1960.03.16
1.997 στίχοι · 14.930 λέξεις · 98 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65η
Τετάρτη, 16 Μαρτίου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.50′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων ΞΓʹ τῆς 14ης Μαρτίου καὶ ΞΔʹ τῆς 15ης Μαρτίου ἐ. ἔ.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων ΞΓʹ τῆς 14ης Μαρτίου καὶ ΞΔʹ τῆς 15ης Μαρτίου ἐ. ἔ. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Μερκούρης, ζητεῖ 15θήμερον ἄδειαν προκειμένου νὰ ἀπουσιάσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς κ. Α. Δρούλιας, ζητεῖ 20ήμερον ἄδειαν προκειμένου νὰ ἀπουσιάσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§8Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεὺς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Μακρόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ἀντιφυματικοῦ Ἀγῶνος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Γαρουφαλιᾶς, Π. Σταυρόπουλος, Δ. Καρατζένης, Σ. Χούτας καὶ Δ. Ἰωάννου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν Ταχυδρ. Ὑπηρεσίαν». Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ε. Ἀθανασάκος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ συνοικισμοῦ Κωνοπίτσα τῆς Κοινότητος Παγκρατίου, Νομοῦ Θεσπρωτίας, αἰτουμένων τὴν ἵδρυσιν μονοταξίου δημοτικοῦ σχολείου ἐν τῷ συνοικισμῷ των. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν Ἑνώσεως Συνεταιρισμῶν Μεσσηνίας, αἰτουμένης ὁλοκλήρωσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους μελέτης καὶ ψηφίσεως νόμου συντάξεως ἀγροτῶν καὶ διὰ κλάδον ἀσθενείας καὶ σύνταξιν γήρατος καὶ τὴν ψήφισιν ἐντὸς τῶν αὐτῶν χρονικῶν ὁρίων νόμου ἀσφαλίσεως γεωργικῶν προϊόντων ἐκ ζημιῶν προερχομένων ἐκ θεομηνιῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ι. Τριανταφυλλίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ἀλεξανδρουπόλεως, αἰτουμένης τὴν τροποποίησιν ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Γεωργίας, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ὑποβάλωσι δηλώσεις σιτοκαλλιεργείας καὶ οἱ νέοι κληροῦχοι, οἵτινες στερούμενοι στέγης στεγάζονται μετὰ τῶν γονέων των. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Δ. Γόντικας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων Συνεταιρισμῶν Ἀνδραβίδος καὶ λοιπῶν περιφερειῶν, παραπονουμένων κατὰ τῆς νέας τακτικῆς τοῦ Α.Σ.Ο., ζητοῦντος ὅπως ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων αἰτήσεων τῶν σταφιδοπαραγωγῶν πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ζημιῶν ἃς ὑπέστησαν ἐκ τῶν παγετώνων ἐπικολλᾶται παράβολον ἑξήκοντα δραχμῶν καὶ αἰτουμένων τὴν μὴ καταβολὴν τοῦ ἐν λόγῳ παραβόλου λόγῳ τῆς δεινῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως εἰς ἣν περιῆλθον λόγῳ τῶν καταστροφῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἐξωραϊστικῶν–Ἐκπολιτιστικῶν Συλλόγων Ἀθηνῶν καὶ Προαστείων αἰτουμένης τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ σχεδίου τῶν πόλεων κειμένων διατάξεων κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Κανιάρης, Κ. Σωτηρίου καὶ Μ. Σβώλου, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ κ. Δημάρχου Ὀρχομενοῦ αἰτουμένου τὴν σύστασιν Γυμνασίου εἰς τὴν ἱστορικὴν πόλιν τοῦ Ὀρχομενοῦ, ὅπου φοιτοῦν πεντακόσιοι μαθηταί. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Χ. Γκαργκάνας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Ὀρεστιάδος, διαμαρτυρουμένου δι’ ἀποκλεισμὸν ὑποβολῆς δηλώσεως σιτοκαλλιεργείας ἐκ μέρους ἐγγάμων τέκνων συγκατοικούντων μετὰ γονέων των καὶ αἰτουμένου ὅπως ἀρθῇ ἡ ἐν λόγῳ ἀδικία. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Καθαροσπόρης καὶ Π. Καπνίσης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Χαλκίδος, αἰτουμένου ἵδρυσιν Βιομηχανιῶν εἰς τὴν πόλιν, κατασκευὴν νέας γεφύρας ἐπὶ τοῦ Εὐρίπου, προβλῆτος καὶ ἰχθυοσκάλας, ἀνακαινίσεως ἀποπερατώσεως καὶ κατασκευῆς ὁδῶν πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Εὐβοίας, ἐκτελέσεως ἔργων Τουριστικῆς ἀξιοποιήσεως τῆς πόλεως κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Παπαγεωργίου, Ε. Πρωϊμάκης καὶ Δ. Γιαχνῆς, καταθέτουσι ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Ἱεραπέτρας Κρήτης, αἰτουμένου τὴν ὑποχρεωτικὴν ὑφ’ ὡρισμένας προϋποθέσεις ἔξοδον ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν ἐκ τῆς τεχνολογικῆς ἀνεργίας πληγέντων λιμενεργατῶν καὶ ἐργατῶν λεμβοφορτηγίδων Ἱεραπέτρας, συνταξιοδότησιν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Ι.Κ.Α. καὶ ἀποζημίωσιν ὅσων ἤθελον παραμείνει ἐν ἐνεργείᾳ. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Βαλοῦρδος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ὑπαλλήλων Ἀθηναϊκοῦ τύπου, αἰτουμένης τὴν δυνατότητα ἀποκτήσεως στέγης διὰ μιᾶς δικαίας κατανομῆς τῶν ἐσόδων τοῦ Τύπου, τὴν χορήγησιν δελτίων ἐλευθέρας κυκλοφορίας, τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ὑπαλληλικῆς ἰδιότητος καὶ τῆς τοῦ εἰδικευμένου ἐργάτου κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Παινέζης καὶ Γ. Ἀράπης, καταθέτουσι ἀναφορὰν τοῦ Καλλωπιστικοῦ Συλλόγου Ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης Αʹ τομέως Ἡλιουπόλεως, αἰτουμένου ματαίωσιν ἢ τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κατατεθέντος Νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως σχεδίων πόλεως καὶ ἐπιβολῆς φόρων ἐπὶ αὐθαιρέτων κτισμάτων κλπ.». Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Καλλωπιστικοῦ Συλλόγου Ἁγ. Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης Αʹ Τομέως Ἡλιουπόλεως, αἰτουμένου τὴν ματαίωσιν ἢ τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κατατεθέντος Νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως σχεδίων πόλεως κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Γιαχνῆς, Μ. Σβώλου, Σ. Ἠλιόπουλος καὶ Γ. Αὐγερόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Ἐξωραϊστικοῦ Συλλόγου Κάτω Ἀνθουπόλεως διαμαρτυρομένου διὰ τὸ Νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ σχεδίων πόλεων κειμένων διατάξεων κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Μπριλλάκης, Ε. Μπενᾶ, Δ. Καρακουλουξῆς καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Εἰσπρακτόρων Λεωφορείων Πειραιῶς, αἰτουμένης ὅπως αἱ βάρδιαι ἐξακολουθοῦν τὴν κανονικὴν προτέραν των ἐναλλαγήν, ὁ χρόνος τῆς ἐν τῇ Σχολῇ εἰσπρακτόρων φοιτήσεως νὰ λογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Σβώλου, Δ. Γιαχνῆς καὶ Ι. Εὐαγγελίδη, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Καλλωπιστικοῦ Συλλόγου Ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης Αʹ Τομέως Ἡλιουπόλεως, διαμαρτυρομένου κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ σχεδίων τῶν πόλεων κειμένων διατάξεων κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Σιαφλέκης, Ε. Σκούρας καὶ Α. Τσιάντος, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Ἐμποροβιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Βόλου, διαμαρτυρομένου κατὰ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως φορολογικῶν νόμων κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Κακογιάννης, Μ. Χριστογεῶργος καὶ Β. Θανασέκου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Πιστωτικῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ἀγρινίου αἰτουμένης ματαίωσιν καταργήσεως τοῦ κεφαλαίου προστασίας καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Ε. Μπενᾶ, Α. Μπριλλάκης καὶ Δ. Καρακουλουξῆς, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Σωματείων Ὁδηγῶν καὶ Εἰσπρακτόρων Λεωφορείων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τροχαίας Πειραιῶς ἀφαίρεσιν τῆς ἐπαγγελματικῆς ἀδείας εἰσπράκτορος ἀπὸ τὸν Β. Παπασταφίδαν, Πρόεδρον τοῦ Σωματείου Εἰσπρακτόρων Πειραιῶς καὶ αἰτουμένων τὴν ἄμεσον ἐπιστροφήν της. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Σπυρίδης, Α. Παπαθανασίου καὶ Α. Λασκαρίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Γ. Π. Συνεταιρισμοῦ Κρηνίδος–Σερρῶν, αἰτουμένων τὴν σταθεροποίησιν τιμῶν καπνῶν, παρέμβασιν Ε.Ο.Κ. ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἀγορῶν πρὸς συγκράτησιν τῶν τιμῶν, τακτὴν ἡμερομηνίαν ἐνάρξεως καὶ λήξεως ἀγορῶν καὶ ἀναστολὴν τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν καθὼς καὶ τὴν συνταξιοδότησιν τῶν ἀγροτῶν.
§9Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς ὑπὸ τὸ φαινόμενον, ὅτι ἐτηρήθη, παρεβιάσθη δεινότατα ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ παρεβιάσθη, δι’ ἑνὸς οἱονεὶ πραξικοπήματος. Πρὸ τῶν 10 τὸ Προεδρεῖον διέκοψε τὴν συνεδρίασιν καθ’ ἣν διεξήγετο Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, συζητουμένης ἐπερωτήσεως ἐπὶ τῆς πολιτικῆς προστασίας τοῦ ἐλαίου, ἡ πρόταξις τῆς ὁποίας συνεδέθη μὲ συνεννόησιν τῶν κομμάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς, ἤθελε τερματισθῆ εἰς δύο συνεδριάσεις, ἡ δευτέρα τῶν ὁποίων ἦτο ἡ χθεσινή. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις ἐξέφρασε κατ’ ἐπανάληψιν παράπονον, ὅτι δὲν εὐχεραίνεται τὸ νομοθετικόν της ἔργον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ τὸ μὲν νομοθετικόν της ἔργον εὐχεραίνεται, ἀσκεῖται δὲ ἐπὶ πλέον καὶ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους καὶ διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 καὶ ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος καὶ πολιτεύματος διὰ τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ δὲν ἀκριβολογοῦμεν ἰσχυριζόμενοι ταῦτα ἂν θελήσωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν πραγματικότητα. Ἐγώ, διὰ νὰ μὴν ἀνατρέξω εἰς κουραστικὴν στατιστικὴν εἶδον μόνον τὶ συνέβη κατὰ τὸν τρέχοντα μῆνα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Κατὰ τὸν τρέχοντα μῆνα, εἴχομεν πέντε συνεδριάσεις κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὡρῶν ἐνάρξεως καὶ λήξεως ποὺ ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ συνεδρίασις τῆς 2ας Μαρτίου διήρκεσε δύο ὥρας καὶ 30 λεπτά. Τῆς 4ης Μαρτίου διήρκεσεν 6.35′ αὐτὴ ὅμως ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν, διότι ἡ συζήτησις ἐγένετο κοινῇ ἀποφάσει Κυβερνήσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ἀφιερωθείσης μιᾶς μόνης συνεδριάσεως εἰς τὸ καπνικὸν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ συνεδρίασις τῆς 8ης Μαρτίου διήρκεσε 2.40′, ἡ συνεδρίασις τῆς 11ης Μαρτίου διήρκεσε 4.30′, καὶ ἡ χθεσινὴ τῆς 15ης Μαρτίου 2.50′. Ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὴν συνεδρίασιν τῆς προηγουμένης Τετάρτης τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος ἀνήκουσα εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία διήρκεσε 2.25′ ἔχομεν 6 συνεδριάσεις διαρκείας 21.35′ ὧρες ἐν συνόλῳ. Δηλαδὴ 3 ὧρες κατὰ μέσον ὅρον. Σημειωτέον, ὅτι εἰς τὴν συνεδρίασιν αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ἐλέγχου καὶ τῆς Τετάρτης συνυπολογίζεται καὶ ὁ χρόνος τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἑπομένως, ὁ πραγματικὸς δι’ ἐπερωτήσεων ἔλεγχος δὲν διαρκεῖ περισσότερον τῶν δύο ὡρῶν. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ εἴχομεν ἐπίσης 4 τακτικὰς συνεδριάσεις νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἡ συνεδρίασις τῆς 3ης Μαρτίου διήρκεσε 5.45′, τῆς 7ης Μαρτίου 6.55′, τῆς 10ης Μαρτίου 8.30′, τῆς 14ης Μαρτίου 9 ὧρες, εἰς αὐτὰς δὲ τὰς 4 τακτικὰς συνεδριάσεις προσετέθη καὶ μία τοῦ Σαββάτου ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ διαρκέσασα 6.25′. Δηλαδὴ εἴχομεν εἰς 5 συνεδριάσεις 36.35′ ὥρες. Ἔχομεν λοιπὸν διάρκειαν 9 ὧρες κατὰ συνεδρίασιν. Ὅπως βλέπετε, εἶναι κἄτι τὶ τὸ ὁποῖον δείχνει, ὅτι εἰς μὲν τὴν Νομοθετικὴν ἐργασίαν ἀφιερώνεται χρόνος ἐπαρκὴς καὶ πλέον ἐκείνου κατὰ τὸν ὁποῖον λογικῶς εἶναι δυνατὸν μὲ ἐπάρκειαν καὶ μὲ διάρκειαν ἕνα Σῶμα νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του. Εἰς δὲ τὴν ἄσκησιν ἐλέγχου τὸ Προεδρεῖον παρεμβάλλει προσκόμματα κηρῦττον τὸν τερματισμὸν τῶν συζητήσεων μετὰ ἄσκησιν ἐλέγχου μιᾶς ἢ δύο ὡρῶν. Ὑπάρχει προγραμματισμένη ἀποφυγὴ ἐλέγχου κατὰ τρόπον ὥστε ἐπερωτήσεις βασικαὶ ἔχουσαι μικρὸν ἀριθμὸν ὅπως ἐπὶ τῶν διεθνῶν σχέσεων, ὅπως διὰ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως κλπ., νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ φθάσουν μετὰ δύο ὁλοκλήρους συνόδους πρὸς συζήτησιν. Καὶ μὲ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα βεβαίως περιβάλλεται τὸ ἐξωτερικὸν περίβλημα τῆς τηρήσεως τοῦ κανονισμοῦ. Λέγει τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων συναινέσει δὲ τῆς Βουλῆς τὸ τέλος αὐτῶν. Ἐὰν τὸ πάρωμεν ἔτσι ἀπόλυτον, ἀπογυμνωμένον ἀπὸ περιεχόμενον ἐννοίας λειτουργίας τοῦ Σώματος, ἀπογυμνωμένον ἀπὸ περιεχόμενον ἐννοίας καλῆς πίστεως, τότε βεβαίως θὰ ἦτο δυνατόν, διότι ἐγὼ τὸ ἀναπτύσσω ἀντικειμενικὰ καὶ ἐκτὸς προσώπων καὶ κομμάτων, ὅτι ἐὰν ἐλαμβάνομεν ἄνευ προσδιορισμοῦ πολιτικοῦ αὐτὸν τὸν ὁρισμόν, θὰ ἦτο δυνατὸν μόλις ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις ἐλέγχου εἰς τὰς 6.30′ μ.μ., νὰ ζητηθῇ ἡ συναίνεσις τῆς Βουλῆς καὶ συναινέσει τῆς Βουλῆς νὰ κηρυχθῇ τὸ τέλος τῆς Συνεδριάσεως. Κατὰ τύπους θὰ εἴμεθα ἐν τάξει. Αὐτὸ θὰ ἦτο ἀντίθετον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ θεσμοῦ τῆς λειτουργίας τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα μιᾶς στοιχειώδους καλῆς πίστεως διεπούσης κἄθε δεσμὸν δημοσίου δικαίου. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπειδὴ τύποις δὲν δύναται νὰ προσαφθῇ τίποτε εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικῶς ἕνα πραξικόπημα ὅταν προτείνωνται ἐπὶ 9 ὥρας συνεχῶς πέντε συνεδριάσεις νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ συντέμνονται εἰς 1½ ἕως 2 ὥρας τὸ πολὺ ὅλαι αἱ συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Ἐλέγχου. Νομίζω δέ, ὅτι δὲν εἶναι ἄσχετον πρὸς αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν, πρὸς αὐτὴν τὴν πρόθεσιν τῆς ἀποφυγῆς τῆς δημοσίας συζητήσεως πρὸς αὐτὴν τὴν πρόθεσιν τῆς ἀποφυγῆς τοῦ δημοσίου ἐλέγχου καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ἐνῷ εἰς ἄλλας περιπτώσεις ἀντιστοίχους ἥσσονος σημασίας παρεμβαίνει συμβιβαστικῶς ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον πρὸς ἐξεύρεσιν λύσεως καὶ διευθετήσεων ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν συγκλονίζουσαν τὴν χώραν ἀπὸ 15θημέρου περίπου ἀπεργίαν τοῦ τύπου, οὐδὲν μέτρον συμβιβαστικῆς λύσεως ἔλαβεν, ἀκριβῶς διότι δὲν τῆς ἀρέσει ἡ δημοσιότης, ἀκριβῶς διότι δὲν τῆς ἀρέσει ὁ ἔλεγχος, εἴτε ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἀσκεῖται, εἴτε ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ τύπου.
§10Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, ἡ ὁποία ἐλύθη ἐλλείψει ἀπαρτίας, διετυπώθησαν παράπονα ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἦτο φυσικὸν καὶ σήμερον νὰ δοθῇ συνέχεια εἰς τὰς διατυπωθείσας χθὲς διαμαρτυρίας. Ὅπως, νομίζω, εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος, τύποις τὸ Προεδρεῖον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι ἐκτὸς τῶν δικαιωμάτων του, ὅταν ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, διότι δὲν ὑπῆρχε πράγματι ἀπαρτία. Ἀλλὰ ὑπάρχει τὸ θέμα τῆς οὐσίας, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐγὼ διὰ νὰ συζητήσω τὸ θέμα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐπιπέδου. Μᾶς ἔκαμε μίαν στατιστικὴν τῆς ἐργασίας τοῦ τελευταίου μόνον μηνός, ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, διότι κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς αὐτὸν τὸν μῆνα λόγῳ τῆς μακρᾶς συνεδριάσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν προχθές, ὑπάρχει κἄποια μεγαλυτέρα ποσότης χρόνου δαπανηθεῖσα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἀπ’ ὅ,τι εἶναι ἡ συνήθως εἰς τὰς προηγουμένας ἑβδομάδας τῆς αὐτῆς Συνόδου. Δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω τίποτε διὰ τὰς προηγουμένας Συνόδους, διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου στατιστικάς, ἀλλὰ ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης Συνόδου καὶ πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι πράγματι, εἶναι ἀπογοητευτικαὶ ἀπὸ ἀπόψεως ταχύτητος τοὐλάχιστον τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας, ἴσως νὰ εἶναι ἀπογοητευτικαὶ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πορείας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Τύποις, ὅμως, διὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο, διότι, ἀφοῦ θέλετε νὰ ὁμιλήσητε περὶ οὐσίας, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ περὶ οὐσίας. Εἴπατε, ὅτι μόνον δύο ἡμέρας καὶ μόνον ὀλίγας ὥρας ἀσκεῖται ἔλεγχος. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἀσκεῖτε ἔλεγχον ὅλας τὰς ὥρας, εἴτε ὅταν κάμνετε νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὁπότε φροντίζετε εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων νὰ ἀσκῆτε ἔλεγχον, δὲν κάνετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ, δηλαδή, δὲν καταβάλλετε προσπάθειαν πρὸς δημιουργίαν ἀρτίου νομοθετήματος. Προσπάθειαν κάμνετε νὰ ἀσκήσητε γενικὸν ἔλεγχον. Ἐνθυμοῦμαι, διὰ θέματα, τὰ ὁποῖα κεῖνται σχεδὸν ἀπώτατα τῆς πολιτικῆς, ὅπως τὰ θέματα τοῦ τουρισμοῦ, ὅτε σᾶς ἔφερα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα μίαν λεπτομέρειαν ἑνὸς τουριστικοῦ θέματος, ὁλόκληρος ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐφρόντιζε νὰ παρελάσῃ ἀπὸ τὸ Βῆμα διὰ νὰ συζητήσῃ ὁλόκληρον τὴν τουριστικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δι’ ὅλα τὰ νομοσχέδια, ἀντὶ νὰ τὰ ἐπεξεργάζεσθε ὡς νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ἐπεξεργάζεσθε ὡς Σῶμα ἀσκοῦν ἔλεγχον. Ἂς ἀφήσωμεν, λοιπόν, τὰς διαμαρτυρίας, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν. Καὶ ἡ Τετάρτη κατὰ νόμον ἀφιερωμένη εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ καθ’ ἣν ἐπαναφέρετε ὅλα τὰ νομοσχέδια σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, ὁπότε αἱ ἡμέραι τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητα εἰς χεῖρας σας ὅπως τὰς χειρίζεσθε. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶσθε τύποις ἐν τάξει. Εἶσθε τύποις ἐν τάξει, ὅπως ἐν τάξει τύποις εἴμεθα καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ εἰς τὴν οὐσίαν σεῖς μὲν ἀσκεῖτε μόνον ἔλεγχον καὶ προσπαθεῖτε μόνον ἔλεγχον νὰ ἀσκήσητε. Μόνον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἐνίοτε εἰσέρχεσθε εἰς τὸ πνεῦμα τῆς πραγματικῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ὅταν λοιπὸν θέλωμεν νὰ παραπονούμεθα ἐπικαλούμενοι τὸν Τύπον, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ παραπονούμεθα δι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγινε χθές, διότι ὁ τύπος ἐτηρήθη. Ἐὰν θέλωμεν διὰ τὴν οὐσίαν, ἡ οὐσία εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα.
§11Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἀρχίζει νὰ γίνεται συνήθεια τοὐλάχιστον τρὶς τῆς ἑβδομάδος νὰ συζητοῦμεν περὶ τοῦ τρόπου τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ ἐπεκτεινώμεθα ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου μας καὶ ἴσως ὡς θύματα τοῦ ρητορικοῦ μας ταλάντου, εἰς γενικώτερα θέματα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ θεωροῦνται λελυμένα. Ἐλέχθη, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας ἀσκεῖται ἔλεγχος ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ τοῦτο ἐκπλήσσει, τὸν κ. Ὑπουργὸν Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔχασε τὴν συνήθειαν νὰ εἶναι ἀντιπολιτευόμενος καὶ αὐτὸ εἶναι εἰς βλάβην τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται ἐναλλαγὴ τῶν κομμάτων εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ὥστε καὶ ἡμεῖς νὰ ἀποκτήσωμεν τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης τοῦ κυβερνῶντος, ἀλλὰ καί τινες τῶν κ. Ὑπουργῶν, νὰ ἀποκτήσουν ὀλίγον τὴν συνήθειαν τοῦ ἀντιπολιτευομένου. Καὶ τοῦτο ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι ὄντες ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει θὰ εἶχον μεγαλυτέραν αἴσθησιν τῶν κανόνων τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου, ποὺ λέγει, ὅτι μία Κυβέρνησις δὲν ἐλέγχεται μόνον διὰ τὰς διοικητικὰς πράξεις τὰς ὁποίας ἀσκεῖ δι’ ἐρωτήσεων ἢ ἐπερωτήσεων ποὺ ἴσως νὰ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον. Συμβαίνει μὲ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ εἶναι μέγα τμῆμα τῆς Βουλῆς διότι ἐπεμβαίνει, κακῶς κατὰ τὴν κρίσιν μας, καὶ εἰς θέματα τὰ ὁποῖα εἰς ἄλλα Κοινοβούλια δὲν δίδουν λαβὴν εἰς ἔλεγχον, ὅπως π.χ. εἰς τὸ θέμα τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Ἀλλὰ ἡ Κυβερνητικὴ πολιτική, διὰ τὴν ὁποίαν κατ’ ἐξοχὴν ἐλέγχεται μία Κυβέρνησις, ἀσκεῖται ἐν μεγάλῳ μέτρῳ διὰ τῶν νομοσχεδίων. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων εἶναι συζήτησις ἐπὶ τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Εἶναι φυσικόν, λοιπόν, ὅτι ἡ συζήτησις τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων, εἴτε ἐν Ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς, εἴτε ἀκόμη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35, νὰ εἶναι ἔλεγχος τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μόνον τύποις σωστόν, εἶναι οὐσίᾳ σωστόν, διότι αὐτὸ σημαίνει Κυβερνητικὴν πολιτικὴν καὶ αὐτὸ σημαίνει Ἀντιπολίτευσιν. Ἂς ἔλθωμεν ὅμως εἰς τὸ θέμα τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου ἀπὸ ἀπόψεως ὡρῶν. Ἔχω κάμει ἔκκλησιν καὶ ἄλλοτε νὰ ἀρχίζουν αἱ Συνεδριάσεις ἐνωρίτερον καὶ ἐνῷ ἐπανειλημμένως εἴπομεν νὰ ἀρχίζουν πρὸ τῆς 7 μ.μ., δὲν ἀρχίζουν μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἐργασίαι τῶν κ. βουλευτῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ κυρία ἐργασία τῶν βουλευτῶν εἶναι ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰς Συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, αἱ δὲ ἄλλαι ἐργασίαι εἶναι καὶ ἐκεῖναι βέβαια ἐργασίαι χρήσιμοι, ἀλλὰ ὄχι ἡ κυρία ἐργασία διὰ τὴν ὁποίαν ἐκλέγεται ὁ βουλευτής. Καὶ ἑπομένως τὸ οὐσιῶδες εἶναι νὰ δοῦμε πρῶτον πῶς ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελεσθῇ αὐτὴ ἡ ἐργασία καὶ ἔπειτα τὸ ἄλλο. Νομίζω, ὅτι ἐὰν ἀρχίζωμεν τοὐλάχιστον μίαν ὥραν ἐνωρίτερον, ἡ συζήτησις ἐπὶ ὡρισμένας ὥρας θὰ ἐγίνετο κατὰ τακτικώτερον τρόπον, διότι ὅταν παρέλθουν ὡρισμέναι ὧραι εἶναι βέβαιον, ὅτι εἶναι φυσιολογικὸς καὶ ὁ κάματος καὶ οἱ κύριοι βουλευταί, νὰ θέλουν νά φύγουν. Τὸ δεύτερον θέμα ἀφορᾷ τὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, διότι ἐλέγχθη, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως γίνεται κατάχρησις τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας. Πολλὲς φορὲς ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἡ χρῆσις τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας, διότι ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ ἐπιμένῃ νὰ κρατήσῃ μίαν Συνεδρίασιν ὑπὲρ τὸ δέον ὕστερα ἀπὸ πολλὰς ὥρας ἐργασίας, ὁπότε εἶναι μία φυσιολογικὴ ἄμυνα ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας. Δὲν ἤμην ποτὲ ὑπὲρ τῶν ἐνστάσεων ἀπαρτίας, διότι καὶ εἰς οὐδὲν κοινοβούλιον τοῦ κόσμου τελειώνουν αἱ συνεδριάσεις μὲ ἀπαρτίαν. Μᾶς ἔτυχεν εἰς ὅλους, διότι τώρα τελευταῖα τὰ ταξίδια εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἔχουν γενικευθῆ, νὰ παρακολουθήσωμεν συνεδριάσεις ἄλλων Βουλῶν. Πράγματι δὲν τελειώνουν αἱ συνεδριάσεις ὅπως ἀρχίζουν. Καὶ ἐν τούτοις, ἐνστάσεις ἀπαρτίας δὲν εἶναι τόσον συχναί. Εἶμαι εἰς αὐτὸ σύμφωνος. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως τούτου μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐλέγχεται ἑκάστοτε ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅταν ὑποβάλλῃ ἐνστάσεις ἀπαρτίας εἰς τὰς 2 τὸ πρωΐ καὶ τὰς ἄλλας ἡμέρας προκειμένου περὶ ἐλέγχου νὰ διαπιστώνῃ τὸ Προεδρεῖον τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας καὶ νὰ τὴν λύῃ τὴν συνεδρίασιν μετὰ δύο ὥρας καὶ ὅταν μάλιστα ἔχῃ προηγηθῆ συζήτησις νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐλαίου, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία ἀπόστασις τὴν ὁποίαν ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν τὸ Προεδρεῖον ἀσκῇ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ὑπάρχει μία ἀπόστασις τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐκφράζουσαν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς θὰ ἔπρεπε νὰ καλύψῃ. Δι’ αὐτὸ, νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι ἡ ἀνταλλαγὴ αὐτῶν τῶν ἀπόψεων νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν συνεννόησιν καλῆς λειτουργίας, ὥστε καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία νὰ ἐκτελῆται ὅπως πρέπει ἀλλὰ καὶ ὁ ἔλεγχος νὰ μὴ ἐμποδίζεται.
§12Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν νομοθετημάτων. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ νομίζῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅταν συζητῇ ἐπὶ ἑνὸς βασικοῦ νομοθετήματος δὲν δικαιοῦται νὰ ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας, διότι διαφωνεῖ πρὸς τὴν Κυβερνητικὴν πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ χθεσινὸν γεγονός. Διότι συνέβη μάλιστα νὰ εἶμαι καὶ παρών. Ἀναμφισβητήτως τὸ Προεδρεῖον καὶ πιθανὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσηγήθη αὐτὸ πρὸς τὸ Προεδρεῖον καίτοι τυπικῶς ἦτο ἐν τάξει, οὐσιαστικῶς ὅμως ἦτο ἐν ἀταξίᾳ. Ἡ συνεδρίασις τοῦ ἐλαιολάδου ἐσυνεχίζετο διὰ δευτέραν ἡμέραν καὶ εἶχεν ἐκφρασθῆ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἡ ἐπιθυμία νὰ τερματισθῇ κατὰ τὴν δευτέραν αὐτὴν ἡμέραν ἡ συζήτησις. Ὑπῆρχον ἀρκετοὶ βουλευταὶ παρόντες, ἰδίᾳ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὀλιγώτεροι τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ γενικῶς οἱ παριστάμενοι ἤγγιζον περίπου τὴν ἀπαρτίαν. Ἐὰν μὲν ἡ ἐπιθυμία τοῦ παρισταμένου, κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ἦτο δι’ ἰδιωτικοὺς λόγους, ἢ δι’ ἄλλους λόγους κοπώσεως ἐνδεχομένως νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν, ἀνθρώπινον εἶναι καὶ οὐδεὶς θὰ ἐδημιούργει θέμα. Ἐὰν ὅμως ἀποτελῇ πρόθεσιν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ ἐνδεχομένως τοῦ Προεδρείου νὰ λύῃ τὴν συνεδρίασιν εἰς περίπτωσιν ἐπερωτήσεως ὁσάκις διαπιστώνῃ τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας θὰ ὑποχρεώσετε μοιραίως τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ αὐτοῦ μέτρου κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοθετημάτων. Γνωρίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Προεδρεῖον, ὅτι σπανιώτατα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπικαλεῖται τὴν συχνότατα ὑπάρχουσαν οὐσιαστικὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν διὰ νὰ ὑπάρξῃ μία ρύθμισις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡμεῖς ὅταν ἔχωμεν μίαν ἐπερώτησιν καὶ ζητοῦμεν νὰ συνεχισθῇ, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπρόοπτος καὶ εἰδικὸς λόγος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ, οὔτε τὸ Προεδρεῖον, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἀντίρρησιν. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν συνεννόησιν διὰ νὰ μὴ προσλάβουν αἱ συνεδριάσεις τοῦ Σώματος τὸν χαρακτῆρα ἀμοιβαίων ἐχθροπραξιῶν, ὅπου ὁ καθένας θὰ καραδοκῇ νὰ συλλάβῃ τὸν ἄλλον ἀπουσιάζοντα διὰ νὰ διακόπτῃ τὴν συνεδρίασιν. Αὐτὸ δὲν εἶναι πρὸς ὄφελος κανενὸς καὶ πρὸ παντὸς πρὸς ὄφελος τοῦ Κοινοβουλίου.
§13Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὅλη συζήτησις προεκλήθη ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι χθὲς τὴν ἑσπέραν τὸ Προεδρεῖον διέκοψε τὴν συνεδρίασιν, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ καμμία ἔνστασις ἀπαρτίας καὶ παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε καὶ ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις κατὰ τὸ γνωστὸν κοινοβουλευτικὸν κανόνα, ἦτο ἐν πλήρει ἀπαρτίᾳ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἦτο τόσον ἐξόφθαλμον, ὥστε πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς φιλικὴν συζήτησιν ἀνεγνώρισε καὶ ὁ ἴδιος καὶ παρεκάλεσε νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς πρᾶξις ἐχθρικὴ πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἡ χθεσινὴ ἐνέργεια τοῦ Ἀντιπροέδρου, κ. Κρίκου. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ δήλωσις αὐτὴ τοῦ Προεδρείου, ἀγνοεῖται πλήρως ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀνέλαβε διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀπαντήσῃ δι’ ἀντεπιθέσεως, κατακρίνουσα τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου συζητεῖ τὴν ἀντίστοιχον κυβερνητικὴν πολιτικήν. Λυποῦμαι πάρα πολὺ διὰ τὴν χασμωδίαν αὐτήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Προεδρείου καὶ θὰ ἤθελον νὰ κάμω τὴν ἔκκλησιν τὴν ὁποίαν διετύπωσα καὶ χθές ὅπως ἐξετασθῇ ὁ τρόπος τῆς διενεργείας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἰς τρόπον ὥστε νὰ βοηθῆται ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς στοιχειώδους αὐτῆς ὑποχρεώσεώς της ἔναντι τοῦ λαοῦ τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ὑποβοηθῇ ἡ ὅλη λειτουργία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ὡς πολιτεύματος.
§14Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις καὶ ἀπὸ πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς νὰ διεξάγωνται μὲ ἕνα πνεῦμα συνεννοήσεως, ὅπως τὸ διετύπωσε καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις καὶ οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει ἐπίσης νὰ παρακαλέσωμεν τὸ Προεδρεῖον νὰ ὁρίζῃ τὰς συνεδριάσεις ἐνωρίτερον, ἡμίσειαν ὥραν ἐνωρίτερον ὅταν ἰδίᾳ πρόκειται νὰ συνερχώμεθα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν πράγματι νὰ ἀρχίζουν αἱ συνεδριάσεις ἂν ὄχι εἰς τὰς 5.30′ τοὐλάχιστον εἰς τὰς 6. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ προσπάθεια αὐτὴ κατεβλήθη καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ συμβαίνει, μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν νὰ εἶναι ὁ μόνος Ἀρχηγός, ὁ ὁποῖος ἤρχετο πράγματι τηρῶν τὴν ὑπόσχεσιν αὐτήν, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως, εἰς τὰς 6. Ἑπομένως ἀπὸ αὐτῆς τῆς πλευρᾶς δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ γίνῃ μία τοιαύτη συνεννόησις. Ὡς πρὸς τὸ χθεσινὸν ἐπεισόδιον ἤθελον νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Δὲν ἤμην παρὼν τὴν στιγμὴν τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ μόνον, ὅταν, μὴ γνωρίζων, ὅτι ἐλύθη ἡ συνεδρίασις, ἦλθον εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ εὑρέθην πρὸ τοῦ δημιουργημένου θορύβου καὶ τότε οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, μοῦ διετύπωσαν κατὰ ζωηρὸν τρόπον τὰ παράπονά των. Ἡ πληροφορία τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ εἶναι, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Τὸ παράπονον τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶναι, ὅτι καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία ἔπρεπε νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις, διότι πολὺ συχνὰ δὲν ἔχομεν ἀπαρτίαν καὶ ἐν τούτοις συνεχίζεται ἡ συνεδρίασις. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐφ’ ὅσον ὅλοι ἔχομεν μνήμην, ὅτι οὐχὶ ὀλίγαι προτάσεις ἐνστάσεως ἀπαρτίας διετυπώθησαν ἀπὸ αὐτὴν κατὰ τὰς δύο τοὐλάχιστον τελευταίας συνόδους. Διετυπώθησαν πολλαὶ ἐνστάσεις ἀπαρτίας καὶ ὄχι εἰς προκεχωρημένας ὥρας. Ἐὰν δὲ τὸ προκεχωρημένον τῆς ὥρας εἶναι μία δικαιολογία πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι αὐτὴ ἡ δικαιολογία ἴσχυε καὶ διὰ χθές, διότι χθές, ἀσχέτως τοῦ ὅτι διεκόπη ἡ συνεδρίασις, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς πολλοὶ συνάδελφοι ἦλθον καὶ μὲ παρεκάλεσαν εἰ δυνατὸν νὰ μὴ συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ συνεδρίασις περαιτέρω—πρᾶγμα εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἔδωσα καμμίαν συνέχειαν— διότι ἡ προηγουμένη συνεδρίασις διήρκεσεν ἐπὶ 9 ὁλοκλήρους ὥρας, ἦτο δὲ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα, πράγματι κουρασμένον. Δὲν ἔδωσα καμμίαν συνέχειαν εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει διεπίστωσα μίαν κόπωσιν. Καὶ πιθανώτατα αὐτὴν τὴν κόπωσιν νὰ διεπίστωσε τὸ Προεδρεῖον καὶ νὰ προέβη εἰς τὴν διακοπὴν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν διετύπωσα, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀσκεῖ κακῶς ἔλεγχον καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἡ παρατήρησις αὐτὴ δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπικρίνῃ τὴν ἐν τῷ νομοθετήματι ὑπάρχουσαν καὶ ἐκφραζομένην πολιτικήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ψεκτέον εἶναι, ὅτι ἐξ ἀφορμῆς ἑκάστου νομοθετήματος γενικεύεται ἡ συζήτησις καὶ ἐπεκτείνεται εἰς τὸ ἄπειρον καὶ γίνεται πλέον συζήτησις ἐλέγχου περὶ ὁλοκλήρου τομέως, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Αὐτὸ δὲ γίνεται κατὰ κανόνα. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἕνα παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἔχω νωπόν. Κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα παράτασιν χρόνου καταθέσεως τιμήματος ἑνὸς οἰκοπέδου, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη διὰ τὸ ξενοδοχεῖον Χίλτον συνεζητήθη ὄχι μόνον ὅλη ἡ τουριστικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ πᾶς βουλευτὴς διετύπωσε καὶ τὰς τουριστικὰς ἀπαιτήσεις τῆς περιφερείας του. Ἐὰν αὐτὸ νομίζετε, ὅτι εἶναι συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τότε βεβαίως ἐγὼ δὲν εὑρίσκομαι ἀπέναντί σας ἐν τάξει, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐπέκτασις εἰς τὸ ἄπειρον, ἡ ὁποία γίνεται διότι ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς Νομοθετικῆς ἐργασίας ἀσκεῖται συνεχῶς γενικὸς ἔλεγχος τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Αὐτὸ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἐμποδίσωμεν, διότι δὲν ἐμποδίζεται, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον συζητοῦμεν περὶ τῆς οὐσίας καὶ ὄχι περὶ τῶν τύπων, εἶναι αὐτὸ μία παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἐδικαιούμην νὰ κάμω ἀπὸ κυβερνητικῆς πλευρᾶς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ἐπὶ ἐρωτήσεως σχετικῶς μὲ τὰς ὑπὸ τῶν ἀποφάσεων τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς τιθεμένας προϋποθέσεις διὰ τὴν χορήγησιν ὑπὸ Τραπεζῶν καὶ Ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν δανείων ἐπὶ ὑποθήκῃ πλοίων κλπ., ὁ κ. Σ. Ἡλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§16Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐρωτήσεώς μας ἔδωσε τὸ γεγονός, ὅτι ἀπὸ τὸ ΝΑΤ καὶ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ἐχορηγήθησαν δάνεια τὸ ὕψος τῶν ὁποίων ἔφθασε καὶ πέραν τῆς ἀξίας τῶν πλοίων εἰς τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ἐπὶ ὑποθήκῃ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐζητήσαμεν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. ὑπ. τῆς Ἐμπ. Ναυτιλίας, ἐὰν ὑπὸ τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς ἔχουν τεθῆ ὅρια τῆς πιστοδοτήσεως ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀξίαν τῶν παρεχομένων πρὸς ἀσφάλειαν πλοίων καὶ ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς παρακολουθῇ τὴν τήρησιν τῶν ὡς ἄνω ὁρίων. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἐλάβομεν ἀπάντησιν καὶ παρακαλοῦμεν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ἥτις εἶναι πολὺ περισσότερον ἐπιβεβλημένη σήμερον, διότι ἀπὸ τὰς ἀνακοινώσεις ἐπὶ σχετικῆς ἐρωτήσεως τοῦ συναδέλφου κ. Ὀρφανοῦ ἐδημιουργήθησαν ὡρισμέναι ἀνησυχίαι. Κυρίως δὲ ἐνδιαφερόμεθα νὰ ἀπαντήσῃ, ἐὰν ἐξασφαλίζωνται τὰ χρήματα τοῦ ΝΑΤ, τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται ὡς δάνεια.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μπριλλάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§18Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Θὰ ἠδύνατο, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀπαντήσῃ ἐγγράφως ὁ κ. ὑπουργός, ὥστε νὰ διασκεδασθῇ κᾶθε ὑποψία, ὅτι δὲν λαμβάνονται μέτρα ἐξασφαλίσεως τῶν χρημάτων τοῦ ΝΑΤ, ἅτινα παρέχονται ὡς δάνεια εἰς τοὺς ἐφοπλιστάς. Αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκανεν ἐγγράφως, παρακαλοῦμεν τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ τὸ κάμῃ ἀπόψε.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Παπαδημητρίου, ἔχει τὸν λόγον.
§20Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τὸ περιεχόμενον τῆς ἐρωτήσεως καὶ ἀπὸ τὰ λεχθέντα χθὲς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, φαίνεται καθαρά, ὅτι κἄτι δὲν πηγαίνει καλὰ εἰς τὸ ΝΑΤ καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἐχορηγήθη δάνειον μὲ πέμπτην ὑποθήκην καὶ ἐρωτῶμεν, θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν τὰ μέλη τῆς Διοικήσεως τοῦ ΝΑΤ νὰ χορηγήσουν προσωπικόν των δάνειον μὲ πέμπτην ὑποθήκην; Ἐπίσης εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ κεφάλαια τοῦ ΝΑΤ ἐτοποθετήθησαν παλαιότερον εἰς Τράπεζαν ἀμφιβόλου οἰκονομικῆς ἀντοχῆς. Ὅτι ἄλλα κεφάλαια χορηγοῦνται χωρὶς νὰ λαμβάνωνται τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα ἐξασφαλιστικὰ μέτρα. Ὅτι οἱ ἐφοπλισταὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ὤφειλον εἰς τὸ ΝΑΤ 575 χιλιάδες λίρες, ἐνῷ ἡ σύνταξις τῶν ναυτεργατῶν δὲν ὑπερβαίνει τὰς 500 δραχμάς, ἐνῷ ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ναυτικῆς κρίσεως δὲν ἔλαβε καθόλου ἐπίδομα ἀνεργίας. Ὑπάρχει ἑπομένως, μία ἀνωμαλία, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προσέξῃ ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν του δεδομένου μάλιστα, ὅτι οἱ ἐφοπλισταὶ μετέχουν τῆς διοικήσεως τοῦ ΝΑΤ καὶ ὅτι ὑπάρχει φόβος, ὅτι ἀντὶ νὰ ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τῶν ναυτεργατῶν, νὰ ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τῶν ἐφοπλιστῶν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργός, ἔχει τὸν λόγον.
§22Γ. ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Κύριοι βουλευταί, πράγματι ἐκπλήττομαι, διότι ἐνῷ ἡ ἐρώτησις ἀναφέρεται εἰς ἀποφάσεις τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἑπομένως εἶναι ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, ἐν τούτοις ἤλλαξαν τὴν ἐρώτησιν καὶ ἐλέγχουν τὴν διοίκησιν τοῦ ΝΑΤ. Παρὰ ταῦτα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἀπάντησιν. Δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὅτι τὸ ΝΑΤ ὅταν χορηγῇ δάνεια ἐφαρμόζει αὐστηρότατα τὴν κειμένην νομοθεσίαν καὶ οὐδέποτε ἔχασεν οὔτε μίαν δραχμήν, διότι πάντοτε κατόπιν αὐστηροῦ ἐλέγχου τῶν πλοίων χορηγεῖ τὰ ποσά. Συνεπῶς, ἡ ἐρώτησις εἶναι τελείως ἀπαράδεκτος καὶ δηλῶ, ὅτι εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμην ἐρώτησιν ἢ καὶ ἐπερώτησιν πρὸς διασαφήνισιν, ἐὰν ὑπῆρχε τι τὸ μεμπτόν. Ὅλα πηγαίνουν εὐτυχῶς πολὺ καλὰ καὶ εὔχομαι καὶ τὰ ἄλλα Νομικὰ Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου νὰ χορηγοῦν τὰ δάνεια μὲ τὴν ἀντικειμενικότητα καὶ τὴν αὐστηρότητα τὴν ἐπιδεικνυομένην ὑπὸ τοῦ ΝΑΤ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πράγματι, ἡ ἐρώτησις ἀναφέρεται εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸν τρόπον χορηγήσεως δανείων.
§24Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, κ. Πρόεδρε, ἐρωτῶμεν ἐὰν τὰ δάνεια ἐχορηγήθησαν ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις τὰς καθοριζομένας ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐρωτῶμεν ἐὰν ὑπάρχουν ἀποφάσεις καθορίζουσαι τὰ πλαίσια, φυσικὸν εἶναι νὰ ἐρωτήσωμεν ἐὰν ἐτηρήθησαν αἱ προϋποθέσεις αὗται προκειμένου διὰ τὰ ὑπὸ τοῦ ΝΑΤ χορηγηθέντα εἰς τοὺς ἐφοπλιστὰς δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ πλοίων καὶ συγκεκριμένως ἐρωτῶμεν διὰ τὴν χορήγησιν τοῦ δανείου ἐπὶ ὑποθήκῃ πλοίων ἐλήφθησαν αἱ ἐπιβαλλόμεναι ἐγγυήσεις; Διότι αἱ πληροφορίαι λέγουν, ὅτι ἐδόθησαν πιστώσεις πέραν τῆς ἀξίας τῶν πλοίων. Περαιτέρω ὑπάρχουν καταθέσεις τοῦ ΝΑΤ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, αἵτινες κατὰ περίεργον τρόπον φθάνουν εἰς τὴν Ἑλλάδα κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει σχετικὴ ἐπερώτησις. Πάντως τὸ θέμα εἶναι ἐὰν τηροῦνται αἱ ἀποφάσεις τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐὰν ἐξασφαλίζωνται τὰ συμφέροντα τοῦ ΝΑΤ μὲ τὰς παρεχομένας ἐγγυήσεις διὰ τὰ χορηγούμενα ὑπ’ αὐτοῦ δάνεια.
§25Γ. ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμπληρώσω τὰ ὅσα εἶπον μὲ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀρρυθμία εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ΝΑΤ, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία κακὴ τοποθέτησις χρημάτων καὶ τὰ πάντα βαίνουν καλῶς καὶ τέλος, λαμβάνονται αἱ καλλίτεραι ἀποφάσεις διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ χρήματος τῶν ναυτικῶν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Γεωργοενώσεως Λήμνου αἰτουμένης ἐπανάληψιν δρομολογίου ἀτμοπλοίου «Γεωργίου Φ.», ἀπουσιαζόντων τῶν κ. κ. Μαρῆ, Ἠλιοῦ καὶ Γλιγλῆ, ὁ κ. Π. Ξενοδοχειάρης, ἔχει τὸν λόγον.
§27Π. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΡΗΣ. Παρακαλοῦμεν, κ. Πρόεδρε, τὸν κ. ὑπουργὸν Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχομεν κάμει καὶ πολλὰς παραστάσεις, νὰ πληροφορήσῃ τὸ Σῶμα, ἐὰν θὰ δρομολογηθῇ τὸ ἀτμόπλοιον «Γεώργιος Φ.» διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς γραμμῆς Λήμνου καὶ τῶν ἄλλων λιμένων τοῦ Βορείου Αἰγαίου. Γνωρίζομεν τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας καὶ δὲν στρεφόμεθα κατ’ αὐτῶν. Διότι δὲν ἔχουν ἀντίρρησιν, ἀλλ’ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν του ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην δρομολογήσεως τοῦ ἐν λόγῳ πλοίου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς γραμμῆς αὐτῆς καὶ νὰ τὸν παρακαλέσωμεν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἔχουν καταλήξει εἰς ὁριστικὰς ἀποφάσεις τῆς δρομολογήσεως πλοίου τῆς γραμμῆς Β. Αἰγαίου. Πάντως γνωρίζομεν τὰς προθέσεις του καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ὑπουργοῦ κ. Ἀνδριανοπούλου καὶ τὰς προσπαθείας του νὰ πείσῃ τοὺς ἀντιδρῶντας νὰ ἐγκρίνουν τὴν δαπάνην τῆς ἀγόνου αὐτῆς γραμμῆς ποὺ θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἀπομεμακρυσμένα νησιά μας.
§28Γ. ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Πληροφορῶ τὸ Σῶμα, ὅτι προεκηρύχθη διαγωνισμὸς διὰ τὴν γραμμὴν αὐτὴν εἰς τὰς 28 τρέχοντος μηνὸς καὶ συνεπῶς, θὰ ἔχωμεν τὴν δρομολόγησιν εἰς αὐτήν.
§29Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν, κ. Πρόεδρε, ἐνοχλοῦμεν τὸν κ. ὑπουργὸν Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐφιστῶμεν τὴν προσοχήν των διὰ τὴν δρομολόγησιν τῆς ἀγόνου γραμμῆς Βορείου Αἰγαίου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τῆς ἐρωτήσεως ταύτης, διερμηνεύω ἀπόψε τὰ παράπονα καὶ διαμαρτυρίας τοῦ νησιωτικοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος διὰ μίαν μικρὰν οἰκονομίαν τοῦ Δημοσίου Προϋπολογισμοῦ ἔχει ἀποξενωθῆ ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπον Ἑλλάδα. Εἶναι ἀπαράδεκτον, κ. Πρόεδρε, τὰ ἡρωϊκὰ Ψαρά, νὰ ἔχουν ἀπομονωθῆ. Ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι προεκηρύχθη ἡ δρομολόγησις τῆς γραμμῆς. Αὐτό, κ. Πρόεδρε, δὲν ἀπαλλάσσει τῶν εὐθυνῶν της τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐπὶ τόσους μῆνας ἄφησαν τοὺς πληθυσμοὺς τῶν νησιῶν μας αὐτῶν ἐν ἀγωνίᾳ. Θὰ πρέπει νὰ σημειώσω, ὅτι ἡ ἄγονος αὐτὴ γραμμὴ τοῦ Βορείου Αἰγαίου, εἶναι δρομολογημένη ἀπὸ πολλῶν δεκαετιῶν καὶ σήμερον ἀντὶ νὰ πυκνώσωμεν τὰς συγκοινωνίας, κατηργήσαμεν αὐτὰς μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀπομονωθοῦν ἐντελῶς αἱ μικραὶ νῆσοι Βορείου Αἰγαίου. Τὰ Ψαρὰ ἔχουν δικαίωμα νὰ ἀξιώσουν ἀπὸ τὸ Κράτος νὰ μὴ τὰ λησμονήσῃ, νὰ μὴ τὰ ἀπομονώσῃ. Τὴν φωνὴν αὐτὴν τῶν Ψαρῶν ἂς τὴν ἀκούσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§30Θ. ΚΕΡΑΜΙΤΣΙΟΓΛΟΥ. Δὲν γνωρίζω, κ. Πρόεδρε, ἐὰν θὰ δρομολογηθῇ ἢ ὄχι ἡ ἐν λόγῳ γραμμή. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ σημειώσω εἶναι, ὅτι ἡ δρομολόγησις τῆς γραμμῆς αὐτῆς δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τὰς νήσους, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ Θρᾴκην, διότι ἡ ἐπικοινωνία τῶν περιφερειῶν αὐτῶν μὲ τὰς νήσους Βορείου Αἰγαίου, θὰ εἶναι εὐκολωτάτη ἐὰν λειτουργῇ ἡ γραμμὴ αὐτή, ἐνῷ τοὐναντίον θὰ εἶναι σχεδὸν ἀδύνατος καὶ πολυδάπανος, διότι τότε εἷς κάτοικος π. χ. Ἀλεξανδρουπόλεως, ὁ ὁποῖος θὰ θέλῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Χίον, θὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ ἀπ’ ἐδῶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Χίον, ἐνῷ ἡ διακίνησις τῶν ἐμπορευμάτων καὶ δὴ τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων καθίσταται ἐντελῶς ἀδύνατος πρὸς μεγίστην βλάβην τῶν πληθυσμῶν τῆς περιοχῆς μας. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλειτουργήσῃ ἡ ἄγονος αὐτὴ γραμμὴ Βορείου Αἰγαίου ἡ ἐξυπηρετοῦσα πλέον τῶν εἴκοσι λιμένων πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς ἐκδηλωθείσης δεδικαιολογημένης ἀπαιτήσεως τῶν ἐνδιαφερομένων ὀργανώσεων καὶ τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς.
§31Γ. ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, κ. συνάδελφοι, τὴν γραμμὴν ταύτην τὴν ἐθεώρησεν οὐχὶ ἀναγκαίαν, ἀλλ’ ἁπλῶς ὠφέλιμον. Μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι αἱ νῆσοι Βορείου Αἰγαίου ἐξυπηρετοῦνται δι’ ἄλλων πλοίων, ἐθεώρησεν ὀρθὸν νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν μὲ τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν δρομολόγησιν τῆς γραμμῆς ταύτης δαπάνην ἐκ δραχμῶν 3.000.000. Λαμβάνοντες ὅμως ὑπ’ ὄψιν τελευταίως τὰς προτάσεις τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ τὰ παράπονα τῶν πληθυσμῶν τῶν νήσων τούτων, προεκηρύξαμεν διαγωνισμὸν διὰ τὴν δρομολόγησιν τῆς γραμμῆς ταύτης. Ἐὰν ἐνδιαφερθοῦν οἱ πλοιοκτῆται καὶ θελήσουν νὰ δρομολογήσουν τὰ πλοῖα των εἰς τὴν γραμμὴν ταύτην καὶ δὲν ζητήσουν ὑπέρογκα ποσά, ἡ ἐν λόγῳ δρομολόγησις θὰ ἐγκριθῇ. Ἐν τούτοις ἐζήτησεν αὐτὰ ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ κρίνῃ ἐὰν ὅλα τὰ νησιὰ ἠμπορῇ νὰ ἐξυπηρετοῦνται διὰ τακτικῶν Μότορσιπ, τὰ ὁποῖα ἑβδομαδιαίως προσεγγίζουν πρὸς ὅλα τὰ νησιὰ καὶ παίρνουν ἐπιβάτας καὶ ἐμπορεύματα, δεδομένου, ὅτι τὰ πλοῖα αὐτὰ ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, περνοῦν ἀνὰ δεκαήμερον ἀπὸ τὰ νησιὰ αὐτά. Συνεπῶς, ἡ ἄλλη ἐξυπηρέτησις ἡ γιγνομένη ἀπὸ τὰ τακτικὰ πλοῖα, τὰ μότορσιπ, εἶναι τακτικὴ καὶ πλέον ἐξυπηρετική. Ἐλέχθη, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἑλικόπτερον. Βεβαίως, τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, στέλλει ἑλικόπτερον ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη διὰ νὰ σώσῃ τὴν ζωὴν ἑνὸς ἀσθενοῦς, ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπορεῖ νὰ περιμένῃ 3–4 ἡμέρας διὰ νὰ περάσῃ τὸ πλοῖον, νὰ τὸν παραλάβῃ καὶ νὰ γίνῃ ἡ δέουσα ἐπέμβασις. Συνεπῶς, τὸ αἴτημα δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι σοβαρόν. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ εἶναι ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὰ Ψαρὰ ἀπεμονώθησαν καὶ δὲν ἔχουν πλοῖον, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει ἐπιχορήγησις εἰς πετρελαιοκίνητον, τὸ ὁποῖον ἑβδομαδιαίως συνδέει τὰ Ψαρὰ μὲ τὴν Χίον καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἐξυπηρέτησις εἶναι πλήρης. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κ. συνάδελφοι, ὅτι καὶ εἰς τὰ πλέον πτωχὰ νησιά, ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει καμμία κίνησις, ὅταν περνᾶ πλοῖον δημιουργεῖ κίνησιν, ἀλλὰ εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας νὰ βαστᾷ τὰς ἀγόνους γραμμὰς καὶ νὰ βοηθῇ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν νήσων, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀκριβῶς ἀνάγκη. Τὸ πλοῖον αὐτὸ εἶναι μικτόν. Ἐξυπηρετεῖ τὴν ἐμπορευματικὴν κατὰ κύριον λόγον κίνησιν. Αἱ ἄγονοι γραμμαὶ σκοπὸν ἔχουν νὰ ἐξυπηρετοῦν τὴν ἐπιβατικὴν κίνησιν. Ἀλλὰ μὲ τὰ μότορσιπ τὰ ἐμπορεύματα μεταφέρονται. Τὰ μότορσιπ ἐπισκέπτονται τὰ νησιὰ ἑβδομαδιαίως καὶ νομίζω, ὅτι διὰ τὰ ἐμπορεύματα δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀντίρρησις. Ὡς πρὸς τοὺς ἐπιβάτας, γίνεται μία ἀνωμαλία, διότι δὲν ὑπάρχει τὸ «Γεώργιος Φ.» τῶν 500 τόννων, ἀλλὰ τὸ μότορσιπ τῶν 250 τόννων. Ἡ ἐξυπηρέτησις ἀπὸ πλευρᾶς κινήσεως καὶ ἐπιβατῶν καὶ ἐμπορευμάτων, εἶναι πλήρης.
§32Π. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΡΗΣ. Ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, κ. Ὑπουργέ, γνωρίζω τὰς ἀντιλήψεις σας καὶ τὸ ἐνδιαφέρον σας διὰ τὰς ἐν λόγῳ νήσους. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὸ πλοῖον «Γεώργιος Φ.», ἀλλὰ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν νήσων, ἡ ὁποία ἐξυπηρέτησις διὰ τῶν μότορσιπ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς κυρίως ἀπὸ ἀπόψεως τῆς κινήσεως τῶν ἐπιβατῶν. Ἐλπίζω, κ. Ὑπουργέ, μὲ τὴν προσωπικήν σας παρέμβασιν, τὸ θέμα τῆς δρομολογήσεως τῆς γραμμῆς ταύτης νὰ λάβῃ καλὸν τέλος.
§33Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ὁμολογῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ μὲ ἀπεγοήτευσε. Φαίνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει ἀντιληφθῆ τὴν ψυχολογίαν τῶν πληθυσμῶν τῶν νήσων καὶ τὴν μορφὴν τοῦ προβλήματος τῶν συγκοινωνιῶν αὐτῶν. Λέγει ὁ κ. ὑπουργός, ὅτι αἱ ἐν λόγῳ νῆσοι ἐξυπηρετοῦνται μὲ τὸ μότορσιπ. Ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ μεταφορᾶς ἐμπορευμάτων μικρῶν ποσοτήτων, τὰ μότορσιπ δὲν πηγαίνουν εἰς τὰς μικρὰς νήσους μόνον μὲ τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα καὶ συνεπῶς, παρίσταται ἀνάγκη τὰ ἐμπορεύματα αὐτὰ νὰ παραμένουν ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς τὸν λιμένα φορτώσεώς των. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι διὰ τὴν ἐπικοινωνίαν τῶν Ψαρῶν μὲ τὴν Χίον ἐπιχορηγεῖται ἓν πετρελαιοκίνητον. Πληροφορῶ ὅμως τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι κατὰ τοὺς χειμερινοὺς μῆνας μὲ τὸ πετρελαιοκίνητον αὐτὸ μεταφέρεται μόνον ἀλληλογραφία. Τὸ μπουγάζι εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην εἶναι ἀπροσπέλαστον διὰ τὰ μικρὰ πλοῖα καὶ οὐδεὶς τολμᾶ νὰ κινηθῇ κατὰ τοὺς χειμερινοὺς κυρίως μῆνας μὲ τὸ πετρελαιοκίνητον αὐτό. Ἀσθενεῖς, γέροντες, ἐπίτοκοι γυναῖκες ἀδυνατοῦν νὰ ταξιδεύσουν πρὸς Χίον καὶ ἐκτίθεται οὕτω εἰς κίνδυνον ἡ ζωὴ τῶν κατοίκων τῶν Ψαρῶν, πρᾶγμα ποὺ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσῃ ἀδιάφορον τὴν Κυβέρνησιν. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς ἀπόψεις του καὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν δρομολόγησιν πλοίου ἐπὶ τῆς ἀγόνου γραμμῆς Βορείου Αἰγαίου, διότι ἄλλως καὶ δεδικαιολογημένως θὰ θεωρηθῇ ὡς δυσμενὴς ἡ μεταχείρισις τῶν πληθυσμῶν τῶν νήσων τούτων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ πλησσόμενοι πληθυσμοὶ δὲν πρέπει νὰ μείνουν ἀδρανεῖς. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ἀθανασάκος, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Δημάρχου Ἰωαννίνων, σχετικῶς μὲ τὸ φέρρυ–μπὼτ Ἑλλάδος–Ἰταλίας.
§35Ε. ΑΘΑΝΑΣΑΚΟΣ. Τὸ θέμα τοῦ Φέρρυ–μπὼτ Ἑλλάδος–Ἰταλίας, κ. Πρόεδρε, ἔχει ἀπασχολήσει τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἀπὸ 4ετίας ὅτε ὁ διάπλους τοῦ στενοῦ Κερκύρας δὲν ἦτο ἐξησφαλισμένος, συνεζητεῖτο ἐὰν θὰ ἔπρεπε τὸ φέρρυ–μπὼτ νὰ προσεγγίζῃ εἰς Κέρκυραν καὶ Ἡγουμενίτσαν ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ προσεγγίζῃ εἰς τὰς Πάτρας. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔγιναν συζητήσεις καὶ ἡ Κυβέρνησις κατέληξεν εἰς τὴν γνώμην, ὅτι τὸ πλοῖον τοῦτο ἀπὸ Ἰταλίας θὰ ἔπρεπε νὰ προσεγγίζῃ εἰς Κέρκυραν καὶ μάλιστα εἴς τινα τῶν Ν. Δ. λιμένων αὐτῆς καὶ εἰς Ἡγουμενίτσαν. Βραδύτερον καὶ ὅτε τὸ ἔτος 1958 ἤνοιξαν ὁριστικῶς τὰ στενὰ τῆς Κερκύρας, τότε ἡ Κυβέρνησις προσεχώρησεν ὁριστικῶς εἰς τὴν ἄποψιν τῆς προσεγγίσεως τοῦ φέρρυ–μπὼτ εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ Ἡγουμενίτσαν. Μὲ βάσιν τὴν σκέψιν ταύτην, ἐδαπανήθησαν σημαντικὰ ποσὰ διὰ λιμενικὰ ἔργα εἰς τὴν Ἡγουμενίτσαν, διὰ τὴν ἀνέγερσιν ξενοδοχείων εἰς Ἡγουμενίτσαν, Ἰωάννινα καὶ Ἄρταν καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Ἡγουμενίτσης–Ἰωαννίνων. Κατόπιν τούτου, προεκηρύχθη διαγωνισμὸς διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ πλοίου τούτου μὲ βάσιν τὴν προσέγγισίν του τρὶς τῆς ἑβδομάδος εἰς Ἡγουμενίτσαν καὶ μὲ δικαίωμα τοῦ Τουρισμοῦ νὰ αὐξάνῃ τὰ δρομολόγια χωρὶς ὅμως νὰ δύναται καὶ νὰ τὰ μεταβάλλῃ. Σημειωτέον, ὅτι ὡς χρόνος δρομολογήσεως τοῦ πλοίου– πορθμείου ὡρίσθη ὁ ἀπὸ 1 Μαρτίου μέχρι 15 Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους. Παρὰ ταῦτα μεταγενεστέρως ἀνεκοινώθη, ὅτι τὸ πλοῖον τοῦτο θὰ προσήγγιζε δὶς τῆς ἑβδομάδος καὶ εἰς τὰς Πάτρας, καὶ μάλιστα μὲ διαφορὰν ναύλου ἑνὸς μόνον δολλαρίου. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι φυσικὸν ἡ Ἤπειρος, ἡ Αἰτωλοακαρνανία καὶ αἱ λοιπαὶ περιφέρειαι τῆς Βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος νὰ ἀνησυχήσουν διότι ὑποφέρουν οἰκονομικῶς καὶ ἐλπίζουν καὶ πιστεύουν, ὅτι διὰ τῆς τουριστικῆς κινήσεως θὰ ἐβελτιοῦντο τὰ οἰκονομικὰ τῶν περιοχῶν των καὶ τὸ βιοτικὸν ἐπίπεδον τοῦ πληθυσμοῦ των. Ἐρωτῶμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν μετεβλήθησαν τὰ δρομολόγια, ἐὰν παρεβιάσθησαν οἱ ὅροι τῆς δημοπρασίας, διὰ ποίους λόγους καὶ ποία ἡ διαφορὰ τοῦ ναύλου μεταξὺ Ἡγουμενίτσης καὶ Πατρῶν. Δὲν στρεφόμεθα ἡμεῖς οἱ ἐξ Ἠπείρου συνάδελφοι, κ. Πρόεδρε, κατὰ τῶν περιφερειῶν τῆς Νοτίου Ἑλλάδος, διότι ἐὰν τὸ πλοῖον προσήγγιζεν εἰς τὴν Ἡγουμενίτσαν, ὡς προεβλέπετο, οἱ τουρίσται οἱ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει νὰ μεταβοῦν καὶ εἰς τὴν νότιον Ἑλλάδα, θὰ ἔπραττον τοῦτο χρησιμοποιοῦντες τὴν ὁδικὴν γραμμὴν Ἡγουμενίτσης–Ἰωαννίνων–Ἄρτης–Ρίου, ἐνῷ οἱ μεταβαίνοντες διὰ τοῦ πλοίου εἰς Πάτρας δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κινηθῶσιν πρὸς Βορειοδυτικὴν Ἑλλάδα καὶ Ἤπειρον, τοῦτο δὲ εἶναι λίαν ἐπιζήμιον διὰ τὴν οἰκονομίαν της.
§36Γ. ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Κύριε συνάδελφε, κατ’ ἀρχὴν τὸ θέμα δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Σᾶς πληροφορῶ ὅμως, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐκκρεμεῖ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας κατόπιν προσφυγῆς τῶν πλοιοκτητῶν.
§37Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐρώτησις ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας.
§39Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Πρόκειται περὶ καταθέσεως ἐγγράφων καὶ ἡ ἐρώτησις κακῶς ἐχρεώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας.
§40Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ἀθανασίου, διότι πράγματι τὸ θέμα οὕτως ἔχει. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ σοβαροῦ ζητήματος ἐνδιαφέροντος τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν παρακαλῶ, ὅπως εἰδοποιηθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ὑπουργὸς ἢ ἄλλως ἡ συζήτησις νὰ ἀναβληθῇ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Φρόντζος, ἔχει τὸν λόγον.
§42Κ. ΦΡΟΝΤΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα ἔχει ὡς ἑξῆς: Πλοῖον τοῦ Δημοσίου ἐκτεθὲν εἰς δημοπρασίαν δι’ εἰδικὸν σκοπὸν καὶ ὑπὸ εἰδικοὺς ὅρους, ἠγοράσθη ἀπὸ Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία παρέβλεψε τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως. Οἱ ὅροι περιελάμβανον τρία δρομολόγια, ἀπὸ Πρίντεζι εἰς Κέρκυραν καὶ Ἡγουμενίτσαν. Ἤδη ἡ ἑταιρεία αὕτη ἐμφανίζεται δρομολογοῦσα καὶ δύο δρομολόγια διὰ Πάτρας. Πέραν τῆς ἀνωμαλίας ταύτης τῶν δρομολογίων, ἐν παρόδῳ πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἰδιοκτήτρια ἑταιρεία ἐκυκλοφόρησεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἀφίσαν προκλητικὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐδημιούργησε καὶ ἀνωμαλίαν εἰς τὸ ὕψος εἰσιτηρίων. Ἀπὸ Πρίντεζι, Κέρκυραν, Ἡγουμενίτσαν καὶ Πρίντεζι Πάτρας ὑπάρχει διαφορὰ ἑνὸς μόνον δολλαρίου. Εἶναι γεγονός, ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ ἀφορᾷ τοὺς πλοιοκτήτας τῆς Ἀκτοπλοΐας, οἱ ὁποῖοι προσέφυγον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διότι ἐνόμιζον, ὅτι θίγονται τὰ συμφέροντά των. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διακήρυξις ὥριζε τρία δρομολόγια διὰ Ἡγουμενίτσαν. Ἐὰν ἦτο γνωστὴ ἡ δρομολόγησις καὶ δύο δρομολογίων εἰς Πάτρας, εἶναι λίαν πιθανόν, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἄλλος μειοδότης. Πέραν αὐτοῦ διὰ τῆς δρομολογήσεως εἰς Πάτρας οὐδόλως ἐξυπηρετεῖται ἡ Ἤπειρος, ἡ ὁποία ἤλπιζεν, ὅτι διὰ τῆς δρομολογήσεως τοῦ φέρρυ–μπὼτ θὰ ἀνεκούφιζε τὴν οἰκονομίαν της. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐμφανισθῶ ἀντιδικῶν πρὸς τὴν Πελοπόννησον, ἀλλὰ τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα τοῦ Ἠπειρώτου ἀνέρχεται μόνον εἰς τὸ 41% τοῦ εἰσοδήματος τῶν Ἑλλήνων τῶν ἄλλων περιοχῶν. Τὸ τοῦ Πελοποννησίου ἀνέρχεται εἰς 82%. Ὁ Ἠπειρώτης ἔχει εἰσόδημα 120 δολλαρίων ἐτησίως καὶ μόνον, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι ζῇ εἰς ὑποανάπτυκτον περιοχήν, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους καὶ ἂς μὴ ἀντιδικοῦμεν, διότι καὶ ἡ Ἤπειρος εἶναι διαμέρισμα τῆς Ἑλλάδος δικαιούμενον ἴσην μεταχείρισιν.
§43Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Φρόντζου, τοποθετήσαντος ὀρθῶς τὰ ζητήματα, τόσον ἀπὸ τῆς πραγματικῆς των πλευρᾶς, ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἠπείρου. Ἐκφράζω τὸ παράπονον τῆς Ἠπείρου, ἡ ὁποία ἠγνοήθη κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἠλπίσαμεν, ὅτι τῆς παρείχετο ἡ εὐκαιρία νὰ ἀνακουφισθῇ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τούμπας, ἔχει τὸν λόγον.
§45Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα ἔχει δύο πλευρὰς σοβαρὰς διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Ἡ πρώτη πλευρὰ ἀφορᾷ τὸν τουρισμόν. Μέχρι τοῦδε ὁ τουρισμὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκινεῖτο νοτίως τῶν Τεμπῶν. Ἀποτελεῖ εὐτύχημα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνέλαβε τὴν ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως τοῦ πορθμείου, διότι ἐφ’ ὅσον τὸ τέρμα του, καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν, πορθμεῖον σημαίνει στενόν, σημαίνει διεκπεραίωσιν εἰς στενόν, ὁπότε δὲν νοεῖται διεκπεραίωσις πέραν τοῦ στενοῦ, ἐφ’ ὅσον τὸ τέρμα του λέγω, εἶναι ἡ Ἡγουμενίτσα, ἑπόμενον εἶναι, ὅτι οἱ τουρίσται οἱ διερχόμενοι διὰ τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος θὰ διοχετεύωνται καὶ βορείως τῶν Τεμπῶν. Πράγματι, τοὺς παρέχεται ἡ δυνατότης νὰ χρησιμοποιήσουν τὴν ὁδικὴν γραμμὴν πρὸς νότον κατευθυνόμενοι πρὸς νότιον Ἑλλάδα ἀφ’ ἑνός, ἀλλὰ καὶ τὴν γραμμὴν πρὸς τὴν Μακεδονίαν καὶ Θράκην. Εἶναι δὲ συμφέρον ἡμῶν νὰ κρατοῦμεν τοὺς τουρίστας ἐν Ἑλλάδι, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία πλευρά, ἡ ὁποία βλέπετε, ἐφ’ ὅσον τελικῶς λιμὴν καθίσταται ἡ Πάτρα, πρᾶγμα ἐξ ἄλλου, τὸ ὁποῖον ἀλλοιώνει καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως πορθμεῖον. Ὁ δεύτερος λόγος, εἶναι ὁ ἑξῆς: Καὶ ἀφορᾶ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἡ ναυτιλιακὴ κίνησις εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἀδριατικῆς, εὑρίσκετο κατὰ 88½% εἰς χεῖρας τῶν Ἑλλήνων. Διότι, εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συναγωνισθοῦν τὰ ἰταλικὰ πλοῖα, τὰ πλοῖα τῆς ἑλληνικῆς ἀκτοπλοΐας. Οἱ Ἰταλοί, ὅταν ἀπεφασίσθη ἡ δρομολόγησις τοῦ φέρρυ– μπώτ, ἐφρόντισαν νὰ προστατεύσουν τοὺς βορειότερον τοῦ λιμένος τοῦ Πρίντεζι κειμένους ἰταλικοὺς λιμένας, ἐνῷ ἀντιθέτως, ἡμεῖς ἐφροντίσαμεν νὰ κάμωμεν τὸ ἴδιον διὰ τοὺς νοτιώτερον τῆς Ἡγουμενίτσης λιμένας. Ἡμεῖς τί ἐκάμαμεν; Αὐτομάτως μὲ τὴν δρομολόγησιν τοῦ φέρρυ– μπὼτ μεταξὺ Πατρῶν καὶ Πρίντεζι, τὰ ἔσοδα θὰ περιορισθοῦν εἰς τὸ 50%, διότι θὰ διανέμωνται. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς τὸ θέμα διὰ νὰ μὴ καταντήσῃ τὸ πορθμεῖον Ἡγουμενίτσης–Πρίντεζι, Πορθμεῖον Χάρωνος.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Καρατζένης, ἔχει τὸν λόγον.
§47Δ. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ 2ετίας ἔγιναν ἐπανειλημμέναι συσκέψεις τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν καὶ τῶν βουλευτῶν τῶν ἐνδιαφερομένων περιφερειῶν καὶ καθωρίσθη ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ φέρρυ–μπώτ. Καθωρίσθη τότε, ὅτι τὸ φέρρυ–μπὼτ ἐξυπηρετεῖ τὴν συγκοινωνίαν δύο χωρῶν εἰς τὰ πλησιέστερά των σημεῖα. Ἐδημοσιεύθη ὅμως ἡ ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας τὸ φέρρυ– μπὼτ Ἰταλίας–Ἑλλάδος θὰ δρομολογῆται δύο καὶ τρεῖς φορὰς εἰς Πάτρας. Αὐτὴ ἡ ἀπόφασις ἡ αἰφνιδιαστικῶς ληφθεῖσα ἀποτελεῖ πρόκλησιν διὰ τὸν Ἠπειρωτικὸν λαόν, κατὰ μείζονα δὲ λόγον διότι ὁ καθορισθεὶς ναῦλος εἶναι διὰ τὰ αὐτοκίνητα καὶ ἄτομα 30 δολλάρια ἀπὸ Πρίντεζι μέχρις Ἡγουμενίτσης καὶ 31 ἀπὸ Πρίντεζι μέχρι Πατρῶν. Σκόπιμον διὰ τὸν τουρισμὸν τῆς Ἑλλάδος εἶναι νὰ κρατοῦμε τοὺς τουρίστας ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ χώρου. Νομίζω, ὅτι ἡ Ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν δὲν εὑρίσκεται ἐν συμφωνίᾳ μὲ τὰς Ὑπηρεσίας τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Ἐξοδεύονται εἰς τὴν Ἤπειρον σήμερον ἄπειρα ἑκατομμύρια διὰ τοὺς δρόμους καὶ τὰ ξενοδοχεῖα. Ἐκατομμύρια ἐξωδεύθησαν εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἰωαννίνων καὶ ἀρκετὰ ἑκατομμύρια διὰ τὸ ξενοδοχεῖον Ἄρτης. Διατὶ ἐξοδεύονται αὐτὰ τὰ χρήματα ἐὰν πρόκειται νὰ φέρωμεν τὸν τουρίσταν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἀκρόπολιν; Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἀναθεωρήσετε τὴν ἀπόφασιν καὶ τὸ φέρρυ–μπὼτ Ἰταλίας νὰ προσεγγίζει μόνον εἰς τὴν Ἡγουμενίτσαν, καθ’ ὅσον ἡ ἀπόφασίς σας προσεγγίσεως εἰς Πάτρας ἐξήγειρε τὸν Ἠπειρωτικὸν λαὸν καὶ δικαίως.
§48Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀρχικὴ ἀπόφασις τῆς δρομολογήσεως τοῦ πορθμείου μεταξὺ Βρινδησίου καὶ Ἡγουμενίτσης, ἦτο ἡ πλέον εὔστοχος καὶ ἐπιβεβλημένη. Ἄλλωστε τὰ πορθμεῖα δρομολογοῦνται εἰς τὰ στενὰ τῶν θαλασσῶν. Ἡ ἀπόφασις αὐτή, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, εἶχε καὶ τὸ προσὸν τῆς ἀξιοποιήσεως τῶν ἀρχαιολογικῶν τόπων τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας ποὺ εἶναι πράγματι σπουδαῖοι. Ἐάν, μάλιστα, ὅπως πιστεύεται, συνδεθῇ ὁδικῶς ἡ Ἤπειρος μετὰ τῆς Μακεδονίας, τότε θὰ γίνῃ δυνατὴ καὶ ἡ ἀξιοποίησις τῶν τουριστικῶν τόπων τῆς Μακεδονίας. Πέραν τούτου ὅμως, πρέπει νὰ δοθῇ ἰδιαιτέρα προσοχή, ἐὰν διὰ τῆς προεκτάσεως τοῦ πορθμείου μέχρι Πατρῶν, ζημιωθοῦν αἱ ἐπιχειρήσεις ποὺ ἐκτελοῦν τὴν συγκοινωνίαν Ἑλλάδος–Ἰταλίας, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἄνευ κρατικῆς τινος βοηθείας καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντριβοῦν, διότι ἀποτελοῦν τουριστικὸν παράγοντα τοῦ τόπου ἀξιόλογον ποὺ καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν προστατεύσῃ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου ἐφιστῶμεν ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας.
§49Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀντιδικοῦμεν μὲ οὐδένα ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἁπλῶς καὶ μόνον πιστεύομεν, ὅτι τὸ γενικώτερον συμφέρον ἐπιβάλλει τὴν παραμονὴν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν προτέραν των κατάστασιν. Τὸ φέρρυ–μπὼτ πρέπει νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν τουριστικὴν κίνησιν τῆς χώρας καὶ ἰδιαιτέρως τῆς περιοχῆς Ἠπείρου, ἀποτελεῖ δὲ πρόκλησιν τὸ γεγονός, ὅτι ὡρίσθη ὁ ἴδιος ναῦλος διὰ τὴν Ἡγουμενίτσαν καὶ διὰ τὰς Πάτρας. Συμφερώτερον εἶναι νὰ δρομολογηθῇ τὸ φέρρυ–μπὼτ μεταξὺ Πρίντεζι καὶ Ἡγουμενίτσης.
§50Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Τὰ ἐπιχειρήματα τῶν κυρίων συναδέλφων, εἶναι τόσον οὐσιαστικά, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ τὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψει της. Ἤμην προσφάτως εἰς Ἰταλίαν καὶ ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἀνεξάρτητος Κυβέρνησις τῆς Σικελίας, ἐκ τοῦ φόβου, ὅτι οἱ ἐπιστρέφοντες ἐξ Ἑλλάδος τουρῖσται θὰ ὁδεύουν πρὸς τὴν βορεινὴν Ἰταλίαν, ἔχει σκοπὸν νὰ δρομολογήσῃ δεύτερον φέρρυ– μπὼτ μεταξὺ Μεσσήνης καὶ Πατρῶν. Ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως τῆς Σικελίας ἦτο τόσον σοβαρά, ὥστε πλούσιος Ἑλληνοαμερικανὸς διαμένων ἐν Ρώμῃ εἶχε ζητήσει νὰ συναντηθῇ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦ συνέστησα νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ νὰ συναντηθῇ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς ἁρμοδίους, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει του νὰ ἀναλάβῃ ἐξ ὁλοκλήρου τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς φέρρυ–μπὼτ μεταξὺ Μεσσήνης–Σικελίας καὶ Πατρῶν.
§51Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα ἔχει δύο πλευράς, τὴν νομικὴν καὶ τὴν οὐσιαστικήν. Δὲν πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἀπόψε τὴν νομικὴν πλευρὰν τοῦ θέματος, δηλαδή, ἐὰν καλῶς ἐνήργησεν ἡ Διοίκησις, χορηγήσασα τὴν ἄδειαν διὰ δύο πλόας πρὸς Πάτρας, διότι τοῦτο συζητεῖται ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν —νομίζω 2–3— ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐκκρεμούσης τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἀρνοῦμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην, ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ θέματα τῆς οὐσίας. Πρῶτον, αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔχουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ πηγάς, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζω, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ἔδωσα εἰς τὸν Δήμαρχον Ἰωαννίνων καὶ εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν ἐγκρίτων πολιτῶν τῆς πρωτευούσης τῆς Ἠπείρου τὴν διαβεβαίωσιν, πρῶτον, ὅτι οἱ πλόες τοῦ φέρρυ–μπὼτ πρὸς Ἤπειρον, θὰ εἶναι 5 καὶ ὄχι τρεῖς καὶ ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ οὐδεὶς πλοῦς πρὸς Πάτρας, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ διέρχεται, πρότερον, ἀπὸ τὴν Κέρκυραν καὶ τὴν Ἡγουμενίτσαν. Δεύτερον: Ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ εἰσιτηρίου, δὲν θὰ εἶναι ἓν δολλάριον, ὡς λέγουν, περισσότερον, ἀπὸ Ἡγουμενίτσης εἰς Πρίντεζι, ἀλλὰ 7 δολλάρια. Δηλαδὴ 10 δολλάρια θὰ εἶναι τὸ εἰσιτήριον μέχρις Ἡγουμενίτσης καὶ 17 δολλάρια μέχρι Πατρῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν καὶ τὸ ὁποῖον, νομίζω, ὅτι ἐπεσήμανον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, μετ’ αὐτόν, τοῦ κινδύνου δηλαδή, νὰ στερήσωμεν τὴν ἑλληνικὴν ἀκτοπλοΐαν ἑνὸς μεγάλου πόρου, τὸν ὁποῖον ἔχει μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ἐκ τῆς δρομολογήσεως πλοῦ μέχρι Πατρῶν καθ’ ὅσον ἐκ τῆς δρομολογήσεως πρὸς Ἡγουμενίτσαν θὰ ὑποστῇ ἕνα τραῦμα ἡ ὑπάρχουσα ἀκτοπλοΐα —αὐτὸ δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, δηλαδή, ὅτι κἄθε πρόοδος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν τομέα δημιουργεῖ τραυματισμόν, ἀλλὰ ἐσταθμίσαμεν μεταξὺ αὐτοῦ τοῦ τραυματισμοῦ καὶ τοῦ συμφέροντος νὰ δημιουργηθῇ τὸ δεύτερον— αὐτὸ εἶναι θέμα κυβερνητικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἐκ τοῦ ὅτι θὰ παραταθοῦν οἱ δύο πλόες ἐκ τῶν πέντε ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ δημιουργεῖται κρίσις εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, αὐτὸ δὲν τὸ παραδέχομαι καὶ δὲν θὰ τὸ παραδεχθοῦν νομίζω, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὴν σύμβασιν, μεταξὺ τῆς Ἀδριάτικα καὶ τῆς Ἑλμές. Ἡ σύμβασις αὐτὴ εἶναι προσωρινοῦ χαρακτῆρος. Ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δικαιοῦνται καὶ ἡ Ἑλληνικὴ καὶ ἡ Ἰταλικὴ ἑταιρεία νὰ καταγγείλουν τὴν σύμβασιν ἀζημίως, ἐὰν νομίζουν, ὅτι τὸ συμφέρον των τὸ ἐπιβάλλει. Ἐάν, λοιπόν, συμφέρον ἔχῃ ἡ Ἰταλικὴ ἀκτοπλοΐα —καὶ μέγιστον ἔχει, ἐὰν τὰ πράγματα προχωρήσουν καθὼς προβλέπει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος— ἐὰν ἔχῃ ἡ Ἰταλικὴ ἀκτοπλοΐα συμφέρον νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν, θὰ τὸ κάμῃ ἀμέσως, ἔχει ἐκ τῆς συμβάσεως τὸ δικαίωμα, καὶ ἀζημίως καὶ θὰ δρομολογήσῃ τὸ πλοῖον της πρὸς Πάτρας καὶ οὐδεὶς θὰ τὴν ἐμποδίσῃ νὰ πάῃ πρὸς Πάτρας, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν ἐμποδίσῃ, διότι ἐὰν ἐμποδίσητε σεῖς τὸ Ἰταλικὸν πλοῖον νὰ ἔλθῃ πρὸς Πάτρας, θὰ ἐμποδισθοῦν καὶ τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα νὰ πᾶνε πρὸς τὴν Ἰταλίαν. Ἑπομένως, τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν εὐσταθεῖ. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ἐπίσης, ὁ κ. συνάδελφος, δὲν ξέρω ἐὰν τὸ ἔχῃ, ὅτι ἡ δρομολόγησις ποὺ ἔγινε διὰ Πάτρας ἔγινε δι’ ἕν ἔτος καὶ διὰ τὸ ἔτος αὐτὸ δὲν ὑπάρχουν Ἰταλικὰ πλοῖα. Διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ γεννηθῇ τὸ δίλημμα ποὺ σᾶς εἶπον. Ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὴν Ἰταλίαν νὰ συνεχίσῃ τὴν σύμβασιν θὰ τὴν συνεχίσῃ, ἐὰν δὲν τὴν συμφέρῃ, διότι θὰ τοὺς ἐμποδίσωμεν νὰ πᾶνε εἰς τὰς Πάτρας, δοθέντος, ὅτι δικαίωμά τους θὰ εἶναι, ἐφ’ ὅσον ἡ δρομολόγησις γίνεται μόνον δι’ ἕν ἔτος. Ἐὰν δὲν γίνῃ, ἔχομεν τὸν κίνδυνον νὰ καταγγείλουν τὴν σύμβασιν οἱ Ἰταλοὶ καὶ νὰ κάμουν τὴν δρομολόγησιν μόνοι των, παραμενούσης τῆς ἀπαγορεύσεως μόνον εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ FERRY–
ΒΟΑΤ.
Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ἑπομένως, δὲν νομίζω, ὅτι εὐσταθεῖ. Παραδέχομαι, ὅτι ὑπάρχει ἕνα νομικὸν θέμα. Ποίαν γνώμην ἔχω ἐπὶ τοῦ νομικοῦ θέματος δὲν τὴν λέγω, διότι ἐκκρεμεῖ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι κινδυνεύει νὰ βλαβῇ ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς μέχρι Πατρῶν διὰ δύο μόνον πλόας, δὲν εὐσταθεῖ.
§52Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Τέσσαρας πλόας, ὅταν θὰ μπῇ καὶ τὸ Ἰταλικόν.
§53Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Τὸ ποία θὰ εἶναι ἡ δρομολόγησις πρὸς Πάτρας ὅταν θὰ ἔλθῃ καὶ τὸ Ἰταλικόν, αὐτὸ ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὴν τουριστικὴν κίνησιν καὶ ἀπὸ τὰς μελλούσας συμφωνίας. Δέσμευσις ὑπάρχει μόνον δι’ ἕν ἔτος καὶ δὴ δέσμευσις ἔναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ πλοίου. Συζητοῦμεν, ἑπομένως, διὰ ζημίαν, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ Ἑλληνικὸν πλοῖον καὶ ὅταν τὰ δρομολόγια αὐτὰ ἀναλόγως τῆς τουριστικῆς κινήσεως θὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε θὰ συμφέρῃ νὰ ἔχουν καὶ 2 καὶ 3 καὶ 5 δρομολόγια πρὸς Πάτρας ἢ πρὸς Ἡγουμενίτσαν. Ἐπιθυμῶ, λοιπόν, νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομικὸν θέμα θὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐδῶ. Ἡ οὐσία, ὡς πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχον οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐξ Ἠπείρου, νομίζω, ὅτι ἀπεσαφηνίσθη. Εἶναι διαφορετικὰ τὰ πράγματα, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον πληροφορηθῆ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Τούμπα, ἡ ἀπάντησις εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἤκουσε πρὸ ὀλίγου καὶ ἡ ὁποία, νομίζω, ὅτι θὰ τὸν ἱκανοποίησεν.
§54Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς μὲ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δυνατότητα καὶ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἰταλικὴ ἀτμοπλοΐα νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν ἀζημίως καὶ νὰ δρομολογήσῃ πλοῖον εἰς οἱονδήποτε λιμένα νοτίως τῆς Ἡγουμενίτσης, αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐλήφθη μέριμνα κατὰ τὴν σύμβασιν, νὰ προστατευθῇ ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς ἡ ἀκτοπλοΐα, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ποὺ ἐλήφθη μέριμνα ἐκ μέρους τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως νὰ προστατευθοῦν οἱ Βορείως τοῦ Πρίντεζι λιμένες. Ἡμεῖς δὲν λαμβάνομεν μέριμναν διὰ τοὺς Νοτίως τῆς Ἡγουμενίτσης λιμένας. Δεύτερον, ἐὰν αὐτὸ τὸ κάμῃ, δηλαδὴ δρομολογήσῃ ἕνα οἱοδήποτε πλοῖον, αὐτὸ δὲν μᾶς φοβίζει, διότι καὶ μέχρι τοῦδε εἶχον τὸ δικαίωμα ὅλαι αἱ ἀκτοπλοΐαι αἱ Ἰταλικαὶ νὰ δρομολογοῦν πλοῖα, ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ ἀκτοπλοΐα ἐπεβλήθη διὰ τῆς καλλιτέρας ἐμφανίσεως τῶν πλοίων, διὰ τοῦ φθηνοτέρου ναύλου, διὰ τῆς μεγάλης περιποιήσεως. Καὶ ἐπεβλήθη, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἐπιχορήγησιν ἀπὸ τὸ Κράτος. Ἑπομένως, ἐὰν δὲν τὸ κάμνουν οἱ Ἰταλοὶ εἶναι, διότι γνωρίζουν, ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ τὰ βγάλουν πέρα μὲ τὸν συναγωνισμὸν τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων. Καὶ αὐτὸ δὲν μᾶς ἀνησυχεῖ καὶ δὲν εἶναι ἐπιχείρημα αὐτό. Τὸ ἐπιχείρημα εἶναι, ἐὰν τὸ FERRY–BOAT ἔλθῃ κάτω, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ λάθος ποὺ δὲν ἐπροσέξατε, νὰ κατοχυρώσητε τὴν Ἑλλάδα, ὅπως κατοχυρώνουν οἱ Ἰταλοὶ τοὺς πέραν τοῦ Μπρίντιζι λιμένας των.
§55Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἀπορῶ μὲ τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος συναδέλφου, ὅτι δὲν κατωχυρώθημεν μὲ τὴν ἰδίαν κατοχύρωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμαν οἱ Ἰταλοί, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ προκείμενον, εἰς τὸ νὰ γίνῃ κἄτι καινούργιο ἐντελῶς μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν, τὸ FERRY–BOAT. Ἐκρατήσαμεν καὶ οἱ δύο τὸ δικαίωμα τῆς ἀζημίου καταγγελίας, ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς συμβάσεως. Τὸ ἴδιον δικαίωμα ἔχομεν καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ Ἰταλοί.
§56Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ πᾶτε εἰς τὴν Αὐλῶνα.
§57Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Διατὶ ὄχι; Ὅπως οἱ Ἰταλοὶ ἠμποροῦν νὰ τὸ κάμουν, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος παρακαθήμενός σας συνάδελφος, ὅτι οἱ Ἰταλοὶ σκέπτονται νὰ κάμουν FERRY–BOAT μεταξὺ Μεσσήνης καὶ Πατρῶν, ἀποτελεῖ τὸ συντριπτικὸν ἐπιχείρημα ἀπέναντι ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἴπατε σεῖς.
§58Κ. ΦΡΟΝΤΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς διὰ τῆς ἐρωτήσεως δὲν ἠθελήσαμεν νὰ θίξωμεν τὸ νομικὸν γεγονός. Ἠθέλαμεν μίαν ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ὑπουργοῦ, διατὶ ἐδημιούργησε τὸν γενεσιουργὸν λόγον ποὺ προεκάλεσε τὸ νομικὸν γεγονός, δηλονότι, διατὶ ἐλήφθη ἀπόφασις δρομολογήσεως, 3 δρομολογίων εἰς Πάτρας, παρὰ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν. Ἐπ’ αὐτοῦ, νομίζομεν, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς θὰ πρέπει νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἀπάντησιν.
§59Γ. ΚΑΤΣΑΦΑΔΟΣ. Σᾶς τὴν ἔδωσε τὴν ἀπάντησιν, ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ τὴν καταλάβετε.
§60Κ. ΦΡΟΝΤΖΟΣ. Δεύτερον, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι οἱ Ἰταλοὶ θὰ ἐπωφεληθοῦν νὰ καταγγείλουν τὴν σύμβασιν ἐὰν τοὺς συμφέρῃ, τοὺς ἐδείξατε τὸν δρόμον. Ἔγινεν ἡ πρώτη διάρρηξις τῆς ἀρχικῆς ἀποφάσεως διὰ τῆς δρομολογήσεως πρὸς Πάτρας. Καὶ τρίτον, γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι οὐδὲν μονιμώτερον τοῦ προσωρινοῦ ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἑπομένως παρεῖλκεν ἡ φράσις, ὅτι «μόνον διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος». Ἕνα ἐρώτημα τίθεται: Εἰς τὴν δημοπρασίαν, ὑπῆρχε δρομολόγιον Ἡγουμενίτσης–Πατρῶν; Ναὶ ἢ οὔ; Καὶ διατί, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχεν, ἐδρομολογήθη;
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας διὰ τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις καὶ πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοθετικῆς ἐργασίας, τὸν λόγον ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Κ. Γ. Ροδόπουλος.
§62Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς) Κύριοι βουλευταί, ὡς γνωρίζετε, σπανίως λαμβάνω τὸν λόγον καὶ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον γνῶσιν, ὅτι ἐγένετο συζήτησις, ἐν σχέσει μὲ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν. Δὲν γνωρίζω ἐπακριβῶς τὶ ἐλέχθη, ἀλλ’ ἐκ προχείρου ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν εἶδον, ὅτι οἱ ἀγορεύσαντες παρέλειψαν νὰ ἀναφέρουν ἕνα σημαντικὸν γεγονός: Ὅτι ἀπὸ τῆς πρωΐας σήμερον τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἰδοποίησε τὰ 3–4 κόμματα, ὅπως ἀποστείλουν ἀντιπροσώπους των εἰς τὰς 6.15′ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, δηλονότι εἰς ἐμέ, ἵνα προβῶ εἰς ἀνακοινώσεις. Ὄντως, εἰς τὰς 6.15′ προσῆλθον εἰς τὸ Γραφεῖον μου ὁ κ. Ἐφραιμίδης ἐκ μέρους τῆς ΕΔΑ, ὁ κ. Κύρκος ἐκ μέρους τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ ὁ κ. Κωστόπουλος ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, πρὸς τοὺς ὁποίους αὐτολεξὶ ἀνεκοίνωσα, ὅτι ἡ χθεσινὴ λύσις τῆς συνεδριάσεως ἐπῆλθε μᾶλλον λόγῳ κοπώσεως καὶ παρερμηνείας ἴσως καὶ ὅτι, ὅταν τοῦτο ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, χωρὶς βεβαίως νὰ ἐπικρίνω τὸν ἔγκριτον Προεδρεύοντα, ἐστενοχωρήθην καὶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νέας γραμμῆς τοῦ Προεδρείου, ὡς ἀτυχῶς ὑπεστηρίχθη, εἰς τὰ ζητήματα τῶν συνεδριάσεων. Παρεκάλεσα δὲ νὰ διαβιβάσουν εἰς τὰ Κόμματά των τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Προεδρείου, ὅτι δὲν ἦτο εἰς τὴν πρόθεσίν του νὰ προβῇ εἰς ἐνεργείας θιγούσας τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ καθαρᾶς παρεξηγήσεως. Ἤλπιζα δέ, ὅτι, κατόπιν τοῦ ἐπισήμου αὐτοῦ διαβήματος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο πρὸς τὰ Κόμματα, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν. Αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις ἤθελον νὰ δώσω πρὸς τὸ Σῶμα, διότι ἐπεθύμουν νὰ ἀποσαφηνίσω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς προσπαθεῖ μετὰ πάσης ἀντικειμενικότητος νὰ διεξαγάγῃ τὸ ἐπίπονον καὶ δύσκολον ἔργον του.
§63Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξε τὸ θέμα, κ. συνάδελφε. Ἐπὶ ποίου θὰ ὁμιλήσητε;
§65Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει θέμα ἀντιδικίας, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιβεβαιώσω εἰς τὸ ἀκέραιον ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Πράγματι ἐκλήθημεν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος μᾶς διεβίβασε τὰ ὅσα ἀνέφερεν πρὸ ὀλίγου. Ταῦτα διεβίβασα εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Ε.Δ. Α., καθὼς ἐπίσης καὶ εἰς τὸν ἐκπρόσωπον τοῦ Κόμματος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔγινε, ὁ κ. Κωστόπουλος ἀνεφέρθη εἰς τὸ περιστατικὸν αὐτό, καὶ εἶπε, μάλιστα, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ κ. Κωστοπούλου ἐκλήθησαν ἀντιπρόσωποι καὶ τῶν ἄλλων Κομμάτων. Ἐὰν ἔγινε, παρὰ ταῦτα, ἡ συζήτησις, νομίζω, ὅτι ὀφείλεται εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀντιμετώπισε τὸ θέμα ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον, κ. Πρόεδρε, δὲν συνεφώνησε μὲ αὐτὰ τὰ ὁποῖα διαβιβάσατε σεῖς ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου, ἀλλὰ ἀκριβῶς, ὑπεστήριξε τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, ὅτι δηλαδή, ἡ χθεσινὴ ἐνέργεια τοῦ προεδρεύοντος τῆς Βουλῆς ἦτο ὀρθὴ καὶ τυπικῶς καὶ οὐσιαστικῶς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἑπομένως, ὑπῆρξε μία διάστασις μεταξὺ τῶν ὅσων σεῖς ὑπεστηρίξατε καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξεν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὰ ἄλλα, τὰ πράγματα ἔχουν ὡς ἀνεφέρατε.
§66Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ ὑποδείξω πῶς θὰ ὁμιλοῦν οἱ ρήτορες, ἡ Κοινοβουλευτικὴ ὅμως τάξις ἀπήτει, ἐφ’ ὅσον ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, νὰ μνημονεύουν ἀπ’ ἀρχῆς τὸ διάβημα τοῦ Προέδρου. Ὡμίλησαν δύο ρήτορες, οἱ ὁποῖοι ἀπέφυγον νὰ ἀναφερθοῦν εἰς αὐτό. Ἀπεσιώπησαν τὸ διάβημα, τὸ ὁποῖον ἦτο βασικόν, καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἤδη εἶχεν ἐπιληφθῆ τοῦ θέματος καὶ ἀποσαφηνίσει τὰς σκέψεις του. Δὲν ἔπρεπε νὰ περιμένουν τὸν τρίτον ὁμιλητήν, τὸν κ. Κωστόπουλον νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του. Νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἐκφράζω εὔλογον παράπονον.
§67Β. ΚΡΙΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς). Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγήσω τὴν στάσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ καταργήσῃ τὸ Προεδρεῖον, ὅτι δὲν ἔκαμε τὸ καθῆκόν του. Ἐγώ, προεδρεύων χθές, νομίζω, ὅτι εἶμαι ἐν τάξει καὶ ἔναντι τοῦ Σώματος, καὶ ἔναντι τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐφαρμόζω πρὸς ὅλας τὰς κατευθύνσεις.
§68Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Διαφωνεῖτε πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον;
§69Β. ΚΡΙΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἐγὼ προήδρευον καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω τὸ τὶ ἔγινεν. Ὑπῆρχον πέντε ἐπερωτήσεις καὶ ἐζητήσατε τὴν πρόταξιν. Διὰ νὰ ζητήσητε τὴν πρόταξιν θὰ πῇ, ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο σπουδαῖον. Καὶ ὅταν ζητῆται πρόταξις ἐπὶ ἑνὸς θέματος τοσαύτης σπουδαιότητος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις μὲ 25 βουλευτάς.
§70Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Τῆς Συμπολιτεύσεως.
§71Β. ΚΡΙΚΟΣ. (Ἀντιπρ. Βουλῆς). Κάμνετε λάθος, κ. συνάδελφε. Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ πῆτε πόσοι ἦσαν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων; 4. Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ πῆτε πόσοι ἦσαν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως; Κανείς. Τῆς Νέας Πολιτικῆς Κινήσεως; Μόνον ὁ κ. Μητσοτάκης, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι φεύγει καὶ αὐτός. Ἠμπορεῖ ἀκόμα νὰ μοῦ πῆτε πόσοι ἦσαν τοῦ Φ.Δ.Κ.; Κανείς. Ποῦ ἦσαν λοιπὸν οἱ βουλευταί; Ἦσαν 25 τῆς ἀριστερᾶς, 4 τῶν Φιλελευθέρων καὶ 8 τῆς Συμπολιτεύσεως.
§72Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἦσαν 40 τῆς ἀριστερᾶς.
§73Β. ΚΡΙΚΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Βουλῆς). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ Κανονισμός, κ. συνάδελφοι, δὲν εἶναι μόνον προνόμιον τῆς ἀριστερᾶς, οὔτε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι διὰ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα. Ἦλθαν εἰς ἐμὲ πολλοὶ συνάδελφοι, καὶ μοῦ παρεπονέθησαν, ὅτι λόγῳ τῆς ὑπερκοπώσεως, ποὺ εἶχον ἀπὸ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἦτο ἀδύνατον νὰ συνεχίσουν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δικαίωμα τοῦ Προεδρείου εἶναι, ὅπως εἶναι ἰδικόν σας δικαίωμα νὰ ζητῇ καθημερινῶς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν βλέπῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοιούτου θέματος, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐπροτάξατε ὡς θέμα τοσαύτης σπουδαιότητος, δικαίωμα τοῦ Προεδρείου εἶναι, σεβόμενον ἑαυτόν, νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν βάσει τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Κανονισμοῦ. Αὐτὸ ἔκαμε καὶ ὁ ὑποφαινόμενος.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 1 καὶ 2 προτάσεις νόμων «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ Ν. Δ. ὑπ’ ἀριθ. 3912)1958 «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων τινῶν ἐθελουσίας ἐξόδου προσωπικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Τὸν λόγον ἔχει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, κ. Ε. Γαλενιανός.
§75Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε Πρόεδρε, συνήθως εἰς τὰ Διατάγματα ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας ὁμιλεῖ πρῶτος.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ἔχει τὸν λόγον.
§77Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, διὰ τῆς συζητουμένης προτάσεως νόμου ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3912 Ν.Δ. τοῦ ἔτους 1958, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη τὸν Νοέμβριον τοῦ 1958, ἀπουσίᾳ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία διαμαρτυρομένη διὰ τὴν συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 15ης Ὀκτωβρίου, ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ συγκληθῇ ἡ Ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς, ἀπεχώρησε τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35. Δι’ αὐτοῦ τοῦ Ν.Δ. ἐρρυθμίσθησαν θέματα ἀναφερόμενα εἰς διενεργηθεῖσαν ἐθελουσίαν ἔξοδον προσωπικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἥτις ἔλαβε χώραν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1946 μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1952. Πράγματι, ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ 1945, προφανῶς βαρυνομένη ἀπὸ μεγάλον ἀριθμὸν προσωπικοῦ, ἐσκέφθη καὶ ἐπεδίωξεν ὅπως ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τοῦ βάρους αὐτοῦ καὶ ἐκάλεσε δι’ ἀποφάσεως τοῦ Γενικοῦ Συμβουλίου της, τὸ προσωπικόν της νὰ ὑποβάλῃ αἰτήσεις ἐθελουσίας ἐξόδου, ἀναγνωρίζουσα ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων τῶν ὁποίων τὰς αἰτήσεις περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου θὰ ἀπεδέχετο ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης, διότι ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδεχθῇ ἢ νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὰς ὑποβαλλομένας αἰτήσεις, ὡρισμένα πλεονεκτήματα ἔναντι τῆς παραιτήσεως αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἰδιότητός των, ὡς μονίμων ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἐφηρμόσθη ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ὀλίγον μετὰ τὴν ἐφαρμογήν της ἐγένοντο μεγαλύτεραι ἀκόμη παραχωρήσεις, καὶ ἀπὸ τὴν τελικὴν μορφὴν ποὺ ἔλαβεν ἡ σύμβασις ἐξῆλθον 151. Ἐξ αὐτῶν 43 ὑπήγοντο εἰς μίαν ἰδικὴν προστασίαν τοῦ Ν. 751. Ἡ βάσις τῶν παραχωρήσεων τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ προσωπικόν, ἦτο ὅτι θὰ κατεβάλλετο εἰς αὐτὸ ὁ μισθὸς τὸν ὁποῖον θὰ ἐλάμβανεν ὁ ὁμοιοβάθμιός του ἐν τῇ Τραπέζῃ μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας. Ἐν τούτοις ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἐνεφάνισε, μετὰ τὴν ἔξοδον τῶν ὑπαλλήλων, ἀπόψεις ὑπαναχωρήσεως ἀπὸ τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν ὑπέγραψε. Καὶ ἀρχικῶς μὲν αὐθαιρέτως, μεταγενεστέρως δὲ ἐνομιμοποίησε τὴν αὐθαιρεσίαν της αὐτὴν διὰ τοῦ νόμου 2513. Δηλαδή, περιώρισε τὸ δικαίωμα τῶν ὑπαλλήλων καὶ συνέχισε νὰ καταβάλῃ μειωμένας τὰς παροχάς. Αὐτὸ συνέβη ἐκ τοῦ ἑξῆς γεγονότος: Μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς λειτουργίας ἑνὸς Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν Ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον συνεστήθη μετὰ τὴν ἐνεργηθεῖσαν ἐθελουσίαν ἔξοδον, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσῆλθον καὶ οἱ ἐξελθόντες διὰ τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου ὑπάλληλοι ἐδικαιοῦντο καὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, βάσει τοῦ καταστατικοῦ τοῦ Ταμείου νὰ λάβουν μίαν παροχὴν ἐξ 700 δραχμῶν μηνιαίως. Ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐξέδωκεν ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλησε νὰ ἀποστερήσῃ τῆς παροχῆς αὐτῆς τῶν 700 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν εἰσέπραττον ἀπὸ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον οἱ ἐξελθόντες ὑπάλληλοι μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν ἦτο πέραν τῆς συμβάσεως περὶ ἀποχωρήσεως τὴν ὁποίαν εἶχον ὑπογράψει μετὰ τῆς Τραπέζης. Τὸ προσωπικὸν προσέφυγεν εἰς τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐδικαίωσαν τοὺς ὑπαλλήλους. Τοῦ θέματος ἐπελήφθησαν καὶ τὰ Ἐφετεῖα κατόπιν προσφυγῆς τῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα ἐδικαίωσαν καὶ πάλιν τοὺς ὑπαλλήλους. Τότε ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἤσκησεν ἀναίρεσιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐζήτει νὰ ἀποφανθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐὰν περιελαμβάνετο καὶ τὸ μέρισμα τὸ ὁποῖον ἔδιδε τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον εἰς τὴν σύνταξιν τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον οἱ ἐξελθόντες ὑπάλληλοι συμφώνως πρὸς τὴν σύμβασιν ἐθελουσίας ἐξόδου. Τὰ δύο Τμήματα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπεφάνθησαν ἀντιθέτως, καὶ ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπεφάνθη, ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ σύνταξις, ἡ ὁποία ὀφείλεται νὰ καταβάλλεται ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ ἄλλο τὸ μέρισμα τὸ ὁποῖον καταβάλλει τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, τούτου δὲ δικαιοῦνται ἐπίσης οἱ ἐξελθόντες. Καὶ ἐδῶ ἔχομεν δευτέραν παρέμβασιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, διὰ τῆς ὁποίας κατηργήθησαν τελεσίδικοι δικαστικαὶ ἀποφάσεις. Καὶ αὐτὸ ἐγένετο διὰ τοῦ Ν. Δ. 3912) 1958, τοῦ ὁποίου σήμερον ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον τῆς Τραπέζης κατόπιν ἐθελουσίας ἐξόδου, δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ λάβουν ὡς σύνταξιν ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὡς μισθὸν ὁ ἐν ἐνεργείᾳ εὑρισκόμενος ὁμοιόβαθμος τοῦ συνταξιούχου, ἔστω καὶ ἂν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἔχῃ ἐπιδικασθῆ εἰς τὸν ὑπάλληλον διὰ τελεσιδίκου δικαστικῆς ἀποφάσεως. Γεννῶνται δύο σοβαρὰ ζητήματα ἐκ τοῦ Ν. Δ. 3912) 1958. Πρῶτον, ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ νὰ τροποποιῇ συμβάσεις ἰδιωτικοῦ δικαίου, οἵα εἶναι ἡ σύμβασις ἡ ὁποία ὑπεγράφη μεταξὺ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ὑπαλλήλων της, ὅταν μάλιστα, ἡ ἐπέμβασις τῆς Νομοθετ. Ἐξουσίας ἔχῃ προσλάβει ἐντονωτέραν μορφὴν ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι ἡ ἰδία ἡ Τράπεζα εἶχε θέσει τοὺς ὅρους βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἀπεχώρουν οἱ ὑπάλληλοι. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλλωνται οἱ ὅροι μονοπλεύρως ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τοὺς ἔθεσεν οἰκειοθελῶς. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Ν. Δ., τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν εἶχεν ἠθικὴν βάσιν. Τότε θὰ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος συμπράττει εἰς ἀνήθικον πρᾶξιν. Ἀνακύπτει ἀκόμη καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα. Εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι τὸ πρῶτον Ἵδρυμα τῆς Χώρας, τὸ ἐκδοτικόν, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς πίστεως εἰς τὴν Χώραν μας, εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ἀνεχθῶμεν, ὅπως τὸ Ἵδρυμα αὐτὸ ὑπαναχωρῇ καὶ καταστρατηγῇ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχει ἀναλάβει ἔναντι τοῦ προσωπικοῦ τους; Ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει συμφέρον, δεδομένου ὅτι μετέχει εἰς τὰ κέρδη, ἀποτελεῖ ἀκόμη, ἕνα λόγον ἐναντίον τῆς λύσεως. Διότι οὔτε τὸ Κράτος εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαναχωρήσῃ ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν συμβατικῶς ἔχει ἀναλάβει ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος διὰ λογαριασμόν του, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ καὶ καθ’ ὃ ποσὸν ἔχει ἐπίπτωσιν ἐπὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, οὔτε ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ἔχει ἀναλάβει αὐτὴν τὴν συμβατικὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ προσωπικοῦ της. Δεύτερον, σοβαρώτερον θέμα τὸ ὁποῖον γεννᾶται, κ. συνάδελφοι, εἶναι τὸ θέμα ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Οἱανδήποτε προσπάθειαν καὶ ἂν κατέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ ποίαν θὰ καταβάλῃ σήμερον διὰ νὰ μετατοπίσῃ τὸ βαρύτατον αὐτὸ παράπτωμα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας νὰ καταργήσῃ ἀμετακλήτους δικαστικὰς ἀποφάσεις, δὲν θὰ σταθῇ ἱκανὴ νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὸ τὸ βαρύ, ἐπαναλαμβάνω, παράπτωμα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Κἄποτε θὰ πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν τακτικὴν τῆς καταργήσεως δικαστικῶν ἀποφάσεων. Ὅταν τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον ἐπικυροῖ ἀπόφασιν τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων καὶ ἀποδίδῃ δίκαιον εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Τραπέζης, δὲν εἶναι δυνατόν, ὑπὸ οἱανδήποτε τυπικὴν μορφὴν νὰ εὕρωμεν δικαιολογίαν καταργήσεως αὐτῶν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔκρινον διαφορὰν μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ ἔργα τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας. Διὰ τοῦτον, κ. συνάδελφοι, κυρίως τὸν λόγον, νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι ἀπαραίτητον, προστατεύουσα Συνταγματικοὺς θεσμοὺς βασικούς, θεμελιώδεις, τὸν θεμελιώδη θεσμὸν τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν, νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, καὶ ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία, τὸ σύνολον τοῦ Σώματος, νὰ ἀκυρώσῃ αὐτὸν τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος πράγματι προσβάλλει αὐτὴν τὴν Συνταγματικὴν ἀρχήν, αὐτὸν τὸν θεσμὸν τὸν Συνταγματικόν, τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία, παραγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τοῦ σεβασμοῦ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἰδιωτικοῦ δικαίου οἵα εἶναι ἡ σύμβασις μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ προσωπικοῦ της, ἐσκέπτετο νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ νὰ διευκολύνῃ τὴν ὑπαναχώρησιν ἀπὸ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν καὶ νὰ περικόψῃ τὰ δικαιώματα τῶν ἐθελουσίως ἐξελθόντων ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης, πάντως τὸ μέτρον αὐτὸ πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτὸς καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἀναδρομικὴν ἰσχύν, διὰ νὰ μὴ θιγοῦν ἤδη κεκτημένα δικαιώματα, δικαστικῶς, τελεσιδίκως καὶ ἀμετακλήτως ἀνεγνωρισθέντα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Τραπέζης, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἐπεμβαίνῃ κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν εἰς τὰ ἔργα τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Ε. Γαλενιανός, ἔχει τὸν λόγον.
§79Ε. ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἱστορικὴ ἄποψις τοῦ θέματος ἐξετέθη πλήρως, ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου, εἰσηγητοῦ τῆς μειοψηφίας, καὶ συνεπῶς δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἐπ’ αὐτοῦ. Ἔχω ὅμως νὰ τονίσω, ὅτι βασικὴ ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε προέβη εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ ἰσχύοντος ἤδη Ν.Δ., βασικὴ ἄποψις ἦτο, ὅτι δὲν ἦτο ποτὲ ἐπιτετραμμένον ὅπως εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι εὐεργετήθησαν ἀπὸ τὴν ἐθελουσίαν ἔξοδον εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, νὰ τεθοῦν καὶ εἰς μείζονα μοῖραν ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους ὑπαλλήλους εἰς τὴν Τράπεζαν αὐτήν. Μὲ τὴν βάσιν αὐτὴν εἰσήχθη τὸ Ν. Δ., τοῦ ὁποίου σήμερον ζητεῖται ἡ κατάργησις, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος καὶ ἐγένετο δεκτὸν ὁμοθύμως ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Σώματος. Βεβαίως εἰς τὸ Ν. Δ. τοῦτο περιλαμβάνοντο καὶ θέματά τινα ὅπως τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ τὰ ὁποῖα διεξοδικῶς ἀπησχόλησαν τὴν πλειοψηφίαν. Γενικῶς ὅμως ἀνεγνωρίσθη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατόν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀγνοήσῃ τὴν τάξιν τῶν ἐργαζομένων ὑπαλλήλων εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ θέσῃ εἰς μείζονα μάλιστα μοῖραν τοὺς ἐθελουσίως ἀποχωρήσαντας καὶ εὐεργετηθέντας ὑπαλλήλους. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ἐψηφίσθη καὶ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας. Διότι δὲν ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ ἀγνοηθοῦν τὰ δικαιώματα τῶν ἐργαζομένων ὑπαλλήλων. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι ὀρθῶς ἐψηφίσθη τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ διάταγμα καὶ εἰσηγοῦμαι τὴν ὡς ἔχει ἰσχύν του καὶ τὴν ἀπόρριψιν τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως περὶ καταργήσεώς του.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§81Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ συζητουμένη πρότασις νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3912)58 Ν. Δ. ἔχει δύο βάσεις. Τὴν τυπικὴν καὶ τὴν οὐσιαστικήν. Καὶ ἡ τυπικὴ βάσις σύγκειται εἰς τὸ ὅτι διὰ τοῦ νομοθετικοῦ τούτου διατάγματος καταργοῦνται δικαστικαὶ τελεσίδικοι ἀποφάσεις δι’ ὧν ἀνεγνωρίσθησαν κεκτημένα δικαιώματα ἐργαζομένων, καὶ ἐξελθόντων βάσει συμβατικῆς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Θὰ πρέπει συνεπῶς ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ θέσιν ἐὰν θὰ πρέπει τοῦ λοιποῦ νὰ ἐπεμβαίνῃ νομοθετικῶς εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν καταργοῦσα δικαστικὰς ἀποφάσεις, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ ἀπονομῆς δικαίου πρὸς ἐργαζομένους. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς, κύριοι συνάδελφοι, ἤρχισεν ἡ ἀντιποίησις τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς διὰ πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἡ ἀντιποίησις τῆς δικαστικῆς λειτουργίας δι’ ἐπεμβάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τότε τὸ πολίτευμά μας εἰσῆλθεν εἰς μίαν περιπέτειαν καὶ εὔχομαι τοῦτο νὰ μὴ ἔχῃ σοβαρὰς συνεπείας διὰ τὸν τόπον. Εἶναι καθῆκόν μας νὰ προστατεύσωμεν τὴν λειτουργίαν τῶν ἐξουσιῶν ὡς αὗται ἐνομοθετήθησαν ὑπὸ τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου κατόπιν πολυαιμάκτων, μάλιστα, ἀγώνων καὶ λειτουργοῦν ἀπὸ ἑκατοντάδων ἐτῶν εἰς ὅλα τὰ φιλελεύθερα ἔθνη. Πρέπει ὡς ἐκ τούτου νὰ σταθμίσωμεν τὰς εὐθύνας μας καὶ ἐὰν τοῦ λοιποῦ πρέπει νὰ ἐπιτρέπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως νομοθετικῶς ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἔργου τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Τὸ δεύτερον θέμα, τὸ οὐσιαστικόν, σύγκειται εἰς τὸ ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐσυνηθίσαμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς δῆθεν ἀποσυμφορήσεως εἴτε κρατικῶν ὑπηρεσιῶν, εἴτε ἄλλων ὀργανισμῶν νὰ προκαλοῦμεν ἐθελουσίας ἐξόδους ὄχι πρὸς τὸν σκοπὸν πράγματι τῆς ἀποσυμφορήσεως, ἀλλὰ πρὸς τὸ συμφέρον ὡρισμένων ὑπαλλήλων καὶ κυρίως διὰ τὸ κομματικὸν συμφέρον διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν εὐχέρειαν μετ’ ὀλίγον νὰ προβῶμεν εἰς νέαν συμφόρησιν ὑπαλληλικοῦ προσωπικοῦ. Μέχρι σήμερον οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ ζητήσῃ εὐθύνας, εἴτε κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὴν συμφόρησιν, εἴτε κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν ἀποσυμφόρησιν καὶ διὰ τὰς ὀλεθρίας συνεπείας τῆς κακῆς λειτουργίας τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι προεκλήθησαν ἀπὸ αὐτάς. Ἔχει καταστῆ πλέον συνήθεια, εἴτε αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος, εἴτε Τράπεζαι, εἴτε ἄλλοι ὀργανισμοὶ νὰ προβαίνουν εἰς ὑποσχέσεις παροχῆς πλεονεκτικῶν εὐεργετημάτων πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐθελουσίως ἐδέχοντο νὰ ἀποχωρήσουν. Ὅταν δὲ οἱ ὑπάλληλοι ἐδέχοντο τὰ εὐεργετήματα αὐτὰ βασιζόμενοι εἰς τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Κράτους καὶ ἐτίθεντο ὑπὸ τὴν ἐθελουσίαν ἔξοδον, ἔπειτα ἀπὸ μικρὸν χρονικὸν διάστημα, τὸ Κράτος, διὰ νέου νόμου ἀφῄρεσε τὰ κεκτημένα των δικαιώματα, μὲ τὰς γνωστὰς ἀνωμαλίας καὶ τὴν ἀναξιοπιστίαν τοῦ Κράτους. Θὰ πρέπει κἄποτε αὐτὴ ἡ συνήθεια νὰ σταματήσῃ καὶ νὰ σοβαρευθῶμεν. Βεβαίως ἀρχὴ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ μὴ δέχεται τὴν κατάργησιν ἢ τροποποίησην ὡρισμένων Ν. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἀποψινὴ συζήτησις θὰ πρέπει νὰ δημιουργήσῃ τὴν συνείδησιν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τοὺς κρατικοὺς λειτουργοὺς καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφασίζωμεν τὴν μίαν ἡμέραν ἐθελουσίαν ἔξοδον παρέχοντες ὡρισμένα εὐεργετήματα καὶ ὑποσχέσεις καὶ τὸν ἑπόμενον χρόνον νὰ ἀθετοῦμεν καὶ ἀνακαλοῦμεν ὅσα προηγουμένως ὑπεσχέθημεν. Θὰ πρέπει νὰ συμμερισθῶμεν τὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸν φυσιολογικόν των ἀριθμόν, ὅταν δὲ ἀποφασίζεται ἡ ἐθελουσία ἔξοδος πρέπει νὰ γίνεται μετὰ συνέσεως καὶ προσοχῆς, ὥστε νὰ μὴ προκαλοῦνται ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι ἐχρειάσθη νὰ καλυφθοῦν ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. 3912)1958. Αἱ ἀνωμαλίαι ἐκ τῆς συμφορήσεως ἢ ἀποσυμφορήσεως ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους ἢ τῶν Ὀργανισμῶν, μόνον εἰς Κράτη πολιτικῶς καὶ διοικητικῶς ὑποανάπτυκτα ἠμποροῦν νὰ συμβοῦν. Ναὶ μὲν εἴμεθα ὑποανάπτυκτος χώρα ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, ἐν τούτοις ἀπὸ ἀπόψεως διοικητικῆς ἡ πεῖρα 14 ἐτῶν ἐλευθέρας ζωῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς εἶχε βοηθήσει διὰ μίαν χρηστὴν διοίκησιν. Δι’ αὐτὸ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἠθικῶν συνεπειῶν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 3912)58 καὶ τῆς γενεσιουργοῦ αὐτοῦ αἰτίας. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὸν ἠθικὸν ρυθμὸν εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ ἐπ’ αὐτοῦ καταλήγων ἐφιστῶ εὐλόγως τὴν προσοχήν της.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§83Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀρθῶς ἐπανεφέρθη πρὸς συζήτησιν τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα 3912)58 διὰ τοῦ ὁποίου πράγματι καταργοῦνται αἱ ἰσχύουσαι δικαστικαὶ ἀποφάσεις. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπισημάνω τὴν ἀνωμαλίαν τὴν ὁποίαν δύναται νὰ προκαλέσῃ ἡ παρέμβασις εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εἶναι γνωστόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ Σύνταγμά μας διαγράφει τὰ ὅρια τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ νόμου νὰ παρεμβαίνωμεν καὶ νὰ καταργοῦμεν δικαστικὰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι κατοχυρώνουν κεκτημένα δικαιώματα. Ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ ψηφισθὲν Ν. Διάταγμα, ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὴν ἰσότητα τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τῶν νόμων. Ἀντιστρόφως τὸ Ν. Διάταγμα καθιερώνει διάφορον μεταχείρισιν καὶ λέγει εἰς τὸ ἐδάφιον 2 τὰ ἑξῆς:... (ἀναγινώσκει)... Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω εἰς τὸ ἐδάφιον 3 ἀνεφέρονται τὰ ἀκόλουθα... (ἀναγινώσκει)... Καθιερώνει δηλαδή, τὴν ἀρχήν, ὅτι δὲν ἐπιστρέφονται τὰ εἰσπραχθέντα ποσὰ καὶ ὅτι δὲν πρόκειται εἰς τὸ μέλλον νὰ εἰσπραχθοῦν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἡ ὅλη διατύπωσις τοῦ Ν. Διατάγματος, σαφῶς καθιερώνει διαφόρους κατηγορίας ὑπαλλήλων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἀνισότητα μεταχειρίσεως παρὰ τὴν ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κ. Πρόεδρε, παρακαλοῦμεν ὅπως γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις περὶ ἀπορρίψεώς του.
§84Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ συζητούμενον θέμα ἔχει ἀναπτυχθῆ ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ἐψήφισε τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ διάταγμα. Ἐξετέθη τότε, ὅτι κατ’ οὐσίαν πρόκειται περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως, ἡ ὁποία εἶχε παραβιασθῆ ἀπὸ τὴν παρερμηνείαν ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου 2510. Βάσει αὐτῆς κατέληγεν ὁ ἐργαζόμενος ὑπάλληλος τῆς Τραπέζης νὰ ἀμείβεται ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸν ἀποχωρήσαντα ἐθελουσίως καὶ τελοῦντα ἐν συντάξει. Πρόκειται περὶ τοῦ περιωρισμένου χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἐθελουσίως ἀποχωρήσαντες ὑπάλληλοι ἐλάμβανον πλήρεις τὰς ἀποδοχὰς τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὁμοιοβάθμων των. Διότι ἀπὸ ὡρισμένης ἐποχῆς τὸ δικαίωμά των ἔχει περιορισθῆ εἰς τὴν σύνταξιν ἡ ὁποία θὰ παρείχετο ἐὰν εἶχον καταληφθῆ ἀπὸ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ εἶχον ἑπομένως διανύσει ὅλον αὐτὸν τὸν χρόνον ἐν ὑπηρεσίᾳ. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος. Ὡς πρὸς τὴν συνταγματικὴν θέσιν τοῦ ζητήματος ἐπειδὴ ἐξεδηλώθησαν ἀνησυχίαι θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω τοῦτο. Ἡ διάταξις τοῦ νέου νόμου ἔκαμνεν οὐσιαστικῶς τὴν ἀμφισβήτησιν, ἡ ὁποία εἶχε δημιουργηθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προηγουμένου νόμου. Ὑπῆρξε τόσον ἀσαφὴς ἡ διάταξις αὕτη, ὥστε ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς σύνθεσιν ἀρτίου ἀριθμοῦ Ἀρεοπαγιτῶν, ἐδιχάσθη, τοῦ ἡμίσεος τῶν μελῶν αὐτοῦ ταχθέντος ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἀπόψεως, τοῦ ἑτέρου δὲ ἡμίσεος ὑπὲρ τῆς ἄλλης. Πρόκειται λοιπὸν οὐσιαστικῶς περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Ἐὰν δηλαδὴ εἰς τὴν σύνταξιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ ἀποχωρήσας δυνάμει τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου, θὰ ὑπολογισθῇ καὶ τὸ μέρισμα τὸ ὁποῖον δίδεται ἀπό τινων ἐτῶν ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν Ὑπαλλήλων. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ Τράπεζα θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ συμπληρώσῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὁ ἐργαζόμενος καὶ τοῦ ἀθροίσματος τῆς συντάξεως καὶ τοῦ μερίσματος ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ἄποψις. Ἡ ἄλλη ἄποψις ὑποστηρίζει, ὅτι ὁ δυνάμει τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου ἀποχωρήσας ὑπάλληλος, δὲν θὰ εἰσπράττῃ μόνον ὅσα εἰσπράττει ὁ ἐργαζόμενος ὁμοιόβαθμος, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἰσπράττῃ πλέον τούτων. Καὶ εἶπεν ἡ ἑρμηνεία: Ὁ μὴ ἐργαζόμενος θὰ λαμβάνῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ συντάξεως καὶ μισθοῦ. Τὴν διαφορὰν ταύτην ἐκλήθη νὰ λύσῃ τὸ Ν. Δ. Κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ὁ μὴ ἐργαζόμενος δὲν πρέπει νὰ εἰσπράττῃ τὶ ἐπὶ πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὁ ἐργαζόμενος. Πέραν αὐτοῦ, διετυπώθη ἡ ἄποψις, ὅτι πρόκειται περὶ διατάξεως ἀντισυνταγματικῆς. Ἀνεξαρτήτως τῶν θεωρητικῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν γίνει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὑπέμνησα καὶ κατὰ τὴν ἀρχικὴν συζήτησιν, ὅτι καὶ οἱ συγγραφεῖς καὶ ἡ νομολογία ἔχουν καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ λύσῃ ὡρισμένην συγκεκριμένην διαφοράν, πλὴν ὅμως δύναται νὰ μορφώσῃ τὴν ὅλην σχέσιν ἀπροσώπως κατὰ τρόπον διάφορον τοῦ νομοθετημένου. Καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα γίνεται σταθερῶς εἰς τὸν τόπον μας. Ἐνθυμούμεθα ὅλοι καὶ ἀναγινώσκομεν καθημερινῶς εἰς τὰ ἐνοικιοστάσια, ὅτι δὲν ἐκτελοῦνται αἱ ὑπὸ διάφορον νομικὸν καθεστὼς προεκδοθεῖσαι ἀποφάσεις. Ὁρίζουν αἱ σχετικαὶ διατάξεις ὁμοιομόρφως ὅτι: Ἀποφάσεις δικαστικαὶ ἐκδοθεῖσαι βάσει ὅρων ἢ προϋποθέσεων μὴ περιλαμβανομένων εἰς τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, δὲν ἐκτελοῦνται ἢ ἀποβάλλουν τὴν ἰσχὺν αὐτῶν. Εἰς τὴν συνταγματικὴν διάκρισιν τῶν λειτουργιῶν τῆς Πολιτείας ἀντίκειται, βεβαίως, ἡ παρεμβολὴ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν λύσιν συγκεκριμένων ἀτομικῶν διαφορῶν. Δὲν ἀποκλείεται ὅμως εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ μορφώσῃ, ὡς εἶπον, κατ’ ἄλλον τρόπον τὴν ἔννομον σχέσιν. Εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας ἔχει γίνει δεκτόν, ὅτι ἡ νέα ρύθμισις καταλαμβάνει καὶ τὰς κριθείσας διαφοράς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐλύθη ἡ ἐνοχή. Τὸ ὅτι δὲ ἐν προκειμένῳ δὲν πρόκειται περὶ παρεμβάσεως τῆς Νομοθετικῆς λειτουργίας εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης, ἀπεδέχθησαν καὶ τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔκριναν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου Ν. Δ)τος. Τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν συγκεκριμένως ἔχει ἐκδώσει 55 περίπου ἀποφάσεις ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Καὶ ἀντὶ ἄλλης ἀναπτύξεως περὶ τῆς συνταγματικῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, θὰ παρακαλέσω ὅπως μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν σκέψιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἐφετείου ἀποφηναμένου ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ.... ... (Ἀναγινώσκει): ...... «Σαφῶς συνάγεται, ὅτι αἱ διατάξεις τῶν παρ. 1 καὶ 2 τοῦ νόμου τούτου (3912)58) ἔχουσιν ἀνάδρομον ἰσχὺν ἀνατρέχουσαν εἰς τὸν χρόνον ἑκάστης ἐθελουσίας ἐξόδου τῶν συνεπείᾳ ταύτης ἀποχωρησάντων ὑπαλλήλων τῆς ἐκκαλούσης Τραπέζης καὶ καταλαμβάνουσαν τὰ δι’ ὁριστικῆς, ὡς ἐν προκειμένῳ, δικαστικῆς ἀποφάσεως ἀντιθέτως κριθέντα...... Ὁ ὑπὸ κρίσιν νόμος ὑπὸ τὴν ἀνωτέρω ἔννοιάν του δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἄρθρ. 21,22 καὶ 27 τοῦ Συντάγματος, οὔτε εἰς τὰς περὶ ἰσότητος διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος, καθόσον ὁ νομοθέτης διὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν ἤσκησε δικαστικὴν δικαιοδοσίαν ἐπὶ συγκεκριμένης διαφορᾶς, οὐδὲ ἐσκόπει νὰ θεσπίσῃ, οὐδὲ ἐθέσπισεν ἐπέμβασιν εἰς τὴν διὰ τῆς ἐκκαλουμένης ἀποφάσεως ἐκδηλωθεῖσαν κρίσιν τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς ἐπὶ τῆς ὑπ’ αὐτῆς λυθείσης διαφορᾶς, ὥστε νὰ ἐπέρχεται ἀναδίκασις ταύτης ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας (ΟΛ.Α.Π. 535)58) ἀλλά, ἐσκόπει τὴν ὁμοιόμορφον ρύθμισιν πασῶν ἐν γένει τῶν ἀπὸ τῆς, ὡς εἴρηται, ἐθελουσίας ἐξόδου ἀνακυψασῶν διαφορῶν ὁλοκλήρου κατηγορίας προσώπων ὑφ’ ὡρισμένους ὅρους. Ἐν τῇ παντοδυναμίᾳ του δὲ δὲν κωλύεται ὁ νομοθέτης ἐκ τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος καθιερουμένης ἀρχῆς τῆς ἰσότητος τοῦ νόμου, διὰ τῆς ὁμοιομόρφου μεταχειρίσεως τῶν ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας τελούντων νὰ προσβάλῃ μὴ συνταγματικῶς κατωχυρωμένα δικαιώματα, νὰ ρυθμίσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν δικαίωμα ὡς καὶ κτηθέντα βάσει προηγουμένων νόμων καὶ ἀναγνωρισθέντα διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων, οἷα καὶ τὰ ἐπίδικα τοιαῦτα. Ὡς δὲ προκύπτει ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ νόμου 3912)58 καὶ τὰς κατὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ διεξαχθείσας ἐνώπιον τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, συζητήσεως, ὁ ρηθεὶς νόμος (3912)58) ἐπεβλήθη ἐκ λόγων δημοσίου συμφέροντος, ἐγκειμένου τὸ μὲν εἰς τὴν ἐξυγίανσιν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διὰ τῆς μειώσεως τοῦ κόστους τοῦ χρήματος, ἐπιτυγχανομένου διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐκκαλούσης Τραπέζης, ἧς τὰ κέρδη καὶ ζημίαι περιέρχονται τῷ Δημοσίῳ, τὸ δὲ εἰς τὴν ἴσην ἐξ ἀπόψεως ἀποδοχῶν μεταχείρισιν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαλλήλων τῆς ἐκκαλούσης καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς ἀποχωρησάντων ὁμοιοβάθμων». Πρόκειται περὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2105)59 ἀποφάσεως τοῦ Γʹ Τμήματος τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ἀποφαίνεται ἐπὶ διαφορᾶς μεταξὺ ἐθελουσίως ἀποχωρησάντων ὑπαλλήλων καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, κρίνει δὲ περὶ τῆς Συνταγματικότητος τοῦ νόμου. Καὶ ἐξ ἀφορμῆς ἄλλης ἀναλόγου περιπτώσεως, ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 357)1957 ἀποφάσεως ἐδέχθη, ὅτι «τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος οὐδόλως κωλύει τὸν νομοθέτην νὰ προσβάλῃ μὴ συνταγματικῶς κατωχυρωμένα δικαιώματα, ὅταν λόγοι γενικωτέρου κοινωνικοῦ καὶ ἐν γένει δημοσίου συμφέροντος ἐπιβάλωσι τὸν περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων, τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων, οὐχὶ ἀτομικῶς ὡρισμένων κεχωρισμένως προσώπων, ἀλλ’ ὡρισμένης κατηγορίας τοιούτων». Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς συνταγματικότητος καὶ ἐπὶ τῆς παρεμβάσεως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαστικῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν ταῦτα τὰ Τακτικὰ Δικαστήρια, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον.
§85Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνεγνώσατε εἶναι φανερόν, ὅτι γίνεται δεκτὸν, ὅτι ἔχει δικαίωμα ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ καταργῇ δικαστικὰς ἀποφάσεις.
§86Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου καὶ εἶναι ταὐτόσημος μὲ μεγάλον ἀριθμὸν ὁμοίων ἀκριβῶς ἀποφάσεων τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ἡ νομολογία τοῦ ὁποίου ἐπὶ τοῦ κριθέντος θέματος εἶναι παγία.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῶν προτάσεων, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Οἱ ἀποδεχόμενοι τὰς προτάσεις περὶ ἀκυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος ὑπ’ ἀριθ. 3912)1958, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Συνεπῶς, αἱ προτάσεις περὶ ἀκυρώσεως τοῦ Ν. Δ. 3912)1958 περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων τινῶν ἐθελουσίας ἐξόδου προσωπικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀπερρίφθησαν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3 προτάσεως τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως «περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Δ. 3856)58 «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 14 τῆς 14ης Ἰανουαρίου 1956 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ὁ κ. Ι. Παπαδημητρίου, ἔχει τὸν λόγον.
§88Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ζητοῦμεν τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 3856)58 διότι θεωροῦμεν ἀπαράδεκτον νὰ ὑποχρεοῦνται τὰ νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου, παραλλήλως δὲ καὶ οἱ ἀσφαλιστικοὶ ὀργανισμοὶ νὰ καταθέτουν τὰ κεφάλαιά των εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἢ καὶ ἄλλας Τραπέζας καὶ ὄχι μόνον νὰ μὴ δύνανται νὰ τὰ ἀποσύρουν, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ λαμβάνουν τόκους ὁλοσχερῶς ἢ προσκαίρως, ὅπως συμβαίνει προκειμένου διὰ τοὺς ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμούς. Ἡ δημιουργία κεφαλαίων καὶ ἀποθεμάτων καὶ ἡ ὑποχρεωτικὴ κατάθεσις εἰς τὰς Τραπέζας μὲ 4% ἐθεσπίσθη τὸ πρῶτον διὰ τοῦ Α. Ν. 1811)1950 καὶ μεταγενεστέρως διὰ τοῦ Ν. Δ. 2999)54. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 14 πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἥτις ἐκυρώθη διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 3856) 1958, τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν σήμερον τὴν κατάργησιν καθιέρωσεν ἐπὶ πλέον τὸ μέτρον κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ κεφάλαια τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, κατατίθενται εἰς ἀτόκους λογαριασμούς, πλὴν τῶν κεφαλαίων τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν καὶ ἐκείνων οἵτινες ἤθελον καθορισθῆ δι’ ἀποφάσεων τῶν Ὑπουργῶν Συντονισμοῦ καὶ Οἰκονομικῶν τῶν ὁποίων αἱ καταθέσεις θὰ γίνωνται εἰς ἔντοκον λογαριασμὸν. Δηλαδὴ ὡρίσθη, ὅτι ὡρισμένα ταμεῖα μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ οἱ ἀσφαλιστικοὶ ὀργανισμοὶ θὰ τὰ καταθέτουν ἐντόκως πρὸς 4%. Αὐτὸ ὁρίζει ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ ἐπικυρωθεῖσα διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 3856. Τὸ ἄρθρον 2 ὅμως, τοῦ αὐτοῦ νόμου ὁρίζει, ὅτι διὰ ἀποφάσεων τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεσμεύωνται κεφάλαια ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν καὶ νά καλοῦνται οἱ διοικοῦντες αὐτὰ νὰ τὰ καταθέτουν διὰ παραγωγικὰς ἐπενδύσεις. Ἐὰν ὅμως αἱ διοικήσεις δὲν παραλάβουν τὰ ἀποδεσμευθέντα ποσὰ καὶ δὲν τὰ διαθέσουν διὰ παραγωγικὰς ἐπενδύσεις, τότε θὰ παραμένουν αὐτὰ ἄτοκα ἀπὸ τοῦ μεθεπομένου μηνὸς τῆς ἀποδεσμεύσεως. Ἡ διάταξις αὕτη ἀποτελεῖ μέρος ἀπὸ μίαν ἀπαράμιλλον σειρὰν μέτρων ἅτινα πλήττουν τὴν περιουσίαν τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν. Διότι ὡς ἀνέφερα προηγουμένως τὰ Νομικὰ Πρόσωπα, ὑποχρεοῦνται πρῶτον εἰς τὴν δημιουργίαν διαθεσίμων καὶ δεύτερον τὰ διαθέσιμα αὐτὰ ποσὰ πλὴν τῶν ἀπαραιτήτων ἰδιὰ τὴν πληρωμὴν ὑποχρεώσεων ἑνὸς 15θημέρου ὑποχρεοῦνται νὰ τὰ καταθέτουν εἰς τὴν Τράπεζαν. Ὅλα αὐτὰ τὰ ποσὰ παραμένουν ἄτοκα, ὑποχρεουμένης τῆς Τραπέζης εἰς καταβολὴν τόκου 4% δι’ ὅλα τὰ κεφάλαια τὰ κατατιθέμενα ἐντόκως, δηλαδὴ τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ τοκίζουν μὲ πολὺ μεγαλύτερον ἐπιτόκιον. Ἐὰν ἕνα Ταμεῖον θελήσῃ νὰ ἀποσύρῃ ἕνα ποσόν, ἀπαιτεῖται αἴτησις καὶ ἀπόφασις τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν δηλαδὴ ἕνας ἀσφαλιστικὸς ὀργανισμὸς θελήσῃ νὰ ἐπενδύσῃ ἕνα μέρος τῶν κεφαλαίων του διὰ νὰ ἀποφέρῃ τὸν νόμιμον τόκον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄνω τῶν 4% ἢ νὰ κάμῃ μίαν καλὴν τοποθέτησιν διὰ νὰ ἔχῃ μεγαλύτερον ἔσοδον, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἔστω καὶ ἂν ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς, δικαιοῦται ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀπορρίψῃ τὴν αἴτησιν. Ὅταν ὅμως ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ διαπιστώσῃ, ὅτι ἔχει ἀρκετὰ κεφάλαια εἰς τὴν Τράπεζαν, δύναται νὰ καταστήσῃ ἄτοκα καὶ τὰ κεφάλαια τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν, μὲ τὸν τρόπον τῆς ἀποδεσμεύσεως διὰ παραγωγικὰς ἐπενδύσεις. Διότι οὐδεὶς ἀπὸ τοὺς 150 ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμοὺς εἶναι ἕτοιμος δι’ ἐπενδύσεις καὶ μάλιστα παραγωγικὰς τοιαύτας, τὰς ὁποίας θὰ ἐγκρίνῃ ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπή. Δὲν θὰ εἶναι, ἀσφαλῶς δυνατὸν κανεὶς ὀργανισμὸς νὰ κάμῃ ἐσπευσμένως παραγωγικὰς ἐπενδύσεις καὶ οὕτω μετὰ ἕνα μῆνα τὰ κεφάλαιά του θὰ παραμένουν ἄτοκα. Οὕτω θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀποφέρουν καθόλου τόκον ὅλαι αἱ καταθέσεις των. Βλέπετε, ἑπομένως, ὅτι μὲ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ποὺ παρέχεται διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν κατάργησιν, ἐπέρχεται ἕνα ἀκόμη πλῆγμα κατὰ τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν.
§89Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Κανένας ἀσφαλιστικὸς ὀργανισμὸς δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§90Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ἔχω ἀναγνώσει τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν ἀπόφασιν καὶ δέχομαι νὰ ἀνατεθῇ ἡ μελέτη των εἰς Ὑπουργούς, ὁπότε θὰ ἴδητε, ὅτι περιλαμβάνονται οἱ ἀσφαλιστικοὶ ὀργανισμοί. Θὰ ἀναγνώσω, κ. Ὑπουργέ, τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ ἴδητε.... (Ἀναγινώσκει).... Εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι τὰ κεφάλαια τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν κατατίθενται ἐντόκως. Ἔρχεται ὅμως τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν κατάργησιν καὶ λέγει, ὅτι ἐὰν ἀποδεσμευθοῦν καὶ δὲν παραληφθοῦν, παραμένουν ἄτοκα. Καὶ ἐγὼ τὶ ἄλλο λέγω; Ἑπομένως περιλαμβάνονται τὰ χρήματα τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν καὶ ὑπάρχει σειρὰ μέτρων κακομεταχειρίσεώς των. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ καλῇ ἕνα ἀσφαλιστικὸν ὀργανισμὸν καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι θὰ πάρετε ἕνα ποσὸν διὰ παραγωγικὰς ἐπενδύσεις. Καμμία διοίκησις δὲν ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἔχῃ ἑτοίμους μελέτας καὶ κατὰ συνέπειαν τὰ χρήματα ἀπὸ τοῦ μεθεπομένου μηνὸς θὰ παραμένουν ἄτοκα. Οὕτω εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσῃ ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ ὅλα τὰ κατατιθέμενα κεφάλαια ἄτοκα. Πρόκειται, κύριοι, περὶ σειρᾶς μέτρων κακομεταχειρίσεως τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν καὶ ἐὰν δὲν τὸ ἔχῃ ἀντιληφθῆ, ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ ἔχουν ἀντιληφθῆ ὅλα τὰ ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα καὶ τὰ μέλη αὐτῶν καὶ ζητοῦν νὰ τοὺς παρασχεθῇ ἡ δυνατότης νὰ χρησιμοποιοῦν τὰ κεφάλαιά των πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἠσφαλισμένων. Διότι μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἔχει καταντήσει αἱ μὲν παραγωγικαὶ τάξεις νὰ παραπονοῦνται, ὅτι πληρώνουν μεγάλα ἀσφάλιστρα, οἱ δὲ ἠσφαλισμένοι νὰ παραπονοῦνται καὶ δικαίως, ὅτι ἔχουν συντάξεις ἀπαθλιώσεως, αἵτινες εἶναι ἀπὸ 300–500 δραχ. Ἑπομένως καὶ αἱ παραγωγικαὶ τάξεις καὶ οἱ ἐργαζόμενοι ἔχουν δίκαιον καὶ τὸ κακὸ εὑρίσκεται εἰς τὸ ὅτι δὲν ἠμποροῦν οἱ ἀσφαλιστικοὶ ὀργανισμοὶ νὰ χρησιμοποιήσουν τὰ χρήματά των διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἠσφαλισμένων. Ἕνας λόγος εἶναι αὐτός. Ἄλλος λόγος εἶναι ἡ ἐσφαλμένη ἀσφαλιστικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει ὁδηγήσει τὸ Ι.Κ.Α. εἰς καταστροφήν, ὅπως καταφαίνεται ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν κ.κ. Κεραμιδᾶ καὶ Καποδίστρια καὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ζητοῦν οἱ διοικηταὶ αὐτοὶ νὰ ληφθοῦν ἐπειγόντως. Πολλοὶ δὲ ἄλλοι ὀργανισμοὶ ἀντιμετωπίζουν δυσχερείας, μερικοὶ δὲ εὑρίσκονται εἰς ἄμεσον κίνδυνον καταρρεύσεως καὶ μερικοὶ κατέρρευσαν ἤδη καὶ κατήντησαν βάρος εἰς τὸ Ι.Κ.Α., μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπιταχύνουν τὴν κατάρρευσιν καὶ τούτου. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ζητοῦμεν τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεώς μας καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ Ν. Διατάγματος 3856)1958.
§91Ε. ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΣ. Εἰσηγοῦμαι τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§93Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Χάριν τῆς σοβαρότητος, κ. Πρόεδρε, τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, θὰ ἦτο φρόνιμον νὰ καταργηθοῦν αἱ τοιαῦται συζητήσεις, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουν ἀποτέλεσμα. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, τοὐλάχιστον νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται εἰς τὸ μέλλον τὰ ἴδια σφάλματα. Κατ’ ἀρχήν, κ. Πρόεδρε, παρατηροῦμεν ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ πάλιν ἐξέδωσε πρᾶξιν μὲ νομοθετικὸν περιεχόμενον. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν μόνιμον ἀνωμαλίαν εἰς τὸν τόπον διὰ τὴν ὁποίαν καὶ μόνιμος εἶναι ἡ διαμαρτυρίας μας. Περαιτέρω, παρατηροῦμεν, ὅτι μὲ τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπέρχεται πλήρης σύγχυσις εἰς τὴν διοίκησιν τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου καὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν. Ὑπάρχουν διατάξεις κειμένων νόμων, αἱ ὁποῖαι προβλέπουν τίνι τρόπῳ ἀσκεῖται ἡ ἐποπτεία ἐπὶ τῶν ὀργανισμῶν αὐτῶν, πῶς διοικοῦνται οἱ ἐν λόγῳ ὀργανισμοὶ καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῶν διοικητικῶν των συμβουλίων. Διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. 3856)58 κυρωθείσης πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ διοικητικὰ συμβούλια τῶν ὀργανισμῶν τούτων καὶ ἀναθέτομεν εἰς τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν τύχην τῶν περιουσιῶν των. Ἂν αὐτὸ ἀποτελῇ ὀρθὸν τρόπον διοικήσεως, ἂς τὸ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. 3856)58 κυρωθεῖσα ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφόν της, ὁρίζει, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ Συγκοινωνιῶν καὶ Οἰκονομικῶν θὰ ἐτροποποίουν τοὺς ἐν τῇ ἀποφάσει ἀναφερομένους νόμους καὶ οὕτω θὰ εἰσήγοντο εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν οἱ οὕτω τροποποιούμενοι νόμοι. Οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, ἀντὶ νὰ ἐκτελέσουν τὴν ἐντολὴν αὐτὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπροτίμησαν τὸν εὔκολον δρόμον. Ἔφεραν αὐτουσίαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς κύρωσιν. Καὶ οὕτω αὐτοὶ μὲν ἀπέφυγον τοῦ κόπου τῆς νομοτεχνικῆς ἐνσωματώσεως τῶν διατάξεων τῆς ὑπ’ ἀριθ. 14)1959 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τοὺς τροποποιουμένους ὑπ’ αὐτῆς νόμους, ἡ διοίκησις ὅμως τῶν Ν.Π.Δ.Δ. καὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν θὰ σκοτισθῇ ἔτι πλέον. Ἐπισημαίνομεν τὴν διάταξιν ταύτην κ. Πρόεδρε, καὶ ἐκδηλώνομεν τὴν πλήρη ἀντίθεσίν μας πρὸς αὐτήν. Κύριε Πρόεδρε, εἰς πολλὰς περιπτώσεις ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ διοίκησίς μας χωλαίνει. Αὐτὸ δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ καθεστῶτος. Ἂν δὲν ἠμποροῦμεν τίποτε ἄλλο νὰ κάμωμεν, διὰ τῆς φωνῆς αὐτῆς ἀπόψε, τοὐλάχιστον, ἂς ἀκουσθῇ ἡ διαμαρτυρία αὐτὴ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἰδικῆς μας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ συνηθίσῃ, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀποφύγῃ παρόμοια μέτρα. Μὲ τὰ μέτρα αὐτά, κ. Πρόεδρε, δὲν διοικεῖται τὸ Κράτος μας, μὲ τὰ μέτρα αὐτὰ φθείρεται τὸ Κράτος μας, καὶ διὰ τὴν συντήρησιν καὶ διὰ τὴν καλὴν διοίκησιν, καὶ τὴν στερεὰν διοίκησιν τοῦ Κράτους, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§95Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ Ν. Δ., ἐπαρκῶς δικαιολογεῖται τὸ ληφθὲν μέτρον ἀπὸ τὸ 1956 ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔκτοτε τίποτε δὲν ἐμεσολάβησε διὰ νὰ ἀνατραπῇ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδέχεται τὴν πρότασιν νόμου.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ὁμιλητῶν ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3 προτάσεως νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Δ. 3856)58, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Προκειμένου ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν ἀποδέχεται τὴν πρότασιν περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Δ., τίθεται τὸ ἐρώτημα: Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθοῦν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Συνεπῶς, ἡ πρότασις ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κύριοι βουλευταί, δέχεσθε νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις;
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.00′ μ. μ.)