1960.03.12
4,271 rows · 31,986 words · 275 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62α
Σάββατον 12 Μαρτίου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 10.50′ π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βολουδάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Γ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Γεροκωστόπουλος, Α. Κακαρᾶς, Ε. Ἀλιπράντης, Α. Ἀηδονᾶς, Φ. Κατσιάμπας, Ν. Κοντογιαννόπουλος, Ε. Πρωϊμάκης, Π. Λιαροῦτσος, Η. Ἠλιοῦ, Π. Πολυχρονίδης, Ι. Ἰντζές, Σ. Πολυζωγόπουλος, Ι. Κεφαλογιάννης, Γ. Παπαγεωργίου, Ε. Σαββόπουλος, Ν. Καθαροσπόρης, Ε. Ἀθανασάκος καὶ Π. Βαρδινογιάννης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Κώδικος Φορολογικῆς Δικονομίας καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Φορολογικῶν Δικαστηρίων καὶ καθορισμοῦ τῶν τελῶν διαδικασίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Κοντογιάννης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος». Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Ι. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Σ. Μπότα, Β. Μπερερῆ καὶ λοιπῶν ἁλιέων κατοίκων Αἰτωλικοῦ καὶ Μεσολογγίου, αἰτούντων ὅπως ἐγγραφῶσιν εἰς τὸν ΟΣΕΛΜΑ ὡς μέλη αὐτοῦ κλπ. Ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Καμβύσης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ὑπερήλικος καὶ παλαιμάχου ἀγρότου Ἠλία Καραμήτσου κατοίκου Εὐαγγελισμοῦ–Μεσσηνίας εἰς τὴν ὁποίαν διατυπώνονται ἀπόψεις του περὶ ἀγροτικῶν συντάξεων, ἀγροτικῆς ἀσφαλείας κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Κοινοτήτων Δράϊνας, Καλογερασίου, Κορομηλίας κλπ. Νομοῦ Μεσσηνίας αἰτουμένων χορήγησιν ἀναγκαιουσῶν πιστώσεων διὰ κατασκευὴν τοῦ τμήματος τῆς Ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ τοῦ συνδέοντος τὰς ὡς ἄνω Κοινότητας κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Ι. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Σιταραλώνων Αἰτωλίας, αἰτοῦντος τὴν ἐπέκτασιν τοῦ δικτύου τοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Δημ. Ἔργων κατασκευαζομένου εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Κοινότητος διὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν καλλιεργουμένων εἰς τὰς ὑψηλοτέρας περιοχὰς διὰ θερινῶν καλλιεργειῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Ι. Γιαννόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνεταιρισμοῦ ἐπεξεργασίας Γεωργικῶν προϊόντων Ἀνδραβίδος, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ ἐξ ἑξήκοντα, (60) δραχμ. παραβόλου κατὰ τὴν ὑπο-
βολὴν δηλώσεων Παγετοπλήκτων Σταφιδοπαραγωγῶν εἰς
ΑΣΟ.
Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων Κοινοτήτων Δράϊνας Καλογερεσίου, Κορομηλέας, Λαντζουνᾶ, Παλαιοκάστρου, Σελλᾶ καὶ Τρικόρφου Νομοῦ Μεσσηνίας, αἰτούντων τὴν διάθεσιν τῶν ἀναγκαιουσῶν πιστώσεων διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ τοῦ συνδέοντος τὰς ὡς ἄνω Κοινότητας αἵτινες στεροῦνται συγκοινωνιακοῦ δι’ αὐτοκινήτου δικτύου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν κατοίκων καὶ μεταφορὰν γεωργικῶν προϊόντων εἰς τοὺς τόπους καταναλώσεως. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Δ. Κωστῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Κονιάκου Νομοῦ Φωκίδος, αἰτουμένης ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις βοσκῆς ἐκ τοῦ Συνδικάτου Λειβαδίου των «ΛΙΠΑ» κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν Γεωργοενώσεως Καλαμῶν αἰτουμένης τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως γεωργικῶν προϊόντων πρὸς ἀποτελεσματικὴν προστασίαν παραγωγῶν καὶ καταναλωτῶν της καὶ παρακαλούσης, ὅπως μὴ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν διαμαρτυρίαι κατὰ μελετωμένου μέτρου ἐκ μέρους ἐμπορομεσιτῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Παπαδογιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν πληγέντων αὐτοκινητιστῶν Νομοῦ Ρεθύμνης αἰτουμένων ἄμεσον πληρωμὴν διὰ τὰ ἐπιταχθέντα αὐτοκίνητά των κατὰ τὸν πόλεμον 1940–41 βάσει τῶν εἰς χεῖρας των ἀποδείξεων ἐπιτάξεως τοῦ Κράτους. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Βασιλοπούλου–Ἀστακοῦ αἰτουμένου τὴν καταβολὴν συμπληρωματικοῦ πλασματικοῦ δανείου διὰ τὰ καπνὰ ἐξωτερικῆς καταναλώσεως. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης κ. Α. Κοντογιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν Κοκακίων Βουλοποτάμου καὶ συνοικισμοῦ Κλεισούρας–Πρεβέζης, αἰτουμένων τὴν κατασκευὴν φραγμάτων ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ἀχέροντος, ἀντὶ τοῦ ἀποστραγγιστικοῦ αὔλακος πρὸς ἀποφυγὴν ἀχρηστεύσεως 1.500 στρεμμάτων καλλιεργουμένων ἀγρῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν μοναδικὴν αὐτῶν ἰδιοκτησίαν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Κωστῆς καὶ Σ. Ἀλλαμανῆς καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Λαμίας αἰτουμένης, ὅπως συμπεριληφθῇ κατὰ προτίμησιν εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκτελέσεως ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων καὶ ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων ἡ ἀποπεράτωσις τῶν ἔργων τοῦ χειμάρρου Κακαρᾶ κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κοθρῆς καταθέτει ἀναφορὰν μονίμων ὑπαλλήλων Ταμείου Γεωργίας καὶ Δασῶν Δ)νσεως Γεωργίας Ν. Λασηθίου αἰτουμένων συνταξιοδοτικὴν τακτοποίησίν των, ἐφαρμοζομένων τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ι.Κ.Α. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγῶνος ἐνοριτῶν Ἁγίου Νικολάου Κάτω Πατησίων αἰτουμένης τὴν ἀποζημίωσιν ἐκτάσεως κειμένης μεταξὺ τοῦ Ναοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ τῆς ὁδοῦ Ἀχαρνῶν κλπ. Οἱ βουλευταὶ Αἰτωλοακαρνανίας κ. κ. Γ. Σταμάτης καὶ Ι. Ἰντζὲς καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Πανεπαγγελματικοῦ Συλλόγου, τοῦ ἐργατικοῦ Κέντρου καὶ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Μεσολογγίου αἰτουμένων τὴν μὴ κατάργησιν τοῦ Σιδηροδρομικοῦ Δικτύου Σ.Β.Δ.Ε. Οἱ βουλευταὶ Αἰτωλοακαρνανίας κ. κ. Γ. Σταμάτης καὶ Ι. Ἰντζὲς καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Ἐπαγγελματοβιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Αἰτωλοακαρνανίας αἰτουμένου τὴν μὴ ἔγκρισιν οἱασδήποτε μισθολογικῆς αὐξήσεως. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης κ. Α. Κοντογιάννης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐλευθέρων ἁλιέων Πρεβέζης αἰτουμένων τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν καταπολέμησιν καὶ ἐξολόθρευσιν τῶν λυμαινομένων τὴν ἁλιείαν τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, δελφίνων καὶ λοιπῶν κητῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων φορολογικῶν νόμων καὶ μέτρων ἀφορώντων τὰς χερσαίας μεταφοράς». Ἄρθρον 1ον.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1, ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 2ον. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§6Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν εἰς τὸ ἄρθρον 2 νὰ δηλώσῃ ἐὰν συμφωνῇ, ὅτι ἐφ’ ὅσον τὰ Ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα λαμβάνουν κανονικῶς τὰ ἀσφάλιστρα ἐκ μέρους τῶν ἀσφαλιζομένων, ἀντιστοίχως καὶ τὰ Ταμεῖα αὐτὰ νὰ ἐκπληρώνουν τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τοὺς ἠσφαλισμένους, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν παρετηρήθη, ὅτι δὲν ἐξεπληροῦντο αἱ ὑποχρεώσεις τῶν Ταμείων αὐτῶν. Εἶπον αἱ συμβάσεις αὐταὶ εἶναι εἰκονικαί, πάρετε τὰ ἀσφάλιστρα ὡς ἔχουν δοθῆ μέχρι τοῦδε. Δι’ αὐτὸ πρέπει σαφῶς νὰ καθορισθῇ, ὅτι καὶ οἱ Ἀσφαλιστικοὶ Ὀργανισμοὶ θὰ ἐκπληροῦν τὰς ὑποχρεώσεις των ἀπέναντι τῶν ἠσφαλισμένων ἀφοῦ βεβαίως καὶ οἱ ἀσφαλιζόμενοι ἐκπληροῦν τὰς ὑποχρεώσεις των ἀπέναντι τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ταμείων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§8Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 2 κηρύσσονται ἄκυρα τὰ ἀντέγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων τροποποιοῦνται ἑταιρικὰ προσωπικῶν ἑταιρειῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπῆρξε μία τάσις ἀποκρύψεως τοῦ ὕψους τῶν κεφαλαίων τῶν συνεισφερομένων εἰς τὴν ἑταιρείαν καὶ οὕτω ἀπεφεύγετο, κατὰ πρῶτον λόγον ἡ πληρωμὴ τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὴν θεώρησιν τῶν ἑταιρικῶν. Περαιτέρω ἡ ἀπόκρυψις τῶν κεφαλαίων ἔχει ὡς συνέπειαν ἐνδεχομένως ἀποκρύψεως λογαριασμῶν, διότι ἐφ’ ὅσον ἔχουν ἀποκρύψῃ τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον κατ’ ἀνάγκην πρέπει ἡ διακίνησις τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου νὰ παρακολουθῆται διὰ κρυφῶν λογαριασμῶν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πᾶμε εἰς τὰ διπλᾶ βιβλία. Περαιτέρω ἐπιδιώκεται ἡ ἀπόκρυψις τοῦ ποσοστοῦ συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη τῆς ἑταιρείας καὶ ἔτσι ἀποφεύγεται, ἀναλόγως τῶν συνθηκῶν ποὺ συντρέχουν εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἀποφεύγεται ἡ καταβολὴ φόρου εἰς ὑψηλὸν κλιμάκιον φορολογίας καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Παρουσιάζουν δηλαδὴ ἄλλην κατανομὴν κερδῶν εἰς τὸ ἑταιρικὸν τὸ δημοσιευόμενον καὶ δι’ ἀντεγγράφου μεταβάλλουν τὴν συμμετοχὴν τῶν ποσοστῶν εἰς τὰ πραγματοποιούμενα κέρδη. Ἀλλὰ μὲ τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία εἰσάγεται, δὲν συλλαμβάνεται αὐτὴ ἡ διαφυγή, αὐτὴ ἡ προσπάθεια φοροδιαφυγῆς δὲν πλήττεται μὲ τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία εἰσάγεται. Διότι πρῶτον θὰ προκύψῃ ἀνάγκη προσαρμογῆς τῆς ἀληθοῦς ἐμφανίσεως τῶν πραγματικῶν στοιχείων μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑπάρξῃ πρόβλεψις νὰ καταφύγουν εἰς τὰ Δικαστήρια, διότι ἡ κύρωσις εἶναι νὰ μὴ ἰσχύσῃ ἐὰν φθάσουν εἰς τὰ Δικαστήρια, διότι κατὰ τὰ ἄλλα, ἐφ’ ὅσον ὁμαλῶς διεξάγονται αἱ ἐργασίαι τῆς ἑταιρείας καὶ ὑπάρχει ἁρμονία εἰς τὰς σχέσεις τῶν συνεταίρων, δὲν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ἐμφανίσεως τῶν ἀντεγγράφων καὶ συνεπῶς δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυνατότης συλλήψεως αὐτῆς τῆς διαφυγῆς, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν διάταξιν ἡ ὁποία εἰσάγεται. Ἐξ ἄλλου διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀνατρέπονται ὡρισμέναι βασικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Δικαίου μας, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν, ὡς πρὸς τὴν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν τῶν ἐγγράφων ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀκόμη ὡς πρὸς τὴν διάταξιν περὶ εἰκονικότητος. Ἀποτελεῖ ἀρχὴν τοῦ Δικαίου, ὅτι εἰς πᾶσαν σύμβασιν ἀναζητεῖται ἡ πραγματικὴ θέλησις τῶν συμβαλλομένων καὶ ὄχι ἐνδεχομένως ἐκείνων ἡ ὁποία ἐμφανίζεται δηλαδὴ τὰ εἰκονικὰ ἔγγραφα εἶναι ἄκυρα. Ἐδῶ ἔχομεν τὸ ἀντίστροφον, ἐνῷ ἡ πραγματικὴ θέλησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὸ ἀντέγγραφον, ἡμεῖς ἀκυροῦμεν ἀκριβῶς τὸ ἀντέγγραφον καὶ διατηροῦμεν τὴν δημοσιευθεῖσαν θέλησιν διὰ νὰ συλλάβωμεν αὐτὴν τὴν προσπάθειαν φοροδιαφυγῆς, ἀνατρέπομεν καὶ ὡρισμένας βασικὰς ἀρχὰς εἰς ἔκτασιν ποὺ δὲν εἶναι ἀπαραίτητος, τοὐλάχιστον εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ρυθμίσωμεν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡμεῖς προτείνομεν μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας χωρὶς βέβαια νὰ ἀρνούμεθα τὸν σκοπὸν τῆς διατάξεως αὐτῆς, νομίζω, ὅτι ἐπιτυγχάνομεν μίαν καλυτέραν συμπλήρωσιν τῆς προσπαθείας τὴν ὁποίαν θέλει εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ κάμῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τρόπον ὥστε καὶ νὰ συλλαμβάνωμεν εὐκολώτερον τὴν διαφυγοῦσαν φορολογητέαν ὕλην, χωρὶς ὅμως νὰ μεταβάλλωμεν καὶ ἐξ ὁλοκλήρου τὸ καθεστὼς τὸ νομικὸν τὸ ἰσχῦον γενικῶς. Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς προτείνομεν ὅπως: «Ἡ δι’ ἀντεγγράφου συνομολόγησις τοῦ ἑταιρικοῦ ἢ ἡ τροποποίησις ... (ἀναγινώσκει) ......». Περαιτέρω προβλέπεται μία κύρωσις διὰ τοὺς περιλαμβάνοντας δηλώσεις ἀναληθεῖς εἰς τὰ δημοσιευόμενα ἑταιρικά. Λέγομεν δηλαδή: «Οἱ δηλοῦντες ἀναληθῶς τὸ πραγματικὸν ............ (ἀναγινώσκει) .........». Νομίζω, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς τροπολογίας καὶ σωστότερα τοποθετεῖται ἡ προσπάθεια τῆς συλλήψεως αὐτῆς τῆς φοροδιαφυγῆς, ἡ ὁποία σημειοῦται πράγματι διὰ τῶν ἑταιρικῶν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀνατρέπομεν ἐξ ὁλοκλήρου τὸ ὑφιστάμενον νομικὸν καθεστὼς ὡς πρὸς τὰ ἀντέγγραφα. Εἰς τὴν τροπολογίαν προσθέτομεν καὶ διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν: «Εἰς αὐτὸν τὸν πρόσθετον φόρον ὑπόκεινται....... ........... (ἀναγινώσκει .......». Διότι ἐδῶ ἡ φοροδιαφυγὴ δὲν γίνεται μόνον εἰς τὰς προσωπικὰς ἑταιρείας, κατὰ μεγαλυτέραν ἔκτασιν γίνεται εἰς τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας, διότι εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τὴν πρᾶξιν, ὅτι πολλοὶ μέτοχοι ἀνωνύμων ἑταιρειῶν κατέχοντες ἀνωνύμους μετοχάς, τὰς ἐμφανίζουν δημοσίᾳ ἐπ’ ὀνόματι πολλῶν προσώπων, φιλικῶν ἢ συγγενικῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρουσιάζουν μικρότερα κέρδη εἰς κἄθε μέλος τῆς οἰκογενείας ἢ φιλικῶν προσώπων καὶ συνεπῶς πᾶνε εἰς χαμηλοτέραν κλίμακα καὶ ἀποφεύγουν τὴν φορολογίαν. Νομίζω, ὅτι περισσότερον ἐκεῖ θὰ ἔπρεπε νὰ στραφῇ, διότι ἐκεῖ πράγματι ὑπάρχει μεγαλυτέρα διαφυγὴ καὶ ὀλιγώτερον εἰς τὰς προσωπικὰς ἑταιρείας. Δι’ αὐτὸ αὐτὴ ἡ κύρωσις τοὐλάχιστον διὰ τὴν περίπτωσιν ποὺ θὰ ἀνακαλυφθοῦν ἀποτελεῖ καὶ μίαν κατεύθυνσιν πρὸς τὸν φοροτεχνικὸν ὑπάλληλον νὰ ἀναζητήσῃ τὴν διαφυγὴν τῆς ἀληθοῦς δηλώσεως, τῶν κερδῶν, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Δι’ αὐτὸ προτείνομεν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὐτή.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐαγγελίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§10Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πράγματι διὰ τοῦ λαμβανομένου μέτρου ὑπερακοντίζεται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ἀσχέτως ἂν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ σοβαρὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ἠλιόπουλος καὶ ὡρισμένοι ἄλλοι συνάδελφοι, θὰ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ νὰ περιορισθῇ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς ἀνατροπῆς τῆς ἀσφαλείας τῶν συναλλαγῶν διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὡς ἀκύρου τοῦ σχετικοῦ μὲ τὰς προσωπικὰς ἑταιρείας συμφωνητικοῦ. Νὰ περιορισθῇ ἡ ἀκυρότης εἰς τοὺς ὅρους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ φορολογικὸν δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, δηλαδὴ μὲ τὸ ὕψος τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως φόρου εἰσοδήματος ἐνδιαφέρει, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ τέλους χαρτοσήμου καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως μιᾶς σειρᾶς ἄλλων συνεπειῶν, ἐπὶ τοῦ ὅρου συμμετοχῆς εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν διαφόρων ἑταιρειῶν καὶ τῆς συμμετοχῆς κατὰ ποσοστὰ εἰς τὰ κέρδη καὶ ζημίας κλπ. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, θὰ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μας, ἡ ὁποία ἄλλωστε κατ’ οὐδὲν θίγει τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν βάζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς ἐπαληθεύσεως τῆς ὑπάρξεως καὶ τῶν ὅρων λειτουργίας τῶν ἑταιρειῶν πρὸς ἀποφυγὴν συστάσεως εἰκονικῶν τοιούτων ἢ παρεμβολῆς ὅρων οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰκονικοί, ἀλλὰ τὴν περιορίζει εἰς τὰ πραγματικά της πλαίσια.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§12Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τὸ ἄρθρον 2 ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου, μία κἄποια διάταξις ἐκ τῶν πολλῶν τοῦ ἄρθρου 3 καὶ κἄποια διάταξις τοῦ ἄρθρου 4, εἶναι αἱ μόναι, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήρισα, μάλιστα λόγῳ τοῦ ἀσημάντου τῆς ἐπιπτώσεώς των, «αἱ ἀσπιρίναι» εἶναι αἱ μόναι πραγματικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι μπορεῖ κατ’ ἀντικειμενικὴν κρίσιν νὰ ἔχουν ὡς στοιχεῖον τὴν φοροδιαφυγὴν καὶ μὲ μέσα θεμιτὰ καὶ ἀνεγνωρισμένα νὰ τὴν πλήξουν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος κατὰ πᾶσαν ἀνθρωπίνην πρόβλεψιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσῃ εἰς βεβαίωσιν διαφυγόντος εἰσοδήματος περισσότερον ἀπὸ 500.000 ἢ 1 ἑκατομμύριον εἰς ὅλην τὴν ἐπικράτειαν τὸν χρόνον καὶ εἰς τὴν σύλληψιν 50–100.000 κατ’ ἔτος. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται, διότι μέτρα κατὰ τῆς φοροδιαφυγῆς δὲν ὑπάρχουν πραγματικά, πλὴν τοῦ τρομοκρατικοῦ ἐξοπλισμοῦ, μὲ αὐθαιρεσίας τῶν φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων. Τώρα ἐὰν αὐτὰ βελτιωθοῦν, παρὰ ταῦτα εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ τὰ ἐνισχύσωμεν. Ἡ παράγραφος 1 προβλέπει κἄτι τι τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας δι’ ἀντιγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι φαίνεται ὡς συνιστάμεναι διὰ νὰ κατανεμηθῇ τὸ ἑταιρικὸν κέρδος ὥστε νὰ ὑπαχθῇ εἰς χαμηλοτέρας κλίμακας φορολογίας. Αὐτὸ εἶναι σωστὸ προκειμένου περὶ προσωπικῶν ἑταιρειῶν. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους μας καὶ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὸ ἐκτιμήσωμεν, ὅτι εἰς τὴν ἐποχήν μας τῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων, εἰς τὴν ἐποχήν μας τῆς ὑποθαλπομένης ροπῆς, διὰ νὰ γίνουν μεγάλαι ἐπιχειρήσεις, διὰ νὰ συγχωνεύωνται αἱ μικραὶ ἐπιχειρήσεις εἰς μεγάλας, εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς τάσεως πρὸς τὰ μονοπώλια, ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ δραστηριότης παρουσιάζεται εἰς τὰς προσωπικὰς ἑταιρείας εἰς ποσὸν 1, εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας παρουσιάζεται εἰς ποσὸν 10πλάσιον ἢ 20πλάσιον. Τί γίνεται ὅμως μὲ τὴν φορολογίαν τοῦ μερίσματος; Βεβαίως ὑπάρχει κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐκ πρώτης ὄψεως καθησυχάζει κἄθε συνείδησιν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπατηλόν. Αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι κάμνουν παρακράτησιν τοῦ 25% τοῦ μερίσματος δι’ ἐνδεχόμενον φόρον. Ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνόητον κατάργησιν τῆς ὀνομαστικοποιήσεως τῶν μετοχῶν οἱ μεγάλοι μέτοχοι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πραγματοποιοῦν κέρδη βαρέως φορολογούμενα —καὶ πέραν τοῦ 25%, ἀλλὰ καὶ 15 καὶ 20%— ἐκεῖνοι δίδουν τὰ κουπόνια των εἰς 10 συγγενεῖς ἢ ὑπαλλήλους ἐμπίστους, οἱ ὁποῖοι τὰ εἰσπράττουν ἰδίῳ ὀνόματι καὶ ἐμφανίζονται ἔτσι ὡς κερδίζοντες ἄλλος 15, ἄλλος 20, ἄλλος 30.000 τὸ πολὺ καί, ἑπομένως, ὄχι μόνον δὲν πραγματοποιεῖται φορολογία 25%, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε ἡ προσήκουσα φορολογία νὰ εἶναι 45 καὶ 50% κατὰ περίπτωσιν, ὅταν τὸ κέρδος ὑπερβαίνῃ τὰς 500–600.000, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἐπιστροφὴ τοῦ παρακρατηθέντος φόρου. Τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ παρακρατουμένου φόρου ἐπιστρέφεται, διότι ἡ κλῖμαξ ἀποδεικνύεται κατωτέρα τῆς φορολογίας. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὸ ἴδιον ἐνδιαφέρον, μὲ τὸ ὁποῖον θέλει νὰ συλλάβῃ, νὰ «τσιμπήσῃ», τὰ δι’ ἀντεγγράφων καλυπτόμενα κέρδη τῶν μικρῶν προσωπικῶν ἑταιρειῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι πενταροδεκάρες ἔναντι τῆς φοροδιαφυγῆς, ἐὰν μὲ τὸ ἴδιον ἐνδιαφέρον ἔλεγεν, ὅτι θεωρεῖται ἀπαράδεκτος κἄθε ἀπόδειξις, ὅτι ὁ φορεύς, ὁ κομιστὴς μιᾶς μερισματαποδείξεως δὲν εἶναι καὶ κύριός της καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ διωχθῇ οὔτε ὡς ὑπεξαιρέτης, οὔτε καθ’ οἱανδήποτε ἄλλην σχέσιν, ἀλλ’ ἐμφανίζεται καὶ φορολογεῖται ὁ κομιστὴς αὐτός, ἐὰν δηλαδὴ δὲν ἐμβάλλῃ ἰσότητα καὶ εἰς τὰ μεγάλα εἰσοδήματα, εἰς τὰ κέρδη τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, τίποτε ἄλλο δὲν κάμνει παρὰ νὰ εἰσάγῃ μίαν περαιτέρω διάταξιν, ἡ ὁποία, ἐνῷ εἶναι δικαία καθ’ ἑαυτήν, πλήττει τὰ μικρὰ κέρδη τῶν προσωπικῶν ἑταιρειῶν καὶ ἀφήνει ἀσύλληπτα τὰ μεγάλα κέρδη, τὰ πραγματοποιούμενα διὰ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἑπομένως, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ἐπειδὴ ἐζήτησε κατ’ ἐπανάληψιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ βοηθήσῃ ἡ Βουλή, ὥστε νὰ βελτιωθῇ τὸ νομοσχέδιόν του, θὰ ἔπρεπε νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ διάταξις καὶ νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὰς μερισματαποδείξεις τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Βεβαίως ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου 2 τοῦ ἄρθρου 2 λέγει κἄτι τι τὸ αὐτονόητον, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν πιστεύω πὼς μόνον διὰ τοὺς συγγενεῖς πρέπει νὰ πληρώνῃ κανεὶς τὴν εἰσφορὰν εἰς τὰ Ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα, ἀλλὰ δι’ ὅλους τοὺς ἐργαζομένους. Ἐὰν δὲν τὰς πληρώσῃ, ὑπάρχουν βαρύταται κυρώσεις ἐκ τῆς νομοθεσίας περὶ Ἀσφαλιστικῶν Ταμείων. Τὸ νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ πρόσθετος αὐτὴ κύρωσις νομίζω, ὅτι ὑπερβαίνει κἄθε μέτρον παραδεκτοῦ. Καὶ μὴ νομίσετε, ὅτι ἐφηρμόσθη ποτὲ καὶ ἀπέδωσε μία κύρωσις τοιαύτης ἐκτάσεως, ὥστε νὰ προσκρούῃ εἰς τὴν γενικὴν περὶ δικαίου ἀντίληψιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου 2 τοῦ ἄρθρου 2. Ἡ διάταξις μόνον τοῦ ἐδαφίου 1 πρέπει νὰ ὁλοκληρωθῇ, ὥστε νὰ καλύπτῃ καὶ τὰς περιπτώσεις διανομῆς τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν εἰς περισσότερα πρόσωπα.
§13Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ συζήτησις, ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ παράγραφος αʹ τοῦ ἄρθρου 2 δύναται νὰ μείνῃ ὡς ἔχει καὶ νὰ συμπληρωθῇ διὰ τῆς διατάξεως τῆς τροπολογίας τῶν κ. συναδέλφων, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ἡ ἐπιβολὴ κυρώσεων: «...... (ἀναγινώσκει)......». Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ δεχθῇ τὴν συμβολὴν ὅλων διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Ὡς πρὸς τὴν παράγραφον 2 καὶ προκειμένου περὶ ἀσφαλίστρων, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς ἡ δήλωσις, ὅτι καὶ τὰ Ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα θὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις των.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μπουρνιᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§15Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2, δὲν συμμερίζομαι τὴν ἀναπτυχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλιοῦ ἄποψιν καὶ νομίζω, ὅτι ἀντιθέτως θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ περιορίζεται ἡ ὑποχρέωσις μόνον ὅσον ἀφορᾶ τοὺς συγγενεῖς, ἀλλὰ γενικῶς ὅσον ἀφορᾶ ὅλους τοὺς μισθωτούς. Κύριε Ὑπουργέ, ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ μὲν ἡ ἐξακρίβωσις τῆς συγγενείας δὲν εἶναι πάντοτε, εὐχερής, τὸ δὲ οἱ ἐργοδόται δὲν ἔχουν μόνον δεσμοὺς τοιούτους ἀπὸ τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ προφυλαχθῆτε, μὲ συγγενικά των πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ μὲ τρίτα οἱαδήποτε πρόσωπα μὲ τὰ ὁποῖα ἔχουν στενωτέρους τῶν συγγενικῶν δεσμούς. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι θὰ πρέπει ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἐκπτώσεως νὰ ἐπεκταθῇ. Ὅσον ἀφορᾶ τὰς ἀσφαλίσεις, ἡ ὑποχρέωσις δηλαδὴ τῆς καταβολῆς τῶν ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν εἰς τὸ Ι.Κ.Α. καὶ τοὺς ἄλλους ὀργανισμούς, νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ὅλους τοὺς μισθωτούς.
§16Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν συμφωνῶ, κ. συνάδελφε.
§17Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Εἰς τὴν διατύπωσίν σας ἀναφέρετε: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Λέγω, ὅτι ἡ προϋπόθεσις αὐτὴ πρέπει νὰ ὑφίσταται δι’ ὅλους τοὺς μισθωτούς, διότι ὁ αὐτὸς λόγος συντρέχει ὄχι μόνον διὰ τοὺς συγγενεῖς, ἀλλὰ διὰ πάντα μισθωτόν. Προϋπόθεσις διὰ νὰ κάμῃ τὰς ἐπεκτάσεις, εἶναι νὰ ἔχῃ ἐκπληρώσει τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τοὺς Ἀσφαλιστικοὺς Ὀργανισμούς.
§18Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Προκειμένου νὰ ἐκπεσθῇ ὁ καταβαλλόμενος μισθὸς εἰς συγγενικὰ πρόσωπα.
§19Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Διατί, λέγω, μόνον εἰς συγγενικὰ πρόσωπα; Αὐτὸ τὸ ὑποστηρίζω ὄχι διότι ζητῶ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς Ἀσφαλιστικοὺς Ὀργανισμούς, ἀλλὰ διὰ λόγους ἰσότητος καὶ διὰ νὰ σᾶς κατασφαλίσω περισσότερον, διότι σᾶς λέγω, κ. Ὑπουργέ, ὁ αὐτὸς λόγος ὑπάρχει καὶ δι’ ὅλους τοὺς μισθωτούς.
§20Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιχειρήσεων αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς δηλώσεως δὲν ἔχουν τακτοποιηθῆ ἔναντι τῶν ἀσφαλιστικῶν ταμείων.
§21Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Διὰ νὰ τακτοποιηθοῦν, δι’ αὐτὸ τὸ ὑποστηρίζω. Ὑποστηρίζω, ὅτι συνήθως καθυστεροῦνται αἱ εἰσφοραὶ τοῦ προσωπικοῦ ἀπὸ τοὺς ἐργοδότας. Θὰ πρέπει, λοιπόν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ἠλιοῦ ὑπεστήριξε τὸ ἀντίθετον.....
§22Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ὑπεστήριξα τὸ ἀντίθετον. Ἐγὼ εἶπα, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις ὑπάρχει.
§23Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ὑπάρχει δυνατότης δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως, ἄσχετον ἐὰν ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν εἶναι εὐχάριστος διὰ τοὺς ἐργοδότας. Νομίζω, ὅμως, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τίθεται, πρέπει νὰ γίνῃ ἐξ ὁλοκλήρου ἡ ὀρθὴ δουλειὰ καὶ νὰ ἐπεκταθῇ δι’ ὅλους τοὺς μισθωτούς. Κύριε Πρόεδρε, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἀνεπτύχθησαν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπικίνδυνοι ἀπόψεις ὅσον ἀφορᾷ τὰς νομίμους ἀπαλλαγὰς καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ φορολογικὰ κίνητρα, ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν ἀνησυχίαν, διότι καὶ ἀπὸ συναδέλφους, ὡς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος καὶ ὁ κ. Μητσοτάκης, ἀνεπτύχθησαν ἄλλοτε ἀπόψεις ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῶν νομίμων φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν ἀνεξαιρέτως.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα εἰς τὰ ἄρθρα, κ. συνάδελφε.
§25Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Θὰ ἀναπτύξω, κ. Πρόεδρε, μίαν τροπολογίαν καὶ κάμνω μίαν εἰσήγησιν. Ἔλεγα λοιπόν, ὅτι αἱ ἀπόψεις αὐταὶ ἐδημιούργησαν ἀνησυχίαν, διότι, ὡς γνωστόν, νόμιμοι φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ εἶναι τὰ 200 ἑκατομμύρια τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς φορολογίας τοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος. Νόμιμος φορολογικὴ ἀπαλλαγὴ εἶναι...
§26Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχει σχέσιν ἡ τροπολογία σας μὲ τὸ ἄρθρον αὐτό.
§27Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Θὰ τὸ συνδέσω μὲ μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ προτείνω. Νόμιμος φορολογικὴ ἀπαλλαγὴ εἶναι ἡ πρὸς τὴν ἐπαρχιακὴν βιομηχανίαν, πρὸς τοὺς σεισμοπλήκτους. Ἀναφέρονται αὐτά, ἄλλωστε, εἰς τὴν εἰσήγησιν τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τῆς ὑφισταμένης ἐπιτροπῆς τοῦ προγραμματισμοῦ. Εὐλόγως ἀνησυχοῦν οἱ συναλλασσόμενοι καὶ ὅσοι μὲν εἶναι διασφαλισμένοι διὰ συνταγματικῆς διατάξεως δὲν φοβοῦνται, ἀλλὰ ὅλοι οἱ ἄλλοι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, φοβοῦνται διότι δι’ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει σταθερὰ φορολογικὴ ἀπαλλαγὴ καὶ ἡμεῖς ἐρχόμεθα τὴν μίαν ἡμέραν καὶ τὴν νομοθετοῦμεν καὶ τὴν ἄλλην τὴν καταργοῦν. Ἔκαμα αὐτὸν τὸν πρόλογον, διότι δὲν εἴχομεν τὴν εὐκαιρίαν οἱ Κυβερνητικοὶ βουλευταὶ νὰ ἀναπτύξωμεν τὰς ἀπόψεις μας. Ἔχομεν μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν δὲν δέχεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ θὰ τὴν ἀναπτύξω καὶ ἂς ἀπορριφθῇ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ προσφάτου νόμου ψηφισθέντος ἐσχάτως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, προκειμένου περὶ συγχωνεύσεως μικρῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἐπεξετείναμεν τὰ πλεονεκτήματα τῶν διατάξεων τῶν παραγράφων 1 καὶ 3 τοῦ Ν. Δ. 3765)57 διὰ νὰ ὑπάρξουν μεγάλης ἐπιφανείας ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι καὶ ὁ θεσμὸς αὐτὸς νὰ ἀναπτυχθῇ, νὰ χρηματοδοτηθῇ μὲ κεφάλαια κλπ. Ἀναφέρονται δὲ τὰ πλεονεκτήματα εἰς φορολογικὰς ἀπαλλαγὰς κλπ. Ὑποστηρίζω, ὅτι προκειμένου μία ἑταιρεία περιωρισμένης εὐθύνης ἡ ὁποία κατέβαλεν ὅλα αὐτὰ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, χαρτόσημον, φόρον τρίτων, ἐξελιχθεῖσα ἀπὸ προσωπικὴν ἑταιρείαν, ἀπὸ ὁμόρρυθμον ἢ ἑτερόρρυθμον ἑταιρείαν εἰς περιωρισμένης εὐθύνης καὶ ἡ ὁποία ζητεῖ σήμερον νὰ γίνῃ ἀνώνυμος ἑταιρεία καὶ ἡ ὁποία ἔχει μεγάλην οἰκονομικὴν ἐπιφάνειαν, νὰ δικαιοῦται καὶ αὐτὴ αὐτῶν τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδώσαμεν προσφάτως εἰς τὰς μικρὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας. Περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο, κ. Πρόεδρε, καὶ δι’ αὐτὸ ἦτο χρήσιμος ὁ πρόλογος.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§29Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ δύο θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐθίγησαν. Πρῶτον, ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ἀντεγγράφων διὰ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἐγκυρότητος συστάσεως ἑταιρείας. Νομίζω, ὅτι κατὰ βάσιν ὡς πρὸς τὸ πρῶτον σκέλος ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 2 ἔχει ὀρθῶς, διότι ζητεῖ ἔγκυρον σύστασιν ἐγγράφου καὶ δημοσίευσιν τούτου κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ὕπαρξις ἑταιρείας. Ἡ διάταξις περιλαμβάνεται εἰς νόμον φορολογικοῦ περιεχομένου καὶ ἀποσκοποῦντος μόνον καὶ μόνον τὴν ἀποφυγὴν τῆς φοροδιαφυγῆς. Ὀρθῶς, λοιπόν, ζητεῖται, ὅτι μία ἑταιρεία, ἡ ὁποία ὑπόκειται εἰς φορολογίαν διὰ τὰ κέρδη της καὶ τὴν ἐμπορικὴν δραστηριότητάν της, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἔγκυρον συστατικὸν ἔγγραφον. Περαιτέρω, ὅμως, τὸ ἕτερον σκέλος τῆς πρώτης περιόδου λέγει, ὅτι ἀντέγγραφον περὶ τῆς εἰκονικότητος αὐτῆς τῆς ἑταιρείας δὲν ἔχει ὀντότητα καὶ δὲν ἔχει ὀντότητα οὔτε εἰς τὰς μεταξὺ τῶν συμβληθέντων σχέσεις.
§30Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Διὰ τὰς μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων σχέσεις πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ, διότι διὰ τὰς σχέσεις τῶν συμβαλλομένων πρὸς τρίτους δὲν χρειάζεται νὰ τὸ εἴπῃ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει δημοσιευθῇ, δὲν ἠμποροῦν οἱ συμβαλλόμενοι νὰ τὸ προβάλλουν. Δι’ αὐτὸ εἴπομεν οὔτε εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων.
§31Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ συνεζητήθη, κ. Ὑπουργέ, καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἠμπορεῖ ὁ κ. ὑπουργός, κ. βουλευταί, νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἐνδόμυχον πεποίθησιν περὶ τῆς οὐσίας. Ἐγὼ κρίνω τὴν διατύπωσιν ὡς εἶναι καὶ τὴν κρίνω ὡς ἑρμηνευτὴς τοῦ νόμου καὶ εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν ἐκείνου ὁ ὁποῖος θὰ τὸν ἐφαρμόσῃ. Ὑπάρχει τὸ ἀξίωμα, ἐγένετο ὁ νόμος, ἀπέθανεν ὁ νομοθέτης. Δὲν θὰ καλέσωμεν οὔτε τὴν ἐπιτροπήν, οὔτε τὸν σημερινὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ τί ἐννοοῦσε ὅταν ἐψηφίσθη ἡ διάταξις. Ὁ ἑρμηνευτὴς ἔχει ἀπόλυτον ἐλευθερίαν ἑρμηνείας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθημερινῶν νομικῶν κανόνων τῶν ἑρμηνευτικῶν. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἀντέγγραφον δὲν ἔχει ἀξίαν οὔτε κἂν εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων, ἡ ἀπόλυτος αὐτὴ διατύπωσις σβήνει καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀξίαν τῶν ἀντεγγράφων. Ἄρα τροποποιεῖ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ὁ ὁποῖος δίδει νομικὴν ἰσχὺν εἰς τὰ ἀντέγγραφα.
§32Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§33Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ μάλιστα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπικυρώνει τοὺς φόβους μου, ἡ διάταξις αὐτὴ κακῶς ἦλθεν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἄνευ ὑπογραφῆς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν δύναται νὰ τροποποιηθῇ διάταξις τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἄνευ ὑπογραφῆς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἢ δὲν πρέπει νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, τὸ ἔχει ὑπογράψει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ἔχω ἐνώπιόν μου αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§35Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὴν διαβεβαίωσιν, ἀλλὰ ἐγὼ συζητῶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τίθεται ὡς βάσις τῆς συζητήσεως καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῶν κ.κ. ὑπουργῶν καὶ τὸ ὁποῖον φέρει μόνον τὰς δύο ὑπογραφὰς τῶν ὑπουργῶν Συγκοινωνιῶν καὶ Οἰκονομικῶν. Πάντως τὸ δέχομαι, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ τὸ βεβαιώνετε ὑμεῖς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι οὐσία τοῦ ζητήματος τὸ θέμα τῆς ὑπογραφῆς, τὸ θέμα εἶναι εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως. Ἡ πρόθεσις ἡμῶν εἶναι ὅπως τὰ ἀντέγγραφα μὴ ὑποβοηθήσουν τὴν φοροδιαφυγήν. Συνεπῶς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διασάφησιν, ὅτι τὸ ἀντέγγραφον δὲν ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τῶν φορολογικῶν ὑποχρεώσεων.
§36Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ προβολὴ μόνον εἰς τὴν φοροτεχνικὴν ὑπηρεσίαν θὰ ἦτο ἄνευ ἀξίας. Τὴν μὴ ἀναγνώρισιν ὡς ἀποδεικτικοῦ στοιχείου τοῦ ἀντεγγράφου περὶ εἰκονικότητος οὔτε εἰς τὰς μεταξὺ τῶν συμβληθέντων σχέσεις τὴν ἀντιλαμβάνομαι ὡς ἀπειλὴν κυρίως καὶ ἡ κύρωσις πρέπει νὰ ἰσχύῃ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν. Ἡ ἐκ τῶν προτέρων γνῶσις τῶν συνεπειῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα.
§37Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι διότι ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω εἰς τὴν ἰδικήν μου ἄποψιν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἀπειλὴ ὡς τὴν διεσαφηνίσατε πρὸ ὀλίγου, ἐξουδετερώνει τοὺς ἐνδοιασμούς μου, ὅτι τὸ νὰ τεθῇ ὡς διάταξις ἐν τῷ νόμῳ δὲν εἶναι ὀρθόν. Διὰ νὰ ἐναρμονισθῇ, ἡ διάταξις πρὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ τεθῇ εἰς ἕνα φοροτεχνικὸν νομοσχέδιον πρέπει νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ τυχὸν ἀντέγγραφον οὔτε τὴν εἰκονικότητα ἀποδεικνύει οὔτε λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς φοροτεχνικῆς ὑπηρεσίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄποψιν τοῦ συναδέλφου κ. Ἠλιοπούλου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίξωμεν τὰ ἔγγραφα διότι θίγομεν οὕτω τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἑρμηνευτοῦ τῆς συμβάσεως, δεδομένου, ὅτι ἡ ἔννοια τῶν συμβάσεων προκύπτει ἀπὸ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ συστατικοῦ ἐγγράφου καὶ τοῦ ἀντεγγράφου, ἡ ἄποψις, λέγω, αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ ὀρθῶς ἐτέθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι πῶς θὰ παραμερίσωμεν τὴν βούλησιν τῶν ἑταίρων τὴν ἐκδηλωθεῖσαν διὰ τῶν ἀντεγγράφων. Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ ἀντέγγραφα ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἐξαπάτησιν τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἀντίκεινται εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ εἰς τοὺς κειμένους νόμους. Ἑπομένως δὲν εὐσταθεῖ ἡ γνώμη τοῦ κ. ὑπουργοῦ νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα ἀντέγγραφα θεωροῦνται ἄκυρα. Ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βρανοπούλου, νομίζω, ὅτι αὕτη δὲν ἔχει περιεχόμενον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§39Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν ἄρθρων 2 καὶ περαιτέρω θὰ διευκολυνθῇ ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ διατυπώσῃ τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ τῶν δύο σοβαρῶν τροπολογιῶν, αἵτινες ἔχουν ὑποβληθῆ. Ἡ πρώτη ἀφορᾷ τὴν θέσιν ἐν ἰσχύϊ τῶν διατάξεων τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς λειτουργίας τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων καὶ ἡ δευτέρα εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω κατὰ τὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν ἡ ἰσχὺς τῶν αὐστηρῶν τούτων διατάξεων θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν διὰ τὰ εἰσοδήματα ἄνω τῶν 100.000 δραχμῶν. Ἐὰν καθορισθῇ ἡ θέσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν τροπολογιῶν, νομίζω, ὅτι θὰ διευκολυνθῇ ἡ περαιτέρω συζήτησις. Ἡ δευτέρα τροπολογία εἶναι ἐκείνη ποὺ ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν θὰ καθιεροῦτο δι’ εἰδικῆς διατάξεως, ὅτι ἡ ἰσχὺς ὅλων αὐτῶν τῶν μέτρων διώξεως τῆς φοροδιαφυγῆς θὰ ἴσχυε δι’ ὡρισμένας κατηγορίας μεγάλων εἰσοδημάτων καὶ διὰ ρητῆς ἐξαιρέσεως τῶν κάτω τῶν 100.000 δραχμῶν εἰσοδημάτων. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀποσαφηνίσῃ τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν διατάξεων διὰ νὰ κανονίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν θέσιν μας κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 2 καὶ τῶν περαιτέρω ἄρθρων. Εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 2 θὰ ἤθελα νὰ κάμω δύο ἄλλας παρατηρήσεις. Ἡ πρώτη ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ἤδη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰκονικὴν κατανομὴν τῶν μετοχῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Δὲν κατώρθωσα νὰ ἀντιληφθῶ, πιθανὸν διότι δὲν παρηκολούθησα τὴν σχετικὴν συζήτησιν, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος τῆς εἰκονικῆς αὐτῆς κατανομῆς, διότι ἡ τροπολογία λέγει, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζεται ἡ εἰκονικὴ ἐμφάνισις μετοχῶν κατανεμομένων εἰς περισσότερα πρόσωπα. Ἀλλὰ κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος τῆς εἰκονικῆς αὐτῆς ἐμφανίσεως ὁμολογῶ, ὅτι δυσκόλως δύναμαι νὰ τὸ ἀντιληφθῶ καὶ μὲ κάμνει πάντοτε νὰ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἶχα ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ φέρω τὴν εὐθύνην τοῦ καταργηθέντος ἀτυχῶς νόμου περὶ ὀνομαστικοποιήσεως τῶν μετοχῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Διότι κατὰ τὴν γνώμην μου ἄλλος ἔλεγχος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰκονικότητα τῆς κατανομῆς τῶν μερισμάτων, δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνον ἡ ὀνομαστικοποίησις τῶν μετοχῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἀτυχῶς ὁ νόμος ἐκεῖνος κατηργήθη, ὄχι βεβαίως ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ ἄλλην Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὁποίαν τὰ περισσότερα τῶν μελῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως μετεῖχον ὑπὸ ἄλλην ἰδιότητα, ἀλλὰ κατηργήθη χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καὶ καμμία ὠφέλεια ἀπὸ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι προσεδοκῶντο τότε, ὅπως παραδείγματος χάριν, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς θὰ ἀνεζωογονεῖτο ἡ χρηματαγορὰ ἐν Ἑλλάδι. Διότι ἐξακολουθῶμεν νὰ ἀντιμετωπίζωμεν πάντοτε τὸ πρόβλημα τῆς χρηματαγορᾶς καὶ τὸ πρόβλημα τῆς ἐπενδύσεως κεφαλαίων εἰς παραγωγικὰς ἐπιχειρήσεις. Ἡ δευτέρα λεπτομερειακὴ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, ἀφορᾷ τὴν παράγραφον 2. Νομίζω, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράγραφον 2 καὶ τὴν ὑποχρέωσιν καταβολῆς τῶν εἰσφορῶν πρὸς τὸ Ι.Κ.Α., ὑπάρχει μία παρεξήγησις τῆς ἐννοίας τῆς παραγράφου 2 τοὐλάχιστον βάσει τῶν ὅσων ἀνέπτυξεν ὁ συνάδελφος κ. Μπουρνιᾶς, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε καὶ τὴν γενίκευσιν τῆς διατάξεως. Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις προσπαθεῖ νὰ συλλάβῃ τοὺς εἰκονικῶς φερομένους ὡς ἐργάτας ἢ ὡς ἐργαζομένους καὶ ὄχι τοὺς πράγματι ἐργαζομένους.
§40Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἔτσι εἶναι. Δὲν εἶναι νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὰ ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα. Αὐτὸς εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος πηγαίνει νὰ κτυπήσῃ τὴν εἰκονικὴν ἐμφάνισιν ἐργαζομένων. Μὴ τὸ ἀναμιγνύομεν τὸ ἕνα θέμα μὲ τὸ ἄλλο.
§41Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐγὼ εἶπα, ὅτι ὁ κίνδυνος ὑπάρχει προκειμένου καὶ περὶ μὴ συγγενῶν, ὁ κίνδυνος αὐτὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖον προσπαθεῖτε νὰ ἀσφαλισθῆτε.
§42Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ γενίκευσις εἶναι περιττή. Ἀλλὰ ὁμολογῶ, ὅτι ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν κ. Μπουρνιᾶ, ὁ ὁποῖος ἔχει τόσον μελετήσει τὴν ἐργατικὴν νομοθεσίαν νὰ δυστροπήσῃ καὶ δι’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν εἰδικὴν διάταξιν. Διότι ποῖος εἶναι ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖται ἐξ αὐτῆς τῆς διατάξεως; Νὰ προσθέσωμεν πλῆθος ἀνυπάρκτων νέων συνταξιούχων εἰς τὸ Ι.Κ.Α. Διότι σήμερον οἱ φορολοκλέπται κλέπτουν τὸν φόρον τοῦ δημοσίου ἐμφανίζοντες ὡς ἐργαζομένους εἰκονικῶς τοὺς μὴ ἐργαζομένους. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς θὰ τοὺς ὑποχρεώσωμεν νὰ καταβάλλουν τὰς εἰσφορὰς πρὸς τὸ ΙΚΑ εἰς τρόπον ὥστε οἱ μὴ πράγματι ἐργαζόμενοι συγγενεῖς των μετὰ τέσσαρα ἕως πέντε ἔτη νὰ δικαιοῦνται καὶ συντάξεως ἀπὸ τὸ ΙΚΑ ἐνῷ οὐδέποτε ἠργάσθησαν καὶ οὐδέποτε ὑπῆρξαν μισθωτοί. Ἡ διάταξις αὐτὴ τίθεται διὰ νὰ συλλάβῃ τοὺς εἰκονικῶς ἐργαζομένους, οἱ ὁποῖοι δὲν δικαιοῦνται νὰ ἀπολαύσουν τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τοῦ ΙΚΑ. Τώρα κινδυνεύομεν νὰ δημιουργήσωμεν εἰκονικοὺς συνταξιούχους εἰς βάρος τοῦ ΙΚΑ καὶ φοβοῦμαι, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἔννοια τῆς διατάξεως. Νομίζω ἐπίσης, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν συνεννοήθη μὲ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι ἐὰν σήμερον πάσχῃ τὸ ΙΚΑ καὶ οἱ ἄλλοι Ἀσφαλιστικοὶ Ὀργανισμοὶ πάσχουν ἀπὸ πλῆθος εἰκονικῶν μισθωτῶν....
§43Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὴν γενίκευσιν τὴν ἀποκρούει ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ λέγετε σεῖς δὲν τὸ συμμερίζεται, διότι δὲν δύναται νὰ γίνεται ἡ ἔκπτωσις ἐὰν δὲν καταβάλλῃ εἰς τὸ ΙΚΑ. Σεῖς εἴπατε, ὅτι θὰ πληθυνθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παίρνουν συντάξεις ἀπὸ τὸ ΙΚΑ διότι ἀκριβῶς θὰ ἐπιβληθῇ ἡ διάταξις αὐτή. Ἐὰν δὲν θέσωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν, ἁπλούστατα θὰ γίνεται ἡ ἔκπτωσις εἰς βάρος τοῦ δημοσίου. Πρὸ τῶν δύο κακῶν προτιμότερον νὰ δεχθῶμεν τὸ δεύτερον. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν διάταξιν ὅπως ἔχει.
§44Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ θὰ κατέληγα, ὅτι μεταξὺ δύο κακῶν εἶναι προτιμότερον νὰ συλληφθοῦν οἱ φοροκλέπται. Μὲ τὴν παρατήρησίν μου θέλω νὰ ἐπισημάνω τὸ γεγονός, ὅτι κακῶς εἶχε ἑρμηνευθῆ ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν κ. Μπουρνιᾶν μίαν διάταξιν προστατεύουσαν περισσότερον τὸ ΙΚΑ καὶ τὰ ἄλλα ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα.
§45Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι τὴν ἄποψίν σας, κ. Κωστόπουλε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§47Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον καὶ ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐγκαίρως νὰ διευκρινίσῃ τὸ βασικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἀδιευκρίνιστον, ἀπὸ πότε προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὰς ἐπιμάχους διατάξεις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.
§48Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἔμεινεν ἀδιευκρίνιστον τοῦτο, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι ἀμέσως θὰ τεθοῦν εἰς ἐφαρμογὴν αἱ διατάξεις αὐταί. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον προσπαθοῦμεν, εἶναι τοῦτο, τὸ ταχύτερον νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογικῶν δικαστηρίων διὰ νὰ λειτουργήσουν καὶ αὐτὰ τὸν Σεπτέμβριον. Ἀλλὰ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ τεθοῦν αἱ διατάξεις εἰς ἐφαρμογὴν ἀμέσως ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ νόμου.
§49Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Χαίρω διὰ τὴν διευκρίνησιν διότι μέχρι σήμερον ἐγὼ δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω ποία ἦτο ἡ τελικὴ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως ἐν τούτῳ.
§50Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδή, τὸν Σεπτέμβριον θὰ ἔχωμεν τὰ φορολογικὰ δικαστήρια.
§51Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ τὰς προσδοκίας καὶ τὰς ἐλπίδας του. Ὅταν ἕνα θέμα εἶναι ἐκκρεμὲς ἐπὶ δεκαετίαν, εἶναι εὔλογον νὰ ἀμφιβάλλῃ κανεὶς ἐὰν θὰ προχωρήσῃ ταχέως εἰς τὴν πραγματοποίησίν του. Τὸ δεύτερον, διὰ τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ ὁμιλήσω, νομίζω, ὅτι δὲν χρῄζει πλέον ἰδιαιτέρας ἐμμονῆς διότι διηυκρινίσθη πλήρως ἡ ἄποψις καὶ συμφωνῶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ γενίκευσις τῆς παραγράφου 2 δὲν θὰ εἶχε κανένα ἀπολύτως νόημα, διότι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Μπουρνιᾶ περὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἔναντι τῶν φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν καὶ ἐξαιρέσεων, ἐπιφυλάσσομαι, εἰς προσεχὲς ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχει περισσοτέραν θέσιν ἡ συζήτησις, νὰ εἴπω τὴν ἄποψίν μου.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ράλλης, ἔχει τὸν λόγον.
§53Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ διετυπώθησαν ἐπιφυλάξεις ἐπὶ τῆς ὀρθότητος τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 2 ἐν σχέσει μὲ τὴν εἰκονικότητα, λέγω, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὀρθοτάτη καὶ συντονίζεται πρὸς τὰ ἄρθρα 288 καὶ 281 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Τὸ ἄρθρον 288 ἀπαιτεῖ ὅπως ἡ ἐκπλήρωσις τῆς παροχῆς γίνεται σύμφωνα μὲ τὴν καλὴν πίστιν. Τὸ ἄρθρον 281 ἀπαγορεύει τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος ἐὰν αὕτη ἀντιβαίνῃ προφανῶς πρὸς τὴν καλὴν πίστιν ἢ τὰ χρηστὰ ἤθη ἢ εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸν κοινωνικὸν ἢ οἰκονομικὸν σκοπὸν τοῦ δικαιώματος. Ὑπὸ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου 2 δὲν τροποποιοῦνται βασικῶς αἱ διατάξεις περὶ εἰκονικότητος τοῦ Α. Κ. ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν συστάσεως ἑταιρείας, δὲν θέλει ὁ νομοθέτης νὰ ὑπάρχῃ εἰκονικότης. Ἄλλωστε αὐτὸ εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν σημερινὴν περὶ δικαίου ἀντίληψιν καὶ ἀντίθετον πρὸς τὴν Ρωμαϊκὴν νοοτροπίαν καθ’ ἣν «ἔξεστιν τοῖς συμβαλλομένοις περιγράφειν ἀλλήλοις», τῆς ὁποίας κατάλοιπον εἶναι τὸ ἄρθρον 138 τοῦ Α.Κ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν εἰσφορῶν τῆς παραγρ. 1 νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔθεσεν ὀρθῶς τὸ ζήτημα. Ἐδῶ ἐπιδιώκεται ἡ πάταξις τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ ὄχι ἡ ἐξασφάλισις τῶν εἰσφορῶν τῶν ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν. Δὲν συμμερίζομαι τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Κωστοπούλου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγγράψῃ εἰκονικοὺς ὑπαλλήλους ἕνας ἐπιχειρηματίας. Πάντως ὑπάρχουν τὰ ἁρμόδια ὄργανα, τὰ ὁποῖα θὰ κρίνουν ἐὰν ὁ οἱοσδήποτε ἠσφαλισμένος εἶναι πράγματι ἠσφαλισμένος ἢ ὄχι.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σιαφλέκης, ἔχει τὸν λόγον.
§55Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀποδοχὴν τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας μας δὲν θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μας. Θὰ εἴπω ὀλίγα μόνον τινὰ ἐπὶ τῆς ἀπόψεως τοῦ κ. Μπουρνιᾶ. Ἡ γενίκευσις τοῦ μέτρου τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 2 ἀποτελεῖ ἐπίδειξιν ἐνδιαφέροντος φιλεργατικοῦ, χωρὶς οὐσιαστικὰ ἀποτελέσματα, διότι αἱ εἰσφοραὶ τῶν ἐργαζομένων εἶναι ἐξησφαλισμέναι. Ἐκεῖνο, ποὺ δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένον εἶναι ἡ ἔγκαιρος καταβολὴ τῶν ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν καὶ ἡ παγοποίησίς των εἰς χεῖρας τῶν ἐργοδοτῶν, οἱ ὁποῖοι τὰς κατακρατοῦν ὡδηγοῦντες οὕτω εἰς χρεωκοπίαν τὸ ΙΚΑ.
§56Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μόνον διὰ νὰ ἀποκαταστήσω μίαν παρεξήγησιν μὲ τὸν κ. Μπακόπουλον θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπεστήριξα τὴν διαγραφὴν τῶν διατάξεων περὶ εἰκονικότητος γενικῶς, ἀλλὰ τὸν περιορισμὸν τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν φορολογίαν τοῦ κεφαλαίου καὶ τῶν κερδῶν.
§57Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς καταργήσεως τῆς νομικῆς ἰσχύος τῶν ἀντεγγράφων εἰκονικότητος μεταξὺ τῶν συμβληθέντων. Ὁ σχηματισμὸς εἰκονικότητος ἑταιρειῶν ὀφείλεται εἰς πολλοὺς καὶ ποικίλους λόγους. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπάρχουν τινές, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει νὰ ἀποκλεισθοῦν. Ἰδίως θέλω νὰ ἐπισημάνω τὴν ἀκόλουθον περίπτωσιν. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπάρχουν τεράστια κεφάλαια ὁμογενῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ, οἱ ὁποῖοι προτίθενται νὰ τὰ εἰσαγάγουν εἰς τὴν χώραν χωρὶς νὰ δύνανται νὰ τὰ ἐμφανίσουν ἐπ’ ὀνόματί των λόγῳ τῶν διατάξεων τῶν χωρῶν εἰς ἃς διαβιοῦν. Ἡ μέθοδος τῶν εἰκονικῶν ἑταιρειῶν τοὺς ὑποβοηθεῖ εἰς τοῦτο. Συνεπῶς, πρέπει ὁ κ. ὑπουργός, νὰ προσέξῃ μήπως διὰ τῆς διατάξεως ἐμποδίσῃ τὴν εἰσροὴν τῶν κεφαλαίων αὐτῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀντίστροφον ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει.
§58Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, οἱ ὁμογενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ κρύπτουν τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ κεφάλαιά των δὲν ἔχουν κἂν μετάσχῃ εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρείας.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2;
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2, ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἄρθρον 3. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§62Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ θεσπιζομένη διάταξις τῆς παραγρ. 1 τοῦ ἄρθρου 3 ἀφορᾷ τὴν προσκόμισιν τῶν μισθωτηρίων συμβολαίων. Προτείνω ὅπως ταῦτα προσκομιζόμενα ἐνώπιον τοῦ ἐφόρου τυγχάνουν ἀτελείας κατὰ τὴν θεώρησιν. Ἡ δευτέρα παρατήρησις, ἡ ἀφορῶσα τὸ μίσθωμα τῶν 2.000 δραχμῶν, δέον νὰ θεωρηθῇ ὡς μικρὰ καὶ ζητῶ τὴν αὔξησιν εἰς τὰς 2.500 δραχμάς. Τέλος, ἡ τρίτη παρατήρησίς μου ἡ ἀφορῶσα τὴν ἀλληλέγγυον εὐθύνην τοῦ ἀγοραστοῦ τοῦ μισθίου, προτείνω ὅπως ὁ πωλητὴς προσκομίζει πιστοποιητικὸν τοῦ ἐφόρου καταβολῆς φορολογίας εἰσοδήματος τῆς τελευταίας τριετίας, μετὰ τῶν τελῶν ὑδρεύσεως καὶ χαρτοσήμου.
§63Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Μολονότι, ἡ κειμένη νομοθεσία προβλέπει τὴν ἀτέλειαν, δὲν θὰ εἶχα ἀντίρρησιν νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ νέον κείμενον ἡ λέξις ἀτελῶς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν 2.000 δραχμῶν, νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις πρέπει νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει διότι τὸ ποσὸν τῶν 2.000 εἶναι λογικόν. Τὸ ἀλληλέγγυον τῆς ὑποχρεώσεως ἰσχύει καὶ ὑπὸ τὴν νομοθεσίαν τῆς φορολογίας τῶν καθαρῶν κερδῶν. Διὰ τῆς παρούσης διατάξεως διευκρινίζεται τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καὶ διασφαλίζονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ὁρίζεται, δέ, ὅτι ἔχει καὶ ὑποχρέωσιν ὁ συμβολαιογράφος νὰ κάμῃ εἰδικὴν μνείαν εἰς τὴν συντασσομένην πρᾶξιν εἰς τὸν ἀγοραστὴν περὶ τούτου.
§64Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ ἐδάφιον 1 τοῦ συζητουμένου ἄρθρου εἰσάγει μίαν ἔντιμον διάταξιν, ὅμως, ὄχι σκόπιμον. Προέκυψεν αὐτὴ ἀπὸ τὴν μέχρι σήμερον ἐπεξεργασίαν στατιστικῶς καὶ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος. Ἐκ τῶν 2.300.000 δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι ἀντιπροσωπεύουν φόρον 790.000.000, αἱ 140.000 δηλώσεις ἀφοροῦν 60 ἑκατ. φόρου, δηλαδὴ εἰσόδημα 34.000 δραχμῶν καὶ κάτω, 64.000 δηλώσεις ἀφοροῦν τὸ ὑπόλοιπον τοῦ φόρου. Τὸ 1950 εἴχομεν 250.000 ὑποθέσεις. Ἐξ αὐτῶν αἱ 107.000 ἀφοροῦν εἰσόδημα κάτω τῶν 34.000 δραχμῶν. Θέλω μὲ αὐτὸ νὰ εἴπω, ὅτι ἕνας πάρα πολὺ μεγάλος ἀριθμὸς φακέλλων μὲ πάρα πολλὰ μικρὰ εἰσοδήματα δημιουργοῦν ἕνα γραφειοκρατικὸν καθεστὼς εἰς τὰς Ἐφορίας ποὺ τὰς ἀπασχολεῖ χωρὶς νὰ ἀποδίδουν. Τὸ γεγονὸς αὐτό, κύριε Ὑπουργέ, παρακωλύει τὴν ἀπασχόλησιν τῶν φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων εἰς τὴν προσπάθειάν των πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν μεγάλων εἰσοδημάτων. Ἐὰν λοιπὸν τώρα κατακλυσθοῦν αἱ Ἐφορίαι μὲ πρόσθετον ὄγκον 1.000.000 μισθωτηρίων καταλαβαίνετε τί θὰ συμβῇ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν πιστεύετε εἰλικρινῶς, ὅτι ὡς ἔχει σήμερον ἡ κατάστασις εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ὡς γίνονται αἱ ἀγοραπωλησίαι, ὑφίσταται φοροδιαφυγή, τότε φυσικὰ κάμνετε αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμνετε. Ἐγὼ ὅμως πιστεύω καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ εἴπω, ὅτι ἐκ τῶν μισθώσεων δὲν διαφεύγει καθ’ ὁλοκληρίαν φόρος. Ἐκ τῶν ἀγοραπωλησιῶν καὶ ἐκεῖ μπορῶ νὰ πῶ, ὅτι ἡ διαφυγὴ εἶναι ἐλαχίστη. Ἐὰν φορτώσωμεν τώρα τὰς Ἐφορίας μὲ 1.000.000 μισθωτηρίων, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ ἔχετε ἐφοριακοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἀπασχοληθοῦν μὲ τὰ μεγάλα εἰσοδήματα. Ἐὰν πιστεύετε, τὸ τονίζω καὶ πάλιν, ὅτι εἶναι χρήσιμον, ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ σᾶς ἐπισημάνωμεν τὸ τί ἔχετε νὰ ἀντιμετωπίσητε καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ εὑρεθῆτε. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν ἀναλογίαν μὲ τὸ προηγούμενον, κύριε Ὑπουργέ, καὶ εἶναι ἀπαράδεκτον δι’ ἡμᾶς, εἶναι ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 3 ποὺ καθιστᾷ ἀλληλέγγυον τὸν ἀγοραστὴν ἀκινήτου. Θέλετε διὰ τὴν ὕδρευσιν καὶ διὰ τὸ χαρτόσημον κάμετέ το. Καὶ θὰ γνωρίζῃ ὁ οἱοσδήποτε ἀγοραστής, ὅτι θὰ πληρώσῃ καὶ αὐτὸν τὸν φόρον, ἢ κατὰ τὸν χρόνον τῆς τελέσεως τῆς ἀγοραπωλησίας θὰ ἀναγκάσῃ τὸν πωλητὴν νὰ τὸν καταβάλῃ διὰ τῆς παρακρατήσεως ἐκ τοῦ τιμήματος. Κύριε Ὑπουργέ, τί συμβαίνει μὲ τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος; Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀναλογία μὲ τὸ προϊσχῦσαν καθεστώς. Τότε κάθε προσεκτικὸς δικηγόρος καὶ κάθε συνετὸς οἰκογενειάρχης ἐγνώριζε τί θὰ πληρώσῃ καὶ τί θὰ κάμῃ. Σήμερον ἔχομεν τὴν ἑνιαίαν φορολογίαν τῆς ὁποίας κατὰ κλιμάκια μεταβάλλεται ὁ συντελεστής. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπώλησε πρὸ ἐτῶν εἷς ἕνα αʹ ποσόν, μίαν οἰκίαν, καὶ νὰ ἔχῃ ὡς ἐκ τούτου μίαν κλίμακα τοσαύτην, ὥστε νὰ χρεωστᾷ, φέρ’ εἰπεῖν, 100.000 δραχμὰς εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ νὰ καλῆται ὁ ἀγοραστὴς ἀλληλεγγύως νὰ πληρώσῃ διὰ τὸν πωλητήν; Ὁσηνδήποτε λοιπὸν πίστιν καὶ νὰ ἔχῃ καὶ ὁποιονδήποτε συνετὸν καὶ καλὸν δικηγόρον καλέσῃ εἶναι δυνατὸν νὰ κατοχυρωθῇ; Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐπλήρωσε διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ ἀκινήτου. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει, κύριε Ὑπουργέ, καμμία ἀναλογία μεταξὺ τοῦ ἰσχύοντος συστήματος καὶ τοῦ παλαιοῦ δικαίου ἀναλυτικοῦ φόρου. Κύριε Ὑπουργέ, δημιουργεῖτε διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς μίαν δυσχέρειαν εἰς τὰς συναλλαγὰς καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι εἰς τὰς προθέσεις σας. Καὶ δὲν γνωρίζω πῶς ἄλλως θὰ ἀντιμετωπισθῇ παρὰ μόνον διὰ τῆς διαγραφῆς τῆς παραγράφου 3.
§65Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 ἀφορᾶ τὴν μεγάλην μᾶζαν τῶν κτηματιῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν μεγάλας ζημίας ἕνεκα τοῦ ἐνοικιοστασίου, νομίζω, ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βρανοπούλου καὶ νὰ μὴ κάμῃ ἐπίσης τὴν διάκρισιν μεταξὺ γραφείων. Ἐπίσης θὰ ἤθελα μίαν διευκρίνισιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν ἡ διάταξις ἀφορᾶ καὶ τὰς ὑφισταμένας μισθώσεις.
§66Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος, ἔχει τὸν λόγον.
§68Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ ἤθελα, κ. Πρόεδρε, μὲ δύο λέξεις νὰ ἐνισχύσω τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας διὰ μακρῶν ὁ κ. Ἠλιοῦ ἀνέπτυξεν. Φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι καταλήγομεν διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς εἰς ἕν ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἀμφιβάλλω ἐὰν ἔχῃ τὴν ἀναλογίαν του εἰς ἄλλην νομοθεσίαν. Καὶ τοῦτο δι’ ἕνα λόγον ἁπλούστατον. Διὰ μὲν τὸν φόρον μεταβιβάσεως διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ἀλληλέγγυος ὁ ἀγοραστὴς εἶναι γνωστὸν ποῖος εἶναι. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ καταστήσωμεν τὸν ἀγοραστὴν ἀλληλέγγυον διὰ φόρον ἀγνώστου ὕψους, εἶναι ἄγνωστον. Διότι τὸ ὕψος τοῦ τιμήματος τοῦ φόρου τούτου ποὺ ἀνήκει εἰς τὸν πωλητὴν σχετίζεται μὲ προσωπικούς του λόγους καὶ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ἀκίνητον. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἰς μίαν πρᾶξιν ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν μεταβίβασιν ἀκινήτου, τὸ νὰ καταστήσωμεν τὸν ἀγοραστὴν ἀλληλέγγυον διὰ τὸν προσωπικὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος τοῦ ἄλλου κάμνομεν μίαν ἐνέργειαν ἡ ὁποία δὲν δυσχεραίνει ἁπλῶς τὰς συναλλαγάς, ἀλλὰ κἄτι πέραν αὐτοῦ, ὅτι κάμνει τὸν ἀγοραστὴν διστακτικόν, δικαίως, διὰ τὸ ὕψος τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις αὐτή.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Κακογιάννης, ἔχει τὸν λόγον.
§70Α. ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ἡ ὁποία εἰσάγεται μὲ τὸ ἄρθρον 3, ἅπαντες ἐν γένει οἱ μισθωτοὶ νὰ προσάγουν ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Ἐφόρου τὰ συμφωνητικὰ κλπ., θὰ δημιουργηθῇ πράγματι ἕνας σάλος ὁ ὁποῖος οὐδόλως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ σάλος αὐτὸς θὰ ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον παντὸς ἐν γένει μισθωτηρίου καὶ 50 ἢ 100 δραχμ. Προκειμένου διὰ τὰ καταστήματα, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τεθῇ, ὡς τίθεται, καὶ διὰ τὰς κατοικίας ἕνα ὅριον τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν ἀπαλειφθῇ, ἄνω τοῦ ὁποίου θὰ πρέπει τὰ συμφωνητικὰ διαπιστώσεως νὰ προσάγωνται. Ἄλλως, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι γεγονός, ὅτι πράγματι αἱ φοροτεχνικαὶ ὑπηρεσίαι θὰ κατακλυσθοῦν ἀπὸ σωρείαν φακέλλων διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν μισθωτηρίων καὶ ὁ σκοπὸς πράγματι τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ. Ὅσον ἀφορᾶ, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὴν παράγραφον 3, πράγματι οὐδεὶς συνάδελφος δικηγόρος ἀναλαμβάνει τὸν ἔλεγχον τῶν τίτλων καὶ τὸν ρόλον νὰ δώσῃ συμβουλὰς εἰς οἱονδήποτε ἀγοραστὴν θὰ ἔχῃ τὴν συνείδησίν του ἥσυχον, ὅτι ἐπιτελεῖ τὸ ἔργον τῆς διασφαλίσεως τοῦ πελάτου του, τοῦ οἱουδήποτε ἀγοραστοῦ, προκειμένου νὰ συμβουλεύσουν ἐὰν ὑπάρχουν βάρη φορολογικὰ ἢ οἱαδήποτε ἄλλα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνεται ὁ πωλητής. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βρανόπουλος, νὰ προσάγεται ἐνώπιον συμβολαιογράφων, ἀποδεικτικὴ βεβαίωσις, ὅτι ὁ πωλητὴς ἔχει ἐκπληρώσει τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, διασφαλίζει πλήρως τὰς συναλλαγὰς καὶ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε ὑμεῖς, κ. Ὑπουργέ. Ἄλλως, νομίζω δέ, ὅτι διερμηνεύω ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὰ αἰσθήματα καὶ τῶν συναδέλφων μου δικηγόρων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτελεσθῇ τὸ ἔργον καὶ νὰ εἶναι βέβαιος ὁ ἀγοραστὴς ὅταν πηγαίνῃ καὶ ἀγοράζῃ ἕνα οἱοδήποτε ἀκίνητον διὰ τὸ ὁποῖον ἔχουν καταβληθῆ οἱ φόροι καὶ τὰ βάρη, ὅτι μίαν ἡμέραν δὲν θὰ κληθῇ νὰ καταβάλῃ ὀφειλόμενα παρὰ τοῦ πωλητοῦ εἰς τὸ Δημόσιον.
§71Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις εἶναι χρήσιμος. Τὸ Δημόσιον ἔχει μείνει ἀνυπεράσπιστον εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν μεταβιβάζονται ἀκίνητα χωρὶς νὰ ἔχῃ καταβληθῆ ὁ φόρος. Δὲν δυσχεραίνει ἐπίσης τὰς συναλλαγάς. Ἀντιθέτως ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βρανοπούλου, θὰ ἐδημιούργει δυσχέρειαν. Ὑπάρχει τρόπος νὰ κατοχυρωθῇ καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἀγοραστοῦ. Ὁρίζει ἡ διάταξις, ὅτι ὁ ἀγοραστὴς εἶναι ἀλληλεγγίως ὑπεύθυνος διὰ τὴν πληρωμὴν ἐπιμερισματικῶς τοῦ διὰ τὸ ἀκίνητον ὀφειλομένου φόρου τῆς τελευταίας τριετίας βάσει τῆς ὑφισταμένης ἐγγραφῆς καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κατοχυροῦνται πάντες καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς κίνδυνος ἐκ τῶν ὑστέρων αὐξήσεως τῆς ὑποχρεώσεως διὰ τῆς προσθήκης ἄλλων εἰσοδημάτων.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σιαφλέκης, ἔχει τὸν λόγον.
§73Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 3, τὸ θέμα, νομίζω, ὅτι θεωρεῖται κάπως λελυμένον.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§75Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 βάλλουν εὐθέως κατὰ τῶν συναλλαγῶν ἐπὶ τῶν ἀκινήτων καὶ παρ’ ὅλας τὰς διευκρινήσεις καὶ τὴν τελευταίαν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ φέρουν δυσκολίας εἰς τὰς συναλλαγάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς παραγράφους 3 καὶ 4 διὰ τὴν σύλληψιν τῆς φοροδιαφυγῆς, νομίζω, ὅτι ἔχουν κάποιο νόημα, ἀλλὰ ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 3, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει κανένα νόημα, διότι ἐκ τῆς αἰτίας αὐτῆς δὲν πρόκειται τὸ δημόσιον νὰ ὠφεληθῇ, διότι οὐδένα φοροφυγάδα θὰ συλλάβῃ ἐκ τῆς καταθέσεως αὐτῆς τῶν ἰδιωτικῶν συμβολαίων, διότι καὶ ἂν κατατεθοῦν ὅλα τὰ συμβόλαια δὲν πρόκειται νὰ προκύψῃ τίποτε ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, τοὐναντίον θὰ ἐπιφέρῃ δυσκολίαν εἰς τὰς ἐφορίας καὶ θὰ δυσκολεύσῃ καὶ τοὺς συναλλασσομένους. Τὰ συμφέροντα τῶν μισθωτῶν καὶ τῶν ἐκμισθωτῶν εἶναι ἀντίθετα καὶ οὐδέποτε εἰς τὰ ἰδιωτικὰ συμβόλαια ἀποκρύπτεται τὸ πραγματικὸν μίσθωμα. Ἀλλὰ ἡ διάταξις ὅπως εἶναι διατυπωμένη διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς δηλώσεως ἐντὸς 30θημέρου, νομίζω, ὅτι τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν πρόκειται νὰ τὸν ἐπιτύχῃ. Διότι καὶ τὰς 30 αὐτὰς ἡμέρας, ἐὰν ὑπάρχῃ μυστικὴ συμφωνία μεταξὺ μισθωτοῦ καὶ ἐκμισθωτοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποκρυβῇ. Καὶ συνεπῶς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὸ ἰδιωτικὸν πέραν τῶν 30 ἡμερῶν θὰ εἶναι ἀνίσχυρον καὶ ἐὰν κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐφορίαν. Συνεπῶς δὲν πρόκειται νὰ ὠφελήσῃ ἡ διάταξις αὐτὴ διὰ τὴν σύλληψιν κανενὸς φοροφυγάδος. Νομίζω, ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ ἠμποροῦν νὰ κατατίθενται, ὄχι ἐντὸς 30 ἡμερῶν, ἀλλά, ὁποτεδήποτε κρίνει ὁ εἷς ἐκ τῶν συμβαλλομένων.
§76Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4 δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσουν δυσχερείας εἰς τὰς συναλλαγάς. Ἡ Ἐφορία θὰ θεωρήσῃ τὸ μισθωτήριον καὶ θὰ ἔχῃ, βάσει τοῦ μισθωτηρίου στοιχεῖα, ὅτι νέος ἐπαγγελματίας προσετέθη εἰς τὴν περιφέρειάν της καὶ θὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ τὸν παρακολουθῇ. Τὸ μισθωτήριον θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὴν Ἐφορίαν νὰ πληροφορηθῇ τοὺς εἰς τὴν περιφέρειάν της προστιθεμένους νέους ἐπιτηδευματίας.
§77Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Πρέπει ἀκόμη νὰ διευκρινησθῇ ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 3, ὅτι τὰ κατὰ τὴν προηγουμένην παράγραφον ἔγγραφα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουν θεωρηθῆ ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν Οἰκονομ. Ἐφορίαν, στεροῦνται πάσης ἀποδεικτικῆς δυνάμεως. Καὶ λέγει ἡ παράγραφος 1, ὅτι ὁ εἷς τῶν συμβαλλομένων πρέπει νὰ τὸ καταθέτῃ. Ἄν ὁ ἕνας, ὁ ἐκμισθωτὴς ἢ μισθωτής, δὲν τὸ καταθέσῃ, καὶ παρέλθῃ ἡ 30ήμερος προθεσμία, θὰ μπορῇ, ἐν τῇ πορείᾳ τῆς μισθώσεως νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἐγκυρότητα αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου;
§78Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4 δὲν κηρύσσουν ἄκυρον τὴν συμφωνίαν, ἁπλῶς τὰ ἔγγραφα δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα. Δὲν ἀπαγγέλλεται ἀκυρότης τῆς συμφωνίας. Θὰ δύνανται, ἑπομένως, οἱ συμβαλλόμενοι νὰ ἀποδείξουν τὴν συμφωνίαν δι’ ἄλλων στοιχείων.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 4. Ὁ κ. Λ. Μπουρνιᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§82Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Θὰ παρεκάλουν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μέχρι σήμερον ἔχουν συνάψει ἀσφάλειαν ζωῆς ἀπὸ τὸ 1955 καὶ ἐντεῦθεν καὶ οἱ ὁποῖοι βάσει μιᾶς διατάξεως νόμου ἔκαμαν αὐτὴν τὴν ἀσφάλειαν. Αὐτοὶ θὰ πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν.
§83Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα νὰ συνεχίσουν τὴν ἀσφάλισιν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα ἐκπτώσεως πέραν τοῦ καθοριζομένου ἀνωτάτου ὁρίου.
§84Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Αὐτοί, κ. Ὑπουργέ, εἶχον ὑπ’ ὄψει των ἕν φορολογικὸν καθεστώς. Κάμετέ το ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέραν.
§85Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶχον ὑπ’ ὄψει των καταστρατήγησιν τῆς διατάξεως αὐτῆς διὰ τὴν ἐπιτυχίαν ἄλλων ἐπιδιώξεων, ὅτι κατ’ ἀνώτατον ὅριον μέχρις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἔκπτωσις.
§86Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐδῶ λέγετε «ἀσφάλισις ζωῆς θανάτου ἢ κατὰ κινδύνου τυχὸν συμβεβηκότος». Τὶ ἐννοεῖτε διὰ τοῦ «τυχὸν συμβεβηκότος»;
§87Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τυχαῖον συμβεβηκὸς ἐπὶ τῆς ζωῆς ἢ τῆς ἀκεραιότητος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ γεγονὸς ἀναφέρεται εἰς τὰ πρόσωπα.
§88Η. ΗΛΙΟΥ. Δηλαδὴ τῆς ζωῆς ἢ τῆς ἀκεραιότητος. Καλῶς ἔχει.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐαγγελίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§90Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεβάλαμεν ὡρισμένας προτάσεις ὑπὸ μορφὴν τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, αἱ ὁποῖαι ἴσως ὑποστηριχθῇ, ὅτι δὲν ἔχουν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, ἀλλὰ καθ’ ἡμᾶς συνάπτονται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4. Ὑπεστήριξα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἐπὶ 208.000 δηλώσεων τοῦ εἰσοδήματος, κατὰ τὸ 1957, αἱ 103.000 ἀφεώρουν εἰσόδημα μέχρι 34.000 δραχμῶν. Ὁ ὄγκος αὐτῶν τῶν δηλώσεων ἔχει μικρὸν ἐνδιαφέρον, διότι τὸ σύνολον τοῦ φόρου τοῦ εἰσπραχθέντος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν 103.000 αὐτῶν δηλώσεων ἀνέρχεται εἰς 48.000.000 δραχμ. μόνον. Ἔχει ὅμως ὡς ἀποτέλεσμα νὰ παρακωλύῃ τὰς ἐφορίας ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν πράγματι μεγάλων εἰσοδημάτων, σημαντικὸν μέρος τῶν ὁποίων διαφεύγει. Ἡ μία διάταξις τῆς τροπολογίας ἀφορᾷ τὸ ἀφορολόγητον ὅριον ὅπερ δέον νὰ ταὐτίζεται πρὸς τὸ ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁρισθῆ εἰς 12.000 δραχμὰς ποσόν, τὸ ὁποῖον πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Διὰ τῆς τροπολογίας προτείνεται ἡ αὔξησις τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου εἰς 30.000 δραχμὰς ἐτησίως καὶ διὰ τὰ προστατευόμενα εἰς δραχμ. 6.000 ἀντὶ τοῦ σήμερον ἰσχύοντος τῶν δραχμ. 2.000, ὅπερ εἶναι τελείως δυσανάλογον πρὸς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας διαβιώσεως τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας τοῦ φορολογουμένου. Ἐπίσης νομίζομεν, ὅτι πέραν τῶν ἐξόδων τῆς ἰατρικῆς καὶ νοσοκομειακῆς περιθάλψεως θὰ πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ εἰσοδήματος καὶ τὰ ἔξοδα τῆς φαρμακευτικῆς περιθάλψεως, τὰ ὁποῖα εἶναι σημαντικώτερα πολλάκις τῶν τῆς ἰατρικῆς καὶ εἶναι δυσβάστακτα ἰδιὰ τοὺς μικροὺς φορολογουμένους. Τέλος, ὑπάρχει ἄλλη διάταξις εἰς τὴν τροπολογίαν μας διὰ τὸ τεκμαρτὸν εἰσόδημα ἐξ οἰκοδομῶν ἰδιοκατοικουμένων οἰκοδομῶν, δι’ ἧς ζητεῖται ὅπως αὐξηθῇ τὸ ἐκπιπτόμενον ποσὸν εἰς 12.000 δραχμὰς ἐτησίως, ἀντὶ τῶν 3.600 ποὺ ἔχει καθορισθῆ σήμερον. Ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους εἶναι ὅπως συμβαίνει εἰς ἄλλα Κράτη, νὰ μεριμνᾷ διὰ τὴν στέγασιν τῶν λαϊκῶν τάξεων. Νομίζω, ὅτι κατὰ μείζονα λόγον ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ ἐξαιρέσῃ ἀπὸ τὴν φορολογίαν τῶν μικρῶν ἰδιοκτητῶν 1.000 δραχμὰς μηνιαίως ἀπὸ τὸ τεκμαρτὸν εἰσόδημα ἐξ οἰκοδομῶν ἰδιοκατοικουμένων, ποὺ εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι εἰσόδημα, ἀλλ’ ἀποφυγὴ δαπάνης. Διότι τοιουτοτρόπως θὰ προωθήσῃ τὴν προσπάθειαν δι’ αὐτοστέγασιν τῶν λαϊκῶν τάξεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ δεχθῇ τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι θὰ βελτιώσουν τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω, ὅτι αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας προτείνομεν, ἀποβλέπουν εἰς αὐτὸν τὸν σκοπόν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§92Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, διετυπώσαμεν, ὅτι ἡ θέσις τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἀσφαλίσεων εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἦτο δικαιολογημένη. Καί, πράγματι, ἀποδεχθεὶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν πρότασιν, διηύρυνε τὰ ὅρια κατὰ τρόπον σχετικῶς ἀνεκτόν, ὥστε ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καθὼς ἔχει, γίνεται δεκτή. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ προσθέσω δύο λόγια, εἰς ὅσα προηγουμένως εἶπεν ὁ κ. Μπουρνιᾶς. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ θέμα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ἀσφαλίσεων, αἱ ὁποῖαι μέχρι σήμερον ἔγιναν.....
§93Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν, διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, νὰ γίνωνται ἀπαντήσεις ἐπὶ ἀπόψεων τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις θέτει ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Διότι ἂν πρόκειται ὅλοι οἱ συνάδελφοι νὰ λαμβάνουν τὸν λόγον διὰ νὰ ἐνταχθοῦν ὑπὲρ ἀπόψεων, τὰς ὁποίας ἄλλοι βουλευταὶ ἐξέφερον, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις.
§94Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν τὸ ἔλεγεν ὁ κ. Μπουρνιᾶς, θὰ τὸ ἔλεγα ἐγὼ πρῶτος, κ. Ὑπουργέ. Δὲν εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν μοῦ ἦλθε στὸν νοῦν. Εἶναι μία θέσις, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τὴν ὁποίαν ἐπιθυμῶ νὰ ὑποστηρίξω. Λέγω, ὅτι ἡ ἄποψις διὰ τὰς συμβάσεις τὰς ἀσφαλιστικὰς δὲν εἶναι σωστή. Καὶ δὲν εἶναι σωστὴ διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον: Ὅταν ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τὸ φορολογητέον εἰσόδημα τῶν ἀσφαλίστρων ἐγνώριζε τὶ ἔπραττε, διότι τὸ Κράτος ἤθελε νὰ ἐνισχύσῃ ἕνα θεσμὸν ὁ ὁποῖος εἶχε σβύσει κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ ἤθελε νὰ ἐνισχύσῃ τὴν τάσιν πρὸς ἀποταμίευσιν. Δὲν εἶναι δὲ ὁ μόνος τρόπος, τὸ μόνον κίνητρον τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποίησεν τὸ Κράτος πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἀποταμιεύσεως, διότι πρέπει νὰ ὑπενθυμίσω τὸ ἀφορολόγητον τῶν καταθέσεων, τῶν ὁμολογιῶν τῆς Δ.Ε.Η. Κατὰ συνέπειαν, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐπωφελήθησαν αὐτῆς τῆς διατάξεως δὲν ἔκαμαν καμμίαν καταστρατήγησιν. Ἁπλούστατα, ἔκαμαν μίαν ἀποταμίευσιν λογικήν. Ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ λέγει, ὅτι δὲν θίγω τὰς ἀσφαλιστικὰς συμβάσεις. Τὸ θέμα εἶναι, ὅταν ἕνας Ἕλλην πολίτης ὑπολογίζῃ εἰς μίαν κατευθυντήριον γραμμὴν τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος θέτει, συνάπτει μίαν τοιαύτην σύμβασιν, δὲν νομίζετε, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ τηρήσῃ τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν; Ἐγὼ θὰ σᾶς θυμίσω κἄτι ἄλλο. Αὔριον κάμνει ἡ Δ.Ε.Η. ἕνα δάνειον διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς καὶ λέγει ἡ διακήρυξις τοῦ Κράτους, ὅτι εἶναι ἀφορολόγητον τὸ 7%. Νομίζετε, ὅτι θὰ ἔχῃ κἄποιος μελλοντικὸς διάδοχός σας τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ τὸ φορολογήσῃ; Καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ ἀθέτησις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους; Κακῶς ἐτέθη ἀπὸ τὴν ἀρχὴν καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἦτο ὑπερβολικὴ ἡ ἄποψις αὐτή. Ἀλλὰ τὸ νὰ τραυματίζεται ἡ πίστις τοῦ Κράτους εἰς τοιαύτην ὥραν εἶναι τὸ χειρότερον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πράξῃ ἕνας Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ἐπισημάνωμεν. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν, τὸ Σῶμα καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἂς ἀναλάβουν τὰς εὐθύνας των.
§95Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, δὲν δικαιολογεῖται ἀνησυχία τραυματισμοῦ τῆς πίστεως τοῦ πολίτου πρὸς τὸ Κράτος. Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸ δάνειον τῆς Δ.Ε.Η. Εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην ἀπεκτήθη δικαίωμα τοῦ ἐγγραφέντος εἰς τὸ δάνειον. Τὰ γενικὰ μέτρα λαμβάνονται καὶ ἀφοροῦν καὶ τὰς ὑφισταμένας περιπτώσεις. Εἶναι γνωστὰ τὰ μέτρα περὶ μειώσεως τῶν ἐπιτοκίων. Ἰσχύουν καὶ ἔχουν ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων καταθέσεων, χωρὶς νὰ τραυματίζεται ἐντεῦθεν ἡ πίστις.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κ. Μ. Σβώλου, ἔχει τὸν λόγον.
§97Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφος, κ. Εὐαγγελίδης, θὰ εἶχα νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1957 ἔχει ἰδιαιτέραν πρόβλεψιν διὰ τοὺς ἀναπήρους πολέμου ὁπλίτας ἢ ἀξιωματικούς, τὰ θύματα κλπ. καὶ ὁρίζει ὡς ἀφορολόγητον τὸ ποσὸν τῶν 12.000. Ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς 40.000. Ἐπίσης δίκαιον θὰ ἦτο νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἰδιαιτέρα φορολογικὴ μεταχείρισις καὶ εἰς τοὺς τυφλούς. Ἐὰν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κατώρθωσαν διὰ τῶν ἰδίων των μέσων νὰ γίνουν παραγωγικοὶ καὶ νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὸ στάδιον τῆς ἐπαιτείας, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ τοὺς ὑποβοηθήσῃ καὶ νὰ τύχουν ἰδιαιτέρας μεταχειρίσεως, διότι ὅ,τι κατώρθωσαν, τὸ κατώρθωσαν διὰ τῆς θελήσεώς των καὶ διὰ τῆς ἐπιμόχθου ἐργασίας των. Δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐξομοιοῦνται πρὸς τοὺς ἀρτιμελεῖς πολίτας ὅταν μάλιστα ἡ προστασία τοῦ Κράτους καὶ ἡ βοήθειά του ὅπως καταστοῦν παραγωγικοὶ εἶναι ἐλλιπής. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ ἐρωτήσεώς μας σχετικῶς, εἶχεν ἀπαντήσει, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ εὐμενῶς τὸ ζήτημα. Παρακαλοῦμεν συνεπῶς, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν μας ἡ ὁποία ἔχει οὕτω: «Προκειμένου περὶ ἀναπήρων πολέμου Ὁπλιτῶν καὶ Ἀξιωματικῶν, ὡς καὶ θυμάτων πολέμου, ὡς καὶ περὶ εἰσοδήματος προερχομένου μερικῶς ἢ ἐν τῷ συνόλῳ του ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν, τὸ ἀφορολόγητον ὅριον ὁρίζεται εἰς 40.000 ἐτησίως. Θύματα πολέμου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ παρόντος εἶναι τὰ λαμβάνοντα σύνταξιν ἐκ πολεμικῆς αἰτίας. Πρὸς τὰ θύματα πολέμου ἐξομοιοῦνται καὶ τὰ θύματα τῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν διατεταγμένῃ ὑπηρεσίᾳ παθόντων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν. Ὡσαύτως πρὸς τὰ θύματα πολέμου ἐξομοιοῦνται καὶ οἱ τυφλοὶ διὰ τὰ ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων, ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων εἰσοδήματα αὐτῶν».
§98Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Αἱ διατάξεις τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ συνάδελφος, κ. Εὐαγγελίδης, ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον συζητήσεως κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου 3323 τοῦ Αὐγούστου 1955. Πρὸ ἐλαχίστων ἡμερῶν οἱ ὑπογράφοντες τὴν πρότασιν παρῃτήθησαν τῆς ἐπαναφορᾶς πρὸς συζήτησιν τοῦ Ν. Δ. Καὶ ὀρθῶς, κ. Πρόεδρε, διότι ἡ ἀποδοχὴ αὐτῆς ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ὅταν μάλιστα εἶναι γνωστὴ ἡ σχέσις μεταξὺ τῆς ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας, οἵα ἐξετέθη ἀπὸ ὅλας τὰς πλευρὰς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, θὰ ἐξεμηδένιζεν οὐσιαστικῶς τὴν ἄμεσον φορολογίαν καὶ θὰ περιώριζε σημαντικὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα θὰ ὑπήγοντο εἰς τὸν ἄμεσον φόρον. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα αὐτό. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀναπήρους καὶ τὰ θύματα πολέμου, θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ἔχει ληφθῆ μέριμνα διὰ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας. Ἡ παράγραφος πρώτη, τοῦ ἄρθρου 8, τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὁρίζει, ὅτι: «οἱ ἀνάπηροι ἀξιωματικοὶ ... (ἀναγινώσκει)». Τὸ ἐκπιπτόμενον ποσὸν ὡς ἐλάχιστον ὅριον συντηρήσεως διὰ τοὺς ἄλλους φορολογουμένους τριπλασιάζεται προκειμένου περὶ τῶν ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§100Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐὰν δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μας ἐν τῷ συνόλῳ της, θὰ ὑπάρξῃ ἡ περίπτωσις τῆς ἐπιτάσεως τῆς ἤδη κακῆς ὑφισταμένης καταστάσεως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀναλογίας μεταξὺ ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων, δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ἐὰν ἐπικρίνεται ἡ δυσαναλογία ποὺ ὑπάρχει εἰς βάρος τῆς ἐμμέσου φορολογίας, δὲν ἐπικρίνεται ποσὸν ἐκ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται διὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἀλλὰ ἐπικρίνεται κυρίως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ὕψους τὸ ὁποῖον ἀποδίδει ἡ ἄμεσος φορολογία. Καὶ ἔχει τονισθῆ κατ’ ἐπανάληψιν, καὶ ἔχει ἀναγνωσθῆ καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ ἀναλογία εἶναι πολὺ μικρά. Διὰ τῆς τροπολογίας μας εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα θὰ ὑπόκεινται εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν, ἀλλὰ ἐξ ἀντιθέτου τοῦ γεγονότος, ὅτι θὰ διευκολυνθοῦν αἱ φορολογικαὶ ὑπηρεσίαι διὰ νὰ συλλάβουν μεγαλύτερα εἰσοδήματα, θὰ ἔχωμεν ὑπεραύξησιν τῆς ἀποδόσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας. Συνεπῶς, ἐὰν μόνον μὲ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, ὁ κ. Ὑπουργός, ἀποκρούῃ τὴν τροπολογίαν, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ. Καὶ δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ καὶ διὰ τοὺς ἑξῆς ἀκόμη λόγους: Καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοθετήματος, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν καθ’ ἣν γίνεται συζήτησις περὶ φορολογίας, ἔγινε ἐπίκλησις τῆς λεγομένης φορολογικῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς φορολογικῆς συνειδήσεως τῶν φορολογουμένων. Νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία μας ἡ ὁποία ἀποκαθιστᾷ μίαν οὐσιαστικὴν δικαιοσύνην εἰς τὸν τρόπον τῆς φορολογήσεως, αὐτομάτως ὑποβοηθεῖ εἰς τὸ νὰ δημιουργηθῇ καὶ νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ ἡ φορολογικὴ δικαιοσύνη διὰ νὰ ἔχῃ τὸ Κράτος καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τὸν πολίτην συμπαραστάτην εἰς τὴν πάταξιν ἢ τὴν περιστολὴν τῆς φοροδιαφυγῆς. Εἰδικώτερον, κ. Πρόεδρε, παρὰ τὴν ὕπαρξιν διατάξεως ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀναπήρους καὶ τὰ θύματα πολέμου, εἶναι τόσον ἐξαιρετικῶς συμπαθὴς ἡ περίπτωσις αὐτῶν, ὥστε, νομίζω, ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τμήματος ἔστω αὐτῆς τῆς τροπολογίας μας ὄχι μόνον δὲν θὰ παραβλάψῃ, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ νὰ ὠφελήσῃ, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι γενικῶς ἡ πολεμιστικὴ νομοθεσία ἔχει ὡρισμένας ἀνεπαρκείας, καὶ εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν θὰ πρέπει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναζητοῦν τρόπον βελτιώσεώς της ὑπὲρ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκον των ἔπαθον αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν ἀναπηρίαν ἢ ἀνικανότητα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4;
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 5. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§104Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν εἶχεν τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ ἀναπτύξῃ ἐν ἐκτάσει τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὰς φορολογικὰς δηλώσεις τὰ αὐτοκίνητα καὶ τὰ πλοιάρια. Ἤθελα νὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ καθορίσῃ ἐὰν ἐν τῇ δηλώσει δὲν θὰ ἀναγράφωνται τὰ αὐτοκίνητα τὰ ὁποῖα εἶναι κάτω τῶν 12 φορολογικῶν ἵππων. Ζητῶ δὲ αὐτὸ διότι πιστεύω, καὶ πιστεύουν ὅλοι οἱ ἔχοντες ἕνα μικρὸν αὐτοκίνητον, ὅτι τοῦτο ἔχει τεθῆ ὄχι ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ γενικῶς ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις ἐν διωγμῷ. Τὸ μικρὸν αὐτοκίνητον, κ. Πρόεδρε, ὅπως ἐν ἐκτάσει ἀνέπτυξα χθὲς τὸ βράδυ, εἶναι ἓν εἶδος πρώτης ἀνάγκης, διότι εἶναι ἐργαλεῖον, εἶναι μέσον μεταφορᾶς εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, καὶ εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον ἕνας ἐπαγγελματίας νὰ μὴ ἔχῃ ἕνα μικρὸν αὐτοκίνητον, διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ ἐπιτελῇ τὰ καθήκοντά του. Τὴν ἰδίαν παράκλησιν κάνω εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ μικρὰ πλοιάρια. Τὰ μικρὰ πλοιάρια, κ. Πρόεδρε, τὰ ὁποῖα εἶναι κάτω τῶν 10 κόρων ἢ εἶναι προωστηρίου μηχανῆς κάτω τῶν 12 φορολογήσιμων ἵππων, τὰ πλοιάρια αὐτὰ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὰ θαλάσσια σπόρ, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν ἔλεγεν ὁ ὁ κ. ὑπουργός, ὅτι καὶ αὐτῆς τῆς κατηγορίας τὰ πλοιάρια δὲν θὰ ἀναγράφωνται εἰς τὴν δήλωσιν. Ἡ τρίτη παρατήρησις, διὰ τὴν ὁποίαν ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀφορᾷ τὴν μὴ χορήγησιν βεβαιώσεως φορολογικῆς ἐνημερότητος. Βλέπομεν τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν καὶ διὰ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἅπαξ βγαίνουν ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος. Ἐσχάτως, ὅπως ξεύρετε, μὲ τὴν τουριστικὴν ἐξέλιξιν ποὺ ὑπάρχει, οἱ ὑπάλληλοι οἱ μικροί, οἱ πτωχοί, καὶ οἱ ἐργαζόμενοι ἀκόμα, ἠμποροῦν μὲ 2.500 δραχ. νὰ ταξιδεύσουν εἰς 4 καὶ 5 μέρη τῆς Εὐρώπης. Νὰ μὴ εἶναι, λοιπόν, τοῦτο τεκμήριον εὐμαρείας, καὶ νὰ μὴ περιληφθῇ εἰς τὴν δήλωσιν, ἐὰν ἅπαξ τοὐλάχιστον ταξιδεύσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἐνῷ διὰ πλείονα ταξίδια νὰ σημειωθῇ τοῦτο.
§105Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βρανόπουλος ἔχει δείγματα τῆς προσοχῆς, μὲ τὴν ὁποίαν παρακολουθῶ τὰς ὁμιλίας του καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τὸν διαβεβαιώσω, ὅτι τὸ παράπονόν του δὲν εἶναι δικαιολογημένον. Διότι καὶ σήμερον παρηκολούθησα τὴν ὁμιλίαν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς προτάσεώς του. Κύριε Πρόεδρε, δὲν καθιεροῦνται διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου τεκμήρια. Διευκολύνεται ἁπλῶς ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἰσχυούσης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Νόμου 3323. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν καὶ εἰς προηγηθεῖσαν συζήτησιν νὰ ἐξηγήσω τὸ περιεχόμενον τῆς διατάξεως ταύτης, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσῃ τὸ εἰσόδημα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δαπανῶν διαβιώσεως. Γίνεται τοῦτο, ὅταν τὸ δηλούμενον εἰσόδημα δὲν καλύπτῃ τὰς δαπάνας καὶ δὲν ἀποδεικνύεται, ὅτι διετέθη κεφάλαιον ἢ κέρδος προηγουμένου ἔτους. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος νὰ ἀντιδράσῃ κατὰ τῆς προσπαθείας τοῦ κακοῦ φορολογουμένου, νὰ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἐνῷ αἱ δαπάναι διαβιώσεώς του ἀποδεικνύουν προδήλως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ ταύτας μὲ τὸ δηλούμενον εἰσόδημα; Ἐκτός, ἐὰν πρέπει ὁ οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, διὰ λογαριασμὸν βεβαίως τοῦ Δημοσίου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ Πολιτεία, νὰ παραμείνουν ἀδιάφοροι πρὸ τοῦ φαινομένου αὐτοῦ καὶ νὰ εἴπουν ὅτι, ἀφοῦ δὲν κατορθώνουν νὰ ἀνεύρουν τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὁ φορολογούμενος ἀπέκρυψε τὸ εἰσόδημά του, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς ἄλλα μέσα. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ φορολογοῦσα ἀρχὴ διαπιστώνει, ὅτι αἱ δαπάναι διαβιώσεως τοῦ φορολογουμένου ἀνέρχονται εἰς 200.000 ἐτησίως περίπου καὶ ὁ φορολογούμενος ἐδήλωσεν εἰσόδημα πεντήκοντα μόνον χιλιάδων δραχμῶν. Εἶναι φανερόν, ὅτι τὸ δηλωθὲν ποσὸν δὲν δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν στάθμην τῆς διαβιώσεώς του. Διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀνακύπτει ἡ ἀνάγκη προσφυγῆς εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου. Ἀλλὰ καὶ τότε ἐτάχθη περιορισμὸς εἰς τὴν εὐχέρειαν τοῦ Ἐφόρου καὶ ὁρίζεται, ὅτι τὸ βάσει τῶν δαπανῶν διαβιώσεως προσδιοριζόμενον εἰσόδημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὸ 8πλάσιον τοῦ ἐτησίου μισθώματος ἢ τὸ 16πλάσιον, προκειμένου περὶ ἐνοικιοστασιακοῦ μισθώματος. Κατ’ ἐφαρμογὴν τῆς ἰσχυούσης ἐκείνης διατάξεως καὶ ὄχι τὸ πρῶτον νῦν εἰσαγομένης, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναζητήσῃ ὁ ἔφορος τὰ στοιχεῖα τῆς διαβιώσεως τοῦ φορολογουμένου. Καὶ εἶπον εἰς προηγηθεῖσαν συζήτησιν, ὅτι τοὐλάχιστον τὸ αὐτοκίνητον τοῦ φορολογουμένου, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ εἶναι λαϊκὸν δι’ ἄλλας οἰκονομίας καὶ ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύῃ καὶ ὡς ἐργαλεῖον ἀσκήσεως ἐπαγγέλματος, ἔχει ὡς αὐτονόητον προϋπόθεσιν τὴν διάθεσιν μέρους τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου, διότι ἡ συντήρησίς του συνεπάγεται ὁπωσδήποτε ὡρισμένην δαπάνην. Καὶ ἡ κατοχὴ τοῦ αὐτοκινήτου εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν τελῶν κυκλοφορίας. Καὶ διὰ τοὺς ταξιδεύοντας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπάρχουν στοιχεῖα εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν Ἀλλοδαπῶν καὶ εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν Θεωρήσεως Διαβατηρίων. Αἱ Ἐφορίαι δύνανται καὶ σήμερον νὰ προσφεύγουν εἰς τὰ στοιχεῖα τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων διὰ νὰ ἔχουν πληροφορίας περὶ τῶν φορολογουμένων. Ἡ διαδικασία, ὅμως, αὕτη συνεπάγεται ἄσκοπον ἀπασχόλησιν καὶ καθυστέρησιν. Καὶ ἀνέκυψεν αὐτομάτως ἡ σκέψις: Εἶναι ἀνάγκη, ἆραγε, νὰ προσφεύγουν οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι εἰς τὰς ἄλλας κρατικὰς ὑπηρεσίας καὶ εἰς ὅλας τὰς Οἰκονομικὰς Ἐφορίας τοῦ Κράτους διὰ τὴν συγκέντρωσιν ἀπαραιτήτων διὰ τὸ ἔργον των στοιχείων; Καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε αὐτὸς οὗτος ὁ φορολογούμενος νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ δώσῃ τὰ στοιχεῖα, τῶν ὁποίων θὰ γίνῃ χρῆσις ὅταν, σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Κώδικος περὶ φορολογίας εἰσοδήματος αἱ δαπάναι διαβιώσεως εἶναι ὑπέρτεραι προφανῶς τῶν δηλουμένων εἰσοδημάτων; Καὶ ἡ κατοχὴ πλοίων συνεπάγεται δαπάνην.
§106Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ψαρόβαρκες.
§107Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ἡ διάταξις. Ὑπάρχουν παράπονα διὰ τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν τὸ 1958. Καὶ τὰ σχετικὰ παράπονα θὰ ἐξετασθοῦν εἰς τὸ δασμολογικὸν νομοσχέδιον, ἢ εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν θέσιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπιβάλλει, τέλος, εἰς τὸν ἔχοντα πλοιάριον ἢ γιώτ. Ἁπλῶς ζητεῖ νὰ δηλωθῇ τοῦτο, διὰ νὰ κριθῇ, ἐὰν καὶ αὐτὸ δημιουργῇ πρόσθετον δαπάνην, ἡ ὁποία δὲν καλύπτεται ἀπὸ τὸ δηλωθὲν εἰσόδημα.
§108Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον καὶ ἐὰν θέλῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ μὴ χαρακτηρισθοῦν ὡς τεκμήρια τὰ περιλαμβανόμενα εἰς τὸ ἄρθρον 5, εἶναι ὅμως τεκμήρια, βάσει τῶν ὁποίων θὰ κανονίσῃ ὁ Ἔφορος τὸν φόρον, ποὺ θὰ ἐπιβάλῃ.
§109Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐδώσατε τὸν ὁρισμὸν τοῦ τεκμηρίου καὶ εἴπατε, τὶ εἶναι τεκμήριον, βάσει τοῦ ὁποίου ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος θὰ καθορίσῃ τὸν φόρον. Ἀλλὰ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, βάσει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5, δὲν καθορίζει τὸν φόρον βάσει τεκμηρίων. Εἰς τὸν Γαλλικὸν Νόμον καὶ εἰς ἄλλους Νόμους γίνεται ὁ καθορισμὸς τοῦ φόρου βάσει τεκμηρίων. Ὁ ἔχων ἕνα ὑπηρέτην ἢ δύο ὑπηρέτας, πληρώνει τόσον φόρον καὶ τὸ ἐνοίκιον δημιουργεῖ τεκμήριον συνδρομῆς πολλαπλασίου εἰσοδήματος, ἄνευ ὅμως ἐρεύνης. Ὁ ἔχων γιὼτ φορολογεῖται ἀλλαχοῦ ὁμοίως, βάσει τοῦ τεκμηρίου τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἡ κατοχή. Ἀντιθέτως, εἰς τὸν ἰδικόν μας νόμον, δὲν ὑπάρχουν τεκμήρια. Ὁ Ἔφορος δὲν προσδιορίζει τὸν φόρον βάσει οἱουδήποτε στοιχείου δαπάνης. Ἁπλῶς, τὸ στοιχεῖον τοῦτο θὰ εἶναι χρήσιμον διὰ νὰ κριθῇ, ἐὰν τὸ δηλούμενον εἰσόδημα καλύπτῃ τὰς πραγματικὰς δαπάνας τοῦ φορολογουμένου. Καὶ εἶναι δυνατόν, κ. Ζορμπᾶ, ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς νὰ δημιουργῆται ἡ σύγχυσις αὐτή, ἀλλὰ ἐντὸς ταύτης δὲν δικαιολογεῖται ἡ παρεξήγησις. Ἄλλο εἶναι ἑπομένως, τὸ τεκμήριον, μαχητὸν ἢ ἀμάχητον, βάσει τοῦ ὁποίου ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ὁρίζει τὸν φόρον.
§110Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παραδέχομαι τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἀνεπτύξατε, δέχομαι ὅμως, ὅτι τὰ στοιχεῖα τοῦ ἄρθρου 5 θὰ ἐπηρεάσουν τὸν φοροτεχνικὸν ὑπάλληλον εἰς τὴν κρίσιν του, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ δήλωσις τοῦ φορολογουμένου εἶναι εἰλικρινὴς ἢ ἀνειλικρινής. Ἡ διάταξις, ἐπίσης, λέγει τὰ ἑξῆς: «........... (ἀναγινώσκει) ............». Δι’ ἐκεῖνον, δηλαδή, ὁ ὁποῖος πληρώνει ἐνοίκιον διὰ θερινὴν διαμονήν, εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει τοῦτο παρὰ τοῦ φοροτεχνικοῦ ὀργάνου, διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ὕψους τοῦ εἰσοδήματός του. Ἐνῷ δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἰδιόκτητον θερινὴν διαμονὴν δὲν τίθεται ὑποχρέωσις νὰ περιλάβῃ εἰς τὴν φορολογικήν του δήλωσιν τὸ στοιχεῖον αὐτό.
§111Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, καὶ ὁ ἔχων ἰδιόκτητον θερινὴν διαμονὴν ὑποχρεοῦται, βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας νὰ τὴν περιλάβῃ εἰς τὴν φορολογικήν του δήλωσιν. Ἐὰν δὲν πράξῃ τοῦτο, παραβαίνει τὸν νόμον. Συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῶμεν εἰς ἐπιχειρήματα ἐπὶ παραβάσεων τοῦ φορολογουμένου.
§112Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Ζορμπᾶ, κάθε περιουσιακὸν στοιχεῖον ὁ φορολογούμενος ὀφείλει νὰ τὸ δηλώσῃ. Ἑπομένως, ἐὰν ἔχῃ ἰδιόκτητον θερινὴν διαμονήν, ὀφείλει νὰ τὴν περιλάβῃ εἰς τὴν φορολογικήν του δήλωσιν.
§113Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ ἄρθρον 5 ἀναφέρεται ἐπίσης, ὅτι πρέπει νὰ δηλωθῇ ἡ κατοχὴ μικρῶν πλοιαρίων (ἀκάτου, κοττέρου κλπ.). Δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι γνωρίζω προσωπικῶς 100 τοὐλάχιστον ὑπαλλήλους Τραπεζῶν ἢ δημοσίους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι διατηροῦν διὰ τὰ θαλάσσια σπὸρ μικρὰ πλοιάρια μὲ μυρίας οἰκονομίας. Δι’ αὐτοὺς τοὺς πολίτας εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐμβάλλετε τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἀποκρύπτουν εἰσοδήματα καὶ συνεπῶς νὰ ἐπιβάλῃ μεγάλην φορολογίαν. Φρονῶ, συνεπῶς, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφοῦν αἱ ἄκατοι καὶ τὰ κόττερα. Νομίζω ἀκόμη, ὅτι τὸ φύλλον ἐνημερότητος δὲν πρέπει νὰ προσκομίζεται διὰ τὰ ταξίδια τῶν ἐπαγγελματιῶν (ἰατρῶν κλπ.) εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ταξιδεύουν δι’ ἐπαγγελματικοὺς λόγους, καθὼς καὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ λόγους ὑγείας.
§114Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν τοὺς φορολογοῦμεν, κ. συνάδελφε, ζητοῦντες φύλλον φορολογικῆς ἐνημερότητος.
§115Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἐφ’ ὅσον μνημονεύεται τὸ στοιχεῖον αὐτὸ εἰς τὸν νόμον, ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος θὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, πρὸς καθορισμὸν τοῦ ὕψους τοῦ φόρου. Πρέπει, λοιπόν, νὰ ἐξαιρεθοῦν τῆς ὑποχρεώσεως ἀναγραφῆς εἰς τὰς φορολογικὰς δηλώσεις τῶν ἐπαγγελματιῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δι’ ἐπιστημονικοὺς ἢ ἐπαγγελματικοὺς λόγους, καθὼς καὶ οἱ μεταβαίνοντες διὰ λόγους ὑγείας.
§116Ε. ΜΠΕΝΑ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τῶν συναδέλφων κυριῶν Θανασέκου καὶ Σβώλου ἔχομεν ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν τρόπον φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τῶν ὑπάνδρων γυναικῶν.
§117Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ τροπολογία σας αὐτὴ δὲν ἔχει τὴν θέσιν της ἐδῶ. Θὰ συζητήσωμεν εἰς τὸ οἰκεῖον ἄρθρον.
§118Ε. ΜΠΕΝΑ. Ἀποτελεῖ προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 5, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι τὸ εἰσόδημα ὑπάνδρου γυναικός, ἀνεξαρτήτως ποσοῦ καὶ πηγῆς θὰ πρέπει νὰ φορολογῆται κεχωρισμένως, διότι ἀντιθέτως συμβαίνει τὸ ἑξῆς: Ἀνεβαίνει ὁ συντελεστὴς καὶ ἔχομεν μίαν ἄνισον μεταχείρισιν τῆς ὑπάνδρου γυναικὸς ἔναντι τῆς ἀγάμου καὶ ἔναντι τοῦ ἀνδρός. Ἕνας ἄνδρας π.χ. μὲ εἰσόδημα 40.000 δραχμῶν, φορολογεῖται μὲ 5.120 δραχμές, ἂν εἰς τὸ εἰσόδημα αὐτὸ προστεθοῦν ἄλλαι 40.000 τῆς συζύγου, ἀνεβαίνει τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς 14.120 δραχμάς, δηλαδὴ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ φόρου ἐξ 9.000 δραχμῶν ἀφορᾷ τὸ εἰσόδημα τῆς συζύγου. Νομίζομεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄδικον καὶ ἀντισυνταγματικόν, διότι τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅλοι οἱ πολῖται εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνεται χωριστὴ μεταχείρισις τῆς γυναικός. Αὐτὸ ἀνταποκρίνεται καὶ εἰς τὰς διεθνεῖς δεσμεύσεις ποὺ ἔχει ἀναλάβει ἡ χώρα μας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομικὴν ἰσοτιμίαν τῆς γυναικός. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ κάμῃ ἀποδεκτὴν αὐτὴν τὴν προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 5 καὶ νὰ δεχθῇ ὅπως τὸ εἰσόδημα τῆς ὑπάνδρου γυναικὸς φορολογῆται κεχωρισμένως.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§120Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐπὶ τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου 5, κ. Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ πόσον βαρὺ καὶ πόσον συγχρόνως ἐλαφρὸν εἶναι τὸ περιεχόμενόν του. Νομίζω, ὅτι ὁπωσδήποτε καὶ ἂν τὸ πάρωμεν καὶ ἀρχικῶς ἐπεκρίθη τὸ ἀρχικὸν ἄρθρον 12 τοῦ Ν. Δ. περὶ φορολογίας εἰσοδήματος ὡς διατηροῦν ἕνα παράθυρον ἀνοικτὸν πρὸς τὰ τεκμήρια, καὶ ἐδῶ διευρύνεται ὁ δρόμος τῶν τεκμηρίων τῶν τόσον πράγματι δωσάντων ἀφορμὴν εἰς αὐθαιρεσίας τρομακτικὰς τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν. Δύο δρόμοι ὑπάρχουν, ἢ θὰ δώσωμεν εἰς τὰς διοικητικὰς ὑπηρεσίας δικαιώματα αὐθαιρεσίας ἐπὶ τῇ βάσει τεκμηρίων ἢ θὰ καθιερώσωμεν διὰ κατοχυρωμένων ἤδη ἐγγυήσεων τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ εἰσοδήματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι θὰ κάμωμεν ἐπιλογὴν καὶ τῶν δύο δρόμων. Ἤδη αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 12 τῆς παραγράφου 2 τοῦ νόμου περὶ φορολογίας εἰσοδήματος εἶναι βαρειές. Βαρύτερες γίνονται μὲ τὰς ἐνδείξεις αὐτὲς τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ οἱ ἐνδείξεις ἐνῷ εἶναι βαρεῖαι εἶναι συγχρόνως καὶ κατὰ τρόπον ἀντιφατικὸν ἐλαφριαί. Πρῶτον–πρῶτον, ὡς πρὸς τὰ 5 στοιχεῖα τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει περνοῦν ὡς ἕνας ἰσοπεδωτικὸς ὁδοστρωτήρ. Τὰ ταξίδια εἰς τὸ ἐξωτερικόν, τὸ ταξίδι τοῦ μεγιστᾶνος, ὁ ὁποῖος πηγαίνει εἰς τὰς μεγάλας πόλεις τῆς Νέας Ὑόρκης ἢ τοῦ Λονδίνου ἢ τῶν Παρισίων, καὶ τὸ ταξίδι τοῦ σπουδαστοῦ, ὁ ὁποῖος πηγαίνει εἰς μίαν σοφίταν καὶ πληρώνει ἀσφαλῶς ἐκεῖ ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι ἐπλήρωνε εἰς τὴν Πάτραν ἢ τὴν Λάρισαν. Τὸ κότερον καὶ ἡ ἄκατος, μεταξὺ τῆς «Χριστίνας» καὶ τῆς ψαρόβαρκας τοῦ ἁπλοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος τὴν χρησιμοποιεῖ πρὸς βιοπορισμόν. Ἀλλὰ τότε διατὶ νὰ μὴ γράψωμεν καὶ κἄτι ἄλλο πολὺ σπουδαιότερον—καὶ ποῦ θὰ φθάσωμεν ἂν συνεχίσωμεν νὰ τὰ γράφωμεν—τὶς τουαλέττες ὡρισμένων κυριῶν, οἱ ὁποῖες βάζουν μίαν τὴν ἡμέρα καὶ κἄθε μία τουαλέττα κοστίζει περισσότερον ἐτήσιον μισθὸν τῆς δευτέρας ὑπηρετρίας. Τὰς ἐπιπλώσεις, καὶ ἀλλάζουν ἐπιπλώσεις κἄθε ἑξάμηνον, ὡρισμένοι, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν, τοὺς πίνακας, τὰ ἔργα τέχνης, ποῦ θὰ φθάσωμεν κύριοι; Ξέρομεν, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, εἴτε διότι εἶναι σπάταλοι, εἴτε διὰ λόγους εὐπρεπείας, ἐξοδεύουν μεγάλα ποσά, καὶ ὑπάρχουν ἐπίσης καὶ ἄνθρωποι καὶ εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι, πωλοῦν τὴν περιουσίαν των, διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ ὑπάρχουν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Δὲν ἕπεται, ὅτι διότι ἔχει κανεὶς μίαν ὑπηρέτριαν ἢ διότι ἐπῆγε ἕνα ταξείδι ἔχει μεγάλα εἰσοδήματα. Ὑπάρχουν μεγάλα εἰσοδήματα μὴ συνοδευόμενα ἀπὸ τεκμήρια, καὶ ὑπάρχουν τεκμήρια τὰ ὁποῖα δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς εἰσοδήματα, ἀλλὰ πρὸς σπατάλην, πρὸς κολοσσιαίαν περιουσίαν, πρὸς κολοσσιαῖον κεφάλαιον καὶ ὄχι πρὸς εἰσόδημα. Κύριε Ὑπουργέ, εἰσερχόμεθα εἰς τὸν δρόμον τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων. Ἀξίωσις τῆς Πολιτείας, ἀξίωσις τῆς κοινωνίας, ἀξίωσις τῶν παραγωγικῶν τάξεων, εἶναι νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους, ἀλλὰ νὰ πληρώσουν ἐπὶ τῇ βάσει βεβαιωμένων εἰσοδημάτων καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει αὐθαιρεσιῶν, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει συλλογισμῶν νοσηρῶν, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τεκμηρίων, τὰ ὁποῖα, ὅταν τὰ εἰσάγωμεν ἔτσι δὲν ξέρω ποῦ θὰ φθάσωμεν μεθαύριον Νομίζω, ὅτι μπαίνομεν εἰς ἕνα ὀλισθηρὸν δρόμον, καὶ ἀνοίγομεν διάπλατα τὶς πόρτες τῶν τεκμηρίων, δηλαδὴ τὶς πόρτες τῆς αὐθαιρεσίας. Πρέπει νὰ συμφιλιώσωμεν τὴν Πολιτείαν μὲ τὸν φορολογούμενον, πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν τήρησιν τῶν φορολογικῶν νόμων, ἀλλὰ ὄχι διὰ μεθόδων αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι μέθοδοι ἐξασφαλίζουσαι τὴν δικαίαν κατανομὴν τοῦ φορολογικοῦ βάρους, καὶ ἑπομένως εἶναι μέθοδοι αἱ ὁποῖαι θὰ προκαλέσουν τὰς ἐχθρότητας καὶ διαμαρτυρίας,—καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε—διαμαρτυρίας ὄχι μόνον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν δίκαιον νὰ διαμαρτύρωνται, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι κατὰ συνήθειαν φοροφυγάδες.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μέρος, ἔχει τὸν λόγον.
§122Α. ΜΕΡΟΣ. Τὸ ἄρθρου 5 θὰ προκαλέσῃ πράγματι μίαν μεγάλην ἀνησυχίαν, ὄχι μόνον μεταξὺ τῶν μεγάλων φορολογουμένων, ἀλλὰ κυρίως μεταξὺ τῶν κατωτέρας φορολογικῆς τάξεως ἐπιτηδευματιῶν. Θὰ φοβοῦνται αὐτοὶ ὑπερβολικὰ τὸν Ἔφορον καὶ τὸν φοροτεχνικὸν ἐν γένει ὑπάλληλον, θὰ φοβοῦνται μίαν ἄδικον κατάταξιν, πάντως ἀντὶ τὸ ἄρθρον νὰ συντελέσῃ εἰς εὐνοϊκὰ ἀποτελέσματα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀνοίξῃ περισσότερον τὸ χάσμα μεταξὺ φορολογουμένων καὶ Δημοσίου. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς τὸ ἄρθρον αὐτὸ περὶ τεκμηρίων, διότι ἐπὶ τέλους: ἢ ἔχομεν φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸ ὕψος των, αἱ ὁποῖαι μποροῦν νὰ ἀνακαλύψουν τὴν καθαρὰν πρόσοδον ἑκάστου ἐπιχειρηματίου, ἢ δὲν ἔχομεν. Τὰ τεκμήρια δὲν εἶναι πάντοτε ἐνδεικτικὰ εὐπορίας καὶ οἰκονομικῆς εὐρωστίας. Ἀναφέρει, λόγου χάριν, τὸ ἄρθρον, ὅτι ὅστις ἔχει δύο ὑπηρετρίας κατατάσσεται εἰς τὴν τάξιν τῶν εὐπόρων. Μία ὑπηρέτρια θεωρεῖται ὡς ἀπαραίτητος, ἀλλὰ ἂν ὑπάρξουν δύο ἐκλαμβάνεται τοῦτο ὡς πειστήριον καλῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ὑπάρχουν ὅμως περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας, ἡ ὕπαρξις καὶ διατήρησις δύο ὑπηρετριῶν, ἀποτελεῖ ἀνάγκην. Σᾶς ἐρωτῶ ὅταν ὑπάρχῃ μία βαρεῖα νόσος, νόσος παρατεινομένη, εἶναι ἀπαραίτητος μία βοηθός, μία νοσοκόμος; ἀσφαλῶς ναί, διότι ἡ μία ὑπηρέτρια δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ σπιτιοῦ καὶ διὰ τὴν περίθαλψιν τοῦ ἀσθενοῦς. Καὶ ἐρωτῶ ἐν συνεχεία: Ἡ ὕπαρξις ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς καὶ δευτέρας ὑπηρετρίας εἶναι ἔνδειξις πλούτου καὶ θὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ἔφορον νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα ἄδικα καὶ καταθλιπτικὰ διὰ τὸν πολίτην, ποὺ ἔχει τὸ ἀτύχημα νὰ πάσχῃ καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ χρησιμοποιῇ καὶ τὸ δεύτερον αὐτὸ πρόσωπον; Προφανῶς θὰ πρόκειται περὶ ἀπαραδέκτου ὑπερβολῆς. Καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο μνεία περὶ ὑπηρετριῶν, ἂς λεχθῇ, ὅτι εἶναι δύσκολος ἡ ἐξεύρεσίς των καὶ τοῦτο διότι δὲν ὑπάρχει κοινωνικὴ ἀσφάλισις ἰδιὰ τὰ πτωχὰ ἐκεῖνα κορίτσια, τὰ ὁποῖα προσεφέροντο νὰ ὑπηρετήσουν ὡς ὑπηρέτριαι. Ἔχομεν ἀσφαλίσει τοὺς ἐμπόρους, τοὺς βιομηχάνους, τοὺς ἐργάτας, τοὺς ὑπαλλήλους κλπ., καὶ τὰ πτωχὰ πλάσματα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται ὡς ὑπηρέτριαι τὰ ἔχομεν ἀκόμη ἀνασφάλιστα. Δι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀπροθυμία τῆς προσφορᾶς νὰ ὑπηρετήσουν εἰς τὰ σπίτια. Ἀλλὰ τώρα μὲ τὸ ὡς ἄνω ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου κλείνομεν τὴν πόρταν καὶ εἰς ὅσα κορίτσια, ἔστω καὶ ὑπὸ δυσμενεῖς ὅρους, θὰ θέλουν νὰ ἐργασθοῦν. Καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ποῖος θὰ θελήσῃ νὰ προσλάβῃ καὶ δευτέραν ὑπηρέτριαν, ὅταν αὐτὸ θὰ ἀποτελῇ τεκμήριον πλούτου καὶ θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μεγαλυτέραν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν; Τὸ νομοσχέδιον ὅμως θεωρεῖ καὶ τὸν οἰκοδιδάσκαλον ὡς ἔνδειξιν οἰκονομικῆς εὐρωστίας, ἀλλὰ εἰς μεγάλην ἀναλογίαν ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ προσλαμβανόμενοι ὡς οἰκοδιδάσκαλοι; Συνήθως προσλαμβάνονται λίαν ἡλικιωμένα πρόσωπα ἐκ τῶν πρώην διδασκάλων καὶ κυρίως γυναῖκες, ἰδιὰ νὰ βοηθήσουν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν παιδιῶν μιᾶς οἰκογενείας, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καὶ οἰκογένεια ἑνὸς μέσου Δημοσίου ὑπαλλήλου. Κατὰ κανόνα οἱ οἰκοδιδάσκαλοι εἶναι πτωχότατοι, ἀλλὰ καὶ αἱ οἰκογένειαι αἱ ὁποῖαι τοὺς προσλαμβάνουν, ἐκ λόγων ἐνίοτε καὶ φιλαλληλίας, εἶναι μᾶλλον καὶ αὐταὶ χαμηλοῦ εἰσοδήματος. Μὲ τὸν καθιερούμενον πλέον ὅρον «τοῦ οἰκοδιδασκάλου» ποῖος, θὰ προσλάβῃ τοιοῦτον, ἐφ’ ὅσον δὲν διαθέτει ἄφθονα χρήματα; Οὕτω τὸ νομοσχέδιον κατὰ ἕνα τρόπον, πλήττει καὶ τὰ πτωχὰ καὶ γηρασμένα αὐτὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ ἄλλας συνθήκας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρουν στέγην καὶ τροφήν. Ἰδοὺ λοιπὸν ἄλλη ὑπερβολὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀνοίγομεν τὸν δρόμον εἰς ὑπερβολὰς εἰς βάρος τῶν φορολογουμένων ἀπὸ τοὺς ἐφοριακοὺς καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν, χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν, δυσχεραίνομεν τὴν θέσιν τῶν πτωχῶν πλασμάτων ποὺ θὰ ἤθελον νὰ ἐργασθοῦν ὡς ὑπηρέτριαι καὶ τὴν θέσιν ἐπίσης τῶν ἀπομάχων τοῦ διδασκαλικοῦ ἐπαγγέλματος. Δι’ αὐτὸ καὶ ζητοῦμεν ν’ ἀπαλειφθῇ ἐξ ὁλοκλήρου τὸ ἀναφερθὲν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ περισσότερον ἄσχημα, παρὰ καλὰ ἀποτελέσματα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κ. Μ. Σβώλου, ἔχει τὸν λόγον.
§124Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς συνέχειαν τῆς παρεμβάσεως τῆς συναδέλφου μου κ. Μπενᾶ, ἔχω νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς: Τὸ Ν. Δ. 3323)55, προέβλεπεν, ὅτι συνεστῶτος τοῦ γάμου, τὸ εἰσόδημα τῆς συζύγου προστίθεται εἰς τὸ εἰσόδημα τοῦ συζύγου καὶ φορολογεῖται ἑνιαίως. Τὸ Ν. Δ. 3765)57 προβλέπει μίαν παρέκκλισιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς καὶ ὁρίζει ἕνα ὅριον 25.000 δραχμῶν διὰ τὸ ἐξ ἀκινήτων εἰσόδημα καὶ 40.000 δραχμῶν διὰ τὸ ἐξ ἐκμισθώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν. Ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ γυναίκα πρέπει νὰ φορολογῆται κεχωρισμένως, εἴτε εἶναι ὕπανδρος, εἴτε ὄχι, διότι ἡ γυναίκα σήμερον—καὶ νομίζω, ὅτι δι’ αὐτὸ δὲν ἔχει κανεὶς ἀντίρρησιν— ἔχει ἰδίαν νομικὴν προσωπικότητα, εἴτε ἐν τῷ γάμῳ, εἴτε ἂν εἶναι ἄγαμος. Αὐτὸ τὸ ὁρίζει καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἡ νομοθεσία μας προβλέπει, ὅτι ἡ γυναίκα ἠμπορεῖ νὰ κατέχῃ ἰδίαν περιουσίαν καὶ ἠμπορεῖ νὰ τὴν διαχειρίζεται μόνη της. Συνεπῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ φορολογῆται τὸ εἰσόδημα μαζύ μὲ τὸ τοῦ συζύγου της. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἕν ἄλλο σημεῖον ποὺ δικαιολογεῖ τὴν ἄποψιν τῆς χωριστῆς φορολογήσεως. Σύμφωνα μὲ τὸ Ν. Δ. τοῦ 1957 εἶναι πολὺ φανερόν, ὅτι δὲν φορολογεῖται τὸ οἰκογενειακὸν εἰσόδημα. Τοῦτο εἶναι καταφανὲς διότι φορολογοῦνται ἰδιαιτέρως τὰ εἰσοδήματα τῶν παιδιῶν ἄνω τῶν 18 ἐτῶν. Συνεπῶς, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ γυναίκα πρέπει νὰ φορολογῆται ἰδιαιτέρως. Εἶναι μόνιμον αἴτημα τοῦ γυναικείου κόσμου, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀλλὰ καὶ διεθνῶς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἡ γυναίκα μόνιμον ἐξάρτημα, οὔτε τοῦ ἀνδρός, οὔτε κανενός, ἔχει, ἐπαναλαμβάνω, ἰδίαν προσωπικότητα, ἐργάζεται καὶ ἔχει ἴδιον εἰσόδημα, ἔχει ἰδίαν περιουσίαν καὶ συνεπῶς θὰ ἔχῃ κεχωρισμένας ὑποχρεώσεις. Τὸ ἀντίθετον δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀπαράδεκτον.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μπαλτατζῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§126Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸ ἄρθρον 5 ἠκούσθησαν ἀρκεταὶ ἐπικρίσεις, μερικαὶ τῶν ὁποίων ἠμπορεῖ νὰ εἶναι βάσιμαι καὶ μερικαὶ εἶναι ἀβάσιμαι. Βέβαια, αὐτὸ ποὺ εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Μέρος, ἂν εἶναι τὶς ἄρρωστος καὶ πάρει μίαν νοσοκόμον, δὲν θὰ εἶναι κριτήριον εὐπορίας, αὐτὸ θὰ τὸ κρίνῃ ὁ Ἔφορος, δὲν καθιερώνεται τεκμήριον. Ὅταν ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπιδιώκωμεν νὰ πλήξωμεν τὴν φοροδιαφυγὴν καὶ θέλομεν νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσοστὸν τῆς συμμετοχῆς τῆς ἀμέσου φορολογίας εἰς τὰ γενικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ ληφθοῦν ἀκόμη καὶ ἄλλα μέτρα, καὶ νὰ φθάσωμεν ἐν ἀνάγκῃ καὶ εἰς τὰ τεκμήρια. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν αὐτήν, ὅτι τὰ τεκμήρια εἶναι κἄτι τὸ καταστρεπτικόν, προσωπικὴ μου ἄποψις εἶναι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχεις ἕν ἰδιωτικὸν αὐτοκίνητον, εἶναι δυνατὸν νὰ εἰπῇς, ὅτι δὲν ἔχεις ἕνα εἰσόδημα 8.000 δραχμῶν; Προσωπικῶς, δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα θίγει τὴν καλὴν ὀργάνωσιν τῆς οἰκονομικῆς μας πολιτικῆς. Δὲν πρέπει νὰ ἀκούωνται εἰς αὐτὴν τὴν ἔκτασιν αἱ ἐπικρίσεις ἐναντίον τῆς προσπαθείας ἡ ὁποία καταβάλλεται διὰ νὰ περισταλῇ ἡ φοροδιαφυγή. Βέβαια ἂν ἔχωμεν κἄτι νὰ προσθέσωμεν διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπαυξήσωμεν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνει τὸ Κράτος, νὰ τὰ κάμωμεν. Αὐτὸ ἔγινεν εἰς τὸ ἄρθρον 1, ὅπου ἐλέχθησαν τόσα πράγματα διὰ τὰ μερίσματα τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, καὶ εὐτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδέχθη νὰ προσθέσῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὡς ἕνα πρόσθετον εἰσόδημα καὶ μίαν πηγὴν ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγῃ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι αὐταὶ αἱ ἐπικρίσεις πρέπει νὰ ἐντοπίζωνται βέβαια εἰς σημεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν κἄποιαν δύναμιν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ὑπάρχει βέβαια καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις, ὅτι τὰ πάντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τοὺς φοροτεχνικοὺς ὑπαλλήλους, δὲν γεννᾶται ζήτημα, οἱ νόμοι εἶναι τέλειοι, ἀλλὰ ποῖοι θὰ τοὺς ἐφαρμόσουν; Αὐτοὶ οἱ ὑπάρχοντες φοροτεχνικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ νομίζω, ὅτι πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν καταβάλλεται προσπάθεια καὶ πρέπει νὰ καταβληθῇ προσπάθεια, καὶ κἄθε δικαία παρατήρησις ἐκ μέρους τοῦ Σώματος, ἐκ μέρους τῶν ἐκπροσώπων τῶν παραγωγικῶν τάξεων, πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἡγεσίας τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν. Διότι ἂν δὲν ἐξυγιάνωμεν γενικῶς τὴν διοίκησιν, δὲν τὴν ἐξυψώσωμεν, δὲν τὴν ἐμπλουτίσωμεν μὲ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν ἐφόδια καὶ πνευματικὰ καὶ ἠθικά, δὲν εἶναι δυνατόν, οἱανδήποτε φορολογικὴν πολιτικὴν ἂν ἐφαρμόσωμεν νὰ ἀποδώσῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὡς πρὸς ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἐπιθυμῶ νὰ ἐνισχύουν κἄθε προσπάθειαν ἡ ὁποία καταβάλλεται διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, κἄθε προσπάθεια, διὰ τῆς ὁποίας θὰ κατορθώσωμεν νὰ αὐξήσωμεν τοὺς ἀμέσους φόρους, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§128Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, φοβοῦμαι, ὅτι γίνεται μία σύγχυσις μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 5 καὶ τοῦ γενικοῦ θέματος τῶν τεκμηρίων, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὸν κ. Μπαλτατζῆν, διὰ νὰ γίνῃ μία διευκρίνισις. Ἐγὼ εἶμαι ἀπολύτως ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀρχὴν τῶν τεκμηρίων ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν πρὸς τὸ συγκεκριμένον ἄρθρον 5, διότι ὅπως ὀρθῶς τὸ ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν καθιερώνει τεκμήρια. Τὰ τεκμήρια διὰ τὴν φορολογικὴν πολιτικὴν κατὰ τὴν ἰδικήν μου προσωπικὴν ἀντίληψιν, ἀποτελοῦν κίνδυνον καὶ ζημιώνουν τὴν φορολογικὴν προσπάθειαν. Ἀλλὰ τὸ νὰ δύναται τὸ Κράτος νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν φορολογούμενον κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς φορολογικῆς δηλώσεως νὰ τοῦ παράσχῃ στοιχεῖα τῆς διαβιώσεώς του, στοιχεῖα ἁπλᾶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν, πολὺ περισσότερον ἀφοῦ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, θὰ ἔχῃ ἕνα καλὸν ψυχολογικὸν ἀντίκτυπον, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔλθῃ ἕνας φορολογούμενος πλούσιος μέν, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ἰσχύουν ὅλαι αὐταὶ αἱ περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου, νὰ κάνῃ τὴν δήλωσιν, εἶναι δύσκολον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει 3.000 εἰσόδημα τὸν μῆνα ἐὰν δὲν δύναται νὰ ἀποδείξῃ πόθεν ἔχει τὰ χρήματα μὲ τὰ ὁποῖα ζῇ, καὶ κατὰ συνέπειαν, ὀρθῶς λοιπὸν τὸ ἄρθρον διατυποῦται καὶ χαίρω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ διετύπωσεν ἔτσι, ἀπαλείψας τὴν γενικὴν διατύπωσιν τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπε νὰ καθορισθοῦν αἱ περιπτώσεις δηλώσεως δι’ ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁδηγηθῇ κανεὶς εἰς τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἠμπορεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ζητήσῃ ὑπερβολικὰς λεπτομερείας ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ζωὴν τοῦ φορολογουμένου, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπαράδεκτος. Αὐτὰ ὅμως τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ σημειώσῃ ὁ φορολογούμενος εἰς τὴν δήλωσίν του, δὲν νομίζω, ὅτι δὲν ἀποτελοῦν στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εὐλόγως ἠμποροῦν νὰ κινήσουν τὴν ἀντίδρασιν. Κατὰ συνέπειαν ἐπιθυμῶ τοὐλάχιστον νὰ εἶναι σαφές, ὅτι παρὰ τὴν ἀπόλυτον ἀντίθεσίν μου πρὸς τὰ τεκμήρια— καὶ χαίρω διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἰσάγει νέα τεκμήρια διὰ τοῦ νομοσχεδίου, πλὴν τοῦ ἑνὸς τὸ ὁποῖον ὑφίσταται καὶ τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα— συμφωνῶ μὲ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου 5 ὡς ἔχει.
§129Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅταν ὅμως ἀποφασισθῇ νὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν φοροδιαφυγὴν εἰς τὰ μεγάλα εἰσοδήματα, θὰ ἴδωμεν, ὅτι τὸ ἄρθρον δὲν πάσχει κατὰ τὴν θετικὴν διάταξιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν παράλειψιν. Ὁμιλοῦμεν περὶ εἰκονικότητος τῶν ἑταιρικῶν, ἀλλὰ δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ τρόπου διαβιώσεως τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν κἂν εἰς τὸ ὄνομά των ἰδιωτικὸν αὐτοκίνητον. Καὶ ὑπαινίσσομαι τὰς μεγάλας ἑταιρείας, ὅπου ἀμφιβάλλω ἐὰν ὑπάρχῃ ἕνας τῶν διευθυντῶν τῶν ἑταιρειῶν ποὺ νὰ ἔχῃ ἐπ’ ὀνόματί του αὐτοκίνητον, διότι τὸ ἔχει ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἑταιρείας καὶ ὄχι μόνον ὁ ἴδιος δὲν πληρώνει δι’ αὐτό, ἀλλὰ δὲν τὸ δηλώνει ὡς ἴδιον περιουσιακὸν στοιχεῖον, ἀλλὰ τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς στοιχεῖον ἀπαλλαγῆς ἀναλόγου φόρου, λόγῳ δαπάνης, διότι ἡ ἑταιρεία τὸ ἔχει τὸ αὐτοκίνητον ὡς δαπάνην. Θὰ ἤθελον κἄποτε, ἔστω καὶ κατὰ παράβασιν τῆς ἀρχῆς νὰ μὴ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τῶν τεκμηρίων, νὰ ἴδωμεν κατὰ ποῖον τρόπον αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ εἰκονικότητες εἶναι δυνατὸν νὰ παταχθοῦν, διὰ νὰ πληρώσουν ἀναλόγως διὰ τὰ μεγάλα εἰσοδήματα καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὰ ἀπολαμβάνουν.
§130Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ ἄρθρον 5 ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ αὐτοκίνητα προβλέπεται ἡ ἰδιοκτησία αὐτοῦ τόσον παρὰ τοῦ φορολογουμένου, ὅσον καὶ παρὰ τῶν συνοικούντων μελῶν, διὰ τὰ ταξείδια ὅμως, τοιαῦτα προβλέπονται μόνον τοῦ φορολογουμένου. Ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ περιληφθοῦν καὶ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τοῦ φορολογουμένου εἰς τὰ ταξείδια.
§131Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ προστεθῇ: Πλὴν τοῦ φορολογουμένου καὶ τῶν βαρυνόντων αὐτῷ προσώπων, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 γίνεται δεκτόν;
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 6. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§135Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προβλεπομένη τριμελὴς Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν τελεσίδικον κρίσιν τοῦ δηλουμένου εἰσοδήματος μὲ εὑρίσκει ἀπολύτως σύμφωνον. Ἐπίσης ἀπολύτως σύμφωνον μὲ εὑρίσκει καὶ ἡ διάταξις περὶ προσκλήσεως τοῦ φορολογουμένου ὅπως λάβῃ γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφόρου. Θέλω μόνον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐκ τῆς πείρας ἔχει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἀτυχῶς αἱ τοιαῦται προσκλήσεις οὐδέποτε φθάνουν εἰς τὸν προορισμόν των, διότι ἀποστέλλονται παρὰ τῶν διαφόρων Ἐφορειῶν ταχυδρομικῶς. Καὶ ἀναφέρω συγκεκριμένην περίπτωσιν. Διὰ νὰ καταβληθῇ χρέος τοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εὑρισκομένου υἱοῦ μου, ἐστάλη πρόσκλησις ταχυδρομικῶς εἰς τὴν παλαιὰν οἰκίαν μου καὶ ἔφθασε μετὰ τρία χρόνια εἰς τὴν νέαν καὶ ἐπλήρωσα 410 δραχμάς. Δι’ αὐτὸ θὰ ἦτο ὀρθότερον, ἐὰν ἡ πρόσκλησις, διὰ νὰ ὁρίσουν αἱ ἁρμόδιαι ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις τὸν ἀντιπρόσωπόν των καὶ ἡ πρόσκλησις τοῦ φορολογουμένου, ὅτι παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐγίνετο δι’ ἀποδεικτικοῦ ἐπιδόσεως.
§136Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «νομίμως ἐπιδιδομένη».
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει, ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς.
§138Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἐφ’ ὅσον εἴμεθα ἐν ὄψει τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογικῶν δικαστηρίων, νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 θὰ πρέπει νὰ ἀνασταλῇ μέχρις ὅτου λειτουργήσουν τὰ φορολογικὰ δικαστήρια, ὥστε οἱ πραγματικῶς ἀνειλικρινῶς δηλοῦντες καὶ παραλείποντες τὸ ὕψιστον καθῆκον πρὸς τὴν Πολιτείαν, νὰ δηλώσωσι τὰ εἰσοδήματά των νὰ παραπέμπωνται εἰς τὸν φυσικόν των δικαστήν. Διότι ἡ τριμελὴς αὐτὴ Ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἄρθρον 6, ἐφ’ ὅσον δὲν καθορίζομεν κριτήρια καὶ μίαν δικονομίαν, βάσει τῆς ὁποίας θὰ ἐφαρμοσθῇ, τὶ θὰ ἀποδώσῃ περισσότερον; Θὰ βγάλῃ κρίσιν αὐθαίρετον. Οὔτε ὁ Πρόεδρος, οὔτε ὁ Διευθυντὴς τῆς Νομαρχίας οἱ ὁποῖοι εἶναι βεβαρημένοι μὲ τόσα ἄλλα καθήκοντα θὰ δυνηθοῦν νὰ κρίνουν ἐν συνειδήσει. Βεβαίως νὰ παραπέμπεται καὶ νὰ δικάζεται καὶ νὰ καταδικάζεται αὐστηρότατα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παραλείπει αὐτὸ τὸ καθῆκον, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς του δικαστὰς καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱ φυσικοὶ δικασταὶ εἶναι οἱ φορολογικοὶ δικασταὶ τῶν ὁποίων ἐπίκειται ἡ σύστασις. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ διάταξις μέχρι τῆς ἱδρύσεως τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων νὰ ἀνασταλῇ καὶ μὲ τὴν ἄποψιν αὐτὴν συνιστῶ τὴν ἀνάλογον τροπολογίαν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζαρντινίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§140Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ 9 προβλέπεται, ὅτι θὰ τεθοῦν εἰς ἐφαρμογὴν ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1960, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Θὰ παρεκάλουν συνεπῶς, ὅπως ἐπίσης καὶ αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6, ἰσχύσουν ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1960. Ἐπίσης, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν Θεσσαλονίκην δὲν ἔχομεν εἰδικὴν ἐφορίαν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων, ἀλλὰ διαφόρους ἐφορίας. Θὰ παρεκάλουν, ὡς ἐκ τούτου, ὅσας δηλώσεις ἐνδιαφερομένων ἤθελον κρίνει οἱ ἁρμόδιοι ἔφοροι ὡς ἀνειλικρινεῖς, νὰ ἔχουν δικαίωμα νὰ τὰς παραπέμψουν εἰς μόνον μίαν 3μελῆ Ἐπιτροπήν, προκειμένου νὰ κρίνῃ τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον ἀσκήσεως ἐλευθερίου ἐπαγγέλματος, θὰ παρεκάλουν, αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 νὰ μὴ ἰσχύσουν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν συμπληρώσει 10ετῆ ἢ 15ετῆ ἄσκησιν ἐπαγγέλματος, δεδομένου, ὅτι οὗτοι κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἀποκτήσει εἰσοδήματα ἱκανὰ νὰ προκαλέσουν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, παρὰ εἰς σπανίας περιπτώσεις, οἱ δὲ ὑπόλοιποι ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίαι οἱ ἄνω τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος, νὰ κριθοῦν ὑπὸ μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἐφ’ ἅπαξ, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἕνα κριτήριον συγκρίσεως εἰσοδημάτων ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν. Τέλος, θὰ παρεκάλουν, προκειμένου περὶ τῶν μεγάλων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, τῶν ὁποίων αἱ μετοχαὶ δὲν ἀνήκουν εἰς ἰδιώτας ἀλλὰ εἰς οἰκονομικοὺς ὀργανισμούς, καὶ αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλουν δηλώσεις καὶ ἐμφανίζουν εἰσοδήματα κατὰ πολὺ μικρότερα ἀπὸ μικρὰς βιομηχανίας, αἱ μεγάλαι αὐταὶ ἑταιρεῖαι νὰ κριθοῦν ἀπὸ ἐμπειρογνώμονας διὰ νὰ παταχθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ μεγάλη φοροδιαφυγή, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται εἰς τὸν τομέα αὐτόν.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§142Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 ὡμίλησα, ὅταν ὡμίλουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ δὲν προτίθεμαι νὰ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα τότε εἶπον. Θὰ συνοψίσω, ὅμως, μὲ ὀλίγας λέξεις. Τὸ ἄρθρον 6 τείνει εἰς τὸ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἕνα θέμα βαρὺ πρόβλημα, δηλαδὴ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς τῶν ἀσκούντων ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα καὶ εἶναι βέβαιον καὶ δεδομένον ἀπὸ τοὺς ἀριθμούς, ὅτι συγκριτικῶς ἡ φοροδιαφυγὴ εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τῶν φορολογουμένων, εἶναι λίαν ὑψηλή. Παρὰ ταῦτα, τὸ ἄρθρον τοῦτο περιλαμβάνει μίαν βασικὴν ἀντινομίαν, ἡ ὁποία, ἀπορῶ, πῶς διέφυγε τῆς προσοχῆς τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ὁλόκληρος ἡ φορολογικὴ προσπάθεια καὶ ἡ φορολογικὴ νομοθεσία στηρίζεται εἰς ὡρισμένα βάθρα, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ τήρησις βιβλίων, τὰ ὁποῖα ἐλέγχονται ἀκριβῶς καὶ ἀποτελοῦν, ἐφ’ ὅσον ἐλεχθοῦν, ἀκριβῆ ἀπόδειξιν. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν σπάζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ φοβοῦμαι, ὅτι τὴν σπάζει ἄνευ λόγου, χωρὶς νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὀρθῶς τείνει καὶ χωρὶς νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὴν ἀνεύρεσιν τῆς φορολογητέας ὕλης, ἡ ὁποία τοῦ διαφεύγει. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρέπει νὰ γενικεύωμεν ὑπερμέτρως εἰς τὸν τόπον μας. Ἐάν, π.χ., ἕνας ἀπὸ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν ἐλεύθερον ἐπάγγελμα εἶναι φοροφυγάς, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλείωμεν, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἔντιμοι φορολογούμενοι εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Φαντασθῆτε ποία θὰ εἶναι ἡ ἐντύπωσις, ὅταν ἐρχόμενοι ἡμεῖς ὡς Βουλή, διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι καὶ τὸν ἔντιμον φορολογούμενον, ὁ ὁποῖος ἐτήρησε τὰ βιβλία, τὸν παραπέμπομεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ ἰσχύσουν ὄχι κἂν κριτήρια, ἀλλὰ ἐλευθέρα κρίσις, ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ὕψους τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος θὰ τοῦ ἐπιβληθῇ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν ἀδυναμίαν τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἔχω χρέος νὰ ἐπισημάνω καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ξεφύγωμεν. Τὸ ἄρθρον 6 ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύσῃ ὡς ἔχει, ἀλλὰ ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν, ὅταν ὁ φορολογούμενος συλληφθῇ ἐν ἀταξίᾳ εἰς τὴν τήρησιν τῶν βιβλίων του. Ἐὰν συλληφθῇ ἐν ἀταξίᾳ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, καὶ ὑπάρχουν μύριοι τρόποι, διὰ νὰ συλλάβετε τὰς ἀταξίας, ὅταν καὶ ὅπου ὑπάρχουν, ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν παραπέμψατέ τον εἰς τὴν τριμελῆ Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ προσδιορίσῃ τὸ ὕψος τοῦ εἰσοδήματός του. Προκειμένου περὶ ἰατρῶν, γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν ἀπόδειξιν, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὸν ἄρρωστον, νὰ ἐκπέσῃ ἀπὸ τὸ φορολογητέον εἰσόδημα. Τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσεν εἰς τὸν ἰατρόν. Εἶναι ἕνας τρόπος, ὁ ὁποῖος διευκολύνει πολύ. Εἰς τὴν Ἀθήνα ἐδημιουργήθη μία Ἐφορία ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων, ἡ ὁποία ἐργάζεται καλὰ καὶ βελτιώνει τὴν κατάστασιν, εἶναι δυνατὸν μὲ προσπάθειαν νὰ ἀνευρεθοῦν μύριοι τρόποι, ὥστε νὰ συλληφθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν ἀταξίᾳ, νὰ γνωρίζῃ ὅποιος ἀσκεῖ ἐλευθέριον ἐπάγγελμα, ὅτι ἅπαξ συλληφθῇ ἐν ἀταξίᾳ, ἔστω καὶ εἰς λεπτομερείας, ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα θὰ πηγαίνῃ εἰς Ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ μ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνετε νὰ θεσπίσητε, ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα μόνον ἕνας ἠλίθιος θὰ τηρήσῃ καλὰ βιβλία, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως θὰ παραπεμφῇ εἰς τὴν τριμελῆ Ἐπιτροπήν. Οὐσιαστικῶς, αὐτὴ ἡ διάταξις καταργεῖ τὰ βιβλία. Λέγετε εἰς τὸν Ἕλληνα φορολογούμενον, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ ἐλεύθερον ἐπάγγελμα, μὴ τηρήσῃς τὰ βιβλία, ἀφοῦ ἐπὶ δικαίων καὶ ἀδίκων θὰ πέσῃ ἡ διάταξις αὐτή. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ φοβοῦμαι, γνωρίζων καὶ τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα, ὅτι θὰ συμβῇ δυστυχῶς τὸ ἑξῆς, μὲ τὸ ἄρθρον αὐτό. Ὁ Ἔφορος, ἀκολουθῶν τὴν ὁδὸν τῆς εὐκολίας, θὰ παραπέμπῃ τοὺς πάντας εἰς τὴν τριμελῆ Ἐπιτροπήν. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ μετέχῃ καὶ ἕνας Δικαστής, μὴ δυναμένη νὰ ἀνεύρῃ στοιχεῖα, δὲν θὰ δύναται νὰ σχηματίσῃ κρίσιν. Διότι, ὅταν θέτετε ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς ἕνα δικαστικόν, ὡς Πρόεδρον, καὶ ἐὰν ἕνας φορολογούμενος, ὁ ὁποῖος ἐτήρησεν ἄψογα τὰ βιβλία του, παρουσιασθῇ εἰς τὸν ἔχοντα δικαστικὴν συνείδησιν καὶ τοῦ εἴπῃ, μὲ ποῖον κριτήριον καὶ μὲ ποίαν ἀπόδειξιν θὰ μοῦ ἀπορρίψητε τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔφερα καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι πλήρη, ὁ δικαστής, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποδεχθῇ τὴν δήλωσίν του καὶ θὰ εἶναι ἄχρηστος ἡ παραπομπή του εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτό, πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον, τὸν ὁποῖον ἔθεσα, διότι ἄλλως, ἐν τῇ ἐπιδιώξει νὰ συγκεντρώσωμεν κἄπως περισσότερα χρήματα ἐκ τῆς φορολογίας αὐτῆς, θὰ κινδυνεύσωμεν νὰ πλήξωμεν τὴν φορολογικὴν συνείδησιν, ἡ ὁποία τώρα μόλις ἀρχίζει νὰ ἀναπτύσσεται, εἰδικώτερα εἰς τοὺς ἀνθρώπους τῆς κατηγορίας αὐτῆς. Ἐφιστῶ καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν ἐπὶ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος, διότι τὸ θεωρῶ, κυρίως, θέμα ἀρχῆς. Ἡ φορολογική μας πολιτικὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ὡρισμένην ἀμετακίνητον κατευθυντήριον γραμμὴν καὶ ἀπὸ τὴν γραμμὴν αὐτήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ξεφύγωμεν, χωρὶς νὰ ζημιώσωμεν, ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, τὴν ὅλην προσπάθειαν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§144Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ ἐπρόλαβεν ὁ κ. Μητσοτάκης, διότι ἔχω ὑποβάλει καὶ ἐγὼ τοιαύτην τροπολογίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξομοιώσωμεν τοὺς καλοὺς φορολογουμένους μὲ τοὺς κακούς, ὅπως γίνεται μὲ τὴν διάταξιν αὐτήν, ὅπου πάντες ἔχουν τὸν φόβον νὰ παραπεμφθοῦν εἰς Ἐπιτροπήν. Ἐὰν ἐδημιουργήθη μία ἀντίδρασις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ βασικωτέρα ἀφορμὴ εἶναι ἡ δυσπιστία τῶν φορολογουμένων πρὸς τὰς φορολογικὰς ὑπηρεσίας, τῶν ὁποίων ἡ ἀναδιοργάνωσις ἀπαιτεῖ μακρὸν χρόνον καὶ σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν εἰς αὐτάς. Προτείνω ἑπομένως καὶ ἐγώ, ὅπως ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύσῃ μόνον διὰ τοὺς περιλαμβάνοντας εἰς τὰ βιβλία των ἀνειλικρινῆ στοιχεῖα καὶ ὑπάρχει τρόπος ἐλέγχου τῶν βιβλίων. Δὲν θὰ πρέπει, ἑπομένως, νὰ διακινδυνεύσωμεν μίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὁμοφώνως θὰ ψηφίσωμεν, διότι εἶναι γεγονός, ὅτι τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα ἀποτελοῦν μίαν τάξιν φορολογουμένων, τῆς ὁποίας μέχρι σήμερον δὲν ἔχει κατωρθωθῆ ἡ σύλληψις τῆς φορολογητέας ὕλης. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτρεπτόν, ὅπως παραπέμπωνται ὅλοι ἀνεξαρτήτως οἱ φορολογούμενοι τῆς κατηγορίας αὐτῆς εἰς τὴν 3μελῆ Ἐπιτροπήν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κορόζος, ἔχει τὸν λόγον.
§146Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μίαν διευκρίνησιν, ἐπὶ τῆς παραγράφου 5 τοῦ συζητουμένου ἄρθρου 6. Κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἔκαμα τὴν πρότασιν τῆς καθιερώσεως καὶ ἐν προκειμένῳ ἑνὸς σταδίου συμβιβασμοῦ, ἥτις καὶ ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀφέθη εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν ἡ διατύπωσις, ἥτις καὶ πράγματι ἐγένετο κατὰ τὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς προσθήκης τῆς παραγράφου 5 εἰς τὸ ἄρθρον 6. Ἔχω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἡ παράγραφος 5, ἀφήνει τὴν ἔννοιαν, ὅτι, μετὰ τὴν πρόσκλησιν τοῦ ἐφόρου καὶ τὴν ὑποβολὴν ὑπὸ τοῦ φορολογουμένου ἀρχικῆς ἢ συμπληρωματικῆς δηλώσεως, ὁ ἔφορος ὁπωσδήποτε θὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν τριμελῆ Ἐπιτροπήν. Καὶ ναὶ μὲν κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς θὰ ἰσχύσουν τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα ἔνδικα μέσα, πλὴν θὰ ἀτονήσῃ ἕν αὐτοτελὲς ἔνδικον μέσον, τὸ τοῦ ἄρθρου 51 περὶ διοικητικῆς ἐπιλύσεως τῆς διαφορᾶς. Διότι ὁ ἔφορος, ἐὰν προηγηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς καὶ καλέσῃ ἀκόμη τὸν φορολογούμενον, κατὰ τὸ ἄρθρον 5, εἰς συμβιβαστικὴν ἐπίλυσιν τῆς διαφορᾶς, δὲν θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἐπιλύσῃ τὴν διαφορὰν συμβιβαστικῶς, κατὰ τρόπον διάφορον τῆς γνώμης τῆς τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς. Δι’ ὃ καὶ προτείνω, ὅπως τὸ ἔνδικον μέσον τῆς διοικητικῆς ἐπιλύσεως τῆς διαφορᾶς προηγηθῆ τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν τριμελῆ Ἐπιτροπὴν καὶ θὰ ἔπρεπε, ὅπως εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου 5 τοῦ ἄρθρου 6 προστεθῆ ἡ ἑξῆς φράσις: «Μεθ’ ὅ, νὰ χωρήσῃ ἡ πρόσκλησις ὑπὸ τοῦ ἐφόρου πρὸς διοικητικὴν ἐπίλυσιν, κατὰ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Ν. Δ. 3323)55, καὶ τοιαύτης μὴ ἐπιτυγχανομένης, νὰ παραπέμπεται κατὰ τὰ ἀνωτέρω εἰς τὴν τριμελῆ Ἐπιτροπὴν τῆς παραγράφου 4 τοῦ παρόντος ἄρθρου».
§147Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶ, ὅπως ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐκ τῶν πραγμάτων καθίσταται ἀδύνατος ἡ διοικητικὴ ἐπίλυσις τῆς διαφορᾶς.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σιαφλέκης, ἔχει τὸν λόγον.
§149Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν ὑποβάλει τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦμεν τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6. Διότι νομίζομεν, ὅτι τὸ εἰσόδημα ἐξ ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογηθῇ ἀποτελεσματικῶς, βάσει τῶν κειμένων διατάξεων. Ἡ εἰσαγωγὴ μιᾶς τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας αἱ ἁρμοδιότητες εἶναι ἀόριστοι καὶ θέλουσι καθορισθῆ διὰ Β. Διατάγματος, δὲν ἔχει νὰ προσθέσῃ τίποτε εἰς τὴν προσπάθειαν πρὸς πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, τοῦ φόρου ἐξ ἐλευθέρων ἐπαγγελμάτων. Πράγματι ὑπάρχει ὑψηλὴ φοροδιαφυγή, ἀλλὰ αὕτη εἶναι ἐντοπισμένη εἰς ἕνα περιωρισμένον ἀριθμὸν ἐπιστημόνων, καθηγητῶν καὶ διασημοτήτων τῶν μεγάλων ἀστικῶν κέντρων. Τὸ εἰσόδημα αὐτῶν εἶναι ἀπολύτως δυνατὸν νὰ διακριβωθῇ καὶ νὰ διαπιστωθῇ ὑπὸ τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν, διότι πρόκειται περὶ ἐπιστημόνων περιωπῆς. Εἰς οἱονδήποτε κλάδον καὶ ἂν ἀνήκουν οὗτοι, εἴτε εἶναι ἰατροί, εἴτε εἶναι δικηγόροι, ἡ σύλληψις τῆς φορολογητέας ὕλης τῶν ὑψηλοτάτων τούτων εἰσοδημάτων τῶν εὐαρίθμων αὐτῶν ἐπαγγελματιῶν, εἶναι εὐχερής. Ἀντιθέτως, ἡ μεγάλη μᾶζα τῶν ἐπιστημόνων διέρχεται ὀξυτάτην οἰκονομικὴν κρίσιν καί, κατὰ συνέπειαν, ἡ εἰσαγωγὴ διὰ τοῦ παρόντος νομοθετήματος νέων διατάξεων, οὐδόλως πρόκειται νὰ διευκολύνῃ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, ἀλλὰ ἀντιθέτως θὰ προκαλέσῃ ἀνωμαλίαν καὶ θὰ ἐνθαρρύνῃ τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἡλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§151Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 ἐμφανίζεται ὡς ἐξαιρετικὴ διάταξις, σκοποῦσα νὰ ἰσχύσῃ μόνον διὰ τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ ἄσχετος καὶ ἐπικίνδυνος τόσον διὰ τοὺς φορολογουμένους, ὅσον καὶ διὰ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Εἶναι ἐξαιρετική, διότι σχεδὸν καταργεῖ τὴν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα τηροῦν οἱ ἐπαγγελματίαι καὶ τὰ καταργεῖ εἰδικῶς διὰ τὸν κλάδον τῶν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων. Περαιτέρω, εἶναι ἐξαιρετική, διότι διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν μόνον, δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἔφορον νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἡ δήλωσις εἶναι εἰλικρινὴς ἢ ὄχι. Ἡ ἐξαίρεσις, κύριοι, αὐτὴ δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδικαιολόγητος καὶ ἀκατανόητος. Διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὑπάρχει πράγματι μία σημαντικὴ φοροδιαφυγὴ εἰς τὰς δηλώσεις διὰ τὴν φορολογίαν τῆς κατηγορίας αὐτῆς τῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ μήπως εἶναι κανεὶς εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι εἰς ἄλλας κατηγορίας δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν αὐτὴν ἔκτασιν φοροδιαφυγή; Ἐὰν δεχθῶμεν αὐτοὺς τοὺς χονδρικοὺς ὑπολογισμοὺς ποὺ ἐκάμαμεν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὕψους τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, τότε ἡ διαφεύγουσα φορολογητέα ὕλη φθάνει εἰς δισεκατομμύρια δραχμάς. Διατὶ θὰ πρέπει τότε νὰ δεχθῶμεν, ὅτι μόνον εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τῶν φορολογουμένων ὑπάρχει φοροδιαφυγὴ ποὺ χρειάζεται νὰ ληφθοῦν εἰδικὰ ἐξαιρετικὰ μέτρα, ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἐφαρμόζονται εἰς τοὺς ἄλλους φορολογουμένους; Ἀλλὰ καὶ ἀκόμη, ὅτι εἶναι καὶ ἄσκοπος, διότι νομίζω, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται. Ἀντιθέτως, εἶναι καὶ ἐπικίνδυνος, διότι μὲ τὴν παρεμβολὴν μιᾶς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ἐξακριβώσεως καὶ τελικῶς τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ὁριστικοῦ τῆς φορολογητέας ὕλης, ἡ παρεμβολὴ τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ δυσχεράνῃ σημαντικὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας διὰ τὸν ἔλεγχον καὶ ὁριστικοποίησιν τοῦ φορολογητέου εἰσοδήματος. Διότι, προκειμένου περὶ τῶν δικηγόρων συγκεκριμένως, ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τῶν δηλώσεων ἀρχίζει μία ἔρευνα εἰς τὰ δικαστήρια, νὰ εὑρεθοῦν αἱ παραστάσεις τῶν δικηγόρων. Ἄστοχον, διότι δὲν εἶναι ἐκεῖ τὰ μεγάλα εἰσοδήματα. Εἶναι ἐξώδικα τὰ εἰσοδήματα ἀπὸ τοὺς μεγάλους δικηγόρους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, γίνεται μία ἔρευνα, ἐρευνᾶται νὰ εὑρεθῇ τὸ εἰσόδημα. Κατόπιν γίνεται ἔλεγχος αὐτῶν τῶν στοιχείων, ἐν συνδυασμῷ καὶ ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰς δηλώσεις. Τὰ δικαστήρια εἶναι κλειστὰ τὸ καλοκαίρι, δὲν τελειώνει ὁ ἔλεγχος καὶ συνεχίζεται ὁ ἔλεγχος τὸ φθινόπωρον, ὅταν ἀνοίξουν τὰ δικαστήρια. Καταντᾷ ἔτσι νὰ καθυστερῇ ὁ ἔλεγχος τῶν δηλώσεων, προκειμένου περὶ τῶν δικηγόρων. Διὰ τοὺς ἰατρούς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν ἔλεγχον, διότι πέραν τοῦ νὰ παρακολουθήσωμεν τὸν ἰατρὸν καὶ τὸ νοσοκομεῖον ὅπου κάμνει τὰς ἐπισκέψεις, πέραν τοῦ νὰ παρακολουθήσωμεν τὰ βιβλία του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν ἄλλον ἔλεγχον. Μὲ τὴν παρεμβολὴν αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς τώρα, μετὰ τὸν ἔλεγχον καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐφόρου, παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀφοῦ πρῶτον καλέσῃ τὸν φορολογούμενον, ἐὰν δέχεται νὰ ὑποβάλῃ νέαν δήλωσιν. Δηλαδή, μὲ τὸν περιορισμόν, κατὰ κρίσιν τοῦ Ἐφόρου, θὰ παραπέμπεται εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας ἡ ὁριστικοποίησις τοῦ φόρου καὶ ἡ Ἐφορία δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κοινοποιήσῃ φύλλον ἐλέγχου, διὰ τὸν φόρον ποὺ ὀφείλει ὁ φορολογούμενος. Ἀλλὰ μήπως δι’ αὐτῆς τῆς διαδικασίας θὰ φθάσωμεν εἰς κανέν ἀποτέλεσμα; Ἐὰν ὁ ἔφορος ἔχῃ στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ σχηματίσῃ κρίσιν, ὅτι εἶναι ἀνειλικρινὴς ἡ δήλωσις, ὅτι τὸ εἰσόδημα εἶναι ἀνώτερον ἀπὸ τὸ δηλούμενον, αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ἠμπορεῖ νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ ὁ ἴδιος ὁ Ἔφορος ὡς εἶναι σήμερον τὸ νομικὸν καθεστὼς καὶ νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὴν δήλωσιν καὶ νὰ προχωρήσῃ εἰς καθορισμὸν ἀνωτέρου εἰσοδήματος διὰ τὸν φορολογούμενον, ὁ ὁποῖος θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν διαδικασίαν τῶν εἰδικῶν μέσων διὰ νὰ ἀντικρούσῃ τὰς ἀπόψεις τοῦ Ἐφόρου. Ἐὰν ὅμως ὁ Ἔφορος δὲν ἔχῃ κανέν ἀπολύτως στοιχεῖον ἐπὶ τῇ βάσει τίνων στοιχείων θὰ κρίνῃ αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή; Καὶ τὸν κρίνει ἐντελῶς αὐθαιρέτως. Ὅπερ καὶ τὸ πιθανόν, θὰ πάῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐφέσεων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τὰ στοιχεῖα τῆς Ἐπιτροπῆς μὴ ἔχοντα κανένα στοιχεῖον. Πρὸς τίνα λοιπὸν λόγον παρεμβάλλεται αὐτὴ ἡ εἰδικὴ διαδικασία τῆς τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς, μόνον προκειμένου περὶ τῶν ἐλευθέρων ἐπαγγελματιῶν; Ἐὰν πρόκειται νὰ καθυστερήσῃ, ἀντιθέτως δὲν πρόκειται νὰ ἔχῃ ἀπολύτως κανὲν ἀποτέλεσμα. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει πράγματι φοροδιαφυγὴ εἰς τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα. Ἐὰν θέλετε θὰ σᾶς ἀναφέρω μόνον διὰ τὸ ἔτος 1959. Ἔχουν δηλωθῆ ἀπὸ εἰσοδήματα ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος 231.000.000 ἐπὶ 6244 δηλώσεων φορολογουμένων αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν. Ἐν προκειμένῳ ὁ μέσος ὅρος φθάνει περίπου εἰς 30.000 δραχμὰς ἐτησίως διά κάθε φορολογούμενον, τὸ σύνολον δὲ καὶ ἐξ ἄλλων εἰσοδημάτων πλὴν τῶν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων ἀνέρχεται εἰς 437.000.000. Ὑπάρχουν δηλαδὴ 5 μόνον φορολογούμενοι διὰ εἰσοδήματα ἐπάνω ἀπὸ 500.000 εἰς τὰς Ἀθήνας ἐξ ὅλων τῶν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων καὶ ὑπάρχουν 234 ἀπὸ ὅλα τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα, ἐξ αὐτῶν δὲ 74 μόνον ἰατροί, δὲν ἔχουν δηλώσει εἰσοδήματα ἐπάνω ἀπὸ 8.000 τὸν μῆνα καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι γνωστόν, ὅτι τοὐλάχιστον οἱ παρουσιαζόμενοι ὡς καθηγηταὶ καὶ διευθυνταὶ ἰατροί, θὰ πρέπει νὰ ἔχουν εἰσόδημα πολὺ ἀνώτερον.
§152ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσοι εἶναι ἰατροί;
§153Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. 74. Εἶναι, λοιπόν, φανερόν, ὅτι ὑπάρχει φοροδιαφυγὴ σημαντική, ὅπως ὑπάρχει καὶ εἰς τὰς ἄλλας κατηγορίας τῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν συλλάβετε κατὰ τὸν τρόπον ποὺ ἐπιδιώκετε νὰ τὴν συλλάβετε. Ἀντιθέτως θὰ φέρετε καθυστέρησιν εἰς τὴν πορείαν τῆς προσπαθείας τὴν ὁποίαν κάμνουν αἱ ἐφορίαι διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῆς φορολογίας. Ἡ διαφυγὴ ὑπάρχει δυστυχῶς εἰς περιωρισμένον ἀριθμόν. Δὲν εἶναι μόνον ἄποψις ἰδική μου, ἀλλὰ καὶ τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων. Ἀλλὰ τὶ παρατηρεῖται; Θὰ μεταφέρω μίαν ἄποψιν.
§154Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὶ προτείνετε; Ἄλλον τρόπον ἢ ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ μὴ ὑπάρχῃ τριμελὴς Ἐπιτροπή;
§155Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν ἡ ἐξαιρετικὴ αὐτὴ διάταξις, διότι ἤδη ὁ ἔλεγχος ὁ ὁποῖος γίνεται καλύπτει ἐξ ὁλοκλήρου, ἐξουδετερώνει τὴν δρᾶσιν τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς. Ἐὰν ὁ Ἔφορος ἔχῃ στοιχεῖα, δὲν ἔχει ἀνάγκην κἂν νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δεδομένου, ὅτι παρὰ πάνω ὑπάρχει ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐνστάσεων καὶ Ἐφέσεων αἱ ὁποῖαι θὰ κρίνουν. Ὑπάρχει, λοιπόν, μία φοροδιαφυγή, ἡ ὁποία δυστυχῶς καλύπτεται προκειμένου περὶ τοῦ περιωρισμένου ἀριθμοῦ προσώπων, καλύπτεται δυστυχῶς ἀγνοοῦσα καὶ τὰς ἀπόψεις καὶ τὰς σκέψεις καὶ τὰς προτάσεις τοῦ Ἐφόρου, ὅταν φθάσῃ εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐνδίκων μέσων. Ὑπάρχουν συγκεκριμέναι καταγγελίαι ἀπὸ μικρὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα, ὅτι δηλώσεις τῶν ὁποίων τὸ εἰσόδημα ἀντιμετώπισε μὲ στοιχεῖα ὁ Ἔφορος καὶ τὸ ηὔξησε, δὲν ἔφθασαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐφέσεων ἀνετράπησαν καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὸ ἀρχικὸν στάδιον. Διότι, κύριοι, οἱ φορολογούμενοι, οἱ ἔχοντες ὑψηλὸν εἰσόδημα εἶναι γνωστοὶ καὶ ἀναφέρονται μάλιστα καὶ συγκεκριμένα πρόσωπα. Ἐάν, ὁ κ. Ὑπουργός, εἶχε τὴν περιέργειαν νὰ τὰ ἀναζητήσῃ θὰ τὰ εὕρισκε ἀπὸ τὰ ὄργανα τὰ φορολογικά. Θὰ εὕρισκε δηλαδὴ τὰ συγκεκριμένα παραδείγματα ὅπου πράγματι ἀπερρίφθησαν βεβαιώσεις γινόμεναι ἀπὸ τοὺς Ἐφόρους, ἀπὸ τὰς φορολογικὰς Ἐπιτροπὰς κατὰ τρόπον, λέγω, προκλητικὸν καὶ ἐντελῶς θρασὺ ἀπὸ μέρους τῶν φορολογουμένων αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι ἐὰν κατελήγατε, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὴν ἄποψιν αὐτὴν νὰ ἀπαλλάξετε τὰς Ἐφορίας ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ μεγαλυτέρου ἀριθμοῦ τῶν φορολογικῶν δηλώσεων μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀφορολογήτου εἰς τὰς 30.000, νὰ φύγῃ τὸ ½ τοὐλάχιστον ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους ποὺ πιέζουν σήμερον τὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας καὶ νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ των καὶ ὁ ἔλεγχος οὐσιαστικῶς κατὰ τῶν ἄλλων φορολογουμένων ποὺ ἔχουν ὑψηλὰ εἰσοδήματα, θὰ ἐπιφέρατε πραγματικῶς καλὰ ἀποτελέσματα, χωρὶς νὰ ταλαιπωρῆτε τὸ μέγα πλῆθος τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποστῇ τὸν κίνδυνον τῆς αὐθαιρέτου κρίσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἀναγκάζεται νὰ ἀποδέχεται συμβιβασμὸν εἰς ἀνώτερα ἐπίπεδα, ἐνῷ πράγματι δὲν ἔχει τοιοῦτον εἰσόδημα. Ὑπάρχει πράγματι ἀριθμὸς δικηγόρων καὶ ἰατρῶν οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξαναγκασθοῦν εἰς παρόμοιον συμβιβασμὸν καὶ εἰς βάρος αὐτῶν θὰ καταλήξῃ τὸ μέτρον, ἐνῷ δὲν θὰ φέρῃ τὰ ἐπιδιωκόμενα ἀποτελέσματα.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μακρόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§157Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ ἤθελα μίαν διασάφησιν ἐπὶ τῆς πρώτης περιόδου τοῦ ἄρθρου 6, ἡ ὁποία προβλέπει τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ φορολογούμενος δὲν θὰ δηλώσῃ τὸ εἰσόδημά του καὶ θὰ δύναται νὰ προσδιορίζῃ τὸ εἰσόδημα ἡ τριμελὴς Ἐπιτροπή. Αὐτὸ τὸ δυνητικὸν δικαίωμα θὰ τὸ ἔχῃ ὁ Ἔφορος μόνον ἢ καὶ ὁ φορολογούμενος; Διότι ἂν μόνον ὁ Ἔφορος δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν παραπομπήν, θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ Ἔφορος νὰ μὴ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα αὐτό, ἀλλὰ νὰ κοινοποιήσῃ εὐθὺς φύλλον ἐλέγχου, καὶ οὕτω νὰ χάσῃ τὸ δικαίωμά του ὁ φορολογούμενος νὰ προστατευθῇ ἐκ τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ τὸ ἔχῃ καὶ ὁ φορολογούμενος.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπαμιχαλόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§159Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν δὲν ἀποδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν τῶν κ.κ. Π. Πολυχρονίδη καὶ Ε. Κοθρῆ, σχετικῶς μὲ τὰ βιβλία, παρακαλῶ νὰ ἀποδεχθῆτε μίαν τροπολογίαν ἰδικήν μου, βάσει τῆς ὁποίας ὅταν ὁ φορολογούμενος παραπέμπεται ὑπὸ τοῦ Ἐφόρου εἰς τὴν Τριμελῆ Ἐπιτροπήν, νὰ ἀνακοινοῦνται καὶ εἰς τὸν φορολογούμενον τὰ νέα στοιχεῖα, βάσει τῶν ὁποίων ἐκρίθη ἡ δήλωσίς του ἀνειλικρινής, ὥστε νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν στοιχείων αὐτῶν καὶ ὁ φορολογούμενος.
§160Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἦτο ἐξονυχιστικὴ καὶ διήρκησεν ἐπὶ ἡμέρας, διεφωτίσθη ἡ Βουλὴ καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἐπρότεινα, νὰ ἰσχύσῃ ἐφεξῆς ὅ,τι ἰσχύει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ὁμιλοῦν οἱ ἀγορηταὶ μόνον ἐπὶ πέντε λεπτὰ εἰς ἕκαστον ἄρθρον διὰ νὰ τελειώνωμεν.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ μόνον ὡς ἔκκλησις δύναται νὰ γίνῃ. Πάντως ἐκτὸς ἐξαιρέσεων οὐδεὶς ὁμιλεῖ πέραν τῶν πέντε λεπτῶν.
§162Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναφέρομαι εἰς ὅσα ἀνέπτυξαν οἱ συνάδελφοι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6. Ἤθελα νὰ εἴπω ἐκ μέρους τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, νὰ δηλώσω, ὅτι συμφωνῶ μὲ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ κ.κ. Π. Πολυχρονίδης καὶ Ε. Κοθρῆς, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξαν. Διότι εἶναι ἀντιφατικὴ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν βιβλίων καὶ ἐμμέσως νὰ καταργῇ αὐτά.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης, ἔχει τὸν λόγον.
§164Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τῆς παρεκκλίσεως ἐκ τῆς ἀρχῆς τῶν βιβλίων, περὶ ἧς ὡμίλησαν οἱ κ. συνάδελφοι, ἔχω νὰ παρατηρήσω, κ. Πρόεδρε, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 6 θεσπίζεται μία ἰδιόρρυθμος μεταχείρισις ὡρισμένης κατηγορίας φορολογουμένων, δι’ ἣν καὶ μόνον θεσπίζεται, ὅτι δὲν ἰσχύουν οὔτε τὰ βιβλία, οὔτε καὶ τὰ τεκμήρια, θεσπιζομένου, ὅτι ὁ ἔφορος δικαιοῦται νὰ παραπέμπῃ αὐτοὺς ἄνευ κἂν αἰτιολογίας, εἰς μίαν ἐπιτροπήν, ἥτις ἱδρύεται δι’ αὐτοὺς καὶ μόνον. Εἶναι διάταξις ἥτις ἀμφίβολον εἶναι ἐὰν δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος. Ἐν πάση ὅμως περιπτώσει ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, φρονῶ, ὅτι διὰ νὰ ἀμβλυνθῇ τοὐλάχιστον ἡ ἀντινομία αὕτη καὶ ἡ ἄνισος μεταχείρισις, θὰ ἔδει νὰ προστεθῇ εἰς τὴν 1ην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 6, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος δύναται νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μόνον κατόπιν ᾐτιολογημένης προτάσεως καὶ μόνον ἐφ’ ὅσον τὸ δηλωθὲν εἰσόδημα, εἶναι προφανῶς κατώτερον τοῦ πραγματικοῦ. Τοὐλάχιστον νὰ εἴπῃ διατὶ τὸν παραπέμπει. Βάλετε μίαν ᾐτιολογημένην κρίσιν, ὥστε νὰ ὑφίσταται μία ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς περὶ τοῦ ὅτι δὲν θὰ δύναται ὁ Ἔφορος νὰ παραπέμπῃ οἱονδήποτε, μόνον καὶ μόνον διότι κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον ἔτσι τὸ ἠθέλησεν. Αὐτὸ, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔβλαπτε εἰς τίποτε, ἀντιθέτως δὲ θὰ ὠφελοῦσεν εἰς τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κύρκος, ἔχει τὸν λόγον.
§166Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Παραιτοῦμαι, κ. Πρόεδρε.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐαγγελίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§168Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου 6 βάλλει κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καθιερώθη πρὸ 10ετίας, δηλαδὴ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ φορολογητέου εἰσοδήματος, βάσει τῶν τηρουμένων φορολογικῶν βιβλίων καὶ τῶν φορολογικῶν στοιχείων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα τηροῦνται κατὰ τὸν νόμον. Ἐκτὸς τῶν ψυχολογικῶν λόγων ἑδραιώσεως τῆς φορολογικῆς συνειδήσεως, ὑπάρχουν καὶ θετικοὶ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις αὐτή. Διότι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς θὰ εἶναι δυνατὸν οἱ μικροὶ φορολογούμενοι ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίαι νὰ ἐμπίπτουν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ἐφόρου, δημιουργουμένην ἀπὸ ὑπερβάλλοντα ζῆλον ἢ ἐσφαλμένην ἀντίληψιν καὶ νὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Διότι οἱ μικροὶ φορολογούμενοι δὲν ἔχουν οὔτε τὸν καιρὸν οὔτε τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 6 καὶ δὴ μετὰ δικηγόρου, λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ μικροῦ ἐνδιαφέροντος ποὺ παρουσιάζουν αἱ ὑποθέσεις των. Δι’ αὐτὸ θὰ δέχωνται ὑποχρεωτικῶς τὸν συμβιβασμόν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἄδικος καὶ ζημιογόνος δι’ αὐτούς. Αὐτὸ ἰσχύει εἰς μεγάλην κλίμακα διὰ τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα καὶ σήμερον, ἀλλ’ εἰς τὸ μέλλον θὰ καταστῇ ὁ κανὼν διὰ τοὺς μικρᾶς ἐπιφανείας ἐλευθέρους ἐπαγγελματίας. Οἱ μεγάλοι ἔχουν τὸν τρόπον καὶ νὰ παρίστανται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μὲ δικηγόρους καὶ νὰ «πείθουν» ἐξ ἄλλου τὰ μέλη αὐτῆς, ὅτι ἔχουν δίκαιον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ πράξουν οἱ μικροί. Νομίζω, συμπερασματικῶς, ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἡ ὑφισταμένη νομοθεσία διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς τῶν ἐχόντων μικρὰ ἢ μεσαῖα εἰσοδήματα ἐξ ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου 6.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Σαββόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§170Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ συμφωνήσω καὶ ἐγὼ μὲ τοὺς προλαλήσαντας. Προκαλεῖ κατάπληξιν τὸ γεγονός, ὅτι μία κατάστασις ὑφισταμένη ἀπὸ μακροῦ καὶ ἡ ὁποία ἤδη ἤρχισεν ἀποδίδουσα, ἀνατρέπεται μὲ τὸ ὑπὸ ψήφισιν ἄρθρον 6, ἐπὶ πλέον δὲ δίδεται ἀκόμη μεγαλυτέρα δύναμις εἰς τοὺς Ἐφόρους, οἱ ὁποῖοι, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι οὔτε σοφοὶ εἶναι, οὔτε θεοὶ εἶναι, διὰ νὰ ἠμποροῦν νὰ ἀποδίδουν πρὸς ὅλας τὰς κατευθύνσεις τὸ δίκαιον. Νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ τροπολογία, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν κ.κ. Κοθρῆ καὶ Πολυχρονίδη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ συμβιβαστικὴν λύσιν μεταξὺ τῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προτεινομένων καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ προτείνωμεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§172Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ ἄρθρον 6, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἔθεσε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰλικρίνειαν τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ὑποβάλλουν οἱ ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίαι. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εἰς πλείστας περιπτώσεις, ἂν μὴ κατὰ κανόνα, τὸ δηλούμενον ὑπὸ τῶν ἐλευθέρων ἐπαγγελματιῶν εἰσόδημα πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τὸ πραγματοποιηθὲν τοιοῦτον, μέχρι σημείου ὥστε νὰ προκαλῇ τὴν ἀγανάκτησιν, ὡς ὀρθῶς ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τούτου συνέπεια εἶναι τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα, ὅτι δηλαδὴ οἱ Οἰκονομικοὶ Ἔφοροι, κατὰ κανόνα, ἀμφισβητοῦν τὰ βιβλία τῶν ἐλευθέρων ἐπαγγελματιῶν. Ἔρχεται ἤδη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ἐπισήμως διακηρύσσει, ὅτι ἐκ προοιμίων τὰ βιβλία τὰ θεωρεῖ ἀνειλικρινῆ, ἔστω καὶ ἂν κριθοῦν νομοτύπως συνταχθέντα καὶ τηρηθέντα. Τοῦτο δὲ κατὰ μοναδικὴν ἐξαίρεσιν τοῦ ὅλου συστήματος τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα κρινόμενα εἰλικρινῆ, ἀποτελοῦν πλήρη ἀπόδειξιν. Ἐδῶ οἱ ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίαι διακρίνονται ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους φορολογουμένους. Ἐδῶ ἔρχεται ὁ Ἔφορος καὶ τοὺς λέγει: Ναὶ μὲν τὰ βιβλία σας εἶναι ἐν τάξει, πλὴν ὅμως δὲν σᾶς πιστεύω. Ὑπὸ τοιαύτας ὅμως συνθήκας ἀνακύπτει ἀφ’ ἑαυτοῦ εὔλογον τὸ ἐρώτημα: Διατὶ δὲν χωρεῖ ὁ νομοθέτης εἰς εὐθεῖαν κατάργησιν τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς τήρησιν βιβλίων, ἱκανοποιῶν οὕτω ἕνα ἐπίμονον, ἀλλὰ καὶ εὔλογον αἴτημα τῶν ἐλευθέρων ἐπαγγελματιῶν; Τοῦτο θ’ ἀπετέλει ἕνα μέτρον προφυλάξεως τῶν ἐπιστημόνων ἀπὸ τὴν ἠθικὴν μείωσιν, οἵαν ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως δι’ αὐτοὺς ἡ ἐν πάσῃ περιπτώσει εὐχέρεια τοῦ Ἐφόρου νὰ τοὺς κηρύσσῃ ἀνειλικρινεῖς. Ἐφ’ ὅσον οὕτως ἢ ἄλλως τὰ βιβλία τῶν ἐλευθέρων ἐπαγγελματιῶν δὲν δεσμεύουν τὸν Ἔφορον, ἡ δὲ μέχρι τοῦδε πεῖρα μᾶς πείθει, ὅτι κατὰ κανόνα σχεδὸν τὰ βιβλία ταῦτα ἐκρίθησαν ἀνειλικρινῆ. Διατὶ νὰ μὴ τὰ καταργήσωμεν; Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν λάβῃ τὸ θάρρος νὰ προβῇ εἰς τὴν ὀρθὴν ταύτην λύσιν, ἐπιβεβλημένον εἶναι, ὅπως ὑποχρεωθῇ ὁ Ἔφορος νὰ αἰτιολογῇ τὴν κρίσιν του περὶ ἀπορρίψεως τῶν βιβλίων. Θὰ ὑπάρξῃ οὕτω κἄποια στοιχειώδης κατοχύρωσις διὰ τὸν φορολογούμενον καὶ θὰ παρασχεθοῦν εἰς αὐτὰ τὰ μέσα ἀμύνης.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 θεωρεῖται περαιωμένη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§174Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰς ὅλους τοὺς φορολογουμένους ἀνεξαρτήτως ἐπαγγέλματος, ὑπάρχουν πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουν νὰ ἀποφύγουν τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Πρῶτος ἐγὼ ἀπονέμω τὴν τιμὴν τὴν ὀφειλομένην εἰς τοὺς ἐλευθερίους ἐπαγγελματίας καὶ εἰς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσφέρουν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ ἐκ παραδόσεως νὰ ἀρνηθῶ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ὁλόκληρος ἡ κοινωνία ὀφείλει εἰς τοὺς λεγομένους ἐλευθερίους ἐπαγγελματίας ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τοὺς ἰατρούς. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τὰς ὁποίας προσφέρουν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ἐξαγνίζουν τοὺς παραβάτας τοῦ νόμου καὶ ἀκριβῶς ἡ διάταξις ἀφορᾷ τοὺς παραβαίνοντας τὴν φορολογικὴν των ὑποχρέωσιν. Ἐάν, κ. συνάδελφοι, ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος διαπιστώσῃ ἀνειλικρίνειαν εἰς τὴν τήρησιν τῶν βιβλίων, δὲν χρειάζεται οὐδεμία διάταξις οὔτε ἡ προσθήκη. Ὑφίστανται αἱ κείμεναι διατάξεις βάσει τῶν ὁποίων θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου.
§175Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Νὰ τὸ κάμῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τότε.
§176Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ ἐκείνου τοῦ φορολογουμένου ὁ ὁποῖος χωρὶς νὰ ἀφίνῃ τὰ σημεῖα τῆς ἀνειλικρινείας τῶν τηρουμένων βιβλίων ἔχει παραβιάσει τὴν φορολογικήν του ὑποχρέωσιν. Καὶ εἶχον εἴπει εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων, τῶν ἀσκούντων ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, ἡ διασταύρωσις τῶν στοιχείων εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα καὶ διευκολύνει συχνὰ τὴν σύλληψιν τῶν παραβάσεων. Ἀντιθέτως εἰς τοὺς ἀσκοῦντας τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα, ὁ ἔλεγχος εἶναι δυσμενής. Δὲν ὑπάρχουν ἐκεῖ οὔτε τιμολόγια, οὔτε φορτωτικά. Δὲν ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα συντρέχουν εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν ἄλλων ἐπαγγελμάτων. Καὶ ἡ ἔλλειψις τῶν στοιχείων καθιστᾶ ἀνειλικρινείας. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ὑποστηρίξῃ κανείς, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκατασταθοῦν φοροτεχνικοὶ ὑπάλληλοι εἰς τοὺς προθαλάμους τῶν ἐπιστημόνων διὰ νὰ ἐλέγχουν μονίμως τὰς εἰσπράξεις. Καταφέρεται μήπως διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς πλῆγμα κατὰ τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἔχει καθιερώσει ἡ νομοθεσία, ἡ ὁποία ἔχει ἐπιβάλει τὴν τήρησιν τῶν βιβλίων; Καὶ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, κύριοι συνάδελφοι, παρέχει ὁμοίως εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀναζητήσῃ τὸ πραγματικὸν φορολογητέον εἰσόδημα πέραν ἐκείνου τὸ ὁποῖον καταδεικνύεται ἐκ τῶν τηρουμένων βιβλίων.
§177Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Λάθος. Τὸ ἀντίθετον εἴπατε. Ἐκάματε δύο ἀντιθέτους δηλώσεις εἰς δύο συνεχόμενα ἄρθρα. Μετὰ τὸν κ. Ὑπουργόν, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§178Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 5 ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος προσφεύγει εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ εἰσοδήματος καὶ εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, πέραν τοῦ εἰς τὴν δήλωσιν περιληφθέντος, παραλλήλως πρὸς τὰ ὑπάρχοντα βιβλία. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ μοναδικὴ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν, χωρὶς νὰ καταρρίπτεται τὸ κῦρος τῶν βιβλίων, ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀναζήτησιν τοῦ πράγματι ὑποβαλλομένου εἰς φόρον εἰσοδήματος. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ παραπομπὴ τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, πρέπει βεβαίως νὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ἠλεγμένων κατὰ τὸ δυνατὸν στοιχείων. Καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀποδεχθῶ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Γιαννούση, ὅτι τοῦτο θὰ γίνεται, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἔφορος κρίνῃ, ὅτι τὸ δηλωθὲν εἰσόδημα εἶναι προφανῶς κατώτερον τοῦ πραγματοποιουμένου. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἀποδεχθῶ καὶ τὴν ἄλλην προσθήκην «δι’ ᾐτιολογημένης σκέψεώς του ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτήν». Καὶ περαιτέρω θὰ ἀνοίξῃ τὸ στάδιον τῆς κρίσεως ἐνώπιον τῆς συμβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Μετὰ τὴν κρίσιν τῆς συμβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, παρέχονται εἰς τὸν φορολογούμενον ὅλα τὰ μέσα καὶ ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις τῆς δικαστικῆς κρίσεως. Διότι κατὰ τῆς γνώμης τῆς συμβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα ἀσκήσεως ἐνστάσεως καὶ κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδικαστικῆς ἐπιτροπῆς, ἔχει ἐπίσης τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως. Ἀπεδέχθην καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κορόζου, ὥστε μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς συμπληρωματικῆς δηλώσεως ὁ Ἔφορος νὰ δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν διαδικασίαν τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἐὰν δὲν πραγματοποιηθῇ συμβιβασμός, θὰ γίνῃ παραπομπὴ εἰς τὴν συμβουλευτικὴν ἐπιτροπήν. Δὲν δικαιολογεῖται δὲ ἀνησυχία, ὅτι προκαλεῖται οὕτω ταλαιπωρία διὰ τὸν ἀσκοῦντα ἐλευθέριον ἐπάγγελμα, ἐπειδὴ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἀπόψεις του ἐνώπιον τῆς συμβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Εἰς τὸν τόπον μας ἡ δημοσιότης τῶν συζητήσεων, ἡ εὐχέρεια τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ ἐνώπιον δικαστηρίου οἱουδήποτε πολίτου, μὲ συμπαραστάτην τὸν νομικόν του σύμβουλον, ἔχει ἐξασφαλίσει πᾶν ὅ,τι ὁ πολίτης χρειάζεται διὰ τὴν ὑπεράσπισίν του. Καὶ θεωρῶ πρὸς τούτοις ὑπερβολικὸν τὸν φόβον, ὅτι ὁ ἐπιστήμων δὲν θὰ εἶναι εὐχερὲς νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ συμφέροντά του, ἐνῷ ἀντιθέτως ὁ μανάβης τῆς συνοικίας ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ ὑπερασπίζεται τὰ συμφέροντά του εἰς τὴν δικαστικὴν ἐπιτροπήν. Ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων αὐτῶν τῶν σκέψεων καὶ μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς προσθήκης τῶν δύο παρατηρήσεων τοῦ κ. Γιαννούση προφανῶς κατωτέρου τοῦ πραγματικοῦ καὶ «δι’ ᾐτιολογημένης σκέψεως» θὰ ἤθελον νὰ ἀναμορφώσω τὰς παραγράφους 5 καὶ 6 ἀποδεχόμενος καὶ τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος διετύπωσε καὶ τὰς ὁποίας μοῦ ἔδωσε καὶ ἐν σημειώματι προηγουμένως. Παράγραφος 5. «Πρὸ τῆς παραπομπῆς τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν κατὰ τὴν προηγούμενην παράγραφον ἐπιτροπήν, ὁ οἰκονομικὸς Ἔφορος ὀφείλει νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν περὶ παραπομπῆς πρόθεσίν του ἐγγράφως εἰς τὸν φορολογούμενον, μνημονεύων γενικῶς τὰς ἐνδείξεις ἢ πληροφορίας ἐφ’ ὧν βασίζεται ἡ κρίσις αὐτοῦ». Διακόπτω τὴν ἀνάγνωσιν διὰ νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ ἡ σύγκρισις μεταξὺ τῶν ἀσκούντων τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα πρέπει νὰ ἀποτελῇ στοιχεῖον τὸ ὁποῖον θὰ κατευθύνῃ τὴν κρίσιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου. Ἐλέχθη κατ’ ἐπανάληψιν ποῖα θὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηριχθῇ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος καὶ ποῦ θὰ βασισθῇ ἡ συμβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ καθηγητὴς οἱασδήποτε εἰδικότητος τῆς ἰατρικῆς σχολῆς νὰ δηλώσῃ μικρότερον εἰσόδημα ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἀπὸ τὸ εἰσόδημα τοῦ ταπεινοῦ ἐσωτερικοῦ βοηθοῦ, του διὰ τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁμιλήσει ἄλλοτε ὁ κ. Ἀρβανιτάκις. Διότι θὰ κληθῇ τότε ἀπὸ τὸν Ἔφορον ἐνώπιον τῆς Συμβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἐξηγήσῃ πῶς αὐτός, καθηγητὴς μὲ φήμην καὶ κῦρος, ἔχει αὐτὸ τὸ εἰσόδημα, ἐνῷ ὁ ἄσημος ἰατρὸς ἐδήλωσεν πολὺ μεγαλύτερον εἰσόδημα. Καὶ συνεχίζω τὴν ἀνάγνωσιν: «Ὁ φορολογούμενος δύναται ἐντὸς 10ημέρου προθεσμίας ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν ἀνακοινώσεως νὰ ὑποβάλῃ ἀρχικὴν ἢ συμπληρωματικὴν δήλωσιν ἄνευ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Ν. Δ. 3323 συνεπειῶν ὡς πρὸς τὸ ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐλευθερίου ἐπαγγέλματος εἰσόδημα, χωρούσης ἐν συνεχείᾳ καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ αὐτοῦ Ν. Δ. βάσει τῆς νέας δηλώσεως». Ἡ παράγραφος 6 ἐν συνεχείᾳ διαμορφοῦται ὡς ἀκολούθως:...... (ἀναγινώσκει). Διετυπώθη ἡ ἀντίληψις ἀπὸ τὸν κ. Ζαρντινίδην, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παραπέμπωνται ὅλοι οἱ ἀσκοῦντες ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος, εἰς τὴν συμβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Εἰς τὸν νόμον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ὅριον χρονικόν, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθῇ ὁ κατὰ ἐπάγγελμα διορισμός. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦσθε σύμφωνοι νὰ παρασχεθῇ ἡ εὐχέρεια ὅπως καθορισθῇ ἐνδεχομένως διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων τὸ χρονικὸν ὅριον ἀσκήσεως ἐπαγγέλματος, μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Συμβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐπίσης εἰς τὰς περιφερείας ὅπου δὲν ὑπάρχουν εἰδικαὶ ἐφορίαι διὰ τὴν φορολογίαν τῶν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων, εἶναι σκόπιμον νὰ συσταθῇ μία Ἐπιτροπή, ἀκριβῶς διὰ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου τῆς συγκρίσεως μεταξὺ τῶν ἀσκούντων τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα. Εἰς τὸ ἄρθρον 15 θὰ προστεθῇ, ὅτι καὶ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου τούτου, ἡ ἰσχὺς ἄρχεται ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1960. Δηλαδὴ τὸ εἰσόδημα τὸ ὁποῖον δηλοῦται ἐφέτος θὰ ὑπόκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6.
§179Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μου ἀπορίας τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα περὶ τοῦ ἂν ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν εἶναι δυνατὴ καὶ διὰ τὸν ἔφορον καὶ διὰ τὸν φορολογούμενον, δὲν μοῦ ἀπαντήσατε.
§180Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ τὴν διατυπώσωμεν ὡς ἑξῆς, σύμφωνα μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γιαννούση: «Ἐν περιπτώσει μὴ δηλώσεως εἰσοδήματος κλπ. κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου δύναται κατόπιν ᾐτιολογημένης παραπομπῆς ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ Ἐφόρου νὰ προσδιορίζεται τοῦτο ὑπὸ τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς». Παραπομπῆς ἢ προτάσεως ᾐτιολογημένης. Ἔτσι διευκρινίζεται τὸ πρᾶγμα.
§181Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὡμίλησα προηγουμένως, κατηγόρησα τὸ ἄρθρον 5 λέγων, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ρῆγμα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς τηρήσεως τῶν φορολογικῶν βιβλίων, καὶ συνεπῶς νὰ παύσῃ νὰ ὑπάρξῃ ἡ ὑποχρέωσις τῶν φορολογουμένων τῶν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων τηρήσεως φορολογικῶν βιβλίων. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντικρούων τὴν ἄποψίν μου αὐτήν, ἔκαμε δύο ἀντιφατικὰς δηλώσεις. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 5, καίτοι εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀρχὴν τῶν τεκμηρίων, δύναται νὰ ψηφισθῇ. Νὰ δύναται δηλαδὴ ὁ ἔφορος νὰ καλέσῃ τὸν φορολογούμενον νὰ δηλώσῃ ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα διαβιώσεώς του. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 5 δὲν καθιεροῖ τεκμήρια, ἐνῷ αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. Τὸ ἄρθρον 5 δὲν ἀλλάζει τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος τῶν τεκμηρίων.
§182Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 5 δὲν ἀλλάζει τίποτε. Σεῖς ἀλλάζετε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγω.
§183Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ τὸ διευκρινήσητε αὐτό, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὸ Σῶμα. Πέραν τοῦ ρήγματος τὸ ὁποῖον ἐπέρχεται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς τηρήσεως τῶν βιβλίων ἔχομεν καὶ τὸ θέμα τῶν τεκμηρίων, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ κἄποιαν εὐαισθησίαν εἰς ὅλους μας καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τύχῃ τῆς δεούσης προσοχῆς, διότι ἐὰν γίνωνται τέτοιες δηλώσεις ἀντιφατικὲς ἔχουν δίκαιον ποὺ ἐξεγείρονται οἱ φορολογούμενοι.
§184Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἔχετε βεβαιωθῆ, κ. συνάδελφε, ὅτι ὁσάκις ὁμιλῶ σταθμίζω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγω. Εἶπα, ὅτι τὸ ἄρθρον 5 δὲν καθιερώνει τεκμήρια. Τί ὁρίζει τὸ ἄρθρον 5. Ἐὰν ὁ οἰκονομικὸς Ἔφορος δὲν ἀνευρίσκῃ ἀνειλικρίνειαν εἰς τὰ βιβλία, ἔχει ὅμως συγκεκριμένα στοιχεῖα πείθοντα, ὅτι τὸ δηλούμενον εἰσόδημα δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πραγματικότητα, δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὰς δαπάνας διαβιώσεως διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου. Πέραν αὐτοῦ εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ἐφόρου τίθεται ἐκ τοῦ νόμου φραγμός, δὲν δύναται δηλαδὴ νὰ ὁρίσῃ εἰσόδημα μεγαλύτερον τοῦ 8πλασίου τοῦ μισθώματος τῆς κατοικίας του.
§185Β. ΜΠΡΑΚΑΤΣΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 6 ἀσφαλῶς θὰ ψηφισθῇ. Θὰ ὑποχρεώσετε ὅμως, κ. Ὑπουργέ, τοὺς ἀσκοῦντας ἐλευθέριον ἐπάγγελμα νὰ δηλώσουν ἀνειλικρινὲς εἰσόδημα, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχουν κώδικες δι’ ὡρισμένα ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα, ὅπως τῶν δικηγόρων οἱ ὁποῖοι ὁρίζουν τὴν ἀμοιβὴν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβουν. Συνεπῶς θὰ τοὺς θέσητε εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ δηλώσουν, ὅτι ἔλαβον ἀμοιβὴν κάτω τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου, ὁπότε θὰ τιμωρηθοῦν βάσει τοῦ κώδικος, ἢ θὰ δηλώσουν, ὅτι ἔλαβον ἀμοιβὴν ἀνωτέραν. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ ἔφορος τὰς διατάξεις τοῦ κώδικος περὶ ἐλαχίστων ὁρίων ἀμοιβῆς καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἐφιστήσητε τὴν προσοχὴν ἐπὶ τούτων. Εἰς κατατεθὲν πρὸς ψήφισιν νομοσχέδιον ὑπάρχει μία διάταξις, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὴν νενομοθετημένην φοροδιαφυγήν. Εἰς τὸ ἄρθρον 10 τῆς Συμβάσεως περὶ ΕΣΟ, ὁρίζεται, ὅτι ὁ Νομικὸς Σύμβουλος θὰ εἰσπράξῃ ἀμοιβὴν διὰ τὸ ὕψος τῆς ὁποίας δὲν ἰσχύουν αἱ διατάξεις τοῦ κώδικος περὶ δικηγόρων. Ἐρωτᾶται πῶς θὰ κρίνῃ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος περὶ τῆς ἀμοιβῆς τοῦ ἐν λόγῳ Νομικοῦ Συμβούλου διὰ νὰ τὸν φορολογήσῃ; Πῶς θὰ γνωρίζῃ τὸ ὕψος τῆς ἀμοιβῆς του;
§186Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ ποῖον θὰ εἰσπράξῃ τὴν ἀμοιβήν;
§187Β. ΜΠΡΑΚΑΤΣΟΥΛΑΣ. Ἀπὸ τὴν ΕΣΟ.
§188Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κίνδυνοι ὑπάρχουν ὅταν δὲν τηρῶνται βιβλία.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6;
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7.
§192Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι ἀπολύτως ὀρθαὶ αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7. Ἐπειδὴ ὅμως φοβοῦμαι, ὅτι τὸ καθοριζόμενον ποσοστὸν 35% θὰ πλήξῃ τὰ μικρὰ εἰσοδήματα, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπιείκειάν σας καὶ παρακαλῶ τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ δεχθῆτε νὰ αὐξηθῇ εἰς 50%, ὅπως προβλέπει ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία. Εἶναι γνωστόν, ὅτι καμμία Κυβέρνησις μέχρι σήμερον δὲν παρέσχε οἰκονομικὰς ἐνισχύσεις εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ μάλιστα τόσας, ὡς ἡ Κυβέρνησις Κωνσταντίνου Καραμανλῆ. Αὕτη ἐνίσχυσε τὰς τάξεις τῶν ἐπαγγελματιῶν, τῶν ἐμπόρων καὶ γενικῶς τῶν μικροεπιτηδευματιῶν διὰ δανείων καὶ διὰ τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. Ἔχω εἰς χεῖρας μου συγχαρητήριον τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τῆς Ἑνώσεως Οἰνοπαραγωγῶν Ἀθηνῶν Μιχ. Ἀνδριώτη, ὁ ὁποῖος εὐχαριστεῖ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς διευκολύνσεις αἱ ὁποῖαι παρέχονται ἀπὸ τὸν Ο.Χ.Ο.Α. πρὸς τοὺς οἰνοπώλας. Ἐπίσης, κ. Ὑπουργέ, παρακαλῶ ὅπως τὸ ὁριζόμενον εἰς τὸ ἄρθρον 7 παρ. 2 ἐδάφ. γʹ χρονικὸν διάστημα ἑνὸς τοὐλάχιστον ἔτους γίνῃ μέχρις ἑνὸς ἔτους. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἀναπτυχθεῖσαι τροπολογίαι μου μέχρι τοῦδε ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καὶ ἐκεῖναι τὰς ὁποίας θὰ ἀναπτύξω ἔχουν διατυπωθῆ εἰς μίαν γενικὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν καταθέτω καὶ ἡ ὁποία παρακαλῶ ὅπως περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζαρντινίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§194Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀνειλικρινοῦς δηλώσεως τοῦ φορολογουμένου παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ δηλώσῃ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐμπίπτουν εἰς τὸ ἄρθρον 53 τοῦ φορολογικοῦ κώδικος περὶ ἀνακριβοῦς τηρήσεως βιβλίων. Ἐπίσης παρακαλῶ καὶ ἐγὼ ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βρανοπούλου, περὶ αὐξήσεως τοῦ ποσοστοῦ ἀπὸ 35% ἕως 50%. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα τῆς θεσπίσεως τοῦ θεσμοῦ μικροῦ κέρδους.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§196Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ διατάξεις τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, 7, εὑρίσκονται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν μὲ τὰ ἰσχύοντα, ὄχι μόνον εἰς τὴν χώραν μας, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν ποινῶν, διότι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, τὰ καταδικαστικὰ ὄργανα, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰ φοροτεχνικά, ἔχουν δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλουν ποινὰς ἐπὶ τῶν φορολογουμένων, ἐνῷ εἰς ἄλλα ἀδικήματα τοῦ ποινικοῦ δικαίου κλπ., τὰς ποινὰς ἐπιβάλλουν οἱ εἰδικοὶ δικασταί. Ἐάν, βεβαίως, ὑπῆρχον τὰ Φορολογικὰ Δικαστήρια ποὺ θὰ ἐπέβαλον τὰς ποινὰς τοῦ ἄρθρου 7, οὐδεμία ἀντίρρησις θὰ ὑπῆρχε καὶ πλήρη ἐμπιστοσύνην διὰ τὴν δικαίαν ἐπιβολήν των θὰ εἴχομεν. Ἡ παρεχομένη ἁρμοδιότης εἰς τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα, εἶναι τοιαύτη, ὥστε καθ’ ἡμᾶς, καθίσταται ἀπαράδεκτος, προκειμένου νὰ ἐπιβάλλουν τόσον αὐστηρὰς ποινάς. Πιστεύω, ὅτι συνήθως αἱ μικραὶ ποιναὶ συνετίζουν καὶ παιδαγωγοῦν τοὺς πολίτας, ἀντιθέτως, αἱ μεγάλαι ποιναί, δὲν ἀποδίδουν τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα, διότι σπανίως ἐπιβάλλονται. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν τελικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 7, νὰ μετριασθοῦν τὰ ὅρια τῶν ὑπὸ τούτου προβλεπομένων ποινῶν διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν αὗται.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σιαφλέκης, ἔχει τὸν λόγον.
§198Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετ’ ἄλλων συναδέλφων τῆς παρατάξεώς μας, ἔχομεν ὑποβάλει σχετικὴν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦμεν τὴν διαγραφὴν τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 7. Ἡ προβλεπομένη πρόσθετος κύρωσις κατευθύνεται κυρίως, κατὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν καὶ ἐπαγγελματιῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρὰ πᾶσαν ἄλλην τάξιν, ἀποτελοῦν καὶ τὴν ἐξαίρεσιν εἰς τὴν πιστὴν ἐκπλήρωσιν τῶν φορολογικῶν των ὑποχρεώσεων. Ὡς ἐκ τούτου, θεωρῶ ἐξοντωτικὰς τὰς προβλεπομένας κυρώσεις τοῦ ἄρθρου 7, διότι αὗται στρέφονται, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τῆς τάξεως τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν καὶ ἐπιβάλλεται μία ἐξοντωτικὴ μεταχείρισις κατὰ τῆς τάξεως αὐτῆς. Συνεπῶς, κ. Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ στρεφομένη κατὰ μιᾶς τάξεως, δηλαδὴ τῆς τάξεως τῶν βιοτεχνῶν καὶ ἐπαγγελματιῶν, ἡ ὁποία τάξις διὰ τῆς παραγωγῆς της, ἐπὶ 12 δισεκατ. ἐθνικοῦ εἰσοδήματος τῆς δευτερογενοῦς παραγωγῆς προσφέρει τὰ 4½ δισεκατ. Καὶ τὸ εἰσόδημα αὐτὸ κατανέμεται ὡς γνωστὸν μεταξὺ 420 χιλιάδων βιοτεχνῶν, ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν τῆς βιοτεχνίας, ὥστε ὁ μέσος ὅρος τοῦ εἰσοδήματος νὰ εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν μέσον ὅρον τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἐργαζομένων. Ἡ μεταχείρισις, ἡ ὁποία εἰσάγεται ἡ ἐξοντωτική, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀνεπίτρεπτος. Διότι ὅλα τὰ στοιχεῖα πείθουν, ὅτι αὗται αἱ παραγωγικαὶ τάξεις καὶ παράγουν σήμερον καὶ προσφέρουν ὑψηλὸν ἐθνικὸν εἰσόδημα καὶ ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν βαρυτάτην, ἀλλὰ καὶ ἀνταποκρίνονται εἰλικρινῶς εἰς τὰς φορολογικὰς αὐτῶν ὑποχρεώσεις, ὥστε νὰ περιττεύῃ ἡ εἰσαγομένη πρόσθετος διάταξις διὰ τῆς στερήσεως τοῦ εὐεργετήματος τῆς πιστοδοτήσεως ἐκ μέρους τῶν πιστοδοτικῶν αὐτῶν ὀργανισμῶν. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ὄντως ἀποβλέπῃ εἰς τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, ἡ κατεύθυνσις, ἡ ὁποία δίδεται διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς μαρτυρεῖ, ὅτι δὲν εἶναι εἰλικρινὴς ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ πατάξῃ τὴν μεγάλην φοροδιαφυγὴν τοῦ μεγάλου εἰσοδήματος. Ὅταν εἰσάγῃ διατάξεις ὄντως καταστρεπτικὰς ἰδίᾳ τὰς μεσαίας καὶ μικρὰς ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι γνωστὸν ὑπὸ ποίας συνθήκας σήμερον διατηροῦν τὴν ὕπαρξίν των, ὅταν εἰσάγῃ τόσας ἐξοντωτικὰς διατάξεις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν σκέπτεται νὰ πατάξῃ τὴν φοροδιαφυγήν, τὴν μεγάλην φοροδιαφυγήν, ἀλλὰ σκέπτεται νὰ ἐπιβάλῃ πρόσθετα ἀστυνομικὰ μέτρα διὰ νὰ ξεζουμίσῃ τὰς μεσαίας καὶ μικρὰς ἐπιχειρήσεις ἔτι περισσότερον. Ἀλλὰ προειδοποιῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ καθιέρωσις τοιούτων διατάξεων θὰ φέρῃ καταστροφὴν εἰς τὰς τάξεις αὐτάς, θὰ φέρῃ τὴν ἀπαθλίωσιν εἰς τὰς τάξεις αὐτάς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προτείνομεν τὴν κατάργησιν τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 7.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐαγγελίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§200Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7, νομίζομεν, ὅτι ἐνδείκνυνται δύο μεταβολαί. Μέχρι τοῦδε, βάσει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, ὁ Ἔφορος εἶχε δικαίωμα, εἰς περίπτωσιν ἐξακριβώσεως ἀνακριβοῦς δηλώσεως προσθέτου φόρου, ἀπὸ τοῦ ⅙ μέχρι τοῦ ⅓. Ἤδη, διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἡ ἐπιβολὴ αὕτη καθίσταται ὑποχρεωτική. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ ὑψηλῶν εἰσοδημάτων, ἴσως εἶναι δικαιολογημένη ἡ προβλεπομένη κύρωσις. Προκειμένου, ὅμως, περὶ μικρῶν εἰσοδημάτων μέχρι 35%, νομίζω, ὅτι ἡ ὑποχρεωτικὴ κύρωσις τῆς ἐπιβολῆς προσθέτου ⅓, εἶναι ὑπερβολική. Θὰ πρέπει τὸ 35, αὐτό, τοῖς ἑκατὸν νὰ ἐξειδικευθῇ εἰς ἕνα καθωρισμένον ποσοστόν, μὴ ὑπερβαῖνον τὰς 5–10 χιλιάδας δραχμῶν, ὥστε νὰ μὴ ὑφίσταται ἐξίσωσις μεταξὺ μεγάλων φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν νὰ ἐξαπατήσουν τὸ δημόσιον καὶ πτωχῶν φορολογουμένων. Ἡ δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, εἶναι σχετικὴ μὲ τὴν πρόσθετον ἀπαγόρευσιν πιστοδοτήσεως καὶ δανεισμοῦ καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ ἐπιβληθῇ ἡ κύρωσις αὕτη, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐθεσπίσθη ὁ θεσμὸς τῶν Φορολογικῶν Δικαστηρίων. Ὡς ἐκ τούτου, προτείνω καὶ ἐγὼ τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 7.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Μπρακατσούλας, ἔχει τὸν λόγον.
§202Β. ΜΠΡΑΚΑΤΣΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῶν παρατηρήσεων προλαλησάντων συναδέλφων μου καὶ ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα μου ἐκ τῆς ἐπαφῆς μὲ τοὺς φορολογουμένους, τοὐλάχιστον εἰς τὴν περιφέρειάν μου, κατέδειξεν, ὅτι τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα εὑρίσκουν πάντοτε ἀνακριβεῖς τὰς δηλώσεις τῶν φορολογουμένων. Συνεπῶς, ἀντιλαμβάνεσθε εἰς ποίαν ἐσφαλμένην κρίσιν φορολογητέας ὕλης παρὰ τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων, δυνάμεθα νὰ ὁδηγηθῶμεν διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 7. Ἐπιμένομεν, λοιπόν, διὰ τοῦτο, εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ 35% καὶ ἐπὶ πλέον εἰς τὴν καθιέρωσιν ἑνὸς ἀπολύτου ὁρίου, ὥστε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ πλήξωμεν πράγματι τοὺς μεγάλους φορολογουμένους καὶ ὄχι τοὺς μικρούς, οἱ ὁποῖοι κυρίως πλήττονται διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὡς ἔχει.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Μιχαηλίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§204Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰς κυρώσεις τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ ἄρθρον 7 τὰς εὑρίσκω ἐξαιρετικῶς βαρείας. Ἠμποροῦν νὰ δημιουργήσουν καταστροφικὰς συνεπείας εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐναντίον τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἐπιβληθοῦν. Εἶναι ἄλλωστε παραδεδεγμένον, ὅτι αἱ βαρεῖαι ποιναὶ προκαλοῦν τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Τὶ θὰ συμβῇ μὲ τὴν θέσπισιν τοιούτων διατάξεων, εἶναι γνωστόν. Ἢ θὰ γενικευθῇ τὸ κακὸν ἢ θὰ συμβῇ νὰ διαφθαροῦν χαρακτῆρες διαφόρων ἀτόμων, ἀκόμα καὶ ὑπαλλήλων, διότι ὡς γνωστόν, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκας καὶ ὑπόκεινται εἰς πειρασμούς. Ὁ ἔμπορος ὁ ὁποῖος θὰ διατρέξῃ τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῇ τόσον βαρείας κυρώσεις, θὰ κυττάξῃ μὲ πᾶν μέσον, νὰ τὰς ἐξουδετερώσῃ. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει τὰ μέτρα νὰ εἶναι περισσότερον ἤπια. Πιὸ ἤπια διὰ νὰ μὴ βλέπωμεν αὐτὸ τὸ ἀπαράδεκτον δι’ ἡμᾶς, ἡ ἄκρα ἀριστερά, ἡ ὁποία μέχρι χθὲς ἔλεγε τόσα διὰ τοὺς ἐμπόρους τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν ὁ πλέον ἀπηνὴς διώκτης, νὰ παρουσιάζεται σήμερον προστάτης αὐτῶν, ἡμεῖς δὲ διῶκται των. Αἱ ἐπιεικεῖς ποιναὶ οὐδέποτε ζημιοῦν τὸν σκοπὸν παραδειγματισμοῦ, αἱ ἐνῷ βαρεῖαι κυρώσεις φέρουν τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Ἐνθυμῆσθε τὸν περίφημον Ἀμερικανικὸν νόμον «περὶ ποτοαπαγορεύσεως», τοῦ ὁποίου συνέπεια ὑπῆρξεν λόγῳ τῶν αὐστηροτάτων ποινῶν του, ἡ δημιουργία τῶν μεγαλυτέρων λαθρεμπορικῶν ἐπιχειρήσεων, καὶ ἡ δημιουργία τῶν γκάγκστερς κλπ. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ εἰς τὸν τόπον μας ἔχομεν πλεῖστα παραδείγματα. Τὸ 1945 εἰς τὴν Θράκην ἀπηγορεύθη ἡ μεταφορὰ ἐκτὸς τῆς Θράκης τῶν γαλακτοκομικῶν προϊόντων διὰ νὰ δύναται ὁ ἐπανακάμψας ἐκ τῆς προσφυγιᾶς ἐξηντλημένος λαός, νὰ προμηθεύεται αὐτά. Ἀποτέλεσμα ὅμως τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης ὑπῆρξεν ὁ παντελὴς ἐξαφανισμὸς τῶν εἰδῶν αὐτῶν ἐκ τῶν Θρακικῶν ἀγορῶν καὶ ὁ παράνομος πλουτισμὸς ὡρισμένων ἐπιχειρηματιῶν ἢ κρατικῶν ὀργάνων καὶ ἡ μείωσις τοῦ Κράτους λόγῳ τῆς ἀδυναμίας εἰς ἣν περιῆλθε νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπόν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ἐπιβάλλεται πάντοτε κἄποια ἐπιείκεια εἰς παρόμοια μέτρα.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§206Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 7, δημιουργεῖ ἕνα πρόβλημα, ἀνάλογον τοῦ ὁποίου δημιουργεῖ καὶ τὸ ἄρθρον 9. Προβλέπει κυρώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς φορολογουμένους τῶν ὁποίων αἱ δηλώσεις τελικῶς δὲν θὰ εὑρεθοῦν ἀκριβεῖς, καὶ μεταβάλλει ἐπὶ τῷ αὐστηρότερον τὸν ἰσχύοντα νόμον. Πρέπει νὰ σημειώσω ἐδῶ, ὅτι εἰς τὴν ἀρχικήν του διατύπωσιν ἦτο ἀκόμη περισσότερον αὐστηρόν, καὶ ὅτι ἐβελτιώθη ἐλαφρῶς μὲ τὸ νὰ μεταβληθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦ 25% εἰς 35% ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐγώ, κ. συνάδελφοι, ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ μίαν βασικὴν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἰσχύει εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ἀναλόγους περιπτώσεις. Κυρώσεις τοιούτου εἴδους, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μάλιστα μὲ ποσοστὸν ποιοτικῆς διακριβώσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλλωνται ὁμοιομόρφως ἐναντίον ὅλων τῶν Ἑλλήνων φορολογουμένων, μικρῶν καὶ μεγάλων, ἐναντίον ὅλων ἀσχέτως ποίας κατηγορίας βιβλία τηροῦν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἴδιος, ἐξεδήλωσεν εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τὴν περιφρόνησίν του, θὰ ἔλεγον, πρὸς τὰ βιβλία Αʹ Κατηγορίας, καὶ μὲ ἠρώτησεν ἐὰν πιστεύω, ὅτι αὐτὰ εἶναι βιβλία. Καὶ ὅμως εἶναι τὰ βιβλία τὰ ὁποῖα μία σημαντικὴ μερὶς Ἑλλήνων ἐργαζομένων ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἀπὸ τὸν νόμον νὰ τηρῇ, καὶ τὰ βιβλία τὰ ὁποῖα, ὡς γνωρίζετε ὅλοι σας ἐκ πείρας, σχετικῆς μὲ τὴν πολιτικήν σας δραστηριότητα, σχεδὸν πάντοτε πίπτουν καὶ οὐδέποτε, σχεδὸν ποτέ, δὲν θεωροῦνται ἀκριβῆ. Καὶ δὲν εἶναι περίεργον, ὅτι ἔτσι ἐφαρμόζουν τὸν νόμον τὰ φορολογικὰ ὄργανα, ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τῆς ἐπισήμου αὐτῆς θέσεως μὲ τόσην περιφρόνησιν ὁμιλῇ, περὶ τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα ὁ Ἕλλην νομοθέτης θεσπίζει καὶ ὁ ἴδιος ἀναγνωρίζει. Ἀπὸ τὴν στιγμὴν λοιπὸν ποὺ ἔχομεν εἰς τοὺς μικροὺς φορολογουμένους καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τηροῦν βιβλία Αης, Βης καὶ Γης κατηγορίας, τόσον ποσοστὸν ἀπορρίψεως βιβλίων ἀνεξαρτήτως ὕψους —δὲν ἀναφέρω ποσοστὸν διὰ νὰ μὴ ἐξελιχθῇ ἡ συζήτησις εἰς συζήτησιν διαλογικὴν μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν— καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν πλέον ὁ ἔφορος, ἀπορρίπτων τὰ βιβλία, προχωρεῖ εἰς τεκμαρτὸν ὑπολογισμὸν —καὶ ἀναφέρω τὴν κατηγορίαν τῶν ἐλευθέρων ἐπαγγελματιῶν— ἀπὸ τὴν στιγμήν, λοιπόν, ποὺ διὰ τοὺς ἐλευθέρους ἐπαγγελματίας δὲν θὰ ἔχῃ σημασίαν τί θὰ δηλοῦν ἀφοῦ δὲν θὰ ἰσχύουν τὰ βιβλία των καὶ θὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἰδίως οἱ μικροὶ ἐξ αὐτῶν, ἰατροί, δικηγόροι κλπ., δημιουργεῖται τὸ πρόβλημα: Ἔχομεν τὸ ἠθικὸν δικαίωμα νὰ μεταχειρισθῶμεν αὐτοὺς τὸ ἴδιον μὲ μίαν ἑταιρίαν ἀνώνυμον, ἡ ὁποία τηρεῖ βιβλία τετάρτης κατηγορίας καὶ ἔχει δεκάδας ὑπαλλήλων εἰς τὸ λογιστήριόν της καὶ ἡ ὁποία βεβαίως δὲν δικαιοῦται καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάμνῃ δήλωσιν, ἡ ὁποία νὰ ἀφίσταται 35% ἀπὸ τὸν τελικὸν προσδιορισμόν. Δὲν θὰ εἶναι δίκαιον, κ. συνάδελφοι καὶ κ. Ὑπουργέ, τὸ Κράτος, νὰ μὴ δημιουργήσῃ μίαν διαβάθμισιν μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν κατηγοριῶν, διότι ἄλλως θὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι αἱ ποιναὶ αὐταὶ καὶ τὰ πρόστιμα ἐγένοντο διὰ νὰ ἐπιπέσουν ἐπὶ τῶν πολὺ ἀδυνάτων, καὶ διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσει ταμειακοὺς σκοπούς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κάνοντας τὴν βασικὴν αὐτὴν παρατήρησιν, συνιστῶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναζητήσῃ τρόπον —καὶ ὑπάρχουν ποικίλοι τρόποι, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω προτίμησιν— ὥστε νὰ διαχωρίσῃ τὰς περιπτώσεις, καὶ νὰ ἀφίσῃ τὴν διάταξιν οἵα εἶναι καὶ ἰσχυροτέραν ἀκόμη ἐὰν θέλῃ προκειμένου περὶ τῶν φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι τηροῦν βιβλία τετάρτης κατηγορίας ἢ καὶ τῶν μεγάλων, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀπαλείψῃ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν προκειμένου περὶ τῶν μικρῶν. Ἐάν, κ. συνάδελφοι, τὸ νομοθέτημα ἐδημιούργησε τόσην ἀγανάκτησιν μεταξὺ τῶν πτωχῶν ἰδίως καὶ τῶν μέσων Ἑλλήνων ἐπαγγελματιῶν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἐδημιουργήθη ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσει αὐτοὶ θὰ πληρώσουν τὰ σπασμένα καὶ ὅτι οἱ μεγαλορρήμονες λόγοι ποὺ ἀκούονται ἐδῶ θὰ ξεσπάσουν εἰς τὴν καμπούραν τῶν μικρῶν καὶ τῶν μέσων φορολογουμένων. Ἂς δώσωμεν ἡμεῖς λοιπὸν διὰ θετικῆς διατάξεως τὴν ἀντίθετον κατευθυντήριον γραμμὴν πρὸς ἐκείνους ποὺ θὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Δεσύλλας, ἔχει τὸν λόγον.
§208Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, κ. Ὑπουργέ, ὅτι αἱ συνέπειαι τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 7 ὅπως ἐπίσης καὶ τοῦ ἄρθρου 9, δὲν πρόκειται νὰ ἐπιπέσουν ἐπὶ τῶν ὑπευθύνων φοροφυγάδων, ἐπὶ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα δὲν θὰ τηρήσουν τοὺς νόμους, ἀλλὰ ἐπὶ ἄλλων τάξεων. Καὶ ἄλλαι τάξεις εἶναι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἐργάται, οἱ ἐπαγγελματίαι κλπ. Διότι, κ. Ὑπουργέ, ἐὰν ἐπιβάλετε τὰς κυρώσεις αὐτάς, εἰς μίαν ἐπιχείρησιν ὁσονδήποτε φοροκλέπτις καὶ ἐὰν εἶναι, αἱ κυρώσεις αὐταὶ θὰ εἶναι μεγάλαι διότι θὰ καταστραφῇ ἡ ἐπιχείρησις. Ἐάν, φέρ’ εἰπεῖν, κλείσετε τὴν Ἑταιρίαν Λιπασμάτων δι’ ἕνα παράπτωμα, θὰ πετάξετε εἰς τὸν δρόμον 4.000 ἀνθρώπους. Ἐὰν κλείσετε τὴν ἑταιρείαν ΦΙΞ τὶ θὰ γίνῃ τὸ ὑλικὸν ποὺ εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ ἐργοστασίου, καὶ τί θὰ γίνουν οἱ ἐργάται καὶ οἱ ὑπάλληλοι; Τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ μὲ οἱανδήποτε ἄλλην ἑταιρίαν. Ἐὰν πρόκειται νὰ κόψετε τὰς πιστώσεις διὰ τὰς παραβάσεις τοῦ ὑπευθύνου, δὲν θὰ τιμωρήσετε τὸν ὑπεύθυνον ἐπιχειρηματίαν, ἀλλὰ τὰς ἀνευθύνους κοινωνικὰς τάξεις καὶ γενικώτερον τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Θὰ ὁλοκληρώσετε μίαν καταστροφήν, ἡ ὁποία ἤδη ὑφίσταται λόγῳ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ παρελθὸν ἐλήφθησαν καὶ τὰ ὁποῖα πολὺ ἀργὰ προσπαθεῖτε νὰ μεταβάλλετε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε, σταματῶ τὰς πιστοδοτήσεις; Ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι, ἀπὸ ποῦ θὰ πληρωθῇ τὸ προσωπικὸν καὶ τί συναφεῖς ἐπιχειρήσεις ὑπάρχουν, ποὺ συνδέονται μὲ αὐτάς; Εἰς αὐτὸ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας. Ἐπιβάλλατε κυρώσεις ἐναντίον τῶν ὑπευθύνων, ὄχι ὅμως ἐναντίον τῶν ὑπαλλήλων.
§209Α. ΜΕΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει πολὺ βαρεῖας κυρώσεις, μὲ τὰς προϋποθέσεις τὰς ὁποίας θέτει. Ἐρωτῶ, ἐὰν κατὰ τῶν κυρώσεων αὐτῶν ὑπάρχῃ τρόπος προσφυγῆς, ἢ ἀνασχέσεως;
§210Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Βεβαίως, ὑπάρχουν, ἀκόμη καὶ ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Κύριοι συνάδελφοι, διατυποῦται συχνὰ ἡ αἰτίασις, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει παραχωρήσει εἰς τὴν βιομηχανίαν πολλὰ πλεονεκτήματα καὶ ἔχει μειώσει τὸ φορολογικὸν βάρος αὐτῆς, τῆς συμβολῆς της εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν. Πράγματι, τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔχουν ληφθῆ ὡς φορολογικὰ κίνητρα καὶ ἰδίως αἱ διατάξεις περὶ προστασίας τῆς ἐπαρχιακῆς βιομηχανίας, ἔχουν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν φορολογίαν ἢ ἔχουν ἀναβάλει τὴν φορολογίαν ἑνὸς σημαντικοῦ μέρους τοῦ εἰσοδήματος τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖται ἀπὸ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν βιοτεχνίαν. Αἱ παραχωρήσεις ὅμως ἐκεῖναι δὲν ἔγιναν χάριν τῶν βιομηχανιῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὸν βασικὸν σκοπὸν τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας. Καὶ ἐδέχθημεν νὰ μειωθοῦν τὰ ἔσοδα τοῦ Κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ, προκειμένου νὰ ἐξυπηρετηθῇ ὁ ὑπέρτερος σκοπὸς τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἐντελῶς διάφορον ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχει πᾶς φορολογούμενος. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν θεωρίαν τῆς προστασίας τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος καὶ τῆς ἀπασχολήσεως ἐργατικῶν χειρῶν, νὰ παραχωρηθῇ ἀσυδοσία εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν φορολογικῶν ὑποχρεώσεων. Ἄλλο κίνητρον συμβάλλον εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ ἄλλο ἐκπλήρωσις τῆς φορολογικῆς ὑποχρεώσεως. Ἐλέχθη, ὅτι τὸ ἄρθρον 7 εἰσάγει δῆθεν αὐστηρὰς ποινάς. Ὑπεστηρίχθη ἀκόμη, ὅτι εἰσάγει τὸ πρῶτον κυρώσεις. Τὸ ἄρθρ. 7 διαμορφώνει ἁπλῶς ἰσχύουσας διατάξεις. Εἶναι γενικῶς παραδεδειγμένον, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν κυρώσεις κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑποβάλλουν εἰλικρινεῖς δηλώσεις. Καὶ πάντοτε οἱ φορολογικοὶ νόμοι εἶχον συνδεθῇ μὲ τὴν ἐπιβολὴν προστίμου καὶ ἄλλων ποινῶν εἰς τοὺς παραβιάζοντας τὰς φορολογικὰς ὑποχρεώσεις. Ὁμοίως καὶ οἱ ρυθμίζοντες τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμοι προβλέπουν ποινάς, ὅπως ἄλλοι νόμοι ἀπειλοῦν ποινὰς διοικητικὰς εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν συμμορφοῦνται μὲ τὴν νομοθεσίαν. Ἡ ἀπειλὴ κυρώσεων ἔναντι τῶν μὴ συμμορφουμένων πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις των εἶναι γενικὴ καὶ ἀναπόφευκτος. Περαιτέρω πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι ἡ κύρωσις πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ προσδοκώμενον ἐκ τῆς παραβάσεως ὄφελος, διότι ἐὰν ἡ ἀπειλουμένη κύρωσις εἰς βάρος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀπέκρυψε τὸ εἰσόδημά του καὶ καθυστέρησε τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς φορολογικῆς ὑποχρεώσεως ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, καρπωθεὶς τὸ καταβλητέον ποσόν, εἶναι ἀσήμαντος, προφανῶς δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός. Διότι ὁ φορολογούμενος δὲν θὰ ὑπολογίσῃ τὰς κυρώσεις προκειμένου νὰ ἀποκρύψῃ τὸ εἰσόδημα διὰ τῆς ὑποβολῆς ἀνειλικρινοῦς δηλώσεως. Θὰ τὸν ἐνθαρρύνῃ ἡ σκέψις, ὅτι ἀποκαλυπτομένης τῆς ἀνειλικρινείας, ἡ κύρωσις θὰ εἶναι ἀσήμαντος καὶ ὁ ἐνδιάμεσος μόνον τόκος, θὰ ἔχῃ ὑπερκαλύψει τὴν ποινήν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβάλῃ κατ’ ἀρχὴν ὁ οἰκονομικὸς Ἔφορος, θὰ κρίνῃ ὅμως ἐν συνεχείᾳ τὸ Πρωτοβάθμιον καὶ τὸ Δευτεροβάθμιον Φορολογικὸν Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ ἐπὶ τῆς φορολογικῆς διαφορᾶς. Τί προβλέπει ἡ διάταξις, διὰ τὴν ὁποίαν ἔγινε τόσος θόρυβος; «... (ἀναγινώσκει) ....», Καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁρίζει κατ’ ἐξαίρεσιν, ὅτι: «..... (ἀναγινώσκει) ......». Ἐκεῖνο λοιπόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ εἶναι τοῦτο. Μὴ τυχὸν ἀποβῇ εἰς βάρος τῶν μικρῶν φορολογουμένων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ὠργανωμένην ὑπηρεσίαν. Διὰ τὴν ἄρσιν καὶ τῆς ἀμφιβολίας ταύτης, δὲν θὰ εἶχα ἀντίρρησιν νὰ διατηρηθῇ ἡ ἰσχύουσα διάταξις μὲ τὰς προβλεπομένας κυρώσεις ἀνειλικρινοῦς δηλώσεως, προκειμένου περὶ φορολογικῆς ὑποχρεώσεως μέχρι 5.000 δρχ., νὰ ἰσχύσουν δὲ αἱ προβλεπόμεναι νέαι ποιναὶ προκειμένου περὶ φορολογουμένων μείζονος ὑποχρεώσεως. Ἡ τελευταία παράγραφος παρέχει τὴν εὐχέρειαν ἐπιβολῆς καὶ τῆς κυρώσεως τῆς στερήσεως τῆς εὐχερείας πιστοδοτήσεως. Ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις ὅμως; Παραπονοῦμαι, κύριοι, διότι δὲν ἀπεδόθη ἡ ὀφειλομένη σημασία εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις, θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ κριθῆ τελεσιδίκως ἡ φορολογικὴ ὑποχρέωσις καὶ ἡ παράβασις ἑπομένως καὶ θὰ πρέπει ἐν συνεχείᾳ νὰ ἔχῃ καταδικασθῇ ὁ παραβάτης δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ποινικοῦ Δικαστηρίου. Διότι μόνον τὸ Ποινικὸν Δικαστήριον, μετὰ τὸν τελεσίδικον φορολογικὸν ἔλεγχον, θὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐπιβάλῃ καὶ τὴν κύρωσιν ταύτην, τὴν στέρησιν δηλαδὴ τοῦ δικαιώματος τῆς πιστοδοτήσεως. Δὲν πρόκειται περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα πλήττουν ἰδιαιτέρως τοὺς μικροὺς καὶ τοὺς μέσους ἐπαγγελματίας. Καὶ δὲν ἀποσκοποῦν νὰ θάλψουν τοὺς μεγάλους. Ὑποθέτω, ὅτι μεγαλυτέραν ἀνάγκην χρηματοδοτήσεως ἔχουν καὶ συχνότερα προσφεύγουν εἰς τὰς πιστοδοτήσεις τῶν Τραπεζῶν καὶ τοῦ ΟΧΟΑ οἱ μεγάλοι φορολογούμενοι. Τὰ προβλεπόμενα διὰ τοῦ νομοσχεδίου μέτρα ἀφοροῦν οὐσιαστικῶς τοὺς μεγάλους φορολογουμένους, πάντως δὲ τοὺς ἀνειλικρινεῖς καὶ φοροφυγάδας. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ κύρωσις πρέπει νὰ ὑπάρξῃ πρῶτον τελεσίδικος ἀπόφασις τοῦ Φορολογικοῦ Δικαστηρίου καὶ δεύτερον καταδίκη ἀπὸ τὸ Ποινικὸν Δικαστήριον. Δέχομαι μόνον τὴν διευκρίνισιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Βρανόπουλος: Ἀντὶ ὁ νόμος νὰ ἐπιβάλλῃ τὰς κυρώσεις αὐτάς, ἐπὶ χρονικὸν διάστημα ἑνὸς ἔτους, νὰ καθορισθῇ τὸ ἀνώτατον ὅριον, ἀφιεμένης τῆς ἐπιμετρήσεως εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ποινικοῦ Δικαστηρίου.
§211Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀναμφισβητήτως ἐβελτίωσε τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου ἐν τῇ ἐννοίᾳ ποὺ ὡμίλησαν ὅλοι οἱ προηγούμενοι ρήτορες, ὁρίσας τὸ ὕψος τοῦ φόρου κάτω τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἰσχύσουν αὐταὶ αἱ ποιναί.
§212Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Παρέλειψα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀναιρεῖ ἰσχύουσαν διάταξιν τοῦ Κώδικος, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν καὶ μετὰ τὴν παράβασιν, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἀνειλικρινοῦς δηλώσεως, κατὰ τὸ στάδιον τοῦ συμβιβασμοῦ, ὁ φορολογούμενος καλούμενος ἀπὸ τὸν Ἔφορον, καὶ ἀποδεχόμενος συμβιβασμόν, ἀπειλεῖται μὲ προσαύξησιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ τρίτον τῆς προβλεπομένης. Κατὰ συνέπειαν, ἐπὶ συμβιβασμοῦ ὁ πρόσθετος φόρος εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἔννατον τοῦ κυρίου φόρου.
§213Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πάντως ἐφ’ ὅσον διατηρεῖται τὸ καθεστὼς τῶν αὐστηρῶν μέτρων θὰ ἔπρεπε ἡ κλιμάκωσις νὰ διπλασιασθῇ καὶ νὰ τεθῇ, ὅτι αἱ ψηφιζόμεναι διατάξεις θὰ ἰσχύσουν διὰ τοὺς ὑποκειμένους εἰς φόρον ἄνω τῶν 10 χιλιάδων δραχμῶν. Ἀπ’ ἐκεῖ καὶ κάτω νὰ ἰσχύσουν αἱ κείμεναι σήμερον διατάξεις.
§214Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ δὲν ὡμίλησα διὰ τὸ ζήτημα τῶν κυρώσεων. Ἁπλῶς ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ποινῆς τοῦ σταματήματος τῶν πιστοδοτήσεων τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 7 ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄρθρον 9. Δὲν ἀνεφέρθην εἰς τὰς κυρώσεις καὶ εἶμαι σύμφωνος. Ἀλλὰ προκειμένου μόνον διὰ τοὺς ὑπευθύνους καὶ ὄχι δι’ ὅλους. Ἐπίσης θὰ ἤθελον νὰ τονίσω, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἀντίληψις, ὅτι ὑποστηρίζεται ἡ ἐπαρχιακὴ βιομηχανία. Ὅλα τὰ λεγόμενα μέτρα προστασίας της εἶναι μέτρα ποὺ εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν τὴν προστατεύουν, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι δὲν ἐδημιουργήθη καμμία βιομηχανία εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τοῦτο διότι μόνον ἐὰν ὑπάρχουν κέρδη ἀπολαμβάνουν εὐεργετημάτων τινῶν. Ἐξ ἄλλου τὰ διάφορα πλεονεκτήματα ἐξουδετερώνονται, διότι συμψηφίζονται μὲ τὰ ἔξοδα μεταφορᾶς, ἡ δὲ ἀτέλεια τῶν μηχανημάτων δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ εὐεργετικὸν μέτρον διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν βιομηχανίαν, δεδομένου, ὅτι ἡ ἀτέλεια αὕτη ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὰς βιομηχανίας τῶν Ἀθηνῶν.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζαρντινίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§216Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ δεχθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὅρου τῆς ἀνακριβείας τῶν βιβλίων ὡς τὴν προβλέπουν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 53 τοῦ Κ.Φ.Σ. καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει γνωρίζω, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν εἶναι ἑτοίμη ἡ μελέτη διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συντελεστοῦ μικτοῦ κέρδους ἀντὶ τοῦ τοιούτου τοῦ καθαροῦ κέρδους. Μὲ τὴν ὑφισταμένην σήμερον κατάστασιν καθορισμοῦ κερδῶν ὑπάρχει πολὺ μεγάλον περιθώριον διὰ νὰ κρίνεται ἀναγκαστικὰ τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν φορολογουμένων Α καὶ Β κατηγορίας, ὅτι ἀνακριβῶς ἔχει δηλώσει τὰ εἰσοδήματά του. Παραδείγματος χάριν διὰ τὸν ποτοποιὸν αἱ διατάξεις ὁρίζουν συντελεστὴν ἀπὸ 4–14%. Εἶναι φυσικὸν ὁ φορολογούμενος μάλιστα τῶν δύο ἀναφερθέντων κατηγοριῶν ὅπου πολὺ δύσκολον εἶναι νὰ γνωρίζῃ καὶ ὁ ἴδιος τί κερδίζει, νὰ δηλώσῃ κἄτι περισσότερον ἀπὸ τὸ 4%. Ὁ Οἰκον. Ἔφορος, προασπίζων τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου θὰ καθορίσῃ τὰ κέρδη μὲ ἀνώτερον ποσοστὸν μὲ ἀποτέλεσμα διὰ τὸν φορολογούμενον τὴν καταβολὴν προστίμων καὶ ἄλλων κυρώσεων. Εἶναι αἴτημα τῶν παραγωγικῶν τάξεων ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ τοῦ μικτοῦ κέρδους. Τί θὰ γίνῃ τότε; Θὰ καθορισθοῦν τὰ κέρδη τοῦ φορολογουμένου μὲ συντελεστὴν ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἀγορῶν του καὶ θὰ ὑπάρχῃ εὐχέρεια εἰς τὸν ἐπαγγελματίαν νὰ ἐκπέσῃ ἔτι τῶν κερδῶν του, τὰ ἔξοδά του καθὼς καὶ τὰς πραγματοποιηθείσας ζημίας ἐκ διαφόρων λόγων. Ζητοῦμεν ὅμως εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ διαφορὰ τοῦ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὁρίου τῶν συντελεστῶν νὰ εἶναι μικρὰ οὕτως ὥστε νὰ διευκολύνεται ὁ φορολογούμενος καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἔδαφος σοβαρᾶς ἀντιδικίας μεταξὺ φορολογουμένου καὶ Οἰκον. Ἐφόρου. Ὡς πρὸς τὰς ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον ἐνῷ δὲν προβλέπεται ἀπὸ τὸν νόμον ἡ ὕπαρξις δικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ διὰ τὰς μικρὰς ἀπαιτήσεις ἵνα μεταφερθῶσιν ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ χρεωστῶν εἰς τὸν λογαριασμὸν ἐπισφαλῶν χρεωστῶν, δηλαδὴ νὰ ἐκπεσθοῦν ἀπὸ τὰ κέρδη. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ προβλέπεται, ὅτι ἀπαιτήσεις μέχρι 300 δρ. μεταφέρονται εἰς τοὺς ἐπισφαλεῖς χρεώστας μετὰ παρέλευσιν διετίας ἀπὸ τῆς δημιουργίας των ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως.
§217Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Ζαρντινίδη, ἐπεθύμουν νὰ εἴπω, ὅτι ἔχει ἀρχίσει ἡ μελέτη διὰ τὸν καθορισμὸν συντελεστοῦ μικτοῦ κέρδους, καθυστέρησε δὲ διότι αἱ ἐνδιαφερόμεναι τάξεις ἀπέσυραν τοὺς ἀντιπροσώπους των. Ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ ὅπως αἱ αὐστηρότεραι κυρώσεις ἰσχύουν διὰ τοὺς μεγαλυτέρους μόνον φορολογουμένους, παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε ὅπως παραμείνουν ἀμετάβλητοι αἱ ἰσχύουσαι κυρώσεις κατ’ ἀνειλικρινοῦς δηλώσεως φορολογουμένων πάσης κατηγορίας, τὸ εἰσόδημα τῶν ὁποίων δὲν ὑπερβαίνει τὰς 60.000 δραχμάς. Θὰ ὑπάρχῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ἀντιστοίχως μὲ τὰς διατάξεις περὶ σταθερότητος τῆς βεβαιώσεως.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7;
§219ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 7, ἐγένετο δεκτόν.
§221Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, ὅπως βλέπω ἀπὸ τὰ ἐκδιδόμενα δελτία τύπου δὲν ἀποδίδεται καὶ δὲν εἶναι εὐχερὲς νὰ ἀποδοθῇ ἡ διαλογικὴ συζήτησις, θὰ παρεκάλουν νὰ δώσητε ἐντολὴν ὅπως αἱ διαλογικαὶ συζητήσεις ἀποδίδωνται διὰ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην τῶν γραφομένων. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν πρόκειται περὶ συνεδριάσεων μακρᾶς διαρκείας, δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τεχνικοὺς ἰδίᾳ λόγους, νὰ γίνῃ τοῦτο. Πάντως καταβάλλεται προσπάθεια ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἀποδίδωνται αἱ συζητήσεις ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερον. Διότι τὰ πρακτικὰ θὰ εἶναι ὀγκώδη. Προκειμένου ὅμως διὰ μικρὰς διακοπὰς εἶμαι σύμφωνος. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§223Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἄρθρον 8. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§225Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς παραγρ. 2 ἐδάφ. 3β, ὡς πρὸς τὴν ἐπίδοσιν δηλώσεως εἰσοδήματος μικροτέρου κατὰ 25% τοῦ πραγματικοῦ. Ὀρθὸν εἶναι τοῦτο νὰ καθωρίζετο εἰς 35%. Ἐπίσης τὸ ποσὸν πρέπει νὰ γίνῃ ἀπὸ 10.000 εἰς 15.000. Εἶναι βαρύταται αἱ συνέπειαι καὶ ζητῶ τὴν ἐπιείκειαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, τοὐλάχιστον δι’ ὅσους δὲν πράττουν ἐκ δόλου ὁρμώμενοι. Ἐπίσης εἰς τὴν παράγρ. 4 ποὺ προβλέπει τὴν σύστασιν τῆς Τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἐκ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, τοῦ Οἰκον. Ἐφόρου καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Νομαρχίας, ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀντιληφθῶ τὸν λόγον τῆς συμμετοχῆς τοῦ διευθυντοῦ τῆς Νομαρχίας εἰς τὴν ὡς ἄνω Ἐπιτροπήν, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ καλῶς τοὺς φορολογουμένους. Λυσιτελὴς εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς οἰκείας ἐπιστημονικῆς ἢ ἐπαγγελματικῆς τάξεως. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργόν, ὅπως ὁρίσῃ τὴν προθεσμίαν ἐκδόσεως ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς μηνιαίαν ἀντὶ 20ήμερον ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεως, διὰ νὰ ὑπάρχῃ χρόνος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον της μὲ ἄνεσιν. Ἐπίσης εἰς τὴν παράγραφον 5 ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἡμάρτησεν ὁ ἐπαγγελματίας καθιεροῦται, ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ δελτίον φορολογικῆς ἐνημερότητος ἐντὸς τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχουν πλεῖστοι ὅσοι ἐπαγγελματίαι, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζονται νὰ ταξιδεύσουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τοὐλάχιστον δὶς τοῦ ἔτους διὰ νὰ παρακολουθήσουν τὴν μόδαν, ὅπως εἶναι οἱ ράπται, αἱ μοδίσται, οἱ ὑποδηματοποιοὶ κλπ.
§226Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς προβλέπεται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 8 ἡ δημοσίευσις τῶν φορολογικῶν καταλόγων ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι θὰ δημιουργηθῇ φόρτος ἐργασίας εἰς τὰς κατὰ τόπους Οἰκονομικὰς Ἐφορίας. Προτείνω λοιπόν, ὅπως μὴ συμπεριλαμβάνωνται εἰς τὰς δηλώσεις οἱ ἔχοντες εἰσοδήματα κάτω τῶν 60.000 δραχμῶν καὶ τὰ προβλεπόμενα κλιμάκια νὰ μὴ εἶναι ἀνώτερα τῶν 50.000 δραχμῶν καὶ οὐχὶ κατώτερα τῶν 20.000 δραχμῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίευσιν τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργὸν ἐὰν θὰ ἐπιτρέπεται ἡ δημοσίευσις εἰς τὰς ἐφημερίδας εἰς περισσοτέρας τῆς μιᾶς ἡμέρας ἢ ὄχι. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς κυρώσεις τοῦ πίνακος τῶν κακῶν φορολογουμένων, παράκλησις ὅπως τὸ 25% γίνῃ 35%. Ἐπίσης ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως οἱ ἐπιλύοντες διοικητικῶς (συμβιβαστικῶς) τὰς διαφοράς των νὰ μὴ ὑπόκεινται εἰς τὰς ποινὰς τοῦ ἄρθρου 8 ἐκτὸς ἐὰν ὑπέπεσαν εἰς τὸ παράπτωμα τῆς μὴ τηρήσεως οὐσιωδῶς βιβλίου ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ εὑρεθέντα ἐτηρήθησαν ἀναδρομικῶς ὡς τοῦτο προβλέπεται ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 53 τοῦ Κ.Φ.Σ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἐπιθυμοῦσα τὴν συμμετοχὴν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ὅπου ὑπάρχει, ἀντὶ τοῦ Δ)ντοῦ τῆς Νομαρχίας καὶ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου δι’ ἑνὸς λαϊκοῦ μέλους, τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου παρισταμένου ὡς εἰσηγητοῦ ἄνευ ψήφου. Παράκλησις ἐπίσης ὅπως ἡ περὶ μὴ ἐγγραφῆς αἴτησις τοῦ φορολογουμένου δύναται νὰ ὑποβληθῇ ἐντὸς δεκαπενθημέρου ἀντὶ πενθημέρου. Διὰ τὴν μὴ χορήγησιν πιστοποιητικοῦ φορολογικῆς ἐνημερότητος ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ χορηγῆται ὅταν πρόκειται διὰ τὴν χρησιμοποίησίν του εἰς τὸ Τελωνεῖον. Ἀναλογισθῆτε, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων ποινῶν ὁ οὕτω τιμωρούμενος εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς ὑποχρεώσεις του ἐκ συμβολαίων προερχομένων διὰ παράδοσιν ἐμπορευμάτων εὑρισκομένων ἐν τῷ τελωνείῳ, ἢ τὸν κίνδυνον ἀλλοιώσεως τῶν ἐμπορευμάτων λόγῳ τῆς μακροχρονίου ἀναγκαστικῆς παραμονῆς των ἐν τῷ τελωνειακῷ χώρῳ.
§227Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκθέσω ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου συζητήσεως, ὡρισμένας σκέψεις, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διευκολυνθῇ ἡ συζήτησις. Πρέπει νὰ ἐκκινήσωμεν ἀπὸ τὴν βασικὴν ἀρχήν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιζητεῖται ἡ πραγματικὴ συμπίεσις τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ ἡ ἀναζήτησις περιπτώσεων, τὰς ὁποίας δὲν εἶχεν ἀνεύρει μέχρι σήμερον ἡ νομοθεσία καὶ ἡ πρᾶξις. Θὰ εἶχεν ἑπομένως ἀποτύχει ἐντελῶς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἐπεκράτει ἡ ἄποψις νὰ καταστοῦν ἠπιώτεραι αἱ ἀπειλούμεναι κυρώσεις, κατὰ τῶν ἀνειλικρινῶν φορολογουμένων. Διότι οἱ εἰλικρινεῖς δὲν ἀπειλοῦνται μὲ κυρώσεις οἱασδήποτε. Τὸ ἄρθρον ἀναφέρεται εἰς τὴν δημοσίευσιν δύο καταλόγων. Ὁ εἷς εἶναι ὁ γενικὸς κατάλογος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠλέγχθησαν ὡς φοροφυγάδες διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν τοῦ καταλόγου τῶν ὀνομάτων ὅλων τῶν φορολογουμένων, ἐπιθυμῶ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὴν ἑξῆς διατύπωσιν τῆς παρ. 1 καὶ τῆς 2: «Ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου..... (ἀναγινώσκει).......». Κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν νομίζω, ὅτι ἱκανοποιοῦνται ὅλαι αἱ ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν διατυπωθῆ καὶ αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὑποβληθῆ ὡς πρὸς τὴν δημοσίευσιν τῶν γενικῶν καταλόγων. Ἐν συνεχεία θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν δημοσίευσιν τῶν καταλόγων τῶν φοροφυγάδων.
§228ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὸν Τύπον δὲν εἴπατε τίποτε.
§229Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Παραμένει ἡ διατύπωσις ὅπως ἔχει. Ἀπομένει ἡ διευκρίνισις ἐὰν ὁ κατάλογος τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας θὰ δημοσιευθῇ εἰς τὸ αὐτὸ φύλλον ἢ εἰς πλείονα, κατὰ συνέχειαν ὅμως. Τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εἶναι εὐχερὴς ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ θέματος. Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν πόσα ὀνόματα θὰ περιλαμβάνῃ ὁ κατάλογος μιᾶς ἐπαρχιακῆς ἐφορίας καὶ ποῖαι αἱ δυνατότητες τῶν τοπικῶν ἐφημερίδων. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον, νομίζω, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα εἶναι προτιμότερον νὰ ρυθμισθοῦν διὰ τῶν προβλεπομένων ὑπουργικῶν ἀποφάσεων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ δημοσιευθῇ ὁλόκληρος ὁ κατάλογος. Θὰ πρέπει νὰ καταβληθῇ προσπάθεια ἡ δημοσίευσις νὰ εἶναι συνολικὴ καὶ εἰς τὸ αὐτὸ φύλλον. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἰς τὰ πράγματα εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο πάντοτε. Προκειμένου τώρα, κύριοι συνάδελφοι, περὶ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ καταλόγου τῶν φοροφυγάδων, ὁ νόμος 3323 προβλέπει τὰς προϋποθέσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας γίνεται ἡ ἐγγραφή. Προβλέπει ἐπίσης καὶ τὴν σύνθεσιν τῆς οἰκείας Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς καλῆς πίστεως τοῦ φορολογουμένου. Ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ δὲν περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον μεταβολήν τινα. Ἤδη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 74 προβλέπει καὶ τὴν σύνθεσιν καὶ τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Νομαρχίας καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου. Δὲν πρόκειται περὶ συμβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν τηρουμένων βιβλίων, οὔτε περὶ ἐκδικαστικῆς τοιαύτης διὰ τῆς ὁποίας θὰ προσδιορισθῇ τὸ ὕψος τῆς φορολογικῆς ὑποχρεώσεως. Πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς κυρώσεως μετὰ τὴν τελεσίδικον ἀπόφασιν τοῦ φορολογικοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ διαπιστώσει τὴν φοροδιαφυγήν. Καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου θὰ κρίνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸν πίνακα τῶν φοροφυγάδων ὁ παραπονούμενος φορολογούμενος. Ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως εἶναι διατυπωμένη εἰς τὸ κείμενον, προβλέπει ἐπιπλέον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὸν κατάλογον φορολογουμένων τῶν ὁποίων ἡ φορολογικὴ ὑποχρέωσις εἶναι μικροτέρα τῶν 10.000 δραχμῶν, διὰ νὰ μὴ ἀσχολῆται ἡ Οἰκονομικὴ Ἐφορία καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι μὲ παραβάσεις στερουμένας ἰδιαιτέρας σημασίας. Ὁρίζει ἐπίσης, ὅτι δὲν ἀναγράφονται εἰς τὸν πίνακα οἱ φορολογούμενοι, τῶν ὁποίων ἡ παράβασις δὲν ὀφείλεται εἰς πρόθεσιν. Καὶ συμπληροῦται ἡ διάταξις αὐτὴ προκειμένου περὶ τοῦ καταλόγου τῶν φοροφυγάδων ὡς ἑξῆς: «Κατ’ ἐξαίρεσιν οἱ ἐγγραφέντες ........ (ἀναγινώσκει)....». Ὑπεστηρίχθη, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ διευκολύνεται ὁ συμβιβασμός. Ἀπεδέχθην τὴν ἄποψιν, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ ἡ κύρωσις τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ συμβιβασθέντος μεταξὺ τῶν ἄλλων προσώπων τῶν φοροφυγάδων. Ἀπαγορεύει λοιπὸν ἡ διάταξις τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸν κατάλογον τῶν φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι συνεβιβάσθησαν καὶ ἐπέλυσαν διοικητικῶς τὴν διαφοράν, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως μὴ τηρήσεως τῶν προβλεπομένων βιβλίων καὶ στοιχείων ὡς καὶ ὅταν τὰ τηρηθέντα ἐκρίθησαν ὡς ἀνακριβῆ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 53 τοῦ Κώδικος περὶ φορολογικῶν στοιχείων. Καὶ ἐν τούτῳ παρέχεται ἄλλη μία ἀκόμη εὐκαιρία διαλύσεως τοῦ μύθου περὶ ἀπειλῆς τῶν εἰλικρινῶν καὶ ἐντίμων φορολογουμένων. Τὸ ἄρθρον 53 ὁρίζει πότε ἐπιβάλλονται κυρώσεις ἀνειλικρινείας διὰ τὴν τήρησιν τῶν φορολογικῶν στοιχείων καὶ προβλέπει, ὅτι αἱ αἱ λογιστικαὶ λεγόμεναι διαφοραὶ καὶ αἱ ἄλλαι ἀνάλογοι περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ὁ φορολογούμενος καλῇ τῇ πίστει ἐνδεχομένως, δὲν ἀνέγραψεν εἰς τὴν δήλωσίν του τὸ πραγματοποιηθὲν εἰσόδημα ἢ παρεβίασεν ὑποχρέωσιν τοῦ κώδικος. Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς δὲν θὰ ὑπάρχῃ δυνατότης ἐγγραφῆς τοῦ φορολογουμένου εἰς τὸν πίνακα τῶν φοροφυγάδων. Καὶ διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 πρέπει νὰ προσθέσω, ἐπανερχόμενος εἰς ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ γενικοῦ καταλόγου τῶν φορολογουμένων, ὅτι «διὰ νὰ μὴ ἀσχολῆται ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία μὲ τοὺς μικροὺς φορολογουμένους, παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καθορίζῃ δι’ ἀποφάσεως τὸ ὅριον κάτω τοῦ ὁποίου οἱ φορολογούμενοι δὲν θὰ ἐγγράφωνται οὔτε εἰς τὸν γενικὸν κατάλογον τῶν φορολογουμένων». (Ἀναγινώσκει).
§230Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν τὸ λέγετε εἰς τὸν νόμον;
§231Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ κείμενον ὁρίζεται σαφῶς, ὅτι ἡ ἀπόφασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς ἐγγραφῆς τοὺς ἔχοντας εἰσόδημα ἀνώτερον τῶν 60.000 δραχμῶν. Δὲν καθορίζεται ὅμως γενικῶς τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸν νόμον καὶ ὁ λόγος εἶναι προφανής. Διὰ τὴν Πρωτεύουσαν φορολογούμενοι τῶν 60.000 δραχμῶν ἀσφαλῶς εἶναι ἄνευ σημασίας, ἀλλὰ διὰ μίαν μικρὰν ἐπαρχιακὴν πόλιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπίσης πρέπει νὰ γίνῃ σύγκρισις μεταξὺ τῶν πολιτῶν, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς δημοσιεύσεως, δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ ὅριον τῶν 60.000 θὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ ὅριον αὐτὸ ἐλάχιστοι φορολογούμενοι νὰ ἔχουν ὑπερβῆ. Νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμοτέρα ἡ διατύπωσις διὰ τῆς ὁποίας παρέχεται ἐξουσιοδότησις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καθορίσῃ τὸ ὅριον, κάτω τοῦ ὁποίου δὲν θὰ γίνεται ἐγγραφή. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸν κατάλογον τοὺς πραγματοποιοῦντας εἰσόδημα ἄνω τῶν 60.000 δραχμῶν, ἀδιακρίτως ἐπαγγέλματος ἢ τόπου ἐγκαταστάσεως.
§232ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐφ’ ἅπαξ;
§233Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν) Ἀντιθέτως. Ὁ περιορισμὸς ὅμως τῶν 60.000 θὰ εἶναι σταθερός.
§234Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἡ ἀπόφασις θὰ εἶναι δι’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν ἢ κατὰ περιφερείας;
§235Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εὐχέρεια διαφορισμοῦ. Θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω ἐπίσης, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνησυχία περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τούτων, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ κειμένου ἔχει προβλέψει εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 3 τὴν δημοσίευσιν τῶν καταλόγων καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν ὑπουργικῶν ἀποφάσεων. (Ἀναγινώσκει). Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μὲ τὰς συμπληρώσεις καὶ μὲ τὰς διευκρινίσεις ταύτας δὲν δικαιολογεῖται ἀνησυχία διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐντίμου καὶ τοῦ εἰλικρινοῦς φορολογουμένου.
§236Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, κυρώσεις διὰ τὸν Ἔφορον τὸν παραλείποντα νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως;
§237Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην. Διότι ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τοῦ ἀνήκει, τὸ στάδιον τῆς ἐλευθέρας ἐκτιμήσεως. Ἐδῶ διαγράφεται ὑποχρέωσις νὰ δημοσιεύσῃ τὸν κατάλογον ἄνευ περιθωρίου σταθμίσεως. Καὶ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ προστεθῇ ποινή, καίτοι νομίζω, ὅτι ἀρκοῦν αἱ διατάξεις τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας. Διότι ἡ παράλειψις τῆς δημοσιεύσεως, ἀποτελεῖ παράβασιν καθήκοντος, ἀφοῦ ἐκ τοῦ νόμου εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προβῇ εἰς τὴν δημοσίευσιν. Ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Ζίγδη, ὅμως μοῦ παρέχει τὴν εὐχέρειαν νὰ εἴπω, ὅτι πᾶσα παράβασις τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων πρέπει νὰ ἐλέγχεται καὶ νὰ κολάζεται κατὰ τὸν αὐστηρότερον τρόπον. Μόνον ἕνα πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον. Νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ εὐχέρεια τῆς ἐκτιμήσεως καὶ τῆς ἀσκήσεως διακριτικῆς ἐξουσίας, ἐκεῖ ὅπου ὁ νόμος τοὺς τὸ ἀναγνωρίζει ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων καὶ τῆς φύσεως τοῦ ἀπαιτουμένου ἔργου. Εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὁ κ. Ζαΐμης, ἀνεφέρθη εἰς ἐνέργειαν τῆς Ἐφορίας Κληρονομιῶν Ἀθηνῶν. Ἐζήτησα πληροφορίας καὶ διεπίστωσα, ὅτι κατὰ τὸ 1951 ἤνοιξεν ὁ φάκελλος κληρονομικῆς τινος ὑποθέσεως. Τὸ 1952 ἐὰν συγκρατῶ τὴν χρονολογίαν, ἡ Ἐφορία Κληρονομιῶν περιέλαβεν εἰς τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐνεργητικοῦ τῆς κληρονομίας ὡρισμένα ἀκίνητα τὰ ὁποῖα περιελαμβάνοντο εἴς τι προικοσύμφωνον τοῦ κληρονομουμένου καὶ ὡρισμένα ἄλλα ἔγγραφα, ἀναφερόμενα εἰς τὴν περιουσιακὴν κατάστασιν τοῦ ἀποθανόντος. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων αὐτῶν ἐζητήθη ἀπὸ τοὺς κληρονόμους, χωρὶς ἐπιβολὴν κυρώσεων καὶ χωρὶς λῆψιν μέτρων, ἡ συμπλήρωσις τῆς ὑποβληθείσης δηλώσεως. Οἱ κληρονόμοι προσήγαγον εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐφορίαν στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων διεπιστώθη, ὅτι τὰ περιουσιακὰ ἐκεῖνα στοιχεῖα δὲν ὑφίσταντο πλέον εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ ἀποθανόντος κατὰ τὸν χρόνον τοῦ θανάτου καὶ ἑπομένως δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τὴν κληρονομίαν καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπῆρχεν ὑποχρέωσις φορολογική, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐσήμαινεν, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα δήλωσις ὑπῆρξεν εἰλικρινής. Ἡ ὑπὸ τῆς κειμένης νομοθεσίας προβλεπομένη ἐπιτροπὴ, κατόπιν τούτου ἀπήλλαξε τοὺς κληρονόμους πάσης ὑποχρεώσεως. Ἐθεώρησα ἀπαραίτητον τὴν διευκρίνησιν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠνωχλήθη πράγματι ἀδικαιολογήτως. Πρέπει ὅμως νὰ συνομολογήσῃ καὶ ἐκεῖνος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναζητηθῇ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εὐθύνη τοῦ ἐφοριακοῦ ὑπαλλήλου. Εἶχεν εἰς τὰ στοιχεῖα τοῦ φακέλλου προικοσύμφωνον, τὸ ὁποῖον περιελάμβανε κτήματα εἰς τὴν Ἀττικὴν καὶ εἰς τὴν Κορινθίαν, νομίζω. Τὰ κτήματα ταῦτα εἶχον ἐκποιηθῆ ὑπὸ τοῦ προικολήπτου, πλὴν ὅμως ἡ οἰκονομικὴ ἐφορία δὲν εἶχε στοιχεῖα περὶ τῆς ἐκποιήσεως, οὔτε κἂν τὴν εὐχέρειαν τῆς διαπιστώσεως ἀπὸ τὰ βιβλία τῶν μεταγραφῶν. Διότι ἐπρόκειτο καὶ περὶ κτημάτων τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς ξένην περιφέρειαν. Αὐτὸ ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ μιᾶς ταλαιπωρίας ἀδίκως τοῦ κ. συναδέλφου, τοῦ ὁποίου ὅμως ἀμέσως ἀνεγνωρίσθη τὸ δίκαιον.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν διαμόρφωσιν τοῦ ἄρθρου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ..... (δὲν ἠκούσθη).
§239Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένομεν.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς ἐρωτήσω ἐὰν θέλετε νὰ ὁμιλήσητε.
§241Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἤθελον νὰ προσθέσω, ὅτι ἀποδέχομαι ὅπως προκειμένου περὶ τῶν τηρούντων βιβλία Γʹ καὶ Δʹ κατηγορίας τὸ ποσοστὸν ἀνακριβείας αὐξηθῇ ἀπὸ 25 εἰς 35%.
§242Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτυπωθῇ μία στιγμὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸν πολύγραφον διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ ψήφισις;
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει, ὁ κ. Μ. Κύρκος.
§244Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ μακρηγορήσω. Ἀνῆλθον ἁπλῶς διὰ νὰ ἀτενίζω ὑμᾶς ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὑπογραμμίζω ἐντονώτερον τὴν ριζικὴν ἀντίθεσίν μας πρὸς τὴν παράγραφον 4 τοῦ ἐδαφίου 1 τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Πρόκειται, κ. συνάδελφοι, περὶ τῆς παραγράφου ἐκείνης διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλονται δρακόντειαι ποιναὶ εἰς τὸν Τύπον, ἀρχόμεναι ἀπὸ φυλακίσεως 3 μηνῶν μέχρι 3 ἐτῶν καὶ χρηματικῆς ποινῆς 20.000–500.000 μεταλλικῶν δραχμῶν ἢ καὶ ἀμφοτέρων τῶν ποινῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὐαρεστηθεὶς νὰ περιλάβῃ τὴν νόμῳ καθιέρωσιν τῆς ὑποχρεωτικῆς δημοσιεύσεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων, νομίζομεν, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς αἴρει τὸ πλεονέκτημα τὸ συναγόμενον εἰς τὸ σχέδιον νόμου τὸ συζητούμενον. Διότι ὅταν δὲν ὑπάρχῃ δημοσιότης ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ δημοσιότης εἰς τὰς Ἐφορίας τὰς κατ’ ἰδίαν ἢ καὶ εἰς τὴν κεντρικὴν Ἐφορίαν; Ἐκεῖ ὅπου αἱ παραγωγικαὶ τάξεις ἐστήριζαν τὰς ἐλπίδας των, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀποτελεσματικὴ πάταξις τῆς φοροδιαφυγῆς διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων, εἶναι ἡ ἀντίληψις, ὅτι πράγματι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τοῦ Τύπου ἡ δημοσίευσις αὐτὴ καὶ δὴ ἡ δημοσίευσις τῶν ὀνομάτων ἐκείνων τῶν φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι κατὰ κοινὴν ἀναγνώρισιν εἶναι μεγάλοι εἰσοδηματίαι καὶ ἐν τούτοις δηλώνουν μικρὰ εἰσοδήματα. Ἐὰν αὐτὸ ἐκλείψῃ, νομίζομεν, ὅτι ἐκλείπει καὶ ὁ λόγος τῆς δημοσιότητος τῶν φορολογικῶν καταλόγων, ἐκλείπει καὶ ἡ ἀξία τοῦ σχετικοῦ ἐφόρου, τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέγιστον αὐτῆς μέρος. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν μίαν πλευρὰν. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην πλευρὰν τὴν ἀφορῶσαν ἀναγκαστικῶς εἰς τὸν Τύπον, κύριοι συνάδελφοι, θέλω νὰ σᾶς μεταδώσω τὴν πεποίθησίν μου ἐκ, τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι ἔχω πολὺ στενὴν συγγένειαν μὲ τὸν Τύπον, τὴν ἑδραίαν πεποίθησίν μου, ὅτι εἶναι τόσαι πολλαὶ καὶ τόσον βαρεῖαι αἱ κυρώσεις αἱ ἀπειλούμεναι κατὰ τοῦ Τύπου ἀπὸ τὰς κειμένας διατάξεις, ὥστε νὰ καθίσταται πράγματι ἀγωνιώδης ἡ ζωὴ τῶν δημοσιογράφων τῶν ἐντεταγμένων νὰ ἐκπληροῦν τὴν παρὰ πάντων ἀνομολογουμένην κοινωνικὴν αὐτὴν λειτουργίαν, νὰ καθίσταται λέγω ἀγωνιώδης ἡ ζωὴ των μὴ δυναμένων νὰ διακρίνουν ἐν τῇ σπουδῇ μετὰ τῆς ὁποίας συντάσσονται αἱ ἐφημερίδες ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, μὴ δυναμένων νὰ διακρίνουν ποῦ λήγει ἡ μὴ παράβασις τῶν κειμένων διατάξεων καὶ πόθεν ἄρχεται ἡ παράβασις αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει δημοσιογράφος, ὁ ὁποῖος νὰ θέλῃ κατὰ συνείδησιν νὰ παραβιάσῃ τὰς κειμένας διατάξεις αἱ ὁποῖαι εἶναι βαρύταται καὶ δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσθέσω νέας κυρώσεις, διότι αἱ ὑπάρχουσαι εἶναι βαρύταται.
§245Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διερωτῶμαι ποῖον σκοπὸν ἔχει τὸ ἄρθρον 8. Νομίζω, ὅτι ἡ δημοσίευσις τῶν φορολογικῶν καταλόγων, ἔχει σκοπὸν νὰ τιμήσῃ τὸν εἰλικρινῆ φορολογούμενον ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ περιφρονήσῃ τοὺς ἀσυνειδήτους φορολογουμένους. Διερωτῶμαι ὅμως, ἂν ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ ἄρθρου 8 ὡς διατυποῦται. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἡ εὐρεῖα δημοσιότης τῶν πινάκων.
§246Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Διατὶ νὰ δημοσιεύεται ὁ κατάλογος εἰς τὸν Τύπον; Εἰς τὸν Τύπον πρέπει νὰ δημοσιεύεται ὁ κατάλογος τῶν φοροφυγάδων. Ὁ κατάλογος αὐτὸς πρέπει νὰ ἀναρτᾶται εἰς κατάλληλον μέρος ἀπὸ τὸ ὁποῖον πᾶς ἐνδιαφερόμενος θὰ δύναται νὰ πληροφορῆται περὶ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον καταβάλλει ὁ φορολογούμενος διὰ τὸν ὁποῖον ἐνδιαφέρεται. Κανεὶς λόγος δὲν ὑπάρχει ὁ φορολογικὸς κατάλογος νὰ δημοσιεύεται εἰς τὰς καθημερινὰς ἐφημερίδας. Δηλαδὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀνάγνωσμα ἡ ζωὴ τῶν Ἑλλήνων.
§247Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ ἡ δημοσίευσις τῶν καταλόγων καὶ ἀνάρτησις αὐτῶν εἰς τὴν Ἐφορίαν, ποῖον σκοπὸν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ; Ἐὰν ἐδημοσιεύαμεν τὰ ὀνόματα τῶν ἀσυνειδήτων φορολογουμένων, τότε πιθανὸν νὰ εἶχε κἄποιον σκοπὸν ἡ δημοσίευσις.
§248Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν εἶναι ἀπίθανον ἡ ἐφημερὶς νὰ ἐπιλέγῃ καὶ νὰ δημοσιεύῃ μόνον τὰ ὀνόματα 5 ἢ 6 φορολογουμένων καὶ ὄχι ὁλόκληρον τὸν φορολογικὸν κατάλογον.
§249Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δίπλα εἰς τὸ ὄνομα κἄθε φορολογουμένου καὶ δίπλα εἰς τὴν δήλωσίν του, θὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ ποσόν.
§250Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δικαστὴς δύναται νὰ εἶναι μόνον τὸ Κράτος, δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς μίαν δισέλιδον Ἐφημερίδα νὰ παίρνῃ ἕνα ἢ δύο ὀνόματα φορολογουμένων τοὺς ὁποίους δὲν συμπαθεῖ καὶ νὰ τὰ δημοσιεύῃ.
§251Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἐγὼ πάντως, κ. Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ καλλίτερος. Κατὰ τὴν γνώμην μου καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἐστέλλοντο οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι εἰς τὰ Ἐπιμελητήρια. Ὡς πρὸς τὰς ποινὰς τὰς προβλεπομένας διὰ τοῦ ἄρθρου 4, εἶμαι ἄκρως ἀντίθετος. Αἱ ποιναὶ αὐταὶ περιελήφθησαν χωρὶς τὴν σύμφωνον γνώμην τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, διότι τὸ σχέδιον νόμου ὑπογράφεται μόνον ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Συγκοινωνιῶν, πρᾶγμα ποὺ ἀντίκειται εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§252Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι προσυπεγράφησαν καὶ ἀπὸ τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν.
§253Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τὸ ἐνώπιόν μας σχέδιον δὲν φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης καὶ ἕνεκα τούτου ὀρθῶς παρετηρήσαμε τὴν ἀντισυνταγματικότητα. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου σκέλους τοῦ ἄρθρου θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω, ἡ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν παραπέμπεται πρὸς κρίσιν ὁ ὑπὸ κατηγορίαν τελῶν ὡς φοροφυγὰς ἢ φοροκλέπτης, βάσει ποίων κριτηρίων θὰ κρίνῃ ἐὰν ἡ κρίσις τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου εἶναι ὀρθὴ ἢ ὄχι; Θὰ ἔπρεπεν, ἐφ’ ὅσον συνιστῶμεν ἕνα οἱονεὶ Εἰδικὸν Δικαστήριον, νὰ ὁρίσωμεν καὶ τὰ κριτήρια, βάσει τῶν ὁποίων τοῦτο θὰ κρίνῃ, διὰ νὰ γίνῃ ἔργον ὀρθόν. Θέλωμεν δηλαδὴ τὴν γνώμην τοῦ Ἐφόρου νὰ τὴν ἐπικυρώσωμεν καὶ διὰ μιᾶς κρίσεως δύο προσώπων. Ἔπρεπε παραλλήλως διὰ τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν παραπομπὴν νὰ ὁρίσωμεν καὶ ὡρισμένα κριτήρια διὰ νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις ὁριστικάς.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§255Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἐπίμαχον θέμα τῆς δημοσιεύσεως, βραδέως καὶ διστακτικῶς σύρεται ὠθεῖται πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν μὲ γενναιότητα ἔπρεπε νὰ εἶχε ἀρχίσει. Δὲν θέλω, διότι καὶ ἡ ὥρα εἶναι περασμένη, νὰ θυμηθῶ, ἔστω καὶ βιαστικὰ καὶ χρονογραφικῶς τὰς φάσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐπεράσαμεν, πάντως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω χρέος νὰ σημειώσω σήμερον, εἶναι ὅτι καὶ τώρα αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποὺ ἀναγνωρίζει αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεώς μας, ὅπως δημοσιεύωνται οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι, ποὺ βλέπει ὅλους τοὺς Ἕλληνας φορολογουμένους ὁμοφώνως καὶ ἐπιμόνως νὰ τὸ ζητοῦν, πάλι δὲν τολμᾷ καὶ πάλιν τὴν τελευταίαν στιγμὴν κινδυνεύει νὰ ἀλλοιώσῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει καὶ νὰ μὴ τὸ κάνῃ ὅσον θὰ ἔπρεπε ἀποδοτικόν. Εἰλικρινὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πρὸς τὶ τὰ κλιμάκια, ὅλα τὰ κλιμάκια μεταξὺ 50 ἕως 100 χιλιάδων ὡς ἀρχικῶς εἶχον, διετυπώθησαν σήμερον μὲ νέαν διατύπωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπὸ 20 ἕως 25 χιλιάδας, μετὰ πᾶμε 50.000 καὶ μετὰ 100.000, πρὸς τί, κ. συνάδελφοι, ὅλη αὐτὴ ἡ πολυτέλεια τῆς νομοθετικῆς δραστηριότητος; Τὸ ἁπλοῦν καὶ τὸ σαφὲς καὶ τὸ τίμιον εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν εἶναι, ἡμεῖς, ὡς Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ δίδωνται εἰς τὴν δημοσιότητα αἱ φορολογικαὶ δηλώσεις. Δηλώνει ὁ κ. Μητσοτάκης τόσον, νὰ γράφεται τόσον, δηλώνει ὁ κ. Παπακωνσταντίνου τόσον, νὰ γράφεται τόσον καὶ δίπλα νὰ ἐγγράφεται τὸ τελικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ ἐπιδικασθῇ. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποινικὴν διάταξιν περὶ δημοσιότητος ὁμολογῶ, ὅτι εἶχα δυσκολευθῆ νὰ καταλάβω, διατὶ εἶχε μπῆ, ἀλλὰ μὲ διεφώτισεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν σημερινὴν του παρέμβασιν. Ἴσως τρέφει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐλπίδα, ὅτι, ἐπειδὴ θὰ πρέπει νὰ δημοσιευθῇ ἕνας μακρότατος κατάλογος εἰς τὰς ἐφημερίδας, δὲν θὰ τὸν δημοσιεύσουν αἱ ἐφημερίδες. Ἐὰν ὄντως αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιθυμία ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ζορμπᾶς, ὁ ὁποῖος λέγει, πέστε ὅτι δὲν δημοσιεύεται διὰ νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ἀχάριστος συζήτησις. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ δὲν ἀντιλαμβάνομαι δημοσιότητα ὑπὸ περιορισμούς, δημοσιότητα ὑπὸ ἔλεγχον καὶ μὲ ἀπειλὴν ποινικῶν διατάξεων, δὲν τὴν ἐννοῶ. Καὶ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι πρωτότυπος ἡ σύλληψις τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι δίδεται εἰς τὴν δημοσιότητα, σημαίνει, ὅτι πᾶς τις δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν, καὶ ὅτι πᾶς τις ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν οἵαν νομίζει αὐτὸς χρῆσιν, νὰ τὸ δημοσιεύσῃ ἢ ὄχι. Αὐτὸ εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἐναπόκειται εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος λαμβάνει τὴν πληροφορίαν. Ἀλλὰ καὶ κἄτι ἄλλο. Ὁ τόνος αὐτός, ὁ ὁποῖος δίδεται, τὸ δέος, τὸ ὁποῖον μᾶς συνέχει ἐνώπιον τῆς ἰδέας νὰ δημοσιεύσωμεν, τὶ πληρώνει ὁ ἄλφα ἢ ὁ βῆτα ἐπώνυμος κύριος, διατί, κ. συνάδελφοι; Διατὶ αὐτὸ τὸ δέος; Εἶναι φοβερὸν νὰ βγῇ καὶ νὰ εἴπῃ ἕνας τίμιος Ἕλλην φορολογούμενος, ὅτι ἐγώ, κύριοι, πληρώνω τόσα καὶ ποία κακὴ χρῆσις δύναται νὰ γίνῃ αὐτοῦ τοῦ πράγματος; Ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον μας μία πεῖρα αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως καὶ θὰ τὴν ὑπενθυμίσω ἐγὼ πάλιν. Ὅταν τὸ 1952 ἐδημοσιεύθησαν δηλώσεις τῶν φορολογουμένων ἀπὸ τὸν Χρυσὸν Εὐελπίδη, τότε ὑπουργ. τῶν Οἰκονομικῶν, πράγματι ἐδημιουργήθη σάλος καὶ πράγματι παρεδόθησαν ἄνθρωποι εἰς τὴν κοινὴν περιφρόνησιν χωρὶς νὰ ἔχουν περάσει ἀπὸ κανένα στάδιον ἐγγυήσεως καὶ διαδικασίας ποὺ ὁ κ. Ὑπουργός, ἐπιμόνως δημιουργεῖ προκειμένου περὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν φοροφυγάδων. Ἀλλὰ ἐδημιουργήθη αὐτομάτως ἡ ἀντίδρασις ἡ δημοσία, διότι εἶδα ἐγώ, κύριοι, νὰ δηλώνουν εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως δὲν ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον. Ἀλλὰ ἐὰν αὐτὸ μᾶς τρομάζῃ πρὸς τὶ ἡ διάταξις; Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐκάμαμεν τὴν διάταξιν. Αὐτὸ πρέπει νὰ καταστῇ σαφὲς εἰς ὅλους μας καὶ πρέπει νὰ εἶναι ὁ τόνος ὁ ὁποῖος θὰ δοθῇ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀναφέρω. Θὰ δημοσιεύσωμεν πλήρη τὸν κατάλογον καὶ θὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν πλήρη δημοσιότητα τοῦ καταλόγου, διότι ὁ μὲν τίμιος φορολογούμενος δὲν ἔχει τίποτε νὰ φοβηθῇ ὁ δὲ ἀνέντιμος, ἀσχέτως ἐὰν τὸν τσιμπᾶ ἡ τσιμπίδα τοῦ Ἐφόρου, αὐτὸς πράγματι θὰ στηλιτευθῇ. Καὶ ὑποθέτω, ὅτι αὐτὸ θέλομεν, διότι ἄλλως δὲν ἔχει κανένα νόημα ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ προσωπικῶς, εἶμαι ἄντικρυς ἀντίθετος καὶ τὸ εἶπον καὶ εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καίτοι εἴχομεν τότε ἄλλην φάσιν διατυπώσεως, εἶμαι ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς οἱονδήποτε περιορισμόν, ὁ ὁποῖος τίθεται. Τὸν θεωρῶ μικρόψυχον, περιττὸν καὶ ἐπιβλαβῆ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι, νὰ ἀποφασίσῃ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τοῦ τόπου, νὰ εἴπῃ θὰ δημοσιεύσω τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους οἷοι εἶναι καὶ ὅποιοι εἶναι. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἐὰν ἀρχίσωμεν τὰ τεχνάσματα, διὰ νὰ μὴ ἔρχωνται εἰς πλήρη δημοσιότητα ἀλλὰ νὰ εἶναι εἰς τόπον ὅπου κανεὶς νὰ μὴ πλησιάζῃ εὐκόλως, ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν δὲν πληροῦται. Ἀλλὰ πέραν τούτου καὶ ἀναφορικῶς πρὸς τὸν τύπον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμφωνήσω ἀπολύτως μὲ ὅσα προηγουμένως ἐλέχθησαν καὶ νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν εἶναι κἂν πρακτικῶς ἐφαρμόσιμος ἡ διάταξις αὕτη. Ὑποθέσωμεν, ὅτι εἷς θέλει τὴν δημοσίευσιν, διότι δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ ἄλλως καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀπαγορεύσῃ, εἰς πλείονα φύλλα καὶ σᾶς δημοσιεύει τὸν φορολογικὸν κατάλογον ἐντὸς τοῦ ἔτους. Οὐδὲν δικαστήριον δὲν δύναται νὰ τὸν δικάσῃ. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλες περιπτώσεις. Ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀποκαλύπτεται μία περίπτωσις ἀπὸ τὴν φορολογικὴν δήλωσιν ὄχι ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς ἐφορίας, σκανδαλώδης καταπληκτική, σἂν κι’ αὐτὲς τὶς ὁποῖες ὑποννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπανειλημμένως εἰς τὰς συζητήσεις ἄνθρωπος, δηλαδὴ μεγαλοσχήμων ποὺ δηλώνει τὸ 1% τοῦ πραγματικοῦ του εἰσοδήματος. Διατὶ δὲν δύναται μία ἐφημερὶς νὰ τὸν σχολιάσῃ; Καὶ σήμερον ἐὰν ἔχῃ ἐξοδίκως τὴν πληροφορίαν εἶναι δικαίωμά της νὰ τὸ σχολιάσῃ καὶ ἂν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον περιέλθῃ εἰς αὐτὴν ἡ πληροφορία, δύναται καὶ νὰ τὴν ἀναφέρῃ καὶ νὰ τὴν σχολιάσῃ. Ἐπίσης ἐνδεχομένως μία ἐφημερὶς νὰ μὴ ἐνδιαφέρεται διὰ τοὺς πτωχοὺς τῶν 50 καὶ 100 χιλιάδων δραχμῶν εἰσοδήματος, ἀλλὰ νὰ θέλῃ νὰ δημοσιεύσῃ ἀπὸ τὶς 500 χιλιάδες δραχμὲς καὶ ἄνω. Διατὶ θὰ τῆς τὸ ἀπαγορεύσετε; Θέλετε νὰ τὴν φιμώσετε μὲ ὅλην τὴν σωρείαν τῶν ὀνομάτων διὰ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ δημοσιεύσῃ τίποτε; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂς ἔχωμεν τὴν γενναιότητα νὰ εἴπωμεν εὐθέως, νὰ μὴν δημοσιεύσῃ τίποτε. Ἐὰν ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ νὰ τύχῃ τῆς ἐπιεικείας σας, συμβαίνει διὰ τὸν ἑξῆς καὶ μόνον λόγον, ὅτι ἀποτελεῖ πίστιν τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ διατυπώσω κατὰ τὴν ἀρχήν, ὅτι μόνον ἐὰν δώσωμεν τὸν τόνον, ὅτι χωρὶς φόβον καὶ χωρὶς πάθος εἴμεθα ἀποφασισμένοι ἡμεῖς ὡς πολιτικὴ ἡγεσία καὶ μόνον θὰ γίνῃ τὸ πρόβλημα τῆς φοροδιαφυγῆς, τότε καὶ μόνον θὰ γίνῃ ὁ σεισμὸς περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα καὶ θὰ ἀλλάξῃ ὁ τόνος καὶ τὸ πνεῦμα. Αὐτὴν τὴν θαυμασίαν διάταξιν μὴ τὴν καταστρέψωμεν μὲ τοιαύτας μικροψύχους, ἐπιζημίας τροπολογίας.
§256Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Μητσοτάκης, ὁ ὁποῖος τὰς σκέψεις ὅλων τῶν ἄλλων βλέπει συνδεομένας μὲ μικροψυχίαν—ἐπιφυλάσσων μόνον εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα μεγαλοφρόνων νοημάτων καὶ ὑψηλοφρόνων σκέψεων— εἶπεν, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι μικροψυχίαι. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ μικροψυχίαι εἶναι. Αὐτοὶ οἱ περιορισμοὶ τοὺς ὁποίους ὀνομάζεται μικροψύχους, συνδέονται μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς εὐπρεπείας. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν δὲν κάμνω λάθος, ἐκτὸς ἐὰν διαφωνῆτε, ὑπάρχει φιλελευθέρας οἰκονομίας ἀστικὸν καθεστώς. Ὁ ἄνθρωπος, τὸ μέλος τῆς κοινωνίας, δικαιοῦται νὰ εἶναι καὶ ἰδιώτης ἔναντι καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ υἱοῦ ἢ ἔναντι αὐτοῦ τοῦ γαμβροῦ του. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη μέχρις αὐτῆς τῆς λεπτομερείας νὰ φθάνῃ ἡ δημοσίευσις ὥστε νὰ ὁρίζεται τὸ ἀπολύτως ἀκριβὲς ποσὸν εἰς τὸν δημοσιευόμενον κατάλογον. Δὲν πρόκειται περὶ μικροψυχίας ἡ ὁποία μᾶς ὡδήγησε εἰς αὐτό. Τὶ νόημα εἶχεν ἄλλωστε, τὶ σχέσιν εἶχεν ἡ μικροψυχία μὲ τὴν θέσπισιν τῶν κλιμακίων; Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν καταλαβαίνω πολλὰς φορὰς τὸν τόσον εὐφυᾶ καὶ φίλον συνάδελφον κ. Μητσοτάκην, ὅταν χρησιμοποιῇ, καὶ τόσον εὔκολα μάλιστα, ὅταν χρησιμοποιῇ αὐτὰς τὰς φράσεις. Διατὶ ἦτο ὁ κ. Παπακωνσταντίνου ἢ ἐγὼ μικρόψυχος, ὅταν ἐσκέφθην νὰ τεθῇ κλιμάκιον ἀντὶ νὰ λεχθῇ τὸ ἀπολύτως λεπτομερὲς ποσόν. Θὰ ἤθελον νὰ μοῦ ἐξηγήσητε λογικῶς, διότι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ λογικὴ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν συλλογισμῶν μας, διατὶ εἶναι μικροψυχία αὐτό. Ἐπίσης δὲν νομίζω, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ θεωρήσῃ ἐμὲ ἢ οἱανδήποτε ἐν τῇ Κυβερνήσει συνάδελφόν μου, ἐνδιαφερόμενον διὰ τὴν ἀπόκρυψιν οἱουδήποτε γεγονότος συνδεομένου μὲ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν καὶ τὸν ἑαυτόν μου περισσότερον ἀπὸ ἐμὲ ἢ οἱονδήποτε συνάδελφόν μου, διὰ τὴν ἀποκάλυψιν. Οὐδὲν μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει νὰ φοβηθῇ τίποτε οὔτε δι’ ἑαυτὸν, οὔτε διὰ τοὺς ἀμέσως φίλους του. Ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φθάνῃ μέχρι σημείου πλήρους λεπτομερείας ἡ ἀποκάλυψις τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου ἑκάστου Ἕλληνος. Ἀρκεῖ διὰ τὴν σύγκρισιν ἡ κατάταξις αὐτὴ εἰς κλιμάκιον, τοῦ ὁποίου κλιμακίου ἄλλωστε τὸ ἀνώτατον ὅριον ἔχει ὁρισθῆ. Ἡ κατάταξις εἰς κλιμάκιον δίδει τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν πολίτην ὁ ὁποῖος θὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἐφορίαν καὶ θὰ ἀναγνώσῃ τὸν κατάλογον, νὰ ἴδῃ, νὰ συγκρίνῃ καὶ νὰ διαπιστώσῃ πῶς ἔχουν τὰ πράγματα εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἂν ὁ γνωστὸς συνάδελφος ὁ ἀσκῶν τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα ἢ οἱονδήποτε, ἐκπληροῖ βάσει τῶν δεδομένων τὰ ὁποῖα ὁ ἐνδιαφερόμενος πολίτης γνωρίζει, πηγαίνει νὰ διαπιστώσῃ, ἐὰν ἐκπληροῖ ἔναντι τοῦ δημοσίου καὶ τῆς κοινωνίας τὰς ὑποχρεώσεις του. Λεπτομέρειαι τῶν 143.000 καὶ 300 δραχμῶν δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι. Ἀναγκαῖον εἶναι νὰ γνωσθῇ ἐὰν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔκαμε μίαν δήλωσιν ἔταξεν ἑαυτὸν πρῶτα ἀπ’ ὅλα διὰ τῆς δηλώσεώς του εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν κλίμακα μεταξὺ 100–150 χιλιάδων. Αὐτὸ εἶναι ἀρκετόν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὴν ἀπόλυτον λεπτομέρειαν οὔτε ἡ ἀποφυγὴ τῆς λεπτομερείας αὐτῆς ἀποτελεῖ οἱανδήποτε μικροψυχίαν ἢ εἶναι συνδεδεμένη μὲ οἱανδήποτε μικροψυχίαν. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος. Δημοσιότης διὰ τὸ Κράτος εἶναι ἡ δημοσιότης ἡ ὁποία γίνεται διὰ τῆς ἀναρτήσεως ἑνὸς πίνακος εἰς τὸν τόπον ὅπου ὁ κ. Μητσοτάκης ἢ ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος ἢ ὁ κ. Ζαρντινίδης, δικαιοῦνται νὰ μεταβοῦν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ νὰ διαπιστώσουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τοὺς ἐνδιαφέρει. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα συνδέονται μὲ τὴν ἰδιωτικὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων. Δὲν εἶναι μόνον συνδεδεμένα μὲ τὰς ὑποχρεώσεις των ἔναντι τοῦ δημοσίου. Γνωρίζετε ὅλοι πόσον σεβαστὸς εἶναι ὁ ἰδιωτικὸς βίος ἐν Ἑλλάδι. Τὸ θέμα ἔχει διπλῆν μορφήν. Ἔχει μορφὴν συνδεομένην μὲ τὸν προϋπολογισμόν, μὲ τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ πολίτου νὰ πληρώνῃ τὸν φόρον του, ἔχει ὅμως καὶ μορφὴν συνδεομένην μὲ τὸν ἰδιωτικόν του βίον, τὸν ὁποῖον συνηθίσαμεν ἐκ παραδόσεως ἐν Ἑλλάδι, κ. Μητσοτάκη, νὰ σεβώμεθα. Καὶ λέγομεν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτίθεται καὶ εἰς τὰς καθημερινὰς ἐφημερίδας ὁ πίναξ αὐτός, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θέλει καὶ συμφέρει εἰς τὴν ἐφημερίδα νὰ τὸν ἐκθέτῃ. Ὁ πίναξ αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι ταὐτοχρόνως διαθέσιμος δι’ ὅποιον ἐνδιαφέρεται νὰ τὸν γνωρίσῃ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀναρτᾶται. Καὶ εἶναι πλήρης ἡ δημοσιότης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κ. Μητσοτάκη. Καὶ μὴ κατακρίνετε, τὴν ἀξίαν τῆς δημοσιότητος, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν. Καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὁ πίναξ αὐτὸς ἐνῷ εἶναι ἀπολύτως διαθέσιμος καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβῇ ὁ κ. Μητσοτάκης, διὰ νὰ τὸν διαβάσῃ, δὲν ἔρχεται. Καὶ τοῦτο εἶναι εἰς ἀπόλυτον ἀντίθεσιν μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τῶν Ἑλλήνων. Διότι οἱ Ἕλληνες εἴμεθα καὶ ἰδιῶται, εἴμεθα καὶ πολῖται ἀνήκοντες εἰς τὴν οἰκογένειάν μας, ἔχοντες κόρην, τὴν ὁποίαν προικίζομεν—ἐγὼ δὲν ἔχω, μακάρι νὰ εἶχα καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἶχον κόρην ἐὰν θὰ ἠδυνάμην νὰ τὴν προικίσω— καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, ὁ οἱοσδήποτε γαμβρός, τοῦ ὁποίου τὸ ἦθος δὲν ἠμποροῦμεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζωμεν, νὰ ἔρχεται νὰ μᾶς ἐκβιάζῃ καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Αὐτὴν τὴν πλευρὰν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ τὴν σεβασθῇ, καὶ τὴν σέβεται θεσπίζουσα τὴν ἀπόλυτον δημοσιότητα, διότι δημοσιότητα ἀπόλυτον καὶ οὐχὶ σχετικὴν καὶ μικρόψυχον ἀποτελεῖ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀποφασίζει. Ἀλλὰ δημοσιότητα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι συνδεδεμένη καὶ μὲ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνέτρεπον τὴν ἰδιωτικὴν βάσιν τῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων. (Χειροκροτήματα).
§257Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποτελεῖ πράγματι ἕνα θέμα διὰ τὴν ἀνακάλυψιν καὶ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ τὸ θέμα αὐτὸ ἀναμφισβητήτως θὰ ἀπετέλει ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον συζητῶμεν, ἡ δημοσίευσις δηλαδὴ τῶν καταλόγων τῶν φορολογικῶν καὶ ἡ γνῶσις τῶν δηλώσεων τῶν φορολογικῶν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Πράγματι ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ πλευρᾶς Κυβερνητικῆς ἀποτελοῦν καὶ δι’ ἡμᾶς ἔκπληξιν, διότι ἀποδεικνύουν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως κἂν ἡ δημοσιότης τῶν φορολογικῶν καταλόγων. Τὸ θέμα ἐθεωρήθη ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅτι ἠμποροῦσε νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὸν μέτρον διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ εἰς ἄλλην Βουλὴν προηγουμένως τοῦ 1951, νομίζω, εἶχε συζητηθῆ καὶ εἶχον θεσπισθῆ διατάξεις διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν φορολογικῶν καταλόγων, ἄλλοτε περιωρισμένα, ἄλλοτε καθολικῶς. Ἤδη ἰσχύει διάταξις περὶ καθολικῆς δημοσιεύσεως φορολογικῶν καταλόγων, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἐψηφίσθη. Πάντως τὸ γεγονός, ὅτι εἶχον θεσπισθῆ τοιαῦται διατάξεις ἀποδεικνύει, κατὰ ποῖον τρόπον, τοὐλάχιστον ἕως ἕνα βαθμόν, ὅτι ἐθεωρήθη πάντοτε, ὅτι τὸ μέσον αὐτὸ θὰ ἦτο ἀποτελεσματικὸν διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ θέμα ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ἰδίως ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τί ἐννοοῦμε δημοσιότητα. Τί ἄλλο θέλετε, λέγει ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὴν δημοσιότητα ποὺ παρέχει ἡ τοιχοκόλλησις τοῦ πίνακος αὐτοῦ ἢ ἡ κατάθεσις τοῦ πίνακος αὐτοῦ εἰς μία τράπεζαν τῆς οἰκονομικῆς ἐφορίας. Προσπαθῶ νὰ φαντασθῶ, τοὐλάχιστον διὰ τὴν Ἀθήνα, τοὺς 500.000 τοὐλάχιστον κατοίκους, δημιουργῶντας οὐρὰ εἰς μίαν οἰκονομικὴν ἐφορίαν, διὰ νὰ πληροφορηθοῦν τὰς φορολογικὰς δηλώσεις 10.000 φορολογουμένων. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν ἀντιληφθῶ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς δημοσιότητος. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ὁμιλοῦμεν περὶ δημοσιότητος δὲν εἶναι ἁπλῶς διὰ νὰ τηρηθῇ ἕνας τύπος, ἀλλὰ διότι ἔχει κἄποιαν πραγματικὴν ἀξίαν ἡ δημοσιότης ἡ ὁποία ἔγκειται εἰς τὴν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῶν φορολογουμένων νὰ δηλώσουν τὸ πραγματικόν των εἰσόδημα. Καὶ ἡ καταδίκη ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν βεβαιωθῇ, ὅτι αἱ δηλώσεις τῶν Α, Β, Γ, Δ, εἶναι ἀνειλικρινεῖς, ὁ φόβος αὐτὸς τῆς κοινῆς κατακραυγῆς, θὰ ἐπηρεάσῃ πιθανῶς, ἐνδεχομένως, ἕνα μέρος τοὐλάχιστον τῶν φορολογουμένων οἱ ὁποῖοι ἀποφεύγουν νὰ ὑποβάλουν εἰλικρινεῖς δηλώσεις, θὰ πιέσῃ διὰ νὰ γίνουν εἰλικρινέστεροι αἱ δηλώσεις τῶν φορολογουμένων. Ὅταν αὐτὸ τὸ στοιχεῖον ἐλλείψῃ δὲν ἔχει καμμίαν πλέον ἀξίαν καὶ καμμίαν ἔννοιαν, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀντιληφθῶ, ἡ δημοσιότης. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ τὴν ἔννοιαν τῆς δημοσιότητος, ἐὰν δὲν ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης. Καὶ ἡ κοινὴ γνώμη, εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι, εἴτε μᾶς ἀρέσει εἴτε ὄχι, δὲν διαμορφώνεται ἄλλως εἰς τὸν τόπον μας καὶ εἰς ὅλα τὰ ἐλεύθερα κράτη εἰμὴ διὰ τοῦ τύπου. Ἐὰν λοιπὸν ὁ τύπος, ὄχι μόνον δὲν χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν δημοσιότητα αὐτήν, ἀλλὰ ἐμποδισθῇ ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τοῦ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ θέμα τῶν φορολογικῶν δηλώσεων, δὲν ἀντιλαμβάνομαι τί θέμα ἔχει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ τί σημασίαν θὰ εἶχεν ἡ ψήφισις τῆς διατάξεως. Ἀποκλειστικῶς δὲ ἐμποδίζεται ὁ τύπος μὲ τὴν διάταξιν ἡ ὁποία ἔχει τεθῆ. Διότι δὲν ἀρκοῦν αἱ διατάξεις ποὺ ὑπάρχουν διὰ τὰς παραβάσεις τοῦ τύπου, ἀλλὰ θεσπίζονται καὶ ἄλλαι ὥστε νὰ μὴ σκεφθῇ καμμία ἐφημερὶς νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὰς φορολογικὰς δηλώσεις. Τὸ νὰ δημοσιεύσῃ χιλιάδες ὀνόματα ἁπλῶς διὰ νὰ δημοσιεύσῃ τὸν κατάλογον νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ τὸ ἐπιχειρήσῃ καμμία ἐφημερίς. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἐρωτᾶται: ἐδημοσίευσεν μία ἐφημερὶς τὸν κατάλογον αὐτόν. Ἐὰν δὲν ἠμπορῇ νὰ δημοσιεύσῃ τὰ ὀνόματα ἐκείνων ποὺ εἶναι φοροκλέπται καὶ νὰ τοὺς ἐμφανίσῃ ἐὰν εἶναι πράγματι φοροφυγάδες, τὶ ἀξίαν θὰ ἔχῃ ἡ δημοσίευσις 6, 8 ἢ 10 χιλιάδων ὀνομάτων εἰς τὴν ἐφημερίδα καὶ μάλιστα κατὰ διαστήματα καὶ ποῖος θὰ διαβάσῃ τὴν ἐφημερίδα διὰ νὰ ἐνημερωθῇ; Ἡ ἀξία τῆς δημοσιεύσεως διὰ τὸν τύπον εἶναι νὰ ἠμπορῇ ὁ τύπος νὰ σχολιάσῃ τὸν κατάλογον, νὰ ἠμπορῇ νὰ σχολιάσῃ τὰ ὀνόματα ποὺ κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐφημερίδος ἔχουν ὑποβάλει ψευδῆ δήλωσιν. Ἐὰν ἡ δημοσίευσις εἶναι κακόπιστος καὶ τείνει νὰ διασύρῃ πρόσωπα καὶ ὑπολήψεις ὑπάρχουν διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν πράγματι νὰ διώξουν τὴν ἐφημερίδα ἐὰν ὑπάρχῃ πράγματι κακόπιστος ἐκμετάλλευσις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐὰν ὅμως ἀποκαλύψῃ καὶ σχολιάσῃ πρόσωπα ὑποβαλόντα ψευδῆ δήλωσιν διατὶ τοῦτο θὰ πρέπει νὰ τὸ ἀποκλείσωμεν καὶ νὰ τὸ ἀποκρούσωμεν ἡμεῖς;
§258Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Διότι ἁπλούστατα, δι’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος περιέπεσεν εἰς τὸ μέγα αὐτὸ ἁμάρτημα, τὸ Κράτος φροντίζει εἰς ἄλλας διατάξεις καὶ θὰ δώσῃ τὸ ἴδιον τὸ Κράτος τὰ ὀνόματα τῶν φοροφυγάδων.
§259Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκείνου τὸν ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἤδη τσιμπήσει ἡ τανάλια τοῦ ἐφόρου καὶ θὰ τὸν παραδώσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἡ δημοσίευσις ἔχει τὴν σημασίαν, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη θὰ πιέσῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀποκαλυφθῆ ἀπὸ τὸν ἔφορον, ἔχουν ὅμως ὑποβάλει ψευδῆ δήλωσιν. Καὶ εἶναι εἰς θέσιν ἕνα μεγάλο μέρος τῆς κοινῆς γνώμης νὰ ἐλέγξῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν δηλώσεων καὶ ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἔχει συλληφθῆ ἀπὸ τὸν ἔφορον ἀλλὰ καὶ ἐκείνου ὁ ὁποῖος διαφεύγει τὸν ἔλεγχον τοῦ ἐφόρου, εἶναι δὲ παρὰ ταῦτα φοροφυγάς, ἔχει ὑποβάλει ψευδῆ δήλωσιν καὶ ἡ ἐφημερὶς τὸν ἀπεκάλυψε καὶ τὸν προβάλλει, διατὶ θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀνησυχήσῃ τοῦτο; Ἡ δὲ ἄποψις περὶ τοῦ ὅτι ὡρισμένα μυστικὰ δὲν θὰ πρέπει νὰ βγαίνουν εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ ἀνεφέρθη μάλιστα, ὄχι πολὺ ἐπιτυχῶς, ἡ περίπτωσις τοῦ γαμβροῦ διὰ τὴν προῖκα, νομίζω, ὅτι ἐὰν ὁ γαμβρὸς ἐνδιαφερθῇ διὰ τὴν προῖκα ἴσα–ἴσα θὰ προστρέξῃ εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους διὰ νὰ ἴδῃ πράγματι ποία εἶναι ἡ δήλωσις ποὺ ὑπέβαλεν ὥστε νὰ πληροφορηθῇ ποία εἶναι ἡ περιουσία. Συνεπῶς, καταλήγω εἰς τοῦτο, κ. συνάδελφοι, ἐὰν δὲν ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Τύπον ἡ δημοσίευσις καὶ τὸ σχόλιον ἐπὶ τῶν φορολογικῶν δηλώσεων —ἡ κακοπιστία, ἐπαναλαμβάνω, ἠμπορεῖ νὰ διωχθῇ, ἡ κακόβουλος δυσφήμησις ὑπάρχουν διατάξεις ποὺ ἠμπορεῖ νὰ διωχθῇ— ἐὰν δὲν ἐπιτραπῇ ἡ προβολὴ ἀπὸ τὸν Τύπον ἐκείνων τῶν ὀνομάτων τὰ ὁποῖα πιθανὸν κατὰ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι φοροφυγάδες, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἔχουν μεγαλύτερα εἰσοδήματα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δηλώνουν, ἐὰν τοῦτο δὲν γίνῃ, ὅλα τὰ ἄλλα περὶ δημοσιότητος, δὲν θὰ ἔχουν καμμίαν ἀπολύτως σημασίαν. Ἢ δὲν πιστεύομεν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς δημοσιότητος, ὁπότε δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, ἂς ἀφίσωμεν τὰ πράγματα ὅπως εἶναι, ἢ ἐὰν θεωροῦμεν, ὅτι ἡ δημοσιότης ἀποτελεῖ στοιχεῖον νὰ παταχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἡ φοροδιαφυγή, θὰ πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εὐθέως εἰς τὴν πλήρη δημοσιότητα. Ὑπάρχουν καὶ διατάξεις ποὺ ἀποκλείουν ἐντελῶς ἀπὸ τὸν τύπον νὰ προβάλῃ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ποὺ ἴσα–ἴσα θέλομεν νὰ προβληθῇ, νὰ στιγματισθῇ διὰ νὰ ὑπάρξῃ κἄποιος φρονιματισμός, νὰ ἀναγκάσῃ τοὺς φοροφυγάδας νὰ ὑποβάλουν τὴν δήλωσίν των ἀληθῆ. Ὡς πρὸς τὰ ποσά, δύο λέξεις ἤθελα νὰ εἴπω. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι κακὸν νὰ γίνῃ ἡ δημοσίευσις τῶν κλιμακίων. Τὸ θέμα δὲν εἶναι, ἐὰν μεταξὺ τῶν 25 ἢ 50 χιλιάδων θὰ ὑπάρξῃ μία ψευδὴς δήλωσις, τὸ θέμα εἶναι, ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ὑπάρχει, εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ὑπάρχουν φοροφυγάδες, οἱ ὁποῖοι κρύπτουν ὄχι 15 ἢ 20 χιλιάδας δραχ., ἀλλὰ ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχ., ἴσως ἑκατομμύρια. Διὰ τοῦτο πρόκειται καὶ ὄχι περὶ τῶν μικρῶν διαφορῶν. Συνεπῶς τὰ κλιμάκια ἠμποροῦν νὰ τεθοῦν. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ἡ δημοσίευσις πρέπει νὰ εἶναι δι’ ὅλα.
§260Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἁπλότητα σημαίνει, διότι θὰ λέγεται κλῖμαξ τάδε. Τὰ τάδε ὀνόματα, ἀντὶ νὰ ἔχετε δίπλα εἰς κἄθε ὄνομα τὴν λέξιν.
§261Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Νομίζω, ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ περιληφθοῦν ὅλοι οἱ φορολογούμενοι εἰς τοὺς καταλόγους. Διότι δὲν ἔχει σημασίαν ἐὰν ἔχῃ ὑποβάλει χαμηλὴν δήλωσιν. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σᾶς εἴπωμεν μίαν πληροφορίαν ποὺ μᾶς ἔδωσαν: Ὅτι ὑπάρχει μεγαλοσχημότατος κύριος ἐν Ἀθήναις, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑποβάλει ἀρνητικὴν δήλωσιν, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ξεσηκωθοῦν καὶ οἱ πέτρες τῆς Ἐφορίας ἐναντίον του. Εἶναι δὲ γνωστότατος, πανελληνίως γνωστός, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῇ κανείς, ὅτι πράγματι δὲν ἐπραγματοποίησεν εἰσοδήματα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Πρέπει, λοιπόν, ὅλοι νὰ ἐξετασθοῦν καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑποβάλει χαμηλὰς δηλώσεις, διότι καὶ αὐτοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι φοροφυγάδες. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται ἡ δημοσιότης καὶ νὰ διαγραφῇ ἡ παράγραφος 4, διότι ἄνευ τούτου δὲν ὑπάρχει δημοσιότης. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἔχομεν ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν, εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ὁποίας περίπου αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. ὑπουργοῦ παραλληλίζονται, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τῆς διαγραφῆς τῆς παραγράφου 4 τοῦ ἄρθρου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν ἐπὶ τῆς τροπολογίας. Ὡς πρὸς τὰ κλιμάκια νομίζω, ὅτι εἶναι κακὸν ἡ δημοσίευσις νὰ γίνῃ κλιμακηδόν. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ δημοσιευθοῦν τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν φορολογουμένων. Καταλήγων, δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα, προτείνομεν τὴν διαγραφὴν τῆς παραγρ. 4 καὶ ἔχομεν ὑποβάλει μάλιστα μετ’ ἄλλων συναδέλφων τροπολογίαν ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ ἐπιμένομεν.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μπουρνιᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§263Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μόνον δύο λέξεις ἔχω νὰ προσθέσω. Καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἡ σήμερον ἰσχύουσα φορολογικὴ νομοθεσία ἀπαγορεύει ἀκόμη καὶ τὴν παροχὴν στοιχείων. Σήμερον μᾶς προτείνεται ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ δημοσίευσις εἰς τὸν τύπον καὶ μάλιστα ἀπὸ τύπον πιθανὸν λαθρόβιον. Κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις ὀρθῶς ἔχει.
§264Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ διευκρινισθῇ πρῶτον ποία εἶναι ἡ ἰσχύουσα σήμερον νομοθεσία. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν αὐτὴν ἐπιβάλλεται ἡ πλήρης δημοσίευσις τῶν φορολογικῶν δηλώσεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπὶ δύο καὶ πλέον ἔτη ἡ Κυβέρνησις μολονότι εἶχεν εἰς χεῖρας της τὸ ὅπλον αὐτὸ δὲν ἔκαμε χρῆσιν. Κύριοι συνάδελφοι, κατηγόρησα τὴν Κυβέρνησιν διὰ μικροψυχίαν καὶ ἠγανάκτησεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ ἐσυνήθισα πάντοτε νὰ ἐκφράζω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύω, καταλογίζω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἔλλειψιν γενναιότητος, διότι δὲν ἀντιμετώπισεν ἐγκαίρως τὸ θέμα αὐτό. Ἐπίσης θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ τονίσω, ὅτι παρὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἰδιωτικοῦ βίου καὶ εὐπρεπείας, ὅτι οὔτε ὁ ἰδιωτικὸς βίος οὔτε ἡ εὐπρέπεια ἔχουν θέσιν εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ καταλόγου, διότι ἐὰν ἡ εὐπρέπεια ἐπιτρέπῃ τὴν δημοσίευσιν τῶν 4.000.000, ἐπιτρέπει ἐπίσης καὶ τὴν δημοσίευσιν τῶν 425 χιλιάδων. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν λόγον νὰ ἀποφύγωμεν τὴν δημοσίευσιν καὶ τὴν ἐπιδιώκομεν καὶ τὴν ἐπιζητοῦμεν, διότι ἐπιθυμοῦμεν ὅπως ἡ κοινὴ γνώμη παίξῃ εἰς τὸ θέμα αὐτὸ τὸν ρόλον της. Ὁμολογῶ, κ. συνάδελφοι, ὅτι δυσκολεύομαι νὰ καταλάβω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ δημοσιότητος, ὅταν ἀπαγορεύωμεν εἰς τὸν τύπον τὴν δημοσίευσιν τῶν καταλόγων. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὁ ἰδιωτικὸς βίος νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὴν θέσιν του. Διότι ὁ προικοθήρας θὰ πάῃ καὶ αὐτὸς ἀκόμη εἰς τὴν Ἐφορίαν, δὲν θὰ πᾶνε ὅμως οἱ ἑκατοντάδες χιλιάδες τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι διαβάζουν τὸν καθημερινὸν τύπον. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, κ. συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν Κυβέρνησιν.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης, ἔχει τὸν λόγον.
§266Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως ἡ διεξαχθεῖσα μακρὰ συζήτησις μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου νὰ ἀναπτύξω ἐν ἐκτάσει τὰς ἀπόψεις μου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸ 1955, ὅτε συζητούσαμεν τὸν ἑνιαῖον φόρον, διετυπώθη ὁ φόβος ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ πολλοὺς ἄλλους, ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ ἔχωμεν μείωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Παρετήρησα τότε εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν, ὅτι μὲ τὸ ἔμψυχον ὑλικὸν τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὰς Ἐφορίας καὶ μὲ τὸν ἐξοπλισμὸν τὸν ὁποῖον τὰς εἴχομεν ὁπλίσει διὰ τὴν σύλληψιν τῆς φορολογητέας ὕλης, ὁ φόβος δὲν ἦτο ἐντελῶς ἀβάσιμος. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὑπεστήριξα τότε ἐν συνεχείᾳ, ὅτι πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ παράγων κοινὴ γνώμη, πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων, διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν δηλουμένων εἰσοδημάτων. Ἡ πρότασίς μου, ἡ ὁποία τότε δὲν ἐγένετο δεκτή, διετυπώθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας καὶ τοῦ παραδείγματος τῶν ἄλλων χωρῶν ὅπου ἐφηρμόζετο ἤδη ἡ δημοσίευσις τῶν καταλόγων, χωρὶς νὰ θεωρῆται, ὅτι ὑπονομεύει τὴν κοινωνίαν, ἀλλ’ ἀντιθέτως τὴν στηρίζει. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τῆς συμμετοχῆς τῆς κοινῆς γνώμης εἰς τὴν φορολογικὴν διαδικασίαν εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ πλέον πρόσφορα καὶ ἀπὸ τὰ πλέον ἀποτελεσματικὰ ἀποκτήματα τῆς Δημοκρατίας, διὰ τὴν δημιουργίαν φορολογικῆς συνειδήσεως. Πότε ὅμως; Ὅταν εἶναι σαφὴς καὶ εὐθὺς ἡ χρησιμοποίησίς της. Ἄλλως αἱ συνέπειαι θὰ εἶναι ἀρνητικαί. Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι οἱ φόβοι τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως δικαιολογοῦνται μόνον ἐὰν δεχθῶμεν τὴν προτεινομένην διάταξιν. Ἐὰν ἀντιθέτως, εἰς ἕνα φύλλον τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθοῦν ὅλα τὰ ὀνόματα δὲν θὰ ὑπάρξῃ οὐδεὶς φόβος, οὐδὲ θέμα συκοφαντικῆς δυσφημήσεως, καθότι ὑπάρχει ὁ ποινικὸς νόμος ποὺ προστατεύει τὸ ἄτομον κατὰ πάσης κακομεταχειρίσεως. Διὰ νὰ δημιουργηθῇ κοινὴ συνείδησις νὰ ἐντρέπεται ὁ ἕνας Ἕλλην τὸν ἄλλον, ὅταν κλέπτῃ ἀπὸ τὸν Ἔφορον, ἀπὸ τὸ Δημόσιον, θὰ πρέπει νὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τὰς εὐκολίας τῆς παραβάσεως τοῦ καθήκοντός του. Ὅταν θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνας πίνακας, εἰς τὸν ὁποῖον σαφῶς ν’ ἀναγράφεται τὸ εἰσόδημα, οὐδεὶς μειοῦται. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν κανεὶς δὲν μειοῦται ὅταν λέγεται, ὅτι ὁ μεγαλύτερος φορολογούμενος εἶναι ὁ Αʹ ἢ ὁ Βʹ ἢ ὁ Γʹ. Καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν οὐδέποτε θὰ τολμήσῃ, ὅταν δημοσιεύωνται οἱ κατάλογοι, ὁ κ. Ροκφέλλερ νὰ ἐμφανισθῇ μὲ εἰσόδημα 15.000 δολλαρίων, ὅπως γίνεται εἰς τὸν τόπον μας. Διότι, τί θέλομεν νὰ κάμωμεν μὲ τὴν δημοσιότητα; Νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν δυνατότητα ἀπὸ τὸν κ. καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου ἢ τὸν κ. βιομήχανον καὶ ἔμπορον νὰ εἴπουν εἰς τὸν ἔφορον, ὅτι κερδίζουν π.χ. 15.000 δραχμὰς τὸν μῆνα. Διότι ἂν τολμήσῃ ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου νὰ εἴπῃ δημοσίᾳ, ὅτι κερδίζει τόσα, οἱ πελάται του ποὺ ξέρουν πόσα τοὺς ἐπῆρε μόνον ἀπὸ μίαν ἐγχείρησιν, θὰ τὸν σκοτώσουν μὲ τὸ χαμόγελόν των. Τὸ θέμα εἶναι τόσον ξεκαθαρισμένον, ὥστε δὲν χρειάζεται περαιτέρω ἀνάπτυξιν. Ἢ θὰ χωρήσωμεν εἰς τὴν σαφῆ δημοσίευσιν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὅλων τῶν δηλώσεων τῶν φορολογουμένων, τῶν ὑπεχόντων ὑποχρέωσιν δηλώσεως, ἢ δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε. Θὰ μείνωμεν μὲ τὴν παλαιὰν ἀντίληψιν τοῦ 19ου αἰῶνος, ὅτι τὰ φορολογικὰ τοῦ ἀτόμου εἶναι ἰδικόν του μυστικόν. Ἂν δεχθῶμεν τὸν προτεινόμενον τρόπον, δὲν ὑπάρχει δυνατότης ἐλέγχου διὰ νὰ διαπιστώσωμεν, ἐὰν οἱ ἰατροὶ ἔκαμεν εἰλικρινεῖς δηλώσεις θὰ πρέπει νὰ πᾶμε εἰς τὴν Καβάλαν νὰ ἴδωμεν τὸν κατάλογον ποὺ εἶναι εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ἐκεῖ Ἐφόρου καὶ κατόπιν νὰ πᾶμε εἰς τὰς Καλάμας, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ἐφόρου Καλαμῶν τὶ ἐδήλωσαν οἱ ἐκεῖ ἰατροί. Ἐν τῷ μεταξὺ ἔτσι, θὰ δημιουργηθοῦν συγχύσεις, θόρυβος, ὑπονοούμενα, συκοφαντίαι. Διὰ τοῦτο, ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἢ θὰ θεσπίσωμεν τὴν πλήρη δημοσίευσιν, ἢ θὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ μέθοδος αὐτὴ εἶναι ἐπιζημία καὶ ἑπομένως θὰ διαγράψωμεν τὸ ἄρθρον. Οἱανδήποτε γραμμὴν ἀκολουθήσετε, ἐφ’ ὅσον εἶσθε πλειοψηφία θὰ συμφωνήσω μαζί σας. Εἰς τὴν προτεινομένην ὅμως διατύπωσιν θὰ διαφωνήσω. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι 5 χρόνια ποὺ συζητοῦμεν τὴν ἰδίαν ὑπόθεσιν, δηλῶ, ὅτι εἶναι ζήτημα καὶ συνειδήσεως πλέον δι’ ἐμέ, νὰ μὴ ψηφίσω τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει.
§267Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ὑπάρχουν εἰσοδήματα μὴ φορολογούμενα. Καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι πλῆθος φορολογουμένων ποὺ ἔχουν καταθέσεις εἰς τὴν ΔΕΗ, εἰς τὰς Τραπέζας, δὲν φορολογοῦνται. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κἄποια σύγχυσις.
§268Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, παρηκολούθησα ὅλας τὰς ἐκτεθείσας ἀπόψεις μετὰ τῆς ὀφειλομένης προσοχῆς. Καὶ θὰ ἤθελα κατ’ ἀρχὴν νὰ προσθέσω κἄτι τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Ὅτι ἡ συζήτησις διεπίστωσε πόσον ἀδικαιολόγητος ὑπῆρξεν ὁ δημιουργηθεὶς περὶ τὸ νομοσχέδιον θόρυβος, πολλαὶ διετυπώθησαν γνῶμαι ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 8. Φοβοῦμαι, ὅτι πολλοὶ τῶν ὁμιλητῶν δὲν ἐξετίμησαν ὅπως θὰ ἔπρεπε τὰς ἐπερχομένας μεταβολὰς καὶ ὡμίλησαν χωρὶς νὰ ἀποδώσουν τὴν ὀφειλομένην προσοχὴν εἰς ὅλας τὰς πλευρὰς τοῦ κρινομένου ζητήματος. Ἀνεξαρτήτως, ὅμως, τῆς διαφορᾶς ἀντιλήψεων, ἡ συζήτησις ὑπῆρξε πράγματι χρήσιμος. Κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν συνεδρίασιν εἶπον, ὅτι ἡ διαφορὰ ἀντιλήψεων δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ ἀναγνωρίσω τὴν θετικὴν συμβολὴν τῶν συναδέλφων εἰς τὴν διερεύνησιν τοῦ θέματος. Καὶ ὡμίλησα εἰδικώτερον περὶ τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Βαλούρδου. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκφράσω δημοσίᾳ τὴν λύπην μου, διότι ὑπῆρξα αὐστηρὸς πως εἰς τὰς ἐκφράσεις μου κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν προσαρμόζεται πρὸς τὰς συνηθείας μου. Ἀνεξαρτήτως τῆς ἀποστάσεως εἰς τὴν πολιτικὴν τοποθέτησιν καὶ τῆς ἀπολύτου ἀντιθέσεως εἰς τὴν ἀσκουμένην πολιτικήν, εἶναι προφανὴς ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ ἐργατικότης του. Ἔπειτα ἀπὸ ὅσα εἶπε, κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῆς σημασίας τῆς δημοσιεύσεως τῶν καταλόγων, ἐν συνδυασμῷ ὅμως πρὸς τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν πρὸς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τοῦ πολίτου καὶ τοῦ φορολογουμένου, ἐνόμιζα, ὅτι δὲν θὰ παρίστατο ἀνάγκη ἐπιστροφῆς εἰς τὴν αὐτὴν συζήτησιν. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ εἰλικρινὴς φορολογούμενος, ὁ ὁποῖος καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐργαζόμενος συμβάλλει εἰς τὴν δημιουργίαν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, εἶναι ἄξιος νὰ γίνῃ ἀνάγνωσμα δημόσιον. Βεβαίως ὁ φοροφυγάς, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχει διαπιστωθῆ τελεσιδίκως ἀπὸ τὰ φορολογικὰ δικαστήρια, ὅτι προσεπάθησε διὰ τῆς ἀνειλικρινοῦς δηλώσεώς του νὰ περιγράψῃ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεώς του, πρέπει νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν κοινὴν ἐπίκρισιν. Δὲν εἶμαι βέβαιος, ὅμως, ἐὰν θὰ πρέπει αἱ στῆλαι τῶν ἐφημερίδων νὰ παρέχουν ἀφορμὴν συζητήσεως εἰς βάρος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, ἐργαζόμενοι εὐσυνειδήτως ἐξασφαλίζουν τὴν ζωὴν τῆς οἰκογενείας των καὶ συμβάλλουν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας τοῦ τόπου. Γίνεται ἐπίκλησις, κ. συνάδελφοι, ἐπιχειρημάτων ἐκ τοῦ παραδείγματος ἄλλων χωρῶν. Θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι εἰς τὴν Γερμανίαν, τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Ἀμερικήν, ἰδιαιτέρως εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου αἱ ἀπειλούμεναι κατὰ τῶν φοροφυγάδων ποιναὶ εἶναι τρομακτικαί, ἀπαγορεύεται πᾶσα καὶ οἱαδήποτε δημοσίευσις σχετιζομένη μὲ τὴν φορολογικὴν κατάστασιν οἱουδήποτε φορολογουμένου. Κυρώσεις ἐπιβάλλονται ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τὰς ὑποχρεώσεις των. Ἀντιθέτως, εἰς τὸ Ἰσραὴλ γίνεται δημοσίευσις τῶν ὀνομάτων τῶν φορολογουμένων. Εἰδικῶς μάλιστα, προκειμένου περὶ τῆς χώρας ταύτης ἄξιον μνείας τυγχάνει, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ἐπίτροπος παρεπονέθη τελευταίως δημοσίᾳ διὰ τὸν φόρτον ἐργασίας, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιβαρύνονται αἱ ὑπηρεσίαι του διὰ τὴν ἐτησίαν ἔκδοσιν τῶν σχετικῶν καταλόγων, ἐνῶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κοινοῦ εἶναι μᾶλλον περιωρισμένον, ἴσως λόγῳ τῆς καθυστερήσεως τῆς δημοσιεύσεως. Διότι ὁ κατάλογος δημοσιεύεται μετὰ δύο ἔτη. Αἱ ἐξελίξεις ὅμως εἶναι τόσον ταχεῖαι, ὥστε μετὰ τὴν διετίαν ἡ κατάστασις ἔχει ἀλλάξει καὶ τὸ κοινὸν δὲν ἐδιαφέρεται πλέον διὰ τοὺς πεπαλαιωμένους καταλόγους. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ἔχει καθιερωθῆ ἡ ἔκθεσις τῶν καταλόγων εἰς τὸ Δημαρχεῖον. Ἡ προβλεφθεῖσα περαιτέρω δημοσίευσις δὲν ἐφηρμόσθη ἀκόμη. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ ὁποία ἔχει ἀποτελέσει τὸ πρότυπον διὰ τὴν νομοθεσίαν μας εἰς πολλοὺς τομεῖς, ἐγένετο μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1959 ἔκθεσις εἰς τὸ Δημαρχεῖον καταλόγου, ὁ ὁποῖος περιελάμβανε μόνον τὸ ὄνομα τοῦ φορολογουμένου, ἄνευ μνείας τινος περὶ τοῦ εἰσοδήματος. Οὔτε ἀκριβῶς ποσὸν φορολογητέου εἰσοδήματος ἀνεγράφετο, οὔτε κατὰ κλιμάκιον κατετάσσοντο οἱ φορολογούμενοι, ὅπως προβλέπεται εἰς τὸ ἰδικόν μας νομοσχέδιον. Ἡ γενομένη κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1959 μεταβολή, προβλέπει τὴν καταχώρισιν καὶ στοιχείων τοῦ φορολογητέου εἰσοδήματος. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι καὶ ὁ νέος γαλλικὸς νόμος προβλέπει ἔκθεσιν ἁπλῶς τοῦ καταλόγου εἰς τὸ δημαρχεῖον καὶ ἀπαγορεύει ἀπολύτως πᾶσαν δημοσίευσιν, εἴτε τοῦ ὅλου καταλόγου, εἴτε μεμονωμένων ὀνομάτων. Μήπως πρέπει νὰ προσδεθῇ καὶ κατὰ τοῦ γάλλου νομοθέτου καὶ κατὰ τῆς Γαλλικῆς Πολιτείας ἡ μομφὴ τῆς μικροψυχίας; Ἢ ἀντιθέτως, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰ κοινὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ὡς ὁδηγὸν τὴν ἀλόγιστον καὶ ἐπιζήμιον διάθεσιν ἐπιδείξεως γενναιότητος, ἀλλὰ τὴν ἀληθῆ γενναιοψυχίαν τῆς ὡρίμου καὶ συνεποῦς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν ὑποθέσεων, χωρὶς ἐπιδείξεις καὶ μὲ ζημίαν ἀκόμη τῆς δημοτικότητός των; Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, νομίζω, νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι κύριον μέλημα μιᾶς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ εἶναι ἡ κατοχύρωσις τῆς οἰκονομικῆς προόδου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ ἔπρεπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐνδιαφέρεται μόνον νὰ παρουσιάζῃ τὸν ἑαυτόν του ὡς ἀδιάφορον ἔναντι πάντων καὶ πρόθυμον νὰ καταστήσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως μεταξὺ ὅλων τῶν πολιτῶν, τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐργαζόμενοι ἐπραγματοποίησαν εἰσόδημα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ συνεπείας, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ ἐργαζομένων ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἐλευθέρας οἰκονομίας, τῆς διεπούσης τὴν ζωὴν τῆς χώρας μας. Τὸ ἄρθρον 1740 τοῦ Γαλλικοῦ Κώδικος φορολογίας, διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου, ἀπειλεῖ αὐστηροτάτας κυρώσεις κατὰ παντὸς ὁ ὁποῖος ἤθελε δημοσιεύσει, ἢ φέρει ἄλλως εἰς τὴν δημοσιότητα τὸ ὅλον ἢ τμῆμα τοῦ φορολογικοῦ πίνακος. Ὅταν τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1959 συνεζητοῦντο εἰς τὴν Γαλλίαν τὰ νέα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνετόπιζον τὴν δημοσίευσιν εἰς τὴν ἀνάρτησιν τῶν καταλόγων εἰς τὸ Δημαρχεῖον καὶ προσέθεσαν μόνον τὴν ἐγγραφὴν καὶ τοῦ φορολογουμένου εἰσοδήματος, ἔλαβε χώραν μακρὰ καὶ ζωηρὰ συζήτησις, ἐκταθεῖσα καὶ εἰς τὰς στήλας τοῦ καθημερινοῦ τύπου. Καὶ ἐγράφησαν διάφορα πράγματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαπιστοῦται, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ οὔτε ὁ γαλλικὸς νόμος, οὔτε ἡ Γαλλικὴ Πολιτεία περισσότερον. Ἡμεῖς εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἴμεθα πράγματι γενναιότεροι, διότι ἐπιτρέπομεν τὴν δημοσίευσιν ὁλοκλήρου τοῦ πίνακος. Ἔγραφε π.χ. μία ἐφημερίς: «Ὁ σκοπός του εἶναι νὰ δημιουργηθῇ κατὰ τῆς φοροδιαφυγῆς...» (ἀναγινώσκει). Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δεῖγμα γενναιότητος καὶ ἀποφασιστικότητος διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ζητημάτων μας ἡ ἄγνοια ἢ ἡ παραγνώρισις ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχει ἡ διεθνὴς πεῖρα. Ἔχει διαπιστωθῆ, ὅτι ἀκόμη καὶ ἐκεῖ ὅπου ἐπροχώρησαν εἰς τὴν δημοσίευσιν τῶν φορολογικῶν καταλόγων, δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἀναγνωσματοποίησιν τῆς ὑποθέσεως. Περιωρίσθησαν εἰς τὴν ἔκθεσιν, εἰς τὴν ἀνάρτησιν τοῦ καταλόγου εἰς τὸ δημαρχεῖον ἢ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐφορίαν, διὰ νὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὁ ἐνδιαφερόμενος, διὰ νὰ συγκρίνῃ ὁ φορολογούμενος ἐὰν ὁ ὁμότεχνός του ὑπῆρξε στοιχειωδῶς εἰλικρινὴς καὶ ἐδήλωσε τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον δύναται αὐτὸς νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐπραγματοποίησε. Νομίζω, λοιπόν, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως, ὅπως εἶναι, ἐξυπηρετεῖ ἀπολύτως τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Πρέπει νὰ συμβάλῃ, καὶ θὰ συμβάλῃ ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν δημιουργίαν ψυχολογικοῦ κλίματος, τὸ ὁποῖον θὰ προωθήσῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς φορολογικῆς συνειδήσεως. Θὰ ἤθελα, ἐπὶ πλέον ὅλων αὐτῶν, νὰ προσθέσω, ὅτι ἤδη καὶ ἡ κατάθεσις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅσα προηγουμένως ἔγιναν, ἔχουν ἐξασφαλίσει πρόοδον. Κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ὑπεβλήθησαν 24.000 δηλώσεις φόρου εἰσοδήματος περισσότεραι ἀπὸ τὰς ὑποβληθείσας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1959.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον πρότασις ὑπογραφομένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 1 τῆς παραγράφου 4 τοῦ ἄρθρου 8.
§270Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν πρόκειται νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 8, δὲν ἔχομεν λόγους νὰ ἐπιμείνωμεν καὶ παραιτούμεθα τῆς προτάσεώς μας.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, δὲν θὰ συνεχισθῇ. Ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συνεχισθῇ ἀπόψε ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὴν Δευτέραν.
§272Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ γίνῃ τὴν Δευτέρα Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ τὴν Τρίτην Νομοθετικὴ Ἐργασία.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις. Ἁπλῶς, εἶχε προταθῆ, ἐὰν ἐψηφίζετο σήμερον τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἐγένετο τὴν Τρίτη Νομοθετικὴ Ἐργασία ἀντὶ τῆς Δευτέρας διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ συζητηθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, δὲν ἐψηφίσθη σήμερον, δὲν συντρέχει λόγος νὰ λάβωμεν σχετικὴν ἀπόφασιν. Δέχεται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§274ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 5.15′ μ. μ.)