1960.10.13
4,098 rows · 30,930 words · 178 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4η
Πέμπτη 13 Ὀκτωβρίου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6,50′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§2Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ὅλοι σχεδὸν οἱ ρήτορες, οἱ ὁποῖοι παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τοὺς κ. κ. Ἀρχηγοὺς τῆς Ε.Δ.Α. καὶ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἐπωφελήθησαν τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ τονίσουν καὶ νὰ ὑπογραμμίσουν τὴν δῆθεν ἰδιάζουσαν ἐπιθετικότητα, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπέδωκαν. Περισσότερον μάλιστα σαφὴς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Δ.Α., ὑπέμνησε συγκεκριμένην ὀξεῖαν ἀγόρευσίν μου ἐναντίον τῆς ἀριστερᾶς, τὴν ὁποίαν ἀφοῦ ἐχρωμάτισεν ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον, τὴν συνεδύασεν εὐθέως μὲ τὴν κατὰ τῆς συζύγου μου ἐξυφανθεῖσαν συκοφαντίαν, προσθέσας ἐπὶ λέξει, ὅτι ἐναντίον τῆς κόρης τοῦ Λεοντίδου τίποτε δὲν θὰ ἐλέγετο, ἐὰν δὲν ἦτο σύζυγος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ ὑπόμνησις αὐτὴ οὔτα ἐπίκαιρος ἦτο οὔτε ἴσως καὶ πολὺ γενναία, ἐφ’ ὅσον παρενεβλήθη μεταξὺ ἀθλιοτήτων μιᾶς ἐγκληματικῆς συκοφαντίας, ἡ ὁποία καὶ ἀποτελεῖ τὸ μόνον θέμα τῶν συζητήσεων τοῦ Σώματος κατὰ τὰς συνεδριάσεις αὐτάς. Νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ἐπίσης νὰ φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ὅλως διάφορος ἡ θέσις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ ἐσφαλμένου χειρισμοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὴν ὅλην οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον πλὴν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ὑπόλοιποι ρήτορες, ὄχι μόνον ὑπεισῆλθον εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ ἔθιξαν κατὰ τρόπον πλάγιον ὡρισμένα σημεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι οὐσία καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὁδηγοῦν κατ’ εὐθεῖαν εἰς ἀνοικτὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτῆς, ἀποτελοῦν ἓν εἶδος ψιθύρων ἀπαραδέκτων καὶ διὰ τὴν στάθμην καὶ διὰ τὴν περιωπὴν τοῦ Σώματος. Ἐπὶ τρεῖς περίπου ἑβδομάδας, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ἕνας κοινὸς ἐγκληματίας πολέμου βαθέως στιγματισμένος ἀπὸ ἀπόφασιν τοῦ ἡμεδαποῦ Δικαστηρίου Ἐγκληματιῶν Πολέμου, ἐκτοξεύει κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς χώρας καὶ δύο ὑπουργῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως συκοφαντίας, τὰς ὁποίας οὔτε εἷς ἀνὰ τὸ Πανελλήνιον καὶ τὴν Ὑφήλιον ὁλόκληρον ἐδέχθη νὰ υἱοθετήσῃ ἢ καὶ νὰ ἐνθαρρύνῃ ἁπλῶς καὶ αἱ ὁποῖαι κατέρρευσαν, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἐκ τῶν ἰδίων τοῦ ἐγκληματικοῦ συκοφάντου στοιχείων καὶ ἀντιφάσεων. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν καὶ ἰδεολογικῶν ἀντιθέσεων, πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ Κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ προκρίνουν συζήτησιν μόνον ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ὀρθῆς ἢ τῆς ἐσφαλμένης τοῦ θέματος, νὰ προσκολληθοῦν ἐπ’ αὐτῆς καὶ νὰ ἀρνηθοῦν πεισμόνως νὰ διαδηλώσουν μετὰ παρρησίας τὰς ἰδίας των ἐλευθέρας γνώμας ἐπὶ μιᾶς συκοφαντίας ἡ ὁποία, ἀσχέτως τῆς ποιότητος καὶ τῆς ἀποκαλύψεώς της, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐστράφη ἐναντίον τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ μελῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ κέντρον βάρους, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ εἶναι ὁ χειρισμός, ὁ τύπος καὶ ἡ διαδικασία. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν αἰσθάνομαι νοητὸν τοῦτο. Ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς τὸ κέντρον βάρους πρέπει νὰ εἶναι καὶ εἶναι ἡ οὐσία τῶν συκοφαντιῶν. Ἐφ’ ὅσον καλῶς ἢ κακῶς ἡ ὅλη αὐτὴ ὑπόθεσις ἤχθη ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ Τύπος ἢ μερὶς τοῦ Τύπου ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ κατάχρησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, διὰ νὰ δημιουργήσῃ ἐντυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἴσως δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίσουν τὰς στήλας τοῦ Ἑλληνικοῦ Τύπου, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἐπὶ διεθνοῦς ἐπιπέδου καὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν Γερμανίαν σχεδὸν ὁ Τύπος ἀπηξίωσε νὰ ἀναγράψῃ καὶ ἁπλᾶς ἀκόμη εἰδήσεις, γνωρίζων καλύτερον ἡμῶν τὸν Μέρτεν, ὁ ὁποῖος καὶ ἐκεῖ ἔχει ἀποκαλυφθῆ πλήρως. Ἐφ’ ὅσον πάντως οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. Ἀρχηγοὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἠρνήθησαν νὰ λάβουν θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ὅπως εἶχον ἄλλωστε δικαίωμα, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς θιγόμενος ὑπουργός, νὰ εἰσέλθω ἐγὼ εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ ἰδίου ἐγκληματίου–συκοφάντου, ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀνατρέψω ἀλλὰ νὰ ἀποδείξω τὴν φαιδρότητα τοῦ συνόλου τῶν συκοφαντιῶν, τὰς ὁποίας ἐξήμεσεν. Εἰς τὴν ἀνασκόπησιν τῶν στοιχείων αὐτῶν, θὰ προχωρήσω χωρὶς κρίσεις, χωρὶς συμπεράσματα, βάσει ψυχρῶν καὶ μόνον δεδομένων διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ποία ὑπῆρξεν ἡ τεταραγμένη διάνοια τοῦ ἐγκληματίου αὐτοῦ καὶ τί προσεπάθησε νὰ σκευωρήσῃ καὶ κατὰ ποῖον τρόπον ἀπεκαλύφθη τοῦτο εἰς ὅλην του τὴν ἔκτασιν, ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ, ἐπαναλαμβάνω, στοιχείων. Ὑπεισερχόμενος εἰς τὴν οὐσίαν θὰ ἐπιληφθῶ τοῦ θέματος κατὰ πρῶτον λόγον τῆς συζύγου μου, ἡ ὁποία χωρὶς νὰ εἶναι πολιτικὸν πρόσωπον ἐνεπλάκη, ἀκριβῶς διὰ νὰ πληγοῦν πολιτικὰ πρόσωπα καὶ διὰ τὴν ὁποίαν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀφήσῃ εἰς ἐμὲ τὸ βάρος καὶ τὸ προνόμιον νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὰ στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποδειχθῇ ἡ διὰ λογαριασμόν της συκοφαντία. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἔτος 1942, εἰς ἐποχήν, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐγνώριζον κἂν τὴν σύζυγόν μου, ἡ οἰκογένεια τοῦ ἄλλοτε πολιτικοῦ Νικολάου Λεοντίδου, εὑρέθη εἰς κατάστασιν τραγικήν, ἀντιμετωπίζουσα καὶ αὐτὸ τὸ φάσμα τῆς πείνης. Πρὸς ἐπιβίωσιν τῆς χήρας Λεοντίδου καὶ τῶν τριῶν ἀνηλίκων τέκνων της, ἠναγκάσθη νὰ ἐργασθῇ ἡ μεγαλυτέρα κόρη της, ἤδη σύζυγός μου, μόλις ἀποφοιτήσασα τοῦ ἐκπαιδευτηρίου Βαλαγιάννη. Ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην περίοδον, δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὑρεθῇ ἐργασία καὶ ἀπασχόλησις εἰς διοικητικὰς ὑπηρεσίας καὶ εἰς ἑλληνικὰς ἐπιχειρήσεις, αἱ πλεῖσται τῶν ὁποίων ἦσαν ἐν καταρρεύσει λόγῳ τῆς κατοχῆς. Τῇ συστάσει τότε τοῦ σχολείου της, εἰς τὸ ὁποῖον μέχρι τὸ 1940 ἐφοίτησεν ἐπὶ 3ετίαν, προσελήφθη εἰς τὴν πολιτικὴν ὑπηρεσίαν ἰδιωτικῶν ὑγρῶν καυσίμων, ἡ ὁποία, ὅπως καὶ ἄλλαι παρεμφερεῖς ὑπηρεσίαι, αἱ μεταφοραί, αἱ συγκοινωνίαι, ὁ ἐπισιτισμός, ἐτέλουν ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τῆς γερμανικῆς πολιτικῆς διοικήσεως. Σημασίαν πάντως ἰδιαιτέραν ἔχει, ὅτι εἰργάσθη εἰς τὴν κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως εἰργάσθησαν χιλιάδες ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν ἀνάγκην, λόγῳ τῶν περιστάσεων, νὰ ἐργασθοῦν. Ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, ἐτέθη ὁ συκοφάντης Μέρτεν, ὡς πολιτικὸς Γερμανὸς Διοικητὴς Θεσσαλονίκης, ἐπικεφαλῆς, ἐπαναλαμβάνω, τῆς Διοικήσεως, ἡ ὁποία καὶ ἐπώπτευε πλὴν τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν, τοῦ ἐπισιτισμοῦ, τῶν μεταφορῶν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑγρῶν καυσίμων, ὅπου ἀνῆκον αἱ τέως Ἀγγλικαὶ Ἑταιρεῖαι Σέλλ, Σόκονυ κλπ., αἱ ὁποῖαι ἐγκατέλειψαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος μετὰ τὴν ὑποχώρησιν τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων καὶ αἱ ὁποῖαι ἠλέγχοντο πλέον ἀπὸ τὴν ἐν λόγῳ ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία καὶ διεχειρίζετο τὰ ἰδιωτικὰ ὑγρὰ καύσιμα. Εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1944, ἀπεχώρησε τῆς ὑπηρεσίας καὶ προσελήφθη εἰς τὸν Διεθνῆ Ἐρυθρὸν Σταυρόν, ὅπου εἰργάσθη μέχρι τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν Ἀνεφοδιασμοῦ, διότι αἱ ἀνάγκαι τῆς οἰκογενείας της ἐσυνεχίζοντο. Εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, ὁποιαδήποτε, ὑπὸ οἱανδήποτε ἰδιότητα, διερμηνέως ἢ γραμματέως ὑπηρέτησε ποτέ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας της εἰς τὰ ὑγρὰ καύσιμα, ἠναγκάσθη νὰ ἐπισκεφθῇ δὶς τὸν Μέρτεν, διότι ἐντὸς τριμήνου ἐπετάχθησαν καὶ τὰ δύο μικρὰ διαμερίσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατῴκει μετὰ τῆς οἰκογενείας της καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ τεθεῖσα προθεσμία ἐκκενώσεως ἦτο τὴν μὲν πρώτην φορὰν δύο ὧραι, τὴν δὲ δευτέραν ἓν ἀπόγευμα, ἐζήτησε ἀνθρωπίνην προθεσμίαν καὶ τῆς ἐχορήγησε τὴν μὲν πρώτην περίπτωσιν προθεσμίαν ἡμισείας ἡμέρας, εἰς δὲ τὴν δευτέραν μιᾶς ἡμέρας, διὰ νὰ ἐκκενωθῇ οἰκία, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν ἐγκατεστημένοι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Αὐτοί, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεχρέωσαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς νὰ ἐργασθῇ ἡ σύζυγός μου ὡς γραφεὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καυσίμων. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπηρεσία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποκλειστικῶς εἰργάσθη. Καὶ τέλος αἱ δύο διαδοχικαὶ ἐπιτάξεις τῆς οἰκογενειακῆς ἑστίας, ἦσαν αἱ μόναι εὔνοιαι, τὰς ὁποίας ἐγνώρισεν ἀπὸ μέρους τῶν Γερμανῶν καὶ αἱ ὁποῖαι τὴν ὑπεχρέωσαν τελικῶς, διότι δὲν ὑπῆρχε δυνατότης νὰ ἐνοικιάσῃ τρίτον διαμέρισμα, νὰ προσφύγῃ εἰς φιλικὴν της οἰκίαν, ὅπου καὶ παρέμεινεν φιλοξενουμένη ἡ οἰκογένεια Λεοντίδου μέχρι τῆς ἀπελευθερώσεως. Προκαλῶ οἱονδήποτε μεταξὺ τῶν χιλιάδων Θεσσαλονικέων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς εἴχομεν μεταβληθῆ εἰς μικρὸν κύκλον ἐπαρχίας καὶ ἐγνωρίζαμεν μέχρι καὶ τῆς τελευταίας λεπτομερείας τὸν βίον καὶ τὴν πολιτείαν ἑκάστου, προκαλῶ νὰ βεβαιώσῃ, νὰ προσθέσῃ ἢ καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ἔστω καὶ ἕν, ἐκ τῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσα. Ἐάν, κ. συνάδελφοι, αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια, ἀφήνω εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἐντίμων ἀνθρώπων νὰ ἐκτιμήσουν ἐὰν αὐτὴ ἡ ἐργασία ὑπὸ αὐτὰς τὰς προϋποθέσεις καὶ συνθήκας παρασχεθεῖσα, εἰς αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν ἀποκλειστικῶς παρασχεθεῖσα ἀποτελεῖ αἰτίαν ὠργανωμένης ἐπιθέσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ διετίαν περίπου ὑπούλως συνεχίζεται μὲ διάθεσιν, ὅπως καταλογισθῇ εἰς τὴν σύζυγόν μου πρόθεσις συνεργασίας μετὰ τῶν ἀρχῶν κατοχῆς. Πῶς ἀνεμίχθη τὸ ὄνομα τῆς συζύγου μου εἰς τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τοῦ ἐγκληματίου Μέρτεν; Πρῶτον, ὁ ἐγκληματίας ἐπληροφορήθη προφανῶς κατὰ τὴν ἄφιξίν του εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι μία ἐκ τῶν πρὸ 15ετίας γραφέων τῆς ὑπηρεσίας καυσίμων ἦτο ἤδη ἡ σύζυγος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅταν συνελήφθη ἡ πρώτη του ἀντίδρασις ἦτο νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι αὐτὸς ὄχι μόνον δὲν ἐγκλημάτισε κατὰ τῆς πόλεως ἀλλὰ ὑπῆρξεν ὁ φιλάνθρωπος Διοικητὴς καὶ ὅτι εὐεργέτησε τὴν πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης. Πρὸς διαπίστωσιν καὶ ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν του, ὑπέβαλε μακρότατον ὑπόμνημα προτείνων 150 περίπου διακεκριμένα πρόσωπα τῆς Θεσσαλονίκης μεταξὺ τῶν ὁποίων προέτεινεν ἄνευ εἰδικωτέρου λόγου καὶ τὸ ὄνομα τῆς συζύγου μου. Λέγω ἄνευ οὐσιαστικοῦ λόγου, διότι ἀπὸ ἀπόψεως ἀποδεικτικοῦ ὑλικοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσθέσῃ τι τὸ σημαντικὸν ἡ σύζυγός μου, ἡ ὁποία τὴν ἐποχὴν ποὺ εἰργάσθη μόλις εἶχεν ἀποφοιτήσει τῆς Σχολῆς Βαλαγιάννη. Πάντως, ἀσχέτως τῶν σκέψεων τοῦ ἐγκληματίου πολέμου, δὲν ἀποκλείεται νὰ ἐπεζήτησεν, ὅπως ἐντυπωσιάσῃ μὲ τὴν πρότασιν καὶ τῆς συζύγου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς μάρτυρος, ὅπως συνέβαινε καὶ μὲ τὴν πρότασιν Ἀρχιερέων, Στρατηγῶν, Ἀνωτάτων Δικαστικῶν, διακεκριμένων κυρίων τῆς πόλεως, οἱ ὁποῖοι καίτοι ὑπ’ αὐτοῦ προταθέντες οὐδὲν ὑπὲρ αὐτοῦ κατέθεσαν. Πάντως μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ τὰ πράγματα ἔβαινον ὁμαλῶς δοθέντος, ὅτι οἱοσδήποτε κατηγορούμενος ἡμεδαπὸς καὶ ἀλλοδαπὸς ὑπὸ τὸ βάρος δεινῶν κατηγοριῶν ἐγκλημάτων πολέμου καὶ ἐξοντώσεως χιλιάδων συμπολιτῶν μας Ἰσραηλιτῶν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ μάρτυρας διὰ νὰ ἀποδείξῃ οἱονδήποτε στοιχεῖον ὑπερασπίσεως χρήσιμον κατὰ τὴν ἀντίληψίν του. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως ποὺ ἀνεμίχθη καὶ τὸ ὄνομα τῆς συζύγου μου εἰς τὸν κατάλογον τῶν 150 προσώπων, τῶν Ἀνωτάτων Δικαστικῶν, Στρατιωτικῶν, Ἀρχιερέων, σεβαστῶν κυριῶν τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης, ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀρχίζει κινούμενος ἕνας περίεργος μηχανισμός. Κατὰ πρῶτον στέλλεται ἀνταπόκρισις τηλεγραφικὴ ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Γερμανικὴν ἐφημερίδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται, ὅτι ἡ σύζυγος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι μάρτυς ὑπερασπίσεως τοῦ δημίου Μέρτεν. Περιττὸν νὰ σᾶς τονίσω, ὅτι ἡ σύζυγός μου δὲν γνωρίζει κἂν τὸ περιστατικὸν τῆς προτάσεώς της ὡς μάρτυρος καὶ δὲν ἠμφισβητήθη τοῦτο οὔτε ἀπὸ μέρους τοῦ συκοφάντου, ὁ ὁποῖος εἰς μίαν ἀπὸ τὰς πολλάς του συνεντεύξεις εἶχε τὴν ἔμπνευσιν νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀπὸ τῆς κατοχῆς καὶ ἐντεῦθεν οὐδέποτε εἶδε τὴν σύζυγόν μου καὶ ἐμέ, βεβαίως. Στέλλεται τηλεγράφημα καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀρχίζει νὰ δημιουργῆται ἕνας ψίθυρος, ἡ οὐσία τοῦ ὁποίου ἦτο, ὅτι ὁ Μέρτεν ἀπελάμβανε τῆς προστασίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν συνεχείᾳ ἤρχισε νὰ λέγεται, ὅτι ἐνεφανίσθη μετ’ ἐμοῦ, ἢ ὅτι παρέστη εἰς δεξίωσιν τὴν ὁποίαν ἔδωσα εἰς τὴν οἰκίαν μου. Οἱ ψίθυροι μετεφέρθησαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐθεώρησα ἑαυτὸν ὑποχρεωμένον μόλις ἔλαβον γνῶσιν νὰ ἐμφανισθῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προκαλέσω ἀμέσως συζήτησιν ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος. Περιττὸν νὰ ὑπομνήσω, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην μὲ διεβεβαίωσαν οἱ ὑπαινιχθέντες, ὅτι οἱ ὑπαινιγμοὶ δὲν ἀφεώρουν τὸ πρόσωπόν μου καὶ δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ ἐμὲ καὶ ὅταν μετὰ δύο ἡμέρας ἐπανῆλθεν ἡ συζήτησις λόγῳ τῆς ἀπουσίας τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, τοῦ κ. Τσιριμώκου, ἐδηλώθη καὶ πάλιν, ὅτι οὐδεμία πρόθεσις ὑπῆρξε νὰ θιγῇ ἡ ἐργασία τῆς συζύγου μου τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἔληξεν ἡ συζήτησις αὐτή. Μετ’ ὀλίγον διετυπώθη ἄλλος ὑπαινιγμὸς σχέσιν ἔχων πάντοτε μὲ τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν, καὶ ἐδημιουργήθη εἰς τὸν «Ἀνεξάρτητον Τύπον», παρὰ δὲ τὰς συστάσεις σεβαστῶν κ.κ. συναδέλφων, ἐντὸς τῆς ἰδίας ἡμέρας ἔσπευσα καὶ ὑπέβαλα μήνυσιν καὶ ἐζήτησα τὴν δίωξιν τῆς ἐφημερίδος καὶ ἡ ὑπόθεσις ἔφθασε μέχρι τοῦ ἀκροατηρίου ὅπου μὲ συνήγορον τὸν κ. Τσιριμῶκον, οἱ δύο ἐκδόται τῆς ἐφημερίδος, ὄχι μόνον μοῦ ἐδήλωσαν, ὅτι διεπίστωσαν τὴν συκοφαντικότητα τοῦ δημοσιεύματός των ἀπὸ εἰδικοὺς συντάκτας τοὺς ὁποίους ἀπέστειλαν νὰ ἐξετάσουν εἰς Θεσσαλονίκην, ὄχι μόνον ἐδημοσίευσαν τὴν πλήρη διάψευσιν καὶ ἀνασκευὴν τῶν δημοσιευθέντων, ἀλλά, τελικῶς, μὲ διεβεβαίωσαν, ὅτι ἀπέλυσαν καὶ τὸν συντάκτην, ὁ ὁποῖος ἐν ἀγνοίᾳ των, ὡς ἰσχυρίσθησαν, ἔγραψε τὴν συκοφαντικὴν αὐτὴν εἴδησιν εἰς τὴν ἐφημερίδα. Ἐν τῷ μεταξὺ μαζὺ μὲ τὰ 150 περίπου ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, ἐκλήθη καὶ ἡ σύζυγός μου εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ μὲ ἠρώτησε τὶ νὰ κάμω. Τῆς εἶπα, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ πάῃ νὰ ἐξετασθῇ, ἀσχέτως ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ οἱουδήποτε ἐγκληματίου καὶ νὰ βεβαιώσῃ ὅ,τι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἐγνώριζε. Ἡ κατάθεσίς της εἶναι ἐδῶ καὶ θὰ τὴν καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Εἰς αὐτὴν ἀναφέρεται, ὅτι ὑπηρέτησεν ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθεσα, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καυσίμων μέχρι τῆς ἀνοίξεως τοῦ 1944 συνεχῶς καὶ ἔκτοτε προσελήφθη εἰς τὸν Διεθνῆ Ἐρυθρὸν Σταυρόν. Καὶ ὅτι κατὰ τὴν περίοδον τῆς ὑπηρεσίας της εἰς τὰ ὑγρὰ καύσιμα, ἐπεσκέφθη δὶς τὸν Μέρτεν διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν δύο ἐπιτάξεων, καὶ τὰς δύο αὐτὰς φοράς, εἶδε τὸν Μέρτεν δι’ αὐτὸ τὸ συγκεκριμένον θέμα. Ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ Μέρτεν ἦτο πολιτικὸς διοικητὴς καὶ ἐπώπτευε καὶ τὴν ὑπηρεσίαν της, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζε τὴν δρᾶσιν του λεπτομερῶς, διότι τότε λόγῳ ἡλικίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληροφορῆται τὴν δρᾶσιν αὐτοῦ. Ἡ κατάθεσις, κ. συνάδελφοι, ἐθεωρήθη τόσον εἰλικρινὴς καὶ τόσον φυσικὴ ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν κατηγορούμενον, ὥστε ἐνῷ ὑπέβαλε μηνύσεις ἐναντίον πλειάδος μαρτύρων, διότι δὲν ἐβεβαίωνον τὰ περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα αὐτὸς προτιμοῦσε, δὲν περιέλαβεν εἰς τὰς μηνύσεις αὐτὰς καὶ τὴν σύζυγόν μου, ἐθεώρησε δὲ τόσον ἀδιάφορον τὴν κατάθεσιν, ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου, ὥστε ἐσκέφθη, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ζητήσῃ, ὅπως θὰ εἶχε δικαίωμα, νὰ καλέσῃ τὴν σύζυγόν μου καὶ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ διὰ νὰ ἐξετασθῇ καὶ βεβαιώσῃ ἔστω καὶ τὰ δύο περιστατικά. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον, κ. συνάδελφοι, νὰ σᾶς περιγράψω τὰς λεπτομερείας τῆς ψυχολογικῆς προπαρασκευῆς τοῦ ἐγκληματίου αὐτοῦ, ἀπὸ μέρους τρίτων, ἐντὸς τῶν φυλακῶν καθ’ ὃν χρόνον ἐκρατεῖτο ἐδῶ. Τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐπικαλοῦμαι εἶναι ἀνακριτικά, πάντως ὅπως ἐκ τῶν ὑστέρων διαπιστοῦται, εἰς τὸν Μέρτεν ὑπεβλήθη καὶ κατὰ ἕνα τρόπον ἀπεκρυσταλλώθη πεποίθησις, ὅτι ἐγὼ ἤμην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διεφώνησα δῆθεν ὡς μόνος Ὑπουργὸς διὰ νὰ ἀπολυθῇ πρὸ πάσης δίκης καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ ὅτι τὸν ἐκράτησα ἐδῶ μὲ τὴν πρόθεσιν, ὅπως παραπεμπόμενος καταδικασθῇ καὶ ἐκτελεσθῇ, διὰ νὰ δώσω δῆθεν ἱκανοποίησιν εἰς τὰς περιοχὰς εἰς τὰς ὁποίας εἶχε δράσει κατὰ τὴν κατοχήν. Περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τοῦτο ὑπῆρξεν ἀνακριβέστατον. Μεταξὺ συναδέλφων τότε, καὶ συγκεκριμένως μετὰ τοῦ κ. Παπαληγούρα, ἐπιστρέψαντος ἐκ Βόννης, ἐγένετο μία συζήτησις ὅλως ἀνεπίσημος ἐντὸς τῆς αἰθούσης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μὴ συνεδριάζοντος καὶ ὅταν οὗτος ἐτόνισε τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν καλῶς ἢ κακῶς ἀπέδιδεν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν μὴ ἀναθέρμανσιν τῶν παλαιῶν ἀντιθέσεων, εἴχομεν μίαν ἐλαφρὰν διαφωνίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, ἐπὶ παρουσίᾳ καὶ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι δὲν θεωρῶ, ὅτι θὰ ἦτο φρόνιμον ἐπὶ ἑνὸς ὑποδίκου νὰ τοποθετοῦνται αἱ σχέσεις τῶν δύο χωρῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐνῷ αὐτὴ ἦτο ἁπλῶς ἡ ἀντίληψίς μου, ἀλλὰ καὶ ἡ πεποίθησίς μου ὡς Ὑπουργοῦ, διεβιβάσθη πρὸς τὸν κρατούμενον, ὅτι ἐκ κακότητος καὶ ἐκδικητικότητος καὶ πρὸς ἐπίδειξιν δυναμικότητος, ἐπεζήτουν τὴν δίκην, τὴν καταδίκην καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Μέρτεν. Μέ αὐτὰς τὰς διαθέσεις ἀνεχώρησεν ὁ Μέρτεν ἐξ Ἑλλάδος καὶ εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν συνεπληρώθη ἡ ψυχολογικὴ προπαρασκευή του μέχρις ὅτου ληφθῇ ἡ ἐγκληματικὴ ἀπόφασις, ἡ ὁποία καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου καθυστέρησε νὰ ἐκδηλωθῇ. Ἐπηκολούθησε, κ. συνάδελφοι, ἡ ἐγκληματικὴ μηχανορραφία τοῦ Μέρτεν, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν πρώτην του ἐξόρμησιν διαθέτων, ὅπως μᾶς διεβεβαίωσε, σατανικὴν μνήμην, ἐνθυμούμενος καὶ τὸ χρῶμα τῆς ταπετσαρίας τοῦ αὐτοκινήτου εἰς τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἡ φωτογραφία ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κοραῆ, εἰς τὴν πρώτην του, λέγω, ἐξόρμησιν, ἡ ὁποία ὑποτίθεται, ὅτι ἦτο καὶ ἡ πλέον παρασκευασμένη, ἰσχυρίσθη τὰ ἑξῆς κατὰ σειράν: Ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1942 εἶχεν ἰδιαιτέραν τὴν ἤδη σύζυγόν μου, τότε δίδα Εὐδοξίαν Λεοντίδου, ὅτι ἐσύχναζεν εἰς τὴν οἰκίαν της, ὅπου ὠργανοῦντο συγκεντρώσεις καὶ ἑσπερίδες μὲ συμμετοχὴν τοῦ δῆθεν θείου καὶ ἤδη κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ, ὡς μνηστῆρος, ὅτι εἴχομεν φωτογραφηθῆ οἱ τέσσαρες εἰς τὰ περίχωρα τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτι τότε ἡ δεσποινὶς Λεοντίδου τοῦ ἀφιέρωσεν ἕνα λεύκωμα μὲ φωτογραφίας καὶ μὲ ἰδιόχειρον ἀφιέρωσιν εἰς ἀνάμνησιν τῆς γνωριμίας του, ὅτι ἡ τελευταία τοῦ κατήγγειλε τὴν ἐπικειμένην ἀνατίναξιν τοῦ Γοργοποτάμου καὶ τὰς κινήσεις τῶν Ἀγγλικῶν ὑποβρυχίων, καὶ ὅτι καὶ οἱ τρεῖς τοῦ παρέσχομεν στρατιωτικὰς πληροφορίας ἀμειφθέντες δι’ ἑνὸς καταστήματος Ἰσραηλιτικοῦ μεταξωτῶν εἰδῶν, ἀξίας 15.000 λιρῶν. Δὲν πρόκειται νὰ σχολιάσω τὸ κατασκεύασμα. Ἰδού, κ. συνάδελφοι, ὁ τρόπος ὁ τραγικὸς τῆς αὐτοαποκαλύψεως τοῦ συκοφάντου ἐγκληματίου. Τὸ πρῶτον περιστατικὸν καὶ κρίσιμον, διότι συνδυάζεται μὲ ὅλα τὰ λοιπά, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε καὶ ἐμνημόνευσεν εἶναι, ὅτι τὸ 1942 εἶχεν ἰδιαιτέραν του γραμματέα τὴν ἤδη σύζυγόν μου. Τὸ λέγει δέ, διότι τοῦτο ἦτο ἰδιαιτέρας σημασίας περιστατικόν, ἐφ’ ὅσον ὁ δεσμὸς τῆς γραμματέως, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλεῖτο καὶ ἀνέφερε, τῆς ἰδιαιτέρας γραμματέως, εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ στενωτέραν ἐπαφήν, καὶ εἰς τὸ κλῖμα καὶ τὴν ἀτμόσφαιραν αὐτῆς τῆς ἐπαφῆς νὰ συντελεσθοῦν ὅλαι αἱ τρομακτικαὶ πράξεις, τὰς ὁποίας ἐν συνεχείᾳ ἀποδίδει. Εἶπεν, λοιπόν, ὁ ἐγκληματίας, ὅτι τὸ 1942 εἶχεν ἰδιαιτέραν τὴν σύζυγόν μου. Μόλις πληροφορεῖται, διότι θὰ ὑπῆρχον προφανῶς καὶ ὑποδείξεις εἰς τὰς παρανοϊκὰς του ἐκδηλώσεις, ὅτι ἡ σύζυγός μου δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ 1942 νὰ ἦτο γραμματεύς του, σπεύδει νὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν λέγει, ὅτι τὴν Λεοντίδου τὴν προσέλαβεν εἰς τὸν προθάλαμόν του τὰ ἔτη 1942 καὶ 1943 μόνον. Εἶναι ἡ πρώτη φράσις. Μετὰ δύο ἡμέρας τὸν ἐπισκέπτεται ὁ ἀνταποκριτὴς τοῦ «Βήματος» κ. Πολυχρονιάδης, ὁ ὁποῖος μὲ σοβαρότητα μετέδωσε καὶ ἐπὶ λέξει, ὅπως καταχωροῦνται εἰς τὸ «Βῆμα» τῆς 4ης Ὀκτωβρίου, τὴν συνέντευξίν του μετὰ τοῦ Μέρτεν. Ἐκεῖ λέγει, ὅτι τὸ πρῶτον τὸ 1943 τὴν προσέλαβεν ὡς ἰδιαιτέραν του. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως, πληροφορεῖται, καὶ πληροφορεῖται ἀπὸ αὐτὸν τὸν ὁποῖον ἐζήτησε διὰ νὰ μαρτυρήσῃ, τὸν Στέκ, ὅτι ἡ σύζυγός μου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρυβῇ, ὅτι συνεχῶς καὶ μέχρι τῆς ἀνοίξεως τοῦ 1944 ἦτο εἰς τὰ καύσιμα. Καὶ σπεύδει καὶ κάνει νεωτέραν δήλωσιν ὁ συκοφάντης, λέγων, ὅτι τὴν σύζυγόν μου τὴν προσέλαβεν ὡς ἰδιαιτέραν του τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1944. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως, περιέπεσεν εἰς ἄλλο ἀδιέξοδον, τὸ μὲν διότι ἡ σύζυγός μου, τὰς ἀρχὰς τοῦ 1944, προσελήφθη εἰς τὸν Διεθνῆ Ἐρυθρὸν Σταυρόν, τὸ δέ, διότι ὁ Μέρτεν, ὡς προκύπτει ἀπὸ ἐπίσημον ἔγγραφον, τὸν Μάρτιον τοῦ 1944 ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην. Σπεύδει λοιπόν, καὶ προκρίνει πέμπτην ἐκδοχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν προσέλαβε τὴν σύζυγόν μου εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1944, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἕνα περιθώριον, ἔστω καὶ 20–30 ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ τερατουργήματα, τὰ ὁποῖα συνέλαβεν ὁ νοσηρὸς του ἐγκέφαλος. Πότε ὅμως, εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι λέγει τὴν ἀλήθειαν; Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἕνα πρόσωπον συμβαίνῃ νὰ ἔχῃ τὸ στίγμα τοῦ ἐγκληματίου διὰ πράξεις τῆς βαρύτητος τοῦ Μέρτεν, ὅταν διὰ παρομοίας, ἔστω καὶ ἠπιωτέρας, ἔχῃ διωχθῆ εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ ἀποβληθῆ τῆς ὑπηρεσίας του, ὡς πληροφοροῦμαι, ὅταν ἐξ ὅλων τῶν λοιπῶν στοιχείων ἀποδεικνύεται, κακότεχνος βέβαια, ἀλλὰ πάντως ἀδίστακτος μηχανορράφος, ὅτι εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν αὐτοδιαψεύδεται, ὅταν διαψεύδῃ ἀπὸ αὐτὸν τοῦτον τὸν μάρτυρα, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται, ὁ ὁποῖος εἰς δηλώσεις του, ποὺ προηγήθησαν τοῦ ἐκδοθέντος πιστοποιητικοῦ, λέγει, ὅτι μέχρι τῆς ἀνοίξεως τοῦ 1944 ἡ δεσποινὶς Λεοντίδου ὑπηρέτει ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ καύσιμα, ὅταν ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύωνται ἐξ ἰδίων τοῦ Μέρτεν δηλώσεων, εἶναι ποτὲ δυνατὸν ἐνσυνειδήτως νὰ δεχθῇ τις, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς λέγει καὶ ἴχνος ἀληθείας; Ἀλλά, ἐὰν δεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν τὴν τελευταίαν του ἔκδοσιν, ὅτι παρατείνεται ἡ παραμονή του—ἀπὸ τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἔχω, τῆς Ὑπηρεσίας Ἐγκληματιῶν Πολέμου τῆς Γερμανίας, προκύπτει, ὅτι τὸν Μάρτιον ἀνεκλήθη—ὅτι παρέτεινε ἔστω τὴν παραμονήν του ἐπ’ ὀλίγον, εἰς τὶ πλέον ὠφελοῦσεν αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅπως κατήντησε διὰ τῶν αὐτοδιαψεύσεων καὶ τῆς διαψεύσεώς του ἀπὸ μέρους τῶν ἰδίων του μαρτύρων; Τὶ σημασίαν εἶχε αὐτὸς ὁ συκοφαντικὸς ἰσχυρισμὸς τῆς δῆθεν ἰδιαιτέρας γραμματέως διὰ τὸ ἔτος 1942, ὅπου τοποθετεῖ τὴν δῆθεν κατασκοπευτικὴν δρᾶσιν ὁ συκοφάντης. Μετέπειτα, δὲν ὑπηρετεῖ τὴν συκοφαντίαν, ἐκτὸς ἂν ἐντὸς τῶν ἡμερῶν μᾶς πληροφορήσῃ, ὅτι ὁ Γοργοπόταμος καὶ ἡ δίωξις τῶν Ἀγγλικῶν ὑποβρυχίων συνετελέσθησαν τὸ 1944. Κύριοι συνάδελφοι, πέραν τῶν αὐτοδιαψεύσεων τῶν διαδοχικῶν καὶ ἀλλεπαλλήλων καὶ πέραν τῆς διαψεύσεως ἀπὸ αὐτὸν τοῦτον τὸν μάρτυρα, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα συντριπτικὰ στοιχεῖα ἐμμέσου καὶ ἀμέσου ἀποδείξεως. Τὴν ὑπηρεσίαν, κ. συνάδελφοι, τῶν καυσίμων, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρέτει μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1944 ἡ σύζυγός μου, τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, τὴν ἐπεσκέπτοντο ἑκατοντάδες ἀνθρώπων, διότι εἶχε σχέσιν μὲ ὅλα τὰ καύσιμα, μὲ τὸν πάγον καὶ μὲ εἴδη γενικῶς τρέχοντα, τὰ ὁποῖα ἠλέγχοντο ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν πολιτικὴν διοίκησιν. Τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἔβλεπον τὴν σύζυγόν μου συνεχῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της αὐτὴν μέχρι τῆς ἡμέρας ποὺ ἀπεχώρησε διὰ τὸν Διεθνῆ Ἐρυθρὸν Σταυρόν, καὶ προσφέρονται, κατὰ δεκάδας, νὰ τὸ βεβαιώσουν κατὰ τρόπον κατηγορηματικώτατον καὶ μετὰ λόγου γνώσεως. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ, πολλοὶ περισσότεροι Θεσσαλονικεῖς ἐπεσκέπτοντο συνεχῶς τὰ γραφεῖα τοῦ Μέρτεν καὶ τὸν προθάλαμον αὐτοῦ, διότι λόγῳ τῆς ἰσχύος, ἐλάμβανον τὴν ἀνάγκην του εἴτε διὰ νὰ σώσουν ἀνθρώπους εἴτε καὶ περιουσίας. Δὲν εἶναι ἴσως ὑπερβολή, ὅτι ἑκατοντάδες προσώπων ἡμερησίως ἐπεσκέπτοντο τὸν Μέρτεν. Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀποθανόντος Νικολάου Λεοντίδου, ἦτο τόσον γνωστὴ εἰς ὁλόκληρον τὴν Θεσσαλονίκην, ὥστε καὶ μίαν ὥραν ἐὰν ἐνεφανίζετο ἡ θυγάτηρ του εἰς τὸν προθάλαμον εἴτε ὡς ἰδιαιτέρα γραμματεὺς ἢ διερμηνεὺς ἢ ὡς κλητὴρ ἀκόμη, θὰ ἐγίνετο γνωστὸν ἀστραπιαίως τοῦτο εἰς ὁλόκληρον τὴν Θεσσαλονίκην, ὄχι αὐθημερόν, ἀλλὰ μετὰ μίαν ὥραν ἀφ’ ἧς θὰ εὑρίσκετο ἐκεῖ. Τέλος, κ.κ. συνάδελφοι, κατεσχέθη καὶ ἐδημοσιεύθη μία φωτογραφία εἰς τὸν Τύπον ὅπου ἐνεφανίζετο ὁ Μέρτεν μὲ ὁλόκληρον τὸ ὑπηρεσιακόν του Ἐπιτελεῖον ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπηρέτουν πάντες παρ’ αὐτῷ. Μάλιστα, ὅταν τὸ πρῶτον ἐδημοσιεύθη ἡ φωτογραφία αὐτὴ ἀφέθη ἡ αἰχμή, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ἢ πιθανὸν κατελέγετο ἢ ἀσφαλῶς κατελέγετο καὶ ἡ σύζυγος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπηκολούθησεν εἰδικὴ ἀνάκρισις καὶ διεπιστώθησαν ἓν πρὸς ἓν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα περιελαμβάνοντο εἰς τὴν φωτογραφίαν αὐτὴν εἰς τὴν ὁποίαν περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἦτο ὡς δῆθεν ἰδιαιτέρα του γραμματεὺς ἡ σύζυγός μου. Ἐνῷ ἡ φωτογραφία ἐλήφθη ἐπὶ τῇ ἀποχωρήσει τοῦ Μέρτεν ἐξ Ἑλλάδος καὶ φυσικὸν θὰ ἦτο, μεταξὺ τῶν πρώτων, νὰ περιελαμβάνετο καὶ ἡ ἰδιαιτέρα γραμματεύς, ἂν πράγματι ὑπηρέτει. Τέλος, κ.κ. βουλευταί, διεξήχθη μία δίκη, εἰς τὴν ὁποίαν παρήλασαν ἑκατοντάδες ἀνθρώπων καὶ δὲν εὑρέθη βεβαίως οὔτε εἷς νὰ εἴπῃ τι διὰ λογαριασμὸν τῆς συζύγου μου. Ἀντιθέτως, ἀπεδείχθη ποῖον ἦτο τὸ περιβάλλον καὶ κατωνομάσθησαν τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἦσαν καὶ εἰς τὸν προθάλαμον καὶ διερμηνεῖς καὶ ἰδιαίτεροι γραμματεῖς οἱ ὁποῖοι ἦσαν μία Γερμανὶς καὶ μία Ἑλληνὶς Ἀργεντινῆς καταγωγῆς, πλὴν δύο ἀξιωματικῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἤτοι ἑνὸς Γερμανοῦ καὶ ἑνὸς Ἑλληνογερμανοῦ. Κατόπιν τούτων, κ.κ. βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομείνῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀποφασιστικοῦ αὐτοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιμένω, ὅλως ἰδιαιτέρως, διότι συσχετίζεται μὲ ὅλον τὸν ὑπόλοιπον ὄγκον τῶν συκοφαντιῶν τοῦ ἐγκληματίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομείνῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία καὶ εἰς τὸν πλέον κακοπροαίρετον ἀκροατήν, ὅτι ὁ ἐγκληματίας ψεύδεται ἀσυστόλως καὶ ἐψεύσθη ἐν γνώσει τῆς ἀναληθείας, διὰ νὰ τοποθετήσῃ τὴν σύζυγόν μου εἰς θέσιν τοιαύτην, ἡ ὁποία, κατὰ ἕνα τρόπον θὰ τοῦ ἐπέτρεπε τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῶν συκοφαντικῶν του ἰσχυρισμῶν. Ἐπακολουθεῖ, κ.κ. συνάδελφοι, ὁ δεύτερος ἰσχυρισμός, περὶ πληροφοριῶν, ἐπικειμένης ἀνατινάξεως τοῦ Γοργοποτάμου, ἡ ὑπονόμευσις τοῦ ὁποίου εἶναι γνωστὴ ἀπὸ ἀπόψεως διαδικασίας εἰς ὁλόκληρον τὸ Πανελλήνιον καὶ ἔχουν ἐκδοθῆ καὶ ἀγγλιστὶ καὶ ἑλληνιστὶ βιβλία, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι καὶ οἱ ἡγέται τῶν ὁμάδων, ποὺ ἔκαμαν τὴν ἀνατίναξιν, ὡδηγήθησαν ὑπὸ εἰδικῶν Ἄγγλων σαμποτὲρ καὶ καθ’ ὁδὸν μόνον ἐπληροφορήθησαν, ὅτι μετέβαινον διὰ τὴν ἀνατίναξιν τοῦ Γοργοποτάμου. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τὸ ὀλιγώτερον κωμικὸν νὰ ἀπαντᾷ κανεὶς εἰς τὰς συκοφαντίας αὐτάς, διὰ λογαριασμὸν μιᾶς μόλις ἀποφοιτησάσης κοπέλλας, ἡ ὁποία εἰργάζετο εἰς μίαν ὑπηρεσίαν γραφέως καὶ νὰ ἀποδεικνύῃ, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν περὶ ἐπικειμένης ἀνατινάξεως τοῦ Γοργοποτάμου, διὰ νὰ παράσχῃ εἰς τὸν Μέρτεν τὴν πληροφορίαν ὡς ἰδιαιτέρα γραμματεύς του, ἐνῷ πρὸ 2ετίας ἤδη, εἶχεν ἀνατιναχθῆ ὁ Γοργοπόταμος. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐτοῦ. Προχωρῶν καὶ περαιτέρω, ὁμιλεῖ περὶ τῶν συναναστροφῶν του μετὰ τοῦ δῆθεν συγγενοῦς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ, ὡς δῆθεν μνηστῆρος τότε τῆς συζύγου μου, ἐνῷ εἶναι παγκοίνως γνωστὸν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὅτι ἡ γνωριμία μας, ἔλαβε χώραν ἐνώπιον πλήθους κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1956 καὶ ὅτι τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐγνώρισα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1956, ἐξ ὄψεως δὲ διὰ πρώτην φορὰν τὸν εἶχον εἴδει ὡς μάρτυρα κατηγορίας εἰς μίαν ποινικὴν ὑπόθεσιν τὴν ὁποίαν ἦλθον νὰ ὑποστηρίξω εἰς τὰ ἐδῶ Ποινικὰ Δικαστήρια. Ἡ σύζυγός μου μάλιστα, τὸν ἐγνώρισε μετὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ τὴν ὑπουργοποίησίν μου. Κατὰ τὸν συκοφάντην, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔγινε γνωστός μου ἀπὸ τοῦ 1942 ὅπως ἔγινε καὶ θεῖος τῆς συζύγου μου καὶ ἀπὸ κοινοῦ ἠσχολούμεθα μὲ τὴν παροχὴν πληροφοριῶν διὰ λογαριασμὸν τῶν Γερμανῶν εἰς τὸν Μέρτεν. Αὐτὰ εἶναι τόσον κωμικά, ὑπερβαίνοντα τὰ ὅρια καὶ τῆς πλέον νοσηρᾶς συκοφαντίας, ὥστε, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, τὰ ἀναφέρω μόνον ἀπὸ συνέπειαν, ἐφ’ ὅσον ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ δώσω ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τὴν ἀηδίαν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι. Θὰ πρέπει ἐν συνεχείᾳ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἡ κατοικία τῆς συζύγου μου, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εὑρίσκετο εἰς τὸ κεντρικώτερον σημεῖον τῆς πόλεως, ὅπου ὄχι ἑσπερίδας καὶ συγκεντρώσεις, ἀλλὰ ἁπλῆ μετάβασις τοῦ Γερμανοῦ Μέρτεν δὲν θὰ ἐγίνετο ἁπλῶς γνωστὴ εἰς τοὺς ἐνοίκους καὶ τοὺς περιοίκους, ἀλλ’ εἰς ὁλόκληρον τὴν πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης, ὅπου ὁ Μέρτεν ἦτο γνωστός, διότι ἐκυκλοφόρει καθημερινῶς. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ καὶ ἕνας ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς 100 ἐνοίκους τῆς πολυκατοικίας, ἀπὸ τοὺς 500 περιοίκους, ἀπὸ τὰς δεκάδας τῶν περαστικῶν νὰ βεβαιώσῃ παρόμοιον περιστατικόν. Ἀνέφερεν ἐν συνεχείᾳ, ὅτι τῶν συναναστροφῶν μετεῖχα καὶ ἐγὼ ὡς μνηστὴρ τῆς δίδος Λεοντίδου, ἐνῷ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἐγνώριζα κἂν τὴν μετέπειτα σύζυγόν μου. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὅπως ἐπληροφορήθην ἐγένετο μία παρατήρησις, ἀναφερομένη εἰς μίαν περικοπήν, παλαιοτέρας ἐπὶ τοῦ θέματος ἀγορεύσεώς μου εἰς τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, ὅτι μετὰ δεκαετίαν ὁλόκληρον ἐγνώρισα καὶ ἐνυμφεύθην τὴν σύζυγόν μου. Ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ διαπιστώσετε ἀπὸ τὰ πρακτικὰ ἡ περικοπὴ ἀναφέρεται εἰς τὸν χρόνον τοῦ δεσμοῦ μου καὶ τοῦ γάμου μου μετὰ τῆς συζύγου μου, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ὑπαινιγμὸς τὸν ὁποῖον τὸ πρῶτον ἤκουσα ἀπὸ τὸν Μέρτεν περὶ συνεργασίας μου μὲ τοὺς Γερμανοὺς διὰ νὰ ἔχῃ σημασίαν καὶ ὁ χρόνος ἀκόμη τῆς ἁπλῆς γνωριμίας μας. Δὲν ἦτο δυνατὸν συνεπῶς νὰ ὑποθέσω, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος νὰ καθορίσω τὴν ἀκριβῆ χρονολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγνώρισα τὴν σύζυγόν μου. Τὸ κρίσιμον πάντως σημεῖον τὸ ὁποῖον κυρίως ἐνδιαφέρει κατόπιν τῆς ἐκτοξευθείσης συκοφαντίας εἶναι τὸ ἔτος 1942, κατὰ τὸ ὁποῖον βεβαιῶ κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν ἐγνώριζα κἂν τὴν μετέπειτα σύζυγόν μου, τὴν ὁποίαν ἁπλῶς ἀκόμη ἐγνώρισα πολὺ ἀργότερα καὶ τὴν ἐνημφεύθην ἐν ἔτει 1949. Ἐπηκολούθησε, κύριοι συνάδελφοι, ὁ συκοφαντικὸς ὑπαινιγμός, περὶ τῆς ὑπάρξεως λευκώματος περὶ τοῦ ὁποίου τόσος ἐδημιουργήθη θόρυβος. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφερθῶ πρὸ τοῦ λευκώματος εἰς τὰ στοιχεῖα τῆς περιβοήτου φωτογραφίας. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅπως προανέφερον, κατὰ τὴν ἐξόρμησίν του ὁ συκοφάντης ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑπάρχει φωτογραφία εἰκονίζουσα τὸν ἀξ. κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐμέ, τὸν ἴδιον καὶ τὴν σύζυγόν μου. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ συκοφάντης συνέλαβε τὴν ἐγκληματικὴν ἀπόφασιν τῆς συκοφαντίας καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐκτελέσεως. Τί περιμένει λοιπόν; Ἡ φωτογραφία παραμερίζει οἱονδήποτε ἄλλον στοιχεῖον ἢ ἔνδειξιν, καὶ θὰ τὸν ἀπήλλασσε τῆς ὑποχρεώσεως τῶν ψευδολογιῶν, ἀντιφάσεων καὶ συνεχῶν διαψεύσεων, ἂν ὑπῆρχεν ὡς ὁ ἴδιος ἰσχυρίζεται. Ἡ φωτογραφία αὐτὴ εἶχεν ὀβιδιακὰς μεταμορφώσεις. Ἐμφανίζεται ὁ συκοφάντης ἐνθυμούμενος καὶ τὸ χρῶμα τῆς ταπετσαρίας τοῦ αὐτοκινήτου, δὲν ἐνθυμεῖται ὅμως τὴν περιοχὴν τῆς χώρας, ὅπου αὕτη ἐλήφθη. Καὶ οὕτω εἰς τὴν πρώτην ἐκδοχὴν ἡ φωτογραφία λαμβάνεται εἰς τὰ περίχωρα τῆς Θεσσαλονίκης καὶ εἰς τὴν δευτέραν λαμβάνεται εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ Ἀθηνῶν. Κατὰ μίαν ἐκδοχήν, εἴμεθα οἱ τρεῖς ἐντὸς τοῦ αὐτοκινήτου μὲ ἐκτὸς τοῦ αὐτοκινήτου τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τελευταίαν ἐκδοχήν, ὅλοι ἐκτὸς τοῦ αὐτοκινήτου. Τὸ μόνον ἀκριβές, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ ἀδίστακτος αὐτὸς ἐγκληματίας συνέλαβεν ἐδῶ εὑρισκόμενος καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν σκέψιν τοῦ ἐγκληματικοῦ συνδυασμοῦ φωτογραφιῶν, ἀναζητῶν ἐντὸς τῶν φυλακῶν Ἀβέρωφ μετὰ φορτικότητος φωτογραφίας ἡμῶν πρὸ 15ετίας, διότι τοῦ ἦσαν, ἔλεγεν, ἀπαραίτητοι νὰ τὰς στείλῃ εἰς Γερμανοὺς ὑπηρετήσαντας κατὰ τὴν κατοχήν, μήπως κανεὶς ἐξ αὐτῶν ἐγνώρισεν ἡμᾶς ὡς δικηγόρους, διὰ νὰ μᾶς παρακαλέσῃ περὶ τῆς τύχης του. Καὶ εὑρέθησαν οἱ προσφερθέντες νὰ τὸν ὑποβοηθήσουν, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ φωτογραφίαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν τόσον παλαιαὶ καὶ ἔτσι κατέστη δύσκολον νὰ διαμορφώσῃ τὸ φωτομοντάζ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς ἐσκόπευε νὰ καταλήξῃ. Ταῦτα δὲ προκύπτουν ἀπὸ στοιχεῖα ἀνακριτικά, κατόπιν εἰδικῆς καταγγελίας ἐνεργηθείσης. Ἰσχυρίσθη ἐν συνεχείᾳ ὁ αὐτὸς συκοφάντης, ὅτι τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1942 ἡ σύζυγός μου, τοῦ προσέφερε λεύκωμα φωτογραφιῶν μὲ ἰδιόχειρον ἀφιέρωσίν της εἰς ἀνάμνησιν τῆς γνωριμίας των. Ὅπως ἀκριβῶς ἀνεφέρθη, ἡ ἐκδοχὴ τοῦ λευκώματος, συγκεντρώνει ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ στοιχεῖα τῆς ἐπιληψιμότητος καὶ θὰ ἐξηγήσω πάρα κάτω διατὶ ὑπογραμμίζω τοῦτο. Ἐδημοσιεύθησαν μόλις τὴν Κυριακήν, τὰ κρίσιμα φύλλα τοῦ λευκώματος, ἐμοῦ ἀπουσιάζοντος εἰς τὴν Κρήτην. Προηγουμένως ὅμως, εἰς συζήτησιν τὴν ὁποίαν εἴχομεν καὶ παρὰ τὴν 18ετίαν ποὺ παρῆλθεν ἔκτοτε, ἡ σύζυγός μου ἦτο εἰς θέσιν νὰ μὲ διαβεβαιώσῃ κατὰ τρόπον κατηγορηματικόν, ὅτι ὄχι ἁπλῶς δὲν ἔδωσεν, ἀλλὰ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ τοιαύτης μορφῆς ἄλμπουμ εἰς τὸν Μέρτεν. Ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν τῶν φωτοτυπιῶν τοῦ λευκώματος, προσετέθη καὶ νέον πρόσωπον εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ἀξιότιμος κ. Ἀμαλία Βαζάκα, ἡ ὁποία ἐρωτηθεῖσα καὶ ἀφοῦ ἐβασάνισε τὸ μυαλό της, ἐνεθυμήθη, ὅτι πράγματι, αἱ δύο συμμαθήτριαι ἀπὸ κοινοῦ προσέφερον δύο λευκώματα, τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1942, τὸ ἓν πρὸς ἕνα παλαιὸν προπολεμικὸν Καθηγητήν των εἰς τὴν Γερμανικὴν Σχολήν, τὸ ἕτερον δὲ πρὸς μίαν οἰκογένειαν Γερμανῶν μονίμως διαμενόντων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, οἱ ὁποῖοι ἀνεμιγνύοντο μὲ τὴν Ἐφορείαν τῆς Γερμανικῆς Σχολῆς καὶ προσεφέρθησαν τὰ λευκώματα αὐτὰ ἐκ φιλοφρονήσεως ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν ἑορτῶν καὶ διότι ἦτο τὸ εὐθηνότερον δῶρον, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγορασθῇ ἀπὸ αὐτάς. Ἀλλὰ τὶ προέκυψεν ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν τοῦ λευκώματος; Ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν τοῦ λευκώματος, προέκυψαν τὰ ἑξῆς μὲ τὴν σειράν: Πρῶτον, ὅτι τὸ λεύκωμα, δὲν προσεφέρθη ἀπὸ μέρους τῆς συζύγου μου, ἀλλὰ ἀπὸ μέρους δύο συμμαθητριῶν. Δεύτερον, δὲν φέρει ἰδιόχειρον ἀφιέρωσιν τῆς συζύγου μου. Τρίτον, δὲν ἔχει φωτογραφίας, ὅπως ἀφέθη νὰ ἐννοηθῇ ἢ ἔστω καὶ κάρτες γερμανικῶν στρατευμάτων ἐν παρελάσει, ἀλλὰ τοπία καὶ φωτογραφίαν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων, τὰ ὁποῖα παρελαύνουν. Τέταρτον, ἡ ἀφιέρωσις δὲν εἶναι εἰς ἀνάμνησιν τῆς γνωριμίας, ἀλλὰ εἶναι ἀφιέρωσις ψυχρὰ τυπική, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο οἱαδήποτε δεσποινὶς νὰ κάμῃ πρὸς οἱανδήποτε κατεύθυνσιν. Αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, κ. συνάδελφοι, μαρτυροῦν, ὅτι ὁ ἐγκληματίας πρὶν ἀκόμη δημοσιεύσῃ τὸ λεύκωμά του, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐδόθη εἰς αὐτὸν καὶ θὰ ἀποκαλυφθῇ κατὰ ποῖον τρόπον περιῆλθεν εἰς χεῖρας του, ἄφησε νὰ ἐννοηθῇ διὰ τῶν ὑποβολιμιαίων ἐπιχειρημάτων του, ὅτι τὸ λεύκωμα ἦτο ἡ ἀπόδειξις τῶν σχέσεων καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῶν σχέσεων αὐτῶν, ἐστηρίχθη εἰς τὸ ὕποπτον περιεχόμενον τῆς ἀφιερώσεως, ὅπως τὴν ὑπηνίχθη εἰς τὸ ἰδιόχειρον τῆς ἀφιερώσεως καὶ εἰς τὸ ὅτι ἀποκλειστικῶς δῆθεν ἡ σύζυγός μου τοῦ προσέφερεν τοῦτο. Διότι, ὅπως εἶπε ἡ κυρία Βαζάκα εἰς τὴν δήλωσίν της, δὲν θὰ ἦτο ἀδύνατον ὡς ἁπλοῖ γραφεῖς νὰ δώσουν τυπικῶς ἕνα λεύκωμα πρὸς τὸν ἐποπτεύοντα τὴν ὑπηρεσίαν των. Καὶ ἂν τοῦτο ἀκόμη εἶχε συμβῆ, ποῖος ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν συκοφάντην νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀποκλειστικῆς προσφορᾶς, περὶ αὐτογράφου καὶ νὰ μεταμορφώσῃ εἰς ἐπιλήψιμον τὸ κείμενον τῆς ἀφιερώσεως ἢ τὴν ἀπεικόνισιν τῶν φωτογραφιῶν; Ὅταν, κ. βουλευταί, ἐνεθυμήθησαν τὸν καθηγητήν, ὁ ὁποῖος ἐπῆρε τὸ λεύκωμα αὐτό, διότι ἐπληροφορήθην αὐθεσπερεί, ὅτι τὸ ζεῦγος τῶν ἡλικιωμένων Γερμανῶν μετὰ 15ετίαν εἶχεν ἀποθάνει, ἔσπευσα τὴν ἑπομένην νὰ εἰδοποιήσω ἐπειγόντως τὴν ἀδελφὴν τῆς συζύγου μου καὶ τὴν ἔστειλα εἰς Γερμανίαν, διὰ νὰ εὕρῃ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει τὸ λεύκωμα αὐτὸ καὶ τὸ ὁποῖον συνέβαινε νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ὡς διερμηνεύς, διότι ἦτο καθηγητὴς τῆς γερμανικῆς γλώσσης ἐπιστρατευθεὶς κατὰ τὴν κατοχήν, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ μᾶς δώσῃ ὡρισμένας πληροφορίας. Συντομώτατα ἐλπίζω ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ τὴν ἱκανοποίησιν ἐκ τῶν ἀναμενομένων στοιχείων, νὰ πληροφορηθῇ καὶ τὴν λεπτομέρειαν αὐτήν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὁ Μέρτεν μᾶς προσέφερε καὶ τὸ ἀντάλλαγμα τῆς προδοσίας, μᾶς προσέφερεν ἕνα ἰσραηλιτικὸν κατάστημα, ἀξίας 15.000 λιρῶν, τὸ ὁποῖον παρεχώρησεν εἰς τὴν σύζυγόν μου, διὰ λογαριασμὸν βεβαίως, τοῦ συνόλου τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἦτο μοιραῖον, ὅπως σπεύσῃ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, διὰ νὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀθλιότης νὰ ὀνομάσῃ ἐκεῖνον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐπωλήθη τὸ κατάστημα, καὶ ὀνομάζει τὸν κ. Χατζησταυρόπουλον, ἔμπορον Θεσσαλονίκης. Παρὰ κάτω δὲ λέγει, ὅτι τὸ κατάστημα αὐτὸ ἐδόθη βάσει σημειώματός του, τὸν ὁποῖον ἐκόμιζον—περιλαμβάνει πλέον καὶ τὴν Βαζάκα—αἱ δεσποινίδες Λεοντίδου καὶ Βαζάκα, πρὸς τὴν ἁρμοδίαν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ βάσει τοῦ ἀνωνύμου σημειώματος ἐπῆραν τὸ κατάστημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπώλησαν πρὸς τὸν κ. Χατζησταυρόπουλον. Τὴν ἰδίαν νύκτα τηλεγραφεῖ ὁ κ. Χατζησταυρόπουλος, ὅτι εἶναι ψευδέστατος καὶ κακοηθέστατος καὶ μετὰ δύο ἡμέρας, νομίζω, ἀνακαλύπτεται εἰς τὰ κατοχικὰ ἀρχεῖα τῶν Ἑλληνικῶν ὑπηρεσιῶν, πρῶτον τὸ ἀνώνυμον σημείωμα, τὸ ὁποῖον πράγματι ἐξέδωσεν ὁ Μέρτεν. Ἡ ὑπηρεσία ὅμως δὲν ἦτο εἰς θέσιν, βάσει ἀνωνύμου σημειώματος νὰ παραδώσῃ τὸ ἐμπόρευμα καὶ τὴν ἑπομένην ἐζήτησεν ἐπώνυμον σημείωμα διὰ νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά, πρὸς ποῖον παραχωρεῖται τὸ κατάστημα. Ὁ δὲ Μέρτεν στέλλει τὸ ἐπώνυμον σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησε μὲ τὴν ὑπογραφήν του, βάσει δὲ τοῦ ἐπώνυμου σημειώματος, γίνεται τὸ συμβόλαιον. Τὸ ἕνα κατάστημα δὲν ἔχει ἀπογραφῆ καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ παραδώσῃ καὶ τὸ διαρρηγνύουν μὲ ἐπὶ κεφαλῆς ἕνα Γερμανὸν ἀξιωματικὸν καὶ μεταφέρουν τὰ ἐμπορεύματα εἰς τὸ ἄλλον, καὶ γίνεται ἡ παράδοσις τοῦ ἐμπορεύματος ἀπὸ τὸ ἕνα κατάστημα πλέον πρὸς τὰς δύο παραληπτρίας Γενῆ καὶ Λαγογιάννη, κομιστρίας καὶ τοῦ πρώτου ἀνωνύμου σημειώματος, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ ἔκθεσιν τοῦ δικαστοῦ, τὰ πρακτικὰ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰ ἐνυπόγραφα τοῦ Μέρτεν σημειώματα. Ἀλλὰ πέραν καὶ αὐτῶν, ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλονίκη γνωρίζει ποῖοι ἔλαβον καὶ τὸ τελευταῖον περίπτερον, διότι ὅταν ἐπανῆλθον οἱ Ἰσραηλῖται, ἐγένοντο προσπάθειαι νὰ εὕρουν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὰ ἐλεηλάτησαν. Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ ἡ ἐπίσημος ὑπηρεσία, ἡ ὁποία λέγει, διὰ τηλεγραφήματός της σήμερον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν Οἰκονομικῶν, ὅτι μετὰ ἐνδελεχῆ ἔρευναν ἡ ὁποίαν ἐγένετο, μία μόνον περίπτωσις παραχωρήσεως Ἰσραηλιτικοῦ καταστήματος δι’ ἀνωνύμου σημειώματος ἐγένετο, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἀπεσαφηνίσθη διὰ συμπληρωματικοῦ σημειώματος καὶ διὰ συμβολαίου τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ὁ Μέρτεν προσωπικῶς. Συνεπῶς περιωρίσθη οὕτω ἀσφυκτικῶς καὶ μέχρις ἀδιεξόδου ἡ δυνατότης τῆς παραχωρήσεως τοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον ἐφ’ ὅσον ἐπωλήθη δῆθεν πρὸς τὸν Χατζησταυρόπουλον, διεψεύσθη ὑπὸ τοῦ ἰδίου καὶ ἐφ’ ὅσον ἦτο τὸ παραχωρηθὲν διὰ ἀνωνύμου σημειώματος, διεψεύσθη ἐπίσης κατὰ τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα τῆς ὑπηρεσίας. Μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἦτο ἁπλῆ ἡ προσπάθεια ν’ ἀνευρεθοῦν τὰ στοιχεῖα μὲ πᾶσαν δυνατὴν ταχύτητα. Πρόκειται περὶ στοιχείων 10ετηρίδων, περὶ ἀρχείων, τῶν ὁποίων ἡ ἀναζήτησις δὲν ἦτο εὔκολος καὶ συνεπείᾳ τῶν καταπτύστων αὐτῶν συκοφαντιῶν ἔπρεπε διὰ νὰ ἔχῃ κανεὶς ἄμεσον τὴν ἀπόδειξιν, νὰ βασανισθῇ ἐπὶ ἡμέρας μὲ τὰς ἀθλιότητας αὐτὰς καὶ τὰς συκοφαντικὰς ἐκδηλώσεις τοῦ Μέρτεν. Τὶ νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὸν ἠθελημένον συσχετισμὸν ἐμοῦ μὲ τὸν ἐγκληματίαν συνεργάτην τῶν Γερμανῶν καὶ συνώνυμόν μου Νικόλαον Μακρῆν, τὸν ὁποῖον, οὔτε καὶ ἐσκέφθην εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν διαδρομὴν τῆς συκοφαντικῆς περιπετείας, καὶ εἰς τὴν Κρήτην μὲ εἰδοποίησε διὰ σημειώματος ὁ θεῖος τοῦ συναδέλφου κ. Βουλουδάκης, κατόπιν τηλεφωνήματος ἐκ Θεσσαλονίκης, ὅτι ὑπῆρχε Νικόλαος Μακρῆς, τὸν ὁποῖον ἐγνώριζα ὡς δικηγόρον προπολεμικῶς καὶ ὡς στενὸν συνεργάτην τῶν Γερμανῶν κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ εὐτυχῶς ἐντὸς τῆς ἰδίας ἑσπέρας προέκυψαν τὰ στοιχεῖα, τὸ ὁποῖα ἀποδεικνύουν ποῖος ἦτο ὁ Νικόλαος Μακρῆς μὲ τὸν ὁποῖον δολίως προσεπάθησε νὰ μὲ ἀναμίξῃ ὁ ἐγκληματίας Μέρτεν. Τέλος ἀκολουθοῦν οἱ ὑπαινιγμοὶ περὶ ἀρχείων τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, περὶ συμφερόντων ἀγγλικῶν καὶ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν νὰ ἐξηγοῦν τὴν γνώμην τοῦ συνηγόρου του, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ σχιζοφρενοῦς καὶ παρανοητικοῦ. Τέλος ἐπακολουθοῦν αἱ ἀνταποκρίσεις τῶν σοβαρωτέρων ἀνταποκριτῶν, οἱ ὁποῖοι οἴκοθεν νοεῖται, ὅτι ὁ Μέρτεν, εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἀθλίας του συκοφαντίας, ὡδηγήθη ὑπὸ τὴν συστηματικὴν συμπαράστασιν Ἑλληνικῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐγκαταστήσει ἀερογέφυραν μεταξὺ Βερολίνου καὶ Ἀθηνῶν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν μετέβαινον ἁπλῶς πρὸς ἐπίσκεψίν του, ἀλλὰ ὠργάνωναν καὶ ἐμεθόδευαν τὴν ὅλην προσπάθειαν πρὸς δημιουργίαν τῆς ἀτμοσφαίρας αὐτῆς.
§3Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ κατονομασθοῦν αὐτοί.
§4Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω στοιχεῖα αὐτὴν τὴν στιγμήν. (Φωναί, θόρυβος). Εὐτυχῶς δὲν θὰ κατονομασθοῦν, ἀλλὰ θὰ ἀποκαλυφθοῦν. Χθὲς ὡμιλήσατε σεῖς περὶ συμφερόντων ξένων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν μέσα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κ. Τσιριμῶκο.
§6Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν διέκοψα διὰ νὰ προκαλέσω. Ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ ὑπάρχῃ μία ὀγκώδης ἀντιπολίτευσις ἐδῶ.....
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον ἐγώ, κ. Τσιριμῶκο. Κύριε Ὑπουργέ, μὴ ἀπαντᾶτε. (Θόρυβος ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως).
§8Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὁ ρόλος τῶν γερμανικῶν ἐντύπων, τὰ ὁποῖα ἔσπευσαν νὰ ἐμφανίσουν κατὰ ἕνα τρόπον μάλιστα τελείως ἀσυνάρτητον, τὴν ὑπόθεσιν, ἐὰν μάλιστα ἐπροσέξατε τὸ «Σπῆγκελ», τὸ ὁποῖον ἐνῷ δημοσιεύει μίαν διαφορὰν μεταξὺ Γερμανῶν εἰς ἕνα δικαστήριον τοῦ Κιέλου, αἰφνιδίως καὶ κατὰ τρόπον ἀσυνάρτητον, προσκολλᾶται εἰς τὸ τέλος μία περικοπὴ ἀσύνδετος, ἡ ὁποία περιλαμβάνει ὅλας αὐτὰς τὰς ἐξωφρενικὰς καταγγελίας, λέγω, ὅτι ἡ ποιότης τῶν ἐντύπων καὶ ὁ ρόλος τὸν ὁποῖον διεδραμάτισαν, ἦτο ἀπολύτως ὕποπτος ὄχι μόνον δι’ ὅσα ἐγράφησαν, ὅτι τὸ «Σπῆγκελ» εἶναι σκανδαλοθηρικὸν περιοδικόν, τοῦτο ἴσως θὰ ἦτο τὸ ὀλιγώτερον, ἀλλὰ διότι, ἐὰν λάβετε τὴν σειρὰν τοῦ περιοδικοῦ αὐτοῦ, θὰ ἴδητε, ὅτι κατὰ σύστημα ἐπὶ συναπτὰ ἔτη ὑπονομεύει καὶ συκοφαντεῖ, κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον, ὅλους τοὺς ἡγέτας τῆς Δύσεως, μηδ’ αὐτοῦ τοῦ Καγγελλαρίου Ἀντενάουερ ἐξαιρουμένου, τὸν ὁποῖον ἀπεκάλουν καὶ ἐνεφάνιζον ὡς δῆθεν καταδότην τῶν Γάλλων. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, διότι ὅλα αὐτὰ θὰ ἔλθουν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴν τὴν ἀθλίαν ὑπόθεσιν τοῦ Μέρτεν, αὐτὰ τὰ ἀθλιέστατα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ἀρχὴν ἀνέφερον, ἐδέχθη κατὰ ἕνα τρόπον φανατισμένον νὰ φιλοξενήσῃ μία μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ Τύπου. Καὶ ἐπὶ τῆς ἀηδοῦς, ὁμολογουμένως, αὐτῆς ὑποθέσεως, ὡρισμένοι τῶν κυρίων ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀρνοῦνται νὰ λάβουν θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, χωρὶς νὰ σημαίνῃ τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ μεταβάλλεται εἰς δικαστήριον. Θὰ τὴν ἐλάμβανεν ἐν ὀνόματι μιᾶς ἀρχῆς κοινοβουλευτικῆς, καὶ νομίζω, ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδας ἕνας κοινὸς καὶ στιγματισμένος ἐγκληματίας, μὴ εὑρίσκων συμπαράστασιν, οὔτε ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον τῆς Ὑφηλίου, νὰ χυδαιολογῇ εἰς βάρος τοῦ Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ μελῶν αὐτῆς. Αὐτὰ θὰ ἐπέβαλεν ἡ ἀλληλεγγύη μεταξὺ τῶν Κομμάτων, ἀδιακρίτως, ἐπαναλαμβάνω, κομματικῆς καὶ ἰδεολογικῆς τοποθετήσεως. Πέραν αὐτοῦ, ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐλαχίστου στοιχείου, δίδει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸ δικαίωμα τῆς ὑπαναχωρήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὡρισμένα τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐδήλωσαν σαφῶς, ὅτι δέν δέχονται νὰ λάβουν θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἐπροχώρησε καὶ ἔτι περαιτέρω, ἔψεξε καὶ ἕνα αὐθόρμητον ψήφισμα, διὰ τὸ ὁποῖον εἶπε: Γνωρίζω πῶς ἐκμαιεύεται ἕνα ψήφισμα τοῦ Πανελληνίου Συνεδρίου τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων τῆς Χώρας, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκπροσωποῦνται ἐν τῷ συνόλῳ οἱ ὀργανισμοὶ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Τὸ ὅτι τὸ Συνέδριον αὐτό, κατὰ πρότασιν τοῦ Προέδρου του, ἐξέφρασε τὸν ἀποτροπιασμόν του καὶ τὴν ἀηδίαν του, διότι ἀπὸ ξένην χώραν κοινὸς ἐγκληματίας ἐξετόξευσεν ὕβρεις χυδαίας καὶ συκοφαντίας ἐναντίον μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεωρήθη ἐκδήλωσις ἀπαράδεκτος.
§9Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ δεύτερον μέρος.
§10Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως τὸ δεύτερον μέρος εἶναι τὸ χειρότερον τοῦ πρώτου, διότι ἐθεωρήθη τοῦτο ὡς ἐκδήλωσις κομματική, ἐνῷ δὲν ἦτο.
§11Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀποτελεῖ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἄποψιν ἑνὸς μεγάλου μέρους τῆς Βουλῆς.
§12Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ γεγονὸς ἦτο, ἐὰν ἦτο ἀπαράδεκτος μία αὐθόρμητος ἐκδήλωσις τοῦ συνεδρίου, ἢ ἐὰν ἐπεβάλλετο νὰ γίνῃ, ἢ ὄχι, κατὰ τὴν ἀηδῆ ἐξέλιξιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ μία διατύπωσις ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν ἔνια Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχουν διάφορον γνώμην, δηλαδὴ ἂν θὰ πρέπει ἢ ὄχι νὰ μεταβληθοῦν εἰς πλανήτας ἀνὰ τὸν κόσμον οἱ Ὑπουργοὶ μιᾶς Κυβερνήσεως διὰ νὰ δικασθοῦν, ἐφ’ ὅσον οὐσιαστικὴν καὶ δικονομικὴν ἁρμοδιότητα ἔχουν τὰ δικαστήρια τῆς Χώρας των, αὐτὴ εἶναι μία λεπτομέρεια, ἡ ὁποία δὲν μεταβάλλει τὴν γνώμην τοῦ συνόλου τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων τῆς Χώρας, ἐπὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ ἐκφράσουν τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ὡς Ἕλληνες ᾐσθάνθησαν. Πάντως σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ψηφίσματα ἑνὸς Συνεδρίου τῆς περιωπῆς ἐκείνου τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, οὔτε ἐκμαιεύονται, οὔτε προκαλοῦνται, ἀλλὰ αὐθορμήτως ἐκδίδονται. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπομένουν αἱ δύο προτάσεις τῶν ἀξιοτίμων Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ἡ μὲν εἰς τὴν παραίτησιν τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον μήνυσιν λόγῳ κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας, ἡ δὲ δευτέρα εἰς τὴν προσφυγὴν ἀπαραιτήτως εἰς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἔχουν ἤδη ἐκθέσει ὅλαι σχεδὸν αἱ μερίδες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πλὴν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἀγροτικοῦ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν ποὺ τρέφω πρὸς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος, νὰ θεωρήσω ὅλως ἐξαιρετικὴν τὴν διάκρισιν τῆς ἐκδηλώσεώς του ἐπὶ τῆς οὐσίας. Θὰ ἤθελον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφράσω τὰ αἰσθήματά μου αὐτά. Εἶναι μία ἐκδήλωσις, τὴν ἀνάγκην τῆς ὁποίας αἰσθάνομαι διὰ τὴν θέσιν τῆς ἀνωτέρας κοινοβουλευτικῆς ἀλληλεγγύης τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος. Εἶναι ἴσως περιττὸν νὰ τονίσω τὰς προσωπικάς μου ἀρχὰς καὶ ἀντιλήψεις καὶ νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι ἐπὶ συκοφαντίας οἱουδήποτε θὰ προσέφερον πρῶτος τὴν συμπαράστασίν μου πρὸς οἱανδήποτε κατεύθυνσιν ἂν ἀπευθύνεται χωρὶς νὰ πρόκειται νὰ μὲ ἐπηρεάσουν ποτὲ πολιτικοὶ καὶ ἰδεολογικαὶ ἀντιθέσεις. Εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρῶτος θὰ ἔσπευδα διὰ νὰ ἀποκαταστήσω τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν, οἱουδήποτε συκοφαντουμένου. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ γενικοῦ γραμματέως τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως Θεσσαλονίκης, ἑνὸς ἐντίμου συναδέλφου, τοῦ κ. Πάτσα, ὁ ὁποῖος προσεφέρθη μαζὺ μὲ πολλοὺς συναδέλφους καὶ συμπολίτας μου, νὰ βεβαιώσῃ ὅσα περὶ τοῦ προσώπου μου γνωρίζει ἀπὸ τὴν περίοδον τῆς Κατοχῆς. Προχωρῶ εἰς τὰ θέματα τῆς παραιτήσεως τῶν Ὑπουργῶν ἐν ὀνόματι τῆς εὐθιξίας καὶ τῆς προσφυγῆς εἰς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια ἀντὶ τῶν ἡμεδαπῶν. Ἐπὶ τοῦ πρώτου δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσω, κ. συνάδελφοι, διότι καθιερώνει μίαν ἐπικίνδυνον καὶ διὰ τοὺς ἰδίους τοὺς προτείνοντας καὶ διὰ τὴν Χώραν γενικώτερον, κοινοβουλευτικὴν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἅπαξ συκοφαντηθῇ ὁ Ὑπουργός, ἀπὸ οἱονδήποτε, ἔστω καὶ ἐστιγματισμένον, δι’ ἑνὸς ἁπλοῦ ὑπαινιγμοῦ, καὶ ἀποφασίσει νὰ προσφύγῃ ὅπως πάντοτε ἔπραξα ἐγώ, εἰς τὸ δικαστήριον, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ παραιτηθῇ. Θὰ καταλήξωμεν, κ. συνάδελφοι, εἰς ἕνα πρῶτον τυχόντα ὑποβολιμιαῖον συκοφάντην, νὰ ἐναπόκειται ἡ παραμονὴ ἢ ἡ μὴ παραμονὴ ἑκάστου Ὑπουργοῦ εἰς τὴν θέσιν του. (Χειροκροτήματα). Δι’ αὐτὸ, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο παρακινδυνευμένη ἡ ἐκδοχὴ αὐτή, ἂν καθιεροῦτο ὡς ἀρχὴ κοινοβουλευτική, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον εἶναι αὕτη ὑποτιμητικὴ καὶ δι’ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς Ἕλληνας δικαστάς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποδείξει πάντοτε ὅτι καὶ ἀντίστασιν καὶ ἦθος ἐξαίρετον διαθέτουν, ὥστε νὰ ἔχουν ἐλευθέραν τὴν συνείδησιν, οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι αἱ ἀξιωματοῦχοι διάδικοι. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω κἄπως λεπτομερέστερον ἐπὶ τῆς δευτέρας προτάσεως τῆς προσφυγῆς δηλονότι εἰς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια. Καὶ θὰ ἀναγνώσω, ἂν μοῦ ἐπιτρέψητε, τὴν ἄποψίν μου, τὴν ὁποίαν διετύπωσα εἰς μίαν δήλωσίν μου πρὸς τὸν Τύπον καὶ ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ κατὰ τρόπον πλήρη καὶ ἠτιολογημένον τὰς ἀπόψεις μου. Πρὶν ὅμως, κάνω αὐτό, θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τοὺς προτείνοντας τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια. Ἔχουν μίαν περίπτωσιν, ἔστω ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῶν Ἐθνῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἔστω καὶ ἕνα μέλος Κυβερνήσεως, παρῃτήθη τῆς οὐσιαστικῆς καὶ δικονομικῆς ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων τῆς Χώρας του, διὰ νὰ σπεύσῃ καὶ νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἀλλοδαποῦ δικαστηρίου, οἱασδήποτε δικαστικῆς ἀσφαλείας, τὴν τύχην τῆς ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν κατὰ τοὺς νόμους μας ρυθμίζει ὁ οὐσιαστικὸς Ἑλληνικὸς ποινικὸς νόμος καὶ διὰ τὴν ἐκδίκασίν της εἶναι ἁρμόδια τὰ Ἑλληνικὰ ποινικὰ δικαστήρια; Ὑπάρχει ἔστω καὶ ἕνα περιστατικὸν εἰς τὸν κόσμον ὅταν εἶναι δεδομένον, ὅτι Ἀρχηγοὶ, Πρωθυπουργοὶ καὶ ὑπουργοί, ἐσυκοφαντήθησαν κατὰ τρόπον ἀπροκάλυπτον εἰς πλείστας ὅσας ξένας χώρας, ὑπάρχει καμμία περίπτωσις συκοφαντηθέντος νὰ παρεῖδον τὰ ἁρμόδια δικαστήρια τῆς Χώρας των καὶ νὰ ἔσπευσαν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ὅπως ὑπαχθοῦν εἰς ξένην ἁρμοδιότητα καὶ ξένον οὐσιαστικὸν ποινικὸν νόμον; Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω καὶ δεύτερον ἐπιχείρημα, διότι δὲν πιστεύω εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον πάντως θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἀπάντησιν πρὸς δύο μερίδας τῆς αἰθούσης αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι προτείνουν μετάβασιν καὶ προσφυγὴν εἰς τὰ γερμανικὰ δικαστήρια. Πρόκειται περὶ τῆς ΕΔΑ καὶ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Αὐταὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐπιμένουν εἰς τὴν προσφυγὴν εἰς Γερμανίαν. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἀμφότερα τὰ κόμματα καὶ κατὰ τρόπον λαῦρον ἐπετίθεντο κατὰ τῆς γερμανικῆς δικαιοσύνης.
§13Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι δά!
§14Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὑπεστήριξαν, ὅτι οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην ἐμπνέει ἡ ναζιστικὴ δικαιοσύνη τῆς σημερινῆς Δυτικῆς Γερμανίας. Ἔχω ἐδῶ τὸ κείμενον διὰ νὰ διαπιστωθῇ τοῦ λόγου μου τὸ ἀσφαλές.
§15Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν ἔχετε κείμενον ἰδικόν μου, ὅτι εἶπον αὐτό, νὰ τὸ διαβάσετε.
§16Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐξετάσω ἀμέσως τίνος εἶναι.
§17Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τώρα εἰς τὴν περίστασιν. (Κωδωνοκρουσίαι).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσιριμῶκο, ἔχετε μίαν τάσιν διακοπῶν καὶ ἐριστικήν. Διατί; Σᾶς διέκοψε κανεὶς ὅταν ἠγορεύσατε; Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτετε, διότι εἶναι καὶ τὸ θέμα τοιοῦτον, ὥστε ἐπιβάλλει καὶ κἄποιαν ἁβροφροσύνην.
§19Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ἐδήλωσα, ὅτι αἱ περικοπαὶ θὰ ἀναγνωσθοῦν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ὅλη ἀντίληψις πλὴν τῶν κατηγορηματικῶν ἀπόψεων, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν εἶναι, ὅτι οὐδεμίαν πρέπει νὰ τρέφῃ κανεὶς ἐμπιστοσύνην πρὸς τὰ δικαστήρια τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, ὡς ἐλεγχόμενα ἀπὸ τοὺς ναζιστάς. Δὲν δέχομαι, οὔτε τὴν ὀρθότητα, οὔτε τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον μὲ κάμνει νὰ μὴ προσφεύγω εἰς τὰ Δικαστήρια τῆς Γερμανίας. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν εὐθέως εἰς τὰ Δικαστήρια τῆς Πατρίδος μου, εἶναι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἀναφέρω εἰς τὴν ἀνακοίνωσίν μου, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Κατὰ γενικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Ἑλληνικοῦ Ποινικοῦ Κώδικος τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκλήματα τῶν ἀλλοδαπῶν, ἐφ’ ὅσον στρέφονται καθ’ ἡμεδαποῦ, κρίνονται κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς Ποινικοὺς νόμους, ὑπαγόμενα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ἑλληνικῶν Τακτικῶν Δικαστηρίων. Ἡ σχετικὴ διάταξις ἔχει ληφθῆ ἐκ τῆς Γερμανικῆς Ποινικῆς Νομοθεσίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἀντίστοιχος διάταξις ἐπιβάλλουσα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Γερμανικοῦ Ποινικοῦ νόμου καὶ καθιεροῦσα ἁρμοδιότητα τῶν Γερμανικῶν Δικαστηρίων διὰ τὰς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀδικοπραγίας ἀλλοδαπῶν στρεφομένας κατὰ Γερμανοῦ πολίτου. Παραλλήλως καὶ κατὰ τὰς γενικὰς περὶ τύπου διατάξεις, τὰ διὰ τῶν ἐντύπων πραττόμενα ἀδικήματα τιμωροῦνται κατὰ τοὺς νόμους τῆς Χώρας ὅπου ἐκυκλοφόρησαν, ὑπαγόμενα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Τοπικῶν Δικαστηρίων. Τὰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς αὐτὰς διατάξεις τὰς καθιερούσας τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Δικαστηρίων τῆς Πατρίδος μου, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἀγνοήσῃ διάδικος, ἐν ἐνεργείᾳ μάλιστα Ὑπουργός, διὰ νὰ προτιμήσῃ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Δικαστηρίων οἱασδήποτε ξένης Χώρας. Ἐὰν μάλιστα δὲν εἶχον καθιερωθῆ διεθνῶς παρόμοιαι διατάξεις, ὁ ἀδικούμενος καὶ ἀνεξαρτήτως, ἐὰν διέθετε τὰ πρὸς τοῦτο μέσα, θὰ ὑπεχρεοῦτο νὰ προσφεύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια ξένης Χώρας, μεταφέρων αὐτόθι τοὺς μάρτυρας καὶ τὰ ἀποδεικτικὰ του στοιχεῖα, ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ ὡργανωμένη τυχὸν συκοφαντία ἐξεδηλοῦτο εἰς πλείονα σημεῖα τῆς Ὑδρογείου, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ περιπλανᾶται ἀνὰ τὴν ὑφήλιον πρὸς δίωξιν τῶν συκοφαντῶν. Ἄλλως τε διὰ τῆς ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει καταγγελίας, σκοπεῖται κατὰ κύριον λόγον ἡ ἀποκατάστασις τῆς ὑπολήψεως τοῦ θιγομένου, ἡ ὁποία εἶναι ἀνάγκη νὰ συντελῆται εἰς τὸν τόπον καὶ ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Χώρας τοῦ ἀδικουμένου. Δὲν νομίζω, κατόπιν τούτου, ὅτι εἶναι σοβαρὸν νὰ ὑποστηρίζεται ἡ προσφυγὴ εἰς Δικαστήρια ξένης Χώρας. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπευθύνους διὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχει ἀνησυχία μήπως δὲν προσέλθουν, ἐὰν διατηροῦν καὶ ἴχνη ὑπολήψεως, διὰ λογαριασμὸν τῶν ἐντύπων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδουν, ὑπέχουν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσέλθουν καλούμενοι ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας καὶ ἡ στάθμη καὶ ἡ ἀμεροληψία εἶναι διεθνῶς ἀνεγνωρισμέναι. Κύριοι συνάδελφοι, ἀσχέτως, ὅτι δὲν ὑπάρχει, οὔτε προηγούμενον, οὔτε καὶ ἴχνος στοιχείου δικαιολογοῦντος τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ Γερμανικὰ Δικαστήρια, προβάλλεται ὁπωσδήποτε ἡ ἀνάγκη τῆς καταρρίψεως τῶν συκοφαντιῶν. Πρῶτον, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ περιποιήσῃ τιμὴν εἰς αὐτὰ τὰ ἔντυπα καὶ τὸν Μέρτεν, ὑποβάλλουσα μήνυσιν, δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιμεληθῇ καὶ τῆς καθείρξεώς των. Δεύτερον, καὶ ἂν προσφύγωμεν εἰς τὴν Γερμανίαν, ὁ Μέρτεν ἔχει δικαίωμα καὶ εἰς τὰ Γερμανικὰ Δικαστήρια νὰ ἐρημοδικήσῃ, νὰ μὴ προσκομίσῃ τὰ δῆθεν στοιχεῖα καὶ νὰ εἴπῃ: «διὰ λόγους πολιτικοὺς δὲν προσέρχομαι, δικάστε με ἐρήμην». Πέραν, λοιπόν, τῆς περιπετείας τὴν ὁποίαν κατὰ τρόπον, ὄχι ἀπολύτως ἐνδεδειγμένον, εἰσηγήθησαν τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προτείνεται Ἕλλην Ὑπουργὸς νὰ προσφύγῃ ἐνώπιον δικαστηρίου ξένης Χώρας, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ ἡ Ἰαπωνία, ἐὰν π.χ. εἰς τὸ Τόκιο μία ἐφημερίς, καθ’ ὑπόδειξιν ἔστω ἔκαμνε τὸν ὑπαινιγμὸν αὐτόν; Καὶ ἄν, κ. συνάδελφοι, καθιερώσωμεν πλέον τὴν ἀρχὴν αὐτὴν καὶ ἐκδηλωθῇ, ὡς ἀνέφερον, πολλαχοῦ τοῦ ὑδρογείου παρομοία συνωμοτικὴ ἐκδήλωσις, δὲν θὰ σημαίνῃ κατ’ ἀντιδιαστολήν, ὅτι ἡ μὴ καταμήνυσις τῆς ἐφημερίδος, π.χ. τῆς Μαδρίτης καὶ ἡ μὴ μετάβασις εἰς τὴν Ἱσπανίαν σημαίνει ἐνοχὴν καὶ φόβον καὶ δέος τοῦ ἐνδιαφερομένου νὰ μεταβῇ ἐκεῖ; Δὲν νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ συζητῆται σοβαρῶς. Ἐζητήθησαν προηγουμένως αἱ περικοπαί. Ὁ κ. Ἐφραιμίδης εἶπεν: «Ὑπάρχει εὐθὺς μετὰ τὸ τέρμα τοῦ πολέμου μία κίνησις ἀποκαταστάσεως τοῦ ναζισμοῦ. Εἶναι τὸ κίνημα ρεβανσισμοῦ, τὸ ὁποῖον μὲ ἕδραν τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν ἁπλώνεται καὶ εἰς ὅλην τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην. Εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ ἐπιβεβαίωσις τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ἀποδεικνύεται ἀπὸ σειρὰν γεγονότων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαψευσθοῦν. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ Διοίκησις, ἡ Δικαιοσύνη, ὁ Στρατός, καὶ ὁλόκληρος ὁ Κρατικὸς μηχανισμὸς τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, εἶναι πλαισιωμένος ἀπὸ στελέχη τοῦ ναζισμοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων πλεῖστοι ἐγκληματίαι πολέμου. Αὐτὴν τὴν γενικὴν προσπάθειαν σκοπεῖ νὰ βοηθήσῃ καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον. Ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι οἱ ἐγκληματίαι πολέμου θὰ παραδοθοῦν εἰς τὴν Γερμανίαν ἵνα δικασθοῦν ἐκεῖ εἶναι ἕνας μῦθος. Εἰς τὴν Γερμανίαν τοὺς ἀναμένουν τὰ ἀθωωδικεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀθωώνουν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἐγκληματίας πολέμου»... Σεῖς, κ. Τσιριμῶκο, προσωπικῶς, ὑπεστηρίξατε, ὅτι εἶναι ἀσφαλὴς ἡ κρίσις εἰς τὴν Γερμανίαν; Διὰ νὰ μὴ ἀναζητῶ τὰ πρακτικά;......
§20Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴπατε, ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐγγύησις εἰς τὴν Γερμανίαν, ὅτι θὰ δικασθοῦν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, καὶ δι’ αὐτὸ ἠθέλησα νὰ σᾶς διακόψω διὰ νὰ σᾶς ἐκβάλω ἐκ τῆς πλάνης. Ἐγώ, δὲν εἶπον, ὅτι μοῦ λείπει ἡ ἐμπιστοσύνη ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Δικαιοσύνην, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Γερμανικὴν Δικαιοσύνην ὁ Μέρτεν, ὅτι ἤδη ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην ἔχει καταδικασθῆ εἰς 25 ἐτῶν εἱρκτήν. Οὐδέποτε ὡμίλησα ἐγὼ ἐναντίον τῆς Γερμανικῆς Δικαιοσύνης. Δι’ αὐτὸ σᾶς διέκοψα, διότι δὲν εἶναι σωστόν, ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ βεβαιώνετε, ὅτι Ἀρχηγοὶ Κομμάτων εἶπον πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον.
§21Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Πρῶτον δὲν ὡμίλησα περὶ Ἀρχηγῶν Κομμάτων, ἀλλὰ περὶ δύο Κομμάτων τῆς ΕΔΑ καὶ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Δεύτερον, δὲν ἀνέφερα σᾶς προσωπικῶς. Σεῖς σηκωθήκατε νὰ μὲ διακόψητε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος παρεμβὰς δὲν σᾶς ἐπέτρεψεν. Ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ, κ. συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ ἡ δευτέρα πρότασις. Καταλήγων, διὰ νὰ μὴ σᾶς καταπονῶ περαιτέρω, κατέρχομαι τοῦ βήματος μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔπραξα τὸ καθῆκον μου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων τοῦ ἰδίου τοῦ συκοφάντου ἀπεκάλυψα καὶ τὴν ποιότητα τῶν συκοφαντιῶν καὶ τὴν ἀδίστακτον τοῦ συκοφάντου ἐγκληματικότητα. Πιστεύω, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ εὐκαιρίαν ἡ ὑπόθεσις αὐτή, πρὸς ὑπόμνησιν τῶν πολιτικῶν καὶ ἰδιαιτέρως τῶν ἰδεολογικῶν μας ἀνταγωνισμῶν. Αὐτὰ ἀνάγονται εἰς τὴν σφαῖραν ἄλλης ἀντιμαχίας καὶ δὲν πρόκειται αἱ συκοφαντίαι τοῦ οἱουδήποτε Μέρτεν νὰ μεταβάλουν τὰς ἀντιλήψεις, εἴτε ἐμοῦ, εἴτε τῶν κυρίων μὲ τοὺς ὁποίους ἀντιδικῶ. Ἕνα εἶναι βέβαιον, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμαχοῦμεν καλοπίστως καὶ μία στιγμιαία ὀξύτης ἡ ὁποία συμβαίνει νὰ παρεμβάλλεται δὲν θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάζῃ διὰ νὰ μεταφέρεται χαιρεκάκως μέχρι τῆς ἀποκρουστικῆς συκοφαντικῆς περιπτώσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀποκλειστικῶς συζητοῦμεν σήμερον. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Νέας Πολιτικῆς Κινήσεως, κ. Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας, ἔχει τὸν λόγον.
§23Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ἡ πολυθρύλητος καὶ ἀξιοθρήνητος ὑπόθεσις Μέρτεν, ἀφοῦ, ὡς μὴ ἔδει, ἀπησχόλησε τρεῖς φορὲς τὸ Ἐθνικὸν Κοινοβούλιον νομοθετικῶς, τὸ ἀπασχολεῖ ἤδη ἀκόμη πανηγυρικώτερον διὰ τετάρτην φοράν, ὑπὸ μορφὴν πολιτικοῦ ἐλέγχου. Ἀναμφισβητήτως αἱ σελίδες αὐταὶ τῶν Κοινοβουλευτικῶν μας χρονικῶν δὲν εἶναι ἀπὸ τὰς τιμητικάς. Ἀθλία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ὑπόθεσις ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ, ἀπηθλιώθη ἔτι περισσότερον συνετείᾳ τῶν κακῶν χειρισμῶν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπέχει αὕτη βαρεῖαν πολιτικὴν εὐθύνην. Καὶ φαίνεται, ὅτι τὴν εὐθύνην αὐτήν, θὰ τὴν ἀποσείσῃ δυσκόλως. Δὲν ἔχω, ἀτυχῶς, τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι κατώρθωσε νὰ μειώσῃ τὴν εὐθύνην της ἡ μέχρι τοῦδε ὑπεράσπισις τῆς θέσεώς της ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκράτησεν ὁμολογουμένως χθὲς τὴν συζήτησιν εἰς μειλίχιον τόνον εὐπρεπείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπῆρξεν ἀπόψε, διεξοδικώτατος καὶ παρέσχε πολλὰς διαφωτιστικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν ἡ δικαιοσύνη, τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ ἡ ὑπόθεσις τῆς οὐσίας. Ἀμφότεροι ὅμως περιστραφέντες εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως καὶ περιπλανηθέντες, ὡς νὰ ἦσαν εἰς τὸ Μ)μελὲς Πλημμελειοδικεῖον, ἀπὸ τὰς λεπτομερείας της, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ διασπάσουν τὸν πυρῆνα της. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἀνέπτυξε δυσνοήτους δοξασίας περὶ ἀνεξελέγκτου παραγραφῆς τοῦ δοσιλογισμοῦ....
§24Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τοιαύτην φράσιν, δὲν εἶπον. Παρακαλῶ, νὰ μνημονεύσητε ἔστω καὶ μίαν φράσιν μου τοιαύτην. Εἶναι ἠθικὸν τὸ ζήτημα καὶ γνωρίζετε ἄριστα, ποία ὑπῆρξεν ἡ στάσις μου κατὰ τὴν κατοχήν.
§25Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Οὐδεὶς ἔχει ἀντίρρησιν.
§26Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Καὶ δὲν εἶπον οὔτε λέξιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς δικαιολογοῦσα τοὺς δοσιλόγους. Μὲ συγχωρεῖτε πάρα πολύ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀνεύρητε φράσιν μου. Διότι ἄλλως, μένετε ἐκτεθειμένος.
§27Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Χαίρω διὰ τὴν διευκρίνησιν.
§28Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Παρακαλῶ, νὰ ἀνεύρητε φράσιν μου. Τίθεται ἠθικὸν θέμα δι’ ἐμέ. Ἠγωνίσθην κατὰ τὴν κατοχήν, ἐκινδύνευσα, κατεδικάσθην εἰς θάνατον καὶ δὲν δίδω εἰς οὐδένα τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ.... (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως), ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶ, νὰ δικαιολογήσω τὸν δοσιλογισμόν.
§29Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Μετὰ τῆς ὀργῆς σας, ἐπῆλθε καὶ ἡ διευκρίνησις, διότι καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον ἔμενεν ἡ ἐντύπωσις, ὅτι....
§30Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Νὰ εὕρητε παρακαλῶ τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν εἶπον.
§31Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Εἴπατε, ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ἐργαζόμενοι μὲ τοὺς κατακτητάς, συνεργάζονται δι’ ἐθνικοὺς λόγους. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ σφουγγάρι νὰ διαγράψωμεν τὰς εὐθύνας ὅλων τῶν συνεργασθέντων μὲ τὸν ἐχθρόν.
§32Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εἶπον, διὰ τὰς τρεῖς Νομαρχίας Δυτικῆς Μακεδονίας. Μὲ συγχωρεῖτε ποὺ σᾶς διακόπτω, ἀλλὰ καὶ ἀπογευματινὴ ἐφημερὶς σήμερον, προσπαθεῖ νὰ γενικεύσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς φράσεώς μου. Καὶ αὐτὴ ἡ γενίκευσις, εἶναι ἀνεπίτρεπτος καὶ ἀπαράδεκτος. Δὲν ἀνταποκρίνεται διόλου εἰς τὰς σκέψεις καὶ τοὺς λόγους μου. Εἶπον, ὅτι εἰς εἰδικὰς Νομαρχίας, ὅπου ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος τῆς Βουλγαρικῆς διεισδύσεως, ἐχρειάσθη κατά τινας ἡ ἀνάληψις τῆς εὐθύνης ἐκ μέρους τῶν Νομαρχῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπέτρεπον τὴν διείσδυσιν αὐτήν. Δὲν ἐδικαιολόγησα διόλου τὸν δοσιλογισμόν. (Χειροκροτήματα).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προχωρήσωμεν. Προχωρήσατε, κ. Νόβα.
§34Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Δὲν ὑποθέτω νὰ θέλετε νὰ ρίψετε καὶ εἰς ἐμέ, τὴν μομφὴν τῆς κακῆς πίστεως. Καὶ εἰς ἐμέ, εἶχον προταθῆ ἀξιώματα τῆς κατοχῆς καὶ ἀπήντησα, ὅτι δέχομαι νὰ μεταβῶ μόνον ὡς Ἐπιθεωρητὴς τῶν Δημοτικῶν Σχολείων εἰς τὴν Μακεδονίαν. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ γενικεύσω τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ πάσης αἰτιάσεως ὅλων τῶν ὑπηρετούντων κατὰ τὴν κατοχὴν ὑπὸ τὸν ἐχθρόν. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ εἰδικαὶ περιπτώσεις ἀνάγκης ἐθνικῆς, κατὰ τὰς ὁποίας ἐδόθη καὶ ἐντολὴ εἰς ὡρισμένα πρόσωπα νὰ ἐξυπηρετήσουν ὡρισμένας νευραλγικὰς περιφερείας. Αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν τῆς γενικεύσεως, ποὺ ὄντως ἐδημιουργήθη εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, θὰ ἤθελον νὰ τὴν ἀπαλείψω πραγματικῶς καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ οὐδέποτε ἠμφεσβήτησα τοὺς ἀγῶνας σας κατὰ τὴν κατοχὴν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους. Ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ θέμα. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατέληξε χθές, εἰς τὴν ἀτυχῆ ἀποστροφήν, νὰ μεταβληθῶμεν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ εἰς δικαστάς, καὶ νὰ ἐκδώσωμεν διὰ χειροκροτημάτων τὴν ἀπόφασιν. Τοῦτο, εἶναι ἀπαράδεκτον. Ἡ Βουλή, δὲν εἶναι δικαστήριον. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις προσέφυγεν, ἐξ ἐλευθέρας της ἐκτιμήσεως, εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἐκείνη μόνον θὰ κρίνῃ καὶ θὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἀπὸ ἐκείνην θὰ ἴδωμεν ὅλοι τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν. Καὶ μόνον ἐκεῖνο τὸ φῶς θὰ διαλύσῃ, ἂς τὸ εὐχηθῶμεν, ὅλα τὰ σκοτεινὰ σημεῖα τῆς παναθλίας ὑποθέσεως. Ἡμεῖς, χαρακτηρίσαντες εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὰ δημοσιεύματα ὡς συκοφαντικὰ καὶ ἀποδεχθέντες τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ὑπεδείξαμεν τὸν λυσιτελέστερον, κατὰ τὴν γνώμην μας, τρόπον δικαστικοῦ καθαρμοῦ τοῦ ζητήματος. Ἀπεφύγαμεν πᾶσαν ἀκρότητα, συστήσαντες, ὡς ἐκ περισσοῦ φόβου, εἰς ὅλα τὰ Κόμματα ψυχραιμίαν καὶ ἀντικειμενικότητα. Εἴμεθα εὐτυχεῖς, διότι ἡ σύστασίς μας δὲν ἔπεσεν εἰς τὸ κενόν. Ὅπως ἀπεφύγαμεν νὰ ἀναμοχλεύσωμεν τὴν οὐσίαν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἀποφεύγομεν νὰ τὸ πράξωμεν καὶ ἐντὸς αὐτῆς. Κρατοῦμεν τὴν θέσιν μας. Γνωρίζομεν πόσον δύσκολον εἶναι νὰ κρατηθῶμεν εἰς τὸ μέσον. Νὰ κρατηθῶμεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀντικειμενικοῦ κριτοῦ, τοῦ ἀγαθοῦ ἀνδρός. Μὲ τὸ νὰ ἐκφράσωμεν εἰλικρινῶς τὴν λύπην μας διὰ τὸν συκοφαντικὸν βόρβορον, ποὺ κατεσπίλωσε τὴν Χώραν μας, κινδυνεύομεν νὰ χαρακτηρισθῶμεν, κατὰ τὰς Γραφὰς τοῦ κ. Τσάτσου, ὡς Φαρισαῖοι. Μὲ τὸ νὰ συστήσωμεν νὰ μὴ δίδεται ἐκθαμβωτικὴ πίστις εἰς τοὺς συκοφαντικοὺς πυραύλους τοῦ Μέρτεν, κινδυνεύομεν νὰ χαρακτηρισθῶμεν, δὲν ξέρω ἀπὸ ποῖον ἐξ ἴσου φανατικὸν Ἀντι–Τσάτσον, ὡς Φιλισταῖοι ἢ Σαδδουκαῖοι. Ἔτσι δημιουργεῖται μέν, ἴσως, ἑβραϊκὸν ζήτημα, ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν παραμένει ἀδιαφώτιστον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡμεῖς κρατοῦμεν τὴν κεντρικήν μας θέσιν, τὴν ὁποίαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς προσδιωρίσαμεν μετὰ τόσης προσοχῆς καὶ ἀντικειμενικότητος, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν νὰ μᾶς μετατοπίσουν τώρα ἀπὸ αὐτήν, οὔτε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οἱ ὄψιμοι κεραυνοί, οὔτε τῶν συκοφαντικῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ Μέρτεν αἱ συνεχιζόμεναι διαψεύσεις. Θέσις μας καὶ γραμμή μας παραμένει, ὅτι ἀσχέτως πρὸς τὴν οὐσίαν του, τὴν ὁποίαν θὰ κρίνουν τὰ Δικαστήρια, κακῶς ἐχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις ἐξ ὑπαρχῆς τὸ ζήτημα, εἰς βάρος καὶ τῆς ἰδίας, δυστυχῶς, ὅμως εἰς βάρος καὶ τῆς Χώρας. Ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ κακοὶ χειρισμοὶ τῆς Κυβερνήσεως; Κακῶς ἀπέλυσε διὰ νόμου τὸν Μέρτεν μετὰ τὴν καταδίκην του, ἀπειλοῦντα μάλιστα ἔκτοτε «νέους ἀγῶνας». Κακῶς ἐθορυβήθη ἀπὸ τὰς ἐκτοξευθείσας συκοφαντίας του καὶ ἔχασε τὴν ψυχραιμίαν της. Κακῶς δὲν ἀπηυθύνθη ἀμέσως πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὰ πολιτικὰ Κόμματα ποὺ τὸν ἐκπροσωποῦν, ἐπικαλουμένη τὴν ἀλληλεγγύην, συμπαράστασίν των, ἐφ’ ὅσον ἐθίγη ἡ τιμὴ τῆς χώρας. Κακῶς ἔσπευσε νὰ τοποθετήσῃ ἐπὶ διεθνοῦς πεδίου τὸ ζήτημα, προσφυγοῦσα εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, μὲ τὴν προσδοκίαν ἴσως νὰ κόψῃ κεραυνοβόλως τὴν γλῶσσαν τοῦ Μέρτεν. Κακῶς κατέθεσαν μόνον οἱ δύο ὑπουργοί της μήνυσιν, χωρὶς νὰ καταθέσῃ ταυτοχρόνως καὶ ὁ ἐξ ἴσου προσβληθεὶς κ. Πρωθυπουργός. Κακῶς ἀπεσιώπησαν ἐντελῶς καὶ ἄφησαν ἀνυπεράσπιστον μίαν κυρίαν. Κακῶς ἡ μήνυσις κατετέθη εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια καὶ ὄχι εἰς τὰ Γερμανικά. Κακῶς, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῆς μηνύσεως, ἤνοιξε τὸν ταπεινωτικὸν ἐκεῖνον διάλογον μὲ τὸν κ. Μέρτεν, παρακληθέντα νὰ προσδιορίσῃ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ηὐδοκοῦσε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔστω καὶ ὡς μάρτυς μόνον. Κακῶς ἐψήφισεν εἰς τὴν ἀκροτελεύτιον ὑπερεμβόλιμον συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως εἰδικὸν νομοθετικὸν εἰσιτήριον ἐπανόδου του εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὁποῖον φεῦ, δὲν θὰ χρησιμοποιήσῃ, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὁ διεθνής, κατὰ τὸν κ. Τσάτσον, ἀλήτης. Κακῶς, κάκιστα, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι ἐδημιούργησαν πρῶτα διεθνὲς θέμα, προσπαθοῦν τώρα νὰ τὸ μεταβάλουν εἰς ἐσωτερικὸν κομματικὸν τοιοῦτον. Κακῶς, κάκιστα, ἐπιχειροῦν νὰ στηρίξουν κατηγορίαν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αὐτὴ διὰ μεθόδων ἀλχημικῶν μετέτρεψεν ἕνα ἁπλοῦν συκοφαντικὸν πταρνισμὸν εἰς πολύπλοκον ἐθνικὸν καὶ ἠθικὸν θέμα. Κακῶς, κάκιστα, προσπαθοῦν ὑπερπηδῶντες τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν νὰ μετατρέψουν τὴν Βουλὴν εἰς Δικαστήριον οὐσίας, καθιστῶντες ἐκ προοιμίου ἔτι περισσότερον διαβλητὴν τὴν μέλλουσαν νὰ διεξαχθῇ ἐρήμην δίκην. Τὰ ὅσα ἀπηριθμήσαμεν, ἀποτελοῦν ἀδιάσειστα ἄρθρα κατηγορίας τῶν χειρισμῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ φυσικὰ θὰ ἐπιχειρήσω νὰ τὰ ἀναπτύξω ἕνα πρὸς ἕνα, διὰ νὰ ἀνατρέψω τὴν ἀντεπίθεσιν. Ὄχι τὴν ἀντεπίθεσιν, ἀκριβέστερον θὰ ἔλεγα τὴν ἐπιθετικὴν ἐπιστροφὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἐστράφη κατ’ ἀρχὰς μὲ ὅλας τὰς κυβερνητικάς του δυνάμεις κατὰ τῶν Γερμανῶν συκοφαντῶν του, χωρὶς νὰ κατορθώσῃ νὰ τοὺς φιμώσῃ καὶ τοὺς ἐξουθενώσῃ, μετεστράφη ἀπὸ τῆς παρελθούσης Κυριακῆς ἐναντίον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ προσπαθεῖ ματαίως νὰ ἐπιρρίψῃ εἰς αὐτὴν τὰς εὐθύνας τῆς παγκοσμίου ἀναφλέξεως τοῦ ζητήματος καὶ τῆς διοχετεύσεως πολυστήλων εἰδήσεων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Τύπον. Δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω, ὅτι τῆς πρωθυπουργικῆς ἀντεπιθέσεως προηγήθη ἀναγνωριστικὸς ἀκροβολισμὸς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας, ἀφοῦ ἐταλανίσθη ἐπὶ 15θήμερον ἀπὸ τὴν νευρικότητα καὶ τὴν σύγχυσιν ποὺ τὸν ἐχαρακτήρισαν κατὰ τὴν πρώτην φάσιν τῶν ἀντιδράσεων τῆς Κυβερνήσεως, προσῆλθε κατηυνασμένος, δῆθεν, τὸ παρελθὸν Σάββατον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, καὶ προσεπάθησε μὲ φιλομειδῆ τἄχα γαλήνην νὰ ἁπλοποιήσῃ τὸ ζήτημα, ἀφηγούμενος τὴν ἱστορίαν του ὡσὰν μυθιστόρημα τοῦ παλαιοῦ καλοῦ καιροῦ. Ἐπεχείρησε νὰ ἁπλοποιήσῃ τὸ ζήτημα, δυστυχῶς ὅμως τὸ ζήτημα δὲν ἐπιδέχεται ἁπλοποίησιν. Τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν χαρακτηρισμόν του, ἀφ’ ἧς ἀνέπτυξεν εἰς διεθνῆ ἀκτῖνα καὶ ἀφ’ ἧς ἐπελήφθη αὐτοῦ ἡ Δικαιοσύνη, θὰ τὴν προσδιορίσουν τὰ πράγματα καὶ μόνον αὐτά. Οὐδεμία πολιτικὴ δεξιοτεχνία, οὐδεμία ρητορικὴ δεινότης καὶ οὐδεὶς ὄγκος ψήφων βουλευτικῶν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσῃ τὴν ἔκτασίν του. Ὅπως δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις, ὅπως φαίνεται ἐπιθυμοῦσα, νὰ μειώσῃ τὴν ἔκτασίν του, ἔτσι δὲν δύναται καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν τὸ ἐπεθύμει, νὰ τὴν διογκώσῃ. Τὰ πράγματα καὶ μόνον τὰ πράγματα, τῶν ὁποίων ἄλλως τε ἡ ροὴ δὲν ἐσταμάτησεν ἀκόμη, αὐστηρῶς ἐρευνώμενα καὶ κρινόμενα ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης, θὰ θέσουν τέρμα εἰς τὸ ἐγερθὲν σκάνδαλον. Ὁ ἀνοιχθεὶς ὀχετὸς ἀηδιάζει μὲ τὴν δυσωδίαν του, πάντα εὐπρεπῆ καὶ καλόπιστον ἄνθρωπον καὶ ἐξεγείρει πάντα τίμιον Ἕλληνα, ἀλλὰ τὸ συκοφαντικὸν ἄγος δὲν εὑρίσκει τὴν λύσιν του ἀπὸ τὰ αὐθόρμητα συναισθήματα μόνον. Χρειάζεται ἔλεγχος τῶν στοιχείων ἐπὶ τῆς πλάστιγγος τῆς δικαιοσύνης, ἀντιμωλία, ἐξονύχισις, κρίσις, ἀπόφασις δικαστική.
§35Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἶναι περισσότερον πιστευτὰ αὐτὰ ποὺ ὑποστηρίζει ὁ Μέρτεν; (Θόρυβος— κωδωνοκρουσίαι).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κεφαλογιάννη, σᾶς παρακαλῶ πολὺ μὴ διακόπτετε.
§37Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Πρέπει νὰ ἐννοήσετε ὅτι ἡ δικαιοσύνη θὰ ἔχῃ τὸν τελικὸν λόγον καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν ἐπηρεάσῃ.
§38Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν θέτω τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν κρίσιν τὴν ἰδικήν σας. Εἶναι ζήτημα συνειδήσεως διὰ σᾶς, ἐὰν θέλετε, νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησίς μου νὰ ζητήσῃ διὰ τῆς Βουλῆς νὰ καλύψῃ τὸ θέμα, εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ τὰ ἐμφανίσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἀλλά, πρὶν ἢ ἀχθῇ τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις κατέθεσε μήνυσιν. Διότι ὅμως συνεχίζετο κατὰ τρόπον πολιτικῶς καὶ ἠθικῶς ἀπαράδεκτον ὁ θόρυβος, συνεκάλεσεν ἡ Κυβέρνησις τὴν Βουλὴν διὰ νὰ εἴπητε, ἐὰν θέλετε νὰ εἴπητε, τὴν γνώμην σας. (Χειροκροτήματα).
§39Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ὁμιλῆτε μὲ τοιοῦτον ὕφος. Ἐπὶ τῆς ἰδίας ὑποθέσεως......
§40Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. ..... (διακόπτει μὴ ἀκουόμενος). (Κωδωνοκρουσίαι). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κεφαλογιάννη, θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§42Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Λυποῦμαι, διότι ἐγὼ ὁ ὁποῖος συνέστησα ἠρεμίαν καὶ ἀντικειμενικότητα, προκαλῶ ἐξέγερσιν καὶ ἀναταραχήν. Δὲν ἐνδιαφερόμεθα μόνον διὰ τὴν τύχην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὸ πολιτικὸν μέλλον τοῦ τόπου καὶ ἐὰν ἔχετε ὀλίγην ψυχραιμίαν νὰ μὲ ἀκούσητε, θὰ ἴδητε πῶς τὸ τοποθετοῦμεν τὸ ζήτημα καὶ ποίους κινδύνους διαβλέπομεν ἡμεῖς ἀπὸ τὴν μὴ πλήρη ἐκκαθάρισιν τοῦ ἐγερθέντος θέματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑποθέτω, αὐτὴ εἶναι μία ὑπόθεσις, ἀφοῦ ἐπανεῦρε καὶ αὐτὸς μετὰ 15 ἡμέρας τὴν ψυχραιμίαν του, χρησιμοποιῶν τὴν μέθοδον ἁπλοποιήσεως τοῦ κ. Τσάτσου, ἀπηυθύνθη διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν καὶ παρεισήγαγε μάλιστα εἰς τὸ πολιτικὸν λεξιλόγιον καὶ μερικὰς ἐκφραστικὰς λαϊκὰς φράσεις, ὅπως εἶναι τὸ κουτσομπολιό. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐὰν εἶναι κουτσομπολιὸ ἡ νότα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εἶναι κουτσομπολιὸ τὸ διάβημα τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἐνταῦθα Πρεσβευτὴν τῆς Γερμανίας, ἐὰν εἶναι κουτσομπολιὸ ἡ μήνυσις ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν αὐτὰ ὅλα εἶναι τὰ κουτσομπολιά, τότε κουτσομπολιὸ εἶναι καὶ πᾶν σχόλιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§43Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τερματίσουν τὴν ὑπόθεσιν. Διατὶ δὲν ἐτερματίσθη;
§44Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι κουτσομπολιὸ εἶναι καὶ ἡ παροῦσα συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ μέλλουσα νὰ διεξαχθῇ δίκη, κουτσομπολιὸ εἶναι καὶ ἡ ἐκστρατεία ἀνὰ τὴν Γερμανίαν πλείστων ἐγκρίτων Δημοσιογράφων ἀνηκόντων καὶ εἰς ἐφημερίδας φιλικὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς δὲν κουτσομπολεύομεν, ἀλλὰ κατηγοροῦμεν ἐνσυνειδήτως τὴν Κυβέρνησιν διὰ κακὸν χειρισμὸν τοῦ ζητήματος. Κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κακῶς ἐχειρίσθη ἐξ ὑπαρχῆς τὸ ζήτημα. Ἀτυχεῖς ἦσαν καὶ ὁ νόμος 3933 καὶ ὁ νόμους 4016, ἀτυχὲς καὶ τὸ Ν. Δ)γμα τοῦ παρελθόντος Σαββάτου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε πραγματικὰ τόσον στερεὰν ἐκτίμησιν τῆς ἀνάγκης ἠθικῶν θυσιῶν διὰ νὰ προσεγγίσωμεν περισσότερον καὶ νὰ ἀποκαταστήσωμεν φιλικωτέρας σχέσεις μὲ τὴν Γερμανίαν καὶ τὸ Γερμανικὸν κεφάλαιον, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ συντελέσουν καὶ εἰς τὴν σύσφιξιν τῶν ἐσωτερικῶν σχέσεων μὲ τὸ ΝΑΤΟ, δὲν εἶχε παρὰ νὰ κόψῃ τὸν γόρδιον δεσμόν, ἀντὶ νὰ μεταπίπτῃ ἀπὸ πτώσεως εἰς πτῶσιν καὶ ἀπὸ παλινῳδίας εἰς παλινῳδίαν. Μέ ὅλας αὐτὰς τὰς παλινῳδίας της κατώρθωσε νὰ ἀναξέῃ ἑκάστην φορὰν τὰς ὄντως ἀνεπουλώτους πληγὰς τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς καὶ νὰ ἐκθέτῃ καὶ τὸ γόητρον τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης. Θὰ ἔπρεπε διὰ τὸ παρὸν ζήτημα νὰ χωρήσῃ εἰς μίαν γενναίαν καὶ ἀποφασιστικὴν πρᾶξιν ἡ ὁποία θὰ τὴν ἐτίμα. Ὡς διεμορφώθησαν, κύριοι, ἀνὰ τὸν κόσμον αἱ μεταπολεμικαὶ συνθῆκαι, πραγματικὰ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρηθοῦν ἐπὶ πολὺ ἀνώμαλοι καὶ ψυχραὶ σχέσεις μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Δυτικῆς Συμμαχίας. Ἐνθυμοῦμαι μίαν φράσιν τοῦ Καβούρ, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν εἰς τὴν πολιτικὴν «τίποτε παραλογώτερον τῆς μνησικακίας». Καὶ ἐνθυμούμεθα ὅλοι πόσον γενναιοφρόνως καὶ ἀποφασιστικῶς εἶχε τείνει τὴν Ἑλληνικὴν χεῖρα ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος πρὸς τὸν Κεμὰλ Ἀτατούρκ. Ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἀρυστῇ ἐλαφρυντικὰ ἀπὸ τὸν νόμον τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα. Ἀλλὰ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὅπως ἀνεπτύχθη εἰς τὴν Βουλήν, διετήρει πλήρη ἐποπτείαν καὶ ἔλεγχον τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς παραπομπῆς ἐγκληματιῶν πολέμου εἰς Γερμανικὰ Δικαστήρια. Διετηρεῖτο εἰς τὰς χεῖρας μας ἡ ἰσχὺς ἢ μὴ τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, οὔτε ἴσχυε τὸ δεδικασμένον τῶν Γερμανικῶν Δικαστηρίων ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως καὶ τῆς ἐγκρίσεως τῆς ἰδικῆς μας Ἐπιτροπῆς ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἐπεκαλέσθη ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις τὴν περίπτωσιν τοῦ Στρατηγοῦ Ἀντρέ. Ὁ Ἀντρὲ δὲν ἀπεφυλακίσθη διὰ νόμου, ἀπεφυλακίσθη διὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Χαρίτων, διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ τὴν ὁποίαν πᾶς ἐγκληματίας δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ. Τὸ Συμβούλιον Χαρίτων ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς μετριάσεως τῆς ποινῆς.
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ πολιτικοὺς λόγους.
§46Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω ὄχι καὶ διὰ πολιτικοὺς λόγους, ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ καὶ διὰ τοῦ Συμβουλίου Χαρίτων, ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην δυνάμει ἀποφάσεως Συμβουλίου τῶν ἁρμοδίων Δικαστικῶν ὀργάνων νὰ περιορίσῃ τὰ ἔτη φυλακίσεως τοῦ Στρατηγοῦ Ἀντρέ. Πολὺ περισσότερον σεῖς μετὰ 9 ἔτη θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τάμητε τὸ ζήτημα ριζικῶς καὶ νὰ μὴ δημιουργήσετε ὅλας αὐτὰς τὰς ἐξευτελιστικὰς παλινωδίας εἰς τὰς ὁποίας ἔχομεν περιπέσει. Ἀλλὰ ἐκεῖνα τὰ προηγούμενα, κύριοι, μᾶς ἔδωσαν καὶ δύο διδάγματα τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν. Τὸ ἕνα δίδαγμα εἶναι, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνου τοῦ νόμου καὶ τοῦ μεταγενεστέρου ἰδικοῦ σας νόμου οὐδεὶς ἀπολύτως Γερμανὸς ἐδικάσθη εἰς τὴν Γερμανίαν, τὸ δὲ δεύτερον δίδαγμα εἶναι, ὅτι ὁ Ἀντρὲ ἐπανελθὼν εἰς τὴν Γερμανίαν δὲν παρέλειψε νὰ ἐκφράσῃ καὶ ἐκεῖνος τὴν εὐγνωμοσύνην του μὲ πικρόχολα σχόλια ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Ταῦτα τὰ διδάγματα ἐν συναφείᾳ, ἐν συναρτήσει καὶ μὲ τὰς γρανικωτέρας ἐθνικὰς ἀνάγκας, ἔπρεπε νὰ εἶχον ὁδηγήσει τὴν Κυβέρνησιν εἰς γενναιοτέραν καὶ ὁλοσχερῆ ἐκκαθάρισιν τοῦ ζητήματος τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἀντὶ τούτου ὑπέπεσεν εἰς ἀλλεπαλλήλους ἐμβαλωτικὰς λύσεις, ὅπως ὅταν εἰς ἄλλην περίπτωσιν, αὐτὸ ἐλησμονήθη, ἀπέλυσεν ἐκ τῶν φυλακῶν καὶ ἕνα λοχαγὸν Γερμανὸν δήμιον τοῦ Διστόμου, βάσει τοῦ νόμου 2239 μολονότι ὁ νόμος ἐκεῖνος περιεῖχε ρητὴν διάταξιν, ὅτι δὲν ἀφορᾷ τοὺς ἐγκληματίας πολέμου. Ἐπίσης, θὰ ἠδύνατο νὰ μὴ ἐξαιρέσῃ, κατόπιν ὅλων αὐτῶν τῶν διδαγμάτων καὶ τῆς προϊστορίας, καὶ ὅταν ἡμεῖς ἔχωμεν κάμει τὴν ἀρχὴν καὶ ἔχωμεν ἀνοίξει τὸ αὔλακι πρὸς αὐτὴν τὴν ἐπιείκειαν, θὰ ἠδύνατο βάσει τοῦ νόμου 3933 νὰ μὴ ἐξαιρέσῃ τὸν Μέρτεν διὰ νὰ τὸν ἀπολύσῃ κατόπιν, κατάδικον ὄντα, πρὸς διασυρμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὰ ἀποδεικνύουν, ὅτι δὲν εἶχε τὴν γενναιότητα νὰ λάβῃ ἓν ριζικὸν μέτρον καὶ οὕτω ἐξέθεσε τὴν χώραν εἰς συνεχεῖς ἐξευτελισμοὺς μὲ τὰ σπασμωδικά της ἡμίμετρα. Κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν ὡς μὴ διαγνώσασαν ἐγκαίρως, ὅτι διώκουσα τὸν Μέρτεν εἶχεν εἰς τοὺς κόλπους της μίαν ἀδυναμίαν, τὴν ἀτυχῆ σύμπτωσιν νὰ εἶχε διατελέσει ὑπάλληλος τῆς ὑπηρεσίας του ἡ νῦν σύζυγος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Λυποῦμαι, διότι σκληρὸν καθῆκον μᾶς ἐπιβάλλει νὰ κάμωμεν μνείαν αὐτοῦ τοῦ γεγονότος καὶ μετὰ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμεν ὁ κ. Μακρῆς, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ κατ’ ἐμὲ τὸν σκληρὸν πυρῆνα τῶν ἄλλων ἀσυστάτων κατηγοριῶν τοῦ Μέρτεν. Ἡ Βουλὴ μετὰ πολλῆς λεπτότητος κατὰ τὴν συζήτησιν τότε τῆς ἀποφυλακίσεως τοῦ Μέρτεν, εἶχεν ἀποφύγει νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ θέμα δεχθεῖσα τότε σιωπηρῶς τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων, ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ ὑπῆρχεν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ὅταν ἐδικάζετο, οὔτε ὅταν ἀπελύετο ὁ Μέρτεν, ἕν τόσον ἀσθενὲς σημεῖον. Ἐθεωρήθη ὡς μία ἀνεπαίσθητος ἀμυχή. Γνωρίζομεν ὅμως, ὅτι ἀπὸ μίαν ἀδιόρατον ἀμυχὴν μπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ μόλυνσις, διαπύησις καὶ τέτανος ἀκόμη. Δὲν γνωρίζω ποῖος ἐσυμβούλευσε τὴν κ. Μακρῆ νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν δίκην καὶ νὰ καταθέσῃ ὅσα κατέθεσεν. Ὁ κ. Μακρῆς μᾶς εἶπεν ἀπόψε, ὅτι ὁ ἴδιος τὴν ἐσυμβούλευσε βάσει στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν, διότι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅταν συνεζητήθη ὁ χαριστικὸς νόμος τοῦ Μέρτεν, ἡ Βουλὴ μετὰ πολλῆς λεπτότητος ἀπέφυγεν, ὅπως εἶπα, νὰ ἐπεξεργασθῇ περισσότερον τὸ θέμα, δεχθεῖσα τὰς ἐπεξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλετε νὰ προσέξετε διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, διότι τὰ λάθη εἶναι ἀνθρώπινα, ὅτι οἱασδήποτε Κυβερνήσεως ἡ πρᾶξις θὰ ἐσταθμίζετο μόνον ὡς πρᾶξις πολιτική, ὅπως ἡ πρᾶξις τοῦ ἀειμνήστου Πλαστήρα. Ἀλλά, μὲ Κυβέρνησιν ποὺ συνέπεσε νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἀτυχῆ, τὴν ὄχι κολάσιμον ἐπαφήν, εἰς τὸ ἀσθενὲς αὐτὸ σημεῖον, δὲν μπορεῖτε νὰ ὑποστηρίξετε, ὅτι ὄντως εἶναι καθαρὰ πολιτικὴ πρᾶξις, ἐντελῶς ἀνεπίληπτος διὰ τὴν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἐντολεὺς καὶ ὁ κριτὴς ὅλων μας. Κατηγόρησα, κύριοι, προηγουμένως ἐν συντομίᾳ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μετὰ τὴν ἐκτόξευσιν τῶν καταπληκτικῶν αὐτῶν συκοφαντιῶν ἐτρομοκρατήθη καὶ ἀπώλεσε τὴν ψυχραιμίαν της. Ὅσα ἐλαφρυντικὰ καὶ ἂν τῆς ἀναγνωρίσωμεν, δὲν ἐλαττώνουν τὴν εὐθύνην της διὰ τὸν ἀδέξιον χειρισμὸν τοῦ θέματος. Ὁ ἰδικός μας Ἰσοκράτης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶπεν: «Φοβοῦ τὰς διαβολὰς κἂν ψευδεῖς ὦσιν». Ὁ Ναπολέων εἶπεν, ὅτι «ὑπάρχουν συκοφαντίαι ἐνώπιον τῶν ὁποίων καὶ ἡ αὐτὴ ἀθωότης χάνει τὸ θάρρος της». Ἐλησμόνησεν ἴσως ἡ Κυβέρνησις τὸ ρητὸν τοῦ Κικέρωνος, ὅτι τίποτε δὲν εἶναι γοργότερον τῆς συκοφαντίας. Τίποτε δὲν ἐκστομίζεται εὐκολώτερον, τίποτε δὲν γίνεται προθυμότερα δεκτόν, τίποτε δὲν διαδίδεται εὐρύτερον. Ἐπίσης, ἐλησμόνησε μίαν συμβουλὴν τοῦ Τακίτου ποὺ λέγει: Περιφρόνησε τὴν συκοφαντίαν καὶ ἐκπνέει. Δεῖξε, ὅτι εἶσαι πειραγμένος καὶ μὴ ἀφήνεις νὰ φαίνεται ὡς ἀλήθεια. Μὲ συγχωρεῖτε δι’ αὐτὴν τὴν συσσώρευσιν τῶν ἀποφθεγμάτων ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν συκοφαντίαν, ὅτι ἀνέκαθεν ἦτο ὡς μία ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας κακίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὑφιστάμεθα τὰ παθήματα, ἀναγάγομεν τοὐλάχιστον καὶ μερικὰ μαθήματα; Τὸ τελευταῖον ἀπόφθεγμα εἶναι τοῦ Σαπφώρ καὶ λέγει, ὅτι «ἡ συκοφαντία εἶναι ἡ σφίγγα ποὺ σὲ τριγυρίζει, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ πειράξῃς, ἐκτὸς ἂν εἶσαι βέβαιος, ὅτι μὲ τὸ πρῶτον κτύπημα θὰ τὴν σκοτώσῃς. Ἄν δὲν τὴν σκοτώσῃς σοῦ ἐπιτίθεται μὲ περισσότερη λύσσα». Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέτυχε νὰ σκοτώσῃ τὴν σφίγγα μὲ τὸ πρῶτο κτύπημα καὶ ἐδέχθη τὴν λυσσασμένη ἐπίθεσιν ὅλης τῆς συκοφαντικῆς σφιγγοφωλιᾶς τοῦ Μέρτεν καὶ μαζὶ μὲ αὐτὴν ὅλοι μας. Κατηγοροῦμεν, περαιτέρω, τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀφοῦ μὲ τὰ πρῶτα σπασμωδικά της μέτρα, ὅπως ἡ ἐξαφάνισις ἀπὸ τὸ περίπτερο τοῦ περιοδικοῦ «Σπῆγκελ»....
§47Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Αὐτὸ διεψεύσθη κατ’ ἐπανάληψιν. Ἡ ἀπαγόρευσις γίνεται κατὰ δύο τρόπους. Ἢ ἀπὸ τὴν Ἀστυνομίαν ἢ ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν. Τίποτε τοιοῦτον δὲν ἔγινεν. Ἐμὲ μοῦ τὸ ἔφερε εἰς τὸ σπίτι μου διευθυντὴς ἀντιπολιτευομένης ἐφημερίδος.
§48Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Δὲν ἔχομεν ἀπόδειξιν τοῦ πράγματος. Ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τὰς πλέον φανατικὰς ἐφημερίδας σας ἐκτοξεύονται κρίσεις, ὅτι κακῶς ἐχειρίσθη τὸ ζήτημα ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει κακὸς χειρισμός. Ἡ Κυβέρνησις διέψευσεν, ὅτι ἀστυνομικὰ ὄργανα τὸ ἀπέσυρον. Ὅμως ὑπῆρξαν μαρτυρίαι ἀπὸ τὰ περίπτερα, ὅτι ἀπεσύρθησαν ὅλα τὰ περιοδικὰ αὐθεσπερεί.
§49Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Αὐθεσπερεὶ εἴπατε. Τὴν Δευτέραν ἐκυκλοφόρησε. Τὸ ἀπόγευμα τῆς Τρίτης εἰς τὰς 6 δὲν τὸ εἶχα ἀκόμη καὶ ἔστειλα —σᾶς βεβαιῶ ἐπὶ τῷ λόγῳ μου— τὸν κλητῆρα, ὁ ὁποῖος εὑρῆκε τὸ πρῶτον ἀντίτυπον. Ὁ κ. Τσάτσος δὲν εἶχε καὶ τὸ ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ γραφεῖον μου. Καὶ ξαναέστειλα εἰς τὰς 8 τὸ βράδυ τὸν κλητῆρα μου καὶ εὑρῆκε καὶ ἄλλο τεῦχος, Ἑπομένως, διαψεύδεται αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι αὐθεσπερεὶ ἐξηφανίσθησαν τὰ τεύχη.
§50Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Πρ. Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, εἶμαι ὑποχρεωμένος, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι οὐδεμία ἐνέργεια ἐξ οἱασδήποτε πλευρᾶς ἐσημειώθη ἀμέσως ἢ ἐμμέσως πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας τοῦ περιοδικοῦ «Ντὲρ Σπῆγκελ». Σᾶς λέγω συγκεκριμένως δέ, ὅτι τὴν Δευτέραν 26 Σεπτεμβρίου περὶ ὥραν 8ην ἑσπερινὴν ἀπέστειλα ὑπάλληλον τοῦ γραφείου μου διὰ νὰ ἀγοράσῃ ἕνα τεῦχος τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος περιοδικοῦ, δὲν εὗρε δὲ τοῦτο εἰς τὸ πρῶτον περίπτερον εἰς τὸ ὁποῖον ἀπετάθη, ἀλλ’ εἰς τὸ τέταρτον ἐξ ὅσων ἐπεσκέφθη. Καὶ ὡς μοῦ ἐλέχθη τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι εἶναι περιωρισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσαγομένων ἐν Ἑλλάδι ἀντιτύπων. Πέραν τούτου σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἔχω εἰς χεῖρας μου ἐπιστολὴν τοῦ ὑπευθύνου ἐν Ἀθήναις πράκτορος τοῦ περιοδικοῦ κ. Μαζαράκη, ὁ ὁποῖος διαβεβαιοῖ, ὅτι οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας τοῦ «Ντέρ Σπῆγκελ», καὶ ἀναφέρει, ὅτι λόγῳ τῆς παρουσιασθείσης ἐντόνου μεγάλης ζητήσεως δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῇ πλήρως αὕτη, παρέστη δὲ ἀνάγκη συμπληρωματικῆς παραγγελίας καὶ ἄλλων τευχῶν. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ὑποστηρίζωνται τοιούτου μεγέθους ἀνακρίβειαι.
§51Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ἄν καὶ ἔγινεν ἀφορμὴ νὰ διαφωτισθῇ περισσότερον ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον βλέπω, ὅτι ἀποδίδεται σημασίαν, χαίρω πολύ. Πάντως ὑπάρχουν μαρτυρίαι, ὅτι τὰ φύλλα τοῦ περιοδικοῦ ἐσαρώθησαν αὐθωρεί, δὲν ξεύρω ἀπὸ ποίους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπειδὴ κἄτι ξεύρω καὶ ἐγὼ ἀπὸ λεπτομερείας, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐκθέσω πρόσωπα, δὲν εἶναι μόνον τὸ πότε ἔφθασε τὸ περιοδικὸν καὶ πότε ἡ «Ἠχὼ» τοῦ Ἁμβούργου, τὴν ὁποίαν, ἐνῷ ἐξεδόθη εἰς τὰς 17 Σεπτεμβρίου, ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξεν ὅτι ἔλαβε μετὰ 15 ἡμέρας, χάρις εἰς τὸ γραφεῖον ἐκεῖ, ὅπου ὑπηρετοῦν 8 ὑπάλληλοι καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ξέρω τὶ κάνουν ἐκτὸς ἂν ἀποτελοῦν διμοιρίαν ἑτοίμην νὰ ἐκστρατεύσῃ κατὰ τοῦ Στρατηγοῦ Ντέ Γκώλ. Πραγματικὰ ὅμως ὑπάρχει μία εὐθύνη, ὅτι τόσον βραδέως ἐπληροφορήθη ἡ Κυβέρνησις ἕνα τόσον σοβαρὸν θέμα,
§52Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εἷς ὑπάλληλος ὑπάρχει μόνον ἐκτὸς τοῦ Διευθυντοῦ. Καὶ πάλιν σεῖς διαψεύδεσθε.
§53Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, οἱ πρῶτοι χειρισμοὶ τῆς Κυβερνήσεως, διήγειρον εἰς τὸ ἔπακρον τὴν ἀνησυχίαν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἐπηκολούθησε κατόπιν ἡ διοχέτευσις πολυστήλων εἰδήσεων ἀπὸ αὐτὴν ταύτην τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἐδημοσιεύθησαν μὲ πηχυαίους τίτλους καὶ εἰς τὰς ἰδικάς της φιλικὰς ἐφημερίδας. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ἡ Κυβέρνησις ἔρριψεν εἰς τὴν ἑστίαν τοῦ πυρὸς βενζίνην 100 ὀκτανίων καὶ ὅταν περιεζώθη ἀπὸ τὰς φλόγας τότε ἐξεπλήσσετο διατὶ ἡ πυρκαϊὰ ἔλαβε τοιαύτας διαστάσεις. Κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κακῶς ἐτοποθέτησεν ἐπὶ διεθνοῦς πεδίου τὸ ζήτημα προσφυγοῦσα εἰς τὴν συναντίληψιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πρώτης ταραχῆς καὶ ζητήσασα ἐκεῖθεν πιστοποιητικά. Δὲν γνωρίζω μὲ ποίας εὐφραδεῖς ἀποστροφὰς ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διετύπωσε τὸ διάβημά του πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Γερμανίας. Εἶμαι ὅμως βέβαιος, ὅτι τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ πρεσβευτοῦ κ. Ὑψηλάντη, γενομένην τὴν 29 Σεπτεμβρίου, δὲν θὰ τὴν ἐνέκρινε καὶ δὲν θὰ τὴν ὑπέγραφεν, ὡς εἶχε συνταχθῆ, ἡ Κυβέρνησις σήμερον. Διότι καὶ τὰ 4 ἄρθρα της, τὰ ὁποῖα ὑποθέτω, οὔτε κἂν ἐδημοσιεύθησαν αὐτούσια εἰς τὸν Γερμανικὸν τύπον, ἀποτελοῦν κατ’ ἐμὲ πενιχρὰ ἐπιχειρήματα ὄζοντα δικολαβικῆς νοοτροπίας. Ἡ συκοφαντία, κύριοι, ἔδει νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εὐθαρσῶς, κατηγορηματικῶς καὶ ὑπερηφάνως, μὲ πλήρη ἀπαξίωσιν καὶ μὲ καταπελτικὴν περιφρόνησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἀκούσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅπως εἶπε προηγουμένως. Τὸ ὅτι ὁ Ἕλλην Πρωθυπουργός, εὑρέθη ἢ δὲν εὑρέθη τὴν ἐποχὴν τῆς κατοχῆς εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, τὸ ὅτι ὁ κ. Καραμανλῆς ἐγνώριζεν ἢ δὲν ἐγνώριζε τὸν κ. Μακρῆν, τὸ ὅτι οὐδεμίαν συγγένειαν εἶχε πρὸς τὴν κ. Δοξούλαν Μακρῆ, τὸ ὅτι ὁ κ. Μακρῆς κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα δὲν εἶχεν οὔτε ἁπλῆν γνωριμίαν μὲ τὴν μετέπειτα σύζυγόν του, ὅλαι αὐταὶ αἱ λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν καὶ ὀλίγην μορφὴν κουτσομπολιοῦ, ἀλλ’ ὡς τοιαῦτα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσουν τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Γερμανικῆς κοινῆς γνώμης καὶ δυσκόλως ὡς ἦτο φυσικὸν θὰ ἔσπευδε νὰ τὰς τοποθετήσῃ ἐπὶ τῆς πλάστιγγος καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπὶ τοῦ ἀντιθέτου δίσκου τῆς πλάστιγγος ἦσαν αἱ χονδροειδεῖς συκοφαντίαι τοῦ Μέρτεν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ ἡ διακοίνωσις, κατὰ τὴν γνώμην μου, τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπῆρξεν, οὔτε συντριπτικὴ διὰ τὸν Μέρτεν, οὔτε ἱκανοποιητικὴ δι’ ἡμᾶς, οὔτε ἀπλέτως διαφωτιστικὴ διὰ τὸν γερμανικὸν λαόν. Ὑποστηρίζομεν, ὅτι αἱ ἐνέργειαι τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Γερμανίαν ἔπρεπε νὰ ἦσαν περισσότερον ἐμφαντικαὶ καὶ κατακόρυφοι. Τὸ ὕψιστον ἀξίωμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ προσωπικότης τοῦ κ. Κωνσταντίνου Καραμανλῆ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ ἀποτινάξουν ἀκαριαίως πάντα ρύπον χωρὶς τὴν ἀνάγκην νὰ προσκομισθοῦν πιστοποιητικὰ τὰ ὁποῖα ἠμποροῦσαν καὶ ἀπὸ ἕνα τυχαῖον γεγονὸς νὰ διαψευσθοῦν κἄποτε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει κατ’ ἐμὲ τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα προσκομιζόμενα εἰς μίαν ξένην μεγάλην χώραν, μὲ τὰς ἰδικάς της ἀντιλήψεις, μὲ τὰ ἰδικά της ζητήματα, μὲ τὴν ἰδικήν της νοοτροπίαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βαρύνουν καθόλου καὶ ἀσφαλῶς ἐβάρυναν ὀλιγώτερον ἀπὸ μίαν κατηγορηματικὴν διάψευσιν. Ποτὲ δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ἐὰν ἔγραφεν ἕνας Ἕλλην δημοσιογράφος, ὅτι ὁ κ. Ἀντενάουερ μετέβη εἰς τὴν Βραζιλίαν νὰ συναντηθῇ μὲ τὸν Μπόρμαν, ὅτι ὁ κ. Ἀντενάουερ θὰ ἔσπευδε νὰ διαψεύσῃ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἦτο εἰς τὸ Κόμο τῆς Ἰταλίας ἢ εἰς τὰ λουτρὰ ἢ ἀλλοῦ. Διὰ τὴν ξένην κοινὴν γνώμην περισσοτέραν ἐντύπωσιν θὰ ἔκαμε μία κατηγορηματικὴ καὶ εὐθαρσὴς ἀνακοίνωσις πολὺ περισσότερον ἀποτελεσματική. Τὸ μόνον συμπλήρωμα ἑνὸς τοιούτου ὑπερηφάνου διαβήματος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Γερμανίαν θὰ ἦτο ἡ ὑποβολὴ τῆς μηνύσεως εἰς τὰ Γερμανικὰ Δικαστήρια. Ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὸν τύπον καὶ ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ σοβαρὰ ὄντως ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς σκοπιμότητος τοιαύτης ἐνεργείας. Ποτὲ δὲν διενοήθημεν νὰ θέσωμεν τοῦτο ὡς ζήτημα γενικῆς ἀρχῆς, ὡς κανόνα τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ τηροῦν οἱ θιγόμενοι ἑκάστοτε πολιτικοί. Ὑπῆρξεν ὅμως ἐδῶ μία εἰδικὴ περίπτωσις λόγῳ τῆς προϊστορίας της, ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπε μίαν ἐξαίρεσιν, ὅπως καὶ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος συνεβούλευσεν. Ὑπουργοὶ καταφεύγοντες εἰς τὰ δικαστήρια διὰ προσωπικάς των ὑποθέσεις τιμῆς, πρέπει νὰ παύσουν νὰ εἶναι Ὑπουργοί. Ἡμεῖς κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν προσέφυγεν εἰς τὰ γερμανικὰ δικαστήρια. Τοῦτο δὲν ἔχει ποσῶς τὴν ἔννοιαν, ὅτι διενοήθημεν νὰ θίξωμεν τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία πράγματι ἵσταται εἰς τὸ ὕψος της καὶ οὐδεὶς εἰς τὸν κόσμον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητῇ τὸ κῦρος της καὶ τὸ γόητρόν της. Ἄπαγε τῆς βλασφημίας. Οὔτε διενοήθημεν νὰ δυσχεράνωμεν τἄχα τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅλως ἀντιθέτως ἠθελήσαμεν νὰ ἐξέλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀλώβητος ἀπὸ τὴν δεινὴν δοκιμασίαν τοῦ γοήτρου της, ἡ ὁποία ἐπιπίπτει καὶ ἐπὶ τοῦ γοήτρου τῆς χώρας. Διατί, κύριοι, κατελήξαμεν εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ γερμανικὰ δικαστήρια; Θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἡμεῖς ἀποκρυσταλλώναμεν τὴν γνώμην τῆς προσφυγῆς εἰς τὰ γερμανικὰ δικαστήρια, ἦτο ἡ πρωΐα τῆς 29 Σεπτεμβρίου. Τὴν ἑπομένην ἐδημοσιεύθη ἡ ἀνακοίνωσίς μας. Ὁ Ἀθηναϊκὸς τύπος ἀνέγραψε τὴν εἴδησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Μακρῆς ἰδιαιτέρως, ἐμελέτων τὸ θέμα καὶ δὲν εἶχον διευκρινίσει ἐὰν θὰ ὑπεβάλοντο αἱ μηνύσεις εἰς τὰ γερμανικὰ ἢ εἰς τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔδιδε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐθεώρει ἀμφότερα ἁρμόδια. Ὁ Ἀθηναϊκὸς τύπος, ἀκόμη καὶ ὁ φιλικὸς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τύπος—καὶ ἔχω ἐδῶ τὰ ἀποκόμματα, ἐὰν τὸ ἀμφισβητήσῃ κανεὶς— ἡ «Καθημερινὴ», τὸ «Βῆμα», τὸ «Ἔθνος», συνίστων ὅπως ἡ μήνυσις ὑποβληθῇ εἰς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια, ἀδιάφορον ἐὰν τινὲς ὑπανεχώρησαν κατόπιν. Δὲν ἐξητάζαμεν λοιπόν, τότε τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ προσφύγῃ εἰς τὰ γερμανικὰ δικαστήρια, ἀλλὰ τὴν ἀμφιταλάντευσίν της, ἐὰν θὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Γερμανικὰ ἢ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια. Εἴχομεν δὲ καὶ τὴν ἀπήχησιν τῆς κοινῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει ὁ τύπος. Καὶ ἔτσι ἀπεφασίσαμεν νὰ συμβουλεύσωμεν τὴν λύσιν αὐτήν, διότι πιστεύομεν, ὅτι μόνον δίκη εἰς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια κατ’ ἀντιμωλίαν διεξαγομένη, μὲ αὐτοπρόσωπον παρουσίαν τῶν κατηγορουμένων καὶ ὅλων τῶν πολυπληθῶν μαρτύρων, μόνον τοιαύτη δίκη θὰ ἔθετε τακτὸν καὶ σφραγιστὸν τέρμα εἰς τὴν συκοφαντίαν. Ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια οὐδένα ἔχει σκοπόν. Διότι ὁ Μέρτεν δὲν θὰ προσέλθῃ εἰς τὴν δίκην. Θὰ ἐξακολουθήσῃ δὲ τὴν τακτικὴν τῶν ἐπιθέσεων καὶ μετὰ τὴν ἐρήμην καταδίκην του, κυρίως λόγῳ αὐτῆς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δηλητηριάζεται συνεχῶς ἡ ἐθνική μας ἀτμόσφαιρα. Ἐπιμένομεν δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, εἰς τὴν γνώμην μας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἢ ἔπρεπε νὰ ἀγνοήσῃ τὰ λεχθέντα κατὰ ὑποκειμενικήν της κρίσιν, ἢ ἔπρεπε νὰ καταγγείλῃ εἰς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια. Κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὑπέβαλον μήνυσιν οἱ κ.κ. Μακρῆς καὶ Θεμελῆς, χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην καὶ ὁ ἐξ ἴσου προσβληθεὶς κ. Πρωθυπουργός. Καὶ ἐρωτῶμεν: Ἐπὶ τῇ βάσει ποίων κριτηρίων προέτρεψεν ἢ ἐπέτρεψεν ἢ δὲν ἐπέτρεψεν τοὺς Ὑπουργούς του ἀπὸ τοῦ νὰ ὑποβάλουν μήνυσιν καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἴδιος δὲν ἀπεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ; Εὐλόγως γεννᾶται ἡ παρεξήγησις, ὅτι οἱ κ.κ. Μακρῆς καὶ Θεμελῆς εἶναι κατὰ ἕνα τρόπον διαβλητοί, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργός, παρομοίως συκοφαντούμενος, εἶναι κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἀδιάβλητος.
§54Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Γνωρίζετε καλῶς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν κ. Μακρῆ, ἀφορᾷ καὶ τὸν Πρωθυπουργόν. Ἐὰν ἀποδειχθῇ δὲ διὰ τὸν πρῶτον, ὅτι δὲν ὑφίσταται θέμα, δὲν ὑφίσταται καὶ διὰ τὸν ἄλλον. Συνεπῶς ἀφοῦ δι’ ἀμφοτέρους ὑπάρχει τὸ ἴδιον θέμα, δὲν ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθοῦν δύο μηνύσεις, ἀλλὰ μία. Αὐτὸ θὰ ἦτο δυνατὸν οἱοσδήποτε πολίτης μὲ ὀλίγην καλὴν πίστιν νὰ τὸ ἀντιληφθῇ.
§55Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Αὐτὴν τὴν διχασμένην προσωπικότητα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι κατὰ ἕνα μέρος τρωτὴ καὶ κατὰ τὸ ἄλλο μέρος ἄτρωτος, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἐννοήσωμεν. Δὲν ὑπάρχει ἀχίλλειος πτέρνα εἰς τὰς Κυβερνήσεις καὶ μόνον αὐτὴ τρωτή. Ὅλο τὸ σῶμα της εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἐξ ἴσουν εὐθίκτως τρωτόν.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§57Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Σᾶς ἐνοχλῶ; Θέλετε νὰ χαίρω διότι σᾶς ἐνοχλῶ; Ἢ νὰ λυποῦμαι; Ὡς βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρέπει νὰ χαίρωμαι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μείνετε ἀνενόχλητοι μετὰ τόσας συζητήσεις καὶ νὰ μείνετε μόνον μὲ τὰ ἰδικά σας χειροκροτήματα. (Χειροκροτήματα). Κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μὲ ὅλας τὰς πρώτας ἐνεργείας της ἄφησεν ἀνυπεράσπιστον μίαν κυρίαν, παρασιωπήσασα ἐντελῶς αὐτὴν καὶ δώσασα τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι ἐὰν πράγματι συνέβαινε νὰ τὴν ἐγνώριζον κατὰ τὴν κατοχὴν οἱ κ.κ. Καραμανλῆς καὶ Μακρῆς καὶ νὰ εἶχον φιλικὴν ἐπαφὴν μαζί της, τοῦτο καὶ μόνον θὰ ἤρκει διὰ νὰ ἐκκολάψῃ εἰς αὐτοὺς ὑποψίας. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὴ ἡ προφύλαξις ἢ τοὐλάχιστον ἡ ἐπιφύλαξις, προσδιορίζει ποῦ ἔγκειται τὸ ἀσθενὲς σημεῖον τῆς ὅλης κατηγορίας καὶ ποῖοι δισταγμοὶ τῶν Κυβερνητῶν συνετέλεσαν ἴσως, εἰς τὸ νὰ διατηρηθῇ ἡ σπίθα τῆς συκοφαντίας κάτω ἀπὸ τὴν χόβολην τῆς προϊστορίας. Κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς μηνύσεως ἤνοιξεν ἕνα ἀπαράδεκτον διάλογον συμβιβασμοῦ μὲ τὸν κατάδικον Μέρτεν. Ὁ διάλογος αὐτὸς ἐθεμελίωσε τὴν ἀερογέφυραν ποὺ ἐβάπτισεν ὁ κ. Κανελλόπουλος. Ἐπροτείναμεν εἰς τὸν Μέρτεν νὰ ψηφίσωμεν εἰδικὸν νόμον ποὺ νὰ τοῦ ἐπιτρέπῃ νὰ ἐπανέλθῃ μετὰ τιμῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ δεχθῇ νὰ καταδικασθῇ ἐκ νέου, ὡς συκοφάντης αὐτὴν τὴν φοράν, διὰ νὰ σωθῇ ἡ ὑπόληψις τῶν κρατικῶν μας ἀξιωμάτων. Ἐπειδὴ φυσικὰ τοῦτο δὲν ἤρκει εἰς τὸν Μέρτεν, τοῦ ἐπροτείναμεν νὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν τῆς κατηγορίας, παραιτούμενοι τῆς ἐναντίον του μηνύσεως, μολονότι ἐγνωρίζαμεν, ὅτι ἡ ἔγκλησις εἶναι ἀδιαίρετος καὶ ὅτι ἡ παραίτησις ἀπὸ μέρους αὐτῆς θὰ κατεδάφιζεν ὁλόκληρον τὴν κατηγορίαν δι’ ὅλους τοὺς ὑποδίκους. Δὲν εἶναι αἱ εἰδήσεις τῶν ἐφημερίδων ἀπὸ τὴν Γερμανίαν ποὺ ἐδημιούργησαν τὸ σκάνδαλον τῆς ἀερογεφύρας, ἀλλὰ αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ αἱ ἀντιπροτάσεις τοῦ Μέρτεν, αὐταὶ κατέστησαν τὴν ἀερογέφυραν ταπεινωτικὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἂν ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ εὑρίσκῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐξευτελιστικά, ἂς περιορισθῶ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, ἀλλὰ τότε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοήσω τὶ ἐννοοῦσεν ὁ Κυβερνητικὸς τύπος, ὅταν ἐγένετο κακὸς χειρισμὸς τοῦ ζητήματος. Ἐὰν ὅμως ἔγινε κακὸς χειρισμός, δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ οὗτος ἀνεξέλεγκτος καὶ νὰ καλυφθῇ ἀπὸ τὴν ἀλληλεγγύην τῆς πλειοψηφίας, ὄχι μόνον διότι ἐξέθεσεν ἤδη βαρύτατα τὸ γόητρον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ κακοὶ χειρισμοί, παραμένοντες ἀτιμώρητοι, δύνανται νὰ ἐπαναληφθοῦν καὶ νὰ ζημιώσουν ἀνεπανορθώτως καὶ ἄλλα ἠθικὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Εἰς ὃ σημεῖον περιῆλθον τὰ πράγματα, ἂς εὐχηθῶμεν ἵνα ὁ Μέρτεν δεχθῇ τὸ νομοθετικὸν εἰσιτήριον ἐπανόδου τὸ ὁποῖον τοῦ ἐπρομηθεύσατε καὶ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀναρροφήσῃ τὰ συκοφαντικὰ του ἐμέσματα. Κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐντείνουσα τὸν κακὸν χειρισμόν, σύμφωνα μὲ τὸ ρητόν, ὅτι «ὁ φόβος ἑνὸς κακοῦ ὁδηγεῖ πολλάκις εἰς τὸ χειρότερον», ἐπροσπάθησε νὰ δημιουργήσῃ πέριξ τῆς ὑποθέσεως σκοτεινὰ παρασκήνια καὶ κακοβούλους δακτύλους διασπείρασα ἀνὰ τὸν κόσμον ὁλόκληρον πληροφορίας, ὅτι δῆθεν ἡ χαμερπὴς ἐπίθεσις τοῦ Μέρτεν ὠφείλετο εἰς οἰκονομικοὺς τῆς Γερμανίας, ἔχοντας λόγους νὰ εἶναι δυσαρεστημένοι ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Πάντα ταῦτα ἦσαν παραμύθια, ἰδόντα τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος εἰς τὴν πρώτην σελίδα Κυβερνητικῆς ἐφημερίδος, καί, δυστυχῶς, μεταδοθέντα ταὐτοχρόνως ὑπὸ ἀγνώστου πηγῆς εἰς Μπόν διὰ νὰ ἀναμεταδοθοῦν ἐκεῖθεν, ὡς δῆθεν προερχόμενα ἀπὸ Γερμανικοὺς κύκλους. Ὅλαι αὐταὶ αἱ πληροφορίαι διαψεύδονται. Ἀνεγράφη, ὅτι δυσηρεστήθησαν εἰς τὴν Γερμανίαν διὰ τὴν σύμβασιν ἀλουμινίου, ἐνῷ οὔτε κἂν ἐνδιαφέρθη ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις.
§58Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Αὐτὴ εἶναι πληροφορία τῶν Γερμανικῶν ἐφημερίδων; Ὄχι τῶν ἀντιπολιτευομένων.
§59Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιμείνω. Ἡ εἴδησις ἐδημοσιεύθη εἰς ἀπογευματινὴν ἐφημερίδα ἐμπνεομένην ἐκ τῶν Κυβερνητικῶν κύκλων τὴν «Βραδυνήν». Ἡ εἴδησις μετεδόθη εἰς τὴν Βόννην καὶ ἐκεῖθεν διοχετεύθη ὡς δῆθεν πληροφορία προερχομένη ἐκ τῶν Γερμανικῶν κύκλων.
§60Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναζητήσετε τὰς ἐφημερίδας τῶν ἡμερῶν ἐκείνων καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ὅλα αὐτὰ ἀνεγράφησαν καὶ εἰς τὰς ἀντιπολιτευομένας ἐφημερίδας. Ἀπορῶ πῶς συμβαίνει νὰ καταλογίζετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς εὐθύνας τῶν ὅσων γράφουν αἱ ἀντιπολιτευόμεναι ἐφημερίδες. Ἀναγνώσατε τὰς ἐφημερίδας, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀντιλήψεων τὰς ὁποίας ἔχετε διὰ τὴν ὑπόθεσιν, ἀνεξαρτήτως τῶν διαθέσεων τὰς ὁποίας ἔχετε ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεξαρτήτως τοῦ πῶς ἀντιλαμβάνεσθε τὰ πράγματα, θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅταν ὁμιλῆτε νὰ εἶσθε ἀκριβής, διότι ὅταν ἐπαναλαμβάνω, ὅλα αὐτὰ ἀνεγράφησαν εἰς ἐφημερίδας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταλογίζετε εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διοχετεύει αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὸν Τύπον. (Χειροκροτήματα).
§61Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ σφάλεσθε. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ προσέξετε ἰδιαιτέρως, κ. Πρόεδρε.
§62Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αἱ ἐφημερίδες ἦσαν ἀντιπολιτευόμεναι.
§63Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Μὴ ἐπιμένετε. Ἐπρωτοδημοσιεύθησαν εἰς τὸ φύλλον τοῦ Σαββάτου τῆς 1.10. 1960 τῆς «Βραδυνῆς». Ἀνέγραφε τὰ ἑξῆς «...(ἀναγινώσκει)...». Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι αἱ ἄλλαι ἐφημερίδες εἶχον τὴν ἑπομένην τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν Βόννην εἰς τὸ ὁποῖον μετέδιδον τὴν εἴδησιν αὐτὴν ὡς πληροφορίαν τῶν Γερμανικῶν κύκλων. Ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐλέγξητε καὶ τοὺς συνεργάτας σας διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἀπόπειρα αὐτὴ ἔγινεν ἐντεῦθεν καὶ ἂν εἶναι καταδικαστέα πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν οἱ δρᾶσται. Θὰ ἠμποροῦσε, ἄλλως τε, νὰ προκαλέσω, τὸν κ. Πρωθυπουργόν, νὰ μᾶς ἐνημερώσῃ ἐὰν ὄντως ἡ Κυβέρνησις εἶχε πληροφορίας, ὅτι ἐξεδηλώθη τοιαύτη ἀντίδρασις ἐκ μέρους Γερμανικῶν κύκλων, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν εἶχε τοιαύτην. Ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ ἰδιαιτέρως τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ Μέρτεν ὑπῆρξεν ὄργανον Γερμανικῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων. Ἐὰν δὲν ἔχῃ, ὅπως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ, τότε ἂς κρίνῃ ἡ ἰδία διὰ ποίους λόγους κατέφυγον εἰς διασπορὰν τοιούτων πληροφοριῶν οἱοιδήποτε εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἔπραξαν. Δηλαδή, ἐνῷ ἡ βασικὴ δικαιολογία ὅλων τῶν Κυβερνητικῶν εὐνοιῶν πρὸς τοὺς ἐγκληματίας πολέμου καὶ τὸν Μέρτεν προσωπικῶς, ἦτο ἡ καλλιέργεια φιλικωτέρων σχέσεων μὲ τὴν Γερμανίαν καὶ μὲ τὸ Γερμανικὸν κεφάλαιον, ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, ἐν τῇ παραζάλῃ μας προσπαθοῦντες νὰ περισώσωμεν καὶ ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὶ ἐρρίψαμεν ἀσυνειδήτως μίαν τορπίλλην διὰ νὰ καταστρέψωμεν πᾶν, ὅ,τι εἶχε κερδηθῆ μὲ τόσας θυσίας μνήμης, πόνου καὶ ἀγανακτήσεως. Κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀφοῦ κακῶς, κάκιστα ὑπεδαύλισε τὴν ἀνάφλεξιν τοῦ θέματος ἐπὶ διεθνοῦς ἐκτάσεως, προσπαθεῖ τώρα νὰ τὸ μεταβάλλῃ εἰς ἐσωτερικὸν τοιοῦτον, ἐξάπτουσα τὸν φανατισμὸν τῶν φίλων της καὶ ἐπιδεινοῦσα τὴν βαρεῖαν νέφωσιν καὶ τὸν ὀξὺν ἠλεκτρισμὸν τῆς πολιτικῆς μας ἀτμοσφαίρας. Προέβλεψεν, ὅτι θὰ ἐντρεπώμεθα μετ’ ὀλίγον χρόνον διὰ τὰ γενόμενα. Ἡμεῖς τῆς ἀπαντῶμεν, ὅτι ἐντρεπόμεθα ἀπὸ τοῦδε. Κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι προσπαθεῖ νὰ ἐπιρρίψῃ τὰς εὐθύνας ποὺ τὴν βαρύνουν, εἰς τοὺς ὤμους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν ἔκαμεν, δῆθεν, ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκεῖνο ποὺ αὐτὴ ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ πράξῃ, δηλαδὴ νὰ ἀντιπαρέλθῃ τὸ θέμα, πτύουσα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατὰ πρόσωπον τῶν συκοφαντῶν. Ἐπροσπάθησεν ἡ Κυβέρνησις λίαν ὀψίμως νὰ πείσῃ τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὑπάρχει, δῆθεν, ὑπόθεσις καὶ ὅτι ὅλα εἶναι δημιουργήματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ κιτρίνου Τύπου. Τὰ πράγματα ὅμως βοοῦν, ὅτι ὑπάρχει ὑπόθεσις κατὰ κοινὴν ἐκτίμησιν καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ὕψιστον καθῆκον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνωμεν ἀδιάφοροι ἐνώπιον τοῦ δημιουργηθέντος ζητήματος, ζητήματος εἰς τὸ ὁποῖον πρῶτος ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Φιλελευθ. Δημοκρατικοῦ Κόμματος κ. Παπανδρέου, ἔδωσε τὸν χαρακτηρισμὸν, ὅτι «δὲν εἶναι μόνον προσωπικὸν καὶ πολιτικόν, ἔχει καταστῆ καὶ ἐθνικὸν καὶ ἠθικὸν θέμα». Ὡς τοιοῦτον ἀκριβῶς ὑφίσταται τὸ θέμα καὶ εἰς τὴν γενικὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ ἥτις θὰ εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ κριθῇ ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις καὶ ὄχι ἡ ἰδική μας, μόνον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ψηφοφορία. Καταβάλλει ἡ Κυβέρνησις ἐμφανῆ προσπάθειαν, παραμερίζουσα τὸ Σύνταγμα καὶ ὑπερπηδῶσα τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, νὰ μεταβάλλῃ τὴν Βουλὴν εἰς Δικαστήριον, ζητοῦσα ἀπὸ αὐτὴν νὰ κρίνῃ τὴν οὐσίαν ὑφισταμένης δικαστικῆς διαφορᾶς. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται, οὔτε πρέπει, φυσικά, νὰ πράξῃ τοῦτο. Αἱ λειτουργίαι τοῦ Κράτους, ὡς γνωστόν, εἶναι κεχωρισμέναι. Ἄλλη ἡ λειτουργία τοῦ Νομοθετικοῦ παράγοντος καὶ ἄλλη ἡ Δικαστική. Εἴμεθα βεβαίως καὶ Σῶμα ἐλέγχου, ἀλλὰ ἐλέγχου αὐστηρῶς πολιτικοῦ. Διάφορος, θὰ ἦτο ἡ ἄποψις ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πράξεων ἢ παραλείψεων Ὑπουργῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Ἐνῷ ἐν προκειμένῳ ἡ ὑπόθεσις ἀνάγεται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ δὴ πρὸ δεκαπενταετίας καὶ πλέον. Πᾶσα ὑπέρβασις τῶν ὁρίων τοῦ πολιτικοῦ μας ἐλέγχου, ἐλέγχου ἀφορῶντος τὸν πολιτικὸν χειρισμὸν τῆς ὑποθέσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, πᾶσα παρέκβασις καὶ παρέκβασις εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ λίαν ἐπιζημία. Διότι θὰ καταστήσῃ ἀκόμη περισσόνερον διαβλητὴν τὴν ἤδη ἐλαττωματικὴν δίκην. Ὅπως θὰ ἐξασθενίσῃ σοβαρῶς τὴν ἠθικὴν ἰσχὺν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως ἡ τυχὸν παρουσία εἰς τὴν δίκην τῶν μηνυτῶν περιβεβλημένων τὸ Ὑπουργικόν των ἀξίωμα. (Φωναὶ — διαμαρτυρίαι).
§64Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§65Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ΕΔΑ. Ἡνωμέναι μετ’ ὀλίγον ὅλαι αἱ λαϊκαὶ δυνάμεις τῆς ἐθνικόφρονος ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἔχωμεν τὸ 45%. Καὶ ὅταν κυβερνήσωμεν πάλιν ἡμεῖς — καὶ θὰ κυβερνήσωμεν, διότι πρέπει νὰ κυβερνήσωμεν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ πολιτεύματος — θὰ ὑποβιβάσωμεν πάλιν τὸ ποσοστὸν τῆς ΕΔΑ εἰς 10%. Ἡ δίκη αὐτή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ἐκκαθάρισις ἢ μὴ τοῦ συκοφαντικοῦ ἄγους, πρέπει νὰ μὴ ἀφήσῃ ἀμφιβολίας εἰς κανένα. Πρέπει νὰ μὴ ἀφήσῃ οὐδαμοῦ σκοτεινὰ σημεῖα. Πρέπει νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον καὶ εἰς τὸν ἀσπονδότερον ἐχθρὸν τῆς Κυβερνήσεως νὰ κάμῃ καὶ τὴν ἐλαχίστην, ἔστω, πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν εἰς βάρος της. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε τακτικῆς της, δὲν μᾶς ἔχει πείσει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι συνέλαβε τὸ πραγματικὸν ἠθικὸν νόημα τοῦ δημιουργηθέντος ζητήματος. Ἂς ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ διαφωτισθῇ ἀπὸ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ τὸ ἀνεύρῃ. Ἡμεῖς ἀπεφύγαμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀναμοχλεύσωμεν τὴν οὐσίαν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀποφεύγομεν νὰ τὴν ἀναμοχλεύσωμεν καὶ ἐντὸς αὐτῆς. Θέλομεν ἡ δικαιοσύνη νὰ ἐξονυχίσῃ τὰ ὑπάρχοντα στοιχεῖα καὶ νὰ τὰ κρίνῃ ἀνεπηρεάστως. Ἐδῶ μέσα μᾶς ἐπηρεάζουν προφανῶς τὰ κομματικά μας συμφέροντα. Ἀλλ’ ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ, κ. συνάδελφοι, δὲν πρόκειται περὶ τῶν κομματικῶν μας συμφερόντων. Πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς χώρας, πρόκειται περὶ τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας μας, πρόκειται περὶ τῆς θέσεώς μας ἀνάμεσα εἰς τὰ ἄλλα σύμμαχα ἔθνη τοῦ κόσμου. Πρόκειται περὶ τῆς πολιτικῆς γαλήνης τοῦ τόπου μας καὶ τοῦ ἠθικοῦ ὀξυγόνου τῆς πολιτικῆς μας ἀτμοσφαίρας. Οὐδεὶς ἀπὸ ἡμᾶς ἔχει τὸ δικαίωμα, οὔτε νὰ μονοπωλήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, οὔτε νὰ τὴν διαθέσῃ κατ’ ἀτομικὴν του ἀρέσκειαν. Εἴμεθα συνιδιοκτῆται, συνδιαχειρισταί καὶ συνυπεύθυνοι τῆς τιμῆς Ἑλληνικοῦ σώματος καὶ εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε δὲν τὸ θέλομεν, εἴμεθα ἠθικῶς ἀλληλέγγυοι πρὸς αὐτήν. Ὅταν προσβάλλεται τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα, ἡ προσβολὴ ἀντανακλᾷ εἰς ὅλους μας. Καὶ ὅταν καλοῦμεν κἄθε τόσον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ χύσῃ τὸ αἷμα του διὰ τὸ γόητρον καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος, δὲν ἔχομεν κανένα δικαίωμα ἡμεῖς, ποὺ δὲν χύνομεν εἰς τοὺς ἐδῶ πολιτικοὺς προμαχῶνας τὸ αἷμα μας, δὲν ἔχομεν κανένα δικαίωμα, λέγω, νὰ χύνωμεν ἀφθόνως τὸν σίελόν μας ὄχι κἂν διὰ νὰ πτύσωμεν τοὺς ὑβριστὰς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ διὰ νὰ πτύσωμεν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους. Εἶμαι πολὺ μικρὸς καὶ ἀσήμαντος διὰ νὰ κάμω τὸν διδάσκαλον τοῦ γένους πρὸς οἱονδήποτε. Ἀλλ’ ὡς ὁ ἔσχατος τῶν Ἑλλήνων, ὑψώνω πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὴν εἰλικρινῆ μου ἔκκλησιν, ὅπως πειθαρχήσῃ εἰς τὸ ἠθικόν της καθῆκον καὶ μόνον, ὅπως πειθαρχοῦν τυφλῶς ἐν ὥρᾳ μάχης οἱ στρατιῶται τῆς Πατρίδος εἰς τὸ ἐθνικόν των καθῆκον καὶ πίπτουν. Εἶναι μάχη ἐθνικὴ καὶ ἡ παροῦσα, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀναίμακτος. Μάχη ποὺ πρέπει νὰ κερδηθῇ μὲ περιφανῆ νίκην. Ἡ νίκη αὐτὴ ἀνήκει μόνον εἰς τὴν ἀλήθειαν. Οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ τὴν ὑφαρπάσῃ μὲ τεχνάσματα. Οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠμπορεῖ νὰ τὴν ὑφαρπάσῃ μὲ στρατηγήματα. Ἐὰν δὲν διαλάμψῃ ἀστραποβολοῦσα κυκλικῶς πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις ἡ ἀλήθεια, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ νίκη οὔτε διὰ τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Θὰ ὑπάρξῃ μόνον ἧττα. Καὶ ἡ ἧττα θὰ εἶναι, δυστυχῶς, τῆς Ἑλλάδος. Ὅλα τὰ προτερήματα καὶ ὅλα ἴσως τὰ ἐλαττώματα τοῦ Ἕλληνος, μαζὶ διηθούμενα μέσα στὸ καθολικὸν ἐθνικόν του ὑποσυνείδητον, κατασταλάζουν εἰς ἕνα βασικὸν ἠθικὸν στοιχεῖον ποὺ μὲ αὐτὸ μεγαλουργεῖ ἐν πολέμῳ σὰν ἐθνικὸς στρατιώτης, μὲ αὐτὸ δημιουργεῖ ἐν εἰρήνῃ σὰν κοινωνικὸς βιοπαλαιστής. Τὸ βασικὸν αὐτὸ στοιχεῖον τῆς δρώσης ὑπάρξεώς μας τὸ γνωρίζομεν ὅλοι. Εἶναι τὸ φιλότιμον. Καὶ εἶναι τὸ φιλότιμον στὴν ἑλληνικὴν ψυχὴν ὄχι μόνον ἐπεξειργασμένη, ἀνώτερη καὶ εὐγενέστερη μορφὴ ἐθνικῆς φιλοτιμίας, ἀλλὰ καὶ ἀνάφλεξις ἀξιοπρεπείας καὶ ἔκρηξις ὑπερηφανείας καὶ ἔξαρσις γενναιότητος. Ὅταν ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία ἐτρώθη, ὅπως ἐτρώθη, μὲ δεινὴν προσβολὴν τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος ἐν γένει καὶ τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματούχων τῆς Πολιτείας μας εἰδικῶς, φυσικώτατον ἦτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀντιδράσῃ ὡς ἀντέδρασε, διὰ καθολικῆς δηλαδή, ἠθικῆς ἐξεγέρσεως, τῆς ὁποίας ἀδάμαστον καὶ ἀπαράγραπτον αἴτημα εἶναι νὰ κολασθοῦν αὐστηρῶς οἱ ὑπαίτιοι καὶ τῆς συκοφαντίας καὶ τοῦ διασυρμοῦ, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ὁ ἀναγκαῖος καθαρμὸς τοῦ ἄγχους. Ἡ Κυβέρνησις ἔδειξεν, ὅτι θὰ ἐπροτίμα μᾶλλον νὰ ἀδρανήσῃ ἡ ψυχὴ τοῦ Ἔθνους. Θὰ ἤθελεν, ἀφοῦ διετυμπάνισεν ἡ ἰδία τὸν κακοήθη λόγον, νὰ ἐφαρμόσῃ ὁ Ἑλληνιὸς λαὸς τὴν παραίνεσιν τοῦ Σολομῶντος: «Ἀκήκοας λόγον; Συναποθανείτω σοι». Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ τὰς ἀνακοινώσεις του καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὰς χθεσινάς του χειμαρρώδεις ὑποθήκας, προσεπάθησαν νὰ κακοχαρακτηρίσουν τὴν τόσον ζωηρῶς ἐκδηλωθεῖσαν πανελλήνιον ἀντίδρασιν. Τοὺς ἀπαντῶμεν, ὅτι ἡ ἀντίδρασις αὐτή, ὅσον καὶ ἂν τοὺς δυσαρεστῇ, δὲν εἶναι ἐκδήλωσις νοσηρά, εἶναι ὅλως ἀντιθέτως ἐκδήλωσις ἀποδεικνύουσα ἠθικὴν ὑγείαν καὶ ζωτικότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι ἐκδήλωσις σημειοῦσα τὴν ἀρχὴν τοῦ τέλους. Ἠπείλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς —δὲν γνωρίζω πρὸς ποίους ἐστρέφετο ἡ ἀπειλή, πρὸς ἡμᾶς ἢ πρὸς τοὺς φίλους του— ἠπείλησε προσφυγὴν εἰς τὸν κυρίαρχον λαόν. Ἀποδεχόμεθα τὴν πρόκλησιν. Ἀξιοῦμεν μόνον, ἐκ λόγων ἀπολύτως πατριωτικῶν, ὅπως προηγηθῇ ὁριστικὴ ἀπόφασις τῆς δικαιοσύνης, τερματίζουσα τελειωτικῶς τὸ φλέγον ἐθνικὸν καὶ ἠθικὸν θέμα. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, ἐὰν φθάσωμεν εἰς τὰς κάλπας πρὸ τῆς δικαστικῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ κατακλύσουν τὸν ἐκλογικὸν στίβον ἀποτρόπαια συνθήματα, ὅπως τὰ ἐπαπειλούμενα. Τοῦτο θὰ ἐσήμαινε νέον ἀγεφύρωτον ἐθνικὸν διχασμὸν μεταξὺ δοσιλογισμοῦ καὶ ἀντιδοσιλογισμοῦ. Ὄλεθρος! Τὸ ζιζάνιον τοῦτο πρέπει νὰ ἐκριζωθῇ ὁριστικῶς ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸν πολιτικὸν ἔδαφος. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπηρεασμένος προφανῶς ἀπὸ τὸν συνεχιζόμενον φωτογραφόπολεμον, ἐξέφρασε χθὲς τὸν φόβον, ὅτι δὲν ἀποκλείεται νὰ παρουσιασθῇ κἄποτε κἄποια φωτογραφία, παρασκευασμένη κιβδήλως μὲ φωτομοντάζ, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ συνεπιδεικνύωνται ὁ κ. Καραμανλῆς, ὁ κ. Μακρῆς, ἡ κυρία Μακρῆ καὶ ὁ Μέρτεν. Ἂν αὐτὸ τὸ κἄποτε τοῦ κἄποιου φωτομοντὰζ πραγματοποιηθῇ εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν, φαντάζεται ὁ φαντασθεὶς τὴν ἐγκληματικὴν ἰδέαν κ. Κανελλόπουλος, ποῖος συγκλονιστικὸς κυκεὼν θὰ σείσῃ ἐκ θεμελίων τὴν Χώραν; Ἰδοὺ διατὶ ἡμεῖς ἐπιμέναμεν νὰ διεξαχθῇ ἡ δίκη εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ νὰ ἐξαναγκασθῇ ὁ Μέρτεν νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλον τὸ ὑπαρκτὸν ἢ ἀνύπαρκτον βάθος τοῦ συκοφαντικοῦ του φακέλλου. Κύριοι συνάδελφοι, καταλήγων, θέλω νὰ τονίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι ἀνάγκαι ἐθνικαὶ καὶ συμφέρον πατριωτικὸν ἐπιβάλλουν νὰ μὴ λησμονοῦν, ὅτι ἀντιπροσωπεύουν εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν μόνον τὸ 40% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ...
§66Ν. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. (Δὲν ἠκούσθη).
§67Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ἐκλέγομαι κατὰ σύμπτωσιν 35 χρόνια καὶ δὲν γνωρίζω πῶς ἐκλέγεσθε σεῖς. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Κ. Γ. Ροδόπουλος).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βαρβιτσιώτη, ὄχι διακοπάς.
§69Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι αὐτὸ τὸ 40% εἶναι ἀκριβές, ὅπερ δὲν πιστεύω, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσοστὸν διὰ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν παταγωδῶν σας χειροκροτημάτων καὶ τῶν ἐκδηλώσεων τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων διὰ τηλεγραφημάτων τῶν Ἀγροτικῶν Συνεταιρισμῶν καὶ τῶν ἐξωραϊστικῶν συλλόγων πεισθῇ ὅπερ δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι πράγματι τὰ πάντα ἔχουν καλῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν, καὶ πάλιν τοῦτο δὲν σῴζει τὴν κατάστασιν. Δι’ αὐτὸ ἔσπασα ἀπόψε τὰ στήθη μου καὶ ἐγὼ καὶ ὄχι διὰ κομματικὸν συμφέρον. Ἐὰν δὲν πεισθῇ καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς λαϊκῆς μάζης, τὸ ἄλλο 60%, ὅτι ὄντως ἡ σκευωρία κατέρευσε δικαστικῶς, ἡ κατάστασις δὲν σῴζεται. Βαρεῖα μορφὴ δηλητηριάσεως θὰ ἐφέρπῃ εἰς τὸν ἐθνικὸν ὀργανισμὸν καὶ ἡ δηλητηρίασις αὐτὴ γνωρίζομεν εἰς ποῖον βραδύ, ἀλλ’ ἀσφαλῆ θάνατον μᾶς ὁδηγεῖ. Ἐνῷ, κύριοι, πρόκειται περὶ κλασσικῆς περιπτώσεως ἀπαιτούσης χειρουργικὴν ἐπέμβασιν, ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει νὰ θεραπεύσῃ παθολογικῶς καὶ δὴ μὲ ἐμπειρικὰ καταπλάσματα τὸ νοσογόνον αὐτὸ ἀπόστημα. Λάθος σας μέγα. Σᾶς ἔχει μεταδοθῆ ἄνωθεν ἡ πεποίθησις, ὅτι κατέχετε τὸ ἀλάθητον καὶ πάντοτε ὁμιλεῖτε, ἵστασθε καὶ δράττετε ἀπὸ θέσεως ἀλαθήτου. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ λάθος εἶναι διὰ τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν ἀποκλείειαι κἄποτε καὶ σεῖς νὰ ἔχετε διαπράξει λάθη. Ἴσως εἰς τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν ἐκάματε ἕνα λάθος εἰς τὴν ζωήν σας καὶ τὸ λάθος ἦτο μοιραῖον. Προτοῦ τελειώσω, κ. συνάδελφοι, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τοὺς ὑπευθύνους. Ἂς μὴ σᾶς μεθύσουν τὰ παταγώδη καὶ ἐκκωφαντικὰ χειροκροτήματα τῶν ὀπαδῶν σας. Ἐνωτισθῆτε ἔστω, καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου ποὺ κρούομεν καὶ ἡμεῖς μὲ ἁγνὴν ἐθνικὴν συνείδησιν καὶ μὲ καθαρὰ πατριωτικὰ χέρια. Ἐὰν ἐσεῖς ἀρκῆσθε εἰς μίαν τυπικὴν δικαίωσιν, ἡμεῖς σᾶς παρωθοῦμεν καὶ σᾶς ὑποβοηθοῦμεν πρὸς μίαν δικαίωσιν οὐσιαστικὴν καὶ πλήρη, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος μέγα. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τοῦ Κέντρου καὶ τῆς ἀριστερᾶς).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ἔχει τὸν λόγον.
§71Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἔπειτα ἀπὸ τὰ συκοφαντικὰ δημοσιεύματα τοῦ ἐγκληματίου πολέμου Μέρτεν εἰς τὰ δύο Γερμανικὰ ἔντυπα, ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβῃ θέσιν. Εὑρέθη ἐνώπιον τοῦ διλήμματος νὰ ἀποφασίσῃ ἢ τὴν περιφρόνησιν ἢ τὴν δίωξιν. Ἐπροτίμησε τὴν δίωξιν. Καὶ εἶμαι σύμφωνος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐξεδήλωσε διάφορον γνώμην. Εἶπεν, ὅτι «μία κατηγορία ἔχει ἀξίαν ἢ ἐξ ὑποκειμένου ἢ ἐξ ἀντικειμένου. Ἐξ ὑποκειμένου, ὅταν τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον κατηγορεῖ εἶναι σοβαρόν, ἐξ ἀντικειμένου, ὅταν ἡ κατηγορία, ἡ ὁποία ἐκτοξεύεται εἶναι σοβαρά». Τὸ συμπέρασμά του ἦτο καμμία ἀπὸ τὰς δύο περιπτώσεις δὲν συντρέχει εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Καὶ ἑπομένως δὲν εἶχε λόγον ἡ δίωξις. Χαίρω, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχθη τὴν ἄποψίν του. Διότι, εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν καὶ ἐξ ὑποκειμένου καὶ ἐξ ἀντικειμένου συντρέχει λόγος διώξεως. Ἐξ ὑποκειμένου, ὄχι ἡ ἀξιοπρέπεια, ἡ «ἱστορία» τοῦ προσώπου. Καὶ ἐξ ἀντικειμένου, ἡ σοβαρότης τῆς κατηγορίας. Ἀφ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τὴν δίωξιν, προέβη εἰς ὡρισμένας ἐνεργείας. Ἡ πρώτη ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας τῆς Βόννης. Εἶμαι σύμφωνος δι’ αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν. Ὤφειλεν, ἔπειτα ἀπὸ τὰ δημοσιεύματα, νὰ διαφωτίσῃ καὶ τὴν Γερμανικὴν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην. Βεβαίως δὲν μὲ ἐνθουσίασε τὸ κείμενον. Ἠδύνατο νὰ εἶναι εὐτυχέστερον. Πάντως ἐπεβάλλετο ἡ ἀνακοίνωσις. Ἀλλὰ ἐνῷ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας τῆς Βόννης, δὲν ἐδοκίμασα καμμίαν ἱκανοποίησιν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὸ διάβημα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Γερμανίας ἐν Ἀθήναις, εἰς τὸν ὁποῖον ἔσπευσε νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν δήλωσιν, μετὰ τὴν ὁποίαν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἰδικήν της ἀνακοίνωσιν, ἡ ὁποία παρέχει δυστυχῶς τὴν ἐντύπωσιν πιστοποιητικοῦ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Καὶ δὲν δέχομαι πιστοποιητικὸν ἀπὸ καμμίαν ξένην Κυβέρνησιν διὰ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Πατρίδος μου. (Χειροκροτήματα). Ἀναφέρει εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις τὸ διάβημα καὶ προσθέτει, ὅτι βασιζομένη εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θεωρεῖ συκοφαντικὰ τὰ δημοσιεύματα. Ποίαν ἔννοιαν ἔχει αὐτὴ ἡ ἀνακοίνωσις; Εἶναι δικαστικὴ ἐξουσία ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, ἡ ὁποία καταδικάζει τὸν Μέρτεν καὶ ἀθωώνει τοὺς Ἕλληνας Ὑπουργούς; Ἐρωτᾶται: Τί ἠδύνατο νὰ γίνῃ; Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις λαμβάνουσα γνῶσιν τῶν ἀνακοινώσεων τῆς ἐν Βόννῃ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της δι’ ὅσα ἀνεγράφησαν, ἀλλὰ ὄχι νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἀνεκοινώθησαν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, στηριζομένη εἰς αὐτὰ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἀθωώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλο ἦτο τὸ χρέος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τότε. Διάβημα διὰ τὴν τελευταίαν ἐπαίσχυντον περικοπὴν τοῦ «Σπῆγκελ». Ἡ τελευταία περικοπὴ ὑβρίζει ὄχι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ εὕρουν τὸ δίκαιόν των καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ τὸ εὕρουν, εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, (χειροκροτήματα), ἀλλὰ ὑβρίζει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπορεῖ νὰ προσφύγῃ εἰς καμμίαν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἠμπορεῖ νὰ τὸ εὕρῃ μόνον ἀπὸ διάβημα τῆς Ἑλληνικῆς καὶ ἀπὸ τὸ χρέος τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, νὰ ζητήσῃ συγγνώμην δι’ ὅσα ἐδημοσιεύθησαν ἐναντίον του. Καὶ ἡ ὕβρις παραμένει ἀκόμη ἀναπάντητος ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Τὸ θέμα εἶναι ἐκκρεμὲς καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἔστω καὶ βραδέως, ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, θὰ αἰσθανθῇ τὸ χρέος, πέραν τῆς ἱκανοποιήσεως τὴν ὁποίαν προσέφερεν εἰς τὰ πρόσωπα, νὰ παράσχῃ ἱκανοποίησιν εἰς τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον καθυβρίσθη. Ἡ δευτέρα ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἦτο ἡ ὑποβολὴ μηνύσεως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν εἶμαι σύμφωνος. Ὑβρίσθησαν τρεῖς δημόσιοι ἄνδρες, διότι, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται λόγος, παρὰ μόνον περὶ δημοσίων ἀνδρῶν. Ὑβρίσθησαν τρεῖς δημόσιοι ἄνδρες καὶ μήνυσιν ὑπέβαλον δύο. Δὲν ὑπέβαλεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν εἶμαι σύμφωνος. Διετυπώθη τὸ ἐρώτημα: Διατί ἡ διαφοροποίησις; Δίδω ἀπάντησιν: Πρῶτον, ἡ διαφορὰ τοῦ κύρους τοῦ ἀξιώματος. Εἶναι διάφορον τὸ ἀξίωμα τοῦ μέλους καὶ διάφορον τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δεύτερον, διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνέφερε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ κατηγορία, ἡ ὁποία ἀπηυθύνθη ἐναντίον του, ἐμπλέκεται εἰς τὴν κατηγορίαν ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἑπομένως συνεκδικάζεται. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως, ἀφοῦ τὸ θέμα ἦλθε πρὸς συζήτησιν, νὰ ἐρωτήσω: Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄποψις, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν καὶ ὅτι ἡ μήνυσις ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰ γερμανικὰ δικαστήρια, φαντάζεσθε τὴν εἰκόνα; Ὁ Ἕλλην Πρωθυπουργὸς νὰ συμφύρεται εἰς τὰ πλημμελειοδικεῖα τῆς Γερμανίας μὲ ἀντίπαλον τὸν ἐγκληματίαν πολέμου! Δὲν δέχομαι ὡς Ἕλλην πολίτης αὐτὴν τὴν εἰκόνα. (Χειροκροτήματα). Κύριοι συνάδελφοι, ἐτέθη τὸ ἐρώτημα: Ποῖα δικαστήρια ἔπρεπε νὰ προτιμηθοῦν; Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ὑπεστήριξα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτιμηθοῦν τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια. Πρῶτον, διὰ λόγους ἐθνικῆς φιλοτιμίας. Δὲν δέχομαι. Ἕλληνες δημόσιοι ἄνδρες, ἐνῷ δύνανται νὰ προσφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια τῆς πατρίδος των, νὰ προτιμοῦν δικαστήρια ἄλλης χώρας. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι, ὅτι ἐδῶ συνέβησαν τὰ περιστατικά, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται λόγος, καὶ ἑπομένως ἐδῶ εἶναι περισσότερον εὐχερὴς ἡ ἀπόδειξις. Καὶ ὁ τρίτος λόγος εἶναι, ὅτι ἡ τιμὴ Ἑλλήνων δημοσίων ἀνδρῶν προσεβλήθη καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ εὕρῃ ἀποκατάστασιν. Γνωρίζω, ὅτι ἡ μεγαλυτέρα μερὶς τοῦ τύπου ὑποστηρίζει τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ αὐτό, δὲν μὲ ἐπηρεάζει νὰ μεταβάλλω γνώμην. Ἐπίσης δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀδικήσω τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ γερμανικὰ δικαστήρια, διότι, ὅπως καὶ προηγουμένως ἀνέπτυξεν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Νέας Πολιτικῆς Κινήσεως, καὶ ἐκεῖνοι βεβαίως, ὅπως ἄλλωστε εἶναι αὐτονόητον, κατέχονται ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν δύναται νὰ μονοπωλήσῃ. Καὶ ἐκεῖνοι τιμοῦν τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ ἐπικαλοῦνται ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι εἰς τὴν Γερμανίαν εἶναι ὁ συκοφάντης καὶ ἐκεῖ θὰ τὸν εὕρουν εἰς τὴν φωλεάν του καὶ μόνον ἐκεῖ ἠμπορεῖ τελικῶς νὰ ἀποδοθῇ πραγματικὴ δικαιοσύνη. Τιμῶ τὴν ἄποψιν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀποδέχομαι. Καὶ δὲν τὴν ἀποδέχομαι, διότι γνωρίζω, ὅτι συμφώνως πρὸς τοὺς ὑφισταμένους νόμους καὶ τὰς συμβάσεις, ὅταν κινηθῇ ἡ δικαιοσύνη εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια ἠμπορεῖ νὰ κινηθῇ ταὐτοχρόνως καὶ εἰς τὰ Γερμανικά. Καὶ εἰλικρινῶς ἀπορῶ, διότι, εἰς τὸ θεμελιῶδες αὐτὸ γεγονός, δὲν δίδεται ὅση προσοχὴ ἔπρεπε νὰ δοθῇ. Κατ’ αἴτησιν τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, ἡ Γερμανικὴ δικαιοσύνη θὰ καλέσῃ τὸν ἐγκληματίαν πολέμου εἰς κατάθεσιν. Λέγουν, θὰ ἀρνηθῇ. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ καὶ ὅταν ἀκόμη ἡ δίκη γίνῃ εἰς Γερμανίαν. Τὶ θὰ ἔπρεπε λοιπόν, νὰ συμβῇ μὲ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἕως ὅτου εὐδοκήσῃ ἡ «αὐτοῦ μεγαλειότης», ὁ Μέρτεν, νὰ προσέλθῃ διὰ νὰ καταθέσῃ; Θὰ εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος; Ἐὰν ἀρνηθῇ κατάθεσιν, ὁμολογεῖ, ὅτι εἶναι συκοφάντης. Καὶ τὸ θέμα λήγει. Ἐὰν ἔχῃ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα, θὰ τὰ καταθέσῃ. Ἐὰν ἔχῃ μάρτυρας, θὰ τοὺς ὀνομάσῃ, θὰ ἔλθουν ἐδῶ, εἰς τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην, καὶ τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα καὶ οἱ μάρτυρες ἢ αἱ καταθέσεις των. Θὰ ἐξετασθοῦν καὶ θὰ γνωσθοῦν καὶ εἰς τὴν εὐρυτέραν δημοσιότητα ὅλα τὰ στοιχεῖα. Καὶ τὶ θὰ συμβῇ τότε; Τὸ δικαστήριον θὰ ἔχῃ στοιχεῖα, διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν. Καὶ τὸ γενικώτερον δικαστήριον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ κοινὴ συνείδησις, θὰ ἐκδώσῃ ἐπίσης τὴν κυριαρχικήν του ἀπόφασιν, ἡ συνείδησις τοῦ λαοῦ μας, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ τελικὸς κριτὴς δικαστῶν καὶ δικαζομένων. Ἰδοὺ διατὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια σημαίνει ταὐτόχρονον προσφυγὴν καὶ εἰς τὰ γερμανικὰ δικαστήρια. Ἑνὸς βεβαίως θὰ στερῆται ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη, τῆς παρουσίας τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλὰ τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα θὰ ὑπάρχουν. Δὲν εἶναι, συνεπῶς, κενὴ περιεχομένου ἡ δίκη. Δὲν εἶναι μονόλογος. Δὲν θὰ εἶναι παρωδία δίκης. Θὰ εἶναι δίκη. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσφυγὴν ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις εἰς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια, νὰ διατυπώσω καὶ μίαν ἄλλην ἄποψιν. Κατὰ τοὺς Ἕλληνας ἀνταποκριτάς, ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐπιθέσεως ἐναντίον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ προέκτασιν ἐσωτερικῆς διαμάχης εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἀλλά, ἐὰν οὕτως ἔχῃ, κ. συνάδελφοι, τίθεται τὸ ἐρώτημα: Εἶναι συνετόν, Ἕλληνες δημόσιοι ἄνδρες νὰ προσφύγουν εἰς τὴν Γερμανικὴν δικαιοσύνην εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ προσφυγὴ αὐτὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ ἐμπλοκὴν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διαμάχην ξένης Χώρας; Καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ἐνδεχομένη διεξαγωγὴ δίκης θὰ ὡδήγει εἰς βελτίωσιν τῶν σχέσεων τῶν δύο χωρῶν; Ἰδοὺ καὶ οἱ γενικώτεροι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν συνιστῶ τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια. Ἐπιμένω εἰς τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ ὑπὸ τοὺς δύο ὅρους, τοὺς ὁποίους ἔκτοτε διετύπωσα: Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ παράλληλος κινητοποίησις καὶ τῆς Γερμανικῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ὁ δεύτερος ὅρος εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ βάρους τῶν ἀξιωμάτων τῶν μηνυτῶν Ὑπουργῶν κατὰ τὸ στάδιον τῆς δίκης. Λυποῦμαι, κ. βουλευταί, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μοῦ ἔδωσεν ἀπόψε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ ἄποψις αὐτή, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε ἔχω διατυπώσει, περίπου τὸν θίγει. Συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Ἐτέθη, πρῶτον, τὸ ἐρώτημα: Θὰ καθιερώσωμεν, λοιπόν, αὐτὸ τὸ προηγούμενον; Ἀπαντῶ: Εἰς αὐτὰ τὰ θέματα δὲν ὑπάρχει γενικὸν προηγούμενον. Ἑκάστη περίπτωσις ἔχει τὴν ἰδιορρυθμίαν της. Ἔχει καὶ τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν ψυχολογίαν καὶ τὰς συνθήκας της. Δι’ αὐτὴν τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν ὑπεστήριξα, ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ παραίτησις. Καὶ θὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους. Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι ψυχολογικός. Ναυτίαν ἔχει δοκιμάσει ὁ λαὸς μας ἀπὸ τὰς ἀναθυμιάσεις τῶν συκοφαντιῶν τοῦ ἐγκληματίου αὐτοῦ. Καὶ μία παραίτησις, εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ φιλοτίμου λαοῦ μας, θὰ ἔδιδεν ἐντύπωσιν λεβεντιᾶς. Θὰ ἦτο μία πνοὴ αὔρας, ἡ ὁποία θὰ ἐζωογόνει τὴν ψυχήν του. Φιλικὴ ἦτο ἡ πρότασις, διότι ἡ ἐντύπωσις αὐτὴ τῆς λεβεντιᾶς ὑψώνει τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὴν τολμοῦν. Ὁ δεύτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπεστήριξα τὴν ἀνάγκην τῆς παραιτήσεως εἶναι, ὅτι ἡ δίκη, ὅπως πρόκειται νὰ διεξαχθῇ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια, ἔχει πράγματι, ὀργανικὴν ἀτέλειαν, τὴν ἀπουσίαν τοῦ κατηγορουμένου. Τουλάχιστον, ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, ἂς μὴ ὑπάρχῃ τὸ βάρος τοῦ ἀξιώματος. Διότι, ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, εὔκολον εἶναι, νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι εἶναι δύσκολον, ἡ δίκη νὰ εἶναι ἀπολύτως ἀμερόληπτος καὶ ἀδιάβλητος. Κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ εἶναι: Καὶ τὸ ἐδήλωσα ἐπανειλημμένως. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἰδικῆς μου πεποιθήσεως, διότι περιβάλλω τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην μὲ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην. Ὁμιλῶ διὰ τὰς ἐντυπώσεις, διὰ τὴν ἠθικὴν εὐαισθησίαν τοῦ λαοῦ μας. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τρίτος λόγος οὐσιώδης. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ γίνεται διάκρισις, αὐτὴν τὴν στιγμήν, συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἐπεθύμουν νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι εἴμεθα συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις, ὅπως συμβαίνει ἐπὶ τῶν συνήθων πολιτικῶν θεμάτων. Εἰς τὴν ὥραν τῶν ἐθνικῶν ἢ ἠθικῶν θεμάτων καταπίπτουν τὰ τείχη συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, παύομεν νὰ εἴμεθα ἀντίδικοι, γινόμεθα, πρέπει νὰ γινώμεθα κριταί, δίκαιοι κριταί. Θέτω τὸ ἐρώτημα: Σᾶς ἱκανοποιεῖ ἡ εἰκών, ἡ ὁποία ἐπὶ ἑβδομάδας παρουσιάζεται, ὅτι ὁ Μέρτεν, ὁ ἐγκληματίας πολέμου, ὁ κατάδικος τῶν 25 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, ἀπευθύνει τελεσίγραφα ἀπὸ τὸ Βερολῖνον εἰς τὰ ὁποῖα ἀπαντᾶ, ὄχι ἰδιώτης, ἀπαντᾶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος; Ἐξομολογοῦμαι, ὅτι θλίβομαι, ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό, διότι αἰσθάνομαι μείωσιν τοῦ γοήτρου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν δέχομαι ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος μου νὰ εἶναι δημοσία ἀντίδικος μὲ τὸν Μέρτεν, τὸν ἐγκληματίαν πολέμου. Ἐὰν οἱ μηνυταὶ Ὑπουργοὶ παρῃτοῦντο, ὡς ἰδιῶται θὰ διεξῆγον τὴν μάχην μὲ τὸν Μέρτεν. Σήμερον, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ὑποχρεωμένοι δι’ ἀνακοινωθέντων τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δίδουν ἀπάντησιν. Νομίζετε, ὅτι ἡ εἰκὼν αὐτὴ ὑπηρετεῖ τὸ γόητρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος; Ἀκόμη, ὅτι ὑπηρετεῖ καὶ τὰ συμφέροντα τῶν μηνυτῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τῆς ἀνέσεως τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἀγῶνος, ἐὰν ἦσαν ἀπολύτως ἐλεύθεροι; Ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω καὶ ἕνα ἄλλον τελευταῖον λόγον: Ἡ παραίτησις τῶν ἀθώων περιέχει καὶ μίαν θεμιτὴν ὑστεροβουλίαν: Καθιστᾶ, ἔπειτα ἀπὸ τὴν δικαίωσιν τῆς Δικαιοσύνης, πανηγυρικὴν τὴν ἐπάνοδον... Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἀνέκαθεν ὑπεστήριξα καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ὑποστηρίζω τὴν ἄποψιν αὐτήν. Καὶ διὰ νὰ ἐξομολογηθῶ, κ. συνάδελφοι, τὴν μυχίαν πεποίθησίν μου. Χωρὶς νὰ ἔχω καμμίαν πληροφορίαν, θεωρῶ βέβαιον, ὅτι οἱ μηνυταὶ Ὑπουργοὶ ἔχουν θέσει τὰς παραιτήσεις των εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὰς ἀποδεχθῇ. Ἐὰν τοῦτο συνέβη, ὅπως ἐνδομύχως εἶμαι βέβαιος, φρονῶ, ὅτι ἡ ἄρνησις τῆς ἀποδοχῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ λάθος. Καὶ τώρα, κ. συνάδελφοι, θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ συμπεράσματα τῆς συζητήσεως. Τρία εἶναι τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα τίθενται ἐνώπιον ἡμῶν. Πολιτικόν, ἠθικόν, δικαστικόν. Τὸ πολιτικὸν θέμα περιέχει τὴν γενικὴν κριτικὴν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ θέμα τῆς διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, καὶ εἰδικώτερον, τῆς περιπετείας Μέρτεν. Εἰς τὸ γενικώτερον θέμα τῆς διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, εἶμαι κατ’ ἀρχὴν σύμφωνος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑποστηρίζει καὶ ἔχω καὶ ἐγὼ ἐπανειλημμένως ὑποστηρίξει, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι πανδαμάτωρ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν. Ἐπίσης μὲ τὸν χρόνον καὶ αἱ συνθῆκαι μεταβάλλονται καὶ χθεσινοὶ ἐχθροὶ γίνονται σήμερον καὶ αὔριον σύμμαχοι. Καὶ πρὸς τὴν διαφορὰν τῶν συνθηκῶν ἐπιβάλλεται ἑκάστοτε ἡ προσαρμογή. Τὰ αἰσθήματα τῶν λαῶν ἐμπνέονται ἀπὸ τὸ παρελθόν. Ἡ πολιτικὴ τῶν Κυβερνήσεων ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ μέλλον. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. Καὶ τὸ μέλλον σήμερον, καθόσον ἀφορᾷ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν, προσδιορίζεται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι εἶναι μέλος τοῦ ΝΑΤΟ. Αὐτὸ εἶναι τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Εἰς ὅσους ἑπομένως, ἐπιμένουν νὰ ὑπενθυμίζουν τὸ παρελθὸν, τοὺς δίδω τὴν ἀπάντησιν. Ἔχετε δίκαιον διὰ τὸ παρελθὸν καὶ εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ ἔχομεν ἡμεῖς δίκαιον διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον. Φρονῶ διὰ τοῦτο, ὅτι πράγματι ἔπρεπε νὰ ἐπιδιωχθῇ ἐκκαθάρισις τοῦ κρισίμου θέματος τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Καὶ νομίζω, ὅτι τὰ σημειωτὰ βήματα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν δὲν εἶχον τὴν γενναιότητα τὴν ὁποίαν τὸ θέμα ὑπηγόρευσε. Προτιμῶ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Γαλλικὴ Δημοκρατία, τὴν 10ετῆ παραγραφήν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐτερμάτισε τὰ θέμα. Θὰ ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ συντομεύσωμεν τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ἡ ποινικὴ νομοθεσία. Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, φρονῶ, ὄχι μόνον δι’ ἡμᾶς, φρονῶ δι’ ὅλας τὰς Χώρας τῆς Δ. Συμμαχίας, ἀφ’ ὅτου ἡ Δυτικὴ Γερμανία ἀπετέλεσε μέλος τοῦ ΝΑΤΟ, ἀποτελεῖ βαρὺ σφάλμα ἡ ἐκκρεμότης τοῦ θέματος τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἀποκλειστικὴ ἁρμοδιότητα ἔπρεπεν ἔκτοτε νὰ ἔχῃ ἡ Χώρα των, ἡ Δυτικὴ Γερμανία. Καὶ ἡ μέριμνα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔπρεπε τότε νὰ στραφῇ πρὸς τὸ ἄλλο θέμα, εἰς τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν τῶν θυμάτων. Ὄχι εἰς ἀντάλλαγμα, διότι οὐδεὶς δέχεται ὑλικὰ ἀνταλλάγματα εἰς τὰ ἠθικὰ θέματα, ἀλλὰ ὡς παράλληλον διευθέτησιν ἑνὸς ἐκκρεμοῦς θέματος τοῦ παρελθόντος, διὰ νὰ βαδίσωμεν ἀνενόχλητοι πρὸς τὸ μέλλον. Δὲν ἐχαράχθη, δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ ἁπλῆ, ἡ γενναία πολιτική. Ἀλλ’ ἐπιτέλους, κατά τινα τρόπον, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέρμα. Ἀλλά, ἐνῷ τοῦτο ἔχει συμβῆ, εἰς τὸ γενικὸν θέμα ὅμως, εἰς τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν, εἶναι ἀδύνατον, καὶ ἂν προσεπάθει ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἔχῃ εὕρει ἀτυχέστερον χειρισμόν-! Τὶ συνέβη μὲ τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν; Ἐνῷ προηγουμένως ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Πρεσβείαν τὸν εἶχον διαβεβαιώσει, ὅτι θὰ εἶναι ἐλεύθερος, δικάζεται μολαταῦτα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἰσάγεται νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ διευθετήσεως ὅλων τῶν ἄλλων ὑποθέσεων, μὲ ἐξαίρεσιν τὸν Μέρτεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, βεβαιώνει, καθὼς ἀνέγνωσα εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι οὐδέποτε ἔγινε σκέψις διὰ παράδοσιν τοῦ Μέρτεν. Δημιουργεῖται ἡ ὑποψία εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι ἴσως ὁ Μέρτεν παραδοθῇ. Βεβαιώνει κατηγορηματικῶς ἡ Κυβέρνησις: Οὐδέποτε! Καὶ μετὰ ὀκτὼ μῆνας, εἰσάγεται εἰδικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπελευθερώνει τὸν Μέρτεν, ἔπειτα ἀπὸ τὴν καταδίκην του τῶν 25 ἐτῶν.
§72Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Νομίζω, ὅτι ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως, ἀφεώρα τὴν παραπομπὴν του εἰς δίκην. Διότι εἶχε δημιουργηθῆ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι δὲν θὰ παραπεμφθῇ εἰς δίκην καὶ ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ παραπεμφθῇ. Ἐξ ὅσων ἐνθυμοῦμαι, τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη τότε, ἀφεώρα εἰς τὸ ἐὰν θὰ παραπεμφθῇ εἰς δίκην καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα.
§73Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω διαβάσει προσφάτως τὰ πρακτικὰ καὶ γνωρίζω τὸ θέμα. Εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ τὸ ἐνθυμῆσθε.
§74Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐγένετο συζήτησις ἐὰν θὰ παραδοθῇ ὁ Μέρτεν. Ἀναστελλομένης τῆς διώξεώς του μετὰ τῶν λοιπῶν, καὶ ἐδίδετο ἡ ἀπάντησις, ὅτι θὰ δικασθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τίποτε δὲν ἐλέχθη καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§75Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πότε ἐδικάσθη;
§76Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐδικάσθη ἀπὸ τὰς 10 Φεβρουαρίου ἕως τὰς 5 Μαρτίου τοῦ 1959 καὶ αἱ δηλώσεις ἦσαν τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1959, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος. Θὰ σᾶς εὕρω καὶ τὴν σχετικὴν περικοπὴν τῶν δηλώσεων ἀμέσως.
§77Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐλέγατε, ὅτι δὲν θὰ παραδοθῇ. Ἑπομένως καὶ ἡ ἔννοια, ἡ αὐτονόητος, τῆς δηλώσεώς σας ἦτο, ὅτι θὰ δικασθῇ καὶ θὰ καταδικασθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ ὅτι ἡ ἔννοια τῶν δηλώσεών σας ἦτο, ὅτι ὅλοι θὰ παραδοθοῦν, ὅτι ὁ Μέρτεν δὲν θὰ παραδοθῇ, ὅτι ὁ Μέρτεν θὰ μείνῃ, ὅτι ὁ Μέρτεν θὰ δικασθῇ καί, ὅτι ὁ Μέρτεν κατόπιν θὰ ἀπελευθερωθῇ; Οὐδεὶς ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων σας. (Γέλωτες). Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα κινδυνεύει νὰ προσλάβῃ μορφὴν ἱλαρότης. Θὰ προστατεύσω τὸ θέμα, διότι ὄντως εἶναι σοβαρόν. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως ἔγινεν ὑπόμνησις τῆς περιπτώσεως τοῦ στρατηγοῦ Ἀντρέ, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη εἰς ἰσόβια δεσμὰ εἰς τὰ 1948 καὶ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1951 ἀπηλευθερώθη διὰ χάριτος.
§78Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τοῦ 1951.
§79Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μάλιστα, τοῦ 1951. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἀπετέλουν τότε μέλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὔτε κἂν μέλος τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, δὲν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ μου θέματος. Ὁ Ἀντρὲ παρέμεινεν εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ 4 ἔτη. Ἐφ’ ὅσον κατεδικάσθη εἰς τὰ 1948, ἐρωτῶ: Ἦτο δυνατὸν τότε νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν Γερμανίαν, 3 ἔτη μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου; Βεβαίως, ὄχι. Τὸ θέμα ἀνέκυψε βραδύτερον κατὰ τὴν προσπάθειαν τῆς βελτιώσεως τῶν σχέσεων μὲ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν. Καὶ τότε τὶ συνέβη; Τοῦ ἐδόθη χάρις. Αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι περιεῖχε καὶ γενναιότητα καὶ πολιτικότητα. Περιεῖχε γενναιότητα, διότι προσέκρουεν εἰς τὸ αἴσθημα φιλοτιμίας εἰς τὴν ἐθνικὴν εὐαισθησίαν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Καὶ παρεῖχε πολιτικότητα, διότι μὲ τὴν παροχὴν χάριτος ἐτερμάτιζε τὸ θέμα. Τὶ συνέβη εἰς τὴν περίπτωσιν Μέρτεν; Ὁλόκληρος ἡ διαχείρισις δὲν ἔχει, δυστυχῶς, οὔτε γενναιότητα, οὔτε πολιτικότητα. Ἔχει γίνει καρκίνωμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῶμεν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐπανέλαβε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν ἐδικάσαμεν διὰ νὰ στιγματισθῇ. Καὶ κατόπιν τὸν ἀπελύσαμεν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ ἐνοήσω τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐπιχειρήματος. Ἀποκομίζω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εἶναι ἁπλοῦν σχῆμα λόγου. Καὶ θέλω, κ. βουλευταί, νὰ διατυπώσω εἰς ἀκέραιον τὴν γνώμην δι’ αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Τὴν ὀνομάζω πολιτικὴν τῆς διπλῆς δίκης. Καὶ τὴν θεωρῶ τὴν περισσότερον ἀτυχῆ πολιτικήν. Διότι ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ὁδηγεῖ εἰς ἀτυχῆ ἀποτέλεσμα. Πρῶτον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλλάδα. Ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐθίγη τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα καὶ ἐδημιουργήθη πλῆθος παρεξηγήσεων ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἐδικάσθη καὶ κατόπιν ἠλευθερώθη; Καὶ ἔπειτα ἔρχεται ἡ περιπέτεια εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἐὰν δὲν διωχθῇ, ποία θὰ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ὅτι ἔχομεν ἐμπαιχθῆ ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὑπεσχέθη νὰ τιμωρήσῃ αὐτὴ τοὺς ἐγκληματίας πολέμου, καὶ ὅμως, ἕνας ἀποδεδειγμένος ἐγκληματίας πολέμου κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης δὲν διώκεται. Ἐὰν διωχθῇ ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν δικαιοσύνην καὶ ἐνδεχομένως ἀπαλλαγῆ, ποῖος θὰ στιγματισθῇ; Ὄχι βεβαίως ὁ Μέρτεν. Εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ στιγματισθῇ ἡ Γερμανικὴ Δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ἐλευθερώνει ἀπαισίους ἐγκληματίας πολέμου. Καὶ εἰς τὴν συνείδησιν ἐνδεχομένως τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ θὰ ἐπικριθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη ὡς δικάσασα μὲ ἐμπάθειαν, διότι ἕνα ἀθῶον τὸν ἐδίκασε μὲ τόσην σκληρότητα. Βλέπετε ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι πρὸς πᾶσαν πλευράν. Καὶ πέραν αὐτῶν τῶν ἐνδεχομένων ἔχομεν καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον. Ὁ Μέρτεν κινδυνεύων νὰ διωχθῇ εἰς τὴν Γερμανίαν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὀργανώσῃ συκοφαντίας καὶ κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης καὶ κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἀποσείσῃ ἀπὸ τοὺς ὤμους του τὸ βάρος μιᾶς ἐκδιδομένης αὐστηρᾶς δικαστικῆς ἀποφάσεως. Τοιουτοτρόπως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐξηγεῖται καὶ ὁ παρανοϊκὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον μάχεται. Ἀσφαλῶς εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος νευρικῆς κρίσεως ἐνώπιον τοῦ κινδύνου. Ἰδοὺ αἱ συνέπειαι. Θὰ ἐρωτηθῶ; Τὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε γίνει; Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ παραδώσῃ τοὺς φακέλλους τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου εἰς τὴν Γερμανίαν, ἔπρεπε νὰ παραδώσῃ καὶ τὸν Μέρτεν. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε. Διατί; Διότι ἐφοβήθη τὴν ἀντίδρασιν τῆς Ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης. Ἀλλὰ μεγάλη ἀρετή, ἡ ἀληθὴς γενναιότης τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, εἶναι τὸ θάρρος τῆς ἀντιδημοτικότητος. Καὶ διατὶ τὸν ἀπηλευθέρωσε τὸν Ὀκτώβριον; Διότι εἶχε τὴν ἐξέγερσιν τῆς κοινῆς γνώμης εἰς τὴν Γερμανίαν, τοῦ Γερμανικοῦ Τύπου. Ἀλλὰ ἡ ἄλλη ἀρετὴ τῶν Κυβερνήσεων εἶναι ἡ πρόβλεψις. Ἔπρεπε νὰ εἶχε προβλέψει αὐτὴν τὴν πίεσιν τῆς Γερμανικῆς κοινῆς γνώμης. Ὁ φόβος τῆς ἀντιδράσεως τῆς Ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης ἠμπόδισε τὴν παράδοσιν τὸν Φεβρουάριον. Καὶ ἡ ἀντίδρασις τῆς Γερμανικῆς κοινῆς γνώμης, ὡδήγησεν εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τὸν Ὀκτώβριον. Αὐτὴ εἶναι ἡ παλινωδία καὶ αὐτὴν τὴν παλινῳδίαν πληρώνομεν σήμερον. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἠθικὸν θέμα. Κύριοι βουλευταί, ποία εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ ἔννοια τοῦ ἠθικοῦ θέματος; Ἐφ’ ὅσον διὰ πάντα πολίτην, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ὑποστῆ καταδίκην, ἀποτελεῖ χρέος ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀθωότητος, ἀποτελεῖ ἀπείρως μεγαλυτέραν ὑποχρέωσιν διὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὁλόκληρον, ἡ ἀμέριστος ἀναγνώρισις τῆς ἀρετῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῶν συκοφαντιῶν ἑνὸς ἐγκληματίου πολέμου. Καὶ τὸ χρέος αὐτὸ τὸ ἐπιτελοῦμεν. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν θὰ ἀρνηθῇ νὰ τὸ ἐπιτελέσῃ. Κατὰ μείζονα λόγον, ὅταν ὁ συκοφάντης εἶναι ἕνας ἐγκληματίας πολέμου. Καὶ κατ’ ἀπείρως μείζονα λόγον, ὅταν αἱ συκοφαντίαι τὰς ὁποίας ἐκτοξεύει εἶναι τόσον ἀποτροπιαστικαί, ὥστε εἰς τὸ ἄκουσμα αὐτῶν νὰ αἰσθανώμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ καλύπτωμεν τὸ πρόσωπον ἀπὸ ἐντροπήν, Εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον θὰ ἔχωμεν νὰ λάβωμεν θέσιν μεταξὺ τοῦ Μέρτεν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑπάρξῃ οἱοσδήποτε Ἕλλην πολίτης, οἱουδήποτε φρονήματος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ σταθῇ ἠθικὸς προστάτης εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Ἀλλὰ τὸ ἠθικὸν αὐτὸ θέμα εἶναι διάφορον ἀπὸ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθεσαν καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι δὲν ἐκάλεσαν τὴν Βουλὴν εἰς ἠθικὴν συμπαράστασιν. Ἐκάλεσαν τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος. Ἐκάλεσαν τὴν Βουλὴν νὰ γίνῃ δικαστήριον. Ἐκάλεσαν τὴν Βουλὴν νὰ καταργήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην. Καὶ ἀρνούμεθα τὴν κατάργησιν...... Διότι, τὶ ἐζήτησεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθές, ἀσφαλῶς σφαλλόμενος; Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τὴν διάκρισιν, εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνω, δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ σφάλμα. Τὶ ἐζήτησεν; Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, νὰ λάβῃ θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Εἶναι ἀνήκουστον! Δὲν ἐπιθυμῶ ὁ χαρακτηρισμός, εἰς τὸν ὁποῖον προβαίνω, νὰ παράσχῃ τὴν ἐντύπωσιν ὑπεκφυγῆς. Δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι δι’ ἐμὲ εἶναι αὐταπόδεικτοι συκοφαντίαι, ὅσα ὁ Μέρτεν ἔχει ἐκτοξεύσει. Αὐτὴ εἶναι ἰδική μου προσωπικὴ πεποίθησις. Ἀλλὰ ἐὰν διαμαρτύρωμαι, εἶναι διότι δὲν δέχομαι εἰς τὴν Βουλὴν τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Τὶ ἐζητήθη χθὲς ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ὄχι, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐλάμβανε θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐνῷ ἐκκρεμεῖ ἡ μήνυσις εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, θέτω τὸ ἐρώτημα: Τὶ θὰ ἐπρόκειτο νὰ δικάσῃ πλέον τὸ Ἑλληνικὸν δικαστήριον; Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καταδικάσῃ τὸν συκοφάντην, ποῖος θὰ ἐπίστευεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἑλληνικοῦ δικαστηρίου, ἔπειτα ἀπὸ τὴν θέσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἔπειτα ἀπὸ τὸ ὁμόθυμον ψήφισμα τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑπῆρξεν ἀνεπηρέαστος; Καὶ ἐὰν συνέβαινε νὰ εἶναι διάφορος ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἠδύνατο νὰ γεφυρωθῇ ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ Δικαιοσύνης καὶ Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας;
§80Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως) Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐν προκειμένῳ δὲν εἶναι διάφορος τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας κάμνετε. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ θέσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, θὰ ἔθετε πολιτικὸν θέμα. Ἡ Κυβέρνησις εἶπε τοῦτο: ἀντὶ νὰ διεξάγεται ἡ συζήτησις αὐτὴ διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν ἀνταποκριτῶν τῶν ἐφημερίδων, προτιμῶ νὰ συγκαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὴν ἐνημερώσω καὶ ἐὰν θέλουν τὰ Κόμματα ἢ οἱ βουλευταὶ νὰ κάμουν τὰς παρατηρήσεις των. Διότι, ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ προκαλέσῃ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, θὰ ἔθετεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς πολιτικὸν θέμα. Ἀλλὰ τὶ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις; Ἐνημέρωσε τὴν Βουλὴν διὰ νὰ δώσῃ τὴν δυνατότητα διεξαγωγῆς συζητήσεως καὶ ὑπευθύνου διαφωτίσεως τῆς κοινῆς γνώμης. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πρόθεσίς μας καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως.
§81Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἤλεγξα τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐκάλεσε τὴν Βουλήν. Δὲν ἤλεγξα τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔδωσεν ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι παρηκολούθησα μὲ συγκίνησιν τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἤλεγξα τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους σήμερον σεῖς προφορικῶς καὶ ἀσαφῶς καὶ χθὲς κατηγορηματικῶς καὶ ἐγγράφως—εἰς τὰ πρακτικὰ—εἶπεν ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Κάμετε τὸν κόπον νὰ ἀκούσετε: Εἶπεν: — «Ἡ Βουλή, ὅταν τύχῃ νὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὰς τελευταίας ἑβδομάδας, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ θέσιν, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ εἴπῃ ἐὰν πιστεύῃ ἢ ὄχι εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ὅποιος ἀποφύγῃ νὰ λάβῃ θέσιν ἀπέναντι τῶν αὐταποδείκτων γεγονότων, ὅποιος ἀποφύγῃ νὰ λάβῃ θέσιν ἀπέναντι τῆς ἀληθείας, γυμνῆς καὶ ἀπολύτου, θὰ εἶναι ἔνοχος μιᾶς μεγάλης καὶ ἠθικῆς βαρείας ὑπεκφυγῆς». Δὲν δέχομαι αὐτὴν τὴν θέσιν. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ ἡ Συμπολίτευσις, περιβάλλουσα μὲ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην καὶ πιστεύουσα ἀπολύτως εἰς τὴν ἀρετὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται νὰ δεχθῇ αὐτὴν τὴν σύγχυσιν τῶν Ἐξουσιῶν. Δὲν δύναται νὰ δεχθῇ, ἐπικειμένης διεξαγωγῆς δίκης, νὰ τὴν προλάβῃ νὰ σφετερισθῇ τὰ δικαιώματα τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ ἐκδώσῃ οἱονεὶ ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Αὐτὸ ἀποτελεῖ λάθος. Αὐτὸ εἶμαι βέβαιος, ἔπειτα ἀπὸ τὴν διευκρίνισιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ λάθος.
§82Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Σᾶς ἐξήγησα, ὅτι αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς ἀπέδειξα τοῦτο, τονίσας, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἤθελε θὰ ἔθετε πολιτικὸν θέμα.
§83Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μοῦ τὸ εἴπατε, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀπεδείξατε. Τὸ ἀπέδειξα ἐγὼ μὲ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν. Ἐὰν εἴχατε αὐτὴν τὴν πρόθεσιν ἔπρεπε νὰ μὴ ὑποβάλετε μήνυσιν, ἀλλὰ νὰ καλέσητε τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ ὑπεβάλετε μήνυσιν καὶ ἐκαλέσατε καὶ τὴν Βουλήν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἐθέσατε αὐτὸ τὸ θέμα. Ἡ θέσις τοῦ θέματος εἶναι ἀπαράδεκτος. Καὶ βλάπτει κατ’ ἐξοχὴν τὴν Κυβέρνησιν. Διατί; Διότι ἀχρηστεύει καὶ ἐξευτελίζει τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν πρόκειται προσεχῶς νὰ ἐκδώσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη. Καὶ παρέχει εἰς τὸν Μέρτεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιόπιστος ἡ ἀπόφασις τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Νὰ εἴπῃ: Ὅταν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, προκαταβολικῶς ἔχουν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος λάβει ἀπόφασιν, κωμῳδία εἶναι ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Διὰ νὰ προστατεύσω τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ, θέλω νὰ προφυλάξω τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὸ βαρὺ σφάλμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς, τὸ Φιλελεύθερον Δημοκρατικὸν Κόμμα, λαμβάνομεν ἀπέναντι τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὁ παλαιὸς φίλος μου βουλευτὴς Μεσσηνίας, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ἐκπρόσωπον τοῦ ἰδικοῦ μου Κόμματος εἶπεν, ὅτι «ἡμεῖς εὐθυγραμμιζόμεθα ἀπολύτως πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως». Ὀφείλω δύο ἀπαντήσεις. Ἡ πρώτη εἶναι, ὅτι δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡμεῖς εὐθυγραμμιζώμεθα ἢ ἡ Κυβέρνησις εὐθυγραμμίζεται πρὸς τὰς ἀπόψεις μας (γέλωτες). Ἡ δευτέρα ἀπάντησις εἶναι, ὅτι μοῦ εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι τοιαύτη εὐθυγράμμισις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δι’ ἡμᾶς δὲν εἶναι ἀδιάφορον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δι’ ἡμᾶς ἔχει ἀπόλυτον σημασίαν, εἶναι ἡ εὐθυγράμμισις μὲ τὴν ἐθνικήν μας συνείδησιν (παρατεταμένα χειροκροτήματα). Καὶ αὐτὸ τὸ χρέος ἐπιτελοῦμεν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§85Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Συγκαταλέγομαι, κ. βουλευταί, μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πράγματι λυποῦνται, διότι συμμετέχουν σήμερον εἰς συζήτησιν μὲ τοιοῦτον περιεχόμενον. Ἀλλὰ ὅσον καὶ ἐὰν ἀναγνωρίζω τὴν σοβαρότητα τοῦ προκύψαντος θέματος, πολὺ ἀπέχω ἀπὸ τοῦ νὰ τοῦ προσδώσω μελοδραματικὸν χαρακτῆρα. Ἰδίως δὲ εἰς τὸ ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς ἐνδεχομένας ἐπιπτώσεις του εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπὶ τῶν ἀγωνιστικῶν τίτλων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Οὐδεὶς βεβαίως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἢ ἔξω ταύτης διενοήθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἷς ἐγκληματίας πολέμου ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἔλεγε, νὰ θίξῃ, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον τοὺς Ἑλληνικοὺς ἀγωνιστικοὺς τίτλους. Ἀκόμη καὶ πράξεις ἢ γεγονότα ἐὰν ἀποδεδειγμένως προεβάλοντο ποὺ βεβαίως τοιοῦτον δὲν συμβαίνει, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι καὶ πάλιν οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον θὰ ἦτο δυνατὸν τοιοῦτόν τι νὰ ἐπισκιάσουν ὄχι μόνον τοὺς λαμπροὺς τίτλους τῆς μακραίωνος ἱστορίας τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ τῆς προσφάτου. Διότι ὀλίγοι πράγματι λαοὶ ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν τὴν καθολικὴν ἀντίστασιν, τὴν ὁποίαν παρουσίασεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον (χειροκροτήματα). Ὀλίγαι χῶραι ἀπέστειλαν ὀλιγώτερον ἀριθμὸν ἐργατῶν εἰς τὴν Γερμανίαν. Ὀλίγαι χῶραι ἔχουν νὰ παρουσιάσουν τοὺς καθολικοὺς τίτλους ἀντιστάσεως ὡς τοὺς ἰδικούς μας. Ἄλλο, ἐὰν οἱ τίτλοι μας παραμένουν ἀκλόνητοι, ἀλλὰ τὴν Ἑλλάδα συνοδεύει πάντοτε ἡ κατάρα, κατὰ τὴν ὥραν τῆς εἰρήνης νὰ μὴ δύναται σχεδὸν ποτὲ νὰ ἀξιοποιήσῃ τοὺς λαμπροὺς τίτλους τῶν ἀγώνων της. Θὰ ἐπιδιώξω λοιπόν, κ. βουλευταί, χωρὶς οὐδένα μελοδραματισμόν, μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέραν ἀντικειμενικότητα καὶ ψυχραιμίαν, ἀλλὰ καὶ ταὐτοχρόνως μὲ συντομίαν νὰ διεξέλθω καὶ ἐγὼ τὸ θέμα καὶ νὰ ἐκφράσω τὰς ἐπὶ τούτου ἀπόψεις τῶν Προοδευτικῶν. Τὸ πρῶτον κατὰ σειράν, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπον νὰ θίξω, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διευκρινίσθη μόλις πρὸ ὀλίγου. Διότι μέχρι τοῦ πρὸ ὀλίγων στιγμῶν διαλόγου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἔμενα καὶ ἐγὼ μὲ τὴν ἐντύπωσιν ἐκ τοῦ ἐπιλόγου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιλόγου, ὁ ὁποῖος ὡδήγει εἰς τὴν ἀντινομίαν καὶ τὴν ἀντίφασιν, ὅτι καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας θέματος διὰ τὴν διερεύνησιν τοῦ ὁποίου, εἶχεν ἤδη προσφύγει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ δικαστήρια. Ὄχι, λοιπόν, διότι ὡς ἐλέχθη δὲν εἶναι δικαστήριον ἡ Βουλή, διὰ νὰ δικάσῃ. Οὔτε διότι ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύσουν ἀπόλυτοι τυχὸν ἀφορισμοὶ περὶ στενῶν καὶ ἀποκλειστικῶν ὁρίων τῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς Βουλῆς. Τὰ πάντα ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν ἠμπορεῖ νὰ ἀπασχολήσουν τὸ Σῶμα. Ἀλλὰ διότι ἐν προκειμένῳ ἡ Κυβέρνησις ἤδη ἔχει προκαθορίσει τὴν πολιτικήν της. Καταφυγοῦσα εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀπέκλεισεν ἀπὸ τὸ Σῶμα τὴν δυνατότητα νὰ εἰσέλθῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ πολὺ περισσότερον νὰ λάβῃ ἐπ’ αὐτῆς θέσιν. Ταῦτα πάντα μόνον ἱστορικὴν ἔχουν πλέον ἀξίαν, μετὰ τὴν διευκρίνησιν τοῦ ἀξ)μου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν προλαλησάντων ρητόρων υἱοθέτησε τὰ ὅσα ἀναιδῆ εἶπεν ὁ ἐγκληματίας τοῦ πολέμου, ἦτο αὐτονόητον. Ἐκλήθημεν ἄλλως τε, διὰ νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ἐὰν ὑπάρχῃ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς ὃ σημεῖον ἐφθάσαμεν. Εὐθύνη περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ θέματος, δηλαδὴ περὶ τὸ καθαρῶς πολιτικὸν θέμα. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀνακύπτει ἀμέσως τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἐὰν πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτοῦ δικαστικῶς καὶ ἀφ’ ἧς προεκρίθη τοῦτο, ποῦ θὰ ἀνεζητεῖτο ἡ διευκρίνισις τῆς ἀληθείας, ἐν Γερμανίᾳ ἢ ἐν Ἑλλάδι; Τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν, κ. βουλευταί, πιστεύει, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προκριθῇ ἡ δικαστικὴ ὁδός. Ἔπρεπε, ἀντιθέτως, ἡ Κυβέρνησις, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, χωρὶς νὰ ἀπολέσῃ οὐδ’ ἡμέραν κἂν, εὐθαρσῶς καὶ μὲ τὴν ἐπιβαλλομένην ὀξύτητα, νὰ ἀπαντήσῃ λακωνικῶς, ἐκφράζουσα τὴν βδελυγμίαν καὶ ἀποστροφήν της δι’ ὅσα ἐδημιούργησαν καὶ τίποτε πλέον. Καὶ ἂς ἄφηνεν εἰς τοὺς ἄλλους, ὅσοι τυχὸν ἤθελον ἐνταῦθα ἢ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νὰ υἱοθετήσουν τοιαύτας ἀηδίας, νὰ προχωρήσουν εἰς τὴν πορείαν των. Καὶ ἐὰν τὸ ἔπραττον, τότε νὰ σπεύσῃ πάλιν, οὐχὶ μὲ καθυστέρησιν, νὰ καλέσῃ τὴν Βουλήν, ἵνα ἡ συζήτησις γίνῃ εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο, εἰς ὅλην του πλέον τὴν ἔκτασιν. Κύριοι βουλευταί, ἀμφισβητεῖται βεβαίως ἡ ἀξία τῆς πολιτικῆς γνώμης ἢ ἀποφάσεως μιᾶς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία λέγουν, ἐκφράζει τὴν γνώμην τοῦ Σώματος, ἀλλ’ ὄχι πάντοτε καὶ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ, ὡς ἀκριβῶς σήμερον. Ἄλλοι ἀπέδωσαν εἰς αὐτήν, ἀντιθέτως μεγαλυτέραν σημασίαν τοῦ δέοντος καὶ ἄλλοι παρεγνώρισαν παντελῶς τὴν ἀξίαν της. Ἡ ἀλήθεια, ἐν τούτοις εὑρίσκεται εἰς τὸ μέσον. Ἐπιθυμῶ, διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα κυβερνᾷ ἡ ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφία, ἀδιαφόρως τῆς σχέσεώς της μὲ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἡ γνώμη δὲ τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς ἔλθῃ εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὸ λαϊκὸν αἴσθημα, τότε τὸ κοινὸν αἴσθημα εὑρίσκει τρόπους νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἀντίθεσίν του καί, τότε, ἀναγκάζεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι ὑπόκειται εἰς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι, ὁ λαὸς εἰς αὐτὴν ὡς ὑπηρέτης αὐτῆς. Ὀρθῶς, λοιπόν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ κατακλεῖδι τῶν τελευταίων αὐτοῦ δηλώσεων, ἀνέφερεν, ὄχι κατ’ ἐμὲ ὡς ἀπειλήν, ἀλλ’ ὡς ὀρθὴν πολιτικὴν σκέψιν, ὅτι, ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, ὁ λαὸς θὰ ἀποφανθῇ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐπιμάχου ζητήματος. Ἡ διαφωνία μας ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι, ἐβράδυναν εἰς ὡρισμένας ἐνεργείας, κατέφυγεν εἰς διάλογον μὲ τὸν ἐγκληματίαν, ἀντὶ ἀποστρέφουσα τὸ πρόσωπον νὰ προχωρήσῃ εὐθέως εἰς τὴν θαρραλέαν καὶ εὔστοχον πολιτικὴν ἀντιμετώπισιν. Ἔπρεπε νὰ εἶναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ διεθνῆ τινα ἀπήχησιν ἡ συκοφαντία αὐτή. Γεγονὸς πάντως εἶναι, κύριοι βουλευταί, ὅτι προεκρίθη ἄλλη διαδικασία. Ἡ Κυβέρνησις ἐν ἀρχῇ, ἀπήντησεν, ὅσα ἀπήντησε διὰ ἀνακοινώσεων τῆς ἐν Βόννῃ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας. Συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ, μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦν, διὰ τὸ διάβημα ἐκεῖνο, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, θὰ ἤθελον νὰ βλέπω τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀντιδικοῦσαν καὶ συζητοῦσαν μὲ ἕνα ἐγκληματίαν πολέμου. Ἐπίσης δέχομαι, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε, κατ’ οὐδένα λόγον, νὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι καλεῖται καὶ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις νὰ βεβαιώσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὰ ὅσα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἰσχυρίζετο, διότι, πράγματι, οἱαδήποτε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδενὸς τοιούτου πιστοποιητικοῦ, ἔχει χρείαν. Μετὰ ταῦτα, ἐπροχώρησεν εἰς τὴν διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως. Τότε προέκυψε τὸ ζήτημα, εἰς ποῖα δικαστήρια ἔπρεπε νὰ προσφύγουν οἱ μηνύοντες. Εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ἢ τὰ Γερμανικά; Χωρὶς ἀμφιβολίαν, κύριοι βουλευταί, καὶ αἱ δύο ἀπόψεις ὑποστηρίζονται σοβαρῶς. Κάθε ἄποψις, δύναται, κατά τινα τρόπον, ἐπιτυχῶς νὰ προβληθῇ. Νομίζω, ἐν τούτοις, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, ὑπὲρ τῶν δικαστηρίων τῆς Ἑλλάδος, κατ’ ἐμέ, ὑπερισχύουν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν, ὅτι τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, ἀλλὰ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον, νὰ δημιουργηθῇ πράγματι, τοιοῦτον προηγούμενον καὶ τοιαύτη ἀρχή, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἠμπορῇ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐγκαταλειφθῇ. Προφανὲς εἶναι, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὐτή, καὶ διεθνῶς θὰ ἐξέθετε τὴν Ἑλλάδα, ἀναγκαζομένην νὰ καινοτομῇ. Ἐν τούτοις, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, δὲν φαίνονται, κατὰ κανόνα, τοὐλάχιστον, νὰ ἀρνοῦνται τὴν ἀρχήν, ἀλλὰ ἐντοπίζονται, ἐπικαλούμενοι ἐπιχειρήματα σκοπιμότητος, εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν ὡς εἶδος μοναδικόν. Διαφωνῶ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ σκοπιμότης, ἀποτελεῖ ὀλισθηρὸν ἔδαφος. Δὲν θὰ ἠμπορέσῃ ποτὲ κανεὶς νὰ κρίνῃ, πότε καὶ κατὰ ποῖον τρόπον συντρέχει ἡ ἰδία σκοπιμότης, διὰ νὰ προσφύγωμεν εἰς ξένον δικαστήριον. Ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἀναζητεῖται ἡ ἀνεύρεσις τῆς πραγματικῆς ἀληθείας καὶ ὅτι ἄνευ ἀντιμωλίας τοῦτο θὰ καταστῇ ἀνέφικτον καὶ ὅτι μόνον ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Γερμανικὰ Δικαστήρια θὰ ἀναγκάσῃ τὸν ἐγκληματίαν πολέμου νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν δίκην καὶ νὰ γίνῃ αὕτη κατ’ ἀντιμωλίαν καὶ νὰ θεωρηθῇ οὕτω ἀνεπίληπτος. Οὔτε ἐκεῖ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τοποθετηθῇ τὸ θέμα. Ἐρήμην ἢ κατ’ ἀντιμωλίαν δίκη, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ παντοῦ. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἡ ἀξία τοῦ τόπου τοῦ δικαστηρίου εἶναι ἀμφίβολος. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια, δὲν ἀποκλείει τὴν αἴτησιν ἀρωγῆς καὶ τῶν Γερμανικῶν, δὲν ἔχει ἀξίαν, ἐφ’ ὅσον δὲν χωρεῖ ἐξαναγκασμὸς καὶ εἶναι συνεπῶς δυνατὸν καὶ ἐκεῖ νὰ ἀρνηθῇ νὰ προσέλθῃ ὁ κατηγορούμενος ἢ μάρτυς, τὸ δὲ ἐπιχείρημα, ὅτι ἂν ἀρνηθῇ νὰ ἐξετασθῇ καὶ νὰ καταθέσῃ, τοῦτο θὰ ἀπετέλει ὁμολογίαν, δὲν εἶναι ἀπόλυτον. Θὰ ἦτο δυνατόν, ὁ ἐνδιαφερόμενος, νὰ εὕρῃ ἐπιχειρήματα νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησίν του. Ἡμεῖς, οἵτινες ὑποστηρίζομεν τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἡ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, μέλλουσα νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων δὲν στερεῖται ἀξίας, ἔστω καὶ ἐρήμην. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν εὐρεῖαν δημοσιότητα τῆς ἐκδοθησομένης ἀποφάσεως. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ ἐγκληματίας πολέμου καὶ αἱ υἱοθετοῦσαι τὰς ἀπόψεις του ξέναι ἐφημερίδες ἐνώπιον δικαστικῆς ἀποφάσεως εἰς βάρος του, θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν. Ἐὰν δὲν προσαγάγῃ, ὅσους τίτλους ἰσχυρίζεται ὅτι ἔχει καὶ ἀρκεσθῇ εἰς νέον πληθωρισμὸν δηλώσεων, τότε νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι θὰ ὑπάρχουν πολλοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι διατεθειμένοι νὰ τὸν παρακολουθήσουν, ὄχι μόνον εἰς τὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ γενικῶς εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀπαντῶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν κατ’ ἀντιμωλίαν διαδικασίαν διὰ τὸ ἐξωτερικόν. Διὰ τὸ ἐσωτερικόν, ὑπάρχει ἕνα εἰδικὸν κριτήριον. Πιστεύω, ὅτι οἱ Μεσογειακοὶ λαοί, ρέπουν περισσότερον εἰς τὴν φημολογίαν τοιούτου εἴδους καὶ ἀποτελεῖ γεγονός, ὅτι θὰ πρέπει νὰ περάσῃ πολὺς χρόνος, διὰ νὰ ἐξαλειφθῇ κἄθε ἀμφιβολία ἤ, ἐὰν ἀκόμη θέλετε, καὶ κἄθε τεχνηέντως δημιουργηθεῖσα ἐντύπωσις. Προέκυψε κατόπιν τὸ ζήτημα, ὅτι ἀνεξαρτήτως ποῦ θὰ γίνῃ προσφυγή, εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια ἢ τὰ Γερμανικά, ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, θὰ ἦτο ἀπαραίτητος νὰ συνεδυάζετο μὲ τὴν παραίτησιν τῶν μηνυτῶν. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι κἄθε περίπτωσις, πρέπει νὰ ἐξετάζεται αὐτοτελῶς. Νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι τὰ ὅσα λέγονται σήμερον δημιουργοῦν προηγούμενον διὰ τὸ μέλλον ἢ ἀποτελοῦν συνέχειαν ἐκ τοῦ παρελθόντος. Νομίζω, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ ὑπόθεσις τῶν μηνυτῶν εἶναι μικτὴ ὑπόθεσις, ἤτοι ἀτομικὴ καὶ κυβερνητική, διότι, ὡς ὀρθῶς ἐξήγησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸς δὲν ἐμείωσε —καὶ καλῶς ἔπραξε— διότι θεωρεῖ συνδεομένην τὴν περίπτωσίν του μὲ τὴν τύχην τῆς μειώσεως τοῦ συνεργάτου του, ἀπὸ τότε ὑπάρχει ἡ ἐμπλοκὴ καὶ συνεπῶς, δὲν βλέπω κατὰ ποῖον τρόπον ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ διαχωρισμός. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἁπλοποίησις τῶν πραγμάτων, προβάλλοντες ζήτημα εὐθιξίας. Δὲν ἐπιδιώκω, βεβαίως, νὰ ἔλθω ἀρωγὸς οἱουδήποτε ἐνδιαφερομένου, ἀποβλέπω νὰ ἐκθέσω ἀπόψεις καὶ σκέψεις στηριζομένας ἐπὶ γενικοῦ κοινοῦ κανόνος. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀτομικῆς μόνον περιπτώσεως τῶν θιγομένων, ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ παραίτησις καὶ νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ μήνυσις, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον καὶ ὅπου δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν μόνον, ἀλλ’ ἐμπλοκῆς, πῶς θὰ χωρήσῃ παραίτησις; Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις δὲν βλέπει ἀναγκαῖον νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν κυβερνητικοῦ θέματος, ἀλλὰ παραμένει εἰς τὴν ἐξουσίαν, θὰ ἀντέφασκε πρὸς τὸν ἑαυτόν της διὰ τῆς παραιτήσεως τῶν ὑποβαλόντων μηνύσεις ὑπουργῶν. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν αὔριον ἴδω παραιτήσεις ὑπουργῶν, δὲν θὰ γνωρίζω πῶς θὰ συμβιβάζεται τοῦτο μὲ τὴν παρουσιαζομένην ἐμπλοκήν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως μάλιστα αὐτῆς, τὸ ὑποστηριχθὲν ἀπὸ τὴν ἄκραν ἀριστεράν, ἀπὸ τὸν φίλον Πρόεδρον τῆς ΕΔΑ, τὸν κ. Πασαλίδην, περὶ παραιτήσεως ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι συνεπέστερον. Ἄλλο ἐὰν νομίζω, ὅτι καὶ ἡ πρότασίς του περὶ παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ σχηματισμοῦ οἰκουμενικῆς κυβερνήσεως καὶ δι’ αὐτῆς ἐνεργείας ἐκλογῶν μὲ ἀναλογικὸν σύστημα ἐλέχθη ἁπλῶς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς προκειμένης περιπτώσεως καὶ ἐκφράζει μόνιμον πολιτικὴν τῆς Ἀριστερᾶς, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ἔστω λεγόμενον, δι’ ἐμὲ καλύπτει περισσότερον, παρὰ ἡ εἰδίκευσις εἰς τὸ αἴτημα τῆς ἀποχωρήσεως τῶν δύο ὑπουργῶν. Εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, μακρότατον ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς, βραχύτατον ἀπὸ ἐμέ, διότι δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα ἐλέχθησαν, ὀρθῶς ἐγένετο μνεία τοῦ ὅλου χειρισμοῦ τοῦ θέματος τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπεκαλέσθη χθὲς ὡς πρῶτον προηγούμενον τῆς πολιτικῆς τῆς ἀμνηστεύσεως τοῦ παρελθόντος μὲ τοὺς Γερμανοὺς ἐγκληματίας πολέμου, τὸ προηγούμενον τοῦ Ἀντρέ. Νομίζω, ὅτι ὀλίγοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δὲν συμφωνοῦν, κατ’ ἀρχήν, μὲ τὴν τοιαύτην πολιτικὴν τῆς λήθης καὶ ἐν προκειμένῳ, ἐν ὄψει τῶν νέων σχέσεων μὲ τὴν Γερμανίαν καὶ τοῦ πολλαπλοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἑλλάς, νὰ διατηρῇ καλὰς καὶ μὲ αὐτὴν σχέσεις. Μάλιστα συγκαταλέγομαι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται ἀκόμη τὸ ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ τὸ δημιουργηθὲν ζήτημα ποιάν τινα ἐπίπτωσιν ἐπὶ τῶν Ἑλληνογερμανικῶν σχέσεων, ἰδίως εἰς τὸν τομέα τῆς δηλητηριάσεως τῆς Ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης ἀπέναντι τῆς στάσεως τῶν Γερμανῶν. Ὁ φόβος αὐτὸς μὲ ἀνησυχεῖ, διότι ἀποβλέπω καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχωμεν στενὰς σχέσεις, ὄχι μόνον μὲ τὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας χώρας. Σκοπός μας εἶναι νὰ εὐρύνῃ ἡ Ἑλλὰς τὰς σχέσεις της, μὲ ὅσον ἠμπορεῖ περισσοτέρας καὶ ὄχι νὰ στενεύῃ τὰς ὑπαρχούσας σχέσεις. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὅταν τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη αὐτὴ ἡ πολιτικὴ ἀπὸ τὸ ἔτος 1951, εἰς ἐποχὰς πράγματι πολὺ δυσχερεστέρας ἀπὸ τὴν σημερινήν, εἰς τὰς σχέσεις μας μὲ τὴν Γερμανίαν καὶ ὅταν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἦτο ἐπὶ πενταετίαν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ εἶχεν ὅλην τὴν ἄνεσιν, δοθέντος ὅτι ὑπῆρχε καὶ προηγούμενον κατὰ τὸ 1953, νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν κατάστασιν διὰ μιᾶς μόνης πράξεως, περιεπλάκη ἀδικαιολογήτως εἰς αὐτὴν τὴν διαδικασίαν τῶν συνεχῶν ἐξαιρέσεων τῆς περιπτώσεως Μέρτεν, οἱ ὁποῖοι τὴν κατέστησαν ἀκριβῶς διαβλητήν, διαβλητὴν εἰς τὴν ἔλλειψιν θάρρους νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἕνα πρόβλημα καὶ νὰ τὸ τερματίσῃ. Καὶ βεβαίως ἐλέχθη, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς τιμωρίας καὶ τῆς φυλακίσεως ὑπῆρξε πολιτικὴ στιγματισμοῦ, διὰ νὰ γνωρίσουν πῶς φέρονται οἱ Ἕλληνες. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἴπω, ὅτι κατηγορούμενος δι’ ὅσα ἐγκλήματα κατηγορήθη καὶ κατηγορεῖται ὡς ὁ ἐγκληματίας πολέμου Μέρτεν, τιμωρηθεὶς καὶ δὴ ἀπὸ στρατοδικεῖον μὲ 25 ἔτη, τοιαύτη τιμωρία δὲν ἀποτελεῖ στίγμα, ἀλλὰ θωπείαν. Ἐνῷ, λοιπόν, δὲν ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ ἱκανοποίησις ἀπὸ τῆς πλευρᾶς μας, ἀντιθέτως, ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ὁ ἄλλος κίνδυνος, νὰ δημιουργηθῇ μία ἐντύπωσις διὰ μίαν μερίδα τῆς Γερμανικῆς κοινῆς γνώμης, ὅτι ὁ Μέρτεν, ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς(!) ἐκλήθη νὰ πληρώσῃ, ὡς μόνη ἐξαίρεσις τὴν ἀπαλλαγὴν ὅλων τῶν ἄλλων. Πολλαπλῶς, λοιπόν, ἀτυχὴς ἦτο ὁ χειρισμὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μοιραίως ὡδήγησε καὶ εἰς τὴν σημερινὴν περιπλοκήν. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν πολλοὶ συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἀτμόσφαιρα αὐτὴ ἡ βαρεῖα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ λησμονήσωμεν καὶ εἰς τὸ πόσον συνετέλεσεν ὁ νευρικός, ὁ βραδὺς καὶ ὁ ἐλαττωματικὸς χειρισμὸς τοῦ ὅλου ζητήματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αἱ περιπτώσεις του ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς ζωῆς ἐπὶ καιρόν, δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμηθοῦν. Ὀρθῶς, λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ἐτόνισε χθὲς ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς χώρας, ὅτι ἐὰν ἔστω καὶ τὴν ὑστάτην αὐτὴν ὥραν ἡ τηρουμένη διαδικασία δὲν κατορθώσῃ νὰ κλείσῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ συγκαταλέγομαι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πολὺ τὸ φοβοῦνται, τότε δὲν μένει τίποτε ἄλλο εἰς μίαν Κοινοβουλευτικὴν Δημοκρατίαν, παρὰ νὰ ὁδηγήσῃ τὴν χώραν εἰς τὰς ἐκλογάς. Λέγουν τινὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἀλλοίμονον, ἐὰν συμβῇ αὐτὴ ἡ συμφορὰ μὲ τοιαύτην θολὴν ἀτμόσφαιραν νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς ἐκλογάς. Βεβαίως, θὰ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ κληθῇ ὁ λαὸς νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ζητημάτων καὶ ὑπάρχουν ἐξωτερικὰ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει ὁ τόπος. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, ἡ ἀναμονὴ τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὸς ὁ ἀναβρασμός, νομίζω, ὅτι θὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἀντίθετα τῶν προσδοκωμένων ἀποτελέσματα, διότι ὁ συνεχὴς κλονισμὸς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἐνδεχομένη συνεχὴς ἀντιδικία ἐπὶ τοιούτων θεμάτων μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς γενικώτερον κλονισμὸν καὶ ἐνδεχομένως εἰς διαθέσεις ἀνωμάλων λύσεων. Γνωρίζετε, ὅτι πάντοτε ὑπεστήριξα, ὅτι ὅλοι πρέπει νὰ εἴμεθα ἑνωμένοι, διὰ νὰ ἐμποδίσωμεν πᾶσαν λύσιν, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν προεβάλλετο, ἔστω καὶ ὡς λύσις προσωπικοτήτων, πᾶσαν λύσιν αὐστηρῶς κοινοβουλευτικήν.
§86Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος κίνδυνος.
§87Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εἶμαι πολὺ εὐτυχὴς ποὺ τὸ ἀκούω ἀπὸ ὑμᾶς προσωπικῶς, κ. Πρόεδρε.
§88Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἠρχίσατε τὴν ὁμιλίαν σας μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν πρέπει εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν νὰ δίδεται μελοδραματικὸς τόνος. Συμφωνῶ ἀπολύτως μαζί σας, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἔκτασις, ἡ ὁποία τῆς ἐδόθη, εἶναι κατασκεύασμα τεχνητόν. Ἐκάματε, ὅμως, τώρα τὴν παρατήρησιν, ὅτι θὰ ἦτο παρακεκινδυνευμένον ἐν μέσῳ τοῦ παρόντος ἀναβρασμοῦ νὰ πᾶμε, ἐνδεχομένως, εἰς ἐκλογάς. Οὐδεὶς ὑπάρχει ἀναβρασμός. Πληροφορῶ δὲ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μηχανεύονται τὰς λύσεις, τὰς ὁποίας ὑπαινίσσεσθε, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐνθαρρύνονται σήμερον εἰς τὸν ἀγῶνα των κατὰ τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ δημιουργήσουν κρίσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παραμείνῃ σταθερὰ καὶ ἀκλόνητη εἰς τὴν θέσιν της μέχρις ὅτου ἡ ἰδία κρίνῃ, ὅτι θὰ πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος). Πάντως, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἀτμόσφαιρα αὐτή, τὴν ὁποίαν θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ χαρακτηρίσω νοσηράν, εἶναι ἀτμόσφαιρα τεχνητῶς δημιουργηθεῖσα καὶ περιορίζεται μόνον εἰς ὡρισμένον κύκλον προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦνται μὲ τὴν πολιτικήν. Σᾶς πληροφορῶ —καὶ ἀσφαλῶς ἔχετε καὶ σεῖς τὰς πληροφορίας σας, ὅπως ἔχω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδικάς μου— ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν δὲν τὴν ἀντιμετωπίζει μὲ τὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖον τὴν ἀντιμετωπίζουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐκμεταλλεύονται. (Χειροκροτήματα).
§89Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἀπὸ ὅσα μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ ἐκφράσω τὴν προσωπικήν μου ἱκανοποίησιν εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει οἱασδήποτε παρεκτροπῆς εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν ἀπὸ τὴν ὁμαλότητα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ βίου, ὄχι ἐκ τοῦ ἰδίου, ἀλλ’ ἐξ οἱουδήποτε τρίτου. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς διακοπῆς του μὲ παρενόησε, διότι δὲν εἶπα ἐγώ, ὅτι συγκαταλέγομαι μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ἐὰν δημιουργηθῇ τοιαύτη ἀτμόσφαιρα δὲν πρέπει νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς ἐκλογάς. Ἀντιθέτως, εἶπα, ὅτι ἡ κατακλεὶς τῆς τελευταίας δηλώσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, ὅτι ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει θὰ πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ὁ λαός, δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται ἀπειλή, ἀλλὰ δικαιολογημένος πολιτικὸς σκοπός. Ὅτι δηλαδὴ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν παύσῃ ὁ θόρυβος (ἐγὼ δὲ λυποῦμαι, διότι δὲν εἶμαι τόσον αἰσιόδοξος), διότι ἀτυχῶς οἱ λαοὶ ρέπουν εὐκολώτερον νὰ πιστεύουν εἰς τὴν διαβολὴν καὶ ἀργοῦν νὰ πιστεύουν εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ὑποστηρίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἰς μίαν τοιαύτην περίπτωσιν, θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένη ἡ ἐκλογικὴ ἀναμέτρησις. Θὰ κατέληγον λέγων, ὅτι, ἐφ’ ὅσον οὐδεὶς δύναται νὰ εἶναι προφήτης περὶ τοῦ τὶ ἀκριβῶς δύναται νὰ συμβῇ, ἐπιβάλλεται νὰ εἶναι τοὐλάχιστον συνετὸς ἐν τῇ πολιτικῇ του, προνοῶν ὡς συνετὸς ἀκριβῶς οἰκογενειάρχης. Τὶ θὰ ἔβλαπτεν, ὅτε μετ’ οὐ πολὺ ἀρχίσῃ κανονικῶς τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλή, δηλαδὴ τερματισθῇ τὸ παρὸν θέμα, ὅπως καὶ ἄλλα Κόμματα τὸ ἐζήτησαν, ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Οὐδεὶς πιστεύει, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ γίνουν μὲ τὸν παρόντα ἐκλογικὸν νόμον, Τὸ νὰ προπαρασκευασθῶμεν διὰ τὴν κρίσιμον ὥραν, δὲν θὰ ἔβλαπτε καθόλου καὶ μάλιστα χωρὶς κἂν συζήτησιν. Νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ἕνα νόμον μὲ ἓν ἄρθρον περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν ἀδιαβλήτων ἐκλογικῶν συστημάτων, εἴτε τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, εἴτε τῆς ἐνισχυμένης, ὡς ἐφηρμόσθη, εἴτε καὶ τοῦ πλειοψηφικοῦ.
§90Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Ἐφηρμόσθη ἡ εὐρυτάτη.
§91Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν ἐφηρμόσθη. Ἐγὼ εἶπον μὲ τὸ πλειοψηφικόν, ὡς ἐφηρμόσθη. Ὁ κ. συνάδελφος ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ γενικῶς. Ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι ἐξ οἱασδήποτε προθέσεως κατασκευὴ ἐκλογικοῦ συστήματος καθίσταται διαβλητή, ὥστε, ἂν θέλωμεν, νὰ ἔχωμεν ἀδιάβλητον ἐκλογικὸν σύστημα, καλὸν εἶναι νὰ προκρίνωμεν ἓν ἀπὸ τὰ παραδεκτὰ παλαιά. Καταλήγω, κύριοι, εὐχόμενος ὅπως ἡ ὑπόθεσις κλείσῃ καὶ ὅπως τὸ Ἔθνος ἀρχίσῃ νὰ ἀσχολῆται μετ’ ἐπιμόνου ἐνδιαφέροντος διὰ τὰ ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντα καὶ μεγάλα προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει ἐσωτερικῶς, ἐξωτερικῶς, οἰκονομικῶς καὶ κοινωνικῶς καὶ νὰ ὡριμάσῃ ἡ ὥρα νὰ ὁδηγηθῇ ἡ χώρα εἰς ἐκλογὰς καὶ ὁ λαὸς ἠρέμως καὶ ἐλευθέρως ἀποφασίσῃ. Ἀλλ’ ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, ἡ κατάστασις αὐτὴ συνεχισθῇ, πρέπει ὅλοι νὰ τὸ συνειδητοποιήσωμεν, ὅτι τῶν πάντων ἡ καλυτέρα λύσις θὰ ἦσαν αἱ ὑφ’ ἃς ἐλέχθη προϋποθέσεις ἐκλογαί. (Χειροκροτήματα).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τούμπας, ἔχει τὸν λόγον.
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε, ἐπ’ ὀλίγον.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι ἐκ τῶν ρητόρων ἐπιθυμοῦν νὰ ὁμιλήσουν μὲ ἄνεσιν χρόνου, θὰ πρέπει νὰ ὁμιλήσουν ἀπόψε, διότι πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπὸ αὔριον, δεδομένου ὅτι ὑπάρχει κατατεθειμένη κατὰ τὸν Κανονισμὸν σχετικὴ πρότασις, θὰ περιορισθοῦν αἱ ἀγορεύσεις εἰς τὸ ¼ τῆς ὥρας. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 10′ λεπτά.
(Ὥρα 11.20′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.30′ μ.μ.)
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Τούμπας.
§96Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι, διότι, λόγῳ τοῦ προκεχωρημένου τῆς ὥρας ἡ αἴθουσα εἶναι σχεδὸν κενή. Καὶ δὲν λυποῦμαι ὡς ἀγορητής, ὁ ὁποῖος φυσικὸν εἶναι νὰ ἐπιθυμῇ νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον πληθούσης ἀγορᾶς. Λυποῦμαι, διότι θὰ ἤθελα μίαν διαμαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω, νὰ τὴν ἀκούσῃ καὶ τὴν υἱοθετήσῃ ὅλη ἡ Βουλή. Δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ συζητούμενον θέμα. Καὶ δὲν προτίθεμαι, διότι αἱ ἀπόψεις τῆς Νέας Πολιτικῆς Κινήσεως, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ἐξετέθησαν ἀπὸ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἐκπρόσωπόν μας, κ. Νόβαν. Πέραν τούτου, τὸ θέμα ἔχει ἐξαντληθῆ ἀπὸ τοὺς ὁμιλήσαντας χθὲς καὶ σήμερον ἀγορητάς. Ἔλαβα τὸν λόγον μόνον διὰ νὰ θίξω ἕνα ἠθικὸν θέμα καὶ νὰ διατυπώσω μίαν ἔντονον διαμαρτυρίαν ἐπ’ αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταί, εἶχα τὴν τύχην καὶ τὸ προνόμιον νὰ μὴ γνωρίσω οὐδ’ ἐπὶ μίαν ἡμέραν τοὺς Γερμανούς, ὡς κατακτητὰς καὶ δεσπότας. Ἀντιθέτως, τοὺς Γερμανοὺς τοὺς ἐγνώρισα μόνον ὡς ἡττημένους καὶ ὡς αἰχμαλώτους μας. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἀντικρύζω τοὺς Γερμανούς, κατέχομαι, ἔναντι αὐτῶν, ἀπὸ ἕνα αἴσθημα ἀνωτερότητος. Καὶ εἶμαι ὑπερήφανος καὶ εὐτυχής, διότι διαπνέομαι ὑπὸ τοιούτων αἰσθημάτων. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι δι’ αὐτῶν ἐννοῶ, ὅτι δὲν ἐκτιμῶ τὸν λαὸν αὐτόν. Ἀντιστρόφως, μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία, ὅταν τοὺς ἐγνώρισα ἡττημένους καὶ αἰχμαλώτους μας, νὰ τοὺς ἐκτιμήσω κατὰ τὰς ἀτυχεῖς καὶ τραγικὰς στιγμάς των. Καὶ ἀκριβῶς, διότι μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ τοὺς ἐκτιμήσω ὡς λαόν, διὰ τοῦτο καὶ αἰσθάνομαι ἔτι πλέον ὑπερήφανος, διότι κατέχομαι ἀπὸ αἴσθημα ἀνωτερότητος ἔναντι λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀξίαν. Διότι δὲν θὰ εἶχε σημασίαν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πρωτογόνου ἢ ὑποαναπτύκτου λαοῦ. Εἶμαι ἐπίσης, κύριοι βουλευταί, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν τύχην καὶ τὸ προνόμιον, ἀκολουθήσαντες τὸν Βασιλέα καὶ τὴν νόμιμον Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, νὰ πολεμήσουν τὸν ἐχθρὸν ἀδιαλείπτως καὶ ἀδιακόπως ἐπὶ τέσσαρα καὶ πλέον ἔτη εἰς τοὺς ὠκεανοὺς καὶ τὰς ἠπείρους. Καὶ νὰ συμμετέχουν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, εἰς τὸν τραχύτερον καὶ σκληρότερον πόλεμον τῆς ἱστορίας τῆς γῆς ὁλοκλήρου. Πιστεύω, ὅτι σήμερον πρέπει νὰ ἐκφρασθοῦν ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὰ αἰσθήματα καὶ αἱ γνῶμαι τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν. Καὶ πιστεύω, μὲ αὐτὰ ποὺ θὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἐκφράσω τὰ αἰσθήματα αὐτῶν. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τῶν δημοσιευθέντων εἰς τὸ «Σπῆγκελ». Ἡ παράγραφος αὐτὴ λαμβάνει ἰδιαιτέραν σπουδαιότητα, διότι δι’ αὐτῆς ἐκφράζονται γνῶμαι τοῦ περιοδικοῦ αὐτοῦ καὶ ὄχι ἀπόψεις τοῦ χυδαίου συκοφάντου Μέρτεν. Καὶ αὐξάνεται ἡ σημασία τῶν δημοσιευθέντων, δοθέντος, ὅτι τὸ «Σπῆγκελ» ἔχει κυκλοφορίαν ἄνω τῶν 3.000.000 φύλλων. Εἰς τὸ ὑστερόγραφον, λοιπόν, αὐτὸ γράφονται ὑπαινιγμοί, οἱ ὁποῖοι θίγουν βδελυρῶς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς ἤδη ἀνέφερε καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος, κ. Παπανδρέου. Καὶ ἀπορῶ καὶ ἀγανακτῶ, πῶς ἡ Κυβέρνησις ἠδιαφόρησεν εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ οὕτω τεθέντος μεγάλου ἠθικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὅλον τὸν λαόν. Ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ὑπουργοὶ καὶ ὡς σύνολον καὶ ὡς ἄτομα, ἠμποροῦν νὰ ἀκολουθήσουν οἱανδήποτε γραμμὴν θέλουν διὰ νὰ ἀντικρούσουν τὰς ἐναντίον των κατηγορίας. Καὶ ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν των αὐτῶν διετυπώθησαν ἤδη ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας αἱ ἐπικρίσεις. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ ὑπόθεσιν τῶν ὑπουργῶν, εἶναι τὸ θέμα τὸ ἐγερθὲν ἐκ τῶν κρίσεων τοῦ περιοδικοῦ «Σπῆγκελ». Καὶ αὐτὸ εἶναι θέμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀποτελεῖ ρητὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ. Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, πιστεύω, ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν καὶ ὅτι ἐκφράζω τὰ αἰσθήματα καὶ ἐκείνων ποὺ ἐπολέμησαν καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ βροντοφωνήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔχω τὴν ἀπαίτησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις προβῇ ἀμέσως εἰς τὰ ἐνδεδειγμένα διαβήματα, ὥστε νὰ ἀνασκευασθοῦν οἱ ἄτιμοι χαρακτηρισμοί, καὶ νὰ δοθῇ πλήρης ἱκανοποίησις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. (Χειροκροτήματα).
§97Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, συμμερίζομαι ἀπολύτως τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Τούμπας, τοῦ ὁποίου τοὺς ἀγῶνας γνωρίζω, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον καὶ ὡς ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐν Μέσῃ Ἀνατολῇ, μετὰ τὴν διαφυγήν μου ἐξ Ἑλλάδος, εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρακολουθήσω τὴν δρᾶσιν του. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ προβῶ εἰς μίαν παρατήρησιν ἢ μᾶλλον διευκρίνισιν. Ἡ φράσις ἡ περιέχουσα ὑπαινιγμὸν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, εἶναι φράσις τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσε τὸ «Σπῆγκελ», ἀλλὰ τὴν ἐδημοσίευσεν ἀπὸ τὴν «Ἠχὼ τοῦ Ἁμβούργου», ἡ ὁπία τὴν ἐμφανίζει ὡς φράσιν λεχθεῖσαν ἀπὸ τὸν Μέρτεν. Αὐτὴ εἶναι τοὐλάχιστον ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔχω. Θὰ μελετήσω τὰ κείμενα, ἀλλὰ εἶμαι σχεδὸν βέβαιος, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα καὶ θὰ συμφωνήσῃ μαζί μου ὁ κ. Τούμπας, ὅτι, ὅταν μία τοιαύτη φράσις ἔστω καὶ ἐμμέσως υἱοθετουμένη ὑπὸ τῶν δύο αὐτῶν ἐντύπων, λεχθεῖσα ὑπὸ τοῦ Μέρτεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαντήσῃ διαμαρτυρομένη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξ ὀνόματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ μίαν φράσιν ἑνὸς ἐγκληματίου πολέμου. Θὰ προβῶ ἀμέσως εἰς διαπίστωσιν τοῦ σημείου αὐτοῦ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μπριλλάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§99Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τοῦ τελευταίου θέματος τεθέντος, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ ἡμεῖς νὰ λάβωμεν θέσιν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κατ’ ἀρχήν, δὲν ἔχει ἀνάγκην οὐδεμιᾶς γνώμης οὐδενὸς Γερμανοῦ ἢ γερμανικοῦ περιοδικοῦ διὰ τὴν στάσιν του καὶ διὰ τὸν ἡρωϊκὸν ἀγῶνα του κατὰ τῶν κατακτητῶν, κατὰ τῶν ὁποίων ἔδωσεν ἑκατόμβας θυσιῶν. Ἐπολέμησε τοὺς κατακτητὰς θυσιάσας τὰ πάντα. Καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ συκοφαντήσῃ τὸν καθολικόν του αὐτὸν ἀγῶνα. Καὶ δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῶν κατακτητῶν ἐναντίον του. Ἀλλὰ ἔχει τὴν ἀπαίτησιν ἡ Κυβέρνησίς του νὰ εἶχεν ἐπιδείξει καὶ νὰ ἐπιδείξῃ καὶ τώρα τὴν ἀπαιτουμένην εὐαισθησίαν, ἔναντι τῶν βαρυτάτων κατηγοριῶν, αἵτινες ἀπευθύνονται κατὰ μελῶν της. Διότι, ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς γνώμης τῶν κατακτητῶν του διὰ τὸν ἀγῶνα, δὲν δύναται νὰ ἐμφανίζεται, ὅτι κυβερνᾶται ἀπὸ πρόσωπα ποὺ δὲν ἐπιδεικνύουν τὴν ἀπαιτουμένην εὐαισθησίαν, ἔναντι βαρυτάτων κατηγοριῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα. Ἔχει δημιουργηθῆ ἡ ἐντύπωσις εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἐπιδεικνύει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπαιτουμένην εὐαισθησίαν, ὅτι δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ, ὅτι καθυστερημένα δίδει ἐξηγήσεις. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν διήμερον συζήτησιν, ἥτις διεξάγεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἔχει ἀντιληφθῆ ἢ κάνει ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος. Οἱ ὑποτονθικοὶ λόγοι, αἱ ἐκφράσεις αἰσθημάτων «θλίψεως», ἡ ἀπαίτησις νὰ μὴ ἔδιδε προσοχὴν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔναντι τῶν ἐκτοξευομένων ὕβρεων, ἡ ἀπαίτησις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητῇ ἀπὸ τὰ Κόμματα καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβουν θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος καὶ ἐν γένει ὅλος ὁ χειρισμὸς τοῦ θέματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δίδει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν ἀντελήφθη τὸ τεράστιον θέμα ποὺ ἐδημιουργήθη ἤ, ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ ἀντιληφθῇ.
§100Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐμοῦ, χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ ἀμέσως βαλλόμενος ὑπὸ τῶν ἀθλίων αὐτῶν συκοφαντιῶν, ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ θέσιν ἀπέναντι αὐταποδείκτων γεγονότων. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος ἔλαβε θέσιν ὄχι μόνον ἠθικῶς, ἀλλὰ καὶ ἀνταποκριθεὶς εἰς τὴν πρόσκλησιν, ἔστω καὶ διαφωνήσας πρὸς τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσα ἔναντι τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιδείξας ἁπλούστατα τὴν ψυχικὴν του γενναιότητα, τὴν ὁποίαν ἦτο φυσικὸν νὰ ἐπιδείξῃ, δὲν ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα ἐγὼ ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἠμφεσβητήθη τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐπὶ αὐταποδείκτων γεγονότων νὰ λάβῃ θέσιν, ἤρθη εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀρθῇ καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέμενον ὅλοι, ὅτι θὰ ἤρετο καὶ ἀπεδέσμευσεν ὅλους ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἐγὼ διετύπωσα, ὅπως λάβητε θέσιν ἀπέναντι τοῦ οὐσιαστικοῦ θέματος.
§101Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Δι’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει θέμα δεσμεύσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα, νὰ ἐκφρασθοῦν κρίσεις καὶ νὰ διαφωτισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Σεῖς, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, κάμνετε ἑρμηνείαν τῶν λόγων του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ἰδική μας θέσις εἶναι σαφὴς καὶ ἔξω ἀπὸ δεσμεύσεις ἢ ἀποδεσμεύσεις. Κατ’ ἀρχήν, θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ αὐταπατᾶται, ὅτι ἡ προσπάθειά της νὰ ἀποδώσῃ εὐθύνας εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν θὰ καρποφορήσῃ. Ἐπίσης, νὰ μὴ ἔχῃ τὴν αὐταπάτην, ὅτι μία τοιαύτη συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν, θὰ κλείσῃ τὸ θέμα. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν ἐδῶ, ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν πείθουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Εἶναι αἱ πράξεις καὶ αἱ παραλείψεις της ποὺ κρίνονται καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ χθὲς καὶ σήμερα, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι παρήλασαν ἀπὸ τὸ βῆμα, μᾶς εἶπαν, ὅτι ἐδημιουργήθη ἕνα πρωτάκουστον θέμα καὶ ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ μερὶς τοῦ Τύπου, νὰ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τὰς κατηγορίας ἑνὸς ἐγκληματίου πολέμου, καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν Μέρτεν ὡς ἐγκληματίαν, ὡς ἀλήτην, ποταπὸν συκοφάντην κλπ. Θὰ συμφωνήσωμεν κατ’ ἀρχήν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ θέμα εἶναι πρωτάκουστον, ὅσον ἀφορᾶ τοὺς στόχους ἐναντίον τῶν ὁποίων στρέφονται αἱ κατηγορίαι, δηλαδὴ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν βαρύτητα τῶν κατηγοριῶν. Εἰς ἐλαχίστας περιπτώσεις ἔχει συμβῆ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα κι’ ἐδῶ καὶ στὸ ἐξωτερικόν. Ἂς μὴ αὐταπατᾶται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δημιουργοῦν ἐντυπώσεις ὑποστηρίζουσα, ὅτι, ἐὰν εἶχον ἐκτοξευθῆ παρόμοιαι κατηγορίαι ἀπὸ τὴν Μαδρίτην ἢ ἀλλαχοῦ, τὶ θὰ ἐγίνοντο; Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἀπάντησιν εἰς αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, ὅτι αἱ κατηγορίαι προέρχονται ἀπὸ τὴν χώραν, τῆς ὁποίας τὰ φασιστικὰ στρατεύματα κατεῖχον τὴν χώραν αὐτὴν ἐπὶ 3½ χρόνια, καὶ ἀπὸ ἐγκληματίαν πολέμου ποὺ ὑπηρέτησεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ δυνάμενον ὡς ἐκ τούτου, νὰ ἔχῃ ἀρκετὰ στοιχεῖα. Δὲν εἶναι τυχαῖον, κύριοι βουλευταί, ὅτι αἱ κατηγορίαι δὲν ἐστράφησαν ἐναντίον ἄλλων, ἐναντίον τῶν περισσοτέρων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως.
§102Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Τὶ εἶναι αὐτά, κ. συνάδελφε; Σοβαρῶς τὰ πιστεύετε;
§103Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἀλλὰ τὸ θέμα, κ. βουλευταί, εἶναι πρωτοφανὲς καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ τρόπου ποὺ τὸ ἀντιμετώπισεν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἂς πάρωμεν ἕνα–ἕνα τὰ ἐπιχειρήματα τῆς Κυβερνήσεως. Λέγει ἡ Κυβέρνησις, ποῖος εἶναι ὁ Μέρτεν; Εἶναι ἕνας ποταπὸς συκοφάντης, εἶναι ἕνας ἐγκληματίας πολέμου, ἕνα κάθαρμα, ἕνας ἀλήτης, καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τοῦ δώσῃ κανεὶς σημασίαν. Δυστυχῶς, ὅμως, ἔγινε τὸ ἀντίθετον, ἀπὸ πλευρᾶς λαοῦ. Καὶ ἐρωτᾶται, διατί; Πρῶτον, διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ὀργῶν της μετεχειρίσθη τὸν Μέρτεν κατ’ ἀντίθετον ἀπ’ ὅ,τι ἰσχυρίζεται τρόπον. Οὕτω, νομοθετικῶς, ἀπησχόλησε τρεῖς φορὲς τὴν Βουλὴν ὑπὲρ τοῦ Μέρτεν. Τὸν καταδικάζει 25 χρόνια καὶ τὸν ἀπολύει μετὰ 8 μῆνας. Ἐρωτᾶται, λοιπόν, ἐὰν πράγματι θεωρῇ τὸν Μέρτεν ποταπὸν ἐγκληματίαν, κάθαρμα καὶ ἀλήτην, διατὶ ἐπέδειξε τοιαύτην εὐαισθησίαν καὶ ἐνδιαφέρον; Ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς. Ποῖος ἐπολλαπλασίασε τὸν θόρυβον περὶ Μέρτεν; Ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ τὰ πλήρη κείμενα τῶν δημοσιευμάτων τῶν γερμανικῶν ἐντύπων, νὰ ἐκδίδῃ συνεχῶς ἀνταποκρίσεις καὶ ἐφθάσαμεν πράγματι εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐκδίδωνται καθημερινῶς «πολεμικὰ ἀνακοινωθέντα» καὶ νὰ γίνεται συναγωνισμὸς φωτοτυπιῶν. Καὶ ἐρωτᾶται, εἶναι αὐτὴ μεταχείρισις ἑνὸς ἐγκληματίου πολέμου καὶ ποταποῦ συκοφάντου; Καὶ ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς, λοιπόν, ἀπόψεως, καὶ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἀντιμετωπίσεως, ἡ Κυβέρνησις ἔχει προβῆ εἰς μίαν μεταχείρισιν ἐντελῶς ἀντίθετον ἀπὸ ἐκείνην ποὺ θὰ ἔπρεπεν, ἐὰν τὸν ἀντιμετώπιζεν ὡς ἐγκληματίαν πολέμου, ὡς κάθαρμα κλπ. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτῶν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι τὸν ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως νἆναι κατηγορούμενος καὶ δέχεται νὰ ἔλθῃ μόνον ὡς μάρτυς ὁ Μέρτεν. Ἐρωτῶ, διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιδεικνύει αὐτὴν τὴν εὐαισθησίαν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὸν Μέρτεν;
§104Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὴν εὐαισθησίαν αὐτὴν τὴν ἐπεδείξατε ἀκριβῶς σεῖς, ἀπαιτοῦντες καλὰ καὶ σώνει νὰ εἶναι παρὼν ὁ Μέρτεν κατὰ τὴν δίκην. Ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ οὐχὶ διὰ τὸν Μέρτεν. Σεῖς, ὑποστηρίζοντες, ὅτι ἔπρεπε νὰ πᾶμε εἰς τὴν Γερμανίαν, περὶ τῶν δικαστηρίων τῆς ὁποίας ἔχετε ὁμιλήσει, ὅπως ὡμιλήσατε εἰς ἄλλην συνεδρίασιν καὶ δὲν συμμερίζομαι, βέβαια, τὴν γνώμην σας, σεῖς ἀπαιτήσατε νὰ ὑπάρχῃ ἡ κατ’ ἀντιμωλίαν συζήτησις ἑνὸς ἐγκληματίου πολέμου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν, ἀκριβῶς, τὴν μήνυσιν. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἔχετε ἀκριβῶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτίθεσθε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, λέγοντες ὅτι τὸ ἀποφεύγει, δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ὁ κ. Μακρῆς εἶπεν, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ θὰ τοῦ δώσῃ τὴν δυνατότητα νὰ ἔλθῃ ὡς μάρτυς, μολονότι αὐτὸ ἐλέχθη εἰς μίαν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπαφὴν μὲ τοὺς δημοσιογράφους καὶ δὲν ἐσκέφθη ἀμέσως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ, δεδομένου, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν αἴρεται καὶ ἡ ἰδιότης τῶν κατηγορουμένων καὶ ὡς πρὸς τὸ περιοδικὸν καὶ τὴν ἐφημερίδα. Ἀλλὰ ἦτο μία ἐκδήλωσις ἀπολύτου προθυμίας, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁπωσδήποτε ἡ ἔλευσις τοῦ Μέρτεν καὶ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιόν σας, ἀφοῦ τὸ θέλετε σεῖς νὰ εἴπῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ εἴπῃ. (Χειροκροτήματα). Πρὶν ἀπαντήσητε, κ. Μπριλλάκη, νὰ δώσω μίαν ἐπεξήγησιν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Τούμπας. Εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐκκρεμές, Πράγματι, τὸ «Σπῆγκελ» ἔχει μίαν διατύπωσιν, ἡ ὁποία εἶναι βαρυτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὴν «Ἠχὼ τοῦ Ἁμβούργου». Εἰς τὴν «Ἠχὼ τοῦ Ἁμβούργου», βάσει τῆς ἀφηγήσεως τοῦ Μέρτεν, ὑπάρχει ἡ φράσις: «Εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς πράκτωρ τῶν Γερμανῶν, ἐσήμαινε πληρωμήν». Λέγει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ ἴδιον νόημα μὲ ἄλλας λέξεις περιλαμβάνει τὸ περιοδικὸν «Σπῆγκελ», τὸ ὁποῖον λέγει: «Τὰ πρόσωπα αὐτὰ τὰ τρία ἔδιδον πληροφορίας κλπ. Δεδομένου, ὅτι τοῦτο, ὡς Ἕλληνες, δὲν τὸ ἔκαναν ἄνευ πληρωμῆς κλπ.». Εἶναι τὸ ἴδιον νόημα. Πάντως εἶναι κατ’ οὐσίαν ἡ φράσις τοῦ Μέρτεν καὶ ὑπάρχει ἀλλαγὴ τῆς διατυπώσεως. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ἡ «Ἠχὼ τοῦ Ἁμβούργου», τὸ ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα συνέβαινε νὰ πληρώνεται ὁ πράκτωρ, ὡς ἐὰν εἰς τὴν Γαλλίαν ἢ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην χώραν θὰ ἠμποροῦσε νὰ εἶναι κανεὶς πράκτωρ εἰς τοὺς Γερμανοὺς ἄνευ πληρωμῆς καὶ μόνον λόγῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος θὰ ἐπληρώνοντο οἱ πράκτορες εἰς τὴν Ἑλλάδα, συμπίπτει οὐσιαστικῶς μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ «Σπῆγκελ». Πάντως δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τοιαύτη φράσις, ἡ ὁποία κατ’ οὐσίαν ἔχει πηγὴν τὸν Μέρτεν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον διαμαρτυρίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐξ ὀνόματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§105Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέσπασεν ἕνα μόνον μέρος ἐκ τοῦ ὅλου θέματος τοῦ σχετικοῦ μὲ τὸν Μέρτεν. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν της ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἀντιμετωπίζει τὸν Μέρτεν ὡς ἐπιθυμεῖ νὰ τὸν ἐμφανίσῃ σήμερον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Σειρὰ περιστατικῶν καὶ σειρὰ πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύουν τὸ ἀντίθετον καὶ συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ παράπονον ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅταν δίδῃ ὅσην σημασίαν ἔδωσεν εἰς τὸ γεγονὸς αὐτό. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ εὑρίσκεται εἰς ἀδυναμίαν νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὰ τρομερὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα θέτει ἡ κοινὴ γνώμη.
§106Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Διατυπώσατε, κ. Μπριλλάκη, τὰ τρομερὰ αὐτὰ ἐρωτήματα.
§107Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Διὰ νὰ μὴ κρυβώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας, τὰ ἐρωτήματα εἶναι, ὅτι ὁ Μέρτεν ἀφέθη ἐλεύθερος καί, ὅτι τοῦτο συνδέεται μὲ τὰς καταγγελίας αὐτοῦ.
§108Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Περὶ τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔδωσεν ἐπαρκῆ ἀπάντησιν.
§109Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ὅταν, κ. βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται ἀκόμα, ὅτι τὰ θιγόμενα πρόσωπα εἶναι ἀνωτέρα πάσης ὑποψίας καὶ ὅτι τὰ καταγγελλόμενα στοιχεῖα εἶναι ἀνακριβῆ. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν περὶ αὐτῶν νὰ γίνεται συζήτησις. Ἡ ἀπάντησις πάλιν κατ’ ἀρχὴν εἶναι διατὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα ἔδωσε τόσην προσοχὴν καὶ ἐπέδειξε τοιαύτην εὐαισθησίαν; Ἡ ἀπάντησις εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως ὅτι δηλαδή, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐκλαμβάνει τὸν Μέρτεν, ὡς θέλει νὰ τὸν ἐμφανίσῃ σήμερον. Συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ παραπονῆται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἐπιδεικνύει τοιαύτην εὐαισθησίαν δι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῶν κατηγοριῶν τοῦ Μέρτεν ὑπάρχουν καὶ αἱ προσωπικαὶ περιπτώσεις τῶν θιγομένων προσώπων. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὑπάρχει κυρίως πρόβλημα πολιτικόν, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω ἐν συνεχεία. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τοὺς κατηγορηθέντας Ὑπουργούς, ὑπάρχει καὶ πρόβλημα προσωπικόν. Ὑπάρχει, κ. βουλευταί, τὸ εἰδικὸν πρόβλημα διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὁ ὁποῖος καθ’ ἡμᾶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι σήμερον Ὑπουργὸς καὶ μάλιστα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅταν κατὰ τὴν κατοχὴν διετέλεσε Νομάρχης. Διὰ τὴν δικαιολόγησιν αὐτῶν τῶν ἀπιθάνων πραγμάτων προεβλήθη ἡ θεωρία, ὅτι λόγοι «ἐθνικῆς σκοπιμότητος» καὶ ἐξυπηρετήσεως τῶν «ἐθνικῶν συμφερόντων» ἠνάγκασαν τὸν ἐν ἀποστρατείᾳ τότε τελοῦντα ἀντισυνταγματάρχην τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ Γεώργιον Θεμελῆν νὰ γίνῃ Νομάρχης τοῦ Νομοῦ Πέλλης. Δυστυχῶς διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἡ θεωρία αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ παρ’ οὐδενός. Εἰδικώτερον ὅμως διὰ τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν εἶναι ἀπαράδεκτος. Νομίζομεν, ὅτι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ταχθοῦν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ συμπαρασταθοῦν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κατὰ τὰς δυσκόλους αὐτοῦ στιγμὰς καὶ νὰ δώσουν τὸ παράδειγμα τῆς ἀδιακόπου, τῆς συνεχοῦς, τῆς σθεναρᾶς ἀντιστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐκτὸς ὅμως αὐτοῦ ὑπάρχουν καὶ συγκεκριμέναι πράξεις καὶ ἐνέργειαι τοῦ κ. Θεμελῆ ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ ἐκπέσει οὗτος ἀπὸ τὴν συνείδησιν τοῦ ὑγιῶς σκεπτομένου τμήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὑπάρχει ἡ προκήρυξις τοῦ κ. Θεμελῆ ἡ τοιχοκολληθεῖσα εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἐδέσσης κατὰ τὴν ὁποίαν «πᾶς ὁ λαμβάνων τὰ ὅπλα κατὰ τῶν Γερμανῶν δὲν θεωρεῖται Ἕλλην»!
§110Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Ποῦ εἶναι ἡ προκήρυξις; Σᾶς προκαλῶ. Ἡ κατάθεσις ἑνὸς δικηγόρου μεταξὺ 15.000 ἀνθρώπων εἶναι ἱκανὴ νὰ σᾶς δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε καθ’ ὃν ὁμιλεῖτε τρόπον; Θὰ σᾶς ἀποδείξω δι’ ἐγγράφων, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ἀλήθειαν.
§111Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, κ. Ὑπουργέ, ἀλλὰ θὰ σᾶς διαψεύσω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προκήρυξιν. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἀπαλλακτικόν σας βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς καὶ ὑμεῖς θὰ ἐπικαλεσθῆτε διὰ νὰ ὑπερασπίσητε τὸν ἑαυτόν σας. Εἰς τὸ βούλευμα αὐτὸ ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς: ... (Ἀναγινώσκει)... Δηλαδὴ γίνεται λόγος περὶ τοῦ γεγονότος τούτου διὰ τὸ ὁποῖον ἐν συνεχείᾳ ἡ ἀπόφασις δίδει μίαν ἐξήγησιν. Ἔλαβε, λέγει τὸ βούλευμα, χώραν τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀλλ’ ἐγένετο ὄχι οἰκείᾳ βουλήσει, ἀλλὰ τῇ ὑποδείξει τῶν Γερμανῶν!
§112Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Προσέξατε, κ. βουλευταί, εἰς ποίαν ἀπρέπειαν προβαίνει ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος κ. συνάδελφος. Προσέξατε διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ὁ κ. Μπριλλάκης, ἀποφεύγει νὰ ἀναγνώσῃ ὅλον τὸ βούλευμα, διότι ἄλλα ἀκριβῶς προκύπτουν ἐξ αὐτοῦ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα οὗτος ἐπιθυμεῖ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ βούλευμα «... (ἀναγινώσκει)...». (Ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς δημιουργεῖται θόρυβος, ἐκ τοῦ ὁποίου, ἀναγκάζεται ὁ κ. Θεμελῆς νὰ διακόψῃ τὴν ἀνάγνωσιν).
§113Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. (Ἐν ὀργῇ). Ἔτσι, κ. Πρόεδρε, θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις; (Φωναί—κωδωνοκρουσίαι—θόρυβος).
§114Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχω καμμίαν διάθεσιν νὰ παραλείψω καὶ τὸ ἐλάχιστον. Θὰ τὰ ἀναφέρω ὅλα.
§115Ι. ΠΡΟΚΟΠΙΔΗΣ. Ἐπροκαλέσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ καὶ θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς συκοφαντίας σας.
§116Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἔπειτα ἀπὸ ἐμέ.
§117Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Μπριλλάκη, δὲν ἤμην εἰς τὴν αἴθουσαν, ἀλλὰ πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐπερρίψατε βαρυτάτην μομφὴν ἐπὶ τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Νομίζω, ὅτι καὶ τίμιον καὶ ἀξιοπρεπὲς εἶναι, νὰ ἀφήσετε τὸν κ. Ὑφυπουργὸν νὰ τελειώσῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ βουλεύματος, διὰ νὰ ἀποσείσῃ τὴν μομφὴν τὴν ὁποίαν τοῦ ἀπεδώσατε.
§118Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Δημιουργεῖτε θόρυβον, διότι δὲν σᾶς συμφέρει νὰ ἀκούσετε ὁλόκληρον τὸ βούλευμα καὶ ὄχι ἀποσπάσματα αὐτοῦ, μὲ τὰ ὁποῖα προσπαθεῖτε νὰ δημιουργήσητε ἐντυπώσεις εἰς βάρος μου. Δὲν θὰ τὸ ἐπιτύχητε αὐτό, διότι ἡ ἱστορία ἡ ἰδική μου καὶ ἡ πολιτεία εἶναι γνωστὴ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀκούσατε, λοιπόν, τὶ λέγει ἡ συνέχεια τοῦ βουλεύματος τὴν ὁποίαν ἀπεφύγατε νὰ ἀναγνώσητε. Καὶ ἡ συνέχεια ἔχει ὡς ἑξῆς: ... ... (ἀναγινώσκει)..... Καὶ πρὸς διάψευσιν τῶν ὅσων ἀνεφέρατε διὰ τὸν Ἀνδρεάδην, ἔχω εἰς χεῖρας μου ἐπιστολὴν τοῦ υἱοῦ Ἀνδρεάδη, ἰατροῦ, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: Θεσσαλονίκη τῇ 11.10.1960 Ἀξιότιμον κ. Γ. Θεμελῆν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης Ἀθήνας Διὰ τῆς παρούσης μου ἔρχομαι διὰ πολλοστὴν φορὰν νὰ διαδηλώσω, ὅτι διὰ τῶν τότε ἐνεργειῶν σας ἐσώσατε τὸν ἀείμνηστον πατέρα μου ἐκ βεβαίου τυφεκισμοῦ, κατόπιν τῶν διαμειφθέντων δημοσίᾳ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Γερμανοῦ Φρουράρχου Λοχαγοῦ Γκρίζερ, εἰπόντος, ὅτι «ἐγὼ θὰ δουλεύσω διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ὄχι διὰ τὴν Γερμανίαν». Ὁ πατήρ μου ἡγούμενος ἀναμφισβητήτως τῆς περιοχῆς Ἀλμωπίας, ὡς διανοούμενος καὶ τέως βουλευτής, ἀπετέλει στόχον παντὸς δρῶντος ἀνθελληνικῶς καὶ ἑπομένως ἡ ἐπιβληθεῖσα ὑφ’ ὑμῶν ποινὴ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7962)27. 6.1941 ἐγγράφου, ὑπῆρξεν, ὄχι σωτήριος δι’ αὐτόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μετέπειτα ἐπανειλημμένως καὶ μετ’ ἐμφάσεως διακήρυττεν, ἀλλὰ καὶ πρᾶξις χαρακτηρίζουσα τὴν ἐθνικὴν ὑμῶν δρᾶσιν. Τοῦτο μὴ δυνάμενοι νὰ ἀγνοήσωμεν εὐγνωμονοῦντες, εὐχαριστοῦμεν καὶ διὰ τῆς παρούσης μας οἰκογενειακῶς. Μετὰ σεβασμοῦ καὶ ἐκτιμήσεως Ὁ υἱὸς Πίνδαρος Ἀνδρεάδης Ἰατρὸς.
§119Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, φοβοῦμαι καὶ λυποῦμαι πολύ, διὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ παρέμβασις εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν ὑπῆρξε καθόλου εὐτυχὴς διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐπιστολῆς υἱοῦ θανόντος, τὸν ὁποῖον εἶχε τιμωρήσει μὲ μηνιαίαν ἀργίαν, δὲν εἶναι τοὐλάχιστον κατ’ ἐμέ, σοβαρά. Κύριε Ὑφυπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, πρὶν ἀρχίσω νὰ διαβάζω ἀποσπάσματα τοῦ βουλεύματος, ἐτόνισα, ὅτι πράγματι, εἶναι τοῦτο ἀπαλλακτικὸν καὶ ὅτι θὰ τὸ ἐπικαλεσθῆτε. Καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ εἶναι ἀπαλλακτικόν, ἐπιβεβαιοῦνται ἐξ αὐτοῦ σειρὰ ἐγκεκριμένων ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας ἐκάματε ὡς Νομάρχης Πέλλης, ὑπηρετῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν Γερμανικῶν ἀρχῶν κατοχῆς. Τὸ ἐὰν τὰς ἐγκεκριμένας αὐτὰς ἐνεργείας τὰς ἐκάματε οἰκείᾳ βουλήσει ἢ κατὰ παραγγελίαν καὶ ὑπόδειξιν τῶν Γερμανῶν, δὲν μειώνει οὐδόλως τὴν πολιτικὴν σημασίαν τοῦ ζητήματος. Καὶ τὸ βούλευμα λέγει τὰς ἑξῆς:... (Ἀναγινώσκει)...
§120Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ τὴν συνέχεια τοῦ βουλεύματος, τὴν ὁποίαν ἐπιμελῶς ἀποφεύγει νὰ κάμῃ ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ρήτωρ. Καὶ τὸ βούλευμα τελειώνει διὰ τῶν ἑξῆς: «Ἐκ τῶν καταθέσεων, ἄλλωστε τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας, προκύπτει, ὅτι ἡ διαγωγὴ τοῦ κατηγορουμένου ὑπῆρξε λίαν πατριωτικὴ καὶ ὅτι αἱ ἐνέργειαί του ἀπέβλεπον εἰς τὸ νὰ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΩΣΙΝ ΟΥΧΙ ΞΕΝΑ,
ΑΛΛΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ».
Αὐτὰ πρὸς ἀπάντησιν τῆς συκοφαντίας σας, διότι ἀπὸ δῶ καὶ πέρα δὲν χρειάζεται παρὰ μόνον περιφρόνησις.
§121Ι. ΠΡΟΚΟΠΙΔΗΣ. Κύριε Μπριλλάκη, αὐτὰ τὰ ὑπονοούμενα τῶν ἀποσπασμάτων τοῦ βουλεύματος νὰ τὰ πῆτε ἀλλοῦ, ποὺ δὲν σᾶς γνωρίζουν. Ἐγὼ ἤμουν παρὼν καὶ γνωρίζω καλῶς τὸ θέμα Ἀνδρεάδη. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ συκοφαντῆτε τὸν κ. Ὑφυπουργόν, τοῦ ὁποίου ἡ δρᾶσις καθαρῶς ἐθνικὴ εἶναι γνωστή. Καὶ ἐὰν δὲν ἔπραττε αὐτὸ ποὺ ἔπραξεν ὁ κ. Ὑφυπουργός, δηλαδή, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινὴν ἀργίας, ἀσφαλῶς ὁ ἰατρὸς Σπῦρος Ἀνδρεάδης δὲν θὰ ζοῦσεν. Ἀλλὰ θὰ ἐξετελεῖτο ἀπὸ τὰς Γερμανικὰς ἀρχὰς κατοχῆς. Ὁ Ὑφυπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, κ. Θεμελῆς, δι’ ἡμᾶς τοῦ Νομοῦ Πέλλης, ποὺ ἐζήσαμεν εἰς τὰς μαύρας καὶ χαλεπὰς ἐκείνας ἡμέρας, εἶναι γνωστός. Τὸ ἦθος, ἡ σκοπιμότης καὶ ἡ ἐθνικὴ ἔξαρσις τοῦ κ. Θεμελῆ, ὡς Νομάρχου Πέλλης, ζωντανεύει τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων τοῦ Νομοῦ Πέλλης. Γι’ αὐτὸ ἐξέδωσε δελτίον ἡ κομμουνιστικὴ ὀργάνωσις, καταγγέλλουσα τὴν ἐθνικήν του δρᾶσιν εἰς τοὺς Γερμανοὺς καὶ Βουλγάρους τοῦ Κάλτσεφ. Καὶ ἔτσι ἠναγκάσθη νὰ φύγῃ εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν. (Φωναί, θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§122Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω καμμίαν διάθεσιν νὰ ἐπεκταθῶ καὶ εἰς ἄλλα πρόσωπα. Ὑπάρχει τὸ ἀντικειμενικὸν γεγονός, ὅτι ὁ κ. Θεμελῆς, Ἀντισυνταγματάρχης τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἴτε λέγει χάριν τῶν «ἐθνικῶν συμφερόντων», εἴτε ὄχι, ἀνέλαβε νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὡς Νομάρχης Πέλλης τὰς Γερμανικὰς ἀρχὰς κατοχῆς καὶ ἐξέδωκε διαταγὰς ὑπὲρ τῶν Γερμανῶν καὶ εἰς βάρος τοῦ διεξαγομένου ἱεροῦ ἀγῶνος. Καταθέτω πρὸς τοῦτο μερικὰ ἀπὸ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Προκήρυξίς του τοιχοκολληθεῖσα εἰς Ἔδεσσαν (ἀναφέρεται καὶ εἰς τὸ βούλευμα).
«ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝ»
.................. 5) Ἐτοιχοκόλλησε τὸν Ἀπρίλιον 1943 εἰς ὡρισμένα σημεῖα τῆς πόλεως Ἐδέσσης προκηρύξεις φερούσας τὴν ὑπογραφήν του, δι’ ὧν ἔλεγεν τὰ ἑξῆς: «Πᾶς ὅστις λαμβάνει τὰ ὅπλα κατὰ τῶν Γερμανῶν δὲν εἶναι Ἕλλην», θέλων οὕτω νὰ παρεμποδίσῃ πᾶσαν Ἐθνικὴν πολεμικὴν ἐνέργειαν κατὰ τοῦ κατακτητοῦ.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ
Γραφεῖον ΙΙΙ Ἀριθ. Πρωτ. Α.Π. 3154)154 Ἐν Καΐρῳ τῇ 1 Δεκεμβρίου 1943 Περίληψις: Ε.Α. Θεμελῆς Γ. Ἀντ)ρχης Τὴν Δ)νσιν Εἰδικῶν Ὑπηρεσιῶν Γραφεῖον Διευθυντοῦ Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι κατὰ ληφθείσας πληροφορίας εὑρίσκεται ἐν Χαλεπίῳ ἀφιχθεὶς ἐξ Ἑλλάδος ὁ ἐν ἀποστρ. Ἀντ)ρχης Θεμελῆς Γεώργιος. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἐν Ἑλλάδι παραμονήν του καὶ ἐπὶ κατοχῆς ὑπηρέτησεν ἐπὶ Κυβερνήσεως Τσολάκογλου ὡς Νομάρχης, ἔχομεν τὴν γνώμην ὅπως μὴ ἐπιτραπῇ ἡ πρὸς Αἴγυπτον κάθοδός του καὶ παρακαλοῦμεν ὅπως ἐνεργήσητε τὰ δέοντα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
Ὁ Ὑπουργὸς
ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ Π.
Ἐὰν ἀκόμη ὑποθέσωμεν, κ. βουλευταί, ὅτι «ἐθυσιάζετο» ἐκείνην τὴν στιγμήν, ὅτι προσέφερεν «ἐθνικὰς ὑπηρεσίας», τὸ γεγονός, ὅτι ὁ λαμβάνων τὰ ὅπλα κατὰ τῶν Γερμανῶν δὲν εἶναι Ἕλλην, καὶ μόνον διὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ.
§123Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ συζητοῦμεν ἔφεσιν κατ’ ἀποφάσεως δικαστηρίου; Ἀμφισβητοῦμεν τὸ κῦρος δικαστικῶν ἀποφάσεων; Εἶναι ἐντροπὴ αὐτὰ τὰ πράγματα.
§124Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἀνεξαρτήτως, κ. βουλευταί, τῆς κρίσεως τοῦ βουλεύματος τὸ ὁποῖον προτείνει τὴν ἀπαλλαγήν του, ἐδῶ συζητοῦμεν διὰ τὸ πολιτικὸν καὶ ἠθικὸν μέρος τοῦ πράγματος. Καὶ κατὰ πόσον τοῦτο ἔχει ἰσχύν, ἀποδεικνύεται ὑπὸ τῆς ἐν Καΐρῳ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀπὸ πόρισμα τὸ ὁποῖον ἔγινε διὰ τὸν κ. Θεμελῆν! Εἶναι πόρισμα εὐμενὲς διὰ τὸν κ. Θεμελῆν, ἀλλὰ ἰδοὺ πῶς καταλήγει: «Ἡ θέσις αὕτη εἶναι ἀναμφιβόλως θέσις ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξαν ἀγαθαὶ αἱ προθέσεις τοῦ ἀναφερομένου εἶναι γεγονός, ὅτι μὴ κατέχων τὴν θέσιν ταύτην προηγουμένως ἐδέχθη νὰ ἀναλάβῃ καθήκοντα Νομάρχου ἐπὶ Κυβερνήσεως Κατοχῆς, θεωρουμένου βεβαίως, ὅτι καὶ ἐθνικῶς θὰ κριθῇ μελλοντικῶς. Παραμένει ὅμως τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀκέραιον τὸ γεγονός, ὅτι ἐδέχθη καὶ ὑπηρέτησεν εἰς προσφερθεῖσαν ἐμπιστευτικὴν θέσιν, ἡ ὁποία θὰ τὸν ἐξηνάγκαζε εἰς συνεργασίαν μετὰ τῶν Ἀρχῶν Κατοχῆς καὶ τῆς ψευδοκυβερνήσεώς του». Τὸ πόρισμα αὐτὸ κατέληγε μὲ πρότασιν «μὴ χρησιμοποιήσεώς του εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν».
§125Θ. ΜΠΑΡΜΠΑΣ. (Ἐν ὀργῇ). Κύριε Μπριλλάκη, πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ὅλους ἡμᾶς, τοὺς μὴ ἀνήκοντας εἰς τὴν παράταξίν σας, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἐθνικὴν παράταξιν, ἡ Ὑπηρεσία Πληροφοριῶν τοῦ Καΐρου, μᾶς ἐθεώρει δοσιλόγους καὶ δὲν μᾶς ἀνέθετον ὑπηρεσίαν. Οἱ ἰσχυρισμοὶ σας συνεπῶς, διὰ τὸν κ. Θεμελῆν, δὲν εὐσταθοῦν. Ἔχομεν πικρὰν πεῖραν τοῦ ΕΑΜ τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.
§126Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Τὴν 1ην Δεκεμβρίου ἐξεδόθη ἔγγραφος διαταγή, διὰ τῆς ὁποίας ἐπετράπη ἡ εἴσοδός μας εἰς τὴν Αἴγυπτον. Εἰς τὰς 5 Δεκεμβρίου εἰσέρχομαι εἰς τὴν Αἴγυπτον, λίαν τιμητικῶς, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐξεδόθη καὶ διαταγὴ ἀνακλήσεώς μου ἐκ τῆς ἐφεδρείας, κατ’ ἐξαίρεσιν ὅλων τῶν ἄλλων. Ἡ διαταγὴ τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. συνάδελφος, πρώτην φορὰν τὴν λαμβάνω γνῶσιν. Συνεπῶς, ἀντιπαρέρχομαι ἀπὸ ἐσᾶς, ὁ ὁποῖος ὑπηρετήσατε εἰς τὸ ΕΑΜ. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§127Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἔγγραφον ποὺ ἀνέγνωσα, ἔχει ἡμερομηνίαν 29 Δεκεμβρίου. Λυποῦμαι, διότι ἔστω καὶ καθυστερημένα, δὲν γίνεται αἰσθητὸ τὸ μέγεθος τοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον θίγω. Ἐπειδὴ ὡμίλησε περὶ «συκοφαντιῶν» ὁ κ. Ὑφυπουργός, σᾶς λέγω, ὅτι τὸ ἔγγραφον ἔχει ὑπογραφὴν καὶ ἡμερομηνίαν. Ὅταν τὸ πόρισμα λέγῃ, ὅτι «ἀγαθαὶ προθέσεις τὸν ὤθησαν εἰς τὸ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ Νομάρχου, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν ὡς ἀντισυνταγματάρχης, διότι ἀντισυνταγματάρχης ὢν ἐδέχθη τὸ ἀξίωμα τοῦ Νομάρχου», πῶς συμβιβάζεται σήμερα τὸ ἀξίωμα αὐτὸ μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑφυπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης; (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§128Θ. ΜΠΑΡΜΠΑΣ. Νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ, κ. Μπριλλάκη: Διότι ἐδῶ ἔκρινε τὸν κ. Θεμελῆν ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐνῷ ἐκεῖ, εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν, αἱ σκοτειναὶ δυνάμεις τοῦ ΕΑΜ.
§129Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς κουράσω μὲ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἄλλων κειμένων, ἀναφερομένων εἰς ἐπιτάξεις βάμβακος διὰ τὸν ἱματισμὸν τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ, διὰ τὴν πίστιν εἰς τὴν νίκην τοῦ Ἄξονος κλπ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα δικαστήριον, διὰ νὰ κρίνωμεν ποινικὰς εὐθύνας, ἀλλὰ πολιτικὸν Σῶμα, κρίνομεν τὴν τότε ἰδιότητα τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ μὲ τὴν σημερινήν. Κύριοι βουλευταί, πέραν τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπως ἐτόνισα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου, εἶναι καὶ τὸ θέμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ἠκούσαμεν μὲ Θρησκευτικὴν εὐλάβειαν καὶ διεφωνήσαμεν ριζικῶς, ὡς πρὸς τὰς ἀπόψεις του διὰ τὰς «ψυχρὰς ἀφιερώσεις» τοῦ λευκώματος πρὸς Γερμανούς. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα δικαστήριον, ἐπειδὴ δὲν δικάζονται αἱ ποινικαὶ εὐθῦναι τοῦ κ. Θεμελῆ, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦ ἀσυμβιβάστου τῆς τότε θέσεώς του μὲ τὴν σημερινήν, ἐπιμένομεν ἐπὶ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Πέραν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπως εἶχον τονίσει, σχετικῶς μὲ τὰ θιγόμενα πρόσωπα εἶναι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, κ. συνάδελφοι, τὸν ἠκούσαμεν μὲ θρησκευτικὴν εὐλάβειαν, μή, ἀνταποκρινομένην τοὐλάχιστον πρὸς ὡρισμένα ἐπιχειρήματα, ὡς πρὸς τὰς ψυχρὰς ἀφιερώσεις τῶν λευκωμάτων. Ἔχομεν τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἀκούσετε καὶ ἡμᾶς τὸ ἴδιον.
§130Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφ. Οἰκισμοῦ). Ἐὰν ἔχετε καὶ σεῖς τὴν εὐπρέπειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν........
§131Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Κεφαλλογιάννη, συστάσεις περὶ εὐπρεπείας, τοὐλάχιστον ἀπὸ σᾶς, δὲν δέχομαι. Εἶμαι εὐπρεπέστερος τοῦ δέοντος. Εἶμαι εὐπρεπέστερος, διότι ὅταν αὐτὰ ἐγίνοντο ἀπὸ τοὺς ὑποχρεωμένους νὰ πολεμοῦν τοὺς Γερμανούς, ἄλλοι πολὺ μικροτέρας ἡλικίας, χωρὶς κανένα ἀξίωμα, ἐτέλουν τὸ καθῆκον των. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Δικαιολογουμένως, λοιπόν, θὰ πρέπει νὰ κατέχωνται ἀπὸ ἀγανάκτησιν.
§132Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφ. Οἰκισμοῦ). Κύριε Μπριλλάκη, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, τόσον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, οὔτε σεῖς, οὔτε οἱοσδήποτε ἄλλος δύναται νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ μοῦ εἴπητε τὸ ἑξῆς: Συνελήφθητε ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ ἀπεφυλακίσθητε;
§133Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Εἶσθε πολὺ μικρὸς νὰ μοῦ ζητήσετε νά.... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§134Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπ. Οἰκισμοῦ). Θέλων μίαν συγκεκριμένην ἀπάντησιν. Ἐὰν ἀπεφυλακίσθητε, τότε ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, καὶ ἐὰν ὑπηρετήσατε εἰς τὰς Γερμανικὰς φυλακὰς μὲ κἄποιον χωροφύλακα Βερεουδάκην.
§135Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Κεφαλλογιάννη, ἐπαναλαμβάνω, σεῖς εἴσαστε πάρα πολὺ μικρὸς νὰ κάμετε τοιούτους ὑπαινιγμούς.
§136Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, σᾶς παρακαλῶ, ἐφ’ ὅσον ἐπετρέψατε νὰ θέσῃ ἓν ἐρώτημα ὁ κ. Ὑφυπουργός, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀπαντᾶτε δι’ ὕβρεων. Νὰ δώσητε ἀπάντησιν εἰς τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐρωτήματος.
§137Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἔχει ἀπαράδεκτον ἔννοιαν.
§138Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Μπριλλάκη, ἐὰν τὸ ἐρώτημα ἔχῃ ἀπαράδεκτον ἔννοιαν, νὰ τὴν ἀποκαλύψητε. Ὄχι ὅμως νὰ ὑβρίζητε. Θὰ ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ σᾶς ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν. Κύριε Μπριλλάκη, νομίζω, ὅτι θὰ συνομολογήσητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑβρίζητε. Ἀποκαλύψατε τὸ τυχὸν ἀπαράδεκτον νόημα τοῦ ἐρωτήματος καὶ τότε ἂς συναχθῇ τὸ συμπέρασμα.
§139Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Ἀνακύπτει ἓν ἄλλο.... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§140Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐξιστορῶ τὴν περιπέτειάν μου, καὶ παρακαλῶ ἐν συνεχείᾳ ὅλους τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ κάμουν τὸ ἴδιον διὰ τὸν ἑαυτόν τους, διὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς, συνελήφθην τὸν Μάϊον τοῦ 1944 μετὰ τοῦ συμπολίτου μου Λυκούργου Κουντῆ, ὁ ὁποῖος συλληφθεὶς εἶχεν εἰς τὰ χέρια του ἕνα βιβλίον τοῦ Γκόρκυ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ κυκλοφοροῦσαν προπολεμικῶς καὶ μερικὲς κόλλες γραφομηχανῆς. Ἐπειδὴ ἤμουν μαζί του συνελήφθην καὶ ἐγὼ ὡς ὕποπτος γιὰ τοὺς Γερμανοὺς καὶ μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἀπελύθην. Μετὰ 15 ἡμέρας συλλαμβάνομαι πάλιν περὶ τὰς 20–25 Μαΐου τοῦ 1944 μὲ συγκεκριμένην κατηγορίαν, καταδικάζομαι ἀπὸ τὸ Γερμανικὸν Στρατοδικεῖον καὶ μεταφέρομαι τὸν Ἰούνιον 1944 εἰς τὰ Γερμανικὰ κάτεργα. Ἀπ’ ἐκεῖ ἀπηλευθερώθην τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1945. Δι’ ὅλα αὐτὰ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσωπικὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου κ. Μητσοτάκη, ὁ ὁποῖος ἀνῆκεν εἰς ξεχωριστὴν ὁμάδα, τῆς ἰδικῆς μας, εἰς τὴν αὐτήν ὅμως, μὲ ἡμᾶς περιοχήν. Καὶ ἤμην τότε 20 μόνον ἐτῶν. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§141Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σηκωθῇ ὁ συκοφάντης νὰ ἀπαντήσῃ. Αὐτὸς ποὺ δὲν σέβεται καὶ ὑβρίζει εἰσαγγελεῖς. (Φωναί, θόρυβος καὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πλευρᾶς, κωδωνοκρουσίαι).
§142Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ χρέος μου νὰ πληροφορήσω τὸ Σῶμα, ὅτι τὰ ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι μέχρι κεραίας ἀκριβῆ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, ἐβασανίσθη, ἐξωρίσθη, ὑπέστη πολλά, καὶ ὅμως δὲν κατέδωσε κανένα. Ἐπέδειξε θάρρος ἐξαιρετικὸν καὶ παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἐκινδύνευσεν αὐτὴ αὕτη ἡ ζωή του, δὲν κατέδωσε κανένα.
§143Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εὔχομαι ἡ ἀφορμὴ διὰ τὸ προσωπικόν μου θέμα, νὰ ἀποτελέσῃ κανόνα, νὰ δίδουν ἐξηγήσεις, διὰ τὴν δρᾶσιν τους κατὰ τὴν κατοχήν, ὅλοι. Πρὸ πάντων διὰ τὸν ἀποπειραθέντα νὰ ρίψῃ λάσπην ἐναντίον μου.
§144Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑφ. Οἰκισμοῦ). Θὰ τὸ ἀποδείξω, θὰ φέρω τὴν κατάθεσιν τοῦ χωροφύλακος Βερδουδάκη.
§145Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Εἶσαι ἄξιος μόνον περιφρονήσεως. Σὲ παραπέμπω μόνον εἰς ὅσα γράφει τοπικὴ ἐφημερὶς τοῦ Ἡρακλείου διὰ τὴν πολιτείαν σου ἐπὶ ἕνα μῆνα συνεχῶς, χωρὶς νὰ ὑποβάλῃς μήνυσιν. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§146Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις.
§147Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὡμίλησα περὶ τῆς δευτέρας περιπτώσεως τῶν θιγομένων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ κ. Μακρῆ. Ὁ κ. Μακρῆς, εἶχεν ἐξαγγείλει ἀπὸ χθές, ὅτι σήμερον θὰ προσεκόμιζε στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν εἶχε τίποτε ποὺ νὰ τὸν μειώνῃ, ἀλλ’ ὅτι ἐθεώρει τιμήν του νὰ ἔχῃ τοιαύτην σύζυγον. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ σημερινὸς λόγος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς ἀπεγοήτευσεν. Ὁ κ. Μακρῆς ἀνεφέρθη εἰς περιστατικὰ ποὺ δὲν εἶναι τῆς παρούσης αἰθούσης νὰ ἐξετασθοῦν, ἀλλὰ τοῦ δικαστηρίου. Προσεπάθησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ σύζυγός του εἰργάζετο ἁπλῶς εἰς Γερμανικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ δὲν ἦτο σοβαρά. Ὅτι ἡ σύζυγός του ἦτο μὲν ὑφισταμένη τοῦ Μέρτεν καὶ ὅμως τὸν εἶδε δύο φοράς. Ἀνέφερε δὲ περιστατικὰ δυσκόλως κατανοούμενα. Πῶς θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνθυμοῦνται ὅλοι, μετὰ πάροδον 17 ὁλοκλήρων ἐτῶν, εἰς ποῖον γραφεῖον τῆς Γερμανικῆς Διοικήσεως εἰργάζετο ἡ σύζυγός του, ἐνῷ δὲν ἐνθυμεῖται ὁ ἴδιος πότε ἀκριβῶς τὴν ἐγνώρισε. Τὸ 1949, τὸ τέλος τοῦ 1944, στὰς ἀρχὰς τοῦ 1944 ἢ καὶ πρίν; Πάντως, πέραν αὐτῶν, παραμένει διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ θέμα, ὅτι ἡ σύζυγός του, ὑπηρέτησεν εἰς Γερμανικὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς. Ἀνεξαρτήτως κἄθε ἄλλου γεγονότος, ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε ἄλλης ἐκτοξευθείσης κατηγορίας, μποροῦσε ἡ δεσποινὶς Λεοντίδου νὰ γίνῃ σύζυγος τοῦ δικηγόρου Μακρῆ, ὄχι ὅμως καὶ νὰ εἶναι σύζυγος τοῦ Ὑπουργοῦ Μακρῆ. Ὅταν καλοῦνται νέοι νὰ προσκομίσουν πιστοποιητικὰ «κοινωνικῶν φρονημάτων», «ἐθνικῶν φρονημάτων» διὰ νὰ καταταγοῦν εἰς τὴν Χωροφυλακὴν ἢ τὸ Ναυτικὸν καὶ ὅταν ἐξετάζωνται τὰ φρονήματα ὄχι μόνον τῶν ἰδίων, ἀλλὰ καὶ τῆς μητρός των καὶ τοῦ πατρός των καὶ τῶν συζύγων των, ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐνδιαφερθῇ κανεὶς διὰ τὴν ἐθνικὴν ἢ μὴ δρᾶσιν καὶ τῆς συζύγου ἑνὸς Ὑπουργοῦ, προκειμένου νὰ παραμείνῃ ἢ ὄχι Ὑπουργός; Ἐρωτῶ, διατὶ ὁ προϊστάμενος ὅλων αὐτῶν δὲν ἔχει τὴν εὐαισθησίαν νὰ ἰσχύσῃ καὶ δι’ αὐτὸν τὸ ἠθικὸν αὐτὸ στοιχεῖον; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§148Λ. ΜΠΑΤΡΙΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, πρέπει νὰ ἐρυθριᾶτε ὅταν καταφέρεσθε κατὰ μιᾶς γυναικὸς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§149Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Δὲν εἴμεθα μικρόψυχοι.
§150Λ. ΜΠΑΤΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶσθε μικρόψυχος, ἀλλὰ εἶσθε κακόψυχος. Ἀποτελεῖ ἀναδρίαν δι’ ἕνα κύριον νὰ καταφέρεται ἐναντίον μιᾶς κυρίας καὶ νὰ υἱοθετῇ συκοφαντίας, ἐξυφανθείσας ὑπὸ ἑνὸς ὑποκειμένου, ὡς ὁ κατάδικος Μέρτεν.
§151Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν εἶπον τίποτε περισσότερον ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει. Εἶπον, ὅτι ἡ τότε δ)νὶς Λεοντίδου καὶ νῦν σύζυγος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, προσέφερε τὰς ὑπηρεσίας της εἰς τὰς Γερμανικὰς Ἀρχὰς Κατοχῆς. Πέραν αὐτῶν ὅλων, ὑπάρχουν καὶ αἱ ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἠδύνατο μία Ἑλληνὶς κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐμάχετο, νὰ κάμῃ ψυχρὰν ἀφιέρωσιν πρὸς ἕνα ἐγκληματίαν πολέμου, τὸν Μέρτεν. Εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ θεωρία αὐτὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀπαράδεκτος εἶναι καὶ ἡ ἄλλη θεωρία, ὅτι προτιμᾷ τοὺς ἐγκληματίας πολέμου ἀπὸ τοὺς ἀριστερούς. Μὲ τοιαύτας ἀντιλήψεις πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ δείξῃ εὐθιξίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν του; Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, διατὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν αἰσθάνεται ὡς προσωπικήν του ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τοῦ ἐπιβάλλεται νὰ τὸ πράξῃ ἐνῷ εἶναι ὀφθαλμοφανὲς, ὅτι ἡ παραμονή του εἰς τὴν Κυβέρνησιν φθείρει καὶ αὐτὸν τοῦτον προσωπικῶς, ἀλλὰ καὶ τὴν παράταξίν του; Ὅπως ἐδήλωσε καὶ ὁ κ. Πρόεδρός μας, χθές, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ καὶ δι’ ἁπλῆς περιφρονήσεως ὁ εἰδεχθὴς ἐγκληματίας, ἐὰν τὰ πρόσωπα καθ’ ὧν οὗτος στρέφεται ἠδύνατο νὰ ἀποδείξουν κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς τὴν συμμετοχήν των εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ κατακτητοῦ. Δυστυχῶς, ὅμως, τοιαῦτα στοιχεῖα δὲν ὑπάρχουν. Ἐὰν ὑπῆρχον τοιαῦτα στοιχεῖα, ἐπαναλαμβάνω, ταῦτα θὰ ἀπετέλουν τὸ πλέον πειστικὸν ἐπιχείρημα διὰ τὴν περιφρόνησιν τοῦ Μέρτεν, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὑπάρχουν. Ἂς μὴ παραπονοῦνται συνεπῶς, δι’ αὐτὴν τὴν τοποθέτησιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη, ἐπέβαλεν εἰς τὸν εἰδεχθῆ αὐτὸν ἐγκληματίαν 25ετῆ εἱρκτὴν διὰ νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος, ὕστερα ἀπὸ 8 μῆνας, κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν ἀγωνισταὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιστάσεως, χωρὶς καμμίαν καταδίκην, νὰ σαπίζουν εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ 16 ὁλόκληρα χρόνια. Ποία δικαιολογία, ποία σκοπιμότης ἐπιβάλλει ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ εἰδεχθὴς αὐτὸς ἐγκληματίας πολέμου Μέρτεν, νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὕστερα ἀπὸ 8 μῆνας ἀπὸ τῆς καταδίκης του εἰς 25ετῆ εἱρκτὴν καὶ νὰ μένουν ἐπὶ 16 χρόνια εἰς τὰς φυλακὰς Ἕλληνες. Εἶναι εὔνοια, εἶναι ἀνοχὴ κατὰ τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, εἶναι ἡ συντήρησις τοῦ μίσους καὶ τῆς ἐχθρότητος ἔναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος). Ἡ πολιτικὴ αὐτή, δὲν εἶναι ξένη πρὸς τὴν γενικωτέραν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀνήκει εἰς τὴν παράταξίν μας ἡ ἀνακάλυψις σκανδάλων, διὰ νὰ κλονίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε περιμένομεν νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις. Πρέπει, ὅμως, νὰ τονισθῇ, ὅτι τὸ συζητούμενον θέμα, συνάπτεται μὲ τὸ θέμα τοῦ συνόλου τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἕνα συνελάβαμεν καὶ κατεδικάσαμεν μετὰ τὸν Ἀντρὲ καὶ βλέπομεν τὸν ὀχετὸν τὸν ὁποῖον ἐξήμεσεν. Φαντασθῆτε τὶ θὰ ἐγίνετο, ἐὰν συνελαμβάνοντο καὶ κατεδικάζοντο καὶ ἄλλοι ἐγκληματίαι πολέμου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἔναντι τῶν ἐγκληματιῶν κατοχῆς καὶ ἔχῃ καθορίσει ὡς ἐπίσημον πολιτικήν της τὴν τυφλήν της προσήλωσιν πρὸς ἄλλας συμμάχους χώρας, πρὸς ἐξυπηρέτησιν δῆθεν γενικωτέρων συμφερόντων, ἐὰν ἡ τοιαύτη τοποθέτησίς της προκαλῇ λαϊκὰς ἀντιδράσεις, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ καθάρματος Μέρτεν, ἀλλὰ εἰς τὴν ὅλην τακτικήν της ἔναντι τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἐὰν ἡ Κυβερνητικὴ πολιτική, δὲν ἦτο χρεωκοπημένη εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, δὲν θὰ ἐδημιουργεῖτο αὐτὸς ὁ θόρυβος καὶ ὁ σάλος. Εἴτε τὸ θέλει ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ὄχι, ὑπάρχει πρόβλημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀντιμετωπισθῇ διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς νὰ κλείσῃ αὐτὸ τὸ κἄτι. Εἴτε τὸ θέλει ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ὄχι, εὑρίσκεται πρὸ κρίσεως. Ὑπάρχουν τεράστιαι πατριωτικαὶ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀναλάβουν τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας καὶ νὰ ὁδηγήσουν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς ἐκλογάς. Κύριοι συνάδελφοι τῆς συμπολιτεύσεως, ὅσον ἂν προσπαθῆτε νὰ δείξητε ὅτι ἡ κατάστασις δὲν σᾶς ἀνησυχεῖ δὲν τὸ ἐπιτυγχάνετε. Ἡ περίοδος τῶν ἀνωμάλων λύσεων παρῆλθεν. Ὑπάρχουν δυνάμεις εἰς τὴν χώραν, αἱ ὁποῖαι εἶναι πάντοτε εἰς θέσιν νὰ τσακίσουν μίαν τοιαύτην προσπάθειαν ἐν τῇ γενέσει της ἀκόμη. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, διαθέτῃ στοιχειώδη εὐθιξίαν, ὀφείλει νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν της εἰς ἄλλην, ἥτις θὰ ὁδηγήσῃ τὴν χώραν εἰς ἕνα καλύτερον μέλλον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§152Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ συζήτησις εἶχε διεξαχθῆ μέσα εἰς ἕνα πλαίσιον ἠρεμίας. Τὰ πρῶτα συμπτώματα κἄποιας ἀνωμαλίας εἰς τὴν συζήτησιν, ἐσημειώθησαν χθὲς ἀργὰ τὸ βράδυ, καὶ ἐνετάθησαν τὰ συμπτώματα αὐτὰ ἀπόψε. Ἡ Κυβέρνησις λυπεῖται, διότι ἐδόθη ὁ τόνος αὐτός. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς τεταραγμένης ἀτμοσφαίρας τῆς Βουλῆς, ἀντιθέτως, ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ ἡ ἀτμόσφαιρα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἶναι ἀπολύτως ἤρεμος. Πρὸ ὀλίγου ἐσημειώθη ἓν ἐπεισόδιον. Πῶς ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη; Ἀπὸ χθές, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξακολουθήσω νὰ εἶμαι ἐξ ἴσου ἤρεμος ὅπως ἤμην καὶ χθές, ἔστω καὶ ἐὰν αὐτὸ δίδῃ εἴς τινας κακῶς ἐννοοῦντας τὴν ἠρεμίαν, τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλοῦν περὶ ὑποτονικῆς τοποθετήσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῶν πραγμάτων, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι ἀπὸ χθὲς γίνεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐκ μέρους ὡρισμένης πλευρᾶς καὶ συγκεκριμένως— διότι ὑπῆρξα πάντοτε εἰλικρινὴς ἀπέναντι τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς— γίνεται μία προσπάθεια ἐκ μέρους τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ὅπως μονοπωλήσῃ τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν. Ἴσως ἀντελήφθην τὸ πρᾶγμα κακῶς, ἴσως ἡ διάγνωσις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, δὲν εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία παρήχθη μέσα μου καὶ ἴσως καὶ εἰς τὴν συνείδησιν πολλῶν, ὄχι μόνον τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν, ἀλλὰ καὶ ἄλλων τινῶν, νὰ εἶναι ὀρθή. Αὐτὴ ἡ τοποθέτησις, αὐτὴ ἡ προσπάθεια ἦτο ἑπόμενον νὰ προκαλέσῃ ἀντιδράσεις, ἀντιδράσεις εἴτε Ὑπουργῶν, εἴτε τοῦ Ὑφυπουργοῦ κ. Κεφαλογιάννη, εἴτε μεμονωμένων βουλευτῶν. Ἦτο ἑπόμενον νὰ προκαλέσῃ ἀντιδράσεις ἀσχέτως ἐὰν τὸ περιεχόμενον τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐχρησιμοποίησεν ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος ἐκ τῶν ἀντιδρασάντων ἐκπροσώπων τῆς ΕΡΕ, ἐὰν τὸ περιεχόμενον ἦτο ἢ δὲν ἦτο ὀρθόν. Βλέπετε μὲ πόσην ἀντικειμενικότητα θέτω τὸ ζήτημα καὶ εἴδατε, ὅτι παρεκάλεσα ἀμφοτέρους, καὶ τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκόμενον, τὸν κ. Μπριλλάκην καὶ τὸν Ὑφυπουργὸν, τὸν κ. Κεφαλογιάννην, νὰ σταματήσουν τὰς ἐκτοξευομένας ἐναντίον ἀλλήλων ὕβρεις ἢ βαρείας φράσεις, διότι ὕβριν ἐξετόξευσεν, ἐλπίζω νὰ τὸ συνομολογήσῃ μαζί μου, βαρεῖαν ὁ κ. Μπριλλάκης, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ βήματος, χρησιμοποιήσας φράσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω.
§153Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Σοβαρῶς τὸ ὑποστηρίζετε, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Ὅταν ἐκτοξεύεται αὐτὴ ἡ λάσπη....
§154Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὴν ὕβριν τὴν ἐξετοξεύσατε, ὅταν ὁ κ. Κεφαλογιάννης, εἴτε ὀρθῶς, εἴτε ἐσφαλμένως, ἔθεσεν ἓν ἐρώτημα. Εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ δώσητε ἀπάντησιν. Εἴχατε τὸ δικαίωμα ν’ ἀποδείξητε τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ ἐρωτήματος. Δὲν εἴχατε ὅμως τὸ δικαίωμα εἰς ἕν ἁπλοῦν ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ οὐδεμίαν περιεῖχεν αἰχμήν, ν’ ἀπαντήσητε διὰ τῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν δὶς καὶ τρὶς ἐπαναλάβατε καὶ ἡ ὁποία ἦτο ἑπόμενον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀντίδρασιν τοῦ κ. Κεφαλογιάννη. Ἀδιάφορον ἂν ὑπεχρεώθην νὰ παρακαλέσω ἀμφοτέρους νὰ σταματήσετε, εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἀντικειμενικῶς κρίνων, νὰ εἴπω, ὅτι σεῖς, κ. Μπριλλάκη, εἶσθε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκάματε τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκστομίσεως μιᾶς βαρυτάτης φράσεως καὶ ἠπόρησα πῶς τὴν ἠνέχθη ὁ κ. Κεφαλογιάννης. Δὲν τὴν ἤκουσεν, ὅπως διεπίστωσα, ὅταν ἐξῆλθον καὶ τὸν συνήντησα ἔξω. Κύριοι, δὲν ἦτο ἀνάγκη ὁ κ. Μπριλλάκης νὰ ἐκτοξεύσῃ τὴν φράσιν αὐτήν. Ἔπρεπεν ἠρέμως, ἐκτὸς ἂν εἶχε λόγον νὰ μὴ εἶναι ἤρεμος, ἔπρεπεν νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω μάλιστα, ὅτι παρελείψατε ἐκείνην τὴν στιγμὴν—καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ τὸ συνομολογήσητε μαζί μου—τὸ καθῆκον σας. Διότι, ὅταν ἔθεσεν, ἔστω καὶ πρὸς σκοπὸν κακὸν ἓν ἁπλοῦν ἐρώτημα ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Οἰκισμοῦ, ὁ κ. Μπριλλάκης, δὶς καὶ τρὶς ἐξεστόμισε κατ’ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἐντρέπομαι νὰ ἐπαναλάβω, ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἐπιμένετε θὰ τὴν ἐπαναλάβω, τὴν φράσιν «εἶσαι μικρός». Δὲν ἀποτελεῖ ὕβριν αὐτό; Καὶ ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ σᾶς ἀνακαλέσῃ, κ. Μπριλλάκη, εἰς τὴν τάξιν. Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ συνομολογήσετε μαζί μου ἀντὶ νὰ ἀντιδικῆτε, ὅτι ἐκάματε λάθος; Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Κεφαλογιάννης, ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον— δὲν γνωρίζω ἂν ὀρθῶς ἢ ὄχι, δὲν γνωρίζω ἂν κατέχῃ στοιχεῖα ἢ ὄχι καὶ πιθανὸν νὰ μὴ κατέχῃ καὶ πιθανὸν ὁ ἐκνευρισμός του τὸν ὡδήγησε εἰς τὴν ἐρώτησίν του—νὰ θέσῃ μίαν ἐρώτησιν, σεῖς ὠφείλατε, ἀντὶ νὰ ὑβρίσετε νὰ τοῦ δώσετε ἐξήγησιν. Ἐπεκαλέσθητε, μετὰ ταῦτα, τοῦ κ. Μητσοτάκη τὴν μαρτυρίαν, ὁ ὁποῖος, βεβαίως, ἦτο εἰς θέσιν νὰ μαρτυρήσῃ καὶ ὁ ὁποῖος καλῶς ἔπραξε καὶ ἐμαρτύρησε καθ’ ὅσον προσωπικῶς ἐγνώριζε τὴν στάσιν σας εἰς μίαν ὡρισμένην στιγμήν, ἀλλὰ δὲν ἀπετέλεσεν ἡ παρέμβασίς του μαρτυρίαν καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη, ὁ κ. Κεφαλογιάννης.
§155Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Μὴ συνεχίζετε τὴν ὑποβολιμιαίαν προσπάθειαν (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§156Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Αὐτὰ τὰ λέγετε διὰ νὰ ἀποφύγετε.
§157Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Παραδέχομαι κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐκ προοιμίου, ὅτι ὁ κ. Κεφαλογιάννης, δὲν ἔπρεπεν ἐκείνην τὴν στιγμήν νὰ θέσῃ τὸ ἐρώτημα, δηλαδή, νὰ σᾶς διακόψῃ, κ. Μπριλλάκη, καὶ νὰ σᾶς αἰφνιδιάσῃ μὲ ἕν ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον, οὔτε ἐκεῖνος ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων ἠδύνατο ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ δικαιολογήσῃ—ἐπεκαλέσθη τὴν μαρτυρίαν ἑνὸς προσώπου, ἀλλὰ τὸ πρόσωπον αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζω, οὔτε ἐγώ, οὔτε οἱ περισσότεροι ἐξ ὑμῶν τὸ γνωρίζετε —ἑπομένως, ἔσφαλε διατυπώσας ἐρώτημα χωρὶς νὰ εἶναι εἰς θέσιν ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ ἀποδείξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐμμέσως ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ.
§158Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Τὶ εἶναι αὐτά; (Θόρυβος). Τὸ θέμα εἶναι τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. Κεφαλογιάννη; (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἡσυχία, δὲν ἠμπορεῖ νὰ συνεχισθῇ οὕτω ἡ συζήτησις (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§160Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐὰν εἴχατε ὀλίγην εὐθύτητα καὶ ὀλίγον θάρρος (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι), ἠμπορεῖ νὰ εἶχε λήξει τὸ ζήτημα. Ὁμιλήσατε μὲ θάρρος. Πέστε ἀνοικτὰ τὶ θέλετε νὰ πῆτε. Ἀφῆστε τὰς προφυλάξεις. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§161Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Προτιμῶ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι δὲν ἤκουσα τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἐχρησιμοποίησεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ κ. Ἐφραιμίδης.
§162Γ. ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὶ ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις;
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πρωτοφανὲς αὐτὸ ποὺ γίνεται. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§164Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι νὰ δημιουργηθῇ ἐπεισόδιον. Θὰ τὸ ξαναφέρωμεν πάλιν.
§165Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, φαίνεται, ὅτι καὶ ἡ ἀντικειμενικότης ἀπὸ ὡρισμένας πλευρὰς θεωρεῖται, ὅπως αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐψιθυρίσθη ἀπὸ ἕνα ἐκ τῶν ἐκλεκτῶν συναδέλφων, ἀδυναμία. Ἐγὼ πιστεύω.... (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι. Πολλοὶ βουλευταὶ τῆς ΕΔΑ ἐγείρονται καὶ χειρονομοῦντες ὁμιλοῦν ἐν μέσῳ τοῦ θορύβου, μὴ ἀκουόμενοι).
§166ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Τῆς ΕΔΑ). Νὰ κατεβῆτε ἀπὸ τὸ βῆμα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§167Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μοῦ λέγει νὰ κατέβω; Ἀπαιτῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις (συνεχίζεται ὁ θόρυβος ἐν μέσῳ τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ βουλευταὶ ὁμιλοῦν χειρονομοῦντες καὶ μὴ ἀκουόμενοι).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθῆστε εἰς τὰς θέσεις σας παρακαλῶ, κ. βουλευταί. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι). Ἠρεμήσατε, κ. συνάδελφοι. (Πρὸς τοὺς βουλευτὰς τῆς ΕΔΑ). Μὲ τὴν τακτικὴν ποὺ ἀκολουθεῖτε, μὲ τὴν τακτικὴν ποὺ ἐγκαινιάζετε, ποῖος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ὁμιλήσῃ ἀπὸ σᾶς αὔριον;
§169Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ συνεχίσω; Λυποῦμαι, διότι οἱ λόγοι μου, τοὺς ὁποίους διεῖπεν ἀπόλυτος ἀντικειμενικότης, ἀντικειμενικότης μάλιστα ἐξικνουμένη μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἕνας ἐκ τῶν κ. συναδέλφων, νὰ ὀνομάσῃ τὴν ἀντικειμενικότητα αὐτὴν ἀδυναμίαν, λυποῦμαι, διότι οἱ λόγοι μου προεκάλεσαν τὸ πανδαιμόνιον αὐτό. Ἐγώ, πιστεύω, ὅτι ἡ ἀντικειμενικότης εἶναι δύναμις καὶ διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ μὲ τὸν ἀγαπητὸν φίλον κ. Μπουρνιᾶν. Καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ οἱοσδήποτε ἀναγνώστης τῶν πρακτικῶν αὔριον, ὁ ὁποῖος θὰ μελετήσῃ τὴν συνεδρίασιν κατὰ τὴν τελευταίαν της αὐτὴν ἀποψινὴν φάσιν, θὰ τρίβῃ τὰ μάτια του, βλέπων, ὅτι προεκλήθη ἡ φοβερὰ αὐτὴ ἐξέγερσις. Πρὸ ὀλίγου ἕνας ἐκ τῶν κυρίων τῆς ΕΔΑ, μοῦ φαίνεται ὁ κ. Παπαδημητρίου, μοῦ εἶπεν, ἐὰν συνεχίσω τὰς ὕβρεις δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω ὁμιλῶν. Ποίας ὕβρεις ἠκούσατε;
§170Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ἐπιτρέπετε, κ. Πρόεδρε. (Διαμαρτυρίαι, φωναί: καθῆστε κάτω).
§171Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὦτα διὰ νὰ ἀκούουν. Ἐπαναλαμβάνω, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον. Ὅταν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἡ ἀτμόσφαιρα ἦτο ἤρεμος. Καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα πρέπει νὰ παραμείνῃ ἤρεμος. Ἐδημιουργήθη ἀπὸ χθὲς καὶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κ.κ. συνάδελφοι τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ὅτι ἐπιέσαμεν τὴν καρδίαν μας διὰ νὰ μὴ ἀντιδράσωμεν, ἡ ἐντύπωσις, ἴσως ἐσφαλμένη, ὅτι θέλετε τὴν συζήτησιν νὰ τὴν διεξαγάγετε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐνεφάνιζεν ὑμᾶς ἢ ὡς μονοπωλοῦντας ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὡς ἐμφανιζομένους ὡς πρὸς τοὺς κυρίους ἐκπροσώπους καὶ φορεῖς τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως. Τὰ ἠκούσαμεν ὅλα αὐτὰ μὲ ὑπομονήν, μὲ καρτερίαν. Τὰ ἤκουσαν καὶ οἱ ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ καὶ ἄλλοι τοῦ Κέντρου, ἐπίσης μὲ ὑπομονὴν καὶ καρτερίαν. Καὶ δὲν σᾶς διεκόψαμεν. Καὶ ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ὅτι ἀπετέλει ἐμμέσως ὕβριν τὸ νὰ μὴ θέλετε νὰ ἀναγνωρίσητε εἰς ἄλλους τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθοῦν τὴν συμβολήν των εἰς τὸν μεγάλον ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος τότε διεξήγετο. Ἡμεῖς ἀντιθέτως πρὸς σᾶς, δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸ τὶ ἐπράξαμεν κατὰ τὴν κατοχήν. Κατ’ ἀνάγκην εἶπον εἰς μίαν φράσιν μου, κἄτι τὸ ὁποῖον ἀνεφέρετο εἰς τὸν ἑαυτόν μου. Θὰ προετίμων νὰ μὴ τὸ εἴπω, διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑψώνῃ κανεὶς συνεχῶς τοὺς τίτλους του καὶ νὰ λέγῃ τὶ ἔπραξε κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἅπαντες ὀλίγον ἢ πολὺ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ὄχι ἀπολύτως ὅλοι, ἡ συντριπτικὴ πλειονότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔπραξεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ καὶ ἔπαθεν ὅσα ἔπαθε. Καὶ δι’ αὐτὸ ὁμολογῶ, ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων λυποῦμαι, διότι ἐμνημόνευσα τὴν προσωπικήν μου περιπέτειαν καὶ τὴν εἰς θάνατον καταδίκην μου ἐκ μέρους στρατοδικείου τῆς κατοχῆς. Ἀλλὰ ἀπὸ χθὲς συζητουμένου τοῦ θέματος τοῦ Μέρτεν, δὲν ἀπεμάκρυνον ἐγὼ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ σεῖς διὰ τῆς στάσεώς σας τὴν ἀπεμακρύνατε ἀπὸ τὸ κύριον θέμα, συζητουμένου τοῦ θέματος Μέρτεν δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ προβάλλετε ἑαυτοὺς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς τοὺς κατ’ ἐξοχὴν φορεῖς τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως. Αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν εἴχομεν. Εἶπον, ὅτι ἐνδεχομένως ἡ ἐντύπωσις αὐτὴ ὑπῆρξεν ἐσφαλμένη, ἀλλὰ αὐτὴ ἦτο ἡ ἐντύπωσίς μας. Καὶ ἠρέμως ἠνέχθημεν ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν χθὲς τὸ βράδυ ἠρέμως καὶ ἀπόψε εἴμεθα ἀπεφασισμένοι νὰ τὰ ἀκούσωμεν ὅλα, μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἓν ἐπεισόδιον. Κύριοι, ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶπον, ὅτι δὲν ἐδικαιολογεῖτο ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Οἰκισμοῦ νὰ προβῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐρωτήματος. Ἠμπορεῖ εἰς μίαν ἄλλην στιγμὴν νὰ φέρῃ στοιχεῖα καὶ νὰ ἀποδείξῃ ἐνδεχομένως, ὅτι ἐδικαιολογεῖτο νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως διαδικασίας ὁ κ. Μπριλλάκης εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀκούσας τὸ ἐρώτημα, ἐξετόξευσε μίαν ὕβριν τρεῖς φοράς.
§172Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἐλαφροτάτην καὶ κοσμιωτάτην.
§173Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μὴ ἐπιβαρύνετε τὴν ὕβριν μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὑπῆρξεν ἐλαφροτάτη.
§174Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἔναντι αὐτῶν ποὺ ἐξετόξευσεν ὁ κ. Κεφαλογιάννης, ἦτο ἐλαφροτάτη καὶ κοσμιωτάτη.
§175Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Διεπίστωσα τὴν ὕπαρξιν ἐκνευρισμοῦ. Ἐξήγησα πῶς ὁ ἐκνευρισμὸς ἐδημιουργήθη. Ἰσχυρίσθην, ὅτι ἐδημιουργήθη μέσα μας ἡ ἐντύπωσις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Μπριλλάκης εἰς τὸ τέλος τῆς ἀποψινῆς του ἀγορεύσεως ὡμίλησε περὶ τῆς ἐξαιρετικῆς εὐαισθησίας τῆς πτέρυγος εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, ἀπέναντι τῶν γεγονότων τῆς κατοχῆς, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ὅτι τὴν εὐαισθησίαν αὐτὴν τὴν συμμεριζόμεθα ἀπολύτως, ἀλλὰ τὴν εὐαισθησίαν μέσα μας τὴν ἔχομεν ἐξ ἴσου καὶ ἀπέναντι ἄλλων φοβερῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἐσημειώθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 01.45′ π.μ.)