1961.01.26
3,528 rows · 26,698 words · 182 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52α
Πέμπτη, 26 Ἰανουαρίου 1961
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.50′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 69)1960 καὶ 132)1960 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφορωσῶν τὴν βελτίωσιν τῆς βαθμολογικῆς καταστάσεως ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν καὶ εἰς ἄλλα ὀργανωτικά τινα θέματα κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Χ. Πιπιλῆς, Β. Πανούσης, Μ. Μυριδάκης καὶ Γ. Μεταξᾶς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ο.Λ.Π. καὶ Λιμενικῶν Ταμείων κειμένων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Χ. Πιπιλῆς καὶ Μ. Μυριδάκης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ο.Λ.Π. καὶ Λιμενικῶν Ταμείων κειμένων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Χ. Πιπιλῆς, Κ. Βενέτης, Π. Σταυρόπουλος, Η. Παπαηλιοῦ καὶ Α. Κοντογιάννης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ο.Λ.Π. καὶ Λιμενικῶν Ταμείων κειμένων διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Μικροϊδιοκτητῶν πωλησάντων ἀκίνητα ἐπὶ κατοχῆς, αἰτουμένου ὑπαγωγὴν τῶν μελῶν του εἰς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Α.Ν. 1323)49. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ὑποψηφίων φοιτητῶν Πανεπιστημίου, αἰτουμένων ὅπως συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς εἰσακτέων εἰς ἁπάσας τὰς Σχολάς, ἐν αἷς ὑφίστανται κενά. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐν Καλάμαις Μεσσηνίας ὁμήρων Γερμανίας Στρατοῦ Κατοχῆς κρατουμένων εἰς τὰ ἐν Ἑλλάδι Γερμανικὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως ὁμήρων, αἰτουμένων ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸ κατατεθησόμενον ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων Γερμανικῆς Κατοχῆς. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐπιτροπῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ πόλεως Δράμας, αἰτουμένης χορήγησιν οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἤδη θεμελιωθέντος ναοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Α. Δερδεμέζης, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων συμμοριοπλήκτων τῆς ἀκριτικῆς κοινότητος Πωλωνίσκου–Βασιλικοῦ Πωγωνίου Ἰωαννίνων, οἵτινες ζητοῦν παρὰ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης μακροπρόθεσμα δάνεια πρὸς στέγασιν καὶ ἀγορὰν ἀροτριώντων ζώων καὶ ἀγελάδων, ὡς καὶ ἀνέγερσιν σταύλων καὶ ἀποθηκῶν. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Οἰκοδόμων Δράμας «Ἡ Ἐλευθερία», αἰτουμένου μείωσιν τοῦ ὁρίου ἡλικίας εἰς τὸ 55ον ἔτος, μείωσιν τῶν ἐνσήμων κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Μερλόπουλος, Α. Τσιάρας, Ι. Γιαλώφας καὶ Η. Σκυλλάκος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἀπολυθέντων Ὑπαλλήλων Ἑλλάδος, αἰτουμένης τὴν διὰ νόμου ἐπαναφορὰν εἰς τὰς θέσεις των ἁπάντων τῶν ἀπολυθέντων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Μπακατσέλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Συνταξιούχων ΔΕΗ–Η.Ε. Μακεδονίας–Θράκης, αἰτουμένου κατοχύρωσιν τῶν ἀσφαλιστικῶν δικαιωμάτων τῶν μελῶν του, τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ Ταμείου του κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Ἀράπης, Δ. Παινέζης καὶ Τ. Βουλόδημος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἀπολυθέντων Ὑπαλλήλων Ἑλλάδος, αἰτουμένων τὴν ἐπαναφορὰν των κ. λ. π. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου χειριστῶν ἐκσκαφέων, προωθητήρων καὶ λιπαντῶν Νομοῦ Δράμας, αἰτουμένου τὴν διὰ νόμου κατάργησιν τοῦ Ταμείου Μηχανοδηγῶν Ὁδοστρωτήρων καὶ χειριστῶν μηχανημάτων ἐκτελέσεως Τεχνικῶν ἔργων. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Κεραμοπλινθοποιῶν Νέας Ἀμισοῦ Δράμας, αἰτουμένου ἐνίσχυσιν οἰκονομικὴν δι’ ἀποκατάστασιν πληγέντων ἀπὸ τὰς συνεχεῖς βροχάς. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Ζαννῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Πολυτέκνων Δωδεκανήσου, αἰτούσης τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 1910)44.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Κ.Ε.Α. κ. Σ. Κωστόπουλος, ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§6Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅταν τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον ἐτερματίσθη ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἡ συζήτησις ἡ σχετικὴ μὲ τὸν Γερμανὸν ἐγκληματίαν πολέμου Μέρτεν, οὐδεὶς ἐπίστευε, βεβαίως, ὅτι ταὐτοχρόνως ἐτερματίζετο καὶ τὸ ὅλον θέμα. Διότι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετώπισεν ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα αὐτό, ἀλλὰ καὶ ἡ τελική της ἀπόφασις, ὅπως καταφύγῃ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια, ἐδημιούργησαν ἑδραίαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ θὰ παρέμενε πάντοτε ἀνοικτὸν καὶ ζέον παρ’ οἱανδήποτε ἐνδεχομένην ἀπόφασιν τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα στερούμενα ἀποδεικτικῶν στοιχείων καὶ μέσων ἦτο ἀδύνατον νὰ κρίνουν κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ ὅσον καὶ ἂν πάντες ἐπίστευσαν, ὅτι διὰ τῆς μεθόδου τὴν ὁποίαν τότε ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπρόκειτο νὰ κριθῇ τελικῶς τὸ ζήτημα, πάντως οὐδεὶς ἐφαντάζετο, ὅτι τὸ ζήτημα ἐπρόκειτο νὰ ἐπανέλθῃ ὑπὸ νέαν μορφὴν καὶ μάλιστα τόσον συντόμως, ὑπὸ μίαν μορφὴν ἡ ὁποία εἶναι ἀπείρως σοβαρωτέρα τῆς ἀρχικῆς της μορφῆς. Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν Φὸν Χάαζεν, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται πρὸς τὴν γερμανικὴν ἐφημερίδα «Ἠχὼ τοῦ Ἀμβούργου» καὶ ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν Τύπον, ἐδημιούργει ἕνα πελώριον ἠθικὸν ζήτημα, ὄχι μόνον διὰ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν πολιτικήν μας ζωήν. Ἐκ τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς ἀποκαλύπτεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἐπιτύχῃ μίαν πιστοποίησιν ἀπὸ μέρους μιᾶς ξένης Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον ἐπίεσε μετὰ φορτικότητος τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐπαναλαμβάνω, «μετὰ φορτικότητος», ὅπως εἶναι αὐτούσιαι αἱ λέξεις τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης...
§7Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρ. Κυβερν.). Τὴν εἴδατε;
§8Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μοῦ ἀπευθύνετε σεῖς τὴν ἐρώτησιν αὐτήν; Τότε θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε...
§9Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Θὰ παρεκάλουν νὰ ἐπαναλάβετε πάλιν τὸ «μετὰ φορτικότητος».
§10Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀμφισβητεῖται ἡ ὕπαρξις τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς ἢ ὑπάρχει ἀναίρεσις καμμία...
§11Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἁπλῶς τὸ ἐπισημαίνω.
§12Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. «Μετὰ φορτικότητος», ἀναφέρει τὸ κείμενον τὸ δημοσιευθὲν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνακοινώσῃ, ἂν ἡ ἐπιστολὴ εἶναι ἀκριβὴς ἢ ὄχι. Κύριοι Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι μετὰ πάσης βεβαιότητος κινεῖτε τὸν δάκτυλον, ἔχετε εἰς χεῖρας σας τὸν κρατικὸν μηχανισμόν, τὰς Πρεσβείας καὶ τὰ τηλέφωνα τὰ κρατικά. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τίποτε, πέραν τῶν δημοσιευμάτων εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐὰν ἡ δημοσίευσις εἶναι ἀνακριβής, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ τὸ δηλώσητε ἀμέσως καὶ νὰ μὴ μᾶς ἀφήνετε νὰ συζητῶμεν, ἐπὶ τῇ βάσει ἀνυπάρκτων κειμένων. Ἐφ’ ὅσον δὲν τὸ πράξετε, δικαιούμεθα νὰ συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ δημοσιευθέντος κειμένου. Τὸ δημοσιευθὲν κείμενον εἶναι ἀκριβὲς ἢ ὄχι; Οὐδεμία ἀπάντησις.
§13Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀπάντησις.
§14Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Θὰ ὑπάρξῃ, ὅταν ἀνέλθῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ βῆμα, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή.
§15Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ σοβαρότης εἰς τὰς συζητήσεις μας, εἶναι ἀδύνατον, τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῶν συζητήσεων, νὰ μὴ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων διαπιστωθῆ, ἐὰν εἶναι αὐθεντικὸν ἢ ὄχι, διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, εἶναι ματαία ἡ συζήτησις. Ἐὰν ὑπάρχῃ, ἔχει λόγον ἡ συζήτησις καὶ ἕκαστος ἔχει τὴν γνώμην του. Εἶναι δυνατόν, λοιπόν, αὐτὸ νὰ μείνῃ ἀβέβαιον μέχρι τέλους;
§16Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐρωτήσω: Πόθεν ἔχουσι τὸ κείμενον αἱ Ἑλληνικαὶ ἐφημερίδες; Δὲν ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς Γερμανικὰς ἐφημερίδας. Πόθεν ἔλαβε τὸ κείμενον; Ἔπειτα θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§17Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐδήλωσα ἤδη καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔχω τὸ κείμενον ἀπὸ τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι τὸ ἐδημοσίευσαν. Ἐὰν αἱ Ἑλληνικαὶ ἐφημερίδες διέρρηξαν τὰ συρτάρια τοῦ Γερμανικοῦ Ὑπουργείου ἢ τῶν Γερμανικῶν ἐφημερίδων, μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. Σεῖς τὸ βεβαιώνετε ἢ τὸ διαψεύδετε;
§18Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερν.) Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ἐτέθη τὸ ἐρώτημα, ἐὰν ὑπάρχῃ καλὴ πίστις, ἐρωτῶ καὶ ἐγώ, ἔπρεπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅταν τὸ δημιουργηθὲν εἰς τὸν Τύπον ζήτημα, τὸ ἔφερεν εἰς τὴν Βουλήν, εἶχεν ἢ δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ τὴν γνησιότητα καὶ τὴν ἀκρίβειαν τῆς δημοσιευθείσης ἐπιστολῆς; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα. (Χειροκροτήματα).
§19Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει Δημοκρατία. Εἰς τὴν Δημοκρατίαν ὑπάρχει ἐλεύθερος Τύπος. Εἰς τὰ ἔγκυρα ὄργανα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Τύπου ἐδημοσιεύθη τὸ κείμενον. Ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἀναγνώστης τοῦ Τύπου. Ὤφειλε, κατὰ τὴν δημοκρατικὴν τάξιν, νὰ δηλώσῃ, ὅτι τὸ κείμενον εἶναι ἀνύπαρκτον, ἐὰν πράγματι εἶναι ἀνύπαρκτον καὶ τότε καὶ τὸ θέμα θὰ ἦτο ἀνύπαρκτον. Καὶ αὐτὸ εἶναι σήμερον τὸ καθῆκον σας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§20Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἀπορίας σας, κ. Πρόεδρε, θὰ δώσω ἀπαντήσεις, διότι τὸ θέμα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, δεδομένου ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ περὶ ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου, τοῦ ὁποίου ἐχρειάσθη νὰ γίνῃ μεγάλη ἀναζήτησις... (Ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ἀκούεται θόρυβος καὶ φωναί). Ἀφήνομεν νὰ μᾶς ἀπαντοῦν ὡρισμένοι δι’ ἀνάρθρων κραυγῶν. Δὲν πειράζει. Θὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν, ἡ ὁποία θὰ σᾶς ἱκανοποιήσῃ καὶ θὰ σᾶς πείσῃ διὰ τὸν σοβαρὸν χειρισμὸν καὶ τὸν καλόπιστον χειρισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§21Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Βεβαίως, ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.
§22Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὴν διεξαχθεῖσαν στιχομυθίαν μεταξὺ τόσον ἐμοῦ, ὅσον καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων καὶ τῶν ἀξιοτίμων κ.κ. ὑπουργῶν, δύναται νὰ συναγάγῃ κανεὶς ἕνα συμπέρασμα ἢ μίαν ὑποψίαν, ὅτι ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀκολουθεῖται μία σκολία ὁδός, ἡ ὁποία ὑπενθυμίζει χονδροειδῶς, παρακοινοβουλευτικὸν τέχνασμα παλαιᾶς ἐποχῆς, βάσει τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ διαψευσθοῦν ἢ νὰ διατυπωθοῦν ἰσχυρισμοί, ἀμφισβητοῦντες τὸ κῦρος τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς. Ἐδήλωσα, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προχωρήσω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, ἐὰν ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δὲν δηλωθῇ, ὅτι ἀναγνωρίζει ὡς ἔγκυρον τὸ δημοσίευμα ἢ ὄχι.
§23Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Κύριε Κωστόπουλε, ἡ ἐπιστολὴ ὑπάρχει. Ἀλλὰ πρῶτον, ἡ ἐπιστολὴ εἶναι ἰδιωτικὴ καὶ δεύτερον, ἔτσι ὅπως ἐνεφανίσθη εἰς τὰς ἑλληνικὰς ἐφημερίδας, ἔχει χονδροειδῶς παραποιηθῆ καὶ δὴ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον σᾶς ἔκοψα καὶ θὰ ἔπρεπεν ἀντὶ νὰ ἐλέγχεται ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐλέγχωνται ὡρισμένοι ἀνταποκριταί, παραποιοῦντες κείμενα.
§24Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω, διότι ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὴν ὕπαρξιν τῆς ἐπιστολῆς, ἀμφισβητεῖ μόνον ὡρισμένας ἐκφράσεις. Θὰ ἔπρεπεν ὅμως ἡ δήλωσις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἶχε γίνει ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθη χθές, δηλαδὴ πρὸ 36 ὡρῶν, τὸ κείμενον τὸ παραποιηθὲν κατὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἶχε δοθῆ ἔκτοτε εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις, ἔχει εἰς τὴν διάθεσιν ὅλον τὸν κρατικὸν μηχανισμόν, τοὺς πρεσβευτάς, οἱ ὁποῖοι πηγαινοέρχονται εἰς τὰ ξένα Ὑπουργεῖα καὶ λαμβάνουν γνῶσιν καὶ ἐν τούτοις, ἡ Κυβέρνησις ἐσιώπησεν ἐπὶ 36 ὥρας καὶ ἔρχεται σήμερον νὰ μᾶς ἐπικρίνῃ λέγουσα, ὅτι εἴχομεν ἡμεῖς χρέος καὶ νὰ ἐρευνήσωμεν καὶ νὰ πληροφορήσωμεν, εἴτε ἐρωτῶντες τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε τοὺς ἀνυπάρκτους ἀνταποκριτάς μας ἐν Βόννῃ, περὶ τῆς γνησιότητος τοῦ δημοσιευθέντος ἐγγράφου. Ταῦτα διὰ τὴν τάξιν. Προχωρῶ εἰς τὴν συζήτησιν.
§25Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Πῶς σεῖς συμπεραίνετε, ὅτι ἀπὸ χθὲς ἢ ἀπὸ σήμερα, ἡμεῖς ἐγνωρίζαμεν τὸ πραγματικὸν κείμενον; Ἐὰν ἡμεῖς τὸ ἐπληροφορήθημεν μόνον πρὸ μισῆς ὥρας; Διατὶ μᾶς ἐλέγχετε;
§26Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐμάθατε τὴν πραγματικὴν ἐπιστολήν. Διότι ἀπὸ τὴν 10ην π.μ. ζητῶ ἐπιβεβαίωσιν, ἐὰν θὰ διεξαχθῇ συζήτησις καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πότε ἀσχολεῖται μὲ τοὺς πολιτικούς του φίλους καὶ πότε συσκέπτεται μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· μόνον δὲ εἰς τὰς 1.15′ μ.μ. μὲ ἐπληροφόρησε διὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Βουλῆς κ. Βοζίκη, ὅτι θὰ διεξαχθῇ σήμερον ἡ συζήτησις. Ἄρα ἐπήρατε πρὸ τῆς 1.15′ τὴν ἀπάντησιν καὶ ἀφήσατε αὐτὰ τὰ διαφανῆ τεχνάσματα.
§27Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Ἀπὸ τὴν 1.15′ θὰ σᾶς ἐκάμαμεν ἰδιωτικὴν ἀνακοίνωσιν; Κύριε Κωστόπουλε, ἡμεῖς ἐκάμαμε μίαν ἀνακοίνωσιν χθὲς τὸ βράδυ. Χθὲς τὸ βράδυ ἀγνοούσαμεν τὸ κείμενον τῆς ἐπιστολῆς. Ἀγνοούσαμεν, κατ’ οὐσίαν, ἐὰν ἐστάλη ἡ ἐπιστολή. Ὅπως λένετε, μετὰ τὴν μεσημβρίαν τὰ ἐπληροφορήθημεν. Σεῖς ἐσπεύσατε χθὲς καὶ ἤλθατε καὶ παρεκαλέσατε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἐμὲ νὰ συμφωνήσωμεν νὰ φέρετε τὸ ζήτημα. Φέρατέ το, λοιπόν.
§28Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐπεριμέναμεν 24 ὥρας καὶ δὲν τὸ ἐφέρατε, ἠθέλατε νὰ μὴ τὸ φέρωμεν οὔτε ἡμεῖς; Ἔχομεν μίαν ριζικὴν διαφορὰν ἀντιλήψεων περὶ τοῦ χρέους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§29Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, φαίνεται ἀπὸ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ κείμενον ὑπάρχει, ἀλλὰ εἶναι διάφορον. Θὰ παρακαλέσω τὸν ρήτορα νὰ μὴ συνεχίσῃ τὸν λόγον του, διότι ὁμιλεῖ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς ὑποτιθεμένου αὐθεντικοῦ κειμένου. Εἶναι ἄξιον τῆς σοβαρότητος τῆς αἰθούσης ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβοῦς κειμένου, διότι θὰ εἶναι ἀφελὲς νὰ διαθέσωμεν μακρὰς ὥρας διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ τέλος ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ πραγματικὸν κείμενον. Στερεῖται καὶ σοβαρότητος καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σῶμα ἡ συζήτησις. Θὰ παρακαλέσω νὰ διακόψητε τὴν ὁμιλίαν σας καὶ νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ πραγματικοῦ κειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ συζητήσωμεν.
§30Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασίς σας, μὲ εὑρίσκει ἀπολύτως σύμφωνον, δεδομένου ἄλλωστε, ὅτι πρὸ ὀλίγου ἐχαρακτήρισα τὸν ὅλον χειρισμὸν αὐτὸν ὡς χονδροειδὲς τέχνασμα καὶ διακόπτω τὴν ἀγόρευσίν μου. (Χειροκροτήματα).
§31Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Ἡ παρέμβασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαία, ἀλλ’ ἀκόμη ὀλιγώτερον ἀναγκαῖον ἦτο νὰ κατέλθῃ ἀπὸ τὸ βῆμα ὁ κ. Κωστόπουλος διότι, ἐκτὸς τῆς ἐπιστολῆς τῆς ὑπαρκτῆς μέν, ἀλλὰ τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον, ὡς πρὸς τὸ κρίσιμον σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον διέκοψα τὸν κ. Κωστόπουλον ἔχει διαφοράν, ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἦτο, λοιπόν, δυνατὸν κάλλιστα νὰ συνεχίσῃ τὴν ἐξέτασίν του καὶ τὸν ἔλεγχόν του ὁ κ. Κωστόπουλος, βασιζόμενος ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§32Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἕκαστος ὁμιλητὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι ἐλεύθερος νὰ κρίνῃ τὰ σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀσκεῖ τὸν ἔλεγχον καὶ οὐχὶ νὰ ἀποδεχθῇ πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ποίου κειμένου, κατὰ τὴν γνώμην της, πρόκειται νὰ ἀσκῆται ὁ ἔλεγχος. Εἶναι ἕνας περιορισμὸς τῆς ἰδικῆς μας πρωτοβουλίας καὶ μία σπατάλη τῆς ἰδικῆς της πνευματικῆς προσφορᾶς, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θέλομεν νὰ τὴν ὑποβάλωμεν. (Γέλωτες). Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, τὸ θέμα ἔχει σοβαρότητα καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὑψωθῇ εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς σοβαρότητος τοῦ Σώματος. Ἦλθε τὸ θέμα, κατόπιν τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς. Ἐὰν ἐδηλοῦτο, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ εἶναι ἀνύπαρκτος, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐγκατέλειπε τὸ θέμα, διότι βασιζομένη εἰς τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ εἶχε λόγον νὰ συζητῇ. Ἡ Κυβέρνησις τώρα δηλώνει, ὅτι εἶναι ὑπαρκτὸν τὸ κείμενον, ἀλλ’ εἶναι διάφορον. Χρέος σοβαρότητος καὶ καλῆς πίστεως καὶ εὐλαβείας πρὸς τὸ Σῶμα εἶναι νὰ δηλωθῇ εἰς ποῖα σημεῖα εἶναι ἀνακριβὲς τὸ κείμενον, εἰς τρόπον ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβοῦς κειμένου νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις. Θὰ ἦτο ἐκπληκτικὸν νὰ ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ κρατῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς ἄγνοιαν τοῦ κειμένου, νὰ τὴν ὁδηγήσῃ εἰς σχολιασμὸν ἀνακριβοῦς κειμένου καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἀνακοινωθῇ ποῖον εἶναι τὸ ἀκριβὲς κείμενον. Θὰ ἦτο ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σῶμα. Διὰ τοῦτο, ἀναμένομεν τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ ἀκριβοῦς κειμένου. (Χειροκροτήματα).
§33Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου διὰ τὸν χειρισμὸν τοῦ θέματος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ ἐνθυμῆται τὸ Σῶμα, ὅτι δι’ ἄλλα ὀλιγώτερον σημαντικὰ θέματα, ὅπως εἰς τὸ θέμα τῶν ρουλεττῶν τῶν Σερρῶν, ἡ Κυβέρνησις αἰφνιδίασε τὴν Βουλήν, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν πρὸς συζήτησιν, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ τῆς ἀμέσου ἀναπτύξεώς των ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν. Ἐνώπιον λίαν σημαντικοῦ θέματος, ὡς τὸ σημερινόν, τὸ ὁποῖον ἀνεστάτωσε τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλὰ τῆς ὁποίας τὴν εὐθιξίαν οὐδέποτε εἴδαμεν νὰ ἐκτιμᾷ ἡ Κυβέρνησις, ἀκολουθεῖται τακτικὴ ἄλλη πολὺ ὀλίγον σοβαρά. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι οὐδεμία ἄλλη χώρα κατὰ τὸν πόλεμον ἐπλήγη ὅσον ἡ Ἑλλάς, καὶ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην χώραν ὑπάρχουν τόσα θύματα ὅσον εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ οὐδεμία ἄλλη χώρα ἐπλήρωσε τόσον βαρὺν τὸν φόρον τοῦ αἵματος εἰς τὸν πόλεμον καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν. Ὑπάρχει, συνεπῶς, μία εὐθιξία εἰς πᾶν ὅ,τι σχετίζεται μὲ τὴν Γερμανίαν καὶ τὰς σχέσεις μας μὲ αὐτήν, διότι ἐπανειλημμένως ἐκλήθημεν νὰ καταπίωμεν τὸν πόνον μας καὶ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὰς σχέσεις μας μὲ τὴν Γερμανίαν δι’ ἀλλεπαλλήλων παραχωρήσεων τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῆται τοῦτο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ χρέος ἔχει νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ἀνακοινώσῃ εὐθέως τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ἔχει εἰς χεῖρας της, διότι ἕως σήμερον ἄφησε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἦτο ἀπληροφόρητος! Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν διάθεσιν νὰ τὴν ἀδικήσωμεν οὐδὲ ἐπ’ ἐλάχιστον. Δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ μὴ διερμηνεύσωμεν τὴν ἀνησυχίαν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ νὰ μὴ ὑπερασπισθῶμεν τὸ γόητρον τῆς χώρας μας, καθὼς καὶ τὰ θιγόμενα συμφέροντά της.
§34Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι ὁ ἀγαπητὸς ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος, ἀνέρχεται τελευταίως εἰς τὸ βῆμα, ὄχι μὲ τὴν συνήθη ψυχραιμίαν, μὲ τὴν ὁποίαν τὸν ἐγνωρίζομεν. Δὲν θέλω νὰ ἐρωτήσω τὸν λόγον, ἀλλὰ διαπιστώνω τὸ γεγονὸς αὐτό, διὰ νὰ ἐπισημάνω τὴν νευρικότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ἤρχισε σήμερον τὴν ὁμιλίαν του καὶ τὴν νευρικότητα μὲ τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον κατῆλθε τοῦ βήματος. Τὸ θέμα, κύριοι, θὰ σᾶς τὸ ἐκθέσω, διότι ἠσχολήθην μὲ αὐτὸ χθὲς διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ τὸ διαλευκάνω. Πρῶτον, ποία εἶναι ἡ οὐσία τοῦ θέματος φαίνεται καὶ ἐκ τῶν δημοσιευμάτων τῶν ἐφημερίδων καὶ ἀπὸ ὅσα ἐπρόλαβε νὰ εἴπῃ ὁ συνάδελφος κ. Κωστόπουλος. Εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεζήτησε μίαν πιστοποίησιν ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀσκήσῃ. Πιστοποίησιν, κύριοι, δὲν ἀνεζήτησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διεμαρτυρήθη εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς κακοηθείας, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφοντο εἰς μίαν μικρὰν μερίδα τοῦ Γερμανικοῦ Τύπου καὶ αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφοντο μὲ βάσιν τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἑνὸς ἐγκληματίου πολέμου, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρέδωσεν εἰς τὴν Γερμανικὴν Δικαιοσύνην διὰ νὰ δικασθῇ. Ἀποτελεῖ παγίαν τακτικὴν εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις, ὅταν ἀναγράφεται ὅ,τιδήποτε τὸ ἀνακριβὲς τὸ θίγον μίαν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις αὕτη νὰ διατυπώνῃ τὰς δεούσας διαμαρτυρίας καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς τὰ ἀνάλογα διαβήματα. Τοιαῦτα διαβήματα, τὰ ὁποῖα δέχονται ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, συνέβη νὰ δεχθῶ καὶ ἐγὼ ὡς Ἕλλην ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοιούτου εἴδους διάβημα ἔκαμεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅταν ἀνεγράφησαν τὰ δημοσιεύματα αὐτὰ εἰς τὴν «Ἠχὼ τοῦ Ἀμβούργου». Ἐπὶ πλέον, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε κἂν τὴν δύναμιν, ὄχι νὰ πιέσῃ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ τὴν κάμῃ νὰ καμφθῇ καὶ νὰ τρομοκρατηθῇ. Ἁπλῶς ὑπέδειξεν εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ θέσιν ἐπὶ τοῦ θέματος διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ Γερμανικὴ Κοινὴ Γνώμη. Ἀπὸ ἰδικῆς μας πλευρᾶς, οἱαδήποτε ἀνακοίνωσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔκλεινε τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἄλλωστε δὲν ἠθέλαμεν ἡμεῖς νὰ κλείσῃ, διότι ἐπεδιώκαμεν τὴν πλήρη διαλεύκανσίν του. Τὸ θέμα ἐτέθη μόνον διὰ τὴν διαφώτισιν τῆς Γερμανικῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὸ ξεκαθαρίσωμεν καὶ μόνον ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ὡς ἀνέφερον, ἦτο θέμα τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὴν Γερμανικὴν Κοινὴν Γνώμην. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ διαβήματος τὸ ὁποῖον ἐγένετο. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως καὶ δὲν ὑπῆρχε καὶ ἡ πολιτικὴ δύναμις διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τίποτε περισσότερον, τὸ ὁποῖον οὔτε ἠθέλαμεν, οὔτε ἐχρειαζόμεθα, οὔτε ἠδύνατο νὰ προσφερθῇ. Τὶ συνέβη ἔκτοτε; Ἔκτοτε συνέβησαν, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, πολλὰ καὶ περίεργα πράγματα. Περίεργα μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ὁ ἐγκληματίας ἐκεῖνος πολέμου νὰ ἀγωνίζεται ἀναζητῶν δικονομικοὺς τρόπους ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ ἀποφύγῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἀπολογίαν του ἀκόμη. Καὶ συνέβη προχθὲς τὸ θέμα τῆς ἐπιστολῆς, διὰ τὸ ὁποῖον τόσον διεφωτίσθη ὁ κ. Κωστόπουλος.
§35Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον ἐγώ, ἀλλὰ ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§36Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, κύριοι, μᾶς ἐξέπληξε καὶ ἐζητήσαμεν ἀμέσως ἐξηγήσεις, διότι δὲν ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ἀντιληφθῶμεν περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Περιέργως, ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας χθὲς τὴν πρωΐαν μᾶς ἐγένετο γνωστόν, ὅτι οὐδεὶς γνωρίζει ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ παραμικρόν. Ἡ κατὰ σύμπτωσιν δὲ ἀπουσία τοῦ εἰσηγητοῦ Τύπου —ὡς θὰ ἴδητε οὕτω τὴν χαρακτηρίζουν, διότι πρόκειται, νομίζω, περὶ μᾶλλον νέου ὑπαλλήλου— ἡ ἀπουσία, λέγω, τοῦ εἰσηγητοῦ Τύπου εἰς τὴν Ἄπω Ἀνατολήν, δὲν ἐπέτρεπε κἂν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας νὰ μᾶς δώσῃ τὸ κείμενον. Πράγματι, φαίνεται, ὅτι εἰς οὐδὲν γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας ἀνευρίσκετο τὸ κείμενον αὐτό, τὸ ὁποῖον αἱ Γερμανικαὶ ἀρχαὶ ἠγνόουν, ἀλλ’ ἐγνωρίζαμεν μόνον ἡμεῖς ἐκ δημοσιευμάτων εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Ἐφημερίδας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅμως, ὅσον καὶ ἐὰν μᾶς ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἰδιωτικὴ καὶ ὡς ἀγνοουμένη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅσον καὶ δὲν ἐξεφράζετο ἡ λύπη διὰ τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, ἐζητήσαμεν νὰ διεξαχθῇ ἡ μεγαλυτέρα δυνατὴ ἔρευνα διὰ νὰ ἴδωμεν περὶ τίνος τέλος πάντων ἐπρόκειτο. Καὶ σήμερον τὴν πρωΐαν ἐλάβαμεν Γερμανιστὶ τὸ κείμενον. Πρῶτον, κύριοι, θὰ ἤθελα νὰ κάμω μίαν διευκρίνησιν· ἀφήνω τὸ κείμενον πρὸς συζήτησιν. Πρόκειται περὶ ἐπιστολῆς τὴν ὁποίαν ἔγραψε ἕνας ὑπάλληλος. Περὶ ἐπιστολῆς διὰ τῆς ὁποίας εἶναι προφανές, ὅτι προσπαθεῖ «νὰ καλοπιάσῃ» μίαν ἐφημερίδα, ἐφημερίδα ἡ ὁποία ἐπετέθη καὶ κατὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τοῦ ἰδίου Φὸν Χάαζε καὶ ἡ ὁποία ἠπείλει μηνύσεις ἐναντίον διαφόρων προσώπων ἐν Γερμανίᾳ. Καὶ θέτω τὸ ἐρώτημα: Εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ κοινὴ γνώμη, τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον νὰ παρασύρεται συνεχῶς ἀπὸ οἱαδήποτε ἐπιστολὴν καὶ ἀπὸ οἱαδήποτε ρῆσιν οἱουδήποτε ἐγκληματίου πολέμου, ἢ ἔστω οἱουδήποτε ὑπαλλήλου; Ἐπεβάλλετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀγωνισθῇ καὶ νὰ ἀγανακτήσῃ μὲ τὰς συκοφαντίας καὶ μὲ τὸ κείμενον τοιαύτης ἐπιστολῆς καὶ νὰ ζητήσῃ, ὅπως λάβουν οἱ ὑπεύθυνοι ἐπίσημον θέσιν. Ἀλλὰ ἐρχόμεθα καὶ εἰς τὸ κείμενον. Τὸ κείμενον, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ εἴπω τὸ ἐλάχιστον μετεφράσθη κατὰ τρόπον κακόν. Δυστυχῶς, δὲν εἶμαι Γερμανομαθὴς καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς τὸ ἀναπτύξω προσωπικῶς, βάσει καὶ τῶν λέξεων τῶν Γερμανικῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ μία πρόχειρον ἀντιπαραβολήν, βλέπω τὰ ἑξῆς: Εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Τύπον ἐγράφη ἐπὶ παραδείγματι, ἡ περίπτωσις, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς σημαντικωτάτη καὶ τὸ θεμέλιον τῶν ἐπιθέσεων: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ πλέον ἐξεδήλωσε μετὰ φορτικότητος τὴν ἐπιθυμίαν της καὶ δι’ ἀντιθέτων ἐπιχειρημάτων διὰ τῶν ὁποίων ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐφάνη, ὅτι τὰ δημοσιεύματα τοῦ Τύπου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ κλπ. δὲν εἶναι ἀκριβῆ». Ἡ διατύπωσις τῆς περικοπῆς αὐτῆς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν εἶναι περίεργος καὶ ἀσύντακτος ἀκόμη. Ἡ ἀκριβὴς μετάφρασις τῆς περικοπῆς ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ πλέον ἐνίσχυσε — χρησιμοποιεῖ λέξιν διὰ τὴν ὁποίαν οἱ εἰδικοὶ Γερμανομαθεῖς λέγουν, ὅτι δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν μὲ τρεῖς λέξεις: ἐνίσχυσις, θεμελίωσις, διερεύνησις. Περίπου τὴν ἁπαλωτέραν λέξιν: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ πλέον, ἐνίσχυσε τὴν ἐπιθυμίαν της ταύτην», τὴν ὁποίαν προηγουμένως χαρακτηρίζει ὡς δεδικαιολογημένην καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κείμενον: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ πλέον ἐνίσχυσε τὴν ἐπιθυμίαν της ταύτην δι’ ἀντιπαραβολῆς ἀντικειμενικῶν ἢ κατὰ τὸ μᾶλλον θεμελιουμένων ἀπόψεων, δι’ ὧν ἐφαίνοντο ἀνακριβῆ κλπ.».
§37Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν, διὰ νὰ σᾶς δώσω πλήρη τὴν ἐξήγησιν. Ἡ μετάφρασις ἐκ μέρους ἐκείνου ὁ ὁποῖος εἶδε τὴν ἐπιστολὴν καὶ τὴν μετέφρασε καὶ τὴν ἀπέστειλε εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας εἶναι, ὡς πρὸς ὡρισμένον σημεῖον, ἐσφαλμένη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὀφείλεται, εἴτε εἰς ἄγνοιαν τῆς Γερμανικῆς γλώσσης, εἴτε εἰς ἐσκεμμένην παραποίησιν. Ἡ φράσις εἶναι σαφής. Ἡ προηγουμένη φράσις λέγει: Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξέφρασε τὴν δεδικαιολογημένην ἐπιθυμίαν της ὅπως ἐκκαθαρισθῇ τὸ θέμα— ὄχι ἐκκαθαρισθῆ, κάπως— ἄλλη εἶναι ἡ διατύπωσις, δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν ἐπιστολήν, καὶ προσθέτει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις...... (Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος ζητεῖ καὶ τοῦ ἐγχειρίζεται ἡ ἐπιστολή, τὸ Γερμανικὸν κείμενον, ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὴν ἀναγινώσκει εἰς τὴν Γερμανικήν). Ἡ ἀκριβὴς μετάφρασις εἶναι: Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνίσχυσε τὴν ἐπιθυμίαν της ταύτην μὲ ἀντιπαραβολὴν ἐπιχειρημάτων... Αὐτὸ τὸ «ἐνίσχυσε», μετεβλήθη ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπέστειλε εἰς ὡρισμένας ἐφημερίδας τὸ τηλεγράφημα, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπαράδεκτος. Καὶ χθὲς καὶ σήμερον, ὡρισμέναι ἐφημερίδες καὶ ὁ κ. Κωστόπουλος ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐτόνισαν καὶ ἐπεσήμαναν ὡς ἔγκλημα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὅτι μετὰ φορτικότητος προέβη εἰς τὸ διάβημά της. Καὶ σήμερον ἀποκαλύπτεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ κακὴ πρόθεσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέστειλαν τὴν μετάφρασιν εἰς Γερμανίαν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐπιπολαιότης ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πιστεύουν πᾶν ὅ,τι δημοσιεύεται εἰς τὸν Τύπον. (Χειροκροτήματα).
§38Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ μὲν τῆς ἐπιστολῆς, παρατηρῶ ἁπλῶς τοῦτο: Ἐνῷ ἡ ἐπιστολὴ λέγει, ὅτι τὴν δεδικαιολογημένην διαμαρτυρίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν ἐνίσχυσε δι’ ἀντικειμενικῶν γεγονότων, ἐνεφανίσθη ἡ ἐπιστολὴ καὶ αἱ ἑρμηνεῖαι της λέγοντας, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, μετὰ φορτικότητος ἐζήτησε νὰ λάβῃ πιστοποιητικόν. Ἐζητήσαμεν, βασιζόμενοι ἐπὶ τῶν γεγονότων, νὰ λάβουν θέσιν οἱ ἁρμόδιοι. Ἀλλά, διατί, κύριοι, νὰ μὴ ζητήσωμεν νὰ λάβουν θέσιν; Εἶναι καθιερωμένη διεθνὴς τακτική. Ἐπιθυμεῖτε μόνον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ὑβρίζεται, καθ’ ὃν τρόπον ὑβρίζετο τότε εἰς τὸ ἐξωτερικόν, καὶ νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ; Ἐγὼ θὰ ἀνέμενον ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, νὰ ἔλεγε, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑβρίζεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὀρθῶς διετύπωσε διαμαρτυρίαν εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν καὶ ὀρθῶς τῆς ἐπέδειξε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ χρέος της, διαφωτίζουσα τὴν Γερμανικὴν κοινὴν γνώμην.
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑβρίζετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὑβρίζοντο τὰ ἄτομα.
§40Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Πέραν αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἐξέφρασε τὴν λύπην της διὰ τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀρχὰς μᾶς ἐδήλου, ὅτι ἠγνόει, ἀφοῦ ἔκαμε ἡ ἰδία ὁλοκλήρους ἐρεύνας, τόσον εἰς τὸ Ἁμβοῦργον, ὅσον καὶ εἰς τὰ ἰδιωτικὰ προσωπικὰ ἀρχεῖα τοῦ Φὸν Χάαζεν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, εἰς τὰς 6 καὶ ¼, ἀκριβῶς, μοῦ διεβίβασε μίαν ρηματικὴν διακοίνωσιν. Τὴν ἔλαβον πρὸ ὀλίγου μόλις, ἀφοῦ προσῆλθα εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἁρμόδιος πολιτικὸς διευθυντής, Πρέσβυς κ. JANSA, ἐκάλεσε τὸν πρεσβευτήν μας σήμερον τὸ ἀπόγευμα καὶ τοῦ εἶπεν, ὅτι κατόπιν συσκέψεως τῆς ὁποίας προήδρευσαν δύο Ὑφυπουργοὶ Ἐξωτερικῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἠσθένησε βαρέως, τοῦ ἐπέδιδε τὴν ἀκόλουθον ρηματικὴν διακοίνωσιν. Ἡ Ὁμοσπονδιακὴ Κυβέρνησις διατηρεῖ, ὡς καὶ πρότερον, τὴν ἀνακοίνωσίν της ἀπὸ 28ης Σεπτεμβρίου 1960, σχετικῶς πρὸς τὰ δημοσιεύματα τοῦ τύπου περὶ μελῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη, υἱοθετεῖτο μονίμως ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τύπου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν κ. VON HASE κατὰ PRESSCONFEREN-CES καὶ κατὰ συνομιλίας μετὰ τῶν δημοσιογράφων. Διὰ τῆς πρὸς τὸν ἀρχισυντάκτην τοῦ HAMBURCER ECHO ἀπευθυνομένης ἐπιστολῆς τῆς ἀπὸ 19.1.1961 ὁ κ. VON HASE ἤθελε νὰ καταστήσῃ σαφὲς μόνον διατὶ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν ἐδημοσίευσεν ἄλλοτε χωρὶς προηγουμένην ἐπαφὴν μετὰ τῆς συντάξεως τῆς ἐφημερίδος ταύτης τὴν ἐν ἀρχῇ ἀναφερομένην ἀνακοίνωσιν τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Κυβερνήσεως. Ὡρισμέναι ἐκφράσεις τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, αἵτινες προεκάλεσαν ἐν Ἑλλάδι ἐσφαλμένην ἐντύπωσιν— ἐπαναλαμβάνω, ἐσφαλμένην ἐντύπωσιν —ἐξηγοῦνται μόνον διὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ χαρακτῆρος τῆς ἐπιστολῆς καὶ διὰ τῆς προθέσεως μόνον, ὅπως μὴ εἰσέλθῃ ἐκ νέου εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν σπεύδει νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ καὶ αὐτὴ ἀποτελεῖ κατ’ οὐσίαν μίαν ἀποδοκιμασίαν τῆς ἐπιστολῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ρυθμίσῃ τὸ ἐπίπεδον τῶν συζητήσεων εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλοίμονον, ἐὰν τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον μὲ τὰς ὑψηλὰς παραδόσεις, παρεσύρετο εἰς συζητήσεις καὶ εἰς δημιουργίαν ἀτμοσφαίρας κρίσεων καὶ ἐπικρίσεων καὶ εἰς δημιουργίαν ἐντυπώσεων ἐναντίον τῆς ἰδικῆς του Κυβερνήσεως, ἀλλοίμονον, ἂν παρεσύρετο συνεχῶς εἰς τοιοῦτον δρόμον ἀπὸ ὅ,τι λέγει οἱοσδήποτε ἐγκληματίας πολέμου, ἀπὸ ὅ,τι λέγει οἱοσδήποτε ὑπάλληλος, διὰ νὰ καλύψῃ, ἴσως, μερίδας πολιτικάς, ἢ, ἴσως, καὶ ἰδιωτικὰς καὶ ἐπαγγελματικὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ ἐρευνήσω τὴν στιγμὴν αὐτήν. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν εὑρισκόμενοι ἐνώπιον ἐκλογῶν, εὑρισκόμενοι εἰς ἀντιθέσεις μὲ τὸν τύπον, ἔχουν καὶ ἐκεῖ τὰς πολιτικὰς καὶ ἐπαγγελματικὰς των ἀνάγκας. Καὶ ἀλλοίμονον, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν κἄθε πρᾶξις, ἡ ὁποία γίνεται ἔξω τῆς Χώρας διὰ νὰ καλύψῃ τοιαύτας ἀνάγκας, παρέσυρε τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνάξιαι αὐτοῦ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, κύριοι συνάδελφοι, ἐξεπροσώπησε τὴν Χώραν, ἔναντι τρίτων, ἔχουσα πάντοτε ὡς γνώμονα, ὄχι μόνον τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Χώρας, ὄχι μόνον τὰς ἀρχὰς ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ κοσμοθεωρία μας, ἀλλὰ ἔχουσα ὡς πρώτιστον γνώμονα τὴν διαφύλαξιν τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Ἡ θέσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως Καραμανλῆ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀποδεικνύει τοῦτο, καὶ δή, διὰ γεγονότων. Ἐὰν ἤδη ὡρισμένα πρόσωπα ἢ καὶ ὡρισμένοι συνάδελφοι θέλουν νὰ δώσουν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν ἔννοιαν δημαγωγικήν, ἔννοιαν παρασύρσεως ἀπὸ οἱονδήποτε ξένον, ὁ ὁποῖος ἐκστομεῖ ὅ,τιδήποτε ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεώς της, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ τὰς παρακολουθήσῃ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ πολιτεύεται μὲ ἀξιοπρέπειαν, σοβαρότητα καὶ μὲ δύναμιν καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ διατηρῇ τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ ἰδικόν της λίαν ὑψηλὰ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος.
§42Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, χαίρω, διότι, ἡ μεσολαβήσασα διακοπὴ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἔδωσε τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποκαλύψῃ τὰ μυστικὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἐπεφύλασσε τόσον τεχνηέντως ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ διπλωματικὸν δαιμόνιον τοῦ ἀξιοτίμου καὶ παλαιοῦ φίλου μου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. (Θόρυβος ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Κύριοι συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς κάμω μίαν φιλικὴν παράκλησιν: Ἔχομεν μίαν διαφορετικὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ ρόλου μας ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Σεῖς νομίζετε, ὅτι ὁ ρόλος μας εἶναι νὰ σᾶς λέγωμεν εὐχάριστα πράγματα. Δυστυχῶς, συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Ἡ ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς μας, εἶναι νὰ σᾶς λέγωμεν τὰ δυσάρεστα.
§43Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ ἔκκλησιν πρὸς τοὺς συναδέλφους τῆς Συμπολιτεύσεως. Οὔτε κἂν μᾶς ἐνοχλεῖ ἡ συζήτησις. Ἄλλως τε, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ν.Π.Κ., ὁ κ. Κωστόπουλος, πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ὀλιγώτερον ἀσημάντων πραγμάτων ἀπὸ τὰς ρουλέττας τῶν Σερρῶν.
§44Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ διαρκὴς προβολὴ τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου καὶ παλαιοῦ μου φίλου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ παντὸς θέματος, τὴν ὁποίαν ἐνεκαινίασεν ἐσχάτως, μὲ ἀναγκάζει νὰ τοῦ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς κἄτι, μὲ τὸ ὁποῖον ἤρχισε τὴν ἀγόρευσίν του πρὸ ὀλίγου. Πράγματι, ὁ τόνος τῆς ἀγορεύσεώς μου δὲν εἶναι ὁ μειλίχιος τόνος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ δι’ ἐμὲ παράδοσιν, οὔτε καὶ φιλικὸς πρὸς τὴν κυβέρνησιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ἄλλωστε, οὐδέποτε ὑπῆρξεν. Ἀλλὰ τὸν τόνον τοῦ πάθους καὶ τῆς ἐξάψεως τῶν παθῶν δὲν εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος τὸν ἔχω δώσει. Ἄλλοι ἐκραύγασαν ἀπὸ ἑνὸς ἐξώστου τῆς ἐκλογικῆς των περιφερείας τὸ ἀχαρακτήριστον ἐκεῖνο σύνθημα «κάτω οἱ ψεῦτες» ὁμιλοῦντες διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἄλλοι, συνεπῶς, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὸν ἀπαράδεκτον αὐτὸν τόνον. Καὶ ἂν παρεσύρθην ἀπὸ τὸν τόνον αὐτόν, ὁμολογῶ τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἐπισημαίνω τὴν εὐθύνην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, προέκυψαν δύο ἐπιχειρήματα: Πρῶτον μέν, ὅτι τὸ ἔγγραφον δὲν εἶναι ἐπίσημον καί, δεύτερον, ὅτι ἡ μετάφρασις δὲν εἶναι ὀρθή. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπίσημον ἢ μὴ τοῦ ἐγγράφου εἰλικρινῶς δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀμφισβητήσεως τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δημοσιευθὲν κείμενον φέρει ἐπικεφαλίδα: Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, Διεύθυνσις Τύπου, ἔπειτα γράμματα VLR)Φὸν Χάαζε, ἀριθ. πρωτ. 990)880)19 Ἰαν. 1961. Ἐρωτῶ, τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἐπικεφαλὶς αὐτὴ καὶ οἱ ἀριθμοὶ Πρωτοκόλλου ἀμφισβητοῦνται, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν ἔχῃ τὸ κείμενον ἡ Κυβέρνησις, νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ. Ἄλλως ἡ κακὴ μετάφρασις, ἡ κακὴ ἀπόδοσις μιᾶς λέξεως δυσκόλως μεταφραζομένης δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας.
§45Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Κωστόπουλε ἠναγκάσθην νὰ σᾶς διακόψω προηγουμένως, διότι ἀπεδώκατε κατ’ ἐξοχὴν σημασίαν εἰς τὴν λέξιν ἐκείνην. Τὴν ἐπανελάβετε δὶς καὶ εἶσθε ἕτοιμος νὰ τὴν ἐπαναλάβητε καὶ διὰ τρίτην φοράν. Καὶ ὁ Τύπος ἐπὶ ἐκείνης τῆς λέξεως κυρίως στηρίζει τὰς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως κατηγορίας. Ἑπομένως, ἡ λέξις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ δι’ ὑμᾶς— μὲ ὕψιλον— τὴν ἰδίαν πρὸ ἡμισείας ὥρας μεγίστην σημασίαν καὶ μετὰ ἡμίσειαν ὥραν νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν σημασίαν. Δὲν νομίζω, ὅτι σεῖς παλαιὸς κοινοβουλευτικός, ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐντὸς ἡμισείας ὥρας νὰ μεταβάλλετε τόσον ριζικῶς, ὄχι τὰς ἐννοίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζετε τὴν ἀγόρευσίν σας, ἀλλ’ αὐτὰς ταύτας τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας χρησιμοποιεῖτε. Νομίζω, ὅτι περιεπέσατε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς βαρὺ λογικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν παράπτωμα.
§46Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐβάσισα τὴν ἀγόρευσίν μου εἰς ὡρισμένον κείμενον, τὸ ὁποῖον εἶχε δημοσιευθῆ ἀπὸ χθὲς καὶ δὲν τὸ διεψεύσατε ἐν τῷ μεταξύ. Ἤδη τροποποιεῖτε τὸ κείμενον καὶ δέχομαι τὴν μετάφρασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκ τῆς ἀντιθέτου πλευρᾶς αὔριον θὰ ὑπάρξῃ ἀπάντησις. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μία σοβαρὰ ἐφημερίς, ὡς ἡ ἐφημερὶς ἡ ὁποία ἐδημοσίευσε τὸ κείμενον, καὶ ἡ ὁποία σημειωτέον δὲν διάκειται συμπαθῶς, οὔτε πρὸς τὴν Κ.Ε.Α., οὔτε πρὸς ἐμὲ προσωπικῶς, δὲν εἶναι, λέγω, δυνατὸν ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη νὰ δημοσιεύσῃ ἕνα τόσον σοβαρὸν κείμενον χωρὶς νὰ τὸ ἐλέγξῃ. Ἐν τούτοις ἐγώ, πρὸς χάριν τῆς συζητήσεως, δέχομαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν Κυβερνητικὴν δήλωσιν, ὅτι κακῶς ἀπεδόθη. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα μας; Ἐὰν πρὸ ὀλίγου ἀντὶ νὰ διεκόπτατε, εἴχατε ἀφήσει νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, θὰ ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἐβάσισα τὴν ἐπιχειρηματολογίαν μου, πρῶτον, εἰς τὴν κακῶς ἀποδοθεῖσαν λέξιν αὐτὴν καί, δεύτερον, εἰς ἄλλας φράσεις, περιεχομένας εἰς τὴν ἐπιστολὴν καὶ τὰς ὁποίας οὐδόλως ἀμφισβητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Αἱ φράσεις αὐταὶ συγκεκριμένως εἶναι, ὅτι «ὅπως γνωρίζετε τὰ δημοσιεύματα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς προεκάλεσαν μίαν σοβαρωτάτην κυβερνητικὴν κρίσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἐπεβάρυνε τὰς Γερμανοελληνικὰς σχέσεις εἰς ὕψιστον βαθμόν». Ἀλλ’ ἡ κρίσις αὕτη δὲν εἶναι ἡ μόνη. Περαιτέρω εἰς τὴν ἐπιστολὴν ὑπάρχει ἡ καταπληκτικὴ αὐτὴ φράσις: «Τὸ Γερμανικὸν Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαίαν ἐπιθυμίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ μίαν δημοσίαν ἐκδήλωσιν τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας». Καὶ πάρα κάτω: «Ἐπιτρέψατέ μου διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ δημοσιογραφικοῦ σας καθήκοντος ἐπεδείξατε τὴν πρέπουσαν προσοχὴν καὶ ἐμβρίθειαν». Δηλαδή, ὄχι μόνον ἀναγνωρίζεται ἡ καλὴ πίστις τῆς Γερμανικῆς ἐφημερίδος, ἀλλ’ ἐμμέσως καὶ ἡ ἀκρίβεια τῶν ἰσχυρισμῶν της. Ἀμφισβητοῦνται αἱ φράσεις αὐταί;
§47Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, αἱ φράσεις αὗται δὲν ἀμφισβητοῦνται, ἂν καὶ πρέπει νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἑτοιμάζω τὴν προσεκτικὴν μετάφρασιν, διὰ νὰ γνωρίζω πῶς ἀκριβῶς ἔχουν. Ἀλλὰ εἴχατε πρὸ δύο λεπτῶν τὴν βεβαίωσιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ αὐτὴ καὶ ὁ Φὸν Χάαζε, ἐμμένουν εἰς τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς 29ης Σεπτεμβρίου καὶ ὅτι τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν τὴν ἔγραψεν ἰδιωτικῶς, προφανῶς, καθ’ ἡμᾶς, διὰ νὰ διορθώσῃ τὰς σχέσεις του μὲ τὴν ἐφημερίδα. Τὶ ἄλλο θέλετε νὰ σᾶς εἴπῃ;
§48Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν ἐκ τῆς δημοσιευθείσης ἐπιστολῆς ἀποκαλύπτεται, ὅτι ἡ βεβαίωσις ἐκείνη ἐδόθη ἐν γνώσει τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλεγχθοῦν τὰ πράγματα καὶ ἐβασίσθη μόνον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν διαβεβαίωσιν, ποίαν ἀξίαν θέλετε πλέον νὰ ἔχῃ οἱαδήποτε, εἴτε σημερινή, εἴτε ἐν τῷ μέλλοντι, ἄλλη περαιτέρω Γερμανικὴ διευκρίνησις;
§49Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Δι’ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἴπατε, ἀποδεικνύεται, ἀκριβῶς, ὅτι παρασύρεσθε ἀπὸ οἱανδήποτε ἔριδα, ἀπὸ οἱανδήποτε ἀνάγκην καλύψεως προσωπικῶν ἢ ἐπαγγελματικῶν σχέσεων οἱουδήποτε ξένου.
§50Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Τὸ ἐρώτημά σας ἔχει μίαν προϋπόθεσιν. Ὅτι ἡμεῖς ἐξαρτῶμεν τὴν κρίσιν περὶ ἀληθείας ἐπὶ τοῦ θέματος Μέρτεν ἀπὸ πιστοποιητικὸν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐζητήσαμεν ἡμεῖς, τὸ ἀνακοινωθὲν τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ἀποτελεῖ χρέος τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰ πράγματα, ἀπέναντι τῆς Γερμανικῆς κοινῆς γνώμης. Δὲν ἐζητήσαμεν πιστοποιητικόν. Αὐτὸ θὰ τὸ πάρωμεν ἀπὸ τὴν Δικαιοσύνην. (Χειροκροτήματα).
§51Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφοι.
§52Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μόνον, ἐὰν ἦτο αὐθόρμητος ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἴσχυον ὅσα λέγετε. Ἐφ’ ὅσον ἔγινε κατόπιν αἰτήσεως τῆς σκληρᾶς αἰτήσεως, ὡς εἶναι ἡ λέξις, δὲν δικαιοῦσθε νὰ τὸ ἐπικαλῆσθε. (Χειροκροτήματα).
§53Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἦτο ἀπολύτως φυσικόν, ὄχι μόνον νὰ ζητήσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἀξιώσωμεν νὰ πράξῃ μία φιλικὴ Κυβέρνησις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡς φιλικὴ Κυβέρνησις εἶχε χρέος νὰ πράξῃ.
§54Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως— θὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ θὰ ὁμιλήσω— εὑρίσκεσθε εἰς βαρυτάτην πλάνην. Καὶ θλίβομαι, διότι ἀκόμη καὶ μέχρι τοῦδε καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ σημερινοῦ ἀνακοινωθέντος ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς βαρυτάτην πλάνην συγχέουσα πολιτικὰ μὲ δικαστικὰ θέματα. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ζητοῦνται ἀπὸ φιλικὰς Κυβερνήσεις διευκρινίσεις ἐπὶ πολιτικῶν θεμάτων. Ἐπὶ ἐκκρεμῶν δικαστικῶν θεμάτων δὲν ζητοῦνται ἱκανοποιήσεις. (Χειροκροτήματα).
§55Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι ὁποτεδήποτε γράφεται ἕνα ἄρθρον εἰς οἱανδήποτε ἐφημερίδα τοῦ κόσμου, ἐναντίον μιᾶς Κυβερνήσεως, εἴτε συκοφαντικὸν εἶναι, εἴτε ἁπλῶς ἀνακριβές, γίνεται διάβημα τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς χώρας ἐκείνης πρὸς τὴν ἄλλην καὶ ζητεῖται διόρθωσις. Ἀναλόγως δὲ τῆς βαρύτητος τῆς ἐφημερίδος ἢ τῶν ἀναγραφέντων, γίνεται τὸ διάβημα ἀπὸ τὸν Πρέσβυν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ ἀπ’ εὐθείας ὑπηρεσιακῶς. Αὐτὸ εἶναι καθιερωμένον εἰς ὅλας τὰς χώρας.
§56Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Προκαταλαμβάνω τὸν λόγον. Ἑπομένως εἶναι εἰς βάρος μου. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἀπὸ μίαν ἄλλην Κυβέρνησιν καὶ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ συμβῇ, θὰ ἦτο μία ἐκδήλωσις ἁβρότητος, ὅτι λυπεῖται ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, διότι Γερμανικὰ ὄργανα τοῦ Τύπου προβαίνουν εἰς δημοσιεύσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δηλητηριάσουν τὰς σχέσεις τῶν δύο λαῶν. Αὐτὸ εἶναι δυνατόν, διότι εἶναι πολιτικὴ πρᾶξις. Ἀλλὰ ἐπὶ ἐκκρεμοῦς δικαστικοῦ θέματος νὰ ἔλθῃ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ δηλώνῃ, ὅτι θεωρεῖ αὐτὰς τὰς κατηγορίας ἐσφαλμένας, εἶναι τόσον ἀπαράδεκτον διὰ μίαν Δημοκρατίαν, ὅπως ἐκρίθη καὶ εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν ἀπαράδεκτον νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις θέσιν ἀπέναντι τῆς οὐσίας, ἐφ’ ὅσον τὸ θέμα ἦτο δικαστικῶς ἐκκρεμές. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεμελιώδης διάκρισις μεταξὺ δικαστικοῦ καὶ πολιτικοῦ θέματος. Αἱ Κυβερνήσεις παρέχουν ἱκανοποίησιν πολιτικῶν πράξεων ἁβρότητος. Ὅταν ἐκκρεμῇ δικαστικὸν θέμα, οὐδεμία Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἀνάμιξιν τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως καὶ οὐδεμία ἄλλη Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν. Τοῦτο εἶναι παράλογον καὶ ἡ ἀποδοχή του εἶναι ἀδύνατος.
§57Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Μὲ ὅλον τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν πρὸς τὴν μεγάλην πεῖραν σας, θὰ εἴπω πρὸς γνῶσιν σας, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἐκκρεμοῦσε τότε οὐδεὶς δικαστικὸς ἀγών. Ἁπλῶς εἶχε γραφῆ τὸ ἄρθρον καὶ ἀμέσως ἔγινεν ἡ διαμαρτυρία. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς χώρας, εἰς ὅλας τὰς ἀναλόγους περιπτώσεις καὶ ἀνεξαρτήτως ἂν μετὰ ἐπακολουθῇ καὶ δικαστικὸς ἀγών. Ταῦτα πρὸς γνῶσιν σας, κ. Πρόεδρε.
§58Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οὐδέποτε εἰς τὰ διεθνῆ χρονικά.
§59Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οὐδέποτε ἔχει συμβῆ.
§60Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠμφισβήτησε τὴν ἀκρίβειαν τῆς μεταφράσεως μιᾶς λέξεως. Δὲν ἠμφισβήτησε, οὔτε τὸ γεγονός, ὅτι τὸ ἔγγραφον φέρει ἐπικεφαλίδα «Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν» καὶ ἀριθμὸν πρωτοκόλλου, οὔτε τὰς ἄλλας φράσεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς μόνον δικαιολογητικόν, ὡς μόνον ἐπιχείρημα ἀντικρούσεως τοῦ ἐγγράφου τούτου, μᾶς ἔφερε μίαν ρηματικὴν διακοίνωσιν τοῦ Γερμανικοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν ἐν Βόννῃ Πρεσβευτὴν μας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται, ὅτι τόσον ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ ὁ φερόμενος ὡς γράψας τὴν ἐπιστολήν, Φὸν Χάαζε, ἐπιμένουν εἰς τὴν παλαιὰν διακοίνωσιν τῆς 29 Σεπτεμβρίου 1960. Δὲν εἶχον οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι μία τοιαύτη διακοίνωσις θὰ ἐδίδετο εὐχερῶς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, μετὰ τὴν διαπιστωθεῖσαν εὐκολίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τῆς Γερμανίας ἐφοδιάζει μὲ διάφορα πιστοποιητικὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ταῦτα ζητοῦνται ἐν ὀνόματι τῆς καλῆς τύχης τῶν Ἑλληνογερμανικῶν σχέσεων. Μετὰ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Φὸν Χάαζε πρὸς τὴν Γερμανικὴν ἐφημερίδα τοῦ Ἁμβούργου, ὄχι μόνον δὲν εἴχαμεν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις θὰ ἐφωδίαζε μὲ νέον πιστοποιητικὸν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ἐπίσης, ὅτι καὶ αὔριον, μεθαύριον ὁ ἴδιος Φὸν Χάαζεν θὰ γράψῃ τὰ ἀντίθετα εἰς τὴν Γερμανικὴν ἐφημερίδα τοῦ Ἁμβούργου. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τῆς ἐπιστολῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας εἶχον πρὸ ὀλίγου τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὰς ὁποίας δὲν διέψευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προκύπτει ἓν ἄλλον θέμα. Ὄχι πλέον τῆς διαψευδομένης φορτικότητος, ἀλλὰ κρίσιμον θέμα τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ πιστοποιητικοῦ καλῆς διαγωγῆς ὑπὲρ ὡρισμένων μελῶν της ἀπὸ μέρους τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἐπικαλεσθῇ κίνδυνον ἐνδεχομένης ἐκτραχύνσεως ἢ κατὰ τὴν ἐπιστολὴν ἐπιβαρύνσεως τῶν Ἑλληνογερμανικῶν σχέσεων. Μέσα εἰς τὸ κρίσιμον καὶ βασικὸν θέμα, κατοπτρίζεται μία βαρυτάτη εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλέχθη ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους κ.κ. Ὑπουργούς, ὅτι ἀποτελεῖ σύνηθες διπλωματικὸν ἔθιμον, τὸ νὰ ζητήσῃ μία Κυβέρνησις τὴν μεσολάβησιν τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως, ὅταν εἰς τὴν χώραν τῆς ἄλλης δημοσιεύεται κἄτι ἐναντίον τῆς πρώτης. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκριβές. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκριβὲς καὶ ἰσχύει μόνον, ἐὰν αἱ αἰτιάσεις στρέφωνται ἐναντίον πράξεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐναντίον πράξεων Ὑπουργῶν, ὑπὸ τὴν ἰδιότητά των ὡς Ὑπουργῶν. Ἐρωτῶμεν: Ὑπάρχει προηγούμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἐζητήθη ἡ μεσολάβησις καὶ ἡ ἐπέμβασις τῆς ξένης Κυβερνήσεως, δι’ αἰτιάσεις ἀφορώσας ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ θιγόμενα πρόσωπα, ὄχι μόνον δὲν ἦσαν Ὑπουργοί, ὄχι μόνον δὲν ἦσαν βουλευταί, ἀλλὰ ὡρισμένοι ἐξ αὐτῶν ἦσαν καὶ τελείως ἄγνωστοι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην; Αὐτὸ εἶναι τὸ πρωτάκουστον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὅτι ὁλόκληρος ὁ κρατικὸς μηχανισμὸς ἐκινήθη, διὰ νὰ προστατευθῇ ἡ ὑπόληψις τῶν θιγομένων Ὑπουργῶν διὰ πράξεις των, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν δὲν ἦσαν Ὑπουργοὶ καὶ ὄχι διὰ πράξεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἢ διὰ πράξεις διαπραχθείσας ὑπὸ τὴν ἰδιότητά των ὡς Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸ κείμενον αὐτὸ προκύπτουν δύο σαφῆ συμπεράσματα, κύριοι βουλευταί. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ ἀπόπειρα παραπλανήσεως, ὄχι μόνον τῆς Γερμανικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης. Διότι τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδημοσιεύθη ἁπλῶς εἰς τὸ Γερμανικὸν Δελτίον Τύπου, ἀλλὰ ἐδημοσιεύθη πομπωδῶς εἰς ὅλας τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας καὶ ἀπετέλεσεν ἕνα ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀντιμετώπισε τὸ θέμα τῆς οὐσίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Δὲν πρόκειται, νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν οὐσίαν. Θὰ ἔλεγον καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θὰ διέπραττε μέγα λάθος, ἐὰν ἀπησχόλει τὴν Βουλὴν μὲ τὸ θέμα τῆς οὐσίας. Τὸ θέμα δὲν εἶναι ἐκεῖ. Τὸ κύριον θέμα εἶναι τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐχειρίσθη τότε καὶ χειρίζεται ἀκόμη καὶ σήμερον, τὸ θέμα αὐτό. Ἡ πρώτη αἰτίασις, ἀφορᾷ τὴν ἀπόπειρα παραπλανήσεως τῆς Ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία δὲν βασίζεται μόνον, εἰς τὴν λύσιν τὴν κακῶς ἀποδοθεῖσαν, περὶ φορτικότητος. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν ὑπάρχουν δύο φράσεις, ἀποσαφηνίζουσαι, ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ ἓν ἀνακοινωθέν, διαψεύδουσα τὰ δημοσιεύματα τῆς Γερμανικῆς ἐφημερίδος, βασιζομένη, μόνον εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς ἰσχυρισμούς, καὶ μὴ ἔχουσα τὸν καιρόν, ὡς τονίζεται ρητῶς εἰς τὴν ἐπιστολήν, νὰ ἐλέγξῃ τὰ πραγματικὰ γεγονότα. Ἀλλά, ἐπίσης, ὑπάρχει εἰς τὴν ἐπιστολήν, καὶ μία ἄλλη φράσις. Δι’ αὐτῆς ἀπονέμονται εὔσημα εἰς τὸν δημοσιεύσαντα ταῦτα δημοσιογράφον, διότι ὑπέδειξεν «τὴν πρέπουσαν προσοχὴν καὶ ἐμβρίθειαν». Τοιουτοτρόπως ἀναγνωρίζεται πλήρως ἡ καλὴ πίστις, ἀλλὰ ἐμμέσως τὸ πραγματικὸν τῶν δημοσιευμάτων τῆς ἐφημερίδος. Ὁμοίως δηλοῖ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ὅτι μὴ ἔχουσα τὸν καιρὸν νὰ ἐξακριβώσῃ πῶς ἔχουν, ἀκριβῶς, τὰ πράγματα, ἐβασίσθη εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὶ ἀπαντᾷ εἰς ὅλα αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις; Τὴν πρωΐαν, σήμερον, ἀπαντᾷ δι’ ἑνὸς ἀνακοινωθέντος τοῦ Ὑπουργείου Τύπου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «προέβη, ὡς εἴθισται, εἰς διαμαρτυρίαν». Βεβαίως, εἴθισται, νὰ προβαίνουν εἰς διαμαρτυρίας αἱ Κυβερνήσεις. Ἀλλὰ πότε; Ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, δὲν ὑπάρχει, κ. συνάδελφοι, προηγούμενον διαμαρτυρίας, διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας διέπραξαν οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοί, ὅταν δὲν ἦσαν κἂν Ὑπουργοί. Πέραν, ὅμως τῆς ἀποπείρας παραπλανήσεως τῆς κοινῆς γνώμης, ὑπάρχει, τὸ βαρύτατον, καθ’ ἡμᾶς θέμα, τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνέμιξεν ὁλόκληρον τὴν ἐξωτερικὴν της πολιτικὴν καὶ ἔρριξε εἰς τὴν πλάστιγγα τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ὕψιστα πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς χώρας διὰ νὰ προστατεύσῃ τὰς ἀτομικὰς εὐθύνας ὡρισμένων Ὑπουργῶν της. Αὐτὸ εἶναι καθ’ ἡμᾶς ἡ βαρυτέρα μορφὴ τῆς Κυβερνητικῆς αὐτῆς ἐνεργείας.
§61Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, δὲν ξεύρω διατὶ τελευταίως χρησιμοποιεῖτε καὶ δὴ ἄνευ οὐδενὸς λόγου μεγαλορρήμονας φράσεις ὅπως τὴν «τιμὴν τοῦ Ἔθνους» τὰ «συμφέροντα τοῦ Ἔθνους» τὰ ὁποῖα, ὡς εἴπατε, ἐρρίψαμεν εἰς τὴν πλάστιγγα.
§62Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρασυρόμεθα εἰς τοῦτο ἀπὸ τὰς ἰδικάς σας φράσεις.
§63Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Παρασύρεσθε πάντως ἀπὸ ἄλλας φράσεις καὶ τοῦτο εἶναι φανερόν. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω πῶς κατελήξατε εἰς αὐτὰ τὰ συμπεράσματα, δηλαδή, ὅτι ἡμεῖς ἠπειλήσαμεν «θίξαντες ἐθνικὰ συμφέροντα» «τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους» καὶ ἄλλα ἱερὰ καὶ ὅσια. Ἐπειδὴ εἰς μίαν ἐπιστολὴν ἑνὸς ὑπαλλήλου λέγεται, ὅτι «ἐγὼ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐπειδὴ θὰ διεκινδύνευον αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν, δι’ αὐτὸ ἔκαμα τοῦτο», δι’ αὐτὸ καταλήγετε εἰς τοιαῦτα συμπεράσματα; Σᾶς ἀπέδειξα οὕτω, νομίζω, ὅτι τὰ περὶ ἀπειλῆς θιγέντων συμφερόντων τοῦ Ἔθνους εἶναι ταῦτα, τοὐλάχιστον, αὐθαίρετα συμπεράσματα.
§64Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ μὲ ἀναγκάσετε νὰ ἀναγνώσω καὶ πάλιν μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ καταχωρήσουν οἱ κ.κ. πρακτικογράφοι καὶ ἡ ὁποία δὲν διεψεύσθη. Δὲν πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς ἐπιστολῆς, ἀλλὰ περὶ ἐπιστολῆς ἡ ὁποία φέρει ἐπικεφαλίδα «Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν» καθὼς καὶ ἀριθμὸν πρωτοκόλλου. Ἑπομένως θὰ ἦτο εὐκταῖον, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθοῦν τοιαῦτα βασικὰ σημεῖα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποφεύγεται αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη. Πάντως ἡ φράσις εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρομαι, λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὅπως γνωρίζετε». Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι δὲν ἀμφισβητεῖται ἀπὸ κανένα. Ἐπίσης, λέγει, ὅτι «τὸ δημοσίευμα» ἐκείνης τῆς ἐποχῆς προεκάλεσε σοβαρὰν πολιτικὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἐπιβαρύνει τὰς Γερμανοελληνικὰς σχέσεις εἰς ὕψιστον βαθμόν.
§65Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Αὐτά, κ. συνάδελφε, εἶναι κρίσεις τοῦ γράφοντος.
§66Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν λέγω, «εἶναι ἡ γνώμη μου», ἀλλὰ λέγω «ὅπως γνωρίζετε» ἐξ ἄλλου, εἶναι βέβαιον, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπάρχει ἀπειρία ἐκκρεμῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται μετὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι πρῶτον, τὸ θέμα τῆς ἐγκαταστάσεως Γερμανικῶν βάσεων ἐν Ἑλλάδι, ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ ΝΑΤΟ, ἡ ὁποίαν συνεδυάσθη καὶ μὲ πρόσφατον ἐπίσκεψιν τοῦ Γερμανοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ θέμα διεψεύσθη εἰς τὰς ἐφημερίδας, θὰ ἀναφέρω ἕνα ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον. Πρόκειται διὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἀπὸ ἔτους διεξάγονται διαπραγματεύσεις μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Γερμανικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐφαρμογὴν μιᾶς συμβάσεως οἰκονομικῆς φύσεως, ἡ ὁποία ὑπεγράφη καὶ δὲν ἐφηρμόσθη. Εἶναι γεγονὸς ἢ ὄχι αὐτό; Παρακαλῶ μίαν ἀπάντησιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως ὑπάρχει θέμα συνεχίσεως οἰκονομικῶν συζητήσεων καὶ διαπραγματεύσεων. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, τίθεται καὶ δημιουργεῖται θέμα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ζητήσῃ πιστοποιήσεις ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, διαθέτῃ τὴν σταθερότητα, τὴν ἀκαμψίαν καὶ τὸ ἀπαραίτητον πολιτικὸν κῦρος διὰ νὰ διεξαγάγῃ ὀρθῶς καὶ πρὸς προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων τὰς διαπραγματεύσεις αὐτάς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀτιμετωπίσωμεν τὴν ὅλην ὑπόθεσιν μετὰ ψυχραιμίας, ἀλλὰ καὶ μὲ αἴσθημα ηὐξημένης εὐθύνης αἰρόμενοι εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων. Σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, μέσα εἰς τὸ χάος τῶν συμπλεκομένων διαβεβαιώσεων καὶ ἀμφισβητήσεων ἢ τῶν διευκρινήσεων καὶ ἀντιρρήσεων, μία καὶ μόνον ὑπάρχει λύσις. Εἶναι ἡ λύσις τὴν ὁποίαν διαγράφει σαφῶς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δηλαδὴ ἡ ἄμεσος διεξαγωγὴ ἐκλογῶν. (Φωναί, θόρυβος ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Διότι ἡ κοινὴ γνώμη δὲν πρόκειται νὰ πεισθῇ, οὔτε ἀπὸ τὰ πληθωρικὰ πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα μὲ ταχυδακτυλουργικὴν δεξιοτεχνίαν παρουσιάζει ἑκάστοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὔτε καὶ ἀπὸ τὴν κρίσιν τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, στεροῦνται ἀποδεικτικῶν στοιχείων καὶ μέσων, διὰ ν’ ἀποφανθοῦν ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου θέματος. Τὴν τελικὴν γνώμην θὰ τὴν ἐκφράσῃ ὁ κυρίαρχος λαός. Διὰ νὰ καταφύγωμεν, ὅμως εἰς τὴν λύσιν αὐτήν, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις πλέον νὰ ἐπιδείξῃ μίαν στοιχειώδη πολιτικὴν εὐθιξίαν, παραχωροῦσα τὸ ταχύτερον τὴν θέσιν της εἰς μίαν ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§67Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ κάμω τὸν συνήγορον καὶ τὸν ὑπερασπιστὴν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ εἴπω, ἐὰν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατόν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀγαπητὸς κ. συνάδελφος, νὰ ἐκδώσῃ ἀνακοινωθέντα, νὰ τὰ ἀνακαλῇ καὶ νὰ βάζῃ ὅλους τοὺς ἀνωτάτους ἢ καὶ τοὺς κατωτέρους ὑπαλλήλους νὰ ἐκδίδουν κατὰ τὸ δοκοῦν ἀντικρουομένας ἀνακοινώσεις. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ, εἰδικῶς, νὰ προβῶ εἰς μίαν δήλωσιν κατόπιν τῶν ὡρισμένων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Κωστόπουλος πρὸ ὀλίγου. Θέμα ἐγκαταστάσεως Γερμανικῶν στρατιωτικῶν βάσεων ἐν Ἑλλάδι οὐδέποτε ἠγέρθη. Οὔτε δι’ ὑπαινιγμῶν κἂν μᾶς ἀνεφέρθη καὶ δὲν πιστεύομεν, ὅτι πρόκειται νὰ ἐγερθῇ ποτέ. Θέμα ἀναλήψεως ὑπὸ τῆς Γερμανίας στρατιωτικῶν δαπανῶν........
§68Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἀνέφερα κἄν, κύριε Ὑπουργέ.
§69Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριε συνάδελφε, νομίζω τὸ ὑπαινίχθητε σαφῶς καὶ ὁ ὑπαινιγμὸς εἶναι βαρύτερος, ἐφ’ ὅσον εἶσθε ὑπαρχηγὸς Κόμματος, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον θέμα. Εἶναι, λοιπόν, ἀνάγκη νὰ δηλώσω, ὅτι θέμα τοιοῦτον ἐπίσης δὲν ὑπάρχει, δὲν ἠγέρθη καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ. Καὶ πιστεύω τοῦτο, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ μόνον μὲ τὰς δημοσιογραφικὰς πληροφορίας κατέστησε σαφῆ τὴν θέσιν της, καθ’ ἣν τοιαύτην ἀπ’ εὐθείας ἀνάληψιν στρατιωτικῶν δαπανῶν, δὲν θὰ ἐδέχετο. Ἦτο ἀνάγκη νὰ προβῶ εἰς τὰς διευκρινήσεις αὐτὰς καὶ διὰ τὴν οὐσίαν τῶν θεμάτων καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον σχετικὸν μὲ τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Ἐὰν ὑπῆρχον σήμερον ἐκκρεμῆ τοιαῦτα θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Γερμανία θὰ εἶχεν ἄμεσον ἀνάγκην ἡμῶν, ὅπως τῆς ἐγκαταστάσεως βάσεων, τότε θὰ εἴχομεν ἴσως τὴν δύναμιν νὰ ἐπέμβωμεν, νὰ ἀπειλήσωμεν καὶ νὰ προκαλέσωμεν, ὅ,τιδήποτε θέλομεν ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν βεβαίως ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἦτο ὑπερήφανος Κυβέρνησις, καὶ ἐκάμπτετο εἰς πιέσεις. Ἀλλὰ συμβαίνει σήμερον ὅ,τιδήποτε συζητοῦμεν μὲ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ εἶναι θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐκείνη ἀνάγκη ἡμῶν, ἀλλ’ ἡμεῖς ἀνάγκην αὐτῆς. Θέματα κοινῆς ἀγορᾶς, θέματα δανειοδοτήσεων, θέματα ἄλλα, εἶναι ὅλα αὐτὴν τὴν στιγμὴν θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην, ἀσχέτως τοῦ ἂν διαπραγματευώμεθα μαζί της μὲ δύναμιν καὶ μὲ ἀξιοπρέπειαν. Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδουν οἱανδήποτε εὐκαιρίαν νὰ πιέσωμεν τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν.
§70Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι λόγος διὰ τὴν Βουλὴν ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις μας, ὅτι ἐκείνη δὲν μᾶς ἔχει ἀνάγκην, ἡμεῖς τὴν ἔχομεν ἀνάγκην;
§71Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἄξιον ὑμῶν νὰ ἁπλοποιήσετε τόσον πολὺ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπα. Δὲν εἶναι ἄξιον ὑμῶν μὲ τὸ μέγα κῦρος, τὸ ὁποῖον ἔχετε, νὰ ἁπλοποιήσετε τόσον πολὺ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπα. Εἶπα, ὅτι τὰ δύο θέματα τὰ συγκρουόμενα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐὰν εἴχαμεν διαπραγματεύσεις, νὰ μᾶς ἔχῃ ἀνάγκην ἡ Γερμανία, δὲν ὑπάρχουν. Καὶ τὸ εἶπα, διότι ὁ κ. Κωστόπουλος, δὲν εἶπεν ἐὰν ἔχωμεν ἢ δὲν ἔχωμεν ἀνάγκην, εἶπεν, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν συζητοῦμεν ἀκανθώδη θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα μᾶς ἔχει ἀνάγκην ἡ Γερμανία. Ἀντιθέτως ἐξήγησα, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμήν, κατὰ σύμπτωσιν, τὰ θέματα τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην ἀπὸ ἡμᾶς ἡ Γερμανία. Βεβαίως, δὲν εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ Γερμανία ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει μᾶς ἔχει ἀνάγκην. Κατοικοῦμεν εἰς τὸ κρίσιμον τοῦτο σταυροδρόμι, ἔχομεν τὸν μεγάλον δυναμισμόν, τὸν ὁποῖον ἐπεδείξαμεν ἐπανειλημμένως εἰς κρισίμους ὥρας καὶ πιστεύω, ὅτι οἱ πάντες μᾶς ἔχουν ἀνάγκην.
§72Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν παρετήρησα τὰς δύο πρώτας ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε, παρετήρησα τὸ περιττὸν συμπέρασμα καὶ χαίρω, διότι ἔδωσα ἀφορμὴν νὰ τὸ μεταβάλῃ.
§73Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τὴν διακοπὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κατέστη σαφές, ὅτι δὲν ἔγινα ἀντιληπτός, διότι ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην ποτέ, ὅτι ἡ Γερμανία ἔχει τὴν ἀνάγκην μας. Ἀντιθέτως, εἶπα, ὅτι ἀπὸ ἔτους διεξάγονται ἀκανθώδεις διαπραγματεύσεις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν μιᾶς ὑπογραφείσης οἰκονομικῆς συμφωνίας. Ὅταν λέγω οἰκονομικῆς συμφωνίας, προκύπτει ἐξ αὐτοῦ, ὅτι ἡμεῖς θὰ χορηγήσωμεν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν εἰς τὴν Γερμανίαν ἢ τὸ ἀντίθετον; Λυποῦμαι πολύ, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπομακρυνθεὶς ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ Ὑπουργεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἄλλοτε διεκρίθη, ἔχει τελείως πλέον ξεχάσει τὰς πλέον στοιχειώδεις οἰκονομικὰς ἐννοίας.
§74Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Σεῖς, πλέον, δὲν ἁπλοποιήσατε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον. Ὅσα ἐσχολίασεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ἦσαν, ἴσως, δεκτικὰ ἁπλοποιήσεως. Σεῖς ὅμως, ἠλλάξατε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον. Ὡμιλήσατε ἢ ὄχι περὶ διαπραγματεύσεων δι’ ἐγκατάστασιν Γερμανικῶν στρατιωτικῶν βάσεων ἐν Ἑλλάδι; Ἐπὶ πλέον εἴπατε ἀορίστως περὶ ἀκανθωδεστάτων οἰκονομικῶν διαπραγματεύσεων. Δὲν εἶπα ποτέ, ὅτι πρόκειται νὰ δώσωμεν ἡμεῖς βοήθειαν εἰς τὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ σεῖς διὰ τῆς φράσεως αὐτῆς προφανῶς ὑπηνίχθητε τὰ γραφόμενα ἀνευθύνως εἰς τὸν τύπον καὶ ἐπαναλαμβανόμενα ἀπὸ ἄλλους, περὶ ἀναλήψεως ὑπὸ τῆς Γερμανίας στρατιωτικῶν δαπανῶν.
§75Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπα τέτοιο πρᾶγμα. Ὑπάρχουν πρακτικά. Πάντως οὐδέποτε εἶπον, ὅτι ἡ Γερμανία ἔχει ἀνάγκην οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως, ὅπως ἐπεχειρήσατε νὰ μοῦ ἀποδώσητε.
§76Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἡ παροῦσα πέμπτη περίοδος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, φέρει ἔντονον τὴν σφραγῖδα τοῦ Γερμανοῦ ἐγκληματίου πολέμου Μέρτεν. Εἶναι ἡ ἕκτη φορὰ ποὺ ὁ Μέρτεν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν ἢ τὴν Ἐπιτροπὴν. Τέσσαρες φορὲς κατόπιν νομοθετικῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία καὶ ἐδημιούργησε διὰ τῆς ἀνεξηγήτου καὶ ἀδικαιολογήτου εὐνοίας καὶ τῆς σπουδῆς νὰ ἀποφυλακίσῃ τὸν καταδικασθέντα Μέρτεν, τὸ ζήτημα καὶ τώρα τὸν Ὀκτώβριον καὶ σήμερον ἐξ αἰτίας τῶν ἀποκαλύψεων Μέρτεν. Ὅταν τὸν Ὀκτώβριον ἔγινεν ἡ συζήτησις λόγῳ ἀπουσίας μου, πῆρα μέρος μόνον τὴν τελευταίαν ἡμέραν καὶ προέβην ἁπλῶς εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν συμπερασμάτων καὶ ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τὴν 15ην Ὀκτωβρίου 1960 ὑπεγράμμισα, ὅτι τὸ πρῶτον συμπέρασμα εἶναι ὅτι τὸ θέμα μένει καὶ παρὰ τὰς συζητήσεις τὰς 4ημέρους, ἀνοικτὸν καὶ ἀνεκαθάριστον. Εὔχομαι νὰ εἶναι ἡ τελευταία φορὰ ποὺ τὸ θέμα Μέρτεν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Γνωρίζω, καλῶς, καὶ γνωρίζετε καὶ σεῖς, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἡ τελευταία. Δὲν ἐπέρασαν 4 μῆνες καὶ ἀναβιώνει τὸ ζήτημα. Ἀναβιώνει δὲ ὑπὸ μορφὴν ἐξόχως σοβαρωτέραν, διότι τώρα δὲν πρόκειται πιὰ περὶ κατηγοριῶν αἱ ὁποῖαι ἀνεξαρτήτως τοῦ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου των προέρχονται ἀπὸ ἕνα ἐγκληματίαν πολέμου καὶ ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἀπεκρούοντο, ἐνῷ πράγματι, καὶ ἐντύπωσιν εἶχαν προκαλέσει καὶ συνεκλόνισαν τὴν δημοσίαν γνώμην. Καὶ ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὑποτιμήσασα τὰς ἀντιδράσεις τῆς δημοσίας γνώμης καὶ τὴν εὐαισθησίαν της, ὅτι ἠμποροῦσε νὰ παρακάμψῃ τὸ ζήτημα, εἴτε μὲ μερικὰς μηνύσεις ἐκεῖ ὅπου αἱ μηνύσεις δὲν θὰ ἦσαν ἀποτελεσματικαί, διότι δὲν θὰ κατέτεινον εἰς τὴν ἀντιπαράταξιν τῶν ἀντιτιθεμένων ἀπόψεων, ὥστε νὰ ἀποδειχθῇ ἐξ ἀντικειμένου τὶ πράγματι συμβαίνει, εἴτε διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως πιστοποιητικῶν καὶ ἐδῶ κατασκευασθέντων καὶ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐκμαιευθέντων. Ἐνόμισεν, ὅτι θὰ κλείσῃ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀνέκυψε σήμερον υἱοθετούμενον πλήρως ἀπὸ τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐπιστολὴν τῆς διευθύνσεως Τύπου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δημόσιον ἔγγραφον, προερχόμενον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, φέρον ἀριθμὸν πρωτοκόλλου, ὅλα τὰ διακριτικὰ τοῦ δημοσίου ἐγγράφου μὴ ἀπασχολουμένου μὲ ἰδιωτικὰς σχέσεις ἢ συναλλαγὰς τοῦ ὑπογράφοντος Φὸν Χάαζε καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος «Ἠχὼ» τοῦ Ἁμβούργου, ἀλλὰ μὲ δημοσίας σχέσεις ἀναφερομένας εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς διευθύνσεως Τύπου, εἰς τὰς εὐθύνας ἐκ τῆς διαψεύσεως, τὰς ὁποίας ἤθελε καὶ νὰ ἀποσείσῃ, λοιπόν, τὰς κατηγορίας λέγω, τὰς ἀναλαμβάνει καὶ τὰς υἱοθετεῖ ἐξ ὁλοκλήρου ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις παρὰ τὴν διόρθωσιν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ μιᾶς λέξεως, ὡς πρὸς τὴν ἀκρίβειαν τῆς μεταφράσεως. Διότι, ἀσφαλῶς, ἐὰν θέλωμεν νὰ συζητήσωμεν καλῇ τῇ πίστει, ἐὰν θέλωμεν νὰ δειχθῇ ποῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ὁ ὅρος «μετὰ φορτικότητος», ὁ ὁποῖος δὲ ἀναφέρεται εἰς ἀντικειμενικὴν κατάστασιν, εἰς ἕνα περιστατικόν, εἰς ἕνα γεγονός, δίδει ἁπλῶς ἕνα χαρακτηρισμὸν μιᾶς ἐνεργείας. Εἴτε μετὰ φορτικότητος εἴπῃ, εἴτε πολλάκις εἴπῃ, εἴτε διεμαρτυρήθη, εἴτε ἐζήτησε, βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξεμαίευσε— καὶ τὸ ἀναγνωρίζει — δι’ ἐντόνου διαμαρτυρίας τὸ νὰ λάβῃ θέσιν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ἔναντι αὐτῶν τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐκεῖ πέρα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφεώρων τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἀνάγεται εἰς τὰς συνηθείας τῆς διεθνοῦς ἐθιμοτυπίας τὸ νὰ ἀναζητηθῇ μία ἐπανόρθωσις ἢ μία ἔκφρασις λύπης, ἀλλὰ ἀνεφέροντο εἰς ἰδιωτικὰς πράξεις καὶ εἰς εὐθύνας μελῶν μέν, τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς δημοσιεύσεως, ἀλλὰ εἰς εὐθύνας διὰ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐτέλεσαν, ὅταν ἦσαν, ὄχι Ὑπουργοί, ἀλλὰ ἰδιῶται. Καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ «μετὰ φορτικότητος» ἢ ὄχι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ βεβαίωσις αὐτή, τὸ πιστοποιητικὸν τῆς καλῆς διαγωγῆς, ἐξεμαιεύθη. Καὶ σήμερον βλέπομεν, ὅτι πράγματι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διορθώνων τὸ «μετὰ φορτικότητος» εἰς ἐνίσχυσιν καὶ θεμελίωσιν, ὅπως εἶπεν, ἠθέλησε μὲν νὰ τὸ συνδέσῃ μὲ τὴν προηγουμένην φράσιν τῆς ἐπιστολῆς, παρέλειψεν, ὅμως, νὰ τὸ συνδέσῃ καὶ μὲ τὴν συνέχειαν τῆς ἐπιστολῆς ἢ τοῦ δημοσίου αὐτοῦ ἐγγράφου. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι καταπληκτικόν, διότι λέγει, ὅτι ἦτο παντελῶς ἀδύνατον νὰ καταβληθοῦν προσπάθειαι τότε ἐπαληθεύσεως εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν προβληθέντων ἰσχυρισμῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ δημιουργηθεῖσα, ὅμως, κατάστασις εἰς τὴν ἐξωτερικήν μας πολιτικήν, ἐπέβαλεν ἄμεσον ἐνέργειαν. Διὰ λόγους ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἐν ἐπιγνώσει τῆς παραγράφου 12 τοῦ νόμου «περὶ τύπου τοῦ Ράϊχ (ἐν ἐπιγνώσει δηλαδή, ὅτι ἔχομεν καὶ ποινικὰς ἀπέναντί σας εὐθύνας, κύριε Διευθυντὰ τῆς Ἠχοῦς τοῦ Ἁμβούργου,— διότι σᾶς ἐδυσφημήσαμεν—) ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπιδείξητε κατανόησιν ἐπὶ τοῦ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν διαβλέπει, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν δήλωσίν του, δηλαδή, νὰ δημοσιεύσῃ τὴν ἐπιθυμητέαν εἰς ὑμᾶς ἀνασκευήν. Ἐν τούτοις, δὲν μπορῶ νὰ τερματίσω τὴν παροῦσαν κλπ., χωρὶς νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἐν ἐκτελέσει τοῦ δημοσιογραφικοῦ σας καθήκοντος ἐπεδείξατε τὴν πρέπουσαν προσοχὴν καὶ ἐμβρίθειαν». Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Ὅτι λόγοι συμφέροντος τῆς Γερμανικῆς πολιτικῆς μᾶς ἐπιβάλλουν νὰ ἀναδεχθῶμεν ἀκόμη καὶ τὰς ποινικὰς εὐθύνας τοῦ ἄρθρου 12 περὶ Τύπου νόμου τοῦ Ράϊχ καὶ νὰ μὴ σᾶς δώσωμεν δημοσίᾳ ἀνάκλησιν τῶν ὅσων κακῶς εἴπομεν εἰς βάρος σας, ὅτι ψευδῶς ἀνεγράψατε ὅσα ἀνεγράψατε. Ὅμως, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἐλπίζοντες εἰς τὴν κατανόησίν σας νὰ ὑπογραμμίσωμεν μὲ πόσην προσοχὴν καὶ ἐμβρίθειαν ἐπετελέσατε τὸ καθῆκον σας. Δηλαδὴ πόσον ἀκριβολόγος ὑπήρξατε.
§77Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἐπιστολὴ ἐξηγεῖ τὴν ρηματικὴν διακοίνωσιν.
§78Η. ΗΛΙΟΥ. Ἡ ἐπιστολή, ὄχι μόνον δὲν ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν τῆς ρηματικῆς διακοινώσεως, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι ὑπογραμμίζει, ὅτι ἐμμένει εἰς τὴν διάψευσιν τῆς 19.9 καὶ εἰς τὰς κατὰ τὴν Πρὲς Κομφεράνς δηλώσεις τοῦ Φὸν Χάαζε δὲν ἀποτελεῖ παρὰ μόνον μία ὑποτροπὴν ἐκμαιεύσεως καὶ νέας διαψεύσεως καὶ νέου πιστοποιητικοῦ. Δι’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ἐπανάληψις τῶν ἰδίων μεθόδων, ὅτι ἐκ νέου προσέφυγεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν Γερμανικήν, διὰ νὰ ζητήσῃ ἐκ νέου ἕνα πιστοποιητικόν, ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶναι, ἀκριβῶς, ὅπως τὰ λέγει τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἠχὼ τοῦ Ἀμβούργου» καὶ νὰ καθιερωθῇ, ὅτι ὑπάρχουν δύο ἀλήθειαι, ὡς πρὸς τὰ πράγματα αὐτά, μία ἀλήθεια μπόν πουρ λ’ ὀριάν, ἐξακτέα εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ μία ἀποστελλομένη εἰς τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα τῆς Γερμανίας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπικαλουμένου κατανόησιν καὶ ἀναδεχομένου καὶ ποινικὰς ἀκόμη εὐθύνας διὰ λόγους ἐθνικοῦ συμφέροντος νὰ ἀναλάβῃ, διότι δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀνάκλησιν ὅπερ σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει ἀναγνώρισις, ὅτι ἡ εὐθύτης θὰ ἐπέβαλε νὰ προβῇ καὶ εἰς ἀνάκλησιν τῆς διαψεύσεως ἐκείνης τῆς 29–9. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, αὐτὸ τὸ δημοσίευμα, εἶναι καταπληκτικόν. Ἠθέλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι εἴθισται τοῦτο, εἴθισται δηλαδὴ νὰ μὴ συμβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ μὴ διεκδικῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν διευκρίνισιν καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν κατηγοριῶν ἠθικῆς τάξεως, ἀλλὰ νὰ ζητῇ πιστοποιητικὰ διὰ τὴν συγκάλυψίν των; Ἐγώ, νομίζω, ὅτι εἶναι τελείως ἀπαράδεκτον. Δεύτερον, λέγω, ὅτι περιέχει ἄλλα, ἐπίσης, πράγματα ἀνησυχητικά, πῶς νὰ τὸ εἴπῃ κανείς. «Ὅπως γνωρίζετε, τὰ δημοσιεύματα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς προεκάλεσαν μίαν σοβαρωτάτην Κυβερνητικὴν κρίσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα». Δηλαδὴ ἡμεῖς, τὸ συμφέρον μας, τὸ συμφέρον τῆς Γερμανίας συνίστατο εἰς τὴν διατήρησιν τῆς δεῖνα Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἀποτροπὴν μιᾶς Κυβερνητικῆς κρίσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πρὸ τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ ποὺ ἀνάγεται εἰς ἐθνικὸν συμφέρον, ἀναδεχόμεθα καὶ εὐθύνας τοῦ νόμου περὶ Τύπου, ἀναδεχόμεθα τὰ πάντα καὶ κάμνομεν καὶ μίαν ἀνακριβῆ διάψευσιν. Ἐγώ, νομίζω, κατόπιν ὅλων αὐτῶν, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἀντικειμενικῶς ἂν ἴδωμεν τὴν κατάστασιν, θὰ πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν συναγωγὴν συμπερασμάτων, πολὺ πέραν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐτίθεντο καὶ τὰ ὁποῖα συνήγοντο κατὰ τὴν πρώτην ἀνακίνησιν τῶν ζητημάτων ὑπὸ τῶν δημοσιευμάτων τοῦ Περιοδικοῦ «Σπῆγκελ» καὶ τῆς «Ἠχοῦς τοῦ Ἁμβούργου». Πέραν τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ θίξῃ ἢ ἔθιξεν ἢ φρονοῦν, ὅτι δὲν τὰ ἔθιξεν ὁ Μέρτεν, πέραν τοῦ τρόπου ἀμύνης, τὴν ὁποίαν ἐδιάλεξαν. Ἂν ἐνόμισαν, ὅτι τοὺς φθάνει ἐκεῖνος ὁ τρόπος ἀμύνης, ὁ ὁποῖος κατὰ γενικὴν ἀναγνώρισιν εἶναι ἀνεπαρκής, ὡς μὴ κατατείνων εἰς διευκρινίσεις καὶ ὁριστικὴν ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως, τόσον τὸ χειρότερον δι’ αὐτούς. Ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα θέμα κινδύνου δημοσίου. Ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα θέμα μειώσεως τοῦ διεθνοῦς κύρους καὶ τῆς διαπραγματευτικῆς ἱκανότητος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ χειρίζεται διεθνῆ συμφέροντα καὶ διεθνεῖς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ διαπραγματεύεται, ὅταν ἐξαρτᾶται ἡ παραμονή της εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅταν ἐξαρτᾶται ἡ βεβαίωσις περὶ τῆς πατριωτικῆς ἢ μὴ διαγωγῆς τῶν Ὑπουργῶν της ἀπὸ τὴν συγκατάνευσιν, ἀπὸ τὴν εὐμένειαν, ἀπὸ τὴν ἐπιείκειαν μιᾶς ξένης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὕστερα σπεύδει νὰ ὁμολογήσῃ εἰς τὰς ἐφημερίδας τοῦ τόπου της, ὅτι τὶ νὰ κάμωμεν, ἐξωτερικοὶ λόγοι μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ δώσωμεν τὰ πιστοποιητικὰ αὐτά. Εἶναι φανερόν, ὅτι καὶ ἡ πρώτη ἐπίθεσις Μέρτεν καὶ ἡ δευτέρα ἐπίθεσις Μέρτεν, διότι ἐγὼ δὲν δέχομαι, ὅτι ὁ Μέρτεν ἐξεκίνησε διὰ νὰ ἠθικοποιήσῃ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας μας, κάποιον συμφέρον προσωπικόν του ἢ εὐρυτέρας ὁμάδος ὑπερασπίζει.
§79Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Παληάνθρωπος εἶναι ὁ Μέρτεν.
§80Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν δέχομαι τίποτε ἄλλο, ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶπεν ὁ κ. Λεονάρδος. Ἀλλὰ καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα συνέπεσαν μὲ σημαντικὰ γεγονότα, σχέσιν ἔχοντα μὲ διεθνεῖς συναλλαγὰς τῆς Ἑλλάδος. Τὸ πρῶτον μὲ μίαν παραχώρησιν μεγάλης συμβάσεως καὶ ἐμφάνισιν τοῦ Γαλλικοῦ κεφαλαίου, ἐκεῖ ὅπου ἀνεμένετο τὸ Γερμανικόν. Τὸ δεύτερον μὲ τὴν μεθαυριανὴν μετάβασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ Λονδῖνον. Ἐγώ, πιστεύω, ὅτι μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπόκειται διὰ λόγους γνωστοὺς καὶ διότι δὲν ἠθέλησε, δὲν εἶχε τὸ σθένος νὰ ἐκκαθαρίσῃ κατὰ τρόπον ἀποστομωτικὸν τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἀποκαλύψεων Μέρτεν, ἡ ὁποία ὑπόκειται εἰς παντοίους ἐκβιασμοὺς οἱουδήποτε ξένου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χειρίζεται τὰς διεθνεῖς σχέσεις τῆς χώρας εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τόσον λεπτὰ θέματα εὑρίσκονται ἐν ἐκκρεμότητι, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει τὸ πελώριον θέμα τῆς κοινῆς ἀγορᾶς καὶ εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀδικαιολόγητοι καὶ ἐπανειλημμέναι ὑποχωρήσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν προκειμένῳ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπιλύσεως ἀντὶ πινακίου φακῆς τῶν θυσιῶν τῶν θυμάτων τῆς Χιτλερικῆς κατοχῆς, τὸ ζήτημα τῆς συμφωνίας ἐγκαταστάσεως, τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τῶν μεταναστευόντων πρὸς Γερμανίαν, διότι ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἀντίθεσίν μας πρὸς τὴν μετανάστευσιν, ἀποτελοῦσαν αἱμορραγίαν τῆς χώρας, μένει γεγονός, ὅτι χάρις εἰς τὴν πολυδιαφημιζομένην εὐημερίαν οἱ νέοι τῆς ὑπαίθρου ἐν ἀπογνώσει μεταναστεύουν ὁμαδικῶς πρὸς τὴν Γερμανίαν καὶ εἶναι ἀνάγκη ὀργανώσεως, ἐπὶ διεθνοῦς συμβατικοῦ ἐπιπέδου, θεσμῶν ποὺ νὰ ἀποβλέπουν εἰς τὴν προστασίαν των. Ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα εἶναι ὑπὸ συζήτησιν. Ὑπὸ συζήτησιν εἶναι καὶ μὲ ἄλλας Κυβερνήσεις θέματα σοβαρά, θέματα εἰρήνης καὶ πολέμου, θέματα ἐντάξεων, θέματα ψήφων, αἱ ὁποῖαι εἰς τοὺς διεθνεῖς ὀργανισμοὺς μᾶς ἀποξενώνουν ἀπὸ τὴν συμπάθειαν τοῦ τρίτου κόσμου, ὁλοκλήρου τοῦ ἀφρικανοασιατικοῦ συνασπισμοῦ. Διότι ποῖος ξέρει ποία ἄλλη πίεσις ὑπῆρξεν ἢ τὶ ἄλλο ἔπρεπε νὰ ἐκμαιεύσωμεν καὶ ἐψηφίσαμεν, ὅπως ἐψηφίσαμεν εἰς τὸ Ἀλγερινόν. Νομίζω, ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς δὲν εἶναι ὑπερβολὴ ἐὰν λέγω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις Μέρτεν, ὅπως ἔρχεται σήμερον καὶ ὅπως ἐμφανίζεται προωθουμένη κατὰ τρόπον ἀσυνήθη ἀπὸ τὸ ἴδιον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας, τὸ ὁποῖον μιὰ εἰς τὸ καρφὶ καὶ μιὰ εἰς τὸ πέταλο, ἀπὸ τὴν μιὰ φέρει εἰς τὴν δημοσιότητα τὴν ἐπιστολὴν Φὸν Χάαζε καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην στέλλει μίαν ρηματικὴν διακοίνωσιν, ἡ ὑπόθεσις Μέρτεν δημιουργεῖ σοβαρωτάτους κινδύνους καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαχειρίζεται ἀκινδύνως διὰ τὴν Χώραν ἡ Κυβέρνησις τὰ διεθνῆ ζητήματα καὶ τὰς διεθνεῖς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, νομίζομεν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ πλέον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἐνδεχομένως ἀρκετὸν πρὸ 4μήνου, ὅτι σήμερον ἐπιβάλλεται ἄμεσος ψήφισις τιμίου ἐκλογικοῦ νόμου, καταρτισμὸς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ ἐκλογαί. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις, ἄλλη ἐκκαθάρισις τοῦ ζητήματος, παρὰ ἡ διὰ τοῦ λαοῦ ριζικὴ, ὁριστική, πλήρης, γνησία ἐκκαθάρισις. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθανασιάδης–Νόβας, ἔχει τὸν λόγον.
§82Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι βεβαίως εὐχάριστον, ὅτι διὰ πολλοστὴν φορὰν ἀπασχολεῖται ἡ Βουλὴ μὲ τὸ θέμα Μέρτεν. Καταντᾶ πραγματικῶς ἀπίστευτον, μέχρι ποίου σημείου αἱ συκοφαντίαι ἑνὸς ἐγκληματίου πολέμου κατώρθωσαν καὶ ἐξωτερικῶς τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος, νὰ μὴν εἴπω νὰ τὸ μειώσουν, νὰ μὴ τὸ ἀφήσουν ἀμείωτον, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῶς νὰ μᾶς δημιουργήσουν τόσην διατάραξιν τῆς γαλήνης μας. Ὅταν, πρὸ 4μήνου, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶχον ἐκ μέρους τῆς Νέας Πολιτικῆς Κινήσεως κατὰ κόρον τονίσει, ὅτι οἱ χειρισμοὶ τοῦ ζητήματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξαν κακοί. Ἴσως νὰ εἶχον κατηγορηθῆ τότε ἐπὶ ὀξύτητι. Τὰ πράγματα, ὅμως, ἐπῆλθον διὰ νὰ μὲ δικαιώσουν. Ἡ σημερινὴ συζήτησις εἰσήχθη, ὅπως ἐτόνισα καὶ πρὸ ὀλίγου, κατὰ τρόπον ὄχι ἀπολύτως εὐθύν. Ὅταν διὰ μικρότερα θέματα ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιθυμῇ νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν πρὸ πάσης συζητήσεως ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου θέματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς διεθνεῖς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος, ὀρθὸν ἦτο νὰ διαφωτίσῃ ἐγκαίρως τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παράσχῃ αὐτούσια τὰ κείμενα τῶν τηλεγραφημάτων. Δυστυχῶς, ἐκ τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως καὶ τῆς ἁπλῆς ἀντιπαραβολῆς τῶν κειμένων, δὲν διαφωτίζεται πλήρως ἡ ἀλήθεια, οὔτε ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ θέματος, οὔτε ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου θέματος, τὸ ὁποῖον λυποῦμαι, προβλέπων, ὅτι θὰ ἐξακολουθῇ ν’ ἀπασχολῇ, δυστυχῶς, τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Ἑλλάδος μὲ τὰς συνεπείας τῶν κακῶν χειρισμῶν τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξακολουθήσουν. Ἡ Κυβέρνησις, εἶναι φανερόν, ὅτι ζητεῖ μετὰ τὴν ἐκμαιευθεῖσαν ἐκ νέου ρηματικὴν ἀνακοίνωσιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀποσύρει καὶ δὲν ἀναιρεῖ ἐξ ὁλοκλήρου τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας, ἐνετόπισεν ὅλην τὴν προσπάθειάν της εἰς τὸ νὰ πείσῃ, ὅτι δὲν περιέχεται ἡ λέξις «μετὰ φορτικότητος». Τὸ κείμενον μᾶς ἐδόθη καὶ πράγματι ἡ πραγματικὴ ἑρμηνεία τῆς φράσεως αὐτῆς ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι τὸ «μετὰ φορτικότητος», ὅπως οἱ ἀνταποκριταὶ τῶν ἐφημερίδων τὸ ἐτηλεγράφησαν, μπορεῖ νὰ εἶναι ὅτι ἐνίσχυσεν, ὅπως ἡρμηνεύθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μᾶλλον ἡ πραγματικὴ του ἔννοια εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐσκλήρυνε ἐπὶ πλέον τὴν ἐπιθυμίαν της διὰ παραθέσεως ἀντικειμενικῶν περιστατικῶν. Ἡ λέξις «φορτικότητος», παραδεχόμεθα, ὅτι κατέπεσε. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι καὶ ἡ φόρτισις τοῦ ζητήματος ἐλαφρύνθη, πράγματι, μέχρι σημείου, ὥστε νὰ μὴ ὑφίσταται θέμα, διότι ἁπλῶς ἡ λέξις «φορτικότητος» ἔφυγε ἀπὸ τὴν μετάφρασιν τοῦ κειμένου. Θὰ ἤθελα μάλιστα, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀνατάμωμεν τὸ κείμενον καὶ ἀναζητήσωμεν καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα παρερμηνείας ἢ ὄχι ἐπὶ λέξεων μεταφρασμένων νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐγὼ ἀνακαλύπτω καὶ περαιτέρω εἰς τὸ κείμενον μίαν ἄλλην διαφοράν, ἡ ὁποία αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἀνταποκριτοῦ. Διότι, νομίζω, ὅτι ἔδωσε κάτι τὸ ἔλασσον, ἐνῷ εἰς τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρεδόθη ὑπῆρχε κἄτι τὸ μεῖζον. Εἶπε, δηλαδή, ὁ ἀνταποκριτής, ὅτι «τὰ δημοσιεύματα τοῦ Τύπου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνῃροῦντο μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἔδωσεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις». Ἐνῷ ἡ μετάφρασις ἡ ἀκριβεστέρα, εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις «ἐσκλήρυνε ἐπὶ πλέον τὴν ἐπιθυμίαν της διὰ παραθέσεως ἀντικειμενικῶν περιστατικῶν, διὰ τῶν ὁποίων οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ Τύπου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν «ἐφαίνοντο ἀντικρουόμεναι». Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὸ «ἐφαίνοντο ἀντικρουόμεναι» εἶναι βαρύτερον ἀπὸ τὸ «ἀνῃροῦντο». Ἐνῷ, λοιπόν, ὁ δημοσιογράφος, μεταφράζει «ἀνῃροῦντο» ἐκ τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον μᾶς δώσατε, βγαίνει, ὅτι «ἐφαίνοντο ἀντικρουόμεναι».
§83Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι ἐκείνη, ὅπου ἐνομίσθη, ὅτι εἶναι. Εἶναι εἰς τὴν καθόλου ἔννοιαν τῆς φράσεως. Ὅπως ἐνεφανίσθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Τύπον, φαίνεται, ὅτι ὁ γράφων ἰσχυρίζετο, ὅτι «μετὰ φορτικότητος ἐπιέσθη ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀνακοίνωσιν». Ἐνῷ ἡ ἀληθὴς ἔννοια εἶναι, ὅτι παρεσχέθησαν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν πραγματικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἐσκλήρυνον ἢ ἐνίσχυσαν τὰς ἀπόψεις της, αἱ ὁποῖαι ἐφαίνοντο δι’ αὐτὴν ἀντικρουόμεναι. Εἶναι, δηλαδή, ἡ καθόλου ἔννοια τῆς μεταφράσεως ἐντελῶς διάφορος.
§84Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Ἐπειδὴ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ὅτι τὸ «ἐσκλήρυνε», δηλαδὴ «ἐνίσχυσε» ἀφορᾷ τὴν αἴτησιν, δηλαδὴ ἐγένετο σκληρὰ αἴτησις, τὸν παρακαλῶ νὰ διαβάσῃ πάλιν τὸ κείμενον, ὁπότε θὰ ἴδῃ, ὅτι δὲν ἐγένετο σκληρὰ ἡ αἴτησις διὰ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον διετύπωσε, δηλαδὴ διὰ τῆς φορτικότητος τῆς ἀνυπάρκτου, τὴν λέξιν αὐτὴν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εὐσυνείδητος μεταφραστὴς ἐδικαιοῦτο νὰ θέσῃ, ἀλλὰ διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν πραγματικῶν καὶ ἀντικειμενικῶν ἐπιχειρημάτων ἐγένετο στερεὰ ἡ αἴτησις. Πρέπει, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, σεῖς, ὁ ὁποῖος ξεύρετε γερμανικὰ νὰ μὴ ἔχετε ἀμφιβολίας περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς μεταφράσεως εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνω. Καὶ ἐπειδὴ καὶ οἱ ἀνταποκριταί, νομίζω, ὅτι γνωρίζουν γερμανικά, ἔπρεπε νὰ μεταφράζουν ἀκριβῶς ὅ,τι διαβάζουν.
§85Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα αὐτῆς τῆς στιγμῆς τῆς ἀκριβοῦς μεταφράσεως, διευκρινίζεται: «Ἐσκλήρυνε τὴν ἐπιθυμίαν της ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις», εἶναι ἡ ἐπὶ λέξει μετάφρασις. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἦτο σκληρὰ ἡ αἴτησίς της διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἀνακοινωθέντος. (Διαμαρτυρίαι, ὄχι, ὄχι).
§86Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Ἐπιτρέψατέ μου...
§87Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Νὰ τελειώσω τὴν φράσιν μου. Ἐσκλήρυνε τὴν ἐπιθυμίαν της, διατί; Δι’ ἔκδοσιν ἀνακοινωθέντος. Ἐσκλήρυνε τὴν ἐπιθυμίαν διὰ τῆς παραθέσεως ἀντικειμενικῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε τὸ ἑλληνικὸν ἀνακοινωθέν, διὰ τῶν ὁποίων φαίνονται ἀντικρουόμενοι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ Τύπου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Αὐτὴ εἶναι ἐπὶ λέξει ἡ μετάφρασις. Ὁ ἀνταποκριτὴς τῆς ἐφημερίδος, καὶ τὸ λέγω αὐτὸ διὰ τὸν κ. ὑπουργὸν Προεδρίας Κυβερνήσεως, ἀπέδωσε τὸ νόημα εὐνοϊκώτερον διὰ τὴν κυβερνητικὴν ἄποψιν, διότι, λέγει, «ἀναιροῦνται οἱ ἰσχυρισμοὶ καὶ φαίνονται ἀντικρουόμενοι». Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἶναι τὸ περὶ φορτικότητος. Αὐτὸ δὲν ὑπάρχει. Ὁ ἀνταποκριτὴς ὀρθῶς μετέφρασεν. Ἐὰν τώρα ἐδημιουργήθησαν ἐντυπώσεις δι’ ἄλλων δημοσιευμάτων ἤ, ἐὰν ὁ Τύπος ἔδωσεν ἄλλην ἔννοιαν εἰς τὴν σαφῆ φράσιν, εἶναι ἄλλο θέμα. Τὰ σημειῶ αὐτὰ ἁπλῶς διὰ τὴν τάξιν.
§88Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ συμφωνήσωμεν ἐπὶ τοῦ κειμένου, τώρα ποὺ ἔχομεν τὸ πρωτότυπον. Ἀποσαφηνίζεται πλέον, ὅτι ὁλόκληρος ὁ θόρυβος ποὺ ἐδημιουργήθη περὶ τὴν ἐπιστολήν, στηριζόμενος εἰς τὴν φράσιν «μετὰ φορτικότητος», δὲν ὑπάρχει. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§89Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Διαβάσατε τὰ κύρια ἄρθρα ὡρισμένων ἐφημερίδων καὶ διαβάσατε αὔριον τὸν λόγον τοῦ κ. Κωστοπούλου καὶ θὰ ἴδητε.
§90Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Δὲν θέλομεν νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην περὶ τοῦ ἐὰν ὁ ἀνταποκριτὴς καλοπίστως μετέφρασεν ἢ ὄχι τὴν ἐπιστολὴν – δὲν τὸ γνωρίζω— ἐπιστολήν, ἡ ὁποία δὲν ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν Γερμανικὸν Τύπον. Ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ διαπιστώσωμεν εἶναι, ὅτι συνεφωνήσαμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Καὶ διὰ νὰ συμφωνήσωμεν, θέλω νὰ εἴπω ἀκόμη τοῦτο. Ἐάν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Μητσοτάκης, σκληρύνεται ἡ ἐπιθυμία, τὶ σημαίνει αὐτὸ τὸ σκληρύνεται; Θὰ τὸ ἴδωμεν ἀπὸ τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου προέρχεται ἡ σκλήρυνσις; Ποῖον, λοιπόν, εἶναι τὸ μέσον; Ἡ προβολὴ ἐπιχειρημάτων, ἀντικρουόντων τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ συκοφάντου. Ἄρα, ὅταν ἐγὼ ἔχω ἓν ἰσχυρισμὸν καὶ τὸν σκληρύνω δι’ ἐπιχειρημάτων, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει προβολὴ ἐπιχειρημάτων ἀντικρουόντων κ. λ.π. Ἑπομένως, ἡ σκλήρυνσις δὲν ἀφορᾷ σκλήρυνσιν πιέσεως διὰ τὴν ἔκδοσιν ἀνακοινωθέντος, ἀλλὰ σκλήρυνσιν τῆς ἑλληνικῆς θέσεως διὰ προβολῆς ἐπιχειρημάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. (Χειροκροτήματα).
§91Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Σκλήρυνσις τῆς ἐπιθυμίας γίνεται διὰ τῆς ἀντιπαραβολῆς πραγματικῶν περιστατικῶν, ἀλλὰ ἡ ἐπιθυμία τείνει εἰς τὴν ἔκδοσιν ἀνακοινωθέντος. Εἶναι σαφές.
§92Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Τὸ ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις.
§93Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καὶ πέραν τούτου, ἀπομένει ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶναι σαφές, ὅτι ἀπὸ ὅλον τὸ κείμενον μία λέξις μόνον ἀπεδόθη κακῶς. Συμφωνοῦμεν ἢ ὄχι;
§94Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἀπὸ ὅλον τὸ κείμενον, αὐτὴ ἡ λέξις ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπιθέσεως ἕως αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§95Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁμολογεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὅλον τὸ κείμενον εἶναι αὐθεντικόν, πλὴν τῆς λέξεως αὐτῆς.
§96Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Εἶναι ἀληθές, πλὴν τῆς λέξεως αὐτῆς, διὰ τῆς μεταφράσεως τῆς ὁποίας ἐδημιουργήθη ἡ βασικὴ αἰτίασις καὶ ἡ ὅλη συζήτησις ἀπὸ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§97Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ἐπειδὴ τόσον ἐπιμένετε εἰς τὴν λέξιν καὶ τὰ δημοσιογραφικὰ κείμενα, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, νομίζετε, ὅτι τὸ ὅλον θέμα θὰ διευκρινισθῇ μὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν συζήτησιν, ἐὰν μία λέξις ἀπεδόθη καλῶς ἢ ὄχι; Ὑποστηρίζετε, δηλαδή, ὅτι δὲν ἐπιέσατε μετὰ φορτικότητος τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἀνακοινωθὲν ἐκεῖνο;
§98Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θέτετε ἕνα ἐρώτημα. Ἐὰν διαβάσετε τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω σημαίνει, ὅτι ἦσαν γνωστὰ τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα σήμερον σᾶς κάμουν νὰ ἐξανίστασθε, ἐκάκισεν ἔκτοτε —κατ’ ἐμὲ κακῶς— τὴν παρέμβασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπε —ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ δὲν ἀπατῶμαι, διότι τὸ ἐδιάβασα καὶ σήμερον— ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι κακίζει ἰδιαιτέρως τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως — δηλαδὴ ἐμοῦ — ὁ ὁποῖος, καλέσας τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Γερμανίας, ἔδωσα εἰς αὐτὸν τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπρόκειτο ἐν Γερμανίᾳ νὰ δημοσιεύσῃ διὰ τῆς Πρεσβείας. Ὁ κ. Παπανδρέου εἶχεν ὑποστηρίξει τότε, ὅτι ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐκεῖ Πρεσβείας της προέβη εἰς ὡρισμένας ἀνακοινώσεις, κακῶς ὅμως ἐζήτησεν, ὅπως προβῇ καὶ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν. Τὸ γεγονός, λοιπόν, ἦτο ἔκτοτε γνωστὸν καὶ ἐθίγη ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς. Ἐὰν σήμερον ἐξανίστασθε σεῖς καὶ ἄλλοι κύριοι, αὐτὸ σημαίνει διάθεσιν νὰ ξαναζεστάνετε τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν, διότι σᾶς λείπουν ἄλλα θέματα καὶ θέλετε νὰ ἐπανέλθετε εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος. Ἡ ἱστορία ξαναζεσταίνεται. Αὐτό, ὅσον καὶ ἐὰν θέλετε νὰ τὸ διαψεύσετε αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ τοῦ μειδιάματος τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν φυσιογνωμίαν σας, τὸ ἐπικυρώνετε καὶ τὸ παραδέχεσθε. Λοιπόν, κ. Νόβα, ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε —τὸ εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ εἴπομεν καὶ τὸ πρωΐ διὰ τοῦ ἀνακοινωθέντος— ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Γερμανικὴν κοινὴν γνώμην. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Κωστόπουλος ἢ ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ διαφώτησιν ἐπὶ θέματος ποὺ ἀφορᾷ τὴν ἰδιωτικὴν ζωὴν ὑπουργῶν, ἐνῷ θὰ τὸ ἐδικαιοῦτο ἐὰν ἦτο θέμα δημοσίου συμφέροντος, δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι δὲν ἀφορᾷ τὴν ἰδιωτικὴν ζωὴν ὑπουργῶν, ἀλλὰ ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐστράφη ἡ συκοφαντικὴ κατηγορία, ὅτι εὑρίσκετο ἐν Θεσσαλονίκῃ, τὴν ὁποίαν Θεσσαλονίκην οὐδέποτε κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου εἶχεν ἐπισκεφθῆ. Λοιπόν, ὅταν ὑπάρχῃ καὶ διαδίδεται εἰς Γερμανίαν μία τοιαύτη συκοφαντία, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ καὶ δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν ἀνακοινωθέντος διαφωτίζοντος τὴν γερμανικὴν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία γερμανικὴ κοινὴ γνώμη ἀναγινώσκουσα αὐτὸ τὸ ἀσύλληπτον ψεῦδος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πέσῃ πρὸς στιγμὴν εἰς τὴν παγίδα τοῦ ψεύδους αὐτοῦ καὶ νὰ νομίζῃ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἦτο συνεργάτης τοῦ Μέρτεν; Κύριοι, εἰς τὸ βάθος, τὸ θέμα τὸ ἐπαναφέρατε εἰς τὴν οὐσίαν του καὶ ἂς λέγετε, ὅτι τὸ ἐπαναφέρατε μόνον ὡς θέμα τακτικῆς καὶ διαχειρίσεως τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ὑποχρέωσιν, ὄχι ἁπλῶς ἡ Κυβέρνησις, ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ διαφωτίσῃ διὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Γερμανίας, νὰ τὴν διαφωτίσῃ ἐπὶ ἑνὸς πασιφανοῦς γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐδῶ ἦτο πασιφανές, ἀλλὰ ἐν Γερμανίᾳ δὲν ἦτο. Δὲν ἐγνώριζον οἱ Γερμανοί, ὅπως γνωρίζομεν πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκόμενοι, ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς οὔτε μίαν ὥραν δὲν εἶχεν εὑρεθῆ, κατὰ τὴν κατοχήν, εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Εἰς τὴν Γερμανίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ ἦτο γνωστὸν καὶ ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἡ Γερμανική, προβῇ εἰς τὴν διάψευσιν αὐτοῦ τοῦ κακοηθεστάτου ψεύδους, τὸ ὁποῖον εἶχε δημοσιευθῆ. (Χειροκροτήματα). Κύριοι, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, οὔτε φορτικὴ ὑπῆρξεν, ὅπως λέγει ὁ μεταφραστὴς —ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο ἀνταποκριτῶν παρεποίησεν ὡς πρὸς τὸ κείμενον εἰς τὸ κρισιμώτατον αὐτὸ σημεῖον— οὔτε εἶχεν ἀνάγκη νὰ ἐπιμείνῃ. Ἔθεσεν ἁπλούστατα ὑπ’ ὄψει τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐπιθυμίαν της, ἡ δὲ Γερμανικὴ Κυβέρνησις τὴν ἐπιθυμίαν αὐτήν, τὴν ἐθεώρησε ταυτιζομένην καὶ πρὸς τὴν ἰδικήν της ὑποχρέωσιν καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν προέβη εἰς τὸ ἀνακοινωθέν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. (Χειροκροτήματα).
§99Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς κατηγόρησεν, ὅτι προσπαθοῦμεν νὰ ζεστάνωμεν τὸ ὅλον θέμα· λυποῦμαι πολύ, διότι ὁ ἴδιος προσπαθεῖ νὰ τὸ ἀναζωπυρώσῃ ἐξ ὁλοκλήρου. Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν παρακολουθήσω εἰς αὐτὴν τὴν γραμμήν, ἀλλὰ δὲν θὰ παραλείψω νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ εἴπω. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πρῶτον θὰ ἤθελα, ἐπειδὴ παρίσταται καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν σοβαρότητα τοῦ ἀξιώματος καὶ τὴν σοβαρότητα τῆς Βουλῆς νὰ παρακάμπτωμεν ὅλα τὰ ἐμφανιζόμενα σπουδαῖα θέματα μὲ λογομαχίας αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ φίλτατος κατὰ τὰ ἄλλα κ. Ἀβέρωφ πρὸ ἡμερῶν εἰς Ἰωάννινα ἄφησε νὰ τοῦ ἐκφύγῃ ἀπὸ τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων του ἡ φράσις «κάτω οἱ ψεῦτες» καὶ αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν μεγαλυτέραν μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν τὴν μεγαλυτέραν μερίδα ἀπὸ ἀπόψεως ψήφων, τότε, κύριοι, ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἡμεῖς, ὡς τίμιοι ἄνθρωποι καὶ εὐσυνείδητοι νὰ σᾶς εἴπωμεν —ὅσα καὶ ἂν εἴπητε ἀπόψε— ἐφ’ ὅσον αἰωρεῖται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν μία τοιαύτη ὑπόνοια δὲν θὰ μᾶς πείσετε, καὶ δὲν εἶσθε τόσον ἀφελεῖς, ὅτι ἡ ἱστορία αὐτὴ πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἐκδίκασιν θὰ διαφωτισθῇ ἀπὸ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Ἄν θέλετε ὄντως νὰ κρίνωμεν καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον τόσον εὐγλώττως ὑπερίσπισεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλετε νὰ μᾶς καταθέσετε τὸν φάκελλον διὰ νὰ γνωρίζωμεν τὶ διημείφθη μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα). Μόνον τότε θὰ διαφωτίσετε ὁλόκληρον τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὸν λαὸν τὸν ὁποῖον ὑποτιμᾶτε ὄχι εἰς βάρος σας, διότι αὐτὸ θὰ ἦτο ἀσήμαντον ἀλλὰ καὶ εὐκταῖον, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον ὑποτιμᾶτε εἰς βάρος πραγματικῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, τὰ ὁποῖα ἐνθυμεῖσθε μόνον εἰς ὡρισμένας στιγμάς, ὅταν σᾶς συμφέρῃ, ἐνῷ εἰς τὴν πρᾶξιν τὸν λησμονεῖτε πάντοτε, καὶ συμβαίνει νὰ ἐξυπηρετῆτε σεῖς μὲ τὴν δύναμίν σας τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους δὲν θέλετε. Λοιπόν, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μόνον ὅταν μᾶς καταθέσετε τὸν φάκελλον, τότε θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἐγένετο προσπάθεια νὰ ἐκμαιευθῇ ἕνα ἀνακοινωθέν...
§100Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πρὸς τί; Λησμονεῖτε τὰ γεγονότα. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε γνῶσιν τοῦ δημοσιεύματος τὴν Δευτέραν τὸ βράδυ, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν ἡμερομηνίαν ποὺ ἐκυκλοφόρησεν εἰς τὰς Ἀθήνας τὸ «Σπῆγκελ». Τὴν Τρίτην συνετάξαμεν τὸ ἀνακοινωθὲν καὶ τὴν Τετάρτην ἐδημοσιεύθη ἐν Γερμανίᾳ καὶ τὸ ἰδικόν μας ἀνακοινωθὲν καὶ τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως· δὲν ἐχρειάσθη διόλου πίεσις, ὅπως λέγετε. Μὴ προβαίνετε εἰς τόσον εὐκόλους ποιητικὰς ἐφευρέσεις ἐννοιῶν καὶ λέξεων.
§101Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ὄχι, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως· εἶναι γνωστόν, ὅτι πράγματι διεξήχθησαν ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς μακραὶ τηλεφωνικαὶ καὶ τηλεγραφικαὶ συνεννοήσεις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε προθύμως ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις νὰ τὸ κάμῃ μόνη της, διὰ λόγους δὲν ξεύρω ποίους, δὲν τὸ ἔκαμε.
§102Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δευτέρα τὸ ἐδιαβάσαμεν. Τρίτη διετυπώθη τὸ ἑλληνικὸν ἀνακοινωθὲν καὶ ἐστάλη, Τετάρτη εἶχε σταλῆ εἰς τὴν Γερμανίαν, συνετάγη τὸ γερμανικὸν καὶ τὴν Πέμπτην ἐδημοσιεύθησαν ἀμφότερα.
§103Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πέντε ἡμέρας, δηλαδή.
§104Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μεταξὺ Τρίτης καὶ Πέμπτης εἶναι 5 ἡμέραι, κ. Μητσοτάκη; Κύριε Μητσοτάκη, τὰς δύο ἡμέρας δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰς κάμνετε πέντε, ἐκτὸς ἐὰν τὴν ἀριθμητικὴν τὴν μεταχειρίζεσθε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδικῆς σας λογικῆς.
§105Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ Σάββατον ἐκυκλοφόρησε τὸ «Σπῆγκελ» εἰς τὴν Γερμανίαν, τὴν Πέμπτην ἐξεδόθη τὸ ἀνακοινωθέν, παρῆλθον 5 ἡμέρες, ἡ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν τὴν Δευτέραν, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς κυκλοφορίας τοῦ «Σπῆγκελ» μέχρι τοῦ ἀνακοινωθέντος εἶναι πέντε ἡμέραι. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ποὺ λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν εἶναι 3 ἡμέραι, πάντως εἶναι ἡμέραι.
§106Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Μητσοτάκη, γνωρίζετε ἄριστα, ὅτι τὴν Δευτέραν ἀργὰ τὸ βράδυ, τὸ γνωρίζετε σεῖς κατ’ ἐξοχὴν ἀπὸ φίλον σας προσωπικόν, ὁ ὁποῖος μετέβη τὸ βράδυ ἐκεῖνο εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ βράδυ τῆς Δευτέρας καὶ τοῦ τὸ ἔδειξε. Τὸ ἠγνόει μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἠγνόει μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος. Τρίτην, ἐπεκοινωνήσαμεν μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, μεταξὺ Τρίτης καὶ Πέμπτης παρεμβάλλονται δύο 24ωρα καὶ οὐχὶ 5 ἡμέραι, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως τὸ γνωρίζετε ἄριστα, γνωρίζετε, ὅτι τὴν ἀποκάλυψιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ἔκαμαν τὴν Δευτέραν ἀργὰ τὸ βράδυ.
§107Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀπὸ αὐτὸ ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶχα δίκαιον, παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς κυκλοφορίας τοῦ «Σπῆγκελ» μέχρι τῆς Πέμπτης 5 ἡμέραι, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ποὺ λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν, 3 ἡμέραι.
§108Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εἶναι σοβαρὰ πράγματα νὰ λέγετε, ὅτι ἐπὶ 5 ἡμέρας ἐπιέζαμεν τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς ἀνακοίνωσιν; Ὅλα αὐτὰ βασίζονται εἰς εἰκασίας καὶ εἰς φαντασίαν.
§109Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Δὲν χρησιμοποιῶ ποτὲ τὴν φαντασίαν καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ γενικῶς ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ στίβου. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συχνάκις χρησιμοποιοῦν τὴν φαντασίαν των καὶ ὅταν παύουν νὰ τὴν χρησιμοποιοῦν ἔχουν ἀνωμάλους προσγειώσεις, ἐγὼ δὲν τὴν χρησιμοποιῶ.
§110Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἔκαμα καμμίαν ἀνώμαλον προσγείωσιν.
§111Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ἤθελα μόνον νὰ προσθέσω τοῦτο, ἐπειδὴ τόσον ἐπιμένετε νὰ μᾶς πείσετε, νὰ μᾶς διαφωτίσετε, ἐπ’ αὐτῶν τῶν σημείων: Ἔκαμα καὶ ἐγὼ δημοσιογράφος καὶ ξέρετε καὶ σεῖς πῶς λειτουργεῖ ἡ πολιτικὴ καὶ δημοσιογραφικὴ ζωή. Ὑπάρχουν μυστικαὶ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι διαφεύγουν εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὸ ξέρετε καλύτερον ἀπὸ ἐμέ. Δημοσιεύονται αὐτὰς τὰ ἡμέρας εἰς μίαν ἐφημερίδα παλαιὰ διπλωματικὰ παρασκήνια καὶ εἴμεθα ὅλοι ἔκπληκτοι, ὅσοι ἐζήσαμεν τὰς ἡμέρας ἐκείνας, πῶς πληροφορίαι τὰς ὁποίας εἴχομεν ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐπαληθεύονται σήμερον ἀπὸ ἐπίσημα κείμενα μετὰ 25 ἔτη. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς πείσητε μὲ προφορικὰ ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ μὲ γραπτὰ κείμενα. Κἄτι περισσότερον γνωρίζω καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ ὅλου χειρισμοῦ τοῦ ζητήματος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπειδὴ ὅμως, τόσον ἐπιμένετε καὶ θέλετε ἀπὸ μίαν φράσιν καὶ μίαν ἔννοιαν τῆς ἐπιστολῆς νὰ συναγάγωμεν συμπεράσματα, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν τὸ ἐπιτυγχάνετε. Διότι, δυστυχῶς, τὸ θέμα δὲν θὰ τὸ κλείσετε, οὔτε ἀπόψε. Λυποῦμαι πάρα πολύ, διότι ὅπως καὶ αἱ πρὸ τετραμήνου προβλέψεις μου ἐπηλήθευσαν, θὰ ἐπαληθεύσουν καὶ αἱ ἀποψιναί. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν, ἐὰν εἰλικρινῶς, νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διαφωτισθῇ ἡ κοινὴ γνώμη, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ μᾶς δώσετε ὁλόκληρον τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως, ὅλα τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Μπὸν καὶ εἰ δυνατὸν τηλεγραφήματα καὶ τηλεφωνήματα, διότι διαφορετικὰ δὲν θὰ διαφωτισθῇ ἐξαντλητικῶς ἡ πολιτικὴ πλευρὰ τοῦ θέματος.
§112Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Πρὸ 40 ἡμερῶν ἐζήτησα, ἀκριβῶς, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε τώρα, νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος καὶ δὲν κατετέθη ποτέ, διότι ἡ αἴτησις μετετράπη εἰς ἐπερώτησιν προτασσομένη κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§113Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι τὸ κείμενον τὸ δημοσιευθὲν εἶναι ἐπίσημον, μὲ ἀριθμὸν πρωτοκόλλου καὶ δὲν ἐναπόκειται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐξακριβώσωμεν, ἐὰν ὁ Χάαζε εἶναι διευθυντὴς ἢ Εἰσηγητὴς τοῦ Γραφείου Τύπου. Γεγονὸς εἶναι, ὅτι ὑπάρχει ἐπίσημον ἔγγραφον φέρον ἀριθμὸν πρωτοκόλλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας, ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνθη εἰς μίαν ἐφημερίδα τοῦ Ἁμβούργου. Ἐξ ὅλου τοῦ περιεχομένου τοῦ ἐγγράφου τούτου ἀμφισβητεῖται ἡ λέξις «φορτικότης». Εἴπομεν, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ κάμνομεν μίαν ἀβαρίαν, ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι καὶ παρὰ τὴν ἀμφισβήτησιν τῆς λέξεως «φορτικότης», τὸ κείμενον ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἔμφορτον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀπασχοληθῶμεν σοβαρῶς καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ κοινὴ γνώμη. Ἡ ρηματικὴ ἀνακοίνωσις, ἡ ὁποία παρουσιάσθη σήμερον ἐξηγεῖ σαφῶς διὰ ποῖον λόγον ἠναγκάσθη ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τὸ πρῶτον της ἀνακοινωθὲν τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου. Ἀπεδείχθη, οὕτω, ὅτι διὰ καθαρῶς πολιτικοὺς λόγους ἔδρασε καὶ τὴν μίαν φορὰν καὶ τὴν ἄλλην ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν. Συνεπῶς, τὸ κύριον θέμα, ὁ σκληρὸς πυρήν, ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος παραμένει ἀκέραιον. Εἶχον τὴν γνώμην καὶ ὅταν ὡμίλησα ἐκ μέρους τῆς Νέας Πολιτικῆς Κινήσεως, πρὸ τεσσάρων μηνῶν, νὰ τονίσω πόσον κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις σπεύσασα νὰ τοποθετήσῃ ἐπὶ διεθνοῦς ἐπιπέδου τὸ ζήτημα καὶ πόσον κακῶς ἔπραξε μὴ καταφυγοῦσα ἀμέσως εἰς τὴν Γερμανικὴν δικαιοσύνην. Ἀπὸ μὲν τῆς ἀπόψεως τῆς πολιτικῆς βλέπετε, ὅτι παρὰ τὴν τότε ἀνακοίνωσιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκεται ἡ ἰδία ἠναγκασμένη σήμερον νὰ μεταβάλῃ, ἢ παραλλήλως νὰ τοποθετήσῃ καὶ ἄλλας ἀπόψεις. Ἀπὸ δὲ τῆς ἀπόψεως τῆς δικαστικῆς εἶναι πλέον ὀφθαλμοφανές, ὅτι δὲν πρόκειται ἡ μήνυσις τὴν ὁποίαν κατεθέσατε ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων νὰ ἔχῃ ἔκβασιν δικαστικήν. Αἱ συκοφαντίαι αὗται, ἐπὶ τῶν ὁποίων τότε δὲν ἠθελήσατε νὰ ἐντοπίσητε τὴν ὑπόθεσίν σας διὰ ραγδαίας καὶ κεραυνοβόλου ἐπιθέσεως ἐναντίον των ἐπιζοῦν καὶ μᾶς βασανίζουν. Ἐδημιουργήσατε σεῖς περὶ αὐτὰς διεθνὲς πολιτικὸν θέμα. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ, ἂν καὶ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα σημεῖα ἀποδεικνύοντα τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοὺς κακοὺς χειρισμούς της. Δὲν ἠθέλησα νὰ φθάσω εἰς ἀκρότητας ἂν καὶ κατηγορήθην προσωπικῶς διὰ τοῦτο, ἀπὸ φιλικήν μου ἐφημερίδα, ἡ ὁποία μᾶλλον ὑποχρέωσιν εἶχε πρὸς ἐμέ, ὅτι ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἐταλάνισα ἐπὶ πολλὰ χρόνια τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα, ταλανίζω ἤδη καὶ τὴν πολιτικὴν ζωήν! Ἐνῷ εἶναι καλῶς ἢ κακῶς, βέβαιον, ὅτι ποτὲ δὲν ἐταλάνισα, οὔτε τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα, οὔτε τὴν πολιτικὴν ζωήν. Δὲν μὲ θίγει τὸ νὰ χαρακτηρισθῶ ὡς ὀξὺς ἐπὶ τοῦ θέματος χειρισμοῦ, διότι ὀφείλω νὰ εἶμαι ὀξύς. Ἐπὶ τῆς οὐσίας, πρῶτον, ἡμεῖς ἔχομεν τὴν εἰλικρίνειαν νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρόκειται περὶ συκοφαντικοῦ δημοσιεύματος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀποδειχθῇ ἡ συκοφαντία δικαστικῶς. Τὰ πράγματα δὲ σήμερον ἀποδεικνύουν, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα μὲ τὰ ὁποῖα ἠθέλησα νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἄποψιν τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν Γερμανικὴν Δικαιοσύνην ἦσαν οὐσιαστικά. Ὁ Μέρτεν φυγοδικεῖ, μὴ ὑπάρχοντος τρόπου καταναγκασμοῦ του νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Ἐνῷ ἐὰν ἡ μήνυσις εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Γερμανικὴν Δικαιοσύνην δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ ἐρημοδικία του νὰ μὴ εἶχε συνεπείας, αἱ ὁποῖαι θὰ τὸν ἠνάγκαζον νὰ παρουσιασθῇ καὶ νὰ λογοδοτήσῃ. Ὁπότε θὰ εἴχομεν τάχιστα ἀπόφασιν δικαστικήν. Συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν ἐπετεύχθη, καὶ ἐφ’ ὅσον προσεπαθήσατε καὶ ὀρθῶς ὑπεστηρίχθη καὶ ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας, ὅτι ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως καὶ μάλιστα εἰς ἀπωτέραν ἐποχήν, ποὺ δὲν ἦσαν κἂν πολιτευόμενοι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ τὸ συνδέσητε μὲ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἔθνους τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἐρρίψατε εἰς πλάστιγγα δικαστικήν, ἡ ὁποία δὲν θὰ δώσῃ ἀποτελέσματα, αὐτὸ τοῦτο τὸ γόητρον τοῦ Τόπου. Ὀρθόδοξος λύσις, ἀνταποκρινομένη καὶ εἰς παραδόσεις τῆς Βουλῆς αὐτῆς καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου θὰ ἦτο οἱ θιγόμενοι Ὑπουργοὶ νὰ παραιτηθοῦν παραχρῆμα καὶ νὰ μεταβοῦν ὡς ἰδιῶται πλέον εἰς τὴν Γερμανίαν, ὅπως ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Στεφανόπουλος, καὶ ὅταν ἐκεῖ θὰ εὕρισκον τὸ δίκαιόν των, καὶ ἀσφαλῶς θὰ τὸ εὕρισκον, θὰ ἐπανήρχοντο εἰς τὴν θέσιν των καὶ θὰ ἐγίνοντο δεκτοὶ ἀπὸ ὅλους μας μετὰ χειροκροτημάτων. Ἀντὶ τούτου ἐδημιουργήθη μία γάγγραινα, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς ἀπασχολῇ καὶ ἡ ὁποία καὶ ἂν ἐκδοθῇ δικαστικὴ ἀπόφασις, ἐφ’ ὅσον ὁ Μέρτεν θὰ ἐρημοδικήσῃ, ἐν Ἑλλάδι, δὲν θὰ παύσῃ νὰ εἶναι ἐνοχλητικός. Ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἀδιστάκτου συκοφάντου, συνεχῶς θὰ ἀπειλῇ, ὅτι θὰ προσθέσῃ νέα στοιχεῖα. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δι’ αὐτὸ ὁ χειρισμὸς τοῦ ζητήματός σας ὑπῆρξεν ἀτυχής. Ἐπεδείξατε, ὅπως εἶπον καὶ τότε, μίαν σύγχυσιν καὶ μίαν παραζάλην, ἡ ὁποία μᾶς ἐμβάλλει εἰς ὑπονοίας, ὅτι ἐὰν εἰς ἓν ζήτημα σὰν αὐτὸ ὑφίστασθε τόσην σύγχυσιν καὶ τόσην παραζάλην, δὲν ξεύρομεν ἐὰν πολὺ σοβαρώτερα ζητήματα τοῦ τόπου τὰ χειρίζεσθε μὲ τὴν δέουσαν ψυχραιμίαν καὶ τὸν ἀναγκαῖον αὐτοέλεγχον. Πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἄγει εἰς εὐρύτερα συμπεράσματα καὶ εἶναι μὲν εὔκολον νὰ ἀποσπᾶτε τὰ χειροκροτήματα τῶν φίλων σας, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ πείθετε τὴν κοινὴν γνώμην τὴν εὐρυτέραν. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν σᾶς κάμνω τὴν ἔκκλησιν νὰ δώσητε προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀσημάντου ζητήματος, ὅπως εἴπατε, ἀλλὰ περὶ πληγῆς, ἡ ὁποία δύναται νὰ προκαλέσῃ καὶ διαπύησιν καὶ τέτανον ἀκόμη. Βλέπω, ὅτι ἐπιχειρεῖτε ἑκάστοτε καὶ μὲ τὸ σημερινὸν πράγματι μὴ ἐπιτετραμμένον τέχνασμα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, νὰ μὴ ἀρχίσητε σεῖς τὴν συζήτησιν, ἐπιχειρεῖτε συσκότισιν καὶ ὄχι διαφώτισιν καὶ ἀπὸ τὸν τύπον καὶ ἀπὸ ἡμᾶς, ὀρθῶς ἐθεωρήθη τὸ δημοσιευθὲν κείμενον ὡς αὐθεντικόν, ἐφ’ ὅσον ἔφερε ἀριθμὸν καὶ δὲν διεψεύσθη ἀμέσως ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ἠθέλατε νὰ μᾶς διαφωτίσητε ἐγκαίρως, νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ κοινὴ ἠθικὴ συνείδησις μεταξύ μας, μπορούσατε νὰ ἀνακοινώσητε εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τὸ ἔγγραφον αὐτὸ καὶ πρὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς. Ἐκ τοῦ ὅλου ὅμως, χειρισμοῦ τοῦ θέματος, ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἔχετε ἀποδόσει τὴν δέουσαν σημασίαν εἰς τὸ ὅλον θέμα καὶ δὲν θέλετε νὰ ἐπέλθῃ ἡ ταχεῖα καὶ ἀποφασιστικὴ ἐκκαθάρισίς του. Ἐν τούτοις τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, τὸ γόητρον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τοῦ Ἔθνους καὶ ἡ ἀνάγκη ἐσωτερικῆς ἠρεμίας καὶ γαληνεύσεως, ἐπιβάλλουν νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τοιούτου εἴδους πληγὴν καὶ νὰ προπαρασκευασθῶμεν διὰ νὰ κατέλθωμεν ἠρεμώτεροι εἰς τὸν μελλοντικὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ τὴν τύχην τῆς Δημοκρατίας. Τὸ συμφέρον τοῦ τόπου ἐπιβάλλει ριζικὴν ἐκκαθάρισιν ὅλων τῶν ἠθικῶν θεμάτων. Ἀλλὰ εἰς τοῦτο δὲν συμβάλλει ἡ εὔκολος ἐναντίον μας κατηγορία, πότε ὅτι εἴμεθα ψεῦσται, πότε ὅτι μὲ ἐλαστικὴν δῆθεν, συνείδησιν ἐκμεταλλευόμεθα τὰ προκύπτοντα θέματα. Ἦτο δυνατὸν ποτέ, δημιουργηθέντος τοιούτου θέματος, δημοσιευθέντος ἑνὸς κειμένου αὐθεντικοῦ, νὰ μὴ ἐρεθισθῇ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ νὰ μείνωμεν ἀναίσθητοι πρὸ αὐτῆς τῆς εὐαισθησίας τῆς κοινῆς γνώμης; Καταλήγων θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμᾶτε τὴν εὐθιξίαν τῆς Ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης. Οὐδαμοῦ ὑπῆρξαν τὰ θύματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ οὐδαμοῦ λαὸς πεινασμένος καὶ γυμνιτεύων ἐπέδειξε τοιαύτην ἀντίστασιν κατὰ τοῦ κατακτητοῦ. Διὰ τοῦτο εἰς τὰ θέματα αὐτὰ πρέπει νὰ ἀποδίδωμεν μεγάλην σημασίαν, ἐὰν θέλωμεν νὰ διατηρήσωμεν ὑψηλὰ τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν καὶ ἐὰν θέλωμεν ὄντως νὰ προχωρήσωμεν ὅλοι μαζὺ εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς ἀληθοῦς δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα).
§114Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἐκφράζω τὴν λύπην μου διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησεν ἀπόψε νὰ ἐγκαινιάσῃ τὴν συζήτησιν μὲ τὸ τέχνασμα τῆς ἀποκρύψεως τοῦ ἀκριβοῦς κειμένου τοῦ τηλεγραφήματος. Συχνάκις ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως συστάσεις, ὅτι πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τὸ κῦρος αὐτοῦ τοῦ βήματος. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπόψε, μὲ τὸ τέχνασμα, τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησεν, ἀπέδειξε, δυστυχῶς, τὸ ἀντίθετον. Εὔχομαι νὰ εἶναι παράδειγμα πρὸς ἀποφυγὴν εἰς τὸ μέλλον. Ἐκφράζω, ἐπίσης, τὴν λύπην μου διὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ λεχθῇ, ἴσως, ὅτι τὸ θέμα δὲν ἦτο ἄξιον τῆς παρουσίας του. Ἀλλά, ὅταν ὁλόκληρος ἡ Ἀντιπολίτευσις θέτῃ πολιτικὸν ζήτημα, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, εἶναι πρέπον νὰ παρίσταται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τιμῶμεν τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τιμῶμεν καὶ τὰ μέλη αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴν ἰδιότητα τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ Ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἰδιότητα δὲν ἀναπληρώνεται. Καὶ ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἰδιότητα ὀφείλει νὰ παρίσταται. Ἐλέχθη, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐπανέρχεται τὸ θέμα Μέρτεν. Διαφωνῶ. Ἀπόψε δὲν ἐπανέρχεται. Διὰ τὴν Βουλὴν ἔχει λήξει. Τὸ θέμα Μέρτεν ὑπῆρξε θέμα δικαστικόν. Τὸ σημερινόν, εἶναι θέμα πολιτικόν. Τὸ θέμα Μέρτεν, ἀπηρτίζετο ἀπὸ ἕνα Γερμανὸν ἐγκληματίαν πολέμου καὶ Ἕλληνας δημοσίους ἄνδρας, θιγομένους ἀπὸ τὰς συκοφαντίας του. Τὸ σημερινὸν θέμα, εἶναι σχέσις Ἑλληνικῆς καὶ Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι θέμα ἐντελῶς διάφορον ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ θέματος Μέρτεν καὶ ποῖαι ἔπρεπε νὰ εἶναι αἱ συνέπειαι; Ἕνας ἐγκληματίας πολέμου, ἀπηύθυνε συκοφαντίας ἐναντίον ἐξεχόντων δημοσίων ἀνδρῶν τῆς Χώρας, μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖαι ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐτομάτως αἱ συνέπειαι; Ἡ αὐτόματος συνέπεια ἐντεῦθεν, ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ ἀμέριστος ἠθικὴ συμπαράστασις Ὅταν διὰ τὸν ἔσχατον πολίτην, μέχρις ἀντιθέτου δικαστικῆς ἀποδείξεως, ὑπάρχει ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀθωότητος, εἶναι δυνατὸν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως τῆς Χώρας νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ προκαταβολικὴ ἀναγνώρισις τῆς ἀθωότητος μέχρις ἐνδεχομένης ἀντιθέτου δικαστικῆς ἀποδείξεως; Καὶ ὅταν κατήγορος εἶναι ὁ ἐγκληματίας πολέμου, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι ἀμέριστος ἡ ἠθικὴ συμπαράστασις; Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον ἀπὸ τὴν μίαν πλευράν. Καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ καθῆκον αὐτὸ εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν ἐπετελέσθη. Ὅσον δήποτε αὐστηραὶ καὶ ἂν ὑπῆρξαν αἱ κρίσεις οὐδεὶς υἱοθέτησεν ἐκ τῶν προτέρων τὰς συκοφαντίας τοῦ ἐγκληματίου πολέμου. Ὅλοι ἐδήλωσαν, ὅτι ἀναμένουν τὴν κρίσιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐάν, ὅμως, αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς, ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς τὸ καθῆκον εἶναι, τῶν θιγομένων δημοσίων ἀνδρῶν, ἡ χρῆσις ὅλων τῶν μέσων πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας. Ἡ χρῆσις καὶ τοῦ τύπου καὶ τοῦ βήματος καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ τοῦτο, ἐπίσης, συνέβη. Καὶ εὑρισκόμεθα πλέον ἐν ἀναμονῇ τῆς κρίσεως τῆς δικαιοσύνης. Ἰδοὺ διατὶ τὸ θέμα Μέρτεν, τὸ ὁποῖον εἶναι θέμα δικαστικόν, διὰ τὴν Βουλὴν ἔχει λήξει. Εἶναι θέμα τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀναμένομεν τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεώς της. Καὶ μίαν μόνον εὐχὴν δυνάμεθα νὰ διατυπώσωμεν καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν καὶ διὰ τὴν Γερμανικὴν δικαιοσύνην. Τὴν εὐχὴν τῆς ταχείας ἐκδόσεως τῶν ἀποφάσεων. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ θέματος Μέρτεν, εἶχεν ὑποστηριχθῆ, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς οὐσίας θὰ ἠδύνατο ἢ θὰ ὤφειλον νὰ λάβουν θέσιν οἱ βουλευταί. Διεμαρτυρήθην τότε καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον τὴν ἐνθύμησιν αὐτῆς τῆς διαμαρτυρίας μου. Δυνάμεθα, κύριοι βουλευταί, καὶ δικαιούμεθα ὡς πολῖται, νὰ ἔχωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας οἱανδήποτε γνώμην. Δυνάμεθα νὰ εἴμεθα μάρτυρες ὑπερασπίσεως καὶ μάρτυρες κατηγορίας. Ὡς βουλευταὶ ὅμως, δὲν δυνάμεθα, ὡς Βουλὴ δὲν δυνάμεθα. Καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἰδιῶται καὶ δύνανται καὶ ὀφείλουν νὰ ἔχουν γνώμην. Ἀλλ’ ὡς Κυβέρνησις, δὲν δύνανται. Ὅταν ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἀνακύπτει τὸ θέμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ ἁρμοδιότης πλέον ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ δικαστήρια. Εἴμεθα Σῶμα νομοθετικὸν καὶ Κυβερνητικόν. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἁρμοδιότητα ἀναμίξεως εἰς τὰ θέματα τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ἀνταπεκρίνετο ἡ Βουλὴ εἰς τὸ αἴτημα τὸ ὁποῖον ἐτέθη τότε νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς οὐσίας, θὰ εἶχεν διαπράξει τὰ ἀκόλουθα σφάλματα καὶ θὰ ὡδήγει εἰς τὰς ἀκολούθους συνεπείας. Πρῶτον, θὰ ἐδημιουργεῖτο σύγχυσις ἐξουσιῶν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ ὁλοκληρωτικά, ἀλλ’ ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ δημοκρατικὰ καθεστῶτα. Καὶ αὐτὴ εἶναι μία ἀπὸ τὰς μεγάλας ἀρετὰς τῶν Δημοκρατιῶν. Δεύτερον, θὰ ὠθεῖτο εἰς ἀδιέξοδον ἡ ὑπόθεσις. Διότι ἂν ἡ Βουλὴ ἐλάμβανε μίαν θέσιν καὶ τὰ δικαστήρια ἐλάμβανον τὴν ἰδίαν θέσιν, θὰ ἠρμηνεύετο, ὅτι τὰ δικαστήρια ὑπέκυψαν εἰς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῶν δικαστηρίων ἦτο ἀντίθετος, τότε θὰ ἐδημιουργεῖτο χάσμα ἀγεφύρωτον μεταξὺ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἰδού, διατὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς οὐσίας, ὡς βουλευταί, ὡς Βουλή, ὡς Κυβέρνησις, δὲν δικαιούμεθα νὰ λάβωμεν θέσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω. Ἀλλὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζητῶμεν σήμερον ἄλλην ὑπόθεσιν. Συζητῶμεν ὑπόθεσιν πολιτικήν, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὰς σχέσεις Ἑλληνικῆς πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ νέον πολιτικὸν θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἔχομεν ἀπόλυτον ἁρμοδιότητα, διότι εἶναι θέμα πολιτικὸν καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Κατὰ ποῖον τρόπον ἐξειλίχθησαν αἱ σχέσεις τῶν δύο Κυβερνήσεων ἐξηγοῦν τὰ κείμενα. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξέδωκε μίαν ἀνακοίνωσιν διὰ τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας τῆς Βόννης. Ταὐτοχρόνως προέβη εἰς διάβημα διὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ ἐν Ἀθήναις πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐξέδωκεν, ἐπίσης, ἀνακοίνωσιν. Κρίνων, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Ὀκτωβρίου, αὐτὸ τὸ διάβημα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀνακοινώσεως τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, προέβην ἐνώπιον τοῦ Σώματος, εἰς τὴν ἀκόλουθον ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος. Καὶ θέλω, ἀναγινώσκων αὐτὸ τὸ κείμενον, ἀγαπητοὶ μου συνάδελφοι, νὰ διαπιστώσητε εἰς πόσον βαθμὸν παραμένω συνεπὴς πρὸς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔκτοτε ὑπεστήριξα. Εἶπον τότε: Ἀφ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τὴν δίωξιν, προέβη εἰς ὡρισμένας ἐνεργείας. Ἡ πρώτη ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας τῆς Βόννης. Εἶμαι σύμφωνος δι’ αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν. Ὤφειλεν, ἔπειτα ἀπὸ τὰ δημοσιεύματα, νὰ διαφωτίσῃ καὶ τὴν Γερμανικὴν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην. Βεβαίως, δὲν μὲ ἐνεθουσίασε τὸ κείμενον. Ἠδύνατο νὰ εἶναι εὐτυχέστερον. Πάντως ἐπεβάλλετο ἡ ἀνακοίνωσις. Ἀλλά, ἐνῷ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας τῆς Βόννης, δὲν ἐδοκίμασα καμμίαν ἱκανοποίησιν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὸ διάβημα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Γερμανίας ἐν Ἀθήναις, εἰς τὸν ὁποῖον ἔσπευσε νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν δήλωσιν, μετὰ τὴν ὁποίαν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἰδικήν της ἀνακοίνωσιν, ἡ ὁποία παρέχει, δυστυχῶς, τὴν ἐντύπωσιν πιστοποιητικοῦ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἔχομεν, ἑπομένως, καμμίαν πρόθεσιν νὰ ξαναζεστάνωμεν τὸ ζήτημα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐμμένομεν εἰς τὰς γνώμας μας.
§115Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Σεῖς ὄχι. Ἐπανέρχεσθε.
§116Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἔκτοτε εἶχον ὑποστηρίξει καὶ μὲ ὑποχρεώνει εἰς τὴν ἐπάνοδον ἡ ὑποτροπὴ τοῦ θέματος, μὲ τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν τοῦ διευθυντοῦ Τύπου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας.
§117Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὸ ὑπέμνησα καὶ ἐγώ.
§118Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ εἶπον τότε ἐν συνεχεία: «Καὶ δὲν δέχομαι πιστοποιητικὸν ἀπὸ καμμίαν ξένην Κυβέρνησιν διὰ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Πατρίδος μου. Ἀναφέρει εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις τὸ διάβημα καὶ προσθέτει, ὅτι «βασιζομένη εἰς τὴν δήλωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θεωρεῖ συκοφαντικὰ τὰ δημοσιεύματα». Ποίαν ἔννοιαν ἔχει αὐτὴ ἡ ἀνακοίνωσις; Εἶναι δικαστικὴ ἐξουσία ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἡ ὁποία καταδικάζει τὸν Μέρτεν καὶ ἀθωώνει τοὺς Ἕλληνας Ὑπουργούς; Καὶ τὶ προσθέτει, ἐφ’ ὅσον ἔχωμεν εἰς τὴν Βόννην ἀνακοίνωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Εἰς τὶ ἐχρειάζετο ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔλεγεν ἁπλῶς, ὅτι βασιζομένη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀνακοίνωσιν θεωρεῖ, ἐπίσης, συκοφαντικὰ τὰ δημοσιεύματα; Ποίαν χρησιμότητα διαφωτίσεως ἔχει τοῦ Γερμανικοῦ κοινοῦ, ἀφοῦ δὲν ἐκφράζει, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ ἰδίαν γνώμην, ἀλλὰ ἀναφέρεται ἁπλῶς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀνακοίνωσιν ἡ ὁποία ἔγινεν ἀπὸ τὴν Πρεσβείαν τῆς Βόννης πρὸς τὴν Γερμανικὴν κοινὴν γνώμην; Ποίαν ἔννοιαν, λοιπόν, ἔχει ἡ ἀνακοίνωσις αὐτή;» Αὐτό, κύριοι, εἶναι τὸ θέμα εἰς τὸ ὁποῖον ἐμμένω καὶ εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπανέλθω. Ἀλλά, τότε, τὶ ἠδύνατο νὰ γίνῃ; Εἶπον τότε, εἰς τὴν Βουλήν: Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις λαμβάνουσα γνῶσιν τῶν ἀνακοινώσεων τῆς ἐν Βόννῃ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της δι’ ὅσα ἀνεγράφησαν, ἀλλ’ ὄχι νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἀνεκοινώθησαν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ στηριζομένη εἰς αὐτὰ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἀθῳώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι βουλευταί, αὐτὴ δι’ ἐμὲ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Καὶ διὰ τοῦτο, παρεμβαίνων κατὰ τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν τοῦ φίλου βουλευτοῦ Μεσσηνίας, εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν: Σφάλλεσθε εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιστατικῶν. Ἐπὶ τῶν πολιτικῶν θεμάτων, εὔλογον εἶναι τὸ διάβημα πρὸς μίαν ξένην Κυβέρνησιν καὶ εὔλογος εἶναι ἡ ἀπάντησις. Ἀλλά, ὅταν πρόκειται περὶ συγκεκριμένων κατηγοριῶν αἱ ὁποῖαι ὁδηγοῦν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ μίαν ξένην Κυβέρνησιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους προηγουμένως ἀνέπτυξα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ, οὔτε ἡ ἰδική μας Κυβέρνησις, οὔτε ἡ ἰδική μας Βουλή, δηλαδή, νὰ λάβῃ ὡς Κυβέρνησις θέσιν ἐπὶ συγκεκριμένων αἰτήσεων. Ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ποτὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ καταδεχθῇ νὰ ζητήσῃ πιστοποιητικὸν Ἑλληνικοῦ πατριωτισμοῦ ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Εἶχε τὴν Πρεσβείαν της εἰς τὴν Βόννην. Καὶ ἂν ἀκόμη προσεφέρετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, θὰ ἔπρεπεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ: «Εὐχαριστῶ διὰ τὴν προθυμίαν σας. Ἡ ἀλήθεια θὰ ἀποδειχθῇ καὶ μὲ τὴν ἰδικήν μας ἀνακοίνωσιν καὶ μὲ τὴν Δικαιοσύνην. Δὲν χρειαζόμεθα τὴν ἐπικουρίαν σας». Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπερήφανος, ἡ Ἑλληνικὴ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ δώσωμεν. Ὄχι ἡ ἱκεσία τῆς Γερμανικῆς ἀνακοινώσεως, ἡ ὁποία ἄλλως τε τὶ ἀπέδωκεν; Μηδέν. Διότι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ ἂν ἤθελε νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς αὐτὴν τὴν παράκλησιν, θὰ ἦτο ἀδύνατον ἡ ἰδία νὰ ὑποστηρίξῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἠγνόει καὶ διὰ τοῦτο ἀναφέρεται ἁπλῶς εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ ἡ ἀρχικὴ βαρεῖα εὐθύνη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ αὐτὴν τὴν ἀρχικὴν εὐθύνην ἐπαυξάνει τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἀνεκοινώθη. Ἰδοὺ τὸ κείμενον χωρὶς τὴν «φορτικότητα». Πρῶτον, τὶ εἶναι τὸ κείμενον αὐτό; Ἐλέχθη, ὅτι ἦτο μία ἰδιωτικὴ ἐπιστολὴ ἡ ὁποία δὲν ἀνευρίσκετο. Κύριοι βουλευταί, μὲ ὑποχρεώνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει μὲ πόσην συμπάθειαν τὸν περιβάλλω, μὲ ὑποχρεώνει, ὅταν προβαίνῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰσχυρισμοὺς νὰ παρακαλέσω τὸν ἴδιον νὰ ἐνθυμηθῇ τὸ σύνθημα τῶν Ἰωαννίνων. (Γέλωτες, χειροκροτήματα). Ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἦτο ἰδιωτικὴ ἡ ἐπιστολὴ καὶ ὅτι δὲν ἀνευρίσκετο. Ἀλλὰ ὅλοι γνωρίζομεν ἀπὸ γραφειοκρατίαν. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀριθμὸς πρωτοκόλλου, αἱ ἐπιστολαὶ ἀνευρίσκονται καὶ μάλιστα εἰς μίαν χώραν κλασσικῆς γραφειοκρατίας, ὅπως ἡ Γερμανία. Ἐπομένως, οὔτε ἰδιωτικὴ ἦτο, ὅταν ὁ τίτλος εἶναι «Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν καὶ ἔχει ἀριθμὸν πρωτοκόλλου, οὔτε ἀνεύρετος. Καὶ αἱ δύο βεβαιώσεις ὑπῆρξαν ἀνακριβεῖς καὶ ἀνάγονται εἰς τὰ Ἰωάννινα. (Γέλωτες). Καὶ τώρα προχωροῦμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν. Γράφει ὁ Διευθυντὴς τοῦ Τύπου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. «Ὅπως γνωρίζετε τὰ δημοσιεύματα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, προεκάλεσαν μίαν σοβαρωτάτην Κυβερνητικὴν κρίσιν». Αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν εἶχον ἀποκομίσει, ὅτι προεκάλεσαν κυβερνητικὴν κρίσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δι’ ἡμᾶς δὲν εἶναι γνωστόν. Φαίνεται, ὅτι θὰ παρεστάθη ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, ὑπευθύνως ἢ ἀνευθύνως, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον κρίσεως ἐσωτερικῆς καὶ μία Σύμμαχος χώρα ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ εἰς βοήθειάν μας. Γράφει, λοιπόν. «Ὅπως γνωρίζετε τὰ δημοσιεύματα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς προεκάλεσαν μίαν σοβαρωτάτην κυβερνητικὴν κρίσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἐπεβάρυνε τὰς Ἑλληνο–Γερμανικὰς σχέσεις εἰς ὕψιστον βαθμόν». Κύριοι βουλευταί, ποῖος ἀπὸ ὅλους ὑμᾶς θὰ ἐπέτρεπε τὸ περιστατικὸν Μέρτεν νὰ εἶχεν ἐπιβαρύνει καθ’ οἱονδήποτε βαθμὸν τὰς Ἑλληνο–Γερμανικὰς σχέσεις; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν μέλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπεύθυνος ἀνώτερος ὑπάλληλος, νὰ προβαίνῃ εἰς αὐτὴν τὴν διαπίστωσιν, ὅτι διεκυβεύθησαν αἱ Ἑλληνογερμανικαὶ σχέσεις; Διὰ τὴν τοιαύτην ἐντύπωσιν ὁπωσδήποτε ὑπεύθυνος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς Τύπος. Ποῖαι εἶναι αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, ποῖαι εἶναι αἱ Ἑλληνογερμανικαὶ σχέσεις, ἡ Κυβέρνησις τὸ γνωρίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀπαγορεύσει οἱαδήποτε διαταραχὴν τῶν Ἑλληνογερμανικῶν σχέσεων ἀπὸ μίαν συκοφαντίαν ἑνὸς ἐγκληματίου πολέμου. Ποῖος, λοιπόν, ἀποδίδει βαρύτητα εἰς τὰς ἀθλιότητας τοῦ Μέρτεν, ἡμεῖς ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέχουν εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Γράφει: «Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἠδύνατο νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν δικαίαν ἐπιθυμίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ μίαν δημοσίαν ἐκδήλωσίν μας». Εἶναι ἡ θλιβερὰ ἱκεσία τῆς δημοσίας ἐκδηλώσεως, ἡ ἔλλειψις ἀξιοπρεπείας. Συνεχίζει: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξεδήλωσε τὴν σχετικὴν ἐπιθυμίαν καὶ δι’ ἀντιθέτων ἐπιχειρημάτων, διὰ τῶν ὁποίων «ἐφάνη» ὅτι τὰ δημοσιεύματα ἀνῃροῦντο». Ἔχομεν, ἑπομένως, ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ἐκπρόσωπον τοῦ Τύπου μίαν διάβρωσιν τοῦ ἀρχικοῦ ἀνακοινωθέντος. Διότι, ἐνῷ ἐκεῖ ἐγένετο ἀνεπιφύλακτος ἐπίκλησις τῆς δηλώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τώρα «ἐφάνη», ὅτι ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα ἀνήρουν τὰς κατηγορίας τοῦ Μέρτεν. Καὶ καταλήγει ἡ ἐπιστολή: «Ἐπιτρέψατέ μου διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ δημοσιογραφικοῦ σας καθήκοντος ἐπεδείξατε τὴν πρέπουσαν προσοχὴν καὶ ἐμβρίθειαν». «Ἐμβρίθειαν» τὶ σημαίνει; ὅτι ἔχετε δίκαιον, ὅτι ἐξηκριβώσατε τὴν ἀλήθειαν τῶν ἰσχυρισμῶν σας. Ἀλλὰ εἶπον, ὅτι δὲν προωρίζετο διὰ τὴν δημοσιότητα. Τὸ δεχόμεθα. Ἀκριβῶς, ὅμως, αὐτὸ ἐπαυξάνει τὴν ἀξιοπιστίαν του. Διότι, ὅ,τι προορίζεται διὰ τὴν δημοσιότητα ἔχει τὴν διπλωματικὴν συμβατικότητα. Ὅταν ὅμως δὲν προορίζεται διὰ τὴν δημοσιότητα καὶ εἶναι ἐπίσης ὑπεύθυνον, περιέχει περισσοτέραν ἀλήθειαν. Κύριοι βουλευταί, ὁμιλῶν διὰ μακρῶν περὶ τοῦ ἑνὸς ἀνακοινωθέντος καὶ περὶ τοῦ δευτέρου τοῦ «ἰδιωτικοῦ» τὸ ὁποῖον αἴρει τὸ πρῶτον, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ στηριχθῶ εἰς τὸ δεύτερον διὰ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι αὐτὴ εἶναι σήμερον ἡ γνώμη τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἀγανακτῶ ἐναντίον καὶ τῶν δύο. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τὴν ὁποίαν λαμβάνω. Ποία ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ θέσις τῶν δύο Κυβερνήσεων, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ εὑρίσκετο εἰς τὸ ὕψος της καὶ δὲν εἶχεν ἀπολέσει τὴν ψυχραιμίαν της; Ἡ μὲν Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ ζητήσῃ ἀπολύτως τίποτε. Ἐξ ἄλλου, ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις νὰ προθυμοποιηθῇ νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν ὡς ἐκδήλωσιν φιλικῆς ἁβρότητος, τὴν ὁποίαν ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ. Αὐτὸ εἶναι ἐπίπεδον περιωπῆς, αὐτοσεβασμοῦ, ἀμοιβαίας ἀξιοπρεπείας. Καὶ ὡς διεμορφώθησαν τὰ πράγματα, ποία, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει τοῦ λοιποῦ νὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως; Δὲν πρόκειται, βεβαίως, νὰ δώσω συμβουλὰς εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἰδικάς της ὑποθέσεις. Ἀλλὰ διὰ τὰς κοινὰς ὑποθέσεις δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην. Τιμῶ τὴν σημερινὴν Γερμανικὴν Δημοκρατίαν, τιμῶ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὸν ἐλεύθερον κόσμον, τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ δύναμίς της διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἐλευθέρου κόσμου, τὴν χρησιμότητα τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ διατήρησις τῶν ἀγαθῶν πολιτικῶν, τῶν οἰκονομικῶν καὶ πολιτιστικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν μας. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐν ὀνόματι ἀκριβῶς τῶν καλῶν σχέσεων τῶν δύο Κυβερνήσεων καὶ τῶν δύο λαῶν, ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν θὰ ἀνέμενον τὴν ἀκόλουθον πολιτικὴν καὶ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ συνιστῶ. Νὰ ἀποξενωθῇ πάσης ἀναμίξεως εἰς τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν καὶ μίαν μόνον νὰ προσπαθήσῃ σχετικῶς νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν, νὰ διευκολύνῃ, νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν ἔχει προκαλέσει τὸ καρκίνωμα Μέρτεν καὶ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὰς ὁμαλάς, ἀγαθὰς σχέσεις μας. Τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγω εἶναι, ὅτι διὰ μὲν τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει πλέον λόγον ἀπασχολήσεως. Θὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐκφράζομεν μόνον τὴν εὐχὴν καὶ τὴν σύστασιν νὰ μὴ βραδύνῃ καὶ ἐδῶ καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν διαχείρισιν τῶν σχέσεων τῆς Ἑλληνικῆς μὲ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ κρισίμου αὐτοῦ θέματος, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὑπῆρξε βαρυτάτη ἡ εὐθύνη διαχειρίσεως ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εὔλογος εἶναι ἡ ἀξίωσις, ὅπως κατατεθῇ ὁ φάκελλος διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς ποία ὑπῆρξεν ἡ διαχείρισις καὶ διὰ νὰ εἴμεθα καὶ δίκαιοι ἀπέναντί της. Ἂν ὄντως ἡ διαχείρισις τιμᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ἡμεῖς, ὅπως τὸ συνηθίζομεν, πρῶτοι ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν εὔστοχον διαχείρισιν. Κύριοι βουλευταί, γνωρίζει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία μὲ πόσην ἀντικειμενικότητα καὶ μὲ πόσην δικαιοσύνην συνηθίζω νὰ ἐκφράζω τὴν γνώμην μου. Γνωρίζει πῶς ἐπανειλημμένως, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἠδικεῖτο ἀπὸ τοῦ βήματος ἀντεστάθη διαφωνῶν καὶ τὴν ὑπεστήριξα ἀπέναντι ἀσυστάτων συκοφαντιῶν. Καὶ μὲ τὴν ἰδίαν ἀντικειμενικότητα καὶ δικαιοσύνην τὴν κρίνω καὶ σήμερον καὶ τῆς καταλογίζω βαρεῖαν εὐθύνην πολιτικῆς διαχειρίσεως τοῦ θέματος μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων. Δὲν εἶχεν ἀξιοπρέπειαν. Δὲν εἶχεν ὑπερηφάνειαν, δὲν εἶχε σοβαρότητα. Καὶ ὅταν σκεφθῶμεν, ὅτι εἰς μὲν τὸ ἐσωτερικὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ θεωρῆται ἀπὸ ἡμᾶς ὡς Κυβέρνησις ἑνὸς Κόμματος, ἀλλ’ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖται Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἡ μείωσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποτελεῖ μείωσιν τοῦ λαοῦ, μείωσιν τοῦ Ἔθνους, καὶ αὐτὴν τὴν βαρεῖαν εὐθύνην τῆς καταλογίζομεν.
§119Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅλην τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ εἴπω, ὅτι δὲν μὲ φέρει εἰς δύσκολον θέσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησε, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἐπιστολῆς, οὔτε τὰ λογοπαίγνια, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε περὶ Ἰωαννίνων. Τὰ συνθήματα τῶν Ἰωαννίνων, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἀπηυθύνοντο πρὸς ὡρισμένους κακοπίστους καὶ ἐκεῖνοι ἀναγνωρίζουν τὸν ἑαυτόν των θιγόμενον δι’ αὐτῶν. Εἰς αὐτὰ τὰ συνθήματα θὰ ἀπαντήσῃ ὄχι μόνον ὁ λαὸς τῶν Ἰωαννίνων, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἂς ἀναμείνωμεν τὴν κρίσιν του. Θὰ ἴδωμεν ἐὰν ὀρθῶς ἢ κακῶς διετυπώθησαν αὐτὰ τὰ συνθήματα.
§120Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Πρὸς σᾶς, κ. Ὑπουργέ, ὄχι πρὸς ἡμᾶς.
§121Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Παρακαλῶ, ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Δερδεμέζη νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, διότι θὰ παραμείνῃ ἱστορική.
§122Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Δερδεμέζη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακόπτετε. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω. (Κωδωνοκρουσίαι).
§124Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Ἀφοῦ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν... (Κωδωνοκρουσίαι).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κ. Δερδεμέζη. Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἐπιτρέψω. Δὲν πρόκειται νὰ διακόψητε τὸν κ. ὑπουργόν.
§126Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν μὲ περιάγει καθόλου εἰς δύσκολον θέσιν τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ πρωτοκόλλου, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὴν ἐπιστολήν. Ἐγώ, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἐζήτησα ἐξηγήσεις δι’ ὁλόκληρον τὴν ἐπιστολήν. Καὶ ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξεν, ὅτι δὲν τὴν ἀνευρίσκομεν εἰς κανένα γραφεῖον. Ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξεν, ὅτι τὴν εὕρομεν ἐπὶ τέλους εἰς τὸ ἰδιωτικὸν ἀρχεῖον τοῦ ὑπαλλήλου. Καὶ ἐπὶ πλέον ἐξεδόθη καὶ σημαντικὴ διακοίνωσις κατηγορηματική, ἡ ὁποία μάλιστα κατὰ τὴν ἐπίδοσιν ἐλέχθη, ὅτι ἀπεφασίσθη καὶ συνετάγη εἰς σύσκεψιν ὑπὸ τὴν προεδρίαν δύο ὑφυπουργῶν. Δὲν δικαιοῦμαι, νομίζω —δὲν δικαιοῦσθε καὶ σεῖς— νὰ ἀμφισβητῆτε τὴν ρηματικὴν αὐτὴν διακοίνωσιν, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἰδιωτικῆς ἐπιστολῆς. Γεννᾶται ἀναμφισβητήτως ἕνα ἐρώτημα, ἀλλὰ δὲν δικαιοῦμαι ἐγὼ νὰ τὸ θέσω εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, κατόπιν τῆς ρηματικῆς διακοινώσεώς της. Ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς, τὸ ὁποῖον μὲ τὴν συνήθη του ἱκανότητα ἀνέλυσεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, πρέπει νὰ παρατηρήσω ὅτι, ἡ μὲν ἐπιστολὴ ὀρθῶς ἀνελύθη, ἀλλὰ ἐδῶ ὑπάρχει ρηματικὴ διακοίνωσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία λέγει: Ἐμμένομεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἐμμένει πάντοτε καὶ ὁ κ. HASE εἰς τὴν διακοίνωσιν τῆς 29.9.60. Ὑπάρχει, δηλαδή, ἡ ἐπίσημος δήλωσις, ὅτι πάντως ἐπανέρχεται καὶ ἐμμένει εἰς τὸ βασικὸν κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς ἐξέδωσεν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις. Ὀφείλω νὰ μὴ ἀφήσω καμμίαν ἀμφιβολίαν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν διακοίνωσιν: «Ἡ Ὁμοσπονδιακὴ Κυβέρνησις διατηρεῖ......... (ἀναγινώσκει)...........». Τὶ ἄλλο εἶναι αὐτό, κύριοι, παρὰ ἐμμονὴ εἰς τὴν ἀρχικὴν θέσιν καὶ κατ’ οὐσίαν ἔμμεσος ἀποδοκιμασία μιᾶς ἀνοήτου ἐπιστολῆς; Πέραν αὐτοῦ, ἐπὶ πλέον ἡ ρηματικὴ διακοίνωσις προσπαθεῖ νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν καὶ λέγει, ὅτι τὸ ἔκαμε διὰ νὰ ἀποφύγῃ περαιτέρω συζητήσεις ἐπὶ τῆς οὐσίας. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, ὅταν ἔχωμεν τοιοῦτον κείμενον ἐπίσημον τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως συνταγὲν εἰς τοιαύτην σύσκεψιν, νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ νὰ ἀναλύσωμεν τὸ κείμενον τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία, κατ’ οὐσίαν ἀποδοκιμάζεται. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πλευρᾶς).
§127Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ καὶ πάλιν διὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Λυποῦμαι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθω διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς συνεννόησιν. Δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Τύπου πρὸς τὸ ἀρχικὸν κείμενον, ὥστε νὰ ὀφείλωμεν νὰ κάμωμεν ἐκλογήν. Δὲν εὑρίσκεται εἰς καμμίαν ἀντίθεσιν. Προεκτείνει τὴν ἀρχικὴν δήλωσιν. Τὴν ἐξιστορεῖ καὶ τὴν ἑρμηνεύει. Δὲν ὑπάρχει ἀντίθεσις. Μόνον ἐὰν ὑπῆρχεν ἀντίθεσις θὰ ἐλέγομεν ποῖον κείμενον ἰσχύει. Καὶ βεβαίως, θὰ ἴσχυε τὸ κείμενον τῆς ρηματικῆς διακοινώσεως. Τὶ λέγει ἡ ἀρχικὴ ἀνακοίνωσις; «Καθὼς μοῦ ἐδήλωσεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις αὐτὰ εἶναι ἀνακριβῆ». Αὐτὸ παραμένει. Καὶ περαιτέρω, ὁ ἄλλος λέγει: «Ἠξεύρετε, αὐτὸ ἔγινε διότι ἐδημιουργήθη κρίσις εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι διεκυβεύθησαν αἱ Ἑλληνογερμανικαὶ σχέσεις καὶ σεῖς ὀρθῶς καὶ μὲ ἐμβρίθειαν ἐξητάσατε τὰς κατηγορίας». Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, δὲν εἶπεν εἰς τὴν πρώτην της ἀνακοίνωσιν, ὅτι αὐτὴ τὰ ἐξήτασε καὶ τὰ εὗρε σωστά, ὥστε μὲ τὴν «ΗΧΩ ΤΟΥ ΑΜΒΟΥΡΓΟΥ» νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀντίθεσιν. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, εἶπεν: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀνυπόστατα». Καὶ ἔρχεται τὸ δεύτερον κείμενον. «Ἠξεύρετε διατὶ ἐβγάλαμεν τὴν πρώτην ἀνακοίνωσιν; Δὲν εἴχομεν προλάβει νὰ συνεννοηθῶμεν, ἐβιάζετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἠπειλεῖτο κυβερνητικὴ κρίσις εἰς τὴν Ἑλλάδα, διεταράσσοντο τὰ γενικώτερα συμφέροντα. Δεύτερον, ἐπεκαλέσθη καὶ μερικὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο, ὅτι ἀντικρούουν αὐτὰ ποὺ ὑπεστηρίζατε. Τώρα, ὅμως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μὲ προσοχὴν καὶ ἐμβρίθειαν ὑπεστηρίξατε τὰς ἀπόψεις σας». Δὲν ἀποτελεῖ, ἑπομένως, καμμίαν ἀναίρεσιν τοῦ πρώτου τὸ δεύτερον κείμενον. Ἀποτελεῖ ἐπεξήγησιν καὶ προέκτασιν καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τὸ ἐπεκαλέσθην, διὰ νὰ εἴπω: Βαρὺ σφάλμα ἦτο τὸ πρῶτον καὶ καθίσταται βαρύτερον μετὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ ἐπιστολὴ τοῦ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ Γερμανικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα. Παραμένει τὸ πρῶτον κείμενον ὡς βαρὺ λάθος. Καὶ γίνεται βαρύτερον, ὅταν διαπιστώνεται ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐξεδόθη μὲ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μου. Καὶ ὅμως βλέπετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ὑπάρχει στάδιον ἀπαντήσεως. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§128Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς μίαν διακοπήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος διακρίνεται πάντοτε εἰς τὸ νὰ θέλῃ εἰς τὰς σοβαρὰς συζητήσεις νὰ δημιουργῇ κἄτι τὸ εὐτράπελον, ἠθέλησε νὰ μὲ εἰρωνευθῇ καὶ εἶπεν εἰς τοὺς πρακτικογράφους νὰ γραφῇ ἡ ἀγόρευσίς μου εἰς τὰ πρακτικὰ —τὴν διακοπὴν ἐθεώρησεν ὡς ἀγόρευσιν—διὰ νὰ μείνῃ παροιμιώδης. Νομίζω, ὅτι ἡ ἱστορία εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ ἰδική μου εἶναι γνωστή. Κατὰ τὰ δύο ἔτη ποὺ εὑρίσκομαι εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, δὲν ἔδωσα καμμίαν ἀφορμὴν νὰ παρακολουθήσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὰς μεγάλας ὑπηρεσίας πρὸς τὸ Ἔθνος, ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν φέρει, ὥστε νὰ κινδυνεύῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ νὰ ζητῆται σήμερον ἡ συνδρομὴ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὴν... (κωδωνοκρουσίαι).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τελειώνετε, κ. Δερδεμέζη.
§130Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν τὸ σύνθημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ εἰς τὰ Ἰωάννινα εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μας περιφέρειαν «κάτω οἱ ψεῦτες» ἀπηυθύνετο καὶ εἰς ἐμέ, διότι εἶπεν, ὅτι τὸ περιώρισε, τὸ δέχομαι, ἀλλὰ θὰ προσθέσω καὶ τὸ «κάτω οἱ κλέφτες καὶ τὸ κάτω οἱ προδότες». Δι’ ὅλα δὲ αὐτὰ νὰ γίνῃ εἰδικὴ ἐξέτασις εἰς τὴν Βουλήν.
§131Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Δερδεμέζης θεωρεῖ —ἔγραψα ἐπὶ λέξει— ὅτι προσπαθῶ τὰ σοβαρὰ νὰ τὰ κάμω εὐτράπελα. Λυποῦμαι, ἐπίσης, διότι εἰς αὐτὴν τὴν οἱονεὶ Ἑλληνογερμανικὴν διαφορὰν ἐπιχειρεῖται νὰ δοθῇ μία ἐνδοϊωαννικὴ διαφορά. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν πρέπει ἡ συζήτησις νὰ πέσῃ τόσον πολὺ καὶ ὑπάρχῃ τοιαύτη διαφορὰ εἰς τὴν Ἤπειρον θὰ τὴν κρίνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ θὰ γνωρίσῃ τότε ὁ κ. Δερδεμέζης πῶς κρίνεται ἡ ἰδική του στάσις καὶ πῶς ἡ ἰδική μου. Θὰ ἀκούσωμεν τότε, ὅπως καὶ πάντοτε, τὰς καταγγελίας περὶ κλεπτῶν, ψευτῶν, προδοτῶν κλπ. Ἀλλὰ καὶ ὅπως πάντοτε, θὰ ἴδωμεν πάλιν πῶς θὰ τὰς κρίνῃ ὁ λαὸς καὶ ἰδίως ὁ λαὸς τῆς Ἠπείρου. Ἂς ἀναμείνῃ ὁ κ. Δερδεμέζης.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§133Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὰς τόσας ὁμιλίας δὲν δικαιοῦμαι, βέβαια, νὰ σιωπήσω, διότι ὅλοι πρέπει νὰ λάβωμεν θέσιν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, δικαιοῦμαι ὅμως νὰ εἶμαι σύντομος καὶ θὰ τὸ πράξω. Πιστεύω, ὅτι, ἀνεξαρτήτως διαθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὸ δημοσιευθὲν κείμενον, τῆς σημασίας τοῦ ὁποίου, ἐπίσης, ἐπιχειρεῖται ἡ μείωσις, δὲν ξαναζεσταίνει τὸ θέμα, διότι τὸ θέλει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ τὸ ξαναζεσταίνει καὶ τὸ μεγαλώνει ἀκόμη περισσότερον, διότι τὸ θέλει ὁ κ. Φὸν Χάαζε, καὶ διότι τὸ θέλουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεκίνησαν τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν. Τὸ χειρότερον εἶναι, ὅτι τὸ θέμα ξαναζεσταίνεται, διότι ἐξ ἀρχῆς ἐχειρίσθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν ἐναντίον τῶν συμβουλῶν καὶ τῶν παραινέσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καὶ μωρὰ παιδιὰ θὰ ἀντελαμβάνοντο, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ νὰ ἐπανέλθῃ ὑπὸ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην μορφὴν καὶ ὄχι ὡς θέμα σχέσεως μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, ἀλλὰ ὡς θέμα τοῦ ὅλου χειρισμοῦ καὶ τοῦ δικαστικοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ τῆς ὑποθέσεως Μέρτεν. Πράγματι, κύριοι βουλευταί, σπανίως Κυβέρνησις εἶχε κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς δημιουργίας τοῦ ζητήματος τόσην συμπαράστασιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ ἀντιπολιτευομένου Τύπου. Εἰς ἕνα μέρος τῆς κοινῆς γνώμης ἐπροκάλεσεν ἐντύπωσιν τὸ γεγονός, ὅτι οὔτε ἕνα κόμμα, οὔτε μία ἀντιπολιτευομένη ἐφημερὶς ἔμεινεν, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐκφράσῃ ἐξ ὑπαρχῆς τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρόκειται περὶ κατηγοριῶν, ὀφειλομένων εἰς ἀναξιόπιστον πρόσωπον καὶ ἑπομένως περὶ κατηγοριῶν, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει ἐξ ὑπαρχῆς νὰ ἀποβλέπωμεν μετὰ δυσπιστίας. Κανένα Κόμμα, καμμία ἐφημερὶς δὲν ἠθέλησε νὰ υἱοθετήσῃ τὸ παράπαν τὰς κατηγορίας αὐτὰς καὶ ὄχι μόνον δὲν ἠθέλησε νὰ τὰς υἱοθετήσῃ, ἀλλὰ ἔκρινε σκόπιμον καὶ δίκαιον καὶ νόμιμον νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν τὰς υἱοθετεῖ καὶ ἡ ἀρνητικὴ αὐτὴ δήλωσις ἀποτελεῖ ἔνδειξιν τῆς θελήσεως ὄχι μόνον νὰ μὴ τὰς υἱοθετήσῃ, ἀλλὰ νὰ τὰς θεωρήσῃ ἐξ ὑπαρχῆς, ὡς ἀναξιοπίστους. Τὶ ἐζητήθη τότε ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ τὶ ἐζητήθη πρὶν κἂν ἡ Κυβέρνησις ἀνακοινώσῃ τὰς ἀποφάσεις της; Νὰ προστατεύσουν τὰ μέλη της, τὴν ἰδίαν των τιμήν; Ἂς μὴ τὸ ἔπραττον ποτὲ αὐτό. Θὰ ἦτο πρὸς ἴδιον λογαριασμόν. Δὲν μᾶς καταλαμβάνει τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν προσωπικὴν τιμὴν οὐδενός, διότι ἕκαστος ὀφείλει νὰ ἐπιλέγῃ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θέλει νὰ προστατεύσῃ τὴν τιμήν του. Μᾶς ἐνδιαφέρει μόνον τὸ γεγονός, ὅτι οἱ κατηγορηθέντες ἦσαν μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς ὀρθῶς ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων κ. Παπανδρέου, κυβέρνησις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν σημαίνει ἔκφρασις ὁλοκλήρου τῆς χώρας καὶ ἐφ’ ὅσον τὴν τιμὴν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως δὲν προστατεύει ἡ Κυβέρνησις ἀποτελεσματικῶς, τότε ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος προσβάλλεται καὶ δι’ αὐτὸ ἐλέγχομεν τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον προστατεύει τὴν τιμὴν τῶν μελῶν της ἡ Κυβέρνησις. Τὶ ἐζητήθη; Ἐζητήθη ἀπὸ τὸ μέγιστον μέρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ ἄμεσος προσφυγὴ εἰς τὰ Γερμανικὰ Δικαστήρια. Καὶ ἐζητήθη ἡ ἄμεσος προσφυγὴ εἰς τὰ Γερμανικὰ Δικαστήρια, διότι ἐγνωρίζαμεν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος ἀποτελεσματικὸς καὶ ἀποστομωτικὸς τρόπος ἀπαντήσεως εἰς μίαν ψευδῆ κατηγορίαν. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων εἶχε τότε προκρίνει τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια, ἀλλὰ προσέθεσεν μίαν μικρὰν λεπτομέρειαν, ὅτι θὰ ἔπρεπεν οἱ θιγόμενοι ὑπουργοὶ νὰ παραιτηθοῦν καὶ ἂν παρῃτοῦντο θὰ ἦσαν πράγματι ἰδιῶται καὶ δὲν θὰ παριστάμεθα εἰς τὸ θέαμα εἰς τὰς κατηγορίας τοῦ Μέρτεν νὰ ἀπαντᾶ ἡ Κυβέρνησις δι’ ἀνακοινωθέντος. Νὰ ἀπαντᾶ ἡ Κυβέρνησις μὲ ἀνακοινωθὲν εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀνέφερε δίχως νὰ προσθέτῃ «ὁ ἀπαίσιος ἐγκληματίας πολέμου», μαζὶ μὲ μίαν σειρὰν ἄλλων κοσμητικῶν ἐπιθέτων. Τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἐθεωρήθη ἄξιον κυβερνητικῶν ἀνακοινωθέντων καὶ ὄχι ἀπαντήσεως ἰδιωτῶν θιγομένων. Ἅπαντες ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πιστεύομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν προκειμένῳ δὲν ἔκαμε τὸ χρέος της. Ἐπροκάλεσε τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ εἶχε κἄποιαν ἀξίαν καὶ σημασίαν, ἐὰν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις προσέθετε τὴν μαρτυρίαν της ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἀρχείων τοῦ Κράτους καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Γερμανικοῦ Κράτους προκύπτει τὸ ψεῦδος. Ἀλλὰ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις στηρίζεται ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἀνακοινώσεως καὶ λέγει, ὅτι λυπεῖται δι’ ὅσα ἐλέχθησαν, ἀνακριβῆ μέν, ὡς πιστοποιεῖται ὅμως ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν ἀνακοίνωσιν. Καὶ προσφεύγουν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια οἱ θιγόμενοι ὑπουργοί. Καὶ παραμένουν ὑπουργοί. Λέγομεν, ὅτι δὲν ἔκαμε τὸ καθῆκον της ἡ Κυβέρνησις. Διότι, ἐκεῖ ποὺ ἐχρειάζετο νὰ χυθῇ ἄπλετον φῶς, διότι μόνον μὲ τὸ ἄπλετον φῶς θὰ ξεκαθαρίσῃ ἡ ὑπόθεσις, τὴν ἄφησε νὰ παραμένῃ, ὡς χέουσα πληγὴ καὶ ἐξωτερικῶς εἰς τὸ ἔλεος τῆς θελήσεως ἑνὸς οἱουδήποτε, μιᾶς οἱασδήποτε ξένης θελήσεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀνακινήσῃ ὁποτεδήποτε ἐπιθυμεῖ τὴν ὑπόθεσιν. Καὶ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν πλευρῶν τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς, ἀναπτύσσεται μία ἄλλη ὑπόνοια, βασιζομένη εἰς τὰς φήμας περὶ διαπραγματεύσεων, ὅτι ἐπιχειρεῖται, ὄχι ἡ ἀποκάλυψις τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ ἡ συγκάλυψις, διὰ συμβιβασμοῦ καὶ ἄλλων τινῶν παραχωρήσεων. Δὲν μᾶς ἐκπλήσσει, ἂν σήμερον δημοσιεύεται ἡ ἰδιωτικὴ αὐτὴ ἐπιστολή, ἡ ὁποία παραδόξως ἀνευρίσκεται ἀπόντος τοῦ συντάκτου εἰς τὸ ἰδιωτικόν του ἀρχεῖον, διότι ὁ συντάκτης εἶναι ἀπὼν καὶ ἔχει τὸ ἰδιωτικόν του ἀρχεῖον εἰς τὸ ἔλεος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τρόπον ὥστε αἱ ὑπηρεσίαι νὰ δύνανται νὰ ἀναγινώσκουν τὰς ἰδιωτικάς του ἐπιστολὰς καὶ τὴν ἰδιωτικήν του ἀλληλογραφίαν. Δὲν μᾶς ἐκπλήσσει τὸ γεγονὸς αὐτό, μᾶς ἐκπλήσσει ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον τὸ ἀντιμετωπίζει ἡ Κυβέρνησις. Γνωρίζομεν τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως, κἄθε τι ποὺ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν δυσχεραίνει τὴν θέσιν της νὰ τοῦ μειώνῃ τὴν σημασίαν. Δὲν συζητῶ βέβαια περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Μέρτεν, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὴν βάσιν τῶν κατηγοριῶν. Ἀλλὰ ἐνθυμεῖσθε καλὰ τὶ ἠκούσαμεν περὶ ρυπαροφύλων, προκειμένου περὶ τοῦ «Σπῆγκελ» καὶ τῆς «Ἠχοῦς τοῦ Ἁμβούργου», τὶ ἠκούσαμεν περὶ σκανδαλοθηρικῶν φύλλων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν πραγματικότητα πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ τοιαῦτα φύλλα. Καὶ πρόκειται περὶ τῆς «Ἠχοῦς τοῦ Ἁμβούργου», περὶ ἐφημερίδος εἰς τὴν ὁποίαν ὁ διευθυντὴς Τύπου ἢ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς δίδει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς ἐξηγήσεις μὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὸν τόννον. Βέβαια, δῶρον τοῦ Θεοῦ ἦτο διὰ τὴν Κυβέρνησιν τὸ ὅτι παρεισέφρησεν ἡ λέξις «μετὰ φορτικότητος», καὶ ἐπεχείρησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μετατοπίσῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς φορτικότητος ποὺ ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ χρησιμοποιηθῆ δημοσιογραφικῶς —καὶ αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς— εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ἔχει ἀπολύτως οὐδεμίαν σημασίαν διὰ τὴν παροῦσαν περίπτωσιν. Ἀντιθέτως, ὅλη ἡ ἄλλη ἐπιστολὴ ἔχει σημασίαν καὶ σημασίαν βαρεῖαν. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἡ μετάφρασις ἡ Κυβερνητικὴ εἶναι ἀκριβής. Ὅταν μάλιστα ἡ λέξις «σκληρότης» ἀναφέρεται, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναφέρεται εἰς τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἀπετέλει πρωτοτυπίαν. Ἐγὼ πιστεύω πράγματι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιδείξῃ σκληρότητα ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως οἱασδήποτε ξένης δυνάμεως. Μέχρι σήμερον δὲν ἔχομεν τοιοῦτον φαινόμενον. Ἑπομένως, ἡ μετάφρασίς της εἶναι ἀκριβής. Ἀλλὰ ἡ ἐπιθυμία ἐξεφράσθη. Ἡ ἀνακοίνωσις ἐξεδόθη. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία. Τὸ παραλείπομεν. Ἂς ἔλθωμεν, ὅμως, εἰς τὸ ὑπόλοιπον νόημα τοῦ δημοσιεύματος. Διότι ὑπάρχει πλῆρες κείμενον, ὄχι μόνον ἡ φορτικότης καὶ λέγει ὁ κ. Χάαζε: «Ἀξιότιμε κύριε...... (ἀναγινώσκει)...... ἐπιθυμῶ νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν ἐπιστολὴν τῆς 29ης Σεπτεμβρίου καὶ τῆς 17ης Ὀκτωβρίου 1960». Προφανῶς ἐπιστολάς, ποὺ ὁ κύριος αὐτὸς εἶχεν ἀποστείλει πρὸς τὴν Διεύθυνσιν Τύπου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν: «Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διεμαρτυρήθητε κατὰ τῆς στάσεως ...... (ἀναγινώσκει) ....... διότι κυρίως ἡ ἀνακοίνωσις ἐκείνη ἐδημοσιεύθη». Πρόκειται περὶ τῆς ἀνακοινώσεως τῆς ἐκδοθείσης κατ’ αἴτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως «ἐδημοσιεύθη χωρὶς προηγουμένως νὰ παρακληθῇ ἡ «Ἠχὼ τοῦ Ἁμβούργου» νὰ ἐπιδείξῃ τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσθησαν οἱ ἰσχυρισμοί». Ὁ Διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος ἀπηύθυνε διαμαρτυρίαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, διότι ἐξέδωσεν ἀνακοίνωσιν διὰ τῆς ὁποίας διαψεύδει, ἔστω στηριζόμενος ἐπὶ τῶν βεβαιώσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὰ ὅσα ἔγραψε χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἀπὸ αὐτὴν νὰ παρουσιάσῃ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶχε. «Προσωπικῶς, ἔχω ἀπόλυτον κατανόησιν διὰ τὴν ἰδικήν σας στάσιν ...... (ἀναγινώσκει) ......». Ὡς γνωρίζετε, τὰ δημοσιεύματα ἐκείνης τῆς ἐπιστολῆς προεκάλεσαν μίαν σοβαρωτάτην κυβερνητικὴν κρίσιν καὶ ἐξακολουθεῖ μὲ τὴν φράσιν, περὶ τῆς ὁποίας ἔγινε λόγος, ὅτι δηλαδὴ ἐξεφράσθη ἡ ἐπιθυμία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία καὶ εἶπε τότε ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο ἀναιροῦντα τὰ ὅσα ἔγραφεν ἡ ἐφημερίς. Προσθέτει: «...... ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ πολυσχιδὲς .... ... (ἀναγινώσκει) ......, ἦτο παντελῶς ἀδύνατον εἰς τὰ στενώτατα ὅρια τοῦ χρόνου ποὺ διετίθεντο νὰ καταβληθῇ προσπάθεια ἐπαληθεύσεως εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν προβληθέντων ἰσχυρισμῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως». Δίδει πλήρη ἐξήγησιν εἰς τὴν «Ἠχώ». Ἀπολογεῖται, ὅτι ἦτο ὁ χρόνος βραχύς. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠθέλησε τὴν διάψευσιν. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὸν καιρὸν νὰ ἐπαληθεύσωμεν τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξεδώσαμεν τὴν ἀνακοίνωσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τῆς ἀνακοινώσεως. Καὶ προσθέτει κἄτι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει μόνον σχέσιν, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὰς σχέσεις τῶν δύο χωρῶν. Ἔχει σχέσιν μὲ τὴν οὐσίαν τῶν κατηγοριῶν. Διότι, λέγει, «ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπιδείξετε κατανόησιν ἐπὶ τοῦ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν διαβλέπει, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν δήλωσίν του, δηλαδὴ νὰ δημοσιεύσῃ τὴν ἐπιθυμητὴν εἰς ὑμᾶς ἀνασκευήν... Ἐπιτρέψατέ μοι διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ δημοσιογραφικοῦ σας καθήκοντος ἐπεδείξατε τὴν πρέπουσαν προσοχὴν καὶ ἐμβρίθειαν». Ἐγὼ μέν, δημοσίᾳ δὲν δύναμαι νὰ ἀνακαλέσω. Σεῖς, ὅμως, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐπεδείξατε τὴν δέουσαν προσοχὴν καὶ ἐμβρίθειαν. Αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῶν χωρῶν. Ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, κύριοι βουλευταί, δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἰδιωτικὴ καὶ ἐὰν ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος ἐπὶ τοῦ Τύπου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας μετεβλήθη αἰφνιδίως εἰς ἕνα ἀσήμαντον ὑπαλληλίσκον, ὁ ὁποῖος αὐτοβούλως ἀνέλαβε νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὸν ἀρχισυντάκτην μιᾶς μεγάλης ἐφημερίδος, διὰ ποῖον λόγον ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐξέδωκε μίαν ἀνακοίνωσιν. Αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀσήμαντος κατὰ τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι ὅμως κατὰ τὴν κρίσιν ὅλων μας. Πῶς συμβαίνει τόσον ἀσήμαντοι ἄνθρωποι νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ σημαντικὰ νὰ εἶναι μόνον ὅσα ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις; Αὐτὸς ὁ ἀσήμαντος Διευθυντὴς τοῦ Τύπου, ὁ ὁποῖος δίδει τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς λέγει, ὅτι διαπιστώνει ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι δὲν δύναται μὲν νὰ δημοσιεύσῃ ἀνασκευήν, ἀλλ’ ὅτι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον του ὁ κ. Χάϊνριχ μὲ τὴν δέουσαν ἐμβρίθειαν καὶ προσοχήν. Διέφυγεν ἴσως ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ τυχαίως —τυχαίως ἐξεπίτηδες— διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ μαρτυρία ἁρμοδίου ὑπαλλήλου δημοσία; Τὸ δέχομαι. Ἀλλὰ αὐτὸς εἶναι νέος μάρτυς ποὺ προστίθεται, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει διὰ μίαν ἄλλην φοράν, ὅτι ἡ μὴ προσφυγὴ εἰς τὰ Γερμανικὰ Δικαστήρια θὰ ἀφίσῃ μέχρι τέλους τὴν ἀμφιβολίαν, ἐὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδείξετε σεῖς ἐδῶ θὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια ἢ δὲν θὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Διότι πρόκειται περὶ μαρτυρίας, ἐπὶ τῆς οὐσίας πλέον, μαρτυρίας βεβαιούσης, ὅτι ὁ ἀρχισυντάκτης τῆς ἐφημερίδος ποὺ ἐδημοσίευσε τὰς κατηγορίας ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον του καὶ κατὰ τρόπον ποὺ ἐπιβάλλει ἡ δημοσιογραφικὴ τιμή, μὲ προσοχὴν καὶ ἐμβρίθειαν.
§134Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἔκαμεν ἀνάκρισιν αὐτὸς ὁ κύριος;
§135Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, αὐτὸς ὁ κύριος δὲν ἔκαμεν ἀνάκρισιν. Ἡμεῖς ἀκριβῶς ἠθέλομεν νὰ προκληθῇ ἡ δικαστικὴ ἀνάκρισις ἐν Γερμανίᾳ, διὰ νὰ εἶναι ὑπεύθυνος καὶ αὐτὸς ἀπέναντι τῶν δικαστηρίων τοῦ τόπου του. Ἀλλά, ὡς προκύπτει ἀπὸ τὸ κείμενον, ὁ κύριος αὐτὸς ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἴδει τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα προφανῶς εἶδεν ἐκ τῶν ὑστέρων. Διότι, αὐτὸ λέγει ἡ ἐπιστολή. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ νέον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον προστίθεται εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Τώρα, ἀξιότιμοι κύριοι, ἡ Κυβέρνησις προσκολλᾶται εἰς τὴν ρηματικὴν διακοίνωσιν. Ἀλλά, ὅποιος ἔχει ἀναγνώσει τὴν ἐπιστολήν, γνωρίζει ἐκ προοιμίων, ὅτι θὰ ἐκδοθῇ ρηματικὴ διακοίνωσις, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως θὰ τὸν διαψεύσῃ.
§136Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ δὲν τὸν διέψευσε.
§137Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν τὸν διέψευσεν ἡ ρηματικὴ διακοίνωσις. Ἀφήνει ἄθικτον τὸν οὐσιώδη ἰσχυρισμόν, ὅτι ἡ πρώτη ἀνακοίνωσις ἐξεδόθη ἄνευ ἐξετάσεως τῶν λεπτομερειῶν καὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἰσχυρισμῶν. Ἡ ρηματικὴ διακοίνωσις δὲν λέγει, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ λέγει ψέμματα, ἀλλὰ ὅτι εἶναι μία ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἔχει ἄλλους σκοποὺς καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Πάντως, ὅταν διαβάσῃ κανεὶς τὴν ἐπιστολὴν βλέπει, ὅτι δύνανται νὰ ἐκδοθοῦν 12 ρηματικαὶ διακοινώσεις, χωρὶς αὐτὸ νὰ ἔχῃ καμμίαν σημασίαν.
§138Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι δὲν συνέβη. Ἦτο εὔλογον, ἦτο ἐνδεχόμενον, ἐν τούτοις δὲν συνέβη. Ἀνεμένετο, δηλαδή, νὰ συμβῇ, ἀλλὰ δὲν συνέβη.
§139Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τούτων οὕτως ἐχόντων, κύριοι βουλευταί, πιστεύω, ὅτι πιστοποιεῖται, ὅτι ὁ χειρισμὸς τοῦ ζητήματος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωτερικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δικαστικῆς, ὑπῆρξεν οἰκτρός. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν σήμερον περὶ σταθμοῦ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Πόσους σταθμοὺς παρομοίους πρέπει νὰ διατρέξῃ ἡ ὑπόθεσις αὕτη διὰ νὰ συναγάγῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τὰ συμπεράσματά της; Πιστεύω, ὅτι σήμερον πρέπει νὰ εἶναι τὸ τέρμα ὄχι ἀπὸ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν θὰ ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν λέγομεν ἡμεῖς. Δὲν χρειαζόμεθα νέας ἀποδείξεις, διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ προστασία τοῦ ἐθνικοῦ γοήτρου, ἡ προστασία τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, δὲν δύναται παρὰ νὰ εἶναι οἰκτρὰ ἐκ μέρους τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐχειρίσθη κατὰ τόσον ἄθλιον τρόπον τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἔχει ἐμπλέξει μὲ τὴν προσβολὴν τὴν προσωπικὴν ἀτόμων —μελῶν της διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐξετέλεσαν ὡς ὑπουργοὶ μὲ τὰς διεθνεῖς σχέσεις τῆς χώρας καὶ διατηρεῖ ἀνοικτήν, χαίνουσαν, μίαν πληγὴν ἡ ὁποία ὡς εἶπεν, ὀρθῶς, ὁ κ. Ἀθανασιάδης–Νόβας προκαλεῖ ἀναταραχὴν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς πᾶσαν νέαν φάσιν της, δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν νὰ περιμένωμεν νέα στοιχεῖα διὰ νὰ διαπιστώσωμεν τὴν ἀδυναμίαν της νὰ παραμένῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, παρὰ ὡς ἔπραξεν. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθώσῃ τίποτε ἀπὸ ὅσα ἔπραξεν. Ἀπέδειξεν ἀκόμη καὶ εἰς τοιαῦτα θέματα ἐθνικῆς σημασίας, ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ κατανοήσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς πολιτικῆς εὐθιξίας καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς πολιτικῆς εὐθύνης. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ εἶναι νὰ ἀπέλθῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐξουσίας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, αἱ λέξεις πολιτικὴ εὐθιξία, πολιτικὴ εὐθύνη καὶ παραίτησις, νὰ διαγραφοῦν ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν πολιτικὸν λεξικόν. Πιστεύω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀξία καλυτέρας Κυβερνήσεως ἀπὸ ἐκείνην ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἀτμόσφαιραν κρίσεως ἐθνικῆς, ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο, κατὰ τρόπον γενναῖον, ἔντιμον, Ἑλληνικὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἐνώπιον τῶν Γερμανικῶν δικαστηρίων. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§141Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ἐπηρεασμένος, προφανῶς, ἀπὸ τὴν ἰδικήν του εὐθεῖαν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ἐπὶ τῆς ὅλης ὑποθέσεως, ὅταν τὸ πρῶτον συνεζητήθη αὕτη ἐνώπιον τοῦ Σώματος, προῆλθεν κατὰ τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν εἰς γενικωτέρας σκέψεις καὶ ἀπόψεις, διαπιστώνων, ὅτι ὁλόκληρον τὸ κοινοβούλιον, ὅταν ὠργανώθη καὶ ἐξεδηλώθη, διὰ τοὺς ἀποκαλυφθέντας σήμερον λόγους, ἡ βδελυρὰ συκοφαντία τοῦ γνωστοῦ ἐγκληματίου πολέμου Μέρτεν, προσέφερεν τὴν συμπαράστασίν του, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς συκοφαντηθέντας. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μεταφέρω τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων εἰς τὸ κλῖμα τῆς συζητήσεως ἐκείνης, οὔτε νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω τὰς ὑπόπτους διαθέσεις ὡρισμένων ἀγορητῶν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων. Ἐκ τῆς ἀποψινῆς συζητήσεως καὶ ἐξ ὡρισμένων ἐξεζητημένων συμπερασμάτων ἐνίων ἐκ τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ συμπεράνῃ ὁ ἴδιος καὶ μάλιστα ἀβιάστως, ὅτι αἱ δηλώσεις τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν παρατάξεων περὶ τῆς ἀναληθείας καὶ τῆς ἀπολύτου συκοφαντικότητος τῶν κατηγοριῶν, ἀληθὲς μὲν εἶναι, ὅτι ἐγένοντο, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξαν εἰλικρινεῖς καὶ πηγαῖαι. Ἐπίσης, δὲν ἦσαν εἰλικρινεῖς οἱ βαρύτατοι χαρακτηρισμοὶ εἰς βάρος τοῦ συκοφάντου ἀποκαλουμένου ἀπαισίου καὶ ὀχετοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὅλα τὰ Κόμματα ἐπεκήρυξαν τὰς συκοφαντίας καὶ ἐστιγμάτισαν τὸν συκοφάντην. Ὡρισμένα ὅμως, ἐξ αὐτῶν ἐνήργησαν φαρισαϊκώτατα ἐφ’ ὅσον ὑπὸ τὰς ἀποδοκιμασίας καὶ τὴν δῆθεν ἱερὰν των ἀγανάκτησιν ἠγωνίζοντο διὰ παντὸς μέσου, ὅπως ὑποβοηθήσουν τὸν συκοφάντην εἰς τὴν προσπάθειάν του. Αὐτή, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, εἶναι ἡ πικρὰ ἀλήθεια καὶ αὐτὸς, δυστυχῶς, ὁ ρόλος ὡρισμένων Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Σήμερον τὸ ὅλον θέμα ἀπεμακρύνθη βεβαίως, τῆς οὐσίας καὶ ἐνετοπίσθη ἐπὶ καθαρῶς διαδικαστικοῦ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἐπανέλθω, διότι ἐχειρίσθη ὁ ἁρμόδιος συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ὅμως, ἐνόμιζα, ὅτι ἐπὶ διαδικαστικῶν θεμάτων θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδεικνύεται περισσότερος ρεαλισμὸς, διότι πιστεύω, ὅτι ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει οὐσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ θέμα τύπου καὶ μόνον. Ἐὰν δέχεσθε, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐσία, διότι αἱ συκοφαντίαι εἶναι βδελυραὶ καὶ ὁ συκοφάντης ἀπαίσιος, κατὰ τοὺς ἰδικούς σας πάντοτε ὁμοφώνους χαρακτηρισμοὺς, τότε διερωτῶμαι, πρὸς τὶ ταλανίζωμεν τὸ Σῶμα καὶ μάλιστα πρὸ Ἡμερησίας Διατάξεως, μὲ μίαν ὑπόθεσιν ἡ ὁποία οὐδόλως προάγει τὴν στάθμην τῆς αἰθούσης τοῦ Κοινοβουλίου; Καὶ μάλιστα μετὰ τὴν πλήρη ἀποκάλυψιν τῆς συκοφαντίας! Δὲν εἶναι εἰς τὰς προθέσεις μου νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας μέλει νὰ ἀποφανθῇ ἡ δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος μου, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ προσέφυγα ἤδη ἀπὸ μηνῶν. Δὲν εἶναι ὅμως, δυνατὸν καὶ νὰ ἀγνοήσω, οὔτε ἐγώ, οὔτε ἐκεῖνοι ἐκ τῶν Ἀρχηγῶν καὶ τῶν ἐκπροσώπων Κομμάτων, οἱ ὁποῖοι κατηγορηματικῶς ἀποφαίνονται σήμερον περὶ τῆς ἀθλιότητος τῶν συκοφαντιῶν καὶ τῆς ἀπαισιότητος τοῦ συκοφάντου, ὅτι ὁ δράστης, ὅταν πλέον γίνωνται αὐταὶ αἱ ὁμολογίαι καὶ ἐκτοξεύωνται χαρακτηρισμοί, ἔχει ἤδη ἀπογυμνωθῆ πλήρως καὶ ἔχει ἀποκαλυφθῆ ἡ ἀθλιότης του. Ἐγνωρίζαμεν ἤδη, ὅτι 1) ἦτο πρόσωπον ἐγκληματικοῦ παρελθόντος, 2) ἐστιγματίσθη ὡς ἐγκληματίας πολέμου δι’ ἀποφάσεως Ἑλληνικοῦ δικαστηρίου, 3) περιέπεσεν εἰς ἐξωφρενικὰς ἀντιφάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπερβαίνουν τὰ ὅρια τοῦ γελοίου, 4) διεψεύσθη εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς συκοφαντικοὺς ὑπαινιγμοὺς του ἀπὸ ἔγγραφα καὶ ἐπίσημα στοιχεῖα. Πληροφορούμεθα ἤδη σήμερον, ὅτι 1) οὐδεὶς ἐν Ἑλλάδι ἐδέχθη νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἕνα ἔστω συκοφαντικὸν ὑπαινιγμὸν εἰς βάρος ἐμοῦ ἢ τῆς συζύγου μου. 2) Ἀλλὰ καὶ ἐν Γερμανίᾳ ἀκόμη, οὔτε μεταξὺ καὶ τῶν παλαιῶν συνεργατῶν του κατώρθωσε νὰ ἁλιεύσῃ καὶ ἕνα ἔστω ψευδομάρτυρα. 3) 40 καὶ πλέον μάρτυρες περιωπῆς μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀνώτατοι δικαστικοί, καθηγηταὶ Πανεπιστημίου καὶ ἄλλοι μετὰ λόγου γνώσεως διέψευσαν καὶ τὴν τελευταίαν λεπτομέρειαν τῶν συκοφαντικῶν του ὑπαινιγμῶν. 4) Ἀπεδείχθη χυδαίως ψευδόμενος, ὅτι ἰσχυρίζετο, ὅτι κατέχει στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχει πᾶσαν εὐκαιρίαν ὅπως χρησιμοποιήσῃ καὶ τέλος 5) ἀποφεύγει ἐπὶ τρίμηνον ἐπιμελῶς νὰ ἀπολογηθῇ προσφεύγων ἄλλοτε εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ ἄλλοτε εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ τέλος εἰς τὸ διοικητικὸν δικαστήριον, ἐνῷ θὰ ἦτο ἁπλούστατον ἐνώπιον τοῦ Γερμανοῦ δικαστοῦ καὶ ἐν πλήρη ἀσφαλείᾳ νὰ βεβαιώσῃ ὅ,τι ἐγνώριζεν κατὰ τρόπον ὑπεύθυνον. Κατόπιν τῆς τραγικῆς αὐτῆς καταρρεύσεως τοῦ συκοφάντου δὲν ἀπέμεινεν ἄλλη ὁδὸς διαφυγῆς εἰς τοὺς ἄλλοτε θιασώτας καὶ θαυμαστάς του ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποκηρύξουν τὸν ἴδιον καὶ νὰ στιγματίσουν ὡς βδελυρὰς τὰς συκοφαντίας του, τὰς ὁποίας μέχρι πρὸ ὀλίγου ἐθέρμαινον μετὰ περισσῆς σπουδῆς εἰς τοὺς κόλπους των. Δὲν ἀρκοῦν ὅμως, οἱ βαρεῖς χαρακτηρισμοὶ εἰς βάρος τοῦ ἐγκληματίου, ἡ δῆθεν ἱερὰ ἀγανάκτησις καὶ ἡ ἀποδοκιμασία τῶν συκοφαντιῶν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, εἴτε συνήργησαν, εἴτε προσεπάθησαν ἐξ ἴσου ἐγκληματικῶς νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὰς συκοφαντίας Μέρτεν ἐφ’ ὅσον μετὰ 5μηνον ὁλόκληρον δὲν ἀπετόλμησαν νὰ υἱοθετήσουν καὶ ἕνα ἔστω ὑπαινιγμὸν ἐκ τῶν συκοφαντιῶν διὰ νὰ δεχθοῦν ἀπ’ εὐθείας τὴν ἀπάντησίν μου, δὲν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἀρκετὸν νὰ χαρακτηρίζουν ὡς ὀχετὸν τὸν συκοφάντην. Θὰ ἔπρεπε καὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἐπειγόντως τοῦ χώρου τῶν ἀναθυμιάσεων, διότι ἄλλως παρέχουν εἰς τὸν ἐγκληματίαν τὸ δικαίωμα δημοσίων δηλώσεων, διὰ τῶν ὁποίων παραπονεῖται, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν τοῦ παρέχει ἐπαρκῆ ἐπικουρίαν εἰς τὸ θεάρεστον ἔργον του. Ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο νὰ συναισθανθοῦν εἰλικρινῶς, ἔστω καὶ ὀψίμως τὸ ὀλίσθημά των, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποβιβάζει μόνον τὴν ἰδίαν των στάθμην, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπίπεδον τῶν πολιτικῶν ἀνταγωνισμῶν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐντρέποντο καὶ μόνον ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τοῦ ὀνόματος Μέρτεν. (Χειροκροτήματα).
§142Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Θὰ ἀρκεσθῶ, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου νὰ εἴπω ὀλίγα τινά, διότι θεωρῶ τὸ θέμα ἐξηντλημένον ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας ρήτορας. Συγκεκριμένως, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, τὰ ὅσα κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον εἶχον τὴν εὐκαιρίαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ἀναπτύξω. Ἐπιθυμῶ νὰ ἀναφερθῶ εἰς ἕνα μόνον σημεῖον, εἰς τὸ ὅτι καὶ τότε ἐξέφρασα τὴν δυσφορίαν μου διὰ τὸ Γερμανικὸν ἀνακοινωθὲν, τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐξεδόθη καὶ τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ ἀφίσῃ. Ἐφοβούμην, ἐπίσης, ἔκτοτε, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτή, θὰ εἶχε τὴν συνέχειάν της, ἀλλὰ δὲν ἀνέμενα τοῦ εἴδους αὐτοῦ τὴν συνέχειαν. Δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι τὸ ἀνακοινωθὲν ἐκεῖνο θὰ προεκάλει μετὰ μῆνας τὴν ἐπιστολὴν περὶ ἧς τόσος ἐγένετο λόγος σήμερον, διότι νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι πράγματι αὐτὴ ἡ ἐπιστολὴ ἀποτελεῖ κἄτι τὸ μοναδικὸν εἰς τὴν διπλωματικὴν ἱστορίαν, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν τὴν ἑρμηνεύσωμεν. Ὁ ἀποστείλας αὐτὴν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος κατέχων θέσιν ὑπεύθυνον, εἰς ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποστέλλῃ ἰδιωτικὰς ἐπιστολὰς ἐπὶ συγκεκριμένου θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησίς του καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχον ἤδη λάβει δημοσία διάφορον θέσιν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, λοιπόν, καθ’ ἣν ἔγινε γνωστὴ ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, νομίζω, ἐδημιουργήθη πράγματι, πολιτικὸν ζήτημα. Καὶ ἡ σημασία του εἶναι μεγάλη, ἰδίως δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν καὶ εὔχονται, αἱ σχέσεις μεταξὺ Γερμανίας καὶ Ἑλλάδος νὰ εἶναι πάντοτε πολὺ ἀγαθαὶ καὶ ἀνέφελοι. Διότι θὰ ὑπάρχουν ἀσφαλῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διερωτῶνται τὶ ἐπὶ τέλους συμβαίνει μὲ αὐτὴν τὴν ἱστορίαν εἰς τὴν Γερμανίαν. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐπέμβω εἰς τὰ Γερμανικὰ πράγματα, ἀλλὰ διερωτῶμαι καὶ ἐγὼ, καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ θέμα, ὅπερ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν προλαλησάντων ἔθιξεν, ὁ ἁρμόδιος αὐτὸς ὑπάλληλος, ἢ ὁ ὑπεύθυνος αὐτὸς ὑπάλληλος, ὅταν ἀπέστειλε τὴν ἐπιστολήν, τὴν ἀπέστειλεν κατ’ ἰδίαν πρωτοβουλίαν, ἢ κατ’ ἐντολήν; Ἐὰν τὴν ἀπέστειλε κατ’ ἰδίαν πρωτοβουλίαν, τότε ἡ ἐπακολουθήσασα ρηματικὴ διακοίνωσις δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν. Ἔπρεπε ἁπλούστατα, μετὰ τὴν ἐπιστολήν, νὰ ἐπακολουθήσῃ ἀνακοίνωσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα διὰ νὰ διεξαχθοῦν αἱ δέουσαι ἀνακρίσεις καὶ νὰ ἐπιβληθοῦν αὐστηρόταται κυρώσεις, ἐναντίον τοῦ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοιούτου σημαίνοντος θέματος ἀπευθύνει «ἰδιωτικὰς» ἐπιστολάς. Ἐὰν πάλιν ἀπέστειλεν τὴν ἐπιστολὴν κατ’ ἐντολήν, καὶ τότε πάλιν δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἡ Γερμανικὴ ρηματικὴ διακοίνωσις. Διότι δὲν ἠμπορεῖ εἷς ἁρμόδιος ὑπάλληλος νὰ ἀποστείλῃ μίαν ἐπιστολὴν «μυστικὰ» καὶ ἡ Κυβέρνησίς του νὰ ἐκδίδῃ ἀνακοινωθὲν «φανερὰ» μὲ ἀντίθετον «περιεχόμενον». Εἶναι, λοιπόν, σοβαρὸν τὸ θέμα καὶ ἂν θέλετε καὶ θλιβερὸν καὶ θὰ ἔπρεπε ὅλοι νὰ εὐχώμεθα νὰ εἶχε γίνει καλυτέρα αὐτοῦ ἀντιμετώπισις. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ τῆς οὐσίας καὶ περὶ τοῦ ἀτυχοῦς, κατ’ ἐμὲ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον τὸ ἐχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις ἀφ’ ἧς ἐνεφανίσθη. Ἤδη ὅμως, προσετέθη ἴδιον πολιτικὸν θέμα. Ἐπιμένω νὰ συγκαταλέγωμαι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐννοοῦν αὐτὴν τὴν τακτικὴν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπιβάλλονται κυρώσεις εἰς τὸν ἀπευθύνοντα τὴν ἐπιστολὴν ὑπάλληλον. Ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου καὶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα προετοιμασμένοι δι’ ἐνέργειαν ἐν καιρῷ ἀδιαβλήτων καὶ γνησίων ἐκλογῶν, διότι ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις πότε ἀπὸ τὸ ἕνα ἢ πότε ἀπὸ τὸ ἄλλο θέμα νὰ θολώνῃ ἡ ἀτμόσφαιρα καὶ νὰ δημιουργοῦνται ἔστω ψευδεῖς ἢ συγκεχυμέναι ἐντυπώσεις, τότε, νομίζω, ὅτι εἰς τὴν Δημοκρατίαν, ἄλλος τρόπος ριζικῆς ἐκκαθαρίσεως δὲν ὑπάρχει παρὰ ὁ λαὸς του νὰ κληθῇ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ. Τὸ εἶπον καὶ λέγω τοῦτο, κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον ἐνισχύουν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ ἐμὲ εἶχεν εἴπει τότε, ὅτι ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει ὑπάρχει ὁ λαὸς διὰ νὰ ἀποφασίσῃ.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§144Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως καὶ δυνάμεθα νὰ συγκρίνωμεν τὰ ἐκ τῆς συζητήσεως συμπεράσματα. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συνάγει συμπεράσματα πρέπει νὰ προσπαθήσῃ νὰ εἶναι ψύχραιμος καὶ ἀντικειμενικὸς καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ συμμορφωθῶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Παρὰ ταῦτα, πρέπει νὰ κάμω μίαν πρώτην διαπίστωσιν, ὅτι τὸν τελευταῖον καιρὸν ἐπάθαμεν πάλιν κἄτι τὸ ὁποῖον εἰς τὴν χώραν μας συμβαίνει συχνά. Χάνομεν τὴν αἴσθησιν τῶν ἀναλογιῶν καὶ συμβαίνει συχνὰ νὰ ἀναζητοῦμεν θέματα εἰς ὥρας σχολῆς καὶ ἀργίας, τὰ ὁποῖα διὰ νὰ γίνουν θέματα εὐρείας συζητήσεως προσλαμβάνουν ἀνωμάλους διαστάσεις. Θὰ ἔπρεπε, ὅμως, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῶν τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦνται εἰς Κοινοβούλιον παρεμπιπτόντως πάντοτε καὶ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνεται μία ἐπιλογὴ σοβαρῶν θεμάτων. Θὰ ἤθελα δι’ αὐτὸ νὰ ἐζήτουν καὶ ἐγὼ συμπεραίνων καὶ συνάγων, αὐτὴ ἡ περιπέτεια Μέρτεν, ἡ ὁποία ἤρχισε πρὸ 5μήνου καὶ συνεχίζεται ἀκόμα, τὶ ἀκριβῶς σημαίνει; Δύο γεγονότα ἔχομεν, μίαν καταγγελίαν τοῦ Μέρτεν καὶ κατόπιν τῆς καταγγελίας μίαν ἀνακοίνωσιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Πολλοὶ σήμερον ρήτορες διετύπωσαν ἐπικρίσεις, διότι ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ αὐτὰς τὰς ἀνακοινώσεις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἐτόνισαν, καὶ ὁ κ. Ἀβέρωφ καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ ἐγώ, διότι τὸ θέμα εἶναι βασικόν, ὅτι εἶναι πλάνη νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν πιστοποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς. Δὲν εἶχε συμφέρον οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Γερμανικὴ νὰ ἐμπλακοῦν εἰς μίαν τοιαύτην συζήτησιν καί, ἢ νὰ ὑποβάλουν, ἢ νὰ δεχθοῦν ἕνα τοιοῦτον αἴτημα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεδιώκετο ἦτο νὰ λάβῃ θέσιν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς Γερμανικῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία, μὴ γνωρίζουσα πρόσωπα καὶ πράγματα, εὑρίσκετο εἰς μίαν κατάστασιν ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ δυσχερείας εἰς τὰς Ἑλληνογερμανικὰς σχέσεις, δυσχερείας τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐπεδίωξε ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ἠδύνατο νὰ δημιουργηθῇ δυσχέρεια εἰς τὰς σχέσεις ἐξ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως μόλις ἐξελισσομένης, εἴτε ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς, εἴτε ἐνώπιον τῆς Γερμανικῆς Δικαιοσύνης. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐζητήθη ἡ ἀνακοίνωσις. Καὶ ἑπομένως, δὲν εὐσταθοῦν ὅλα τὰ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα, καὶ νομίζω, ὅτι ἦσαν τὰ κυριώτερα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησε πιστοποιητικόν. Δὲν τὸ ἐζήτησε, δὲν εἶχε συμφέρον νὰ τὸ ζητήσῃ. Ἐζήτησεν ἁπλῶς ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ θέσιν διὰ πολιτικοὺς λόγους, πρὸς κατατόπισιν τῆς Γερμανικῆς κοινῆς γνώμης. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπέμεινε νὰ φαίνεται συζητοῦσα ἐπὶ μῆνας τώρα τὴν δικονομίαν, ἀλλὰ βεβαίως, συνεζητεῖτο ἡ οὐσία. Ἐπὶ 4μηνον ἡ οὐσία ἦτο τὸ ἀντικείμενον σκληρῶν δημοσιογραφικῶν καὶ πολιτικῶν ἀγώνων. Δὲν καταλογίζεται εἰς ὅλους, εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς ὅλα τὰ ὄργανα τοῦ Τύπου αὐτὴ ἡ εὐθύνη, ἀλλὰ ἀσφαλῶς πολλὰ ὄργανα τοῦ Τύπου καὶ πολλὰ πολιτικὰ στελέχη ἐξήταζον τὴν οὐσίαν καὶ τὴν ἐξήταζον μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι τοῦτο θὰ ἐδημιούργει Κυβερνητικὴν κρίσιν. Προαγγελίαι περὶ ἀποκαλύψεων, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν ἐχαιρετίζοντο καὶ ἀναμένοντο ὡς μάνα ἐξ οὐρανοῦ εἰς Ἀθήνας, διότι εἰς τὴν Γερμανίαν οὐδεὶς ἠσχολεῖτο μὲ τὸ θέμα. Καὶ ἐπὶ 5 μῆνας ἀπεγοητεύοντο ὅλοι οἱ ἀναμένοντες αὐτὰς τὰς ἐξαγγελίας. Εἶχε φθάσει τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ αἰσιοδοξίαν προσέβλεπον πρὸς τὸν Μέρτεν ὡς τὸ ὄργανον, ὡς τὸ σκεῦος τοῦ Κυρίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλυε τὸ Κυβερνητικὸν πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἔχουν ἀποθαρρυνθῇ καὶ τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει, ὁπότε μᾶς ἦλθεν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Φὸν Χάαζε καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ τὴν συλλάβῃ ὡς ἕνα μέσον πρὸς ἀναζωπύρωσιν τοῦ θέματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Χάαζε.
§145Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προφανῶς καὶ ὁ Χάαζε εἶναι μέλος τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§146Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἡ ἐπιστολὴ ἡρμηνεύθη ὡς ἀποδίδουσα τὰ κρυφὰ διανοήματα τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις εἰς τὰ ἐπίσημα ἀνακοινωθέντα της δὲν θέλει νὰ ἐκφράσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωσε σήμερον ἡ Ἀντιπολίτευσις. Παίρνει τὸ κείμενον αὐτό, ὡς κείμενον αὐθεντικόν, διερμηνεῦον τὰς ἀπόψεις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἄς ἴδωμεν ὅμως, διατὶ ἐγράφη αὐτὴ ἡ ἐπιστολή. Διὰ νὰ τὸ ἴδωμεν αὐτό, πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν ποῖος εἶχε συμφέρον διὰ νὰ γραφῇ αὐτὴ ἡ ἐπιστολή. Εἶχε συμφέρον ποῖος; Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἕνα τοιοῦτον κείμενον εἰς χεῖρας πολιτικῶν της ἀντιπάλων διὰ νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ἐρχομένη εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰς ἐπισήμους δηλώσεις της; Εἶχε συμφέρον ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις νὰ γελοιοποιηθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, λέγουσα καὶ ἀναιροῦσα; Ὄχι ἀσφαλῶς. Ποῖον εἶναι, ἑπομένως, τὸ νόημα αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιστολὴ ἰδιωτική, κατ’ αὐτὴν τὴν δήλωσιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας εἰς ὁλόκληρον τὴν ἔκτασίν της; Λέγει ἡ δήλωσις, ὅτι ἡ ἐσφαλμένη ἐντύπωσις ἐξάγεται διὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ χαρακτῆρος τῆς ἐπιστολῆς.
§147Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προφανῶς καὶ ὁ ἀριθμὸς πρωτοκόλλου ἦτο ἰδιωτικοῦ χαρακτῆρος.
§148Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ὁ ἀριθμὸς πρωτοκόλλου μπαίνει πολὺ συχνὰ καὶ εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιστολὰς ὑπαλλήλων.
§149Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον σας συμβῇ ἀνάλογον πρᾶγμα, ἐὰν πράγματι, ὑπάλληλος τοῦ ἰδικοῦ σας Ὑπουργείου ἐλάμβανε τοιαύτην πρωτοβουλίαν, ἡ ὁποία θὰ εἶχε τοιαύτας συνεπείας, σεῖς δὲν θὰ ὑπεβάλατε κυρώσεις; Αὐτὸ χρειάζεται καὶ ἐν προκειμένῳ. Δήλωσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ τοῦ ἐπιβληθοῦν κυρώσεις.
§150Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑποκατασταθῶ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀσκοῦντος τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας. Ἐγὼ ἑρμηνεύω ἕνα δεδομένον. Τὶ κυρώσεις πρέπει νὰ ἐπιβληθοῦν εἰς τὸν ἐν λόγῳ ὑπάλληλον, εἶναι δουλειὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως.
§151Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν δὲν ἐπιβληθοῦν κυρώσεις ἐναντίον τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, τότε θὰ παραμείνῃ ἡ ἀμφιβολία. Διότι δὲν νοεῖται εἰς τὴν ὡργανωμένην Γερμανικὴν Διοίκησιν, ὅτι ἠμπορεῖ οἱοσδήποτε ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν νὰ ἀπευθύνῃ ἰδιωτικὰς ἐπιστολὰς μὲ τοιαύτας ἐν πάσῃ περιπτώσει συνεπείας καὶ νὰ μένῃ αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος ἀτιμώρητος.
§152Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Δὲν διαφωνῶ, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅμως, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Ὅλαι αἱ φράσεις τῆς ἐπιστολῆς ἀποτελοῦν μίαν ἐπίμονον προσπάθειαν τοῦ γράψαντος νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν ἀποδέκτην τῆς ἐπιστολῆς ἀπὸ τὴν κατηγορίαν τῆς συκοφαντικῆς δυσφημήσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς. Ἀγωνίζεται ὁ κ. Φὸν Χάαζε νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν ἀποδέκτην τῆς ἐπιστολῆς, ἀπὸ τὴν κατηγορίαν τῆς συκοφαντικῆς δυσφημήσεως. Διατὶ ἔγραψε τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν: Διότι θέλει νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ, αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ἀφορᾷ τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Γερμανίας, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ καὶ ἄν ἐγνώριζον δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ τὰ ἀνακινήσω ἐδῶ. Δὲν θέλω, ὅμως, τὸ γεγονός, ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ κίνητρα τῆς ἐπιστολῆς νὰ ἀποτελέσῃ εὐκαιρίαν διὰ νὰ διαστρέψωμεν τὸ νόημά της. Διότι τὸ νόημα τῆς ἐπιστολῆς δὲν εἶναι νὰ ἐκφρασθῇ ἀπὸ μέρους τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως οἱαδήποτε σκέψις. Εἶναι ἁπλῶς προσπάθεια ἑνὸς ἀτόμου, προκειμένου νὰ ἀποφύγῃ τὰς ἐπιθέσεις, τὰς ὁποίας, φαίνεται, ἐκ τῆς ἐπιστολῆς, ὅτι ὑπέστη καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἀπαντᾷ, προσφεύγει εἰς τὴν κολακείαν καὶ εἰς τὴν παροχὴν πιστοποιητικοῦ διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλάσσεται ὁ ἀποδέκτης τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ συκοφάντου καὶ μένει ἁπλῶς δυσφημιστής. Καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς δοθῇ ἡ ἑρμηνεία αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη δυνατὴ λογικὴ— διότι ἄλλως θὰ πρόκειται περὶ μωρίας τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως ἀπαραδέκτου— ἀφ’ ἧς γίνῃ ἡ ἑρμηνεία αὐτή, ἐρωτῶ: Τὶ τὸ νέον δημιουργεῖται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἠνοίξαμεν τὴν συζήτησιν αὐτήν; Τὶ τὸ νέον περιέχει ἡ ἐπιστολή; Ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ κάμῃ ἀνακοίνωσιν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις; Αὐτὸ οὐδέποτε τὸ ἠρνήθημεν. Εἶναι μήπως νέον στοιχεῖον τῆς «φορτικότητος»; Αὐτὸ ἔπεσε μετὰ τὴν ὀρθὴν μετάφρασιν τῆς ἐπιστολῆς. Μήπως εἶναι, ὅτι ἀνεκάλεσεν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις τὰς ἀπόψεις της; Αὐτὸ πέφτει ἀπὸ τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἀπόψε. Μήπως τὸ νέον εἶναι, ὅτι ἀπεκαλύφθησαν τὰ μυστικὰ διανοήματα τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγνωρίζαμεν, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι ἀποκηρύσσει τὸν Μέρτεν, ἐνῷ ἐν τῇ πραγματικότητι κολακεύει καὶ θαυμάζει τοὺς συκοφάντας;
§153Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ νέον, εἶναι, κ. Ὑπουργέ, ἡ βεβαίωσις, ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐξέδωκε τὴν ἀνακοίνωσιν ἄνευ γνώσεως τῶν στοιχείων καὶ ἡ πιστοποίησις εἰς τὸν κ. Χάαζε, ὁ ὁποῖος ἐδημοσίευσε τὰ στοιχεῖα, ὅτι ἐξετέλεσε τὸ ἔργον του μετὰ προσοχῆς καὶ ἐμβριθείας. Εἶναι δηλαδή, ἡ ἀμφισβήτησις τῆς ἀξίας τῆς ἀνακοινώσεως ἐξ ἀπόψεως ἀληθείας καὶ ἡ ἔμμεσος ἀναγνώρισις ἢ μᾶλλον ἡ ρητὴ τῆς καλῆς πίστεως καὶ τῆς γνώσεως τῆς ἀληθείας, ἐκ μέρους τοῦ κ. Χάαζε.
§154Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν ἡ διακοπή σας διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι ἐγώ, καὶ ἀσφαλῶς καὶ σεῖς, θὰ εἴχατε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι, ὅταν ἐξέδωκε μίαν ἡμέραν, ἀφ’ ἧς ἔλαβε γνῶσιν τοῦ δημοσιεύματος, ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις τὴν γνωστὴν ἀνακοίνωσιν, ἀσφαλῶς, δὲν ἠρεύνησε τὰ ζητήματα, οὔτε καὶ ἐπιστοποίησε διὰ μὲν τὸν Αʹ κατηγορούμενον, ὅτι δὲν ἐνέχεται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ διὰ τὸν Βʹ, ὅτι δὲν ἐνέχεται εἰς ἐκείνην. Προφανῶς, ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐπείσθη ἀπὸ τὰ τρία βασικὰ ἐπιχειρήματα τῆς Ἑλληνικῆς ἀνακοινώσεως καὶ στηριζομένη εἰς αὐτὰ εἶπεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον αὐτὰ εἶναι δεδομένα, ἐγὼ δὲν πιστεύω τίποτε. Οὐδέποτε, οὔτε εἰς τὰς δίκας, οὔτε ἐδῶ ἐπεκαλέσθημεν τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀπόδειξιν τῆς ἀναληθείας τῶν ἰσχυρισμῶν καὶ ὡς ἀπόδειξιν τοῦ ψεύδους τῆς συκοφαντίας τοῦ Μέρτεν. Ἄλλα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ οὐσιαστικά, ποὺ ἔχομεν πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν ἐπιχειρημάτων. Καὶ δι’ αὐτὸ διερωτῶμαι: τὶ μένει ἀπὸ ὅλην τὴν ὑπόθεσιν; Αὐτὰ μὲν τὰ ὁποῖα ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν πτῶσιν τῆς ἐπιχειρηματολογίας τῆς «φορτικότητος» τὰ γνωρίζετε καὶ τὰ γνωρίζομεν. Τὸ νέον δὲν ὑπάρχει. Αὐτὸ ποὺ εἴπατε τελευταῖον, ὅτι δῆθεν ἤδη ἀντελήφθητε διὰ πρώτην φοράν, ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καταθέσει ὡς μάρτυς ὑπερασπίσεως τοῦ κ. Καραμανλῆ καὶ τοῦ κ. Μακρῆ, αὐτὸ δὲν εἶναι νέον. Εἶναι παλαιότατον. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ξέρῃ. Οὔτε τὸν χρόνον εἶχεν, οὔτε τὰ στοιχεῖα. Ἐπομένως τίποτε τὸ νέον δὲν ὑπάρχει. Τὸ νέον εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναζωπυρώσεως τοῦ θέματος. Δέν ὑπάρχει τίποτε ἀπολύτως τὸ νέον. Ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν, ὅλα ὅσα ἐκρίθησαν καὶ ὑπεστηρίχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ ἀπόψε, εἶναι ἐπαναλήψεις τῆς παλαιᾶς ἐπιθέσεως. Εἶναι ἐπικρίσεις τῆς ἀκολουθηθείσης δικονομίας. Ἁπλῶς, εὐκαιρίαν καὶ ἀφορμὴν σᾶς ἔδωσεν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Φὸν Χάαζε, τῆς ὁποίας ἐὰν ἐγνωρίζατε τὸ ἀληθὲς περιεχόμενον δὲν θὰ ἐπροκαλούσατε τὴν σημερινὴν συζήτησιν. (Χειροκροτήματα).
§155Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν χρειάζεται, κ. Πρόεδρε, μακρηγορία εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. Πράγματι, μᾶς ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ δεξιοτεχνία μετὰ τῆς ὁποίας ἔφθασεν εἰς τὴν μακαριότητα, ὅτι δὲν συνέβη τίποτε. Ἐχρειάζετο μεγάλη δεξιοτεχνία καὶ τὴν ἐπέδειξε. Μόνον, ὅτι τὴν μακαριότητα αὐτήν, δὲν δύναται νὰ τὴν μεταδώσῃ εἰς ἡμᾶς καὶ ἀκόμη ὀλιγώτερον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀνάγκην ἀναζωπυρώσεως, ἡμεῖς, τῆς ὑποθέσεως δὲν ἔχομεν. Διότι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ εἶναι ζωντανή. Αὐταπάτη ἦτο τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶχε σβήσει εἰς τὴν μνήμην καὶ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐταπάτη, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπῆλθεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, δηλαδὴ ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀναληθείας τῶν κατηγοριῶν τοῦ Μέρτεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εὑρήκαμεν μέσα εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν ὡς νέον στοιχεῖον εἶναι, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἀξιότιμου ἐκείνου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἀρκετὰ εἶπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἡ ἑρμηνεία ἐκείνη εἶναι, ὅτι ἡ Γερμανικὴ ἀνακοίνωσις ἐξεδόθη, βεβαίως, βάσει τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ, ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων γνῶσις τῶν στοιχείων τῶν ὁποίων εἶχεν ὑπ’ ὄψει της ἡ «Ἠχὼ τοῦ Ἀμβούργου» ἔκαμεν αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἐξέδωσαν τὴν ἀνακοίνωσιν νὰ μὴ πιστεύουν εἰς τὰ ἐπιχειρήματα αὐτά, ἀλλὰ νὰ πιστεύουν, ὅτι ὁ ἀρχισυντάκτης τῆς «Ἠχοῦς τοῦ Ἀμβούργου» ἔκαμε τὸ ἔργον του μὲ προσοχὴν καὶ ἐμβρίθειαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ νέον. Αὐτὸ ποὺ εἶναι καὶ παλαιὸν καὶ νέον εἶναι ἡ πλήρης δικαίωσις τῶν ἰδικῶν μας ἀπόψεων: ὅτι δηλαδὴ ὡς ἐχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις τὸ θέμα καὶ ἐπὶ τοῦ διπλωματικοῦ πεδίου καὶ ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ, ἔπρεπε νὰ ἀνέμενεν αὐτὸ καὶ νὰ ἀναμένῃ ἀκόμη χειρότερα. Διότι ἀφ’ ἧς δὲν προσέφυγεν εἰς τὰ Γερμανικὰ Δικαστήρια διὰ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὰς κατηγορίας, πᾶσα κατηγορία ἐκεῖθεν δύναται νὰ ἐκτοξευθῇ, διότι οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις πλέον θὰ δύναται νὰ τὴν ἀποστομώσῃ, διότι δὲν ἐξέλεξε τὴν ὁδὸν ἡ ὁποία ἦγε καὶ πρὸς τὸ φῶς καὶ πρὸς τὴν ἀποστόμωσιν.
§156Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ὅπως σαφέστατα διευκρινίσθη, τὸ θέμα ἔχει δύο πλευράς, τὴν δικαστικὴν καὶ τὴν πολιτικήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικαστικὴν πλευράν, βεβαίως, μόνον δικαστικὴ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν εὐχόμεθα, ὅσον τὸ δυνατὸν συντομωτέραν, θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ λήξῃ ὁριστικῶς καὶ νὰ ταφῇ. Ἄνευ τοιαύτης δικαστικῆς ἀποφάσεως, μὲ τὰς διαστάσεις ποὺ ἔχει λάβει τὸ θέμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζεται, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει διευκρινισθῆ καὶ ἔχει τακτοποιηθῆ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν μέρος, θὰ ἤθελα καὶ πάλιν νὰ παρακαλέσω τοῦτο. Ἀρκετὰ στερούμεθα ἐγκαίρου διαφωτισμοῦ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, εἶναι θέματα ἐθνικὰ καὶ εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακοινωθοῦν, κακῶς κατ’ ἐμέ, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον καταναλίσκωμεν τόσην συζήτησιν διὰ νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς ἐπιστολάς, τὴν σημασίαν αὐτῶν καὶ τὴν θέσιν τοῦ ἀποστείλαντος καὶ τὴν ἑρμηνείαν ποὺ δίδει ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν καὶ νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον τῆς πολιτικῆς διαχειρίσεως τοῦ θέματος αὐτοῦ. Τὶ μυστικὰ τοῦ Κράτους εἶναι αὐτά; Ἡμεῖς τὴν κατηγοροῦμεν, ὅτι κάμνει κακοὺς χειρισμούς. Διατὶ δὲν δίδει μίαν ἀπάντησιν; Εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς παραδώσῃ ὁλόκληρον τὸν φάκελλον τῶν ἀφορώντων τὴν διαχείρισιν τὴν πολιτικὴν τοῦ θέματος αὐτοῦ; Τὶ μυστικὰ εἶναι αὐτά, ποὺ δημιουργοῦν παρεξηγήσεις μεταξὺ τῆς κοινῆς γνώμης; Ἐπιθυμοῦμεν ὅλοι νὰ ἀποκαταστήσωμεν σχέσεις ὁμαλὰς μετὰ τῆς Γερμανίας. Διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἀρνεῖται νὰ καταθέσῃ ἕνα φάκελλον ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ἔβγαινε τὸ πραγματικὸν φῶς τῆς πολιτικῆς διαχειρίσεως τοῦ θέματος; Παρακαλῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς δώσῃ τὸν φάκελλον. Εἶναι μυστικὰ τοῦ Κράτους αὐτά; Διατί, λοιπόν, κύριοι; Διατὶ ταλαιπωρούμεθα; Ἐπειδή, ὅμως, γίνεται ἐπέκτασις τῶν κακῶν χειρισμῶν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤθελον καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου θέματος νὰ τὴν συγχαρῶ διὰ τὸν καλόν της χειρισμόν. Πληροφορούμεθα, ὅτι τὸ ἀπόγευμα ὁ διευθυντὴς τῆς σχολῆς ὑπομηχανικῶν κ. Μαρᾶτος, εἰδοποίησεν, ὅτι ἐδόθη ἐντολὴ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, νὰ ἐξωσθοῦν οἱ σπουδασταὶ ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλο θέμα. Σᾶς παρακαλῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ ἄλλου θέματος.
§158Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ὑπάρχουν πληροφορίαι, ὅτι οἱ σπουδασταὶ ὠχυρώθησαν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, εἶναι ἄλλο θέμα.
§160Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ἐὰν συμβοῦν, ὅμως, λυπηρὰ γεγονότα αὐτὴν τὴν ἑσπέραν καὶ χυθῇ αἷμα, τότε θὰ ἴδητε.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§162Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε — προεξοφλῶν μίαν διάθεσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δεδομένη — νὰ κλείσω τὴν συζήτησιν. Μία παρατήρησις εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, ὅταν διεξήγετο ἡ συζήτησις, μία ὑπόμνησις συγκεκριμένως ὡρισμένων λόγων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, λόγων τοὺς ὁποίους ἐχρησιμοποίησε κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, καταδεικνύει, ὅτι τὰ πάντα ἦσαν γνωστά, ἔκτοτε καί, ὅτι ἐπιτρέψατέ μου νὰ προβῶ εἰς τὴν συναγωγὴν αὐτοῦ τοῦ λογικοῦ συμπεράσματος — ἡ αἰφνιδία ἐξέγερσις, ἡ σημειωθεῖσα κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, δηλαδὴ ἀπὸ προχθὲς ἢ μᾶλλον ἀπὸ τῆς χθές, ἦτο πλαστή. Γνωστὰ γεγονότα δὲν εἶναι νοητὸν — αὐτὸ λέγει ἡ στοιχειώδης λογικὴ — νὰ προκαλοῦν ἐξέγερσιν τέσσαρας μῆνας ἀφ’ ὅτου ἐσημειώθησαν. Διότι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας εἶχε κατὰ κύριον λόγον σημασίαν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δῆθεν ἀπεκάλυψε κἄτι τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο γνωστόν. Καὶ θὰ ἔχετε ὅλοι ὑπ’ ὄψιν σας, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ ἀπόψε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ δύο — ἂν δὲν ἀπατῶμαι — ἐκ τῶν ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ τύπου, ἐτονίσθη, ὅτι τὸ γεγονὸς τὸ ἀναφυὲν εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρας σημασίας ἀπὸ αὐτὸ τοῦτο τὸ περιεχόμενον τῶν συκοφαντιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον συλληφθῆ καὶ ἐκτοξευθῆ ὑπὸ τοῦ Μέρτεν. Ἐὰν ἦτο τόσης σημασίας, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε γίνει τὸ πρᾶγμα ἀντιληπτόν, ὄχι μόνον ὑπὸ τοῦ κ. Παπανδρέου, ὅπως ἐγένετο ἔκτοτε ἀντιληπτόν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων κυρίων. Αὐτό, ὅμως, δὲν εἶχε συμβῆ. Εἶχε συμβῆ ἐν μέρει εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν κ. Μαρκεζίνη. Ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἀνοίξω μίαν παρένθεσιν εἰς τὴν σύντομον ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω. Ἦτο χρήσιμον τὸ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πιασθῇ ἀπὸ τὴν ἐπιστολήν, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη χθὲς ἢ προχθές, διὰ νὰ ὁμολογήσῃ ἀπόψε, ὅτι τὸ θέμα τῶν συκοφαντιῶν αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἦτο ἀνάξιον συζητήσεως, ἦτο, ὅπως ἐλέχθη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπόψε καὶ ὅπως ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀσυγκρίτως μικρότερον ἀπὸ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπεκαλύφθη ἀπὸ τῆς χθές. Ἐὰν ἦτο ἀσυγκρίτως μικρότερον τοῦ, ὅπως κατεδείχθη ἀπόψε, ἐπίσης, μικροῦ θέματος, φαντασθῆτε ποίας διαστάσεις μικρότητος εἶχεν ἐκεῖνο καὶ πόσην, παρὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐλαχίστων διαστάσεων, τῶν ἠθικῶς μηδαμινῶν, πόσην ἔκτασιν εἶχε προσλάβει τότε. Κλείω τὴν παρένθεσιν, χρήσιμον, χρησιμωτάτην, διὰ νὰ συναγάγῃ ὁ λαὸς τὰ συμπεράσματά του καὶ σήμερον καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ κατὰ τὰς ἐκλογὰς νὰ κρίνῃ καὶ νὰ συγκρίνῃ τὰς μεθόδους, τὰς ὁποίας ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ ὡρισμένον τμῆμα αὐτῆς, κατὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου της. Κύριοι, τὸ θέμα, λοιπόν, ἦτο γνωστόν. Τὶ συνέβη ἀπὸ τῆς προχθές; Θὰ προβῶ εἰς μίαν εἰκασίαν, ἡ ὁποία ἔχει 100% τὴν πιθανότητα τῆς ἀκριβείας, ἢ μᾶλλον 99%, ἐὰν θέλετε, διότι, ἐφ’ ὅσον χρησιμοποιῶ τὴν λέξιν εὐκαιρία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν μετατρέψω μαγικῶς εἰς ἀπόλυτον βεβαιότητα. Ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν ἔστειλε, διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐτονίσθησαν καὶ ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Τσάτσου, μίαν ἐπιστολήν. Ἐπίστευεν ἀκραδάντως, ὅτι θὰ μείνῃ κρυφή. Ἐβασίζετο ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ παραλήπτης, μετὰ τοῦ ὁποίου ἴσως καὶ τηλεφωνικῶς θὰ εἶχε συνεννοηθῆ, δὲν θὰ τὴν ἀπεκάλυπτε. Καὶ ἔρχομαι εἰς μίαν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, ἦτο κατ’ ἀρχὴν ἐσφαλμένη. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐδῶ, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ συνελάμβανε τὸ λάθος τοῦ συλλογισμοῦ του ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ ἀνεγνώριζεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ ἐκδοχή, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ δώσω καὶ ὅτι τοὐλάχιστον αἱ δύο ἐκδοχαὶ εἶναι ἰσοδύναμοι. Ὁ κ. Παπανδρέου εἶπεν, ὅτι κἄτι τὸ ὁποῖον γράφει κανεὶς εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιστολήν, εἶναι κατ’ ἀρχὴν λογικῶς πιθανώτερον νὰ ἐγγίζῃ τὴν ἀλήθειαν, ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δημοσίᾳ δίδεται ἀπὸ μιᾶς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ τὸ ἀναγνώσῃ ὁ λαός. Διατί; Ἐγὼ πιστεύω τὸ ἀντίθετον. Κἄτι, τὸ ὁποῖον ἐγράφη εἰς μίαν ἐπιστολήν, ὅταν πιστεύῃ ὁ γράψας, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ δὲν θὰ δημοσιευθῇ, κἄτι τὸ ὁποῖον ἔγραψε κἄποτε εἰς μίαν τοιαύτην ἐπιστολήν, διὰ νὰ καλοπιάσῃ ἕναν ἄλλον, εἶναι λίαν πιθανὸν νὰ περιέχῃ ἀνακριβείας. Τοῦτο ἐξάγεται ὄχι ἀπὸ τὴν παραποίησιν τῆς λέξεως, ἡ ὁποία εἶχεν οὐσιώδη σημασίαν. Ἡ λέξις ἐκείνη, ἡ ὁποία παρεποιήθη καὶ ἐνεφανίσθη ἐδῶ διὰ τοῦ Τύπου καὶ ἐπεσημάνθη ὡς μέγα σφάλμα, δραματικὸν σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ λέξις αὐτὴ δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ ὑπάρχουν ἄλλαι φράσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθησαν ὡρισμένοι ἐκ τῶν κυρίων ὁμιλητῶν, αἱ φράσεις διὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Φὸν Χάαζε λέγει, ὅτι ἦτο ἀνάγκη διὰ τὴν διατήρησιν τῶν συμμαχικῶν σχέσεων ἢ μᾶλλον διὰ τὴν μὴ διατάραξιν τῶν σχέσεων αὐτῶν, τῶν σχέσεων μεταξὺ δύο συμμάχων χωρῶν, ἦτο ἀνάγκη, διὰ νὰ μὴ πέσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὁ Χάαζε ἐνόμιζεν, ὅτι ἐπίπτομεν, ἐνῷ δὲν ἐπίπτομεν, ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὸ γερμανικὸν ἀνακοινωθέν. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔπιασαν ὡρισμένοι ἐκ τῶν κυρίων ὁμιλητῶν καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως κ. Τσιριμῶκος, καὶ ἐξεφώνησε Φιλιππικὸν ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς...
§163Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Καλὰ τὰ εἶπε.
§164Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Τὰ λέγει καλὰ ἀπὸ ἀπόψεως εὐφραδείας, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἐξεφώνησε Φιλιππικὸν καὶ ἄλλος ἐκ τῶν κυρίων Ἀρχηγῶν, λέγων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔθεσεν ἐν κινδύνῳ τὰς σχέσεις Γερμανίας καὶ Ἑλλάδος, χάριν ἑνὸς προσωπικοῦ ζητήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§165Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον καὶ ἐγώ.
§166Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Τὸ εἴπατε καὶ σεῖς, κ. Κωστόπουλε, τόσον τὸ χειρότερον. Διότι δὲν καταμερίζεται ἡ πλάνη, δὲν γίνεται μικροτέρα μὲ τὸ νὰ περιπέσουν εἰς τὴν πλάνην περισσότεροι, ἀπεναντίας γίνεται βαρυτέρα καὶ εἶναι ἀκέραιον τὸ βάρος τῆς πλάνης εἰς τὴν σκέψιν παντός, ὁ ὁποῖος περιπίπτει εἰς αὐτήν. Βασισθέντες, ὅσοι τὸ ἐπράξατε, ἐπὶ μιᾶς ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία ἦτο κρυφὴ καὶ τὴν ὁποίαν ἐπεθύμει ὁ γράψας κρυφήν, βασισθέντες ἐπ’ αὐτῆς, συνηγάγατε συμπεράσματα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρ’ ὀλίγον νὰ διακόψῃ τὰς σχέσεις της μὲ τὴν Γερμανίαν, χάριν τοῦ θέματος Μέρτεν, διότι δύο ἐφημερίδες ἔγραψαν τὰ ὅσα ἔγραψαν, ἐνῷ αὐτὸ δὲν εἶχε συμβῆ. Δὲν ὑπῆρξε καμμία διαταραχὴ εἰς τὰς σχέσεις μας. Δὲν ἐθέσαμεν ζήτημα. Ἁπλῶς, διεμαρτυρήθημεν, ἀφ’ ἑνός, ὅπως λέγει τὸ σημερινὸν ἀνακοινωθέν, καὶ εἶπε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Ἀβέρωφ καὶ ἐκτὸς τῆς διαμαρτυρίας, ἐξεφράσαμεν τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως διαφωτισθῇ ἡ Γερμανικὴ κοινὴ γνώμη, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτὴν τὴν υἱοθέτησεν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις. Δὲν ἀπῃτήσαμεν ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ πιστοποιητικόν. Ἀκριβῶς, εἴπομεν εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Γερμανικὸν λαὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιώσαμεν ἡμεῖς. Καὶ αὐτὸ ἔπραξε. Διότι ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος, κίνδυνος τὸν ὁποῖον ἐλπίζω νὰ ἀναγνωρίσετε ὅλοι, τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τοῦ Γραφείου Τύπου τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας τῆς Βόννης, νὰ μὴ ἐδημοσιεύετο εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἀνακοινωθέν, ὅμως, τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ὁπωσδήποτε θὰ ἐδημοσιεύετο. Καὶ ἠθέλομεν, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ θέλωμεν, διὰ νὰ μὴ μείνῃ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἑκατομμυρίων Γερμανῶν ἐκτεθειμένη ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἑνὸς ἐκ τῶν ὑπουργῶν της, ἠθέλομεν ἡ Γερμανικὴ κοινὴ γνώμη, νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, βάσει πραγματικῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἰσχυρίσθη, αἱ κατηγορίαι τοῦ Μέρτεν εἶναι συκοφαντίαι. Αὐτὸ ἐζητήσαμεν. Ὁλόκληρος ἡ ἐπιχειρηματολογία ὡρισμένων ἐκ τῶν κυρίων ὁμιλητῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰπόντων, ὅτι δὲν μᾶς ἱκανοποίησεν οὐσιαστικῶς ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, διότι ἐπανέλαβεν ὅσα ἰσχυρίσθημεν ἡμεῖς, ἀναιρεῖ ἀκριβῶς τὴν ἄλλην κατηγορίαν, ἡ ὁποία στρέφεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐζήτησε πιστοποιητικόν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐζήτησε πιστοποιητικόν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν Γερμανικὸν λαόν, ἀπὸ στόματος Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, τὸ περιεχόμενον τῆς ἰδικῆς μας βεβαιώσεως, ὅτι αἱ κατηγορίαι ἦσαν ψευδεῖς καὶ αὐτὸ μόνον συνέβη, αὐτὸ εἶναι τὸ φοβερὸν καὶ ἀναξιοπρεπές. Ἀλλὰ ἐὰν ἦτο ἀναξιοπρεπές, ὅταν τὸ εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ τετραμήνου καὶ δὲν τὸ ἐχαρακτήρισε μάλιστα ἀναξιοπρεπές, ἁπλῶς ἀσκῶν κριτικήν, τὸ ἐκάκισε, θὰ ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ τότε ὑπὸ τῶν ἄλλων κυρίων ὡς ἀναξιοπρεπὲς καὶ ὑπὸ τοῦ Τύπου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ χθὲς λέγει, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἕνα τεράστιον θέμα, πρὸ τοῦ ὁποίου ὠχριᾷ τὸ θέμα τῶν συκοφαντιῶν τοῦ Μέρτεν. Κύριοι, ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον, εἰς τὶ ἀπέβλεπον; Ἀπέβλεπον εἰς τὸ νὰ ἐπιβεβαιωθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι ὁλόκληρος ὁ θόρυβος, χθὲς καὶ σήμερον, ὑπῆρξε κατὰ βάθος πλαστός. Ὑπῆρξε θόρυβος, ὅπως εἶπον εἰς μίαν στιγμήν, διακόψας τὸν φίλον καὶ συνάδελφον ἐν τῇ Ἀκαδημίᾳ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κ. Νόβαν, θόρυβος ἀποβλέψας εἰς τὸ νὰ καλύψῃ τὸ κενόν, τὸ ὁποῖον ἔχει δημιουργηθῆ ἀπὸ ἀπόψεως ἀντιπολιτευτικῆς δράσεως, οὐσιαστικῆς δράσεως, δημιουργικῆς δράσεως, διότι καὶ ἡ εὔστοχος ἀντιπολιτευτικὴ δρᾶσις εἶναι δημιουργική, δημιουργεῖ προϋποθέσεις νίκης, προϋποθέσεις ἐπιτυχίας, προϋποθέσεις διαδοχῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν συμβαίνει, ἐπειδὴ ὁλόκληρος ἡ δρᾶσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι πενιχρὰ καὶ γίνεται εἰς τὸ κενόν, δι’ αὐτὸ ἐθεώρησεν αὕτη ἀναγκαῖον νὰ ξαναζεστάνῃ τὸ θέμα Μέρτεν καὶ δὴ κατὰ τὸν τρόπον, τὸν μᾶλλον ἄστοχον, δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Διότι ἐπέλεξε γνωστὸν ἀπὸ τετραμήνου μικρὸν θέμα καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν παγίδα τὴν ὁποίαν ἔστησεν εἰς τὸν ἑαυτόν της, ὁμολογήσασα, ὅτι τὸ σημερινὸν θέμα εἶναι μέγα ἐνώπιον τοῦ ἀσυγκρίτως μικροτέρου, ἄρα μηδαμινοῦ θέματος τῶν συκοφαντιῶν τοῦ Μέρτεν, τὸ ὁποῖον ἂν καὶ μηδαμινόν, ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν καὶ ἀπησχόλησε τὴν κοινὴν γνώμην ὑπαιτιότητι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπὶ ἑνάμισυ μῆνα. Κύριοι, ἡ καθαρὰ λογικὴ μὲ ὁδηγεῖ εἰς τὴν συναγωγὴν αὐτῶν τῶν συμπερασμάτων. Καί, τέλος, λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Κωστόπουλος, καὶ τὸ εἶπον διακόψας, τὸν εὐχαριστῶ, διότι ἐδέχθη τὴν διακοπήν μου...
§167Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς δέχομαι, πάντοτε εὐχαρίστως.
§168Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Τὰς δέχεσθε, λόγῳ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ σας ἤθους, χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχονται διακοπὰς δὲν ἔχουν κοινοβουλευτικὸν ἦθος, εἶναι καὶ ζήτημα χαρακτῆρος καὶ νοοτροπίας καὶ στιγμῆς καὶ βραδυᾶς τὸ νὰ δέχεται κανεὶς ἢ νὰ μὴ δέχεται διακοπάς. Διακόψας, λοιπόν, τὸν κ. Κωστόπουλον, εἶπον, ὅτι, ἐνῷ ἡμίσειαν ὥραν πρὶν εἶχεν ἐπισημάνει τὸ φοβερὸν ἔγκλημα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἀποκαλυφθὲν διὰ τῆς ἐπιστολῆς, τὸ ὅτι δηλαδὴ μετὰ φορτικότητος ἐπέμεινεν ὅπως ἐκδοθῇ τὸ Γερμανικὸν ἀνακοινωθέν, μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, ὅταν ἀπεκαλύφθη, ὅτι ἡ λέξις αὐτὴ δὲν ὑπάρχει καὶ ὅτι ὀφείλεται εἰς τὴν φαντασίαν ἢ εἰς τὴν ἄγνοιαν τῆς Γερμανικῆς γλώσσης ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν μετάφρασιν, ἐθεώρησεν, ὅταν ἀπεκαλύφθη τὸ λάθος εἰς τὴν μετάφρασιν, ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ φορτικότης δὲν ἦτο σημαντικὸν στοιχεῖον κατηγορίας ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλά, κύριοι, διαβάσατε τὸν σημερινὸν Τύπον, ἄσχετα καὶ ἀπὸ τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς δείξουν, πόσην σημασίαν ἀπέδωσεν ὁ κ. Κωστόπουλος, ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του εἰς τὴν «φορτικότητα» εἰς τὸ μεγάλο αὐτὸ λάθος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἔγκλημα, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἐξευτελίσθημεν, ἀφοῦ μὲ φορτικότητα ἐκάμαμε τὴν ἐπέμβασίν μας εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, ἐξηυτελίσαμεν τὴν Ἑλλάδα, ἄσχετα λοιπὸν ἀπὸ τὰ πρακτικά, διαβάσατε τὸν σημερινὸν Τύπον. Κύριον ἄρθρον ἐγκρίτου πρωϊνῆς ἐφημερίδος, δύο, νομίζω, κύρια ἄρθρα, σημείωμα ἀπογευματινῆς ἐγκρίτου ἐφημερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τονίζουν αὐτό, ἐπισημαίνουν ἰδιαιτέρως αὐτὸ τὸ ἔγκλημα τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκλήματος ἐξηυτέλισε τὴν Ἑλλάδα, διότι ἐκάμαμεν τοὺς Γερμανοὺς νὰ λέγουν, ὅτι τοὺς ἐφορτωθήκαμεν ὑπὲρ τὸ δέον. Καί, ὅπως βλέπετε, δὲν τὸ εἶπον. Λέγουν, ὅτι ἡ ἐπιθυμία μας ἦτο ἀπολύτως δικαιολογημένη καὶ ὅτι ἁπλούστατα ἐνισχύσαμεν, ἐσκληρύναμεν, ἐστερεώσαμεν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν μας δι’ ἀντικειμενικῶν ἐπιχειρημάτων. Τὰ ἀντικειμενικὰ ἐπιχειρήματα δὲν γίνονται φόρτωμα. Τὰ ἀντικειμενικὰ ἐπιχειρήματα δὲν γίνονται εἰς κανένα φόρτωμα, παρὰ μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εὔχονται νὰ μάθουν τὴν ἀλήθειαν. Τὰ ἀντικειμενικὰ ἐπιχειρήματα λυτρώνουν τοὺς καλῆς πίστεως ἀνθρώπους. Τὰ ἀντικειμενικὰ ἐπιχειρήματα ἐλευθερώνουν τὴν σκέψιν παντός. Κύριοι, αὐτὰ εἶναι τὰ συμπεράσματα. Εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι θὰ ἤθελον νὰ κλείσω τὴν συζήτησιν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν κλείνῃ ἢ ἐὰν κατά τινα τρόπον, ἀνοίγῃ. Ἀλλὰ ἐθεώρησα καθῆκον νὰ συναγάγω τὰ συμπεράσματα ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἁπλῆς λογικῆς σειρᾶς σκέψεων καὶ συλλογισμῶν, χωρὶς κἂν μεροληψίαν, μὲ μίαν ἀπόλυτον ἀντικειμενικότητα, μὲ μίαν ψυχρὰν λογικήν, ἡ ὁποία λογική, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι πέραν τῶν παθῶν, πέραν τῶν ἰδεολογιῶν, πέραν τῆς οἱασδήποτε ὑποκειμενικῆς τοποθετήσεως, ἡ ἐπικρατοῦσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν γραμμή. (Χειροκροτήματα).
§169Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς βεβαιώνω, ὅτι μὲ συνεῖχεν ἕνα συναίσθημα ἄγχους, ὅταν ἤκουον ἀλληλοδιαδόχως ἀντικρούοντας τοὺς ὁμιλητὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρῶτον τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὕστερα τὸν κύριον Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι φαίνεται ἐπίστευσαν ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε, ὅτι οὔτε γάτα ὑπάρχει οὔτε ζημιά. Διότι, ὁ μὲν κ. ὑπουργὸς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως περιωρίσθη νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει αἴσθησιν τῶν ἀναλογιῶν καὶ ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐπῆρε διαστάσεις μεγαλυτέρας τοῦ πρέποντος. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπροχώρησε καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως τίποτε, εἶναι τὸ κενόν, δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ νέον. Φοβοῦμαι, ὅτι καὶ οἱ δύο ἐξακολουθοῦν τὸ σφάλμα τοῦ νὰ ὑποτιμοῦν τὴν ἰδιαιτέραν εὐαισθησίαν ποὺ ἔδειξεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέναντι τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑπάρξῃ μία πειστικὴ καὶ συντριπτικὴ καὶ ἀποστομωτικὴ ἀπάντησις εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κακῶς λέγονται συκοφάνται. Συκοφάνται λέγονται μετὰ τὴν καταδίκην τους. Μέχρι τῆς καταδίκης των ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, δὲν πρόκειται περὶ συκοφαντιῶν, ἀλλὰ περὶ ἰσχυρισμῶν.
§170Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἰσχυρισμούς, τοὺς ὁποίους ὁ μηνυτὴς δικαιοῦται νὰ ἰσχυρισθῇ καὶ νὰ προβάλῃ. Ἡμεῖς ἠλπίζαμεν, ὅτι ὅλοι θὰ ἠθέλατε συκοφάντην τὸν Μέρτεν, ἀλλὰ τὸν ἔχετε ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς παρατάξεώς σας. Αἱ ἀπόψεις, νομίζω, ὄχι μόνον τῆς παρατάξεώς μας εἶναι, ὅτι ταῦτα εἴτε ἦσαν γνωστά, εἴτε δὲν ἦσαν ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον, εἴτε ἐξεμαιεύθησαν αἱ ἀνακοινώσεις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ διαμαρτυρία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, σήμερον παρουσιάζεται τοῦτο ἔξω καὶ πέραν ἀπὸ ἰσχυρισμοὺς περὶ εὐθύνης προσώπων καὶ ἀπὸ ὑπαινιγμοὺς διὰ τὸ τὶ βαρύνει καὶ τὸ τὶ δὲν βαρύνει ὡρισμένα μετέχοντα τῆς Κυβερνήσεως πρόσωπα ὡς δράσαντα κατὰ τὴν κατοχήν.
§171Η. ΗΛΙΟΥ. Πέραν ὅλων αὐτῶν, παρουσιάζεται τὸ ἑξῆς καινούργιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ πραγματικὸν κίνδυνον διὰ τὰ συμφέροντα καὶ διὰ τὴν διεθνῆ σχέσιν τῆς χώρας, ὅτι δύναται μία ξένη Κυβέρνησις εἰς τὴν ὁποίαν κατεφύγαμεν καὶ ἐζητήσαμεν πιστοποιητικόν, δύναται νὰ ἀφίνῃ νὰ διαφεύγουν δημόσια ἔγγραφα καταχωρημένα εἰς τὸ πρωτόκολλον καὶ προερχόμενα ἀπὸ ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι τὰ ἀπευθύνουν εἰς τοὺς ὑπηκόους της. Δὲν ἠξεύρω πῶς εἶναι δυνατὸν ἐγκύρως καὶ σταθερῶς καὶ μὲ τὴν ἀπαιτουμένην θωράκισιν νὰ προασπίζωνται τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα σήμερον εὑρίσκονται ὑπὸ διαπραγμάτευσιν πρὸς πλείστας πλευράς. Καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς. Καὶ πῶς μία Κυβέρνησις, λόγῳ τοῦ ἀθλίου χειρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπεσήμανεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸν Ὀκτώβριον ὑπόκειται εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς ἐκβιάσεις; Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὑπάρχει ἀνάγκη ριζικῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ θέματος καὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς καταστάσεως, ὅπως ἐπροτείναμεν, δι’ ἐκλογῶν, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ μὲ σχηματισμὸν Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ κ. ὑπουργοῦ Προεδρίας Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐζητήθη πιστοποιητικόν, διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ἀνακοίνωσις πρὸς τοὺς Γερμανούς, ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ ὅ,τι ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἰς τὴν Γερμανίαν οὐδεὶς ἠσχολεῖτο μὲ τὸ θέμα. Ἀλλὰ εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸ μὴ ἀμφισβητηθὲν μέρος τοῦ κειμένου τῆς ἐπιστολῆς ποὺ λέγει, ὅτι δὲν ἐκάμομεν αὐτὴν τὴν ἀνακοίνωσιν, τότε, τῆς 29ης Σεπτεμβρίου...... ὥστε πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἀπηυθύνετο ἐκείνη ἡ διάψευσις, ὅπως καὶ ἄλλα πιστοποιητικὰ διὰ τὴν ἡμεδαπὴν καὶ εἰς ἐπαρχίας τῆς ἡμεδαπῆς, εἰς τὴν Εὔβοιαν κλπ. ἐγένετο εὐρυτάτη καὶ θορυβώδης κρίσις, καὶ ἀπὸ τὸν κυβερνητικὸν Τύπον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Καὶ ἐὰν αὐτὰ τὰ πράγματα φαίνωνται ἐλάχιστα, ἀσήμαντα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνύπαρκτα εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, λυποῦμαι, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαπιστώσω, ὅτι εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς Κ.Ε.Α., ἔχει τὸν λόγον.
§173Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι, ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ θέση ἕνα τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ συναγάγῃ τὰ συμπεράσματα, ἐγὼ θὰ ἀναγκασθῶ νὰ φέρω τὸ ζήτημα. Πρῶτον, θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐν σχέσει μὲ τὴν βεβαίωσίν μου, ὅτι ἡ νέα μορφὴ ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζεται τὸ θέμα εἶναι πολὺ σοβαρωτέρα τῆς ἀρχικῆς μορφῆς, δὲν ἤξιζε νὰ ἑρμηνευθῇ ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἡρμηνεύθη. Διότι, εἶπον τοῦτο συγκεκριμένως: Ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν συζητοῦμεν θέμα Μέρτεν. Καὶ παρ’ ὅλην τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναμίξῃ καὶ νὰ ἀνακινήσῃ τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν, οὐδέποτε ἀνεφέρθην εἰς ὑπόθεσιν Μέρτεν. Εἴπομεν μόνον τοῦτο, ὅτι σήμερον ἠγέρθη πολιτικὸν θέμα ἀπείρως μεγαλυτέρας σημασίας, διότι καταγγέλλεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι διὰ νὰ προστατεύσῃ ὡρισμένα μέλη αὐτῆς καὶ διὰ νὰ προστατεύσῃ τὰ κομματικά της συμφέροντα, ἔρριψεν εἰς τὴν πλάστιγγα ὁλόκληρον τὴν τύχην τῶν Ἑλληνογερμανικῶν σχέσεων. Τοῦτο ἐμφανίζεται σαφῶς εἰς τὴν ἐπιστολήν.
§174Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Τοῦτο εἶπον καὶ παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν δήλωσιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές, διότι ὄχι μόνον δὲν ἔρριψεν εἰς τὴν πλάστιγγα ὁλόκληρον τὸ βάρος τῶν Ἑλληνογερμανικῶν σχέσεων, ἀλλὰ οὔτε...
§175Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκκινεῖτε ἀπὸ μίαν διαφορετικήν, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐσφαλμένην, ἀντίληψιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσωμεν. Ἀλλὰ ξεκινᾶτε ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴν δὲν μεταφέρει τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἰδέας τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ἰδιωτική, δὲν εἶναι κρυφή, ὅπως τὴν ἀπεκαλέσατε. Ἡ ἐπιστολὴ εἶναι γραμμένη εἰς φύλλον χάρτου μὲ ἐπικεφαλίδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν Διεύθυνσιν καὶ ἀριθμὸν πρωτοκόλλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἑπομένως, δὲν πρόκειται περὶ κρυφῆς ἐπιστολῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχε καὶ τηλεφωνικὴ συνεννόησις νὰ μὴ δημοσιευθῇ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πιστοποιητικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὸν ἀδικηθέντα διὰ νὰ τὸν καθησυχάσουν. Πᾶσα ἄλλη προσπάθεια καὶ φιλοσοφικὴ διατριβὴ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ οἱανδήποτε ἄλλην ἑρμηνείαν, εἶναι τελείως περιττὴ καὶ ἀβάσιμος. Πέραν τούτου, θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω τὴν ἀληθῆ καταπληκτικὰ σημασίαν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν διάψευσιν τῆς λέξεως «φορτικότητος». Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέμνησε πρὸ ὀλίγου, ὅτι τόσον αἱ ἐφημερίδες, ὅσον καὶ ἐγώ, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου ἐπέμενα ἐπὶ τῆς λέξεως φορτικότητος. Ἐπικαλοῦμαι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, τὰ ὁποῖα μοῦ ἐδόθησαν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων φαίνεται, ὅτι εἶπον — πρῶτον μὲν μετὰ φορτικότητος — τονίζω τὴν λέξιν «φορτικότης». Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ διέκοψα τὴν ἀγόρευσίν μου χωρὶς νὰ εἴπω τὸ δεύτερον. Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ἡ λέξις φορτικότης ἀπετέλει μόνον ἕνα τμῆμα τῆς ἐπιχειρηματολογίας μου, τμῆμα ὀφειλόμενον εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἐβασίσθησαν, ὅπως ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας καὶ ὅπως σεῖς δὲν τὸ εἴχατε διαψεύσει μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Εἶναι νοητόν, βάσει ἑνὸς κοινοβουλευτικοῦ τεχνάσματος καὶ μιᾶς παγίδος τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ στήσητε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν περὶ τὴν λέξιν αὐτήν...
§176Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Ὄχι μόνον δὲν ἐπήγαμεν νὰ παγιδεύσωμεν, ἀλλὰ ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ παγιδεύσωμεν, θὰ ἐπεριμέναμεν νὰ τελειώσητε τὸν λόγον σας, θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Ἀβέρωφ καὶ θὰ ἔδιδε τὴν ὀρθὴν διατύπωσιν τῆς φράσεως. Ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ἤκουσα, ὅτι ἀρχίζατε μὲ αὐτὸ τὸ βαρὺ βλῆμα πυροβολικοῦ, σᾶς διέκοψα, ἀκριβῶς διὰ νὰ σᾶς διαφωτίσω διὰ νὰ μὴ προχωρήσητε καὶ σᾶς ἔδωσα ἀπὸ τὴν συναγωγὴν συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνετρέποντο.
§177Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐπαναφέρω τὸ θέμα ἀπ’ ὅπου ἐσταμάτησα. Εἶπον, πρῶτον μέν, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει, ὅτι ὑπῆρχε καὶ δεύτερον σκέλος συλλογισμοῦ. Ἀλλὰ ποίας μεγαλοψυχίας τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλεῖτε; Εἶναι σαφές, ὅτι εἴχατε στήσει παγίδα καὶ ἐγὼ κατερχόμενος τοῦ βήματος σᾶς ἐξηνάγκασα νὰ εἴπητε ὅσα εἴπατε καὶ νὰ ἀποκαλύψητε τὰ περίφημα μυστικά σας ὅπλα. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλοψυχία σας καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διεξάγονται σήμερον αἱ συζητήσεις ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Θὰ ἤθελον, προτοῦ τερματίσω, νὰ κάμω καὶ μίαν ἔκκλησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος μετὰ τῆς γνωρίμου καὶ ἐμβριθείας καὶ τὰς φιλοσοφικὰς διατριβὰς ἀνέπτυξε τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν, οἵαν ἔχει καὶ ἔδει νὰ ἔχῃ κατὰ Ἀριστοτέλην, διὰ νὰ ἐνθυμούμεθα τὰς προσφιλεῖς του ἐνασχολήσεις. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἀποδίδωμεν εἰς τὰ κείμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦμεν, ἀσφαλῶς ἔχετε δίκαιον. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ ἀποδίδωμεν εἰς τὰ κείμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πραγματικὰ λέγουν, ἀπέχετε παρασάγγας τῆς ἀληθείας. Εἴπατε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὑπάρχει ἔλλειψις ἀναλογιῶν. Πράγματι ὑπάρχει ἔλλειψις ἀναλογιῶν, ἀλλὰ ἡ ἔλλειψις ἐξεδηλώθη σαφῶς ἀπὸ μέρους σας.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, κ. Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§181ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.30′ μ.μ.)