| 293 | Δραχ. | ||
| 294 | |||
| 295 | Ὑπὲρ Ι.Κ.Α. | 5.806.348 | |
| 296 | » Ο.Ε.Κ. | 253.081 |
1961.01.31
2.455 στίχοι · 18.481 λέξεις · 1 πίνακας · 115 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55η
Τρίτη 31 Ἰανουαρίου 1961
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμμ.). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως μὲ φραστικὰς τινὰς διορθώσεις καὶ τυπογραφικὰς ἀβλεψίας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Κ. Μακρῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Κ. ΜΑΚΡΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ κ.κ. Ε. Ἀβέρωφ–Τοσίτσας (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν), Λ. Δερτιλῆς (Ὑπ. Ἐμπορίου) καὶ Κ. Παπακωνσταντίνου (Ὑπ. Οἰκονομικῶν), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως Ἐμπορικῆς Συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Λιβάνου». Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου (Ὑπ. Οἰκονομικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ παροχῆς Ὑγειονομικῆς περιθάλψεως εἰς τὴν σύζυγον τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων καὶ τῶν συνταξιούχων βουλευτῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ κυρώσεως 1) τῆς ἀπὸ 18 Μαΐου 1956 Τελωνειακῆς Συμβάσεως περὶ προσωρινῆς εἰσαγωγῆς ἐμπορικῶν ὁδικῶν ὀχημάτων, 2) τῆς ἀπὸ 18 Μαΐου 1956 Τελωνειακῆς Συμβάσεως περὶ τῶν ἐμπορευμάτων καὶ 3) τῆς ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου 1959 Τελωνειακῆς Συμβάσεως περὶ Διεθνῶν Μεταφορῶν ἐμπορευμάτων διὰ δελτίων T.I.R. (Σύμβασις Διεθνῶν ὁδικῶν Μεταφορῶν). 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν.Δ. 3980) 1959 «περὶ Κωδικοποιήσεως τῆς Διοικητικῆς Νομοθεσίας» καὶ 3) «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Ἀθήναις τὴν 10ην Ἰουνίου 1959 ὑπογραφείσης συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Τεχνικῆς Ἑταιρείας AMAN καὶ WHIT NET». Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 14637)25.1.1961 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὰς ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ὑπὸ τῆς Δ.Ε.Η., ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις κλπ. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 19484)25.1.1961 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὴν δανειοποίησιν τοῦ Ο.Τ.Ε. μέχρι τοῦ εἰς δραχμὰς ἰσοτίμου 3 ἑκατομμ. δολλαρίων διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ὀργανισμοῦ τούτου προμήθειαν τηλεπικοινωνιακοῦ ὑλικοῦ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Γ. Λύχνος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Δραγοτινῶν καὶ Σπαρτερῶν τῆς Κοινότητος Νεοχωρίου Κερκύρας, αἰτουμένων σύνδεσιν τοῦ χωρίου Δραγοτινῶν μὲ τὸ Συγκοινωνιακὸν δίκτυον τῆς Νήσου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Γ. Μακρῆ, Σ. Ψαριώτη, Χ. Κωνσταντοπούλου κλπ., ἐπαγγελματιῶν καταστηματαρχῶν Ἀθηνῶν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς, διαμαρτυρομένων δι’ ἔκδοσιν ἀποφάσεως ἀπαλλοτριώσεως τῶν καταστημάτων των δι’ ἵδρυσιν τηλεφωνικοῦ Κέντρου καὶ αἰτουμένων ἄρσιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Μπακατσέλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Συλλόγου Συνταξιούχων Ἀναπήρων Ι. Κ.Α. καὶ Συνταξιούχων Τ.Ε.Α.Μ.Κ. Βόλου, αἰτουμένων μονιμοποίησιν τῶν συντάξεων ἀναπηρίας, βάσει λογικῶν προϋποθέσεων κλπ., κατάργησιν ἀντιασφαλιστικῶν καὶ ἀντισυνταξιουχικῶν νόμων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Πτυχιούχων Ἀνωτάτων Σχολῶν Σπουδαστῶν τῆς Εἰδικῆς Σχολῆς Διοικήσεως Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων, αἰτουμένων τὴν προσθήκην τροπολογίας ἐν τῷ Ν. 3796)57, δι’ ἧς ἐφεξῆς διὰ τὴν κατάληψιν θέσεων Διοικητικοῦ Δ)ντοῦ Νοσηλευτικοῦ Ἱδρύματος ἀπαιτοῦνται α) πτυχίον Ἀνωτάτης Σχολῆς καὶ β) πτυχίον τῆς Εἰδικῆς Σχολῆς Δ)νσεως ΙΙ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου ἀποκαθισταμένων ὑπὸ τοῦ Ὀργανισμοῦ ἐργατ. κατοικιῶν πόλεως Δράμας, αἰτουμένου τὴν δωρεὰν παραχώρησιν τῶν ἐργατικῶν κατοικιῶν εἰς τὰ μέλη του. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Μπακατσέλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Κιλκίς, αἰτουμένου αὔξησιν ἀποδοχῶν, κατάργησιν τοῦ νόμου 3239 κ.λ.π. Οἱ βουλευταί κ.κ. Δ. Κελτεμλίδης, Β. Ἐφραιμίδης καὶ Ε. Γιαρένης, διαμαρτύρονται διὰ τὸν διενεργούμενον διωγμὸν παρ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐφημερίδος «Αὐγὴ» ἐν τῇ πόλει Θεσσαλονίκης. Ὁ βουλευτὴς Κιλκὶς κ. Ι. Γαβριηλίδης, διαμαρτύρεται διὰ τὴν εἰς Δυτικὴν Γερμανίαν πρὸς ἐργασίαν μετάβασιν χιλιάδων νέων Νομοῦ Κιλκίς. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Μπακατσέλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἐπιχειρηματιῶν Ἀνεγέρσεως Οἰκοδομῶν Θεσσαλονίκης, διαμαρτυρομένου δι’ ἀπαγόρευσιν ἀνεγέρσεως, ἀντὶ τοῦ μεσοπατώματος, ἑνὸς ὀρόφου καὶ αἰτουμένου τὴν ἄμεσον ἄρσιν τῆς ἐν λόγῳ ἀπαγορεύσεως. Ὁ Ἐξωραϊστικὸς–Καλλωπιστικὸς Σύλλογος τὰ «Ἑκατὸ Δένδρα» Περιστερίου Ἀττικῆς, αἰτεῖ κατασκευὴν δύο Γεφυρῶν κατὰ μῆκος τοῦ μεγάλου χειμάρρου τῆς ἐν λόγῳ συνοικίας καὶ ἐκβάθυνσιν τῆς κοίτης αὐτοῦ. Ὁ Σύλλογος Ὁμήρων καὶ Θυμάτων Ναζισμοῦ Αἰτ)νίας, αἰτεῖται ἐξίσωσιν ὁμήρων μετὰ θυμάτων Γερμανικοῦ πολέμου. Οἱ Σύλλογοι Πολυτέκνων Γαργαλιάνων, Καλύμνου κλπ., διαμαρτύρονται δι’ ἐπιβολὴν ἐκπαιδευτικῆς εἰσφορᾶς εἰς τέκνα ἀπόρων πολυτέκνων. Οἱ κ.κ. Β. Ἀγιάνογλου, Κ. Κιζιρίδης, Μ. Διονυσιάδης κλπ., διδάσκαλοι γονεῖς ἐπιλαχόντων εἰς τὴν Παιδαγωγικὴν Ἀκαδημίαν Θεσσαλονίκης, αἰτοῦσι τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐπιλαχόντων τέκνων των εἰς τὴν ἐν λόγῳ Ἀκαδημίαν. Ὁ Γ. Παπανικολός, αἰτεῖ παράτασιν προθεσμίας ὑποβολῆς δηλώσεων παγοπλήκτων μέχρι τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1961. Ἡ Ἐθνικὴ Γενικὴ Συνομοσπονδία Τραυματιῶν καὶ Πολεμιστῶν Ἑλλάδος Ν. 751)1836, αἰτεῖ τὴν ἄμεσον ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῆς Υ. Β. Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης Ὑποστρατήγου Δρακοπούλου, καὶ τὴν ἄμεσον κατάθεσιν πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀφορῶντος θύματα πολεμιστῶν. Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν. Ι. Τοῦ Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Καπνίση, Γ. Σπηλιοπούλου, Ι. Εὐαγγελίδη καὶ Σ. Ἡλιοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 69)38)4.1.61 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1063 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Π. Καπνίση, Γ. Σπηλιοπούλου, Ι. Εὐαγγελίδη καὶ Σ. Ἡλιοπούλου, ὅσον ἀφορᾶ τοὺς πιθανοὺς παράγοντας δημιουργίας αἰθαλωδῶν καυσαερίων εἰς τὰ αὐτοκίνητα, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τῆς ἡμετέρας ἁρμοδιότητος, εἰ μὴ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημ. Ἔργων, ὅπερ θὰ ἀπαντήσῃ σχετικῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰανουαρίου 1961
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργ. Δικαιοσύνης. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 925 ἐ.ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Βάσει τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ νόμου 1811)1951 «περὶ Κώδικος καταστάσεως τῶν δημοσίων διοικητικῶν ὑπαλλήλων» οἱ φύλακες τῶν φυλακῶν κατετάχθησαν εἰς τὸ προσωπικὸν Γʹ κατηγορίας, καθ’ ὅσον ὡς τυπικὸν προσὸν διορισμοῦ ἔχει ὁρισθῆ τὸ ἀπολυτήριον Δημοτικοῦ Σχολείου. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, ἀποβλέπον εἰς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ Κλάδου, εἰσηγήθη τὴν μετάταξιν τῶν φυλάκων μετὰ τὴν εὐδόκιμον ἀποφοίτησίν των ἐκ τῆς Σχολῆς προσωπικοῦ φυλάξεως εἰς τὴν Βʹ κατηγορίαν, ὅπερ καὶ ἐθεσπίσθη διὰ τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου 2229)52. Κατὰ συνέπειαν, μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ νέου Ὀργανισμοῦ, οἱ φύλακες ἦσαν κατανεμημένοι μεταξὺ τῆς Βʹ καὶ Γʹ κατηγορίας, ἀναλόγως τῆς εὐδοκίμου φοιτήσεώς των εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ κατωτέρου σωφρονιστικοῦ προσωπικοῦ. Κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ νέου Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, βάσει τοῦ νόμου 3925)58, ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς ἣν μετεῖχεν εἷς Σύμβουλος Ἐπικρατείας καὶ ἓν μέλος τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, ἐδέχθη τὴν μετάταξιν τῶν φυλάκων ἐκ τῆς Γʹ κατηγορίας εἰς τὴν Βʹ, οὐχὶ ὅμως ἐν τῇ αὐτῇ θέσει τοῦ φύλακος, ἀλλὰ κατὰ τὴν προαγωγὴν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπαρχιφύλακος, ἤτοι εἰς τὸν βαθμὸν 9ον, τὴν ἄποψιν δὲ ταύτην υἱοθέτησε καὶ τὸ ΑΣΔΥ, οὗτινος κατὰ νόμον ἀπῃτεῖτο σύμφωνος γνώμη διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ σχετικοῦ Διατάγματος. Ἐν τούτοις, καὶ παρὰ τὴν ἔνταξιν τῶν φυλάκων εἰς τὴν κατηγορίαν, ὁ εἰσαγωγικὸς βαθμὸς αὐτῶν παρέμεινε, κατόπιν ἐπιμονῆς ἡμῶν, ὁ 11ος, ὡς μέχρι τοῦδε ἀντὶ τοῦ 13ου, ὅστις κατὰ τὸν Κώδικα ὁρίζεται διὰ τὸ προσωπικὸν Γʹ κατηγορίας καὶ τοῦ 12ου, ὃν εἶχε προτείνει ἡ Ἐπιτροπή. Ἤδη, ἀντιμετωπίζομεν, λόγῳ ἰδιαζούσης φύσεως τῶν καθηκόντων τοῦ προσωπικοῦ φυλάξεως καὶ τοῦ ὑπὲρ αὐτῶν ἐνδιαφέροντος ἡμῶν τὴν ψήφισιν εἰς πρώτην εὐκαιρίαν διατάξεως, βάσει τῆς ὁποίας οἱ φοιτήσαντες εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ κατωτέρου σωφρονιστικοῦ προσωπικοῦ, θὰ μετατάσσωνται εἰς τὴν Βʹ κατηγορίαν, ὡς συνέβαινε βάσει τοῦ νόμου 2229 τοῦ 1952. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1961
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ
III. Τοῦ Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Κοθρῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13401)9.12.60 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἀντίγραφον ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Κοθρῆ, ἐν σχέσει μὲ τὰς ὀφειλὰς τῶν Ὀργανισμῶν Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως τοῦ Νομοῦ Λασηθίου ἐκ χορηγηθέντων αὐτοῖς ἐφοδίων ὑδρεύσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως, πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. βουλευτὴν τὰ ἑξῆς· 1) Τὰ ἐκ κεφαλαίων ἀνασυγκροτήσεως, ὡς καὶ πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ δημοσίων ἐπενδύσεων χορηγηθέντα εἰς Ὀργανισμοὺς Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως ἐφόδια ὑδρεύσεως καὶ ἡ εἰς χρῆμα οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις διὰ τὴν ἐγκατάστασιν ἢ ἀποκατάστασιν τῆς ὑδρεύσεως ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτοὺς ἐπὶ δανεισμῷ καὶ συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῶν συναφθεισῶν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ αὐτῶν συμβάσεων. Τὰ δάνεια ταῦτα ἐβεβαιώθησαν εἰς τὰ οἰκεῖα Δημόσια Ταμεῖα καὶ οἱ δανεισθέντες Ὀργανισμοὶ καταβάλλουν κανονικῶς, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων, τὰς σχετικὰς τοκοχρεωλυτικὰς δόσεις. 2) Εἴς τινας περιπτώσεις, προεβλήθη ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι, τὰ ἐφόδια ταῦτα, ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτοὺς δωρεάν. Εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας, διευκρινίζεται ὅτι, ὅπου ὑπάρχουν ἔγγραφα εἰς τὰ ὁποῖα περιλαμβάνεται ρήτρα περὶ δωρεὰν παροχῆς ὑλικῶν καὶ ἐφοδίων, τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν παρέχει εἰς τὰ Ταμεῖα τὴν ἐντολὴν ἀναστολῆς τῶν καταδιωκτικῶν μέτρων, διὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς περιπτώσεως καὶ λῆψιν ὁριστικῆς ἀποφάσεως. 3) Συγκεκριμένως, διὰ τὸν Δῆμον Ἱεραπέτρας, κατόπιν σχετικῶν ἰσχυρισμῶν του περὶ χορηγήσεως αὐτῷ δωρεὰν ὑλικῶν καὶ ἐφοδίων ὑδρεύσεως, ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον Ἱεραπέτρας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 227602) 16480)5.9.60 πρὸς αὐτὸ διαταγῆς μας, ὅπως ἀπόσχῃ οἱασδήποτε ἐπιδιώξεως εἰσπράξεως τῆς εἰς βάρος τοῦ Δήμου βεβαιωθείσης ὀφειλῆς, μέχρι νεωτέρων ὁδηγιῶν μας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ἰανουαρίου 1961
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
IV. Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη, Ε. Γιαρένη καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 663 ἀπὸ 16.1.61 ὑμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη, Ε. Γιαρένη καὶ Β. Ἐφραιμίδη ἐπὶ ὑποβληθείσης ἀναφορᾶς Ἑλλήνων ὑπηκόων, δικαιουμένων παροχῶν τινων ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: «Ἡ ἔλευσις τριῶν Ρουμάνων ὑπαλλήλων πρὸς προώθησιν τοῦ ζητήματος τῆς καταβολῆς παλαιῶν ὀφειλῶν τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὰ ἐν τῷ ὑπομνήματι πρόσωπα, πράγματι ἐζητήθη τὸν παρελθόντα Ἰούνιον, ὡς ὅμως ἔκτοτε ἀνεκοινώθη εἰς τὴν ἐνταῦθα Ρουμανικὴν Πρεσβείαν, τῆς χορηγήσεως θεωρήσεως εἰσόδου εἰς Ἑλλάδα τῶν ἐν λόγῳ τριῶν ὑπαλλήλων, ἔδει νὰ προηγηθῇ ἔλεγχος τοῦ καταλόγου τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἡ ρηθεῖσα Πρεσβεία ἐθεώρει ὡς δικαιούχους. Τοῦ ἐλέγχου τούτου περατωθέντος, ἡ ἐν λόγῳ θεώρησις ἐχορηγήθη ἤδη ἀπὸ τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου 1960. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Ἰανουαρίου 1961
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Α. ΣΚΕΦΕΡΗΣ
V. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Λυμπερίδη. Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Λυμπερίδη, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τοὺς ἀνέργους Καβάλας ἐλήφθη ἰδιαιτέρα μέριμνα, διατεθέντος πρὸς τοῦτο ποσοῦ δραχ. 4 ἑκατ. διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων πρὸς ἀπασχόλησιν ἀνέργων γενικῶς. Πέραν τούτου, δυνάμει εἰδικῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἐνεκρίθη ἡ ἔκτακτος ἐπιδότησις τῶν ἀνέργων καπνεργατῶν, λόγῳ τοῦ ὅτι οὗτοι, ὡς ἐποχιακῶς ἐργαζόμενοι, κατὰ τὴν χειμερινὴν περίοδον δὲν δύνανται νὰ ἀπασχοληθοῦν εἰς τὴν καπνεργασίαν. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἀπασχολήσεως, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν μέριμναν τῆς ἐκτάκτου ἐπιδοτήσεως τῶν καπνεργατῶν, βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν λαβόντων μέχρι τοῦδε τὴν πρώτην δόσιν τῆς ἐν λόγῳ ἐπιδοτήσεως, θὰ δοθοῦν ἐν συνόλῳ μέχρι λήξεως τῆς ἐπιδοτήσεως περίπου 7 ἑκατ. δραχ. εἰς 6.000 περίπου ἀνέργους καπνεργάτας περιφερείας Καβάλας. Τόσον, ὅθεν, διὰ τοῦ μέτρου τῆς ἐκτάκτου ἐπιδοτήσεως τῶν καπνεργατῶν, ὅσον καὶ τοῦ μέτρου τῆς ἐξασφαλίσεως ἐργασίας εἰς τοὺς ἐξ αὐτῶν ἀνέργους διὰ τῶν ἐκ τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἀπασχολήσεως καὶ Ἀσφαλίσεως Ἀνεργίας χρηματοδοτουμένων κοινωφελῶν ἔργων, θὰ ἀνακουφισθοῦν οἱ ἄνεργοι τῆς περιοχῆς Καβάλας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1961
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Σπυρίδη, Α. Παπαθανασίου, Π. Καπνίση καὶ Γ. Εὐαγγέλου. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 26.8.60 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Σπυρίδη, Α. Παπαθανασίου, Π. Καπνίση, περὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παράσχωμεν τὰς ἀκολούθους πληροφορίας, δοθείσης ἡμῖν παρὰ τοῦ ἐν Σέρραις Ὑποκαταστήματος τοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων. Ὀφειλόμεναι εἰσφοραὶ τῆς Α.Ε. Ἀνθρακωρυχεῖα Σερρῶν Περδικάρη, πρὸς τὸ Ὑποκατάστημα Σερρῶν:
| Δραχ. | |
| Ὑπὲρ Ι.Κ.Α. | 5.806.348 |
| » Ο.Ε.Κ. | 253.081 |
1) Μέτρα ληφθέντα πρὸς διασφάλισιν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Ἱδρύματος. α) Κατάσχεσις ἑνὸς μεταλλείου λιγνίτου ἐκτάσεως ὀκτὼ χιλιάδων ὀκτακοσίων εἴκοσι πέντε (8.825) στρεμμάτων, ἐκτιμηθὲν ἀντὶ ποσοῦ δραχ. ὀκτακοσίων χιλιάδων (800.000). β) Κατάσχεσις μιᾶς οἰκοδομῆς συγκειμένης ἐξ ὀκτὼ καταστημάτων, ἐκτάσεως 250 τ.μ., ἐκτιμηθείσης ἀντὶ δραχμ. πεντακοσίων χιλιάδων (500.000). γ) Κατάσχεσις κινητῶν πραγμάτων κειμένων ἐν τοῖς ὀρυχείοις καὶ ὧν ἡ ἀξία κατὰ τὴν ἐκτίμησιν ὑπελογίσθη εἰς δραχ. πέντε ἑκατομμύρια τριακοσίας εἴκοσι ἑπτὰ χιλιάδας τριακοσίας πεντήκοντα (5.327.350). 2) Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 56)31.3.60 ἀποφάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῶν ἐν Σέρραις Πρωτοδικῶν, διωρίσθη ἀναγκαστικὸς διαχειριστὴς τῆς Α.Ε. Ἀνθρακωρυχεῖα Σερρῶν, Περδικάρη, ὁ Σταμάτιος Γκροῦ. 3) Ἐκ τῆς ἐπιτοπίου ἐρεύνης διεπιστώθη, ὅτι ἅπαντα τὰ ὑπὸ τοῦ ἀναγκαστικοῦ διαχειριστοῦ παραληφθέντα μηχανήματα εὑρίσκονται εἰς χεῖρας του καὶ ἐν τοῖς ὀρυχείοις καὶ λειτουργοῦντα καλῶς. Τοῦτο ἐβεβαίωσαν καὶ οἱ ἐκεῖ ἐργαζόμενοι τεχνικοί. Πλὴν ἑνὸς γεωτρυπάνου CRAELINS τύπου XH 40 Νο 62 μετὰ μιᾶς κινητηρίου πετρελαιομηχανῆς καὶ ἑνὸς ἠλεκτροκινητῆρος μεθ’ ὅλης τῆς σειρᾶς τῶν ἐξαρτημάτων, τὸ ὁποῖον ἡ ἐν Σέρραις ἑδρεύουσα καὶ ὑπὸ ἀναγκαστικὴν διαχείρισιν τελοῦσα Α.Ε. Ἀνθρακωρυχεῖα Σερρῶν Περδικάρη, νομίμως ἐκπροσωπουμένη ὑπὸ τοῦ ἀναγκαστικοῦ διαχειριστοῦ αὐτῆς Σταματίου Γκροῦ, παρεχώρησε κατόπιν μισθώσεως εἰς τὴν ὑπὸ σύστασιν ἑτερόρρυθμον τεχνικὴν ἑταιρείαν ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἄγγελος Πετρόπουλος καὶ Σία Ε.Ε. Γεωτρητική», ἑδρεύουσα ἐν Ἀθήναις, ἐπὶ ἓν τρίμηνον. Χρόνος ἐνάρξεως μισθώσεως ἀπὸ 11ης Αὐγούστου 1960 ἀντὶ μηνιαίου μισθώματος δραχ. 10.000. Ἐπὶ τῆς ἀνωτέρω μισθώσεως ὑπάρχει καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14303)20.9.60 ἐγκριτικὸν ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Κτηματικῆς Τραπέζης Ἑλλάδος Α.Ε., ὡς ἐπίσης καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4276)9.11.60 ἔγγραφον τοῦ ΟΧΟΑ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦ ὁποίου γνωρίζει τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὀργανισμοῦ (συνεδρ. 19) 31.10.60 «περὶ παρατάσεως τῆς ληγούσης τὴν 11. 11.60 μισθώσεως τοῦ ὑπεγγύου γεωτρυπάνου CRAELINS ἐπὶ ἓν εἰσέτι τρίμηνον. Ὡς πρὸς τὴν ἀναγραφομένην ἐν τῇ συνημμένῃ ἐρωτήσει τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἀσκουμένην ἁρπακτικὴν ἐξόρυξιν τοῦ λιγνίτου, παρ’ ὅλον τὸ ὅτι εἶναι θέμα εἰδικοῦ μεταλλειολόγου, ἐν τούτοις, ἐκ τῆς ἐπὶ τόπου ἐπισκέψεως καὶ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἔχει συλλέξει ἡ Ὑπηρεσία, δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι δὲν συμβαίνει τοιοῦτον. Ὁ διορισθεὶς ἀναγκαστικὸς διαχειριστὴς δὲν περιωρίσθη εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ὑπαρχόντων ἔργων (στοῶν). Οὗτος ἐδημιούργησε καὶ ἓν νέον τοιοῦτον, τὸ ὀνομαζόμενον Νο 60, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη σεβαστὸν ποσόν. Ἐκτὸς τούτων, ἡ ἐπιχείρησις παρουσιάζεται σήμερον λειτουργοῦσα καλῶς. Τὸ ἀπασχολούμενον προσωπικὸν ἀνέρχεται εἰς 300 ἐργατοϋπαλλήλους. Ὁ ἀναγκαστικὸς διαχειριστὴς ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων του (6.6.60) καὶ μέχρι σήμερον ἐξεπλήρωσε τὰς πρὸς τὸ ΙΚΑ ὑποχρεώσεις του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Ἰανουαρίου 1961
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Γιαχνῆ, Ι. Παπαδημητρίου, Ε. Μπενᾶ, Ι. Δραγονέτη καὶ Γ. Εὐαγγέλου. Εἰς ἀπάντησιν ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1023 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Γιαχνῆ, Ε. Μπενᾶ, Ι. Δραγονέτη, Γ. Εὐαγγέλου καὶ Ι. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Αʹ. Ἡ βελτίωσις τῶν παροχῶν τῶν χορηγουμένων συντάξεων ἐξαρτᾶται ἀμέσως ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἑκάστου Ὀργανισμοῦ, καὶ ἡ εὐχέρεια αἰτήσεως τῶν συντάξεων περιορίζεται ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν ὑφισταμένων οἰκονομικῶν δυνατοτήτων. Ἤδη, μελετᾶται τὸ θέμα τῆς ὀργανώσεως τοῦ ΤΑΤΜΓΤ ἐπὶ ὑγιεστέρων ἀσφαλιστικῶν βάσεων καὶ ἡ δυνατότης τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν αὐτοῦ. Συνεπῶς, γνωρίζομεν ὑμῖν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὕψος τῶν παρεχομένων συντάξεων, ὅτι ἡ ἀνωτάτη σύνταξις ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 3.108, ἡ μέση εἰς δραχμὰς 1.040 καὶ ἡ κατωτάτη εἰς δραχμὰς 593. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἀποπομπῆς ἐκ τῆς Διοικήσεως τοῦ ΤΑΤ τῶν ὑπευθύνων διὰ τὰς καταστατικὰς παραβάσεις καὶ τὴν διασπάθισιν τῶν κεφαλαίων αὐτοῦ μὲ τὰς ἀγορὰς τῶν χωραφιῶν Κηφισιᾶς, ὁ σχετικὸς φάκελλος τῶν καταγγελιῶν διεβιβάσθη εἰς τὸ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Ἐργασίας Συμβούλιον Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως, ἁρμόδιον κατὰ νόμον νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν συντρέχῃ περίπτωσις διαλύσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ὡς εἴρηται Ταμείου καὶ καταλογισμοῦ εὐθυνῶν, κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. 5376)32 καὶ ὡς ἐκ τούτου τῆς ἐπιβολῆς ἐν συνεχείᾳ καὶ ἄλλων κυρώσεων. Βʹ. 1) Κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις, ἡ ἀναπροσαρμογὴ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἐργατῶν Τύπου καὶ Βιβλίου καὶ ἡ σύναψις ἐθνικῆς ὁμοιοεπαγγελματικῆς συλλογικῆς συμβάσεως ἐργασίας, εἶναι δυνατὴ μόνον δι’ ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων ἐπαγγελματικῶν Ὀργανώσεων τῶν ἐργοδοτῶν καὶ τῶν μισθωτῶν. Ἐν ἀποτυχίᾳ τῶν διαπραγματεύσεων τούτων εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἡ μεσολάβησις τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας καὶ ἡ παραπομπὴ τῆς διενέξεως εἰς ὑποχρεωτικὴν διαιτησίαν. Τοιαύτη μεσολάβησις ἡμῶν δὲν ἔχει ζητηθῆ σήμερον παρὰ τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐργατῶν Τύπου Ἑλλάδος. 2) Ὡς πρὸς τὸ αἴτημα περὶ κατοχυρώσεως τοῦ 6ώρου διὰ τοὺς τυπογράφους καὶ πιεστὰς καὶ 5ώρου διὰ τοὺς ἐργαζομένους εἰς λινοτυπικὰς μηχανάς, γνωρίζομεν, ὅτι δὲν ἀντιμετωπίζεται παρ’ ἡμῖν τοιοῦτον θέμα. 3) Ὁμοίως, δὲν ἀντιμετωπίζεται θέμα κατοχυρώσεως τῆς ὑπαλληλικῆς ἰδιότητος τῶν ἐργαζομένων εἰς τὸν Τύπον καὶ τὸ βιβλίον, δοθέντος, ὅτι τὰ θέματα τῆς καταγγελίας τῆς συμβάσεως ἐργασίας τούτων ἔχουσι ρυθμισθῆ προσηκόντως ὑπὸ τῆς κειμένης νομοθεσίας. 4) Μεταβολὴ τῆς ἀνέκαθεν ὑφισταμένης ὑποχρεώσεως τῶν ἐργοδοτῶν πρὸς καταβολὴν τῶν δώρων Χριστουγέννων καὶ Πάσχα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἑκάστοτε ἰσχυόντων κατωτάτων ὁρίων ἀποδοχῶν καὶ καταβολῆς αὐτῶν, βάσει τῶν καταβαλλομένων τοιούτων δὲν ἐνδείκνυται, καθ’ ὅσον τοῦτο θέλει προκαλέσει μίαν πρόσθετον καὶ ἀπρόοπτον ἐπιβάρυνσιν τῆς οἰκονομίας. 5) Ὡς πρὸς τὸ αἴτημα περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. 4046) 1960 γνωρίζομεν, ὅτι, ὁ νόμος οὗτος ἐσχάτως ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατόπιν μακρᾶς καὶ ἐξωνυχιστικῆς συζητήσεως καὶ συνεπῶς δὲν ἀντιμετωπίζεται θέμα καταργήσεώς του. 6) Κατηρτίσθη ἤδη καὶ εἶναι ἕτοιμον πρὸς κατάθεσιν νομοσχέδιον προβλέπον τὰς ἐπενεκτέας εἰς τὸν Ν. 3239)55 ἀναγκαίας τροποποιήσεις. 7) Οὐδεμία ἐπέμβασις εἰς τὰς συνδικαλιστικὰς Ὀργανώσεις γίνεται καὶ ὁ σεβασμὸς τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν εἶναι ἠγγυημένος ὑπὸ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Ἰανουαρίου 1961
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Δραγονέτη, Γ. Εὐαγγέλου, Δ. Γιαχνῆ, Β. Θανασέκου καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Δραγονέτη, Γ. Εὐαγγέλου, Δ. Γιαχνῆ κλπ., ἐν σχέσει μὲ τὴν καταβολὴν οἰκογενειακῶν ἐπιδομάτων μισθωτῶν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Ν. Δ. 3868)58, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ἐπὶ τοῦ ἐν τῇ ἐρωτήσει θιγομένου θέματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν χρόνον ἐνάρξεως καταβολῆς τοῦ οἰκογενειακοῦ ἐπιδόματος, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι διὰ καταρτισθέντος ἤδη σχεδίου Ν. Δ., ὅπερ ἐστάλη πρὸς ἐπεξεργασίαν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας προβλέπεται, ὅτι τὸ δικαίωμα διὰ τὴν λῆψιν οἰκογενειακοῦ ἐπιδόματος ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1ης Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ συμπληροῦται τὸ ὁριζόμενον ἑκάστοτε ὅριον ἡλικίας (14ον ἔτος τοῦ τέκνου). Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον ὑπολογισμοῦ τῶν ἡμερομισθίων τοῦ μισθωτοῦ (γονέως) διὰ τὴν χορήγησιν αὐτῷ οἰκογενειακοῦ ἐπιδόματος, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι, τόσον διὰ τοῦ προϊσχύσαντος νέου Κανονισμοῦ παροχῶν ΔΛΟΕΜ, ὅσον καὶ διὰ τοῦ τροποποιηθέντος τοιούτου καὶ ἤδη ἰσχύοντος νέου Κανονισμοῦ, ὁρίζεται, ὅτι εἰς ἕκαστον ἡμερολογιακὸν μῆνα, ὑπολογίζεται εἰς σταθερὸν ποσόν, βάσει: α) τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τέκνων, δι’ ἃ ἔχει ἀναγνωρισθῆ δικαίωμα ἐπιδοτήσεως, β) τοῦ καθοριζομένου ἑκάστοτε κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 20.12.59 Β. Δ)τος ἐπιδόματος δι’ ἑκάστην ἡμέραν ἀσφαλιστέας ἐργασίας καὶ γ) τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰς ἕκαστον δικαιοῦχον ἀναλογουσῶν κατὰ μῆνα ἡμερῶν ἐργασίας. Διὰ τὸν τοιοῦτον δὲ ὑπολογισμὸν οἱ μισθωταὶ δέον νὰ ἔχωσι πραγματοποιήσει ἐντὸς τοῦ προηγουμένου ἡμερολογιακοῦ ἔτους ὡρισμένον ἀριθμὸν ἡμερῶν ἐργασίας, μὲ ἐλάχιστον ὅριον πεντήκοντα (50) ἡμερομίσθια. Τοῦτο δέ, ὡς γνωστόν, ἐθεσπίσθη διὰ τὸν λόγον ἀκριβῶς, ὅτι ἐκ τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος πραγματοποιηθέντων ἡμερομισθίων τοῦ ἐνδιαφερομένου μισθωτοῦ, εἰσεπράχθη παρὰ τοῦ Διανεμητικοῦ Λογαριασμοῦ τόσον ἡ εἰσφορὰ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὅσον καὶ τοῦ ἐργοδότου, παρ’ ᾧ ἀπησχολήθη ὁ μισθωτός. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1961
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Δραγονέτη, Γ. Εὐαγγέλου, Δ. Γιαχνῆ καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 20.10.60 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Δραγονέτη, Γ. Εὐαγγέλου, Δ. Γιαχνῆ καὶ Ι. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 78371)Ε 2457)30.12.60 ἀποφάσεως ἡμῶν, ἱκανοποιήθη τὸ αἴτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ὑπὲρ ἀγνώστων ἡμερῶν ἐργασίας τῶν ἐργατοτεχνιτῶν οἰκοδόμων. Διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὡρίσθη, ὅτι ἐργατοτεχνῖται οἰκοδομικῶν καὶ συναφῶν τεχνικῶν ἐργασιῶν, ἔχοντες ἐγγραφῆ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά των ταύτην εἰς τὴν ἀσφάλισιν τοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων τὸ βραδύτερον μέχρι τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1954 καὶ ἔχοντες πραγματοποιήσει ἀπὸ 1.1.50 μέχρι 31.12.54 διακοσίας πεντήκοντα (250) τοὐλάχιστον ἡμέρας ἐργασίας εἰς οἰκοδομικὰς ἐργασίας ἢ 1.200 ἐν συνόλῳ τοιαύτας μέχρι 31.12.54 λογίζονται διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν προϋποθέσεων πρὸς ἀπονομὴν αὐτοῖς συντάξεως ὡς ἔχοντες πραγματοποιήσει ἀνὰ 150 ἡμέρας ἐργασίας καθ’ ἕκαστον τῶν ἀπὸ τοῦ ἑπομένου τῆς ὑπαγωγῆς των εἰς τὴν ἀσφάλισιν μέχρι καὶ τοῦ 1954 τελευταίων ἑπτὰ (7) κατ’ ἀνώτατον ὅριον ἡμερολογιακῶν ἐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν στοιχείων τῆς ἀσφαλίσεως δὲν προκύπτει μείζων ἀριθμὸς πραγματοποιηθεισῶν ἡμερῶν ἐργασίας. Κατὰ τὴν ἀνωτέρω ἀπόφασιν, οἱ ἐργατοτεχνῖται οἰκοδόμοι δύνανται νὰ ἀναγνωρίσωσιν ἀπὸ 500 μέχρι 1.000 περίπου ἡμερῶν ἐργασίας ἕκαστος διὰ τὴν περίοδον τῶν ἀνωτέρω ἑπτὰ ἡμερολογιακῶν ἐτῶν. Τὸ αἴτημα περὶ μειώσεως τῶν προϋποθέσεων ἀπονομῆς συντάξεως παρὰ τοῦ ΙΚΑ εἰδικῶς διὰ τοὺς οἰκοδόμους, δὲν δύναται ὑπὸ τὰς παρούσας ἀσφαλιστικοοικονομικὰς δυνατότητας νὰ τύχῃ ἱκανοποιήσεως. Τὸ ὅριον ἡλικίας διὰ τὴν λόγῳ γήρατος σύνταξιν τούτων, θὰ ἐξετασθῇ εὐθὺς ὡς ἐξασφαλισθοῦν αἱ ἀπαιτούμεναι οἰκονομικαὶ προϋποθέσεις πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ αἰτήματος τούτου δι’ ὅλας τὰς κατηγορίας τῶν βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων. Τὸ αἴτημα ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ προϊσχύσαντος Κανονισμοῦ Παροχῶν τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ἐργατοτεχνικῶν Δομικῶν καὶ Ξυλουργικῶν Ἐργασιῶν δὲν εἶναι δυνατὴ μετὰ πάροδον 20ετίας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως λειτουργίας τοῦ Ταμείου τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1961
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Γιαχνῆ, Ι. Εὐαγγελίδη, Σ. Ἡλιοπούλου, Γ. Ἀράπη καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι: α) Διὰ τὸ θέμα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μισθωτῶν τῆς ΗΕΜ, ἔχομεν ἀπευθύνει ἐρώτημα εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀποφανθῇ, ὅτι οἱ περὶ ὧν πρόκειται μισθωτοὶ δικαιοῦνται ἀποζημιώσεως, τὸ θέμα εὑρίσκει τὴν λύσιν του, ἄλλως θὰ πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλος τρόπος ἀντιμετωπίσεώς του, καίτοι ἡ ἐξεύρεσις λύσεως ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θὰ καταστῇ δυσχερής, διότι πρόκειται περὶ συμβατικῶν ὑποχρεώσεων. β) Τὸ θέμα τῆς περαιτέρω αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἐν λόγῳ ἐργαζομένων ἐκκρεμεῖ ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Διαιτητικοῦ Δικαστηρίου Ἀθηνῶν, ὅπερ τελεῖ ἐν ἀναμονῇ ὑποβολῆς αὐτῷ ἐκθέσεως ὁρισθέντος ὁρκωτοῦ λογιστοῦ περὶ τοῦ ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς ἑταιρείας ἐπιτρέπῃ τὴν παροχὴν νέας αὐξήσεως εἰς τὸ προσωπικὸν αὐτῆς, δοθέντος, ὅτι αἱ ἀποδοχαὶ τούτου ἔχουν αὐξηθῆ πρὸ ἔτους. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ αἰτήματα, ἁρμόδιον διὰ ταῦτα τυγχάνει τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν, ὅπερ, ὡς μᾶς ἐπληροφόρησεν ἁρμόδιος Διευθυντὴς αὐτοῦ, θὰ ἀπαντήσῃ σχετικῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Ἰανουαρίου 1961
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἡ λῆψις ἀποφάσεως ἐπὶ αἰτήσεων Εἰσαγγελέων περὶ ἄρσεως ἀσυλίας βουλευτῶν.
§6Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν θὰ εἶναι, ἐὰν ὄχι σύμφωνα μὲ τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνδεχομένως δὲν παραβιάζεται, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον τείνει εἰς τὴν ὀρθὴν τέλεσιν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς καὶ λειτουργίαν τοῦ Σώματος, τὸ νὰ εἰσαχθοῦν πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως καθ’ ὃν ὁμαδικὸν τρόπον εἰσάγονται 98 αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλιῶν 113 βουλευτῶν, χωρὶς καμμίαν ἐξατομίκευσιν, χωρὶς καμμίαν εἰδίκευσιν, χωρὶς καμμίαν δυνατότητα ἀτομικῆς περὶ ἑκάστης περιπτώσεως κρίσεως τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ψηφίσουν. Τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἴσως ὀλιγώτερον, ἐὰν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτέθη πάλιν εἰς ψηφοφορίαν ζήτημα ἄρσεως βουλευτικῶν ἀσυλιῶν, τὴν συνεδρίασιν τῆς 5ης Δεκεμβρίου π. ἔτους, δὲν εἶχεν ἐγκαταλειφθῆ μία παγία περίπου ἀρχή, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη ἐπὶ ἕνα καὶ πλέον αἰῶνα τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου καὶ ἐφαρμόζεται περίπου παγίως εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε μία ἔναρξις πολιτικοποιήσεως τῆς διώξεως. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ Σύνταγμα, μὴ ἀποβλέπον εἰς τὸ νὰ παράσχῃ προνόμια φεουδαρχικοῦ τύπου, εἰς τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα εἶναι περιβεβλημένα τὴν βουλευτικὴν ἰδιότητα, ἀλλὰ νὰ κατοχυρώσῃ τὸν δημόσιον ἔλεγχον, ἐθέσπισε δύο διατάξεις σημαντικάς. Τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 62, ποὺ ὁρίζει, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται διὰ γνώμην ἢ ψῆφον, κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων του. Δηλαδή, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνάγκην, ὅπως οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ κυριάρχου λαοῦ, οἱ ἀσκοῦντες ἐπ’ ὀνόματί του τὴν πρώτην τῶν συντεταγμένων ἐξουσιῶν, τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἔχουν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν γνώμης, ἀντὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἰσχύοντος γενικῶς εἰς ὅλας τὰς ἄλλας περιπτώσεις καὶ λέγοντος, ὅτι ἕκαστος δύναται νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην του, τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἐπροχώρησε καὶ εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς νόμος τοῦ Κράτους δύναται νὰ ἀναγορεύσῃ εἰς ἀδίκημα γνώμην ἢ ψῆφον τοῦ βουλευτοῦ, ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῶν καθηκόντων του. Αὐτὴ εἶναι μία, πλήρης, ἀπόλυτος ἀσυλία καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, κατ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν, νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐρεύνης ἢ διώξεως. Ἀλλά, πέραν τούτου, ἐπροχώρησε καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 63, εἰς τὴν σχετικὴν ἀσυλίαν, εἰς τὴν δίωξιν μόνον τῇ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῆς ὁποίας, ἐπὶ τέλους, ἡ πρακτικὴ καὶ τῆς Βουλῆς μας καὶ ὅλων τῶν Βουλῶν τοῦ κόσμου, ἔδωσεν ὡρισμένους παγίους κανόνας. Διότι, πράγματι, ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου; Νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸν ἐκπρόσωπον τοῦ λαοῦ, νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐκφράζει τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, νὰ βλέπῃ ἐν τῷ προσώπῳ ἑνὸς ἑκάστου τῶν μελῶν του, ὅτι ὑπόκειται εἰς πιέσεις καὶ διώξεις, εἴτε ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἴτε εἰς καταδυνάστευσιν ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε πλειοψηφιῶν. Καὶ ὑπῆρξε μέν, ἡ ἀλήθεια εἶναι, μέχρι τῆς τελευταίας συνεδριάσεως, τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς ἐμνημόνευσα, ὑπῆρξε μία λελογισμένη καὶ μεμετρημένη χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῶν πλειοψηφιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐπίγνωσιν, ὅτι καὶ χθὲς δὲν ἦσαν πλειοψηφίαι καὶ αὔριον, μὲ τὴν παλίντροπον φορὰν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι καὶ ἀπελήξαμεν εἰς ὡρισμένους κανόνας, τοὺς ἀκολούθους: Ὁ πρῶτος κανὼν εἶναι, ὅτι ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι κρίσις δικαστική. Ὅταν ἡ Βουλὴ δίδῃ ἢ δὲν δίδῃ τὴν ἄδειαν, δὲν ἠμπορεῖ αὐτὸ νὰ ἔχῃ τὴν σημασίαν, ὅτι ἐπιθανολογήθη ἡ ἐνοχή. Διότι, τότε, δὲν ἔχομεν προνόμιον καὶ προστασίαν τοῦ βουλευτικοῦ βήματος καὶ τοῦ ἐλέγχου, ἀλλ’ ἔχομεν ἕνα δυσμενὲς προνόμιον. Διότι, χωρὶς καμμίαν ἀπόδειξιν, χωρὶς τὸν ἔλεγχον τοῦ ἀκροατηρίου, χωρὶς ὅλας τὰς διαδικαστικὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι παρέχονται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, μία κρίσις αὐτῆς τῆς φύσεως, θὰ ἀπετέλει πρόκριμα ἐνώπιον οἱουδήποτε Ποινικοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλεγεν «οἱ συνάδελφοί σου σὲ ἔκριναν παραπεμπτέον, ἄρα κατὰ τεκμήριον εἶσαι ἔνοχος». Ἑπομένως, δὲν ἔχει ἔννοιαν κρίσεως περὶ ἀθῳότητος ἢ περὶ ἐνοχῆς, δὲν παύει ὅμως νὰ ἐμπεριέχῃ κρίσιν καὶ νὰ μὴ εἶναι μία αὐτόματος λειτουργία, ἡ ὁποία ὑποχρεώνει τὴν Βουλήν, κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν, νὰ αἴρῃ τὴν ἀσυλίαν. Διότι, τότε, θὰ ἐπρόκειτο περὶ παιδιᾶς καὶ εἰς τοιαύτην παιδιάν, δὲν ἐπεδόθη, ἀναμφισβητήτως, οὔτε τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα, οὔτε οἱονδήποτε Σύνταγμα, καὶ δὲν ἐφηρμόσθη πουθενὰ ὁ θεσμὸς τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος μὲ αὐτοματισμόν. Πρόκειται περὶ μιᾶς κρίσεως πολιτικῆς, ἡ ὁποία, διὰ νὰ προστατεύσῃ ἀκριβῶς ἀπὸ καταδυνάστευσιν πλειοψηφιῶν, ἀπὸ πιέσεις ὀργάνων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, πᾶν ὅ,τι συνάπτεται μὲ τὴν πολιτικὴν δραστηριότητα, πᾶν ὅ,τι ἔξω τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς καὶ πέραν τῆς ἐνεργείας τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, ἀποτελεῖ ἐν τούτοις προέκτασιν τῆς πολιτικῆς δραστηριότητος, τὸ θεωρεῖ ὡς μὴ δεκτικὸν ἄρσεως ἀσυλίας, κατὰ τὴν παγίαν συνήθειαν ὅλων τῶν Κοινοβουλίων καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας, μέχρι τῆς τελευταίας ἀποφάσεως. Διότι, ὁ βουλευτής, θὰ ἠδύνατο ἀκόμη, τὰς ἐνεργείας του αὐτάς, νὰ τὰς ἔχῃ προασπίσει, περιβάλλων αὐτὰς μὲ τὸν τύπον τῆς ἐκτελέσεως τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων· ἕνα ἄρθρον π.χ., τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζεται ὡς ἐξυβριστικόν, ὡς δυσφημιστικόν, ἠμποροῦσε τὸ περιεχόμενόν του νὰ τὸ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατὰ τοὺς τρόπους ποὺ ἐπιτρέπει ἡ κοινοβουλευτικὴ διαδικασία, δι’ ἀγορεύσεως ἢ ἐπερωτήσεως. Δὲν τὸ ἔκαμε. Ἀποτελεῖ ἑπομένως, προέκτασιν τοῦ πολιτικοῦ του ἔργου. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπεφαίνετο πάντοτε ἡ Βουλή. Ἀπεφαίνετο, ἐπίσης, περὶ ὡρισμένων ἀδικημάτων τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Δικαίου κρίνουσα τὴν σοβαρότητα ἢ τὴν μηδαμινότητα καὶ τὸ μὴ ἀτιμωτικὸν τοῦ ἀδικήματος, διὰ τὸ ὁποῖον παρεπέμπετό τις, δεδομένου, ἄλλωστε, ὅτι μὴ χωρούσης ἄρσεως ἀσυλίας δὲν χωρεῖ καὶ παραγραφὴ καὶ ἑπομένως θὰ ἤρχετο μετὰ τὴν λῆξιν τῆς βουλευτικῆς περιόδου ἡ ἐκδίκασις. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ τὰ πράγματα, αὐτοὶ οἱ κανόνες τῶν ὁποίων μερικὴ παραβίασις ὑπῆρξε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν καὶ θέλω νὰ τὸ ἀποδείξω διὰ μιᾶς ἀναλύσεως τῆς ψηφοφορίας ποὺ ἐγένετο τότε. Ἐπὶ 14 αἰτήσεων ἄρσεως ἀσυλίας, αἱ δύο ἦσαν ἐναντίον κυβερνητικῶν βουλευτῶν καὶ εἰς τὴν πρώτην, ἐνῷ ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς 12, εἰς τὴν ἄλλην ἦσαν 14, ἐνῷ διὰ τοὺς ἀντιπολιτευομένους βουλευτὰς ἦσαν μεταξὺ 100 καὶ 140 καὶ ἐφθάσαμεν εἰς παραπομπὴν 5 κυβερνητικῶν βουλευτῶν. Πῶς, λοιπόν, εἶναι δυνατὸν σήμερον, καὶ μὲ τὶ κριτήρια, ὅταν παρουσιάζεται ἕνας κατάλογος σὰν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνήθως δίδονται εἰς τοὺς ἱερεῖς ὅταν μνημονεύουν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἕνας κατάλογος 113 συναδέλφων μὲ 98 περιπτώσεις, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐξατομίκευσις κρίσεως καὶ πῶς δὲν θὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος, νὰ ὑπάρξῃ παραβίασις; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρξῃ κίνδυνος πρυτανεύσεως ἑνὸς λανθασμένου κριτηρίου, ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μία κρίσις ἐξατομικευμένη; Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι, καὶ ὁσάκις δὲν ἤχθησαν ἀτομικῶς ἄλλαι περιπτώσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μία πρὸς μίαν ἄρσεως ἀσυλίας, ἦσαν δύο, τρεῖς, πέντε, ἢ τὸ πολὺ 12 ἢ 14, ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς 5ης Δεκεμβρίου. Καὶ τότε δὲν ἔγινε καμμία συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι ἐπὶ τέλους ἐντὸς αὐτῶν τῶν ὁρίων τὸ θέμα ἦτο δεκτικὸν κρίσεως καὶ ἐξατομικεύσεως. Ἀλλὰ εἰς αὐτὴν τὴν συλλήβδην παραπομπὴν 113 συναδέλφων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐξατομίκευσις; Νομίζω, ὅτι ἐν προκειμένῳ παραβιάζονται ὅλα τὰ προηγούμενα καὶ ὅλαι αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ τηροῦνται καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, προκειμένου περὶ κρίσεως συναδέλφων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ Δικαστήρια, προκειμένου περὶ κρίσεως οἱουδήποτε καὶ τοῦ τελευταίου ἀκόμη ἀνθρώπου, ὅπου ἐπικρατεῖ ἡ ἐξατομίκευσις τῆς κρίσεως καὶ ἀποφεύγεται ἡ δημιουργία ψυχολογικῆς καταστάσεως μέσα εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ μία πεπλανημένη ἀπόφασις ἀκόμη καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κακὴ διάθεσις. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα τῆς ἀναμίξεως 113 κατηγοριῶν δὲν δίδει τὴν δυνατότητα νὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ βάθος ὡρισμένων ἐξ αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν καὶ νὰ στηλιτευθῇ ὁ τρόπος ὁ ἀνεξέλεγκτος μὲ τὸν ὁποῖον ὡρισμένοι ἐκ τῶν κ. Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν ζητοῦν, χωρὶς κἂν νὰ ἀναγνώσουν τὸ μηνυτήριον ἔγγραφον καὶ χωρὶς νὰ ἴδουν ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ θεμελιοῦται ἀδίκημα καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑποτεθῇ, ὅτι ἀληθῆ εἶναι ὅλα τὰ ἐμπεριεχόμενα, ζητοῦν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας καὶ δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωσις περὶ ἑνὸς ὄγκου βουλευτῶν παραβιαζόντων τοὺς νόμους. Διότι, πράγματι, ὀφείλω νὰ τονίσω, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἰς πλείονας τῆς μιᾶς περιπτώσεις ἐκ τῶν ἐρχομένων σήμερον πρὸς κρίσιν τοιοῦτόν τι συμβαίνει. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου συγκεκριμένως μίαν περίπτωσιν — ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι πολλαὶ — ὑπάρχει ἡ τοῦ συναδέλφου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, κ. Σωτηρίου, χαρακτηρισθείσης τῆς πράξεώς του, ὡς παραβάσεως τοῦ Γʹ Ψηφίσματος. Καὶ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν ἦτο, ὅτι ἐκυκλοφόρησεν εἰς τὰ χωρία τῆς περιφερείας του, μίαν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, δηλαδή, κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων του, μάλιστα περὶ ρητινοσυλλογῆς ἢ οἰνοπαραγωγῆς, ἀλλὰ τὴν ἐκυκλοφόρησε χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς Ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς. Ἑπομένως ἡ ἄσκησις τῶν κοινοβουλευτικῶν καθηκόντων ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον διώξεως. Ἐνῷ, ἠμποροῦσεν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀμέσως μόλις ἔλαβε τὸ χαρτὶ αὐτὸ νὰ τὸ ρίψῃ εἰς τὸ καλάθι. Καὶ ὑπάρχουν πάμπολαι διώξεις τοιαῦται διὰ τὸ περιεχόμενον ὑποβληθεισῶν ἐρωτήσεων. Εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀποκλείονται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 62, δὲν χωρεῖ κρίσις, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐνοχή, καὶ δέν ὑπάρχει δυνατότης νὰ ὑπάρξῃ ἀδίκημα. Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν ἠμποροῦν ποτέ νὰ ἐκτιμηθοῦν καὶ νὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ νὰ ἀγάγουν εἰς μίαν λελογισμένην καὶ ψύχραιμον κρίσιν, ὅταν αἱ περιπτώσεις ἔρχωνται συλλήβδην, καθ’ ὃν τρόπον ἔρχονται σήμερον εἰς τὸ Σῶμα. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ τὸ ψηφοδέλτιον καὶ νὰ εἰσαχθῇ κατὰ τόσον μικρὰς ὁμάδας, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μία κρίσις συγκεκριμένη διὰ κἄθε περίπτωσιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἤθελον, κ. βουλευταί, νὰ ἀποσαφηνίσω — ὄχι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας — τὴν θέσιν τοῦ Προεδρείου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, εἴς τινα σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἠλιοῦ.
§8Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα θέματα. Δὲν ἀφίνετε νὰ ἀκούσητε καὶ τὰ ἄλλα;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἀναφερθῶ εἰς ὡρισμένα σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἠλιοῦ, ὅπως π.χ. τὸ ὅ,τι γίνεται μία ἀβασάνιστος κατηγορία ἐκ μέρους τῶν Εἰσαγγελέων ἐναντίον βουλευτῶν, μὲ εὑρίσκει σύμφωνον. Τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ ἔχω τὴν πρόθεσιν, εὐθὺς ὡς λυθῇ τὸ ζήτημα καὶ δὲν θὰ ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς δικογραφίαι, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι θέλομεν νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης, ἔχω τὴν πρόθεσιν νὰ ἔχω μίαν συνεργασίαν μετὰ τῶν ἁρμοδίων διὰ νὰ τοὺς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον — τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε — οἱ βουλευταὶ ὑφιστάμεθα ἕνα «πριβιλέγγιουμ ὀντιόζουμ», διότι ἐνῷ ἡ μήνυσις καθ’ οἱουδήποτε ἰδιώτου δὲν δημοσιεύεται, διὰ τὸν βουλευτὴν δημοσιεύεται, ἄλλοτε δὲ μάλιστα ἐδημοσιεύετο τὸ εἶδος τοῦ δῆθεν ἀδικήματος. Ἀφ’ ἧς, ὅμως, ἐποχῆς μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐκλέξητε Πρόεδρον τοῦ Σώματος, ἐμερίμνησα διὰ τὴν ἀπάλειψιν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ εἴδους τοῦ ἀδικήματος καὶ ἔπαυσεν ὄντως ἡ ἀνακοίνωσις. Εἰς τὰ σημεῖα αὐτὰ βλέπετε, ὅτι συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσω εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, διότι μοῦ ἐγένετο καὶ ὑπὸ τοῦ τύπου καὶ ἄλλοθεν, ἐγένοντο κρίσεις πολιτῶν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραμένουν αὐταὶ αἱ δικογραφίαι, χωρὶς νὰ ἐκκαθαρισθοῦν. Ἀπεφάσισα νὰ προβῶ εἰς πλήρη ἐκκαθάρισιν τῶν δικογραφιῶν, διὰ νὰ ἔλθω ἐντὸς τοῦ πλαισίου, βεβαίως τοῦ Συντάγματος, διότι ἔχει καὶ τὸ Σύνταγμα ὡρισμένους φραγμούς, τοὺς ὁποίους δὲν δύναμαι νὰ τοὺς τροποποιήσω ἐγὼ καὶ δι’ αὐτὸ προέβην εἰς τὴν ἐκτύπωσιν αὐτοῦ τοῦ πίνακος. Νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρξουν 4–5, οἱ ὁποῖοι νὰ θέλουν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῶν περιπτώσεών των, ὅπως καὶ τὴν ἄλλην φορὰν ὡμίλησεν ὁ κ. Μπρεδήμας καὶ ἄλλος τις. Ἠμποροῦν νὰ ὁμιλήσουν 5–6 βουλευταὶ καὶ νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ γάγγραινα, διότι ὄντως μὲ ἐνοχλεῖ καὶ διότι δὲν πρέπει, ἤδη μάλιστα, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν δημοσιότητα, δὲν πρέπει νὰ ἐμφανιζώμεθα, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Διὰ λόγους κύρους, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν θέλει τὸ Σῶμα, χωρὶς νὰ ὑπεισέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§10Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἠλιοῦ, ἀναφερόμενος εἰς τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος, ὑπεστήριξεν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀναγορεύσῃ εἰς ἀδίκημα γνώμην βουλευτοῦ. Ἀσφαλῶς, θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του γνώμην ἐκφερομένην ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν πολιτικῶν του καθηκόντων. Εἴμεθα, ἑπομένως, σύμφωνοι εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτήν. Ἐννοεῖ, ἐπίσης, κἄτι εἰς τὸ ὁποῖον, ἐπίσης, θὰ συμφωνήσω, ὅτι ἡ κρίσις τὴν ὁποίαν ἐκφέρει ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 63, δὲν εἶναι δικαστικὴ κρίσις. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἁρμόδιοι διὰ νὰ κρίνωμεν τοὺς συναδέλφους μας, ἐὰν εἶναι ἔνοχοι ἢ ἀθῶοι. Αὐτὸ θὰ τὸ κάμῃ ἡ δικαιοσύνη. Ἡμεῖς καλούμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν συνέχισιν τῆς διώξεως ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν βάσει ἑνὸς ἑτέρου κριτηρίου. Ποῖον εἶναι τὸ κριτήριον αὐτό; Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 63 ἐθεσπίσθη διὰ νὰ προστατεύσῃ τὸν βουλευτὴν καὶ τὸ πολιτικὸν Σῶμα ἐν γένει, ἀπὸ τὰς ἐνδεχομένως αὐθαιρέτους ἐπεμβάσεις, εἴτε τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἴτε τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν δηλαδή, ἐν τῇ διώξει τοῦ βουλευτοῦ δὲν ἐπικρατήσουν δικαστικὰ κριτήρια, ἀλλὰ κριτήρια, τὰ ὁποῖα καθάπτονται τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας τοῦ κατηγορουμένου, ἐὰν δηλαδὴ ὑπάρχῃ κἄποιο πνεῦμα πολιτικῆς διώξεως εἰς τὴν αἰτουμένην ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, τότε ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡ Βουλὴ τὸ προνόμιον νὰ ἀποκρούῃ μίαν τοιαύτην αἴτησιν ἄρσεως ἀσυλίας ἢ νὰ ἀναλάβῃ τὴν δίωξιν ἕως ὅτου τερματισθῇ ἡ βουλευτικὴ περίοδος. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Ἡ κρίσις, τὴν ὁποίαν ἐκφέρομεν, ὁσάκις ἐφαρμόζωμεν τὸ ἄρθρον 63 δὲν εἶναι νομικὴ κρίσις, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἐπιβάλῃ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν δικῶν διὰ νὰ εἴπωμεν ἐὰν εἶναι ἀθῶος ἢ ἔνοχος ὁ κατηγορούμενος. Εἶναι μία γενικὴ πολιτικὴ κρίσις. Ὑπάρχει ἐδῶ κἄτι, τὸ ὁποῖον πολιτικῶς θίγει τὴν αὐτοτέλειαν, εἴτε τοῦ βουλευτοῦ, εἴτε τοῦ Σώματος, γενικῶς; Ὑπάρχει δίωξις πολιτική, ἢ ὑπάρχει ἁπλῆ αἴτησις ἀσκήσεως καὶ ἐφαρμογῆς τῶν νόμων κατὰ βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος τυχὸν τοὺς παρεβίασε; Ἂν δὲν ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ στοιχεῖον τὸ πολιτικόν, καὶ περὶ αὐτοῦ καὶ μόνον καλεῖται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ, τότε καλῶς αἰτεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας, διότι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος ὁ βουλευτής, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀσκεῖ τὰ βουλευτικά του καθήκοντα, ὁπότε κατὰ τὸ ἄρθρον 62 δὲν ὑπάρχει ἀδίκημα, νὰ αἴρεται τὸ ἀδίκημα. Καλῶς τότε ὑφίσταται τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, ὅπως κἄθε ἄλλος πολίτης. Πότε δὲν πρέπει νὰ τοὺς ὑφίσταται; Ἐὰν τυχὸν ἐν τῇ διώξει αὐτοῦ ὑπάρχῃ πρόθεσις πολιτικῆς μειώσεως ἢ ὑπάρχῃ αἰχμὴ πολιτική. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 63. Ὁσάκις, ἑπομένως, ἡ Βουλὴ δὲν διαβλέπῃ τοιοῦτον κίνδυνον, δὲν ἔχῃ κανένα λόγον, εἶναι βεβαίως ἐλευθέρα νὰ κρίνῃ, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει οὐδένα κώλυμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Κώλυμα ὑπάρχει καὶ χρέος τῆς Βουλῆς εἶναι, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ ἐν τῇ διώξει τοῦ οἱουδήποτε συναδέλφου πολιτικὴ αἰχμή. Τούτου δοθέντος, ἡ κρίσις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς νὰ ἐκφέρωμεν, δὲν εἶναι μία κρίσις λεπτομερειακή, δὲν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν τῶν δικῶν, ἐξετάζομεν μόνον, ἐὰν καὶ εἰς τὴν δίωξιν αὐτὴν ὑπάρχῃ πολιτικὴ αἰχμὴ ἤ ὄχι. Καὶ δι’ αὐτό, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ συλλογικὴ αὐτὴ ὑποβολὴ αἰτήσεων ἄρσεως ἀσυλίας καθιστᾷ ἀδύνατον, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἠλιοῦ, τὴν κρίσιν μας. Ὄχι μόνον δὲν συμφωνοῦμεν μὲ αὐτὸν ὡς πρὸς τὸ ὅτι αὐτὴ ἡ συλλογικὴ ὑποβολὴ τῶν 100 αἰτήσεων εἶναι ἐπὶ βλάβῃ τῶν βουλευτῶν, ἀλλ’ ἀντιθέτως, νομίζομεν, ὅτι ὀρθῶς τὸ Προεδρεῖον ὑπεστήριξεν, ὅτι ἔπρεπε αὐτὴ ἡ γάγγραινα τῶν πολλῶν ἐκκρεμοτήτων, νὰ ξεκαθαρισθῇ, καὶ νὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία εἰς τὸ Σῶμα νὰ ἀποφανθῇ δι’ ἐκείνας τὰς περιπτώσεις διὰ τὰς ὁποίας θέλει νὰ ἄρῃ τὴν ἀσυλίαν καὶ δι’ ἐκείνας, τὰς ὁποίας θὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄρσιν. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἀκριβῶς, χάριν τοῦ κύρους τῶν βουλευτῶν, πρὸς ἀποφυγὴν αὐτῆς τῆς συνεχοῦς ἐκκρεμότητος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ζημίαν καὶ προσωπικὴν τῶν διωκομένων βουλευτῶν καὶ συνολικὴν τοῦ Σώματος, νὰ τελειώσωμεν μίαν ὥραν γρηγορώτερον. Ἡ κρίσις εἶναι καθαρῶς πολιτικὴ κρίσις καὶ αὐτὴν ἠμποροῦμεν νὰ τὴν διατυπώσωμεν σήμερον, χάριν τοῦ Σώματος καὶ χάριν τῶν συναδέλφων, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας.
§11Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλομεν, πραγματικῶς, χάριτας καὶ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, διότι καταβαλόντες τόσας φιλοτίμους προσπαθείας, ἔφεραν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐκκαθάρισιν φακέλλους ὑπ’ ἀριθμὸν 98 ἀφορῶντας 115 βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν εἰς τὰ κονιορτοβριθῆ ἑρμάρια τῆς Βουλῆς, ἀπὸ 3ετίας. Πράγματι, ὡς προκύπτει ἀπὸ τὰς εἰσηγητικὰς ἐκθέσεις καὶ τῶν 98 προτάσεων, αἱ 40 περίπου ἔχουν ἤδη κριθῆ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1959. Ἑπομένως, ἀπὸ 2ετίας, ἡ μὲν Ἐπιτροπὴ ἔχει ἐκτελέσει τὸν προορισμόν της, τὸ δὲ Προεδρεῖον τὰς καθυστέρει. Τοιουτοτρόπως ἐπικυροῦνται ὡρισμέναι ὑποψίαι, αἱ ὁποῖαι ἐξεφράσθησαν, ὅταν συνεζητοῦντο ἀνάλογοι προτάσεις παραπομπῆς πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν, ὅτι δὲν ἤχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα γίνῃ μία ἑνιαία κρίσις, σύμφωνα μὲ ἕνα ἑνιαῖον πνεῦμα, ἀλλ’ ἐξελέγησαν δι’ ἄλλον σκοπὸν καὶ κατ’ ἐπιλογήν, ἄνευ οὐδενὸς κριτηρίου, διότι ἡ μόνη δυνατὴ ἐπιλογὴ εἶναι ἡ χρονικὴ ἐπιλογή, ἡ ἐπιλογὴ ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ὁ χρόνος τῆς ἐπιλογῆς των ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τῆς ἐξετάσεώς των ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐπιβεβαιοῦται, λοιπόν, ὅτι ἐκλέγονται ἑκάστοτε ὡρισμέναι ὑποθέσεις καὶ ἐπιδιώκονται ὡρισμένοι σκοποὶ ἄγνωστοι ποῖοι, διότι εἰς τὴν Βουλήν, ὄχι μόνον δὲν ὁμολογοῦνται αὐτοὶ οἱ σκοποί, ἀλλ’ ἀντιθέτως καταβάλλεται προσπάθεια νὰ ἐμφανισθοῦν ὡς ἀδιάβλητος κρίσις. Εἰς τὴν σημερινὴν μάλιστα παραπομπὴν τὸ Προεδρεῖον ἐκαινοτόμησε κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐνῷ ἄλλοτε ἀνέφερε τὴν ἡμερομηνίαν τῆς προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, εἰς τὴν σημερινὴν παραπομπὴν οὐδεμία ἡμερομηνία ἀναφέρεται. Ἑπομένως, δέν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κρίνωμεν.....
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, δὲν ἔλαβον....
§13Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀτομικὸν τὸ θέμα, ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν. Εἶναι γεγονός, ὅτι ἄλλοτε, ὅταν ὑπῆρχον αἰτήσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς δίωξιν τῶν βουλευτῶν, ἀνεγράφοντο καὶ αἱ ἡμερομηνίαι τῆς αἰτήσεως τῶν Εἰσαγγελέων. Διὰ πρώτην φορὰν γίνεται τοῦτο. Κύριε Πρόεδρε, παρ’ ὅλον, ὅτι δὲν ἔχετε τὴν εὐθύνην αὐτοῦ τοῦ πράγματος, καίτοι αἱ προτάσεις, βέβαια, φέρουν τὴν ὑπογραφήν σας, πάντως εἶναι ἀξιοσημείωτον, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν δὲν ἀναφέρονται αἱ ἡμερομηνίαι, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ πότε ἐζητήθη ἡ δίωξις αὐτῶν τῶν βουλευτῶν καὶ νὰ δύναται νὰ διαγνώσῃ σαφῶς τὶ ἐπὶ τέλους κρύπτεται πίσω ἀπ’ ὅλην αὐτὴν τὴν προσπάθειαν ἐκκαθαρίσεως ἑνὸς πράγματι, κακοῦ παρελθόντος.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἐπικεφαλίδα ἀναφέρεται πάντοτε ἡμερομηνία, ἡ ὁποία καὶ καταχωρεῖται εἰς τὰ πρακτικά.
§15Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσιν δὲν ἀναφέρεται ἡ ἡμερομηνία τοῦ Εἰσαγγελέως, διὰ πρώτην φοράν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ ἀναφέρεται.
§17Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναφέρεται. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι εἰς τὴν ἔντυπον πρότασιν δὲν ἀναφέρεται. Τοιουτοτρόπως ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται πρὸ ἑνὸς προβλήματος καὶ νομίζω, ὅτι θὰ προώθει τὴν καλυτέραν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν δικαιοτέραν λῆψιν ἀποφάσεως μία ὑπεύθυνος εἰσήγησις, εἴτε ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, εἴτε ἐκ μέρους τῶν εἰσηγητῶν, διότι δὲν προσάγονται οἱ φάκελλοι καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι καλούμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν, βάσει μιᾶς συντόμου προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς. Βάσει ποίου κριτηρίου θέλετε νὰ κρίνωμεν; Θὰ ἦτο, ὅμως, δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν, ἐὰν τοὐλάχιστον, αἱ προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς εἶχον μίαν συνέπειαν, ἀλλὰ λυποῦμαι, διότι δὲν πρόκειται, βεβαίως, παρὰ περὶ μιᾶς διαφωνίας πολιτικῆς πρὸς τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν ἐπιτροπήν, λυποῦμαι, διότι καθ’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει καμμία συνέπεια. Διότι ζητεῖται ἡ παραπομπὴ συναδέλφων διὰ ἀδικήματα συκοφαντικῆς δυσφημήσεως καὶ δὲν ζητεῖται ἡ παραπομπὴ ἄλλων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὴν Κυβερνητικὴν παράταξιν, διὰ τὰ ἴδια ἀδικήματα. Ἐφ’ ὅσον μᾶς φέρνετε μόνον μίαν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὀλιγόλογον τὶ θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή; Μὲ τὸ κριτήριον τῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι δημοκρατία σημαίνει συνέπειαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητῆται παραπομπὴ διὰ τὸ ἀδίκημα τῆς συκοφαντικῆς δυσφημήσεως δι’ ἕνα βουλευτὴν καὶ νὰ μὴ ζητῆται δι’ ἄλλον διὰ τὸ αὐτὸ ἀδίκημα. Δὲν εἶναι δυνατὸν σύμφωνα μὲ τὴν τακτικὴν ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐπὶ 10ετηρίδας, νὰ προτείνεται ἡ μὴ παραπομπὴ συναδέλφων οἱ ὁποῖοι βαρύνονται διὰ παραβάσεις τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου, δὲν τὰς συμμερίζομαι, βεβαίως, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐμπίπτουν εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα δυσφημοῦν τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν π.χ. νὰ μὴ παραπέμπεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 25, ὅπου ὁ συνάδελφος κατηγορεῖται ἐπὶ ἀπάτῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραπέμπεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 76 ὅπου ὁ συνάδελφος κατηγορεῖται ἐπὶ ἀπιστίᾳ εἰς βάρος Νομικοῦ Προσώπου Δημοσίου Δικαίου καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 77, ὅπου ὁ συνάδελφος κατηγορεῖται διὰ κλοπὴν εὐτελοῦς ἀξίας καὶ νὰ παραπέμπωνται ἄλλαι περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνήκουν, βεβαίως, εἰς τὴν κατηγορίαν ἀμέσου ἀσκήσεως τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, ἀλλὰ αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως ἐμπίπτουν εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, ἐμμέσως, διότι ὅταν συνάδελφος κατηγορῆται δι’ ἐξύβρισιν ἢ συκοφαντικὴν δυσφήμησιν τὰ ἀδικήματα ταῦτα δὲν τὰ διέπραξεν, διότι εἶχε προσωπικοὺς λόγους μὲ τὸν δυσφημισθέντα, οὔτε, διότι εἶχε πρόθεσιν νὰ θίξῃ τὴν οἰκογενειακὴν τιμὴν τῶν δυσφημισθέντων, ἀλλὰ τὰ διέπραξεν ἐν τῇ ἀσκήσει ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐφάπτονται τῶν βουλευτικῶν των καθηκόντων. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ζητήσωμεν τὴν παραπομπὴν μόνον ἐκείνων ποὺ κατηγοροῦνται διὰ παραβάσεις τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου καὶ θὰ ψηφίσωμεν τὴν μὴ παραπομπὴν δι’ ὅλα τὰ ἄλλα θέματα. Διότι, ἐὰν πρόκειται κριτήριον τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ εἶναι τὰ πολιτικὰ φρονήματα βουλευτῶν, τότε δὲν πρόκειται περὶ βουλευτικῆς ἀσυλίας, ἀλλὰ περὶ κομματικῆς ἀσυλίας καὶ ὑποθέτω, ὅτι οὔτε εἰς τὴν πρόθεσιν τῆς Βουλῆς, οὔτε εἰς τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἀνήκει μία τοιαύτη ἐνέργεια, σαφῶς ἀντίθετος καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος καὶ τὰς Κοινοβουλευτικὰς μας παραδόσεις.
§18Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμμερίζομαι τὸν φόβον ἐκείνων ποὺ φρονοῦν, ὅτι τὸ προνόμιον τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας κατήντησεν προνόμιον καταθλιπτικόν. Διότι ἡ διαπόμπευσις, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν αἴτησιν τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, εἶναι χειροτέρα ἀπὸ τὴν ἄρσιν καθ’ ἑαυτήν. Καταλήγει ἡ ἄρσις νὰ παίρνῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τὸν βουλευτὴν καὶ αἴρει τὴν ἀσυλίαν, διότι εἶναι ὑπαρκτὸν τὸ ἀδίκημα. Κάτι θὰ πρέπει νὰ γίνῃ διὰ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ διαπόμπευσις, διότι ἕκαστος δύναται νὰ ὑποβάλῃ μίαν μήνυσιν κατὰ βουλευτοῦ διὰ νὰ τὸν ζημιώσῃ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ἐναντίον τῶν διακοπῶν, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, ὄχι διὰ νὰ ἀντιλέξω πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ διὰ νὰ συμφωνήσω πρὸς ὑμᾶς καὶ νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἔπρεπε, ἐν προκειμένῳ νὰ ὑπῆρχε κἄποια προσοχὴ ἐκ μέρους τοῦ Τύπου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀσχολῆται μὲ στατιστικὰς ἐπὶ ἀδικημάτων τῶν βουλευτῶν, διότι δὲν ὑπάρχουν ὅλα αὐτὰ τὰ ἀδικήματα καὶ διότι ἐπὶ τέλους, πρέπει νὰ σεβώμεθα καὶ τοὺς θεσμούς. Διὰ τοῦτο ἔχω ἀπόφασιν, εὐθὺς μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ θέματος καὶ τοῦτο ἵνα μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἐνεργοῦμεν ΠΕΡ ΝΤΟΜΟ ΝΟΣΤΡΟ, ἔχω ἀπόφασιν νὰ προβῶ εἰς διαβήματα καὶ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ εἰς τὸν τύπον, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι, ἐπὶ τέλους, πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὸν θεσμὸν αὐτόν, διότι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ ἔχομεν ἐχθροὺς περισσοτέρους τῶν ὅσων μᾶς ὑποστηρίζουν, χάρις εἰς τὸ ὑφιστάμενον σύστημα. Εἶναι φυσικὸν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐχθροὶ νὰ ἐπωφελοῦνται τῆς πρώτης τυχούσης εὐκαιρίας διὰ νὰ μᾶς διασύρουν καὶ νὰ μᾶς διαπομπεύσουν καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, μὲ εὑρίσκετε σύμφωνον καὶ προβαίνω εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι θὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ζητήματος. Ἀλλά, ὅπως εἶπον, ἠθέλησα νὰ ἐκκαθαρισθῇ προηγουμένως τὸ θέμα, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἐκκρεμότης, ἡ ὁποία μὲ πιέζει καὶ μὲ κάμνει νὰ μὴ ἔχω ἐπαφὰς μὲ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὸν τύπον. Παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσητε διὰ τὴν διακοπήν.
§20Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συνεχίσω τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Προέδρου διὰ νὰ μοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ συμφωνήσω, ἔστω καὶ μίαν φορὰν μαζί σας. Θέλω νὰ δηλώσω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις συμμερίζεται τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Προέδρου, νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὥστε αὐτὴ ἡ διαπόμπευσις διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας νὰ μὴ γίνεται καὶ θὰ ἤμην εὐτυχής, νὰ εὑρεθῇ μία λύσις. Σᾶς βεβαιῶ δέ, ὅτι καὶ ἡμεῖς συμμεριζόμεθα πλήρως τὸ αἴσθημά σας, ὅτι αἱ πρὸ τῆς δικαστικῆς κρίσεως, διαπομπεύσεις πολιτικῶν προσώπων, αἱ ὁποῖαι καθιερώθησαν ἐπ’ ἐσχάτων εἰς τὸν τόπον μας ἀποτελοῦν μίαν μεγάλην ζημίαν καὶ διὰ τὸ πολίτευμα καὶ διὰ τὴν δημοκρατίαν.
§21Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Βεβαίως, τὰ μέσα τὰ ὁποῖα διαθέτομεν διὰ νὰ περιορισθῇ τὸ κακὸν εἶναι μικρά. Διότι πρέπει νὰ ἀποφασίζωμεν δημοσίᾳ καὶ διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ διαβίβασις τῶν μηνύσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γίνεται. Ὡς πρὸς τὸν τύπον, αὐτὸς ὑπάρχει διὰ νὰ ἀναγράψῃ εἰδήσεις. Εἶναι δύσκολον νὰ τοῦ ζητήσωμεν νὰ μὴ ἀναγράψῃ εἰδήσεις ποὺ ἀφοροῦν τὴν Βουλήν. Γνωρίζω, ὅτι τὰ περιθώρια εἶναι μικρά, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὸ κακόν. Διὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως καὶ διὰ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας 113 βουλευτῶν, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός. Ἠμπορεῖ καὶ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτὴ νὰ γίνῃ κατὰ ἕνα τρόπον ὀλιγώτερον πομπώδη, διότι, ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰτήσεων εἶναι μεγάλος καὶ αὐτὸς προσθέτει εἰς τὴν διασκέδασιν καὶ τοῦ Τύπου καὶ τοῦ κοινοῦ. Δύο ἢ ὀκτὼ ἢ δέκα αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας δὲν πειράζουν. 98 ὅμως, αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας προκαλοῦν σχόλια καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς δημιουργεῖται ζημία. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἓν ἄλλο θέμα. Πρόκειται ἐνταῦθα, ἐν πάσῃ περιπτώσει, περὶ κἄποιας κρίσεως, τὴν ὁποίαν ἐκφέρομεν καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν γνωρίζει περὶ τίνος πρόκειται. Οὐδείς. Διότι πράγματι, οὐδενὸς εἴδους ἀνάλυσις γίνεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουν εἰσηγήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὀλιγόλογοι. Λέγουν περὶ ποίου ἀδικήματος πρόκειται ἄνευ ἀναφορᾶς εἰς τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ καὶ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐκφέρει ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτιολογίας. Καὶ ἐὰν τοὐλάχιστον αἱ εἰσηγήσεις αὐταὶ ἦσαν ὁμοιόμορφοι θὰ ἔλεγον, ὅτι εἰσήχθησαν ὅλαι ἐκεῖναι ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγεῖται νὰ μὴ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία καὶ ἑπομένως, ἡ ὁμαδικότης δικαιολογεῖται. Ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ μᾶς ἔλεγεν, ὅτι εἰσάγει σήμερον ὅλας τὰς ὑποθέσεις διὰ τὰς ὁποίας δὲν ζητοῦμεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, θὰ ἐπειθόμεθα, ὅτι περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ ἐδάφους πρόκειται ἀπὸ μερικὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀξίζουν τὸν κόπον νὰ ἀσχοληθῶμεν περισσότερον. Θὰ ἐλέγομεν, ὄχι, ὅλοι μαζὶ δι’ ὅλας καὶ θὰ ἐτερματίζετο τὸ θέμα. Ἐδῶ, ὅμως, περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται περὶ 98 αἰτήσεων, διὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης χωρὶς καμμίαν αἰτιολογίαν ἔκαμε μερικὰς διακρίσεις, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζομεν διατὶ τὰς ἔκαμε καὶ θὰ ἔπρεπε, ἴσως, νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἐξήγησιν. Διότι τὰ ἀδικήματα ἀρχίζουν ἀπὸ ἀσκόπους πυροβολισμούς, οἱ ὁποῖοι βαρύνουν ἕνα πρώην Ὑπουργὸν τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ διὰ μέσου σωματικῶν βλαβῶν δι’ αὐτοκινήτου κλπ. καὶ φθάνουν εἰς τὴν συκοφαντικὴν δυσφήμησιν. Ἐπ’ αὐτῶν εἰσηγεῖται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ μὴ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία. Καὶ ὅταν ἐρχώμεθα εἰς τὴν συκοφαντικὴν δυσφήμησιν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰσηγεῖται τὴν μὴ ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, ὅλων πλὴν ἑνὸς ἢ δύο. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ψηφίσωμεν χωρὶς κἄποιαν ἐξήγησιν. Τὶ τὸ ἰδιάζον συμβαίνει καὶ διὰ τὰ αὐτὰ ἀδικήματα νὰ μὴ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία ὡρισμένων βουλευτῶν καὶ ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας ἑνὸς ἢ δύο; Εἶναι ἐρώτημα φυσιολογικὸν καὶ ἕνα ἐρώτημα πρὸς ὄφελος τῆς πλειοψηφίας. Διότι ἐὰν συμπίπτῃ διὰ τὰ αὐτὰ ἀδικήματα νὰ ἀπαλλάσσωνται ὅλοι καὶ νὰ μένουν βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παραπεμπόμενοι διὰ τὸ αὐτὸ ἀδίκημα ἄνευ ἐξηγήσεως, ἐνῷ βουλευτῶν καὶ δὴ Κυβερνητικῶν νὰ μὴ αἴρεται ἡ ἀσυλία, ὑπάρχει εἰς βάρος τῆς πλειοψηφίας ἡ ὑπόνοια, ὅτι τὸ κριτήριον εἶναι κομματικὸν καὶ ὄχι πολιτικὸν καὶ ὄχι γενικώτερον, ὡς ἔλεγεν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. ...... (Δὲν ἠκούσθη).
§23Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀνεφέρατε, κ. συνάδελφε, πρὸ ὀλίγου τὴν δημοκρατίαν. Καὶ ἀντιλαμβάνομαι, διατὶ τὸ ἐλέγατε. Διότι βλέπω, ὅτι καὶ ὑμῶν ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας διὰ συκοφαντικὴν δυσφήμησιν, ἀλλὰ δὲν προτείνεται ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ δημοκρατία, ὅπως τὴν λέγετε τώρα καὶ τὴν ἐπικαλεῖσθε, γνωρίζω τὶ σημαίνει. Ὅτι πιστεύετε, ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῆς ἰδικῆς σας καὶ θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ἡ δημοκρατία δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ στηρίζεται εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἰσότητα τῶν κριτηρίων διὰ νὰ ἠμπορῇ καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας νὰ εἶναι μία πρᾶξις κομματική. Καὶ προσθέτω, εἰδικῶς, διὰ τὸν ἕνα βουλευτὴν περὶ οὗ πρόκειται— καὶ ὁμιλῶ διὰ τὸν κ. Μπρεδήμαν— δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἐξαιρέσεως, λόγῳ ἀδικήματος, πρόκειται καὶ περὶ μηνύσεων ἀφορωσῶν κείμενα ἐρωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων. Αἱ ἐρωτήσεις αὐταί, βεβαίως, καλύπτονται ἀπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Συντάγματος. Θέλετε τώρα νὰ ἐκδοθῇ μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς φέρουσα τὴν κομματικὴν σφραγῖδα ὅτι αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ παραβλέπομεν διὰ νὰ ζητήσῃ ὁ βουλευτὴς παραπεμπόμενος, τυχόν, ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, τὴν προστασίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἔναντι τῆς περιφρονήσεως τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ποὺ ἐπιδεικνύει ἡ ἰδία ἡ Βουλὴ διὰ μέλη της; Παρακαλῶ νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸ θέμα αὐτό, διατί, προκειμένου περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ἔχουν διαπράξει Κυβερνητικοὶ βουλευταὶ καὶ ἐνδεχομένως καὶ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν προτείνεται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας καὶ προκειμένου περὶ ἑνὸς μόνον βουλευτοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αἴρεται ἡ ἀσυλία, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον φέρει καθαρὰ καὶ ξάστερα τὴν κομματικὴν σφραγῖδα καὶ δίδει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι 100 αἰτήσεις εἰσήχθησαν ὅλαι μαζὶ διὰ νὰ καλυφθῇ ἡ δίωξις τοῦ ἑνός;
§24Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νομίζω, ὅτι ἐδόθη ἐν μέρει ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἠλιοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἡ κρίσις πρέπει νὰ εἶναι συγκεκριμένη. Δὲν κρίνονται ὁμαδικῶς τὰ ἀδικήματα, ἐξύβρισις ἀρχῆς, συκοφαντικὴ δυσφήμησις κλπ. Κρίνεται ἑκάστη συγκεκριμένη περίπτωσις καὶ εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλή, ἄλλοτε μέν, χωρὶς νὰ παραβιάζῃ καμμίαν ἀρχὴν ἰσότητος διὰ τὴν συκοφαντικὴν δυσφήμησιν Α νὰ ἄρῃ τὴν ἀσυλίαν καὶ διὰ τὴν συκοφαντικὴν δυσφήμησιν Β νὰ μὴ τὴν ἄρῃ. Δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου παραβίασις τῆς ἰσότητος. Κακῶς ἐπίσης, ὑποστηρίζει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι ἐπρυτάνευσαν πολιτικὰ κριτήρια εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης. Διότι διὰ πλείστους βουλευτὰς ἀνήκοντας καὶ εἰς τὴν Ἄκραν Ἀριστερὰν καὶ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, γενικῶς, δὲν ἐζητήθη ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας. Ἑπομένως δὲν ὑπῆρξε κομματικὸς χειρισμός. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐζήτησεν δι’ ὅλους τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας των καὶ δὲν τὸ ἔπραξε διὰ τοὺς βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἑπομένως, δὲν ἐπρυτάνευσαν κριτήρια πολιτικά. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἶναι, μία κρίσις δικαία καὶ ἀντικειμενικὴ τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ τοῦ ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν καὶ διὰ τὰ αὐτὰ ἀδικήματα, δι’ ὡρισμένους βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία καὶ δι’ ἄλλους νὰ μὴ ἀρθῇ.
§25Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐζήτησα τὴν πληροφορίαν, διὰ νὰ πληροφορηθῶ, ἀκριβῶς, ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα, βάσει τῶν ὁποίων ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης ἔκρινεν, ὅτι εἰς συγκεκριμένην περίπτωσιν ἐπιβάλλεται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας. Διότι, βάσει τῶν ἐξηγήσεων αὐτῶν θέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν. Πληροφορῶ, ὅμως, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἐγένετο συζήτησις καὶ βάσει τῶν ἰδικῶν μου ἀπόψεων, τὰς ὁποίας ἐκφράζω τώρα καὶ ὄχι τότε, διότι δὲν ἐγνώριζον τὴν περίπτωσιν, οἱ ἐκπρόσωποι τῆς μειοψηφίας ἐγκατέλειψαν τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, διότι ἐβάδιζεν πρὸς παραπομπὴν κατὰ πλειοψηφίαν, διὰ θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν χωρεῖ δίωξις. Σᾶς πληροφορῶ, λοιπόν, ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς ἀνισότητος ἀρχίζει ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος, ἔχει τὸν λόγον.
§27Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διερωτῶμαι, βάσει ποίου κριτηρίου θὰ ἀσκήσω μετ’ ὀλίγον τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου μου ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν 98 βουλευτῶν. Ὑπάρχουν τρία ἐνδεχόμενα. Ὑπάρχει τὸ ἐνδεχόμενον, νὰ κρίνω—ὁμιλῶ, ὡς ἁπλοῦς βουλευτὴς—βάσει τῶν προσωπικῶν μου συμπαθειῶν, αἱ ὁποῖαι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν καὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Τὸ δεύτερον, εἶναι νὰ κρίνω βάσει τῆς κομματικῆς ἐντάξεως τῶν βουλευτῶν καὶ νὰ ἐγκρίνω ἢ νὰ ἀπορρίψω τὰς αἰτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν βουλευτὰς ὡρισμένης πολιτικῆς παρατάξεως καὶ τὸ τρίτον, εἶναι νὰ κρίνῃ, ὅπως εἶπεν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας —καὶ ἀπορῶ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν λαμβάνει θέσιν εἰς τὰ ζητήματα αὐτά—κατόπιν ἐξετάσεως φακέλλου μιᾶς ἑκάστης περιπτώσεως. Καὶ ἐρωτῶ: Φαντάζεσθε τὶ θὰ γίνῃ, ὅταν ἔχουν εἰσαχθῆ 98 περιπτώσεις καὶ ζητήσω νὰ πληροφορηθῶ ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης, πῶς ἔχει τὸ ἀδίκημα, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐζήτησε τὴν ἄρσιν, διὰ νὰ λάβω, βάσει αὐτῶν τῶν στοιχείων, ἀπόφασιν πῶς θὰ χρησιμοποιήσω τὴν ψῆφον μου; Ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, κ. Πρόεδρε, τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ σχετισθῇ μὲ τὴν ταὐτόχρονον εἰσαγωγὴν 98 περιπτώσεων, καὶ ὑπῆρξε μέγα σφάλμα αὐτὴ ἡ διαδικασία. Ἔχει μίαν δικαιολογίαν, ἴσως, αὐτὴ ἡ μέθοδος. Ἀλλὰ ὑπῆρξε γραμμὴ Κυβερνητικὴ νὰ ἀπορριφθοῦν ἅπαξ ἅπασαι διὰ πολλοὺς λόγους καὶ λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ των, ἀλλὰ πρὸ παντὸς, διότι ἡ Βουλὴ ἔχει ἐξαντλήσει τὸ πλεῖστον μέρος τῆς θητείας, καὶ ἐὰν ὑπάρχουν βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς ἀδικήματα, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διωχθοῦν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς περιόδου. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ κριτήριον μὲ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θὰ κρίνωμεν, εἶναι ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὰς αἰτήσεις πολιτικὸς χαρακτήρ, δηλαδή, ἐὰν ὑπάρχῃ πολιτικὴ δίωξις τῶν βουλευτῶν, τότε ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ προστατεύσῃ τὸν διωκόμενον. Αὐτὸ θεωρητικῶς εὐσταθεῖ. Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιχειρήσῃ πολιτικὴν δίωξιν ἐναντίον ποίου; Προφανῶς οἱ βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας ἐναντίον τῶν βουλευτῶν τῆς μειοψηφίας. Καὶ ὅταν ἐπιχειρῆται τοιαύτη δίωξις, μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν καταδίκην τῶν βουλευτῶν, τοῦτο θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς δυνάμεως τῶν Κομμάτων εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν βλέπω κατὰ ποῖον τρόπον ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία στηρίζει τὴν Κυβέρνησιν θὰ προστατεύσῃ τὸν βουλευτὴν τῆς μειοψηφίας ἀπὸ τὴν δίωξιν τὴν ὁποίαν ἀπειλεῖ ἡ Κυβέρνησις. Διότι ἐὰν φθάσωμεν εἰς περίοδον πολιτικῶν διώξεων ἐναντίον βουλευτῶν, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα, δὲν λειτουργεῖ καλῶς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ὑπάρχῃ γραμμὴ ἀπορρίψεως ὅλων, τότε ὀρθῶς εἰσήχθησαν, ἀλλὰ δικαιοῦμαι ν’ ἀμφιβάλλω ἐὰν αὐτὴ εἶναι ἡ Κυβερνητικὴ γραμμή. Ἐὰν κρίνω ἀπὸ τὴν παρουσίαν τόσου μεγάλου ἀριθμοῦ βουλευτῶν καὶ τὴν παρουσίαν τόσου μεγάλου ἀριθμοῦ Ὑπουργῶν, τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν παρουσίαν εἰς ἄλλας περιπτώσεις, ἀμφιβάλλω, ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας δὲν θὰ εἶναι ἡ δίωξις τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἐὰν αὐτὸ συμβῇ, τότε, κ. Πρόεδρε καὶ κ. Ὑπουργὲ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἡ ζημία τὴν ὁποίαν θὰ κάμωμεν εἰς τὸ Κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα καὶ τὰ πολιτικά μας ἤθη, θὰ εἶναι πολὺ μεγάλη.
§28Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Μαῦρος, ἐζήτησε τὴν γνώμην μου. Ἄλλως τε ἤθελον ν’ ἀπαντήσω ὁπωσδήποτε ἐπὶ ἐλαχίστων σημείων τῶν τεθέντων θεμάτων. Ἐλέχθη, ὅτι κατ’ ἕνα τρόπον οἱ Εἰσαγγελεῖς ἀνεξετάστως ἀποστέλλουν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς διαφόρους ἐγκλήσεις ἢ ἄλλας διώξεις. Δυστυχῶς, δὲν ὑπάρχει διαδικασία, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ μὴ τὰς ἀποστέλλουν. Ὀρθὸν εἶναι, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν Βουλὴν ν’ ἀσχολῆται μὲ μὴ σημαντικὰς περιπτώσεις καὶ νὰ ἐμφανίζεται τόσον μεγάλος ἀριθμὸς βουλευτῶν διωκομένων, δι’ ἀσημάντους πολλάκις πράξεις, ὀρθὸν εἶναι, λέγω, νὰ καθιερώσωμεν μίαν διαδικασίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέπῃ κἄποιον προέλεγχον ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς. Ἄλλως, παρὰ τὸν δισταγμόν, ἐνδεχομένως, τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ τελικῶς, δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος μὴ ἀποστολῆς τῶν δικογραφιῶν εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ δεύτερον θέμα εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ ἐτέθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἡ πληρεστέρα ἐξέτασις τοῦ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ ἀσκήσουν μὲ πλήρη γνῶσιν τῶν ὑποθέσεων τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς αὐτοὺς τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως δὲν κρίνεται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἀπὸ τὴν Βουλὴν κρίνεται μόνον ἂν πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς διώξεως, δηλαδὴ ἡ δυνατότης κρίσεως ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων. Ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα χωριστῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία, ὅταν λάβῃ τὴν ἄδειαν, θὰ ἐπιληφθῇ τῶν ὑποθέσεων. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ βασιμότης, ἀσφαλῶς, θὰ τερματίσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἡ Δικαιοσύνη ἄνευ μακρᾶς διαδικασίας. Ἐὰν ἐγίνετο συγκεκριμένη συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας ἑκάστης ὑποθέσεως, αὕτη θὰ ἦτο ἔξω τοῦ σκοποῦ τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖνο ποὺ ἀπομένει, τελικῶς, εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Συντάγματος. Κύριοι βουλευταί, ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Συντάγματος. Ἄλλως τε ἡ κρίσις περὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ἀνευθύνου ἐκ τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Συντάγματος ἀνήκει εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν. Ὁ κ. Ἠλιοῦ καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὡμίλησαν περὶ ἑδραιωμένων πρὸς τὸ ἄρθρον 62 πράξεων, ἑπομένως μὴ ὑπαγομένων εἰς τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω, ὅτι οἱ προβληθέντες ἰσχυρισμοὶ δὲν εἶναι βάσιμοι. Ἡ Βουλὴ κρίνουσα κυριαρχικῶς θὰ εἴπῃ ναί, ἢ ὄχι εἰς τὰς κρινομένας ὑποθέσεις.
§29Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πρῶτον, δὲν ἐζήτησα νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας ἡ Βουλὴ μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι διὰ τὰ αὐτὰ ἀδικήματα ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας διὰ τοὺς μὲν καὶ δὲν προτείνει διὰ τοὺς δέ. Θέλω νὰ ἠξεύρω, βάσει ποίου κριτηρίου ἐπροτίμησε τοὺς μὲν ἀπὸ τοὺς δέ. Διότι ἄλλως, ἐὰν ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ φέρῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς αὐθαιρεσίας, τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ δεχθῶμεν. Βεβαίως, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐὰν εἶναι ἔνοχος ἢ ἀθῶος. Ἀλλὰ δὲν δύναται αὐθαιρέτως νὰ κρίνῃ, ὅτι ἀπὸ τοὺς πρώτους πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ μὴ ἀρθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπλέκεται ἡ Βουλὴ εἰς παρομοίας κρίσεις. Δεύτερον, δὲν εἶπον περὶ ἐφαπτομένων εἰς τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος, πράξεων. Εἶπον περὶ κειμένων ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, δηλαδή, ἀναγομένων εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ καθήκοντα τῶν βουλευτῶν. Τὸ νὰ κρίνεται ἀπὸ τοὺς δικαστὰς ἕνας συνάδελφος διὰ μίαν ἐρώτησίν του ἢ ἐπερώτησιν, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀπαράδεκτον. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ παραγνωρίζῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ποὺ προστατεύει τὰ μέλη της καὶ νὰ ζητῇ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ δικαστοῦ. Παρακαλῶ νὰ ἐξακριβωθῇ καὶ νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Πρόκειται περὶ μηνύσεων, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς κείμενα ἐρωτήσεων ἢ ἐπερωτήσεων; Ναὶ, ἢ ὄχι;
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§31Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω κατὰ πρῶτον, νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς τοῦ κ. Τσιριμώκου, περὶ τῶν λόγων τῆς ἀποχωρήσεως τῶν βουλευτῶν τῆς μειοψηφίας κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν αἰτήσεων ἄρσεως ἀσυλίας εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Λόγῳ τοῦ ὅτι εἶχε παρέλθει ἡ ὥρα καὶ συνεδρίαζεν ἡ Βουλὴ ἀκούσασα τὸν Ὑφυπουργὸν Ὑγιεινῆς κ. Ψαρρέαν, ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη δι’ αὐτὸν ἐκ τῆς καταθέσεως σχετικῆς ἐρωτήσεως, ἐζήτησαν οἱ συνάδελφοι τῆς μειοψηφίας νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ πλειοψηφία ἔκρινεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ διακόψῃ, οἱ κύριοι συνάδελφοι διαφωνήσαντες ἀπεχώρησαν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ συνέχισεν ὁμαλῶς τὴν συζήτησιν. Εἰς τὸ δεύτερον θέμα, αἱ ὑποθέσεις ποὺ ὑπηνίχθη ὁ κ. Τσιριμῶκος, δὲν ἐμφανίζονται ἐκ τῶν σχετικῶν δικογραφιῶν ὡς ἀποδίδουσαι εὐθύνην διὰ γνώμας διατυπωθείσας ὑπὸ τῶν μηνυομένων βουλευτῶν ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων των, ἀλλὰ ζητεῖται ἡ δίωξις διὰ τὴν ὑπὸ τούτων κατὰ τρόπον κακόπιστον καὶ συκοφαντικὸν, διοχέτευσιν εἰς τὸν Τύπον ἐπὶ σκοπῷ καὶ μόνον δυσφημήσεως. Οὐδεὶς βουλευτὴς, βεβαίως, φέρει εὐθύνην διὰ τὰς γνώμας του, τὰς ὁποίας διατυπώνει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν δίδει, ἀλλὰ ὅλοι πρέπει νὰ συμφωνήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ βουλευτὴς κακοπίστως, δολίως καὶ συκοφαντικῶς καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων του δύναται νὰ προβαίνῃ εἰς συκοφαντικὴν δυσφήμησιν διὰ τῆς ὡς εἶπον κακοπίστου διοχετεύσεως εἰς τὸν Τύπον τοῦ περιεχομένου δῆθεν ἐρωτήσεων. Σημειωτέον, ὅτι ἐκ τῶν μηνύσεων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὸν κ. Μπρεδῆμαν, δύο τοὐλάχιστον δὲν συνδέονται ἀμέσως μὲ τὰς κατατεθείσας ἐρωτήσεις, ὅπως π.χ. ἡ μήνυσις τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Κανελλοπούλου, κατὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται ἡ ἄρσις, διότι ὁ μηνυόμενος, πρὶν καταθέσῃ τὴν ἐρώτησιν εἰς τὴν Βουλήν, προέβη εἰς κακόπιστον καὶ δολίαν δημοσίευσιν διὰ τοῦ Τύπου. Αὐτὰ ὑπῆρξαν τὰ κριτήρια, βάσει τῶν ὁποίων ἀπεφάσισεν ἡ Ἐπιτροπή.
§32Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κ. συνάδελφε, ὅτι ἀνέμενον μετ’ ἀνυπομονησίας τὴν παρέμβασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἐπιθυμῶ νὰ διευκρινισθῇ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον δι’ ὑπαινιγμῶν ἤγειρον οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ τῆς Ε.Δ.Α. Ὁμολογῶ, ὅμως, ὅτι οὔτε ἡ παρέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μὲ ἱκανοποίησε, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπέφυγε νὰ λάβῃ θέσιν, ἐφ’ ὅσον ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παραβιάσεως τοῦ ἄρθρ. 61. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ κατέπληξεν εἶναι, ἡ παρέμβασις τοῦ παλαιοῦ συναδέλφου καὶ Προέδρου τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος, οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολύ, ὡμολόγησε, κ. συνάδελφοι, ὅτι πρόκειται περὶ διώξεως βουλευτῶν διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, ἀλλὰ εἰς ταῦτα προσεπάθησε νὰ φέρῃ ὡς δικαιολογίαν τὸ γεγονός, ὅτι αἱ γνῶμαι κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, τοιουτοτρόπως καὶ συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀντίληψιν......
§33Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμολόγησα, ὅτι ἡ δίωξις γίνεται διὰ γνώμην κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων.
§34Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ λέξις, ὡμολόγησα, ἔχει τὴν ἔννοιάν της. Εἶπον τοῦτο, ὅτι σεῖς ἐβεβαιώσατε, ὅτι διώκονται διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων καὶ διότι ἡ ἄσκησις αὕτη ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§35Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ βάλετε εἰς τὸ στόμα μου τοιαύτας λέξεις.
§36Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς καθιερώσεως ἑνὸς νέου ἰδιωνύμου ἀδικήματος, δηλαδή, ἐὰν βουλευτὴς καταθέσῃ ἐπερώτησιν ἐξυβρίζων τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὸ καθεστώς, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ διωχθῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 61, μία δὲ κακόβουλος ἐφημερὶς ἂν δημοσιεύσῃ τὴν εἴδησιν αὐτήν, τότε δύναται νὰ διωχθῇ ὁ βουλευτὴς αὐτός. Οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολύ, εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ κἄτι, τότε οἱαδήποτε Κυβερνητικὴ ἐφημερὶς ἢ ἐλεγχομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐφημερίς, δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἰδιώνυμον ἀδίκημα, ἀναδημοσιεύουσα μὲ μεγάλους τίτλους τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ. Ἔ! κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ζητήσωμεν μίαν πλήρη ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως, νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ναὶ ἢ ὄχι δέχεται, ὄχι τὴν ἔννοιαν ἀλλὰ τὴν κακοποίησιν τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Συντάγματος. Περαιτέρω εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ζητήσωμεν τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζω, πόσαι καὶ ποῖαι εἶναι αἱ περιπτώσεις ἐκεῖναι— διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁμιλοῦμεν καὶ κρίνομεν ἄνευ φακέλλων καὶ βάσει μόνον τῶν προτάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς— αἱ ὁποῖαι περιπτώσεις ἄγονται κατόπιν μηνύσεως ἢ αὐτεπαγγέλτως εἰς τὴν Εἰσαγγελικὴν Ἀρχήν. Διότι ἐὰν συμβαίνῃ τὸ τελευταῖον τοῦτο, καθῆκον καὶ χρέος ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐλέγχῃ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι φέρονται ἀγνοοῦντες τὸ Σύνταγμα.
§37Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Κωστόπουλος ἔθεσεν εἰς τὸ στόμα μου πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε εἶπον. Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι εὐθύνεται ὁ βουλευτής, διότι μία ἐφημερὶς προέβη εἰς τὴν ἀναδημοσίευσιν μιᾶς ἐρωτήσεώς του, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἂν ὁ ἴδιος ὁ βουλευτὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν κατὰ τρόπον συκοφαντικὸν καὶ κακόπιστον διοχέτευσιν τῆς ἐρωτήσεώς του πρὸς τὸν Τύπον, τότε δημιουργεῖται θέμα διώξεως πέραν τῆς εὐθύνης τῆς ἐφημερίδος.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ καταλόγου.
§39Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Φοβοῦμαι, κ. Πρόεδρε, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε, «ἐπὶ τοῦ καταλόγου», ἴσως, σημαίνει, ὅτι δὲν ἔγινεν ἀντιληπτόν, ὅτι τοὐλάχιστον, διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸ θέμα τὸ ἀνακῦψαν εἶναι ὀγκῶδες, διὰ τὸν λόγον, ὅτι θέτει ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος, θρυαλλίδα εἰς τὰ θεμέλια τοῦ ἄρθρου, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται, ὅτι ὁ βουλευτὴς εἶναι ἀκαταδίωκτος ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του. Παρακαλῶ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας, οἱ ὁποῖοι, φαίνεται, ἐν μεγάλῳ μέτρῳ, ἔχουν συμπληρώσει τὸ ψηφοδέλτιον, ὥστε νὰ τοὺς φαίνεται ἡ συζήτησις Βυζαντινολογία, ἐνῷ τοὺς ἀφορᾷ καὶ αὐτοὺς καὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, παρακαλῶ νὰ προσέξουν τὸ θέμα αὐτό, διότι δὲν πρόκειται περὶ διώξεως ἑνὸς ἢ δύο βουλευτῶν τῆς σημερινῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι ἡ δίωξις δύναται νὰ γίνῃ δίωξις τῆς αὐριανῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοῶ νὰ μεταχειρισθῶ, διότι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, τοὐλάχιστον, εἴτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, εἴτε ἐν τῇ Κυβερνήσει, οὐδέποτε θὰ ὑποστηρίξω τοιαύτην θεωρίαν. Ἀκούσατε, λοιπόν, ἡ θεωρία ποία εἶναι; Ὅτι ναὶ μὲν τὸ κείμενον τῆς ἐρωτήσεως κατατεθὲν δὲν δίδει δικαίωμα διώξεως, ἀλλὰ ἡ ἀναδημοσίευσις...........
§40Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι ἡ ἀναδημοσίευσις.
§41Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν θὰ ἀποφύγετε τὸ ζήτημα μὲ δικολαβισμούς, θὰ ζητήσω νὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὁ φάκελλος διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι πρόκειται περὶ κειμένων ἐρωτήσεων, τὰ ὁποῖα ἀναδημοσιεύονται, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δεικνύει τὴν συκοφαντικὴν διάθεσιν τοῦ βουλευτοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος ὁ βουλευτὴς διὰ τὴν περαιτέρω δημοσιότητα τῶν ἐρωτήσεων ἢ τῶν ἐπερωτήσεων ποὺ καταθέτει. Προσωπικῶς τὸν βουλευτήν, ὁ ὁποῖος, τυχόν, κάνει συκοφαντικὴν ἐρώτησιν ἢ ἐπερώτησιν καὶ τὴν δίδει εἰς τὴν δημοσιότητα, τὸν οἱονδήποτε βουλευτήν, ἐνῶ δὲν τὸν ὑποστηρίζω καὶ ἀκόμη περισσότερον, θεωρῶ, ὅτι πρέπει οἱ βουλευταὶ νὰ εἶναι, ἀκριβεῖς, διότι ἔχουν τὸ ἀκαταδίωκτον, περισσότερον προσεκτικοὶ καί, ὅτι ἔχει ἠθικὰς καὶ πολιτικὰς εὐθύνας ὁ βουλευτής, ὅταν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του κακομεταχειρίζεται τὰς ὑπολήψεις οἱουδήποτε πολίτου. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου νὰ λησμονηθῇ, ὅτι ἡ δημοσιότης εἶναι κανὼν διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει μία ἀπόστασις κολοσσιαία. Δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὅ,τι λέγομεν ἐδῶ καλῶς τὸ λέγομεν, ἐάν, ὅμως, βγῇ εἰς τὴν δημοσιότητα, γίνεται κακὸν καὶ ἄσχημον. Αἱ ἀγορεύσεις μας ἐν τῇ Βουλῇ, δημοσιεύονται μὲ τεραστίους τίτλους εἰς τὰς ἐφημερίδας. Νὰ σᾶς εἴπω ἕνα παράδειγμα. Γίνεται μία ὀξεῖα συζήτησις καὶ ὑπάρχει ἀντιγνωμία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ ἑνὸς εἰδικοῦ θέματος. Τὴν ἄλλην ἡμέραν αἱ Κυβερνητικαὶ ἐφημερίδες γράφουν. Συντριπτικὴ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς συκοφαντίας τῆς Ἀνπολιτεύσεως. Αἱ ἐφημερίδες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως γράφουν. Συντριπτικαὶ ἀγορεύσεις τῶν ἡγετῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Τὶ θὰ κάνωμεν τώρα; Θὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει αἱ ἐφημερίδες, τὰς ἀγορεύσεις αὐτὰς νὰ τὰς δημοσιεύσουν μὲν μετὰ σχολίων καὶ τίτλων, καὶ ὅταν μία ἐφημερὶς δημοσιεύσῃ, ἀλλ’ ἐὰν δημοσιεύσῃ εἰδικῶς τὴν ἀγόρευσιν ἑνὸς βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος μάχεται ἐναντίον ἑνὸς Ὑπουργοῦ, τότε ὁ βουλευτὴς εἶναι ὑπεύθυνος δι’ αὐτό, διότι ἔδωκε αὐτὸς νὰ δημοσιευθῇ, διὰ νὰ κάμῃ τὴν ρεκλάμαν του καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν παύει νὰ εἶναι βουλευτής. Μένει ἀκαταδίωκτος δι’ ὅσα εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ γίνεται διώξιμος, διότι αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐδημοσίευσε, πρᾶγμα ποὺ ἀποδεικνύει πρόθεσιν συκοφαντίας. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι μία βάσις νομολογίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς Βουλῆς δεκτή, ἀλλὰ ἐλπίζω, καὶ ἀπὸ τὰ δικαστήρια. Δι’ αὐτὸ προτείνω, ὅπως ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀντιγνωμία νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφίσωμεν ἐφ’ ὅλων τῶν προτάσεων, ἐφ’ ὅλων τῶν προτάσεων ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἀπαλλακτικὴ οὕτως, εἰπεῖν, πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ ἐκείνων ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας νὰ γίνῃ χωριστὴ συζήτησις, διὰ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὴν δυνατότητα, ὅλοι οἱ βουλευταὶ καὶ τῆς πλειοψηφίας νὰ λάβουν γνῶσιν καὶ τῶν φακέλλων, νὰ μάθουν περὶ τίνος, ἀκριβῶς, πρόκειται, διὰ νὰ προστατεύσουν καὶ τὸ δικαίωμά των καὶ τὸ Σύνταγμα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσιριμῶκο, σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ὡμιλήσατε τρεῖς φοράς.
§43Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Πρῶτον, θὰ ἤθελα νὰ παράσχω ὡρισμένας πληροφορίας εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τοῦ Κόμματος Ἐθνικῆς Ἀναδημιουργίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ νόμον νὰ ὑπάρχῃ αὐτεπάγγελτος δίωξις ἐπὶ δυσφημήσει ἢ ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει. Ἐπομένως νὰ μὴ αἰτώμεθα Εἰσαγγελεῖς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀνακῦψαν Συνταγματικὸν ζήτημα διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο ἀντικειμενικῶς, πρέπει νὰ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τὰς συγκεκριμένας περιπτώσεις τῶν φακέλλων. Τὰς περιπτώσεις τὰς συγκεκριμένας, οὔτε ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, οὔτε καὶ ἐνθυμοῦμαι. Ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελα νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, εἶναι ζήτημα τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι διαγράφουν τὰ ὅρια τῶν ἄρθρων 62 καὶ 63 τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος ὁ βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται διὰ τὴν Κοινοβουλευτικήν του δραστηριότητα, δηλαδὴ διὰ τὴν γνώμην ἢ ψῆφον του. Τὶ ἄλλο, ὅμως, συμβαίνει: Ὁ βουλευτὴς συμφώνως πρὸς ἀρχήν, ἡ ὁποία εἶναι παγίως παραδεκτὴ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἰς ὅλας τὰς Κοινοβουλευτικὰς χώρας τοῦ κόσμου διώκεται δι’ ὅλας τὰς ἄλλας πράξεις του, αἱ ὁποῖαι δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν Κοινοβουλευτικῶν του καθηκόντων, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀξιόποινοι. Μεταξὺ τῶν πράξεων αὐτῶν τοῦ βουλευτοῦ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ δημοσίευσις μιᾶς γνώμης, ἡ ὁποία περιέχει τυχὸν ἀδίκημα ἐκτὸς τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ Συντάγματος καλυπτομένης δημοσιότητος τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ὄχι, βεβαίως, ὅτι ἡ παρὰ τρίτου δημοσίευσις ἐρωτήσεως ἐν ἀγνοίᾳ βουλευτοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀφορμὴν διώξεως. Τὸ ζήτημα, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχει προκαλέσει ἀντιγνωμίας, Δηλαδή, τόσον ὁ Σγουρίτσας, ὅσον ὁ Ν. Σαρίπολος, ὁ Κυριακὸς καὶ ἄλλοι, ἐπίσης, εἰς τὴν Γαλλίαν, καθὼς καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καθὼς καὶ εἰς τὰς ἄλλας Κοινοβουλευτικὰς χώρας, ἔχουν κρίνει, ὅτι πᾶσα ἐνέργεια, ἡ ὁποία δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ παρ’ ἄλλων παρὰ μὴ βουλευτῶν, ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν δικαστηρίων ὡς πρὸς τὸ ἂν περιέχῃ ἀδίκημα.
§44Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ κατάθεσις ἐπερωτήσεων καὶ ἐρωτήσεων, γίνεται ὑπὸ βουλευτοῦ.
§45Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αἱ ἐνέργειαι αὗται δὲν δύνανται νὰ δώσουν ἀφορμὴν πρὸς δίωξιν. Ἀλλὰ αἱ περαιτέρω ἐνέργειαι εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἐξεταστέον ἂν εὑρίσκωνται ἐντὸς τῶν Κοινοβουλευτικῶν καθηκόντων, ἐντὸς τῆς Κοινοβουλευτικῆς δραστηριότητος. Ἡ γνώμη τῶν συγγραφέων ἔχει διατυπωθῆ εἰδικῶς ἐπὶ τῶν ἑξῆς θεμάτων: Ἐπὶ τῶν δημοσιεύσεων οἱωνδήποτε δυσφημιστικῶν γνωμῶν παρ’ αὐτοῦ τοῦ βουλευτοῦ. Ἑπομένως, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἐὰν μία περίπτωσις ἐμπίπτῃ εἰς τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος εἶναι ζήτημα κρίσεως δικαστικῆς ἑκάστοτε. Θὰ ἤθελα νὰ ἀναγνώσω, ὄχι διὰ νὰ ἀναφερθῶ εἰς συγκεκριμένην τινὰ περίπτωσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ μνημονεύσω τὰς γνώμας συγγραφέων, θὰ ἤθελα, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀναγνώσω περικοπάς τινας, περὶ τῶν ὁρίων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Συντάγματος, ἂν καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ λύεται ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου.
§46Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε τὰς περικοπὰς αὐτάς, ἀλλὰ δύνασθε, ἐπίσης, νὰ μὴ τὰς ἀναγνώσητε, διότι εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐπὶ ἐκείνου ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέτω τὸ ἐρώτημα καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀπάντησις δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι πανηγυρικὴ εἶναι, ὅτι ἡ δημοσιότης τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὅλων μέχρι καὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ ἀποψινὴ συζήτησις, ἀποτελεῖ τὸν κανόνα. Ἡ ἐρώτησις δέν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ μυστικὸν ἔγγραφον, διότι ἀφορᾷ τὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος γίνεται δημοσία. Αἱ ἐρωτήσεις, ὄχι μόνον δημοσιεύονται ὅπως οἱ λόγοι τῶν διαφόρων βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ διαδίδονται διὰ πάσης μεθόδου.
§47Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Συντάγματος εἶναι δημόσιαι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Μόνον βάσει τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ δημοσιευθῇ ἀτιμωρητί, καὶ ἐὰν διαπράττεται ἀδίκημα, ὅ,τι ἔχει σχέσιν μὲ τὴν Κοινοβουλευτικὴν ταύτην ἐργασίαν. Τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος καλύπτει τὰς Κοινοβουλευτικὰς πράξεις τοῦ βουλευτοῦ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διαβάσω τὰς γνώμας ὡρισμένων συγγραφέων ἐπὶ τῶν περιπτώσεων αὐτῶν. Ὁ Χ. Σγουρίτσας λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὸ ἀνεύθυνον δὲν καλύπτει πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ μόνον τὴν παρ’ αὐτοῦ δοθεῖσαν γνώμην ἢ ψῆφον κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων του. Δὲν εἶναι, συνεπῶς, ἀνεύθυνος ὁ βουλευτὴς ἐὰν ἐξέφρασε γνώμην ἔξω τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων π.χ. εἰς δημοσιεύματά του εἰς τὸν τύπον........». Ὁ Ν. Σαρίπολος λέγει: «Ὁ βουλευτὴς εἶναι ὑπεύθυνος δημοσιεύων τι διὰ τοῦ τύπου. Ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει, ὁ βουλευτὴς εἶναι κατὰ τοὺς νόμους ὑπεύθυνος, ἐὰν τὸ διὰ τοῦ τύπου δημοσιευθὲν δὲν εἶναι ἁπλῆ ἀναδημοσίευσις καλῇ τῇ πίστει τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἔκφρασις γνώμης γενομένης ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ διὰ τοῦ τύπου». Ὁ Ἠλίας Ζέγγελης λέγει: «Ὁ βουλευτὴς καταδιώκεται παρεκτρεπόμενος τὸν νόμον...... εἴτε ὁσάκις οὗτος διὰ τοῦ τύπου ἐκθέτει τὰς γνώμας καὶ τὰς σκέψεις αὐτοῦ, ἔστω καὶ ἂν αὗται ὡς δύο σταγόνες ὕδατος ὁμοιάζουσι πρὸς τὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐξενεχθείσας, ἃς ἡ ἀσυλία περιφρουρεῖ». Ὁ Διομήδης Κυριακὸς προχωρεῖ περαιτέρω καὶ πιστεύει, ὅτι «ἡ παρὰ τοῦ βουλευτοῦ κυκλοφορία ἀνατύπων καὶ διανομὴ αὐτῶν δὲν καλύπτεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Συντάγματος». Τοῦ ἄρθρου 63, βεβαίως, ἡ ἐφαρμογὴ ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἄλλο θέμα εἶναι ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Συντάγματος. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει ἐπίσης ἐπιχείρημα ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Βʹ Ψηφίσματος. Αὕτη προέβλεπε τὸ ἀνεύθυνον καὶ ἕνεκα «δημοσιεύσεως τῆς γνώμης». Ἐξ ἄλλου, ὁ βουλευτὴς Ν. Ἀντωνόπουλος, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27.12.47 ὑπεστήριξεν, ὅτι τὰ βουλευτικὰ αἰσθήματα κόπτονται οὐχὶ μόνον ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχθη τὴν ἄποψιν αὐτὴν τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐμειοψήφισεν. Ἐξ ἄλλου, ὁ ἀείμνηστος Ν. Δημητρακόπουλος κατέθεσε νομοσχέδιον περὶ Τύπου καὶ ἐξυβρίσεων τὸ ἔτος 1911. Καὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐψηφίσθη ἕνα τμῆμα, ἕνα ἄλλο τμῆμα δὲν ἐψηφίσθη. Εἰς τὸ ἄρθρον 58 τοῦ σχεδίου, προσδιορίζων τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ δημοσίευσις δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς δίωξιν, λέγει: «α) ...... β) διὰ τὴν ἀκριβῆ ἢ ἀνακριβῆ μὲν ἀλλὰ καλῇ τῇ πίστει δημοσίευσιν ἐν ἐφημερίδι ἐκθέσεων ἐν λεπτομερείᾳ ἢ ἐν περιλήψει τῶν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς λεγομένων». Εἰς δὲ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, λέγει περὶ τῆς διατάξεως: «Ἡ διάταξις, δι’ ἧς οὐδεμίαν εὐθύνην φέρει ὁ δημοσιεύων τὰ ἐν τῇ Βουλῇ λαμβάνοντα χώραν εἶναι συνέπεια τῆς δημοσιότητος τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς». Τέλος, ἐκ τῶν πολλῶν ξένων γνωμῶν θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω μίαν μόνον, τοῦ καθηγητοῦ Μπαρτελεμύ, ἡ ὁποία διετυπώθη τὸ 1926 καὶ ὁ ὁποῖος λέγει: «Ὁ βουλευτής, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ γνωστὰς διὰ τῶν ἐφημερίδων τὰς γνώμας του, δὲν ἐνεργεῖ ὡς βουλευτής, εἶναι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπεύθυνος, κατὰ τὸ κοινὸν (Ποινικὸν) Δίκαιον. Ἐὰν ἐπαναλάβῃ εἰς ἄρθρον ἐφημερίδος μίαν ἐξύβρισιν ἢ δυσφήμησιν τὴν ὁποίαν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἄνευ κυρώσεων, εἶναι διὰ τοῦτο ὑπεύθυνος». Αὐτὴ εἶναι ἡ σειρὰ τῶν ἐπιστημονικῶν γνωμῶν. Τὰ ἴδια δὲ ὑποστηρίζει καὶ ὁ Γουέητ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ὁ Σβάρτς εἰς τὴν Ἀμερικήν. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν θελήσωμεν νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὰς συγκεκριμένας περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνδεχομένως δημιουργοῦν ἀντιθέσεις καὶ ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ θέμα καθαρῶς ἐπιστημονικῶς, θὰ ἴδωμεν, ὅτι μόνον καθαρῶς κοινοβουλευτικαὶ ἐργασίαι, ὡς καὶ αἱ δημόσιαι συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς δὲν ὑπόκεινται εἰς κρίσιν περὶ τοῦ ἂν τυχὸν περιέχουν καὶ ἀξιόποινον πρᾶξιν, αἱ μὲν πρῶται κατὰ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος, αἱ δὲ δεύτεραι κατὰ τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Συντάγματος.
§48Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ προετοιμασία τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἀποσπασμάτων, ἐπιβεβαιοῖ τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους ἐξέφρασεν ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Μαῦρος.
§49Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅτι τὸ ἀδίκημα δὲν εἶναι ἐξ ἀμελείας, ἀλλὰ ἐκ δόλου.
§50Η. ΗΛΙΟΥ. Ὅτι εἶναι ἐκ προθέσεως. Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, οὐδὲν ἀπέδειξε δι’ ὅσων παραπομπῶν ἀνέγνωσε καὶ δι’ ἄλλων τόσων ὁμοίου περιεχομένου, τὰς ὁποίας θὰ ἠδύνατο μὲ ὀλίγην ἐπιμέλειαν νὰ συλλέξῃ, διότι ὅλαι αὐταὶ αἱ διακρίσεις τοῦ Σβώλου, τοῦ Σαριπόλου, τοῦ Σγουρίτσα— δὲν ὁμιλῶ διὰ τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύουν ἄλλο Δίκαιον καὶ ὄχι τὸ Ἑλληνικὸν Συνταγματικὸν Δίκαιον— ὅλαι αἱ παραπομπαὶ καὶ ὅλα τὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα ἔφερε, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἐκεῖ διαστέλλει τὰ λεχθέντα ἐν συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, ὅπου ὑπάρχει ἐνέργεια πολιτικῶν καθηκόντων, μὲ τὰ λεχθέντα τυχὸν ἐνώπιον ἑνὸς Συλλόγου ἰδιωτικοῦ, ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει ἢ κἄπου ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, ὅπου ὑπάρχει πράγματι ἀμφισβήτησις, ἐὰν αὐτὸ ἀποτελῇ ἄσκησιν ἢ ὄχι τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων. Δὲν διαστέλλει τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὰς ἐπερωτήσεις καὶ ἐρωτήσεις καὶ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὰ διαστέλλῃ, διότι ἀποτελοῦν ὄχι μόνον τὴν πληρεστέραν ἄσκησιν, ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτον αὐθεντικήν, διότι ἡ ἐπερώτησις περιέχει γραφὴν καὶ ὄχι ἐστενογραφημένην ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἰς τὰ πρόχειρα πρακτικὰ γενομένην σύντμησιν, δεκτικὴν ἐνδεχομένως καὶ ἀλλοιώσεώς τινος. Τὰ κείμενα τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸν νόμον, δημοσιεύονται, δημοσιεύονται δὲ εὐθύνῃ τοῦ Κράτους, ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπεύθυνον τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, καὶ λαμβάνει τὴν εὐρυτέραν δυνατὴν δημοσιότητα ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν. Εἶναι δὲ ἡ πρᾶξις τῆς δημοσιεύσεως ἑνιαία. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνεγκλήτως δημοσιεύεται εἰς τὸ ἓν ἔντυπον, γίνεται ἀδίκημα, ἐὰν δημοσιευθῇ εἰς τὸ ἄλλο. Αὐτὰ εἶναι ἐξεζητημένα καὶ ἐκτὸς πάσης λογικῆς. Ἡ δὲ προπαρασκευὴ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δὲν ἔφερε κανὲν ἐπιχείρημα διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ κἄτι ποὺ ἀποτελεῖ κατάφωρον παραβίασιν τοῦ Πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν εὑρίσκῃ τὴν προστασίαν ποὺ πρέπει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν πιστεύω, ὅτι θὰ τὴν εὕρῃ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, μὴ δυναμένων νὰ δικάσουν — ἄλλωστε ὑπάρχει καὶ πρόσφατος ἀπόφασις Δικαστηρίου ἐπ’ αὐτοῦ — μὴ δυναμένων νὰ δικάσουν ἐπὶ δυσφημήσει ἢ συκοφαντίᾳ ἢ ὅ,τι δήποτε ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχεται εἰς ἔγγραφα σχετικὰ μὲ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων. Νομίζω, ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο κατέτεινεν ἡ παρέμβασις τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἔφερεν ἐπιχειρήματα καὶ δὲν ἔπεισε, παρὰ εἰς τὸ νὰ ἐνισχύσῃ τὰς ἀνησυχίας, ὅτι πράγματι ἡ συλλογικὴ παραπομπή, ἡ ὁποία ἀποκλείει καὶ τὴν ἀτομικὴν κρίσιν, ἀποκλείει καὶ τὴν ἐν γνώσει τῆς οὐσίας κρίσιν καὶ δὲν ἐπιτρέπει παρὰ μόνον τὴν κομματικὴν κρίσιν, δὲν καταλήγει πλέον καὶ δὲν ἔχει ἄλλο σκοπόν, παρὰ τὴν ἔννοιαν πολιτικῆς ἐγγραφῆς καὶ ὄχι τὴν ἄρσιν ἀσυλίας. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι εἰς τοιαύτην περίπτωσιν νὰ συμμερισθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο διὰ νὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία ψυχραιμοτέρας κρίσεως, νὰ ἀποχωρισθοῦν οἱ 5, 8, 10 προτάσεις, περιπτώσεις προτάσεων, παραπομπῆς τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἀφεθοῦν διὰ νὰ μελετηθῇ καλλίτερον ἡ κἄθε ὑπόθεσις, ὁ κἄθε φάκελλος εἰς ἄλλην ψηφοφορίαν καὶ νὰ χωρήσωμεν εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν ὑπολειπομένων ἄλλων 80–85 περιπτώσεων.
§51Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς, θὰ ἠθέλομεν, μίαν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον ἡμᾶς, θὰ ἀρνηθῶμεν εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας διὰ τὴν ἐπιχειρουμένην κατάλυσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπιφέρει κλονισμὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος.
§52Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τοιαύτην πρότασιν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἤδη ἀνέπτυξε καὶ θεωρεῖ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβῃ.
§53Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις δὲν εἶναι νὰ ἀναλάβῃ καμμίαν πρωτοβουλίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπορρίψεως τῶν προτάσεων, ἀλλὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῶν συγκεκριμένων προτάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ διαφορά μας, ὅτι πρόκειται περὶ τελείας ἀντισυνταγματικῆς καὶ χονδροειδοῦς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος εἰς τρόπον ὥστε, ἀσκοῦντες ὡς ἄτομα τὰ βουλευτικά μας καθήκοντα, νὰ μελετήσωμεν τοὺς φακέλλους καὶ ἀντιληφθῶμεν ἐὰν πρόκειται περὶ ἀδικήματος. Ἑπομένως, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ πάρῃ θέσιν ἐν προκειμένῳ ἀποδεχομένη τὸν ἀποχωρισμὸν τῶν ὑποθέσεων. Ἐὰν καὶ εἰς τὴν ἐσχάτην αὐτὴν ὑποχώρησιν ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, λυπούμεθα εἰλικρινῶς, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἀρνηθῶμεν συμμετοχὴν εἰς οἱανδήποτε πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ προσπάθειαν παραβιάσεως τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ στοιχειώδους προνομίου τῶν βουλευτῶν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, ἔχει τὸν λόγον.
§55Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριοι βουλευταί, λαμβάνω τὸν λόγον διὰ νὰ παρακαλέσω τὸ Σῶμα νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας διὰ τῆς ἀπορρίψεως ἀντιθέτου ὁμοφώνου προτάσεως τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ τοῦτο, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν βουλευταὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ τελοῦν ὑπὸ τὸ βάρος οἱασδήποτε κατηγορίας, ἔστω καὶ ἀνυποστάτου, ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Τὸ ἀντικείμενον τῆς ὑποθέσεως, εἶναι τὸ ἑξῆς: Κατὰ τὸ 1957, βουλευτὴς ὢν τότε Κεφαλληνίας, εἶχον εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον μου μεταξὺ ἄλλων ἰδιαιτέρων μελῶν τῆς Κεφαλληνιακῆς Νεολαίας καὶ τὸν Κ. Γαλάτην. Τοῦτον κἄποτε, ἡμέραν τινά, παρετήρησα μετὰ δριμύτητος διὰ συγκεκριμένον παράπτωμα. Συνεπείᾳ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, μετά τινας ἡμέρας δὲν ἐνεφανίσθη εἰς τὸ Γραφεῖον καὶ ἀργότερον, νομίζω, κατ’ Ἰούλιον τοῦ 1957, ἤσκησεν ἀγωγὴν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδίκου ἐργατικῶν διαφορῶν, διὰ τῆς ὁποίας, ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν προηγήθη προειδοποίησις δι’ ἀπόλυσιν, ἐζήτησεν ἀποζημίωσιν. Ἡ πρωτόδικος ἀπόφασις ἦτο δυσμενὴς δι’ αὐτόν. Ἡ κατ’ ἔφεσιν ἀπόφασις, τὸν ἐδικαίωσεν ἐν μέρει καὶ τοῦ κατέβαλα ἀρχικῶς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 4.960 δι’ ἀποζημίωσιν καὶ ἐν συνεχείᾳ διὰ τὴν ἀπόλυσιν δραχμὰς 15.846. Ὁμοίως, τὸν Ἀπρίλιον, συμπληρωματικὰ ποσὰ διὰ τὰ δῶρα καὶ τέλος, διὰ καταγγελίαν συμβάσεως ἐργασίας δραχμὰς 10.248, ἤτοι ἐν συνόλῳ δραχμὰς 33.050. Ἀλλὰ ὁ κ. Ἰδιαίτερος δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο. Ὑπέβαλε σωρείαν μηνύσεων ἐναντίον παλαιῶν συνεργατῶν τοῦ Γραφείου, οἱ ὁποῖοι τελικῶς ἅπαντες ἠθωώθησαν καὶ ἀπηλλάγησαν. Τέλος, κατέφυγε καὶ εἰς τὸ ΙΚΑ δι’ ἀσφάλιστρα. Ἀλλὰ ἐν τῷ μεταξύ, τὸ Ποινικὸν Δικαστήριον ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει σχέσις ἐργασίας καὶ ἐν συνεχείᾳ τὸ ΙΚΑ ἠκύρωσε τὴν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεβάλλοντο εἰς βάρος μου εἰσφοραὶ ἐκ δραχμῶν 19.030 διὰ τὰ ἀσφάλιστρα. Ἀλλά, κατὰ τὴν κρίσιμον αὐτὴν περίοδον συνέπεσε νὰ εἶμαι ὑπουργὸς καὶ πρὸς ἀποφυγήν, ἔστω καὶ τῆς ὑπονοίας, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ ΙΚΑ, ἂν καὶ ἀπολύτως δικαία, εἶχε σχέσιν τινὰ μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ τυχὸν ἐπιρροήν μου, ἐκοινοποίησα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος πρὸς τοῦτο, ἐξώδικον δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἀπεδεχόμην τὴν τοιαύτην ἀπόφασίν του καὶ ἀνέλαβα τὴν καταβολὴν πρὸς τὸ ΙΚΑ καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 19.000 δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Δηλαδή, συνολικῶς, κατέβαλα δραχμὰς 52.080. Ἀλλ’ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως, ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν ἀσκεῖ ἐκμετάλλευσιν, οὔτε ἐπιχείρησιν, οὔτε εἶναι ἐργοδότης, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοῦ ἐργοδότου, ἔναντι τοῦ ἰδιαιτέρου Γραμματέως του. Ξέρετε δέ, ὅτι εἰς τὰ διάφορα Πολιτικὰ Γραφεῖα, συγκεντροῦνται πλεῖστα πρόσωπα ὑπὸ τὴν μορφὴν συνεργατῶν κοινῶν προσπαθειῶν, τὰ ὁποῖα προσφέρουν ἑκάστοτε διαφόρους ὑπηρεσίας. Καὶ ἡ τοιαύτη σχέσις τοῦ βουλευτοῦ πρὸς τὰ πρόσωπα αὐτὰ καὶ τὸν ἰδιαίτερον, τὸν οἱονδήποτε ἰδιαίτερον γραμματέα, τὸν ὁποῖον ἑκάστοτε χρησιμοποιεῖ, πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι δὲν εἶναι ἡ σχέσις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζεται ὡς σχέσις ἐργοδότου. Διότι ἐπαναλαμβάνω, ὁ βουλευτὴς δὲν ἀσκεῖ οὔτε ἐπιχείρησιν, οὔτε ἐκμετάλλευσιν. Ἀλλ’ ἐὰν δίδω ἰδιαιτέραν σημασίαν, διὰ μίαν ἀσήμαντον ὑπόθεσιν, ὡς ἡ ἐκτεθεῖσα, τὸ πράττω, διότι εἰς ὅλην μου τὴν ζωὴν ἠγωνίσθην διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τοῦ ἐργαζομένου ἀνθρώπου καὶ δὲν ἐπεθύμουν καὶ δὲν ἐπιθυμῶ, εἰς καμμίαν περίπτωσιν καὶ δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν, νὰ ἐμφανισθῶ, ἔστω καὶ διὰ περίπτωσιν εἰδικήν, ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἐπροστάτευσα τοὺς μισθωτούς, τοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς ὑπαλλήλους, ἠδίκησα τὸν οἱονδήποτε ἐξ αὐτῶν, ἔστω καὶ τὸν ἰδιαίτερον γραμματέα μου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐστάθη, ὡς θὰ ἔπρεπεν, εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του. Πάντως, σᾶς παρακαλῶ, κ.κ. βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἰδιαιτέρως δὲ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ κομματικὰ κριτήρια καὶ οἱανδήποτε προσωπικὴν ἐκτίμησιν, ὁμοφώνως νὰ δώσετε τὴν συγκατάθεσίν σας διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζαρντινίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§57Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καίτοι ἡ προσωπικὴ δήλωσις τοῦ βουλευτοῦ οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποδοχὴν ἢ μὴ τῆς ἄρσεως διώξεως, ἐν τούτοις, παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας, ἵνα μοῦ δώσουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀποδείξω τὸ ἀνυπόστατον τῆς κατηγορίας. Ἐπιθυμῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ γνωρίζουν ἅπαντες, ὅτι ζητεῖται ἡ δίωξίς μου διὰ δῆθεν ἀδίκημα, ὅπερ διεπράχθη ἀπὸ τὸ ἐν Θεσσαλονίκῃ κατάστημά μου, ἀφορῶν ποσὸν 250 δραχμῶν. Κύριε Πρόεδρε, καὶ πέρυσιν αὐτὴν τὴν ἐποχήν, ὅταν ἐξεφωνήθη ἐν τῇ Βουλῇ ἡ αἴτησις ἄρσεως τῆς ἀσυλίας μου, ἐδημοσίευσαν αἱ ἐφημερίδες, ὅτι κατηγοροῦμαι ἐπὶ ἀπάτῃ. Αὔριον πάλιν, θὰ εἶμαι ὁ ἀπατεὼν διὰ τὴν δημοσίαν γνώμην. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας μου. Πᾶς τις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τὴν πικρίαν μου, διότι διασύρομαι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ληφθοῦν μέτρα κατοχυρώσεως τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τῶν βουλευτῶν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Χριστογεῶργος, ἔχει τὸν λόγον.
§59Μ. ΧΡΙΣΤΟΓΕΩΡΓΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προξενεῖ καὶ εἰς ἐμὲ κατάπληξιν τὸ γεγονὸς τῆς συλλήβδην εἰσαγωγῆς τῶν 98 αἰτήσεων ἄρσεως ἀσυλίας καὶ προξενεῖ κατάπληξιν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ὁμαδικῆς αὐτῆς εἰσαγωγῆς νὰ γίνῃ ἡ ἐξατομίκευσις ἑκάστης περιπτώσεως, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν ὁ κάθε βουλευτὴς νὰ ψηφίσῃ ἀφοῦ πρῶτον γνωρίζει, ἐὰν ἡ ὑπόθεσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιβάλλεται ἡ παραπομπὴ τοῦ κατηγορουμένου βουλευτοῦ εἰς τὸ Δικαστήριον. Ἐγὼ θὰ δεχθῶ ὡς κριτήρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸς στιγμὴν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας Κυβερνήσεως ἐδέχθησαν, δηλαδή, ὅτι ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας οἱ εἰσαγγελεῖς δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ διαβιβάσουν τὰς δικογραφίας, διότι ἦσαν ἀσήμαντα καὶ ἄνευ ἀξίας ἀδικήματα, ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις εἰς τὰς ὁποίας ἐνυπάρχει ἡ πολιτικὴ δίωξις καὶ διὰ τὰς ὁποίας πάλιν δὲν ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ κἂν ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας. Ὑπάρχουν, πέραν τούτου, καὶ περιπτώσεις ἀναγόμεναι εἰς τὰς ἐκλογὰς ἢ ἀναγόμεναι εἰς τὰ βουλευτικὰ καθήκοντα τῶν κατηγορουμένων βουλευτῶν. Κύριε Πρόεδρε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῇ ὁ βουλευτής, διότι ἢ εἴμεθα ἕνα Σῶμα ἁπλῶς διαβιβαστικὸν καὶ τύποις ἐκτελοῦμεν τὰ καθήκοντά μας, ὁπότε ἔπρεπεν ἀσυζητητὶ νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, ἢ εἴμεθα Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐξετάζει ἀνὰ πᾶσαν περίπτωσιν καὶ εἰς κάθε στιγμὴν τὴν κατηγορίαν, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται ὁ βουλευτής. Ἐάν, λοιπόν, εἴμεθα αὐτὸ τὸ δεύτερον — καὶ πιστεύω, ὅτι αὐτὸ εἴμεθα— τότε εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ὄχι νὰ ὑπεισέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν μίαν γνώμην περὶ τῆς ὑποθέσεως. Πῶς, ὅμως, θὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν γνώμην, μὲ βάσιν αὐτὸ τὸ ψηφοδέλτιον καὶ μόνον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου, οὔτε καὶ αὐτὸ εἶναι πλῆρες; Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἔπρεπε, πέραν τῶν εἰσηγητικῶν ἐκθέσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Δικαιοσύνης, αἱ ὁποῖαι διενεμήθησαν, ἀλλὰ δὲν διενεμήθησαν μαζὶ μὲ τὸ ψηφοδέλτιον, ὥστε νὰ εἶναι συνάρτησις τούτου, ἔπρεπε καὶ εἰς τὸ ψηφοδέλτιον νὰ γίνεται μία μνεία τὶ εἶπεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ ἑκάστης περιπτώσεως. Ἀλλά, πέραν τούτου, εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν ὁμιλεῖ τὸ ψηφοδέλτιον ἐπὶ βάσει τῶν ἄρθρων 57 τοῦ Α.Ν. 376)36. Καὶ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθοῦν ἐξ αὐτῆς τῆς διατυπώσεως τῆς παραβάσεως οἱ μὴ δικηγόροι βουλευταί;
§60Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι κατήγορος τῶν συναδέλφων, οὔτε ἔχει ἀνάμιξιν καμμίαν εἰς τὴν δίωξιν, ἡ ὁποία γίνεται ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλοίμονον, ἂν ὁ ὑπουργὸς ἐμφανίζεται, ὡς κατήγορος τῶν βουλευτῶν.
§61Μ. ΧΡΙΣΤΟΓΕΩΡΓΟΣ. Ἀνεφέρθην, διότι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἀνεμίχθη εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν θέλῃ νὰ ἀποτείνωμαι εἰς ἐκεῖνον, ἀποτείνομαι εἰς τὸν κ. Πρόεδρον. Καὶ ἐρωτῶ, τὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῇ ἐπὶ τῆς οὐσίας ὁ ψηφίζων βουλευτής, ὅταν εἰς τὸ ψηφοδέλτιον ἀναγράφεται παράβασις τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Α. Ν. 376)36; Εἶναι δυνατόν, κ. Ὑπουργέ, ὁ κάθε βουλευτὴς νὰ ὑποψιασθῇ, ὅτι καὶ φόνος καὶ ἐγκλήματα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν διαπραχθῇ. Θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Προεδρίας Κυβερνήσεως Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ πρέπει ἡ Βουλή, ἐν προκειμένῳ, νὰ ἀποφασίσῃ, νὰ ἐξετάσῃ κάθε περίπτωσιν, περιλαμβάνουσαν πολιτικὴν δίωξιν τοῦ κατηγορουμένου βουλευτοῦ. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν περίπτωσιν, ὁποίαν, μετὰ τοῦ συναδέλφου κυρίου Σκοπούλη, διὰ παράβασιν τοῦ Α. Ν. 376)36. Οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΔΑ δὲν δύνανται νὰ κυκλοφοροῦν εἰς τὴν ἐκλογικήν των περιφέρειαν, διότι, βάσει ἑνὸς νόμου τοῦ 1936, ἡ περιοχὴ ἔχει χαρακτηρισθῆ ἐπιτηρουμένη ζώνη. Ἡ ζώνη ἀρχίζει ἀμέσως βορείως τῶν Ἰωαννίνων καὶ περιλαμβάνει ἄνω τῶν 200 ἐκ τῶν 300 χωρίων τῆς ἐκλογικῆς μας περιφερείας. Τὸ θέμα εἶναι ἁπλούστατον. Αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἐπιτρέπουν εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς ΕΔΑ νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς ἐπιτηρουμένης ζώνης. Ἀνεφέρθην δι’ ἐρωτήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἦτο, ὅτι χρειάζεται ἄδεια. Ἀνεφέρθημεν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς δι’ ἀναφορᾶς μας καὶ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν κατώρθωσε νὰ λύσῃ τὸ θέμα. Ἐρωτῶ, ἐνυπάρχει ἐν τῇ διώξει αὐτοῦ τοῦ ἀδικήματος πολιτικὴ δίωξις ἢ ὄχι; Ὁ ὁμιλῶν βουλευτὴς Χριστογεῶργος, δικηγόρος ἐν Ἰωαννίνοις, πρὶν ἢ ἐκλεγῇ βουλευτής, ἐκυκλοφόρει εἰς τὴν περιοχὴν τῆς ἐπιτηρουμένης ζώνης. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀπὸ 21 Ἰανουαρίου 1957 ἄδειαν τοῦ Τμήματος Ἀσφαλείας Ἰωαννίνων, ἵνα μεταβῶ εἰς Ζίτσαν. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἡ ὁποία εἶναι σοβαρὰ καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῶν κ.κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ψηφίσουν. Ἐπὶ πλέον, ἐνῷ τὸ 1957 μετέβην εἰς Ζίτσαν, ἐνῷ διὰ δευτέραν φορὰν μετέβην εἰς Ζίτσαν, ἐπίσης, ἐνῷ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς 20ῆς Ἰουνίου 1957 μετέβην εἰς Κόνιτσαν δι’ ἀτομικήν μου ὑπόθεσιν, ἐνῷ ὡς ὑποψήφιος βουλευτής, πρὶν ἀνακηρυχθῶ βουλευτής, ἐπῆγα μὲ μίαν ἄδειαν καὶ ὁ κ. Διοικητὴς Ἀσφαλείας λέγει «ἐθεωρήθη ἡ ἄδεια ..... ...... (ἀναγινώσκει) ........», ἐρωτῶ, αὐτό, ἐνῷ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ «καθ’ ὃ βουλευτής», τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι οἱ βουλευταὶ δύνανται νὰ κινοῦνται ἐλευθέρως ἐντὸς τῆς ἐλευθέρας ζώνης, τὶ συνέβη, ὥστε νὰ μετατραπῇ μεταγενεστέρως καὶ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ κινοῦνται ἐντὸς τῆς ἐκλογικῆς των περιφερείας; Εἶναι ἀδίκημα διὰ δίωξιν;
§62Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἀξίζει νὰ ἀντιμετωπισθῇ σοβαρῶς καὶ ψυχραίμως, πέραν τῶν ἐπὶ μέρους περιπτώσεων, διότι, ὄντως, τὸν τελευταῖον καιρὸν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀρχίζει νὰ ἀλλάζῃ κατεύθυνσιν εἰς μίαν παγίαν γραμμήν, τὴν ὁποίαν μέχρι σήμερον ἠκολούθησε. Καὶ μίαν τοιαύτην σοβαρὰν ἀπόφασιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι διατεθειμένη ἡ πλειοψηφία νὰ τὴν λάβῃ, πρέπει καὶ σοβαρὰ νὰ τὴν συζητήσῃ καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κύριοι συνάδελφοι, ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, περὶ τῶν ὁποίων ἔγινε καὶ ἀπόψε εὐρὺς λόγος. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, ἰδιαίτερα εἰς τὴν ἐποχήν μας, δὲν ἠμπορεῖ βεβαίως νὰ σημαίνῃ, ὅτι ὁ βουλευτὴς εἶναι ἀκαταδίωκτος δι’ οἱανδήποτε παράβασιν. Ἀλλὰ σημαίνει ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραβιάζεται, νὰ ἐμποδίζεται ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ὑψηλοῦ του λειτουργήματος διὰ λόγους πολιτικῆς διώξεως, ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ κακῶς, κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν, εἶχεν ἀκολουθήσει μέχρι σήμερον τὸ σύστημα, πλὴν ἐλαχίστων σπανιωτάτων ἐξαιρέσεων, νὰ μὴ δέχεται εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν τὴν ἄρσιν ἀσυλίας. Προσωπικῶς, κύριοι συνάδελφοι, εἶχον καὶ ἄλλοτε τὴν εὐχέρειαν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀποδέχομαι τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Διότι παρουσιάζεται, φέρ’ εἰπεῖν —καὶ τὸ ἐμφανίζω ὡς παράδειγμα— τὸ ἀποψινὸν φαινόμενον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας, ὁ ὁποῖος δικαιολογημένα ζητεῖ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας του διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐκκαθαρίσῃ μίαν κατηγορίαν, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸ κοινὸν Ποινικὸν Δίκαιον καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἐκκρεμότης προσωπικῶς τὸν ἐνοχλεῖ, καὶ εὐλόγως τὸν ἐνοχλεῖ. Κατὰ συνέπειαν, περὶ κοινῶν ποινικῶν ἀδικημάτων σηκώνει συζήτησιν τὸ θέμα καὶ δύναταί τις νὰ ἀποδέχεται ἢ νὰ μὴ ἀποδέχεται, καὶ διευκρινίζω, ὅτι ἐγὼ προσωπικῶς οὐδέποτε παρεδέχθην τὴν ἀπόλυτον ἀρχήν, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη ἄλλοτε εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, νὰ μὴ δίδεται οὐδεμία ἄρσις τῆς ἀσυλίας. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν, κύριοι συνάδελφοι, μέχρι τοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν προηγουμένην σχετικὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀποψινὴν παρουσιάζεται, ὑπάρχει ἀπόστασις. Θὰ διατυπώσω ἐν ἀπολύτῳ συντομίᾳ τὰς ἀπόψεις ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων ποὺ ἐθίγησαν. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι θὰ εὑρεθῶ αὐτὴν τὴν φορὰν σύμφωνος μὲ τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει δίκαιον νὰ ἐπιδιώκῃ ἐκκαθάρισιν ὅλων τῶν ἐκκρεμοτήτων, πρὸ παντὸς ἀφοῦ τὴν προηγουμένην φορὰν κατηγορήθη, ὅτι ἔκαμεν εἰδικὴν ἐκλογὴν καὶ ἔφερε πρὸς συζήτησιν ὡρισμένας, ἐνῷ ἄλλας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν παλαιότεραι, τὰς ἄφησεν ἐν ἐκκρεμότητι. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου προάγει καὶ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι συμβαίνει νὰ εἶναι κατηγορούμενοι, διευκολύνει ἡ εἰσαγωγὴ πρὸς τελικὴν ἀπόφασιν ὅλων τῶν ὑποθέσεων. Καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀπολύτως δικαιολογία διὰ νὰ κρατῶνται ὑποθέσεις ὥριμοι— ἐννοῶ ὡρίμους αὐτάς, διὰ τὰς ὁποίας ἔχει ἀποφανθῇ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης— ἐπὶ ἓν καὶ ἑνάμισυ ἔτος εἰς τὸ Προεδρεῖον, χωρὶς νὰ εἰσάγωνται πρὸς συζήτησιν καὶ λῆψιν ἀποφάσεως. Κατὰ συνέπειαν, εἰς τοῦτο θὰ εὑρεθῶ σύμφωνος μὲ τὸ Προεδρεῖον. Ἀλλά, πέραν τούτων, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως κρίνων, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία ἦτο μέχρι τῆς προηγουμένης σχετικῆς συζητήσεως καὶ ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀπὸ τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν ὁδηγεῖ εἰς τὸ συμπέρασμα, ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπου θὰ ἔπρεπε, διότι ὑπάρχει ἀδιαμφισβητήτως ἢ ἔστω ὑπάρχει κατὰ ἕνα ποσοστὸν ὑπόνοια πολιτικῆς διώξεως νὰ μὴ αἴρεται ἡ ἀσυλία, ἐκεῖ ἀκριβῶς, αἴρεται. Κύριοι συνάδελφοι, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος, καὶ ἰδιαιτέρως τῶν βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τοῦ φαινομένου αὐτοῦ. Δὲν κερδίζομεν τίποτε, κύριοι συνάδελφοι, ὡς Κοινοβούλιον καὶ δὲν κερδίζει τίποτε τὸ Δημοκρατικόν μας Πολίτευμα, ἐὰν δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐπιδιώκομεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀσυλίαν ἐπὶ τῶν κατ’ ἐξοχὴν πολιτικῶν ἀδικημάτων, ἐπὶ ἐκείνων τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα ὅλα τὰ Συντάγματα ἀπὸ καταβολῆς Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἠθέλησαν νὰ προστατεύσουν. Καὶ τέλος, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ ἐπισημάνω ἰδιαιτέρως τὸ θέμα τὸ ἀνακῦψαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δίωξιν βουλευτῶν διὰ γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων των. Τὸν φίλον κ. ὑπουργὸν Δικαιοσύνης παρηκολούθησα μετὰ πολλῆς προσοχῆς, ἐπιδιώκοντα νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀπολύτως σαφής. Δὲν τὴν συνδέω μὲ τὴν δημοσιότητα τῶν συζητήσεων. Τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὴν δημοσιότητα τῶν συζητήσεων εἶναι κεχωρισμένον καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἐν προκειμένῳ ἔχει θέσιν. Ἔχει ὅμως θέσιν τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν διώκεται διὰ γνώμην ἢ ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων του. Μέσα εἰς τὰ καθήκοντα τῶν βουλευτῶν, τὰ ἀποκλειστικά των καθήκοντα, εἶναι βεβαίως καὶ ἡ ἄσκησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος γίνεται εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τῶν ἐρωτήσεων, εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐπομένως, ἡ ἐρώτησις καὶ ἡ ἐπερώτησις εἶναι δημοσία ἐνέργεια τοῦ βουλευτοῦ. Γίνεται ἐγγράφως, κατὰ τὸν Κανονισμόν, δημοσιεύεται μερίμνῃ τοῦ Σώματος καὶ δαπάναις τοῦ Κράτους καὶ διατυπώνεται καὶ γίνεται ἐν συνεχείᾳ ἐπ’ αὐτῆς δημοσία συζήτησις. Κατὰ συνέπειαν, ἡ ὑποβολὴ ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων εἶναι πρᾶξις ἀναγομένη ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ καὶ ὡς τοιαύτη ὑπαγομένη εἰς τὰς προϋποθέσεις τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα θέτει. Κύριοι συνάδελφοι, χρειάζεται πάρα πολὺ σοφιστεία καὶ πάρα πολὺ διάθεσις νὰ ὑποστηρίξῃ κανεὶς διὰ λόγους ἀναμφισβητήτως πολιτικοὺς τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, διὰ νὰ ἀνεύρῃ, διὰ νὰ ἀναζητήσῃ νὰ ἀνεύρῃ καὶ εἰς τοὺς ἑρμηνευτὰς τοῦ Συντάγματος εἰδικὰ ἐπιχειρήματα. Τὶ λέγουν ὅλοι οἱ διαπρεπεῖς ἐπιστήμονες τοὺς ὁποίους ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπεκαλέσθη; Λέγουν κἄτι, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχουν δίκαιον. Ἐὰν ἕνας βουλευτὴς διατυπώσῃ μίαν ἄποψιν εἰς μίαν ἐρώτησιν, ἡ δημοσίευσις τῆς ἐρωτήσεως εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν ἠμπορεῖ νὰ συνιστᾷ ποινικὸν ἀδίκημα. Ἐὰν ὅμως ὁ βουλευτὴς αὐτὴν τὴν ἄποψιν περίπου διατυπώσῃ εἰς μίαν δημοσίαν ὁμιλίαν ἢ τὴν δημοσιεύσει ὡς ἰδιώτης εἰς ἕνα ἄρθρον μιᾶς ἡμερησίας ἐφημερίδος, βεβαίως, οὐδεμιᾶς ἀπολαμβάνει ἀσυλίας διὰ τὴν δευτέραν αὐτὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης του, ἔστω καὶ ἂν τὴν γνώμην αὐτὴν ὑπὸ διάφορον ἢ περίπου ὁμοίαν μορφὴν τὴν ἔχει διατυπώσει παλαιότερον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἡ δημοσίευσις αὐτουσίας τῆς ἐπερωτήσεως ἢ τῆς ἐρωτήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν νὰ ἀποτελῇ ἀξιόποινον ἀδίκημα. Πολλῷ μᾶλλον, κύριοι συνάδελφοι, ἀφοῦ ἡ ἐρώτησις καὶ ἡ ἐπερώτησις εἶναι ἐκ τῆς φύσεώς των δημόσιαι, ὑποχρεοῦται ἡ Βουλὴ νὰ τὰς δημοσιεύσῃ καὶ τὰς ἐκδώσῃ εἰς πρακτικόν, εἰς ἰδιαίτερον τεῦχος. Εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἀναδημοσίευσις κειμένων τῆς Βουλῆς συνιστᾷ ποινικὸν ἀδίκημα; Βεβαίως, ὄχι. Τοιαύτην παραδοξολογίαν οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ. Βεβαίως, μεσολαβεῖ ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς μέχρι τῆς ἐκτυπώσεως ἕνα χρονικὸν διάστημα, διότι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον ἐκ τῶν πραγμάτων. Λογικῶς δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ εἶναι μακρόν. Ἐνδέχεται, ὅμως, ἐν τῇ πράξει νὰ εἶναι κάπως μακρότερον. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἔχει ὑποβληθῆ καὶ ἐκτυπωθῆ ἡ ἐρώτησις ἢ ἐπερώτησις καὶ τὴν ἐδημοσίευσεν ὁ βουλευτής, ὁ ὁποῖος τὴν ὑπέβαλεν, ὅτι μὲ τὴν δημοσίευσιν αὐτὴν διαπράττει ποινικὸν ἀδίκημα; Καὶ ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ τοῦ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία; Κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται περὶ ἀπιθάνου παραδοξολογίας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὐδὲν νομικὸν καὶ πολιτικὸν ἔρεισμα καὶ ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως ἐὰν γίνῃ δεκτή, τραυματίζει βαρύτατα ἕνα θεσμόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, οὔτε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μίαν ἀπὸ τὰς βάσεις τοῦ Δημοκρατικοῦ μας Πολιτεύματος. Μὲ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, χωρὶς νὰ διαφωνῶ μὲ τὴν ἐκκαθάρισιν ὅλων τῶν ἐκκρεμοτήτων τοῦ παρελθόντος, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ ὀλιγώτερον ποὺ ἔχει νὰ πράξῃ εἶναι αὐτὰς τὰς συγκεκριμένας περιπτώσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἐγένετο λόγος σήμερον, νὰ τὰς ἀποχωρίσῃ καὶ νὰ τὰς φέρῃ πρὸς συζήτησιν καὶ πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως προσεχῶς, ὅταν, θέλω νὰ ἐλπίζω, τὰ πνεύματα θὰ ἔχουν κάπως κατευνασθῆ, ὅταν ἡ ἔξαλλος αὐτὴ τάσις πρὸς ἄρσιν τῆς ἀσυλίας ἔχῃ κατὰ κἄποιον τρόπον χαλιναγωγηθῆ μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι συνάδελφοι, ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐνδιαφερόμεθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν τοῦ Αʹ ἢ τοῦ Βʹ βουλευτοῦ, ἀσχέτως εἰς ποίαν παράταξιν ἀνήκει. Δὲν ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς, εἰμὴ διὰ τοὺς θεσμοὺς καὶ διὰ τὸ Κοινοβούλιον. Θέλω νὰ πιστεύσετε σεῖς, κύριοι συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας, ὅτι θὰ τραυματίσητε τὸ κῦρος του καὶ ὅτι οὐδένα εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ πείσετε, ὅτι δὲν εἰσάγετε καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἀπαραδέκτους μεθόδους διώξεως τῆς Δημοκρατίας, τὰς ὁποίας συχνότατα χρησιμοποιεῖτε καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Γυιόκας, ἔχει τὸν λόγον.
§64Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι μεταξὺ ἐκείνων, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, διότι κατεμηνύθην ἀπὸ ἕνα ἀνώτερον ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος μὲ κατηγόρησεν, ὅτι μετέδωσα περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἀνεμιγνύετο εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, κατὰ τὴν περίοδον τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1956. Ὁ ἴδιος ἀξιωματικὸς εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958 ἐπολιτεύθη εἰς τὴν ἰδίαν περιφέρειαν. Ἑπομένως, δὲν μετέδωσα ἐγὼ ψευδεῖς πληροφορίας. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ ἀξιωματικὸς ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἔχω δίκαιον. Παρακαλῶ, ἑπομένως, τὴν Βουλὴν νὰ ἄρῃ τὴν ἀσυλίαν μου διὰ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἐγὼ ἠδίκησα κἄποιον καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς πολιτικῆς μου σταδιοδρομίας.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μπατρῖνος, ἔχει τὸν λόγον.
§66Λ. ΜΠΑΤΡΙΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, τὴν Καστοριάν, ἐκδίδεται μία ἐφημερὶς τῆς ὁποίας ὁ ἰδιοκτήτης καὶ διευθυντὴς μὲ ὑβρίζει ἀφ’ ὅτου πολιτεύομαι. Οὐδέποτε ἔδωσα σημασίαν εἰς τὰς ὕβρεις του καὶ οὐδέποτε τὸν ἐμήνυσα. Εἰς τὰς 16 Δεκεμβρίου τοῦ 1956 ἐκήδευα τὴν γυναῖκα μου. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῆς κηδείας, ὁ ἰδιοκτήτης καὶ διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος ἀπηύθυνεν ὑβριστικὴν ἐπιστολὴν ἐναντίον τῆς νεκρᾶς γυναικός μου. Ὅταν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐπιστολῆς, τὸν ἐτιμώρησα ὅπως πρέπει νὰ τιμωροῦνται οἱ ὑβρισταὶ τῶν νεκρῶν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ ζητῶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου, διὰ νὰ δικασθῶ ἀπὸ τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος μου.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Καρασάββας, ἔχει τὸν λόγον.
§68Σ. ΚΑΡΑΣΑΒΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 34 περίπτωσις τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἀτομική μου. Πρόκειται περὶ μηνύσεως ἐπὶ ἐξυβρίσει ὑποβληθείσης ὑπὸ χωροφύλακος τῆς ἰδιαιτέρας μου περιφερείας, Κοζάνης. Τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως, ἔχει ὡς ἑξῆς: Τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1959 μετέβην εἰς τὴν Κοζάνην καὶ εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως συνήντησα ἕνα φίλον μου καὶ συζητοῦσα μετ’ αὐτοῦ. Μετ’ ὀλίγον, εἴδομεν ἕνα χωροφύλακα μὲ στολὴν νὰ μᾶς πλησιάζῃ διὰ νὰ ἀκούσῃ τὶ λέγομεν. Παρέλαβον τὸν φίλον μου καὶ ἀπεμακρύνθην ἀπὸ τὸν χωροφύλακα, ἀλλ’ αὐτὸς μετὰ τοῦ φίλου του μᾶς ἐπλησίασε καὶ πάλιν καὶ παρηκολούθει τὴν συζήτησίν μας. Τότε ἠναγκάσθην νὰ τὸν ρωτήσω καὶ νὰ τοῦ εἴπω, «τὶ θέλετε κύριε. Ἐὰν εἶσθε ὄργανον τῆς τάξεως νὰ μοῦ δώσετε τὰ στοιχεῖα σας». Ἠρνήθη. Τότε τὸν παρεκάλεσα νὰ ἔλθῃ μαζὶ μου εἰς τὸ Τμῆμα. Καὶ πάλιν ἠρνήθη. Παρὰ τὴν στάσιν μου αὐτήν, οὗτος ἔκαμε μήνυσιν ἐναντίον μου ἐπὶ ἐξυβρίσει. Τὴν ἑπομένην μετέβην εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, τοῦ ἀνέφερα τὸ περιστατικὸν καὶ οὗτος μοῦ συνέστησε νὰ τοῦ ὑποβάλω μήνυσιν. Τότε ἀπήντησα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Κύριε Εἰσαγγελεῦ, σεῖς μᾶς συνιστᾶτε νὰ ἐρχώμεθα εἰς προστριβὰς μὲ τὰ κατώτερα ὄργανα; Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς εἰς τὰς ἐπαρχίας εἰς κάθε βῆμα μας παρακολουθούμεθα ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς τάξεως. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα, ὥστε νὰ προστατευθῇ τὸ κῦρος τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κοντουδάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§70Ι. ΚΟΝΤΟΥΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Κρήτης, ζητεῖ τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 182 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος, ἐπειδή, ὡς ὑποψήφιος βουλευτής, περιώδευσα καὶ ὡμίλουν εἰς τὴν ἐκλογικήν μου περιφέρειαν. Τὸ θέμα εἶναι ἀστεῖον καὶ νομίζω, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν μὲ τοιαῦτα θέματα. Ἐπίσης, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1956 συνώδευα τοὺς ὑποψηφίους βουλευτὰς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ δὲν ὑπῆρξε ζήτημα. Τὸ 1958, ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ὅταν περιελήφθην εἰς τὸν συνδυασμὸν τῆς ΕΔΑ, ἀνεκάλυψε παραβίασιν τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος καὶ ὑπέβαλε μήνυσιν ἐναντίον μου. Νομίζω, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς ὀφείλουν νὰ περιορισθοῦν εἰς τὰ καθήκοντά των καὶ νὰ μὴ ἐκθέτουν τὸ κῦρος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἄνευ λόγου.
§71Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Οἱ Εἰσαγγελεῖς, κ. συνάδελφε, ἐκτελοῦν πάντοτε τὸ καθῆκόν των.
§72Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὄχι πάντοτε, κ. Ὑπουργέ.
§73Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὑπάρχουν νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιτρέπουν νὰ γίνωνται διακρίσεις;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Χιωτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§75Κ. ΧΙΩΤΑΚΗΣ. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου, κ. Πρόεδρε, πολιορκεῖται τὸ γραφεῖον μου καὶ ἡ οἰκία μου ἀπὸ ὄργανα τῆς τάξεως. Ἅμα τῇ ἐξόδῳ ἐκ τῆς οἰκίας μου τῶν ἐπισκεπτομένων ἐμέ, οὗτοι συνελαμβάνοντο ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως καὶ ἀνεκρίνοντο περὶ τῶν λόγων ποὺ τοὺς ὤθησαν νὰ μὲ ἐπισκεφθοῦν. Πολλάκις δὲ ἐκαλοῦντο καὶ εἰς τὸ Τμῆμα. Ἡ κατάστασις αὐτή, σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου, κατέστη μαρτυρική. Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν ὅλα αὐτά, δύο ἀστυνομικὰ ὄργανα προκλητικώτατα ἐκάθησαν εἰς τὴν θύραν τοῦ γραφείου μου καὶ ἀμέριμνα ἔπιναν τὸ οὖζο των. Εἰς παρατήρησίν μου, ὅτι πρέπει νὰ ἀπέλθουν ἐκεῖθεν καὶ νὰ μὲ ἀφήσουν ἥσυχον καὶ ὅτι διὰ τὴν στάσιν των ἐκείνην θὰ ἀναφερθῶ ἁρμοδίως, τὰ ὄργανα ταῦτα ἐθεώρησαν σκόπιμον, διὰ νὰ μὲ προλάβουν προφανῶς, νὰ μὲ μηνύσουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας μου.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Πρωϊμάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§77Ε. ΠΡΩΪΜΑΚΗΣ. Ἡ ἰδική μου περίπτωσις, κ. Πρόεδρε, ἀφορᾷ οἰκογενειακὴν ὑπόθεσιν, δι’ αὐτὸ δὲν θὰ ἐπεκταθῶ. Δὲν θὰ ἐλάμβανα μάλιστα τὸν λόγον, ἐὰν ὁ χαρακτηρισμὸς δὲν ἦτο τόσον βαρύς. Δὲν πρόκειται περὶ ἀπάτης, ἀλλὰ τοὐναντίον περὶ ἐκβιασμοῦ μου ὑπὸ τῶν φερομένων ἐν τῇ μηνύσει ὡς ἀδικηθέντων. Εἰς τὸν σχετικὸν φάκελλον, κ. Πρόεδρε, ὑπάρχει βούλευμα τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ βεβαιοῦται, ὅτι οὐδὲν στοιχεῖον προέκυψεν εἰς βάρος μου καὶ ὅτι πάντα τὰ διατεινόμενα ἐν τῇ μηνύσει εἶναι ἀναληθῆ. Ἐπίσης, ὑπάρχει καὶ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, διὰ τῆς ὁποίας οἱ μηνυταί μου κατεδικάσθησαν εἰς 4μηνον φυλάκισιν. Παρὰ ταῦτα, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἔκρινε σκόπιμον νὰ ζητήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου καὶ κατὰ κἄποιον τρόπον νὰ μὲ διαπομπεύσῃ.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπαθανασόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§79Δ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας, κ. Πρόεδρε, ὅπου νομίμως λειτουργοῦν τὰ γραφεῖα τοῦ Κόμματός μας εὑρισκόμην μίαν ἑσπέραν ὁπότε, πρὸς μεγάλην μου κατάπληξιν εἰσήλασαν δέκα ἕως δεκαπέντε ἄτομα, ὄργανα τῆς τάξεως, ὡς ἐπληροφορήθην ἐκ τῶν ὑστέρων, τὰ ὁποῖα παρὰ τὴν ὑπόδειξίν μου νὰ ἀποχωρήσουν ἐκεῖθεν ἐπέμεναν νὰ παραμείνουν εἰς τὰ γραφεῖα. Ἠναγκάσθην νὰ κλείσω τὰ γραφεῖα καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ εἰς τὸν ὑπουργὸν Ἀσφαλείας. Ἀντὶ ὅμως νὰ τιμωρηθοῦν τὰ παρανομήσαντα ὄργανα τῆς τάξεως, ἐτιμωρήθη ὁ βουλευτής, διότι τιμωρίαν μου ἀποτελεῖ ἡ διαπόμπευσίς μου μὲ τὴν αἴτησιν περὶ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας μου.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σπηλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§81Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν διὰ ἀσήμαντα ἢ τελείως ἀναληθῆ πράγματα νὰ διατυποῦται αἴτησις περὶ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν διασύρεται μόνον ὁ βουλευτής, τοῦ ὁποίου αἰτεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα. Ἀντὶ νὰ μὲ προστατεύσῃ ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ ἀπὸ τοὺς ὀνομαζομένους εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν αὐτοκινητιστῶν «πεφτέδες» ἐζήτησαν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διασύρεται τὸ ὄνομά μου.
§82Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ Εἰσαγγελεύς, κ. συνάδελφε, ἐζήτησε τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας σας, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως. Ἐὰν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δὲν σᾶς ἐπροστάτευσεν ἀπὸ τοὺς «πεφτέδες», ὑπαίτιος εἶσθε ὑμεῖς, διότι δὲν ὑπεβάλατε σχετικὴν μήνυσιν. Πῶς θέλετε νὰ γνωρίζῃ ἡ Δικαστικὴ Ἀρχή, ὅτι πρόκειται περὶ πεφτέδων;
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μπουρνιᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§84Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἡ ἑρμηνεία τῶν ἄρθρων 62 καὶ 63 τοῦ Συντάγματος πάντοτε ἔχει δημιουργήσει διαφωνίας. Δὲν θὰ ἔπρεπε, συνεπῶς, ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ καταληφθῇ ἀπὸ τὴν ἱερὰν αὐτὴν ἀγανάκτησιν, διότι ὑπάρχει διαφορὰ ἀπόψεως μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὀρθὸν εἶναι πάντοτε νὰ αἴρεται ἡ ἀσυλία, ὥστε αἱ περιπτώσεις αὐταὶ νὰ ἐκκαθαρίζωνται ἀπὸ τὴν Δικαιοσύνην. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδικήν μου περίπτωσιν καὶ ὅταν ἀνεκοινώθη ἡ αἴτησις τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, εἶπον, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία μου, διότι εἶναι ἡ περίπτωσις τοιαύτη, ὥστε, κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκκαθαρισθῇ αὐτὸ τὸ κακὸν τῆς διατυπώσεως σωρείας αἰτήσεων ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν. Δι’ ἐμέ, κ. Πρόεδρε, πρόκειται περὶ ἁπλῆς συνωνυμίας καὶ τὸ διαπραχθὲν ἀδίκημα εἶναι πταῖσμα καὶ παράβασις τοῦ οἰκοδομικοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Κράτους. Πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς περιπτώσεως, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται δύο φοράς, διότι ἐκρίθη σκόπιμον νὰ γίνουν δύο μηνύσεις διὰ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Μόλις ἔλαβον γνῶσιν, ἀνεφέρθην καὶ εἰς τοὺς δύο ἁρμοδίους ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐτιμώρησαν τὸν ὑπεύθυνον.
§85Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Βλέπω, ὅτι ἡ συζήτησις μὲ τὰς προσωπικὰς ἀγορεύσεις τῶν κυρίων συναδέλφων, παρατείνεται, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ τὴν τερματίσωμεν σήμερον. Δι’ αὐτό, θὰ ἔκαμα τὴν ἑξῆς πρότασιν: Νὰ ὁμιλήσουν ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι ἔχουν ἀτομικὰς περιπτώσεις νὰ ἀναπτύξουν ἐν σχέσει μὲ τὸ θέμα τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας των. Τὴν δὲ ἐρχομένην ἑβδομάδα, τὴν Τετάρτην ἂν θέλετε, τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος...
§86Η. ΗΛΙΟΥ. Μία ἡμέρα τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ μία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§87Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, εἰς τὸ παρελθὸν ἔχομεν δύο περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας συνεζητήσαμεν ἐκτὸς Ἡμερησίας Διατάξεως θέματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς ἡμέρας νομοθετικῆς ἐργασίας. Θὰ παρεκάλουν νὰ συμφωνήσητε διὰ τὴν ἡμέραν τῆς Τετάρτης. Κατὰ τὴν Τετάρτην θὰ γίνῃ μία σύντομος συζήτησις πλέον μόνον ἐπὶ τῆς περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει σύμπτωσις ἀσκήσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν καθηκόντων μὲ τὴν διαπραχθεῖσαν πρᾶξιν, περὶ ἧς ὑπάρχει ἡ μήνυσις. Θὰ ἐξετασθοῦν ὡρισμέναι δικογραφίαι, νομίζω, ὅτι αὗται εἶναι ἀπολύτως περιωρισμέναι καὶ ἀφοροῦν τὰς περιπτώσεις, διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχει παραπεμπτικὴ πρότασις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ὄχι τὰς ἄλλας. Κατόπιν δὲ τούτου, θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία διὰ τὸ σύνολον τῶν ἐκκρεμῶν αὐτῶν αἰτήσεων.
§88Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§89Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Παρακαλῶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ὑπάρξῃ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὅτι συμφωνεῖ.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν αὐτήν;
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§93Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Θὰ συνεχισθοῦν αἱ ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῶν προσωπικῶν των περιπτώσεων. Περισσότερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν, διότι ἡ ὥρα ἔχει παρέλθει.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Ἰωάννου.
§95Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἁπλῶς θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Ἀθανασίου.
§97Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅπως δεχθοῦν καὶ μοῦ ἄρουν τὴν ἀσυλίαν. Διότι, ἐὰν διὰ μερικοὺς συναδέλφους ἡ κατηγορία χρήζει ἀποδείξεως, δι’ ἐμὲ αὕτη εἶναι αὐταπόδεικτος. Διότι, πράγματι, κ. Πρόεδρε, ἐπυροβόλησα εἰς ἕνα γάμον, κατὰ τὸ κρατοῦν παλαιὸν ἔθιμον καὶ εἰς χρόνον ποὺ δὲν ἤμουν οὔτε βουλευτής, οὔτε ὑπουργός.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Τριανταφυλλίδης.
§99Ι. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ αἴτησις αὐτὴ τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας μου ἔγινεν ἀφορμὴ ἐπὶ 4 ἔτη τώρα νὰ διασύρεται τὸ ὄνομά μου διὰ ξένην πρὸς ἐμὲ ὑπόθεσιν. Τὸ 1950–51 ἡ σύζυγός μου ἀνήγειρεν οἰκοδομὴν καὶ μετὰ δύο ἔτη ἦλθε τὸ ΙΚΑ Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦντο δι’ ὀφειλὰς ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων εἰς τὸ ΙΚΑ, εἶχεν ἀναγράψει καὶ τὸ ὄνομά μου. Ἐξήγησα εἰς τὸν ἁρμόδιον, ὅτι τὴν οἰκοδομὴν ἀνήγειρεν ἡ σύζυγός μου καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ ἀλλάξῃ τὰς καταστάσεις, διὰ νὰ πληρώσῃ. Πράγματι, ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ καὶ ἡ σύζυγός μου ἐτακτοποίησε τὴν ἐκκρεμότητα. Παρὰ ταῦτα, δὲν ἀπέσυρε τὴν μήνυσιν καὶ παρακαλῶ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία μου, διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς αὐτὸν τὸν κύριον πῶς πρέπει νὰ φέρεται.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θεοδοσιάδης, ἔχει τὸν λόγον.
§101Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἀδικήματος εἶναι ἀρκετὰ βαρύς· ἀνθρωποκτονία ἐξ ἀμελείας, ὥστε νὰ μὲ ὑποχρεώνῃ νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Κύριοι συνάδελφοι, τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958 καὶ συγκεκριμένως τὴν 8ην Μαΐου, εἰς τὸ ἐκλογικόν μου κέντρον ἦλθε συνάδελφος ἀρχιτέκτων καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ ὑπογράψω ἕτοιμα σχέδια ἀνεγέρσεως μιᾶς οἰκοδομῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι, παρὰ τὴν ἀρχήν μου νὰ μὴ ὑπογράφω ἕτοιμα σχέδια, ἐν τούτοις ὑπέγραψα, διότι καὶ ὁ συνάδελφος ἀρχιτέκτων μοῦ εἶπεν, ὅτι εἶναι κεκαλυμμένος καὶ διότι αἱ στιγμαί, λόγῳ τῆς προεκλογικῆς περιόδου, ἦσαν κρίσιμοι. Δὲν ἔλαβον δὲ διὰ τὴν μελέτην αὐτὴν οὔτε μίαν δεκάραν, διότι ἐπρόκειτο περὶ οἰκοδομῆς μιᾶς πτωχῆς οἰκογενείας, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε εἶχα διευκολύνει. Ἡ ἄδεια ἐξεδόθη τὴν 13ην Μαΐου, ἡ δὲ ἔκδοσις αὐτῆς δὲν προϋποθέτει καὶ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἤρχισαν μετὰ δίμηνον, εἰς τὰς 7 Ἰουλίου 1958. Ἐγὼ εὑρισκόμην τότε εἰς τὰς Ἀθήνας, ὁπότε ἔλαβον ἕνα τηλεφώνημα, ὅτι εἰς τὴν οἰκοδομήν, τῆς ὁποίας εἶχα ὑπογράψει τὰ σχέδια, ἔπεσεν ἕνας κουβᾶς καὶ ἐφόνευσε ἕνα ἐργάτην. Ἀλλὰ ὁ ἰδιοκτήτης ὤφειλεν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας, νὰ μὲ εἶχεν εἰδοποιήσει. Ἐν τούτοις, οὔτε ἐμὲ εἰδοποίησεν, οὔτε κανένα εἰς τὸ γραφεῖον μου. Ἀπέφυγε δὲ προφανῶς νὰ πράξῃ τοῦτο, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀμοιβὴν ἐπιβλέψεως, διὰ τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, οὐδέποτε ἐνδιεφέρθην καὶ οὐδέποτε ἐπεδίωξα νὰ λάβω. Ἡ ἐπίβλεψις, ὡς ἀπεδείχθη, εἶχεν ἀνατεθῆ ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην εἰς ἕνα συγγενῆ του μηχανικόν, ἐλθόντα ἐξ Ἰνδιῶν. Συνεπῶς, ἡ κατὰ νόμον ἐπίβλεψις ὑπῆρχεν. Ἀλλὰ τὸ πολεοδομικὸν γραφεῖον ἀπηυθύνθη εἰς ἐμὲ καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἐπιβλέποντα. Οὕτως ἔχει, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὑπόθεσις διὰ τὴν ὁποίαν κατηγοροῦμαι καὶ σᾶς παρακαλῶ ὅπως ψηφίσετε ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας μου, διὰ νὰ δικασθῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ἄλλων συγκατηγορουμένων συναδέλφων μηχανικῶν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Τούμπας.
§103Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς περιπτώσεως, ἡ ὁποία μὲ ἀφορᾷ, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς σχετικὴν διαμαρτυρίαν τοῦ συναδέλφου κ. Σπηλιοπούλου ἀπήντησε κατὰ κἄποιον τρόπον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δι’ αὐτό, διὰ νὰ βοηθήσω καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα καὶ νὰ σκεφθῇ, πῶς πρέπει τοιαῦται περιπτώσεις νὰ ἀντιμετωπίζωνται εἰς τὸ μέλλον, διὰ τοῦτο θὰ ἐκθέσω δι’ ὀλίγων, τὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία μὲ ἀφορᾷ. Ἕνα βράδυ, μία μοτοσυκλέττα, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπέβαινον δύο νεανίαι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον οὔτε δίπλωμα, οὔτε ἄδειαν καὶ μὲ σβηστὰ φῶτα, ἐπέπεσαν αἰφνιδίως ἐπὶ τοῦ αὐτοκινήτου μου, τραυματισθέντος ἐμοῦ μόνον εἰς τὸ κεφάλι καὶ οὐδενὸς ἄλλου. Μόνον εἷς ἐκ τῶν νέων ἐστραμπούλιξε τὸ πόδι του. Ἔγινε μεγάλη ζημία εἰς τὸ ἁμάξι μου καὶ πολὺ μικροτέρα εἰς τὴν μοτοσυκλέτταν, ἡ ὁποία εἶχεν ἐπιπέσει εἰς τὸ αὐτοκίνητόν μου. Ἐπειδὴ ἦσαν πτωχὰ παιδιὰ καὶ εἶχον μικτὴν ἀσφάλειαν, καλύπτουσαν ὅλους τοὺς κινδύνους, ἐνῷ αὐτοὶ ἦσαν ἀνασφάλιστοι, παρεκάλεσα τὴν ἀσφάλειάν μου ὄχι μόνον νὰ μὴ ζητήσῃ τίποτε, ἀλλὰ φθάνων τὴν καλωσύνην μου πέραν παντὸς ὁρίου, ἐπίεσα αὑτὴν νὰ τοὺς πληρώσῃ καὶ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἔπαθεν ἡ ἰδική των μοτοσυκλέττα. Ὁ δικηγόρος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέθεσα τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἤκουσα τὸ πρῶτον, ὅτι ζητεῖται ἡ δίωξίς μου καὶ διεβιβάσθη αἴτησις ἄρσεως τῆς ἀσυλίας μου, ὁ δικηγόρος μου μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι δὲν ἔχει ὑποβληθῆ μήνυσις, ὅπως καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ, διότι ἐγὼ ἤμην ὁ μόνος παθὼν καὶ ὅτι αὐτεπαγγέλτως ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐζήτησε τὴν δίωξίν μου. Τὸ θέτω τὸ θέμα, διότι ἀποτελεῖ ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Σπηλιόπουλον. Δὲν ἐπιτρέπεται, κ. Ὑπουργέ, νὰ ταλαιπωρούμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διωκόμενοι αὐτεπαγγέλτως διὰ σωματικὰς βλάβας, ὅταν, μάλιστα, τὰς ἔχομεν ὑποστῆ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι. Τὸ θέτω ὑπ’ ὄψει σας, διότι ὀρθὸν εἶναι νὰ ρυθμισθῇ τοῦτο καὶ νὰ μὴ ἐμφανίζωνται τοιαῦτα παρατράγουδα.
§104Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ἡ συγκεκριμένη περίπτωσις δὲν γνωρίζω πῶς ἔχει. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μία περίπτωσις πεπλανημένης ἐνεργείας ἀπὸ μίαν Ἀρχήν, ἡ ὁποία κρίνεται ἐν συνεχείᾳ ἀπὸ τὴν προϊσταμένην Δικαστικὴν καί, ἂν ὑπάρχῃ λόγος, καὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως, εἶναι ἄλλο θέμα. Δὲν δύναται ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ παρακρατήσῃ τὰς σχετικῶς μὴ σοβαρὰς ὑποθέσεις, ἰδίως ὅταν ὀφείλωνται εἰς ἔγκλησιν, καὶ νὰ μὴ τὰς ἀποστείλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν. Προκειμένου περὶ αὐτεπαγγέλτου διώξεως θὰ ἠδύνατο νὰ κριθῇ, ἐὰν ἦτο δικαιολογημένη ἡ ἐνέργειά του ἢ ὄχι. Πάντως, διευκρινίζω καὶ πάλιν, ὅτι ὅλαι αἱ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπροκάλεσαν τὴν συζήτησιν, δὲν εἶναι αὐτεπαγγέλτου διώξεως, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν ἀδικημάτων.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μερλόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§106Δ. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λόγια ἔχω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ διὰ τὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία μὲ ἀφορᾷ. Ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας μου, διὰ νὰ διωχθῶ δι’ ἐξύβρισιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀποδίδουν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, βέβαια, νὰ μὴ μεμφθῶ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος φυσικά, ἔχων μίαν ἔγγραφον μήνυσιν, ἐζήτησε τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου. Ἔχω, ὅμως, νὰ διατυπώσω δύο παράπονα. Πρῶτον, διότι, ἐὰν ὑπεβλήθη ἡ μήνυσις, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν ἔγινε δεκτὴ ἡ αἴτησίς μου πρὸς τὸ Προεδρεῖον τοῦ Σώματος, νὰ φέρω τὸ ζήτημα τῆς ἀδίκου ἐπιθέσεως ἡ ὁποία μᾶς ἔγινεν ἐν τῇ ἐκλογικῇ περιοδείᾳ μας μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Κολαμπᾶ ἀπὸ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἀνῆκον εἰς τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, ἐνῷ ἦσαν πάντες γνωστὰ κακοποιὰ στοιχεῖα τῆς περιοχῆς τῆς Πυλίας, ἐντεταλμένα, ὡς ἐπληροφορήθημεν, εἰς τὰ ΤΕΑ ἢ δὲν ξεύρω ποίας ἄλλας παρακρατικὰς Ὀργανώσεις. Πάντως συνωδεύοντο ἀπὸ τὸν ἀστυνομικὸν σταθμάρχην, ἐν στολῇ, τῆς περιφερείας, ὅπου περιοδεύομεν. Ἐζήτησα νὰ φέρω τὸ θέμα μετὰ τὰς ἐκλογὰς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον ἠρνήθη. Κατέφυγα καὶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἀσφαλείας, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν εὗρον ἱκανοποίησιν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κ. Πρόεδρε, μετεβλήθησαν οἱ ἐπιτεθέντες μαζὶ μὲ τὰ συμπράξαντα μετ’ αὐτῶν ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς, εἰς κατηγόρους μου.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§108Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, περὶ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως καὶ ὅταν ἤρχισαν νὰ ὁμιλοῦν οἱ συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως, νομίζω, ὅτι ἐδημιουργήθη μία ἐντύπωσις γενναιοφροσύνης. Ἀφοῦ ἕκαστος ἀνεφέρθη εἰς τὴν περίπτωσίν του, διετύπωνεν τὸ αἴτημα τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας των. Νομίζω, ὅτι ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ ἀνακύπτουν δύο ζητήματα. Πρῶτον, δὲν γνωρίζω ποία ἡ τύχη τῆς ἐκκλήσεώς των ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως. Διότι εἰς τὸ παρελθὸν ἡ πεῖρα μᾶς ἔχει δείξει, ὅτι δὲν ἐγένετο δεκτή. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία δὲν ἐδόθη χάριν τοῦ προσώπου τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν ἀκώλυτον ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων τῶν βουλευτῶν. Δὲν ἐδόθη ὑπὲρ προσώπων, ὥστε ὅταν νομίζῃ τὸ πρόσωπον νὰ τὴν καταθέτῃ. Ἡ ἐνέργεια αὕτη ὁδηγεῖ εἰς μίαν ὕποπτον ὁδόν, διότι ἀποτελεῖ παράδειγμα διὰ τὸν πολίτην νὰ παραιτῆται τῶν δικαιωμάτων του τῶν παρεχομένων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους γενναιοφροσύνη δὲν πρέπει νὰ ἐπιδεικνύεται εἰς τοιαύτας περιπτώσεις. Ὅσον ἀφορᾷ ὡρισμένας προσωπικάς μου περιπτώσεις, θὰ ἤθελα νὰ πληροφορήσω τὸ Σῶμα, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον. Ἐν πρώτοις, διότι κατὰ περίεργον τρόπον φέρομαι, ὡς ἔχων εὐθύνας δι’ ὅσα γράφονται εἰς μίαν ἐφημερίδα καὶ δεύτερον, διότι εἰς τὰς 8 περιπτώσεις ποὺ ἀναφέρονται, ὑπάρχουν ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις καὶ παρ’ ὅλον τοῦτο ἐπανέρχεται τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν χάριν ἐντυπώσεων.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Οἰκονομόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§110Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὴν περίπτωσίν μου, ἐπαφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἤθελα, ὅμως, νὰ πληροφορήσω τὸ Σῶμα, ὅτι ἐπιδιώκω νὰ γνωρίζω τὸ ἀδίκημα διὰ τὸ ὁποῖον κατηγοροῦμαι καὶ τὸν μηνυτήν. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις συνεχίζεται ἀπὸ ἐτῶν καί, δυστυχῶς, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω τὸν μηνυτήν μου, τὸν ὁποῖον εἰσέτι ἀγνοῶ.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν 6ην μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ Νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.15′ μ.μ.)