλοφορεῖ, περιέχει τὰς ἐρωτήσεις τριῶν Ὑπουργείων καὶ ἄλλοτε τεσσάρων. Τὴν ἄλλην ἑβδομάδα θὰ ἔχωμεν ἄλλον πίνακα. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος.
§13Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Ἐάν, κ. Πρόεδρε, τηρηθῇ ἡ σειρὰ ποὺ λέγετε, δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀξίαν ἡ συζήτησις, διότι θὰ ἔχουν φυλακισθῆ ὅλοι οἱ συνδικαλισταὶ, κατόπιν τῆς σημερινῆς παραπομπῆς εἰς τὸ ἀκροατήριον τῆς συνδικαλιστικῆς ἡγεσίας τῶν ἐφοριακῶν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται, κ. συνάδελφε, περὶ παραδόσεως ἐφαρμοζομένης ἀπὸ ἐτῶν. Τὸ θέμα εἶναι ἀκριβῶς τόσον σοβαρὸν ποὺ εἰς τὴν προσεχῆ τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ρυθμισθῇ.
§15Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Πρέπει νὰ τηρῆται ὁ Κανονισμός, κ. Πρόεδρε.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κ. Ἀποστολάκο, ὅτι σᾶς ἀπήντησα. Θὰ συζητηθοῦν αἱ ἐρωτήσεις τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἡ ἐρώτησις τῶν κ.κ. Α. Φωτήλα καὶ Θ. Γιαννοπούλου, σχετικῶς μὲ τὴν ρύθμισιν τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν, διαγράφεται, λόγῳ ἀπουσίας τούτων. Ὁ κ. Κ. Χιωτάκης ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἐρωτήσεως, σχετικῶς μὲ τὴν ἁπλούστευσιν τῆς διαδικασίας συγκεντρώσεως ἐλαιολάδου εἰς τὴν περιφέρειαν Χανίων κλπ.
§17Κ. ΧΙΩΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ συγκέντρωσις ἐλαίου ἐγένετο βάσει ὡρισμένων προϋποθέσεων καὶ κυρίως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐλαιοδένδρων τῶν κατεχομένων ὑπὸ τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν. Ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ ἀριθμοῦ ἐγένετο κατόπιν βεβαιώσεως τῆς ΑΤΕ. Εἰς τὴν πορείαν τοῦ χρόνου, ἐπειδὴ παρετηρήθη, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς ἐδημιουργοῦσε τεραστίας δυσκολίας εἰς τοὺς ἐλαιοπαραγωγοὺς καὶ τοὺς ἐνέβαλεν εἰς τεράστια ἔξοδα, ὅλα σχεδὸν τὰ κέντρα, πλὴν ἑνός, τῆς κρατικῆς συγκεντρώσεως τοῦ ἐλαίου, τοῦ Νομοῦ Χανίων, εἶχαν υἱοθετήσει τὴν ἄποψιν ἡ βεβαίωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐλαιοδένδρων νὰ γίνεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Συνεταιρισμοῦ τοῦ χωρίου. Ἕνα μόνον κέντρον συγκεντρώσεως ἐλαίου εἶχεν ἐξαιρεθῆ, τὸ τῆς πόλεως τῶν Χανίων. Ἐν ὄψει ὅλων τῶν δυσκολιῶν ποὺ περιέγραψα προηγουμένως, θὰ παρεκάλουν, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον καὶ εἰς τὸ κέντρον τῶν Χανίων, διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ προσκόμισις τοῦ ἐλαίου καὶ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ συγκέντρωσις κατὰ τὸ μεγαλύτερον δυνατὸν ποσοστόν.
§18Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὀρθὸν ἦτο ἡ βεβαίωσις νὰ γίνεται ἀπὸ τὰ ὑποκαταστήματα τῆς ΑΤΕ, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ ὑποκαταστήματα τῆς ΑΤΕ ἔχουν τὰ στοιχεῖα τῶν παραγωγῶν. Διὰ νὰ διευκολύνωμεν τοὺς παραγωγοὺς προκειμένου περὶ κέντρων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἑδρεύουν ὑποκαταστήματα ἐξῃρέσαμεν τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς τοὺς ἐλαιοπαραγωγούς. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν Χανίων, ὅπου ὑπάρχει ὑποκατάστημα, δὲν ὑφίσταται οὐδεμία δυσκολία, διότι ἀφοῦ ὁπωσδήποτε οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ θὰ προσέρχωνται εἰς τὰ Χανιὰ διὰ νὰ παραδώσουν τὸ ἐλαιόλαδον, φυσικὸν ἦτο καὶ εὔκολον ἦτο νὰ πάρουν τὴν βεβαίωσιν ἀπὸ τὸ ὑποκατάστημα τῆς πόλεως. Σημειωτέον, ὅτι οὐδεμία δυσκολία παρουσιάσθη διὰ τὴν συγκέντρωσιν, διότι εἰς τὴν Κρήτην ἡ συγκεντρωθεῖσα ποσότης φθάνει τὸ 20% τῆς παραγωγῆς, ἐνῷ ἡ προγραμματισθεῖσα ἦτο περίπου 15%.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κελτεμλίδης, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως σχετικῶς μὲ τὴν λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας κλπ.
§20Δ. ΚΕΛΤΕΜΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἕνωσις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Γαργαλιάνων–Χώρας ἐξ ὀνόματος 20.000 κατοίκων τῆς περιφερείας Τριφυλίας ζητεῖ νὰ ληφθοῦν μέτρα ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ τῆς περιφερείας Τριφυλίας πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἀγροτῶν μας. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους μας, εἰς ποίαν δραματικὴν κατάστασιν εὑρίσκονται οἱ ἀγρόται μας. Τὸ οἰκονομικὸν δρᾶμα τους τὸ ἀντιλαμβανόμεθα ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εὑρισκόμεθα πλησίον των. Διὰ τοῦ ὑπομνήματος τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν ζητεῖται, ὅπως ληφθῇ μέριμνα ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν τῆς περιφερείας Τριφυλίας, καὶ τὰ αἰτήματα αὐτὰ εἶναι: Α) Ὅπως δοθῇ ἐντολὴ εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ γίνεται ἄμεσος καταβολὴ τοὐλάχιστον τοῦ 40% ἐπὶ τῆς ἀξίας παντὸς προϊόντος, τὸ ὁποῖον πωλεῖται μέσῳ συγκεντρώσεως καὶ καταβάλλεται ἡ ἀξία του, παρὰ τῆς Τραπέζης, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὕψους τῶν χρεῶν τῶν παραγωγῶν. Β) Πλήρης ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοὺς τόκους ὑπερημερίας, διὰ τὰ ληξιπρόθεσμα χρέη των. Γ) Μετατροπὴ τῶν ληξιπροθέσμων χρεῶν των εἰς μακροπρόθεσμα καὶ μὲ χαμηλὸν τόκον καὶ Δ) Χορήγησις ὑπὸ τῆς Α.Τ.Ε. γεωργικῶν φαρμάκων, λιπασμάτων καὶ καλλιεργητικῶν δανείων, ἄνευ περιορισμοῦ λόγῳ ὕψους ὀφειλῆς. Αὐτὰ ἀναφέρονται εἰς τὸ ὑπόμνημα τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Γαργαλιάνων–Χώρας. Ἀλλὰ ἀσχέτως μὲ τὰ αἰτήματα αὐτὰ θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν, ὅπερ ἀποτελεῖ καὶ τὸ βασικὸν αἴτημα τῶν ἀγροτῶν. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ συζητεῖται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἡ ἀναστολὴ τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν. Τὸ Κόμμα μας καὶ εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν διὰ κατατεθείσης προτάσεως νόμου ἐζήτει τὴν ἀναστολὴν τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν. Ὅταν διὰ τὰ βιομηχανικὰ καὶ ἐμπορικὰ δάνεια ἐλήφθη μέριμνα, διατὶ νὰ μὴ ληφθῇ μέριμνα καὶ διὰ τὰ ἀγροτικὰ χρέη; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, νὰ μᾶς εἴπῃ, τὶ μέτρα θὰ λάβῃ σχετικῶς μὲ τὴν ρύθμισιν τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν καὶ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ μας.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔχει τὸν λόγον.
§22Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Ἀλλαμανῆν ἐπὶ τοῦ συνθήματος τῆς ἀναστολῆς τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν. Καὶ εἶπον, ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι σημερινόν. Ἐπὶ 15ετίαν ἡ καθυστέρησις ἀγροτικῶν χρεῶν ἀνήρχετο περίπου εἰς 750 ἑκατομμύρια. Τὸ 1959 ἐρρίφθη τὸ σύνθημα καὶ ἡ προπαγάνδα, ἡ ὁποία εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν καθυστέρησιν ἐκ μέρους τῶν ἀγροτῶν μας ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν των. Τὸ 1960 ἡ καθυστέρησις ἀνῆλθε, περίπου, εἰς ἕν δισεκατομμύριον πεντήκοντα ἑκατομμύρια. Ἡ καθυστέρησις αὕτη ὠφείλετο εἰς ὡρισμένας ζημίας ἐκ τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων, ὅπως ἦσαν αἱ ζημίαι ἐκ χαλάζης, τῶν σουλτανινοπαραγωγῶν Κρήτης, ὡς καὶ εἰς τὴν μείωσιν τῆς ἐλαιοπαραγωγῆς. Εἰς τὰ γεγονότα αὐτὰ ὠφείλετο ἡ αὔξησις τῆς καθυστερήσεως καὶ κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τὴν προπαγάνδαν καὶ εἰς τὸ σύνθημα τῆς ρυθμίσεως τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε ριφθῆ ἀπὸ ὡρισμένους συναδέλφους. Τὸ 1961 ἡ παραγωγὴ ἦτο ἱκανοποιητικὴ καὶ ἀνεμένετο, ὅτι ἡ ρευστοποίησις θὰ ἦτο ἱκανοποιητική, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ προπαγάνδα καὶ τὸ σύνθημα ποὺ ἐρρίφθη, κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον καθυστέρησαν τὴν ρευστοποίησιν. Ἀλλὰ ὁ χρόνος τῆς ρευστοποιήσεως δὲν ἔληξε, διότι μεγάλαι ποσότητες ἀγροτικῶν προϊόντων δὲν ἐπωλήθησαν ἀκόμη. Ἐλπίζομεν, μὲ τὴν πώλησιν τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων, οἱ ἀγρόται μας νὰ προβοῦν εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν χρεῶν των. Ἡ ρύθμισις τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν καθίσταται δύσκολος, διότι πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τοῦτο θὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν νὰ ἐξετάζῃ κατὰ περίπτωσιν τὸ θέμα τοῦτο. Καὶ ἂν διὰ τῆς ἐξετάσεως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ καθυστέρησις ὀφείλεται εἰς λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπέτρεπον εἰς τὸν ἀγρότην νὰ προβῇ εἰς τὴν ρύθμισιν τοῦ χρέους του, τότε τοῦ δίδει μερικὴν ἀναστολήν. Ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις ἔδωσεν ἐντολήν, ὅπως καταβάλλεται εἰς τοὺς παραγωγούς, κατὰ τὴν συγκέντρωσιν, ἓν μέρος χρημάτων, ἀναλόγως τοῦ ὕψους τῶν χρεῶν των. Εἰδικώτερον, εἰς τὴν περιφέρειαν Τριφυλίας ἐδόθησαν πιστωτικαὶ διευκολύνσεις. Ἐπίσης ἐδόθη ἐντολὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐλήφθη ἀπόφασις κλιμακώσεως τῶν χρεῶν των ἐπὶ 4ετίαν. Ἐπίσης, ἡ Κυβέρνησις ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν μείωσιν τοῦ τόκου εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Συνεπῶς, ὁ κ. συνάδελφος, δὲν θὰ πρέπει νὰ διαμαρτύρεται.
§23Δ. ΚΕΛΤΕΜΛΙΔΗΣ. Πληροφορῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι τὴν μέθοδον τῶν συνθημάτων τῆς δημαγωγίας καὶ τῆς προπαγάνδας τὴν ἐφήρμοσεν ὁ ἴδιος καὶ τὸ Κόμμα του. Ἡμεῖς οὔτε συνθήματα ἐδώσαμεν, οὔτε προπαγάνδαν ἐκάμναμεν. Φαίνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει καταλάβει τὴν σοβαρότητα τῆς θέσεως τῶν ἀγροτῶν μας. Ἡ δεινὴ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἡ μετανάστευσις εἰς μεγάλην κλίμακα, αἱ αὐτοκτονίαι ἀγροτῶν διὰ χρέη των πρὸς τὴν ΑΤΕ, ἀποδεικνύουν τὰ ὅσα ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν. Συνεπῶς, ἡ Κυβέρνησις μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν βλέπει μὲ σοβαρότητα τὸ θέμα τοῦτο.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀθανασίου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως, σχετικῶς μὲ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος τῆς στεγάσεως τῶν εἰς τὴν τέως Μουσουλμανικὴν περιουσίαν τοῦ Νομοῦ Θεσπρωτίας ἀποκατασταθέντων ἀγροτῶν, κτηνοτρόφων κλπ.
§25Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τέσσαρες χιλιάδες οἰκογένειαι ζοῦν ὑπὸ δυσμενεῖς συνθήκας εἰς τὰς οἰκίας τῶν Μουσουλμάνων. Ὑπάρχει καὶ ἕνας ἀριθμὸς βλαχοποιμένων, ὁ ὁποῖος ζῆ καὶ αὐτὸς ὑπὸ τὰς ἰδίας συνθήκας. Παρακαλῶ, τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ἐκδηλώσῃ τὸ ἐνδιαφέρον του διὰ τὴν στέγασιν τῶν ὡς ἄνω οἰκογενειῶν. Καὶ παρακαλῶ, ὅπως ἐκδηλωθῇ προτεραιότης εἰς τὸν Νομὸν Θεσπρωτίας καὶ ἐφαρμοσθῆ τὸ πρόγραμμα τῆς ἀγροτικῆς στεγάσεως.
§26Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Εἶναι γνωστὴ ἡ συμπάθεια τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ διὰ τὸν Νομὸν Θεσπρωτίας. Τὸ πρόγραμμα ἀγροτικῆς στεγάσεως ἔχει σταματήσει διὰ τεχνικοὺς λόγους. Ὅταν ἀρχίσῃ νὰ ἐφαρμόζεται, θὰ φροντίσω διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ αἴτημα τοῦ κ. συναδέλφου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως, περὶ παραπομπῆς μελῶν τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως Δόβα κλπ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§28Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Κύριοι συνάδελφοι, δίδω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸ Σῶμα ἐπὶ μίας σειρᾶς ἰσχυρισμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ πράγματα καὶ τοὺς ὁποίους προέβαλεν ὁ βουλευτὴς τῆς ΕΔΑ κ. Ἠλιόπουλος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς περασμένης Παρασκευῆς. Ὅπως ἐνθυμεῖσθε, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως καὶ αὐθεσπερεί, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἀπουσίαζον ἀπὸ τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἡλιοπούλου. Ἐπληροφορήθην ἐκ τῶν ὑστέρων, ὡρισμένους ἰσχυρισμούς του, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀπολύτως ἀνακριβεῖς, πάντως, ὅμως, ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβω γνῶσιν ὁλοκλήρου τοῦ κειμένου τῆς ἀγορεύσεως καὶ ἐπεφυλάχθην νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν. Ἔλαβον γνῶσιν ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ καὶ ἀπαντῶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἰσχυρισμοῦ. Πρῶτον, ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. βουλευτὴς τῆς ΕΔΑ, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπογραφήν, ἐνεγράφησαν δῆθεν εἰς τὴν περιοχὴν Ἀθηνῶν 150.000 νέοι ἐκλογεῖς. Βεβαιῶ ὑπευθύνως τὸ Σῶμα, ὅτι ὁ ἀναφερθεὶς ἀριθμός, εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβής. Ἐὰν ἐνθυμεῖσθε καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἀφοῦ ἔκαμεν ὡρισμένας διακρίσεις μεταφορᾶς ἐκλογικῶν δικαιωμάτων, εἶπεν, ὅτι οἱ ἐγγραφέντες εἶναι περίπου 100.000. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ ἀριθμὸς τῶν 150.000 ἐπαναλαμβάνω εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβής. Δεύτερος ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. βουλευτοῦ τῆς ΕΔΑ, ἦτο, ὅτι τὸ Κόμμα τῆς ΕΡΕ ἐνέγραψε δῆθεν κατὰ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων 70.000 νέους ἐκλογεῖς καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβής. Ἀλλά, ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἐλαμβάνομεν, ὡς πραγματικοὺς τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς καὶ εἴχομεν ἐγγραφέντας 150.000 καὶ ἐγγραφέντας διὰ τῆς ΕΡΕ 70.000, δὲν διερωτᾶται ὁ ρήτωρ, οἱ ὑπόλοιποι 80.000 ἀπὸ ποίους ἐνεγράφησαν; Προφανῶς ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω διὰ νὰ ἀποκατασταθοῦν τὰ πράγματα καὶ ἡ ἀλήθεια, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι οὔτε ὁ ἕνας οὔτε ὁ ἄλλος ἀριθμὸς εἶναι ἀκριβεῖς, καίτοι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχον ἐγγραφῆ πολὺ πλέον τῶν 200.000, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἐκλογεύς, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ παραλείψει τὴν ἐγγραφήν του καὶ τὴν ἐν συνεχείᾳ ἐκπλήρωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ του καθήκοντος. Τρίτον, ὁ κ. Ἡλιόπουλος, συνεχίζων τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐπιχειρημάτων του, ἀνεζήτησεν καὶ προσωπικάς μου ἀκόμη εὐθύνας εἰς τὴν ὅλην διαδικασίαν τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων, ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητάς μου ὡς δῆθεν Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Κόμματος τῆς ΕΡΕ. Πιστεύω, ὅτι ἐγνώριζε ἤδη ὁ ρήτωρ, ὅτι ἡ ΕΡΕ, ὅπως καὶ τὰ ὑπόλοιπα κόμματα δὲν ἔχουν Γενικὸν Γραμματέα. Δεύτερον, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίσταται ὁ θεσμὸς αὐτὸς δὲν ὑπῆρξα ποτὲ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Κόμματος. Τρίτον, ὅτι ὑπῆρξα, ὅπως εἶναι γνωστόν, Γραμματεὺς τῆς Κοινοβουλευτικῆς ὁμάδος τοῦ Κόμματος, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν ἔχει μὲ τὴν ὅλην διαδικασίαν τῆς ἐκδόσεως τῶν βιβλιαρίων. Ἀσχέτως, ὅμως, τῆς ἐλλείψεως προσωπικῆς μου ἀναμίξεως εἰς τὸ θέμα τῶν βιβλιαρίων δὲν σημαίνει, ὅτι, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἄλλα Κόμματα, ἡ ΕΡΕ ὡς Κόμμα δὲν ἐξεπλήρωσε καὶ αὐτὴ τὸ καθῆκον της, διευκολύνουσα τοὺς μὴ ἐγγεγραμμένους ἐκλογεῖς πρὸς ἐγγραφήν των εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ ἀπόκτησιν ἐκλογικοῦ βιβλιαρίου. Ὅπως, θὰ ἐνθυμῆσθε, κ. Συνάδελφοι, ὅσοι μετείχατε εἰς τὴν προηγουμένην περίοδον, κατὰ πλήρη ὁμοφωνίαν τῶν ἐθνικοφρόνων Κομμάτων ἐψηφίσθησαν τὰ μέτρα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπέβαλον ἐπὶ ἀπειλῇ μάλιστα, βαρυτάτων κυρώσεων, τὴν ὑποχρέωσιν εἰς ὡρισμένους ἀπροθύμους ψηφοφόρους, ὅπως ἐγγραφοῦν ἐπὶ τέλους εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ ἀσκήσουν ἐν καιρῷ τὸ ἐκλογικόν των δικαίωμα. Εἶναι στοιχειῶδες Συνταγματικὸν δικαίωμα τῆς πολιτείας, ὅπως ἀξιώσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ θεμελιώδους αὐτοῦ καθήκοντος τῶν πολιτῶν. Μὲ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἐπεζητήσαμε τὴν ἐγγραφὴν τῶν ἐκλογέων καὶ τὴν ἐν συνεχείᾳ ἄσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ αὐτῶν καθήκοντος. Οὐδὲν ἐκ τῶν Κομμάτων τῶν ἐθνικοφρόνων διετύπωσε τότε καὶ τὴν ἐλάχιστην ἀντίρρησιν. Μόνον ἡ ΕΔΑ διεξήγαγε ἀγῶνα ἐναντίον τῶν διατάξεων αὐτῶν, τὸν ὁποῖον ἐπανέλαβε καὶ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διότι εἶχεν ἤδη ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ κομματικοῦ της μηχανισμοῦ ἐφοδιάσει τὸ σύνολον σχεδὸν τῶν ἰδίων της ὀπαδῶν, μὲ ἐκλογικὰ βιβλιάρια καὶ ἐξησφάλιζε αὕτη τὴν νοθείαν ὑπὲρ αὐτῆς, τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος, ἐφ’ ὅσον σημαντικώτατος ἀριθμὸς ἐθνικοφρόνων ψηφοφόρων παρέλειπε συστηματικῶς τὴν ἐγγραφήν του καὶ τὴν ἐν καιρῷ ἐκπλήρωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ των καθήκοντος. Πάντως, παρὰ τὴν ἀντίδρασιν τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, αἱ διατάξεις ἐψηφίσθησαν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸν ρόλον, τὸν ὁποῖον διαδραματίζει ἡ ΕΡΕ καὶ τὰ λοιπὰ Κόμματα. Προορισμὸς καὶ ὑποχρέωσις ἐπιτακτικὴ ἑκάστου Κόμματος καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ΕΔΑ ἦτο νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐγγραφήν, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων ἐκλογέων. Οὐδεμία ἠθικὴ ἀρχὴ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν τῶν Κομμάτων. Ποῖος ἦτο ὁ ρόλος τῶν Κομμάτων; Ὁ ρόλος τῶν Κομμάτων ἦτο ἡ ἁπλῆ καὶ μόνον διευκόλυνσις τοῦ ἐκλογέως, ὅπως ἐγγραφῇ καὶ ἀποκτήσῃ τὸ ἐκλογικόν του βιβλιάριον. Κατὰ ποίαν διαδικασίαν; Πρῶτον, ὁ ἐκλογεὺς προσεκόμιζε τὴν αἴτησιν καὶ τὸ σύνολον τῶν δικαιολογητικῶν. Δεύτερον, ἔλεγχος τοῦ περιεχομένου τῶν δικαιολογητικῶν ἦτο ἀδύνατος ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ γίνῃ ἀπὸ μέρους τοῦ οἱουδήποτε κόμματος καὶ συνεπῶς καὶ αὐτοῦ τοῦ κόμματος τῆς ΕΡΕ, ἄλλωστε τοῦτο ἦτο ἔργον τῆς Δικαστικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐξέδιδε τὸ βιβλιάριον. Τρίτον, αἱ ὑποβαλλόμεναι αἰτήσεις μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν ὅλων ἀνεξαρτήτως τῶν κομμάτων καὶ θὰ προκαλέσω νὰ διαψευσθῶ, ἐὰν δὲν ἐφηρμόσθη τοῦτο, δι’ ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ κόμματα διεβιβάζοντο σύμφωνα μὲ κειμένην διάταξιν τοῦ νόμου πρὸς τὴν ἁρμοδίαν Δικαστικὴν ἀρχὴν πρὸς ἔκδοσιν τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων.
§29Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Νὰ σᾶς κάμω μίαν διακοπήν;
§30Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Εἰς τὸ τέλος θὰ παρακαλέσω.
§31Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ..... (κωδωνοκρουσίαι).
§32Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ διακόπτετε, κ. Παπασπύρου... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπασπύρου, σᾶς παρακαλῶ μὴ ἐπιμένετε εἰς τὴν διακοπήν.
§34Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Δὲν ἔχετε, νομίζω, κ. Παπασπύρου, κανένα προνόμιο σεῖς νὰ μὲ διακόψετε. Ἂν γίνῃ αὐτὸ ἀπὸ ἄλλους βουλευτὰς δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίσω. Σᾶς προκαλῶ νὰ ἐρωτηθῶ καὶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς τὸ τέλος. Ἀνέκυψεν, ἐπίσης, τὸ θέμα τοῦ τρόπου τῆς προσεπικυρώσεως τῶν ὑπογραφῶν τῶν αἰτούντων. Ἡ προσεπικύρωσις τῶν ὑπογραφῶν ἔλαβε χώραν διὰ τὸ Κόμμα τῆς ΕΡΕ, ὅπως ἀκριβῶς καὶ δι’ ὅλα τὰ λοιπὰ κόμματα —τὰ ὁποῖα διεβίβασαν αἰτήσεις καὶ δικαιολογητικὰ ἐκλογικῶν βιβλιαρίων πρὸς τὴν ἁρμοδίαν Δικαστικὴν ἀρχήν. Ἐκτὸς ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ καταγγελθῇ, ὅτι διὰ τὴν ΕΡΕ ἔγινε καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀκόμη ἰδιαιτέρα μεταχείρισις εἰς βάρος τῶν ὑπολοίπων κομμάτων. Ἀλλά, ἤδη, ὁ κ. Ἡλιόπουλος, γνωρίζει, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ κείμενον τῆς ἰδίας του ἀγορεύσεως, ὅτι ἐτηρήθησαν αἱ αὐταὶ ἀρχαὶ καὶ ἡ αὐτὴ διαδικασία δι’ ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ κόμματα. Καί, ὅπως, προανέφερα ἕνας ἐκ τῶν ἐντεταλμένων τοῦ Κόμματος τῆς ΕΡΕ διὰ τὴν περιοχὴν Ἀθηνῶν ἦτο ὁ κ. Παναγόπουλος, μέλος τῆς Νεολαίας τοῦ Κόμματος καὶ προσφερθεὶς ἐθελοντικῶς μὲ ἄλλους συναδέλφους του νὰ βοηθήσῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἐκλογέων καὶ ἐξουσιοδοτηθεὶς μὲ τὴν διαβίβασιν τῶν αἰτήσεων καὶ δικαιολογητικῶν, ὅπως, ἄλλο πρόσωπον, ὀνόματι Ἀγωγιάτης ἔκαμε τὴν μεταβίβασιν τῶν βιβλιαρίων τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, ὅπως τρίτος, ὀνόματι Λέπος, νομίζω, ἔκαμε τὴν μεταφορὰν τῶν βιβλιαρίων τοῦ Κόμματος τοῦ Στρατηγοῦ Γρίβα. Ἐπίσης ὁ κ. Βαρβιτσιώτης, τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων. Συνεπῶς, ποῦ εἶναι τὸ περίεργον, τὸ ὁποῖον ἐξένισε κατὰ ἕνα τρόπον τὸν κ. Ἡλιόπουλον, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐδῶ διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἕνας νεαρὸς 20 ἐτῶν ἐνέγραψε δῆθεν 20.000 πρόσωπα, ἐνῶ ἐγνώριζεν, ὅτι τὴν ἐγγραφὴν τὴν ἔκαμε ἡ Δικαστικὴ ἀρχὴ καὶ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, ἐὰν τὰς αἰτήσεις μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν τὰς διεβίβαζεν ὁ αʹ ἢ ὁ βʹ.
§35Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Τὰς βεβαιώσεις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων; Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§36Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Θὰ σᾶς εἴπω καὶ δι’ αὐτὸ, ἀφοῦ ἐπανέρχεσθε. Ἀπομένει, ὡς μοναδικὸν θέμα αἱ βεβαιώσεις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων περὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ ἐκλογέως καὶ τοῦ ψηφοφόρου πρὸ τοῦ 1948. Ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὅλα τὰ κόμματα, πλὴν ἴσως τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω στοιχεῖα, ἔχουν διαβιβάσει αἰτήσεις καὶ δικαιολογητικὰ πρὸς ἔκδοσιν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων μεγάλου ἀριθμοῦ προσώπων μὴ ἐγκατεστημένων πρὸ τοῦ 1948, τὶ θὰ μοῦ ἀπαντοῦσε;
§37Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ὄχι.
§38Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Μὴ ἐπιμένετε, διότι θὰ μετανοήσητε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι ὁλόκληρος ἡ σειρὰ τῶν ἰσχυρισμῶν, τοὺς ὁποίους κατὰ τρόπον ἐντυπωσιακὸν ἐπεζήτησε νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ κ. Ἡλιόπουλος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν ὑπῆρξαν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀνακριβεῖς, ὅπως καὶ τὸ κατατεθὲν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ὅπου ἀναφέρεται ἡ δῆθεν ὑπογραφὴ τοῦ ἀστυνομικοῦ, θὰ πρέπει νὰ ἀποσαφηνίσω, ὅτι δὲν ἔχει ὑπογραφὴν τοῦ ἀστυνομικοῦ. Θὰ πρέπει νὰ ἀποσαφηνίσω, ὅτι δὲν ἀπαντῶ εἰς τὸν βουλευτὴν τῆς ΕΔΑ καὶ μόνον. Κυρίως ἀπήντησα πρὸς τὴν Ἕνωσιν τοῦ Κέντρου, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ἡλιοπούλου ἔσπευσε κατὰ τρόπον πρόχειρον καὶ ἀνεξέταστον, νὰ υἱοθετήσῃ ἐν σπουδῇ τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. βουλευτοῦ τῆς ΕΔΑ καὶ ἐκδίδουσα καὶ θεμελιοῦσα ἐπ’ αὐτῶν εἰδικὴν ἀνακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε εἰς τὸν τύπον τὴν πρωΐαν τῆς ἑπομένης μὲ μοναδικὸν σκοπὸν νὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσα ὁ κ. Ἡλιόπουλος εἶχεν ὑποστηρίξει, χωρὶς νὰ κάμῃ τὸν κόπον νὰ ἀσχοληθῇ μὲ οἱονδήποτε ἀποδεικτικὸν στοιχεῖον ἢ καὶ μὲ στοιχειώδη ἀκόμη λογικὸν ἔλεγχον. Ἡ τακτική, ὅμως, αὕτη τῆς ἀπαγγελίας καὶ τῆς προθύμου υἱοθετήσεως κατηγοριῶν ἄνευ τῶν στοιχειωδῶν ἀποδείξεων κατήντησεν πλέον ὁ κανὼν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐπὶ πλέον καθιερώθη καὶ τὸ καινοφανὲς δόγμα κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἀβάσιμον ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ἀνευθύνων καὶ ἀναποδείκτων καταγγελιῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει βεβαίως δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς καταγγελίας, ἀλλὰ ἔχει παραλλήλως καὶ καθῆκον νὰ συνοδεύῃ τὰς καταγγελίας αὐτὰς μὲ τὰ ἀπαραίτητα ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα. Ἄλλως πρόκειται περὶ ἀνευθύνων καταγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον ἐκτοξεύονται καὶ εἰς τὰς ὁποίας δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὶς παρακολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§39Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος θέματος; Ἐπὶ προσωπικοῦ;
§41Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἐπὶ προσωπικοῦ. Ἠθέλησα, κ. Πρόεδρε, νὰ κάμω μίαν διακοπήν, ὅταν ὡμίλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι θὰ δεχθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του οἱανδήποτε ἐρώτησιν ἐκ μέρους μου. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ τὸν ἐρωτήσω, ἐὰν ἠρεύνησε καὶ ἔχει συγκεκριμένα στοιχεῖα διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν βιβλιαρίων ποὺ ἐξεδόθησαν εἰς Ἀθήνας ἐπιμελείᾳ τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πληροφορῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι ἐπιμελείᾳ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐξεδόθησαν ἑκατὸν (100) νόμιμα βιβλιάρια, ἐπιμελείᾳ τῆς κινήσεως τοῦ Στρατηγοῦ Γρίβα ἐξεδόθησαν χίλια (1000) νόμιμα βιβλιάρια καὶ περιωρισμένος ἀριθμὸς νομίμων βιβλιαρίων ἐξεδόθη ἐπιμελείᾳ τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐν Ἀθήναις, κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1961 ἐξεδόθησαν 150.000 βιβλιάρια. Εἰς αὐτὰ περιλαμβάνεται ἕνας περιωρισμένος ἀριθμὸς νομίμων βιβλιαρίων καὶ ἐξ αὐτῶν (τῶν νομίμων) ἐξεδόθησαν ἐπιμελείᾳ τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅσα ἀνέφερον. Ὁ τεράστιος ἀριθμός, ὁ μεγάλος ὄγκος τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων ἐξεδόθη μὲ ἐπέμβασιν τῶν γραφείων τοῦ Κόμματος τῆς ΕΡΕ. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι παρέδιδον εἰς τοὺς διαφόρους, ποὺ εἶχον ἐνταλθῆ, τὰς φωτογραφίας, οἱ ὁποῖοι περαιτέρω ἔβγαζαν τὰ ψεύτικα πιστοποιητικὰ ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν, τὰ ψεύτικα πιστοποιητικὰ ἀπὸ τὰς ἐνορίας καὶ ἔκαμαν τὰς ἐγγραφάς. Καὶ καταγγέλω, ὅτι μία κυρία ἐργαζομένη εἰς τὰ γραφεῖα τῆς ΕΡΕ, ὀνόματι Κούτσικα, ἦτο μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ε.Ρ.Ε. ποὺ ἔκαναν, ὅλην τὴν κίνησιν τόσον περὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν ψευδῶν πιστοποιητικῶν, ὅσον καὶ περὶ τὴν παραλαβὴν τῶν βιβλιαρίων. Ἐν συνόψει. Ἕνας μικρὸς ἀριθμὸς βιβλιαρίων, 100 ἀπὸ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, 1000 ἀπὸ τὴν κίνησιν Γρίβα καὶ ἕνας περιωρισμένος ἀριθμὸς ἀπὸ τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν ἐξεδόθησαν. Αὐταὶ εἶναι νόμιμοι ἐγγραφαὶ εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, διότι πρόκειται περὶ ἐκλογέων ποὺ εἶχαν τὰ προσόντα. Ἐδῶ τὸ θέμα τίθεται ὡς ἑξῆς: Αἱ χιλιάδες τῶν νόθων ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν ἐπὶ τῇ βάσει ψευδῶν πιστοποιητικῶν ποὺ ἐξεδόθησαν μὲ παρέμβασιν τῶν γραφείων τῆς ΕΡΕ ἀπὸ τὰς ἐνορίας, αὐτοὶ εἶναι ὅλη ἡ νοθεία ποὺ ἐγένετο. Κάνω ὑπευθύνως αὐτὴν τὴν ἀνακοίνωσιν, καὶ ζητῶ καὶ πλήρη διαπίστωσιν. Διατάξατε δικαστικὴν ἔρευναν, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι, ὅ,τι ἀναφέρω εἶναι πραγματικότης. Εἶναι στοιχεῖα εἰλημμένα ἀπὸ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας ποὺ ἐπελήφθησαν τὴν ἔκδοσιν τῶν βιβλιαρίων. Καὶ μὲ ἕνα αἴσθημα εὐθύνης τὸ ἀναφέρω αὐτὸ ἐδῶ. Μὴ κάνετε σύγκρισιν τῶν νομίμων βιβλιαρίων ποὺ ἐξεδόθησαν ἀπὸ ὡρισμένα κόμματα ποὺ εἶναι ἐλαχίστου καὶ περιωρισμένου ἀριθμοῦ. Ἀπομένει ὁ τεράστιος ὄγκος τῶν νόθων βιβλιαρίων ποὺ ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ψευδῶν βεβαιώσεων. Καὶ ἐπὶ αὐτοῦ καλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν.
§42Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Ἐκάματε μίαν δήλωσιν, ὅτι τῶν ὑπολοίπων κομμάτων τὰ βιβλιάρια, εἴτε ὀλίγα εἴτε πολλά, εἶναι ἐκδιδόμενα ἐπὶ τῇ βάσει νομίμων στοιχείων καὶ προϋποθέσεων. Ἔχετε κάμει ἔλεγχον ἐσεῖς; Ἀναλαμβάνετε τὴν εὐθύνην αὐτήν; Διότι ἐὰν ἀναλαμβάνετε αὐτὴν τὴν εὐθύνην, ἐγὼ θὰ δεχθῶ, ὅτι ἔγινε διακεκριμένη μεταχείρισις τῆς ΕΡΕ.
§43Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἀναλαμβάνετε ἐσεῖς κ. Ὑπουργέ, τὴν εὐθύνην, ὅτι ἡ Ἀστυνομία ἐξέδιδεν ψευδεῖς βεβαιώσεις μὲ παρέμβασιν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων;
§44Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Κύριε Παπασπύρου, προσέξατε τὶ θέλω νὰ ὑποστηρίξω. Εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν, διὰ λογαριασμὸν τοῦ συνόλου τῶν ὑπολοίπων κομμάτων πλὴν τῆς ΕΡΕ, ἐτηρεῖτο μία αὐστηρὰ καὶ βυζαντινολογικὴ διαδικασία ἀποκλείουσα τὴν παρέκκλισιν ἀπὸ τὸ ὅριον τῆς ἐγκαταστάσεως, τοῦ 1948, ἐνῶ γιὰ τὴν ΕΡΕ συνέβαινε τὸ ἀντίθετον, δέχομαι ὅτι ὑπάρχει εὐνοϊκὴ μεταχείρησις τοῦ Κόμματος τῆς ΕΡΕ. Ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅμως, ὅτι τὰ πολλὰ ἢ ὀλίγα βιβλιάρια, τῶν ὑπολοίπων Κομμάτων ἔχουν καὶ αὐτὰ σημαντικώτατον ποσοστὸν μὴ ἐγκατεστημένων πρὸ τοῦ 1948, καὶ ἀποδεικνύεται αὐτό, τότε θὰ ἐξακολουθήσητε νὰ ἐπιμένητε, ὅτι ἐπετεύχθη καὶ ἡ ἐλαχίστη εὔνοια ὑπὲρ τοῦ Κόμματος τῆς ΕΡΕ ἢ θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ γενικωτέρας ἐλαστικῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τῆς ἀναφερομένης εἰς τὸν χρόνον ἐγκαταστάσεως τοῦ ἐκλογέως;
§45Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶσθε ἐγγεγραμμένος καὶ ἔχετε ὁμιλήσει. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει προσωπικὸν θέμα. Δὲν σᾶς ἔθιξεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεφέρθη πράγματι κατὰ τὴν ὁμιλίαν του εἰς ὡρισμένα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε πρὸς τὸ Σῶμα εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν κατὰ τὴν ὁμιλίαν σας. Ἐὰν θέλετε καὶ ἐπιμένετε νὰ τὸ θεωρῆτε προσωπικὸν νὰ ὁμιλήσητε.
§47Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ προσωπικὸν τὸ θέμα, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἔφερα εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακριβῆ ἐντελῶς στοιχεῖα καὶ πληροφορίας. Ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι τὰ στοιχεῖα αὐτὰ δημιουργοῦν καὶ ποινικὰς εὐθύνας δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν, ὅσα κατήγγειλα, ὅτι διέπραξαν. Συνεπῶς, ἐὰν βάσει ψευδῶν στοιχείων ἔφερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θέματα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν καὶ ποινικὰς εὐθύνας καὶ αὐτὰ εἶναι ἀνακριβῆ, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει σαφὲς θέμα κατηγορίας συκοφάντου, καὶ ἑπομένως καὶ ἐὰν δὲν ἐλέχθη ἡ ἔκφρασις, ἐν τούτοις προκύπτει. Ἐὰν δηλαδή, ἐπικαλοῦμαι στοιχεῖα ποὺ προκαλοῦν ποινικὰς εὐθύνας καὶ εἶναι ψευδῆ, ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει ἕνα προσωπικὸν θέμα. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβεβαιώνονται ἁπλῶς ὅλα ὅσα κατήγγειλα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Διότι, τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός; Πρῶτον, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἐγγραφῆς μεγάλουν ἀριθμοῦ ἐκλογέων, ἐπανέλαβεν ἐκεῖνο ποὺ εἶχεν εἶπε, ὅτι τὸ Κόμμα τῆς Ε.Ρ.Ε., ἠθέλησε νὰ διευκολύνῃ —διότι εἶχε καθῆκον νὰ τὸ κάμῃ— νὰ διευκολύνῃ τοὺς ραθύμους ἐκλογεῖς, τοὺς μὴ σπεύσαντας νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, διὰ νὰ ἐγγραφοῦν. Πρῶτον σημειώνω μίαν πλήρη καὶ ριζικὴν ἀντίθεσιν αὐτῶν ποὺ εἶπε, μὲ ἐκεῖνα ποὺ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προχθές, ὅτι δηλαδή, οἱ νεοεγγραφέντες εἶναι οἱ ἑτεροδημόται, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἐγγραφοῦν καὶ οἱ ὁποῖοι ἔλυσαν τὸ ζήτημα ἐν τῇ πράξει, διότι ἐνεγράφησαν. Ἄρα δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον.
§48Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ποτὲ δὲν εἶπον τέτοια πράγματα.
§49Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ἐδιάβασα, κ. Ὑπουργέ.
§50Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπον, ἐπαναλαμβάνω, τοιαῦτα πράγματα.
§51Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε, θὰ διωρθώσατε τὰ πρακτικά.
§52Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν διορθώνω ποτὲ τὰ πρακτικά. Ὅ,τι λέγω, αὐτὰ γράφονται.
§53Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναφέρετε, ὅτι ἔχετε ἑτοίμην τροπολογίαν διὰ νὰ καταργήσητε αὐτὴν τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν, καίτοι, προσθέτετε, δὲν ὑπάρχει πλέον ἀντικείμενον τῆς διατάξεως, διότι οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν ἐκλογέων, τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ ἡ διάταξις ἔχουν ἤδη ἐγγραφῆ εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους.
§54Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ ποὺ λέγετε τώρα, σημαίνει αὐτὸ ποὺ εἴπατε πρὸ ὀλίγου;
§55Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σημαίνει αὐτό, κ. Ὑπουργέ; Ὅταν ἐκεῖνοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχει ἡ ἀπαγορευτικὴ διάταξις ἔχουν ἐγγραφῆ κατὰ τὸ μέγιστον μέρος εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, δὲν βλέπω τί ἄλλο λέγει ἡ διάταξις.
§56Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐρωτηθείς, εἶπον τὰ ἑξῆς: Ὅτι θὰ καταργήσω τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ἄλλωστε εἶναι ἄνευ περιεχομένου, διότι πλεῖστοι τῶν ἑτεροδημοτῶν κάτοικοι μετὰ τὸ 1948, ἔχουν ἐγγραφῆ εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει, ὅτι ἔγινε νοθεία ὑπὲρ τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ἐνεγράφησαν ὀπαδοὶ τῆς Ε.Ρ.Ε.; Μὰ τότε θὰ ὑπῆρχον περιθώρια διὰ νὰ ἐγγραφοῦν οἱ ἑτεροδημόται ὀπαδοὶ τῶν ἄλλων Κομμάτων. Εἶναι ἁπλοῦν τὸ θέμα. Ἐκτὸς ἐὰν διαιρῆτε τοὺς Ἕλληνας εἰς φίλους τῆς Ε.Ρ.Ε. ἑτεροδημότας καὶ εἰς φίλους τῶν ἄλλων Κομμάτων μὴ ἑτεροδημότας. Ἐὰν ἔτσι θέτετε τὸ θέμα, ἔχω λάθος. Ἐὰν ὅμως τὸ θέμα τίθεται κατὰ τὴν κοινὴν λογικήν, αὐτὸ ποὺ εἶπον δὲν σημαίνει, ὅτι δέχομαι, ὅτι ἔγινε νοθεία ὑπὲρ τῆς Ε.Ρ.Ε., ἀλλὰ δέχομαι, ὅτι ἔγινε μία ἐλαστικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ κανόνος τοῦ 1948, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶπον, ἐὰν δὲν πλανῶμαι, ἤδη, εἰς τὰς 9 Δεκεμβρίου.
§57Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μοῦ ἐπιτρέπετε, κ. Πρόεδρε, νὰ παρέμβω ὡς ἀναγνώστης; Τὸ κείμενον τοῦ κ. Ράλλη, ἔχει ὡς ἑξῆς: «...Ἂν καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἄνευ περιεχομένου, δεδομένου, ὅτι ἔλαβον ἐκλογικὰ βιβλιάρια τὸ σύνολον σχεδὸν τῶν ψηφοφόρων, ἀνεξαρτήτως χρόνου ἐγκαταστάσεως».
§58Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον. Καὶ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως παρέλειψε νὰ ἀναφέρῃ καὶ τοῦτο τὸ γεγονός. Ἔκαμα ἕνα ἔλεγχον, κύριοι, εἰς τὰ βιβλιάρια τῶν ἄλλων κομμάτων, τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. Καὶ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸν ἔλεγχον αὐτόν, ὅτι 40% τῶν ἐγγραφέντων ἐπισήμως ἀπὸ τὰ κόμματα εἶναι κάτοικοι Ἀθηνῶν μετὰ τὸ 1948. Ἐκτὸς τοῦ γεγονότος, ὅτι ἰδίως εἰς τὴν Βʹ περιφέρειαν Ἀθηνῶν, ψηφοφόροι ἐγκατασταθέντες τὸ 1958 ἢ τὸ 1959 ἢ τὸ 1960 εἶναι ἀποδεδειγμένως ὀπαδοὶ τῆς ΕΔΑ. Ὅταν, λοιπόν, λέγετε καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνετε κατὰ κόρον, ὅπως ἐπαναλαμβάνετε κατὰ κόρον, ὅτι ἡ προθεσμία ὑποβολῆς τῶν στρατιωτικῶν καταστάσεων εἶναι ἀνατρεπτικὴ καὶ ἦλθε τὸ Ἐκλογοδικεῖον καὶ σᾶς εἶπε τὶ εἶναι ἡ προθεσμία, ὅταν ἐπαναλαμβάνετε, λοιπόν, κατὰ κόρον, ὅτι ἔγινε νοθεία ὑπὲρ τῆς Ε.Ρ.Ε., διότι ὅλους τοὺς ἑτεροδημότας τῶν Ἀθηνῶν τοὺς ἐνέγραψε καὶ δὲν ἐνέγραψαν κανένα τὰ ἄλλα Κόμματα, δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν. Ἀποδεικνύω, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν εἶναι ὀρθὰ καὶ εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἔγινε καμμία νοθεία καὶ συνέβη αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας. Ὅτι, δηλαδή, καὶ λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα εἰς ὡρισμένας περιφερείας νὰ ἔχουν πληροφορίας βασίμους, ἀλλὰ καὶ διότι ὑπῆρχε τὸ θέμα τῶν ταὐτοτήτων, ἐφηρμόσθη αὐτὴ ἡ διάταξις μετ’ ἐλαστικότητος, δι’ ὅλους, ἀνεξαιρέτως. Ὄχι μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλας τὰς μεγάλας πόλεις, ὑπάρχει μέγας ἀριθμὸς ἐγγραφέντων ἑτεροδημοτῶν, καὶ οἱ ἑτεροδημόται αὐτοὶ ἀνήκουν εἰς ὅλα τὰ Κόμματα. Καὶ εἶπον πρὸ 15 ἡμερῶν καὶ ἐπαναλαμβάνω, σήμερον, θέλετε, κύριοι, νὰ κάμω μίαν ἔρευναν εἰς τὰς Πάτρας καὶ νὰ κάμω αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμνετε σεῖς, μηνήσεις ἐναντίον τῶν ἑτεροδημοτῶν;
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τοῦ Κέντρου καὶ τῆς Ἀριστερᾶς). Ναί, ναί. (Θόρυβος).
§60Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Λοιπόν, κύριοι, χωρὶς νὰ ἔχω ἐλέγξει τὰ στοιχεῖα, σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι ἀπὸ τοὺς 9.500 νεοεγγραφέντας τῶν Πατρῶν, τοὐλάχιστον, αἱ 3.000 εἶναι ἑτεροδημόται, κάτοικοι Πατρῶν, μετὰ τὸ 1948.
§61Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τιμωρηθοῦν..... (Θόρυβος).
§62Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Νὰ τὰ ἀφήσητε αὐτά. Τὰ λέγετε διὰ νὰ δημιουργήσητε ἐντυπώσεις. Δὲν ἤλεγξα ἀκόμη ὅλα τὰ βιβλιάρια τοῦ κ. Γρίβα, τὰ ὁποῖα, βεβαίως, δὲν εἶναι ψῆφοι τῆς Ε.Ρ.Ε. Δὲν ἤλεγξα ἀκόμη ὅλα τὰ βιβλιάρια τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν καὶ οὔτε ἀποδίδω εἰς τὴν κίνησιν τοῦ κ. Γρίβα καὶ εἰς τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν καμμίαν κατηγορίαν. Δὲν εὐθύνονται οἱ ἴδιοι, διότι δὲν ἐγνώριζαν. Ἦλθεν ὁ ἐκλογεὺς καὶ τοὺς ἐνεπιστεύθη τὸ βιβλιάριόν του καὶ ἔφερεν βεβαιώσεις. Αὐτοὶ οἱ ψῆφοι, κύριοι, τῶν δύο αὐτῶν Κομμάτων, ἑτεροδημοτῶν ἐγκατασταθέντων εἰς τὰς Ἀθήνας μετὰ τὸ 1948, καὶ ἐγγραφέντων, μήπως εἶναι ψῆφοι, ὑπὲρ τῆς Ε.Ρ.Ε.; Ἢ μήπως αὐτοὶ οἱ κύριοι τῆς Ε.Δ.Α., οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ ἀντιπρόσωποι εἰς τὸ τμῆμα Χαϊδαρίου, καὶ ἐνεγράφησαν τὸ 1961 καὶ κατῴκησαν εἰς τὴν περιοχὴν τῶν Ἀθηνῶν τὸ 1960, μήπως ἦσαν φίλοι τῆς Ε.Ρ.Ε.; Ἢ μήπως, νομίζετε, ὅτι ἡ Ε.Ρ.Ε. θὰ ἦτο τόσον ἀνόητος ὥστε τοὐλάχιστον αὐτῶν τῶν κομμουνιστῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν φακέλλους καὶ οἱ ὁποῖοι προσήρχοντο διὰ νὰ βγάλουν φυλλάδια διὰ τῆς Ε.Ρ.Ε. νὰ μὴ τὰ ἐξέδιδε, τοὐλάχιστον αὐτά; Ἀπὸ αὐτὰ τὰ γεγονότα, ὅσον καὶ νὰ φωνάζητε καὶ νὰ διαμαρτύρεσθε, προκύπτει ἕνα καὶ μόνον, ὅτι τὰ βιβλιάρια ἐξεδόθησαν παρατύπως μέν, ἀλλὰ παρατύπως δι’ ὅλα τὰ Κόμματα. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τοῦ Κέντρου).
§63Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπέμβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν ἀπεσαφήνισε πλήρως τὸ θέμα, ὅτι δηλαδὴ οἱ ἐγγραφέντες εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους τοῦ 1961 δὲν ἦσαν οἱ ράθυμοι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως, ἀλλὰ οἱ ἑτεροδημόται κάτοικοι Ἀθηνῶν, οἱ μετὰ τὸ 1948 ἐγκατασταθέντες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Πρόκειται, συνεπῶς, περὶ παρανομίας ἀναμφισβητήτου. Καὶ ναὶ μὲν τὴν παρανομίαν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐχαρακτήρισεν, ὡς ἐλαστικότητα τοῦ νόμου, ἀλλὰ ἐλαστικότης τὶ σημαίνει, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι πρὸς ὅλας τὰς πλευράς. Σημαίνει, νοθείαν εἰς βάρος τῶν ἄλλων Κομμάτων. Ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγει, ὅτι δὲν εἶναι 150.000. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι 148.615 ἐνεγράφησαν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τοῦ 1961. Οἱαδήποτε προσπάθεια παραπλανήσεως, ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ νέων ἐγγραφῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ μεταθέσεων, δὲν μεταβάλλει τὴν οὐσίαν. Διότι θὰ ἠρώτων, διατὶ ὁ παραμένων εἰς Π. Φάληρον, μεταφέρει τὸ ἐκλογικόν του δικαίωμα εἰς τὴν Ν. Ἰωνίαν; Ποῖος ὁ λόγος αὐτῆς τῆς μετακινήσεως;
§64Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Αὐτὸς εἶναι νέος ἐκλογεύς;
§65Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπῶς, εἰς ὅλας τὰς ἐγγραφὰς ὑπάρχει πάντοτε τὸ ὕποπτον, εἴτε πρόκειται περὶ μετακινήσεως, εἴτε πρόκειται περὶ νέου ἐκλογέως. Ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἐγγραφὴ. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν διατάξεων, περὶ ἐγγραφῆς τῶν ἑτεροδημοτῶν, ἀντεδράσαμεν. Ἀντιθέτως, ἡ Ε.Δ.Α. ἔκαμε πόλεμον ὀξύν, διὰ τὴν διαγραφὴν τῆς ἀπαγορευτικῆς διατάξεως, περὶ ἑτεροδημοτῶν καὶ δὲν ὑπῆρξεν ὁμιλητὴς τῆς Ε.Δ.Α., ὁ ὁποῖος νὰ μὴ κατεφέρθη κατ’ αὐτῆς.
§66Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως.
§67Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἐρευνήσητε τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων ἐκείνων, θὰ ἴδητε, ὅτι ὅλοι μας ἐζητήσαμεν τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§68Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως.
§69Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπέμενε νὰ παραμείνῃ, διότι εἶχεν ἤδη ἐγγράψει παρανόμως, ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν. Ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ τὰς μεθόδους, κατὰ τὰς ὁποίας ἐγένετο αὐτὴ ἡ ἐγγραφή, νομίζω, ὅτι ὑπῆρξε πλήρης ἡ ἐπιβεβαίωσις ἐκ μέρους τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, ὅτι ἡ ΕΡΕ ἐνέγραψεν ἕνα μεγάλον ἀριθμόν. Ἐκ τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον κατωρθώσαμεν νὰ κάμωμεν εἰς 25 μόνον ἐνορίας, προέκυψεν, ὅτι τοὐλάχιστον τὸ 40% εἶναι ἐγγραφαὶ τῆς Ε.Ρ.Ε., πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι 60.000 ἕως 70.000 ἐκλογεῖς ἐνεγράφησαν μέσῳ τοῦ κομματικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. Δὲν φέρει, λέγει, ὁ κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως, τὸν τίτλον τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Κόμματος τῆς Ε.Ρ.Ε. Δὲν γνωρίζω, ἂν κάμνω λάθος εἰς τὸν τίτλον, ὅπως ἐπίσης δὲν γνωρίζω, τὶ σχέσιν ἔχει μὲ τὰς κομματικὰς εὐθύνας. Ἀνεφέρθην, ὅμως, εἰς αὐτόν, διότι ὁ Γεν. Γραμματεὺς ρυθμίζει τὰ κομματικὰ τοῦ Κόμματος, ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ τὴν ἔρευναν ποὺ ἔκαμα εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, εἶδον, ὅτι προήρχοντο ἀπὸ τὴν Γραμματείαν τοῦ Κόμματος τῆς Ε.Ρ.Ε., εἶπον ἀπὸ τὸν Γραμματέα τοῦ Κόμματος. Αἱ ἐγγραφαὶ αὐταί, ὑπερβαίνουν πάντως τὰς 60.000. Τὰ πιστοποιητικὰ ἐξεδίδοντο, καθ’ ὃν τρόπον ἀνέφερα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε, «παρεκινήσαμεν τοὺς πολίτας νὰ ἐγγραφοῦν». Ἀλλὰ ἡ παρακίνησις γίνεται, διὰ τοῦ τύπου ἢ μὲ συστάσεις. Ἐδῶ, ὅμως, παρουσιάζεται ὁ κ. Παναγόπουλος ἐξουσιοδοτημένος ἀπὸ 60.000 ἀνθρώπους νὰ βγάλῃ βιβλιάρια. Εἶναι αὐτονόητον, προκειμένου περὶ ἑνὸς τόσον μεγάλου ἀριθμοῦ, ὅτι ἐκλάπησαν αἱ διατυπώσεις, καὶ δὲν παρεχωρήθησαν. Διότι, 60.000 γνήσιαι ὑπογραφαί, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθοῦν ἀπὸ ἕνα πρόσωπον, τὸν Τασιγιῶργον, ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος. Κάθε ὑπογραφή, ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον 3 λεπτὰ καὶ ἀπαιτεῖται ἑπομένως, πολὺ περισσότερος χρόνος διὰ νὰ τεθοῦν ὅλαι αὐταὶ αἱ ὑπογραφαί, ἀπὸ ὅσον ἐδαπανήθη. Τὰ πιστοποιητικά, ἐξεδίδοντο ἐν λευκῷ. Ἡ φωτοτυπία ἐν λευκῷ, τὴν ὁποίαν κατέθεσα, εἶναι τοῦ ἱερέως. Ἄλλοτε, ὅμως, εἶχε κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πιστοποιητικὸν ἐν λευκῷ τῆς Ἀστυνομίας διὰ τὴν ἐγκατάστασιν πρὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1948. Καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ καταπληκτικοῦ ἰσχυρισμοῦ τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν, ὅτι καὶ τὰ ἄλλα Κόμματα, ἔπραξαν τὸ ἴδιον καὶ ἑπομένως, ἐπέρχεται συμψηφισμός. Ἐπ’ αὐτοῦ, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν, πρῶτον, δὲν ἔδωσαν ἀριθμούς, τὶ ἐγγραφὰς ἔκαμε τὸ κἄθε Κόμμα. Εἶναι ἀνάγκη, ὅμως, νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ ἀπὸ τὰ ἄλλα Κόμματα, ἐγένετο νομίμως καὶ ὄχι κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἐλέχθη, ὅτι ἐγένετο καὶ ἀπὸ τὸν Ἀγωγιάτην ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, ἀλλὰ αὐτό, ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τῆς πλαστογραφίας, διότι μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι ὅλα τὰ δικαιολογητικά, τὰ ὁποῖα προήρχοντο ἀπὸ τὸν Ἀγωγιάτη, εἶναι ἀπὸ τὰ συνήθη πιστοποιητικά, τὰ προερχόμενα ἀπὸ τὰς Δημοσίας Ὑπηρεσίας. Εἶναι φανερὰ ἡ ἀντίθεσις μὲ ἐκεῖνα τὰ πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα προσεκομίσθησαν ἀπὸ τὴν Γραμματείαν τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ τοῦτο, ἀποτελεῖ μίαν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν προνόμια διὰ τὰ ἄλλα Κόμματα, ὡς πρὸς τὰς ἐγγραφὰς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ ὅτι, ὅλαι αἱ πλαστογραφίαι καὶ αἱ παρανομίαι εἶναι τῆς Ε.Ρ.Ε. Συνεπῶς, εἶναι περίεργον, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας ἀνέφερεν ὅλα αὐτά, χωρὶς στοιχεῖα. Καὶ πῶς ἔσπευσε νὰ διαψεύσῃ πράγματα ἀναμφισβήτητα καὶ καθ’ ἑαυτὰ φανερά, ἐπιβεβαιωθέντα μάλιστα ἀπὸ ὅσα εἶπον οἱ ἴδιοι οἱ κ.κ. Ὑπουργοί. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς εὐθύνας τῶν Ἀστυνομικῶν, οἵτινες ὑπέγραψαν τὰς ψευδεῖς αὐτὰς βεβαιώσεις, εἶναι ζήτημα τῆς Δικαιοσύνης. Σήμερον, ὑπεβάλαμεν αἴτησιν διαγραφῆς ὅλων αὐτῶν τῶν παρανόμως ἐγγραφέντων εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1961, διότι ἐνεγράφησαν κατὰ παράβασιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§70Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐδημιουργήθη προσωπικὸν θέμα καὶ παρακαλῶ, ὅπως μοῦ δώσητε τὸν λόγον.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὶ σύγκειται τὸ προσωπικὸν σας θέμα;
§72Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεδόθη ἡ εὐθύνη εἰς τὴν Ἕνωσιν Κέντρου, ὅτι μετῆλθε τὰ ἴδια μέσα, τὰ ὁποῖα μετῆλθεν ἡ Ε.Ρ.Ε., διὰ τὴν ἔκδοσιν παρανόμων βιβλιαρίων.
§73Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀπέδωσα εἰς τὰ Κόμματα καμμίαν εὐθύνην. Τὸ εἶπον, ὅτι δὲν πταίουν τὰ Κόμματα, ἀλλὰ οἱ ἐκλογεῖς. Δὲν ἀπέδωσα, ἐπαναλαμβάνω, καμμίαν εὐθύνην εἰς τὰ Κόμματα. Δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως, προσωπικὸν θέμα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέσχε καὶ διευκρίνισιν ἐκ περισσοῦ. Δὲν ἀπέδωσε καμμίαν εὐθύνην εἰς τὰ Κόμματα καὶ ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν θέμα.
§75Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ προσωπικὸν ζήτημα;
§77Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι καὶ ἄλλα Κόμματα διενήργησαν κατ’ ἀνάλογον τρόπον ἐγγραφάς...
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ προσωπικὸν θέμα. Ὅσα εἶπον διὰ τὸν κ. Παπασπύρου, ἰσχύουν καὶ δι’ ὑμᾶς.
§79Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ συμβαίνει, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν παράταξίν μας νὰ ἔχω προσωπικὴν ἀνάμιξιν εἰς τὰ ὀργανωτικά, θὰ ἤθελα, ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ καταθέσῃ ἐγγράφως, πόσας καὶ ποίας ἐγγραφὰς ἔκαμεν ἡ παράταξίς μας, καὶ ἐὰν τὰς ἐγγραφὰς αὐτὰς τὰς ἔκαμε μὲ τὸν ἴδιον τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον κατηγοροῦμεν τὴν Ε.Ρ.Ε., ὅτι ἔκαμεν. Συγκεκριμένως, θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἀνάλογον φαινόμενον μὲ τὸ καταγγελθέν, ὅτι συνέβη ἐν Ἀθήναις, ἔχει συμβῆ καὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην... (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι, κωδωνοκρουσίαι).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε, νὰ συνεχίσητε. Εἶναι προσωπικὸν τὸ θέμα;
§81Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Νὰ ἐξηγήσω διατὶ δὲν θὰ.....
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν Κανονισμὸν καὶ ὀφείλομεν ὅλοι νὰ τὸν σεβασθῶμεν. (Θόρυβος).
§83Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Τὶ πράγματα εἶναι αὐτά. Δὲν δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον.
§84Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Δὲν συγκαλύπτονται ἔτσι ὅλα αὐτά. (Θόρυβος).
§85Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐννοεῖτε νὰ μὲ ἀφήσητε ἐκτεθειμένον;
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ;
§87Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Θὰ μὲ ἀκούσητε ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ ἀφήσητε ἕνα βουλευτὴν ἐκτεθειμένον ἀπέναντι μιᾶς Ὑπουργικῆς διαφωτίσεως. Ἔγινε ἀπὸ μέρους μου μία διακοπή, ἐγένετο μία διάψευσις καὶ ἐπίθεσις προσωπικὴ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἐγὼ δὲν θὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν;
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπέδωσεν εὐθύνην πρὸς τὰ κόμματα. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος καὶ θὰ ὁμιλήσητε μὲ τὴν σειράν σας. (Θόρυβος).
§89Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ τὴν νευρικότητα ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ. Αὐτὴ ἡ αὐστηρὰ ἀπαγόρευσις, εἶναι ἀνεξήγητος, διότι αἱ ἀπαντήσεις τῶν συναδέλφων οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸν προσωπικὸν χαρακτῆρα τοῦ θέματος, πρόκειται νὰ ἀπασχολήσουν μόνον ἐπὶ ὀλίγα λεπτὰ τὸ Σῶμα, καὶ πρόκειται ἐν συνεχείᾳ, τὸ αὐτὸ θέμα νὰ ἀναπτυχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν πρόκειται νὰ ἔλθῃ νέον θέμα διὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἀνυπομονοῦμεν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἂν θέλωμεν νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἠρεμία εἰς τὴν συζήτησιν, δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλλεται ἡ αὐστηρὰ αὐτὴ ἀπαγόρευσις ἡ ὁποία εὐλόγως προκαλεῖ διαμαρτυρίας. Σᾶς περιβάλλω μὲ τιμήν, κ. Πρόεδρε, διὰ τὸν τρόπον ποὺ διαχειρίζεσθε τὰ Προεδρικά σας καθήκοντα καί, ὅτι εἰς αὐτὸ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν σας, ἐπὶ τοῦ ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ἀπολύτου ἀπαγορεύσεως δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ὁμαλὴν πορείαν τῶν συζητήσεων.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον, προσπαθεῖ μὲ κάθε τρόπον νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμόν. Τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀκούει πανταχόθεν, ὅτι παραβιάζει τὴν σειράν, ὅτι δὲν ἀφήνει τοὺς ρήτορας νὰ ὁμιλήσουν, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸ ὑποχρεώνουν νὰ ἐπιδεικνύῃ αὐστηρότητα, περὶ τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἠλιοπούλου, οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ δώσῃ συνέχειαν. Συνεπῶς, ἐὰν συνεχίσωμεν, εἴτε ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ θέματος εἴτε, πολὺ περισσότερον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω, ὅτι παρατείνεται ἡ συζήτησις, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ἀγορεύσουν οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δικαίωμα νὰ ἀγορεύσουν. Εἶναι, ἤδη, μία ὥρα ἀφ’ ἧς εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ δὲν ἠρχίσαμεν ἀκόμη.
§91Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει, σήμερον, μία ἀνισότης εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν συζητήσεων, διότι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνουν τὸν λόγον, ἐντεῦθεν δέ, δύναται νὰ ὁμιλῇ μόνον ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος θὰ πρέπει νὰ ὑποκαθιστᾷ ὅλους τοὺς φίλους του ὁμιλητάς. Ἐὰν δὲν ἀναγνωρίσωμεν, ἐντὸς θεμιτῶν ὁρίων, τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὁμιλήσαντα βουλευτὴν νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν, καθιεροῦμεν κατάργησιν τῆς προσωπικότητος τοῦ βουλευτοῦ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνταπόκρισις, ὑπάρχει πάντοτε ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ Προεδρείου. Δὲν εἶναι θέμα, διὰ τὸν κ. Παπασπύρου. Ἠγέρθη ὁ κ. Ἐφραιμίδης, ἐγείρεται ὁ κ. Μητσοτάκης καὶ ζητοῦν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Παπασπύρου, ἀνεμίχθη εἰς τὴν συζήτησιν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον, κ. Παπασπύρου, διὰ τὸ θέμα ποὺ λέγετε, ὅτι εἶναι προσωπικόν.
§95Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περιέλαβε καὶ τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ διετύπωσα πρὸς τὸ Σῶμα. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποκρούσω, ὅτι ἐγένετο οἱαδήποτε παρέκκλισις, ἢ ὑπῆρξεν οἱαδήποτε εὔνοια ὑπὲρ τοῦ Κέντρου. Ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐξεδόθησαν 100 βιβλιάρια καὶ ὑπὸ τῆς κινήσεως Γρίβα περὶ τὰ 1.000, ἅπαντα, ὅμως, νόμιμα, βάσει γνησίων δικαιολογητικῶν. Ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν νόθων καὶ πλαστῶν βιβλιαρίων τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν βάσει ψευδῶν πιστοποιητικῶν, εἶναι ἔργον ἀποκλειστικὸν τῆς ΕΡΕ. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐζήτησα νὰ γίνῃ δικαστικὴ ἔρευνα.
§96Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Κύριε Ἀρχηγὲ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἦτο προσωπικὸν τὸ θέμα τοῦ κ. συναδέλφου;
§97Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ τῆς Προεδρίας, ἐὰν μὲ εἴχατε παρακολουθήσει, θὰ εἴχατε ἀντιληφθῆ, ὅτι ἐπρότεινα, μίαν εὐρυτέραν ἑρμηνείαν, ὥστε, ἐπὶ οὐσιαστικῶν θεμάτων, μία σύντομος ἀπάντησις, πρέπει νὰ θεωρῆται δικαίωμα τῶν βουλευτῶν. Καὶ ἐλπίζω, ὅτι τὸ Σῶμα ὁλόκληρον, πέραν παρατάξεων θὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεώς μου.
§98Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Ἦτο συντομωτάτη ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Παπασπύρου, ἀλλά, πάντως, τὸ στοιχεῖον ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ θέματος, δὲν ὑπῆρχεν. Αὐτό, δὲν τὸ συνομολογεῖτε;
§99Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν 70.000 βιβλιαρίων, αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§101Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, κ. Μαρκεζίνης, ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον, ἐτόνισεν, ὅτι τὸ Κόμμα τὸ ἰδικόν μας συμφωνεῖ πρὸς τὴν καταγγελίαν τῶν ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν. Ἐτόνισε περαιτέρω, ὅτι ἐκτὸς τῆς νοθείας καὶ τῆς βίας, ἡ ὁποία ἠσκήθη, θὰ πρέπει, ὅταν θέλωμεν νὰ κρίνωμεν καὶ νὰ ἐλέγχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, νὰ μὴ παραγνωρίζωμεν, ὅτι καὶ ἐκ τῆς παρατάξεως τῆς ἰδικῆς μας διεπράχθησαν λάθη. Καὶ μὲ εἰλικρίνειαν ἀνεγνώρισεν ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν σοβαρῶς νὰ ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ παράταξις κατώρθωσε νὰ διατηρήσῃ ἕνα μεγάλο μέρος τῆς δυνάμεώς της. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθὲς ἐξ ἴσου καὶ ἐτονίσθη ἐπανειλημμένως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, κ. Μαρκεζίνην, εἶναι, ὅτι ἀσφαλῶς αἱ ἀνώμαλοι συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαὶ —καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σημαῖνον— ἔδωσαν τὴν αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν εἰς τὴν Κυβερνῶσαν παράταξιν. Τόσον κατὰ τὸ πενθήμερον τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως δυσπιστίας, ὅσον καὶ κατὰ τὰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι ἕως σήμερον ἔλαβον χώραν, πολλὰ κατηγγέλθησαν καὶ ἐπὶ τῶν γενικωτέρων θεμάτων, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς καὶ τῶν εἰδικωτέρων θεμάτων, τῶν σχετιζομένων πρὸς ὡρισμένας περιφερείας. Αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον, κ. βουλευταί, νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὴν ἐκλογικήν μου περιφέρειαν, τὴν Μεσσηνίαν. Καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι καθῆκον ἐπιτακτικὸν καὶ διότι πρέπει νὰ εἶναι πλήρως διαφωτισμένη ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ διότι πρέπει πλήρως νὰ διαφωτισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀλλὰ καὶ διότι θὰ ἐνθυμῆσθε ὅλοι, ὅτι τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐκ Μεσσηνίας, κ. Κωστοπούλου, διὰ τηλεγραφήματος μας πρὸς τοὺς κ.κ. Παπανδρέου, Βενιζέλον καὶ Μαρκεζίνην κατηγγείλαμεν, ἐν ὀλίγαις λέξεσι, τὰ λαβόντα χώραν ἐν Μεσσηνίᾳ. Πολιτεύομαι, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδέποτε ἀντιμετώπισα ἐκλογὴν ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἔλαβε χώραν ἡ ἐκλογὴ τῆς 29ης Ὀκτωβρίου ἐν Μεσσηνίᾳ. Οὔτε ἀντελήφθημεν, οὔτε διεπιστώσαμεν ἐν Μεσσηνίᾳ νοθείαν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν νοθείας τῶν καταλόγων ἢ διπλοψηφίας ἢ οἱωνδήποτε παρανόμων ἐγγραφῶν, ἐὰν αἱ παράνομοι ἐγγραφαὶ ἀποτελοῦν νοθείαν. Καὶ πρέπει ἀμέσως νὰ τονίσω εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι ἀπολύτως ἀντικειμενικός, ὅτι, ὅπως ἐτόνισα καὶ προχθὲς εἰς σχετικὴν πρόσκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Γιαννούση, ὅταν ἐζήτησα τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, προθύμως μοῦ ἐδόθησαν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅμως, ὅτι μοῦ ἐδόθησαν οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι μόνον μέχρι καὶ τοῦ 1953, διότι μοῦ ἐδηλώθη ἐπισήμως, ὅτι οἱ κατάλογοι ἀπὸ τοῦ 1954 καὶ ἐντεῦθεν δὲν εἶχον ἐκτυπωθῆ. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω, διότι —ἐπαναλαμβάνω— ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι ἀντικειμενικός, ὅτι καὶ αἱ στρατιωτικαὶ καταστάσεις μοῦ ἐδόθησαν. Τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἠξίωσα καὶ ἔλαβον ἀπὸ τὴν Νομαρχίαν Μεσσηνίας ἐπίσημα —διὰ σφραγῖδος καὶ ὑπογραφῆς— ἀντίγραφα τῶν καταστάσεων τῶν στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διεπιστώθη κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐκλογῆς ἦτο ἡ ἀπροσμέτρητος ἐπέμβασις τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως καὶ τῶν Τ.Ε.Α., τὰ ὁποῖα κυριολεκτικῶς —πιστεύσατέ με, τὸ λέγω μὲ αἴσθημα εὐθύνης— κατετρομοκράτησαν τὸν Μεσσηνιακὸν λαόν. Δὲν τὰ λέγω αὐτὰ ἐκ τῶν ὑστέρων. Σᾶς βεβαιῶ, καὶ προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ μὲ διαψεύσῃ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ γνωρίζουν, ὅτι ἡμέρα παρ’ ἡμέραν, ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ προσέρχωμαι εἰς τὴν Διοίκησιν Χωροφυλακῆς Μεσσηνίας, καταγγέλλων πότε τὴν μίαν καὶ πότε τὴν ἄλλην παρεκτροπήν. Διότι εἶχον, κύριοι βουλευταί, τὴν ἀφέλειαν —πρέπει νὰ εἴπω τὴν ἀφέλειαν— νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ Διοίκησις Χωροφυλακῆς, λαμβάνουσα γνῶσιν τῶν παρεκτροπῶν ὡρισμένων ὀργάνων, θὰ ἔσπευδε, ὄχι νὰ ἐπιβάλλῃ κυρώσεις —οὔτε τὸ ἠξίωσα ποτὲ αὐτὸ— ἀλλὰ νὰ ἐξουδετερώσῃ τὰς ἐνεργείας, τὰς ὁποίας ὑπευθύνως τῆς κατήγγελλον. Καὶ πέραν τῶν εὐγενεστάτων ἀπαντήσεων καὶ τῆς προσποιητῆς προθυμίας τοῦ κ. Διοικητοῦ Χωρ)κῆς Μεσσηνίας, τίποτε δὲν ἐγένετο, εἰς τοιοῦτον δὲ βαθμόν, ὥστε ἀφοῦ 9 φορὰς μετέβην εἰς τὴν Διοίκησιν Χωρ)κῆς Μεσσηνίας, καταγγέλλων παρεκτροπὰς συγκεκριμένας ὀργάνων τῆς τάξεως εἰς βάρος τῶν ὀπαδῶν τοῦ Κέντρου καὶ προσωπικῶν μου φίλων, ἠναγκάσθην νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Διοικητὴν Χωρ) κῆς Μεσσηνίας —καὶ τὸ λέγω μετὰ λύπης μου, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν— ὅτι: Κύριε Δεμέστιχα, εἶσθε ὅ,τιδήποτε ἄλλο θέλετε, ἀλλὰ μόνον Διοικητὴς Χωρ)κῆς Μεσσηνίας δὲν εἶσθε. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν εἰς τὰς ἐκλογάς, ἔλαβον χώραν σποραδικαὶ παρεκτροπαὶ ὀργάνων τῆς τάξεως. Ἀλλὰ ἐκτὸς τοῦ γεγονότος, ὅτι αὐταὶ αἱ παρεκτροπαὶ ἦσαν μεμονωμέναι καὶ σποραδικαί, μὲ ἱκανοποίησιν διεπίστωνα πάντοτε, ὅτι, αἱ ἀρχαὶ ἐλάμβανον ἀμέσως τὰ προσήκοντα μέτρα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958 ἀπετάθην εἰς τὸν τότε Διοικητὴν Χωρ)κῆς καὶ τοῦ κατήγγειλον δὶς παρεκτροπάς, ἑνὸς ἐνωμοτάρχου ἢ ἑνὸς χωροφύλακος, ἀμέσως ἔσπευσεν, ὀρθότατα ἐνεργῶν, νὰ τοὺς μετακαλέσῃ εἰς τὴν ἕδραν τῆς Διοικήσεως ἐν Καλαμάτᾳ. Δὲν τοῦ ἐζήτησα νὰ τοὺς τιμωρήσῃ ἢ νὰ διενεργήσῃ ἀνακρίσεις, τοὺς ἐκράτει πλησίον του καὶ τοὺς ἐπανέφερε εἰς τὰς θέσεις των τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν. Ἔτσι πράγματι διησφαλίζετο ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τῶν κινήσεων τῶν πολιτῶν. Θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς Χωροφυλακῆς. Ἀλλά, πρὶν ἢ φθάσω ἐκεῖ, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ τὴν δραστηριότητα τῶν Τ.Ε.Α. Εἰς τὴν Μεσσηνίαν, κύριοι, ἐγώ, προσωπικῶς τοὐλάχιστον, εἶχον λησμονήσει τὴν ὕπαρξιν τῶν Τ.Ε.Α. Διότι Τ. Ε.Α. τὰ τελευταῖα ἔτη ἠμπορεῖ νὰ ὑπῆρχον, ἴσως ὀνομαστικῶς, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ πραγματικότητι. Ὅταν δέ, κατῆλθον εἰς τὴν Μεσσηνίαν διὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον καὶ μοῦ κατηγγέλθη καὶ ἀντελήφθην, ὅτι τὰ Τ.Ε.Α. πλέον εἶχον ἐξοπλισθῆ καὶ ἤρχισαν μίαν παράνομον δραστηριότητα, ὁμολογῶ, ἐξεπλάγην καὶ πιστεύσατέ με, ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν ἠθέλησα κἂν νὰ τὸ πιστεύσω. Ἀλλὰ τὶ ἔγινε; Ἐνῶ εἰς τὴν Μεσσηνίαν Τ.Ε.Α. μέχρι καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν δὲν ὑπῆρχον, αἴφνης, κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον τὰ Τ.Ε.Α. ἐν Μεσσηνίᾳ ἐνεφανίσθησαν ἐξωπλισμένα καὶ ἐν πλήρει δράσει. Ἐσπεύσαμεν ἀμέσως, μόλις εἴδομεν αὐτὴν τὴν δραστηριότητα, διότι ἐκυκλοφόρουν ἔνοπλοι τῶν Τ.Ε.Α. ἀνὰ τὴν ὕπαιθρον τῆς Μεσσηνίας, κατατρομοκρατοῦντες τοὺς πολίτας νὰ διαμαρτυρηθῶμεν. Χαρακτηριστικῶς σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς τὸ χωρίον Πλατὺ τῶν Καλαμῶν, εἰσῆλθον μίαν ἑσπέραν ἔνοπλοι τρεῖς ἄνδρες τῶν Τ.Ε. Α. εἰς τὸ καφενεῖον τοῦ χωρίου καὶ ὅταν ἐτόλμησε προσωπικός μου φίλος ἀπὸ τεσσαρακονταετίας, ἦτο ἀκόμη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου πατρός μου φίλος, νὰ εἴπῃ, ὅτι τέλος πάντων δὲν εἶναι μόνον ἡ Ε.Ρ.Ε. ἐθνικόφρον Κόμμα, ἀλλά, εἶναι καὶ τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ τοῦ κ. Παπανδρέου, ἡ Ε.Κ., Ἐθνικόφρονα Κόμματα, ἀφοῦ ἤκουσε ἕνα κατακλυσμὸν ὕβρεων, μετὰ δύο ὥρας, ὅταν ἔληξεν ἡ συζήτησις ἐξυλοκοπήθη ἀπὸ τοὺς ἄνδρας τῶν ΤΕΑ κατὰ τρόπον ἄγριον. Τότε ὅταν διεπιστώσαμεν μὲ τοὺς συναδέλφους τὴν παράνομον δραστηριότητα τῶν ΤΕΑ ἐσπεύσαμεν νὰ καταγγείλωμεν πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τὸν κ. Ποταμιάνον, τὴν κατάστασιν αὐτήν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα ποὺ ἐστείλαμεν: «Ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ. Χ. Ποταμιάνον. Ἀθήνας Ἐφιστῶμεν προσοχήν σας ἐπὶ γεγονότος, ὅτι συνεχιζόμενοι ἐξοπλισμοὶ ἀνδρῶν ΤΕΑ χωρὶς νὰ ὑφίσταται πρὸς τοῦτο οὐδεμία ἀνάγκη καὶ ὑπερβάλλουσα καθὼς καὶ θορυβώδης δραστηριότης των ἀνὰ τὴν ὕπαιθρον, ἔχει δημιουργήσει τεταμένην ἀτμόσφαιραν ἐγκυμονοῦσαν κινδύνους οἱ ὁποῖοι πρέπει πάσῃ θυσίᾳ νὰ ἀποφευχθοῦν στόπ. Ἀναμένομεν ἄμεσον λῆψιν ἐπιβαλλομένων μέτρων. Σταῦρος Κωστόπουλος Παυσανίας Λυκουρέζος». Οὐδεμία ἀπάντησις μᾶς ἐδόθη καὶ μετὰ πάροδον 4 ἡμερῶν ἠναγκάσθημεν διὰ παρομοίου τηλεγραφήματός μας νὰ διαμαρτυρηθῶμεν πρὸς τὴν ἡγεσίαν τῆς Ε.Κ.—Προοδευτικῶν, ζητοῦντες νὰ παύσῃ ὁ ἐξοπλισμὸς τῶν ΤΕΑ. Τὰ ΤΕΑ δὲν ἀφωπλίσθησαν. Πᾶσα ἀντίθετος βεβαίωσις θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω δὲν εἶναι ἀκριβής. Μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν ἐκλογῶν τὰ ΤΕΑ ἐκυκλοφόρουν καὶ παρήλαυνον ἔνοπλα εἰς τὴν ὕπαιθρον ἐνσπείροντας τὸν τρόμον εἰς πάντα πολίτην ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο διατεθειμένος νὰ ψηφίσῃ τὴν ΕΡΕ.
§102Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἂς τὰ ἀκούσῃ ὁ κ. Δόβας.
§103Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, οἱ ἄνδρες τῶν ΤΕΑ εἶχον ἀναλάβει καὶ τὴν προπαγάνδισιν τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως τῆς ΕΡΕ, διότι οἱ βαθμοφόροι καὶ ὁ διοικητὴς τοῦ ΤΕΑ Μεσσηνίας περιήρχοντο τὰ διάφορα χωρία μὲ κινηματογραφικὴν συσκευὴν καὶ ἐπεδείκνυον εἰς τοὺς χωρικοὺς τὰ ἔργα τῆς ἑξαετίας προπαγανδίζοντες τὴν δραστηριότητα τῆς Κυβερνήσεως τῆς ΕΡΕ. Ἐπὶ πλέον εἶχον ἀναλάβει καὶ ἀστυνομικὰ καθήκοντα καθ’ ὅσον ἐσταμάτουν τοὺς πολίτας καὶ ἤλεγχον τὰς ταυτότητας. Ὅσοι κατάγεσθε ἐξ ἐπαρχιῶν γνωρίζετε τὶ σημαίνει νὰ κυκλοφοροῦν ἔνοπλοι εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ νὰ ἐλέγχουν τὰς ταυτότητας τῶν πολιτῶν εἰς ἡμέρας προεκλογικῆς κινήσεως. Χαρακτηριστικῶς θὰ ἀναφέρω, ὅτι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου 2 περιπτώσεις, ὅπου καὶ ὁδοφράγματα εἶχον στηθῆ εἰς τὰς ὁδούς. Ἐστήθη ὁδόφραγμα τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν τὸ Σάββατον πλησίον τῆς Καζέρας χωρίου τῆς Πυλίας καὶ φίλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον κατεβῆ διὰ νὰ ψηφίσουν εἰς τὴν Μεσσηνίαν μετέβησαν πρὸς ἀναψυχὴν καὶ ἐπίσκεψιν συγγενῶν των εἰς τὸ χωρίον τοῦτο τῆς Πυλίας ἐκ Μεσσήνης, ὁπότε παρ’ ὀλίγον νὰ πέσουν εἰς τὸ ὁδόφραγμα, ὅτε τοὺς ἐσταμάτησαν 3 ἡμιστρατιῶται —γνωρίζετε, ὅτι τὰ ΤΕΑ φέρουν χιτώνιον, πολιτικὸν παντελόνι καὶ πηλίκιον— οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν ἔλεγχον τῶν ταυτοτήτων των. Λοιπόν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγεται, τοὐλάχιστον διὰ τὴν Μεσσηνίαν ποὺ ἔχω προσωπικὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἀφωπλίσθησαν τὰ ΤΕΑ. Ὄχι μόνον δὲν ἀφωπλίσθησαν ἀλλὰ ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ παραμεθορίου περιοχῆς, ὅπου ἐθνικοὶ κίνδυνοι ἐπιβάλλουν τὴν δραστηριότητα τῶν ΤΕΑ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Ἐθνικοῦ στρατοῦ, τὰ ΤΕΑ κατὰ τὴν περίοδον τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν Μεσσηνίαν ἐξωπλίσθησαν καὶ ἀνέπτυξαν δραστηριότητα ποὺ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατατρομοκράτησιν τοῦ Μεσσηνιακοῦ λαοῦ. Ἀλλά, δυστυχῶς δὲν ἦσαν μόνον τὰ ΤΕΑ, ὅπως, σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως. Εἶχον κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀφελῆ ἀντίληψιν ὅταν τὸ πρῶτον μοῦ κατηγγέλοντο παρεκτροπαὶ ὀργάνων τῆς τάξεως, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μεμονωμένων κρουσμάτων, ἡ πάροδος, ὅμως, τῶν ἡμερῶν, αἱ ἐπανειλημμέναι ἐπισκέψεις μου εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Χωροφυλακῆς Μεσσηνίας μοῦ ἔδωσαν νὰ ἐννοήσω, ὅτι ὑπῆρξαν κατευθυνόμεναι αἱ παρεκτροπαὶ τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως. Ἀναφέρω χαρακτηριστικῶς, ὅτι, μέσα εἰς τὴν πόλιν τῆς Καλαμάτας τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅταν ἐξῆλθον κατὰ τοπικὴν συνήθειαν εἰς ἐπίσκεψιν τῶν συνοικιῶν τῆς Πόλεως, εἰς τὴν συνοικίαν Ράχες, ἐπληροφορήθην, ὅτι μίαν ὥραν μετὰ τὴν ἀναχώρησίν μας τρεῖς μυστικοὶ τῆς Ἀσφαλείας ἔσπευσαν νὰ ἐρωτήσουν ποῖοι μὲ ἐσυνώδευαν, καὶ εἰς ὅσα καταστήματα εἰσῆλθον ἐμπῆκαν νὰ ἐρωτήσουν τοὺς καταστηματάρχας τὶ τοὺς εἶπον, καὶ λοιπά. Ἀντιλαμβάνεσθε τὶ σημαίνει αὐτὸ διὰ τὸν ἁπλοῦν κόσμον τῶν ἐπαγγελματιῶν μιᾶς ἐπαρχιακῆς πόλεως, ὁ ὁποῖος ἔχει καθημερινῶς ἐπαφὴν μὲ τὴν ἀστυνομίαν καὶ ποῖον ἀποτέλεσμα ἔχει διὰ τὸ φρόνημα τῶν πολιτῶν αὐτῶν ἡ ἐπίσκεψις τῶν ἀστυνομικῶν. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, δὲν θὰ σᾶς ἀναφέρω πολλὰ περιστατικὰ διότι ὑπάρχουν τόσα πολλὰ ποὺ θὰ σᾶς ἐκούραζον πολύ. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ὀλίγα. Μέσα εἰς τὴν πόλιν τῆς Καλαμάτας χωροφύλαξ τῆς Ἀσφαλείας 5–6 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸ καφενεῖον τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἔναντι τῆς Νομαρχίας εἰς συζήτησιν μὲ προσωπικόν μου φίλον ὕβρισε χυδαιότατα τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν καὶ ὅταν τὸν κατήγγειλα εἰς τὸν διοικητὴν Μεσσηνίας ἤρχισε καὶ πάλιν τὸ ἴδιον τροπάριον, ὅτι θὰ διατάξω ἀνακρίσεις, κ. Ὑπουργέ. Ἔτσι μὲ ἀποκαλοῦν, ἐπειδὴ διετέλεσα Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μείνετε ἥσυχος, ἀλλά, δυστυχῶς δὲν ἔγινε τίποτε, ὁ χωροφύλαξ ἐξηκολούθησεν τὸ ἔργον του καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ὅποιος δὲν θὰ ψηφίσῃ τὴν ΕΡΕ δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρῆται ἐθνικόφρων. Ἄλλο χαρακτηριστικόν. Διοικητὴς ἑνὸς τῶν τμημάτων τῶν Καλαμῶν μέχρι τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου πρὸς τὴν Κυριακὴν ἐκάλει τοὺς πολίτας καὶ τοὺς ἔλεγεν, ὅτι ἠξίου νὰ τοὺς ἴδῃ ὅλους αὔριον εἰς τὸ ἐκλογικὸν τμῆμα καὶ νὰ τοὺς ἴδῃ ψηφίζοντας τὴν ΕΡΕ, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἀντιμετωπίσουν εὐχαρίστους ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογάς. Τὸ δυσάρεστον εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν ἦτο, κύριοι βουλευταί, ὅτι οἱ πολῖται εὐλόγως φοβούμενοι τὴν μῆνιν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἤρχοντο καὶ μᾶς κατήγγελλον συγκεκριμένα γεγονότα ἀλλὰ δὲν ἦσαν ὅλοι διατεθειμένοι καὶ νὰ ὑποβάλουν ἐπίσημον καταγγελίαν εἰς τὸν εἰσαγγελέα. Χαρακτηριστικῶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν Καρτελίου, ὅπου οἱ πολῖται ἔσπευσαν καὶ κατήγγειλαν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα ἄμεσος ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Ὑπῆρχον, ὅμως, ἄλλοι πολῖται, οἵτινες δὲν ἤθελον νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ ἡ καταγγελία εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν παρένθεσιν διότι πράγματι εἶναι χαρακτηριστική. Ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς ἐκατηγορήθη διὰ σωρείαν ἐκλογικῶν παραβάσεων καὶ παρεπέμφθη, ὅπως, καὶ ὁ ἀνθυπασπιστὴς Σταυρόπουλος, περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη ὁ κ. Κωστόπουλος καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ προσέξητε κ. συνάδελφοι αὐτό, ὄχι μόνον, διὰ παράβασιν διατάξεων τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἀλλά, καὶ διὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 333 τοῦ ποινικοῦ νόμου καθὼς καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν. Τὸ ἄρθρον 333 τοῦ Π.Ν. ὁρίζει ὅτι: «Ὅστις ἀπειλῶν ἕτερον διὰ βίας ἢ δι’ ἑτέρας παρανόμου πράξεως ἢ παραλείψεως, περιάγει αὐτὸν εἰς τρόμον ἢ ἀνησυχίαν τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως μέχρις ἑνὸς ἔτους». Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων ἀλλά, κατὰ τὸ κατηγορητήριον καὶ περὶ παραβάσεων τοῦ ἄρθρου 333 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον τιμωρεῖ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐμπνέει τρόμον εἰς τὸν πολίτην. Καὶ διὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ παρεπέμφθη ὁ περίφημος ἀνθυπασπιστὴς Μεθώνης, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου ἦσαν πολλὰ τὰ καταγγελθέντα καὶ ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω καὶ ἄλλα, περιορίζομαι νὰ ἀναφέρω μόνον, ὅτι ἠπείλησε καὶ τὸν ἱερέα πλησίον χωρίου καὶ τοῦ ἠξίωσε νὰ κηρύξῃ ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπὲρ τῆς ΕΡΕ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ὁμιλῶ ἀνευθύνως, καὶ ὅ,τι λέγω εἶναι ἀπολύτως ἀκριβές, ὅτι δηλαδὴ αἱ παρεκτροπαὶ τῶν ὀργάνων ὑπῆρξαν, κατευθυνόμεναι, δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰς περιπετείας ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως εἰς βάρος τοῦ ἐνωμοτάρχου Καρτεραρίας, διότι εἶναι χαρακτηριστικαί, δημιουργοῦν δὲ εὐθύνας καὶ διὰ τὸν σημερινὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτός, ὁ ὁποῖος κατηγγέλθη διὰ τὰς παρεκτροπάς του, ἐπρόκειτο κατόπιν νὰ δικασθῇ τὴν 19ην Ὀκτωβρίου 1961. Προσάγει, ὅμως, πιστοποιητικὸν τοῦ Νοσοκομείου Καλαμῶν, ὅτι πάσχει ἐκ γαστρορραγίας καὶ τὸ δικαστήριον, φυσικά, ἀναβάλλει τὴν ἐκδίκασιν καὶ τὴν προσδιορίζει διὰ τὴν 13ην Ἰανουαρίου 1962. Ἀλλὰ καὶ τὴν 13ην Ἰανουαρίου 1962 ἀναγκάζεται καὶ πάλιν νὰ τὴν ἀναβάλῃ, διότι ἡ κλῆσις δὲν εἶχεν ἐπιδοθῆ ἐμπροθέσμως. Γνωρίζετε δέ, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας, τὰς κλήσεις τὰς ἐπιδίδουν τὰ κατὰ τόπους ἁρμόδια ὄργανα τῆς χωροφυλακῆς. Ἐὰν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία μου, ἠσκήθη ποινικὴ δίωξις διὰ τὴν μὴ ἐμπρόθεσμον ἐπίδοσιν τῆς κλήσεως. Ἐν συνεχείᾳ ἡ δίκη προσδιορίζεται διὰ τὴν 30ὴν Ἰανουαρίου 1962. Ἀπὸ τότε ἀρχίζει ἕνας ἀγὼν δρόμου, διὰ νὰ εὑρεθῇ ὁ περίφημος ἐνωμοτάρχης καὶ νὰ τοῦ ἐπιδοθῇ ἡ κλῆσις. Πληροφορεῖται ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχή, ὅτι εὑρίσκεται εἰς νοσοκομεῖον Τριπόλεως, νοσηλευόμενος διὰ σκωληκοειδίτιδα. Κατόπιν τούτου στέλλει τὴν κλῆσιν ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ καὶ μόλις φθάνουν ἐκεῖ πιστοποιεῖται, ὅτι ἔχει ἐξέλθει τοῦ Νοσοκομείου, στὴν κανονικὴν ἄδειαν 10 ἡμερῶν. Τότε ἡ κλῆσις ἀποστέλλεται εἰς τὸ Φρουραρχεῖον Χωροφυλακῆς εἰς τὰς Ἀθήνας. Τὸ Φρουραρχεῖον Χωροφυλακῆς Ἀθηνῶν εἰδοποιεῖ, ὅτι ἀνεχώρησε διὰ Καλαμάταν. Ἡ κλῆσις ἐστάλη εἰς τὴν Καλαμάταν, ἀλλὰ προφανῶς ἦτο πλέον ἀργά, οὕτω ἐματαιώθη καὶ πάλιν ἡ ἐκδίκασις τῆς ὑποθέσεώς του. Ἡ δίκη του ἔχει ἐκ νέου προσδιορισθῆ διὰ σήμερον, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα. Εἰς τὸ χωρίον Ἀριστομένης, ἔχει ἀσκηθῆ ποινικὴ δίωξις κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου, τοῦ χωροφύλακος, τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος, τῶν μελῶν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου, διὰ παράβασιν τῆς μυστικότητος τῆς ψηφοφορίας, καθ’ ὅσον ἐπέτρεψαν εἰς τὰ ὄργανα τῆς τάξεως, νὰ παρευρίσκωνται κατὰ τὴν διενέργειαν τῆς ἐκλογῆς ἐντὸς τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος. Κύριοι βουλευταί, παρέχω ὑπευθύνως τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὑπάρχουν 30 περίπου δικογραφίαι εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς Καλαμάτας καὶ ἐξ αὐτῶν αἱ 15 περίπου εἶναι διώξεις τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς αὐτεπάγγελτοι, κατ’ ὀργάνων τῆς τάξεως, διὰ παραβάσεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ὅπως, ἀντιλαμβάνεσθε, κ. βουλευταί, αἱ παρεκτροπαὶ τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως εἰς Μεσσηνίαν, ὅπως καὶ ὁ ἐξοπλισμὸς τῶν ΤΕΑ, ἐδημιούργησε μίαν ἀτμόσφαιραν τρόμου καὶ φοβίας, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως, δὲν ἐξησφάλιζε τὴν ἐλευθέραν ἄσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Εἰς τὸν Μεσσηνιακὸν λαόν. Εἰλικρινῶς λυποῦμαι, διότι δὲν ὑπῆρξε κατανόησις, διότι δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ προφανῶς, οὔτε ἀπὸ τὰς προϊσταμένας ἀρχὰς. Καὶ θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἡ Διοίκησις Χωροφυλακῆς Μεσσηνίας, κατὰ τὴν γνώμην μου ἦτο ἡ κατευθύνουσα τὰς παρεκτροπὰς ἐν Μεσσηνίᾳ. Λυποῦμαι, διότι ἀναγκάζομαι νὰ προβῶ εἰς μίαν τοιαύτην καταγγελίαν. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διατελέσω ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυ ἔτος προϊστάμενος τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, ὡς Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν καὶ πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι τιμῶ ἰδιαιτέρως τοὺς ἀγῶνας, τὴν ἀφοσίωσιν, τὸ καθῆκον, τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν αὐτοθυσίαν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἀνδρῶν τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας. Ἀλλά, ἐὰν μὲ βλέπετε τόσον ἀγανακτισμένον ἐὰν οἱ χαρακτηρισμοί μου εἶναι αὐστηροὶ διὰ τὰ λαβόντα χώραν ἐν Μεσσηνίᾳ εἶναι ἀκριβῶς διότι ὅσα συνέβησαν θίγουν καὶ αὐτὰ τὰ Σώματα Ἀσφαλείας, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἵστανται ὑψηλὰ μακρὰν τῶν πολιτικῶν διαμαχῶν καὶ νὰ ἀπολαμβάνουν τῆς ἐμπιστοσύνης ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ. Νὰ ἀποτελοῦν τοὺς προστάτας κάθε Ἕλληνος πολίτου, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν φρονημάτων, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ πολίτου νομιμόφρονος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ. καὶ τῶν Προοδευτικῶν). Δὲν θέλω νὰ προχωρήσω εἰς περαιτέρω ἀναφορὰν μεμονωμένων περιστατικῶν. Τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν μὲ τὸν συνάδελφον κ. Κωστόπουλον, ἤμουν βαθύτατα ἀπογοητευμένος καὶ στενοχωρημένος διὰ τὴν δημιουργηθεῖσαν ἀληθῶς ἀπαράδεκτον κατάστασιν, ὄχι διὰ τὴν ἀπώλειαν μιᾶς ἐκλογῆς, διότι ἡ νίκη ἢ ἡ ἧττα εἰς μίαν ἐκλογικὴν μάχην, δι’ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν πολιτεύονται καὶ ἔχουν παράδοσιν πολιτικήν, κ. βουλευταί, δὲν εἶναι πρὸς θάνατον. Ἀλλὰ διὰ τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία εἶχε δημιουργηθῆ εἰς τὴν Μεσσηνίαν, ὅπου αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος λαός, ὁ ὁποῖος τόσα δίδει μὲ τὴν ἀκάματον ἐργασίαν του πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν καὶ τόσα ἔχει προσφέρει εἰς τοὺς Ἐθνικοὺς ἀγῶνας, ἔγινε ἀντικείμενον μεταχειρίσεως, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἀνδραπόδων.
§104Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Παρηγορούμεθα οἱ Μακεδόνες.
§105Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπηυθύναμεν πρὸς τὴν ἡγεσίαν τοῦ Κέντρου τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν ὁ κ. Κωστόπουλος καὶ ἐγώ, ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διεξήχθησαν αἱ χθεσιναὶ ἐκλογαὶ εἰς τὴν Μεσσηνίαν ἀποτελεῖ κυριολεκτικῶς στίγμα διὰ τὴν ἐποχήν μας. Μὲ τὴν πλήρη συμπαράστασιν τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἐνεργὸν προστασίαν τῶν διοικητικῶν, στρατιωτικῶν καὶ ἀστυνομικῶν ἀρχῶν ἠσκήθη ἡ πλέον στυγνὴ τρομοκρατία ἐπὶ παντὸς ἀντιφρονοῦντος πρὸς τὴν ΕΡΕ κατοίκου τῆς ὑπαίθρου διὰ συνεχῶν ἀπειλῶν, πυροβολισμῶν καὶ ξυλοδαρμῶν, ἀκόμη δὲ καὶ ἀνεγέρσεως ὁδοφραγμάτων εἰς τὰς κεντρικὰς ἀρτηρίας τοῦ Νομοῦ. Τὸ ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα ἀποτελεῖ πλήρη πλαστογράφησιν τοῦ φρονήματος τοῦ Μεσσηνιακοῦ λαοῦ, καὶ ἐπιβίωσιν τῆς ἐποχῆς τοῦ Βούλγαρη. Ἡ ΕΡΕ δύναται νὰ πανηγυρίζῃ διὰ τὸ ἐπιτευχθὲν ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ δι’ ὅσους ἔζησαν ἀπὸ κοντὰ τὸ χθεσινὸν δρᾶμα ἑνὸς φιλησύχου, φιλοτίμου καὶ πολιτισμένου λαοῦ κατέστη σαφές, ὅτι ἡ Δημοκρατία ἔπαυσε πλέον νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν χώραν ὅπου ἐγεννήθη». Σ. Κωστόπουλος–Π. Λυκουρέζος. Κύριοι βουλευταί, μὲ αἴσθημα εὐθύνης σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δυστυχῶς δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀποσύρω οὔτε μίαν λέξιν ἀπὸ τὸ τηλεγράφημά μου αὐτό.
§106Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Λυκουρέζο, ἤθελα νὰ κάμω μίαν διευκρίνησιν. Ἐπειδὴ τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ τὸ ἐστείλατε τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν, δὲν φέρει τὴν ὑπογραφήν μου καὶ τοῦτο διότι ἀπουσίαζον εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου περιφέρειαν καὶ δὲν ἠμπόρεσα νὰ τὸ προσυπογράψω. Κάμνω τὴν διευκρίνησιν διὰ νὰ μὴ νομισθῇ, ὅτι τώρα προσχωρῶ εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν.
§107Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Πολλοὶ ἐξ ἡμῶν γνωρίζουν, ὅτι ἡ ἰδιαιτέρα ἐκλογικὴ περιφέρεια τοῦ κ. Κοκκέβη εἶναι ἡ Τριφυλλία καὶ ὁ κ. Κοκκέβης ἦτο εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Ὁ κ. Κωστόπουλος καὶ ἐγὼ πολιτευόμεθα εἰς τὴν Καλαμάταν, καὶ τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν τὸ πρωΐ ἐστείλαμεν τὸ τηλεγράφημα. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Κοκκέβη στὸ τηλεγράφημα χωρὶς νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἐστείλαμεν ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς του. Δὲν εἶχα ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Κοκκέβης θὰ ἐπιβεβαίωνε τὴν προσχώρησίν του εἰς τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω μίαν διευκρίνησιν ἐπὶ συγκεκριμένου γεγονότος, διότι ἐδῶ ὡμίλησα γενικῶς παραλείψας νὰ τὸ ἀναφέρω. Τὴν 13ην Ὀκτωβρίου εἰς τὴν καρδίαν τῆς ὑπαίθρου τῆς Μεσσηνίας εἰς τὴν Οἰχαλίαν, προσωπιδοφόροι εἰσήλασαν εἰς τὴν οἰκίαν ἑνὸς πολίτου καὶ τὸν ἔδειραν ἀνηλεῶς κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε τὸν μετέφεραν σχεδὸν ἡμιθανῆ εἰς τὴν Καλαμάταν. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, ὅτι οὐδεὶς τῶν προσωπιδοφόρων αὐτῶν ἀνευρέθη. Τὴν 13ην Ὀκτωβρίου ἔλαβον χώραν αἱ πράξεις αὐταί, ὅπως ἐπίσης ἔλαβον χώραν ἐπανειλημμέναι πράξεις ξυλοδαρμοῦ πολιτῶν εἰς τὰ διάφορα μέρη. Καὶ σᾶς διαβεβαιῶ, κ. βουλευταί, ὅτι οὐδεμία ἀπολύτως κύρωσις ἐπεβλήθη. Μόνον ἡ εὐγένεια καὶ ἡ προσήνεια τῶν προϊσταμένων Ἀρχῶν ἔπρεπε, φαίνεται νὰ μᾶς ἱκανοποιῇ μᾶς ἐδέχοντο, μᾶς ἤκουον, μᾶς ὑπέσχοντο, ἀλλὰ δὲν ἐγίνετο ἀπολύτως τίποτε τὴν ἑπομένην. Τώρα ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Μεσσηνίας, εἶναι εὔκολον νὰ τὸ ἀντιληφθῆτε. Ἀντιπαθῶ τὴν ἀλχημείαν τῶν ἀριθμῶν, δι’ αὐτὸ εἰς γενικὰς γραμμὰς θὰ σᾶς εἴπω τοῦτο μόνον, ὅτι ὁ Μεσσηνιακὸς λαός, ὁ ὁποῖος ὀλίγους μῆνας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, εὑρίσκετο ἐν καταδήλῳ δυσφορίᾳ, ὄχι μόνον διότι αἱ τιμαὶ τῶν προϊόντων του δὲν ἦσαν διόλου ἱκανοποιητικαὶ καὶ εἶχε καταντήσει νὰ ἀποτελῇ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ἀστεῖον, εἰς τὸ χωριό, ὅτι ὅποιος ἔχει ἕνα πενηντάρικο πρέπει νὰ τοῦ κάμωμεν φωτογραφίαν καὶ νὰ τὴν βάλωμεν εἰς τὸ Κοινοτικὸν Κατάστημα, εἰς τὴν Μεσσηνίαν ὅπου ὁ λαὸς τόσον ἐδυσφόρει κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ μίαν ἑξαετίαν διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν ἐν Ἑλλάδι, ὁ Μεσσηνιακὸς λαός, ὁ ὁποῖος εἶχε κάθε λόγον νὰ ἀποβλέπῃ εἰς μίαν ἀλλαγήν, ἡ ὁποία θὰ τοῦ ἔδιδε τὴν ἐλπίδα μιᾶς καλυτέρας αὔριον, αὐτός, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ μίαν τῶν εὐφορωτέρων καὶ παραγωγικωτέρων περιφερειῶν τῆς χώρας, καὶ ἐν τούτοις δὲν εἶδεν οὔτε ἕνα μεγάλο παραγωγικὸν ἔργον ἐκτελούμενον, οὐδὲ κἂν ἀνέγνωσε προβλεπόμενον διὰ τὴν Μεσσηνίαν εἰς τὸ περίφημον πενταετὲς πρόγραμμα, αὐτὸς ὁ λαός, εἰς τὴν παράταξιν, ἡ ὁποία ἀπετελέσθη ἀπὸ τὸ ἄλλοτε Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν καὶ τοὺς ἄλλους ἀγροτικούς, τὴν Ἕνωσιν Κέντρου–Προοδευτικῶν, ἔδωκεν ὀλιγωτέρους ψήφους, τὸ 31%, ἀπὸ ὅσους τὰ Κόμματα αὐτὰ ἔλαβον κεχωρισμένα καὶ ὑπὸ δυσμενεστέρας συνθήκας, ἰδιαίτατα ἡμεῖς, ἀντιμετωπίζοντες τὸν ἐκλογικὸν νόμον τοῦ 1958 εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958. Αὐτὸ καὶ μόνον ἀρκεῖ. Ὅπως θὰ ἤρκει νὰ πληροφορηθῆτε, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς Ε.Ρ.Ε. εἰς τὴν πόλιν τῆς Καλαμάτας καὶ τὴν ὕπαιθρον εἶναι 12% ἐπὶ πλέον εἰς τὴν ὕπαιθρον, ὅπου μοιραίως καὶ ἡ τρομοκρατία ἦτο πολὺ πλέον ἐκτεταμένη καὶ ἔντονος. Ταῦτα, κ. βουλευταί, εἶχον νὰ εἴπω, ὡς πρὸς τὰ λαβόντα χώραν εἰς τὰς ἐκλογὰς εἰς τὴν Μεσσηνίαν. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω ἀκόμη ὀλίγας λέξεις εἰδικώτερον ἐπὶ τῶν συζητουμένων προτάσεων παραπομπῆς. Εἰς τὴν πρότασιν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἀναφέρεται, ὅτι λόγῳ τῆς «εἰδικῆς των προελεύσεως», τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δόβα, εἶχον ἐμπνεύσει τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἦσαν περισσότερον ἀμερόληπτα καὶ ἀπὸ τὰς προηγουμένας ὑπηρεσιακὰς Κυβερνήσεις. Ἡ γνώμη μας εἶναι, κ. Βουλευταί, ὅτι ἀκριβῶς ἡ εἰδικὴ προέλευσις τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δόβα, ἔπρεπε νὰ ἐμποδίσῃ τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀκριβῶς, διότι ἡ εἰδική των θέσις ἦτο ἑπόμενον νὰ δημιουργῇ ἐμπλοκὰς διὰ τὸ Στέμμα. Καὶ ἀκριβῶς ἡ εἰδική των θέσις, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μας ἔπρεπε νὰ ἀποκλείῃ τὴν συμμετοχὴν των εἰς Κυβέρνησιν διενεργείας ἐκλογῶν, ἀκριβῶς λέγω, ἡ «εἰδική των προέλευσις» εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία νομίζω διὰ τὰς ἐνδεχομένως ἀπροσδιορίστους σήμερον συνεπείας ἔπρεπε νὰ ἐμποδίσῃ ἴσως καὶ τὴν πρότασιν παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλως θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ Δικαστικῶν ἢ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων. Ἀλλά, πέραν αὐτοῦ, διερωτῶμαι, κ. βουλευταί, ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ πρότασις παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον ὑποβαλλομένη ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν. Δὲν γνωρίζω παράδειγμα, τοὐλάχιστον τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς ἱστορίας, ὅπου νὰ ὑπεβλήθη πρότασις παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν. Διότι τὸ ἀντίθετον πάντοτε συνέβη. Ἡ πλειοψηφία διαπιστώνουσα, καλῶς ἢ κακῶς, ὅτι ἔλαβον χώραν παραβιάσεις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων καὶ βλάβη εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους ἀπὸ τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν, ὑποβάλλει πρότασιν παραπομπῆς, ἡ ὁποία καὶ πιθανολογεῖται, ὅτι ἐφ’ ὅσον τὴν ζητεῖ ἡ πλειοψηφία θὰ γίνῃ δεκτή. Ἀλλὰ πρότασις ὑποβαλλομένη ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν δι’ ἐμέ, κ. βουλευταί, ἀποτελεῖ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ὁ χαρακτηρισμός, μόνον ὡς θεαματικὴ δύναται νὰ κριθῇ. Διότι, ὅπως ὅλοι γνωρίζετε, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου ΦΠΣΤ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετάβασίν της, ἡ περὶ κατηγορίας πρότασις οὐδέποτε δύναται πλέον νὰ ἐπαναληφθῇ. Τοῦτο ὁρίζει ὅτι «Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετάβασιν, ἡ περὶ κατηγορίας πρότασις, οὐδέποτε δύναται πλέον νὰ ἐπαναληφθῇ». Διὰ ποῖον λόγον λοιπόν, νὰ σπεύσωμεν σήμερον διὰ τῆς ἐκ τῶν προτέρων γνωστῆς ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας, νὰ δώσωμεν πιστοποιητικὸν ὑγείας, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δόβα; Ἐγὼ δὲν τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Ἐὰν ἔχῃ, καὶ ἔχει, ὅπως θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, βαρείας εὐθύνας ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δόβα, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ εὐκαιρία, καθ’ ἣν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας ἡ πρότασις παραπομπῆς. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, νὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὰς προτάσεις παραπομπῆς, αἱ ὁποῖαι συζητοῦνται, ὑπάρχει μία ἀντινομία. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαλῶμεν ὡρισμένα μέλη τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δόβα, διὰ παραβάσεις τῶν ἄρθρων 4 καὶ 66 τοῦ Συντάγματος καὶ διαφόρων ἄλλων ἄρθρων τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως συνεπάγονται συλλογικὴν εὐθύνην, καὶ νὰ παραλείπωνται, οὐδὲ κἂν νὰ ἀναφέρωνται τὰ ἄλλα μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχω τίποτε μὲ τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δόβα. Ἰδιαιτέρως τὸν τότε κ. Ὑπουργὸν Δικαιοσύνης καὶ τὸν τότε κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τοὺς τιμῶ ὅλως ἰδιαιτέρως. Ἀλλά, πῶς εἶναι δυνατόν, ὅλοι οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί, καὶ ἰδιαιτέρως οἱ δύο αὐτοὶ Ὑπουργοὶ καὶ μάλιστα ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ ἔγγραφον συνυπογραφόμενον παρ’ αὐτοῦ κατέθεσε, περὶ ἐφοδιασμοῦ τῶν Τ.Ε.Α., νὰ ἀποκλείωνται ἐκ τῆς προτάσεως παραπομπῆς, ὅταν πρόκειται περὶ περιπτώσεως παραβάσεως συνταγματικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι κατὰ κανόνα συνεπάγονται συλλογικὴν εὐθύνην; Ἀλλὰ καὶ ὄχι μόνον αὐτό. Ἡ συλλογικὴ εὐθύνη τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δόβα, προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, τοῦ εἰς ὅλους γνωστοῦ, ὅτι διὰ κάθε θέμα καὶ μετὰ ἀπὸ κάθε διάβημα τῆς ἡγεσίας τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, συνεκαλεῖτο, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐλάμβανεν ἀπόφασιν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ μετὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθετε, ὁ συνήθως ἐπισκεπτόμενος τὸν Πρωθυπουργὸν κ. Δόβαν, κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, μετὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἀνεκοινοῦτο εἰς τὴν ἡγεσίαν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἡ ἀπόφασις. Αὐτὴ ἡ ἀπόφασις καὶ ἐὰν ἐκ τοῦ νόμου δὲν προϋπέθετε συλλογικὴν εὐθύνην, δημιουργεῖ τὴν συλλογικὴν εὐθύνην ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Ὀλίγας λέξεις θὰ ἀναγνώσω ἀπὸ τὸν Ἀραβαντινόν, ὁ ὁποῖος ἔχει γράψει κλασσικὸν θεωρούμενον σύγγραμμα περὶ εὐθύνης Ἡγεμόνων καὶ Ὑπουργῶν, ἔνθα λέγει ἐν σελ. 177: «Τρεῖς δυναταὶ περιπτώσεις μιᾶς τοιαύτης κοινῆς εὐθύνης ὑπάρχουσιν, ἤτοι: α) Ὅταν οἱ νόμοι τῆς Πολιτείας ἀπαιτῶσι δι’ ὡρισμένας πράξεις τὴν εὐθύνην ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου. β) Ὅταν οἱ νόμοι τῆς Πολιτείας ἀπαιτῶσι δι’ ὡρισμένας πράξεις τὴν ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν ἢ ὡρισμέναι πράξεις ὑποβάλλωνται ἑκουσίως εἰς τὴν διάσκεψιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ γ) ὅταν τυχαίως συμπράττωσι πλειότεροι Ὑπουργοί». Ἐδῶ ἔχομεν βεβαιωμένον ἐκ τῆς ἑκάστοτε εἰδησεογραφίας τῶν ἐφημερίδων καὶ ἔχει βεβαιωθῆ ἀσφαλῶς προσωπικῶς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὁ ὁποῖος κατὰ κανόνα οὐδέποτε ἔλαβεν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Δόβαν, ὁ ὁποῖος ἐπεφυλάσσετο συνεχῶς νὰ φέρῃ τὸ θέμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἐλαμβάνοντο καὶ αἱ ἀποφάσεις, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου συλλογικὴ εὐθύνη. Δὲν ἀποτελεῖ λοιπόν, ἀντινομίαν, πέραν τῶν ὅσων προηγουμένως εἶπον, νὰ ζητῆται ἡ παραπομπὴ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ὡρισμένων μόνον μελῶν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δόβα; Ἀλλὰ καὶ ὅταν, κ. βουλευταί, ὁμιλοῦμεν περὶ εὐθύνης διὰ τὸν τρόπον διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διακρίνωμεν ποῖοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι. Διότι κατὰ τὴν προσωπικήν μου γνώμην, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δόβα φέρει βαρείας εὐθύνας, διότι ἠνέχθη ἢ ὑπῆρξεν ἀνίκανος, ἐὰν θέλετε, νὰ ἀποτρέψῃ τὰ ὅσα ἔλαβον χώραν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ δι’ ἐμέ, βαρυτέραν ἀκόμη εὐθύνην φέρει ἡ πρὸ τῶν ἐκλογῶν Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε. Διότι, μὴ πλανώμεθα, κύριοι, ὅσα ἐλέχθησαν, βάσιμα καὶ μὴ βάσιμα— διότι, πολλὰ δὲν εἶναι βάσιμα περὶ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων— ὅσα ἐλέχθησαν περὶ παρεκτροπῶν τῶν κρατικῶν ὀργάνων, ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπὶ ἑξαετίαν διοικήσεως τῆς χώρας ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῆς Ε.Ρ.Ε. Διότι, κ. βουλευταί, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, καὶ δὲν θὰ εἴμεθα ἐκτὸς τῶν πραγμάτων ἐὰν δηλώσωμεν, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑξαετίαν ἡ ἄσκησις τῆς Διοικήσεως ἐν Ἑλλάδι ἀπετέλεσε πάντοτε κατάχρησιν ἐξουσίας. Καὶ δὲν θὰ εἴμεθα ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, κ. βουλευταί, ἐὰν τονίσωμεν, ὅτι κατὰ τὴν ἑξαετῆ διακυβέρνησιν τοῦ τόπου ὑπὸ τῆς Ε. Ρ.Ε. ἔπαυσεν ἡ Διοίκησις νὰ ἐνσαρκώνῃ τὴν συνταγματικὴν ἐπιταγὴν περὶ ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων. Οἱ Ἕλληνες διῃρέθησαν εἰς δύο κατηγορίας: Εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ κυβερνῶντος κόμματος καὶ εἰς τοὺς ἀντιθέτους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἦσαν ἀντίθετοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Οὐδὲ τὰ στοιχειωδέστερα τῶν νομίμων αἰτημάτων των θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσουν οἱ πολῖται. Ὅταν, λοιπόν, ἐπέτυχεν ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον ἑξαετίαν νὰ ταυτίσῃ τὸ Κόμμα μὲ τὴν Διοίκησιν, τὸ Κράτος μὲ τὸ Κόμμα, ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς, ἰδοὺ πλέον ὁ κρατικὸς μηχανισμός, ὁ κατὰ τοιοῦτον τρόπον συστηματοποιηθεὶς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἑξαετίας. Ἰδοὺ πλέον, λέγω, ὁ κρατικὸς μηχανισμὸς νὰ κινῆται εἰς τὰς ἐκλογάς. Καὶ αὐτὴν τὴν κίνησιν δὲν κατορθώνει νὰ ἀναχαιτίσῃ, εἴτε ἐξ ἀνικανότητος, εἴτε ἐξ ἠθελημένης ἀνοχῆς —δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ εἴπω— ἡ ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δόβα. Συνεπῶς, ἐὰν ὑπάρχῃ βαρεῖα εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δόβα, εἶναι ἔτι βαρυτέρα ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Καραμανλῆ. Καὶ θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι εἶναι βαρεῖα ἡ εὐθύνη καὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Καραμανλῆ κατὰ τοῦτο: Ὅτι ἐνῷ ἀπεκαλύφθησαν καὶ διεπιστώθησαν παραβάσεις προφανεῖς τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, παρεκτροπαὶ προφανεῖς, αἱ ὁποῖαι ἔχουν προκαλέσει καὶ αὐτεπαγγέλτους διώξεις ἀπὸ τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς ἐναντίον πολλῶν ὀργάνων τῆς τάξεως, οὐδεμίαν κύρωσιν διοικητικὴν ἔχουν ἐπιβάλει μέχρι σήμερον οἱ ἁρμόδιοι κ.κ. Ὑπουργοί. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι εἰς ὀλίγας λέξεις σᾶς ἔδωσα μίαν ἁδρὰν εἰκόνα τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τῆς Μεσσηνίας. Ὅπως εἶπον καὶ εἰς τὴν ἀρχήν, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐτόνισε καὶ κατὰ τὴν ὁμιλίαν του ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τὴν ὁμιλίαν του, ὅταν συντόμως διεξῆλθε τὸ σχετικὸν θέμα, κατὰ τὴν πενθήμερον συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως δυσπιστίας, εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν Ἕνωσιν Κέντρου ὡς πρὸς τὸν ἀνώμαλον τρόπον, καθ’ ὃν διενεργήθησαν αἱ ἐκλογαί. Καὶ τὸ σημαῖνον εἶναι, τὸ τονίζομεν καὶ πάλιν ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλλάβῃ κανεὶς τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα ὑπὲρ τοῦ κυβερνῶντος κόμματος, ἡ βία καὶ ἡ νοθεία, τὸ σημαῖνον εἶναι, ὅτι χάρις εἰς τὴν ἀσκηθεῖσαν τρομοκρατίαν, ἐπέτυχεν ἡ κυβερνῶσα παράταξις νὰ ἔχῃ αὐτοδύναμον, τοὐλάχιστον, πλειοψηφίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πέραν τῶν καταγγελιῶν, ἡ Ἕνωσις Κέντρου, προέκρινε καὶ ἠκολούθησεν ἄλλην ὁδόν. Ἡμεῖς πέραν τῶν καταγγελιῶν, ἀπεφασίσαμεν νὰ προσέλθωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀσκήσωμεν συνεχῆ καὶ ἔντονον ἀντιπολίτευσιν καὶ ἐπίμονον προσπάθειαν, ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δεινῶς τρωθείσης λειτουργίας τῶν δημοκρατικῶν μας θεσμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπιβάλλει καὶ ἡ ἀγωνιστική μας προϊστορία καὶ ἡ ἰδεολογική μας συνέπεια. Πιστοὶ πάντοτε εἰς τὰς Δημοκρατικὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸ πολίτευμά μας ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὕτω πολιτευόμενοι ὑπηρετοῦμεν ἀληθῶς καὶ τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§109Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μακρὰ εἶναι ἡ μέχρι τοῦδε συζήτησις, ἡ ὁποία ἔχει γίνει ἐπὶ τῶν δύο προτάσεων παραπομπῆς κατὰ τῶν μελῶν τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι, ὅμως, ἀνάγκη ἡ συζήτησις νὰ τοποθετηθῇ ἐκ νέου. Χαρακτηριστικὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, κ. βουλευταί, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἐκ ταύτης δὲ παρέπεται ἡ πολιτικὴ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν. Ἑτέρα βάσις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος εἶναι ἡ ποινικὴ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ οἱ δύο θεσμοὶ ἀνεπτύχθησαν καὶ ἠνδρώθησαν εἰς τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν. Ἀλλά, καὶ οἱ δύο θεσμοὶ μετεφυτεύθησαν εἰς ἄλλας χώρας, μετεφυτεύθησαν καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας χώραν καὶ ἀποτελοῦν παρ’ ἡμῖν δίκαιον γραπτόν, ἀποτελοῦν διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὰ ἄρθρα 78 καὶ 80. Κύριοι βουλευταί, πάντοτε λέγεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν μία ἀλήθεια, ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα εἶναι τὸ τελειότερον τῶν Πολιτευμάτων, εἶναι τῷ ὄντι τὸ τελειότερον καὶ ὅλων τῶν ἄλλων Δημοκρατικῶν Πολιτευμάτων. Ἀλλά, ὅπως ἕνας τέλειος μηχανισμὸς ἔχει ἀνάγκην προσοχῆς εἰς τὴν χρῆσιν του, ἔτσι καὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα εἶναι μηχανισμὸς εὐαίσθητος, ὅπως δὲ λέγει ὁ μέγιστος, ἴσως, τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος, ὁ Μπέγκεχοτ, προϋπόθεσις ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος εἶναι μεταξὺ ἄλλων ἡ γαλήνη, ἡ ἠρεμία εἰς τὰ πνεύματα τοῦ λαοῦ. Τὸν τελευταῖον καιρὸν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον γεγονότων, τὰ ὁποῖα εἶναι τελείως ἀντίθετα πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς γαλήνης καὶ τῆς ἠρεμίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Εὑρισκόμεθα ἀφ’ ἑνός, ἐνώπιον ἑνὸς ὠργανωμένου σχεδίου ἀναταραχῆς, ἀφ’ ἑτέρου ἐνώπιον κακῆς χρήσεως, καταχρήσεως τῶν θεσμῶν. Τὸ πρῶτον, τὸ σχέδιον ἀναταραχῆς, τὸ κλῖμα τὸ ἀντίθετον τῆς γαλήνης καὶ τῆς ἠρεμίας ἀπέδωσεν ἤδη τὸ κακόν του ἄνθος. Διότι, κ. βουλευταί, τὸ ἀποκηρυχθὲν ἐκ τῶν ὑστέρων, βέβηλον δημοσίευμα μιᾶς τοπικῆς Κρητικῆς ἐφημερίδος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τὸ δημοσίευμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ὕβριν πρὸς τοὺς ἀγῶνας τοὺς ἡρωϊκοὺς τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, πρὸς τὴν μεγαλειώδη ἱστορίαν τῆς Κρήτης, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, τὸ ἄνθος αὐτό, ἐὰν δὲν ἐδημιουργῆτο καὶ δὲν συνετηρεῖτο σκοπίμως τὸ τεχνητὸν κλῖμα τῆς ἀναταραχῆς ὑπὸ τῶν δύο Κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὑποβάλει τὴν πρότασιν τῆς διώξεως τῶν τέως Ὑπουργῶν.
§110Η. ΗΛΙΟΥ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§111Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, αὐτὰς τὰς διακοπὰς τὰς προπαρασκευασμένας νὰ τὰς ἀποφεύγετε.
§112Θ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Ὅταν ὑπάρχουν προσωπιδοφόροι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἠρεμία καὶ γαλήνη.
§113Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ ἐπίγνωσις τοῦ τὶ σημαίνει Κοινοβούλιον, τότε τὰ πάντα ἠρέμως δύνανται νὰ συζητῶνται ἐντὸς τῆς αἰθούσης τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ δεύτερον γεγονός, τὸ ὁποῖον διεπίστωσα, εἶναι ἡ κακὴ χρῆσις, ἢ κατάχρησις τῶν θεσμῶν, διότι καὶ ἡ ὑποβολὴ τῆς προτάσεως μομφῆς, καὶ ἡ μὲ τὸ αὐτὸ περιεχόμενον ὑποβολὴ προτάσεως παραπομπῆς μελῶν τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως ἀποτελοῦν κακίστην χρῆσιν τῶν δύο θεσμῶν. Κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὸ κράτος ἐντυπώσεων καὶ ψυχολογίας μετεκλογικῆς καὶ βάσει εἰλημμένων κομματικῶν ἀποφάσεων συζητοῦνται τὰ θέματα, δὲν ὑπάρχει ἴσως ἡ δυνατότης τῆς διαπιστώσεως, πόσον μεγάλα λάθη εἶναι καὶ τὰ δύο. Ἀλλά, ἡ πάροδος τοῦ χρόνου θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἀποτελοῦν λάθος ἀμφότεραι αἱ προτάσεις. Καὶ ὄχι ἁπλοῦν λάθος, ἀλλὰ λάθος, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ οὐσιώδεις πολιτικὰς εὐθύνας. Κύριοι βουλευταί, πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν ὀξυτάτην φρασεολογίαν, ἡ ὁποία ἐχρησιμοποιήθη προσφάτως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀκόμη καὶ ὑπὸ κοινοβουλευτικῶν προσωπικοτήτων πρώτου ἀναστήματος. Ἐχρησιμοποιήθησαν φράσεις, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε εἶχον χρησιμοποιηθῆ, καὶ δὴ κατ’ ἀπόντων. Ἀκόμη αἱ λέξεις, αἱ ὁποῖαι συνήθως χρησιμοποιοῦνται, ὡς ἡ λέξις «ὄργιον» ἔχασαν τὴν ἔννοιάν των καὶ ἀπέμειναν ἦχος. Ἐὰν ἐχρησιμοποιοῦντο λέξεις μετριοπαθέστεραι θὰ ἐτύγχανον μεγαλυτέρας προσοχῆς. Κριτὴς καὶ ἀκροατὴς ὅλων τῶν λέξεων ἡμῶν εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος συγκρίνει τὰς ἐννοίας ποὺ ἀκούει εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αἰσθάνεται ὁ ἴδιος, μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πιστεύει ὁ ἴδιος. Κύριοι βουλευταί, παρετηρήθη καὶ κάτι ἄλλο, καὶ εἶναι τοῦτο ἡ τελευταία γενικὴ σκέψις, τὴν ὁποίαν ἐκθέτω, πρὶν εἰσέλθω εἰς λεπτομερέστερα θέματα. Παρετηρήθη, ὄχι ὅμως δυστυχῶς εἰς αὐτὴν μόνον τὴν συζήτησιν, παρατηρεῖται, λέγω, ἀπὸ πολλοῦ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀντιδικία συχνὴ πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Αὕτη εἶναι ἔννοια ἀδιανόητος δι’ οἱοδήποτε Κοινοβούλιον τοῦ κόσμου. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναμνησθῶ μίαν περίπτωσιν χαρακτηριστικήν, ἀπὸ τὴν πρώτην, τὴν Ἱδρυτικὴν Συμβουλευτικὴν Συνέλευσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης τὸ 1949. Τότε τὴν Μεγάλη Βρεττανίαν ἐξεπροσώπουν ἐκ μέρους μὲν τῶν Συντηρητικῶν, οἱ Τσῶρτσιλ καὶ Μὰκ Μίλλαν, ἐκ μέρους δὲ τῶν Ἐργατικῶν ὁ Μόρισσον καὶ ὁ Ντῶλτον.
§114Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§115Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Μήπως σᾶς ἐνοχλεῖ, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐκ τοῦ Παραπετάσματος τὸ παράδειγμα;
§116Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλει ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ σέβεται τοὺς ἀγορητὰς τῆς Συμπολιτεύσεως. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν κ. Λυκουρέζον δὲν τὸν διέκοψε κανείς.
§118Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὁ Ντῶλτον ὡμίλησε διὰ μακρῶν καὶ ἐξέθεσε τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος. Ὁρμητικὸς καθὼς εἶναι ὁ κ. Τσῶρτσιλ ἐσηκώθη νὰ ἀπαντήσῃ. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐστράφη πρὸς αὐτὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως κ. Σπάακ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν εἶχε προλάβει νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον καὶ τοῦ λέγει: Ὁρίστε, κ. Τσῶρτσιλ, ἔχετε τὸν λόγον. Ἐθεώρησεν, ὅμως, ὁ κ. Τσῶρτσιλ, ὅτι εἶχε κάμει παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ λέγει: Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρῆτε, παρεβίασα τὸν Κανονισμόν, θὰ ὁμιλήσω τελευταῖος καὶ ἐκάθησεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐαισθησία, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ ἄλλα Κοινοβούλια. Τὰ ἄλλα εὐφυολογήματα, ἡ προσπάθεια ποῖος θὰ διακόπτῃ, ὅσον ἠμπορεῖ περισσότερον καὶ πρὸ παντὸς ἡ ἀντιδικία πρὸς τὸ Προεδρεῖον, πιστεύσατέ μας, κ. συνάδελφοι, ἐν ὀνόματι τῆς πείρας τῶν 16 ἐτῶν ποὺ εὑρίσκομαι εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν, ἀλλὰ καὶ ἐν ὀνόματι τῆς πρακτικῆς ὅλων τῶν Κοινοβουλίων, ὅτι δὲν εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Καὶ αἱ ὀξύτεραι ἔννοιαι εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθοῦν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ἁρμόζων πρὸς τὸ ὕψος καὶ τὸ ἦθος τοῦ Κοινοβουλίου. Κύριοι βουλευταί, ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν κατηγορίαν. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ κατηγορία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νοθεία καὶ τρομοκρατία, ἀφ’ ἑτέρου ὑπαιτιότης ἐκείνων, ποὺ κατηγοροῦνται. Καὶ διὰ νὰ ὑπάρχῃ νοθεία ἀπαραίτητος προϋπόθεσις εἶναι ἢ νὰ ἔχουν διπλοψηφίσει ὡρισμένα πρόσωπα ἢ νὰ ἔχουν ψηφίσει ἀνύπαρκτα πρόσωπα. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ ἔννοια τῆς νοθείας, αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ ἔννοια τῆς νοθείας. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ δὲ τρομοκρατία, κ. βουλευταί, θὰ πρέπει νὰ φοβοῦνται οἱ πιεζόμενοι πολῖται νὰ ἐκπληρώσουν τὰ ἐκλογικά των δικαιώματα. Ἀλλά, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τρομοκρατίαν θὰ ἐνθυμῆσθε ὅλοι, ὅτι τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνθυμοῦμαι εἰδικῶς τὸ Κέντρον, καὶ ἠπείλουν καὶ ἐχρησιμοποίουν ὑβριστικὰ συνθήματα. Γνωρίζετε καμμίαν περίοδον τῆς ἱστορίας κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ τρομοκρατούμενοι ἀπειλοῦν καὶ οἱ τρομοκράται ἀπειλοῦνται; Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἔννοιαν τῆς νοθείας, νομίζετε, ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἀποδεικνύεται ἡ νοθεία ἐκ τοῦ ἂν εἷς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Κορίνθου ἐψήφισεν εἰς τὰς Ἀθήνας; Δὲν ἔχω καμμίαν συμπάθειαν πρὸς οἱανδήποτε τυπικὴν παράβασιν. Κατηγορήθην μάλιστα, συχνότατα ὅτι ἀρέσκομαι νὰ τηρῶ τοὺς τύπους, ἀλλὰ ἄλλο εἶναι ἡ ἔννοια τῆς παρατυπίας καὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς παρατυπίας, καὶ ἄλλο ἡ ἔννοια τῆς νοθείας. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ λησμονῶμεν τὰς ἐννοίας. Διότι κατὰ κόρον ἐπαναλαμβάνεται εἰς τὴν αἴθουσαν, ὅτι ἀποτελεῖ νοθείαν ἂν ὁ ἐκλογεὺς Ἀθηνῶν ἐψήφισε εἰς τὴν Βʹ Περιφέρειαν Ἀθηνῶν, ἢ ἐὰν ὁ ἐκλογεὺς ἐπαρχίας ἐψήφισεν εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐγὼ δὲν ἐγκρίνω τὴν πρᾶξιν αὐτήν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ νοθείαν καὶ ἂν πράγματι ἔχῃ λάβει χώραν αὐτὸ τὸ περιστατικόν. Θὰ ἤθελα δὲ νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν πολιτικὴν σημασίαν αὐτῆς τῆς μετακινήσεως. Πρῶτον, τὸ νὰ μὴ ψηφίσῃ εἷς ἐκλογεὺς εἶναι κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν ἐκλογικὸν νόμον ἀδιανόητον. Τὸ ψηφίζειν ἀποτελεῖ ὄχι μόνον δικαίωμα ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν τοῦ πολίτου. Κάπου ἑπομένως θὰ πρέπει νὰ ψηφίσῃ πᾶς Ἕλλην ἐκλογεύς. Τώρα τὸ ἐὰν θὰ ψηφίσῃ εἰς τὰς Ἀθήνας ἢ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν ἐὰν μὲν τὸ σύστημα εἶναι πλειοψηφικὸν ἔχει κάποιαν σημασίαν, διότι ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια Ἀθηνῶν εἶναι μεγάλη καὶ διὰ χιλίων ἢ δύο χιλιάδων ψήφων, προσώπων ποὺ ἔχουν τὸ δικαίωμα καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀσκήσουν εἰς τὴν Ἐπαρχίαν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλοιωθῇ τὸ ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα τῆς Πρωτευούσης, ἡ ὁποία ἐκλέγει τὸν μεγαλύτερον ἀριθμὸν βουλευτῶν. Ἀλλὰ μὲ ἐκλογικὸν σύστημα ἀναλογικόν, ὅπως τῶν τελευταίων ἐκλογῶν — μὲ τὴν δημιουργίαν τῶν τριῶν παρατάξεων, ἀπέβη πλήρως ἀναλογικὸν — μὲ ἐκλογικὸν σύστημα ἀναλογικὸν τὸ μόνον πολιτικὸν ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ψηφίζουν εἰς τὰς Ἀθήνας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ ψηφίζουν εἰς τὰς Ἐπαρχίας, εἶναι ὅτι ἐλαττώνεται ἡ πολιτικὴ ἀξία τῆς ψήφου των εἰς τὸ ἥμισυ, διότι εἰς μὲν τὰς ἐπαρχίας 10 ἕως 15.000 ἐκλογέων παρέχουν τὴν δυνατότητα ἀποκτήσεως μιᾶς ἕδρας, ἐνῷ εἰς τὰς Ἀθήνας, τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὴν Βʹ Περιφέρειαν Ἀθηνῶν 20–25.000 ἐκλογέων δημιουργοῦν τὴν δυνατότητα μιᾶς ἕδρας. Ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, εἶναι ἡ μείωσις τῆς πολιτικῆς σημασίας τῆς ψήφου τῶν ἐπαρχιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ψηφίζουν εἰς τὰς Ἀθήνας. Πρέπει νὰ τονίσω, ὅτι δὲν εἶδα εἰς τὰς τόσας καταγγελίας εἰς τὰ τόσα ἀνέκδοτα, εἰς τὰ τόσα δημοσιεύματα, δὲν εἶδα νὰ καταγγέλλεται οὔτε μία διπλοψηφία καὶ ἐν τούτοις αὐτὸ θ’ ἀπετέλει τὴν πραγματικὴν μορφὴν τῆς νοθείας.
§119Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Δὲν ἔχομεν τοὺς καταλόγους.
§120Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἔχετε τοὺς περισσοτέρους. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ, ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου νοθείαν, εἶναι ἡ διπλοψηφία ἢ ἡ ψῆφος ἐκ μέρους ἀνυπάρκτων προσώπων. Καὶ τότε θὰ ἔχῃ πολιτικὴν σημασίαν ἡ ἐπιλήψιμος αὕτη πρᾶξις, ὅταν γίνεται εἰς κάποιαν ἔκτασιν. Ἄλλοτε, κύριοι βουλευταί, ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα μετεκλογικῶς εὕρισκον ἕνα τρόπον νὰ μὴ τὰ συζητοῦν καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς ἦτο ἡ ἀμνήστευσις. Καὶ εἰς αὐτὰς ἀκόμη τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1928, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ καίτοι ἤλλαξε διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος ὁ ἐκλογικὸς νόμος εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὅτι εἶχεν ἀναμφισβήτητον ρεῦμα τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, παρὰ ταῦτα ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἢ μᾶλλον ὀλίγους μῆνας μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐψηφίσθη νόμος, ὁ ὁποῖος προέβλεπε τὴν ἀμνήστευσιν τῶν ἐκλογικῶν ἀδικημάτων. Εἶναι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου 3710 τοῦ 1929, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἀμνηστεύονται πᾶσαι αἱ ἐκλογικαὶ παραβάσεις ὡς καὶ πάντα τὰ κοινὰ ἀδικήματα τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ἐκλογικὴν διαμάχην καὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν». Βλέπετε λοιπόν, ὅτι εἰς τὸ παρελθόν, ἐλαμβάνετο πρόνοια ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν νὰ ἀμνηστεύῃ τὰ ἐκλογικὰ ἀδικήματα. Τώρα, ἔγινε πανελλήνιος ἔρανος καὶ τίποτε τὸ συγκεκριμένον δὲν παρουσιάσθη, τοὐλάχιστον δὲν μνημονεύεται εἰς τὰ δύο εἰσαγωγικὰ ἔγγραφα, εἰς τὰς δύο προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν διὰ τὴν δίωξιν τῶν Ὑπουργῶν. Κἄπως συγκεκριμένα περιστατικὰ περιωρισμένης ἐκτάσεως ἀνέφερεν ἀπόψε ὁ συνάδελφος κ. Λυκουρέζος. Ἀλλὰ τὰ μεμονωμένα συγκεκριμένα περιστατικά, ἔχουν δύο τρόπους νὰ ἀντιμετωπίζωνται. Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι ἡ ἐπιρροή των ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος, καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον αὐτόν, ὑπάρχει ὄργανον ἁρμόδιον, τὸ Ἐκλογοδικεῖον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1911 ἀποτελεῖ πρόοδον, ἀποτελεῖ ἐξέλιξιν, διότι ἡ κρίσις περὶ τῆς νομιμότητος, περὶ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν παραδίδεται ὄχι εἰς τοὺς πλειοψηφοῦντας εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ εἰς ἓν δικαστικὸν ὄργανον καὶ δικαστικὴ ἁρμοδιότης εἶναι καὶ ἡ κρίσις περὶ τῆς νομιμότητος τῶν ἐκλογῶν. Αἱ δὲ συγκεκριμέναι παραβάσεις, παραπέμπονται καὶ κρίνονται ἀπὸ τὰ δικαστήρια διὰ νὰ τιμωρηθῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παρέβη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διάταξιν νόμου, οἱανδήποτε διάταξιν, ἡ ὁποία συνεπάγεται ποινήν. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν εὗρον ἀναγινώσκων τὰς δύο προτάσεις, τίποτε ποὺ νὰ δύναται νὰ ὑπαγάγῃ τὰς προτάσεις αὐτὰς εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἢ εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΦΠΣΤ. Δὲν εὑρῆκα καὶ πιστεύω καὶ σεῖς, ἐὰν ἀναζητήσητε δὲν θὰ εὕρετε, καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προστατεύει τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, δὲν θὰ εὕρετε καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος. Καὶ διερωτῶμαι, καὶ ἐν τούτῳ ἐπικαλοῦμαι καὶ τὸν κ. Λυκουρέζον, πρὸς τὶ ἡ δίωξις ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν διὰ πράξεις, αἱ ὁποῖαι λέγεται, ὅτι ἔγιναν ὑπὲρ τῆς πλειοψηφίας; Ὁ σκοπὸς εἶναι προφανής. Εἶναι τμῆμα γενικωτέρου πολιτικοῦ σχεδίου. Οὐδέποτε, ὅμως, εἰς τὴν Ἱστορίαν ἐχρησιμοποιήθη ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὡς τμῆμα γενικωτέρου πολιτικοῦ σχεδίου, ὡς ὁδός, ἡ ὁποία ἄγει εἰς ἄλλον ἀπώτερον σκοπὸν καὶ εἰς ἄλλο ἀποτέλεσμα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι ἀποτελεῖ κακὴν χρῆσιν ἀλλὰ καὶ κατάχρησιν τῶν θεσμῶν ἡ ἐπιλογὴ τῆς διαδικασίας τοῦ νόμου ΦΠΣΤ, τῆς παραπομπῆς δηλαδὴ εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον ὡρισμένων Ὑπουργῶν τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὰς γενικὰς αὐτὰς σκέψεις, θὰ ἤθελα νὰ ἐξετάσω καί τινα, ἐκ τῶν ἄλλων θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἰδικώτερον προεβλήθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων. Τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν, τὸ ἐξήτασα ἤδη, εἶναι οἱ ἑτεροδημόται καὶ ἐξήγησα ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ σημασία τῆς ψήφου τῶν ἑτεροδημοτῶν, ὅταν ἀσκῆται εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου τὸ ἐκλογικὸν μέτρον εἶναι μεγαλύτερον, καὶ ποία εἶναι ἡ σημασία τῆς ψήφου, ὅταν ψηφίζῃ εἰς στενωτέραν, εἰς μικροτέραν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ὅπου τὸ ἐκλογικὸν μέτρον εἶναι μικρότερον. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν οἱ ἑτεροδημόται ἐνεγράφησαν κακῶς, καὶ ἂν εἶχεν ἡ τοιαύτη ἐγγραφὴ πολιτικὴν σημασίαν, ποία αἰτιώδης σχέσις ὑπάρχει μὲ τὴν εὐθύνην τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως; Εἶχε τὴν δυνατότητα ἡ Ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλλῃ τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, τοὺς ὁποίους εἶχον κηρύξει ἐγκύρους καὶ ἐκτελεστοὺς τὰ δικαστήρια; Εἶναι καὶ τοῦτο ἀπόδειξις, ὅτι ἐν γνώσει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ ὁ ἰσχυρισμός των, τὸν προέβαλαν εἰς τὰς προτάσεις διώξεως Ὑπουργῶν Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως τὰ δύο κόμματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλαν τὰς προτάσεις. Ἤκουσα ἐπίσης μίαν κατηγορίαν κατὰ τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἀνετέθη παρ’ αὐτῆς ἡ διεύθυνσις τῶν Νομαρχιῶν εἰς δικαστικοὺς λειτουργούς. Δὲν ὑπάρχει κ.κ. βουλευταί, τοιαύτη διακριτικὴ ἐξουσία. Ἡ ἀνάθεσις, θὰ ἦτο εὐθεῖα παράβασις τοῦ νόμου καὶ θὰ ἠρνοῦντο οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ νὰ ἐκτελέσουν καθήκοντα, τὰ ὁποῖα δὲν προβλέπει ὁ νόμος. Τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου σκέψεις των θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλλουν τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν συνεζητεῖτο ὁ ἐκλογικὸς νόμος, διὰ νὰ τεθῇ ἐνδεχομένως ἡ σχετικὴ διάταξις. Ἀλλὰ ἐκ τῶν ὑστέρων, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο εὐθεῖα παράβασις τῶν νόμων ἡ ἀνάθεσις τῶν Νομαρχιῶν εἰς δικαστὰς καὶ ἐνδεχομένως καὶ τοῦ Συντάγματος, διότι θὰ ἐγίνετο ἀνάμιξις διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας, διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν ἁρμοδιοτήτων. Πάντως, ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ἡ λύσις, ἡ ὁποία προεβλήθη. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ θέμα τῆς προθεσμίας τῆς συντάξεως τῶν καταλόγων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν στρατιωτικῶν. Μακρὰ συζήτησις εἶχε προηγηθῆ μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον, τὸ ἁρμόδιον ὄργανον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἔχει ταχθῆ διὰ νὰ ἀποφασίζῃ ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, ἀπεφάσισεν, ὅτι ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον, ἀποτελεῖ σύστασιν, ἐντολὴν πρὸς τὰ διοικητικὰ ὄργανα πρὸς διευκόλυνσιν τῆς διαδικασίας καὶ δὲν δημιουργεῖ ἀκυρότητα ἡ ὑπέρβασις τῆς προθεσμίας. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ ὀρθὴ γνώμη, τὴν ὁποίαν θὰ ἐδίσταζα νὰ ὑποστηρίξω ὅτε ἦτο ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Ἐκλογοδικείου, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι καταβάλλεται καὶ ἐκ μέρους ἡμῶν προσπάθεια νὰ ἐπηρεασθῇ τὸ Ἐκλογοδικεῖον διὰ τῶν συζητήσεων εἰς τὴν Βουλήν. Ἰδού, ὅτι εἴχατε ἄδικον, κύριοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, λέγοντες, ὅτι ἡ προθεσμία ἦτο ἀποκλειστικὴ καί, ὅτι κατὰ συνέπειαν, ὁ Ὑπουργὸς κ. Λιανόπουλος πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον. Διατὶ δέ; Διὰ μίαν ἐγκύκλιον τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς διαβάσω ἀμέσως. Ἡ ἐγκύκλιος κ.κ. βουλευταί, λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν ὅμως, λόγῳ ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν, δὲν καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐντὸς τῶν ἀνωτέρω προθεσμιῶν περάτωσις τῆς σχετικῆς προεργασίας δύναται καὶ μετὰ τὴν ἐκπνοὴν τούτων (τῶν προθεσμιῶν) νὰ διαβιβασθοῦν καταστάσεις εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, διὰ τὰ περαιτέρω». Ἀπεδείχθη, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἀποστομωτικῆς τοῦ Ἐκλογοδικείου, ὅτι κατ’ ὀρθὴν ἑρμηνείαν ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Λιανοπούλου εἶναι ἀπολύτως νόμιμος. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, ἐὰν δὲν ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη του, θὰ ἦτο ἐπιλήψιμος ἡ πρᾶξις; Ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπηυθύνετο πρὸς τοὺς Προέδρους Πρωτοδικῶν, δὲν εἶναι ποσῶς ὑποχρεωτική, εἶναι μία γνώμη καὶ ἀπέβλεπεν ἐνδεχομένως εἰς τὴν ὕπαρξιν κἄποιας ἑνότητος ἀποφάσεων εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν. Ὄχι, ὅμως, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀλλ’ οὔτε τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε κἂν τῶν Ἀνωτάτων Δικαστηρίων, ἡ γνώμη δὲν δεσμεύει τοὺς Προέδρους τῶν Πρωτοδικῶν. Πρέπει ἑπομένως νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον καὶ ἐὰν εἶχεν ἄδικον, ποὺ ἀπεδείχθη, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἔκαμε μίαν ἐγκύκλιον τὴν ὁποίαν θὰ ἐλάμβανον ἢ δὲν θὰ ἐλάμβανον, ἀναλόγως τῆς προσωπικῆς των πεποιθήσεως, ὑπ’ ὄψιν οἱ Πρόεδροι Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν στρατιωτικῶν τμημάτων καὶ τῶν τμημάτων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω μίαν ἀκόμη σκέψιν. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γνωστὸς ὁ συνολικὸς ἀριθμὸς καὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν μετεχόντων τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ εἶναι γνωστὸς ὁ συνολικὸς ἀριθμός, ὁ ὁποῖος ἐψήφισεν εἰς τὰ τμήματα αὐτά. Ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς νομίζω, ὅτι εἶναι 197.000 καὶ ὑπολείπεται οὐσιωδῶς, οὐσιωδέστατα τοῦ ἀθροίσματος δημοσίων ὑπαλλήλων, στρατιωτῶν, ἀξιωματικῶν καὶ προσώπων ἀνηκόντων εἰς τὰ Σώματα Ἀσφαλείας. Διότι καὶ ἐδῶ αὐτὸ ἔχει σημασίαν, πόσοι εἶναι οἱ ψηφίσαντες. Ὑπάρχουν πρόσωπα ἀνύπαρκτα εἰς τὰς καταστάσεις; Ὑπάρχουν εἰς τὰς καταστάσεις πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐψήφισαν δύο φοράς; Διότι τότε μόνον θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος περὶ νοθείας. Τώρα θὰ ἤθελα νὰ ἔλθω δι’ ἐλαχίστων, εἰς τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα κατηγοροῦνται. Ἔφθασε εἰς ἀρκετὰ προχωρημένην ἡλικίαν ὁ Πρόεδρος τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν συνοδεύει μία φήμη βαθείας τιμῆς ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τὴν γενναιότητά του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τὰς ἐπιστημονικάς του στρατιωτικὰς ἱκανότητας. Πέραν αὐτοῦ, πάντοτε ἐθεωρεῖτο οὐδέτερος εἰς τὰς πολιτικάς του πεποιθήσεις, καίτοι ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ προέρχεται ἐκ τῆς ἰδικῆς σας παρατάξεως, κύριοι συνάδελφοι τοῦ Κέντρου, κατὰ τὸ παρελθόν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δὲν κατώρθωσα νὰ πληροφορηθῶ ποῦ ἐξεφώνησε λόγον εὐνοϊκὸν διὰ τὴν ΕΡΕ. Κάτι ἄλλο, ὅμως, εἶναι βέβαιον, ὅτι δύο φορὰς ἐσκέφθη νὰ διατυπώσῃ τὰς σκέψεις του διὰ τοῦ Τύπου καὶ τὰς δύο φορὰς ἐξέλεξε φιλελευθέρας ἐφημερίδας· τὴν μίαν φορὰν τὴν εὐρείας κυκλοφορίας ἐφημερίδα τῆς Θεσσαλονίκης «Μακεδονίαν» καὶ τὴν δευτέραν φορὰν τὴν ἔγκριτον ἐφημερίδα τὸ «Βῆμα». Καὶ αἱ δύο ἐφημερίδες ἀνήκουν εἰς τὴν Ἕνωσιν Κέντρου. Πῶς ὡς Ὑπουργὸς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως εἶχε τάξει εἰς τὸν ἑαυτόν του ὡς σκοπὸν νὰ περιοδεύῃ διὰ νὰ ἐμποδίσῃ νὰ ψηφίσουν οἱ στρατιωτικοὶ τὸ Κέντρον καὶ νὰ ἐπιτύχῃ νὰ ψηφίσουν τὴν ΕΡΕ, δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω. Διατί, δηλαδὴ αἱ προεκλογικαί του ἐκδηλώσεις θὰ ἦσαν τόσον διάφοροι ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἄφησε νὰ διαφανοῦν, ὅταν ὑπῆρξεν ἀρθρογράφος ἐπὶ διαφόρων θεμάτων; Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ τελευταίου, τοῦ κ. Λιανοπούλου. Ἐπὶ ἥμισυ αἰῶνα ἤσκησε τὴν ἀρετὴν μὲ σχολαστικότητα. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέρασαν τὸν ἐσεβάσθησαν ὡς καύχημα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Παρέμεινε μετὰ 50ετῆ δημόσιον βίον καὶ εἶναι ἠθικῶς λευκότερος ἀπὸ ὅ,τι εἶναι λόγῳ ἡλικίας. Πιστεύετε, ὅτι ἔταξεν ὡς προορισμὸν τῶν δυσμῶν τοῦ βίου του νὰ ἀλλοιώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν ὁ σεβαστὸς πρεσβύτης Νικόλαος Λιανόπουλος καὶ ἔρχεται νὰ κατηγορήσῃ μὲ τόσην ἄνεσιν τὸ Κέντρον, τὸν ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος ἐπὶ 55 ἔτη προσέφερεν ἀνεκτιμήτους ὑπηρεσίας καὶ θέλει νὰ τὸν σπιλώσῃ διὰ παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον; Ἐδῶ θέλω νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὴν σκέψιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μπακοπούλου. Εἶπεν, ὁ κ. Μπακόπουλος, τὶ σᾶς πειράζει νὰ ψηφίσωμεν νὰ γίνῃ μία ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ κάμωμεν μίαν ἔρευναν, καὶ ἐὰν ἡ ἔρευνα ἀποδείξῃ, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἄδικον νὰ μὴ παραπεμφθοῦν οἱ Ὑπουργοί, τοὺς ὁποίους κατηγοροῦμεν; Διατὶ δὲν τὴν θέλετε τὴν ἔρευναν; Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Μπακόπουλος εἶναι πολύπειρος, εἶναι βαθὺς γνώστης τοῦ Δημοσίου Δικαίου καὶ γνωρίζει, ὅτι ἡ παραπομπὴ εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν εἰς μίαν Χώραν. Ὁ κ. Διομήδης Κυριακός, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὄχι μόνον βαθὺς μελετητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου καὶ ἑρμηνευτής του ὑπὸ τὴν νομικήν του ἔποψιν, ἀλλὰ παρενέβαλλε καὶ πολιτικὰς σκέψεις εἰς τὴν ἑρμηνείαν του, λέγει, ὅτι εἶναι δεῖγμα ἀνωμαλίας ἡ παραπομπὴ Ὑπουργῶν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Εἰς τὴν Χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν διεμορφώθη ὁ θεσμὸς τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, εἰς τὴν Μ. Βρεταννίαν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1805 δὲν ἔχει παρουσιασθῆ περίπτωσις παραπομπῆς Ὑπουργοῦ εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον. Καὶ εἰς τὴν Χώραν μας οὐδέποτε ἠσκήθη ποινικὴ δίωξις Ὑπουργοῦ προεκλογικῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν αὐτὰ εἶναι δεδομένα, εἶναι δυνατὸν νὰ διερωτώμεθα, διατὶ μὲ τόσην εὐκολίαν δὲν ἀποφασίζεται ἡ σύστασις ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἀρχίσῃ δηλ. ἡ διαδικασία παραπομπῆς καὶ μετὰ βλέπομεν; Εἶναι πάρα πολὺ ὑπεύθυνος πρᾶξις ἡ ἔναρξις τῆς διαδικασίας διώξεως Ὑπουργῶν, διὰ νὰ τὴν κάμῃ μία Βουλὴ ὡς ἕνα εἶδος δοκιμῆς διὰ νὰ ἴδωμεν ἐκ τῶν ὑστέρων, τὶ ἠμπορεῖ νὰ προκύψῃ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προσθέσω καὶ μίαν ἄλλην σκέψιν. Τὸ Κέντρον ἐκπλήσσεται διατὶ κατόπιν τῶν προεκλογικῶν του συγκεντρώσεων, δὲν συνεκέντρωσε τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ τὸ Κέντρον εἶχεν ἐμπράκτως ὁμολογήσει, ὅτι δὲν διεκδικεῖ τὴν πλειοψηφίαν. Κύριοι βουλευταί, ὅταν καταπολεμᾷ τις προσφερόμενον τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, διότι φοβεῖται τὸ πλειοψηφικὸν ἀναγνωρίζει καὶ ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν διεκδικεῖ τὴν πλειοψηφίαν. Αὐτὸ τὸ ἔπραξαν ὅλα τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1961. Καὶ τὸ 1956, ὅταν ὁ ἐκλογικὸς νόμος εἶχε κἄποιαν ὁμοιότητα πρὸς τὸ πλειοψηφικόν, τὸ Κέντρον ἠναγκάσθη νὰ συμπράξῃ μὲ τὴν ΕΔΑ, παρὰ τὸ ὅτι ὁ σημερινὸς Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, εἶναι ἐκ τῶν μαχητικωτέρων θεωρητικῶν πολεμίων τοῦ κομμουνισμοῦ. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι δὲν διεξεδίκει τὴν πλειοψηφίαν τὸ Κέντρον. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τελευταίου ἐκλογικοῦ νόμου ἐπολέμησε καὶ διὰ τὴν εἴσοδον περισσοτέρων κομμάτων εἰς τὴν Βʹ κατανομήν. Ὅλα αὐτὰ καθιστοῦν ἀντιληπτόν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε διεκδίκησις πλειοψηφίας. Ποῖος ὅμως ἦτο ὁ σκοπός του;
§121Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν περίοδον Ἕνωσις Κέντρου δὲν ὑπῆρχεν. Ἑπομένως ὅλος ὁ ἰσχυρισμός σας στηρίζεται εἰς τὸ «ἐάν».
§122Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι προϋπῆρξεν ἡ περίπτωσις τοῦ 1956. Ἐπὶ πλέον τὸ 1961 ὑπῆρχεν ἡ προσπάθεια τῆς δημιουργίας τοῦ Κέντρου, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ἡ τόλμη τοῦ πλειοψηφικοῦ.
§123Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνωσις Κέντρου δὲν ὑπῆρχεν.
§124Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν ὑπῆρχεν, ἀλλὰ ὑπῆρχεν ἡ πρόβλεψις τῆς συνενώσεως. Ἡ Ἕνωσις Κέντρου προεβλέπετο καὶ ἐκεῖνο ποὺ δὲν προεβλέπετο, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ προβλεφθῇ ἦτο, ὅτι θὰ ἠδύνασθε μὲ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα νὰ ἀναμετρηθῆτε μὲ τὴν ΕΡΕ. Καὶ αὐτὸ ἀπετέλει ἀπόδειξιν τῆς ἰδικῆς σας ἀδυναμίας.
§125Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντως, Ἕνωσις Κέντρου δὲν ὑπῆρχε καὶ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα εἴπετε ὅ,τι θέλετε.
§126Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἂς ἴδωμεν τὶ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ Ε.Κ. Ἐπεδίωκε σκοπὸν ἀρνητικόν, δηλαδὴ νὰ μὴ εἶναι αὐτοδύναμος ἡ πλειοψηφία τῆς ΕΡΕ. Ἀλλὰ οὐδέποτε ἐνέπνευσαν τοὺς λαοὺς τὰ ἀρνητικὰ συνθήματα, οὐδέποτε ὑπῆρξε περίπτωσις, ὅπου ὁ λαὸς ἐστράφη πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν «ἀντί». Ἡ παράταξις αὐτή, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκομεν σήμερον, ἐγνώρισε περιόδους τῶν προγόνων της κατὰ τὰς ὁποίας εἶχε τὸ «ἀντὶ» πρὸ τοῦ κομματικοῦ τίτλου καὶ εὑρίσκετο σχεδὸν πάντοτε τότε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἡ ἰδέα τῆς ἀρνήσεως εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία δὲν συγκινεῖ τὸν λαὸν καὶ δὲν δύναται νὰ προσελκύσῃ τὴν πλειοψηφίαν του. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰς τὰς σκέψεις, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἀπορίας ἄξιον διατὶ ἐπιδιώκεται ἡ παραπομπὴ ὑπηρεσιακῶν Ὑπουργῶν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Θὰ ἦτο ἀπορίας ἄξιον ἐὰν δὲν ἦτο προφανές, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ μέρος γενικωτέρου πολιτικοῦ σχεδίου. Κύριοι βουλευταί, τὴν ἐπαύριον τῶν ἐκλογῶν ὀρθὴ πολιτικὴ στάθμισις τῶν ἀποτελεσμάτων θὰ ὤφειλε νὰ ὁδηγήσῃ τὸ Κέντρον εἰς αἰσιοδόξους σκέψεις. Τὸ ποσοστόν του ἦτο οὐσιῶδες καὶ θὰ ἠδύνατο ἀντὶ νὰ διεκδικήσῃ τὰς παρελθούσας ἐκλογάς, εἰς τὰς ὁποίας ἡττήθη, νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν νίκην εἰς τὰς μελλούσας. Ἀντὶ αὐτοῦ ἐπροτίμησε τὴν διαδικασίαν, ποὺ ἀκολουθεῖ. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι δυσμενέστατα θὰ κριθῇ ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἀπὸ τὸν ἱστορικὸν τοῦ μέλλοντος· καὶ τὸ ἴδιο τὸ Κέντρον μετ’ ὀλίγον θὰ μεταμεληθῇ διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτήν. Ἀλλὰ αἱ κυρώσεις εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν δὲν εἶναι τόσον ἁπαλαί. Διότι τὰ ὀλισθήματα τὰ τιμωρεῖ ὁ λαὸς καὶ τὴν ἀπάντησιν θὰ τὴν λάβητε ἀξιότιμοι συνάδελφοι τοῦ Κέντρου, εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§127Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν παραπομπῆς τῆς Κυβερνήσεως Δόβα καὶ αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἀπέναντι τῆς δημοσίας γνώμης, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῶν προσώπων, καθ’ ὧν ἡ πρότασις, τὰ ὁποῖα τιμῶ καὶ ὡς κοινωνικοὺς παράγοντας καὶ ὡς πρώην ἀνωτάτους δημοσίους λειτουργοὺς καὶ στρατιωτικοὺς νὰ αἰτιολογήσω τὴν ἐνέργειάν μου. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, κ. βουλευταί, μίαν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Προεδρίας, ὅταν πρὸ ἡμερῶν ὡμίλησεν ἔκαμε τὴν δήλωσιν ὑπὸ τύπον τρόπον τινά, συστάσεως, ὅτι θὰ ἠρεύνα τὴν ὑπόθεσιν μὲ ψυχραιμίαν χωρὶς ἐξάψεις, χωρὶς προκαταλήψεις καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐπήρχετο πλήρης συμφωνία ἐπὶ τῶν ἀντικειμενικῶν συμπερασμάτων. Βέβαια εἰς τὴν δήλωσίν του αὐτὴν δὲν ἐφάνη συνεπὴς οὔτε ὡς πρὸς τὸ ὕφος, οὔτε ὡς πρὸς τὴν ἔξαψιν, οὔτε ὡς πρὸς τὴν ἔλλειψιν ἀμεροληψίας, ἀλλὰ τολμῶ νὰ εἴπω οὔτε καὶ τὰ συμπεράσματά του ὑπῆρξαν ἀντικειμενικά, μάλιστα πρὸς τιμὴν τῆς κρίσεώς του θὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν οὔτε κἂν ὑποκειμενικὰ ὑπῆρξαν τεχνικά, ὑπαγορευμένα ἀπὸ τὴν πολιτικὴν καὶ κομματικὴν θέσιν. Ἐγὼ ἐν τούτοις θὰ ἀκολουθήσω τὴν συζήτησίν του καὶ θὰ ἐπιδιώξω νὰ εἶμαι ὅσον τὸ δυνατὸν ἀντικειμενικός. Ἡ οὐσία, κ. βουλευταί, τῆς προτάσεως εἶναι, ὅτι ἐχρησιμοποιήθη ὁ κρατικὸς μηχανισμὸς παρὰ τοὺς νόμους, παρὰ τὸ Σύνταγμα, παρὰ τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἑνὸς κόμματος καὶ νόθευσιν τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνω, κύριοι, δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα τόσον θορυβωδῶς ἐξετέθησαν ἐνταῦθα καὶ δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ ἔκτροπα περιστατικὰ διὰ δύο λόγους, τὸ μὲν διότι δὲν θέλω νὰ ἀντιδικήσω πρὸς τὴν πλευρὰν τὴν Κυβερνητικήν, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ περιγραφή, ὅτι δὲν εἶναι εἰς τοιαύτην ἔκτασιν τὰ ἔκτροπα καί, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ ὀφείλεται οὐχὶ εἰς Κεντρικὰ σχέδια, ἀλλὰ εἰς τὴν πρωτοβουλίαν ὡρισμένων ἐξάλλων δημοσίων ὀργάνων ἢ εἰς τὸν φανατισμὸν τῶν φίλων τοῦ κόμματος. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ περιστατικὰ καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, διότι τιμίως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν, τὴν Ἠλείαν, τὰ ἔκτροπα τὰ σημειωθέντα δὲν ἔσχον σπουδαῖον ἐπηρεασμὸν ἐπὶ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ τῆς Ἠλείας καὶ αὐτὸ ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμή, ὥστε εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἠλείας ἐπὶ 82.000 ψήφων νὰ συγκεντρώσῃ ἡ παράταξίς μας πλέον τῆς ΕΡΕ 8.500 παρὰ τὴν πρόσφατον μετάστασιν τριῶν ἀξιολόγων παραγόντων ἀριθμούντων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν τῶν προηγουμένων ἐκλογῶν 12.000 ψήφους. Ἐὰν ὑπῆρξαν ἔκτροπα εἰς τὴν Ἠλείαν ὑπῆρξαν πλεῖστα, ὅταν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ μακαρίας μνήμης πρώην Νομάρχου, ὁ ὁποῖος μετέβαλε τὸ νομαρχιακὸν κατάστημα εἰς κομματικὴν λέσχην, ὅπου ὠργίαζον καὶ ἐκυριάρχουν οἱ κομματικοὶ παράγοντες καὶ κατεβλήθη προσπάθεια διαφθορᾶς ἐκ τῶν δημοσίων ὀργάνων ἀλλὰ καὶ διαφθορᾶς κυρίως ὀργάνων τῆς αὐτοδιοικήσεως. Παρεμπιπτόντως ὅλως, κ. βουλευταί, ἐν σχέσει μὲ τὰ ἔκτροπα θέλω νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς καὶ ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἓν ἀντίγραφον ἑνὸς ἐγγράφου ἀπευθυνομένου πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Καραμανλῆν Πρόεδρον Κυβερνήσεως, ἀπὸ μέρους μιᾶς ὀργανώσεως ὀνομαζομένης, «Πανελλήνιος Ἕνωσις Ἀρχηγῶν Μαχητῶν» φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς Ἑνώσεως ἑνὸς κ. Κωστόγλου καὶ τοῦ Γραμματέως τῆς Ἑνώσεως. Εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο παραπονοῦνται πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι καίτοι προσέφερον σπουδαίας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα κατὰ τὸ διάστημα 1940–1949 καὶ κατὰ τὸν συμμοριτοπόλεμον ἐν τούτοις παρεωράθησαν αἱ ὑπηρεσίαι των καὶ δὲν ἔτυχον τῆς δεούσης ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς βοηθείας. Εἰς μίαν παράγραφον ἀναφέρεται ἐπὶ λέξει: «Νομίζομεν, ὅτι ἡμεῖς ἐξεπληρώσαμεν τὸ ἱερὸν καθῆκόν μας ἀκέραιον ἀπὸ πάσης ἐθνικῆς πλευρᾶς προεκλογικῶς περιήλθομεν κάμπους καὶ βουνὰ» χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς 11)1)1962 «τοὺς νομοὺς καὶ προπαγανδίζοντες καὶ προτρέποντες τοὺς ψηφοφόρους ὅπως ψηφίσουν....».
§128ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ πιστεύετε αὐτά;
§129Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι ἕνα ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον θὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἔρευναν τῆς Κυβερνήσεως οὔτε ἐγγυῶμαι τὴν γνησιότητα οὔτε ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ περιεχόμενον εἶναι ἀκριβές, ἁπλῶς τὸ ἀναφέρω. «... ὅπως ψηφίζουν μὲ φανατισμὸν τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα τῆς ΕΡΕ διὰ νὰ μὴν εἴπωμεν, ὅτι καὶ ἐβιάσαμεν τοῦτο, πρᾶγμα ὅπερ, πρὸς Θεοῦ, δὲν συμφέρει νὰ ὁμολογήσωμεν». Δὲν φέρω καμμίαν εὐθύνην τοῦ ἐγγράφου, δηλῶ, ὅμως, ὅτι τὸ ἔγγραφον φέρει αὐτὸν τὸν τίτλον, ὅτι εἶναι ὑπογεγραμμένον, καὶ ὅτι ἔχει καὶ σφραγῖδα τῆς Ἑνώσεως αὐτῆς. Τὸ καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τὸ ἐρευνήσῃ καὶ διὰ τὴν γνησιότητα τῆς προελεύσεως καὶ τοῦ περιεχομένου ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐνδιαφέρεται. Δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ ἔκτροπα καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς δεδομένα γενικωτέρας μορφῆς καὶ μεγαλυτέρας ἐκτάσεως. Ἕνα ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων κρατικῶν ὀργάνων, τὸ κυριώτερον μάλιστα δύναται νὰ εἰπῇ κανείς, τὸ ὁποῖον ἐτέλει καὶ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὁ στρατός. Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν ποία ἐγένετο μεταχείρησις τοῦ στρατοῦ, δηλαδὴ τῆς στρατευμένης νεολαίας μας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης δι’ ἑνὸς ὑπολογισμοῦ τὸν ὁποῖον μᾶς ἔκανε, ἀναβιβάζει τὸ ποσοστὸν τῆς ΕΡΕ ἀπὸ τὰς στρατιωτικὰς ψήφους εἰς 85% μόνον, ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ ἐδέχθη ὡς προϋπόθεσιν μίαν πεπλανημένην ἀντίληψιν, ὅτι ἐκ τῶν 44.000 δημοσίων ὑπαλλήλων πρέπει νὰ ἀφαιρεθοῦν 17.000 κατ’ ἀναλογίαν τῶν ψηφισάντων. Ἀλλὰ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ εἶναι πεπλανημένη. Εἰς τὰς καταστάσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν ἐνεγράφησαν παρὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ψηφίσουν, δὲν εἶχον τὰ ἐκλογικά τους δικαιώματα εἰς τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον παραμένουν καὶ ἐζήτησαν νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τὰς καταστάσεις τὰς ἐκλογικὰς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Συνεπῶς αὐτοὶ πρέπει νὰ ἐψήφισαν, διότι ἄλλως δὲν εἶχον λόγον νὰ ζητήσουν τὴν ἐγγραφήν των εἰς τὰς ἐκλογικὰς καταστάσεις. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν αὐτὴ ἡ πεπλανημένη προϋπόθεσις τότε τὸ ποσοστὸν τὸ 85% ἀνέρχεται κατὰ ἀρκετὰς μονάδας, ἀλλὰ διατὶ νὰ πελαγοδρομοῦμεν, κύριοι, εἰς τὴν ἀναζήτησιν εἰς τοιούτου εἴδους λογαριασμοὺς καὶ νὰ μὴ συμβουλευθῶμεν τὰ κατ’ ἰδίαν ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα; Ἡ Ἕνωσις τοῦ Κέντρου ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ ποσοστὸν τῶν ψήφων τοῦ στρατοῦ ὑπερέβαινε τὰ 95%. Τοῦτο τὸ ἐκατηγόρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅτι εἶναι ὑπερβολικόν, ὅτι εἶναι ἐκτὸς τῆς πραγματικότητος. Ἀκούσατε μερικοὺς ἀριθμοὺς διὰ Νομούς, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἑδρεύει στρατὸς καὶ συνεπῶς οἱ ὑπάλληλοι, τὸ ὀλιγώτερον, πρέπει νὰ ὑπολογισθοῦν εἰς τὸ ⅕. Εἰς τὴν Ἀργολίδα ἐπὶ 1975 ἐγκύρων ψηφοδελτίων στρατοῦ καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπῆρε ἡ ΕΡΕ 1673. Ὑπολογίζω μεταξὺ αὐτῶν 395 δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀφαιρῶ τὸ 50%, ὅτι ἐψήφισαν ΕΡΕ καὶ τὸ ἄλλο 50% τὴν Ἀντιπολίτευσιν σύμφωνα μὲ τὰ τελικὰ ἀποτελέσματα καὶ βγαίνει συμπέρασμα, ὅτι εἰς τὴν Ἀργολίδα ἡ ΕΡΕ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ψηφοδελτίων ἔλαβε 93,5%. Κατὰ τὸν ἴδιον λογαριασμόν, κύριοι, εἰς τὴν Κέρκυραν ἔφθασεν τὸ 96,8% εἰς τὴν Ζάκυνθον ἔφθασε τὸ 94,5% εἰς τὴν Πιερίαν ἔφθασεν τὸ 94,5% εἰς τὰς Σέρρας ἔφθασεν τὸ 92% εἰς τὴν Φλώρινα ἔφθασεν τὸ 97,7%, Μεσσηνίαν ἐπὶ 3250 ἀφαιρῶ 650 δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς ὁλόκληρον τὸν Νομὸν καταλήγω, τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι 97,7%. Δειγματοληπτικῶς σᾶς παρουσιάζω αὐτὸν τὸν πίνακα. Ὑπάρχουν τμήματα εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἑδρεύει ὁ στρατὸς καὶ ἐν τούτοις παρουσιάζουν αὐτὴν τὴν τεραστίαν διαφοράν. Εἶναι λοιπὸν ὑπερβολὴ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὅταν ἰσχυρίζηται, ὅτι ὁ στρατὸς ἐψήφισε πλέον τοῦ 95% ὑπὲρ τῆς ΕΡΕ; Ἔχω τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκαλεῖτο νὰ καθορίσῃ τὸ ποσοστὸν τοῦ στρατοῦ εἰς ψήφους ὑπὲρ τῆς ΕΡΕ, σεβόμενος τὴν πολιτικήν του ἀξιοπρέπειαν, θὰ καθώριζε τοῦτο πολὺ κατώτερον τοῦ 85%. Δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1952, ὅπου ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης Παπάγος ἔλαβε σημαντικὸν ἀριθμὸν στρατιωτικῶν ψήφων. Θὰ ἀναφερθῶ, ὅμως, εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1956 εἰς τὰς ἐκλογάς, δηλαδὴ ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἡ δημοκρατικὴ παράταξις ἠναγκάσθη νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς ΕΔΑ καὶ διὰ τὴν ὁποίαν σύμπραξιν τόσα ἠκούσθησαν εἰς βάρος τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως. Εἰς τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς λοιπὸν παρὰ τὸ κλῖμα, τὸ ὁποῖον σκοπίμως εἶχε δημιουργηθῆ ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως καὶ τὸ προβαλλόμενον ἐπιχείρημα τῆς μετὰ τῶν κομμουνιστῶν συμπράξεως, τὸ ποσοστὸν τοῦ στρατοῦ εἰς ψήφους ὑπὲρ τῆς ΕΡΕ ἔφθασε τὰ 77%. Εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας ἡ ΕΡΕ ἔλαβεν 127 χιλιάδας ψήφους. Εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1961 ἔλαβεν 154 χιλιάδας ψήφους, δηλαδὴ ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ κατὰ 32 χιλιάδας ψήφους ἔλαβεν ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἡ ΕΡΕ. Ἔπειτα ἀπὸ τὰ ἀδιάψευστα αὐτὰ στοιχεῖα, κύριοι συνάδελφοι, κρίνατε σεῖς ἐὰν εἶναι δυνατὸν ποτὲ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ τῶν ἐκλογῶν νὰ υἱοθετηθῇ ἀπὸ εὐσυνείδητον ἄνθρωπον. Ἀνέμενα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποκηρύξῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό. Ἰδιαιτέρως, ὅμως, ἀνέμενα τὴν ἀποκήρυξιν τοῦ ἀποτελέσματος αὐτοῦ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου τὸ ἦθος ὡς πολιτικοῦ ἀνδρὸς εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους καὶ τὸν ὁποῖον τιμῶ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος ἀντὶ νὰ ἀποκηρύξῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ καταδικάζων τοὺς δράστας, ἀντιθέτως μᾶς ὡμίλησε περὶ ροπῆς τῆς νεολαίας πρὸς τὸ ἀκραῖον ἐθνικόφρον κόμμα, ἐμφανίσας οὔτε λίγο οὔτε πολὺ διὰ τῶν λεγομένων του, ὅτι ἡ ΕΡΕ μόνον ἔχει πληρότητα ἐθνικοφροσύνης, καί, ὅτι ἡ Ἕνωσις Κέντρου εἶναι μειωμένης ἐθνικοφροσύνης. Ἀλλὰ εἶχε ποτὲ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δεδομένα ἀντεθνικῆς δράσεως τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ τῆς ἡγεσίας του; Λησμονεῖ, ὅτι ἡ ἀξία ἡγεσία τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα εἰς κρισίμους μάλιστα στιγμὰς δι’ αὐτὴν καί, ὅταν τὸ πᾶν εἶχεν ἀπολεσθῆ; Ἐλησμόνησεν ἀκόμη, ὅτι καὶ προσφάτως ἡ ἡγεσία τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἔδωκε μαθήματα ἐξάρσεως πατριωτισμοῦ διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου αὐτοῦ; Ἐὰν λησμονῇ ὅλα αὐτά, εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ λησμονῇ, ὅτι τὴν Κυβερνητικὴν πτέρυγα, κοσμοῦν πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου; Εἶναι δυνατὸν οἱ πολιτικοὶ αὐτοὶ ἄνδρες νὰ εἶχον μειωμένην ἐθνικοφροσύνην; Νομίζω ὄχι. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ ροπῆς τῆς νεολαίας μας, ἄλλην ἔννοιαν εἶχε. Εἶναι πολὺ φυσικὸν εἰς τὴν σημερινὴν κοινωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ζῶμεν, εἰς τὴν κοινωνίαν τῆς ἐξελίξεως καὶ τῆς ἐπιστήμης ἡ νεολαία λόγῳ τῆς ἡλικίας καὶ τοῦ αὐθορμητισμοῦ νὰ ρέπῃ πρὸς τὸν φιλελευθερισμόν. Πρὸς τὸν συντηρητικὸν σοσιαλισμὸν ἀκόμη δύναμαι νὰ εἴπω. Ἐὰν κρίνωμεν συνεπῶς τὴν ροπὴν τῆς νεολαίας εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν αὐτὴν παρὰ τὸ πλευρόν μας, διότι αἱ αἱ ἰδικαί μας ἀρχαὶ εἶναι φιλελεύθεροι. Ἡ νεολαία αὐτὴ πρὸ τῆς στρατεύσεώς της εὑρίσκετο εἰς τοὺς κόλπους τῆς οἰκογενείας εἶχε φίλους ἤρχετο εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς πολιτικοὺς τῆς περιφερείας. Μετὰ τὴν στράτευσίν της ἀσφαλῶς εἰς τοὺς στρατῶνας οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ ἐδίδαξαν τὰ στρατευμένα αὐτὰ παιδιὰ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον των καὶ φυσικὰ εἰς τὸ νὰ βλέπουν πάντοτε πρὸς τὰ δύο ἐθνικόφρονα κόμματα, τὰ ὁποῖα διεκδικοῦν τὴν τιμὴν νὰ κυβερνήσουν τὴν χώραν αὐτήν. Κατὰ λογικὴν συνέπειαν θὰ ἔπρεπε εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ ψηφίσουν κατ’ ἀναλογίαν τὰ δύο αὐτὰ ἐθνικόφρονα κόμματα. Καὶ ὅμως, ἐνεφανίσθη τὸ φαινόμενον νὰ ψηφισθῇ τὸ ἓν μόνον ἐκ τῶν δύο αὐτῶν ἐθνικοφρόνων κομμάτων καὶ μάλιστα μὲ τὸ ὑψηλὸν ποσοστὸν τοῦ 92%. Ἄρα τὸ ἀποτέλεσμα ἐπετεύχθη ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς καὶ μόνον κόμματος διὰ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας καὶ διὰ τῆς βίας, ἡ ὁποία ἠσκήθη ἐπὶ τῆς στρατευθείσης νεολαίας μας. Ἴσως νὰ προβληθῇ τὸ ἐπιχείρημα. Καλὰ ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὸ Ἐκλογοδικεῖον διὰ νὰ ἀκυρώσῃ τὰς ἐκλογάς; Ἀπαντῶ. Καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τὸ Ἐκλογοδικεῖον τὴν ἀσκηθεῖσαν βίαν τῆς στρατιωτικῆς νεολαίας. Πῶς τὴν ἀποδεικνύουν; Τὴν ἀποδεικνύουν, κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα. Ἡ στοιχειώδης λογική, ἡ στοιχειώδης ἀνθρωπίνη σκέψις, ἀποδεικνύουν, ὅτι δὲν εἶναι ψῆφος ἠθελημένη τοῦ στρατοῦ, εἶναι ψῆφος βεβιασμένη. Καὶ πῶς θὰ ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ αὐτὸ τὸ πραξικόπημα; Νὰ χαρακτηρισθῇ, ὡς μία παραβίασις τοῦ Συντάγματος, νὰ χαρακτηρισθῇ, ὡς ἕνα Συνταγματικὸν ἀδίκημα, νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀσέβεια πρὸς τὰς στοιχειώδεις Συνταγματικὰς ἀρχάς, ἢ κἄτι τὸ περισσότερον. Πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐθνικὸν ἔγκλημα. Σκεφθῆτε, κύριοι βουλευταί, τὸν Στρατόν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ γόητρον τὸ Ἐθνικόν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀσπίδα τὴν Ἐθνικήν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἐπισύρῃ τὴν συμπάθειαν, τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν στοργὴν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, φαντασθῆτε νὰ τὸν θέσωμεν ἀντιμέτωπον τοῦ λαοῦ, νὰ τὸν χρησιμοποιήσωμεν διὰ τὴν νόθευσιν τοῦ φρονήματός του. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὑπερβολή, ἐὰν τὸ τοιοῦτον πραξικόπημα χαρακτηρισθῇ ὡς Ἐθνικὸν ἔγκλημα. Ἀλλά, ἐπὶ πλέον εἶναι μία ἀνεβλάβεια ἀπέναντι τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡγήτωρ τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν βαθεῖαν ὀδύνην, διότι εἶμαι ἕνας ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ αὐτοθυσίαν καὶ αὐταπάρνησιν ἠγωνίσθησαν διὰ τὴν παγίωσιν τοῦ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξασφαλίζει εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τὴν ἡγεσίαν τοῦ Στρατεύματος, τοῦ ὁποίου ἡ Ἐθνικὴ λαμπρότης πρέπει νὰ προκαλῇ τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος ἀπεδείχθη ἀνευλαβὴς ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ σκεφθῆτε, κύριοι βουλευταί, τὴν ἠθικὴν διδαχὴν τὴν ὁποίαν παράσχομεν εἰς τοὺς στρατιώτας. Τοὺς ἐδιδάξαμε, ὅτι ἡ ἐλευθερία, ἡ Δημοκρατία, ὁ ἀνθρωπισμὸς εἶναι κεναὶ λέξεις, ἄνευ ἐννοίας ἄνευ ἀξίας, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἶναι ἡ βία καὶ ἡ ὑποδούλωσις τῆς ψυχῆς καὶ τῆς συνειδήσεως. Αὐτὴν τὴν διδαχὴν ἐκάμαμε εἰς τὸν Στρατὸν καὶ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν χειροκροτοῦμεν. Καὶ νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι καὶ μόνον αὐτὸ τὸ γεγονός, τὸ ἀποτέλεσμα δηλαδὴ τῶν στρατιωτικῶν τμημάτων ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τῆς διαθέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τῆς παρακυβερνήσεως νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς μαζικῶς δι’ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι τελοῦν ὑπὸ τὰς διαταγάς των, ἐφ’ ὅσον τὸν Στρατόν, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ διαφυλάξουν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκθέτουν εἰς κανένα ψόγον καὶ μομφήν, τὸν ἀνέμειξαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, θὰ ἐφείδοντο τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἄλλων παραγόντων διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκον; Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα ἠδύναντο νὰ μετέλθουν, ἐφ’ ὅσον τὰ κρατικὰ ὄργανα τὰ εἶχον ὑπὸ τὰς διαταγάς των. Καὶ ἔρχομαι τώρα, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν παρανόμων ἐγγραφῶν διὰ ν’ ἀποδείξω δύο τινά. Ἀνεπτύχθη τὸ θέμα τόσον λεπτομερῶς ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους, ὥστε περιττεύει πᾶσα περαιτέρω ἀνάπτυξις. Ἔχω μόνον νὰ κάμω δύο παρατηρήσεις. Πρῶτον εἶναι ἡ ἄστοχος ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως θριαμβολογία, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τῆς Ἑνώσεως Κέντρου περὶ ἀνυπάρκτων προσώπων τὰ ὁποῖα ἐπῆραν βιβλιάρια ἐκλογικὰ εἶναι σαθρόν, διότι τὰ πρόσωπα εἶναι ὑπαρκτά. Περίεργον. Μὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθοῦν βιβλιάρια δι’ ἀνύπαρκτα πρόσωπα, μὴ ἔχοντα σάρκα καὶ ὀστᾶ; Τὸ βιβλιάριον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ φορέα, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ φορεὺς τοῦ βιβλιαρίου καὶ εἰκόνα τοῦ φορέως. Ὑπῆρχον ἀσφαλῶς τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ δὲν εἶχον δικαίωμα ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Ἡ Ἕνωσις Κέντρου εἶπεν, ὅτι ἦσαν ἀνύπαρκτα πρόσωπα.
§130Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νομικῶς καὶ τυπικῶς εἶναι ἀνύπαρκτα.
§131Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δευτέρα παρατήρησις εἶναι ἡ ἀστοχία εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας. Ὡμίλησε περὶ τῆς ἐλαστικότητος. Εἶπεν, ὅτι ὑπῆρξε μία ἐλαστικότης ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐγκαταστάσεως ἐν Ἀθήναις. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἔπρεπε ἡ ἐγκατάστασις νὰ γίνῃ πρὸ τοῦ 1948. Μᾶς εἶπεν, ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ γίνῃ ἐλαστικὴ χρῆσις τῆς διατάξεως αὐτῆς. Δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι. Παριστάμην κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι παρομοίαν δήλωσιν. Ἐφ’ ὅσον τὸ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς πιστεύω, ὅτι ἐλέχθη. Ἀλλά, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν ἡ ἔννοια αὐτὴ ἀποδίδεται, ὅσον ἀφορᾶ τὸν χρόνον τῆς ἐγκαταστάσεως, αὐτὴ ἡ ἐλαστικότης δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι γενική; Βεβαίως ἔπρεπε νὰ εἶναι γενική, ἀλλὰ ἐὰν ἦτο γενικὴ καὶ ὄχι κατ’ ἐπιλογήν, διατὶ δὲν μετεβάλετο ἡ χρονολογία εἰς τὸ 1950, ἢ τὸ 1952, ἢ τὸ 1958; Καὶ διατὶ ἐπέμενον οἱ κ. Ὑπουργοὶ νὰ μείνῃ ἀμετάθετος ἡ χρονολογία ἐκείνη; Εἶχον κάποιον λόγον νὰ ἐπιμένουν. Καὶ ἐρωτᾶται, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφαρμόσουν αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ θὰ τοὺς διακρίνει ἐλαστικότης, αὐτοὶ θὰ κάμουν τὴν ἐπιλογὴν τῶν προσώπων; Ποῖα κριτήρια θὰ χρησιμοποιήσουν διὰ νὰ παράσχουν αὐτὸ τὸ περίφημον πιστοποιητικόν, ὅτι διέμενον πρὸ τοῦ 1948. Ἀσφαλῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμουν αὐτὴν τὴν ἐπιλογήν, θὰ τὴν κάμουν κατὰ διαταγήν, καὶ κατὰ διαταγήν, βεβαίως, τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων συνέπεια. Ἀλλὰ ὁπωσδήποτε δι’ αὐτῆς τῆς ὁμολογίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς περιπίπτει εἰς τοῦτο, νὰ φέρῃ ἑαυτὸν ὡς ἠθικὸν αὐτουργὸν τῆς παρανομίας αὐτῆς, συμβουλεύων τὰ ὄργανα τὰ ἀστυνομικὰ νὰ ἐκδίδουν ψευδῆ πιστοποιητικά. Δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀστοχία συμβιβάζεται μὲ τὴν δικανικὴν δεξιοτεχνίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλά, ὁ ἰσχυρισμὸς τῆς Συμπολιτεύσεως εἶναι καὶ τὸ ἀνέφερεν καὶ ὁ προηγούμενος ἀγορητής, ὑπῆρξε διπλοψηφία. Κύριοι βουλευταί, ὅλοι σας ἔχετε πεῖραν ἐκλογικὴν. Εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποκαλυφθῇ ἡ διπλοψηφία. Ὑποθέσατε, ὅτι ἕνας κάτοικος τοῦ Μενιδίου, ἢ ἕνας κάτοικος τῆς Κερατέας ἔχει ἀποκτήσει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον βιβλιάριον εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ψηφίζει εἰς τὴν Α, ἢ Β περιφέρειαν καὶ κατόπιν πηγαίνει εἰς τὸ χωρίον του καὶ ψηφίζει εἰς ἄλλο τμῆμα. Πῶς θὰ ἀνακαλύψωμεν τὴν διπλοψηφίαν; Μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν παρηκολουθήσατε τὸν ὡρισμένον ψηφοφόρον ἀπὸ τοῦ ἑνὸς τμήματος ποὺ ψηφίζει, εἰς τὸ ἄλλο ποὺ ψηφίζει. Κατ’ ἄλλον τρόπον, πρέπει δι’ ἕκαστον ὄνομα νὰ ἐρευνήσετε τὰς καταστάσεις ὅλων τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ ἀνακαλύψητε τὴν διπλοψηφίαν. Πῶς θὰ ἀνακαλυφθῇ, ὅμως, ἡ διπλοψηφία κατὰ τεκμήριον; Καὶ ἔχομεν τεκμήριον ἀλάθητον. Δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐγγραφέντων κατὰ τὸ 1961. Θὰ ἀναφερθῶ εἰς τοὺς ψηφίσαντας. Εἰς τὰς Ἀθήνας ἐπὶ 260.000 ψηφισάντων, εἰς τὸ 1958, εἰς τὸ 1961 ἐψήφισαν 60.000 περίπου ἐπὶ πλέον. Ἔφθασε, δηλαδή, ἐν σχέσει μὲ τὸ 1958, εἰς τὸ ποσοστὸν αὐξήσεως 19%. Βέβαια, ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶναι ὑπερβολικός. Ἂς τὸν ἀποδώσωμεν, ὅμως, εἰς τὴν ραθυμίαν τῶν πρωτευουσιάνων νὰ ἀποκτήσουν βιβλιάριον κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ εἰς μερικοὺς ἑτεροδημότας, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν καὶ φθάνομεν τὸ 19%, τὸ ὁποῖον, βέβαια, εἶναι μεγαλύτερον κατὰ πολὺ τῆς αὐξήσεως τῶν ψηφοφόρων εἰς ἄλλας ἐπαρχίας καὶ εἰς ἄλλας πόλεις. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πρώτην περιφέρειαν ὑπῆρξε ραθυμία ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔσπευσαν νὰ προμηθευθοῦν τὸ ἐκλογικόν των βιβλιάριον. Εἰς τὴν Βʹ περιφέρειαν Ἀθηνῶν, ὅπου οἱ ἀριστεροὶ πλειοψηφοῦν καὶ ὅπου, ὅπως ὡμολογήθη προηγουμένως οἱ ἀριστεροὶ ἐφρόντισαν κατὰ τὰς προηγουμένας ἐκλογὰς νὰ ἐφοδιάσουν τοὺς ἐκλογεῖς των δι’ ἐκλογικῶν βιβλιαρίων, ἔπρεπε τὸ ποσοστὸν τῆς αὐξήσεως νὰ εἶναι μικρότερον. Ξέρετε ποῦ ἔφθασεν αὐτὸ τὸ ποσοστόν, κύριοι βουλευταί; Εἰς τὰ 35,2% — 19% εἰς τὴν πρωτεύουσαν, 35,2% εἰς τὴν Βʹ περιφέρειαν. Ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρέθη δικαιολογία, ὅτι μερικοὶ ἐκ τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν, πολιτευόμενοι εἰς τὴν Βʹ περιφέρειαν, παρεκίνησαν τοὺς ψηφοφόρους των νὰ μεταφέρουν τὰ ἐκλογικά των δικαιώματα εἰς τὴν Βʹ περιφέρειαν. Ἂν τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀποτόμου αὐξήσεως τῆς Βʹ περιφερείας εἰς τὸν διπλάσιον ἀριθμὸν ψηφοφόρων ἀπὸ ὅ,τι εἰς τὴν πρώτην περιφέρειαν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ψηφοφόρων τῆς Αʹ περιφερείας. Ἐν τούτοις, δὲν ἠλαττώθη. Τὶ ἀποδεικνύει τοῦτο, κ. βουλευταί; Ὅτι ἐψήφισαν καὶ εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς τὴν δευτέραν περιφέρειαν. Ὅπως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐψήφισαν καὶ εἰς τὴν πρώτην περιφέρειαν καὶ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο μέρος, ὅπως εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ Μενιδιάτης νὰ ἔβγαλεν ἐκλογικὸν βιβλιάριον εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅπως ἔβγαιναν τὰ βιβλιάρια μὲ τόσην εὐκολίαν μὲ ἕνα πιστοποιητικὸν τοῦ ἱερέως, καὶ νὰ ἐψήφισε καὶ εἰς τὸ Μενίδι. Αὐτὸ εἶναι ἀλάθητον τεκμήριον, ὅτι ἔλαβε χώραν διπλοψηφία, ἂν μὴ πολυψηφία. Ἀλλὰ ἡ Συμπολίτευσις ἀντὶ μιᾶς σεμνῆς ὑπερασπίσεως, μετρημένης ἢ ἔστω ὁμολογίας, κατέφυγεν εἰς μίαν ἄλλην μέθοδον: Ἀναστρέφει τὴν κατηγορίαν καὶ στρέφεται ἐναντίον μας καὶ μᾶς ἀποκαλεῖ ὑβριστὰς τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ὑπερηφάνου λαοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται, ἡμεῖς εἴμεθα ὑβρισταὶ τοῦ στρατοῦ, ἢ σεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸν κατεδικάσατε εἰς τὴν ἀσυνείδητον αὐτὴν ἐκδήλωσιν, σεῖς, οἱ ὁποῖοι μετεχειρίσθητε τὸν στρατὸν ὡς ὄργανον εἰς βάρος τοῦ γοήτρου, εἰς βάρος τῆς ἀποστολῆς του, διὰ νὰ νοθεύσητε τὰς ἐκλογάς; Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ὑβρισταὶ τοῦ λαοῦ, ἢ οἱ ὑπερασπισταὶ τῶν δικαιωμάτων του, τοῦ ὁποίου τὴν θέλησιν σεῖς κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν ἐνοθεύσατε; Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἶναι μεγάλη καὶ ζηλευτὴ ἡ τιμὴ νὰ ἐκπροσωπῇ κανεὶς τὸν λαὸν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅπου ρυθμίζεται ἡ κοινωνικὴ καὶ ἡ ἐθνικὴ ζωὴ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ ἡ ἐκπροσώπησις αὐτὴ τῷ ὄντι δημιουργεῖ τιμήν, ὅταν προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, ἐκδηλωμένην διὰ νομίμων καὶ τιμίων μέσων. Ὅταν ἐκβιάζεται ἡ ἐμπιστοσύνη, καθ’ ὃν τρόπον ἐξεβιάσθη, τότε δὲν ἀποτελεῖ τιμήν, ἀποτελεῖ καταισχύνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ βδελύσσωνται οἱ τίμιοι μαχηταὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ στίβου. Ἡ ἧττα, ἡ ἔντιμος ἧττα εἰς τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα προκαλεῖ τὸν σεβασμόν, τὸν γενικόν. Ἡ νίκη, ὅμως, μὲ μέσα ἀθέμιτα καὶ ἀντιστρατευόμενα πρὸς τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ἀνθρωπίνην ἀξιοπρέπειαν, αὐτὴ ἡ νίκη προκαλεῖ τὴν περιφρόνησιν. Κύριοι βουλευταί, διατηρῶ ζωηρῶς τὴν ἐντύπωσιν ἀπὸ ἕνα σημεῖον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν εἰς μίαν στιγμήν, ἔκαμε τὴ διακήρυξιν ὑπὸ μορφὴν δογματικήν, ἀποφθεγματικὴν μᾶλλον, «ἐκερδίσατε τὰς ἐκλογάς, καὶ τὰς ἐχάσατε μετὰ τὰς ἐκλογάς». Ἐννοεῖ, βέβαια, διὰ τούτου, ὅτι ἐχάσαμεν τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ὀπαδῶν μας μὲ τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἐνεκαινιάσαμεν καὶ ἔτσι ἀποδοκιμαζόμεθα ἀπὸ τὸν κόσμον μας. Ἔχω νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ πληροφοριοδόται του τὸν ἀπατοῦν, διότι θέλουν νὰ τὸν κολακεύσουν, διότι εὐχαριστοῦνται ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ποὺ τοὺς παρέχει ἡ κυβερνητικὴ δύναμις. Ἡμεῖς γνωρίζομεν τὸν κόσμον μας καὶ τὰ αἰσθήματά του, ἐμπνεόμεθα ἀπὸ αὐτά, ἀπὸ τὶς ἰδέες του καὶ βαδίζομεν σύμφωνα μὲ τὰ αἰσθήματά του. Καὶ δύναμαι νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς τελεῖ ἐν ἀπογοητεύσει, διότι διεψεύσθησαν αἱ ἐλπίδες του νὰ ἴδῃ μίαν Κυβέρνησιν προερχομένην ἀπὸ τὴν γνησίαν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ ἐγγυᾶται τὴν δημιουργίαν Κράτους δικαίου, Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐφαρμόζῃ τὰς ἀρχὰς τοῦ Κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκομεν, τὰς ὁποίας ἀρχὰς ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς δημαγωγικάς. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς δημαγωγίας; Ποία εἶναι ἡ δημαγωγικὴ ἐπαγγελία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἕνωσις τοῦ Κέντρου; Μήπως ἡ ἐπαγγελία, ὅτι θὰ καταργήσωμεν τὸ περιβόητον 3% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου τεκμαρτῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν μετεκλογικῶς κατήργησεν ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐθεώρησεν ἀλόγιστον καὶ ἀνεφάρμοστον, διὰ νὰ τὴν ἀντικαταστήσῃ μὲ ἄλλην, ἐπίσης βαρεῖαν ἐπιβάρυνσιν τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Μήπως θεωρεῖ δημαγωγικὰς τὰς ἐπαγγελίας ποὺ ἐκάμαμεν, ὅτι θὰ ρυθμίσωμεν τὰ ἀγροτικὰ χρέη καὶ θὰ ἐξαγάγωμεν τὸν ἀγροτικὸν κόσμον ἀπὸ τὸ φοβερὸν δανειστικὸν ἀδιέξοδον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται; Μήπως θεωρεῖ δημαγωγικὴν ἐπαγγελίαν τό ὅτι ὑπεσχέθημεν νὰ στρέψωμεν τὰς ἐπενδύσεις πρὸς παραγωγικὰ ἔργα καὶ νὰ παραλείψωμεν τὰς ἐπενδύσεις εἰς ἔργα διακοσμητικά; Μήπως θεωρεῖ ὡς δημαγωγικὴν ἐπαγγελίαν τό ὅτι ὑπεσχέθημεν εἰς τὸν λαὸν νὰ τὸν ἀνακουφίσωμεν ἀπὸ τὴν βαρεῖαν φορολογίαν καὶ νὰ στραφῇ ἡ προσοχή μας πρὸς τὴν φοροδιαφυγήν; Μήπως θεωρεῖ ὡς δημαγωγίαν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ γεγονός, ὅτι ὑπεσχέθημεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἀγροτικὴν τάξιν οἰκονομικῶς, διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὴν παραγωγικότητά της; Ἐὰν ὅλα αὐτά, κύριοι βουλευταί, μαζὶ μὲ τὴν ἐπαγγελίαν, ὅτι θὰ πατάξωμεν τὴν σπατάλην, ἀποτελοῦν δημαγωγίαν, κατὰ τῆς ὁποίας ἐστράφη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δόβα, τότε, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἀποδέχομαι τὸν χαρακτηρισμὸν καὶ εὔχομαι τὸ Κόμμα μου νὰ συνεχίσῃ αὐτὴν τὴν πορείαν, τὴν προγραμματικήν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, χρειάζεται καὶ μία ἀπάντησις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Προεδρίας. Κατὰ τὴν προχθεσινήν του ὁμιλίαν μᾶς ἐξετόξευσε καὶ μίαν κατηγορίαν, μὲ τὴν διακρίνουσαν, αὐτὸν ἐλευθεροστομίαν εἰς δραματικὰς καὶ ἄλλοτε βαναύσους ἐκφράσεις, ὅτι διαπράττομεν μίαν πολιτικὴν ἀνανδρίαν. Καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν: Ἡμεῖς διαπράττομεν πολιτικὴν ἀνανδρίαν, διότι κατηγοροῦμεν τὸν αὐτουργὸν καὶ εἶναι γενναία πρᾶξις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ὠχυρούμενοι ὄπισθεν μιᾶς ἀνισχύρου καὶ ἐξηρτωμένης Κυβερνήσεως, θέτουν εἰς κίνδυνον τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν καλοπροαίρετον εὐπιστίαν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ἐπεδίωξαν νὰ νοθεύσουν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ; Αὐτὴ εἶναι ἡ γενναία πρᾶξις ἐκείνων καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἄνανδρος πολιτικὴ πρᾶξις ἡ ἰδική μας; Ἀλλὰ ἂς εἶναι ἥσυχος ὁ κ. Ὑπουργός. Βεβαίως, ἔχει δίκαιον, ὅταν λέγῃ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ στραφῶμεν κατὰ τοῦ φυσικοῦ αὐτουργοῦ μόνον. Ἔπρεπε νὰ στραφῶμεν καὶ κατὰ τῶν ἠθικῶν αὐτουργῶν. Ἀλλά, κατ’ ἐκείνου, πρέπει νὰ στραφῶμεν, ὅταν θὰ εἶναι δικασταὶ διατεθειμένοι ὄχι νὰ ἐπιδοκιμάζουν καὶ νὰ χειροκροτοῦν τὰς παρανομίας, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἄτεγκτοι καὶ αὐστηροί. Καὶ ἂς εἶναι βέβαιος, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Προεδρίας, ὅτι τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐὰν θέτωμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν πρὸ τῆς Βουλῆς, τὴν θέτομεν κατὰ τύπους, κατ’ οὐσίαν τὴν θέτομεν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐκδώσῃ ἐτυμηγορίαν δικαίαν. (Χειροκροτήματα).
§132Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως ἐγένετο λόγος διὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐκλογοδικείου. Ἐπιθυμῶ νὰ δώσω ἀπάντησιν. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἐκλογοδικείου εἶναι δύο. Ἡ μία ἀφορᾷ τὴν ἐκπρόθεσμον ὑποβολὴν τῶν στρατιωτικῶν καταστάσεων καὶ ἡ ἄλλη ἀφορᾷ τὸν τρόπον κατανομῆς τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον θέμα, σεβόμεθα τὴν ἀπόφασιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ὑπεστηρίξαμεν καὶ τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐμμείνωμεν, διότι εἶναι ἀληθές, εἶναι τοῦτο: Ὅτι ἡ βούλησις τοῦ νομοθέτου, εἰς αὐτὴν τὴν Βουλήν, ἦτο ἡ προθεσμία νὰ εἶναι ἀποκλειστικὴ καὶ ὄχι ἐνδεικτική. Τοῦτο δὲν ἀπετέλει γνώμην μιᾶς μερίδος. Ἀπετέλει συμπεφωνημένην ἐγγύησιν. Ἐὰν ὑπολείπεται ἑπομένως θέμα κριτικῆς διὰ τὴν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου, εἶναι τὸ χρέος τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι νὰ προκαλῇ καὶ νὰ ὑπαινίσσεται τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου, ἀλλὰ νὰ συνομολογήσῃ ἀπὸ λόγους εὐθύτητος, ὅτι αὐτή, εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν, ἦτο ἡ συμπεφωνημένη ἔννοια τῆς διατάξεως. Πολιτικὸν θέμα ὑπολείπεται καὶ ἐπὶ τούτου ἀναμένω ἀπάντησιν. Ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀπόφασιν. Ἡ δευτέρα ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου εἶναι βαρυσήμαντος καὶ προσθέτει ἐγκύρως πλέον, ἀντικειμενικῶς, μίαν ἄλλην παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, πέραν τῶν παραβιάσεων τῆς βίας καὶ τῆς νοθείας, τὰς ὁποίας καταγγέλλομεν εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν. Ἀπεφάνθη τὸ Ἐκλογοδικεῖον, ὅτι ἀποτελεῖ ἀντισυνταγματικότητα ἡ κατανομὴ τῶν ἑδρῶν καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι, μὲ βάσιν τὸν πληθυσμὸν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961, θὰ ἦτο εἰς εὐρεῖαν ἔκτασιν διάφορος ἡ ἔκβασις τῶν ἐκλογῶν. Ἔχομεν ἑπομένως, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον θέμα, μίαν ἐκκρεμῆ πολιτικὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιβεβαιώσῃ, ὅτι αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ συμπεφωνημένη ἔννοια. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβεβαίωσιν τῆς ἀντισυνταγματικότητος, ἔχομεν πλέον ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου. Καὶ ἡ ἀντισυνταγματικότης αὐτὴ ὁδηγεῖ, εἰς ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνέτρεπον ἀπολύτως τὰ ὑφιστάμενα σήμερον ἀποτελέσματα εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν.
§133Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικ.). Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν ἱκανοποίησίν μου, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἐξεδήλωσε τὴν τιμήν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Εἰδικοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα μᾶς ἔχει καταστήσει ἁρμόδιον διὰ τὸν ἔλεγχον τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω τὸ περιεχόμενον τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου. Θὰ ἤθελον, ὅμως, νὰ ἀναγνώσω εἰς τὸ Σῶμα τὴν σκέψιν τοῦ Ἐκλογοδικείου, ὅσον ἀφορᾶ εἰδικῶς τὴν ἔνστασιν, τὴν ἀσκηθεῖσαν ἐκ μέρους βουλευτῶν τῆς Ε.Δ.Α., ἀναφερομένων εἰς τὴν ἀπογραφὴν καὶ εἰς τὴν ἐσφαλμένην δῆθεν κατανομὴν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν εἰς τὰς διαφόρους περιφερείας τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 12 ἀπόφασις, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ Ἐκλογοδικείου ἐπὶ ἐνστάσεως τῶν κυρίων Σταμάτη Μερκούρη καὶ βουλευτῶν τῆς ΕΔΑ, εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κρίνει περὶ τοῦ κύρους τῆς ἀπογραφῆς καὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἔγινεν ἡ κατανομὴ τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν, ἀφοῦ προηγουμένως ἀσχολεῖται μὲ τὸ ἄρθρον 68 τοῦ Συντάγματος καὶ ὁρίζει, ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: ὅτι ὁ πληθυσμὸς περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ ὁ νόμιμος πληθυσμὸς καὶ εἶναι δυνατὸν ὁ νομοθέτης νὰ τὸν ἀνευρίσκῃ εἰς τὴν ἀπογραφήν, ἡ ὁποία διενεργεῖται ἑκάστοτε: «Ὁ νομοθέτης δὲν δύναται χωρὶς νὰ παραβιάζῃ τὸ Σύνταγμα, νὰ θεσπίζῃ διατάξεις, δι’ ὧν ἡ ἐπιλεγομένη μέθοδος δὲν δύναται νὰ ἀποδώσῃ τὸ ὑπὸ τὴν ἀνωτέρω ἔννοιαν ἴσον μέτρον δι’ ἁπάσας τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας». Ἀκολουθεῖ δὲ ἡ ἑξῆς σκέψις (ἐπὶ λέξει): «Ἐπειδὴ ἐν προκειμένῳ ἡ διὰ Β.Δ. 23) 23.9.1961 κατανομὴ τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν κατὰ τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπογραφῆς τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ 1951, ἧς τὰ ἀποτελέσματα ἐκυρώθησαν διὰ τοῦ ἐδαφ. 2 τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Ν. 4173)1961 καὶ ἐδημοσιεύθησαν μετὰ τὸν νόμον τοῦτον ὑπ’ ἀριθ. 69290)19.7.1961 ἀπόφασις Ὑπουργῶν Συντονισμοῦ καὶ Ἐσωτερικῶν, (Ε.Κ. τεῦχος Βʹ φύλλον 245) 20.7.61), δι’ ἃ ὅμως, εἶχε προγενεστέρως γίνει δεκτὸν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 31041) 4.4.1958 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Συντονισμοῦ καὶ Ἐσωτερικῶν (Ε.Κ. βʹ 98)5.4.1958) μετ’ ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας, ὅτι γεννῶνται ἀμφιβολίαι διὰ τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν, δι’ ὃν λόγον ἀπεφασίσθη τότε ἡ μὴ ἐπικύρωσις καὶ δημοσίευσις αὐτῶν, ὡς προκύπτει δὲ ἐκ τῶν ἀνακηρυξασῶν τοὺς ἐπιτυχόντας βουλευτὰς Πρωτοδικειακῶν ἀποφάσεων, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους Αʹ καὶ Βʹ ἐκλογικῶν περιφερειῶν Ἀθηνῶν, Βʹ Ἐκλ. Περιφερείας Πειραιῶς καὶ Ἐκλ. περιφερείας πρώην Δήμου Θεσσαλονίκης, κατὰ συνεκτίμησιν ἐπίσης καὶ τῶν μεταξὺ ἐπελθουσῶν ἀπὸ τοῦ 1951 καὶ ἐντεῦθεν μεταβολῶν ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις, ὀλίγον ἀπέχει ἐπὶ πλέον ἢ ἔλαττον τοῦ διὰ τοῦ ἀνωτέρω Β.Δ. 23) 23.9.1961 ληφθέντος ὑπ’ ὄψιν «νομίμου πληθυσμοῦ» τῶν περιφερειῶν τούτων, ἤτοι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτῶν, εἰς ὅν, ὅμως, κατὰ μέγα ποσοστὸν περιλαμβάνονται καὶ οἱ μὴ κεκτημένοι ἐκλογικὸν δικαίωμα ἀνήλικοι δημόται. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἐκδοχήν, ὅτι ἡ ὑπὸ τὰ δεδομένα ταῦτα γενομένη κατανομὴ τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν ἀντίκειται εἰς τὰς κατὰ τὴν ἡγουμένην σκέψιν συνταγματικὰς διατάξεις, τὸ Δικαστήριον δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ εἰς τὴν μετὰ περαιτέρω οὐσιαστικὴν ἔρευναν τῶν ὑπὸ κρίσιν ἐνστάσεων ἀπαγγελίαν τῆς ἀκυρότητος τῶν ἐκλογῶν, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, τῶν περὶ ὧν αὗται ἐκλογικῶν περιφερειῶν, διότι....» ἀκολουθεῖ σκέψις, ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθησαν αἱ ἐνστάσεις εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν τῶν περιφερειῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἀφῃροῦντο βουλευτικαὶ ἕδραι. Εἶναι τόσον σαφὴς ἡ διατύπωσις τοῦ σκεπτικοῦ τῆς ἀποφάσεως, ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ οἱαδήποτε προσπάθεια μεταβολῆς τῆς ἐννοίας τὴν ὁποίαν ἔχει. Βεβαίως, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔμειναν ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου, ἀπομένει ἡ παρηγορία τῆς διὰ παντὸς τρόπου ἐξασφαλίσεως τῆς ἐντυπώσεως, ὅτι τὸ Ἐκλογοδικεῖον τἄχα, κατεδίκασε διὰ τῆς ἀποφάσεώς του, τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἔγινεν ἡ κατανομὴ τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν. Ἀπὸ τὰς σκέψεις, ὅμως, τὰς ὁποίας ἐδιάβασα, ἐπὶ λέξει προκύπτει, ὅτι τὸ Ἐκλογοδικεῖον, θεωρεῖ, ὅτι ὀρθῶς ἔγινεν ἡ κατανομὴ καὶ, ὅτι ὁ πληθυσμός, ὀλίγον διαφέρει ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ πληθυσμοῦ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, καὶ προχωρεῖ εἰς τὴν ἐπικουρικὴν ὅλως σκέψιν τὴν ὁποίαν δὲν ἀποδέχεται τὸ Ἐκλογοδικεῖον. Σᾶς τὴν ξαναδιαβάζω.
§134Α. ΛΙΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ διακόψουν, ἔτσι δὲν θὰ τελειώσωμεν καὶ γίνεται σύγχυσις.
§136Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θέλετε νὰ δώσωμεν μίαν ἑρμηνείαν σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμόν; Ἀφοῦ ἐπιμένετε, ἀπαντῶ ἐγὼ καὶ δέχομαι διακοπάς. Ἀφοῦ θέλετε τυπικὴν τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ, θέλετε σχολαστικὴν τήρησιν τοῦ γράμματος, θὰ τὴν τηρήσωμεν. Θεωρῶ ὅτι, ἡ ἀνάγνωσις εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποτελεῖ παρερμηνείαν τῆς ἀποφάσεως καὶ δέχομαι τὴν διακοπήν σας, κ. συνάδελφε.
§137Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Ἐκλογοδικεῖον ἀπεφάνθη εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσεν, ὅτι ἡ κατανομὴ τῶν ἑδρῶν, πρέπει νὰ γίνῃ κατ’ ἀνάλογον τρόπον πρὸς τὸν πληθυσμόν. Ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου θέματος, ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπῆρξε διαφορὰ εἰς τὸν πληθυσμόν. Εἰς τὰς Κυκλάδας, ὅμως, ὁ πληθυσμὸς ἀνέρχεται εἰς 99.000. Ἔπρεπε, κατὰ συνέπειαν, νὰ εἴχομεν 4 ἕδρας καὶ ὄχι 6. Τοῦτ’ αὐτό, ἐν ἀναλογίᾳ, συνέβη καὶ μὲ ἄλλας περιφερείας τῆς Ἑλλάδος.
§138Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικ.). Δὲν θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἄποψιν τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν πρέπει νὰ διεξάγεται ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐπικροτῶ τὴν ἄποψιν, ὅτι πρέπει ὁ Ἀρχηγὸς οἱουδήποτε Κόμματος, νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον καὶ ἔπειτα νὰ ἐπακολουθοῦν ὅλοι οἱ ἄλλοι ὡς δορυφόροι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κυκλάδων, ἔλαβε τὸν λόγον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι εἰς μὲν τὴν σκέψιν ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου, εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Ὅλα τὰ ἄλλα, ὅσα ἀνέφερον, εἶναι κρίσεις ἰδικαί του, ὑποκειμενικαὶ περὶ τοῦ τὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ εἰς τὸν Νομὸν Κυκλάδων, δὲν ἀνταποκρίνονται, ὅμως, εἰς τὸ κείμενον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου.
§139Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Εἶναι κρίσεις, αἱ ὁποῖαι συνάγονται ἀπὸ τὰ στατιστικὰ δεδομένα.
§140Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικ.). Πάντως, ὅμως, δὲν ἀναφέρονται εἰς τὴν ἀπόφασιν.
§141Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν μία ἀπόφασις περιλαμβάνει σκέψεις κυρίας καὶ ἐπικουρικάς. Δὲν ὑπάρχουν κύριαι καὶ ἐπικουρικαὶ σκέψεις. Ὑπάρχουν μία, δύο, τρεῖς σκέψεις καὶ ἐξ αὐτῶν ἐξάγεται τὸ «Διὰ ταῦτα». Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον, ἦτο ἐὰν ἡ κατανομὴ τῶν ἑδρῶν ἦτο σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα. Ἐρευνητέον ποῖον πληθυσμὸν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν κατανομὴν τῶν ἑδρῶν. Οἱονδήποτε καὶ ἂν ἔλαβε, δὲν ἐτήρησε τὸν ἴδιον πληθυσμὸν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ κατ’ ἴσον μέτρον. Τὸ Ἐκλογοδικεῖον, ἔκρινε περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς κατανομῆς καὶ ἔκρινεν, ὅτι διάφορος θὰ ἦτο ἡ κατανομὴ τῶν ἑδρῶν. Αὐτό, ὅμως, κρίνει, ὅτι δὲν εἶναι τῆς ἰδικῆς του ἁρμοδιότητος, διότι δὲν ὑπεβλήθησαν ἐνστάσεις ἀπὸ τὰς περιοχάς, αἱ ὁποῖαι ὠφελήθησαν ἢ ἐζημιώθησαν διὰ νὰ κρίνῃ. Τοιαύτας ἐνστάσεις, δὲν ἔχει. Ἑπομένως, ἡ ἀντισυνταγματικότης μὲν κρίνεται, τὸ Ἐκλογοδικεῖον, ὅμως, λέγει, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα, δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός του νὰ ἀκυρώσῃ τὰς ἐκλογὰς ἄλλων περιφερειῶν.
§142Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου αὐτοῦ θέματος, ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου ἔχει δύο σκέψεις. Ἡ πρώτη σκέψις ἀνεγνώσθη καὶ εἶναι σαφὴς καὶ εὐκρινής. Δέχεται ἡ ἀπογραφή, ἡ ὁποία ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ 1958 εἶχε θεωρηθῆ δι’ ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Συντονισμοῦ καὶ Ἐσωτερικῶν, μετὰ γνώμην τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας, ὅτι δὲν ἀπέδιδε τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ πληθυσμοῦ, ἐδέχθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου, ὅτι ὁ νόμιμος αὐτὸς πληθυσμός, τὸν ὁποῖον ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸ Διάταγμα ἢ ὁ Ἐκλογικὸς Νόμος, ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἴσου μέτρου τῆς κατανομῆς τῶν ἑδρῶν, συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 68, ὅτι ὁ προκύπτων αὐτὸς πληθυσμὸς ἀφίσταται εἴτε πάνω εἴτε κάτω, ὀλίγον τῆς πραγματικῆς καταστάσεως. Αὐτὸ εἶπεν, ἡ κατηγορηματικὴ αὐτὴ σκέψις τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου.
§143Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Μόνον ὡς πρὸς τὰς περιφερείας Αʹ καὶ Βʹ τῶν Ἀθηνῶν....
§144Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δι’ αὐτὰς μόνον ἐπρόκειτο. Ἐκεῖ ἐτοποθετεῖτο τὸ ζήτημα. Κύριε Πρόεδρε, ἐν συνεχείᾳ ἡ ἀπόφασις ἔχει καὶ ἄλλην σκέψιν. Ἐγὼ θέλω νὰ εἶμαι εὐχάριστος εἰς τὸν κ. Μπακόπουλον καὶ νὰ δεχθῶ, ὅτι ἡ δευτέρα σκέψις εἶναι κυρία καὶ ὄχι ἐπικουρική. Τὶ λέγει ἡ δευτέρα σκέψις; Λέγει, ὅτι ἀποδέχεται τὸ Ἐκλογοδικεῖον καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ὅτι ὁ τρόπος τῆς κατανομῆς εἶναι ἀντισυνταγματικός; Ὄχι. Λέγει: Καὶ ἐπὶ τῇ ἐκδοχῇ, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς κατανομῆς δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ τὸν ἐξετάσω. Δὲν λέγει, ὅμως, ὅτι ἀποδέχομαι, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ Συνταγματικὴ ἡ μέθοδος τοῦ ὑπολογισμοῦ καὶ τῆς κατανομῆς τῶν ἑδρῶν. Ἀλλά, λέγει καὶ «ἐπὶ τῇ ἐκδοχῇ». Εἶναι τόσον σαφὲς τὸ θέμα, ὥστε ἀπορῶ πῶς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰθισμένοι εἰς τὴν ἀνάγνωσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσουν αὐτό. Δὲν θὰ τολμοῦσα ν’ ἀμφισβητήσω μίαν περικοπὴν ἑνὸς στρατιωτικοῦ ἐγγράφου, διότι δὲν γνωρίζω τοὺς στρατιωτικοὺς ὅρους. Ἀλλὰ ἐδῶ εἶναι σαφὴς ἡ διατύπωσις. «Καὶ ἐπὶ τῇ ἐκδοχῇ». Καὶ ἄν, δηλαδή, ἐδέχετο κανείς, λέγει τὸ Ἐκλογοδικεῖον κανεὶς ὅμως, δὲν τὸ δέχεται, τότε ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν εἶναι καὶ πάλιν δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐξετάσω. Δὲν λέγει, ὅμως, ποτέ, ὅτι ἀναγνωρίζω τὴν ἀντισυνταγματικότητα.
§145Α. ΛΙΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρ’ ὅλον ὅτι ἐζήτησα πρῶτος τὸν λόγον, ἐν τούτοις ὡμίλησαν ἄλλοι. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δίδω σημασίαν, διότι ἦσαν ἀνώτεροι ἐμοῦ εἰς τὰ θέματα ταῦτα. Καὶ ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω διὰ νὰ ἀντικρούσω τὸ δεύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Κέντρου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἂν ἐφηρμόζετο ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961, θὰ ἦσαν ἄλλα τὰ ἀποτελέσματα εἰς τὰς περιοχὰς ἐκείνας. Ἐπειδὴ ἐδημιουργήθη ἡ ἐντύπωσις, ὅτι μὲ τὴν ἀπογραφὴν ποὺ ἐφηρμόσθη εἰς ὡρισμένας περιοχάς, ὅπως εἰς τὴν περιοχὴν Καστορίας καὶ Φλωρίνης, ὠφελήθη ἡ ΕΡΕ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπω, ὅτι μὲ τὰς ἐκλογὰς ποὺ διεξήχθησαν, ἐκεῖνοι ποὺ ἐκέρδισαν δύο ἕδρας, ἦτο τὸ Κέντρον. Διότι, ἐὰν ἐφηρμόζετο ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961 καὶ αἱ δύο ἕδραι τῆς Καστοριᾶς θὰ ἦσαν ὑπὲρ τῆς ΕΡΕ καὶ αἱ τρεῖς ἕδραι εἰς τὴν Φλώριναν θὰ ἦσαν ὑπὲρ τῆς ΕΡΕ. Μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου αὐτοῦ ἐκέρδισε τὰς ἕδρας αὐτὰς τὸ Κέντρον. Αὐτὰ διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἐφαρμοσθείσης τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961, τὸ Κέντρον ἐζημιώθη.
§146Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνέγνωσα, πολλῷ μᾶλλον δὲν ἐμελέτησα τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου μας. Ἴσως, ὅμως, θὰ ἦτο χρήσιμος μία σκέψις ἐν προκειμένῳ τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου. Ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος ὑπερασπιζόμενος τὸν Κανελίδην ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Χαλκίδος εἰς μίαν δημοσιογραφικὴν δίκην, ὅταν ὁ Πρόεδρος τοῦ ἐπέσειεν ἕνα δεδικασμένον εἶπεν: «Αἱ ἀποφάσεις ἀποδεικνύουν τὸν τρόπον τῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης». «Ἐὰν εἶναι ὀρθαὶ ἀποδεικνύουν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης». Ἴσως ὁ ἀφορισμὸς τοῦ Δημητρακοπούλου νὰ ἔχῃ κάποιαν σχέσιν μὲ τὸ θέμα.
§147Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ συνέβη νὰ εἶμαι καὶ ἐνιστάμενος καὶ νὰ παραστῶ ὡς δικηγόρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν, θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου γίνεται ἡ πρώτη σκέψις, ὅτι ὁ κοινὸς νομοθέτης καὶ ἡ Διοίκησις δύνανται νὰ ἐπιλέξουν οἱανδήποτε μέθοδον διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν ἑδρῶν ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας. Ὅ,τι δὲν δύνανται καὶ ὅ,τι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τηρήσουν, εἶναι ὅπως ἡ κατανομή, ἡ ὁποία γίνῃ βάσει τῆς μεθόδου νὰ μὴ ἀπέχῃ ἀπὸ τὸν πληθυσμὸν ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας, διότι τοῦτο, τὸ νὰ μὴ ἀπέχῃ ἀπὸ τὸν πληθυσμὸν ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας, εἶναι ἐπιταγὴ τοῦ Συντάγματος. Διότι τὸ Σύνταγμα προβλέπει, ὅτι ἡ κατανομὴ πρέπει νὰ γίνῃ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ. Δὲν ἔχει σημασίαν, ἐὰν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸν νόμιμον ἢ πραγματικὸν ἢ ἐκλογικὸν πληθυσμόν. Πάντως, δὲν πρέπει ἡ κατανομὴ αὐτὴ νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τὸν πληθυσμόν, τὸν ὁποῖον ἔλαβεν ὡς βάσιν διὰ τὴν κατανομήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη σκέψις τῆς ἀποφάσεως. Προχωρεῖ, ὅμως, περαιτέρω καὶ λέγει: ὅτι προκειμένου περὶ τῶν τεσσάρων αὐτῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν, καὶ ἀναφέρει ἀριθμούς, λέγει ἡ ἀπόφασις: προκύπτει ἀπὸ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγεγραμμένων ἐκλογέων τῶν περιφερειῶν αὐτῶν ἀπέχει ὀλίγον ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ νομίμου. Δὲν πρόκειται δηλαδὴ περὶ διαφορᾶς μικρῆς ἢ μεγάλης ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον ἀπὸ τὸν πληθυσμόν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλογέων πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς νομίμου ἀπογραφῆς καὶ μάλιστα προσθέτει, ὅτι συμβαίνει νὰ εἶναι ὁ πληθυσμὸς τῶν ἐκλογέων πάρα πάνω ἀπὸ τὸν πληθυσμὸν τὸν νόμιμον, ὅταν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἰς τὸν νόμιμον αὐτὸν πληθυσμὸν περιλαμβάνονται καὶ ἀνήλικοι. Καὶ συνεπῶς ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐκλογέων καὶ πληθυσμοῦ, ἀνοίγει ἀκόμη περισσότερον, ἐὰν ἀφαιρεθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνηλίκων. Συνεπῶς, καταλήγει εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δεδομένων, ἀναμφισβητήτως εὑρισκόμεθα μακρὰν τῆς ἐπιταγῆς τοῦ Συντάγματος. Εἶναι τόσον σαφὴς ἡ σκέψις αὐτή, ὥστε ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιχειρεῖ νὰ δώσῃ ἄλλην ἑρμηνείαν. Καὶ προχωρεῖ περαιτέρω καὶ λέγει: ἐν τούτοις, ἐπειδὴ δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς τὰς περιοχὰς κλπ. κλπ.... Ἐὰν κατέληγε νὰ ἀκυρώσῃ τὰς ἐκλογὰς τῶν δύο περιφερειῶν τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς καὶ τῆς Θεσσαλονίκης, θὰ ἔπρεπε ἀντιστοίχως, διὰ νὰ προσθέσῃ ἕδρας νὰ ἀκυρώσῃ ἕδρας ἄλλων περιοχῶν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν κοινοποιεῖται εἰς ἄλλην περιοχήν, ἡ ὁποία ὠφελεῖται ἐξ αὐτῆς τῆς κατανομῆς, ὥστε νὰ ἀκυρωθοῦν αἱ ἕδραι καὶ νὰ δοθοῦν εἰς τὰς περιοχὰς ποὺ ἀδικοῦνται, διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἀπορρίπτει τὴν ἔνστασιν. Διὰ καθαρῶς, δηλαδὴ δικονομικοὺς λόγους. Ἐὰν, ὅμως, δὲν ὑπῆρχεν οὐσιαστικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε νὰ κάμῃ τὴν οἰκονομικὴν αὐτὴν σκέψιν, θὰ ἔλεγεν ἐξ ἀρχῆς, τὴν ἀκυρώνω. Δὲν θὰ ὑπῆρχε θέμα νὰ ἑρμηνεύσῃ κἄν. Ὁπωσδήποτε σαφὴς εἶναι ἡ σκέψις τῆς ἀποφάσεως, ὅτι, διότι ὑπάρχει ἡ διάστασις μεταξὺ τῶν ἐγγεγραμμένων ἐκλογέων καὶ τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει —συμβαίνει μάλιστα εἰς τὴν δευτέραν περιφέρειαν Ἀθηνῶν νὰ εἶναι περισσότεροι οἱ ἐγγεγραμμένοι ἀπὸ τὸν νόμιμον πληθυσμὸν— δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κρίνω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πράγματι τήρησις τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως. Βεβαίως, δὲν λέγω, ὅτι ἀποδέχεται, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ κατανομή. Ἀλλ’ ἡ σκέψις, ἡ γραμμὴ ἄγει πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν.
§148Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἐπεχείρησα νὰ σχολιάσω τὴν ἀπόφασιν. Ἀνέγνωσα τὸ κείμενον καὶ τὸ ἀνέγνωσα κατ’ ἐπανάληψιν. Καὶ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ κειμένου, ὄχι ἀπὸ τὸν σχολιασμὸν αὐτοῦ, προκύπτει τὸ ἑξῆς: Πρῶτον, ὅτι ἡ ἀπόφασις δέχεται, ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς κατανομῆς τῶν ἑδρῶν ἦτο ἀπολύτως συνταγματικὸν καὶ ὅτι ἐτηρήθη τὸ ἴσον μέτρον τῆς κατανομῆς τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν εἰς τὰς διαφόρους περιφερείας, συμφώνως μὲ τὴν συνταγματικὴν ἐπιταγήν, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας εἶναι ἀνάλογος τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς. Ὑπάρχει καὶ ἡ δευτέρα σκέψις. Περὶ τῆς πρώτης εἶναι ματαιοπονία νὰ γίνεται συζήτησις μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ κειμένου τῆς ἀποφάσεως. Ὑπάρχει καὶ δευτέρα σκέψις, εἶπεν ὁ προλαλήσας, κ. συνάδελφος. Ἐνῷ δέχομαι τὴν πρώτην σκέψιν, δηλαδὴ δέχεται τὸ ἐκλογοδικεῖον, ὅτι ὁ τρόπος τῆς κατανομῆς τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν εἶναι παράνομος, ἐν τούτοις χρησιμοποιῶ τὴν διατύπωσιν τοῦ κ. συναδέλφου, δὲν δύναμαι νὰ ἀκυρώσω τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, διότι δὲν ἔχει κοινοποιηθῆ ἡ ἔνστασις εἰς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀφαιρεθοῦν αἱ ἕδραι, τοὐτέστιν διὰ λόγους ἐντελῶς τυπικούς. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνέγνωσα καὶ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀποφάσεως καὶ ἠκούσατε ἐπὶ λέξει πῶς εἶναι διατυπωμένον. Ἀφοῦ ὁμιλεῖ σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως εἰς τὴν πρώτην σκέψιν, λέγει ἐν συνεχείᾳ ἐπὶ λέξει: Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ἐκδοχῇ, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς ἦτο ἀντισυνταγματικὸς δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν ἐξετάσω.
§149Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ ἀπαντήσητε ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Ἤκουσα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς συνταγματικότητος τῆς κατανομῆς τῶν ἑδρῶν κλπ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου, ὅμως, θέματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔθεσεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κέντρου, δὲν ἤκουσα τὴν ἀπάντησίν σας. Ὑπάρχει δηλαδὴ ἐγγεγραμμένη συμφωνία Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὸ θέμα τῆς ἀποκλειστικῆς προθεσμίας ἢ ὄχι;
§150Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. συναδέλφου, δὲν εἶναι καθόλου νομικὸν ἀλλὰ εἶναι πολιτικόν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦτο νομικὸν δὲν θὰ μοῦ ἐφαίνετο παράξενον ἰδιαιτέρως δὲ εἰς ἐμὲ τοῦ ὁποίου ὁ πατήρ, ἰατρὸς ὢν ἠσχολεῖτο μὲ τὰ νομικὰ καὶ πολλὲς φορὲς ἔφερεν εἰς δύσκολον θέσιν νομικοὺς τῆς περιοχῆς του. Ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος διὰ τὸ ὁποῖον μὲ ἠρώτησεν ὁ κ. συνάδελφος, εἶμαι τὴν στιγμὴν αὐτὴν πρόθυμος νὰ δώσω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι οὐδέποτε ἡ τήρησις τῆς προθεσμίας αὐτῆς τοῦ 10ημέρου, ἐτάχθη ὡς ἀνατρεπτικὴ προθεσμία. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνατρεπτική, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἄσκησις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ὑφ’ ὅλων τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν τὸ Κράτος, εἴτε ὡς στρατιωτικοί, εἴτε ὡς πολιτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ εὑρίσκονται μακρὰν τοῦ τόπου καταγωγῆς των καὶ δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους θὰ ἦτο ἀδύνατος, δηλαδὴ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφίσουν. Διότι, ἡ ἄσκησις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος θὰ ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν τήρησιν καλῆς ἢ κακῆς προθέσεως ἐκείνων τοὺς ὁποίους, ὁ νόμος ἔχει ὁρίσει καὶ ἔχει ἐμπιστευθῆ εἰς αὐτοὺς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ἐγγραφὴν τῶν καταστάσεων καὶ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν πολιτῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ προθεσμία αὐτὴ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνατρεπτική. Βεβαίως, ἦτο μία προθεσμία ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ γραμμὴν καθοδηγήσεως τῶν ὀργάνων εἰς τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἡ Πολιτεία τὴν διατύπωσιν διὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταστάσεων. Καὶ αὐτοὶ ἦσαν τὸ μὲν οἱ ἡγήτορες τοῦ στρατεύματος, τὸ δὲ οἱ Πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν. Ἔπρεπε οἱ Πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν νὰ κρίνουν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς προθεσμίας αὐτῆς χωρὶς νὰ δεσμεύωνται ἀπὸ τὴν γνώμην οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ. Νομίζω, ὅτι ὅλοι οἱ Πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν δὲν εἶχον διάφορον γνώμην. Καὶ μετὰ πάροδον 10 ἡμερῶν ἐδέχθησαν τὰς καταστάσεις καὶ τὰς διεβίβασαν κατόπιν πρὸς τοὺς Νομάρχας πρὸς ἐκτέλεσιν.
§151Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου προσωπικὴν πεποίθησιν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις εἰς κατάλληλον χρόνον, ψυχραίμως θὰ κριθῇ ἀπὸ τὸν νομικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος. Διότι εἰς τὸ τέλος, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε, ὅτι μὲ τὰς ἀποφάσεις των οἱ δικαστικοὶ γράφουν τὴν ἱστορίαν των καὶ ἔτσι ἔχει γράψει καὶ τὴν ἱστορίαν του καὶ τὸ Ἐκλογοδικεῖον, τὰ μέλη του καὶ ὁ Πρόεδρός του. Δὲν εἶναι ἰδική μας θέσις καὶ ἁρμοδιότης νὰ κρίνωμεν τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐκλογοδικείου αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελον νὰ εἴπω κ. Πρόεδρε, πρὸς τὸν φίλον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι, ὅτι μετέσχε καὶ αὐτὸς καὶ ἐγὼ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκείνην τὴν ἐποχὴν καὶ γνωρίζει τὶ ἐλέχθη τότε καὶ ἀπορῶ πῶς λησμονεῖ ποία ἦτο ἡ σαφὴς ἔννοια τῆς συμφωνίας μας. Τὸ θέμα εἶναι κρίσιμον διὰ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου γενικώτερον. Ἐὰν φθάνωμεν εἰς σημεῖον μετὰ τὴν ἔκδοσιν μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου, ἡ ὁποία ὑπηγορεύθη, δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποίας νομικὰς σκέψεις, ἀλλὰ ἡ ὁποία ὀφείλεται ἐν πολλοῖς εἰς τὴν μέχρι σήμερον σιωπὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὡδήγησε, λόγῳ ἰδικῶν της παραλείψεων, εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις τοῦ Ἐκλογοδικείου, δι’ ἡμᾶς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ἀπομένει τὸ ἐρωτηματικὸν, ἐὰν δυνάμεθα πλέον νὰ συνεννοούμεθα, νὰ συμφωνοῦμεν καὶ νὰ συναποφασίζωμεν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ συνταχθῇ πρὸς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον τιμῶ, ἀπομένει εἰς ἡμᾶς τὸ ἐρωτηματικὸν ἐὰν ὑπάρχουν εἰς τὸ μέλλον περιθώρια οἱασδήποτε μεταξὺ ἡμῶν φιλικῆς καὶ ἀνδρικῆς συνεννοήσεως.
§152Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ὑποθέτω, ὅτι ὁ φίλος κ. βουλευτὴς ἐκ Χανίων δὲν θὰ ὑπαινίσσεται προσωπικὴν συνεννόησιν καὶ συμφωνίαν μεταξύ μας. Διότι πράγματι οὐδέποτε κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ συνομιλήσω μετὰ τοῦ κ. Μητσοτάκη ἢ νὰ περιέλθω εἰς οἱανδήποτε συμφωνίαν. Ἑπομένως ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Μητσοτάκη ἀσφαλῶς πρέπει νὰ ἀναφέρωνται εἰς ὑποτιθεμένην συνεννόησιν μεταξὺ τῶν κομμάτων. Εἶπον ὅτι τοιαύτη ὑποχρέωσις δὲν ἀνελήφθη ἀπὸ τὴν ΕΡΕ οὔτε ἀπεδόθη ἡ ἔννοια τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ὁ κ. Μητσοτάκης ἢ ἄλλος συνάδελφος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐπαναλάβω εἶναι ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ οἱαδήποτε ἰδική μας ἀνάμιξις θὰ εἶναι εὔκολον νὰ προσαχθοῦν τὰ πρακτικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ ἀποδειχθῇ ἐάν, πῶς καὶ εἰς ποίαν ἔκτασιν μετέσχον εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§153Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον περὶ ψήφου τῶν στρατιωτικῶν τὸ γνωρίζουν οἱ πάντες ὅτι διετυπώθη κατόπιν συνεννοήσεων αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν μεταξὺ τῆς ΕΡΕ τῆς τότε Κυβερνήσεως Καραμανλῆ καὶ τῆς τότε Κεντρώας Ἀντιπολιτεύσεως. Εἰς τὰς συνεννοήσεις αὐτὰς ἔλαβον μέρος πλείονες τοῦ ἑνὸς ἐκπρόσωποι ἑκατέρωθεν καὶ ἡ διατύπωσις ὑπῆρξε σαφής. Δὲν ἦτο ἄλλωστε δυνατὸν εἰς τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη τελικῶς νὰ προστεθῇ τίποτε περισσότερον ἀπὸ τὸ «βραδύτερον». Δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ εἰς οὐδενὸς τὴν σκέψιν ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ θεωρηθῇ ἡ διατύπωσις ἀμφίβολος ἢ ἀνεπαρκής. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθεσε, παραμένει εἰς τὸ ἀκέραιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγει ὅτι δὲν παρέστη εἰς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν. Ἀπομένει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ποία ὑπῆρξεν ἡ συνεννόησις καὶ ποῖον τὸ νόημά της.
§154Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Περὶ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ περὶ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ πλειοψηφία τῆς Ε.Ρ.Ε. κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον, ὅταν ἐψηφίσθη ὁ ἐκλογικὸς νόμος, εἶπον τόσα προηγουμένως, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ τονίσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι τοῦτο. Ὅτι τὸ Ἐκλογοδικεῖον, ὅπως καὶ ὅλα τὰ δικαστήρια καὶ ὅλα τὰ ὄργανα τὰ κρατικά, ἐνισχύουν τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν πολιτῶν, διὰ τῆς προσηλώσεως εἰς τὸ καθῆκον καὶ ἰδιαιτέρως τὰ δικαστήρια διὰ τῆς ἐκδόσεως ἀποφάσεων συμφώνων πρὸς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον καλοῦνται νὰ ἑρμηνεύσουν. Εἶμαι δὲ βέβαιος καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία διαφωνία εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι τὸ Ἐκλογοδικεῖον συντιθέμενον ἀπὸ ἀνωτάτους δικαστικοὺς καὶ τῶν δύο δικαστηρίων τῶν ἀνωτάτων τῆς χώρας καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἀποτελεῖ τὸ ὄργανον τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῇ ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι προκύπτουν ἐκ τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν. Μέχρι τοῦ 1911, ὅπως ἔχει κατ’ ἐπανάληψιν τονισθῇ καὶ ὅπως εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, ὅτε ὡμίλησα ἐπὶ τῆς προτάσεως παραπομπῆς τῆς Κυβερνήσεως Δόβα, τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν ἐκρίνετο ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἑπομένως ἡ πλειοψηφία ἡ ὁποία ἐστέλλετο μὲ τὸ εἰσιτήριον ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοδικείου, τὸ ὁποῖον προέβαινε, εἰς τὴν ἀνακήρυξιν τῶν βουλευτῶν, ἡ πλειοψηφία ἔκρινε καὶ ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβάλλοντο ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον μείνει ἐκτὸς τῆς αἰθούσης. Εὐλόγως ἡ διαδικασία αὐτὴ εἶχε κινήσει πολλὰ παράπονα καὶ δικαίως συνεστήθη τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν. Τότε, ὅπως εἶναι γνωστόν, τὸ δικαστήριον ἀπετελεῖτο μόνον ἀπὸ τακτικοὺς δικαστάς, ἐπιλεγομένους κατόπιν κληρώσεως. Ἀπὸ τὸ 1952, ὅτε ἰσχύει τὸ νέον Σύνταγμα, τὸ ἀνωτέρω εἰδικὸν δικαστήριον τοῦ κύρους καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν, συντίθεται κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν ἀπὸ Ἀρεοπαγίτας, κατὰ τὸ ἄλλο δὲ ἥμισυ ἀπὸ συμβούλους τῆς Ἐπικρατείας καὶ προεδρεύεται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν ὑπάρχει μεγαλυτέρα ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία καὶ ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν διαφορῶν αὐτῶν. Καὶ νομίζω, ὀρθῶς καὶ εὐλόγως καὶ δικαίως ἡ κοινὴ γνώμη ἔχει περιβάλλει μὲ ἐκτίμησιν καὶ σεβασμὸν τὸ δικαστήριον καὶ τὰς ἀποφάσεις του.
§155Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία παρεξήγησις καὶ διὰ νὰ ὁλοκληρώσω τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν μου, τὴν προσωπικήν, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι κανεὶς ἐξ ἡμῶν, οὔτε ἐγὼ προσωπικῶς δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Ἐκλογοδικείου, ὅπως ἰσχύει σήμερον, δὲν εἶναι ὁ ἐμπρέπων. Κανεὶς δὲν εἶπε τέτοιο πρᾶγμα. Εἶπον μόνον, ὅτι καὶ αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐκλογοδικείου ὑπόκεινται εἰς κριτικὴν καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ποὺ ἡ κριτικὴ αὐτὴ θὰ γίνῃ καὶ θὰ ἐκφρασθῇ καὶ διὰ τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἀπήρτισαν τὸ Ἐκλογοδικεῖον. Ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐλήφθη, θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἱστορίαν των, θὰ ἀποτελέσῃ καλύτερον κριτήριον διὰ τὴν ὑστεροφημίαν των, τὴν λυδίαν λίθον τῆς κρίσεως, πῶς ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὸ δικαστικὸν των χρέος εἰς μίαν κρίσιμον ὥραν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπωμεν καὶ ὑποχρέωσιν νὰ τὸ εἴπωμεν. Διότι ἐὰν σεβώμεθα τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις καὶ ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ τὰς συζητοῦμεν, ἰδίως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τοῦτο βεβαίως δὲν σημαίνει, ὅτι πᾶσα δικαστικὴ ἀπόφασις εἶναι ἀνωτέρα πάσης κριτικῆς. Ἐὰν οἱ δικαστικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωσαν τὴν ἀπόφασιν, ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὸ καθῆκον των ἢ ὄχι καὶ ἐξέδωσαν ἀπόφασιν δικαίαν ἢ ὄχι, θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ποὺ ἡ κοινὴ πεποίθησις θὰ κρίνῃ περὶ τούτου. Τότε θὰ κριθῇ ἐὰν πράγματι ὑπάρχουν δικασταὶ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ θυμηθῶ αὐτό, τὸ ὁποῖον εἰς ἀνάλογον περίπτωσιν ἐλέχθη: «ὅτι ὑπῆρχον δικασταὶ εἰς τὸ Βερολῖνον».
§156Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἤθελα νὰ ἀποφύγω νὰ δώσω εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Μητσοτάκη οἱανδήποτε αἰχμὴν κατὰ τοῦ Ἐκλογοδικείου. Θὰ κρατήσω τὴν αὐτὴν τακτικὴν καὶ πάλιν καὶ θὰ περιορισθῶ νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον καὶ τοὺς δικαστάς, τοὺς ἀποτελοῦντας αὐτό, ὀφείλεται πᾶσα τιμὴ καὶ ἀναγνώρισις τῶν ἐξαιρέτων ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσέφερον εἰς τὴν χώραν διὰ τῆς κρίσεώς των ἐπὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν. Καὶ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι καὶ ἀργότερον καὶ σήμερον, ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀνταποκρίνεται καὶ αὐτὸ ἔχει σημασίαν, κ. συνάδελφοι, διὰ τὴν ἀπόφασιν ἑνὸς δικαστηρίου, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου ἀνταποκρίνεται ἀπολύτως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐκλήθη νὰ ἑρμηνεύσῃ καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ.
§157Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδήλωσα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν πρόθεσίν μας νὰ ἀσκήσωμεν κριτικὴν ἐπὶ τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως. Ἀπηύθυνα πολιτικὰ ἐρωτήματα μόνον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὅ,τι προηγουμένως ἐλέχθη, ἀποτελεῖ στοιχειώδη ἀλήθειαν εἰς τὰς Δημοκρατίας. Εἰς τὰς Δημοκρατίας καὶ οἱ κρίνοντες κρίνονται.
§158Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ κάμω μίαν ἐπεξήγησιν. Ἐγὼ δὲν ἔλαβα θέσιν, διότι ἐδήλωσα σαφῶς, ὅτι οὔτε ἐμελέτησα οὔτε ἀνέγνωσα κἂν τὴν ἀπόφασιν. Ἑπομένως θέσιν δὲν παίρνω οὔτε περὶ τῆς ὀρθότητος, πολλῷ μᾶλλον τῆς μὴ ὀρθότητος, τῆς ἀποφάσεως. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναμνησθῶ τοῦ Δημητρακοπούλου. Ποῖος δὲν τὸν σέβεται;
§159Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ τοῦ δικαστοῦ τοῦ μεγάλου Φρειδερίκου τῆς Γερμανίας.
§160Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, σχολιάζων τὴν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου καὶ ἰδιαιτέρως τὴν πρώτην γενικὴν σκέψιν, τὴν ὁποίαν ἀπεκάλεσε κυρίαν, ὑπεστήριξεν, ὅτι διὰ τῆς σκέψεως αὐτῆς τὸ δικαστήριον ἀπεφήνατο συνταγματικὸν τὸν τρόπον τῆς κατανομῆς τῶν ἑδρῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπογραφῆς καὶ τοῦ 1940, δι’ ὡρισμένας περιφερείας, καὶ τοῦ 1951. Ἀλλὰ ἀνέφερεν, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὴ σκέψις, εἰδικὴ αἰτιολογία, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας τὸ Ἐκλογοδικεῖον ἀπεφήνατο συνταγματικὸν τὸν τρόπον αὐτῆς τῆς κατανομῆς. Καὶ ἡ εἰδικὴ αὐτὴ σκέψις ἢ εἰδικὴ αὐτὴ αἰτιολογία, εἶναι, ὅτι εἰς συγκεκριμένας περιφερείας, τὰς ὁποίας ἀφεώρων αἱ ὑπὸ κρίσιν ἐνστάσεις δὲν ἀφίστατο οὐσιωδῶς ὁ ἀριθμὸς τοῦ πληθυσμοῦ τῆς μιᾶς ἀπογραφῆς ἀπὸ τὴν ἄλλην καὶ συνεπῶς δὲν ἐγεννᾶτο οὐσιώδης διαφορὰ εἰς τὸν τρόπον τῆς κατανομῆς τῶν ἑδρῶν. Ἐρωτᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ὑπῆρχεν οὐσιώδης διαφορὰ καὶ εἶναι δεδομένον, ὅτι εἰς πλείστας περιφερείας τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορὰ εἰς τὸν πληθυσμόν, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένον τὸ Ἐκλογοδικεῖον, συνεχίζον τὴν σκέψιν του, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπειδὴ ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορὰ εἰς τὸν ἀριθμὸν ψηφοφόρων, εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἐπειδὴ ἐκ τῆς διαφορᾶς αὐτῆς ἐγένετο ἀδικία εἰς τὴν κατανομὴν τῶν ἑδρῶν, πρέπει νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἐὰν συνταγματικῶς ἔχῃ γίνει ἡ κατανομὴ καὶ ἀποφαίνομαι, ὅτι δὲν ἔχει γίνει συνταγματικῶς. Ἀλλὰ τὸ γεγονός, ὅτι πιθανῶς νὰ ἐσταματοῦσεν εἰς τὴν δευτέραν σκέψιν καὶ νὰ ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ κρίνω, διότι δὲν ἐκοινοποιήθη ἐγκαίρως ἡ ἔνστασις εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν περιφερειῶν αὐτῶν, αὐτὸ ὅμως δὲν αἴρει τὴν ἀντισυνταγματικότητα, δὲν αἴρει τὴν ἀνωμαλίαν. Καὶ προσθέτω, κ. Πρόεδρε, ὅτι αὐταὶ αἱ ἀνωμαλίαι εἶναι χαρακτηριστικαὶ μιᾶς περιόδου λίαν προσφάτου. Διότι ἤρχισεν ἡ ἀνωμαλία μὲ τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ συνεχίζεται μὲ τὴν διπλῆν ἀπογραφήν, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται εἰς τὴν ἐπικράτειαν. Καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν ἤθελε τὸ Ἐκλογοδικεῖον, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ μὲ βάσιν τὴν Δικονομίαν, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη, νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς αὐτὰ τὰ πρωτοφανῆ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἡ τακτικὴ τῆς κυβερνητικῆς πλειοψηφίας; Νὰ ψηφίζῃ τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους καὶ νὰ ἐκδίδῃ τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα τὴν συμφέρουν καὶ ὄχι τὰ διατάγματα καὶ τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀνταποκρίνονται εἰς μίαν στοιχειώδη δικαιοσύνην;
§161Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὴν συζήτησιν προεκάλεσε μία παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι αἱ σκέψεις τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως τῆς σχετιζομένης μὲ τὴν ἀπογραφήν, γεννοῦν σοβαρὰς σκέψεις ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς κατανομῆς τῶν ἑδρῶν, ἐὰν αὕτη εἶναι συνταγματικὴ ἢ ὄχι, ἐδημιουργήθη ἐκ τῶν λόγων αὐτῶν ἡ ἀφορμὴ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν. Αἱ ἀποφάσεις, κ. Πρόεδρε, τῶν δικαστηρίων δὲν γνωμοδοτοῦν, ἀλλὰ λύουν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τίθενται ἐνώπιόν των, καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου ἔλυσε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤχθη ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου καὶ σχόλια ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως δι’ ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα κατὰ ὁμιλίαν μάλιστα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προβληθοῦν κατὰ τοῦ κύρους τοῦ διατάγματος ἢ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος καθώρισε τὸν τρόπον κατανομῆς τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν εἰς τὰς διαφόρους περιφερείας.
§162Γ. ΜΑΤΘΑΙΟΥΔΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου, δι’ ἧς ἐλύθη τὸ θέμα τῆς προθεσμίας τοῦ 10ημέρου, ἠμπορῶ νομίζω νὰ ἐρωτήσω, πολὺ περισσότερον διότι εἶμαι βουλευτὴς νέος, τοὺς μετασχόντας ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς τότε καὶ νῦν, κυρίους συναδέλφους, ἂν ἠθέλησαν πράγματι τότε τὴν προθεσμίαν ὡς ἀνατρεπτικὴν καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν τυγχάνουν νομικοί, δικανικοὶ ἄνδρες, καὶ δὴ ἔγκριτοι καὶ κράτιστοι, καὶ ἑπομένως γνωρίζουν σαφῶς, ὅτι ἡ ἀνατρεπτικότης μιᾶς προθεσμίας εἰς τὸ καθόλου σύστημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου εἶναι ἡ ἐξαίρεσις. Διατὶ ρητῶς δὲν ἀνέγραψαν τοῦτο ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ ἢ διατὶ δὲν προέτειναν νὰ ἀναγραφῇ, πολλῷ μᾶλλον, διατὶ δὲν ἔθεσαν ὡς ρητὴν κύρωσιν τῆς παραβάσεως τοῦ 10ημέρου τὴν ἀκυρότητα τῆς μετὰ τὸ 10ήμερον συντελεσθείσης πράξεως; Πέραν αὐτοῦ, οὐ μόνον τοῦτο δὲν διετυπώθη ἐν τῷ νόμῳ, καὶ τὰ λέγω σήμερον αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι ἤδη ἔχει ἐκδοθῆ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου, οὐ μόνον τοῦτο δὲν ἔπραξαν, ἀλλὰ πέραν τούτου ἐναπέθεσαν μίαν εὐθύνην εἰς τοὺς Προέδρους Πρωτοδικῶν ἑκάστης περιφερείας, δηλονότι εἰς δικαστὰς ἀνωτέρους, ἀπολαμβάνοντας τῆς ἰσοβιότητος καὶ κατὰ τεκμήριον ἀνεπηρεάστους, ἀνέθεσαν εἰς τοὺς Προέδρους Πρωτοδικῶν μίαν ὀργανικὴν λειτουργίαν συμπληρώσεως τῆς ἐκλογικῆς προδικασίας, τῆς ἐγγραφῆς τῶν στρατιωτικῶν, τοὐτέστιν τὴν κύρωσιν ἐκ μέρους τῶν Προέδρων Πρωτοδικῶν ἑκάστης ἐπαρχίας τῶν ὑποβληθέντων ἢ ὑποβληθησομένων πρὸς αὐτοὺς ἐκλογικῶν καταλόγων. Ἐκ τῆς καθόλου ὀργανώσεως ἄνευ δομῆς τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως ἄγεται πᾶς τις εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, εἰ μὴ τι ἄλλο, δὲν ἠθέλησεν ἡ προηγουμένη Βουλὴ τὴν προθεσμίαν ὡς ἀνατρεπτικήν, καὶ λυποῦμαι, κύριοι, εἰλικρινῶς δι’ αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πᾶς τις ἐξ ἡμῶν πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως εἰλικρινής, κάμω τὴν σκέψιν, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τὴν καθόλου συμπεριφορὰν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετεκλογικῶς, ὅτι ἀκριβῶς τὸ θέμα ἀφέθη στασιαζόμενον ἵνα δυνηθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς περίπτωσιν ἥττης, νὰ βάλῃ καὶ ἐναντίον αὐτῶν ἀκόμη τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν τῆς χώρας, εἴτε ἐμμέσως, εἴτε ἀμέσως, εἴτε πλαγίως εἴτε εὐθέως.
§163Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν πρόκειται νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸν συνάδελφον, θὰ τοῦ ηὐχόμην νὰ σκέπτεται περισσότερον, προτοῦ ὁμιλεῖ, ἀφοῦ ἦλθε διὰ πρώτην φοράν, καὶ εὔχομαι εἰς τὸ μέλλον νὰ εἶναι περισσότερον περιεσκεμμένοι οἱ λόγοι του. Θὰ εἴπω μόνον ὀλίγας λέξεις. Ἠρώτησε διατὶ ἀφοῦ ἠθέλαμεν ἀνατρεπτικὴν τὴν προθεσμίαν δὲν τὸ ἀναγράψαμεν εἰς τὸν νόμον; Ἀλλὰ τὸ ἀνεγράψαμεν. Εἶναι ἡ προσθήκη τῆς λέξεως τὸ «βραδύτερον». Καὶ ἀφοῦ εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον αἱ ἄλλαι προθεσμίαι εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἀναγράφεται τὸ βραδύτερον θεωροῦνται ἀνατρεπτικαὶ τί περισσότερον θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ἀπὸ τὴν λέξιν τὸ «βραδύτερον» διὰ νὰ θεωρηθῇ καὶ αὐτὴ ἡ προθεσμία τῶν 10 ἡμερῶν ἐπίσης ἀνατρεπτική; Ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ε.Ρ.Ε. συμπεφωνημένη ἡ ἀνατρεπτικὴ ἔννοια τῆς προθεσμίας. Ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς καὶ ὅσοι μετέσχον εἰς τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ συμπεφωνημένη ἔννοια. Δὲν γνωρίζω δὲ ἐὰν εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις της παρίστατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν παριστάμην αὐτοπροσώπως.
§164Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἠμπορεῖτε νὰ τὸ πληροφορηθῆτε ἀπὸ τοὺς ἰδικούς σας.
§165Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οἱ ἰδικοί μου ἀκριβῶς μὲ ἔχουν περὶ τούτου πληροφορήσει. Τὸ γνωρίζω ὅμως ἀπὸ τοὺς κ. κ. Μητσοτάκην καὶ Τούμπαν, οἱ ὁποῖοι μετεῖχον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Τούμπας ἀπουσιάζει, ὁ ὁποῖος εἶχε κυρίως διαχειρισθῆ ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τὸ θέμα τῶν ἐγγυήσεων τῆς ψήφου τοῦ Στρατοῦ. Ὑπῆρχε τότε, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἓν μέγα θέμα, ἐὰν θὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ψῆφος τοῦ Στρατοῦ. Τελικῶς τὴν ἐδέχθημεν. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε ζητήσει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ψῆφος τοῦ Στρατοῦ καὶ εἶχε δηλώσει, ὅτι προσφέρει πᾶσαν ἐγγύησιν. Καὶ μία ἀπὸ τὰς ζητηθείσας καὶ παρασχεθείσας ἐγγυήσεις ὑπῆρξε καὶ ἡ ἀνατρεπτικὴ ἔννοια αὐτῆς τῆς δεκαημέρου προθεσμίας. Λυποῦμαι διότι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἀρνεῖται. Παραμένει δυστυχῶς ἐκκρεμὲς αὐτὸ τὸ ἠθικὸν θέμα μεταξὺ ἡμῶν.
§166Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι δὲν θέλω νὰ παρατείνω τὴν ἀντιδικίαν. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος ἀναφερόμενος εἰς ὅσα εἶπον, νὰ προσθέσω, ὅτι συμπληρώνων ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ νέος συνάδελφος ἐκ Θεσσαλονίκης, τὸ 1956 ἐψήφισεν ἐπίσης ὁ στρατὸς καὶ ὑπῆρξε διάταξις ἀνάλογος περίπου εἰς τὴν διατύπωσιν, μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ νόμου τοῦ 1961 καὶ ἐκρίθη ἀπὸ τὸ Ἐκλογοδικεῖον, τὸ 1956, ὅτι ἡ προθεσμία ἦτο ἐνδεικτική. Περαιτέρω, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὴν καλὴν πρόθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὔτε καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως παραπομπῆς τοῦ Δόβα καὶ τῶν ἄλλων «ἀναξίων» Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν τὸν τόπον αὐτόν, οὔτε εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον, ὑποθέτω, διότι δὲν παριστάμην εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον, παριστάμην ὅμως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν κατὰ τὰς συζητήσεις, ὑπεστηρίχθη, ὅτι ὑπῆρξε συνεννόησις καὶ ὅτι ὑπῆρξεν ἀνάληψις ὑποχρεώσεως ἐκ μέρους τῆς Ε.Ρ.Ε., ὅπως ἡ προθεσμία αὐτὴ ταχθῇ ὡς ἀνατρεπτική.
§167Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τρὶς ὡμίλησα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπεστήριξα τὴν ἄποψιν αὐτήν, καὶ ὑπάρχει εἰς τὰ πρακτικά.
§168Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καὶ ὅλοι μας ὑπεστηρίξαμεν αὐτὴν τὴν ἄποψιν.
§169Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου ἐπὶ τῆς κατανομῆς τῶν ἑδρῶν, διατυποῦνται ἐν τῇ ἀποφάσει τρεῖς κύριαι σκέψεις: Πρῶτον, ὅτι ὁ κοινὸς νομοθέτης, δύναται, ἐφαρμόζων τὴν συνταγματικὴν διάταξιν περὶ κατανομῆς τῶν ἑδρῶν ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς, δύναται νὰ ἐπιλέξῃ οἱανδήποτε μέθοδον καὶ βάσιν διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὸν ἀνάλογον καθορισμὸν τῶν ἑδρῶν. Δύναται, ἑπομένως, ἐξ ἴσου νὰ λάβῃ ὡς βάσιν εἴτε τὸν νόμιμον, εἴτε τὸν πραγματικόν, εἴτε τὸν ἐκλογικὸν πληθυσμόν. Ἐν προκειμένῳ, τὸ διάταγμα, ὀρθῶς ἔλαβε μίαν βάσιν τὸν νόμιμον πληθυσμὸν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1951. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης δὲν δύναται νὰ πράξῃ εἶναι, ὅτι μὲ τὴν ἐπιλεγεῖσαν μέθοδον δὲν πρέπει νὰ ἀφίσταται ἀπὸ τὸν ἀληθῆ πληθυσμὸν ἑκάστης περιφερείας, ἐν προκειμένῳ τὸν νόμιμον, κατὰ τὸν καθορισμὸν τῶν ἀναλόγων ἑδρῶν. Ἡ δευτέρα σκέψις τῆς ἀποφάσεως εἶναι, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν πέντε ἐκλογικῶν περιφερειῶν, Ἀθηνῶν– Πειραιῶς–Θεσσαλονίκης, ὁ ληφθεὶς ὡς νόμιμος πληθυσμός, εὑρίσκεται ἐγγὺς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγγεγραμμένων ἐκλογέων, εἰς τὸν ὁποῖον ὅμως ἀριθμὸν περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἀνήλικοι. Ἐκ τῆς σκέψεως αὐτῆς συνάγεται σαφῶς, ὅτι ὁ ἀληθὴς νόμιμος πληθυσμὸς τῶν περιφερειῶν αὐτῶν, ἀποτελούμενος ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς καὶ τὸν ἀντίστοιχον ἀριθμὸν τῶν ἀνηλίκων, εἶναι σημαντικῶς ἀνώτερος ἀπὸ τὸν ληφθέντα ὑπ’ ὄψιν νόμιμον πληθυσμὸν τῶν περιφερειῶν αὐτῶν. Π. χ. διὰ τὴν δευτέραν ἐκλογικὴν περιφέρειαν Ἀθηνῶν, ἐλήφθη ὡς βάσις νομίμου πληθυσμοῦ, διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν ἑδρῶν, νόμιμος πληθυσμὸς 330.000. Ἐν τούτοις, οἱ ἐγγραφέντες ἐκλογεῖς τῆς περιφερείας αὐτῆς εἶναι 387.000, οἱ ὁποῖοι εἶναι νόμιμος πληθυσμός. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος δέον νὰ αὐξηθῇ κατὰ ποσοστὸν 20% περίπου, ὅσοι ἀνήλικοι ἀντιστοιχοῦν εἰς αὐτόν, οἱ ὁποῖοι πάντες ἀπαρτίζουν τὸν ἀληθῆ νόμιμον πληθυσμὸν τῆς Βʹ Περιφερείας, ἀνερχόμενον οὕτω εἰς 460.000. Μὲ τὰς σκέψεις αὐτὰς τῆς ἀποφάσεως, συνάγεται σαφῶς, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ ἀληθὴς νόμιμος πληθυσμὸς εἶναι 460.000, ἐνῷ, ὡς βάσις ἐλήφθη πληθυσμὸς 330.000, εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ κατανομὴ ἑδρῶν διὰ τὰς περιφερείας αὐτάς. Καὶ προχωρεῖ περαιτέρω ἡ ἀπόφασις εἰς τὴν τρίτην σκέψιν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐπὶ τῇ ἐκδοχῇ, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ κατανομὴ εἰς τὰς περιφερείας αὐτάς, εἶναι ματαία ἡ περαιτέρω ἔρευνα τοῦ θέματος, ἐφ’ ὅσον αἱ ἐνστάσεις δὲν ἐκοινοποιήθησαν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν ἄλλων περιφερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν.
§170Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν ἀποφάσεων αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν προκειμένῳ νὰ ὁμιλῶμεν ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἐπιληφθῆ ἢ δὲν ἔχει ἀκόμη ἐκδώσει ἀπόφασιν τὸ Ἐκλογοδικεῖον. Ὁ κ. συνάδελφος δύναται νὰ αἰσιοδοξῇ καὶ νὰ ἀποβλέπῃ εἰς νέαν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰ ἐκτεθέντα ζητήματα, καὶ ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσουν τὴν σκέψιν καὶ τὴν κρίσιν τοῦ Ἐκλογοδικείου εἰς ἄλλας ἀποφάσεις. Ἤδη, ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, συζητοῦμεν ἐπὶ τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων καὶ περὶ τοῦ ὅτι μόνον ἡ προθεσμία ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, κ. Πρόεδρε, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι καὶ τὸ Ἐκλογοδικεῖον εἶχε τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Νομίζω δέ, ὅτι ἔκαμε καὶ μνείαν εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ τῶν πρακτικῶν καὶ περὶ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὸν νόμον βάσει τοῦ ὁποίου ἔγιναν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1961. Ἑπομένως, ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ἐκλογοδικείου. Ἀπορῶ, ὅμως, κ. Πρόεδρε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἄλλης ἀποφάσεως, τῆς ὑπ’ ἀριθ. 12 τοῦ Ἐκλογοδικείου, περὶ τῆς κατανομῆς τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν, διότι ἡ σκέψις τοῦ Ἐκλογοδικείου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἐπεχείρησα νὰ ἀπομνημονεύσω, ἀλλὰ ἀνέγνωσα ἐπὶ λέξει, εἶναι σαφὴς καὶ ἀνεπίδεκτος οἱασδήποτε ἄλλης ἑρμηνείας. Λέγει ρητῶς καὶ ἀπεριφράστως ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου, ὅτι ἡ κατανομὴ τῶν ἑδρῶν εἶναι συνταγματική. Ἰδιαιτέρως εἰς τὰς περιφερείας, περὶ τῶν ὁποίων ἔκρινε.
§171Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§172Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Ἠλιόπουλε, πάρετε τὸ κείμενον τῆς ἀποφάσεως καὶ διαβάστε. Ἐγὼ τὸ ἐδιάβασα παρουσίᾳ τῆς Βουλῆς.
§173Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐδιαβάσατε τὰ προηγούμενα.
§174Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὰ ἐδιάβασα κατ’ ἐπανάληψιν ἐνώπιον τῶν συναδέλφων.
§175Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαβάσετε ὅλην τὴν ἀπόφασιν.
§176Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὴν ἐδιάβασα ὁλόκληρον. Καὶ ὑπενθυμίζω, ὅτι ἐπεχείρησεν ὁ κ. συνάδελφος κατὰ τρόπον ἐντελῶς πρωτοφανῆ νὰ δώσῃ ἀντίθετον ἔννοιαν εἰς τὴν δευτέραν σκέψιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου, λέγων καὶ ἐπικαλούμενος δῆθεν, ὅτι λέγει ἡ ἀπόφασις: Ἐν τούτοις, ὅμως, καίτοι δέχομαι, ὅτι ἡ κατανομὴ εἶναι ἀντισυνταγματική, ἐν τούτοις, ὅμως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, διότι δὲν ἔχουν τηρηθῆ αἱ διαδικαστικαὶ προϋποθέσεις, ἐνῷ δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου, ἐνῷ ἀποφαίνεται εἰς τὴν πρώτην σκέψιν, ὅτι ἡ κατανομὴ τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν εἶναι συνταγματική, προχωρεῖ καὶ λέγει: Καὶ ἂν ἐδεχόμην ἐπὶ τῇ ἐκδοχῇ, ὅτι δὲν εἶναι συνταγματικὴ ἡ κατανομὴ τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν, τότε δὲν θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα αὐτῆς τῆς ἐξετάσεως, διότι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διαδικαστικαὶ διατυπώσεις. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐντελῶς ἐπικουρικά. Λέγει: «Καὶ ἂν ἐδεχόμην καὶ ἐπὶ τῇ ἐκδοχῇ, ὅτι θὰ ἦτο συνταγματικὸς ὁ τρόπος αὐτός, δὲν θὰ εἶχον τὴν εὐχέρειαν τὴν νομικὴν νὰ προχωρήσω εἰς τὴν ἐξέτασιν». Λύει ὅμως τὸ ζήτημα ἡ ἀπόφασις εἰς τὴν πρώτην σκέψιν.
§177Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα κατὰ τὴν πρώτην παρέμβασίν μου. Δὲν εἶπον, ὅτι ἐν τούτοις καὶ παρ’ ὅτι ἡ κατανομή, εἶπον, ἐν τούτοις, ὅμως, καὶ ἐὰν ἐγένετο δεκτόν, ὅτι ἡ κατανομὴ εἶναι ἀντισυνταγματικὴ εἶναι μάταιον νὰ προχωρήσωμεν, διότι δὲν ἔλαβε χώραν κοινοποίησις. Εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιον μὲ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§178Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶναι μάταιον νὰ προσπαθῇ κανεὶς νὰ ἀλλοιώσῃ τὴν ἔννοιαν κειμένων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιδέχονται καμμίαν ἀμφισβήτησιν.
§179Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσφαλῶς δὲν ἐπιδέχονται καὶ ἀπορῶ πῶς ἐπιμένετε, τὴν δευτέραν, τὴν ἐνδιάμεσον, σκέψιν ποὺ ἀφορᾷ ἐπὶ τῶν πέντε περιφερειῶν προσπαθῆτε νὰ τὴν μεταβάλετε. Καὶ ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι δι’ αὐτὰς τὰς περιφερείας εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἑδρῶν.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ἀρβανιτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§181ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπιμένετε δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 0.15′ π. μ.)