1961.01.18
2.353 στίχοι · 18.076 λέξεις · 127 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46η
Τετάρτη 18 Ἰανουαρίου 1961
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.50′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Κ. Μακρῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Κ. ΜΑΚΡΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Λουλακάκης, κατέθεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὴν ἑξῆς δήλωσιν: Πρὸς Τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω πρὸς ὑμᾶς καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, ὅτι θέλω ἀνήκει ἀπὸ σήμερον εἰς τὴν Κίνησιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀναδημιουργίας.
Μετὰ πλείστης τιμῆς
Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ
Βουλευτὴς Ἡρακλείου Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ αἰτήσεων διώξεων τῶν βουλευτῶν κ.κ.: 1) Μ. Γαληνοῦ, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Αἰγαίου. 2) Α. Ζάκκα, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν. 3) Ἱππ. Ζαΐμη, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Αἰγαίου. 4) Δ. Ἰωάννου, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἰωαννίνων. 5) Κ. Μητσοτάκη, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν. 6) Η. Μπρεδήμα, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, ἐπὶ τριῶν αἰτήσεων τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης. 7) Ε. Πρωϊμάκη, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν. 8) Ε. Ρήγα, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης. 9) Δ. Ρώμα, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν. 10) Λ. Σαραφιανοῦ, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης καὶ 11) Δ. Γιαχνῆ, Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Μ. Σβώλου, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν. Ὁ κ. Γ. Βογιατζῆς (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων), καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου, «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 69)60 καὶ 132)60 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἀνύψωσιν βαθμῶν ἐκπαιδευτικῶν». Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Κ. Ἀποσκίτης, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου Ἰδιοκτητῶν Λεωφορείων Ἀρκαδίας «Ἡ Ἀλληλοβοήθεια» αἰτουμένου τὴν μὴ ὑποχρεωτικὴν ἀσφάλισιν τῶν αὐτοκινήτων εἰς ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας. Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Κ. Ἀποσκίτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου πυροπαθῶν Λεβιδίου Ἀρκαδίας αἰτουμένου τὴν ἀποζημίωσιν τῶν μελῶν του διὰ τὰς γενομένας ὑπὸ τῶν στρατευμάτων κατοχῆς καταστροφάς. Τὸ Ἐθνικὸν Συμβούλιον Ἑλληνίδων «Τὸ Λύκειον Ἑλληνίδων κλπ.» ἐκφράζουσι τὰς εὐχαριστίας των διὰ τὸ νομοσχέδιον Ἀγροτικῶν Ἀσφαλίσεων καὶ αἰτοῦσι μείωσιν τοῦ ὁρίου ἡλικίας συνταξιοδοτήσεως τῶν γυναικῶν κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Χιωτάκης καὶ Ι. Κοντουδάκης, διαμαρτύρονται διὰ σύλληψιν πρὸς ἐκτόπισιν Μ. Παπαπαναγιωτάκη καὶ αἰτοῦσι τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανθεσσαλικῆς Ἑνώσεως Κοινοτικῶν Εἰσπρακτόρων, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν κατάργησιν τῆς θέσεώς των ὑπὸ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου περὶ Ἀγροτικῶν Ἀσφαλίσεων. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Γιαχνῆς καὶ Μ. Σβώλου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Μαρίας Δ. Σάγου αἰτουμένης αὔξησιν εἰς δραχ. πλέον τῶν 100.000 τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἀπαλλοτριωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου οἰκίαν της ἐν Χαϊδαρίῳ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Λαντζούνης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ καὶ ἐπεξεργασίας Σύκων Νομοῦ Μεσσηνίας αἰτουμένου κατάργησιν τῆς διατιμήσεως τοῦ ἐλαίου καὶ τὴν μὴ εἰσαγωγὴν σπορελαίου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Η. Μπρεδήμας, διὰ τηλεγραφικῆς του ἀναφορᾶς πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀναφέρει στοιχεῖα περὶ τῆς ἐν Καλάμαις λειτουργίας τοῦ Ἀκτινολογικοῦ ἐργαστηρίου τοῦ Ὑφυπουργοῦ Κοινωνικῆς Προνοίας κ. Ι. Ψαρρέα. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Η. Μπρεδήμας, διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς διαμαρτύρεται διὰ παράνομον διορισμὸν τοῦ Παναγιώτου Στυλιανοῦ Κυριακουλάκου ὡς Δ)ντοῦ τοῦ ΤΣΑΥ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Σωτηρίου, Μ. Κανιάρης καὶ Β. Θανασέκου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν συγγενῶν καὶ συγχωριανῶν τοῦ ἐκτοπισμένου εἰς Ἅγιον Εὐστράτιον Ἰακώβου Ροδίτη, αἰτουμένων τὴν ἀπόλυσίν του, τὴν διάλυσιν πάσης φύσεως στρατοπέδων κλπ. Οἱ Πρόεδροι Ἑνώσεως Πολυτέκνων, Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, Συλλόγου Θυμάτων, οἱ Ἀντιπρόεδροι Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ἑλλάδος, Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Καλαμῶν καὶ ὁ Μουστάκας Σταῦρος, ἀποδοκιμάζουσι τὰς κατὰ Ὑφυπουργοῦ Κοινωνικῆς Προνοίας κ. Ι. Ψαρρέα ἐκτοξευθείσας συκοφαντίας. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Σπηλιόπουλος, Μ. Σβώλου, Θ. Κεραμιτσιόγλου καὶ Δ. Γιαχνῆς, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ ἐθελοντοῦ αἱμοδότου κ. Δημ. Σταθοπούλου, διαμαρτυρουμένου διὰ τὴν ἄρνησιν τῶν κ. κ. Ὑφυπουργῶν νὰ τοῦ ἐπαναχορηγήσουν δελτίον ἐλευθέρας κυκλοφορίας εἰς τὰς ἀστικὰς συγκοινωνίας. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Π. Πινάτσης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Δ. Ἀναγνωστοπούλου, Μ. Κεσσανίδη καὶ Α. Συρόγλου, διδασκάλων ὑπηρετησάντων ἐπὶ 3ετία καὶ 4ετία εἰς τὰ ἐν τῇ Δυτικῇ Θράκῃ Μουσουλμανικὰ Σχολεῖα κατὰ περίοδον ἐκτάκτως δυσχερῆ καὶ αἰτούντων ὅπως ὑπαχθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 86)12.5.60 πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τῆς ὁποίας ἀπὸ 1.1.60 χορηγεῖται εἰδικὸν ἐπίδομα ἀπὸ 250–500 δραχμὰς μηνιαίως εἰς τοὺς Ἕλληνας διδασκάλους τῶν Μουσουλμανικῶν Σχολείων τοὺς συμπληρώσαντας 5ετίαν, ἢ νὰ τύχωσιν ὡρισμένων εὐεργετημάτων ἀναφερομένων εἰς τὴν κατατεθεῖσαν ἀναφορὰν των. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Π. Πινάτσης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Μικροχωρίου κ. Ἀνθ. Τσοχαταρίδη, αἰτοῦντος παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Θρησκευμάτων καὶ Παιδείας οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἀνεγειρομένης ἐκκλησίας των συνολικῆς δαπάνης 250.000 δραχμῶν, ἔναντι τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ἔχουσιν ἤδη καταβάλει δραχμὰς 100.000 ἀλλὰ ἀδυνατοῦν καὶ ἐφεξῆς νὰ συμβάλωσι εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς ἀνεγέρσεως λόγῳ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν τὰς ὁποίας ὡς καπνοπαραγωγοὶ ἀντιμετωπίζουν σήμερον. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Μητακίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Ἀμφιπόλεως Νομοῦ Σερρῶν, αἰτουμένης κατασκευὴν Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Ἐργοστασιαρχῶν Τορνευτικῆς Ξύλου, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν χορηγηθεῖσαν ὑπ’ ἀριθ. 63002)30.11.60 ἄδειαν εἰσαγωγῆς 86.000 ξυλίνων μασουρίων δι’ ὑφαντουργικοὺς ἱστούς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑφυπουργὸς τῆς Προνοίας, κ. Ι. Ψαρρέας, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§6Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ θὰ γίνεται τώρα, θὰ ἔχωμεν κἄθε βράδυ τὰ προσωπικά;
§7Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφ. Κοιν. Προν.). Κύριοι βουλευταί, καὶ ἐγὼ λυποῦμαι ἰδιαιτέρως διότι θὰ ἀπασχολήσω τὸ Σῶμα ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, μετὰ ὀκταετῆ θητείαν μου εἰς τὸ Σῶμα.
§8Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Σήμερον εἶναι νομοθετικὴ ἐργασία καὶ εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ θυσιάσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἀποβαίνει ὑπὲρ αὐτῆς, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§9Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος σκοπὸς τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ νομοθετῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Ψαρρέα, προχωρῆστε.
§11Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Τὸ θέμα εἶναι προσωπικόν, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε ὅλοι, διότι ἐπὶ ἕνα δεκαπενθήμερον διελαλήθη διὰ σειρᾶς συκοφαντιῶν καὶ ἄρθρων ὁλοκλήρων, καὶ μάλιστα δι’ εἰδικοῦ τρόπου μεταχειρίσεως, ποὺ μόνον εἰς τὰ ἀστυνομικὰ μυθιστορήματα δύναται νὰ γραφῇ διὰ τίτλων καὶ ἀπροσώπου εἰκόνος καὶ ἐρωτηματικοῦ «ποῖος εἶναι» ὡς νὰ ἤμην ἀνώνυμος καὶ δὲν ἦτο γνωστὸν τὸ ὄνομά μου. Ἀντιλαμβάνεσθε ποία ὑπῆρξεν ἡ προσπάθεια τοῦ διασυρμοῦ μου, ὄχι δὲ μόνον ὡς ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀνθρώπου καὶ ὡς ἐπιστήμονος καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ προσωπικόν μου θέμα. Δι’ αὐτό, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ὁμιλήσω. Ὁ κ. Μπρεδήμας, μὲ κατηγόρησε καὶ μὲ κατεσυκοφάντησε τὴν 22αν παρελθόντος μηνὸς καὶ ἔτους, ὅτι εἶμαι ἔμμισθος δημόσιος ὑπάλληλος ἀπὸ τοῦ 1954, καὶ παρὰ ταῦτα, διετήρουν καὶ τὴν βουλευτικήν μου ἰδιότητα. Ἰδοὺ ὅμως ποία εἶναι ἡ πραγματικότης καὶ ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἡ πραγματικότης εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ἀπὸ τὸ 1929 ποὺ ἐγκατεστάθην εἰς Καλάμας ὡς ἀκτινολόγος, προσέφερα πάντοτε τὰς ὑπηρεσίας μου πρὸς ὅλους καὶ εἰδικῶς πρὸς τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν, ἐντελῶς δωρεάν, αὐτὸ δὲ ἀποδεικνύεται ἐκ στοιχείων. Ἀπὸ τὸ 1950 δέ, εἰς ἀνύποπτον χρόνον, ἡ σχολιατρικὴ ὑπηρεσία μοῦ ἀπηύθυνε τὸ κάτωθι ἔγγραφον: «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ...... (ἀναγινώσκει) ......».
§12Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπογραφή;
§13Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Ὁ διευθυντὴς τῆς Σχολιατρικῆς Ὑπηρεσίας Λαμπρόπουλος. Αὐτὸ γίνεται εἰς τὸν πλέον ἀνύποπτον χρόνον. Ἑπομένως, ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτοῦ, ποία ἦτο ἡ σχέσις μου ἀναφορικῶς μὲ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν μαθητῶν. Διότι, κ. συνάδελφοι, ἀπό τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεώς μου ἐκεῖ, ἐγνώριζα, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσκήσω ἐπάγγελμα καὶ ὅτι ἡ ἰατρική, οὐδέποτε δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς ἐπιχείρησις. Θὰ δύναται ὁ ἰατρός, ἐργαζόμενος ὑπερανθρώπως νὰ ἀμείβεται ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν, ποτὲ δὲ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καὶ εἰδικῶς ἀπὸ τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν ἡ ὁποία σπουδάζει ὑπὸ τὰς γνωστὰς οἰκονομικὰς συνθήκας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, δὲν ἔκαμα ἐν προκειμένῳ τίποτε περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι μοῦ ἐπέβαλε τὸ καθῆκόν μου. Δυστυχῶς, ἀναγκάζομαι νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸν ἑαυτόν μου ἐφ’ ὅσον κατηγορήθην, ὅτι μόνον διὰ φιλοχρηματίαν εἰργάσθην καὶ ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, ἠθέλησα καὶ τὸ Σύνταγμα νὰ παραβιάσω, διατηρῶν τὴν θέσιν μου ὡς βουλευτοῦ καὶ ὡς δημοσίου ὑπαλλήλου. Πέραν τούτου, ἀρχίζει ἡ ἱστορία τοῦ Κέντρου μαθητικῆς ἀντιλήψεως. Τὸ Κέντρον μαθητικῆς ἀντιλήψεως, ἱδρύθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Μπακόπουλον τὸ 1950. Δὲν ἐλειτούργησε, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρηματοδοτηθῇ ὡς πρὸς τὸν ἐξοπλισμόν του διὰ τῶν ἀναλόγων ἐργαλείων. Ἐπεζητήσαμεν νὰ συνδράμωμεν τὴν Σχολιατρικὴν Ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς τοῦτο ὡς Πρόεδρος τότε τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου Μεσσηνίας —ὡς θὰ ἀποδείξω δι’ ἐγγράφων— ἀπηυθύνθην πρὸς τοὺς ἐν Ἀμερικῇ Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι ἀπεδέχθησαν νὰ μᾶς προσφέρουν 5000 δολλάρια εἰς ἐργαλεῖα, διὰ τὸν ἐξοπλισμὸν τοῦ Κέντρου Μαθητικῆς Ἀντιλήψεως. Πέραν τούτου, παρ’ ὅ,τι ἤσκουν τὴν ἀκτινολογίαν, παρ’ ὅ,τι ἤμουν ἐπαγγελματίας, καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφύγω οἱανδήποτε σχέσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν προεβλέπετο εἰδικὸς ἀκτινολόγος καὶ δὲν προεβλέπετο μηχάνημα εἰς τὸ Κέντρον Βʹ κατηγορίας, παρὰ ταῦτα ἐζήτησα τὴν ἐξ Ἀμερικῆς ἀποστολὴν μικροακτινολογικοῦ μηχανήματος. Καὶ οἱ κ. συνάδελφοι, οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὴν ἰατρικήν, γνωρίζουν τὴν σημασίαν τοῦ φορητοῦ μικροακτινογραφικοῦ μηχανήματος. Τὸ ἐζήτησα δὲ δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον, διὰ νὰ ἔχω τὸν ἔλεγχον ὁλοκλήρου τῆς μαθητιώσης νεολαίας καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν κατ’ ἔτος, ὥστε νὰ γίνεται πρόληψις τῆς νόσου καὶ ὄχι καταστολή, καὶ μάλιστα εἰς περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ φυματίωσις ἰδιαιτέρως ἐμάστιζε τὴν Μεσσηνίαν. Ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποσταλῇ μικροακτινογραφικὸν μηχάνημα, ἀπεστάλη μικρὸν ἀκτινολογικὸν μηχάνημα. Τὸ Δεκέμβριον ἐγκατεστάθη τοῦτο. Καὶ διὰ μιᾶς πράξεώς της ἡ Ἐφορεία μὲ καλεῖ νὰ ἀναλάβω τὴν λειτουργίαν του. Διεπίστωσα, ὡς ἀκτινολόγος —καὶ οἱ ἐξ ὑμῶν εἰδικοὶ συνάδελφοι τὸ γνωρίζουν— ὅτι ἀκτινολογικὸν μηχάνημα μικρᾶς ἐντάσεως 25 μιλιαμπὲρ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ πραγματικὴν ἀκτινολογικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν. Δι’ αὐτὸ ἐδέχθην νὰ παράσχω τὰς ὑπηρεσίας μου εἰς τὸ ἐργαστήριόν μου καὶ ὄχι τρὶς τῆς ἑβδομάδος καὶ ἀνὰ δύο ὥρας, ὡς ὥριζεν ἡ Ἐφορεία, ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην καὶ εἰς οἱανδήποτε ὥραν. Διότι, ἐγνωρίζομεν, ὅτι προσήρχοντο μαθηταὶ ἐξ ὅλης τῆς Μεσσηνίας, οἱ ὁποῖοι ἀνήρχοντο εἰς 44.000, προσήρχοντο δὲ καὶ οἱ ἐκπαιδευτικοί, καὶ θὰ ἦτο ἀδύνατον τρὶς τῆς ἑβδομάδος καὶ εἰς τακτὴν ὥραν νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ μαθητιῶσα νεολαία καὶ οἱ ἐκπαιδευτικοί. Ἐδέχθην νὰ προσέρχωνται εἰς τὸ ἐργαστήριόν μου καθ’ ἑκάστην καὶ ἀνιδιοτελῶς. Καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1953 ἔρχεται ἡ Ἐφορεία δι’ ἐγγράφου της καὶ μὲ εὐχαριστεῖ καὶ λέγει: «...... (ἀναγινώσκει)......». Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ σχέσις μου. Ἡ σχέσις μου ὑπῆρχεν ἀπὸ τὸ 1952 ἐντελῶς τυπική. Ἡ προσφερθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ ἐργασία δὲν ἠμείφθη καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ οὐδέποτε ἔλαβον ἐγὼ προσωπικῶς χρήματα. Εἶχον ὅμως τὴν εὐθύνην καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπογράψω, διότι δὲν ὑπῆρξεν εἷς ἀντικαταστάτης μου, ἀλλὰ ὑπῆρξαν ἀντικαταστάται πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθοῦν τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐδέχθην καὶ ἐγώ, δηλαδή, ἐξυπηρετήσεως τῆς μαθητιώσης νεολαίας καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν καθ’ ἑκάστην καὶ καθ’ οἱανδήποτε ὥραν εἰς τὸ ἐργαστήριόν μου. Αὐτὸ καὶ ἐγένετο. Παρέλειψα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ἀκτινολογικὸν μηχάνημα ἤρχισε νὰ λειτουργῇ τὸ 1955. Εἷς τῶν ἀντικαταστατῶν μου τὸ 1955, λόγῳ τοῦ φόρτου ἐργασίας, ἡ ὁποία ἐδημιουργεῖτο εἰς τὸ ἐργαστήριον καθ’ ἑκάστην, μὲ παρεκάλει νὰ λύσω αὐτὸν τὸν δεσμόν, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐγὼ καὶ νὰ τοῦ ἐπιτρέψω νὰ δέχεται εἰς τὸ ἀκτινολογικὸν ἐργαστήριον τοῦ Κ.Μ.Α.Μ. Πράγματι τοῦ ἐπέτρεψα. Ὁ ἰατρὸς αὐτὸς εἶναι γνωστός. Ἐδέχετο τρὶς τῆς ἑβδομάδος ἐκεῖ, τὰς ὑπολοίπους δὲ ἡμέρας, ὡς θὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς πράξεως τῆς Ἐφορείας τοῦ κέντρου μαθητικῆς ἀντιλήψεως, ἐδέχετο εἰς τὸ ἰδικόν μου ἰατρεῖον ἐντελῶς ἀφιλοκερδῶς, διότι δὲν ὑπῆρχε θέμα ἀμοιβῆς. Διότι γνωρίζετε ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν 920 δραχμῶν μηνιαίως, ἦτο δυνατὸν νὰ καλύψῃ ἀμοιβὴν ἀκτινολόγου ἰατροῦ, τὴν φθορὰν τοῦ ἐργαστηρίου καὶ τὴν ὁπωσδήποτε μείωσιν κινήσεως τοῦ ἐργαστηρίου. Ὡς πρόεδρος τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου τότε, εἶχον ἀναλάβει μίαν ἠθικὴν δέσμευσιν, ὅτι θὰ συμβάλωμεν καὶ θὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν συντήρησιν καὶ διατήρησιν τοῦ κέντρου μαθητικῆς ἀντιλήψεως καὶ εἶχε τεθῆ ὁ ὅρος μάλιστα, ὅτι τὰ μηχανήματα καὶ τὰ ἐργαλεῖα αὐτά, οὐδέποτε θὰ μεταφερθοῦν ἐκ Μεσσηνίας, θὰ ἀνήκουν πάντοτε εἰς τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν καὶ τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς καὶ ὄχι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας, διότι ὁ ὅρος αὐτὸς ἐὰν δὲν ὑπῆρχε δὲν θὰ τὸ ἐδέχοντο νὰ δώσουν τὰ ἐργαλεῖα. Τὴν 24ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1955 ἀπηύθυνα μίαν ἐπιστολὴν μετὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ ἀντικαταστάτου εἰς ἀπάντησιν ἐγγράφου πρὸς τὴν Σχολικὴν Ἐφορείαν, εἰς τὴν ὁποίαν λέγω τὰ ἑξῆς: «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ....... (ἀναγινώσκει)......». Καὶ λέγω «καθ’ οἱονδήποτε τρόπον παύουν αἱ σχέσεις μας» διότι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον δὲν ἐδέχετο ὁ ἀντικαταστάτης μου. Τὸ 1956 ἀνέλαβεν ἕτερος ἀντικαταστάτης μου, ὁ ὁποῖος πράγματι, ἀνέλαβε καὶ αὐτὸς ὑπὸ τοὺς ἰδίους ὅρους, τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς μαθητιώσης νεολαίας καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ καθ’ ἑκάστην εἰς οἱανδήποτε ὥραν τῆς ἡμέρας λόγῳ τῆς καταγωγῆς του ἐκ τῆς ὑπαίθρου. Οὐδεμία σχέσις πλέον ὑπῆρχεν μὲ τὸ ἐργαστήριόν μου, πλὴν τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον ἔθετεν ἡ Ἐφορεία, δηλαδὴ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ τῶν μαθητῶν τῶν καταγομένων ἐξ ὑπαίθρου καθ’ ἑκάστην καὶ εἰς οἱανδήποτε ὥραν καὶ τὸν ὁποῖον ἐπέτρεψα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμοιβῆς. Ἡ φθορὰ ἐβάρυνε πάντοτε ἐμένα καὶ ὄχι τοὺς ἀντικαταστάτας μου. Αὐτὴ ἦτο ἡ σχέσις μου μὲ τὸ Κέντρον μαθητικῆς ἀντιλήψεως Μεσσηνίας. Τὸ 1957 ἠσθένησεν ἐξ ἐμφράγματος τοῦ μυοκαρδίου ὁ ἀντικαταστάτης μου αὐτός, ὁπότε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσφέρω οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ἦτο εὔκολος ἡ ἄμεσος ἐξεύρεσις ἀντικαταστάτου. Τὸ 1957 ὁ κ. Ἀρβανίτης, ἀκτινολόγος τῆς πόλεως Καλαμῶν, ἀνέλαβε νὰ ἐξυπηρετῇ τὸ Κ.Μ.Α.Μ. Ἀλλὰ ἐκ τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω τῆς ἰδίας Ἐφορείας, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κ. Ἀρβανίτης, ἐξαίρετος ἐπιστήμων, ἐπειδὴ συγχρόνως ἦτο καὶ Δ)ντὴς τοῦ ἀκτινολογικοῦ ἐργαστηρίου τοῦ Νοσοκομείου Καλαμῶν καὶ ἐπειδὴ εἶχε καὶ ἄλλην ἐργασίαν, δὲν προσέφερε τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὸ Κ.Μ.Α.Μ. ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ δὲν ἐξυπηρέτησε τοὺς μαθητὰς καὶ ἐκπαιδευτικούς. Ἡ Ἐφορεία δὲ ἀποφαίνεται ὡς ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει)......». Μετὰ ἓν ἔτος, τὸ 1958, ἔρχεται πάλιν ἡ Ἐφορεία καὶ λέγει: «...... (ἀναγινώσκει)......». Τὸ 1958 ἀνέλαβεν ἕτερος ἀντικαταστάτης μου ὑπὸ τὸν ἑξῆς ὅρον, ὅτι «...... (ἀναγινώσκει)......». Ὁ κ. Ξανθάκης δὲν ἔχει ἰδιόκτητον ἐργαστήριον καὶ διὰ τοῦτο τοῦ ἐπέτρεψα ἐγὼ εὐχαρίστως νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἰδικοῦ μου ἐργαστηρίου. Αὐτή, κ. συνάδελφοι, ἦτο ἡ σχέσις μου μὲ τὸ Κ.Μ.Α.Μ. ἡ μισθολογικὴ καὶ δημοσιοϋπαλληλική, σχέσις καθαρῶς ἀνιδιοτελοῦς πάντοτε ἐξυπηρετήσεως. Διότι οὐδέποτε ἐπίστευσα, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχω οἱανδήποτε σχέσιν καθ’ ὅσον οὐδέποτε ἀπὸ τὸ 1952 καὶ ἐντεῦθεν ἤσκησα τὸ ἐπάγγελμα. Πάντοτε οἱ ἀντικαταστάται μου ἀνελάμβανον τὸ φορτίον αὐτὸ καὶ πάντοτε τοὺς ἔθετα τοὺς δύο ὅρους, καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἐπιστολὴν ἑνὸς ἀντικαταστάτου μου ὁ ὁποῖος γράφει μὲ κἄποιαν συγκίνησιν, «ὅτι οἱ πόρτες τοῦ ἐργαστηρίου μου θὰ εἶναι ἀνοικτὲς διὰ πλουσίους καὶ εἰδικὰ διὰ τοὺς πτωχοὺς ἀσθενεῖς» καὶ ὅτι δὲν θὰ ἔχουν οὐδεμίαν συναλλαγήν, θὰ ἐξυπηρετοῦνται πάντοτε, καὶ οἱαδήποτε ζημία προκύψῃ εἴτε εἰς ὑλικὰ εἴτε εἰς μηχανήματα θὰ βαρύνῃ ἐξ ὁλοκλήρου ἐμένα. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ ὅροι μου καὶ ἡ ἐργασία μου· ἦτο λοιπὸν δυνατὸν ποτὲ νὰ ἔχω θέσιν μὴ ὑπάρχουσαν, διότι δὲν ὑπῆρχε κἂν νομοθετημένη θέσις. Δεδομένου, ὅτι εἰς τὰ Κέντρα Βʹ κατηγορίας δὲν προβλέπεται θέσις ἀκτινολόγου. Πῶς ἑπομένως θὰ κατεῖχον θέσιν ἐγώ; Ὁ κ. Μπρεδήμας θὰ ἠδύνατο πράγματι μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα τοῦ ἐδόθησαν, καὶ θὰ ἀναφέρω πῶς τοῦ ἐδόθησαν, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ. Ἀντιθέτως ὅμως, τὴν ἑπομένη ἦλθεν καὶ εἶπεν, ὅτι θὰ πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον τοῦ κ. Ψαρρέα, τὸν σχετικὸν μὲ τὴν δημοσιοϋπαλληλικήν του ἰδιότητα καὶ τὸν διορισμόν του. Ἐδόθη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας ἡ ἀπάντησις ἀμέσως, ὅτι οὐδὲν διάταγμα διορισμοῦ ὑπάρχει καὶ οὐδεὶς φάκελλος περὶ δημοσιοϋπαλληλικῆς ἰδιότητος. Αὐτὸ καὶ μόνον ἀποδεικνύει ποῖαι ἦσαν αἱ σχέσεις μας. Λυποῦμαι διότι θὰ σᾶς κουράσω μὲ ὡρισμένα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸν ἑαυτόν μου, μὲ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἤθελον, τοὐλάχιστον ἐγώ, ποτὲ νὰ ἀσχοληθῶ, διότι ἡ ζωή μου ὑπῆρξε πάντοτε σεμνὴ καὶ ἡ Βουλὴ μὲ ἐγνώρισεν, πιστεύω, ὡς σεμνόν. Λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν θὰ κουράσω τὸ Σῶμα μὲ ὡρισμένα θέματα σχετικὰ μὲ τὸ ἄτομόν μου, ἀλλὰ πράττω τοῦτο ἀμυνόμενος, ὄχι διὰ τὴν ἰδιότητά μου, ἀλλὰ διὰ τὴν τιμήν, διὰ τὴν τιμὴν ἑνὸς ἐπιστήμονος ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὴν ζωήν του ὁλόκληρον ἐπὶ μίαν 35ετίαν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς κοινωνίας. Μόνον μὲ αὐτὰ τὰ θέματα, κ. συνάδελφοι, θὰ ἀσχοληθῶ. (Χειροκροτήματα). Μοῦ γράφει ὁ ἀντικαταστάτης μου, ὁ ὁποῖος ἔχει φύγει ἀπὸ τὸ 1955, μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: «Δὲν θὰ λησμονήσω ποτὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μοῦ εἴπατε..... (ἀναγινώσκει)......». Κύριοι συνάδελφοι, παρὰ ταῦτα ὁ κ. Μπρεδήμας ἐσυνέχισε τὴν συκοφαντικὴν ἐκστρατείαν ἐναντίον μου, ἐπὶ πλέον τῶν ὅσων εἶχεν ἀρχίσει νὰ ἰσχυρίζεται σχετικῶς μὲ τὴν δημοσιοϋπαλληλικήν μου ἰδιότητα, διότι ἀφοῦ ἀντελήφθη, ὅτι δὲν ὑπῆρχε θέμα, ἔπρεπε νὰ εὕρῃ κἄποιο ἄλλο θέμα διὰ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ αὐτὸ καὶ νὰ συνεχίσῃ τὴν ἐναντίον μου συκοφαντικὴν ἐκστρατείαν. Μὲ κατηγόρησε λοιπόν, ὅτι ἔχω σχέσιν συμβάσεως μὲ τὸ Ι.Κ.Α. καὶ ὅτι παραλλήλως, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν ἔχω προνομιακὴν μεταχείρισιν ἀπὸ τὸ Ι.Κ.Α. Ἐπαναλαμβάνω ἀκόμη μίαν φοράν, ὅτι οὐδέποτε ἤσκησα τὴν ἰατρικὴν ἀπὸ τὸ ἔτος 1952, ἐνῷ θὰ ἠδυνάμην νὰ τὴν ἀσκήσω καὶ νὰ εἶμαι ἐπαγγελματίας ἐν Ἀθήναις. Παρ’ ὅλον ὅμως, ὅτι ἦτο δυνατὸν εἰς ἐμὲ νὰ συνεχίσω τὸ ἐπάγγελμά μου αὐτό, ἐθεώρησα, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο προδοσία κατὰ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν αὐτήν. Σημειώσατε, ὅτι τὸ ἐργαστήριόν μου ἐκεῖνο ὑπῆρξεν ἡ ἀπαρχὴ τῆς σταδιοδρομίας μου, ἀνῆκεν, ἀνήκει καὶ θὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν λαὸν καὶ θὰ φέρῃ τὴν σφραγῖδα τῶν ἀγώνων μου καὶ τῶν ἔργων μου ὑπὲρ τῆς κοινωνίας. Διὰ ποῖον λόγον εἶχον τὴν προνομιακὴν μεταχείρισιν ἀπὸ τὸ Ι.Κ.Α.; Ἐὰν ὁ κ. Μπρεδήμας εἶχε τὴν ἀπαιτουμένην γενναιότητα, θὰ ἀντελαμβάνετο καὶ θὰ διεπίστωνεν ἀπὸ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τοῦ Ι.Κ.Α., τῆς τελευταίας 10ετίας, τὸν κύκλον ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας εἶχον κατὰ τὰ ἔτη, τὰ πρὸ τῆς ἐκλογῆς μου ὡς βουλευτοῦ καὶ ὅτι εἶχον ἐργασίας διπλασίας τοῦ ἑτέρου, ὁ ὁποῖος ἦτο ὄντως ἀπησχολημένος εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτῶν, ἤμην περισσότερα χρόνια ἐγκατεστημένος, ὡς ἀκτινολόγος, εἰς Καλαμάταν ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον, ἤμην δὲ ὁ μοναδικὸς ἀκτινολόγος εἰς τὴν Μεσσηνίαν. Ἐὰν δὲ ἤσκουν, ὡς ἠδυνάμην, τὸ ἐπάγγελμα τὸ ἰατρικόν, μὲ τὴν στενὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, θὰ ἤμην ὁ πλουσιώτερος τῶν ἰατρῶν τῆς περιφερείας μου. Ποῖος εἶμαι, ὅμως, μὲ γνωρίζουν οἱ πάντες. Θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, ὁ κ. Μπρεδήμας νὰ ἐρευνήσῃ καὶ τὴν οἰκονομικήν μου κατάστασιν, προτοῦ προβῇ εἰς τὴν γνωστὴν ἐναντίον μου συκοφαντικὴν ἐκστρατείαν. Ὁ κ. Μπρεδήμας, ὅμως, δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ οὔτε κἂν τὰ στοιχεῖα τοῦ Ι.Κ.Α., τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ταῦτα δὲ εἰς ποσοστά, εἶναι τὰ ἀκόλουθα: «Τὸ 1950 εἶχον 64,5% ἐγώ, 31% ὁ ἕτερος...... (ἀναγινώσκει)......». Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθη καὶ κἄτι ἄλλο ὁ κ. Μπρεδήμας, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ι.Κ.Α.: Ὅτι αἱ σχέσεις μου, κατὰ τὴν πρὸ τοῦ Ι.Κ.Α. περίοδον, μὲ τὸν πτωχὸν ἐργαζόμενον κόσμον, ὁ ὁποῖος σήμερον ἐξυπηρετεῖται ἀπὸ τὸ Ι.Κ.Α., ἦσαν ὄχι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας οὗτος ἐπικαλεῖται. Ἅπαντες οἱ ἐργάται καὶ οἱ πτωχοὶ εὕρισκον πάντοτε προστασίαν εἰς ἐμὲ καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ἦτο καὶ μόνον ἡ περγαμηνή μου. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Δὲν εἶχον καὶ δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο. Ἐκεῖ ἐστήριξα πάντοτε τὴν ζωήν μου. Εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον καὶ προέρχομαι. Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου, κατὰ τὴν κατοχήν, τοὺς πρώτους μῆνας, ἀφοῦ θέλει νὰ μάθῃ ὁ κ. Μπρεδήμας, ὅταν δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία σχέσις οἰκονομικὴ τοῦ Ὑποκαταστήματος μὲ τὸ Κέντρον, ἐδέχθην καὶ προσέφερον τὰς ὑπηρεσίας μου δωρεάν, χωρὶς νὰ ἀξιώσω καὶ χωρὶς νὰ λάβω οὐδὲ τὴν ἀξίαν τῶν φίλμς. Καὶ τοῦτο, διότι ἐνόμιζον καὶ ἐπίστευον, ὅτι δὲν ἔχω οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἀποστερήσω τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τῶν ὑπηρεσιῶν μου, δεδομένου, ὅτι τὰς ὑπηρεσίας αὐτὰς εἶχον δικαίωμα νὰ τὰς ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸ Ι.Κ.Α., ἀλλὰ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην εἶχον χάσει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ὅλοι μας ἐζήσαμε τότε τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς καὶ δύναμαι ὑπερηφάνως νὰ εἴπω, ὅτι ἀπὸ τὴν κατοχὴν ἐβγῆκα πτωχότατος καὶ οὐδείς, νομίζω, ἰατρὸς θὰ ὑπάρξῃ, ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκέρδισα, ἔστω καὶ μίαν πεντάραν, διότι πάντοτε παρεῖχον τὰς ἰατρικάς μου ὑπηρεσίας πρὸς τὴν κοινωνίαν δωρεάν. (Χειροκροτήματα). Διότι πιστεύω, ὅτι ὁ ἰατρὸς ἀσκεῖ λειτούργημα, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μὴ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του, ὅπου πρέπει νὰ παρέχωνται δωρεάν, καὶ ἡ ἀμοιβή του θὰ δίδεται ἀπὸ ἐκείνους μόνον ποὺ ἔχουν, καὶ ὅπως πρέπει καὶ ὅπως ὁρίζεται. Αὐταὶ ἦσαν αἱ βασικαὶ ἀρχαὶ τῆς ζωῆς μου, τὰς ὁποίας διετήρησα, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν θελήσῃ ὁ κ. Μπρεδήμας νὰ μειώσῃ τὴν θέσιν μου. Ἀλλά, πέραν τούτου, ὁ κ. Μπρεδήμας ὑπεισῆλθεν εἰς τὸ ὅτι δὲν ἔχω καὶ μηχανήματα καλά. Δι’ αὐτὸ δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι νομίζω, ὅτι πολὺ τὴν ταλαιπωρῶ. Τὸ κατὰ πόσον πρέπει νὰ ἔχω μηχανήματα καὶ ποῖα μηχανήματα πρέπει νὰ ἔχω, τὸ γνωρίζουν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουν τὸν ἔλεγχόν των, ἀλλὰ τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὰς διαγνώσεις ποὺ ἔκαμα. Εἶμαι 35 χρόνια ἰατρὸς· μὲ γνωρίζουν εἰς ὁλόκληρον τὴν Μεσσηνίαν ὅλοι οἱ συνάδελφοι οἱ καταγόμενοι ἐκ Μεσσηνίας καὶ παραλλήλως μὲ γνωρίζουν καὶ οἱ ἐν Ἀθήναις συνάδελφοί μου, οἱ ὁποῖοι πλειστάκις ἤλεγξαν τὴν ἐπιστημονικήν μου ἐργασίαν. Ἐάν, δι’ οἱονδήποτε λόγον, δὲν ἤμην ἐπιστήμων, δὲν θὰ ὑπῆρχε θέμα διότι ἄλλως τε δὲν θὰ προσήρχοντο δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἰαθοῦν. Ὅταν, λοιπόν, συνδέεται ἡ σχέσις τοῦ ἰατροῦ μὲ τὴν ὑγείαν καὶ τὴν ζωὴν τοῦ ἀρρώστου, ὑπάρχει θέμα διαβλητότητος, διατὶ προσέρχονται εἰς αὐτόν; Ὅταν μάλιστα γνωρίζῃ ὁ κ. Μπρεδήμας, ὅτι εἰς τὸ ΙΚΑ εἶναι ἐλευθέρα ἡ ἐκλογή, εἶμαι συμβεβλημένος ἀπὸ τὸ 1939 καὶ συνήθισα πάντοτε νὰ ἐφαρμόζω τοὺς κανόνας τοῦ Ι. Κ.Α., ὡς ἀσκοῦντος κοινωνικὴν πολιτικὴν καὶ θὰ ἤμην ἀνακόλουθος, ἐὰν δὲν ἤμην, διότι τελευταίως ἐγὼ ὡς ὑπουργός, εἶπα, ὅτι πρέπει εἰδικῶς διὰ τὸ ΙΚΑ, ἡ ἀμοιβὴ νὰ εἶναι 40% μικροτέρα τοῦ κατωτάτου ὁρίου. Θὰ ἤμην ἀνακόλουθος, ἐὰν ἤθελα ποτὲ νὰ ἐξασκήσω οἱανδήποτε ἐπιρροήν, καὶ θὰ ἤμην κατώτερος τοῦ ἑαυτοῦ μου, διὰ τὴν ἀμοιβὴν μάλιστα, ἡ ὁποία συνεποσοῦτο εἰς τὸ ποσὸν τῶν 30 δραχμῶν κατὰ ἀκτινογραφίαν, πτυελογραφίαν κλπ., καὶ μόλις κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1959 ἀπεφασίσθη, ἐπιβαρυνομένων τῶν ἀκτινολόγων μὲ τὰ φίλμ εἰς βάρος των νὰ λαμβάνουν ἕνα κάπως ποσὸν μεγαλύτερον. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο τὴν δαπάνην τοῦ 55%, θὰ ἴδητε ποία εἶναι ἡ ἀμοιβή μας. Θὰ ἤμην ἑπομένως ἐγὼ ἀνακόλουθος, ἐὰν δὲν ἐδεχόμην καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν συνέχισιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς, διότι συνέχεια εἶναι τῆς συμβάσεως τοῦ 1939 ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἑκάστοτε μειωμένων τιμῶν καὶ τίποτε περισσότερον. Ἀλλ’ ὁ κ. Μπρεδήμας εἰσῆλθε καὶ εἰς ἄλλο θέμα, διὰ τὸ σπίτι μου, τὴν μοναδικήν μου περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀτυχῶς δι’ ἐμέ, τὴν ἔχω ἐνοικιάσει ἐνοικιοστασιακῶς ἀπὸ τὸ 1939. Καὶ ψέγει τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ἰατρὸς ὁ ἐγκατεστημένος ἐκεῖ τυγχάνει ἰδιαιτέρας προτιμήσεως ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους. Εἰς αὐτὸ πταίω ἐγώ; Ὅλοι οἱ κύριοι οἱ καταγόμενοι ἐκ Μεσσηνίας γνωρίζουν, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ἰατρὸς ἔχει μίαν θέσιν ἐπιστημονικὴν πολὺ καλήν. Ἐγὼ ἐζημιώθην καὶ ζημιοῦμαι οἰκονομικῶς, διότι ἔχω τὸ σπίτι μου ἀπὸ τοῦ 1939 μὲ αὐστηρῶς ἐνοικιοστασιακὸν μίσθωμα, δὲν ἔλαβον ποτὲ οὔτε μίαν πεντάραν πέραν αὐτοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι γεγονὸς καὶ διεπιστώθη καὶ ὑπὸ τοῦ ΙΚΑ, εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδισθῇ ὁ ἀσθενὴς νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν ἰατρὸν τῆς ἐμπιστοσύνης του, τῆς προτιμήσεώς του. Δι’ αὐτὸ εἶμαι ἐγὼ ὑπεύθυνος; Ἀλλὰ ὁ κ. Μπρεδήμας θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων δὲν δημιουργεῖται παρὰ μόνον διὰ μέσου κόπων καὶ μόχθων καὶ ὑποτίθεται, ὅτι ὅλοι μας θὰ ἔχωμεν διέλθει ἕνα στάδιον κόπων καὶ μόχθων διὰ νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ ποὺ ἐφθάσαμεν καὶ περισσότερον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴχομεν ἄλλα προσόντα, ἀλλὰ εἴχομεν μόνον τὸ προσόν, ὅτι μᾶς ἤλεγξεν ἡ στενὴ κοινωνία, εἰς τὴν ὁποίαν ἐζήσαμεν ἐπὶ 30 ὁλόκληρα χρόνια. Μᾶς ἤλεγξεν αὐστηρότατα καὶ ἀμειλίκτως καὶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς σταδιοδρομίας μας καὶ ἀνήλθομεν τὰς βαθμίδας ἐλεγχόμενοι πάντοτε αὐστηρῶς καὶ ἀμειλίκτως, διὰ νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ ποὺ ἐφθάσαμεν. Διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἔλεγχος αὐτός, θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Μπρεδήμας νὰ διαπορήσῃ. Ἀλλὰ πληροφορῶ τὸν κ. Μπρεδήμαν, πρῶτον, ὅτι μὲ ἐτίμησεν ὁ ἐπιστημονικὸς κόσμος τῆς Μεσσηνίας ὡς Πρόεδρον τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου, δεύτερον μὲ ἐτίμησεν εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς πολιτικῆς μου ζωῆς ἡ πόλις τῶν Καλαμῶν ὡς πρῶτον Δημοτικὸν Σύμβουλον καὶ Πρόεδρον παμψηφεὶ ἐπὶ διετίαν καὶ τρίτον μὲ ἐτίμησεν ὁ λαὸς τῶν Καλαμῶν τῆς Μεσσηνίας ἐπὶ τρεῖς φορὰς ὡς βουλευτήν, ὅπως καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους μου, καὶ διὰ τοῦτο τὸν εὐχαριστῶ ἰδιαιτέρως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξέλιξίς μου. Μὲ ἤλεγξεν αὐστηρῶς, κ. Μπρεδήμα, ὁ λαὸς τῆς περιφερείας μου. Δὲν ἀνερριχήθην, οὔτε ἔκαμα παραχώρησίν τινα καὶ δι’ αὐτὴν τὴν πολιτικήν μου δρᾶσιν ὑπέστην κατὰ τὴν κατοχὴν ὅσα ὑπέστην. Ἐὰν δὲ θέλετε νὰ τὰ μάθετε, συνελήφθην ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, ἐξετοπίσθην καὶ ἔζησα ἐν ἐξορίᾳ ἐπί ἓν ἔτος στερούμενος τῶν πάντων καὶ κατεδίκασα τὴν οἰκογένειάν μου εἰς τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ κάμω καμμίαν συναλλαγὴν καὶ παραχώρησιν εἰς βάρος τῆς ἐθνικῆς μου συνειδήσεως καὶ τῶν ἀρχῶν μου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος). Καὶ αὐτὸ τὸ ἔκαμα, διότι ἐπίστευσα, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον μου ὡς Ἕλληνος, δὲν ἔκαμα ἴσως ὅ,τι ἔκαμαν οἱ ἄλλοι Ἕλληνες. Ἐγὼ ἔκαμα κἄτι μικρότερον ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ διετήρησα ὅ,τι ἔπρεπε νὰ διατηρήσω, ὅ,τι μοῦ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον μου καὶ ἡ ψυχολογία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπέφερεν ὅσα ὑπέφερε. Δὲν ὑπῆρξεν Ἵδρυμα εἰς τὴν Καλαμάταν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ τὴν προσφοράν μου δωρεάν. Ἐπὶ 20 ἔτη μία νόσος βαρυτάτη ὑπῆρχεν εἰς τὴν Μεσσηνίαν, ἡ φυματίωσις. Καὶ ὑπῆρχεν ἕνα μικρὸν Σανατόριον 70 κλινῶν, καί, ὅπως πιστοποιεῖται ἀπὸ τοὺς διευθύνοντας καὶ Διοικοῦντας αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔγγραφον δὲν θὰ διαβάσω, διότι τὸ θεωρῶ κατώτερον τοῦ ἑαυτοῦ μου, δεκάδες χιλιάδων ἀσθενῶν ἐξητάσθησαν δωρεάν, παρεῖχον δὲ καὶ τὰ φίλμ ἀκόμη, διότι ἡ νόσος αὐτὴ ὡς νόσος κοινωνικὴ δὲν ἐβάρυνε τοὺς ἀσθενεῖς μόνον, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐμέ, ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον τοὺς ἀπεστέρουν τῶν ὑπηρεσιῶν μου. Δι’ αὐτὸ καὶ προσέφερα τὰς ὑπηρεσίας μου, διότι τοῦτο ἐπίστευα καὶ πιστεύω. Δὲν θὰ διαβάσω ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν παρὰ μόνον μίαν περικοπήν: «Ἐδέχθητε κατὰ χιλιάδας τοὺς ἀπόρους φυματικούς, προσφέροντες καὶ τὰς πλάκας τὰς ἀκτινογραφικὰς ἀκόμη δωρεάν». Δὲν θὰ εἴπω τίποτε ἄλλο. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§14Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Θὰ τὸ διαβάσω ἐγὼ τὸ ἔγγραφον, κ. Ψαρρέα εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους: «Ἐκκλησιαστικὸν Σανατόριον»..... ..... (ἀναγινώσκει).......».
§15Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Δὲν θὰ ἀναγνώσω οὐδὲν ἕτερον στοιχεῖον, διότι αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν δι’ ἐμὲ παρὰ μόνον ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός μου. Θὰ συνεχίσω, ὅμως, διότι ὁ κ. Μπρεδήμας δὲν ἐσταμάτησε, δυστυχῶς, εἰς τὸν ἀγῶνα ἐναντίον μου, ἐπὶ ἓν 15θήμερον εἰς αὐτὴν τὴν συκοφαντικὴν ἐκστρατείαν του, τὴν μὲ εἰδικὸν τρόπον ἐξυφανθεῖσαν, διότι φαίνεται, ὅτι ἤθελε νὰ μὲ περιποιηθῇ ἰδιαιτέρως, ἢ ἐκ τῆς κοινῆς καταγωγῆς μου, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς γνωρίζει. Πάντως, μοῦ ἔκαμε κατάπληξιν ἡ πείσμων, ἡ ἐπίμονος καὶ ἡ εἰδικὴ μεταχείρισις τὴν ὁποίαν μοῦ ἔκαμεν, ὡς καὶ ὁ μὴ ἔλεγχος οὐδενὸς στοιχείου τῆς ζωῆς μου. Διότι, ἀντὶ νὰ μεταβῇ εἰς Σέρρας, ὁ κ. Μπρεδήμας, διὰ τὰς ρουλέττας, θὰ ἠδύνατο νὰ μεταβῇ κάλλιστα εἰς τὰς Καλάμας καὶ νὰ ἐρωτήσῃ τὸν οἱονδήποτε Μεσσήνιον ποία ὑπῆρξεν ἡ ζωή μου κατὰ τὰ 30 τελευταῖα ἔτη καὶ ἂν τοῦ ἔλεγεν ὁ οἱοσδήποτε Μεσσήνιος, ὅτι ἐγὼ ἐχρηματίσθην ἀπὸ τὸν εἰς οἱανδήποτε παράταξιν ἀνήκοντα, γενικῶς, τότε θὰ εἶχεν ἀπόλυτον δίκαιον νὰ εἴπῃ ὅ,τι θέλει. Διότι, ὅμως, δὲν ἔκαμε τὴν ἔρευναν αὐτήν, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐφαλκίδευσεν ὡρισμένα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα τοῦ ἐδόθησαν ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ διαπράξουν ἐκβιασμὸν εἰς βάρος τῆς ἐντίμου ἐργασίας τῆς ἰδικῆς μου, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ θέσις του εἶναι θέσις εἰς τὴν Βουλήν. Διότι, ἂν πράγματι ὁ βουλευτὴς γίνεται φορεὺς τῶν ἐπιδιώξεων ἐκβιαστῶν καὶ ἀνεντίμων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δι’ εἰδικοὺς λόγους καὶ δι’ εἰδικοὺς σκοποὺς θέλουν νὰ ἐκβιάζουν τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τοὺς βουλευτάς, δὲν ὑπάρχει Κοινοβουλευτισμός, δὲν ὑπάρχει ἰδέα Κοινοβουλευτισμοῦ, δὲν ὑπάρχει ἡ Δημοκρατία ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ ἅπαντας καὶ διὰ νὰ διατηρηθῇ εἰς τὸ ὕψος του τὸ Κοινοβούλιον. Πρό, λοιπόν, ὅλης αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ὑπάρχουν ἀλληλουχίαι, συμπτώσεις, τὰς ὁποίας δὲν θὰ δυνηθῇ ὁ κύριος Μπρεδήμας νὰ ἀρνηθῇ. Ὁ τέως σχολίατρος τοῦ Κέντρου Περιθάλψεως Μεσσηνίας, ὑπηρετεῖ ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας ὡς ἐλεγκτὴς τῆς περιθάλψεως δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐζήτησε, μετὰ τὴν τοποθέτησίν του, ὡρισμένας εἰδικὰς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μοῦ ἦτο ἀδύνατον νὰ τὸν ἱκανοποιήσω καὶ λόγῳ τῆς παρανόμου αἰτήσεώς του, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἄλλως, θὰ ἤμην διατεθειμένος, ὅπως κἄθε συνάδελφος, νὰ τὸν ἐνισχύσω περισσότερον. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν τὸν ἐνίσχυσα, καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε, καὶ διότι ἐνόμισεν, ὅτι τὸ στοιχεῖον τῆς ὑπογραφῆς μου εἰς μίαν κατάστασιν ἀπετέλει ἔνδειξιν δημοσιοϋπαλληλικῆς μου ἰδιότητος, μοῦ ἔστειλεν, εἰς τὰς ἀρχὰς Δεκεμβρίου, μίαν ἐπιστολήν, ὅτι «κατέχει εἰς χεῖρας του στοιχεῖα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι, ἐνῷ ἤμην βουλευτής, ἤμην καὶ δημόσιος ὑπάλληλος καὶ ὅτι, δῆθεν, μὲ ἐκάλυψεν· ἂν δὲν ἐκτελεσθῇ δὲ ἡ ἐπιθυμία του, τοὐτέστιν ἡ μονιμοποίησίς του καὶ ὁ διορισμὸς τῆς συζύγου του ..... (ἀναγινώσκει) ...... κλπ., θὰ δοθῇ ἡ ἐπιστολὴ πρὸς δημοσίευσιν».
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Ἐκβιασμός, αἶσχος.
§17Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Ἀντιλαμβάνεσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐὰν ἐνέδιδον, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρίσκωμαι μεταξύ σας, διότι θὰ ἐπρόδιδα τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχω. Καὶ ὑπῆρξαν τόσοι ἔντιμοι προκάτοχοί μου καὶ τόσοι ἔντιμοι θὰ ὑπάρξουν διάδοχοί μου, ὥστε ἐγώ, δὲν ἔχω κανένα δικαίωμα νὰ ἀποστερήσω τῆς ἐντιμότητος τὴν θέσιν αὐτὴν ἀπὸ τιμὴν ποὺ τῆς ἁρμόζει, διὰ τῆς ἰδικῆς μου ὑποχωρήσεως. Καὶ ἐδήλωσα, ὅτι προτιμῶ νὰ χάσω, ὄχι μόνον τὴν βουλευτικήν μου ἰδιότητα, ὄχι τὴν ὑπουργικήν μου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν μου, ἐὰν πράγματι πρόκειται νὰ καλυφθῶ ἀπὸ ἕνα ἐκβιαστήν, διότι δὲν ὑπῆρξα ποτὲ ἀνέντιμος εἰς τὴν ζωήν μου. Ὑπῆρξα πάντοτε λευκός. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω διαπράξει ἀτιμίαν. Δὲν δέχομαι οὐδεμίαν παραχώρησιν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§18Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Εἴπατε, ἐξ ὅσων γνωρίζω, διότι ὑπῆρξε ἐπὶ 14 ἔτη ἰατρὸς τοῦ Κέντρου Μαθηματικῆς Ἀντιλήψεως Ἀθηνῶν, εἴπατε, ὅτι ὁ συνάδελφος σᾶς ἐζήτησε νὰ τὸν μονιμοποιήσητε. Ἀλλ’ ἡ Σχολιατρικὴ Ὑπηρεσία ἀποτελεῖται ἀπὸ μονίμους.
§19Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Ὄχι, παρῃτήθη ἤδη τῆς μονίμου θέσεώς του ὡς Σχολιάτρου καὶ κατέχει θέσιν ἐπὶ συμβάσει τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ προσωπικῶν θεμάτων, δὲν γίνονται διακοπαί.
§21Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ σύμπτωσις. Εἶναι ὄντως σύμπτωσις; Διότι ὁ ὑπάλληλος αὐτός, ὅπως ἦτο ἑπόμενον, ἐκλήθη διὰ τῆς ὑπηρεσίας νὰ καταθέσῃ, τὶ στοιχεῖα ἔχει εἰς βάρος μου, ἀμέσως. Διότι δὲν ἦτο δυνατόν, οὔτε 24 ὥρας νὰ μείνω, δὲν ὑπῆρχε θέμα ὑπάρξεώς μου, οὔτε εἰς τὴν ζωήν, οὔτε εἰς τὴν θέσιν μου. Μετὰ τὴν πρόσκλησίν του καὶ τὴν κατάθεσιν τῶν στοιχείων, ἡ ὁποία συμπίπτει νὰ εἶναι ἡ 21.12.1960, ἀμέσως ἐπακολουθεῖ ἡ δημοσίευσις, τὴν 22.12.1960. Ἑτέρα ἀτυχὴς σύμπτωσις διὰ τὸν κ. Μπρεδήμαν ἦτο, ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ καὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας καὶ ἀπὸ τὸ Κέντρον Μαθητικῆς Ἀντιλήψεως Μεσσηνίας, δὲν τὰ ἐζήτησε. Τὰ ἐζήτησεν ὅμως, τὴν 30.12.1960, δι’ αἰτήσεώς του, ὀκτὼ ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν. Τὸ ἀφήνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ κρίνῃ, κατὰ πόσον, ἔχει σχέσιν ἢ εἶναι σύμπτωσις. Ἀλλ’ ὁ κ. Μπρεδήμας, δὲν ἠθέλησε νὰ σταματήσῃ, οὔτε εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Μὲ ἤλεγξε ἐν συνεχείᾳ καὶ διὰ τὴν θέσιν ἀκόμη τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Τ.Σ.Α.Υ. Ἡ θέσις αὐτὴ ἐνομοθετήθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν κ. Πολυζωγόπουλον τὸ 1955. Τόσον ἡ Ὑπουργὸς κ. Τσαλδάρη, ὅσον καὶ ὁ κ. Στρᾶτος καὶ ἐγώ, ἐπὶ μίαν 5ετίαν περίπου, δὲν τὴν ἐπληρώσαμεν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Τ.Σ.Α.Υ. ἐπρότεινε. Τὰ τυπικὰ προσόντα ἦσαν, ἀποφοίτου Ἀνωτάτης Σχολῆς, ἀκόμη καὶ τῆς Παντείου. Αὐτὰ ἦσαν τὰ προσόντα. Ἀντιλαμβάνεσθε, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ κομματικῆς μεταχειρίσεως, πόσον εὐκόλως θὰ τὴν ἐκαλύπτομεν. Ὁ κ. Μπρεδήμας εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ δικηγορίσκου καὶ κατωτάτου λιμενικοῦ ἀξιωματικοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, καὶ θὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίσῃ, ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ καταθέσω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συμπατριώτου μου, ὅτι ἐγεννήθη εἰς Ἀθήνας, δὲν ὑπῆρξε κομματικός μου φίλος, δὲν εἶναι ψηφοφόρος μου κἄν. Εἶναι ἀριστοῦχος τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἔλαβε μετεκπαίδευσιν ἐξ Ἀμερικανικῆς ὑποτροφίας ἐπὶ 2ετίαν, ἠσχολήθη εἰς τὸ συγκριτικὸν καὶ ἀσφαλιστικὸν δίκαιον, ἔλαβε καὶ ἐκεῖ ἄριστα, ἐπῆρε MASTER DEGREE, ἐπῆρε ὑποτροφίαν εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ δὲν τὴν ἐχρησιμοποίησεν. Ἠργάσθη εἰς μίαν τῶν μεγαλυτέρων Ἀσφαλιστικῶν Ἑταιρειῶν τῆς Ἀμερικῆς, ἐλθὼν δὲ ἐδῶ, προσελήφθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀσφαλιστικὴν Ἑταιρείαν. Ἐκλήθη εἰς τὸ Τμῆμα Μελετῶν τῆς Ἰονικῆς Ἀσφαλιστικῆς Ἑταιρείας. Προσελήφθη καὶ ὑπάρχει τὸ διάταγμα, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ, ὡς εἰδικὸς περὶ τὰ ἀσφαλιστικὰ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ διευθυντοῦ. Ἐπιέσθη καὶ ἐπείσθη ἀπὸ ἕνα ἐπίσης, μὲ τὰ ἀσφαλιστικὰ ἀσχολούμενον διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ καὶ καθηγητὴν τῆς Ἀνωτάτης Βιομηχανικῆς Σχολῆς, τὸν κ. Μαργαρίτην, νὰ δεχθῇ τὴν θέσιν τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ Τ.Σ.Α.Τ. Αὐτὴ ἦτο ὑπόθεσις τοῦ κατωτέρου ἀξιωματικοῦ καὶ τοῦ δικηγορίσκου. Ἐὰν καὶ εἰς αὐτὸ ὁ κ. Μπρεδήμας θελήσῃ νὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν θέσιν ἕτερος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε περισσότερα προσόντα, αὐτὸ δὲν τὸ εἶπεν, τὸ ἐπεφύλαξεν. Ἠρκέσθη μόνον εἰς τὴν συκοφαντίαν. Διότι ὁ σκοπός του ἦτο συκοφαντικός. Καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται, διότι ἔχομεν σειρὰν ἀλλεπαλλήλων συκοφαντιῶν καὶ ἡ πρόθεσίς του αὐτὴ καὶ μόνον, ὑπῆρξε. Ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ποῖος ἄλλος εἶναι, καὶ ποῖος δέχεται νὰ ἀναλάβῃ τὴν θέσιν αὐτὴν καὶ πόσοι εἶναι εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὰ ἀσφαλιστικὰ μὲ τοιαῦτα προσόντα. Κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογῶ, ὅτι σᾶς ἐκούρασα καὶ ζητῶ συγγνώμην. Δὲν ἦτο δυνατόν, ὅμως, νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον. Διεξῆλθον τὸ θέμα μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς ταχύτητος, διότι ἀντιλαμβάνομαι καὶ τὴν κόπωσιν τὴν ἰδικήν σας. Ἀλλὰ καὶ ἡ θέσις ἡ ἰδική μου εἶναι λίαν δυσχερής, ὅταν ὁμιλῶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου. Δὲν ἠθέλησα ποτὲ νὰ ὁμιλήσω καὶ οὔτε ἀπόψε ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλήσω. Ἠναγκάσθην τινὰ νὰ εἴπω μόνον, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποτελοῦν παρὰ μόνον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός μου. Καὶ τὸ καθῆκόν μου, νομίζω, ὅτι ἔκαμα πάντοτε. Εἰς τὸν λαὸν ὑπῆρξα πάντοτε παράπλευρος ἐκ καθήκοντος, ὡς ὅλοι οἱ συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἰατρικῆς ἀποστολῆς μας. Ἐάν, διότι ἐκάμαμεν τὸ καθῆκόν μας, διότι ἐξυπηρετοῦμεν τὸν λαὸν τὸν πάσχοντα, ὅταν δὲν ὑπῆρχε μάλιστα κἂν κρατικὴ ἐνίσχυσις καὶ πρόνοια πρὸ πολλῶν ἐτῶν, αὐτὸ ἀποτελεῖ ἔγκλημά μας, διότι ὁ λαὸς αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος πράγματι διατηρεῖ εὐγενῆ αἰσθήματα εἰς τὴν ψυχήν του, μᾶς ἐκτιμᾷ, αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ μειονέκτημα. Αὐτὸ εἶναι προτέρημα τοῦ λαοῦ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, νὰ εὐχαριστήσω καὶ τὸν τύπον διὰ τὴν ἀντικειμενικότητα ποὺ ἐπέδειξεν εἰς τὸ θέμα μου. Ἀλλὰ καὶ νὰ γνωρίσω εἰς τὸν κ. Μπρεδήμαν, ὅτι ὁ ἀντιπολιτευτικὸς Τύπος τῆς ἐπαρχίας μου καὶ τοῦ νομοῦ μου, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο δυνατὸν ἐὰν ἤθελε, νὰ ἀκολουθήσῃ πράγματι τὴν ἀντιπολιτευτικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις καὶ λαμβάνει, εἰς τὸ θέμα τοῦτο ἐπέδειξε τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπιδείξῃ. Διότι ἅπαντες μὲ ἐγνώρισαν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαντήσῃ διαφορετικώτερα. Δὲν θὰ ἀναγνώσω ἐγὼ τὰς ἐφημερίδας, τὰς ἀντιπολιτευομένας. Δύναται, ὅμως ὁ κ. Μπρεδήμας νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ ἴδιος, τὶ διὰ τὴν ἐκστρατείαν τὴν συκοφαντικήν, τὴν ὁποίαν ἐξύφανε ἐναντίον μου, ἀναγράφουν. Ἐάν, λοιπόν, καὶ εἰς αὐτὸ ἐγὼ πταίω, δὲν εἶναι θέμα ἰδικόν μου. Αὐτὸ θὰ τὸ ἐξετάσουν ἄλλοι. Εἶναι θέμα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ. Ἐγὼ ἔκαμα πάντοτε, τὸ καθῆκόν μου ὡς ἄνθρωπος καὶ θὰ συνεχίσω νὰ τὸ κάμνω. Οἱανδήποτε κατηγορίαν καὶ ἂν θελήσῃ ὁ κ. Μπρεδήμας νὰ ἐξυφάνῃ ἐναντίον μου, δὲν θὰ δυνηθοῦν οἱ ρύποι νὰ μὲ πλησιάσουν. Ἐγὼ ὑπῆρξα πάντοτε λευκὸς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν κανένας ρύπος νὰ ἐπικαθήσῃ ἐπάνω μου. (Χειροκροτήματα). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. συνάδελφοι, παρ’ ὅτι οὔτε μακρὰν πολιτικὴν ζωὴν ἔχω, οὔτε εἶμαι ἀνέκαθεν πολιτικὸς νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν λύπην μου καὶ τὴν ἀνησυχίαν μου καὶ νὰ σᾶς μεταφέρω καὶ τὴν ἀνησυχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς κατασυκοφαντήσεως παντὸς ἱεροῦ καὶ ὁσίου, παντὸς πολιτευομένου, παντὸς ἀνθρώπου, παντὸς ἐργαζομένου. Αὐτό, νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ θέμα τῆς Βουλῆς καὶ δὲν γνωρίζω πῶς θὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἀποτελεῖ ἀνησυχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀνησυχίαν μεγίστην. Διότι, βέβαια, δύναται νὰ γίνεται ὁ ἔλεγχος, ὁ ἔλεγχος ὁ καλόπιστος, ὁ ἔλεγχος ὁ βασιζόμενος ἐπὶ γεγονότων, καὶ δυνάμεθα καὶ ὑποχρεούμεθα νὰ δίδωμεν ἀπαντήσεις καὶ δυνάμεθα νὰ ἀποπεμπώμεθα, ὅταν πράγματι διεπράξαμεν ἐγκλήματα. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ὁ ἔλεγχος εἶναι καθῆκον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν τὸν ἱερὸν εὑρίσκεται ἐδῶ. Ὄχι ὅμως, ἡ κατασυκοφάντησις καὶ ἡ συλλογὴ στοιχείων καὶ ἡ συρραφὴ στοιχείων δι’ οἱουδήποτε τρόπου καὶ ὁποθενδήποτε προερχομένων, μὲ μοναδικὸν σκοπὸν ἕνα καὶ μόνον, τὴν κατασυκοφάντησιν οἱουδήποτε ἀνθρώπου, εἴτε ἀνήκοντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπεκτάθημεν καὶ πέραν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔμεινε πλέον ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος νὰ μὴ κατασυκοφαντηθῇ. Ἡ ἀνησυχία μου αὐτή, εἶναι ἀνησυχία Ἕλληνος πλέον καὶ ὄχι βουλευτοῦ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πάντοτε εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ μόνον ἀναμένει ὁ λαὸς νὰ λάβῃ ἀποφάσεις. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Μπρεδήμας, ἔχει τὸν λόγον.
§23Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριοι βουλευταί, πληροφορηθεὶς ἐκ βασίμου πηγῆς καὶ ὄχι ἐκ πλευρᾶς τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη ἀπόψε ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, διότι, οὔτε κατὰ πρόσωπον γνωρίζω τὸν παραιτηθέντα, ὡς εἶπεν, σχολίατρον Καλαμάτας, παρέχω αὐτὴν τὴν διαβεβαίωσιν ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς Πτέρυγος). Δὲν ἔχεις τιμήν.
§25Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπικαλῆται λόγον τιμῆς αὐτός, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε εἶχε λόγον τιμῆς.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτετε καὶ νὰ ἀφήσητε τὸν ρήτορα νὰ ὁμιλήσῃ.
§27Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, καὶ ἀποτείνομαι εἰδικώτερον πρὸς τοὺς κ.κ. συναδέλφους τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως, νομίζω, ὅτι καὶ τὸ πιστεύω ἀπολύτως, δὲν τὸ πιστεύω ἁπλῶς, ὅτι δὲν εἶναι ἡ καλυτέρα μέθοδος ἀντιμετωπίσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος ἀνελθόντος κ. συναδέλφου, ἡ ἐξέγερσις διὰ κραυγῶν. Εἶναι νοητὴ ἡ ἐξέγερσις καὶ ψυχολογικῶς καὶ ἠθικῶς, ἀλλ’ εἶναι ἀσυγκρίτως ἀποδοτικώτερον, ἀποδοτικώτερον διὰ τὴν ἀλήθειαν, μολονότι εἶναι ἤδη πασιφανὴς ἡ ἀλήθεια μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ψαρρέα, εἶναι ἀποδοτικώτερον νὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ γυμνότης τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος ἀνελθόντος διὰ τῆς ἀγορεύσεως τὴν ὁποίαν θὰ τολμήσῃ νὰ κάμῃ. Ἂς τὸν ἀφήσωμεν νὰ τολμήσῃ νὰ κάμῃ τὴν ἀγόρευσίν του. (Χειροκροτήματα).
§28Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρῆτε, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούωνται ἐδῶ παραινέσεις «νὰ ἀφήσωμεν τὸν ρήτορα νὰ ὁμιλήσῃ».
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ρήτωρ εἶναι ἐλεύθερος νὰ ὁμιλήσῃ.
§30Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Σεῖς, κ. Τσιριμῶκο, ὡς Ἀρχηγὸς Κόμματος, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ περιορίσητε τὸν ρήτορα ὀπαδόν σας, διὰ νὰ βοηθήσητε τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτελέσῃ ὁμαλῶς τὸν ἔργον της.
§31Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ τῆς Προεδρίας, ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ μοῦ ἀναγνωρίσητε, ὅτι κάμνω πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ εἶναι ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της. Ἀλλὰ ὀφείλετε σεῖς νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι, σεῖς ἐργάζεσθε διὰ νὰ μὲ ὁδηγήσητε εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀδιαλλαξίας, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προχθὲς ἐνῷ ὡμίλει περὶ ἡμέρων ἠθῶν, ἐχρησιμοποίησε προκειμένου περὶ ἀντιπάλων του, τὴν ἔκφρασιν τῆς πολιτικῆς ἀπάτης. Προσέξατε πῶς συμπεριφέρεσθε, διὰ νὰ συμπεριφερώμεθα καὶ ἡμεῖς ἀναλόγως.
§32Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Σεῖς προεκαλέσατε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μὲ φράσεις εἰρωνικὰς καὶ προσβλητικάς. Καὶ αὐτὸ τὸ λησμονεῖτε.
§33Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οὐδέποτε προσέβαλον κανένα. Ἡ εἰρωνεία οὐδέποτε ἀπετέλεσε πρόκλησιν. Παρὰ ταῦτα ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ παρεκκλίνω ἀπὸ τῆς γραμμῆς μου, ἡ ὁποία εἶναι νὰ παρακολουθῶ μετὰ πάσης ἀντικειμενικότητος τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἐξεγείρομαι, ὅμως, ὅταν λέγετε, «θὰ ἀφήσωμεν, ἢ δὲν θὰ ἀφήσωμεν ἕνα ρήτορα νὰ ὁμιλήσῃ». Αὐτὴ δὲν εἶναι Κοινοβουλευτικὴ ἔκφρασις.
§34Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, τύποις ἔχομεν χρέος νὰ ἀκούωμεν πάντα βουλευτήν, ἀλλὰ ὑπάρχουν ὡρισμένα ζητήματα ἠθικῆς τάξεως, τὰ ὁποῖα καὶ σεῖς ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος, μέλος τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος βουλευτής, ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίζητε, ὑπάρχουν ὡρισμένα ζητήματα, ἐνώπιον τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχωροῦν οἱ τύποι. Δι’ αὐτὸ προέβην εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς παρακλήσεως, ὅπως ἡσυχάσουν, οἱ κ. συνάδελφοι. Διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ ἀνεκτὸν νὰ συστηματοποιῆται ὑπὸ ὡρισμένου βουλευτοῦ ἡ συκοφαντία εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν.
§35Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ἀποδειχθῇ, ἐὰν εἶναι συκοφαντία.
§36Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τὴν συνείδησίν σας ἔχετε ἤδη κατατάξει τὸν κ. Ψαρρέα, ἐκεῖ ὑψηλὰ ὅπου πρέπει, καὶ τὸν κ. Μπρεδήμα, ἐπίσης, ἐκεῖ ὅπου πρέπει.
§37Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πλανᾶσθε, ὅταν νομίζητε, ὅτι ἔχω κατατάξει τὸν κ. Μπρεδήμαν χαμηλά. Κανένα βουλευτὴν δὲν ἔχω κατατάξει χαμηλά. Κάθε βουλευτὴς ἔχει πᾶσαν ἐλευθερίαν νὰ κρίνῃ, ἐὰν μία πρᾶξις του, ἢ μία γνώμη του εἶναι ὀρθή, ἢ ὄχι, ἀλλὰ κανένα ἐκ τῶν συναδέλφων δὲν ἔχω κατατάξει ὑψηλότερα, ἢ χαμηλότερα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ ἠρεμήσουν. Ὁ κ. Μπρεδήμας συνεχίζει.
§39Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριοι βουλευταί, πληροφορηθεὶς ἐκ βασίμου πηγῆς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, παρανόμως φέρει τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ, ἐθεώρησα χρέος μου νὰ φέρω τὸ θέμα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δηλῶ δὲ πρὸς τὸ Σῶμα καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ψαρρέαν, ὅτι τίποτε τὸ προσωπικὸν ἐναντίον μου μὲ ὠθεῖ, ἀντιθέτως, τρέφω πρὸς τοῦτον καὶ συμπάθειαν καὶ ἀγάπην καὶ τὸ ἔχω ἀποδείξει τοῦτο μέχρι τοῦδε. Κύριοι βουλευταί, δὲν κατηγόρησα τὸν κ. Ψαρρέαν, δι’ ἰδιοτέλειαν. Διετύπωσα καὶ διεπίστωσα τὴν ὕπαρξιν μόνον συνταγματικοῦ κωλύματος, δι’ αὐτὸν καὶ τὴν παράβασιν ἐκ μέρους του, τῶν νόμων. Καὶ ἐκεῖ εἶναι τὸ θέμα. Ἀλλά, κατὰ συνείδησιν, πιστεύω, ὅτι θὰ ἤμην παραβάτης ὑψίστου πρὸς τὴν Πολιτείαν καθήκοντος, ἐὰν ἐσιώπων καὶ παρέλειπα νὰ εἴπω τὰ ὅσα θὰ ἐκθέσω ἐν συνεχείᾳ εἰς τὸ Σῶμα, πληροφορηθεὶς ταῦτα ἐξ ἐγκύρου πηγῆς. Ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, προηγουμένως θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφράσω μίαν ἀπορίαν ὡς πρὸς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς καὶ ἐν τῷ συνόλῳ της ἡ Κυβέρνησις, ἀντιμετώπισαν τὸ προκῦψαν θέμα. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐρωτήσεών μου καὶ πρὶν ἢ ὑποβάλω τὴν πρότασίν μου, ἐζήτησα νομοτύπως κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὴν κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἀπεδεικνύετο ἢ ἔστω θὰ ἀνετρέπετο ἡ καταγγελία μου περὶ τῆς ὁποίας ἤδη θὰ ἀποφανθῆτε. Παραδόξως καὶ κατὰ παράβασιν ἐπιτακτικὴν τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα δὲν κατετέθησαν. Ἀντιθέτως, διὰ Κυβερνητικῶν δηλώσεων, ἐπιχειρεῖται αὐθαίρετος ἑρμηνεία τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων καὶ πραγματικῶν δεδομένων, ἐξ ἧς ὁδηγούμεθα εἰς πλήρη συσκότισιν τῆς ὑποθέσεως. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον καὶ θὰ προέκυπτεν ἀνάγλυφος ἡ ἀλήθεια εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων μας, ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἴχατε ὑπ’ ὄψιν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ ἄλλως ηὐδόκησεν ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθήσω τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐχάραξε. Κύριοι βουλευταί, πιστεύω, ἀκραδάντως, ὅτι ὅσον καὶ ἂν εἶναι παραπλανητικὸς ὁ κ. Ὑφυπουργὸς διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποκρύψῃ τὴν ἀλήθειαν. Πρὸς τοῦτο, καὶ πρὸς πλήρη διαφώτισιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καταθέτω διὰ νὰ περιληφθοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ ἅπαντα τὰ κείμενα τῶν ἀναφορῶν μου καὶ ἐρωτήσεων καὶ τῶν Κυβερνητικῶν ἀπαντήσεων ἐπ’ αὐτῶν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ κ. Μπρεδήμας, καταθέτει ἀποκόμματα ἐφημερίδων). Καὶ τώρα, κ. βουλευταί, ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ ἔχει οὕτω: Πρῶτον, ὁ κ. Ψαρρέας, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔθετεν ὑποψηφιότητα καὶ ἐξελέγη βουλευτής, δηλαδὴ τὸν Μάϊον τοῦ 1958, ἐτέλει ὑπὸ συνταγματικὴν ἀπαγόρευσιν, λόγῳ μὴ παρελεύσεως 3ετίας, ἀφ’ ἧς ἀπέβαλε τὴν δημοσιοϋπαλληλικὴν ἰδιότητα, διότι εἶχε δημοσιοϋπαλληλικὴν ἰδιότητα εἰς τὴν περιφέρειαν εἰς ἣν ἔθετεν ὑποψηφιότητα. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἡ ἀμφισβήτησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπάρχει, ὄχι ὡς πρὸς τὴν παρέλευσιν τῆς 3ετίας, ἀλλὰ ἐὰν ὁ κ. Ψαρρέας ἦτο Δημόσιος Ὑπάλληλος. Λοιπόν, ὁ κ. Ψαρρέας ὑπηρέτει εἰς τὸ Κέντρον μαθητικῆς ἀντιλήψεως Καλαμάτας, δηλαδή, εἰς δημοσίαν καθαρῶς ὑπηρεσίαν ὡς ἔμμισθος, ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ, ἀδιάφορον ἐὰν ἦτο μικρὸς ἢ μεγάλος. Ὑπάρχουν δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι παίρνουν μισθὸν 600 δραχμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται μέχρι τὰ μεσάνυχτα, ὅπως ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν μεγάλας ἀποδοχάς. Τὸ θέμα εἶναι ἀδιάφορον Συνταγματικῶς. Τὸν μισθὸν τοῦτον, ἀναγραφόμενον τακτικῶς εἰς τὴν μηνιαίαν μισθοδοτικὴν κατάστασιν μετὰ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, εἰσέπραττε κανονικῶς ὁ κ. Ψαρρέας ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ὑπογράφων καὶ τὰς σχετικὰς ἀποδείξεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, ἀξιότιμοι κ. Ἀντιπρόσωποι, τοῦ Ἔθνους. Κατὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος καὶ κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, ὁ κ. Ψαρρέας κακῶς ἐξελέγη βουλευτής, διότι ἡ σχέσις του αὐτὴ πρὸς τὸ Δημόσιον, εἶναι σαφῶς σχέσις δημοσίου ἐμμίσθου ὑπαλλήλου καὶ ἁρμόδιον Σῶμα νὰ κρίνῃ περὶ τούτου, κατὰ τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἡ Βουλή. Ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ἀνάγλυφος εἶναι ἡ ἀλήθεια, διότι θὰ ἦτο παράδοξον νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι ὁ ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ καὶ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀμειβόμενος δὲν εἶναι ὑπάλληλος. Δεύτερον, φρονῶ, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ κοινῶς παραδεδεγμένα, ἤθελε γίνει δεκτόν, ὅτι ὁ κ. Ψαρρέας δὲν ἦτο ὑπάλληλος, πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, ὅτι ἦτο συμβεβλημένος μετὰ τοῦ Δημοσίου εἰς σχέσιν ἐργολαβίας. Διότι ἀποκρουομένης τυχὸν τῆς ὑπαλληλικῆς ἰδιότητος, ἀναμφισβητήτως ἐμπίπτομεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν ἀπαγόρευσιν περὶ ἐργολαβίας τοῦ Δημοσίου, ἤτοι σχέσιν ἀναλήψεως ἐργολαβικῆς ὑπηρεσίας, τῆς ἀκτινοσκοπήσεως τῶν μαθητῶν, ἐπ’ ἀμοιβῇ, ἥτις κατὰ τὸ ἄρθρον 681 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἀποτελεῖ κλασσικὴν μορφὴν συμβάσεως ἐργολαβίας. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου τούτου θέματος ὑπάρχει οὐσιώδης ἀμφισβήτησις εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἰσχυριζομένου, ὅτι ὁ κ. Ψαρρέας, ἀφ’ ἧς ἐγένετο ὑπουργός, ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ ἐργολαβία.
§40Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφ. Κοιν. Προνοίας). Ἡ παραίτησις ἔγινεν ἀπὸ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1955, ὄχι ἀπὸ τὸ 1956.
§41Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Τὸ ἠξεύρω.
§42Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφ. Κοιν. Προνοίας). Λέγετε, ὅτι ὅταν ἤμην ὑπουργός.
§43Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Δὲν λέγει ὅμως τὸ ἀνακοινωθὲν ἐὰν ἐγένετο δεκτὸν ἀπὸ τὸ ἀντισυμβαλλόμενον Δημόσιον οὔτε ἐπίσης καὶ ἂν πράγματι ἔπαυσε ἡ ὁμολογουμένως ὑφισταμένη αὐτὴ ἐργολαβικὴ σχέσις. Ἑπομένως, εἰς τὴν σκέψιν μου αὐτὴν προσετέθη καὶ ἡ ἄρνησις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου νὰ καταθέσῃ τὰ αἰτηθέντα σχετικὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, ἤτοι ἡ παραίτησις καὶ ἡ ἀποδοχή της. Εὐλόγως γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὁ ὑπουργὸς ἐργολάβος τοῦ Δημοσίου; Ἀλλὰ πέραν τῶν ἀνωτέρω δύο περιπτώσεων, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει καὶ τρίτον θέμα ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑφυπουργοῦ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, ἤτοι ἡ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καὶ τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας ὁμολογουμένη καὶ μέχρι σήμερον ὑφισταμένη συμβατικὴ ἐργολαβικὴ σχέσις τοῦ ὑφυπουργοῦ Προνοίας καὶ βουλευτοῦ ἰατροῦ κ. Ψαρρέα μὲ τὸ ἀσκοῦν δημόσιον λειτούργημα Ἵδρυμα Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων.
§44Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφ. Κοιν. Προνοίας). Δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία ἐργολαβικὴ σχέσις, ὑπῆρχε σχέσις ἐντολῆς καὶ ὑπῆρχε ἐλευθέρα ἐκλογὴ ἀκτινολόγου. Εἴμεθα τρεῖς καὶ ἀπροσώπως ἐξέλεγον τὸν οἱονδήποτε.
§45Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, δι’ αὐτὸ καὶ τὴν ἀπάντησιν τὴν ἔδωσεν ὁ Διοικητὴς τοῦ Ι.Κ.Α. μέσῳ τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, διότι τὸ Ι.Κ.Α. εἶναι οὐσιαστικῶς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον.
§46Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.). Ἐπειδὴ ἀνεφέρθητε εἰς τὴν μὴ κατάθεσιν αἰτηθέντων ἐγγράφων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, ὀφείλω νὰ δώσω πρὸς τὴν Βουλὴν μίαν πληροφορίαν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας δὲν ἔφθασε αἴτησις καταθέσεως ἐγγράφων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἁπλῶς εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνέγνωσα, ὅτι ἐζητήσατε τὸ διάταγμα καὶ τὸν φάκελλον καὶ προέβην ἀμέσως εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν, ὅτι οὔτε διάταγμα διορισμοῦ ὑπάρχει, οὔτε φάκελλος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας. Αἴτησις καταθέσεως ἐγγράφων, διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν μοῦ ἦλθε, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐὰν ἐγένετο, θὰ κατέθετον αὐθημερὸν τὰ ἴδια πράγματα.
§47Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, διὰ τῶν ἀναφορῶν μου δὲν ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ὅλων τῶν ἐγγράφων καὶ δι’ αὐτὸ τὰ ἔγγραφα ταῦτα τὰ κατέθεσα διὰ νὰ μὴ τὰ ἐπαναλάβω καὶ σᾶς κουράσω. Φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπροσέξατε τὰς ἰδικάς μου ἐρωτήσεις καὶ ἀναφοράς, ἀλλὰ ἐπροσέξατε τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωσε προφορικῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός σας ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς.
§48Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.). Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἔρχονται αἱ ἐκ τῆς Βουλῆς αἰτήσεις περὶ καταθέσεως ἐγγράφων. Ἐγὼ ἔλαβον γνῶσιν ἐκ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἔδωσα ἀνακοίνωσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§49Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Τὴν ἀπορίαν σας αὐτὴν νὰ τὴν ἀπευθύνετε πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ὑποστηρίζω, κ. συνάδελφοι, καὶ ἀναμφισβητήτως οἱ ἐξ ὑμῶν νομικοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ ἀντείπουν, ὅτι τὸ Ι.Κ.Α., ἐκ τῆς καθόλου συγκροτήσεως αὐτοῦ καὶ τῶν ἀνατιθεμένων εἰς αὐτὸ ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν δημόσιον λειτούργημα, ὑπὸ τὸν ἄμεσον ἔλεγχον τοῦ Κράτους, Ὑπουργείου Ἐργασίας, ὅτι δὲν εἶναι δημοσία ὑπηρεσία κατὰ παραχώρησιν ἀσκουμένη καὶ κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἀπόφασις 400 καὶ 463, Νομικὸν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, ἀσκῶν κατὰ παραχώρησιν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ νομολογία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Τώρα ἐὰν ἔπαιρνε λίγο μισθὸ δὲν ἔχει σχέσιν. Τοῦ τὸ ἀναγνωρίζω, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζω, τὸ δέχομαι ὡς εἰλικρινὲς καὶ δὲν ἀμφισβητῶ τὴν διάθεσίν του νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τοὺς πάσχοντας, τοῦτο ὅμως δὲν μειώνει καθόλου τὸ γεγονὸς τῆς ὑπάρξεως τοῦ Συνταγματικοῦ κωλύματος, εἴτε ἔπαιρνε μικρὸν, εἴτε ἔπαιρνε μεγάλον μισθόν. Πράγματι καὶ εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν τοῦ Κέντρου τῆς μαθητικῆς ἀντιλήψεως ὑπῆρχεν ἔμμισθος σχέσις καὶ ἔπαιρνε μισθὸν βάσει μισθοδοτικῶν καταστάσεων καὶ ἀποδείξεων, ἔστω καὶ ὀλίγον, καὶ εἰς τὴν ἄλλην σχέσιν μὲ τὸ Ι.Κ.Α. ὑπάρχει ἐργολαβικὴ σχέσις, διότι τὸ Ι.Κ.Α., ὅπως σᾶς εἶπον, εἶναι καθαρὰ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἐγὼ δὲν θὰ καθήσω νὰ σᾶς εἴπω ἀπόψεις καὶ γνωμοδοτήσεις διακεκριμένων συνταγματολόγων καὶ νομικῶν, τὰς ὁποίας ἔχω, ἐγὼ θὰ πάω εἰς τὰ πραγματικὰ περιστατικά, χωρὶς νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ ἄρα τὸ Ι.Κ.Α. ταυτιζόμενον πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ ἄρα καταλαμβανόμενον ὑπὸ τῶν σχετικῶν συνταγματικῶν ἀπαγορεύσεων, ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, παράγρ. 5, τὴν ὁποίαν καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω: «Τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ ..... (ἀναγινώσκει) ....». Καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Ψαρρέας, ἦτο καὶ εἶναι Διευθυντὴς ἐπιχειρήσεως ἀκτινολογικοῦ ἐργαστηρίου, συμβεβλημένης μὲ τὸ Ἵδρυμα Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων. Οὐδεμία, νομίζω, κατόπιν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κύριος Ψαρρέας ὤφειλε κατέχων ἀσυμβίβαστον κατὰ τὸ Σύνταγμα θέσιν, νὰ ἐπιλέξῃ ἐντὸς ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς του, ἢ τὴν θέσιν τοῦ Διευθυντοῦ ἐργαστηρίου, ἢ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Μὴ ἐπιλέξας, κατὰ ρητὴν ἐπιταγὴν τοῦ Συντάγματος, θὰ ἐκπέσῃ αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ. Περὶ τῶν τριῶν αὐτῶν περιπτώσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑφυπουργοῦ τῆς Ὑγιεινῆς, ζητῶ τὴν κρίσιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος. Βέβαιος ὤν, ὅτι θέλετε ἀποφανθῆ μακρὰν πάσης προκαταλήψεως, μακρὰν πάσης πολιτικῆς σκοπιμότητος, ἢ ἐμπαθείας, μὲ μόνον γνώμονα τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Δημοκρατικοῦ μας πολιτεύματος. Ἀλλά, κ. βουλευταί, μὲ τὴν ἀνάπτυξιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἔχουν γεννηθῆ εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν ὅλων, σκληρὰ ἐρωτήματα ἠθικῆς τάξεως διὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν καὶ Ὑπουργὸν τῆς Ὑγιεινῆς, καὶ τοῦτο, διότι ἀναμφιβόλως ὑπάρχει εἰς τὰς πράξεις καὶ ἐνεργείας τούτου, περίεργος ἀνάμιξις τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν ἀτομικῶν. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἐλέγχει, ὡς Ὑπουργὸς, τὸν ἑαυτόν του ὡς ὑπάλληλον ἢ ἐργολάβον, ἢ ὅ,τι θέλετε, σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὸ δημόσιον καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σημειώσω, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ ὁ συνάδελφός του ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, κατηγοροῦν ἑαυτούς, ὅταν διὰ τῶν ἀνακοινωθέντων των, ἰσχυρίζωνται, ὅτι λόγῳ εὐθιξίας, ὁ κ. Ψαρρέας γενόμενος Ὑπουργός, ἐδήλωσεν πρὸς τὸ Δημόσιον, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ τὰς περαιτέρω μεταξύ των δοσοληψίας. Τὴν αὐτήν, ὅμως, εὐθιξίαν κατὰ περίεργον διχασμὸν τῆς προσωπικότητός του, δὲν ᾐσθάνθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς καὶ διὰ τὰς μετὰ τοῦ Ι.Κ.Α. δοσοληψίας του, τὰς ὁποίας καὶ σήμερον ἀκόμη συνεχίζει καὶ μάλιστα εἰς εὐγενεστάτην μετὰ τῶν ἐντοπίων του συναγωνιστῶν ἅμιλλαν, κατώρθωσε νὰ προαγάγῃ εἰς τὸ ἀξιοζήλευτον ποσοστὸν τοῦ 80% τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἱδρύματος, ὄντος, ὅπως εἶπεν, Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Κύριοι βουλευταί, καίτοι ἡ ὑπόμνησις, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ προβῶ, εἶναι, ἐλπίζω, περιττὴ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀξίους ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατερχόμενος τοῦ βήματος, θεωρῶ χρέος μου νὰ εἴπω, ὅτι πέραν τῆς αἰθούσης αὐτῆς ἐκδίδει ἰδικήν του ἀπόφασιν ἐπὶ παντὸς θέματος ὁ κυρίαρχος Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἀναμένει ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἐπιτελέσωμεν ἔργα καθαρᾶς συνειδήσεως, καθῆκον ἀκραιφνοῦς ἀπονομῆς δικαίαν καὶ ἱερὰν ἐντολὴν τῆς πολιτείας πρὸς περιφρούρησιν τοῦ πολιτεύματος τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ὀφείλουν νὰ εἶναι εὐγνώμονες εἰς ἑκάστην πρᾶξιν μας ὡς καὶ πρὸ ἡμερῶν ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Βάσει τῶν προταθέντων καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατωτέρω πρότασιν πρὸς ψηφοφορίαν: «Ἡ Βουλὴ...... ...... (ἀναγινώσκει) ......».
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§51Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Κατὰ παράβασιν καὶ τῶν παραδόσεων καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ κ. Μπρεδήμας ἀνέγνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος μίαν νομικὴν διατριβήν, τὴν ὁποίαν ἔγραψεν εἴτε ὁ ἴδιος, εἴτε μὲ τὴν βοήθειαν ἄλλου δικηγόρου. Θὰ ἐπεθύμουν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ γενικῶς τοῦ Προεδρείου, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Εἰς τὸ μέλλον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὸν Κανονισμόν, ἡ ἀνάγνωσις κειμένου ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§53Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Διότι, ἄλλος, μὴ προητοιμασμένος ἐπὶ τῇ βάσει σημειώματος ἢ ἁπλῶς συγκροτῶν ἕνα διάγραμμα σκέψεως, ὁμιλεῖ ὑστερῶν κατὰ κἄποιον τρόπον ἀπὸ ἀπόψεως διατυπώσεως καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναγινώσκει τὴν ἑπομένην τὸν λόγον του καὶ τὸν βλέπει πτωχόν, συγκρίνων αὐτὸν πρὸς τὸν λόγον τοῦ προητοιμασμένου, τοῦ συγγραφέως, χωρὶς νὰ εἶναι κἂν βέβαιον, ὅτι συγγραφεὺς ἦτο αὐτὸς οὗτος ὁ βουλευτὴς ὁ ὁποῖος ἀνέγνωσε τὸ κείμενον. Κύριε Πρόεδρε, αὐτό, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξακολουθήσῃ. Πρῶτον, ταλαιπωροῦνται οἱ κύριοι στενογράφοι, οἱ ὁποῖοι ἐστενογράφησαν λόγον, ὁ ὁποῖος εἶναι δακτυλογραφημένος καὶ θὰ ἦτο δυνατόν, εἰλικρινῶς καὶ τιμίως, ὁ κ. Μπρεδήμας νὰ τὸ εἴπῃ, παραδίδων εἰς τοὺς κυρίους στενογράφους τὸ κείμενον τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον μόλις ἀνέγνωσεν, ὅπως ἐγὼ ὁ ἴδιος παρηκολούθησα ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς.
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§55Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Δὲν δέχομαι διακοπάς. Δεύτερον, ὁ κ. Μπρεδήμας, βέβαιος ὤν, καὶ ἦτο βέβαιος πρὶν συγγραφῇ ἀπὸ τὸν ἴδιον ἢ ἀπὸ κἄποιον ἄλλον ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησε, βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐναντίον τοῦ κ. Ψαρρέα ἐπίθεσις εἰς τὸ ὕφος εἰς τὸ ὁποῖον ἤρχισεν, ἀνέγνωσεν ἕνα κείμενον τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται οἱονεὶ ἀντικειμενικόν. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὁ φίλος κ. Τσάτσος, ἀπαντῶν εἰς τὰ νομικὰ ἐπιχειρήματα καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς αὐτά, ἤθελα ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω κἄτι, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν διηυκρίνισεν ἐπαρκῶς ὁ κ. Ψαρρέας. Εἶπε κἄτι, σχετικῶς μὲ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἤρχισεν ἡ ἐναντίον του ἐπίθεσις. Ἤρχισε μὲ ἕνα «σεντόνι» εἰς μίαν ἐφημερίδα καί, ἀσφαλῶς, ὁ ὑποβολεὺς τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῆς δημοσιογραφίας εἶναι ὁ κ. Μπρεδήμας, βουλευτὴς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ εἰς τὸ λευκὸν αὐτό, εἰς τὸ σεντόνι, ὅπως ἐλέγομεν ἄλλοτε, ὑπάρχει ἓν ἐρωτηματικόν. Τὰ ἐρωτηματικὰ αὐτὰ εἰς μέγα λευκὸν πλαίσιον τίθενται συνήθως, προκειμένου περὶ ἐγκληματιῶν. Καλῶ δὲ καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ, ὄχι ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. Μπρεδήμας, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τὸ ὁποῖον θέτω ἐγώ, νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν δικαιοῦται εἷς βουλευτὴς νὰ μεταχειρίζεται τοιούτου εἴδους δημοσιογραφικὰς μεθόδους εἰς μίαν ἐφημερίδα, μεθόδους αἱ ὁποῖαι δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν δεοντολογίαν τὴν βουλευτικήν. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐρωτηματικόν, ὅπως ἐτέθη εἰς μίαν σελίδα ἢ μᾶλλον εἰς δύο στήλας αἱ ὁποῖαι ἦσαν λευκαί, λευκαὶ ὅπως λευκὸς εἶναι ὁ κ. Ψαρρέας (χειροκροτήματα), εἶναι ἓν ἐρωτηματικὸν μαῦρον, ὅπως μαύρη εἶναι ἡ σκέψις τοῦ κ. Μπρεδήμα, καὶ ἀποτελεῖ μίαν μέθοδον νέαν, ἡ ὁποία ἐγκαινιάζεται εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ δημοσιογραφικὴν ζωήν, μίαν μέθοδον κατὰ τῆς ὁποίας εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἅπαντες, μηδὲ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ κυρίου Μπρεδήμα, ἐξαιρουμένου, νὰ ἀντιταχθῶμεν. (Χειροκροτήματα).
§56Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ πληροφορήσητε τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ λάβω τὸν λόγον. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα;
§59Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπειδὴ ἤκουσα τὸ ἐρώτημα, ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Μπακόπουλος, ἐπιθυμῶ νὰ προσδιορίσω τοῦτο. Ἐφ’ ὅσον εἶναι πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, οἱ Ἀρχηγοὶ δικαιοῦνται νὰ λάβουν τὸν λόγον καί, ἀντὶ ἐμοῦ, παρεκάλεσα τὸν κ. Μπακόπουλον νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω τοῦτο: Τὸ θέμα, κατανέμεται εἰς δύο κεφάλαια, εἰς τὸ συνταγματικὸν καὶ εἰς τὸ πολιτικόν, περὶ τοῦ ὁποίου, ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν ἤκουσα, ἐνῷ εἶχον ἀναγνώσει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ συνταγματικὸν θέμα, μερίδες, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ὑπάρχουν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, λαμβάνει τὸν λόγον ὁ κ. Μπακόπουλος.
§60Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν τὰ ὅσα τὸν ἀφεώρων προσωπικῶς, καὶ ὑπερήσπισεν ὡς ὤφειλε τὴν προσωπικὴν του τιμήν, τὴν λευκότητα τοῦ χαρακτῆρός του, τὸ ἀνεπίληπτον τῆς ἰδιωτικῆς του καὶ δημοσίας του ζωῆς. Τοῦτο ἦτο ἔργον ἰδικόν του. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κανένα λόγον νὰ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Δὲν διστάζω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι καὶ μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑφυπουργὸς καὶ τὰ εὗρον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, ἀπολύτως πειστικά. Ὄντως, ὁ δημόσιος ἀνὴρ ὀφείλει νὰ εἶναι λευκός. Εἶναι καθῆκον του. Ἀλλὰ ὁ δημόσιος ἀνὴρ ἔχει καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις καὶ ἔναντι τοῦ Ἔθνους καὶ ἔναντι τῶν ἐκλογέων του καὶ γενικώτερον ἔναντι τῆς ἀποστολῆς του. Ἔχει τὸ καθῆκον νὰ λαμβάνῃ θέσιν ὅταν ἐμφανίζωνται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ζητήματα γενικωτέρας σημασίας, θίγοντα καὶ τὴν ὑπόληψίν του καὶ τὴν σύνθεσιν γενικῶς τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ καθῆκον αὐτὸ ἔχουν οἱ δημόσιοι ἄνδρες καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν προκαλοῦνται. Ἐν προκειμένῳ, ὅμως, ὑπάρχει πρόκλησις ἔναντι ὅλων μας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, διότι ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπρεδήμας καὶ διὰ τοῦ Τύπου καὶ διὰ τῆς ὁμιλίας του κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν, ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς κατέστη ἔκπτωτος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅπως ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐστήριξε δὲ ὁ κ. Μπρεδήμας τὴν πρότασίν του ἐπὶ δύο κυρίως βάσεων. Πρῶτον, ὅτι τάχα ὁ ἀξιότιμος κ. ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς κατέστη ἔκπτωτος, διότι ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν πρὸ τῆς ἐκλογῆς του ὡς βουλευτοῦ καὶ λόγῳ τῆς ἰδιότητός του ταύτης τῆς ὑπαλληλικῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκλεγῇ βουλευτὴς Μεσσηνίας. Δεύτερον, ὅτι κατέστη τάχα ἔκπτωτος, λόγῳ ἀσυμβιβάστου ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἔχει ἰδιωτικὸν ἰατρικὸν ἐργαστήριον εἰς τὰς Καλάμας, ἔχει δὲ ὑπογράψει καὶ συμβληθῆ μὲ τὸ Ἵδρυμα Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην του, ἐλεγχόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας καὶ τῆς Διοικήσεως γενικῶς, ἀποτελεῖ δημοσίαν Ὑπηρεσίαν καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον καὶ συνεπῶς, πρέπει νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ὁ κ. ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς. Ἡ πρόκλησις αὕτη τοῦ κ. Μπρεδήμα, ἀπευθυνομένη πρὸς ὅλους ἡμᾶς, μᾶς παρέχει τὸ δικαίωμα καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὄχι διὰ νὰ ἐπηρεάσωμεν τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ἁπλῶς διὰ νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ ἰδικόν μας καθῆκον. Καὶ πρῶτον, ὁ συνάδελφος κ. Μπρεδήμας ἔθεσε μίαν πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ζητεῖ καὶ νὰ ἀποφανθῇ αὕτη. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ αὐτοῦ θέματος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀσχοληθῇ. Βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, εἶχε δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλὰ τὸ ἰδιωτικὸν ἰατρικὸν ἐργαστήριον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Μπρεδήμας, ὅτι ὁ κ. Ψαρρέας ἔχει συμβληθῆ μὲ τὸ ΙΚΑ, δὲν ἀποτελεῖ λόγον διὰ νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ κ. Ψαρρέας τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, διότι ὁ κ. Ψαρρέας δὲν εἶναι ὑπάλληλος οὐδὲ ἐργολάβος τοῦ ΙΚΑ, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Μπρεδήμας. Καὶ ἐπεκαλέσθη μὲν ὁ κ. Μπρεδήμας τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, παράγρ. 5, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρονται τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ καὶ τὸ ἀσυμβίβαστον, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὁμιλεῖ περὶ ἔργων ὑπαλλήλων ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν ἢ ἐπιχειρήσεων. Τὸ ΙΚΑ ὅμως, δὲν εἶναι ἐμπορικὴ ἑταιρεία, οὔτε ἐπιχείρησις, ἄρα ἄνευ ἑτέρου καταπίπτει τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Μπρεδήμα περὶ ἀσυμβιβάστου, διότι ἀσυμβίβαστον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ὑφίσταται. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὴν ἑτέραν βάσιν. Δι’ ἣν περίπτωσιν ὁ κ. Ψαρρέας ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος, κατὰ τὴν τελευταίαν πρὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958 3ετίαν καὶ δὲν ἦτο συνεπῶς ἐκλόγιμος βουλευτής. Τὸ Σύνταγμα, εἰς τὸ ἄρθρον 71, λέγει τὰ ἑξῆς: «Οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ ἐκλεγῶσι βουλευταὶ οὐδὲ νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι εἰς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρέτησαν, κατὰ τὴν πρὸ τῆς ἐκλογῆς των 3ετίαν». Ἐὰν ὁ κ. Ψαρρέας ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνακηρυχθῇ ὑποψήφιος, οὔτε νὰ ἐκλεγῇ. Ἁρμόδιον ὅμως διὰ νὰ κρίνῃ τοῦτο εἶναι τὸ Ἐκλογοδικεῖον καὶ ὄχι ἡ Βουλή. Διότι τὸ Σύνταγμα, ἐκεῖ ὅπου θέλει νὰ δώσῃ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν, τὸ λέγει ρητῶς. Ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον «βουλευτὴς στερηθεὶς τῶν προσόντων τούτων», τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν προηγουμένην παράγραφον τοῦ ἐν λόγῳ ἄρθρου, «ἐκπίπτει αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἐγειρομένων περὶ τούτου ἀμφισβητήσεων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή». Ἑπομένως, ὁ ὅρος τῆς ἐκπτώσεως ἦτο γνωστὸς εἰς τὸν συνταγματικὸν νομοθέτην καὶ ἐὰν ἤθελε νὰ δώσῃ μίαν τοιαύτην ἁρμοδιότητα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ εἴπῃ ρητῶς. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν τὸ Σύνταγμα νὰ τὸ ἑρμηνεύωμεν εὐρέως. Κατὰ συνέπειαν, ἁρμόδιον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν περὶ τῆς ἐκλογιμότητος ἢ μὴ τοῦ κ. Ψαρρέα ἦτο τὸ Ἐκλογοδικεῖον. Ἐφ’ ὅσον εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον δὲν ὑπεβλήθη σχετικὴ ἔνστασις οὔτε ὑπάρχει σχετικὴ ἀπόφασις, καλῶς ὁ κ. Ψαρρέας εἶναι βουλευτής. Ἀλλὰ ἦτο πράγματι δημόσιος ὑπάλληλος ὁ κ. Ψαρρέας; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Θὰ ἦτο δυνατόν, ἐάν τις μὴ νομικῶς σκεπτόμενος περιέπιπτεν εἰς τὸ σφάλμα ἐκ τοῦ ὅτι ἡ κωδικοποίησις τῶν διατάξεων περὶ σχολιατρικῆς ὑπηρεσίας προβλέπει περὶ ὀργανώσεως Κέντρων Μαθητικῆς Ἀντιλήψεως οἱ εἰς αὐτὰ παρέχοντες ἐργασίαν ἀκτινολόγοι ἰατροὶ ἐθεωροῦντο ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι. Λέγει ὁ σχετικὸς νόμος περὶ ὀργανώσεως τῆς Σχολιατρικῆς ὑπηρεσίας: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Δηλαδή, παρέχεται ἡ εὐχέρεια τῆς παροχῆς ἰατρικῆς περιθάλψεως εἰς τοὺς εἰς αὐτὰ φοιτῶντας μαθητάς. Πέραν αὐτοῦ, τὰ Κέντρα αὐτὰ Ἀντιλήψεως δὲν ὑπάγονται κἂν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας, ἀλλὰ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας. Ἑπομένως, δὲν εὐσταθεῖ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Μπρεδήμα, ὅτι ὁ κ. Ψαρρέας εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν εἶναι ἐλέγχων ἐν ταὐτῷ καὶ ἐλεγχόμενος. Κατὰ τὸν νόμον περὶ Κέντρων Μαθητικῆς Ἀντιλήψεως, τὰ Κέντρα αὐτὰ διακρίνονται εἰς Αʹ τάξεως καὶ Βʹ τάξεως καὶ καθορίζεται ἡ σύνθεσις τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν. Εἰς μὲν τὴν Αʹ τάξιν προβλέπεται καὶ ἡ ὕπαρξις θέσεως ἀκτινολόγου ἰατροῦ ὄντος δημοσίου ὑπαλλήλου. Εἰς τὰ Κέντρα Βʹ τάξεως δὲν ὑπάρχει νομοθετημένη τοιαύτη θέσις. Πῶς ὑπάρχει ὅμως ἀκτινολόγος εἰς τὰ Κέντρα αὐτὰ παρέχων ἐργασίαν; Κατὰ τὸ ἄρθρον 47 παράγρ. τελευταία τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου, ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Αἱ δαπάναι ...... (ἀναγινώσκει) ...... ἀναγράφονται κατ’ ἔτος εἰς τακτικὴν πίστωσιν τῆς ὑπηρεσίας». Δηλαδή, δίδεται μία γενικὴ πίστωσις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν καὶ ἐπειδὴ ἡ ὑπηρεσία κρίνει ἀναγκαίαν τὴν ἀκτινολογικὴν ἐξέτασιν τῶν μαθητῶν, προβαίνει εἰς παροχὴν ἐργασίας εἰς ὡρισμένους ἀκτινολόγους τῆς περιφερείας. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου σχετικὴν πρᾶξιν τοῦ Κέντρου Μαθητικῆς Ἀντιλήψεως Μεσσηνίας τοῦ ἔτους 1956, διὰ τῆς ὁποίας ἡ διοικοῦσα ἐπιτροπὴ τοῦ ἐν λόγῳ Κέντρου προσλαμβάνει ὄχι ἐπὶ μισθῷ, ἀλλὰ διὰ τῆς παροχῆς ὀλίγων ἐξόδων κινήσεως ὡρισμένους ἰατρούς. Δὲν πρόκειται περὶ μισθοῦ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι, πᾶσα πληρωμὴ ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοιαύτη μισθοδοσία εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Κατὰ τὸ Δημόσιον Δίκαιον τῆς Χώρας μας καὶ δὴ κατὰ τὸν Κώδικα τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων, δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι τὰ ἔμμισθα ὄργανα τοῦ Κράτους, τὰ διατελοῦντα ἐν προαιρετικῇ ἀμέσῳ καὶ πειθαρχικῇ πρὸς αὐτὸ σχέσει. Εἰς τὸ νόμον περὶ Σχολιατρικῆς Ὑπηρεσίας γίνεται ρητὴ μνεία, ὅτι οἱ προσλαμβανόμενοι εἰς τὰ Κέντρα Μαθητικῆς Ἀντιλήψεως ἀκτινολόγοι δὲν ὑπόκεινται εἰς πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν τῶν Κέντρων. Ἄρα ἐλλείπει τὸ στοιχεῖον τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς ἰδιότητος, κατὰ τὸν εἰδικὸν τοῦτον νόμον. Πέραν τούτου, κατὰ τὴν νομολογίαν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἀπόφασις 706)53, ἐπὶ τοιούτων ὑπαλλήλων δὲν τηρεῖται ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 101 τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν ἀπόλυσίν των. Ἐκτὸς ὅλων αὐτῶν, κατὰ τὸ Δημόσιον Δίκαιον τῆς χώρας μας, πᾶσα πρᾶξις τῆς διοικήσεως, ἀφορῶσα εἰς τὴν προσωπικὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δηλαδὴ διορισμόν, παραίτησιν, μετάθεσιν, ἀπόλυσιν, τελειοῦται διὰ τῆς δημοσιεύσεώς της εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, διορισμὸς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπάρχει, ὅπως δὲ ἐδήλωσε προηγουμένως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον του δὲν ὑπάρχει οὔτε διορισμός, οὔτε φάκελλος τοῦ κ. Ψαρρέα. Πέραν τούτων, ἔχομεν καὶ τὴν νομολογίαν τοῦ Ἐκλογοδικείου. Προσεβλήθη ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἄλλοτε συναδέλφου ἰατροῦ κ. Κατσιλάμπρου, διότι οὗτος παρεῖχε τὰς ὑπηρεσίας του εἰς ἕνα Ταμεῖον καὶ τὸ Ἐκλογοδικεῖον ἀπεφάνθη, ὅτι οἱ ἰατροὶ αὐτῆς τῆς κατηγορίας, οἱ παρέχοντες τὰς ὑπηρεσίας των διὰ συμβάσεως πενταετοῦς ἰσχύος, δυναμένης νὰ ἀνανεωθῇ καὶ δι’ ἑτέραν πενταετῆ περίοδον, δὲν ὑπάγονται εἰς τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν ἀκόμη κἄτι χειρότερον εἰς βάρος τῶν ἀπόψεων τοῦ κ. Μπρεδήμα. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1953 μέχρι τοῦ 1956, ἐπανειλημμένως ἤλλαξεν ὁ ἀκτινολόγος ἰατρός. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ποῖος εἶναι, ἐὰν εἶναι ὁ Ξανθάκης ἢ ὁ Α ἢ ὁ Β, τρεῖς φορὲς ἤλλαξεν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὶς τρεῖς αὐτὲς φορὲς ἦτο ὁ κ. Ψαρρέας, πάλιν κατὰ τὴν νομολογίαν τοῦ Ἐκλογοδικείου, ἡ ἰδιότης του αὐτὴ δὲν ἦτο ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν ἐκλογιμότητά του ὡς βουλευτοῦ. Ἀλλά, πλὴν τούτου, καὶ εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς ἐναλλαγάς, δὲν ἐμφανίζεται Ἰ. Ψαρρέας πουθενά, κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν. Ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ ἐνδεχομένως, ὅτι: Εἶναι σωστὸν νὰ εἶσαι ὑπουργὸς καὶ νὰ εἶναι ὁ βοηθός του εἰς τὸ ἀκτινολογικὸν ἰατρεῖον καὶ νὰ παίρνῃ 1.300 δραχμὰς τὸν μῆνα; Ἄλλο θέμα. Ἰ. Ψαρρέας οὔτε ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, οὔτε ἐπὶ συμβάσει, οὔτε μὲ σχέσιν ἰδιωτικοῦ δικαίου οἱασδήποτε φύσεως δὲν ἐμφανίζεται ἔχων οἱανδήποτε σχέσιν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, εἰς τὰς Καλάμας. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι δὲν εὐσταθεῖ ἡ αἴτησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μπρεδήμα, οὔτε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ συνταγματικὸν θέμα —διότι δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἔθεσε— καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, τῆς νομολογίας τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ τῆς νομολογίας τοῦ Ἐκλογοδικείου, δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ἀσυμβίβαστον καὶ τίποτε τὸ μεμπτόν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μορφὴν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ὑφυπουργοῦ Ὑγιεινῆς κ. Ψαρρέα. (Χειροκροτήματα).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§62Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἑνὸς κακοῦ δοθέντος μύρια ἕπονται, καὶ ὅτι ἡ ἀποψινὴ συζήτησις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγάγῃ εἰς ἀποκρυσταλλώματα πλήρη ἐπὶ ὅλων τῶν πλευρῶν τῶν ὑποθέσεων ἢ μᾶλλον τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀγομένης ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διότι πιστεύω, ὅτι ἀντικανονικῶς, παρὰ τὸν Κανονισμόν, ἤχθη ἐν τῷ συνόλῳ του. Πρῶτον, ἦλθεν ὡς προσωπικὸν ζήτημα ὄχι ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ὑπεβλήθησαν ἐρωτήσεις ἢ ἐπερωτήσεις ἢ ἀναφοραὶ ἢ αἰτήσεις καταθέσεως ἐγγράφων, διότι αὐτά, ἀνάγονται ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Σώματος καὶ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς ὑπουργὸς νὰ θεωρήσῃ, ὅτι προκύπτει δι’ αὐτὸν προσωπικὸν ζήτημα ἐκ τοῦ ὅτι ὑπεβλήθη ἐρώτησις ἢ αἴτησις καταθέσεως ἐγγράφων ἢ ἐπερώτησις σχετικὴ μὲ οἱανδήποτε δραστηριότητά του. Ἐλέγχεται καὶ ἐνδεχομένως ἐλέγχεται διὰ μὴ σκόπιμον διοίκησιν, ἀλλὰ ἐνδεχομένως καὶ διὰ μὴ νόμιμον διοίκησιν. Ἑπομένως, ὁ δρόμος τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ προσωπικὸν ζήτημα προκῦψαν εἰς τὰς στήλας τοῦ Τύπου, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἀποτελεῖ βαθυτάτην ἀλλοίωσιν τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι, ἐὰν μία ἐφημερὶς κατέθεσέ τι δι’ οἱονδήποτε τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ Σώματος —διότι τὸ προσωπικὸν ζήτημα ἀφορᾷ καὶ δύναται νὰ προκύψῃ δι’ ἕνα οἱονδήποτε τῶν βουλευτῶν— ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ βουλευτὴς νὰ ἀναζητήσῃ καὶ νὰ ἀπασχολήσῃ τὸ θέμα, διὰ νὰ ἀνασκευάσῃ ὅσα ἐφημερίς, ἔξω τῶν τειχῶν τοῦ Σώματος, ἔξω τῆς διαδικασίας τῆς κοινοβουλευτικῆς εἶπεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον. Εἰς τὸ προσωπικὸν ζήτημα τώρα, συμφύρεται μία αἴτησις, μία πρότασις νὰ λειτουργήσῃ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Σώματος ἐκ τοῦ ἄρθρου 72 παράγρ. 2 τοῦ Συντάγματος περὶ ἐκπτώσεως βουλευτοῦ, ἡ ὁποία πάλιν προϋπόθεσιν θὰ εἶχε τὴν ἐκκαθάρισιν ὡρισμένων πραγματικῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ προέκυπτον ἐκ τῆς καταθέσεως ἢ μὴ καταθέσεως ἐγγράφων. Καὶ νομίζω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ δεσμὸς ὁ οἱοσδήποτε, ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι δεσμὸς δημοσίας ὑπηρεσίας —θὰ τὸ ἴδωμεν ἐντὸς ὀλίγου— ὁ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ἀξιολόγους γνώμας, δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι ἀνέπτυξε τὰς ὀρθάς. Ἀλλὰ ὁ δεσμὸς μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου ὑφυπουργοῦ τῆς Ὑγιεινῆς καὶ δημοσίας τινὸς ὑπηρεσίας εἰς χρόνον ἀπέχοντα ὀλιγώτερον τῆς τριετίας ἀπὸ τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν καὶ εἰς τόπον ἐντὸς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας τῆς ὁποίας ἀνεκηρύχθη ὑποψήφιος καὶ ἐξελέγη βουλευτής, ὁ δεσμὸς αὐτὸς ὁ οἱοσδήποτε, δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ προέκυπτεν ἐκ διατάγματος δημοσιευομένου εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ φακέλλου ὑπηρεσιακοῦ. Ἐφ’ ὅσον ἡ νομοθεσία περὶ συστάσεως σχολιατρικῆς ὑπηρεσίας, ὡς ἐκωδικοποιήθη ἀπὸ τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1946, προβλέπει ἀλλοῖον τρόπον προσλήψεως ἐκτάκτων μὴ μονίμων εἰς μὴ νομοθετημένην θέσιν ἐπικουρικῶν βοηθητικῶν ἰατρῶν εἰς τὰ δευτέρας τάξεως Κέντρα Μαθητικῆς Ἀντιλήψεως, ἐφ’ ὅσον γίνεται ἡ πρόσληψις διὰ τῶν διοικουσῶν κατὰ πρωτεύουσαν νομαρχιακῶν Ἐπιτροπῶν, ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, ὅτι δὲν ἔχει φάκελλον καὶ δὲν ἔχει διάταγμα, ἀλλὰ νὰ ἀναζητήσῃ ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν Σχολικὴν Ἐφορείαν Καλαμῶν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔφερον ἐνώπιον τοῦ Σώματος σαφῶς, καθαρῶς, κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα ἀμφισβήτησιν μίαν ἀπόδειξιν περὶ τῆς φύσεως τοῦ δεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε μεταξὺ τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ τῆς Ὑγιεινῆς καὶ τοῦ Κέντρου Μαθητικῆς Προνοίας. Τούτων δοθέντων, ἡ συζήτησις χωλαίνει. Βεβαίως, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ἰδίως ζητήματος καὶ μὲ τὴν ζέσιν καὶ μὲ τὴν φιλοτιμίαν, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς κἄθε φιλότιμον ἄνθρωπον, καὶ εἰς ἕνα Μεσσήνιον, ἰδιαιτέρως συνεκίνησε καὶ ἐξέθεσε σειρὰν πράξεων ἐπαινετῶν, σειρὰν πράξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προκαλέσουν τὴν συμπάθειαν. Δὲν ὑπάρχει καμμία περὶ τούτου ἀμφιβολία. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ συζητούμενον. Ὡμίλησεν ἔπειτα περὶ τῆς ἀνιδιοτελείας του, ἐν σχέσει πρὸς τὴν θέσιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν παρὰ τὸ Κέντρον Μαθητικῆς Ἀντιλήψεως, ἀλλὰ κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς τοὐλάχιστον καὶ ἰδίως ἀπὸ τὴν πτέρυγα αὐτήν, δὲν θὰ ἐσκέπτετο νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἰδιοτέλειαν τὴν ἀμοιβήν, καὶ μάλιστα τόσον μικράν, ἀλλὰ καὶ μεγαλυτέραν ἔστω ἀμοιβὴν τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, διότι τὴν θεωρεῖ ὡς τὴν ἐντιμοτέραν πηγὴν τῶν μέσων διαβιώσεως. Ἡ ἀμοιβὴ τῆς ἐργασίας, δὲν εἶναι πρᾶξις ἰδιοτελείας —πρὸς Θεοῦ— δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον σκέλος τῶν φερομένων ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν συναδέλφου ζητημάτων, ἐν σχέσει πρὸς τὸν κ. ὑφυπουργὸν Ὑγιεινῆς, ὡς πρὸς τὸ σκέλος τοῦ συμβιβαστοῦ ἢ ἀσυμβιβάστου ἢ τῆς ἐνδεχομένως ἐπελθούσης ἐκπτώσεώς του ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος, τὸ θέμα δὲν εἶναι θέμα ἰδιοτελείας, εἶναι θέμα τυπικῆς παραβιάσεως συνταγματικῶν ὁρισμῶν. Στηρίζεται εἰς τὴν παράγραφον 4 τοῦ ἄρθρου 71, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι: «Οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ ἐκλεγῶσι βουλευταί, οὐδὲ νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι εἰς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρέτησαν κατὰ τὴν πρὸ τῆς ἐκλογῆς των 3ετίαν». Δὲν ὁμιλεῖ περὶ μονίμου, οὔτε περὶ ὑπηρετοῦντος εἰς ὀργανικὴν θέσιν νενομοθετημένην, οὔτε περὶ ἐκείνων τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων ὁ διορισμὸς συντελεῖται διὰ Β. Διατάγματος. Δύο τινά, κατὰ τοὺς ἑρμηνευτάς, καὶ κράτιστος ἑρμηνευτής, ἑρμηνεύσας τὰ πορίσματα τῆς Νομολογίας καὶ τῶν τριῶν ἐκλογοδικείων τῶν λειτουργούντων ὑπὸ τὴν νέαν σύνθεσιν, τὴν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος, εἶναι ὁ κ. Λ. Βαμβέτσος, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι δύο στοιχεῖα ἀπαιτοῦνται—ἀναφέρομαι εἰς τὸν ἴδιον τὸν κ. Βαμβέτσον— ἡ ἀπαγόρευσις ἐκλογῆς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Πρῶτος λόγος τῆς παροχῆς ἐξηρτημένης ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐργασίας, λόγῳ τῆς ἐξαρτήσεως, δηλαδή, ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ὡς πρὸς τὸν τομέα αὐτόν, εἶναι φανερόν, ὅτι, ὅσον ὀλιγώτερον εἶναι περιβεβλημένος ἀπὸ τὰς ἐγγυήσεις τῆς μονιμότητος ὁ ὑπάλληλος, τόσον περισσότερον ἐξηρτημένος εἶναι. Καὶ δεύτερον καὶ κυρίως διότι τὰ ἐν ἄρθρῳ 71 πρόσωπα, δύνανται νὰ ἀσκήσουν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν ἐκλογέων. Αὐτὸ ἀναφέρεται εἰς τὸν εἰδικὸν νόμον, 12ον τόμον καὶ 492 σελίδα. Εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, εἰς αὐτὴν τὴν σκέψιν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἠκολούθησε τὸ λεγόμενον ἀπόλυτον σύστημα. Δὲν ἐσκέφθη διαβαθμίσεις. Ἔκαμε σκέψιν Ντὲ Λέγκε Φερέντα. Καὶ ὁ κ. Βαμβέτσος, ὁ ὁποῖος μετέσχε πράγματι ἐνεργῶς εἰς τὴν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν τοῦ Συντάγματος, ἔκαμε σκέψιν Ντὲ Λέγκε Φερέντα, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπουν ἀπὸ βαθμοῦ τινος, ἀλλὰ πάντως ἀνεξαρτήτως τοῦ τὶ θὰ ἦτο σκόπιμον, βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸ Σύνταγμά μας ἠκολούθησε τὸ ἀπόλυτον Σύνταγμα, ὅτι καὶ ἡ τελευταία καθαρίστρια ἢ δακτυλογράφος καὶ ὁ τελευταῖος κλητὴρ ἢ γραφεύς, ἐφ’ ὅσον συνδέεται μὲ σχέσιν ἐμμίσθου ὑπηρεσίας πρὸς τὸ Δημόσιον, θεωρεῖται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκήσῃ τοιαύτην ἐπιρροὴν ἢ νὰ εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἐξάρτησιν, ὥστε νὰ ἀποκλείεται ἡ ἐπὶ 3ετίαν ἀνακήρυξίς του ὡς ὑποψηφίου καὶ ἐκλογῆς του εἰς τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρέτησε. Τὸ αὐτὸ λέγει καὶ ὁ Λυκούδης εἰς τὴν σελίδα 173 τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, ὅτι δηλαδὴ ἀκόμη, ὅταν οἱ μισθοὶ καταβάλλωνται ἀπὸ διάφορα Ταμεῖα κληροδοτημάτων κλπ. Λέγει δέ: «Ἐξαιροῦνται μόνον..... (ἀναγινώσκει)... ...........».
§63Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ ἑρμηνευταὶ ὁμιλοῦν περὶ προσώπου ἔχοντος τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Οὗτος δὲν δύναται νὰ ἐκλεγῇ. Τὸ Σύνταγμα, λέγει: «Ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι...... (ἀναγινώσκει)......».
§64Η. ΗΛΙΟΥ. Εἰς τὴν παράγραφον 4, τὶ λέγει;
§65Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Νὰ ἴδωμεν καὶ τὴν παράγραφον 4. Ἡ παράγραφος 4, ὁρίζει: «Οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι........ (ἀναγινώσκει)........». Σύμφωνοι εἰς τὰ κείμενα. Ἆρα, ἀπαιτεῖται ἡ ἰδιότης τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου. Ποῖος ἔχει τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου; Ὁ ἀναλαβὼν ἐπὶ παραδείγματι τὴν μεταφορὰν τοῦ Ταχυδρομείου διὰ συμβάσεως ἀπὸ τὴν ἕδραν τοῦ Ταχυδρομικοῦ Γραφείου, ἀποκτᾷ τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ἐπειδὴ ἀμείβεται; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Ὁ σεβαστός μας καθηγητής, κ. Θεόδωρος Ἀγγελόπουλος, καὶ ὅλοι οἱ ἀσχοληθέντες μὲ τὸ ὑπαλληλικὸν δίκαιον, ἔχουν δώσει τὴν ἔννοιαν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἡ αὐτὴ ἔννοια ἔχει δοθῆ καὶ ἀπὸ τὴν Νομολογίαν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἔμμεσον ὄργανον τῆς Πολιτείας καὶ εὑρίσκεται εἰς ὑπηρεσιακὴν καὶ πειθαρχικὴν ἐξάρτησιν ὑπ’ αὐτῆς. Συντρέχουν τὰ στοιχεῖα, ἐν προκειμένῳ, διὰ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ σχέσεως δημοσιοϋπαλληλικῆς; Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς νομικόν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν σχέσιν τοῦ ἀναλαβόντος νὰ ἐξετάσῃ εἰς τὸ ἀκτινολογικόν του ἐργαστήριον τοὺς προσερχομένους μαθητάς, νὰ ἀνεύρωμεν τὴν σχέσιν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, τοῦ τελοῦντος εἰς σχέσιν ἐξαρτήσεως ἀπὸ τὸν ἐργοδότην. Καὶ περαιτέρω, ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπετε, κ. Ἠλιοῦ.
§66Η. ΗΛΙΟΥ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ.
§67Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Χωρὶς νὰ κάμω κατάχρησιν τῆς ἀδείας σας. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶχε τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ ἐξελέγη βουλευτής, ποῖος πρόκειται νὰ κρίνῃ;
§68Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐκεῖ θὰ φθάσω.
§69Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπετε, ἐπειδὴ ἔφθασα εἰς τὸ θέμα. Ἐὰν πρόκειται περὶ ἐλλείψεως ἐκλογιμότητος καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου συνιστᾷ ἔλλειψιν ἐκλογιμότητος, ὡς κώλυμα ἐκλογῆς καὶ ὄχι ἀσυμβίβαστον, κώλυμα ἐκλογιμότητος καὶ τοπικῆς καὶ γενικῆς. Διὰ τὸν παραιτηθέντα μὲν τοπικῆς ἀνικανότητος, διὰ τὸν τελοῦντα δὲ ἀκόμη ἐν ὑπηρεσίᾳ, γενικῆς. Κατὰ τὴν ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, ἀποφαίνεται τὸ Ἐκλογοδικεῖον. Καὶ ὅπως ἔχει καθορισθῆ διὰ τῆς σχετικῆς νομοθεσίας, τὸ Ἐκλογοδικεῖον κρίνει καὶ περὶ τῆς ἐλλείψεως τῆς ἐκλογιμότητος. Κατὰ συνέπειαν, καὶ ἂν ἀκόμη ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ πρόσωπον, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἀπόψε ἡ συζήτησις καὶ τοῦ ὁποίου παγκοίνως ἀνεγνωρίσθη ἡ ἐντιμότης, ἐτέλει εἰς σχέσιν ὑπαλληλικὴν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς του, δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐκπτώσεως, διότι πρόκειται περὶ ἐλλείψεως ἐκλογιμότητος καὶ ἔπρεπε τὸ Ἐκλογοδικεῖον τότε, προσβαλλομένης τῆς ἐκλογῆς του, νὰ κηρύξῃ ἄκυρον τὴν ἐκλογήν.
§70Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, συνεχίζων μετὰ τὴν διακοπὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζω, ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ διακριτικὸν γνώρισμα τῆς ἐννοίας τοῦ Δημοσίου ὑπαλλήλου, κατὰ τὸ Ὑπαλληλικὸν Δίκαιον, τοῦ μονίμου καὶ τακτικοῦ, τοῦ κατέχοντος ὀργανικὴν θέσιν καὶ ἄλλο τὸ συνταγματικὸν κώλυμα τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ περιλαμβάνοντος καὶ τοὺς ἐκτάκτους καὶ τοὺς ἐπὶ συμβάσει καὶ πάντα ἔχοντα σχέσιν. Ὅπως εἰς τὰ Μαθητικὰ Κέντρα Ἀντιλήψεως Αʹ τάξεως ὑπάρχουν ἀκτινολόγοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἔτσι καὶ οἱ προσλαμβανόμενοι εἰς τὰ Μαθητικὰ Κέντρα Βʹ τάξεως ἀκτινολόγοι μὲ ἀποδοχὰς 1.300 δραχμάς, ἐκ τῶν ὁποίων γίνονται κρατήσεις 180 δραχ. καὶ καταχωρίζονται εἰς τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις, εἶναι, κατὰ τὴν ἄποψίν μου, δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅμως, ποῖος εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐκπτώσεως, ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον προσδιορίζει εἰδικὸν Δικαστήριον περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν προσόντων, ἀλλὰ ὁ ὀργανωτικὸς τοῦ εἰδικοῦ τούτου Δικαστηρίου νόμος, ὁρίζει καὶ 8ήμερον προθεσμίαν ὑποβολῆς ἐνστάσεων ἐπὶ ποινῇ ἀπαραδέκτου. Ἐκ τούτου προκύπτει γνώμη, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ προσωπικῶς συμμερίζομαι ὡς τὴν ὀρθοτέραν, ὅτι προκειμένου περὶ κωλυμάτων, περὶ ἐλλείψεως προσόντων προϋπαρχόντων τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ἀνακηρύξεως, μόνον τὸ Ἐκλογοδικεῖον εἶναι ἁρμόδιον. Διότι, ἐὰν τὸ ἀντίθετον συνέβαινε, δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ ἱδρυθῇ καὶ Ἐκλογοδικεῖον καὶ διότι ἱστορικῶς τὸ 1911 ἔγινε τὸ Ἐκλογοδικεῖον διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ ὑπὸ τῶν Βουλῶν, δηλαδὴ ἡ ὑπὸ τῶν πλειοψηφιῶν κακὴ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν. Ὀφείλω, ὅμως, ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀμεροληψίας, ἐνῷ αὐτὴν τὴν γνώμην συμμερίζομαι, νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Νομολογία εἶναι ἀντίθετος, εὐνοήσασα πρόσωπον, τὸ ὁποῖον κατὰ σύμπτωσιν εἶναι μέλος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τότε ἤμην ἀναγκαστικῶς μακρὰν τῆς πρωτευούσης, ἐκεῖνος ἦτο εὐνοϊκῶς καὶ εἰς βάρος ἀποθανόντος ἤδη συναδέλφου.
§71Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀντιθέτως, εἰς βάρος τοῦ νῦν ὑπουργοῦ ἔγινε.
§72Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ἔχει σημασίαν. Ἦτο εἰς βάρος Σπηλιοπούλου–Δερτιλῆ.
§73Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχασεν ὁ Δερτιλῆς.
§74Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ Νομολογία τῆς Βουλῆς ἐδέχθη, ὅτι ἁρμοδίως ἐπιλαμβάνεται ἡ Βουλή. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἦτο κακὴ ἡ Νομολογία.
§75Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἦτο ἄλλο θέμα. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ θέματος ἐκλογιμότητος. Ἐπρόκειτο περὶ παραιτηθέντος προσώπου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκλεγῆ εἰς δύο περιφερείας καὶ ἐπέλεξε τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν, παραιτηθεὶς τῆς ἄλλης. Ἐκλήθη τότε νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ μὲ τὸ θέμα τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀναπληρώσεως παραιτηθέντος βουλευτοῦ. Ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ παραιτηθέντος ἀειμνήστου Λαμπροπούλου, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς.
§76Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ἐπηρεάζει τοῦτο τὸ θέμα...
§77Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Λαμπρόπουλος εἶχεν ἐκλεγῆ εἰς τὴν Μεσσηνίαν καὶ τὰς Ἀθήνας. Ἀρχικῶς, παρῃτήθη τῆς θέσεως τῶν Ἀθηνῶν. Μετὰ ταῦτα, ἀνεκάλεσε τὴν παραίτησίν του καὶ εἶπε, παραμένω βουλευτὴς Ἀθηνῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἐὰν ἠμπορῇ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν παραίτησίν του μετὰ τὴν πάροδον ὡρισμένης προθεσμίας, ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, ὅτι καλῶς εἶχεν ἀνακαλέσει τὴν παραίτησίν του, κατ’ ἐμὲ κακῶς, κάκιστα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία σχέσις μὲ ἐκλογιμότητα καὶ ἀσυμβίβαστον.
§78Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ θέματος τῆς ἐκπτώσεως ἢ μὴ ἐκπτώσεως καὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Σώματος νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς δευτέρας βάσεως, τῆς ἐκπτώσεως δηλαδὴ τῆς ὑπάρξεως σχέσεως μισθωτῆς ὑπηρεσίας ἢ σχέσεως ἐργολαβίας μὲ τὸ ΙΚΑ, προκύπτει ἀνάλογον ζήτημα. Νομίζω, ἐπίσης, ὅτι ἡ σχέσις μὲ τὸ ΙΚΑ δὲν εἶναι σχέσις μὲ τὸ Δημόσιον, περὶ αὐτοῦ δὲ ὁμιλεῖ ἡ παράγραφος 8 τοῦ ἄρθρου 71, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «Οἱ βουλευταὶ δὲν δύνανται..... (ἀναγινώσκει)......».
§79Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Ἡλιοῦ, παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπητε, ἐὰν εἶναι ἐργολαβία δημοσίων ἔργων αὐτό.
§80Η. ΗΛΙΟΥ. Θὰ μετατραπῶμεν, νομίζω, εἰς Ἀκαδημίαν Οἰκονομικῶν Ἐπιστημῶν, ἐὰν θελήσωμεν νὰ λύσωμεν ἓν ἀπὸ τὰ δυσχερέστερα ζητήματα, ὡς αὐτό.
§81Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἡ διατύπωσις τοῦ Συντάγματος ἔλεγεν, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν δύναται νὰ ἀναλαμβάνωσι τὴν ἐκτέλεσιν ἐργασίας, βεβαίως τότε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ, ἐὰν ἐμπίπτῃ ἢ δὲν ἐμπίπτῃ ἡ σχέσις αὐτὴ τοῦ ΙΚΑ πρὸς τοὺς ἰατρούς, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀσθενῶν. Ἡ διατύπωσις, ὅμως, τοῦ Συντάγματος, εἶναι πράγματι διάφορος. Ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ ἐργολαβικῶς τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων. Εἶναι δυνατόν, κ. Ἡλιοῦ, νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐξέτασις τοῦ ἀσθενοῦς ὡς ἐκτέλεσις δημοσίου ἔργου;
§82Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι μετατοπίζετε τελείως τὸ ζήτημα, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἀσθενοῦς, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιχειρεῖ ὁ κ. Ψαρρέας, δὲν ὑπάρχει οὔτε δημόσιον ἔργον, οὔτε παροχὴ σχέσιν ἔχουσα μὲ τὰς διατάξεις τὰς περὶ μισθώσεως ἔργου τοῦ Κώδικος. Ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς λήψεως μιᾶς πλακὸς ἀπὸ τὰς ἀκτίνας, τῆς χρησιμοποιήσεως ὑλικῶν φωτογραφικῶν καὶ μηχανημάτων, ὅταν πρόκειται νὰ παραχθῇ κἄτι, τὸ ὁποῖον παράγεται κατὰ σύστημα, κατ’ ἐπάγγελμα εἰς ἑκατοντάδας καὶ χιλιάδας κατ’ ἔτος, εἶναι ἓν ἔργον, διότι τὸ ἔργον ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀκίνητον, ἀλλὰ καὶ κινητόν.
§83Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, παρακαλῶ. Πρέπει νὰ συνομολογήσητε μαζί μας —καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ τὸ πράξητε— ὅτι, ὅταν τὸ Σύνταγμα ὁμιλῇ περὶ δημοσίων ἔργων, ἡ ἔννοια εἶναι ἀπολύτως, σαφής. Μὴ προσπαθῆτε τὴν ἔννοιαν τῶν δημοσίων ἔργων, νὰ τὴν ἐπεκτείνετε βασιζόμενος αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπὶ μιᾶς ἀπολύτως ἀπαραδέκτου ἑρμηνείας, ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς ἀλλὰ καὶ λογικῆς, νὰ τὴν ἐπεκτείνετε λέγω, εἰς πᾶσαν ἐργασίαν. Λυποῦμαι, ἀλλὰ ὑπενθυμίζω τὴν κριτικὴν τὴν ὁποίαν ἤσκησα χθές. Εἶναι νομικὸς βερμπαλισμὸς αὐτὸ ποὺ κάμνετε, δὲν εἶναι ἄσκησις ἀντικειμενικῆς κρίσεως, ἀλλὰ ἔστω, ἀνακαλῶ τὸν χαρακτηρισμόν. Πράγματι, εἶναι σαφεστάτη ἡ διατύπωσίς σας, ἀλλὰ βασίζεται ἐπὶ ἐσφαλμένων προϋποθέσεων. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ὁμολογήσητε καὶ σεῖς, ὅτι, ὅταν λέγῃ τὸ Σύνταγμα «δημόσια ἔργα» ἐννοεῖ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὅλος ὁ κόσμος ὀνομάζει δημόσια ἔργα.
§84Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἰσῆλθον εἰς τὰ δύο αὐτὰ κεφάλαια διὰ νὰ ὑποστηρίξω ἀσυμβίβαστον. Ἀπεναντίας, ὑποστηρίζω, ὅτι αὐτὸ ἔμεινεν ἔξω θεμελιώσεως, διότι πιστεύω, ὅτι ἄλλο εἶναι δημόσιον ἔργον καὶ ἄλλο εἶναι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖται ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, καὶ τὸ τοποθετῶ εἰς ἄλλην βάσιν. Ἑπομένως ἔρχομαι τώρα νὰ προχωρήσω εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, διότι τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἤχθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ψαρρέας ἦσαν δύο, ἦτο καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐνδεχομένης ἐκπτώσεώς του ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος, ἀλλὰ ἦτο καὶ ἕνα ζήτημα πολιτικῆς τάξεως ἢ ἔστω πολιτικῆς εὐθιξίας ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι τὸ ἀκτινολογικὸν ἐργαστήριον τοῦ κ. Ψαρρέα συμβεβλημένον μὲ τὸ Ὑποκατάστημα τοῦ ΙΚΑ Καλαμῶν. Ἐδῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ χωρὶς νὰ θεωρῶ, ὅτι ἡ ἄσκησις οἱουδήποτε ἐπαγγέλματος αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι μεμπτή, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ θεωρῶ, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν αἱ ἐξηγήσεις ἱκανοποιητικαί. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν δημοσιευθέντα πίνακα, ὁ ὁποῖος δίδει, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1956 ἕως 1960, δηλαδὴ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὁ κ. Ψαρρέας εἶναι ὑπουργός, αἱ ἐκ τοῦ ΙΚΑ εἰσπράξεις τοῦ ἀκτινολογικοῦ ἐργαστηρίου του εἶναι 390.100 δραχ., τοῦ ἐργαστηρίου τοῦ κ. Ἀρβανίτη 126.000 καὶ τοῦ κ. Λαμπρινοπούλου 115.000. Δηλαδὴ τῶν δύο ἄλλων 241.000 ἔναντι 390.100 δραχ. τοῦ κ. Ψαρρέα. Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι ὅλα αὐτὰ γίνονται καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει διαφημίσεων ὑπαρχουσῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία ἐν σχέσει πρὸς τὰς παραδόσεις τοῦ Σώματος, ὑπάρχει μία μείωσις εὐαισθησίας. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐντὸς ἡμισείας ὥρας ἀφ’ ἧς ἐκλήθη ὁ Νικόλαος Δημητρακόπουλος καὶ ἐντὸς ἡμισείας ὥρας ἀφ’ ἧς ἐκλήθη ὁ Κωνσταντῖνος Ρακτιβὰν νὰ ὁρκισθοῦν ὑπουργοὶ δι’ ἐγκυκλίου ἐπιστολῆς ἐκλήθησαν ὅλοι οἱ πελάται των νὰ ἀναλάβουν τὰς δικογραφίας, ὄχι νὰ τὰς παραδώσουν εἰκονικῶς καὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν καὶ ἀπὸ τὸ ἀκίνητον αἱ δικογραφίαι ἀλλὰ νὰ δοθοῦν εἰς δικηγόρους τῆς ἐκλογῆς των. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀνακοίνωσις ἡ δοθεῖσα ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Προεδρίας Κυβερνήσεως διὰ νὰ διαψεύσῃ τὸν κ. Μπρεδήμαν, νὰ ὁμιλῇ, ὅτι ἤδη ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1955 ἐξ εὐθιξίας παρητήθη ὁ κ. Ψαρρέας τοῦ Κέντρου Μαθητικῆς Ἀντιλήψεως τοῦ ποσοῦ 1.100 δραχμῶν μηνιαίως καὶ ἡ ζωηροτάτη εὐθιξία τῶν 1.100 δραχμῶν νὰ ἀδρανῇ εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν 11.000 δραχμῶν μηνιαίως τοῦ ἀκτινολογικοῦ ἐργαστηρίου. Δὲν νομίζω, ὅτι, ὅταν ἀκούωμεν, ὅσα ἀκούομεν τὰς τελευταίας ἡμέρας περὶ νοσοῦντος πολιτικοῦ βίου καὶ τὰς παραινέσεις πρὸς Δημόνικον, ὅτι εἶναι δυνατὴ αὐτὴ ἡ διπλῆ ἰδιότης ὑπουργοῦ ἐν Ἀθήναις καὶ κλινικάρχου συμβεβλημένου μὲ τὸ Ι.Κ.Α. ἐν Καλάμαις, καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κηρυχθῇ τὸ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν βουλευτικὴν ἰδιότητα, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰς παραδόσεις ἑνὸς Σώματος, τὸ ὁποῖον θέλει τοὺς ὑπουργούς του ἀπέχοντας ἀπὸ σχέσεις καὶ συναλλαγὰς μὲ ἱδρύματα ἐξηρτημένα ἀπὸ τὸν Κρατικὸν ἔλεγχον καὶ οὕτως ἢ ἄλλως ἐπηρεαζόμενα ἀπὸ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Δ.Α.).
§85Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, παρέλειψα νὰ εἴπω τοῦτο εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, ἀναφορικῶς πρὸς τὴν διαλεύκανσιν τοῦ θέματος τῶν σχέσεων τοῦ κ. Ψαρρέα ἢ τοῦ ἀκτινολογικοῦ του ἐργαστηρίου μὲ τὸ Ι.Κ.Α. Οὔτε περὶ ἐργολαβίας πρόκειται, οὔτε περὶ ἄλλης ὑπαλληλικῆς σχέσεως. Ἐκτὸς τῶν ὅσων εἶπα, προσθέτω καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρέλειψα νὰ εἴπω. Εἶναι δεδομένον, ὅτι τὸ Ι.Κ.Α. εἶναι ἕνας Ὀργανισμός, ποίας φύσεως, ἄλλο θέμα, εἶναι Ὀργανισμός. Εἶναι ἐπίσης δεδομένον, ὅτι οἱ ἀκτινολόγοι, οἱ συμβεβλημένοι μὲ τὸ Ι.Κ.Α., ὄχι μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, οἱ παρέχοντες ἐργασίαν εἰς τὴν μαθητικὴν ἀντίληψιν, ἔχουν δικαίωμα νὰ κάμουν καὶ ἰδιωτικὰς ἐργασίας. Τοῦτο, ἄλλωστε, τονίζεται ρητῶς εἰς τὰ ἔγγραφα τῆς Ἐφορείας τῆς Μαθητικῆς Ἀντιλήψεως πρὸς τοὺς ἑκάστοτε ἀκτινολόγους ἰατρούς, τοὺς ὁποίους καλεῖ νὰ παράσχουν τὴν ἐργασίαν. Τούτων δοθέντων, ἔχομεν τὴν λύσιν ἐκ τοῦ νόμου καὶ τοῦτο παρέλειψα νὰ μνημονεύσω. Εἶναι Νομοθετικὸν Διάταγμα 1392, δημοσιευμένον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως 366 τοῦ 1949, τὸ ὁποῖον εἰς ἄρθρον 2 παρ. 2 λέγει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Οἱ ἰατροὶ καὶ δικηγόροι, ὅσοι παρέχουν τὰς ὑπηρεσίας των πρὸς Ὀργανισμούς, συνεχίζοντες τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των ἐκτὸς τοῦ Ὀργανισμοῦ, λογίζονται διατελοῦντες πρὸς τὸν Ὀργανισμὸν εἰς εἰδικὴν σχέσιν ἐμμίσθου ἐντολῆς, μὴ ὑπαγομένης εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις, τὰς θεσπισθείσας διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Ὀργανισμῶν». Δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Ὀργανισμῶν. Ἀνεξαρτήτως τῆς νομολογίας, τὴν ὁποίαν προείπομεν, ἔχομεν εἰδικὴν διάταξιν τοῦ νόμου καὶ δι’ αὐτὸ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τὴν μνημονεύσω, διότι τὸ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, ἀλλὰ παρέλειψα νὰ τὸ εἴπω.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§87Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ἡλιοῦ, ἤρχισε τὴν ἀγόρευσίν του λέγων, ὅτι ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Ψαρρέα προεκάλεσε συμπάθειαν καὶ εἶπεν ὡρισμένας φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἄφιναν νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ παραμικρὰ ἀμφισβήτησις τῆς εὐθύτητος καὶ τιμιότητος τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ τῆς Ὑγιεινῆς. Ὁ πρόλογος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἡλιοῦ ἔρχεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ἐπίλογον, ὁ ὁποῖος ἦτο προμελετημένος, διότι ἀσφαλῶς δὲν ὡμίλησε τυχαίως οὔτε παρασύρεται ἀπὸ τὰ στιγμιαῖα του συναισθήματα καὶ ἀπὸ τὰς στιγμιαίας του ἐμπνεύσεις ὁ κ. Ἡλιοῦ, ὅπως δὲν δικαιοῦται νὰ παρασύρεται κανεὶς ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ κόμμα του. Ἐδημιούργησεν εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι θὰ εἶναι ἀντικειμενικός. Πρῶτον, ἀπέδειξε διὰ τῶν νομικῶν συλλογισμῶν του, ὅτι δὲν ἦτο ἀντικειμενικὸς παρὰ μόνον, ὡς πρὸς ὡρισμένον σημεῖον, ὡς πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Σώματος ἐπὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ ἔχῃ ἤδη λύσει τὸ Ἐκλογοδικεῖον, δηλαδὴ ἀναφερομένου οὐχὶ εἰς τὸ ἀσυμβίβαστον, ἀλλὰ εἰς τὰ κωλύματα τῆς ἐκλογιμότητος. Δὲν ἦτο ἀντικειμενικός, λοιπόν, οὔτε εἰς τὴν νομικήν του ἐπιχειρηματολογίαν καὶ δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθην νὰ τὸν διακόψω, ὅταν ἡ ἔλλειψις ἀντικειμενικότητος ἔφθασε μέχρι τοῦ παραδόξου σημείου νὰ ὁμιλήσῃ καὶ περὶ τῆς ἐννοίας τῶν δημοσίων ἔργων, νὰ ἑρμηνεύσῃ, δηλαδή, τὴν φράσιν τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἡ ἔκφρασις «Δημόσια ἔργα», ὑφ’ ἣν ἔννοιαν τὴν ἡρμήνευσεν, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν τί σημαίνουν τὰ δημόσια ἔργα. Γέφυραι, λιμένες, ὅ,τι ἄλλο θέλετε, εἶναι δημόσια ἔργα, ἀλλὰ δημόσια ἔργα δὲν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς τοιαῦτα ὁ κ. Ἡλιοῦ. Κύριοι, ἀσχέτως πρὸς αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν ἀντικειμενικότητος ἑνός, κατὰ τὰ ἄλλα, εὐφυεστάτου καὶ ἐξαιρετικῶς κατηρτισμένου νομικοῦ, ὅπως ὁ κ. Ἠλιοῦ, ἀσχέτως πρὸς αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν ἀντικειμενικότητος, διὰ τὴν ὁποίαν λυποῦμαι, εἰς τὸ τέλος, εἰς τὸν ἐπίλογόν του διέψευσεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν εἰς τὴν ἀρχήν. Κατ’ οὐσίαν, διὰ τοῦ ἐπιλόγου του ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν ἦτο εἰλικρινὴς ὅταν εἶπεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου του, ὅτι ἡ εὐθύτης τοῦ κ. Ψαρρέα κατεδείχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Τί εἶπεν εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του; Συνεχίζων τοὺς συλλογισμοὺς τοῦ κ. Μπρεδήμα, ὄχι ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μπρεδήμας ἀπόψε, τοὺς γεγραμμένους καὶ προητοιμασμένους, ἀλλὰ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐχρησιμοποίει διὰ τοῦ τύπου, συνεχίζων αὐτοὺς ἀπόψε, ὄχι ὁ κ. Μπρεδήμας, ἀλλὰ ὁ κ. Ἠλιοῦ πλέον, ἔθεσε ζήτημα ἠθικῆς τάξεως διὰ τὸν κ. ὑφυπουργὸν καὶ ἐξέφυγεν ἀπὸ τὸ νομικὸν θέμα. Εἶπεν, ὅτι νομικὸν θέμα, ἐνδεχομένως, δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ὑπάρχει θέμα ἠθικόν: Πῶς καταδέχεται ὁ ἐκ δεξιῶν μου εὑρισκόμενος ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, ὁ κ. Ψαρρέας, νὰ εἶναι ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς καὶ ταὐτοχρόνως τὸ ἀκτινολογικὸν ἐργαστήριόν του νὰ μὴ κλείσῃ ὅπως ἔκλεισε τὸ δικηγορικὸν γραφεῖον τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου; Πρῶτον, μεγάλη ἀπόστασις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ δικηγορικοῦ γραφείου ἑνὸς ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἔταξεν ἑαυτόν, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἰς τὴν πλήρη ἀνόρθωσιν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἔπρεπε νὰ κλείσῃ ἕνα γραφεῖον, τὸ ὁποῖον ἦτο γραφεῖον ὑποθέσεων δικηγορικῶν, ἀπόστασις μεγίστη ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ γραφείου ἐκείνου, καὶ ἑνὸς ὑπὲρ τῶν πτωχῶν καὶ ἐργατῶν τοῦ ΙΚΑ ἐργαζομένου ἀκτινολογικοῦ ἰατρείου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ἠλιοῦ γνωρίζει τὴν διαφοράν, διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν νομικήν, γνωρίζει καὶ τὴν λογικήν. Τὴν λογικήν, συνήθως, δὲν τὴν γνωρίζομεν, τὴν ἀσκοῦμεν. Ἀλλ’ οἱ ἀνήκοντες εἰς ὡρισμένον κόμμα δὲν τὴν ἀσκοῦν, ἁπλῶς —καμμιὰ φορὰ τὴν ἀσκοῦν, ἄλλοτε ὄχι, καμμιὰ φορὰ καὶ ἡμεῖς μπορεῖ νὰ μὴ τὴν ἀσκῶμεν—ἀλλὰ ἐκεῖνοι τὴν ἀκολουθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης γραμμῆς, ἔχουν εἰδικὴν λογικήν, τὴν ὁποίαν εἰδικῶς διδάσκονται. Εἶμαι βέβαιος, ὅμως, ὅτι ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λογικῆς αὐτῆς, ἀλλὰ τῆς ἐμφύτου ἰδικῆς του λογικῆς θὰ παρεδέχθη, ὅτι ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῆς πράξεως, εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν καὶ τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ἀπόψε ὁ κ. Ἠλιοῦ, οἱ ἀείμνηστοι Δημητρακόπουλος καὶ Ρακτιβάν, καὶ τῆς περιπτώσεως τοῦ κ. Ψαρρέα. Ἐξ ἄλλου θὰ ἐξέχασεν ὁ κ. Ἠλιοῦ ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ ἀκούσῃ ὅσα ἐτόνισεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Ψαρρέας ἀπόψε —καὶ αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τύχουν πλήρους ἐπιβεβαιώσεως καὶ ἂς παρακαλέσῃ ὁ κ. Ἠλιοῦ τὸν κ. Μπρεδήμαν νὰ μεταβῇ εἰς τὰς Καλάμας νὰ τὰ διαπιστώσῃ— ὅτι τὸ ἀκτινολογικὸν ἰατρεῖον δὲν τὸ διευθύνει ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, δηλαδὴ ἀφ’ ὅτου πολιτεύεται, ὁ κ. Ψαρρέας. Ἠθέλατε, κ. Ἠλιοῦ, καλὰ καὶ σώνει νὰ τὸ κλείσῃ; Ἠθέλατε νὰ τὸ πωλήσῃ; Ἠθέλατε νὰ τὸ κάψῃ; Ἠθέλατε νὰ μὴ ἐξήρκουν διὰ τοὺς ἐργάτας τῆς περιοχῆς τὰ ἀκτινολογικὰ ἐργαστήρια τῶν Καλαμῶν; Ἠθέλατε ἀντὶ τριῶν νὰ ὑπάρχουν δύο; Ἠθέλατε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῇ ὁ κόσμος; Ἠθέλατε αὐτό; Πέστε ναὶ ἢ ὄχι; Ἀσφαλῶς αὐτὸ ἠθέλατε, διότι σᾶς συμφέρει ἡ ἐξαθλίωσις τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει τὸ ἐθνικὸν καθεστώς. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ κλείσουν εἰς τὰς ἐπαρχίας τὰ ἀκτινολογικὰ ἐργαστήρια καὶ δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Ψαρρέας νὰ τὸ κλείσῃ, οὔτε νὰ τὸ πωλήσῃ. Ὁ κ. Ψαρρέας τὸ ἐδήλωσε καὶ ὡς πανέντιμος ἄνθρωπος προέβη εἰς δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν πᾶς καλόπιστος Ἕλλην θὰ δώσῃ ἀπόλυτον πίστιν, ὅτι οὔτε τὸ διευθύνει, οὔτε ἔχει ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὸ ἀκτινολογικὸν ἐργαστήριον. Εἶναι δικαίωμά του, διότι ἠμπορεῖ μίαν ἡμέραν νὰ παύσῃ νὰ πολιτεύεται —θὰ ἐκλέγεται ἐφ’ ὅσον πολιτεύεται— ἀλλ’ ἂν ἀποφασίσῃ νὰ μὴ πολιτεύεται, δικαίωμά του εἶναι καὶ τιμητικὸν θὰ εἶναι νὰ διαδεχθῇ καὶ πάλιν τὸν βουλευτὴν ὁ ἰατρός, καὶ δὴ ὁ ἰατρός, περὶ τῆς δράσεως τοῦ ὁποίου ἠκούσατε. Κύριοι, ὁ ἐπίλογος τοῦ κ. Ἠλιοῦ ἦτο ἐπίλογος, ὁ ὁποῖος ἀπέβλεπεν εἰς μείωσιν ἀνδρός, ὁ ὁποῖος εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις τοῦ βίου του ὑπηρέτησε καὶ τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα καὶ τὴν χώραν. Ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Ἠλιοῦ εἶναι πρόθεσις, κατὰ τῆς ὁποίας στρέφομαι μὲ βαθεῖαν ἀγανάκτησιν.
§88Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ὑπάρχουν δύο πράγματα. Ὑπάρχει ὁ ἰατρὸς καὶ ὑπάρχουν τὰ μηχανήματα, τὸ ἐργαστήριον ἐν τῷ συνόλῳ του. Ὁ ἰατρὸς κ. Ψαρρέας ἀπὸ τοῦ 1952 δὲν ὑπάρχει. Οὔτε ἀσκεῖ ἐπάγγελμα, οὔτε ἐργάζεται. Μένουν τὰ μηχανήματα. Τί τὰ ἔκαμε; Τὰ παρεχώρησεν εἰς τοὺς βοηθούς του, οἱ ὁποῖοι διὰ λογαριασμόν των τὰ χρησιμοποιοῦν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις.
§89Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ κατάστασις διὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἐμφαίνεται ἐξ ἑνὸς φύλλου ἐφημερίδος τῶν Καλαμῶν, τὴν ὁποίαν θὰ καταθέσω καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει διαφήμισις: «Ἀκτινολογικὸν Ἐργαστήριον Ι. Ψαρρέα» καὶ ἀπὸ κάτω μὲ πολὺ μικρὰ γράμματα: «Γεώργιος Ξανθάκης, ἀκτινολόγος». Αὐτὸ δὲ τὸ λέγω, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Ψαρρέας εἰσπράττει ἢ δὲν εἰσπράττει τὰς ἀμοιβάς, τὸ λέγω ὅμως διὰ νὰ στηρίξω τοὺς παρακάτω συλλογισμούς μου, διότι τὸ ὅτι γίνεται χρῆσις τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. ὑπουργοῦ Ὑγιεινῆς ἀπὸ τρίτον, μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. Θέμα, ὅμως, εὐθιξίας ὑπάρχει καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω εὐθὺς ἀμέσως, ἐὰν μοῦ ἐπιτρέψητε.
§90Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ὅταν λέγωμεν «Νοσοκομεῖον Γερουλάνου», ὑπάρχει θέμα εὐθιξίας; Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Ἡ λέξις «Ἀκτινολογικὸν Ἐργαστήριον Ψαρρέα» εἶναι μία ἐπικεφαλίς, ἕνας τίτλος, ὅλοι δὲ γνωρίζουν εἰς τὴν Καλαμάταν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον διαβάσατε εἰς τὴν ἐφημερίδα εἶναι Ἀκτινολογικὸν Ἐργαστήριον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπουσιάζει καὶ δὲν ἐργάζεται ὁ ἰατρὸς Ψαρρέας, ἀλλὰ ἄλλος ἰατρός, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς ἑδρεύει ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν τὰ μηχανήματα εἰς τὰ ὁποῖα ἄλλοτε εἰργάζετο ὁ ἰατρὸς Ψαρρέας. Πάντως, εἶμαι πολὺ εὐτυχής, ὅτι ἐξεκίνησε μία ὑπόθεσις μὲ αὐτὴν τὴν ὡραίαν καὶ εὐγενῆ χειρονομίαν καὶ μὲ τὴν πρότασιν νὰ θεωρηθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς ὡς μὴ ἐκλόγιμος καὶ ὡς κατέχων θέσιν ἀσυμβίβαστον καὶ ὅτι κατέληξε περὶ λύχνον ἁφὰς νὰ συζητῆται, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ κἄποια εὐθιξία. Καὶ ὅλα τὰ ἄλλα διὰ τὰ ὁποῖα ἐθορυβήσατε ἐπὶ 15 ἡμέρας, ἔχουν πάει περίπατο.
§91Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ συγκρατήσουν τὴν ἀγανάκτησίν των ἐπὶ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας οἱ κύριοι ὑπουργοὶ διὰ νὰ μὲ ἀκούσουν. Διότι ἤκουσα, ὅτι ἐθορυβήσαμεν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι εἶμαι τοὐλάχιστον ἰδιοκτήτης τῆς ἐφημερίδος, ἡ ὁποία ἔβαλε τὸ περίφημον ἐρωτηματικόν. Θὰ ἔπρεπε, καὶ ὅταν ἀκόμη ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ ἐπιστρατεύσωμεν στοιχεῖα διὰ νὰ δημιουργήσωμεν ἐντυπώσεις, νὰ μὴ λέγωμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Οὐδεμίαν σχέσιν προσωπικὴν μὲ τὸ πῶς συντάσσεται ἡ ἐφημερίς, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται καὶ περὶ τοῦ πῶς ἐννοεῖ νὰ κάμῃ τὶς δημοσιογραφικές της καμπάνιες ἔχω. Ἐὰν εἶναι καλαὶ ἢ κακαὶ εἶναι ἰδικός των λογαριασμός. Καὶ ἐὰν ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ κάμῃ ὀξεῖαν ἀντιπολίτευσιν, εἶναι ἐπίσης ἰδικός της λογαριασμός. Λογαριασμὸς ἰδικός μου εἶναι νὰ λαμβάνω θέσιν ἐπὶ τῶν ζητημάτων ποὺ γεννῶνται, εἴτε ἐκ τῆς ἐφημερίδος, εἴτε ἐκ τῆς καταθέσεως ἐρωτήσεως βουλευτοῦ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς ἐρωτήσεις ἢ τὰς ἀναφορὰς τῶν βουλευτῶν. Πρῶτον, πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι αὐτὴ ἡ μέθοδος τῆς πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζητήσεως θεμάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ εἶναι ἐντὸς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐν τάχει καταρτιζομένης, εἶναι μέθοδος, ἡ ὁποία δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ, δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὴ διὰ τὴν καλλιτέραν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι παρέχει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι παρουσιάζονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ πράγματα, ὥστε, ἐνῷ κατακρίνεται ἡ δημοσιογραφικὴ ἐμφάνισις ὡρισμένων θεμάτων, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἀφορᾷ τὴν Βουλήν, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καταβάλλεται ἡ προσπάθεια νὰ ἐμφανισθοῦν κατὰ τρόπον διάφορον ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θὰ ἔπρεπε. Καὶ διὰ μέσου τῶν κραυγῶν ποὺ ἀρχίζουν ἐν προλόγῳ, ὅτι τίθεται θέμα ἠθικῆς τάξεως διὰ τὴ ἀντιπολίτευσιν διὰ τὸν τρόπον ποὺ τίθεται ἕνα ζήτημα, νὰ μὴ δύναται τὸ θέμα νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς πραγματικάς του διαστάσεις δίχως νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἐπὶ πλέον ἐπίκρισιν, ὅτι κάνομεν μίαν προσπάθειαν καλῆς θελήσεως νὰ περιορίσωμεν τὸ θέμα εἰς τὰς διαστάσεις τὰς ὁποίας πράγματι ἔχει. Διατί, παρακαλῶ, πρὸ ὀλίγου καιροῦ, προκειμένου περὶ τοῦ κ. Κορόζου, συνεζητήσαμεν ἐντὸς Ἡμερησίας Διατάξεως θέμα ἐκπτώσεώς του, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ νομικῶς, διότι κατὰ σύμπτωσιν τὸ εἶχα μελετήσει; Τὸ συνεζητήσαμεν ἐντὸς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ ἀπεφάνθη τὸ Σῶμα, ὅτι δὲν εἴχαμεν δίκαιον. Σημαίνει τοῦτο, ὅτι καὶ ἐκείνη ἡ αἴτησις περὶ ἐκπτώσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κορόζου ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς συκοφαντική; Καὶ δὲν περιωρίσθη ἐντὸς τοῦ Σώματος, οὔτε ἐκείνη. Μία ἐγκυροτάτη ἐφημερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶχε δημοσιεύσει καὶ ἕνα καὶ δύο ἄρθρα καὶ τρίτον μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐπὶ τέλους, ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ ἄρθρον τὸ σχετικὸν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει, ἡ συζήτησις περὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος εἶναι θέμα νομικὸν καὶ δὲν εἶναι θέμα ἠθικὸν παρὰ μόνον καθ’ ὃ μέτρον τίθενται θέματα κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ καὶ λύεται ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἡ ἐρώτησις ἢ μᾶλλον ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Μπρεδήμα θέτει αὐτὸ τὸ θέμα σαφῶς καὶ ρητῶς. Ἠμποροῦσε νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ ἔλθῃ ὡς θέμα ἐκπτώσεως ἢ ἀκόμη καὶ ἐὰν ἦτο τόσον ἔκδηλον, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ θέμα αὐτό, ἠδύνατο καὶ διὰ μέσου τοῦ Προεδρείου ἀκόμη νὰ γίνῃ μία σύστασις καλλιτέρας μελέτης τοῦ ζητήματος, ὥστε νὰ μὴ ταλαιπωρηθῇ τὸ Σῶμα μὲ μίαν συζήτησιν ἐπὶ θέματος ἀνυπάρκτου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως, ὁ ἀσκῶν δικαίωμα παρεχόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, δύναται νὰ ἐλεγχθῇ ἐὰν τὸ δικαίωμά του τὸ ἀσκῇ χωρὶς ἐπαρκῆ προπαρασκευήν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐλεγχθῇ κατ’ ἀρχὴν ὡς συκοφάντης, διότι δημιουργεῖ τὸ θέμα. Καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπειδὴ μία τυχὸν αἴτησις ἀστήρικτος ὑποβάλλεται ὑπὸ ἑνὸς βουλευτοῦ, νὰ ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ὑπολοίπους νὰ λάβουν ἄλλην θέσιν πλὴν μιᾶς καταδίκης τῆς ἠθικῆς αὐτῆς πορώσεως ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατελήφθη ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ ὡρισμένα μέλη της νὰ δημιουργοῦν ζητήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δείχνει, ὅτι ἐπιθυμεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἀπαντᾷ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ φέρεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§92Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐπιτρέψατέ μου μίαν διακοπήν. Ἐδῶ δύο δικονομικαὶ διαδικασίαι ἠμποροῦσαν νὰ ἐμφανισθοῦν εἰς τὸ θέμα. Ἢ νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι πρόκειται περὶ προβολῆς τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι ὑπάρχει κακὴ σύνθεσις τοῦ Σώματος λόγῳ παρουσίας τοῦ κ. Ψαρρέα, ὁπότε πρὸ παντὸς ἄλλου αὐτὸ ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ, διότι εἶναι προϋπόθεσις πάσης ἄλλης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως καλῶς ἔρχεται ἀμέσως καὶ δὲν ἔρχεται πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τὸ κύριον θέμα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἢ πρόκειται περὶ ἐρωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Μπρεδήμας καὶ ἡ ὁποία βάσει τοῦ ἄρθρου 48 δύναται νὰ συζητηθῇ ἀμέσως. Λέγει τὸ ἄρθρον: «ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νομίσει, ὅτι ἐρώτησίς τις ἔχει κατεπείγοντα χαρακτῆρα δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν...κλπ». Εἴτε εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν, εἴτε εἰς τὴν ἄλλην, δὲν νομίζω, ὅτι ἐμπίπτομεν εἰς τὴν κλασσικὴν ἔννοιαν τῆς συζητήσεως «πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως». Καὶ αὐτὸ ποὺ κάμνομεν τὴν στιγμὴν αὐτήν, δὲν εἶναι συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην.
§93Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀφοῦ ἐνεπέσαμεν, κ. Ὑπουργέ, εἰς τοιαύτην συζήτησιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς ὡμίλησε πρῶτος καὶ εἶπεν τὴν βιογραφίαν του καὶ ἔπειτα ὁ βουλευτής, ὁ ὁποῖος εἶπεν τελείως διάφορα πράγματα ἀπὸ ἐκεῖνα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Ψαρρέας. Διότι ὁ κ. Ψαρρέας ἀπήντησεν ἐπὶ τοῦ λευκώματος τοῦ βίου του, ὁ δὲ βουλευτὴς ἔθεσε τὸ ζήτημα γενικῶς ἐπὶ τῆς νομικῆς βάσεως, κατὰ πόσον ὁ κ. Ψαρρέας δύναται νὰ εἶναι βουλευτής.
§94Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Δὲν παρηκολουθήσατε ποία ἦτο ἡ ἐρώτησις ἡ δευτέρα. Κυρίως ἠσχολήθη μὲ τὴν ζωήν μου καὶ ὀλιγώτερον μὲ τὸ θέμα τῆς ἐκπτώσεώς μου.
§95Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ εἴδατε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ Ι.Κ.Α. ἀσχολεῖται μὲ τὴν ζωήν σας. Ἀλλὰ δὲν ἠσχολήθη μὲ τὴν ζωήν σας, καθ’ ὅσον γνωρίζω, τοὐλάχιστον, εἰς τὴν ἐρώτησίν σας ὁ κ. Μπρεδήμας. Ὁ κ. Μπρεδήμας ἠσχολήθη μὲ τὸ νομικὸν θέμα τοῦ κατὰ πόσον ἠμπορεῖτε νὰ εἶσθε ἢ ὄχι βουλευτὴς καὶ ἐν συνεχείᾳ μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῆς συμβάσεώς σας μὲ τὸ Ι.Κ.Α., ἰσχυριζόμενος, ὅτι πρόκειται περὶ συμβάσεως μὲ τὸ Δημόσιον. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μόνου τοῦ θέματος τῆς ἐκπτώσεως δὲν θὰ ἐλάμβανα τὸν λόγον, διότι ὁ ἴδιος θὰ ἐδίσταζα ἐπὶ τῆς νομιμότητος αὐτῆς. Ὄχι διότι εἶναι ἀστήρικτος ἡ ἔννοια τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς σχέσεως εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἰατροῦ τοῦ Κέντρου τῆς Μαθητικῆς Ἀντιλήψεως, ἀλλὰ διότι ὑπάρχει ἡ τάσις τῆς στενῆς ἑρμηνείας ἐσχάτως τῆς ἐννοίας τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς ἰδιότητος, κακῶς, κατὰ τὴν κρίσιν μου, διότι ἔπρεπε εὐρύτατα νὰ ἑρμηνεύεται. Κύριοι βουλευταί, ἐτοποθετήθη τὸ θέμα τοῦ ἀσυμβιβάστου ὑπὸ μίαν ἔννοιαν λευκότητος ἢ ὑπὸ μίαν ἔννοιαν ἀνηθικότητος. Δὲν ἀποβλέπει ἐκεῖ τὸ Σύνταγμα. Ὅταν ἐπὶ 3ετίαν ἀπαγορεύῃ εἰς τὸν Δημόσιον Ὑπάλληλον μετὰ τὴν παραίτησίν του νὰ πολιτευθῇ εἰς μίαν ἐπαρχίαν, δὲν τὸ κάμει, διότι εἶναι ἀνήθικον νὰ παίρνῃ μισθὸν ἀπὸ τὸ δημόσιον, ἀφοῦ παραιτηθεὶς δὲν παίρνει πλέον μισθόν. Δὲν ἀπασχολεῖ τὸ Σύνταγμα ὁ μισθός. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς παρητήθη ὁ ὑπάλληλος δὲν παίρνει μισθόν. Διατί, λοιπόν, ἐπὶ μίαν 3ετίαν τοῦ ἀπαγορεύει νὰ πολιτευθῇ; Διὰ τὴν ἐπιρροὴν τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ὁ μέχρι χθὲς ἀσκῶν πολιτικὴν ἐξουσίαν, τὸ τμῆμα τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ποὺ τοῦ ἀνῆκεν ὡς ὑπαλλήλου. Αὐτὸ τὸ νόημα, τὸ ἀποκλειστικὸν νόημα τῆς πολιτικῆς ἐπιρροῆς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ καὶ ἑπομένως τῆς νοθείας τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος λόγῳ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῶν ἐπιρροῶν ἔχει τὸ ἀσυμβίβαστον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἁπλοῦν πρόβλημα τοῦ κωλύματος. Καὶ δι’ αὐτό, πιστεύω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἑρμηνεύεται ἡ ἔννοια τοῦ Δημοσίου Ὑπαλλήλου κατὰ τρόπον εὐρύτατον. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ περιορίζεται τόσον πολὺ ἡ ἔννοια τοῦ Δημοσίου Ὑπαλλήλου, ὥστε νὰ μὴ ἐμπίπτῃ εἰς αὐτὴν σωρεία ὑπαλλήλων μὲ τὶς σημερινὲς συνθῆκες συμβάσεως καὶ ἄλλων πραγμάτων ποὺ ἔχουν προστεθῆ εἰς τὴν παλαιὰν ἔννοιαν τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς ἰδιότητος, σωρεία θέσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀσκήσουν τὴν αὐτὴν ἐπιρροήν. Τούτων οὕτως ἐχόντων ἐρωτᾶται, ἡ θέσις τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κ. Ψαρρέας ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ αὐτὴν τὴν ἐπιρροήν; Κατὰ τὴν κρίσιν μου, πλήρως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐνδεχομένως ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς ν’ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ θέμα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ, ἐφ’ ὅσον τὸ ἔχῃ ὑποστηρίξει εἰς τὸ παρελθὸν τὸ ὑποστηρίζει καὶ τώρα. Διὰ τὴν ἰδικήν μου ὅμως, κρίσιν, τὸ Σῶμα δύναται νὰ ἀπασχοληθῇ, διότι εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ Ἐκλογοδικεῖον πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἀμέσως ἐπὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, ἀλλά, πιστεύω, κώλυμα ἀποκαλυπτόμενον ἀργότερον, εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῇ εἰς τὸ Σῶμα, δυνάμενον ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ κρίνῃ περὶ τῆς νομιμότητος τῆς συνθέσεώς του.
§96Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Καὶ ἐὰν εἶχε ἀποφανθῆ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τὸ Ἐκλογοδικεῖον;
§97Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ ἀποφανθῆ ἐπὶ συγκεκριμένης ἐνστάσεως ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κωλύματος, βεβαίως, ὄχι. Ὑπάρχει δεδικασμένον. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἔνστασις, τὸ θέμα ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Τὸ ἐὰν κατόπιν ἡ σχέσις μὲ τὸ Ι.Κ.Α. εἶναι σχέσις δημοσιοϋπαλληλικὴ ἢ ὄχι, νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα θέμα ποὺ δύναται νὰ στασιαστῇ μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἐργολαβίας, ἀφ’ ἧς δεχθῶμεν, ὅτι εἶναι σχέσις δημοσιοϋπαλληλική, εἶναι ἔννοια ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται εἰς ἐκεῖνα μόνον τὰ ἔργα ποὺ ἀφοροῦν τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων. Δὲν γνωρίζω ποῦ τὸ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σημαίνῃ μόνον αὐτό.
§98Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος, δὲν τὸ ἐπεκαλέσθη ὡς ἐπιχείρημα. Ἦτο μία φράσις, ἡ ὁποία ἐλέχθη διὰ νὰ τονισθῇ ἰδιαιτέρως, ὅτι τὸ Σύνταγμα χρησιμοποιεῖ ἔκφρασιν, τῆς ὁποίας ἡ ἔννοια εἶναι κοινῶς γνωστὴ καὶ δὲν ἐπιτρέπει ἀμφισβήτησιν. «Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐργολαβικὴ ἀνάληψις τῆς ἐκτελέσεως δημοσίου ἔργου». Ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν τὸ ἔργον ἐκτελῆται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, ἢ ἄλλο Ὑπουργεῖον, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐργολαβικὴν ἐκτέλεσιν τοῦ δημοσίου ἔργου. Καὶ νομίζω, ὅτι ἡ παροχὴ ὑπηρεσίας ἄλλης φύσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δὲν ὀνομάζεται εἰς τὴν καθομιλουμένην— εἰς τὴν γλῶσσαν μὲ τὴν ὁποίαν συνεννοούμεθα— καὶ εἰς τὴν νομικήν, ἐπίσης, γλῶσσαν, ὡς ἐκτέλεσις δημοσίου ἔργου. Ἡ ἔννοια τοῦ δημοσίου ἔργου εἶναι δεδομένη καὶ ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν, ἰδιαιτέρως δὲ ἀπὸ τὸν νόμον περὶ ἐκτελέσεως τῶν δημοσίων ἔργων.
§99Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὴν καθομιλουμένην ὄχι, ἀλλὰ σύμβασις μὲ τὸ Δημόσιον διὰ συγκεκριμένον ἔργον, εἶναι σύμβασις ἔργου.
§100Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Θέλω, συμπληρῶν τὴν σκέψιν τοῦ κ. συναδέλφου, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ τὸν ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀγνοήσητε. Ὑπάρχει ρητὴ διάταξις, ἡ ὁποία λέγει «ἰατροὶ καὶ δικηγόροι.... λογίζονται ὡς τελοῦντες εἰς εἰδικὴν σχέσιν». Πῶς θέλετε νὰ τὸ πᾶτε εἰς τὴν ἐργολαβίαν;
§101Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ τελειώσω μὲ τὸ νομικὸν ζήτημα, θὰ ἠδύνατο ὁλόκληρον τὸ νομικὸν ζήτημα νὰ εἶναι ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ὑγιεινῆς καὶ πάλιν νὰ μὴ ἐπιμείνω ἐπ’ αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι τὸ θέμα νομικόν, εἶναι τὸ βαρύτερον δι’ ἐμέ. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται τόσον μὲ τὰ θέματα ἠθικῆς τάξεως καὶ θέλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν ὀρθὴν ὁδὸν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶσαν εὐθιξίαν μὴ τυχὸν ἀσκήσῃ τὸ ἔργον της μὲ ὑπερβολήν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν ποὺ ἔχω πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Ψαρρέα καὶ πρὸς τὴν ἱστορίαν του ποὺ ἤκουσα μετὰ πάσης προσοχῆς, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι μόνον ἡ ἰδιοτέλεια. Ἠμπορεῖ κατὰ τρόπον λανθασμένον νὰ ἀντιλαμβάνεται ἕνας ἄνθρωπος τὶ ἔπρεπε νὰ πράξῃ τὴν ὥραν ποὺ ἔγινεν Ὑπουργός. Αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι τὰ κέρδη ἐκ τοῦ ἀκτινολογικοῦ του ἐργαστηρίου τὰ εἰσπράττει ὁ κ. Ψαρρέας — ἐφ’ ὅσον βεβαιώνῃ τὸ ἀντίθετον, πῶς νὰ τὸ ἀμφισβητήσω; — σημαίνει ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν μερικὰ πράγματα καὶ εἰς τὴν περιοχὴν τῆς εὐθιξίας, ποὺ τόσην ἔδειξεν ὁ κ. Ψαρρέας, ζητήσας νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Καὶ τὰ πράγματα αὐτὰ θὰ ἔπρεπε ὁ κ. Ψαρρέας νὰ τὰ εἶχε προσέξει. Ἀκούσατε, λοιπόν, ἕνα ἀπὸ τὰ θέματα αὐτά. Ἐζητήθησαν νὰ κατατεθοῦν ὡρισμέναι ἐκθέσεις Ἐλεγκτῶν ἰατρῶν, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἀκτινολογικὸν ἐργαστήριον τοῦ κ. Ψαρρέα, οὔτε τὸ μόνον εἶναι, οὔτε τὸ καλύτερον, διότι ὑπῆρξαν καὶ ἄνθρωποι — καὶ ἐδῶ ἔρχεται τὸ θέμα τῆς εὐθιξίας— οἱ ὁποῖοι διεμαρτυρήθησαν, διότι Ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Ψαρρέα, τὸ ἀκτινολογικόν του ἐργαστήριον, οἱοσδήποτε καὶ ἂν τὸ ἐκμεταλλεύεται, ἔχει συγκεντρώσει τὸν μεγαλύτερον ἀριθμὸν τῶν ἐπισκέψεων καὶ ἐξετάσεων.
§102Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Καὶ εἶχε πολὺ μεγαλύτερον πρὸ τοῦ 1950, 51 καὶ 52. Τὸν ἐμείωσε τώρα.
§103Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐζητήθη ἡ κατάθεσις ὡρισμένων ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ἀπηξιώσατε νὰ καταθέσητε, ἔστω διὰ νὰ ἀποδείξητε τὸν ἰσχυρισμόν σας.
§104Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ι.Κ.Α. δὲν τὴν κατέθεσα;
§105Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐλεγκτοῦ ἰατροῦ Ε. Κώνστα τῆς 26.8.60, δὲν τὴν κατεθέσατε καὶ ἔπρεπε νὰ τὴν καταθέσετε ἀπὸ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωσις ἐκ τῶν «ἀθλίων» αὐτῶν δημοσιευμάτων, ὅτι ὑπάρχει προτίμησις εἰς τὸ ἀκτινολογικὸν ἐργαστήριον ποὺ φέρει τὸ ὄνομά σας. Ἔπρεπε νὰ τὴν καταθέσετε διὰ νὰ διαψεύσετε τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτόν. Ἡ δὲ ἀνακοίνωσις τοῦ Ι.Κ.Α., τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε, ἔχει μίαν φράσιν, ἡ ὁποία πᾶν ἄλλο ἢ βοηθεῖ τὴν ὑπόθεσιν, διότι λέγει «ἴσως, ἡ προτίμησις αὐτὴ νὰ ὀφείλεται εἰς συναισθηματικοὺς λόγους, διότι ὁ κ. Ψαρρέας, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, παρεῖχε τὰς ὑπηρεσίας του δωρεάν». Ἐάν, λοιπόν, δὲν θέλωμεν νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸν ὑλικὸν αὐτὸν κόσμον καὶ νὰ δεχθῶμεν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφορᾷ μίαν κοινωνίαν ἀγγέλων, ὥστε δὲν δύναται κανεὶς νὰ ρίψῃ βέβηλον ὄμμα εἰς τὰς πράξεις της, ἐὰν θέλωμεν νὰ μείνωμεν εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, λέγομεν: Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ὑγιεινῆς, ἐβεβαιώσατε, ὅτι δὲν εἰσπράττετε τίποτε ἀπὸ τὸ ἀκτινολογικὸν αὐτὸ ἐργαστήριον, ἀλλὰ ἐν τοσούτῳ τὸ ἀκτινολογικὸν αὐτὸ ἐργαστήριον, διαφημιζόμενον ὡς ἐργαστήριον Ι. Ψαρρέα, ἔχει καταλάβει ἕνα ποσοστὸν τεράστιον τῆς ἐργασίας εἰς Καλαμάταν καὶ ὑπάρχουν καὶ διαμαρτυρίαι ἄλλων, διότι τὸ πρόσωπόν σας εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι καὶ ἐλευθέρα ἐὰν εἶναι ἡ ἐκλογὴ ἐκ μέρους τοῦ ἀσθενοῦς, ὁ ἀσθενὴς μεταβαίνει πολὺ πιὸ εὔκολα εἰς τὸ ἐργαστήριον τοῦ ὑπουργοῦ, ἀπὸ οἱουδήποτε ἄλλου ἀνθρώπου.
§106Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μοῦ παράσχετε μίαν διαμαρτυρίαν οἱουδήποτε συναδέλφου, ὅτι πράγματι ἐπεδίωξα ἐγὼ νὰ ἔχω μεγαλυτέραν ἐργασίαν, θὰ τὸ ἀναγνωρίσω ἐγὼ πρῶτος. Ἀναφέρατε μίαν ἔστω διαμαρτυρίαν οἱουδήποτε ἐργαστηρίου.
§107Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω ποῖαι διαμαρτυρίαι ὑπάρχουν.
§108Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας). Θὰ παρακαλοῦσα νὰ μοῦ ἀνακοινώσητε μίαν διαμαρτυρίαν.
§109Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Τὸ ἀναφέρουν αἱ ἐκθέσεις.
§110Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπῆρξα σαφὴς καὶ δὲν μὲ ἐννόησεν ὁ κ. Ψαρρέας. Εἶπον, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶχε καταθέσει τὰς ἐκθέσεις τῶν ἰατρῶν, ἐκ τῶν ὁποίων φαίνεται, ὅτι ὑπῆρξαν διαμαρτυρίαι συναδέλφων του. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχουν αἱ ἐκθέσεις αὐταί. Τὰς εἶδον ἀναφερομένας καὶ λέγω, ὅτι ὁ κ. Ψαρρέας, ἐὰν ἤθελε νὰ ὁλοκληρώσῃ ὅλην του τὴν ἀγόρευσιν, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καταθέσει τὰς ἐκθέσεις αὐτάς.
§111Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Εἴπατε τρία πράγματα. Πρῶτον, ὅτι διαφημίζεται τὸ ἐργαστήριον τοῦ κ. Ψαρρέα, ἐνῷ ἀπὸ τὸ δημοσίευμα τοπικῆς ἐφημερίδος, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε καὶ ἐπεκαλέσθητε διαπιστοῦται, ὅτι τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἐργαστηρίου δὲν τὴν ἔχει ὁ κ. Ψαρρέας, ἀλλὰ τρίτος ἰατρός, τοῦ ὁποίου καὶ ἀναφέρεται τὸ ὄνομα εἰς τὸ δημοσίευμα. Δεύτερον, ἀνεφέρατε, ὅτι ὑπάρχουν διαμαρτυρίαι συναδέλφων καὶ προκαλούμενος παρὰ τοῦ κ. Ψαρρέας ὡμολογήσατε, ὅτι δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας οὐδεμίαν ἐξ αὐτῶν. Καὶ τέλος, ἀπεδώσατε εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ κ. Ψαρρέα ὡς Ὑφυπουργοῦ Ὑγιεινῆς, τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀσθενῶν τοῦ ἐργαστηρίου του, ἐνῷ ὅπως ἐπεκαλέσθη καὶ ἀπέδειξεν ὁ κ. Ψαρρέας καὶ ἀσχέτως τοῦ ὅτι δὲν ἐκμεταλλεύεται ὁ ἴδιος τὸ ἰατρεῖον του τοῦτο, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπολιτεύθη, ἐμείωσε σημαντικώτατα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀσθενῶν. Κατόπιν τούτου, ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἐθέσατε ὡς προϋποθέσεις τῶν περαιτέρω σκέψεων καὶ συλλογισμῶν σας τρία ἀνυπόστατα καὶ ἀνακριβῆ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν δικαιοῦσθε νὰ τὰ μεταμορφώνετε κατὰ τὸ δοκοῦν.
§112Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Περιστατικὸν πρῶτον. Δὲν φαίνεται καθόλου ἀπὸ τὴν ρεκλάμαν. Φαίνεται ἁπλῶς: Ἀκτινολογικὸν Ἐργαστήριον Ψαρρέα. Αὐτὸ μὲ μεγάλα γράμματα. Καὶ ἀπὸ κάτω προστίθεται καὶ ἕνας ἄλλος μὲ μικρὰ γράμματα.
§113Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Εἶναι τοῦ Ψαρρέα τὸ ἐργαστήριον, πῶς νὰ τὸ κάμωμεν;
§114Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ ἐδῶ δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ψαρρέαν.
§115Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ψαρρέαν.
§116Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Προκειμένου περὶ τῶν διαμαρτυριῶν, ἤλεγξα τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι, ἐνῷ ἀνεφέρθησαν εἰς τὰ δημοσιεύματα αὐτὰ ἐκθέσεις μέσα εἰς τὰς ὁποίας γίνεται λόγος περὶ διαμαρτυριῶν, δὲν κατεθέσατε τὰς ἐκθέσεις αὐτάς. Ἐγὼ λέγω, διότι ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι ἐν τάξει μὲ τὸν ἑαυτόν μου, ὅτι δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχουν αἱ ἐκθέσεις αὐταί. Τὸ τρίτον περιστατικὸν τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ι.Κ.Α. εἰς τὸ δημοσίευμα τοῦ κ. Μπρεδήμα.
§117Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν προκύπτει αὔξησις, προκύπτει μείωσις.
§118Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ι.Κ.Α. προκύπτει αὔξησις.
§119Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν προκύπτει, ὅτι ὑπάρχει ηὐξημένον ποσοστὸν ἔναντι τῶν ἄλλων. Ἔναντι, ὅμως, τοῦ παρελθόντος δὲν ὑπάρχει αὔξησις, ἀλλὰ μείωσις.
§120Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ηὐξημένον ποσοστόν, τὸ ὁποῖον μόνον ἐνδιαφέρει, ὑπάρχει καὶ ηὐξημένον ποσὸν ἀμοιβῶν, διότι καὶ αὐτὸ ἔγινεν ὑπὲρ τῶν πτωχῶν, ὅτι ἔχουν αὐξηθῆ αἱ ἀμοιβαὶ καὶ ὑπάρχει ἔκθεσις ἁρμοδίου ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Ι.Κ.Α., ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ καὶ ἀσύμφορος ἡ δι’ ἀκτινολογικὰς ἐξετάσεις δαπάνη. Ταῦτα λέγω ἀπὸ τὰ δημοσιεύματα τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς ἐκθέσεις μὴ κατατεθείσας. Πέραν τούτων ἡ διαφορὰ μεταξὺ δικηγορικοῦ γραφείου καὶ ἀκτινολογικοῦ ἐργαστηρίου περὶ ἧς ἔγινε λόγος, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ὀλίγον θεωρητικὴ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ θεωρία τῆς ἀνιδιοτελείας ὑπὲρ τῶν πτωχῶν ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς δικηγόρους. Πολλοὶ δικηγόροι, ὅταν πρόκειται περὶ συμπατριωτῶν των καὶ ἐκλογέων των ἐργάζονται δωρεὰν καὶ συμπαρίστανται δωρεάν. Ἄλλο ἡ οἰκονομικὴ ἰδιοτέλεια καὶ ἄλλο ἡ πολιτικὴ φιλοδοξία, ἡ ὁποία ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς ἰατροὺς καὶ διὰ τοὺς δικηγόρους. Καὶ ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ ἰδιοτελείας, δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ ἐλλείψεως ἐντιμότητος οὐδενὸς προσώπου. Ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς πολιτικῆς του φιλοδοξίας, ἡ ὁποία πολλὲς φορὲς ἐξυπηρετεῖται διὰ τῆς ἐπαγγελματικῆς ἀνιδιοτελείας. Δὲν λέγω ἐγώ, ὅτι δὲν εἶναι εὐγενὴς ἡ φιλοδοξία ἡ πολιτική, διότι ἐὰν δὲν τὸ ἔλεγα θὰ κατεδίκαζα τὸν ἑαυτόν μου. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἐπιχειροῦμεν τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς πολιτικῆς μας φιλοδοξίας, νὰ τὴν ἐξαίρωμεν ὡς ἀγγελικὴν κατάστασιν καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι βάσει τοῦ πασιγνώστου γεγονότος τῆς οἰκονομικῆς μας ἀνιδιοτελείας δυνάμεθα ὡς Ὑπουργοὶ νὰ συμβαλλώμεθα ἀτιμωρητὶ μὲ τὸ Ι.Κ.Α., ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Ὅταν κανεὶς ἀνέρχεται εἰς τὸ θῶκον τοῦ Ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ προφυλάσσεται ἀπὸ πᾶσαν παρεξήγησιν. Διότι, ἐὰν συνέβη δι’ ἕνα ἄνθρωπον, ὡς ὁ κ. Ψαρρέας, διὰ τὸν ὁποῖον γνωρίζω, ὅτι ἔχει μίαν γενικωτέραν συμπάθειαν, νὰ ὑπάρχουν περιθώρια παρεξηγήσεως, διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἐφρόντισε νὰ προφυλάξῃ τὸ ἀξίωμά του ὡς Ὑπουργοῦ, νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ γενικώτερον μάθημα δι’ ὅλους, ὅτι ὅταν ἀνέρχωνται εἰς τὸν θῶκον τοῦ Ὑπουργοῦ, πρέπει ἡ προφύλαξίς των νὰ εἶναι πλήρης. Δὲν θέλω νὰ φθάσω μέχρι παραδειγμάτων, ὡς τοῦ νεοεκλεγέντος Προέδρου τῆς Ἀμερικῆς, ὁ ὁποῖος μόλις ἐξελέγη ἐπώλησεν ὅλας του τὰς μετοχάς, ἰδιωτικῶν του ἐπιχειρήσεων, καὶ τὰς μετέβαλεν εἰς Κρατικὰς ὁμολογίας, διότι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ παρεξηγηθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὴν τύχην ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανείς, μὲ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἐπειδὴ θὰ ἔχῃ μετοχὰς εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις θὰ θέσῃ ἐν κινδύνῳ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους του διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς μετοχάς του; Βεβαίως ὄχι. Ἐν τούτοις, καίτοι αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι αὐτόδηλον, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θυσιάσῃ τὸ γενικὸν συμφέρον εἰς τὸ προσωπικόν του συμφέρον, ἐπώλησε τὰς μετοχάς του καὶ τὰς μετέβαλεν εἰς Κρατικὰς ὁμολογίας, διὰ νὰ συνδέσῃ τὴν ἀτομικήν του τύχην μὲ τὴν τύχην τοῦ Δημοσίου. Τὸ ἀναφέρω τὸ παράδειγμα αὐτό, ὄχι, διότι ὑπάρχει ἀναλογία, ἀλλὰ τὸ λέγω, διότι δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζωμεν, ὅτι χρειάζεται πολλὴ φαντασία, ἀνεξαρτήτως τῆς καλῆς διαθέσεως ἐκείνου ὁ ὁποῖος κρίνει διὰ νὰ ὑπάρξῃ παρεξήγησις. Τὸ νὰ λέγεται, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος μὲ κακὴν θέλησιν ἢ συκοφάντης, τὸν ὁποῖον εἴχατε διορίσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον σας, προεκάλεσε τὸ ζήτημα, δὲν τὸ λύει. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμένετε ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καλὴν διάθεσιν ἢ ἔλλειψιν ἐκδικητικότητος; Ἀλλὰ τὸ ὅτι ἐκ κακῆς διαθέσεως ἐδημιουργήθη ἕνα θέμα, δὲν σημαίνει, ὅτι τοῦτο στερεῖται βάσεως ἐκ τῆς ἀπόψεως τῆς εὐθιξίας, ἡ ὁποία ἰδιαιτέρως σᾶς ἀπασχολεῖ καὶ ἡ ὁποία σᾶς ἔφερεν ἀπόψε εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς διὰ νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἄνευ σημασίας τὸ γεγονός, ὅτι ἐργαστήριον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ὑγιεινῆς, εἶναι συμβεβλημένον μὲ τὸ Ι.Κ.Α. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἀποφαίνεται, δι’ ἀποφάσεως, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἀποφαίνεται, καμμία φορά, ὁ ἴδιος ὁ ἐνδιαφερόμενος. Ἀποφαίνεται ἡ Κυβέρνησις. Καὶ πολὺ εὐρύτερα, ἀποφαίνεται ἡ κοινὴ γνώμη. (Χειροκροτήματα).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θέλω νὰ ἀνακοινώσω τὸ ἑξῆς: Ὁ κ. Μπρεδήμας, ἀπαντῶν εἰς τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι δὲν ἔλαβε συγκεκριμένην αἴτησιν καταθέσεως φακέλλου, εἶπεν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον εὐθύνεται, διότι δὲν διεβίβασεν, ἐνδεχομένως, τὴν αἴτησιν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι συγκεκριμένη αἴτησις καταθέσεως φακέλλου, ἀφορῶντος τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, δὲν κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν.
§122Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παράσχω τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἐζήτησα συγκεκριμένως διὰ τῶν ἀναφορῶν μου καὶ τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλλου εἰς τὸ Κέντρον Μαθητικῆς Ἀντιλήψεως, καθὼς ἐπίσης, καὶ τὴν κατάθεσιν ὅλων τῶν ἐκθέσεων τῶν ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὰς Καλάμας.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ ἐλέγξητε τὰς αἰτήσεις, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι οὐδέποτε κατετέθη τοιαύτη αἴτησις.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§124ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, Νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.35′ μ.μ.)