1961.06.19
4.985 στίχοι · 38.573 λέξεις · 245 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 133η
Δευτέρα 19 Ἰουνίου 1961
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.10′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων 131ης τῆς 17ης Ἰουνίου 1961 καὶ 132ας τῆς 18ης Ἰουνίου 1961.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων 131ης τῆς 17ης Ἰουνίου 1961 καὶ 132ας τῆς 18ης Ἰουνίου 1961.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐκφράσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου κ. Γ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§4Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἀνῆκεν εἰς τὰς προθέσεις τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἡ θέσις πολιτικοῦ ζητήματος. Ἐφ’ ὅσον ὅμως, ἐτέθη, ἀποτελεῖ χρέος νὰ προσδιορίσωμεν τὰς θέσεις τὰς ἰδικάς μας καὶ τὰς ἀντιθέσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, αἱ ὁποῖαι μᾶς ὁδηγοῦν εἰς τὴν καταψήφισιν. Θὰ προσδιορίσω πρῶτον συντόμως τὴν θέσιν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἐπὶ τῶν γενικῶν θεμάτων ἐξωτερικῆς καὶ ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, διὰ νὰ εἰσέλθω κατόπιν εἰς τὰ εἰδικὰ θέματα τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον, ἔχει ἀνέκαθεν χαράξει τὴν πολιτικήν του. Εἴμεθα σύμμαχοι μὲ τὴν Δύσιν καὶ φίλοι μὲ τὴν Ἀνατολήν. Θέλομεν νὰ εἴμεθα φίλοι μὲ τὴν Ἀνατολὴν καὶ μὲ ὅλον τὸν κόσμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁπλῆ θέσις, τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν εἰς τὴν ἐξωτερικήν μας πολιτικήν. Ἡ ἔνταξις εἰς τὴν συμμαχίαν ὁδηγεῖ εἰς δύο συνεπείας. Πρῶτον, ὁδηγεῖ εἰς τὴν ὕπαρξιν ὑποχρεώσεων καὶ δικαιωμάτων. Τιμῶμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας καὶ διεκδικοῦμεν τὰ δικαιώματά μας. Ὁδηγεῖ ἐπίσης, εἰς μίαν ἄλλην δευτέραν συνέπειαν, ὅτι εἰς τὰ θέματα ἀσφαλείας, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ μεμονωμένη πρωτοβουλία, διότι τὰ θέματα ἀσφαλείας εἶναι ἀδιαίρετα. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ μόνον συμμαχικὴ πρωτοβουλία ἢ πρωτοβουλία κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῶν συμμάχων. Ἀλλὰ πέραν τῶν θεμάτων ἀσφαλείας, εἰς τὰ θέματα τὰ οἰκονομικὰ καὶ εἰς τὰ θέματα τὰ μορφωτικὰ ἡ πρωτοβουλία εἶναι ἀπεριόριστος. Καὶ ἀσκοῦντες αὐτὴν τὴν ἀπεριόριστον πρωτοβουλίαν, ἔχομεν καθῆκον καὶ συμφέρον νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν οἰκονομικῶν καὶ μορφωτικῶν σχέσεων μὲ ὅλον τὸν κόσμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηρίζεται, ὅτι παρομοία εἶναι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν λαμβάνει. Ἀλλὰ εἰς τὴν πολιτικήν, τὸ κρίσιμον θέμα δὲν εἶναι μόνον ἡ γραμμὴ πορείας. Κρίσιμον καὶ ἐνίοτε κρισιμώτερον θέμα εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς. Καὶ ἐὰν συμβαίνῃ νὰ συμφωνοῦμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐπαγγελίαν τῆς πορείας, διαφωνοῦμεν εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς. Δὲν πρόκειται νὰ προσδιορίσωμεν τώρα τὸ σύνολον τῶν θεμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχει ἐπέλθει διαφωνία ἐπὶ τοῦ τρόπου ἐφαρμογῆς. Ἀρκοῦμαι εἰς ἓν καὶ μέγα, εἰς τὸ Κυπριακόν. Κοινὴ ἦτο ἡ ἐπαγγελία τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἀλλὰ ὁ τρόπος ἐφαρμογῆς τῆς ἐπαγγελίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὡδήγησεν εἰς τὸ σημερινὸν καθεστώς. Εὗρεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις Κύπρον Ἑλληνικὴν καὶ τὴν κατέστησεν Ἑλληνοτουρκικήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ ἐπίγραμμα — καὶ καταδίκη — τῆς Ἱστορίας. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν. Ἡ θέσις τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου εἶναι δεδομένη, εἶναι τὸ Κράτος Δικαίου. Ἀντιτασσόμεθα πρὸς τὸ Κομματικὸν καὶ πρὸς τὸ Ἀστυνομικὸν Κράτος. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: Τὸ σημερινὸν καθεστὼς εἶναι Κομματικὸν Κράτος; Τί σημαίνει Κομματικὸν Κράτος; Σημαίνει, ὅτι οἱ πολῖται ἔχουν διαιρεθῆ εἰς δύο κατηγορίας. Ὑπάρχουν καὶ οἱ φίλοι τοῦ Κομματικοῦ Κράτους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκουν αἱ εὔνοιαι, οἱ διορισμοί, ἡ ἄνετος διευθέτησις τῶν προσωπικῶν των ὑποθέσεων, καὶ ὑπάρχουν οἱ ἀπόκληροι, οἱ μὴ φίλοι τοῦ Κόμματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἀγνοοῦνται, καὶ ἄλλοτε διώκονται. Αὐτὸ σημαίνει Κομματικὸν Κράτος. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: Ὑπάρχει σήμερον διὰ πρώτην φορὰν Κομματικὸν Κράτος; Δὲν εὑρίσκομαι ἐκτὸς τοῦ κόσμου τούτου διὰ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ὑπάρχει Κομματικὸν Κράτος. Ἀλλὰ σήμερον, ὑπάρχει περισσότερον ἀπὸ πάντοτε. Ἡ μακρὰ διάρκεια τοῦ Κόμματος εἰς τὴν ἐξουσίαν, τείνει νὰ τὸ καταστήσῃ καθεστώς. Ἀλλὰ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας ἡ ὕπαρξις Κομματικοῦ Κράτους, ἀποτελεῖ μέγαν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ὑπῆρξεν εἰς τὸ παρελθόν. Ὁ πρῶτος κίνδυνος εἶναι ἡ διάβρωσις τοῦ κομμουνισμοῦ. Ὅταν ὁ κομμουνισμὸς ἠμπορῇ νὰ ἐπικαλῆται ἐπιχειρήματα, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀρετὴ εἰς τὸν δημόσιον βίον, ὅτι δὲν ὑπάρχει διοίκησις, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη, ἠμπορεῖ νὰ διαβρώσῃ τὸ καθεστώς. Ὅταν εἰς τοὺς νέους, μὴ δυνάμενοι νὰ παράσχωμεν ἀμέσως εὐημερίαν, δὲν παρέχωμεν τοὐλάχιστον δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν, ἡ πικρία των γίνεται ἀπεριόριστος καὶ ἡ ἀπάρνησις τοῦ καθεστῶτος ἀνεπανόρθωτος. Ἰδοὺ διατί, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ἡ ὕπαρξις Κομματικοῦ Κράτους δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς κίνδυνον, ὅπως εἰς τὸ παρελθόν, ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἀποτελεῖ κίνδυνον ἀνατροπῆς τοῦ καθεστῶτος, ἀνατροπῆς τῆς δημοκρατίας. Καὶ ὑπάρχει ἡ δευτέρα συνέπεια τοῦ κομματικοῦ Κράτους ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας. Βαδίζομεν πρὸς οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν. Ἀλλὰ ἡ οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότησις εἶναι ἀδύνατος, ἐὰν δὲν προηγηθῇ ψυχική, ἠθική, διοικητικὴ ἀνασυγκρότησις. Ἐὰν δὲν δοθῇ ἀπὸ παλμὸν ἐμπνεύσεως καὶ πίστεως ἡ Διοίκησις τῆς χώρας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότησις. Καθ’ ἣν ὥραν εἰσερχόμεθα εἰς τὸν κρίσιμον ἀγῶνα ζωῆς καὶ θανάτου τῆς κοινῆς ἀγορᾶς, μόνον ἡ ἔξαρσις, ἡ ἔμπνευσις, ἡ ἀναγέννησις τῆς διοικήσεως, ἡ ἀνεξαρτησία τῆς διοικήσεως ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἀνθέξωμεν εἰς αὐτὸν τὸν σκληρότατον ἀνταγωνισμόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον σήμερον τὸ Κομματικὸν Κράτος εἶναι περισσότερον ἐπικίνδυνον ἀπὸ πάντοτε. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ μεγάλη σημαία τοῦ προσεχοῦς ἀγῶνος, θὰ εἶναι Χρηστὴ Διοίκησις, Κράτους Δικαίου. Ἀλλὰ πέραν τοῦ Κομματικοῦ Κράτους, τίθεται τὸ ἐρώ☐ ☐μαίνει Ἀστυνομικὸν Κράτος; Ἀστυνομικὸν Κράτος σημαίνει ἔλλειψιν αἰσθήματος ἀσφαλείας, σημαίνει αὐθαίρετον δίωξιν, σημαίνει ἀτμόσφαιραν φοβίας, σημαίνει ἔλλειψιν θάρρους τῶν μὴ ὀπαδῶν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπικρίνουν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ διακηρύξουν τὰς πολιτικὰς πεποιθήσεις των, νὰ ἀναγνώσουν τὰς ἐφημερίδας τῆς ἰδικῆς των προτιμήσεως. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν, μὲ ἀπόλυτον καλὴν πίστιν, μὲ ἀντικειμενικὴν κρίσιν, ἐνῷ τὸ Κομματικὸν Κράτος εἶναι Πανελλήνιον, τὸ Ἀστυνομικὸν Κράτος εἶναι τοπικόν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν λειτουργεῖ εἰς ὅλην τὴν χώραν, ἀλλὰ ὑπάρχουν περιοχαί, ὅπου τὸ Ἀστυνομικὸν Κράτος εἶναι καταθλιπτικὸν καὶ ἀφόρητον. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Ἀστυνομικοῦ Κράτους εἶναι, ὅτι διώκει τὸν κομμουνισμόν. Ἀλλὰ πλανᾶται εἰς τὸ ἐπιχείρημα. Ἢ πλανᾶται ἢ προφασίζεται. Διότι, τὸ Ἀστυνομικὸν Κράτος δὲν εἶναι διώκτης τοῦ κομμουνισμοῦ, εἶναι στρατολόγος τοῦ κομμουνισμοῦ. Δημιουργεῖ μίαν γενικὴν ἀτμόσφαιραν ἀντιδράσεως, ἡ ὁποία ἐξωθεῖ πρὸς τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. Μόνον ἡ Δημοκρατία εἶναι ἀποτελεσματικὸς ἀντίπαλος τοῦ κομμουνισμοῦ. Μόνον ἡ Δημοκρατία μὲ τὴν ἐλευθερίαν, μὲ τὴν δικαιοσύνην ἠμπορεῖ νὰ ἀπομονώσῃ τὸν κομμουνισμὸν καὶ νὰ ἀποσπάσῃ ὅλας τὰς δυνάμεις, τὰς μὴ κομμουνιστικάς, αἱ ὁποῖαι ἔχουν προσχωρήσει ἀπὸ ἀντίδρασιν εἰς τὰς τάξεις του. Εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: Εἴμεθα μαχομένη Δημοκρατία. Ἀλλὰ ἡ μαχομένη Δημοκρατία μάχεται διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ ἰδεώδη, δὲν μάχεται διὰ νὰ παραβιάσῃ τὰ ἰδεώδη της. Ἡ μαχομένη Δημοκρατία διώκει τὴν πρᾶξιν, τὴν παράνομον πρᾶξιν. Δὲν διώκει τὸ φρόνημα. Διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διώκῃ τὸ φρόνημα θὰ ἔμενε μαχομένη, ἀλλὰ θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι Δημοκρατία. Καὶ μόνον ἡ ἀληθής, ἡ συνεπὴς Δημοκρατία ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀπομόνωσιν τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἐν ὀνόματι τῆς Δημοκρατίας ἐπιδιώκομεν νὰ ἀπομονώσωμεν τὸν κομμουνισμὸν καὶ νὰ ἀνακαλέσωμεν εἰς τὰς ἰδικάς μας τάξεις ὅλας ἐκείνας τὰς δυνάμεις καὶ κατ’ ἐξοχὴν τῶν ἀγωνιστῶν τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως, οἱ ὁποῖοι ἀπωθήθησαν ἀπὸ παρεξήγησιν εἰς τὰς τάξεις του. Ἐκηρύξαμεν ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν καὶ θὰ ἐπαναλάβωμεν καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ τὸ κήρυγμα: Καλοῦμεν τοὺς συνοδοιπόρους τοῦ κομμουνισμοῦ νὰ καταστοῦν πρωτοπόροι τῆς Δημοκρατίας. Ἐδῶ εὑρίσκεται ἡ θέσις των. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τοῦ Κέντρου). Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὰ εἰδικὰ θέματα τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Ἐτέθη ὡς πρῶτον θέμα ἡ Κοινὴ Ἀγορά. Ἀλλὰ περὶ τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς γνωρίζομεν ὅσα ἀτελῶς ἔχουν δημοσιευθῇ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ θέμα ἡ Κυβέρνησις, ὅπως πάντοτε μέχρι τοῦδε, ἐτήρησε ξένην τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐξακολουθεῖ νὰ χειρίζεται τὴν ἐξουσίαν περίπου μὲ τὴν ψυχολογίαν ἰδιοκτήτου τοῦ Κράτους. Οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐνημέρωσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐνημέρωσε τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Κατὰ ποῖον τρόπον, ἑπομένως, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν θέσιν ἐπὶ συγκεκριμένων διατάξεων, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ὑπευθύνως δὲν γνωρίζομεν; Ἐκεῖνο, μόνον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, εἶναι ὁ προσδιορισμὸς τῶν γενικῶν ἀρχῶν, ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἀντιμετωπίζομεν τὸ θέμα. Ἀπεδέχθημεν τὴν σύνδεσιν μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, διότι φοβούμεθα, ὅτι αἱ δυσμενεῖς συνέπειαι τῆς ἀπομονώσεως, θὰ εἶναι σκληρότεραι ἀπὸ τὰς συνεπείας τῆς συνδέσεως. Ἀλλὰ δὲν χαιρετίζομεν ἐκ τῶν προτέρων ὡς εὐφρόσυνον γεγονὸς τὴν σύνδεσιν μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Εἶναι συμμετοχὴ εἰς τὸ ἄθλημα, εἶναι συμμετοχὴ εἰς ἕνα σκληρότατον ἀγῶνα ζωῆς καὶ θανάτου, αὐτὸ σημαίνει ἡ σύνδεσις μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ ὑπάρχουν προαισθήματα, τὰ προαισθήματα σημαίνουν ἀνησυχίας, διότι, ὅταν μία καθυστερημένη χώρα εἰσέρχεται εἰς τὴν ἰδίαν οἰκονομικὴν οἰκογένειαν μὲ χώρας ἀνεπτυγμένας, εἶναι εὔλογος ἡ ἀνησυχία, ὅτι θὰ ἐκτεθῇ εἰς βαρύτατον κίνδυνον. Μόνον, ἐὰν ἀντλήσῃ ἀπὸ τὴν ψυχήν της δυνάμεις, ἐὰν καταληφθῇ ἀπὸ ἔμπνευσιν καὶ ἀπὸ πίστιν, ἐὰν γίνῃ κοινὴ συνείδησις τοῦ λαοῦ, ἐὰν γίνῃ σταυροφορία ἡ σωτηρία τῆς χώρας, ὅπως συνέβη εἰς τὰς ὥρας τῶν κρισίμων ἐθνικῶν πολέμων, μόνον μὲ τοιαύτην ψυχολογίαν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν μεγάλην ὑπόθεσιν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Ἀλλὰ ὑπάρχει, διαπιστώνετε εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον, τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς ἐμπνεύσεως; Ἄπνοια εἶναι καὶ μαρασμός. Καὶ ἔχομεν εἰσέλθει εἰς τὸν σκληρότερον ἀγῶνα τῆς ἱστορίας τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Εἶναι ἀγὼν ζωῆς καὶ θανάτου. Μόνον τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀλβανικοῦ πολέμου, ἐὰν κατελάμβανε τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, θὰ ὑψώσωμεν τὴν Ἑλλάδα καὶ θὰ ἐξασφαλίσωμεν ἀνώτερον μέλλον. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Ὑπάρχει σήμερον προπαρασκευὴ προγράμματος διὰ τὸ μέγα θέμα τῆς εἰσόδου εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν; Καθ’ ὅσον γνωρίζω, παρόμοιον πρόγραμμα εἶναι ἀνύπαρκτον. Ἀναφέρεται ἐπεισοδιακῶς εἰς τὸ 5ετὲς πρόγραμμα, τὸ ἐνδεχόμενον τῆς εἰσόδου εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, ἀλλὰ πρόγραμμα δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἐφ’ ὅσον συγκεκριμένον πρόγραμμα, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἐνδεχομένων τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς, δὲν ὑπάρχει, ὀφείλομεν νὰ συναγάγωμεν συμπεράσματα διὰ τὴν πορείαν τοῦ μέλλοντος, ἀπὸ τὴν πορείαν τοῦ παρελθόντος. Ἐρωτᾶται: Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, μὲ τὴν οἰκονομικήν της πολιτικήν, ἐπιτρέπει τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἐπιτυχῶς τὸν μέγαν ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπιδυόμεθα; Λέγουν, συνήθως, οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἐπαναλαμβάνει εἰς τὰς σπανίας ἐμφανίσεις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὰς σπανίας δηλώσεις του πρὸς τὸν Τύπον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ καὶ σήμερον περιττὴν πολυτέλειαν τὴν παρουσίαν του...
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς διακόπτω. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ παραστῇ εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ ἓν τέταρτον θὰ εἶναι ἐδῶ. Ἦτο ἀνειλημμένη ὑποχρέωσις ἀπὸ μηνός.
§6Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δέχομαι τὴν ἀπάντησίν σας καὶ λυποῦμαι διὰ τὴν σύμπτωσιν... Ποία ὑπῆρξεν ἕως τώρα ἡ ἀπόδοσις τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως; Λέγει ἡ Κυβέρνησις: Ὑπάρχει ἀνασυγκρότησις. Δὲν ἀντιλαμβάνεσθε, ἐπὶ τέλους, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν εἰς αὐτὴν τὴν χώραν συνέβη οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότησις; Διατὶ δὲν ἔχετε τὴν καλὴν πίστιν αὐτῆς τῆς ἀναγνωρίσεως; Ἀπαντῶμεν: Ἡ ἀνασυγκρότησις, ἡ οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότησις τῶν καθυστερημένων χωρῶν, δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸν Ἑλληνικὸν γεγονός, εἶναι παγκόσμιον μεταπολεμικὸν γεγονός. Πότε εἰς τὸ παρελθὸν ὑπῆρξε Σχέδιον Μάρσαλ, πότε ὑπῆρξε βοήθεια οἰκονομική, πότε ὑπῆρξεν ἀπεριόριστος πίστωσις διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν καθυστερημένων χωρῶν; Εἶναι τὸ πνεῦμα, ἡ γραμμὴ πορείας τοῦ μεταπολεμικοῦ κόσμου, δὲν εἶναι εἰδικόν, τοπικόν, Ἑλληνικὸν γεγονός. Ἀδικαιολόγητος, ἑπομένως, εἶναι ὁ κομπασμός, ὅτι συμβαίνει εἰς τὴν Ἑλλάδα μόνον καὶ διὰ πρώτην φορὰν ἀνασυγκρότησις. Λέγουν, ἐπίσης, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως: Ὑπάρχουν ἔργα, διατί δὲν τὰ βλέπετε, διατί δὲν τὰ ἀναγνωρίζετε; Ἀπαντῶμεν: Ὑπάρχουν ἔργα. Ἀλλὰ εἶναι τὰ ἔργα, ὅσα ἔπρεπε νὰ εἶναι; Καὶ γίνονται τὰ ἔργα, ὅπως ἔπρεπε νὰ γίνουν; Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐρωτήματα. Κατὰ τὴν ἰδικήν μας κρίσιν, τὰ ἔργα δὲν εἶναι οὔτε ὅσα ἔπρεπε νὰ γίνουν, διότι ἔπρεπε καὶ ἠδύνατο νὰ γίνουν περισσότερα, οὔτε ὅπως ἔπρεπε νὰ γίνουν, διότι ἠδύναντο νὰ γίνουν πολὺ καλύτερα. Δὲν ὑπάρχει προγραμματισμός, δὲν ὑπάρχει ἱεράρχησις τῶν ἀναγκῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐπενδύσεων, ὑπάρχει προχειρότης, ἀσυναρτησία, σπατάλη. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατηγορία. Θὰ ἐπικαλεσθῶ ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ ἀποδείξουν. Ἀλλά, προτοῦ φθάσω εἰς τοὺς ἀριθμούς, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσωπικὴν ἐμπειρίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὅλοι. Ὑπάρχει ὁρατότης, διὰ τοῦ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ, τοῦ γεγονότος, ὅτι συντελεῖται ἐρήμωσις τῶν χωριῶν, μαρασμὸς τῶν ἐπαρχιῶν, παρασιτισμὸς καὶ ἀλητεία εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός. Εἶναι αὐτὸ ἀνασυγκρότησις καὶ ἀναγέννησις; Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν τρία καίρια θέματα ἐκ τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ὁποίων κρίνεται ἡ ἀπόδοσις τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἡ ἀνεργία, ἡ ὑποαπασχόλησις, ἡ μετανάστευσις. Ἐὰν μία Κυβέρνησις, καὶ μάλιστα εἰς τὸν μακρὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον διαθέτει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, εἰς τὴν διάρκειαν τῶν ἓξ ἐτῶν, δὲν ἔχῃ κατορθώσει νὰ τὰ ἀντιμετωπίσῃ, ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ καὶ ἡ ἴδια, ὅτι ἡ πολιτική της ἔχει ὁριστικῶς χρεωκοπήσει. Καὶ εἶναι, δυστυχῶς, βέβαιον, ὅτι καὶ εἰς τὰ τρία αὐτὰ θέματα, εἰς τὴν ἀνεργίαν, εἰς τὴν ὑποαπασχόλησιν, εἰς τὴν μετανάστευσιν, ἡ κατάστασις ἔχει χειροτερεύσει. Καὶ ἡ χειροτέρευσις αὐτή, ἐπιβεβαιώνει τὴν χρεωκοπίαν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τοὺς ἀριθμούς. Λέγει ἡ Κυβέρνησις: Ἔχομεν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Πότε ἄλλοτε συνέβη τόση αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος; Εἴμεθα πρόθυμοι, καλοπίστως, νὰ προβῶμεν εἰς μίαν σύγκρισιν, εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν δύο πενταετιῶν, τῆς 5ετίας 1950–1955 καὶ 1956–1960, ἡ ὁποία εἶναι ὁλόκληρος ἡ 5ετία τοῦ σημερινοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν πρώτην 5ετίαν ἡ μέση ἐτησία αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος (εἰς σταθερὰς τιμὰς τοῦ 1954) ἦτο 7,2. Κατὰ τὴν 5ετίαν τῆς Ε.Ρ.Ε. ἦτο 4,9. Καὶ θέτω τὸ ἐρώτημα: Πῶς δικαιολογεῖται ὁ κομπασμός, ὅτι ηὐξήθη τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὅταν συγκρινόμενον μὲ τὴν πρώτην 5ετίαν εὑρίσκεται εἰς τόσην μείωσιν; Ἐρχόμεθα εἰς τὸν δεύτερον ἀριθμόν, εἰς τὴν μέσην ἐτησίαν αὔξησιν τοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος. Κατὰ τὴν πρώτην 5ετίαν ἡ μέση ἐτησία αὔξησις τοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος (εἰς σταθερὰς τιμὰς τοῦ 1954) ἀνήρχετο εἰς 1.300.000.000. Κατὰ τὴν δευτέραν 5ετίαν, τὴν 5ετίαν τῆς Ε.Ρ. Ε., ἡ μέση ἐτησία αὔξησις ἔπεσεν εἰς 360.000.000, ἤτοι ἀποτελεῖ μόνον τὸ 27% ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τῆς προηγουμένης 5ετίας. Ἐρχόμεθα καὶ εἰς ἄλλους ἀριθμούς: Ποία εἶναι ἡ διάρθρωσις τῶν ἐπενδύσεων; Καὶ ἡ διάρθρωσις τῶν ἐπενδύσεων εἶναι ἀτυχής. 40% ἀναλογοῦν εἰς κτίσματα καὶ κατοικίας καὶ ὄχι βεβαίως λαϊκὰς κατοικίας. Πέραν αὐτοῦ διὰ νὰ ἀποδειχθῇ πόσον πρόχειρος καὶ ἀσυνάρτητος καὶ σπάταλος εἶναι ἡ διαχείρισις τῶν ἐπενδύσεων, ὑπάρχουν ἄλλοι σκληρότατοι ἀριθμοί. Κατὰ τὴν 5ετίαν 1956–1960 ἐχρειάσθη διπλάσιον ποσὸν ἐπενδύσεων παγίου κεφαλαίου, διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὸν αὐτὸν βαθμὸν αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος ὅσον εἰς τὴν προηγουμένην 5ετίαν. Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ὑπῆρξε πράγματι σπάταλος καὶ ἀσυνάρτητος ἡ διάθεσις τῶν ἐπενδύσεων, ὅτι ὑπῆρξε πρόθεσις ἐπιδείξεως, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε πρόνοια παραγωγική, ἡ ὁποία νὰ ἀποδώσῃ ἀντίστοιχον αὔξησιν τοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἰσοζύγιον τὸ ἐμπορικόν. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἀνήρχετο εἰς 145.000.000 δολλάρια. Καὶ εἰς τὸ 1960, ἔπειτα ἀπὸ 5 ἔτη διακυβερνήσεως τῆς Ε.Ρ.Ε., ἔχει ἀνέλθει εἰς 240.000.000 δολλάρια. Δηλαδὴ ἐδιπλασιάσθη. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἆθλος τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἰς τὸ θέμα ἐπίσης τῶν ἐξαγωγῶν παρομοία εἶναι ἡ δόξα. Ἐνῷ εἰς ὅλας τὰς χώρας αὐξάνονται αἱ ἐξαγωγαί, εἰς τὴν Ἑλλάδα μεταξὺ 1958–1960 ἔχομεν συνολικὴν μείωσιν 10% καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰς Δυτικὰς χώρας μείωσιν 20%. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ δημιουργικοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως, ὑπάρχει ἀνασυγκρότησις, βεβαίως ὑπάρχουν ἔργα. Ἀλλὰ ἡ ἀνασυγκρότησις ἔχει τὸν χαμηλότερον ρυθμὸν ἀπὸ τὰς ἄλλας ὑποαναπτύκτους χώρας. Καὶ τὰ ἔργα γίνονται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀποδίδει. Καὶ αἱ ἐπενδύσεις, ὅπως χρησιμοποιοῦνται, δὲν ὁδηγοῦν εἰς αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος ὅπως ὤφειλον καὶ ἠδύναντο νὰ ὁδηγήσουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνομεν. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν αὐτὴν τὴν πορείαν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ποία εἶναι ἡ κατανομή του; Αἱ ἄλλαι ἀσχολίαι τῆς χώρας ἀποδίδουν κατ’ ἔτος καὶ κατὰ κεφαλὴν 440 δολλάρια. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀγρότην ἀποδίδουν μόνον 140 δολλάρια. Αὐτὴ εἶναι ἡ τραγῳδία τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Καὶ ἀποροῦμεν, διότι αἰσθάνεται ἀπόκληρος. Καὶ ἀγανακτοῦμεν καὶ ὀνομαζόμεθα δημαγωγοί, ὅταν ὑποστηρίζωμεν ἄλλοτε τὰς συντάξεις καὶ ἄλλοτε ηὐξημένην τιμὴν συγκεντρώσεως σίτου, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνακατανομὴν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, διὰ νὰ στερεώσωμεν τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ θεμέλιον τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεως τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι βουλευταί, αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀριθμοί. Ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τοὺς ἀμφισβητήσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν κατορθώσῃ νὰ τοὺς ἀμφισβητήσῃ, τότε πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἀποτελοῦν τὴν καταδίκην της. Καὶ μία μόνον ἐλπὶς σωτηρίας ὑπάρχει: Νὰ συγχρονισθῇ ἡ εἴσοδος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν μὲ τὴν ἔξοδον τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν Ἀρχήν. Εἶναι ἡ μόνη ἐλπὶς σωτηρίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ Κέντρου). Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ εἰδικὸν θέμα, εἰς τὸ σιτικόν. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνεκοίνωσεν ἀκόμη τὰς ἀποφάσεις της. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἑπομένως, νὰ ἀσκήσωμεν κριτικὴν ἐπὶ μιᾶς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀγνοοῦμεν. Ὑποχρεούμεθα καὶ πάλιν νὰ διατυπώσωμεν γενικὰς ἀρχάς. Ἡ Α.Φ.Ε. τοῦ Δ.Κ., κ. βουλευταί, εἶναι Κόμμα ἐθνικόν. Ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν καὶ τὴν ἐξύψωσιν ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων. Ἀλλὰ διεκήρυξε καὶ ἐπαναλαμβάνει, ὅτι δίδει ἀπόλυτον προτεραιότητα εἰς τὰ αἰτήματα τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Καὶ δίδει αὐτὴν τὴν ἀπόλυτον προτεραιότητα διὰ πολλοὺς λόγους. Πρῶτον, διότι ἀποτελοῦν περισσότερον ἀπὸ τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ. Δεύτερον, διότι πάσχουν περισσότερον. Τρίτον, διότι ἡ εὐημερία τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν εὐημερίας τῶν πόλεων. Ἐὰν δὲν ἔχῃ καταναλωτικὴν ἱκανότητα ὁ ἀγρότης, ποῦ θὰ διαθέσῃ ὁ βιομήχανος, ὁ βιοτέχνης, τὰ προϊόντα του; Ἰδοὺ διατὶ ἡ εὐημερία τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύησιν τῆς εὐημερίας τοῦ ἀστικοῦ κόσμου. Καὶ πρέπει νὰ γίνῃ συνείδησις καὶ τοῦ ἀστικοῦ κόσμου, ὅτι ὀφείλει νὰ προσφέρῃ, ἐὰν χρειασθῇ, προθύμως, θυσίας ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, διότι ὄχι μόνον ἐπιτελεῖ ἕνα εὐρύτερον κοινωνικὸν καθῆκον, ἀλλὰ ὑπηρετεῖ καὶ τὰ ἀμεσώτερα οἰκονομικά του συμφέροντα. Πέραν, ὅμως, αὐτῶν, ὁ ἀγροτικὸς κόσμος εἶναι θεμέλιον τοῦ Ἔθνους. Ἐὰν ὁ ἀγροτικὸς κόσμος ἀπολεσθῇ, ἔχει ἀπολεσθῆ ἡ Ἑλλάς. Ἰδοὺ διατὶ ἐπιβάλλεται ἀπόλυτος προτεραιότης εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαίων αἰτημάτων τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Καὶ ὅταν, ὅπως προηγουμένως διεπιστώθη, εἶναι 140 δολλάρια κατὰ κεφαλὴν τὸ εἰσόδημα τοῦ ἀγρότου καὶ 440 δολλάρια τῶν ἄλλων ἀσχολιῶν τῆς Ἑλλάδος, ὑπάρχει κανείς, ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ κανείς, ὁ ὁποῖος θὰ ἀντείπῃ διὰ τὴν προσπάθειαν ἀνακατανομῆς τοῦ εἰσοδήματος, διὰ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς στοιχειώδους ἀνωτέρου βιοτικοῦ ἐπιπέδου διὰ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ δεξαμενὴ τῶν θυσιῶν καὶ τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους; Ἐμπνεόμενοι ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα γενναῖοι εἰς τὸν καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας τοῦ σίτου. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπερασπίζω ἀνενδότως τὰ δικαιώματα τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Ὅταν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1950 ὡς Ἀντιπρόεδρος καὶ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἐπρόκειτο νὰ ρυθμίσω τὸ ζήτημα, ἐδώσαμεν τὴν μεγαλυτέραν τιμὴν ἀσφαλείας, ἡ ὁποία ἕως τότε εἶχεν ὑπάρξει. Εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος, τὸν Ἰούνιον τοῦ 1951, διαφωνήσας μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς τιμῆς ἀσφαλείας τοῦ σίτου, παρῃτήθην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχω, ἑπομένως, εἰς τὴν ἱστορίαν μου, προσφορὰν θυσίας διὰ τὴν πίστιν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ προστασία τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, ἡ προστασία κατ’ ἐξοχὴν τοῦ σιτοπαραγωγικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς 700.000 ἀγροτικὰς οἰκογενείας καὶ ἀποτελεῖ τὴν πτωχοτέραν μερίδα τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Ἀπὸ τὸ ἴδιον πνεῦμα ἐμπνεόμεθα καὶ σήμερον. Διὰ τοῦτο ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν βασικὴν τιμὴν 3,50 δραχμῶν. Γνωρίζω, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς θὰ ὀνομασθῇ δημαγωγία. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐχαρακτηρίσθην δημαγωγός. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἕνα σχεδὸν ἐλάττωμα εἰς τὴν πολιτικὴν φύσιν μου, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀνυπαρξία δημαγωγίας. Καὶ ἴσως αὐτὸ ἐξηγεῖ καὶ τὴν πολιτικήν μου πορείαν. Δὲν ἔχει ἐμπνευσθῆ ἀπὸ δημαγωγίαν ἡ ἀπόφασίς μας. Ἔχει ἐμπνευσθῆ ἀπὸ βαθεῖαν γνῶσιν τοῦ ζητήματος καὶ ἀπὸ βαθεῖαν στοργήν. Εἶπεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὅτι ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀποδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν τιμήν, θὰ πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 790.000.000 ἢ νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου 1,10 δραχμήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔχει, πράγματι, δίκαιον. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μείνῃ ἀδιατάρακτον τὸ κύκλωμα, ὅπως λειτουργεῖ σήμερον ἀνωμάλως, τὸ κύκλωμα, σῖτος, ἄλευρα, ἄρτος, αὐτὴ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ συνέπεια. Ἀλλὰ εἰς τὸ ἰδικόν μας σχέδιον δὲν πρόκειται αὐτὸ τὸ κύκλωμα νὰ μείνῃ ἀδιατάρακτον. Καὶ ἐκφράζω ἔκπληξιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐπὶ 6 ἔτη μία Κυβέρνησις νὰ ἀνέχεται τὴν ἀνώμαλον λειτουργίαν αὐτοῦ τοῦ κυκλώματος σῖτος, ἄλευρα, ἄρτος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν καταχρήσεις καὶ ἐκμεταλλεύσεις καὶ ἀπώλειαι ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων. Προχθὲς ἀκόμη κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησεν, ὅτι ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων κοστίζει εἰς τὸ Κράτος ἡ λαθράλεσις. Ἄλλα στοιχίζει ἡ ἀτέρμων μεταφορά, ἄλλα ἡ ἐπιδότησις τῶν πιτύρων διὰ τὸν λαόν, ἄλλα ἡ ἔλλειψις ἀποφασιστικοῦ ἐλέγχου καὶ διὰ τὴν ἀλευροποίησιν καὶ διὰ τὴν ἀρτοποίησιν. Χρειάζεται ἐπαναστατικὴ ἀντιμετώπισις. Τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον, ἡ Ἀγροτικὴ Φιλελευθέρα Ἕνωσις μὲ τοὺς τεχνικούς της συμβούλους, ἔχει καταρτίσει πλήρη μελέτην καὶ παρέχει ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, τὴν βεβαίωσιν, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὴν τὴν τιμὴν μὲ ἐλαχίστην μόνον ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅπως ἐδώσαμεν τὴν ὑπόσχεσιν διὰ τὰς συντάξεις καὶ ἐθεωρήθη δημαγωγία, καὶ τελικῶς ἐπραγματοποιήθη, καθ’ ὅμοιον τρόπον δηλοῦμεν, ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτὴν τὴν τιμὴν μὲ ἐλαχίστην μόνον ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ὅταν ὁ δημόσιος προϋπολογισμὸς ἀνέρχεται εἰς 20.000.000.000 μία ἐλαφρὰ ἐπιβάρυνσις ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου εἶναι στοιχειωδῶς ἐπιβεβλημένη. Τερματίζω τὸ θέμα τοῦ σίτου μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι ὅπως πάντοτε εἰς τὸ παρελθόν, ὅσα ἐπηγγέλθημεν τὰ ἐπραγματοποιήσαμεν, τοιουτοτρόπως καὶ τώρα, τιμώμενοι μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν θὰ τὴν πραγματοποιήσωμεν. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον θέμα, εἰς τὸ θέμα τοῦ Πρεσβευτοῦ Ὑψηλάντη. Κύριοι βουλευταί, ὅταν ἀνέγνωσα τὴν παραίτησιν τοῦ Πρεσβευτοῦ Ὑψηλάντη ᾐσθάνθην χρέος νὰ προβῶ εἰς δήλωσιν. Τὴν ἐχαρακτήρισα ὡς καταπληκτικὸν καὶ ἀπίστευτον κείμενον καὶ ἐζήτησα νὰ κατατεθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν καὶ διὰ νὰ κρίνωμεν. Εἰς αὐτὴν τὴν εὔλογον θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ὡς ὑπεύθυνος ἡγέτης Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Κυβέρνησις, ὑποθέτω διὰ τῆς γραφίδος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπήντησεν εἰς ἕνα τόνον προσωπικῆς ἐπιθέσεως. Εἶπεν: «Ὁ κ. Παπανδρέου φυσικὰ θὰ ἐξεμεταλλεύετο τὸ θέμα». Μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοήσω διατί ὁ κ. Παπανδρέου, φυσικά, θὰ ἐξεμεταλλεύετο τὸ θέμα. Εἶναι αὐτὴ ἡ ἀσχολία μου «φυσικὰ» νὰ ἐκμεταλλεύωμαι τὰ θέματα; Εἶναι αὐτὴ ἡ παράδοσις δημοσίου βίου, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὥστε διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἶναι φυσικόν, ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου θὰ ἐξεμεταλλεύετο τὸ θέμα; Ὄχι, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἕκαστος ἔχει τὴν ἱστορίαν του, ἔχει τὸ ἦθος του, τὸ ὁποῖον εἶναι γνώριμον εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν. Ὁ κ. Παπανδρέου, δὲν ἐκμεταλλεύεται. Ὁ κ. Παπανδρέου ἔχει αἴσθημα εὐθύνης ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὑρίσκεται, εἴτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἴτε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐδήλωσα, ὅτι ἀνταποδίδετε τὸν πολιτικὸν ἔλεγχον μὲ προσωπικὰς ὕβρεις. Καὶ προσέθεσα: «Ἕκαστος προσφέρει εἰς τὸν ἄλλον ἀπὸ ὅ,τι ἔχει». Κύριοι βουλευταί, πράγματι, ἀπὸ τὸ κείμενον τοῦ Πρεσβευτοῦ Ὑψηλάντη ἐδοκίμασα κατάπληξιν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν: «Οὐδεὶς ἐπὶ τέλους εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν δὲν ᾐσθάνθη τὸ χρέος νὰ καταγγείλῃ τὴν ἀσχημίαν»; Ποῖος εἶπεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι οὐδεὶς δὲν κατήγγειλε τὴν ἀσχημίαν; Ὅταν ἐχαρακτηρίσαμεν ἀπίστευτον καὶ καταπληκτικὸν τὸ ἔγγραφόν του, ποῖος ἄλλος βαρύτερος χαρακτηρισμὸς θὰ ἦτο δυνατὸς διὰ τὸ ἔγγραφον; Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσθέσω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι, ὅτι ἡ κατάπληξις, τὴν ὁποίαν ἐδοκιμάσαμεν, δὲν ἐνεπνεύσθη μόνον ἀπὸ τὸ ἔγγραφον τοῦ Πρεσβευτοῦ Ὑψηλάντη, ἐνεπνεύσθη καὶ ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Διότι, ἐὰν πράγματι, κατέπληξεν ἡ ἀσχημία τοῦ ἐγγράφου τοῦ Πρεσβευτοῦ Ὑψηλάντη, κατέπληξεν, ἐπίσης τὸ κείμενον τοῦ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ θέσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἐνώπιον τοῦ ἀκολούθου ἐνδεχομένου: Ἐὰν ἀνεγινώσκατε εἰς τὸν ξένον τύπον ἀνταλλαγὴν ἐπιστολῶν αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου μεταξὺ τοῦ Γάλλου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Πρεσβευτοῦ εἰς τὴν Οὐάσιγκτων, ποίαν ἐντύπωσιν θὰ ἀπεκομίζατε διὰ τὰ πολιτικὰ ἤθη τῆς Γαλλίας; Δὲν θὰ εἴχατε τὴν ἐντύπωσιν ἑνὸς ἐπιπέδου χαμηλοῦ πολιτικοῦ βίου, μιᾶς καταστάσεως παρακμῆς; Καὶ ἡ θλῖψις μου ἔγινεν ἀκόμη βαρυτέρα ἀπὸ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ θέμα. Διότι ἐνῷ καταγγέλλει τὸ ἀπίστευτον ἔγγραφον, ποὺ καταλήγει εἰς τὴν ἀπάντησίν του: «Ἀποδέχομαι τὴν παραίτησίν σας! Ἡ παραίτησίς σας μοῦ ἐπιτρέπει ὅπως μὴ κινήσω ἄλλας σκληροτέρας διαδικασίας!». Ἀλλά, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν ὑφίστασθε αὐτὴν τὴν ἀπερίγραπτον ἐπίθεσιν ὕβρεων καὶ συκοφαντιῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ μακαρίζετε τὴν ὥραν, διότι παρέχεται ἡ εὐκαιρία νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν παραίτησιν; Δοκιμάζω κατάπληξιν. Ἀσφαλῶς θὰ πρέπει νὰ εὑρέθητε εἰς μίαν ὥραν παραισθήσεως, ἐλλείψεως ψυχραιμίας καὶ δὲν ἀντελήφθητε τὸ βάρος τοῦ θέματος. Ἐκείνην τὴν ὥραν ὠφείλατε νὰ ἀναζητήσητε τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους θὰ ἠναγκάζατε τὸν ὑβριστὴν καὶ τὸν συκοφάντην νὰ κληθῇ νὰ δώσῃ λόγον διὰ τὰς ὕβρεις καὶ τὰς συκοφαντίας. Καὶ σεῖς ἐθεωρήσατε γενναιότητα νὰ τὸν ἀφήσετε ἐλεύθερον. Καὶ προσεθέσατε, ὅτι τὸν ἀφήσατε ἐλεύθερον διὰ νὰ γίνῃ σύμμαχός μας, νὰ μᾶς δώσῃ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς νὰ ἐπικαλεσθῶμεν ἐναντίον σας. Ὄχι, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, σᾶς εὐχαριστοῦμεν διὰ τὴν συνταγήν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐδώσατε. Ἀλλὰ δὲν τὴν ἀποδεχόμεθα. Σᾶς τὴν ἐπιστρέφομεν πρὸς χρῆσιν σας. Τὸ ἰδικόν σας καθῆκον ἐκείνην τὴν ὥραν ἦτο νὰ εἴπητε εἰς τὸν κ. Ὑψηλάντην: «Δὲν σοῦ ἐπιτρέπω νὰ παραιτηθῇς καὶ νὰ διαφύγῃς. Θὰ κληθῇς νὰ δώσῃς λόγον. Δὲν θὰ ἐξέλθῃς ὄρθιος ἀπὸ τὸ διπλωματικὸν Σῶμα. Θὰ σὲ παραπέμψω εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον καὶ θὰ σὲ ἀναγκάσω νὰ ἐξέλθῃς ἀπόβλητος τοῦ Διπλωματικοῦ Σώματος, ἀπόβλητος τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, ἄθλιος, ψεύτης καὶ συκοφάντης». Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ γενναία καὶ ὑπερήφανος πρᾶξις. Ἐνῷ σεῖς ὀνομάζετε γενναιότητα τὴν φυγήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν σᾶς καταλογίζω. Μᾶς τίθεται τὸ ἐρώτημα: Πιστεύετε σεῖς εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν κατηγοριῶν; Οὐδέποτε. Δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις διὰ τὰς κατηγορίας τοῦ Πρεσβευτοῦ κ. Ὑψηλάντη. Ὑπάρχουν μόνον κατηγορίαι. Καὶ αἱ κατηγορίαι παραμένουν ἐκκρεμεῖς. Καὶ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία ἀρχὴ ἀντικειμενική, ἡ ὁποία νὰ τὰς κρίνῃ καὶ νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην. Εἶπεν ἄλλοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ δίδεται συνέχεια εἴτε πειθαρχική, εἴτε ποινικὴ εἰς μίαν ὑπόθεσιν, ὅταν ἢ τὸ πρόσωπον εἶναι σοβαρόν, ἢ τὸ θέμα εἶναι σοβαρόν. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἰσχύουν ἀμφότερα. Καὶ τὸ πρόσωπον πρέπει νὰ εἶναι σοβαρόν, ἀφοῦ εἶναι τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἦτο πρεσβευτὴς εἰς μεγάλην χώραν καὶ ἡ κατηγορία εἶναι σοβαρωτάτη κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅταν, λοιπόν, καὶ τὸ προσωπικὸν εἶναι σοβαρόν, καὶ ἡ κατηγορία εἶναι σοβαρὰ θέτω τὸ ἐρώτημα, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐπαναπαύεται μὲ μίαν ἀνταπόδοσιν τῶν ὕβρεων, μὲ μίαν συνέχειαν τῶν δημοσίων ἀντεγκλήσεων καὶ νὰ μὴ αἰσθάνεται τὸ χρέος, νὰ μὴ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην μιᾶς ἀντικειμενικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τὴν συκοφαντίαν καὶ νὰ καταστήσῃ τὸν συκοφάντην ἀπόβλητον; Αὐτὸ μοῦ προκαλεῖ καὶ ἔκπληξιν καὶ βαθεῖαν λύπην. Ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν συνέβη νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον, ὅπως ὤφειλε, τοὐλάχιστον θὰ πρέπει, προτοῦ τερματίσῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλὴ νὰ εὕρῃ τρόπον ἀντικειμενικῆς κρίσεως. Καὶ εἷς μόνον τρόπος ὑπάρχει, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὄχι βεβαίως κατ’ ἐκπροσώπησιν τῶν κομμάτων, ἢ σύστασις μιᾶς ὀλιγομελοῦς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς κατ’ ἐπιλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαιώνει ὅτι ἡ εὐρυτέρα κοινολόγησις τῶν ἐγγράφων θὰ ἔβλαπτε τὸ κοινὸν συμφέρον. Νὰ καλέσῃ καὶ τὸν κ. Ὑψηλάντην εἰς ἀνάκρισιν καὶ κατόπιν νὰ ἐκδώσῃ πόρισμα. Τότε, τερματίζεται πράγματι, τὸ θέμα. Ἐάν, ὅμως, μείνωμεν εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν φρονῇ, ὅτι ἀνταλλάξας ἁπλῶς ὕβρεις μὲ τὸν πρεσβευτὴν κ. Ὑψηλάντην ἐτερμάτισε τὸ θέμα, εὑρίσκεται εἰς πλάνην. Θὰ παραμείνῃ ἐκκρεμὴς ἡ κατηγορία καὶ ἐκφράζω διὰ τοῦτο τὴν βαθεῖαν μου θλῖψιν. Εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Χώρας αὐτὴ ἡ πρᾶξις του δὲν θὰ ὀνομάζεται γενναιότης, θὰ ὀνομάζεται φυγή, θὰ ὀνομάζεται ἔλλειψις εὐθιξίας. Κύριοι βουλευταί, αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον θὰ καταψηφίσῃ τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§8Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τὸ ἰδιαίτερον προνόμιόν μου νὰ ἀπαντῶ εἰς τὸν συμπολίτην μου Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, Πρόεδρον κ. Παπανδρέου. Καὶ ἐπειδὴ ἀπαντῶ εἰς ἐπίθεσιν, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἀπαντήσω ἀντεπιτιθέμενος. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὡς παλαιὸς κοινοβουλευτικός, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ θεωρήσῃ ὡς περίεργον τὸ ὅτι ὁ τόνος τῆς ἀπαντήσεως θὰ εἶναι ἀνάλογος τοῦ τόνου τῆς ἀγορεύσεώς του. Μικτὰ εἶναι πάντοτε τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα μὲ κατέχουν ὁσάκις ἀπαντῶ εἰς τὸν Πρόεδρον κ. Παπανδρέου. Καὶ δυσάρεστον μοῦ εἶναι, διότι ἔχω ἐπανειλημμένως εἰς τὸ παρελθὸν καὶ δὴ κρισίμους στιγμὰς τοῦ ἐθνικοῦ βίου συνεργασθῆ μετ’ αὐτοῦ καὶ τὸν τιμῶ βαθύτατα. Ἀλλὰ καὶ εὐχάριστον ταυτοχρόνως μοῦ εἶναι, διότι ὁ κ. Παπανδρέου, παρέχει ἔδαφος μὲ τὴν τόσην στιλπνότητα τῶν συλλογισμῶν του μὲ τὴν σαφήνειαν, ἡ ὁποία διακρίνει τὸν λόγον του, παρέχει ἔδαφος, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, εὐχερὲς διὰ τὴν ἀπάντησιν. Δὲν λέγω, ὅτι εἶναι εὐχερὲς τὸ ἔδαφος, τὸ ὁποῖον παρέχει, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ βάρους τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ἐπιχειρήματα θὰ τὰ ἐξετάσωμεν, ἀλλὰ διευκολύνεται κανεὶς εἰς τὸ ἔργον του, ὅταν ἀπαντᾷ εἰς λόγον, ὁ ὁποῖος διέπεται ἀπὸ στιλπνοὺς καὶ ἀπολύτους σαφεῖς συλλογισμούς, ἀδιαφόρως ἐὰν ὀρθοὺς ἢ μή. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἤρχισε τὴν ὁμιλίαν του ἀκολουθῶν τὸ παράδειγμα τοῦ Εὐκλείδου, μὲ ὁρισμοὺς καὶ ἀξιώματα. Καὶ πράγματι, οἱ ὁρισμοί, τοὺς ὁποίους ἔθεσε καὶ τὰ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα διετύπωσε, διέπονται ἀπὸ ἀπόλυτον ὀρθότητα. Δὲν πρόκειται νὰ ἀμφισβητήσω τὰς βασικὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι συνέλαβον εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ὁρισμῶν καὶ ἀξιωμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀξιώματα καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁρισμοὺς ὡρμήθη. Θὰ ἐξετάσω πῶς ὁρμώμενος ἀπὸ τοὺς ὀρθοὺς αὐτοὺς ὁρισμοὺς καὶ ἀπὸ τὰ ὀρθὰ αὐτὰ ἀξιώματα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησε, πῶς ἐβάδισε περαιτέρω. Ὁ μὲν Εὐκλείδης ἐβάδισε συγγράφων τὸ κλασσικόν του ἔργον, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀπολύτως ὑπὸ ἔννοιαν λογικήν, αὐστηρῶς μαθηματικήν, συνεπὴς πρὸς τὰς προϋποθέσεις τῶν ὁρισμῶν καὶ ἀξιωμάτων. Ἔπραξεν ἆραγε τὸ αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου; Ἂς ἐξετάσωμεν μίαν πρὸς μίαν, δι’ ὀλίγων, διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλὴν καὶ διὰ νὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία καὶ εἰς ἄλλους εἰς ὥραν κατάλληλον νὰ ὁμιλήσουν, ἂς ἐξετάσω μίαν πρὸς μίαν τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἐξετόξευσε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν πρώτοις, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὁ ὁποῖος τοὺς ὁρισμοὺς καὶ τὰ ἀξιώματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος πρὸς τοὺς Συμμάχους καὶ πρὸς τὰ ὑπόλοιπα Κράτη ἔθεσεν ὀρθῶς, εἰσῆλθεν, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἐξέπληξεν, εἰς τὸ θέμα τὸ Κυπριακὸν καὶ εἶπε, καταγγέλλων τὴ Κυβέρνησιν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἱστορίας, ὅτι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ, εὗρε τὴν Κύπρον Ἑλληνικήν, κατέστησε τὴν Κύπρον Ἑλληνο —Τουρκικήν. Λυποῦμαι, ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, διὰ τὴν ρῆσιν σας. Ἄλλοτε, συζητουμένου τοῦ Κυπριακοῦ, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ —δὲν ἔχω πρόχειρα τὰ πρακτικά, ἀλλὰ ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοὐλάχιστον τοῦτο— ἠσκήσατε, βεβαίως, κριτικὴν διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ, ἀλλὰ ὡρμήθητε, ἐνῷ σήμερον δὲν τὸ ἐπράξατε, ἀπὸ τὴν διατύπωσιν μιᾶς ἀληθείας. Σήμερον, τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν τὴν ἀπεσιωπήσατε καὶ τὴν ἀντικατεστήσατε μὲ αὐτὴν τὴν παράδοξον ρῆσιν. Τότε, εἴχατε εἴπει, ὅτι ἀπετέλει βῆμα μέγα καὶ οὐσιῶδες τὸ ὅτι ἔπαυσεν ἡ Κύπρος νὰ εἶναι Ἀγγλικὴ ἀποικία. Συνεπῶς, κακῶς διετυπώσατε καὶ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἀντικειμενικός, τὴν ρῆσιν σας ἀπόψε. Τὴν Κύπρον, ἡ Κυβέρνησις εὗρεν Ἀγγλικὴν καὶ ὑπῆρξε πρὸς στιγμὴν κίνδυνος νὰ μεταβληθῇ πράγματι, εἰς Ἑλληνο–Τουρκικήν, διὰ τῆς διχοτομήσεως. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, τὴν κατέστησε ἀνεξάρτητον. (Χειροκροτήματα). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§9Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. ... (Διακόπτει ἀπὸ τῆς θέσεώς του, μὴ ἀκουσθείς, κωδωνοκρουσίαι).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, σεῖς, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε τὸν Κανονισμόν, λαμβάνετε τὸν λόγον, χωρὶς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Προέδρου; Θλίβομαι ἐξαιρετικὰ δι’ αὐτό. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος νομομαθής, ὡς ὑμεῖς, νὰ παραβιάζῃ τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωρίζετε, εἶναι νόμος ἐπηυξημένης δυνάμεως.
§11Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Αὐτὴ εἶναι, ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, ἡ ἀλήθεια, ἐὰν θέλῃ, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πῶς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν τὸ κατώρθωσε μέσα εἰς τὴν σκέψιν του, ἐὰν θέλῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου νὰ διατυπώσῃ ἢ νὰ υἱοθετήσῃ, διατυπουμένην ἐκ μέρους ἄλλων, φράσιν περιέχουσαν τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ἰσχυρίσθη κανείς, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅτι ἡ Κύπρος κατέστη Ἑλληνική. Δὲν γνωρίζω ποία Κυβέρνησις θὰ τὸ κατώρθωνε. Ποία Κυβέρνησις θὰ εἶχε τὴν μαγικὴν ἐκείνην ράβδον εἰς χεῖρας της, ἡ ὁποία μαγικὴ ράβδος, θὰ εἶχε τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον κατηγόρησεν ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν εἶχεν ἡ ἰδική της πολιτική. Εἶναι εὔκολον νὰ κατηγορῇ κανεὶς τὴν ὑπευθύνως διαχειριζομένην τὰ ἐθνικὰ πράγματα Κυβέρνησιν, δι’ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἱστορικῶς ἦτο ἀδύνατον, λέγων, ὅτι ἔπρεπε τὸ ἱστορικῶς ἀδύνατον ἀποτέλεσμα νὰ τὸ ἐπιτύχῃ. Καὶ γνωρίζει ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι ἦτο ἱστορικῶς, ἐπὶ τῇ βάσει ἀντικειμενικῶν δεδομένων ἀδύνατον τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο. Διότι καὶ ἂν ἀκόμη ἐπέμενεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν γραμμήν, ἡ ὁποία θεωρητικῶς θὰ ὡδήγει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, θὰ ἐσημειοῦντο τοιαῦται περιπλοκαὶ καὶ ἀνωμαλίαι, ὥστε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἐπήρχετο καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀπεμονοῦτο καὶ θὰ εὑρίσκετο εἰς δυσχερεστάτην ὑπὸ πᾶσαν ἔννοιαν θέσιν. Ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ τέχνη τοῦ δυνατοῦ καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, εἰς ὥρας μάλιστα κατὰ τὰς ὁποίας γίνεται ἡ μεγάλη ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου προσπάθεια νὰ ἀξιοποιήσουν τὴν ἀνεξαρτησίαν των καὶ νὰ τὴν ἀξιοποιήσουν συνεργαζόμενοι καὶ μὲ τοὺς Τούρκους τῆς νήσου, ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ εἶναι πράγματι δύσκολος, δὲν εἶναι, νομίζω, ὀρθὸν εἰς μίαν τοιαύτην στιγμὴν νὰ γίνεται ἐκ μέρους, κατ’ ἐξοχὴν μάλιστα τοῦ Προέδρου κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε πάντοτε πολὺ προσεκτικὸς εἰς τὰς ἐκφράσεις του, τὰς σχετικὰς μὲ τὸ θέμα αὐτό, νὰ γίνεται προσπάθεια δημιουργίας ψυχικῶν καὶ ἠθικῶν προβλημάτων εἰς τοὺς Ἕλληνας τῆς Κύπρου. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐτῶν κατὰ τὰ ὁποῖα συνεζητεῖτο καὶ ἦτο ἐκκρεμὲς τὸ Κυπριακόν, εὑρέθη, ὄχι μόνον ὡς μέλος τοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω καὶ ὡς Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Καραμανλῆ, ἀλλὰ εὑρέθην καὶ ὡς ἀνεξάρτητος καὶ δὴ ὡς ἀντίπαλος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἐπικαλεσθῶ, ἀφοῦ εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου σας ὑπεμνήσατε καὶ σεῖς τὴν ἀντικειμενικότητα ἡ ὁποία σᾶς διέπει, ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν πλήρη ἀντικειμενικότητα, ἡ ὁποία διέπει καὶ ἐμὲ καὶ ἡ ὁποία δὲν μοῦ ἐπέτρεψεν εἰς καμμίαν στιγμήν, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ Κυπριακόν, νὰ ἀφήσω τὰς εὐχὰς τῆς καρδίας μου νὰ ἐκδηλωθοῦν ἐλευθέρως. Θὰ μοῦ ἦτο εὔκολον νὰ τὸ πράξω, θὰ ἦτο ἀρεστὸν εἰς τοὺς ἀκροατάς μου καὶ εἰς τὴν Κοινὴν γνώμην ἐδῶ καὶ εἰς τὴν Κύπρον, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπέτρεψα εἰς τὸν ἑαυτόν μου καὶ ἐπίστευα καὶ ἤλπιζα, ὅτι δὲν θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὸν ἑαυτόν του, οὔτε ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, τὸν ὁποῖον τόσον τιμῶ. Τὸ δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, εἶναι τὸ θέμα τῆς ποιότητος τοῦ Κράτους, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ εἶπεν: Ὅτι ἔχομεν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ Ε. Ρ.Ε. Κράτος Κομματικὸν ἀπολύτως καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἐπικράτειαν, Κράτος δὲ ἀστυνομικὸν εἰς ὡρισμένας περιφερείας. Τὸ ἕν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου, κρατεῖ πανελληνίως, τὸ ἕτερον κρατεῖ τοπικῶς, εἰς ὡρισμένους τόπους. Κύριοι, ἡ ζωὴ τοῦ Κράτους εἶναι ὁρατὴ εἰς ὅλους καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Κράτους εἶναι ὁρατὴ κατ’ ἐξοχὴν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦν θέσιν μέσα εἰς τὸ πλαίσιον τοῦ κρατικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἡ Κυβέρνησις, καὶ αὐτὸ ἔχει σημειωθῆ εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, ἐπεδίωξε, προκειμένου νὰ ἐπιλέξῃ εἰς σημαντικὰς θέσεις πρόσωπα, ἐπεδίωξε νὰ ἐπιλέξῃ τὰ ἄριστα, τὰ κατ’ αὐτὴν τοὐλάχιστον ἄριστα, μὲ κριτήρια ἀντικειμενικὰ καὶ ὅπως βουλευτὴς τῆς Ε.Ρ.Ε. αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐψιθύρισε, τὰ περισσότερα τῶν προσώπων αὐτῶν, διαμαρτυρομένων, ὅπως εἶναι φυσικόν, τῶν κυρίων βουλευτῶν τῆς Ε.Ρ.Ε., εἶναι πρόσωπα μὴ ἀνήκοντα εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν. Καὶ ὅταν ἐτέθη ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ ἡ περίπτωσις τῆς ἐπανδρώσεως τῆς Γενικῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους μὲ 150 ὑπαλλήλους ἐκτάκτους, ἐνῷ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι πιέζονται ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτὸς ἀπὸ οἰκογενείας, τῶν ὁποίων τὰ τέκνα ἔχουν σπουδάσει καὶ ἔχουν ἀνάγκην θέσεως, ἐνῷ δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος νὰ προκηρύξῃ διαγωνισμὸν καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθοῦν τὰ αἰτήματα βουλευτῶν τῆς Ε.Ρ.Ε., νὰ τοποθετήσῃ 150 φίλους αὐτῶν, δὲν τὸ ἔπραξε καὶ προεκήρυξε διαγωνισμόν. Εἰς τὸ βάθος τῆς αἰθούσης ἠκούσθησαν ὡρισμένοι θόρυβοι, ὅταν εἶπον, ὅτι ἐνῷ ἠδύνατο, δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἀξιότιμοι κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐκάματε αὐτὴν τὴν ἀντίδρασιν διὰ τοῦ κτυπήματος τῆς γλώσσης ἐπὶ τοῦ οὐρανίσκου σας, δὲν γνωρίζω περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, μὴ ἐπιβαλλομένου διαγωνισμοῦ ἀπὸ τὸν νόμον, νὰ ἔγινε διαγωνισμός. Δὲν γνωρίζω, οὔτε εἰς τὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶσθε σεῖς εἰς τὴν ἐξουσίαν ἢ οἱονδήποτε Κόμμα περίπτωσιν νὰ ἔγινε διαγωνισμός, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιβάλλῃ ὁ νόμος καὶ μάλιστα διαγωνισμὸς μὲ τὴν αὐστηρότητα, ἡ ὁποία διέπει τοὺς διαγωνισμοὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ καὶ ἔτι εἰδικώτερον, εἰς τὴν Στατιστικὴν Ὑπηρεσίαν. Κύριοι, δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ Κράτους εἶναι φανερά, εἶναι διαφανής. Ὅσα λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μὲ αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἐπέδειξεν, ἐπιτιθέμενος κατὰ τοῦ δῆθεν Κομματικοῦ Κράτους καὶ τοῦ δῆθεν ἀστυνομικοῦ κράτους, αὐτὴ ἡ εὐχέρεια, εἶναι εὐχέρεια λόγων. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθοῦν τὰ γεγονότα. Καὶ ἐμνημόνευσα δύο κατηγορίας γεγονότων, ἐνδεικτικῶς. Ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι θὰ θίξῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου τὸ θέμα, θὰ εἶχον συλλέξει περισσότερα στοιχεῖα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς φέρω καὶ ἄλλα. Ἀλλὰ ἀρκοῦν τὰ δύο ἐνδεικτικῶς μνημονευθέντα ὑπ’ ἐμοῦ γεγονότα, διὰ νὰ πέσῃ ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα τῶν λόγων περὶ Κομματικοῦ Κράτους. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἠθέλησε νὰ λάβῃ θέσιν ἀπέναντι μιᾶς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχα χρησιμοποιήσει πρὸ δύο περίπου μηνῶν, συζητουμένου ἄλλου θέματος ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν εἶπον — αὐτὴ ἦτο ἡ διατύπωσις — ὅτι ἡ Δημοκρατία πρέπει ὄχι μόνον νὰ ἀμύνεται, ὅπως εἶχεν εἴπει ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἀλλὰ νὰ μάχεται, νὰ εἶναι μαχομένη Δημοκρατία. Ἐνόμισε, λοιπόν, ὁ κ. Παπανδρέου ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ θέσιν ἀπέναντι τῆς ρήσεως αὐτῆς καὶ ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ὅτι ἔλαβε θέσιν, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἐξαιρετικῶς ἀσθενής. Δὲν ἐμνημόνευσε τίποτε τὸ συγκεκριμένον. Κατηγόρησε γενικῶς τὸ Κράτος, ὅπως διεμορφώθη κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν, εἶπεν ὅτι τὸ Κράτος ἔγινε στρατολόγος, εἶπεν ὅτι οἱ συνοδοιπόροι τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, συγκεκριμένως τοῦ Κ.Κ., πρέπει νὰ μετατραποῦν εἰς πρωτοπόρους τῆς Δημοκρατίας — πρᾶγμα πρὸς τὸ ὁποῖον συμφωνῶ, ἂν τὸ ἐπιτύχῃ θὰ εἶναι ἄξιος τῆς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Εἶπεν, ἐπίσης καὶ διετύπωσε καὶ ἄλλας φράσεις. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν προέβη εἰς οὐδεμίαν συγκεκριμένην διατύπωσιν, ἡ ὁποία βασιζομένη ἐπὶ ἀποδείξεων ἢ ἔστω ἐπὶ ἐνδείξεων, νὰ πείσῃ τὸν ἀντικειμενικὸν ἀκροατήν, ὅτι ἡ κατηγορία ἡ ἀποδοθεῖσα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἵδρυσεν ἀστυνομικὸν κράτος εἶναι κατηγορία θεμελιωμένη. Δὲν μοῦ εἶναι εὔκολον, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀντικρούω φράσεις ἄνευ συγκεκριμένου περιεχομένου, δὲν μοῦ εἶναι εὔκολον νὰ ἀνατρέπω συλλογισμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι καθαρῶς λεκτικοί, φραστικοὶ καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν βασίζονται ἐπὶ στοιχείων καὶ ἐπὶ γεγονότων. Ἂς ἀνακοινώσῃ γεγονότα ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἂς προβῇ εἰς τὴν καταγγελίαν, ὄχι ἐνδεικτικῶς ἑνὸς ἢ δύο περιστατικῶν, διότι μεμονωμένα περιστατικὰ ἠμπορεῖ νὰ συμβαίνουν, ἀλλὰ ἂς ἀποδείξῃ ὅτι καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἢ εἰς ὡρισμένας ἔστω περιοχάς, ἀλλὰ περιοχάς, αἱ ὁποῖαι νὰ εἶναι εὐρεῖαι καὶ ὄχι ἓν χωρίον, εἰς τὸ ὁποῖον κἄτι συνέβη τυχαίως, ὅτι εἰς ὡρισμένας περιοχὰς σημειοῦνται συστηματικῶς αὐτά, τὰ ὁποῖα κατήγγειλεν, ὁπότε βεβαίως θὰ ἤμην εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω, εἴτε ἀποκρούων τὰς κατηγορίας καὶ λέγων, ὅτι βασίζονται ἐπὶ ἀνακριβῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν, εἴτε ἡττώμενος καὶ ἀναγνωρίζων, ὅτι ἔχει δίκαιον. Ἀλλὰ πῶς νὰ ἀντικρούσω...
§12Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος ἐν μέσῳ κωδωνοκρουσιῶν).
§13Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πῶς νὰ ἀντικρούσω τὸ κενόν; Δὲν ἔχω δυνατότητα. Οὔτε ὁ λόγος, οὔτε ἡ φωνή, οὔτε ὁ νοῦς μου τοῦ παρέχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἀντικρούσω τὸ κενόν. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁ κ. Παπανδρέου δὲν ἔφερεν ἀποδείξεις.
§14Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος ἐν μέσῳ κωδωνοκρουσιῶν).
§15Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Διετύπωσεν ὡρισμένας φράσεις ἄνευ συγκεκριμένου περιεχομένου. Ἑπομένως, ἡ Κυβέρνησις ἔχει κάθε δικαίωμα τὰς φράσεις αὐτὰς νὰ τὰς ἀπορρίψῃ, χωρὶς ἀνταποδείξεις. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ὑποχρεούμεθα νὰ ἀποκρούωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν βασίζονται ἐπὶ συγκεκριμένων στοιχείων καὶ τὰ ὁποῖα δὲν σχετίζονται μὲ συγκεκριμένα γεγονότα.
§16Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί δὲν θέλετε νὰ ἀκούσετε; (Κωδωνοκρουσίαι).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, μοῦ προκαλεῖ στενοχωρίαν, ἡ ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ φέρετε, νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν. Δυνάμει τῶν ἄρθρων 23 καὶ 24 τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δικαιοῦσθε νὰ διακόπτετε καὶ πᾶς βουλευτὴς θορυβῶν, ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν. Δὲν θὰ ἤθελα συνάδελφος τῆς ἡλικίας σας καὶ τοῦ πολιτικοῦ παρελθόντος σας νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§18Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι, διότι ὁ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Παπαμιχαλόπουλος, διακόπτει ἐπανειλημμένως, ἀξιῶν νὰ διακόψω ἐγὼ τὸν λόγον μου, διὰ νὰ ἀναπτύξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνέπτυξαν οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἄλλος ἐκ τῶν ἡγετῶν τῶν δύο μεγαλυτέρων κομμάτων τοῦ Κέντρου. Δὲν εἶναι δυνατόν...
§19Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὁμιλῶν μὴ ἀκουόμενος ἐν μέσῳ κωδωνοκρουσιῶν).
§20Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). ...νὰ ἐπιτρέψω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐκφωνήσῃ λόγον ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, διὰ νὰ μνημονεύσῃ περιπτώσεις. Ἐὰν μὲν πρόκειται νὰ μνημονεύσῃ μίαν μεμονωμένην περίπτωσιν εἰς οἱονδήποτε χωρίον, τοῦτο δὲν θὰ εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ ἀποτελέσῃ ἀπόδειξιν. Ἐὰν πρόκειται ἐξ ἄλλου νὰ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα, ὡς θέμα ἀφορῶν τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, νὰ μὲ διακόψῃ, διὰ νὰ τὸ πράξῃ. Ἂς τὸ ἔπραττον ἢ ὁ κ. Κωστόπουλος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἢ ὁ κ. Παπανδρέου σήμερον ἢ ἂς τὸ πράξῃ ὁ ἴδιος αὔριον ἢ καὶ ἀπόψε. Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ παραμερίσω τὸ ὅλον θέμα διὰ τῶν φράσεων, τὰς ὁποίας εἶπον. Ἐφ’ ὅσον φράσεις ἤκουσα, μὲ φράσεις ἀπαντῶ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψει μας στοιχεῖα, οὐδεμίαν ἔχω ἀνάγκην νὰ προχωρήσω πέραν τῶν φράσεων, τὰς ὁποίας διετύπωσα. Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ τὰς κατηγορίας αὐτὰς περὶ κομματικοῦ Κράτους — αὐτὴν εἰδικῶς ἀντέκρουσα μὲ δύο ἐνδεικτικωτέρας περιπτώσεις — θεωρεῖ τὰς κατηγορίας καὶ περὶ κομματικοῦ Κράτους καὶ περὶ ἀστυνομικοῦ Κράτους, ὡς κατηγορίας ἀβασίμους καὶ κατηγορίας ἀπαραδέκτους. Κύριοι, εἰσῆλθε μετὰ ταῦτα ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, εἰς τὸ θέμα τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς. Εἶπεν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν — καὶ ἤμουν βέβαιος, ὅτι θὰ τὸ ἔλεγεν, ὡς τὸ εἶπον καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν κυρίων καὶ ὁ κ. Κωστόπουλος καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐφάνη ἔτι μᾶλλον ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς ἰδέας τῆς συνδέσεως τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν — ὅτι κατ’ ἀρχήν, εἶναι σύμφωνος καὶ προσέθεσε, μάλιστα πολὺ ὀρθῶς, ὅτι θὰ ἦτο ὀλεθρία ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν θὰ ἔμενεν ἡ Ἑλλὰς ἔξω ἀπὸ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Προέβη εἰς μίαν κριτικὴν τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις — καὶ βεβαίως εὔλογον ἦτο νὰ προβῇ εἰς τὴν κριτικὴν — καὶ εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐνημερώσῃ τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ δὲν τὸ ἔπραξε. Πράγματι, ὁ ἀξιότιμος κύριος συνάδελφος, θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ εἰς τὴν συνείδησιν ὡρισμένων ἐκ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὀπαδῶν τῆς ΕΡΕ, νὰ γεννηθῇ ἡ ἀπορία, ἡ ὁποία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι εὔλογος, πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦλθεν εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τοὺς Ἀρχηγοὺς ἢ μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν διαφόρων κομμάτων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δὲν ἔθεσεν ὑπ’ ὄψει των τὸ θέμα. Ἐν πρώτοις, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ θέμα δὲν ἦτο κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα συνεζητεῖτο καὶ κατὰ τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο αἱ δυσχερέστατοι διαπραγματεύσεις, ἓν θέμα ἁπλῶς ἀρχῆς. Τὸ θέμα τῆς ἀρχῆς ἦτο δεδομένον. Ἅπαντες, πλὴν τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, πιστεύομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ξένη πρὸς τὴν μεγάλην αὐτὴν προσπάθειαν οἰκονομικῆς συνεργασίας τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν. Τὸ θέμα λοιπὸν δὲν ἦτο ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, κρίσιμον, ὥστε νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν ἐπαφὴν ἅπαξ ἢ δὶς ἡ Κυβέρνησις μὲ τοὺς Ἀρχηγοὺς ἢ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ τὸ συζητήσωμεν μαζί τους. Ὅταν δοθῇ ἡ εὐκαιρία εἰς τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Ἀρχηγοὺς καὶ ἐκπροσώπους τῶν Κομμάτων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν, συγκεκριμένως εἰς τὸν κ. Παπανδρέου, τὸν κ. Κωστόπουλον, τὸν κ. Στεφανόπουλον, φυσικὰ καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ὡμίλησαν εἰς τὸν κ. Μαρκεζίνην, ὡς καὶ εἰς τοὺς κυρίους τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ἐφ’ ὅσον θὰ ἤθελον νὰ ἐπιδείξουν ἀντικειμενικότητα καὶ ἀμεροληψίαν, ὅταν δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἐξετάσουν ἐν καιρῷ ὅλην τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν εἶχον αἱ συζητήσεις καὶ αἱ διαπραγματεύσεις, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀντιληφθοῦν διατὶ ἦτο ἀδύνατον κάθε ἑβδομάδα, κάθε πενθήμερον, καμμίαν φορὰν καὶ κάθε ἡμέραν, νὰ ἐπικοινωνῇ ἡ Κυβέρνησις μὲ τόσους Ἀρχηγοὺς καὶ ἐκπροσώπους κομμάτων — διότι συμβαίνει καὶ αὐτό, δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων — νὰ ἐπικοινωνῇ καὶ νὰ συζητῇ μὲ τόσους, διὰ νὰ ἐξετάζῃ μετ’ αὐτῶν ἑκάστην λεπτομέρειαν, λεπτομέρειαν ὅμως οὐσιώδη. Διότι εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, τὸ μέγα πρόβλημα ἦτο ταὐτοχρόνως τὸ ἓν καὶ βασικὸν θέμα τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ διάχυτον εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας. Διότι αἱ λεπτομέρειαι εἶχον μεγίστην σημασίαν. Δι’ αὐτὸ ἐθεώρησα, ἄλλως τε ἀναγκαῖον, νὰ ἐξάρω ἀπὸ τοῦ βήματος, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τὴν ὑπὸ τὰς ἀμέσους ὁδηγίας τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διαχείρισιν τοῦ δυσχερεστάτου αὐτοῦ ζητήματος ἐκ μέρους δύο μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Καί, ἐπιτρέψατέ μου, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ, νὰ ἐξάρω ἐπίσης τὴν πολυτιμωτάτην συμβολὴν τῶν τεχνικῶν συμβούλων, τοὺς ὁποίους ἐχρησιμοποίησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰδικώτερον τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). Φείδομαι τῆς μεγάλης μετριοφροσύνης, ἡ ὁποία διέπει τοὺς κυρίους· δὲν θὰ ἤθελον δὲ νὰ μνημονεύσω μόνον τοὺς τρεῖς ἢ τέσσαρας πρωτοστατήσαντας, διότι καὶ ὁ πέμπτος καὶ ὁ ἕκτος καὶ ὁ ἕβδομος συνέβαλον οὐσιωδῶς εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, συγκεκριμένως καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου καὶ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἀξιότιμοι, κ. συνάδελφοι, δὲν ἦτο δυνατόν, λοιπόν, νὰ γίνεται ἡ ἐπαφὴ περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Ἀνεγνώρισα, ὅτι ἦτο, κατ’ ἀρχήν, εὔλογος ἡ διατύπωσις τῆς παρατηρήσεως εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, ἀλλὰ ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωσα, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν θεωρηθῇ τυχὸν ἀνεπαρκὴς — διότι δὲν γνωρίζετε ἀκόμη ὅλας τὰς φάσεις ἀπὸ τὰς ὁποίας διῆλθον αἱ διαπραγματεύσεις — εἶναι ἡ μόνη, ἡ ὁποία περιέχει τοὺς λόγους τοὺς ἐπιβαλόντας εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀποφυγὴν διαπραγματεύσεων καὶ συνεννοήσεων μὲ τὰ ἄλλα Κόματα. Λεπτότατα ὑπῆρξαν τὰ περισσότερα θέματα, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρξαν διαφωνίαι, διαφωνίαι τοῦ αʹ ἢ τοῦ βʹ μέλους τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς. Φαντασθῆτε, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν συζητουμένου τοῦ πράγματος μὲ τοὺς Ἀρχηγούς, τοὺς ἐκπροσώπους τῶν Κομμάτων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι ἐπίσης νὰ κατατοπίσουν τοὺς ἰδικούς των συμβούλους, διέρρεον αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ἐὰν κἄθε ἑβδομάδα εἴχομεν καὶ ἐπίθεσιν τοῦ τύπου ἐναντίον τῆς τάδε χώρας σήμερον, ἐναντίον τῆς δεῖνα χώρας αὔριον, διότι εἰς ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ἦτο οὐσιῶδες, ἀλλά, τὸ ὁποῖον ἐνδεχομένως ἦτο οὐσιῶδες καὶ διὰ τὴν χώραν ἐκείνην, δὲν συνεφώνει καὶ δὲν ἔδιδε τὴν ἰδικήν της ψῆφον διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀπόφασιν. Ἐχρειάζετο, δὲ ὅπως γνωρίζετε, ἡ ὁμοφωνία ὅλων τῶν μελῶν τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον καὶ δικαίωμα καὶ δι’ αὐτὸν τὸν πρόσθετον λόγον, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσα νὰ μὴ προβῇ εἰς τὰς ἐπαφὰς καὶ τὰς συνεννοήσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου. Διότι, ἐὰν μὲν ἐγένετο ἡ ἐπαφὴ καὶ συνεννόησις μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεντρικὸν θέμα τῆς ἀρχῆς, δὲν θὰ εἶχον αἱ συνεννοήσεις, ὅπως εἶπον πρίν, καμμίαν σημασίαν. Ἐάν, ἐξ ἄλλου, εἰσερχώμεθα εἰς συζήτησιν ἐπὶ παντὸς ἀναφυομένου ζητήματος, ἐπὶ πάσης λεπτομερείας — ἡ ὁποία ἂν καὶ λεπτομέρεια, εἶχε μεγίστην καὶ οὐσιώδη σημασίαν — δὲν θὰ κατελήγαμεν, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν σύνδεσιν μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, διότι κατ’ ἀνάγκην, αἱ συζητήσεις καὶ αἱ συνεννοήσεις μὲ τὰ Κόμματα, θὰ παρετείνοντο καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ προχωρήσῃ ὑπευθύνως, δίδουσα ἑκάστην ἡμέραν καὶ νύκτα τὰς ἐντολάς της — πολλάκις καὶ τὰ μεσάνυκτα ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἐπεκοινώνει καὶ ἔδιδεν εἰδικὰς ἐντολὰς εἰς τοὺς ἐν Βρυξέλλαις εὑρισκομένους —δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν αἱ ἐνέργειαι μὲ τὴν ταχύτητα ἐκείνην, μὲ τὴν ὁποίαν ἐγένοντο. Τὰ δύο χρόνια, δὲν πρέπει νὰ τὰ θεωρήσετε ὡς πολλά. Ἦτο κατόρθωμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔγινε. Καί, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἀντὶ νὰ γίνεται ἐπίθεσις ἐναντίον μας, δὲν διερωτᾶται ἡ Ἀντιπολίτευσις, πῶς δὲν κατώρθωσε τοῦτο — ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατώρθωσεν ἡ Ἑλλάς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατώρθωσεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις — πῶς δὲν τὸ κατώρθωσε καμμία ἄλλη χώρα εὑρισκομένη ἐντὸς τῶν ἕξ; (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς). Βεβαίως, εἶναι ὡραῖον — καὶ εἰσέρχομαι τώρα, εἰς τὸ ἑπόμενον σημεῖον τοῦ λόγου τοῦ κ. Παπανδρέου, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος — τὸ ρητόν, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Παπανδρέου. Τὸ υἱοθετῶ, μάλιστα πλήρως. Ἡ σύνδεσίς μας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, σύνδεσις καὶ οὐχὶ ὑπαγωγὴ μὲ πλήρη ἰσοτιμίαν — καὶ εὐτυχῶς ὁ κ. Παπανδρέου δὲν ἐζήτησε τὸ δεύτερον, διότι γνωρίζει ὅτι τοῦτο, καὶ ἐὰν ἀκόμη μᾶς τὸ προσέφερον, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ δεχθῶμεν, πάντως ἡ σύνδεσίς μας, λέγω, μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, ἀποτελεῖ συμμετοχὴν εἰς μέγα ἄθλημα. Πράγματι, κύριοι, ἀποτελεῖ συμμετοχὴν εἰς μέγα ἄθλημα. Ἀλλά, ὁ κ. Παπανδρέου, εἶπε τὴν φράσιν αὐτήν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι διόλου ἁπλῆ φράσις, ἀλλὰ ἔχει μέγα, ἀληθὲς καὶ οὐσιῶδες περιχόμενον, διὰ νὰ προχωρήσῃ καὶ διὰ νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν προητοιμάσθη, δὲν προητοίμασε τὴν χώραν καὶ τὴν οἰκονομίαν αὐτῆς. Εἶπεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῇ πνεῦμα ἀνάλογον καὶ ἀντίστοιχον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἴσχυσε τὴν 28 Ὀκτωβρίου 1940. Ἐδῶ, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νὰ τὸ εἴπω, ὑπάρχει κἄποια ὑπερβολή. Γνωρίζετε ἄριστα ὅτι καὶ σεῖς καὶ οἱοσδήποτε ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων, οἱ ὁποῖοι ἡγοῦνται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἦσθε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θὰ κατωρθώνατε νὰ δημιουργήσητε, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ γεγονότος, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν μέρος εἰς αὐτὸ τὸ μέγα ἄθλημα, δὲν θὰ κατωρθώνατε νὰ δημιουργήσετε τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε, τὴν 28ην ἢ 30ὴν Ὀκτωρίου 1940 Δὲν θὰ κατωρθώνατε νὰ πείσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ ξεχυθῇ εἰς τοὺς δρόμους, νὰ ζητωκραυγάζῃ, νὰ συγκινῆται, νὰ κλαίῃ. Δὲν θὰ τὸ κατωρθώνατε — καὶ δι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ προσέχωμεν εἰς τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας χρησιμοποιοῦμεν — δὲν θὰ κατωρθώνατε νὰ προκαλέσητε αὐτὴν τὴν συγκίνησιν καὶ αὐτὸν τὸν συναγερμόν. Διότι, ἄλλο εἶναι νὰ συνεγείρετε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διὰ νὰ ὑπεραμυνθῇ τοῦ ἐδάφους του καὶ τῆς τιμῆς του, καὶ ἄλλο εἶναι νὰ τὸν κινητοποιήσητε βαθμιαίως καὶ κατὰ τρόπον σταθερόν, διὰ τὴν συμβολήν του εἰς ἕνα ἔργον μεγάλης διαρκείας, εἰς ἕνα ἔργον οἰκονομικοῦ καὶ κοινωνικοῦ περιεχομένου. Δὲν προεκαλέσαμεν, λοιπόν, τὸ παραδέχομαι, ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, τὸν συναγερμὸν τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940, ἀλλὰ ἀπὸ ἐτῶν, δημιουργοῦμεν τὰς προϋποθέσεις — καί, καθημερινῶς τῶν προϋποθέσεων αὐτῶν ὁ ὄγκος αὐξάνει — δημιουργοῦμεν τὰς προϋποθέσεις, διὰ τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ μέγα ἄθλημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσατε. Εἴπατε ἐπίσης, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόγραμμα συνδέσεως τῆς Ἑλλάδος, πρόγραμμα, δηλαδή, τὸ ὁποῖον, τὴν σύνδεσιν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, νὰ τὴν καταστήσῃ ἀκίνδυνον καὶ μάλιστα χρήσιμον, ὠφέλιμον. Θὰ παραπέμψω τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου εἰς τὸ 5ετὲς πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον, ἀκριβῶς, ἀποτελεῖ τὸ πλαίσιον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου σημειοῦνται τὰ βήματα, τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἀξιοποίησιν τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας, μέχρι τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ νὰ καταστῇ ἱκανὴ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄθλημα. Ἀκόμη καὶ φραστικῶς ἂν θελήσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἀντὶ οἱουδήποτε ἄλλου βιβλίου, νὰ χρησιμοποιήσῃ ἀπόψε πρὶν κοιμηθῇ, πρᾶγμα δυσάρεστον, διότι οὐδέποτε χρησιμοποιοῦμεν κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν, οὔτε ὁ ἴδιος, οὔτε ἐγώ, βιβλία μὲ ἀριθμούς, προτιμῶμεν κἄτι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνετώτερον ἢ ἔστω βαρύτερον, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικώτερον, ψυχικῶς καὶ πνευματικῶς οὐσιαστικώτερον, ἀπόψε ὅμως ἂς κάμῃ τὴν ἐξαίρεσιν καὶ ἂς διαβάσῃ τὸ 5ετές, ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου νὰ τὸ μελετήσῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ διαπιστώσῃ ποσάκις μνημονεύεται τὸ γεγονὸς τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς. Εἶναι πάρα πολλαὶ αἱ περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας γίνεται ἄμεσος ἡ ἀναφορά. Δὲν νομίζω, ὅτι ἦτο εὔστοχον, ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νὰ κατηγορήσῃ τὴν μοναδικὴν ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Νεοελληνικοῦ Βασιλείου, Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία κατήρτισε πρόγραμμα, πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται πᾶς τις, βεβαίως, νὰ κρίνῃ καὶ νὰ θεωρήσῃ ἐσφαλμένον ἢ ἀνεπαρκές, ἀλλὰ κατήρτισεν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρόγραμμα, νὰ κατηγορήσῃ τὴν μοναδικὴν αὐτὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τὸ ἔπραξεν, ὡς παραλείψασαν νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μόνον αὐτὴ ἔπραξεν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλλάβω τὴν λογικὴν θεμελίωσιν αὐτῆς τῆς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ἐξετόξευσεν ὁ κ. Παπανδρέου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ συνεπλήρωσε τὴν σκέψιν του ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη ἔχωμεν μίαν πρόοδον ἐν Ἑλλάδι, ἡ πρόοδος αὐτὴ ἦτο φυσικὸν νὰ σημειωθῇ, ὅπως σημειοῦται εἰς ὅλας τὰς ὑποαναπτύκτους χώρας. Παντοῦ γίνεται ἀνάπτυξις. Θὰ ἠμποροῦσεν, ἁπλούστατα, ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημ. Κέντρου, νὰ μὴ γίνῃ ἐν Ἑλλάδι, ὅπως —καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνατρέψω τὸν γενικευτικὸν συλλογισμόν σας — δὲν γίνεται εἰς ἀρκετὰς χώρας. Δὲν θὰ ἤθελα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ κάμω ὀνομαστικὴν μνείαν τῶν χωρῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν γίνεται αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε μόνον, διὰ νὰ μὴ ἀναγνωρίσητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ κατώρθωσεν ἐν Ἑλλάδι. Ἔ, λοιπόν, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἡ Κυβέρνησις τὸ κατώρθωσε. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν θὰ τὸ κατώρθωνεν ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδική σας, ἢ ὁ κ. Στεφανόπουλος ἢ ὁ κ. Μαρκεζίνης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ λαὸς ἔδωσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ΕΡΕ τὴν δυνατότητα νὰ ὠθήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀποτελεσματικῶς πρὸς τὴν ἀνάπτυξίν της. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε, ὅτι δὲν ἔκαμε τίποτε ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅτι — αὐτὴ ἦτο ἡ φράσις σας — ἡ γραμμὴ πορείας ὅλων τῶν χωρῶν εἶναι ἡ ἀνάπτυξις. Ἔτσι εἶναι δυνατὸν εὔκολα νὰ γράψετε μίαν ἀφῃρημένην φιλοσοφίαν τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀσκήσητε κριτικὴν ἐναντίον μιᾶς Κυβερνήσεως συγκεκριμένης (χειροκροτήματα). Καὶ εἶπεν ἀμέσως μετὰ ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι τὰ ἔργα, βεβαίως, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἶναι πολλά, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γίνουν περισσότερα καὶ μὲ τρόπον καλύτερον. Ὁ κάθε ἕνας εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ εἴπῃ αὐτό. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις εἰς τὴν ζωήν, δὲν ὑπάρχει ἐκδήλωσις τῆς ζωῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ τρίτος, ὁ κριτής, νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν περισσότερα καὶ καλύτερα πράγματα. Ἂν σᾶς εἶχε δώσει ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τὴν πλειοψηφίαν, διὰ νὰ ἀπεδεικνύατε τὴν ὀρθότητα αὐτῆς τῆς παρατηρήσεως, πιθανὸν νὰ κατωρθώνατε νὰ πράξετε περισσότερα. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρίσητε, κατὰ τρόπον θετικὸν καὶ ὄχι μὲ τὰς περιφράσεις αὐτὰς καὶ τὰς κατηγορίας, ὅτι ἐγένοντο πολλά, τὰ ὁποῖα ριζικῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς μεταβάλλουν τὴν μορφὴν τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας. Καὶ βεβαίως ὑπάρχει ἕνας σχετικὸς μαρασμὸς εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ βεβαίως ὑπάρχει μεγάλη συγκέντρωσις ἀλητείας εἰς τὰς Ἀθήνας — χρησιμοποιῶ τὰς φράσεις τοῦ κ. Παπανδρέου. Ἀλλά, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν πόσον μεγαλύτερος θὰ ἦτο ὁ μαρασμός, ἐὰν δὲν ἐπράττομεν ὅσα ἐπράξαμεν τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ πόσον μεγαλυτέρα θὰ ἦτο ἡ συγκέντρωσις τῆς ἀλητείας, ἐὰν δὲν ἐγίνοντο ὅσα ἔγιναν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Εἶναι εὔκολον νὰ διαπιστώσῃ κανεὶς ἕνα κακὸν χωρὶς νὰ βλέπῃ τὸ χειρότερον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε σημειωθῆ ἐὰν δὲν ἐλαμβάνοντο μέτρα καὶ ἐὰν δὲν ἐσημειοῦτο ἡ πρόοδος, ἡ ὁποία ἐσημειώθη. Βεβαίως, ὁ κ. Παπανδρέου δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἰς γνωστὰς παρατηρήσεις καὶ φράσεις, ἀλλὰ ἐμνημόνευσε καὶ ἀριθμούς, ἤρχισε συγκρίνων τὰς δύο πενταετίας. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Παπανδρέου νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἡ σύγκρισις θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μεταξὺ δύο πενταετιῶν κατὰ ἕνα ἔτος ἐνωρίτερον λαμβανομένων. Καὶ θὰ ἐξηγηθῶ. Ὁ συμμοριτοπόλεμος ἔληξε τὸν Νοέμβριον 1949 καὶ ἤδη ἡ Πελοπόννησος ἀπὸ πολλῶν μηνῶν πρὶν λήξῃ ὁ συμμοριτοπόλεμος εἰς τὸ Βίτσι καὶ τὸν Γράμμον εἶχεν ἀρχίσει καὶ ἐπίσης καὶ ἄλλαι περιοχαὶ τῆς Ἑλλάδος εἶχον ἀρχίσει νὰ ἀνασυγκροτοῦνται καὶ χωρὶς μεγάλην συμβολὴν τοῦ Κράτους, διὰ τῆς συμβολῆς τῶν χεριῶν τῶν Ἑλλήνων ἀγροτῶν, τῶν Ἑλλήνων ἐργατῶν, ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὅταν ἐξησφαλίσθη ἡ ἠρεμία καὶ ὑπῆρξεν ἀσφάλεια ἐπεδόθησαν εἰς ἀναδημιουργικὸν ἔργον. Αἱ δύο λοιπὸν πενταετίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔπρεπε νὰ συγκριθοῦν εἶναι αἱ πενταετίαι 1949–54 καὶ 1954–59. Τὴν δευτέραν μάλιστα πενταετίαν δὲν νομίζω, ὅτι προκειμένου νὰ ἀσκήσῃ μίαν ἀπολύτως ἀντικειμενικὴν κριτικὴν εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν προεκτείνῃ ὁ κ. Παπανδρέου μέχρι τοῦ ἔτους 1960, τὸ ὁποῖον ὡς γνωστόν, ὑπῆρξε τὸ ἔτος τῆς μεγάλης ἀφορείας, ἔτος μιᾶς σημαντικῆς πτώσεως τοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος, διότι εἴχομεν, ἁπλούστατα, μίαν ἐξαιρετικὰ χαμηλὴν παραγωγήν. Εἶναι εὔκολον λοιπόν, ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς λογικῆς νὰ εἴπῃ κανεὶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν καὶ ἡ οὐσιαστικὴ λογικὴ τὰ στηρίζει καὶ τὰ θεμελιώνῃ. Πρέπει λοιπὸν νὰ γίνῃ σύγκρισις τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀγροτικοῦ εἰσοδήματος εἰς τὰς περιόδους 1955–59, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις Καραμανλῆ, μὲ τὴν ἀντίστοιχον προηγουμένην, ὅπως σᾶς εἶπον, περίοδον 1949–54, ὁπότε εἴχομεν τὰ ἀκόλουθα ἀποτελέσματα. Θὰ παρακαλέσω νὰ προσέξητε τὰ στοιχεῖα αὐτά. Τὸ ἀγροτικὸν εἰσόδημα ἀνῆλθεν ἀπὸ 13 δισεκατομμύρια 934 ἑκατομμύρια δραχμῶν τὸ 1949, εἰς 17 δισεκατομμύρια 205 ἑκατομ. δρχ. τὸ 1954. Δηλαδὴ ἐσημείωσεν αὔξησιν 23,5%. Κατὰ τὴν ἑπομένην περίοδον, τὴν δευτέραν πενταετίαν, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ 1954 μέχρι τοῦ 1959, τὸ ἀγροτικὸν εἰσόδημα ἀνῆλθεν εἰς 21 δισεκατομ. 480 ἑκατομ. δρχ., ἤτοι ἐσημείωσεν αὔξησιν 24,3%. Ὡς πρὸς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα θὰ ἠμποροῦσα γενικῶς νὰ σᾶς εἴπω τὰ ἑξῆς: Τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ἀνῆλθεν ἀπὸ 37 δισεκατομ. 550 ἑκατομ. τὸ 1949, εἰς 47 δισεκατομ. 782 ἑκατ. δρχ. τὸ 1954 καὶ εἰς 64 δισεκατομ. 250 ἑκατομ. δρχ. τὸ 1959. Ἤτοι, κατὰ τὴν πρώτην περίοδον 1949–54 εἴχομεν αὔξησιν 26,6% καὶ κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον, ἤτοι κατὰ τὸ 1954–59, εἴχομεν αὔξησιν 34,5%. Δηλαδὴ ἀπὸ 26,6% κατὰ τὴν πρώτην πενταετίαν, ἐφθάσαμεν εἰς 34,5% κατὰ τὴν δευτέραν πενταετίαν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅμως, ὅτι τὸ ἀγροτικὸν εἰδικῶς εἰσόδημα, κατὰ τὸ ἔτος 1960, ὑπέστη κάμψιν, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον τὸν εἰδικόν, τὸν ὁποῖον γνωρίζουν ἅπαντες οἱ Ἕλληνες καί, ἑπομένως, καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημ. Κέντρου, δὲν δικαιοῦται νὰ ἀγνοῇ, δηλαδὴ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἔχομεν μίαν καταπληκτικὴν μείωσιν τῆς ἐλαιοπαραγωγῆς καὶ μείωσιν καὶ εἰς ἄλλα προϊόντα. Ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ σταθῶ περισσότερον εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Θὰ ἤθελα ἁπλῶς νὰ παρατηρήσω ὅτι ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη βασικὴ λογικὴ ἐλαττωματικότης εἰς τοὺς συλλογισμοὺς τοῦ κ. Παπανδρέου, τοὺς ἐκτοξευθέντας ὑπὸ μορφὴν κατηγοριῶν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Παπανδρέου εἶπεν ὅτι κατὰ τὴν περίοδον τὴν ἀμέσως μετὰ τὸν συμμοριτοπόλεμον, εἴχομεν ρυθμὸν αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος ἀσυγκρίτως ταχύτερον καὶ μεγαλύτερον ἀπὸ τὸν ρυθμὸν αὐξήσεως, τὸν ὁποῖον εἴχομεν μετὰ τὸ 1955. Καὶ βεβαίως, ἀξ. κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρ. Κέντρου, καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ διαφορετικά; Τὸ 1949–50 ἤρχισαν οἱ Ἕλληνες πάλιν νὰ ἐργάζωνται εἰς ὅλους τοὺς ἀγροὺς καὶ νὰ γίνεται καὶ πάλιν ἡ Ἑλλὰς παραγωγική. Γνωρίζετε ἀρκετὰ ὅτι ἐπὶ ἔτη δὲν ὑπῆρχεν ἡ δυνατότης οὔτε νὰ σπείρουν καί, φυσικά, οὔτε νὰ θερίσουν. Δὲν ὑπῆρχεν ἡ δυνατότης, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἂς μὴ ἀναφέρω ἀπόψε, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ χωριό του ἢ τὴν κωμόπολιν ὁ Ἕλλην ἀγρότης διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ κτῆμα του. Τὰ γνωρίζομεν αὐτά. Καὶ σεῖς περιωδεύατε τότε τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐγὼ τὴν περιώδευα. Καὶ ἐγὼ μάλιστα τὴν περιώδευα ἐντατικώτερον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἤ, προηγουμένως, ὡς Ὑπουργὸς Ἀεροπορίας, ἢ καὶ χωρὶς νὰ εἶμαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ ἐθεώρουν καθῆκον νὰ εὑρίσκωμαι κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, κατὰ τὴν τετραετίαν ἐκείνην συχνότατα ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἔπασχον, κυρίως δὲ εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα. Πῶς λοιπὸν θὰ συγκρίνετε δύο περιόδους, αἱ ὁποῖαι ποιοτικῶς δὲν συγκρίνονται; Ἡ περίοδος ἡ πρώτη, ἀμέσως μετὰ τὸν συμμοριτοπόλεμον, βεβαίως ἦτο περίοδος ἑνὸς ρυθμοῦ αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος πολὺ ἐντόνου καὶ μεγάλου. Ἀπὸ τὸ μηδὲν εἰς ὡρισμένας περιοχὰς ἐπήδησαν ἀποτόμως τὸ εἰσόδημα εἰς ἀριθμοὺς ἀνταποκρινομένους εἰς τὴν ἐπαναληφθεῖσαν καλλιέργειαν τῆς γῆς καὶ παραγωγήν. Ἡ γῆ, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐσπάρη ἢ ἐφυτεύθη ἀπέδωσε. Κατὰ τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐσπείρετο καὶ δὲν ἐφυτεύετο, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ. Ὅταν τὰ ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων εὐλογοῦντα τὸν Θεὸν διὰ τὸ μέγα δῶρον τῆς εἰρήνης, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐχάρισεν ἐκ νέου τὸ 1949, ἐπεδόθησαν, μὲ τὴν καταπληκτικὴν καὶ ὡραίαν ἐπιμέλειαν, ἡ ὁποία διακρίνει τοὺς Ἕλληνας, εἰς τὰ παραγωγικά των ἔργα, καὶ βεβαίως μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Κράτους, δηλαδὴ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1949 καὶ ἐντεῦθεν, φυσικὸν ἦτο, κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, νὰ εἶναι ὁ ρυθμὸς τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσοδήματος μέγας. Διότι ὅταν ἀπὸ τὸ μηδὲν εἰς ὡρισμένας περιοχὰς πηγαίνομεν εἰς τὸ ἑκατό, εἶναι ἀπόλυτος ὁ ρυθμὸς τῆς αὐξήσεως.
§21Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἦτο καὶ ἡ ἀμερικανικὴ βοήθεια μεγαλυτέρα.
§22Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος, εἶναι ἐπίσης ἀληθές. Θὰ ἤθελα μάλιστα νὰ παρατηρήσω ἐπίσης, ὅτι θὰ βαίνῃ συνεχῶς ἐκδηλούμενον αὐτὸ τὸ φαινόμενον, τῆς μειώσεως τοῦ ρυθμοῦ αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Ἂς λάβωμεν ἕνα παράδειγμα. Μίαν πλουσίαν χώραν. Εἶναι δυνατόν, ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δ. Κέντρου, εἰς τὴν πλουσίαν χώραν νὰ γίνῃ κἂν αὔξησις τοῦ εἰσοδήματος; Δὲν γίνεται ἢ γίνεται ἐλαχίστη. Λάβετε ὡς παράδειγμα μίαν ἀπολύτως κατεστραμένην χώραν, ὅπως ἦτο ἡ Ἑλλὰς τὸ 1949. Ἐκεῖ γίνεται ἡ αὔξησις τοῦ εἰσοδήματος ὑπὸ μορφὴν ἁλμάτων. Ἔλθετε τώρα καὶ εἰς τὴν μέσην κατάστασιν τῆς χώρας, ἡ ὁποία ἔπαυσε νὰ εἶναι κατεστραμένη, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐπεδόθησαν εἰς τὰ εἰρηνικά των ἔργα, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ Κυβερνήσεις ἔπραξαν καὶ πράττουν τὸ καθῆκον των διὰ νὰ δώσουν νέας εὐκαιρίας ἐργασίας εἰς τὸν Λαόν, καὶ νὰ ἀνοίξουν νέας πηγὰς πλούτου. Καὶ εἴπατέ μου: Εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς χώρας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὴν μέσην κατάστασιν, νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ρυθμὸς μὲ τὴν αὐτὴν ταχύτητα; Ὄχι. Ὅσον περισσότερον, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ οἰκονομικὸν νόμον, προοδεύομεν, τόσον βραδύτερος θὰ εἶναι ὁ ρυθμὸς αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Λυποῦμαι, διότι αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον τὰ θεωρῶ ὡς βασικά, ἐπιτρέψατέ μου νὰ προσθέσω καὶ στοιχειώδη, δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Δ. Κέντρου. Ἀφ’ οὗ εἶπε τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου περὶ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, εἰσῆλθε καὶ εἰς τὸ ἀγαπητόν του θέμα, τὸ σιτικόν. Κύριοι, δὲν ἔχω νὰ εἴπω περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶπον πρὸ ἡμερῶν, ὅταν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκπρόσωπον τῆς Κ.Ε.Α. κ. Κωστόπουλον. Ἡ Κυβέρνησις — καὶ σᾶς εἶπον διὰ ποίους λόγους — δὲν ἦτο δυνατὸν μέχρι τοῦδε νὰ ἐξαγγείλῃ τὰ μέτρα της. Ἐντὸς τῶν ἡμερῶν θὰ ἔχῃ πλήρη τὰ στοιχεῖα, τὰ ἀφορῶντα τὸ ὕψος τῆς παραγωγῆς καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς ὁριστικὰς ἀποφάσεις καὶ νὰ τὰς ἐξαγγείλῃ. Ὁ κ. Παπανδρέου ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διεκήρυξεν εἰς Λάρισαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Εἶπε, συγκεκριμένως, ὅτι πρέπει ἡ βασικὴ τιμὴ τοῦ σίτου νὰ ὁρισθῇ εἰς 3,50 δρχ. Βεβαιωθῆτε, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρόκειται περὶ καθαρᾶς οὐτοπίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν χαρακτηρίσω διαφορετικά. Πιστεύω εἰς τὴν πλήρη τιμιότητα καὶ εἰλικρίνειαν σκέψεων τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου καὶ θὰ ἔπεσε θῦμα ὡρισμένων συμβούλων του, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἔδωσαν ὡρισμένα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Δὲν θὰ ἦτο λοιπὸν δυνατόν, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι θὰ ἦτο, ἀλλὰ γνωρίζει, ὅτι δὲν θὰ εἶναι αὔριον τὸ πρωῒ Πρωθυπουργὸς καὶ δὲν θὰ κληθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσῃ πολιτικὴν βασικῆς τιμῆς σίτου 3,50 δρχ. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας, δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ὀρθότητος, ἢ μή, ὑπάρξεως καὶ βασικῶν καὶ προνομιακῶν τιμῶν, δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ φορέως τῆς συγκεντρώσεως καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διαχείρισις τοῦ ὅλου σιτικοῦ θέματος, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰ προβλήματα, τὰ συνδεόμενα μὲ τὸ κύκλωμα σῖτος — ἄλευρα — ἄρτος, τὸ ὁποῖον ἔθιξε δι’ ὡρισμένων φράσεων ὁ κ. Παπανδρέου, ἀλλὰ ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐὰν ὡρίζετο τιμὴ βασικὴ τοῦ σίτου 3,50 δραχ. κατὰ κιλόν, ἀντὶ τῆς ἀντιστοίχου περυσινῆς μέσης βασικῆς τιμῆς, ἡ ὁποία ἦτο 2,34 — δὲν πρόκειται νὰ σταθῶμεν ἐκεῖ, οὔτε θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τόσον χαμηλὴν τιμὴν — θὰ εἴχομεν καταπληκτικὰ ἀποτελέσματα. Ἡ τιμὴ αὐτὴ τῶν 3,50 δραχ. διατηρουμένων καὶ τῶν προνομιακῶν τιμῶν, διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν, θὰ ἐπέφερε ἀναποφεύκτως, ἢ αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου κατὰ 1,10 κατὰ κιλόν, ἢ ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 790 ἑκατομμύρια δραχ. περίπου. Αὐτὰ λέγουν οἱ ἀριθμοί. Βέβαια, δὲν ἀποκλείω τὴν πιθανότητα, νὰ ἔχουν οἱ σύμβουλοι, οἱ τεχνικοὶ τοῦ κ. Παπανδρέου καὶ τὸ εἶπεν ἀπόψε, καταρτίσει μελέτην, ἡ ὁποία λύει τὸ πρόβλημα ἄλλως, καὶ ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸ νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ κιλὸν 3,50 δραχ., μὲ ἐλαχίστην, ὅπως εἶπεν — αὐταὶ ἦσαν αἱ φράσεις τοῦ κ. Παπανδρέου — ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν μία τοιαύτη, σωτηρία λύσις, βασιζομένη ἐπὶ μελέτης θετικῆς, ὑπάρχῃ, καὶ εἶναι ἐφαρμόσιμος, εἶναι μέγα ἠθικὸν λάθος τοῦ κ. Παπανδρέου νὰ μὴ τὴν παραδίδῃ εἰς τὴν δημοσιότητα... (Χειροκροτήματα)... ὁπότε, ἐὰν τὴν παραδώσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ εἶναι ὀρθή, θὰ τὴν ἀσπασθῶμεν, θὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κ. Παπανδρέου, ὅτι πρέπει οἱ σιτοκαλλιεργηταὶ νὰ εἶναι εὐγνώμονες εἰς αὐτὸν καὶ ὄχι εἰς ἡμᾶς καὶ θὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι μελέτη πραγματικὴ καὶ πρέπει ἡ μελέτη νὰ ἔχῃ καὶ θετικὰ στοιχεῖα καὶ θετικὰ πορίσματα. Καὶ πρέπει νὰ εἶναι τοιαύτη, διὰ νὰ ὁμιλῇ, καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησεν ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς ὁ κ. Παπανδρέου. Πρέπει, λοιπόν, διὰ τὸ καλὸν τῶν σιτοκαλλιεργητῶν νὰ δοθῇ εἰς τὴν δημοσιότητα...(Χειροκροτήματα)... ἡ τοιαύτη μελέτη. Ἡμεῖς τοιαύτην μελέτην δὲν κατωρθώσαμεν νὰ καταρτίσωμεν. Ἡμεῖς θὰ ἀνακοινώσωμεν ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν τὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς σιτοπαραγωγῆς, συνδυασμένα, ὅπως εἶναι, μὲ τόσα ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔχει λάβει καὶ μάλιστα συνεχῶς εἰς τόσους ἄλλους τομεῖς, ὅπως εἶναι ἡ βαμβακοκαλλιέργεια καὶ ἡ καλλιέργεια ψυχανθῶν καὶ τεύτλων. Καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ κάμῃ τὸ καλλίτερον δυνατόν. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν καθυστερῇ, καθυστερεῖ ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ συλλέξῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὕψος τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν εὐεργετικωτέρας ὑπὲρ τῶν σιτοπαραγωγῶν λύσεις, μέσα εἰς τὰ πλαίσια πάντως τὰ πρακτικὰ τῆς δυνατότητος, χωρὶς νὰ κλονισθῇ ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία καὶ χωρὶς νὰ συμβοῦν τὰ φοβερὰ ἐκεῖνα σεισμικὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐσημειοῦντο μέχρι καὶ τοῦ ἄρτου τοῦ Ἕλληνος ἀγρότου, εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθούσαμεν μίαν οὐτοπικὴν πολιτικήν. Δὲν θὰ εἶναι οὐτοπικὴ ἡ πολιτική μας, ἀλλὰ θὰ εἶναι πολιτικὴ πραγματικῆς στοργῆς καὶ πραγματικοῦ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν σιτοπαραγωγῶν. (Χειροκροτήματα). Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἐπεφύλαξεν εἰς τὸν ἑαυτόν του τὸ δικαίωμα νὰ κλείσῃ τὴν ὁμιλίαν του μὲ τὸ θέμα τοῦ πρεσβευτοῦ κ. Ὑψηλάντη. Ἡκούσατε, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν προχθές, τὸ Σάββατον. Καὶ δὲν ἀποκλείεται καὶ ἀπόψε νὰ θελήσῃ νὰ προσθέσῃ ὀλίγας λέξεις...
§23Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσῃ.
§24Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα, νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Ἀξιότιμε κ. ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Εἴπατε καὶ ἔχετε χρησιμοποιήσει αὐτὴν τὴν στροφὴν λόγου καὶ εἰς ἄλλας συζητήσεις καὶ συγκεκριμένως κατὰ τὰς συζητήσεις τὰς ὀδυνηράς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ Ὀκτώβριον μῆνα, συζητήσεις ἐπὶ ἠθικῶς ἀπαραδέκτου θέματος, εἴπατε καὶ τότε, λέγετε καὶ σήμερον, χρησιμοποιοῦντες αὐτὴν τὴν στροφὴν λόγου, ὅτι δὲν πιστεύετε εἰς τὰς κατηγορίας τοῦ πρεσβευτοῦ κ. Ὑψηλάντη, εἴπατε, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις — ἀλλὰ προσεθέσατε — ὑπάρχουν ὅμως αἱ κατηγορίαι. Ἐάν, ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις καὶ χρησιμοποιῶ τὰς λέξεις σας, διατί προσεθέσατε, ἐκτοξεύοντας εἰς τὰ ὦτα τῆς κοινῆς γνώμης, κατὰ τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὁ πολιτικῶς ὡραιότερος τὴν φράσιν: «ἀλλὰ ὑπάρχουν αἱ κατηγορίαι»; Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἐλέγατε, ὅτι δὲν πιστεύετε εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑψηλάντης, διότι δὲν τὰ ἀπέδειξε καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν τὰ ἀπέδειξεν οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑψηλάντης; Ὁ συκοφαντούμενος πρέπει νὰ ἀποδείξῃ, ἢ ὁ ἀσκῶν συκοφαντικὴν ἐκστρατείαν; Εἰς ποῖον ἐπιβάλλει ὁ νόμος, ὁ ποινικός, ὁ ὁποῖος εἶναι βασισμένος εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἐπὶ μιᾶς ἠθικῆς ἀρχῆς, διεπούσης αἰῶνας ὁλοκλήρους τὴν κοινωνίαν, εἰς ποῖον ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποδείξεως; Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε μὲ τόσην εὐκολίαν νὰ υἱοθετῆτε ἐμμέσως τὰς κατηγορίας, τὰς διατυπωθείσας καὶ ἐπὶ οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως βασιζομένας. Ἐὰν θέλετε νὰ υἱοθετήσετε τὰς κατηγορίας υἱοθετήσατέ τας κατὰ τρόπον ἄμεσον, κατὰ τρόπον εὐθύν. Μὴν τὰς υἱοθετῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν ἔμμεσον τρόπον. Κατ’ οὐσίαν, ὅταν λέγετε ὅ,τι πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα — ἀντιγράφων κατὰ λέξιν τοὺς λόγους σας — εἶναι ὡσὰν νὰ υἱοθετῆτε τὰς κατηγορίας, χωρὶς νὰ ἀναλαμβάνετε καὶ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην διὰ τὸ περιεχόμενον αὐτῶν. Τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ μὴ υἱοθετῆτε κατηγορίας τοιούτου περιεχομένου, παρὰ μόνον ὅταν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦν προσφέρουν ἀποδείξεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἠθικὴ γραμμή, ἡ ὁποία ὑφίσταται εἰς τὰς σχέσεις τῶν κοινῶν ἀνθρώπων καὶ πρέπει νὰ ἰσχύσῃ καὶ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Κυβερνήσεως καὶ λειτουργῶν τῆς Πολιτείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἠθικὴ γραμμή. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτῶμεν ἀπὸ τοὺς πολίτας ἄλλην ἠθικὴν γραμμὴν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν ἡμεῖς ἢ νὰ δίδωμεν εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν καθημερινὴν ζωὴν τῆς κοινωνίας δὲν ἰσχύουν. Αὐτὸς οὗτος ὁ δικαστὴς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε σεῖς ἀπὸ ἡμᾶς. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν συκοφαντούμενον νὰ ἀνατρέψῃ τὴν στρεφομένην ἐναντίον του συκοφαντίαν. Καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ ὁ δικαστὴς τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν καθημερινὴν ζωὴν — καὶ ἡ καθημερινὴ ζωὴ διέπεται ὑπὸ κανόνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μελετηθῆ ἐπὶ αἰῶνας — δὲν τὸ ἔχετε τὸ δικαίωμα οὔτε σεῖς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, μοῦ ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐπίσης καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ὁμιλήσουν εἰς ὥραν κατάλληλον. Εἰς ὑμᾶς ἐναπόκειται νὰ ἐκτιμήσητε τὴν δυσκολίαν ποὺ ἀντιμετωπίζει τὸ Προεδρεῖον ἐν προκειμένῳ.
§26Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κ. Πρόεδρε, νὰ χρησιμοποιήσω πολὺν χρόνον, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Ἀλλὰ πρόκειται νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
§27Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πρὶν σᾶς ἀκούσω, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν θὰ σᾶς ἀνταπαντήσω. Τοῦτο τὸ λέγω, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ἡ παράλειψις τῆς ἀνταπαντήσεως ὡς φυγομαχία. Θὰ ἔχω, ὅμως, τὴν δυνατότητα, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, νὰ σᾶς ἀπαντήσω αὔριον.
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μὲ ἀδικεῖ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδέποτε συνέβη νὰ δώσω αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν κρίσεις διάφοροι διὰ τοὺς λόγους του, ἀλλὰ ἐντύπωσις φυγομαχίας οὐδέποτε ἔχει ὑπάρξει εἰς τὴν Βουλήν, ἑπομένως ἀδικαιολογήτως ἔχει ἀνησυχήσει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ Κομματικὸν καὶ Ἀστυνομικὸν Κράτος δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἐπιμείνω. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ, τὸ γνωρίζει καλύτερον ἀπὸ ὅλους ἡμᾶς καὶ τὸ γνωρίζει καὶ τὸ ὑφίσταται. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως λόγος περαιτέρω διαφωτίσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθην, ἐβεβαίωσε καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς. Καὶ αὐτὸ μοῦ ἀρκεῖ. Ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ σίτου καὶ εἶπεν, ὅτι θὰ ἦτο μεγάλη ὑπηρεσία, ἐὰν ἀπεκαλύπτομεν αὐτὸ τὸ βότανον, τὸ ὁποῖον μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὴν μαγικὴν λύσιν. Συνάδελφοι τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου θὰ ἀναπτύξουν, ἀπὸ τοῦ βήματος, τὸ θέμα. Ἐὰν ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, εἶναι κυρίως, διότι ἤθελα νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ μεγάλου θέματος τῆς Κύπρου. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος εἶπεν, ὅτι ἄλλοτε εἶχον ἀποδεχθῆ τὴν λύσιν, ἡ ὁποία ἐδόθη.
§29Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν εἶπα αὐτό. Ἀνέφερα, ὅτι εἴπατε, ὅτι εἶναι οὐσιῶδες, ὅτι ἡ Κύπρος ἔπαυσε νὰ εἶναι Ἀγγλική.
§30Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶχον ἄλλοτε εἴπει βαρεῖς λόγους εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω. Καὶ μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμφωνιῶν Ζυρίχης–Λονδίνου, τὰς ἐθεώρησα δυστύχημα. Καὶ προσέθεσα μόνον, ὅτι, ἀφ’ ἧς ὑπεγράφησαν, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν δεκταί, διότι ἡ κατάστασις θὰ ἦτο ἀπείρως χειροτέρα, ἐὰν μετὰ τὴν ὑπογραφὴν ἠρνούμεθα τὴν ἀποδοχήν των. Θὰ ἐδημιουργεῖτο κατάστασις ἀνεπανόρθωτος. Αὐτὴ ἦτο τότε ἡ δήλωσίς μου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, θέλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Κάμνει λάθος νὰ νομίζῃ, ὅτι ἀποτελεῖ μέθοδον ἡ ὑπόμνησις τῶν κατηγοριῶν, χωρὶς τὸ θάρρος τῆς ἀναλήψεως τῶν εὐθυνῶν. Ἡ ἀθέμιτος αὐτὴ μέθοδος μοῦ εἶναι ἄγνωστος καὶ οὐδέποτε τὴν κατεδέχθην. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν κατηγορίαι. Τὸ γεγονός, ὅτι ὑπῆρχαν κατηγορίαι, τὸ ἐπεβεβαίωσε, καὶ μάλιστα εἰς ὀξύτερον βαθμόν, ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶπε προχθές: «Δημόσιος ὑπάλληλος ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐκλεγεῖσαν νομίμως ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἕνα ἔγγραφον μὲ πρωτοφανεῖς ὕβρεις, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις πολιτικῆς σκέψεως, προτίμησις ἰδιωτικῶν συμφερόντων ἔναντι τῶν ἐθνικῶν, ἕνα ἔγγραφον ἐξωφρενικὸν αὐτόχρημα καταπληκτικόν». Ὅταν, λοιπόν, ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν κατηγορίαι μὲ αὐτοὺς τοὺς χαρακτηρισμούς, εἶπον τὴν ἀλήθειαν. Καὶ εἶπον, ἐν συνεχείᾳ, ὅτι αὐτός, ὁ ὁποῖος διετύπωσεν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον μὲ τὰς ἀπιστεύτους κατηγορίας, θὰ πρέπει νὰ κληθῇ πρὸς ἀπόδειξιν τῶν κατηγοριῶν του. Δὲν ἐζητήσαμεν νὰ ἀποδείξῃ, ὁ ὑβριζόμενος, τὴν ἀλήθειαν τῶν κατηγοριῶν. Ἐζητήσαμεν νὰ κληθῇ ὁ ὑβριστὴς καὶ ὁ συκοφάντης πρὸς ἀπόδειξιν τῶν καταγγελιῶν του. Νὰ παραπεμφθῇ, διὰ τοῦτο, εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν κατώρθωνε νὰ ἀποδείξῃ τὰς κατηγορίας του, θὰ καθίστατο ἀπόβλητος ἐκ τοῦ Διπλωματικοῦ Σώματος καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Διὰ τοῦτο συνεστήσαμεν ὀλιγομελῆ ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Σώματος μὲ ἐπιλογὴν τῶν μελῶν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου, ἡ ὁποία νὰ καλέσῃ τὸν Πρεσβευτὴν εἰς ἐξέτασιν. Αὐτὰ ἐπροτείναμεν, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν υἱοθετήσαμεν κατηγορίας χωρὶς ἀποδείξεις. Καὶ ἕως τώρα ὑπάρχουν κατηγορίαι, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις. Διεξάγομεν πάντοτε εὐθέως, τιμίους ἀγῶνας. Καὶ ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν εὐθύτητος ἡ γνώμη μας, ὅτι πρὸς τερματισμὸν τῆς περιπετείας, θὰ ἔπρεπε νὰ κληθῇ ὁ ὑβριστὴς πρὸς ἐξέτασιν. Διότι εἶναι ἡ τιμία, ἡ γενναία, ἡ εὐθεῖα λύσις καὶ αὐτὴν ὑποστηρίζομεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§32Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ δὴ ἀπόψε, εἰς ὡρισμένας περικοπὰς τοῦ λόγου τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἠγανάκτησε διὰ μίαν κυβερνητικὴν ἀνακοίνωσιν, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἦτο φυσικὸν ὁ κ. Παπανδρέου νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὡρισμένα γεγονότα. Ἠγανάκτησε καὶ ἠθέλησε νὰ ἀγνοήσῃ, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις ἦτο κυβερνητικὴ καὶ νὰ τὴν ἀποδώσῃ εἰς τὴν ἰδικήν μου γραφίδα καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου εὐθύνην. Ἐφ’ ὅσον αὐτὸ ἠθέλησε καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τὴν ἀνακοίνωσιν ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὸ Ὑπουργεῖον μου, ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην καὶ ἀποδέχομαι τὴν κατηγορίαν. Πάντοτε εἰς τὴν ζωήν μου ἐσυνήθισα νὰ ἀποδέχομαι τὰς εὐθύνας καὶ δὲν θὰ τὰς ἀρνηθῶ τώρα. Δὲν ἀποδέχομαι, ὅμως, τὴν φράσιν τοῦ κ. Παπανδρέου καὶ τὴν ἀπορρίπτω, ὄχι μὲ ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ θὰ μοῦ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, μὲ κἄποιαν περιφρόνησιν, τὴν φράσιν του, καθ’ ἣν ὕβρεις ἔχω καὶ ὕβρεις προσφέρω.
§33Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τί εἴπατε, ὅτι ἀπορρίπτετε μετὰ περιφρονήσεως;
§34Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἴπατε, ὅτι ὕβρεις ἔχω καὶ ὕβρεις προσφέρω. Αὐτὴν τὴν φράσιν, κ. Πρόεδρε, τὴν ἀπορρίπτω μὲ περιφρόνησιν.
§35Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διότι, ἐπανελάβατε, εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν, τὸν ὅρον «ἐκμετάλλευσις» ἐπανειλημμένως, ἦτο εὔλογον νὰ συσχετίσω τὸ κείμενον τῆς ἀνακοινώσεως μὲ τὴν γραφίδα σας, διότι ἡ ἀγόρευσίς σας τὸ εἶχεν ἐπιβεβαιώσει. Αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ λόγος.
§36Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Δικαίωμά σας νὰ συνδυάσετε καὶ βλέπετε, ὅτι δὲν ἀποφεύγω τὴν εὐθύνην, ἀφοῦ θέλετε νὰ μοῦ τὴν ἐπιρρίψετε. Τὴν ἀποδέχομαι καὶ προσθέτω, ὅτι δι’ αὐτῆς δὲν νομίζω, ὅτι διετυπώθη καμμία ὕβρις. Σεῖς διετυπώσατε μίαν φράσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀξία τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἰδικώτερον τοῦ ἰδικοῦ σας ἀναστήματος. Ἄλλωστε, πρὸ ἐλαχίστων ἀκόμη ἐτῶν ἐπιστεύατε, ὅτι πολλὰ ἔχω νὰ προσφέρω καὶ ὄχι ὕβρεις. Ἠλλάξατε, ἔκτοτε, γνώμην. Δικαίωμά σας εἶναι. Ὅσον δι’ ἐμέ, διὰ τὴν σημερινήν σας περὶ ἐμοῦ γνώμην, θὰ εἴπω, ὅτι, καίτοι ἀποδίδω σημασίαν εἰς τὴν κρίσιν σας, διότι γνωρίζετε, ὅτι σᾶς ἐκτιμῶ, προτιμῶ ἀπὸ τὴν κρίσιν σας τὴν κρίσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸν καὶ δι’ ἐμέ, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἄλλους. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὅμως, ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ τοῦ μικροῦ προσωπικοῦ ἐπεισοδίου, νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν καὶ εἰς ὡρισμένα ἄλλα σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Παπανδρέου. Ἐν πρώτοις, χαίρομαι εἰλικρινῶς, διότι διὰ πρώτην φορὰν ἠκούσθη ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μία σαφὴς ἀποδοκιμασία τοῦ ἀπαραδέκτου ὕφους καὶ τόνου τοῦ κειμένου τῆς παραιτήσεως Ὑψηλάντη. Χαίρομαι, διότι κείμενον ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει γραφῆ εἰς τὴν δημοσιοϋπαλληλικὴν ζωήν, ἀπεδοκιμάσθη, ἐπὶ τέλους, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔστω ὡς πρὸς τὸν τόνον. Ἀλλά, ὁ Παπανδρέου — δὲν λέγω φυσικὰ ὁ κ. Παπανδρέου — συνεδύασε τὸ κείμενον αὐτὸ μὲ τὸ κείμενον τὸ ἰδικόν μου, διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ καὶ αὐτό, κατὰ τρόπον πολὺ αὐστηρόν. Ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, διότι, ἐνῷ εἶπον, ὅτι δὲν θὰ δεχθῶ διάλογον μὲ τὴν ἀοριστολόγον συκοφαντίαν τοῦ παραιτηθέντος Πρεσβευτοῦ, θὰ ἀπαντήσω εἰς πᾶσαν σαφῆ ἐπίκρισιν, ἡ ὁποία διατυποῦται ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Καὶ διετυπώθη σήμερον ἐπίκρισις διὰ τὸ κείμενον τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως. Τὸ κείμενον, κύριοι, ἦτο πράγματι ἕνα αὐστηρὸν κείμενον ἀπαντήσεως, αὐστηρότατον, ἂν θέλετε, ἀλλ’ ὄχι ἀνάλογον πρὸς τὸ κείμενον τῆς ὑποβολῆς τῆς παραιτήσεως. Ἂν ὅμως εἶναι αὐστηρὸν λησμονεῖ ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ δὲν προωρίζοντο διὰ τὴν δημοσιότητα. Ἦσαν αὐστηρῶς ἀπόρρητα κείμενα, ἐνδοϋπηρεσιακὰ κείμενα καὶ ἔκπληκτοι ἀντελήφθημεν, ὅτι εἶχον ἤδη δοθῆ εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἶναι ἀληθές, ἐπιμόνως ἐζήτει τὴν κατάθεσίν των, ἀλλὰ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιμονήν, θὰ ἀπήντων πιθανὸν δι’ ἀρνήσεως. Ἔκπληκτοι, ὅμως, ἀντελήφθημεν, ὅτι τὸ ἓν σκέλος τῆς παραιτήσεως εὑρίσκετο ἤδη εἰς τὴν δημοσιότητα. Σᾶς εἶπον προχθές, ὅτι τὸ ἑσπέρας τῆς 30ῆς Μαΐου ἐλάβομεν τὴν παραίτησιν. Τὸ ἀπόγευμα τῆς 31ης ἐτηλεγραφεῖτο ἡ ἀπάντησις καὶ τὴν πρωΐαν τῆς 1ης Ἰουνίου ἐδημοσιεύετο εἰς τὴν «Ἐλευθερίαν» εἴδησις περὶ παραιτήσεως, εἴδησις περὶ διατυπώσεως βαρυτάτων μομφῶν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἴδησις, ὅτι τὸ κείμενον εἶναι φοβερὸν καὶ τέλος, ἕνα εἶδος περιλήψεως τοῦ κειμένου αὐτοῦ. Δηλαδή, ἤδη ἀπὸ τῆς 31ης, ἴσως πρὶν ἀκόμη ληφθῇ ἡ ἀπάντησίς μας, τὸ κείμενον τῆς παραιτήσεως εἶχεν ἔλθει εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ ἔκπληκτοι εἴδομεν, ὅτι τὰ κείμενα αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν προωρίζοντο διὰ τὴν δημοσιότητα, κατ’ ἀνάγκην, θὰ ἤρχοντο εἰς αὐτήν. Καὶ γνωρίζει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ἐνδοϋπηρεσιακῶς εἶναι λογικώτατα καὶ στέκονται ἄριστα, ἐνῷ δύνανται νὰ εἶναι κάπως ἀκατάλληλα διὰ τὴν δημοσιότητα. Εἰς δὲ τὴν δημοσιότητα αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπροκάλεσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, μᾶς ὑπεχρέωσαν τὰ γεγονότα, οὐχὶ ὑπαιτιότητι ἡμῶν. Ταῦτα τὰ λησμονεῖ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, προκειμένου νὰ κρίνῃ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἰδικοῦ μου κειμένου. Καταλήγων ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, κατηγόρησε καὶ πάλιν ἡμᾶς, διότι ἀπεδέχθημεν τὴν παραίτησιν. Φοβοῦμαι, λέγω ἁπλῶς φοβοῦμαι, ὅτι, ἐὰν δὲν εἴχομεν ἀποδεχθῆ τὴν παραίτησιν, θὰ ἀκούγαμεν μίαν θαυμασίαν ἀγόρευσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, διὰ τῆς ὁποίας θὰ κατηγορούμεθα, ὅτι ἐστερούμεθα γενναιότητος, ὅτι δὲν ἀφήνομεν αὐτὸν τὸν δημόσιον ὑπάλληλον ἐλεύθερον νὰ διατυπώσῃ τὰς φοβεράς του κατηγορίας. Πάντως, εἴδομεν καὶ προχθές, ὅτι ὑπῆρχον δύο λύσεις. Ἡ μία ἦτο αὐτή, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη, τὸ πρῶτον, ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν καὶ ἡ ἄλλη ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐξακολουθῶ, παρὰ τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ κ. Παπανδρέου, νὰ μὴ μετανοῶ καθόλου. Διότι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ὠνόμασε φυγήν, εἰς τὴν πραγματικότητα εἶναι γενναιότης. Ἦτο γενναιότης ἐκ μέρους μας νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ διατυπώσας ὑπαινιγμούς, φοβερὰ ἀορίστους, ἀλλὰ καὶ φοβερὰ βαρεῖς, δὲν ὑπόκειται εἰς καμμίαν ὑπαλληλικὴν δέσμευσιν καὶ εἶναι ἐλεύθερος νὰ διαλαλήσῃ ὅ,τι θέλει. Αὐτὸ καὶ μόνον αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ἀφοβίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν θὰ ἦτο ἀπόβλητος ἢ κλητός, αὐτὸ θὰ ἐξηρτᾶτο ὄχι ἀπὸ μίαν πειθαρχικὴν ποινήν, ἀλλά, πρωτίστως, ἀπὸ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν θὰ τηρήσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ κρίνουν καὶ ἀπὸ τὴν στάσιν τῆς κοινῆς γνώμης. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐτήρει στάσιν, δι’ ἧς θὰ ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἐκλεκτός, ὁποιαδήποτε τιμωρία καὶ ἂν τοῦ ἐπεβάλλετο, θὰ ἐλέγατε, ὅτι εἶναι τιμωρία, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλε τὸ Κομματικὸν Κράτος καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι θῦμα ἑνὸς διωγμοῦ καὶ εἶναι ἄριστος. Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν βλέπω, ἀπὸ αὐτὴν τὴν στάσιν τοῦ κ. Παπανδρέου, ἀπὸ ὅ,τι διαισθάνομαι εἰς τὴν ἀρίστην διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν μας, ἀνεξαρτήτως πάσης διώξεως, γνωρίζω ποία θὰ εἶναι ἡ κρίσις διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Καὶ ἤδη ἔρχομαι, ἵνα καταλήξω εἰς τὸ θέμα τῆς ἀποδείξεως. Τὸ θέμα τῆς ἀποδείξεως, κύριοι, εἴτε τὸ θέλετε, εἴτε δὲν τὸ θέλετε, ἀνήκει εἰς ὑμᾶς. Τὸ θέμα τῆς ἀποδείξεως ἀνήκει, εἴτε εἰς τὸν κατηγοροῦντα, εἴτε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δέχονται νὰ χρησιμοποιήσουν τὰς κατηγορίας. Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς, ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις, ἐναντίον τῶν ὁποίων, χολωμένοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, διατυπώνουν ἀορίστους κατηγορίας, ὑπεχρεοῦντο νὰ ἀποδεικνύουν τὴν ἀναλήθειαν τῶν κατηγοριῶν αὐτῶν. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἀντιπολιτεύσεις ἀσπάζωνται αὐτὴν τὴν τακτικήν. Ἐὰν αἱ ἀντιπολιτεύσεις ἀσπάζωνται αὐτὴν τὴν τακτικήν, ἡ ἀρετὴ τῶν ἀρχόντων τῆς δημοκρατίας, ἡ ὁποία εἶναι θεμέλιον τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, θὰ εὑρίσκετο συνεχῶς ὑπὸ συζήτησιν καὶ αἱ Κυβερνήσεις καθ’ ἡμέραν καὶ καθ’ ὥραν θὰ ὑπεχρεοῦντο νὰ ἀποδεικνύουν ἀβασίμους κατηγορίας κάθε πολίτου, κάθε πολίτου, τὸν ὁποῖον θὰ ἐτολμοῦσαν νὰ τιμωρήσουν. Θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ διοικοῦν, ἀλλὰ κάθε ἡμέραν, κάθε ὥραν νὰ ἀπασχολοῦνται διὰ νὰ ἀποδεικνύουν, ὅτι δὲν ἔχουν ἀλαζονείαν, ὅτι δὲν ἔχουν ἐγωϊσμόν, ὅτι δὲν βαρύνονται μὲ ἀγνώστου ἐκτάσεως καὶ ἀσαφεῖς κατηγορίας. Ἀλλά, κύριοι, ἀλλοίμονον εἰς τοὺς δημοκρατικούς μας θεσμούς, ἐὰν ἐγίνετο αὐτὸ δεκτόν. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ θ’ ἀπετέλει πτῶσιν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν καὶ θ’ ἀπετέλει, λυποῦμαι, ἐὰν ἡ λέξις δὲν ἀρέσῃ εἰς τὸν κ. Παπανδρέου, μικροπολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν.
§37Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκφράζω ἀπορίαν, ὅτι θεωρεῖτε τὴν παρεμβολὴν ὀλίγων λεπτῶν ἀταξίαν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν καὶ ἐπειδὴ θέλω νὰ εἶμαι καὶ δίκαιος...
§39Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, συνήθως μαντεύετε, ἀλλὰ τώρα ἐπλανήθητε. Προεκτείνατε τὰς ἰδικάς σας εὐχάς.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐμαντεύσατε καλῶς. Νομίζω, ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν ὡς μάντις δὲν εἴχατε ἐπιτυχίαν. Κἄτι ξεύρω ποὺ τὸ λέγω.
§41Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ ἐκκαθαρίσω τὸ πρῶτον θέμα. Ἐγράφη εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἀνακοίνωσιν, ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου, φυσικά, θὰ ἔσπευδε νὰ ἐκμεταλλευθῇ. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔκφρασις. Ἐπικαλοῦμαι τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐὰν τοιαύτη ἔκφρασις δὲν εἶναι ὕβρις. Καὶ τί ἀπήντησα; Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀνταποδώσω ἕνα βίαιον ὑβριστικὸν τόνον, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττω. Διότι δὲν εἶναι εἰς τὸ ἦθος μου. Καὶ προσέθεσα: «Ἕκαστος προσφέρει εἰς τὸν ἄλλον ἀπὸ ὅ,τι ἔχει». Ὑπῆρξεν, ἑπομένως, ἡ ἀπάντησίς μου ἀπολύτως ἄψογος. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα. Κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκεται εἰς πλάνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποστηρίζων, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἰδικήν μου ὑπόθεσιν ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ θέματος. Ἐὰν δὲν ἀποτελῇ ὑπόθεσιν τῶν ὑβριζομένων ἡ ἐκκαθάρισις, διατί ὑπάρχουν τὰ ποινικὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα καταφεύγουν οἱ ὑβριζόμενοι; Διατί ὑπάρχουν τὰ πειθαρχικὰ συμβούλια; Ποῖοι προσφεύγουν εἰς τὰ δικαστήρια, οἱ ὑβρισταὶ ἢ οἱ ὑβριζόμενοι; Δὲν εἶναι ὁ ὑβριζόμενος καὶ ὁ συκοφαντούμενος, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ. Ὁ ὑβρίζων καὶ συκοφαντῶν ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ. Ἀλλὰ οἱ ὑβριζόμενοι τὸν προσκαλοῦν, τὸν ἀναγκάζουν νὰ ἀποδείξῃ, δὲν τὸν ἀφήνουν ἐλεύθερον καὶ ἀσύδοτον. Δι’ αὐτὸ ἐπεβάλλετο ἡ παραπομπή του εἰς τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πλάνη, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ ὁ ἴδιος, ἀλλὰ ὀφείλει, ὅπως ἕκαστος ὑβριζόμενος ἢ συκοφαντούμενος, νὰ δημιουργήσῃ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ ὑποχρεωθῇ ὁ Πρεσβευτὴς νὰ ἀποδείξῃ ἢ νὰ διαπιστωθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποδείξῃ. Αὐτὸ ἦτο τὸ χρέος του. Καὶ θὰ προσφέρῃ ἀληθῆ ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν ἑαυτόν του, ἐὰν ἀναθεωρήσῃ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἔχει διαχειρισθῆ μέχρι τοῦδε τὸ θέμα καὶ ἀφοῦ παρέλειψε τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον, νὰ ἐπιδιώξῃ τοὐλάχιστον τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς μὲ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον τὴν ἐπρότεινα. Μόνον τοιουτοτρόπως ἠμπορεῖ νὰ τερματισθῇ τὸ θλιβερὸν αὐτὸ θέμα. Ἐὰν ἐπιμείνῃ, πλανᾶται, διὰ λογαριασμόν του καὶ πρὸς ζημίαν του, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§42Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἰσχυρίσθη, ὅτι αἰωρεῖται ἡ κατηγορία. Οὐδεμία κατηγορία αἰωρεῖται, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν εἰς τὸν πρέσβυν καὶ ἡ ὁποία ἀτελῶς ἂν θέλετε ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας, εἶπε, μετὰ παρρησίας, ὅτι ὅλαι σας αἱ κατηγορίαι εἶναι ἀνάξιοι διαψεύσεως. Διὰ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ἐνδοϋπηρεσιακῶς ἀπέδειξε καὶ διὰ τὸ ἐσωτερικὸν καὶ διὰ τὸ ἐξωτερικόν, ὅτι οὐδεμίαν κατηγορίαν φοβεῖται. Ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἀπορῶ διὰ τὴν ἄποψιν, ἥτις διετυπώθη τὰς ἡμέρας αὐτάς, καθ’ ἣν ἡ ὑπόθεσις δύναται νὰ παραπεμφθῇ καὶ εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια...
§43Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν εἶναι ἰδική μου πρότασις.
§44Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). ... ὡς ἐὰν ὁ ποινικὸς δικαστὴς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν Ἑλληνογερμανικῶν σχέσεων.
§45Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οὐδέποτε τὸ συνέστησα. Συνέστησα μόνον πειθαρχικὸν συμβούλιον καὶ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν. Καὶ ἐπιμένω, ὅτι εἶναι ἡ μόνη λύσις.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§47Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἀποβλέπω, κ. βουλευταί, ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ἐν συντομίᾳ, νὰ ἐξηγήσω, διατί τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν, ὡς ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις δυσπιστίας, ἐξεδήλωσε τὸ μὴ σύμφωνον πρὸς αὐτήν. Ἡ σύντομος αὐτὴ ἐξήγησις ἐπιβάλλεται καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσω, διατί θὰ περιορισθῶ εἰς ὡρισμένα μόνον θέματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἡ πρότασις, καὶ δὲν θὰ ἐπεκταθῶ εἰς ὅλους τοὺς γενικωτέρους λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔφερον νὰ εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, νὰ παραμένω ἀντιπολιτευόμενος καί, φυσικά, εἰς τὸ τέλος νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν. Οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ἔσπευσαν νὰ ἐξηγήσουν, ὅτι δὲν ἀνέμενον, βεβαίως, μετάθεσιν ἢ μετακίνησιν ψήφων εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ ὅτι κατέφυγον εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως δυσπιστίας, διότι δὲν ὑπῆρχεν πλέον πρόσφορος τρόπος διὰ νὰ ἐκτεθοῦν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην αἱ ἀπόψεις τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῶν τριῶν θεμάτων, τοῦ σίτου, τῆς συνδέσεως μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν καὶ τῆς ὑποθέσεως Ὑψηλάντη. Ἡ διαφωνία μας ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι πιστεύομεν πάντοτε, ὅτι ἡ ἀνακίνησις πολιτικοῦ ζητήματος, ὅταν δὲν συνδέεται μὲ μετακίνησιν βουλευτῶν, ἔστω καὶ ἑνὸς μικροῦ ἀριθμοῦ, (δὲν σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ συνδέεται πάντοτε μὲ πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως), ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, καταλήγει, πρακτικῶς, εἰς κἄποιον ὄφελος τῆς Κυβερνήσεως, ἐμφανιζομένης, ὅτι ἀναβαπτίζεται πάλιν εἰς τὴν ψῆφον της. Τοῦτο ἔχει ἰδιαιτέραν τινά, σήμερον, σημασίαν, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, ὅτι λήγει μία σύνοδος πάρα πολὺ μακρὰ καὶ κατ’ ἐξοχὴν ταραχώδης καὶ πολυθόρυβος. Δὲν νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἦτο σκόπιμον νὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν ἐνδεχομένην ἐκμετάλλευσιν, τοὐλάχιστον πρὸς τὸ ἐξωτερικόν, εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλά, θὰ ἦταν δυνατὸν ἐπίσης νὰ ὑποβληθῇ πρότασις δυσπιστίας, ἐάν, παρ’ οἱανδήποτε μὴ ἀναμενομένην μετακίνησιν ψήφων, ἦτο βεβαία ἡ δημιουργία τοιαύτης ἐντυπώσεως εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῆς συζητήσεως, ὥστε ἡ κοινὴ γνώμη πράγματι νὰ ἀνησύχει ἀπὸ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἢ λέγονται εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς μίαν, ὅμως, τοιαύτην περίπτωσιν, φρονῶ, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐν τῷ συνόλῳ της, συνεννοουμένη, νὰ συντονίσῃ τὸν ἀγῶνα καὶ νὰ ἰδῇ ἐπὶ ποίων θεμάτων θὰ ἠδύνατο νὰ κατευθύνῃ μαχητικωτέρας ἐκδηλώσεις. Ἐπειδὴ αὐτὰ δὲν συνέβησαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σώσῃ τὴν κατάστασιν, οὔτε ἡ βραδύτερον ὑποβληθεῖσα πρότασις τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, μὲ εὐρυτέραν βάσιν, ἀκριβῶς, διότι δὲν ἔπειθε, ὅτι ἦτο πρότασις δυσπιστίας πρωτογενής, ἀλλὰ ἠκολούθει, διότι εἶχεν ἁπλῶς ὑποβληθῆ μία ἄλλη. Συνεπῶς τὸ βάρος ὑπῆρχε πράγματι εἰς τὴν πρώτην. Εἰδικώτερον, τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ἡ πρότασις δυσπιστίας, ἐκ μέρους τῆς Κ.Ε.Α. καὶ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἦσαν θέματα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑαυτὰ καθιστοῦν δύσκολον τὸν χειρισμὸν διὰ πολιτικὸν θέμα. Διότι, ὡς πρὸς μὲν τὸ σιτικὸν δὲν εἶχον, οὔτε ἔχουν ἀκόμη ἐξαγγελθῆ αἱ ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ συνέπειαν θὰ ἦτο καὶ εἶναι δυσχερέστατος οἱοσδήποτε ἔλεγχος ἐπὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶναι ἀκόμη ἄγνωστα. Ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος ἢ τῶν σκέψεών μας ἐπὶ τοῦ σιτικοῦ, βεβαίως, εἰς κἄθε εὐκαιρίαν, ποὺ παρέχεται, εἶναι καλὸν νὰ ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐκμεταλλεύομαι καὶ ἐγὼ τὴν εὐκαιρίαν, διὰ νὰ ἐκφράσω, ἐκ νέου, ὅλην τὴν συμπαράστασίν μου πρὸς τοὺς σιτοπαραγωγοὺς καὶ γενικῶς τοὺς ἀγρότας τῆς Ἑλλάδος. Ἐκτός, ὅμως, τούτου, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι, καλῶς, τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ὑπεβλήθη ἡ πρότασις δυσπιστίας, εἶχε κατ’ οἰκονομίαν γίνει δεκτὸν νὰ διεξαχθῇ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ σιτικοῦ. Θὰ ἦτο, βεβαίως, πρόχειρος — συνεζητεῖτο τότε ἡ ἐπερώτησις περὶ ἐπαρχίας ἀκόμη — ἀλλὰ πάντως εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶχον ἐξαγγελθῆ τὰ κυβερνητικὰ μέτρα, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἐπαρκής. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον θέμα, τῆς συνδέσεως τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν καὶ ἐκεῖ νομίζω, ὅτι ἦτο ἄκαιρος ἡ θέσις πολιτικοῦ ζητήματος, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συνδυασθῇ πολιτικὸν θέμα μὲ τὸ θέμα τῆς συνδέσεώς μας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ὁριστικῆς Συνθήκης, ἔστω ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ τελευταίου τετραμήνου τῶν ἐργωδῶν διαπραγματεύσεων, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐνδεχομένη συζήτησις ἐδῶ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὡρισμένα ἀποτελέσματα. Θὰ ἦτο, ἐπίσης, ἐνδεδειγμένον, ἴσως, νὰ συνδεθῇ πρότασις δυσπιστίας μὲ πολιτικὸν ζήτημα τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἤρχετο πρὸς συζήτησιν ἡ Συνθήκη, ἐὰν ὡρισμένα κόμματα ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκδηλώσουν τὰς διαφωνίας των εἴτε καθολικῶς, εἴτε ὡς πρὸς μέρος τῆς Συμβάσεως. Ἀλλὰ τὴν ὥραν αὐτὴν εἶναι πάλιν ἄκαιρον. Δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν μόνον εἰς γενικὰς γραμμάς, ὅπως ἔπραξαν ὅλοι οἱ ρήτορες καὶ θὰ πράξω καὶ ἐγώ. Μένει, ὅσον καὶ ἂν φαίνεται δυσάρεστον, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐκίνησε καὶ κινεῖ περισσότερον ἐνδιαφέρον, εἶναι ἡ ὑπόθεσις Ὑψηλάντη. Ἐγώ, ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶδον κἂν τὸ ζήτημα αὐτό, ὡς ζήτημα τῆς Βουλῆς. Καὶ ὅταν ἔλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν ἀπόψεών μου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Ὑψηλάντη, θὰ σᾶς ἐξηγήσω διατί. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφ’ ἧς ἐτέθη πολιτικὸν ζήτημα καὶ ἐτέθησαν τὰ προβλήματα αὐτά, καὶ ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνδεσίν μας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν καὶ τὸ ζήτημα Ὑψηλάντη, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε καὶ ἐμὲ ἀναπτύσσοντα τὰς ἀπόψεις μου δι’ ὀλίγων. Εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἀναμφισβητήτως, μέγα τὸ θέμα τῆς συνδέσεως τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, ὄχι ἐπὶ μόνον δι’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σημαντικωτάτην ἐπίπτωσίν του τῆς ὅλης πορείας τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας, ἀλλὰ ἴσως περισσότερον διὰ τὰς ἐν καιρῷ μελλούσας νὰ ἀποδειχθοῦν ἐξαιρετικῶς σπουδαίας ἐπιπτώσεις του ἐπὶ τῶν καθαρῶς πολιτικῶν ἐξελίξεων εἰς τὴν χώραν. Καὶ δι’ ἐμὲ εἶναι ἀπορίας ἄξιον ὅτι ὅλοι οἱ προλαλήσαντες πολὺ ὀλίγον ἐπέμειναν ἢ μᾶλλον δὲν ἐμνημόνευσαν κἂν τὴν τεραστίαν πολιτικὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ θέμα τῆς συνδέσεως τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, ἴσως, ἐπαναλαμβάνω, περισσότερον ἀπὸ αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τὴν οἰκονομικὴν καὶ δι’ αὐτὸ θεωρῶ καθῆκον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπ’ ὀλίγον ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως. Ὅταν πρὸ τετραετίας, περίπου τὸ 1957, κατὰ Μάρτιον, ὡμίλουν εἰς τὰς Πάτρας —τότε δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος τῆς Βουλῆς— καὶ ἦτο τοῦτο ὀλίγας μόνον ἡμέρας πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συνθήκης τῆς Ρώμης, ἐτόνιζον πρὸς τὸν Πατραϊκὸν λαόν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τῆς δημιουργίας Εὐρωπαϊκῆς Ἀγορᾶς εἶναι τόσον μέγα θέμα, ὥστε νὰ δύναται νὰ συγκριθῇ μόνον μὲ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας εἶχε διὰ τὴν Εὐρώπην ἡ ὑπογραφὴ τῆς Βετσφαλικῆς Εἰρήνης, τρεῖς αἰῶνες περίπου πρίν. Βραδύτερον ἄλλοι ἔκαμαν τὴν σύγκρισιν μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Γερμανικῆς Τελωνειακῆς Ἑνώσεως, ἡ ὁποία ὡδήγησεν, ὡς γνωστόν, μετὰ 50 περίπου ἔτη, εἰς τὴν ἕνωσιν τῆς Γερμανίας. Προετίμησα τὴν σύγκρισιν μὲ τὴν Βετσφαλικὴν Εἰρήνην, διότι, ὡς ὅλοι γνωρίζετε, ἀποτελεῖ σταθμὸν διαμορφώσεως τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἰσορροπίας καὶ ἰδίως τῶν Κρατῶν ὑπὸ τὴν μορφὴν περίπου, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὰ ἴδομεν καὶ τὰ ἐβλέπαμε μέχρι τοῦ Αʹ Παγκοσμίου Πολέμου. Μὲ τὴν Βετσφαλικὴν Εἰρήνην, τὰ ὄνειρα τῶν Ἁψβούργων καὶ ἡ παντοδυναμία τοῦ Πάπα ἐκλείπουν, ἐδημιουργήθησαν ὡς Κράτη, ἡ Ἑλβετία, Ὁλλανδία, διεμορφώθη ἡ Γαλλία καὶ παρέμεινε μετὰ ἀκόμη ἀκαθόριστος ἡ ἑνότης τῆς Γερμανίας, ἀλλὰ ὑπῆρχεν ὁ χῶρος τῆς Γερμανίας καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐδημιουργήθησαν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ παράγοντες ἰσορροπίας, ἀπὸ τοὺς ὁποίους σιγὰ–σιγὰ καὶ ἀπὸ διαφόρους ἐξελίξεις ἔζησεν ἡ Εὐρώπη μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ αἰῶνος μας. Τὸ τέλος τοῦ Αʹ Παγκοσμίου Πολέμου εὑρίσκει τὸν κόσμον εἰς τὴν ἀποθέωσιν τῆς ἰδέας τοῦ Ἔθνους Κράτους. Ἀφορᾷ τοῦτο τὴν ἐπικράτησιν τῶν γνωστῶν ἀπόψεων τοῦ Οὐΐλσων. Τότε ἐδημιουργήθη καὶ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καὶ τότε, ἐπίσης, ἀποθεώνεται ἡ Κοινοβουλευτικὴ Γαλλικὴ Δημοκρατία. Τὸ τέλος τοῦ Βʹ Παγκοσμίου Πολέμου βλέπει ἄλλην διαμορφωμένην κατάστασιν. Τὴν μὲν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ἀντικατέστησεν ὁ Ο.Η.Ε. μὲ φιλοδοξίαν νὰ καλύψῃ ὅλας τὰς ἀδυναμίας καὶ τὰ κενὰ τῆς Κοινωνίας, ἄλλο ἐὰν τὸ ἐπέτυχεν ἢ θὰ τὸ ἐπιτύχῃ. Ἡ δὲ Δημοκρατία ἀντιμετωπίζει τὸ πρῶτον, τὸν κομμουνισμόν, ὄχι πλέον ὡς κοσμοθεωρίαν, ἀλλὰ ὡς παγκοσμίαν πρᾶξιν, καὶ ἡ Ἀποικιοκρατία δίδει τὴν θέσιν της εἰς τὴν δημιουργίαν νέων Ἐθνῶν, μὲ ἐντόνως ἀνεπτυγμένον τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, ἀλλὰ ὑποαναπτύκτων πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς, ὥστε νὰ δημιουργοῦν κολοσσιαῖα προβλήματα εἰς τὰ ἀνεπτυγμένα Κράτη. Ταὐτοχρόνως προβάλλει εἰς τὴν Εὐρώπην τὸ μέγα πρόβλημα, νὰ βλέπῃ νὰ περιβάλλεται ἀπὸ Κράτη γίγαντας καὶ αὐτὴ νὰ εἶναι κατατεμαχισμένη. Ἦτο ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἐὰν ἡ οἱαδήποτε πλέον τάσις πρὸς ἕνωσιν τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης δὲν ἐλάμβανε σάρκα καὶ ὀστᾶ, ἡ Εὐρώπη θὰ ἐφέρετο, ἀργὰ ἢ γρήγορα, εἰς αὐτοκτονίαν. Ἡ Κοινὴ Ἀγορά, κύριοι βουλευταί, ὅπως γνωρίζετε, δὲν ὑπῆρξε τὸ πρῶτον διὰ τὴν Εὐρωπαϊκὴν ἕνωσιν βῆμα — καὶ οὔτε θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὴν ἱστορίαν τοῦ ζητήματος — ὑπῆρξεν ὅμως τὸ ἀποφασιστικὸν βῆμα καὶ αἰφνιδίασεν ὅλους τοὺς ἄλλους Εὐρωπαίους, οἱ ὁποῖοι, ὄχι κἂν μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τῆς Ρώμης, ἀλλὰ καὶ μετὰ ταῦτα, μέχρις ἀκόμη 1–2 μῆνας πρὶν τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι τὴν 1.1.1958, ἐφρόνουν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν, νομίζω, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἢ καὶ ἤλπιζον ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐδημιουργεῖτο ἡ Ε.Ζ.Ε.Σ. Εἶχον παρασυρθῆ, νομίζω, ἀπὸ τὸ Ἀγγλικὸν δαιμόνιον, τὸ ὁποῖον ἀντέδρα μέχρις ἐκείνης τῆς ὥρας ὅσον ἠδύνατο καὶ μετὰ ταῦτα, διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους τῆς Κοινοπολιτείας. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ποὺ ἡ Κοινὴ Ἀγορὰ ἀπέβη πραγματικότης, νομίζω, ὅτι καὶ δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ θέμα, ἐὰν δηλαδὴ θὰ ἔπρεπε νὰ συμμετάσχωμεν. Δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, τοιοῦτον ἐρώτημα δὲν ἐτέθη ποτέ. Τὸ ἐρώτημα ἦτο ὑπὸ ποίας συνθήκας καὶ προϋποθέσεις θὰ μετάσχωμεν, ὥστε ἀνήκοντες κἄποτε καὶ ἡμεῖς εἰς μίαν εὐρυτέραν οἰκογένειαν Ἐθνῶν, τὴν νέαν μορφὴν τῶν Κρατῶν, νὰ μὴ ἀνήκωμεν ὡς ἕνα εἶδος Ρωμαϊκῆς ἐπαρχίας. Μὴ σᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν ὁ ὅρος. Εἶναι δυνατὸν ἀκόμη καὶ εἰς ὠργανωμένα κράτη ἀποτελούμενα ἀπὸ διαφόρους πολιτείας, ὡρισμέναι πολιτεῖαι νὰ εὑρίσκωνται εἰς εὐνοϊκωτέραν θέσιν ἀπὸ ἄλλας. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, π.χ., δὲν εἶναι ἰδία ἡ θέσις τῆς πολιτείας Λουϊζιάνας καὶ τοῦ Ἰλλινόϊς. Ἀλλὰ καὶ εἰς Ἐθνικὰ κράτη, ὡς ἡ Ἑλλάς, δὲν εἶναι ἰδία ἡ τύχη τῆς Ἀττικῆς ἢ τῶν Σερρῶν ἢ τῆς Καβάλας ἢ τῆς Κρήτης μὲ τὴν ἀτυχῆ Θεσπρωτίαν. Ἐὰν δεχθῶμεν, λοιπόν, ὅτι κἄποτε θὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἑνότητα ἑνὸς νέου Κράτους, λογικὸν εἶναι νὰ κάμωμεν ἐγκαίρως κᾶθε τί τὸ δυνατόν, ὥστε ὅταν ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου νὰ μὴ εὑρεθῇ ἡ πατρίς μας εἰς θέσιν παρημελημένην. Τοῦτο εἶναι βασικὸν καὶ ἡμεῖς οἱ Προοδευτικοὶ τοιουτοτρόπως τὸ εἴδομεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Καὶ διὰ νὰ τελειώνω εἰς αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν τῆς φιλοσοφικῆς βάσεως τοῦ ζητήματος, θὰ ἤθελα νὰ κάμω μίαν ἀκόμη παραβολήν. Ὅταν περιβάλλεται ἡ Εὐρώπη ἀπὸ μεγάλα Κράτη, ὅπως ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις, αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι καὶ ὑπάρχει ἡ Κίνα, αἱ Ἰνδίαι καὶ ἡ Ἀφρικὴ εἰς τὴν σημερινήν της κατάστασιν, τὸ νὰ μένωμεν ἀκόμη ἡμεῖς διῃρημένοι εἰς μικρὰ κρατίδια τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Βελγίου, τῆς Ἑλβετίας, τῆς Ὁλλανδίας, εἶναι ὡς νὰ ἀκολουθοῦμεν τὸ παράδειγμα τῆς Ἰταλίας κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Βετσφαλικῆς εἰρήνης. Τὴν ὥραν δηλαδὴ ποὺ διεμορφοῦντο τὰ κράτη τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ὅπως ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἱσπανία, ἡ Ἰταλία παρέμενε διῃρημένη εἰς κρατίδια–πόλεις, εἰς τὴν Φλωρεντίαν, τὴν Νεάπολιν, τὴν Γένοβαν ἢ τὴν Βενετίαν καὶ τοῦτο, ὡς γνωστόν, συνετέλεσεν, ὥστε ἐπὶ 3 περίπου αἰῶνας νὰ ταλαιπωρηθῇ ἡ Ἰταλία τόσον πολύ, ὅσον οὐδέποτε ἄλλοτε εἰς τὴν μακραίωνα ἱστορίαν της. Δὲν ὑπῆρχε, λοιπόν, δίλημμα δι’ ἡμᾶς. Διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἦτο πορεία τὴν ὁποίαν μοιραίως ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ. Τίθενται, ὅμως, ἄλλα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀπάντησις δὲν εἶναι τόσον εὐχερής. Δὲν εἶναι θέμα δηλαδὴ νὰ μὲ διαδεχθῇ ὁ οἱοσδήποτε ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν α ἢ β διαβεβαίωσιν. Εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα θίγω μακρᾶς ἐρεύνης καὶ συστηματικοῦ ἐλέγχου καὶ ἐξετάσεως τῆς ἱστορικῆς εὐθύνης δι’ ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν. Τίθεται λ.χ. τὸ πρόβλημα, ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1951 ἢ κυρίως τοῦ 1953 καὶ μετὰ ἠκολουθήσαμεν πολιτικὴν προετοιμάζουσαν πράγματι τὴν οἰκονομίαν μας νὰ προσαρμοσθῇ εἰς τὰ νέα αὐτὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἔκτοτε ἐν ὄψει. Μὴ θεωρηθῇ πολὺ ἐνωρίς, διότι αὐτὴ ἡ ἐξέλιξις ἔκτοτε εἶχε διαγραφῆ ὡς κάτι ποὺ θὰ συνέβαινε θᾶττον ἢ βράδιον καὶ ὀφείλομεν, ὡς ἐκ τούτου, νὰ δημιουργήσωμεν οἰκονομίαν βιώσιμον καὶ ἀνταγωνιστικὴν εὐρωπαϊκῶς. Αὐτὴ ἔπρεπε νὰ εἶναι συνειδητὴ ἀνάγκη εἰς ὅλους ποὺ διηυθύναμεν τὸν τόπον αὐτὸν ἀπὸ ἐτῶν, καὶ ὀφείλει καθεὶς ἀπὸ ἡμᾶς νὰ λογοδοτήσῃ εἰς τοῦτο. Ὅταν δὲ γίνῃ λεπτομερὴς ἔρευνα, νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι κάπως ἀποκαρδιωτικὴ διὰ τὰ μετὰ τὸ 1954, διότι οὔτε μέτρα ὑπερυψηλοῦ δασμολογίου θὰ ἀποδειχθοῦν συντελεστικὰ εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτήν, οὔτε εὔκολοι παροχαὶ ἀτελειῶν. Ὡς πρὸς διὰ τὸν τομέα τῆς ψυχολογικῆς προετοιμασίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποδίδω τεραστίαν σημασίαν, νομίζω, ὅτι δὲν ἔγινε σχεδὸν τίποτε, ἡ δὲ τηρηθεῖσα μυστικότης ἔβλαψεν ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου, ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγηθῶ. Δὲν ὑποστηρίζω ὅτι ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνημερώνῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἢ τὴν Βουλὴν συνεχῶς, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς πορείας τῶν διαπραγματεύσεων. Ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ ἐὰν τοιαύτην πρόθεσιν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἦτο τεχνικῶς ἀπραγματοποίητος. Ὀρθῶς εἶπεν ἀκόμη, ὅτι ὑπάρχουν σημεῖα διαπραγματεύσεων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκοινωνολογοῦντο. Ἀλλὰ ὑποστηρίζω ὅτι, δηλαδή, αἱ ἑκάστοτε γενικώτεραι συζητήσεις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ δι’ ἄλλου τρόπου διαφώτισις τῆς κοινῆς γνώμης θὰ συνετέλει εἰς τὸ νὰ εἶναι κάπως περισσότερον προητοιμασμένη ἀπὸ ὅ,τι εἶναι σήμερον. Διότι ἂν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ζητοῦμεν νὰ εἴμεθα εἰς τὴν ἀνάτασιν τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, δικαιούμεθα πάντως καὶ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν κατάστασιν τῆς συγχίσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον εἰς εὐρυτάτας μάζας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐν πολλοῖς δικαιολογημένως. Ὑπάρχει ἰσχυρὰ πλευρὰ εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἡ ὁποία μὲ σοβαρώτατα ἐπιχειρήματα ἀντιμάχεται τὴν σύνδεσιν μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, τὴν παρουσιάζει περίπου ὡς κόλασιν, ὑπάρχει ἡ ἄλλη πλευρά, ἡ ὁποία τὴν παρουσιάζει ὡς παράδεισον. Ὅταν ὁ ἄτυχος λαός, ὁ ὁποῖος βιοπαλαίει, εὑρίσκεται πρὸ δύο τοιούτων διαφόρων ἀντιθέτων εἰκόνων, ὑπάρχει φόβος νὰ περιπέσῃ εἰς τὴν σύγχυσιν καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ κίνδυνον. Νομίζω, ὅτι τὰ ἔτη τὰ ὁποῖα παρῆλθον εἰς μακρὰς διαπραγματεύσεις, δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον διὰ νὰ ἀρθῇ αὐτὴ ἡ σύγχυσις καὶ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ προετοιμασία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ συνειδητοποιήσῃ ἐγκαίρως εἰς ποίας θυσίας θὰ κληθῇ, ἂν θέλῃ νὰ ἴδῃ βελτιουμένην κἄποτε ἀσφαλῶς τὴν θέσιν του. Διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν συνειδητοποιηθῇ, ἡ σύνδεσίς μας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν ἠμπορεῖ νὰ ἀποβῇ ὀλεθρία καὶ καταστρεπτικὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἕνα ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐρευνηθῇ ἐκτενῶς ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τῆς συμφωνίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ εἶναι πράγματι ἡ πορεία τῶν μακρῶν διαπραγματεύσεων. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι κατεβλήθη ἔντιμος καὶ συστηματικὴ προσπάθεια, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ καλύτερον. Διατηρῶ ὅμως τὴν ἑξῆς ἀμφιβολίαν —δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ προχωρήσω πέραν τῶν ἀμφιβολιῶν ἐλλείψει στοιχείων— ἐὰν δηλ. τὰ ὅσα ἐπιτεύγματα ἐπέτυχεν εἰς τὰς μακρὰς αὐτὰς διαπραγματεύσεις ἡ Κυβέρνησις, ἦσαν ἐπιτεύγματα συντηρήσεως ἁπλῶς καὶ προσκαίρου ἐπιτυχίας ἢ πράγματι θεμελιοῦντα καὶ διασφαλίζοντα τὸ μέλλον διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφερόμεθα. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνησυχοῦν διὰ τὰ πρῶτα ἔτη. Τὰ πρῶτα ἔτη ἐνδεχομένως ὄχι μόνον νὰ μὴ εἶναι κακά, ἀλλὰ καὶ καλύτερα τῶν παρόντων. Ἀνησυχῶ ὅμως τί θὰ συμβῇ μετὰ 7, 8, 9 ἢ 10 ἔτη. Ὅταν λ.χ. εἰς ἓν σημεῖον τῶν ἐξασφαλισθεισῶν εὐμενῶν προϋποθέσεων ἀναφέρεται καὶ ἡ προῖκα, ἔτσι τὴν λέγουν, ἡ προῖκα τῶν 125 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ κάμνει ἀκόμη περισσότερον μελαγχολικόν. Διότι καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐγίνετο δεκτὸν τὸ ἀρχικὸν αἴτημα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τῶν 300 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, ὁ δὲ κ. Στεφανόπουλος εἶπεν, ὅτι ἔχει στοιχεῖα νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ δεκτόν...
§48Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν ἐθεωρήθη λογικὸν τὸ αἴτημα τῶν 250–300 ἑκατομμυρίων δολλαρίων.
§49Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐὰν λέγω μᾶς ἀνεγνωρίζοντο καὶ 300 ἑκατομμύρια δολλάρια ὄχι 125 μόνον, διερωτῶμαι εἰς τί αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ ἠμποροῦσε νὰ βοηθήσῃ, διὰ νὰ γίνῃ ἡ Ἑλλὰς βιομηχανία ἀνταγωνιστικὴ ὄχι ἐν συσχετισμῷ μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν μελλόντων συνεταίρων της, ἀλλὰ μὲ ἐκείνην φυσικὰ εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρίσκωνται μετὰ μίαν 10ετίαν, 15ετίαν ἢ καὶ 20ετίαν, διότι βεβαίως δὲν θὰ ἵστανται εἰς τὸ σημερινόν των ἐπίπεδον διὰ νὰ μᾶς ἀναμένουν νὰ ἐξελιχθῶμεν κατὰ ραγδαῖον τρόπον καὶ νὰ τοὺς φθάσωμεν. Καὶ ὅταν γνωρίζετε πόσα ἑκατομμύρια δολλάρια διετέθησαν χωρὶς τὰ ἐπιτεύγματα νὰ εἶναι τόσον ἐνθουσιώδη καὶ ἐνθαρρυντικά, νομίζω, ὅτι αἱ ἀνησυχίαι μου εἶναι δικαιολογημέναι. Πρέπει λοιπόν, νὰ ἔχουν ἐξασφαλισθῆ προϋποθέσεις καθησυχάζουσαι διὰ τὴν μελλοντικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο ἔχει καὶ ἄλλην σημασίαν. Ἐτονίσθη κατὰ κατηγορηματικὸν τρόπον, ὅτι δὲν ἐγένετο πρότασις τῆς Ἑλλάδος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν καὶ ὅτι κατ’ ἀρχὰς μόνον διὰ τὴν Ε.Ζ.Ε.Σ. ἐγίνετο συζήτησις. Πολλὰ ἐγράφησαν πολλὰ ἐλέχθησαν, δὲν ἀναμιγνύομαι εἰς θέμα διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω ἄμεσον σαφῆ πληροφορίαν. Ἄς δεχθῶ τὰς πληροφορίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλως τε καὶ οἱ κυβερνητικοὶ ρήτορες εἶπον, ὅτι καὶ ἐὰν μᾶς ἐπροτείνετο θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ σκεφθῶμεν, διότι τοῦτο θὰ ἦτο καταστρεπτικόν. Καὶ εἶναι αὐτονόητον διατὶ προδικάζουν, ὅτι θὰ ἦτο καταστρεπτικόν. Ἐν τούτοις πρέπει ν’ ἀκουσθῇ καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις, οἱ διάδοχοί μου βεβαίως εἰς τὸ βῆμα θὰ τὴν ἀντικρούσουν, πάντως ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχῃ ἀκουσθῆ. Δηλαδὴ προσωπικῶς τότε θὰ ἤμην βέβαιος, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προκριθῇ ἡ ἁπλῆ σύνδεσις, μὲ τὰς θυσίας τῆς συνδέσεως, ἐὰν πράγματι αἱ ἐξασφαλίσεις τῆς συνθήκης τῆς Ρώμης εἶναι θεωρητικαί. Ὅτι τοὐτέστι δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ἐὰν εἴμεθα ἱδρυτικὸν μέλος της καὶ νὰ διασφαλίσωμεν εὐνοϊκωτέραν τινὰ ὑπὲρ ἡμῶν μεταχείρισιν εἰς ὡρισμένους τομεῖς. Δεύτερον, ἐὰν ὑπῆρχε μελέτη ἐκ τῆς ὁποίας νὰ δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν συγκεκριμένως ποίαν ἄμεσον ζημίαν θὰ ὑφίστατο ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία μὲ ἐνδεχομένην ἄμεσον σύνδεσίν της ὡς πλήρους μέλους, μὲ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας δὲν θὰ ὑποστῇ, διότι δὲν συνδέεται ἀμέσως. Τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι τυχαῖον. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσω μὲ ἕνα τῶν ἐμπειρογνωμόνων ἀνεγνωρισμένων ἱκανοτήτων, τὸν ὁποῖον καὶ προσωπικῶς ἐκτιμῶ ἰδιαιτέρως καὶ τοῦ ὑπέβαλον τὸ ἐρώτημα αὐτὸ καὶ δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγένετο τοιαύτη μελέτη. Ἀορίστως λοιπόν, ἀντιμετωπίζεται, ὅτι τοῦτο θὰ ἀπετέλει καταστροφήν. Ἀλλὰ συγκεκριμένως, ὅτι θὰ ἐπήρχετο αὐτὴ ἡ καταστροφή, ὅτι μία βιομηχανία θὰ ἔκλειεν, ὅτι θὰ ἔμενον τόσοι ἄνεργοι, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ κάμῃ τὰς ἀναγκαίας συγκρίσεις, αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοὐλάχιστον δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, κατὰ συνέπειαν ὁμιλοῦμεν ἐπὶ γενικοτήτων καὶ χωρὶς στοιχεῖα διὰ σοβαρώτατα ἐν τούτοις ζητήματα. Μὲ τὴν σύνδεσίν μας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν ὑπεγράψαμεν δυναμικὴν συνθήκην καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς δυναμικῆς αὐτῆς συνθήκης ἐν σχέσει μὲ τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν ἡ Ἕνωσις τῶν ΕΠΤΑ μὲ τὴν Φινλανδίαν, ὅπου πρόκειται περὶ στατικῆς συμφωνίας συνδέσεως. Δηλαδή, ἡμεῖς ὑποτίθεται, ὅτι ὑπὸ ὡρισμένας συνθήκας δυνάμεθα νὰ ἐξελιχθῶμεν εἰς πλῆρες μέλος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει μὲ τὴν Φιλανδίαν λόγῳ τῶν εἰδικῶν ταύτης σχέσεων μὲ τὴν οἰκονομίαν τοῦ παραπετάσματος. Αὐτή, ὅμως, ἡ σύνδεσις μᾶς ἀποστερεῖ ἤδη τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου καὶ τοῦ δικαιώματος νὰ εἴμεθα πλῆρες μέλος. Δι’ ὅσους, ὅμως, ὅπως ἐγώ, ἀποδίδουν ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὸ πολιτικὸν μέρος τῆς συνθήκης καὶ εἰς τὸ τὶ δύναται νὰ ἐπιτυγχάνῃ τις ὡς ἰσότιμον μέλος, ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι φυσικὸν νὰ διατηρῶ ἀμφιβολίας, ἐὰν ἡ προκριθεῖσα ὁδὸς ἦτο, πράγματι, καλλιτέρα, ὡς κατηγορηματικώτατα εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς ἢ ὅτι καὶ ἐὰν προσεφέρετο αὐτὴ ἡ δυνατότης, ἔπρεπε νὰ ἀπορριφθῇ. Τὴν μεγάλην αὐτὴν φράσιν, κατ’ ἐξοχὴν ἀρνοῦμαι, διότι δὲν συνηθίζω τοὺς μεγάλους λόγους καὶ διότι πιστεύω, ὅτι καμμία λύσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τελεία καὶ διότι διὰ νὰ ἀνεύρωμεν τὴν σχετικῶς καλλιτέραν, πρέπει νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συγκρίνωμεν βάσει στοιχείων. Ἀπόφασις βασιζομένη εἰς ὑποθέσεις μόνον κατ’ ἀνάγκην, θὰ εἶναι ἀσθενής. Καὶ διὰ νὰ τερματίσω τὴν ὁμιλίαν μου ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἐπιστήσω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχήν σας, ὅτι εἰς τὰς μεταβατικὰς ἐποχὰς καὶ ὅταν οἱ ἄνθρωποι εὑρίσκωνται πρὸ νέων κυριολεκτικῶς προβλημάτων, μάλιστα τόσον δυσχερῶν προβλημάτων, δὲν εἶναι ἡ ἐμπειρία καὶ ἡ γνῶσις τοῦ παρελθόντος, ἡ ὁποία βοηθεῖ δι’ ἐξεύρεσιν λύσεων, ἀλλ’ εἶναι ἡ φαντασία, ἡ ὁποία βοηθεῖ εἰς τὸ νὰ ἴδωμεν τὰ πράγματα πῶς θὰ ἐξελιχθοῦν. Καὶ τὴν φαντασίαν πρέπει νὰ συνοδεύῃ ἡ τόλμη καὶ ἡ γνῶσις, ὅτι θὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ στηρίζωνται εἰς τὴν ἀνάγκην μεγάλων θυσιῶν. Διότι ἰδοὺ πῶς τίθεται τὸ ἐρώτημα ἐνώπιόν μας: Τὶ εἶναι τὸ προτιμότερον; Θυσία τοῦ παρελθόντος δι’ ἐξασφάλισιν τοῦ μέλλοντος ἢ ἄνεσις τοῦ παρόντος μὲ θυσίαν τοῦ μέλλοντος; Ἐκεῖ τίθεται τὸ πρόβλημα. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἐπανέρχομαι εἰς παλαιοτέραν μου προσφιλῆ ἄποψιν, ὅτι εἰς τὰς μεγάλας στιγμὰς ἡ θεραπεία δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἡ παρηγορητική, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι δραστική. Ἠλεκτροσὸκ χρειάζεται. Οἱ ἄνθρωποι καὶ ἰδίᾳ οἱ Ἕλληνες, ἐφησυχάζουν, ὅταν εὑρίσκωνται πρὸ προβλημάτων δυσχερῶν μέν, ἀλλὰ τῶν ὁποίων τὴν λύσιν δύνανται νὰ τὴν ἀναβάλουν διὰ τὴν αὔριον. Εἶναι ἱκανοὶ νὰ τερματίσουν εἰς τὸν ἀγῶνα μόνον, ὅταν ἀντιληφθοῦν, ὅτι πρέπει νὰ ἀγωνισθοῦν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ ἀπέδειξε κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι μόνον εἰς δυσκόλους στιγμὰς ἀντιλαμβάνεται καὶ ἀναπτύσσει τὴν θαυμασίαν αὐτοῦ δραστηριότητα, ἡ ὁποία ὑπῆρξε δημιουργὸς καὶ θεμέλιον τῆς λαμπρᾶς του μακραίωνος Ἱστορίας. Δι’ αὐτὸ καὶ αἱ προβλεπόμεναι μικραὶ προθεσμίαι τῶν 22 ἐτῶν, ἀντὶ νὰ μὲ ἐνθουσιάζουν, ἐμέ, τοὐναντίον, μὲ καθιστοῦν πολὺ περισσότερον σκεπτικόν. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἦτο καὶ εἶναι εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, ἡ ὁποία καὶ ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον ἀποφασιστικὸν βῆμα πρὸς εὐρυτέραν εὐρωπαϊκὴν ἕνωσιν. Καὶ νομίζω, ὅτι πλησιάζει ἡ ὥρα νὰ ἴδῃ τις καὶ τὴν Ἀγγλίαν μὲ τὰς χώρας τῶν Ἑπτὰ νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Θὰ πρέπει νὰ προσέλθουν κάποτε εἰς τὴν Ἕνωσιν αὐτὴν καὶ αἱ χῶραι τοῦ παραπετάσματος, διὰ νὰ φθάσωμεν τέλος εἰς τὰ φυσικὰ σύνορα τῆς Εὐρώπης. Δὲν ὁμιλῶ περὶ Ἡν. Πολιτειῶν, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι σήμερον ὁ Ἀτλαντικὸς εἶναι διὰ τὴν Εὐρώπην, ὅ,τι ἦτο ἡ Μάγχη διὰ τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὸ Αἰγαῖον διὰ τὰς δύο Χερσονήσους, τὴν Μ. Ἀσίαν καὶ τὴν Ἑλληνικήν. Ἐὰν παρασυρθῶ ἀπὸ τοὺς ὁραματισμοὺς αὐτούς, κινδυνεύω νὰ λησμονήσω, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ δι’ αὐτὸ προτιμῶ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν πεζὴν πραγματικότητα καὶ νὰ εἴπω, ὅτι: ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτῆς τῆς πραγματικότητος, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκθέσω λεπτομερέστερον τὰς ἀπόψεις μου, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συνθήκη αὐτὴ ἐδῶ πρὸς συζήτησιν. Διὰ σήμερον ἀρκούμεθα νὰ ἐπαναλάβωμεν, ὅτι ἡ σύνδεσις μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, διὰ νὰ ἀποβῇ πράγματι ὠφέλιμος, δὲν πρέπει νὰ κριθῇ μὲ στενὰ κομματικὰ κριτήρια, ἀλλὰ ὡς ἐθνικὴ ὑπόθεσις πρώτης γραμμῆς καὶ νὰ εὕρῃ ὅλους μας προθύμους, νὰ συμβάλωμεν μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι ἐνδεχομένη ἀποτυχία θὰ ἦτο συνδεδεμένη μὲ καταστροφικὰ ἀποτελέσματα, ἐνῷ ἐνδεχομένη ἀποτυχία, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατόν, ἂν συνειδητοποιηθῇ ἡ ἀνάγκη τῶν θυσιῶν, δύναται νὰ ἀποτελέσῃ πρῶτον βῆμα διὰ νέας Ἑλληνικὰς πραγματοποιήσεις ἀποφασιστικῶν διὰ τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους συνεπειῶν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ὑπόθεσιν Ὑψηλάντη. Εὐθὺς ὡς ἔλαβον γνῶσιν ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας τοῦ κειμένου τῆς παραιτήσεως τοῦ πρεσβευτοῦ καὶ τῆς ἀπαντήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἰς συνήθη συνομιλίαν μου μὲ τοὺς πολιτικοὺς συντάκτας τῶν Ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων, ἔσπευσα νὰ ἐκφράσω τὴν ἀγανάκτησίν μου καὶ τὴν διαμαρτυρίαν μου διὰ τοιοῦτον κείμενον καὶ τὴν ἀπορίαν μου ταυτοχρόνως. Πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀντὶ οἱασδήποτε ἀπαντήσεως, δὲν παρέπεμψε τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς ἀπολύσεώς του. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, ἔλεγον, ὁ ἐν λόγῳ πρεσβευτής, δὲν τὸν ἐγνώριζα καὶ δὲν τὸν γνωρίζω, ἀλλὰ ἠγανάκτησα, διότι εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλληνικῆς διπλωματίας νὰ περιληφθῇ τοιαύτης ἰταμότητος κείμενον καὶ νὰ παραμείνῃ ἄνευ κυρώσεων. Διηρωτήθην τὶ θὰ ἔκαμνα ἐγώ, ἐὰν ἤμην Ὑπουργός. Θὰ τὸν παρέπεμπα ἀμέσως εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον. Διότι διερωτᾶται τις, διατί ὑπάρχουν τὰ Πειθαρχικὰ Συμβούλια; Μὲ ποίας ὑποθέσεις ἀσχολοῦνται; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία, χωρὶς κρίσιν καὶ κύρωσιν; Διότι δύο τινὰ θὰ συνέβαινον. Ἢ ὁ ὑπάλληλος θὰ εἶχε δίκαιον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ, ὅπερ πάντως ἐγκαλούμενος, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποδείξῃ, ἢ οὕτως ἢ ἄλλως, λόγῳ τῆς ἰταμότητος τοῦ κειμένου θὰ ἀπελύετο ὁ ὑπάλληλος μὲ τὴν βαρυτάτην κατηγορίαν καὶ θὰ ἦτο ὠφέλιμον τοῦτο καὶ διὰ τὰς Ἑλληνογερμανικὰς σχέσεις καὶ διὰ τὸ κῦρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τοσούτῳ μᾶλλον, προσέθετον, καθ’ ὅσον δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ἐπιλέξαντες τὸν ἐν λόγῳ πρεσβευτήν. Καὶ ἀπήντησε, βεβαίως, ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς προχθὲς λέγων, ὅτι «τὸ πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον». Τὸ δέχομαι, καίτοι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴμεθα αὐστηρότεροι, διότι, προκειμένου περὶ μιᾶς ἐκλογῆς τοιαύτης θέσεως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἦτο προσεκτικώτερος. Ἀλλ’ ἔστω, ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλέτω. Ἠμπορούσαμεν, λοιπόν, καὶ αὐτὸ νὰ τὸ λησμονήσωμεν. Ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ ἔχει σημασίαν μεγάλην εἶναι, ὅτι μὲ τὴν ἀπάντησίν του εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς παραιτήσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς κατήγγειλε βαρύτατα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπέτρεπον νὰ ἀφήνῃ τὸν Πρέσβυν αὐτὸν ἐπὶ τόσον καιρόν, εἰς τὴν θέσιν του. Μόλις δὲ κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον ἢ Μάϊον νὰ σκεφθῇ, ὅτι θὰ πρέπει νὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς τὸν Στοκχόλμην, ἢ νὰ τὸν θέσῃ εἰς διαθεσιμότητα τὴν ὑστάτην ὥραν. Τὰς βαρυτάτας δὲ αὐτὰς καταγγελίας καὶ τοὺς χαρακτηρισμοὺς τοὺς ἀρύομαι ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς παραιτήσεως, διότι σημειῶ, ὅτι ἐμὲ ἐνδιαφέρουν τὰ κείμενα τῆς παραιτήσεως καὶ τῆς ἀπαντήσεως καὶ οὐδόλως ἡ συνέντευξις. Μὲ ἐνδιαφέρουν τὰ δύο κείμενα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπίσημον ἰδιότητα. Τὰ ὅσα ὡς ἰδιώτης ἰσχυρίζεται ὁ Πρέσβυς, εἶναι δι’ ἐμὲ ἀδιάφορα. Λέγω, λοιπόν, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἄφησε, χωρὶς συνέχειαν καὶ χωρὶς κυρώσεις, μίαν τοιαύτην πρωτοφανῆ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν διπλωματίαν, πρᾶξιν ἐκπροσώπου της καὶ ὅτι ἐὰν δικαιολογῆται, ἐνδεχομένως, διὰ τὴν πλάνην τῆς ἐκλογῆς, εἶναι, ὅμως, ἀδικαιολόγητος διὰ τὴν καθυστέρησιν τῆς ἀποβολῆς τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ. Ἐὰν τόσον ἀργὰ ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργός, τῶν ὅσων κατήγγειλεν, ἦτο τότε κακῶς πληροφορημένος. Ἐὰν ἐγκαίρως ἔλαβε γνῶσιν, τότε κακῶς ἐδίστασεν ἐνώπιον ἑνὸς τοιούτου σοβαρωτάτου ζητήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν ἐδῶ προχθὲς καὶ μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν ἄποψίν μου, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινα τὴν παραπομπὴν τοῦ Πρεσβευτοῦ εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν τὸ ἔκαμε, διότι δὲν ὑπῆρχε μία λύσις, ἀλλὰ δύο λύσεις. Ἡ πρώτη λύσις ἦτο ἡ παραπομπὴ καὶ ἡ ἄλλη τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως. Καὶ ἐπροτίμησε τὴν δευτέραν. Μὲ αὐτὸ δὲ ἀπέδειξε τὴν γενναιότητά του, ὅπως ἐτόνισεν ἐπανειλημμένως καὶ σήμερον ἀκόμη, ὅπως ἠκούσατε καὶ πάλιν τὸ ἐπανέλαβε. Δὲν μὲ ἔπεισεν ὁ κ. Ὑπουργός. Μᾶς εἶπε προχθές, ὅτι ἐὰν τὸν παρέπεμπεν εἰς Πειθαρχικὸν Συμβούλιον, θὰ ἐπηκολούθει ἕνας πέπλος μυστικότητος, μία ἀτμόσφαιρα καχυποψίας καὶ μία ἀπομόνωσις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν ἑαυτόν του, καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ στοιχεῖον τῆς γενναιότητος, ἐνῷ ἐὰν ἐδέχετο τὴν παραίτησίν του, τὸν καθίστα ἰδιώτην, τὸν ἀπεδέσμευεν, ἀπὸ οἱονδήποτε δεσμὸν δημοσιοϋπαλληλικῆς ὑποχρεώσεως. Θὰ ἠμποροῦσε, λοιπόν, νὰ εἴπῃ, ὅσα εἶχε νὰ εἴπῃ καὶ αὐτή, ὡς Κυβέρνησις δὲν φοβούμεθα, ὅσα καὶ ἂν ἔλεγεν. Αὐτὴν τὴν λογικὴν δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν παρακολουθήσω. Δὲν καταλαβαίνω, πῶς βλέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν παραπομπὴν εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον. Βλέπει τὸν ὑπάλληλον κλεισμένον εἰς ἓν εἶδος στρατοπέδου Νταχάου, τελοῦντα ἐν πλήρει ἀπομονώσει καὶ μὴ δυνάμενον νὰ εἴπῃ τίποτε. Ἀντιθέτως, κατ’ ἐμὲ εὑρισκόμενος ὑπὸ τὴν σκληρὰν κατηγορίαν καὶ ὑπὸ τὸν ἄμεσον κίνδυνον τῆς ἀτιμωτικῆς ἀπολύτως, θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ὅσα εἶχε νὰ εἴπῃ ἐκείνην τὴν ὥραν ποὺ ἐκινδύνευεν. Συνεπῶς, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη θὰ ἐφωτίζετο καὶ ἐκ τῆς διαφωτίσεως θὰ ὠφελοῦντο καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ αἱ ἑλληνογερμανικαὶ σχέσεις καὶ ταὐτοχρόνως καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἐὰν τὸν παρέπεμπε ποίαν συνέπειαν θὰ εἶχεν ἐπὶ τέλους αὑτὴ ἡ παραπομπή; Θὰ ἀπελύετο. Καὶ τὸ θεωρεῖτε ὀλίγον αὐτό, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἕνας δημόσιος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἔφθασε καὶ μάλιστα, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, εἰς τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα τῆς ἱεραρχίας, νὰ γίνῃ πρέσβυς καὶ αὐτὸς ὁ πρέσβυς νὰ παραπεμφθῇ μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς ἀπολύσεως εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον καὶ βάσει κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγγίζουν τὴν ἐσχάτην προδοσίαν; Καὶ θεωρεῖτε, ὅτι ἐὰν αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος ἀπελύετο, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ μεγαλύτερον στίγμα, δι’ ἕνα δημόσιον ὑπάλληλον ἢ δι’ ἕνα οἱονδήποτε ἔντιμον ἄνθρωπον. Τὶ ἠθέλετε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ Μεσαιωνικὰ βασανιστήρια, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς Βυζαντινὰς τιμωρίας, εἰς τὴν τιμωρίαν τῆς ρινοτομήσεως, ἢ τοῦ ἐγκλεισμοῦ του εἰς τὸ μοναστήριον; Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Μεγαλυτέρα ποινὴ ὑπάρχει ἀπὸ αὐτὴν καὶ μεγαλυτέρα ἱκανοποίησις τῆς κοινῆς γνώμης θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ, ἀπὸ ὅ,τι ὁ κύριος αὐτὸς θὰ ἐπλήρωνε τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας του κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Καὶ ἐπὶ πλέον δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη τῆς τρίτης παραγράφου τῆς ὑποστηρίξεως τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ ἠμποροῦσαν νὰ σπεύσουν οἱ διάφοροι ἐνδιαφερόμενοι νὰ λάβουν πληροφορίας. Πρῶτον, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀπευθύνεται εἷς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς Ἀρχηγοὺς Κομμάτων, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τοὺς ὑπολοίπους βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι δέν εἶναι ἱεροεξετασταὶ ἢ πράκτορες τῆς Ἔφ Μπὶ Ἄϊ ἢ τῆς Ἰντέλιντζες Σέρβις, διὰ νὰ σπεύδουν νὰ ἐξετάζουν πρέσβεις. Δὲν εἶναι νοητὸν αὐτό, δι’ οἱονδήποτε, ὄχι μόνον πολιτικὸν ἀρχηγὸν καὶ πολιτευόμενον, ἀλλὰ καὶ δι’ οἱονδήποτε ἔντιμον ἄνθρωπον. Ἀλλὰ ἴσα–ἴσα μὲ τὴν παραπομπὴν του εἰς τὸ Δικαστήριον θὰ εἶχε τὴν δυνατότητα αὐτὸς νὰ παρουσιάσῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἢ οὐδὲν νὰ παρουσιάσῃ καὶ νὰ καταδικασθῇ ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην μὲ στοιχεῖα. Ἐπὶ πλέον καὶ κἄτι ἄλλο. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι ἡ ἀπόλυσις ἑνὸς ὑπαλλήλου δίδει εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας εἰς τὸ 1ον Τμῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν συνεδριάζει, ὡς ἀκυρωτικόν, ἀλλ’ ὡς Δευτεροβάθμιον Δικαστήριον οὐσίας. Θὰ εἴχομεν, λοιπόν, καὶ δεύτερον δικαστήριον, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν οἱανδήποτε ἄλλην Ἐπιτροπὴν ἢ δικαστικὴν ἔρευναν. Ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μᾶλλον δὲν ἐπρόσεξε τὴν ὑπόθεσιν. Θὰ ἤμην μᾶλλον κυριολεκτικός, ἐὰν ἔλεγον τὸ ἑξῆς: Ὅτι οἱ ἁρμόδιοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ὑπέδειξαν κατὰ πρῶτον λόγον τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν καὶ κατόπιν τὴν ἀπόλυσιν, ἀλλὰ ἀσμένως ἀπεδέχθησαν τὴν ἀπόλυσιν. Φαίνεται, ἄλλως τε τοῦτο, ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς τὴν παραίτησιν.
§50Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς δώσω μερικὰς πληροφορίας. Πρῶτον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εὐθύνη τῶν ὑπηρεσιῶν, ἐὰν ἡ λύσις εἶναι κακή. Ἡ εὐθύνη βαρύνει ἐμέ. Δεύτερον, εἶπον πολλὰ ἤδη περὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔκαμον νὰ προτιμήσω τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ προσθέσω, ἀφορᾷ ἐξήγησιν τοῦ διατὶ ἐβράδυνα νὰ τὸν ἀπολύσω. Εἶναι πράγματι ἕνα ἐρώτημα σοβαρόν, εἰς τὸ ὁποῖον χρειάζεται ἀπάντησις. Ὁ πρέσβυς αὐτός, δὲν εἶχεν ὑπηρετήσει ἐπὶ μακρὸν εἰς τὴν Βόννην. Ὅπως γνωρίζετε καὶ ἡμεῖς καὶ αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις, ἀφίνουν συνήθως τοὺς πρεσβευτὰς εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν 4 μὲ 6 ἔτη. Δὲν ἀλλάζει ἕνας πρέσβυς εὔκολα. Πρέπει νὰ συγκεντρωθοῦν ἀρκεταὶ ἐνδείξεις καὶ νὰ ἔχῃ κανεὶς τὴν πεποίθησιν, ὅτι πράγματι δὲν εἶναι κατάλληλος. Βεβαίως, δὲν ὑπῆρχον θέματα, ὅπως εἶπον ἄλλοι ρήτορες, κατὰ κάποιον τρόπον ἐγγίζοντα τὰ ὅρια τῆς ἐθνικῆς προδοσίας. Αὐτὸ τὸ λέγω, κατὰ τρόπον κατηγορηματικόν. Ὑπῆρξαν κακαὶ ἐνέργειαι. Δὲν ὑπῆρξαν προδοτικαὶ ἐνέργειαι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Συνεπῶς, τὸ Ὑπουργεῖον ἦτο ὑποχρεωμένον, πρὶν ἀλλάξῃ ἕνα πρέσβυν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε μείνει καιρὸν, νὰ σχηματίσῃ ἀπόλυτον πεποίθησιν. Καὶ εἶπον, προχθές, ὅτι αἱ πρῶται σοβαραὶ ἐνδείξεις μοῦ ἐδημιουργήθησαν, περίπου, τὸν Φεβρουάριον καὶ κατὰ μῆνα Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον, ἀπεφάσισα, ἁπλῶς, νὰ τὸν ἀλλάξω καὶ νὰ τὸν στείλω εἰς Πρεσβείαν, ὄχι τόσον σημαντικήν. Καὶ τὸν Μάϊον ἀπεφάσισα νὰ τὸν θέσω εἰς διαθεσιμότητα. Συνεπῶς, βλέπετε, δὲν ἦτο θέμα, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦσε νὰ μὲ κάμῃ νὰ τὸν τιμωρήσω ἢ νὰ τὸν ἀντικαταστήσω πολὺ ἐνωρίτερον.
§51Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὸ περιεχόμενον, κ. Ὑπουργέ, τῆς ἀπαντήσεώς σας, εἰς τὴν περίπτωσιν εἶναι τόσον βαρύ, ὥστε δὲν δικαιολογεῖ σύγκρισιν μὲ ἐνδεχομένας ἀτυχεῖς περιπτώσεις ἄλλων Πρεσβευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτυχόντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των, ἔφερον τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ τοὺς ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τῆς θέσεώς των, ἢ νὰ τοὺς θέσῃ εἰς διαθεσιμότητα. Συνεπῶς, παραμένει δικαιολογημένη ἡ ἀξίωσις τῆς κοινῆς γνώμης, ἢ μερίδος αὐτῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω καὶ ἐγώ, νὰ γνωρίζῃ, ποῖον ὑπῆρξεν ἐκεῖνο, τὸ ἀποφασιστικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον αἰφνιδίως, ἔστω καὶ ἐν μηνὶ Μαΐῳ, σᾶς ἠνάγκασε νὰ μεταβάλλετε τὴν σκέψιν σας καὶ ἀπὸ τὴν ἁπλῆν ἰδέαν τῆς μεταθέσεως ἀπὸ τὴν Βόννην εἰς τὴν Στοκχόλμην, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο φοβερὸν διὰ τὸν ὑπάλληλον, νὰ ἀποφασίσητε νὰ τὸν θέσετε εἰς διαθεσιμότητα. Καὶ μετὰ ταῦτα, ὅταν πλέον ἐπηκολούθησεν ἡ παραίτησις, νὰ ἀπαντήσητε ὡς ἀπαντήσατε. Ἐὰν ἡ ἀπάντησις ἦτο μόνη συνέπεια τῆς δικαιολογημένης ὀργῆς τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ τὴν ἰταμότητα τοῦ κειμένου τῆς παραιτήσεως, τότε δικαιολογεῖται περισσότερον ἡ σκέψις μου. Ἡ δικαιολογημένη, δηλαδή, ὀργὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ τὸν ὡδήγει ἐν συνεχείᾳ εἰς τὸ νὰ παραπέμψῃ ἀμέσως εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον τὸν πρέσβυν. Δὲν γνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω, διατὶ τότε ὑπάρχουν Πειθαρχικὰ Συμβούλια. Αὐτὴ θὰ εἶναι πάντοτε ἡ διαφωνία μας.
§52Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶπον, βεβαίως, ὅτι τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον εἶναι Νταχάου, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύναται κανεὶς νὰ ὁμιλῇ. Εἶναι, ὅμως, βέβαιον, ὅτι ἡ διατήρησις τῆς ὑπαλληλικῆς ἰδιότητος καὶ ἡ διατήρησις τῆς ἀπειλῆς πειθαρχικῶν κυρώσεων δυσχεραίνει τὸν ὑπάλληλον, νὰ προβῇ εἰς τὰς καταγγελίας, τὰς ὁποίας ὑποθέτει κανείς, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ διατυπώσῃ. Δι’ αὐτὸ καὶ κατεχόμενος πρὸ παντὸς ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐμπράκτου ἀποδείξεως, τῆς ἀφοβίας τῆς Κυβερνήσεως, ἔναντι τῶν κατηγοριῶν καὶ ὄχι κατεχόμενος ἀπὸ αἴσθημα ὀργῆς εἶπον, ὅτι ἀποδέχομαι τὴν παραίτησιν, ὥστε ἀπὸ τῆς ἑπομένης πρωΐας νὰ δύναται ὁ παραιτηθεὶς καὶ ὄχι ὁ ὑπὸ κρίσιν ὑπάλληλος, νὰ διατυπώσῃ ἐλευθέρως καὶ ἀφόβως οἱανδήποτε κατηγορίαν.
§53Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ ἐπανάληψις τῶν ἰδίων ἐπιχειρημάτων, δὲν ἀποτελεῖ πρόοδον εἰς τὴν συζήτησιν. Διότι πιστεύσατέ με, ὅτι σᾶς παρηκολούθησα καὶ προχθὲς καὶ χθές, ὁσάκις ὡμιλήσατε, μετ’ ἀπολύτου προσοχῆς. Ἡ διαφωνία παραμένει διαφωνία, ὅτι ὁ ὑπάλληλος παραπεμπόμενος μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς ἀπολύσεως εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον, τοὐλάχιστον ἔχει κἄθε λόγον ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς τιμῆς του, νὰ ὁμιλήσῃ περισσότερον, παρ’ ὅταν ἀπεμακρύνθη κατόπιν ἰδικῆς του παραιτήσεως.
§54Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Μήπως δὲν ἔχει λόγον σήμερον μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγονται;
§55Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Πρῶτον, ἐγὼ δὲν εἶμαι Ὑψηλάντης διὰ νὰ σᾶς εἴπω τὶ θὰ ἔκαμα. Ἐγὼ εἶμαι Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν καὶ Ἕλλην πολίτης. Ἁπλῶς διερωτῶμαι, διατὶ ὑπάρχουν τὰ Πειθαρχικὰ Συμβούλια· διὰ τὰς ἀσημάντους ὑποθέσεις ἢ διὰ τὰς σημαντικάς; Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπάντησις δι’ ὅσων εἴπατε. Δεύτερον, ὑπάρχει δι’ ἐμὲ ἡ ἐκκρεμότης εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ παλληκαριὰ τὸ νὰ εἴπητε δέχομαι τὴν παραίτησίν του. Διότι, δὲν εἶναι προσωπική σας ὑπόθεσις ἢ τῆς Κυβερνήσεως ὑπόθεσις ἢ ὑπόθεσις τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Ἐὰν εὑρέθη εἷς ὑπάλληλος τόσον ἐπιλήσμων τῶν καθηκόντων του, ἔχετε σεῖς ὑποχρέωσιν νὰ τὸν καθήσετε εἰς τὸ σκαμνὶ καὶ νὰ τὸν τιμωρήσητε. Διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν κύρωσιν δι’ ἕνα ὑπάλληλον. Ἡ καταδίκη του. Ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζω αὐτά, δὲν ἐζήτησα νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ θέμα, διότι εἶμαι, πρῶτον, ἐναντίον τῆς συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Διότι ἔχει γίνει πλήρης παρανόησις τῆς ἐννοίας τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ διότι δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, πῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἔδιδε τοὺς φακέλλους εἰς τὴν Ἐξεταστικὴν αὐτὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν μειώνω μὲ αὐτὰ οὐδένα ἐκ τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό. Ἄλλον θέμα εἶναι τὸ προταθέν, ἡ παραπομπὴ εἰς Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν κατηρτισμένην ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Εἶναι δυνατόν, ὅμως, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ὁρίσῃ εἰδικὴν Ἐπιτροπήν; Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ἁρμοδιότης τοῦ κ. Προέδρου. Εἶναι ἀπαράδεκτα πράγματα αὐτά. Θὰ ἐγένετο ἡ σκέψις νὰ παραπεμφθῇ εἰς δικαστικὴν Ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνωτάτων Δικαστικῶν διὰ νὰ ἐρευνήσουν τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι καὶ ἐκείνη θὰ παρουσίαζε δυσκολίας. Πράγματι, θὰ ἦτο λύσις, ἐὰν ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ συζήτησις βάσει μόνον τῶν φακέλλων, ἐὰν δηλαδὴ οἱ φάκελλοι παρεδίδοντο εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων ἢ εἴς τινας ἐξ αὐτῶν. Δὲν ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν, διότι γνωρίζω, ὅτι ἡ τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυπριακοῦ, ὅταν κάποτε παρεδόθησαν εἰς ἐμὲ οἱ φάκελλοι, εἶναι σταθερὰ εἰς τὸ νὰ μὴ δίδῃ τοὺς φακέλλους καὶ ἐπειδὴ δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ ματαιοπονῶ, δὲν τοὺς ἐζήτησα κἄν. Δι’ αὐτὸ δὲν ὑπέβαλον αἴτησιν. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένω εἰλικρινῶς ὑποστηρίζων, μαχόμενος διὰ τὸ ἐθνικὸν καλὸν καὶ διὰ τὸ καλὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθοῦν κυρώσεις διὰ τῆς πειθαρχικῆς ὁδοῦ. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Ὑψηλάντου προεκάλεσεν ἀφορμὴν διευρύνσεως τοῦ ζητήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ μιᾶς κατ’ ἐμὲ εὐστόχου παρατηρήσεως τοῦ κ. Κωστοπούλου ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύμπτωσιν τῆς παραιτήσεως εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς Ὑπουργίας τοῦ κ. Ἀβέρωφ, 4 Πρεσβευτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκτὸς τοῦ κ. Μόστρα, τοῦ ὁποίου ὀρθῶς ἀνεγνωρίσθη τὸ κῦρος καὶ ἡ ἀξία καὶ ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ἦτο διακεκριμένος ἐπίσης Πρεσβευτής, καὶ ἡ παραίτησίς του συνωδεύθη μὲ ἀρθρογραφίαν εἰς τὴν ἐφημερίδα «Καθημερινή», ἡ ὁποία ἦτο ἀρκετὰ δριμεία ὡς πρὸς τὴν ἀδυναμίαν τῆς ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Ἐπίσης καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ κ. Μελᾶ, ὁ ὁποῖος ἐπίσης μετὰ τὴν παραίτησίν του, περιῆλθεν εἰς μεγάλην διένεξιν μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, παρουσιάζει ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει σύγκρισις μεταξὺ τῶν περιπτώσεων. Ἀλλὰ πάντως ὑπάρχει γεγονός. Τὸ μνημονεύω ἰδίως αὐτό, διότι ἐξ αὐτοῦ ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἴπῃ ὅτι, μὰ πῶς εἶναι νοητόν, νὰ περιμένετε ἀπὸ Πρέσβεις νὰ καθορίσουν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως; Ὄχι 4, ἀλλὰ 14 ἐὰν εἶναι, ἐγὼ τὴν καθορίζω ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἐντολοδόχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Οὐδεμία τυπικὴ διαφωνία ἐπ’ αὐτοῦ. Ποῖος θὰ εἶχε νὰ εἴπῃ τὸ ἀντίθετον; Ποῖος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Χώρας δὲν καθορίζεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν παρὰ ἀπὸ τοὺς Πρέσβεις; Ἀλλ’ ὅμως καὶ ποῖος ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ φαινόμενον παραιτήσεως τριῶν, τεσσάρων, πέντε ἢ δεκατεσσάρων Πρέσβεων ἂν παρῃτοῦντο δὲν εἶναι ἀναμφισβητήτως γεγονός, τὸ ὁποῖον δικαιολογημένως θὰ ἀνησύχει τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι κἄτι θὰ συμβαίνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν; Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅταν συνέβησαν τὰ Αἰγυπτιακά, μὲ τὸν Ἤντεν παρῃτήθη ὁ μόνιμος ὑφυπουργὸς καὶ τοῦτο ὑπῆρξε τὸ προμήνυμα τῆς μεγάλης κρίσεως, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν. Ἐδῶ, παρῃτήθησαν 4 Πρέσβεις καὶ μᾶς λέγετε καὶ 14. Ὡραῖοι αὐτοὶ οἱ λόγοι καὶ πράγματι μεγάλης γλώττης κόμβοι. Ἐπὶ πλέον ὅμως ὑπάρχει καὶ τοῦτο, ὅπερ καθιστᾷ περισσότερον ἀνησυχαστικὴν κατάστασιν. Ἐὰν δηλ. συνδυάσῃ κανεὶς τὴν παρατήρησιν αὐτήν, μὲ ἓν ἄλλο γεγονός, τῆς κατ’ ἐπανάληψιν χρησιμοποιήσεως εἰς θέσεις Πρεσβευτῶν προσώπων ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡμίλησεν ἐξαιρετικὰ εὐφήμως διὰ τὸ Ὑπουργεῖον του καὶ ὅλοι μας ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Τὶ τὰ θέλετε, τὶ τὰ γυρεύετε, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας ποὺ ἡ ὑπαλληλικὴ συνείδησις καὶ ἡ παράδοσις εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ διὰ τὸν πλέον θεληματικὸν καὶ ἰσχυρὸν Ὑπουργόν. Δὲν εἶναι ὅπως εἰς ἄλλα ἐνδεχομένως Ὑπουργεῖα. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, ὁ ὑπάλληλος, ἐκπροσωπεῖ μίαν συνέχειαν. Συνεπῶς, ἡ παρουσία του εἶναι ἀπαραίτητος καὶ σημαντικὴ καὶ δι’ αὐτὸ καὶ αἱ ἐξαιρέσεις πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε ἐξαιρέσεις. Ἐδῶ, ὅμως ἐπανειλημμένως, εἴδομεν χρησιμοποίησιν ἐξαιρέσεων ταὐτοχρόνως συνδυαζομένων μὲ ἐπανειλημμένας παραιτήσεις. Τί συμβαίνει λοιπὸν ἐκεῖ; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι ἱκανὸν πλέον νὰ καλύψῃ μεγάλας Πρεσβείας; Δὲν θέλω νὰ θίξω οὐδὲν πρόσωπον. Ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρετικαὶ ὅτε ἀνεγνωρισμέναι προσωπικότητες καλοῦνται νὰ ὑπηρετήσουν ὡς διατελέσαντες Πρωθυπουργοὶ ἢ Ὑπουργοί. Θέτω ὅμως, ἄλλο ζήτημα. Δὲν κάνω ἀντιπολιτευτικὴν κριτικὴν αὐτὴν τὴν ὥραν. Κάμνω διαπίστωσιν. Τί συμβαίνει μὲ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν; Ἐὰν ἄλλαι Πρεσβεῖαι δὲν συμπληροῦνται, ἢ ἄλλαι συμπληροῦνται διὰ Πρέσβεων, οἱ ὁποῖοι προσκαλοῦνται συνεχῶς ἀπ’ ἔξω, εἶναι ζητήματα ἐξ ἴσου σοβαρά. Ἡ κάθαρσις τῆς ὑποθέσεως Ὑψηλάντου, ἐπεβάλλετο καὶ δι’ ἄλλον λόγον διότι, κύριοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσετε ὅλοι, ὅτι εἶχε προηγηθῆ μακρὰ περίοδος δυσαρέστων ψιθύρων. Κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἄλλοι Ὑπουργοί, μετέβησαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν προσκεκλημένοι ἢ ἡμιεπισήμως καὶ διεπραγματεύθησαν σοβαρωτάτας συνθήκας ἢ συμφωνίας ἢ θέματα ἀφορῶντα τὰς χώρας μὲ τὰς ὁποίας διεπραγματεύοντο, ἐν τούτοις δὲν ἐνθυμοῦμαι περίπτωσιν νὰ ἔγινεν οὐχὶ κἂν συζήτησις, οὔτε ἀνακοίνωσις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ εἶναι παράδοξον. Πάντοτε ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πληροφορεῖται ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας. Καὶ θὰ σᾶς φέρω ἓν ἄλλο παράδειγμα. Τί συνέβη ὅταν ἐγὼ τὸ 1953 ἐπεσκέφθην τὴν Μ. Βρεταννίαν ὡς προσκεκλημένος τότε τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ ὁ ὁποῖος ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἤμην ἰσχυρὸς ὑπουργὸς πάντοτε ἤμην ἁπλοῦς ὑπουργός, κατόπιν ὅταν ἔφυγα ἀπὸ τὴν Μ. Βρεταννίαν, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ὁ τότε ἀσκῶν τὰ καθήκοντα τοῦ πρωθυπουργοῦ κ. Μπάτλερ εἰς ἐρώτησιν, ὡμίλησε περὶ τοῦ ἰδικοῦ μου ταξιδίου εἰς τὴν Βουλήν. Ἦτο ὀλιγόλογος, βεβαίως. Ἀλλὰ πάντως, ὡμίλησεν, ὡμίλησε περὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ ταξειδίου ἐκείνου. Καὶ ἐδῶ ἔχομεν ἐπισκέψεις εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ συνάψεις συμβάσεων καὶ σημαντικὰς συζητήσεις ἐκεῖ. Ἔχομεν ἐπισκέψεις εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ ταὐτοχρόνως διακοπὴν τῶν ἐμπορικῶν συζητήσεων μὲ τὴν Γερμανίαν καὶ καμμίαν ἐνημέρωσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἔχομεν ἐπισήμους ἐπισκέψεις εἰς τὸν Καναδᾶ, τὴν Ἀγγλίαν ἀκόμη καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀγνοεῖ τὰ πάντα. Πληροφορούμεθα ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ μεταβῇ εἰς τὴν Γερμανίαν ἀπὸ τὸ Ὄσλο καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ματαιοῦται τὸ ταξείδιόν του αὐτὸ καὶ μεταβαίνει εἰς Ἰταλίαν. Καμμία ἀνακοίνωσις. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τὸ ἀγνοεῖ καὶ τοῦτο. Δημιουργοῦνται, λοιπόν, σκέψεις. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφερόμεθα εἰς τὰ κατ’ ἐξοχὴν σοβαρὰ θέματα ὅπως τὰ ἐξωτερικὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ τίποτε τὸ σκοτεινόν. Πῶς αἱ σχέσεις μας μὲ τὰς ἄλλας χώρας νὰ εἶναι ὡς ἡ σύζυγος τοῦ Καίσαρος, πράγματι ζητοῦμεν αὐτὴν τὴν διαφώτισιν. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ προσωπικῶς ἐχάρην μὲ τὴν εὐκαιρίαν τοῦ θέματος Ὑψηλάντη, διότι ἡ καταδίκη του θὰ ἦτο πολύτιμος τίτλος, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο χρήσιμος διὰ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, ὅπερ θὰ μὲ εὐχαριστοῦσε, διότι νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βλέπωμεν τὰ θέματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς μὲ στενὴν ἀντίληψιν. Δὲν πρέπει πάντα νὰ ἀντιδικοῦμεν. Ἄλλως τε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ διακρίνεται διὰ τὴν πάρα πολὺ προσεκτικήν του φρασεολογίαν, βλέπετε ὅτι εἰς τὸ κείμενόν του τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως ὁμιλεῖ περὶ τῶν Ἑλληνογερμανικῶν σχέσεων καὶ λέγει ὅτι εἶναι «ἄρισται» ἐδῶ εἶπε «πολὺ ἱκανοποιητικαὶ» ἀλλοῦ καὶ πάλιν ἁπλῶς «καλαὶ» καὶ κατόπιν λέγει ὅτι ὁσάκις περιήρχοντο εἰς δυσχερῆ θέσιν τοῦτο ὠφείλετο εἰς παρανόησιν τοῦ πρέσβεως. Ἀλλοῦ πάλιν ὅτι καὶ μεταξὺ τῶν φίλων ὑπάρχουν διάφοροι γνῶμαι καὶ προσθέτω ἐγὼ μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ τῶν Γερμανῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι σκληροὶ συζητηταί. Ἀλλά, διατί ὅμως αὐτὸ δὲν ὁδηγεῖ εἰς οἱανδήποτε ἀνωμαλίαν καὶ μόνον ἡ δημοσιότης ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ ἀνωμαλίαν; Τὴν ὥραν μάλιστα ποὺ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὔτε ἡ παραμικρὰ ὑποψία ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐξ οἱουδήποτε λόγου σκιά. Ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι προσωπικῶς δὲν ἔχω ἐπ’ αὐτοῦ καμμίαν ἀνησυχίαν. Ἀλλ’ ὅμως τί σημασίαν ἔχει ἐὰν ἐγὼ ἢ ὁ κ. Παπανδρέου ἢ ὁ κ. Στεφανόπουλος δὲν ἔχομεν ἀνησυχίαν τινά. Σημασίαν ἔχει ἐὰν ἐπετύχομεν εἰς τὴν καθολικότητα τῆς κοινῆς γνώμης νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἀμφιβολίαν. Θὰ ἠμποροῦσε ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἶχε προβῇ εἰς σχετικὰς ἀνακοινώσεις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ τὸ ὀλιγώτερον, τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ ἐζητούσαμεν θὰ ἦτο νὰ μᾶς ἔλεγε ὅτι αὐτὰ συνέβησαν, ὅτι εἴχατε δίκαιον, τί νὰ κάμωμεν, τὰ γινόμενα δὲν ἀπογίνονται. Ἀρκετὰ τώρα, ὅτι συμφωνεῖτε καὶ σεῖς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν. Καὶ ταῦτα μὲν ἤθελον νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ τὰ εἰδικῶς προκύπτοντα θέματα. Ἐπὶ τῶν γενικῶν θεμάτων τονίζω, ὅ,τι εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου. Ἐμμένω δηλαδὴ εἰς τὰς γνωστὰς ἀντιλήψεις μου καὶ πιστεύω ὅτι ἀκόμη καὶ τὰ χρόνια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπακολουθήσουν θὰ εἶναι καὶ διεθνῶς καὶ ἐσωτερικῶς καὶ κοινωνικῶς καὶ οἰκονομικῶς κρίσιμα ἀνεξαρτήτως τῆς συνδέσεώς μας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Ἕνας λόγος περισσότερον διὰ νὰ ἐπιμένω ὅτι ὁ τόπος χρειάζεται Κυβέρνησιν ἱκανὴν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τοιαύτας ἀξιώσεις εἰς τὰς παρούσας καὶ εἰς τὰς μελλούσας στιγμάς, εἶναι ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀπεδείχθη ὄχι ἱκανὴ οὔτε διὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ οὔτε καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν περιβάλωμεν μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην μας καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ δὲ τῆς αὐριανῆς ψηφοφορίας πληρῶν τὴν τακτικὴν τὴν ἰδικήν μου θὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν.
§56Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, θὰ ἤξιζε νὰ ἀπαντήσω κἄπως διὰ μακρῶν. Ἴσως ἐὰν ἡ σειρὰ τῶν ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μοῦ τὸ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸ κάμω. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅμως αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐν σχέσει μὲ τὰς παρατηρήσεις του ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐργασίαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν τομέα του. Μὲ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν καὶ μὲ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν τὸ λαμπρὸν καὶ ἄξιον ἐν τῷ συνόλῳ του ἡ Ἑλλὰς γνωρίζει τιμὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὰς ὁποίας σπανίως ἐγνώρισε. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἔμπρακτον καὶ τρανὴν ἀπόδειξιν, ὅτι οὐδὲν νοσεῖ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ.
§58Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Κύριοι βουλευταί, ἡ ὥρα εἶναι ἀρκετὰ προκεχωρημένη καὶ δι’ αὐτὸ ἐλπίζω νὰ κατορθώσω νὰ εἶμαι συντομώτερος ἀπὸ ὅσον συνήθως. Θὰ περιορισθῶ ὡς ἐκ τούτου εἰς τὸ θέμα τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς. Ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐπίσης νὰ παράσχω καὶ μερικὰ στοιχεῖα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐξέλιξιν καὶ τοῦτο πρὸς ἀποκατάστασιν ὡρισμένων ἐσφαλμένων ἐντυπώσεων ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐδημιούργησαν τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Παπανδρέου. Καὶ πρῶτον, θεωρῶ ὡς λίαν εὐχάριστον διαπίστωσιν, ὅτι μὲ τὴν ἐξαίρεσιν τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα συντάσσονται μὲ τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ σύνδεσις τῆς χώρας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν ἦτο καὶ εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἐπιβεβλημένη. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναπτύξω διατί εἶναι πράγματι ἐπιβεβλημένη ἡ σύνδεσις τῆς χώρας μας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, διότι τοῦτο ἀνεπτύχθη ἐπαρκῶς καὶ ἀπὸ διακεκριμένους ρήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διετυπώθησαν βεβαίως, μερικαὶ ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τὸ ἐὰν ὁ χειρισμὸς τοῦ θέματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο ὁ καλύτερος δυνατός. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει σήμερον νὰ ἀπασχοληθῶ ἐν λεπτομερείᾳ μὲ τὸν χειρισμὸν τῆς ὅλης ὑποθέσεως, οὔτε εἶναι δυνατόν, ἄλλως τε, νὰ συζητηθοῦν αἱ λεπτομέρειαι τῆς συνθήκης, διότι δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς ἀκόμη τὰ ἐπίσημα κείμενα. Θὰ ἔλθῃ ὅμως ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συνθήκη θὰ κριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τότε θὰ ὑπάρξῃ ἡ εὐχέρεια ἀνέτου συζητήσεως καὶ γενικῆς καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ ἑκάστης ρήτρας ἢ ρυθμίσεως, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὴν συνθήκην αὐτήν. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος, ἐπειδὴ ἐδημιουργήθη μία κἄποια σύγχυσις ἐπὶ ἑνὸς σημείου τοῦ ἱστορικοῦ τῆς ὑποθέσεως, νὰ εἶμαι ὀλίγον, ὄχι πολύ, ἀναλυτικώτερος. Τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶναι τοῦτο: Προεκλήθη, πράγματι, ἡ Ἑλλὰς νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν προτοῦ ἀκόμη ὑπογραφῇ ἡ συνθήκη τῆς Ρώμης; Ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ τὸ ἐπιβεβαιώσῃ, παρεδέχθη κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, ὅτι ἡ πρόσκλησις, ἢ μᾶλλον ἡ οἱονεὶ πρόσκλησις προῆλθεν ἀπὸ τὸ Ο.Ε.Ο.Σ. Ἔτσι ἀναφέρεται εἰς τὰ Πρακτικά.
§59Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶδα εἰς τὰ πρακτικά. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰς σᾶς εἶπον, ὅτι κατὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἦλθεν ἡ δυνατότης προσχωρήσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν.
§60Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Ἡ συνθήκη τῆς Ρώμης, διὰ τῆς ὁποίας συνεστήθη ἡ Κοινὴ Ἀγορά, ὑπεγράφη εἰς τὰς 25 Μαρτίου 1957. Ἐννοεῖτε ὅτι πρὸ τῆς ἡμερομηνίας αὐτῆς ὑπῆρχε πρόσκλησις πρὸς τὴν Ἑλλάδα νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν;
§61Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ἀποδείξουν τὰ κείμενά σας. Εἶπον, ὅτι μποροῦμε νὰ εἴμεθα ἐκ τῶν πρώτων ἱδρυτικῶν μελῶν, δεδομένου ὅτι ὁ Ο.Ε.Ο.Σ. εἶχεν εἰς τὰ θέματα αὐτὰ λάβει γνῶσιν τοῦ τί συνέβαινεν εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§62Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Τὰ πράγματα πρέπει νὰ τὰ ξεκαθαρίσωμεν.
§63Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν στοιχεῖα, κ. Ὑπουργέ. Νὰ μᾶς πληροφορήσετε καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν εἰλικρινῶς.
§64Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς λέγετε, οὔτε σεῖς, οὔτε ὁ κ. Κωστόπουλος, ὅτι, ἐνῷ ἐκλήθη ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, δὲν ἐδέχθη τὴν πρόσκλησιν αὐτήν, ἀλλ’ ἐπροτίμησε τὴν συζήτησιν μὲ τὴν Ε.Ζ.Ε.Σ. καὶ κατόπιν ἑορτῆς ὑπέβαλε τὴν πρότασίν της εἰς τὸν Ο.Ε.Ο.Σ.
§65Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι διὰ νὰ διαφωτισθῶμεν. Ὁ κ. Κωστόπουλος εἶπεν, ὅτι ἐκλήθη ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ καὶ διεπίστωσεν, ὅτι εἶχε δισταγμούς, ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Αὐτὸ μοῦ εἶπε ἐμέ.
§66Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον αὐτό. Μήπως τὸ ἀμφισβητεῖτε, κ. Ὑπουργέ;
§67Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Ὅπως μοῦ ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ νὰ εἴπω κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σας, πρῶτον μὲν δὲν ὑπῆρξεν οὐδεμιᾶς μορφῆς ἔγγραφος πρόσκλησις καὶ λυποῦμαι ποὺ δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ ἱκανοποιήσω τὸ αἴτημά σας περὶ ὑποβολῆς εἰς τὴν Βουλὴν ἐγγράφου μὴ ὑπάρχοντος.
§68Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐζητήσαμεν, κατ’ ἐπανάληψιν, τὸν φάκελλον καὶ ἠρνήθητε νὰ τὸν καταθέσετε.
§69Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ πρόσκλησις, διὰ νὰ συμμετάσχῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Ὑπῆρξε μία συζήτησις μεταξὺ τοῦ κ. Χρηστίδη καὶ τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας, ἡ ὁποία διετυπώθη εἰς ἕνα κείμενον, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1956, τὸ ὁποῖον πᾶν ἄλλο ἢ πρόσκλησιν ἀποτελεῖ. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ ὑπάρχει καὶ μία ἀποσαφήνισις ἐκ μέρους τοῦ ἰδίου τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ὅτε ἦτο ἐδῶ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1959. Εἶναι σύντομον τὸ κείμενον καὶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἀναγνώσω.
§70Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Προέκυψεν ἀπὸ ἕνα δημοσίευμα τῆς «Καθημερινῆς».
§71Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Ὄχι, νομίζω τῆς «Ἐλευθερίας», ἀλλὰ δὲν ἔχει σημασίαν τὸ πρᾶγμα. Ὑπάρχει δὲ ὁ αὐθεντικώτερος νὰ μᾶς εἴπῃ πῶς ἦσαν τὰ πράγματα καὶ ἔχω τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ὅπως τὴν ἐδημοσίευσεν ἡ ἐφημερὶς «Βῆμα» εἰς τὰς 27 Αὐγούστου 1959. Δὲν θὰ σᾶς ἀναγνώσω, βεβαίως, ὁλόκληρον τὸ κείμενον, ἀλλὰ μόνον τὴν περικοπὴν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ θέμα ποὺ συζητοῦμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν. «Διὰ τοῦ τύπου — ἐξηκολούθησεν ὁ κ. Ἔρχαρτ — ὑπεβλήθη ἐπίσης τὸ ἐρώτημα καὶ ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἄφισε νὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος μέχρις ὅτου ζητήσει τὴν ἔνταξιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, ὀφείλω νὰ ἀντιταχθῶ. Δυνατὸν τὸ θέμα τοῦτο νὰ συνεζητήθη ἤδη ἐν Παρισίοις, ὅπως ὅμως εἶναι γνωστόν, τὸ θέμα ἐξεκίνησεν ἀπὸ τὴν «Μοντανουνιὸν» καὶ ὅτι εἰς τὰς 6 ἀπαρτιζούσας ταύτην χώρας δὲν ἠδύνατο φυσικὰ νὰ συμμετάσχῃ ἀρχῆθεν καὶ ἡ Ἑλλάς. Μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης τῆς Ρώμης συνεζητήθη κατὰ πόσον αἱ 17 χῶραι τοῦ Ο.Ε.Ο.Σ. θὰ ἠδύναντο νὰ μετάσχουν εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν αὐτὴν Κοινότητα. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συνομιλιῶν τῶν 17 χωρῶν, ἦτο φυσικὰ ἀκατανόητον μία χώρα νὰ ἐξέλθῃ τῆς γραμμῆς αὐτῆς καὶ νὰ συζητήσῃ μεμονωμένως τὸ θέμα συνεργασίας. Ὅταν δὲ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1958 ἐναυάγησαν αἱ προσπάθειαι διὰ τὴν Ε.Ζ. Ε.Σ. ἀπεφασίσθη ὅπως ἡ ἐξ ὑπουργῶν Εὐρωπαϊκὴ Ἐπιτροπὴ ἐπεξεργασθῇ σχέδιον συμμετοχῆς τῶν 17 χωρῶν εἰς μίαν κοινὴν οἰκονομικὴν ὀργάνωσιν. Καὶ αἱ τότε ὅμως συνομιλίαι εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα κατέληξαν. Μόλις δὲ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἀπριλίου, ἐδημιουργήθησαν πράγματι αἱ προϋποθέσεις διὰ τὴν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑποβολὴν ἑνὸς αἰτήματος συνεργασίας τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Κ.Ε.Α.». Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἁρμοδιώτερον πρόσωπον ἀπὸ τὸν κ. Ἔρχαρτ, διὰ νὰ θέσῃ τὰ πράγματα, ὅπως ἀκριβῶς ἔχουν. Πράγματι, εἰς οὐδεμίαν χώραν ἦτο δυνατὸν νὰ προέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις μὲ τὰς χώρας τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων διὰ τὴν Ε.Ζ. Ε.Σ. Καὶ γεννᾶται, εὐλόγως καὶ ἡ σκέψις ἂν ἡ χώρα, ἡ ἰδική μας, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς ὃ σημεῖον οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως εὑρίσκεται, θὰ εἶχε καὶ προσθέτους λόγους, ὅπως ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, διὰ νὰ μὴ προσχωρήσῃ ἀμέσως εἰς μίαν ἰσότιμον συμμετοχήν. Ἄλλαι χῶραι, οἰκονομικῶς καὶ βιομηχανικῶς προωδευμέναι, ἡ Αὐστρία, ἡ Δανία, ἡ Σουηδία, αὗται αἱ χῶραι, διατί τάχα δὲν ἐφρόντισαν νὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, ἂν ὑπῆρχε τάχα εὐχέρεια διὰ τρίτην χώραν; Ὅπως ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅτι καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἡ εὐχέρεια, ἂν παρείχετο εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ εὐχέρεια τῆς συνδέσεως, τῆς συμπράξεως ὡς ἰσοτίμου μέλους εἰς τὴν σύστασιν τῆς Κοινῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἀγορᾶς, πάλιν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ προσχωρήσῃ, καὶ τοῦτο διότι εἶναι εὔλογον ὅτι μία ἰσοτιμία, δὲν σημαίνει μόνον ἰσότητα δικαιωμάτων, ἀλλὰ καὶ ἰσότητα ὑποχρεώσεων καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἀναπτύξεως, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο τότε καὶ εἶναι ἀκόμη, νὰ ἀναλάβῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουν ἀναλάβει μεταξύ των αἱ ἓξ χῶραι τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς, ἀκριβῶς δὲ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν οἱ ρήτορες τῆς ΕΔΑ. Διότι ὅταν ὑπάρξῃ μία τελωνειακὴ ἕνωσις μεταξὺ χωρῶν οἰκονομικῶς λίαν προωδευμένων καὶ χωρῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὀλιγώτερον προωδευμέναι, εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους ἐπεσήμανεν ὄχι μόνον ἡ ΕΔΑ, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Πεσμαζόγλου εἰς τὸ βιβλιαράκι αὐτὸ ποὺ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Κιτσίκης προχθὲς καὶ οἱ ὁποῖοι περιλαμβάνονται ἐπίσης εἰς τὰ ὑπομνήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ προκειμένου περὶ συστάσεως τῆς Ε.Ζ.Ε.Σ. καὶ προκειμένου περὶ συνδέσεως τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Ἦτο, λοιπόν, ἀδύνατον καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἰδικῆς μας νὰ συμμετάσχωμεν, ἔστω καὶ ἂν μᾶς παρείχετο ἡ εὐχέρεια νὰ συμμετάσχωμεν ὡς ἰσότιμα μέλη εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν.
§72Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἄποψις ἰδική μας, ἰδική μου, τοὐλάχιστον. Ἐγώ, δὲν ὑπεστήριξα τοιοῦτόν τι.
§73Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Τὴν ἰδικήν μου ἄποψιν λέγω καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ λέγω, ὅτι ἡ ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μετάσχωμεν ὡς ἰσότιμα μέλη, ἀκριβῶς διότι ὑπάρχουν αἱ διαφοραὶ ποὺ ὑπάρχουν μεταξὺ τῆς οἰκονομικῆς προόδου τῆς ἰδικῆς μας.
§74Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ὑπεστήριξα καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ σύνδεσις αὐτὴ ὁδηγεῖ εἰς τὴν καταστροφήν.
§75Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Προκειμένου, λοιπόν, δύο τοιαῦται χῶραι μὲ τοιαύτην διαφορὰν οἰκονομικῆς προόδου, νὰ συνδεθῶσι διὰ μιᾶς τελωνειακῆς ἑνώσεως, πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα, τὰ ὁποῖα νὰ προστατεύουν τὴν οἰκονομικῶς ἀσθενεστέραν χώραν.
§76Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐδῶ εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἐρώτημα, τὸ μεγάλο ζήτημα. Διὰ νὰ βγάλετε ἀπόφασιν πρέπει νὰ ἔχετε στοιχεῖα συγκρίσεως.
§77Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Σᾶς ἤκουσα. Σεῖς θέλετε νὰ μελετήσωμεν ποία ἡ μία κατάστασις καὶ ποία ἡ ἄλλη καὶ μετὰ νὰ προχωρήσωμεν. Ἀλλὰ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι αἱ μελέται αὐταὶ πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμοι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν προηγουμένως. Διότι, τοιαῦται μελέται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθοῦν ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν ἢ καὶ ἐντὸς ἑνὸς–δύο ἐτῶν. Τοιαῦται μελέται ἔπρεπε νὰ εἶχον προηγηθῆ. Δὲν θὰ μᾶς ἐπερίμεναν οὔτε εἰς τὴν Ε.Ζ.Ε.Σ., οὔτε εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν ἐὰν ἐκαθήμεθα νὰ μελετήσωμεν μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τὰ πράγματα. Εἶναι δὲ γνωστόν, κ. Μαρκεζίνη, ὅτι ἡ συζήτησις, τὸ εἴπατε καὶ ἐσεῖς, ἄλλωστε, διὰ τὴν σύμπηξιν τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς δὲν ἤρχισε τὸν Μάρτιον τοῦ 1957. Ὑπῆρξε καὶ προηγουμένως. Ὑπῆρξεν ἡ διάσκεψις τῆς Μεσσήνης εἰς τὸ 55½, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ζίγδης. Θὰ ἤθελα μάλιστα νὰ τὸν διορθώσω, διότι ὁ Ἰούνιος τοῦ 1955 δὲν εἶναι τὸ 55½, εἶναι τὸ 54½.
§78Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τὸν ἐνθυμεῖσθε τὸν κ. Ζίγδην τώρα. Ὅταν ὅμως θέλῃ νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ κἄτι οὐσιαστικόν, τὸν ἀποφεύγετε.
§79Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Θὰ μὲ ἐρωτήσετε ἀργότερον ὅ,τι θέλετε καὶ θὰ σᾶς προσέξω. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη σήμερον νὰ ἀναπτύξω τὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις αὐτάς. Αἱ διαπραγματεύσεις ὑπῆρξαν πράγματι δυσχερεῖς καὶ σκληραί. Σκληραί, ὄχι μόνον ἀπὸ πλευρᾶς ἰδικῆς μας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ἰδικῆς των. Καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ τοὺς ἀδικήσω. Διότι ἔχουν καὶ αὐτοὶ Κοινοβούλια, πρὸς τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ λογοδοτήσουν, διότι ἔχουν καὶ ἐκεῖνοι διάφορα συμφέροντα τῶν λαῶν των νὰ προσέξουν, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ συνθήκη τῆς συνδέσεως τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε ὄχι, θὰ ἀπετέλει ἕνα προηγούμενον καὶ δι’ ὅλας τὰς ἄλλας χώρας, αἱ ὁποῖαι θὰ συνεδέοντο κατόπιν. Καὶ αὐτὸ κατ’ ἀνάγκην ἐπέβαλεν εἰς τοὺς ἀντισυμβαλλομένους μας τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς νὰ προσέξουν ἰδιαιτέρως. Τώρα, βεβαίως εὔκολον εἶναι πάντοτε, καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀνέμενον νὰ τὸ ἀκούσω καὶ τὸ ἤκουσα ἀπὸ μερικοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα μέχρι σήμερον, εὔκολον εἶναι νὰ εἴπῃ ὁ καθεὶς ὅτι κακῶς ἐπράξατε ἐσεῖς, καὶ ὅτι ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν σας θὰ ἔπραττον κατὰ τρόπον ἐπιτυχέστερον αὐτὰ ποὺ ἐπράξατε ἐσεῖς. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι ἕνας λόγος εὔκολος. Καὶ ἀσφαλῶς καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς κυρώσεως τῆς συνθήκης ὑπὸ τῆς Βουλῆς θὰ τεθῇ ἀπὸ πολλοὺς ἐξ ὑμῶν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καὶ τὸ θέμα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι ἐγὼ θὰ τὰ ἐκατάφερνα καλλίτερα ἀπὸ σᾶς. Θὰ τὸ ἀκούσωμεν καὶ αὐτό. Ἔχω ὅμως ἀπὸ τώρα νὰ προειδοποιήσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμουν χρῆσιν τοιούτων σκέψεων καὶ συλλογισμῶν, ὅτι τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως ἑνὸς τοιούτου ἰσχυρισμοῦ ἀνήκει εἰς αὐτούς. Αὐτοὶ θὰ πρέπει νὰ ἀποδείξουν, ὅτι θὰ ἠδύναντο, χειριζόμενοι τὸ θέμα εἰς τὴν θέσιν μας, νὰ ἔχουν καλλίτερον ἀποτέλεσμα. Καὶ θὰ ἀναμείνω μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον νὰ ἀκούσω πῶς θὰ κατορθώσουν νὰ τὸ ἀποδείξουν. Ἕν εἶναι βέβαιον. Ὅτι διεθνῶς ἀπὸ τοῦ τύπου καὶ τὸν ἡμερήσιον καὶ τὸν εἰδικὸν τύπον, ἡ συνθήκη τῆς συνδέσεως τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγορὰν ἐθεωρήθη ὡς ἐπιτυχία τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἐπιτυχία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως, κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης, καὶ μὲ τὴν ἰσχὺν μελλοντικῶς τῆς συνθήκης, βεβαίως δὲν λύεται τὸ πρόβλημα τῆς οἰκονομικῆς προόδου τῆς χώρας μας. Δὲν εἶναι ἡ συνθήκη τῆς συνδέσεως τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, τὸ μαγικὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον διὰ μιᾶς θὰ μᾶς φέρῃ τὴν εὐδαιμονίαν καὶ τὸν πλοῦτον εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἡ συνθήκη παρέχει σπουδαίας δυνατότητας εἰς τὸν πράγματι ἔξυπνον καὶ δραστήριον Ἑλληνικὸν Λαόν. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διαπραγματεύσεως, κ. βουλευταί, συνεβουλεύθημεν καὶ τὸ Ἐμπορικὸν καὶ τὸ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον Ἀθηνῶν, συνεβουλεύθημεν καὶ τὸν Σύνδεσμον τῶν Ἑλλήνων Βιομηχάνων, συνεβουλεύθημεν καὶ τὴν ΓΣΕΕ καὶ τὴν Πανελλήνιον Συνομοσπονδίαν Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν καὶ ἄλλας. Γνωρίζουν καὶ αὐτοὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἂν ὄχι πλήρως τὰ κείμενα, τοὐλάχιστον τὰς βασικὰς ρυθμίσεις τὰς ἀναφερομένας εἰς τὸν τομέα τοῦ ἐνδιαφέροντός των. Καὶ διεπίστωσα, ὅτι ἀντιμετωπίζουν τὴν περίπτωσιν τῆς πραγματοποιήσεως τελικῶς τῆς συνδέσεως τῆς χώρας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, μὲ ἕνα θάρρος, τὸ ὁποῖον εἶναι χαρακτηριστικὸν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, καὶ τὸ ὁποῖον παρὰ ταῦτα φαίνεται ὅτι ἔλλειψεν ἀπὸ μερικοὺς ἀξιοτίμους κατὰ τὰ λοιπὰ συναδέλφους τῆς Αἰθούσης αὐτῆς. Τί ἐκάματε μᾶς εἶπον, διὰ νὰ προπαρασκευάσετε τὴν σύνδεσιν, διὰ νὰ προπαρασκευάσετε τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ καθεστῶτος ποὺ θὰ δημιουργηθῇ μετὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς συνδέσεως τῆς χώρας μας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Τὶ ἄλλο κάμνομεν, κ. βουλευταί, ἀπὸ τὸ νὰ ἀκολουθοῦμεν πολιτικήν, τῆς ὁποίας ἀντικειμενικὸς σκοπὸς εἶναι καὶ αἱ ὑφιστάμεναι, ἀλλὰ καὶ αἱ νέαι παραγωγικαὶ μονάδες νὰ εἶναι διεθνῶς ἀνταγωνιστικαί. Δὲν εἶναι ὑπόθεσις μόνον συγκεκριμένων μέτρων, ἡ παρασκευὴ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς συνδέσεως μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, ἀλλὰ εἶναι καὶ νομίζω, ὅτι ἐλέχθη, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ τὸ πνεῦμα τὸ ἀπαιτούμενον. Καὶ τὸ πνεῦμα αὐτό, αὐτὴ ἡ προσπάθεια πρὸς δημιουργίαν μιᾶς οἰκονομίας, ἡ ὁποία νὰ εἶναι διεθνῶς ἀνταγωνιστική, αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς μέτρα εἰδικῶς ληφθέντα ἤδη καὶ ἄλλα ποὺ πρόκειται νὰ ληφθοῦν, διότι τὸ βασικὸν εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ἡ πολιτική. Καὶ τὸ 5ετὲς πρόγραμμα εἶναι καὶ αὐτὸ μία ἔκφρασις τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁλόκληρον τὸ Πρόγραμμα εἶναι συντεταγμένον μὲ τὴν προοπτικὴν ἀκριβῶς τῆς συνδέσεώς μας μὲ εὐρυτέρους οἰκονομικοὺς χώρους. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἤλθομεν εἰς τὸ Πρόγραμμα, δὲν θὰ ἔβλαπτε νὰ εἴπωμεν καὶ μερικὰ περὶ αὐτοῦ. Εἶναι ἐνωρὶς βέβαια διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ κανείς, ἐὰν τὸ Πρόγραμμα τὸ 5ετὲς ἐφαρμόζεται καὶ ἀποδίδῃ ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν ποὺ προβλέπει τὸ πρόγραμμα. Ἄλλωστε τὸ 5ετὲς δὲν ἔχει θέσει στόχους ἐνδιαμέσους. Τὸ πρόγραμμα τὸ 5ετὲς ἔχει θέσει στόχους τελικούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκομεν νὰ ἐπιτύχωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς 5ετίας. Παρὰ ταῦτα δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ παρακολουθῇ κανεὶς καὶ πῶς ἐφαρμόζεται αὐτὸ τὸ πρόγραμμα. Εἶναι δὲ ὡς γνωστὸν τὸ πρῶτον 5ετὲς πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον καὶ πράγματι ἐφαρμόζεται. Ὅλα τὰ ἔργα ποὺ γίνονται, ὅλα τὰ ἔργα ποὺ περιλαμβάνονται εἰς τὰ ἐτήσια προγράμματα, εἶναι ὅλα ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ 5ετοῦς προγράμματος. Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν ἕνα μόνον τομέα τοῦ προγράμματος, διότι εἶναι ὁ μόνος, τὸν ὁποῖον ἠμποροῦμεν ἀπὸ τώρα νὰ συλλάβωμεν μὲ ἀριθμούς, τὰς δημοσίας ἐπενδύσεις. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τοῦ προγράμματος, ἐκ τῶν προβλεπομένων εἰς τὸ 5ετὲς πρόγραμμα Δημοσίων Ἐπενδύσεων, ἐπραγματοποιήθησαν τὰ 15,3%. Κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος τοῦ προγράμματος, τὸ 1961, βάσει τοῦ ἐτησίου προγράμματος δημοσίων ἐπενδύσεων καὶ φαίνεται, ὅτι τὸ πρόγραμμα ἐφέτος θὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ 100%, βάσει τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, ἔχομεν πραγματοποιήσει 19,7%—20% στρογγυλά. Τὸ 20%, κ. βουλευταί, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ ποσοστὸν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ τρίτου ἔτους, τοῦ μεσαίου ἔτους τῆς 5ετίας καὶ πραγματοποιεῖται ἤδη ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους. Εὐλόγως, λοιπόν, ἀντιμετωπίζομεν μὲ θάρρος καὶ αἰσιοδοξίαν τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργηθῇ μετὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς συνδέσεως τῆς χώρας μας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, ὄχι βεβαίως διότι πραγματοποιεῖται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ 5ετὲς πρόγραμμα, ἀλλὰ κυρίως λόγῳ τοῦ φρονήματος — ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω — τὸ ὁποῖον ἐκδηλώνουν αἱ ὡργανωμέναι παραγωγικαὶ τάξεις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ἐτηρεῖτο συνεχῶς ἐνήμερος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἐπὶ τῶν διαφόρων ἐξελίξεων τῶν διαπραγματεύσεων, αὐτὸ συμβαίνει κατὰ κανόνα εἰς ὅλα τὰ δημοκρατικὰ κράτη. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων νὰ προσέλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸ ἐπέτυχον καὶ τὸ ἄλλο ἐπέτυχον καὶ νὰ ἐξασθενίζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ διαπραγματευτικὴ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, χάριν τοῦ πλεονεκτήματος — ἐὰν θέλετε — κατὰ τὰ λοιπὰ τῆς ἐνημερώσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Λαοῦ, περισσότερον ἀπὸ ὅσον τὸ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησίς μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εὐχάριστον εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ὅπως εἶπον καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς μικρᾶς αὐτῆς ἀγορεύσεώς μου, μὲ μόνην ἐξαίρεσιν τὴν ἄκραν ἀριστεράν, ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα συμφωνοῦν, ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ σύνδεσις τῆς Χώρας μας μὲ τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος, κ. βουλευταί, διότι νομίζω ὁ κ. Παπανδρέου ἔκαμε χρῆσιν καὶ μερικῶν ἀριθμῶν, νὰ ἐκθέσω μερικά, ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῶν οἰκονομικῶν μας πραγμάτων. Θὰ προσπαθήσω νὰ μὴ ἐπαναλάβω τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς γνωστούς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Παπανδρέου, ἀδιάφορον ἐὰν ἀπουσιάζῃ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ἀποτελεῖ τέχνασμα τὸ νὰ ἐξετάζῃ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν 5ετίαν 1955–60, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν 5ετίαν 1950 –1955. Καὶ ἀποτελεῖ τέχνασμα, διότι εἰς τὴν 3ετίαν τοῦ Κέντρου 1950, 51, 52 καὶ εἰς τὴν 2ετίαν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Στρατάρχου Παπάγου 1953–55. Καὶ ἐπειδὴ ἀνέφερε τὴν αὔξησιν τοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος συνολικῶς διὰ τὴν πενταετίαν 1950–55, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ προσέξῃ, ἐὰν ἀναγνώσῃ τὰ Πρακτικά, ὅτι τὸ γεωργικὸν εἰσόδημα, εἰς σταθερὰς τιμὰς 1954, τὸ μὲν 1950 ἀνήρχετο εἰς 12.300 ἑκατομμύρια, τὸ 1951 ἀνῆλθεν εἰς 14.750 ἑκατομμύρια, τὸ 1952, τὸ τρίτον ἔτος τῆς τριετίας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου κατῆλθεν εἰς τὰ 13.880 ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ἀνέλθῃ ἀπὸ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Στρατάρχου Παπάγου, ἀπὸ 13 δισεκατομμ. 880 ἑκατομμύρια εἰς 17 δισεκατομμ. 850 ἑκατομμύρια. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου νὰ ἐκμεταλλεύεται, ἐμμέσως κατὰ ἕνα τρόπον, τὴν αὔξησιν τοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Στρατάρχου Παπάγου καὶ νὰ ἀναμιγνύῃ τὰς Κυβερνήσεις τοῦ Κέντρου μὲ τὴν Κυβέρνησιν Παπάγου. Θὰ σᾶς εἴπω, ὅμως, μερικοὺς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀξιοπρόσεκτοι, ἀναφορικῶς πρὸς τὴν γεωργίαν. Γνωρίζετε τὶ εἶναι ἡ λεγομένη ψαλίς. Αὐτὴ εἶναι ἡ σχέσις τῶν τιμῶν ποὺ ἀπολαμβάνει ὁ ἀγρότης πρὸς τὰς τιμὰς τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων ποὺ καταναλίσκει ὁ ἀγρότης, συνεπῶς, ὅσον μικρότερος εἶναι αὐτὸς ὁ δείκτης, τόσον δυσμενέστεραι εἶναι αἱ συνθῆκαι διὰ τὸν ἀγρότην ὅσον δηλαδή, ὁ τιμάριθμος τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων εἶναι μικρότερος, ἐν συγκρίσει μὲ τὸν τιμάριθμον τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων, ποὺ ἀγοράζει ὁ ἀγρότης, τόσον δυσμενεστέρα παρουσιάζεται ἡ οἰκονομικὴ θέσις τοῦ ἀγρότου. Ἡ ψαλίς, λοιπόν, τὸ 1952 ἦτο 0,74, τὸ 1955 ἦτο 0,88 καὶ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1961 εἶχεν ἀνέλθει εἰς 0,975. Ἠμπορεῖτε εὐκόλως νὰ κρίνετε ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 0,975 καὶ τοῦ 0,88 ἢ τοῦ 0.74. Ὅσον μικροτέρα εἶναι ἡ λεγομένη ψαλίς, τόσον εἶναι χειροτέρα διὰ τὸν ἀγρότην.
§80Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δείκτης δὲν σημαίνει ἄνοιγμα, σημαίνει κλείσιμον.
§81Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Ὅσον ὑψηλότερος εἶναι ὁ δείκτης, τόσον καλυτέρα εἶναι ἡ θέσις τοῦ ἀγρότου. Μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν ἐπαρχίαν νὰ παράσχω διαφόρους πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι εἶναι χρήσιμον νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι τὰ μεσομακροπρόθεσμα δάνεια ποὺ ἐχορηγήθησαν πρὸς τὴν γεωργίαν τὸ 1955 ἦσαν 165 ἑκατομμ., τὸ δὲ 1960 ἀνῆλθον εἰς 1.114 ἑκατομμύρια. Εἶναι χαρακτηριστικὸν καὶ αὐτὸ τῆς μερίμνης, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν. Ἐπιμένει, ὅμως, ὁ κ. Παπανδρέου, νὰ μετρᾷ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν ἐπενδύσεων ἀπὸ τὴν κατὰ τὴν αὐτὴν χρονικὴν περίοδον αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Τὸ σφάλμα εἶναι προφανές. Δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ μεγάλαι δημόσιαι ἐπενδύσεις, τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα διὰ νὰ ἀποπερατωθοῦν θὰ χρειασθοῦν χρονικὸν διάστημα δέκα καὶ δώδεκα ἔτη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνωνται αἱ ἐπενδύσεις ἢ νὰ μετρῶνται αἱ ἐπενδύσεις, ἀπὸ τὴν ἀπόδοσιν, ἀπὸ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, κατὰ τὴν χρονικὴν διάρκειαν ποὺ πραγματοποιοῦνται αἱ ἐπενδύσεις. Διότι εἶναι προφανές, ὅτι πρέπει νὰ πραγματοποιηθοῦν αἱ ἐπενδύσεις καὶ κατόπιν νὰ ἀποδώσουν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν συμφέρει τὸν κ. Παπανδρέου αὐτὴ ἡ θεωρία, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1952, τὸ τρίτον ἔτος τῆς τριετίας τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Κέντρου, ἐνῷ ἔλαβον χώραν ἐπενδύσεις δημόσιαι καὶ ἰδιωτικαὶ 6,5 δισεκατομμ., δὲν εἴχομεν οὐδεμίαν αὔξησιν ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ εἴχαμεν, ἀντιθέτως, μείωσιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν κατωρθώσαμεν καὶ τὰς δημοσίας αὐτὰς ἐπενδύσεις ποὺ προγραμματίζομεν νὰ πραγματοποιῶμεν καὶ ἐὰν κατωρθώσαμεν καὶ τὰς πιστώσεις πρὸς τὴν οἰκονομίαν νὰ ἔχωμεν αὐξήσει τόσον πολύ, τοῦτο ὀφείλεται βασικῶς εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἔχουν αὐξηθῆ οὐσιωδῶς αἱ καταθέσεις. Καὶ εἶναι προφανές, ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου πρὸς τὸ ἐθνικόν μας νόμισμα. Δικαίως δὲ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπιστοσύνη, διότι ἡ ἀγοραστικὴ δύναμις τῆς δραχμῆς ἔχει παραμείνει σταθερά, ὅσον σταθερὰ ἔχει παραμείνει καὶ ἡ ἀγοραστικὴ δύναμις καὶ ἄλλων νομισμάτων ἀπὸ τὸ 1955 καὶ ἐπέκεινα. Μὲ δείκτην 100 διὰ τὸ 1955, εἴχαμεν αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου ἀκριβείας τῆς ζωῆς ἢ τοῦ δείκτου τῶν τιμῶν τοῦ καταναλωτοῦ, ὅπως λέγεται, σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα 12%, εἰς τὴν Γαλλίαν 33%, εἰς τὴν Γερμανίαν 12%, εἰς τὴν Γιουγκοσλαβίαν 26%, εἰς τὴν Ἑλβετίαν 6%, εἰς τὸ Ἰσραὴλ 22%, εἰς τὴν Ἱσπανίαν 45%, εἰς τὴν Ἰταλίαν 10%, εἰς τὴν Ὁλλανδίαν 14%, εἰς τὴν Πορτογαλίαν 14%, εἰς τὴν Σουηδίαν 19%. Καὶ εἶναι δύο ἄλλαι φίλαι χῶραι, τῶν ὁποίων τὸ κόστος ζωῆς ἔχει πάρα πολὺ αὐξηθῆ καὶ δὲν ἔχει σημασίαν, ἐὰν δὲν τὰς ἀναφέρω. Ἐνῷ, λοιπόν, ὁ τιμάριθμος, ὁ δείκτης τῶν τιμῶν τοῦ καταναλωτοῦ κατὰ τὴν 5ετίαν 1955–60 ηὐξήθη κατὰ 12%, τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα εἰς δρχ. ἀπὸ 54,5 δισεκατομμύρια ηὐξήθη εἰς ἄνω τῶν 80 δισεκατομμυρίων τὸ 1960. Τοῦτο δὲ μᾶς δίδει μίαν αὔξησιν πλησιάζουσαν τὸ 50% εἰς τρεχούσας τιμάς. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ἔχει αὐξηθῆ τὸ κόστος ζωῆς, θὰ πρέπει νὰ γίνῃ ἡ σχετικὴ ἀριθμητικὴ πρᾶξις ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι ἡ πραγματικὴ ἀγοραστικὴ δύναμις τοῦ ἐθνικοῦ μας εἰσοδήματος ηὐξήθη κατὰ 32%. Αὐτός, λοιπόν, εἶναι, νομίζω, ἕνας χαρακτηριστικὸς ἀριθμὸς καὶ ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ, οὔτε νὰ παρερμηνευθῇ.
§82Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἄρα εὐημερία.
§83Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Κύριε Ἀλλαμανῆ, σᾶς παρεκάλεσα νὰ μὴ μὲ διακόψετε, ἀφοῦ ὅμως, τὸ θέλετε, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει εὐημερία. Σᾶς λέγω, ὅτι ἔχομεν φτώχειες, σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ἀγρότης τῆς ἰδικῆς μου πατρίδος ἔχει μεγαλύτερες φτώχειες ἀπὸ τὸν ἀγρότην τῆς ἰδικῆς σας πατρίδος. Ἀλλὰ αὐτὸ σημαίνει, κ. Ἀλλαμανῆ, καὶ πρέπει νὰ τὸ κατανοήσετε, ὅτι ἔχομεν σήμερον, ὅπως πολὺ χαρακτηριστικὰ εἶχεν εἴπει κάποτε ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχομεν σήμερον ὀλιγώτερες φτώχειες ἀπὸ ὅσας εἴχομεν τὸ 1955. Καὶ ὅταν τὸ 1960 ἔχωμεν ὀλιγώτερες φτώχειες ἀπὸ τὸ 1955, σημαίνει, ὅτι ἀπὸ τὸ 1955 μέχρι τοῦ 1960 ἔχομεν οἰκονομικὴν πρόοδον. Εἶναι ταὐτόσημοι αἱ ἔννοιαι αὗται.
§84Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Εἶναι βασικὴ ἡ διαφωνία μας.
§85Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Ἠμπορεῖτε νὰ διαφωνῆτε μὲ τοὺς ἀριθμούς, ἐὰν θέλετε.
§86Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Μὲ σᾶς ὄχι, μὲ τοὺς ἀριθμούς.
§87Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Διότι ἐγὼ δὲν ἀνέφερον, παρὰ μόνον ἀριθμούς, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε ποτὲ νὰ μὴ παραδεχθῆτε, ὅτι τὰ 80,5 δισεκατομμύρια εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὰ 54,5 κατὰ 47%. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρνηθῆτε, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου κόστους ζωῆς κατὰ τὴν 5ετίαν αὐτὴν ἀνῆλθεν εἰς 12%. Αὐτὰ τὰ στοιχεῖα εἴχομεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ἀρχικῶς, καὶ ἀπὸ τὴν Στατιστικὴν Ὑπηρεσίαν κατόπιν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὸ πηλίκον τῆς διαιρέσεως τοῦ δείκτου αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ τοῦ δείκτου αὐξήσεως τοῦ κόστους τῆς ζωῆς εἶναι τὸ 32%. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρνηθῆτε, ἐὰν γνωρίζετε —καὶ βεβαίως γνωρίζετε— τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας γνωρίζει ὁ λαμβάνων ἀπολυτήριον τῆς ἕκτης δημοτικοῦ.
§88Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε τὴν μείωσιν τοῦ ἀγροτικοῦ εἰσοδήματος, κατὰ τὴν τελευταίαν διετίαν; Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κατάληξις, αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιῶδες.
§89Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε τὴν βελτίωσιν τῆς ψαλίδος ἀπὸ τὸ 1955; Ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι εἴχατε μείωσιν καὶ τοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος κατὰ τὸ ἔτος 1952; Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰ ἀρνηθῆτε αὐτὰ τὰ πράγματα. Εἶναι τὰ πραγματικὰ περιστατικά. Ἐὰν ἔτυχε νὰ εἶναι μικρὰ ἡ ἐλαιοεσοδεία τοῦ 1960 καὶ ἐὰν ἔτυχεν ὁ περονόσπορος εἰς τὴν σουλτανίναν, σημαίνει, ὅτι διὰ τοῦτο πταίει ἡ Κυβέρνησις; Δὲν ἠμπορεῖτε ποτὲ νὰ ἀποδείξητε πράγματα ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνα, ποὺ δίδει ἡ πραγματικότης, διὰ τῶν ἀριθμῶν. Τὸ ἴδιον συμβαίνει, κ. Ἀλλαμανῆ, μὲ τὰ ἡμερομίσθια. Ἡ αὔξησις τῶν ἡμερομισθίων μέχρι μὲν καὶ τοῦ θέρους τοῦ 1960, τὰ κατώτατα ὅρια, δηλαδή, ὄχι βάσει τῶν στοιχείων τῆς Ὑπηρεσίας Ἐθνικῶν Λογαριασμῶν, ἀλλὰ βάσει τῶν συλλογικῶν συμβάσεων καὶ τῶν διαιτητικῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὑπογραφῆ καὶ ἐκδοθῆ, παρουσιάζει αὔξησιν, ἀνερχομένην ἀπὸ 40–80% κατὰ περίπτωσιν. Ἀπὸ πέρυσι δὲ μέχρι σήμερον ἔχομεν νέαν πάλιν αὔξησιν τῶν ἐργατικῶν ἡμερομισθίων ἀπὸ 10–30% κατὰ περίπτωσιν.
§90Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Δι’ ὃν λόγον ἔχομεν καὶ αὔξησιν τῆς μεταναστεύσεως.
§91Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Αὐτὰ ἀποδεικνύονται διὰ στοιχείων ποὺ ἔχουν δημοσιευθῆ, διότι ὅλαι αὐταὶ αἱ συλλογικαὶ συμβάσεις καὶ αἱ διαιτητικαὶ ἀποφάσεις, εἴτε ἔχουν δημοσιευθῆ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐγκριθεῖσαι, εἴτε ἔχουν κατατεθῆ εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον.
§92Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Καὶ ἡ μετανάστευσις εἶναι ἕνα ἀποδεικτικὸν στοιχεῖον.
§93Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ διὰ τὴν μετανάστευσιν. Ὑπάρχει, λοιπόν, μία αὔξησις τοῦ ἐργατικοῦ εἰσοδήματος ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μία αὔξησις τῶν ἡμερομισθίων, οὐσιωδῶς μεγαλυτέρα ἀπὸ τὴν αὔξησιν τοῦ δείκτου τῶν τιμῶν τοῦ καταναλωτοῦ, τοῦ τιμαρίθμου, δηλαδή, κόστους ζωῆς. Ἐπειδή, ὅμως, ἠθέλησεν ὁ κ. Ἀλλαμανῆς νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ διὰ τὴν μετανάστευσιν, θὰ τὸ κάμωμεν καὶ αὐτό.
§94Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἀφορᾷ καὶ τὴν πατρίδα σας.
§95Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Ἀφορᾷ καὶ τὴν πατρίδα μου, ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω πῶς. Ἡ καθαρὰ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ, δηλαδή, ἀφοῦ ἀφαιρεθοῦν οἱ μεταναστεύσαντες, ἀνέρχεται ἀντιστοίχως διὰ τὰ ἔτη ποὺ θὰ σᾶς εἴπω, εἰς τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς: 1956, 64. 000–1957, 63.000–1958, 71.000–1959, 72.000 –1960, 73.000. Ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ὑπολογίζει, ὅτι ἔναντι αὐξήσεως πληθυσμοῦ κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς αὐτούς, ἔχομεν αὔξησιν τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ καθαροῦ, παραμένοντος ἐν τῷ τόπῳ μετὰ τὴν μετανάστευσιν, ἀφοῦ, δηλαδή, ἀφαιρεθοῦν οἱ ἀριθμοὶ τῶν μεταναστευσάντων ὡς ἑξῆς: 1956, 35.000–1957, 27.000–1958, 23.000–1959, 34.000–1960, 31.000. Κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς ηὐξήθη τὸ ἐργατικὸν δυναμικόν. Ἐάν, κ. βουλευταί, δὲν ηὐξάνετο ἀντιστοίχως καὶ ἡ ἀπασχόλησις κατὰ τοὺς ἀριθμούς, δηλαδή, κατὰ τοὺς ὁποίους ηὐξήθη τὸ ἐργατικὸν δυναμικόν, θὰ ἔπρεπε τότε κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς νὰ ἔχουν αὐξηθῆ οἱ ἄνεργοι. Οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἐπίσημοι καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθοῦν. Διὰ τὰ ἔτη 1956–1957 δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα. Διὰ τὸ ἔτος 1958 ἔχομεν αὔξησιν τῶν ἀνέργων κατὰ 4.000. Συνεπῶς, ἔναντι αὐξήσεως τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ κατὰ 23.000 ἔχομεν αὔξησιν τῶν ἀνέργων κατὰ 4.000, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι ἔχομεν αὔξησιν τῶν ἀπασχολουμένων κατὰ 19.000. Τὸ 1959 μὲ 34.000 αὔξησιν τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, ἔχομεν αὔξησιν τῶν ἀνέργων κατὰ 1.000, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι ἔχομεν αὔξησιν τῆς ἀπασχολήσεως κατὰ 33.000. Καὶ τὸ 1960 ἔχομεν ἔναντι 31.000 αὐξήσεως τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνέργων κατὰ 11.000, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι κατὰ τὸ 1960 εὑρῆκαν ἀπασχόλησιν 42.000 πρόσωπα.
§96Γ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ. .... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Εὐαγγέλου, μὴ διακόπτετε. (Κωδωνοκρουσίαι, θόρυβος).
§98Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Νὰ μὴ στενοχωρῆσθε. Ὅταν ὑπάρχουν τοιαῦται πληροφορίαι, πρέπει νὰ χαίρεσθε, ὄχι νὰ στενοχωρῆσθε. Εἶναι δὲ γνωστόν.....
§99Γ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ.......
§100Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ βάλητε μὲ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ νὰ βγῆτε πέρα. Οἱ ἀριθμοί, κ. συνάδελφε, εἶναι ἰσχυρότεροι ἀπὸ σᾶς.
§101Γ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ. 45.000 ναυτεργάται ἦσαν πέρυσι καὶ 20.000 ἀπασχολοῦνται ἐφέτος. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης.
§102Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Εἶναι ἀδυσώπητοι οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους παρέχουν αἱ δημόσιαι Ὑπηρεσίαι, ὄχι σεῖς, διότι σεῖς εἶσθε ἕνα Κόμμα, ἔχετε ὡρισμένας πολιτικὰς ἐπιδιώξεις καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον, εἶναι πιθανὸν οἱ ἀριθμοὶ ποὺ παρέχετε νὰ μὴ εἶναι οὔτε κἂν οἱ ἀκριβεῖς οἱ ἀριθμοὶ ποὺ ἔχετε. Ἡ μόνη ἀσφαλὴς πηγὴ πληροφοριῶν διὰ τοὺς ἀριθμοὺς εἶναι αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι καὶ πρέπει καὶ σεῖς νὰ βασισθῆτε εἰς τοὺς ἀριθμοὺς ποὺ παρέχουν αἱ Δημόσιαι Ὑπηρεσίαι καὶ ποὺ δημοσιεύουν αἱ Δημόσιαι Ὑπηρεσίαι. Ἄλλως τε, κ. συνάδελφοι, παρετήρησα καὶ νομίζω, καὶ ἄλλοι συνάδελφοι θὰ τὸ παρετήρησαν, ὅτι ἐφέτος τὴν ἄνοιξιν παρουσιάσθη κάποια ἔλλειψις ἐργατικῶν χειρῶν εἰς τὰς ἀγροτικὰς περιοχάς. Δὲν γνωρίζω ποῖοι ἀπὸ σᾶς διεπιστώσατε αὐτό. Τὸ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, ἀπὸ τὴν Νάξον, διότι δὲν ἠρεύνησα περισσότερον, ὅτι ὡρισμένοι, οἱ ὁποῖοι δὲν καλλιεργοῦσαν τὰ κτήματά των, μόνοι των, εὑρέθησαν εἰς ἀδυναμίαν νὰ τὰ καλλιεργήσουν, ἐλλείψει ἐργατικῶν χειρῶν.
§103Η. ΗΛΙΟΥ. Φεύγουν ἀπὸ τὶς Κυκλάδες.
§104Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Κύριοι συνάδελφοι, ἐδῶ ἔχομεν τὴν αὔξησιν τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, ἔχομεν τοὺς ἐργάτας τοὺς δυναμένους νὰ ἐργασθοῦν, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν μετηνάστευσαν. Καὶ σᾶς ἀνέφερα τοὺς ἀριθμούς, ἀφοῦ ἀφῃρέθησαν οἱ μεταναστεύσαντες. Εἶναι γεγονός, ὅτι ἐφέτος ἔχομεν αὔξησιν τῆς ἀπασχολήσεως κατὰ 42.000 πρόσωπα. Ἐφ’ ὅσον ἔγινε λόγος περὶ ἐρημώσεως τῆς Ἑλλάδος κλπ., πρέπει νὰ ξεκαθαρίσωμεν, κύριοι βουλευταί, ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς οἰκονομικῆς μας πολιτικῆς. Εἶναι νὰ καταδικάσωμεν τὸν πλεονάζοντα κόσμον νὰ μείνῃ εἰς τὰ χωράφια του; Ἢ εἶναι νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, ὁ ὁποῖος περισσεύει εἰς τὰ χωράφια του, τὴν εὐκαιρίαν ἀπασχολήσεως εἰς ἀστικὰ ἐπαγγέλματα; Καὶ ποῦ θέλετε νὰ ἀσκοῦνται τὰ ἀστικὰ ἐπαγγέλματα; Εἰς τὸ χωριό; Τὰ ἀστικὰ ἐπαγγέλματα ἀσκοῦνται εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰς κωμοπόλεις. Ἐὰν βεβαίως ἐπρόκειτο περὶ αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ μόνον εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Πρωτευούσης, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο δυσάρεστον, ἀλλὰ ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὰ ἀνακοινωθέντα προσωρινὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπογραφῆς τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ, δὲν εἶναι μόνον ἡ περιοχὴ Ἀθηνῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ηὐξήθη ὁ πληθυσμός, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχιακὰς πόλεις, ηὐξήθη ὁ πληθυσμός, ἀκριβῶς διότι μετατοπίζεται ὁ κόσμος ἀπὸ τὰ γεωργικὰ ἐπαγγέλματα πρὸς τὰ ἀστικὰ ἐπαγγέλματα. Θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ νὰ ἀναγνώσητε καὶ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται εἰς τὴν «Φωνὴν τῶν Συνεταιρισμῶν», νομίζω τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου. Κύριοι βουλευταί, ὅπως ἐτόνισα καὶ προηγουμένως καὶ ὅπως ἐτονίσθη καὶ ἄλλοτε, βεβαίως δὲν ἔχομεν τὴν εὐημερίαν εἰς τὸν τόπον μας, βεβαίως ἔχομεν φτώχεια, ἀλλὰ ἔχομεν ὀλιγωτέραν φτώχεια τώρα ἀπὸ ἐκείνην ποὺ εἴχαμε, ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τὸ ὅτι ἔχομεν ὀλιγώτερη φτώχεια τώρα ἀπὸ τότε, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἔχομεν οἰκονομικὴν πρόοδον. Δὲν ἤθελον καὶ δὲν θὰ ἐπεξετεινόμην εἰς τοὺς ἀριθμοὺς αὐτούς, ἐὰν δὲν μὲ εἶχε προκαλέσει ὁ κ. Παπανδρέου. Διότι ἡ κατάστασις εἶναι γνωστὴ εἰς τὸν κόσμον. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς γνωρίζει καλύτερα τὰ πράγματα.
§105Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Οἱ ἀριθμοὶ τοῦ κ. Παπανδρέου ἦσαν ἀναληθεῖς;
§106Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Τὰ βλέπει, τὰ ζῇ, κύριε Ἀλλαμανῆ, καὶ γνωρίζει, ἐὰν σήμερα εἶναι πτωχότερος ἀπὸ τὸ 1955 ἢ ἐὰν τὸ 1955 ἦτο πτωχότερος ἀπὸ τὸ 1952. Καὶ γνωρίζει ὅτι σήμερα εἶναι ὀλιγώτερον πτωχὸς ἀπὸ τὸ 1952, ὀλιγώτερον πτωχὸς ἀπὸ τὸ 1955. Καὶ γνωρίζει καὶ βλέπει ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ νὰ καταβάλῃ τὰς προσπαθείας, ποῦ καταβάλλει, θὰ ἠμπορέσῃ νὰ προοδεύσῃ καὶ περαιτέρω. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἄτρωτος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπὸ ὡρισμένας δημοκοπίας. Ἡ προσπάθεια τῆς δημοκοπίας ἀποτελεῖ σπατάλην κόπων καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον συμβουλεύω ὅσους ἔχουν καταφύγει εἰς τὴν μέθοδον τῆς δημοκοπίας νὰ τὴν ἀφήσουν. Σπαταλοῦν τὰς δυνάμεις των. Ἕνα θέλει ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ἕνα εὔχεται. Εὔχεται νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀκόμη ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ σταθερότης, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνει σήμερον, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀσφαλὲς πλαίσιον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἀναπτύξῃ τὴν οἰκονομικήν του δραστηριότητα, αὐτὸ εὔχεται σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, κύριοι βουλευταί.
§107Γ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ. Πεντακόσιες οἰκογένειες τὸ εὔχονται αὐτό.
§108Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Ὅταν βλέπετε ὅτι ἡ πραγματικότης εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀντέχῃ ὄχι μόνον εἰς τὰς ἰδικάς σας δημοκοπίας, ἀλλὰ εἰς οἱονδήποτε, τότε καταφεύγετε εἰς αὐτὰς τὰς ἀνοησίας, διὰ νὰ μὴ εἴπω τίποτε ἄλλο, περὶ πεντακοσίων οἰκογενειῶν καὶ ἄλλα παρόμοια. Προσέξατε σεῖς, τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, διότι εἶσθε βεβαρυμένοι μὲ τὰς καταστροφάς, ποὺ ἐπροκαλέσατε καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔμεινε καθυστερημένος ὁ τόπος ἐπὶ 5 καὶ 10 χρόνια, ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ τοῦτο, ὅτι καὶ ἂν ποτὲ προσπαθήσετε νὰ ἐπαναλάβετε τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰς καταστροφάς, ποὺ ἔκαμεν ὁ κομμουνισμός, θὰ εὕρετε ἀντιμέτωπον σιδηρᾶν τὴν χεῖρα τοῦ Λαοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μπριλλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§110Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχαμε προβλέψει, ἔγινε. Διότι, ὁ μισὸς διαθέσιμος χρόνος κατηναλώθη ἀπὸ τοὺς ρήτορας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις πλὴν ὀλίγων Ἀρχηγῶν αὐτῆς, δὲν εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις της. Κύριοι βουλευταί, ἡ πρότασις μομφῆς, τὴν ὁποίαν κατεθέσαμεν πέραν τῶν τριῶν θεμάτων ποὺ ἐτέθησαν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἄλλων κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν γενικωτέραν ἐξωτερικήν, οἰκονομικὴν καὶ ἐσωτερικὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ἔγινε, διότι πιστεύομεν ὅτι καὶ τὰ τρία θέματα αὐτά, εἶναι στενῶς συνδεδεμένα μὲ τὴν ἀσκουμένην γενικωτέραν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀντίθεσιν πρὸς τὰ ἐθνικὰ καὶ λαϊκὰ συμφέροντα. Δὲν προέκυψαν ἀποτυχίαι, σφάλματα ἢ παραλείψεις οὔτε ἀπὸ ἔλλειψιν μόνον ἱκανότητος τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Ἔχουν τὰς ρίζας των εἰς τὴν γενικωτέραν κυβερνητικὴν πολιτικήν, εἶναι ἐπακόλουθά της. Καὶ δὲν θὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὸ χρέος μας ἔναντι τοῦ λαοῦ ποῦ δοκιμάζεται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν αὐτήν, ἐὰν δὲν προεβαίνομεν εἰς τὴν ἀποκάλυψίν της, ἐὰν δὲν ἐθέταμεν τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τὸ βάρος ὅλων τῶν τεραστίων εὐθυνῶν της, ἀμφισβητοῦντες τὸ δικαίωμά της νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι οἱ ἤδη ὁμιλήσαντες ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ σωρείαν συντριπτικῶν στοιχείων, ἀπέδειξαν ποία εἶναι ἡ ἐφαρμοζομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀντίθετος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, ἀντιλαϊκὴ πολιτικὴ γενικῶς καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ σίτου, τῆς ΚΕΑ καὶ τῆς παραιτήσεως Ὑψηλάντη. Ἰδιαιτέρως, ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μας πλευρᾶς ἀπεδείχθη ὅτι ἡ κρίσιμος θέσις τῶν σιτοπαραγωγῶν, ἀποτελεῖ μίαν πτυχὴν τῆς ἀθλίας καταστάσεως ποὺ διέρχονται οἱ ἀγρόται ἐξ αἰτίας τῆς κυβερνητικῆς ἀντιαγροτικῆς πολιτικῆς. Ἀπεκαλύφθη, ἐπίσης, ὅτι ἡ σύνδεσις τῆς Χώρας μας μὲ τὴν Κοινὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἀγοράν, θὰ ἐπαυξήσῃ τὰ δεινὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, θὰ συντρίψῃ τὴν Ἑλληνικὴν Οἰκονομίαν. Ἀποτελεῖ ἀποκορύφωμα τῆς πολιτικῆς, τῆς οἰκονομικῆς ὑποδουλώσεως τῆς Χώρας μας εἰς τὰ ξένα μονοπώλια. Τῆς πολιτικῆς ποὺ ἐπιτρέπει τὴν ἀπόδοσιν καὶ ληστρικὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ πλούτου τῆς Χώρας ἀπὸ τὰ μονοπώλια αὐτά. Ὁσαδήποτε στοιχεῖα καὶ ἂν παρουσιάζῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ Χώρα μας εὑρίσκεται ἐν οἰκονομικῇ ἀνόδῳ καὶ ὅτι διὰ τῆς συνδέσεως εἰς τὴν ΚΕΑ ἡ ἄνοδος αὐτὴ θὰ βοηθηθῇ, δὲν ἀλλάζει τὴν τραγικὴν πραγματικότητα. Δὲν κάμει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ προκαλῇ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, τόσον τοὺς κατοίκους τῆς ὑπαίθρου Χώρας, ὅσον καὶ τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων ποὺ πεινοῦν, εἶναι ἄνεργοι, εὑρίσκονται εἰς ἐσχάτην ἀπαθλίωσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς παραιτήσεως τοῦ πρεσβευτοῦ Ὑψηλάντη, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς μας ἐπιθυμῶ νὰ διευκρινίσω, ὅτι τοῦτο ἐντάσσεται εἰς τὰ πλαίσια τῆς γενικωτέρας ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ὁποία βάσιν ἔχει ὄχι τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ ξένων συμφερόντων καὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κομματικῶν συμφερόντων τῆς ΕΡΕ καὶ ὡρισμένων προσώπων τῆς Κυβερνήσεώς της. Εἶναι γεγονός, ὅτι δὲν ἐχρειάσθη πολὺς κόπος, εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοὺς ἀσχοληθέντας περὶ τὸ θέμα τοῦτο, νὰ ἀποδείξουν, ὅτι καὶ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ εὑρίσκεται εἰς τὰ ἴδια πλαίσια τῆς ἀσκουμένης γενικωτέρας ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Πέραν τῆς εὐρείας σχετικῶς συζητήσεως καὶ πέραν τῶν ἐπικρίσεων, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἐν σχέσει μὲ τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη, εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ παραίτησις Ὑψηλάντη ἔχει δημιουργήσει ὡρισμένα τρομερὰ ἐρωτηματικά, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκκαθαρίσῃ. Ἐξ ἄλλου μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν συνεδέθη ἡ βρωμερὰ — ὡς ὠνομάσθη — ὑπόθεσις Μέρτεν. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις ἀπώλεσε τὴν ψυχραιμίαν της καὶ πάλιν καὶ κατηγόρησε τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἐδημιούργησε καὶ συντηρεῖ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διότι δὲν ἔχει ἄλλα θέματα διὰ νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Εἰδικώτερον ἐπεχείρησε νὰ κατηγορήσῃ τὴν ἀριστεράν, ὅτι πατρονάρισε τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν, ὅτι ἔκανε ὄργανόν της τὸν Μέρτεν. Ἄν καὶ κατὰ τὴν πορείαν τῆς συζητήσεως ἐξηρέθη ὡρισμένον τμῆμα τῆς ἀριστερᾶς καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἡμεῖς δηλοῦμεν, ὅτι οὔτε ὁ Μέρτεν, οὔτε ἡ βρωμερὰ ὑπόθεσίς του ἔχει σχέσιν μὲ τὴν παράταξίν μας. Ἀνήκουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ποὺ σκανδαλωδῶς τὸν ἀπεφυλάκισεν, ἐνῷ κρατᾷ ἐπὶ 16 καὶ 17 ἔτη ἐκείνους ποὺ ἐπολέμησαν τοὺς Μέρτεν. Αὐτὸ καθὼς καὶ ὁ θλιβερὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετώπισε τὰς τρομερὰς κατηγορίας του, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὴν ἐμπλοκὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν βρωμερὰν αὐτὴν ὑπόθεσιν. Ἐὰν ὑπάρχουν ὑποκινηταὶ ἂς ψάξῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τοὺς βρῇ εἰς φιλικούς της κύκλους, ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν. Δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν ἀριστερὰν καὶ δὲν ὑπάρχουν πρὸς ἀνατολάς. Ὑπάρχουν πρὸς δυσμάς. Ἐὰν δὲ ὑπάρχουν στοιχεῖα ἢ ὄχι δι’ ὅσα καταγγέλλει ὁ Μέρτεν κι’ αὐτὸ τὸ γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις. Ἐπίσης πρὸς δυσμὰς θὰ κρύπτωνται τὰ στοιχεῖα αὐτά. Φοβοῦμαι δὲ ὅτι δὲν εἶναι ἄσχετος μὲ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἡ ἐχθρότης, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις ἔναντι τοῦ κ. Ὑψηλάντη. Δὲν εἶναι ἄσχετον μὲ αὐτὸ τὸ γεγονὸς τὸ ὅτι δὲν τολμᾶ νὰ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν παραιτηθέντα πρεσβευτὴν νὰ προβάλῃ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα στηρίζουν τὰς κατηγορίας του. Κύριοι βουλευταί, εἶπα καὶ προηγουμένως, ὅτι ἐὰν εἶναι κἄποιος ὑπεύθυνος τῆς δημιουργίας αὐτῆς τῆς ἱστορίας, αὐτὸς εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Εἰδικώτερον, δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐπιλέξῃ πλέον ἀσθενῆ ὑποστήριξιν τῶν θιγομένων προσώπων ἀπὸ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν ἐπέλεξεν καὶ ἀρκεῖ ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τοῦτο. Ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ κατηγορῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι τολμοῦν νὰ θέσουν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τοὺς ἰσχυρισμούς της, θὰ ἔπρεπε νὰ ἴδῃ, ὅτι τοὐλάχιστον ἀτυχὴς εἶναι ἡ ὑπεράσπισις ἐκείνη, βάσει τῆς ὁποίας ἀντικρούονται αἱ κατηγορίαι Μέρτεν ἀπὸ τὸ γεγονὸς π.χ. ὅτι τὸ θιγόμενον πρόσωπον δὲν μετέβη μέχρι τοῦδε ἅπαξ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ὡς ἐὰν μετέβαινε νὰ ἦτο στοιχεῖον ἐνοχῆς, ὡς ἐὰν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ ἄλλοθι, ὡς ἐὰν ἡ παρουσία εἰς τὸν τόπον τοῦ ἐγκλήματος ἐθεωρεῖτο ἐνοχή. Δὲν ἠδύνατο, τονίζω, νὰ ὑπάρξῃ πλέον ἀτυχὴς ὑπεράσπισις, διότι ἤδη....
§111Α. ΜΙΧΑΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ διαστρέφετε τὰ πράγματα.
§112Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Διότι ἤδη ὑπῆρξαν δημόσια στοιχεῖα. Ἐγώ, κ. συνάδελφοι, δὲν θὰ ἔδιδα τὴν μάχην εἰς τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ἐξεκίνησεν εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν καὶ τὴν συνεχίζει, διότι ἁπλούστατα ὑπῆρξαν χθὲς δύο περιστατικὰ συγκεκριμένα ἀπὸ κείμενα φιλικὰ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τὰ ὁποῖα διαψεύδουν τὸν Κυβερνητικὸν ἰσχυρισμόν.
§113Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσῃ καμμίαν μάχην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἶναι ἐκπληκτικὸν ὅτι γίνεται αὐτὴ ἡ παράδοξος καὶ ἀπαράδεκτος ἐντρύφησις εἰς τὰς κακοηθείας ἑνὸς ἐγκληματίου πολέμου. Ἀλλὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸ περιστατικὸν αὐτό, δηλ. τὸ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μετέβη εἰς Θεσσαλονίκην, δὲν μνημονεύεται βέβαια διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἄλλοθι, ὡς εἴπατε σεῖς, ἀλλὰ διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς αὐταποδείκτου κακοβούλου ψεύδους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλλωνται τὰ γεγονότα ἀναλόγως τοῦ ἂν εἶναι καλὸς ἢ κακὸς ὁ τρόπος ὑπερασπίσεως, διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τοιοῦτον τὸ ἀνάστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε οὐδεμίαν ἀνάγκην ὑπερασπίσεως ἢ ἀπαντήσεως ἔχει. Ἀλλὰ ἀφοῦ οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, θέλετε νὰ μεταβληθοῦν, διότι κρίνετε σεῖς, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο τρόπος ὑπερασπίσεως; Μνημονεύω δὲ συγκεκριμένως, ὅτι τὸ προσφάτως ἐκδοθὲν βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἐκονιορτοποίησε τὰς συκοφαντίας, ρητῶς ἀποφαίνεται, τόσον εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅσον καὶ εἰς τὸ σκεπτικόν, περὶ τοῦ ὅτι δὲν μετέβη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Θεσσαλονίκην. Ἀναφέρει τὰ ἑξῆς ἐπὶ λέξει: «περαιτέρω καταδεικνύεται ψευδολόγος ὁ Μέρτεν ἀναφέρων ὅτι ὁ κ. Κ. Καραμανλῆς ἤρχετο ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Θεσσαλονίκην», καὶ περαιτέρω: «τὸ ἀσύστολον τοῦτο ψεῦδος ἀπεκαλύφθη κατὰ τὸν πλέον κατηγορηματικὸν τρόπον». Καὶ κατωτέρω «ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Κ. Καραμανλῆς κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς, οὐδέποτε μετέβη εἰς Θεσσαλονίκην». Ταῦτα δὲ βάσει καταθέσεων μαρτύρων μεγάλου κύρους, ὡς ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κ. Κ. Καβασιάδης, ὁ ἐπίτιμος ἀρεοπαγίτης κ. Γ. Ἡλιόπουλος, ὁ κ. Ἰορδάνογλου, ὑποψήφιος πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου κλπ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀτυχὴς δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἐκ μέρους ἡμῶν ἄρνησις ἑνὸς ψεύδους, ἀλλ’ ἀτυχὴς εἶναι ἡ ἐπίκλησις περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουν διὰ δικαστικῆς κρίσεως ἀποδειχθῆ ψευδῆ.
§114Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, φοβοῦμαι ὅτι ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖτο ἡ Κυβέρνησις, σεῖς τὸ βεβαιώνετε διὰ τῆς συγκεκριμένης παρεμβάσεώς σας. Οὐδεὶς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τρόπον ἀπαντήσεως ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐπέλεξεν ἡ ἰδία, δηλαδὴ ἠμποροῦσε νὰ ἀντιπαρέλθῃ καὶ νὰ περιφρονήσῃ τὰς κατηγορίας. Ἐκείνη ἔσπευσε νὰ εἴπῃ ὅτι ἀπόδειξις τοῦ γεγονότος ὅτι ψεύδεται ὁ Μέρτεν, ἦτο πρῶτον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδέποτε μετέβη εἰς Θεσσαλονίκην καὶ μετὰ ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνωριμίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Σεῖς τὸν ἐπελέξατε αὐτὸν τὸν τρόπον ὑπερασπίσεως, ἠμπορούσατε νὰ περιφρονήσετε τὰς καταγγελίας καὶ μένω νὰ τονίζω ὅτι ἀπορῶ διὰ τὴν ἐπιμονήν σας, διότι πέραν τοῦ περιστατικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος χθὲς καὶ τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ φιλικὴν πηγήν, ἐγὼ δὲν τὸ κατηγορῶ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ γεγονός, ἀλλὰ κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπιμένει. Ὑπῆρξε καὶ ἑτέρα πηγὴ πάρα πολὺ φιλική, ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι αὐτὸ τὸ φυλλάδιον ἀποτελεῖ ὕμνον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀποτελεῖ προπαγανδιστικὸν ἔντυπον τυπωθὲν εἰς Σέρρας εἰς χρόνον ἀνύποπτον, εἰς περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ γραφῇ ἀνακρίβεια, τὸ ὁποῖον ἔντυπον παραθέτει φωτογραφίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ μωρὸ παιδὶ μέχρι σήμερον καὶ τὰ στοιχεῖα αὐτά, ποὺ λέγει ὅτι ὁ κ. Καραμανλῆς ἀνεχώρησεν οἰκογενειακῶς ἐκ Σερρῶν ἐγκατασταθεὶς τὸ πρῶτον εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς Ἀθήνας. Διατί μᾶς μέμφεσθε; Ὑπάρχει αὐτὸ τὸ συγκεκριμένον γεγονός. Θὰ ἠμπορούσατε νὰ εἴπητε, ὅτι μετέβη εἰς τὰς Ἀθήνας, αὐτὸ ὅμως τὸ γεγονὸς δὲν ἀνατρέπει, ὅτι διῆλθεν ἐκ Θεσσαλονίκης καὶ ἔμεινεν εἰς Θεσσαλονίκην ἕνα χρονικὸν διάστημα. Διατί στηρίζετε ἐκεῖ τὴν ὑπεράσπισίν του;
§115Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σᾶς εἶπα κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὑπερασπίσεως, πρόκειται περὶ ἐπικλήσεως ἑνὸς πραγματικοῦ γεγονότος.
§116Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. Ὑπουργέ, τὸ θέμα ἐδημιουργήθη καὶ ἡ ὀξύτης ἀπὸ τὴν πλευρὰν τὴν ἰδικήν σας. Ἡμεῖς μὲ ἀφορμὴν τὴν ὑπόθεσιν Ὑψηλάντη τονίζομεν, ὅτι οὐδέποτε ἐχρησιμοποιήσαμεν ἀνεξέλεγκτα στοιχεῖα καὶ δὲν σᾶς ἀποκρύπτομεν ὅτι ἔχομεν γίνει δέκται τρομερῶν καταγγελιῶν ποὺ ἐὰν θέλωμεν νὰ τὰς χρησιμοποιήσωμεν ἀνεξελέγκτως θὰ ἔφριττε ἡ Βουλή, οὐδέποτε ὅμως ἐχρησιμοποιήσαμεν τὸ παραμικρὸν στοιχεῖον ἐὰν δὲν ἀπεδεικνύετο ἀπολύτως. Ἑπομένως, ἀλλοῦ νὰ στρέφετε τὰ παράπονά σας, πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν καὶ νὰ ἀναζητεῖτε τοὺς ὑποκινητὰς αὐτοῦ τοῦ θορύβου. Ἡμεῖς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ σᾶς ὑποδείξωμεν, ἔστω καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑποθέσεως Ὑψηλάντη εἶναι, ὅτι σᾶς δίδεται μία εὐκαιρία ἐκκαθαρίσεως τῆς ὑποθέσεως, ἀπὸ σᾶς ἐξαρτᾶται καὶ ἐὰν δὲν τὴν ἐκκαθαρίσετε τότε προσθέτετε νέα στοιχεῖα εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ δι’ αὐτὸ εἶσθε ἀπολύτως ὑπεύθυνοι σεῖς καὶ ὄχι ἡ Ἀντιπολίτευσις. Κύριοι βουλευταί, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ περιστατικοῦ αὐτοῦ τῆς παραιτήσεως τοῦ πρεσβευτοῦ Ὑψηλάντη, ἐδόθη εὐκαιρία νὰ ἀποκαλυφθῇ ἕως ποῦ φθάνουν οἱ πλόκαμοι τοῦ ἀστυνομικοῦ κράτους, διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ὁποίου σπαταλῶνται τεράστια ποσὰ ἀπὸ τὸν μόχθον καὶ τὸν ἱδρῶτα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι δίδομεν σημασίαν εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως Ὑψηλάντη. Ἐκεῖνο, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει, εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐπιμένομεν. Ἀλλά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν ἄνευ ἀπαντήσεως τῆς προτιμήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀρεστὴ καὶ ἐμπνέουσα ἐμπιστοσύνην. Τοιοῦτον δικαίωμα δὲν δίδομεν εἰς τὸν κ. Παπανδρέου. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ θέτῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὸν πατριωτισμὸν οὐδενὸς βουλευτοῦ, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ θέτῃ ἐν ἀμφιβόλῳ εἰδικῶς τὸν πατριωτισμὸν οὐδενὸς βουλευτοῦ τῆς παρατάξεώς μας. Νὰ θέτῃ ὑπεράνω ἡμῶν βουλευτὰς τῆς παρατάξεως καὶ ἐπὶ τέλους ἐκείνους ποὺ ἔχει στοὺς κόλπους της, τοὺς κατηγορηθέντας.
§117Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἀντιλαμβάνομαι, διατί ἡρμηνεύσατε, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπανδρέου. Διατί νὰ ἀφορᾷ ἐσᾶς αὐτὴ ἡ πρότασις; Θὰ ἔπρεπε νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν κ. Παπανδρέου διευκρίνισιν τῆς προτάσεώς του καὶ τότε νὰ καταλήξετε εἰς αὐτὰ τὰ συμπεράσματα.
§118Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, κ. συνάδελφε, ἀλλὰ εἶναι τόσον σαφὲς τὸ θέμα, ὥστε δὲν ἀλλάζει κατὰ τίποτε τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Παπανδρέου ἡ παρέμβασίς σας. Ἄλλωστε, δὲν ὑπῆρξεν ἄλλη εὐκαιρία διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν.
§119Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Διατί, κ. συνάδελφοι, θέλετε νὰ θέσετε τὸν ἑαυτόν σας, ἔξω τῆς Ἐθνικῆς οἰκογενείας;
§120Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Θὰ χαρῶμεν ἰδιαιτέρως, ἐὰν ὁ κ. Παπανδρέου εἶχε διάφορον γνώμην, ὅταν ἔκαμε τὴν πρότασιν αὐτήν. Καὶ ἂς μᾶς τὴν εἴπῃ, ὅταν τοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία. Κύριοι συνάδελφοι, τὰ τρία θέματα τῆς προτάσεως δυσπιστίας, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν γενικωτέραν ἐξωτερικὴν οἰκονομικὴν καὶ ἐσωτερικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν θίγει ἡ ἰδική μας πρότασις καὶ αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξυπηρετεῖ λαϊκὰ συμφέροντα, ἀλλὰ συμφέροντα ἀντίθετα πρὸς τὸν λαόν. Μία τοιαύτη πολιτική, δικαίως ἔχει κάμει μισητὴν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν λαόν, ἔχει ἀνοίξει τὸ χάσμα μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ λαοῦ καὶ ἔχει δημιουργήσει διὰ τοῦτο σοβαρὰς ἀνησυχίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δύναται νὰ διατηρήσῃ περισσότερον τὴν Ἀρχήν. Εἶναι, λοιπόν, ὁλοφάνερον, διατί ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην νὰ λαμβάνῃ ὅλα τὰ μέτρα διὰ τὴν κατάπνιξιν τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ λαοῦ, διὰ τὴν παρεμπόδισιν τῶν ἀγώνων του, διὰ νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἐκφράσῃ, κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς, ἐλευθέρως τὸ φρόνημά του. Οὕτω, ἕνα σκέλος τῆς πολιτικῆς της εἶναι ἡ βία καὶ ἡ τρομοκρατία, ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐθεωρήσαμεν χρέος μας νὰ περιλάβωμεν εἰς τὴν πρότασίν μας καὶ τὸ στοιχεῖον αὐτό, τῆς ἐγκαθιδρύσεως δηλαδὴ Ἀστυνομικοῦ Κράτους. Αὐτὸ τὸ θέμα ἀποκτᾶ σήμερον ἰδιαιτέραν σημασίαν, ἐπικειμένων τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ συναδέλφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνεφέρθησαν ἤδη χαρακτηριστικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἀστυνομικοῦ Κράτους. Τὰ στοιχεῖα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρθησαν, εἶναι περιωρισμένης ἐκτάσεως. Ἀφοροῦν μόνον ὡρισμένας πλευρὰς τοῦ προβλήματος. Φυσικά, καὶ εἰς ἄλλας εὐκαιρίας κατηγγέλθη τὸ καθεστὼς αὐτό. Ἀλλὰ ἔκτοτε ἔχομεν, ὄχι βελτίωσιν, ἀλλὰ χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεως. Καὶ ὑπάρχει πρόθεσις νὰ χειροτερεύσῃ ἀκόμη περισσότερον, ἐφ’ ὅσον προχωροῦμεν πρὸς τὰς ἐκλογάς. Κύριοι βουλευταί, καὶ ἀπὸ τοῦ 1950, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ 1956, ὑπῆρχε ὀξὺ τὸ θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Δημοκρατίας εἰς τὴν Χώραν μας. Ἀπὸ ὅλα σχεδὸν τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀπὸ τὴν μεγαλυτέραν μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐζητήθη ἡ κατάργησις τῶν ἐκτάκτων μέτρων καὶ ἡ νομιμοποίησις τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, ἡ χορήγησις γενικῆς ἀμνηστίας, ἡ ἀποκατάστασις τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος.
§121Η. ΗΛΙΟΥ. Εἰσῆλθεν ὁ φρουρὸς τῆς Δημοκρατίας. (Ἐννοεῖ τὸν κ. Καλατζῆν, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν).
§122Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Περὶ Λαϊκῆς Δημοκρατίας ὁμιλεῖτε;
§123Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ πρόβλημα, λοιπόν, τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος, ὑπῆρχε καὶ πρὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐτέθη δὲ περισσότερον ἐπὶ τάπητος, ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1956. Διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1956, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ μεγάλη πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐνέκρινε τὸ πρόγραμμα τῆς παρατάξεως τῆς Δ.Ε. ποὺ εἶχε εἰς τὸ πρόγραμμά της, σαφῶς, τὴν κατάργησιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων, τὴν ἀμνηστίαν κλπ., ἀπεδείχθη ὅτι θέλησις τοῦ λαοῦ εἶναι, ἡ ἱκανοποίησις αὐτῶν τῶν αἰτημάτων. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἀντίθετοι πρὸς τὴν Δ.Ε. ψῆφοι, δὲν ἦσαν ἐναντίον τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος. Τὸ Κόμμα ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τότε τὴν μειοψηφίαν τοῦ λαοῦ καὶ ἐξησφάλισε τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἀνταπεκρίθη πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ. Διετηρήθη τὸ καθεστὼς τῶν ἐκτάκτων μέτρων κλπ., διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἀντιλαϊκὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε ἐχάραξε. Ἦλθον τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958, διὰ νὰ ἀποδείξουν, ὅτι τὸ καθεστὼς αὐτὸ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκδήλωσιν, εἰς εὐρυτέραν κλίμακα, τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ Λαοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ γεγονός, ὅτι ἕνα σημαντικὸν μέρος τοῦ Λαοῦ ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὴν ΕΡΕ καὶ ἐστράφη πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὸ γεγονός, ὅτι ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ τμήματος αὐτοῦ τοῦ λαοῦ ἐστράφη πρὸς τὸ Κόμμα μας, ποὺ πιστεύει ὅτι εἶναι τὸ πλέον συνεπὲς τμῆμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔκαμε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς ξένους καὶ ἐντοπίους ὑποστηρικτάς της νὰ ἐντείνουν τὸ καθεστὼς τῆς βίας, νὰ εὐρύνουν τὴν δραστηριότητα τοῦ Ἀστυνομικοῦ Κράτους ἀκόμη περισσότερον. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Παπανδρέου, τὸν προεκάλεσε νὰ ἀναφέρῃ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ ἀποδεικνύουν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἀστυνομικοῦ Κράτους. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἀπήντησεν, ὅτι ὁ λαὸς ἔχει πικρὰν πεῖραν τοῦ Ἀστυνομικοῦ Κράτους καὶ δὲν χρειάζονται στοιχεῖα. Ἐγὼ θὰ κάμω τὸν κόπον νὰ ἱκανοποιήσω αὐτὴν τὴν περιέργειαν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει, πρῶτα–πρῶτα, ἕνα γενικὸν πλαίσιον, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν δικαιολόγησιν τοῦ Ἀστυνομικοῦ Κράτους. Εἶναι ἡ ἐμμονὴ εἰς τὴν νομιμοποίησιν τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος καὶ εἰς τὴν προβολήν, δῆθεν, ἀνατρεπτικῆς δραστηριότητος. Εἰς τὸ πλαίσιον αὐτό, τί γίνεται; Ἡ Κυβέρνησις συνεχίζει, ἐπὶ 17 ἔτη, τὴν κράτησιν 2.000 πολιτικῶν κρατουμένων. Ἀποτελεῖ τοῦτο, περίπτωσιν πρωτοφανῆ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ καὶ Διεθνῆ χρονικά. Εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδὲν αἴσθημα δικαιοσύνης δικαιολογεῖ αὐτὴν τὴν μεταχείρισιν, ἔναντι αὐτῶν τῶν 2.000 κρατουμένων.
§124Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πρῶτον, οὐδεὶς ὑπάρχει ὡς πολιτικὸς κρατούμενος. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατούμενοι ἔχουν καταδικασθῆ κατὰ τὰ δύο μὲν τρίτα διὰ πολλαπλοὺς φόνους, καὶ κατὰ δὲ τὸ ⅓ λόγῳ τοῦ ὅτι ὕψωσαν τὰ ὅπλα ἐναντίον τῆς Πατρίδος κατὰ τὴν περίοδον 1947–49. Πέραν αὐτοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν 2.500, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε τὸν Μάϊον τοῦ 1958, ἔχει κατέλθει εἰς τὸ ἥμισυ, συνεπείᾳ ἐπιδειχθείσης ἐπιεικείας.
§125Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν).
§126Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Μανιαδάκη, καλὸν εἶναι νὰ ὑπάρχῃ περισσοτέρα σοβαρότης καὶ περισσότερος σεβασμός. Εἶσθε μεταξὺ τῶν ὑπευθύνων, οἱ ὁποῖοι παρέδωσαν δεσμίους ἀγωνιστὰς τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ Ἀντιφασισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐξετελέσθησαν. Ἀφήσατε αὐτὴν τὴν εὐθύνην καὶ μὴ θέλετε νὰ ἀποσπαστῆτε καὶ ἄλλων εὐθυνῶν.
§127Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρῆτε. Ἐκ τῶν συλληφθέντων 97.000, ἐκρατήθησαν μόνον 1.310.
§128Γ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ. Κρατήσατε τὸν ἀριθμόν.
§129Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Σημειώσατέ τον. Τοὺς ὁποίους σεῖς κατεφύγατε εἰς τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Γερμανοὺς νὰ τοὺς ἐλευθερώσετε διὰ τοὺς περαιτέρω σκοπούς σας.
§130Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Τὸ θράσος σας δὲν ἔχει ὅρια.
§131Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Μὴ ὁμιλῆτε περὶ θράσους.
§132Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Εἶσθε ὁ ὑπεύθυνος, διότι, ἐνῷ ὁ κατακτητὴς εἶχε καταλάβει τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἀπηλευθερώσατε τοὺς κρατουμένους αὐτούς, ἀλλὰ τοὺς παρεδώσατε δεσμίους, διὰ νὰ ἐκτελεσθοῦν. Εἶσθε ὑπεύθυνος αὐτῆς τῆς τρομερᾶς ἐγκληματικῆς πράξεως τῶν 1.310.
§133Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Τοὺς 1310 — ἐπαναλαμβάνω — σεῖς, καταφυγόντες εἰς τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Γερμανούς, ἐπήρατε, διὰ νὰ κάμουν τὸ κίνημα τοῦ ΕΑΜ καὶ τοῦ ΕΛΑΣ. Καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιβεβαιοῦται τὸ πόσον εἶχον δίκαιον, ὅταν τοὺς ἐκράτησα μέσα.
§134Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Βεβαίως, κύριε Μανιαδάκη, θὰ εἶσθε περισσότερον εὐχαριστημένος, ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, πρὸς τιμήν τους, δὲν ἐσήκωναν τὸ βάρος τῶν πρώτων ὀργανώσεων ἀντιστάσεως. Βεβαίως, θὰ εἶσθε εὐχαριστημένος. Δὲν ἔχω περὶ τούτου ἀμφιβολίας. Θὰ προετιμούσατε καὶ ὅσοι ἐγλύτωσαν δραπετεύοντες, νὰ εἶχον συλληφθῆ, νὰ εἶχον εὑρεθῆ εἰς τὰς χεῖρας τῶν Γερμανῶν καὶ νὰ εἶχον ἐκτελεσθῆ. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐγκληματικῆς σας αὐτῆς ἰδιοσυγκρασίας. Καὶ ἀπορῶ... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). ...καὶ ἀπορῶ πῶς ὑπάρχει ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ ὑποστηρίζει αὐτὰ τὰ ἐγκληματικὰ πράγματα, χωρὶς νὰ τυγχάνουν τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς Κυβερνήσεως. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε αὐτοὺς τοὺς προσωπικοὺς χαρακτηρισμοὺς καὶ προχωρήσατε παρακαλῶ, κύριε Μπριλλάκη.
§136Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Τὸ πρῶτον στοιχεῖον τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον διαπιστοῦται, εἶναι ἡ συνέχισις τῆς κρατήσεως 2.000 ἐξορίστων πολιτικῶν κρατουμένων. Εἶναι δὲ πολιτικοὶ κρατούμενοι παρ’ ὅσα θέλετε νὰ λέγετε.
§137Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Κρῖκος).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζαρντινίδη, σᾶς παρακαλῶ μὴ διακόπτετε.
§139Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Ὅταν ὁμιλοῦμεν δι’ αὐτὰ τὰ θέματα, πρέπει νὰ ἐνθυμούμεθα... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§140Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶμαι βέβαιος, ὅτι κατὰ βάθος καὶ σεῖς δὲν ἐγκρίνετε τὴν ἐπὶ 16 καὶ 17 ἔτη κράτησιν Ἑλλήνων πολιτῶν. Μιὰ δὲ ἐλαχίστη ἀπόδειξις, ὅτι πρόκειται περὶ πολιτικῶν κρατουμένων καὶ ἀντιπάλων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ἀρκεῖ μόνον μία ἁπλῆ δήλωσίς των περὶ ἀποκηρύξεως τῶν φρονημάτων των διὰ νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι. Τότε πᾶνε περίπατο ὅσα ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περὶ πολλαπλῶν φόνων καὶ ὑψώσεως ὅπλων κατὰ τῆς πατρίδος κλπ.
§141Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Οὔτε καὶ αὐτὸ εἶναι ἀκριβές. Καὶ διερωτῶμαι, πῶς εἶναι δυνατὸν φονεῖς τοῦ Μελιγαλᾶ, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν ἐγκληματικὰ ἀνοσιουργήματα εἰς βάρος Ἑλλήνων πολιτῶν, νὰ ἀποκαλοῦνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν πολιτικοὶ κρατούμενοι.
§142Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Σᾶς προσκαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ κάμετε μίαν δειγματοληψίαν εἰς τὸ τελευταῖον ἀπομεμονωμένον χωριὸ τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ διαπιστώσητε τὸ γεγονός, ὅτι τὸ σύνολον τοῦ λαοῦ, ἀνεξαρτήτως κομμάτων, ζητεῖ τὴν ἀπόλυσιν τῶν πολιτικῶν αὐτῶν κρατουμένων, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τῆς ἐλευθερίας των ἄνευ οὐδεμιᾶς κατηγορίας ἐπὶ 17 ὁλόκληρα ἔτη. Ζητοῦν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὁμαλότητος.
§143Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ τελευταῖον χωριὸ τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει ἡ δειγματοληψία, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθητε καὶ οἱ κάτοικοι γνωρίζουν, ὅτι οἱ ἐπιλήσμονες αὐτοί, τοὺς ὁποίους σεῖς θεωρεῖτε πολιτικοὺς κρατουμένους, ὑπῆρξαν οἱ σφαγεῖς τοῦ Μελιγαλᾶ καὶ ὅτι κατεδικάσθησαν καὶ κρατοῦνται διὰ πολλαπλοῦς φόνους. Συνεπῶς μὴ μᾶς προκαλῆτε.
§144Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ χώρα διῆλθεν εἰς τὸ παρελθὸν περίοδον δικτατορίας, ξένης κατοχῆς καὶ ἐσωτερικὴν ἀνωμαλίαν. Καὶ ὡς ἔχει διαπιστωθῆ, ὑπῆρξαν τραγικὰ γεγονότα εἰς τὴν περίοδον αὐτήν. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ διεθνῶς, ἡ ἱστορία διδάσκει, ὅτι, ἀνεξαρτήτως δὲ τὸ ποῖος ἐπικρατεῖ δυναμικῶς, καὶ δημιουργεῖ δίκαιον, πάντοτε αἱ καταστάσεις αὐταὶ λήγουν διὰ παροχῆς γενικῆς ἀμνηστίας. Σεῖς ὅμως θέλετε νὰ ἐκμεταλλεύεσθε τὰ πάθη τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ τὰ ἀναζωπυρώνετε.
§145Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§146Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ὄχι διακοπάς.
§147Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Ὄχι ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἱστορίας. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἱστορίας, τὴν ἱστορίαν τὴν τοποθετεῖτε ἐπὶ τῆς προκρουστείου κλίνης τοῦ κομμουνιστικοῦ δογματισμοῦ...
§148Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἀγόρευσιν θὰ κάμετε;
§149Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Τὰ λέγω, διὰ νὰ μὴ δημιουργοῦνται παρανοήσεις μὲ τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. Ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ χρησιμοποιεῖ ὡρισμένας λέξεις, ἀναγομένας εἰς βασικὰς τοποθετήσεις τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν τὴν αὐτὴν ἔννοιαν διὰ τὸν ὑπόλοιπον ἐθνικόφρονα κόσμον. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἱστορίας, ὁμιλεῖτε περὶ τῆς ἱστορίας τῆς ἰδικῆς σας, ὄχι περὶ τῆς ἱστορίας τῆς ἐθνικῆς. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ὁμιλεῖτε περὶ τῆς ἱστορίας τῆς ἐθνικῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῆτε μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν περὶ τῆς ἱστορίας τὴν ὁποίαν δὲν πιστεύετε... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§150Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ μὴ γίνωνται περαιτέρω διακοπαὶ καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. συνάδελφον νὰ σταματήσῃ προκαλῶν.
§151Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Σεῖς προκαλεῖτε καὶ δίδετε ἀφορμάς.
§152Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐὰν οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν ὡμίλει περὶ οἱουδήποτε ἐξ ὑμῶν καὶ ἔλεγε, ὅτι ἔχει ἐγκληματικὴν ἰδιοσυγκρασίαν, τί θὰ ἐκάματε; Ἡμεῖς ἐσιωπήσαμε καὶ δὲν εἴπομεν τίποτε καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένω διὰ νὰ μὴ ἐπαναλάβῃ τοιούτου εἴδους φράσεις ὁ κ. Μπριλλάκης καὶ διὰ νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ὁμαλῶς. Διότι ἡ φράσις αὐτὴ εἶναι πρωτάκουστος καὶ ἐν τούτοις ἐκάμαμεν ὑπομονήν. Ἀσχέτως πρὸς ποῖον ἀπηυθύνετο, πρὸς οἱονδήποτε, εἴτε τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, εἴτε τοῦ βάθους, εἴτε τῶν πρόσω, ἀπηυθύνετο ἡ φράσις αὐτή, ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ καὶ τοῦ Προεδρείου τὴν ἐπέμβασιν, διὰ τὴν ἀνάκλησιν. Ἐν τούτοις, οὔτε τὸ Προεδρεῖον ἐπενέβη καὶ κακῶς δὲν ἐπενέβη.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντελήφθην τὴν φράσιν.
§154Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὅλοι μας ἐσιωπήσαμεν. Μὴ δέχεσθε διακοπὰς καὶ μὴ προκαλῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπατε, κ. Μπριλλάκη, τοιαύτην φράσιν; Ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην...
§156Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἠμπορεῖτε νά...
§157Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἠμπορεῖτε νὰ κρίνετε ἱστορικὰ γεγονότα, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ χαρακτηρίζετε τὴν διάθεσιν οἱουδήποτε ἐξ ἡμῶν.
§158Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ χαρακτηρίσω ὡς ἐχαρακτήρισα τὴν νοοτροπίαν συναδέλφου ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, ὁ ὁποῖος διακηρύσσει ὡς πρᾶξιν ὀρθὴν τὴν παράδοσιν καὶ ἐκτέλεσιν 1.310 Ἑλλήνων πατριωτῶν ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς κατακτητάς; Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπολύτως σωστὰ τὰ ὅσα ὑποστηρίζω περὶ τῶν πολιτικῶν κρατουμένων καὶ ἀποδεικνύεται τοῦτο ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν χωρίων τῆς Ἑλλάδος, Ἕλληνες πολῖται ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς τοποθετήσεως καὶ κυρίως κατὰ πλειονότητα ἀνήκοντες ὄχι εἰς τὴν Ε.Δ.Α., ὑπογράφουν ὑπομνήματα, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν συμπατριωτῶν τους, οἱ ὁποῖοι περιλαμβάνονται εἰς τοὺς 2.000 πολιτικοὺς κρατουμένους. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σημειώσω ἀκόμα, εἶναι τὸ ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀπαράδεκτος κράτησις τῶν 2.000 αὐτῶν πολιτικῶν κρατουμένων, οἱ ὁποῖοι πάσχουν ἀπὸ 2, 3 ἢ καὶ περισσοτέρας ἀσθενείας ἕκαστος ἐκ τῆς κακῆς διατροφῆς, τῶν κακουχιῶν καὶ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος 17 ἐτῶν κρατήσεως, ἀλλὰ ὅτι μεταξὺ αὐτῶν εὑρίσκονται — ὅσον ἀφορᾶ τὰς φυλακὰς — 70 ὑπερήλικες κρατούμενοι ἡλικίας 60–73 ἐτῶν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζει καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§159Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Δὲν ἔχω, κ. συνάδελφε, μαζί μου ληξιαρχικὰ βιβλία διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν ἡλικίαν τῶν κρατουμένων.
§160Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἐκτὸς αὐτῶν ὑπάρχουν καὶ 42 ἀνάπηροι. Αὐτά, κ. βουλευταί, ἀποδεικνύουν ποῖον πνεῦμα δικαιοσύνης ἐπικρατεῖ σήμερον ἐν Ἑλλάδι. Δὲν νομίζω, ὅτι χρειάζονται περισσότερα ἐπιχειρήματα. Ἀφίνω τὸ γεγονός, ὅτι σήμερον ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ κ. Καραμανλῆ, ἐκ μέρους ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν, ἐφαρμόζονται μέτρα ἀπάνθρωπα, μέτρα, τὰ ὁποῖα οὔτε εἰς τὴν περίοδον τῆς ὀξύτητος τοῦ 1947–1949 δὲν ἐφηρμόζοντο. Ἀκόμη καὶ τὰ ἀποστελλόμενα χρήματα καὶ τρόφιμα δὲν παραδίδονται εἰς τοὺς κρατουμένους πολλὲς φορές.
§161Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἐνόμιζον, ὅτι σεῖς ποὺ μὲ τόσην ἐπιμέλειαν παρακολουθεῖτε τὴν ζωὴν τῶν κρατουμένων, δὲν θὰ ἐπεκαλεῖσθο τοιαύτας ἀνακριβείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ χρήματα, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν δίδονται εἰς τὰς χεῖρας των, διότι ἐντὸς τῶν φυλακῶν ἔχουν προβῆ, βάσει ἰδικῶν σας ὁδηγιῶν, εἰς ὀργανώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαράδεκτοι. Λυποῦμαι, διότι ἑκάστοτε ὑποκινεῖτε τοὺς κρατουμένους εἰς ἀντιπειθαρχικὰς ἐνεργείας.
§162Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Εἴς τινας μάλιστα φυλακὰς συχνὰ τὸ τελευταῖον διάστημα, δὲν ἐπιτρέπεται τὸ ἐπισκεπτήριον. Ἐπίσης, εἰς ὡρισμένας φυλακὰς ποτὲ μέχρι σήμερον δὲν ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον τῆς ὑφ’ ὅρον ἀπολύσεως, ὅταν ἔχουν ἐκτίσει τὰ ⅔ τῆς ποινῆς.
§163Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Αὐτὸ τὸ τελευταῖον εἶναι τῆς ἀποκλειστικῆς ἁρμοδιότητος τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς.
§164Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἀνάλογος, κ. βουλευταί, εἶναι καὶ ἡ ζωὴ τῶν κρατουμένων εἰς τὸν Ἅγιον Εὐστράτιον κλπ. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀκμήν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὴν ἔντασιν τῆς δραστηριότητος τοῦ ἀστυνομικοῦ κράτους. Κατὰ τὸ πρῶτον 5μηνον τοῦ 1961 ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς 100 καὶ πλέον συλλήψεις καὶ ἐκτοπίσεις. Ἡ ζωὴ τῶν κρατουμένων εἰς τὸν Ἅγιον Εὐστράτιον, οὐδόλως ἐνδιαφέρει ἀπὸ τὴν ζωὴν τῶν κρατουμένων εἰς τὰς φυλακάς. Καὶ ἐκεῖ ὅλοι οἱ κρατούμενοι εἶναι ἀσθενεῖς, ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖ οἱ φυματικοὶ καὶ οἱ ἀνάπηροι, ὑπάρχουν αἱ σκληραὶ ἀπαγορεύσεις ἐπισκεπτηρίων κλπ.
§165Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Δύνασθε, κ. συνάδελφε, νὰ ἀναφέρετε μίαν περίπτωσιν ποὺ ἐδηλώθη ἀσθένεια καὶ δὲν διεκομίσθη ὁ ἀσθενῶν εἰς νοσοκομεῖον; Ὡμιλήσατε περαιτέρω περὶ ἐντάσεως τοῦ ἀστυνομικοῦ κράτους καὶ αὐξήσεως τῶν ἐκτοπίσεων. Γνωρίζετε, ὅτι τὸ ἔτος 1958 οἱ κρατούμενοι εἰς Ἅγιον Εὐστράτιον ἀνήρχοντο εἰς 850 περίπου καὶ σήμερον ἀνέρχονται εἰς 200–250; Ἔναντι τούτου ὁμιλεῖτε καὶ διὰ τοῦ ἐντύπου σας καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ παρ’ ἡμῖν περὶ χιλιάδων ἐξορίστων καὶ δυσφημεῖτε τὴν χώραν.
§166Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κάμνετε λάθος εἰς τοὺς ἀριθμούς, κ. Ὑπουργέ. Τὸ 1958 εἰς τὸν Ἅγιον Εὐστράτιον δὲν ἐκρατοῦντο πλέον τῶν 400.
§167Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Σᾶς διαψεύδω. Τὸ ἔτος 1958 ἐκρατοῦντο 800–900 εἰς τὸν Ἅγιον Εὐστράτιον καὶ τώρα κρατοῦνται 200–250. Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀπολύτως ἀκριβεῖς. Ὑμεῖς ὅμως ὁμιλεῖτε περὶ χιλιάδων ἐξορίστων μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν νὰ δυσφημήσητε τὸν τόπον εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§168Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ὁ εἰς μίαν συγκεκριμένην στιγμὴν ἀριθμὸς τῶν κρατουμένων, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἐκφράζει τὴν πραγματικότητα. Διότι διατηρεῖτε ὑπὸ διωγμὸν χιλιάδας πολιτῶν ποὺ στέλλονται ἢ ἐπανέρχονται ἀπὸ τὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Εἶναι χιλιάδες οἱ Ἕλληνες πολῖται, ἐργαζόμενοι, ἐπιτηδευματίαι, ἀγωνισταὶ τῆς ἀντιστάσεως, ἀσθενεῖς, ἀνάπηροι ποὺ ξυπνοῦν τὸ πρωΐ νὰ πᾶνε εἰς τὴν ἐργασίαν των, συλλαμβάνονται εἰς τὸν δρόμον καὶ ἀποστέλλονται εἰς τὸν Ἅγιον Εὐστράτιον ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης διαδικασίας, χωρὶς νὰ γνωρίζουν πότε θὰ γυρίσουν, χωρὶς νὰ γνωρίζουν πόσον χρόνον θὰ στερηθοῦν τῆς ἐλευθερίας των. Σᾶς ἐρωτῶ: Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ τρομοκρατικόν, ἀπαράδεκτον μέτρον, δὲν ἀποτελεῖ μέτρον ἀπάνθρωπον; Διατηρεῖτε 4 χιλιάδας περίπου ἀδειούχους ἐξορίστους καὶ ἑκατοντάδας μετεκτοπισμένους, οἱ ὁποῖοι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τελοῦν ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῆς συλλήψεώς των, καὶ τοῦ ἐγκλεισμοῦ των, ἄνευ δίκης, εἰς στρατόπεδον. Κατ’ ἔτος οἱ πολῖται αὐτοὶ καλοῦνται καὶ τοὺς ἀνακοινοῦται πανομοιότυπος παράτασις τῆς ἐκτοπίσεώς των. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διατηρεῖτε ἕνα καθεστὼς διώξεων, φοβίας τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὰ γνωστὰ ἐπακόλουθα. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐγείρεται ὁ Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, κ. Καλαντζῆς, νὰ ὁμιλήσῃ). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιτρέπω πλέον διακοπάς. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς κάθε φράσιν μου νὰ διακόπτωμαι ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§169Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν δύναμαι εἰς κάθε σας φράσιν νὰ ἀπαντῶ, ἐνῷ πρέπει νὰ τὸ κάμω, διότι ἡ ἐν γένει ὁμιλία σας ἀποτελεῖ κομβολόγιον ἀνακριβειῶν. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅμως, μετὰ τὴν ὁμιλίαν σας ἢ ἐνδεχομένως αὔριον, νὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν διὰ νὰ θέσω τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Θέλω μόνον νὰ εἴπω τώρα δύο λέξεις: Ὅτι δηλαδὴ κατὰ περίεργον τρόπον οἱ κρατούμενοι εἰς Ἅγιον Εὐστράτιον, κατὰ τὸ μεγαλύτερον αὐτῶν μέρος, πάσχουν ἐκ νοσημάτων, τὰ ὁποῖα θεραπεύονται μόνον εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν. Καὶ ὑποβάλλετε συνεχῶς τὸ αἴτημα τῆς ἀποστολῆς των εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν, ὅπου, κατὰ τὴν γνώμην των, ὑπάρχει ὁ τρόπος θεραπείας ἀπὸ πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν, ἀπὸ τὰς ὁποίας πάσχουν οἱ κρατούμενοι εἰς Ἅγιον Εὐστράτιον.
§170Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ πολὺ νὰ μὴ μὲ διακόψῃ οὐδεὶς καὶ πρὸ πάντων δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ διακοπὰς ὡς τὴν τελευταίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, αἱ ὁποῖαι ὑποβιβάζουν τὴν στάθμην τῆς συζητήσεως. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν πρέπει νὰ βιάζεσθε. Ἔχω νὰ ἀναφέρω πολλὰς περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποκαλύπτουν τὸ ἄνομον ἔργον σας. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁ Ὑφυπουργὸς Ἐσωτερικῶν κ. Καλαντζῆς ἐγείρεται νὰ ὁμιλήσῃ, πολλοὶ δὲ βουλευταὶ τῆς Ἀριστερᾶς διαμαρτύρονται).
§171Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Δὲν πρόκειται νὰ διακόψω τὸν ρήτορα. Δηλῶ, ὅτι ἀπὸ τοῦδε καὶ μέχρι τέλους, δὲν θὰ τὸν διακόψω. Θέλω μόνον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν: Ὅτι δηλαδή, ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τῆς Ἀριστερᾶς σχετικῶς μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς δημοκρατίας, δηλοῖ, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει εἰς τὴν Ἄκραν Ἀριστερὰν τὸ δικαίωμα νὰ καπηλεύεται τὴν λέξιν «δημοκρατία» καὶ νὰ δημιουργῇ ἀτμόσφαιραν δῆθεν προστασίας τῆς δημοκρατίας. Ἀριστερὰ καὶ δημοκρατία εἶναι δύο ἔννοιαι ἀντιτιθέμεναι, δύο καταστάσεις μὴ δυνάμεναι νὰ συνυπάρξουν. Ἡ Ἀριστερὰ τρώγει τὴν δημοκρατίαν.
§172Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἀντιστρέφομεν τὴν διατύπωσιν καὶ λέγομεν, ὅτι Ε.Ρ.Ε. καὶ δημοκρατία εἶναι δύο ἔννοιαι ἀντίθετοι. Ὅπως ἀντίθετοι εἶναι καὶ αἱ δύο ἔννοιαι: Καλαντζῆς Ὑπουργὸς καὶ δημοκρατία. Καὶ μόνον τὸ γεγονός, ὅτι σεῖς ἐμφανίζεσθε ὡς φύλαξ τῆς δημοκρατίας, αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν κατάλυσιν τῆς δημοκρατίας. Δὲν χρειάζονται ἄλλα στοιχεῖα.
§173Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Ἡ Ε.Ρ.Ε. οὐδέποτε διενοήθη νὰ συνταυτίσῃ τὸ Κόμμα μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς δημοκρατίας. Νὰ μὴ λέγετε, ἑπομένως, ἀνακριβείας, διότι, ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ δημοκρατία καὶ ἡ Ε.Ρ.Ε. ταὐτίζονται.
§174Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Τὸ ποῖος πράγματι ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν δημοκρατίαν καὶ ποῖος ὄχι, δὲν ἀποδεικνύουν αἱ μεγαλορρήμονοι διακηρύξεις, ἀλλὰ ἡ ζωὴ καὶ ἡ δρᾶσις τοῦ κάθε Κόμματος. Κύριοι βουλευταί, ἐκτὸς αὐτῶν ποὺ ἀνέφερα, ὑπάρχει ὁ θεσμὸς τῶν πιστοποιητικῶν κοινωνικῶν φρονημάτων, ὁ ὁποῖος συνεχῶς ἐπεκτείνεται. Καὶ ἁπλοῦς ἡμερομίσθιος τοῦ Δήμου νὰ διορισθῇ κανεὶς καὶ εἰς τὰς πλέον ἀπιθάνους περιπτώσεις ἀκόμη, ἐμποδίζονται τῆς ἐργασίας, οἱ Ἕλληνες πολῖται, ὅταν δὲν εἶναι ἀρεστοὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ ὄργανά της τὰ κρίνουν μὲ κριτήρια κομματικά. Ἔχω ἀπείρους περιπτώσεις εἰς τὴν διάθεσίν σας. Περαιτέρω, ὅμως, ὑπάρχει ἕνα ἄλλον χαρακτηριστικὸν στοιχεῖον, βάσει τοῦ ὁποίου ἔχει ἐνταχθῆ ἡ ἀστυνόμευσις τῆς πολιτικῆς δραστηριότητος τῆς Ε.Δ.Α. καὶ ἄλλων Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῶν στελεχῶν, βουλευτῶν καὶ ὀπαδῶν τους. Ἡ ἀστυνόμευσις αὐτή, ἡ ὁποία συνεχῶς ἐπιτείνεται, ἔχει σαφεῖς ἐκδηλώσεις. Κουστωδίαι ἀστυνομικῶν, ἐν στολῇ ἢ μὲ πολιτικά, περικυκλώνουν τὰ γραφεῖα τῆς Ε.Δ.Α., ἐμποδίζουν εἰς πολλὰς περιπτώσεις τὴν εἴσοδον, καταγράφουν τοὺς εἰσερχομένους καὶ ἄλλους τοὺς συλλαμβάνουν δι’ ἔλεγχον, δῆθεν, τῶν ταὐτοτήτων των εἰς τὰ Ἀστυνομικὰ Τμήματα. Εἰσέρχονται ἐντὸς τῶν γραφείων καὶ ὑβρίζουν ὅταν δὲν προβαίνουν εἰς κακοποιήσεις. Τοιαῦτα περιστατικὰ ὑπάρχουν καὶ εἰς τὰς μεγάλας πόλεις καὶ εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἔχουν ἀναφερθῆ συγκεκριμένες περιπτώσεις πολλὲς φορὲς πλεῖσται, τῶν ὁποίων ἔχουν καταγγελθῆ καὶ δι’ ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων. Δευτέρα μορφὴ ἀστυνομεύσεως τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι αἱ ἐπιθέσεις τῶν ἀστυνομικῶν ἢ παρακρατικῶν ὀργανώσεων κατὰ τῶν γραφείων τῆς Ε.Δ.Α. Μόνον ἀπὸ τὸν Μάρτιον μέχρι τῆς 15 Ἰουνίου 1961 ἔχουν σημειωθῆ 15 τοιαῦται ἐπιθέσεις, εἰς Κόρινθον, Ζάκυνθον, Καλάμας, Ρόδον, Ἀθήνας, Θεσσαλονίκην, Γιαννιτσὰ κλπ. Ἕνα ἄλλο στοιχεῖον ἀστυνομεύσεως εἶναι ἡ ἀσφυκτικὴ παρακολούθησις τῶν βουλευτῶν τῆς Ε.Δ.Α., ἡ σύλληψις τῶν τολμώντων νὰ ἔλθουν εἰς ἐπαφὴν μαζύ τους. Τοιαῦται περιπτώσεις ὑπάρχουν πολλαὶ καὶ ἔχουν καταγγελθῆ συγκεκριμένως διὰ τὰς περιφερείας Ἰωαννίνων, Λαρίσης, Θεσσαλονίκης, Βοιωτίας, Ἕβρου, Πέλλης κλπ. ὑπὸ συναδέλφων τῆς Ε.Δ.Α. Ἄλλο στοιχεῖον ἀστυνομεύσεως εἶναι ἡ περιφρόνησις καὶ καταρράκωσις τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἀπὸ τὰ κυβερνητικὰ ὄργανα καὶ ἡ τάσις καταλύσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Πέραν τῆς παρεμποδίσεως τοῦ λαοῦ νὰ ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν μὲ βουλευτὰς τῆς Ε.Δ.Α., παρακολουθοῦνται καὶ τὰ τηλέφωνά τους, ἀπευθύνονται ὕβρεις κατὰ βουλευτῶν κλπ. Ἕνα ἐπίσης χαρακτηριστικὸν στοιχεῖον ἀστυνομεύσεως εἶναι αἱ ἔρευναι οἰκιῶν βουλευτῶν, ὅπως τοῦ συναδέλφου κ. Λασκαρίδη καὶ αἱ ἔρευναι γραφείων βουλευτῶν, τῆς Ε.Δ.Α. Πέραν αὐτῶν, ἔχομεν τὰς ἀμέσους ἐπιθέσεις κατὰ βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζουν αὔξησιν βάσει τῆς περαιτέρω «δραστηριοποιήσεως» ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ παρακρατικῶν ὀργανώσεων. Τὸ 1960 εἴχομεν τρεῖς περιπτώσεις ἐπιθέσεων, αἵτινες καὶ κατηγγέλθησαν. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα δεῖγμα τοῦ σεβασμοῦ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Ὑπάρχει περαιτέρω ἡ παρεμβολὴ δυσχερειῶν εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου, ἡ ὑποβολὴ σωρείας μηνύσεων κατὰ βουλευτῶν καὶ ἡ εὐκολία ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, ὅπως συνέβη κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον. Πέραν τούτων, λαμβάνουν χώραν ὁμαδικαὶ πιέσεις ἀντιφρονούντων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πολιτῶν, καθ’ ὅλην τὴν χώραν. Ὑπάρχει ἁπλωμένη φοβία εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ὁ κ. Παπανδρέου εἶπεν, ὅτι ἡ φοβία ἴσως νὰ μὴ ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ὡρισμένας περιοχάς. Δυστυχῶς ἡ φοβία ἀσκεῖται καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν. Ἀσκεῖται διὰ παντοίων μέσων. Ἕνα ἀπὸ τὰ περισσότερον χρησιμοποιούμενα μέσα εἶναι αἱ προσκλήσεις εἰς τὰ ἀστυνομικὰ τμήματα διὰ τὴν ἄσκησιν ἀπαραδέκτων πιέσεων. Δὲν ἐξαιροῦνται οὔτε αἱ Ἀθῆναι, ὅπου γίνονται ὁμαδικαὶ προσκλήσεις καὶ ἀσκοῦνται ἔντονοι ψυχολογικαὶ πιέσεις. Θὰ περιορισθῶ νὰ ἀναφέρω ὡρισμένας συγκεκριμένας περιπτώσεις. Μόνον εἰς μίαν ἑβδομάδα: ἀπὸ 24.2.61: Ὁ Διοικητὴς Χωροφυλακῆς Λαγκαδᾶ ἐπίεσε, δημοσίᾳ, τοὺς πολίτας νὰ δολοφονήσουν «ὑπ’ εὐθύνῃ» του, τοὺς Τσολάκη καὶ Κατσαβονίδη. Ὁ Σταθμάρχης Ὄσσης, Δ. Πουρναρᾶς, συνέλαβε τὴν Χρυσ. Οὐμπονίδου καὶ τὴν ἀπειλοῦσε, ὅτι θὰ τὴν σκοτώσῃ, ἂν ξαναπατήσῃ στὴν Ε.Δ.Α. Ὁ Σταθμάρχης Βερσικοῦ καλεῖ τοὺς ἀγρότας κατὰ μάζας καὶ τοὺς ἀπειλεῖ, ὅτι θὰ τοὺς ἀποκλείσῃ ἀπὸ τὴν διανομὴ γαιῶν, γιατὶ ἀνήκουν στὴν Ε.Δ.Α. Ὁ Διοικητὴς Χωροφυλακῆς Σωχοῦ, Ἀγγελόπουλος, κάλεσε τὸν Π. Ποῦλον καὶ τὸν ἠπείλησε, ὅτι θὰ τὸν σκοτώσῃ, ἂν ἀναπτύξῃ δραστηριότητα ὑπὲρ τῆς Ε.Δ.Α. Ὁ Σταθμάρχης Πενταλόφου ἀπειλεῖ καὶ ἐκβιάζει τοὺς πολίτας γιὰ νὰ ὑπογράψουν ἀποκηρύξεως δηλώσεις τῆς
Ε.Δ.Α.
Εἰς τὰ Γιαννιτσὰ ὁ Δ)τὴς ἀπειλεῖ, ὅτι θὰ «κοντίνῃ» ὅποιον ἀνακατεύεται μὲ τὴν Ε.Δ.Α., «δύο πιθαμές»! Ὑπάρχουν καὶ μερικαὶ τραγικαὶ περιπτώσεις τῆς νοοτροπίας ποὺ ἔχει δημιουργηθῆ εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Εἰς Κεφαλληνίαν ἐκλήθη ὁ Α. Γιαννᾶτος, 95 ἐτῶν, ποὺ εἶχε ἐν τῷ μεταξὺ ἀποθάνει, εἰς τὸ ἀστυνομικὸν τμῆμα, διὰ νὰ ἀσκηθῇ κατ’ αὐτοῦ ψυχολογικὴ πίεσις. Ἐπίσης ὁ Π. Μιτιᾶτος, 76 ἐτῶν, γέρος ἡμιπαράλυτος, ἐκλήθη διὰ τὸν αὐτὸν λόγον.
§175Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Διατί θέλετε νὰ καταλογίζετε εἰς ἀστυνομικὰ ὄργανα εὐθύνας;
§176Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Καμμία πρόθεσιν δὲν ἔχω νὰ ρίξω τὰς εὐθύνας εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐμπνευστής των εἶναι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίας Ἀσφαλείας, σὲ μίαν ὥραν, ἠμπορεῖ νὰ τερματισθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις.
§177Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἐνημερώσω ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις τοὺς δρῶντας κομμουνιστὰς τοὺς θεωρεῖ ὡς μονάδα κρούσεως ἐχθρικοῦ στρατοῦ, δρῶντος εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα).
§178Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς. (Κωδωνοκρουσίαι, θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§179Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Δὲν εἶναι διακοπή. Εἶναι δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῆς Ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§180Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτυρόμεθα καὶ ἀπευθύνομεν μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἠμπορεῖτε, μετὰ τὸν ρήτορα, νὰ λάβετε τὸν λόγον, ἐφ’ ὅσον ὁ ρήτωρ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν δέχεται διακοπάς.
§182Η. ΗΛΙΟΥ. Οἱ τραμπουκισμοὶ τῆς 4ης Αὐγούστου δὲν ἔχουν θέσιν ἐδῶ. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§183Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν κάθοδον τοῦ ρήτορος, θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον. (Θόρυβος).
§185Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς ὑβρίζῃ καθ’ ὃν τρόπον ὕβρισεν, νομίζω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν προστατεύει τὰς ὕβρεις. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§186Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ὀλίγον σεβασμόν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§187Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Διαμαρτύρομαι, κ. Πρόεδρε, διὰ τὴν μεροληπτικήν σας στάσιν. Διότι, ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ διακόπτει εἰς τὸ μέσον ἑκάστης φράσεώς μου, προσπαθῶν νὰ διακωμωδήσῃ τὰ τραγικὰ γεγονότα ποὺ καταγγέλλω καὶ τὰ ὁποῖα ἡ στάσις τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ ἀπόψε τὰ ἐπιβεβαιώνει. Ἐφθάσαμεν, κ. συνάδελφοι, εἰς τὸ σημεῖον νὰ συλλαμβάνωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶπον διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν κάνει οὔτε γιὰ καντηλανάφτης ἢ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σχολιάζουν ποῖος εἶναι ὁ καλύτερος ἀστροναύτης, ὁ Γκαγκάριν ἢ ὁ Σέπαρντ. Κύριοι βουλευταί, ἐφθάσαμεν καὶ εἰς τὸ ἀποκορύφωμα τῆς ἀστυνομεύσεως τῶν Κομμάτων. Βάσει τοῦ Γʹ Ψηφίσματος, τὴν νομιμότητα τοῦ ὁποίου ἀμφισβητεῖ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, συλλαμβάνονται πολῖται καὶ παραπέμπονται εἰς τὰ στρατοδικεῖα, διότι κατέχουν φυλλάδια τοῦ Κόμματός μας περὶ σίτου κλπ.
§188Η. ΗΛΙΟΥ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, κ. συνάδελφε;
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεσθε διακοπάς, κ. Μπριλλάκη; Θὰ δεχθῆτε τὴν διακοπήν;
§190Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ πρώτη καὶ ἡ τελευταία ποὺ θὰ δεχθῶ.
§191Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητοῦμεν ἴσην μεταχείρισιν. Δὲν δεχόμεθα αὐτὴν τὴν μεταχείρισιν.
§192Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς ἔφυγα ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ μετέβην ἀεροπορικῶς εἰς τὰ Χανιὰ Κρήτης, ὅπου 5 πολῖται, ὀπαδοὶ τῆς Ε.Δ.Α., κατεδικάσθησαν ἀπὸ τὸ Στρατοδικεῖον εἰς 2 ἐτῶν φυλάκισιν, διότι εἶχον πρὸς διανομὴν τὸ πρόγραμμα πατριωτικῆς συνεργασίας τῆς Ε.Δ.Α. μὲ τὰ ἄλλα Κόμματα. Αὐτὸ εἶναι καταπληκτικόν, κ. Πρόεδρε, ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν: Ἐπικαλοῦνται τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Γʹ Ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ τῶν συμβούλων Στασινοπούλου καὶ Παπαχατζῇ, ποὺ ἀποτελοῦν κοσμήματα τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, θεωρεῖ, ὅτι δὲν ἰσχύει σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος. Πρέπει, συνεπῶς, βάσει τῶν διατάξεων αὐτῶν τοῦ ψηφίσματος, πᾶν ἔντυπον διὰ νὰ κυκλοφορήσῃ πρέπει νὰ τεθῇ προηγουμένως ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς ἀστυνομίας ἀκόμη καὶ τὰ ἀγγελτήρια γάμου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ 1950 μέχρι σήμερον ἔγιναν ἐπανειλημμένως ἐκλογαὶ βουλευτικαὶ καὶ δημοτικαὶ καὶ ἐτυπώθησαν χιλιάδες προγράμματα καὶ προκηρύξεις. Σήμερον γίνεται μία τυμβωρυχία καὶ ἐβγάλατε εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τὸ Γʹ Ψήφισμα. Αὐτὰ θὰ ἔλθουν εἰς γνῶσιν τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης καὶ τότε θὰ λέγῃ ὁ κ. Καλαντζῆς, ὅτι ἡ Ἀριστερὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δυσφημεῖ. Δὲν δυσφημεῖ ἡ Ἀριστερά. Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δυσφημεῖ μὲ τὰς μεθόδους ποὺ ἐφαρμόζει καὶ τὴν τρομοκρατικὴν τακτικὴν ποὺ ἀκολουθεῖ.
§193Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Ἡ διακοπὴ τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ε.Δ.Α., κ. Ἠλιοῦ, μοῦ παρέχει ἤδη τὸ δικαίωμα νὰ προέλθω εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα προηγουμένως νὰ κάμω ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ τὴν γραμμὴν της διὰ τὴν δραστηριότητα τὴν συγκεκριμένην, τὴν κομμουνιστικήν, εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς χώρας...
§194Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ δραστηριότητος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ διανομῆς φυλλαδίων.
§195Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Κύριε Πρόεδρε, πᾶς κομμουνιστὴς εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος δρῶν, θεωρεῖται στρατιώτης ἐχθρικοῦ στρατοῦ, στρατοῦ ξένης δυνάμεως δρώσης εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς χώρας. Ἡ δήλωσις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως ἔναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διανοοῦνται, ἵνα γίνεται ἅπαξ διὰ παντὸς πρὸς ἐκκαθάρισιν πλέον τῆς θέσεως, ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν σημαιῶν καὶ τῶν λαβάρων τῆς δημοκρατίας καὶ τῆς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας καπηλεύονται, νὰ προπαρασκευάσουν οἱανδήποτε ἀνωμαλίαν εἰς τὸν χῶρον τῆς Πατρίδος μας. (Χειροκροτήματα). Ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ στεγάζῃ ὀπαδούς, ἀνήκοντας εἰς τμῆμα κρούσεως ξένης δυνάμεως, δρῶντας εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς χώρας, πρέπει νὰ γνωρίζῃ, κατηγορηματικῶς, ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας διαγράφουν οἱ νόμοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων καὶ μόνον στηρίζεται ἡ δημοκρατία ἡ σημερινὴ καὶ ὄχι ἡ δημοκρατία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ κ. Ἠλιοῦ καὶ τοῦ κ. Μπριλλάκη ἐπεχείρησαν, κατ’ ἐπανάληψιν, νὰ ἐγκαθιδρύσουν εἰς τὸν χῶρον αὐτόν, διὰ τοῦ αἵματος, διὰ τῆς δολοφονίας καὶ διὰ τῆς ἐπαναστάσεως.
§196Η. ΗΛΙΟΥ. Εἶναι ἀπάντησις εἰς αὐτὰ ποὺ εἶπα διὰ τὸ στρατοδικεῖον, δηλαδή, ὅτι δὲν γίνεται κρίσις τοῦ κειμένου; Εἰς τὸν κ. Μητσοτάκην, ἐξεταζόμενον ὡς μάρτυρα, ἐδηλώθη, ὅτι κακῶς ἐκάνατε, κ. Μητσοτάκη, νὰ κυκλοφορῆτε καὶ σεῖς φυλλάδια ἄνευ ἀδείας τῆς ἀρχῆς. Ἐτέθη, δηλαδή, ἡ δραστηριότης τῶν πολιτικῶν Κομμάτων ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν σταθμαρχῶν τῆς Χωροφυλακῆς. Αὐτὰ εἶναι καταπληκτικὰ πράγματα καὶ μόνον ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι τόσον ἄγευστος δημοκρατίας, ὅσον ὁ τεταρτοαυγουστιανὸς Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας, μόνον ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ἠμπορεῖ νὰ μεταφέρῃ τὰ πράγματα ἐκεῖ ὅπου τὰ μετέφερε καὶ νὰ λέγῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἄλλα ἀντ’ ἄλλων. Προσπαθεῖ, διὰ τῆς δημιουργίας ἐντυπώσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐντυπωσιάζουν κανένα, προκαλοῦν μόνον τὴν ἀηδίαν, διὰ τῆς δημιουργίας ἐντυπώσεων, νὰ σκεπάσῃ ἕνα φρικιαστικὸν ἀνατριχιαστικὸν γεγονός, ὅτι τὰ πολιτικὰ Κόμματα θὰ κατέλθουν εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, ἀλλὰ θὰ ἔχουν δικαίωμα νὰ τυπώσουν ἕνα πρόγραμμα, μίαν προκήρυξιν καὶ νὰ τὴν κυκλοφορήσουν, ἂν δὲν πάρουν ἄδειαν ἀπὸ τὸν σταθμάρχην χωροφυλακῆς. Αὐτὸ κατήγγειλα. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁ κ. Ἠλιοῦ ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης).
§197Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Τὴν εὐπρέπειαν δὲν θὰ τὴν διδάξω ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ἠλιοῦ. Δὲν ἐθεώρησε στοιχειῶδες καθῆκον του νὰ ἀναμείνῃ ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμίαν πολιτικὴν δραστηριότητα παρεμποδίζει ἡ Κυβέρνησις τοῦ οἱουδήποτε πολιτικοῦ Κόμματος, καθῆκον ὅμως ἔχει νὰ παρεμποδίζῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν δραστηριότητα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ὑπὸ τὴν ἐπίφασιν τῆς νομίμου πολιτικῆς δραστηριότητος, ἐπιδιώκουν ὅ,τι τὸ κομμουνιστικὸν Κόμμα, τὸ ἐκτὸς νόμου, ἔχει ὡς ἀποστολήν. Εἰς τοὺς ἀντικαθρεπτισμοὺς αὐτοὺς ἐντὸς τῆς Ε.Δ.Α., ἀφοῦ μὲ ἀκρίβειαν καθρέπτου ἀντιπροσωπεύει τὰς θέσεις τοῦ κομμουνιστικοῦ Κόμματος...
§198Δ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λαὸν ἀντιπροσωπεύει.
§199Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐσωτ.). Τὰς τοιούτου χαρακτῆρος πολιτικὰς δραστηριότητας εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ δημοκρατία, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ αὐτοκτονήσῃ, νὰ τὰς ἀντιμετωπίσῃ, διότι θὰ ἦτο ὡς νὰ ἐθώπευε τοὺς δολοφόνους καὶ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐπιβραβεύῃ τοὺς δολοφόνους. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν δραστηριότητα ἐκείνων ἐκ τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐμπράκτως καὶ δι’ ἔργων ἔχουν ἀποδείξει τὸ εἶδος τῆς πίστεώς των εἰς τὴν δημοκρατίαν, ὥστε κατ’ ἐπανάληψιν ἐπεχείρησαν νὰ τὴν στραγγαλίσουν. Εἰς τὰ στιλέττα τῶν δολοφόνων της ἡ δημοκρατία ἔχει ξίφος νὰ χειρισθῇ καὶ τὸ χειρίζεται καὶ θὰ τὸ χειρίζεται καὶ εἰς τὸ μέλλον μὲ σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ προστατεύσῃ τὸ καθεστώς.
§200Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, οὔτε μὲ τὴν τρίτην προσπάθειάν του ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς εἰς τὸν κ. Ἠλιοῦ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαντήσῃ. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀφήσῃ τὸ τροπάριον αὐτό, ὅτι δῆθεν διώκονται οἱ παρανόμως δρῶντες κομμουνισταί, διότι ἔχει ξεπεράσει πλέον τὰ ὅρια. Εἰς αὐτὸ τὸ τροπάριον κἄθε πολίτης διερωτᾶται πλέον, διατί ἡ Κυβέρνησις διατηρεῖ αὐτὸ ἕνα τεχνιτῶς ἀνώμαλον καθεστώς; Διατὶ δὲν νομιμοποιεῖ τὸ κομμουνιστικὸν Κόμμα; Ὁ σκοπός της εἶναι προφανῶς ἰδιοτελής, εἶναι σαφῶς κομματικός. Ἡ Κυβέρνησις ἐμμένει εἰς τὴν ὕπαρξιν τῶν προχωμάτων διὰ νὰ συνεχισθῇ αὐτὸ τὸ καθεστὼς τῶν διώξεων. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ ὑπάρχουν περιπτώσεις διώξεως καὶ παρακολουθήσεως καὶ ὀπαδῶν καὶ στελεχῶν τῶν ἄλλων Κομμάτων. Ἔχομεν τὴν περίπτωσιν τοῦ πρεσβευτοῦ Ὑψηλάντη, ἔχομεν τὰς περιπτώσεις ποὺ κατήγγειλεν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Κ.Ε.Α., ἔχομεν τὴν περίπτωσιν τῶν βουλευτῶν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Θεολογίτη κλπ. Ὑπάρχει δὲ καὶ σωρεία περιπτώσεων, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς ὀπαδοὺς τῶν ἄλλων Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ἄλλη ἀπόδειξις περὶ ἐγκαθιδρύσεως ἀστυνομικοῦ κράτους εἶναι αἱ καθαιρέσεις τῶν διοικητικῶν συμβουλίων τῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων. Ἔχομεν τὰς ἀπολύσεις τῶν διοικητικῶν συμβουλίων καὶ τῶν συνεταιριστικῶν ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι τὸ 1960 ἀνῆλθον εἰς 319, τὸ δὲ 1961 μέχρι τῆς στιγμῆς ἔφθασαν εἰς 100. Ἡ ἐπέμβασις αὐτὴ εἰς τὰ αἱρετὰ μέλη τῶν διαφόρων ὀργανώσεων, τείνει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς μορφωτικοὺς συλλόγους καὶ ἔχομεν τὸν Νομάρχην Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν διάλυσιν τοιούτων συλλόγων, φυσικὰ τὰ δικαστήρια ἀπέρριψαν ἤδη τὰς δύο αἰτήσεις του. Ἔχομεν τὴν ἀπόλυσιν δημάρχων καὶ κοινοτικῶν συμβούλων, τὰς κλήσεις εἰς ἀπολογίαν, ἔχομεν νέας συλλήψεις καὶ παρακολουθήσεις δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν συμβούλων. Εἶναι καὶ αὐτὰ ἢ δὲν εἶναι δείγματα τοῦ ἀστυνομικοῦ κράτους; Ἔχομεν ἀκόμη τὸ ραδιόφωνον, τὸ ἐπονομαζόμενον Ἐθνικὸν Ἵδρυμα Ραδιοφωνίας, καὶ τοὺς πλοκάμους του, τὸ ὁποῖον συντηρεῖται μὲ τὰς συνδρομὰς καὶ τὴν φορολογίαν ὅλων τῶν πολιτῶν, διὰ νὰ ἔχῃ μεταβληθῆ εἰς ἄθλιον κομματικὸν ραδιόφωνον διὰ νὰ ἐκπέμπῃ ὀχετοὺς ὕβρεων καὶ συκοφαντιῶν κατὰ τῆς Ε.Δ.Α. καὶ τῶν ἄλλων Κομμάτων. Ἔχομεν τοὺς λιβέλλους, οἱ ὁποῖοι γράφονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Τύπου ἐναντίον τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων τῆς Κυβερνήσεως καὶ διοχετεύονται εἰς τὰς ἐφημερίδας. Χαρακτηριστικὸν τῆς νοοτροπίας τοῦ ἀστυνομικοῦ κράτους καὶ τῆς προσπαθείας νὰ καλλιεργηθῇ ἡ μισαλλοδοξία, εἶναι, ὅτι τὸ πνεῦμα αὐτὸ μεταφέρεται καὶ εἰς τὰ σχολεῖα. Ἔχομεν τὴν περίπτωσιν νὰ ζητοῦνται νὰ γραφοῦν ἐκθέσεις ἀπὸ τοὺς μαθητάς, ποὺ νὰ ἀποκηρύσσουν τὸν πατέρα τους ἢ νὰ γράψουν περὶ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Μὲ τοιαύτας μεθόδους ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἐμποτίσῃ τὸν λαὸν καὶ τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς μισαλλοδοξίας καὶ τοῦ διχασμοῦ. Ἐπιστρατεύονται, ἐπίσης, δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἰς τὴν ὕπαιθρον, διὰ νὰ προπαγανδίζουν τὸ κυβερνητικὸν ἔργον. Ἔχομεν τὴν δρᾶσιν τῶν Τ.Ε.Α. καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι, εἰς οὐσιαστικῶς προεκλογικοὺς λόγους, ἐξυμνοῦν τὸ κυβερνητικὸν ἔργον. Ἔχομεν τὴν ἀπαγόρευσιν καταθέσεως στεφάνου εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἐξετελέσθησαν 200 καὶ πλέον Ἕλληνες ὑπὸ τῶν Γερμανῶν. Ἔχομεν τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐπισκέψεως εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς 20ῆς ἐπετείου, τοῦ κουρελιάσματος τῆς σβάστικα, ἔχομεν τὴν συνέχειαν τῆς φυλακίσεως τοῦ ἐθνικοῦ μας ἥρωος Μ. Γλέζου! Τὸ κομματικὸν κράτος ἀποδεικνύεται, τέλος, καὶ ἀπὸ τὸ ὄργιον ποὺ παρουσιάζεται εἰς τοὺς διορισμοὺς καὶ τὴν ρουσφετολογία. Σᾶς ἀναφέρω ἕνα πρόσφατον χαρακτηριστικόν: Τὴν 15ην Ἰουνίου ἔγινε διαγωνισμὸς εἰς τὴν Νομαρχίαν Καβάλας, διὰ τὴν πρόσληψιν μιᾶς δακτυλογράφου καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς ἐμπιστευτικῆς ἐγκυκλίου 38613 συνέστησεν, ὅπως ἡ ἐξέτασις εἶναι τυπικὴ διὰ νὰ προσληφθῇ προστατευομένη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Βιομηχανίας, ὑπηρετοῦσα ἤδη ὡς ἔκτακτος, ἐπὶ συμβάσει.
§201Α. ΛΑΣΚΑΡΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§202Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἰσχυρίζεσθε, σοβαρῶς, ὅτι ὑπάρχει διαταγὴ ὅπως προσληφθῇ συγκεκριμένον πρόσωπον. Χωρὶς νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν διαταγήν, σᾶς λέγω, προκαταβολικῶς καὶ ὑπευθύνως, ὅτι ἡ πληροφορία εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβής.
§203Α. ΛΑΣΚΑΡΙΔΗΣ. Ἡ διαταγὴ λέγει, ὁ διαγωνισμὸς νὰ εἶναι τυπικὸς καὶ νὰ προσληφθῇ μία παλαιὰ ὑπάλληλος, ἡ ὁποία ὑπηρετεῖ ἐπὶ συμβάσει. Ἐπρόκειτο περὶ φωτογραφίας.
§204Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ὄχι διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ οὔτε ἔγγραφον τοῦ ἰδιαιτέρου μου γραφείου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ πρὸς οἱανδήποτε κατεύθυνσιν, ποὺ νὰ ἐπιτάσσῃ τὴν πρόσληψιν συγκεκριμένου προσώπου. Πῶς ἐπιτρέψατε εἰς τὸν ἑαυτόν σας νὰ πιστέψῃ διὰ νὰ τὸ ἐπαναλάβετε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου μου, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, προκηρύσσω διαγωνισμόν, ἀλλὰ θὰ προσλάβητε τὸν αʹ ἢ τὸν βʹ ὑποψήφιον; Ἄλλη εἶναι ἡ περίπτωσις ποὺ ἔσπευσε νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Λασκαρίδης, καὶ ἡ ὁποία ἀφορᾷ ὡρισμένους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἐτῶν ὑπηρετοῦν εἰς ὡρισμένας Νομαρχίας. Δώσατέ μου τὸν ἀριθμὸν τῆς διαταγῆς καὶ θὰ φέρω αὔριον τὸ πρωτότυπον, διὰ νὰ πεισθῆτε πόσον χονδροειδεῖς ἀνακριβείας σᾶς μεταδίδουν.
§205Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Γνωρίζομεν ὅλοι μὲ ποῖα κριτήρια γίνονται οἱ διορισμοί, ἔστω καὶ τοῦ τελευταίου ἐργάτου, καὶ εἶναι ἀστεῖον ν’ ἀμφισβητῆτε τοῦτο. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει καὶ ἄλλο καταπληκτικὸν στοιχεῖον. Εἰς τὰς νέας ταὐτότητας, σημαδεύονται τὰ πολιτικὰ φρονήματα τῶν πολιτῶν. Ὑπάρχουν καταγγελίαι, ὅτι αἱ νέαι ταὐτότητες ἔχουν ἓν διακριτικὸν στοιχεῖον, ἕνα σχετικὸν στίγμα.
§206Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτ.). Φοβοῦμαι, ὅτι θὰ στιγματισθῆτε σεῖς.
§207Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὰ πλαίσια αὐτοῦ τοῦ καθεστῶτος ἔχει προστεθῆ, ἰδίως τὰ τελευταῖα 2 χρόνια, μία ἀπαράδεκτος τακτική. Συνεχῶς ὄργανα ἐντεταλμένα ὑπὸ τῆς πολιτείας διὰ τὴν τήρησιν τῶν νόμων, παρατηροῦν, αὐθαιρετοῦν, δέρουν, κακοποιοῦν, φθάνοντα καὶ μέχρι φόνων ὅπως τοῦ χωρικοῦ Ρουπακιᾶ. Ἔχομεν συνεχεῖς κακοποιήσεις πολιτῶν ὑπὸ ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας, εἴτε ἐντὸς τῶν ἀστυνομικῶν τμημάτων, εἴτε ἐκτὸς αὐτῶν. Ἔχομεν βασανιστήρια ἐντὸς τῶν ἀστυνομικῶν καταστημάτων, φάλαγγα κλπ. Ἔχω στοιχεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται 700 περίπου κακοποιήσεις τὸ 1960, ἐξ αὐτῶν 66 βαρεῖς τραυματισμοί. Ὑπεβλήθησαν σχετικαὶ 134 μηνύσεις καὶ ἐξεδόθησαν 56 καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις. Ἐπίσης, κατὰ τὸ 1961 ἔχουν σημειωθῆ 80 μεμονωμένα περιστατικὰ κακοποιήσεων, διὰ τὰ ὁποῖα ἔχω ὀνομαστικὸν κατάλογον. Κύριοι βουλευταί, ἐτόνισα καὶ ἄλλοτε καὶ τονίζω καὶ τώρα, ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ εὐθύνη δὲν ἀνήκει εἰς τὰ ὄργανα τῆς τάξεως, ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι ἐμπνέουν τὰ ὄργανα καὶ ἐπιβραβεύουν τὴν δρᾶσιν των. Καὶ ἄλλοτε προεκλήθη ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ ὁ Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης εἰς τὸν κύκλον τῶν ἁρμοδιοτήτων, τοῦ ὁποίου ἐμπίπτει ἡ τήρησις τῶν νόμων καὶ δὲν ἴδομεν νὰ προβαίνῃ εἰς καμμίαν ἐνέργειαν. Ἐρωτῶ, τὸν κ. Ὑπουργὸν Δικαιοσύνης, δὲν ἀνησυχεῖ ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς πληθύνσεως τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς πολῖται κακοποιοῦνται ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων; Τὸν ἐρωτῶ, δὲν ἀνησυχεῖ, δὲν σκέπτεται νὰ λάβῃ μέτρα;
§208Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Γνωρίζετε σεῖς, κ. συνάδελφοι, ἂν ὑπάρχῃ ἄλλο μέτρον πλὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου;
§209Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαντήσῃ, παρὰ μόνον ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην διὰ πᾶν ὅ,τι συμβαίνει. Καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι τὸ γεγονός, ὅτι λειτουργεῖ ἐν Ἑλλάδι δικαιοσύνη ἀπολύτως ἀνεπηρέαστος, εἶναι τὸ μέγα στοιχεῖον καὶ ἡ μεγάλη ἀπόδειξις τῆς ὑπάρξεως δημοκρατίας. Δὲν γνωρίζω, ποῖαι ἐκ τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ἐμνημονεύσατε, εἶναι περιπτώσεις πραγματικαὶ κακοποιήσεις καὶ πόσαι δὲν εἶναι. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐλέγξω αὐτὴν τὴν στιγμὴν προσωπικῶς τὰς διαφόρους περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζονται, ἢ μᾶλλον, τὰς ὁποίας, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐμφανίζετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπω εἶναι, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἀσφαλείας ἔχουν ὁδηγίας καὶ τηροῦν τὰς ὁδηγίας αὐτάς, νὰ ἀποφεύγουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον οἱανδήποτε παρέμβασιν, παρ’ ὅλας τὰς προκλήσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται. Δυνατόν, εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, αἱ προκλήσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται καὶ τὰς ὁποίας ὑφίστανται, ὄχι ἁπλῶς ὡς ὄργανα ἀσφαλείας, ἀλλὰ ὡς ὄργανα ἐκπροσωποῦντα τὴν Δημοκρατίαν, νὰ εἶναι τοιαῦται, ὥστε εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις καὶ τὰ νεῦρα των καὶ ἡ ἀντοχή των νὰ μὴ ἐξαρκῇ, ὥστε νὰ μὴ παρεμβαίνουν. Ἀλλὰ εἰς ἄλλας περιπτώσεις, ἀσχέτως καὶ τῶν νεύρων των, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ παρεμβαίνουν, ὅταν αἱ προκλήσεις ὑπερβαίνουν πᾶν ὅριον. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν συγκεκριμένων περιστατικῶν, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις, ἀντιθέτως, πρὸς ὅσα εἴπατε πρὸ ὀλίγου, καλύπτει 100% πᾶν ὅ,τι συμβαίνει ἐν Ἑλλάδι, ὑφ’ οἱουδήποτε ὀργάνου, ἀδιαφόρως ἐὰν ὡρισμέναι ἐκ μέρους ὀργάνων τῆς Πολιτείας παρεμβάσεις παραπέμπονται εἰς τὰ δικαστήρια καὶ τυγχάνουν τῶν κυρώσεων, αἱ ὁποῖαι, ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν νόμων τῆς Δημοκρατίας, ἐπιβάλλονται, καὶ αἱ ὁποῖαι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε Δημοκρατία καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε συνηρτημένη μὲ τὴν Δημοκρατία, ἡ ἀπολύτως αὐτοτελὴς καὶ ἀνεξάρτητος δικαιοσύνη, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβληθοῦν.
§210Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, λυποῦμαι, διότι ἡ ἀπάντησίς σας ἐπιβεβαιώνει τὰς διαπιστώσεις ποὺ ἐκάμαμεν. Καταγγέλλω εὐθέως, ὅτι ὑπῆρξαν 57 καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις τὸ 1960 καὶ 23 τὸ 1961 ἐναντίον ὀργάνων τῆς τάξεως διὰ κακοποιήσεις πολιτῶν...
§211Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μήπως ἔχετε καὶ στατιστικὴν τῶν γενομένων προκλήσεων;
§212Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προκλήσεων, ἀλλὰ περὶ τῆς χειρίστης ἀνανδρίας. Πρόκειται περὶ κακοποιήσεως ἐντὸς τῶν ἀστυνομικῶν τμημάτων. Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πνευματικὸς ἄνθρωπος, ἐπιδοκιμάζει τοιαύτας πράξεις.
§213Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀποδοκιμάζω οἱανδήποτε ἐνέργειαν, ἡ ὁποία ἄνευ προκλήσεως καὶ εἰς τὰ καταστήματα τὰ ἀστυνομικὰ σημειοῦται, ἐὰν σημειοῦται ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν λέγετε. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι συνάδελφοί μου θὰ πράξουν ὅ,τι πρέπει διὰ νὰ ἐπιβληθοῦν, καθ’ ὃ μέτρον καὶ ἐφ’ ὅσον σημειοῦνται τοιαῦτα γεγονότα, θὰ πράξουν πᾶν ὅ,τι πρέπει διὰ νὰ ἐπιβάλλουν τὰς δεούσας κυρώσεις καὶ διὰ νὰ θέσουν ἐκ νέου αὐστηρὰς κατευθύνσεις. Ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μου νὰ προσθέσω κἄτι. Εἶπον, καὶ τὸ εἶπον ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Παπανδρέου, πρὸ δύο μηνῶν καὶ ὁ κ. Παπανδρέου τὸ ἐνημερώθη ἀπόψε, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Δημοκρατία νὰ μάχεται. Τὶ ἐννοοῦσα ὅταν ἔλεγον, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μάχεται; Ἐάν, ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, δὲν ὑπῆρχε Κόμμα, τὸ ὁποῖον μέσα εἰς τὸ πλαίσιον τῆς Δημοκρατίας ἐπωφελούμενον, τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας ἡ Δημοκρατία χορηγεῖ, ἀποβλέπει εἰς τὴν κατάργησιν τῆς Δημοκρατίας, εἰς τὴν ἀνατροπὴν αὐτοῦ τοῦ τύπου τῆς Δημοκρατίας, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς πιστεύομεν ὡς τὸν μοναδικὸν καὶ ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα καὶ αὐτοῦ τοῦ διαλόγου, ἐὰν λέγω δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτον Κόμμα, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχαν περιπτώσεις οἱασδήποτε παρεκκλίσεως ἀπὸ τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν κινήσεως καὶ δράσεως, διότι δὲν θὰ ὑπῆρχε περίπτωσις δράσεως, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, ὑπάρχει τοιοῦτον Κόμμα καὶ δὲν λέγω, ὅτι εἶναι περίεργον τὸ ὅτι ὑπάρχει, εἶναι ἕνα ἱστορικὸν γεγονός, ἀλλὰ τὸ ἱστορικὸν γεγονός, ὀφείλομεν, ὅσοι πιστεύομεν εἰς τὴν Δημοκρατίαν νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τοιοῦτον Κόμμα, ἐφ’ ὅσον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῆς Δημοκρατίας, ἐφ’ ὅσον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀνατροπὴν δικαιωμάτων, τῶν ὁποίων κάμνει χρῆσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ θέλει νὰ τὰ καταργήσῃ ὡς πρὸς ὅλους τοὺς Ἕλληνας, ἐνῷ τὰ χρησιμοποιεῖ αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἶναι φυσικὸν καὶ πρέπει νὰ τὸ θεωρήσετε καὶ ὡς διαλεκτικῶς ἀναγκαῖον, νὰ ἀντιδρᾷ ἡ Δημοκρατία. Ἀλλοίμονον, ἐὰν δὲν ἀντιδράσῃ! Ἐὰν δὲν ἀντιδράσῃ τότε, βεβαίως, θὰ παρεδίδετο. Ἡ πρόθεσίς σας εἶναι νὰ παραδοθῇ! Αὐτὸ δέν εἶναι ἀποφασισμένη ἡ Δημοκρατία νὰ τὸ πράξῃ. Ἡ ἱστορία θὰ ἀποδείξῃ ποῖος ἔχει δίκαιον καὶ ἡ ἱστορία θὰ ἀποδείξῃ ποῖαι ἀρχαὶ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπικρατήσουν. Ἐγὼ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι παρ’ οἱασδήποτε δοκιμασίας τελικῶς θὰ ἐπικρατήσουν αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ συνδεδεμέναι μὲ αἰῶνας καὶ χιλιετηρίδας καὶ ὄχι αἱ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι συλληφθεῖσαι ὑπὸ ὡρισμένας κοινωνικοοικονομικὰς συνθήκας, ἐδημιούργησαν μίαν κατάστασιν ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος αἰῶνος καὶ ἐντεῦθεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστις μου καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς πίστεως ἀγωνίζομαι. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστις τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν καὶ εἰς τὸ κέντρον. Καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς πίστεως, λαμβάνομεν θέσιν, ἄλλοι ὑπὸ τὴν αʹ, ἄλλοι ὑπὸ τὴν βʹ μορφήν. Ἀλλὰ ὅ,τι καὶ νὰ εἴπητε, καὶ νὰ προσπαθήσετε νὰ τὰ εἴπητε διὰ τὴν δημιουργίαν τῆς ἐντυπώσεως, ὅτι ἡ Δημοκρατία μας παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν γραμμήν της, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ μέσα σας ὁ ἴδιος νὰ ἀναγνωρίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Πῶς παρεκκλίνει; Παρεκκλίνει, ἐὰν τυχὸν παρεκκλίνῃ, μέσα ὑπὸ τὴν πίεσιν ἐκείνων, δηλαδὴ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπετε εἰς τὴν ἀνατροπήν της. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν νὰ σημειωθῇ ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἀδιαμαρτυρήτως καὶ ἄνευ ἀντιδράσεως; Ἐὰν κατὰ τὴν ἀντίδρασιν, σημειοῦνται ἀτοπήματα ἢ λάθη, καὶ αὐτὸ ἀκόμη κατὰ βάθος βαρύνει σᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀπεβλέπετε εἰς τὴν ἀνατροπήν της, εἶναι ἀδύνατον νὰ σημειωθῇ κατὰ τρόπον ἀπολύτως ὁμαλὸν ἡ ἄμυνα τῆς Δημοκρατίας ἐν ὀνόματι τοῦ ἑαυτοῦ της, ὅταν σεῖς ἀποτελῆται αὐτὴν τὴν μεγάλην ἀνωμαλίαν μέσα εἰς τὴν Δημοκρατίαν. Ὑπαρχούσης τῆς βασικῆς ἀνωμαλίας σημειοῦνται καὶ ὡρισμέναι ἄλλαι ἀνωμαλίαι. Αὐτὸ εἶναι τόσον λογικῶς αὐταπόδεικτον, ὥστε ὅλα ὅσα λέγετε, τὰ λέγετε διὰ νὰ δημιουργήσετε ἐντυπώσεις, εἰς ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν κατέχει τὰ ζητήματα, ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς καὶ ἱστορικῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης θεωρητικῶς καὶ ψυχραίμως ἀντιμετωπιζομένη.
§214Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Δηλαδή, κ. Ἀντιπρόεδρε, τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεξαρτήτως τοῦ γενικωτέρου προβλήματος τῆς δημοκρατίας, λέγετε, ὅτι ἂν δὲν ὑπῆρχε ἀριστερά, ΚΚ, δὲν θὰ ὑπῆρχον διώξεις κλπ. Πιστεύετε εἰς αὐτὴν τὴν ἄποψιν; Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἱστορικῶς εἴπατε, ὅτι ἐξηγεῖται διατὶ ὑπάρχει ἡ Ἀριστερά. Τὸ θέμα, λοιπόν, εἶναι ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνος διὰ τὴν δημοκρατίαν καὶ ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὸς ὁ κίνδυνος.
§215Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Βεβαίως, ὑπάρχει, κύριε Μπριλλάκη, ἀπὸ ἀπόψεως ἱστορικῆς εἰς τὰς χώρας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν συνέβη αὐτό, τὸ ὁποῖον πράττομεν ἐν Ἑλλάδι ἡμεῖς. Εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν, φερ’ εἰπεῖν, ὅπου ἐπετράπη μετὰ τὸν πόλεμον νὰ ὑπάρχουν Κόμματα καὶ ὅπου ἐπέστρεψεν ὁ ἀείμνηστος Μπένες, ἕνας ἄνθρωπος μεγάλης ἠθικῆς ὀντότητος, εἶχα μάλιστα καὶ προσωπικῶς τὴν μεγάλην τιμὴν νὰ τὸν γνωρίσω κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου καὶ νὰ συζητήσω μαζί του τὰ μεταπολεμικὰ προβλήματα, τὶ συνέβη; Ἐπειδὴ, ἀκριβῶς, εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν δὲν ἐλήφθησαν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς λαμβάνομεν, ἐντὸς 2, 3, 4 ἐτῶν κατηργήθη ἡ δημοκρατία, ἐξεπαραθυρώθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀπέθανε, καταδικασθεὶς εἰς σιγὴν καὶ ἀφάνειαν, αὐτὸς οὗτος ὁ μεγάλος ἰδεολόγος Μπένες. Πῶς θέλετε, λοιπόν, νὰ γίνῃ; Θέλετε νὰ γίνῃ ὅ,τι γίνεται εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν; Βεβαίως, τὸ θέλετε, ἀλλὰ δὲν τὸ θέλομεν ἡμεῖς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς).
§216Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐπανειλημμένως καὶ ἐπισήμως ἔχει δηλωθῆ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς μας, ὅτι ἐπιδιώκομεν ὁμαλὰς καὶ δημοκρατικὰς ἐξελίξεις εἰς τὴν χώραν μας. Δὲν ἔχομεν ἡμεῖς κανένα συμφέρον νὰ ὑπάρξῃ ἀνώμαλος ἐξέλιξις. Ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ πρόγραμμά μας, εἰς τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ καὶ διὰ τοῦτο καλοῦμεν ὅλους, καὶ τὸ κυβερνῶν Κόμμα, εἰς ἐλεύθερον πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, μὲ μοναδικὸν κριτὴν τὸν λαόν. Δὲν τὸν δέχεσθε ὅμως. Ἀπὸ ποῦ, λοιπόν, ὑπάρχει πρόθεσις ἀνωμαλιῶν; Εἴπατε, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τὸ ἐνδεχόμενον μελλοντικοῦ κινδύνου τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τοῦ δῆθεν κινδύνου, τὴν καταργεῖτε ἀπὸ τοῦδε. Διότι, ἂν συνεχισθῇ τὸ σημερινὸν καθεστώς, συνεχῶς ἐντεινόμενον, ἐκεῖ ὁδηγούμεθα. Προσπαθεῖτε νὰ γίνετε ἀπολογητὴς μιᾶς ἀπαραδέκτου καταστάσεως βίας, αὐθαιρεσίας καὶ παρανομίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπίστευα, ὅτι δὲ θὰ τὴν ἐγκρίνατε, τοὐλάχιστον δημοσίως.
§217Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἄλλο εἶναι ἡ κατάργησις τῆς Δημοκρατίας καὶ ἄλλο τὰ μέτρα προστασίας Δημοκρατίας.
§218Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ποῖα γεγονότα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦν, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος τῆς Δημοκρατίας;
§219Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ παράνομος δρᾶσις αὐτοῦ τούτου τοῦ κομμουνιστικοῦ Κόμματος.
§220Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἐν γνώσει, ὅτι τὸ κομμουνιστικὸν Κόμμα δύναται νὰ δράσῃ πολιτικῶς «νόμιμα», τὸ βαπτίζετε εἰς παράνομον, διὰ νὰ εἶναι παράνομος καὶ ἡ πολιτική του δραστηριότης. Νομιμοποιήσατε τὸ κομμουνιστικὸν Κόμμα. Ἀλλὰ τότε, δὲν θὰ ἔχετε δικαίωμα διώξεως τῶν ἀντιπάλων σας, Δι’ αὐτὸ δὲν τὸ πράττετε. Ἐν γνώσει σας, λοιπόν, ὅτι μπορεῖ νὰ λείψουν τὰ προσχήματα τῶν διώξεων, τὰ διατηρεῖτε. Διότι τὰ χρειάζεσθε διὰ νὰ ἐκμεταλλεύεσθε πολιτικῶς, διὰ νὰ δικαιολογῆτε τὴν βίαν, διὰ τὴν παραμονήν σας εἰς τὴν ἐξουσίαν. Οὐδείς, φυσικά, πιστεύει, ὅτι μὲ τὰς μεθόδους αὐτὰς θὰ δυνηθῆτε νὰ περισώσετε τὸ καθεστὼς ποὺ ἔχετε δημιουργήσει. Ἡμεῖς διακηρύσσομεν, ὅτι δὲν τίθεται σήμερον θέμα ἀλλαγῆς τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι καὶ ἐὰν ἐτίθετο, δὲν κινδυνεύει ἡ Δημοκρατία. Ἡ Κυβέρνησις, ὅμως, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν κατάργησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, προβάλλει ἀνυπάρκτους κινδύνους καὶ μεταθέτει τὰς εὐθύνας εἰς ἄλλους. Κύριοι βουλευταί, ὅλα τὰ περιστατικὰ ποὺ ἀνέφερα, καὶ θὰ ἠμποροῦσα νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ ἑβδομάδας, συνιστοῦν ἕνα ὄργιον αὐθαιρεσίας καὶ ἐγκληματικῆς δραστηριότητος, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ Κυβέρνησις, ὅταν διακηρύσσῃ τὴν θεωρίαν τοῦ «πάσσαλος πασσάλῳ» κλπ. Ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος δι’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν εἶναι ὑπεύθυνος μόνον ὁ Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι πέραν τούτου ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ὑπηρεσίαι καὶ παραϋπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι καταλήγουν μέχρι τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἄνωθεν αὐτοῦ. Καταλήγουν εἰς τοὺς ξένους συμβούλους καὶ ὑπηρεσίας. Ὅλα αὐτὰ γίνονται διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ συνέχισις μιᾶς ψυχροπολεμικῆς πολιτικῆς, μιᾶς πολιτικῆς ὑποτελείας, μιᾶς πολιτικῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τῶν ξένων καὶ τῆς ὀλιγαρχίας καὶ ἀπαθλιώσεως τοῦ λαοῦ. Ὅλα αὐτὰ γίνονται διὰ νὰ πνιγῇ ἡ λαϊκὴ ἀγανάκτησις, διὰ νὰ παρεμποδισθοῦν οἱ λαϊκοὶ ἀγῶνες, διὰ νὰ παρεμποδισθῇ ἡ γνησία ἔκφρασις τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς. Καὶ τονίζω ἀκόμη μίαν φοράν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν, ἐὰν πράγματι ἐπιθυμῇ τὴν ὁμαλότητα εἰς τὸν τόπον αὐτόν, νὰ θέσῃ εἰς μίαν μόνον ὥραν τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐνσυνειδήτως διατηρεῖ. Ἀλλά, δὲν πράττει τοῦτο, διότι τὰ κομματικά της συμφέροντα, τὰ συμφέροντα τῶν ξένων ποὺ ὑπηρετεῖ, δὲν τῆς τὸ ἐπιτρέπουν, διότι θέλει νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐξουσίαν. Κύριοι βουλευταί, κατόπιν αὐτοῦ, ἀντιλαμβάνεσθε ποίαν ἀξίαν ἔχουν αἱ διακηρύξεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, περὶ ἠρέμων ἐξελίξεων καὶ μετριοπαθείας. Φυσικὰ ἡ ἐμμονὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν βίαν καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν ἀποδεικνύει ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης εἰς τὰς δυνάμεις της, εἰς τὴν λαϊκὴν ὑποστήριξιν, εἰς τὸ καθεστώς της. Ἀποδεικνύει ἡ καταφυγή, ἐν ὄψει μάλιστα λαϊκῆς κρίσεως εἰς ἔσχατα μέσα βίας, ἀποδεικνύει ἐσχάτην ἀδυναμίαν. Τὸ γεγονός, ὅμως, αὐτὸ δὲν μειώνει τοὺς κινδύνους διὰ τὴν Δημοκρατίαν, διὰ τὴν δημιουργίαν μεγαλυτέρας ἀκόμη ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία κατατείνει νὰ φθάσῃ μέχρι πλήρους καταλύσεως τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν. Μᾶς ἐδόθη ἡ εὐκαιρία καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἄνευ τῆς βίας καὶ τοῦ διὰ ἐπιτρεπομένων μέσων ἐπηρεασμοῦ τῶν λαϊκῶν μαζῶν, νὰ δεχθῇ τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν μὲ μόνον κριτὴν τὸν κυρίαρχον λαόν. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἐκώφευσεν εἰς αὐτὴν τὴν παράκλησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἀποδεικνύει, ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους κατηγορεῖ ὡς δῆθεν ὑπονομευτὰς τῆς ὁμαλότητος καὶ τῆς δημοκρατίας, εἶναι ἀκριβῶς, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν πραγματικότητα ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ὁμαλότητος καὶ τὴν σωτηρίαν τῆς δημοκρατίας. Κύριοι βουλευταί, ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη, εἶναι ἀπαράδεκτος. Εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς μερίδα τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως, ἔχει ὡριμάσει τὸ αἴτημα τῆς καταργήσεως τῶν μέτρων ἐκείνων ποὺ δημιουργοῦν αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως ἀποδοκιμάζεται τὸ σημερινὸν καθεστὼς βίας καὶ ὑποστηρίζεται ἡ ἀποκατάστασις τῆς ὁμαλότητος. Ἑπομένως, τὸ αἴτημα τῆς καταργήσεως τῶν ἐκτάκτων μέτρων καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Δημοκρατίας, δὲν εἶναι μόνον αἴτημα τῆς Ἀριστερᾶς, ἀλλὰ τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, κ. βουλευταί. Ἡ διατήρησις τῶν μέτρων αὐτῶν καὶ ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον διατρέχει ἡ Δημοκρατία εἰς τὴν χώραν μας, ἔχει προκαλέσει ἐντόνους ἀνησυχίας. Ὄχι μόνον εἰς τὰς Ἀνατολικάς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς Δυτικὰς Χώρας, ὅπου ἡ σειρὰ πολιτικῶν, κοινωνικῶν καὶ πνευματικῶν παραγόντων κατηγορεῖ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν καταπάτησιν τῶν πλέον στοιχειωδῶν δημοκρατικῶν ἐλευθεριῶν. Ἡ Κυβέρνησις, φυσικά, ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὴν ἐξέγερσιν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης. Καὶ κατηγορεῖ ὡς κομμουνιστὰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τολμοῦν νὰ καταγγέλλουν τὸ καθεστὼς ποὺ ἔχει ἐπιβάλει. Καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ εἰκόνος, ὥστε γνωστοὶ ἀντικομμουνισταί, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν τοὺς φόβους των διὰ τὴν Δημοκρατίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ χαρακτηρίζωνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς κομμουνισταί!
§221Α. ΛΙΑΚΟΣ. Κύριε Μπριλλάκη, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμφωνήσω μαζί σας, ὅτι τὰ μέτρα αὐτὰ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταργηθοῦν, ὅπως ἐπίσης χάριν φιλανθρωπίας νὰ ὑπάρξῃ συμπάθεια πρὸς τοὺς κρατουμένους αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἀναφέρατε, ἀλλὰ τὴν μεγαλυτέραν εὐθύνην τὴν φέρετε σεῖς, διότι δὲν ἀφήνετε νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ κατάργησις τῶν μέτρων αὐτῶν. Πταίει ἀκόμη καὶ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία, ὅταν δι’ ἕνα ἀσήμαντον πολίτην ἀπαιτῇ πιστοποιητικὸν κοινωνικῶν φρονημάτων καὶ δὲν ζητᾶ πιστοποιητικὰ κοινωνικῶν φρονημάτων καὶ διὰ τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται νὰ προπαγανδίσουν ἐλευθέρως, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§222Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἐὰν νομίζετε, κ. συνάδελφε, ὅτι διὰ τῶν μέσων αὐτῶν θὰ ἠμπορούσατε νὰ ἀντιμετωπίσετε μίαν πραγματικὴν πολιτικὴν κατάστασιν, κάνετε λάθος. Ὅτι κατεκτήθη εἰς τὰς δημοκρατικὰς καὶ κοινοβουλευτικὰς ἐλευθερίας, κατεκτήθη μὲ ἀγῶνας. Κι’ ὅ,τι ἄλλο διατηρεῖται, δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν καλὴν διάθεσιν κανενός, ἀλλὰ εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ λαοῦ μας, μὲ τὴν συμπαράστασιν τῆς διεθνοῦς Δημοκρατικῆς κοινῆς γνώμης. Καὶ σήμερον, ὅ,τι ἐμεῖς ὑποστηρίζομεν, ἀνεξαρτήτως ἄλλων διαφορῶν, τὸ ἐγκρίνει ἡ πλειονότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§223Α. ΛΙΑΚΟΣ. Κύριε Μπριλλάκη, ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τὸ Κόμμα σας, εἶναι Κόμμα ἀρχῶν, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ θάρρος νὰ πῆτε εἰς τὸν λαὸν τὶ πραγματικῶς πιστεύετε.
§224Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἔλεγον, λοιπόν, κ. συνάδελφοι, καὶ προηγουμένως, ὅτι γνωστοὶ ἀντικομμουνισταί, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ διατυπώσουν τὴν γνώμην των καὶ νὰ καταγγείλουν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν παραβίασιν τῆς Δημοκρατίας, ἐχαρακτηρίσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς κομμουνισταὶ καὶ ὡς ἄτομα, τὰ ὁποῖα σκοπὸν εἶχον νὰ συκοφαντήσουν τὴν Ἑλλάδα. Ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προβαίνουν εἰς τὰς καταγγελίας αὐτὰς κατὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ καθεστῶτος εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπιτελοῦν καθῆκον ἱερόν, καθῆκον τίμιον, καθῆκον προασπίσεως τῆς Δημοκρατίας. Φοβοῦμαι, κ. βουλευταί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, δι’ ὅσους λόγους ἐξήγησα, ὄχι μόνον δὲν πρόκειται νὰ θέση τέρμα εἰς τὰ μέτρα βίας καὶ αὐθαιρεσίας, ἀλλὰ ἐν ὄψει καὶ τῶν ἐκλογῶν θὰ τὰ ἐπιτείνῃ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅμως, ἐὰν ἠμπορῇ νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἐλευθέρων ἐκλογῶν, μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἐρωτῶ ὅλους σας, θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἐκλογῶν, ἐὰν ἓν ἄλλο Κόμμα ὑφίστατο τὰ ὅσα ὑφίσταται ἡ Ε.Δ.Α.; Ὄχι ἀσφαλῶς. Τὸ ζήτημα, λοιπόν, εἶναι τὶ πρέπει νὰ κάμουν αἱ δημοκρατικαὶ δυνάμεις. Αἱ δυνάμεις ἐκεῖναι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἱ ὁποῖαι καταγγέλλουν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν στραγγαλισμὸν τῆς Δημοκρατίας καὶ ἐπισημαίνουν τοὺς κινδύνους ποὺ διαγράφονται. Βεβαίως, καὶ τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου καταγγέλουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸν στραγγαλισμὸν τῆς δημοκρατίας, ὅμως, δὲν συμπαρίστανται εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις εἰς τὸν δοκιμαζόμενον λαόν, δὲν καταγγέλλουν τὸ ὄργιον ποὺ γίνεται. Διστάζουν πολλὲς φορές, φοβοῦνται μήπως χαρακτηρισθοῦν ὡς συνοδοιπόροι, διότι δὲν δύναμαι νὰ πιστεύω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ καὶ πρόθεσις κομματικῆς ἐκμεταλλεύσεως, τῶν διώξεων. Ἐὰν ἐλάμβανε θέσιν, μὲ τόλμην καὶ ἀποφασιστικότητα καὶ τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μαζὶ μὲ τὴν Ε.Δ.Α., εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ στραγγαλισμοῦ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τοῦ ὀργίου, τὸ ὁποῖον γίνεται, εἶναι ζήτημα, ἐὰν θὰ εἴχωμεν φθάσει εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ ἐφθάσαμεν, ὥστε καὶ ὁ κ. Παπανδρέου, γνωστὸς διὰ τὰ ἀντικομμουνιστικά του αἰσθήματα, νὰ καταγγέλλῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐγκαθιδρύσασα Ἀστυνομικὸν Κράτος, Κράτος φοβίας. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ὁ πλέον ἀποτελεσματικὸς τρόπος ἀντιμετωπίσεως τῆς βίας τῆς Δεξιᾶς καὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ της καθεστῶτος εἶναι, ὁ ἀποφασιστικὸς ἀγών, μὲ ἡνωμένας τὰς δυνάμεις τοῦ Δημοκρατικοῦ λαοῦ καὶ τῶν Δημοκρατικῶν Κομμάτων καὶ παραγόντων. Μόνον ἔτσι ἠμπορεῖ νὰ περιφρουρηθῇ καὶ νὰ περισωθῇ ἡ Δημοκρατία τῆς Χώρας μας. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον συνεχίζει καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τομεῖς καὶ εἰς αὐτὸν ποὺ ἀφιερώθη κυρίως ἡ ὁμιλία μου, μίαν ἀντίθετον πρὸς τὰ ἐθνικὰ καὶ λαϊκὰ συμφέροντα πολιτικήν, θὰ εὑρίσκεται εἰς συνεχῶς ἐντονωτέραν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ. Τὸ ὅτι διατηρεῖ μίαν πλασματικὴν πλειοψηφίαν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν σημαίνει δι’ αὐτὴν καμμίαν σταθερότητα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐν τῷ συνόλῳ της, ἐκφράζει τοὺς πόθους καὶ τὴν θέλησιν τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ. Χρέος της εἶναι, νὰ ἑνώσῃ τὶς δυνάμεις της καὶ νὰ ἀγωνισθῇ θαρραλέα καὶ διὰ τὴν περιφρούρησιν τῆς Δημοκρατίας καὶ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν συνθηκῶν ἐλευθέρων ἐκλογῶν καὶ διὰ τὴν ταχεῖαν ἀπομάκρυνσιν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν Ἀρχήν. Πέραν τῆς ἐμπιστοσύνης ποὺ θὰ λάβῃ, ἀσφαλῶς, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὑπάρχουν ὅλαι αἱ προϋποθέσεις ν’ ἀνατραπῇ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, ἐνώπιον τοῦ κυρίαρχου λαοῦ.
§225Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Εἰς τὸν θόρυβον τῶν ἀντεγκλήσεων, κ. Πρόεδρε, δὲν ἤκουσα μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς ἐμὲ ὁ κ. Μπριλλάκης. Ἐπληροφορήθην, ὅτι εἶπεν περὶ ἐμοῦ, ὅτι ἔχω ἐγκληματικὴν ἰδιοσυγκρασίαν καὶ ὡς δικαιολογίαν τούτου, προέβαλεν, ὅτι φεύγων ἐκ τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἤνοιξα τὰς φυλακὰς νὰ φύγουν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ εἶχον κλείσει εἰς αὐτάς. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἔφυγον ἐξ Ἀθηνῶν τὴν 26ην Ἀπριλίου, δηλαδή, τὴν παραμονὴν τῆς εἰσόδου τῶν Γερμανῶν καὶ ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον ἔφυγα τὴν 27ην Ἀπριλίου, δηλαδή, τὴν ἡμέραν τῆς εἰσόδου τῶν Γερμανῶν εἰς Ἀθήνας. Ἡ μάχη τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τοῦ φασισμοῦ καὶ ναζισμοῦ ἐσυνεχίζετο καὶ ἔληξε μὲ τὴν μάχην τῆς Κρήτης, δηλαδή, τὴν 27ην Μαΐου. Καὶ ὅταν ἐσυνεχίζετο ἡ μάχη τοῦ Ἔθνους ἐναντίον τοῦ φασισμοῦ, δὲν νομίζω, ὅτι μοῦ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνοίξω τὰς φυλακὰς καὶ νὰ χαλαρώσω τὰ μέτρα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μᾶς διεδέχθη, δὲν ἀπηλευθέρωσε τοὺς φυλακισμένους, εἶναι ζήτημα ἰδικόν της. Ἐξ ἄλλου, κ. Πρόεδρε, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ λάβω μέτρα καὶ εἰδικὴν φροντίδα ὑπὲρ τῶν κρατουμένων κομμουνιστῶν, διότι τότε οἱ κομμουνισταὶ ἦσαν σύμμαχοι τῶν Γερμανῶν. Ἡ ἔχθρα μεταξὺ κομμουνιστῶν καὶ Γερμανῶν ἤρχισεν τὴν 21ην Ἰουνίου, ὅταν οἱ Γερμανοὶ ἐπετέθησαν κατὰ τῆς Ρωσίας. Καὶ μάλιστα, ὑπῆρχε τοιαύτη συνεργασία μεταξὺ κομμουνιστῶν καὶ Γερμανῶν, ὥστε οἱ κομμουνισταὶ ἐχρησιμοποίησαν τοὺς Γερμανοὺς καὶ τοὺς Βουλγάρους, διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν πολλῶν στελεχῶν των καὶ δὴ τῶν πλέον σεσημασμένων τοιούτων, διότι, κ. Πρόεδρε, ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν ποίους εἴχομεν συλλάβει. Ὁ κ. Μπριλλάκης, κ. Πρόεδρε, εἶπεν, ὅτι ἔχω ἰδιοσυγκρασίαν ἐγκληματικήν. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὕβρεως αὐτῆς, ἔχω νὰ τοῦ εἴπω τὸ ἑξῆς: Ὅτι διετέλεσα Ὑπουργὸς τῆς Ἀσφαλείας, δικτατορικῆς Κυβερνήσεως, καὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς πενταετοῦς ὑπουργίας μου, δὲν ἠνοίχθη, οὔτε μία μύτη καὶ δὲν ἐμαυροφόρεσε, οὔτε μία μητέρα, οὔτε μία ἀδελφή.
§226ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ Μαλτέζος;
§227Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ὁ Μαλτέζος εἶναι τὸ μοναδικὸν παράδειγμα. Συνεπὴς οὗτος εἰς τὴν κομμουνιστικὴν ἰδεολογίαν..... (δὲν ἠκούσθη λόγω τοῦ θορύβου). Ἐπὶ μίαν 5ετίαν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐμαυροφόρεσε κανεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν, ὅμως, τῶν κομμουνιστῶν, τὰ θύματα ἀνῆλθον εἰς χιλιάδας. Καὶ τολμοῦν καὶ κατηγοροῦν ἐμὲ ὡς ἐγκληματίαν. Ντροπή! Αἱ λέξεις, κ. Πρόεδρε, ἔχουν χάσει τὴν ἔννοιάν των. Ὁμιλοῦν οἱ κακοῦργοι διὰ τοὺς ἀθώους. Κατηγοροῦν οἱ ἐγκληματίαι τοὺς δικαίους καὶ οἱ ἄτιμοι τοὺς ἐντίμους. Κύριε Πρόεδρε, ἡ 4η Αὐγούστου, τὴν ὁποίαν ὑβρίζουν οἱ κύριοι τῆς Ἀριστερᾶς, διότι ἤξερε νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ, ἔκλεισε τὸν ἱστορικόν της δρόμον μὲ τὴν 28ην Ὀκτωβρίου 1940, συνεδέθη, δηλαδή, μὲ τὸν μεγαλύτερον ἱστορικὸν σταθμὸν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος καὶ μὲ τὸν πόλεμον κατὰ τῶν Γερμανῶν, μὲ τοὺς ὁποίους οἱ κύριοι τῆς Ἀριστερᾶς συνεμάχησαν. (Πολλοὶ βουλευταὶ τῆς Ἀριστερᾶς ἐγείρονται καὶ διαμαρτύρονται). Παραπονοῦνται οἱ κύριοι τῆς Ἀριστερᾶς, διότι τοὺς μεταχειρίζεται κακῶς τὸ Κράτος. Κύριε Πρόεδρε, παραπονούμεθα καὶ ἡμεῖς διότι ἡ μεταχείρισις τῆς Ἀριστερᾶς γίνεται κατὰ τρόπον λίαν ἐπιεικῆ καὶ ἔχομεν ὡς Κράτος ὑπερβῆ τὰ σύνορα τῆς ἀσφαλείας μας.
§228Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω τὸ ἑξῆς νὰ προσθέσω. Ὁ κ. Μανιαδάκης εἶχε συλλάβει καὶ εἶχεν ἐγκλείσει εἰς τὰς φυλακὰς συλληφθέντας ἀπὸ τὴν δικτατορίαν ἀντιφασίστας, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἰδικήν μου ὁμολογίαν ἀνήρχοντο εἰς 1.300 περίπου. Ἐγκαταλείπων ὁ κ. Μανιαδάκης τὴν Ἀθήνα —μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ μάχη συνεχίζετο— καὶ ἐὰν ἡ μάχη συνεχίζετο, διατὶ ἐγκατέλειψε τὴν Ἀθήνα; Ἐγκαταλείπων, λέγω, ὁ κ. Μανιαδάκης τὴν Ἀθήνα, ἔπρεπε νὰ ἀπελευθερώσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐγκλείσει εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ μὴ τοὺς παραδώσῃ δεσμίους εἰς τοὺς Γερμανούς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐκτελεσθοῦν κατὰ τὰ 9)10. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκουν αὐτά, ὁ κ. Μανιαδάκης ἐτόλμησε, ἀπόψε, νὰ διακηρύξῃ, ὅτι μακάρι νὰ μὴ ἐδραπέτευον ἐκ τῶν φυλακισμένων καὶ ὅσοι ἐδραπέτευσαν, παρὰ τὴν θέλησίν του, διὰ νὰ ἐκτελεσθοῦν καὶ ἐκεῖνοι ὑπὸ τῶν Γερμανῶν. Ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε, αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἐγκληματικὴν καὶ ἀντεθνικὴν ἰδιοσυγκρασίαν; Εἶναι γνωστόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι οἱ κρατούμενοι κομμουνισταὶ καὶ ἀντιφασίσται, μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου ἐναντίον τοῦ Ἰταλικοῦ φασισμοῦ, ὑπέβαλον ὁμαδικὰς αἰτήσεις νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι διὰ νὰ πολεμήσουν εἰς τὸ μέτωπον. Δὲν τοὺς τὸ ἐπέτρεψεν, ὅμως, ἡ φασιστικὴ δικτατορία. Πρέπει ἀκόμα νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Μανιαδάκης, ὅτι ὅσοι ἐδραπέτευσαν ἀπὸ τὴν Φολέγανδρον καὶ τὴν Γυάρον, μετὰ τὴν εἴσοδον τῶν Γερμανῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπολέμησαν κατὰ τῶν Γερμανῶν κατὰ τὴν μάχην τῆς Κρήτης, εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν καὶ ἔλαβον εὔφημον μνείαν. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι γνωστὰ στελέχη τοῦ Κ.Κ.Ε., ὅπως οἱ Ἀναστασιάδης, Στρίγγος, Πορφυρογένης κλπ. Ἀποτελεῖ ἀνανδρίαν, κ. Πρόεδρε, νὰ παραποιῆται ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ λέγεται, ὅτι οἱ κομμουνισταὶ συνεμάχησαν μὲ τοὺς Γερμανούς. Οἱ κομμουνισταί, κ. Πρόεδρε, ἕνεκα τῆς ἀδιαλλάκτου πάλης των κατὰ τῶν Γερμανῶν εἶχον 80.000 θύματα, ὀπαδοὺς καὶ στελέχη. Ποῖον ἄλλο Κόμμα, ὡς ὠργανωμένον Κόμμα, ἔλαβε τόσον ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν Ἀντίστασιν καὶ εἶχε τόσα θύματα;
§229Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Νὰ σᾶς εἴπω ποῖον Κόμμα. Τὸ Κόμμα, ποὺ ὀνομάζεται Ἑλληνικὸς λαός. Ἀδιακρίτως, κ. Μπριλλάκη, ἐὰν ἐκεῖνοι, ὡς λέγετε, οἱ ὀπαδοὶ, ἐφονεύθησαν, ἀνῆκον εἰς τὸ ἰδικόν σας Κόμμα, ἐφονεύθησαν ἅπαντες, ὄχι ὡς κομμουνισταί, ἀλλὰ ἐφονεύθησαν ὡς Ἕλληνες. Λοιπόν, μὴ προβαίνητε εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτήν. Ὅπως ἀσυγκρίτως ὁ μεγαλύτερος ἀριθμὸς εἶναι ἐκείνων τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἀνήκοντες εἰς Κόμματα, ἔπεσαν ἀπὸ τὰς σφαίρας ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐφονεύθησαν ἢ ἀπέθανον κατὰ τὴν κατοχήν.
§230Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε. Οἱ ἐκτελεσθέντες κατ’ ἀρχὴν ἦσαν Ἕλληνες. Ἐὰν ἔκαμα τὴν διάκρισιν αὐτήν, τὴν ἔκαμα, διότι ὁ κ. Μανιαδάκης εἶπεν, ὅτι τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα συνειργάσθη μὲ τοὺς Γερμανούς, ἐνῷ εἶναι τὸ μόνον σχεδὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον ὠργανωμένον πρωτοκατέβηκε εἰς τὴν ἀντίστασιν καὶ προσέφερε 80.000 θύματα.
§231Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ἀποτελεῖ μίαν ἱστορικὴν πραγματικότητα ποὺ ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίσητε. Ἀμέσως μετὰ τὴν 28ην Ὀκτωβρίου, γνωρίζετε, ἄλλως τε καὶ γνωρίζει καὶ ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἡ ἡγεσία τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος μὴ ἔχουσα ἀκόμη ὁδηγίας καὶ κυριευθεῖσα ἀπὸ πατριωτικὰ αἰσθήματα, ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ταχθῇ μὲ τὸ μέρος τοῦ Ἔθνους καὶ θὰ πολεμήσῃ. Δὲν ἐπέρασαν, ὅμως, παρὰ ὀλίγαι ἑβδομάδες καὶ ἔφθασαν ἀντίθετοι ὁδηγίαι. Καὶ εἶναι γνωστόν, ἐπίσης, εἰς ὅλους, ὅτι λόγῳ τῶν ἀντιθέτων αὐτῶν ὁδηγιῶν καὶ λόγῳ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα δὲν εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπολύτως, ἀλλὰ λαμβάνει ἔξωθεν ὁδηγίας, μετέβαλε τακτικὴν καὶ αἰφνιδίως ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου —ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι— τοῦ 1941, ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διήπετο ἐξακολουθητικῶς ἀπὸ τὸ ὑπέροχον πνεῦμα τῆς θυσίας, ἐσημειώθησαν αἱ πρῶται ἐλαφραὶ καί, μετὰ ταῦτα, αἱ βαρύτεραι ἀντιδράσεις καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὅταν πλέον οἱ Γερμανοὶ εἶχον εἰσέλθει εἰς τὰς Ἀθήνας —τὰ ἔζησα τὰ γεγονότα— νὰ σημειωθοῦν καὶ τοιχοκολλήσεις ἐκ μέρους τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος καὶ νὰ διανεμηθοῦν φυλλάδια, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀντίστασις, κατὰ τῶν Ἰταλῶν καὶ μετὰ ταῦτα τῶν Γερμανῶν, ἐχαρακτηρίζετο ὡς πρᾶξις ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς Δυτικῆς κεφαλαιοκρατίας. Βεβαίως, ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου καὶ πέραν, ὅταν ὁ Χίτλερ ἐπετέθη κατὰ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως καὶ ἔπαυσε νὰ εἶναι σύμμαχος τοῦ Στάλιν, ἀφοῦ, εἶχεν ἐν τῷ μεταξύ, ὄχι ἁπλῶς συμμαχήσει, ἀλλὰ καὶ συμπολεμήσει εἰς τὴν Πολωνίαν, ὅταν ἔπαυσε πλέον νὰ εἶναι σύμμαχος καὶ ἐπετέθη κατὰ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, τότε, βεβαίως, ἐτάχθη τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα, ἐναντίον τῶν Γερμανῶν, ἐναντίον τῆς κατοχῆς. Πρέπει, λοιπόν, νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἐνῷ, ὅλοι οἱ Ἕλληνες, πλὴν ἐλαχίστων προδοτῶν, ἀσχέτως Κόμματος, καὶ χωρὶς νὰ λαμβάνουν ὁδηγίας, ἐτάχθησαν ἐναντίον τῶν ἐπιδρομέων καὶ ἐπολέμησαν, οἱ κομμουνισταὶ εἰς μίαν στιγμὴν μόνον, καταληφθέντες ἀπὸ αἴσθημα πατριωτισμοῦ, ἀφῆκαν τὸ αἴσθημα τοῦτο τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκείνην τὴν στιγμὴν τοὺς ἐτίμησε καὶ τοὺς τιμᾷ ἱστορικῶς καὶ ἐνεθυμήθησαν καὶ πάλιν τὸ Ἔθνος καὶ ἤρχισαν πολεμοῦντες τοὺς Γερμανοὺς καὶ τοὺς Ἰταλούς, ἀλλὰ μόλις ἔλαβον ὁδηγίας, δυστυχῶς, καὶ αὐτοὺς τούτους τοὺς πατριώτας Ἕλληνας μετὰ τὴν ἐπίθεσιν τῆς Γερμανίας, ἐναντίον τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως. Ὅταν ἡμεῖς ἐπολεμούσαμεν καὶ ἡμεῖς ἠσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἴδωμεν Γερμανὸν μπροστά μας, τὸ ἠσθανόμεθα, ὄχι ὡς μέλη Κόμματος, ἀλλὰ ὡς Ἑλληνικὸς λαός, ὡς ἀνώνυμος λαός! Ἐγὼ ὁ ἴδιος μὲ τὴν γυναῖκα μου, εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, ὅταν ἐπέρασαν δύο ἑβδομάδες μετὰ τὴν εἴσοδον τῶν Γερμανῶν, ἐπέρασαν εἰς ἕνα καμιόνι Ἄγγλοι αἰχμάλωτοι, ἤμην μαζὶ μὲ τὴν γυναῖκα μου, μεταξὺ τῶν ἄλλων 100 Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν Ἕλληνες μὴ ἀνήκοντες εἰς τὸ αʹ ἢ βʹ Κόμμα, ὅταν ἐπέρασε, λοιπόν, τὸ καμιόνι μὲ τοὺς Ἄγγλους αἰχμαλώτους, ἐσπεύσαμε νὰ πετάξωμεν εἰς τὸ καμιόνι, εἰς τοὺς Ἄγγλους αἰχμαλώτους, σιγαρέττα καὶ ὅ,τι ἄλλο εἴχομεν μαζὶ μας, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον διετρέχομεν νὰ μᾶς κτυπήσουν οἱ Γερμανοί. Καὶ μάλιστα ἠπόρησαν οἱ Γερμανοὶ ἀπὸ τὴν τοιαύτην ἐνέργειάν μας. Εὑρέθησαν δὲ εἰς τοιαύτην ἀμηχανίαν, μὴ φανταζόμενοι νὰ συμβῇ ἕνα τέτοιο πρᾶγμα, ὥστε δὲν ἀντέδρασαν! Ἦτο μία περίεργος ἀμηχανία, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἐτέθη ὁ πανίσχυρος κατακτητὴς ἔναντι 100 γυναικῶν καὶ ἀνδρῶν ποὺ εὑρέθησαν εἰς τὴν πλατεῖαν Συντάγματος. Αὐτὸ δὲν μοῦ τὸ ὑπηγόρευσε τὸ Ἑνωτικὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶχον ἱδρύσει, ἀλλὰ ἁπλούστατα, ὡς Ἕλλην τὸ ἠσθανόμην. Σεῖς ἠρχίσατε νὰ τὸ αἰσθάνεσθε, ὅταν ἐλάβατε τὴν ἐντολήν, ἠρχίσατε νὰ τὸ αἰσθάνεσθε, ὅταν ἐγένετο ἡ ἐπίθεσις τοῦ Χίτλερ κατὰ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως.
§232Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοὐλάχιστον δὲν ἐπρόσεξεν ἕνα περιστατικόν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα.
§233Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ποῖον περιστατικόν; Τοῦ Γλέζου; Αὐτὸ εἶναι ἀτομικόν. Δὲν εἶναι τὸ Κ.Κ. Ὁ Γλέζος μὲ ἕνα ἐθνικόφρονα Ἕλληνα ἐπῆγαν καὶ ἐξετέλεσαν μίαν πρᾶξιν, ἀξίαν τιμῆς. Δὲν ἦτο ἐντολοδόχος ἐκείνην τὴν στιγμὴν τοῦ Κ.Κ.
§234Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Πέραν τῆς περιπτώσεως Γλέζου ποὺ ἦτο κομμουνιστής, δὲν ἐπρόσεξεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν περίπτωσιν ποὺ ἀνέφερα προηγουμένως, τῶν κομμουνιστικῶν στελεχῶν, τὰ ὁποῖα ἐδραπέτευσαν ἀπὸ τὴν Φολέγανδρον καὶ Γυάρον καὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὴν μάχην τῆς Κρήτης, ἕνα μῆνα πρὶν σημειωθῇ ἡ ἐπίθεσις τοῦ Χίτλερ κατὰ τῆς Ε.Σ.Σ.Δ. Ἀφίνω δέ, ὅτι ὅλοι οἱ κομμουνισταὶ ποὺ ἦσαν ἐλεύθεροι ἐπολέμησαν εἰς τὸν Ἑλληνοϊταλικὸν πόλεμον καὶ οἱ κρατούμενοι ἐζήτησαν νὰ πολεμήσουν, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐπετράπη τοῦτο. Ἀπορῶ δέ, πῶς ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀναγνώσει τὰ ἀπομνημονεύματα τῶν Ἡγετῶν τῆς Δύσεως κατὰ τὸν πόλεμον, δέχεται τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν, τῆς θέσεως τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, ἥτις ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἀπομάκρυσιν τοῦ χρόνου τῆς ἐπιθέσεως ἐναντίον της, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καὶ συνέβαλεν σοβαρὰ εἰς τὴν τελικὴν νίκην. Ὅταν, μάλιστα, εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶχε προηγηθῆ τὸ Μόναχον καὶ ὅταν ἠρνοῦντο αἱ Δυτικαὶ Χῶραι νὰ συμμαχήσουν μὲ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν καὶ ἄφηναν νὰ καταληφθοῦν ἀνυπεράσπισται ὑπὸ τῆς Γερμανίας, ἡ Αὐστρία, ἡ Τσεχοσλοβακία κλπ. Καὶ ὅταν, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1934, ἐν ὁλομελείᾳ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς του τὸ Κ.Κ.Ε. ἔθεσεν ὡς κεντρικὸν στόχον τὸν ἐναντίον ἀγῶνα κατὰ τοῦ φασισμοῦ καὶ τοῦ πολέμου ποὺ προπαρασκεύαζεν. Ὅταν εἶναι γνωστόν, ὅτι βάσει αὐτῆς τῆς θέσεως οἱ κομμουνισταὶ ἔπραξαν πλήρως τὸ καθῆκον τους, ὅταν ἐπετέθησαν κατὰ τῆς Ἑλλάδος ὁ Ἰταλικὸς καὶ Γερμανικὸς φασισμός. Ὡς πρὸς τὰ φυλλάδια, περὶ τῶν ὁποίων ὁμίλησεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μὲ τὰ ὁποῖα δῆθεν τὸ Κ.Κ.Ε. ὑπεστήριζε τοὺς Γερμανούς, εἶναι πλαστά. Εἶναι γνωστὸς ὁ μηχανισμὸς τῆς ἐκδόσεώς των εἰς τὸν κ. Μανιαδάκην, διότι ἐτυπώνοντο εἰς τὴν Ἀσφάλειαν ὅλα αὐτὰ τὰ ἔντυπα, ὅπως καὶ ἕνας «Ριζοσπάστης». Οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι τῆς Ἀσφαλείας τοῦ κ. Μανιαδάκη, συνέχισαν τὸ ἀνόσιον ἔργον τους, ὑπηρετοῦντες τοὺς κατακτητὰς καὶ κατασυκοφαντοῦντες τὸ Κ.Κ.Ε.
§235Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι, ἡ ἱστορικὴ τοποθέτησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Μπριλλάκης, εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη. Βεβαίως, γνωρίζει τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν εἰς τὰς διαφόρους ἐνεργείας της κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην. Ἐν πρώτοις, εἶναι περίεργον, πῶς ὑπεραμύνεται ὁ κ. Μπριλλάκης, τῆς πολιτικῆς τοῦ Στάλιν, ὁ ὁποῖος ἔχει διαγραφῆ πλέον καὶ ἀπὸ τὸ λεξικὸν καὶ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις, ἀντὶ νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Γερμανίας κατὰ τὴν ὥραν αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ μεγαλύτεραι δυνάμεις τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ καὶ ὁλόκληρος ἡ ἀεροπορία της ἐχρησιμοποιοῦντο ἐναντίον τῆς Δύσεως καὶ ἐναντίον τῆς Ἀγγλίας ἐχρησιμοποιεῖτο ὁλόκληρος ἡ ἀεροπορία, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἐπαρκὴς διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν Ρωσίαν, πῶς ἐκείνην τὴν στιγμὴν δὲν ἐπετέθη κατὰ τῆς Γερμανίας ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις καὶ πῶς ἀντὶ νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον τῆς Γερμανίας ἐθεώρησε ἀναγκαῖον νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον τῆς Φινλανδίας; Λοιπόν, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν. Πρόκειται περὶ βαρυτάτων ἀνομημάτων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὸν παράδοξον δογματισμόν, τὸν σχεδὸν βάρβαρον δογματισμόν, τῆς ὑλιστικῆς κοσμοθεωρίας. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡδήγησεν εἰς αὐτὰς τὰς ἀντιφάσεις, τὰ τραγικὰ γεγονότα, νὰ διαμελίζῃ ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις, ἡ χώρα τῆς προόδου, ὅπως θέλει νὰ ἐμφανισθῇ, νὰ διαμελίζῃ μὲ τὸν Χίτλερ καὶ τὸν Ρίμπεντροπ τὴν Πολωνίαν, νὰ ἐπιτίθεται ἐναντίον τῆς Φινλανδίας, νὰ ἀφίνῃ ἐκτεθειμένην τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Γαλλίαν, Νορβηγίαν, Βέλγιον, Ὁλλανδίαν καὶ μόνον τότε νὰ κινῆται, κατὰ τῆς Γερμανίας, ὅταν ἐκινήθη ὁ Χίτλερ ἐναντίον της. Ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶπεν ὁ κ. Μπριλλάκης, εἶναι ἱστορικῶς ἀμφίβολα, ἂν ὄχι πλέον ἀβάσιμα. Ἡ χρονολογικὴ σειρὰ τῶν γεγονότων εἶναι αὐτή. Δὲν ὑπῆρχε διάθεσις εἰς τὴν Μόσχαν ἐκείνην τὴν στιγμήν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ σημερινοῦ ἡγέτου της, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἡγέτου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ποὺ ἔχει καταδικασθῆ πλέον ἀπὸ σᾶς, διότι εἰς τὸ Κόμμα σας ὑπάρχει αὐτὴ ἡ φοβερὰ ἀγνωμοσύνη ἐναντίον οἱουδήποτε προηγουμένου ἡγέτου σας, πρᾶγμα φοβερόν, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ βάρβαρα συνθήματα τῆς ἐποχῆς μας, δὲν ἔχει σημειωθῆ εἰς τὴν ἱστορίαν νὰ καταδικάζουν τοὺς ἡγέτας τοὺς προηγουμένους καὶ νὰ θεωροῦν ὑποχρέωσιν παπαγαλίζοντας νὰ ἐκφράζουν τὰς αὐτὰς ἀρὰς ἐναντίον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον προηγουμένως ὕμνουν καὶ ἐθεώρουν ὡς τὸν μέγιστον τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὰ εἶναι πρωτοφανῆ εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τοιούτου εἴδους μέθοδοι θὰ πράξωμεν πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ μὴ ἐπικρατήσουν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα. Τοὐλάχιστον σεβασθῆτε, δὲν ζητῶ νὰ σεβασθῆτε ἡμᾶς, σεβασθῆτε τοὺς ἰδικούς σας, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἔφτιασαν, σεβασθῆτε τὸν Στάλιν, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ὑπῆρχε Κροῦστσεφ.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Μανιαδάκη.
§237Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Μὲ ἠρώτησε καὶ διὰ δευτέραν φορὰν ὁ κ. Μπριλλάκης, διατὶ δὲν ἀπέλυσα τοὺς κρατουμένους κομμουνιστὰς εἰς τὴν Ἀκροναυπλίαν, τὴν Πύλον καὶ τὰς Νήσους, οἱ ὁποῖοι μάλιστα τῶν Νήσων, ἔφυγαν μόνοι τους. Ἀπαντῶ καὶ πάλιν, ὅτι ὅταν καταρρέῃ ἕνα μέτωπον, τότε τὰ μέτρα πρέπει νὰ ἐντείνωνται καὶ ὄχι νὰ χαλαροῦνται διότι ἡ ὑποχώρησις εὔκολα μετατρέπεται εἰς πανικὸν καὶ εἰς ἀναρχίαν καὶ ἐγὼ, ὑπὲρ πάντα ἄλλον, ἤμην εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, πόσα κακὰ μποροῦσαν νὰ προξενήσουν εἰς τὸν τόπον τὶς δύσκολες ἐκεῖνες στιγμὲς, οἱ κομμουνισταί. Ἤδη, ὁ κ. Μπριλλάκης, μοῦ ἔθεσε δεύτερον ἐρώτημα, διατί, ἐνῷ οἱ κρατούμενοι κομμουνισταὶ ζητοῦσαν νὰ χρησιμοποιηθοῦν εἰς τὸ μέτωπον, ἐγὼ δὲν τὸ ἐπέτρεψα. Καὶ εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπαντῶ, ὅτι δὲν μᾶς ἐχρειάζοντο οἱ κομμουνισταὶ εἰς τὸ μέτωπον, διότι θὰ καιροφυλακτοῦσαν νὰ τοὺς δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ μεταβάλουν τὰ πάντα εἰς Σόδομα καὶ Γόμορα. Καὶ ἡ εὐκαιρία θὰ τοὺς ἐδίδετο, ὅταν θὰ ὑπεχρεούμεθα ἐκ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων, εἰς ὑποχώρησιν. Ἀλλά, κ. βουλευταί, ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψε καὶ ἄλλο θέμα. Τοῦ τὶ ὁδηγίας εἶχον ἔξωθεν οἱ κομμουνισταὶ καὶ ποίαν στάσιν θὰ ἐτήρουν εἰς περίπτωσιν ἰταλικῆς εἰσβολῆς. Τὴν στάσιν των τὴν εἶχεν κανονίσει ἡ Γραμματεία τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κομμουνιστικῆς Διεθνοῦς ἀπὸ τὸ ἔτος 1939 καὶ τὴν περιγράφουν οἱ ἴδιοι οἱ κομμουνισταὶ εἰς τὰ ἐκδοθέντα τὸ ἔτος 1945 «Δέκα χρόνια ἀγώνων τοῦ
Κ.Κ.Ε.».
Τότε ἡ Γραμματεία τῆς Κομμουνιστικῆς Διεθνοῦς, διορθώνουσα τὰ σφάλματα τῆς 5ης Ὁλομελείας τοῦ Κ.Κ.Ε., τοὺς ἔδωκε τὴν τηρητέαν γραμμήν, τὴν ὁποίαν τὴν ἐγνώριζε μόνον ὁ Ζαχαριάδης καὶ ἐκεῖθεν προέκυψαν αἱ μεταξὺ τῶν στελεχῶν τοῦ Κ.Κ.Ε. μετέπειτα διαφωνίαι καὶ αἱ κατηγορίαι κατὰ Ζαχαριάδη. Αὐτὸς εἶναι ἄλλως τε καὶ ὁ λόγος ἕνεκεν τοῦ ὁποίου, τὴν μὲν 28ην Ὀκτωβρίου, ὁ Ζαχαριάδης ἐξέδωκε προκήρυξιν νὰ εὑρεθοῦν ὅλοι οἱ κομμουνισταὶ εἰς τὰς ἐπάλξεις των, μετὰ 1 δὲ μῆνα, ὅταν εἴχαμε ἀπωθήσει τὸν εἰσβολέα ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ ἐδάφη, τότε ὁ Ζαχαριάδης ἐξέδωκε δευτέραν διαταγὴν νὰ μὴ βοηθήσουν τὸν ἀγῶνα πέραν τῶν συνόρων, διότι ὁ ἀγὼν πλέον αὐτὸς μετατρέπεται εἰς ἀγῶνα κατακτητικὸν ἐπ’ ὠφελείᾳ, κατὰ τοὺς κομμουνιστάς, συμμάχων μας δυνάμεων. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι τὸ θέμα εἶναι πολὺ μεγάλον.
§238Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω τοῦτο, διὰ τὸν Πορφυρογένην. Ὁ Πορφυρογένης, ἄνθρωπος ἐξαιρετικὰ συναισθηματικός, ὑπῆρξεν ἄλλως τε καὶ προσωπικός μου φίλος, εἶναι ἐνδεχόμενον, χωρὶς νὰ ἔλαβεν ὁδηγίας νὰ μεταβῇ — βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸ ἔπραξεν, ἀλλὰ ἐνδεχόμενον, χωρὶς νὰ λάβῃ ὁδηγίας— νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Κρήτην καὶ ἐπολέμησεν ἀμέσως. Ὁ Πορφυρογένης ἦτο ἄνθρωπος συναισθηματικός, ὁ ὁποῖος δὲν συνέπιπτε μὲ τὸ Κόμμα.
§239Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, εἰς ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Ἠλιοῦ καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ κ. Μπριλλάκης, διὰ τὰς ταὐτότητας, θὰ καταθέσω σχετικὰ στοιχεῖα. Δυστυχῶς, κ. Πρόεδρε, ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ δὲν ἀντιμετωπίζει τὰ θέματα μὲ αἴσθημα εὐθύνης.
§240ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, νὰ συνεχίσωμεν, διότι εἶναι πολλοὶ νὰ ὁμιλήσουν, καὶ αὔριον εἶναι ἡ τελευταία συνεδρίασις.
§242ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). (Ὄρθιοι). Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§244ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, συνέχισιν τῆς συζητήσεως καὶ ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐκφράσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Ὥρα 2.50′ π.μ.)