1962.01.16
1.785 στίχοι · 13.626 λέξεις · 80 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10η
Τρίτη 16 Ἰανουαρίου 1962
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.45′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Φιλιππίδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, συμπληρουμένου τοῦ τίτλου τῆς διὰ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ κυρώσεως πράξεων Ὑπουργ. Συμβουλίου ἀφορωσῶν: α) εἰς ἁρμοδιότητάς τινας τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας, β) εἰς ἀπόσπασιν παρ’ αὐτῷ ὑπαλλήλων ἐκ τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημ. Ἔργων, γ) εἰς τὴν πρόσληψιν προσωπικοῦ παρὰ τῷ Μαιευτηρίῳ «Ἀλεξάνδρα», κυρουμένης ὑπ’ ἀριθ. 53)16.6. 1956 Π.Υ.Σ. εἰς τὸ ὀρθὸν «περὶ παρατάσεως ἀποσπάσεως ὑπαλλήλων Ὑπουργείου Δημοσ. Ἔργων παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Κοινωνικῆς Προνοίας». Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Περρωτῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς Συμφωνίας τῆς συνιστώσης σύνδεσιν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Οἰκονομικῆς Κοινότητος καὶ ρυθμίσεως ζητημάτων τινῶν σχετικῶν πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς». Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 306073)61.9.1.1962 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας Ἑλλάδος καὶ Ἐθνικὴν Κτηματικήν, διὰ τὴν χορήγησιν οἰκοδομικοῦ δανείου εἰς τὸν ἐν διαθεσιμότητι ἀντισυνταγματάρχην Μενάκην Ἀθανάσιον. Ὁ βουλευτὴς Χαλκιδικῆς κ. Λ. Σαραφιανός, καταθέτει ἀναφορὰν κτηνοτρόφων Στανοῦ Χαλκιδικῆς, αἰτουμένων παραχώρησιν βοσκοτόπων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Τουριστικοῦ ἐξωραϊστικοῦ Συλλόγου Ψαλιδίου Ν. Ἡρακλείου Ἀττικῆς, αἰτουμένου ἐπέκτασιν τοῦ δικτύου ὑδρεύσεως καὶ εἰς τὴν ἐν λόγῳ περιοχήν. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Συνεταιρισμῶν Πτηνοτρόφων Ἀθηνῶν–Περιχώρων, Κεντρικοῦ Πτηνοτροφικοῦ Συνδέσμου Ἑλλάδος κλπ., αἰτουμένων κατάργησιν φορολογίας ὑπὲρ ΟΓΑ ἐπὶ ἀκαθαρίστου ἀξίας πτηνοτροφικῶν προϊόντων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθωμεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων;
§6Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγράφεται σήμερον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἡ πρότασις παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ στρατηγοῦ Δόβα. Δὲν εἴμεθα σύμφωνοι μὲ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἡ πρότασις παραπομπῆς δὲν εἶναι ἐπερώτησις. Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπερώτησις εἶναι ὁ ἔλεγχος πράξεων ἢ παραλείψεων τῆς παρισταμένης Κυβερνήσεως. Ἡ πρότασις παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ στρατηγοῦ Δόβα, ἔχει προφανῶς, ἄλλο περιεχόμενον. Ἀνέγνωσα εἰς μίαν Κυβερνητικὴν ἀνακοίνωσιν, ὅτι τρεῖς εἶναι αἱ Ἡμερήσιαι Διατάξεις τῆς Βουλῆς, ἐρωτήσεων, ἐπερωτήσεων, νομοσχεδίων. Θὰ πρέπει, ἑπομένως, νὰ καταταχθῇ καὶ ἡ πρότασις παραπομπῆς εἰς μίαν ἀπὸ τὰς τρεῖς Ἡμερησίας Διατάξεις. Ἡ ἀντίληψις αὕτη εἶναι ἐσφαλμένη. Διότι, κατὰ τὸν κανονισμόν, ὑπάρχει καὶ ἄλλη κατηγορία. Εἶναι ἡ κατηγορία τῶν προτάσεων μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, ἡ ὁποία περιέχεται, ὡς τελευταία παράγραφος εἰς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ. Ὑπάρχει, ἑπομένως, ἡ πρόνοια εἰς τὸν Κανονισμόν, διὰ προτάσεις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς ἡ περίπτωσις καὶ αὐτὴ τῆς προτάσεως. Ἰδοὺ διατὶ ἡ Κυβερνητικὴ ἀνακοίνωσις εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ἐσφαλμένη, ἑπομένως ἡ ἀπόφασις, ὅπως ἐγγραφῇ ὡς ἐπερώτησις, καὶ ἀκολουθήσῃ τὴν τάξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Διετυπώθη εἰς Κυβερνητικὴν ἀνακοίνωσιν ἡ παρατήρησις, ὅτι ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἀναγράφει, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της. Καὶ ἡ διάταξις ἔχει καλῶς. Ἐὰν ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι προτάσεις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, θὰ ἀναγραφῇ ἔπειτα ἀπὸ αὐτάς. Ἐὰν δὲν ὑπάρχουν, θὰ ἀναγραφῇ πρώτη καὶ θὰ συζητηθῇ πρώτη. Δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως, ἐξ αὐτῆς τῆς διατάξεως οὐδεμία δυσχέρεια. Ὑπεστήριξεν ἐπίσης ἡ Κυβερνητικὴ ἀνακοίνωσις, ὅτι ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ὁμιλεῖ, ὄχι περὶ συζητήσεως, ἀλλὰ περὶ ἐγγραφῆς. Ἀλλὰ εἶναι προφανῶς καὶ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ἐσφαλμένη. Διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ ἐγγραφῆς καὶ ἐάν, ὅπως ἑρμηνεύει ἡ Κυβερνητικὴ ἀνακοίνωσις, εἶναι ἐπερώτησις, τότε δὲν χρειάζεται εἰδικὴ διάταξις διὰ τὴν ἐγγραφήν της, ὡς ἐπερωτήσεως ἐντὸς 8 ἡμερῶν. Ἄμεσον εἶναι τὸ χρέος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰδικῆς διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων, ἄμεσον εἶναι τὸ χρέος τοῦ Προεδρείου πρὸς ἐγγραφὴν τῆς ἐπερωτήσεως. Διατὶ θὰ ὡρίζετο μακρύτερος χρόνος εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν; Ἰδοὺ διατί, ἑπομένως, καὶ αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμὸς εἶναι ἀσύστατος. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων, ἡ πρότασις παραπομπῆς, εἶναι πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, ἀναγράφεται, ἑπομένως, αὐτοτελῶς, μέχρι τῆς 8ης ἡμέρας καὶ συζητεῖται αὐτοτελῶς καὶ ἐν συνεχείᾳ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθὲς καὶ γράμμα καὶ πνεῦμα τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ τρόπος τῆς σημερινῆς ἐγγραφῆς εἶναι ἐσφαλμένος καὶ δὲν τὸν ἀποδεχόμεθα. Αὐτὴ εἶναι ἡ νομικὴ ἑρμηνεία τῶν κειμένων διατάξεων. Ἀλλὰ εἴμεθα κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν Σῶμα καί, ἑπομένως, πρέπει νὰ δίδωμεν καὶ πολιτικὰς ἑρμηνείας, ὄχι μόνον νομικάς. Ἀναφέρομαι, πρῶτον, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν σχετικῶν διατάξεων, καθ’ ὅλον τὸ παρελθόν. Κύριε Πρόεδρε, καὶ πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος, τὸ 1944, ἐπανειλημμένως ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη μὲ παρόμοια θέματα. Πάντοτε, χωρὶς καμμίαν ἐξαίρεσιν ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς των ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὴν ἰδικήν μας ἄποψιν, καί, οὐδέποτε, καὶ ὅταν ἀκόμη ἡ κυβερνῶσα παράταξις εὑρίσκετο εἰς τὴν ἐξουσίαν ἢ εὑρίσκετο εἰς τὴν Βουλήν, οὐδέποτε ἐδόθη ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖται νὰ δοθῇ σήμερον. Οὐδέποτε ἐθεωρήθη ἐπερώτησις συζητουμένη ἀνὰ Τρίτην καὶ Παρασκευήν. Ὑπάρχει, ἑπομένως, παγία κοινοβουλευτικὴ παράδοσις, ἡ ὁποία, διὰ πρώτην φορὰν παραβιάζεται. Ἐλέχθη εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ παρελθόντος, δὲν ἀποτελεῖ δίκαιον. Καὶ εἶναι ἀκριβές. Ἀποτελεῖ, ὅμως, παράδοσιν, κ. Πρόεδρε. Καὶ εἰς τὰ Κοινοβούλια, ἡ παράδοσις ἔχει τὸ ἠθικὸν καὶ τὸ πολιτικὸν βάρος της, καί, τότε μόνον ἐγκαταλείπεται, ὅταν ὑπάρχουν οὐσιώδεις ἀνώτεροι λόγοι. Καὶ θέτω τὸ ἐρώτημα: Διὰ ποίους οὐσιώδεις, ἀνωτέρους λόγους, ζητεῖται, σήμερον ἡ παραβίασις; Ἡ πρότασις ἡ ἰδική μας περιέχει τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως σήμερον, τὴν συνέχισιν τῆς αὔριον καὶ μεθαύριον, καὶ τὸν τερματισμόν της τὴν Παρασκευήν. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ ἑρμηνεία ἡ ἰδική μας ἐγίνετο δεκτή, θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο δύο ἡμέραι ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις προσφέρει, ἡ Τρίτη καὶ ἡ Παρασκευὴ καὶ θὰ προσετίθεντο δύο ἡμέραι μόνον νομοθετικῆς ἐργασίας, ἡ Τετάρτη καὶ ἡ Πέμπτη. Καί, ἐὰν ὑπῆρχεν ἐπὶ τέλους, ἐπείγουσα καὶ ἀθρόα προσφορὰ νομοσχεδίων, θὰ ἔλεγε κανείς, ἐνώπιον αὐτῆς τῆς ἀνωτέρας βίας, ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ ὑπάτου ἐθνικοῦ συμφέροντος, θὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παραβιάσωμεν αὐτὴν τὴν παγίαν πράγματι κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν. Ἀλλὰ ἡ πεῖρα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τῶν τελευταίων ἡμερῶν, κ. Πρόεδρε, πείθει, ὅτι θὰ προσεφέροντο μεγάλαι ὑπηρεσίαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κοινοβουλευτισμόν, ἐὰν τὴν ἀπηλλάσσαμεν ἀπὸ τὰς ἡμέρας τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Χθές, προεκάλεσε τὴν θυμηδίαν, ἡ διάρκεια ἐπὶ 20 λεπτὰ τῆς συνεδριάσεως μὲ νομοθετικὴν ἐργασίαν. Προφυλάσσομεν τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς δύο ἡμέρας, Τετάρτην καὶ Πέμπτην, τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ἀπὸ τὴν ἐπανάληψιν τῆς θυμηδίας, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ διάρκεια καὶ ἡ σοβαρότης τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ἑπομένως, ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχουν ἀνώτεροι καὶ ὕψιστοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐδικαιολόγουν οἱανδήποτε παραβίασιν τῆς παγίας Κοινοβουλευτικῆς παραδόσεως, ἀλλὰ καὶ αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναί, ἐπιτρέπουν ἀπολύτως τὴν χρησιμοποίησιν καὶ τῶν δύο ἡμερῶν, διὰ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως. Καὶ πέραν ὅλων αὐτῶν, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, πέραν τῆς νομικῆς ἑρμηνείας καὶ πέραν τῆς Κοινοβουλευτικῆς παραδόσεως, ὑπάρχει τὸ θέμα τῆς πολιτικῆς σοβαρότητος, τὸ θέμα τῆς πολιτικῆς εὐθιξίας. Μία μεγάλη παράταξις, ὅπως εἶναι ἡ Ἕνωσις Κέντρου, φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕνα μέγα θέμα, τὸ θέμα τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐνήργησε τὰς ἐκλογὰς καὶ ζητεῖ τὴν παραπομπήν της εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον. Εἶναι ἀδύνατον τὸ μέγα αὐτὸ θέμα νὰ ἐκπέσῃ εἰς τὴν μικρολογίαν τῶν συνήθων ἐπερωτήσεων καὶ νὰ μετατοπίζεται ἀπὸ Τρίτης καὶ Παρασκευὴν πρὸς συζήτησιν. Πολιτικὸν Σῶμα εἴμεθα καὶ πρέπει νὰ κατεχώμεθα ἀπὸ αἴσθημα πολιτικῆς εὐθιξίας. Καὶ ἀκόμη, ἂν δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη Κοινοβουλευτικὴ παράδοσις καὶ ἀκόμη, ἂν ἐπετρέπετο ἡ δυνατότης διαφόρου νομικῆς ἑρμηνείας, καὶ πάλιν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν πρόταξιν καὶ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως. Ἰδοὺ διατὶ φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλεται, διὰ λόγους Κοινοβουλευτικῆς παραδόσεως καὶ πολιτικῆς εὐθιξίας, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄποψίς μας, ὅπως ἡ συζήτησις ἀρχίσῃ ἀπὸ σήμερον καὶ συνεχισθῇ μέχρι τῆς Παρασκευῆς. Ἐάν, ὅμως, τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐξ ὀνόματος τῆς Συμπολιτεύσεως ἐπιμείνουν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπαράδεκτον ἑρμηνείαν, δηλοῦμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀποδίδομεν τόσην σημασίαν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς συνεχίσεως τῆς σοβαρᾶς ταύτης συζητήσεως, ὥστε θὰ χρησιμοποιήσωμεν ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχει τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν δι’ ἄλλης ὁδοῦ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως, μέχρις ὅτου τελικῶς ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, καὶ τὸ Σύνταγμα μᾶς παρέχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ἀναμένομεν τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀνακοινώσωμεν τὰς ἰδικάς μας ἀποφάσεις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρχηγὲ τῆς Ἑνώσεως τοῦ Κέντρου, βεβαίως, δὲν δύναμαι ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς νὰ προβῶ εἰς ἀγόρευσιν. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω μόνον ἐπὶ τοῦ νομικοῦ θέματος καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ τὸ πολιτικὸν θέμα θὰ λάβετε ἀπάντησιν ἀπὸ ἄλλους ἁρμοδίους. Πρῶτον, διὰ τὸ ζήτημα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, σᾶς παραπέμπω εἰς τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι πρὸς διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ συντάσσονται Ἡμερησία Διάταξις ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, Ἡμερησία Διάταξις ἐπερωτήσεων καὶ Ἡμερησία Διάταξις νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ὁ Κανονισμὸς δὲν προβλέπει ἄλλην Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὡς γνωρίζετε δέ, ἔχει ἐπηυξημένην τυπικὴν ἰσχύν. Ἡ ἑρμηνεία, συνεπῶς, εἶναι δυσχερής. Ὡμιλήσατε περὶ τοῦ ἄρθρου 35, τελευταία παράγραφος. «Πᾶσα ἄλλη πρότασις, μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, δύναται νὰ συζητηθῇ, ἅμα τῇ ὑποβολῇ της, ὑπὸ 10 τοὐλάχιστον βουλευτῶν καὶ ἀφοῦ ἀναγνωσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἢ ἐντολῇ τούτου ὑπὸ τοῦ Γραμματέως». Κατὰ τὸ παρελθόν, ὅλαι αἱ προτάσεις αὐταί, ἔχουσαι περιεχόμενον ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, ὑπήχθησαν εἰς τὴν διαδικασίαν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὡμιλήσατε περὶ τοῦ παρελθόντος. Ἀναμφισβητήτως, ὑπῆρξε μία ἐποχὴ κατὰ τὸ παρελθόν, ὅπου ἐξεδίδετο μία μόνον Ἡμερησία Διάταξις. Δὲν ὑπῆρχε διαχωρισμὸς τῶν θεμάτων, εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν. Κατόπιν ἔγινεν ὁ διαχωρισμὸς μεταξὺ τῶν δύο ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας καὶ τοῦ Ἐλέγχου. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία ἄλλη παράδοσις, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ συζητήσεις ἐτελείωνον ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας, κατὰ τὸ παρελθόν. Ὑπάρχει ἡ παράδοσις, ὅτι ἡ συζήτησις διήρκει μίαν καὶ μόνον συνεδρίασιν. Τὸ πολὺ–πολὺ νὰ ἐγίνετο ἡ ψηφοφορία εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν. Συνεπῶς, δὲν ὑπῆρχε θέμα ἀνασχέσεως τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως.
§8Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑπῆρχεν ἡ πρότασις Χατζηπάνου.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μία καὶ μόνη συνεδρίασις ἐγένετο, κύριε Παπανδρέου. Τὸ συγχέετε μὲ τὴν ἄλλην συζήτησιν, τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἄλλο θέμα αὐτό. Τὴν Πέμπτην ἤρχισεν ἡ συζήτησις καὶ τὴν Παρασκευὴν ἐπηκολούθησεν ἡ ψηφοφορία. Ὁμιλεῖτε περὶ παραδόσεως. Ἑπομένως, ἡ παράδοσις εἶναι αὐτή. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἐπικαλεσθῇ, οὔτε τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ τηρήσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ μόνον τὸν Κανονισμὸν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐπὶ πλέον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον θέμα, ἂν ἤθελε, δηλαδή, νὰ συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν δύο ἡμερῶν Νομοθετικῆς Ἐργασίας, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἀρχισυντάκτης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως Νομοθετικῆς Ἐργασίας εἶναι ὁ ἑκάστοτε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Συνεπῶς, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιος ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἁπλῶς παραλαμβάνει καὶ ἀναγράφει ποῖον νομοσχέδιον κατὰ σειρὰν θέλει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἄν, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ σᾶς παραχωρήσῃ αὐτὰς τὰς δύο ἡμέρας, τὸ Προεδρεῖον σᾶς δηλοῖ, ὅτι μίαν τοιαύτην συμφωνίαν ἀμφιβάλλει ἂν θὰ δυνηθῇ νὰ τὴν τηρήσῃ μέχρι τῆς Παρασκευῆς. Καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἀκόμη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἐὰν εἷς ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν εἶχεν ἀντιρρήσεις ἢ ἐπέμενε νὰ ὁμιλήσῃ, ὁ ὁποῖος νὰ ἦτο ἐγγεγραμμένος ἢ θὰ ἐνεγράφετο νὰ ὁμιλήσῃ, οὐδαμοῦ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ἐστηριζόμην νὰ στερήσω τὸν λόγον εἰς ἐγγραφέντας ἢ θέλοντας νὰ ἐγγραφῶσι βουλευτάς. Ὑπάρχει, συνεπῶς, δυσχέρεια νὰ ἐφαρμοσθῇ μία τοιαύτη συμφωνία. Ὑπάρχει βεβαίως τὸ πενθήμερον διὰ τὴν πρότασιν μομφῆς, ἀλλὰ ἐκεῖ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς στηρίζεται εἰς ρητὴν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὸν Κανονισμόν. Καὶ τότε, πλέον, Σύνταγμα καὶ Κανονισμὸς παρέχουν ὅπλα εἰς τὸν Πρόεδρον. Ἐν προκειμένῳ, ὅμως, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ συνεννοηθῶ μὲ ὅλα τὰ Κόμματα, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς ἀνεξαρτήτους βουλευτάς; Ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ ὀπαδοὶ τῶν Κομμάτων, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν — καὶ αὐτὸ συνέβη εἰς τὸ παρελθὸν — νὰ μὴ θελήσουν νὰ ἀναγνωρίσουν τοιαύτην συμφωνίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ. Δι’ αὐτὸ ὑπάρχει ὄχι μόνον τυπικὴ δυσχέρεια, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὴ τοιαύτη, νὰ ἀναλάβῃ τὸ Προεδρεῖον τὴν εὐθύνην μιᾶς πενθημέρου συζητήσεως. Ἀνεφέρθητε εἰς τὴν παράδοσιν. Τὴν παράδοσιν, βεβαίως, πρέπει πάντοτε νὰ τὴν ἐπικαλούμεθα. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει παράδοσις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ συνεννοούμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅταν ἕνα μέλος εἶναι ἐδῶ καὶ ὅταν ἄλλο μέλος εἶναι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Εἶναι δυσχερὴς ἡ συνεννόησις ὅταν ἀπαιτῆται πρὸς λῆψιν μιᾶς τοιαύτης ἀποφάσεως ἡ σύμφωνος γνώμη πάντων τῶν βουλευτῶν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, τὸ Προεδρεῖον ὥρισε τὴν Τρίτην καὶ Παρασκευὴν ὡς ἡμέραν συζητήσεως τῆς προτάσεως, βασιζόμενον, κυρίως, εἰς τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει ἐπηυξημένην τυπικὴν δύναμιν. Διότι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἐγένετο κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπέτρεψε τὸ Σύνταγμα, οὕτως εἰπεῖν, νὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰς τὴν δικονομίαν τῶν διατάξεων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὁρίσας, ὅτι ἀναγράφεται καὶ συζητεῖται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Νομοθετικῆς Ἐργασίας οὐχὶ ὡς πρῶτον θέμα, ἐφ’ ὅσον θὰ προηγοῦντο ἄλλα. Καὶ χρειάζεται πάντοτε ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἔλθῃ πρώτη. Ἑπομένως, εἴτε ἐγγραφομένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Νομοθετικῆς Ἐργασίας, χρειάζεται ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πρόταξιν. Καὶ ἡ παράδοσις ἐπιβάλλει νὰ ὑπάρξῃ συνεργασία, κ. Ἀρχηγὲ τῆς Ἑνώσεως τοῦ Κέντρου, τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων καὶ ἡ παρουσία αὐτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§11Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγγράφως, δι’ ἐπιστολῆς τοῦ Κόμματος πρὸς τὸ Προεδρεῖον καὶ εἰς παρέμβασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην, ὑπεστηρίξαμεν περίπου ὅσα καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως τοῦ Κέντρου σήμερον ἔθεσεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὅτι δηλαδὴ εἶναι κἄτι τελείως ἐκτὸς καὶ τοῦ νοήματος τῶν προτάσεων, περὶ παραπομπῆς, ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης, Ὑπουργῶν καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Θὰ ἤθελα νὰ τὸ περιστασιολογήσω περισσότερον τὸ πρᾶγμα καὶ θὰ ἤθελα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, ὅτι βεβαίως τὸ σύνηθες ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἔλεγχος. Περὶ τοῦ ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ σύνηθες καὶ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι αἱ πέντε ἐργάσιμοι καθ’ ἑβδομάδα ἡμέραι τῆς Βουλῆς κατανέμονται μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν κυρίων ἔργων. Καὶ ὑπάρχει μὲν ὡς Σῶμα, ὡς πινάκιον, ὅπως τὸ ἐχαρακτήρισα ἀπὸ δικαστικοῦ χαρακτηρισμοῦ τὸ Σῶμα τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῶν ἐρωτήσεων διὰ τὸν ἔλεγχον, διὰ νὰ μὴ αἰφνιδιάζεται ἡ Κυβέρνησις ἐνῷ ἐξ ἑτέρου ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας δὲν ἀποτελεῖ Σῶμα, δὲν ἀποτελεῖ πινάκιον, ἀλλὰ συντίθεται καὶ ἀνασυντίθεται ἑκάστοτε πρωτοβουλίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πρὸ ὀλίγου εἴχατε ἐξηγήσει. Ἐὰν ὅμως αὐτὰ εἶναι τὰ συνήθη ἔργα, περὶ τῶν ὁποίων ἐπρονόησεν ὁ Κανονισμός, προσδιορίζων καὶ τὰς ἡμέρας μεταξὺ ἐλέγχου καὶ νομοθετικῆς ἐργασίας, δὲν ἕπεται, ὅτι αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸ σύνολον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ καλεῖται πρῶτα, πρῶτα νὰ λάβῃ πολιτικὰς ἀποφάσεις ἐπὶ προτάσεων ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν οὔτε νομοθετικὴν ἐργασίαν, οὔτε ἔλεγχον καὶ δεύτερον καλεῖται ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικῶν νόμων νὰ λάβῃ ἀποφάσεις προδικαστικάς, δικαστικῆς διώξεως. Αὐταὶ εἶναι αἱ προτάσεις αἰτήσει τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν ἢ προτάσεις ἄρσεως ἀσυλίας βουλευτῶν. Αἱ προτάσεις παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον ὅπως αἱ δύο ἐγγραφεῖσαι τῆς Ἑνώσεως τοῦ Κέντρου καὶ ἡ ἰδική μας, εἶναι προτάσεις παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον. Ἄλλαι προτάσεις καὶ ἐνδεχομένως αἱ προτάσεις τῆς συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς δὲν ἀνήκουν εἰς οὐδὲν ἐκ τῶν δύο βασικῶν εἰδῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ κανεὶς GROSSO MODO νὰ διαιρέσῃ τὰς συνήθεις ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ὄχι μόνον διὰ λόγους παραδόσεως, τοὺς ὁποίους καὶ ὑμεῖς ἐπικαλεῖσθε καὶ ἐξέθεσε πλατύτατα σήμερον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὄχι μόνον διὰ λόγους παραδόσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξομοιώσωμεν μὲ ἔλεγχον τὴν πρότασιν παραπομπῆς ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ἀναγομένους εἰς αὐτὴν τὴν οὐσίαν καὶ τὸ περιεχόμενον τῶν προτάσεων. Θὰ ἤθελα, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, — καὶ νομίζω, ὅτι ἐλάχιστοι θὰ εἶναι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνθυμοῦνται παλαιότερα πράγματα — θὰ ἤθελα νὰ δοῦμε τί συνέβη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδυνήθημεν νὰ ἔχωμεν ἰδίαν ἀντίληψιν τῶν γεγονότων, εἴτε ὡς ἀναγνῶσται τῶν ἐφημερίδων, εἴτε ὡς ἀκροαταὶ τῶν θεωρείων, ἀπὸ ἀπόψεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Τὸ σύνηθες ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε πάντοτε ἀποφασιστικόν, δηλαδὴ ὡδήγησεν, ἤγαγεν, εἰς ἐκδίκασιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, εἶναι, ὅτι μέλη πλειοψηφίας κατηγοροῦν μέλη παλαιῶν Κυβερνήσεων. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ πρώτη περίπτωσις — μαθητὴς Γυμνασίου τότε, ἦτο ὁ ἐθνικὸς διχασμὸς — ἦτο ἡ παραπομπὴ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη κατὰ τὸ 1917.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ Σκουλούδη.
§13Η. ΗΛΙΟΥ. Τοῦ Σκουλούδη καὶ Γούναρη. Δηλαδή, συνήθως, αἱ νέαι πλειοψηφίαι διώκουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰς εὐθύνας διὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνάγεται ἐκ τῆς οἰκονομίας τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος βεβαίως προβλέπει, ὅτι, ἐὰν ἅπαξ ἀπορριφθῇ μία αἴτησις, δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου, δηλαδὴ ἐπέρχεται οὐσιαστικὴ παραγραφὴ τοῦ ἀδικήματος καὶ ὄχι κώλυμα πρὸς συνέχισιν τῆς διώξεως. Καὶ βεβαίως, δὲν θὰ εἶναι εὔκολον νὰ ὑποθέσῃ κανείς, ὅτι στρεφόμενος κατὰ Ὑπουργῶν ἢ κατὰ τοῦ συνόλου τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἑπομένως, ἀνήκων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἤθελεν ἐπιτύχει ψῆφον παραπομπῆς. Ἑπομένως, τὸ σύνηθες εἶναι, ὅτι διώκονται Ὑπουργοὶ ἄλλων Κυβερνήσεων. Δὲν ἀποκλείεται, ὅμως, λόγῳ ἑνὸς γεγονότος, τὸ ὁποῖον φέρει ἔκδηλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀδικήματος, δὲν ἀποκλείεται ἡ δίωξις φυσικὰ νὰ στρέφεται καὶ κατὰ τῶν μελῶν, εἴτε τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τῆς κυβερνητικῆς πλειοψηφίας. Καὶ εἰς τὴν συγκεκριμένην σημερινὴν περίπτωσιν, αἱ δύο προτάσεις παραπομπῆς ἀφοροῦν εἰς δίωξιν μελῶν λεγομένης Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, μελῶν Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Κόμμα τῆς Ε.Ρ.Ε. Δὲν εἶναι, ἑπομένως, δυνατόν, ἀπὸ οἱασδήποτε ἀπόψεως, νὰ ἐξομοιώσωμεν μίαν προδικασίαν δικαστικῆς συνθέτου ἐνεργείας, ἡ ὁποία εὐδοκιμοῦσα, θὰ ἤγαγεν εἰς συγκρότησιν τοῦ σώματος τῶν ἀνακριτῶν, ἡ ὁποία θὰ καταργοῦσεν ἢ τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος θὰ κατηγοροῦσε κλπ. εἰς τὴν ἐκδίκασιν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου μιᾶς ὑποθέσεως, ὅπως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ περίπτωσις ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, ἡ ὁποία εὐδοκιμοῦσα ἐπίσης, ἄγει τὸν βουλευτὴν εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια, ὅτι ἡ περίπτωσις αὐτὴ ἐντάσσεται εἰς τὴν περίπτωσιν, εἴτε νομοθετικῆς ἐργασίας, εἴτε εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐλέγχου. Ἁπλῶς δὲν προεβλέφθη νὰ ὑπάρχῃ ἄλλο πινάκιον, ἄλλο σῶμα Ἡμερησίας Διατάξεως, διότι δὲν εἶναι κἄτι τὸ καθημερινόν, δὲν εἶναι κἄτι τὸ σύνηθες. Ὁσάκις, ὅμως, ἔρχεται τοιοῦτον ζήτημα, ὁσάκις ἔρχωνται —καὶ ἔρχονται σχεδὸν εἰς κἄθε σύνοδον τῆς Βουλῆς, αἰτήσεις περὶ ἄρσεως ἀσυλίας— ἐγγράφονται, ὄχι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοθετικῆς ἐργασίας, ὄχι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, ὄχι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, διότι, κακῶς ἐδηλώθη, ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς Ἡμερησίαι Διατάξεις, ἀλλὰ ἐγγράφονται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Βουλῆς, ὡς κἄτι μὴ σχέσιν ἔχον, οὔτε μὲ τὸ νομοθετικὸν ἔργον, οὔτε μὲ τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου. Καὶ αὐτὸ συνέβη προσφάτως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ἰδικῶν σας, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ἰδικῆς σας Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ τῆς αἰτήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον τῆς Βουλῆς, ὅπως παραπεμφθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ὁ τότε Ὑφυπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου κ. Χρυσανθόπουλος. Εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἐπερώτησις ἀπὸ τὴν τρίτην ἡμέραν, 26ην Μαΐου 1959 καὶ ἡ συζήτησίς της συνεχὴς γενομένη, παρετάθη καὶ τὴν Τετάρτην καὶ τὴν Πέμπτην. Τὴν Τετάρτην μέν, διότι ἦτο μία ἡμέρα νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ ἐκ τῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἀφεώρα εἰς τὰ νομοθετικὰ διατάγματα τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω καὶ ἡμέραν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Πέμπτη διετέθη μὲ τὴν συμφωνίαν, ὅτι ἀντιστοίχως δύο ἡμέραι ἐλέγχου θὰ διατεθοῦν ἐν συνεχείᾳ πρὸς νομοθετικὴν ἐργασίαν. Καὶ ἔρχεται τὴν Πέμπτην, ἡμέραν νομοθετικῆς ἐργασίας συνεπείᾳ τῆς συμφωνίας αὐτῆς τῶν Κομμάτων, ἔρχεται τὴν Πέμπτην καὶ εἰσάγεται καὶ ἐγγράφεται, ὄχι εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ποὺ ἦτο νομοθετικὴ ἐργασία τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὄχι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ ἐλέγχου, ἀλλὰ ἐγγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Βουλῆς καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, διαβάζω τώρα τὸ κείμενον τῆς παρ’ ἡμῶν ἐξαγγελίας τῆς εἰσόδου εἰς τὸ θέμα κατὰ τὴν συνεδρίασιν 105 τῆς 29ης Μαΐου. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ, ὄχι παραβίασιν τῆς παραδόσεως ἁπλῶς, ἀλλὰ ἀποτελεῖ, νομίζω, μίαν βαθεῖαν μεταβολήν, μίαν διαστρέβλωσιν τοῦ νοήματος τῆς προτάσεως παραπομπῆς, ἡ ἐξομοίωσίς της μὲ ἔλεγχον καὶ ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Πρόκειται περὶ αὐτονόμου Ἡμερησίας Διατάξεως προτάσεων. Τὸ νόημα τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» εἶναι, ὅτι ἐὰν ὑπάρχουν 30 προτάσεις, βεβαίως, ἡ κἄθε μία παίρνει τὴν σειράν της. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει καθόλου, ὅτι πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ τὴν παρεμβάλωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἐπερωτήσεων, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ πάρῃ μίαν σειράν, ἀφοῦ ἐπερώτησις δὲν εἶναι. Κατὰ ταῦτα, προτείνομεν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Φυσικά, δεδομένου, ὅτι ὑπάρχουν δύο παραπλήσιαι προτάσεις, εἶναι ἐνδεχόμενον ἕως τὴν Παρασκευὴν, δι’ οὓς λόγους ἐξεθέσατε νὰ μὴ περατωθῇ ἡ συζήτησις. Ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν νὰ συμφωνήσωμεν εἰς τὸ νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὰ λογικὰ πλαίσια τῶν τριῶν— τεσσάρων ἡμερῶν. Ἀλλὰ, ἐνδεχομένως, νὰ ἀπαιτήσῃ καὶ μίαν ἡμέραν παραπάνω. Ἠμποροῦμεν νὰ τελειώσωμεν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος τὴν συζήτησιν, ἀρχομένην σήμερον, ὄχι ὡς ἐπερώτησιν, ὄχι ὡς συζήτησιν ἐλέγχου, διότι δὲν ἐλέγχεται ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, ἀλλὰ γίνεται παραπομπὴ Ὑπουργῶν παλαιῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸ Κόμμα τὸ κυβερνῶν, Κυβερνήσεως Ὑπηρεσιακῆς μάλιστα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μαρκεζίνης, ἔχει τὸν λόγον.
§15Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε. Μὲ τὴν σειράν μου, βεβαίως.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κ. συνάδελφε, καὶ ὁμιλοῦν μόνον οἱ Ἀρχηγοί.
§17Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε, καὶ ὅσον καὶ ἂν στενοχωρῆσθε ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ σᾶς, δὲν στενοχωροῦμαι ποτέ, κ. Μπακόπουλε.
§19Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν δέχομαι αὐτὴν τὴν χειρονομίαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου. Εἴτε τὸ θέλετε, εἴτε δὲν τὸ θέλετε, θὰ ὁμιλήσω.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, ἀπὸ ἔμπειρον καὶ τόσον παλαιὸν πολιτικόν, ὅπως σεῖς, δὲν ἀνέμενον νὰ ἀκούσω αὐτὰς τὰς τελευταίας φράσεις «εἴτε τὸ θέλετε, εἴτε δὲν τὸ θέλετε». Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς δικαιουμένους νὰ ὁμιλήσουν.
§21Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, δεκάκις ἐκλεγεὶς βουλευτής, δὲν ἀνέμενον, ὅταν ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, αὐτὴν τὴν χειρονομίαν ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Προέδρου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Μαρκεζίνη, ἔχετε τὸν λόγον.
§23Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ πρῶτον νομικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον προέκυψε μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν προτάσεων περὶ παραπομπῆς εἰς δικαστήριον τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, κ. Δόβα καὶ Ὑπουργῶν τῆς Κυβερνήσεώς του, ὑπῆρξεν, ἐὰν ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταθέσεως τῆς προτάσεως ὑποχρεοῦται ἢ ὄχι ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὰς προτάσεις. Νομίζω, ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» σαφέστατα καθορίζει τοῦτο, ὅτι δηλαδή, ἡ προθεσμία τῶν 8 ἡμερῶν εἶναι ἡ προθεσμία ὑποχρεωτικῆς ἐγγραφῆς εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ἐπακολουθήσῃ μὲ τὴν σειράν της ἐκτός, ἐὰν ἄλλως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ. Ὁ καταργηθεὶς νόμος τῆς Δημοκρατίας 3398 τοῦ 1927, εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον προέβλεπεν —ἀντιθέτως— ὅπως ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἐπακολουθῇ ἡ συζήτησις. Ἐπειδὴ δὲ προηγουμένως οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἀνεφέρθησαν εἰς τὸ παρελθόν, ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ μνησθῶ ἑνὸς παραδείγματος τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» τοῦ 1877, δηλαδή, εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τοῦ Σ. Πετιμεζᾶ, κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1880, ὁ ἴδιος ὁ καθ’ οὗ ἡ κατηγορία ἀνεκίνησε τὸ ζήτημα ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς συζητήσεως καὶ ἐτόνισεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως, ἔδει νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Τὸν διέκοψε, ὅμως, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Παπαμιχαλόπουλος, καὶ τοῦ εἶπεν: Ὄχι: «Ἐντὸς 8 ἡμερῶν θὰ γίνῃ ἡ ἐγγραφή». Τοῦτο ἐγένετο δεκτὸν καὶ ἐπηκολούθησε μάλιστα ἡ συζήτησις μετὰ 14 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Νομίζω, ὅτι μεταγενεστέρως, ἐνίοτε ὑπεστηρίχθη ὅλως παρεμπιπτόντως, ἀντίθετος ἄποψις. Ὠφείλετο τοῦτο εἰς ἐπίδρασιν πάντοτε τοῦ νόμου τῆς δημοκρατίας. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸ πρῶτον νομικὸν θέμα, προκύπτει καὶ ἓν ἄλλο οὐσιῶδες, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν προβλέπεται εἰς τὸν νόμον καὶ ἡ συζήτησις γίνεται μὲ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς, ἡ δὲ ἐπίσπευσις εἶναι φυσικὸν νὰ θεωρῆται ὡς δικαίωμα τῆς πλειοψηφίας. Τοῦτο ἐπεβεβαιώθη καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τῶν Κυβερνήσεων Σκουλούδη καὶ Λάμπρου. Τότε εὐθὺς ὡς κατετέθη ἡ πρότασις, ὁ τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως Ε. Βενιζέλος ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν συμφωνῇ νὰ ἐπισπευθῇ ἡ συζήτησις. Καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε. Μακρὸς λόγος ἐγένετο ἀκόμη, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἐνέχει ἰδιαιτέραν οὐσιαστικὴν σημασίαν. Νομίζω, ὅτι οἱ προλαλήσαντες ἐνδιαφέρονται καὶ ὀρθῶς διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ συνέχισις τῆς συζητήσεως. Διότι, βεβαίως, ὁπουδήποτε νὰ ἐγγραφῇ μία πρότασις, καὶ ἡ συγκεκριμένη, δὲν σημαίνει, ὅτι παίρνει τὸν χαρακτῆρα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὅπου ἐγγράφεται. Δηλαδή, δὲν σημαίνει, ὅτι, ἐπειδὴ ἐνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, κατέστη αὐτομάτως ἐπερώτησις. Ἢ ἐπειδὴ ἐνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοθετικῆς ἐργασίας, ὅτι εἶναι νομοθετικοῦ περιεχομένου. Ἡ πρότασις παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, εἶναι ἰδιότυπος πρότασις, ἔχουσα χαρακτῆρα καὶ δικαστικὸν καὶ πολιτικὸν ταὐτοχρόνως. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι εἰς οἱανδήποτε Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ἐὰν τὴν ἐγγράψητε, πάλιν ὑπάρχει δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἤθελε νὰ συνεχίσῃ συζητοῦσα τὸ θέμα, νὰ συνεχίσῃ ἐπὶ μίαν καὶ δύο καὶ τρεῖς συνεδριάσεις ἢ νὰ συζητήσῃ εἰς τακτὴν ἡμέραν νὰ εἴπῃ δηλαδή, ὅτι θὰ συζητήσω ἑκάστην Τρίτην, ἢ Πέμπτην, ἢ Παρασκευήν, Σάββατον καὶ Κυριακὴν ἀκόμη. Εἰς τὸ παρελθόν, μάλιστα, ἐγένοντο συνεδριάσεις τὴν Κυριακήν. Πόθεν συνάγεται καὶ ἐκ ποίας διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τοῦ νόμου ἢ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἶχε δικαίωμα νὰ καθορίσῃ αὐτὴ τὴν συζήτησιν; Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι οὐσιαστικώτεροι θὰ εἴμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν αὐτὸ τὸ θέμα. Σκόπιμον ἁπλῶς νὰ ἐξασφαλισθῇ πράγματι, ἡ συνέχεια τῆς συζητήσεως. Οἱ προλαλήσαντες ἐπεκαλέσθησαν καὶ ἐν προκειμένῳ προηγούμενα. Καὶ ταῦτα, πράγματι, εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως αὐτῶν. Δηλαδή, ὅποτε ἐγένοντο τοιοῦται συζητήσεις, αἱ συζητήσεις ἦσαν συνεχεῖς. Εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι ἡ συνέχισις τῆς συζητήσεως δὲν ἀποκλείει νὰ γίνεται καὶ ἡ ἄλλη ἐργασία νομοθετική, ταὐτοχρόνως. Δηλαδή, νὰ γίνωνται καὶ αἱ δύο ἐργασίαι. Ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι, ὡς εἴπατε, κ. Πρόεδρε, ἡ συνέχεια εἰς τὸ παρελθὸν —οὐσιαστικὴ κατὰ κανόνα— ἦτο ἄνευ περιεχομένου, διότι αἱ προτάσεις αὐταὶ συνεζητοῦντο καὶ ἐψηφίζοντο κατὰ κανόνα ἐντὸς τῆς ἡμέρας—αὐθημερόν. Εἰς τὴν περίπτωσιν Πετιμεζᾶ, μόνον ἐχρειάσθησαν δύο ἡμέραι, καὶ διὰ τὸ πρῶτον καὶ διὰ τὸ δεύτερον στάδιον. Πρῶτον στάδιον ἦτο τὸ τῆς ὑποβολῆς προτάσεως περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δεύτερον στάδιον, τῆς συζητήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πορίσματος τῆς προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς περὶ εἰσαγωγῆς ἢ ὄχι εἰς δίκην. Εἰς τὴν περίπτωσιν Σκουλούδη ἐγένετο αὐθημερὸν συζήτησις καὶ ἡ παραπομπὴ καὶ εἰς τὸ πρῶτον καὶ εἰς τὸ δεύτερον στάδιον τῆς διαδικασίας καὶ διὰ τὴν προανάκρισιν καὶ διὰ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Εἰς τὴν περίπτωσιν Γούναρη ἡ μία συνεδρίασις ἦτο προδικαστική, ὁπότε ὁ Γ. Πὼπ εἶχε ζητήσει τὴν παραπομπὴν Γούναρη, ἀλλὰ ἀμέσως τὸν ἀντέκρουσεν ὁ Κ. Λυκουρέζος πατὴρ τοῦ νῦν βουλευτοῦ Μεσσηνίας, ὁ ὁποῖος διεμαρτυρήθη, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τῆς προτάσεως δὲν περιεῖχεν ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου καὶ δὲν ἦτο σαφής. Ἐπηκολούθησε μακρὰ συζήτησις. Πείθεται ὁ Πὼπ καὶ λέγει: Πολὺ καλά. Θὰ ἔλθω αὔριον μὲ ἄλλην πρότασιν συγκεκριμένην. Καὶ πράγματι, τὴν ἑπομένην ἐπανῆλθε καὶ ἐντὸς τῆς ἰδίας ἡμέρας ἀποφασίζεται ἡ παραπομπή. Δηλαδή, οὐσιαστικῶς ἔχομεν μίαν ἡμέραν. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐθαύμασα τοὺς παλαιούς μας συναδέλφους, διότι ἡ συνεδρίασις ἤρχισε τὸ μεσημέρι τοῦ Σαββάτου καὶ μετὰ 24ωρον συνεχῆ σχεδὸν συζήτησιν, τερματίζεται. Τὸ αἴτημα, λοιπόν, νὰ μὴ διακόπτωνται τοιαῦται συζητήσεις, εἶναι εὔλογον. Δὲν πρέπει ἐπὶ τοιούτων προτάσεων νὰ ὑφίσταται ἐκκρεμότης ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ὅλοι μας αἰσθανόμεθα περὶ ἐπισπεύσεως καὶ τερματισμοῦ τῆς συζητήσεως. Συνεχής, λοιπόν, συζήτησις, ἀλλὰ καὶ τοῦ πλέον κατὰ τὸ δυνατόν, συντόμου τερματισμοῦ. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν Χατζηπάνου, τὸ ἀληθὲς εἶναι τὸ ἑξῆς: Τὴν 17ην Μαΐου ὁ Χατζηπᾶνος, δι’ ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν Πρόεδρον, ζητεῖ σύστασιν Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπακολουθεῖ συζήτησις, ἐὰν δύναται νὰ συσταθῇ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, ἐφ’ ὅσον προηγήθη παραπεμπτικὸν Βούλευμα καὶ ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῇ νέος νόμος ἢ αὐτοδικαίως ἰσχύει ὁ προηγούμενος νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Κατόπιν αὐτῶν, εἰς τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, 20 βουλευταὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐγκαταλείπουν τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Χατζηπάνου καὶ ὑποβάλλεται πρότασις παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Τὴν 24ην Μαΐου, δηλαδή, ἐντὸς 8 ἡμερῶν, ἐπακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Ἐπανέρχεται τότε πάλιν τὸ θέμα, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ νέος νόμος καὶ τελικῶς, ἡ μὲν συζήτησις τῆς προτάσεως ἀναβάλλεται, τὴν ἑπομένην δὲ ἐπακολουθεῖ ἄμεσος ψήφισις τοῦ νόμου. Εἰς τὰς 25 Μαΐου ἀπολογεῖται ὁ Χατζηπᾶνος καὶ ἀκολουθεῖ μετατόπισις τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία τελικῶς τερματίζεται, ἀναβαλλομένης ἁπλῶς τῆς ψηφοφορίας διὰ τὴν ἑπομένην. Συνεπῶς, καὶ ἡ παραπομπὴ τοῦ Χατζηπάνου, εἶναι θέμα μιᾶς ἡμέρας, διότι ἡ μὲν τῆς 24ης Μαΐου ἀφεώρα πάλιν τὸ διαδικαστικόν, ἡ δὲ τῆς 26ης μόνον τὴν ψηφοφορίαν. Θὰ θεωρήσωμεν συνεδριάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι πράγματι, ἔχουν περιεχόμενον μόνον τὸ θέμα αὐτό. Σημειώσατε καὶ εἰς τὸ δεύτερον στάδιον, ὅτι ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ συζήτησις μὲ τὸ πόρισμα τῆς προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, δηλαδή, ἡ πρότασις παραπομπῆς εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Τότε, εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν ἀκολουθοῦν αἱ ἑξῆς συνεδριάσεις τῆς 18ης Ἰουλίου, ἡμέραν Τρίτην, καὶ τῆς 19ης Ἰουλίου, ὁπότε συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων, ἥτις, ὅμως, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν — ἐλλείψει βουλευτῶν — διακόπτεται διὰ τὴν ἑπομένην. Τὴν 20ὴν Ἰουλίου τερματίζεται ἡ συζήτησις καὶ τὴν 21ην Ἰουλίου διεξάγεται ψηφοφορία. Δηλαδή, ἐν τῇ οὐσίᾳ, εἰς τὴν περίπτωσιν Χατζηπάνου καὶ εἰς τὸ δεύτερον στάδιον, ἡ συζήτησις ἐτερματίσθη εἰς μίαν ἡμέραν. Προχωρῶ περαιτέρω καὶ λέγω, ὅτι τὸ πρῶτον στάδιον εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ὁ νομοθέτης ἐνδιαφέρεται κυρίως διὰ τὴν σαφήνειαν, τὸ συγκεκριμένον καὶ τὴν πληρότητα τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς καὶ τὸ ὁρίζει ρητῶς, ἐφ’ ὃ καὶ ἀνέφερον τὴν συζήτησιν μεταξὺ Γεωργίου Πὼπ καὶ Κωνσταντίνου Λυκουρέζου, ὁ ὁποῖος ὑπεχρέωσε τὸν Γεώργιον Πὼπ νὰ φέρῃ νέαν συγκεκριμένην πρότασιν. Τὸ δεύτερον στάδιον εἶναι κρισιμώτερον, δηλαδή, ἔρχεται εἰς συζήτησιν ἡ πρότασις μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς τὸν νόμον τῆς Δημοκρατίας τὸν 3398)27 προβλέπεται (εἰς τὸ ἄρθρον 13) εἰς τὸ κρίσιμον σημεῖον, δηλαδή, τὸ δεύτερον στάδιον, ὅτι μετὰ τὴν πρότασιν τῆς προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπακολουθεῖ συζήτησις, μὴ δυναμένη, ὅμως, νὰ παραταθῇ πλέον τῶν τριῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, συνεχῶς, συνεδριαζούσης. Δηλαδή, ὑπάρχει ἐδῶ κατευθυντήριος γραμμὴ τοῦ νόμου, ὅτι αἱ συνεδριάσεις πρέπει νὰ γίνωνται ἐν συνεχείᾳ καὶ τὸ μάξιμουμ νὰ εἶναι τρεῖς. Εἰς τὸ κρίσιμον σημεῖον, δηλαδή, μετὰ τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ἀντὶ νὰ ταλαιπωρούμεθα ὅλοι, θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ κάμωμεν μίαν μέσην ὁδὸν καὶ ἀφοῦ ὁρίσωμεν ἀπὸ συμφώνου τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως διὰ σήμερον ἢ δι’ αὔριον, νὰ δεχθῶμεν συνεχῆ συζήτησιν, ἀλλὰ οὐχὶ πέραν τῶν δύο ἡμερῶν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν συνέχειαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ διήμερον ἀναλαμβάνοντες τὴν ὑποχρέωσιν καὶ συνεδριάζοντες ἀπὸ τῆς 5ης ἀπογευματινῆς καὶ καθ’ ὅλην τὴν νύκτα, ἀδιαλείπτως, ὅπως ἔγινε εἰς τὰς περιπτώσεις Σκουλούδη ἢ Γούναρη. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἀπὸ νομικῆς πλευρᾶς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας τοῦ θέματος.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§25Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα ἔχει δύο πλευράς, τὴν νομικὴν καὶ τὴν οὐσιαστικήν. Ἡ νομικὴ πλευρὰ ἐξετέθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις συμφωνεῖ πλήρως πρὸς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, θέσιν συμπίπτουσαν ἐν πολλοῖς, οὐχὶ βεβαίως πλήρως, πρὸς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Τὸ γράμμα τοῦ νόμου, εἶναι σαφές. Τὸ νομικὸν θέμα δὲν δικαιούμεθα νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν παρὰ μόνον διὰ τοῦ νόμου, τὸ ἀπαιτεῖ ἡ λέξις. Δὲν θὰ ἦτο νομικὸν τὸ θέμα, ἐὰν τὸ ἀντιμετωπίζαμεν δι’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων οὐσιαστικῶν. Θὰ ἔλθω μετὰ ταῦτα εἰς τὸ οὐσιαστικὸν θέμα. Ἑπομένως, πᾶσα προσπάθεια παραβιάσεως τοῦ νοήματος τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου τοῦ 1871 εἶναι ἐκ μέρους τῶν δύο Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δηλαδὴ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ τῆς Ε.Δ.Α., ἀτυχής. Τὸ ἄρθρον 12 εἶναι ἀπολύτως σαφὲς καὶ λέγει, ὅτι: «Ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω συντεταγμένη πρότασις ἅμα παραδοθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναγινώσκεται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, μεθ’ ὃ τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς βουλευτάς, ἐντὸς δὲ ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς τὸ Προεδρεῖον καταθέσεως ἐγγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ συζητεῖται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ (ἄρα ἡ πλειοψηφία καὶ οὐχὶ ἡ μειοψηφία) κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν». Αὐτὰ λέγει τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶχον τονίσει κατὰ τὸ ἔτος 1950, ἀνήκει εἰς νόμον, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ἰσχύων καὶ ἐὰν ἀκόμη δὲν ἐξεδίδετο νέος νόμος, διότι ἦτο συνυφασμένος μὲ τὴν ἰσχὺν τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Τί λέγει λοιπόν, τὸ ἄρθρον αὐτό, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι; Λέγει, ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε ἡ αἴτησις παραπομπῆς νὰ ἐγγραφῇ εἰς Ἡμερησίαν Διάταξιν. Καὶ ὅταν ἀνεβίωσεν ὁ νόμος αὐτὸς καὶ διὰ ρητῆς νομοθετικῆς ἐνεργείας τοῦ 1950, ὑπῆρχον τρεῖς Ἡμερήσιαι Διατάξεις καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἠγνόουν οἱ νομοθέται, ὅτι ὑπῆρχον τρεῖς Ἡμερήσιαι Διατάξεις. Ἔπρεπε, λοιπόν, ἐὰν οἱ νομοθέται εἶχον ἀμφιβολίας, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ, νὰ νομοθετήσουν ἄλλως, νὰ μεταβάλλουν τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου 1877 καὶ νὰ τὴν προσαρμόσουν εἰς τὰς ἐπιθυμίας τοῦ 1950. Ἀλλὰ αἱ ἐπιθυμίαι τοῦ 1950 ἦσαν ὀρθόδοξοι ἐπιθυμίαι τοῦ 19ου αἰῶνος, ὀρθόδοξοι κοινοβουλευτικαὶ ἐπιθυμίαι. Ἑπομένως, ἡ πρότασις παραπομπῆς, πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς Ἡμερησίαν Διάταξιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῇ ὁ νόμος περὶ Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ νὰ ἐννοῇ ἄλλην ἐκτὸς ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι προεβλέποντο. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐννοηθῇ ἀσύντακτος Ἡμερησία Διάταξις, διότι αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἀσύντακτον σκέψιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸ ὑποστηρίζουν. Ἑπομένως, θὰ ἐγγραφῇ εἰς μίαν ἐκ τῶν τριῶν Ἡμερησίων Διατάξεων. Εἶπε πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι ἄλλοτε ἐνεγράφετο ἡ αἴτησις παραπομπῆς εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοθετικῆς ἐργασίας. Κατ’ ἐμὲ κακῶς, διότι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ νομοθετεῖν, τὸ ἀσκεῖν ποινικὴν δίωξιν, ὅπως οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἡ πρότασις μομφῆς μὲ τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ὑπέμνησεν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Δ.Α. κ. Ἠλιοῦ, δηλαδὴ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας. Αἱ αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας σημειοῦνται πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ ἀφοροῦν ἔργον, ἡ ὑποκίνησις τοῦ ὁποίου σημειοῦται καὶ ὑπὸ παράγοντος εὑρισκομένου ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, τοὐτέστι δι’ ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐνεργείας Κοινοβουλευτικῆς, γίνεται πρότασις ἐκ μέρους Κόμματος ἢ ἐκ μέρους ὡρισμένων βουλευτῶν καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ ἔχει ὡρισμένον χαρακτῆρα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀχαρακτήριστος, πρέπει νὰ ἔχῃ ἢ νομοθετικὸν χαρακτῆρα ἢ χαρακτῆρα ἐρωτήσεως ἢ χαρακτῆρα ἐπερωτήσεως. Τὶ ἄλλο εἶναι, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ἡ πρότασις παραπομπῆς, τὶ ἄλλο εἶναι παρὰ μία πρότασις ἐπηυξημένου ἐλέγχου. Ὁ ἔλεγχος ἀποβλέπει εἰς τί; Εἰς τὸ νὰ ἀποκαλύψῃ λάθη τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ἢ οἱασδήποτε προηγουμένης καὶ εἶναι ὑπεύθυνοι νὰ δώσουν λόγον καὶ οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι διεδέχθησαν ἄλλους Ὑπουργοὺς προηγουμένης Κυβερνήσεως διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας ἐκεῖνοι ἐξετέλεσαν. Ἀσκεῖται, λοιπόν, ἔλεγχος διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ ὁ ἔλεγχος, ὁ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ἀσκούμενος, δὲν ὁδηγεῖ, βεβαίως, εἰς ἐνέργειαν δικαστικήν, μὲ πηγὴν τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὴν ἀπόφασιν τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ ἐξικνεῖται μόνον μέχρι πολιτικῶν, ἐνδεχομένως, συνεπειῶν. Πέραν αὐτοῦ τοῦ ἐλέγχου, ὑπάρχει ὁ ἐπηυξημένος ἔλεγχος, ὁ δυνάμενος νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Ἔλεγχος εἶναι καὶ αὐτός, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ ἄλλως πῶς, οὔτε νομοθετικὴ πρότασις, οὔτε ἄλλης μορφῆς ἐνέργεια εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐνέργεια συναδέλφων, ζητούντων νὰ ἐλέγξουν καὶ μέχρι παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον μίαν Κυβέρνησιν, εἴτε τὴν παροῦσαν, εἴτε τὴν προηγουμένην, εἴτε μέλη ὡρισμένα ἢ ἓν καὶ μόνον μέλος τῆς παρούσης, εἴτε προηγουμένης Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως λογικῆς, ἐφ’ ὅσον ἀπαιτεῖ ὁ νόμος τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ δὲν ὁμιλεῖ περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον πρέπει πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ συζητῆται, δὲν εἶναι νοητόν, νὰ ἐγγραφῇ ἡ πρότασις παραπομπῆς, παρὰ μόνον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐπερωτήσεων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέλθω κἂν εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξε καὶ δὴ ὀρθότατα ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἀπαντήσας εἰς τὸν Πρόεδρον κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι πρέπει ἐντὸς ἑβδομάδος νὰ συζητῆται. Ὑπάρχει ριζικὴ διαφορὰ διατυπώσεως μεταξὺ τοῦ νόμου τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος ἰσχύει καὶ τοῦ νόμου τῆς Δημοκρατίας, ὁ ὁποῖος ρητῶς ἀπῄτει τὴν ἐντὸς 8 τὸ πολὺ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως συζήτησιν αὐτῆς. Αὐτὸς κατηργήθη. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ οὐσιαστικὸν θέμα. Τὸ οὐσιαστικὸν θέμα, καὶ προέβην εἰς σχετικὸν ὑπαινιγμὸν προηγουμένως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύεται ὑπὸ τῆς μειοψηφίας. Ὅταν τὸ Σύνταγμα ἢ οἱ νόμοι ὁμιλοῦν περὶ Βουλῆς, ἐννοοῦν τὴν πλειοψηφίαν, ἐννοοῦν τὴν θέλησιν τῶν περισσοτέρων, διότι αὐτὸ θὰ εἰπῇ Δημοκρατία. Δὲν θὰ ἀντιστρέψωμεν τοὺς ὅρους, δὲν θὰ ἀνατρέψωμεν τὴν διαλεκτικὴν τῶν ἐννοιῶν. Ὅταν ὁμιλῇ καὶ ὁμιλεῖ ρητῶς, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δι’ αὐτὸ ἦτο περιττὴ ἡ ἐκδήλωσις τῆς βοῆς, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγου ἠκούσθη, ὅταν ὁ νόμος, καὶ θὰ ἐφαρμόζωμεν ἐδῶ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, ὅταν ὁ νόμος ὁμιλῇ περὶ Βουλῆς, ἐννοεῖ τὴν πλειοψηφίαν. Ἀκούσατέ τον, ἐὰν δὲν τὸν γνωρίζετε τὸν νόμον, κ. Παπασπύρου— χαίρω, διότι ἐπανέρχεσθε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διότι θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν βιαίων συναντήσεων, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει αἱ συναντήσεις αὐταὶ ὁσονδήποτε βίαιαι, θὰ εἶναι συνδεδεμέναι μὲ ἀμοιβαίαν ἀγάπην καὶ ἐκτίμησιν.— Γνωρίζει, ἀσφαλῶς, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Παπασπύρου, ὅτι ὅταν ὁ νόμος ὁμιλῇ περὶ Βουλῆς, λέγει δηλαδή, «ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ὁρίσῃ ἄλλην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν κηρύσσουσα τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν», ὅταν λέγῃ αὐτὸ ὁ νόμος τὶ θὰ εἴπῃ; Θὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ τὸ ἀποφασίσετε σεῖς; Ὅτι θὰ ὑποκατασταθῆτε εἰς τὴν θέσιν τῆς πλειοψηφίας; Ὅτι Βουλὴν ἀποτελεῖ ἡ ὁμὰς τῶν ὀλιγωτέρων; Ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ἐὰν τὸ Σύνταγμα καὶ ἐὰν ὁ νόμος, ὁ βασιζόμενος ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπεθύμει νὰ ὁρίσῃ ἄλλως τὸ πρᾶγμα, δὲν θὰ ἔλεγε ποτέ, ὅτι αὐτὸ θὰ τὸ ἀπεφάσιζεν ἡ Βουλή. Θὰ ἔλεγεν, ὅτι αὐτὸ ὁπωσδήποτε εἶναι ἔτσι, εἴτε τὸ θέλει ἡ πλειοψηφία, εἴτε ὄχι. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος, βασιζόμενος ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, λέγει αὐτὸ τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ κήρυξις ὡς κατεπειγούσης τῆς προτάσεως καὶ ἐπίσης ἡ οἱαδήποτε ἄλλη κατ’ οἰκονομίαν καὶ συμφωνίαν τῶν Κομμάτων ἀπόφασις ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας.
§26Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Νομίμου πλειοψηφίας.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὡμίλησαν ἄνευ διακοπῶν. Διατὶ κάμνετε διακοπάς;
§28Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. .... (Διαμαρτύρεται, μὴ ἀκουόμενος).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ κτυπᾶτε τὸ ἕδρανον. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν. Φαίνεται, ὅτι ἤλθατε ἐδῶ μὲ νέας ἀπόψεις.
§30Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐγὼ δὲν ἤκουσα τί εἶπεν ὁ κ. Χούτας. Ἑπομένως, δὲν θὰ ἀπαντήσω. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ νόμος, λοιπόν, ἐξαρτᾷ καὶ τὴν κήρυξιν τῆς προτάσεως μομφῆς, ὡς κατεπειγούσης ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἄρα ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν καὶ οὐχὶ τὴν μειοψηφίαν καὶ ἐπίσης τὴν οἱανδήποτε ἄλλην συμφωνίαν, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι θὰ εἶναι ἐγγεγραμμένη ἡ πρότασις μομφῆς εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡ πλειοψηφία, ἀγαπητοὶ κ. συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν ἄποψίν σας. Δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν ἄποψίν σας, διὰ ποικίλους λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ἀναπτύξω λεπτομερῶς αὐτὴν τὴν στιγμήν. Θὰ ἀρκεσθῶ νὰ ἐπισημάνω τοῦτο μόνον. Ὑπῆρχεν ἡ δυνατότης, νὰ ἔλθητε κατὰ τὰς ἀρχὰς Δεκεμβρίου, χωρὶς νὰ παρακωλύσητε τὸ νομοθετικὸν ἔργον, ζητοῦντες τότε νὰ γίνῃ μετὰ συμφωνίαν τῶν Κομμάτων, ἡ συζήτησις ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας ἢ πέντε ἡμέρας. Δὲν ἤλθατε, καὶ τὸ παιγνίδι τῶν λέξεων, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποίησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὁμιλήσας περὶ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως νομοθετικῆς ἐργασίας, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, δεδομένου, ὅτι ἀσφαλῶς γνωρίζει, ὅτι αὔριον, ἔχει ἐγγραφῆ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συνδέσεως τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐνδιαφερομένη διὰ τὸν τόπον καὶ διὰ τὸν λαόν, ἐννοεῖ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ νομοθετικὸν καὶ δημιουργικὸν της ἔργον. (Χειροκροτήματα). Εἴχατε καὶ τὴν δυνατότητα καὶ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἔλθητε τὸν Δεκέμβριον, ὁπότε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ νομοθετικὸν ἔργον ἀκόμη, διότι δὲν εἶχον συνέλθει αἱ Ἐπιτροπαὶ καὶ δὲν ἤλθατε. Καὶ μετὰ 40 ἡμέρας, ἔρχεσθε καὶ ζητεῖτε νὰ διακόψωμεν οἱανδήποτε ἄλλην ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ τόπου, διὰ νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ ἡμέρας μὲ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὰ ὁποῖα ἤδη ἔχετε καὶ εἰς συνεντεύξεις μὲ τὸν Τύπον κατὰ κόρον ἀναπτύξει. Ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ἁπλούστατα, ἡ πλειοψηφία, δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ συμφωνήσῃ. Θὰ ἐμμείνῃ εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νόμου, τοῦ Συντάγματος τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ νόμου τῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα). Ἐν ἐπιλόγῳ ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν κ. Μαρκεζίνης, ὑπενθύμισε καὶ τοῦτο, ἵνα συναγωνισθῇ, πολὺ ὀρθῶς, τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, τὸν κ. Παπανδρέου, εἰς τὴν ὑπενθύμισιν τῶν παραδόσεων, ὑπενθύμισε τὴν παράδοσιν, τὴν πράγματι ὡραίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπανειλημμένως κατὰ τὰ 18 τελευταῖα ἔτη ἐξάρει εἰς τὴν Βουλήν, νὰ συνεχίζωνται αἱ συζητήσεις καὶ κατὰ τὴν νύκτα. Νὰ μὴ τελειώνουν αἱ συνεδριάσεις εἰς τὰς 10 τὸ βράδυ. Ἀλλὰ ὑπάρχουν νέα ἤθη, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι. Ἅπαντες σχεδόν, ζητοῦμεν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ἀποτελῶ κἄποιαν ἐξαίρεσιν, διότι καὶ μετὰ τὰ μεσάνυκτα ἔχω λάβει τὸν λόγον ὡς Ἀρχηγὸς ἄλλοτε μικροῦ Κόμματος, χωρὶς νὰ ζητήσω ποτὲ ἀναβολὴν τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ πρῶτον πρόσωπον τοῦ πληθυντικοῦ, ἅπαντες ζητοῦμεν, τὴν ὡραίαν καὶ ἄνετον δημοσιότητα. Θέλομεν νὰ ἐκφωνῶμεν τὸν λόγον μας κατὰ τὴν ὡραίαν ὥραν, τὴν 7ην ἢ 8ην ἑσπερινήν, τὸ πολὺ τὴν 9ην καὶ ἔπειτα ἀπερχόμεθα. Ὄχι, κ. συνάδελφοι, οἱ παλαιοὶ δὲν ἀπήρχοντο. Ἐκάθηντο καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς νυκτὸς ἐκπληροῦντες......
§31Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν.
§32Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). .... ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ Δημοκρατία καὶ τὸ Σύνταγμα. Αἱ νέαι δημοκρατικαὶ μέθοδοι τῆς διὰ τοῦ τύπου ἐγκαίρου αὐτοδιαφημίσεως, δὲν ἴσχυον κατὰ τὰς παλαιοτέρας ἐποχάς. Ἑπομένως, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐπεσήμανεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν συνέχισιν, τῆς συζητήσεως καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Βουλή, σημαίνει, θέλησιν τῆς πλειοψηφίας, συνδεδεμένη μὲ τὴν κριτικὴν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς μειοψηφίας, συνιστᾷ τὴν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§34Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκδηλώνω τὴν συμφωνίαν μου εἴς τινα σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς ἓν σημεῖον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν. Τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, ὅτι ἄλλα πολιτικὰ ἤθη ἐπεκράτουν παλαιότερον καὶ ἄλλα σήμερον. Εὐφυῶς ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς διαφορᾶς. Δὲν θὰ εἰσέλθω καὶ ἐγώ, ὄχι διὰ νὰ διεκδικήσω ἰσότητα εὐφυΐας, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι μακρὰν ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν πολιτικῶν ἠθῶν τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς σήμερον. Ἡ ὥρα αὐτὴ θὰ ἔλθῃ συντόμως, αὐτὴν ζητοῦμεν καὶ τὴν ἀποφεύγει ἡ Κυβέρνησις. (Θόρυβος ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ σᾶς παρεκάλουν, διὰ τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως, νὰ ἀποφεύγωνται αὐταὶ αἱ ἀπαντήσεις. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσουν οἱ ρήτορες. Ἐπιμένω εἰς αὐτὸ καὶ θὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. ... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§37Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, κ. βουλευταί, εἴτε σήμερον, εἴτε αὔριον, εἴτε μεθαύριον, θὰ λεχθοῦν, ὅσα πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀντικρούων τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ λέγων, «τὶ νὰ κάμωμεν, νόμος εἶναι, νὰ τὸν παραβῶμεν, δὲν ἠμποροῦμεν. Ἐκπλήττομαι, πῶς σεῖς Ἀρχηγὸς Κόμματος, μὲ τόσην κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, ἐπεκαλέσθητε τὸ ἄρθρ. 35 καὶ ἠγνοήσατε τὸ ἄρθρ. 43 τοῦ Κανονισμοῦ».
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρῆτε, κ. συνάδελφε. Δὲν εἶπον αὐτό. Δὲν ἔθιξα ἐγὼ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου.
§39Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἴπατε φανερά, ἀλλὰ τὸ λέγω ἐγώ, διότι εἰς τὰς δημοσίας συζητήσεις δὲν πρέπει νὰ κρυβώμεθα πίσω ἀπὸ τὰ δάκτυλά μας. Ἐπεκαλέσθητε τὸ ἄρθρον 43, διὰ νὰ ὑποστηρίξετε, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἀντίκειται πρὸς τὸν νόμον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι συμπέρασμα ἰδικόν μου.
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἰδικόν μου καὶ παντὸς δυναμένου νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους σας καὶ τὰ ὅσα εἴπατε. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ προβλέπει περὶ τριῶν Ἡμερησίων Διατάξεων, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄλλος τρόπος συζητήσεως. Ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει ἐκδώσει ἐπανειλημμένας Ἡμερησίας Διατάξεις μὲ μόνον θέμα «προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως». Καὶ ἐρωτῶ αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νομοθετικὴ ἐργασία, εἶναι ἐπερώτησις, εἶναι ἀναφορά, ἢ εἶναι ἐρώτησις; Καὶ ὅμως, τὸ ἄρθρον 43 ὁμιλεῖ περὶ τριῶν Ἡμερησίων Διατάξεων καὶ εἶναι πασίδηλον, ὅτι εἰς καμμίαν ἀπὸ αὐτὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῇ ὡς θέμα «προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως».
§42Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης καὶ προτάσεως μομφῆς.
§43Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σύμφωνοι, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι τὸ ἀποκλείει τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἑπομένως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ἐκτέλεσιν αὐτῆς τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὸ σύστημα νὰ μὴ διακόπτω.
§45Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ θεωρήσω καὶ ἰδιαιτέραν τιμήν, ὅτι παρ’ ὅλην τὴν συνήθειαν νὰ μὴ διακόπτετε, ἐμένα θὰ ἐκλέξετε, νὰ μὲ διακόψετε, θὰ τὸ θεωρήσω ἰδιαιτέραν τιμὴν καὶ χαράν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν πρότασιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει συνταγματικὴ ἐπιταγὴ τοῦ ἄρθρου 78, εἶναι ἡ βασικωτέρα διάταξις ποὺ ὑπάρχει, διὰ νὰ λειτουργῇ τὸ πολίτευμα. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν, κατά τινα τρόπον; Πέραν τούτου, ἐφ’ ὅσον ἀκόμη δὲν ἔχει ἀρχίσει νὰ λειτουργῇ τὸ Σῶμα, διότι, ὡς γνωρίζετε, οὐδὲν θέμα δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὶν ἢ ἡ ἐκ τῆς πλειοψηφίας προελθοῦσα Κυβέρνησις τύχῃ ψήφου ἐμπιστοσύνης τοῦ Σώματος, εἶναι ἡ μόνη Ἡμερησία Διάταξις, τὴν ὁποίαν δύνασθε ὡς θέλετε νὰ ἀποκαλέσητε.
§47Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ σωστά.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς θέλετε νὰ μὴ τύχῃ ψήφου ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις, ὅταν τὸ ἄρθρον 78 ἐπιτάσσῃ, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ παρουσιασθῇ ἐντὸς 15 ἡμερῶν καὶ ἂν ἀπουσιάζῃ ἡ Βουλὴ νὰ συγκληθῇ ὑπὸ τοῦ Προέδρου. Τὴν καλεῖ μάλιστα ὁ Πρόεδρος κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ λάβῃ θέσιν ἐπὶ τοῦ θέματος ἐμπιστοσύνης. Ἠμπορῶ νὰ μὴ ἐκδώσω Ἡμερησίαν Διάταξιν; Πῶς τὸ θέλετε; Θὰ ἦτο παράβασις τοῦ Συντάγματος.
§49Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦσθο παραβάτης. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μὲ διακόψητε καὶ τὴν χαρὰν νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Τὸ πρῶτον τὸ ἀπήλαυσα. Τώρα, ὅμως, θὰ ὑποστῆτε τὴν ἀπάντησίν μου. Εἴπατε καὶ ὑμεῖς, ὅτι θὰ ἦσθο παραβάτης τοῦ Συντάγματος, ἐὰν δὲν ἀνακοινώνατε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἐνεγράφατε τὸ θέμα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Καὶ πολὺ ὀρθῶς. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 80 σᾶς ἐπιβάλλει ἐξ ἴσου τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πράξητε τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως παραπομπῆς Ὑπουργῶν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Καὶ ἐὰν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δὲν περιλαμβάνῃ τοιαύτην διάταξιν, καθ’ ὅσον λόγον ὑμεῖς ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πράξητε εἰς τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς. Ἑπομένως, ἀπολύτως εὐσταθοῦν ὅσα ἐνώπιον τοῦ Σώματος ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως τοῦ Κέντρου ἀνέπτυξεν. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἠλιοῦ, ἐμνημόνευσε καὶ περίπτωσιν τῆς ἰδικῆς σας Προεδρίας. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον κατηρτίσθη εἰδικὴ Ἡμερησία Διάταξις, εἰς ἣν περιελήφθη πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ τότε Ὑφυπουργοῦ Ἐμπορίου κ. Χρυσανθοπούλου, εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Τοῦτο ἐμφαίνεται ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς 29ης Μαΐου 1950. «...... (ἀναγινώσκει) ......».
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μὲ βάλετε εἰς τὸν πειρασμὸν μιᾶς νέας ἀπαντήσεως, κ. Μπακόπουλε. Ἐκεῖ ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἔγινε κατά τινα παρέκκλισιν, οὕτως εἰπεῖν, ἐπειγόντως μάλιστα, διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως καὶ συμφωνούσης ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἀνεξαιρέτως Κυβερνήσεως, δηλαδή, καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Πέραν τούτου, ἦτο τὸ μόνον ἐκκρεμοῦν θέμα τότε. Ὡς θὰ ἴδητε εἰς τὰ πρακτικὰ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως, ἥτις ἦτο μία καὶ μόνη καὶ καθ’ ἣν ἐπηκολούθησε καὶ ψηφοφορία ἐκηρύχθη λήξασα ἡ σύνοδος. Πῶς ἦτο δυνατὸν συμφωνούσης Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐν ὁμοφωνίᾳ ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος τὸ Προεδρεῖον νὰ δείξῃ σχολαστικότητα; Εἴπατε νὰ τὸ εἰσαγάγωμεν, ἀμέσως, ἐξεδόθη ἡ Ἡμερησία Διάταξις, καὶ ἤρχισεν ἡ συζήτησις. Ὑπῆρξεν ὁμοφωνία ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος καὶ διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη.
§51Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα, κατὰ παρέκκλισιν καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νόμου, συνεφώνησεν ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία, μάλιστα. Ἔρχομαι εἰς ἄλλο θέμα. Ἐπανειλημμένως ἐπὶ τῆς ἰδικῆς σας Προεδρίας ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ διαφόρων θεμάτων πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ σεῖς ὁ ἴδιος, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἴπατε ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς προβλέπει συζήτησιν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀλλὰ εἴθισται, βάσει κοινοβουλευτικῆς παραδόσεως, βάσει κοινοβουλευτικοῦ ἐθίμου νὰ γίνεται συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις καὶ τὸ μόνον ποὺ ἠξιώσατε ὀρθῶς, εἶναι ὁ ἐπιθυμῶν νὰ ὁμιλήσῃ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσῃ. Ἐν προκειμένῳ, ἀνεκοινώθη καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ ὀκταημέρου τὸ θέμα περὶ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν συζήτησιν. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἀντίφασις, κ. Πρόεδρε; Τὸ λέγει πουθενὰ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι συζήτησις ἐπὶ ἀναφορῶν ἢ ἐπὶ ἐπερωτήσεων ἢ ἐπὶ νομοθετικῆς ἐργασίας; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ἐπανειλημμένως καὶ ἡμεῖς, ἐγὼ ὁ ἔσχατος πάντων καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ πρῶτος μεταξὺ ἡμῶν, κατ’ ἐμὴν ἀναγνώρισιν, ἔχομεν διακηρύξει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ γραπτοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος τὸ πολίτευμά μας διέπεται καὶ ἀπὸ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα. Ἀναφέρω τὸ ἔθιμον τῆς ἐκδόσεως ἀναγκαστικῶν νόμων. Εἰς ποῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐπετρέπεται ἡ ἔκδοσις ἀναγκαστικῶν νόμων; Πουθενὰ δὲν γράφεται καὶ μέχρι τοῦ Συντάγματος τοῦ ἰσχύοντος, ἐξεδίδοντο ἀθρόοι ἀναγκαστικοὶ νόμοι καὶ ἐγίνοντο δεκτοί, βάσει συνταγματικοῦ ἐθίμου. Ποία διάταξις συνταγματικὴ ἐπιτρέπει τὴν ἄσκησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὅμως, ἐγίνοντο ἀθρόαι. Ὅταν, λοιπόν, ἡ πολιτικὴ παράδοσις, ἡ κοινοβουλευτικὴ παράδοσις ἐπιτρέπῃ κατὰ τὴν ἐκδοχὴν ὅλων μας καὶ δὲν χρειάζεται ποτὲ ἔγκρισις, οὔτε ἰδική σας, οὔτε ἰδική μας, οὔτε τῆς πλειοψηφίας, οὔτε τῆς μειοψηφίας, τοὐναντίον, ἡ μειοψηφία πάντοτε διεμαρτυρήθη, ὅταν δὲν χρειάζεται ἔγκρισις διὰ νὰ ἐκδίδῃ ἀθρόως μάλιστα ἡ Κυβέρνησις, ἀκόμη καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καί, ἐὰν θέλετε, πρὸ παντὸς ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἀθρόας πράξεις νομοθετικοῦ περιεχομένου, πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔρχεσθε καὶ μοῦ λέγετε, ὅτι ἔσταξεν ἡ οὐρὰ τοῦ ποντικοῦ εἰς τὸ λάδι, διότι ἐζητήσαμεν καὶ ζητοῦμεν νὰ γίνῃ μία τόσον σοβαρὰ συζήτησις ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας καὶ ἐχάθηκε τὸ Σύνταγμα, ἐχάθηκαν οἱ νόμοι καὶ κινδυνεύει ἡ πολιτεία; Ποῖος λαὸς θὰ τὰ ἀκούσῃ αὐτὰ καὶ θὰ σᾶς δώσῃ μπράβο; Κανείς, νὰ εἶσθε βέβαιοι, θὰ εἴπῃ μόνον, ὅτι θέλετε νὰ κρυώνῃ τὸ πρᾶγμα διὰ νὰ ἀπαλύνεται ἡ ἐντύπωσις εἰς τὸν λαὸν ἀπὸ τὰς ἀποκαλύψεις ποὺ θὰ γίνουν. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε ἐπανειλημμένως μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία εἰς παλαιοτέρας Βουλάς, νὰ τονίσω, ὅτι διὰ τὸν ἑρμηνευτὴν τοῦ νόμου, ὁ νομοθέτης θεωρεῖται, πρέπει νὰ θεωρῆται πάντοτε ἔμφρων. Καὶ ὅταν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1946–1950 ἐγὼ δὲν ἤμην βουλευτής, ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεκαλέσθη τὴν φράσιν μου αὐτήν, «ποῦ εἶναι ὁ Μπακόπουλος ποὺ μᾶς ἔλεγε αὐτὰ τὰ ὡραῖα πράγματα». Αὐτὰ τὰ τότε ὡραῖα πράγματα κατὰ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπικαλοῦμαι καὶ σήμερον καὶ λέγω, ὁ νομοθέτης τοῦ νόμου ΧΕ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» τοῦ 1877 θεωρεῖται καὶ αὐτός, πρέπει νὰ θεωρῆται διὰ τὸν ἑρμηνευτήν, ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸς ἔμφρων. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅλοι οἱ νομοθέται εἶναι ἔμφρονες καὶ μόνον ὁ νομοθέτης τοῦ Ν. ΧΕ)77 δὲν εἶναι ἔμφρων. Καὶ εἶπεν ἕνα πολὺ σωστὸ ὁ κ. Κανελλόπουλος, ὅτι, κύριοι, ὁ νομοθέτης τοῦ Ν. ΧΕ)77 ἤξευρεν, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ πάνω–κάτω ὁ τότε Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς τὸ ἴδιον ἔλεγεν, τρεῖς Ἡμερήσιαι Διατάξεις ὑπάρχουν εἰς τὴν Βουλήν, δι’ ἀναφοράς, δι’ ἐπερωτήσεις, διὰ νομοθετήματα, καὶ ἀφοῦ ἤξευρε αὐτό, δὲν θὰ ἔλεγεν, εἰς ποίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἐγγράφεται ἡ πρότασις παραπομπῆς; Διὰ νὰ μὴ τὸ εἴπῃ ἀφίεται τοῦτο εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ τὸ κανονίσῃ. Ἐγὼ τὸ ἀντιστρέφω καὶ λέγω. Ἔμφρων ὁ νομοθέτης. Ἤξευρεν, ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς Ἡμερήσιαι Διατάξεις, καὶ ἐὰν ἤθελεν, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑπαγάγῃ καὶ τὴν πρότασιν παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τῶν Ὑπουργῶν πρὸς συζήτησιν εἰς μίαν τῶν τριῶν αὐτῶν διατάξεων, ὤφειλεν νὰ τὸ εἴπῃ, ἐὰν ἤθελεν νὰ τὸ εἴπῃ. Ἄρα, κατὰ βούλησιν αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοθέτου εἰς καμμίαν ἀπὸ τὰς τρεῖς αὐτὰς περιπτώσεις δὲν ὑπάγεται, κ. βουλευταί, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἕνα νόμον, οἱουδήποτε περιεχομένου, ὀφείλομεν νὰ ἀνατρέξωμεν καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν. Αἱ διαδοχικαὶ μεταμορφώσεις, ἐνδεχομένως, τοῦ νόμου, ἐκδηλώνουν ἑκάστοτε τὴν περὶ δικαίου ἀντίληψιν τοῦ νομοθέτου. Καὶ ἑπομένως, αἱ διαδοχικαὶ ἐκδηλώσεις τοῦ νομοθέτου, ὅταν γίνωνται ὡς πρὸς τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον, εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον ἑρμηνευτικὸν βοήθημα διὰ τὸν ἐφαρμοστὴν τοῦ νόμου. Ἐν προκειμένῳ εἰς τὰ 1927 ἐψηφίσθη ὁ Ν. 3398, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Μαρκεζίνης, καὶ εἶχεν σχεδὸν τὴν αὐτὴν ἀρχήν, ἀλλὰ εἶχεν καὶ μίαν οὐσιώδη διαφοράν. Λέγει: «Ὅταν ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, τυπώνεται, διανέμεται καὶ συζητεῖται ἐντὸς 8 ἡμερῶν». Τὸ συζητεῖται, θὰ πῇ γενικῶς, συνέχισις συζητήσεως. Βεβαίως, ὁ νόμος αὐτὸς ἐτροποποιήθη, ὅταν ἦλθεν ἡ περίπτωσις διώξεως τοῦ Χατζηπάνου. Ὁ νόμος αὐτός, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ διαδικαστικὸν μέρος, εἶχεν προσαρμοσθῆ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον προέβλεπεν ὡς εἰδικὸν δικαστήριον τὴν Γερουσίαν, καὶ ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος, ἐὰν ἐφηρμόζετο ἡ διαδικαστικὴ διάταξις τοῦ νόμου, νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ κενοῦ, καὶ τὸ δικαστήριον νὰ πῇ, ὅτι δὲν ἔχω νόμον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν διαδικασίαν. Καὶ τότε μετὰ πρότασιν τοῦ κ. Μαύρου, ἐψηφίσθη ἓν καὶ μόνον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι τὰ ἄρθρα 10–61 τοῦ Ν. ΧΕ)77 «... ..... (ἀναγινώσκει) ......». Δὲν μετέβαλλε τὸ πνεῦμα, οὔτε ἦτο σκοπὸς τοῦ νομοθέτου τοῦ 1959 νὰ μεταβάλλῃ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἐκείνου. Τὴν διαδικασίαν ἁπλῶς μετέβαλεν. Κύριοι βουλευταί, ὁ Σόλων, ὁ μεγάλος νομοθέτης τῶν Ἀθηναίων, ἠρωτήθη, διατὶ δὲν κάμνει τὴν νομοθεσίαν ἄκρως λεπτομερῆ, ὥστε καὶ οἱ πολῖται νὰ γνωρίζουν πᾶσαν λεπτομέρειαν τῆς νομοθεσίας καὶ τὸ δικαστήριον νὰ γνωρίζῃ τὶ ἔχει νὰ ἐφαρμόσῃ. Καὶ ὁ σοφὸς ἐκεῖνος νομοθέτης, ὁ τόσον σοφός, ὥστε οἱ ἀρχαῖοι νὰ τὸν κατατάσσουν μεταξὺ τῶν 7 σοφῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀπήντησεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν πρέπει νὰ ἐξειδικεύῃ ἀπολύτως, πρέπει νὰ ἔχῃ εὐρύτητα διατυπώσεως, ὥστε ὁ ἑρμηνευτὴς καὶ ὁ ἐφαρμοστὴς του νὰ δύνανται νὰ τὸν προσαρμόζουν ἑκάστοτε εἰς τὰς παρουσιαζομένας ἀνάγκας καὶ νὰ τὸν ἑρμηνεύουν ἀναλόγως, τῆς κοινῆς περὶ δικαίου ἀντιλήψεως. Καὶ ἔρχομαι, ἐν προκειμένῳ. Ποία εἶναι ἡ κοινὴ περὶ δικαίου ἀντίληψις; Ἀνέχεται σήμερον ἡ κοινωνία τὴν ἐπ’ ἄπειρον ἐκκρεμότητα τῆς συζητήσεως αὐτῆς; Τὶ τὸ κακὸν θὰ προκύψῃ ἀπὸ τὴν ταχεῖαν καὶ ἐντὸς 3–4 ἡμερῶν συζήτησιν; Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐδέχθη σήμερον οὐσιαστικὴν συζήτησιν.
§52Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐγὼ εἶπον νὰ ἀρχίζῃ ἡ συζήτησις εἰς τὰς πέντε τὸ ἀπόγευμα. Ἔχει σημασίαν ὁ χρόνος.
§53Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα αὐτὸ ποὺ εἴπατε, ὅτι μία συνεδρίασις ἤρχισεν εἰς τὰς πέντε τὸ ἀπόγευμα καὶ τελείωσεν τὴν ἑπομένην. Δηλαδή, ἐπὶ 36 ὥρας.
§54Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἤρχισεν εἰς τὰς δύο τὸ ἀπόγευμα καὶ ἐπερατώθη τὴν 11ην πρωϊνὴν τῆς ἑπομένης. Ὀλιγώτερον τοῦ 24ώρου. Ἀντί, λοιπόν, νὰ ταλαιπωρούμεθα 4 ἡμέρας, εἶπον· δύο ἡμέρας πλήρους ἀποδόσεως.
§55Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐκεῖ πάνω. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς δὲν χρειαζόμεθα τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀπόψεων τὰς ὁποίας ἔχομεν περὶ τοῦ τρόπου διεξαγωγῆς τῶν τελευταίων ἐκλογῶν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἀποφάσεώς σας, κ. τῆς Συμπολιτεύσεως, ὄχι ἐκ λόγων περιφρονήσεως ἔναντι τῶν προσώπων σας, ἀλλά, διότι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, νομίζομεν, ὅτι δὲν χρειάζεται. Καὶ οἱ κείμενοι νόμοι, εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1877, ἑρμηνευόμενος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συγχρόνου περὶ δικαίου ἀντιλήψεως. Νομίζομεν, ὅτι δὲν χρειάζεται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἐμμένομεν εἰς τὴν ἄποψίν μας. Ἐὰν θὰ ἀπαιτηθοῦν 2–3 ἡμέραι, δὲν τὸ γνωρίζομεν. Ἡμεῖς ἐκάμαμεν τὴν πρότασιν μέχρι τῆς Παρασκευῆς ὡς MAXIMUM. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μας.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης, ἔχει τὸν λόγον.
§57Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ προσπαθήσω ν’ ἀποφύγω τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἤδη λεχθέντων, θὰ ἤθελον, ὅμως, νὰ στρέψω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς σημείων. Τὸ πρῶτον εἶναι, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ προτάσεως ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἀποτελεῖ καινοτομίαν προηγούμενον, τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν 100ετῆ Κοινοβουλευτικόν μας βίον. Καὶ πράγματι, κατέχομαι ἀπὸ μεγίστην ἀπορίαν, πῶς ἡ Κυβέρνησις καὶ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐπέτρεψε τὴν ἀνεπίτρεπτον αὐτὴν καινοτομίαν. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις ἐπὶ τῶν ὅσων λέγω, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἀναφέρω συγκεκριμένα ἱστορικὰ περιστατικά, οὕτως ὥστε νὰ περιορισθῇ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερον ἡ συζήτησις. Γνωρίζετε, κ. Πρόεδρε καὶ κ. βουλευταί, ὅτι ἔχομεν δύο νόμους «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», τὸν νόμον τοῦ 1876 καὶ 1877, εἶναι ἐν τῇ πραγματικότητι εἷς νόμος, καὶ τὸν νόμον τῆς Δημοκρατίας τοῦ 1927. Κατὰ τὴν ἰσχὺν καὶ τῶν δύο αὐτῶν νόμων, ὁσάκις ἐκινήθη ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ἐνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοθετικῆς ἐργασίας. Οὕτω διὰ νὰ μὴ ἀναχθῶ εἰς τὴν πρὸ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων περίοδον, διότι τότε διὰ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ ἐγνώριζε μίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ δι’ αὐτὸ ὁ νόμος ΛΕ ἀναφέρει: «ἀναγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν», θὰ περιορισθῶ δι’ ὀλίγων εἰς τὴν μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους περίοδον, διότι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχομεν σήμερον. Συγκεκριμένως ἡ πρότασις παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη καὶ Λάμπρου, κατετέθη ὑπὸ 20 βουλευτῶν, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος ἐξεφώνησεν, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς Ἐργασίας καὶ ἡ κατάθεσις τῆς προτάσεως, βεβαίως, κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τὸν Πρόεδρον, ἐγένετο, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ἡ συζήτησις, ὅπως γνωρίζετε ἐτελείωσε τὴν ἑπομένην, ἡ ὁποία ἦτο Κυριακή, δι’ ἐγγραφῆς πάλιν τῆς προτάσεως παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοθετικῆς Ἐργασίας. Αὐτὸ μὲ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τοῦ 1876. Ἐπὶ Δημοκρατίας μὲ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου 1927, ἔχομεν τὴν παραπομπὴν τῶν Ὑπουργῶν τῆς Δικτατορίας εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρουσα ἡ περίπτωσις, διότι ἔχομεν περισσότερα ἔγγραφα. Ἐζήτησα νὰ ἴδω ποία εἶναι ἡ πρότασις τῆς παραπομπῆς καὶ τὴν ἀνεῦρον κατεχωρημένην εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς Βουλῆς, Αʹ Σύνοδος Βʹ βουλευτικὴ περίοδος τῆς 17ης Νοεμβρίου 1928, τόμος Γʹ ἔκδοσις...... σελὶς 347 κεφάλαιον 13. «Νομοσχέδιον», ὑπὸ τὸν τίτλον νομοσχέδιον καὶ ἀκολουθεῖ ἡ πρότασις τὴν 29ην Ἰανουαρίου 1928. Εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν ἡ πρότασις αὐτὴ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος ἐξήγγειλε «ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Νομοθετικῆς Ἐργασίας». Μία μόνον ἐξαίρεσις ὑπῆρξε τοῦ νὰ συζητηθῇ πρότασις παραπομπῆς Ὑπουργῶν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, ἡ ὁποία δὲν ἀνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ εἰς εἰδικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ Χατζηπάνου. Τότε καὶ μόνον διὰ πρώτην φορὰν εἰσήχθη τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλήν, οὐχὶ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ εἶναι δικαιολογημένον τὸ θέμα, κ. Πρόεδρε, διότι ἤρχισε ἡ Βουλὴ αὐτή, εἰς τὰ πρῶτα ἔτη τοῦ βίου της μὲ μίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Βραδύτερον προήχθη εἰς τρεῖς, ἀλλὰ σὺν τῷ χρόνῳ ἀντελήφθησαν, ὅτι αἱ τρεῖς Ἡμερήσιαι Διατάξεις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καθορισθοῦν περιοριστικῶς, ἀλλὰ ὅτι ἦτο ἐνδεικτικαί, καὶ ἑπομένως ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ ὑπὸ εἰδικὰς Ἡμερησίας Διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀναγράφονται εἰς τὸ ἄρθρον 43. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ παραδείγματα τῶν προλαλησάντων κ.κ. Μπακοπούλου καὶ Ἡλιοῦ καὶ ἡ πεῖρα ἡμῶν, ὅσων εὑρίσκονται εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἀπὸ τὸ 1950, οἱ ὁποῖοι πολὺ καλὰ γνωρίζουν, ὅτι συνεδριάζομεν ἐπανειλημμένως ὑπὸ Ἡμερησίας Διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν καθορίζονται σαφῶς εἰς τὸ ἄρθρον 43. Τὶ σημασίαν ἔχει, κύριοι; Ἀλλὰ διερωτῶμαι, ἐκτὸς τοῦ ἱστορικοῦ προηγουμένου, τὸ ὁποῖον ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑποστηρίξω, ὅπως ὑπεστήριξε καὶ ἐκεῖνος, ὅτι ἀποτελεῖ νόμον ἐν τῇ Βουλῇ αὐτῇ, διότι αἱ παραδόσεις διοικοῦν τὰ Κοινοβούλια, περισσότερον ἀπὸ τοὺς Κανονισμούς των, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι δύναται πρότασις τοιαύτη νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἐνῷ τόσον σαφῶς τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀποκλείει παντελῶς νὰ συνδυασθῇ πρότασις παραπομπῆς μὲ ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ; Προσέξατε, ὅτι εἰς τὸ ἀκροτελεύτιον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 51 ὑπάρχει μία ἀναφορὰ εἰς συστάσεις. Μόνον συστάσεις ἐπιτρέπεται νὰ συζητηθοῦν κατὰ τὴν ὥραν τῶν ἐπερωτήσεων. Ἀλλὰ ὁ Κανονισμὸς, κ. Πρόεδρε, σᾶς ὑποχρεώνει, ἐὰν δὲν ἀναγνωρίζετε τὴν εἰδικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, νὰ εὕρητε ποῦ θὰ μπῇ ἡ πρότασις, ἀνεξαρτήτως τῶν ἱστορικῶν προηγουμένων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, ποῦ θὰ μπῇ ἡ πρότασις «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Ἡ ἀκροτελεύτιος διάταξις τοῦ ἄρθρου 35 λέγει, ὅτι πᾶσα ἄλλη πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου δύναται νὰ συζητηθῇ ἅμα τῇ ὑποβολῇ της κλπ. Τὸ δὲ ἄρθρον 35, ὁμιλεῖ περὶ προτάσεων νομοθετικοῦ περιεχομένου καὶ προτάσεων ἀφορωσῶν τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως καμμία ἀμφιβολία. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐν ἀντιθέσει, πρὸς ὅ,τι ἔκαμε μέχρι σήμερον κατὰ τὴν τελευταίαν 10ετίαν ποὺ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν θέλει νὰ ἐγγράψῃ εἰς εἰδικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν πρότασιν, τοὐλάχιστον θὰ ἔπρεπε ὑποχρεωτικῶς, ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ τὴν ἐγγράψῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προσεπάθησε καὶ διετύπωσε τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν, ἀποτελεῖ τὴν ὑψίστην ἐκδήλωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Λυποῦμαι, πράγματι, καὶ ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν μία τοιαύτη ἄποψις νὰ διατυπωθῇ ἀπὸ ἕνα διακεκριμένον πολιτικὸν ἄνδρα καὶ νομικόν. Δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Κανελλόπουλος, διότι δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι θὰ ἐπανελάμβανεν αὐτὰ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν στιχομυθίαν τοῦ ἀειμνήστου Ἀλεξ. Σβώλου, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος, ὡς νομικοῦ διδασκάλου, ἅπαντες σεβόμεθα, ἀνεξαρτήτως, τυχὸν ἀντιθέτων ἀπόψεων περὶ τῆς πολιτικῆς του. Ὁ ἀείμνηστος Σβῶλος, συζητουμένης τῆς ὑποθέσεως Χατζηπάνου, ἐδήλωνε, σχεδὸν ἐν ἀγανακτήσει, πρὸς τὸν κ. Κ. Τσαλδάρην: «Ἡ διαδικασία τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» δὲν εἶναι ἔλεγχος. Εἶναι κατηγορία. Εἶναι ποινικὴ κατηγορία. Ἡ ἐπιστήμη λέγει τοῦτο». Ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν Ἐπιστήμην; Συνήθως, ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» κινεῖται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν ἐναντίον τῆς μειοψηφίας, ἡ ὁποία ὑπῆρξε κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ συνήθως ὁ νόμος αὐτὸς κατηγορήθη, ὅτι ἀποτελεῖ ὄργανον ἐξοντώσεως τοῦ «Ἡττηθέντος ἀντιπάλου». Πῶς εἶναι δυνατόν, ἑπομένως, νὰ ὑποστηρίζεται, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἀποτελεῖ «τὴν ὑψίστην ἐκδήλωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου»; Αὐτὰ εἶναι πράγματα ἀσύστατα. Νομίζω, ὅτι ὁ τόνος τῶν συζητήσεων αὐτῶν τῶν ἐφημερίδων, δὲν ἔπρεπε νὰ εὕρῃ ἀπήχησιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπου πράγματι πρέπει νὰ σοβαρευώμεθα. Κύριοι, περὶ τίνος συζητοῦμεν; Περὶ τοῦ ὑψίστου πολιτικοῦ θέματος, ἐὰν εἶναι νόμιμος ἢ μὴ ἡ Κυβέρνησις.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§59Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Περὶ τοῦ Κανονισμοῦ πρόκειται, κ. Πρόεδρε, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε εἰς μίαν κρίσιμον φράσιν.........
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ τὸ πράξω, ὅταν εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§61Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μὲ διακόπτετε πρὶν διατυπώσω τὴν φράσιν μου, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καταστρέφετε τὴν διατύπωσιν καὶ ἐπιμηκύνετε ἀσκόπως τὴν συζήτησιν. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, πρόκειται περὶ τοῦ μεγαλυτέρου πολιτικοῦ θέματος τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος, ἐὰν σεῖς εἶσθε ἢ ὄχι ἡ νόμιμος Κυβέρνησις τῆς Χώρας. Καὶ ἂν ὁ Κανονισμὸς καὶ ἡ ἱστορία τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ ἡ νομικὴ Ἐπιστήμη, δὲν ἦσαν τόσον κατηγορηματικαὶ ἐπὶ τῆς ὑποχρεώσεώς σας, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ πολιτικῆς ἠθικῆς καὶ περὶ εὐθιξίας πολιτικῆς, ἐὰν κατατριβώμεθα καὶ χάνωμεν ἤδη μίαν συζήτησιν, οὐχὶ εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ εἰς τὰς «περιπεπλεγμένας περιπλοκάς», διὰ νὰ ξεφύγωμεν ἀπὸ τὴν συζήτησιν; Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω, ὅτι θὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν βυζαντινολογούντων ἀνευθύνων πολιτικῶν, ἐὰν ἡ Βουλή, τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῇ συγκατανεύσει ὑμῶν, δὲν ἀποφασίσῃ, ὅτι θὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις, ὅπως συνεζητήθησαν πάντοτε παρόμοιαι προτάσεις εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Κοινοβούλια, ὅπως τὸ ἐπιβάλλῃ ἡ πολιτικὴ εὐθύνη καὶ εὐθιξία, δηλαδὴ ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομοθετικῆς ἐργασίας ἢ ἡμερησίας διατάξεως εἰδικῶς, μέχρις ἐξαντλήσεως τοῦ θέματος. Διότι ἀπὸ τὴν συζήτησιν αὐτὴν θὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐὰν κυβερνᾶται ἀπὸ νόμιμον Κυβέρνησιν ἢ ἀπὸ ἐπιβήτορας τῆς ἐξουσίας.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§63Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὡρισμένοι ἐκ τῶν ὁμιλησάντων ἐπεδίωξαν νὰ φέρουν τὴν συζήτησιν ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ διαδικαστικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον συζητεῖ σήμερον ἡ Βουλή. Θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ συζήτησις ἢ ἡ πρότασις περὶ διώξεως ὡρισμένων Ὑπουργῶν, δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν νομιμότητα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία στηρίζει τὴν ἐντολήν της, εἰς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ περὶ τούτων εἶναι ἁρμόδιον ἄλλο εἰδικὸν δικαστήριον νὰ κρίνῃ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ περιορισθῶ νὰ ἐπικαλεσθῶ μόνον τὰ κείμενα διὰ νὰ ἀποδείξω τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτι δηλαδὴ πρότασις καταδιώξεως Ὑπουργοῦ πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἄλλως. Κύριοι συνάδελφοι, τὰ ζητήματα περὶ τῆς καταδιώξεως τοῦ Ὑπουργοῦ διέπονται καὶ σήμερον ἀπὸ τὸν Νόμον Φ.Π. Σ.Τ.)1877, ὁ ὁποῖος ρητῶς διὰ τοῦ Νόμου τοῦ 1950 ἐπανῆλθεν ἐν ἰσχύϊ, ἂν καὶ ἐξηνέχθη τότε καὶ ἡ ἄποψις — ἡ ὀρθὴ κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν — ὅτι διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἐπανέκτων αὐτοδικαίως τὴν ἰσχὺν καὶ οἱ Ὀργανικοὶ Νόμοι, οἱ ὁποῖοι συνεδέοντο μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος ἐκείνου καὶ ἑπομένως ἀπὸ τῆς καταργήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 εἶχε συγκαταργηθῆ ὁ νόμος, 3398, ὁ ὁποῖος διεῖπε τὸ θέμα τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Τί λέγει ὁ Νόμος Φ.Π.Σ.Τ.)1877, ὁ ἰσχύων σήμερον; «Ἡ περὶ καταδιώξεως πρότασις Ὑπουργοῦ, συντεταγμένη ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 11, ἅμα παραδοθεῖσα εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναγιγνώσκεται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει μεθ’ ὃ τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς βουλευτάς, ἐντὸς δὲ 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς τὸ Προεδρεῖον καταθέσεως ἐγγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ συζητεῖται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλή, κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν». Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἐψηφίσθη ὁ Νόμος Φ.Π.Σ.Τ.) 1877, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης προέβλεπε μίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ περὶ μιᾶς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁμιλοῦν τὰ ἄρθρα 16 καὶ 22 τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ἰσχύοντος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὁ νομοθέτης δὲν ἐπρονόησε καὶ δὲν διετύπωσε εἰς ποίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ ἡ πρότασις αὐτή, ἀφοῦ συνετάσσετο μία μόνον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν μία τηρουμένην Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ καὶ ἡ πρότασις παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν. Ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ μετὰ τὰς ἐγγεγραμμένας ἐπερωτήσεις, μετὰ τὰ ἐγγεγραμμένα νομοσχέδια καὶ νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της. Καὶ αὐτὸ ἐτηρήθη καὶ τὸ 1880, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτε ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ τῆς ἐγγραφῆς διὰ πρώτην φορὰν τοῦ νόμου Φ.Π.Σ.Τ.)1877. Ἐνεγράφη ἡ πρότασις εἰς τὴν μόνην Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν τηρουμένην τότε ἐντὸς 8 ἡμερῶν καὶ συνεζητήθη κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της μετὰ παρέλευσιν ὡρισμένων ἀκόμη ἡμερῶν. Ἀπὸ τοῦ 1900 περίπου, ἐμφανίζονται δύο Ἡμερήσιαι Διατάξεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐργάζεται ἡ Βουλή, Ἡμερησία Διάταξις Νομοθετικῆς Ἐργασίας καὶ Ἡμερησία Διάταξις κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Καὶ ἀπὸ τῆς περιόδου τῆς Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἐμφανίζεται καὶ τρίτη Ἡμερησία Διάταξις, ἡ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ἀφοῦ, ἑπομένως, ἀναμφισβητήτως κατὰ τὸ σαφὲς καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως γράμμα τοῦ κειμένου, ἡ πρότασις περὶ καταδιώξεως τῶν Ὑπουργῶν, πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, καὶ ἀφοῦ ἔχομεν σήμερον τρεῖς Ἡμερησίας Διατάξεις, ἐρωτᾶται εἰς ποίαν ἐκ τῶν τριῶν πρέπει νὰ ἐγγραφῇ; Ὑπεστήριξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Δωδεκανήσου, ὅτι ἄλλοτε αἱ προτάσεις περὶ καταδιώξεως Ὑπουργῶν ἐνεγράφησαν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς ἐργασίας. Κρατῶ τὴν δήλωσίν του ἐκείνην πρὸς ἀπόδειξιν καὶ ἐπιβεβαίωσιν τοῦ γεγονότος, ὅτι πάντοτε ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ Νόμου Φ.Π.Σ.Τ.)1877, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ Νόμου 3398)27 ἐθεωρεῖτο ἀπαραίτητος ἡ ἐγγραφὴ τῆς προτάσεως περὶ καταδιώξεως Ὑπουργῶν εἰς μίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Καὶ πράγματι, ἡ πρότασις διώξεως τῶν Ὑπουργῶν τῆς Δικτατορίας Παγκάλου, Κοφινᾶ, Τανταλίδη κλπ., συγκατηγορηθέντων τότε Ὑπουργῶν, ἐνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ἐνεγράφη ὅμως εἰς μίαν ἐκ τῶν κανονικῶς τηρουμένων διατάξεων. Δὲν εἰσήχθη αὐτοτελῶς καὶ ἄνευ ἐγγραφῆς της εἰς Ἡμερησίαν Διάταξιν πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὸ ἔγινε καὶ εἰς τὴν πρώτην περίοδον τῆς Δημοκρατίας, κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1929. Δὲν χωρεῖ ἑπομένως ἀμφισβήτησις, ὅτι ἡ πρότασις περὶ καταδιώξεως τῶν Ὑπουργῶν θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἀπομένει νὰ καθορισθῇ εἰς ποίαν διάταξιν θὰ ἐγγραφῇ, δεδομένου, ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς Ἡμερήσιαι Διατάξεις. Εἰς ποίαν προσιδιάζει περισσότερον καὶ εἰς ποίαν πρέπει νὰ ἐγγραφῇ ἡ πρότασις περὶ καταδιώξεως Ὑπουργῶν; Νομίζω, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ παρελθόντος δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὴν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ πρότασις περὶ καταδιώξεως Ὑπουργῶν, ἔχει οἱανδήποτε σχέσιν μὲ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἀναμφισβητήτως ἔχει μεγάλην συγγένειαν μὲ τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικόν, ἰδίως δέ, ὅταν στρέφεται κατὰ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἢ στρέφεται κατὰ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος μόλις κατέλιπε τὰ κυβερνητικὰ ἑδώλια. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναζητήσωμεν ἄλλην Ἡμερησίαν Διάταξιν συγγενεστέραν πρὸς τὸ ἀντικείμενον τῆς καταδιώξεως τῶν Ὑπουργῶν, ἀπὸ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ὀρθῶς τὸ Προεδρεῖον ἀνέγραψε τὴν πρότασιν περὶ καταδιώξεως τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Δὲν εἶναι, ἐλέχθη, ἐπερώτησις. Βεβαίως, δὲν εἶναι ἐπερώτησις, οὔτε ἐρώτησις εἶναι, ἀλλ’ οὔτε νομοσχέδιον ἢ πρότασις νόμου εἶναι. Εἶναι μία εἰδικὴ πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας κατέστη ἡ Βουλὴ ἁρμοδία διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Νόμου. Κατὰ ρητὴν ἐπιταγὴν τοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καὶ ὁ ὁποῖος ρυθμίζει τὴν διαδικασίαν τῆς διώξεως τῶν Ὑπουργῶν, σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν ἐκείνην, ὀρθῶς ἐγγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, καίτοι δὲν εἶναι ἐπερώτησις. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἐγγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, φυσικὸν εἶναι νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ τὴν γραμμήν, τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν διαγράφει ὁ Κανονισμὸς προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων. Θὰ συζητηθῇ δηλαδὴ κατὰ τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας συζητοῦνται αἱ ἐπερωτήσεις. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. βουλευταί, πρότασις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπαναλαμβάνεται ὁποτεδήποτε, νὰ ματαιώνῃ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ καταλαμβάνῃ τὰς ἡμέρας τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολύτιμοι διὰ τὸ κυβερνητικὸν ἔργον. Ἐάν, κατὰ τὸ 1950 ἡ πρότασις διώξεως τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ Μεταφορῶν, ἠκολούθησε τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν αὐτὸ δέον νὰ ἀναζητηθῇ εἰς τὴν συμφωνίαν, ἡ ὁποία ἐξησφαλίσθη τότε μεταξὺ ὅλων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων, καὶ εἰς τὸ εἰδικὸν γεγονός, ὅτι ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ προήρχετο ἀπὸ βουλευτὰς τοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ διωκόμενος. Οὔτε τὸ προηγούμενον τοῦ 1959 εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ δίκαιον, διότι τότε ἐπρόκειτο περὶ προτάσεως, ἡ ὁποία ἔθιγε τὸ κῦρος καὶ τὴν ὑπόληψιν ἐν ἐνεργείᾳ Ὑπουργοῦ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὑπεχρέωνε τὴν πλειοψηφίαν νὰ μὴ ἀφήσῃ ἔκθετον τὸ ζήτημα καὶ ἐκτεθειμένην τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Δι’ αὐτὸ ἐπεδιώχθη ἡ ἄμεσος συζήτησις τῆς προτάσεως ἐκείνης. Νομίζω, λοιπόν, κ. συνάδελφοι, ὅτι βάσει τοῦ γράμματος τοῦ Νόμου, βάσει τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ, ἡ πρότασις περὶ καταδιώξεως τῶν βουλευτῶν πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τύχην καὶ τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἡλιοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§65Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι φανερόν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει περιχαρακωθῆ εἰς μίαν ἑρμηνείαν νομικήν, εἰς μίαν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν Διατάξεων τοῦ Νόμου, ἀνεπιδέκτων ὑποστηρίξεως ἐπὶ τῇ βάσει νομικῶν ἐπιχειρημάτων, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν θεωροῦν ἀπαραίτητον διὰ νὰ δοθῇ ἡ πολιτικὴ λύσις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ, τῆς μὴ κατὰ συνέχειαν συζητήσεως τῶν δύο αἰτήσεων παραπομπῆς τῶν τεσσάρων Ὑπουργῶν τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως Δόβα εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Ἑπομένως, δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἔπαυσε νὰ εἶναι διάλογος, ἀλλὰ κατέστη ἀντιπαράθεσις δύο μονολόγων. Περιχαρακώθητε ἐκεῖ, κ. Πρόεδρε, καὶ περιχαρακώθη καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς μίαν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δὲν συμμεριζόμεθα, καὶ τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι τίποτε δὲν δικαιολογεῖ. Ἔχω νὰ κάμω ὡρισμένας παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν οὐσιαστικῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄποψιν αὐτήν. Πρῶτον, δὲν δεχόμεθα καὶ διότι εἶναι ἀπαράδεκτον, καθαυτὰς τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐπισημάνω εὐθὺς ἀμέσως, ἀλλὰ καὶ διότι δεκταὶ γενόμεναι τείνουν νὰ ἐμφανίσουν τὰ πράγματα κατὰ τρόπον διαφορετικὸν ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Δὲν δεχόμεθα πρῶτον ἐκεῖνον, τὸν ἰσχυρισμόν, ὁ ὁποῖος περίπου ἔχει νόημα πειθαρχικῶν κυρώσεων ἐναντίον Κόμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ἤρχεσθε εἰς τὰς 9 Δεκεμβρίου θὰ σᾶς ἐδίδαμεν τὰς 4 ἡμέρας, ἐπειδὴ δὲν ἤλθατε σᾶς ἐπιβάλλομεν τὴν κύρωσιν, ἢ ἀντεκδικούμενοι δὲν δεχόμεθα τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα συνεδυάσθη καὶ μὲ μίαν προσπάθειαν νὰ ἐμφανισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι κήδεται τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἀλλὰ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀλλοίωσιν τῆς πραγματικότητος. Διατί ἐκλείσατε τὴν Βουλήν, ἀποφεύγοντες καὶ τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων, εὑρεθέντες ἐκτὸς τῆς νομιμότητος διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Δημοσίου χρήματος; Διότι ἠθέλατε νὰ κωλυσιεργήσητε, ἠθέλατε νὰ παρακαμφθῇ ἢ ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀπομακρυνθῇ καὶ νὰ κατακερματισθῇ εἰς ἀπεχούσας ἀλλήλων συνεδριάσεις τὸ πικρὸν αὐτὸ ποτήριον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐπὶ τῶν οὐσιαστικῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπάντησις. Τὸ δεύτερον, εἶναι πράγματι συγκινητικόν, εἶναι συγκινητικώτατον τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ παραβιασθῇ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ μὴ καταλυθοῦν αἱ ἀρχαὶ τῆς Δημοκρατίας. Εἶναι συγκινητικώτατον, διότι ἀκριβῶς ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα κατεπατήθη, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ἐβιάσθη δυνάμει σειρᾶς παρανόμων πράξεων ἐχουσῶν ποινικὸν χαρακτῆρα καὶ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται ἡ εἰσαγωγὴ εἰς Δικαστήριον, κατεσκευάσθη κἄτι τί, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς δεδομένον, ἐνῷ εἶναι τὸ ζητούμενον, κατεσκευάσθη μία πλειοψηφία καὶ ἐπικαλούμεθα, ἐν ὀνόματι τῶν ἀρχῶν τῆς Δημοκρατίας, πῶς θέλετε νὰ γίνῃ σεβαστὴ ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας, ὅταν εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ὅτι ἀκριβῶς ἡ πλειοψηφία τῆς σημερινῆς Βουλῆς εἶναι ἔκβασις τῆς καταπατήσεως καὶ τῆς καταλύσεως τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ τῆς Δημοκρατίας. Πιστεύω, ὅτι ἐὰν ὑπῆρχεν ἕνα ἴχνος καὶ ἕνα ὑπόλοιπον πολιτικῆς εὐθιξίας, δὲν θὰ ἐφέροντο αὐταὶ αἱ διαδικαστικαὶ ἐνστάσεις ἐναντίον τῆς ἐν συνεχείᾳ συζητήσεως τῆς προτάσεως παραπομπῆς. Καὶ ἡ τρίτη καὶ τελευταία παρατήρησις, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω, ὅτι διετυπώθη μία προκρουστικὴ διάθεσις, μία ἐπιθυμία ὡς τάχα νεωτέρα πολιτικὴ ἀντίληψις, περὶ τοῦ πρέποντος, μία ἐπιθυμία νὰ συμπτύξωμεν εἰς τὸ ἐλάχιστον μίαν συζήτησιν διὰ νὰ μὴ ταλαιπωρούμεθα καὶ ἐλησμονήσαμεν τὴν ταλαιπωρίαν καὶ τὸ μαρτυρολόγιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπέστη ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν πράξεων, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ δίωξις. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῶμεν εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν αἰτιολογίαν. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι χρειάζεται νὰ ὑπάρξῃ ἄνεσις χρόνου νὰ ἀναπτυχθοῦν αἱ κατηγορούμεναι πράξεις, λελογισμένη, βέβαια, ἄνεσις, ἀλλὰ ἄνεσις χρόνου καὶ ὄχι προκρουστικὴ διαδικασία τῆς συζητήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ ἐπίκλησιν τοῦ Συντάγματος, ποὺ παρεβιάσθη, καὶ τῆς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία κατελύθη, νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ νὰ στηριχθῇ οὐσιαστικῶς ἡ ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παραδεχθῶμεν καὶ θὰ ἀναγνωρίσωμεν τετελεσμένον γεγονός. Δὲν θὰ εἴπωμεν ποτέ, ὅτι ὁ σφετερισμὸς δημιουργεῖ δίκαιον. Αὐτὸ τὸ παραδοξολόγημα δὲν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς.
§66Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐπειδὴ προφανῶς ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ε.Δ.Α. ἀνεφέρθη κάπως καὶ εἰς ὅσα εἶπον ἐγώ, ὡς πρὸς τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως, θέλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ Ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὁ ἴδιος ἐδήλωσεν, ὅτι νομίζει, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ περαιωθῇ ἡ συζήτησις μέχρι τῆς Παρασκευῆς. Καὶ ἐγὼ αὐτὸ ἔχων ὑπ’ ὄψει μου, ἀντεπρότεινον, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐφ’ ὅσον αἱ συνεδριάσεις ἀρχίζουν ἀπὸ τῆς 5ης ἀπογευματινῆς καὶ συνεχίζονται κανονικῶς, νὰ τερματισθοῦν εἰς ἀκόμη συντομώτερον χρόνον ὡς καὶ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἀπέδειξε. Τοιουτοτρόπως δὲ θὰ ἀνέτρεπε καὶ οἱοδήποτε ἄλλο ἐπιχείρημα ἐξ ἴσου σημαντικόν, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ καὶ ἐπὶ ἄλλων σοβαρωτάτων πράγματι θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξ ἴσου συγκινοῦν τὴν κοινὴν γνώμην.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Ἀρχηγὲ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου.
§68Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ ματαίαν τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως. Κατέπεσεν ἄλλωστε εἰς τόσον χαμηλὸν ἐπίπεδον, ὥστε νὰ εἶναι ἀναξία προσοχῆς. Μετεβλήθη εἰς μίαν θλιβερὰν μικρολόγον δικονομικὴν συζήτησιν (χειροκροτήματα) καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ τέρμα. Θὰ ἐπεθύμουν μόνον νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπηυθύνθη πρὸς ἡμᾶς, διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὠφείλαμεν νὰ εἴχομεν ἔλθει ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ ἀπουσιάζωμεν. Ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ δίδῃ μαθήματα. Δὲν τοῦ ἀναγνωρίζω αὐτὸ τὸ δικαίωμα (χειροκροτήματα), ἠμπορεῖ νὰ δίδῃ μαθήματα εἰς ἄλλους. Ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα μαθήματα οὔτε ἀπὸ τὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἀπὸ κανένα. Λογοδοτοῦμεν μόνον εἰς τὴν εἰδικήν μας συνείδησιν, εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἐπιτελοῦμεν εἰς ὑπέρτατον βαθμὸν τὸ ἐθνικόν μας καθῆκον. Μὲ τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, ὑπηρετοῦμεν τὸ Ἔθνος, ὑπηρετοῦμεν τὴν Δημοκρατίαν καὶ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι εἰς μίαν κρισιμωτάτην ὥραν τοῦ δημοσίου βίου, προσφέρομεν πολυτίμους ὑπηρεσίας καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον. Καὶ ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴν ὑψηλὴν αὐτὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, θὰ συνεχίσωμεν μὲ τὸ ἴδιον πάθος, μὲ τὴν ἰδίαν πίστιν τὸν ἀγῶνα διὰ τὴν παγίωσιν τῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἀπετέλει πρόθεσιν ἰδικήν μας σήμερον νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ θέμα. Θὰ ἔλθωμεν μεθαύριον. Ὤφειλα, ὅμως, νὰ μὴ ἀφήσω ἀναπάντητον αὐτὴν τὴν δήλωσιν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς θέλομεν νὰ ὑψώσωμεν καὶ πάλιν τὸ θέμα εἰς τὴν περιωπήν του, καὶ τὸ δυνάμεθα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος. Καταθέτομεν πρότασιν δυσπιστίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§69Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν. Λυποῦμαι, διότι θορυβοῦν οἱ ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Γνωρίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἅμα τῇ καταθέσει προτάσεως μομφῆς...
§70ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
§71Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Οὐχὶ αὐτομάτως, κύριοι. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἐπιτρέψατέ μου, κύριοι. Λύεται ἡ συνεδρίασις οὐχὶ αὐτομάτως. Καὶ εἰς φρασεολογίαν ἐπιθετικὴν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ σας, ἔχει δικαίωμα διὰ δύο φράσεων νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις. Κύριοι, ἀφήσατε τὸν θόρυβον καὶ ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἀπαντήσω μὲ ἠρεμίαν, διότι ὁ θόρυβος κατ’ ἀνάγκην προκαλεῖ τὸν ἐκνευρισμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι φυσικὴ ἀντίδρασις ἀπέναντι, ἂς εἴπωμεν, τῆς διαταραχῆς, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ὁ θόρυβος. Κύριε Πρόεδρε, ἦτο γνωστόν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου θὰ κατέθετε τὴν πρότασιν μομφῆς. Ἠγέρθην μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ εἴπω, εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὅτι, ἐὰν ἤθελεν, ὅπως τὸ ἀπῄτουν οἱ κύριοι ὀπαδοί του, νὰ διεκόπτετο ἀμέσως ἡ Συνεδρίασις, ἔπρεπεν ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἐγερθῇ — αὐτὸ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν — καὶ νὰ παραδώσῃ τὴν πρότασιν μομφῆς καὶ τότε, βεβαίως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διακόψητε ἀμέσως καὶ θὰ εἴχατε ὑποχρέωσιν νὰ διακόψητε ἀμέσως, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον τὴν κατάθεσιν τῆς προτάσεως μομφῆς τὴν συνεδύασε μὲ φράσεις τόσον βιαίας καὶ ἐπιθετικὰς ἐναντίον μου, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσω, νὰ τοῦ δώσω ἀπάντησιν. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου — καὶ πληροφορῶ σχετικῶς τοὺς κυρίους βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τυχὸν παλαιοὶ — ἔχει ἐπαναλάβει τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπε πρὸς ἐμέ, τοὐλάχιστον ἑκατοντάκις εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δηλαδὴ δὲν δέχεται μαθήματα ἀπὸ κανένα, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀπὸ ἐμέ. Εἶναι περίεργον, ὅτι αἰσθάνεται τὸν πειρασμόν, νὰ ἀπαντᾷ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι, νομίζω, ὁ καλύτερος καὶ ὁ εὐγενέστερος. Δὲν ἐπεδίωξα νὰ δώσω μάθημα εἰς τὸν κ. Παπανδρέου, τὸ ἔχει εἴπει ἐπανειλημμένως, θὰ τὸ εὕρητε εἰς τὰ πρακτικά, τὸ ἔχει ἀπευθύνει αὐτὸ εἰς πολλούς, διότι συνηθίζει νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ὡρισμένας φράσεις ὁμοτύπως. Κύριοι, ἁπλούστατα, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ κρίνω τὰς φράσεις του. Δὲν τοῦ ἔδωσα μάθημα. Νομίζει, ὁ κ. Παπανδρέου, καὶ νομίζει ἡ παράταξις ἐκείνη, ὅτι μόνον ἐκείνη ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ μόνον ὁ κ. Παπανδρέου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνουν ἡμᾶς; Νομίζουν, ὅτι δὲν δικαιούμεθα ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν γνώμην καὶ νὰ λέγωμεν πρὸς τοὺς κυρίους καὶ τὸν κ. Ἀρχηγόν των, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἔλθουν καὶ δὲν ἦλθον τὴν 9ην Δεκεμβρίου, τὴν 10ην Δεκεμβρίου, ἀμέσως ὅταν συνεζητεῖτο ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, ἠδύναντο νὰ ἔλθουν καὶ μετὰ τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ὅταν ὡρίσαμεν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἄνευ περιεχομένου καὶ Ἡμερησίας Διατάξεως, ἠδύναντο νὰ ἔλθουν ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ὁμιλοῦν περὶ φυγομαχίας ἰδικῆς μας. Ἡμεῖς φυγομαχοῦμεν ἢ σεῖς; (Χειροκροτήματα). Ἡμεῖς εὑρισκόμεθα, κ. Ἀρχηγὲ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου — καὶ δὲν ἔχω ἀξίωσιν νὰ σᾶς δώσω μάθημα, ἀλλὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀνέχεσθε καὶ τὴν κριτικὴν — ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ἐδῶ ἐπὶ ἡμέρας. Διατί δὲν ἤλθατε; Ποῦ εἶναι αὐτὸ τὸ μένος, τὸ ὁποῖον ἐξεδηλώσατε διὰ τοῦ τύπου καὶ εἰς τὴν συγκέντρωσιν τῶν δημοσιογράφων; Διατί δὲν ἤλθατε ἐδῶ νὰ ἀσκήσετε ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπερωτήσεως τῆς Ε.Δ.Α. τὴν κριτικήν σας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐδῶ εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ὄχι μόνον δὲν φυγομαχεῖ, ἀλλὰ ἀναμένει τὴν ἐπίθεσίν σας. (Χειροκροτήματα).
§72Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δίδει μόνον πολιτικὰ μαθήματα, δίδει καὶ μαθήματα ὕφους. Καταπονεῖται ἀπὸ τὴν μονοτονίαν τῶν ἰδικῶν μου ἐπαναλήψεων. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ γονιμότης τῶν ἰδικῶν του φραστικῶν εὑρέσεων εἶναι ἀπαράμιλλος καὶ ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἀδυναμίαν νὰ τὸν παρακολουθήσωμεν. Αὐτὸ εἶναι δῶρον τῶν Θεῶν εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸν φθονήσωμεν. Ἀλλὰ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπανέλαβεν ἐπίσης, τὴν παρατήρησιν, διατί δὲν ἤλθομεν καὶ ἀφοῦ θέλει καὶ νέαν ἀπάντησιν, θὰ τὴν ἀκούσῃ. Ἡ Ἕνωσις Κέντρου, θεωρεῖ, ὅτι ὅσα συνέβησαν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς δὲν ἔχουν συμβῆ ποτὲ εἰς τὸ παρελθόν. Ἦσαν ἐξαιρετικὰ γεγονότα καὶ διὰ τοῦτο μὲ ἐξαιρετικὰ μέτρα θὰ ἀντιμετωπισθοῦν. Καὶ θὰ ἐκλέξωμεν ἡμεῖς τὴν τακτικήν, μὲ τὴν ὁποίαν νομίζομεν, ὅτι ὑπηρετοῦμεν ἀποτελεσματικώτερον τοὺς μεγάλους σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκομεν. Θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρίαν μεθαύριον ἐπὶ τῆς προτάσεως δυσπιστίας, λαμβάνων τὸν λόγον νὰ ἀναπτύξω εὐρύτερον τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἦλθε παρεμπιπτόντως. Θὰ ἀποδείξωμεν διατί αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ ὡδήγησαν εἰς πλήρη ἀλλοίωσιν, παραμόρφωσιν καὶ στραγγαλισμὸν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Καὶ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ὁ ἀγών, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἀναλάβει καὶ ὁ ὁποῖος συγκινεῖ βαθύτατα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ἀγὼν τῆς Δημοκρατίας θὰ εὐοδωθῇ. (Χειροκροτήματα).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον, αἱ ἀκόλουθοι προτάσεις δυσπιστίας: «1) Οἱ ὑπογραφόμενοι βουλευταὶ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ὑποβάλλομεν, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 78 τοῦ Συντάγματος, πρότασιν δυσπιστίας τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: Διότι ἠρνήθη νὰ παράσχῃ τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα τῆς νοθείας τῶν ἐκλογῶν τῆς 29ης Ὀκτωβρίου. Ἀπέφυγε νὰ ἐπιβάλῃ πειθαρχικὰς κυρώσεις εἰς ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀποδεδειγμένως παρέσχον ψευδεῖς βεβαιώσεις πρὸς ἔκδοσιν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων ἢ ἀπέκτησαν παρανόμως ταῦτα. Ἐπίσης, διότι ἀπέφυγε νὰ ἐπιβάλῃ κυρώσεις καὶ ἐπὶ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἤσκησαν ὑλικὴν ἢ ψυχολογικὴν βίαν πρὸς ἀλλοίωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ παρέσχε τοιουτοτρόπως μίαν ἐπὶ πλέον ἀπόδειξιν διὰ τὴν συνενοχήν της μὲ τὴν ὑπὸ κατηγορίαν Κυβέρνησιν τοῦ Στρατηγοῦ Δόβα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἰανουαρίου 1962 Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Γ. Παπανδρέου, Σ. Στεφανόπουλος, Σ. Παπαπολίτης, Ι. Ζίγδης, Α. Μπαλτατζῆς, Κ. Μητσοτάκης, Ι. Τούμπας, Κ. Μαρῆς, Ν. Μπακόπουλος, Θ. Ἀνδρεάδης, Ε. Ἀρβανιτάκης, Ν. Ἔξαρχος, Δ. Παπασπύρου, Α. Κοκκέβης, Ι. Γιαννόπουλος, Γ. Λούλης, Σ. Χούτας, Τ. Βγενόπουλος, Ν. Μαλλιάκας, Κ. Ταλιαδούρης, Σ. Κωστόπουλος, Χ. Βασματζίδης, Α. Μπαρότσης, Γ. Γρηγορίου, Ι. Μελᾶς, Ε. Ματζαπετάκης, Μ. Ξυλούρης, Χ. Ρουχωτᾶς, Τ. Γκλαβάνης, Σ. Λουλακάκης, Γ. Ἀναγνωστόπουλος, Ε. Μπακλατζῆς, Κ. Δημόπουλος, Π. Κατσώτας, Δ. Παπαδόπουλος, Δ. Παπαδημητρίου, Φ. Μαῦρος, Ι. Τσουδερός, Ι. Γιαμᾶς, Μ. Χλουβεράκης, Θ. Δεσύλλας, Κ. Παπασπύρου, Τ. Γεωργίου, Μ. Στεφανίδης, Μ. Γαληνός». «2) Προτείνομεν ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ τὴν δυσπιστίαν της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Καραμανλῆ, ὡς σφετερισθεῖσαν τὴν ἐξουσίαν, κατόπιν ἐκλογῶν βίας καὶ νοθείας, ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν καὶ πρὸς ὄφελος ξένων, ἐξωπολιτικῶν καὶ πλουτοκρατικῶν κύκλων, ὡς καὶ πρὸς ἴδιον κομματικὸν ὄφελος, κατὰ παραβίασιν τῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτεύματος. Τὰς δ’ ἐκλογὰς ταύτας προπαρεσκεύασε μὲν ὑπὸ ἐλαφρῶς διάφορον σύνθεσιν, Κυβέρνησις τοῦ αὐτοῦ Κόμματος ὑπὸ τὸν κ. Καραμανλῆν, διενήργησε δὲ ἡ λεγομένη Ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις Δόβα, συγκροτηθεῖσα ἐξ αὐλικῶν καὶ ἐκπροσώπων ὀλιγαρχικῶν Τραπεζιτικῶν, βιομηχανικῶν καὶ δημοσιογραφικῶν συγκροτημάτων. Τὰς δὲ ἐκκρεμούσας προτάσεις παραπομπῆς τῶν ὑπευθύνων διὰ τὸ ἐκλογικὸν πραξικόπημα μελῶν τῆς Κυβερνήσεως Δόβα ἐνώπιον τοῦ κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν Εἰδικοῦ Δικαστηρίου προσπαθεῖ νὰ παρελκύσῃ ἐπιβάλλουσα διὰ τῆς παρανόμου πλειοψηφίας της διαδικασίαν συζητήσεώς των μὴ κανονικήν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἰανουαρίου 1962 Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Β. Ἐφραιμίδης, Σ. Ἡλιόπουλος, Ι. Εὐαγγελίδης, Θ. Γιαννόπουλος, Ι. Παπαδημητρίου, Α. Φωτήλας, Α. Μπριλλάκης, Νικ. Κιτσίκης, Λεων. Κύρκος, Ἠλ. Ἠλιοῦ, Γ. Αὐγερόπουλος, Μ. Σβώλου, Μ. Γιάννου, Ἠλ. Μπρεδήμας, Θ. Παππᾶς, Ε. Μπενᾶ, Δ. Κελτεμλίδης, Κ. Χιωτάκης, Γρ. Λαμπράκης, Εὐ. Σακελλάρης, Ν. Τσόχας, Γ. Τσαρουχᾶς.
§74Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβ.). Κύριε Πρόεδρε, πότε θὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προτάσεων δυσπιστίας; (Θόρυβος ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Κ.). Ἐφ’ ὅσον ἐπείγεσθε, δυνάμεθα νὰ ἀρχίσωμεν καὶ ἀπόψε ἢ αὔριον. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. (Θόρυβος ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε. Κ.). Ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, πότε θὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως δυσπιστίας.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 78 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις πρὶν ἢ παρέλθουν δύο ἡμέραι. Φρονῶ, ὅτι δύναται, ἐὰν συμφωνῇ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις καὶ ἀπόψε. Νομίζω, ἄλλως τε, ὅτι ἡ διάταξις ἐτέθη διὰ νὰ μὴ αἰφνιδιάζεται ἡ Κυβέρνησις. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, ἡ Κυβέρνησις παραιτεῖται τοῦ 2ημέρου, νομίζω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν θὰ ἔχῃ λόγον νὰ μὴ συμφωνήσῃ.
§76Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ τηρηθῇ τὸ Σύνταγμα.
§77Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβ.). Διότι ὑπάρχει προηγούμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον παρῃτήθησαν οἱ ἴδιοι τοῦ 48ώρου ἐπὶ Κυβερνήσεως Πλαστήρα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν, νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τὴν Πέμπτην, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ ἐπιβραδύνῃ τὴν συζήτησιν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Πέμπτην καὶ ὥραν 8.30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, συζήτησις ἐπὶ τῶν προτάσεων ἐκφράσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Ὥρα 8.50′ μ.μ.)