1960.03.07
4.141 στίχοι · 30.773 λέξεις · 222 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57η
Δευτέρα 7 Μαρτίου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.50′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς).... (Ἀναγινώσκει).... (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεύς, κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς).... (Ἀναγινώσκει)... Οἱ κ.κ. Γ. Θεμελῆς (Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης), Κ. Παπακωνσταντίνου (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), Γ. Ἀνδριανόπουλος (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας), Κ. Ἀδαμόπουλος (Ὑπουργὸς Γεωργίας), Δ. Μακρῆς (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) καὶ Ι. Ψαρρέας (Ὑφυπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς Ἐφέδρους Ἀξιωματικούς, Πολεμιστάς, Ἀγωνιστὰς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως καὶ Ἀναπήρους καὶ Θύματα Πολέμου». Ὁ κ. Α. Στρᾶτος (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας), καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων φορολογικῶν νόμων καὶ μέτρων ἀφορώντων τὰς χερσαίας μεταφοράς». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Μαρῆς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων φορολογικῶν νόμων καὶ μέτρων ἀφορώντων τὰς χερσαίας μεταφοράς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Γυιόκας, Ν. Σπεντζάρης, Τ. Μιχαηλίδης καὶ Α. Θεοδοσιάδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων φορολογικῶν νόμων καὶ μέτρων ἀφορώντων τὰς χερσαίας μεταφοράς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Θεοδοσιάδης, Α. Ἀηδονᾶς καὶ Ν. Ζαρντινίδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως Ἀντιφυματικοῦ Ἀγῶνος ἐν Ἑλλάδι». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Μπουγᾶς καὶ Π. Κλῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσες διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Μακρῆς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος». Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Ν. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Συνδέσμου Σταθμαρχῶν καὶ Ἐλεγκτῶν Λακωνίας, διαμαρτυρομένου διὰ τὰς ὑπό τινων ὀργανώσεων καπνεργατῶν ἐκτοξευσθείσας ὕβρεις κατὰ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως Γ.Σ.Ε.Ε. Φ. Μακρῆ καὶ ἄδικον ἐπίθεσιν κατὰ ὑπαλλήλου Γ.Σ.Ε.Ε. Κ. Νικολαΐδη. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Δ. Γρίβας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Δράμας, αἰτουμένου τὴν ἵδρυσιν ἐργοστασίου σακχάρεως εἰς τὴν ἐν λόγῳ πόλιν. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Δ. Γρίβας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Συνδέσμου Τραυματιῶν καὶ παρασημοφορηθέντων πολεμιστῶν Ν. 751)1838–1940 καὶ ἐντεῦθεν Νομοῦ Δράμας, ἐκφράζοντος τὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εὐχαριστίας διὰ τὴν ὑπὲρ τῶν μελῶν του μέριμνα καὶ αἰτουμένου τὴν μονιμοποίησιν ἁπάντων τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων πολεμιστῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Σ. Χούτας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Αἰτωλοακαρνανίας, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν
ἀποφασισθεῖσαν κατάργησιν τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου
Σ.Β.Δ.Ε.
Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Κεραμιτσόγλου, Ο. Ἀντώνογλου, Α. Λασκαρίδης καὶ Κ. Κωνσταντάρας, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν εἰς τὴν Λαϊκὴν Δημοκρατίαν τῆς Οὑγγαρίας διαμενόντων πολιτικῶν προσφύγων ἐκ τοῦ Νομοῦ Ἕβρου, αἰτουμένων τὴν κατάργησιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων ὡς καὶ τὴν λῆψιν τῶν ἐνδεικνυομένων τοιούτων διὰ τὸν ἐλεύθερον ἐπαναπατρισμόν των. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Εὐαγγέλου, Ε. Μπενᾶ, Ι. Δραγονέτης καὶ Δ. Γιαχνῆς, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐργατῶν Τύπου Ἑλλάδος, αἰτουμένης ἐπέκτασιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρότας τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Κακογιάννης, Γ. Κατσίμπας καὶ Μ. Χριστογεῶργος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Γ. Π. Συν) σμῶν Τρύφου καὶ Μυρτιᾶς Αἰτωλοακαρνανίας, αἰτουμένων τὴν συνταξιοδότησιν τῶν ἀγροτῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν, Μαρίνου Πάτση, Γεωργ. Θεοχάρη κ.λ.π. αἰτουμένων ὅπως αἱ διατάξεις τοῦ νόμου 3768)1957 ἔχουν ἀνάλογον ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ ὑπαλλήλων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ε. Νομικοῦ, Κ. Θωμαΐδη, Γ. Γκίκα κλπ. φυλάκων ἰσοπέδων διαβάσεων Σιδηροδρόμων Ἑλληνικοῦ Κράτους, αἰτουμένων μισθολογικὴν ἐξίσωσιν μὲ ἄλλους φύλακας τῆς ὑπηρεσίας τῶν Σ.Ε.Κ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐπὶ συμβάσει Μηχανολόγων–Ἠλεκτρολόγων Μηχανικῶν καὶ ὑπομηχανικῶν ὡς καὶ τῶν τεχνικῶν βοηθῶν αὐτῶν τῆς ὑπηρεσίας ἐλέγχου Ἠλεκτρικῶν ἐγκαταστάσεων τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας, αἰτουμένων μονιμοποίησιν καὶ ἔγκρισιν δαπάνης δι’ ὑπερωριακὴν ἐργασίαν καὶ ἔξοδα κινήσεως. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Σεπολίων Ἀθηνῶν «Ἡ ἀναγέννησις» αἰτουμένου τὴν ἐπέκτασιν τῆς ὁδοῦ Ἰβὰν μέχρι τῆς ὁδοῦ Δυρραχίου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν κατοίκων τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν πλημμυροπαθῶν κατοίκων συνοικίας Φρουρίου Χίου αἰτουμένων λῆψιν μέτρων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ζημιῶν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Κοντουδάκης, Κ. Χιωτάκης καὶ Γ. Παπαγεωργίου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν ἀγροτῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Καλυβῶν Ἀποκορώνου, αἰτουμένων τὴν συνταξιοδότησιν τῶν ἀγροτῶν, ἀναστολὴν τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν καὶ προστασίαν τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ἑλληνικῶν γεωργικῶν προϊόντων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνεχίζεται ἡ αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως συμπληρώεως διατάξεων φορολογικῶν νόμων καὶ μέτρων ἀφορώντων τὰς χερσαίας μεταφορᾶς». Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων κ. Γ. Παπανδρέου, ἔχει τὸν λόγον.
§6Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ προβῶ εἰς ὡρισμένας γενικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ πρῶτον θέμα εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ἀπὸ τῆς φορολογίας. Πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἶχον διακηρύξει, ὅτι καὶ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν φορολογίαν. Μετὰ τὰς ἐκλογάς, ὁμιλῶν ἐνώπιον τοῦ Βήματος τὴν 11ην Ἰουνίου 1958 εἶχον εἴπει: «Διαφωνῶ ἀπολύτως πρὸς τὴν φορολογικὴν ἀπαλλαγὴν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Δὲν ἐπιτρέπονται προνόμια. Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς Ἕλληνες Πολῖται καὶ ὀφείλομεν νὰ ὑπαχθῶμεν εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας τῶν ἑλλήνων πολιτῶν. Καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν αὐτῆς τῆς φορολογικῆς ἀπαλλαγῆς. Κύριε Πρόεδρε, οἱ Λαοὶ κυβερνῶνται μὲ τοὺς νόμους: Ἀλλὰ κατὰ πρῶτον λόγον κυβερνῶνται μὲ τὸ παράδειγμα τῶν ἀρχόντων. Καὶ ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν αὐτὸ τὸ παράδειγμα. Μόνον τοιουτοτρόπως τὸ Σῶμα νομιμοποιεῖται ἠθικῶς διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Δεύτερον: Ὑποστηρίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται δημοσίευσις τῶν φορολογικῶν καταλόγων. Φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ δημοσίευσις μόνον τοῦ πίνακος τῶν φορολουμένων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ηὐξημένην ἐπιφάνειαν καὶ θεωρῶ ἄσκοπον τὴν δημοσίευσιν τοῦ συνόλου τῶν φορολογουμένων. Καὶ τὸ ἠθικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα ὑφίσταται διὰ τοὺς φορολογουμένους τῆς ηὐξημένης οἰκονομικῆς ἐπιφανείας. Δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζω, ὅτι πρέπει νὰ δημοσιεύωνται οἱ κατάλογοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν εἰσόδημα ἄνω τῶν 200.000 ἐτησίως. Καὶ ἡ δημοσίευσις νὰ γίνεται, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰς εἰδικὸν φύλλον τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ κατηγορίας. Ὁ ἀριθμὸς των σήμερον περίπου ἀνέρχεται εἰς 2.500. Ἐὰν δημοσιεύωνται κατὰ κατηγορίας ἐπαγγελμάτων καὶ κατὰ Νομοὺς θὰ εἶναι ἐντελῶς ἄνετος ἡ δημοσίευσις. Καὶ τώρα ἐρωτᾶται: Τὶ θὰ συμβῇ μὲ τὸν τύπον; Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ὁσάκις ὁ τύπος θέλει νὰ ἀσκήσῃ κριτικὴν ἐπὶ τῆς φορολογικῆς καταστάσεως ἑνὸς πολίτου θὰ ὀφείλῃ νὰ δημοσιεύσῃ τὸ σύνολον τῆς κατηγορίας εἰς τὴν ὁποίαν οὗτος ἀνήκει καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρέχεται εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ἡ εὐκαιρία δικαίας κρίσεως. Τὸ ἐνδεχόμενον ἐκβιασμοῦ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται λόγος καθίσταται ἀδύνατον. Ἐπίσης πέραν τῆς δημοσιεύσεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων, κοινὸν αἴτημα εἶναι ἡ δημοσίευσις τῶν ὀνομάτων τῶν φοροκλεπτῶν. Ἀλλὰ πότε πρέπει νὰ θεωροῦνται φοροκλέπται; Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόστασις μεταξὺ δηλώσεως καὶ καταλογισμοῦ πέραν τοῦ 50%. Εἰς ἕνα τόπον ὅπου συνηθίζονται αὐθαιρεσίαι καταλογισμῶν, ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν, φοβοῦμαι, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ 25% εἶναι μικρά.
§7Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν) Ἐπιτρέπετε;
§8Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς δηλώσεις σας, κ. Ὑπουργέ. Εἴπατε, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν μεγάλων ἡ διαφορὰ θὰ πρέπει νὰ εἶναι πλέον τοῦ 25% καὶ τῶν μικρῶν 50%. Τρίτον: Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν λειτουργίαν τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ὑπέρμετρος εἶναι ἡ καθυστέρησις. Ὑποστηρίζω, ὅτι αἱ ἀναγραφόμεναι αὐστηραὶ διατάξεις θὰ πρέπει νὰ ἰσχύσουν μόνον μετὰ τὴν λειτουργίαν τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων. Πρῶτον θὰ ἀποκατασταθῇ ἡ φορολογικὴ δικαιοσύνη καὶ κατόπιν θὰ ἰσχύσουν αὐστηραὶ ποιναί. Σήμερον ἔχει κλονισθῆ ἡ ἐμπιστοσύνη ἐπὶ τὸ μέγα μέρος τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν. Ἐπιβάλλονται γενναῖα μέτρα ἀνασυγκροτήσεως καὶ γενικώτερον τῆς διοικήσεως καὶ εἰδικώτερον τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν. Καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι οἱ νόμοι εἶναι ἁπλῶς δυνατότητες, οἱ ἄνθρωποι τὰς πραγματοποιοῦν. Ἐὰν αὐτὸ ἰσχύῃ γενικῶς, ἰσχύει κατ’ ἀπείρως μείζονα λόγον προκειμένου περὶ τῆς φορολογίας καὶ τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν. Χρειάζεται μία ἐπαναστατικὴ ἀντιμετώπισις. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσωμεν ἄλλοτε. Τέταρτον: Ὑπάρχει ἐπίσης τὸ θέμα τῶν φορολογιῶν τῶν καυσίμων, τῆς βενζίνης καὶ τοῦ πετρελαίου. Ἡ ἐπιβολὴ αὐτῶν τῶν φορολογιῶν ἀποδεικνύει ἔλλειψιν οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς γενικὴ γραμμὴ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως συνεχῶς ἐξαγγέλεται ἡ ἐλάτωσις τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς. Διότι μόνον τοιουτοτρόπως θὰ καταστῇ ἀνταγωνιστικὴ ἡ Ἑλληνικὴ Οἰκονομία. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, παραβιάζει τὰς ἐπαγγελίας της, καὶ ἐπιβαρύνει τὸ κόστος μὲ τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ τροπολογία εἶναι μικρά, ἀλλὰ δυσκόλως τοῦτο δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅταν φθάνῃ τὸ ποσὸν τῶν 110 ἑκατομμυρίων. Ἐλέχθη ἐπίσης, ὅτι εἶναι ἁπλῶς στρογγύλευσις. Ἀλλὰ ἡ στρογγύλευσις ἠδύνατο νὰ γίνῃ πρὸς τὰ ἄνω καὶ πρὸς τὰ κάτω. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἔγινε πρὸς τὰ ἄνω. Πέμπτον: Διαπιστοῦται ἐπίσης ἀπὸ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε συγκοινωνιακὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἐτήσιον ἔλλειμμα τῶν σιδηροδρόμων ἔφθασεν εἰς τὰ 500 ἑκατομμύρια. Καὶ εὑρισκόμεθα εἰς μίαν κατάστασιν ἀναρχίας τῶν συγκοινωνιακῶν μέσων, τῶν αὐτοκινήτων, τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν θαλασσίων μεταφορῶν. Καὶ ἡ κατάστασις αὐτὴ ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς βαρεῖαν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι προσεχῶς θὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος νομοσχέδιον ρυθμίσεως τῶν μέσων μεταφορᾶς. Τὸ εὐχόμεθα. Ἀλλὰ σήμερον γεγονὸς εἶναι ὅτι ὑφίσταται κατάστασις ἀναρχίας καὶ ἀποσυνθέσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ ζημίαν τῆς οἰκονομίας καὶ βαρεῖαν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαί μου παρατηρήσεις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὰ συγκεκριμένα ἄρθρα ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§10Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ὁμιλήσω βεβαίως ἐν καιρῷ καὶ θὰ μοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος εἶπε προηγουμένως. Εἰδικῶς, ὅμως θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸν κατάλογον τῶν φοροφυγάδων, τῶν προσώπων τῶν ὁποίων ἠλέγχθη ἡ ἀνακρίβεια τῆς δηλώσεως κατὰ ποσοστὸν 25%, προκειμένου περὶ μεγάλων φορολογουμένων τηρούντων βιβλία Γʹ καὶ Δʹ κατηγορίας καὶ κατὰ 50% τῶν ἄλλων, ὅτι ἡ διαπίστωσις δὲν ἐξαντλεῖται εἰς τὸν φοροτεχνικὸν ἔλεγχον. Πρέπει κατὰ νόμον νὰ ἔχῃ προηγηθῆ ἡ τελεσίδικος ἐκδίκασις τῆς φορολογικῆς διαφορᾶς ἀπὸ τὰ σημερινὰ φορολογικὰ δικαστήρια, ἀπὸ τὰς ἐκδικαστικὰς ἐπιτροπὰς ἐφέσεων κατὰ δεύτερον βαθμὸν ἢ ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀναλόγως τοῦ ὕψους τῆς διαφορᾶς. Καὶ μόνον μετὰ τὴν τελεσίδικον ἐκδίκασιν τῆς φορολογικῆς διαφορᾶς θὰ ἀνακύψῃ τὸ θέμα ἐγγραφῆς εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον. Ἑπομένως διὰ τὴν διαφορὰν ἀνακριβείας κατὰ 25–50% δὲν θὰ ἀρκῇ τὸ συμπέρασμα τοῦ ἐλέγχου τῆς φοροτεχνικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται διαπίστωσις ἀνειλικρινείας διαγνωσθεῖσα δικαστικῶς διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως τῆς φορολογικῆς δικαιοδοσίας. Καὶ πέραν αὐτοῦ, δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ τελεσίδικος διαπίστωσις τῆς ἀνειλικρινείας εἰς τὰ ποσοστὰ τοῦ 25% καὶ τοῦ 50%, ἀλλὰ πρέπει ἐπὶ πλέον νὰ ἔχῃ διαπιστωθῆ διὰ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, ὅτι συντρέχει καὶ ἔλλειψις καλῆς πίστεως τοῦ φορολογουμένου κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἀνειλικρινοῦς δηλώσεως. Πρέπει, δηλαδή, νὰ συντρέχουν καὶ αἱ τρεῖς αὗται προϋποθέσεις. Νὰ ἔχῃ τελεσιδίκως κριθῆ ἡ φορολογικὴ διαφορὰ, νὰ διαπιστωθῇ δικαστικῶς ἀνακρίβεια κατὰ 25% καὶ 50% καὶ ἐπὶ πλέον νὰ διαπιστωθῇ, ὅτι ὑπάρχει καὶ κακὴ πίστις. Διότι ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ διαφορὰ τοῦ 25% ἢ τὸ 50% καὶ δὴ τελεσιδίκως βεβαιωμένη, ἀλλὰ τὸ δικαστήριον ἀνεγνώρισεν ὑπὲρ τοῦ φορολογουμένου καλὴν πίστιν, ἤτοι συνδρομὴν λόγων, οἱ ὁποῖοι παρέσυρον τὸν φορολογούμενον εἰς τὴν ἀνακριβῆ δήλωσιν, καὶ πάλιν δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἐγγραφῆς εἰς τὸν κατάλογον τῶν φοροκλεπτῶν. Δὲν ἀρκεῖ δηλαδὴ μόνον ἡ διαπίστωσις τοῦ 25% ἢ τοῦ 50%, ἀλλὰ πρέπει νὰ διαπιστωθῇ, ὅτι ἦτο καὶ κακόπιστος ὁ φορολογούμενος.
§11Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅταν ὑπάρξουν αὗται αἱ ἐγγυήσεις δὲν θὰ ἔχω ἀντίρρησιν.
§12Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἰδίως ἡ τελευταία διάταξις, κύριε Ὑπουργέ, ἡ ὁποία πράγματι ἀποτελεῖ μίαν πρόοδον ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, διότι ἕως τώρα σοῦ ἔβαζε πρόστιμον καὶ ἐθεωρεῖτο ἀνειλικρινὴς ἡ δήλωσις, ἀνεξαρτήτως ἐὰν ὑπάρχῃ δικαιολογία τῆς ἀτομικῆς του δηλώσεως.
§13Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ μὴ νομισθῇ, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι νέα σᾶς λέγω ὅτι ὑπάρχει καὶ σήμερον.
§14Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νέα διάταξις εἶναι, διότι καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἐξήταζεν ἐὰν ἐν πλάνῃ ἢ ὄχι ἐγένετο τοῦτο.
§15Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ συμφώνως μὲ τὴν διάταξιν τῆς παραγράφου 4.
§16Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βραβεύω, κύριε Ὑπουργέ, δι’ αὐτὸ διότι εἶναι μία πρόοδος.
§17Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 9....................... ὅπου ὁρίζεται, ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις περὶ τῆς ἐπιβολῆς τῆς κυρώσεως τοῦ κλεισίματος τοῦ καταστήματος. Δέν ἀρκεῖ ἡ διαπίστωσις τῶν παραβάσεων αὐτῶν ἀλλὰ πρέπει νὰ διαπιστωθῇ, ὅτι πρόκειται καὶ περὶ παραβάσεως ἐκ προθέσεως τελεσθείσης. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Κ. Γ. Ροδόπουλος).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Π. Κανελλόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§19Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν ἀγορεύσεων καὶ τῶν δύο εἰσηγητῶν τῆς μειοψηφίας ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἀπὸ τὴν σημερινὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος, εἶναι δυνατὸν νὰ συναχθῇ κατὰ τρόπον ἀπολύτως ἀντικειμενικὸν ὑπὸ πάντων τῶν συναδέλφων, τὸ συμπέρασμα, ὅτι θέμα ἀμφισβητήσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑπάρχει. Παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι εἶχε δημιουργηθῆ θόρυβος ὁ ὁποῖος ἔδιδε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὑπάρχει θέμα διαφωνίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, βεβαίως ὁ θόρυβος δὲν προήρχετο ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ὁ θόρυβος προεκλήθη ἔξω τῆς αἰθούσης, ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τούτοις τοιαύτη διαφωνία, κατεδείχθη, κατὰ τρόπον ἀπολύτως σαφῆ, ὅτι δέν ὑπάρχει. Θὰ προέτεινα ἑπομένως, κ. Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ ὅλους τοὺς κ.κ. συναδέλφους, νὰ ἐκτιμήσουν τὴν πρότασιν αὐτὴν μὲ ἀπόλυτον ἀντικειμενικότητα καὶ ἀνωτερότητα, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ θεωρηθῇ τερματισθεῖσα ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησις καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ ἄρθρον. Ἄλλωστε ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ κυριώτερα ἐκ τῶν ἄρθρων, εἶναι δυνατὸν οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν βασικάς τινας διαφωνίας, νὰ προβοῦν εἰς γενικωτέραν ἀνάπτυξιν. Αὐτὸ θὰ ἐπέβαλλεν ἡ τεχνικὴ τῆς συζητήσεως ἡ ἐπὶ τῆς λογικῆς βασιζομένης. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγον ὅταν διετύπωσα τὴν πρότασιν, διεπιστώθη, διὰ τῆς βοῆς ἡ ὁποία ἠκούσθη, ὅτι ὑπάρχουν διαφωνίαι. Αὐτὸ εἶναι ὁλοφάνερο. Καὶ οἱ δύο εἰσηγηταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ κ. Ἠλιόπουλος καὶ ὁ κ. κ. Μητσοτάκης καὶ σήμερον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος δὲν εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἀρχήν, ὅτι πρέπει νὰ παταχθῇ ἡ φοροδιαφυγή. Ἐφ’ ὅσον πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν δὲν ὑπάρχει διαφωνία διατὶ νὰ συζητοῦμεν περαιτέρω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Στεφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§21Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχει φοροδιαφυγὴ καὶ ὅτι αὕτη πρέπει νὰ παταχθῇ ἀμειλίκτως, ἐπ’ αὐτοῦ ὅλοι συμφωνοῦμεν. Ὑπάρχει ὅμως ἕνα ἄλλο θέμα ἀρχῆς καὶ αὐτὸ ἐπιβάλλει νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὡς πρὸς τὴν δυνατότητα τῆς διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀντιμετωπίσεως τῆς φοροδιαφυγῆς ἔχομεν ἀντιρρήσεις πιστεύοντες, ὅτι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀνεπαρκῆ. Καὶ ἐπειδὴ ἔχομεν ἐπὶ τούτου νὰ προβῶμεν εἰς γενικῆς φύσεως παρατηρήσεις δι’ αὐτὸ θέλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἡ συζήτησις μὲ τὴν δήλωσιν ἐκ μέρους ἡμῶν, ὅτι ἡ φοροδιαφυγὴ ἀποτελεῖ φαινόμενον διὰ τὸ ὁποῖον ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ παταχθῇ ἀμειλίκτως, ὅτι ἔχομεν πάντες τὴν ὑποχρέωσιν νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ θέμα αὐτὸ καὶ νὰ τὴν ὁπλίσωμεν μὲ ὅλα τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ ἀποτελεσματικῶς νὰ τὴν πατάξῃ. Ἀλλὰ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι τὰ μέτρα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀνεπαρκῆ καί τινα μάλιστα ἐπικίνδυνα, καὶ δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν, ὅπως συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ κατ’ ἀρχὴν θέματος.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κ. Κ. Καραμανλῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§23Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Τὰ συγκεκριμένα μέτρα διατυποῦνται εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον ἄρθρα. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων νὰ συζητηθοῦν ταῦτα εὐρύτερον, ὅπως τὸ ἐπιθυμοῦν οἱ κ. συνάδελφοι. Ἡ Κυβέρνησις δὲν διεκδικεῖ τὸ ἀλάθητον, διεκδικεῖ τὸ ἀδιάβλητον. Διαπιστώνομεν ὅλοι μας, μία μεγάλην ἔκτασιν φοροδιαφυγῆς καὶ ὅλοι θέλομεν νὰ παταχθῇ. Αἱ καθ’ ἕκαστον διατάξεις θὰ ἦτο δυνατόν, συζητουμένων τῶν ἄρθρων, νὰ συμπληρωθοῦν. Ἤδη ἔχουν ἐγγραφῆ περὶ τοὺς 30 ὁμιλητὰς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Αὐτὸ δὲν παρεμποδίζει μόνον τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἀποβαίνει καὶ εἰς βάρος τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον ἔχει τόσα ἄρθρα, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἀναφέρεται εἰς τὰ εἰδικὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν κἄθε συνάδελφος ἢ κἄθε Κόμμα νὰ κάμουν τὰς παρατηρήσεις των, διατὶ δὲν συμφωνεῖτε ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ γίνῃ κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ εἰς τὰ ἄρθρα νὰ γίνουν αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔχετε νὰ κάμετε; Ὅταν πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἐλέχθη, ὅτι μετὰ τὰς ἑορτὰς δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν παρὰ μόνον 2–3 νομοσχέδια ἠγέρθη θόρυβος διότι ἡ διαπίστωσις ἐπρόδιδε δῆθεν τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ περιορίσῃ τὰς ἐξουσίας τοῦ Σώματος. Ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ βραδύτης προξενεῖ κακὴν ἐντύπωσιν καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία βλέπει, ὅτι συζητοῦμεν ἕνα νομοσχέδιον ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα. Εἰς καμμίαν ἐποχὴν καὶ εἰς κανὲν Κοινοβούλιον δὲν συμβαίνει τοῦτο. Θὰ παρεκάλουν νὰ συμφωνήσητε μὲ τὴν πρότασίν μου διότι ὑπὸ διαφορετικὰς συνθήκας, κινδυνεύει ἡ συζήτησις αὐτὴ νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ 2 ἕως 3 ἑβδομάδας. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει πολλὰ νομοσχέδια, σοβαρὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῶν μεγάλων τάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καθυστερεῖται ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, διότι ἀπεκτήσαμεν τὴν κακὴν συνήθειαν κἄθε νομοσχέδιον νὰ τὸ συζητῶμεν ἐπὶ τόσον μακρὸν χρόνον. Ἐδῶ τοὐλάχιστον ὅπου διαπιστώνεται ἡ ὁμοφωνία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ νὰ γίνουν κατ’ αὐτὴν αἱ παρατηρήσεις ἑκάστου Κόμματος.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Βενιζέλος, ἔχει τὸν λόγον.
§25Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐπρότεινε μία συμβιβαστικὴν λύσιν. Ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ ὑπάρχουν ἐκ μέρους τῶν κ. Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων ἀντιρρήσεις καὶ μάλιστα δικαιολογημέναι τοιαῦται, θὰ ἐπρότεινα νὰ ὑποδειχθῇ ἀπὸ κἄθε Κόμμα ἕνας ὁμιλητὴς ὁ ὁποῖος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ ἐπακολουθήσῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐξοικονομοῦσε καὶ ἀρκετὸν χρόνον. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀντίρρησις, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο μία καλὴ λύσις διότι ὅπως ὅλοι δηλοῦμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς εἶναι κοινὸς δι’ ὅλους, νὰ παταχθῇ ἡ φοροδιαφυγή. Τὸ θέμα ὅμως εἶναι ἐὰν τοῦτο ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου.
§26Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν διάθεσιν νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ ἀρχίζωμεν ἐνωρίτερον καὶ νὰ παραμένωμεν ἀργότερον εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξαντλῆται ὁ κατάλογος.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα μισῆς ἢ μιᾶς ὥρας, κ. Πρόεδρε. Ἐδῶ εἶναι 32 ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν.
§28Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Στεφανόπουλος, εἶναι καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Διότι ἐὰν συνέβαινε νὰ ἀρχίζῃ ἡ συνεδρίασις μίαν ὥραν ἐνωρίτερον, θὰ ἠμποροῦσαν περισσότεροι νὰ ὁμιλήσουν. Θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγώ, ἐὰν εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς 6 ἡ ὥρα ἀκριβῶς νὰ ἀρχίζωμεν. Ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἀπὸ κἄθε Κόμμα ἕνας ὁμιλητής.
§29Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀνεστάτωσε τὴν χώραν, κ. Πρόεδρε, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περάσῃ ἔτσι.
§30Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν σᾶς ἔκαμε ἐντύπωσιν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπα προηγουμένως, ὅτι ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα συνεζητήθησαν 3 μόνον νομοσχέδια; Ποίαν ἐντύπωσιν νομίζετε, ὅτι κάμνει αὐτὸ εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν; Ποῖος ἐμποδίζει τὸν λόγον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν;......
§31Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Θὰ ἐξαντληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§32Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ποῖος ἐμποδίζει τὸν λόγον, ὅταν μία ἐπερώτησις, ἡ πρόταξις τῆς ὁποίας ἔγινε μὲ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως κατήντησε νὰ συζητῆται ἐπὶ ἕνα μῆνα, καὶ ὅταν καταντᾶ ἕνα νομοσχέδιον νὰ συζητῆται ἐπίσης ἐπὶ ἕνα μῆνα; Ὑπάρχει περιορισμὸς τοῦ λόγου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ὑπάρχει ὅμως, κύριοι, καὶ ἀνάγκη νὰ ἀποδώσῃ ἔργον τὸ Σῶμα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§34Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἡ παράταξίς μας, παρὰ τὴν μέχρι τοῦδε δήλωσίν της, ὅτι διαφωνεῖ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν βεβαίως ὄχι διαφωνίας διὰ πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, ἀλλά, ὅτι αὐτὴ δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, παρὰ ταῦτα θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ὅπως ἕκαστον κόμμα ὁρίσῃ ἕνα ἢ δύο ὁμιλητὰς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις καὶ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι οὐσιαστικῶς ἐν προκειμένῳ, δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, ἀλλὰ περὶ δύο νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν μέγιστα θέματα. Τὸ ἕνα εἶναι περὶ φοροδιαφυγῆς καὶ ὡρισμένων ἄλλων θεμάτων καὶ τὸ ἄλλο ἀναφέρεται εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν χερσαίων μεταφορῶν, μέσῳ τοῦ ὁποίου γίνεται ἐπιβολὴ καὶ νέας φορολογίας. Ἑπομένως, θὰ πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ἂν ἐνεγράφησαν πολλοὶ ὁμιληταὶ καὶ ἂν τυχὸν θὰ χρειασθῇ κἄποιος χρόνος μακρότερος, διὰ τὴν συζήτησιν, οὗτος εἶναι ἀπαραίτητος διὰ δύο νομοσχέδια μεγίστου ἐνδιαφέροντος. Ἐάν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἴχομεν κατάθεσιν χωριστὴν τῶν θεμάτων εἰς δύο νομοσχέδια, εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἐχρειάζοντο δύο ἑβδομάδες διὰ νὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια αὐτά. Παρὰ ταῦτα ὅμως, κ. συνάδελφοι, ἡ παράταξίς μας θὰ συμφωνήσῃ, ὄχι βέβαια ἀπολύτως μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βενιζέλου, ἀλλὰ θὰ πράξῃ τὸ κατ’ αὐτήν, ὥστε, ἀντὶ νὰ ὁμιλήσουν ἐκ τοῦ κόμματός μας 5 ἢ 6 βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ προχωρήσωμεν εἰς κἄποιον περιορισμόν. Ἀλλὰ μὲ ἕνα ὁμιλητήν, κ. Πρόεδρε, ἢ καὶ μὲ δύο ἀκόμη ἐπὶ δύο νομοσχεδίων αὐτοῦ τοῦ ἐνδιαφέροντος νομίζομεν, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος, νὰ μὴ ὁλοκληρωθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§35Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Διατὶ εἶναι ἐπικίνδυνον, κ. συνάδελφε; Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἀποτελεῖ ἄρθρον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ ἄρθρον αὐτό, νὰ διατυπώσητε τὰς ἀντιρρήσεις σας καὶ νὰ τὸ καταψηφίσητε. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Γαληνός, ἔχει τὸν λόγον.
§37Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἀρέσει νὰ ἀκριβολογῶ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ὑμᾶς καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, οἱασδήποτε συνεδριάσεως εἴτε νομοθετικῆς ἐργασίας, εἴτε κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Θὰ ἀντιληφθῇ τότε, ὅτι ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀργοπορίας τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι οἱ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦν τὸ καθῆκον των καὶ ἀναπτύσσουν τὰς ἀπόψεις των ἐπὶ τοῦ θέματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία παρεμβαίνει εἰς τὴν συζήτησιν διὰ ἀγορεύσεων μακροτάτων τῶν ἀξιοτίμων κυρίων ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ διακοπῶν τῶν κ. ὑπουργῶν καὶ τῶν κ. βουλευτῶν. Ἑπομένως, ἡ ἀρχὴ τοῦ κακοῦ, κατ’ ἐμέ, καὶ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἐὰν σφάλλω φέρατέ μου ἕνα πρακτικὸν οἱασδήποτε συνεδριάσεως, νὰ ἰδῆτε ποῖος εἶναι ὁ ὁμιλητής. Συνήθως εἶναι οἱ ἀξιότιμοι κ. ὑπουργοὶ, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως, ἐὰν πράγματι θέλωμεν νὰ τελειώσωμεν τὴν συζήτησιν, ἂς μὴ γίνῃ αὐτὸς ὁ λόγος καὶ ἀντίλογος. Διότι εἶναι 36 ὁμιληταὶ νὰ ὁμιλήσουν καὶ ἀσφαλῶς οἱ 15 εἶναι κυβερνητικοί, οἱ ὁποῖοι καὶ θὰ ὁμιλήσουν 2 ἢ 3 ὥρας. Θὰ παρεμβληθοῦν καὶ οἱ κ. ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ 2 ὥρας ὁ καθένας, καὶ συνεπῶς, εἰς τὸ τέλος, ἡμεῖς δὲν θὰ διατυπώσωμεν ποτὲ τὰς γνώμας μας. Διότι καταλήγομεν, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ ὁμιλοῦμεν ἡμεῖς ποτὲ εἰς τὰ νομοσχέδια, ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ ἔχομεν καταργηθῆ. Εἰς καμμίαν περίπτωσιν δὲν ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν οὔτε τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς μὲ τὴν σειράν μου ὡς βουλευτής, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι, κ. Πρόεδρε, εἰδικώτερον διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχω ἀντιληφθῆ ἀπὸ τὰς συζητήσεις, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἀντίθεσις διὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§38Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι φανερόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκ μέρους τῶν κ.κ. συναδέλφων ἡ διάθεσις νὰ συμμορφωθοῦν εἰς αὐτὴν τὴν συμφωνίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ ὡρισμένων Κομμάτων καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ συμφωνία αὐτὴ εἶναι τόσον λογική, ὥστε θὰ πρέπει, παρὰ τὴν ἐκδήλωσιν αὐτῶν τῶν μεμονωμένων διαφωνιῶν, νὰ ὑποδείξουν τὰ Κόμματα ἕνα ἢ δύο βουλευτὰς ὡς ὁμιλητὰς καὶ ἐντὸς τῆς ἀποψινῆς βραδυᾶς ἕως τὰς 2 ἢ 3 τὸ πρωΐ νὰ τελειώσωμεν τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§39Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 11, κ. Πρόεδρε, περιελήφθη μία διάταξις, ἀφορῶσα ἐντελῶς εἰδικὸν θέμα τῆς Δωδεκανήσου. Συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βενιζέλου, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ δηλώσῃ καὶ τὸ Προεδρεῖον, ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς διατάξεως ταύτης, δὲν θὰ μᾶς περιορίσῃ τὸν λόγον εἰς τὸ 5λεπτον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ θεωρηθῇ τὸ θέμα ὡς συμφωνηθέν;
§41Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Δὲν δεχόμεθα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔστω, ὁ κ. Γαληνὸς θὰ ὁμιλήσῃ μόνος του.
§43Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἡ ΕΔΑ ὡμίλησε καὶ ἐξεδήλωσε τὴν διαφωνίαν της. Συνεπῶς, συμφωνία δὲν ὑπάρχει. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐξουσιοδοτημένοι, διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν ἐκ μέρους τοῦ Κόμματός μας. Συνεπῶς, συμφωνία ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν σεῖς ἐδώσατε, δὲν ὑπῆρξε. Ἀπὸ τὸ Κόμμα μας δὲν θὰ ὁμιλήσουν πλείονες τῶν δύο, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἔγινε συμφωνία.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πάση περιπτώσει, ἂν συμφωνῆτε καὶ σεῖς, ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης πτέρυγος ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§45Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ εἶναι σαφές, ὅτι οἱ συμφωνοῦντες, ὡς πρὸς τὴν βάσιν, ἡ ὁποία ἐτέθη, συμφωνοῦν δι’ ἑαυτούς. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν, κάθε εἷς εἶναι ἐλεύθερος νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ εἶναι ἄνισος ἡ μεταχείρισις. Ἂν ἀπὸ τὸ Κόμμα τῆς ΕΔΑ ὁμιλήσουν δύο καὶ ἀπὸ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων 2, καὶ ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας ὁμάδα ὁμιλήσουν καὶ οἱ 10, τότε θὰ ὑπάρξῃ παράπονον ἀπὸ τὰ ἄλλα Κόμματα.
§47Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἔχομεν ἀποδείξει, ὅτι δὲν ὁμιλοῦμεν διὰ πολλῶν ρητόρων. Ἐν πάση περιπτώσει, εἶναι δικαίωμά μας νὰ προσδιορίσωμεν ποῖος θὰ ὁμιλήσῃ καὶ πότε, καὶ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἐδεσμεύθημεν.
§48Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Συμφωνία δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει ὅμως ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας νὰ μείνωμεν ἕως τὸ πρωΐ διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§50Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, κύριοι βουλευταί, ἔχει προκαλέσει πράγματι σοβαρὰς διαμαρτυρίας μεταξὺ τῶν παραγωγικῶν τάξεων τῆς χώρας, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλέψωμεν καὶ νὰ δεχθῶμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ἄνευ συζητήσεως, ὡς ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ κατάθεσις τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ἔδωσε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι κἄτι σοβαρῶς χωλαίνει εἰς τὸν τομέα τὸν φορολογικὸν καὶ τὸν φοροτεχνικόν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο θὰ πρέπει νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ τὸ συζητήσωμεν μὲ κἄποιαν ἄνεσιν καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πλανᾶται, ἐπιμένουσα διὰ τὴν ταχεῖαν ψήφισίν του. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ὁ δημιουργηθεὶς ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου θόρυβος, εἶναι ὁ συνήθως δημιουργούμενος ἐκ τῆς καταθέσεως φορολογικῶν νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἐπροχώρησε περαιτέρω καὶ εἶπεν, ὅτι τὸν θόρυβον τὸν προεκάλεσαν οἱ φοροφυγάδες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέρον εἰς τὴν διατήρησιν τῆς σημερινῆς καταστάσεως διὰ νὰ συνεχίσουν ἀποφεύγοντες τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων φόρων. Πολὺ φοβοῦμαι, κύριοι βουλευταί, ὅτι οἱ κ.κ. ἐκπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως πλανῶνται καὶ νομίζω, ὅτι μία προσεκτικωτέρα μελέτη τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, θὰ τοὺς ἔπειθεν, ὅτι τὸν θόρυβον δὲν τὸν προεκάλεσαν οἱ φοροφυγάδες, ἀλλὰ οἱ τίμιοι φορολογούμενοι, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τὰ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου θεσπιζόμενα μέτρα νὰ τὰ ἐμπιστευθοῦν εἰς χεῖρας τῶν σημερινῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ σεβασθῇ ἡ κοινὴ γνώμη τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατεδείχθη, ὅτι εἶναι ἀνάπηρον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοποῦ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως διατυπώσεως. Κατ’ ἀρχὴν διετυπώθη ἓν σχέδιον μὲ διατάξεις ἀποσκοπούσας τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Καθ’ ὁδὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνεσωματώθη καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν τὰς χερσαίας μεταφορὰς καὶ μετὰ ταῦτα τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεμορφώθη τελείως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ μένῃ σοβαρὸν τι γνώρισμα τῆς πρώτης του μορφῆς. Αὐτὸ δηλοῖ, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν ἦτο καθόλου μελετημένον. Ἡ προθυμία τοῦ κ. ὑπουργοῦ νὰ ἀποδεχθῇ τὰς ὅσας ἀπεδέχθη τροποποιήσεις, δηλοῖ, ὅτι δὲν ἔχει μελετήσει τὸ σχέδιον τοῦτο ὅσον ἔπρεπε. Παρὰ ταῦτα, ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν ἀξίωσίν της νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον, χωρὶς νὰ τὸ συζητήσωμεν κατ’ ἀρχήν. Τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, κύριοι βουλευταί, δύναται νὰ χωρισθῇ εἰς τρία μέρη. Τὸ πρῶτον μέρος ἀποτελοῦν αἱ καθαρῶς φοροτεχνικαί του διατάξεις, τὸ δεύτερον μέρος ἀναφέρεται εἰς διατάξεις τινὰς περὶ ἀναστολῶν, αἱ ὁποῖαι δίδονται εἰς ὡρισμένας κατηγορίας φορολογουμένων καὶ τὸ τρίτον μέρος ἀποτελοῦν ὡρισμέναι φορολογικαὶ διατάξεις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις περιωρίζετο εἰς τὸ δεύτερον καὶ τρίτον μέρος τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, θὰ ἦτο ἴσως δικαιολογημένη. Τὸ πρῶτον ὅμως μέρος τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλονται αὐστηραὶ ποιναί, αἱ ὁποῖαι δὲν πρόκειται ἐν τοῖς πράγμασι νὰ πλήξουν τοὺς φοροφυγάδας, ἀλλὰ κυρίως τὰς μέσας ἐπιχειρήσεις χωρὶς διάκρισιν, θὰ πρέπει νὰ μὴ συζητηθῇ κἂν πρὶν συσταθοῦν καὶ λειτουργήσουν τὰ Φορολογικὰ Δικαστήρια. Αὐτὸ κυρίως ζητοῦν αἱ ἐξεγερθεῖσαι κατὰ τοῦ σχεδίου παραγωγικαὶ τάξεις. Λέγουν αἱ τάξεις αὐταί, ὅτι τίθεται πρὸ ἀπειλῶν, χωρὶς νὰ ὁρίζεται ποῖος θὰ ἐφαρμόσῃ τὰ δρακόντεια αὐτὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις. Μᾶς παραδίδετε, λέγουν, δεσμίους εἰς τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα. Τί ἐκάματε, ὅμως, ὥστε νὰ μᾶς ἐμπνεύσητε κἄποιον αἴσθημα ἀσφαλείας, ὅταν ἀντιμετωπίζωμεν τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα; Μήπως μᾶς ἐδείξανε τρόπον διὰ νὰ εὑρίσκωμεν τὸ δίκαιόν μας; Συστήσατε πρῶτον τὰ φορολογικὰ δικαστήρια, διὰ νὰ καταφεύγωμεν ἐκεῖ καὶ νὰ εὑρίσκωμεν τὸ δίκαιόν μας καὶ κατόπιν μάλιστα, ἐπιβάλατε ὅσον δήποτε αὐστηρὰς διατάξεις θέλετε. Ζητοῦμεν, λέγουν οἱ φορολογούμενοι, νὰ ἱδρυθοῦν τὰ φορολογικὰ δικαστήρια πρῶτον καὶ κατόπιν νὰ ληφθοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα. Αὐτὴ εἶναι ἡ φωνὴ τῶν φορολογουμένων.
§51Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἴπατε, ὅτι ὁ φορολογούμενος θέλει νὰ εὑρίσκῃ τὸ δίκαιόν του μὲ δικαστικὰς ἐγγυήσεις. Δηλαδὴ ζητεῖ ἐξασφάλισιν φορολογικῆς δικαιοσύνης. Μόνον διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως φορολογικῆς δικαιοσύνης δυνάμεθα νὰ πατάξωμεν τὴν φοροδιαφυγήν.
§52Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Βεβαίως, διότι ἄλλως θὰ καταστῇ καταθλιπτικὸν τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον οἱ φορολογούμενοι κάμνουν διὰ τῶν Ἐπιμελητηρίων των ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀναστείλῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τοῦ παρόντος σχεδίου νόμου δίδονται πλέον εὐρέα τῶν ἤδη θεσπισμένων δικαιώματα εἰς τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα. Τὸ φορολογικόν μας, ὅμως, σύστημα πάσχει, ἡ δὲ ἀντίθεσις τῶν φορολογουμένων πρὸς αὐτὸ εἶναι ἰσχυρά. Δυστυχῶς, ὅπως εἶναι διατυπωμένοι οἱ κείμενοι φορολογικοὶ νόμοι, τὰ βάρη συνήθως ἐπιπίπτουν ἐπὶ τῶν εἰλικρινῶς δηλούντων, οἱ δὲ φοροφυγάδες διαφεύγουν καὶ μὲ αὐτὸν τὸν νόμον θὰ ἀνεύρουν πάλιν τρόπον νὰ διολισθήσουν καὶ θὰ μείνουν καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν ἀπρόσβλητοι. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παταχθῇ διὰ τοῦ κρινομένου νομοσχεδίου ἡ φοροδιαφυγὴ καὶ ὅτι διὰ τούτου μόνον θὰ προστεθῇ ἕνας ἀκόμη βρόγχος εἰς τὰ στήθη τῶν τιμίων φορολογουμένων. Κύριοι συνάδελφοι, ποίαν ἐμπιστοσύνην θέλετε νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὰς τάξεις τῶν φορολογουμένων τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ὅταν αἱ ἐν αὐτῷ περιλαμβανόμεναι διατάξεις ἀντικρούουν καὶ αἴρουν ἡ μία τὴν ἄλλην; Ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται καὶ ἐπιμένει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς τηρήσεως τῶν βιβλίων, πλήττει τὴν ἀρχὴν αὐτὴν διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν τεκμηρίων. Οὕτω ὁ ἐπιχειρηματίας ποὺ θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἑνὸς μικροῦ παραθερισμοῦ εἰς λουτρόπολιν, ἐπειδὴ ἡ μετάβασίς του ἐκεῖ θὰ ἐκληφθῇ ὡς τεκμήριον εὐμαρείας, θὰ θελήσῃ νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἐκ τοῦ τεκμηρίου τούτου ζημίαν διὰ τῆς κακῆς τηρήσεως τῶν βιβλίων του. Καὶ διὰ τοῦτο ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἡ μία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου αἴρει καὶ ἀντικρούει διὰ τῆς ἄλλης. Καὶ εἶναι, ὡς ἐκ τούτου, ἄνευ εἱρμοῦ, νομοτεχνικῶς τοὐλάχιστον.
§53Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν) Τὸ νομοσχέδιον δὲν ὁμιλεῖ περὶ τεκμηρίων. Ἀντιθέτως, κατοχυρώνει τὸν φορολογούμενον.
§54Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ ἄρθρον 5 ἐξαίρει τὴν ἀρχὴν τῶν τεκμηρίων. Θὰ πρέπει, λοιπόν, νὰ ἐφαρμόσωμεν ἢ τὴν ἀρχὴν τῶν βιβλίων ἢ τὴν ἀρχὴν τῶν τεκμηρίων, διότι καθ’ ὃν τρόπον εἶναι διατυπωμένον τὸ νομοσχέδιον, νοθεύει τὸ σύστημα ἐλέγχου καὶ ἐπιφέρει σύγχυσιν. Εἰς ἄλλο σημεῖον τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται τὸ σύστημα τῆς δημοσιεύσεως τῶν πινάκων τῶν φορολογουμένων, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 8 νοθεύεται. Τί σύστημα εἶναι αὐτὸ ποὺ προτείνει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἀναρτῶνται εἰς τὴν ἐξώθυραν τῶν Ἐφοριῶν οἱ κατάλογοι τῶν φορολογουμένων; Εἰς ὅποιον ἐξ αὐτῶν δὲν συμφέρει ἡ δημοσίευσις τοῦ ὀνόματός του, θὰ ἀποκολλᾷ τὴν σελίδα, ὅπου θὰ ἀναγράφεται τὸ ὄνομά του ἢ καὶ θὰ ξεσχίζῃ ὁλόκληρον τὸν πίνακα.
§55Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ πίναξ θὰ εἶναι εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ἐφόρου;
§56Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι δημοσιότης, κύριε Ὑπουργέ.
§57Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς παράσχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἰς οὐδεμίαν χώραν γίνεται δημοσίευσις τῶν φορολογικῶν πινάκων, καθ’ ὃν τρόπον τὴν ἐννοεῖτε σεῖς.
§58Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δημοσίευσις διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως γίνεται εἰς τὸ Ἰσραήλ.
§59Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Θὰ πρέπει, κύριοι βουλευταί, ἢ νὰ δεχθῶμεν τὸ καθαρὸν σύστημα τῆς δημοσιεύσεως ὅλων τῶν πινάκων τῶν φορολογουμένων ἢ νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὴν δημοσίευσιν τούτων. Τὸ σύστημα ποὺ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον νοθεύει τὸν θεσμὸν τῆς δημοσιότητος καὶ ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ἀπορριπτέον. Τὸ νομοσχέδιον καλλιεργεῖ τὴν παντοδυναμίαν τοῦ φοροτεχνικοῦ ὀργάνου καὶ ἀποθέτει τὴν τύχην τοῦ φορολογουμένου εἰς τὴν κρίσιν, τὴν ἐνίοτε αὐθαίρετον ἢ αὐστηρὰν ἑνὸς φοροτεχνικοῦ ὀργάνου. Τὸ σύστημα ὅμως αὐτὸ ἔχει καταπονήσει τοὺς φορολογουμένους καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀνεύρῃ ἄλλον τρόπον ἐξασφαλίζοντα εἰς τοὺς φορολογουμένους δικαιοσύνην. Αἱ ποιναί, τὰς ὁποίας ἐξαγγέλλει τὸ παρὸν νομοσχέδιον (κλείσιμον τῶν καταστημάτων κλπ.), εἶναι σκληραὶ καὶ δὲν πρόκειται νὰ πλήξουν τοὺς φοροφυγάδας, διότι αὐτοί, ὅπως εἴπαμεν, θὰ εὕρουν τὸν τρόπον νὰ διαφύγουν. Θὰ εἶναι, ὅμως, βραχνὰς εἰς τὰ στήθη τῶν τιμίων φορολογουμένων. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἤθελε νὰ πατάξῃ τοὺς φοροφυγάδας, εἶναι καὶ ἦτο εἰς θέσιν νὰ τοὺς ἀνακαλύψῃ καὶ νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς τὸν τίμιον δρόμον καὶ νὰ τοὺς ὑποχρεώσῃ νὰ καταβάλλουν τὸν ἀναλογοῦντα εἰς αὐτοὺς φόρον. Ἐρωτᾶται, ὁ κ. ὑπουργός, ἔκαμεν ἕως τώρα κανένα ἔλεγχον διὰ νὰ ἰδῇ, ἐὰν ὅλα τὰ μέλη τῶν ἐπαγγελματικῶν συλλόγων ἔχουν ὑποβάλει φορολογικὴν δήλωσιν; Ἐκάλεσε ποτὲ τὸν Ἰατρικὸν Σύλλογον ἢ τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον Ἀθηνῶν καὶ νὰ ζητήσῃ κατάλογον τῶν μελῶν του διὰ νὰ ἴδῃ, ἐὰν εἶναι ἐν τάξει ἢ ἐὰν ὑπέβαλον φορολογικὴν δήλωσιν; Πρὸ ἡμερῶν μᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι γνωρίζει ὡρισμένους ἐκ τῶν ἀσκούντων ἐλευθέριον ἐπάγγελμα, οἱ ὁποῖοι δὲν φορολογοῦνται ἢ φορολογοῦνται ἀνεπαρκῶς. Θὰ ἤθελα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συλλάβῃ δύο ἢ τρεῖς ἐξ αὐτῶν καὶ νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐὰν τὸ εἶχε κάμει αὐτό, δὲν θὰ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνώπιόν μας πρὸς ψήφισιν. Ἐν τούτοις, δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἀλλὰ τὸ μέτρον αὐτὸ τὸ ἀποφεύγει ἡ Κυβέρνησις, ὄχι διότι εἶναι σκληρόν, ἀλλὰ ἴσως, διότι χρειάζεται μεγαλυτέραν τόλμην διὰ νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἀφ’ ἑνὸς καταπιέζει τοὺς φορολογουμένους καὶ ἀφ’ ἑτέρου, λαμβάνει ἀνυπόφορα μέτρα διὰ τὴν πάταξιν τῶν φοροφυγάδων. Ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικότητα τοῦτο δὲν θὰ τὸ ἐπιτύχῃ. Καὶ ἐξηγούμεθα, τὸ νομοσχέδιον ὑποχρεώνει τοὺς συνάπτοντας μισθωτήρια συμβόλαια, νὰ ὑποβάλλουν ταῦτα εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα μέτρον κατὰ τῆς φοροδιαφυγῆς, νομίζω, ὅμως, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἀποτελεσματικὸν καὶ ἁπλῶς θὰ ἐπιφέρῃ μίαν ἐπιπρόσθετον ταλαιπωρίαν εἰς τοὺς φορολογουμένους. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν θὰ συντελέσῃ, νομίζω, εἰς τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, ἀλλ’ οὔτε καὶ θὰ εἰσφέρῃ σοβαρὸν ποσὸν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἁπλῶς, ὅπως εἶπον, θὰ ἐπιβάλῃ τὸν φορολογούμενον εἰς μίαν ἐπιπρόσθετον ταλαιπωρίαν, διότι οὐδεὶς καθίσταται φοροκλέπτης ἐκ τῆς μισθώσεως ἢ ἐκμισθώσεως ἀκινήτου. Ἡ διάταξις, ἐξ ἄλλου, τοῦ ἄρθρου 5 περὶ τεκμηρίων, δὲν πρόκειται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν σύλληψιν τῶν φοροφυγάδων. Οἱ φοροφυγάδες, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑποβάλλουν εἰλικρινῆ δήλωσιν ἢ δὲν ὑποβάλλουν καμμίαν δήλωσιν, δὲν πρόκειται νὰ συλληφθοῦν ἐκ τῆς κατοχῆς αὐτοκινήτων καὶ τῶν ταξυδίων των. Διότι, τὰ μὲν αὐτοκίνητα εἶναι εἰς τὴν κυριότητα τῶν ἑταιριῶν εἰς ἃς μετέχουν, τὰ δὲ ταξίδια καὶ ὁ παραθερισμὸς των εὐκόλως ἀποκρύπτονται. Ἁπλῶς, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 περὶ τεκμηρίων θὰ βασανίσῃ τοὺς μικροὺς φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ ἔχουν ἓν αὐτοκίνητον διὰ τὰς ἀπαραιτήτους ἀνάγκας των ἢ κάμνοντες κατὰ τὸν χειμῶνα μυρίας οἰκονομίας μεταβαίνουν πρὸς λουτροθεραπείαν εἴς τινα λουτρόπολιν τὸ θέρος. Ἐπιβάλλει, ἀκόμη, τὸ νομοσχέδιον τὴν δευτεροβάθμιον κρίσιν. Νομίζω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς δευτεροβαθμίου κρίσεως, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τῆς Νομαρχίας, τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τὸν Ἔφορον, δὲν θὰ ἀποδώσῃ ἔργον ἀποτελεσματικόν. Ὁ Διευθυντὴς τῆς Νομαρχίας ἔχει τόσας ἀπασχολήσεις, ὥστε δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διαθέσῃ ἀρκετὸν χρόνον διὰ τὸ ἔργον αὐτό, καθὼς ἐπίσης καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν. Βάσει δὲ τίνων κριτηρίων θὰ κρίνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ διὰ νὰ ἀποδώσῃ πράγματι δικαιοσύνην εἰς τὸν φορολογούμενον; Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, κύριοι βουλευταί, εἰς ὅλας του τὰς διατάξεις ἐνθαρρύνει τὴν τάσιν τῆς αὐθαιρέτου κρίσεως. Νομίζω, ὅτι πλήττει τοὺς μικροὺς φορολογουμένους καὶ δι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὰς φοροτεχνικάς της διατάξεις καὶ ἀφοῦ τὰς βασανίσῃ καὶ τὰς μελετήσῃ πληρέστερον, τὰς ἐπαναφέρει δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου καλῶς συντεταγμένου, ἀφοῦ ψηφισθῇ ἐν τῷ μεταξὺ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογικῶν δικαστηρίων. Τότε θὰ εἴμεθα εἰς ἁρμονίαν μὲ τὴν πραγματικότητα καὶ θὰ ἔχωμεν τὸν τρόπον ἀποτελεσματικωτέρας καὶ μεθοδικωτέρας πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ ἄλλα μέτρα πρὶν ἐπιβάλῃ τὴν ψήφισιν τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Καὶ ἀναφέρω τινά. Πέραν τῆς ἐπισπεύσεως τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων, θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταρτίσῃ Ἐπιτροπάς, ἵνα ἐλέγχωνται ὅλοι οἱ ἀσκοῦντες ἐπαγγέλματα φορολογητέα. Νὰ μελετήσῃ περαιτέρω τὸν θεσμὸν τῶν βιβλίων, πρὸς βελτίωσίν του. Νὰ ὁρίσῃ κριτήρια, βάσει τῶν ὁποίων τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα καὶ τὰ φορολογικὰ δικαστήρια θὰ κρίνουν τοὺς φορολογουμένους. Τέλος, διὰ νὰ τονώσῃ τὸν θεσμὸν τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων καὶ νὰ ἐμπνεύσῃ τὸν φόβον εἰς τοὺς πραγματικοὺς φοροφυγάδας, θὰ ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ ἀνεύρῃ τινὰς ἐκ τῶν φοροφυγάδων ἑκάστου ἐπαγγέλματος, νὰ τοὺς στηλιτεύσῃ καὶ νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὴν κοινὴν περιφρόνησιν. Ἐὰν τὸ κάμῃ αὐτό, ἀσφαλῶς θὰ τονώσῃ τὸν θεσμὸν τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν λάβῃ αὐτὰ τὰ μέτρα καὶ θελήσῃ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὡς πρὸς τὰς φοροτεχνικὰς καὶ φορολογικὰς διατάξεις, θὰ εἶμαι ἀντίθετος. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφορῶν τὰς χερσαίας μεταφοράς, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν μᾶς εἶπε τὴν ἀλήθειαν, ὅταν λέγῃ, ὅτι θέλει νὰ ἐπιφέρῃ μίαν ἰσορρόπησιν μεταξὺ αὐτοκινήτου καὶ σιδηροδρόμου. Ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη ταμιευτικῶς. Ἠθέλησε νὰ τονώσῃ τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς πλήττει τὸ φορτηγὸν αὐτοκίνητον, χωρὶς νὰ βοηθῇ ἀποτελεσματικὰ τοὺς σιδηροδρόμους. Νομίζω, ὅτι μὲ μίαν καλὴν διαχείρισιν θὰ ἠδύνατο νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν τῶν σιδηροδρόμων, χωρὶς τὴν ἀνάγκην ἐπιβολῆς νέων φόρων. Αὐτό, ὅμως, δὲν τὸ ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις. Κύριοι βουλευταί, τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα συνεζητήσαμεν ἐνταῦθα περὶ τῆς κρίσεως τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν ἄλλων γεωργικῶν προϊόντων. Διὰ τῆς ἐπιβολῆς, ὅμως, τῶν νέων φόρων, διὰ τῶν ἄρθρων 16 καὶ 17 τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιτείνομεν τὴν κρίσιν αὐτήν, διότι θὰ αὐξήσωμεν τὸ κόστος τῶν προϊόντων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διακινοῦνται μὲ αὐτοκίνητα δημοσίας χρήσεως, θὰ ἐπιφέρωμεν δὲ σύγχυσιν εἰς τὰς χερσαίας μεταφοράς, διότι, ἐνῷ θὰ φορολογοῦνται τὰ προϊόντα τὰ ὁποῖα θὰ διακινοῦνται δι’ αὐτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, θὰ μείνουν ἐκτὸς τῆς φορολογίας τοῦ 10% τὰ μεταφερόμενα διὰ τῶν αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν διατάξεων τούτων, διότι καὶ τὸν τιμάριθμον θὰ αὐξήσῃ καὶ τὴν ἀξιοποίησιν τῶν γεωργικῶν μας προϊόντων θὰ δυσχεράνῃ καὶ ἀναρχίας εἰς τὰς χερσαίας μεταφορὰς θὰ ἐπιφέρῃ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι καθαρῶς φορολογικόν. Ἐπιβάλλει φορολογίαν 150 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὸν γενικὸν κορβανᾶν καὶ οἱ σιδηρόδρομοι θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ ἔχουν τὰ ἐλλείμματά των. Συμπεραίνων, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποκτήσῃ συνείδησιν, ὅτι ψηφίζουσα τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ψηφίζει ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιφέρῃ ἀναταραχήν, διότι ἐπιβάλλει νέας φορολογίας καὶ ἐπιβαρύνσεις εἰς βάρος τῶν ἐντίμων καὶ εἰλικρινῶν φορολογουμένων, χωρὶς νὰ πατάξῃ ἀποτελεσματικῶς τὴν φοροδιαφυγὴν καὶ φοροκλοπήν. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸ αἴσθημα καὶ τὰς ἰδέας τοῦ φορολογουμένου λαοῦ καὶ τοὺς ἐκπροσώπους του τῶν διαφόρων ἐπαγγελμάτων καὶ Ἐπιμελητηρίων, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται καὶ φωνάζουν κατὰ τῆς ἐπικειμένης ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι οἱ φοροφυγάδες, ὡς τοὺς ἐχαρακτήρισαν, ἀλλ’ εἶναι ἔντιμοι καὶ εἰλικρινεῖς φορολογούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Οἱ πραγματικοὶ φοροφυγάδες δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθοῦν καὶ νὰ φωνάζουν, διότι κρύπτονται καὶ θὰ κρύπτωνται ὑπὸ οἱονδήποτε νόμον καὶ ἔχουν τὸν τρόπον νὰ διαφύγουν τὴν φορολογίαν. Οἱ διαμαρτυρόμενοι καὶ πληττόμενοι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, εἶναι οἱ ἐκπρόσωποι τῶν παραγωγικῶν τάξεων καὶ τῶν Ἐπιμελητηρίων, οἱ ὁποῖοι τονίζουν, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν μας νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ τὴν σύλληψιν τῶν φοροφυγάδων καὶ φοροκλεπτῶν, δημιουργεῖ νέας φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις καὶ δαπάνας κατὰ τῶν ἐντίμων καὶ εἰλικρινῶν φορολογουμένων πολιτῶν. Παρακαλῶ, λοιπόν, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ψηφίσῃ, ἐὰν θέλῃ, τὸ δεύτερον σκέλος τοῦ νομοσχεδίου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προθεσμίας, τὰ δὲ ὑπόλοιπα ἄρθρα νὰ τὰ ἀποσύρῃ διὰ νὰ τὰ ἀναμορφώσῃ καὶ νὰ φέρῃ ταῦτα ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρὸς ψήφισιν, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων καὶ θέσπισιν κριτηρίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κινοῦνται τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα πρὸς φορολόγησιν, διότι ἄλλως ἡ τυχὸν ψήφισις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παραδίδει τοὺς τιμίους καὶ εἰλικρινεῖς φορολογουμένους εἰς αὐστηρὰς καὶ αὐθαιρέτους κρίσεις, μὲ ἀποτέλεσμα τὸν κλονισμὸν τῆς πίστεως τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ Κράτος. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι παρωνυχὶς καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν μετὰ μεγίστης προσοχῆς. Δὲν πρέπει, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀγνοήσωμεν τὴν φωνὴν τῆς διαμαρτυρίας τῶν παραγωγικῶν τάξεων, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν πράττομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ κλονίζωμεν τὰ θεμέλια τοῦ καθεστῶτος. (Χειροκροτήματα).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ μέρους τῆς Νέας Πολιτικῆς Κινήσεως, ἀντὶ τοῦ κ. Τούμπα, παραιτηθέντος, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μαῦρος.
§61Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ὁμιλήσω μόνον ἐπὶ ὀλίγα λεπτά, διὰ νὰ κάμω μερικὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι ἴσως χρήσιμοι εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς δὲν ὑπάρχει καμμία διαφωνία, ἐν τῇ ἐννοίᾳ, ὅτι ὅλοι ζητοῦν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Ἀμφιβολίαι διετυπώθησαν ὡς πρὸς τὸ ἐὰν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοθέτημα εἰσάγει, θὰ ὁδηγήσουν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν καὶ αἱ ἀμφιβολίαι αὐταὶ εἶναι ἀπολύτως βάσιμοι. Φοβοῦμαι, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἓν ἔτος μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ εὑρισκώμεθα ἀκριβῶς, ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἰς τὸ ἴδιον σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα σήμερον. Οὐδεμία πρόοδος θὰ ἔχῃ γίνει, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀκολουθεῖ τὴν προσήκουσαν ὁδόν. Τοποθετεῖ τὴν ἅμαξαν πρὸ τῶν ἵππων, ὅπως λέγει μία ξένη παροιμία, διότι στηρίζει πολλὰς ἐλπίδας, σχεδὸν ὅλας, εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ ἐλέγχου διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα προτείνει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, μὲ ποῖα ὄργανα θὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος αὐτός; Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ μεγίστη πλειονότης τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν τῶν ἐπιφορτισμένων μὲ τὸν ἔλεγχον τῆς φορολογίας, ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἐντιμοτάτους ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ διαβοήτου νόμου 2.500 ἐπῆλθε τοιαύτη ἀποδιοργάνωσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὴν ὑπόλοιπον διοίκησιν, ὥστε τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἔχῃ, ὡς εἶναι συγκεκροτημένον, νὰ μὴ ἔχῃ ὅμοιον εἰς καμμίαν προηγουμένην ἐποχήν. Ὅσα θὰ εἴπω, κύριοι βουλευταί, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι πολὺ βαρειά, τὰ ἐστάθμισα καὶ διερωτῶμαι, ἐὰν δύναμαι ἐγὼ νὰ τολμήσω νὰ εἴπω ὅσα θὰ ἀκούσητε ἐντὸς ὀλίγου. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ μὲ ἀκούσῃ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§62Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὅλα τὰ παρακολουθῶ καὶ τὰ περὶ ἀποδιοργανώσεως, τὰ ὁποῖα εἴπατε.
§63Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἀναφέρω ἕνα σημεῖον τῆς ἀποδιοργανώσεως, ὅτι ἐπὶ 9 ὁλόκληρα χρόνια καθυστερεῖ ἡ ὑποβολὴ τῶν λογαριασμῶν δημοσίων ὑπολόγων τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων. Ἐὰν συμβαίνῃ αὐτὸ καὶ ἐπὶ 9 χρόνια δὲν ἔχῃ γίνει ἀπόδοσις λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ὑπάρχῃ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ τὸ ὄνομα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν; Αὐτὸ τὸ ὁποῖον καταγγέλλω, εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι; Ὅτι ἐπὶ 9 χρόνια καθυστερεῖ ἡ ἀπόδοσις λογαριασμῶν τῶν δημοσίων ὑπολόγων;
§64Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ζητοῦμεν νὰ προταχθῇ ὁ ἔλεγχος τῶν τελευταίων ἐτῶν. Διότι πράγματι ὑπῆρχε καθυστέρησις μεγάλη ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν μὴ ὕπαρξιν ἐπαρκοῦς προσωπικοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ πρόσληψις ἤδη ἐζητήθη. Καὶ μὲ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀπὸ τῆς ἀρμοδιότητος ἐπὶ φορολογικῶν διαφορῶν, θὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου.
§65Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσεν αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον, ὅτι λογαριασμοὶ δισεκατομμυρίων ἐκκρεμοῦν ἀπὸ τὸ 1953, δὲν ἔχουν ἀποδοθῆ ἀκόμη. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον καὶ κἄτι ἄλλο, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν: Διερωτῶμαι, ἐὰν ἔφθασαν μέχρις ὑμῶν, ἔχουν φθάσει ἀσφαλῶς καὶ ἐὰν τοὺς ἐπαναλαμβάνω ἀπὸ τὸ βῆμα τὸ κάμνω, διότι προσωπικῶς ἔχω ἐκφρασθῆ καὶ δημοσίᾳ περὶ τοῦ προσωπικοῦ ἤθους τοῦ ἰδικοῦ σας, διερωτῶμαι, ἐὰν ἔφθασαν μέχρις ὑμῶν πληροφορίαι περὶ τοῦ τὶ φρονεῖ ἡ τάξις τῶν φορολογουμένων περὶ ὡρισμένων ὀργάνων ἐλέγχου, ὡρισμένων ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἐλέγχουν τὰς φορολογικὰς δηλώσεις. Κύριοι βουλευταί, εἶναι δυσχερὲς νὰ ὑποβάλῃ κανεὶς συγκεκριμένην καταγγελίαν μὲ ὀνόματα, διότι παθόντες φορολογούμενοι, ὅταν σᾶς καταγγείλουν μίαν πρᾶξιν, ὅτι ὑπέστησαν ἕνα ἐκβιασμὸν καὶ ἐπλήρωσαν χρήματα διὰ νὰ ἐπιτύχουν ἀπόδοσιν τῶν διπλῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα συνέλαβον ὡρισμέναι ὑπηρεσίαι, δὲν σᾶς παρέχουν στοιχεῖα, διότι τρέμουν τὰς συνεπείας διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἐν τούτοις, κ. Ὑπουργέ, ἀπὸ λίαν ὑπεύθυνα πρόσωπα τῶν παραγωγικῶν τάξεων ἔχω ἀκούσει τοῦτο, τὸ ὁποῖον μεταφέρω ἐπὶ λέξει: Ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἐργάζονται ὡρισμέναι συμμορίαι λωποδυτῶν, αὐτὴν τὴν φράσιν λέγουν, αἱ ὁποῖαι ἐκβιάζουν τοὺς φορολογουμένους, αἱ ὁποῖαι ἔχουν κάμει διατιμήσεις εἰς τὰς ἀμοιβάς, τὰς ὁποίας λαμβάνουν.
§66Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάλληλοι εἶναι αὐτοί;
§67Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Περὶ ὡρισμένων ὑπαλλήλων ὁμιλῶ. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι, ἐὰν θίγω τὸ θέμα τὸ κάμνω διὰ νὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν προστασίαν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, διότι ἐὰν ὑπάρχουν 15–20 ὑπάλληλοι, τοὺς ὁποίους χαρακτηρίζουν αἱ παραγωγικαὶ τάξεις, ὡς λωποδύτας, ἔχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν ἄμεσα μέτρα. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἀποβάλητε τὴν ἰδιότητά σας, ἐὰν θελήσητε ὁ ἴδιος νὰ κατέλθητε ὡς ἄγνωστος καὶ νὰ ἐρευνήσητε, τὶ φρονοῦν οἱ φορολογούμενοι ἐπαγγελματίαι, θὰ ἀκούσητε αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον ἐδῶ. Καὶ λυποῦμαι, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω, ὅτι τὸ φαινόμενον αὐτὸ ἔχει τελευταίως ἐπιδεινωθῆ καὶ ἀποδίδεται εἰς τὰς ὀλεθρίας συνεπείας αὐτοῦ τοῦ διαβοήτου νόμου 2500, ὁ ὁποῖος ἐξήρθρωσε καὶ διέφθειρε τὴν Ἑλληνικὴν διοίκησιν. Ὅπως σᾶς εἶπον, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐστάθμισα πολύ, ἐὰν ἔπρεπε νὰ τὰ εἴπω αὐτά, διότι αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ καταγγελίαι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀποδειχθοῦν καὶ πρέπει σεῖς νὰ κάμετε ἔρευναν, διὰ νὰ εὕρετε, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦν τὴν ἐντύπωσιν αὐτὴν εἰς βάρος τῆς πλειονότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναμφισβητήτως ἔντιμοι.
§68Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἴπετε ἕνα χαρακτηρισμὸν ἐναντίον ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι βαρύτατος. Νομίζω, ὅτι ὀφείλετε ὅταν κάμνετε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, αὐτὰς τὰς καταγγελίας, νὰ πληροφορήσητε καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ προστατεύσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τὰς συμμορίας αὐτὰς τῶν λωποδυτῶν.
§69Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὡρισμένα κρούσματα, κ. Μερκούρη, παρεπέμφθησαν ἤδη εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ αὐτὰ τὰ κρούσματα εἶναι ὀλίγα, τὰ ὁποῖα ἔχουν συλληφθῆ. Ἐτόνισα ἤδη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς καταγγελίας νὰ εὕρετε στοιχεῖα, διότι οὐδεὶς φορολογούμενος.... (δὲν ἠκούσθη)....
§70Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπή.
§71Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Αὐτὸ λέγω ἀκριβῶς, ἐκεῖ θέλω νὰ καταλήξω, κ. συνάδελφε.
§72Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, διὰ νὰ σᾶς παράσχω ὡρισμένας πληροφορίας;
§73Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Δύο λεπτά, νὰ τελειώσω.
§74Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀντιλαμβάνομαι τοῦτο, πῶς, κάμνοντες μίαν τόσον βαρεῖαν ἐπίθεσιν, ἔχετε τὴν ἀνοχὴν ἔναντι τοῦ κ. Μερκούρη, νὰ δεχθῆτε διακοπὴν καὶ δὲν θέλετε νὰ σᾶς δώσῃ ἀπάντησιν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον, ἄλλωστε, ἀπηυθύνθητε καὶ εἴπετε: Ἔχει γνῶσιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι συμβαίνει αὐτὸ καὶ αὐτό;
§75Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὄχι μόνον δὲν ἀρνοῦμαι νὰ μοῦ δώσουν ἀπάντησιν, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι μόλις κατέλθω, θὰ ἀνέλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ἀπαντήσωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἔθιξα, διότι δὲν εἶναι θέμα διαλογικῆς συζητήσεως.
§76Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς δώσω ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωσταὶ αἱ σχέσεις αἱ ὁποῖαι διαμορφοῦνται ἰδιαιτέρως εἰς τὸν τόπον μας, μεταξὺ τοῦ φοροτεχνικοῦ ὑπαλλήλου καὶ τοῦ φορολογουμένου. Τὸ ἔργον τοῦ φοροτεχνικοῦ ὑπαλλήλου εἶναι ἀναμφισβητήτως δυσχερὲς καὶ ἡ ἐπίκρισις εἶναι εὐχερής. Καὶ συχνὰ ὁ φοροτεχνικὸς ὑπάλληλος εἶναι ἐκτεθειμένος εἰς τὴν διαβολὴν τοῦ κακοῦ φορολογουμένου, ὁ ὁποῖος διαβλέπει, ὅτι καθ’ οἱανδήποτε τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφεύγῃ τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Αὐτὸ ὅμως δὲν παρέχει τὴν δικαιολογίαν, διὰ νὰ διασύρεται ὁλόκληρος ἡ τάξις τῶν φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων, διότι νομίζω, ὅτι ὡμιλήσατε περὶ τῶν φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὄχι περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§77Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Βεβαίως περὶ τῶν φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων.
§78Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, πόσον εὐχερὴς εἶναι ἡ διαβολὴ. Κύριοι συνάδελφοι, δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία ἀπαρτίζεται ἀπὸ στελέχη οἷα οὐδέποτε εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ ἡ ὑπηρεσία εἰς τοιαύτην ἔκτασιν. Ἀντιθέτως πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι σήμερον εἰς τὴν φοροτεχνικὴν Ὑπηρεσίαν ὑπηρετεῖ τὸ μεγαλύτερον παράποτε ποσοστὸν ὑπαλλήλων κατηρτισμένου ἐπιστημονικῶς. Σήμερον ἡ φορολογικὴ ὑπηρεσία περιλαμβάνει μέγαν ἀριθμὸν ὑπαλλήλων μὲ πτυχίον ἀνωτάτης Σχολῆς. Καὶ σήμερον ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία λειτουργεῖ κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ μεμονωμένα περιστατικὰ συγκεκριμένης περιπτώσεως ἕνας ἢ δύο ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἔγιναν ἐπιλήσμονες τοῦ καθήκοντός των, νὰ γίνεται γενίκευσις διὰ τὴν συναγωγὴν τοιούτων συμπερασμάτων. Ἄλλως τε, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιμετωπίζει τὰς περιπτώσεις αὐτὰς καὶ ὁ μετὰ πάσης αὐστηρότητος κολασμὸς ἀποδεικνύει, ὅτι μετὰ πάσης ἐμπιστοσύνης δυνάμεθα νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος γίνεται ἀπὸ τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα. Καὶ εἶναι φυσικὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δέχεται οἱανδήποτε συζήτησιν τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους οἱ φοροτεχνικοὶ ὑπάλληλοι ἐξεπλήρουν ἢ ἐκπληροῦν τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ τὸ καθῆκον των. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ νόμος 2.500 ἀπεμάκρυνε τῆς Ὑπηρεσίας ἐλαχίστους ὑπαλλήλους τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας καὶ ὡρισμένον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν. Πρόκειται περὶ τοῦ νόμου 2.500, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ. Ἡ κρίσις τῶν ἐπιτροπῶν διὰ τὰς ἀπολύσεις τῶν πλεοναζόντων ὑπαλλήλων ἠλέγχθη καὶ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὅπου διεπιστώθη ὑπέρβασις ἢ κατάχρησις τῆς ἐξουσίας ἔγινε ἐπανόρθωσις καὶ ἀποκατάστασις. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεμελιώσῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων ἐξηρθρώθη ἡ οἰκονομικὴ Ὑπηρεσία ἡ ὁποία μάλιστα σήμερον ἔχει εἰς μέγα ποσοστὸν μορφωμένους ὑπαλλήλους, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ τὰ πλέον ἐπιστημονικὰ μέσα, ἡ ὁποία σήμερον πλαισιώνεται ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της τὰ φορολογικὰ στοιχεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον. Καὶ ἐπιτέλους ἐλέγχεται καὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπὸ τὰ φορολογικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα κρίνουν τὰς φορολογικὰς διαφοράς. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν γνωρίζω Ὑπηρεσίαν, εἴτε εἰς τὸν τόπον μας, εἴτε εἰς ἄλλον τόπον, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐσημειώθησαν κρούσματα μεμονωμένα ἐλαχίστου ἀριθμοῦ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐλησμόνησαν τὸ καθῆκον των. Εἶναι δυνατόν, κ. συνάδελφοι, νὰ προέλθωμεν ἐκ μεμονωμένων περιστατικῶν εἰς τὸ συμπέρασμα καὶ τὴν κρίσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία, ὅτι νοσεῖ ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία; Καὶ ἀπὸ τὶ πάσχει σήμερον ἡ ὑπηρεσία. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διευθύνουν σήμερον τὰς ἐφορίας, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπικεφαλῆς τοῦ ἐλέγχου, δὲν διωρίσθησαν χθὲς καὶ προχθὲς ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Ρ.Ε. ἢ προηγουμένως ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐπικεφαλῆς τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν οἰκονομικῶν, εἶναι ὑπάλληλοι 25 καὶ 30 καὶ 35 χρονῶν ὑπηρεσίας. Αὐτοὶ ἐνεργοῦν τὸν ἔλεγχον καὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔγιναν ἐπιλήσμονες τοῦ καθήκοντος ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην. Ὅλοι αὐτοὶ δὲν εἰσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν χάρις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν σημερινὴν, οὔτε τὴν προχθεσινήν. Οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἔχουν προσληφθῆ ἀπὸ τριάκοντα καὶ πλέον ἐτῶν, ἐσταδιοδρόμησαν, προήχθησαν καὶ ἐξειλίχθησαν. Καὶ εἰς αὐτοὺς ἔχει βασίσει ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία τὸ φορολογικὸν της ἔργον. Εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τόσον ἐλευθέρως νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία σήμερον ἐξηρθρώθη; Κύριοι συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι πάρα πολὺ ἐπικίνδυνος ἡ γενίκευσις τῶν συμπερασμάτων ἀπὸ μεμονωμένα περιστατικά. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁσάκις ἐδόθη ἀφορμή, δὲν παρέλειψε τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ τὰς αὐστηροτέρας κυρώσεις καὶ δύναται ἀκόμη νὰ σᾶς παράσχω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι καὶ ὑπερέβαλεν ἴσως εἰς αὐστηρότητα. Προέβημεν εἰς τὴν λῆψιν προηγουμένως ἁπλῶν μέτρων, εἰς ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας των, εἰς μεταθέσεις, μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ παύσῃ καὶ ἡ ἀφορμὴ ψιθύρου εἰς διαφόρους περιπτώσεις. Θὰ ἔπρεπε, ὁ κ. συνάδελφος, νὰ μὴ λησμονῇ τὰ περιστατικὰ αὐτὰ καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας γενικεύσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§79Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὡμίλησα 10 λεπτὰ καὶ σεῖς ἐκάματε διακοπὴν 15 λεπτῶν. Σεῖς ἐγενικεύσατε τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ συνόλου τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, ὡμίλησα περὶ ἐλαχίστων ὑπαλλήλων τῆς φοροτεχνικῆς Ὑπηρεσίας, οἱ ὁποῖοι ἐκθέτουν τὸ σύνολον τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐτόνισα, ὅτι ἀπεδιωργανώθη ἡ Ὑπηρεσία ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ νόμου 2500, ὅπως καὶ αἱ ὑπηρεσίαι ὅλων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων εἰς τὰ ὁποῖα ὁ νόμος αὐτὸς ἐφηρμόσθη. Δὲν ἔχει σημασίαν πόσοι ἔφυγαν μὲ τὸν νόμον αὐτόν. Σημασίαν ἔχει τὶ ἔγινε μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ὅτε ἐκλονίσθη ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὸ Κράτος ὅπως μεταγενεστέρως ἐκλονίσθη καὶ τοῦ κοινοῦ πρὸς τὸ Κράτος.
§80Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ ἤθελα νὰ τονίσω τὶ ἔγινε μετὰ τὸν νόμον 2500. Προσελαμβάνοντο ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον πτυχιούχοι Ἀνωτάτων Σχολῶν καὶ μόνον κατόπιν διαγωνισμοῦ.
§81Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅταν ἐξέλθετε ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ συζητήσετε, ὡς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, μὲ τοὺς εὑρισκομένους εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν συνεργάτας σας, διακεκριμένους ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἀκούσετε ἀπὸ ὅλους ἰδιαιτέρως, ὅτι ἀτυχῶς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὁ κ. Μαῦρος κατήγγειλεν, ἔχοντα ἀληθείας ἀλλὰ εἶναι δυσχερὲς νὰ ἔχωμεν ἁπλῶς ἀποδείξεις, διότι ἀτυχῶς εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ δὲν συνεργάζονται οἱ φορολογούμενοι διὰ νὰ βοηθήσουν μὲν τὸ Κράτος, διότι θὰ ὠφελοῦντο ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ τοὺς ἐμποτίσῃ ἡ Διοίκησις ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν φορολογίαν καὶ ἐὰν θὰ κατήγγελον μίαν–μίαν τὰς περιπτώσεις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ κάποια ἐξυγίανσις.
§82Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι διότι θὰ παραβιάσω τὴν παραμονήν μου ἐπὶ τοῦ βήματος ἀλλὰ ἤθελα νὰ εἴπω τοῦτο: Ἀπορῶ διὰ τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δεδομένου, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου ἐστρέφετο ἐναντίον μικρᾶς μερίδος ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου του. Ἄλλως τε ἔχομεν τὸ δεδομένον, ὅτι τὴν παρελθοῦσαν Συνεδρίασιν καθ’ ἣν ἤρχισεν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς εἰς παρατήρησιν συναδέλφου ἐκαυχήθη διότι ἠδυνήθη νὰ μεταθέσῃ ἐξ Ἀθηνῶν 100 φοροτεχνικοὺς ὑπαλλήλους. Ποίαν ἄλλην ἔννοιαν ἔχει ἡ μετάθεσις αὐτὴ παρὰ τό, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δὲν ἐξετέλουν καλῶς τὰ καθήκοντά των;
§83Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δηλαδὴ ἡ μετάθεσις τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων ἀπὸ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται εἶναι συνδεδεμένοι μὲ τὴν διαπίστωσιν τῆς παραβάσεως τοῦ καθήκοντος; Προχθὲς διετυπώθη ἡ αἰτίασις ἀπὸ τὸν κ. Μητσοτάκην, ὅτι ἡ Διοίκησις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσῃ μετακίνησιν τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ἀπήντησα, ὅτι ἡ Διοίκησις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ καθῆκον αὐτό. Καὶ εἶπον, ὅτι 100 μὲ 150 ὑπάλληλοι μετεκινήθησαν.
§84Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ μετακινηθοῦν ἐξ Ἀθηνῶν ὑπάλληλοι, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἐφθάρησαν εἰς τὰς θέσεις των.
§85Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Οἱ μετακινηθέντες 100 ὑπάλληλοι καὶ ἐγκατασταθέντες ἤδη εἰς τὰς νέας των θέσεις δὲν εἶχον οὐδὲν προνόμιον νὰ ὑπηρετοῦν εἰς τὴν Πρωτεύουσαν. Ὑπάρχουν ἐξ ἄλλου ὑπάλληλοι εἰς τὴν ἐπαρχίαν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοὶ νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας εἰς Ἀθήνας.
§86Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνῆλθον διὰ 10 λεπτὰ μόνον εἰς τὸ βῆμα καὶ διὰ νὰ τελειώνω δὲν θὰ δεχθῶ ἄλλην διακοπήν. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐτόνισε καὶ ἐκαυχήθη ἰσχυριζόμενος, ὅτι λειτουργεῖ ἄριστα τὸ μηχάνημα τὸ ὁποῖον διευθύνει, ὅταν τοῦ κατήγγειλον, ὅτι ὑπόλογοι δισεκατομμυρίων ἐπὶ ἔτη δὲν ἔχουν ἀποδώσει λογαριασμούς, καὶ ἐπαναλαμβάνω, πρὸς τιμήν του, ὅτι διέταξε ἤδη μίαν ἔρευναν τοῦ θέματος.
§87Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἔδωσα προηγουμένως πληροφορίας καὶ εἶπα πῶς θὰ ἐπιταχυνθῇ ὁ ἔλεγχος. Ἀφοῦ ὅμως ἐπανέρχεσθε, δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ποῖον ἔτος ἤλεγχεν, ὅταν διηυθύνατε σεῖς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν;
§88Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐγὼ διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἕν ἔτος μετὰ τὸν τερματισμὸν τοῦ συμμοριτοπολέμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνετε ὡς παράδειγμα τὴν περίοδον ἐκείνην. Ὑποθέτω, ὅτι 10 ἔτη μετὰ τὸν τερματισμὸν τοῦ συμμοριτοπολέμου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ὑπόλογοι δισεκατομμυρίων δραχμ. χωρὶς νὰ ἔχουν ἀποδώσῃ λογαριασμὸν εἰς τὸ Δημόσιον.
§89Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ συμμοριτοπολέμου διὰ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἴσως ὑπῆρχε μία δυσχέρεια διὰ τὰς μεταθέσεις τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ ποία δυσχέρεια ὑπῆρχε διὰ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου;
§90Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὴν περίοδον ἐκείνην οὐδεμία ὑπηρεσία ἐλειτούργει κανονικῶς καὶ ὑπῆρχε μεγάλη συγκέντρωσις ὑλικοῦ πρὸς ἔλεγχον. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω, ποίου ἔτους ἔλεγχος ἐγένετο τότε. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ 1951 μέχρι σήμερον καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων ἔχει αὐξηθῆ, καὶ ἐπὶ τέλους, μετὰ 9 ἔτη μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὁμαλότητος, δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ μετὰ τὸ 1960 νὰ ἔχουν ὑποβληθῆ οἱ λογαριασμοὶ τῶν ὑπολόγων τοῦ ἔτους 1953. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ πότε ἔκαμε ἔλεγχον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Πρόκειται περὶ τῆς ὑποβολῆς τῶν λογαριασμῶν. Ἄλλως τε εἰς τὴν 814 ἐμπιστευτικὴν διαταγὴν σας, νομίζω, ὅτι διεμαρτύρεσθε διότι δὲν ἔχουν ὑποβληθῆ οἱ λογαριασμοὶ τῶν ὑπολόγων. Ὄχι διότι δὲν ἠλέγχθησαν. Ἐὰν ἔχετε τὸ κείμενον, παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναγνώσετε. Κύριε Ὑπουργέ, ὅ,τι μέτρα καὶ ἂν λάβετε, καὶ αὐτὰ ἀκόμη διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει κοινὴ συμφωνία τοῦ Σώματος, ὅπως ἡ δημοσίευσις τῶν φορολογικῶν καταλόγων, δὲν θὰ ἔχετε ἀποτελέσματα ἐὰν δὲν ἐπιτευχθῇ τοῦτο: Νὰ ἀποκαταστήσητε τὴν ἐμπιστοσύνην μεταξὺ τῶν φορολογουμένων καὶ τῶν Κρατικῶν Ὑπηρεσιῶν. Καὶ τὸ καθεστὼς αὐτὸ ἔχει ἐπικινδύνως κλονισθῆ. Οὐδεὶς νόμος πρόκειται νὰ ἀποδώσῃ ἐὰν δὲν ἔχετε τὴν ὑποστήριξιν τοῦ κοινοῦ. Σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς ἐξεγέρσεως, ἡ ὁποία δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι τεχνητή. Πράγματι οἱ φορολογούμενοι πιστεύουν, ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνετε δὲν εἶναι τελεσφόρα καὶ ὅτι πρόκειται νὰ τοὺς πλήξωμεν. Θὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας μίαν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσα, ὅταν διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Μὴ λαμβάνετε οὐδὲν μέτρον ἐὰν δὲν τὸ ἔχετε συζητήσει ἐξονυχιστικῶς καὶ ἐὰν δὲν ἔχετε ἐπιτύχει τὴν συμπαράστασιν, ὄχι μόνον τῶν ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκπροσώπων τῶν φορολογουμένων. Ὅταν τοὺς καλέσητε εἰς μίαν στρογγύλην τράπεζαν, ἐκεῖ εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ὑποβάλουν συγκεκριμένας προτάσεις, ἐκεῖ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν ἐξονυχιστικῶς τὰ μέτρα καὶ ὅταν τὰ μέτρα αὐτὰ περάσουν ἀπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν συζήτησιν πέριξ μιᾶς στρογγύλης τραπέζης τῶν ἐνδιαφερομένων τάξεων, τότε δύνασθε νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι τὰ μέτρα αὐτὰ θὰ ἀποδώσουν διότι, ἡ δίωξις τῆς φοροδιαφυγῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ ἐὰν δὲν ἔχῃ πλήρως τὴν συμπαράστασιν τοῦ κοινοῦ. (Χειροκροτήματα). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Κρῖκος).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, κ. Σ. Στεφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§92Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, διότι δὲν θὰ μακρηγορήσω. Θέλω νὰ ἀναπτύξω ἐν συντομίᾳ τὰς ἀπόψεις μου ἐξ ὧν θὰ καταδειχθῇ, ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰσηγεῖται πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ πατάξουν τὴν φοροδιαφυγήν. Ἐπὶ τῆς φοροδιαφυγῆς ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι ἀποτελεῖ φαινόμενον, τοῦ ὁποίου αἱ συνέπειαι δὲν εἶναι μόνον ὑλικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ ἀλλὰ καὶ κοινωνικαὶ καὶ ἠθικαί. Δυστυχῶς ὅμως τὸ φαινόμενον αὐτὸ εἶναι λίαν περίπλοκον, εἶναι ἀποτέλεσμα ποικίλων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθοῦν μὲ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα προτείνει τὸ παρὸν νομοσχέδιον κατὰ τρόπον μάλιστα ἀντιφατικὸν καὶ ἀνακόλουθον. Χρειάζεται πρὸς ἀποτελεσματικὴν ἀντιμετώπισιν τῆς φοροδιαφυγῆς μέτρα γενικὰ καὶ βασικά. Χρειάζεται πρὸ παντὸς νὰ ὑπάρχῃ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους μία συνέπεια εἰς τὴν φορολογικὴν πολιτικὴν ἡ ὁποία νὰ ἐμπνέῃ εἰς τὸν φορολογούμενον τὴν πεποίθησιν, ὅτι διέπεται πάντοτε ἀπὸ φορολογικὴν δικαιοσύνην. Μόνον ὅταν ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτὴ ἐπιτευχθῇ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀναγκαία σύμπραξις μεταξὺ Κράτους καὶ φορολογουμένου ἐκ τῆς ὁποίας θὰ δημιουργηθῇ σὺν τῷ χρόνῳ ἡ φορολογικὴ συνείδησις. Καὶ θὰ πρέπει ἐπὶ πλέον καὶ τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των. Δὲν ὁμιλῶ περὶ διαφόρων ἐγκληματικῶν παραβάσεων ἐνίων φορολογικῶν ὀργάνων, αἵτινες εἶναι εὐτυχῶς ἐλάχισται καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπατάχθησαν αὐστηρῶς.
§93Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ἀσχοληθῆτε πολὺ διότι ἡ ἐξάρθρωσις ἀποδίδεται εἰς μέτρα τὰ ὁποῖα σεῖς ἐψηφίσατε.
§94Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προσωπικῶς, τοὐλάχιστον πιστεύω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι τοιαῦται ἐγκληματικαὶ πράξεις εἶναι ἐλάχισται, ὅτι οἱ διαπράξαντες αὐτάς, ἀποτελοῦν μίαν ἐλαχίστην μειοψηφίαν καὶ ὅτι ἐπατάχθησαν καὶ θὰ παταχθοῦν ἐὰν ἐπαναληφθοῦν εἰς τὸ μέλλον. Δὲν μὲ τρομάζουν. Ἐκεῖνο ποὺ μὲ τρομάζει εἶναι ἓν ὡρισμένον πνεῦμα καὶ μία ὡρισμένη νοοτροπία, ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται εἰς ὡρισμένα ἀνώτερα γραφειοκρατικὰ στρώματα τὰ ὁποῖα θεωροῦν τὸ Κράτος ὡς αὐτόνομον καὶ αὐθυπόστατον ὀντότητα, ἡ ὁποία ὀφείλει καὶ πρέπει νὰ ἀντιδικῇ πρὸς τοὺς πολίτας. Αὐτὴ ἡ νοοτροπία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία καθιστᾶ τὰ ὄργανα αὐτὰ αὐθαίρετα εἰς τὰς ἐπεμβάσεις των. Χρειάζεται ἔλεγχος καὶ παρακολούθησις καὶ ὄχι ἐκ τοῦ κέντρου νὰ δίδωνται πρὸς αὐτὰ ἐνθαρρυντικαὶ κατευθύνσεις, ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι χρειαζόμεθα ὁπωσδήποτε χρήματα καὶ κατ’ ἀκολουθίαν πρέπει ἔστω καὶ αὐθαιρέτως νὰ ἐξεύρετε. Παραδίδομεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον κρίσιν τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων ὄχι μόνον τοὺς κακοὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς καλοὺς καὶ τοὺς εἰλικρινεῖς φορολογουμένους.
§95Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐλέχθη αὐτό. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου 2500 ἐξήρθρωσε τὰς Οἰκονομικὰς Ὑπηρεσίας.
§96Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπήρξατε καὶ σεῖς μέλος τοῦ Συναγερμοῦ καὶ συνεπῶς συνυπεύθυνος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον πιστεύω ἀντιθέτως, καίτοι δὲν πρόκειται νὰ ἀναλάβω ἐνταῦθα τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ νόμου 2500, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις ἐξ αὐτοῦ ὡρισμένων ὑπαλλήλων δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ προκαλέσῃ τὴν οἵαν παρεστάθη ἐξάρθρωσιν. Ἄλλωστε αἱ τυχὸν ἀδικίαι, ὅπως εἴπατε καὶ ὑμεῖς, ἐπηνωρθώθησαν ἐν πολλοῖς καὶ ἔκτοτε νέον αἷμα εἰσέρρευσε κατὰ τρόπον ὁμαλόν, εἰσήχθησαν νέοι ὑπάλληλοι μὲ προσόντα ἀνώτερα τῶν παλαιῶν καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁ κλονισμὸς τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν ὑπῆρξε τοιοῦτος ὥστε ἐξ αὐτοῦ ἀποκλειστικῶς νὰ προκύψουν ὅσα προηγουμένως κατήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ κατονομάσῃ. Καὶ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι τοιαύτης φύσεως καταγγελίαι, ὅταν ἀφοροῦν ἀδικήματα αὐτῆς τῆς φύσεως καὶ τῆς σοβαρότητος, θὰ ἔπρεπε νὰ καταγγελθοῦν κατὰ πρῶτον λόγον προσωπικῶς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἴσως ὁ κ. συνάδελφος δὲν θὰ εἶχε τὰ μέσα νὰ προβῇ εἰς τὸν ἀναγκαῖον ἔλεγχον. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ σφάλμα ἡ καταγγελία ἀορίστως, διότι κλονίζει ἔτι μᾶλλον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κοινοῦ πρὸς τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα. Οὔτε ἐπίσης, νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ ποὺ ἐτόνισε ὁ κ. Κωστόπουλος, ὅτι ἡ μετάθεσις εἰς τὴν ἐπαρχίαν εἶναι ἀποτέλεσμα φθορᾶς ἢ ἀποτελεῖ μείωσιν διὰ τὸν ὑπάλληλον. Νομίζω ἀντιθέτως, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ στέλλωμεν καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἱκανοὺς ὑπαλλήλους καὶ νὰ μὴ θεωρῆται ὡς ἀπόδειξις ἀνικανότητος ἡ ἀπομάκρυνσίς των ἐκ τοῦ Κέντρου. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν δικαιοσύνην τοῦ Κράτους καὶ τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ὁ πρῶτος ὅρος διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν πραγματικὴν φορολογικὴν συνείδησιν. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχεσθε διὰ τοῦ ἄρθρου 6 καὶ παραδίδετε εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον κρίσιν τοῦ ἐφόρου ὄχι μόνον τοὺς ἀνειλικρινεῖς, ἀλλὰ καὶ τοὺς εἰλικρινεῖς φορολογουμένους, νομίζω, ὅτι ἐπιτυγχάνεται τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Διότι ὁ εἰλικρινὴς φορολογούμενος θὰ εἴπῃ πλέον: Ἐφ’ ὅσον αὐθαιρέτως καὶ ἀνεξελέγκτως ὁ ἔφορος ἠμπορεῖ κατὰ τὴν κρίσιν του νὰ τὸν ἀποστείλῃ εἰς τὴν τριμελῆ Ἐπιτροπή, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει γεννᾶται εἰς αὐτὸν τὸ ἐρώτημα διὰ ποῖον λόγον νὰ ὑποβάλῃ εἰλικρινῆ δήλωσιν ἀφοῦ πρόκειται αὕτη νὰ ἀπορριφθῇ καὶ ὁπωσδήποτε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν; Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, θὰ εἴπῃ, ἂς εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀνειλικρινής, εἰς τὴν δήλωσίν μου, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὀλιγώτερα θὰ ζημιωθῶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ δευτέρου ἐλέγχου. Νομίζω ἐπὶ πλέον τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ὅτι δηλαδὴ τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ καταδείξῃ εἰς τὸν πολίτην, ὅτι ἐμπνέεται εἰς τὴν πολιτικήν του ἀπὸ ἀρχὰς φορολογικῆς δικαιοσύνης, ὅτι χρειάζονται καὶ ὡρισμένα ἄλλα γενικωτέρας φύσεως μέτρα. Εἶναι ἐπὶ πλέον ἡ σύλληψις τῆς φορολογητέας ὕλης εἰς ὅλα της τὰ στάδια ἀπὸ τῆς πηγῆς μέχρι τῆς καταναλώσεως. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν εἶναι σήμερον ἀναγκαία ἡ συζήτησις, ἴσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ μοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναπτύξω τὰς ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόψεις μου. Ὑπάρχει καὶ τρίτον θέμα. Διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ πάταξις ἐν τῷ συνόλῳ καὶ ἀποτελεσματικῶς τῆς φορολογικῆς διαφυγῆς, χρειάζεται τὸ κλείσιμον κάθε πόρτας διὰ τῆς ὁποίας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ μία φορολογικὴ διαφυγή. Καὶ νομίζω, ὅτι ἡ πόρτα αὐτή, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ κλείσωμεν, κ. συνάδελφοι, εἶναι ἡ τῶν λεγομένων φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν. Ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα ἐν τῷ προκειμένῳ ἀπόλυτοι καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως. Οἱαδήποτε φορολογικὴ ἀπαλλαγὴ πρέπει νὰ καταργηθῇ. Δὲν μᾶς ἐμπνέει κανένα ἄλλο αἴσθημα εἰς τοῦτο πλὴν τοῦ ὅτι μὲ κάθε τρόπον νὰ ἀντιληφθῇ ὁ φορολογούμενος, ὅτι οἱ φορολογικοὶ νόμοι εἶναι ἴσοι δι’ ὅλους καὶ ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ παράθυρον διὰ τοῦ ὁποίου οἱοσδήποτε θὰ παραβῇ τὸ φορολογικὸν αὐτοῦ καθῆκον. Καὶ διὰ νὰ μὴ νομισθῇ, ὅτι ἀγόμεθα ἀπὸ ἄλλην τινὰ σκέψιν, θὰ ἐπροτείναμεν, ἐὰν ληφθῇ τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως πάσης ἀνεξαιρέτως φορολογικῆς ἀπαλλαγῆς, ταὐτοχρόνως νὰ ληφθῇ καὶ τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως κατ’ ἴσον ποσὸν καὶ τῆς βασιλικῆς χορηγίας καὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν βουλευτῶν. Θὰ ἀποδειχθῇ τοιουτοτρόπως, ὅτι δὲν θὰ μᾶς ἐμπνέῃ εἰς τὴν πρότασίν μας ἄλλο αἴσθημα παρὰ ἡ σκέψις νὰ ἐμπεδώσωμεν εἰς τὸν φορολογούμενον πολίτην τὴν πεποίθησιν τῆς ἰδιότητος ἐνώπιον τῶν νόμων. Δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ πρότασις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος ὅλας τὰς φορολογικὰς ἀπαλλαγὰς κατώρθωσε νὰ περιορίσῃ εἰς τὸ ἀφορολόγητον τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Βεβαίως θὰ ἐξυψώσῃ τοὺς βουλευτὰς ἐὰν μόνοι των προβοῦν εἰς τὴν φορολογίαν τῆς ἀποζημιώσεώς των, ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ ἔχῃ γενικωτέραν σημασίαν. Γενικωτέραν σημασίαν θὰ ἔχῃ ἐὰν κλεισθῇ ἡ θύρα τῶν φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν.
§97Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθη, εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ ὁ νόμος 3323 «περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος» δὲν ἔχουν καθιερωθῆ φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν παρὰ μόνον αἱ περιλαμβανόμεναι εἰς τὸν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τῶν Νομικῶν Προσώπων καὶ αἱ συνδεόμεναι μὲ τὰ φορολογικὰ κίνητρα. Καὶ ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, περισσότερον παντὸς ἄλλου τὰ φορολογικὰ κίνητρα παρέχονται διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν ἄλλου σκοποῦ οἰκονομικοῦ μεγαλυτέρας σπουδαιότητος, τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου. Αἱ φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος ἔχουν καθιερωθῆ οὐσιαστικῶς διὰ τοῦ νόμου 3323. Διερωτῶμαι, ἀκούων ὅσα λέγονται. Ἦσαν δικαιολογημέναι ἢ δὲν ἦσαν αἱ ἀπαλλαγαὶ ὅταν καθιερώθησαν; Ἐὰν ἦσαν δικαιολογημέναι, τότε δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατὶ ἐστερήθησαν δικαιολογίας σήμερον Ἐὰν δὲν ἦσαν δικαιολογημέναι ὅταν παρείχοντο, διερωτῶμαι πάλιν, διατὶ παρεσχέθησαν;
§98Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὅταν μετὰ τόσα χρόνια ἔρχεσθε νὰ διαπιστώσετε ἀπὸ τοῦ Βήματος αὐτοῦ, ὅτι λαμβάνει χώραν ἐξοργιστικὴ φοροδιαφυγή, ὅταν ἔρχεσθε νὰ διαπιστώσετε, ὅτι δὲν ἐδημιουργήθη ἀκόμη φορολογικὴ συνείδησις, νομίζω, ὅτι ἔχομεν πλέον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τότε χωρὶς νὰ τὸ προσέξωμεν, διότι τότε ἐνομίσαμεν, ὅτι πιθανὸν μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ συνείδησις φορολογική. Ἀλλὰ ἐπιθυμῶ τὴν κατάργησιν τῶν φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, διὰ νὰ ἔχωμεν κυρίως τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς λεγομένας συμβατικὰς φορολογικὰς ἀπαλλαγάς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ ὑφισταμένη κατάστασις. Καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα καθ’ ἣν θὰ εἴπωμεν θαρραλέως εἰς τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐδῶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ διαφόρους ἐπιχειρήσεις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν φορολογίαν καθ’ οἷον τρόπον φορολογοῦνται αἱ ἐπιχειρήσεις των καὶ εἰς τὸν ἰδικόν των τόπον. Καὶ εἰς τοῦτο θὰ ἐπιτύχωμεν μόνον ἐὰν καταργήσωμεν ὅλας τὰς ἐσωτερικὰς φορολογικὰς ἀπαλλαγάς. Ἐπὶ πλέον τὸ νὰ ἀνεχώμεθα φορολογικὰς ἀπαλλαγὰς ὑπὲρ ξένων ἐπιχειρήσεων, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγνώρισις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους τῆς ἀδυναμίας του νὰ φορολογήσῃ κατὰ τρόπον δίκαιον καὶ ὀρθόν.
§99Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Αἱ μεγαλύτεραι φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ ἔχουν παρασχεθῆ διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον εἰσηγήθητε Σεῖς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ τὸ 1953, τοῦ νόμου περὶ προσελκύσεως ξένου κεφαλαίου.
§100Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θέλετε νὰ συνομολογήσωμεν, ὅτι ἐπλανήθημεν; Εἴμεθα σύμφωνοι. Ὅσα λέγω δὲν εἶναι προσωπικὴ ἐπίκρισις πρὸς ὑμᾶς. Ἐγὼ κάμνω γενικὴν ἀνάλυσιν διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ ὀφείλεται ἡ τεραστία φοροδιαφυγή. Καὶ ὅπου ἐπλανήθημεν πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν. Διότι ἤλθατε ἐδῶ νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι ὑπάρχει φοροδιαφυγὴ ἀπὸ 500 ἕως 1.500 ἑκατομμύρια.
§101Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ φοροδιαφυγῆς.
§102Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω. Ὅταν λέγω ὑπάρχει τοιαύτη ἔκτασις φοροδιαφυγῆς, οἵαν ὑμεῖς ὡμολογήσατε, πρέπει νὰ κλείσωμεν ὅλας τὰς θύρας διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ αὕτη δημιουργηθῆ. Εἴπατε, ὅτι ἡ φοροδιαφυγὴ κυμαίνεται μεταξὺ 1.000 μέχρι 1.500 ἑκατομμύρια. Ὅταν κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1949 εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ προβῶ εἰς μίαν σχετικὴν μελέτην μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπελογίσθη βάσει τῶν τότε δεδομένων, ὅτι ἡ φοροδιαφυγὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔφθανε μέχρι 600 δισεκατομμυρίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀκριβῶς λοιπὸν ἐπειδὴ σήμερον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἔκτασις τῆς φοροδιαφυγῆς, πρέπει νὰ λάβωμεν ριζικὰ μέτρα καὶ νὰ καταργήσωμεν πᾶσαν φορολογικὴν ἀπαλλαγὴν διὰ νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὸν πολίτην τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ οὕτω νὰ ἀποκτήσῃ ὁ πολίτης τὸ αἴσθημα τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν ἰσότητα τῶν νόμων τὸ ὁποῖον βαθύτατα ἔχει κλονισθῆ. Ἐὰν μᾶς ἀπηριθμήσητε, ἐξοργιστικὸν παράδειγμα φοροδιαφυγῆς, εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀντιπαρατάξωμεν ἐξ ἴσου ἐξοργιστικὰ παραδείγματα αὐθαιρεσιῶν τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων ἐκ τῶν ὁποίων ἐταλαιπωρήθησαν οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι κατόπιν μετὰ μακροὺς ἀγῶνας εἰς πλείστας περιπτώσεις ἐδικαιώθησαν. Ἐρωτῶ ὅμως ποία ὑπῆρξε ἡ ἐπιβράβευσις ἡ τελικὴ τοῦ πολίτου; Καὶ ποία ἡ κύρωσις κατὰ τῶν ἀδικαιολογήτως ταλαιπωρησάντων τὸν πολίτην; Ὅταν αὐτὰ τὰ φαινόμενα, κ. Ὑπουργέ, ἔχουν κλονίσει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ φορολογουμένου καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν βάσιν διὰ νὰ δημιουργήσωμεν τὴν φορολογικὴν δικαιοσύνην καὶ κατόπιν τὴν φορολογικὴν συνείδησιν εἰς τοὺς πολίτας.
§103Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ταλαιπωρία οἱουδήποτε πολίτου εἰς οἱανδήποτε θέσιν ἢ κατηγορίαν εὑρίσκεται, ἱκανοποιεῖται μὲ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαίου καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἐν συνεχείᾳ μὲ τὴν ἐπιβολὴν κυρώσεων εἰς βάρος ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἠθελημένως παρέβη καὶ τὸν γραπτὸν καὶ τὸν ἠθικὸν νόμον. Καὶ οἱ μὲν παραβάται τοῦ γραπτοῦ νόμου εἰς τὸν τόπον αὐτὸν καταδιώκονται καὶ τιμωροῦνται συνήθως, οἱ παραβάται ὅμως τοῦ ἠθικοῦ νόμου δὲν ἔχουν δυστυχῶς τιμωρηθῆ.
§104Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὡμίλησα περὶ αὐθαιρεσιῶν ἐκ μέρους ὡρισμένων φοροτεχνικῶν ὀργάνων εἰς βάρος φορολογουμένων, διὰ τὰς ὁποίας οὐδεμία ὑπῆρξεν ἐπανόρθωσις. Γνωρίζω, ὅτι ἐταλαιπωρήθησαν πολῖται, ἀδικαιολογήτως. Δέν γνωρίζω ὅμως καμμίαν περίπτωσιν εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἔχουν ἐπιβληθῆ κυρώσεις. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κλονίζει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ πολίτου πρὸς τὸ Κράτος, καὶ πρὸς τὰ ὄργανά του. Ἀλλὰ καὶ τὸ ὁποῖον ἀπογοητεύει τὸν ἀδικούμενον φορολογούμενον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐνθαρρύνει εἰς τὴν ἀναζήτησιν τοῦ δικαίου του, ἀλλὰ τὸν ἐξαναγκάζει νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν. Ὡς πρὸς τὰ Φορολογικὰ Δικαστήρια, εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι θὰ ἀποτελέσουν τὸ ὄργανον προστασίας τοῦ πολίτου. Ἀλλὰ ἀφοῦ θὰ ἔλθουν ταῦτα νὰ προστατεύσουν τὸν φορολογούμενον, διά τίνα λόγον σπεύδετε πρὸ τῆς λειτουργίας των νὰ ἐπιβάλλετε ὅλας αὐτὰς τὰς κυρώσεις; Δὲν δέχεσθε τοὐλάχιστον ὅπως αἱ κυρώσεις αὐταὶ ἀρχίσουν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς λειτουργίας τῶν Φορολογικῶν Δικαστηρίων; Τότε ὁ πολίτης θὰ αἰσθάνεται, ὅτι ὑπάρχει κἄποια προστασία ἔναντι τῶν αὐθαιρεσιῶν καὶ τῶν ἀδικιῶν. Διατὶ δὲν δέχεσθε ἐπίσης αἱ παροῦσαι διατάξεις νὰ περιορισθοῦν εἰς μόνα τὰ μεγάλα πέραν ὡρισμένου ποσοῦ εἰσοδήματα; Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἔγινε συζήτησις περὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων καὶ διεπιστώθη, ὅτι ἡ σχέσις αὕτη εἶναι πάρα πολὺ χαμηλὴ καὶ ὅτι βαίνει συνεχῶς φθίνουσα. Τὸ φαινόμενον τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι ὅλως ἀπαράδεκτον δι’ ἓν Κράτος τὸ ὁποῖον θέλει νὰ λέγεται Κράτος δικαίου, Κράτος προωδευμένον. Διότι αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἡ Κρατικὴ Μηχανὴ συντηρεῖται κυρίως ἀπὸ τοὺς ἐμμέσους φόρους οἱ ὁποῖοι πλήττουν κατ’ ἐξοχὴν τὰ χαμηλότερα εἰσοδήματα καὶ τὰς πολυμελεῖς οἰκογενείας. Ἐζητήθη νὰ ἑρμηνευθῇ ἡ διαφορὰ τῆς σχέσεως μεταξὺ ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων ὡς ἀπόδειξις φοροδιαφυγῆς καὶ ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἀποδεικνύεται ἡ ὕπαρξις φοροδιαφυγῆς. Πιθανὸν ἡ σχέσις ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων νὰ ἀποδεικνύῃ τὴν ὕπαρξιν φοροδιαφυγῆς ἔν τινι μέτρῳ. Πάντως ὅμως εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀποδεικνύει ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, κατὰ κανόνα, ἐπιζητοῦν τὸν εὔκολον δρόμον τῶν ἐμμέσων φόρων. Ἀλλὰ σήμερον, ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, περαιτέρω προσφυγὴ εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους καθίσταται ἐπικίνδυνος, διότι ἐφθάσαμεν πλέον εἰς τὸ 19% καὶ θὰ πρέπει νὰ εἴμεθα αὐστηρότεροι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἀμέσου φορολογίας. Καὶ ἐν τούτοις, τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ καθιερώσῃ μίαν νέαν ἔμμεσον φορολογίαν τῆς βενζίνης καὶ τῶν καυσίμων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι σκοπὸς τῆς διατάξεως δὲν εἶναι φορολογικός. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ταμιευτικός. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Ὁ σκοπὸς εἶναι καὶ φορολογικὸς καὶ ταμιευτικός. Διότι ὅπως ἀποδεικνύεται ἡ φορολογία αὕτη ἔρχεται νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τῶν σιδηροδρόμων καὶ ἑπομένως ἔχει ταμιευτικὸν σκοπόν. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἐπιβάλλωμεν τοιαύτην ἔμμεσον φορολογίαν, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ σχέσις μεταξὺ ἐμμέσου καὶ ἀμέσου φορολογίας περὶ τῆς ὁποίας ἤδη ὡμιλήσαμεν; Ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον καθ’ ἡμᾶς εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ φορολογία αὐτή. Καὶ ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν δικαιολογεῖται ἡ ἐπιβολή της ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι οἱ μὲν σιδηρόδρομοι ἔχουν ὑψηλὸν κόστος, τὰ δὲ αὐτοκίνητα ἀντιθέτως ἔχουν χαμηλὸν κόστος μεταφορικῶν ἢ παραγωγῆς. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ὑποβιβάσωμεν ὡς εἴχομεν ὑποχρέωσιν τὸ ὑψηλὸν μεταφορικὸν κόστος, ἐρχόμεθα κατὰ τρόπον ἀντιοικονομικὸν νὰ ἀνυψώσωμεν ἀντιθέτως τὸ κόστος τῆς ἐπιχειρήσεως τὸ ὁποῖον εἶναι χαμηλότερον. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον ἰδιαιτέρως ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας. Διότι ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ ἐκβιομηχανίσεως τῆς Χώρας καὶ περὶ εἰσόδου αὐτῆς εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἀγοράν, ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι βασικὸν μέσον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τούτων, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ μάχη περὶ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς. Ἐὰν δὲν ἐμπνευσθῶμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν αὐτήν, ἡ εἴσοδός μας εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἀγορὰν θὰ πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ κίνδυνον διὰ τὴν Χώραν, ὅπως ἐπίσης ἐπικίνδυνον θὰ ἦτο καὶ ἡ παραμονή μας ἐκτὸς αὐτῆς, διότι θὰ ἐδημιουργεῖτο πλέον εὐρύτερον τὸ χάσμα μεταξὺ τῶν χωρῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἀγορᾶς καὶ ἡμῶν. Θεωρῶ ὅλως ἀντιοικονομικὸν καὶ ἀπαράδεκτον τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ. Διότι ἀντιβαίνει πρὸς βασικὴν ἀρχὴν τῆς δημιουργίας καλλιτέρου οἰκονομικοῦ μέλλοντος, τὸ ὁποῖον θὰ θεμελιώσωμεν μόνον ἐὰν ἐπιτύχωμεν γενικῶς τὴν μείωσιν τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὑφίσταται συγκοινωνιακὸν θέμα εἰς τὸν τόπον μας. Λόγῳ τῆς γεωγραφικῆς διαμορφώσεως τῆς Χώρας εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσωμεν ταυτοχρόνως καὶ τὸ ἀεροπλάνον, καὶ τὸν σιδηρόδρομον καὶ τὸ πλοῖον, καὶ τὸ αὐτοκίνητον. Ἀλλὰ ἀλόγιστος καὶ ἀσύδοτος χρησιμοποίησις πάντων τούτων θὰ ἀπετέλει σπατάλην ἀπαράδεκτον δι’ ἕνα τόπον πτωχὸν ὡς ὁ ἰδικός μας. Χρειάζεται ἑπομένως συντονισμὸς καὶ τῶν τεσσάρων αὐτῶν μέσων. Ἰδιαιτέρως χρειάζεται συντονισμὸς μεταξὺ τῶν χερσαίων μεταφορικῶν μέσων. Ἀναμφισβητήτως ὁ σιδηρόδρομος ἀποτελεῖ σήμερον ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία λειτουργεῖ κατὰ τρόπον κάκιστον καὶ πλημμελῆ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι χρειάζεται ἀναδιοργάνωσις τοῦ σιδηροδρομικοῦ μας δικτύου, χρειάζεται ὄχι ἁπλῆ διοικητικὴ ἑνοποίησις, ἀλλὰ συγχώνευσις τῶν δικτύων καὶ διαπλάτυνσις τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ χωρήσῃ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν τῶν ἐπενδύσεων εἰς τοὺς σιδηροδρόμους καὶ ὑποθέτω, ὅτι αἱ διάφοροι προσφερόμεναι ἀνταλλαγαὶ μὲ ἑλληνικὰ προϊόντα θὰ δώσουν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον αὐτό. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὸ σιδηροδρομικὸν σύστημα πρὸς μείωσιν τοῦ κόστους παραγωγῆς καὶ συνετέλει πρὸς αὔξησιν τοῦ μεταφορικοῦ ἔργου, νομίζω, ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ βαρύτατον σφάλμα νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν ὡρισμένων ἀκραίων δικτύων. Ἐπωφελοῦμαι τῆς παρουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Συγκοινωνιῶν, διὰ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἐὰν σκέπτεται νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὸ συγκοινωνιακὸν σύστημα, δὲν πρέπει νὰ στερήσῃ τοὺς σιδηροδρόμους τῶν ἀκραίων δικτύων. Σήμερον ἠμπορεῖ ἡ κατάργησις αὐτῶν νὰ περιορίσῃ κατὰ μικρὸν μόνον ποσοστὸν τὰς ζημίας, ἀλλὰ ὅταν μετὰ ταῦτα θὰ γίνῃ ἀναδιοργάνωσις τῶν δικτύων καὶ θὰ χρειασθῇ περισσότερον μεταφορικὸν ἔργον διὰ τοὺς σιδηροδρόμους, τότε ἀφοῦ θἄχουν καταργηθῆ τὰ ἀκραῖα δίκτυα, θὰ περιορισθῇ κατὰ πολὺ τὸ μεταφορικόν των ἔργον καὶ θὰ ἐπέλθουν τοιουτοτρόπως μεγαλύτεραι ζημίαι αὔριον ἀπὸ τὰ μικρὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ παρουσιάσῃ σήμερον ἡ κατάργησίς των πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως μειωθῇ κατά τι ποσοστὸν τὸ ἔλλειμμα τῶν σιδηροδρόμων. Ἂς μὴ σπεύσῃ, λοιπόν, εἰς τὴν ἀπόφασίν της. Τὸ θέμα θὰ τὸ κρίνωμεν καλλίτερον ὅταν ἡ Κυβέρνησις θὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ὅλον θέμα τῶν συγκοινωνιῶν. Ὑπάρχει ἄλλως τε, μία ἔκθεσις ἑνὸς Γερμανοῦ εἰδικοῦ, ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν εἰς ποῖον χρονοντούλαπο θὰ ἔχῃ ἐγκλεισθῆ. Καταλήγων, θὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρῶτον, ὅπως, ἐὰν θέλῃ νὰ ὑπάρξῃ εἰλικρινὴς πάταξις τῆς φοροδιαφυγῆς, λάβῃ βασικὰ καὶ ριζικὰ μέτρα καὶ ἀσκήσῃ μίαν πολιτικὴν συνεχοῦς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία θὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν φορολογούμενον καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ παρόντος σχεδίου, διότι πιστεύομεν, ὅτι θὰ προκύψουν ἐξ αὐτοῦ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Δεύτερον, τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνυψώσεως, ἀντὶ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ κόστους τῶν κομίστρων, τὴν ὁποίαν καθιερεῖ εἰς ἀκροτελεύτιον ἄρθρον του τὸ νομοσχέδιον, τὴν θεωροῦμεν ὡς ὅλως ἀπαράδεκτον, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή. Διότι οὕτω, θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἔχει συλλάβει τὸ νόημα τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας μας, καθὼς καὶ τῆς εἰσόδου αὐτῆς εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν ἀγοράν. Τοιαύτη ἔγκρισις σημαίνει, ὅτι πράγματι δὲν ἀπεκτήσαμεν οὔτε τὸ πνεῦμα, οὔτε τὴν νοοτροπίαν, ἡ ὁποία χρειάζεται διὰ νὰ προβῶμεν εἰς πραγματικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας. Θὰ μείνωμεν μία οἰκονομία καθυστερημένη παρ’ ὅλα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ κάμωμεν, παρ’ ὅλην τὴν ἐκβιομηχάνισιν, τὴν ὁποίαν ἐπιχειροῦμεν. Διότι ὅλα αὐτὰ ἐξ ὑπαρχῆς θὰ εἶναι θεμελιωμένα ἐπὶ κακῶν βάσεων, ἐὰν τὰ βασίσωμεν ἐπὶ κόστους ὑψωμένου καὶ ὄχι ἐπὶ κόστους χαμηλοῦ, ὅπως τὸ ἐπιβάλλει τὸ ἀληθὲς συμφέρον τοῦ τόπου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅπως τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8 σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος» γίνῃ δεκτόν. Διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶχον ζητήσει νὰ κρατηθῇ, οἱ συνάδελφοι κ.κ. Ζορμπᾶς καὶ Γαληνός. Ἀρθεισῶν τῶν ἀντιρρήσεων δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ ἐν λόγῳ Ν. Διάταγμα;
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ ἐν λόγῳ Ν. Διάταγμα, «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος». Ὁ κ. Π. Γυιόκας, ἔχει τὸν λόγον.
§108Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως, μεταξὺ τῶν ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβε διὰ τὴν προώθησιν τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας, προέβη καὶ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν ἑνὸς σεβαστοῦ ἀριθμοῦ ἐπιστημονικῶς κατηρτισμένων ὑπαλλήλων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, σκοπεύουσα διὰ τοῦ μέτρου τούτου νὰ ὑψώσῃ κατὰ στάδια τὴν στάθμην τῶν οἰκονομικῶν καὶ φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων τῆς χώρας μας. Τὸ ὑπὸ ψήφισιν σχέδιον νόμου ἀποτελεῖ ἓν δεύτερον μέτρον, ἀποτελεῖ ἕνα δεύτερον στάδιον προσπαθείας, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν προστασίαν τῶν εἰλικρινῶν φορολογουμένων Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ εἰς τὴν πάταξιν τῶν καταδολιευομένων τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου τοιούτων, ὅπως ἐπίσης καὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ πνεύματος τῆς ἐμπιστοσύνης μεταξὺ τοῦ φορολογουμένου πολίτου καὶ τοῦ Κράτους. Διὰ ταῦτα, κ. συνάδελφοι, φρονῶ, ὅτι ὁ ὅρος «πάταξις τῆς φοροδιαφυγῆς» ἀποτελεῖ χαρακτηρισμὸν σκληρόν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ λαμβανόμενα ὑπὸ τοῦ παρόντος σχεδίου νόμου μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤπια, συνετὰ καὶ ἀποτελεσματικά. Εἶναι πράγματι περίεργον, πῶς ὡρισμένη μερὶς τῶν παραγωγικῶν τάξεων, ὡς ἐπίσης καὶ ὡρισμένη μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κρίνουν, ὅτι τὰ μέτρα τὰ διαλαμβανόμενα εἰς τὸ σχέδιον νόμου δὲν εἶναι πρόσφορα διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, χωρὶς οὐδένα ἄλλο μέτρον νὰ προτείνῃ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἡ καλὴ πίστις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον νὰ ὑποδείξῃ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην της θὰ ἦσαν πλέον πρόσφορα, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι εὐχαρίστως θὰ ἀπεδέχετο οἱανδήποτε καλόπιστον πρότασιν. Ἐπεκρίθη, κ. συνάδελφοι, τὸ παρὸν σχέδιον νόμου καὶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ 19% τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἔμμεσον τοιαύτην, διὰ τῆς καταργήσεως τῶν νομίμων ἀπαλλαγῶν, καὶ διὰ τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς. Ἀλλ’ ὀφείλουν νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἐπικριταὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τὸ μικρὸν ποσοστὸν τῆς ἀναλογίας μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ ὕψος τῆς ὑπαρχούσης φοροδιαφυγῆς, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένους ὅρους ποὺ διέπουν τὴν οἰκονομίαν μας. Εἶναι χαρακτηριστικὸν τῶν ὑποαναπτύκτων χωρῶν, ὅτι τὸ μέγιστον ποσοστὸν τῶν δαπανῶν των προέρχεται ἐκ τῆς ἐμμέσου φορολογίας των. Ἀντιθέτως, αἱ χῶραι, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζουν βιομηχανικὴν ἀνάπτυξιν ἀντλοῦν τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ των ἐκ τῆς ἀμέσου φορολογίας. Τοῦτο δὲν συμβαίνει διότι καὶ εἰς αὐτὰς τὰς πλουσίας χώρας δὲν ὑφίστανται φορολογικαὶ ἀπαλλαγαί, ἀλλὰ διότι ἡ φορολογητέα ὕλη, τὸ ἐθνικὸν των εἰσόδημα εἶναι τόσον μεγάλο, ὥστε οἱαδήποτε νόμιμος ἀπαλλαγὴ καὶ ἂν ὑπάρξῃ, τὸ ἐναπομένον ποσὸν τῆς φορολογητέας ὕλης εἶναι τόσον, ὥστε νὰ ἀποδίδῃ μέγα ποσοστόν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ σύνολον τῶν ἐκ τῆς ἐμμέσου φορολογίας ἐσόδων. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὡρισμένας ἀπαλλαγὰς τοῦ νόμου 3323 ἢ τοῦ νόμου περὶ προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων, ἢ τῶν νόμων οἱ ὁποῖοι ἀπέβλεψαν εἰς τὴν δημιουργίαν χρηματαγορᾶς διὰ τῆς ὑποβοηθήσεως τῆς ἀποταμιεύσεως, ἢ τοῦ νόμου διὰ τὴν προστασίαν τῆς βιομηχανικῆς ἀναπτύξεως, ἔνθα προβλέπονται ἀπολύτως ἀναγκαῖαι ἀπαλλαγαί. Ἀναγκαία ἐπίσης εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν τόκων ἐκ τῶν δανείων τῶν προοριζομένων διὰ Δημοσίας ἐπενδύσεις, τῶν τόκων τῶν δανείων τῆς ΔΕΗ διὰ τὸν ἐξηλεκτρισμὸν τῆς χώρας, ἢ τῶν βιομηχάνων διὰ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιοῦν διὰ νέας ἐπενδύσεως, ἢ αἱ ἀπαλλαγαὶ πρὸς προστασίαν τῆς ἐπαρχιακῆς βιομηχανίας. Τὰ κίνητρα αὐτὰ τῆς οἰκονομίας μας, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἑλληνικά, ἀλλὰ παγκόσμια, ὀφείλομεν νὰ τὰ ἀποδεχθῶμεν, διότι ἐὰν δὲν τὰ ἀποδεχώμεθα εἴμεθα ἀνακόλουθοι πρὸς τὰς ἀρχάς μας. Ἡ ἐλευθέρα οἰκονομία κινεῖται διὰ φορολογικῶν καὶ δι’ ἄλλων οἰκονομικῶν κινήτρων. Διὰ τοὺς λόγους ἀκριβῶς αὐτούς, προεβλέφθησαν αἱ ἀπαλλαγαὶ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 3323. Κύριοι βουλευταί, εἶναι εὔκολον νὰ ἐπικρίνῃ κανεὶς πᾶν μέτρον, ὁσάκις ἵσταται εἰς τὰ ἑδώλια τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καθίσταται δύσκολος ἡ θέσις του ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποὺ ἄρχεται ἡ εὐθύνη τῆς προτάσεως καὶ ἐφαρμογῆς ἄλλων μέτρων πρὸς ἀντιμετώπισιν δεδομένης καταστάσεως. Ἐὰν οἱ τόκοι τῶν καταθέσεων δὲν εἶχον τὴν γνωστὴν φορολογικὴν ἀπαλλαγήν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ ἀπαλλαγαὶ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Ν. Δ. 3323 τοῦ 1955 δὲν θὰ εἴχομεν τὴν χρηματαγορὰν τὴν ὁποίαν ἔχομεν σήμερον. Θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν δυσάρεστον κατάστασιν, αἱ παραγωγικαί μας τάξεις νὰ εἶναι ἕρμαια τῶν διαφόρων τοκογλύφων. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ ἀπαλλαγαὶ καὶ ἄλλαι διευκολύνσεις δὲν θὰ ηὔξανον αἱ καταθέσεις τῶν Τραπεζῶν, οὔτε θὰ ἐκαλύπτοντο τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια τοῦ Κράτους καὶ τῆς Δ.Ε.Η. Τὸ ἐνοικιοστάσιον ἐπίσης στερεῖ τὸν κλάδον τῆς ἀμέσου φορολογίας ἀπὸ ἕνα ἀρκετὰ σημαντικὸν ἔσοδον φορολογίας ἐξ οἰκοδομῶν. Ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπεστήριξε τὴν ἄρσιν αὐτοῦ. Ἀκόμη καὶ ὁ ὑποβιβασμὸς τῶν κλιμακίων τῆς φορολογίας τοῦ ποσοστοῦ τῶν ἀμέσων φόρων ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἐμμέσους. Ὄλα αὐτά, κ. βουλευταί, δὲν θὰ πρέπει νὰ τὰ παραγνωρίζωμεν ὅταν κάμωμεν συγκρίσεις τῶν ποσοστῶν τῆς ἀμέσου φορολογίας πρὸς τὰ ποσοστὰ τῆς ἐμμέσου τοιαύτης. Θὰ ἤθελα ἐπὶ πλέον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Μητσοτάκην, ὅτι τὸ 1951–52 τὸ ποσοστὸν τῆς ἀμέσου φορολογίας δυνατὸν νὰ ἦτο ὑψηλότερον, διότι τότε δὲν εἴχομεν πολλὰς εἰσαγωγὰς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ συνεπῶς τὸ ποσοστὸν τῆς ἀμέσου φορολογίας κατ’ ἀνάγκην ἦτο ὑψηλότερον ἐν σχέσει μὲ τὸ ποσοστὸν τῆς μειωμένης τότε ἐμμέσου φορολογίας, ἐνῷ σήμερον τὸ 40% τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ καλύπτεται ἐκ δασμῶν, ἀνηκόντων εἰς τὴν ἔμμεσον φορολογίαν. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θεσπίζονται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Κατὰ τὴν γνώμην μου τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι μέτρα συνετὰ εἶναι μέτρα ἤπια, μέτρα ὑποβοηθοῦντα τοὺς νομοταγεῖς πολίτας νὰ εἶναι συνεπεῖς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των, εἶναι μέτρα τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουν τὴν σύλληψιν εἰς τὸ μέγιστον δυνατὸν ποσοστὸν τῆς πραγματικῶς ὑπαρχούσης φορολογητέας ὕλης. Τὰ μέτρα αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταταχθοῦν εἰς τρεῖς κατηγορίας. Ἡ πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν εἰς τὸ νὰ ὑπομνήσουν εἰς τὸν φορολογούμενον πολίτην, ὅτι εἶναι συμφέρον του νὰ δηλώσῃ τὸ εἰσόδημά του. Διὰ τῶν διατάξεων τούτων κηρύσσονται ἄκυρα τὰ συστατικὰ συμβόλαια τῶν ἑταιρειῶν καὶ τὰ μισθωτήρια, καθὼς καὶ τὰ ἀντέγγραφα αὐτῶν, ὁσάκις ἀποβλέπουν εἰς καταδολίευσιν τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀπόκρυψιν τῶν εἰσοδημάτων των. Ἡ δευτέρα κατηγορία τῶν λαμβανομένων μέτρων ἀποβλέπει εἰς τὴν ἠθικὴν πρόσκλησιν τοῦ φορολογουμένου πολίτου, ὅπως δηλώσῃ ἐπακριβῶς τὰ εἰσοδήματά του, διότι ἄλλως κιδυνεύει νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὴν κοινὴν ἐπίκρισιν. Τὸ μέτρον αὐτὸ κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι λίαν πρόσφορον διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς φορολογικῆς συνειδήσεως τοῦ πολίτου. Τὸ ἑλληνικὸν φιλότιμον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφρασθῇ εἰς ἄλλην γλῶσσαν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἕλληνος νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν συμπολιτῶν του. Διὰ τῶν διατάξεων τούτων καθιερώνεται ἡ ὑποχρεωτικὴ δημοσίευσις τῶν φορολογικῶν καταλόγων καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξασφαλίζεται ὁ ἔλεγχος τῶν φορολογουμένων ὑπὸ τοῦ κοινοῦ. Ἐπίσης εἰς τὴν ἐξύψωσιν τῆς ἠθικῆς στάθμης τοῦ φορολογουμένου ἀποβλέπει καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 8 κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δημοσιεύωνται τὰ ὀνόματα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προβαίνουν εἰς ἀνειλικρινεῖς δηλώσεις, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνειλικρίνεια τῆς δηλώσεως διαπιστωθῇ τελεσιδίκως καὶ δὲν κηρυχθῇ συγγνωστή. Τὸ μέτρον αὐτό, κ. βουλευταί, λίαν πρόσφορον διὰ νὰ ἀναβιβάσῃ τὴν ἠθικὴν στάθμην τοῦ ἕλληνος φορολογουμένου, διότι ἀποβλέπει εἰς τὴν ἠθικὴν κατάκρισιν τῶν καταδολιευομένων τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν διάκρισιν τῶν εἰλικρινῶν φορολογουμένων. Πρὶν ἢ ὅμως περιλάβῃ εἰς τὸν μαυροπίνακα τῶν φοροφυγάδων τὸν φορολογούμενον τοῦτον, ὀφείλει ὁ ἔφορος νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ περὶ αὐτοῦ διὰ νὰ ἀμυνθῇ νομίμως. Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοσιεύσεως τῶν καταλόγων ἔχει σκοπὸν ν’ ἀναπτύξῃ τὸ πνεῦμα τῆς συνεργασίας τοῦ φορολογουμένου καὶ τοῦ Κράτους. Θέτει ὡς ἀρχήν, ὅτι ἡ ἀρετὴ τοῦ ἕλληνος φορολογουμένου δὲν θὰ πρέπει νὰ τίθεται ἄνευ ἐξαιρετικοῦ λόγου ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Μόνον μετὰ διαπίστωσιν τῆς παραβάσεως καὶ μετὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ φορολογουμένου νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις του, τότε μόνον ἐπέρχονται αἱ κυρώσεις. Αἱ διατάξεις αὗται συντελοῦν εἰς τὴν καλλιέργειαν πνεύματος συνεργασίας Κράτους καὶ φορολογουμένου καὶ ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης μεταξὺ αὐτῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 14 παρέχεται προθεσμία τριῶν μηνῶν διὰ τὴν ὑποβολὴν συμπληρωματικῆς δηλώσεως διὰ τὰ ἔτη 1954 καὶ ἑπόμενα, ἐφ’ ὅσον ὁ φορολογούμενος διαπιστώσει, ὅτι ὑπέπεσεν εἰς κἄποιον λάθος κατὰ τὴν τήρησιν τῶν ἐμπορικῶν του βιβλίων. Δικαιοῦται δηλαδὴ ὁ φορολογούμενος, ὅστις δι’ οἱονδήποτε λόγον εἰς τὸ παρελθὸν ἔχει ὑποπέσει εἰς ἀταξίαν τηρήσεως τῶν βιβλίων του νὰ καταχωρήσῃ εἰς αὐτὰ τὰ μὴ ἀναγεγραμμένα κέρδη τῶν ἐτῶν 1954 ἕως 1959, καθὼς καὶ νὰ προσθέσῃ μὴ ἀναγραφέντα ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἀναβιβάζουν εἰς ὑψηλότερον ἐπίπεδον τὰ εἰσοδήματά του, χωρὶς νὰ ὑποστῇ οὐδεμίαν ἄλλην συνέπειαν ποινικὴν ἢ ἀγορανομικήν, πλὴν τῆς κατὰ 25% προσαυξήσεως τοῦ ὀφειλομένου φόρου.
§109Η. ΗΛΙΟΥ. Ἡ ἐξαιρουμένη διάταξις τοῦ ἄρθρου 8 περὶ δημοσιεύσεως τοῦ καταλόγου τῶν μὴ ὑποβαλόντων δήλωσιν, ἢ τῶν ὑποβαλόντων ἀνακριβῆ δήλωσιν ἔχει τὸ ἑξῆς περιεχόμενον: Πιστεύω, ὅτι ἔχω εἰσόδημα 11.000 δραχμ. καὶ ὅτι δὲν ὑπόκειμαι εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ὑποβολῆς δηλώσεως καὶ δὲν ὑποβάλλω δήλωσιν. Ὁ ἔφορος πείθεται, μὲ ἕνα περιθώριον καλοπίστου αὐθαιρεσίας, διότι εἰς τὰ μικρὰ εἰσοδήματα δὲν κρατοῦνται βιβλία 4ης κατηγορίας, πείθεται, ὅτι ἔχω εἰσόδημα 13.000 δραχμ. καὶ ὑποχρεοῦμαι εἰς δήλωσιν. Εἶμαι φοροφυγὰς λοιπόν, δημοσιεύεται τὸ ὄνομά μου διότι δὲν ὑπέβαλον δήλωσιν ἐνῷ ὑπεχρεούμην νὰ ὑποβάλω.
§110Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Ὄχι, δὲν δημοσιεύεται, θὰ σᾶς καλέσῃ ὁ ἔφορος... (δὲν ἠκούσθη).
§111Η. ΗΛΙΟΥ. Ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις δημοσιεύσεως τοῦ ὀνόματός μου. Τώρα δηλῶ εἰσόδημα 4.000.000 δραχμ., βεβαιοῦται τελεσιδίκως καὶ ἀμετακλήτως, ὅτι ἔχω 4.990.000 δραχμ. εἰσόδημα. Δηλαδή, ὅτι ἀποκρύπτω περίπου 1 ἑκατ. εἰσόδημα ἀλλὰ ὄχι 25%, δηλαδὴ 24,90%. Εἶμαι εἰλικρινής, οὐδεμία δημοσίευσις.
§112Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, σεῖς εἶσθε πεπειραμένος ἄνθρωπος καὶ καλὸς ἐπιστήμων.
§113Η. ΗΛΙΟΥ. Εἶναι ὁ νόμος αὐτός.
§114Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ νόμος γίνεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὰ ποὺ λέγετε σεῖς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὀρθά, ἀλλὰ δὲν ὀφείλονται εἰς τὴν ἀτέλειαν τοῦ νόμου. Αὐτὰς τὰς περιπτώσεις τὰς καλύπτει ἡ λογικὴ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων. Τρίτον, λοιπόν, μέτρον βασικόν, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἐκκρεμότητος τῆς ἀταξίας καὶ τῆς ἀνωμαλίας ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν τήρησιν τῶν βιβλίων καὶ παρέχεται εὐχέρεια τακτοποιήσεως τῶν ἐκκρεμοτήτων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ 1954 καὶ ἐντεῦθεν μὲ ἐπιβάρυνσιν ἑνὸς 25% μόνον προσθέτου φόρου. Γενικῶς ἂν κρίνῃ κανεὶς τὰ μέτρα αὐτά, εἶναι μέτρα συνετά, πρόσφορα. Δὲν προεβλήθησαν ἀπὸ μέρους τῶν ἀντιρρησιῶν τῶν μέτρων αὐτῶν ἄλλα προσφορώτερα μέτρα. Κύριοι συνάδελφοι, ἂς εἴμεθα λογικοὶ καὶ ἂς ἔχωμεν ἐπίγνωσιν τῶν εὐθυνῶν μας. Ὁ φοροφυγάς, εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ θὰ ἠθέλαμεν νὰ τὸν συλλάβωμεν καὶ τὸν καύσωμεν εἰς τὴν πλατεῖαν Συντάγματος ὡσὰν τὸν Σαβοναρόλαν. Ἀλλὰ πῶς θὰ τὸν συλλάβωμεν τὸν ὠμὸν τοῦτον ἐγκληματίαν; Πῶς θὰ τὸν διακρίνωμεν ἀπὸ τοὺς καλοπίστους ἢ ἐξ ἀμελείας δηλούντων ἀνακριβῆ εἰσοδήματα; Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὁ ἔφορος ὑποχρεοῦται νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὸν φορολογούμενον τὸ νόμιμον καθῆκον του καὶ μόνον ἐν ἀρνήσει, λαμβάνει μέτρα καὶ ἐπιβάλλει κυρώσεις. Ἐπίσης ἐπρότειναν τὴν κατάργησιν τῶν ἀπαλλαγῶν. Αὐτὸ ὅμως τὸ μέτρον εἶναι μέτρον ἀπρόσφορον, διότι θὰ ἀπέβαινεν εἰς βάρος τῶν παραγωγικῶν τάξεων καὶ εἰς βάρος τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας μας, διότι ὡς εἴπομεν αἱ πλεῖσται τῶν ἀπαλλαγῶν ἀποτελοῦν κίνητρα πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος. Αἱ ἀπαλλαγαὶ περιλαμβάνουν τὰ ὁδοιπορικὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἔχουν τὸν βασικὸν λόγων των. Καὶ ὅταν τὰς ἐψηφίζαμεν ἐδῶ δὲν εἴδομεν κανένα ἐκ τῶν ἐπικριτῶν νὰ ὑψώσῃ τὴν φωνήν του. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐπ’ εὐκαιρίᾳ νὰ ἀναφέρω ποῖα σκληρὰ μέτρα λαμβάνονται εἰς ἄλλας χώρας πλουσιωτέρας ὅπως ἡ Γαλλία, ἡ Γερμανία, ἡ Ἰταλία, ἡ Ἀμερικὴ κλπ. Ἐκεῖ, ἡ φοροδιαφυγὴ συνεπάγεται κυρώσεις βαρυτάτας καὶ ὄχι μόνον τοῦτο ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνειλικρινὴς δήλωσις δὲν ἀνάγεται εἰς τὸ 25%, ὡς παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ ἀνάγεται εἰς ἐλάχιστον ποσοστὸν κατώτερον τοῦ 10%. Πᾶσα δήλωσις εἰσοδήματος κατωτέρου τοῦ πραγματικοῦ κατὰ 10% κινεῖ τὴν ἐπιβολὴν σκληροτάτων κυρώσεων. Δι’ αὐτό, λέγω, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον διακρίνει σύνεσις, συμπεριφορὰ προσηνὴς πρὸς τὸν φορολογούμενον καὶ στοργική, ἔχουσα ὡς σκοπὸν τὴν ἀνύψωσιν τῆς στάθμης τῆς φορολογικῆς συνειδήσεως τοῦ φορολογουμένου καὶ τὴν καλλιέργειαν πνεύματος ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης μεταξὺ τοῦ φορολογουμένου καὶ τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων. Ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἀφορῶσαν τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀσφαλίστρων τῆς ζωῆς τῶν φορολογουμένων καὶ κατέθεσα σχετικὴν τροπολογίαν, θὰ τὴν ἀναπτύξω ὅμως εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Κατὰ γενικὸν ὅμως λόγον, τὰ μέτρα ποὺ λαμβάνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἔχουν ὅλας τὰς ἀρετὰς τῆς στοργικῆς μεταχειρίσεως τῶν φορολογουμένων πολιτῶν καὶ τῆς καλλιεργείας εἰς αὐτοὺς τῆς φορολογικῆς συνειδήσεως. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ φοροδιαφυγή, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν καὶ μὲ τεράστιον πρόστιμον, εἰς τὴν Γερμανίαν μὲ φυλάκισιν καὶ μὲ ἀπεριόριστον χρηματικὴν ποινήν. Οἱ ψευδῶς δηλοῦντες τὰ ἔσοδα των ἐκεῖ τιμωροῦνται μὲ ποινὴν φυλακίσεως καὶ πρόστιμον 100.000 μάρκων. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν ἑνὸς ἔτους καὶ πρόστιμον 10.000 δολλαρίων, ἡ δὲ σύνταξις ψευδῶν δικαιολογητικῶν μὲ φυλάκισιν 5 ἐτῶν καὶ χρηματικὴν ποινὴν 10.000 δολλαρίων. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας χώρας. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν στρέφεται ἐναντίον τῶν καλῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ ἐναντίον τῶν καταδολιευτῶν τοῦ Δημοσίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον σκέλος τοῦ νομοσχεδίου, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπικριτέα ἡ διάταξις ἡ θέλουσα νὰ στηρίξῃ τὴν ἐλλειμματικὴν διαχείρισιν τῶν σιδηροδρόμων διὰ τῆς ἐπιβολῆς μικροῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῆς νάφθης, τῆς μοτορίνης καὶ τῆς βενζίνης. Εἶναι γνωστὸς ὁ συναγωνισμός, τοῦ φορτηγοῦ ἰδίως αὐτοκινήτου, ὅστις γίνεται εἰς βάρος τῶν Κρατικῶν Σιδηροδρόμων. Τὰ μεγάλα ἐλλείμματα τῶν σιδηροδρόμων ὀφείλονται βεβαίως εἰς πολλοὺς ἄλλους λόγους, ἀλλ’ ἐπιτείνονται καὶ διευρύνονται λόγῳ τοῦ ἐν λόγῳ συναγωνισμοῦ. Ἐὰν ἐμειοῦντο τὰ κόμιστρα τῶν σιδηροδρόμων διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ συναγωνισμοῦ θὰ διηυρύνετο τὸ ἔλλειμμα τῶν σιδηροδρόμων. Θὰ πρέπει βεβαίως νὰ ληφθοῦν καὶ ἄλλα ριζικώτερα μέτρα πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν σιδηροδρόμων, ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει προσφυέστερον μέτρον ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῶν καυσίμων διὰ τὴν πρόσκαιρον καὶ βραχυπρόθεσμον ἀντιμετώπισιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν σιδηροδρόμων; Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ μικρὰ αὐτὴ ἐπιβάρυνσις νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἐπίπτωσιν εἰς βάρος τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς Χώρας καὶ τῆς εἰσόδου μας εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν. Εἶναι τόσον ἀνεπαίσθητος ἡ ἐπιβάρυνσις ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παίξῃ κανένα ρόλον εἰς τὴν οἰκονομίαν τῆς Χώρας. Τοὐναντίον συντελεῖ εἰς τὴν ἀποφυγὴν μεταφορικῶν μέσων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μικροῦ καὶ περιωρισμένου μεταφορικοῦ ἔργου. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπεν οἱ ἐπικριταὶ τοῦ μέτρου αὐτοῦ νὰ εἶχον προτείνει ἄλλα μέσα ἀντιμετωπίσεως τοῦ ἐλλείμματος τῶν σιδηροδρόμων. Ἴσως θὰ ἰσχυρίζοντο, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἄλλος τρόπος λειτουργίας τῶν σιδηροδρόμων ἢ νὰ γίνῃ γενικωτέρα ρύθμισις κινήσεως τῶν αὐτοκινήτων καὶ σιδηροδρόμων. Αὐτὰ ὅλα θὰ ἠδύναντο νὰ προταθοῦν, ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι μέτρα μακρᾶς πνοῆς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθοῦν εἰς ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς προσωρινὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος. Μέσα εἰς ἕνα προϋπολογισμὸν 18 δισεκατομμυρίων δραχμῶν τὰ 113 ἑκατομμύρια, ὅσα πρόκειται νὰ εἰσπραχθοῦν ἐκ τῆς ἐν λόγῳ αὐξήσεως, ἀποτελοῦν πολλοστημόριον καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπικριθῇ ἡ διάταξις αὕτη ὡς ἀποβλέπουσα εἰς ταμιευτικοὺς καὶ μόνον σκοπούς. Κύριοι συνάδελφοι, φρονῶ, ὅτι ἐπείσθητε, ὡς ἐπείσθην καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶναι ὀρθόν, λαμβάνει ὀρθά μέτρα πρὸς ὀρθὸν σκοπὸν καὶ προτείνω τὴν ἐπιψήφισίν του.
§115Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν πράγματι ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπέβλεπεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ θὰ τὴν ἐπετύγχανε κατὰ ἕνα τρόπον λυσιτελῆ, δὲν γεννᾶται ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ὅλη συζήτησις, ἡ διεξαχθεῖσα μέχρις ὥρας, καὶ ἡ μέλλουσα νὰ διεξαχθῇ μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεώς του κατ’ ἀρχήν, θὰ ἦτο περιττή. Διότι, ἀναμφισβητήτως, οὐδεμία ὄχι μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀλλ’ εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν, ὑπάρχει ἀμφισβήτησις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως μέσων δραστικῶν ἐναντίον τῆς φοροδιαφυγῆς. Ἀτυχῶς, τὸ νομοσχέδιον στερεῖται ἑνότητος, διότι ἐκτὸς διατάξεων περὶ φοροδιαφυγῆς ὑπάρχουν νέαι καὶ ἄσχετοι διατάξεις, ὅπως ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι φιλοδοξοῦν νὰ λύσουν μεταξὺ τυροῦ καὶ ἀχλαδίου ὁλόκληρον τὸ συγκοινωνιακὸν πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος. Δὲν πρόκειται δὲ μόνον περὶ τῆς ἐλλείψεως ἑνότητος, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς πλήρους ἀδυναμίας τῶν προτεινομένων μέτρων ὅπως ἐπιτύχουν. Νὰ παταχθῇ ἡ φοροδιαφυγή. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν νευρικότητα, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ μέρους τοῦ τόσον συμπαθοῦς κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τόσον κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅσον καὶ σήμερον καὶ διὰ τὰς μεθόδους τὰς ὁποίας κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ τοῦ Σώματος τούτου ἐξέπεμψεν ἐναντίον ἀτυχῶν ἐπαγγελματιῶν, οἱ ὁποῖοι ἀντέδρασαν καὶ ἀντιδροῦν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁποῖος διαθέτει καὶ μακρὰν κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν καὶ μακρὰν πεῖραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ γνωρίζει, καὶ πάντως θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ ἀνησυχία ὡρισμένων κύκλων ἐμπόρων καὶ ὡρισμένων ἀνθρώπων τῆς ἀγορᾶς διὰ τὴν ψήφισιν ὄχι μόνον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀλλὰ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου νομοσχεδίου εἶναι δικαιολογημένη. Καὶ εἶναι δικαιολογημένη διότι συνήθως τὰ νομοσχέδια αὐτὰ συντάσσονται, διατυπώνονται καὶ κατατίθενται χωρὶς νὰ γίνῃ οὐδεμία ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἐνδιαφερομένους κύκλους. Ἀπόδειξις τῆς ἀδικαιολογήτου νευρικότητος εἶναι, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ θορύβου εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους κύκλους, ἔσπευσε νὰ ἀναμορφώσῃ τὸ νομοσχέδιόν του καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν νέαν προφορικὴν του εἰσήγησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ ἴδιος παρεδέχθη, ὅτι τὴν ἀναμόρφωσιν ὡρισμένων ἐκ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλει ἡ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν πρὸς τοῦτο ἀντίληψιν. Ὑπάρχει δηλαδὴ ἐπίσημος ὁμολογία ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὁ θόρυβος ἦτο δικαιολογημένος καὶ ἦτο ὑπ’ ὄψει τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, ἐπαναλαμβάνω, μοῦ παραμένει ἡ ἀπορία διατὶ ὅλη αὐτὴ ἡ σπουδὴ περὶ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καθ’ ἣν ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ὁ θόρυβος, ἡ συζήτησις καὶ ἡ διαφωτιστικὴ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὑπῆρξε καὶ ὠφέλιμος καὶ γόνιμος διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ τονίσω καὶ ἕνα θέμα κάπως οἰκονομικόν. Ἐπιμένω εἰς τὴν ἔννοιαν «οἰκονομικόν», διότι συνήθως ἐξετάζοντες τὴν φοροδιαφυγὴν ἐν Ἑλλάδι τὴν ἐξετάζομεν μόνον ἀπὸ τῆς νομικῆς της ἀπόψεως. Θεωροῦμεν δέ, ὅτι ἡ φοροδιαφυγὴ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως ἀποτελεῖ ἕν ἔγκλημα ὄχι μόνον ἐναντίον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῶν ἄλλων φορολογουμένων. Ἂν παραμερίσωμεν τὴν καθαρῶς νομικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος καὶ ἐρευνήσωμεν αὐτὸ ὑπὸ τῆς καθαρῶς οἰκονομικῆς πλευρᾶς εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱονδήποτε μέτρον διὰ τοῦ ὁποίου πατάσσεται ἡ φοροδιαφυγή, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται ἡ αὔξησις τῆς ἀποδόσεως τῆς φορολογίας, δὲν ἀποτελεῖ τίποτε ἄλλο, παρὰ αὔξησιν τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς οἰκονομικῆς πλευρᾶς τοῦ θέματος. Κάθε τμῆμα τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος τὸ ὁποῖον συλλαμβάνεται παρὰ τοῦ Κράτους, εἴτε βάσει τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας, εἴτε βάσει νεωτέρας νομοθεσίας καταλήγει εἰς τὸ ἴδιον οἰκονομικὸν ἀποτέλεσμα, δηλαδή, εἰς μίαν περαιτέρω αὔξησιν τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, κ. συνάδελφοι, δὲν πρέπει ἐπαναλαμβάνω νὰ ἀπορῶμεν διὰ τὰς διαμαρτυρίας καὶ τὰς ἀνησυχίας τὰς ὁποίας ἐδημιούργησε τὸ νομοσχέδιον. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπορῶμεν τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον αἱ περισσότεραι ἐκ τῶν διατάξεων αὐτῶν στρέφονται ἀποκλειστικῶς ἐναντίον τοῦ κύκλου τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀγορᾶς, ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τῆς δράσεως τῶν φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων, ἐναντίον τοῦ κύκλου τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔρχονται πρῶτοι εἰς πᾶσαν δίωξιν τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ πίπτουν πρῶτοι θύματα καὶ τῆς καλῆς δραστηριότητος τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν ἀλλὰ καὶ τῆς κακῆς δραστηριότητος αὐτῶν. Διότι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχει μία ἔλλειψις φοροτεχνικῆς συνειδήσεως ἐν Ἑλλάδι. Ὁμιλοῦμεν συνήθως περὶ ἐλλείψεως φοροτεχνικῆς συνειδήσεως τοῦ Ἕλληνος φορολογουμένου. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἔλλειψις φοροτεχνικῆς συνειδήσεως ἀπὸ μέρους τῶν ὑπηρεσιῶν. Καὶ ὑποστηρίζων αὐτό, δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν μὲ τὰς ὁποίας κατὰ τὸ παρελθὸν συνεργάσθην καὶ κρατῶ τὰς ἀρίστας τῶν ἀναμνήσεων ἀπὸ τὴν συνεργασίαν αὐτήν. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ γίνῃ μία διάκρισις. Ὅταν ὁμιλῶ περὶ ἐλλείψεως φοροτεχνικῆς συνειδήσεως ἐννοῶ δύο χωριστὰ θέματα. Τὸ ἕνα θέμα εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔθιξε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν κ. Μαῦρος. Καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἔλαβε δὲ καὶ τὴν μορφὴν δικαστικῆς διώξεως ὡρισμένων ὑπαλλήλων. Καὶ παρ’ ὅλον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεχείρησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις 100 ὑπαλλήλων ἐξ Ἀθηνῶν διὰ τὴν ὁποίαν ἐκαυχήθη, ἀπαντῶν εἰς τὰς αἰτιάσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Χανίων, δὲν ὠφείλετο εἰς ὑπηρεσιακὰς αἰτιάσεις ἐναντίον τῶν ὑπαλλήλων τούτων πάντως τὸ μέτρον ἀποδεικνύεται, ὅτι διεπιστώθη μία φθορὰ τῶν ἀπομακρυνομένων. Ἀλλ’ οἱ 100 αὐτοὶ φοροτεχνικοὶ ὑπάλληλοι δὲν ἀποτελοῦν τὸ σύνολον τῶν φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων οὔτε ἡ φθορὰ εἶναι λογική. Πέραν αὐτῶν ὑπάρχουν πολλαὶ ἑκατοντάδες ἄλλων ἀρίστων φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι πράγματι τιμοῦν τὰς ὑπηρεσίας μας. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ— αὐτὴ δὲ ἀκριβῶς εἶναι ἡ δευτέρα πλευρὰ τοῦ θέματος τῆς ἐλλείψεως φοροτεχνικῆς συνειδήσεως. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ εἶναι ἠναγκασμένοι, πολλάκις ὑπακούοντες εἰς ἐντολὰς καὶ διαταγάς, νὰ διαπράττουν αὐθαιρεσίας. Διότι ἀποτελεῖ κοινὸν μυστικόν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ τὴν πεῖραν ποὺ διαθέτει τὸ γνωρίζει, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον κατανέμονται τὰ ἔσοδα τοῦ κατὰ οἰκονομικὴν ἐφορίαν καθὼς καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον κἄθε ἔφορος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐμφανίσῃ εἰς τὸ τέλος ἑκάστης χρήσεως ὡρισμένας βεβαιώσεις ἐσόδων. Ἐφ’ ὅσον αἱ βεβαιώσεις γίνονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ἡ ὑπηρεσιακὴ ἐξέλιξις τοῦ ὑπαλλήλου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τέτοια κριτήρια τὶ ἄλλο παραμένει καὶ ἀπὸ τὸν πλέον εὐσυνείδητον ὑπάλληλον ἀπὸ τὸ νὰ μεταβάλλεται κἄθε φορὰν εἰς ἕνα δήμιον διὰ ὡρισμένας κατηγορίας φορολογουμένων; Αὐτὴ εἶναι ἡ τρομερὴ ἀλήθεια, κ. συνάδελφοι, καὶ διὰ αὐτὸ ὁ κύκλος, ἐπαναλαμβάνω, τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀγορᾶς τρέμει κἄθε φορὰ ποὺ ὑποβάλλεται ἕνα φοροτεχνικὸν νομοσχέδιον. Θὰ πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου συνέστησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν κ. Μαῦρος, δηλαδή, πρὸ τῆς ὑποβολῆς οἱωνδήποτε φορολογικῶν νομοσχεδίων, νὰ καλοῦνται οἱ ἐνδιαφερόμενοι, οἱ ὑπεύθυνοι ἐκπρόσωποι τῶν τάξεων, οἱ ὁποῖοι παρ’ ὅλον ὅτι προστατεύουν συμφέροντα ἰδιωτικά, ὅταν καλοῦνται νὰ ἀντιμετωπίσουν κατ’ ἀνωμαλίαν γενικώτερα θέματα, ἔχουν πλήρη συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν των καὶ μίαν ἀντικειμενικότητα εἰς τὰς ὑποδείξεις των. Διότι ἐὰν μία τοιαύτη ἐτηρεῖτο τακτικὴ ἀναμφισβητήτως καὶ τὸ νομοσχέδιον θὰ εἶχε λάβει μίαν μορφὴν πολὺ καλυτέραν, ἀπὸ ἐκείνην ποὺ εἶχεν ἀρχικῶς ἀλλὰ καὶ σήμερον ὁ θόρυβος ὁ ὁποῖος ἐγένετο, παρὰ τὴν διαμόρφωσιν, θὰ ἀπεφεύγετο.
§116Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐγένετο αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε.
§117Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν ὑστέρων.
§118Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὄχι, ἐκ τῶν προτέρων. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἐπὶ ἑβδομάδας ἀπασχοληθῆ μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν διαφόρων κοινωνικῶν κατηγοριῶν. Εἶχε καλέσει καὶ τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ τοὺς ἰατροὺς καὶ τοὺς δικηγόρους, καὶ εἶχε συζητήσεις μακρὰς μὲ ὅλας τὰς κατηγορίας τῶν πολιτῶν, δηλαδὴ μὲ τοὺς νομίμους ἐκπροσώπους τῶν κοινωνικῶν τούτων κατηγοριῶν.
§119Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ προσθέσω καὶ ἐγώ, ὅτι ἐπὶ ὥρας μακρὰς παρετάθη ἡ συζήτησις εἰς διαφόρους ἡμέρας μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν διαφόρων τάξεων. Καὶ παρεκάλεσα νὰ ὑποβληθοῦν ἐγγράφως ὑπομνήματα περὶ τῶν ἀντιλήψεών των. Διότι, κ. συνάδελφοι, ἀντιλήψεις ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς οὐσιαστικῶς δὲν διετυποῦντο κατὰ τὴν συζήτησιν. Κρίσεις διετυποῦντο, ἡ ἀνάγκη ἀνεγνωρίζετο εἰς αὐτὸ τὸ θέμα δὲν ἀντιμετωπίζετο. Ὅλοι ἔλεγον, ὅτι ὑπάρχει φοροδιαφυγή, καί ὅτι πρέπει κἄτι νὰ γίνῃ. Τοὺς εἶπα. Ἀφοῦ τώρα δὲν δύνασθε νὰ ὑποδείξητε μέτρα, παρακαλῶ νὰ τὰ διατυπώσητε τοὐλάχιστον ἐγγράφως. Ἡ συζήτησις ἤρξατο πρὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1960, καὶ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν ἔφθασεν τὴν 12 Φεβρουαρίου. Καὶ ὑπομνήματα ἄλλων ὀργανώσεων ἐπαγγελματιῶν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, χωρὶς ὑπόδειξιν οἱουδήποτε μέτρου.
§120Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, χαίρω διὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας δίδει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὴν μέχρι τοῦδε διατύπωσιν τῶν γνωμῶν μου παρεσύρθην ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὰς ὁποίας ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγων τὰς ὁποίας ἔκανε προχθὲς κατὰ τὴν προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπε συγκεκριμένως: Ἡ ἀναμόρφωσις ὡρισμένων διατάξεων εἰσάγεται διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἐκδηλωθεισῶν πρὸς τοῦτο ἀντιλήψεων.
§121Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ λέγει, ὅτι δὲν ἔγινε συνάντησις;
§122Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφίσατέ με, κ. Ὑπουργέ, νὰ τελειώσω. Ὅταν κατατίθεται ἕν νομοσχέδιον καὶ τὴν μεθεπομένην γίνεται ἡ γενικὴ ἀναμόρφωσις, ὡς δικαιολογία δὲ τῆς ριζικῆς ἀναμορφώσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει αὐτολεξεί: «Τὴν ἀναμόρφωσιν ὡρισμένων ... (ἀναγινώσκει) ...», δικαιοῦμαι ἢ ὄχι νὰ συναγάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἔγινε προηγουμένως οὐδεμία συνεννόησις. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὰ παρασκήνια, ἀλλὰ βγάζω τὰ συμπεράσματα ἀπὸ τὰς δηλώσεις σας.
§123Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ συναγωγὴ τοῦ συμπεράσματος αὐτοῦ, κ. συνάδελφε, δὲν δικαιολογεῖται. Διότι συγχρόνως εἰς τὰ ἴδια τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐγγεγραμμένον, ὅτι εἶχον ἐπαφὰς μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων. Εἰς τὰ ἴδια τὰ πρακτικὰ τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖσθε. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἐπικαλῆσθε κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν. Καὶ περαιτέρω, ὑμεῖς, κ. συνάδελφε, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖτε καὶ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὅσα λέγονται κατὰ τὴ κατάθεσιν θὰ εἴδατε εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ θὰ ἠκούσατε ὅταν ὡμίλησα ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι εἶπον εἰς μίαν παράγραφον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἦλθεν εἰς ἐπαφήν, ἤκουσε καὶ τὰς ἀπόψεις τῶν ὀργανώσεων τῶν ἐπαγγελματικῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπόψεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν προέβη εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον τὴν ἰδίαν ἑσπέραν κατέθεσα.
§124Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν προφορικὴν εἰσήγησιν λέγετε, ὅτι διεμορφώσατε τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ ἱκανοποιήσητε τὰς ἐκδηλωθείσας πρὸς τοῦτο ἀντιλήψεις. Ἄρα ἢ κακῶς διετυπώσατε τὴν φράσιν ἢ ἠμπορεῖ ὁ μὴ γνωρίζων τὰ παρασκήνια νὰ συναγάγῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἔγινε τοιαύτη ἐπαφή.
§125Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Σεῖς, κ. συνάδελφε, μὲ τόσην θητείαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγετε αὐτά. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ γίνεται συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ εἶναι δυνατὸν καὶ διορθώσεις καὶ βελτιώσεις καὶ προσθῆκαι καὶ μεταβολαὶ νὰ γίνουν. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς συζητήσεως, αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς προκαταρκτικῆς ἐπεξεργασίας ἑνὸς νομοσχεδίου ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐὰν λοιπὸν καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ γίνῃ οὐδεμία τροποποίησις ἀπὸ τὸν ὑπουργόν, οὔτε νὰ ἀποδεχθῇ ὁ ὑπουργὸς γνώμας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν, ἢ μεταγενεστέρως ἄλλας ἀπόψεις, τότε θὰ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἅπαξ ὑποβάλλει ἓν νομοσχέδιον, πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισίν του, ὅπως τὸ ὑπέβαλε.
§126Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπειδὴ ἡ πρότασις ὑπῆρξεν ἰδική μου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ἐζήτησα τὴν ἐξονυχιστικὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν ἐνδιαφερομένων ἐπαγγελματικῶν τάξεων, διότι ἦτο πιθανὸν εἴτε νὰ τοὺς πείσητε ἐπὶ τῆς ὀρθότητος τῶν ἀπόψεών σας εἴτε οὗτοι νὰ σᾶς πείσουν. Αἱ συναντήσεις, ὅμως, τὰς ὁποίας σεῖς εἴχατε μὲ τοὺς ἐκπροσώπους αὐτούς, ἐδηλώσατε, ὅτι εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα κατέληξαν. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, κ. Ὑπουργέ, γνωρίζω ἐκ τῆς πείρας, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐκπροσωποῦντες τὴν τάξιν των εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ γνωρίζουν τὶ θέλουν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου, κατὰ τὸ ἔτος 1951, ἐζήτησα τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ ἑνὸς φορολογικοῦ θέματος τῆς ἐπιβολῆς ἑνὸς φορολογικοῦ συντελεστοῦ. Μοῦ ἔδωσαν τότε μίαν ὀρθοτάτην ἀπάντησιν καὶ μίαν ὑπόδειξιν εἰς τὸ θέμα αὐτό, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἐφαρμογήν της εἶχεν ἄριστα ἀποτελέσματα καὶ ἡ ὁποία ἀπέδωκε πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα προβλέπομεν ἡμεῖς.
§127Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα ὑπάρχουν μὲν ὡρισμένα ἐπιφανειακὰ θέματα τὰ ὁποῖα ὅμως ἔχουν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸ ὅλον νομοθέτημα καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ ζητεῖ τὴν διευκρίνισιν ἐπὶ τριῶν βασικῶν θεμάτων, διότι ἄλλως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Τὸ πρῶτον θέμα ἀφορᾷ τοὺς μικροὺς γενικῶς φορολογουμένους, διότι ὑπάρχουν διατάξεις εἰς τὸ νομοσχέδιον, αἱ ὁποῖαι θὰ ἥρμοζαν μᾶλλον εἰς ἀστυνομικὸν κράτος. Δὲν πρόκειται ἄλλωστε ὡς ἔχουν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 6 καὶ 8 νὰ ἀποδώσουν τίποτε, ἀλλ’ ἀντιθέτως νὰ συσσωρεύσουν φακέλλους εἰς τὰς Ἐφορίας καὶ νὰ ἐπιβαρύνουν ἔτι περισσότερον τοὺς φοροτεχνικοὺς ὑπαλλήλους. Κατόπιν τούτου ἔχομεν νὰ προτείνωμεν ὅπως τὰ ἄρθρα 6–8 περιορισθοῦν μόνον εἰς τὰ ἄνω τῶν 100.000 εἰσοδήματα. Τοῦτο νομίζω, θὰ ἀπετέλει μίαν καθησύχασιν τῶν μικρῶν φορολογουμένων καὶ θὰ ἀπήλλασσε καὶ τῆς φροντίδος τοὺς φοροτεχνικοὺς ὑπαλλήλους εἰς τὴν συσσώρευσιν φακέλλων, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν πράγματι οὗτοι νὰ διώξουν τοὺς πραγματικοὺς φοροκλέπτας. Οἱ μεγάλοι φοροκλέπται εἶναι ἀνώνυμοι καὶ ἄγνωστοι εἰς τοὺς φοροτεχνικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ κατατείνωμεν τὰς προσπαθείας μας διὰ τὴν σύλληψίν των καὶ ὄχι εἰς τοὺς μικροὺς ἐπαγγελματίας οἱ ὁποῖοι ἀμέσως ἀνευρίσκονται ἀπὸ τὴν ταμπέλαν τοῦ καταστήματός των. Αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς μικροὶ εἶναι γνωστοί, διότι ἔχουν μίαν ταμπέλαν εἰς τὸ κατάστημά των, οἱ μεγάλοι ὅμως φοροκλέπται εἶναι τελείως ἄγνωστοι καὶ δὲν συλλαμβάνονται εὔκολα διότι οὔτε γραφεῖον κρατοῦν καὶ οὔτε τηλέφωνον ἔχουν, καὶ ἔχω πλεῖστα παραδείγματα νὰ ἀναφέρω ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας θὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν συνδιάλεξιν τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ ἐτῶν μὲ ἀνώτερον ἀξιωματοῦχον τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου. Κατὰ τὴν συνδιάλεξιν ἐκείνην ὁ λόγος ἦλθε μοιραίως εἰς τοὺς ὁρκωτοὺς λογιστάς, τὸν θαυμάσιον αὐτὸν Ἀγγλικὸν θεσμόν, τοῦ ὁποίου καὶ οἱ δύο ἐπλέξαμε τὸ ἐγκώμιον. Ἀλλ’ ὅταν ἠρώτησα τὸν συνομιλητὴν μου πῶς εἶναι δυνατὸν καὶ ἂν εἶναι ἀσφαλὴς μὲ μίαν ὑπογραφὴν τῶν ὀλίγων αὐτῶν ἀνθρώπων νὰ ἀπαλλάξετε παντὸς ἐλέγχου ὅλους τοὺς φορολογουμένους μοῦ ἀπήντησε τὰ ἑξῆς: Βεβαίως ὄχι, δὲν εἶναι ἀσφαλὲς διότι καὶ οἱ ὁρκωτοὶ λογισταὶ ἄνθρωποι εἶναι, καὶ αὐτοί, κάνουν σφάλματα, ἢ ἐνδεχομένως ὑπάρχει καὶ ἕνα στοιχεῖον δόλου, ἀλλὰ τὰ σφάλματα ἢ ὁ δόλος τί ἠμποροῦν νὰ ἀντιπροσωπεύσουν εἰς τὸ σύνολον τῆς φορολογητέας ὕλης; Θέλετε νὰ εἶναι 10%, θέλετε νὰ εἶναι 20%; τὸ κρίνομεν προτιμότερον ἀπὸ τὴν δημιουργίαν ἀπεράντων φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν. Ἀντὶ νὰ ἀναστατώνωμεν κἄθε φορὰν τὸν κόσμον τῶν ἐργαζομένων καὶ τὸν κόσμον τῶν ἐπιχειρήσεων μὲ διαρκῶς ἐλέγχους, προτιμῶμεν νὰ χάνωμεν ἕνα 10–20%, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε θὰ ἐξοδεύωμεν εἰς γενικὰ ἔξοδα λόγω τῆς μοιραίας διογκώσεως τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν. Αὐτὴ θὰ ἦτο μία πράγματι πολύτιμος συμβουλὴ τὴν ὁποίαν θὰ ὀφείλωμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἦτο ἐφαρμόσιμος, ἀλλὰ εἶναι ἐνδεικτικὴ τῆς τάσεως πρὸς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τείνωμεν, δηλαδὴ τῆς τάσεως νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν μικρὸν φορολογούμενον ἀπὸ τὰς διαρκεῖς ὀχλήσεις καὶ τὴν διαρκῆ τυραννίαν, τῆς τάσεως τοῦ νὰ τοῦ ἐμφανίζωμεν τὸ Κράτος ὡς ἕνα δήμιον ὁ ὁποῖος ἐνεδρεύει εἰς κἄθε βῆμα διὰ νὰ τοῦ ἀποσπάσῃ πρῶτον τὸ βαλάντιον καὶ ἔπειτα τὸ κεφάλι. Καὶ μὴ περιλάβωμεν διατάξεις ὅπως ἡ «κλείσιμον τοῦ καταστήματος» καὶ περὶ περικοπῆς τῆς πιστοδοτήσεως, διατάξεις αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθοῦν ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους. Καὶ λέγων δικαίους καὶ ἀδίκους, δὲν ἐννοῶ νομικῶς δικαίους, ἀλλὰ τοὺς φορολογουμένους τοὺς ὁποίους κυριολεκτικῶς θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς ἔχωμεν ἀπαλλάξει καὶ νὰ τοὺς ἀφήσωμεν ἡσύχους. Ὑπάρχει ἡ πρότασίς σας ὅπως γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ τροπολογία βάσει τῆς ὁποίας ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις δὲν πρόκειται νὰ ἔχουν ἐφαρμογὴν, παρὰ μόνον εἰς τὰ εἰσοδήματα τὰ ἄνω τῶν 100.000 δραχμῶν, πρὸς τὸ παρὸν τοὐλάχιστον, καὶ μέχρις ἱδρύσεως τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐπιτέλους παρουσιάζουν καὶ κἄποιαν μεγαλυτέραν ἐγγύησιν. Τέλος ὑπάρχει ἕνα τρίτον θέμα, τὸ ὁποῖον μετέφερεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἡ ὁμὰς τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὁ ἀγαπητός μου φίλος καὶ διακεκριμένος Ἀκαδημαϊκὸς κ. Νόβας, τὸ θέμα τῶν φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν. Ἐλέχθη δηλαδή, ὅτι θὰ πρέπει καὶ οἱ βουλευταί, καὶ ἀκόμη καὶ ἡ Βασιλικὴ χορηγία νὰ ὑποστοῦν τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀντίρρησις ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὰ τὰ εἰσοδήματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἡ περικοπὴ τῶν φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν, ἂν ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ πάντως διότι τὰ εἰσοδήματα αὐτὰ θὰ προσαρμοσθοῦν τὸ συντομώτερον.
§128Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προσαρμοσθοῦν, αὐτὸ εἶπον, ἀλλὰ νὰ εἶναι γενικὸν μέτρον ἡ φορολογία τοῦ εἰσοδήματος.
§129Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν δίωξιν τῆς φοροδιαφυγῆς πάντως δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ μέτρου, τονίζω ὅμως, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον λυσιτελές, ἀπὸ ἀλλοῦ πρέπει νὰ ἀρχίσουν αἱ περικοπαὶ τῶν φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν, διότι συγκεκριμένως ἐπαναλαμβάνω, αὐτὰ τὰ δύο εἰσοδήματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ προσαρμοσθοῦν τὸ συντομώτερον.
§130Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἐγὼ ἠπόρησα πῶς ἐθίγη ὑπό τινων ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων, καὶ δὴ ὑπὸ τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν δύο εἰσηγητῶν τῆς μειοψηφίας τὸ θέμα τῆς βασιλικῆς χορηγίας. Πρῶτον, ὅπως πολὺ ὀρθῶς τονίζει ὁ κ. Κωστόπουλος, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τὸ θέμα τοῦτο πρὸς τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, αἱ νενομοθετημέναι ἀτέλειαι–ἀπαλλαγαί, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν φοροδιαφυγήν. Νομίζω, ὅτι ἦτο ἀπολύτως ἐξεζητημένη καὶ ἀδικαιολόγητος ὑπὸ πᾶσαν ἔννοιαν ἡ ἀνάμιξις τοῦ θέματος τῆς βασιλικῆς χορηγίας μὲ τὸν νόμον περὶ φοροδιαφυγῆς. Θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν οἱ κύριοι ποὺ ἔθιξαν τὸ θέμα, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὁ δεύτερος εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ὅτι ἐὰν ἀπεφασίζαμεν νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους ἢ δασμοὺς καὶ εἰς τὸν τομέα, τὸν ὁποῖον θὰ ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε μὲ μεγαλύτερον σεβασμὸν νὰ τὸν θίξωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τὸν τομέα τὸν ἀφορῶντα τοὺς Βασιλεῖς, ἁπλούστατα θὰ ἔπρεπε ταὐτοχρόνως νὰ αὐξήσωμεν τὴν χορηγίαν, διότι ἔχουν ὑπολογισθῆ αἱ ἀνάγκαι. Πρόκειται περὶ ἀναγκῶν τῶν ὁποίων ὁ ὑπολογισμὸς ἔχει γίνει κατὰ τρόπον ἀπολύτως ἀντικειμενικὸν καὶ βασιζόμενον ἐπὶ στοιχειωδῶν δεδομένων καὶ δὴ ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς Ἀρχηγοὺς ἄλλων Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ δὴ καὶ ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον Καρτάλην, ὅπως μοῦ ὑπενθυμίζει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος καὶ φίλος κ. Βρανόπουλος. Νομίζω, ὅτι ἦτο λάθος νὰ γίνῃ μνεία τοῦ θέματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ οὐδεμίαν θέσιν ἔχει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ θὰ παρεκάλει ἡ Κυβέρνησις, ὅπως τοῦ λοιποῦ γίνεται ὀλιγωτέρα χρῆσις αὐτῶν τῶν εὐκόλων ρητορικῶν σχημάτων, καὶ αὐτῶν τῶν εὐκόλων συνθημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§131Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δώσω ἀπάντησιν, διότι ὅσα εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν τὰ ἐθεμελίωσα. Μίαν φράσιν μόνον ἤθελα νὰ σχολιάσω τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν φράσιν, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸν σεβασμόν. Νομίζω, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅταν εἰς ὅλας τὰς ἐλευθέρας Δημοκρατίας τῆς Δύσεως ἰσχύῃ ὡς πάγιον καθεστὼς αὐτό, θὰ ἔπρεπε μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς νὰ ἀναφέρετε τὸν σεβασμὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν.
§132Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προτοῦ κατέλθω τοῦ βήματος, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὰ ἄρθρα 16 καὶ 17 τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα μὲ τὸ θέμα τῆς διώξεως τῆς φοροδιαφυγῆς, καὶ ἀποτελοῦν μίαν ἀπόπειραν διαρρυθμίσεως, κατὰ τὴν γνώμην μου παραμορφώσεως τῆς ὅλης συγκοινωνιακῆς μας πολιτικῆς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπέλθῃ συντονισμὸς μεταξὺ τῶν διαφόρων συγκοινωνιακῶν μέσων. Διὰ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνεται διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ἕνα κακόν, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἔχει συμβῆ εἰς τὴν φορολογικήν μας πολιτικήν. Πρὸ 2 περίπου ἐτῶν συγκεκριμένως τὸ καλοκαίρι τοῦ 1958, διὰ μιᾶς αἰφνιδιαστικῆς καὶ πάλιν διατάξεως, ἡ Κυβέρνησις ἀπεπειράθη νὰ ἐπιτύχῃ μίαν ἐξίσωσιν τῆς φορολογίας μεταξὺ τῶν βενζινοκινήτων καὶ πετρελαιοκινήτων αὐτοκινήτων καὶ ἀντὶ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐξίσωσιν αὐτὴν διὰ τῆς μειώσεως τῆς φορολογίας τῆς βενζίνης, διότι διετρέχομεν τότε καὶ μίαν περίοδον παχειῶν ἀγελάδων καὶ εἴχομεν περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐξίσωσις νὰ γίνῃ πρὸς τὰ κάτω, ἀντιθέτως ηὐξήθη ἡ φορολογία τοῦ πετρελαίου, οὕτως ὥστε ἡ ἐξίσωσις νὰ γίνῃ πρὸς τὰ ἄνω. Εἶναι μοιραῖον, ἡ ἐξίσωσις πρὸς τὰ ἄνω, ἡ ὁποία προσφέρει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν μερικὰ ἑκατομμύρια, νὰ ἐμβάλῃ εὐκολώτερον εἰς πειρασμὸν τοὺς ἑκάστοτε διευθύνοντας τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἐὰν πράγματι υἱοθετοῦμεν τὴν πολιτικὴν τοῦ νὰ ὑψώσωμεν γενικῶς τὸ κόμιστρον, ὥστε νὰ διατηρηθῇ ἡ οἰκονομικὴ σταθερότης τῶν Σιδηροδρόμων, διαπράττομεν ἕνα κολοσσιαῖον σφάλμα τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ ὁλόκληρος ἡ οἰκονομία μας, ὄχι σήμερον ἀκριβῶς, ἀλλὰ πολὺ συντόμως. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξήγησιν. Τί ἐπιδιώκεται διὰ τῶν ἄρθρων αὐτῶν; Παρ’ ὅλας τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δι’ ἐμὲ παραμένει ἡ ἀπορία, πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ μίαν θεωρητικὴν ἐπιφύλαξιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν μετ’ ὀλίγας μόλις ἡμέρας νὰ ὑποβάλλεται ἕνα φορολογικὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνονται καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 110 ἑκατ.; Εἰς τὰς ἄλλας χώρας, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ἡμέρα καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποκαλεῖται ἡμέρα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εἶναι ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν διαγράφεται ὁλόκληρος ἡ οἰκονομικὴ πολιτική, ὁλόκληρον τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὅλων τῶν οἰκονομικῶν δι’ ἕν ἔτος θεμάτων. Δι’ ἡμᾶς ἡ κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι μία ἁπλῆ κατάθεσις μιᾶς λογιστικῆς καταστάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ διαφόρων ἐμβαλωματικῶν διατάξεων αὐξάνομεν τὰ ἔσοδα τοῦ πρὸ ἡμερῶν κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ αὐτὸ λέγεται πρόγραμμα οἰκονομικόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂς ἀφίσωμεν κατὰ μέρος τὴν παρένθεσιν καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῶν ἄρθρων 16 καὶ 17. Διὰ τοῦ ἄρθρου 16 γίνονται αἱ αὐξήσεις τῆς φορολογίας τῆς βενζίνης καὶ τοῦ πετρελαίου, εἰς δὲ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἐπαναλαμβάνονται τὰ ἴδια ἀκριβῶς ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα διατυπώνονται ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀπὸ 30ετίας. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, κομίζουσα γλαῦκα εἰς Ἀθήνας, λέγει, ὅτι ὁ μὲν σιδηρόδρομος ἐπιβαρύνεται μὲ τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ἐνῷ τὸ αὐτοκίνητον εὑρίσκει ἕτοιμον τὸν δρόμον ποὺ ἔκαμε τὸ Κράτος. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐπικαλοῦμαι ὅλα τὰ πρακτικὰ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὅλας τὰς ἐφημερίδας τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἔγινεν αὔξησις τοῦ φόρου τῆς βενζίνης, διὰ νὰ διαπιστωθῇ ὅτι κάθε φορὰν ἀναφέρονται τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα, ὅτι δηλαδή, τὸ Κράτος φροντίζει νὰ φτιάξῃ τοὺς δρόμους, ἐνῷ τὸ αὐτοκίνητον δὲν ξοδεύει τίποτε. Ἐὰν πράγματι θὰ ἐξόδευε διὰ τοὺς δρόμους, δὲν ὑπῆρχε κανένας λόγος νὰ ἔχῃ φτάσει ἡ φορολογία τῆς βενζίνης εἰς τὰ σημερινὰ ὕψη. Ἐὰν θέλωμεν νὰ κάμωμεν τὴν σύγκρισιν τῆς τιμῆς τῆς βενζίνης ἐν Ἑλλάδι μὲ τὴν τιμὴν τῆς βενζίνης ἄλλων Κρατῶν, θὰ ἴδωμεν τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει. Νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν πλάνην ἡ ἐπανάληψις τῆς τακτικῆς αὐτῆς. Εἶναι καιρὸς εἰς τὴν χώραν αὐτὴν νὰ ἀντιμετωπισθοῦν αἱ δυσκολίαι καλύτερον. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου, ἔκαμεν ὡρισμένας ὑποδείξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνδεικνυομένην ὑπὸ τῶν πραγμάτων πολιτικὴν διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τῶν σιδηροδρόμων. Μὲ ἐπρόλαβεν εἰς ὡρισμένας ἐξ αὐτῶν. Ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγώ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται πρὸ παντός, εἶναι ἡ ἐνέργεια αὐστηρῶν οἰκονομιῶν. Διότι, ἐὰν γίνῃ μία σύγκρισις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν σιδηροδρόμων τοῦ σημερινοῦ, μὲ τὸν Ὀργανισμὸν τῶν σιδηροδρόμων τὸν προπολεμικόν, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἔχει προστεθῆ οὔτε ἕνα χιλιόμετρον σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, θὰ ἰδῆτε, ὅτι ὑπάρχει μία πολυτέλεια διοικήσεως καὶ γενικώτερον μία διόγκωσις ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ 100%, ἐν σχέσει μὲ τὴν προπολεμικὴν ἐποχήν. Πέραν αὐτοῦ καὶ προτοῦ φθάσωμεν εἰς τὸν συντονισμὸν τῶν χερσαίων συγκοινωνιῶν, θὰ πρέπει νὰ ἀσκήσωμεν μίαν εὐρυτέραν πολιτικὴν γενναίων ἐπενδύσεων εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, εἰς τρόπον ὥστε πράγματι νὰ καταστήσωμεν τὸ κόμιστρον εὐθηνόν, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ ἰδικοί μας σιδηρόδρομοι εὑρίσκονται εἰς μίαν πρωτόγονον κατάστασιν. Μόνον μία οἰκονομία αὐστηρὰ καὶ μία πολιτικὴ γενναίων ἐπενδύσεων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ συντονισμὸν τοῦ κομίστρου ὄχι πρὸς τὰ ἄνω, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀποβῇ πρὸς ζημίαν τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας, ἀλλὰ πρὸς τὰ κάτω.
§133Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίζει τὸ θέμα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ ἐκθέτετε, ἐξαιρέσει τῆς περιπτώσεως τῆς μικρᾶς, τῆς ἐλαχίστης, ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιπτώσεως εἰς τὰς μεταφορὰς ἐπιβολῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τῆς βενζίνης καὶ τοῦ πετρελαίου. Ἡ Κυβέρνησις ἀκριβῶς μελετᾷ καὶ τὰς οἰκονομίας διὰ τῆς ἑνοποιήσεως τῶν δύο δικτύων τῶν ΣΠΑΠ καὶ τῶν ΣΕΚ καὶ ἀπεφασίσθη ἡ ἑνοποίησις καὶ θὰ ἔλθῃ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἑνοποίησις αὐτή. Αἱ μελέται τῆς ἀναμορφώσεως ἔγιναν, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν τὰς ὑπεδείξατε προηγουμένως.
§134Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω ἰδιαιτέρως, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρόκειται νὰ ἀκολουθήσῃ αὐτὴν τὴν γραμμήν, διότι ἡ αὔξησις τοῦ κομίστρου ἀποτελεῖ ἕνα βάρος ἐπαχθὲς διὰ τὴν ὅλην οἰκονομίαν. Δέν εἶναι δυνατόν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γίνῃ συντονισμὸς τῶν συγκοινωνιῶν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ κομίστρου. Κύριοι βουλευταί, ἐτελείωσα. Ἐπιθυμῶ νὰ κάμω μίαν δήλωσιν ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι τασσόμεθα ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Ἐπιθυμῶ, ὅμως, παραλλήλως νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι προτοῦ μποῦμε εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων, πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ μᾶς δώσῃ ὡρισμένας ἀπαντήσεις ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ θίξω, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι κ.κ. συνάδελφοι. (Χειροκροτήματα). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐαγγελίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§136Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν ἐπίσπευσιν τῆς συζητήσεως, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀμέσου ἐπιψηφίσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ὅταν διαμαρτυρίαι κατ’ αὐτοῦ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς κατηγορίας τῶν παραγωγικῶν κλάδων τῆς χώρας καταφθάνουν καὶ ὅταν, ἀκόμη, ὁ ἴδιος ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν στὴν προφορικὴν εἰσήγησίν του, κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀφῆκε νὰ ἐννοηθῇ ὅτι, παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας τροποποιήσεις του, ὑπάρχουν ἀτέλειαι εἰς τὸ νομοσχέδιον, ποὺ θὰ ἔπρεπε δι’ ὑποδείξεων τῶν βουλευτῶν νὰ βελτιωθοῦν. Καὶ αἱ διαμαρτυρίαι ποὺ προανέφερα, κ.κ. βουλευταί, δὲν εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἄσκοποι καὶ τεχνηταί. Εἶναι διαμαρτυρίαι ποὺ στηρίζονται εἰς αὐτὰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιτυγχάνουν τὸν σκοπὸν ποὺ λέγει, ὅτι ἐπιδιώκει τοῦτο, δημιουργοῦν ἕνα καθεστὼς πιέσεων καὶ καταδυναστεύσεως καὶ διὰ αὐτοὺς τοὺς εἰλικρινεῖς φορολογουμένους. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον, ὡς καὶ οἱ προλαλήσαντες κ.κ. συνάδελφοι ἐξέθεσαν, ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο τμήματα ἤ, ὡς θὰ ἔλεγε κανεὶς καλλίτερον, ἀπὸ δύο κεχωρισμένα νομοσχέδια, συντεθέντα εἰς ἓν διὰ λόγους σκοπιμότητος. Τὸ πρῶτον μέρος ἀφορᾷ, ὡς λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, τὴν τροποποίησιν τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας, πρὸς πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Τὸ δεύτερον μέρος ἀφορᾷ, ὡς καὶ πάλιν ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ἰσχυρίζεται, εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων, διὰ τῆς ἐξισορροπήσεως τῶν ὅρων λειτουργίας σιδηροδρόμου καὶ αὐτοκινήτου. Ἂς ἴδωμεν τὸ πρῶτον μέρος. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει ἐξ ἀρχῆς νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι, τόσον ἐγώ, ὅσον καὶ τὸ Κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, εἶναι ἀνέκαθεν ὑπὲρ τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ τὸ ἔχει πολλάκις διακηρύξει. Συνεπῶς, ἀπὸ ἀπόψεως σκοποῦ, εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ἐφ’ ὅσον ἤθελε διαπιστωθῆ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἄγουν πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, θὰ ἦτο πρόθυμον νὰ τὸ ψηφίσῃ. Ἀπὸ τὴν διαπίστωσιν, συνεπῶς, αὐτὴν θὰ ἐξαρτηθῇ καὶ ἡ ψῆφος του. Αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, αἱ κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, τείνουσαι εἰς τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, διαιροῦνται, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τέσσαρας κατηγορίας Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν ἀνήκει ἡ προσπάθεια διὰ τὴν σύλληψιν τῆς διαφευγούσης φορολογητέας ὕλης. Ἡ δευτέρα κατηγορία ἀναφέρεται εἰς τὴν ὀρθὴν φορολόγησιν τῆς δηλωθείσης φορολογητέας ὕλης, ἢ καὶ ἐκείνης, ἥτις ἐκ τοῦ ἐλέγχου θὰ ἔδει νὰ συλληφθῇ. Ἡ τρίτη κατηγορία ἀφορᾷ μέτρα ποὺ τείνουν εἰς τὴν ὑποβοήθησιν τοῦ ἐλέγχου τῆς κανονικῆς δηλώσεως τῶν φορολογικῶν εἰσοδημάτων. Τέλος, ἔχομεν τὴν κατηγορίαν μέτρων, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν περαιτέρω κυρώσεων κατὰ τῶν φοροφυγάδων. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐν λόγῳ μέτρων, ἂν εἶναι πρόσφορα διὰ τὴν καταπολέμησιν τῆς φοροδιαφυγῆς, θὰ πρέπει, πρωτίστως, νὰ ἀναλύσωμεν τὸ φαινόμενον τῆς φοροδιαφυγῆς, ἀπὸ ἀπόψεως τῆς ἐννοίας της, ἀπὸ ἀπόψεως αἰτίων καὶ σημασίας της κλπ. Ἀπὸ ἀπόψεως ἐννοίας, ἡ φοροδιαφυγὴ τυπικῶς καταλαμβάνει τὴν μὴ ἠθελημένην ὑπὸ τοῦ Νομοθέτου διαφυγὴν ἀπὸ τῆς φορολογίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ αἴτια τῆς φοροδιαφυγῆς, ταῦτα διακρίνονται εἰς δύο κατηγορίας. Ἡ διάκρισις αὐτὴ ἔχει σημασίαν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ καθορισμοῦ τῶν μέτρων ποὺ θὰ πρέπει νὰ ληφθοῦν. Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν ἀνήκει ἡ φοροδιαφυγὴ τῶν μικρῶν φορολογουμένων, ἐκείνων δηλαδή, οἱ ὁποῖοι κατά τινα τρόπον, πάντως εἰς μικρὸν βαθμόν, ὑποβιβάζουν τὸ εἰσόδημά των, ἀμυνόμενοι οὕτως εἰπεῖν, λόγῳ τοῦ ἀδίκου φορολογικοῦ συστήματος καὶ τοῦ τρόπου ἐφαρμογῆς του. Εἶναι δὲ τὸ σύστημα ἄδικον, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Α) Διότι ἡ ἀναλογία μεταξὺ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας εἶναι ἄδικος καὶ ἐπιβαρυντικὴ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ ἐὰν μὲν κατ’ ἔτος βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἐβελτιοῦτο ἡ ἀναλογία αὐτὴ ἐπ’ αὐξήσει τοῦ ποσοστοῦ τῶν ἀμέσων φόρων, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχεν, ἴσως, τόσον μεγάλην σημασίαν. Σημασίαν ἔχει, διότι συμβαίνει τὸ ἀντίστροφον ἀπὸ τοῦ 1951 καὶ ἐντεῦθεν μὲ τὰς νέας κατ’ ἔτος ἐμμέσους φορολογίας καὶ μὲ τὴν μικρὰν ἀπόδοσιν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἡ τελευταία αὕτη ἔφθασε νὰ καλύπτῃ σήμερον μόλις τὸ 18% τῶν φορολογικῶν ἐσόδων, ἀντὶ τοῦ 29%, περίπου, ποὺ ἐκάλυπτε κατὰ τὸ 1951.
§137Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἤθελα νὰ σᾶς διακόψω διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὐδέποτε εἶχε φθάσει ἡ ἀπόδοσις τῆς ἀμέσου φορολογίας εἰς τὰ 29%. Θὰ σᾶς ἀνακοινώσω τοὺς ἀριθμούς, διὰ νὰ πεισθῆτε καὶ σεῖς καὶ τὸ Σῶμα. Κατὰ τὸ ἔτος 1949 –1950 οἱ ἄμεσοι φόροι ἀπέδωσαν τὰ 15%, τὸ 1950– 51 τὸ 17,4%, τὸ 1951–52 τὰ 21,6%, τὸ 1952–53 τὰ 25,2%. Τοῦτο ἐξησφαλίσθη, διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπέδωσαν τὰ ἔκτακτα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ διὰ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ 1953–54 ἐπέδωσαν τὰ 23,4% διὰ τοὺς ἰδίους λόγους. Τὸ 1954–55 τὰ 23%. Τὸ 1957 τὰ 22%. Τὸ 1958 τὰ 20%, τὸ 1959 τὰ 20% καὶ τὸ 1960 ὑπολογίζεται ἡ ἀπόδοσις εἰς 20,2%. Τὰ ποσοστὰ ταῦτα ἀποδίδουν τὴν συμβολὴν τῆς ἀμέσου φορολογίας εἰς τὸ σύνολον τῶν ἐκ τῆς φορολογίας ἐσόδων.
§138Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Τζαννετάκη, βουλευτοῦ τότε τοῦ Συναγερμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει αὐτὰς τὰς ἀναλογίας.
§139Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, σεῖς ἀκριβῶς δὲν δύνασθε νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας μόνον τὴν ἔκθεσιν καὶ νὰ ἀγνοῆται ἢ νὰ παραγνωρίζετε τὰ δεδομένα τῆς ἐκτελέσεως τῶν προϋπολογισμῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν.
§140Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Σημασίαν ἔχει, κ. Ὑπουργέ, ἡ συνεχὴς αὔξησις τῆς ἐμμέσου φορολογίας.
§141Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, θὰ πρέπει νὰ προσέξητε, ἐὰν καὶ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ἀφοροῦν τὴν πραγματοποίησιν ἢ τὴν βεβαίωσιν.
§142Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σημασίαν ἔχει τὸ γεγονός, ὅτι ἀντὶ νὰ ἔχωμεν προοδευτικῶς αὔξησιν τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἐπὶ μειώσει τῆς ἀναλογίας της ἔναντι τῆς ἐμμέσου φορολογίας, ἔχομεν μείωσιν τῆς ἀναλογίας τῆς ἀμέσου φορολογίας.
§143Η. ΗΛΙΟΥ. Θὰ πρέπει, κ. συνάδελφε, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἐν συγκρίσει μὲ τὸ παρελθόν, ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἴχομεν μικρότερον εἰσόδημα, ἐνῷ σήμερον ἔχομεν εἰσόδημα κατὰ 50% μεγαλύτερον.
§144Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Συνεχίζω τὴν ἀνάλυσιν διὰ τὴν πρώτην κατηγορίαν τῆς φοροδιαφυγῆς, προσθέτων καὶ ἄλλους λόγους. Ἕνας φορολογούμενος, ὁ ὁποῖος ἔχει μισθὸν 2.000 δραχ., κ. Ὑπουργέ, τὸν μῆνα, καὶ τοῦ ἀφαιρεῖτε διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων τὸ ½ περίπου τοῦ εἰσοδήματος τούτου, εὐλόγως αἰσθάνεται, ὅτι ἀδικεῖται καὶ αἰσθάνεται ὡς ἐκ τούτου ἑαυτὸν δικαιολογημένον νὰ ἀμυνθῇ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό, εἶναι καὶ αἱ μέθοδοι τῶν φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων, ποὺ τοῦ δημιουργοῦν τὴν δικαιολογίαν τῆς ἀμύνης. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ φορολογικοὶ ὑπάλληλοι δὲν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τὰ βιβλία τῶν μικρῶν φορολογουμένων. Ὑπάρχει, λοιπόν, τὸ στοιχεῖον τῆς ἐξεγέρσεως καὶ ἀμύνης τοῦ μικροῦ φορολογουμένου ἐναντίον τῆς τάσεως τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν νὰ αὐξήσουν ὑπερβαλόντως καὶ ἀδικαιολογήτως τὸ εἰσόδημα τοῦ φορολογουμένου. Δὲν εἶναι, λοιπόν, αὐτὴ ἡ κατηγορία τῶν ἐξ ἀμύνης φοροφυγάδων ποὺ θὰ πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀντίδρασιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, ἂν θέλῃ νὰ πατάξῃ τὴν πραγματικὴν φοροδιαφυγήν, θὰ πρέπει νὰ στραφῇ πρὸς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων ποὺ ἔχουν μεγάλα εἰσοδήματα, καὶ τῶν ὁποίων ἡ προσπάθεια πρὸς ἀπόκρυψιν τῶν τεραστίων εἰσοδημάτων των ἀποτελεῖ ὠμὴν πλεονεξίαν. Ἐξ ἄλλου, ἡ φοροδιαφυγὴ δὲν ἀναφέρεται εἰς ὅλας τὰς πηγὰς εἰσοδήματος. Διότι, προκειμένου διὰ τοὺς μισθωτοὺς π.χ., εἶναι ἀδύνατος ἡ διαφυγὴ τοῦ εἰσοδήματος, προκειμένου περὶ τῶν ἐξ οἰκοδομῶν εἰσοδημάτων εἶναι δυσχερής. Ἐπίσης, προκειμένου περὶ τῶν κινητῶν ἀξιῶν, δηλαδὴ τῶν μερισμάτων τῶν μετοχῶν καὶ τῶν τοκομεριδίων τῶν ὁμολογιῶν, ἡ φορολογητέα ὕλη συλλαμβάνεται, διότι ὁ φόρος παρακρατεῖται. Ἀπομένει διὰ τὴν πηγὴν αὐτὴν τὸ θέμα τοῦ ἐφαρμοστέου συντελεστοῦ, λόγῳ κατανομῆς τῶν ἐκ κινητῶν ἀξιῶν εἰσοδημάτων. Συνεπῶς, παραμένουν δύο κατηγορίαι, εἰς τὰς ὁποίας δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ ἡ φοροδιαφυγή. Ἡ μία κατηγορία εἶναι τῶν εἰσοδημάτων ἐξ ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, καὶ ἡ ἄλλη τῶν ἐξ ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων. Ἀλλὰ καὶ προκειμένου διὰ τὰς δύο αὐτὰς κατηγορίας, ἡ προσοχὴ δὲν πρέπει νὰ διασπασθῇ εἰς ὅλα τὰ μεγέθη τῶν εἰσοδημάτων, ἀλλὰ κυρίως πρέπει νὰ στραφῇ εἰς τὰ μεγάλα εἰσοδήματα διότι, ἄλλως, μὲ τὴν ἀπασχόλησιν τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν μὲ τὴν φοροδιαφυγὴν ἀπὸ τὰ μικρὰ εἰσοδήματα, διευκολύνεται ἡ εὐρυτέρα φοροδιαφυγὴ εἰς τὰ μεγάλα τοιαῦτα. Διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὄχι μόνον δὲν γίνεται διαχωρισμός, ἀλλὰ ἀναμιγνύονται μικροὶ καὶ μεγάλοι φορολογούμενοι, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διευρυνθῇ ὁ κύκλος ἀπασχολήσεως τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ οὕτως ἡ ἀπόδοσις νὰ εἶναι ἀντιστρόφως ἀνάλογος ὁπότε, ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσει, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ διαφύγουν οἱ μεγάλοι φοροφυγάδες. Οὕτω, π.χ., προβλέπεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ὑποχρέωσις προσαγωγῆς τῶν μισθωτηρίων συμβολαίων εἰς τὸν ἁρμόδιον Οἰκονομικὸν Ἔφορον. Καὶ διὰ μὲν τὰς οἰκίας προβλέπεται, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο θὰ ἰσχύσῃ εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὸ μηνιαῖον μίσθωμα ὑπερβαίνει τὰς 2.000 δραχμάς. Προκειμένου ὅμως διὰ τὰ καταστήματα, ἀνεξαρτήτως ποσοῦ μισθώματος, καθίσταται ὑποχρεωτικὴ ἡ ὑποβολὴ τῶν μισθωτηρίων συμβολαίων καὶ πρόκειται περὶ τεραστίου ἀριθμοῦ μικροκαταστημάτων, ὁπότε φαντασθῆτε πόσον μεγάλος θὰ εἶναι ὁ ὄγκος ἐργασίας, ὁ ὁποῖος θὰ προστεθῇ εἰς τὰς Οἰκονομικὰς Ἐφορίας καὶ τοῦτο θὰ εἶναι ἄνευ οὐσιαστικοῦ ἀποτελέσματος, διότι ἡ σύλληψις τοῦ εἰσοδήματος ἐκ τῶν μικρῶν οἰκοδομῶν, ὡς προεῖπον, δὲν εἶναι δυσχερής, ἐνῷ οἱ μεγάλοι εἰσοδηματίαι ἔχουν καὶ ἐνταῦθα τὸν τρόπον καταστρατηγήσεως τοῦ μέτρου, ὁπότε δὲν παραμένει παρὰ ἡ κατάθλιψις διὰ τοὺς μικρούς, χωρὶς νὰ προωθῆται ἡ περιστολὴ τῆς φοροδιαφυγῆς τοῦ μεγάλου εἰσοδήματος. Διὰ τοὺς ἀσκοῦντας ἐλευθέριον ἐπάγγελμα ἐξ ἄλλου, δι’ ἄλλης διατάξεως ἀνατίθεται εἰς τριμελῆ Ἐπιτροπὴν ὁ καθορισμὸς τοῦ εἰσοδήματός των κατὰ τρόπον αὐθαίρετον καὶ ἀντίθετον πρὸς τὰ στοιχεῖα τῶν τηρουμένων ὑπ’ αὐτῶν βιβλίων. Ἀσχέτως τοῦ ὅλως καταδυναστευτικοῦ εἰς βάρος τοῦ συνόλου τῶν ἐλευθέρων ἐπαγγελματιῶν τοῦ ἐν λόγῳ μέτρου, ἀντιλαμβάνεσθε τὶ φόρτος ἐργασίας θὰ προστεθῇ εἰς τὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἵνα μὴ ἀναφέρω καὶ τὰ ἄλλα μέτρα ἐν λεπτομερείᾳ, νομίζω, ὅτι τὰ προβλεπόμενα μέτρα, ὄχι μόνον δὲν θὰ συντελέσουν εἰς τὴν καταπολέμησιν τῆς φοροδιαφυγῆς, ἀλλὰ διὰ τῆς γενικῆς ἀναμίξεως μικρῶν καὶ μεγάλων εἰσοδημάτων θὰ καταλήξουν νὰ μὴ δύνανται αἱ φοροτεχνικαὶ ὑπηρεσίαι νὰ στραφοῦν ἐκεῖ, ὅπου ἡ σκοπιμότης τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς τὸ ἐπιβάλλει. Κατὰ τὸ ἔτος 1958, τὸ ἥμισυ τῶν φορολογικῶν δηλώσεων καὶ συγκεκριμένως 103.100 ἐπὶ 208.300, ἀφεώρων εἰσοδήματα κάτω τῶν 34.000 δραχμῶν ἐτησίως, μὲ συνολικὴν ἀπόδοσιν φόρου 48 ἑκατ. δραχμῶν. Εἰς ὅλον αὐτὸν τὸν ὄγκον ἐργασίας προσθέτει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νέον φόρτον, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι εὐκολώτερον νὰ διαφεύγουν οἱ φοροφυγάδες. Πέραν αὐτῶν, ἡ θεσπιζομένη ἀκυρότης τῶν ἀντεγγράφων, προκειμένου διὰ τὰς προσωπικὰς ἑταιρείας, δὲν θὰ ἀποτελέσῃ μέθοδον ἀποφυγῆς εἰκονικῶν ἑταιρειῶν, δεδομένου, ὅτι τὰ ἀπαρτίζοντα τὰς ἑταιρείας ταύτας πρόσωπα ἔχουν ἰδιαίτερον σύνδεσμον μεταξύ των. Περαιτέρω πρέπει νὰ τονισθῇ, ὅτι αἱ θεσπιζόμεναι νέαι κυρώσεις εἶναι ἐξοντωτικαί. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι καὶ εἰς τὸν Ποινικὸν Κώδικα ὑπάρχουν αὐστηραὶ κυρώσεις διὰ τοὺς διαπράττοντας ἀδικήματα, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν δημιουργεῖ τὸν φόβον εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι θὰ στραφοῦν ἐναντίον των, ἐφ’ ὅσον διάγουν νομοταγῶς. Ἐν προκειμένῳ, ὅμως, δὲν ἔχομεν δικαστάς, θὰ ἔχωμεν φοροτεχνικὰ ἁπλῶς ὄργανα, τινὰ τῶν ὁποίων εἴτε ἀπὸ ὑπερβάλλοντα ζῆλον, εἴτε ἀπὸ κακὴν ἐκτίμησιν, εἴτε ἀπὸ ἄλλους λόγους, δὲν ἐπιτελοῦν ὡς θὰ ἔδει τὸ καθῆκον των. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἑπομένως, νὰ ἐμπιστεύωνται οἱ φορολογούμενοι εἰς τὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας τὴν ὑπόληψίν των, τὴν προσωπικήν των ἐλευθερίαν, αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασίν των καὶ τὴν τύχην τῶν ἐπιχειρήσεών των; Δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ σύγκρισις ποὺ ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργός.
§145Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ὑπόβαθρον ἡ κρίσις τῶν φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ ὁλόκληρος ἡ διαδικασία ἡ ἐπακολουθοῦσα τὴν κρίσιν τῶν φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῆς ὁποίας καθίσταται ἀπαιτητὸς ὁ φόρος.
§146Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ἀλλά, ἐπὶ πλέον, κ. Ὑπουργέ, δὲν περιορίζονται αἱ διατάξεις αὐταὶ εἰς τὰς ὑφισταμένας ἤδη κυρώσεις, ἀλλὰ θεσπίζονται νέαι τοιαῦται, ὅπως εἶναι αἱ κυρώσεις τοῦ ἄρθρου 9, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν τὰ τακτικὰ φορολογικὰ δικαστήρια, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἰσχυρίσθη κανείς, ὅτι ἡ λειτουργία των δὲν ἀποτελεῖ ἐγγύησιν.
§147Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἰς ποίαν περίπτωσιν ἐπέρχεται αὐτὴ ἡ κύρωσις;
§148Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Τὸ λέγει ἡ διάταξις.
§149Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, λέγει ἡ διάταξις, ὅτι ὁ τελεσιδίκως ἐλεγχθεὶς ὡς φοροκλέπτης καὶ ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη καὶ ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Δικαστηρίου, δύναται νὰ ὑποστῇ τὰς κυρώσεις ..... αʹ, βʹ, γʹ ... καὶ προσθέτει, ὅτι δύναται νὰ στερηθῇ καὶ τῆς πιστοδοτήσεως ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης. Δηλαδή, πρέπει οὗτος νὰ ἔχῃ κριθῇ τελεσιδίκως διὰ τὴν παράβασιν καὶ πρέπει νὰ ἐπακολουθήσῃ ποινικὴ καταδίκη διὰ νὰ δύναται τὸ Ποινικὸν Δικαστήριον νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ τὰς κυρώσεις αὐτάς. Κατὰ ποίαν λογικήν, συνεπῶς, ἔννοιαν, κ. συνάδελφε, συνάγετε τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ παρέχει ἔδαφος ἀπειλῆς τοῦ εἰλικρινοῦς φορολογουμένου;
§150Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Εἶπον καὶ πρότερον, ὅτι τὸ ὑπόβαθρον διὰ τὴν ποινικὴν καταδίκην θὰ ἀποτελέσῃ ἡ κρίσις τῶν φορολογικῶν Ἐπιτροπῶν...
§151Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐξαρτᾶται ἡ ταχεῖα ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογικῶν δικαστηρίων». Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, λόγῳ τῆς ὑφῆς του, εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς μιᾶς ἑσπέρας, οὕτως ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου ἡ λειτουργία τοὐλάχιστον τῶν Δευτεροβαθμίων Δικαστηρίων.
§152Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ἐὰν τὰ φορολογικὰ δικαστήρια δὲν ἐλειτούργησαν, ἡ εὐθύνη δὲν βαρύνει τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ τὴν Κυβέρνησιν.
§153Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὸ νομοσχέδιον κατετέθη, θὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν προεκφώνησιν, διότι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν δυνατότητα πρὸς ὑποβολὴν ἀντιρρήσεων παρέχει.
§154Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι εἰς τὸ Ποινικὸν Δικαστήριον ἀπόκειται ἡ κρίσις περὶ τοῦ ποῖος θὰ εἶναι ὁ φοροκλέπτης, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Ποινικὸν Δικαστήριον θὰ κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων, τὰ ὁποῖα θὰ προσκομισθοῦν ἀπὸ τὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας, δηλαδή, τοὐλάχιστον δύο καταψηφιστικὰς ἐκθέσεις. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἐκθέσεις ἀνάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν, δυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ὑφίστανται περιθώρια διὰ τὸ Ποινικὸν Δικαστήριον νὰ ἀποφασίσῃ, κρίνον καὶ ἐπὶ ἄλλων στοιχείων.
§155Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἀπορῶ, πῶς τὸ συζητεῖτε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν διώκεται ποινικῶς οἱοσδήποτε φορολογούμενος, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου θὰ διαπιστωθῇ ἀνειλικρίνεια καὶ θὰ ἐπιβληθῇ ἕνας φόρος, ἕνα πρόστιμον, διώκεται ποινικῶς μόνον ὁ φορολογούμενος, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑποπέσει ἐκ προθέσεως εἰς ὡρισμένην παράβασιν.
§156Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Ποῖος βεβαιοῖ τὴν πρόθεσιν;
§157Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ, ὁ ποινικός. Ἐκεῖνος θὰ κρίνῃ τὴν πρόθεσιν. Ποῖος ἄλλος ἀπὸ τὸν ποινικὸν δικαστὴν θὰ κρίνῃ τὴν πρόθεσιν;
§158Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Τὴν βάσιν, πάντως, θὰ ἀποτελέσῃ, κατὰ ἕνα σημαντικὸν βαθμόν, ἡ ἀπόφασις τῆς φορολογικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν αἱ διατάξεις αὐταὶ νὰ ἐφαρμοσθοῦν, ἀφ’ ἧς λειτουργήσουν τὰ φορολογικὰ δικαστήρια· καὶ ἡ παρέμβασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔτεινε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι πιθανῶς, νὰ συνδέσῃ τὴν διάταξιν εἴτε οὐσιαστικῶς, εἴτε καὶ τυπικῶς, πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων.
§159Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τυπικῶς δὲν θὰ τὸ συνδέσωμεν. Ἀπὸ σᾶς ἐξαρτᾶται νὰ ψηφισθῇ ταχέως τὸ κατατεθὲν νομοσχέδιον, ὁπότε ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν χωρὶς νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἰσχὺν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, νὰ λειτουργήσουν τὰ φορολογικὰ δικαστήρια.
§160Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ποὺ ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν τῆς σειρᾶς τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ λειτουργήσουν τὰ φορολογικὰ δικαστήρια, ἀλλὰ τὸ παρελθὸν μᾶς κάμνει διστακτικοὺς εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Εὐχόμεθα, ὅμως, ἡ Κυβέρνησις νὰ χωρήσῃ ταχέως εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων.
§161Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἡ εὐθύνη εἶναι μόνον τῆς Κυβερνήσεως.
§162Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Προχωρῶν, κύριοι συνάδελφοι, λέγω, ὅτι ἐφ’ ὅσον αὐτὰ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἀνέλυσα καὶ ἔστω, μὲ κἄποιαν μακρηγορίαν, δὲν ἄγουν εἰς τὸν σκοπόν, δηλαδή, εἰς τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, ὑπὸ τὴν μορφὴν αὐτὴν τὴν ἐκ δόλου προερχομένην καὶ ὀφειλομένην εἰς τὴν πρόθεσιν τῶν μεγάλων κυρίως εἰσοδηματιῶν, νὰ διαφύγουν τὰς φορολογικάς των ὑποχρεώσεις. Νομίζομεν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ ριζικῶν τροποποιήσεων, νὰ τύχῃ τῆς ἡμετέρας ἐγκρίσεως. Ἡμεῖς, ὅμως, διότι, ὡς ἐδήλωσα ἐν ἀρχῇ, εἴμεθα ὑπὲρ τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς, ὑποδεικνύομεν καὶ σειρὰν μέτρων, τὰ ὁποῖα, κατὰ γνώμην γενικήν, θὰ πρέπει νὰ ληφθοῦν διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ πράγματι ὁ σκοπὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπὸ ὅλους δεκτός, τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς. Οὕτω προτείνομεν: 1) Τὴν κατάργησιν τῶν φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι προσωπικὸν χαρακτῆρα, εἰς τὴν ὁποίαν δέον νὰ περιληφθῇ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις καὶ ἡ χορηγία πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, καὶ τοῦτο διότι, ὡς ἐλέχθη ἤδη καὶ παρ’ ἄλλων συναδέλφων καὶ αἱ ἰθύνουσαι τάξεις πρέπει νὰ δίδουν τὸ παράδειγμα τῶν θυσιῶν, οὕτως ὥστε νὰ δικαιοῦνται νὰ ἀξιοῦν μείζονα φορολογικὴν συνείδησιν ἀπὸ τοὺς διοικουμένους. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δίδομεν εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ καὶ ὄχι οὐσιαστικῆς αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν ἐσόδων. 2) Πρέπει νὰ αὐξηθῇ τὸ ἀφορολόγητον ὅριον εἰς 30.000 δραχμῶν. Ἡ ἐνδεχομένη ζημία εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ἔν τινι μέτρῳ διὰ διαφόρων τρόπων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ αὔξησις τῶν κατωτάτων συντελεστῶν. Τοῦτο ἐξυπηρετεῖ καὶ λόγους σκοπιμότητος, διότι θὰ ἀπαλλάξῃ τὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας ἐκ τοῦ βάρους τοῦ ἡμίσεος τῶν δηλώσεων καὶ θὰ τοὺς παράσχῃ τὸν χρόνον νὰ στραφοῦν εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν μεγαλυτέρων εἰσοδημάτων. 3) Ἡ ὀνομαστικοποίησις τῶν μετοχῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ἥτις ἐπεβλήθη τὸ ἔτος 1949, κατηργήθη δὲ ἐκ νέου καὶ οὕτω διαφεύγουν εἰσοδήματα ἐκ κινητῶν ἀξιῶν. 4) Ἡ ἵδρυσις εἰδικῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν διὰ τὰ μεγάλα εἰσοδήματα, ἐνῷ σήμερον ὑπάρχουν μόνον διὰ τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας. 5) Ἡ ἐξέτασις τοῦ θέματος τῆς συλλήψεως τῆς φορολογητέας ὕλης. Σήμερον ἡ πρώτη ὕλη ἡ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένη, συλλαμβάνεται διὰ τῆς παρεμβολῆς τοῦ Τελωνείου. Δὲν ὑπάρχει, ὅμως, ἔλεγχος διὰ τὴν πρώτην ὕλην, ἥτις προέρχεται ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ. Διότι αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις, ἀποφεύγουσαι νὰ ἐκδώσουν τιμολόγια διὰ τὰς πωλήσεις των, διευκολύνουν καὶ τὰς μικρὰς νὰ μὴ τηροῦν βιβλία πλήρη καὶ εἰλικρινῆ, μὲ ἀποτέλεσμα ἐκ τούτου, νὰ ἔχωμεν μίαν μεγαλυτέραν φοροδιαφυγήν. 6) Ἡ ἀναδιοργάνωσις τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν. Πολλοὶ λόγοι συνετέλεσαν εἰς τὴν μείωσιν τοῦ κύρους, τῆς ἀποδόσεως καὶ τῆς ἀκεραιότητος ἀκόμη τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναφέρω λεπτομερῶς τοὺς λόγους αὐτούς, διότι ἐτονίσθησαν παρ’ ἄλλων συναδέλφων, εἶναι αἱ ἐπανειλημμέναι ἐκκαθαρίσεις, ἡ εὐνοιοκρατία κ. λ.π. Νομίζω, ὅτι τώρα, ὁ μὲν καλὸς ὑπάλληλος θὰ πρέπει νὰ τονωθῇ εἰς τὸ ἔργον του, ὁ δὲ κακὸς νὰ παταχθῇ εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν, ὥστε νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι πᾶς παραβαίνων τὸν νόμον θὰ ἀντιμετωπίσῃ ὁπωσδήποτε τὸν πέλεκυν τῆς δικαιοσύνης ποινικῶς, εἴτε πειθαρχικῶς. Ἐκ παραλλήλου, θὰ πρέπει νὰ τονωθῇ ὁ ζῆλος τῶν καλῶν ὑπαλλήλων καὶ δι’ ἄλλων μέσων. Ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος μὲ κἄποιαν ἐξιδιασμένην ἐπιμέλειαν, ἐπιτύχῃ τὴν ἀνακάλυψιν μιᾶς σοβαρᾶς φοροδιαφυγῆς, θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ πέραν τῆς ἠθικῆς καὶ κἄποιαν ὑλικὴν ἀμοιβήν, σύμφωνα μὲ τὰ ἰσχύοντα, προκειμένου περὶ ἀνακαλύψεως παραβάσεων τῶν νόμων περὶ τελωνειακῶν δασμῶν, φόρου καπνοῦ, μονοπωλίων κλπ. Ἡ ἀμοιβὴ αὐτὴ θὰ θωρακίσῃ καὶ τὸν ὑπάλληλον κατὰ ἕνα τρόπον, ὥστε ν’ ἀνθίσταται ἀποτελεσματικῶς εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν δελεαστικῶν προσφορῶν ὑπὸ τῶν φορολογουμένων, διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν μείωσιν τοῦ βαρύνοντος αὐτοὺς φόρου. Ἐκ παραλλήλου, διὰ τοὺς κακοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς μὴ συμμορφουμένους πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, θὰ πρέπει νὰ καθιερωθῇ ὡς ἰδιώνυμον ποινικὸν ἀδίκημα ἡ παραβίασις ὑπὸ τούτων τῶν κειμένων διατάξεων πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τοῦ προσδιορισμοῦ φορολογητέας ὕλης μείζονος τῆς πραγματικῆς. Τοιουτοτρόπως θὰ ἀνορθώσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν φορολογουμένων πρὸς τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα. Αὐτά, κύριοι βουλευταί, καὶ ἄλλα τινὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπρότειναν οἱ κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσουν εἰς τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ ὄχι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προτείνονται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι εἴμεθα ὑπὲρ τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὰ λαμβανόμενα δὲν συντελοῦν εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταψηφίσωμεν καὶ κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω πολὺ ὀλίγα δοθέντος, ὅτι πολλὰ ἐλέχθησαν ἐπ’ αὐτοῦ παρ’ ἄλλων ὁμιλητῶν καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν ἀμέσως προηγηθέντα εἰς τὸ βῆμα συνάδελφον, κ. Κωστόπουλον. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων, ἀνενδοιάστως συνάγεται ποῖος εἶναι ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τῆς διατάξεως ταύτης. Σκοπὸς τῆς διατάξεως ταύτης δὲν εἶναι ἡ κατὰ κἄποιον τρόπον ἐξισορρόπησις τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ αὐτοκινήτου πρὸς τὸ τραῖνο, ἀλλὰ σκοπός της εἶναι ἡ ἐπαύξησις τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπεθύμει τὴν τακτοποίησιν τῶν χερσαίων συγκοινωνιῶν, θὰ ἔπρεπεν ἄλλα, ὀργανικὰ καὶ ὀρθολογικὰ νὰ λάβῃ μέτρα καὶ οὐχὶ ὡς πρῶτον μέτρον νὰ λάβῃ τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας τῆς βενζίνης καὶ τῆς νάφθης, μὲ σύνολον νέας ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ κατὰ 130 ἑκατ. δραχ. περίπου. Νομίζω συνεπῶς, ὅτι καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, οὖσα καθαρῶς φορολογικὴ καὶ μὴ δυναμένη νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ διὰ τὸν ὁποῖον φέρεται θεσπισθεῖσα, θὰ πρέπει νὰ καταψηφισθῇ. Κατόπιν τούτων, κύριοι βουλευταί, προτείνω τὴν καταψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ἐν τῷ συνόλῳ του. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κύρκος, ἔχει τὸν λόγον.
§164Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί! Ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς τὰς ἀπόψεις τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς παράσχω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι καὶ ὅταν ἠρξάμην τῆς μελέτης αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν παρακολούθησιν τῶν συζητήσεων εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ κατόπιν τῶν συζητήσεων ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, κατέβαλα πᾶσαν προσπάθειαν, διὰ νὰ ἀποβάλω, ὅσον εἶναι δυνατόν, τὸν μανδύαν τοῦ ἀντιπολιτευομένου καὶ νὰ διαμορφώσω τὰς ἀπόψεις μας μὲ ἀντικειμενικότητα, καλὴν πίστιν καὶ καλὴν πρόθεσιν. Ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις ἔχει τὰς ἰδικάς της ἀρχὰς καὶ τὸ ἰδικόν της πρόγραμμα, ἐκτεινόμενον καὶ ἐπὶ τῆς ὅλης δημοσιονομικῆς διαχειρίσεως. Γνωρίζει, ὅτι αἱ ἀρχαί της διΐστανται ριζικῶς πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ΕΡΕ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ αὐτήν. Παρὰ ταῦτα, προκειμένου περὶ μέτρου φορολογικοῦ, ὄχι μόνον δὲν ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ἀσκήσῃ δημαγωγίαν, διὰ τὸ πρόσκαιρον κέρδος τῆς ἱκανοποιήσεως τυχὸν τῶν τάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐξεδήλωσαν τὴν δυσφορίαν των διὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἀλλὰ ἐπιθυμεῖ νὰ συμπαρασταθῇ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ κατατείνῃ πράγματι εἰς τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν καὶ ὅλοι ἐπιδιώκομεν. Εἶναι ξένη ἡ Δημαγωγία πρὸς τὴν Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν καὶ προσπάθεια ἡμῶν εἶναι, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν προσπάθειαν ἀναλισκόμεθα, νὰ στηρίξωμεν τὴν πολιτικὴν ἑδραίωσιν τοῦ Κόμματός μας ἐπὶ τῆς διαφωτίσεως τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς παραπλανήσεως τοῦ λαοῦ! Κύριοι βουλευταί, θὰ εἰσέλθω ἐντὸς ὀλίγου, εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν ἀπόψεών μας. Πρὸ τούτου, ὅμως, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐκδηλώσω τὴν διαμαρτυρίαν μου, διὰ τὴν μομφήν, ἡ ὁποία ἐξηνέχθη ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγονται αἱ συζητήσεις ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ἄνευ διαμαρτυρίας, ὅτι τάχα ὁ τρόπος αὐτὸς παρακωλύει τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν πράγματι προκαλοῦνται μακραὶ συζητήσεις, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Κομμάτων, τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι προσάγονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σχέδια νόμων, εἴτε προχείρως καταστρωθέντα, εἴτε περιλαμβάνοντα διατάξεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προκαλέσουν μακροτάτας συζητήσεις, διότι τοῦτο θὰ ἐσήμαινεν, ὅτι ἡ πτέρυξ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἰδίᾳ τὸ Κόμμα τὸ ἰδικόν μας, θὰ κατεπρόδιδε τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν λαόν. Τὸ νομοσχέδιον, π.χ., περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως διὰ τὴν σάκχαριν, προεκάλεσε συζητήσεις καὶ ἀνάλωσε 4 ἂν μὴ καὶ 5 συνεδριάσεις. Ἀλλὰ ποῖον ἐβάρυνεν ἡ εὐθύνη; Ἐβάρυνε, μήπως, τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἢ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶχε προσέλθει εἰς τὴν σύναψιν μιᾶς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐκρίθη, καθ’ ὃν τρόπον ἐκρίθη, ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Δὲν εἶναι, λοιπόν, ὀρθόν, δὲν εἶναι πρέπον, δὲν εἶναι συμφέρον καὶ διὰ τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα καὶ διὰ τὸν Κοινοβουλευτισμόν, νὰ ἀπευθύνωνται αὐταὶ αἱ μομφαί. Ἂς φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ φραγμόν, πρῶτον εἰς τὴν ἄκρατον νομοπαραγωγήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατέχεται καί, ἡ ὁποία, κατ’ ἀρχὴν κρινομένη, εἶναι ἔνδειξις ἀδυναμίας. Καί, δεύτερον, εἰς τὴν συνεχῆ ὑποβολὴν πρὸς συζήτησιν σχεδίων νόμων, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται, ὡς εἶπον, εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην τῶν κατηγοριῶν τὰς ὁποίας ἀνέφερα. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ζηλεύω τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν —ὁμιλῶ ἀπροσώπως— καὶ θεωρῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς τὸν πλέον ἀσυμπαθῆ, εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν. Τοῦτο δέ, ὡς συμπέρασμα καὶ ἐκ τῆς ἰδικῆς μου προσωπικῆς πείρας, κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν εἶχον τὴν τιμὴν ἐπὶ βραχὺ διάστημα νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο κατὰ τὸ παρελθόν. Διότι αὐτὸς εἶναι βεβαρημένος μὲ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν πόρων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ συγκρατηθοῦν τὰ δημόσια ἔσοδα, διὰ τῶν ὁποίων τὸ Κράτος θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὁλονὲν αὐξανομένας δαπάνας του. Καὶ βέβαια, τὰ ἔσοδα αὐτά, δὲν πρόκειται νὰ πέσουν ἐξ οὐρανοῦ, ὡς ἄλλοτε ποτὲ τὸ μάννα ἐπὶ τὸν περιούσιον λαὸν τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ θὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὸ εἰσόδημα τοῦ λαοῦ, διὰ μέτρων φορολογικῶν. Καὶ εἶναι φυσικόν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἰσηγοῦνται τὰ φορολογικὰ μέτρα, νὰ συγκομίζουν τὴν δυσαρέσκειαν τῶν φορολογουμένων. Διότι ὅλοι θέλομεν νὰ ἀντλήσωμεν ἀπὸ τὸν δημόσιον προϋπολογισμὸν —ἄτομα, ὁμάδες τάξεις, κατηγορίαι— οὐδείς, ὅμως, εἶναι πρόθυμος νὰ συνεισφέρῃ. Ἀλλά, πέραν αὐτοῦ, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλει ἀκόμη νὰ εἶναι ἐφωδιασμένος καὶ μὲ μίαν αἰχμηρὰν ψαλίδα διὰ νὰ περικόπτῃ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν συναδέλφων του ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ νὰ περιστέλῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν δημιουργικήν των προσπάθειαν. Νὰ περικόπτῃ τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκεῖνοι ἔχουν τὴν ἔφεσιν νὰ δημιουργήσουν ἔργα εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Διὰ νὰ ἐπιτυγχάνῃ νὰ διατηρῇ τὸ λεγόμενον ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ὁποῖον διακηρύσσομεν, ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ περιφρουροῦμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν τὸν ζηλεύω. Ὅμως, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ηὐξημένην τὴν αἴσθησιν τῆς εὐθύνης των ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ τόπου, ἐκεῖνοι πρέπει νὰ συναισθάνωνται καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ὄχι νὰ παρεμβάλλουν ἐμπόδια εἰς τὸ ἔργον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ νὰ προσφέρουν εἰλικρινῶς τὴν συμπαράστασίν των εἰς αὐτόν. Σᾶς ἔδωσα ἤδη, κ. συνάδελφοι, τὸ μέτρον καὶ τὸν γνώμονα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ κρίνω δι’ ὅσων περαιτέρω θέλω ἐκθέσει πρὸς ὑμᾶς τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι συρραφὴ δύο, ἄλλοτε αὐτοτελῶν νομοσχεδίων, συγκόλλησις δύο νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν αὐτοτελῶς. Διὰ ποῖον λόγον συνεκολλήθησαν νομοσχέδια ἄσχετα μεταξύ των, δὲν τὸ γνωρίζω. Θὰ ἤθελα ὅμως, καὶ ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ θὰ παρεκάλουν νὰ προσέξετε ἰδιαιτέρως διότι, πέραν τοῦ τυπικοῦ, ἔχω οὐσιαστικὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον τὸ λέγω, καὶ θὰ ἐκθέσω τὸν λόγον αὐτὸν ἐν καιρῷ, θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ἐξ ὑμῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐγκύψει εἰς τὰ θέματα τὰ συνταγματικά, θὰ ἤθελον νὰ ἐπισύρω τὴν προσοχήν των ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος, διότι νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀντιβαίνει πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος, ρητῶς ἐπιτάσσον νὰ μὴ προστίθενται εἰς ἕνα νομοσχέδιον ἄρθρα ἢ τροπολογίαι ἢ προσθῆκαι, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ συνδέωνται ἀμέσως πρὸς τὸ κύριον θέμα τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀσπαζόμενος τὴν ἄποψιν αὐτὴν τὴν συνταγματικήν, ἐδέχετο νὰ ἀπαλείψῃ ὁλόκληρον τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι συνάδελφοι, ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πρώτου μέρους. Δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀντιληφθῶ διὰ ποῖον λόγον ἡ Κυβέρνησις, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, κατεπλάγησαν ἀρχικῶς, δυσηρεστήθησαν ἀργότερον, καὶ ἐξηγέρθησαν τελικῶς, κατὰ τῶν ἐκπροσώπων τῶν παραγωγικῶν τάξεων διὰ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἀντίθεσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Καὶ διὰ ποῖον λόγον δὲν ἐφείσθησαν αὐστηρῶν χαρακτηρισμῶν προκειμένου περὶ αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμίλησε περὶ ἀσκόπου θορύβου. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ὡμίλησε περὶ θορύβου, ὁ ὁποῖος ἔφθασε μέχρις ὑστερίας. Ἀλλὰ ἐνῷ τοῦτο συμβαίνει, ἀλλ’ ἐνῷ αὐτοὶ ἐδόθησαν οἱ χαρακτηρισμοί, πολλαὶ τῶν ὑποδείξεων τῶν παραγωγικῶν τάξεων, καὶ δὴ οὐχὶ ἐπουσιώδεις, ἐγένοντο ἀποδεικταί. Τὸ σήμερον συζητούμενον σχέδιον νόμου εἶναι τὸ τρίτον κατὰ σειρὰν περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Τὸ ἀρχικὸν ὑπέστη τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ μὲ τὴν πρόθυμον συγκατάθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγένοντο δεκταὶ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι τὸ ἐβελτίωναν κατὰ τὴν κατεύθυνσιν τῶν συστάσεων, διὰ νὰ μὴ εἴπω τῶν ἀξιώσεων, τῶν παραγωγικῶν τάξεων. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἀκόμη ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οἴκοθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβη ὀρθῶς πράττων εἰς περαιτέρω βελτιώσεις καὶ δὴ οὐσιαστικὰς βελτιώσεις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τῶν ὁποίων καὶ θὰ εἴπωμεν ἐν συνεχείᾳ. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν πολλαὶ τῶν ὑποδείξεων καὶ τῶν συστάσεων τῶν ἐκπροσώπων τῶν παραγωγικῶν τάξεων ἐγένοντο δεκταί, διατὶ αὐτὸς ὁ σκληρὸς χαρακτηρισμὸς; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κ. Μητσοτάκης εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ἀπέδωσε τὰς βελτιώσεις τὰς ἐπενεχθείσας εἰς τὴν πίεσιν τῶν παραγωγικῶν τάξεων καὶ εἰς τὴν πίεσιν τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διακόπτων, εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πιέσεων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ βοηθείας. Φοβοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας συνετάχθησαν μᾶλλον πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ συναδέλφου κ. Μητσοτάκη, παρὰ πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κ. Κανελλοπούλου. Διότι ἐὰν τὸ δεύτερον συνέβαινε, θὰ ἀπέφευγον τοὺς αὐστηροὺς καὶ σκληροὺς χαρακτηρισμούς, τοὺς ὁποίους ἔδωσε, διότι βεβαίως δὲν χαρακτηρίζει κανεὶς θορυβοποιὸν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος προσέρχεται νὰ προσφέρῃ τὴν δημιουργικήν του συνεργασίαν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς δὲν ὑποθέτω, ὅτι θὰ εἶναι ἱκανοποιημένος οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ὁ κ. συνάδελφος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας. Εἰς τὶ ἄραγε νὰ ὀφείλεται ἡ τόση τῶν παραγωγικῶν τάξεων κινητοποίησις, ἡ τόση τῶν παραγωγικῶν τάξεων ἐξέγερσις, αὐταὶ αἱ συνεχεῖς διαμαρτυρίαι; Ὀφείλονται μήπως εἰς τὴν πρόθεσίν των νὰ ματαιώσουν τὸν διακηρυγμένον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ἐξεύρεσιν δηλαδὴ τῶν μέσων, τὸν ὁπλισμὸν τῶν ὑπηρεσιῶν διὰ τῶν μέσων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παταχθῇ ἡ φοροδιαφυγή; Ὄχι, δὲν ὀφείλεται εἰς αὐτό. Δὲν εἶναι αἱ παραγωγικαὶ τάξεις αἱ ὁποῖαι ἐξηγέρθησαν, δὲν εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἀγωνίζονται αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ νὰ ματαιώσουν τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Περισσότερον παντὸς ἄλλου αἱ τάξεις αὐταὶ αἱ ὁποῖαι ἀντιπροσωπεύουν τὰ μεσαῖα κυρίως εἰσοδήματα, αἱ τάξεις αὐταὶ ἀγωνίζονται διὰ νὰ ἐξεύρῃ τὸ Κράτος τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ παταχθῇ ἡ φοροδιαφυγή, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι αἱ τάξεις αὐταὶ εἰλικρινῶς, εὐσυνειδήτως, τιμίως προβαίνουν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν φορολογικῶν των δηλώσεων. Αὐτοὶ εὑρίσκονται ἐκτεθειμένοι καὶ αὐτοὶ πίπτουν θύματα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατορθώνουν, εἴτε νὰ διαφύγουν τὸν φόρον, εἴτε νὰ κλέψουν τὸν φόρον τὸν ὀφειλόμενον. Ἐν βαθείᾳ συνειδήσει τοῦ χρέους τὸ ὁποῖον ἔχουν νὰ ἐκπληρώσουν πιστῶς τὰς φορολογικὰς των ὑποχρεώσεις, τὰς ἐκπληροῦν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀξιοῦν εἶναι νὰ ἐκπληροῦν μόνον τὰς φορολογικὰς ὑποχρεώσεις καὶ νὰ μὴ ἐπιρρίπτωνται ἐπ’ αὐτῶν αἱ φορολογικαὶ ὑποχρεώσεις τῶν ἄλλων οἱ ὁποῖοι κατορθώνουν νὰ ὑπεκφεύγουν. Καὶ κατορθώνουν οἱ ἄλλοι νὰ ὑπεκφεύγουν κατὰ τὴν συνείδησιν, κατὰ τὴν πεποίθησιν κατὰ τὴν πίστιν τῶν μεσαίων παραγωγικῶν τάξεων. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ μεσαῖα εἰσοδήματα, κύριοι συνάδελφοι, πιστεύουν, καὶ δὲν ὑπάρχει δύναμις ἀνθρωπίνη ἱκανὴ νὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν των διότι καὶ δικαίως τὸ πιστεύουν, καὶ εὐλόγως τὸ πιστεύουν καὶ ὀρθῶς τὸ πιστεύουν, αὐτοὶ πιστεύουν, ὅτι οἱ μεγάλοι, διότι ἀκριβῶς εἶναι μεγάλοι καὶ διαθέτουν μεγάλα μέσα, κατορθώνουν, εἴτε νὰ ὑπεκφεύγουν τὸν ἔλεγχον, εἴτε νὰ παραπλανοῦν τὸν ἔλεγχον, εἴτε καὶ νὰ διαφθείρουν τὸ ὄργανον εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένος ὁ ἔλεγχος. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νὰ ἀποφεύγουν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν φορολογικῶν των ὑποχρεώσεων. Ἀλλὰ ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς φορολογικῆς ὑποχρεώσεως τῶν μεγάλων δημιουργεῖ ἀναμφισβητήτως κενόν. Ποῖος θὰ πληρώσῃ τὸ κενόν; Ποῖος θὰ καλύψῃ τὸ κενόν; Ποῖος ἄλλος, παρὰ τὰ μεσαῖα στρώματα. Ἰδοὺ ὁ ἀγὼν τὸν ὁποῖον διεξάγουν. Ἰδοὺ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἀπεδύθησαν εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν καὶ ἔχουν ἀπόλυτον δίκαιον. Ὑπάρχει μία δυσπιστία τῶν στρωμάτων αὐτῶν, μία καχυποψία τῶν στρωμάτων αὐτῶν, ἀπέναντι τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων. Καὶ ἡ δυσπιστία καὶ ἡ καχυποψία εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημέναι. Ἀλλὰ ἔν τινι μέτρῳ—καὶ θὰ ἐξηγήσω διατὶ λέγω ἔν τινι μέτρῳ—δικαιολογημένα εἶναι καὶ τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα. Ὅταν τὸ κενὸν δημιουργῆται διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερον προηγουμένως, τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα ὑποχρέωσιν ἔχουν νὰ καλύψουν τὸ κενὸν αὐτὸ καὶ θὰ τὸ καλύψουν ἐπαυξάνοντα τὸ δηλούμενον εἰσόδημα τῶν μεσαίων εἰσοδηματιῶν, τῶν μεσαίων παραγωγικῶν τάξεων. Ἐντεῦθεν ἐπιπίπτει τὸ βάρος ἐπ’ αὐτῶν. Εἶναι ὑποχρεωμένα, διότι εὑρίσκονται ἐνώπιον τῶν αὐστηρῶν διαταγῶν, τῶν δεδικαιολογημένων ἐκδιδομένων ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Φροντίσατε διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου εἰσοδήματος, τὶ κάμνετε; τὶ ἐβεβαιώσατε; Καὶ ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε ἡ ὑπηρεσιακὴ των σταδιοδρομία ἀρχίζει πλέον νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς βεβαιώσεις αὐτὰς εἰς τὰς ὁποίας θὰ προβαίνουν. Οἱ μεγάλοι ὑπεκφεύγουν. Διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομείνῃ τὸ κενὸν, διότι ἄλλως θὰ ἐλεγχθοῦν τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα ἀπὸ τὴν προϊσταμένην των ἀρχὴν καὶ ὁ ἔλεγχος αὐτὸς θὰ ἔχῃ ἀνασταλτικὸν ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῆς ὑπηρεσιακῆς των σταδιοδρομίας ἂν μὴ καὶ πέραν αὐτοῦ καὶ ἄλλα ἀποτελέματα θλιβερώτερα ἀκόμη δι’ αὐτά. Καὶ ταῦτα μὲν προκειμένου περὶ τῶν ἐντίμων φοροτεχνικῶν ὀργάνων. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐσκέφθητε ποτέ ἐνώπιον ποίου πειρασμοῦ εὑρίσκονται τὰ φοροτεχνικὰ αὐτὰ ὄργανα; Ἐξ ἑνὸς ὁ ὅρκος των, τὸ καθῆκον των, ἡ συνείδησίς των, ἀλλὰ καὶ τὸ μισθάριον, μόλις ἐξαρκοῦν διὰ τὴν κάλυψιν τῶν βιοτικῶν των ἀναγκῶν καὶ οὐδόλως ἐξαρκοῦν. Ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν ἡ ἄνεσις, ἡ οἰκονομία, ἡ εὐμάρεια, ἂν θέλετε, ἀκόμη καὶ ὁ εὔκολος πλουτισμός. Ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ πειρασμοῦ εὑρίσκονται καθημερινῶς τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα καὶ πρέπει νὰ αἰσθανθῶμεν, ὅτι χρειάζεται ἀληθὴς ἡρωϊσμὸς διὰ νὰ μείνουν πιστὰ εἰς τὸν ὅρκον, εἰς τὸ καθῆκον, εἰς τὴν συνείδησίν των καὶ νὰ ἀποφύγουν τὸν πειρασμόν. Καὶ οἱ ἥρωες δὲν ὑπάρχουν δυστυχῶς εἰς τὴν πλειονότητα. Σπάνια εἶναι τὰ παραδείγματα ἑνὸς τοιούτου ἡρωϊσμοῦ. Τὶ χρειάζεται, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ὄντως θέλωμεν νὰ ἐξυγιάνωμεν τὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας καὶ νὰ καταστήσωμεν δυνατὸν καὶ οὐσιαστικὸν τὸν ἔλεγχον καὶ τῶν μεγάλων καὶ τῶν μεσαίων εἰσοδημάτων, ὁπότε καὶ θὰ παταχθῇ πράγματι ἡ φοροδιαφυγή; Χρειάζεται πρὸ παντὸς νὰ ἐπανακτήσῃ ὁ τόπος μας τὸν ἠθικόν του ρυθμόν. Καὶ δὲν θὰ παύσω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ἐπαναλαμβάνω αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν, ἀξίωσιν θεμελιώδη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πῶς θέλετε ὁ φοροτεχνικὸς ὑπάλληλος τῶν 3.000 ἢ τῶν 4 χιλιάδων δραχμῶν, εὑρισκόμενος ἐνώπιον τοῦ πειρασμοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησα προηγουμένως, πῶς θέλετε νὰ παραμείνῃ πιστὸς εἰς τὸν ὅρκον του, εἰς τὸ καθῆκον του, εἰς τὴν συνείδησίν του, ὅταν βλέπῃ ἄλλους οἱ ὁποῖοι ἀποκομίζουν δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν κατὰ μῆνα; Ὅταν βλέπῃ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων ἐσόδων νὰ μὴ γίνεται μὲ λεπτότητα, μὲ αὐστηρότητα, μὲ ἐγκράτειαν, ἀλλὰ τὰ δημόσια ἔσοδα νὰ διαρρέουν κατ’ αὐτὸν ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον; Ὅτε μὲν εἰς ἄσκοπα ἔργα τῶν ὁποίων ἡ τελικὴ ἐκτίμησις ὑπερβαίνει καὶ τὸ διπλάσιον καὶ τὸ τριπλάσιον τοῦ ἀρχικῶς ὑπολογισθέντος: Ὅτε δὲ εἰς ταξίδια ἀνὰ τὸ ἐξωτερικόν, ὁτὲ εἰς ἄλλους λόγους; Ὅταν λοιπὸν ζῇ αὐτὴν τὴν ἀτμόσφαιραν πῶς θέλετε, εὑρισκόμενος ἐνώπιον τοῦ πειρασμοῦ, νὰ μείνῃ πιστὸς εἰς τὸν ὅρκον του καὶ νὰ μὴ δελεασθῇ; Ὀφείλομεν, λοιπόν, ὡς πρώτιστον καθῆκον μας νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν τόπον μας εἰς τὰς παλαιὰς καλὰς παραδόσεις του, ὁπότε ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων ἐσόδων ἐγίνετο μὲ αὐστηρότητα τοιαύτην, ὥστε νὰ λέγῃ ὁ ἀείμνηστος Καφαντάρης, Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ εἶναι σκληρός, προκειμένου νὰ ἀποφασίσῃ νὰ διαθέσῃ, ἔστω καὶ μίαν δραχμὴν ἀπὸ τὰ δημόσια ἔσοδα. Συνέβη εἰς ἐμέ, κύριοι συνάδελφοι, συνεργάτην στενὸν τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχηγοῦ τότε τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ μέλους τῆς Κυβερνήσεως τῆς Οἰκονομικῆς, ὅταν ἀπήρχετο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ διαπραγματευθῇ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν τὸ τριμελές δάνειον, νὰ παρακαλέσω νὰ τὸν συνοδεύσῃ ἕνας ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας, τοῦ ὁποίου προϊστάμην, ἄνευ προσθέτων ἀποδοχῶν, ἄνευ ἐξόδων καὶ ἠρνήθη νὰ τὸ δεχθῇ. «Τὶ μοῦ λέγεις; Νὰ τὸν πάρω μαζὶ μου διὰ νὰ μελετήσῃ; Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεσαι ἂν πάρω τὸν Αʹ ποία κατάστασις θὰ δημιουργηθῇ; Καὶ πόσοι ἄλλοι τοῦ τύπου τοῦ Αʹ. ἢ καὶ τοῦ μὴ τύπου τοῦ Αʹ. θὰ ἐπιπέσουν ἐναντίον μου;». Μὲ αὐτὴν τὴν αὐστηρότητα, μὲ αὐτὴν τὴν λεπτότητα, ἐγίνετο ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Πιστεύω, λοιπόν, ἀδιασείστως, ὅτι ἂν ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν αὐστηρότητα αὐτήν, ἂν δὲν παύσωμεν νὰ θεωροῦμεν—ἐπειδὴ ἐσυνηθίσαμεν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἑκατομμυρίων—νὰ θεωροῦμεν τὰς δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν ὡς σχεδὸν τίποτε καὶ νὰ λέγωμεν καλὸν εἶναι νὰ πάρῃ καὶ ὁ Κύρκος 50.000 δραχμὰς τὸν μῆνα διότι εἶναι εἰς τὴν αʹ. θέσιν, καλὸν εἶναι νὰ πάρῃ καὶ ὁ ἄλλος ἄλλες 50.000 δραχμ., διότι εἶναι εἰς τὴν βʹ. θέσιν, ἂν δέν ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν σπαρτιατικὴν λιτότητα εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων ἐσόδων ἑνὸς πτωχοῦ τόπου, ὅπως εἶναι ὁ ἰδικός μας, δὲν θὰ διαμορφώσωμεν τὸ ἠθικὸν ἐκεῖνο κλῖμα ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ κινοῦνται ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι, καὶ αἱ φοροτεχνικαὶ ὑπηρεσίαι. Καὶ τότε θὰ ἴδητε ἄν ὑπάρχουν ἢ ὄχι φοροφυγάδες. Καὶ πέραν αὐτοῦ, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι θὰ πρέπει εἰς αὐτοὺς τοὺς φοροτεχνικοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ μέσα μιᾶς μετριόφρονος ζωῆς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκωνται καθημερινῶς ὑπὸ τὸν σάρακα τοῦ τὶ θὰ γίνῃ ἡ οἰκογένειά των, διότι τὸ μισθάριον τοῦ ὁποίου ἀπολαμβάνουν δὲν εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰς ἀνάγκας τῆς ζωῆς των. Ὅταν τοῦτο πράξωμεν, τότε θὰ ἔχωμεν ὅλον τὸ ἠθικὸν δικαίωμα νὰ ἐπιπέσωμεν ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παραβιάζοντες τὰς συνειδήσεις καὶ τὸν ὅρκον των, γίνονται ὑπαίτιοι καὶ ζημίας εἰς τὸ δημόσιον, ζημίας μεγάλης καὶ διαταράξεως τῆς ἠθικῆς συγκροτήσεως τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Λέγω, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ πτέρυξ τῆς πλειοψηφίας νὰ ἐξεγείρωνται κατὰ τῶν διαμαρτυριῶν τῶν παραγωγικῶν τάξεων, διότι αἱ διαμαρτυρίαι των εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημέναι.
§165Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἐπειδὴ πολλάκις ἐπεκαλέσθητε τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἔχω ἔγγραφον τοῦ Προέδρου Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀθηνῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζει πλήρως τὴν ὀρθότητα τῶν λαμβανομένων μέτρων. Ἐπιμένει μόνον εἰς τὸ ποσοστὸν τῆς ἀνακριβείας τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐγγραφὴν τοῦ ὑποχρέου εἰς τὸν πίνακα τῶν ἀνειλικρινῶν φορολογουμένων. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἀντίληψιν περὶ θορύβου, τὸν ὁποῖον πολλάκις ἐπεκαλέσθητε.
§166Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὴν διακοπήν. Ἀλλὰ διατὶ τὸ λέγετε αὐτὸ εἰς ἐμέ;
§167Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Διότι ἡ προσωπικὴ μου συμπάθεια πρὸς ὑμᾶς δὲν μοῦ ἐπιτρέπῃ νὰ σᾶς ἀφήσω νὰ ἐπιμένετε ἐπὶ πράγματος τὸ ὁποῖον δὲν ἀληθεύει.
§168Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Εὐχαριστῶ καὶ πάλιν. Ἀλλ’ εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε καὶ εἰς τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας. Σεῖς ὡμιλήσατε περὶ ἀδικαιολογήτου θορύβου ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Ἐκεῖνος ὡμίλησε περὶ θορύβου ἀδικαιολογήτου καὶ περὶ ὑστερίας ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς εἰς τὰς παραγωγικὰς τάξεις.
§169Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ σεῖς ἀντιλαμβάνεσθε τὰ ὅσα λέγετε καὶ ἐγὼ ἐννοῶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ εἴπητε. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι δέν εἶναι λογικὸν νὰ ἐπιμένητε εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀνέφερα διατὶ τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον, ἔχει στείλει αὐτὸ τὸ ἔγγραφον.
§170Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Αὐτὸ τὸ «ἤδη» τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται εἰς τὸ ἔγγραφον, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, σηκώνει λίγο νερὸ καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω εὐθὺς ἀμέσως. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, διότι ἔρχεται εἰς ἄμεσον συνάφειαν πρὸς τὴν διακοπὴν τὴν ὁποίαν μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ μοῦ κάμετε. Ἐλέγατε εἰς τὸν προχθεσινόν σας λόγον, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας: Ὅλοι ζητοῦμεν μέτρα κατὰ τῆς φοροδιαφυγῆς, ἀλλ’ ὅταν προσκομίζονται παραδόξως—ἀτυχῶς λέγετε σεῖς, τὸ ἐπρόσεξα καλλίτερα ὕστερα τὸ ἀτυχῶς— ἡ φοροδιαφυγὴ εὑρίσκει προστάτας ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Νομίζω, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν ποιᾷ τινα πλάνῃ. Δὲν εὑρίσκει ἡ φοροδιαφυγὴ προστάτας ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Εὑρίσκουν προστάτας ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πλήττωνται ἀπὸ τὴν φοροδιαφυγήν. Διότι ἀπὸ τὴν γενικὴν κραυγὴν περὶ λήψεως μέτρων κατὰ τῆς φοροδιαφυγῆς, ἀγόμεθα πολλάκις εἰς τὴν λῆψιν μέτρων, τὰ ὁποῖα, εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν, τοὺς μὲν φοροφυγάδας δὲν θίγουν, θίγουν δὲ τὰ μεσαῖα εἰσοδήματα καὶ τὰ μεσαῖα στρώματα. Δὲν ἔτυχε, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν περίοδον αὐτήν, νὰ ἴδω μέτρον τὸ ὁποῖον νὰ ἀφορᾷ εἰς τὴν δίωξιν, τὴν περιστολὴν τῆς φοροδιαφυγῆς, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ περιλαμβάνῃ καὶ διατάξεις αἱ ὁποῖαι τὰ προστατεύουν τὸν τίμιον εἰσοδηματίαν, τὸν εἰλικρινῆ φορολογούμενον. Νὰ τὸν προστατεύουν, εἴτε κατὰ τοῦ κινδύνου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα, εἴτε κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας, εἴτε κατὰ τῆς δολίας προθέσεως τοῦ φοροτεχνικοῦ ὀργάνου. Διότι ἐκεῖνος ποὺ ἀνθίσταται εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ εἰς τὰς ἀνηθίκους προσφορὰς εἶναι ὁ τίμιος καὶ εἰλικρινὴς φορολογούμενος. Δὲν εἶδα λοιπόν, μαζὶ μὲ τὰ μέτρα διώξεως τῆς φοροδιαφυγῆς, ταὐτοχρόνως νὰ λαμβάνεται πρόνοια καὶ διὰ τὴν προστασίαν τῶν εἰλικρινῶν φορολογουμένων. Κύριοι συνάδελφοι. Ἕνας φίλος μου, διακεκριμένος δικηγόρος, καὶ ἐντιμότατος ἄνθρωπος, μοῦ διηγεῖτο τὸ ἑξῆς περιστατικόν: Ὑπέβαλε τὴν προσωπικὴν του δήλωσιν εἰσοδήματος, καὶ ὑπέβαλε δήλωσιν εἰλικρινῆ. Ὁ ἔλεγχος δὲν ἠθέλησε νὰ ἀποδεχθῇ τὴν δήλωσιν ὡς εἰλικρινῆ ὑπολογίσας τὸ εἰσόδημά του ὡς πολὺ μεγαλύτερον, καὶ φυσικὰ ὑψηλότερον τὸν φόρον τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ. Εἰς διαμαρτυρίας του διὰ τὴν ἄδικον αὐτὴν μεταχείρισιν, ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος τοῦ προέτεινε νὰ κάμῃ ἕνα συμβιβασμόν. Σᾶς ὁμιλῶ εἰλικρινῶς, ὅτι πολλάκις ἤκουον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης αὐτὸν τὸν ὅρον τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶχον ἐμβαθύνει εἰς τὴν ἀκριβῆ σημασίαν τοῦ πράγματος. Καὶ τότε, μοῦ λέγει ὁ φίλος μου δικηγόρος, εἶπον εἰς τὸν Ἔφορον: Κύριε Ἔφορε. Ξεύρετε τὶ σημαίνει αὐτὸ τὸ ὁποῖον μοῦ προτείνετε; Αὐτὸ τὸ ὁποῖον μοῦ προτείνετε σημαίνει νὰ παραδεχθῶ ἐγώ, διὰ τῆς ἐλευθέρας βουλήσεώς μου, ὅτι ὑπέβαλα ἀναληθῆ δήλωσιν, ὅτι ἐπεχείρησα νὰ ἀποφύγω τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς φορολογικῆς μου ὑποχρεώσεις κατὰ ἕνα τοὐλάχιστον μέρος. Ζητεῖτε ἀπὸ ἐμὲ νὰ θέσω εἰς τὸ μέτωπόν μου ὁ ἴδιος τὴν σφραγῖδα τοῦ φοροκλέπτου. Πῶς τὸ ἀποτολμᾶτε; Καὶ αὐτό, κ. Ἔφορε, εἶναι ἡ πλευρὰ τοῦ ζητήματος ἡ ἀφορῶσα εἰς ἐμέ. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη πλευρά, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς ὑμᾶς. Τὶ πιστεύετε; Πιστεύετε, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδήλωσα εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ πρέπον; Διατὶ ηὐξήσατε τὸ εἰσόδημά μου; Πιστεύετε, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον σεῖς ἔχετε προσδιορίσει εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ πρέπον; Διατὶ μοῦ κάνετε τὴν πρότασιν συμβιβασμοῦ; Καὶ πῶς δέχεσθε σεῖς νὰ χαρίσητε μέρος τοῦ φόρου τοῦ Δημοσίου, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην αὐτὸν τὸν συμβιβασμόν; Πῶς μοῦ προτείνετε νὰ γίνωμεν καὶ οἱ δύο φοροκλέπται; Ἰδού, κύριοι συνάδελφοι, τὶ ζητήματα προκύπτουν μεταξὺ τῶν φορολογουμένων ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τῶν φοροτεχνικῶν ὑπηρεσιῶν ἀφ’ ἑτέρου, ὅταν εἰς μὲν τὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας ὑπάρχῃ ἑδραία ἡ πεποίθησις, ὅτι ὅλοι σχεδὸν οἱ δηλοῦντες εἰσόδημα εἶναι κατ’ ἀρχὴν φοροφυγάδες, ὅτι δὲν δηλοῦν εἰλικρινῶς καὶ τιμίως τὸ εἰσόδημά των, καὶ ὅταν, ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν, ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῶν φορολογουμένων, ὑπάρχῃ καὶ ἐκεῖ ἑδραία ἡ πεποίθησις, δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα ὅτι τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα εἶναι εἴτε στενοκέφαλα, εἴτε αὐθαίρετα, εἴτε ἄγονται, ἀπὸ τοὺς ἄλλους λόγους, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμα συγκεκριμένον ὑπαινιγμόν. Πρέπει, λοιπόν, νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη ἀφ’ ἑνὸς τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων πρὸς τοὺς φορολογουμένους, καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν φορολογουμένων ἐξ ἑτέρου πρὸς τὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας καὶ τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα. Καὶ τότε μόνον θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν, ὄχι βεβαίως τὴν ὁλοκληρωτικήν, ἀλλὰ εἰς μίαν λύσιν γενναίαν τοῦ προβλήματος τῆς φοροδιαφυγῆς. Καὶ τὸ πρόβλημα αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι μεγάλο. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὴν δήλωσιν αὐτήν, ἐὰν καλῶς τὴν ἀντελήφθην καὶ ὀρθῶς σᾶς τὴν μεταδίδω, μόνον 15.000 Ἕλληνες εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα ὑπέβαλον δήλωσιν καθαροῦ φορολογικοῦ εἰσοδήματος ἄνω τῶν 100.000 δραχμῶν. Ὀρθῶς τὸ ἀποδίδω, κ. Ὑπουργέ;
§171Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, κύριοι συνάδελφοι, ἀνέφερα μεταξὺ ἄλλων, ὅτι διὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1959 μόνον 16.860 φορολογούμενοι ὑπέβαλον δήλωσιν φόρου εἰσοδήματος μὲ δηλούμενα εἰσοδήματα ἄνω τῶν 100.000 δραχμῶν ἐτησίως.
§172Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ. Ἡ μικρὰ διαφορὰ τῶν 1.880 δὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα. Ὅταν αὐτὸ καὶ μόνον τὸ στοιχεῖον ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἄλλων μαρτυριῶν, διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἔκτασιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Διότι τὶ εἶναι 100.000 δραχμαί; Εἶναι 8333 δραχ. μηνιαίως. Καὶ προκύπτει ἀπὸ τὸ ἐπίσημον αὐτὸ στοιχεῖον, ὅτι εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν περισσότεροι ἀπὸ 15.000, οἱ ὁποῖοι ἔχουν εἰσόδημα ἄνω τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ. Μὰ εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δεχθῇ κανεὶς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὅταν, ἐπὶ τέλους, ἐν τῇ Ἱερουσαλὴμ παροικοῦμεν; Νομίζω, ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον τὸ στοιχεῖον εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ καταδείξῃ τὴν ἔκτασιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Δι’ αὐτὸ δὲν θὰ συμφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος προέτεινεν, ὅτι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δηλώνουν εἰσόδημα 200.000 δραχμὰς καὶ ἄνω καὶ θὰ ἐφορῶντο ὑποβάλλοντες ἀνακριβῆ δήλωσιν, μόνον αὐτοὶ θὰ πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὸν κατάλογον πρὸς δημοσίευσιν. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ στοιχεῖον, ἀλλὰ φαντάζομαι ποία νέα ἀπόστασις πλέον θὰ ὑπάρχῃ ἀπὸ τῶν 100.000 μέχρι τῶν 200.000 καὶ πόσον θὰ συρικνωθῇ, ἐκ τοῦ λόγου τούτου, ὁ ἀριθμὸς τῶν 15.000, οἱ ὁποῖοι δηλοῦν εἰσόδημα ἄνω τῶν 100.000 δραχ. Καὶ νομίζω ὅτι, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ὑπάρχει ποία τις ὑπερβολὴ εἰς τὸ νὰ στρέφωμεν τοὺς μύδρους μας μόνον ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα ἤ, ἔστω, κυρίως ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα. Ἀδέσμευτος καὶ ἐγώ, ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀπὸ οἱανδήποτε πρὸς οἱανδήποτε εὔνοιαν, νομίζω ὅτι, μετὰ τὸ στοιχεῖον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπεβεβαίωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνεται εἰδικὸς λόγος περὶ εἰδικῆς φοροκλεπτικῆς διαθέσεως τῶν ἀσκούντων ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα. Ὑπάγονται καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται ὅλοι οἱ φοροφυγάδες καὶ ὅλοι οἱ φοροκλέπται. Ἄς μὴ γίνεται, λοιπόν, ἡ διάκρισις αὐτὴ καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θιγοῦν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατέχουν μίαν ὑψηλὴν θέσιν, μίαν ὑψηλὴν βαθμίδα εἰς τὴν κοινωνικὴν διάρθρωσιν τοῦ τόπου μας. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ὁμιλῶν αὐστηρῶς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ κάμω μόνον μίαν ἐξαίρεσιν, διὰ νὰ ἀπαντήσω, εἰς τὸ «ἤδη» τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ λησμονῇ, ὅτι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπέβαλον τὴν παράκλησιν νὰ γίνῃ δεκτὴ τροπολογία ἀφορῶσα εἰς τὴν δημοσιότητα τῶν φορολογικῶν καταλόγων. Ὁ κ. ὑπουργός, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἠρνήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν καὶ γενομένης ψηφοφορίας ὀνομαστικῆς, ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη. Ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅμως, ὁ κ. ὑπουργός, ἐπείσθη νὰ ἄρῃ τοὺς δισταγμούς, οἱ ὁποῖοι τὸν ὤθησαν εἰς τὸ νὰ ἀρνηθῇ τὴν τροπολογίαν. Καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ «ἤδη» τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου, δὲν εἶναι ἄσχετον πρὸς αὐτό. Διότι κύριον αἴτημα τῶν παραγωγικῶν τάξεων ἦτο —καὶ μέτρον παρ’ αὐτῶν ὑποδεικνυόμενον— ὡς συντελεστικὸν τῆς περιστολῆς τῆς φοροδιαφυγῆς, ἡ δημοσιότης τῶν φορολογικῶν καταλόγων.
§173Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, καὶ τὸ νομοσχέδιον προέβλεπε τὴν δημοσίευσιν τῶν φορολογικῶν καταλόγων, ἀλλὰ τὴν ἐξήρτα ἀπὸ ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀφοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐζητήθη, ὅπως ἡ δημοσιότης μὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καθιερωθῇ διὰ ρητῆς διατάξεως εἰς τὸν νόμον, προέβην εἰς τὴν γενομένην ρύθμισιν. Ἡ ἀρχὴ πάντως, προεβλέπετο εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὡς κατετέθη.
§174Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὸ ἐνθυμοῦμαι, κ. Ὑπουργέ, ἀλλὰ ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι ὑποβληθείσης τῆς τροπολογίας, σεῖς τὴν ἀπεκρούσατε καὶ ἀπερρίφθη καὶ κατόπιν αὐτοῦ εἰσηγάγατε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8, ὡς σήμερον ἔχει. Περὶ αὐτῶν, ὅμως, θὰ ὁμιλήσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, διότι νομίζω, ὅτι, ὅπως διατυπώνεται καὶ μὲ τὸν περιορισμὸν τῆς 4ης παραγράφου, οὐσιαστικῶς αἴρεται ἡ δημοσιότης. Ἀλλὰ ἐπιθυμῶ νὰ περιορισθῶ αὐστηρῶς εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐπιφυλάσσομαι, τὰς περὶ τούτου ἀντιλήψεις μου νὰ ἐκθέσω κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, χρέος μου θεωρῶ νὰ τονίσω, πρὶν παρέλθω τὸ θέμα τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὡς θέλουσι τελικῶς διατυπωθῇ, θὰ ἰσχύσουν μόνον μετὰ τὴν ἔναρξιν λειτουργίας τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων, θέλομεν ἀποδεχθῇ τοῦτο. Καὶ ἤδη, εἰσέρχομαι εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, ἢ μᾶλλον εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον. Ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει ἐκ προοιμίου νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ ἀντίθεσίς μας εἶναι πλήρης, καθολική, ὀξυτάτη. Διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ εἶναι ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ζημιογόνον καὶ τίποτε δὲν ἐδικαιολόγει τὴν κατάθεσίν του καὶ τὴν ψήφισίν του. Ἠθέλησα νὰ δώσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν εὐχέρειαν καὶ ἐκ τοῦ λόγου τῆς μὴ συνταγματικότητος, νὰ ἀποσπάσῃ τὸ δεύτερον μέρος. Δὲν τὸ ἐπέτυχον. Ἤδη, προβαίνω εἰς τὴν σύστασιν, εἰς τὴν παράκλησιν, ἐὰν θέλετε εἰς τὴν ἱκεσίαν —προχωρῶ καὶ μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου— νὰ ἀποσύρῃ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, οἱ συμμεριζόμενοι τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως, κύριε συνάδελφε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ εἶναι ἀπέραντος ἡ ἠθικὴ φθορά, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ τὸ ἐναπολειφθὲν κῦρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀπεσβέσθη ἀκόμη ἡ ἠχὼ τῶν λόγων ὑμῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ χωρήσῃ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματός της δίχως τὴν ἐπιβολὴν νέων φορολογιῶν. Δὲν ἀπεσβέσθη ἀκόμη ἡ ἠχὼ τῶν λόγων ὑμῶν. Καὶ ὅμως, κατεθέσατε ἤδη τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλετε ἐπὶ τοῦ λαοῦ φορολογίαν 130.000.000 δραχ. περίπου, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Γ.Δ.Δ.Λ. Ποίαν ἠθικὴν δικαιολογίαν θὰ δώσητε εἰς τὸν λαόν, τὸν ἐπισημάναντα —βεβαιωθῆτε— ἐξ ἴσου μὲ ἡμᾶς τὴν ρητὴν αὐτὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε: «Θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματός μας, ἄνευ ἐπιβολῆς περαιτέρω φορολογιῶν». Λέγετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν: «Δὲν ἐπροσέξατε τὴν εἰσήγησίν μου. Ἐκεῖ, προκειμένου περὶ τῶν σιδηροδρόμων καὶ περὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν χερσαίων μεταφορῶν —λέγω, ὅτι— πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ μέτρα». Μάλιστα, τὸ λέγει, κ. Ὑπουργέ, καὶ δὲν διέλαθε τῆς προσοχῆς μας. Ἀλλὰ ἡ περικοπὴ αὐτὴ δὲν σημαίνει ποσῶς, ὅτι τὰ μέτρα αὐτὰ θὰ ἦσαν νέα φορολογία, ἡ ὁποία θὰ ἔπληττε τὰς λαϊκὰς τάξεις. Καὶ ἐπιβάλλατε τὴν φορολογίαν αὐτήν, χωρὶς νὰ ἔχετε κἂν τὴν δικαιολογίαν, ὅτι νέον τὶ γεγονὸς ἀνέκυψεν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐδίδατε τὴν κατηγορηματικὴν ἐκείνην διαβεβαίωσιν. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, νέον γεγονός. Τὸ ἔλλειμμα τῶν σιδηροδρόμων δὲν ἀνέκυψε μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν. Τὸ ἔλλειμμα τῶν σιδηροδρόμων ἀνάγεται εἰς χρόνον ἀφιστάμενον τοῦ παρόντος, κατὰ 6 τοὐλάχιστον χρόνια. Ἦτο γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν, ἦτο γνωστὸν καὶ ὡς πρόβλημα. Ἦτο γνωστὸν καὶ ὡς ἔκτασις τοῦ προβλήματος. Δὲν εἶναι, λοιπόν, τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔκαμε νὰ ἐπιβάλλητε τὴν φορολογίαν. Εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ εἰσπράξητε τὰ 130 ἑκατ. καὶ νὰ αὐξήσητε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τὰ δημόσια ἔσοδα. Πᾶν ὅ,τι λέγετε διὰ νὰ δικαιολογηθοῦν αἱ νέαι φορολογίαι, ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν πεποίθησιν τὴν ἐμήν, ἐφευρήματα ἐκ τῶν ὑστέρων, διὰ νὰ καλύψητε τὴν παραβίασιν τῆς κατηγορηματικῆς διαβεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ διὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβολῆς τῶν νέων φορολογιῶν. Ἴσως μάλιστα, αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον. Ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἤχθη ἐνώπιον ἡμῶν ὁλόκληρον τὸ θέμα τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων, τὸ θέμα γενικῶς τῶν χερσαίων μεταφορῶν. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος, παρὰ τὴν βαθεῖαν προσωπικὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος, νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι βαρυτάτη εἶναι ἡ εὐθύνη του, ὡς καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Συγκοινωνιῶν, διὰ τὴν θλιβερὰν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ σιδηρόδρομοι τοῦ Κράτους. Θέλετε, κύριοι συνάδελφοι, ἀποδείξεις περὶ τῆς ἀκριβείας αὐτῶν τῶν ὁποίων ἰσχυρίζομαι καὶ ὑποστηρίζω; Τὴν πρώτην ἀπόδειξίν μου τὴν δίδει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας. Ὁ κ. συνάδελφος, εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, κατὰ τὴν εἰσήγησίν του, μᾶς ἔδωσε τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς: Ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεως τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1954–55, 209 ἑκατομμύρια. Πρῶτον ἔτος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως 1955– 1956, 451 ἑκατομμύρια, αὔξησις τοῦ ἐλλείμματος κατὰ 125% καὶ ἄνω. Δεύτερον ἔτος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως 1956–57 ἐλάττωσις τοῦ ἐλλείμματος ἀπὸ 455 ἑκατ. εἰς 340 ἑκατ. Τρίτον ἔτος 1957–58 νέα αὔξησις τοῦ ἐλλείμματος ἀπὸ 340 ἑκατ. εἰς 389 ἑκατ. δραχμῶν. Τέταρτον ἔτος 1958–59, 457 ἑκατομμύρια· νέα αὔξησις, ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1957–58. 1959–60 ὑπολογίζεται εἰς 487 ἑκατομμύρια, δηλαδὴ περαιτέρω αὔξησις κατὰ 30 ἑκατ.
§175Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐξετάσατε, κ. συνάδελφε, ποῦ ὀφείλεται κατὰ κύριον λόγον τὸ ἔλλειμμα τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων; Πῶς ἀναλύεται τὸ ἔλλειμμα αὐτό, μέχρι ποίου σημείου ὀφείλεται εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν σιδηροδρόμων καὶ μέχρι ποίου σημείου ὀφείλεται εἰς βάρη, τὰ ὁποῖα ἔχουν νομοθετηθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Ἐὰν ὑπολογίσητε τὰς ἀπαλλαγὰς τῆς καταβολῆς εἰσιτηρίου εἰς πολλὰς κατηγορίας πολιτῶν, ἀπαλλαγὰς ἀπολύτως δεδικαιολογημένας; Περιλαμβάνει τὴν κατηγορίαν τῶν παλαιῶν πολεμιστῶν καὶ ἄλλων θυμάτων πολέμου. Ἐὰν ἀναλογισθῆτε, κύριοι, τὰς συντάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ἕνα ποσοστὸν ἀπίθανον, διότι δὲν ὑπάρχει ἐπιχείρησις δευτέρα ἐν Ἑλλάδι ποὺ νὰ ἔχῃ ἕνα τόσον μέγα ποσὸν συντάξεων, τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀνέρχεται εἰς 224 ἑκατομμύρια δραχμάς, καὶ δὲν νομίζω, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις Καραμανλῆ εἶναι ὑπεύθυνος, διότι ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ συντάξεις. Δὲν πρέπει, συνεπῶς, κ. Κύρκο, νὰ λέγετε τὰ ὅσα λέγετε, ἐὰν δὲν ἔχετε ἐλέγξει τὰ στοιχεῖα καὶ ἐὰν δὲν ἔχετε ἀναλύσει τὸ ἔλλειμμα. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, λοιπόν, ἀφοῦ συντομεύσητε, ἐὰν θελήσητε νὰ ἀσχοληθῆτε μὲ τὸ πρόβλημα, θὰ ἴδητε πῶς αἰτιολογεῖται τὸ ἔλλειμμα καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐνώπιον ἑνὸς δυσεπιλύτου προβλήματος, τὸ ὁποῖον παρὰ ταῦτα θὰ προσπαθήσῃ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς μίαν λύσιν.
§176Θ. ΚΟΝΙΤΣΑΣ. (Ὑφ. Συγκοινωνιῶν). Συγκεκριμένως, κ. Πρόεδρε, αἱ συντάξεις ἀπορροφοῦν 208.600.000 δραχ.
§177Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, κατηργήθησαν αἱ κρατήσεις καὶ ὅλα τὰ βάρη τῶν σιδηροδρόμων τὰ φέρει ὁ προϋπολογισμός.
§178Δ. ΠΑΙΝΕΖΗΣ. Γνωρίζετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐπῆρε τὸ Κράτος 500 ἑκατομμύρια καὶ κατήργησε τὰς κρατήσεις; Τὰ Ταμεῖα τῶν σιδηροδρόμων ἀριθμοῦν ζωὴν 50 ἐτῶν καὶ αἱ συντάξεις ἦσαν μεγαλύτεραι καὶ κατὰ τὸν Κώδικα ἠλαττώθησαν.
§179Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν συνάδελφον τὸν εὑρισκόμενον ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ἔλλειμμα καὶ νὰ εὕρῃ πῶς δικαιολογεῖται αὐτό. Πάντως, ἀσχέτως δικαιολογίας, εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὰ χρονικὰ τῆς ζωῆς οἱαδήποτε ἐπιχειρήσεως ἡ ὕπαρξις ἑνὸς τοιούτου μεγάλου ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὰς συντάξεις.
§180Θ. ΚΟΝΙΤΣΑΣ. (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Αἱ συντάξεις τὰ τελευταῖα χρόνια ηὐξήθησαν. Ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὰς συντάξεις τὸ δημόσιον, ηὐξήθησαν, δὲν ἐμειώθησαν αἱ συντάξεις τῶν σιδηροδρομικῶν.
§181Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ἤμουν ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ὁ κ. Εὐταξίας ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ συνταξιοδοτικὸς κῶδιξ τῶν σιδηροδρομικῶν. Καὶ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅπως τὸ ἴδιον δύναται νὰ πράξῃ καὶ ὁ κ. Εὐταξίας, ὅτι ἱκανοποιήθησαν ὅλα τὰ αἰτήματα τῶν σιδηροδρομικῶν. Δὲν ἐμειώθησαν τὰ δικαιώματα τῶν σιδηροδρομικῶν. Ἀντιθέτως, ηὐξήθησαν πέραν τοῦ ὁρίου τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἀλλά, κ. Κύρκο, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σήμερον ἀντικείμενον τῆς συζητήσεώς μας τὸ θέμα τῶν συντάξεων. Πέραν αὐτοῦ, ἔχω καὶ ἕνα παράπονον. Κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν σᾶς ἀνέγνωσα τὴν περικοπὴν τῆς εἰσηγήσεως ἐκείνης καὶ ὑπέμνησα περικοπὴν τῆς ὁμιλίας μου τῆς 30ῆς Νοεμβρίου, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ οἰκονομικὸν θέμα, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλεγον, ὅτι ὑπάρχει τὸ θέμα τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Κράτους μὲ τὸ ἔλλειμμα τῶν σιδηροδρόμων καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ κρατικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ βάρους αὐτοῦ. Καὶ προχθὲς εἰσηγούμενος ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὸν νέον προϋπολογισμόν, εἶπα ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ὑπεδήλωσα, λοιπόν, σαφῶς, ὅτι θὰ ληφθοῦν μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ δημιουργήσουν πόρους εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ ὅτι τὰ ἔσοδα τὰ ὁποῖα θὰ προκύψουν ἐκ τῶν μέτρων αὐτῶν δὲν θὰ διατεθοῦν διὰ καταναλωτικὰς δαπάνας καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρύνεται τὸ Κράτος μὲ 400 ἑκατομμύρια. Καὶ εἶχα δηλώσει, ὅτι ἄσχετα μὲ ὅλα αὐτὰ παραμένει ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ ἐλλείμματος τῶν σιδηροδρόμων.
§182Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Εἶχα ὑπ’ ὄψιν μου ὅλα αὐτά. Αὐτά, ὅμως, δὲν ἐσήμαινον ἔστω ὑπαινιγμὸν περὶ τοῦ ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιβληθοῦν νέα φορολογικὰ βάρη. Διότι τίποτε δὲν ἀπέκλειε νὰ λάβητε ἄλλα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τὸ ἔλλειμμα τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ ὁμιλῶν, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν κατελόγισα ποσῶς εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ ἐλλείμματα, αὐτὰ καθ’ ἑαυτά. Κατελόγισα εὐθύνην εἰς τοὺς κ.κ. ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν καὶ εἶπον μάλιστα, ὅτι προβαίνω εἰς τοῦτο μὲ συντετριμμένην καρδίαν, διότι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν των τὸ τεράστιον ἔλλειμμα, ἔχοντες περαιτέρω ὑπ’ ὄψιν των τὴν διακύμανσιν τοῦ ἐλλείμματος, ἀπὸ 200 ἑκατομμύρια τὸν πρῶτον χρόνον, 455 ἑκατομμύρια διὰ τὸν δεύτερον χρόνον, τὸν τρίτον χρόνον κάτω 80 ἑκατομμύρια, τὸν τέταρτον χρόνον ἄνω 60 ἑκατομμύρια κ.ο.κ., πῶς ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν των τὸ τεράστιον πρόβλημα καὶ αὐτὰς τὰς μεταπτώσεις του ἀνέμενον νὰ παρέλθουν 5 ὁλόκληρα ἔτη διὰ νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὸ θέμα τοῦ ἐλλείμματος; Διότι τὸ θέμα τοῦ ἐλλείμματος, τώρα μόλις ἀρχίζει νὰ κατατρέχῃ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ τὸν ἐξαναγκάζῃ νὰ ἀναζητῇ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ τὸ περιορίσῃ. Καὶ ἕνα μέσον, τὸ πλέον πρόχειρον, ὑπῆρξεν ἡ ἐπιβολὴ τῆς νέας φορολογίας. Διότι πάντοτε, ἀτυχῶς, ὁ δρόμος αὐτός, ὑπάρχει ὡς πανάκεια, διὰ τὴν λύσιν, διὰ τὴν προσωρινὴν ἀπαλλαγήν μας ἀπὸ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι μᾶς πιέζουν. Αὐτὸ ἠθέλησα νὰ τονίσω. Διότι ἐδῶ συμβαίνει πρᾶγμα ἀληθῶς καταπληκτικόν. 200 ἑκατομμύρια τὸ 1954–55, 455 ἑκατομμύρια τὸ 1955–56! Εἶναι δυνατὸν ἐρωτῶ —δὲν γνωρίζω ἂν τότε ἦτο ὁ κ. Παπακωνσταντίνου ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν— εἶναι δυνατόν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ πληρώσῃ ἀπὸ τὸ δημόσιον Ταμεῖον τὰ 455 ἑκατομμύρια, καὶ ὁ ὁποῖος τὸ προηγούμενον ἔτος ἐπλήρωσε μόνον 200 ἑκατομμύρια, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ καταληφθῇ ἀπὸ βαρεῖαν ἀνησυχίαν καὶ νὰ μὴ ἐξετάσῃ τί συμβαίνει; Νὰ μὴ ἐξετάσῃ κατὰ βάθος πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ 200 ἑκατομμύρια νὰ γίνουν τὸν ἄλλον χρόνον 455; Καὶ ἀφοῦ ἔγιναν 455 ἑκατομμύρια αὐτὸν τὸν χρόνον, ποία ἄραγε ἡ περαιτέρω ἐξέλιξις τοῦ προβλήματος, καὶ ποῖα μέτρα πρέπει νὰ λάβῃ ἀφ’ ἧς στιγμῆς διεπίστωσε τὰ ἀνωτέρω, διὰ νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἄνοδον καὶ νὰ περιορίσῃ τὸ ποσόν, ὅσον εἶναι δυνατόν, μέχρις ὅτου προβῇ εἰς ριζικωτέραν αὐτοῦ ἀντιμετώπισιν, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ τὸ ἐξαλείψῃ ἐξ ὁλοκλήρου; Ἰδοὺ εἰς ποῖον σημεῖον, ἐγὼ καταλογίζω τὴν εὐθύνην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Συγκοινωνιῶν.
§183Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶμαι εὐτυχής, κύριοι συνάδελφοι, διότι ὁ κ. Κύρκος μοῦ καταλογίζει εὐθύνας διὰ περίοδον, καθ’ ἣν δὲν διετέλεσα ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§184Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Εἶπον, δὲν γνωρίζω, ἂν εἶσθε σεῖς ὑπουργός.
§185Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ κάθε μέλος αὐτῆς, μὲ ἀπησχόλει τὸ ἔλλειμμα αὐτό. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς ἐξήγησε πρὸ ὀλίγου τοὺς λόγους, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλεται τὸ ἄνοιγμα τῶν σιδηροδρόμων. Καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς τοῦ αὐτοκινήτου μὲ τοὺς σιδηροδρόμους ἐπέτεινε τὸ πρόβλημα καὶ ηὔξησε τὸ κόστος τῶν μεταφορῶν, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ καλύψῃ ὁ κρατικὸς προϋπολογισμός.
§186Θ. ΚΟΝΙΤΣΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Κάνετε χρῆσιν ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς.
§187Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς ἔδωσεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας.
§188Θ. ΚΟΝΙΤΣΑΣ. (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Σεῖς δὲν θέλετε τοὺς ἀκριβεῖς ἀριθμούς;
§189Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Βεβαίως.
§190Θ. ΚΟΝΙΤΣΑΣ. (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Τὸ 1954– 1955, δὲν εἶχε καθιερωθῆ ἡ πληρωμὴ τῶν συντάξεων ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου, καὶ δὲν εἶναι κανὲν ποσὸν χρεωμένον μὲ τὴν σύνταξιν, διότι τότε ἐλειτούργει τὸ Ταμεῖον Συντάξεων τῶν Σιδηροδρομικῶν, τὸ ἔτος 1955–56, κατεβλήθησαν ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου 132.500.000 δραχμαί, νέον κονδύλιον. Τὸ 1957 ποὺ εἶναι ὁλόκληρον ἡμερολογιακὸν ἔτος καὶ οὐχὶ τὸ 18μηνον, εἶναι 154 ἑκατ. ἐπιβάρυνσις ἐκ συντάξεων, τὸ 1958, 191 ἑκατ., τὸ 1959, 208 ἑκατ., διότι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἐτῶν αὐτῶν ἐγένετο ἡ ἀναπροσαρμογὴ τῶν συντάξεων πρὸς τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐθεσπίσθη τὸ 1955. Συνεπῶς, αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀκριβεῖς ἀριθμοί.
§191Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Εἰλικρινῶς, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Συγκοινωνιῶν, ποίαν ἀξίαν ἔχουν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν παρ’ ἐμοῦ τοποθέτησιν τοῦ θέματος, αὐτὰ τὰ ὁποῖα μοῦ ἀπαντᾶτε. Σᾶς λέγω καὶ ἐγώ, ὑπολογίζετε διὰ τὸ 1959–60 500 ἑκατ. καὶ αὔριον προβαίνετε εἰς αὔξησιν συντάξεων καὶ τὰ 500 ἑκατ. γίνουν 600 ἑκατ. Περὶ αὐτοῦ συζητοῦμεν; Δὲν συζητοῦμεν περὶ αὐτοῦ. Λέγω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ οἱοσδήποτε τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος, γνωρίζοντες ὅτι τὸ 1954–55 τὸ ἔλλειμμα ἦτο 201 ἑκατ., ὅτι τὸ 1955–56 ἔγινε 455 ἑκατ., ὅτι τὸ 1956–57 ἔγινε 340 ἑκατ., δηλαδὴ ἀπὸ 455 ἑκατ., 340 ἑκατ., ἤτοι 115 ἑκατ. κάτω, ὤφειλον νὰ ἐξετάσουν ποῦ ὀφείλεται αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα, πῶς προκύπτει, διατὶ ἀνυψοῦται ἀποτόμως, καταπίπτει ἀποτόμως καὶ ἐπαναλαμβάνει σταθερῶς τὴν ἀνοδικήν του πορείαν καὶ νὰ λάβουν τὰ δέοντα μέτρα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ διαρρέῃ ἀπὸ τὸν δημόσιον προϋπολογισμὸν —διότι διαρροὴν ἀποτελεῖ— νὰ μὴ διαρρέῃ τὸ ποσὸν τῶν 500 ἢ 450 ἑκατ. δραχμῶν ἐτησίως. Καὶ ἦτο δυνατόν, γενομένης τῆς ἐρεύνης αὐτῆς νὰ ληφθοῦν ἔκτοτε καὶ ἐφ’ ὅσον ἤθελον διαγνωσθῆ τὰ ἀληθῆ αἴτια, τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων, διὰ νὰ μὴ ἐμφανίζουν τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἐμφανίζουν σήμερον. Ἀκούσατε τὶ συνέβη εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον, πρὸ ἑνὸς μηνός: Ἐταξίδευα, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὴν ταχεῖαν παρακαλῶ, Θεσσαλονίκης–Ἀλεξανδρουπόλεως. Ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸ διαμέρισμα τῆς πρώτης θέσεως ᾐσθάνθην μίαν δυσοσμίαν μέχρι λιποθυμίας καὶ εὗρον τοὺς ἄλλους ἐπιβάτας σχολιάζοντας μὲ δυσφορίαν τὸ πρᾶγμα. Ἠρωτήσαμεν τὸν συνοδὸν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ ποὺ ὠφείλετο αὐτὴ ἡ δυσοσμία καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔρριψαν φάρμακον πρὸ τῆς ἐκκινήσεως καὶ δὲν κατέστη δυνατὸς ἀκόμη ὁ καθαρισμὸς τῆς ἀτμοσφαίρας. Ἐκκίνησε τὸ τραῖνο καὶ δὲν ἐπρόλαβαν νὰ περάσουν δύο ὧρες καὶ ἠκούσθησαν ἀπὸ τὰ παρακείμενα διαμερίσματα διαμαρτυρίαι, βλασφημίαι. Ἐπληροφορήθησαν, ὅτι κἄποιος βουλευτὴς εὑρίσκετο ἐντὸς τῆς ἁμαξοστοιχίας καὶ ἔσπευσαν, ἀφοῦ ἱκανοποίησαν προηγουμένως διὰ τῶν κραυγῶν, τῶν διαμαρτυριῶν καὶ τῶν βλασφημιῶν τὴν ἀγανάκτησίν των, νὰ ὑποβάλουν τὰ παράπονά των εἰς τὸν βουλευτήν. Τὶ συνέβαινε, κύριοι συνάδελφοι; Ἀγέλαι κορέων ἐκινοῦντο εἰς τὰ παρακείμενα διαμερίσματα καὶ ἦλθον νὰ διαμαρτυρηθοῦν λέγοντες: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν εἰσιτήριον πρώτης θέσεως». Ἰδού, κύριοι, ποῦ ἐφθάσαμεν καὶ ἰδοὺ ποῦ εὑρίσκονται σήμερον οἱ Ἑλληνικοὶ σιδηρόδρομοι. Καὶ τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως διαπορεῖτε, κ. Ὑπουργέ, διατὶ τὸ ἔλλειμμα ἀπὸ 250 ἑκατ. ἔγινε 455 ἑκατ. καὶ ἴσως ὑπερβῆ τὰ 500 ἑκατ. καὶ τὰ 800 ἑκατ. τὸν ἐρχόμενον χρόνον; Εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων δαπανῶνται, ὀρθῶς, διὰ τὸν τουρισμόν, ἀφήνομεν τοὺς Ἑλληνικοὺς σιδηροδρόμους — καὶ ποίους σιδηροδρόμους; Μήπως τοὺς ἀκραίους, εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ὁποίων σκέπτεται νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις; Ἀφήνομεν τοὺς Ἑλληνικοὺς σιδηροδρόμους, οἱ ὁποῖοι κυκλοφοροῦν εἰς τὰς κεντρικάς μας ἀρτηρίας, ἀφήνομεν ἀκόμη καὶ τὰ διαμερίσματα τῆς πρώτης θέσεως, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς περιέγραψα; Ἰδού, λοιπόν, μία ἀπόδειξις, ὅτι αὐτὸ τὸ ὄντως μέγα θέμα δὲν εἵλκυσε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν βαθμὸν τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ὤφειλε νὰ τὴν ἑλκύσῃ. Ἀλλὰ εἶμαι ἠναγκασμένος, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ εἴπω καὶ κἄτι, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦμαι ἤδη νὰ εἴπω, καίτοι δὲν ἐπεθύμουν νὰ τὸ ἀναφέρω, διὰ νὰ μὴ μείνω ἐκτεθειμένος... (δὲν ἠκούσθη)...
§192Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ λέγετε κατόπιν, ὅτι δὲν κωλυσιεργεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις.
§193Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κωλυσιεργίαν ἀποτελεῖ, κ. Παπαρρηγόπουλε, ἡ διεξαγωγὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ ἑνὸς τόσον σημαντικοῦ θέματος; Κωλυσιεργίαν ἀποτελεῖ, ὅταν προχθὲς ἀκόμη, συζητουμένου τοῦ θέματος τῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν ἀγροτῶν, ἡ Κυβέρνησις ἀντέταξε τὴν οἵαν ἀντέταξεν ἀντίστασιν διὰ νὰ μὴ δεχθῇ, δὲν λέγω τὴν ἰδικήν μας πρότασιν, ἡ ὁποία ἀφεώρα εἰς μίαν δαπάνην 800 ἑκατ. δραχμῶν, καίτοι ἡμεῖς δὲν ἐπεβάλομεν φορολογίαν, καίτοι ἡμεῖς ἐλέγομεν, ὅτι ἐκ τῶν ἤδη εἰσπραττομένων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατεθοῦν ὡρισμένα κονδύλια. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀντέταξε τὴν ἄρνησιν αὐτὴν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων Δημοκρατικῶν, νὰ δεχθῇ τὴν συνταξιοδότησιν τῶν ἀγροτῶν, ἡ ὁποία θὰ ἐστοίχιζεν εἰς τὸ Κράτος 500 ἑκατ. καὶ ἡ ὁποία ὅμως θὰ ἀνεκούφιζεν ὅλην τὴν μαστιζομένην σήμερον ἀπὸ τὴν ἐξαθλίωσιν Ἑλληνικὴν ὕπαιθρον, θὰ ἀνεζωογόνει τὴν Ἑλληνικὴν ὕπαιθρον, ὅταν ἀντέταξε τὴν οἵαν ἀντέταξεν ἀντίστασιν, μοῦ λέγετε, ὅτι ἀποτελεῖ κωλυσιεργίαν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν 500 ἑκατ., τὰ ὁποῖα ἐπὶ 6 ὁλόκληρα ἔτη διαρρέουν ἀπὸ τὸν δημόσιον προϋπολογισμόν, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, χωρὶς νὰ σπεύσῃ νὰ θέση τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, διὰ νὰ ἴδῃ ποῖα μέτρα εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθοῦν, ὥστε νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ διαρροή; Διατηρουμένων φυσικὰ καὶ τῶν συντάξεων, διατηρουμένων καὶ ἐκπληρουμένων καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τὸ προσωπικόν, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ ἐπιχείρησις τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων;
§194Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Κύρκο, ὑπεσχέθην, ὅτι θὰ σᾶς κάμω μίαν διακοπήν. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς κάμω καὶ δευτέραν καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὸ ἐπαναλαμβάνετε τώρα καὶ ἡμισείαν ὥραν ἀκριβῶς. Λέγετε τὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκαμε πέρυσι, πρόπερυσι, χωρὶς κανένα ἐπιχείρημα. Παραδεχθῆτε, ὅτι αὐτὸ καταπονεῖ τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ ἡμισείαν ὥραν νὰ ἐπαναλαμβάνετε τὴν αὐτὴν σχεδὸν φράσιν.
§195Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ ἀναγκάζετε νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς. Ὅταν εὑρισκόμην εἰς τὰ ἔδρανα τὰ γυμνασιακὰ καὶ ἐδιδασκόμην τὰ πρῶτα Λατινικά, ἔμαθα τὰ ἑξῆς:
§196Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀκούωμεν παραμύθια.
§197Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κανεὶς δὲν σᾶς ὑποχρεώνει νὰ κάθεσθε. Σᾶς ἀπαλλάσσω τῆς ὑποχρεώσεως νὰ κάθεσθε. Ἔμαθα, λοιπόν, τὸ ἑξῆς: REPETITIO MATER EST STUDIO-RUM. Ὅταν θέτω τὸ ζήτημα καὶ ἀπαντοῦν τρεῖς ὑπουργοί, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνονται, ἢ ἐμφανίζονται, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνονται, οὔτε τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἔθεσα, οὔτε τὸ χρέος τὸ ὁποῖον εἶχον, μοῦ λέγετε σεῖς διατὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω; Μὰ θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω μέχρι τῆς 9ης πρωϊνῆς, ἕως ὅτου γίνω ἀντιληπτός. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἤδη, προχωροῦμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀπόδειξιν. Δὲν ἤθελα νὰ τὴν ἀναφέρω, ἀλλὰ διότι κατεβλήθη προσπάθεια ἀπὸ μέρους τῶν ἁρμοδίων καὶ ὑπευθύνων νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι δὲν εὐσταθεῖ ἀπολύτως ὁ καταλογισμὸς εὐθύνης εἰς βάρος των, σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνεκοίνωσεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῆς τρεχούσης διαχειρίσεως τῶν σιδηροδρόμων, θὰ ἀνέλθῃ εἰς 500, περίπου, ἑκατομμύρια. Ἠρώτησα, τότε, ἐπὶ ποίου ὕψους προϋπολογισμοῦ, κ. Ὑπουργέ, ἐμφανίζεται τὸ ἔλλειμμα αὐτό; Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐγνώριζε ποῖον εἶναι τὸ ὕψος τῆς διαχειρίσεως τῶν σιδηροδρόμων, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, δὲν ἐγνώριζε ποῖον εἶναι τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ διαχειρίσεως τῶν σιδηροδρόμων. Ἰδοὺ μία ἀπόδειξις, κραυγαλέα πλέον αὐτή, καὶ ἀναμφισβήτητος καὶ ἀδιάσειστος, τοῦ ὅτι τὸ θέμα «ἔλλειμμα Κρατικῶν Σιδηροδρόμων» δὲν ἀπησχόλησε τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ μίαν πενταετίαν μὲ τὴν προσοχὴν μὲ τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ τὴν ἀπασχολήσῃ, καὶ τὴν ἀπασχολεῖ τώρα, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος! Καὶ τὸ ὕψος τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Κρατικῶν σιδηροδρόμων ἀνέρχεται, ὡς μοῦ ἐδηλώθη ἐκ τῶν ὑστέρων, εἰς 1 δισεκατ. Δηλαδή, τὸ ἔλλειμμα καλύπτει τὰ 40– 50%!
§198Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς κακοφαίνετε;
§199Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Καθόλου δὲν μοῦ κακοφαίνεται. Εἶναι μάλιστα «κάλλιον ἀργὰ παρὰ ποτέ». Ἀλλὰ ἀπασχολεῖ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τίνα τρόπον; Κατὰ τὸν πλέον πρόχειρον καὶ κατὰ τὸν πλέον ἀποκρουστέον τρόπον. Διότι ὁ τρόπος αὐτὸς ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ πρῶτον, νὰ ἐπιβαρύνῃ τὰ λαϊκὰ στρώματα μὲ 130 ἑκατομμύρια. Φιλότιμον προσπάθειαν κατέβαλεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς θὰ εἶναι μικρὰ ἡ ἐπίπτωσις, ἐπὶ τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς θὰ εἶναι ἀκόμη πιὸ μικρά, ἐπὶ τοῦ κομίστρου θὰ εἶναι ἔτι μικροτέρα. Ποίαν ἀξίαν ἔχουν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπολογισμοί; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι 130 τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὸ εἰσόδημα τῶν λαϊκῶν στρωμάτων, τῶν τόσον χειμαζομένων σήμερον;
§200Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε, Κύρκο, διατὶ ἐπιμένετε, ὅτι θὰ ἐξαιρεθοῦν μόνον ἀπὸ τὰ λαϊκὰ στρώματα. Διατὶ ἀγνοεῖτε, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν κυκλοφοροῦν χιλιάδες αὐτοκίνητα ἰδιωτικά, τὰ ὁποῖα ἂς πληρώσουν μίαν δραχμὴν πάρα πάνω τὸ γαλλόνι. Διατὶ ὁμιλεῖτε κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ πράγματα; Ἢ πρέπει νὰ ἔχετε πραγματικὴν ἀνάλυσιν τῆς ἐπιπτώσεως, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ εἰς μετακίνησιν γεωργικῶν προϊόντων, ὁπότε θὰ εὕρητε, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις εἶναι μηδαμινὴ ἢ μὴ προβαίνετε εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς γενικὰς κατηγορίας εἰς τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοι συνάδελφοι πρὸ ὑμῶν προέβησαν, μὴ καταβάλλοντες οὔτε σεῖς, οὔτε οἱ ἄλλοι τὸν κόπον, νὰ μελετήσετε τὸ ζήτημα.
§201Η. ΗΛΙΟΥ. Ἀλλὰ τότε πῶς θὰ ἰσοπεδωθοῦν, πρὸς τὰ ἄνω βεβαίως, ἀπαραδέκτως τὰ κόμιστρα τῶν αὐτοκινήτων μὲ τὰ κόμιστρα τῶν σιδηροδρόμων, ἀφοῦ ἀνεπαίσθητος θὰ εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν κομίστρων τῶν αὐτοκινήτων;
§202Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Παρακαλῶ μίαν μικρὰν διακοπήν. Θὰ ἤθελα νὰ δώσω τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν. Ἡ ἰσοπέδωσις αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητος, ἂν θέλετε πράγματι νὰ ὑπάρχουν χερσαῖαι συγκοινωνίαι ἐν Ἑλλάδι. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ ἐνέργεια κατὰ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Κύρκος, καὶ προηγουμένως ὁ κ. Κωστόπουλος, ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸ γεγονός, ὅτι γίνεται μία συστηματικὴ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα ὑποτίμησις τοῦ κομίστρου, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως. Εἴτε ἀμέσως δι’ ἑνὸς ἀθεμίτου ἀνταγωνισμοῦ τῶν αὐτοκινήτων, εἴτε ἐμμέσως διὰ τῆς ὑπερφορτώσεως. Αὐτὸ πρέπει νὰ λείψῃ, δὲν ὑπάρχουν ὠργανωμέναι χερσαῖαι μεταφοραὶ ἐν Ἑλλάδι.
§203Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐγὼ διαφωνῶ καὶ θὰ ἀναπτύξω διατί. Ὑποτεθείσθω, ὅτι συμφωνοῦμεν. Λέγετε, ὅτι εἶναι ἀνεπαίσθητος ἡ ἐπίπτωσις τῆς ἐλαχίστης ὅπως λέγετε αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῆς βενζίνης καὶ τοῦ πετρελαίου, ἡ ἐλαχίστη αὐτὴ ἐπίπτωσις πῶς θὰ ἰσοφαρίσῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν κομίστρων τῶν αὐτοκινήτων καὶ τῶν σιδηροδρόμων;
§204Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Καὶ δι’ ἄλλων μέτρων.
§205Η. ΗΛΙΟΥ. Μόνον ἂν βάλωμεν δηλαδὴ πάρα πάνω.
§206Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Πιστεύω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀρχῆθεν ἀντιμετωπίζετο τὸ θέμα, ὅπως ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθῇ, θὰ εἶχον ληφθῆ ὅλα τὰ μέτρα, καὶ δὲν θὰ εἶχον μόνον ληφθῆ, ἀλλὰ θὰ εἶχον ἀποδώσει καὶ τὰ ἀποτελέσματά των, καί, ἴσως–ἴσως, σήμερον νὰ μὴ εὑρισκώμεθα πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ συζητοῦμεν περὶ τοῦ κολοσσιαίου ἐλλείμματος τῶν Σιδηροδρόμων, ἀλλὰ νὰ συζητοῦμεν περὶ διαθέσεως τῶν πλεονασμάτων τῶν Σιδηροδρόμων. Ἂν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐγένετο ἡ ἀναδιοργάνωσις καὶ ἡ ἀνακαίνισις τῶν Σιδηροδρόμων, διὰ τῆς προμηθείας νέου καὶ μοντέρνου τροχαίου ὑλικοῦ καὶ ὀχημάτων, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, ὅτι δὲν θὰ ἀπεκλείετο νὰ ἐφθάνομεν καὶ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα προηγουμένως. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις, ἀχθεῖσα, πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ἐπὶ τέλους, τὸ ζήτημα, τὸ ἀντιμετώπισεν, ὡς πιστεύω βαθύτατα, κατὰ τὸν πλέον πρόχειρον, κατὰ τὸν πλέον ἀπαράδεκτον τρόπον, κατὰ τὸν πλέον ἀντιλαϊκὸν τρόπον. Ὄχι μόνον διότι ἐπέβαλε τὴν φορολογίαν αὐτήν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα προηγουμένως καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἰδιωτικοῦ αὐτοκινήτου περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος, ὁ κ. Κανελλόπουλος, θὰ εἶναι ἐλαχίστη, διότι ἡ οὐσία εἶναι τὰ φορτηγὰ αὐτοκίνητα, ἡ οὐσία εἶναι ἡ κατανάλωσις τῶν ἀγροτῶν..... (δὲν ἠκούσθη).
§207Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὰ φορτηγὰ αὐτοκίνητα χρησιμοποιοῦν πετρέλαιον, τὰ ἰδιωτικὰ εἶναι ποὺ χρησιμοποιοῦν βενζίνην.
§208Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Καὶ τὸ πετρέλαιον φορολογεῖται, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπόν, ὄχι μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀλλὰ διότι, ὅπως τοὐλάχιστον ἐκ τῶν ἐφημερίδων πληροφοροῦμαι, ἡ Κυβέρνησις, ἄγεται εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ καταργήσῃ τὰς ἀκραίας Σιδηροδρομικὰς γραμμάς. Καὶ θὰ ἀποτελέσῃ τοῦτο βαρύτατο πλῆγμα κατὰ τῶν ἐπαρχιῶν τῶν ἐξυπηρετουμένων ἀπὸ τὰς γραμμὰς αὐτάς. Εὔχομαι νὰ μὴ φθάσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἀπεγνωσμένου τούτου μέτρου. Διότι νομίζω, ἡ ἀντίδρασις τὴν ὁποίαν θὰ συναντήσῃ—δικαιολογημένη ἀντίδρασις— ἀπὸ μέρους τῶν κατοίκων τῶν πληττομένων ἐπαρχιῶν, θὰ εἶναι πάρα πολὺ μεγάλη. Ὑπάρχει ἀκόμη μία ζημιογόνος αἰτία ἀπὸ τὴν ἀντιμετώπισιν, τὴν ὁποίαν κάμνει, ἡ Κυβέρνησις, τοῦ προβλήματος αὐτοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀκολουθήσῃ αὐτὸν τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ, ὅτι δὲν ἐπέρχεται κατ’ εὐτυχῆ τρόπον ἡ ἐξισορρόπησις τῶν κομίστρων, διὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἐξισορρόπησις πραγματοποιεῖται πρὸς τὰ ἄνω καὶ ὄχι πρὸς τὰ κάτω ὅπως ἔπρεπε. Καὶ ὅπως παρετηρεῖτο ἀπὸ τὸν συνάδελφον κ. Κωστόπουλον, καὶ τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας κ. Σ. Ἠλιόπουλον ἡ ἐξισορρόπησις αὐτὴ θὰ ἔχῃ καταστρεπτικὰς συνεπείας εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν συναγωνιστικότητα τῶν Ἑλληνικῶν προϊόντων διὰ τὴν ὁποίαν λέγομεν, ὅτι πρέπει νὰ καταβάλλωμεν κάθε προσπάθειαν νὰ τὴν ἐπιτύχωμεν καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τὸ λησμονοῦμεν.
§209Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ αὔξησις;
§210Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὰ 130 ἑκατομμ. ποῖος θὰ τὰ πληρώσῃ; Κύριοι συνάδελφοι. Σᾶς ἀπησχόλησα περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἐπεθύμουν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς ἐμέ, ἀλλὰ καὶ εἰς συνεχεῖς διακοπὰς αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω ἐν κατακλεῖδι νὰ ὑποστηρίξω, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλὰ θὰ κάμῃ νὰ ἀποσύρῃ τὸ δεύτερον αὐτὸ μέρος τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς τεταγμένοι νὰ περιφρουρήσωμεν τὸ ἠθικὸν κῦρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ τὸ ἐντείνῃ εἰς φθοράν. Δικαίωμά της εἶναι. Εἴμεθα ὅμως ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπισημάνωμεν τὰς πράξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβοῦν πρὸς βλάβην τῶν λαϊκῶν στρωμάτων. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ κατεύθυνσις τὴν ὁποίαν χαράσσει ἡ Κυβέρνησις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ τοῦ σιδηροδρομικοῦ ζητήματος καὶ τοῦ ζητήματος τῶν χερσαίων ἐν γένει μεταφορῶν, θὰ εἶναι ἀπολύτως καταστρεπτικὴ διὰ τὸν τόπον.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν.
§212Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν ἔνστασιν νὰ τὴν ἀποσύρουν. Εἶναι ἀντίθετος ἡ ὑποβολὴ ἐνστάσεως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Εἴπαμε τότε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, μάλιστα ὡρισμένοι ἐκπρόσωποι τῶν κομμάτων, ὁ κ. Παπανδρέου καὶ ὁ κ. Βενιζέλος, εἶχον συμφωνήσει νὰ θεωρηθῇ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὡς τερματισθεῖσα ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησις. Παρὰ ταῦτα, ἐπειδὴ ὁ κ. Ἠλιοῦ, ἐξ ὀνόματος τῆς ΕΔΑ καὶ ὁ κ. Μητσοτάκης ἐκ μέρους τῆς νέας πολιτικῆς κινήσεως, διεφώνησαν, εἴπαμεν ἄς γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἄς παραταθῇ ἐπὶ ὥρας πολλὰς καὶ ἄς λήξῃ ἀπόψε. Νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων κομμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξαν τὸν ἄμεσον τερματισμὸν τῆς συζητήσεως, νὰ ὑπάρχῃ κἄποια σχέσις βασιζομένη ἐπὶ τῆς καλῆς πίστεως. Ἀγωνιζόμεθα νὰ περάσωμεν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἀρχὴν διὰ νὰ ἔχουν οἱ κ. βουλευταὶ τὴν εὐχέρειαν νὰ ὁμιλήσουν καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων, ὥστε νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἐπ’ αὐτῶν παρατηρήσεις των, διότι συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἶναι συζήτησις ἄνευ ἀντικειμένου. Ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ παταχθῇ ἡ φοροδιαφυγὴ καὶ δὲν προτείνεται τίποτε τὸ συγκεκριμένον. Ἄς εἰσέλθωμεν λοιπὸν εἰς τὰ ἄρθρα. Πῶς νὰ μὴ χαρακτηρίσωμεν ὡς κωλυσιεργίαν τὴν ἀπαίτησιν νὰ συνεχίζῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἄνευ κατ’ οὐσίαν ἀντικειμένου; Παρακαλῶ, βάσει τῆς συμφωνίας, ἡ ὁποία ἐπῆλθε πρὸς στιγμήν, νὰ μὴ ἐπιμείνουν οἱ κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Νὰ ὁμιλήσουν δύο τρεῖς ἀκόμη ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων καὶ νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησιν λήξασαν.
§213Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ παρουσία τῶν κυβερνητικῶν βουλευτῶν δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ κατὰ τὴν διενέργειαν ἐλέγχου, ἀλλά, ὅτι κατὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν παρίστανται. Δύναμαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀπόψε ἀπουσιάζουν.
§214Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Αὐτὸ εἶπον καὶ ἔχετε δίκαιον ποὺ τὸ ὑπενθυμίζητε. Ἡ ὥρα εἶναι μία καὶ 30 καὶ ὑπάρχουν τόσοι βουλευταί. Εἰς οὐδὲν Κοινοβούλιον τοῦ κάσμου δὲν θὰ ἐγένετο ἔνστασις ἀπαρτίας, ὅταν αὐτὴν τὴν ὥραν ὑπῆρχον 60 βουλευταί. Παρηκολούθησα συνεδριάσεις εἰς τὴν Γερουσίαν τὴν Ἀμερικανικὴν καὶ ἦσαν μόνον 8–9 παρόντες καὶ ἐγένετο συνεδρίασις. Ἐπίσης εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ πρότυπον τῶν Βουλῶν τοῦ κόσμου, γίνονται συνεδριάσεις μὲ 15–20 βουλευτὰς καὶ δὲν προτείνεται ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως.
§215Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κυβερνητικοὶ βουλευταὶ ἠδύναντο νὰ καλύψουν τὸ διπλάσιον τῆς ἀπαρτίας. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ αἰτίασις ἐναντίον μας. Συμφωνία δὲν ὑπάρχει. Νομίζω, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶναι ἐκ τῶν σοβαρωτέρων καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐξονυχιστικῶς. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις διότι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§216Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν, κ. Πρόεδρε, διὰ τὴν συντόμευσιν τῆς συζητήσεως, ἐσχηματίσαμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπῆρξε κἄποια συμφωνία καὶ κατόπιν τούτου δὲν ὑπεβάλομεν πρὸ πολλοῦ αἴτησιν περὶ περιορισμοῦ τῶν ἀγορεύσεων εἰς τὸ τέταρτον. Ἐὰν εἴχομεν ὑποβάλει τοιαύτην πρότασιν, καὶ δὲν ὡμίλει ὁ κ. Κύρκος ἐπὶ μίαν καὶ ἡμισείαν ὥραν, θὰ εἶχε τελειώσει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§217Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως)!. Ἐπιβεβαιῶν, κ. Πρόεδρε, τὰ ὅσα λέγει ὁ κ. Αὐγερινὸς λέγω, ὅτι ἐγένετο σχετικὴ συνεννόησις καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη νὰ κατατεθῇ πρότασις περὶ ἐπιβολῆς τοῦ τετάρτου. Τόση μάλιστα ἦτο ἡ καλὴ πίστις τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ὄχι μόνον δὲν ἐδέχθη νὰ ἀναγνωσθῇ, ἀλλ’ οὔτε κἄν νὰ κατατεθῇ πρότασις περὶ τετάρτου, ὡς προετείνατε ὑμεῖς, πρὶν ἢ ὁμιλήσουν οἱ κ.κ. Κύρκος καὶ Γιαννόπουλος. Παρὰ ταῦτα ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑποβάλλει ἔνστασιν ἀπαρτίας. Ἐὰν εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἀναγνωσθῆ ἡ πρότασις περὶ ἐπιβολῆς τοῦ τετάρτου, ἤδη θὰ εἴχομεν τελειώσει τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν.
§218Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν διὰ τὴν προσπάθειαν ποὺ καταβάλλεται νὰ διαστρεβλωθοῦν τὰ πράγματα. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐδηλώσαμεν ὅτι δέν δεσμευόμεθα ἀπὸ καμμίαν συμφωνίαν καὶ ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὁμιλήσωμεν. Ὅπως ἐμφανίζεται τὸ πρᾶγμα, τὸ νὰ εἴπωμεν τὰς ἀπόψεις μας ἐμφανίζεται ὡς μία παραχώρησις τῆς Βουλῆς πρὸς ἡμᾶς. (Φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§219Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως)!. Δέν εἶναι ζήτημα παραχωρήσεως, ἀλλὰ ζήτημα συμφωνίας. Ἐφ’ ὅσον, κ. Πρόεδρε, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιμένει, θὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν. Κατὰ τὴν ἑπομένην ὅμως συνεδρίασιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς θὰ ὑποβληθῇ καὶ θὰ ἀναγνωσθῇ ἡ αἴτησις περὶ ἐπιβολῆς τοῦ τετάρτου.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§221ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 01.45′ π. μ.)