1960.03.23
4,022 rows · 30,319 words · 231 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70ὴ
Τετάρτη 23 Μαρτίου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.00′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Κ. Μακρῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Κ. ΜΑΚΡΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Γλιγλῆς καὶ Μ. Χριστογεῶργος, ζητοῦν εἰκοσαήμερον ἄδειαν ἀπουσίας προκειμένου νὰ ἀναχωρήσουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§6Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Παυλόπουλος, Π. Κάβδας, Κ. Μακρῆς, Δ. Μανέντης καὶ Δ. Γρίβας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς Ἐφέδρους Ἀξιωματικούς, πολεμιστὰς ἀγωνιστὰς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως καὶ ἀναπήρους καὶ θύματα Πολέμου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Προκοπίδης, Σ. Κούνδουρος καὶ Β. Πανούσης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Κώδικος Φορολογικῆς Δικονομίας καὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Φορολογικῶν Δικαστηρίων καὶ καθορισμοῦ τῶν τελῶν διαδικασίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Ζορμπᾶς καὶ Μ. Στεφανίδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος». Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Γεροκωστόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Πολυτέκνων Αἰγιαλείας «Ἡ Ἁγία Τριὰς» αἰτουμένου τὴν ἐπέκτασιν τῶν οἰκογενειακῶν ἐπιδομάτων εἰς τοὺς ἐργαζομένους δι’ ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας αὐτῶν, τὴν τροποποίησιν τοῦ Ν. 1970) 1944 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Φωκίδος κ. Δ. Λιανουλόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Λιδωρικίου διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ λειτουργίαν τῆς ἀπὸ 1½ ἔτους ἱδρυθείσης Μεταβατικῆς Οἰκοκυρικῆς Σχολῆς κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Βαλοῦρδος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προσφυγικῶν Συλλόγων καὶ Ὀργανώσεων Πειραιῶς αἰτουμένων τὴν ἀποκατάστασιν τῶν θυμάτων Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸν Κρατικὸν Προϋπολογισμὸν ποσοῦ ἐκ δραχμῶν 250.000.000 ἐτησίως, ἵνα διατεθῇ διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεώς των κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Τυπογράφων Ἀθηνῶν αἰτουμένου τὴν περισυλλογὴν καὶ διασφάλισιν τῶν πόρων τοῦ Ταμείου, τὴν εἴσπραξιν τῶν παγωμένων ὀφειλῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Χ. Πιπιλῆς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ἀλφειούσης–Ὀλυμπίας ἀναφέροντος ὁλοκληρωτικὴν σχεδὸν ζημίαν σταφιδαμπέλων περιοχῆς προξενηθεῖσαν ἀπὸ ἀνεμοθύελλαν μετὰ χαλάζης καὶ αἰτεῖ τὴν ἄμεσον ἐξακρίβωσιν τῶν ζημιῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Βαλοῦρδος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Καλλωπιστικοῦ Συλλόγου Ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης Αʹ Τομέως Ἡλιουπόλεως, αἰτουμένου τὴν ματαίωσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως σχεδίων πόλεως καὶ ἐπιβολῆς φόρων ἐπὶ αὐθαιρέτων κτισμάτων, ὡς πλήττοντος κυρίως χιλιάδας πτωχοὺς βιοπαλαιστὰς ἀνερχομένους ἄνω τῶν 800 ἐν Ἡλιουπόλει κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδικάτου Ἐργατῶν Τύπου Θεσσαλονίκης, αἰτουμένου τὴν ἀποτροπὴν ψηφίσεως νόμου περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἐργατῶν Τύπου. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Βαλοῦρδος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν συνταξιούχων τοῦ Τ.Ε.Β.Ε. αἰτουμένων τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Τ.Ε.Β.Ε. ὑπὸ τοῦ Κράτους, τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ ὀργανισμοῦ διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς Διοικήσεως ὡς ἀποτυχούσης οἰκτρῶς διὰ νὰ γνωστὰ πλαστὰ ἔνσημα κλπ. καὶ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων 50% διότι ἀπὸ 1.1.60 ηὐξήθησαν αἱ εἰσφοραὶ δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Βαλοῦρδος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἐξωραϊστικῶν καὶ Ἐκπολιτιστικῶν Συλλόγων Ἀθηνῶν καὶ Προαστείων, αἰτουμένων τὴν ματαίωσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ σχεδίων πόλεων κειμένων διατάξεων».
§7Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ θέσω ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὰ ἑξῆς. Ἡ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς διένειμε δι’ αὔριον Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοθετικῆς ἐργασίας, περιλαμβάνουσαν σειρὰν νομοθετημάτων. Ἐπειδὴ αὔριον εἶναι παραμονὴ τῆς Ἐθνικῆς μας ἑορτῆς καὶ πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων κ. συναδέλφων θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ συνεδριάσωμεν αὔριον.
§8Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρ. Βουλῆς). Θὰ ἐπρότεινον ὡς μέσην λύσιν νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον τὴν πρωΐαν διὰ τὴν ψήφησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐργατῶν Τύπου.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§10Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τῆς αὐριανῆς συνεδριάσεως ἔχει πρὸ παντὸς τὴν ἄποψιν τῆς ἐθνικῆς εὐλαβείας πρὸς τὴν ἑορτὴν τῆς Παλιγγενεσίας τοῦ Ἔθνους μας. Αὔριον τὰ Σχολεῖα, τὰ Ὑπουργεῖα καὶ τὰ Καταστήματα ἀκόμη διοργανώνουν ἑορτὰς καὶ διαλέξεις ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐθνικῆς μας ἑορτῆς. Εἶναι δυνατὸν τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον νὰ δείξῃ μία τοιαύτην ἀνευλάβειαν πρὸς τὴν ἐπέτειον τῆς ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας καὶ μόνον αὐτὸ νὰ παράσχῃ τὴν ὑποψίαν, ὅτι δὲν ἀποδίδει τὴν δέουσαν ἀξίαν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἑορτήν;
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ τὸ νὰ ἐργασθῶμεν καὶ αὔριον, κ. συνάδελφε, ἐφ’ ὅσον ἐκκρεμοῦν σοβαρώτατα καὶ ἐπείγοντος χαρακτῆρος σχέδια νόμων, ὡς τὸ «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων ἐργατῶν Τύπου» καὶ ἄλλα, δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἔλλειψιν εὐλαβείας πρὸς τὴν ἐθνικήν μας ἑορτήν.
§12Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποτελεῖ ζήτημα ἐθνικῆς εὐλαβείας, κ. Πρόεδρε. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς ψηφίσεως ἢ μὴ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐργατῶν Τύπου», ἢ τῆς συμβάσεως ἐνεργείας ἐρεύνης πρὸς ἀνακάλυψιν πετρελαίου αὔριον καὶ ὄχι μετὰ τρεῖς ἡμέρας.
§13Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν τοὺς ἀξιοτίμους κ. συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς τὴν ἀντίληψιν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ μέχρι τῆς μεσημβρίας αὔριον ἐργασία, διότι καὶ τὰ Ὑπουργεῖα ὅλα ἐργάζονται.
§14Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποτέ, κ. Πρόεδρε, δὲν ἔχει γίνει αὐτό, δὲν ὑπάρχει προηγούμενον. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν ὄχι, διότι ἄλλως δίδομεν τὸ κακὸ παράδειγμα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ παρεκάλουν νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ τὸ πρωΐ συνεδρίασις.
§16Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται, κ. Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἡ ὁποία ἠλευθερώθη μὲ τοὺς ἀγῶνας τοῦ 1821 νὰ δείξῃ ἀνευλάβειαν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἑορτήν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§18Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις δι’ αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται νὰ συνεδριάσῃ αὔριον τὸ πρωΐ πρὸς συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῆς διανεμηθείσης διατάξεως.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§21Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὕστερα ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν διὰ τὴν ματαίωσιν τῆς προηγουμένης ἡμέρας ἐλέγχου, ἐγένετο χθὲς ἡ ἄλλη καταθλιπτικὴ ματαίωσις τοῦ ἐλέγχου. Βεβαίως δὲν προβλέπεται καμμία δικονομία βιαίας προσαγωγῆς ὑπουργῶν, ἀλλὰ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι ἑνιαία, ἐὰν κωλύεται ὁ ὑπουργὸς τῆς μιᾶς πρέπει νὰ εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῆς ἄλλης, ἐὰν κωλύεται τῆς ἄλλης, νὰ παρίσταται τῆς ἑπομένης κ.ο.κ., ὑπάρχουν δὲ δόξα τῷ Θεῷ ἐδῶ ἐγγεγραμμέναι 170–200 ἐπερωτήσεις ἀφορῶσαι ὅλους τοὺς ὑπουργούς, μία τῶν ὁποίων ἦτο ἡ τοῦ παρόντος ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ἐπερώτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διεθνοῦς ὑφέσεως διὰ νὰ συζητηθῇ ἀπὸ ὅλα τὰ Κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ πρότασις. Ἀνεξαρτήτως τούτου, ὃ γέγονεν — γέγονεν, θέτω τὸ ἑξῆς ζήτημα: Κατόπιν τῆς ματαιώσεως τῆς μιᾶς, κατόπιν τῆς ματαιώσεως τῆς ἄλλης, κατόπιν τῆς συμπτώσεως νὰ εἶναι καὶ ἡ προσεχὴς ἡμέρα ἐλέγχου, ἡμέρα ἀργίας, ζητεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις, νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀμέσως προσεχὴς ἡμέρα, ἡ Δευτέρα, ὡς πρόσθετος ἡμέρα ἐλέγχου, διὰ νὰ ὑπάρξῃ μία κύρωσις εἰς τὴν ἀποφυγὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἐλέγχου τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ δέχεται.
§22Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ τελευταία πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου ἐκ Μυτιλήνης, εἶναι ἀντίθετος μὲ τὸν Κανονισμόν, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτή, διότι ἀποτελεῖ παραβίασιν καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἑπομένως, ἡ πρότασις δὲν ἰσχύει. Ἐγὼ ἔχω νὰ ἀπευθύνω ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως μία παράκλησιν πρὸς τὸ Σῶμα. Παραδέχομαι, ὅτι ὑπῆρξε μία ἀτυχῶς κακὴ σύμπτωσις ἡ ματαίωσις τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως κατ’ οὐσίαν λόγω ἐλλείψεως ὑπουργῶν, καθὼς ἴσως καὶ ἡ συντόμευσις μερικῶν συνεδριάσεων ἐλέγχου, αἱ ὁποῖαι ἴσως θὰ ἔπρεπε καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ παραταθοῦν. Ὅπως πολλοὶ συνάδελφοι καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς συμπολιτεύσεως εἶπον εἶναι δυνατὸν μὲ μία συνεννόησιν αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ ἀρθοῦν καὶ εἶναι πρόθυμος ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐλέγχου τὰς ὁποίας ἐκφράζει ἡ ἀντιπολίτευσις ἀφοῦ θὰ λάβῃ παραλλήλως καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπ’ ὄψιν της τὰς ἀνάγκας τῆς ταχυτέρας λειτουργίας τῆς νομοθετικῆς μηχανῆς εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ὀφείλει νὰ βοηθήσῃ. Δὲν πρέπει λοιπὸν μὲ πνεῦμα ἀντιδικίας νὰ λύσωμεν τὸ αὐριανὸν ζήτημα, καὶ ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ νὰ γίνῃ ἡ αὐριανὴ συνεδρίασις.
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐλήφθη ἤδη ἀπόφασις, κ. Ὑπουργέ.
§24Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, ποτὲ δὲν ἔχομεν συνεδριάσεις πρωϊνάς, σπανιώτατα συμβαίνει καὶ συμβαίνει εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, ὅταν τὸ νομοθέτημα εἶναι ἄκρως ἐπεῖγον. Πράγματι ἐν προκειμένῳ, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἔχει ἕνα χαρακτῆρα ἐπείγοντα, καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ μία συνεδρίασις αὔριον τὸ πρωΐ
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις, δὲν θὰ ὑπάρξῃ συνεδρίασις, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Θὰ συζητηθοῦν αἱ πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν Ἐμπορίου ἀπευθυνόμεναι ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 5.
§27Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπ. Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, προηγεῖται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 2, ἐπειδὴ ὅμως ἦτο ἀπησχολημένος ὁ ὑπουργὸς Ἐμπορίου κ. Δερτιλῆς, παρακαλῶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν 3, κ. Πρόεδρε.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Καπνίσης, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου ὑποχρεώνουσα τοὺς εἰσαγωγεῖς σακχάρεως, ὅπως εἰς ἑκάστην παραγγελίαν σακχάρεως παραλαμβάνουν τὸ 20% ἐκ τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων καὶ εἰς τιμὴν κατὰ 50 λεπτὰ μεγαλυτέραν τῆς τιμῆς ἀγορᾶς τοῦ ἐξωτερικοῦ.
§29Π. ΚΑΠΝΙΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει μία ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ Ἐμπορίου, ἡ ὁποία ὑποχρεώνει τοὺς εἰσαγωγεῖς σακχάρεως, ὅπως εἰς ἑκάστην παραγγελίαν εἰσαγωγῆς σακχάρεως, παραλαμβάνουν 20% ἐκ τῶν Κρατικῶν ἀποθεμάτων καὶ μάλιστα μὲ ἐπιβάρυνσιν 50 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐὰν ὑπάρχῃ μία τοιαύτη ἀπόφασις, καὶ ἂν ἐπιβαρύνεται πραγματικῶς ἡ σάκχαρις τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων κατὰ 50 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καθαροσπόρης, ἔχει τὸν λόγον.
§31Ν. ΚΑΘΑΡΟΣΠΟΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, διὰ ποῖον λόγον ἐπιβάλλεται αὐτὸς ὁ περιορισμὸς τῆς εἰσαγωγῆς, καὶ διὰ ποῖον λόγον τὸ 50λεπτον ἐπιβαρύνει κατ’ ὀκᾶν τὴν σάκχαριν.
§32Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπ. Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐπιβαρύνεται μὲ 50 λεπτὰ ὡς ἀναφέρεται. Πωλεῖται καὶ διατίθεται εἰς τὸ ἐμπόριον εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν εἰς ἣν διατίθεται καὶ ἡ σάκχαρις ἀπὸ τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον, διότι ἡ παρεχομένη ἐκ τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων σάκχαρις, παρέχεται μὲ δίμηνον προθεσμίαν ἐξοφλήσεως καὶ ὑποβιβάζει τὴν τιμὴν εἰς 9,88 κατὰ χιλιόγραμμον. Ἡ σάκχαρις ἀπὸ τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον, διατίθεται ἀπὸ 10–10,40 δραχμὰς κατὰ χιλιόγραμμον. Ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιβολῆς ἀπορροφήσεως καὶ ποσοστοῦ ἐκ τῆς κρατικῆς σακχάρεως, ὑπηγορεύθη ἐκ τῆς ἀνάγκης οἰκονομίας εἰς τὰς εἰσαγωγάς. Ὅπως γνωρίζετε, μία ποσότης σακχάρεως ἀρκετὰ σημαντική, εἶχεν εἰσαχθῆ ἀπὸ τὸ Κράτος δι’ ἀνταλλαγῆς ἀγροτικῶν προϊόντων. Ἀντὶ τὸ Κράτος διὰ τῶν ἀποθεμάτων του νὰ συναγωνισθῇ τὸ ἐμπόριον, ἦλθεν εἰς ἀπ’ εὐθείας ἐπαφὴν καὶ συνεννόησιν μετ’ αὐτῶν, καὶ καθορίζει κατ’ ἀρχὴν μὲ 10%. Ἐν συνεχείᾳ ἀνέστειλε τὴν ἀγορὰν τῶν Κρατικῶν ἀποθεμάτων ἐπὶ δίμηνον καὶ ἐπὶ πλέον ἐν συνεχείᾳ ἐμείωσε τὸ ποσοστὸν εἰς 10% ἐν συμφωνίᾳ πάντοτε τῶν εἰσαγωγέων σακχάρεως. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν καὶ μετὰ τὴν ἐρώτησίν σας καὶ σήμερον ἀκόμη ὑπάρχει ἀπόλυτος σύμπτωσις ἀπόψεων μεταξὺ ὑπουργοῦ Ἐμπορίου καὶ εἰσαγωγέων σακχάρεως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσοστὸν τοῦ 10% καὶ τὴν τιμήν. Αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις τὰς ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δεσποτόπουλος, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ τίνα μέτρα πρόκειται νὰ ληφθοῦν διὰ τὴν διάθεσιν τῆς παραγωγῆς τῶν ἑσπεριδοειδῶν.
§34Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπ. Ἐμπορίου). Πρὸς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν εἶναι συναφεῖς καὶ αἱ ἐρωτήσεις 13 καὶ 16.
§35Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ αἴτησίς μας ὑπεβλήθη πρὸ ἑξαμήνου ὁπότε εἶχεν ἐπικαιρότητα τὸ θέμα. Ἤδη ἔρχεται πρὸς συζήτησιν κατόπιν ἑορτῆς. Τὰ ἑσπεριδοειδῆ μας εἰς μεγάλας ποσότητας εἶναι ἀκόμη ἀδιάθετα καὶ τοῦτο, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ συνδέσῃ τὴν διάθεσιν τῶν προϊόντων μας αὐτῶν μὲ τὰς εἰσαγωγάς μας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τοὐλάχιστον ποῖα μέτρα σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ διὰ τὴν προσεχῆ μας ἐσοδείαν, ἐν ὄψει μάλιστα καὶ τῆς προσεχοῦς προσχωρήσεώς μας εἰς τὴν Κοινὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἀγοράν. Διότι βλέπομεν νὰ ὑφιστάμεθα ἀνταγωνισμὸν ἀπὸ τοὺς συμμάχους μας ὄχι μόνον εἰς τὰ καπνά, ὄχι μόνον εἰς τὴν σταφίδα ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἑσπεριδοειδῆ. Πρὸ ὀλίγου ἀκόμη χρόνου ἡ Ἀμερικὴ εἰσήγαγε λεμόνια εἰς Γιουγκοσλαυΐαν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Χριστογεῶργος, ἔχει τὸν λόγον.
§37Μ. ΧΡΙΣΤΟΓΕΩΡΓΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν διάθεσιν τῆς παραγωγῆς τῶν ἑσπεριδοειδῶν τοῦ ἔτους 1958 εἶχε παρατηρηθῆ σημαντικὴ μείωσις τῶν ἐξαγωγῶν καὶ ἀνεπαρκὴς ἀπορρόφησις εἰς τὸ ἐσωτερικὸν μὲ καταστρεπτικὰ διὰ τοὺς παραγωγοὺς ἀποτελέσματα. Ἐγκαίρως τότε τὸ Κόμμα τῆς ΕΔΑ εἶχε προειδοποιήσει καὶ εἶχε ζητήσει νὰ ληφθοῦν τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ἐξαγωγῶν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Τίποτε ἐξ αὐτῶν δὲν ἔγινε καὶ ἡ κατάστασις διὰ τοὺς παραγωγοὺς ἑσπεριδοειδῶν εἶναι διὰ τὸ 1959 ἀκόμη χειροτέρα. Ἡ παραγωγὴ τῆς περιοχῆς Ἄρτης ἀνέρχεται κατ’ ἔτος εἰς 80.000 τόννους. Μέχρι πρὸ μηνὸς εἶχον διατεθῆ μόνον 25.000 τόννοι μὲ τιμὴν μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν διὰ τὰ ἱστάμενα καὶ 0.50 λεπτῶν διὰ τοὺς πασσάδες. Τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς παραγωγῆς παραμένει ἀδιάθετον καὶ σήπεται. Ἐρωτῶμεν τὸν κ. ὑπουργόν, ἐπειδὴ τὸ θέμα αὐτὸ παραμένει ἀκόμη εἰς ὅλην του τὸν ὀξύτητα, ποῖα μέτρα προτίθεται νὰ λάβῃ διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς κρίσεως τῶν ἑσπεριδοειδῶν καὶ διὰ τὸ 1959–60 καὶ διὰ τὸ μέλλον;
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Χιωτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§39Κ. ΧΙΩΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ κρίσις, προκειμένου περὶ τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων καὶ ἰδιαιτέρως τῶν ἑσπεριδοειδῶν, χρόνον μὲ τὸν χρόνον βαθαίνει. Ὑπάρχουν μεγάλαι ποσότητες ἑσπεριδοειδῶν ἀδιάθετοι. Μεταφέρω τὴν ἀγωνίαν τῶν παραγωγῶν τῆς Κρήτης, τῶν ὁποίων τὰ προϊόντα σήπονται. Θὰ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως εἰς χώρας ὡς ἡ Σουηδία, ἡ Δυτικὴ Γερμανία καὶ ἄλλαι, ἐκ τῶν ὁποίων προμηθευόμεθα βιομηχανικὰ προϊόντα, νὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ παραλαμβάνουν ὡρισμένην ποσότητα ἑσπεριδοειδῶν. Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ ἡ περίπτωσις τῶν ἀνταλλαγῶν μας εἰς τὰς Ἀνατολικὰς χώρας καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῶν διμερῶν συμφωνιῶν. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ποῖα μέτρα ἔλαβε διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἑσπεριδοειδῶν μας εἰς τὸ ἐξωτερικόν, διὰ τὴν ἀπορρόφησίν των εἰς τὸ ἐσωτερικόν, διὰ τὴν χυμοποίησίν των διὰ τὴν διάθεσιν τῶν κίτρων μας εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Γερμανίαν, ἐπ’ ἀνταλλαγῇ σακχάρεως κλπ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναφεῖς πρὸς τὴν συζητουμένην ἐρώτησιν εἶναι αἱ ὑπ’ ἀριθ. 13 καὶ 16 τῶν κ.κ. Δ. Καρατζένη καὶ Γ. Σπηλιοπούλου. Ὁ κ. Δ. Καρατζένης, ἔχει τὸν λόγον.
§41Δ. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, οἱ παραγωγοὶ ἑσπεριδοειδῶν ἐδοκίμασαν πρωτοφανῆ κρίσιν ἐκ τῆς μὴ διαθέσεως τῶν προϊόντων των. Τοῦτο τὸ ἀπέδωσαν εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ κατέθεσα πρὸ διμήνου τὴν ἐρώτησίν μου, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ ὀχλήσω τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ νὰ πληροφορηθῇ τὰς ἐν προκειμένῳ ἐνεργείας ἡ ἀγωνιῶσα τάξις τῶν παραγωγῶν. Σήμερον, ὅτε ἔρχεται πρὸς συζήτησιν ἡ ἐρώτησίς μου εἶναι κατόπιν ἑορτῆς. Οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη διὰ τὴν προστασίαν τῶν ἑσπεριδοειδῶν. Ἔχω, λοιπόν, νὰ κάμω δύο συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Πρῶτον, ὅπως εἰς τὰς συμβάσεις μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ τὴν προμήθειαν μηχανημάτων συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ἐξαγωγὴ ἀντιστοίχως ἑσπεριδοειδῶν. Βλέπω, ὅτι εἰς τὰς συναλλαγάς μας μὲ τὰς Ἀνατολικὰς χώρας γίνεται μόνον συζήτησις περὶ καπνῶν. Πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὁ ρυθμὸς τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς τῶν ἑσπεριδοειδῶν θὰ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀντιμετωπίσητε μέγα πρόβλημα, διότι εἰς ποσότητα θὰ ὑπερβῇ καὶ τὸν καπνὸν καὶ τὰ ἄλλα προϊόντα. Ἐφέτος, ἡ συνολικὴ παραγωγὴ ἀνῆλθεν εἰς 180.000 τόννους. Ἐξ αὐτῶν μόνον ἡ Ἄρτα παρήγαγεν 80.000 τόννους, προβλέπεται δὲ εἰς τὸ μέλλον ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς εἰς 100.000 τόννους. Τίθεται, λοιπόν, τὸ ἐρώτημα, τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὴν παραγωγὴν τῶν ποσοτήτων αὐτῶν; Δευτέρα σύστασις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ κόστος τῆς μεταφορᾶς, εἶναι ἡ ἑξῆς: Κύριε Ὑπουργέ, μέχρι τοῦ Μονάχου ἡ μεταφορὰ τῶν ἑσπεριδοειδῶν στοιχίζει 1,70 δραχ. κατὰ κιλόν. Ἐάν, λοιπόν, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τρόπος, ὥστε νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἐπιχειρηματίαν ἡ προμήθεια ἑνὸς πλοίου–ψυγείου, τὸ ὁποῖον θὰ μεταφέρῃ τὰ ἑσπεριδοειδῆ μέχρι Τεργέστης καὶ ἐκεῖθεν νὰ προωθοῦνται εἰς τὸ Μόναχον ἢ ἀλλαχοῦ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κ. Πρόεδρε, τὸ κόστος τῆς μεταφορᾶς θὰ ἀνέλθῃ μόνον εἰς 80 λεπτὰ κατὰ κιλὸν καὶ θὰ εἶναι αὐτὸ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ παραγωγοῦ. Τρίτη παρατήρησις, κ. Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν κοστολόγησιν τῶν τιμῶν. Ὡς γνωστόν, σήμερον, τόσον αἱ βιομηχανίαι τοῦ Αἰγίου, ὅσον καὶ ἡ βιομηχανία τῆς Ἄρτης, προμηθεύονται τὰ ἑσπεριδοειδῆ ἀπὸ τὸν παραγωγὸν πρὸς 40 λεπτὰ κατὰ κιλόν. Οὗτοι δὲ μετὰ τὴν ἐκχύμωσιν, πωλοῦν τὸν φλοιὸν εἰς τοὺς κτηνοτρόφους πρὸς 20–30 λεπτὰ τὸ κιλόν. Ἑπομένως, στοιχίζουν εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτὰς τὰ ἑσπεριδοειδῆ 10 λεπτὰ κατὰ κιλόν. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἵνα κατὰ τὴν προσεχῆ κοστολόγησιν τῶν τιμῶν λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ στοιχεῖα αὐτά.
§42Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιδείξῃ ἰδιαιτέραν προσοχὴν διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἑσπεριδοειδῶν γενικῶς.
§43Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαψεύσω τοὺς κυρίους συναδέλφους κατὰ τρόπον κατηγορηματικὸν καὶ μὲ συγκεκριμένους ἀριθμούς. Ἔναντι τῶν λόγων τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ διὰ νὰ κριθοῦν τὰ ὅσα ἀνέπτυξαν ἅπαντες οἱ προλαλήσαντες, θέτω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς: Ἐξαγωγικὴ περίοδος 1957 –1958. Ἐξήχθησαν ἐν συνόλῳ 35.679 τόννοι ἑσπεριδοειδῶν. Περίοδος 1958–59, ἐξήχθησαν 37.011 τόννοι. Περίοδος 1959–60 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, διότι συνεχίζεται ἡ ἐξαγωγὴ 54.131 τόννοι. Οὕτω, ἀπὸ τοὺς 35.000 τόννους τῆς περιόδου 1957, ἐφθάσαμεν σήμερον εἰς πλέον τῶν 54.000 τόννων. Πέραν αὐτῶν, ἔχομεν τὰ ἑξῆς ἀκόμη δεδομένα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραγωγὴν χυμῶν: Ἔτος 1957, σύνολον παραχθέντων ἐξ ἑσπεριδοειδῶν χυμῶν 3.678 τόν., μὲ ἐξαγωγὴν 775 τόννων. Ἔτος 1958, ποσότης παραχθέντων χυμῶν 4.500 τόννοι μὲ ἐξαγωγὴν 1.054 τόννων. Ἔτος 1959, παραχθέντες χυμοὶ 10.000 τόννοι, μὲ ἐξαγωγὴν 3.000 τόννων. Κατὰ τὴν τρέχουσαν περίοδον ἡ παραγωγὴ χυμῶν ἐξακολουθεῖ καὶ οὕτω θὰ εἶναι μεγαλυτέρα, ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχει ὁλοκληρωθῆ ἡ ἐπεξεργασία τῶν χυμῶν, δὲν δύναμαι νὰ δώσω συγκεκριμένα στοιχεῖα. Αὐτὸ σημαίνει, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἀπορροφηθοῦν ἀπὸ τὴν βιομηχανίαν χυμῶν 35.000 τόννοι ἑσπεριδοειδῶν καὶ πλέον. Ἡ λειτουργία τῶν βιομηχανιῶν χυμῶν ἑσπεριδοειδῶν, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἀποδόσεις εἰς τὰ σημερινὰ ἐπίπεδα τῆς παραγωγῆς τῶν 10.000 τόννων καὶ πλέον, ἐχρειάσθη τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν στοργὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἐνισχυθῇ ἀπὸ τὸ Κράτος. Παρεσχέθησαν εἰς τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν ὅλα τὰ μέσα, ὥστε νὰ ἐξελιχθοῦν τὰ ἐργοστάσια παραγωγῆς χυμῶν εἰς τὴν σημερινήν των παραγωγικότητα τῶν πλέον τῶν 20.000 τόννων. Τόσον ἡ λειτουργία, ὅσον καὶ τὸ κοστολόγιον τῶν ἐργοστασίων, παρακολουθεῖται καθ’ ἑκάστην παραγωγικὴν περίοδον ἀπὸ εἰδικοὺς τεχνικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου, μεταβαίνοντας ἐπὶ τούτῳ εἰς τὰς ἕδρας τῶν ἐπιχειρήσεων τούτων. Πέραν, ὅμως, τῶν ἤδη λειτουργούντων ἐργοστασίων, παρεσχέθησαν ἐνισχύσεις διὰ τὴν ἐγκατάστασιν καὶ ἐπέκτασιν τῶν συνεταιριστικῶν ἐργοστασίων τῆς Ἄρτης καὶ τῶν Χανίων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ κριτήρια, πληροφορῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι καὶ διὰ ταῦτα ἐπετεύχθη ἐπαύξησις τῶν ἐξαγωγῶν καὶ ἡ ἐπέκτασις ἀνταλλαγῶν μὲ τὰς χώρας τῶν διμερῶν συναλλαγῶν, τὸ ὅτι δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Ἀνατολικῆς Γερμανίας δι’ ἀνταλλαγὴν μὲ σάκχαριν, λόγῳ τῆς πολὺ μειωμένης τιμῆς, ἣν προσέφερε τὴν σάκχαριν, οὐδόλως ἐπηρεάσθη ἡ τιμὴ τῶν κίτρων. Ἐπίσης, αἱ προϋποθέσεις καὶ διὰ ταῦτα, εἶναι εὐνοϊκώτεραι ἐφέτος ἀπὸ τὸ παρελθόν. Βεβαίως, διῆλθον μίαν κρίσιν, λόγῳ τῆς μεγάλης παραγωγῆς κίτρων εἰς Πόρτο–Ρίκο καὶ τοῦ ὑποβιβασμοῦ ὑπὸ τῆς χώρας ταύτης τῶν τιμῶν. Πλήν, σήμερον, ἡ κατάστασις ἐβελτιώθη αἰσθητῶς καὶ ἤδη ἐξήχθησαν 1.100 τόννοι, ἔναντι 800 τοῦ παρελθόντος.
§44Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχετε ἀριθμοὺς διαθεσίμων χυμῶν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ ἐξωτερικόν; Αὐτὸ μᾶς ἐνδιαφέρει.
§45Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Βεβαίως. Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τῶν 3.000 τόννων· ἀπὸ 86 τόννους ἠρχίσαμεν τὴν ἐξαγωγὴν πρὸς τὸν Λίβανον καὶ τὴν Ἀγγλίαν. Καὶ ταῦτα μέν, ὡς πρὸς τὰς ἐξαγωγὰς καὶ τὴν ἐξ αὐτῶν ἀπορρόφησιν. Πλέον ὅμως αὐτῶν, διὰ τὴν μείωσιν τοῦ κόστους μεταφορᾶς, πρὸς ἐπαύξησιν τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως ἑσπεριδοειδῶν, ἐλήφθησαν εἰδικὰ μέτρα. Οὕτω, τὸν Μάρτιον τοῦ 1959 ἐξεδόθη ἡ 38 πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας ἐξουσιοδοτήθησαν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοί, ἵνα διὰ πράξεών των μειώσουν τὰ μεταφορικὰ τῶν θαλασσίων μεταφορῶν κατὰ 20%, καθὼς ἐπίσης ἐμειώθησαν καὶ τὰ φορτοεκφορτωτικὰ κατὰ 25%. Ἐπίσης, οἱ σιδηρόδρομοι, κατὰ μεγαλύτερον τοῦ 20% ποσοστόν. Κατέβαλε, συνεπῶς, ἡ Κυβέρνησις πᾶσαν προσπάθειαν διὰ τὴν ἐπαύξησιν τόσον τῶν ἐξαγωγῶν, ὅσον καὶ τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως μὲ τὴν μείωσιν τῶν μεταφορικῶν καὶ τέλος διέθεσε χώρους εἰς τόπους καταναλώσεως, ἵνα αἱ συνεταιριστικαὶ Ὀργανώσεις ἀποκτήσουν τὴν εὐχέρειαν νὰ πωλοῦν τὰ προϊόντα των εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὴν κατανάλωσιν. Εἰς τὸ τελευταῖον, ὅμως, αὐτὸ σημεῖον ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου καὶ νὰ τονίσω, ὅτι δυστυχῶς δὲν ἐβοηθήσαμεν καὶ δὲν μετεφέρθησαν ἑσπεριδοειδῆ πρὸς πώλησιν ἀπ’ εὐθείας εἰς τοὺς τόπους καταναλώσεως.
§46Κ. ΧΙΩΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ κόστος μεταφορᾶς δὲν ἐμειώθη, διότι εἰς τὰ νησιὰ ἐξακολουθεῖ ἡ μεταφορὰ κατὰ τεμάχιον συσκευασίας. Θὰ πρέπει νὰ γίνῃ κατὰ τόννον, ὅπως γίνεται καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἐμπορεύματα.
§47Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Χιωτάκη, δὲν ἀντιλαμβάνομαι πῶς, ἐνῷ τὰ κόμιστρα τῶν πλοίων ἦσαν μειωμένα λόγῳ συναγωνισμοῦ, ηὐξήθησαν μετὰ τὰς μειώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρωτοβουλίᾳ καὶ μερίμνῃ τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο εἶναι πράγματι ἀδιανόητον.
§48Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 9 δὲν συνεζητήθη καὶ θὰ συζητηθῇ ἰδιαιτέρως, διότι τὸ θέμα εἶναι ἄλλο.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας ἐπὶ τῶν ἀναφο-
ρῶν καὶ ἐρωτήσεων, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3, τροποποιήσεως τῶν ἄρθρ. 1 καὶ 5 καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. ὑπ’ ἀριθ. 3824)58 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Τύπου διατάξεων». Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§50Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, ἡ παροῦσα συνεδρίασις εἶναι ἀφιερωμένη εἰς τὴν συζήτησιν τῶν εἰσαγομένων, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, «αἱ προτάσεις νόμου........ ...... (ἀναγινώσκει).....». Ὡρισμένοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, κ. Πρόεδρε, ὑπέβαλον πρότασιν νόμου, μὲ τὴν ἀκόλουθον εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ ἀκόλουθον περιεχόμενον: «Ἡ ἀποκατάστασις τῆς συνταγματικῆς τάξεως ἐν τῇ Χώρᾳ..... (ἀναγινώσκει).....». Ἐν συνεχεία ὑποβάλλεται πρότασις νόμου ἐκ 4 ἄρθρων, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ πρῶτον ἀναφέρεται πράγματι εἰς τὴν κατάργησιν δύο ἄρθρων τοῦ Ν.Δ., τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις, τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ Ν. Δ. 3824. Τὸ ἄρθρον 2 διὰ τῆς πρώτης παραγράφου, ζητεῖ ἐπίσης τὴν κατάργησιν νέας διατάξεως, ἡ ὁποία προσετέθη εἰς τοὺς νόμους περὶ Τύπου διὰ τοῦ Ν.Δ. τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ τροποποίησις διὰ τῆς παρούσης προτάσεως νόμου. Περαιτέρω, ἡ παράγρ. 2 τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ἄρθρον 3 ὁλόκληρον καὶ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 4, ἀναφέρονται εἰς θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν οὐσιαστικὴν συνάφειαν μὲ τὸ Ν. Δ., τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα. Κατὰ ποῖον τρόπον δυνάμεθα τοιαύτης φύσεως προτάσεις νόμου νὰ τὰς συζητήσωμεν κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἓν ἄρθρον ἐξαιρετικοῦ δικαίου. Κατὰ κανόνα, ὅταν ἕνα διάταγμα ψηφίζεται ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως θεωρεῖται κανὼν δικαίου διὰ τὴν Πολιτείαν, παρέχεται δὲ τὸ ἐξαιρετικὸν δικαίωμα ἐντὸς τακτῆς καὶ περιωρισμένης προθεσμίας, ὡρισμένος ἀριθμὸς βουλευτῶν νὰ ἐπαναφέρῃ πρὸς συζήτησιν τὸ ψηφισθὲν διάταγμα ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ἐπὶ τῷ σκοπῷ ὅπως, εἴτε καταργηθῇ τοῦτο, εἴτε ἀκυρωθῇ, εἴτε τροποποιηθῇ. Μία διάταξις τόσον ἐξαιρετικὴ ἑρμηνεύεται κατὰ κανόνα περιωρισμένως. Καὶ ἐρωτᾶται, ἐὰν ὀρθῶς ἑρμηνεύοντες περιοριστικῶς τὴν διάταξιν ταύτην, δύναται νὰ νοηθῇ ὡς τροποποίησις τοῦ νόμου ὄχι μόνον αἱ τροποποιήσεις κειμένου, ἀλλὰ προσθήκη καὶ ἀναφορὰ εἰς ἄλλον νόμον. Βεβαίως, γενικώτερον, ὡς ἤδη ἐκφράζει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, πρόκειται περὶ ἑνιαίας συλλήψεως τοῦ γενικοῦ θέματος περὶ Τύπου, μιᾶς γενικῆς πολιτικῆς περὶ Τύπου, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει τὸ νομοθέτημα αὐτὸ καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὡς περιεχόμενον τὴν κατάργησιν, ὡς λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, τῶν ἐκτάκτων μέτρων. Ὡς ὑποβάλλεται ἡ πρότασις νόμου, πᾶς βουλευτὴς θὰ ἠδύνατο νὰ τὴν ὑποβάλῃ διὰ τῆς τακτικῆς διαδικασίας. Δὲν δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἐκτάκτου αὐτῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 35 διὰ νὰ ζητήσῃ ὄχι ἁπλῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐπιτρέπει κατ’ ἐξαίρεσιν τὸ Σύνταγμα νὰ ζητήσῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ προσθέσῃ ἄλλους κανόνας δικαίου ἀναφερομένους εἰς ἄλλα θέματα ἢ διὰ νὰ προσθέσῃ κανόνας δικαίου, οἱ ὁποῖοι ἐξετάζουν τὸ ἴδιο θέμα ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς. Τούτων οὕτως ἐχόντων, πρέπει κατ’ ἀρχὴν νὰ θεωρηθῇ ἀπαράδεκτος ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ συζήτησις τῆς παρούσης προτάσεως νόμου καὶ νὰ παραπεμφθῇ, ἐὰν θέλετε, εἰς τὴν τακτικὴν διαδικασίαν. Θέλω, διὰ νὰ προλάβω ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ οὔτε κἂν διαχωρισμὸς τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι τυχόν, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ἐμπίπτουν πράγματι εἰς τὸ πλαίσιον τὸ συγκεκριμένον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35. Τὸ νομοθέτημα, ὡς προκύπτει καὶ ἀπὸ τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν, ὡς προκύπτει καὶ ἀπὸ τὸ ὅλον κείμενον, δὲν εἶναι ἑνιαῖον. Δὲν ἀνήκει δὲ εἰς τὸ Σῶμα νὰ κάνῃ διάκρισιν μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 1, 2 ἢ 3 καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἄλλα δέχεται καὶ ἄλλα δὲν δέχεται. Ἔρχεται μία ὁμὰς βουλευτῶν, ἡ ὁποία προτείνει νομοθέτημα διεπόμενον ἀπὸ νέαν ἀρχὴν καὶ καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἄσχετος πρὸς ὅσα δυνάμεθα κατὰ τὸ ἄρθρον 35 νὰ συζητήσωμεν κατὰ τὴν παροῦσαν διαδικασίαν καὶ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀπαράδεκτος.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠ. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§52Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ παραδεκτοῦ, διότι τοῦτο πρῶτον ἐξετάζεται, θὰ εἶχον νὰ εἴπω, ὅτι ἐδῶ ἐφαρμόζεται μία περίεργος λαϊκὴ παροιμία, τὴν ὁποίαν δὲν μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ μνημονεύσω, ἀλλὰ πᾶς νοήμων θὰ ἀντιληφθῇ. Ἐσκεπτόμην, ἀνεξαρτήτως ἐνστάσεως ἀπαραδέκτου, νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο: Ὅτι τὸ ἄρθρον 35 δὲν λέγει μόνον ὅσα ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας Κυβερνήσεως ἀνέγνωσεν, ἀλλὰ καὶ ἄλλα τινά. Ὅτι αἱ τοιαῦται προτάσεις νόμων αἱ ἀναφερόμεναι, ἐγγράφονται κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας, εἶναι δὲ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, τοῦ ὁποίου ἔρχεται σήμερον πρὸς συζήτησιν ἡ αἴτησις περὶ συμπληρώσεως, τροποποιήσεως, καταργήσεως ἐν μέρει καὶ ἀκυρώσεως ἐν μέρει διάταξών τινων, τὸ πρῶτον ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Αʹ Συνόδου τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1958, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ ἤρχετο πρὸ πάσης ἄλλης οἱασδήποτε νομοθετικῆς ἐργασίας, κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1958, πρὸς συζήτησιν καὶ παραδοχὴν ἢ ἀπόρριψιν. Ἑπομένως, θὰ εἶχε δίκαιον ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ αἰτησαμένη τὴν ἐπανασυζήτησιν τοῦ Ν. Διατάγματος νὰ εἴπῃ, διατὶ δὲν ἐτηρήθη ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος; Διότι, καθ’ ὅσον γνωρίζω, κύριοι, καὶ ἐδῶ ὀφείλω νὰ ἀποδυθῶ εἰς ἕνα ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπὸ ἀπόψεως βεβαίως τῶν τυπικῶν προσόντων, γνωρίζω, ὅτι εἶναι ἀγὼν ἄνισος, προκειμένου νὰ ἀντιπαραταχθῶ μὲ παλαιὸν καθηγητὴν τοῦ Δικαίου, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας εἶναι ἤδη κερδισμένος, διότι ἡ οὐσία ἔρχεται μὲ τὴν ἄποψίν μου ἀναμφισβητήτως, κύριοι βουλευταί. Ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς διαδικασίας τῆς ψηφίσεως τῶν προτάσεων νόμων πρὸς ἐπανασυζήτησιν τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ τῆς διαδικασίας τῶν προτάσεων νόμων τῶν βουλευτῶν πρὸς συζήτησιν οἱουδήποτε ἄλλου θέματος, νομοθετικοῦ, πλὴν τοῦ κατεπείγοντος, πλὴν τοῦ ὅτι ἐγγράφονται κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα, καὶ αὐτὸ παρεβιάσθη. Ἐὰν μὲ αὐτὸ τὸ ἴδιο περιεχόμενον κατετίθετο μία πρότασις οἱωνδήποτε βουλευτῶν ἢ πέντε ἢ ἑνὸς μόνον τὶ ἄλλο θὰ ἐγίνετο; Μήπως θὰ ἐπρόκειτο περὶ καμμίας διαδικασίας ἐπαγομένης χορήγησιν συντάξεως, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ προσαπαιτῆται γνωμοδότησις τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Μήπως πρόκειται περὶ μιᾶς προτάσεως ἐπαγομένης ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ προσαπαιτῆται ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 108, νομίζω, τοῦ Συντάγματος, ἡ ψήφισις, δηλαδή, ἀπὸ μίαν Βουλὴν δι’ ὡρισμένης ἐπηυξημένης πλειοψηφίας καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἡ ἐπαναψήφισις πάλιν δι’ ἐπηυξημένης πλειοψηφίας ὑπὸ τῆς νέας ἐκ τῶν ἐκλογῶν μελλούσης νὰ προέλθῃ Βουλῆς, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐτίθετο ἡ προειδοποίησις, ὅτι μέλλει νὰ ἀσκήσῃ καὶ ἔργα ἀναθεωρήσεως; Περὶ τίνος δηλαδὴ ἰδιαιτέρας διαδικασίας πρόκειται, ἡ ὁποία τάχα δὲν ἠκολουθήθη, ἀλλὰ ἔδει νὰ ἀκολουθηθῇ; Ἀπὸ τὴν οἰκείαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπέρασεν, ὡς οἱαδήποτε πρότασις νόμου, εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἐνεγράφη, ὡς οἱαδήποτε πρότασις νόμου, δύο χρόνια σὺν Θεῷ, ἔκαμε νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν καὶ ἐνῷ ἔπρεπε κατεπειγόντως, ἐὰν ἐτηρεῖτο τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀδιαιρέτως πρέπει νὰ τηρῆται, κ. ὑπουργὲ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι διαιρετῶς κατὰ τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι συμφέρουσαι, ἢ μᾶλλον ἑρμηνεύονται, ὡς ἐὰν ἦσαν συμφέρουσαι, διότι θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν δίδετε δὲν εἶναι οὔτε ἀπρόσβλητος, οὔτε ὀρθή. Ἐγώ, νομίζω, λοιπόν, πρῶτον, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα μὲν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ὅτι τηρεῖται καὶ διὰ τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου, ἡ ὁποία καὶ ἀπαρασάλευτος διαδικασία, ἡ ὁποία θὰ ἐτηρεῖτο καὶ δι’ οἱανδήποτε ἄλλην πρότασιν νόμου. Δεύτερον, οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ ἑρμηνευτικῆς ἀπόψεως δὲν εἶναι ἀπαρασάλευτοι καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ σᾶς πείσω, ὅτι δὲν εἶναι καὶ ὀρθοί. Πραγματικῶς, ὅταν λέγωμεν, ὅτι ὁ Βασιλεύς, διὰ τοῦ ἄρθρου 35 πάλιν, ἐκδίδει διατάγματα μετὰ σύμφωνον γνώμην εἰδικῆς ἐκ βουλευτῶν Ἐπιτροπῆς, μὲ τὴν ἑρμηνευτικὴν μέθοδον τοῦ κ. ὑπουργοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ Διάταγμα παρασκευάζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δηλαδὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 35 λέγει ἕνα ναί, ἢ ἕνα ὄχι, χωρὶς νὰ δικαιοῦται νὰ συζητῇ, νὰ τροποποιῇ, νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας καὶ προσθήκας. Καὶ ἐν τούτοις, ἡ τακτικὴ ἡ παγία καθιέρωσεν, ὅτι δικαιοῦται καὶ νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ προσθέσῃ καὶ νὰ τροπολογήσῃ καὶ νὰ ὑποβάλῃ προσθήκας, καὶ οὕτως ἤσκησε καὶ ἀσκεῖ τὰ ἔργα της ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 35.
§53Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§54Η. ΗΛΙΟΥ. Θὰ σᾶς ἐπιτρέψω, βεβαίως, διότι δεδομένου, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα ἀντιδικίας πολιτικῆς, ἀλλὰ ἑρμηνευτικῆς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἀνέτως πᾶσα διακοπή, ἀλλὰ δὲν ὡλοκλήρωσα τὴν σκέψιν μου. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, λοιπόν, νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν. Νομίζω, ὅτι ἐὰν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἤρχετο τὸ πρῶτον ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν εἴχομεν νὰ συζητήσωμεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, κάλλιστα θὰ ἠδυνάμεθα, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐνώπιον τοῦ μείζονος Σώματος προτείνομεν —καὶ ἔχει νομολογηθῆ καὶ ἐφαρμοσθῆ παγίως— νὰ τὰ ἐπροτείναμεν εἰς τὸ μικρότερον Σῶμα, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς καὶ εἴτε νὰ γίνουν δεκτά, εἴτε νὰ ἀπορριφθοῦν, κατ’ οὐσίαν εἶναι ζήτημα, ἐὰν ἐπείθομεν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ τὰ υἱοθετήσῃ, ἀλλὰ περὶ τοῦ παραδεκτοῦ καὶ τῆς τροπολογίας, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Ἐπομένως, κατὰ μείζονα λόγον, θὰ ἠμποροῦσε, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅταν λέγῃ, νὰ καταργήσῃ, νὰ ἀκυρώσῃ τὰ Διατάγματα ἢ νὰ τροποποιήσῃ, μέσα εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς τροποποιήσεως περιέχεται ὄχι ἁπλῶς ἡ κατάργησις, δηλαδὴ ἡ ἀπάλειψις ἑνὸς κανόνος, ἀλλὰ κἄτι τὶ διάφορον τῆς ἀπαλείψεως ἑνὸς κανόνος, ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλο τί, εἰμὴ ἡ θέσις ἄλλου τινὸς κανόνος, μέσα φυσικὰ εἰς τὸ περίγραμμα τοῦ γενικοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ ρυθμίζῃ ζητήματα τύπου καὶ μάλιστα νὰ ρυθμίζῃ ζητήματα σχέσεων τύπου μὲ ποινικὴν καταστολήν, ὡς ἦτο ὁ νόμος ἐκεῖνος. Ἐπομένως, νομίζω, ὅτι μέσα εἰς τὴν ἔννοιαν «τροποποίησις», ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀνάγεται μόνον εἰς τὴν κατάργησιν, διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ ἦτο περιττολογία, δὲν ἐξηγεῖται, διότι θὰ τὸ ἔλεγε, τὸ λέγει χωριστὰ τὸ «κατάργησις», ἐμπεριέχεται αὐτοῦ τούτου, τὸ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπουν οἱ προτείνοντες τὴν τροποποίησιν κ. βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἄλλο τι καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ καταργηθῇ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη. Ἐπομένως, αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μου καὶ ἐπὶ τοῦ κατ’ οὐσίαν ἰσχυρισμοῦ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἔχων ὁλοκληρώσει μέχρι τῆς στιγμῆς τὴν σκέψιν μου, θὰ ἐπερίμενα νὰ ἀκούσω τὴν διακοπὴν εἴτε τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Π. Κανελλόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§56Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι εἰς μίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ ἄρθρου 35, συνεζητήθη τὸ ἀκόλουθον θέμα: Ἐὰν καὶ κατὰ πόσον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμένουν βουλευταὶ εἰς τροπολογίας. Εἶχον λάβει τὸν λόγον —δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν ἡ συνεδρίασις ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος ἢ εἰς προηγουμένην περίοδον τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅμως, ὅτι ἐπανειλημμένως συνεζητήθη τὸ θέμα— καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι ἰσχυρίσθην —καὶ νομίζω, ὅτι ὁ ἰσχυρισμός μου εἶναι ὀρθὸς— ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν δικαιοῦνται, βάσει τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, οἱ βουλευταὶ νὰ ζητοῦν τὴν τροποποίησιν τῶν σχεδίων Ν.Δ., τὰ ὁποῖα εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις. Εἴπατε, βέβαια, ὅτι, ἐὰν αὐστηρῶς ἐξετάσωμεν καὶ κατὰ γράμμα τὸ ἄρθρον 35, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρκῆται ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, μεταβαλλομένη εἰς τὴν ἀρχαίαν σπαρτιατικὴν Ἀπέλλαν εἰς ἕνα «ναὶ» ἢ ἕνα «ὄχι». Οὔτε τὸ ἓν εἶναι ὀρθόν, οὔτε τὸ ἄλλο. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ σχεδίου Ν. Δ. ἀνέτως. Εἶπον, κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, ὅτι εἶναι δυνατόν, κατ’ οἰκονομίαν, νὰ ὑποβάλῃ πᾶς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι μετέχουν τῆς Ἐπιτροπῆς, τροπολογίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν αἱ τροπολογίαι αὐταί, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν δηλώσῃ, ὅτι δέχεται τὴν συζήτησιν, ὅτι δέχεται δηλαδὴ τὴν τροποποίησιν τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, δεδομένου, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως γνωμοδοτεῖ καὶ δὲν νομοθετεῖ. Νομοθετεῖ, βάσει τοῦ ἄρθρου 35 ὁ Βασιλεύς, νομοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις, μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἑπομένως, τὴν πλήρη πρωτοβουλίαν ἔχει ὁ Βασιλεύς, ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλά, κατ’ οἰκονομίαν, εἴπομεν, ὅτι —καὶ αὐτὸ εἶναι χρήσιμον καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θέλει νὰ γίνῃ τὸ Ν.Δ. ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον—εἴπομεν βεβαίως, ὅτι κατ’ οἰκονομίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλλωνται προτάσεις μεταβολῆς τοῦ κειμένου. Λοιπόν, καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως τὸ πρᾶγμα κατ’ οἰκονομίαν μόνον γίνεται ἔτσι, ὡς γίνεται. Ἐὰν τηρήσωμεν τὸ ἄρθρον 35, δὲν θὰ πρέπει νὰ γίνεται οὐδεμία μεταβολὴ τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον φέρει ἡ Κυβέρνησις. Ὑποτίθεται, ὅμως, ὅτι υἱοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Οἰκονομίδης ἢ ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος, φέρ’ εἰπεῖν, ὑποβάλλει. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κ. Ἠλιοῦ, διάκρισις. Ὑπάρχει οὐσιώδης διάκρισις, τὴν ὁποίαν πρέπει, νομολογοῦντες αὐτὴν τὴν στιγμήν, νὰ τὴν θεσπίσωμεν, διὰ νὰ ἑρμηνευθῇ ὀρθῶς, οὐχὶ στενῶς, εὐρέως ἀλλὰ ὀρθῶς τὸ ἄρθρον 35. Ἄλλο ἡ τροποποίησις τοῦ κειμένου ἑνὸς Ν.Δ. καὶ ἄλλο ἡ προσθήκη. Ἡ τροποποίησις βεβαίως ἐπιτρέπεται —τὸ λέγει ρητῶς τὸ ἄρθρον 35— ἡ προσθήκη, ὅμως, ὄχι. Τροποποίησις εἶναι ἡ κατά τινα διάφορον τρόπον ρύθμισις ζητήματος, τὸ ὁποῖον ρυθμίζεται ὑπὸ τοῦ Ν.Δ. δι’ εἰδικῆς αὐτοῦ διατάξεως. Δὲν εἶναι νοητὴ ὅμως ἡ προσθήκη —ὁπότε ἔχομεν νέον νομοθέτημα— διὰ τῆς ἐκτάκτου αὐτῆς διαδικασίας, δὲν εἶναι νοητὴ θεσμοθέτησις νέου κανόνος δικαίου, μὴ περιλαμβανομένου εἰς τὸ Ν. Δ., τὸ τιθέμενον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἠμπορεῖ νὰ μεταβληθῇ ἡ διατύπωσις, ἠμπορεῖ νὰ μεταβληθῇ καὶ ἡ οὐσία μιᾶς διατάξεως, ἐφ’ ὅσον ἡ διάταξις ἔχει ἐπιληφθῇ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον σεῖς, κ. Ἠλιοῦ, βλέπετε κἄπως διαφορετικά, ἀπ’ ὅ,τι τὸ εἶδεν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ζητεῖτε αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, τὸ εἰδικόν, τὸ ὁποῖον ἐρρύθμισε κατὰ τὸν αʹ τρόπον ἡ τάδε διάταξις τοῦ τάδε ἄρθρου τοῦ Ν.Δ., νὰ ρυθμισθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, κατὰ τὸν τρόπον βʹ. Προσθήκην, ὅμως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἐπιτρεπτήν, βάσει τοῦ ἄρθρου 35 Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ νὰ ὑπάρξῃ μία νομολογία. Νὰ ἀποφασίσωμεν ποῖον εἶναι τὸ ὀρθόν. Τὸ θέμα δὲν εἶναι πολιτικόν. Τὸ θέμα εἶναι θέμα ἑρμηνείας νομικῆς τοῦ Συντάγματος. Κατ’ ἐμέ, ἡ ἑρμηνεία, ὡς τὴν ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως κ. Τσάτσος, ὁ καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ παλαιὸς συνάδελφός μου, εἶναι ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, ὀρθοτάτη. Θὰ ἠμποροῦσε καὶ ἀπὸ τὴν Πανεπιστημιακὴν ἕδραν νὰ διδάξῃ τὴν ἄποψιν αὐτήν, μὲ ἀπόλυτον βεβαιότητα, ὅτι ἐδίδαξε τὸ ὀρθόν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ νομολογηθῇ ἅπαξ διὰ παντός, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς τὸ μέλλον δυνατότης ὑποβολῆς νομοθετημάτων διὰ τῆς πλαγίας αὐτῆς ὁδοῦ.
§57Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Εἴπατε, ὅτι εἰσάγεται ἕνα νομοσχέδιον μὲ μίαν αʹ διαδικασίαν, ἐνῷ θὰ ἠμποροῦσε νὰ εἶχε συζητηθῆ καὶ μὲ τὴν τακτικήν, κανονικὴν διαδικασίαν. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου διατυπῶ μίαν ἀπόλυτον διαφωνίαν εἰς ἕνα θέμα ἀρχῆς. Παρέχεται ἕνα προνόμιον εἰς τοὺς βουλευτάς, ὁσάκις ἕνα Νομοθετικὸν Διάταγμα δὲν συμφωνῇ μὲ τὰς ἀπόψεις των, ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας νὰ ὑποβάλλουν μίαν πρότασιν νόμου καὶ τότε αὕτη, κατ’ ἀπόλυτον προτίμησιν συζητεῖται. Ἂν δεχώμεθα, ὅτι ἡ εἰσαγομένη πρότασις νόμου θὰ ἠδύνατο, παρεκκλίνουσα ἀπὸ τὰ πλαίσια τοῦ νομοθετήματος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις ἢ τοῦ ἐπαναφερομένου, ἂν θέλετε, νομοθετήματος, νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλα θέματα, τότε θὰ περιεγράφετο τελείως ἡ κανονικὴ διαδικασία τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας ἐν τῷ Συντάγματι. Καὶ θὰ ἠδύναντο ὡρισμένοι βουλευταὶ —ἀριθμὸς 15 βουλευτῶν πάντοτε— ἐπαναφέροντες θέμα, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, νὰ εἰσάγουν νέα θέματα μὲ αὐτὴν τὴν ἔκτακτον διαδικασίαν. Πρέπει, λοιπόν, διὰ τὴν τάξιν, χάριν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, νὰ θέσωμεν μίαν ἀρχὴν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἐπαναφορὰ αὐτῶν τῶν νομοθετημάτων ἔχει ἕν εἰδικὸν σκοπόν, νὰ ξανασυζητηθοῦν τὰ συζητηθέντα. Ἀποκλείεται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις εἰς ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνσωματοῦνται εἰς τὸ ψηφισθὲν Νομοθετικὸν Διάταγμα. Ἑπομένως, εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, πρέπει νὰ εὕρωμεν μίαν λύσιν. Καὶ ἂν ἐγὼ ἔκαμον αὐτὴν τὴν διακοπήν, εἶναι, διότι θέλω νὰ ἀποτρέψω —μίαν ἀντισυνταγματικὴν πορείαν τῶν συζητήσεων— ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτοῦ. Ἕνα κακὸν προηγούμενον. Θὰ ἀνοίξῃ μία πόρτα, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ δύνανται 15 βουλευταί, βάσει τῆς ἐκτάκτου αὐτῆς διαδικασίας, ἐπαναφέροντες ἕνα θέμα καὶ νὰ προσθέτουν ἄλλα πέντε νέα θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν συνεζητήθησαν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Τότε, τὶ γίνεται ἡ τακτικὴ διαδικασία τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας; Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα.
§58Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐπειδή, ἀσφαλῶς, οἱ ἀξιότιμοι ἐκπρόσωποι τῶν ἄλλων κομμάτων θὰ θέλουν νὰ εἴπουν, τὴν γνώμην των ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀπαντήσω ἐγὼ διὰ νὰ κλείσῃ ὁ κύκλος τῆς συζητήσεως ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἰδικῆς μας. Ἐγώ νομίζω, ὅτι θὰ παραδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὸ εἶπε καθαρὰ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὅτι ὁμιλοῦντες περὶ κινδύνου καταδολιεύσεως διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, ἐὰν ἤθελε γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄποψίς μου περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, θὰ ἐξέφερε βεβαίως μίαν θεωρητικὴν ὑπόθεσιν, διότι ἐν τοῖς πράγμασι δὲν προκύπτει τοιοῦτόν τι. Προτάσεις ἐπανασυζητήσεως νομοθετικῶν διαταγμάτων, εἶναι ἀριθμητικῶς ἄκρως περιωρισμέναι. Ἴσως εἶναι ἡ μόνη αὐτή, εἰς τὴν ὁποίαν γίνονται καὶ προσθῆκαι. Εἶναι ἄκρως περιωρισμέναι, μολονότι εἰς τὰ περισσότερα νομοθετικὰ διατάγματα ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ἀναπτύσσεται, ὡς εἶναι φυσικόν, μία ἀντιδικία πολιτικὴ ἢ μία διχογνωμία, ἐν τούτοις εἶναι ἄκρως περιωρισμέναι ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα κρίνει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἔχουν κεφαλαιώδη σημασίαν. Ὥστε δὲν χρησιμοποιεῖται ὁ δρόμος αὐτός, ὡς δρόμος διὰ νὰ εἰσαχθοῦν πρὸς συζήτησιν καὶ ἄλλα θέματα. Διὰ νὰ ἀκριβολογήσωμεν, καὶ ἐν τούτῳ ὑπάρχει διαφωνία μὲ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, βεβαίως δὲν μετέφερε τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν εἰς τὸν Βασιλέα. Ἀνεξαρτήτως διατυπώσεως, ὅταν λέγῃ: «Τὰ διατάγματα ἐκδίδονται μετὰ σύμφωνον γνώμην εἰδικῆς ...», θέλει ἀκριβῶς νὰ τερματίσῃ τὴν ὑπὸ τὴν ἐπίκρισιν τοῦ δικαίου ἀναγκαίαν ἔκδοσιν ἀναγκαστικοῦ νόμου ἢ ἀναγκαστικοῦ διατάγματος ὑπὸ μόνης τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ νὰ θέσῃ κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐκδιδόμενα νομοθετήματα ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐγκρίσεως τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔχει δικαίωμα νὰ τροπολογῇ. Πάντως ἂς μὴ ἐπεκταθῶμεν, διότι εἶναι ἕνα ζήτημα λεπτότατον. Ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἀρξαμένων καὶ μὴ προχωρησασῶν συζητήσεων διὰ τὸν Κανονισμόν, ἐπῆγα εἰς τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς καὶ συνεβουλεύθην μίαν πολὺ σημαντικὴν ἐργασίαν τοῦ γνωστοῦ Γάλλου Δημοσιολόγου Ντὶ Μπερζέ, σχετικῶς μὲ τὸν κανονισμὸν τοῦ Γαλλικοῦ Κοινοβουλίου. Ἀπὸ τὰς 200 σελίδας ἴσως αἱ 170 ἀσχολοῦνται μὲ τὸ θέμα αὐτό, χωρὶς τελικῶς νὰ διαπιστοῦται διάκρισις μεταξὺ τροπολογίας καὶ προσθήκης. Ἡ προσθήκη, δηλαδή, ἡ ρύθμισις συναφοῦς θέματος, εἶναι ὁ ὅρος ὑπὸ τὸν ὁποῖον συγκατατίθεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ νὰ ρυθμισθοῦν καὶ τὰ ἄλλα θέματα κατὰ ἕνα ὡρισμένον τρόπον. Δέχομαι, νὰ ρυθμισθοῦν τὰ θέματα αὐτά, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι δὲν θὰ προκύψῃ ἐπιδείνωσις μιᾶς καταστάσεως, διότι θὰ συνυπάρχῃ μία ἐκκρεμότης. Ὑπάρχει φερ’ εἰπεῖν εἰς ἕνα φορολογικὸν νόμον μία περίπτωσις τεκμηρίων, δηλαδή, αὐθαιρέτου κρίσεως τῆς διοικήσεως. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἠμπορεῖ νὰ συνδυασθῇ ἡ κατάργησις τῶν ἐνδίκων μέσων μὲ τὴν ἀξίωσιν τῆς Βουλῆς νὰ καταργηθοῦν τὰ τεκμήρια. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ εἴπητε, ὅτι μία προσθήκη, διότι εἶναι προσθήκη, εἶναι κἄτι ξένον πρὸς τὸ Σῶμα τοῦ νομοσχεδίου. Πολλὲς φορές, εἶναι ἡ οὐσία τοῦ νομοσχεδίου ἔστω καὶ ἂν ἀπουσιάζῃ ἀπὸ αὐτό.
§59Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, ἔχετε κατ’ ἀρχὴν ἀπολύτως δίκαιον. Αἱ ἔννοιαι αὐταὶ εἶναι ἔννοιαι συνεχεῖς. Δὲν ὑπάρχει ἕνα σημεῖον ὅπου ἀριθμητικῶς ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐφθάσαμεν καὶ ὅπου τελειώνει ἡ τροπολογία καὶ ἀρχίζει ἡ προσθήκη. Ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει μία σφαῖρα ὅπου τροποποιήσεις καὶ συμπληρώσεις ἠμπορεῖ νὰ συγχέωνται. Ἀλλὰ ὑπάρχει, κ. συνάδελφε, καὶ μία σφαῖρα, ὅπου ἡ συμπλήρωσις καὶ τροποποίησις εἶναι τόσον διάφοροι, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγχέωνται. Ὑπάρχει δηλαδὴ ἕνα σημεῖον τὸ ὁποῖον εἶναι σαφῶς τροποποίησις καὶ μία ἄλλη σφαῖρα ἡ ὁποία εἶναι ἀσφαλῶς συμπλήρωσις. Ἐὰν δὲ ἔλαβον τὸ θάρρος νὰ ἀναπτύξω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς παρούσης συζητήσεως, εἶναι ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα συζητεῖτε ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος δὲν ἐμπίπτουν εἰς τὸ νομοθέτημα αὐτό, ἀλλὰ εἶναι προσθῆκαι νέων κανόνων δικαίου.
§60Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς παρακαλῶ, αὐτὰ τὰ ὁποῖα γράφετε εἰς τὴν πρότασίν σας, ὑπεστηρίχθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως παρ’ ὑμῶν;
§61Η. ΗΛΙΟΥ. Βεβαίως, ὑπεστηρίχθησαν ἀπὸ τὸν κ. Τσιριμῶκον, ὡς εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας.
§62Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ νέον τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν;
§63Η. ΗΛΙΟΥ. Ὄχι, κ. συνάδελφε.
§64Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐρώτησίν μου ταύτην τὴν ἔκαμα πρὸς διασαφήνισιν τοῦ τεθέντος θέματος.
§65Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Μπακόπουλε, ἡ ἐρώτησίς σας αὕτη δημιουργεῖ ἓν πρόβλημα. Ἡ ἐρώτησίς σας αὕτη, σημαίνει, ὅτι ἀντικείμενον ἐπαναφορᾶς πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας δὲν εἶναι τὸ κείμενον τοῦ Ν. Δ)τος, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν συζητηθέντων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν θεμάτων. Ἐπ’ αὐτοῦ διατυπώνω σαφῆ διαφωνίαν. Τὸ ἐπαναφερόμενον δὲν εἶναι ἡ συζήτησις, ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα. Καὶ ὅ,τι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ νομοθέτημα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρεται πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν.
§66Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ γνώμη μας ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν συζητοῦμεν.
§67Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ καταστήσω σαφῆ τὴν σχέσιν μεταξὺ προσθήκης καὶ οὐσίας, φέρω ἕνα παράδειγμα: Λέγομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ συνταγματικὴ τάξις ὡς πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα. Τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 95 λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων δικάζονται τὰ κακουργήματα τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα... (ἀναγινώσκει) .». Ἡ νομολογία διαπλάσσει ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον. Λέγει ὅλα τὰ ἐγκλήματα τὰ διαπραττόμενα διὰ τοῦ Τύπου, τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα τὰ μὴ ἀφορῶντα παντάπασιν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον....(ἀναγινώσκει) .... δικάζονται εἰς τὸ Πλημμέλημα». Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἀποκατασταθῇ διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρίσητε ὡς προσθήκη, ζητοῦμεν καὶ λέγομεν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὅρος παραδεκτὸς ἐκ μέρους μερικῶν αὐστηροτήτων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Ν. Δ. Ἀποδώσατε εἰς τοὺς φυσικοὺς δικαστάς, εἰς τοὺς ἐνόρκους τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων τοῦ Τύπου καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ὅρος διὰ κάθε δημοκρατικὸν καὶ φιλελεύθερον ἄνθρωπον τοῦ νὰ ἀποδεχθῇ καὶ αὐστηροτέρας κυρώσεις. Βλέπετε, ὅτι εἶναι τελείως συνδεδεμένον πολλὲς φορὲς τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ χωρίσωμεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ τερματίζων τὴν ἐκ τοῦ παραδεκτοῦ συζήτησιν, θὰ ἀφήσω τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσουν καὶ οἱ ἄλλοι ἐκπρόσωποι τῶν κομμάτων, διότι νομίζω, ὅτι τεθέντος ζητήματος παραδεκτοῦ πρέπει πρῶτον νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§69Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι βεβαίως δύναται κανεὶς μὲ ὀλίγην καλὴν θέλησιν, ἐφ’ ὅλων τῶν νομικῶν θεμάτων, νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι ἔχω πολλὰς ἀμφιβολίας ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ὅσα ὑπεστήριξεν ἀπὸ τῆς ἕδρας ἐὰν ἦτο ποτὲ καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου. Ὡς καθηγητὴς ὅμως τῆς Φιλοσοφίας τοῦ Δικαίου, ἔχει περισσοτέραν εὐχέρειαν νὰ κινῆται εἰς τὰς ἀσαφεῖς σφαίρας μεταξὺ τροπολογιῶν, προσθηκῶν καὶ τροποποιήσεων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μὲ τὸ ἁπλοϊκώτερον πνεῦμα τὸ ὁποῖον διαθέτω καὶ τὴν πρακτικωτέραν ἀντίληψιν περὶ τοῦ τρόπου τοποθετήσεως τῶν νομικῶν θεμάτων ἐνώπιον ἑνὸς πολιτικοῦ Σώματος, ὅπως τὸ Κοινοβούλιον, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Καὶ ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ ἄρθρον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ὁμιλεῖ περὶ τροποποιήσεως ἑνὸς κειμένου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλείῃ τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία γίνεται διὰ προσθήκης. Διότι ἠμπορεῖ τὸ κείμενον ἑνὸς ἄρθρου νὰ μεταβάλλεται φραστικῶς κατὰ τρόπον ὥστε ἡ μεταβολή του νὰ εἶναι ριζική, ὅπως ἠμπορεῖ καὶ μία ἀσήμαντος μεταβολὴ νὰ μὴ δύναται νὰ γίνῃ παρὰ διὰ προσθήκης. Ἀλλὰ ἡ τροποποίησις δὲν ἀναφέρεται εἰς ἓν πρὸς ἓν τὰ ἄρθρα τοῦ Ν. Δ. Λέγει τὸ ἄρθρον 35, ὅτι προτάσεις νόμων ὑποβαλλόμεναι ὑπὸ βουλευτῶν κατὰ τὸ πρῶτον τρίμηνον ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς περὶ τροποποιήσεως, καταργήσεως καὶ ἀκυρώσεις τῶν διαταγμάτων κλπ., τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ πρότασις νόμου τροποποιήσεως τοῦ διατάγματος ἐν τῷ συνόλῳ του. Καὶ ἡ λέξις τροποποίησις οὐδέποτε ἔχει διαχωρισθῆ ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς προσθήκης οὔτε ἡ ἔννοια τῆς τροπολογίας ἔχει χωρισθῆ ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς προσθήκης. Πολλὲς φορὲς συχνὰ ἡ τροπολογία συνίσταται εἰς τὴν προσθήκην ἄρθρων καὶ γνωρίζει πολὺ καλὰ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀνέγραψε τὴν λέξιν, τροποποίησις, ὅτι ὅταν λέγωμεν τροπολογίαν ἐννοοῦμεν καὶ τὴν προσθήκην ἄρθρου. Μὲ ποῖον φραγμόν; Μόνον τὸν φραγμὸν τοῦ ἄρθρου 57 κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδεμία προσθήκη εἰς πρότασιν νόμου ἢ τροπολογίαν γίνεται δεκτὴ ἐὰν δὲν σχετίζεται ἀμέσως πρὸς τὸ κύριον περιεχόμενον τῆς προτάσεως. Ἐδῶ τὸ κύριον περιεχόμενον τῆς προτάσεως εἶναι μέτρα ἀφορῶντα τὸν Τύπον. Ἐξ ἀφορμῆς τῶν μέτρων αὐτῶν ἐγένετο ἡ συζήτησις καὶ θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτήν. Ἐξ ἀφορμῆς τῶν μέτρων αὐτῶν ζητοῦμεν τὴν τροποποίησιν διὰ προτάσεως μάλιστα νόμου χωριστῆς, οὔτε κἂν διὰ τροπολογίας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως αὐτῆς, ζητοῦμεν τὴν τροποποίησιν τοῦ διατάγματος καὶ ζητοῦμεν τὴν προσθήκην διατάξεων ἀπολύτως σχετικῶν μὲ τὸ κύριον περιεχόμενον τοῦ διατάγματος. Ἑπομένως, δέν ὑπάρχει τὸ κώλυμα τοῦ ἄρθρου 57. Θὰ προχωρήσω εἰς τὴν ἄποψιν αὐτὴν μὲ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον προκύπτει ἄλλωστε ἀπὸ τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Μπακοπούλου. Ἤδη κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τότε, ὑπεστήριξα ὅλας τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἔγιναν πρότασις νόμου ἐκ μέρους ὡρισμένων συναδέλφων καὶ ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλήν. Τὰς ὑπεστήριξα δὲ ἐν πλήρει συνειδήσει, ὅτι ἠδυνάμην νὰ τὰς ὑποστηρίξω συζητουμένου τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ Διατάγματος. Βεβαίως γνωρίζω τὶ σημαίνει νομοθετικὸν διάταγμα. Καὶ διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ βυζαντινισμὸν νὰ συζητοῦμεν ἐὰν δικαιοῦται ἢ ὄχι ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας. Διότι ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ, ὅτι χρειάζεται ἡ σύμφωνος γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35, εἶναι φυσικόν, ὅτι διὰ νὰ ἐκφρασθῇ δὲν συνίσταται ἁπλῶς εἰς ἕνα ναὶ ἢ ὄχι, ἀλλὰ δύναται νὰ εἶναι γνώμη τροποποιητική. Ἄλλο ζήτημα, ὅτι δικαιοῦται τότε ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ δὲν δικαιοῦται κατὰ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν, ὅτι δικαιοῦται νὰ μὴ δημοσιεύσῃ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα καὶ νὰ τὸ ἐπαναφέρῃ ὅταν ἐκείνη νομίσῃ. Ἄλλο ζήτημα ἑπομένως, εἴτε τὸ εἴπομεν τροπολογίαν, εἴτε ὄχι, εἶναι ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 35 δικαιοῦται νὰ μεταβάλῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν της Διάταγμα διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἰδικήν της γνώμην. Καὶ οὕτω γίνεται εἰς τὴν πρακτικήν, ἀνεξαρτήτως τοῦ τύπου ἢ ἀνεξαρτήτως τῶν λέξεων ποὺ μεταχειριζόμεθα διὰ νὰ τὸ εἴπωμεν αὐτό.
§70Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Προηγουμένως ἐμνημονεύσατε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 57. Δὲν σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ νομοθέτης, ἐνῷ εἰς τὸ ἄρθρον 35 δὲν ὁμιλεῖ περὶ προσθήκης, εἰς τὸ ἄρθρον 57 ὁμιλεῖ περὶ προσθήκης; Δὲν σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπαναφέρονται εἰς τὴν Βουλήν, λέγει τὸ ἄρθρον 35, ὅτι αὐτὰ ἠμπορεῖ νὰ τροποποιοῦνται, νὰ ἀκυροῦνται ἢ νὰ καταργοῦνται καὶ δὲν λέγει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν καὶ προσθῆκαι, ἐνῷ προκειμένου περὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα περνοῦν κατόπιν προτάσεως εἰς τὴν Βουλὴν γίνεται μνεία εἰδικῶς τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς περὶ προσθήκης. Ἐμνημονεύσατε ἀκριβῶς τὴν διάταξιν, «οὐδεμία προσθήκη εἰς πρότασιν νόμου ἢ τροπολογία γίνεται δεκτὴ ἐὰν δὲν σχετίζεται ἀμέσως πρὸς τὸ κύριον περιεχόμενον τῆς προτάσεως». Αὐτὸ εἶναι ὁλοκάθαρον, εἶναι δὲ διαζευκτικὴ ἡ διατύπωσις. Ἐὰν ἦτο ἁπλῶς συμπληρωματική, ἐὰν ἔλεγε, οὐδεμία τροπολογία καὶ προσθήκη, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἡ προσθήκη ὡς ὑπαγομένη εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν τροπολογιῶν. Ὅταν λέγῃ, οὐδεμία προσθήκη ἢ τροπολογία, προβαίνει τὸ Σύνταγμα εἰς ἀντιδιαστολὴν πλήρη, εἰς ἐννοιολογικὴν διαστολὴν πλήρη, μεταξὺ προσθήκης καὶ τροπολογίας.
§71Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὁμιλεῖ περὶ προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως.
§72Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Κοθρῆς, παρεξήγησε καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ ποῖον εἶναι τὸ θέμα. Δὲν λέγω ὅτι ἰσχύει τὸ ἄρθρον 57 εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, εἶπον, ὅτι ἐφ’ ὅσον προκειμένου περὶ προσθήκης, ὁμιλεῖ ρητῶς τὸ Σύνταγμα, πότε αὐτὴ εἶναι δυνατή, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, δηλαδὴ εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν Ν. Δ., ὁμιλεῖ μόνον περὶ τροπολογιῶν.
§73Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπεσημειώσατε τὸ εἶδα πρὶν τὸ ὑποσημειώσητε. Καὶ οὐδεμίαν μεταβολὴν προκαλεῖ εἰς τὴν ἰδικήν μου γνώμην διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστερον λόγον: ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν πρόκειται περὶ ἄλλου θέματος καὶ χρησιμοποιεῖται ἡ λέξις προσθήκη καὶ ἡ λέξις τροπολογία χωριστά. Διερωτῶμαι ἐν παρενθέσει καὶ δι’ ἐκείνους ποὺ συνέταξαν τὴν σχετικὴν διάταξιν, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ προσθήκη νὰ γίνῃ ἄνευ τροπολογίας. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Πάντως μετεχειρίσθησαν δύο λέξεις. Τὴν λέξιν προσθήκη καὶ τὴν λέξιν τροπολογία. Τὸ ἄρθρον 35 τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦμαι ὁμιλεῖ γενικώτερον περὶ τροποποιήσεως ποὺ εἶναι πολὺ γενικωτέρα ἀπὸ τὴν συγκεκριμένην ἔννοιαν τῆς τροπολογίας. Καὶ πιστεύω ἐγώ, ὅτι ἡ λέξις τροποποίησις γενικῶς περιλαμβάνει καὶ τὴν προσθήκην καὶ τὴν τμηματικὴν μεταβολὴν ἑνὸς ἄρθρου ποὺ ὀνομάζομεν τροπολογίαν. Νομίζω, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν φραστικὴν ἐξήγησιν ἔχω ἀπολύτως δίκαιον. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶχα τὴν συνείδησιν, συζητῶν καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35, ὅτι δικαίως ὑπέβαλα τροπολογίας σχετιζομένας ἀπολύτως μὲ τὸ κύριον θέμα τοῦ Ν. Δ., διότι ἐπίστευα, ὅτι καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ πράξῃ αὐτό. Ἐν συνεχεία δὲ πιστεύω, ὅτι ἐφ’ ὅσον τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὁμιλεῖ περὶ δυνατότητος τροποποιήσεως, πιστεύω, ὅτι δύναται κανεὶς κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν νὰ ὑποβάλῃ τροποποιήσεις. Σημειωτέον, κ. Πρόεδρε, καὶ τοῦτο, ἔχει μίαν σημασίαν οὐσιαστικήν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐδῶ οὔτε κἂν κίνδυνος αἰφνιδιασμοῦ. Δηλαδὴ ἐὰν τὰ νομοθετικὰ διατάγματα ἢ αἱ προτάσεις νόμων περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν Ν. Δ. συνεζητοῦντο κατὰ διάφορον διαδικασίαν, θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν προκειμένῳ θὰ ὑπῆρχε καταστρατήγησις τῶν συνήθων κανόνων τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων, διότι θὰ ὑπῆρχεν ἕν στοιχεῖον αἰφνιδιασμοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης βεβαίως δὲν ἤθελε νὰ ἐπιτρέψῃ προκειμένου περὶ συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ αἱ προτάσεις νόμου αὐταὶ ἀκολουθοῦν κανονικὴν διαδικασίαν, εἰσάγονται καὶ συζητοῦνται εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν καὶ κατόπιν εἰσάγονται εἰς τὴν Ὁλομέλειαν. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει στοιχεῖον αἰφνιδιασμοῦ, οὔτε διὰ τὸ Σῶμα, οὔτε διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου αὐτῆς καὶ εἶναι σκόπιμον νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν οὐσίαν.
§74Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὸ συζητούμενον θέμα εἶναι συνταγματικοῦ περιεχομένου καὶ συνεπῶς δὲν νοεῖται πειθαρχία ἐπ’ αὐτοῦ κομματική. Αὐτὸ τὸ λέγω διὰ τοὺς βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των, ὅτι ἐπὶ παρομοίου θέματος δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ διατυπώσουν διάφορον γνώμην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἔχουν τοιαύτην. Τὸ πρόβλημα εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος. Δὲν εἶναι πρόβλημα μόνον τοῦ εἰδικοῦ νομοθετήματος, τοῦ συζητουμένου σήμερον, ἀλλὰ πρόβλημα ἀρχῆς, ἡ ὁποία δύναται καὶ κατὰ τὴν μίαν καὶ κατὰ τὴν ἄλλην κατεύθυνσιν νὰ δημιουργήσῃ προηγούμενα. Διαφωνῶ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους πρὸς ὅσα ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι τὸ σφάλμα καὶ τῶν δύο μελῶν τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκεται εἰς παρερμηνείαν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἰσάγει δίκαιον ἐντελῶς ἐξαιρετικόν. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία περὶ τούτου. Ἀλλὰ τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, εὑρίσκεται πρὸς μίαν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ἀγνοεῖ ἐντελῶς ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ὁποίαν παραβιάζει συνεχῶς καὶ ρητῶς. Τὸ δίκαιον εἶναι τοῦτο, ὅτι μόνον εἰς ὅλως ἐξαιρετικὰς καὶ ἐπειγούσας περιπτώσεις δικαιοῦσθε νὰ κάμετε χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ μέτρου. Ἅπαξ κάμετε χρῆσιν τοῦ μέτρου αὐτοῦ ἡ μόνη προνομία τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸ ἄρθρον 35 εἶναι, ὅτι ἡ αἴτησις πρὸς ἀνασυζήτησιν τῆς ὁλομελείας, ἐγγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα, πρότασις ἀκυρώσεως, τροποποιήσεως ἢ καταργήσεως τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος. Ἀποτελεῖ δι’ αὐτὸ ἔκτακτον δίκαιον ἢ εἰδικὴν διαδικασίαν; Διατὶ ἐγένετο αὐτό, καὶ ποῖοι λόγοι ἐπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα, νὰ καθιερώσῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν; Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ Σῶμα δὲν λειτουργεῖ κανονικῶς, ἐν τῇ ἐννοίᾳ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ πρωτοβουλία τῆς Βουλῆς ἔχει καταργηθῆ οὐσιαστικῶς καὶ μένει εἰς τὸ γράμμα μόνον τοῦ Συντάγματος. Ἀφ’ ἧς εἶμαι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀπὸ τοῦ 1946, δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ προῆλθε ἀπὸ πρωτοβουλίαν τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει οὐσία νομοθετικὴ πρωτοβουλία βουλευτῶν. Ἐξ ἄλλου, ὑπάρχει ἀνάγκη ἔκτακτος νὰ ψηφίζωνται ἐνίοτε κανόνες δικαίου μὲ πρωτοβουλίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Μὲ κἄποιον συμβιβασμὸν εἰς τὸ Σύνταγμα, εἴπομεν, ὅτι θὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἰς ὅλως ἐκτάκτους καὶ ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, νὰ νομοθετῇ μὲ σύμφωνον γνώμην μιᾶς ἐπιτροπῆς, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἡ Ὁλομέλεια θὰ δύναται νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα. Ὄταν γίνῃ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῶν 15 βουλευτῶν καὶ τὸ θέμα ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας, ἡ προβλεπομένη διαδικασία εἶναι πλέον τακτική. Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ ἀπὸ τὴν ψήφισιν οἱουδήποτε ἄλλου νόμου. Εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἐγένετο ἐπίκλησις ἑνὸς βασικοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι τὰ θέματα ποὺ πρόκειται νὰ ἔλθουν ἀπόψε ἐδῶ, συνεζητήθησαν ἤδη διὰ τροπολογιῶν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35. Εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 νὰ ὑποβληθοῦν τροπολογίαι ἀλλὰ νὰ συζητοῦνται ἐφ’ ὅσον θέλει τοῦτο ἡ Κυβέρνησις. Ἴσως ἐδῶ νὰ ἔχετε ὀλίγον δίκαιον, διότι ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ πάντοτε ὑπῆρξε παγία τακτικὴ νὰ γίνεται συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν. Ὑπεβάλαμεν τροπολογίας εἰς ὅλας τὰς ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι μετὰ τὸ 1952 ἐλειτούργησαν, τὰς συνεζητήσαμεν καὶ ἄλλας ἐδέχθη νὰ τὰς συζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄλλας τὰς ἀπέρριψε. Εἶναι δυνατὸν ὅταν ἔλθῃ τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας, ἡ Ὁλομέλεια νὰ ἔχῃ ὀλιγώτερα δικαιώματα ἀπὸ ὅσα ἔχει ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως;
§75Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπειδὴ κἄποιος ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ὡμίλησε περὶ ψηφοφορίας, ἀπαντῶ ὄχι ψηφοφορία. Συζήτησις κατ’ οἰκονομίαν γίνεται, καὶ εἰς τὸ τέλος λέγει ἡ Κυβέρνησις, ἂν δέχεται ἢ ὄχι τὴν τροπολογίαν. Κατ’ οἰκονομίαν, λοιπόν, ἐθεσπίσθη αὐτὸ νὰ γίνεται ἡ συζήτησις, διότι πρέπει νὰ διαφωτισθῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἠμπορεῖ νὰ μεταπεισθῇ ἢ νὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ προσθέσῃ κἄτι. Καὶ τότε βεβαίως θὰ παρεδέχετο καὶ γίνεται καὶ ἡ ψηφοφορία. Ἂν δὲν δεχθῇ νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία, τότε ἡ συζήτησις αὐτὴ θεωρεῖται ὡς μὴ ἔχουσα ἔκβασιν τελικήν, ἀλλ’ ὡς εὐχή. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καμμία ψηφοφορία καὶ προχωρεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Ν. Δ. κανονικῶς περαιτέρω, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ποτὲ περίπτωσις νὰ τὸ ἀποσύρῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐνῷ εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἠναγκασμένη καμμία φορὰ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσύρῃ ἓν νομοσχέδιον, διότι δὲν θέλει νὰ γίνῃ ψηφοφορία καὶ δὲν δικαιοῦται νὰ εἴπῃ νὰ μὴ γίνῃ ψηφοφορία. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὸ ἀποσύρῃ, διότι ἔχει ἁπλούστατα τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ: αὐτὸ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἄσχετον ἢ αὐταὶ αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὸ σχέδιον Ν. Δ. δὲν πρέπει νὰ τεθοῦν εἰς ψηφοφορίαν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος, ἔχει τὸν λόγον.
§77Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ κατ’ οἰκονομίαν ἐφαρμόζομεν ἐπὶ μίαν 8ετίαν καὶ ἀποτελεῖ κἄποιον κανόνα τὸν ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀγνοήσωμεν. Δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν μεταβάλῃ ἀπόψε, διότι ὑπάρχει μία πρακτικὴ ποὺ ἐφαρμόζεται συνεχῶς ἐπὶ μίαν 8ετίαν, εἰς ἓν Κοινοβούλιον κανονικῶς λειτουργοῦν μία πρότασις νόμου, καὶ ἐννοῶ τὰς ἐκ τῶν βουλευτῶν προερχομένας, διότι τὸ Σύνταγμα προτάσεις νόμου τὰς ἀποκαλεῖ ὅλας — μία πρότασις νόμου πρωτοβουλία βουλευτῶν θὰ ἔπρεπε ἐντὸς δύο τριῶν μηνῶν νὰ συζητῆται κανονικῶς. Ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δι’ οὓς λόγους γνωρίζετε καὶ νομίζω, ὅτι εἰς αὐτὸ πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ ἀπὸ μακροῦ νὰ φέρῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ δὲν τὸ πράττει, ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν γίνεται, ἀσκοῦμεν ἕνα προνόμιον, τὸ ὁποῖον τὸ ἄρθρον 35 δίδει, προνόμιον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς προτάσεως ἑνὸς νομοθετήματος. Ὅταν αὐτὸ τὸ προνόμιον λειτουργήσῃ ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται μὲ τὸ Ν. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 μὲ τοὺς ἰδίους κανόνας, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ οἱουδήποτε νόμου, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας. Ἄλλως ἡ Βουλὴ θὰ εὑρίσκεται εἰς μειονεκτικωτέραν θέσιν ἀπὸ ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὅταν συζητῆται νομοσχέδιον μὲ τὴν ἔκτακτην διαδικασίαν. Εἴπατε, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶντες εἰς τὸν κ. Τσιριμῶκον, νομίζω, ὅτι, διατὶ τὸ ἄρθρον 35 ὁμιλεῖ περὶ καταργήσεως, τροποποιήσεως καὶ ἀκυρώσεως καὶ δὲν ὁμιλεῖ καὶ περὶ προσθήκης. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι ὅταν τὸ νομοθέτημα ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας, μία μόνον διάταξις διέπει τὰ πλαίσια, ἐντὸς τῶν ὁποίων κινεῖται ἡ Ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ φέρῃ προσθήκην, ἢ τροπολογίαν ἄσχετον μὲ τὸ κύριον θέμα. Βεβαίως τὰ ἄλλα δὲν εἶναι σαφῶς καθωρισμένα καὶ εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας. Ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ πᾶσαν προσθήκην, ἢ τροπολογίαν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἀπολύτως ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ κυρίου θέματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἡ πρότασις τοῦ νόμου. Ὅταν ὁ βουλευτὴς εἶναι δυνατὸν νὰ προτείνῃ κατάργησιν, τροποποίησιν, ἀκύρωσιν, ποὺ εἶναι πλέον τούτου, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ προσθήκην, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον τῆς ἀκυρώσεως;
§78Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν, κ. Μαῦρο; Ποία εἶναι ἡ γνώμη σας ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου συγκεκριμένου θέματος; Ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως γνωμοδοτεῖ ὑπὲρ ἑνὸς Νομοθετικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον εἰς Ταμεῖον τι Ἀσφαλίσεως προσθέτει καὶ τὸν κλάδον τῆς ὑγείας. Δέκα πέντε βουλευταὶ καταρτίζουσι νομοθετήματα, βάσει τοῦ ἄρθρου 35 καὶ ζητοῦν νὰ συγχωνευθῇ τὸ Ταμεῖον αὐτὸ ὁλόκληρον καὶ νὰ συγχωνευθοῦν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα Ταμεῖα μὲ τὸ Ι.Κ.Α. Αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐμφανισθῇ ὡς πρότασις, ἀλλὰ ὡς προσθήκη, ὡς πρότασις ἑνὸς νομοθετήματος ὄχι βάσει τῆς κανονικῆς διαδικασίας, ἀλλὰ διὰ τῆς πλαγίας αὐτῆς ὁδοῦ τοῦ ἄρθρου 35 εἶναι δυνατόν, ἀπὸ σᾶς συνταγματολόγον, ἢ μᾶλλον δὲν εἶσθε εἰδικὸς συνταγματολόγος, ἀλλὰ ἔχετε μεγαλυτέραν ἱκανότητα συνταγματολόγου ἀπὸ πολλοὺς εἰδικούς, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ σᾶς, ὡς ἐπιτετραμμένη; Σᾶς ἔφερα τὸ ἀπολύτως συγκεκριμένον παράδειγμα, διότι πρέπει νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς κἄτι τὸ συγκεκριμένον. Διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ὁμιλοῦμεν περὶ ἀφῃρημένων ἰδεῶν καὶ εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ εἴπω, ὅτι ἔχετε ἄδικον, ἢ ὁ κ. Ἡλιοῦ, ἢ ὁ κ. Τσιριμῶκος, ἢ σεῖς νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἔχομεν λάθος ἀμφότεροι, μολονότι ὑπήρξαμε Καθηγηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ὁ κ. Τσάτσος καὶ ἐγώ. Τὸ «μολονότι» τὸ λέγω εἰρωνικῶς, διότι οἱ Καθηγηταὶ τῆς Νομικῆς εἶναι δυνατὸν νὰ πέσουν εἰς σφάλματα βαρύτατα, ἐπὶ νομικοῦ ἐπιπέδου. Εἶναι δυνατὸν καὶ διδάσκαλοι νὰ σφάλλουν. Σᾶς ἐρωτῶ, λοιπόν, αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν θεωρεῖτε ἐπιτετραμμένην, εἶναι παραδεκτὴ ἡ συζήτησις τοιαύτης προτάσεως;
§79Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἀρχὴν δὲν νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις γνώμης ἐπὶ συνταγματικῶν θεμάτων εἶναι προνόμιον τῶν Καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ δὴ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου. Ἐγὼ ὑπῆρξα διεθνολόγος, ἀλλὰ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τερατώδη πράγματα τὰ ὁποῖα εἶπον Καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, εἰδικοὶ εἰς τὸν κλάδον. Δι’ ὅλα τὰ ζητήματα, λέγει μία θεωρία διεθνῶς καθιερωμένη, αὐτὸ τὸ ὁποῖον χρειάζεται εἶναι ὀλίγος κοινὸς νοῦς. Μὲ αὐτὸν ἠμπορεῖτε νὰ ἑρμηνεύσητε ὅλας τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἡ συμβολὴ εἰς τὴν περιοχὴν αὐτὴν τῶν ξένων καὶ τῶν ἰδικῶν μας, ὑπῆρξε μεγαλυτέρα τῶν μὴ εἰδικῶν συνταγματολόγων, ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς καθηγητάς. Μοῦ ἐθέσατε ἕνα θέμα καὶ μοῦ εἴπατε, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφαινώμεθα ἐπὶ συγκεκριμένων καὶ ὄχι ἐπὶ ἀφηρημένων θεμάτων. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁμιλῶ ἐπὶ συνταγματικοῦ προβλήματος, καὶ ἐκεῖ δὲν χρειάζεται παράδειγμα. Ἄν εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ὁποίαν ἐμνημονεύσατε, ἡ προσθήκη εἶναι σχετικὴ ἢ ἄσχετος θὰ τὸ κρίνῃ ἡ Βουλή. Εἶναι δυνατὸν ἐγὼ νὰ συμφωνήσω μαζύ σας, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄσχετον μὲ τὸ κύριον νομοθέτημα, διότι εἰς οἱονδήποτε ἀσφαλιστικὸν νόμον, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ μία διάταξις ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι καταργεῖται τὸ Ἵδρυμα τοῦ Ι.Κ.Α. καὶ ὑπάγονται ὅλα τὰ θέματα αὐτὰ ἢ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ εἰς μίαν Ἀνώνυμον ἑταιρείαν. Ὅλα τὰ θέματα λύονται συγκεκριμένα, ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης περιπτώσεως. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐγὼ δὲν ἀναπτύσσω τὴν ἄποψίν μου ἐπὶ τῶν συγκεκριμένων ἄρθρων ἑνὸς νομοθετήματος. Ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ γενικοῦ θέματος. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ θέματος σᾶς ἱκανοποιῶ. Συμφωνῶ καὶ ἐγώ, ὅτι μία τοιαύτη διάταξις περὶ μεταβολῆς τοῦ φορέως τῆς ἀσφαλίσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ὡς τροπολογία εἰς ἕνα νομοθέτημα. Ἡ ἔννοια τῆς προσθήκης, ἀποκλείει μίαν τοιαύτης ἐκτάσεως ἑρμηνείαν. Ἄλλως, θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ κάθε θέμα τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κάμνετε μία προσθήκην, τὴν ὁποίαν διὰ μιᾶς λέξεως εἰς τὴν διατύπωσιν νὰ τὴν συνδέσετε μὲ τὸ θέμα, ὁπότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ κανένα θέμα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔρχεται διὰ προσθήκης. Ἀλλὰ αὐτὸ θὰ συζητηθῇ, ὅταν ἐμφανισθῇ μία ἑκάστη περίπτωσις καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλή. Ἐλπίζω, ὅτι μὲ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας, θὰ πρέπει κατὰ ἕνα τρόπον νὰ ἐκλονίσθη ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἐλάβατε. Καὶ νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐπὶ θεμάτων συνταγματικῶν, δὲν ὑπάρχει ἄποψις Κυβερνητική. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ πρότασις νόμου δὲν ἀποτελεῖ ἐξαιρετικὸν δικαίωμα, εἶναι μία παροχὴ πρὸς τὴν Βουλήν, διότι ἡ Βουλὴ ἔστερξε ὥστε νόμος ὁ ὁποῖος κανονικῶς θὰ ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ αὐτήν, νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ μίαν ἐπιτροπὴν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§81Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκπλήσσομαι πράγματι, κ. Πρόεδρε, μὲ τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ἡ Κυβέρνησις. Ὄχι ἁπλῶς διαφωνῶ. Ἐκπλήσσομαι. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὅλως ἀσκόπως καὶ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἐπιβλαβῶς, ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις, ἔχει τρεῖς ἀπόψεις. Τὴν νομικήν, τὴν πολιτικήν, καὶ τὴν οὐσιαστικήν. Ἐὰν θέλετε τὴν γνώμην μου, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως διαφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τῆς ΕΔΑ. Αὐτὸ ὅμως δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ ταχθῶ παράπλευρος πρὸς τὴν ΕΔΑ ὡς πρὸς τὸ τεθὲν συνταγματικὸν θέμα. Τόσαι ἀντιφάσεις ὅσας ἐξέθεσεν ἀπόψε ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅταν λέγω Κυβέρνησις ἐννοῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον αὐτῆς καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Προεδρίας Κυβερνήσεως, δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτεθοῦν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 35, ἡ διάταξις εἰδικῶς τῆς τελευταίας περιόδου τοῦ ἄρθρου 35 βάσει τῆς ὁποίας ἔρχεται πρὸς συζήτησιν ἡ πρότασις τῆς Ε.Δ.Α., ἀποτελεῖ ἐξαιρετικὸν δίκαιον καὶ ἑρμηνεύεται στενῶς. Εἶναι, κ. Πρόεδρε, ἡ μόνη ἀλήθεια ἡ ὁποία ἐλέχθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 35 εἶναι ἐξαιρετικὸν δίκαιον. Ὄχι ὅμως, ὡς διάταξις τοῦ ἄρθρου 35, ἀλλὰ ὡς διάταξις τοῦ Συντάγματος. Διότι ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι διατάξεις ἑρμηνευταῖαι στενῶς. Καὶ ὁσονδήποτε κανεὶς καὶ ἐὰν ὑπῆρξε Καθηγητὴς Πανεπιστημίου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ εὐλόγως, ἀντίθετον ἄποψιν. Εἶναι λοιπὸν ἐξαιρετικὴ διάταξις ὡς συνταγματική. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, ἐρχόμεθα ἀμέσως εἰς τὴν ἀντίφασιν. Ἀφοῦ δεχόμεθα ὡς ἐξαιρετικὴν διάταξιν, τὴν διάταξιν τῆς τελευταίας περιόδου τοῦ ἄρθρου 35, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δεχθῶμεν ἐξ ἴσου ὡς ἐξαιρετικὴν διάταξιν μὴ ἐπιδεκτικὴν καὶ αὐτὴν εὐρυτέρας ἑρμηνείας τὴν διάταξιν αὐτοῦ τούτου τοῦ ἄρθρου 35. Καὶ ὅμως, κ. Πρόεδρε, ἡ εὐθύνη καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῆς Βουλῆς εἶναι βαρεῖα. Διότι ἀνέκαθεν ἐπέτρεψεν εὐρυτέραν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 35. Καὶ μόνος ἐγὼ ὑπεστήριξα ἐκεῖνο ποὺ σήμερον ἐπισήμως ὑποστηρίζει ἡ Κυβέρνησις. Μόνος ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἑρμηνεύονται στενῶς, καὶ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 35 εἶναι στενὴ στενῶς ἑρμηνευομένη, εἶναι ἐξαιρετικὴ διάταξις.
§82Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὄχι μόνον ἐσεῖς, κ. Μπακόπουλε. Ὅλοι τὸ ὑπεστηρίξαμεν.
§83Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶπον, ἀναφορικῶς πρὸς δύο θέματα τοῦ ἄρθρου 35, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα τὸ Προεδρεῖον νὰ μεταβάλῃ τὴν σύνθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35. Ποῦ τὸ εὑρῆκεν; Ἡ διάταξις εἶναι ρητή, καὶ δὲν ἑρμηνεύεται εὐρέως, κατὰ τὴν ἄποψιν τὴν σήμερον ὑποστηριζομένην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Λέγει ἡ διάταξις αὕτη, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 35 καταρτίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης συνόδου. Δὲν λέγει μεταβάλλεται. Καὶ οἱ ἑρμηνευταὶ τοῦ ἄρθρου 35, οἱ ἐπιστήμονες ἑρμηνευταὶ ἔχουν διατυπώσει τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ σύνθεσις εἶναι ἀμετάβλητος. Κατ’ οἰκονομίαν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ οἰκονομίαν καθιερώθη τὸ ἀντίθετον. Ἀλλὰ ὅταν, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὅταν, κ. βουλευταί, ἀποδεχώμεθα, ὅτι κατ’ οἰκονομίαν ἐπιτρέπεται εὐρεῖα ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος, πῶς θὰ ἔλθωμεν σήμερον νὰ ποῦμε, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδέχθημεν ἔστω καὶ κατ’ οἰκονομίαν τὸ καταργοῦμεν σήμερον; (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Κ. Γ. Ροδόπουλος).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἡ ἐξήγησις εἶναι, ὅτι προκειμένου διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς γίνονται δεκταὶ αἱ παραιτήσεις τῶν μελῶν. Εὑρέθη ἡ ἑρμηνεία αὐτή. Συνεπῶς, ὅταν παραιτοῦνται τὰ μέλη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συμπληρωθῇ. Αὐτὸ συμβαίνει ἀπὸ ἀπόψεως Προεδρείου.
§85Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτό, κ. Πρόεδρε, εἶναι τὸ κατ’ οἰκονομίαν. Δὲν εἶναι τὸ κατὰ τὸ Σύνταγμα. Διότι τὸ Σύνταγμα προβλέπει 60 τακτικὰ μέλη καὶ 30 ἀναπληρωματικά. Ἐσεῖς ἐδέχθητε πάντοτε, τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἐδέχθη πάντοτε καὶ 60 καὶ 30, ἐνῷ τὰ 30 εἶναι ἀναπληρωματικά, εἶναι ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀναλαμβάνουν ἀκριβῶς τὴν θέσιν ἑνὸς ἐκ τῶν μελῶν παραιτουμένου ἢ κωλυομένου. Ἑπομένως, αὐτὸ εἶναι τὸ κατ’ οἰκονομίαν. Ἐγὼ ἀπὸ τὸ Κόμμα μου, πιστὸς εἰς τὴν θεωρίαν μου, ἐζήτησα ἐὰν πρόκειται νὰ λάβω μέρος, ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35, νὰ μὲ βάλουν πάντοτε εἰς τὴν πρώτην σύνθεσιν. Καὶ οὐδέποτε παρῃτήθην, κ. Πρόεδρε. Πῶς ἀντικατεστάθην; Καὶ δὲν παρῃτήθην, κ. Πρόεδρε, διότι πιστεύω, ὅτι δὲν χωρεῖ παραίτησις. Πῶς τὸ θέλετε. Αὐτὸ εἶναι τὸ κατ’ οἰκονομίαν. Ἐπανειλημμένως τὸ ἐσημείωσα. Ἀλλὰ ἀπὸ πλευρᾶς τῆς Βουλῆς καὶ τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατ’ οἰκονομίαν, κακῶς ἐδέχθησαν, ὅτι καὶ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὅταν ἀπὸ τοῦ 1952 ἔχωμεν τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, καὶ ἔστω κατ’ οἰκονομίαν τὸ παραβιάζομεν, σήμερον νὰ ξυπνήσωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν τὸ παραβιάζομεν πλέον. Ἄλλο τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ πρότασις τῆς ΕΔΑ ἐνέχῃ παραβίασιν ἢ ὄχι. Συνεπῶς, ἡ ἀντίφασις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πολὺ κτυπητή, εἶναι ἀνεπίτρεπτος, εἶναι ἀπαράδεκτος. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν ἐπίσης, ὅτι ναὶ μὲν εἰς τὴν πρότασιν τῆς ΕΔΑ ὑπάρχουν διατάξεις σχετικαὶ πρὸς τὸ Ν. Δ. τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται ἡ τροποποίησις, ἀλλὰ ὅμως, ὅτι εἶναι ἐξαιρετικαί. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦμεν, ἢ μᾶλλον ὄχι ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦμεν —διότι τίποτε δὲν εἶναι ἀδύνατον— ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κάμωμεν διάκρισιν μεταξὺ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς διατάξεως, νὰ ἀπορρίψωμεν κατ’ ἀρχὴν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ πῶς, κ. Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις δέχεται διάκρισιν μεταξὺ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, ὥστε τὸ πρῶτον ἐδάφιον νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ τὸ δεύτερον νὰ μὴ τὸ ἐφαρμόσωμεν; Δευτέρα ἀντίφασις, ἐπίσης ἀπαράδεκτος. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον τῆς Πολιτείας, πάσης Πολιτείας, καὶ τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἐπανειλημμένως συνεζητήθη καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ δικαστικῶς καὶ νομοθετικῶς ἐδῶ εἰς τὴν αἴθουσαν, δὲν ἀποτελεῖται μόνον ἀπὸ τὸ γραπτὸν δίκαιον, δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ γραπτὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπανειλημμένως ὑπεστήριξεν, καὶ τὸ Προεδρεῖον κακῶς ἐφήρμοσεν, ὅτι κατὰ συνταγματικὸν ἔθιμον εἶναι δυνατὸν νὰ τίθεται πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου ἢ τροπολογία, μὴ ἔχουσα σχέσιν μὲ τὸ οὐσιῶδες περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἐπανειλημμένως, κ. Πρόεδρε, εἶχον τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐκαιρίαν νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τοῦτο. Καὶ κατ’ οἰκονομίαν ἡ Κυβέρνησις, πάλιν κατ’ οἰκονομίαν, ἐφεῦρε τὴν εὐφυᾶ ἐφεύρεσιν: «νομοσχέδια περὶ τάδε καὶ τάδε» καὶ «ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ποίων διατάξεων, κ. Πρόεδρε; Εἶναι τήρησις τοῦ Συντάγματος αὐτό; Εἶναι παράβασις τοῦ Συντάγματος, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι πρέπει νὰ ἑρμηνεύεται στενῶς. Εἶναι ἡ δέουσα ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ δέχεται καὶ νὰ εἰσάγῃ πρὸς συζήτησιν τοιαῦτα νομοσχέδια; Ἀλλὰ τὶ ἄλλο λέγει ἡ πρότασις τῆς ΕΔΑ; Λέγει: «Περὶ καταργήσεως, τροποποιήσεως τοῦ τάδε ἄρθρου». Δὲν ἔχει, ὅμως, τὴν φράσιν «καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ἐὰν τὴν εἶχε, διατὶ θὰ ἦτο ἀντισυνταγματική, καὶ τὸ ἄλλο εἶναι συνταγματικόν; Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ἡ μὴ τήρησις τοῦ Συντάγματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ἄγει εἰς ἄτοπον. Καὶ ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος, μύρια ἕπονται. Καὶ μέσα εἰς τὰ μύρια εἶναι καὶ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως. Κύριε Πρόεδρε, πῶς καὶ διατὶ συνεκινήθη ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν σημερινὴν πρότασιν τῆς ΕΔΑ, καὶ λέγει, δὲν τὴν δέχομαι κἂν τὴν συζήτησιν, διότι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ δὲν συνεκινήθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν συνεκινήθη καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ 1955 καὶ φέρνει σήμερον μόλις τὴν πρότασιν, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα ρητῶς ὁρίζει, ὅτι ὁσάκις 15 βουλευταὶ ζητοῦν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐπανεξέτασις ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος Ν.Δ., ὅτι γίνεται ἀμέσως ἅμα τῇ συγκλήσει τῆς τακτικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς καὶ εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα. Κύριε Πρόεδρε εἶναι κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα ἡ συζήτησις Ν.Δ. τοῦ 1958 εἰς τὸ 1960; Ποῖος θὰ τὸ ὑποστηρίξῃ αὐτό; Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἢ σέβεται τὸ Σύνταγμα, ἢ ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν πραγματικότητα, παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἄρνησιν τῆς συζητήσεως τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῆς ΕΔΑ, διότι τάχα εἶναι πρότασις τῆς ΕΔΑ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συνταγματικοῦ ἐθίμου, ἀνέκαθεν ἰσχύοντος καὶ ἀφ’ ὅτου ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν Κοινοβούλιον, εἰς πολλὰ ψηφισθέντα νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι καὶ προσθῆκαι ὁλοκλήρων εἰσέτι ἄρθρων, ὑπὸ δὲ τὸν τίτλον «καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων» ἔλαβον χώραν πράγματα ὁμολογουμένως ἀνεπίτρεπτα. Αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς μεθόδου «τῶν ἄλλων τινῶν διατάξεων» ἐτροποποίησεν εἰσαχθέντα νομοσχέδια ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἰδίας πρὸς ψήφισιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ ψηφισθέντα, ἡμεῖς δὲ τώρα, μετὰ μίαν ὁλόκληρον 100ετίαν, σχεδὸν αἰφνιδίως ἀνακαλύπτομεν, ὅτι πάντα ταῦτα δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ συνταγματικῶς ὀρθά, τὰ ἀνακαλύπτομεν δὲ σήμερα ὀψίμως, τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δηλαδή, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, αἰφνιδίως ζητεῖται νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχήν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται προσθήκη πλέον εἰς τὰς προτάσεις νόμων. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, ἂς ἐξετάσωμεν ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ ὑποβληθεῖσα ἐκ μέρους τῆς ΕΔΑ πρότασις περιλαμβάνῃ διατάξεις ξένας πρὸς τὸ ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος νομοθετικοῦ διατάγματος. Ἠρώτησα, πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ —διότι πάντα ταῦτα πρέπει νὰ ἔρχωνται εἰς γνῶσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ δι’ αὐτὸν ἐν τῇ οὐσίᾳ συζητοῦμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ— ἠρώτησα, ἐὰν τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐκ μέρους τῆς ΕΔΑ ὑποβληθεῖσα πρότασις θίγῃ, συνεζητήθησαν εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξε σαφῶς: Ναί. Ἐρωτῶ, κατὰ συνέπειαν, πάντα λογικῶς σκεπτόμενον ἄνθρωπον, εὑρισκόμενον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσῃ μίαν νομικὴν ἑρμηνείαν, ἐφ’ ὅσον μάλιστα αὕτη ἡ νομικὴ ἐπιστήμη ἀποτελεῖ ἐφηρμοσμένην λογικήν, ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε, πάντα λογικὸν ἄνθρωπον, ἐὰν ἀπόψεις τῆς ΕΔΑ καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν γένει, ὑποβληθεῖσαι τότε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 καὶ συζητηθεῖσαι εὐρέως, ἐὰν ἀπερρίφθησαν τότε ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, δὲν δύναται ἡ Ἀντιπολίτευσις, κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐπαναφέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἰδικάς της ἀκριβῶς προτάσεις, τὰς ὁποίας εἶχε προτείνει εἰς τὴν Ἐπιτροπήν; Ἤκουσα, κ. Πρόεδρε, μὲ κατάπληξιν τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τόσον ὀψίμως ἐκδηλωθεῖσαν, κατὰ τὴν ὁποίαν τάχα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 ἡ νομοθετικὴ πρωτοβουλία ἀνήκει ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καί, κατὰ συνέπειαν, ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἡ ὑποβολὴ σχεδίων Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ἀπαγορευομένης τοιουτοτρόπως καὶ τῆς ὑποβολῆς τροπολογιῶν. Καὶ ἐλέχθη ἐπίσης, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀπὸ γενναιοφροσύνην τάχα ἡ Κυβέρνησις ἔστερξε νὰ δεχθῇ τὴν ὑποβολὴν τροπολογιῶν ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, τοιαύτην χάριν οὔτε ἐζήτησα ποτέ, οὔτε τὴν ἀποδέχομαι, οὔτε παραδέχομαι τὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσάγῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 σχέδια Νομοθετικῶν Διαταγμάτων πρὸς ψήφισιν, ἡμεῖς δὲ στερούμεθα τοῦ δικαιώματος νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην καὶ νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίας ἐξ ἰδίας δυνάμεως. Παρόμοιαι θεωρίαι, μόνον εἰς δικτατορικὰ καθεστῶτα εἶναι δυνατὸν νὰ διατυποῦνται καὶ μόνον εἰς ἀστυνομικὰ κράτη εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόζωνται. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂν εἶχε τοιαύτην γνώμην, δὲν εἶχε παρὰ ταῦτα τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διατυπώσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1952, ἀλλὰ καὶ προγενεστέρως, ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρχισαν νὰ διαμορφοῦνται καὶ νὰ ἰσχύουν τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, παγίως ἐφηρμόζετο ἀκριβῶς, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τόσον ὀψίμως, ἐμφανίζεται ὡς ἀρνούμενος. Τὴν παροχὴν χάριτος πρὸς ἡμᾶς, ὑπὸ τὸ πρόσχημα δῆθεν τῆς κατ’ οἰκονομίαν ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἀποκρούσω διαρρήδην καὶ παρὰ τὸν σεβασμὸν ποὺ τρέφω πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τοῦ εἴπω ἀπεριφράστως, ὅτι σφάλλει. Ἂς μὴ δίδῃ τὴν ὑπόνοιαν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ γραμμή της εἶναι νὰ ἀποξενοῦται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐγένετο εὐρυτάτη συζήτησις εἰς τοὺς ἐπιστημονικοὺς καὶ πολιτικοὺς κύκλους περὶ τῆς σημασίας τῆς ἀξίας τοῦ ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντος τῶν θεμάτων, τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Μέχρι τοῦ ἔτους 1952, αἱ Κυβερνήσεις δι’ ἀναγκαστικῶν νόμων ἐζήτουν ρύθμισιν ἐπειγόντων θεμάτων. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1952, διὰ τοῦ ἄρθρου 35, προσδιώρισεν, ὅτι ἡ τοιαύτη δυνατότης ὑφίσταται μόνον εἰς ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντα θέματα, διὰ τῆς ἐκδόσεως Ν. Διαταγμάτων, κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 35. Ἐν συνεχεία, καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ τῆς κατ’ οἰκονομίαν παροχῆς ἀπὸ μέρους τῆς πλειοψηφίας οἱουδήποτε δικαιώματος εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἀλλὰ ποῖος θὰ ἀποφασίσῃ; Ἡ πλειοψηφία. Ποῖος θὰ λύσῃ τὴν ἀμφισβήτησιν, ὡς πρὸς τὸ ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον τοῦ θέματος; Ἡ κρίσις τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀποφεύγει κατὰ σύστημα τὴν ἐπαφήν της μὲ τὴν Βουλήν, ὁσάκις δὲ συμπληρωθῇ ὁ προβλεπόμενος ὑπὸ τοῦ Συντάγματος χρόνος διαρκείας τῆς Συνόδου, σπεύδει ἀμέσως νὰ κλείσῃ τὴν Βουλήν. Ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἐὰν αὐτὸ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν πολιτικὴν δεοντολογίαν. Τὴν ἐρώτησιν ταύτην δὲν τὴν ἀπευθύνω μόνον πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ πρὸς πάντα λογικῶς σκεπτόμενον ἄνθρωπον. Ὅταν τὸ Σύνταγμα καθορίζῃ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος ὀφείλει νὰ νομοθετῇ εἰς περιπτώσεις ἐξαιρετικῶς ἐπειγόντων θεμάτων, εἶναι ὀρθὸν τὸ πολὺ μέγα μέρος τῶν μέχρι τοῦδε ψηφισθέντων νόμων, νὰ ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς; Ὅλα αὐτὰ ἦσαν ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντα; Πέραν αὐτοῦ, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διαμαρτυρόμενος, πρό τινων μόλις ἡμερῶν, διὰ τὴν βραδεῖαν πρόοδον τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς Ὁλομελείας τοῦ Σώματος, ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ κάμῃ ἔτι εὐρυτέραν χρῆσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35. Πόσον εὐρυτέραν, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς; Μόλις συμπληρωθῇ ὁ προβλεπόμενος ὑπὸ τοῦ Συντάγματος χρόνος, ἡ Κυβέρνησις σπεύδει νὰ κλείσῃ τὴν Βουλήν. Πάντα ταῦτα ἐμβάλλουν εἰς τὴν ὑπόνοιαν τῆς ὑπάρξεως δικτατορικῶν πεποιθήσεων εἰς τοὺς κόλπους τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ ὄψιμος συνταγματικὴ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν μᾶς εὑρίσκει συμφώνους. Διαμαρτυρόμεθα καὶ τὴν ἀποκρούομεν. Ἀλλὰ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ πολιτικὸν θέμα. Δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους ἡ ΕΔΑ ὑπέβαλε τὴν ὑπὸ κρίσιν πρότασιν νόμου. Νομίζω, ὅμως, ὅτι τοῦτο τὸ πράττει ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ πρὸς συζήτησιν ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει, χάριν τῶν ὀπαδῶν της. Παρὰ ταῦτα, ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ τὴν συζήτησιν, παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ΕΔΑ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν λαόν: Βλέπετε, ἀγωνιζόμεθα, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις τῆς Δεξιᾶς ἐμποδίζει τὴν συζήτησιν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ παρουσία κομμουνιστῶν βουλευτῶν εἶναι ἐθνικῶς συμφέρουσα. Ἐδῶ, εἰς τὸ Κοινοβούλιον, θὰ συζητήσωμεν καὶ θὰ ἀναπτύξωμεν ἀξιοσεβάστως τὰς ἀπόψεις μας, ἡ δὲ σύγκρουσις τῶν ἰδεῶν θὰ διαφωτίσῃ τὸν λαὸν καὶ θὰ διαμορφώσῃ τὰ πράγματα. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποκρούσω τὴν διατυπωθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀντίληψιν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§87Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαφωνοῦμεν ριζικῶς μὲ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ἡ Κυβέρνησις, ἀνεξαρτήτως τοῦ περιεχομένου τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως ἐκ μέρους τῆς ΕΔΑ. Δύο εἶναι τὰ κύρια σημεῖα τοῦ θέματος. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὸ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον, διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται ἡ ἀποστέρησις τοῦ δικαιώματος τῶν βουλευτῶν νὰ συζητήσουν καὶ νὰ ὑποβάλουν τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι συνεζητήθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Εἶναι ποτὲ δυνατόν, κ. Πρόεδρε, ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 35 νὰ εἶναι, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας τοῦ Σώματος, θέματος τὸ ὁποῖον συνεζητήθη εἰς στενώτερον χῶρον; Ἀλλά, πέραν αὐτοῦ, ἡ ὑπὸ κρίσιν πρότασις νόμου ἐκκρεμεῖ ἤδη ἀπὸ 2ετίας, συνεζητήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ μετὰ ἀπὸ ὁλόκληρον αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, ἐμφανίζεται ἡ Κυβέρνησις νὰ διατυπώσῃ τὴν ἄποψιν, ὅτι εἰσάγεται ἀντισυνταγματικῶς. Αὐτὴ ἡ ὄψιμος θεωρία, κ. Πρόεδρε, στερεῖται σοβαρότητος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀπευθύνω ἔκκλησιν, ὅπως ἀντιμετωπισθῇ τὸ συνταγματικὸν τοῦτο θέμα μετὰ τῆς δεούσης σοβαρότητος. Κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἔχει θέσιν ἐν προκειμένῳ μία τόσον πρόχειρος ἑρμηνεία καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ἐπιμείνῃ.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Οἰκονομίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§89Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ συζητούμενον θέμα, συνεζητήθη ὄχι ἅπαξ, ἀλλ’ ἐπανειλημμένως εἰς Ἐπιτροπὰς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος καὶ εἶχε γίνει δεκτόν, ὅτι προσθήκη εἰς Νομοθετικὸν Διάταγμα τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν, παρὰ μόνον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν συνεζητεῖτο Νομοθετικὸν Διάταγμα εἰσαχθὲν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας κ. Ἀδαμόπουλον, εἰς συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω καὶ ὑπεστηρίχθη τότε ἡ προβολὴ προσθήκης, κατόπιν εὐρείας συζητήσεως ἐγένετο δεκτόν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ, ὡς προερχομένη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν συνεζητήθη. Ἔχει νομολογηθῆ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35, ὅτι ἡ προσθήκη εἰς Ν.Δ. τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς, παρὰ μόνον ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει καὶ τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν. Εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ πρώτην φορὰν ὑποστηρίζει συνταγματικὰς ἀντιλήψεις, μὴ εὐσταθούσας εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν. Πληροφορῶ τὸν κ. Μπακόπουλον, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν ὑπεστήριξε καὶ δὴ ἐπανειλημμένως εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος καὶ ὄχι σήμερον διὰ πρώτην φοράν. Εἶπεν ἀκόμη ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κάμνουσα εὐρεῖαν χρῆσιν τῶν Ν.Δ. ὑπὸ τὴν δικαιολογίαν τοῦ ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντος, παραβιάζει τὸ Σύνταγμα. Γνωρίζει ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν πραγματικὴ ἀκυρότης. Δὲν εὑρίσκεται, λοιπόν, ἐν δικαίῳ ὁ κ. Μπακόπουλος.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§91Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε. Ἡ συζήτησις προεκλήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως τῆς ΕΔΑ «περὶ ἐπαναφορᾶς πρὸς συζήτησιν Νομοθετικοῦ Διατάγματος ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν ὁποίαν περιελήφθη τροπολογία ἄσχετος κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, μὲ τὸ ἀντικείμενον τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, τοῦ ὁποίου συζητεῖται ἡ ἀκύρωσις. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἡ Κυβέρνησις προέτεινε τὸ Συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως ταύτης. Κατὰ τὴν γνώμην μου, αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν βουλευτῶν, εἶναι σαφεῖς καὶ δὲν ἀφίνουν περιθώρια παρερμηνείας. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος καθορίζει τοὺς νομοθετικοὺς παράγοντας τῆς Πολιτείας ἀνέφερεν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἑρμηνεία ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, τὰ δὲ ἄρθρα 23, 24, 25, 26, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, καθορίζουν τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς ἑρμηνείας καὶ τὰ σχετικὰ δικαιώματα Κυβερνήσεως καὶ βουλευτῶν. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τῆς ΕΔΑ, τότε μόνον εἶναι συνταγματικῶς ἀπαράδεκτος, ὅταν ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις αὐτὰς καὶ συγκεκριμένως εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 57, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία προσθήκη εἰς πρότασιν νόμου ἢ τροπολογίαν γίνεται δεκτή, ἐὰν δὲν σχετίζεται πρὸς τὸ κύριον περιεχόμενον τῆς προτάσεως, γεγονὸς τὸ ὁποῖον θὰ κριθῇ κατὰ τὴν συζήτησίν του ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, ἀναφέρεται εἰς προτάσεις νόμου, ὑποβαλλομένας ὄχι μόνον ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τούτοις πολλάκις, ὡς ἐγένετο συζήτησις προτάσεων νόμου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἐγένετο προσθήκη διὰ τροπολογίαν διατάξεων ρυθμιζόντων ἄσχετα μὲ τὸ κύριον θέμα ζητήματα. Τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, καθορίζον τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, κατὰ τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν περιορίζει εἰς τὴν οὐσίαν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς. Ἀντιθέτως, διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας δικαιοῦται ἀριθμὸς βουλευτῶν νὰ ἐπαναφέρῃ πρὸς συζήτησιν τὰ ψηφισθέντα νομοθετικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα ἐγγράφονται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοθετικῆς ἐργασίας, κατοχυρώνει τὴν ἐξουσίαν ταύτην. Ἡ ὅλη διατύπωσις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἐπέδειξε νὰ περιφρουρήσῃ ὅσο τὸ δυνατὸν πληρέστερα τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον, λόγῳ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν της, θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νομοθετικοῦ ἔργου. Οὕτω, ἐπιβάλλει ὡς προϋπόθεσιν τὸ ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον τοῦ θέματος, καθορίζει εἰδικὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεων καὶ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ θέτῃ περιορισμοὺς εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν νομοθετικῶν αὐτῶν διαταγμάτων. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ ὑποστηριχθεῖσα ἄποψις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εὐλόγως μᾶς δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωμεν τὴν ὑπόνοιαν, ὅπως ἐλέχθη καὶ ἀπὸ τὸν κ. Μπακόπουλον, ὅτι ἐπιδεινοῦται ἡ μείωσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς, μείωσις ἡ ὁποία θὰ ἀποβῇ φυσικὰ εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, γεγονὸς τὸ ὁποῖον φυσικὰ θὰ ὁδηγήσῃ εἰς σοβαρὰς πολιτικὰς ἀνωμαλίας.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§93Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῶν προτάσεων νόμων ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὸ παραδεκτὸν ἢ μὴ τῆς ἀρχῆς αὐτῶν. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τούτων δοθέντων, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς συζητουμένης προτάσεως νόμου καὶ ἐπὶ τοῦ τεθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Συνταγματικοῦ θέματος, ἐὰν δὲν συνδυάσωμεν καὶ δὲν ἑρμηνεύσωμεν ὀρθῶς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 35 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος. Τὸ συζητούμενον κείμενον, ὑπὸ τὴν καθιερωθεῖσαν ἔννοιαν, χαρακτηρίζεται ὡς «πρότασις νόμου», ἐπειδὴ προέρχεται ἐκ τῆς Βουλῆς. Ἡ τοιαύτη πρότασις νόμου ἢ ὑποβαλλομένη κατὰ τὴν ἐπιταγὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, εἶναι καθ’ ὅλα ὁμοία καὶ ἰσότιμος μὲ τὰς ἄλλας προτάσεις νόμων ὑπὸ ἕνα μόνον περιορισμὸν καὶ ἕνα προνόμιον. Ὁ περιορισμὸς συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἐνῷ πᾶσαν πρότασιν νόμου δύναται νὰ ὑποβάλῃ καὶ εἷς μόνον βουλευτής, διὰ τὴν πρότασιν νόμου περὶ ἧς συζητοῦμεν, τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ ὑπογραφὴν 15 βουλευτῶν. Ἔχει ὅμως ἡ πρότασις αὐτὴ τὸ προνόμιον ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος νὰ εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα. Κατὰ τὰ ἄλλα ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι ἀπολύτως ἰσότιμος μὲ τὰς ἄλλας προτάσεις νόμου, δηλαδὴ τὰ νομοσχέδια ποὺ προέρχονται ἐκ τῆς Βουλῆς, διότι ἔχει τὴν δύναμιν νὰ αἰτῆται καὶ τὴν ἀκύρωσιν καὶ τὴν κατάργησιν καὶ τὴν τροποποίησιν κειμένων διατάξεων. Τούτου δοθέντος, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης ὀφείλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου διὰ τὰς προτάσεις νόμου θέτει τρεῖς περιορισμούς. Πρῶτον, ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ δεχθοῦν διατάξεις ἀσχέτους πρὸς τὸ περιεχόμενόν των. Δεύτερον δὲν ἠμποροῦν νὰ δεχθοῦν τροπολογίας ἢ προσθήκας ποὺ ἐπιφέρουν αὔξησιν δαπανῶν, χωρὶς ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν καὶ τρίτον δὲν ἠμποροῦν νὰ δεχθοῦν διατάξεις συνταξιοδοτικὰς ἄνευ γνώμης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Μόνον ἐὰν ἡ συζητουμένη πρότασις νόμου περιέχῃ διατάξεις διὰ τὰς ὁποίας τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος θέτει τοὺς ἀνωτέρω περιορισμούς, τότε μόνον ἡ πρότασις τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου εἶναι εὐσταθὴς καὶ θὰ πρέπει νὰ κριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἰς οὐδένα ἄλλον περιορισμὸν τῆς κρίσεώς της ὑποβάλλεται ἡ Βουλὴ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως δὲν εὐσταθεῖ συνταγματικῶς. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ τροπολογίαι αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος συζητοῦνται κατ’ οἰκονομίαν καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἄποψιν τῆς μὴ συζητήσεώς των, ἐὰν ἀποδεχθῶμεν καὶ τὴν ἄποψιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων νόμου ποὺ ὑποβάλλονται κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, ὡς ἡ προκειμένη, δὲν γίνονται δεκταὶ τροπολογίαι ἢ σχετικαὶ προσθῆκαι, τότε κατ’ οὐσίαν καταργεῖται ἡ Βουλὴ καὶ περιγράφεται ἡ ἀποστολή της. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς βουλευτὴς δύναται νὰ ἀπαλλοτριώσῃ τὰ δικαιώματά του καὶ νὰ παραβῇ τὸ καθῆκον του, δεχόμενος τὰς ἀνωτέρω ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. Κύριε Πρόεδρε, εἶσθε ὁ θεματοφύλαξ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ ὁ προστάτης τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Σᾶς ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προστατεύσητε τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις πειρᾶται νὰ καταπατήσῃ.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κύρκος, ἔχει τὸν λόγον.
§95Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ γενικοῦ θέματος, διότι θεωρῶ, ὅτι μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν κ. συναδέλφων, τοῦτο ἔχει ἐξαντληθῆ. Πληροφορίας ἐπιθυμῶ νὰ δώσω εἰς τὸ Σῶμα περὶ τῶν γενομένων, εἰς τὰς δύο τοὐλάχιστον τελευταίας συνόδους τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ὁ κ. Οἰκονομίδης, ὑπεστήριξεν, ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐγένοντο δεκταὶ ὡρισμέναι ἀπόψεις καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτῶν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνομολόγησεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ προταθοῦν καὶ νὰ γίνουν δεκταὶ προσθῆκαι. Φρονῶ, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ. Εἶμαι ἐκ τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκλήθησαν νὰ παραιτηθοῦν ἅπαξ ὁρισθέντες ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ παρηκολούθησαν ἀνελλιπῶς ὅλας τὰς συνεδριάσεις ταύτης κατὰ τὰς δύο αὐτῆς συνόδους. Πράγματι ἐπανειλημμένως ἐξητάσθησαν ἀπόψεις, οἷαι αἱ ἀκουσθεῖσαι ἀπόψε, οὐδέποτε ὅμως ἐνεκρίθησαν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Καὶ δὲν εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, σπάνια τὰ παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ὄχι τροπολογίαι, ὑπὸ τὴν γενικὴν ἔννοιαν, ἀλλὰ προσθῆκαι, ὑπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν ὑπεβλήθησαν ἀπὸ συναδέλφους, μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐγένοντο δεκταὶ καὶ ἐψηφίσθησαν. Ἐνθυμοῦμαι, πράγματι, ὅτι ὑπῆρξε μία περίπτωσις τοιαύτης προτάσεως προσθήκης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδηλώθη ὁμόθυμος ἡ ἐπιθυμία τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ γίνῃ δεκτή, τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, καθ’ ἣν ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παρεκάλεσε τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἐπὶ τῆς προσθήκης, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὅμως ἦτο ὁμόθυμος ἡ ἐπιθυμία τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσε, ὅτι θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἀποσύρῃ τὸ σχέδιον Ν. Δ., διότι ἡ προσθήκη αὐτή, συνήπτετο πρὸς ἄλλα θέματα, καὶ ἔπρεπε νὰ συνεννοηθῇ μὲ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς. Κατόπιν τῆς δηλώσεως αὐτῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ πλειοψηφία δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν προσθήκην καὶ δὲν ἐγένετο αὕτη δεκτή. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, παγίως ἔχει καθιερωθῆ, ὅτι δύνανται νὰ γίνωνται δεκταί προτάσεις προσθήκης ἐκ μέρους τῶν κυρίων συναδέλφων. Ἀλλὰ μήπως ἡ Κυβέρνησις δέν διατηρεῖ τὸ δικαίωμα καὶ ἐνώπιον τοῦ Σώματος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δέχομαι τὴν προσθήκην αὐτήν; Τὸ νὰ ἐπιμένῃ ποίαν ἔννοιαν ἔχει; Ὅτι καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας, ἀρκετοὶ τὸν ἀριθμόν, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν ἐπὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας, διότι ἐὰν ἐπιμένουν μόνον βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἀπειλήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον. Διότι πάντοτε παραμένει τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ἀσκούσης τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ, ὅτι πρὸ τοιαύτης προσθήκης, ἀποσύρω τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι, συνεπῶς, λόγος αὐτός, διὰ νὰ δεχθῶμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαίωμα ὑποβολῆς προτάσεως μιᾶς προσθήκης εἰς σχέδιον Ν. Διατάγματος.
§96Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ θέμα ἐφωτίσθη πράγματι ἀπὸ ὅλας τὰς πλευρὰς μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ἡ οὐσία τοῦ θέματος εἶναι ἡ ἑξῆς, ἄσχετος πρὸς ἄλλα ἄσχετα προβλήματα ἅτινα ἐξητάσθησαν ὅπως ἡ ἁρμοδιότης τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Τὸ θέμα εἶναι ἐὰν ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις, νόμου ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὑπογράφουν ταύτην, ἐμπίπτῃ ἢ ὄχι εἰς τὸ ἄρθρον 35, τελευταία παράγραφος, τοῦ Συντάγματος, καὶ συνεπῶς ἐὰν δύναται νὰ εἰσαχθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν διαδικασίαν ἢ ἐὰν δὲν ἐμπίπτῃ καὶ διὰ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρέπει νὰ ἀκολουθηθῇ ἡ τακτικὴ διαδικασία, δηλαδὴ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν τακτικὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ἀπαραδέκτως εἰσάγεται βάσει τοῦ ἄρθρου 35 καὶ παρακαλῶ ὅπως τοῦτο τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, περὶ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως τῆς προκειμένης προτάσεως νόμου, ὡς μὴ ἐμπιπτούσης εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Συνεπῶς ἡ Βουλὴ συμφωνεῖ μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2.
§98Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπὶ ποίου θέματος ἐλήφθη ἀπόφασις;
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη εἰσήλθομεν εἰς ἄλλο θέμα.
§100Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀπεφασίσαμεν, ὅτι δὲν θὰ συζητηθῇ καθόλου ἡ πρότασις αὐτὴ, ὡς συνταγματικῶς ἀπαράδεκτος; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιθυμῶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἐκ μέρους τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὅτι, διαμαρτυρόμεθα διὰ τὴν ἀπαράδεκτον αὐτὴν νέαν τακτικὴν διότι κατὰ τὴν μέθοδον ποὺ ἐγκαινιάζεται ἀπόψε, τῆς δι’ ἀναστάσεως τῆς πλειοψηφίας τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος θὰ καταργηθῇ ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα μὲ τὴν ἁπλῆν πλειοψηφίαν μιᾶς ἁπλῆς καὶ ὄχι ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ Ν. Δ. 4016)59 περὶ τροποποιήσεως τῆς περὶ ἐγκληματιῶν πολέμου νομοθεσίας». Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας κ. Γ. Πρίφτης, ἔχει τὸν λόγον.
§102Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἕνα ἐξαιρετικὸν ἀτύχημα εἰς τὴν ἐκλογὴν ἡμερῶν, προκειμένου νὰ συζητήσωμεν θέματα ἀφορῶντα τοὺς ἐγκληματίας πολέμου. Ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε τὸ Ν. Δ. 4016)59 τὸ ὁποῖον ἐπαναφέρεται ἀπόψε πρὸς συζήτησιν καὶ ζητεῖται ἡ ἀκύρωσίς του ἐψηφίσθη 2–3 ἡμέρας πρὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἐπετείου τῆς 28ης Ὀκτωβρίου. Ἀπόψε ἐπαναφέρεται πρὸς συζήτησιν δύο ἡμέρας πρὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑορτῆς τῆς 25ης Μαρτίου. Ἴσως θέλει νὰ μᾶς ὑπενθυμίσῃ ἡ σύμπτωσις αὐτὴ τῶν ἡμερομηνιῶν ἕνα σοβαρὸν καθῆκον, καθῆκον ἐθνικὸν καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀκύρωσίν του. Τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα 4016)59 ἔχει καὶ αὐτὸ τὴν προϊστορίαν του. Ἀρχίζει ἀπὸ τὸν νόμον 3933)59 βάσει τοῦ ὁποίου ἀνεστάλη ἡ δίωξις τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, διότι κατὰ τὴν Εἰσηγητικὴν Ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἐδημιουργήθησαν αἱ προϋποθέσεις διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ διότι παρουσιάζοντο δυσχέρειαι διώξεως τούτων εἰς τὴν Ἑλλάδα, λόγῳ ἀπουσίας τῶν κατηγορουμένων εἰς τὴν ξένην, καὶ διότι ἀκόμη αἱ Γερμανικαὶ ἀρχαὶ θὰ ἤρχιζαν τὴν δίωξιν τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Ὑπῆρχεν ὅμως εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον μία ἐξαίρεσις, ἀφορῶσα τὸν Γερμανὸν ἐγκληματίαν πολέμου Μέρτεν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο εἰς χεῖρας τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐξαιρεῖτο ρητῶς τοῦ νόμου ἐκείνου. Ὅποιος, κ. συνάδελφοι, ἔχει τὴν περιέργειαν νὰ ἀναδιφήσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων κατὰ τὰς ὁποίας συνεζητήθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, θὰ διαπιστώσῃ, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς ὅλης συζητήσεως, μηδὲ καὶ τῶν ἀγορητῶν τῆς πλειοψηφίας, ἀπεκλείετο τὸ ἐνδεχόμενον τῆς ἀμνηστεύσεως τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου καὶ ὅτι ἐπεφύλασσεν ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα τῆς διώξεως ὅλων τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, τῶν ὁποίων τῆς διώξεως δὲν θὰ ἐπιλαμβάνετο ἡ Γερμανικὴ Δικαιοσύνη. Πέραν τούτου ὑπῆρξαν αἱ κατηγορηματικαὶ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, ὅτι εἰσηγοῦντο τὸν νόμον ἐκεῖνον, διότι εἶχον ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Δημοκρατικὴν Ὁμοσπονδιακὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔλεγε τότε: «Ἐμπιστευόμεθα τὴν τιμωρίαν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου εἰς τὴν σημερινὴν Γερμανίαν». Καὶ περαιτέρω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔλεγεν ἐπίσης, ὅτι «ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετὰ 15ετίαν ἀφ’ ἧς ἔληξεν ὁ πόλεμος καὶ ἐφ’ ὅσον γνωρίζει, ὅτι σήμερον δὲν ἔχει ἀπέναντί της τὴν ναζιστικὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ τὴν παντοτεινὴν Γερμανίαν τῶν φιλοσόφων καὶ τοῦ δικαίου, ἡ ὁποία ἀναζητεῖ τοὺς ἐγκληματίας ναζιστὰς διὰ νὰ τοὺς τιμωρήσῃ ἡ ἰδία, ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐμπιστεύεται τὴν Κυβέρνησιν τῆς Δημοκρατικῆς Γερμανίας, μεθ’ ἧς διατηρεῖ ἀρίστας σχέσεις». Καὶ ὅτι «ὑπάρχουν πολλαὶ ἑκατοντάδες Γερμανῶν εἰς τὰς Γερμανικὰς φυλακὰς ἀπὸ καταδίκας Γερμανικῶν δικαστηρίων». (Πρακτικὰ Βουλῆς 26.1.59). Ὁ δὲ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, κ. Παπαρρηγόπουλος, ἀφοῦ ἀπετόλμησε, κατὰ κἄποιον τρόπον, νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην τῆς σφαγῆς τῶν Καλαβρύτων εἰς ἄλλους, εἶπεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 26 Ἰανουαρίου 1959. «Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον (ὁ νόμος 3933)59) ἀντιμετωπίζει τὸ θέμα (τῆς διώξεως τῶν γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου) μὲ ρεαλισμόν, διότι εἰς τὴν πραγματικότητα καθιστοῦν πραγματοποιήσιμον τὴν δίωξιν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου ἀπὸ τὸ Γερμανικὸν Κράτος. Δὲν καταργεῖται τὸ ἀδίκημα διὰ τοὺς ἐγκληματίας πολέμου, ἀλλὰ ἀναστέλλεται, ἁπλῶς ἡ δίωξις ἐν Ἑλλάδι, ἐφ’ ὅσον ἐπελήφθη ταύτης τὸ Γερμανικὸν Κράτος» (Πρακτικὰ Βουλῆς 26.1. 1959, σελ. 9–10). Ὑπεστηρίξαμεν τότε, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ Δυτικὴ Γερμανία δὲν ἐσκόπευε νὰ συνεχίσῃ τὴν δίωξιν τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου καὶ ὅτι ὁ νόμος 3933)59 ἦτο ἕνα βῆμα πρὸς τὴν ἀμνήστευσιν τούτων. Ὑπῆρχον δὲ περὶ τούτου βάσιμοι ἀποδείξεις, διότι πολλὰ ἀνεγράφησαν εἰς ἐγκρίτους ἐφημερίδας καὶ περιοδικὰ τῆς Δυτικῆς Γερμανίας ἐπὶ τοῦ θέματος. Καὶ ὑπῆρχεν ἀκόμη ἡ ἐφεκτικὴ στάσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔναντι τῆς Γερμανικῆς, διότι κατὰ τὰς διεξαχθείσας μακρὰς συζητήσεις καὶ διαπραγματεύσεις, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀντεπραγματεύετο τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ παρὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Παρ’ ὅ,τι ἐγένοντο εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν αἱ ὑποδείξεις καὶ συστάσεις αὐταὶ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Κυβέρνησις, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Ὁλομελείας τὴν 20ὴν Ὀκτωβρίου 1959, εἰσήγαγεν ἐπειγόντως τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, οὗτινος ζητεῖται ἤδη ἡ κατάργησις καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεστέλλετο πᾶσα περαιτέρω δίωξις τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Δεύτερον, διὰ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ Ν. Δ., ἀνεστέλλετο ἡ ἐκτέλεσις τῆς ποινῆς τοῦ καταδικασθέντος ὑπὸ τῶν ἑλληνικῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ἐγκληματίου Μέρτεν, καὶ ἐπετυγχάνετο μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ ἀποφυλάκισίς του καὶ ἡ «ἀπέλασίς» του. Καὶ εἰς ἐπερώτησιν τῶν ὅσων ὑπεστηρίχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοθετικοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, ἡ Κυβέρνησις κατήργησε καὶ τὸ ἐθνικὸν γραφεῖον διώξεως ἐγκληματιῶν πολέμου. Κατεδείχθη, συνεπῶς, ἐκ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ πλήρους ἀμνηστεύσεως ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ διατάγματος, μᾶς ἀντετάχθη πάλιν τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ Γερμανίας τῶν Ναζί, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς νέας Γερμανίας καὶ συνεπῶς ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν σημερινὴν αὐτὴν Γερμανίαν τῶν φιλοσόφων κλπ. Ὁ ἀξιότιμος, μάλιστα, κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς σχετικὴν ἀπάντησιν ἐρωτήσεως συναδέλφου, εἶπε τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὰ Πρακτικά: «..... Ἡ Κυβέρνησις ἐστάθμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδηλώσῃ καὶ θεωρεῖ καθῆκον της νὰ ἐκδηλώσῃ ἐμπιστοσύνην ἀπόλυτον εἰς τὴν σημερινὴν Γερμανίαν. Εἶπεν εἷς τῶν ἀγορητῶν, ὅτι κρίνονται καὶ δικάζονται ἀκόμη Ναζισταὶ εἰς τὴν Γερμανίαν. Κρίνονται καὶ δικάζονται εἰς τὴν Γερμανίαν Ναζισταί, διότι εἶναι Γερμανοὶ καὶ ἡ Ἑλλὰς νομίζει, ὅτι ὁ μόνος ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὰς φυλακὰς πρέπει, ἀπελαυνόμενος νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Γερμανίαν διὰ νὰ κριθῇ ὑπὸ τοῦ Ἔθνους του». (Πρακτικὸν Ἐπιτρ. ἄρ. 35 Συντάγματος, σελ. 7). Κατόπιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἐπισήμων διαβεβαιώσεων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τὶς καλόπιστος ἢ ἀφελής, ὅτι μόλις ὁ Μέρτεν ἀπελαθεὶς ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἔφθανεν εἰς Γερμανίαν, θὰ συνεχίζετο ἡ δίωξίς του ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Δικαιοσύνης καί, ὅτι τοὐλάχιστον θὰ συνελαμβάνετο καὶ θὰ ἐκρατεῖτο ἀπὸ ἐκδήλωσιν ἁβρότητος ἔστω ἔπειτα ἀπὸ ὅσα εἶχε δηλώσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, δι’ ἐγκλήματα μὴ περιλαμβανόμενα εἰς τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀπαγγελθεῖσαν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν καὶ κατὰ τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαστηρίου. Εἶναι ἐν τούτοις γνωστόν, μὲ ποίας τιμὰς ἐγένετο δεκτὸς εἰς τὴν Γερμανίαν ὁ Μέρτεν καὶ κατεφάνη ἀπὸ προβληθὲν ζουρνὰλ τὸ ὁποῖον προεβλήθη εἰς τοὺς Ἀθηναϊκοὺς κινηματογράφους μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Κύριοι συνάδελφοι, ἀναγκάσθηκα νὰ ἀναφερθῶ συνοπτικὰ εἰς τὸ ἱστορικὸν τῶν δύο αὐτῶν νομοθετημάτων, τοῦ νόμου 3933 καὶ τοῦ Ν. Δ. 4016, διότι ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσίς των καὶ ὁ τρόπος ποὺ ὑπεστηρίχθησαν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἀπὸ τὴν Κυβερνητικὴν πλευράν, ἀπέδειξαν, ὅτι ὑπῆρχεν Κυβερνητικὸν προδιαγεγραμμένον σχέδιον— διὰ νὰ μὴ ὁμιλήσωμεν μὲ ὁρολογίαν συγγενῆ τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου— νὰ χωρήσῃ διὰ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν, εἰς τὴν πλήρη ἀμνήστευσιν αὐτῶν τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν τοῦ πολέμου καὶ τῆς κατοχῆς. Βέβαια δὲν χρειάζεται νὰ ἐπανέλθω διὰ νὰ ἀναφέρω ἐκεῖνα ποὺ ἀκροθιγῶς εἶπον εἰς τὴν ἀρχήν, ὅτι μία ἐπὶ πλέον ἀπόδειξις τῆς προθέσεως αὐτῆς εἶναι καὶ ἡ κατάργησις τοῦ ἐθνικοῦ γραφείου ἐγκληματιῶν πολέμου, ἡ ὁποία κατάργησις τοῦ γραφείου αὐτοῦ προεξοφλοῦσεν ἤδη προκαταβολικῶς, ὅτι οὐδεμία δίωξις θὰ ἐγένετο ἐναντίον τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου.
§103Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζετε, κ. συνάδελφε, ὅτι ἀποτελεῖ κατάργησιν τὸ ὅτι περιέρχονται αἱ ἁρμοδιότητες εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν;
§104Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Θὰ ἀντιστρέψω τὸ ἐρώτημα, κ. Ὑπουργέ. Καὶ δὲν νομίζετε σεῖς, ὅτι ἀποτελεῖ κατάργησιν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης τὸ ὅτι ὁ Μέρτεν ἀπηλευθερώθη καὶ ἐθεωρήθη ὑπὸ αἵρεσιν καὶ κρίσιν τῶν Γερμανικῶν δικαστηρίων ἡ ὀρθότης τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ δικαστηρίου;
§105Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, αὐτὸ τὸ λέγετε κατὰ κόρον. Ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς κρίσεως οὐδενός, ἐξέδωκεν τὴν ἰδικήν της ἀπόφασιν, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀναγνωριζομένη. Τὸ ὅ,τι κάνει οἱοσδήποτε ἄλλος, ἀποτελεῖ πρᾶξιν διὰ τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος κρίνεται καὶ ἐκεῖνος εὐθύνεται. Αὐτὴ ἡ διαστρέβλωσις ἑκάστοτε, ὅτι μὲ τὸ γεγονός, ὅτι πρόκειται νὰ κριθῇ ἀπὸ τὸ δικαστήριον τῆς χώρας του, κρίνεται τρόπον τινα ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη, εἶναι ἐφεύρημα τοῦ ὁποίου τὴν σημασίαν καὶ σεῖς γνωρίζετε.
§106Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ ποὺ ὑποχρεώνομαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν πρόκειται περὶ ἐφευρημάτων, πρόκειται περὶ τῆς λογικῆς, συνεπεία τῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα εἰσηγήθητε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Εἴπετε, ἐφ’ ὅσον θὰ κριθῇ ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος του κλπ., σᾶς ἀπήντησα τὸ ὅτι δὲν ἐκρίθη καὶ δὲν θὰ κριθῇ, αὐτὸ ἀκριβῶς ἀποτελεῖ προσβολὴν τοῦ γοήτρου καὶ τοῦ κύρους τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης.
§107Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ δικαστήριον τὸ Γερμανικὸν ἐπρόκειτο νὰ κριθῇ διὰ τὰ ἄλλα ἀδικήματα διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε κριθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀπὸ ὅσα ὅμως ἀνεκοινώθησαν μέχρι σήμερον, ἀπὸ τὰς πληροφορίας ποὺ ὑπάρχουν ἐνεφανίσθη εἰς τὸν ἀνακριτὴν ὁ κ. Μέρτεν καὶ ἐκρίθη ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν διὰ τὸ θέμα τῆς φυλακίσεώς του ἢ ὄχι, διὰ τὴν ποινὴν ἡ ὁποία εἶχεν ἐπιβληθῆ ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν δικαστήριον. Συνεπῶς, ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Γερμανικοῦ δικαστηρίου, ἐτέθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἑλληνικοῦ δικαστηρίου, καὶ κρίνων ὁ Γερμανὸς δικαστής, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φυλακισθῇ, ἀφέθη ἐλεύθερος, ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ δικαστηρίου. Ἑπομένως, ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν Γερμανικῶν δικαστηρίων, ἐτέθησαν αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων.
§108Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν Γερμανικῶν δικαστηρίων, οὔτε ἐτέθη, οὔτε ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἑλληνικοῦ δικαστηρίου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ κρίνῃ, εἶναι ἐὰν τὴν ποινὴν τὴν ὁποίαν ἀνέστειλεν ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη θὰ τὴν ἐξέτιεν ἐν Γερμανίᾳ. Καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ὑπόθεσις ὡς γνωρίζετε, διότι βλέπω πῶς γνωρίζετε, δὲν ἔχει λήξει, ἀλλὰ πρόκειται περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 117 τῆς Γερμανικῆς Ποινικῆς Δικονομίας δι’ ἀφαιρέσεως τῶν δικαιωμάτων ταυτότητος καὶ τοῦ διαβατηρίου.
§109Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπάρχει προϊστορία ποὺ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ κάμω. Ἤδη ἀπὸ τῆς συλλήψεώς του, ὁ Γερμανικὸς τύπος ἔθετεν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἂν τὰ ἐγκλήματά του —καὶ ἐπικαλοῦμαι ἂν δὲν ἔχετε ἀναγνώσει, νὰ ἀναγνώσετε τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα— ὑπάγωνται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν εἰδεχθῶν ἐγκλημάτων. Ἄλλο Γερμανικὸν περιοδικὸν ἔγραψεν, ὅτι προέκυψεν ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὸ ἂν τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια θὰ ἦταν ἁρμόδια ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ κρίνουν τὰς περιπτώσεις αὐτάς. Λοιπὸν ὑπῆρχον ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀμφισβητήσεις, ἐὰν ἡμεῖς προχωρούσαμεν εἰς νομοθετικὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἔλυε τὸ ζήτημα τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν πλευράν. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ διαδικασία ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπεράγαν ἐκδήλωσιν ἁβρότητος καὶ καλωσύνης πρὸς τοὺς Γερμανοὺς ἐγκληματίας πολέμου, ἤρχισεν ἐμφανῶς — τὸ τονίζω— μὲ τὸν νόμον 3933, συνεχίσθη μὲ τὴν γνωστὴν περίπτωσιν τῆς περιωνύμου φυγαδεύσεως τοῦ Κόλβες, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἀνευρεθῇ ποτὲ ὁ ὑπεύθυνος, καὶ ὡλοκληρώθη τελικῶς μὲ τὸ Ν. Δ. 4016)59. Ὅλη δὲ αὐτὴ ἡ διαδικασία, κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω πρὸς τὸ Σῶμα, ὅτι ἐστηρίχθη ἐπὶ τῶν ἀλλεπαλλήλων βεβαιώσεων, πεποιθήσεως καὶ ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι συνάδελφοι, εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι ὅλαι αἱ περιπτώσεις αὐταὶ μὲ τὰ ἀλληλοδιάδοχα αὐτὰ στάδια τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, ἀποτελεῖ μία πρόκλησιν πρώτου μεγέθους πρὸς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν του πεποιθήσεων, καὶ τῆς πολιτικῆς του τοποθετήσεως, εἶναι κἄτι ὅπου δὲν εἶναι μοναδικὴ παραχώρησις πρὸς τὴν Ὁμοσπονδιακὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, μέσα σὲ ἕνα ἀρκετὰ ἐκτεταμένο χρονικὸ ποὺ συντάσσεται συνεχῶς τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ ποὺ ἡ τελευταία του σελίδα εἶναι ἡ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπίσκεψις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τῆς Γερμανίας εἰς τὴν χώραν μας, ἑνὸς χρονικοῦ οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς ὑποταγῆς τῆς χώρας μας ἀπέναντι τῶν πολιτικῶν ἐπιδιώξεων καὶ βλέψεων τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἔγιναν προσπάθειαι ἐπανειλημμένως νὰ μειωθῇ αὐτὴ ἡ ἔκτασις καὶ ἡ ὀξύτης τῆς προκλήσεως μὲ τὸ νὰ κατηγορηθοῦν μερικῶς ἢ ὁλικῶς, ἀναλόγως μὲ τὴν θέσιν ποὺ ἐπῆραν τὰ Κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἰδικώτερον οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν, ὅτι ὑπάρχει ἕνα αἴσθημα μνησικακίας, καὶ ἐκδικητικότητος, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀντίθεσιν διὰ τὴν ἀμνήστευσιν τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἦτο κἂν ἀνάγκη κατηγορηματικὰ καὶ μὲ ὅσην δύναμιν ἔχει ὁ καθένας νὰ ἀπαντήσῃ ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὸ ἀσθενὲς αὐτὸ ἐπιχείρημα. Γνωρίζομεν πολὺ καλὰ ὅλοι, καὶ τὸ γνωρίζει πολὺ καλὰ καὶ ὁ λαός, ὅτι ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι διατηρήσωμεν τὸ αἴσθημα τῆς ἐκδικητικότητος καὶ τῆς μνησικακίας ἀπέναντι τῶν ἐγκληματησάντων εἰς τὴν Ἑλλάδα Γερμανῶν καὶ Ναζιστῶν, δὲν πρόκειται οὔτε οἱ νεκροὶ νὰ ἀναστηθοῦν, οὔτε νὰ ἀνακουφισθῇ ὁ πόνος τῶν ἀπορφανισθεισῶν Ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι μία τοιαύτη μνησικακία καὶ ἐκδικητικῆς μορφῆς τιμωρία, δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ ἐκεῖνο ποὺ ἐπιδιώκεται σὰν ἀνθρωπιστικὸ ἀποτέλεσμα αὐτὲς τὶς πραγματικὰ δύσκολες ὧρες ποὺ περνᾶ ὁ κόσμος ἀπὸ τὴν διαγραφομένην Γερμανικὴν ἀπειλήν, ἐναντίον τῆς αἰσιοδοξίας ποὺ ἔνοιωσε ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἀπὸ τὰ πρῶτα ἐπιτυχῆ βήματα τῆς διεθνοῦς ὑφέσεως. Ἡ τιμωρία των ὅμως, πιστεύομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ εἶναι, ἕνας σεβασμὸς καὶ τιμὴ πρὸς τοὺς νεκρούς, ἀλλὰ καὶ προειδοποίησις πρὸς τοὺς ζῶντας, διὰ νὰ ἔχουν ἀνοικτὰ τὰ μάτια διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ἡ ναζιστικὴ θηριωδία. Εἶναι ἀκόμη μία διακήρυξις πρὸς ὅσους βυσσοδομοῦν νὰ ἐγκληματήσουν καὶ πάλι κατὰ τῆς ἀνθρωπότητος, ὅτι δὲν θὰ παραμείνουν ἀτιμώρητοι. Εἶναι ἕνα σοβαρὸ ἀνασχετικὸ μέτρο κατὰ τῶν φασιστῶν ρεβεζιονιστῶν, μία ἀναγκαία ἱστορικὴ προφύλαξις τῆς ἀνθρωπότητος ἀπὸ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ναζιστικῆς ἐγκληματικότητος, ποὺ οἱ κήρυκές της δὲν ἐδίστασαν καὶ προσφάτως ἀκόμη, θρασύτατα νὰ ξαναπροβάλλουν τὸ δολοφονικὸ σῆμα της. Καί, φυσικά, τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς καθάρσεως καὶ τῆς ἀνθρωπιστικῆς καὶ πολιτικῆς ἀμύνης, δὲν ἦταν δυνατόν, παρὰ τὰς παραπλανητικὰς Κυβερνητικὰς διακηρύξεις νὰ τὸ ἐμπιστευθῇ κανεὶς στὴν Κυβέρνησιν τῆς Ὁμοσπόνδου Δυτικῆς Γερμανίας καὶ τὴν δικαιοσύνην της διὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βρεταννὸς ὑπουργὸς κ. Σέλγουϊν Λόϋντ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1957, ὅτι «βαρύνεται μὲ ὡρισμένας πολὺ βασίμους κατηγορίας διὰ σκοπιμότητας, ἔλλειψιν συνειδήσεως καὶ ἀδικαιολόγητον παραβίασιν θεμελιωδῶν κανόνων τοῦ ἀνθρωπισμοῦ». Καὶ ὁ Σὲρ Ρέζιοντλατ Ντίρξιν Βρεταννὸς δικαστὴς στὴ δίκη τῆς Νυρεμβέργης, στὶς 8.12.1959 ἔλεγε περὶ τοῦ γερμανικοῦ δικαστικοῦ σώματος, ὅτι «ἀποτελεῖ τὸ καλύτερο καὶ ἀσφαλέστερο στήριγμα γιὰ τὴν παγίωσιν τῶν ρεβεζιονιστικῶν στοιχείων καὶ τὴν καταδίωξιν τῶν δημοκρατικῶν ὀργανώσεων καὶ παραγόντων». Καὶ ἀπὸ τὴν «Γιούστιτς Τσάϊτσριφτ» τῆς Νυρεμβέργης (Νοέμβριος 1959) πληροφορούμεθα, ὅτι 1.000 περίπου χιτλερικοὶ ἀξιωματοῦχοι ὑπηρετοῦν στὸ δικαστικὸ σῶμα τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, ἐξ ὧν «11 δικασταὶ διευθυνταὶ ὑπουργείων, 17 πρόεδροι ἀνωτέρων δικαστηρίων, 181 εἰσαγγελεῖς, 109 δικασταὶ ἀνωτάτων δικαστηρίων κλπ.». Καὶ ἡ Τσεχοσλοβακικὴ Ἕνωσις ἀντιφασιστῶν ἀγωνιστῶν κατήγγειλεν, ὅτι, ὅπως ἀκριβῶς ἐλέχθη «230 δολοφόνοι μὲ δικαστικὴν τήβεννον», ὑπεύθυνοι διὰ 360.000 δικαστικὰς δολοφονίας ὑπηρετοῦν στὴν γερμανικὴν δικαιοσύνην. Ὅτι ὁ Μπέλμαν, μέγας ἐγκληματίας πολέμου, εἶναι πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Λαὶτ στὸ Ἀννόβερο. Ὁ δήμιος Ρίσελμαν σύμβουλος τοῦ δικαστηρίου τοῦ Χάγκεν. Καὶ ἐπειδὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν Τσεχοσλοβακικὴ μαρτυρία πιθανὸν νὰ εἶναι διαβλητή, ἀναφέρω τὴν Μαύρην Βίβλον τῆς Βασιλικῆς Δανικῆς Κυβερνήσεως, ὅπου μεταξὺ ἄλλων καταγγέλλεται, ὅτι ὁ Δρ Ἔρνστ Κάντερ δήμιος τοῦ Δανικοῦ λαοῦ, εἶναι ἤδη ἀρχιδικαστής, Πρόεδρος τοῦ Ἀνωτάτου Ὁμοσπονδιακοῦ Δικαστηρίου. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ξενίζῃ αὐτὴ ἡ σύνθεσις τῆς Γερμανικῆς Δικαιοσύνης ὅταν ὁλόκληρος ὁ κρατικὸς μηχανισμὸς εἶναι πλημμυρισμένος ἀπὸ Χιτλερικούς. Δὲν ἀναφέρομαι στοὺς στρατηγοὺς κλπ. Μεταφέρω μόνον μίαν πληροφορίαν τῆς «ΝΤ ΑΝΤΕΡΕ ΤΣΑΪ ΤΟΥΓΚ» (Ἀμβοῦργον 10.10.59), ὅτι ἐπὶ 519 βουλευτῶν 25% τοὐλάχιστον εἶναι μέλη τοῦ Ναζιστικοῦ Κόμματος καὶ ἄλλων ὀργανώσεών του. Δὲν ἀναφέρω ὑπουργούς, τὸ πρόσφατο σκάνδαλο Ἀμπερλεντὲρ κλπ. Ἀρκοῦμαι στὴν καταγγελία, ὅτι ὁ δρ. Χὰνς Γκλόμπε, ὑπουργὸς παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ, εἶναι ὁ ἐμπνευστὴς καὶ συντάκτης τῶν νόμων δυνάμει τῶν ὁποίων «ἡ τιμὴ καὶ ἡ περιουσία τῶν φυλετικῶς στιγματισμένων «νομίμως» περιείρχετο στὸ ἔλεος τοῦ Ναζιστικοῦ Κόμματος». Καὶ συμπληρώνω, ὅτι δι’ αὐτῶν ὁ σοσιαλιστὴς δρ. Ἄρυτ ἐδήλωσεν, ὅτι «σαστίζω ὅταν ἀναλογίζωμαι πόσες ἐγκληματικὲς πράξεις τοῦ ἰδίου (τοῦ Γκλόμπε) θυμᾶμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος». Ἰδοὺ ποῖα γεγονότα ἐξουδετερώνουν κἄθε καλὴν διάθεσιν νὰ γίνῃ πιστευτὴ ἡ Δυτικὴ Γερμανία ὅτι, διακηρύσσει, φραστικῶς, τὴν ἀντίθεσίν της πρὸς τὸν ναζισμόν, ἀποδοκιμάζει τὴν εἰσβολὴν καὶ στηλιτεύει τὰ ἐγκλήματα. Ἰδοὺ διατὶ ὁ πρωσσικὸς ρεβεζιονισμός, εἰς σκεπτικισμὸν ἐνέβαλε τὰ πρῶτα μεταπολεμικὰ χρόνια, σκεπτικισμὸν ποὺ μετεβλήθη σὲ ἀγωνιώδη ἐπαγρύπνησιν μετὰ τὴν νέαν προκλητικὴν ἐμφάνισιν τῶν ἀγκυλωτῶν σταυρῶν στὴν κοιτίδα τῆς πρώτης ἐγκληματικῆς ἐξορμήσεώς τους, ἐνῷ ἡ Δυτικὴ Γερμανία ἐπαναλαμβάνει καμουφλαρισμένο τὸ χιτλερικὸ σύνθημα τοῦ «ζωτικοῦ χώρου» ὑπὸ μορφὴν χώρων ἐκπαιδεύσεως κλπ., βάσεων δηλαδή, στὴν Ἱσπανία, ἐδῶ καὶ ὅπου ἀλλοῦ. Καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐν ὀνόματι «γενικωτέρων λόγων καὶ σκοπιμοτήτων», ὑπέκυψεν εἰς μίαν διαρκῆ γερμανικὴν πίεσιν καὶ ἠμνήστευσε τοὺς Γερμανοὺς ἐγκληματίας πολέμου, ἀντὶ εἰς τὰς γερμανικὰς ἀπαιτήσεις ν’ ἀντιδιαπραγματευθῇ προβάλλουσα τὰς ἑλληνικὰς ἀποζημιώσεις κλπ. Ἀντὶ τούτου ἐδέχθη, τελευταῖον κρῖκον στὴν σειρὰ τῶν πρὸς τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν παραχωρήσεων, ὡς γερμανικὴν προσφοράν, καὶ ὄχι ὡς ἑλληνικὴν ἀπαίτησιν, τὰ ψιχία 115 ἑκατομμυρίων μάρκων. Βεβαίως, ὅλων αὐτῶν προηγήθησαν, οἱ Ἑλληνογερμανικὲς συμφωνίες, ἡ ἀμνήστευσις, ἡ συμφωνία ἐγκαταστάσεως. Καὶ ἐσχάτως ἦλθε καὶ ὁ Γερμανὸς ὑπουργὸς Ἀμύνης κ. Στράους. Πανίσχυρο τὸ γερμανικὸ κεφάλαιον εἰσβάλλει εἰς τὴν Ἑλλάδα, σὲ συνδυασμὸ μὲ μία πρόσδεσιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς πολιτικοστρατιωτικὰς ἐπιδιώξεις τῆς Δυτικῆς Γερμανίας. Ἀπὸ τὴν Βόννην ξεκινοῦν οἱ κρωγμοὶ διὰ νὰ σκιάσουν τὴν παγκόσμιον αἰσιοδοξίαν ποὺ προκαλοῦν τὰ πρῶτα βήματα πρὸς τὴν διεθνῆ ὕφεσιν. Καὶ μὲ αὐτοὺς ἑνώνονται αἱ προσπάθειαι ὅσων φοβοῦνται τὴν ἐπικράτησίν τους, ὡς τάφον τῆς ἰδικῆς των πολιτικῆς ὑπάρξεως, ὅπως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Εἶναι ἐκδηλώσεις αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἄμεσον συνέπειαν εἰς τὴν χώραν μας. Διότι αὐτὴ ἡ πολιτικὴ τῆς προσκολλήσεως εἰς τὴν γερμανικὴν πολιτικὴν ἔχει πολλὰς ἐπιπτώσεις καὶ εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας καὶ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας καὶ ἰδίως εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν δημοκρατικῶν ἐλευθεριῶν. Ὑπεστηρίχθη, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξομαλύνωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῶν σχέσεων τῶν δύο χωρῶν. Ἀλλὰ ἂν τοῦτο ἦτο εἰλικρινὲς δὲν θὰ ἐβλέπαμε μὲ πλήρη ἔλλειψιν εὐαισθησίας εἰς ἄλλας προτάσεις φιλικοῦ διακανονισμοῦ, ὅπως αἱ προτάσεις Στοΐκα, Βουλγαρίας κλπ. Ὁσάκις ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὴν πλευράν μας τοῦτο ἢ καὶ ἀπὸ ἄλλα Κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀμέσως ἠκούσαμεν τὴν κατηγορίαν, ὅτι ὑποστηρίζομεν τὴν Βουλγαρίαν. Ὅσοι ἐκτοξεύουν αὐτὴν τὴν κατηγορίαν φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχουν μνήμην ἢ ὅτι ἔχουν χαλαρωμένην τὴν καρδίαν.
§110Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ποῖοι ἔχουν χαλαρωμένην τὴν καρδίαν;
§111Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ἡ χώρα μας ὑπέστη δύο βουλγαρικὰς εἰσβολάς. Τὸ 1915 καὶ τὸ 1941. Καὶ αἱ δύο εἰσβολαὶ ὅμως ἔγιναν μὲ τὴν ἔμπνευσιν, ἐπίνευσιν, ὀργάνωσιν καὶ πλήρη συμπαράστασιν τῆς Γερμανίας Καϊζερικῆς καὶ Χιτλερικῆς. Καὶ ὅμως, ἐνῷ πλουσίαν ἀγαθότητα ἐπιδεικνύει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν, ἑρμητικῶς κλείει τὰ ὦτα εἰς τὰς προτάσεις αὐτάς.
§112Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διὰ νὰ εὕρῃ τὴν ἑπομένην τοῦ πολέμου ἄλλοθεν προστασίαν, ὥστε νὰ μὴ ὑποστῇ κυρώσεις.
§113Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ λησμονῶμεν τὰς πράξεις ἐκείνας διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι τίποτε ριζικῶς δὲν ἄλλαξεν εἰς τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν, ἐνῷ κἄτι ἄλλαξεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ ἐπιβάλλει νὰ προσέξωμεν καὶ τὴν πλευρὰν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ἐκτοξεύωνται κατηγορίαι εἰς ὅσους τὸ ὑποδεικνύουν.
§114Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς ὑποθέσεως, θέλετε νὰ καταλήξετε ἐκεῖ. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρίφτη, ὑποστηρίζετε τὴν Βουλγαρίαν;
§116Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διότι μὲ ἐλαχίστην προσοχὴν μὲ ἐτιμήσατε.
§117Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. ..... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος). (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ πολύ, καθῆστε. Κύριε Πρίφτη, μὲ τὰ ὅσα λέγετε ὀξύνετε τὴν συζήτησιν.
§119Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἠναγκάσθην νὰ κάμω ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτὴν τὴν τοποθέτησιν, διότι ἐπὶ τέλους εἶναι ὥρα μὲ ἁπλᾶ λόγια νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀντεμετώπισεν μέσα εἰς τὸ κλῖμα τῆς γενικῆς ψυχροπολεμικῆς νοοτροπίας, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν χώραν.
§120Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. ..... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος). (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τελειώνετε, κ. συνάδελφε.
§122Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, μὲ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔχω, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς δὲν εἶναι θέμα κραυγῶν καὶ ὕβρεων. Εἶναι θέμα πράξεων καὶ πράξεις ἡμεῖς ἔχομεν πολλὰς νὰ ἐπιδείξωμεν.
§123Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Βεβαίως εἶναι θέμα πράξεων, ἀλλὰ καὶ ἕκαστος πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὸν ἑαυτόν του.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐπάθατε ἀπόψε, κ. Πρίφτη; Πρώτην φορὰν εἶσθε ὀξὺς κατὰ τὴν ὁμιλίαν σας. Ἐκάματε ὕμνους διὰ τὴν Βουλγαρίαν κλπ.
§125Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Λάθος κάμνετε. Θὰ ἔκαμνα ὕμνον, κ. Πρόεδρε, ἐὰν σᾶς ἔλεγα, ὅτι κάμνω μνημόσυνον εἰς τὸν Βόλγα ἢ τὸν Συμεώνα. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀμνήστευσις αὐτὴ καὶ καθ’ οἷον τρόπον μάλιστα ἔλαβε χώραν, τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου δὲν χωρεῖ συζήτησις, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ἀληθῆ προσβολὴν, βαρυτάτην μάλιστα, κατὰ τῆς ἑλληνικῆς φιλοτιμίας. Τὰ διατρέξαντα μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Μέρτεν δικαιολογοῦν ἀκόμη περισσότερον τὴν ἐπανασυζήτησιν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 4016)59 πρὸς ἀκύρωσίν του. Διότι διὰ τῆς ἐν Γερμανίᾳ ἀπελευθερώσεώς του ἐτραυματίσθη τὸ γόητρον καὶ τὸ κῦρος τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας καταδικαστικὴ ἀπόφασις ἐτέθη οὐσιαστικῶς ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τοῦ τελευταίου γερμανοῦ ἀνακριτοῦ. Ἐὰν ἐπὶ τέλους λόγοι γενικώτεροι, ὅπως ἐπικαλεῖται ἡ Κυβέρνησις, ἐπέβαλον τὴν ἀπόλυσιν αὐτὴν τοῦ Μέρτεν, ὑπῆρχεν ἡ διαδικασία τῆς χάριτος ὥστε νὰ φύγῃ ὁ Μέρτεν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα μὲ τὸ στίγμα καὶ ὄχι νὰ ἀμνηστευθῇ διὰ νὰ ἰσχυρίζεται εἰς τὴν πατρίδα του, ὅτι σκοπίμως καὶ μόνον κατεδικάσθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Πιστεύομεν, ὅτι τὰ μέτρα αὐτὰ πέραν τῆς προσβολῆς πρὸς τὴν μνήμην τῶν θυμάτων ἔχουν ὡς ἐπακόλουθον τὴν ἄμβλυνσιν τῆς ἱστορικῆς μνήμης. Καὶ κατόπιν ὅλων αὐτῶν νομίζομεν, ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ εἴπωμεν ἀνακεφαλαιοῦντες, διατὶ εἰσηγούμεθα τὴν κατάργησιν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 4016)59. Συμπληρώνω μόνον, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν εἴπει κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν συζήτησιν, ὅτι «καθορίζομεν τὸ περίγραμμα τῆς ἰδικῆς μας πολιτικῆς, δι’ ὅσων κατὰ τῆς ἀμνηστεύσεως τῶν ἐγκληματιῶν ὑποστηρίζομεν». Θὰ ἦτο ἀκριβέστερος ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι ἐπισημαίνομεν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι θὰ προκύψουν ἐξ αὐτῆς. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα μᾶς ὑποχρεώνει νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὰ λόγια τοῦ Εὐριπίδου «Ὄλβιος ὅστις τῆς Ἱστορίας ἔσχε μάθησιν». Τῆς ἱστορίας ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ὁδηγὸς τῶν Ἐθνῶν, τῆς ἱστορίας ποὺ μᾶς τονίζει, ὅτι ἐν ὀνόματι σκοπιμοτήτων δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ λησμονῶμεν τὰς ἐνδοξοτέρας σελίδας τῆς ἱστορίας μας, ποὺ κορυφώνονται μὲ τὸ ἔπος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§126Ι. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, βεβαίως, ἡ καιροφυλακτοῦσα πλειοψηφία εἰς τὸ καφενεῖον θὰ ἐφορμήσῃ εἰς τὴν κατάλληλον στιγμήν, νὰ ἀπορρίψῃ τὴν πρότασίν μας, περὶ ἀκυρώσεως τοῦ Ν. Δ. 4016)59.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί εἶναι αὐτά, κύριε συνάδελφε; Ἀρχίζετε τὸν λόγον σας μὲ τὸ «καιροφυλακτεῖ ἡ πλειοψηφία». Ποῦ τὴν εἴδατε, ὅτι εἶναι εἰς τὸ καφενεῖον; Λυποῦμαι πάρα πολύ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή; Δὲν εἶναι κανεὶς εἰς τὸ καφενεῖον. Αὐτοὶ εἶναι. Ἐκάματε καμμίαν διαπίστωσιν καὶ εἴδατε νὰ καιροφυλακτῇ ἡ πλειοψηφία εἰς τὸ καφενεῖον; Δὲν εἶναι πρόλογος αὐτός.
§128Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§129Ι. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ. Κύριοι, ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἐθνικὴν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Ν. Δ)τος περὶ μὴ διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Θὰ πρέπει νὰ ἐνθυμῆται ἡ Βουλή, ὅτι εἰς τὸν νόμον 3933)59 ἐτέθη ἡ βασικὴ προϋπόθεσις τῆς ἀναστολῆς τῆς διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, ὅτι θὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς διώξεως αὐτῶν εἰς τὴν Γερμανίαν.
§130Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Δὲν ἐτέθη κανεὶς ὅρος. Ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, ὡς κατετέθη.
§131Ι. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ. Ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ νόμου.
§132Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Εἴπατε τί ἔκαμεν ἡ πλειοψηφία.
§133Ι. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ. Ἡ Ὁλομέλεια, κ. Ὑπουργέ, ἐδέχθη ὡς βασικὴν προϋπόθεσιν διὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου ἐν Ἑλλάδι τὴν ἔναρξιν τῆς διώξεως τούτων ἐν Γερμανίᾳ. Τοῦτο ἀναφέρεται ρητῶς εἰς τὸν νόμον. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔφερε πρὸς ψήφισιν τὸ ὑπὸ ἀκύρωσιν Ν. Δ. διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεστέλετο ἡ δίωξις τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ εἰδικώτερον τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω, ἐξέφρασε τὰς ἀνησυχίας της, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀμνηστίας καὶ οὐχὶ ἀναστολῆς τῆς διώξεως. Τότε, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συσχετίζων τὸν Ν. 3933)59 μὲ τὸ Ν. Δ. 4016)59 ποὺ ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35, εἶπεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Θὰ ἐνόμιζε κανείς, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαίας διαφορᾶς, ἐνῷ μοναδικὸς σκοπὸς τῆς νέας διατάξεως εἶναι ν’ ἀποφεύγεται ἡ δημιουργία παρεξηγήσεων μέσα εἰς τὸν Γερμανικὸν λαόν», ὡς προκύπτει ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς 21.10.59: «...... (ἀναγινώσκει).....». Ἡ Κυβέρνησις δηλ. ἐνδιεφέρθη διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ καμμία παρεξήγησις εἰς τὸν Γερμανικὸν λαόν. Ἐξέχασεν ὅμως νὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ὑπέστη τόσας δηώσεις καὶ σφαγὰς ἀπὸ τοὺς Γερμανούς. Ὅλες αἱ διαβεβαιώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ διεψεύσθησαν ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἡ πρόβλεψις καὶ ἡ ὑπόσχεσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ ἐγκληματίαι πολέμου θὰ διωχθοῦν ἐν Γερμανίᾳ διεψεύσθησαν. Οὐδεὶς Γερμανὸς διώκεται εἰς Γερμανίαν. Ἡ διαβεβαίωσις τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῆς Στουτγάρδης πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἤρξατο ἡ δίωξις τοῦ Μαξιμιλιανοῦ Μέρτεν 20 ἡμέρας πρὶν φθάσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπεδείχθη ἀναληθὴς καὶ ὁ Μέρτεν μόλις ἔφθασεν εἰς τὴν Γερμανίαν ἀφέθη ἐλεύθερος. Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ ἀκύρωσιν Ν. Δ., ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ Ν. Δ., δὲν ἐπιθυμεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ εὐνοήσῃ πρόσωπόν τι, ἀλλ’ ὅτι ἔλαβε μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, διότι, σέβεται μίαν κυρίαρχον χώραν, ὡς ἡ Δυτικὴ Γερμανία. Ἐὰν ἐζήτει τι περισσότερον μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις τοῦτο θὰ ἀπετέλει προσβολὴν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Δυτικῆς Γερμανίας. Ἡ ἀρχὴ τοῦ σεβασμοῦ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων μιᾶς χώρας εἶναι ἀρχὴ σεβαστὴ παρ’ ὅλων, ἐὰν ὅμως καὶ ἐφ’ ὅσον ταὐτοχρόνως ἰσχύει καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀμοιβαιότητος. Ἡ Δυτικὴ Γερμανία ὅμως δὲν ἐσεβάσθη τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ὑπελόγισε τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης περὶ τοῦ Μέρτεν καὶ ἀσφαλῶς ἤδη ὁ Μέρτεν ὄχι μόνον εἶναι ἐλεύθερος, ἀλλ’ ἴσως ἀνέλαβε καὶ πάλιν καὶ πάλιν καθήκοντα εἰς τὴν Γερμανικὴν Δικαιοσύνην. Θὰ ἦτο ἐντιμοτέρα πολιτικὴ πρᾶξις ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὐθαρσῶς ἔλεγεν, ὅτι ἐπεθύμει τὴν ἀμνήστευσιν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Τότε δὲν θὰ κατερρακοῦτο τὸ ἐθνικόν μας γόητρον, ὅπως κατερρακώθη σήμερον καὶ δὲν θὰ καταργεῖτο ἡ ἐθνική μας κυριαρχία. Τὸ Ν. Δ. 4016)59 ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Ὁλομελείας τῆς Βουλῆς ποὺ διετυπώθη εἰς τὸν Ν. 3933)1959. Δι’ αὐτό, κ. Βουλευταί, φέρομεν τὸ Νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα πρὸς ἀκύρωσιν. Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἡ πλειοψηφία ὑπεστήριξεν, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μας, οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωμεν. Μὲ τὴν νοοτροπίαν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀληθές, ὅτι οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωμεν. Ἐάν, ὅμως, ἡ Δυτικὴ Γερμανία ἔχῃ πράγματι ἀποναζιστικοποιηθῆ, θὰ πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν δίωξιν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διότι μόνον τοιουτοτρόπως θὰ περισωθοῦν τὰ κατάλοιπα τοῦ ἐθνικοῦ μας γοήτρου. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἀντενάουερ ἐκίνησε γῆν καὶ οὐρανὸν διὰ νὰ σώσῃ τοὺς ζῶντας ἐγκληματίας πολέμου. Πολὺ γρήγορα θὰ διασώσῃ καὶ τὴν μνήμην τῶν νεκρῶν Γερμανῶν διὰ τῆς ἱδρύσεως νεκροταφείου ἐν Ἑλλάδι πεσόντων γερμανῶν. Ἡ Ἑλληνική, ὅμως Κυβέρνησις, ἐξέχασε τοὺς Ἕλληνας. Ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τοὺς Γερμανοὺς φασίστας, τοὺς ἔχει καταδικάσει εἰς ἀργὸν θάνατον τῆς φυλακῆς καὶ τῆς ἐξορίας. Ἔχομεν ἐλάχιστον χρέος πατριωτικὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν ὑπὸ κρίσιν πρότασιν καὶ νὰ ἀκυρώσωμεν τὸ νομοθετικὸν διάταγμα περὶ ἀμνηστεύσεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Τὸ ζητεῖ αὐτὸ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τὸ ζητοῦν οἱ νεκροί μας, τῶν ὁποίων τὰ κόκκαλα τρίζουν ἐξ αἰτίας τοῦ νομοθετικοῦ τούτου διατάγματος.
§134Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ γνώμη ἡ ἰδική μας εἶναι ἡ ἑξῆς: Δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοθετήματος προερχομένου ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὁποίου τέμνονται αἱ νομικαὶ διαφοραί, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζονται νομικαὶ σχέσεις. Ἡ φύσις τοῦ νομοθετήματος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον τυπικῶς ὑποβάλλεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι εὐρυτέρα. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία ἐκδήλωσις τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος, δὲν λέγω τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ὑπεράσπισιν Ἐθνικῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Τὰ πάντα ρεῖ εἰς τὸν κόσμον. Ἐγένετο λόγος, ἐχρησιμοποιήθη ἔκφρασις τοῦ Εὐριπίδου. Χρησιμοποιῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἀφορισμὸν τοῦ Ἡρακλείτου «τὰ πάντα ρεῖ». Τίποτε δὲν εἶναι στατικὸν εἰς τὸν κόσμον καὶ τίποτε δὲν εἶναι στατικὸν εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ κρατῶν. Συνεπῶς καὶ κράτη, τὰ ὁποῖα ἐπολέμησαν ἐναντίον ἀλλήλων δὲν διετήρησαν ποτὲ εἰς τὴν ἱστορίαν ὡς παντοτεινὴν κατάστασιν τὸ μῖσος, τὴν ἔχθραν, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἡ πολεμικὴ κατάστασις. Αὐτὸ συμβαίνει ἐν προκειμένῳ σήμερον καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Γερμανίαν. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς ἐξέτασιν διεθνῶν πολιτικῶν θεμάτων ἢ διεθνῶν πολιτικῶν σχέσεων. Ὀφείλω ὅμως νὰ σημειώσω, ἐπειδὴ καὶ ἀπὸ μέρους τῆς ΕΔΑ, διὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ κατελθόντος ἀπὸ τὸ βῆμα ἐσημειώθη, ἀδιάφορον ἐὰν ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τοῦ θέματος, ἐφ’ ὅσον ἐσημειώθη, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐντὸς τοῦ θέματος ἀπαντῶν. Ἐσημειώθη, ὅτι τάχα εἰς τὴν Βουλγαρίαν ἐπῆλθε μία μεταβολὴ ἀπὸ ἀπόψεως ἐσωτερικῆς συνθέσεως, ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῶν ἰδεῶν, ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρας κατευθύνσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς ΕΔΑ ὀφείλει νὰ γεννᾶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Ἑλλάδα οὐδένα διατρέχομεν κίνδυνον ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας καὶ μόνον πρέπει νὰ τοὺς θεωροῦμεν ὡς φίλους, ὡς καλοὺς γείτονας. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἄποψις αὐτὴ τῆς ΕΔΑ μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ παρατηρήσω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μας θέσεως, κρίσεως τῶν θεμάτων, ὅτι εἰς τὴν Γερμανίαν ἐπῆλθε μία οὐσιώδης μεταβολὴ ἐσωτερικῆς συνθέσεως καὶ πολιτικῆς καταστάσεως καὶ διεθνοῦς προσανατολισμοῦ, ὁ ὁποῖος τό γε νῦν ἔχον τὴν σημερινὴν κατάστασιν ἀντιμετωπίζει τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Μᾶς ἐμπνέει τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα σήμερον καὶ μὲ τὴν μεταβολήν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὴν Γερμανίαν δυνάμεθα, δικαιούμεθα νὰ θεωρῶμεν τὴν Γερμανίαν σήμερον, ὅπως εἶναι, φίλην, καὶ αἱ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Γερμανίαν νὰ κανονίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας αὐτῆς ἰδέας, τῆς νέας αὐτῆς κατευθύνσεως. Τοῦτο ἐκδηλοῦται ἐκ τοῦ ὅτι καὶ αἱ δύο χῶραι καὶ ἡ Γερμανία καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀνήκουν εἰς τὸ ΝΑΤΟ καὶ τὸ ΝΑΤΟ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἀμυντικὴ ὀργάνωσις τῶν ἐλευθέρων λαῶν ἔναντι ἐνδεχομένου κινδύνου, εἴτε ὑπαρκτοῦ, εἴτε ἀνυπάρκτου σήμερον, ἔναντι τῶν Ἀνατολικῶν Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα περιλαμβάνεται καὶ ἡ Βουλγαρία. Ἐνισχύοντες λοιπὸν τὴν πολιτικήν μας θέσιν ἔναντι τῆς Γερμανίας δὲν κάμνομεν, κ. Πρόεδρε, καμμίαν ὑποχώρησιν, καμμίαν ἀπεμπόλησιν, οὔτε ἑλληνικῶν συμφερόντων, οὔτε ἑλληνικῆς ἀξιοπρεπείας. Ἐξυπηρετῶμεν καὶ τὰ κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν καλῶς νοούμενα ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ τὰ συμφέροντα αὐτὰ συνίστανται καὶ εἰς πολιτικὴν ἀλληλεγγύην μὲ τὴν Γερμανίαν καὶ εἰς ἐνδεχομένην πολεμικὴν ἀλληλεγγύην μὲ τὴν Γερμανίαν ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρὸν εἰς οἰκονομικὴν ἀλληλεγγύην μὲ τὴν Γερμανίαν. Καὶ συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον τὸ νομοθέτημα κυρίως ἀφορᾷ τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος, ὑποβάλλεται μὲν τυπικῶς ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλά, νομίζω, ὅτι εὑρίσκει συμφώνους ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς τὸ πῶς ὁ ἐλεύθερος κόσμος θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ἀμύνης ἐναντίον τοῦ Ἀνατολικοῦ Μπλόκ. Ἐλέχθη, ὅτι τάχα ἡ ἀπόρριψις ἢ καταψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς παράδειγμα εἰς μέλλοντα τυχὸν πόλεμον πρὸς ἐκφοβισμὸν τάχα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν πάλιν διαθέσεις μιμούμενοι τὰς συστάσεις τῆς Γερμανίας νὰ προβοῦν εἰς ἀνάλογα ἐγκλήματα ὅπως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διέπραξαν οἱ ναζισταί κατακτηταὶ τῆς Ἑλλάδος. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε μοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ γίνῃ πόλεμος καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ ὑπάρξουν ἐγκληματίαι πολέμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ τρέλλα τοῦ οἱουδήποτε δικτάτορος, καὶ λέγω δικτάτορος, διότι δὲν ἀποβλέπω εἰς συγκεκριμένην τινὰ περίπτωσιν, διότι εἰς δημοκρατίας μὲ τὰ ὑφιστάμενα πολεμικὰ μέσα εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ ἐπιχειρηθῇ ἐπιθετικὸς πόλεμος. Ἑπομένως, δοθέντος ὅτι εἴμεθα τῆς γνώμης, ὅτι πόλεμος δὲν γίνεται, πιστεύομεν, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ἐγκληματιῶν πολέμου, ἄρα οὔτε περίπτωσις διώξεως αὐτῶν. Ἡ ἄποψις ἡ ἰδική μας ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Χρουτσώφ, δημοσιευθείσας πρὸς ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὰς ἐφημερίδας κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἀνατολικοῦ Μπλόκ, ἐὰν ὀρθῶς ἀπεδόθησαν αἱ γνῶμαι του εἰς τὰς ἐφημερίδας, εἶπεν, ὅτι ὁ πόλεμος θὰ ἀνήκῃ ὡς ἱστορικὴ ἀνάμνησις εἰς τὴν ἱστορίαν. Δοθέντος, ὅτι τὰ πράγματα ἐξελίσσονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νομίζω, ὅτι καὶ τὸ ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα ἀνασχετικὸν ἐπαναλήψεως παρομοίων ἐγκληματικῶν πράξεων δὲν εὐσταθεῖ. Καὶ ἐπειδὴ νομίζομεν, ὅτι αἱ πολιτικαί μας σχέσεις μὲ τὴν Γερμανίαν πρέπει νὰ τονωθοῦν καὶ ἐπὶ θυσίᾳ ἀνυπάρκτῳ ἐλέχθη ἀπὸ τὸ βῆμα, ὅτι ἡ Γερμανικὴ δικαιοσύνη δὲν ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην. Δὲν θέλω νὰ τὸ κρίνω, διότι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ θέμα. Μήπως πρόκειται τάχα ἡμεῖς νὰ δώσωμεν ἐγκληματίας εἰς τὴν Γερμανίαν διὰ νὰ τοὺς δικάσῃ; Καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι τὸ ψηφίζω τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἐψήφισα καὶ τότε διὰ νὰ τονώσω τὴν ἀνάγκην φιλικῶν σχέσεων μὲ τὴν Γερμανίαν. Δὲν πρόκειται τάχα νὰ ἔλθουν ἐγκληματίαι γερμανοὶ τοὺς ὁποίους νὰ δικάσωμεν. Ἔχομεν ἐξ ἄλλου τὸ προηγούμενον τοῦ Μέρτεν καὶ τοῦ Κόλβες. Δὲν εἶναι ζήτημα συζητήσεως τὸ ὅτι διέφυγε, ἀλλὰ ἀξίζει τὸν κόπον νὰ διακυβεύωμεν τὴν φιλίαν μὲ μίαν μεγάλην δύναμιν, ὅπως ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία ἐξελίσσεται εἰς πρώτης τάξεως δύναμιν μὲ τὸ νὰ σκοτώσωμεν ἔστω ἕνα γερμανόν; Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κ. Πρόεδρε, τάσσομαι ἐναντίον τῆς προτάσεως νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ὑπὸ ψήφισιν Νομοθετικοῦ Διατάγματος.
§135Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Μπακόπουλον ἤθελα νὰ δώσω. Δὲν ἐπερίμενα τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸν κ. Μπακόπουλον, ὅτι θὰ παρεξήγει αὐτὰ ποὺ εἶπα. Διότι βλέπω, ὅτι πάντοτε παρακολουθεῖ μὲ προσοχήν. Γνωρίζω καὶ τὸ ἐτόνισα, ὅτι ἡ ἀναφορὰ καὶ μόνον εἰς τὴν λέξιν Βουλγαρία εἶναι δυνατὸν πάντα νὰ δημιουργῇ παρεξηγήσεις καὶ δυστυχῶς παρὰ τὴν σαφήνειαν τῆς σχετικῆς περικοπῆς τῆς ὁμιλίας μου ἐδημιούργησε παρεξήγησιν. Ἐὰν ἀνεφέρθην εἰς αὐτό, ἀνεφέρθην κατὰ σαφῆ καὶ κατηγορηματικὸν τρόπον διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ στερεῖται συνεπείας. Διότι ἀπὸ κοινοῦ ἡ Γερμανία καὶ ἡ Βουλγαρία ἔκαμαν τὴν εἰσβολὴν τοῦ 1915–1916 καὶ τοῦ 1941. Καὶ ἐνῷ ἡμεῖς ἀσκοῦμεν πολιτικὴν ἐξομαλύνσεως πρὸς τὴν μίαν πλευρὰν ἐκ τῶν κοινοπρακτησάντων εἰσβολέων, ἡ ἀσκουμένη πρὸς τὴν ἄλλην πλευρὰν εἶναι ἑρμητικῶς κλειστή. Καὶ δὲν ἀποδέχονται οὔτε οὐσιαστικῶς τὴν ἔναρξιν συνομιλιῶν. Τονίζων, ἀκριβῶς μὲ αὐτὰ τὰ λόγια τὸ γεγονὸς αὐτό, ὑπεγράμμισα, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν λάβει ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι καὶ εἰς τὴν χώραν αὐτὴν κάτι ἄλλαξε καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀσυνέπεια αὐτὴ εἰς τὴν ἀσκουμένην πολιτικήν. Καὶ θὰ ἔπρεπε μὲ τὸν ἴδιον τρόπον νὰ ἀντιμετωπίζωμεν ἀμφοτέρας τὰς χώρας διὰ νὰ ὑπάρχῃ συνέπεια. Ὅταν λοιπὸν τόσον πλουσιοπαρόχως ἀποδίδομεν κάτι πρὸς τὴν μίαν κατεύθυνσιν, τὸ συμφέρον μας ἐπιβάλλει κατανόησιν καὶ πρὸς τὴν ἄλλην.
§136Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς οὐδεμίαν παρεξήγησιν περιέπεσα. Τοὐναντίον ἡ τελευταία παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου, ἐνισχύει τὴν ἄποψιν, ὅτι ὀρθῶς εἶχα θέσει τὰ ζητήματα. Γίνεται νύξις περὶ μεταβολῆς εἰς τὴν Βουλγαρίαν ἡ ὁποία θὰ ἐπέβαλε, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν τελευταίαν του φράσιν, ἴσην πολιτικὴν γραμμὴν ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸς τὴν Γερμανίαν καὶ πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Καὶ εἶπεν, ὅτι ἐὰν ἔγινε μεταβολὴ εἰς τὴν Γερμανίαν, ἔγινεν ἀνάλογος μεταβολὴ καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Καὶ λέγει, ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔγινε καὶ εἰς τὰς δύο χώρας μεταβολή, διατὶ ἡ διάφορος πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος; Εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ θίξω θέμα διεθνοῦς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος σήμερον. Ἐπειδὴ γίνεται ὅμως ἡ πρόκλησις ἐκ μέρους τῆς ΕΔΑ, ἀπαντῶ, ὅτι μὲ τὴν Γερμανίαν σήμερον εὑρισκόμεθα παράπλευροι εἰς κοινὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἐλευθέρου κόσμου, ἐνῷ μὲ τὴν Βουλγαρίαν εὑρισκόμεθα εἰς ἀντίθεσιν, διότι φοβούμεθα, ὅτι καὶ ἐκεῖθεν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ κόσμου. Εἴμεθα ἀλληλέγγυοι μὲ τὸν ἐλεύθερον κόσμον, δὲν εἴμεθα ἀλληλέγγυοι μὲ τοὺς ἄλλους.
§137Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶχα σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἀπόψε, διότι εἶχον ἐκθέσει τὰς ἀπόψεις μου, συζητουμένου τοῦ Ν. Διατάγματος. Ἐπηκολούθησαν ἔκτοτε τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχον ἴσως τὴν ἀφορμὴν νὰ ἀναφέρω ἐξ ἀφορμῆς συγκεκριμένων ἄλλων θεμάτων πολιτικῶν καὶ ὄχι τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ διατάγματος. Μόνον ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μπακοπούλου, μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διὰ νὰ δηλώσω, ὅτι εἰς τὸ θέμα αὐτὸ δὲν εἶμαι ἀλληλέγγυος μὲ τὸν «φιλελεύθερον δημοκρατικὸν κόσμον», τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ ὁ κ. Μπακόπουλος.
§138Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἐκπροσωπῶ, τοῦ ὁποίου ἀποτελῶ ἕνα μόριον.
§139Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πράγματι, κ. Πρόεδρε, θὰ ἦτο ὑπερβολὴ ἀπαράδεκτος, τοὐλάχιστον δι’ ἐμέ, νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ σημερινὴ Δυτικὴ Γερμανία εἶναι φασιστικὴ Γερμανία. Εἶναι ὑπερβολή, διότι γνωρίζω, ὅτι ἐκδηλώσεις ὑπάρχουν ἄπειροι, ἀποδεικνύουσαι, ὅτι μέσα εἰς τὴν νέαν Γερμανίαν ὑπάρχει ρεῦμα μέγα ὑπὲρ πραγματικῆς δημοκρατίας, ρεῦμα ὑπὲρ καὶ τοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ ἀντίθετον πρὸς τὰ ὅσα ἔπραξεν ἢ ἐκπροσωπεῖ ὁ ναζισμός. Θὰ ἦτο ἐξ ἴσου ὑπερβολή, ἀλλὰ πολὺ μεγαλυτέρα νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἰς τὴν Δ. Γερμανίαν εἶναι ἀνύπαρκτον τὸ φασιστικὸν πνεῦμα. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰ ὅσα οἱ ἴδιοι οἱ προοδευτικοὶ Γερμανοὶ λέγουν περὶ τοῦ πνεύματος, τοῦ ὑπάρχοντος εἰς τὴν Γερμανίαν. Καὶ θὰ ἦτο ἀπαράδεκτον νὰ ἐθεωρεῖτο, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ πνεῦμα αὐτό, διότι πράγματι ὑπάρχει καὶ εἶναι ρεῦμα ἱστορικὸν μέσα εἰς τὴν Γερμανίαν, τοῦ ὁποίου τὸ γέννημα ὑπῆρξεν ὁ ἐθνικοσοσιαλισμός. Δὲν ὑπῆρξεν ὁ ναζισμὸς ἕνα φαινόμενον τελείως παροδικόν, οὔτε φαινόμενον ξένον πρὸς τὸ γερμανικὸν ἔθνος. Ἑπομένως εἶναι ἕνα ρεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ μίαν δύναμιν παγίαν μέσα εἰς τὴν Γερμανίαν, τὸ ὁποῖον ἐκυριάρχησεν ἐπὶ πολὺ χρονικὸν διάστημα καὶ εἶναι μοιραῖον νὰ ἔχῃ ἀφήσει βαθύτατα ἴχνη, δεδομένου ἄλλωστε, ὅτι τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐξυπηρετεῖ, δὲν ἔχουν ἐκλείψει καὶ ἀντιθέτως κυριαρχοῦν εἰς τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν. Ἀλλὰ μέσα εἰς τὴν χώραν αὐτήν, ὅπως εἰς κάθε ἄλλην, ὑπάρχει πάλη μεταξὺ ρευμάτων προοδευτικῶν καὶ ἀντιδραστικῶν, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι τὸ σύνολον δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς χιτλερικὸν ἢ ἀντιδραστικόν, ἀλλ’ οὔτε ὅτι δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν καλὰς σχέσεις μὲ τὸ σύνολον αὐτό, διότι ὑπογραμμίζομεν πότε τὰς ἀντιδραστικὰς καὶ πότε τὰς προοδευτικὰς τάσεις τῶν πολιτικῶν αὐτῶν ρευμάτων. Ἀλλὰ διερωτώμεθα: Εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ τὸ πρόβλημα τοῦ προκειμένου Νομοθετ. Διατάγματος περὶ ἐγκληματιῶν πολέμου ἁπλῶς ὡς θέμα ἐξωτερικῶν σχέσεων καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπαράδεκτον συμπέρασμα, ὅτι ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν καλὰς σχέσεις μὲ τὴν Γερμανίαν, διὰ ταῦτα πρέπει καὶ τοῦτο νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἄλλαι τινά; Μὲ τὴν θεωρίαν, ὅτι δὲν ἀξίζει ὁ κόπος δι’ ἕνα παληοεγκληματίαν πολέμου νὰ μὴ τὰ ἔχωμεν καλὰ μὲ τὴν Γερμανίαν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀπεμπολήσωμεν πᾶσαν ἔννοιαν ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας ἢ πᾶσαν ἔννοιαν ἐθνικοῦ συμφέροντος, ὑπὸ τὴν στενὴν του ἔννοιαν, μόνον καὶ μόνον διότι μία φιλία μᾶς εἶναι ἀπαραίτητος ἢ χρήσιμος. Ἐκεῖ ἔγκειται τὸ ὅλον πρόβλημα καὶ ἡ ἀντίφασις τῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ Ν. Διατάγματος. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι τὸ Ν. Διάταγμα τοῦτο τὸ ἀποκρούομεν, διότι πρῶτον, δὲν ἀποδεικνύει τὰς καλὰς τάσεις τῆς Δ. Γερμανίας, μετὰ τῆς ὁποίας ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν καλὰς σχέσεις. Ἡ Δ. Γερμανία, ἐπιμένουσα νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀμνήστευσιν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, ἀποδεικνύει ἀλληλεγγύην ἀπὸ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐπιδεικνύῃ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐγκλημάτησαν εἰς ἕνα τόπον, ὁ ὁποῖος τόσα ἔπαθε ἀπὸ τὴν γερμανικὴν κατοχήν. Καὶ μᾶς ἀπήντησαν, ὅτι δὲν ἐπέμεινεν ἡ Δ. Γερμανία, ἀλλὰ ἡμεῖς ἐκάμαμεν τὴν χειρονομίαν. Κατὰ λάθος ὁ κ. Μπακόπουλος, εἶπεν ἐν τῷ μεταξὺ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§140Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λάθος τῆς γλώσσης. Δὲν ἤθελα νὰ πῶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§141Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καμμία φορὰ ὑπάρχουν λάθη, τὰ ὁποῖα εἶναι διασκεδαστικά, λόγῳ τοῦ ὅτι ἀνταποκρίνονται πολλὲς φορὲς πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Θὰ ἔπρεπε, ἐνδεχομένως τὸ νομοσχέδιον νὰ εἶχεν ὑποβληθῆ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπεβλήθη ὅμως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, λόγῳ ἁρμοδιότητος. Λέγω, λοιπόν, ὅτι τότε μᾶς εἴπατε, ὅτι δὲν ἐπεβλήθη ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις διὰ νὰ γίνῃ αὐτό, ἐν τούτοις ἐπεβλήθη. Δεύτερον, καθ’ ἡμᾶς ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ μία διάκρισις πλήρης μεταξὺ τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς θελήσεως τοῦ νὰ ἔχωμεν φιλικὰς σχέσεις μὲ τὴν Γερμανίαν καὶ τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς θελήσεως, τὰς φιλικὰς αὐτὰς σχέσεις νὰ τὰς στηρίξωμεν ἐπὶ τῆς ἠθικῆς καὶ ἐθνικῆς ἰσοτιμίας μεταξὺ τῶν κρατῶν, τὰ ὁποῖα συναλλάσσονται μεταξύ των. Ἰδοὺ εἰς ποῖον σημεῖον πάσχει τὸ Νομοσχέδιον. Διότι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων του ὀρθῶς λέγει, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ προσβάλῃ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Θὰ ἔλεγα οὐδείς, πλὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸ Ν. Διάταγμα πρὸς ψήφισιν. Διότι ὅλα τὰ ἄλλα τὰ δέχομαι ἐπὶ τέλους καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀμνηστεύομεν τοὺς ἐγκληματίας πολέμου, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ ἀνεγείρωμεν καὶ μνημεῖον εἰς μνήμην τῶν πεσόντων ἐδῶ ἄλλων ἐγκληματιῶν πολέμου, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔμενον ἐλεύθεροι, καὶ νὰ εἴπωμεν ὅ,τι ἄλλο θέλετε διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν σημερινὴν ἀντιναζιστικὴν Γερμανίαν, ἀπαλλάσσοντες τοὺς Ναζιστὰς ἐγκληματίας πολέμου. Ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν συνέβη τερατῶδες γεγονός, ὅτι ὑπῆρχεν ἕνας ἐγκληματίας πολέμου ἐδῶ, ἐδικάσθη, κατεδικάσθη ἀπὸ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια. Ποῖος λόγος ὑπῆρχε νὰ ἀπελαθῇ—μοῦ ἀρέσει ἡ λέξις «ἀπέλασις»—νὰ ἀπελαθῇ εἰς τὴν Γερμανίαν διὰ νὰ δικασθῇ ἐκεῖ; Νὰ δικασθῇ διὰ ποῖον ἀδίκημα; Δι’ αὐτὰ ποὺ διέπραξεν ἐδῶ; Δι’ ἄλλα ποὺ δὲν ἐδικάσθη; Δὲν μᾶς ἐχρειάζετο. Ὑπῆρχεν ἀπόφασις Ἑλληνικοῦ Δικαστηρίου. Ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὁ κατάδικος καὶ νὰ ἐκτίσῃ τὴν ποινήν του καὶ ἔστω ἂν εἶχεν ἐκτίσει τὰ ⅔ νὰ τοῦ ἐδίδαμεν χάριν, ὅπως εἰς τοὺς Ἕλληνας διὰ ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς. Τὸ συμβάν ἀπετέλεσε, δυστυχῶς, πλῆγμα κατ’ αὐτῆς τῆς ἐννοίας τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ὅσαι διαμαρτυρίαι καὶ ἂν ὑπάρξουν, εἴτε ἀξιώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτὸ ποὺ συνέβη ἐζημίωσεν ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τὴν Ἑλληνογερμανικὴν φιλίαν. Διότι εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ, ἀνεξαρτήτως τοῦ πῶς σκέπτονται ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος οἱ πολιτικοί του, εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ φιλία δὲν θεμελιώνεται ἐπὶ ταπεινώσεως. Ἡ φιλία θεμελιώνεται ἐπὶ καλῶν σχέσεων, ἐπὶ ὁμοτιμίας, ἐπὶ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ τῆς ἀξιοπρεπείας. Ἀναμφιβόλως, κύριοι, ἡ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων θὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἀποκατάστασιν φιλικῶν σχέσεων μὲ ὅλους τοὺς λαούς. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τούτου. Ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει κἄποια ἐξέλιξις εἰς τὰς σχέσεις Κρατῶν, ἐχθρικῶν προχθές. Δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία. Δέν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μνησικακία ἐναντίον τῶν παλαιῶν ἐχθρῶν. Πᾶν ἄλλο. Εἶναι ἔξω τῆς νοοτροπίας μου. Ἂν ἱστορικὴ μνήμη πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μόνον διὰ νὰ ρυθμίζεται ἡ στάσις μας ἀπέναντι ὅλων τῶν Κρατῶν καὶ κυρίως νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὑπάρχουν μερικὰ ἱστορικὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπαγορεύουν νὰ ἔχωμεν ἀγγελικῶς ἀφελῆ ἀντίληψιν περὶ τῆς πορείας τοῦ κόσμου. Ἂν αὐτὸ δὲν ἦτο ἀληθές, κ. Πρόεδρε, δὲν θὰ προεκάλει ἀναταραχὴν εἰς τὴν Δυτ. Εὐρώπην ἡ ἀξίωσις τῶν Γερμανῶν, ν’ ἀποκτήσουν βάσεις, εἴτε ἐναποθηκεύσεως, εἴτε διδασκαλίας, ἐκπαιδεύσεως τῶν στρατευμάτων των μέσα εἰς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην, δὲν θὰ εἶχε προκαλέσει μίαν ταραχὴν ἴσως δυσανάλογον πρὸς τὸ γεγονός, ἀλλὰ εἰς ὁλόκληρον, ἐπαναλαμβάνω, τὴν Εὐρώπην μόνον καὶ μόνον, διότι δὲν ἀποτελεῖ ρωμαντικὴν ἀνάμνησιν ὁ Γερμανικὸς μιλιταρισμός, ἀποτελεῖ ἕνα γεγονὸς τῆς συγχρόνου ἱστορίας, γεγονὸς ποὺ ἐπιβάλλει πᾶσαν προφύλαξιν, διότι οὐδὲν κακὸν μπορεῖ νὰ ἐξαλειφθῇ μόνον δι’ ἐξορκισμῶν ἢ δι’ εὐχῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν πάντα ταῦτα εἶναι δυνατὸν νὰ τ’ ἀντιμετωπίσωμεν ἄνευ αἰσθήματος κινδύνου, ἕνα πρᾶγμα δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν ποτέ, ὅτι οἱαδήποτε σχέσις φιλίας μὲ οἱανδήποτε δύναμιν, μικρὴν ἢ μεγάλην, δύναται νὰ στηρίζεται ἐπὶ μονοπλεύρων ὑποχωρήσεων εἰς θέματα τὰ ὁποῖα συνάπτονται πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ ἐθνικὴν συνείδησιν. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν αὐτὸ συνέβη, διότι διὰ τοῦ Διατάγματος θὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι κἄτι τὸ ὁποῖον οὐδεὶς θὰ ἔπραττεν ἄλλως, δηλαδὴ τὴν ἑπομένην μιᾶς καταδίκης εἰς 20ετῆ κάθειρξιν νὰ ἐλευθερώνῃ ἕνα κατάδικον, οἱονδήποτε, οἱουδήποτε Κράτους ὑπήκοον, συνέβη ἐν Ἑλλάδι, διότι ἐπενέβη ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις. Καὶ αὐτὴ ἡ νέα Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἡ ἀντιφασιστικὴ ἐπενέβη μετὰ πάθους καὶ πείσματος, διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ ἕνα ἐγκληματίαν πολέμου. Αὐτὸ εἶναι τὸ βαρὺ πολιτικὸν σφάλμα, τὸ ὁποῖον ἐπετελέσθη δι’ αὐτοῦ τοῦ Ν. Δ. Τὸ ὅτι ἀπηλλάγη ὁ Μέρτεν καὶ ζῇ ἐλεύθερος εἰς τὴν Γερμανίαν, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει καθόλου. Διότι δὲν εἶναι ὁ μόνος ἐκληματίας πολέμου, ὁ ὁποῖος ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τὴν Γερμανίαν. Τόσοι πολλοὶ ποὺ εἶναι οἱ Γερμανοὶ ἐγκληματίαι πολέμου δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ καταδικασθοῦν ὅλοι. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον. Τὸ περισσότερον εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς ἀπελευθερώσεως, ἡ διὰ νομοθετικῆς ὁδοῦ ἀπελευθέρωσις ἑνὸς ἐγκληματίου μὲ τὴν ἐπιβολὴν μιᾶς ξένης δυνάμεως, οἱασδήποτε ξένης δυνάμεως.
§142Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἀπαραδέκτους τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως σχετικῶς μὲ τὴν ἐπιβολὴν τῆς θελήσεως ξένης δυνάμεως ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι παρὰ τὰς διαβεβαιώσεις, τὰς ἐπανειλημμένας, τὰς ὁποίας ἔδωσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ δι’ ἐμοῦ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐπιμένουν ὡρισμένοι ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων— καὶ ἐν προκειμένῳ καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος— εἰς τὴν διατύπωσιν μιᾶς κατηγορίας, ἡ ὁποία κατηγορία εἶναι ἀπολύτως ἀβάσιμος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὑπεχώρησε καὶ— θὰ χρησιμοποιήσω τὴν βαρεῖαν ἔκφρασιν τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησεν ὁ κ. Τσιριμῶκος— ὅτι ὑποχωρήσασα ἐταπεινώθη. Ἡ Ἑλλὰς ἢ μᾶλλον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μπακόπουλος, ἔκρινε τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἐπέβαλε μετὰ 15 ἔτη ἀπὸ τοῦ τερματισμοῦ τοῦ πολέμου, καὶ σκεφθῆτε τὴν σημασίαν μιᾶς ὁλοκλήρου 15ετίας, νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἡ περίπτωσις Μέρτεν εἶναι εἰδική. Ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸ 2½ ἐτῶν περίπου, συνελήφθη, παρέμεινεν ὑπόδικος ἐπὶ μῆνας, ἐδικάσθη ἐνώπιον Ἑλληνικοῦ Στρατοδικείου, κατεδικάσθη, ἔμεινε μετὰ ταῦτα ἐπὶ μῆνας ἐγκάθειρκτος καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον θεσπίζει σήμερον μίαν διάταξιν νόμου ἡ ὁποία δίδει τέρμα εἰς τὸ θέμα τῶν Ἐγκληματιῶν Πολέμου, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μένῃ ἕνας μοναδικὸς ἐγκληματίας— ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἱστορικῆς λογικῆς αὐτὸ θὰ ἦτο παράδοξον— εἰς τὰς Ἑλληνικὰς φυλακάς. Παρεδόθη εἰς τοὺς Γερμανοὺς διὰ νὰ κρίνουν οἱ Γερμανοὶ τὴν περαιτέρω πορείαν τῆς ζωῆς του. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὡραῖον μὲ τόσην εὐχέρειαν, εὐχέρειαν ἡ ὁποία εἶναι βεβαίως καὶ συνάρτησις τῆς ὡραίας εὐχερείας λόγου τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ παλαιός μου φίλος κ. Τσιριμῶκος, μὲ τόσην εὐχέρειαν σκέψεως νὰ ἐπιρρίπτεται εἰς βάρος τοῦ ὑπὸ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως κυβερνωμένου Ἔθνους του τὴν κατηγορίαν τῆς ταπεινώσεως. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς ἔχει αἰσθανθῆ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ταπείνωσιν. Γίνεται ἁπλῶς λανσάρισμα τῆς λέξεως διὰ λόγους καθαρῶς πολιτικούς. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ αἰσθάνεται ταπείνωσιν. Ἠμπορεῖ νὰ ἐλυπήθη, ἠμπορεῖ νὰ διεφώνησε, παραδέχομαι τὴν καλὴν πίστιν οἱουδήποτε διαφωνοῦντος. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ὑπερβολή, αὐτὴ ἡ διατύπωσις ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὸ ὅριον τῆς λογικῶς νοητῆς εὐθιξίας οἱουδήποτε ἐκ τῶν κυρίων οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τὰ ἀριστερά, αὐτὴ ἡ ὑπερβολικὴ καὶ αὐτὴ ἡ διατύπωσις εἶναι ἐξεζητημένη, εἶναι πλαστὴ ψυχικῶς καὶ διανοητικῶς καὶ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀπαράδεκτος. Θὰ ἦτο δυνατόν, ὅπως οἱ ἄλλοι κύριοι προηγουμένως ἐτόνισαν, νὰ διαφωνήσῃ καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, πρὸς τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ κατενόουν τὴν διαφωνίαν αὐτὴν ὀλιγώτερον ἐκ μέρους τοῦ κ. Τσιριμώκου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε δριμύτερος καὶ περισσότερον ἐκ μέρους τῶν κυρίων ἐκπροσώπων τῆς ΕΔΑ. Διότι, εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε ὄχι, ἡ διαφωνία δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὰ ἐγκλήματα τῶν κατακτητῶν καὶ τὴν μνήμην τοῦ Ἔθνους. Ἔχει σχέσιν μὲ τὴν διάφορον ἰδεολογικὴν καὶ παγκόσμιον τοποθέτησιν τῶν ἐλευθέρων ἀνθρώπων καὶ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς. (Χειροκροτήματα). Ἡ ἄκρα ἀριστερὰ ἐξοργίζεται, διότι δὲν ἔχομεν ἀγκαλιασθῆ μὲ τὴν Βουλγαρίαν, μολονότι οὐδείς, οὔτε ἕνας Βούλγαρος — καὶ γνωρίζετε τὸ τὶ ἐγένετο εἰς τὴν Θράκην καὶ τὴν Ἀνατ. Μακεδονίαν, ὅπου ἐξεπαστρεύθησαν ἤδη τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1941, δεκάδες χιλιάδες Ἑλλήνων — οὔτε ἕνας Βούλγαρος ἔχει δικασθῆ διὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὴν Ἀνατ. Μακεδονίαν καὶ τὴν Θράκην. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Γερμανούς, κατεδικάσθησαν καὶ ἐξετελέσθησαν μάλιστα τινὲς ἐν Ἑλλάδι. Λοιπὸν καλὸν εἶναι νὰ μὴ προβαίνετε εἰς αὐτὰς τὰς ὑπερβολὰς καὶ ἔχω νὰ εἴπω — ἀπευθύνομαι εἰς τοὺς ἄλλους κυρίους, διότι ὁ κ. Τσιριμῶκος δὲν συνεδύασε τὸ ζήτημα μὲ τὴν Βουλγαρίαν — ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀποφεύγετε τὴν σύγκρισιν μὲ τὴν Βουλγαρίαν. Καὶ πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἡ Γερμανία συνῆψε συμφωνίαν μὲ τὴν Ἑλλάδα, μολονότι δὲν εἶχε διεθνῆ ὑποχρέωσιν ἀναλάβει, ἀλλὰ δι’ ἐσωτερικοῦ νόμου ἀνέλαβε μόνη τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, συνῆψε συμφωνίαν διὰ τῆς ὁποίας δίδει 115 ἑκατομμύρια μάρκα διὰ τὰ θύματα τοῦ Ναζισμοῦ. Τὶ ἔκαμεν ἡ Βουλγαρία; Ἀρνεῖται νὰ δώσῃ καὶ ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα εἶχε ἀναλάβει ὑποχρέωσιν. Ἀσχέτως λοιπὸν καὶ τῆς τοποθετήσεως τῆς διαφορετικῆς, ἀσχέτως καὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ Γερμανία ἀνήκει εἰς τὴν Συμμαχίαν εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἀνήκομεν καὶ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας εἶναι Χώρα ἡ ὁποία ἠγωνίσθη καθ’ ὃν τρόπον γνωρίζετε καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κερδηθῇ ὁ πόλεμος, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας εὑρίσκονται αἱ Ἡνωμ. Πολιτεῖαι, ἡ σύγκρισις ἀποκλείεται καὶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Βουλγαρία — δὲν θέλω κἂν νὰ τὴν κρίνω ἀπὸ ἀπόψεως διεθνοῦς προσανατολισμοῦ της — δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ οὔτε τὰς στοιχειώδης ἔναντι τῆς Ἑλλάδος ἀναληφθείσας διεθνῶς ὑποχρεώσεις της. Ἡ Γερμανία ἀναλαμβάνει εὐχαρίστως ἄνευ ὑποχρεώσεων, τὴν ὑποχρέωσιν βάσει ἐσωτερικοῦ της νόμου, νὰ ἀποζημιώσῃ τὴν Ἑλλάδα διὰ τὰ θύματα τοῦ Ναζισμοῦ. Ἡ Βουλγαρία διατὶ δὲν τὸ ἀναλαμβάνει; Διατὶ δὲν πληρώνει τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπιδικασθῆ καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐπιδικασθῆ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας, διότι ἔχει θέσει αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλγαρία τὴν ὑπογραφήν της; Λοιπὸν μὴ γίνωνται συγκρίσεις καὶ ἂς σταματήσῃ αὐτὴ ἡ ἱερὰ δῆθεν ἀγανάκτησις. Τῆς μνήμης τοῦ Ἔθνους φορεῖς εἴμεθα ὅλοι. Δὲν θέλω νὰ ἐξαιρέσω κανένα. Ἀλλὰ δὲν δίδω τὸ δικαίωμα καὶ δὲν δίδομεν οἱ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀνήκοντες εἰς τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα πιστεύουν εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν Ἐλευθερίαν, τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ λέγῃ, ὅτι ἡμεῖς μὲν παραβιάζομεν τὴν μνήμην τοῦ Ἔθνους, ἐκεῖνοι δὲ εἶναι οἱ μονοπωλοῦντες τὴν μνήμην τοῦ Ἔθνους (ζωηρὰ χειροκροτήματα) καὶ οἱ ἔχοντες τὸ δικαίωμα νὰ τὴν προβάλλουν χάριν τῶν μελλουσῶν τοῦ Ἔθνους γενεῶν. Τὴν μνήμην τοῦ Ἔθνους τὴν ἔχομεν μέσα μας, ἀλλὰ τὴν μνήμην τοῦ Ἔθνους τὴν συνδυάζομεν καὶ μὲ τὴν κρίσιν τοῦ Ἔθνους. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ παντὸς εἶναι παρελθόν, εἴμεθα πρόθυμοι καὶ ἕτοιμοι, χάριν τῆς παγκοσμίου εἰρήνης, χάριν τῆς ἀσφαλείας τοῦ ἐλευθέρου κόσμου, νὰ προβῶμεν εἰς οἱανδήποτε παραχώρησιν. Ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν ὅμως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἁπλῶς παρελθόν, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ παρὸν καὶ μέλλον, ἐκεῖ συνδυάζομεν τὴν μνήμην μὲ τὴν κρίσιν μας. Καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. ἐκπρόσωποι τῆς Ἀριστερᾶς, ἐνθυμούμενοι τὰ ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα ὑπὸ Ἑλλήνων ἔγιναν εἰς βάρος Ἑλλήνων, νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι καλῶς πράττομεν — καὶ τὸ ξέρετε ὅτι καλῶς πράττομεν — συνδυάζοντες τὴν μνήμην μὲ τὴν κρίσιν. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ εἴμεθα φορεῖς ἀκρίτου μνήμης. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§143Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶχα καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ κατέληγεν ἡ συζήτησις, ὡς πάντοτε, νὰ περάσῃ ὑπὲρ τὴν κεφαλήν μου, διὰ νὰ συγχωνευθῶ κατὰ κἄποιον τρόπον εἰς τὴν συνήθη συζήτησιν μεταξὺ ἄκρας ἀριστερᾶς καὶ Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διεκδικῶ τὴν θέσιν μου καὶ κυρίως νὰ διεκδικῶ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Ὄχι δι’ ἐμὲ προσωπικῶς, διότι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, ἀλλὰ διὰ τὸ ζήτημα καθ’ ἑαυτὸ πρέπει νὰ συνηθίσωμεν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ συγκεκριμένων θεμάτων, χωρὶς ἡ συζήτησις νὰ παραπέμπεται πάντοτε εἰς τὰς γενικὰς ἰδεολογικὰς διαφορὰς καὶ νὰ καταλήγῃ εἰς τὸν τόνον συλλαλητηρίου «ζήτω ὁ ἕνας— κάτω ἄλλος». Διότι, προκειμένου περὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, διαφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅταν λέγῃ, ὅτι εἰς τὸ βάθος ἡ διαφορὰ εἶναι μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἑνὸς κόσμου καὶ τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἄλλου κόσμου. Ὄχι, τὸ ἀρνοῦμαι. Ἀρνοῦμαι, ὅτι ἐὰν εἶναι κανεὶς ὀπαδὸς τοῦ ἑνὸς κόσμου εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προβαίνῃ εἰς παντὸς εἴδους ὑποχωρήσεις. Διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐντὸς τοῦ Δυτικοῦ κόσμου δὲν θὰ ὑπῆρχε καμμία διαφωνία καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχε καμμία ἐθνικὴ θέλησις χωριστὴ ἀπὸ τὰς ἄλλας. Ἀρνοῦμαι, ὅτι κατ’ ἀρχὴν τὸ νὰ ἀνήκῃ κανεὶς εἰς τὸν Δυτικὸν κόσμον, σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ ἀπεμπολῇ τὴν ἐθνικήν του μνήμην ἢ πρέπει νὰ ἀπεμπολῇ τὴν ἐθνικήν του ἀξιοπρέπειαν ἢ νὰ ἀπεμπολῇ τὰ ἐθνικά του συμφέροντα καὶ μὲ μόνην τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸν Δυτικὸν κόσμον νὰ ὑποχωρῇ συνεχῶς ἀπέναντι πάντων τῶν ἄλλων ποὺ ἀνήκουν εἰς τὸν Δυτικὸν κόσμον, ἐνῷ ἐκεῖνοι δὲν ὑποχωροῦν ποτὲ ἔναντι τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ὑπεστηρίξαμεν αὐτό, καὶ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, τὸ ὑποστηρίζομεν αὐτὸ καὶ ἐξ ἀφορμῆς τῆς συμπεριφορᾶς ἀπέναντι τῆς Δυτικῆς Γερμανίας. Καὶ ἔχει τοῦτο σχέσιν, ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἐθνικὴν μνήμην, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐθνικὴν κρίσιν. Διότι μὲ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν εἰσερχόμεθα εἰς μίαν περίοδον συμφωνιῶν, εἰσερχόμεθα εἰς σχέσεις διμερεῖς καὶ ὄχι μόνον τὰς ἐντὸς τῆς συμμαχίας τοῦ ΝΑΤΟ σχέσεις. Καὶ ἔχει πολλὴν σημασίαν μὲ ποῖα κριτήρια θὰ προχωρήσωμεν, μὲ τὰ κριτήρια τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μὲ τὰ κριτήρια τὰ ἰδικά μου. Διότι εἶναι δυνατὸν μὲ τὰ κριτήρια τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εὑρισκώμεθα πάντοτε εἰς συνεχεῖς ὑποχωρήσεις, ὑπηρετοῦντες τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων καὶ ὄχι τὰ ἰδικά μας. Λέγει ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυριζώμεθα ἡμεῖς ὅτι ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα περισσότερον ἀπὸ τὸν ἴδιον ἢ τὸ κόμμα του. Δὲν λέγω, ὅτι ἐδῶ συζητοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προθέσεων. Ἀλλοίμονον ἂν ἀρχίζαμε νὰ ἀμφισβητοῦμεν ὁ ἕνας τὰς πατριωτικὰς προθέσεις τοῦ ἄλλου. Καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ζημιώσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, τὶ νόημα ἔχει ἡ πολιτικὴ συζήτησις ἐὰν ὄχι τὸ νὰ προσάπτῃ ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλλον, ὅτι διὰ τῆς μεθόδου, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται, ζημιώνει ἀθελήτως τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους; Ἐὰν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὰ κατέκρινα ἐν ὀνόματι τῆς ἰδικῆς μου κρίσεως περὶ τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος καὶ ὄχι ἁπλῶς τῆς διαθέσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὶ νόημα θὰ εἶχεν ὁ ἔλεγχος τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως βάσει τῶν προθέσεων, τῶν ἀγαθῶν προθέσεων, τῶν πατριωτικῶν, ἦτο πάντοτε καλή, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος διαφωνίας ἐπὶ οὐδενὸς μέτρου, ἐπὶ οὐδενὸς σημείου τῆς ἐξωτερικῆς της πολιτικῆς. Ἐδῶ ὅμως διαφωνῶ ἀπολύτως. Δὲν χρειάζεται κανεὶς νὰ εἶναι ὀπαδὸς τοῦ ἄλλου κόσμου διὰ νὰ ἔχῃ διαφωνίαν ἐπὶ τῶν μέτρων αὐτῶν. Θέλετε καὶ κἄτι ἄλλο; Ἐὰν εἶναι ὀπαδὸς τοῦ ἄλλου κόσμου, ἐνδεχομένως κἄτι τέτοια μέτρα, κἄτι τέτοιου εἴδους λάθη νὰ τοῦ εἶναι ὠφέλιμα διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πολιτικῆς του, διότι τυχὸν ἀπόδειξις, ὅτι ἐδῶ πάντως πρέπει κανεὶς νὰ κάνῃ πολιτικὴν ἐξωτερικὴν ἐξυπηρετοῦσαν τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον, εἶναι εἰς ὄφελός του διότι καὶ ἐκεῖνος κατηγορεῖται καθημερινῶς, ὅτι θέλει νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ ἄλλου. Δι’ ἐμὲ, ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ ἴδῃ κανεὶς πρὸ παντός, εἶναι πῶς μέσα εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ ἔχει διαμορφωθῆ θὰ ὑπερασπίσῃ τὸ Ἑλληνικὸν συμφέρον, μὴ μεταβάλλων τὰς συμμαχίας τὰς ὁποίας ἔχει σήμερον. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ὑπερασπίσῃ μὲ τὴν νοοτροπίαν αὐτήν, διότι δὲν πρόκειται περὶ μνήμης τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ περὶ κανόνος συμπεριφορᾶς ἀπέναντι τῶν συμμάχων μας. Ἐὰν κανεὶς μὲ ὀλίγην ὀξυδέρκειαν ἀναγινώσκει τὰς καθημερινὰς ἐφημερίδας, θὰ ἴδῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἓν Ἔθνος μικρὸ ἢ μεγάλο μέσα εἰς τὴν Ἀτλαντικὴν συμμαχίαν, τὸ ὁποῖον νὰ συζητῇ βάσει τῆς γενικῆς αὐτῆς κατευθύνσεως μέσα εἰς τὸ Κοινοβούλιόν του, ἀλλὰ πάντοτε βάσει τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διέπῃ ἑκάστου Ἔθνους τὴν πολιτικήν. Καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, δικαιοῦμαι βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι τὸ Ἐθνικόν μας συμφέρον δὲν ἐξυπηρετεῖται μὲ μέτρα ὡς τὸ ληφθέν, ἀκριβῶς διότι δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Θέλετε νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἐξυπηρετεῖ τὸ Ἑλληνικὸν συμφέρον καὶ ὄχι τὸ Γερμανικόν; Τοῦτο ἐξυπονοεῖται. Διότι ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι δὲν νομίζει, ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὸ Ἑλληνικὸν συμφέρον, θὰ ἔπρεπε νὰ τῆς ἀπευθύνω κατηγορίαν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ ἔπραξα. Σεῖς πιστεύετε, ὅτι τὸ ἐξυπηρετεῖτε ἐνῷ ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι δὲν τὸ ἐξυπηρετεῖτε. Ὡς πρὸς τὴν 15ετίαν δὲ καὶ τὰ ἐγκλήματα μεταξὺ Ἑλλήνων, νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἀφοῦ σημειώσω κἄτι, περὶ τῶν 115 ἑκατομμυρίων μάρκων. Δὲν ἀνέφερα ἐγὼ τὴν Βουλγαρίαν διὰ δύο λόγους.
§144Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν τὸ ἰσχυρίσθην καὶ ἐγώ.
§145Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι διότι δὲν πιστεύω, ὅτι προάγει τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἡ ἀνάμιξις τῶν σχέσεών μας μὲ τὴν Βουλγαρίαν καὶ ὁ δεύτερος εἶναι, διότι πιστεύω, ὅτι μὲ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν εὑρισκόμεθα ἤδη ἐν μιᾷ συμμαχίᾳ, τὸ δὲ θέμα τῶν σχέσεων μὲ τὴν Βουλγαρίαν ἢ μὲ τὰ ἀνατολικὰ κράτη, εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἐν γένει συζήτησιν τῆς περαιτέρω ἀναπτύξεως τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἔγινε συζήτησις ἐκ μέρους ὑμῶν περὶ τῶν 115 ἑκατομμυρίων μάρκων, τὰ ὁποῖα προσφέρει σήμερον ἡ Γερμανία, θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω πόσον καιρὸν μετὰ τὴν ἀνασύνδεσιν τῶν διπλωματικῶν μας σχέσεων ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ ἡ Γερμανία τὰ 115 ἑκατομμύρια μάρκα. Ὑπῆρξε ποτὲ προϋπόθεσις βελτιώσεως τῶν σχέσεών μας, ἡ ἀπόφασίς της νὰ πληρώσῃ τὰ 115 ἑκατομμύρια μάρκα, ἢ ἐν πορείᾳ τῆς βελτιώσεως τῶν σχέσεών μας ἐφθάσαμεν εἰς τὰ 115 ἑκατομμύρια μάρκα, τὰ ὁποῖα αὔριον μέλλει νὰ κριθοῦν ἐὰν ἦσαν ἢ ὄχι ἐπαρκῆ; Ἡ ἀναφορά, ἡ δὶς γενομένη καὶ ἀπὸ ὑμᾶς ἀπόψε καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὰς χρηματικὰς διαφορὰς μὲ τὴν Βουλγαρίαν καὶ μὲ τὴν Γερμανίαν, δὲν μοῦ φαίνεται στερεὸν ἔδαφος διὰ νὰ συζητήσῃ κανείς. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν ἄλλοι λόγοι πλὴν τῶν χρηματικῶν διαφορῶν οἱ ὁποῖοι εἶναι περισσότερον σπουδαῖοι ποὺ ἐμποδίζουν τὴν καλυτέρευσιν τῶν σχέσεών μας μὲ τὴν Βουλγαρίαν. Δὲν πιστεύω, ὅτι σεῖς οἱ ὁποῖοι μὲ τόσην γενναιότητα ἀντιμετωπίζετε τὰς σχέσεις μὲ τὰ ἄλλα Ἔθνη ὅταν εἶναι σύμμαχα, θὰ εἴχατε ὡς ἐμπόδιον τὴν ἀποκατάστασιν τῶν σχέσεων μὲ τὴν Βουλγαρίαν τὴν διαφορὰν τῶν ὀλίγων ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Λέγω λοιπόν, ὅτι καὶ ἐκεῖ ἰσχύει αὐτὸ τὸ κριτήριον. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ φωτογραφία τὴν ὁποίαν ἔχω, τῶν παρόντων Ἑλλήνων Ὑπουργῶν, περιβεβλημένων τὸ ἱματίδιον καὶ ὑποδεχομένων τὸν Βασιλέα Συμεών, διότι εἶναι ἀπόδειξις τοὐλάχιστον τῆς ἐλαφρότητος μὲ τὴν ὁποίαν.... (δὲν ἠκούσθη).
§146Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εἴπατε «τὸν ὑπεδέχθητε»;
§147Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐδέχθητε. Θὰ ἤθελον νὰ μὴ ὑπῆρχεν ἡ φωτογραφία αὐτὴ διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ πολιτικὴ στερεῖται ὄχι ἱστορικῆς μνήμης, ἀλλὰ λογικῆς. Διότι ὁ κύριος αὐτὸς εἶναι σύμβολον τοὐλάχιστον τοῦ καθεστῶτος τῆς Βουλγαρίας ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐπῆλθαν αἱ ἐπανειλημμέναι ἐπιθέσεις ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι μόνη ἡ ἀλλαγὴ τοῦ καθεστῶτος εἰς τὴν Βουλγαρίαν πρέπει νὰ μᾶς κάνῃ νὰ πιστεύωμεν, ὅτι οἱ Βούλγαροι μετεβλήθησαν εἰς Ἀγγέλους. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι βέβαιον, εἶναι, ὅτι ὁ κύριος αὐτὸς εἶναι μέλος τῆς οἰκογενείας ἡ ὁποία ἦτο ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Βουλγαρίας ποὺ ἔκαμε τόσας εἰσβολὰς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ λογικὴ θὰ ὑπέβαλλεν ἢ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν σχέσεων μὲ τὴν νέαν Βουλγαρίαν ἢ τὴν ἀποφυγὴν τῶν σχέσεων μὲ τὴν παλαιάν. Κύριε Πρόεδρε, ἡ 15ετία ποὺ παρῆλθεν εἶναι πράγματι πολὺ μεγάλο χρονικὸν διάστημα διὰ τὴν λήθην. Καὶ δυστυχῶς θεωρία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη λήθη διὰ τοὺς ἀλλοδαποὺς καὶ ἄλλη διὰ τοὺς ἡμεδαπούς. Καὶ λησμονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αὐτοὶ ποὺ ὀνομάζονται ἐγκληματίαι πολέμου δὲν εἶναι στρατιῶται ἑνὸς ξένου στρατοῦ ποὺ ἐπολέμησαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος των καὶ δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν διὰ πράξεις ποὺ ἔκαμον, διὰ τὰς πράξεις των τὰς στρατιωτικάς. Ἐγκληματίαι πολέμου ὀνομάζονται δευτερογενῶς. Ἐγκλήματα πολέμου εἶναι κατὰ βάσιν ἐγκλήματα χαρακτηριζόμενα ὡς ἐγκλήματα κατὰ τῆς ἀνθρωπότητος, εἴτε τελοῦνται κατὰ ἡμεδαπῶν, εἴτε κατὰ ἀλλοδαπῶν. Καὶ κατὰ τοῦτο ἐθεωρήθη, ὅτι δύνανται νὰ τιμωρηθοῦν τὰ ἐγκλήματα, διότι τὰ ἐγκλήματα αὐτὰ τελούμενα ὑπὸ τοῦ ναζισμοῦ ἐκτὸς τῆς χώρας του καὶ ἐντὸς τῆς χώρας του ἐν ὀνόματι μιᾶς ἐθνικῆς κυριαρχίας, δὲν παύουν νὰ εἶναι ἐγκλήματα κατὰ τῆς ἀνθρωπότητος. Τὰ ἐγκλήματα αὐτὰ ὑπῆρξαν ἀνατριχιαστικά. Καὶ ἐν τούτοις πιστεύομεν, ὅτι πρέπει νὰ λησμονηθοῦν. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θέλω νὰ δώσω ἔκτασιν εἰς τὸ θέμα. Θὰ ἔλθῃ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔστω καὶ διὰ προτάσεως νόμου, θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ἐννοίας τῆς λήθης καὶ τῆς ἀμνηστίας. Θὰ πρέπει κάποτε νὰ συζητήσωμεν ἀντικειμενικῶς ἐπὶ τῆς ἐννοίας αὐτῆς. Θὰ πρέπει νὰ συζητήσωμεν μίαν ἡμέραν, ἐὰν 15 χρόνια μετὰ τὴν τέλεσιν τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν, ἔστω καὶ ἐὰν πρόκειται περὶ ἐγκλημάτων κοινοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, ἐὰν δὲν θὰ ἔπρεπε ἐν ἐθνικῇ ἐξάρσει, ἐν τῇ ἐθνικῇ ἐκείνῃ ἐξάρσει ποὺ μᾶς κάμνει, χάριν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, νὰ δίδωμεν ἀμνηστίαν εἰς τοὺς κοινοὺς ἐγκληματίας, νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν τὰ ἀδικήματα αὐτὰ δὲν ἔχουν ὡς αἰτιολογίαν ὡς βασικὴν αἰτίαν, τὴν ξενικὴν κατοχήν. Ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι εἰς μίαν στιγμὴν ἡ Ἑλλὰς ἐξήρεσε τόσους ἐγκληματίας ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς οὐδὲν κριτήριον ἐγκληματολογικόν, τὸ φαινόμενον αὐτό, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη τότε, θὰ ἔπρεπεν ὅταν λησμονοῦμεν, ὅταν θέλωμεν νὰ ρίψωμεν εἰς τὴν λήθην τὰ ἐγκλήματα πολέμου, δηλ. τὴν κατοχὴν θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἕνα ποσοστὸν ἐγκληματικότητος ὅπως ὅλοι οἱ πολιτισμένοι τόποι, εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ὑπῆρξε μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὸ πέλμα τῆς ξενικῆς κατοχῆς καὶ μὲ τὴν συνεργασίαν ἄλλων ξένων, Ἕλληνες ἔφθασαν νὰ φονεύουν ἄλλους Ἕλληνας κατὰ τρόπον λυσσαλέον καὶ φρικτόν, ἐντεῦθεν ὅμως καὶ ἐκεῖθεν, καὶ ὅτι ἡ ὥρα ἦλθε κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ρίπτομεν εἰς τὴν λήθην τὸ κακὸ αὐτὸ παρελθὸν καὶ ἀντιμετωπίζομεν τὸ μέλλον μὲ θέλησιν νὰ ζήσωμεν ὁμαλῶς καὶ μὲ αἰσιοδοξίαν διὰ τὴν πραγματικὴν ποιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τὴν πραγματικὴν ψυχικὴν ἀνωτερότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐλπίζω, ὅτι κἄποτε τοῦτο θὰ γίνῃ καὶ τότε δὲν θὰ καλυφθῇ μὲν πολιτικῶς ἡ σημερινὴ πρᾶξις, διότι αὐτὴ δι’ ἐμὲ ὑπῆρξε πολιτικὸν σφάλμα, ἀλλὰ θὰ δείξωμεν, ὅτι γνωρίζομεν νὰ λησμονῶμεν τὸ παρελθὸν καὶ οἱ Ἕλληνες πιστεύουν εἰς τὸ μέλλον καὶ πρέπει νὰ πιστεύουν εἰς τὸ μέλλον, διότι ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε ἀνωμαλίας τοῦ παρελθόντος, ὁ λαὸς αὐτὸς εἶναι ἱκανὸς καὶ νὰ ἀποδώσῃ καὶ νὰ μεγαλουργήσῃ ἐν εἰρήνῃ, ὅπως γνωρίζει νὰ ἀποδίδῃ καὶ νὰ μεγαλουργῇ ἐν πολέμῳ. (Χειροκροτήματα).
§148Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν θέλω νὰ ταλαιπωρήσω τὴν Βουλὴν ἀπαντῶν εἰς ὅσα εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Τσιριμῶκος. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔκαμε μίαν ἀγόρευσιν, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίζετο ἀπὸ μένους καὶ πάθους, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ἰδικήν μου προηγηθεῖσαν ὁμιλίαν. Ἐγὼ προέβην εἰς ὡρισμένας παρατηρήσεις, δέν εἰσῆλθον εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα. Ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἐπισημάνω ὡρισμένα σημεῖα τῶν ἀγορεύσεων τῶν προλαλησάντων καὶ δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ὁ κ. Τσιριμῶκος θὰ προέβαινεν εἰς τὴν δημηγορίαν αὐτήν. Δὲν θὰ τὸν μιμηθῶ, διότι σέβομαι τὴν κόπωσίν σας. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἀξίζει ἡ ἀγόρευσίς του νὰ τύχῃ ἀπαντήσεως, τὸν βεβαιῶ, ὅτι εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν θὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν, ἀλλὰ σέβομαι τὴν κόπωσιν τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἀρκεσθῶ εἰς ὀλίγα. Θὰ ἤθελα μόνον νὰ εἴπω τοῦτο. Καὶ ἄλλοτε ἐχρησιμοποιήθη ὑπό τινων ἐκ τῶν κυρίων τῆς ἀριστερᾶς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐπὶ κατοχῆς ἐκ μέρους Ἑλλήνων ἐναντίον Ἑλλήνων, εἶχον ὡς πηγὴν καὶ ὡς αἰτίαν τὴν κατοχήν. Βεβαίως, ἀπὸ ἀπόψεως εὐκαιρίας, ἀπὸ ἀπόψεως ἀφορμῆς, ἔχουν δίκαιον, ἰσχυριζόμενοι τοῦτο. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ εὐκαιρία τοῦ σκότους τῆς κατοχῆς, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν τὰ ἐγκλήματα, ἀλλὰ ἡ ἱστορικὴ ἠθικὴ λέγει, ὅτι εἰς ὥρας κινδύνου τῆς Πατρίδος καὶ δὴ εἰς ὥρας κινδύνου τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Φυλῆς, διότι ἡ κατοχὴ συνυφάνθη μὲ κίνδυνον αὐτῆς ταύτης τῆς ὑποστάσεως τῶν Ἑλλήνων, ὅτι εἰς ὥρας τοιαύτας δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνωνται ἐγκλήματα μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἑνοῦνται ἅπαντες.
§149Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅπως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν.
§150Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «φωτιὰ καὶ τσεκούρι» τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ ξεχάσατε.
§151Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπειδὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δύο ἐκ τῶν συναδέλφων ἔκαμαν μίαν διακοπήν, θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ διακοπὴ ἦτο ἀτυχής. Πρὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 21 δὲν ὑπῆρχεν ὀργάνωσις, δὲν ὑπῆρχε Κράτος Ἑλληνικόν, δὲν ὑπῆρχον Κόμματα, τὰ ὁποῖα νὰ ἀναλάβουν ὑπευθύνως τὴν διαχείρισιν τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος. Ἔπρεπεν ὅλα αὐτὰ νὰ δημιουργηθοῦν μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος καὶ ἦτο φυσικόν, μὴ ὑπαρχούσης πείρας, ὡριμότητος, παραδόσεως, προπαιδείας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡγεσίαν, ἦτο φυσικόν, καὶ βεβαίως κακὸν ἦτο καὶ ὡς κακὸν πρέπει νὰ τὸ χαρακτηρίσωμεν, ἀλλὰ ἦτο πάντως ἀνθρώπινον φυσικόν, νὰ σημειωθοῦν αἱ ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐσημειώθησαν. Τὸ 41, κατὰ τὴν κατοχήν, δὲν ἦτο διόλου φυσικὸν καὶ ἦτο βαρύτατα ἀφύσικον αὐτὸ τὸ ὁποῖον συνέβη. Καὶ γνωρίζετε ἄριστα, κύριοι, ποῖος ἤρχισε. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω λεπτομερῶς εἰς τὸ θέμα. Γνωρίζετε ἄριστα ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, θελήσαντες νὰ μονοπωλήσουν τὸν ἀγῶνα, ἐφόνευσαν καὶ ἔσφαξαν τοὺς ἀγωνιστὰς τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως. Δὲν ἠθέλησε ποτὲ ὁ Ζέρβας ἢ ὁ Ψαρρὸς νὰ φονεύσουν οἱονδήποτε τοῦ Ε.Α.Μ. καὶ τοῦ Ε.Λ.Α.Σ. Δὲν ἔκαμαν ἔναρξιν ἐκεῖνοι τοῦ κακοῦ. Γνωρίζετε ἄριστα ποῖοι ἤρχισαν καὶ ἑπομένως καλὸν εἶναι νὰ μὴ ὑπενθυμίζετε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, ὡς πρὸς ὡρισμένας πλευράς της, ἦτο, δυστυχῶς, ἐποχή, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὄχι διότι πρέπει νὰ λησμονήσωμεν τὰ ἐγκλήματα τῶν Γερμανῶν διὰ νὰ ὑπάρξῃ φιλία μετὰ τῆς Γερμανίας, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἐντρεπώμεθα δι’ ἐγκλήματα Ἑλλήνων. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ 41 μὲ 45, τὴν ὁποίαν γνωρίζω ἄριστα, ὅπως τὴν γνωρίζει ἄριστα καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, διότι τὴν ἔζησα ἐπὶ ἓν ἔτος ἐδῶ καὶ τὴν ἔζησα καὶ εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν, ὅπου ἡ ἄκρα ἀριστερὰ προσεπάθησε νὰ διαλύσῃ τὰς ἐλαχίστας ἐθνικὰς μονάδας, αἱ ὁποῖαι, ἐν ὥρᾳ πολέμου, ἠγωνίζοντο ἐναντίον τῶν Γερμανῶν. Τόση ἦτο ἡ ἐπιθυμία των νὰ πολεμήσουν τοὺς Γερμανούς, ὥστε εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν διέλυον τὰς μονάδας, αἱ ὁποῖαι ἀντεμετώπιζον τὸν Ρόμελ, ἐδῶ δὲ ἀπέφευγον, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, τὴν ἄμεσον μετὰ τῶν Γερμανῶν σύγκρουσιν καὶ ἐστρέφοντο ἐναντίον Ἑλλήνων. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἶναι φυσικὸν νὰ καταλαμβάνωνται ἀπὸ ὀργὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀκούουν τὴν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία ἀλήθεια τοὺς βαρύνει. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Κύριοι συνάδελφοι, ὑπενθύμισα καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ἤλπιζον......
§152ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Εἶναι ἀπαράδεκτα.
§153Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀφήσατε τὰ ἀπαράδεκτα. Ἀπαράδεκτα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο τότε. (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος). Δὲν ὑπῆρξε περίπτωσις προσπαθείας, μετὰ τὴν εἴσοδον τῶν Γερμανῶν, διὰ νὰ ἀναλάβωμεν οἱονδήποτε ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τὴν κατοχὴν ἀγῶνα χωρὶς νὰ γίνῃ ἄμεσος ἀντιπερισπασμὸς καὶ ἐξουδετέρωσις, εἴτε ἀσύρματον ἐλαμβάνομεν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εἶχε σταλῆ πρὸς ἐμὲ ἀσύρματος τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1941 καὶ ἐπενέβησαν οἱ κομμουνισταὶ καὶ κατέλαβον τὸν ἀσύρματον, εἴτε προσπάθειαν ἐκάμνομεν συνεργασίας πρὸς αὐτούς. Συνηντήθην τὸν Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον τοῦ 1941 εἰς ἕνα ἀπόμερον σπίτι εἰς τοῦ Γκύζη μὲ τρεῖς ἐκπροσώπους τοῦ Κ.Κ. καὶ ἔκαμαν πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ μονοπωλήσουν τὸν ἀγῶνα καὶ δὲν ἀπεκάλυψαν κἂν τὰ ὀνόματά των. Μέχρι τοιούτου σημείου συνωμοτικὴ ἐναντίον ἡμῶν τῶν ἄλλων ἦτο ἡ πρόθεσίς των! Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς εἰσόδου τῶν Γερμανῶν ἡμεῖς προσεπαθήσαμεν νὰ ἀναλάβωμεν ἀγῶνα κοινὸν ἐνῷ ἐκεῖνοι μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Γερμανοὶ εἰσέβαλον εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν ὄχι μόνον δὲν ἐσκέφθησαν νὰ κάμουν ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ κατακτητοῦ, διὰ τὴν ἀπέναντι τοῦ ὁποίου αὐστηρότητα κόπτονται σήμερον, ἀλλὰ εἶχον κυκλοφορήσει καὶ ἔντυπα διὰ τῶν ὁποίων ἰσχυρίζετο τὸ Κ. Κ. τότε, ὅτι ὁ ἀγὼν τὸν ὁποῖον εἴχομεν διεξαγάγει ἐναντίον τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Γερμανίας, ἦτο ἀγὼν ἐν ὀνόματι τῆς δυτικῆς κεφαλαιοκρατίας. Τὰ ἔντυπα αὐτὰ ὑπάρχουν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος. Θόρυβος, φωναί, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος). Ἡμεῖς ὑπεδέχθημεν τὴν σύμπραξιν τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως εἰς τὸν συμμαχικὸν ἀγῶνα μὲ τὴν αὐτὴν ἱκανοποίησιν...... (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§154Ε. ΣΚΟΥΡΑΣ. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ στρατηγοῦ Βραχνοῦ.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σκούρα, καθήσατε κάτω. Δὲν εἶναι τρόπος νὰ κινῆτε τὸν δάκτυλόν σας εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§156Ε. ΣΚΟΥΡΑΣ. Ὅταν ἔχωμεν τραύματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται αὐτὰ τὰ πράγματα. Νὰ διαβάσετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ στρατηγοῦ Βραχνοῦ, ὁ ὁποῖος τὰ διαψεύδει ὅλα αὐτά. Τί πρόκλησις εἶναι αὐτή;
§157Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει προσωπικῆς πείρας. Δὲν ξεύρω.....
§158Ε. ΣΚΟΥΡΑΣ. Καὶ ἐγώ, ἐκ προσωπικῆς πείρας ὁμιλῶ.
§159Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ διακόπτετε τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§161Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει προσωπικῆς πείρας. Δὲν ἀποκλείεται ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος κραυγάζει καὶ ὑψώνει τὸν δάκτυλόν του, νὰ ἔχῃ καὶ προσωπικὴν πεῖραν συνδεομένην ἐντίμως μὲ προσπάθειαν ἀγῶνος κατὰ τῶν Γερμανῶν. Δὲν ἰσχυρίσθην......
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος). Εἶναι ἀδύνατον.
§163Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀδύνατον δὲν εἶναι καὶ δὲν ἰσχυρίσθην.....
§164Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τί ἐκάματε τὴν κατοχήν; Ἀπευθύνομαι εἰς τὸν βουλευτὴν τῆς δεξιᾶς, ποὺ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιόπουλε, δὲν ἐπιτρέπω νὰ διακόπτετε. (Θόρυβος).
§166Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. ...... (Ὁμιλεῖ ἀπὸ τῆς θέσεώς του ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν μὴ ἀκουόμενος).
§167Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριοι, εἶναι ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὸν ὁμιλοῦντα. Ὅταν ὁμιλῇ ὁ Πρόεδρός σας, ἡμεῖς τὸν ἀκούομεν μὲ σεβασμόν.
§168Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε,.....
§169Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συνεχίσω τὸν λόγον μου. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη παρεμβάσεως τοῦ κ. Πασαλίδη.
§170Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§171Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἐπεκαλέσθην οὔτε ἐγὼ τὴν παρέμβασίν σας, οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος.
§172Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ἐκείνη ἡ πλευρά. Ἡ πλευρὰ ἐκείνη μὲ παρεκάλεσε νὰ ἐπέμβω διὰ νὰ ἡσυχάσῃ.
§173Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, εἶπον, ὅτι ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει προσωπικῆς πείρας. Δὲν ἀποκλείεται ὁ κύριος, ὁ ὁποῖος ἐξηγέρθη, νὰ ἔχῃ προσωπικὴν πεῖραν συνδεομένην πρὸς ἔντιμον ἀγῶνα.
§174Α. ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι μόνον ὁ κύριος, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι.
§175Ε. ΣΚΟΥΡΑΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν...... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σκούρα, παρακαλῶ καθήσατε, μὴ διακόπτετε.
§177Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Διετύπωσα μίαν γνώμην, ἐπιτρέψατέ μου νὰ ὁμιλήσω.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πασαλίδη, παρακαλῶ νὰ ἐπιβάλετε τὴν τάξιν εἰς τοὺς ὀπαδούς σας.
§179Α. ΛΑΣΚΑΡΙΔΗΣ. ...... (Ὁμιλεῖ ἀπὸ τῆς θέσεώς του ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν, μὴ ἀκουόμενος)
§180Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως) Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Πασαλίδην νὰ μὴ παρέμβῃ, διότι θὰ συνεχίσω ἠρέμως τὴν ἀνάπτυξιν τῶν συλλογισμῶν μου, εἴτε τοὺς θεωροῦν ὀρθοὺς εἴτε ὄχι. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπτύξω τοὺς συλλογισμούς μου. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκούσετε καὶ νὰ ἀντικρούσετε κατὰ τὸν Κοινοβουλευτικὸν τρόπον καὶ ὄχι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου.
§182Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν τρεῖς ἢ τέσσαρας φορὰς ἐπεχείρησα νὰ διατυπώσω καὶ τὴν ὁποίαν δὲν κατώρθωσα νὰ διατυπώσω, λόγῳ τῶν διακοπῶν καὶ τῶν φωνασκιῶν τῶν προκληθεισῶν ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι ἀνεγνώρισα μόνον εἰς ἕνα κύριον, ὁ ὁποῖος ἐξηγέρθη τὴν πιθανὴν ἢ καὶ τὴν βεβαίαν συμμετοχήν του εἰς τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα. Αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ἀποκλείω τὴν περίπτωσιν καὶ ἄλλος τὶς νὰ ἔχῃ λάβει μέρος ἐντίμως εἰς τὸν ἀγῶνα. Μυϊγιάζονται ὅλοι οἱ κύριοι τῆς ἀριστερᾶς καὶ μόλις θίξει κανεὶς τὸ θέμα αὐτὸ ἐξεγείρονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον Δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι δὲν ὑπάρχει δεύτερος ἢ τρίτος ὁ ὁποῖος ἐπίσης νὰ ἐπολέμησε ἢ νὰ ἐτραυματίσθη.
§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὅλοι.
§184Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν τὸ γνωρίζω. Θὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν τὴν ταυτότητα καὶ τὸ ἱστορικὸν τοῦ καθενός. Ὅταν ἔθιξα τὸ θέμα, εἶπον, ὅτι εἰς τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις δὲν ἠγωνίσθη ἡ παράταξις ἐκείνη ἡ ὀργανωθεῖσα εἰς τὰ βουνὰ ἐναντίον τοῦ κατακτητοῦ, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐξολόθρευσιν Ἑλλήνων καὶ δή, ὄχι ἁπλῶς συνεργαζομένων μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐξολόθρευσιν παντὸς μὴ ἀνήκοντος εἰς τὴν παράταξιν τοῦ Ε.Α.Μ. καὶ μὴ ὑποκύπτοντος, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ ἀγωνισθῇ ἐναντίον τοῦ κατακτητοῦ χωρὶς νὰ ὑπηρετῇ κομματικὰ συμφέροντα. Ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, ὄχι τῆς κατοχῆς, διότι παρενεβλήθη τὸ δίμηνον μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐπιθέσεως τῆς Γερμανίας κατὰ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ποὺ ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις ὑπέστη τὴν ἐπίθεσιν τῆς Γερμανίας, ἡ παράταξις ἐκείνη ἔκαμε τὸ πᾶν διὰ νὰ ἀποτρέψῃ δι’ ἐγκλημάτων τὴν οἱανδήποτε ἀντίστασιν μὴ ἀνηκόντων εἰς αὐτὴν ἐναντίον τῶν Γερμανῶν. Καλὸν θὰ ἦτο ὁ κ. Τσιριμῶκος νὰ μὴ προβάλῃ καὶ νὰ μὴ ὑπενθυμίζῃ τὸ παρελθὸν τοῦ 1941–44. Νομίζω, ὅτι ἠτύχησεν ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιχειρημάτων, ὑπενθυμίσας τὴν περίοδον ἐκείνην. Τὴν γνωρίζει διότι τὴν ὑπέστη, διότι εὑρέθη ἐνώπιον ἐγκλημάτων, διότι εἶδε τὰ ἐγκλήματα. Πρέπει νὰ εἴπω καὶ τοῦτο. Ὅτι ὅταν ἔφθασα εἰς τὴν Πελοπόννησον ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχον ὅλα τὰ Κόμματα περιλαμβανομένου καὶ τοῦ Κομμουνιστικοῦ καὶ ἐπεσκέφθην τὰ νοσοκομεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἦσαν οἱ τραυματίαι τοῦ Ε.Α.Μ.—Ε.Λ.Α.Σ. ἦτο ζήτημα ἐὰν εὕρισκον 1 εἰς τοὺς 100 οἱ ὁποῖοι εἶχον πολεμήσει τοὺς Γερμανούς. Οἱ ἄλλοι εἶχον τραυματισθῆ εἰς τοὺς ἑλληνοελληνικοὺς ἀγῶνας οἱ ὁποῖοι διεξήχθησαν ἰδίᾳ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν Γερμανῶν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον. Δὲν πρόκειται ὅμως μόνον περὶ τῆς περιόδου 1941–44. Διότι ὁ κ. Τσιριμῶκος εἶπεν, ὅτι αὐτὸ ἀνήκει εἰς ἕνα παρελθὸν ἀπὸ τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει 15ετία ὅπως μᾶς χωρίζει πράγματι 15ετία ἀπὸ τὴν κατοχήν. Δυστυχῶς ἦλθεν ἡ τραγῳδία τοῦ 1946–49. Ἡ τραγῳδία ἡ ὁποία ἐπέφερε τόσας τοὐλάχιστον καταστροφὰς εἰς τὴν χώραν ὅσαι εἶχον σημειωθῆ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ παγκοσμίου πολέμου καὶ τῆς ξενικῆς κατοχῆς. Κρίνατε τὸ πρᾶγμα ὡς νομίζει ὁ καθένας. Τὸ διαπιστώνω ὡς ἕνα ἱστορικὸν γεγονός. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ 1949 εἶναι 100ντάδες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς παρανόμους ἐνεργείας ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς δημοκρατίας ἡ ὁποία παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλοῦν, νὰ γράφουν, νὰ κυκλοφοροῦν, νὰ προβαίνουν εἰς οἱανδήποτε δήλωσιν καὶ ἐκδήλωσιν, νὰ γυρίζουν τὰ χωριά. Διατὶ κάνουν παράνομον δρᾶσιν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν; Δὲν πρόκειται περὶ παρελθόντος ἀλλὰ περὶ παρατεταμένου παρόντος. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι τὸ ἕνα θέμα ἀφορᾷ τὴν μνήμην. Τὸ ἄλλο θέμα ἀφορᾷ σύνδεσμον μνήμης καὶ κρίσεως καὶ δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ προβῶμεν εἰς ἐνεργείας αἱ ὁποῖαι θὰ καταδείξουν, ὅτι στερούμεθα τῆς ἱστορικῆς ἐκείνης κρίσεως ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀποδίδομεν καλῶς ἢ κακῶς σημασίαν εἰς τὸ νὰ ὁμιλῇ ὁ Ἕλλην ἐλεύθερα. Γνωρίζομεν, ὅτι ἄλλοι ἐκ τῶν κυρίων δὲν ἀποδίδουν σημασίαν εἰς τὸ θέμα αὐτό. Ἀποδίδομεν σημασίαν εἰς τὸ νὰ εἶναι δυνατὸν ὁ Ἕλλην ν’ ἀντιδικῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἀποδίδομεν σημασίαν εἰς τὸ νὰ ὑπάρχῃ συνδικαλιστικὴ ἐλευθερία καὶ νὰ δύνανται οἱ ἐργάται νὰ ἀπεργοῦν. Ἀποδίδομεν σημασίαν εἰς τὸ νὰ γίνωνται συγκεντρώσεις καὶ νὰ ἐξάπτωνται τὰ πνεύματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς ἀποδίδομεν σημασίαν εἰς ὅλα αὐτά, διότι πιστεύομεν εἰς αὐτά. Καὶ διότι πιστεύομεν, ὅτι πρέπει αὐτὰ νὰ μὴ τὰ χάσωμεν, θέλομεν τὴν δημοκρατίαν. Δίδομεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ μᾶς ὑβρίζουν. Δὲν θέλομεν νὰ τὴν χάσωμεν τὴν εὐκαιρίαν αὐτήν. Διότι θέλομεν νὰ εἴμεθα ἀπόγονοι πραγματικοὶ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων οἱ ὁποῖοι ἐθέσπισαν τὰ ὅσα θέλομεν νὰ μὴ χάσωμεν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν λησμονοῦμεν παρὰ μέχρις ἑνὸς σημείου τὰ ὅσα ἐγένοντο παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον ἀκόμη δροῦν ἐναντίον τῆς Πατρίδος καὶ δύνανται νὰ ἀποτελέσουν κίνδυνον κατὰ τῆς δημοκρατίας. Καὶ πάλιν εἶπα μέχρις ἑνὸς σημείου, διότι ἐπιείκειαν ἐπέδειξε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἐπιδεικνύει ἐξακολουθητικῶς. Δὲν ὑπάρχει φανατισμὸς ἐναντίον ὡρισμένων προσώπων, ἀλλὰ ὑπάρχει φανατισμὸς ὑπὲρ ὡρισμένων ἀγαθῶν τὰ ὁποῖα ἐθεώρει ἀγαθὰ καὶ αὐτὸς ὁ Περικλῆς καὶ ἡ σειρὰ ἐκείνη τῶν Ἑλλήνων ἄνευ τῶν ὁποίων πιστεύομεν, ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε πολιτισμός. Καὶ πιστεύομεν ἐπίσης, ὅτι καμμία μεταβολὴ τεχνολογικὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσῃ περιττὰ τὰ μεγάλα αὐτὰ ἀγαθά. Ἑπομένως, ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀγωνιζώμεθα διὰ τὴν διατήρησιν τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν καὶ νὰ προβαίνωμεν εἰς πράξεις ἐπιεικείας καὶ εἰς πράξεις λήθης καθ’ ὃ μέτρον αὗται δὲν ἀντίκεινται εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους καὶ τὴν στοιχειώδη ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ μείνωμεν πιστοὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας. Πιστεύομεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ὁ κ. Πασαλίδης καὶ ὁ κ. Ἡλιοῦ, θὰ δικαιοῦνται νὰ μᾶς ὑβρίζουν καὶ νὰ ὁμιλοῦν ἐναντίον μας. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἶναι οὐσιῶδες δι’ ἡμᾶς. Θέλομεν δημοκρατίαν, θὰ μείνωμεν δημοκρατία καὶ θὰ ὑπεραμυνώμεθα τῶν ἐλευθεριῶν. (Χειροκροτήματα).
§185Η. ΗΛΙΟΥ. Λυποῦμαι ἀλλὰ θὰ δικαιώσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ τοῦ δώσω τὴν εὐκαιρίαν νὰ καυχηθῇ, ὅτι πράγματι εἰς τὴν χώραν αὐτὴν ἕνας βουλευτὴς ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ εἴπῃ τὶ ἐναντίον τῶν ἀπόψεων τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐναντίον τῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως. Μὲ ὅλα ὅσα εἰς δύο παρεμβολάς του ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθεσε προσεπάθησεν ἁπλῶς νὰ μετατοπίσῃ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον εἶναι μέγα. Μετετώπισε τὸ θέμα καὶ συνέδεσε τὴν ἀτιμωρησίαν τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου μὲ τὴν πολιτικὴν διαίρεσιν τῶν Ἑλλήνων, πρᾶγμα ποὺ θεωρῶ ἀπαράδεκτον. Διότι μόνον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τυχὸν νομίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συνδέσῃ κενὰς διακηρύξεις περὶ προσηλώσεως εἰς τὸν ἐλεύθερον κόσμον μὲ προϊοῦσαν ὑποδούλωσιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν ἀναγεννώμενον γερμανικὸν μιλιταρισμὸν καὶ συνιστᾷ λήθην εἰς ὅσα ἐγκλήματα ἔκαμεν ὁ χιτλερισμὸς εἰς τὸν τόπον αὐτόν, μόνον ἐκεῖνος εἶναι δυνατὸν νὰ μετατοπίσῃ τὸ θέμα εἰς ἀντεγκλήσεις κατὰ τῶν ἐπικριτῶν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἐπικρίσεις ἐναντίον τῆς παρατάξεώς μας; Ὅτι ἠθελήσαμεν διαρκούσης τῆς κατοχῆς νὰ μονοπωλήσωμεν τὸν ἀγῶνα. Ποῖοι; Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχοντες εἰς τὴν δυναμικὴν διάθεσίν μας τὴν Ἑλλάδα ὅταν ἀπεχώρει ὁ κατακτητὴς πιεζόμενος ἀπὸ τὰς κατερχομένας σοβιετικὰς στρατιάς, ἐκαλέσαμεν μία Κυβέρνησιν ἄνευ ὑλικῆς δυναμικῆς ἐξουσίας καὶ παρεδώσαμεν ἀμαχητὶ εἰρηνικῶς τὴν ἐξουσίαν εἰς αὐτήν. Ἡμεῖς, λέγουν, ὅτι κατὰ τὴν κατοχὴν σφάξαμε, ἀλλὰ κύριοι, τὸ τί ἔγινε τὸ ἠξεύρει ὁ Ἀθηναϊκὸς λαὸς καὶ ἠξεύρει, ὅτι αὐτὴ ὑπῆρχεν ἡ ὁδὸς ἐλπίδος καὶ ἠξεύρει, ὅτι ὑπῆρχαν οἱ Μπουραντάδες, οἱ ὁποῖοι ἔσφαζαν τοὺς ἀγωνιστάς, συμπολεμοῦντες μετὰ τῶν Γερμανῶν. Ὁ πολέμαρχος τοῦ Βʹ Παγκοσμίου ἀντιφασιστικοῦ πολέμου, Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ, εἰς τὸν πρόλογον τῆς ἱστορίας τῶν ἀγγλοφώνων λαῶν ἔχει ἕνα μεγάλο ἀπόφθεγμα. «Ὅτι εἶναι πρωταρχικὸν καθῆκον καὶ δικαίωμα τοῦ κάθε ἀνθρώπου νὰ φονεύῃ καὶ νὰ φονεύεται διὰ τὴν πατρίδα του καὶ νὰ ἐπιφυλάσσῃ τὴν σκληροτέραν τιμωρίαν εἰς ἐκείνους ποὺ ἐθέρμαναν τὴν κεφαλήν τους εἰς τὰ στήθη τοῦ κατακτητοῦ». Αὐτὰ τὰ ἴδια ὄχι μὲ τόσον λογοτεχνικὸν ὕφος τὰ εἶχεν εἴπει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὅταν εἶδεν, ὅτι ἐκινδύνευε νὰ χαθῇ ἡ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις τοῦ 1821, ὁ Πόλεμος τῆς Ἀνεξαρτησίας ἀπὸ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Ἰμπραήμ, ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης «φωτιὰ καὶ τσεκούρι εἰς τοὺς προσκυνημένους». Ἄλλο γεγονὸς ὕστερα ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν ἐμονοπωλήσαμεν τὸν ἀγῶνα εἶναι, ὅτι δὲν ἐμονοπωλήσαμεν οὐδὲ κἂν τὸν ἀγῶνα ποὺ διεξήχθη εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὑποθέτω, ὅτι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον σήμερον ἄλλοι λέγουν προδότην, καὶ ἄλλοι λέγουν κατάσκοπον, ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος σαπίζει εἰς τὰς φυλακὰς σήμερον τὴν 31 Μαΐου 1941 ἐξέσχισε τὸν ἀγκυλωτὸν σταυρὸν (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς) ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολιν καὶ ἔπαλλον οἱ καρδιὲς ὅλων τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν χειρονομίαν ἐκείνην.
§186Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ ἀνεψιὸς ...... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος). (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§187Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εἰλικρινῶς, θὰ ἤθελα νὰ θέσω ἕνα ἐρώτημα...... (Θόρυβος ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ἀριστερᾶς).
§188Η. ΗΛΙΟΥ. Παρακαλῶ νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ὁλόκληρος ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Οἰκονομοπούλου.
§189Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θέλω νὰ θέσω ἕνα ἱστορικὸν ἐρώτημα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ θελήσητε νὰ δώσητε τὴν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία θὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀλήθειαν. Εἶμαι βέβαιος, διότι τὸ ὀφείλετε. Ἐκάματε ὑπαινιγμὸν προκειμένου περὶ τοῦ Γλέζου. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἔκαμε τὴν γενναίαν πρᾶξιν του, τοῦ ἔδωσεν ἐντολὴν τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα καὶ ἦτο μέλος του;
§190Η. ΗΛΙΟΥ. Ὁ Γλέζος δὲν εἶχεν ἀνάγκη ἐντολῶν ὢν κομμουνιστής, καὶ θερμὸς πατριώτης προέβη εἰς τὴν πατριωτικὴν ἐκείνην χειρονομίαν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§191Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ ἡσυχία. Κύριε Οἰκονομόπουλε ἀναμείνατε....... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§193Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχώμεθα...... (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, κωδωνοκρουσίαι). (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§194Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐπροκάλεσε, κ. Πρόεδρε, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τοῦ δώσω μίαν ἀπάντησιν. (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σᾶς ἀνέχεται νὰ λέγετε αὐτὰ τὰ πράγματα. Σᾶς ἀποθρασύνει καὶ τοὺς ἐθνικόφρονας ἀπογοητεύει αὐτὴ ἡ κατάστασις.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. συνάδελφοι, ἡσυχία.
§196Η. ΗΛΙΟΥ. Εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐγένετο ἀγὼν ἐκ μέρους τῆς παρατάξεως, ἡ ὁποία τότε εἶχε ἐξεγείρει ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν λέγω μόνον τοῦτο: ὅτι ὅταν ἕνα νόμιμον ἐπίσημον Κράτος τὸ 1920–22 ἔκαμε τὴν Μικρασιατικὴν ἐκστρατείαν εἶχε 80.000 λιποτάκτες, τὸ ἀνέντιμον «ΕΛΑΣ», ὅπως τὸ ὠνομάσατε, εἶχε 80.000 ἐθελοντές, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει πόσον καθολικὴ ἦτο ἡ ἀντίστασις. Εἴπατε, ὅτι δὲν ἐγένετο ἀντίστασις κατὰ τοῦ κατακτητοῦ, διάφορον γνώμην ἔχει καὶ τὴν ἐκθέτει διὰ μακρῶν εἰς τὸ σύγγραμμά του ὁ στρατάρχης Γουΐλσων, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι χάρις εἰς τὸν ἀγῶνα μας ἐναντίον τῶν Γερμανῶν, καθηλώσαμεν 20 μεραρχίας γερμανικάς. (Θόρυβος).
§197Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήσαμεν τὴν περίοδον ἐκείνην καὶ ἠξεύρομεν πῶς ἐξελίχθησαν τὰ γεγονότα. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀνεχώμεθα τὰ ψεύδη καὶ τὰς τερατουργίας ποὺ λέγει ὁ κ. Ἠλιοῦ. (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. βουλευταὶ τῆς ἀριστερᾶς, παρακαλοῦνται νὰ μὴ προκαλοῦν τοιούτους θορύβους καὶ νὰ λέγουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγουν.
§199Η. ΗΛΙΟΥ. Πέραν τοῦ στρατάρχου Γουΐλσων, ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι βαλτός, μᾶς κατεθέσατε ἕνα νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ πρὸς ψήφισιν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖτε μερικὰς χιλιάδας τάφους διὰ τοὺς Γερμανοὺς νεκροὺς τοῦ πολέμου. Ἤθελα νὰ ἠξεύρω ποῖος τοὺς ἐσκότωσεν, οἱ Μπουραντάδες ἢ οἱ τσολιάδες; (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§200Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐθέσατε ἕνα ἐρώτημα. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐφονεύθησαν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ εἰς τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν καὶ ὑπὸ Ἑλλήνων καὶ Ἄγγλων εἰς τὴν Κρήτην. (Χειροκροτήματα).
§201Η. ΗΛΙΟΥ. Ὑπάρχουν Κράτη εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβε χώραν ἐθνικὴ ἀντίστασις καὶ μόλα ταῦτα ἐφεῦραν κάθε στοιχεῖον διὰ νὰ ἀποδείξουν, ὅτι εἶχον ἀντίστασιν. Καὶ τὸ διαμάντι τῆς ἱστορίας μας πᾶμε νὰ τὸ ἀμαυρώσωμεν διὰ λόγους ταπεινοὺς Κομματικούς. Πᾶμε νὰ σπιλώσωμεν τὴν μνήμην τους διὰ νὰ ξαναφέρωμεν τοὺς Γερμανούς. Κύριοι, οἱ Γερμανοὶ ξανάρχονται, ξαναῆλθαν καὶ θὰ ξαναφύγουν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§202Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὸ διαμάντι τῆς ἱστορίας εἶναι, ὅτι ἕνα ἥρωα ἀγωνιστήν, ὅπως ὁ Ψαρρός, τὸν ἔγδαραν. Ἀφήσατε, μὴ μᾶς θυμίζετε τὰ ἐγκλήματα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Ζορμπᾶ, ἔχετε τὸν λόγον. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζορμπᾶς. (Φωναί, θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καθίσατε κάτω σᾶς παρακαλῶ. Δὲν ἔχετε ἦθος.
§204Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εἷς ἐκ τῶν κυρίων αὐτὴν τὴν στιγμὴν φωνάζει καὶ λέγει, ὅτι ὑβρίζω. Δὲν ὕβρισα κανένα. Ἔκαμα διαπιστώσεις ἀντικειμενικάς. Δὲν ἐχαρακτήρισα κανένα. Ἀνέφερα ἁπλῶς ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον εἴτε τὸ θέλουν, εἴτε ὄχι, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἕνας ἀγωνιστής, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο ἐπὶ κεφαλῆς ἑνὸς πράγματι ἀγωνιζομένου ἐναντίον τοῦ κατακτητοῦ τμήματος, ὅτι ὁ ἀγωνιστὴς αὐτὸς ἐξωγρήθη. Ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων 10ετηρίδων εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§205ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ὁ μόνος.
§206Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Καὶ δὲν εἶναι βεβαίως ὁ μόνος. Ἂς ἀφίσουν τὰ περὶ «ἀδαμάντων» λογοτεχνήματα, διότι πρόκειται μόνον περὶ λογοτεχνημάτων καὶ τὰ λογοτεχνήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται ἀπολύτως ὄχι μόνον πρὸς τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ πρὸς τὸ αἴσθημα ἑνὸς μεγάλου μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πενθοῦντος διὰ τὰ φοβερὰ ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα διέπραξαν οἱ ὁμοϊδεάται των, τὰ λογοτεχνήματα αὐτὰ εἶναι ἀπαράδεκτα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. (Χειροκροτήματα).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς.
§208Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀποτελεῖ λάθος τεράστιον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔφερεν ἀπόψε πρὸς συζήτησιν τὴν πρότασιν αὐτὴν νόμου καὶ ἔγινε συζήτησις, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἤρχισαν νὰ λέγωνται ἀπὸ σήμερον τὴν πρωΐαν εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Ἐθνικῆς παλιγγενεσίας. Θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀφήσῃ νὰ παρέλθουν αἱ ἡμέραι αὐταὶ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Ἐθνικῆς παλιγγενεσίας καὶ κατόπιν νὰ φέρῃ πρὸς συζήτησιν ἐν ψυχρῷ τὴν πρότασιν αὐτήν. Ὑπάρχουν ἱστορικαὶ στιγμαὶ τῶν λαῶν κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ὑπεύθυνοι Κυβερνῆται λαμβάνουν μεγάλας ἀποφάσεις καὶ χαράσσουν γραμμὰς νέας πολιτικῆς διὰ τὸ Ἔθνος καὶ τὸν λαὸν καὶ πείθουν τὸν λαόν, ὅτι ἡ νέα πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἐγκαινιάζουν εἶναι συμφέρουσα καὶ τὴν ἀκολουθεῖ ὁ λαός. Ὡς τοιοῦτον παράδειγμα ἔχομεν τὴν πολιτικὴν πρᾶξιν τοῦ ἀειμνήστου Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ 1930 ἔπνιξεν εἰς τὴν συνείδησίν του καὶ τὴν ψυχήν του τὴν ἀνάμνησιν τοῦ Ἔθνους καὶ ἐκάλεσε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ λησμονήσῃ τὸ 1922 χαράξας νέαν γραμμὴν εἰς τὰς σχέσεις μας μὲ τὴν Τουρκίαν. Τὸ Ν. Διάταγμα 4016)59 δὲν θὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὡς νομικὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ ὡς μία πολιτικὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν εἰς ὡρισμένην ὥραν διὰ νὰ ρυθμίσῃ τὰς σχέσεις μας μὲ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν καὶ θὰ κρίνωμεν αὐτήν, ἐὰν εἶναι ὀρθὴ καὶ ἐὰν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν τὸ Ν. Δ. τοῦτο ἦτο σύμφωνον μὲ τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπικυρωθῇ. Τί λέγει ὅμως αὐτὴ ἡ πολιτικὴ πρᾶξις; Ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς λησμονεῖ ὅσα διέπραξαν οἱ Γερμανοὶ Ναζισταὶ εἰς τὴν χώραν μας καὶ ἀμνηστεύει τὰ ἐγκλήματά των. Κάμνει δηλαδὴ μίαν ἐξαιρετικῆς σημασίας ἠθικὴν παραχώρησιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρὸς τὸν Γερμανικὸν λαόν. Ἐρωτῶμεν, εἰς τὸν ἀντίπερα δρόμον εὑρίσκεται ἡ ἰδία κατανόησις, ὑπάρχει ἡ ἰδία ἀνταπόδοσις; Αὐτὸ καλεῖται νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις. Λυποῦμαι, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἴσως διότι δὲν διεφωτίσθη ἐπαρκῶς, δὲν πιστεύει, ὅτι ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ ἡ ἰδία κατανόησις καὶ συνεπῶς, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν παραχώρησιν αὐτήν. Ὁ λαός μας, κ. Πρόεδρε, ἔχει νὰ παλαίσῃ καὶ παλαίει μὲ πλεῖστα προβλήματα καὶ ἠθικὰ καὶ πολιτικὰ καὶ οἰκονομικά. Θὰ ἔπρεπεν ὁ Γερμανικὸς λαός, ἔπειτα ἀπὸ τὴν μεγάλην αὐτὴν παραχώρησιν πρὸς αὐτὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ εἶχεν ἤδη συμπαρασταθῆ εἰς τὴν προσπάθειάν μας διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν προβλημάτων αὐτῶν. Τοιαύτην ὅμως θετικὴν συμπεριφορὰν δὲν τὴν εἶδεν ἀκόμη ὁ λαός μας. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τὸ Ν. Διάταγμα 4016)59 δὲν εὑρίσκει ἀπήχησιν εἰς τὰς καρδίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ συνεπῶς, δὲν τὸν ἱκανοποιεῖ. Ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην αὐτῆς τῆς πολιτικῆς πράξεως δὲν κατέβαλε προσπαθείας διὰ τὴν ἀξιοποίησίν της. Ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ κάθε προσπάθειαν διὰ τὴν ἀξιοποίησιν τῆς πράξεως αὐτῆς. Ὄχι ἐπαιτοῦσα οἰκονομικὰς παραχωρήσεις, ἀλλ’ ἱσταμένη ὑπερηφάνως ἔναντι τῶν τέως ἀντιπάλων της καὶ διεκδικοῦσα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τῆς ἀνήκουν. Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ν. Διατάγματος, κ. Πρόεδρε, ὑπήρξαμεν ἀντίθετοι. Εἰς τὴν γνώμην μας αὐτὴν ἐμμένομεν καὶ σήμερον, διότι πιστεύομεν, ὅτι τὸ Ν. Διάταγμα τοῦτο δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§209Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἐκκινῶ, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ αἴθουσα αὐτὴ δὲν εἶναι τόπος προωρισμένος πρὸς ἄσκησιν δημοκοπίας μόνον, ἀλλὰ καὶ τόπος ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐκπορεύονται νόμοι, δηλαδὴ κείμενα τὰ ὁποῖα ἐφαρμοζόμενα δύνανται νὰ παράγουν ἔννομα ἀποτελέσματα. Ἐὰν συμπίπτῃ ἡ γνώμη αὐτὴ μὲ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω πῶς συνέπεσεν ἔγκριτοι περὶ τὰ νομικὰ συνάδελφοι, νὰ ὑποστηρίξουν τὴν πρότασιν περὶ καταργήσεως τοῦ Νομοθετικοῦ τούτου Διατάγματος παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι καὶ ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Κατὰ βασικὴν ἀρχὴν τοῦ δικαίου, μὴ ἰσχύουσα μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, οὐδεὶς ποινικὸς νόμος ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν καὶ περαιτέρω ἐὰν ἀπὸ τῆς τελέσεως τοῦ ἐγκλήματος μέχρι τῆς ἐκδικάσεως τούτου ἴσχυσαν πλείονες τοῦ ἑνὸς νόμοι, ἐφαρμοστέος εἶναι ὁ ἐπιεικέστερος. Καὶ ἂν λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἔκαμνε δεκτὴν τὴν πρότασιν καὶ κατήργει τὸ Ν. Δ. τοῦτο, καὶ πάλιν τὸ Διάταγμα τοῦτο θὰ ἐφηρμόζετο ὡς ἰσχύσας ἐπιεικέστερος νόμος, πῶς συνέβη, κ. Πρόεδρε, καὶ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει των διακεκριμένοι νομομαθεῖς τὴν ἀρχὴν ταύτην; Φαίνεται, κ. Πρόεδρε, ὅτι δυοῖν θάτερον συμβαίνει. Ἢ ἐγένετο ἡ συζήτησις διὰ τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ἀκουσθοῦν τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα ἠκούσθησαν ἢ ὅτι ἐγὼ πλανῶμαι πλάνην οἰκτρὰν πιστεύων, ὅτι ἡ αἴθουσα αὐτὴ δὲν εἶναι μόνον αἴθουσα πρὸς ἄσκησιν δημοκοπίας.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§211Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ὑπὸ κρίσιν Ν. Διάταγμα, κ. Πρόεδρε, μᾶς ἐδόθη εὐκαιρία καὶ διατυπώσαμεν ἐκτενῶς τὰς ἀπόψεις μας. Δι’ αὐτὸ σήμερον θὰ ὁμιλήσωμεν δι’ ὀλίγων. Ἐμμένω εἰς τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας εἶχον προκειμένου περὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, διότι θεωρῶ τοῦτο ὑποχρέωσίν μου καὶ ὡς Ἕλλην, ἀλλὰ κυρίως ὡς Κρής, τοῦ ὁποίου ἡ ἰδιαιτέρα πατρίς, ὡς γνωστόν, ἐπλήγη βαρύτατα ἀπὸ τὴν γερμανικὴν θηριωδίαν. Εἶμαι ἀντίθετος εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον. Ὄχι διότι δὲν πιστεύω εἰς τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τῆς λήθης, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ἡ προκειμένη περίπτωσις ἐξαιρεῖται τῶν γενικῶν κανόνων τῶν συνεννοήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ πρέπει νὰ γίνωνται καὶ μεταξὺ τῶν ὑπαρξάντων ἄλλοτε ἐχθρῶν. Ὅλοι οἱ ἡγέται τῶν συμμαχικῶν χωρῶν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τῶν ὁποίων καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐπολέμησε, μᾶς παρώτρυνον νὰ πολεμήσωμεν μὲ ὅσην δύναμιν εἴχομεν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὸν πόλεμον καὶ τὰ ἐγκλήματά του θὰ τιμωρηθοῦν. Ἐὰν ἡ ὑπόσχεσις αὐτὴ τῶν ἡγετῶν τῶν μεγάλων δυνάμεων δὲν τηρηθῇ, κ. Πρόεδρε, δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ καλέσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ πάλιν νὰ ἀγωνισθῇ ὁψέποτε ἤθελε παρουσιασθῆ περίπτωσις τοιαύτη, μὲ τὴν ἰδίαν πίστιν μὲ τὴν ὁποίαν ἠγωνίσθη εἰς τὸν τελευταῖον πόλεμον. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶνται τόσον εὔκολα αἱ ὑποσχέσεις τῶν μεγάλων, ὅτι οἱ ἐγκληματίαι πολέμου θὰ τιμωρηθοῦν κατὰ τρόπον σκληρόν. Σήμερον ἀντιθέτως βλέπομεν ἐκείνους ἀκριβῶς, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν ἀφορμὴν ὅλων τῶν καταστροφῶν τοῦ πολέμου, καταστροφῶν τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς πληρώνει δυστυχῶς ἐκ τῶν ἰδίων της δυνάμεων ἐν ἀντιθέσει μὲ ὅ,τι συμβαίνει εἰς ἄλλας χώρας, νὰ διαφεύγουν ἀπὸ τὴν τιμωρίαν. Εἶναι χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Δυτικῆς Γερμανίας ἐλάχιστον ποσοστὸν ἐδέχθη νὰ καταβάλῃ πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν θυμάτων. Καὶ εἶναι ἐπίσης γεγονός, κ. Πρόεδρε, ὅτι οἱ μικροὶ καλοῦνται πάντοτε νὰ πληρώσουν τὰς θυσίας. Ἡ Κυβέρνησις ἐλέγχεται, διότι δὲν ἐχειρίσθη τὸ θέμα οὔτε κατὰ τρόπον σύμφωνον μὲ τὴν παγκόσμιον πολιτικήν, οὔτε μὲ τὰ εἰδικὰ συμφέροντα τῆς χώρας μας, οὔτε σύμφωνα πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἠθικῆς, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τὴν τιμωρίαν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου.
§212Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, θὰ προσπαθήσω νὰ μείνω εἰς τὰ γεγονότα ποὺ προέκυψαν ἀπὸ τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν. Οἱ δύο ὁμιληταὶ τῆς ΕΔΑ, σήμερον ποὺ συζητεῖται διὰ τρίτην φορὰν τὸ ζήτημα τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀπέδειξαν περισσότερον καὶ ἀπὸ τὰς προηγουμένας, ὅτι ἡ πολεμική των, κατὰ κύριον λόγον, διεξάγεται ὄχι ἐναντίον τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, ἀλλὰ ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου ἐναντίον τῆς σημερινῆς Γερμανίας. Ἡ ἀφετηρία ἐκ τῆς ὁποίας ἐκκινοῦν ἀποδεικνύει πόθεν πηγάζει ἡ διαφορὰ τῆς τοποθετήσεως, διότι ἡμεῖς μὲν πιστεύομεν, ὅτι ἡ σημερινὴ Δημοκρατικὴ Γερμανία εἶναι τμῆμα τῆς ἀμυντικῆς συμμαχίας τοῦ ΝΑΤΟ καὶ εἶναι χρήσιμος διὰ τὴν προάσπισιν τῆς ἐλευθερίας τῶν Δημοκρατιῶν εἰς τὸ μέλλον, ἡ δὲ ΕΔΑ ἐπιδιώκει διὰ παντὸς τρόπου νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ σχέσις μας μὲ τὸ ΝΑΤΟ καὶ τὸ ἐπιδιώκει μὲ τὴν καταλληλοτέραν πρὸς τοῦτο εὐκαιρίαν ποὺ εἶναι ἡ ἀναδρομὴ εἰς τὸ παρελθόν. Κύριοι βουλευταί, καὶ εἰς προηγουμένην συζήτησιν ἐτόνισα καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ νόμος τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἀπὸ τὴν ΕΔΑ ἡ ἀκύρωσις ἀποτελεῖ πρᾶξιν πολιτικὴν τοῦ παρόντος καὶ ἀποβλέπει εἰς τὸ μέλλον. Ἀποτελεῖ χειρονομίαν τῆς Ἑλλάδος ἔναντι τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ. Ἡ Ἑλλὰς ψηφίζουσα τὸν νόμον αὐτὸν δὲν παραιτεῖται ποσῶς οὔτε τῆς ἱστορίας της, οὔτε τῶν θυσιῶν της καὶ εἶναι ὑπερήφανος δι’ αὐτάς. Ἐὰν διὰ λόγους συνδεομένους πρὸς τὰ συμφέροντά της εἰς τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον προέβη εἰς μίαν χειρονομίαν ἐπιεικείας αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει ποσῶς ἀναξιοπρέπειαν τῆς Ἑλλάδος. Ὅλως τοὐναντίον ὁ παραχωρῶν εὑρίσκεται εἰς θέσιν ὑπεροχῆς ἀπέναντι ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ παραχώρησις. Ἀρνοῦμαι δέ, κ. βουλευταί, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἰς τὸ τέλος τοῦ 1959 καὶ σήμερον ὀφείλεται εἰς οἱανδήποτε πίεσιν. Οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, οὔτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔμαθαν νὰ ὑφίστανται ποτὲ οἱανδήποτε πίεσιν. Ἐκεῖνοι μόνον, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ δημιουργήσουν ἐντυπώσεις ρίπτουν τὴν λέξιν τῆς πιέσεως διὰ νὰ διαβάλλουν μία πολιτικὴν πρᾶξιν ἐπωφελῆ διὰ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Κύριοι βουλευταί, ὄχι μόνον οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ΕΔΑ ἀλλὰ καὶ ἄλλων Κομμάτων ἐκπρόσωποι, ἐὰν καὶ δὲν εὐθυγραμμίσθησαν πλήρως πρὸς τὴν θέσιν τῆς ΕΔΑ, κατ’ οὐσίαν ὅμως ἐτάχθησαν ἐναντίον τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου ἡ ΕΔΑ ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν. Νομίζω, ὅτι ἐκτὸς τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, εἰς τὸν λόγον τοῦ ὁποίου θὰ ἔλθω μετ’ ὀλίγον, οἱ ἄλλοι ἐκπρόσωποι Κομμάτων, ἐξαιρουμένου τοῦ κ. Μπακοπούλου, ἐκπροσώπου τοῦ Κόμματος τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, περιέπεσαν εἰς μίαν ἀσυνέπειαν ὅταν ἀντετάχθησαν εἰς μίαν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὁλοκληρώνει ἰδικήν των πολιτικήν.....
§213Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὁ Στράους.....
§214Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἀφίνετε αὐτὸν τὸν φαιδρὸν τόνον. Ἐλησμόνησαν τότε, κ. βουλευταί, τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἤσκει τὸ Κόμμα των, ὅταν εὑρίσκετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἦτο ὁ ἀείμνηστος στρατηγὸς Πλαστήρας, Ἀρχηγὸς τοῦ σήμερον ἐπικρίνοντος ἡμᾶς κ. Ζορμπᾶ, ἤρχισαν αἱ πρῶται ἐκδηλώσεις πολιτικῆς λήθης τῆς ἀντιθέσεως πρὸς τὴν Γερμανίαν, χωρὶς μάλιστα ἀκόμη ἡ Γερμανία νὰ ἔχῃ εἰσέλθει εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κοθρῆς, ὁ ὁποῖος δικαίως, ἐνεθυμήθη τὰς τραγωδίας τῆς Κρήτης καὶ τὰς μεγάλας θυσίας της δὲν ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε λόγον νὰ διαμαρτυρηθῇ ὅταν ἐδίδετο περὶ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1951 χάρις εἰς τὸν Γερμανὸν στρατηγὸν Ἀντρέ, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε τὴν γνωστὴν ἐκείνην ἀπόφασιν ἰσοπεδώσεως τῶν Ἀνωγείων τῆς Κρήτης, τῆς πατρίδος του, ἀλλὰ ἐνόμισεν, ὅτι 9 ἔτη μετὰ ἔπρεπε νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν τεχνητὴν εὐαισθησίαν, τὴν ὁποίαν δεικνύει ἀπόψε. Ἐπὶ τῆς ἰδικῆς των Κυβερνήσεως μὲ μίαν αἰτιολογίαν ἀρκετὰ τολμηρὰν καὶ διὰ σήμερον ἀκόμη ἔλαβε χάριν ὁ Ἀντρέ, μόλις συνεπλήρωσε 4 ἔτη, τὰ ὁποῖα συνεπλήρωνε τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν.....
§215Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κατὰ ἰδικήν σας πίεσιν.
§216Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχετε κανένα ἠθικὸν φραγμόν;
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἐφραιμίδη, παρακαλῶ μὴ διακόπτετε.
§218Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω τοιούτου εἴδους ἀπρεπείας νὰ μὴ τὰς ἀποτολμᾶτε. Πέραν τῆς συγκεκριμένης αὐτῆς πράξεως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1952, ὡς καὶ τὰς φιλικὰς ἀνταλλαγὰς ἀπόψεων μετὰ τῆς Γερμανίας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διαπιστώνω μόνον διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἄλλα μέτρα εἶχαν ὅταν εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἄλλα ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἐνήργησαν βεβαίως τότε καλοπίστως καὶ ἐν τῇ ἐκτιμήσει τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, ἐπροχώρησαν εἰς τὴν θέσπισιν διαδοχικῶν νόμων καὶ ὑπέσχοντο τὴν λῆψιν ἔτι γενικωτέρων μέτρων δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἀρεσκόμενος εἰς ἀβασίμους ἐξάρσεις πρὸς τὴν δημιουργίαν ἐντυπώσεων, εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη θίγεται ἀπὸ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔχει σήμερον ἐνώπιόν της ἡ Βουλὴ καὶ κρίνει, θὰ ἤθελα νὰ ἐνθυμίσω καὶ εἰς αὐτόν, ὅτι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον κατηγοροῦν, ὅτι θέτει τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Γερμανικῆς δὲν περιέχει οὐδεμίαν διάταξιν κρίσεως παρ’ οἱουδήποτε. Ὁ νόμος αὐτὸς λέγει μόνον, ὅτι ἀναστέλλονται αὐτοδικαίως ἡ δίωξις καὶ αἱ ἐπιβληθεῖσαι ποιναὶ καθείρξεως εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἄλλος νόμος γενόμενος ἐπὶ ἐποχῆς ἄλλης Κυβερνήσεως, τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου, μὲ τὸ ὁποῖον συνέπραξε Κομματικῶς κατ’ ἐπανάληψιν ὁ κ. Τσιριμῶκος, ἄλλος νόμος ἔχει τὸ ἄρθρον 22 τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἀρξαμένης τῆς διώξεως παρὰ τῆς ἀλλοδαπῆς δικαστικῆς ἀρχῆς δύναται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐγκληματιῶν Πολέμου, νὰ ἀνασταλῇ ἡ πρόοδος τῆς διαδικασίας καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τῶν ἡμεδαπῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, μέχρις ἐκδόσεως τελεσιδίκου ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τῆς ἰθαγενείας τοῦ κατηγορουμένου». Τότε ἐθεσπίζετο τὸ δικαίωμα τῆς ξένης δικαιοσύνης νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης.
§219ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος νόμος εἶναι αὐτός;
§220Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶναι ὁ νόμος 2058 τοῦ ἔτους 1952 καὶ εἶναι τὸ ἄρθρον 22 αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταί, αὐτὰ δὲν τὰ λέγω διότι στρέφομαι καθ’ οἱουδήποτε, ἀλλὰ διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὅλα ὅσα λέγονται ἐπιδιώκουν κἄποιαν πολιτικὴν ἐντύπωσιν, ἀλλὰ εἶναι ἀβάσιμα καὶ δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ πράγματα. Εἶπε πρὸ ὀλίγου ἐπίσης ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὅτι ἐξευτελίζεται ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη, διότι τἄχα προβλέπεται κρίσις τῆς Ἑλληνικῆς ἀποφάσεως ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Δικαιοσύνην. Τίποτε παρόμοιον δὲν προβλέπεται, ὅπως ἀπέδειξα. Καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη εὑρίσκεται εἰς τοιοῦτον ὕψος, ὥστε συγκρινομένη μὲ οἱανδήποτε δικαιοσύνην τοῦ κόσμου, νὰ μὴ ἔχῃ νὰ φοβηθῇ τίποτε ἀπὸ τὴν σύγκρισιν. Οἱοσδήποτε ἄλλος κρίνει ἐπὶ θέματος, διὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἀπόφασις τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, θέτει ὑπὸ κρίσιν τὸν ἑαυτόν του καὶ ἔχει τὰς ἰδικάς του εὐθύνας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐὰν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει σήμερον τὴν εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης ἔπραξε ποτὲ πρᾶξιν τινὰ δυναμένην νὰ τὴν βλάψῃ, μάρτυς εἶναι ὁλόκληρον τὸ Δικαστικὸν Σῶμα τῆς χώρας, ὁλόκληρος ὁ νομικὸς κόσμος, ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§221Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἡ κρίσις ἄλλου Κράτους περὶ τῆς ὀρθότητος ἀποφάσεως Ἑλληνικοῦ Δικαστηρίου δὲν θίγει ποτὲ τὰ ἐκδίδοντα τὴν κρινομένην ἀπόφασιν δικαστήρια εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι αἱ ἀποφάσεις οἱουδήποτε δικαστηρίου οἱασδήποτε χώρας, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐκτελεσθοῦν εἰς ἄλλο Κράτος, κρίνονται ἐὰν σύμφωνα μὲ τὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐμφανισθοῦν εἶναι σύμφωνα ἢ ὄχι χωρὶς ποτὲ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον μείωσιν τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωσαν τὴν κρινομένην ἀπόφασιν. Αὐτὸς εἶναι κανὼν γενικῶς ἰσχύων μεταξὺ ὅλων τῶν Κρατῶν.
§222Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, ἦλθε πρὸς συζήτησιν καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τοῦ ναζισμοῦ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς κύρωσιν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, θὰ γίνῃ ἀσφαλῶς ἡ προσήκουσα συζήτησις τότε. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ἀπόψε εἰς ἀπάντησιν ἰσχυρισμοῦ, ἢ τοῦ πρώτου, ἢ τοῦ δευτέρου τῶν ἐκ μέρους τῆς ΕΔΑ ὁμιλητῶν, εἶναι, ὅτι ἡ μετὰ τῆς Ἑλλάδος συμφωνία ἀπὸ ἀπόψεως περιπτώσεων περιλαμβανομένων εἰς τὴν ἀποζημίωσιν εἶναι ἡ εὐρυτέρα ἀπὸ τὰς συμφωνίας τῆς Γερμανίας μεθ’ οἱασδήποτε ἄλλης χώρας.
§223Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τὰ ποσὰ εἶναι τὰ ἴδια;
§224Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὰ ποσὰ πιθανῶς εἶναι μεγαλύτερα ἀπὸ πολλὰς ἄλλας χώρας, ἀλλὰ δὲν ἔχω συγκριτικὸν πίνακα, ὡς πρὸς τὴν εὐρύτητα ὅμως τῶν περιπτώσεων ἔχω τὸ ἑξῆς γεγονός. 11 χῶραι διεπραγματεύοντο μετὰ τῆς Γερμανίας καὶ διὰ τοῦτο ὑπῆρχον ὡρισμένοι βασικοὶ ὅροι καὶ εἰς τοὺς βασικοὺς αὐτοὺς ὅρους ἔγινε διεύρυνσις περιπτώσεων, μόνον εἰς τὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος συμφωνίαν.
§225Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Κοθρῆν. Δύο συμφωνίαι, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἔχουν μέχρι τοῦδε συναφθῆ. Ἡ μία μὲ τὴν Νορβηγίαν καὶ ἡ ἄλλη μὲ τὴν Δανίαν. Ἡ Νορβηγία, ἂν δὲν κάμνω λάθος, ἔλαβεν 60 ἑκατομμύρια, ἡ δὲ Δανία 20 ἑκατομμύρια.
§226ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Ὁλλανδία τὶ ἔλαβε;
§227Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν συνήφθη ἀκόμη μετὰ τῆς Ὁλλανδίας καὶ δὲν θὰ ἤθελα νὰ προβῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς οὐδεμίαν ἀνακοίνωσιν, σχετικῶς μὲ τὰ προβλεπόμενα διὰ τὴν Ὁλλανδίαν.
§228Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐγεννήθη καὶ πάλιν ἀπόψε παρεμπιπτόντως καὶ ἕν ἄλλο θέμα. Ἂν καὶ τούτου ἡ συζήτησις δὲν εἶναι ἐπίκαιρος, ἐν τούτοις θὰ ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἀφοῦ ἐθίγη ἀπὸ ὁμιλητάς. Ἐλέχθη, διατὶ ἐνῷ ἀναστέλλεται ἡ δίωξις Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, δὲν ἀνεστάλη ἡ δίωξις καὶ ὅλων τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν ἐγκλήματα, εἴτε τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, εἴτε προδοσίαν ἐναντίον τῆς πατρίδος των; Ἐνόμιζα, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὰς φυλακάς, θὰ ἐδίσταζον νὰ κάμουν σύγκρισιν μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἐκεῖνοι ἐπέλεξαν τὴν σύγκρισιν, εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπάντησις. Ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἦτο συνυφασμένος μὲ τὴν ὕπαρξιν ἐγκληματιῶν πολέμου, εἶναι κίνδυνος ὁ ὁποῖος παρῆλθεν. Ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος εἶναι συνυφασμένος μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὑποτροπὴν καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἔθεσαν εἰς κίνδυνον καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος, εἶναι δυστυχῶς κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ. Ἐὰν ὑπάρχῃ κἄποια ὑπαιτιότης, διότι δὲν ἐβγῆκαν ὅλοι ἀπὸ τὰς φυλακάς, ἂς τὴν ἀναζητήσουν εἰς τὸν ἑαυτόν των καὶ εἰς τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν. Καὶ παρὰ ταῦτα, ὁ ἀριθμὸς τῶν 21.000 καταδίκων τοῦ ἔτους 1950 εἶναι σήμερον 2.000 περίπου καὶ πρόκειται περὶ τῶν βαρυτέρων περιπτώσεων, γνωρίζουν δὲ οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς ΕΔΑ, μὲ πόσην, καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ νόμου, ἀνθρωπιστικὴν διάθεσιν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος 2058, ἀκόμη καὶ διὰ στυγεροὺς ἐγκληματίας, μὲ τὴν αἰτιολογίαν (σχεδὸν πρόφασιν) τῆς ὑπάρξεως κινδύνου τῆς ὑγείας των. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι προφανῶς, ἐσφαλμένον καὶ προβάλλεται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐμὲ δὲν βοηθεῖ οὔτε τιμᾷ ἐκείνους, χάριν τῶν ὁποίων λέγεται. Ἐλέχθη κατ’ ἐπανάληψιν καὶ κατὰ κόρον, ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅ,τι γίνεται ἀπὸ σᾶς δὲν μᾶς ἀρέσει καὶ ὅ,τι δὲν ἔγινεν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο καλύτερον. Ἦτο προτιμότερον νὰ δώσητε γενικὴν ἀμνηστείαν εἰς τοὺς Γερμανούς. Ἔπρεπε νὰ κινηθῇ ἡ διαδικασία τῆς χάριτος. Κατ’ ἐπανάληψιν, ἐν τούτοις, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐγένετο ἐπίκρισις τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀποφασίζει χωρὶς νὰ προειδοποιῇ τὴν Βουλήν. Ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης πράξεως, ὡς ἦτο ἡ ἀναστολὴ τῆς διώξεως τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, ἦτο νοητὸν νὰ ἐπικριθῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι πρὶν ἐνεργήσῃ ἔφερεν ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει πολιτικήν της καὶ ἐζήτησεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας; Ποῦ ἠκούσθη, ὅτι ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἀποτελεῖ χειρότερον τρόπον ἀντιμετωπίσεως ἑνὸς θέματος ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην διαδικασίαν; Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνομαι, διατὶ θὰ ἦσαν περισσότερον ἱκανοποιημένοι οἱ συνάδελφοι τῆς ΕΔΑ, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀμνηστεύσεως ἢ περὶ χάριτος καὶ ὑπῆρχεν ἀδυναμία ἐνδεχομένης διώξεως εἰς τὴν Γερμανίαν διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἔκαμαν ἐδῶ οἱ ἐγκληματίαι πολέμου; Κύριοι βουλευταί, ἀντιλαμβάνομαι βεβαίως, ὅτι, ὅταν θέλῃ κανεὶς νὰ πολεμήσῃ, ὅταν θέλῃ κανεὶς νὰ ἀντιπολιτευθῇ, ὁπωσδήποτε ἐλέγχει τὸ πᾶν. Ἀλλὰ τὸ ἀβάσιμον τοῦ ἐλέγχου καθίσταται πρόδηλον. Ἀπόψε, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μόνον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπακόπουλος, συνεπὴς πρὸς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθει τὸ κόμμα του, ὅταν εὑρίσκετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶπε μὲ νηφαλιότητα καὶ ἀντικειμενικότητα τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀδιαφορῶν ἐὰν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἢ δὲν εἶναι εὐάρεστον, εἴτε ἐκτός, εἴτε ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐλέχθησαν καὶ μερικὰ ἄλλα πράγματα· ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρον, ὅταν ἑορτάζεται μεθαύριον ἢ καὶ ἀπὸ αὔριον ἡ ἐθνικὴ ἑορτή, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται συζήτησις νόμου περὶ ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἀλλὰ ποίαν σχέσιν ἔχουν οἱ ἑορτασμοὶ μὲ μίαν πολιτικὴν πρᾶξιν, ἡ πρωτοβουλία διὰ τὴν ἀνασυζήτησιν τῆς ὁποίας δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀλλὰ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, βάσει τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Ἐξ ἄλλου, πρὸ δύο ὡρῶν ἐγένετο ἐπίκρισις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προεδρείου, διότι κἄπως ἐβράδυνε νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν, ἄλλη πρότασις ἀκυρώσεως ἢ τροποποιήσεως Ν. Διατάγματος. Ὁ παρὼν νόμος ἦλθε πρὸς συζήτησιν ταχύτερον. Νέα ἐπίκρισις καὶ διὰ τοῦτο. Φέρω αὐτὰ τὰ παραδείγματα ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ δείξω πόση ἀσυνέπεια ὑπάρχει, ὄχι μόνον μεταξὺ γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπέχουν μεταξύ των ἔτη, ἀλλὰ καὶ περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Κύριοι βουλευταί, ὅταν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρχον οἱ κατακτηταί, τὸ Ἔθνος σύσσωμον ἦτο μαχητικὸν ἐναντίον των. Τὴν ὥραν ἐκείνην καθῆκον ὅλων τῶν πατριωτῶν ἦτο δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ πράξουν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ἐναντίον τοῦ κατακτητοῦ. Καὶ πιστεύομεν, ὅτι, κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην δὲν ὑπήρξαμεν οἱ τελευταῖοι εἰς τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν κατακτητῶν. Ἀλλὰ τὰ καθήκοντα τῶν πολιτικῶν καὶ τὰ καθήκοντα τῶν Ἑλλήνων δὲν σταματοῦν, δὲν ἔχουν χρονικὸν περιορισμόν. Τὰ καθήκοντα αὐτῶν συνεχίζονται καὶ ὅταν τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους ἐπιβάλλῃ ἀκόμη καὶ νὰ πνίξωμεν τὰ αἰσθήματά μας, τότε ἀναλογιζόμενοι τὰς εὐθύνας μας, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον τῆς στιγμῆς. Καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος, ἐχωρήσαμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν τῆς καταθέσεως καὶ ἐπεδιώξαμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἀπὸ τὴν ΕΔΑ ἡ ἀκύρωσις σήμερον, ὄχι τόσον ἐξ ἀντιθέσεως πρὸς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ ἀκριβῶς, διότι ὑπηρετεῖ τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἰδικήν μας, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τῶν πολλῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εὑρίσκεται πρὸς τὴν πλευρὰν τοῦ μετώπου τῆς ἐλευθερίας, εὑρίσκεται πρὸς τὸν ἀμυντικὸν συνασπισμὸν τοῦ ΝΑΤΟ. (Χειροκροτήματα).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ὁμιλητῶν, κηρύσσομεν περαιωμένην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὑπὸ κρίσιν προτάσεως νόμου. Ἐπειδὴ βλέπω πολλοὺς βουλευτὰς ἐγειρομένους καὶ προτιθεμένους νὰ ἀποχωρήσουν καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προκύψῃ θέμα ἀπαρτίας, θὰ παρεκάλουν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει καὶ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας, νὰ συναινέσητε εἰς τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως.
§230ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ ἐν συνεχείᾳ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 1.15′ π.μ.)