1960.11.18
2,213 rows · 16,777 words · 79 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21η
Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Λ. Εὐταξίας ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Κύριοι βουλευταί, ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡ ἑξῆς δήλωσις:
ΔΗΛΩΣΙΣ
Οἱ κάτωθι ὑπογεγραμμένοι βουλευταὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, πρὸ τοῦ σαφῶς διαγραφομένου κινδύνου πολώσεως τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῆς χώρας, ἥτις θὰ ὡδήγει εἰς τὴν κατάλυσιν τῆς Δημοκρατίας καὶ θὰ ἀπετέλει πραγματικὴν ἐθνικὴν συμφοράν, καὶ συνεπεῖς πρὸς τὴν ἱστορίαν καὶ τὰς παραδόσεις τοῦ Κόμματος, αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ συμβάλουν θετικῶς εἰς τὴν ἀποτροπήν της. Πρὸς τοῦτο καὶ ἐν ὄψει τῆς ὑπαρχούσης πολιτικῆς καταστάσεως, ἀποφασίζουν νὰ προσθέσουν τὰς πολιτικάς των δυνάμεις εἰς τὴν γενικωτέραν κίνησιν τῆς ἐθνικῆς ἀναδημιουργίας. Τοῦτο πράττουν μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Στρατηγὸς Γρίβας, ὁ ὁποῖος ἤδη ἀνεδείχθη ὡς ἐθνικὸς ἥρως, ἀναπτύσσει τὴν κίνησίν του ἐπὶ βάσεων ἐθνικῶν καὶ ἀδιαβλήτως δημοκρατικῶν καὶ ὅτι ἡ κίνησις αὕτη, συγκεντρώνουσα τὰς ὑγιεῖς καὶ προοδευτικὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους, θὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα καὶ τὴν Δημοκρατίαν εἰς τὴν Χώραν μας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, οἱ κάτωθι Φιλελεύθεροι βουλευταὶ ἐντάσσουν τὴν πολιτικήν των δραστηριότητα εἰς τὴν Κ.Ε.Α. (Κίνησις Ἐθνικῆς Ἀναδημιουργίας), ὑπὸ τὸν Στρατηγὸν Γρίβαν–Διγενῆ καὶ παρακαλοῦν ὅπως τοῦ λοιποῦ οἱ κάτωθι ὑπογεγραμμένοι βουλευταί της ὑπολογίζονται εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν δύναμιν αὐτῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Νοεμβρίου 1960 Οἱ δηλοῦντες βουλευταὶ Σ. Κωστόπουλος, Κ. Μαρῆς, Ε. Ἀρβανιτάκις, Ε. Κοθρῆς, Α. Δερδεμέζης, Θ. Δεσύλλας, Μ. Στεφανίδης, Α. Μπαρότσης, Ι. Ὀρφανός, Φ. Πιτούλης, Δ. Παπαμιχαλόπουλος, Π. Πολυχρονίδης, Π. Βαρδινογιάννης, Ν. Ἰντζές. Ἐπίσης, κατετέθη ἡ ἑξῆς δήλωσις: Ὁ κάτωθι ὑπογεγραμμένος βουλευτὴς Ἠλείας, Στεφανόπουλος Στέφανος, δηλῶ, σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμόν, ὅτι θὰ ἀνήκω ἐφεξῆς εἰς τὴν ὑπὸ τὸν Στρατηγὸν Γρίβαν Κίνησιν Ἐθνικῆς Ἀναδημιουργίας.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Νοεμβρίου 1960
Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ἐπίσης, ὑπάρχει ἑτέρα δήλωσις:
Πρὸς τὸ Σὸν Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς
ΔΗΛΩΣΙΣ
Δηλῶ, ὅτι προσχωρῶ εἰς τὴν Κίνησιν Ἐθνικῆς Ἀναδημιουργίας, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ θέλω ἀνήκει ἐφεξῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Νοεμβρίου 1960
Ὁ Δηλῶν
Σ. ΧΟΥΤΑΣ
Βουλευτὴς Αἰτωλίας–Ἀκαρνανίας Ἀνακοινῶ, ὡσαύτως, ἑτέραν δήλωσιν: Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Ὁ κάτωθι ὑπογεγραμμένος βουλευτὴς Ἠλείας, Νικόλαος Κοντογιαννόπουλος, δηλῶ, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν, ὅτι θὰ ἀνήκω ἐφεξῆς εἰς τὴν ὑπὸ τὸν Στρατηγὸν Γ. Γρίβαν «Κίνησιν Ἐθνικῆς Ἀναδημιουργίας». Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Νοεμβρίου 1960
Μετὰ πάσης τιμῆς
Ν. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ἐπίσης ἔλαβον τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν, ἐκ μέρους τοῦ κ. Γ. Γρίβα–Διγενῆ: Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Νοεμβρίου 1960 Πρὸς Τὸν Ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Κύριε Πρόεδρε, Ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Κινήσεως Ἐθνικῆς Ἀναδημιουργίας, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσω, ὅτι, ὡς Κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς ἐν τῇ Βουλῇ Κοινοβουλευτικῆς Ὁμάδος, ὡρίσθη ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Στ. Κωστόπουλος, ἐκλεγείς, κατόπιν ὑποδείξεώς μου, ὁμοθύμως παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ὁμάδος τοῦ Κόμματός μου.
Μετὰ τιμῆς
Γ. ΓΡΙΒΑΣ
Κύριοι βουλευταί, ἀνακοινῶ ἐπίσης, ὅτι οἱ κ.κ. Κ. Καραμανλῆς (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως), Κ. Ἀδαμόπουλος (Ὑπ. Γεωργίας) καὶ Κ. Παπακωνσταντίνου (Ὑπ. Οἰκονομικῶν), καταθέτουν σχέδιον νόμου «περὶ Γεωργικῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων». (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως). Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βολουδάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§6Γ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 110)16.1.1957 καὶ 1505)23.10.57 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ τῶν τιμῶν τῶν πετρελαιοειδῶν» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 249 ἀπὸ 14 Φεβρουαρίου 1958 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ Ν. 3770)/ 1929 περὶ ἱδρύσεως καὶ λειτουργίας ἀρτοποιείων εἰς τὰς πόλεις πληθυσμοῦ 3.000 ἕως 20.000 κατοίκων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Χατζηδῆμος, καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τῆς Ἐθνικῆς Μετεωρολογικῆς Ὑπηρεσίας, ὡς καὶ τὸ προσωπικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Βασ. Ἀεροπορίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Τσακιρίδης, Σ. Περτσινίδης, Χ. Τσορλίνης καὶ Θ. Μπάρμπας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνταξιοδοτικῶν διατάξεων, ἀφορωσῶν ἐθελουσίως ἐξερχομένους κλπ. δικαστικοὺς λειτουργούς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Τσιάρας, Δ. Μερλόπουλος, Η. Σκυλλάκος καὶ Ι. Γιαλώφας, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν πολιτικῶν κρατουμένων φυλακῶν Κερκύρας, αἰτουμένων ἀποφυλάκισιν τῶν βαρέως ἀσθενῶν, κατάργησιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λέσβου κ. Π. Γλιγλῆς, διαμαρτύρεται διὰ τὴν παρὰ τοῦ Ὑποδιοικητοῦ Ἀσφαλείας Μυτιλήνης παρεμπόδισιν ἀσκήσεως τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Τσιάρας, Η. Σκυλλάκος, Ι. Γιαλώφας καί Δ. Μερλόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν πολιτικῶν ἐξορίστων Ἁγίου Εὐστρατίου ἀπολυθέντων τὴν 12ην Νοεμβρίου, αἰτουμένων αὔξησιν τοῦ ἐπιδόματος τῶν ἐξορίστων, ἄρσιν τῶν ἀπαγορευτικῶν μέτρων ὡς πρὸς τὸ ἐπισκεπτήριον κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Παγώνης, διαμαρτύρεται διὰ δολοφονικὴν παρ’ ἀγνώστων ἐπίθεσιν κατὰ δύο στελεχῶν τῆς ΕΔΑ Ἐλασσόνος καὶ αἰτεῖ τὴν σύλληψιν καὶ τιμωρίαν τῶν ἐνεργησάντων τὴν ἐν λόγῳ ἐπίθεσιν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Χ. Φιλίππου καὶ Β. Μπρακατσούλας, διαμαρτύρονται διὰ τὴν δι’ ἀποφάσεως Νομάρχου Καρδίτσης ἀπόλυσιν συνεταιριστῶν Θ. Κεντερέ, Θ. Ντανοπούλου κλπ. καὶ αἰτοῦσιν ἀνάκλησιν τῆς ὡς ἄνω ἀποφάσεως. Ὁ Δημήτριος Δ. Στεφάνου, κάτοικος Ἀθηνῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ Βιομηχανίας ματαίωσιν τῶν νομίμων δικαιωμάτων του, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ὑδρογονανθράκων τῆς Ἠπείρου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ο. Ἀντώνογλου καὶ Θ. Κεραμιτσιόγλου, διαμαρτύρονται διὰ σύλληψιν Δ. Χονδροπούλου καὶ αἰτοῦσι τὴν ἄμεσον ἀπόλυσίν του. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Χ. Φιλίππου καί Β. Μπρακατσούλας, αἰτοῦσι κατάργησιν Κέντρων Ρουλέττας Καρδίτσης. Ὁ Πρόεδρος Κοινότητος Κάτω Σχολαρίου, διερμηνεύων αἰσθήματα κατοίκων της, ἐκφράζει ἀγανάκτησίν του διὰ συκοφαντίας Μέρτεν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Κακογιάννης καὶ Σ. Ἠλιόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν ἀσκουμένων δικηγόρων, αἰτουμένων κατάργησιν τῶν προνομίων κατὰ τὰς ἐξετάσεις καὶ τῆς διατάξεως, δι’ ἧς οἱ διὰ τετάρτην φορὰν ἀποτυγχάνοντες ἀποκλείονται τοῦ διαγωνισμοῦ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν μικροεπαγγελματιῶν τῶν Κοινοτήτων Ἀντικαλάμου Ἀσπροχώματος καὶ Σπερχογείας Μεσσηνίας, αἰτουμένων προαιρετικὴν ἀσφάλισίν των εἰς ΤΕΒΕ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶχε ζητήσει τὸν λόγον πρὸ της Ἡμερησίας Διατάξεως ἐπὶ ἑνὸς τηλεγραφήματος ἐξ Ἡρακλείου. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ὁ θιγόμενος ὑφυπουργὸς θὰ λάβῃ τὸν λόγον τὴν προσεχῆ Τρίτην. Νομίζω, ὅτι εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι, ἐφ’ ὅσον θὰ θιγῇ τὸ θέμα τὴν προσεχῆ Τρίτην, δὲν πρέπει νὰ ἀπασχοληθῶμεν μὲ αὐτὸ σήμερον.
§8Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσα πρόκειται νὰ εἴπω δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον ὁ θιγόμενος ὑφυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι τὴν προσεχῆ Τρίτην θὰ λάβῃ τὸν λόγον διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν στάσιν του καὶ τὴν σιωπήν του μέχρι τοῦδε εἰς τὰς κατηγορίας, ποὺ διατυπώνονται ἐναντίον του, τὸ θέμα αὐτὸ θὰ συζητηθῇ τότε. Ἁπλῶς θέλω τώρα νὰ ἐπισημάνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν κατάστασιν ποὺ ἔχει δημιουργηθῆ εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἡρακλείου, κατάστασιν τελείως ἔκρυθμον. Καὶ φοβοῦμαι, ὅτι, ἐὰν δὲν ληφθοῦν μέτρα ἐγκαίρως, θὰ ἔχωμεν θλιβερὰ ἐπεισόδια, διὰ τὰ ὁποῖα ὅλοι θὰ λυπηθῶμεν. Θέλω, εἰδικώτερον, νὰ ἀπευθυνθῶ εἰς τὸν κ. ὑφυπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας διὰ νὰ τὸν ἐρωτήσω, πῶς καὶ μὲ ποίαν δικαιολογίαν ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ὡς Διοικητὴς Ἀσφαλείας τῆς πόλεως τοῦ Ἡρακλείου ὁ ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρὸς τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ Οἰκισμοῦ. Διότι ἐκεῖ εἶναι τὸ θέμα, κ. Πρόεδρε. Ὁ κ. ὑφυπουργὸς τῆς Ἀσφαλείας, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀπὸ καιροῦ εἶχε δείξει ὅλην τὴν καλήν του διάθεσιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀντικατάστασίν του, διότι ὁ κ. ὑπομοίραρχος τῆς Ἀσφαλείας, ὁ ὁποῖος ἦτο ἕνας πολὺ καλὸς ἀξιωματικός, ἀπὸ πενταετίας κατέχει τὴν θέσιν τοῦ Διοικητοῦ Ἀσφαλείας καὶ δημιουργοῦνται ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς του εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἡρακλείου παρεξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ ἔχουν δυσαρέστους συνεπείας. Ὁ κ. ὑφυπουργὸς ἐπανειλημμένως ἐξεδήλωσε τὴν καλήν του πρόθεσιν νὰ μεταθέσῃ τὸν ἐν λόγῳ ἀξιωματικόν, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι αἱ διάφοροι ἐπιδράσεις τὸν ἠμπόδισαν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτό, ὡς αἰσθάνεται, θὰ ἤθελα ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου αὐτοῦ θέματος μίαν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. ὑφυπουργόν, δοθέντος, ὅτι εἰς τὴν τελευταίαν συνομιλίαν ποὺ εἶχα μαζί του, μοῦ ἀνεκοίνωσεν ὡς ὁριστικὴν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἐν λόγῳ ὑπομοιράρχου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ ἐκεῖ προέρχονται ὅλα τὰ κακά. Ἀσκεῖται μία τρομοκρατία ἄνευ προηγουμένου κατὰ τῶν μαρτύρων καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διετύπωσαν τὰς κατηγορίας καὶ ἡ τρομοκρατία αὕτη εἶναι φυσικὸν νὰ συνδυάζεται μὲ τὴν παρουσίαν εἰς Ἡράκλειον ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ γυναικάδελφος τοῦ θιγομένου ὑπουργοῦ καί, ὡς μᾶς καταγγέλλεται, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν εἰς τὰς πράξεις ἐκβιασμοῦ καὶ ἀπειλῶν κατὰ τῶν μαρτύρων τῶν καταγγελθέντων σκανδάλων.
§9Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφυπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ διαβεβαιώσῃ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἡρακλείου, ὅσον καὶ εἰς τὴν περιφέρειαν, ἐπικρατεῖ πλήρης τάξις καὶ ἠρεμία. Σήμερον ἐπεκοινώνησα προσωπικῶς μὲ τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς καὶ ἔλαβον τὰς πληροφορίας καὶ τὴν διαβεβαίωσιν περὶ τῶν ἀνωτέρω, ὡς ἐπίσης ἔχω καὶ εἰς χεῖρας μου τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς περὶ τούτου, τόσον παρὰ τῆς Διοικήσεως Χωροφυλακῆς, ὅσον καὶ παρὰ τοῦ Νομάρχου. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ἀνησυχῇ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Οὐδεὶς πολίτης διεμαρτυρήθη δι’ ὅ,τι δήποτε ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν. Ἀναφορικῶς μὲ τὸ θέμα τοῦ Διοικητοῦ Ἀσφαλείας τῆς πόλεως Ἡρακλείου, εἶναι ἀληθὲς —καί ἐπ’ αὐτοῦ εἶχον καὶ ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ συνομιλήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων— ὅτι ὑπηρέτει εἰς τὸ Ἡράκλειον ὁ ἐν λόγῳ ἐξαίρετος ἀξιωματικός. Καὶ χαίρω ἰδιαιτέρως, διότι καὶ ἀπὸ στόματος ἀπόψε τοῦ κ. Βενιζέλου διεβεβαιώθη τοῦτο, ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαιρέτου ἀξιωματικοῦ προσενεγκόντος ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸν τομέα τῆς Ἀσφαλείας, ὅπου ἐπὶ μακρὸν ὑπηρέτει. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ὄχι διότι τυχὸν ἠσκήθη πίεσις, ἀλλὰ διότι, κατὰ τὴν ὑπεύθυνον προσωπικήν μου κρίσιν, παρουσίαζε δυσχέρειαν ἡ ἀντικατάστασίς του, ἡ ἄμεσος, λόγῳ εἰδικῆς συνθέσεως τῆς περιοχῆς αὐτῆς, ἀπὸ ἀπόψεως θεμάτων ἐθνικῆς ἀσφαλείας. Παρὰ ταῦτα, ὅταν, κατὰ τὸ πρόσφατον ταξίδιόν μου, εὑρέθην εἰς τὴν Κρήτην, ἐξετίμησα, ὅτι ἔπρεπε νὰ παροραθῇ ὁ παράγων τῶν ὑπηρεσιακῶν ἱκανοτήτων καὶ διετάχθη ἡ μετάθεσις τοῦ ἐν λόγῳ ὑπομοιράρχου ἀπὸ τῆς 16ης Δεκεμβρίου, δηλαδὴ ἀπὸ 2½ μηνῶν. Παρεσχέθη ὅμως ἡ εὐχέρεια εἰς αὐτόν, πρὸς τακτοποίησιν θεμάτων, σχετιζομένων μὲ τὰς οἰκογενειακάς του συνθήκας καὶ ἤδη ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εὑρίσκεται τοποθετημένος ἐν Ἀθήναις. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα παρουσίαζεν οἱανδήποτε αἰχμὴν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐτοποθέτησε τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἔχει παύσει ὑφιστάμενον ὡς τοιοῦτον ζήτημα. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφέρω, ὅτι, παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν συγγενῶν αὐτοῦ, νὰ φύγῃ, ἐγὼ τὸν ἐκράτησα, ἐκ λόγων ὑπηρεσιακῶν ἀναγκῶν.
§10Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μᾶς εἴπατε, ὅτι ὑπηρετεῖ εἰς Ἀθήνας. Ἀπὸ πότε;
§11Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐσωτερικῶν). Θέλετε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν διαταγήν;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἐτοποθετήθη», εἶπε. Δὲν εἶπεν «ὑπηρετεῖ».
§13Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν δὲν εἶσθε ἐνημερωμένος, θὰ σᾶς εἴπω ἐγώ. Ἀπὸ σήμερον τὴν πρωΐαν ὑπηρετεῖ εἰς τὰς Ἀθήνας. Δὲν ἔχω τίποτε ἐναντίον σας. Ἐδείξατε, πράγματι, καλὴν διάθεσιν, διὰ νὰ τακτοποιηθῇ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἀλλά, κ. Ὑπουργέ, προσέξατε, διότι καὶ ἄλλοτε μὲ διεβεβαιώσατε, ὅτι ἀντικατεστάθη καὶ ἐπέστρεψεν ὀπίσω. Ἀπὸ σήμερον εὑρίσκεται εἰς Ἀθήνας. Δι’ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἐπικρατεῖ ἀπόλυτος τάξις, εἶμαι σύμφωνος. Ἀλλὰ σᾶς εἰδοποιῶ, ὅτι, ἐὰν δὲν ληφθοῦν μέτρα, προβλέπω, θὰ ἔχωμεν γεγονότα αἱματηρά, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἶσθε σεῖς ὑπεύθυνοι. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι). Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή. Ἀφήσατε, κύριοι, νὰ ὁμιλήσωμεν μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἔχω, κ. Ὑπουργέ, τηλεγράφημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται, ὅτι ἀπειλεῖται ἔνοπλον συλλαλητήριον. Εἰς τὸ σημεῖον δὲ αὐτὸ ἔχουν φοβερὰ ἐκτραχυνθῆ τὰ πράγματα, ὥστε μὲ καλοῦν καὶ προσωπικῶς νὰ πάω, διὰ νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν.
§14Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος, νὰ διατυπώσω τὴν ἄποψιν, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ γίνεται εὐχερῶς ἡ χρῆσις περὶ ἐνόπλου συλλαλητηρίου. Εἰδικῶς εἰς τὴν περιοχὴν αὐτήν, ὑπὸ τύπον τηλεγραφημάτων ἑκάστοτε, πρὸς τὸ περιεχόμενον τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ξένη ἡ ἐκεῖ τοπικὴ πολιτικὴ ἐκπροσώπησις, χρησιμοποιεῖται κἄπως ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ ὁ ὅρος αὐτός, περὶ συλλαλητηρίων, διαμαρτυριῶν, καὶ γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι αὐτὰ εἶναι ξένα πρὸς τὴν πραγματικότητα. Δὲν θέλω νὰ παρακαλέσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸν ἀξιότιμον κ. Βενιζέλον νὰ μοῦ εἴπῃ, τὶ ἐννοεῖ, ὅταν λέγῃ, νὰ ληφθῶσιν ἔκτακτα μέτρα καὶ ἐκ ποίας ἀφορμῆς. Ἐὰν ἔχῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου καμμίαν ἰδιαιτέραν πληροφορίαν περὶ ἐνδεχομένης ἀτομικῆς προθέσεως, διότι — ἐπαναλαμβάνω— ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἀφοσιωμένος εἰς τὰ ἔργα του, φιλόνομος καὶ δὲν ἔχει οὐδεμίαν διάθεσιν οὔτε εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἡρακλείου, οὔτε πουθενὰ ἀλλοῦ, νὰ ἐκτραπῇ εἰς γεγονότα, ἐὰν ἔχῃ ἰδιαιτέραν τινὰ πληροφορίαν, θὰ τοῦ εἶμαι εὐγνώμων ἐὰν τὴν θέσῃ ὑπ’ ὄψιν ἐμοῦ.
§15Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ὁριστικὴ ἡ μετάθεσις τοῦ ἐν λόγῳ ἀξιωματικοῦ;
§16Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως. Διετάχθη ἤδη ἀπὸ τῆς 16ης Σεπτεμβρίου.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§18Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρεκάλεσα, ὄχι διὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἀλλὰ διὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπεῖγον. Διότι πράγματι, αὐτὴν τὴν στιγμὴν διεξάγονται αἱ ἐξετάσεις τῶν ἀσκουμένων δικηγόρων, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀπέχουν οἱ ὑποψήφιοι, βάσει ὡρισμένων αἰτημάτων, λίαν ὀρθῶν, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ πλέον ἐπεῖγον εἶναι τοῦτο: Ὅτι οἱ ἀσκούμενοι, ἐφ’ ὅσον ἀπορριφθοῦν 4 φοράς, δὲν δύνανται πλέον νὰ γίνουν δικηγόροι. Σημειωτέον, ἀπόρριψις δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν γράφουν καλὰ εἰς τοὺς διαγωνισμούς, ἀλλ’ ὅτι τοὺς ἐμποδίζει ὁ περιορισμένος ἀριθμὸς καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχουν ἀπόλυτον δίκαιον. Πλὴν τούτου, ὑπάρχει καὶ δεύτερον αἴτημα. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ὑπὸ τὸ προηγούμενον καθεστὼς καὶ ὑφίστανται σήμερον περιορισμούς, τοὺς ὁποίους, ὅταν εἰσήρχοντο εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, διὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν κλάδον αὐτόν, ἤτοι τῆς Νομικῆς, δὲν ὑφίσταντο, δὲν ἦσαν νομοθετημένοι, καὶ αὐτοὶ ἀδικοῦνται ἀκόμη περισσότερον. Τὸ τρίτον αἴτημα εἶναι, ὅτι ἔχει καταντήσει εἰς τὸ Δικηγορικὸν Σῶμα νὰ εἰσέρχωνται κατ’ ἔτος 400 δικηγόροι ἄνευ διαγωνισμοῦ, λόγῳ προνομίων, καὶ μόνον 100 ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μελετοῦν καὶ ὑποφέρουν, διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ ἀποκτήσουν τὸ δίπλωμα. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον οἱ ἀσκούμενοι ἀπέχουν τῶν ἐξετάσεων ἀπὸ σήμερον, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἱκανοποιοῦνται αὐτὰ τὰ δίκαια αἰτήματά των, εἶχον πᾶν δικαίωμα νὰ ζητήσω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μὲ μίαν θερμὴν παράκλησιν, νὰ ἀκούσῃ τὸ παράπονον τῶν νέων αὐτῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς οἱονδήποτε κλάδον καὶ ἐὰν θέλῃ νὰ ἀνήκῃ ἕνας νέος, νὰ ἐμποδίζεται διὰ διαφόρων μεθόδων καὶ τελικῶς νὰ ἀδικῆται, μὴ δυνάμενος, οὔτε ἐπανειλημμένως δίδων ἐξετάσεις, νὰ γίνῃ δικηγόρος.
§19Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ διατυπώσω καὶ τὴν ἰδικήν μας συνηγορίαν εἰς τὴν διατυπωθεῖσαν ἔκκλησιν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντιμετωπίσῃ μὲ ἰδιάζουσαν στοργὴν τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Διότι, ἐκτὸς τοῦ βασικοῦ θέματος τοῦ κλειστοῦ τοῦ ἐπαγγέλματος, εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον συζητεῖται αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ εἰς εὐρύτερον κύκλον, τὸ γεγονός, ὅτι ἀποκλείονται ὄχι διότι ἀπέτυχον εἰς τὰς ἐξετάσεις, ἀλλὰ διότι εἶναι περιορισμένος ὁ ἀριθμὸς, δὲν εἶναι ἀποτυχόντες, καὶ δικαιοῦνται νὰ ἔχουν περισσοτέρας τῶν 5 ἐλπίδων ἐπιτυχίας, ἀκριβῶς, λόγῳ τοῦ συστήματος τοῦ κλειστοῦ ἀριθμοῦ.
§20Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Τὸν λόγον, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ διατὶ δὲν θέλω τὴν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζήτησιν, διότι, νομίζω, ὅτι, ὅταν ἕνας Ἀρχηγὸς ζητήσῃ τὸν λόγον, δὲν εἶναι ἀνάγκη ὅλοι κατόπιν νὰ σηκώνωνται, διότι πλέον τότε φεύγομεν ἀπὸ τὴν κανονικὴν διαδικασίαν. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνεται μία συμφωνία προηγουμένως. Θὰ λάβετε ὅλοι τὸν λόγον. Δὲν γεννᾶται ζήτημα. Νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ νὰ λάβῃ τὸν λόγον εἷς τῶν Ἀρχηγῶν. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀκολουθῆται αὐτὴ ἡ διαδικασία. Ὁρίστε, κ. Νόβα, ἔχετε τὸν λόγον.
§22Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω, ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν εἶσθε ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ κρίνετε ἐὰν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν ἢ ὄχι τὸν λόγον. Ἐφ’ ὅσον ἐτέθη ἕνα ζήτημα καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ ἀπαντήσῃ, εἴμεθα ὅλοι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκθέσωμεν τὰς ἀπόψεις μας.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποχρεωμένοι δὲν εἶσθε, δικαιοῦσθε ἴσως, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω ὡρισμένα δικαιώματα, κ. Νόβα. Δὲν ἔχετε μόνον σεῖς, ἔχω καὶ ἐγὼ καθήκοντα καὶ δικαιώματα ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ.
§24Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ἤθελα, ἐκ μέρους τῆς Νέας Πολιτικῆς Κινήσεως, νὰ τονίσω καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι τόσον εὔλογα τὰ αἰτήματα τῶν ὑποψηφίων δικηγόρων, ὥστε παρακαλοῦμεν ὅλοι τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰ μελετήσῃ σοβαρῶς καὶ νὰ λάβῃ ἀμέσως μέτρα, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἐπεῖγον καὶ φλέγον καὶ πρόκειται περὶ κοινωνικῶν στελεχῶν τοῦ μέλλοντος, τὰ ὁποῖα πρέπει ἡ Πατρὶς νὰ τὰ περιβάλῃ μὲ ἰδιαιτέραν φροντίδα καὶ στοργήν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΔΑ, ἔχει τὸν λόγον.
§26Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἡ παράταξίς μας, βεβαίως, ὑποστηρίζει αὐτὰ τὰ αἰτήματα. Δὲν ἦτο ἀνάγκη ἡμεῖς νὰ ὁμιλήσωμεν, διότι ἡμεῖς πάντοτε τὰ αἰτήματα τῶν ἀδικουμένων ὑποστηρίζομεν καὶ θέλομεν πράγματι νὰ ἀνοίξῃ δρόμος πρὸς τοὺς νέους. Ἂν καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι νέος, ὁ ἰδικός μου ὁ δρόμος, πάντοτε ἦτο ἀνοικτός, δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζω τὰ αἰτήματα αὐτά.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
§28Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, καίτοι αἰφνιδιαστικῶς ἔρχεται τὸ θέμα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν. Τὸ αἴτημα τῶν νέων ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν καὶ ἐκεῖνοι νὰ γίνουν δικηγόροι, εἶναι πράγματι εὔλογον καὶ ἄξιον πάσης συμπαθείας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ὅμως εἰς τὴν τόσον συμπαθῆ περίπτωσίν των, εἶναι τὸ ἑξῆς: Εἶναι ὄντως πληθωρικὸν ἐπάγγελμα τὸ δικηγορικὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶναι ἀνάγκη μὲ κἄποιαν προσοχὴν νὰ ἐπιδιώκεται, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἱκανοποίησις τοῦ αἰτήματος τῶν νέων νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, ἀφ’ ἑτέρου νὰ μὴ καθίσταται ἀκόμη μεγαλύτερος ὁ πληθωρισμός, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς αὐτό. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία ἡ δοθεῖσα εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι κατ’ ἔτος εἰσέρχονται εἰς τὸ Δικηγορικὸν Σῶμα 400 περίπου μὴ ὑποβαλλόμενοι εἰς ἐξετάσεις, ἀλλὰ προερχόμενοι ἐξ ἄλλων ἐπαγγελμάτων. Κατὰ τοὺς τριάκοντα μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους εἶμαι ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰσῆλθον ἐκ τῆς κατηγορίας ταύτης ἐν ὅλῳ ὀκτώ, ἐκ τῶν ὁποίων ἓξ πρώην δικαστικοί, εἷς διὰ τὴν ἐπαρχίαν καὶ εἷς μόνον προερχόμενος ἐξ ἄλλου ὑπαλληλικοῦ ἐπαγγέλματος διὰ τὰς Ἀθήνας. Κατὰ συνέπειαν, ὁ ἀριθμὸς δὲν καταλαμβάνεται ἀπὸ αὐτούς, ἀλλὰ εἶναι ἤδη μέγας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι γεγονὸς ἐπίσης, εἶναι, ὅτι, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ Κώδικος τῶν δικηγόρων καὶ τῆς αὐξήσεως τῆς συντάξεως, ὡς καὶ διὰ τῆς ἱδρύσεως ἐπικουρικοῦ Ταμείου ἀσφαλίσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ἀρχίσῃ μετὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1961, τέλος δὲ διὰ τῆς συγχρόνου αὐξήσεως εἰς 70.000 τοῦ ἐφ’ ἅπαξ τοῦ παρεχομένου ὑπὸ τοῦ Ταμείου Προνοίας τῶν ἐξερχομένων δικηγόρων, ἐλπίζεται, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ μία ἔξοδος μεγαλυτέρα τῆς συνήθους δικηγόρων. Καί, ὅπως εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναγγείλω καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς δικηγόρους εἰς μίαν εὐρεῖαν συγκέντρωσιν περυσινοῦ Συνεδρίου, εὐθὺς ὡς διαπιστωθῇ τοῦτο, δηλαδὴ ἡ ἔξοδος ἀρκετῶν δικηγόρων, θὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ ριζικὸν αἴτημα τῶν ὑποψηφίων δικηγόρων, ὄχι μόνον τὸ θέμα τῆς 5ης ἐξετάσεως, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ παρωνυχίδα τοῦ ὅλου ζητήματος, ἀλλὰ αὐτὸ τοῦτο τὸ θέμα τοῦ ἀριθμοῦ. Διότι μόνον διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν βλέπω κινουμένους ὅλους τοὺς συναδέλφους τῆς τε συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μόνον διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κἄποια λύσις. Τὸ θέμα ὅμως τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι εὔλογον νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἔξοδον, ἡ ὁποία θὰ λάβῃ χώραν κατὰ Ἰανουάριον 1961 καὶ ἐλπίζω ἢ μᾶλλον θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ μία λύσις πρὸ τῶν ἐξετάσεων τοῦ Μαρτίου. Αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κινεῖται καὶ ἡ Κυβέρνησις γενικώτερον καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἰδικώτερον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελλόντων νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν δικηγορίαν νέων ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι πράγματι εἶναι ἄξιοι πάσης ἐκτιμήσεως καὶ συμπαθείας, διότι εἶναι τὸ νέον αἷμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Δικηγορικὸν Σῶμα καὶ διότι εἶναι οἱ νέοι ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ διαδεχθοῦν τοὺς παλαιούς.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἔχει τὸν λόγον.
§30Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ δίδει ἀφορμὴν αὐτὴ ἡ συζήτησις νὰ διατυπώσω γενικώτερον τὴν γνώμην, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει τὸ θεωρῶ ἀπολύτως ἀπαράδεκτον. Ἀποτελεῖ τραγῳδίαν τῆς νεότητος καὶ θεωρῶ περίεργον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ καὶ νὰ μᾶς ἀφίνῃ ἀδιαφόρους. Ποῖον εἶναι τὸ γεγονός; Ἀφίνομεν τοὺς νέους καὶ γίνονται δικηγόροι καὶ ὅταν φθάσουν νὰ ἔχουν γίνει δικηγόροι τοὺς κλείνεται ἡ πόρτα. Εἶναι παραλογισμός. Ἔχετε συνειδητοποιήσει τὸ γεγονός; Ἕνας νέος εὐδοκιμεῖ εἰς τὰς εἰσαγωγικὰς ἐξετάσεις, εὐδοκιμεῖ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εὐδοκιμεῖ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, εἶναι ἐπιτυχών, εἶναι ποιοτικῶς ἐπιτυχών, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, τοῦ ἀπαγορεύεται τότε νὰ γίνῃ δικηγόρος. Τὶ νὰ κάμῃ πλέον αὐτὸς ὁ νέος; Δὲν τοῦ μένει πλέον, παρὰ μόνον νὰ αὐτοκτονήσῃ. Αὐτὸ δὲν εἶναι λογική, εἶναι παραλογισμός. (Χειροκροτήματα). Πρέπει, ἐπομένως, νὰ γίνῃ γενικὴ ἐπανεξέτασις τοῦ θέματος τῆς νεότητος. Νὰ γίνῃ ἐπανεξέτασις, μὲ τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἐθνικῆς εὐθύνης ἀπέναντι τῆς νεότητος, εἰς τοὺς ὁποίους δημιουργοῦμεν βαθύτατον αἴσθημα πικρίας, ἀπογνώσεως καὶ ἀγανακτήσεως ἐναντίον τῆς Δημοκρατικῆς Πολιτείας. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δημιουργοῦμεν εἰς τὴν Νεότητα τῶν Δημοκρατιῶν τὸ παράπονον, ὅτι εἰς χώρας τῆς τυραννίας εὑρίσκουν ἀνοικτὸν τὸν δρόμον καὶ εἰς τὰς χώρας τῆς Δημοκρατίας τὸν εὑρίσκουν κλειστόν. Δὲν ἔχομεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Παραγνωρίζομεν τὴν ἔννοιαν, τῆς Δημοκρατίας. Διὰ τὴν παιδείαν ἡ ποιότης εἶναι τὸ κριτήριον. Ἐὰν εἰς τὰς ἐξετάσεις ἀποτύχουν, ἑαυτοὺς θὰ αἰτιῶνται. Ὅταν ὅμως ἐπιτυγχάνουν μέχρι τέλος, τότε τοὺς ἀποκλείομεν ἀπὸ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ συμμερίζονται αὐτὰς τὰς ἀπόψεις. Καὶ ἀπὸ κοινοῦ πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν τὸν λόγον. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὸ συζητούμενον θέμα μὲ εὐμένειαν, μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ ἡ γενικὴ ρύθμισις διὰ τῆς συνεργασίας Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§32Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ ἐπεθύμουν νὰ βεβαιώσω τὸν Πρόεδρον κ. Παπανδρέου καὶ ὅλους τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον, καθὼς καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸν ἔλαβον, ἀλλά, ὅπως διεπίστωσα, συμμερίζονται τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἐπεθύμουν νὰ βεβαιώσω ὅλους, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται καθ’ ὃν τρόπον σκέπτεται καὶ ὁ κ. Παπανδρέου. Κατεχόμεθα καὶ ἡμεῖς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν νεότητα, ἀπὸ βαθεῖαν ἀγωνίαν, ἀγωνίαν συνδεομένην μὲ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ βιολογικὴ ἐξέλιξις τοῦ γένους ἀπαιτεῖ καὶ τὴν ἀντίστοιχον δυνατότητα κοινωνικῆς ἐξελίξεως, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐνεργοῦ κοινωνικῆς ζωῆς. Θὰ συνομολογήσῃ, ὅμως, μαζύ μου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, ὅτι μολονότι ἡ τοποθέτησις ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ ἐθνικὴ εἶναι αὐτή, ἐν τούτοις ὑπάρχουν δυσκολίαι προερχόμεναι ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ὑφῆς καὶ συνθέσεως τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ τὰς ὁποίας δυσκολίας...... ὑφ’ ὡρισμένας περιστάσεις θὰ ἦτο δυνατόν, πράγματι, νὰ τὰς ἀντιμετωπίσωμεν ἀπὸ κοινοῦ, συζητοῦντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ μέγα τοῦτο πρόβλημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπαντήσας εἰς τὸν κ. Τσιριμῶκον καὶ εἰς τὸν κ. Ἀθανασιάδην, διότι, νομίζω, καὶ οἱ τρεῖς κύριοι εἶχον ὁμιλήσει πρὸ αὐτοῦ, εἶπεν, ὅτι μέχρι τοῦ Μαρτίου θὰ ἐπιχειρήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ μᾶλλον διὰ τῆς ἰδικῆς σας συνδρομῆς καὶ ὑπευθύνου συμμετοχῆς, διότι χρειάζεται νόμος, θὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ εὕρῃ μίαν διέξοδον εἰς τὸ πρόβλημα ποὺ τίθεται αὐτὴν τὴν στιγμήν. Διέξοδος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ παρὰ μόνον διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ. Ὡς ἐκ τούτου, χρειάζεται μελέτην τὸ θέμα καὶ μελέτην, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἔπειτα θὰ χρειασθῇ καὶ ἡ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἀνάληψις τῆς εὐθύνης διὰ τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος, διότι θὰ πρέπει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ἐξευρεθῇ ἡ λύσις, ἐφ’ ὅσον δὲν συμφωνήσῃ, τυχόν, ἡ Βουλὴ μὲ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν θὰ προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις. Κύριοι βουλευταί, εἰδικώτερον, ὡς πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀρθῶς ἐνώπιον τοῦ μεγάλου θέματος ἐχαρακτήρισεν ὡς παρωνυχίδα, ἐννοῶ τὸ θέμα τῶν τεσσάρων περιόδων, πέραν τῶν ὁποίων δὲν δικαιοῦται σήμερον νὰ προχωρήσῃ, δίδων ἐκ νέου ἐξετάσεις ὁ λαβὼν μέρος εἰς τὸν διαγωνισμόν, πράγματι ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό, μολονότι ἀποτελεῖ ἀπέναντι τοῦ μεγάλου προβλήματος παρωνυχίδα, ἔχει δίκαιον ὁ κ. Τσιριμῶκος, ἰσχυρισθεὶς τὰ ὅσα ἰσχυρίσθη. Ἂν οἱ μὴ περιλαμβανόμενοι εἰς τὸν κλειστὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιτυχόντων εἶχον, πράγματι, ἀποτύχει τετράκις, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποσυρθοῦν ἀπὸ τὴν φιλοδοξίαν νὰ γίνουν δικηγόροι. Ἀλλὰ δὲν ἔχουν ὅλοι ἀποτύχει, ἁπλῶς καὶ μόνον δὲν ἠρίστευσαν. Εἰς τὴν Κοινωνίαν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δυνατότης νὰ δροῦν καὶ οἱ μὴ ἀριστεύοντες. Ἀλλοίμονον, ἂν εἰς τὰ διάφορα ἐπαγγέλματα εἰσήρχοντο μόνον οἱ ἀριστεύοντες. Ὑπάρχουν περιπτώσεις πολλῶν ἀριστευόντων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποδίδουν μετὰ ταῦτα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναμένει ἡ Κοινωνία ἀπὸ αὐτούς, ἐνῷ ὑπάρχουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠρίστευσαν καὶ ἐν τούτοις κατώρθωσαν νὰ τιμήσουν τὰ ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα ἐτάχθησαν νὰ ὑπηρετήσουν. Ἑπομένως, αὐτὸ τὸ εἰδικὸν θέμα, μολονότι ἔχει τὴν ἰδιότητα καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς παρωνυχίδος ἔναντι τοῦ μεγάλου, θὰ ἐξετασθῇ, ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ χρειάζεται νομοθετικὴν ρύθμισιν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Α. Λασκαρίδης, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς του, δι’ ἧς διαμαρτύρεται δι’ ἔρευναν γενομένην ὑπὸ τοῦ Ἀντεισαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Καβάλας συνοδευομένου ὑπὸ τῶν ἐκεῖ ὀργάνων τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας, ἐν τῇ οἰκίᾳ του.
§34Α. ΛΑΣΚΑΡΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, προχθὲς Τετάρτην καὶ κατὰ τὰς προμεσημβρινὰς ὥρας, δύναμις χωροφυλακῆς μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ταγματάρχην Διοικητὴν τοῦ Τμήματος Ἀσφαλείας Καβάλας κ. Λικάρτσην, τὸν Ὑποδιοικητὴν τοῦ ἰδίου Τμήματος κ. Λίγδαν καὶ τὸν ἐνωματάρχην κ. Καλατζῆν, συνοδευόμενοι ὑπὸ τοῦ Ἀντεισαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Καβάλας κ. Ἀθανασόπουλον καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἀπουσίαζον καὶ εὑρισκόμην ἐνταῦθα, μετέβησαν εἰς τὴν ἐν Καβάλᾳ οἰκίαν μου, εἰσῆλθον βιαίως ἐντὸς αὐτῆς, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῆς παρευρισκομένης ἐκεῖ συζύγου μου καὶ παρὰ τὴν ἀπεγνωσμένην ἀντίστασιν, ἣν προέβαλε, διαμαρτυρομένη διὰ τὴν πρωτοφανῆ των ἐνέργειαν, καὶ ἐνήργησαν ἐξονυχιστικὴν ἔρευναν εἰς τὸ ἀτομικόν μου ἀρχεῖον, εἰς τὴν ἀτομικήν μου βιβλιοθήκην, εἰς πάντα τὰ ἔπιπλα τῆς οἰκίας μου καὶ εἰς ὅλους ἐν γένει τοὺς χώρους αὐτῆς. Ἀκαίρως, προέβαλον τὸ αἰτιολογικόν, ὅτι τοῦτο συνέβη διὰ νὰ κατάσχουν τὰ γνωστὰ δελτάρια, τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦν καὶ τὰ ὁποῖα ὑπογράφονται ἀπὸ ἐπιφανεῖς πολιτικὰς προσωπικότητας, διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Μανώλη Γλέζου. Πέραν τῆς γελοίας αὐτῆς κατηγορίας, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὴν βάσιν τῆς ἀναιδοῦς αὐτῆς ἐνεργείας, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου σᾶς ἐξέθεσα, ὑπάρχει, κ. βουλευταί, ἕνα θέμα. Ἡ ἐνέργεια αὕτη, ἡ ὁποία ἐστράφη κατὰ τοῦ οἰκογενειακοῦ ἀσύλου καὶ κατὰ αὐτῆς τῆς ἰδίας τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ, εἶναι, ἀναμφισβητήτως, θὰ συνομολογήσητε, πρωτάκουστος ἐνέργεια διὰ τὰ κοινοβουλευτικά μας χρονικὰ καὶ κατέπληξε τοὺς πάντας τοὺς δημοκρατικῶς σκεπτομένους, μόλις ἐγένετο γνωστή, στρέφεται δὲ εὐθέως ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ μας Πολιτεύματος. Πράγματι, κ. βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνουν χώραν εἰς βάρος βουλευτοῦ τοιούτου εἴδους ἐνέργειαι, ὡς ὁ ἔλεγχος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας βουλευτῶν, ἢ ἔρευνα εἰς τὸ προσωπικὸν ἀρχεῖον, ἡ ἔρευνα εἰς τὰς ἀτομικὰς βιβλιοθήκας, ποὺ δὲν θὰ ἴσχυε διὰ πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ βουλευτάς, χωρὶς νὰ δημιουργῆται εὔλογος ἡ ἀνησυχία εἰς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἐπιχειρεῖται συστηματικῶς ἡ προσβολὴ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ μας Πολιτεύματος, ἡ προσβολὴ τοῦ Συντάγματος. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, κ. βουλευταί, ἡ ἔναρξις διώξεως ἐναντίον βουλευτῶν, χωρὶς τὴν ἄδειαν τοῦ Σώματος, δὲν νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ προσωπικὴν καὶ μόνον ὑπόθεσίν μου. Εἶναι θέμα γενικώτερον καὶ πρῶτον θὰ πρέπει νὰ συγκινήσῃ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν φρονῶ, ὅτι ἐπιτελῶ ὕψιστον καθῆκον, διαμαρτυρόμενος δι’ ὅσα σᾶς ἐξέθεσα. Πιστεύω δέ, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀνταποκρινομένη εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ μας θὰ ἀποδοκιμάσῃ μετὰ ἀγανακτήσεως τὴν ἀντισυνταγματικὴν αὐτὴν ἐνέργειαν, καὶ θὰ ἀποτρέψῃ τοῦ λοιποῦ τοιούτου εἴδους τολμήματα, θὰ ἀποτρέψῃ τοῦ λοιποῦ νὰ παραδίδωνται τὰ ἱερὰ εἰς τοὺς κύνας. Κύριοι βουλευταί, ἐνθυμοῦμαι τὴν δεδικαιολογημένην ἀγανάκτησιν τῆς Βουλῆς εἰς μίαν παρομοίαν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι διεμαρτυρήθησαν, διότι δὲν ἐτηρήθη εἴς τινα περίπτωσιν τὸ πρωτόκολλον κατὰ τὰς παρελάσεις εἰς τὰς τελετάς, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς βουλευτάς, καὶ ὀρθῶς ὁμοθύμως ἀπεδοκίμασαν τὰ κρούσματα ταῦτα. Διότι καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἀνεκίνησαν τὸ θέμα, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει τὸ ἀνεκίνησαν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν ἀποδίδονται εἰς τὸ πρόσωπόν των τιμαί, ἀλλὰ τὸ ἀνεκίνησαν, διότι δὲν ἀποδίδεται ὁ προσήκων σεβασμὸς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Κύριοι βουλευταί, ἡ περίπτωσις τὴν ὁποίαν καταγγέλλω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθῇ ὅσον ἀφορᾷ τὴν βαρύτητα μὲ οἱονδήποτε ἄλλο ἐπεισόδιον καὶ περιστατικόν. Ἀποτελεῖ ἐνέργειαν καταλυτικὴν τῆς Συνταγματικῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ καὶ κατάφωρον προσβολὴν ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ὡς τοιαύτη θὰ καταδικασθῇ ἀπὸ ὅλον τὸ Σῶμα καὶ θὰ τύχῃ τῆς δεούσης ἀντιμετωπίσεως.
§35Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, ἡ παρουσία τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ, ἤτοι τοῦ Ἀντεισαγγελέως κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν ἔρευναν δημιουργεῖ εἰς ἐμὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω. Ἡ ὑπόθεσις τὴν ὁποίαν ἐξέθεσε πρὸ ὀλίγου ὁ συνάδελφος κ. Λασκαρίδης, ἔχει δύο πλευράς, τὴν πλευρὰν τῆς οὐσίας καὶ τὴν πλευρὰν τῆς συνταγματικότητος. Ἐν σχέσει μὲ τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, θὰ ἤθελα νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐζήτησα ὅπως μοῦ ὑποβληθῇ ἔγγραφος ἀναφορὰ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Καβάλας καὶ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν ἔρευναν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθη αὕτη.
§36Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐσκέφθη ὁ κ. Εἰσαγγελεύς.
§37Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω, ὅτι τὰ ἐρωτήματα, κ. Ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, εἶναι ἐπαρκῆ. Πάντως, εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις ὁ Εἰσαγγελεὺς καλεῖται, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ νομίμου τρόπου ἐνεργείας καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὡς δεύτερον ἀνακριτικὸν ὄργανον, κατὰ τὸ ἄρθρον 255 τοῦ Κώδικος Ποινικῆς Δικονομίας. Ὑπάρχει ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τὸ θέμα τὸ βασικόν, τὸ θέμα τὸ συνταγματικόν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπησχόλησε καὶ τὸν κατελθόντα τοῦ βήματος κ. συνάδελφον καὶ ἀπὸ τὴν φύσιν του εἶναι λίαν οὐσιῶδες. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος εἶναι πλήρως πεπλανημένη ἡ ἀντίληψις, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη. Τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν εἰδικὴν μεταχείρισιν τῶν βουλευτῶν, προβλέπει τὸ ἀκαταδίωκτον τοῦ προσώπου. Δὲν προστατεύει τὴν κατοικίαν, ἀλλὰ τὸ πρόσωπον. Τὸ θέμα τοῦτο, προκύπτει καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 54 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον ἔχει συνταγῆ βάσει τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἔχει ἐρευνηθῆ καὶ παρ’ ὅλων τῶν συνταγματολόγων. Οὕτω, ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ νέου Συντάγματος, καθηγητὴς κ. Σγουρίτσας, ρητῶς ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν περιλαμβάνει τὸ ἀπαραβίαστον τὴν κατοικίαν, ἀλλὰ μόνον τὸ πρόσωπον τοῦ βουλευτοῦ. Ὁ καθηγητής, ὁ διδάσκαλος ὅλων μας, ὁ ἀείμνηστος Ν. Σαρίπολος, ὁμοίως ρητῶς ἀποφαίνεται, ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ δικαίου Ἠλίας Ζέγκερης ὁμοίως. Τὸ αὐτὸ φαίνεται δεχόμενος καὶ ὁ διαπρεπὴς ἄλλοτε Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου Γ. Χοϊδᾶς εἰς μίαν γνωμοδότησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ 1931. Ἀλλά, κ.κ. βουλευταί, ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, ὁ κορυφαῖος ἑρμηνευτὴς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Δικαίου ὁ Ἐζὲν Πιέρ, ὁ ὁποῖος ἀπησχολήθη διὰ μακρῶν μὲ τὸ ζήτημα, δίδει τὴν αὐτὴν λύσιν. Μάλιστα, ἐπικαλεῖται καὶ παραδείγματα κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ ἔκρινε ἐπὶ περιπτώσεων ὁμοίων καὶ ἐνέκρινε τὴν δοθεῖσαν λύσιν ὑπὲρ τοῦ παραδεκτοῦ τῆς ἐρεύνης. Παραθέτει μάλιστα καὶ ἀποσπάσματα τῶν λόγων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§38Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ποία Βουλή, κ. Ὑπουργέ, τοῦ Τσάρου τῆς Βουλγαρίας;
§39Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ Γαλικὴ Βουλὴ σᾶς ἐνθυμίζει, κ. συνάδελφε, Τσάρον καὶ Βουλγαρίαν;
§40Α. ΖΑΚΚΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἐνόμισα, ὅτι ὡμιλήσατε περὶ Βουλγαρικῆς Βουλῆς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύγγραμμα αὐτὸ τοῦ Ἐζὲν Πιέρ, εἶναι γραμμένο πρὸ τοῦ 1840.
§42Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ Ἐζὲν Πιέρ, ἐδημοσίευσεν, ὡς προεῖπον, περικοπὰς δύο σημαντικῶν ἀγορεύσεων, αἱ ὁποῖαι πράγματι, ἔχουν λάβει χώραν πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀλλ’ εἶναι χαρακτηριστικαί. Ἡ μία εἶναι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν Διφόρ καὶ ἡ ἄλλη τοῦ Πρωθυπουργοῦ Ἀντιλλὸν Μπαρώ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μεταξὺ ἄλλων ἐπιχειρημάτων ἀναφέρει, ὅτι ὑπάρχει ἀπέραντος διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀπαραβιάστου τοῦ προσώπου καὶ τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς κατοικίας. Ὁ δὲ Πρωθυπουργός, λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ προνομίου καὶ ὅπως ὅλα τὰ προνόμια, εἶναι ἑρμηνευτέα ἡ σχετικὴ διάταξις μόνον μέχρι τῆς καλύψεως τῆς ἀνάγκης διὰ τὴν ὁποίαν ἔχει τεθῆ. Λέγει μάλιστα, νομίζω, ὁ Πρωθυπουργὸς Ἀντιλλὸν Μπαρώ, μεταξὺ ἄλλων. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τίς, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὑπάρχουν 700 ἄσυλα—ἐπειδὴ ἐπρόκειτο τότε περὶ 700 βουλευτῶν—ἐντὸς τῶν ὁποίων δύνανται νὰ συμβοῦν παράνομοι πράξεις καὶ νὰ εἶναι ἀπρόσιτα εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν; Ἄλλως τε, κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἐλευθέραν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων μία ἔρευνα, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὴν κατοικίαν ἑνὸς βουλευτοῦ; Ὄχι μόνον δὲ συνταγματολόγοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἑρμηνευταὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ μεγίστην πλειοψηφίαν, ἔχουν ἀποδεχθῆ τὴν αὐτὴν ἐκδοχήν. Οὕτω ὁ ἐπίτιμος Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Μπουρόπουλος, εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἀποφαίνεται ρητῶς, ὅτι ὅταν ἡ ἔρευνα δὲν ἀποσκοπῇ εἰς τὴν ἀναζήτησιν τοῦ προσώπου, ἀλλ’ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς κατοικίας, εἶναι συνταγματικὴ καὶ νόμιμος. Τὸ αὐτὸ δέχεται ὁ ἀείμνηστος Χοϊδᾶς εἰς τὴν προμνησθεῖσαν γνωμοδότησίν του, τὸ αὐτὸ ἕτερος ἑρμηνευτὴς τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ὁ κ. Στάϊκος, τὸ αὐτὸ καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Ζησιάδης. Ὅλα αὐτά, κ. συνάδελφοι, ἀποδεικνύουν, ὅτι ἡ μὲν οὐσία εἶναι ἐρευνητέα καὶ εἶναι ἀνάγκη εἰς ἑκάστην περίπτωσιν νὰ κρίνεται μετὰ προσοχῆς. Ἡ συνταγματικότης ὅμως εἶναι ἀναμφισβήτητος. Πάντως δὲ προφανῶς, οὐδεμία πρόθεσις ὑπῆρξε νὰ θιγῇ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. βουλευτοῦ, οὔτε παραβίασις συνταγματικῆς τινος διατάξεως ἔλαβε χώραν.
§43Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἐξόχως ἀνησυχητικὸν ἀπὸ τὴν συζήτησιν, πέραν καὶ τῶν συμβάντων τὴν Τετάρτην εἰς τὴν Καβάλαν, εἶναι ἡ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπαγγελία τοῦ θεωρήματος τοῦ ἀπαραδέκτου, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν κατοικίαν τῶν βουλευτῶν ἀστυνομικὰ ὄργανα διὰ νὰ ἐνεργοῦν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐρεύνης, πᾶν ὅ,τι ἡ αὐθαιρεσία θὰ ἠμποροῦσε νὰ τοὺς βάλῃ εἰς τὸ μυαλό τους. Εἶναι ἀπαράδεκτον ὑπὸ δύο ἐννοίας, καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ διαχωρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔκαμε μεταξὺ Τύπου Συνταγματικοῦ καὶ οὐσίας. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι αἱ συνταγματικαὶ ἐγγυήσεις ἀποτελοῦν τύπον καὶ δὲν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ πολιτεύματος καὶ τὰς παραδίδομεν, χαρακτηρίζοντες αὐτὰς ὡς τύπους, τότε φθάνομεν εἰς τὸ χάος τοῦ δεσποτισμοῦ καὶ τῆς αὐθαιρεσίας. Δεύτερον, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομικῆς θεμελιώσεως, ἡ ὁποία ὄχι μόνον παριστάνει τὰς γνώμας νομομαθῶν διαφόρως ἀπὸ ὅ,τι ἐξετέθησαν ἀπὸ μέρη καὶ φράσεις ἀντικρουομένας παρ’ αὐτῶν, ὅπως καὶ εἰς τὰ ἄρθρα 87–89 τῆς ἑρμηνείας τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὁ ἐπίτιμος Εἰσαγγελεὺς Μπουρόπουλος, καθ’ ὃ διακρινόμενος διὰ τὴν ἐξαιρετικήν, τέλος πάντων, δημοκρατικότητα καὶ διὰ τὴν ἐξαιρετικήν του προσήλωσιν εἰς τοὺς τύπους.
§44Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εἶναι ψυχολογικῶς εὔλογος ἡ συγκίνησις ἡ ὁποία κατέχει τὸν συνάδελφον, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου ἔγινε ἡ ἔρευνα, καθὼς καὶ τὸν κ. Ἠλιοῦ εἰς τὸ Κόμμα τοῦ ὁποίου ἀνήκει ὁ βουλευτὴς Καβάλας. Ἡ ψυχολογικῶς εὔλογος συγκίνησις, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχονται, δὲν νομίζω, ὅτι ἔδιδε εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσουν μὲ τόσην εὐκολίαν τὴν γενομένην ἐνέργειαν εἰς βάρβαρον καὶ ἀντισυνταγματικήν. Πρέπει, ἢ μᾶλλον ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ οἱ δύο εἰς θέσιν νὰ διακρίνουν τὰ δύο ζητήματα, τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας ἀπὸ τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον τίθεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ κατοικία τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀπαραβίαστος περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ἡ κατοικία οἱουδήποτε ἄλλου Ἕλληνος πολίτου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε εἰς ὅ,τι εἶπε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ λάβῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας, θὰ λάβῃ τὴν ἀναφορὰν καὶ θὰ γίνῃ ἡ ἐξέτασις τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν γενομένην κατ’ οἶκον ἔρευναν. Εἰς τὸ θέμα, ὅμως, τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσης ἐπιμονῆς ὑπεστήριξαν οἱ ὁμιλήσαντες ὑπὸ μορφὴν ἀρνητικὴν διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας, εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν θέσιν καὶ νὰ νομολογήσωμεν, μολονότι ἡ μέχρι τοῦδε νομολογία καὶ αἱ μέχρι τοῦδε γνωμοδοτήσεις καὶ σκέψεις κορυφαίων συνταγματολόγων ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐπαρκεῖς. Ἀσχέτως, μάλιστα, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 700 ἀσύλων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ Γάλλος Ὑπουργὸς κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα, ἡ φράσις του, ἀδιάφορον ἐὰν διετυπώθη πρὸ τοῦ 1848 ἢ μετὰ τὸ 1871, εἶναι ἡ φράσις τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὀρθήν. Ἄλλο ἡ ἀσυλία τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἄλλο τὸ ἀπαραβίαστον τῆς κατοικίας του. Τὸ ἀπαραβίαστον τοῦ ἀσύλου δὲν εἶναι κἄτι τὸ ἀπεριόριστον, ἀλλὰ ὑπάρχει καθ’ ὃ μέτρον ὑπάρχει δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας πολίτας. Ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό —καὶ παραδόξως ἡ ἄκρα ἀριστερὰ προβαίνει εἰς τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς τῆς ἀνισότητος μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων— ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό, πρέπει νὰ τονίσω, ὅτι, εἴτε περὶ τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἰδικοῦ σας πρόκειται, κύριοι βουλευταὶ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, εἴτε περὶ τῶν σπιτιῶν τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων καὶ ἀγροτῶν τῆς Ἑλλάδος, ὅλα τὰ σπίτια τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἐξ ἴσου ἀπαραβίαστα καθ’ ὃ μέτρον θεσπίζει τὸ ἀπαραβίαστον τὸ Σύνταγμα. (Χειροκροτήματα). Κύριοι, μόνον ἔτσι ἔχει τὸ θέμα. Ὅταν ὑπάρχουν εἰδικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν εἰς τὸ σπίτι καὶ ἑνὸς ἀγρότου τὴν κατ’ οἶκον ἔρευναν, ἐὰν ὑπάρχουν οἱ εἰδικοὶ αὐτοὶ λόγοι καὶ διὰ τὸ σπίτι ἑνὸς βουλευτοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ τῆς Συμπολιτεύσεως, θὰ γίνῃ ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα εἰς τὸ σπίτι τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος, βουλευτοῦ. Οὐδὲν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ προνόμιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διεκδικήσῃ ὁ Ἕλλην βουλευτὴς ἀπέναντι τοῦ οἱουδήποτε Ἕλληνος πολίτου. Κύριοι, ἐὰν ἐθεσπίζαμεν κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιθυμοῦν ὁ κ. Ἠλιοῦ καὶ ἡ ἄκρα ἀριστερά, τὸ ἀπόλυτον καὶ οὐχί, ὅπως τὸ θέλει καὶ τὸ θεσπίζει τὸ Σύνταγμα, τὸ σχετικὸν ἀπαραβίαστον τῆς κατοικίας τῶν βουλευτῶν καὶ γενικῶς τῶν Ἑλλήνων, τότε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ Κράτος, ἀδιάφορον ἐὰν ἠμπορῇ νὰ ἐλεγχθῇ εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην περίπτωσιν διὰ τὴν καλὴν ἢ κακὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τὸ συνδεδεμένον μὲ τὴν προστασίαν τῆς ὑφ’ οἱανδήποτε ἔννοιαν τῆς λέξεως, ἀσφαλείας τῆς χώρας ἢ τῆς κοινωνίας ἢ τοῦ Ἕλληνος πολίτου. Ὑποθέσατε, ὅτι κρύβεται εἰς τὸ σπίτι ἑνὸς Ἕλληνος βουλευτοῦ ἕνας κοινὸς ἐγκληματίας, ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχουν εἰς τὸ σπίτι ἑνὸς Ἕλληνος βουλευτοῦ, ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ τούτου τοῦ βουλευτοῦ, στοιχεῖα βάσει τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκαλυφθῇ ἕνα ἔγκλημα......
§45Η. ΗΛΙΟΥ. Χασίς, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει.
§46Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν σᾶς διέκοψα καὶ νὰ ἀφήσητε αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἐπιχειρηματολογίαν. Αὐτὴ εἶναι ἐπιχειρηματολογία ρετσινιᾶς καὶ οὐχὶ σοβαρὰ ἐπιχειρηματολογία ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συνείδησιν τῆς εὐθύνης των. (Χειροκροτήματα). Κύριοι, εἴτε τὸ θέλει, εἴτε ὄχι ὁ κ. Ἠλιοῦ, τὰ πράγματα ἔχουν ἔτσι ὅπως τὰ λέγω. Ἔχουν ἔτσι, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ τοποθέτησις. Ὑποθέσατε, ὅτι θὰ ἐχαρακτηρίζαμε τὰς κατοικίας τῶν βουλευτῶν, τῶν 300 βουλευτῶν τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἀποτελούσας ἕνα 100% ἀπαραβίαστον ἀπολύτως ἄσυλον. Πῶς θὰ ἦτο δυνατόν, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη μίαν νύκτα νὰ ἀνακαλυφθῇ κάτι μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι συνδεδεμένη ἡ ἀσφάλεια τῆς κοινωνίας ἢ ἡ ἀσφάλεια τοῦ Ἔθνους, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συγκληθῇ ἐπειγόντως ἡ Βουλὴ τὴν νύκτα ἐκείνην διὰ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν; Αὐτὸ καὶ λογικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ τὸ Σύνταγμα δὲν τὸ ἐπιβάλλει. Κύριοι, μόνον ἐὰν οἱ βουλευταί, οἱ οἱοιδήποτε, εἴτε τῆς Ε.Ρ.Ε., εἴτε τοῦ Κέντρου, εἴτε εἰδικώτερον τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς συμφωνοῦν νὰ χαρακτηρισθοῦν τὰ σπίτια τους ὡς ξένον ἔδαφος, μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξισωθοῦν τὰ σπίτια τους πρὸς Πρεσβείας. (Χειροκροτήματα).
§47Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Λυποῦμαι πολύ, κ. Πρόεδρε, διὰ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδωσε ἀτελῆ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν. Διότι ὁ ἀποχωρισμὸς τῆς οὐσίας ἀπὸ τὸν τύπον ἔκαμεν, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δύναται νὰ ἔχῃ πλήρη εἰκόνα περὶ τίνος πρόκειται καί, βάσει μιᾶς θεωρητικῆς συζητήσεως περὶ διώξεως καὶ περὶ διακρίσεως μεταξὺ ἀσύλου προσώπου καὶ ἀσύλου κατοικίας, νὰ θέλωμεν νὰ λύσωμεν ἕνα θέμα καὶ νὰ νομολογήσωμεν ἐν τάχει, δημαγωγοῦντες μὲ τὴν εὐχέρειαν μὲ τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖ τοῦτο ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Νὰ νομολογήσωμεν, δηλαδὴ πράγματα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν σήμερον φαίνωνται πάρα πολὺ ἁπλᾶ —διότι ἡ συζήτησις ἀφορᾷ εἰς βουλευτὰς τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς— εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ οἱ βουλευταὶ τῶν ὑπολοίπων παρατάξεων, μέσα των, ἔχουν ὡρισμένας ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν. Ἄν πρέπει, δηλαδὴ κατὰ τόσον εὔκολον τρόπον, νὰ καταλήγωμεν εἰς τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα θέλει ἡ Κυβέρνησις. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἓν εἶδος δημαγωγίας, τὸ ὁποῖον ἀσκοῦμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐναντίον αὐτοῦ καθ’ ἑαυτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ὅταν πρόκειται περὶ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως καὶ ὅταν πρόκειται περὶ τῆς ἀτελείας τῶν τηλεφωνημάτων καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς, μόνοι ἡμεῖς, τῶν ὑπουργῶν διδόντων τὸ παράδειγμα, ἀρχίζομεν νὰ κατακρίνωμεν τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα ἔχουν οἱ βουλευταί, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν λαόν. Ἀλλὰ τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, δὲν δίδονται διὰ νὰ γίνουν αὐτοὶ μία προνομιοῦχος τάξις. Δίδονται προνόμια εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους χάριν τοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κόπτεται καὶ χάριν τῆς ἰσότητος ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐπίσης κόπτεται ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα). Ἡ ἀσυλία ἐδόθη διὰ νὰ μὴ δύναται μία οἱαδήποτε Κυβέρνησις, φαῦλος ἢ θρασεῖα, νὰ συλλαμβάνῃ ὁποτεδήποτε θέλει διὰ τῶν ὀργάνων— εἴτε τῶν δικαστικῶν, εἴτε τῶν τῆς τάξεως — τοὺς βουλευτὰς καὶ νὰ μὴ δύναται ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ ἔχῃ φωνὴν μέσα εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ὁλόκληρος ἡ ἀντίληψις περὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸ πρόσωπον καὶ τὴν κατοικίαν τοῦ βουλευτοῦ, ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ ἀντίληψις, ὑπάρχει ἀκριβῶς, διὰ νὰ προστατευθῇ ὁ λαὸς καὶ τὰ δικαιώματά του. Θὰ ἐπανέλθωμεν, λοιπόν, ὅταν συζητηθῇ ἡ οὐσία, καὶ πρέπει ταχέως, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ φέρετε τὴν οὐσίαν. Καὶ δύνασθε νὰ τὴν ἔχετε καὶ σήμερον. Διότι καὶ ἀεροπορικῶς καὶ τηλεφωνικῶς καὶ τηλεγραφικῶς ἠδύνατο ὁ κ. εἰσαγγελεὺς νὰ σᾶς εἴπῃ ἐπὶ ποίᾳ ἀφορμῇ ἔκαμε τὴν ἔρευναν αὐτήν, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι τὴν ἔκαμεν ἐπ’ ἀφορμῇ ἑνὸς δῆθεν ἀδικήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤδη ἔχουν ἐκδοθῆ ἀθωωτικαὶ δικαστικαὶ ἀποφάσεις. Ἐφ’ ᾧ καὶ οἱοσδήποτε ἀντεισαγγελεύς, ὁσονδήποτε ὀλιγόμυαλος καὶ ἂν εἶναι, δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἔρευναν εἰς οἰκίαν βουλευτοῦ. Εἰς σοβαρὰς περιπτώσεις δέχομαι καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ τὸ ἄσυλον τοῦ βουλευτοῦ νὰ εἶναι ἀπαραβίαστον. Ὅταν αἴφνης, ὑπάρχῃ δίωξις ἐπὶ κακουργήματι, ὅταν ὑπάρχουν σοβαραὶ ὑπόνοιαι, ὅτι κρύπτεται μέσα εἰς τὸ σπίτι ἑνὸς βουλευτοῦ διωκόμενος ἄνθρωπος, τότε μάλιστα. Ἀλλὰ μὴ θέλετε νὰ νομολογήσωμεν τὴν ἀπόλυτον ταύτισιν τοῦ ἀσύλου τοῦ βουλευτοῦ μὲ τὸ ἄσυλον οἱουδήποτε πολίτου. Πρέπει νὰ νομολογήσωμεν ἀντιθέτως —καὶ πρέπει νὰ νομολογήσωμεν ἀφοῦ βεβαίως ἐξετάσωμεν τὴν οὐσίαν ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει— ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύπτῃ ὑποχρέωσίς σας, κύριε Ὑπουργέ, νὰ λάβητε πειθαρχικὰ μέτρα κατὰ ἑνὸς δικαστικοῦ, ἐνεργήσαντος ἐπιπολαίως. Πρέπει νὰ νομολογήσωμεν, ὅτι χρειάζεται καὶ περίσκεψις καὶ σεβασμὸς καὶ φρόνησις, ὅταν πρόκειται νὰ γίνῃ ἔρευνα εἰς τὴν οἰκίαν βουλευτοῦ. Διότι ἡ προσβολὴ αὐτὴ δὲν στρέφεται κατὰ τῆς ἰσότητος. Εἶναι προσβολὴ κατ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἂν θέλετε νὰ συγχωρήσητε σήμερον παραδείγματα τοιούτου εἴδους παραβάσεων καὶ τοιούτου εἴδους ἐλλείψεως σεβασμοῦ, ἐκ μέρους οἱωνδήποτε ὀργάνων, εἶναι πιθανὸν ὑμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ ἔχητε μετά τινα ἔτη μετανοήσει. Διότι θὰ ἔχητε δώσει ἀφορμὴν εἰς ἀτασθαλίας διὰ τὸ μέλλον, τὰς ὁποίας ἀναμφισβητήτως, ἐν τῇ ψυχῇ ὑμῶν, δὲν ἐπιθυμεῖτε σήμερον. (Χειροκροτήματα).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τῆς ἀφορώσης τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Τὸν λόγον ἔχει καὶ πάλιν ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος, ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως.
§49Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις ἔχει καταθέσει ἤδη, πρὸ ἀρκετοῦ καιροῦ, πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ σήμερον ἰσχύοντος ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ ἐπαναφορᾶς τῆς ἀναλογικῆς, τῆς λεγομένης ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Ἀναφέρω τοῦτο διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι μὲ αὐτὴν ταύτην τὴν ἐνέργειάν της ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ πνεῦμα τῶν δύο ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι συζητοῦνται σήμερον. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἔλεγχος κατὰ μιᾶς Κυβερνήσεως δύναται νὰ εἶναι δριμύς, δύναται νὰ εἶναι σκληρός, ἐφ’ ὅσον εἶναι δίκαιος. Δηλαδή, ἐφ’ ὅσον περιορίζεται εἰς πραγματικάς, εἰς ἀληθεῖς εὐθύνας τῆς συγκεκριμένης Κυβερνήσεως, ποὺ ἐλέγχεται, ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς ὁποίας δὲν εἶναι οὔτε ὀρθόν, οὔτε σκόπιμον νὰ ἐπιρρίπτεται εὐθύνη διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔκαμεν αὐτή, ἢ διὰ παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι δὲν τὴν βαρύνουν. Καὶ ἐν προκειμένῳ, ἡ εὐθύνη ἡ ὁποία βαρύνει τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν εἶναι, ὅτι, κατὰ τὴν διετῆ ἤδη διακυβέρνησιν τῆς Χώρας ὑπ’ αὐτῆς δὲν εἰσήγαγε νέον ἐκλογικὸν νόμον παρ’ ὅλον ὅτι ἦτο βέβαιον, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος ποὺ ἴσχυε τὸ 1958 εἶχε καταδικασθῆ ἀπὸ τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως περιορίζεται εἰς τὸ ὅτι, κατὰ τὸν διετῆ βίον της δὲν εἰσήγαγεν ἐκλογικὸν νόμον, ἐνῷ ἦτο βέβαιον, ὅτι ὁ παλαιὸς νόμος εἶχε καταδικασθῆ ἀπὸ τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ. Εἶναι ὀρθὸν τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἐγκαίρως νὰ εἶχε ψηφισθῆ ἕν ἐκλογικὸν σύστημα καὶ ἓν ἐκλογικὸν σύστημα ὡς λέγεται ἔντιμον, δηλαδὴ ἀδιάβλητον. Νὰ μὲ συγχωρήσητε ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ ἔχω κἄποιαν ἐλαφρὰν διαφωνίαν πρὸς μερικοὺς ὁμιλητάς. Ἔντιμα, δηλαδὴ ἀδιάβλητα συστήματα ὑπάρχουν ἐνδεχομένως πλείονα τοῦ ἑνός. Δὲν δύναται αἴφνης νὰ λεχθῇ, ὅτι τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα δὲν εἶναι ἔντιμον, ἐφ’ ὅσον παρέχει τὰς αὐτὰς ἐλπίδας ἐπιτυχίας εἰς ὅλα τὰ Κόμματα θεωρητικῶς. Ἀκόμη καὶ ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογικὴ τοῦ 1951 ἦτο ἀπολύτως διαβλητὴ τότε ποὺ ἐψηφίσθη. Σήμερον θὰ ἦτο ὀλιγώτερον διαβλητὴ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἔχουν μεταβληθῆ αἱ συνθῆκαι καὶ συνεπῶς, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι εἶναι ἐπὶ μέτρῳ ἑνὸς ἢ περισσοτέρων Κομμάτων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, πέραν τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ ἀδιαβλήτου, θὰ πρέπει νὰ σκέπτεται κανεὶς τὸ σύστημα ποὺ εἶναι χρήσιμον διὰ τὴν ἐποχὴν τὴν ὁποίαν διανύομεν καὶ διὰ τὴν ἐν γένει διαμόρφωσιν τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῆς Ἑλλάδος, τῆς συγκεκριμένης αὐτῆς χώρας. Ἐπομένως, πιστεύομεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε μὲ αὐτὸ τὸ κριτήριον νὰ κρίνωμεν ποῖον ἐκλογικὸν σύστημα θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ εἰσαγάγει ἡ Κυβέρνησις. Τὴν ἐλέγχομεν, διότι δὲν τὸ ἔχει εἰσαγάγει. Σήμερον ἡ παρότρυνσις δὲν ἀπευθύνεται πλέον διὰ ἀπαίτησιν τοῦ ἐγκαίρου. Σήμερον εἶναι ἤδη ἀργά, προκειμένου περὶ ἐγκαίρου ἐκλογικοῦ συστήματος, διότι σήμερον, ὅπως ὀρθῶς παρετηρήθη, γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι βαίνομεν πρὸς ἐκλογὰς καὶ ἂν εἴχομεν ἀμφιβολίαν, προχθές, ὅταν ἔλεγε τοῦτο ἕνας ἄλλος συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπόψε πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι, διότι ὡς ἀνεκοινώθη σήμερον κατετέθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων καὶ τοῦτο εἶναι ἀσφαλῶς ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίζει τὰς ἐκλογάς. (Χειροκροτήματα). Ἡ παρεκλογικὴ λοιπὸν περίοδος ἀρχίζει ὑπὸ καλοὺς οἰωνοὺς διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι δὲν ἔχω ἴδει τὸ νομοσχέδιον αὐτό, δὲν εἶμαι εἰς τὰ μυστικὰ τῶν Θεῶν, οὔτε πιστεύω, ὅτι θὰ εἶναι ἱκανοποιητικόν, κἄτι μοῦ λέγει, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἱκανοποιητικόν. Πιστεύω, ὅμως, ὅτι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ κατάθεσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν ἀποτελεῖ μίαν λαμπράν, μίαν πλήρη, μίαν ἀναμφισβήτητον νίκην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. (Χειροκροτήματα). Ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν σκέψεων αὐτῶν, ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους σήμερον νὰ σκεφθῶμεν τὸ ἐκλογικὸν σύστημα μὲ τὸ ὁποῖον θὰ πᾶμε εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ὡς φαίνεται, ἀρκετὰ ταχείας ἐκλογάς, θὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἱστορία δὲν βαρύνει μόνον τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Τὴν βαρύνει ὡς πρὸς μερικὰ σημεῖα, ὅπως ἄλλα βαρύνουν πολλὰς προηγουμένας. Ὀρθῶς ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ συνήθεια τῆς ἀλλαγῆς τῶν ἐκλογικῶν συστημάτων κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, εἶναι παλαιά. Καὶ δὲν ηὐτύχησαν πάντοτε ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἠκολούθησαν, διότι συνέβη πολλὰς φορὰς ἡ ἀλλαγὴ τοῦ συστήματος ἐκ μέρους μιᾶς Κυβερνήσεως νὰ ἀποβῇ εἰς βάρος της. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἡ ἐφεύρεσις συστημάτων ἐπὶ μέτρῳ καὶ αὐτὴ δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δυστυχῶς, ἡ ἱστορία τῶν συστημάτων αὐτῶν ἀρχίζει ἀπὸ τὸ 1951, ἀπὸ τότε ποὺ εἶχεν ἐφαρμοσθῆ διὰ πρώτην φορὰν ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογική. Πράγματι, ἐπειδὴ συνέπεσε τότε κατὰ τὰ ἀραιὰ διαστήματα ποὺ εὑρίσκομαι ἐντὸς τῆς αἰθούσης νὰ εἶμαι βουλευτής, ἐνθυμοῦμαι, καθὼς ὑποθέτω καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχα πολεμήσει μὲ πάθος τὸ σύστημα αὐτό. Καὶ τὸ εἶχα πολεμήσει, θὰ τὸ ἀναφέρω τοῦτο, παρ’ ὅλον ὅτι εἶναι πολὺ δυσάρεστον νὰ ἀναφέρῃ κανεὶς ἰδικούς του λόγους δίδων τὴν ἐντύπωσιν κἄποιας περιαυτολογίας, ἡ ὁποία εἶναι τελείως περιττή, ἐν τούτοις ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφεύγεται πάντοτε, τὸ εἶχον πολεμήσει, διότι ἐπίστευα, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν ἔναρξιν μιᾶς πορείας, τῆς ὁποίας τὰ ἄμεσα ἀποτελέσματα μερικοὶ τὰ ἐγνώριζαν, τὰ ἀπώτερα ὅμως δὲν τὰ εἶχαν προβλέψει ἐντελῶς. Τὸ ἐπολέμησα πρὶν ἀπὸ αὐτὰ διὰ τὰ αἴτια καὶ τὰ ἐλατήρια ποὺ τὸ εἶχαν προκαλέσει. Τότε δὲν ὑπῆρχε τὸ ἐπιχείρημα τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιστρατεύεται τὸ ἐπιχείρημα τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, διὰ νὰ ἐνδύωνται μὲ τὴν γαλανόλευκον τὰ κομματικὰ ἑκάστου συμφέροντα. (Χειροκροτήματα). Τότε ὑπῆρχον ἁπλῶς ἀκαθάριστοι λογαριασμοὶ μεταξὺ συγγενῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ Κομμάτων. Ὑπῆρχεν ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὁ τότε Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐξέφραζεν, ὅτι ἐνεφανίσθη ἕνα νέον Κόμμα ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ Λ.Ε.Κ. ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ σημερινοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Στεφανοπούλου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε προέλθει ἀπὸ ἐκλογάς, ἀλλὰ οἱ βουλευταὶ ποὺ τὸ ἀπήρτισαν εἶχον ἐκλεγῆ ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἡ θεωρία αὐτή, ὅτι ἔπρεπε διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς ταχείας ἐκλογάς, εἶναι μία θεωρία ἀπαράδεκτος κοινοβουλευτικῶς, τοὐλάχιστον διὰ τὸ ἰδικόν μας Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, διότι πάντοτε εἰς τὰς Βουλὰς συνέβη νὰ δημιουργοῦνται Κόμματα ἀπαρτιζόμενα ἀπὸ βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν ὑπὸ ἄλλας σημαίας. Ἠρίθμησα εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν δύο, τὴν Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν καὶ τὴν Νέαν Πολιτικὴν Κίνησιν. Τώρα ἔχομεν καὶ τρίτον, τὸ Κόμμα τῆς Κινήσεως Ἐθνικῆς Ἀναδημιουργίας. Τὸ ὅτι δημιουργοῦνται νέαι σημαῖαι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ σπεύδῃ νὰ διαλύεται αὕτη διὰ νὰ ἔχωμεν νέας ἐκλογάς. Ἀλλὰ καὶ ἂν σπεύδῃ πρὸς νέας ἐκλογὰς δὲν σημαίνει, ὅτι τὰ παλαιὰ Κόμματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀνακύπτουν τὰ νέα, πρέπει νὰ ἐπιζητοῦν ἐκλογικὰ συστήματα διὰ τῶν ὁποίων θὰ τὰ ἐκδικηθοῦν. Ἡ ἀναλογικὴ ἡ ἐνισχυμένη, ἐφευρέθη πρῶτον διὰ νὰ ἐκδικηθῇ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τὸ ΛΕΚ. Δεύτερον, καὶ εἰς τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου ὑπῆρξαν κἄτι λογαριασμοὶ μεταξὺ ΕΠΕΚ, Κόμματος Φιλελευθέρων καὶ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος τοῦ κ. Παπανδρέου. Καὶ τότε εἶχε κριθῆ, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ λείψῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Παπανδρέου, μὲ τὸν ὁποῖον συμβαίνει νὰ διαφωνῶ συχνά. Συνέβη ὅμως νὰ πιστεύω ἐξ ἀντιθέτου, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπικροτηθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει νὰ λείπῃ ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον ὁ κ. Παπανδρέου. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, θῦμα αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἦτο καὶ ἡ μικρὰ σοσιαλιστικὴ ὁμάς, ἡ ὁποία εἶχε δημιουργηθῆ τότε. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, δὲν ἐπολέμησα μόνον τὰ ἐλαττώματα, ἐπολέμησα καὶ τὴν συνέχειαν. Ὑπάρχει ἡ ἀγόρευσίς μου τῆς 10.7.51, εἰς τὴν ὁποίαν λέγω, ὅτι οἱ ἴδιοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικήν, γνωρίζουν, ὅτι εἶναι μεταβατικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ εἰς τὸ πλειοψηφικόν. Διότι εἶχον προσθέσει διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας ἠδύνατο διὰ Διατάγματος ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογικὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς πλειοψηφικόν. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ προβλέψωμεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἐπῆρεν ὀλισθηρὸν δρόμον, ὁ ὁποῖος ὡδήγει εἰς τὸ πλειοψηφικὸν μὲ τὴν δημιουργίαν τῶν δύο παρατάξεων καὶ εἰς τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν τῆς μιᾶς ἐκ τῶν δύο παρατάξεων. Ἐμελαγχόλησαν πολλοὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1951 καὶ μᾶλλον πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ἀφ’ ἧς ἀνηγγέλθη, ὅτι κατήρχετο εἰς αὐτὰς ὁ Στρατάρχης Παπάγος. Ἀλλὰ τὶ ὠφελεῖ; Μὲ τὴν σκέψιν τὴν κοντόφθαλμον ὄχι τοῦ ἐν γένει πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας, ἀλλὰ τῶν κομματικῶν συμφερόντων τῆς στιγμῆς ἐκείνης, εἴχομεν ὁδηγηθῆ εἰς τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικήν. Εἰς τὰ 1952, βεβαίως, ἐψηφίσθη τὸ πλειοψηφικόν. Καὶ πάλιν, διὰ τὸ πλειοψηφικὸν ἐκεῖνο εὐθύνεται κατὰ πολὺ ἡ ἡγεσία τοῦ Κέντρου. Ἡ παράταξις τοῦ Συναγερμοῦ, ἀφοῦ ἐνίκησεν, ἐν τῇ μέθῃ τῆς νίκης, ἐσκέφθη νὰ διαιωνίσῃ τὴν νίκην αὐτὴν καὶ ἐψήφισε τὸν νόμον τῆς εὐρυτάτης περιφερείας. Τώρα διατί μὲ τὸν νόμον ἐκεῖνον δὲν ἔγιναν αἱ ἐκλογαὶ τὸ 1956; Εἶναι ἴσως ἀληθές, ὅτι καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ στελέχη τοῦ Συναγερμοῦ, τοῦ πάλαι ποτὲ Συναγερμοῦ καὶ κατόπιν τῆς Ε. Ρ.Ε. εἶχον διαφωνήσει εἰς τὸ σύστημα αὐτό; Εἶναι. Ἀλλά, κύριοι, ἂς ἴδωμεν κατάματα τὴν ἀλήθειαν. Ἡ εὐρυτάτη περιφέρεια προέβλεπε τὸν Στρατάρχην Παπάγον ἐν τῇ ἀκμῇ τῆς δημοτικότητός του καὶ ἦτο μέσον ἐπιβολῆς τοῦ Συναγερμοῦ. Ἴδετε τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1956 καὶ νὰ μοῦ εἴπητε ἐὰν ἦτο δυνατὸν μὲ τὸ σύστημα τῆς εὐρυτάτης περιφερείας νὰ σκεφθῇ ἡ ΕΡΕ νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἦτο ἀδύνατον. Ἀντὶ λοιπὸν τῶν μεγάλων χειρονομιῶν καὶ τῶν ὑποχωρήσεων, μὲ μίαν ρεαλιστικὴν σκέψιν ἡ ὁποία ἠκολουθήθη, μετεβλήθη τὸ σύστημα αὐτὸ τῶν μεγάλων περιφερειῶν. Ἦλθε τότε, τὸ 1956, ἐκεῖνο τὸ παράξενον σύστημα. Εἶπα, ἐφευρέτης ἡ ΕΡΕ δὲν εἶναι τῶν συστημάτων ἐπὶ μέτρῳ, ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι εἶναι ὀλυμπιονίκης τῆς ἰδιοτροπίας εἰς τὰ ἐκλογικὰ συστήματα. Τὸ σύστημα τοῦ 1956 εἶναι ἕνα σύστημα ποὺ ἦτο ἀδύνατον νὰ τὸ φαντασθῇ ἄνθρωπος. Καὶ ἐν τούτοις, ἐψηφίσθη ἐκεῖνο τὸ σύστημα Τὸ πρόσχημα καὶ τὴν φορὰν αὐτὴν ἦτο, ὅτι ἔπρεπε νὰ δημιουργηθοῦν δύο μεγάλα Κόμματα. Ἡ πρακτικὴ σκέψις ἦτο, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἐκ φύσεως διεσπαρμένη, λόγῳ τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς καὶ ἑπομένως εἶναι μοιραῖον αἱ δύο αὐταὶ πλευραὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ κατέλθουν εἰς τὰς ἐκλογὰς κεχωρισμένως. Καὶ ἑπομένως θὰ δημιουργηθῇ ἕνα δεύτερον Κόμμα ἐθνικὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ τὸ πρῶτον Κόμμα, ἐκεῖνο ποὺ θὰ κερδίσῃ τὴν πλειοψηφίαν, πρέπει νὰ εἶναι ἡ ΕΡΕ. Ἐπῆλθεν ὅμως τὸ παράδοξον γεγονὸς νὰ εὑρεθῇ ἀντίδοτον εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ γενικὴ συνεργασία τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπὸ τὸν τίτλον «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις». Ἡ γενικὴ συνεργασία αὕτη ἐπέτυχε τὸ 51%, ἐκόντευσε νὰ πάρῃ τὴν πλειοψηφίαν καὶ τῶν ἑδρῶν καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς καταλυτὴς τοῦ περιφήμου αὐτοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐνῷ ἔγινε διὰ νὰ κατακτήσῃ τὸ ρεκὸρ τῆς εὐφυΐας ἐκινδύνευσε νὰ φέρῃ εἰς καταδίκην τοὺς ἐφευρέτας του. Δὲν εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἀθώα διὰ τὸ σύστημα τοῦ 1956. Ἔστω, ἀρνητικῶς, πταίει καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ὁλόκληρος, ἐὰν τότε εἶχεν ἐπιμείνει εἰς μίαν μορφὴν ἀναλογικῆς, οἱανδήποτε, λέγουσα ὅτι, ἐὰν ἡ ἀναλογικὴ αὐτὴ δὲν ψηφισθῇ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μὲ οἱονδήποτε ἄλλο σύστημα θὰ πραγματοποιηθῇ γενικὴ συνεργασία τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ εἶχε ψηφισθῆ αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ θὰ εἶχε ψηφισθῆ ἕν εἶδος ἀναλογικῆς, ὡς θὰ ἔπρεπεν. Ἀλλ’ ἕως ἐκεῖ ἡ εὐθύνη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι τόσον μεγάλη. Εἰς τὰ 1958 ἦτο ἀκόμη μεγαλυτέρα. Εἰς τὰ 1956 ἐδημιουργήθη, ὡς εἶπον, ἕνα ἀντίδοτον καὶ τὸ ἀντίδοτον εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ ἦτο ἡ γενικὴ συνεργασία τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὅσοι διερωτῶνται τὶ συνέβη καὶ ἐνῷ μέχρι τοῦ 1952 θέμα τοιαύτης γενικῆς συνεργασίας εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μέχρι καὶ τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς δὲν ὑπῆρχε, πῶς μετὰ τὸ 1952 καὶ ἰδίως τὸ 1956 ἡ ροπὴ αὐτὴ ἐμεγάλωσε, δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ τὸ ζητήσουν πολὺ μακρυά. Ἀπὸ τὴν ὥραν ποὺ ὁ λαὸς εἶδεν, ὅτι τὰ συστήματα θὰ διαδέχωνται ἄλληλα μὲ τὸν αὐτὸν σκοπόν, τῆς διασπάσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς συσπειρώσεως εἰς τὸ Κόμμα τῆς Δεξιᾶς καὶ ἑπομένως τῆς νίκης αὐτῆς ἐν μέσῳ διεσπασμένων δυνάμεων, ἐξεκίνησε κατ’ ἀνάγκην ἕνα ἑνωτικὸν πνεῦμα. Διότι ὁ καθένας θέλει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ ἰδικόν του Κόμμα καὶ ὄχι εἰς ἄλλο, νὰ μὴ συνεργάζεται κατ’ ἀνάγκην μὲ κανένα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ἀξιώσῃ κανεὶς ἀπὸ κανένα Κόμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ εἶναι Κόμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐσαεὶ καὶ νὰ μὴ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀποβλέπουν τὰ Κόμματα. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀποβλέπουν, διότι ὁ λαὸς θέλει, ὅταν ἕνα πρόγραμμα ἐπαγγέλλεται, ἕνα Κόμμα νὰ εἶναι εἰς θέσιν αὐτὸ τὸ πρόγραμμα νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικασθοῦν ὡρισμένα Κόμματα νὰ λέγουν εἰς τὸν λαὸν «ἔχομεν καλὸν πρόγραμμα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνήκωμεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι χρειάζεται μὲν ἐθνικὴ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἀνήκει κατὰ προνόμιον καὶ κατ’ ἀποκλειστικότητα εἰς μίαν παράταξιν. Αὐτὸ ἦτο τὸ ἑνωτικὸν πνεῦμα ποὺ ἐδημιουργήθη μὲ τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον κατεῖχεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ 1958, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν νόμου ἐντίμου, νόμου ἀναλογικῆς, οἷος θὰ ἐχρειάζετο διὰ νὰ ἀντιπροσωπευθοῦν ὅλαι αἱ τάσεις κατὰ τρόπον ἄψογον μέσα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις, δὲν ἠκολουθήθη αὐτὴ ἡ τακτική. Ἐλέχθη —καὶ ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων— ὅτι τὸ δίλημμα ἦτο μεταξὺ ἑνὸς οἱουδήποτε ἄλλου συστήματος, τοὐτέστιν τοῦ συστήματος 1958 καὶ τοῦ συστήματος τοῦ 1956. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι κἄποιος τὸν ἔπεισεν, ὅτι τὸ δίλημμα ἦτο αὐτό, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρήσῃ βέβαιον, ὅτι τὸ μόνον σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ 1958, ἦτο τὸ σύστημα τοῦ 1956, διότι τὸ σύστημα τοῦ 1956 εἶχε δώσει τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι μὲ τὴν ἑνότητα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠδύνατο τὸ 1958 νὰ ὁδηγήσῃ εἰς πλήρη ἧτταν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὑπῆρξε σωσίβιον διὰ τὴν ΕΡΕ ἡ συνεννόησις μὲ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὸ 1958. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἀπηυθύνετο δῆθεν ἐναντίον τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, ἀλλὰ οὐσιαστικῶς ἦτο σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνετο ἐναντίον τοῦ Κέντρου. Πρῶτον ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων προκύπτει, ὅτι μὲ τὸ σύστημα τοῦτο ἠλπίζετο, ὅτι τὸ Κόμμα Φιλελευθέρων θὰ ἤρχετο δεύτερον. Ἀλλὰ ἐν συνεχείᾳ ἐτέθη ἡ ἀπαγορευτικὴ διάταξις ὡς πρὸς τοὺς συνασπισμοὺς καὶ ἑπομένως τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς οὐδενὸς εἴδους συνεργασίαν, διότι ηὐξάνετο τὸ ποσοστὸν τόσον πολὺ ὥστε ἡ ἀπαγορευτικὴ αὐτὴ διάταξις ἴσχυε δι’ αὐτὸ τοῦτο τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Δεύτερον, ὁ σχηματισμὸς Κέντρου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο πλάϊ εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ΠΑΔΕ, ἦτο μοιραῖον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ βουλευτὰς ἀναλόγους πρὸς τὸ ποσοστὸν τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας θὰ ἐπετύγχανε, διότι τὸ ποσοστὸν ἦτο τόσον μεγάλον, ὥστε ἦτο ἀπαγορευτικόν. Ἑπομένως, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀπεκλείσθη πᾶσα νίκη τοῦ Κέντρου. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ὅτι δὲν ἐκέρδισε ψήφους ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ ἀπὸ τὸν νόμον αὐτόν. Ἴσως. Ἔχασεν ὅμως τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Πρέπει νὰ ἐγνώριζεν ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ ἡ συμφωνία, ἡ ὁποία ἐγένετο μὲ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀπεκλείοντο τὰ μικρὰ Κόμματα, τὸ ὁποῖον ἐνεφάνιζεν, ὅτι ὑπῆρχε συνεννόησις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπροξένησεν εἰς μεγάλο τμῆμα τοῦ λαοῦ τόσην δυσάρεστον ἐντύπωσιν, ὥστε καὶ ἡ ΠΑΔΕ ὠφελήθη ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὠφελήθη, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ ὠφελήθη καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος, διότι μετεῖχον εἰς τοὺς συνδυασμοὺς τῆς ΕΔΑ. Τοῦτο τὸ φαινόμενον εἶναι παρήγορον, διότι ὑπάρχουν καὶ μερικὰ κριτήρια ὄχι ρεαλιστικά, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουν τὰς λαϊκὰς μάζας περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι νομίζομεν ἡμεῖς. Καὶ ἐνῷ εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτὴν παραδέχομαι, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τίποτε πλέον αὐτῶν ποὺ εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ πιστεύσῃ, ὅτι τὸν πιστεύω, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κριτήρια τὰ ὁποῖα τὸν ὡδήγησαν ἐκεῖ, διὰ τὰς μεγάλας μάζας τοῦ λαοῦ, ἡ συμφωνία αὐτὴ περιεῖχε κἄτι τι ἄλλο, διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἦτο ἀντιπολιτευόμενος ἤθελε νὰ βλέπῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν μαχομένην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι συμφωνοῦσαν μετ’ αὐτῆς. Καὶ συνεπῶς, ἔβλεπεν ἕνα σύστημα, τὸ ὁποῖον ὠφέλει προφανῶς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ σύστημα τοῦ 1958 ἀπέδειξε κατὰ ποῖον τρόπον ἐννοεῖ ἡ ΕΡΕ νὰ «συμπλέῃ» μὲ τὸ Κέντρον. Ἐννοεῖ, δηλαδή, νὰ ἐπιβιβάζῃ εἰς τὴν θαλαμηγὸν τὸ Κέντρον καὶ καθ’ ὁδὸν νὰ τὸ ρίπτῃ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ νὰ μείνῃ ἡ κρουαζιέρα ἰδική της. Ἔτσι ἡ ΕΡΕ κατώρθωσε νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅλοι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Προκειμένου, λοιπόν, νὰ συμπλεύσωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον πρέπει νὰ ἔχωμεν προφυλάξεις μήπως καὶ πάλιν βρεθῶμεν εἰς τὴν θάλασσαν καὶ μείνωμεν ἔξω τῆς κρουαζιέρας. Πάντως, τὸ σύστημα τοῦ 1958 ἔχει τὸ ἀντίδοτον καὶ λόγῳ τούτου δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἀφ’ ἧς ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ 41% δύναται νὰ δώσῃ 170 ἕδρας, μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐὰν αἱ νέαι ἐκλογαὶ γίνουν μὲ τὸ σύστημα τοῦ 1958 θὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος νὰ γίνῃ εὐρυτάτη συνεργασία, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς θὰ ὑπερβῇ τὸ 41% καὶ τὸ 45%, διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰς ἕδρας, τὰς ὁποίας σήμερον κατέχει ἡ Κυβέρνησις. Ἑπομένως, δὲν συζητοῦμεν κατεχόμενοι ἀπὸ ἀνησυχίαν διὰ τὸ τί πρόκειται νὰ γίνῃ, συζητοῦμεν μόνον μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι κἄποτε, εἴτε εὐθύνεται, εἴτε δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις δι’ ὁλόκληρον τὸ παρελθόν, κἄποτε ἡ σημερινὴ πλειοψηφία πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνα σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς. Διὰ νὰ εὑρεθῇ τὸ σύστημα αὐτὸ πρέπει πρῶτον νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ ἀρνητικὴ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ ἀναζήτησις ὀρθοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Καὶ ἐννοῶ ἀρνητικὴν βάσιν τὴν προσπάθειαν νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ μειωθῇ ἡ δύναμις τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς. Ἡ ἀρνητικὴ αὐτὴ βάσις, ὅταν δὲν εἶναι πρόσχημα διά τινας, ὁδηγεῖ ἀναμφισβητήτως εἰς λάθη, διότι ποτὲ ὅταν σκέπτεται κανεὶς ἀρνητικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ ψύχραιμα καὶ ἀντικειμενικὰ καὶ νὰ εὕρῃ τὸ πρέπον. Ἡ ἀρνητικὴ αὐτὴ βάσις ὡδήγησεν εἰς τὴν μόνιμον ἐξυπηρέτησιν μιᾶς παρατάξεως καὶ ὄχι εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ σκοποῦ διὰ τὸν ὁποῖον τάχα ἐτέθη. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1958 ἔδειξαν καθαρά, ὅτι ἐφεύρεσις συστημάτων, διὰ τῶν ὁποίων μειοῦται ἡ δύναμις τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, δὲν εἶναι δυνατή. Πρέπει κανεὶς νὰ ἰδῇ τὴν πραγματικότητα κατάματα, διότι ἄλλως παραπαίει καὶ δύναται νὰ ὁδηγῆται εἰς ἕνα λάθος σήμερα, ἀλλὰ αὔριον εἰς μίαν καταστροφήν. Ἡ πολιτικὴ πραγματικότης δὲν στραγγαλίζεται μὲ συλλογισμοὺς καὶ τεχνάσματα, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχει ἕνα τμῆμα τοῦ λαοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν Ἀριστεράν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Καὶ εἶναι ὀρθὸν καὶ λογικὸν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν μετέχουν εἰς τὴν Ἄκραν Ἀριστερὰν μὲ τὸν ἰδικόν τους τρόπον νὰ πείσουν καὶ ἐκείνους ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν Ἀριστερὰν νὰ ἀκολουθήσουν αὐτοὺς καὶ νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν Ἀριστεράν. Νὰ τοὺς ἀποδείξουν δηλαδή, ὅτι κακῶς ἀκολουθοῦν αὐτοὺς ποὺ ἀκολουθοῦν. Πέραν ὅμως αὐτοῦ, τὸ νὰ λέμε ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ τεχνητὸς τρόπος, βάσει τοῦ ὁποίου θὰ ἐπετυγχάνετο ἡ μείωσις τῆς δυνάμεως τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς εἶναι σκέψις, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὸ ἀντίθετον ἀκριβῶς ἀποτέλεσμα. Εἴδατε τὶ συμβαίνει; Ὑπῆρξαν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἐγὼ καὶ ἄλλοι τινὲς συνάδελφοι, ἐθέσαμεν ἐπὶ τάπητος τὸ θέμα τῆς νομίμου λειτουργίας τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος. Καὶ εἴδατε, ὅτι ἠγέρθη θόρυβος, ὅτι τὸ αἴτημά μας αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀξίωσιν τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς κλπ. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο ὅμως σκέψις, ὅτι ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ εἶναι μεγαλυτέρα, ὅταν τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα εἶναι παράνομον, διότι ὅσον καὶ ἂν εἴπητε, ὅτι πάντες οἱ μετέχοντες εἰς τὴν ΕΔΑ εἶναι μέλη τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν εἶναι, καὶ οἱ ψηφίζοντες πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν δὲν πιστεύουν ὅτι ψηφίζουν μόνον Κομμουνιστικὸν Κόμμα, διότι γνωρίζουν, ὅτι ψηφίζουν ἓν ἄλλο Κόμμα νομίμως λειτουργοῦν καὶ μὴ κατηγορηθὲν διὰ παρανόμους πράξεις. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ τολμηρότεροι, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἐκτὸς νόμου καὶ ἡ ΕΔΑ. Ἐάν, κύριοι, τοῦτο γίνῃ τὸ ἑπόμενον Κόμμα θὰ εἶναι ἰσχυρότερον, διότι θὰ εἶναι τοποθετημένον εἰς τὸ ἡμικύκλιον αὐτὸ δεξιώτερα καὶ συνεπῶς θὰ μετέχουν περισσότεροι εἰς τὸ Κόμμα αὐτὸ μετὰ τὴν θέσιν τῆς ΕΔΑ ἐκτὸς νόμου. Τὸ θέμα αὐτὸ δὲν συνεζητήθη μόνον ἐν Ἑλλάδι, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δέ ἀφέλεια τῆς Δημοκρατίας, ὅπως ἐλέχθη, τὸ ὅτι παρέχει ἴσα δικαιώματα εἰς ὅλους τοὺς πολίτας. Εἶναι ἀνάγκη τῆς Δημοκρατίας, εἶναι εἰς τὴν φύσιν τῆς Δημοκρατίας αὐτό. Καὶ εἰς ἄλλας χώρας δημοκρατικὰς ἐλέχθη, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἐκτὸς νόμου τὸ Κ.Κ. καὶ ἐν τούτοις ἐκεῖ αὐτὸ ἀπεκρούσθη. Διότι ὅλοι ἐδέχθησαν, ὅτι ἡ ἔναρξις αὐτὴ τῆς θέσεως ἐκτὸς νόμου Κομμάτων τῆς Ἀριστερᾶς δὲν δύναται νὰ σταματήσῃ πουθενά. Καὶ ἐνῷ τὴν ἐπιρροὴν τοῦ Κομμουνισμοῦ δὲν δύναται νὰ τὴν μειώσῃ, ἀντιθέτως αὐξάνει τοὺς κινδύνους διὰ τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς, διότι τὸ τέρμα μιᾶς τοιαύτης ἀντιλήψεως τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ Κομμουνισμοῦ δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ ἀνοικτὴ δικτατορία, πάντως εἶναι ἡ κατάργησις τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν εὐθέως νὰ ἴδωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὑπάρχει μία πολιτικὴ πραγματικότης τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ποὺ δὲν δύναται νὰ ἀποκρουσθῇ διὰ τεχνητῶν μέσων, νομίζω, ὅτι θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ βαδίσωμεν καὶ πρὸς ἐκλογικὸν σύστημα καὶ πρὸς λειτουργίαν καλλιτέραν τῶν θεσμῶν μας. Διότι ἄλλως θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν νοθείαν καὶ εἰς τὴν βίαν, καὶ εἶναι δυνατὸν καὶ τοὺς θεσμοὺς νὰ καταλύσωμεν καὶ ὅλοι οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἐκφωνοῦμεν ἐγκωμιάζοντες τὴν Δημοκρατίαν, νὰ ἠχοῦν ὡς μνημόσυνον τῶν ἐλευθέρων μας θεσμῶν. Δεύτερον, διὰ νὰ εὑρεθῇ τὸ ὀρθὸν ἐκλογικὸν σύστημα, πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ χιμαιρικὴ βάσις τῶν δύο Κομμάτων. Μερικοὶ Ἀγγλοσάξωνες σύμβουλοι τῶν κυβερνητῶν μας καί, ἴσως, τῶν ἀντιπολιτευομένων Κομμάτων, θαυμάζοντες τὴν ἰδικήν των πραγματικότητα, ἐπιδιώκουν νὰ πείσουν καὶ τοὺς Ἕλληνας, ὅτι πρέπει κατὰ κἄποιον τρόπον νὰ ἐπανέλθουν εἰς δύο μεγάλα Κόμματα. Πρόκειται περὶ χιμαίρας. Πράγματι, δύο μεγάλα Κόμματα ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ μοῦ εἴπητε εἰς πόσας ἄλλας χώρας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης ὑπάρχουν δύο Κόμματα. Εἰς καμμίαν. Καὶ τοῦτο, διότι ἡ εὐρωπαϊκὴ πραγματικότης εἶναι διαφορετική, καὶ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα πέραν τῆς Μάγχης καὶ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς Ἀμερικῆς.
§50Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἰς τὴν Τουρκίαν.
§51Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ τὴν ἀναφέρω πάρα κάτω.
§52Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ παραπέτασμα.
§53Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἕν. Αὐτὸ τὸ σύστημα θέλετε σεῖς; Δὲν τὸ ὑποστηρίζω, ὡς βλέπετε. Κύριοι βουλευταί, ἡ πολιτικὴ πραγματικότης εἶναι παντοῦ ἀποτέλεσμα ἱστορίας, πουθενὰ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τεχνητῆς διαμορφώσεως. Ὅπου προσπαθεῖ κανεὶς νὰ κάμῃ τεχνητὴν διαμόρφωσιν, καταλήγει εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ πάντως καταλήγει εἰς τὴν βίαν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ πραγματικότητες ἑνὸς Ἔθνους νὰ μποῦν εἰς καλούπια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἁρμόζουν εἰς τὸν ἰδικόν των πολιτικὸν βίον. Ἑπομένως, μὲ τεχνητὰ μέσα δύο Κόμματα δὲν γίνονται. Καὶ δι’ ἐκείνους ποὺ κατέχονται ἀπὸ τὸ ἄγχος τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, ὑπάρχει καὶ αὐτὴ ἡ ὁποία εἶναι πάντως τὸ τρίτον Κόμμα, καὶ ἑπομένως εἶναι μέλος τῆς πραγματικότητος τῆς πολιτικῆς, μέλος τοῦ ἡμικυκλίου ἐδῶ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κλείσωμεν τὰ μάτια καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἄκρα Ἀριστερά, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ Ἄκρα Ἀριστερά, ἀφοῦ ὑπάρχει ἐδῶ ζωντανὴ καὶ ζωηρὴ καὶ κραυγαλέα. Τρίτον. Πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ τακτικὴ τοῦ μονοκομματικοῦ Κράτους μιᾶς παρατάξεως. Διότι, κύριοι βουλευταί, διὰ μέσου ὅλων αὐτῶν τῶν συστημάτων καὶ ὅλων τῶν προσχημάτων περὶ μειώσεως τῆς δυνάμεως τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς εἰς τὸ βάθος ὑπηρετεῖται ἡ διαιώνισις ἑνὸς μονοκομματικοῦ Κράτους τῆς ἰδικῆς σας παρατάξεως. Κύριοι βουλευταί, δύναται οἱαδήποτε παράταξις νὰ θεωρῇ τὸν ἑαυτόν της ὡς τὴν καλλιτέραν παράταξιν καὶ τὴν ἐξυπηρετοῦσαν κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ δὲν δύναται ἀμέσως ἢ ἐμμέσως νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν λαὸν νὰ φρονῇ καὶ αὐτὸς τὸ ἴδιον καὶ νὰ μένῃ πάντοτε αὐτὴ εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι καταλήγει εἰς τὸ μονοκομματικὸν Κράτος, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν. Καὶ διὰ νὰ ἐνθυμηθῶ καὶ ἐγὼ τοὺς Ἀγγλοσάξωνας, ἕνας πολιτικὸς στοχαστὴς Ἄγγλος ἔλεγε: Πᾶσα ἐξουσία διαφθείρει. Ἡ ἀπόλυτος ἐξουσία διαφθείρει ἀπολύτως. Πάντοτε εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ φθείρεται καὶ νὰ διαφθείρεται μία πλειοψηφία εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ ὅταν γνωρίζῃ ὅτι ὑπάρχει ἐναλλαγή, δυνατότης ἐναλλαγῆς, ὅτι ὑπάρχει ἔλεγχος, ὅτι ὑπάρχει δυνατότης ἐλέγχου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀναμφισβητήτως προφυλάσσεται ἡ δημοσία ἀρετὴ καὶ προφυλλάσσεται ἡ καλυτέρα διαχείρισις τῶν δημοσίων πραγμάτων. Ἔχομεν κατορθώσει νὰ θεωροῦμεν σήμερον καὶ νὰ διαδίδωμεν, ὅτι ἡ μόνη παράταξις ποὺ δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἶναι ἡ παράταξις τῆς ΕΡΕ, διότι ἐκείνη γνωρίζει καὶ ἐκλογικὰ συστήματα νὰ ψηφίζῃ καὶ τὰ πάντα νὰ κάμῃ διὰ νὰ εἶναι καὶ νὰ παραμένῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐὰν δὲ σκεφθῇ καὶ ἡ πλειοψηφία, ὅτι ὁ κανὼν τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ εἶναι ἡ ἐναλλαγὴ τῶν Κυβερνήσεων, ἐὰν δὲν ἀποδεχθῇ ὡς ἐνδεχόμενον, θλιβερώτατον ἔστω διὰ τὸν τόπον, ἀλλὰ πάντως ἐνδεχόμενον νὰ ἔλθῃ καὶ ἄλλο Κόμμα εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε καλὸν σύστημα ἐκλογῶν νὰ ψηφίσωμεν, οὔτε νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὴν καλυτέραν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν μας. Τὸ τέταρτον σημεῖον εἶναι, νὰ ἀντιμετωπισθῇ ὄχι ἡ ἐφεύρεσις συστημάτων ἰδιοτρόπων, ἀλλὰ συστήματος ἁπλοῦ καὶ συστήματος ἐντίμου, τοῦ μοναδικοῦ συστήματος ποὺ ἁρμόζει εἰς τὰ δημόσια πράγματα τῆς Χώρας, δηλαδὴ τοῦ συστήματος τῆς λεγομένης ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Κύριοι βουλευταί, ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς μόνον διὰ λόγους θεωρίας. Τὴν ἁπλῆν ἀναλογικὴν πάντοτε, ἀνέκαθεν ὑπεστήριξαν ὅλα τὰ προοδευτικὰ Κόμματα καὶ ὅλοι οἱ προοδευτικοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ διότι διὰ τῆς παρουσίας ὅλων τῶν ρευμάτων τῆς κοινῆς γνώμης ὑπάρχει δυνατότης ὠθήσεως τῆς πολιτικῆς ζωῆς πρὸς προοδευτικωτέρας λύσεις, ἀμοιβαίας ἐπιρροῆς τῶν ἰδεῶν καὶ ἑπομένως καλυτέρας συνθέσεως ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς πολιτικῆς οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἴμεθα μόνον διὰ λόγους θεωρητικούς, διὰ λόγους ἱστορικοὺς ὑπὲρ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Ἐὰν ἀναφέρω τὴν θεωρίαν εἶναι διότι θὰ ἤθελα, ἐπειδὴ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ κάμω ἀλλοῦ, νὰ ἀποτίσω φόρον τιμῆς εἰς τὴν μνήμην τοῦ πρωταγωνιστοῦ εἰς τὸν ἀγῶνα διὰ τὴν ἀναλογικήν, τοῦ ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρου Παπαναστασίου, τοῦ ὁποίου σήμερον τελεῖται πολιτικὸν μνημόσυνον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὸν θαρραλέον ἐκεῖνον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος ποὺ μέσα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχει ἐκλαϊκεύσει τὴν ἔννοιαν τῆς ἀναλογικῆς καὶ τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἡ ἀναλογικὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ. Οὔτε ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναλογικῆς, διὰ λόγους κομματικούς. Πράγματι, ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις ἐκπροσωπεῖ τὴν στιγμὴν αὐτὴν μίαν τάσιν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἔχει δεινοπαθήσει περισσότερον ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας, ἀπὸ τὴν ὀξύτητα ἡ ὁποία ἔχει ἐπικρατήσει, ἐκ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου καὶ τῶν μετέπειτα ἐκλογικῶν συστημάτων. Πιστεύει, ὅτι ἡ τάσις αὐτή, ἡ ὁποία εἴτε σοσιαλιστικὴ λέγεται, εἴτε ἀριστερὰ τοῦ κέντρου λέγεται, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἐκφράζει τὴν ἀνάγκην τῆς χώρας δι’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ διὰ τὸ μέλλον ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως θεωρητικῆς ἢ ρωμαντικῆς, ἀλλὰ πρακτικῆς καὶ ρεαλιστικῆς. Ἡ θέσις αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη, βάσει τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ προκόψῃ ὁ τόπος αὐτός. Καὶ πιστεύω, ὅτι ἔχει ἀδικηθῆ ἡ τάσις αὐτὴ ἀπὸ τὴν ὀξύτητα, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε. Καὶ ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀναλογικήν, διότι πιστεύει, ὅτι μὲ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικὴν εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ μόνη ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ νὰ τύχῃ μεγάλης ἐπιδοκιμασίας ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, οὕτως ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν περαιτέρω πορείαν καὶ τὴν περαιτέρω πολιτικὴν ἐξέλιξιν τῆς Χώρας. Ὅταν δὲ λέγω μόνη, δὲν ἐννοῶ τὴν μονοπώλησιν ὑπὸ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως τῆς τάσεως αὐτῆς, ἐννοῶ ὅτι θέλει τὴν γραμμὴν αὐτὴν νὰ ἐμφανισθῇ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ νὰ δυνηθῇ αὐτὴ ἡ γραμμὴ νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι μόνον μὲ τὴν γραμμὴν αὐτὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν πρόοδον. Ἀλλά, κυρίως, ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις τοποθετεῖται ὑπὲρ τῆς ἀναλογικῆς, διότι πρέπει νὰ ἀποφευχθῇ ὄχι ἐκεῖνο ποὺ λέγεται πόλωσις, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ λέγεται διχασμός. Κύριοι βουλευταί, ἐκεῖ ποὺ ὁδηγούμεθα μὲ τὰ πλειοψηφικὰ συστήματα δὲν εἶναι ἡ ἁπλῆ ἅμιλλα, ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν παρατάξεων, ἐκεῖ ποὺ ὁδηγούμεθα μὲ τὴν συνεχῆ ἐφεύρεσιν συστημάτων διὰ νὰ μένῃ μόνη μία παράταξις εἰς τὴν ἐξουσίαν εἶναι ἕνας βαθύτατος διχασμός, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οὐδέποτε προκύπτει ἀγαθόν. Διότι ὁ διχασμὸς αὐτὸς βασίζεται ὄχι μόνον εἰς τὴν ἁπλῆν ἀδικίαν τῶν συστημάτων, βασίζεται εἰς ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐν συνεχείᾳ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ λαμβάνῃ μία Κυβέρνησις μονοκομματικὴ τῆς Δεξιᾶς, διὰ νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἴτε λέγονται κατατρομοκράτησις μαρτύρων εἰς τὸ Ἡράκλειον, εἴτε λέγονται ἔρευναι εἰς τὰ σπίτια τῶν βουλευτῶν, εἴτε λέγονται ξυλοδαρμοί, εἴτε λέγονται οἱοδήποτε ἄλλο ἔκτακτον μέτρον, δημιουργοῦν ψυχολογικὴν ὄξυνσιν μεταξὺ τῶν δύο κόσμων ποὺ χωρίζονται ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν. Ὄξυνσιν μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀγναντεύουν πρὸς ἐκείνους ποὺ κατέχουν τὴν ἐξουσίαν ὡς πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι κάτοχοι τῆς ἐξουσίας, ὄχι λόγῳ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ πάντοτε, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ ἐκβιασμοῦ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, καὶ τῶν ἄλλων μέτρων ποὺ λαμβάνονται. Αὐτὸν τὸν διχασμὸν θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν καὶ θέλομεν νὰ ὑπάρξουν ὅλα τὰ πολιτικὰ ρεύματα εἰς πλήρη ἅμιλλαν καὶ εἰς πλήρη συνεργασίαν αὔριον, διότι ἡμεῖς πιστεύομεν καὶ τὸ ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ τὸ ἔργον τῆς ἀναδημιουργίας καὶ τὸ ἔργον τῆς προόδου τῆς Χώρας δὲν εἶναι ὑπόθεσις οὔτε ἑνὸς Κόμματος, οὔτε μιᾶς παρατάξεως, εἶναι ὑπόθεσις τῆς εὐρυτέρας δυνατῆς ἐθνικῆς ἑνότητος μὲ σκοπὸν καθαρὸν τὴν πρόοδον τῆς Χώρας. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν μέσῳ ὀξύτητος νὰ συζητοῦνται ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα, ἐνῷ εἰς μίαν Βουλὴν ποὺ ἐκπροσωποῦνται ὅλα τὰ ρεύματα τὰ πολιτικὰ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μία σύνθεσις τῆς ὀρθῆς κατευθύνσεως πρὸς τὸ καλὸν τῆς Χώρας. Καὶ ἐπὶ τέλους, κύριοι βουλευταί, ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πειραιῶς συνάδελφον τῆς ΕΔΑ, ὅτι δὲν σχηματίζουν τὰ ἐκλογικὰ συστήματα τὰ Κόμματα Ἀρχῶν, τὰ Κόμματα Ἀρχῶν τὰ δημιουργοῦν αἱ Ἀρχαί. Εἶμαι σύμφωνος. Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τὰ Κόμματα ἀρχῶν ἠμποροῦν νὰ μὴ τὰ δημιουργοῦν τὰ ἐκλογικὰ συστήματα, εἶναι βέβαιον ὅμως, ὅτι δύνανται νὰ τὰ φονεύουν τὰ ἐκλογικὰ συστήματα. Εἰς ἕνα τόπον κοινοβουλευτικόν, αἱ ἀρχαὶ δὲν φονεύονται, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δίδεται εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτὰς ὁ τρόπος, νὰ μὴ δίδεται ἡ ἱκανότης νὰ ἐκφρασθοῦν λόγῳ τῆς ὑπάρξεως τῶν μεγάλων Κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουν τὴν ἐμφάνισιν Κομμάτων ἀρχῶν. Ἀλλὰ ἐάν, κύριοι βουλευταί, τὰ Κόμματα ἀρχῶν, πράγματι, διὰ τῆς ἀναλογικῆς δύνανται νὰ δημιουργηθοῦν ἢ νὰ ὑπάρξουν ἀκόμη καλύτερον, τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν τὴν τεχνητὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν τεχνητὴν συγκόλλησιν χάριν τῶν ἐκλογῶν, αὐτὰ δημιουργοῦν ἀπολύτως ἑτερόκλητα συνονθυλεύματα ἢ σύνολα πολιτικά. Καὶ εἶναι καιρὸς νὰ ἐπέλθῃ κάποια ἀνακατάταξις δυνάμεων. Ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι οὔτε αἱ μᾶζαι, αἱ ὁποῖαι ἠκολούθησαν τὸ Κόμμα τὸ ἰδικόν σας, οὔτε τὰ στελέχη ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ Κόμμα τὸ ἰδικόν σας, εἶναι τοποθετημένα ὅλα εἰς τὴν θέσιν τους. Οὔτε ὅλα τὰ στελέχη ποὺ εὑρίσκονται πέραν τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως εἶναι ὅλα τοποθετημένα εἰς τὴν θέσιν των ἐδῶ. Ὑπάρχουν ἱστορικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι βοηθοῦν τὰ ἐκλογικὰ συστήματα, ἐπέβαλαν τὴν καταβολὴν τῶν δυνάμεων καὶ πιστεύω, ὅτι μόνον μὲ τὴν ἀναλογικὴν καὶ τὴν ἐκπροσώπησιν ὅλων τῶν ρευμάτων, ὅλων τῶν δυνάμεων ἐν τῇ Βουλῇ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀνακατάταξις, ὥστε τὰ Κόμματα σιγὰ–σιγὰ νὰ γίνουν πραγματικῶς ὁμοιογενῆ. Λέγουν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ ἀναλογικὴ ἔχει τὸ ἐλάττωμα τῆς δημιουργίας πολλῶν κομμάτων. Κύριοι βουλευταί, πιστεύω, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐπιχειρήματος τὸ ὁποῖον εἶναι καθ’ ὅλα ἕωλον. Πρῶτον, διὰ νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν πότε ἐφηρμόσθη ἡ ἀναλογικὴ ἐν Ἑλλάδι, δύο φορὰς ἐν συνεχείᾳ, ἢ τρεῖς φορὰς ἐν συνεχείᾳ; Ποτέ. Συνήθως καλεῖται ἡ ἀναλογικὴ νὰ θεραπεύσῃ τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ἔχει προκαλέσει τὸ πλειοψηφικόν. Ἔρχεται ὡς ἰατρός, ἰατρεύει καὶ ἐκδιώκεται. Ἀχρείαστος νὰ εἶναι ἀφοῦ ἐγιάτρευσε. Θέλετε παραδείγματα; Ἡ ἀναλογικὴ ἔσωσε τὸν τόπον ἀπὸ τὸν μεγάλον διχασμὸν τῶν ἐτῶν 1915–22. Χάρις εἰς τὴν ἀναλογικὴν καὶ μόνον κατέστη δυνατὸν τὸ 1926 νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις μὲ συμμετοχὴν καὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἡ μεταξὺ τῶν ὁποίων διάστασις— δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ σᾶς τὴν ὑπενθυμίσω ἐγὼ— ἦτο θανάσιμος. Καὶ χάρις εἰς τὴν ἀναλογικὴν συνειργάσθησαν ὅλα ἐκεῖνα τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἀπὸ τὰ Κόμματα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἰς μίαν ἀληθῆ ἀναδημιουργίαν μεταξὺ 1926 καὶ 1928. Εἰς τὰ 1928 ἐπανήλθομεν εἰς τοὺς παλαιοὺς ἔρωτας. Ἐδημιουργήθη ἡ μεγάλη πλειοψηφία τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου διὰ νὰ καταλήξῃ ἡ ἰδία πλειοψηφία νὰ ἀναζητήσῃ τὴν ἀναλογικὴν διὰ νὰ σωθῇ ἀπὸ τὸ εἶδος τῆς πτώσεως ποὺ ὑφίστατο. Ἐν τούτοις ἡ ροπὴ του ἦτο ἀκάθεκτος πρὸς τὴν ἧτταν, ὥστε μετ’ ὀλίγους μῆνας ἐψήφισε τὸ πλειοψηφικὸν καὶ κατεστράφη. Κατόπιν ἔγινεν ἡ ἐκλογὴ μὲ ἀναλογικὴν τὸ 1936, μετὰ τὸ κίνημα τοῦ 1935 καὶ μετὰ τὴν ὀξύτητα, ἡ ἀναλογικὴ δὲν ἐζημίωσε τότε. Ἄλλαι σκέψεις ἐπεκράτησαν καὶ διελύθη ἐκείνη ἡ Βουλή. Ἀλλὰ διατὶ νὰ πᾶτε μακρύτερα, κ. βουλευταί; Τὸ 1950 εὐθὺς μετὰ τὸ τέρμα τῆς ἐσωτερικῆς μας ἀνωμαλίας, πολλοὶ ἀπὸ σᾶς ἐζήσατε τὴν Βουλὴν τοῦ 1950 καὶ θὰ εἴδατε, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην εἶχον ἀμβλυνθῆ τὰ πάθη καὶ ὅτι ἦτο μία Βουλὴ ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ δώσῃ καὶ δύο καὶ τρεῖς πλειοψηφίας, μία Βουλή, ἡ ὁποία μετὰ τὸ πρῶτον τρίμηνον ἀπηρτίζετο ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ συνεργασθοῦν μεταξὺ των. Δι’ ἄλλους λόγους ὡδηγήθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη εἰς διάλυσιν. Ἀπὸ τότε ἤρχισεν ἡ ἱστορία τῶν ἰδιορρύθμων ἐκλογικῶν συστημάτων. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνα σύστημα τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε πάντοτε ὁ ἰατρὸς τῶν πληγῶν ποὺ σωρεύει τὸ πλειοψηφικόν, αὐτὸ τὸ σύστημα ἐπειδὴ δὲν τὸ ἀκολουθοῦμεν λόγω τοῦ ὅτι κἄποιο κόμμα καταλαμβάνεται ἀπὸ τὴν ἀπληστίαν τῆς κυριαρχίας τῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαίρωμεν τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ τοῦ συστήματος χωρὶς νὰ τὸ ἀφήσωμεν νὰ λειτουργήσῃ. Πάρετε παράδειγμα ὅπου ὑπάρχει ἀναλογικὴ εἰς τὴν Εὐρώπην. Εἰς οἱονδήποτε Κοινοβουλευτικὸν Κράτος, ὅπου ὑπάρχει τὸ ἀναλογικὸν σύστημα δὲν ὑπάρχουν πέραν τῶν τριῶν κομμάτων. Δύο πολὺ ἰσχυρὰ καὶ δύο ἀνίσχυρα. Τοῦτο ἔγινε, διότι ἡ ἀναλογικὴ ὅταν ἐφ’ ἅπαξ ἐφαρμόζεται ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ πολλὰ κόμματα ἐν συνεχείᾳ ὅμως, ἐξαφανίζει τὰ μικρὰ κόμματα. Ἡ ἀναλογικὴ ἀποκαλύπτει τὴν δύναμίν των καὶ οἱ ἐκλογεῖς δὲν δέχονται νὰ ψηφίσουν τὸ μικρὸν κόμμα. Τὰ ἴδια αὐτὰ τὰ κόμματα μέσα εἰς τὴν Βουλήν, μέσα εἰς τὴν συνεργασίαν, μέσα εἰς τὸν πόλεμον ποὺ κάμουν μαζὶ δι’ ὡρισμένας ἰδέας, ἀναγκάζονται καὶ συγχωνεύονται. Δι’ αὐτὸ πάντοτε ὅπου ὑπάρχει ἀναλογικὸν σύστημα ὑπάρχουν ἐλάχιστα κόμματα. Πάρετε τὴν Αὐστρίαν, ὅπου ὑπάρχουν δύο ἀντίπαλα κόμματα, τὸ Χριστιανοδημοκρατικὸν καὶ τὸ Σοσιαλδημοκρατικόν, τὰ ὁποῖα συνεργάζονται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἐνῷ εἶναι ἀντίπαλα εἰς τὰς ἐκλογάς. Διότι ὁ συσχετισμὸς δυνάμεων εἶναι τοιοῦτος, ὥστε τοὺς ἀναγκάζει νὰ συνεργάζωνται. Ἰδού, λοιπόν, ὅτι ἡ ἀναλογικὴ δὲν δημιουργεῖ πολλὰ κόμματα. Ἐνθυμοῦμαι τὴν Βουλὴν τοῦ 1950. Ὅλοι οἱ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι ἀνῆκον εἰς μικρὰ κόμματα ἢ προσωπικὰ τοπικὰ κόμματα δὲν ἦσαν 30 ὅλοι μαζὶ καὶ ἐξεχώριζαν 4 μεγάλα κόματα, ἡ ΕΠΕΚ, τὸ Λαϊκὸν κόμμα, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὸ κόμμα τοῦ κ. Παπανδρέου τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν κόμμα. Ἀλλὰ εἰς τὰς ἑπομένας ἐκλογάς, ἐὰν ἐγίνοντο μὲ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικὴν θὰ ἦσαν τὰ πράγματα, πιστεύω, ἀκόμη καλλίτερα. Διότι ἐν τῷ μεταξὺ τὸ μικρὸν κόμμα τοῦ Ζέρβα εἶχε συγχωνευθῆ μὲ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων— ὁμιλῶ διὰ τὸ 1950— μία μικρὰ ὁμὰς τῆς ἄκρας Δεξιᾶς, ἡ ὁποία ὑπῆρχε, καὶ ἐκείνη δὲν ἀπέβλεπεν εἰς μελλοντικὴν ἀνεξάρτητον κάθοδον κ.ο.κ. Δὲν τὸ ἀφήσαμεν νὰ γίνῃ αὐτό. Ἑπομένως, κύριοι, βουλευταί, ὅταν συζητῆτε περὶ τῆς ἀναλογικῆς, ὅτι ἔχει τὰ ἐλαττώματά της, ὅτι δημιουργεῖ πολλὰ κόμματα, συζητεῖτε περὶ ἀνυπάρκτων ἐλαττωμάτων. Καὶ γίνεται λόγος περὶ ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν εἰς τὸ προτέρημα τῆς δημιουργίας τῶν κομμάτων ἀρχῶν καὶ περαιτέρω ἀναπτύξεώς των. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, τὶ ἀντιτάσσομεν εἰς τὰ πολλὰ αὐτὰ κόμματα; Τὴν ἀνάγκην τῶν ἑνοποιήσεων. Εἶπεν ὁ κ. Μητσοτάκης κατὰ τρόπον ὠμὸν—διατὶ ὠμόν; αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι τὴν ἑνότητά της ἡ Ε.Ρ.Ε. τὴν ὀφείλει εἰς τὴν ἐξουσίαν. Καὶ βέβαια. Εἶμαι καὶ ἐγὼ βέβαιος, ὅτι καὶ τὸ Κέντρον θὰ εὕρισκε κάποιον τρόπον ἑνότητος δι’ αὐτοῦ, τοῦ τρόπου τῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐτοῦ. Τὶ ζητοῦμεν συνεχῶς, ὅταν λέγωμεν ἑνότητα; Ζητοῦμεν τὴν κατάργησιν τῶν κομμάτων. Ζητοῦμεν τὴν κατάργησιν τῶν κομμάτων διὰ νὰ γίνῃ τί; Διὰ νὰ γίνῃ μία τεχνητὴ συγκόλλησις τῶν κομμάτων καὶ νὰ μεταβάλλωνται τὰ κόμματα εἰς κλίκας ἐντὸς ἑνὸς εὐρέος σχήματος δῆθεν ἑνοποιημένου ὑπὸ ἕνα ἀρχηγόν. Ἐγὼ προσωπικῶς ἀπὸ μίαν τεχνητὴν συγκόλλησιν προτιμῶ ἀπείρως μίαν εὐθεῖαν καὶ ἔντιμον συνεργασίαν. Διότι τοὐλάχιστον ἀποφεύγει κανεὶς τὴν μυστικὴν συνεννόησιν καὶ ἔχει τὰς φανερὰς διαφωνίας ἢ φανερὰς ἀξιώσεις. Σημαίνει, κύριοι βουλευταί, τοῦτο, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον τῶν μεγάλων κομμάτων; Κάθε ἄλλο. Πρῶτον, ἐπιθυμῶ τὸ ἰδικόν μου κόμμα νὰ γίνῃ μεγάλο. Ἀλλὰ δεύτερον πέραν τούτου εἶμαι πάντοτε ὑπὲρ τῶν μεγάλων κομμάτων καὶ πάντοτε πρόθυμος νὰ θυσιάσω ἑαυτὸν εἰς τὴν δημιουργίαν μεγάλων κομμάτων. Ἀλλὰ εἰς ἕνα τόπον εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ὑπάρχει παράδοσις δημοκρατικῆς λειτουργίας τῶν κομμάτων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξουν μεγάλα κόμματα πέραν αὐτῶν τὰ ὁποῖα κατὰ τρόπον τεχνητὸν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν διὰ συγκολλήσεων. Εἶπεν ὁ κ. Μητσοτάκης, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἰδεολογικὰ κόμματα. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει πάντοτε ἕνα κόμμα δεδομένον ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἑκάστοτε δεξιά. Ὑπάρχει μία συντηρητικὴ πλευρὰ εἰς πᾶσαν κοινωνίαν ἡ ὁποία χωρὶς ἰδεολογικὴν διακήρυξιν δὲν ἔχει μίαν συνοχήν, διότι ἐκφράζει τὴν συντήρησιν. Ἀλλὰ πέραν τούτου ὑπάρχει μία ἀτελείωτος σειρὰ ἀποχρώσεων κατευθύνσεων ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς καὶ κοινωνικῶν μέτρων ποὺ δύναται νὰ συμπέσῃ εἰς ἕνα μίνιμουμ πρόγραμμα ποὺ ἔχει ἄλλην τάσιν πρὸς διάσπασιν παρὰ πρὸς ἑνότητα. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἑνότης θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ ὑπὸ ἕνα ὅρον, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δημοκρατικὴ λειτουργία πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἔξω τῶν παραδόσεων τῶν Ἑλληνικῶν κομμάτων. Δὲν ἔγινεν ἀκόμη τοῦτο. Καὶ ἔχομεν τοῦτο τὸ φαινόμενον, ὅτι διὰ νὰ γίνῃ ἕνας ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος βουλευτὴς δέχεται νὰ ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν τελευταῖον τῶν πολιτῶν, διὰ νὰ γίνῃ ὅμως ἀρχηγὸς κόμματος δὲν δέχεται νὰ ἐκλέγεται ἀπὸ τὸ πρῶτον τῶν στελεχῶν. Θεωρεῖ προσβολὴν τὴν ἐκλογὴν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, ἐνῷ δὲν θεωρεῖ προσβολὴν τὴν ἐκλογὴν ὡς βουλευτοῦ ἀπὸ τὸν τελευταῖον πολίτην. Καταπληκτικὸν φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι. Δὲν τὸ κατακρίνω. Τὸ διαπιστώνω. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ ποῖον λόγον νὰ σπεύσωμεν πρὸς τὴν ἔννοιαν μιᾶς ἑνότητος διὰ συγκολλήσεως, νὰ σπεύδωμεν διὰ ἐκλογικῶν συστημάτων νὰ ἐκβιάσωμεν τὰς συγκολλήσεις καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν φυσιολογικὴν διαμόρφωσιν ζωῆς διὰ μέσου τῆς Δημοκρατίας, διὰ μέσου τῆς ταυτίσεως ἰδεῶν καὶ ἀνθρώπων. Ἀλλά, κ. βουλευταί, εἴτε συζητῶμεν περὶ προτερημάτων, εἴτε συζητῶμεν περὶ ἐλαττωμάτων, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει προπαντὸς νὰ ἴδωμεν καὶ ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν εὐθύνας εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ εἰς ἓν μέρος τῆς μειοψηφίας εἶναι, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνεται, ὅτι μόνον μία λύσις ὑπάρχει ἐν προκειμένῳ καὶ ἡ λύσις αὐτὴ εἶναι ἡ ἁπλῆ ἀναλογική. Μέχρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς ἐχρησιμοποιεῖτο ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς — καὶ τὸ ἐδιάβασα εἰς τὰ πρακτικά, κἄποιος τῶν κ. Ὑπουργῶν τὸ εἶπε — ὅτι εἶναι αἴτημα τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς. Ἐὰν δὲν ἦτο μία συνέπεια ἑνὸς αἰτήματος ἀπὸ μακροῦ τοποθετημένου τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς θὰ διηρωτώμην διατὶ ἄραγε ἡ ἄκρα ἀριστερὰ νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ζητῇ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, διὰ νὰ γίνῃ τί; Μὲ τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον ἔχει ἐμφανίσει εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς (κανεὶς βέβαια δὲν ἔχει κλειδωμένον εἰς τὸ χρηματοκιβώτιον τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον ἐπῆρεν εἰς τὰς προηγουμένας ἐκλογάς), μὲ τὸ ποσοστὸν αὐτὸ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο σύστημα εἶναι ἀπαραίτητον τμῆμα μιᾶς εὐρυτέρας συνεργασίας. Διὰ ποῖον λόγον, λοιπόν, ἐνῷ ἡ πολιτικὴ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς εἶναι ἡ δημιουργία μετώπων, διατὶ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀναλογικὴν καὶ νὰ θεωρῇ, ὅτι τὴν ἄκραν ἀριστερὰν ὠφελεῖ ἡ ἁπλῆ ἀναλογική; Δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει νὰ ὠφεληθῇ τίποτε. Πάρετε τὰ ἀποτελέσματα τῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχετε φέρει διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ἡ μόνη, ποὺ δὲν ἐζημιώθη εἶναι ἡ ἄκρα ἀριστερά. Καὶ μὲ τὸ σύστημα τοῦ 1956 ἦτο σημαιοφόρος τοῦ μετώπου καὶ μὲ τοῦ 1958 εἶναι δεύτερον κόμμα. Ἀλλὰ καὶ δεύτερον κόμμα νὰ μὴ ἦτο καὶ τρίτον κόμμα νὰ ἦτο, πάλιν θὰ εἶχεν ἐκπροσώπησιν ἐπαρκεστάτην εἰς αὐτὴν τὴν Βουλήν. Διατὶ ἁπλῆ ἀναλογικὴ εἶναι εἰδικὸν προνόμιον τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς; Ἀντιθέτως ἡ ἁπλῆ ἀναλογικὴ εἶναι διέξοδος δι’ ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν ἐνδεχομένως τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη διέξοδος. Καὶ νομίζω, ὅτι τώρα ποὺ βαδίζομεν αἰσίως εἰς ἐκλογὰς πρέπει ἡ Κυβέρνησις ἐγκαίρως, ἐγκαίρως ἐν ὄψει τῶν ἐκλογῶν πλέον, ὄχι ἐγκαίρως διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἐψηφισμένον σύστημα, νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ἡ ἰδία νὰ μελετήσῃ τὴν πραγματικότητα ὡς ὑπάρχει. Ὁ δισταγμὸς τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον ἐκλογικοῦ νόμου μὲ ἐμβάλλει εἰς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἴσως ἐσκέφθη, ὅτι μόνη λύσις εἶναι ἡ ἀναλογικὴ καὶ ὅτι καλὸς εἶναι ὁ ἁγιασμός, δηλαδὴ αὐτὸς ὁ ἄρρηκτος ἰδεολογικὸς σύνδεσμος τῶν βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας — εἶναι καλὴ καὶ ἡ γάτα — ἡ ἀρνητικὴ γάτα, νὰ μὴ ἔχῃ ψηφισθῆ ἡ ἀναλογικὴ ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ καὶ μερικὰς ζημίας εἰς τὸ συμπαγὲς αὐτὸ σύνολον τῶν βουλευτῶν τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως. Καὶ αὐτὸ εἶναι εὐοίωνον σημεῖον ἐνδεχομένως. Ἔχω νὰ εἴπω ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς παρετήρει τὸ ὅ,τι ἐγένετο εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Καὶ ἔστησεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν μία σοφὴν παγίδα νὰ ἀγωνίζεται ὀλιγώτερον ἐναντίον της καὶ περισσότερον διὰ νὰ ἴδῃ τὶ θὰ γίνῃ εἰς τὸν χῶρον τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνῷ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἐὰν δὲν ἐσκεπτόμεθα τόσον πολὺ τὶ θὰ γίνῃ, εἰς τὸν χῶρον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ προσπαθούσαμεν νὰ ἐπιστρατεύσωμεν ὁλόκληρον τὸν χῶρον τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἴχομεν ὁδηγηθῆ ἐνωρίτερον εἰς τὰς ἐκλογὰς ὁπότε θὰ ἀπεφάσιζεν ὁ λαὸς τὶ θὰ γίνῃ εἰς τὸν χῶρον τῆς ἀντιπολιτεύσεως διὰ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει μέχρι τῆς στιγμῆς ἔχετε ἐπιτύχει ὡς Κυβέρνησις ἕνα καλόν: Ὅτι μὲ τὴν σοφὴν πολεμικὴν σας διὰ τὴν ἀνυπαρξίαν ἑνιαίου σχήματος ἀντιπολιτεύσεως κατωρθώσατε νὰ ἐμβάλετε ἕνα μέρος τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς νευρικότητα καὶ εἰς ἀνησυχίαν. Καὶ λέγεται συνεχῶς εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι κἄτι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ τόσον κἄτι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ τόσον αὐτὸ τὸ κἄτι νὰ γίνῃ συνείδησις καὶ ἄγχος, οὕτως ὥστε νὰ καταλήγῃ καμμία φορὰ διὰ νὰ κάμῃ ὅ,τι δήποτε. Αὐτὸ ὅμως ἕως ἐδῶ ἀφεώρα τὴν ἀντιπολίτευσιν. Τώρα ὅμως οἱ καρποὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς τακτικῆς, οἱ καρποὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῶν ἐκλογικῶν συστημάτων καὶ τῶν τεχνικῶν συγκολλήσεων ἔχουν φθάσει εἰς τὰ κράσπεδα τὰ ἰδικά σας. Μὲ τὰ κἄτι καὶ τὰ ὅ,τι δήποτε ποὺ γίνονται ἔχετε ἀρχίσει νὰ θίγεσθε καὶ νὰ βρέχεσθε. Νομίζετε, ὅτι βρέχεσθε μόνον ἕως τὸν ἀστράγαλον, βρέχεσθε ὅμως περισσότερον. Καὶ εἶναι καιρὸς νὰ δῆτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα κυβερνήσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ θέμα ὀργανώσεως τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς. Ἡ πολιτική μας ζωὴ πρέπει νὰ ἐκλογικευθῇ ἀντὶ νὰ παραλογίζεται ἀκόμη περισσότερον καὶ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ νοοτροπία τῆς ἐθνικῆς ἑκάστοτε σωτηρίας. Διότι μὲ αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ἑκάστοτε σωτηρίαν ἔχομεν φθάσει νὰ ἀναζητοῦμεν ὄχι καλοὺς πρωθυπουργούς, ἀλλὰ ἕνα σωτῆρα διὰ νὰ μᾶς σώσῃ καὶ μετὰ τέσσαρα ἔτη ἄλλον σωτῆρα διὰ νὰ μᾶς σώσῃ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς προηγουμένης σωτηρίας (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως). Εἶναι καιρός, λοιπόν, διὰ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς νὰ ἐκλογικεύσωμεν τὴν πολιτικήν μας ζωήν, νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν ψυχραιμίαν καὶ μὲ ὅλων τῶν πολιτικῶν ρευμάτων τὴν ἐκπροσώπησιν ἐδῶ καὶ ἐν πνεύματι εὐρυτάτης ἑνότητος νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ σοβαρὰ καὶ βαρύτατα θέματα ποὺ ἀντιμετωπίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐλέγχοντες τὴν Κυβέρνησιν, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ὑπετίμησε τὸ πρόβλημα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὡς πρόβλημα οὐσιῶδες διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς, δὲν παραλείπομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡμεῖς ὡς ἀντιπολίτευσις, νομίζομεν, ὅτι εἴμεθα οὐσιώδεις παράγοντες τῆς μεταβολῆς. Ἀρκεῖ νὰ παύσωμεν τὰς συνεννοήσεις ἢ τοὺς συμβιβασμοὺς ἢ τὰς διλημματικὰς ἐκλογὰς ἐκλογικῶν συστημάτων, ἀρκεῖ νὰ εὐθυγραμμισθῶμεν ὅλοι οἱ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει εἰς τὸ αἴτημα τῆς ἀναλογικῆς καὶ ὅλοι μαζὶ μὲ θάρρος καὶ ἀποφασιστικότητα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναλογικὴν καὶ νὰ θέσωμεν ὅλους ἐκείνους ποὺ ἔχουν εὐθύνην, ἐνώπιον τῶν εὐθυνῶν των θὰ ἐπιτύχωμεν ἔτσι τὴν ψήφισιν ἀναλογικῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι καλή, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου καὶ διὰ τὸ μέλλον αὐτῆς τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτον τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§55Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ἔχουν ἤδη ἀγορεύσει οἱ ἐπερωτήσαντες, ἢ μᾶλλον ἐκπρόσωποι τῶν δύο ὁμάδων τῶν ἐπερωτησάντων βουλευτῶν, ἔχει ἀγορεύσει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον ἐζήτησε τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως καὶ ἔχει ἀγορεύσει καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Ἔχομεν ἑπομένως, ἐνώπιόν μας μίαν σειρὰν ἀπόψεων, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ δώσωμεν ὡρισμένας ἀπαντήσεις.
§56Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις;
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δὲν ἐγενικεύθη. Δὲν ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις γενικεύσεως τῆς συζητήσεως.
§58Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Νομίζω, ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις γενικεύσεως τῆς συζητήσεως καὶ ἑπομένως, ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη αἴτησις ἀπὸ τὸν νόμιμον ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη IPSO JURE. Νομίζω, ὅτι διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν συζήτησιν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα ἀπὸ δύο κυρίως πλευρῶν. Ἀπὸ αὐτὰς τὰς πλευράς, ἄλλως τε, τὸ ἔθιξαν καὶ ὅλοι οἱ προλαλήσαντες κ. συνάδελφοι. Τὸ θέμα τοῦ αἰτήματος, τὸ ὁποῖον ἐνσωματοῦται εἰς τὰς ἐπερωτήσεις περὶ μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ περὶ ἐγκαίρου μεταβολῆς πρῶτον, καὶ δεύτερον, τὸ θέμα τῆς ἀσκηθείσης κριτικῆς τοῦ ὑπάρχοντος ἐκλογικοῦ συστήματος. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς μίαν κατηγορηματικὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ἐπὶ λέξει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὴν ὁποίαν φυσικὰ καὶ ἡμεῖς ἐμμένομεν. Ὡς πρὸς τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον τυχὸν θὰ πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐκλογικὸν σύστημα, ἐὰν ὅπως λέγει ἡ δήλωσις αὐτὴ τὸ ὑπαγορεύσουν γενικὰ συμφέροντα τῆς χώρας τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος, ὡς πρὸς τὸν χρόνον πᾶς τις συμφωνεῖ, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἔγκαιρος. Τὸ ἔγκαιρον ὅμως αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ποῦ τις τοποθετεῖ τὰς ἐκλογάς. Οἱ πιστεύοντες, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὰς ὥρας τῶν ἐκλογῶν καὶ ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς προεκλογικὴν περίοδον, αὐτονόητον εἶναι, ὅτι πρέπει ἀμέσως νὰ συζητηθῇ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, ἐὰν διεπιστοῦτο, ὡς ἀνωτέρω, ἡ ἀνάγκη τῆς ἀλλαγῆς του. Ὅσοι πιστεύουν, ὅμως ὅπως πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἐξαντληθῇ ἡ τετραετία καὶ ὅτι ἑπομένως ἔχει ἐνώπιόν της ἀκόμη μακρὸν χρόνον ζωῆς, τότε βέβαια τὸ σήμερον δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ἔγκαιρος ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Ὅσον ἀφορᾷ πλέον τὴν κριτικήν, τὴν ἀσκηθεῖσαν ἀπὸ ὅλας τὰς πλευρὰς κατὰ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος θὰ ἤθελα νὰ τὴν ἀντιμετωπίσω ἀναχωρῶν ἀπὸ ὡρισμένας γενικωτέρας ἀρχάς. Ὅταν κάνωμεν κριτικὴν τῶν ἐκλογικῶν συστημάτων, ἀντικειμενικήν, θεωρητικήν, θὰ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐρωτήσωμεν ἑαυτούς, διατὶ θέλομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Ἐλέχθη, ὅτι σκοπὸς εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ἴση ἀντιπροσώπευσις ὅλων τῶν ρευμάτων καὶ ὅλων τῶν τάξεων ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ αὐτὴ βέβαια εἶναι μία ἄποψις ἡ ὁποία εἶναι ἐνδιαφέρουσα καὶ ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἀξίαν της, ἀλλὰ εἶναι ἆραγε αὐτὸς ὁ τελικὸς σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν ἕνα ἐκλογικὸν σύστημα; Ἐγώ, νομίζω, ὅτι διὰ νὰ εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν ἀλήθειαν, θὰ πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸ ἐκλογικὸν σύστημα πρέπει νὰ ἐξυπηρετῇ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς ὁλότητος. Συγκεκριμένως πρέπει τὸ ἐκλογικὸν σύστημα νὰ βοηθῇ τὴν κοινωνικὴν πρόοδον, νὰ διασφαλίζῃ τὴν ζωὴν τῆς πολιτείας γενικώτερον. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τῆς προσφορωτέρας διακυβερνήσεως τῆς χώρας. Συζητοῦμεν ἐπὶ ὅλας αὐτὰς τὰς ἡμέρας διὰ τὸ πῶς θὰ συντεθῇ ἡ Βουλή, ἀλλὰ πρέπει νὰ συζητήσωμεν καὶ τὸ πῶς ἐκ τῆς Βουλῆς θὰ προκύψουν αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ δύνανται πράγματι νὰ ἐργασθοῦν λυσιτελῶς ὑπὲρ τῆς ὁλότητος. Πρέπει ἑπομένως, ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν Βουλὴ νὰ εἶναι εἰς θέσιν ἑκάστοτε νὰ δίδῃ ἱκανὴν καὶ σταθερὰν Κυβέρνησιν κατὰ πρῶτον λόγον, ἀλλὰ καὶ μίαν Κυβέρνησιν ἐκφράζουσαν τὰς κυριωτέρας τάσεις τῆς κοινῆς γνώμης. Αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ σκοπὸς εἰς ὃν δέον νὰ ἀποβλέπωμεν ὁσάκις συζητοῦμεν, ποῖος πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Ἐὰν ἀναδράμωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἐκλογικὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦν αὐτὸν τὸν γενικώτερον σκοπὸν δύνανται νὰ εἶναι πολλά, δὲν εἶναι ἕνα. Εἰς κάθε ἐποχὴν ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν συνθηκῶν ἀποδεικνύεται καταλληλότερον σύστημα. Δι’ αὐτόν, ἄλλως τε καὶ τὸν λόγον τὰ ἐκλογικὰ συστήματα δὲν καθιεροῦνται διὰ τοῦ Συντάγματος κατὰ κανόνα τοὐλάχιστον, διότι εἶναι παραδεκτὸν ἀπὸ ὅλους καὶ νομίζω, καὶ ἀπὸ τοὺς κυρίους ἀγορητὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι εἰς τὰ θέματα τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ἰσχύει ἡ ἀρχὴ τῆς σχετικότητος. Ὅλα τὰ συστήματα ἠμπορεῖ νὰ εἶναι κατάλληλα ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν συνθηκῶν. Ἐξεταστέον, ἑπομένως, ἐὰν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα τῆς σήμερον τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον τόσον ἐπεκρίθη, εἶναι καὶ ἔχει πράγματι ὅλα αὐτὰ τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν συζήτησιν ἀνεφέρθησαν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ τις, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ 1958, αὐτὸ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κατάργησις ἀνταποκρίνεται εἰς αὐτὰ τὰ δύο βασικὰ αἰτήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα. Πρῶτον, καθ’ ὅλας τὰς πιθανότητας εἶναι εἰς θέσιν νὰ δίδῃ ἰσχυρὰς καὶ σταθερὰς Κυβερνήσεις καὶ δεύτερον, παρέχει τὴν δυνατότητα νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ αἱ κυριώτεραι τάσεις τῆς κοινῆς γνώμης. Ἐλέχθη, ὅτι τὸ ἐκλογικὸν αὐτὸ σύστημα, ὅτι εἶναι σύστημα τῶν δύο κομμάτων. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ διαφωνήσω. Τὸ ἐκλογικὸν αὐτὸ σύστημα ἠμπορεῖ νὰ εἶναι σύστημα καὶ δύο καὶ τριῶν κομμάτων, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχουν 3 κόμματα μεγάλα, ὅπως τὸ εὐχόμεθα, τὰ ὁποῖα νὰ λαμβάνουν ἕκαστο τὸ 25% τῶν ψήφων. Δὲν εἶναι ἑπομένως σύστημα δύο κομμάτων, ἀλλὰ τριῶν καὶ ὅταν εἰς μίαν Βουλὴν ἐκπροσωποῦνται αἱ τρεῖς κυριώτεραι τάξεις καὶ μάλιστα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, ὅπου αἱ ἀποχρώσεις αἱ θεωρητικαὶ εἶναι πολὺ μικρότερα ἀπ’ ὅ,τι εἶναι εἰς τὴν Γαλλίαν ἢ τὴν Ἰταλίαν, καὶ ἐκπροσωποῦνται καὶ αἱ ἀσθενέστεραι τάσεις, τότε οἱ διατυπωθέντες ὀρθοὶ σκοποὶ ἱκανοποιοῦνται ἀπὸ τὸ ὑπάρχον σύστημα τὸ ἐκλογικόν. Ἐπειδὴ δὲ αὐτὸ συμβαίνει, εἷς ἐκ τῶν ἐμπειροτέρων ἐπερωτώντων βουλευτῶν εἶπε, ναὶ μὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καὶ 3 τὰ κόμματα ἀλλὰ δὲν τὸ θέλομεν, διότι τὸ τρίτον κόμμα αὐτὸ κινδυνεύει νὰ εἶναι ἡ ἄκρα ἀριστερά, ἡ ὁποία θὰ μονιμοποιήσῃ τότε τὴν Ἀντιπολίτευσιν δι’ ὃ καὶ ὑποστηρίζομεν κατόπιν τούτου τὸ σύστημα τῶν 4 κομμάτων. Θὰ ἠδυνάμην δι’ ἀριθμῶν —ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν— νὰ ἀποδείξω, ὅτι καὶ εἰς τὸ σύστημα τῶν 4 κομμάτων ὑπάρχει ἐπίσης ὁ κίνδυνος νὰ ἰσχυροποιηθῇ ἡ ἄκρα ἀριστερά. Ἑπομένως, οὔτε αὐτὸ τὸ σύστημα ἱκανοποιεῖ τὴν ἀνησυχίαν τοῦ διατυπώσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι καὶ μὲ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον φαίνεται προκρίνων θὰ ὑπάρχῃ πιθανὸν ὁ αὐτὸς κίνδυνος. Θὰ ἔπρεπε συνεπῶς, διὰ νὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ σύστημα τῶν 5 κομμάτων, ὁπότε φθάνομεν εἰς τὴν ἀναλογικὴν καὶ θὰ ἔπρεπε τότε, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἄποψιν αὐτὴν νὰ διατυπώσουν σαφέστερον τὴν σκέψιν των, ἥτις κατὰ βάθος εἶναι σκέψις ὑπὲρ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, ἡ ὁποία ὅμως δὲν διατυποῦται μὲ τὴν κατηγορηματικότητα καὶ μὲ τὴν σαφήνειαν μὲ τὴν ὁποίαν διετύπωσε τὰς ἀπόψεις του ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ λεχθῇ τοῦτο σαφῶς διὰ νὰ γνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅπως ὁλόκληρον τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι ἡ μερίς, ἡ ὁποία ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν τῶν 4 κομμάτων, ἐν τῇ πραγματικότητι ὑποστηρίζει ἐν τῇ οὐσίᾳ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν. Ἀλλά, κύριοι, διατὶ νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὴν θεωρίαν; Ἡ πρᾶξις τῆς διετίας αὐτῆς ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν μονοπωλεῖται ἀπὸ τὴν ἄκραν ἀριστερὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκ τοῦ συστήματος τοῦ 1958, διότι ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς ἔχομεν ἐθνικόφρονα Ἀντιπολίτευσιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς καὶ ἔχομεν σαφὲς σύστημα τριῶν κομμάτων, καὶ ὄχι δύο, ὅπως ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν ἐπερωτήσαντα ἐκ Χανίων συνάδελφον. Ἑπομένως, πιστεύω, ὅτι ἂν ἡνοῦτο ἡ ἐθνικόφρων Ἀντιπολίτευσις εἰς μίαν ἑνιαίαν δύναμιν καὶ κατόπιν τούτου ηὐξάνετο καὶ ἡ ἐπιρροή της ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἐκλογέων, ἀσφαλῶς θὰ ἠδύνατο μὲ τὸ ὑπάρχον ἐκλογικὸν σύστημα νὰ καταλάβῃ καὶ τὴν πρώτην θέσιν καὶ τὴν δευτέραν θέσιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀλλ’ ἡ κριτική, κυρίως, κατὰ τοῦ συστήματος, ἀφεώρα τὴν ἐντιμότητα αὐτοῦ. Μοῦ φαίνεται, ὅτι ὅλοι οἱ ἐπικρίναντες, πλὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, τὸ σύστημα τοῦ 1958 τὸ ἀπεκάλεσαν ἀνέντιμον σύστημα. Αὐτὸ λέγεται ἤδη ἀπὸ διετίας, λέγεται μετὰ πάσης ἐπιμονῆς καὶ λέγεται μὲ ὅλην τὴν δεξιοτεχνίαν τὴν ὁποίαν, κυρίως, ἡ ἄκρα ἀριστερὰ ἔχει εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλῃ ψυχολογικῶς τὰ συνθήματά της, διὰ νὰ πεισθῇ τὸ πανελλήνιον, ὅτι εὑρίσκεται ἐνώπιον ἑνὸς ἀνεντίμου ἐκλογικοῦ συστήματος. Ἀλλὰ διατὶ αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι ἀνέντιμον; Ἀνέντιμον μπορεῖ νὰ εἶναι ἐὰν ἡ ἀπόκλισις μεταξὺ τῶν ψήφων τῶν ἐκλογέων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ὑπερβαίνῃ ἓν παραδεκτὸν ὅριον. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον μπορεῖ ν’ ἀποτελέσῃ κριτήριον τοῦ ἐντίμου καὶ ἀντεντίμου. Καὶ ἐρωτῶ, ἂν αὐτὸ εἶναι τὸ κριτήριον, διατὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἐκλογικὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ δημιουργήσουν πολὺ περισσοτέραν ἀπόκλισιν ἀπὸ τὴν ἀπόκλισιν τοῦ 1958, εἶναι ἔντιμα συστήματα καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι ἀνέντιμον;
§59Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Μόνον τὸ πλειοψηφικὸν μπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ.
§60Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Ἔχομεν πολλὰς περιπτώσεις ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερε καὶ οἱ ὁποῖοι, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀκαταμάχητοι. Ἀλλὰ ἔτι περαιτέρω, ἂς δεχθῶμεν, κύριοι, ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα συστήματα εἶναι ἀνέντιμα καὶ ἔντιμον εἶναι μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ τὴν πλήρη ἀναλογίαν ἢ τὴν σχεδὸν πλήρη ἀναλογίαν μεταξὺ ἀριθμοῦ ψήφων καὶ ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἐπαναλαμβάνω τὴν ἀρχικήν μου παρατήρησιν, ὅτι δηλ. διὰ νὰ κρίνωμεν σοβαρῶς ἓν ἐκλογικὸν σύστημα, δὲν θὰ σταθῶμεν μόνον εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ προβλήματος πῶς πρέπει νὰ εἶναι συντεθειμένη ἡ Βουλή, ἀλλὰ πῶς πρέπει νὰ σχηματίζεται ἐξ αὐτῆς μία λυσιτελῶς καὶ δημιουργικῶς ἐργαζομένη Κυβέρνησις. Ἂς ὑποθέσωμεν, ἓν σύστημα τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ πλεονέκτημα τῆς ἴσης ἀντιπροσωπεύσεως ὅλων τῶν ρευμάτων. Τί θὰ γίνῃ; Ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ἡ συνισταμένη ὅλων αὐτῶν τῶν ρευμάτων καὶ ἔτσι ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἀποφασίζῃ ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ἡ καθολικὴ θέλησις τοῦ λαοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὡραία θεωρία. Ἂς ἴδωμεν τώρα ποία εἶναι ἡ πρᾶξις. Εἰς τὴν πρᾶξιν ἡ πεῖρα τῶν Κυβερνήσεων συνασπισμοῦ —καὶ ἔλαβα μέρος καὶ εἰς τοιαύτας Κυβερνήσεις— εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι οἱ μικροὶ ἐκβιάζουν τοὺς ἰσχυρούς, ὅτι οἱ μικροὶ ἐπηρεάζουν πολὺ περισσότερον, κἄποτε, ἀπὸ τοὺς μεγάλους καὶ ὅτι μεταξὺ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦν εἰς ψήφους λαοῦ καὶ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦν ἐν τῇ διακυβερνήσει τῆς χώρας, ὑπάρχει τεραστία διαφορά. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συνασπισμῶν. Δὲν ὑπάρχει δικαία κατανομὴ ἐξουσίας καὶ λαϊκῆς θελήσεως. Ὑπάρχει ἀντινομία τῶν δύο. Ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν τὴν περισσοτέραν δύναμιν ἀναγκάζονται νὰ ὑποκύπτουν εἰς τὸν ἐκβιασμὸν τῆς μιᾶς ἢ τῶν δύο ψήφων, εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἴτε εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ποῦ εἶναι, λοιπόν, αὐτὸ τὸ ἔντιμον ἀποτέλεσμα τοῦ ἐντίμου αὐτοῦ νόμου; Ὑπεστήριξε μὲ ὅλην του τὴν δεινότητα τὴν ρητορικὴν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως τὸ ἰδεῶδες.....
§61Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὰς ὁμοιογενεῖς, αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἐκβιάζονται;
§62Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ)..... ποὺ προκύπτει ἐκ τῆς συνεργασίας, καὶ τῆς συνθέσεως τῶν δυνάμεων. Πιστεύω ἀπὸ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, ὅτι ἡ λέξις σύνθεσις ἁπλῶς καλύπτει τὸ πρόβλημα, δὲν εἶναι λέξις ποὺ τὸ λύει. Αἱ συνθέσεις αὐταὶ εἶναι κατὰ κανόνα οὐτοπίαι καὶ πιστεύω, ὅτι εἰς τὰς σημερινὰς Δημοκρατίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, ὅπου βεβαίως κατισχύει τὸ σύστημα τῶν Κυβερνήσεων συνασπισμοῦ, αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν ἐφαρμόζεται οὔτε ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Δημοκρατίας, οὔτε ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν χωρῶν αἱ ὁποῖαι τὰς ἔχουν. Εἶναι λύσις καταστάσεως ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποκύπτουν αἱ χῶραι αὐταί, διότι ἤχθησαν ἐκεῖ ἀπὸ σειρὰν ἱστορικῶν γεγονότων. Μακάρι εἰς τὰς χώρας αὐτὰς νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν συμπαγεῖς δυνάμεις αἱ ὁποῖαι θὰ κυβερνοῦσαν. Δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξουν καὶ δι’ αὐτὸ ἀναγκάζονται, καὶ θὰ ἀναγκάζωνται εἰς συμβιβασμούς. Ἐπειδὴ δὲ μοῦ ἀνεφέρατε ἕνα πολὺ σημαντικὸν παράδειγμα, τὸ παράδειγμα τῆς Αὐστρίας, ὅπου δύο Κόμματα, ἀλληλομαχόμενα εἰς τὸν ἐκλογικὸν στίβον, συνεργάζονται ἀπὸ ἐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰσορροποῦν, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι αὕτη ἐπάγεται βραδυπορείαν εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας καὶ ἡ βραδύτης αὐτὴ ὀφείλεται εἰς μίαν ἰσόρροπον διελκυστίνδα τῶν δύο Κομμάτων, δημιουργοῦσαν διὰ τὴν χώραν αὐτὴν δυσχερῆ προβλήματα. Διερωτῶμαι, λοιπόν, ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη εἰς τὴν πρᾶξιν; Ὅλα τὰ συστήματα —καὶ τὸ ὑποστηρίζω μένων πιστὸς εἰς τὴν κοινὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, εἰς τὴν θεωρίαν τῆς σχετικότητος— ὅλα τὰ συστήματα τὰ ἐκλογικά, ἔχουν μίαν σχετικὴν δόσιν δικαιοσύνης, ἀναλόγως τοῦ ἐὰν ἐφαρμόζωνται ἐκεῖ ποὺ πρέπει ἑκάστοτε νὰ ἐφαρμοσθοῦν. Δὲν νομίζω, ἑπομένως, ὅτι κρίνοντες ἀφ’ ὑψηλοῦ τὰ πράγματα ἠμπορεῖ νὰ κάμωμεν τὸν μονοκόμματον διαχωρισμὸν μεταξὺ ἐντίμων καὶ ἀνεντίμων, διαβλητῶν καὶ ἀδιαβλήτων συστημάτων. Ἡ δύναμις τῆς λογικῆς καὶ τῶν ἀριθμῶν ἀποδεικνύουν, ὅτι πολλὰ εἶναι τὰ συστήματα, ποὺ εἶναι σχετικῶς δίκαια —ὅλα ἴσως εἶναι σχετικῶς δίκαια— καὶ μεταξὺ αὐτῶν δέον νὰ προκρίνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξυπηρετεῖ περισσότερον τὰς κοινωνικάς, τὰς πολιτικὰς συνθήκας μιᾶς χώρας. Διερωτῶμαι, λοιπόν, πράγματι, διατὶ ἐνῷ τὸ σύστημα τοῦ 1958 δὲν ἔχει οὔτε τὸ μειονέκτημα τῆς ἐλλείψεως σκοπιμότητος ἐν ὄψει τῆς Ἑλληνικῆς πραγματικότητος, διότι παρέχει τὴν δυνατότητα δημιουργίας παρ’ ἡμῖν σταθερῶν Κυβερνήσεων, οὔτε τὸ μειονέκτημα τῆς ἀδικίας περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι τὸ ἔχουν ὅλα τὰ ἄλλα γνωστὰ συστήματα, ἴσως πολὺ ὀλιγώτερον μάλιστα, διατὶ τὸ σύστημα αὐτὸ καταπολεμεῖται κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χανίων συνάδελφος ἔκαμε τὴν κριτικὴν τοῦ συστήματος εἶπεν, ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ ὠμά, καὶ εἰς τοῦτο διετύπωσεν ἀντιρρήσεις ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Χανίων συνάδελφον, καὶ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ὠμά, διὰ νὰ ἐρευνήσω διατὶ σήμερον ὑφίσταται αὐτὴν τὴν πολεμικὴν τὸ σύστημα τοῦ 1958.
§63Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καὶ ἀπὸ τότε ὑφίστατο, κ. Ὑπουργέ.
§64Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Διὰ νὰ ὁμιλήσω ὠμὰ θὰ πρέπει νὰ ἐγκαταλείψω τὰ φανταχτερὰ λόγια καὶ νὰ ὁμιλήσω μὲ εἰλικρίνειαν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ ὅλους τοὺς συναδέλφους νὰ μὴ ἐκλάβουν ὡς ἀποβλέπουσαν εἰς τὸ νὰ πλήξῃ ἢ νὰ θίξῃ οἱονδήποτε Κόμμα ἢ οἱονδήποτε πρόσωπον, ἀλλὰ εἰλικρίνειαν ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ βοηθήσῃ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία γίνεται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν. Μεταξὺ τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς καὶ τῆς ΕΡΕ ὑπάρχει ἕνας χῶρος τεράστιος, ὁ ὁποῖος καλύπτει περίπου τὸ ⅓ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διατὶ αὐτὸ τὸ ⅓ δὲν ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ 41% ἢ εἰς τὸ 42% ποὺ ἔφθασεν ἡ ΕΡΕ, καὶ νὰ γίνῃ τὸ πρῶτον πλειοψηφοῦν καὶ κυβερνῶν Κόμμα; Καὶ νὰ γίνῃ πλειοψηφοῦν Κόμμα χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ οὔτε πόλωσις, οὔτε μονοπώλησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. Χωρὶς αὐτοὺς τοὺς κινδύνους. Ποία εἶναι ἡ ἀπάντησις; Τὴν ἀπάντησιν θὰ τὴν δώσω ἐγώ, μὲ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἀντιλαμβάνομαι τὰ πράγματα καὶ παρακαλῶ νὰ πιστεύσουν οἱ κύριοι συνάδελφοι τοῦ Κέντρου, ὅτι δὲν ἀποβλέπω καθόλου εἰς τὸ νὰ θίξω οὔτε Κόμματα, οὔτε πρόσωπα, λέγων αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω. Ἡ ἀδυναμία τοῦ 30% ἢ τοῦ 33%, ἂν θέλετε, νὰ καταστῇ τὸ πρῶτον Κόμμα, δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς τὰς ἐσωτερικὰς διαιρέσεις καὶ τὰς προσωπικὰς φιλοδοξίας ποὺ βαρύνουν τὸ Κέντρον.
§65Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν;
§66Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, κ. συνάδελφε. Τὸ σύστημα, ἑπομένως, τὸ ὁποῖον ζητεῖ τὸ Κέντρον, εἶναι σύστημα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ λύσῃ τὸ πρόβλημα φυσιολογικῶς, διότι ἡ φυσιολογικὴ λύσις ποία θὰ εἶναι; Τὸ 30% νὰ γίνῃ 40–41% καὶ νὰ κυβερνήσῃ. Ὄχι, δὲν δέχεται τὴν λύσιν αὐτήν, οὔτε καὶ τὴν ἐλπίζει. Ἀλλὰ ζητεῖ ὡς φάρμακον νὰ καθιερώσῃ σύστημα, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ Κυβερνήσεις συνασπισμοῦ διὰ νὰ μετάσχῃ εἰς αὐτὰς καὶ τὸ Κέντρον. Θὰ ἔλθῃ ὅμως οὕτω εἰς τὴν χώραν αὐτὴν καὶ πάλιν μία περίοδος, ὅπου θὰ ὑπάρχῃ μὲν Κυβέρνησις, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀκυβερνησία. Λοιπόν, ἀνέντιμον δὲν εἶναι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Εἶναι ἔντιμον, ὅπως ἔντιμον εἶναι νὰ λέγωμεν εἰλικρινῶς τὰς ἀπόψεις μας. Καὶ ἡ πραγματικὴ σκέψις, τοῦ Κέντρου, εἶναι ἡ ἑξῆς: Δὲν δυνάμεθα νὰ γίνωμεν ἓν τῶν τριῶν ἰσχυροτέρων Κομμάτων τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ καταλάβουν τὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ ἀποκτήσουν τὴν πρέπουσαν θέσιν, δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος συστήματος. Δὲν δυνάμεθα. Καὶ δι’ αὐτὸ θέλομεν νὰ κονιορτοποιήσωμεν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἀρέσει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἡ εἰκὼν τῶν Κυβερνήσεων συνασπισμοῦ καὶ δὲν ἀρέσει εἰς τὸν λαὸν ἡ σκέψις, ὅτι θὰ κονιορτοποιηθοῦν ἔτι περισσότερον αἱ πολιτικαὶ δυνάμεις, δι’ αὐτὸ δὲν τὸ λέγομεν καὶ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀνεντίμων συστημάτων καὶ περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ ἄλλων ἠχηρῶν θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν σκληράν, ὅπως θέλει ὁ κ. Μητσοτάκης, μὲ τὴν ὠμὴν πραγματικότητα. Διατί, ὅμως, ὅπως ἠρίθμησε καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, διατὶ ἡ ΕΔΑ, ἡ ὠφεληθεῖσα ἀπὸ τὸ σύστημα αὐτό, διατὶ καὶ αὐτὴ καταπολεμεῖ τὸ σύστημα τοῦ 1958; Ἡ σκέψις καὶ ἡ ἀπάντησις εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἡ ΕΔΑ εἶναι Κόμμα μὲ πρόγραμμα. Καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς ΕΔΑ εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἡ κονιορτοποίησις τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιτύχῃ μὲ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν. Δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζει τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν. Δι’ αὐτὸ ἡ ΕΔΑ εἶναι ὑπὲρ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. (Χειροκροτήματα). Εἶναι λυπηρόν, ὅτι αἱ περιστάσεις ὡδήγησαν καὶ τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ θέλουν νὰ ἐξυπηρετήσουν τοὺς ἰδίους σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐξυπηρετεῖ ἡ Ἄκρα Ἀριστερά, ἀκόμη καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα προσπαθοῦν νὰ ἀποκολληθοῦν καὶ ἀπομακρυνθοῦν πλήρως ἀπὸ τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. Ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ θέλει νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς μίαν ἐπιγραμματικὴν φράσιν εἶπεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος: Εἰς ἕνα κονιορτὸν πολιτικῶν ἀδυναμιῶν. Ἡ κονιορτοποίησις τῶν Κομμάτων ἀποτελεῖ τὸν σκοπὸν τῆς ΕΔΑ καὶ εἰς τοῦτο τὴν βοηθοῦν τὰ λοιπὰ Κόμματα, διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τῶν ἀπόψεών της. Φαντασθῆτε ἕνα συνασπισμὸν ὅλων τῶν ἐθνικῶν Κομμάτων, ἔχοντος ἀπέναντί του τὴν ἀρραγῆ δύναμιν τοῦ Κομμουνισμοῦ ἢ τῆς ΕΔΑ. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμβάλλει εἰς ἀνησυχίας.
§67Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.) Αὐτὴ ἡ σκέψις, τὴν ὁποίαν εἴπατε, μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν συμπληρώσω διὰ τῶν ἀκολούθων φράσεων: Πράγματι, ὁ κίνδυνος, ἐὰν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε ἐφηρμόζετο, θὰ ἦτο μέγας. Θὰ ἦτο μέγας, ἐφ’ ὅσον διερχόμεθα ὁμαλὴν περίοδον πολιτικῆς ζωῆς. Εἰς ὥρας διὰ τὸ Ἔθνος κρισίμους, τότε πράγματι καὶ κονιορτοποιημένοι, ὅλοι ἡμεῖς, ἀποτελοῦμεν, σχηματίζοντες Κυβέρνησιν συνασπισμοῦ, δύναμιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀκατανίκητος. Ἀπεδείχθη αὐτὸ εἰς τὸ πρόσφατον παρελθὸν. Ἄλλη ἐξαίρεσις αὐτῆς τῆς περιπτώσεως ἦτο ὁ Δεκέμβριος τοῦ 1944. Τότε ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κ. Παπανδρέου. Καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ 1946–50. Πάντως, ἡ κονιορτοποίησις θὰ εἶχε τὸ ἀποτέλεσμα περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Κρῖκος).
§68Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Θὰ ἔλεγον, ὅτι εἰς ἐξαιρετικὰς φάσεις τῆς ἱστορίας, ἡ ἕνωσις τῶν πάντων ἔναντι ἑνὸς κινδύνου ἀποτελεῖ μεγάλην δύναμιν ἀμυντικήν, ἡ ὁποία ὅμως εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποδώσῃ, διότι, ὅπως, εἶπε, θὰ μαστίζεται ἀπὸ τὰς ἐσωτερικὰς διενέξεις τῶν δυνάμεων τὰς ὁποίας διαπιστοῦμεν εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις συνασπισμῶν. Μὲ ἠρώτησεν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Νεωτάτης Πολιτικῆς Ὀργανώσεως...
§69Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι νεωτάτη, ἔχει σαφῆ τίτλον.
§70Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Δὲν ἤθελα νὰ εἰρωνευθῶ.
§71Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν πολλὰ ρὲ καὶ ερε...
§72Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Λυποῦμαι, διότι ὑπῆρξα πρόξενος σχολίων, βεβαιωθῆτε ὅμως, δὲν ἐνεθυμούμην τὸν τίτλον. Δὲν εἶχον σκέψιν πονηράν.
§73Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Οἱ νόμοι σας εἶναι πονηροί.
§74Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Οἱ νόμοι μας δὲν εἶναι πονηροί, ἔχουν βασικὰ προσόντα καὶ πονηροὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν λέγουν καθαρὰ διατὶ τοὺς πολεμοῦν. Πάντως, ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν, μοῦ ἐδημιουργήθη μία ἀπορία. Ἐγώ, ἐὰν ἤμην ἔξω τῆς πολιτικῆς, ἕνας θεατὴς —ἕνας ἀκροατὴς— τῶν λεχθέντων, θὰ διεπίστωνα τὰ ἑξῆς: Ὅτι ὁλόκληρος ἡ συζήτησις ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐγένετο ὑπὸ μίαν ἀνομολόγητον προϋπόθεσιν, ὅτι ἡ δύναμις τῆς πλειοψηφίας εἶναι τόση, ὥστε νὰ τῆς ἐξασφαλίζῃ καὶ πάλιν τὴν μεγαλυτέραν θέσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα ποὺ βγαίνει ἀπὸ αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ὅλα ὅσα ἐπροτάθησαν στηρίζονται εἰς αὐτὴν τὴν σκέψιν, εἰς αὐτὴν τὴν ἀνομολόγητον προϋπόθεσιν καὶ μὲ αὐτὸ τὸ αἰσιόδοξον συμπέρασμα κατέρχομαι τοῦ βήματος. (Χειροκρατήματα).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Κινήσεως Ἐθνικῆς Ἀναδημιουργίας κ. Σ. Κωστόπουλος, ἔχει τὸν λόγον. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπουσιάζει ὁ κ. Κωστόπουλος, παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν διὰ πέντε λεπτά, μέχρις ὅτου ἐπανέλθῃ.
(Ὥρα 9.30′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 9.45′ μ.μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος δὲν ἐπανῆλθεν εἰσέτι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Εὐαγγελίδης.
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, κ. Πρόεδρε.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10 μ.μ.)