1960.02.16
4.027 στίχοι · 29.623 λέξεις · 188 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48η
Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.50′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ πρακτικὰ δὲν διετυπώθησαν καλῶς, σχετικῶς μὲ τὰ ὅσα εἶπον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικόν μου ἐπεισόδιον μὲ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ εἶπον ἀπὸ τὸ βῆμα, ὅτι μοῦ προεκάλεσε θυμηδίαν ἡ ἐξομολόγησις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπον, μάλιστα, περὶ τοῦ πόσον μὲ ἱκανοποιοῦσαν ἄλλοτε αἱ ἀγορεύσεις του. Προσέθεσα δέ, ὅτι οὐδὲν τὸ σαρκαστικὸν εἶχεν ὁ γέλως μου, ἄλλωστε καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ τοιοῦτον νόημα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἤκουσα.
§5Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ἀλλὰ εἰς τὸ τέλος, κ. Πρόεδρε, διεμαρτυρήθην, διότι σεῖς προεκαλέσατε τὸν θόρυβον μὲ τὴν στάσιν σας.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἤκουσα, ἀλλὰ ἀφοῦ τὸ λέγετε, ἂς καταχωρηθοῦν εἰς τὰ πρακτικά. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν. Ὁ συνάδελφος κ. Λύχνος, μοὶ ἀπέστειλε τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν: Ἀθῆναι τῇ 15 Φεβρουαρίου 1960 Κύριε Πρόεδρε, Ἀναγινώσκω εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς 12.2.60, ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Ε. Ἀρβανιτάκις μὲ κατηγόρησεν, ὅτι «ἐνῷ ὁμιλῶν εἰς τὸ ραδιόφωνον λέγω, ὅτι εἶναι μειωτικὸν καὶ αἶσχος διὰ τοὺς ἀγρότας νὰ λαμβάνουν σύνταξιν 300 δραχμῶν, εἰς τὴν ἐφημερίδα «Βῆμα», ὅπου εἶμαι συντάκτης, λέγω, ὅτι εἶναι ἐντροπὴ νὰ μὴ συνταξιοδοτῇ ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἀγρότας». Πρόκειται περὶ δύο καταφώρων ἀνακριβειῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλω νὰ ἀνασκευάσω. Εἰς τὸ ραδιόφωνον ἐπέκρινα τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι θέλει νὰ παραστήσῃ, ὅτι αὐτὴ ἐνδιαφέρεται διὰ τὰς ἀγροτικὰς συντάξεις περισσότερον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ ἐφημερὶς «Βῆμα» δὲν μοῦ κάμνει τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῇ τὰς γνώμας μου. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅπως ἡ ἐπανόρθωσίς μου αὕτη καταχωρηθῇ εἰς τὰ προσεχῆ πρακτικά.
Μετὰ τιμῆς
ΓΕΡ. ΛΥΧΝΟΣ
Βουλευτὴς Κερκύρας Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βολουδάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§7Γ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της α) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης θέσεών τινων παρὰ ταῖς Ἰατροδικαστικαῖς Ὑπηρεσίαις» καὶ β) ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ Ν. Δ. ὑπ’ ἀριθ. 4016)1959 «περὶ τροποποιήσεως τῆς περὶ ἐγκληματιῶν πολέμου νομοθεσίας». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1957 πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων, εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου», καὶ 2) «περὶ νομιμοποιήσεως διαφόρων δαπανῶν, ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων, πραγματοποιηθεισῶν δυνάμει Πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τούτου». Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ε. Ἀθανασάκος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ ἀντιφυματικοῦ ἀγῶνος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Καλτεζιώτης, Κ. Παπαγεωργίου, Α. Ψάρης, Ι. Προκοπίδης, Κ. Ράλλης, Χ. Γκαργκάνας, Α. Βογιατζῆς καὶ Θ. Δούκας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων, ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Κοντοβράκης, Α. Κοντογιάννης καὶ Δ. Παπαδημητρίου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 162)59 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ ρυθμίσεως τρόπου ἐξοφλήσεως καθυστερουμένων ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Συνταξιούχων Σιδηροδρομικῶν Σ.Ε.Κ. «Ὁ Λαρισαϊκὸς», αἰτουμένου τὴν ἐπέκτασιν τῆς μειώσεως εἰς τὸ ἥμισυ τῶν διδάκτρων, ἐξετάστρων καὶ ἀσκήτρων διὰ τὰ τέκνα τῶν μελῶν του. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 21509)12.2.60 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ Ταχυδρομικὸν Ταμιευτήριον διὰ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ χορήγησιν δανείου μέχρι συνολικοῦ ποσοῦ δραχμῶν δέκα ἑκατομμυρίων (10. 000.000) εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Ταμεῖον Σερρῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Γρίβας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Πολεμιστῶν Ν. 751 Βορείου Ἑλλάδος, αἰτουμένων τὴν παραχώρησιν οἰκοπέδων εἰς τὰ μέλη του. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Δ. Λεονάρδος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἰχθυεμπόρων–μεταπρατῶν (παγγοδρόμων) ἰχθύων Αἰτωλικοῦ, αἰτουμένων ἀποζημίωσιν λόγῳ παραγνωρισμοῦ τοῦ ἐπαγγέλματός των, συνεπείᾳ τῆς ἱδρύσεως τοῦ συνεταιρισμοῦ ἐκμεταλλεύσεως τῆς λιμνοθαλάσσης Μεσολογγίου Αἰτωλικοῦ. Ὁ βουλευτὴς Λέσβου κ. Κ. Μακρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐλαιουργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ τοῦ Βʹ Ἐλαιουργικοῦ Συνεταιρισμοῦ καὶ τοῦ Ἐλαιουργικοῦ Π. Συνεταιρισμοῦ Ἐληᾶς Πλωμαρίου Λέσβου αἰτουμένων, ὅπως ἡ περιφέρεια Πλωμαρίου, θεωρηθῇ ἀπὸ τριετίας ὁλόκληρος ἀφοροῦσα, ἀνασταλῇ ρευστοποίησις δανείων ἐλαιοπαραγωγῶν καὶ μὴ ἐπιβαρυνθῶσι τόκοις ὑπερημερίας κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Πρίφτης, Γ. Σπηλιόπουλος, Β. Θανασέκου, Κ. Χιωτάκης καὶ Μ. Χριστογεῶργος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θυμάτων τῆς Γερμανικῆς Κατοχῆς «ΦΟΙΝΙΞ», αἰτουμένης ἀποζημίωσιν τῶν μελῶν αὐτῆς. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης κ. Α. Αὐγερινός, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἑξήκοντα τεσσάρων σεισμοπαθῶν ἐνοικιαστῶν τῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀνεγερθέντων εἰς Βρυσούλαν πόλεως Πρεβέζης πηλοκτίστων παραπηγμάτων, αἰτουμένων τὴν ἐπέκτασιν τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τοῦ νόμου 3800)58 καὶ ἐπ’ αὐτῶν καὶ παραχώρησιν εἰς αὐτοὺς τῶν παραπηγμάτων ἐπὶ λογικῷ κατὰ δόσεις ἐξοφλητέῳ τιμήματι. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σ. Κωστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Δήμου Ἀνδρούσης καὶ περιχώρων, τριάκοντα Κοινοτήτων ἐπαρχίας Μεσσήνης–Νομοῦ Μεσσηνίας, αἰτουμένων τὴν ἵδρυσιν Γεωργικοῦ Γυμνασίου νέου τύπου ἐν Ἀνδρούσῃ. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Συνταξιούχων Παντοπωλῶν Πειραιῶς, αἰτουμένου τὴν ἀντικατάστασιν τῆς σημερινῆς Διοικήσεως τοῦ ΤΕΒΕ μὲ ὑπηρεσιακὴν τοιαύτην, τὴν μείωσιν τῆς εἰσφορᾶς πρὸς τὸ Ἐπιμελητήριον κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν μελῶν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Σπηλιᾶς Μεσσηνίας, αἰτούντων τὴν χορήγησιν συντάξεως γήρατος εἰς τοὺς ἀγρότας καὶ ἀπαλλαγὴν τῆς εἰσφορᾶς δραχμῶν ἑκατὸν (100) πρὸς τὸ νοσοκομεῖον Κυπαρισσίας τῶν ἀπόρων κατοίκων Κοινότητος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως, ἀναβαλλομένων τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων;
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἐκκρεμὴς μία ἐρώτησίς μου ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφορῶσα θέματα ἀγροφυλακῆς. Ἐφόσον πρόκειται νὰ λάβῃ εὐθὺς ἀμέσως τὸν λόγον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ ἀναβληθοῦν αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις. Θὰ παρεκάλουν, ὅμως, ὅπως αὔριον ἐγγραφῇ πρώτη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ συζητηθῇ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δεσμευθῶ διὰ τὴν ἐρώτησιν αὐτήν. Αὔριον προηγοῦνται αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις αἱ ἀπευθυνόμεναι πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων.
§12Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤρχισεν ἡ ἐργασία ἀκόμη. Πότε παρεβιάσθη ὁ Κανονισμός;
§14Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ σπανίως σᾶς ἐνοχλῶ. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ἐργασία, πρὶν μποῦμε εἰς τὴν ἐπερώτησιν, θὰ ἤθελον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγινε παράβασίς τις τοῦ Κανονισμοῦ;
§16Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 26, οἱ βουλευταὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀπουσιάσουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, χωρὶς ἄδειαν τοῦ Προέδρου, ὁ ὁποῖος ἐγκρίνει καὶ ὑπογράφει, κατόπιν ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς. Ἐὰν μάλιστα ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, τότε ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει γνώμην ἐπὶ τῶν ἀδειῶν ἀναχωρήσεως εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Εἰς τὸ τέλος Ἰανουαρίου εὑρέθησαν 15 βουλευταὶ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς εἰς τὸ Βουκουρέστι καὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὸ ἐκεῖ Φεστιβὰλ τῆς Νεολαίας, διὰ τὰ Βαλκάνια καὶ τὴν Ἀδριατικήν. Πέραν αὐτῶν, ἐνῷ δὲν εἶχε δοθῆ εἰς κανένα ἡ ἄδεια νὰ πᾶνε εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ τὸ ἐπιβεβαιώσητε, ὅτι οὕτως ἔχει, οἱ ἐν λόγῳ βουλευταί, προσκληθέντες, ἐπῆγαν καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν...
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι θέμα ἐρωτήσεως αὐτὸ καὶ ὄχι Κανονισμοῦ.
§18Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Καὶ τοῦ Προέδρου καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ Βουκουρέστι οἱ βουλευταὶ αὐτοὶ ἔκαμαν ἐνεργείας, πράξεις, συζητήσεις καὶ προέβησαν εἰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἔβγαινον ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας των. Οἱ βουλευταὶ ἔχουν δικαιώματα ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, μόνον ὅταν εἶναι διαπεπιστευμένοι. Ὅταν εἶναι μέλη Ἐπιτροπῶν Εἰδικῶν, δὲν ἠμποροῦν νὰ κάμουν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καί, μάλιστα, ἀντίθετον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅμως εἰς τὸ Βουκουρέστι ὅλα αὐτὰ ἔλαβον χώραν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, αὐτὸ εἶναι ἀγόρευσις ἐπὶ θέματος οὐσίας καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Παρακαλῶ νὰ τερματίσητε.
§20Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι. Ἐπὶ πλέον ἐχόρεψαν, συνδιεσκέδασαν καὶ συνεζήτησαν καὶ μὲ ἀντιπροσώπους τῆς Ἀλβανίας, μὲ τὴν ὁποίαν ἔχομεν διακεκομμένας σχέσεις, διότι μετὰ τὸ 1940, δὲν ἔχουν ἐπαναληφθῆ αἱ σχέσεις. Τέλος, ἐπεσκέφθησαν καὶ τὴν Βουλγαρίαν, ἔγιναν δεκτοὶ ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Βουλγαρίας, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ προέβησαν εἰς ἐκδηλώσεις ἀπαραδέκτους. Ἡ «Αὐγὴ» δημοσιεύει λεπτομερείας ἐπὶ 6 ἡμέρας. Καὶ ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε,...
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε μίαν ἐρώτησιν, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι θέμα συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§22Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ποῖος θὰ μᾶς προφυλάξῃ ἀπὸ τὶς μπηκτές, τὶς συνεχεῖς, τὶς ὁποῖες μᾶς δίδει ἡ πτέρυξ αὐτή; (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος — κωδωνοκρουσίαι).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖ. (Θόρυβος).
§24Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε,...
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐγώ, κ. Πρόεδρε τῆς Ε. Δ.Α. Θὰ ὁμιλήσω πρῶτος ἐγώ. Καθίσατε, παρακαλῶ.
§26Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὁ στρατός, κάμνῃ γυμνάσια, ἡ «Αὐγὴ» ὁμιλεῖ, ὅτι ἡμεῖς κάμνομεν ἀπειλητικὰς κινήσεις ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ἀλβανίας, καθ’ ἣν στιγμήν, ἡ ἰδία ἡ «Αὐγὴ» γράφει χθές, ὅτι τὰ Βαλκάνια καὶ ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Ἀλβανία, προστατεύονται ἀπὸ τὴν Ρωσίαν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μανιαδάκη, σᾶς παρακαλῶ, τελειώνετε ἐπὶ τέλους.
§28Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Θὰ πάρετε, ἐπὶ τέλους, μέτρα ἀμύνης;
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, νομίζω, ὅτι τὸ θέμα ἦλθε κάπως ἀτόπως καὶ παρὰ τὸν Κανονισμόν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω καὶ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, εἶναι, ὅτι οὐδεμία Ἐπιτροπὴ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἀπεστάλη εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐὰν οἱ κ.κ. βουλευταὶ ἔλαβον ἄδειαν καὶ μετέβησαν, τοῦτο ἀποτελεῖ δικαίωμά των. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω καμμίαν ἄλλην ἀπάντησιν, ἐφ’ ὅσον μὲ θεωρεῖτε ἐλεγχόμενον, εἰμὴ μόνον, ἀφοῦ καλέσω κατ’ ἰδίαν τοὺς μεταβάντας καὶ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ μὲ πληροφορήσουν τὶ ἔγινε καί, ἐνδεχομένως, ἐρωτήσω καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ ὅτι ἔδωκα διαβατήριον εἰς βουλευτάς, σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμόν, δηλαδή, ἀφοῦ ἐζήτησαν ἄδειαν, αὐτὸ εἶναι κανονικὸν καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω ἄλλως. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι δηλαδή, συνεκροτήθησαν εἰς Ἐπιτροπὴν μετὰ τὴν ἀναχώρησίν των. Οὔτε στοιχεῖόν τι ἔχω, οὔτε τὸ φαντάζομαι. Θὰ ἐρωτήσω, ὅμως, τοὺς κ.κ. συναδέλφους κατ’ ἰδίαν καὶ αὔριον, ἴσως δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω.
§30Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας, ὡρισμένης μερίδος —διαμαρτυρίαι, αἱ ὁποῖαι κατὰ τρόπον ἄτοπον ἐσημειώθησαν, διότι μόνον ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ δώσητε ἢ νὰ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον— παρὰ τὰς διαμαρτυρίας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν οὐσίαν καὶ οὐχὶ τὸν Κανονισμόν, πρόβλημα ὑπάρχει. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσεται νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφοῦ λάβῃ γνῶσιν τοῦ ζητήματος, ὅπως τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Μανιαδάκης, θὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν αὔριον.
§31Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἀσχέτως τῶν ὅσων ὑπεστήριξεν ὁ κ. Μανιαδάκης, καὶ ἀσχέτως οἱασδήποτε μεταβάσεως Ἐπιτροπῆς κ.κ. βουλευτῶν, εἴτε κατόπιν ἀδείας, εἴτε καὶ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προκαλεῖ, ὄχι ἁπλῶς ἐντύπωσιν, ἀλλὰ κατάπληξιν, εἶναι ἡ ὑστερία, μὲ τὴν ὁποίαν διαμαρτύρεται ἡ Ἄκρα Ἀριστερά, ὁσάκις θίγεται θέμα, σχέσιν ἔχον μὲ τὴν Βουλγαρίαν. Ὁ κ. Μανιαδάκης, δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔπρεπε διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς ἢ δι’ ἐπερωτήσεως ἢ δι’ ἐρωτήσεως ἁπλῆς νὰ φέρῃ τὸ θέμα ἐνώπιον τοῦ Σώματος, πάντως, εἶπεν, ὅτι ὁμὰς βουλευτῶν μετέβη εἰς Βουλγαρίαν, ὅπου ἐνεφανίσθη ὡς ἀποστολὴ χωρὶς νὰ εἶναι καὶ διὰ νὰ ἔχῃ ἐκδηλώσεις οὐχὶ ἁπλῶς ἀντιθέτους μὲ τὴν ἐπίσημον πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ θιγούσας εὐθέως τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἔθνους καὶ ἐθεώρησε τοῦτο ἄηθες καὶ τὸ κατήγγειλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἑτοιμάζεται ὁ κ. Πασαλίδης νὰ ἀπαντήσῃ. Κατόπιν τούτου, νομίζω, ὅτι οἱ θόρυβοι ἐξ αἰτίας τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. βουλευτοῦ, λαβόντος τὸν λόγον ἀπὸ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀπαράδεκτοι, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπέμβητε ἀμέσως.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Πασαλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§33Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὸν κ. Μανιαδάκην νὰ κάμῃ ἀγόρευσιν, ἐνῷ εἶχε ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Αὐτὸ γράφει ὁ Κανονισμός. Σεῖς παρεβιάσατε τὸν Κανονισμόν, ἐπιτρέψαντες εἰς τὸν κ. βουλευτὴν νὰ κάμῃ ἀγόρευσιν καὶ τὸν ἐμιμήθη ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔκαμε καὶ αὐτὸς ἄλλην ἀγόρευσιν καὶ μετὰ ἐσυνεχίσθη ἡ ἀνωμαλία, διότι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκαμε καὶ αὐτὸς μικρὰν ἀγόρευσιν, θέλοντας κἄτι νὰ εἴπῃ. Ἐγὼ ἀπορῶ. Οἱ βουλευταί, ὅπου καὶ ἐὰν πᾶνε, εἶναι βουλευταί. Εἴτε εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἴτε εἰς τὸ ἐσωτερικὸν εὑρίσκονται, θὰ εἴπουν τὰς ἀπόψεις των. Μήπως μὲ τὴν Βουλγαρίαν ἔχομεν διακεκομμένας διπλωματικὰς σχέσεις; Ὄχι, νομίζω. Ἔχομεν; Διατὶ σιωπᾶτε; Ὑπάρχει ἐδῶ ἐπιτετραμμένος, ἄρα ἔχομεν μὲ τὴν Βουλγαρίαν διπλωματικὰς σχέσεις καὶ ὅταν ἕνας βουλευτὴς πάῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅπου καὶ ἂν πάῃ εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἢ εἰς τὴν Δύσιν, εἶναι, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος ἐλεύθερος νὰ διακηρύξῃ τὰς πεποιθήσεις καὶ ἀπόψεις του, ὅπως τὰς διακηρύττει καὶ μέσα εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Αὔριον ἐγώ, ὡς βουλευτής, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ταξιδεύσω εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν θὰ ἐρωτήσω καὶ κανένα, διότι δικαίωμά μου εἶναι. Σεῖς, ὅταν πᾶτε εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἢ εἰς ἄλλας χώρας, τώρα ποὺ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ πάῃ εἰς τὴν Ἀμερικήν, κανεὶς δὲν διεμαρτυρήθη καὶ δὲν διαμαρτύρεται. Καὶ ἡμεῖς καὶ οἱοσδήποτε βουλευτής, θὰ πᾶμε καὶ εἰς τὴν Δύσιν καὶ εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ ὅπου πᾶμε θὰ διακηρύξωμεν τὰς πεποιθήσεις μας διὰ τὴν ὕφεσιν καὶ διὰ τὴν εἰρήνην. Σεῖς δὲν θέλετε ὕφεσιν, θέλετε νὰ ἔχετε τὸν ψυχρὸν πόλεμον ἐδῶ μέσα. Θὰ μείνετε μόνος σας. Ἐγώ, λέγω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμός, δὲν ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἀγόρευσιν ἐπὶ πολιτικοῦ ἐπιπέδου, εἰσερχόμενος εἰς τὴν οὐσίαν θέματος, ὁ κ. Μανιαδάκης, διότι ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ μόνον τυπικῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐὰν οἱ συνάδελφοι ἔτυχον ἀδείας ἀπουσίας εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλά, φαίνεται, ὅτι ἦτο σχεδιασμένον καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον συνέβη καὶ ἀπόψε. Ἔβαλαν τὸν ἀξιότιμον κ. Μανιαδάκην, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ἀνοικτά τὴν γνώμην του, διότι, συνήθως, λέγει, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σκέπτεται, οἱ ἄλλοι, ὅμως, πολλοὶ ἄλλοι ἀπὸ σᾶς, φέρετε προσωπεῖον δημοκρατικόν, ἐνῷ δὲν εἶσθε δημοκρατικοί. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος). Αὐτός, ὅμως, ἔχει τὰς πεποιθήσεις του καὶ τὰς λέγει ἀνοικτά, διακηρύσσει, ὅτι θέλει δικτακτορίαν. Αὐτὰ λέγει ὁ κ. Μανιαδάκης καὶ δι’ αὐτό, δὲν θὰ ἔπρεπε ὁ κ. Μανιαδάκης νὰ κάθεται μέσα εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἔξω καὶ νὰ ἑτοιμάζῃ τὴν Δικτατορίαν του. Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι ξεπερασμένα, πρέπει νὰ τὸ καταλάβετε, ξεπερασμένα, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐπαναφέρετε τὰ παλαιὰ καθεστῶτα. Τὰ καθεστῶτα ἀλλάζουν. Καὶ τώρα, διατί, μὲ τόσον θόρυβον ἐσηκώθη ὁ ἀγαπητός μου κ. Ἀντιπρόεδρος νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐξ ἀφορμῆς τῆς μεταβάσεως τῶν κ. κ. συναδέλφων εἰς τὴν Ρουμανίαν, ὑπάρχει θέμα; Δὲν ὑπάρχει καθόλου θέμα, οἱ κύριοι βουλευταὶ ἐπῆραν διαβατήριον καὶ εἶπαν τὰς ἀπόψεις των καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ εἰς τὴν Βουδαπέστην καὶ εἰς τὰ Τίρανα. Ἐὰν ἤθελαν, ἂς ἐπήγαιναν καὶ ἄλλοι εἰς ἄλλας χώρας. Τί, κατεστράφη ὁ κόσμος; Ὄχι.
§34Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, εἰσέρχεται εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος ὁ κ. Πασαλίδης, ἐνῷ οἱ βουλευταὶ τῆς ἀριστερᾶς ἠμφισβήτησαν τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὸν κ. Μανιαδάκην. Εἰσέρχεται εἰς τὸ θέμα. (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὀφείλετε, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιβάλετε τὴν τάξιν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσέρχεσθε, κ. Πασαλίδη, εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος.
§36Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐμᾶς, κ. Πρόεδρε, πάντοτε μᾶς διακόπτετε, διότι εἴμεθα κοινοβουλευτικοὶ καὶ ἀντιπολιτευόμενοι ἐνῷ τοὺς ἄλλους δὲν τοὺς διακόπτετε. Ἀπορῶ πῶς συμβαίνει αὐτό. Ἐὰν ὁμιλῇ ἐκείνη ἡ πλευρὰ ἢ οἱ ὑπουργοὶ —διότι μὴ νομίζετε, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ τοὺς βουλευτάς.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς διέκοψε κανένας;
§38Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐδῶ μᾶς βασανίζετε, ἐκεῖ δὲν κτυπᾶτε τὰ κουδούνια, διότι, κ. Πρόεδρε, ζήτημα δὲν ὑπάρχει, διαβατήρια ἐδόθησαν καὶ θὰ δοθοῦν διαβατήρια, ὅταν θέλουν ἠμποροῦν νὰ ὁμιλοῦν οἱ βουλευταί, θέλετε τέλος νὰ πᾶτε καὶ σεῖς κἄπου νὰ πᾶτε, μακάρι νὰ φύγετε σεῖς καὶ νὰ μείνουμε ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀγαπᾶμε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§39Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν Ἀρχηγοὶ Κομμάτων νὰ διακηρύττουν, ὅτι ἠμπορεῖ ὁ βουλευτὴς νὰ πάῃ ἔξω καὶ νὰ κάμῃ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἀντίθετον τῆς Κυβερνήσεώς του. Τότε διατὶ δὲν ἐπιτρέπομεν τὸ ἴδιον καὶ εἰς ἕνα ἁπλοῦν πολίτην, ἕνα ἀγράμματον, ἀλλὰ τὸν παραπέμπομεν εἰς δίκας καὶ εἰς ἐξορίας; Νὰ ἀφήσωμεν καὶ αὐτὸν ἐλεύθερον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος, ἔχει τὸν λόγον.
§41Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, πρῶτον, διὰ νὰ εἴμεθα ἐξηγημένοι, ὅταν λέγῃ ὁ Κανονισμὸς ζήτημα Κανονισμοῦ, ἐννοεῖ θέμα ἀνακῦπτον κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ὄχι γενικὸν θέμα κατὰ τὴν κρίσιν ἑκάστου. Εἶναι θέμα ἐκτὸς Κανονισμοῦ αὐτὸ ἡ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁμιλία καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ κατ’ αὐτὴν τὴν διαδικασίαν. Θέμα δεύτερον. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸν νοῦν οὐδενός, ὅτι ὑπάρχει πειθαρχικὴ ἐξουσία τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν βουλευτῶν, ἐδῶ δὲν ὑπάρχει ἐκπροσώπησις τῆς Βουλῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὑπάρχουν βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐὰν θεσπίσωμεν, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἢ δι’ ὅ,τι λέγει ἢ δι’ ὅ,τι πράττει κρίνεται πειθαρχικῶς ἀπὸ τὴν Βουλήν, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει τεθῆ, ὑπὸ ἔλεγχον πολιτικόν, εἶναι τῶν Κομμάτων, τῶν ἐφημερίδων ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν ἀναμφισβητήτως ὄχι ἐντὸς τῆς αἰθούσης. Ἐλέγχομεν ἀμοιβαίως τὰς γνώμας μας, δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ὑπάρχῃ κατηγορούμενος βουλευτὴς δι’ ὅ,τι πράττει. Ἐὰν τὸ σκεφθῇ εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀντιστραμμένως, ὅτι δύναται εἷς βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἐγειρόμενος νὰ κάμνῃ ἐπίθεσιν κατ’ ἄλλου βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπραξε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, νομίζω, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον μεταβάλλεται εἰς ἄλλου εἴδους Σῶμα ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ πράγματι εἶναι. Τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ὅ,τι πράττει πᾶς βουλευτὴς εἶναι ἄξιον ἐγκωμίου, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει διαδικασία τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κρίνεται ὁ βουλευτὴς πολιτικῶς ἢ νὰ ἐλέγχεται πειθαρχικῶς. Τρίτον θέμα. Εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὔριον θὰ δώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπάντησιν. Νομίζω, ὅτι αὔριον ἂν πρόκειται νὰ τεθῇ θέμα, πρέπει νὰ τεθῇ θέμα ἐκτὸς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀνακοίνωσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὄχι μία ἀπάντησις εἰς μίαν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν ἀντικανονικῶς ἔφερεν ὁ κ. βουλευτὴς Κορινθίας. Λέγω ἐν συνεχείᾳ διατὶ πρέπει νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτά. Πρῶτον χάριν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δεύτερον χάριν ἑνὸς ἄλλου θέματος. Πρόκειται περὶ συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὸ Φιλελεύθερον Δημοκρατικὸν Κόμμα, εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὴν Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν καὶ εἰς τὴν ΕΔΑ περὶ τῶν ὁποίων ἐλέχθη ἐδῶ, ὅτι ἔπραξαν καὶ εἶπον πράγματα ἀνοίκεια, νομίζω, ὅτι τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀντικανονικῶς εἶναι νὰ ἐρωτηθοῦν οἱ ἴδιοι ἐὰν πράγματι συνέβησαν τοιαῦτα πράγματα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπον, κ. Τσιριμῶκο, ὅτι θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ μοῦ εἴπουν τί ἔγινεν.
§43Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὴν Ρουμανίαν καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν, οὐδὲν ἔπραξαν καὶ οὐδὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπουν ἢ νὰ πράξουν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀντίθετον πρὸς τὴν συνείδησιν τὴν ἰδικήν των καὶ πρὸς τὸ καθῆκόν των ὡς Ἑλλήνων βουλευτῶν νὰ φροντίζουν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐπῆγαν εἰδικῶς εἶναι πρόσωπα περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀντίρρησις. Ἂν θέλετε λοιπὸν ἀντικανονικῶς κατὰ τὴν κρίσιν μου παρὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, ἔπρεπε πρῶτον νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν, διὰ νὰ διαφωτίσουν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν λαὸν περὶ τίνων πραγμάτων ὡμίλησαν.
§44Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, καὶ ὁ κ. Πασαλίδης καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, εἰσῆλθον ἐμμέσως εἰς τὴν οὐσίαν. Ἀπέφυγον ἐγὼ νὰ πράξω τοῦτο, διότι δὲν εἶμαι πλήρως κατατοπισμένος ὅσον ἀφορᾷ τὴν δρᾶσιν ἢ τὰς ἐνεργείας τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὴν Ρουμανίαν καὶ εἰς τὴν Σόφιαν, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον —αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀπάντησιν εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Τσιριμώκου— ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ὁμιλήσῃ αὔριον, δηλαδὴ θὰ παρακληθῇ ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, νὰ δώσῃ στοιχεῖα εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον ἀφορᾷ τὰς κινήσεις καὶ τὰς ἐνεργείας τῶν περὶ ὧν πρόκειται βουλευτῶν.... (δὲν ἠκούσθη).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον, ὅτι θὰ καλέσω τοὺς κ. βουλευτάς.
§46Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, θὰ καθορίσετε τὴν διαδικασίαν καὶ ἂν θεωρῆτε αὐτὴν ὡς ὀρθήν, ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει ἀντίρρησιν, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, δεδομένου, ὅτι οἱ κ.κ. Πασαλίδης καὶ Τσιριμῶκος εἰσῆλθον ἐμμέσως εἰς τὴν οὐσίαν χωρὶς ἡ πλειοψηφία νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ὑστερίαν τὴν ὁποίαν ὀρθῶς κατήγγειλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη ὅταν ὡμίλει ὁ κ. Μανιαδάκης δεδομένου, λέγω, ὅτι εἰσῆλθον οἱ δύο ὁμιληταὶ εἰς τὴν οὐσίαν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἀπολύτως φυσικὸν —καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐτόνισα, ὅτι πρόβλημα ὑπάρχει— δὲν εἶναι ἀπολύτως φυσικὸν οἱ βουλευταί, ὅπως τοὐλάχιστον πληροφοροῦμαι νὰ λαμβάνουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἀτομικὰς ἀδείας ταξιδίων καὶ μεταβάσεως εἰς ὡρισμένα μέρη, ἐκεῖ δὲ νὰ ἐμφανίζωνται προβαίνοντες εἰς ὁμαδικὰς πράξεις καὶ νὰ μεταβάλλωνται εἰς φορεῖς ἐνεργειῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας. Δὲν γνωρίζω ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιλήψεις τοῦ κ. Πασαλίδη περὶ Δημοκρατίας καὶ περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς μιᾶς χώρας, διεπομένης ὑπὸ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν νόμων τῆς Δημοκρατίας. Γνωρίζω τί εἶναι Δημοκρατία καὶ ὄχι τί πιτεύει ὁ κ. Πασαλίδης, ὅτι εἶναι. Εἰς τὰς Δημοκρατίας τὰς εὐνομουμένας αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν γίνονται. Δὲν τὸ ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν τὸ ἀπαγορεύει οὐδεὶς νόμος νὰ ὁμιλήσουν οἱ βουλευταὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κατακρίνοντες τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας των ὅπως ὁμιλοῦν καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικόν, ὑπάρχει ὅμως ὁ ἠθικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος τὸ ἀπαγορεύει καὶ ὁ ἠθικὸς αὐτὸς νόμος τηρεῖται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ κανόνα ὑπὸ τῶν βουλευτῶν οἱασδήποτε Δημοκρατικῆς χώρας τοῦ Κόσμου. Ἐὰν οἱ κύριοι —δὲν τὸ γνωρίζω καὶ δι’ αὐτὸ ἐπεφυλάχθην καὶ δὲν ἔκρινα, οὔτε κρίνω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰς ἐνεργείας των —ἐὰν οἱ κύριοι προέβησαν εἰς ὁμαδικὰς ἐμφανίσεις καὶ εἰς ἐνεργείας ἀναφερομένας εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἐκδηλώσαντες ἀπόψεις ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τῆς χώρας ἀντιθέτους πρὸς τὴν ἐπίσημον πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, αὐτὸ χωρὶς νὰ ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα ἢ τοὺς νόμους, ἀποτελεῖ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρᾶξιν ἀντικειμένην εἰς τὰς παραδόσεις τῆς Δημοκρατίας, ἀντικειμένην εἰς τὰς ἠθικὰς ἐπιταγὰς τοῦ πολιτεύματος. Διότι ἀλλοίμονον ἐὰν ἕκαστος βουλευτὴς ἐξ’ ἰδίας πρωτοβουλίας ἀσκῇ καθήκοντα ἢ μᾶλλον ἀσκῇ ἔργα ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔστω καὶ ἀνεπισήμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὰς χώρας τὰς ὁποίας ἐπισκέπτεται χωρὶς συνεννόησιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἐντολὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἑπομένως ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος. Δύο εἶναι αἱ πηγαὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντλήσουν οἱ βουλευταὶ τὸ δικαίωμα διαχειρίσεως ἐξωτερικῶν ζητημάτων ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς χώρας. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ Κυβέρνησις ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ Βουλή. (Χειροκροτήματα).
§47Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§48Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως)! Αὐτὴν τὴν στιγμὴν πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰδοποιηθεὶς ἔρχεται καὶ θὰ δώσῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ ἀκούσῃ λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὰς τυχὸν ὑπαρχούσας πληροφορίας περὶ τῆς δράσεως τῶν βουλευτῶν.
§49Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὑφίσταται προσωπικὸν ζήτημα δι’ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν τελευταίως εἰς τὸ Βουκουρέστι.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἠμποροῦσα νὰ ἐξετάσω ἐγὼ κατὰ πόσον ὑφίσταται προσωπικὸν ζήτημα καλῶν ὑμᾶς εἰς τὸ Γραφεῖον μου νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα ἐὰν πράγματι ὑπάρξῃ. Μετὰ τοῦτο δέ, θὰ ἔχουν ὅλοι οἱ κ.κ. βουλευταὶ οἱ ταξιδεύσαντες νὰ λάβουν θέσιν. Προτιμῶ νὰ κλείσῃ τώρα ἡ συζήτησις. Ἀφοῦ ὅμως θέλετε νὰ λάβετε τὸν λόγον τώρα, ἀμέσως δὲν πρόκειται νὰ σᾶς τὸν ἀρνηθῶ.
§51Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐφόσον ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἔλθῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ λάβωμεν τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς δριμείας φράσεις τὰς ὁποίας μετεχειρίσθη ὁ κ. Μανιαδάκης καὶ δυστυχῶς καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διαγωγὴν τῶν βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς Βουκουρέστι, ἐμὲ τοὐλάχιστον μὲ ἀφήνουν ἀπολύτως ἀδιάφορον.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Πασαλίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§53Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι πολὺ διότι προσχεδιασμένον φαίνεται νὰ ἦτο αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγινε. Θὰ ἔλθῃ τώρα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ νὰ παράσχῃ πληροφορίας. Διὰ ζητήματα πολὺ σοβαρώτερα, ὅπως τὸ Κυπριακόν, οὐδέποτε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνεφανίζετο εἰς τὴν Βουλήν, ἀπουσίαζε πάντοτε εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Διατὶ ἐπῆγαν οἱ βουλευταὶ εἰς τὴν Ρουμανίαν καὶ τὴν Βουλγαρίαν; Μήπως γιὰ πρώτην φορὰν πᾶνε εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ζήτημα δὲν ὑπάρχει. Δὲν ἠμπορεῖ οἱ βουλευταὶ νὰ κληθοῦν νὰ δώσουν λόγον εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ βουλευτὴς δὲν δίδει λόγον εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Δίδει λόγον εἰς τὸν λαόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἐὰν ὁ ἀγαπητός μας κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἔπρεπε νὰ ὑπερασπισθῇ τὸν βουλευτὴν καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὄχι νὰ κάμῃ πολιτικήν, δυστυχῶς ἔκανε κομματικὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία εἶναι ἐναντίον τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἐγὼ ὑπερασπίζομαι τὸν βουλευτὴν σὲ ὅποια παράταξι καὶ ἐὰν ἀνήκῃ. Μήπως οἱ βουλευταὶ τῆς δεξιᾶς ὅταν πᾶνε εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἢ εἰς ἄλλα μέρη δὲν κάνουν πολιτικήν; Ἡμεῖς οὐδέποτε εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ἐδημιουργήσαμε ζήτημα, διότι ὑπερασπιζόμεθα τὸν βουλευτήν, ὁ ὁποῖος, ὅπως μέσα εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον, ὅπου καὶ νὰ εὑρίσκεται, δικαιοῦται καὶ πρέπει νὰ λέγῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πιστεύει. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ δώσῃ λόγον. Θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ βουλευτοῦ, ἐὰν τοῦ ζητήσωμεν, τοῦ ἐπιβάλλομεν νὰ ἔλθῃ διὰ νὰ δώσῃ λόγον. Ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ δίδῃ λόγον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἡ Ἀντιπολίτευσις δίδει λόγον εἰς τὸν λαόν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἔθεσε καὶ ἐχειρίσθη τὸ θέμα, σημαίνει ὀλίσθημα. Κατ’ ἐμέ, παρ’ ὅλον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κόπτεται διὰ τὸν Κοινοβουλευτισμόν, θέλει νὰ ὑπονομεύσῃ τὸ Κοινοβούλιον. Αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τὸ ξέρετε καλά. Καὶ ὁ χθεσινὸς λόγος τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, ὅτι πρέπει νὰ φιμωθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ εἶχε κατὰ βάθος δικτατορικὲς τάσεις. Ἀπέδειξε χθὲς ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπὸ τὴν μάσκα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἔχει δικτατορικὲς τάσεις καὶ θέλει νὰ φιμώσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ ἀφορμὴν τὸ ταξίδιον τῶν βουλευτῶν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν ὑπάρχει. Οὔτε ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν χρειάζεται νὰ ὁμιλήσῃ. Σεῖς, ὡς Κυβέρνησις, τόσα ἄλλα μεγάλα ζητήματα τὰ ἀπεφασίσατε μόνοι σας, χωρὶς νὰ ἀκούσετε τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ ἀκούσωμεν τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅ,τι καὶ ἂν ἐπιχειρήσῃ νὰ εἴπῃ. Δὲν εἶναι δικαίωμά του νὰ ὁμιλῇ ἐφόσον δὲν ὑπάρχει θέμα καὶ μὴ μειώνετε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡμεῖς ὑπερασπιζόμεθα τὰς ἀρχὰς τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, θέλει νὰ κάμῃ κομματικὴν προπαγάνδαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν θὰ ἀκούσωμεν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὑπάρχει τὸ θέμα τῶν ἀγροτικῶν συντάξεων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐζήτησε καὶ ἔχει τὸν λόγον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κανονικὴ λειτουργία τοῦ Πολιτεύματος καὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν ἀνεχόμεθα, ἡ Κυβέρνησις νὰ παραβιάζῃ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος ἐπειδὴ ἔχει τὴν πλειοψηφίαν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προεδρεύσητε καὶ τῆς Βουλῆς τώρα, κ. Πασαλίδη; Σοβαρευθῆτε σᾶς παρακαλῶ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ δίδετε σεῖς τὸν λόγον εἰς ὅποιον θέλετε. Αὐτὸ ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Τὴν συνεδρίασιν διευθύνει ὁ Πρόεδρος καὶ ὄχι ὑμεῖς. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἔχει τὸν λόγον.
§55Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δοκιμάζω ἔκπληξιν καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως καὶ διὰ τὸ θέμα. Εἶμαι ἔκπληκτος διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἔρχεται αὐτὸ τὸ θέμα, χωρὶς καμμίαν προηγουμένην εἰδοποίησιν. Περὶ ἑνὸς μόνον πρόκειται τώρα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Κανονισμόν, ἐὰν οἱ κ. βουλευταί, εἶχον ἄδειαν τυπικῶς ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἢ ὄχι. Περὶ οὐδενὸς ἄλλου. Καὶ θλίβομαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ΕΔΑ νὰ ἐμφανίζεται ὑπεράσπισις τῆς Δημοκρατίας ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Ἀποτελεῖ λάθος τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς τὴν ΕΔΑ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ ἐμφανίζεται σημαιοφόρος τῆς Δημοκρατίας.
§56Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ ΕΔΑ μόνον ἐνώπιον τῶν μωρῶν ἠμπορεῖ καὶ ἐμφανίζεται ὡς ὑπερασπιστὴς τῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα).
§57Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς εὐφυεῖς νὰ τῆς παρέχουν τοιαύτας εὐκαιρίας (Χειροκροτήματα). Διότι, κ. Πρόεδρε, εἶναι πλήρης παρανόησις τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἡ θέσις τῶν βουλευτῶν ὑπὸ ἔλεγχον. Εἰς τὴν Μόσχαν εἶχον μεταβῆ καὶ ἀρχηγοὶ Κυβερνήσεων καὶ ἀρχηγοί Ἀντιπολιτεύσεων καὶ βουλευταὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Διατὶ ἀπροόπτως ἐξεδηλώθη σήμερον αὐτὴ ἡ εὐαισθησία τῆς πτέρυγος ἐκείνης; Παγκοσμίως γίνονται ἀμοιβαῖαι ἐπισκέψεις, παγκοσμίως καὶ εἰς γενικωτέρας συγκεντρώσεις μετέσχον Ἕλληνες βουλευταί. Ἐκπλήττομαι διότι ἡ πτέρυξ ἐκείνη κατελήφθη ἀπὸ τὴν ὑστερίαν αὐτῆς τῆς εὐαισθησίας. Οἱ βουλευταὶ εἶχον πᾶν δικαίωμα νὰ ἐνεργοῦν κατὰ τὴν κρίσιν των καὶ ἕκαστος ἔχει δικαίωμα νὰ τοὺς κρίνῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γενικωτέρα κοινοβουλευτικὴ ἀρχὴ καὶ θὰ ἀπετέλει παραποίησιν τῆς Δημοκρατίας, ἐὰν οἱ βουλευταὶ ἐτίθεντο ὑπὸ ἔλεγχον. Κύριε Πρόεδρε, θὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν. Οἱ δημόσιοι ἄνδρες εἰς τὴν Δημοκρατίαν, λογοδοτοῦν ἠθικῶς ἐνώπιον τῆς συνειδήσεώς των, πολιτικῶς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἐθνικῶς ἐνώπιον τῆς ἱστορίας. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος περιορισμὸς. (Χειροκροτήματα).
§58Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν κατανοῶ τὴν ὀργὴν ὑπὸ τῆς ὁποίας κατελήφθη ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησιν ὑπὸ τῆς ὁποίας κατελήφθη διὰ τὴν δῆθεν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δημιουργίαν θέματος. Ἢ δὲν ἤκουσε—καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ προσέχῃ περισσότερον τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως λεγόμενα— ἢ δὲν ἤκουσε τὰ ὅσα εἶπον, ἢ τὰ ἤκουσε καὶ προέβη εἰς μίαν ἑρμηνείαν ἀπολύτως ἐσφαλμένην τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων. Δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι δὲν εἶχον κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους δικαίωμα οἱ βουλευταὶ νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ δροῦν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅπως δροῦν καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς χώρας. Ἰσχυρίσθην μάλιστα τὸ ἀντίθετον. Εἶπον δίς, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ἁπάντων τῶν συναδέλφων, ὅτι τὸ δικαίωμα τὸ παρέχει τὸ Σύνταγμα, τὸ παρέχουν καὶ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους. Εἶπα ὅμως, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμέναι παραδόσεις, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμέναι ἠθικαὶ ὑποχρεώσεις αἱ ὁποῖαι συνήθως τηροῦνται. Δὲν γνωρίζω, καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Παπανδρέου, δὲν γνωρίζω τὶ ἔπραξαν οἱ βουλευταὶ καὶ δι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἐπεκτάθην. Δὲν γνωρίζω εἰς ποίας ἐκδηλώσεις προέβησαν, δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἔλθῃ καὶ ἐὰν τὸ γνωρίζῃ νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν προέβησαν εἰς ἐνεργείας αἱ ὁποῖαι ἔρχονται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς χώρας. Ἠρκέσθην εἰς αὐτὰς τὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐδικαιολόγουν τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατελήφθη ὁ κ. Παπανδρέου, ἐκφράσας τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔδωσε τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν ΕΔΑ νὰ γίνῃ προασπιστὴς τῆς Δημοκρατίας. Αἱ φράσεις αὐταὶ αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν κατὰ τρόπον πολὺ ὡραῖον ἀπὸ τὸν κ. Παπανδρέου, εἶναι φράσεις αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν εἶχον τὴν θέσιν των καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Παπανδρέου, νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι δὲν κατανοῶ καὶ δὲν κατανοοῦν ἅπαντες πῶς αἰφνιδίως κατελήφθη ἀπὸ τὴν ἱερὰν αὐτὴν ὀργὴν καὶ δὲν συνεκινήθη ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἄλλο θέμα πρὸς συζήτησιν.
§59Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ.
§60Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐὰν ὑπάρχῃ θὰ κριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινῆς γνώμης. (Θόρυβος—κωδωνοκρουσίαι). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἐπιβάλλατε τὴν τάξιν εἰς τὸν κ. Πασαλίδην, ὁ ὁποῖος ὅταν ὡμίλησε οὐδεὶς τὸν διέκοψε καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν δεικνύει τὸν ἴδιον σεβασμὸν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Ἔλεγα, λοιπόν, κ. βουλευταί, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ πᾶς Ἕλλην καὶ ἔτι περισσότερον βουλευτὴς ἢ ὁμὰς βουλευτῶν διὰ τὴν δρᾶσιν των εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οὐσίας τῶν ἐνεργειῶν των ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ὑπὸ τῆς ἰδίας αὐτῶν συνειδήσεως, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησε ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου. Πιθανὸν νὰ μὴ διέπραξαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τίποτε τὸ ἄξιον κατακρίσεως, ἀλλὰ αὐτὸ τοῦτο τὸ γεγονὸς, ὅτι ζητοῦν ἄδειαν δι’ ἀτομικὰ ταξείδια, καὶ ὑπάρχουν καὶ μέλη τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου τὰ ὁποῖα προέβησαν εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν, καὶ ἐμφανίζονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὡς ὁμὰς, αὐτὸ εἶναι ὕποπτον καὶ ἐξεταστέον καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε μὲ τόσην εὐκολίαν νὰ ἐπιτεθῆτε, κ. Παπανδρέου, ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ πρώτη ἡ ΕΔΑ εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν καὶ προέβη καθ’ ὃν τρόπον προέβη εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Μανιαδάκη. Ὁ βουλευτής, κ. Μανιαδάκης, εἶχε πλῆρες δικαίωμα νὰ διατυπώσῃ ἀπορίας καὶ εἶχε ἀπόλυτον δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ δώσῃ αὔριον τὴν ἀπάντησιν. Ποῖος ὑπῆρξε ὁ ὑπεύθυνος διότι συνεχίσθη ἡ συζήτησις; Ἡ Κυβέρνησις, κ. Παπανδρέου, ἐνθυμηθῆτε πῶς διεξήχθη ἡ συζήτησις, μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Μανιαδάκη, εἶπεν, ὅτι θὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ ἀπαντήσῃ αὔριον, ἀλλὰ εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν ὁ κ. Πασαλίδης καὶ κατόπιν ὡμίλησεν ὁ κ. Τσιριμῶκος. Νομίζετε, κ. Παπανδρέου, ὅτι μετὰ τὰ ὅσα εἶπε ὁ κ. Πασαλίδης καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, ἔπρεπε ὡς Κυβέρνησις νὰ σιωπήσῃ; Ἀφήνω τὸ ἐρώτημα ἀναπάντητον. Ἐὰν σεῖς τὸ νομίζετε, καλῶς τὸ νομίζετε, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις κατόπιν τῶν ὅσων εἶπε ὁ κ. Τσιριμῶκος, ἐθεώρησεν καθῆκον της νὰ λάβῃ θέσιν. (Χειροκροτήματα).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου, ἔχει τὸν λόγον.
§62Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶπον ἐγὼ νὰ μὴ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Εἶπον νὰ ἀπαντήσῃ ὀρθῶς! (ἱλαρότης ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως). Μόνον ἐφ’ ὅσον παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα ἢ παραβιάζεται ὁ Κανονισμὸς ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ θέμα εἰδικὸν ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Πέραν αὐτῶν τῶν δύο περιπτώσεων εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔλθῃ ὡς πολιτικὸν θέμα ἐλέγχον βουλευτὰς ἢ μερίδας βουλευτῶν. Παραβιάζει τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτονομίας καὶ τῆς ἐλευθερίας ἑκάστου ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους. Ἔχοντος δικαίωμα νὰ κρίνῃ κατὰ τὴν γνώμην του, νὰ ἐπικρίνῃ ἢ νὰ καταδικάσῃ, ὅπως κατόπιν καὶ ἐγώ, πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, δὲν θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι παρεβίασε κανέναν κοινοβουλευτικὸν κανόνα ἐπισκεπτόμενος τὴν Μόσχα· ἀλλὰ ἔβλαψε, κατὰ τὴν γνώμην μου πολιτικῶς τὸ Ἔθνος. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ γνώμη, δὲν εἶναι ὅμως παραβίασις οὔτε τοῦ Συντάγματος οὔτε τοῦ Κανονισμοῦ. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὡς κοινωφελὲς θέμα, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἡ ἐπίκρισις τῆς πολιτικῆς γνώμης ἑνὸς βουλευτοῦ. Τοῦτο ἀποκλείεται. Καὶ διότι ἐπρόκειτο περὶ αὐτοῦ, διαμαρτύρομαι ἐν ὀνόματι τῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Βενιζέλος, ἔχει τὸν λόγον.
§64Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ ζήτημα ἦλθεν πρὸς συζήτησιν κατὰ τρόπον καὶ παράτυπον καὶ ἀντικανονικόν. Εἶναι ἀκριβές, ὅτι πράγματι δύο ἐκ τῶν στελεχῶν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτήν, ἢ μᾶλλον ἀπεδέχθησαν τὴν πρόσκλησιν ἡ ὁποία τοὺς ἐγένετο μὲ τὴν ἀπόλυτον ἔγκρισίν μου καὶ δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ σφάλμα διότι καὶ μὲ τὴν Ρουμανίαν καὶ μὲ τὴν Βουλγαρίαν ἔχομεν διπλωματικὰς σχέσεις. Κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω, ὅτι ὑπῆρξε σφάλμα τὸ ὅτι ἀπεδέχθησαν αὐτὴν τὴν πρόσκλησιν οἱ μεταβάντες ἐκεῖ βουλευταί. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι οἱ δύο βουλευταὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσώπευσαν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔμειναν εἰς τὸ ὕψος τῶν ἐθνικῶν των ὑποχρεώσεων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράδεκτον εἶναι τὸ νὰ ἀσκηθῇ ἔλεγχος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐνεργείας ὡρισμένων βουλευτῶν, ἰδιότι δῆθεν προέβησαν εἰς πράξεις ἢ δηλώσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἀσκουμένην πολιτικὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸ ἀποτελεῖ θέμα τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσῃ μὲ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν οἱ βουλευταὶ. Οἱ δὲ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων νὰ ἐπιβάλουν τὰς τυχὸν ἐπιβαλλομένας κυρώσεις. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν θέμα ἐλέγχου κατὰ βουλευτῶν μὴ προβλεπομένου οὔτε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, οὔτε ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Ἐὰν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προτίθεται νὰ προβῇ εἰς τοιούτου περιεχομένου δηλώσεις καὶ νὰ κατηγορήσῃ δημοσίᾳ τοὺς οἱουσδήποτε βουλευτάς, ἡμεῖς θὰ ἀποχωρήσωμεν τῆς αἰθούσης. (Χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ προβῇ αὔριον εἰς δήλωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀφοῦ προηγουμένως συνεννοηθῶ ἐγὼ μὲ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν.
§66Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀπευθυνόμενος πρὸς ὑμᾶς, ζητῶ νὰ δηλώσητε καθ’ ὃν τρόπον ἰσχυρίσθητε τὴν ἄλλην φοράν, ὅπου συζητούσαμεν ἐδῶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι ὑπάρχουν θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνασθε νὰ φέρετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ζητῶ νὰ δηλώσητε, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμόν, θέματος ἐλέγχοντος βουλευτήν, μὴ ὑπάρχοντος, δὲν δύναται οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὔτε κανεὶς ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοιούτου θέματος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐκτὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἢ εἰς τὸ περιθώριον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παραβιάζεται κατὰ βάσιν ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἰσχυρίσθη, ὅτι εἶναι ὑπεράνω κρίσεως πολιτικῆς, ἢ ἠθικῆς, ὁ βουλευτής, δι’ ὅ,τι πράττει. Ἰσχυρίζομαι, ὅτι δὲν ὑπάρχει κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τρόπος ἐλέγχου τοῦ βουλευτοῦ. Ὅταν λέγωμεν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ καταψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς πρότασιν μομφῆς, πρότασις μομφῆς ὅμως κατὰ βουλευτῶν δὲν νοεῖται. Ἑπομένως πᾶσα συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ἱστορία διὰ νὰ διηγούμεθα εἰς τὸ καφενεῖον μεταξὺ μας, ἢ θέμα ἐλέγχου διὰ τῶν ἐφημερίδων. Θέμα συνεπῶς δὲν ὑπάρχει. Δι’ αὐτὸ Δημοκρ. Ἕνωσις, δηλοῖ, ὅτι ὡς καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι εἰς ἣν περίπτωσιν προχωρήσητε εἰς συζήτησιν τοιούτων θεμάτων θὰ ἀποχωρήσῃ τῆς αἰθούσης, θεωροῦσα, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ, θὰ ἀποτελῇ ἀνεπίσημον οἰκογενειακὴν συζήτησιν καὶ ὄχι συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§67Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν πρόκειται, κ. συνάδελφοι, νὰ κατηγορήσω κανένα συγκεκριμένως συνάδελφον, ἀντιθέτως δέ, μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἐκφρασθῶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν νομίζω, ὅτι ἀνταπεκρίθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ταξειδίου των, μὲ τὸν ἴδιον τρόπον θὰ εἴπω, δι’ ὡρισμένους ἄλλους συναδέλφους, ὅτι ἀνταπεκρίθησαν πλήρως. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς συνεδριάσεως, οἱ βουλευταὶ τῶν Κομμάτων: ΕΔΑ, Φιλελευθέρων, Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, Προοδευτικῶν, Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ, καὶ Ἀγροτῶν Ἐργαζομένων (πλὴν τοῦ κ. Μέρου) ἐγείρονται καὶ ἀποχωροῦν τῆς αἰθούσης ὁμαδικῶς, ἐν μέσῳ θορύβου καὶ διαμαρτυριῶν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς συμπολιτεύσεως καὶ ἀντεγκλήσεων).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχία.
§69Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Λυποῦμαι, κ. συνάδελφοι, διότι αἰφνιδίως ἐκλήθην νὰ λάβω μέρος εἰς μίαν συζήτησιν ἡ ὁποία, ὅπως θὰ διεπιστώσατε, ἔχει ἰδιαιτέραν σοβαρότητα. Τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἠγέρθη ἔχει, νομίζω, δύο πλευράς, μία πλευράν, τυπικὴν καὶ μίαν οὐσιαστικήν. Ἡ τυπικὴ πλευρά, ἀφορᾷ τὴν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν, ὡς ἐπληροφορήθην, ὁ συνάδελφος κ. Μανιαδάκης, περὶ τοῦ ἐὰν οἱ βουλευταὶ εἶχον ἄδειαν ταξειδίου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἢ ὄχι. Τὸ θέμα αὐτό, δὲν μὲ ἀφορᾷ, προσωπικῶς, ἰδιαιτέρως. Παραλλήλως, ὅμως, πρὸς αὐτό, ὑπάρχει ἓν θέμα οὐσίας, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι πλέον ὑποχρεωμένος νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς. Ταξείδια βουλευτῶν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅταν ἅπτωνται πολιτικῶς καὶ ὅταν γίνωνται εἰδικῶς διὰ νὰ ταχθοῦν εἰς θέματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, δύνανται νὰ ἀποβοῦν ἐπικίνδυνα. Μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐταξείδευσαν εἰς χώρας τοῦ Ἀνατολικοῦ Συνασπισμοῦ, ὑπάρχουν βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι, ὅταν τοὺς ἐθίγησαν θέματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἀπήντησαν «ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, δὲν κάμνομεν ἐξωτερικὴν καὶ δὲν κάμνομεν ἀντιπολίτευσιν», ἔστω δὲ τοῦτο πρὸς τιμήν των. Ὑπῆρξαν, ὅμως, βουλευταί, οἱ ὁποῖοι εἰς πρωτευούσας τῶν χωρῶν αὐτῶν ἐδήλωσαν, ὅτι «εὐτυχῶς, ἀναπνέομεν ἐδῶ τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας», (φωναί, αἶσχος, αἶσχος), «διότι εἰς τὰς Ἀθήνας ζῶμεν εἰς Κράτος ἀστυνομικόν». Δὲν ἤθελον νὰ εἰσέλθω εἰς τοιαύτην λεπτομέρειαν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον αὐτὸν τὸν ὀξύτατον τόνον ἔδωσεν εἰς τὴν συζήτησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν ἀναφέρω καὶ νὰ τὴν ἀναφέρω ἐνώπιον τῶν κενῶν μὲν αὐτῶν ἑδωλίων, ἀλλ’ ἐνώπιον ὅλων τῶν Ἑλλήνων οἱ ὁποῖοι θὰ τὴν ἀναγνώσουν αὔριον εἰς τὰ πρακτικά. Ἐφ’ ὅσον προκαλούμεθα εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζουν οἱ σκεπτόμενοι Ἕλληνες ποῖα ἐγκλήματα γίνονται ἀπὸ ὡρισμένους βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι ταξιδεύουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Εἶναι ποτὲ νοητόν, βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐντελῶς παρατύπως καὶ ἐνισχυμένος διότι ἐμφανίζεται ὡς ὁμὰς ἐκπροσωποῦσα τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, νὰ λέγῃ, ὅτι ἐδῶ ζῶμεν ὑπὸ Κράτος ἀστυνομικὸν καὶ ἔξω ἀναπνέουν τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας. (Φωναί: Αἶσχος, αἶσχος). Ἡμεῖς, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀναμιγνυώμεθα εἰς τὰ καθεστῶτα τῶν ἄλλων χωρῶν, δὲν θέλομεν νὰ κρίνωμεν ἢ νὰ ἐπικρίνωμεν, καὶ δὲν θέλομεν, ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς ὑπευθύνου τὴν ὁποίαν κατέχομεν, νὰ εἴπωμεν τί ἀέρα ἀναπνέουν ἀλλοῦ. Ἀλλὰ καὶ δὲν δεχόμεθα, βεβαίως, νὰ γίνωνται συγκρίσεις εἰς βάρος τῆς ἰδικῆς μας ἐλευθερίας. Εἰς δὲ τὸν κ. Πασαλίδην, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε περὶ δικτατορικῶν τάσεων καὶ περὶ στραγγαλισμῶν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς Δημοκρατίας, θὰ περιορισθῶ νὰ παρατηρήσω, ὅτι θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἐὰν εἰς ἄλλας χώρας, κόμματα καὶ βουλευταὶ ὡς ὁ ἴδιος, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην ὀξεῖαν ἰδεολογικὴν καὶ πολιτικὴν ἀντίθεσιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας των, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ πολιτεύωνται, νὰ ἐμφανίζωνται ἐλευθέρως καὶ δημοσίᾳ, νὰ κατηγοροῦν ὀξύτατα τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκδίδουν ἐφημερίδας. (Χειροκροτήματα). Εἰς τὴν ἰδικήν μας χώραν, τοῦτο συμβαίνει καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ συμβαίνῃ, διότι ἔχομεν πίστιν εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ τὴν Δημοκρατίαν καὶ διότι ἔχομεν πίστιν ἀκλόνητον εἰς τὸ ὅτι δυνάμεθα, εἰς τὸν συναγωνισμὸν αὐτὸν τῶν ἰδεῶν, νὰ τοὺς συντρίβωμεν συνεχῶς, μὲ τὰς δικάς μας ἰδέας αἵτινες εἶναι αἱ μόναι ὀρθαί. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§70Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ παρουσία μας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν σημαίνει, ὅτι ἐπιδοκιμάζομεν τὴν τακτικήν, ἡ ὁποία ἐνεκαινιάσθη ἀπόψε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Προηγουμένως ἐζήτησα τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν μοῦ τὸν ἐδώσατε καὶ δι’ αὐτὸ παρεμείναμεν εἰς τὴν αἴθουσαν διὰ νὰ καθορίσωμεν τὴν θέσιν τῆς Νέας Πολιτικῆς Κινήσεως.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον Ἀρχηγοὶ Κομμάτων καὶ οὐδεὶς ἄλλος. Ὡς γνωρίζετε ἰδὲ ὁ Κανονισμὸς παρέχει τὸ προνόμιον εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς νὰ προηγοῦνται τῶν ἄλλων βουλευτῶν.
§72Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν μοῦ ἐδώσατε τὸν λόγον καίτοι τὸν ἐζήτησα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ συγχρόνως μὲ ἐσᾶς τὸν ἐζήτησαν καὶ Ἀρχηγοὶ Κομμάτων, τί ἠθέλατε νὰ κάμω; Νὰ παραβιάσω τὸν Κανονισμόν;
§74Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐξηνέχθησαν ἀπόψε περίεργοι θεωρίαι καὶ ἐπικίνδυνοι συγχρόνως. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ ὑμᾶς, ὅτι τὸ θέμα θὰ τὸ χειρισθῆτε, ἀφοῦ καλέσητε τοὺς βουλευτὰς καὶ πληροφορηθῆτε παρ’ αὐτῶν τί ἐγένετο εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχετε. Οὐδένα βουλευτὴν δύνασθε νὰ ἐρωτήσητε περὶ τοῦ τί ἔπραξεν ὅταν εὑρίσκετο εἰς τὸ ἐξωτερικόν, οὔτε ὑμεῖς, οὔτε ἡ Κυβέρνησις. Οἱ βουλευταὶ δὲν ὑπόκεινται εἰς οὐδένα ἀπολύτως ἔλεγχον. Ταξίδια εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐγένοντο πολλὰ ἀπὸ Κυβερνητικοὺς βουλευτάς. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐχορήγησεν ὑπηρεσιακὰ διαβατήρια —τὸν ἐπαινῶ δι’ αὐτὸ— εἰς κομμουνιστάς, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὴν Λαϊκὴν Κίναν, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ λάβουν κανονικὰ διαβατήρια ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἀσφαλείας. Δὲν τὸν κατακρίνω δι’ αὐτό. Οἱ βουλευταί, ὅταν ἐμφανίζωνται εἴτε ὡς ἄτομα, εἴτε ὡς ὁμάδες, εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δύνανται νὰ ἐκφέρουν οἱανδήποτε γνώμην. Ἐὰν δημιουργῆται πρόβλημα, δημιουργῆται μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων των, οἱ ὁποῖοι καὶ μόνοι δύνανται νὰ τοὺς ἀνακαλέσουν εἰς τὴν τάξιν, ἢ νὰ τοὺς διαγράψουν ἀπὸ τὸ Κόμμα. Οὐδέποτε ὅμως δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐλέγχῃ βουλευτὴν διὰ γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἢ εἰς τὸ ἐσωτερικόν, πλὴν εἰς δύο μόνον περιπτώσεις, ἐὰν οἱ βουλευταὶ αὐτοὶ ἐμφανιζόμενοι ἀτομικῶς ἢ ὡς ὁμὰς ὑποστηρίζουν, ὅτι ἐκπροσωποῦν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἢ ὅταν ἰσχυρίζωνται, ὅτι ἐκφέρουν ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως, τότε ὑπάρχει θέμα πρὸς ἔρευναν. Ἐὰν ὅμως εἶπον ἀπόψεις ἰδικάς των, τότε δὲν δύναται οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἄλλος τις νὰ θέσῃ τοιοῦτον θέμα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς θὰ τὸ ἐπληροφορούμην, ἐὰν δὲν τοὺς ἐκάλουν εἰς τὸ Γραφεῖον μου διὰ νὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ μοῦ εἴπουν τί συνέβη; Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῆς ἰδικῆς μου φράσεως: ὅτι θὰ παρεκάλουν τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ μοῦ εἴπουν τί ἀκριβῶς ἐγένετο, ὥστε νὰ ἴδω ἐὰν ὑπάρχῃ θέμα ἢ ὄχι. Αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ λέγετε σεῖς, ἐπρόκειτο νὰ τὸ κάμω ἐγὼ κατ’ ἰδίαν καὶ ἀθορύβως.
§76Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἡ ἔννοια τῆς ἰδικῆς μου παρατηρήσεως εἶναι, ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν δικαιοῦσθε νὰ τὸ πράξητε. Διότι ἐὰν ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν θὰ ἔδιδον οἱ βουλευταὶ ἐξηρτῶντο ὡρισμέναι ἐνέργειαι ἰδικαί σας ἢ τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἐπρόκειτο ἁπλῶς νὰ ἱκανοποιήσετε προσωπικὴν περιέργειάν σας, τότε παραβιάζετε καὶ τὸν Κανονισμὸν καὶ τοὺς κανόνας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§77Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀθηνῶν, διότι προσεκόμισεν ἐνώπιόν σας τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀσκεῖ καμμίαν πολιτικὴν παρακωλύσεως τῶν ταξιδίων εἰς οἱανδήποτε χώραν καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Κίναν μὲ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν διπλωματικὰς σχέσεις. Συμπληρῶ μόνον τὴν πληροφορίαν ἢ μᾶλλον τὴν τροποποιῶ διὰ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔδωσα ὑπηρεσιακὸν διαβατήριον εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ λάβουν διαβατήριον, ἀλλὰ ἔδωσα διαβατήριον ὑπηρεσιακὸν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀργοῦσαν ἄλλως νὰ ἔχουν τὰ κανονικά τους διαβατήρια καὶ δὲν θὰ ἠδύναντο ν’ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὴν πρόσκλησιν.
§78Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Διευκολύνατε, ἐν πάσῃ περιπτώσει.
§79Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ διότι τὸ διεβεβαιώσατε καὶ σεῖς. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἀπόδειξιν τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, τῆς πολιτικῆς τῆς προσεγγίσεως μὲ ὅλας τὰς χώρας τοῦ Κόσμου ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐσωτερικοῦ καθεστῶτος αὐτῶν. Ἀλλὰ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑποστηρίζῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι δὲν δικαιοῦμαι κἂν ν’ ἀναφέρω τί ἐλέχθη ἀπὸ ὡρισμένους βουλευτὰς καὶ νὰ ἐπισημάνω χωρὶς ν’ ἀναφέρω ὀνόματα, ὅτι ἐλέχθησαν πράγματα πολὺ ἐπικίνδυνα καὶ δυσμενέστατα διὰ τὸ ὄνομα τῆς χώρας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ διὰ τὸ γενικώτερον ἐθνικὸν συμφέρον, ὑπάρχει μία τεραστία ἀπόστασις. Δὲν ὑπεστήριξε κανείς, ὅτι θὰ συλλάβωμεν τὸν Α ἢ Β βουλευτήν, ἢ ὅτι θὰ τοῦ ἐπιβάλωμεν κυρώσεις, ἢ ὅτι θὰ τὸν παραδώσωμεν εἰς τὸν κοινὸν γέλωτα ἢ τὴν κοινὴν ἐπίκρισιν. Τὸ νὰ γίνωνται ὅμως τοιαῦτα ἐπικίνδυνα πράγματα καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐνημερώνεται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία περὶ τῆς ἀντεθνικῆς τακτικῆς ἡ ὁποία ἠκολουθήθη εἶναι ἐντελῶς διάφορον καὶ ἐντελῶς ἀπαράδεκτον. Ἀντιλαμβάνομαι δὲ πλήρως τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα ἀπεχώρησαν, διότι δὲν πιστεύω, ὅτι ἐθίγησαν ἀπὸ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ συζήτησις αὐτή. Διὰ μερικὰ ἐξ αὐτῶν δικαιοῦμαι νὰ σκεφθῶ, ὅτι δὲν συνέφερε τί εἶπον οἱ βουλευταί των. Διότι, κύριοι βουλευταί, κηδόμενος τοῦ κύρους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἀποδίδων τιμὴν εἰς ὡρισμένα κόμματα καὶ εἰς ὡρισμένους ἀρχηγοὺς δὲν θὰ ἐπιτρέψω εἰς τὸν ἑαυτόν μου νὰ φέρῃ ὅλας τὰς λεπτομερείας ἐνώπιόν σας, ἀλλὰ θεωρῶ ὑποχρέωσιν νὰ μεταφέρω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, ὅτι ἐὰν κατὰ τὰ ταξίδια αὐτὰ δὲν ὑπάρχῃ μεγάλη περίσκεψις προκύπτει ζημία. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν δύναται κανεὶς ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ ἔχει ἡ Κυβέρνησις. (Χειροκροτήματα).
§80Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀτυχῶς πείθομαι ἀπὸ τὴν ἐξέλιξιν τῆς συζητήσεως, ὅτι πρόκειται περὶ ἐνεργείας σαφῶς προσχεδιασμένης. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπικαλῆται τὸ ἐθνικὸν καθῆκον διαφωτίσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς δημοσίας γνώμης, ἐπὶ τῆς δράσεως βουλευτῶν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ν’ ἀναμένῃ τὴν διαδικασίαν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἐκίνησε κακῶς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας καὶ νὰ ἔλθῃ μετακαλούμενος ἰδιὰ νὰ παράσχῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν τὸ θέμα ἦτο τόσον σπουδαῖον καὶ τὸ ἐθνικὸν καθῆκον ἐπέβαλε τὴν διαφώτισιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ ἀκολουθηθῇ ἡ διαδικασία πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἰδοποιουμένων τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, ὁπότε θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἴπῃ τί εἶπον οἱ βουλευταί, χωρὶς νὰ ἔχῃ κανένα δικαίωμα νὰ τοὺς μεμφθῇ καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσθέσῃ, ὅτι ὅσα εἶπον οἱ βουλευταὶ δὲν συμφωνοῦν μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ μόνον ἠδύνατο νὰ πράξῃ. Ὅλα τὰ ἄλλα ἀποβλέπουν μόνον εἰς τὴν δημιουργίαν ἐντυπώσεων.
§81Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ὀρθῶς θέτει τὸ ζήτημα ὁ κ. ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος. Καὶ ἐπρόκειτο νὰ φέρω τὸ θέμα κἄποιαν ἡμέραν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ θὰ δυνηθῶ νὰ τὸ κάμω ὅταν συμπληρωθοῦν αἱ ἀπαντήσεις τὰς ὁποίας ἔχω ζητήσει ἀπὸ τὰς Πρεσβείας, ἀπαντήσεις τὰς ὁποίας μὲ κἄποιαν θλῖψιν προκαλῶ, διότι δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ ἐρωτῶ λεπτομερείας περὶ τοῦ τί ἐλέχθη ἀπὸ συναδέλφους εἰς διάφορα κομμουνιστικὰ ἢ ἄλλα συνέδρια εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Παρατηρῶ ἐξ ἄλλου, ὅτι εἶναι πολὺ τολμηρὸν νὰ λέγῃ ὁ ἐξ Ἀθηνῶν κ. βουλευτής, ὅτι εἶναι προσχεδιασμένη συζήτησις ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος ἀπουσίαζα, διὰ τὴν ὁποίαν μὲ ἀνεζήτουν διὰ 3 ἀπεσταλμένων καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἦλθα νὰ σᾶς ὁμιλήσω ἐντελῶς ἀπαράσκευος.
§82Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον, εἶπον, ὅτι θὰ ἐγίνετο αὔριον ἡ συζήτησις.
§83Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην πληροφοριῶν, μοῦ τὶς ἔχει δώσει ἡ «Αὐγή», ἡ ὁποία ἐπὶ 7 ἡμέρας συνεχῶς διατυμπανίζει τὰ κατορθώματα. Πάρτε τὴν «Αὐγὴ» νὰ τὰ ἰδῆτε ὅλοι. Ἐπὶ 7 ἡμέρας.....
§84Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον τοῦ κ. Μαύρου, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ προσχεδιασμένον δῆθεν τῆς συζητήσεως, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι εἶπον, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ διαφωτίσωμεν τὴν Βουλήν. Εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ χρησιμοποιήσω αὐτὴν τὴν φράσιν, ἐφ’ ὅσον αἰφνιδίως ἐνεπλάκην εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν τὴν μὴ προετοιμασθεῖσαν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπεστηρίχθη, ὅτι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι ὀρθὰ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα στηρίζονται εἰς δεδομένα τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 10 λεπτά.
(Ὥρα 8.30′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.45′ μ.μ.)
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Παπανδρέου, διὰ τὰς ἀγροτικὰς ἀσφαλίσεις. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἔχει τὸν λόγον.
§87Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἔπειτα ἀπὸ τὴν πρώτην μου ὁμιλίαν, διετυπώθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου διὰ τὴν παροχὴν συντάξεως εἰς τοὺς ἀγρότας καὶ αἰσθάνομαι τὸ χρέος εἰς τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς νὰ δώσω ἀπάντησιν. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὰς γενικωτέρας παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν. Κατ’ ἀρχὴν ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἡ πρότασις νόμου δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα. Διατηρῶ πάντοτε τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας ἦτο πεπλανημένη, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα. Ἐν συνεχείᾳ ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἡ πρότασις νόμου δὲν παρεβίαζε μόνον τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ παρεβίαζεν ἐπίσης καὶ τὴν Κοινοβουλευτικὴν τάξιν. Ὑπεστηρίχθη ὁ Κοινοβουλευτικὸς κανών, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν Δημοκρατίαν εἶναι περιωρισμένα, ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ γενικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ἐπιδιώκῃ ἐπικράτησιν τῶν ἰδικῶν της ἀπόψεων. Ἐλέχθη: «Ἡ ὡριμότης τοῦ θέματος ἐπὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ μόνον ἀπὸ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν». Εἶναι ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Διαμαρτύρομαι ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἀπόψεως. Ἡ ἄποψις αὐτὴ ἀποτελεῖ γελοιογραφίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην. Ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον, ὁ δημόσιος ἄνθρωπος λογοδοτεῖ ἠθικῶς ἐνώπιον τῆς συνειδήσεώς του, πολιτικῶς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἐθνικῶς ἐνώπιον τῆς ἱστορίας. Δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι περιορισμοί. Ὁ πολιτικὸς ἠμπορεῖ νὰ χρησιμοποιῇ καὶ τὴν ἐρώτησιν καὶ τὴν ἐπερώτησιν καὶ τὴν πρότασιν νόμων, ἠμπορεῖ νὰ χρησιμοποιῇ καὶ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ τὸ βῆμα τοῦ τύπου καὶ τὸ βῆμα τοῦ λαοῦ καὶ δικαιοῦται καὶ ὀφείλει μὲ ὅλα τὰ μέσα νὰ ὑποστηρίζῃ τὰς ἰδέας του. Ἀλλὰ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι αὐτὸς ὁ κανὼν ὁ κοινοβουλευτικός, ὁ καινοφανὴς καὶ ὁ παράδοξος ἐπρόκειτο νὰ ἰσχύῃ, τότε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸν παρεβίασε πρῶτος εἶναι ὁ ἐφευρέτης του. Ἰδοὺ ὁ παραβάτης. Τὸν παρεβίασε μὲ τὴν ἀπύραυλον Βαλκανικὴν ζώνην μὲ ἐκείνην τὴν πρωτοβουλίαν, διότι ἡ πολιτικὴ τῆς ἀπυραύλου Βαλκανικῆς ζώνης ἀπετέλεσε κατ’ ἐξοχὴν θέμα γενικῆς πολιτικῆς. Παρὰ ταῦτα, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἀνέλαβε πρωτοβουλίαν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Μόσχαν καὶ ἠγωνίσθη διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πολιτική του ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ βεβαίως, δὲν ἐφρόντιζε διὰ τὸ μέλλον, διότι ἂν ἐπρόκειτο ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἐγκατασταθῇ ἡ ἀπύραυλος ζώνη, ἡ πολιτική του θὰ ἀπέβαινεν ἄνευ ἀξίας. Ἰδοὺ ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ θέματος γενικῆς πολιτικῆς ἐν τούτοις ἡγέτης κόμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔκρινεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἀναλάβῃ ἀντίθετον πρωτοβουλίαν. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος διὰ τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοβουλίας του. Οὐδέποτε τοῦ ἀπηύθυνα ἐπίκρισιν, ὅτι παρεβίασε τὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν. Ἐθεώρουν ὅμως πάντοτε καὶ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἐπεδίωκεν ἦτο ἐσφαλμένη καὶ ὄχι μόνον ἐσφαλμένη, ἀλλὰ ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ Ἔθνος. Εἶχεν ὅμως δικαίωμα νὰ τὴν ἀσκήσῃ, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶχεν ἀπὸ τὴν συνείδησίν του καὶ ἀπὸ τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ. Ἀρνοῦμαι τὴν γελοιοποίησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν νέον αὐτὸν παράδοξον κοινοβουλευτικὸν κανόνα, περιορίζει τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν: «Ἡ ὡριμότης ἑνὸς μέτρου ἠμπορεῖ νὰ κριθῇ μόνον ἀπὸ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν καὶ ὅταν ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις ἐγκρίνῃ τὸ μέτρον, τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις χειροκροτεῖ». Αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καθ’ ὅσον μὲ ἀφορᾷ, τὴν ἀρνοῦμαι. Ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως διετυπώθησαν ἀπορίαι καὶ ἐπικρίσεις, διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐφέραμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐλέχθη πρὸς ἡμᾶς: Διατὶ θέλετε νὰ ἐπιβάλετε τὰς γνώμας σας; Διατὶ θέλετε νὰ νομοθετῆτε σεῖς, ἀφοῦ εἶσθε Ἀντιπολίτευσις; Διατὶ θέλετε νὰ κυβερνᾶτε; Ἀλλὰ ἡμεῖς οὐδέποτε ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι θέλαμεν νὰ ἐπιβάλωμεν γνώμας. Ἡ ἐπιβολὴ εἶναι βία καὶ δὲν τὴν διαθέτομεν. Ἡμεῖς οὐδέποτε ἠξιώσαμεν νὰ κυβερνῶμεν. Ἡμεῖς ἁπλῶς ὑποστηρίζομεν τὰς ἰδέας μας καὶ ἔχομεν δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ὑποστηρίζωμεν τὰς ἰδέας μας μὲ ὅλους τοὺς τρόπους. Ἐλέχθη ἐπίσης ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως: «Ἡμεῖς οὐδέποτε ὑπεσχέθημεν τὸ μέτρον». Καὶ ἔχουν δίκαιον. Καὶ δι’ αὐτὸ οὐδέποτε κατελογίσαμεν ἀσυνέπειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι πράγματι οὐδέποτε τὸ ὑπεσχέθη. Ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἐκλογάς, ἡ Κυβέρνησις διεκήρυξεν, ὅτι θὰ μελετήσῃ τὸ μέτρον καὶ πράγματι τηρεῖ τὴν ὑπόσχεσίν της. Ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ μελετᾷ. Ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν εἰς τὸν λαόν, ὅτι θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν παροχὴν συντάξεως εἰς τοὺς γέροντας ἀγρότας καὶ τηροῦμεν τὸν λόγον μας χρησιμοποιοῦντες ὅλα τὰ δυνατὰ μέσα διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐπαγγελίας μας. Μᾶς ἐλέχθη ἐπίσης: Βλέπετε, ὅταν μᾶς συνεστήσαμεν νὰ ἀποφύγωμεν νὰ φθάσῃ ἡ ψήφισις τοῦ μέτρου εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ νὰ θεωρηθῇ μέτρον προεκλογικόν, βλέπετε, ὅτι ἐπικρίνετε μίαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐπράξατε, διότι εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τὸ ἐπηγγέλθητε εἰς τὸν λαόν. Καὶ ἔχουν δίκαιον ὅσοι τὸ λέγουν. Πράγματι, εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τὸ ὑπεσχέθημεν. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε συνήθης προεκλογικὴ ὑπόσχεσις. Καὶ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ὑπῆρξε προεκλογικὴ ὑπόσχεσις εὑρίσκεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἔκτοτε μετὰ τὰς ἐκλογὰς παλαίομεν, ἀγωνιζόμεθα διὰ τὴν ἐπικράτησιν. Ἐνῷ ἡ ἔννοια τῶν προεκλογικῶν ὑποσχέσεων εἶναι, ὅτι δίδονται εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ λησμονοῦνται ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ ἐλέχθη ἐπίσης ἔναντι ἡμῶν καὶ τοῦτο: Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ τὸ θέμα, ἀφοῦ ὑπεσχέθη, ὅτι μετὰ ἑξάμηνον θὰ συμπεράνῃ, διατὶ ἐπιμένετε; Ἐπιμένομεν πρὸς διαφώτισιν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς, πρὸς διαφώτισιν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἀφοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις ἀναμένει τὴν δειγματοληψίαν τῶν ἀριθμῶν τὸν Ἀπρίλιον, διατὶ δὲν ἐπιθυμεῖ ἐπίσης καὶ μίαν δειγματοληψίαν τῶν γνωμῶν τῆς Βουλῆς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι περισσότερον ὥριμος εἰς τὴν ὥραν τῶν ἀποφάσεων; Λέγουν ἐπίσης. Διατὶ καταφεύγετε εἰς τὴν πρότασιν νόμων; Τοιουτοτρόπως ἐρχόμεθα εἰς τὸ καίριον θέμα τῆς ἀποστολῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν τὸ Σύνταγμα, ἐὰν ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ἔδιδεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν μόνον τὸ δικαίωμα ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, ἡ παρατήρησις θὰ ἦτο βάσιμος. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα δίδει εἰς τοὺς βουλευτὰς τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμων καὶ μάλιστα πρὸ τῆς Κυβερνήσεως τάσσει τοὺς βουλευτάς. Τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Συντάγματος γράφει: «Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ὅστις ἐνασκεῖ τοῦτο διὰ τῶν ὑπουργῶν». Πρῶτον εἰς τὴν Βουλήν, δηλαδὴ εἰς τὸν βουλευτὴν δίδει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμων. Καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν παρέχει εἰς τὸν βουλευτὴν τὸ δικαίωμα, ὄχι μόνον νὰ ἀσκῇ ἄρνησιν, ὡς ἀσκεῖται μὲ τὴν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν θέσιν, ὡς ἀσκεῖται μὲ τὴν πρότασιν νόμων. Καὶ ἐρωτᾶται: Διατί, ἀφοῦ οἱ βουλευταὶ ἔχουν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμων, δὲν γίνεται συνήθως χρῆσις; Διὰ δύο λόγους: Πρῶτον, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις δικαιοῦται εἰς πρότασιν νόμων, ὅπως δικαιοῦται καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ψηφίζῃ νόμους. Τὸ δύναται ἡ πλειοψηφία. Εἶναι ὁ πρῶτος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν συνηθίζεται ἡ πρότασις νόμων. Καὶ ὁ δεύτερος λόγος εἶναι, διότι ἡ πρότασις νόμων περιέχει εὐθύνην, ἡ πρότασις νόμων εἶναι θετικὴ πρᾶξις, εἶναι θέσις. Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις στερουμένη ἀπὸ τὸ πολίτευμα τῆς ἐξουσίας ἔχει τὸ προνόμιον, ἔχει τὴν πλεονεκτικὴν θέσιν νὰ ἀσκῇ τὸν ἔλεγχον, νὰ ἀσκῇ τὴν κριτικὴν καὶ ἡ κριτικὴ εἶναι εὔκολος. Ἡ δημαγωγία εἶναι δύσκολος. Εἶπεν εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων πρὸ ἡμερῶν: Ὁ κ. Παπανδρέου ἐμφανίζεται ἐπερωτώμενος. Καὶ εἶχε δίκαιον. Εἶμαι πράγματι ἐθελοντὴς ἐπερωτώμενος. Διότι κατέθεσα πρότασιν νόμου καὶ ὑπόκειμαι εἰς κριτικήν. Εἶναι πρᾶξις αὐτοθυσίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἔπρεπε νὰ ἐκτιμηθῇ. Διότι ἔχω τόσην πεποίθησιν, τόσην ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω, ὥστε ἐδέχθην νὰ τεθῶ ὑπὸ κρίσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ ἑπομένως ἐπίκρισις διὰ τὴν πρᾶξιν μου, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἀναγνώρισις, ἔπαινος. Καὶ τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ συγκεκριμένον θέμα τῆς προτάσεως νόμου. Ἀρχίζομεν ἀπὸ τοὺς πόρους. Διετυπώθη ἡ παρατήρησις, ὅτι ἄλλοτε, πρὸ τῶν ἐκλογῶν, εἶχον ὑποστηρίξει, ὅτι αἱ δαπάναι πρέπει νὰ καταβληθοῦν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν ἐνῷ τώρα, μετέβαλον γνώμην!... Ἀλλὰ ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ μεταβολὴ γνώμης, ὀφείλεται εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τότε, τὸ 1958 ὁ προϋπολογισμὸς εἶχε περισσεύματα, ὑπερέσοδα, τώρα δὲν ἔχει. Καί, διότι, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, δὲν περισσεύουν τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐμερίμνησα διὰ τὴν εὕρεσιν εἰδικῶν ἐσόδων καὶ ἠρκέσθην νὰ ἐπιβαρύνω τὸν προϋπολογισμόν, μόνον μὲ 66.000.000, ὅσον εἶναι τὸ 1% τῶν πωλουμένων ἀγροτικῶν προϊόντων τὸ ὁποῖον καταβάλλεται ὑπὸ τῶν ἰδίων τῶν ἀγροτῶν. Διετυπώθη καὶ ἄλλο ἐρώτημα: Διατὶ δὲν ἀνεζητήσατε ἀπὸ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας τοὺς πόρους, ἐνῷ εἰς τὸ προεκλογικόν σας πρόγραμμα, ὑπεστηρίζατε ἐλάττωσιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν; Παρέχω ἀπάντησιν: Οὐδέποτε ἐσχέτισα τὴν μείωσιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, μὲ τὴν παροχὴν συντάξεως εἰς τοὺς ἀγρότας. Καί, δεύτερον, θεωρῶ, ὅτι τὸ θέμα τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, εἶναι πράγματι μέγα καὶ ἀποτελεῖ θέμα πρὸς ἐξέτασιν. Ἀλλὰ ὁ πλέον ἀκατάλληλος χρόνος πρὸς ἐξέτασιν, εἶναι ὁ σημερινὸς χρόνος. Καθ’ ἣν περίοδον διεξάγονται συζητήσεις διὰ τὴν ὕφεσιν, πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν. Εὐχόμεθα τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς καὶ θὰ ἐπακολουθήσῃ ἐλάττωσις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν καὶ διάθεσις τῶν περισσευμάτων διὰ τοὺς κοινωνικούς μας σκοπούς. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀφέλεια νὰ σπεύσωμεν νὰ προεξοφλήσωμεν. Μόνον οἱ ἀφελεῖς σπεύδουν καθὼς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ παγιδεύσουν τοὺς ἀφελεῖς. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τοὺς πόρους τοὺς ὁποίους προσδιορίζω εἰς τὴν πρότασιν νόμου. Τέσσαρες εἶναι οἱ πόροι. Συνεζήτησα μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τοὺς πόρους, καὶ ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω καὶ νὰ ἀποδώσω τιμὴν εἰς τὴν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὴν καλὴν πίστιν, μὲ τὴν ὁποίαν συνεζητήσαμεν τὸ θέμα καὶ τὴν ὁποίαν, λυποῦμαι, διότι δὲν συνήντησα εἰς ὅλους τοὺς συναδέλφους του. Ὁ πρῶτος πόρος εἶναι 10% ἀγροτόσημον, ἐπὶ τῶν τελῶν χαρτοσήμου. Εἶχον προσδιορίσει ἀπόδοσιν αὐτοῦ 140.000.000. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔμεινε σύμφωνος. Ὁ δεύτερος πόρος εἶναι 10λεπτον καὶ 25λεπτον, ἐπὶ τῶν κυτίων τῶν σιγαρέττων. Εἶχον προβλέψει ὡς ἔσοδον 150.000.000. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διώρθωσε τὸν ἀριθμόν. Μοῦ εἶπεν 162.000.000. Ὁ τρίτος πόρος ἦτο, τὸ 1% ἐπὶ τῶν πωλουμένων ἀγροτικῶν προϊόντων. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1956, εἶχον προσδιορίσει τὸ ποσὸν εἰς 70.000.000 καὶ ἤλεγξα τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, διὰ τὸν περίεργον τρόπον τῆς διατυπώσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοῦ ἔδωσε μίαν βάσιμον ἐξήγησιν. Πράγματι οἱ νόμοι τοῦ 1957–1958, ἐμείωσαν τὸ ἔσοδον καὶ τὸ ἐμείωσαν, διότι, εὐλόγως, ἐξῄρεσαν κτηνοτρόφους καὶ ἁλιεῖς, ἀπὸ φορολογίαν, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς τὴν Ἀγροφυλακήν, ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς Ἀγροφυλακῆς, δὲν ἐπροστατεύοντο τὰ ἰδικά των συμφέροντα. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, ὁ πόρος αὐτὸς προορίζεται διὰ τὰς συντάξεις τῶν ἀγροτῶν, εἰς τὰς ὁποίας περιλαμβάνονται καὶ οἱ κτηνοτρόφοι καὶ οἱ ἁλιεῖς, εἶναι προφανές, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ἀκέραιον, τὸ ⅓ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταβάλλουν, ὅλοι ἀνεξαιρέτως, ἀγρόται, κτηνοτρόφοι καὶ ἁλιεῖς, προστατευόμενοι ἀπὸ τὸν νόμον καί, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, φθάνομεν, ὄχι εἰς τὰ 80.000.000, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑπολογίσει, ἀλλὰ εἰς τὰ 87.000.000. Καὶ τελικῶς φθάνομεν εἰς τὸ 5% τῶν ἐπιλεγομένων φόρων ἐπὶ τῶν εἰδῶν πολυτελείας. Ἀπετέλεσε δὲ ὁ φόρος αὐτὸς θέμα ἐπίμαχον ἐπὶ μακρᾶς ἑβδομάδας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀρθότατα μοῦ ἀπήντησεν. Ἐὰν πρόκειται περὶ τῶν εἰδῶν, ὅπως προσδιορίζωνται ἀπὸ τὸν κείμενον νόμον φόρου πολυτελείας, τότε τὸ ποσὸν εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον. Τοῦ ἀπήντησα, ὅτι εἰς τὴν εἰσηγητικήν μου ἔκθεσιν προσδιορίζω, ὅτι τὸ 5% θὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα προσδιορίζονται εἰς τὸν πίνακα ΧΙΙ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὅπου ἐπονομάζονται εἴδη βασικά, μὴ πρώτης ἀνάγκης, (πολυτελείας). Καὶ τότε καλοπίστως μοῦ ἀπήντησεν: «Εἶναι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μία ἁπλῆ πρᾶξις πολλαπλασιασμοῦ». Ἐφ’ ὅσον τὰ εἰσαγόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἴδη εἶναι ἑξῆντα ἑκατομμύρια, τότε πρὸς 5% δίδουν 3.000.000 δολλάρια. Ἑπομένως 90.000.000 μόνον ἀπὸ τὰ εἰσαγόμενα. Ἐὰν δὲ προστεθοῦν καὶ τὰ ἐγχωρίως παραγόμενα βεβαίως ὁ φόρος θὰ ὑπερβῇ τὰ 100 ἑκατομμύρια. Καὶ ἡ συζήτησις μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἔληξεν αἰσίως, χωρὶς διαταραχὴν τῶν φιλικῶν μας σχέσεων.
§88Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ζητήσω τὸν λόγον καὶ ὅταν εὑρεθῶ εἰς τὸ βῆμα θὰ δώσω διευκρινήσεις ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, καί, ὑποθέτω, ὅτι αἱ διευκρινήσεις μου δὲν θὰ προκαλέσουν διατάραξιν τῶν φιλικῶν μας σχέσεων.
§89Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχω πεισθῆ ἐκ τοῦ παρελθόντος περὶ τῆς καλῆς πίστεως τῆς συνομιλίας μας. Ἀλλὰ προχθές, ἐνῷ εἶχεν, εἰς ἀκέραιον διευκρινισθῆ τὸ θέμα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἐπανῆλθεν ἐπ’ αὐτοῦ. Δὲν εἶχε φροντίσει νὰ ἐνημερωθῇ ἐπὶ τῶν ἀπόψεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας τὸ κείμενον τοῦ νόμου τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ποσοστὸν 5% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰδῶν πολυτελείας», καὶ ἐνέμεινεν εἰς αὐτό. Καὶ ἔλεγεν: «Ἀφοῦ ὁ νόμος ὁρίζει εἴδη πολυτελείας, θὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν νόμον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων καὶ αἱ κείμεναι διατάξεις ἔχουν μίαν περιωρισμένην περιοχὴν εἰδῶν πολυτελείας καὶ ἑπομένως ἐπὶ ἐκείνων θὰ ἐπιβληθῇ τὸ 5%. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας. Εἴμεθα κοινοβουλευτικοὶ ἄνθρωποι καὶ γνωρίζομεν, ὅτι εἰς πᾶσαν πρότασιν νόμου ὑπάρχει κείμενον νόμου καὶ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ἡ ὁποία διευκρινίζει τὰ θέματα. Ἐὰν ἑπομένως ὑπεβάλλετο εἰς τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ καὶ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, τότε θὰ ἐπληροφορεῖτο ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τῶν εἰδῶν πολυτελείας ὅπως ἀναφέρονται εἰς τὸν νόμον. Καὶ ἡ περικοπὴ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς δὲν ἔχει ἀναγνώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, διότι ἐὰν τὴν εἶχεν ἀναγνώσει θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ εἶχεν ἐπιμείνει.
§90Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἶμαι φιλαναγνώστης, κ. Πρόεδρε.
§91Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀφίσατε νὰ μὲ ἀκούσετε.
§92Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δὲν θέλω νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ μεταξύ μας ἀντιδικία.
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑπάρχει ἕνας τρόπος νὰ λήξῃ ἡ ἀντιδικία, νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν ἀλήθειαν.
§94Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐγὼ ἢ σεῖς;
§95Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀκούσατε λοιπὸν τὴν ἀλήθεια καὶ ὑπάρχουν διαιτηταὶ εἰς τὴν αἴθουσαν. Εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν διαγράφεται τὸ 5% ἐπὶ τῶν εἰδῶν πολυτελείας εἰσαγομένων καὶ παραγομένων ἐπιχωρίως, ὅπως προσδιορίζεται εἰς τὸν πίνακα 12 τῆς ἐκδόσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἑλληνικὴ Οἰκονομία 1958». Κατὰ ποῖον ἄλλον σαφέστερον τρόπον νὰ προσδιορίσουν τὴν φορολογητέαν ὕλην. Παραπέμπει εἰς τὸν πίνακα 12 τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἀναγράφονται τὰ βασικὰ εἴδη μὴ πρώτης ἀνάγκης, βιομηχανικὰ εἴδη μὴ πρώτης ἀνάγκης, ἐν παρενθέσει, πολυτελείας. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον προσδιορίζει τὴν φορολογητέαν ὕλην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διαφωνία διὰ τὴν ἀπόδοσιν. Ποῦ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ διαφωνία, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, θεωρῶ, ὅτι αὐτὴ ἡ φορολογία δὲν εἶναι εὔστοχος, ἔχει δικαίωμα, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ ἐὰν ἡ φορολογία ἤθελεν ἐπιβληθῆ ἐπὶ αὐτῆς τῆς ὕλης, ὅτι θὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἀπόδοσιν. Καὶ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν δὲν εἶναι τὸ θέμα ποῖα εἶναι εἴδη πολυτελείας, διότι αὐτὰ τὰ προσδιορίζω, ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι αὐτὰ τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα προσδιορίζω, ἀποδίδουν ὅσα ὑπολογίζω ἢ ὄχι; Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἑπομένως ἡ ἀπόδειξις, ὄχι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πολυτελείας καὶ ἀφ’ ἧς γίνεται αὐτὴ ἡ τοποθέτησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ θέμα ἀμφιβολίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ εἶχεν ἄριστα διατυπώσει εἰς τὴν συνομιλίαν μας. Ἐὰν περὶ τούτου πρόκειται, εἶναι μία ἁπλῆ μαθηματικὴ πρᾶξις, δὲν εἶναι θέμα ἐπίμαχον.
§96Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἶπον εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι μόνον ἐὰν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δίδετε, εἶναι ἀριθμητικῶς ὀρθὰ, ἀλλὰ καὶ ἐὰν εἶναι καὶ λογικῶς ὀρθά. Δὲν εἶναι τὸ θέμα μόνον πολλαπλασιασμοῦ, ἀλλ’ εἶναι τὸ θέμα ἐὰν αὐτά, τὰ ὁποῖα προτείνετε εἶναι ὀρθά οἰκονομικῶς καὶ ἀντικειμενικῶς.
§97Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὀρθότατα, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δέχομαι νὰ ἔχετε ἀντίρρησιν.
§98Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, παρετήρησα, δηλαδή, ὅτι τὰ εἴδη τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ φορολογήσετε μὲ 5% τῆς ἀξίας, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος τὰ χαρακτηρίζει εἴδη μὴ πρώτης ἀνάγκης, ὅτι δὲν εἶναι ἐξ ἀντικειμένου εἴδη πολυτελείας. Καὶ ἀνέφερα καὶ παραδείγματα εἰδῶν περιλαμβανομένων εἰς τὸν πίνακα 12 τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύεται, ὅτι πολλὰ τῶν εἰδῶν αὐτῶν δὲν εἶναι ἐξ ἀντικειμένου εἴδη πολυτελείας. Ἐγὼ δὲν ἠμφισβήτησα τὸν πολλαπλασιασμόν, ἀλλὰ τὴν ὀρθότητα τῆς προτάσεώς σας. Καὶ ἀνέφερα μάλιστα π.χ. τὰ βαμβακερά, τυπωτά, τὰ ὁποῖα ἔχουν 10 καὶ 15 δραχμὰς ὁ πῆχυς καὶ ἔχουν χαρακτηρισθῆ ὡς εἴδη μὴ πρώτης ἀνάγκης.
§99Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ μὲ ἀναγκάσετε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, νὰ μὴ δέχωμαι διακοπάς, ἐνῷ τὰς ἐπιθυμῶ, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ εἶναι ἀγόρευσις.
§100Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐφ’ ὅσον ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀντιδικία πρέπει νὰ δέχεσθε διακοπάς. Διὰ νὰ παύσῃ ἡ ἀντιδικία πρέπει νὰ γνωρίσετε τὶ εἶπα ἐγώ.
§101Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μὲ τὴν ἀπάντησίν σας ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἔληξεν ἡ ἀντιδικία, διότι δὲν ἀμφισβητεῖτε, ὅτι αὐτῆς τῆς ὕλης ἡ φορολογία ἔχει αὐτὴν τὴν ἀπόδοσιν. Ἀμφισβητεῖτε ἐὰν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ φορολογία αὐτῆς τῆς ὕλης. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμά σας νὰ ἔχετε γνώμην. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ διαφωνία. Τὸ θέμα ἦτο ἐὰν αὐτὴ ἡ ὕλη φορολογουμένη μὲ 5% ἔχῃ τὴν ἀπόδοσιν τὴν ὁποίαν προσδιορίζω εἰς τὸν νομοσχέδιον. Ἐβεβαιώσατε, ὅτι ἀσφαλῶς τὴν ἔχει. Δὲν ὑπάρχει θέμα ἀντιδικίας. Δικαιοῦσθε νὰ ἐπικρίνετε τὸ εἶδος τῆς φορολογίας ἐφ’ ὅσον ἀπεδέχθητε, ὅτι φορολογουμένη αὐτὴ ἡ ὕλη ἔχει αὐτὴν τὴν ἀπόδοσιν. Αὐτὸ ἦτο τὸ θέμα μου καὶ ἔληξε.
§102Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι ὅπως εἶχε διατυπωθῆ ἡ πρότασις καθίστα ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐψηφίζετο καὶ μετεβάλλετο εἰς νόμον. Τὸ ἔθιξε προχθές, ὅπως ἀνέγνωσα εἰς τὰ πρακτικά, καὶ ὁ κ. Μπουρνιᾶς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἡ πρότασις, ἡ παρ’ ὑμῶν ὑποβληθεῖσα, ὁμιλεῖ περὶ ἐπιβολῆς εἰσφορᾶς 5% ἐπὶ τῆς ἀξίας εἰσαγομένων εἰδῶν πολυτελείας, τὰ ὁποῖα θὰ προσδιορίσῃ ἀπόφασις ἢ διάταγμα ἐκδιδόμενον προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ εἶναι γνωστόν, κατὰ τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἔχει ἀποκλεισθῆ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἰς τὰ θέματα τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀντικειμένου τῆς φορολογίας τοῦ φορολογικοῦ συντελεστοῦ καὶ τῶν ἐξαιρέσεων. Κατὰ συνέπειαν ὅπως ἀντιμετωπίσθη τὸ θέμα, ἦτο ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ ἡ εἰσφορά, εἴτε ἐπὶ τοῦ πίνακος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σεῖς ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία, εἴτε καὶ ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ πίνακος τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὸν φόρον πολυτελείας. Διατὶ τὸ λέγω τοῦτο; Διὰ νὰ καταδειχθῇ, ὅτι δὲν ἔχει ὡριμάσει τὸ θέμα μέχρι τῆς στιγμῆς, ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διακριβώσεως τοῦ κύκλου τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἀσφάλισιν, δὲν ἔχει ὡριμάσει τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ἐσόδων καὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας συνεπάγεται. Καὶ ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀντιμετωπισθῆ μὲ τὴν ὀφειλομένην προσοχὴν καὶ ὁ σχεδιασμὸς τῶν προτεινομένων πόρων.
§103Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μὴ τὸ γενικεύετε.
§104Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ εἰδικῶς δὲν εἶχεν ἀντιμετωπισθῆ καὶ ὑπὸ τῶν ἐχόντων τὴν πρωτοβουλίαν καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου. Οὔτε κἂν τὰ θέματα τὰ ὁποῖα θίγει καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θεμελιοῦται ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου. Διότι εἰσφορὰ 5% ἐπὶ εἰδῶν, τὰ ὁποῖα θὰ καθορίσῃ διάταγμα ἐκδιδόμενον προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐπρόκειτο οὐδὲν νὰ ἀποδώσῃ, διότι ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος. Καὶ διὰ τοῦτο ὅλοι οἱ νόμοι σχετικοὶ ὁρίζουν τὰ ἀντικείμενα τῆς φορολογίας κατὰ τρόπον σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα.
§105Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἡ βαρυτάτη παράλειψις διὰ τὴν ὁποίαν ἐλέγχομαι εἶναι, ὅτι δὲν ἐτοποθέτησα εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου ἐκεῖνον τὸν πίνακα τῶν φορολογητέων εἰδῶν πολυτελείας. Ὑπόσχομαι εἰς τὴν ἀνατύπωσιν νὰ τὸν προσθέσω, καὶ τὸ θέμα λήγει.
§106Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὄχι, δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ στοιχείου διαπιστώσεως ἐὰν ἡ πρότασις νόμου κατετέθη ἐν σπουδῇ ἢ ὄχι καὶ ἐὰν εἶχεν ἀντιμετωπίσει τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσῃ. Διότι ἄλλο εἶναι ἡ συμπλήρωσις σήμερον ἢ αὔριον τῆς παραλείψεως καὶ διάφορος ἐντελῶς εἶναι ἡ διαπίστωσις ἐὰν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως εἶχον ἀντιμετωπισθῆ βασικὰ θέματα, σχετιζόμενα μὲ τὴν θεμελίωσιν οἱασδήποτε προτάσεως.
§107Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μὰ εἶναι δυνατόν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν..... (δὲν ἠκούσθη).
§108Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σοβαρὰ τὰ λέγετε αὐτά, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; Εἶναι ἐκτὸς πάσης σοβαρότητος αὐτὰ τὰ πράγματα. Εἶναι ντροπὴ νὰ τὰ λέγετε.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, μὴ διακόπτετε, ἀφήσατε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§110Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Διατί, κ. Μπακόπουλε, δὲν εἶναι σοβαρά, ὅταν ἐπὶ λέξει ἀναγράφεται εἰς τὸν νομοσχέδιον: «Ποσοστὸν 5% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰδῶν πολυτελείας. Τὰ εἴδη ταῦτα καὶ ὁ τρόπος ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ὁρισθήσονται διὰ Β. Δ. ἐκδιδομένου προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος». Ὅταν αὐτὴ εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ σχεδίου, ἐρωτῶ: δὲν εἶναι σοβαρὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω ἐγώ, ἢ μήπως δὲν εἶναι σοβαρὰ ἡ ὑπεράσπισις τὴν ὁποίαν ἀναλάβατε ὑμεῖς;
§111Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι δὲν ὑπάρχει νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον νὰ συζητῆται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Εἶναι σοβαρὰ αὐτά, ἄξια Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν;
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, ἀφίσατε τὸν Ἀρχηγόν σας νὰ ὁμιλήσῃ.
§113Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, δοκιμάζω πραγματικὴν ἔκπληξιν καὶ βαθμιαίως πείθομαι, ὅτι ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ἔχουν τεθῆ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸ ἀρτιώτερον εἶναι τὸ ἰδικόν μου. Διότι ποία εἶναι ἡ μομφὴ τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπευθύνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν: Ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀναγράφω εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ὅπου προσδιορίζω τὴν φορολογητέαν ὕλην ἔπρεπε νὰ εὑρίσκεται καὶ εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ὡσὰν νὰ εἶναι δύσκολον τοῦτο νὰ συμβῇ ἐντὸς μιᾶς στιγμῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ μομφή, ἐξ αὐτῆς δὲ ποῖα γενικώτερα συμπεράσματα συνάγει; Δὲν εἶναι ὥριμον τὸ θέμα, εἶναι ἀποτέλεσμα σπουδῆς, χρειάζεται ἀκόμη μελέτην. Κύριοι βουλευταί, παραδίδω εἰς τὴν κρίσιν σας αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν. Πάντως τὸ θέμα τῶν φόρων, ἔληξεν εἰς ἀκέραιον καὶ εἶμαι εὐγνώμων πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι διηυκόλυνε τὴν πλήρη διευκρίνησιν τοῦ θέματος ... (δὲν ἠκούσθη).
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας;
§115Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ἔχομεν συνέχειαν.
§116Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Συνεφωνήσαμεν, ὅτι ὁ μὲν πολλαπλασιασμὸς εἶναι ὀρθὸς, ἡ δὲ οὐσία δὲν εἶναι ἄλλη.
§117Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, καὶ εἰς τὰ χθεσινὰ πρακτικὰ ὑπάρχει ἡ δήλωσίς μου, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ ἐλέγξετε τὴν εὐστοχίαν τοῦ μέτρου, ἀλλὰ ὄχι τὴν ἀπόδοσιν. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὸ βεβαιώνω, διότι εἶναι προφανές, ὄχι μόνον δι’ αὐτὸν τὸν φόρον ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλους τοὺς φόρους, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ βουλευταὶ νὰ εἴπουν, ὅτι τὸ σύνολον τῶν φόρων εἶναι ἀπαράδεκτον. Τὸ θέμα εἶναι διάφορον. Τὸ θέμα τὸ ὁποῖον συζητῶ εἶναι τοῦτο: Ἐὰν οἱ φόροι τοὺς ὁποίους προβλέπομεν ἔχουν αὐτὴν τὴν ἀπόδοσιν. Καὶ ἐπὶ τοῦ τετάρτου αὐτοῦ σημείου ἐβεβαιώθη, ὅτι ὄντως ἔχουν αὐτὴν τὴν ἀπόδοσιν. Ποῦ ὑπάρχει διαφωνία εἰς τὸν τέταρτον πόρον; Καὶ ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἢ ὄχι εὔστοχος, ἐκεῖνο εἶναι θέμα νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην της, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει θέμα διαφωνίας, δὲν ὑπάρχει θέμα ἀντιδικίας. Τὸ θέμα ἔληξεν ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων. Καὶ τώρα ἐπιτρέψατέ μου νὰ συνεχίσω.
§118Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς διακόψω.
§119Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπ’ αὐτοῦ, ὄχι, δὲν δέχομαι πλέον διακοπήν, διότι ἔγινε κατάχρησις. Καὶ ἐὰν μεθ’ ὅλας τὰς διευκρινίσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα καὶ αἱ ὁποῖαι, εἶμαι βέβαιος, ἔπεισαν ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, δὲν ἐπείσθητε, εἶναι ματαία ἡ συνέχισις. Καὶ τώρα συνεχίζω. Τὸ σύνολον ἑπομένως τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων ἀνέρχεται περίπου εἰς 500 ἑκατομμύρια, ὡμολογουμένη ἀπόδοσις, ἀλλὰ τώρα ἐρωτᾶται: ποῖον εἶναι τὸ σύνολον τῶν δικαιουμένων; Ἀρκοῦν τὰ 500 ἑκατομμύρια; Μήπως ἐνδεχομένως εὑρεθῶμεν ἐνώπιον ἑνὸς ἀγνώστου ἀριθμοῦ ὁ ὁποῖος θὰ καταρρίψῃ τὸν δημόσιον προϋπολογισμὸν καὶ θὰ ὁδηγήσῃ ὁλόκληρον τὸν θεσμὸν εἰς χρεωκοπίαν; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν εἶπεν: Γνωρίζομεν τὰ βασικὰ μεγέθη —τὸ ἐπανέλαβον καὶ ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος— περίπου εἶναι δεδομένα. Αἱ παραλλαγαὶ ἀφοροῦν 3%, 4% ἢ 5% ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν ὑφισταμένων μελετῶν. Εἰς 160.000 ὑπολογίζονται περίπου οἱ ὑπερήλικες ἀγρότες ἄνω τῶν 65 ἐτῶν, 2000. 000 περίπου εἶναι αἱ γυναῖκες ἄνω τῶν 65 ἐτῶν καὶ ἐξ αὐτῶν 140.000 περίπου εἶναι χῆραι. Αὐτοὶ εἶναι οἱ βασικοὶ ἀριθμοί. Περὶ τὰ βασικὰ μεγέθη δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς διαφωνῶν, ὅλοι οἱ εἰδικοὶ διαφωνοῦν περὶ ὀλίγων ποσοστῶν. Πόσον πρέπει νὰ εἶναι τὸ ποσοστὸν τῶν ἀσφαλίστρων 2 ἢ 3%, πόσον πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ τὸ ποσοστὸν διαφυγῆς κατὰ τὴν ἀπογραφὴν 2 ἢ 3%, πόσον πρέπει νὰ προβλεφθῇ τὸ ἐνδεχόμενον μεταναστεύσεως εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἢ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ σύνολον αὐτῶν τῶν ἀντιρρήσεων κινεῖται γύρω εἰς τὰ 5 ἢ 6%. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ποσοστὰ ἠμποροῦν νὰ ἀνησυχοῦν μίαν ἰδιωτικὴν ἀσφαλιστικὴν ἑταιρείαν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως μόνον περὶ τόσων ποσοστῶν πρόκειται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνησυχοῦν τὸ Κράτος, τὴν Πολιτείαν. Ἑπομένως, τὰ βασικὰ μεγέθη εἶναι δεδομένα καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συζητῶν τὸ νομοσχέδιον ἐβεβαίωσε πρῶτον καὶ ὁ ἴδιος τὴν συμφωνίαν ἐπὶ τῶν βασικῶν μεγεθῶν καὶ κατόπιν εἶπε: Δὲν γνωρίζομεν πόσοι θὰ εἶναι οἱ δικαιούμενοι 130.000, 220.000, ἢ 300.000; Πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν πληρεστέρας μελέτας. Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως αὐτῆς ἐκφράζω ἀπορίαν καὶ λύπην. Αὐτὸ τὸ γνωρίζομεν. Τὸ γνωρίζει ὁ νομοθέτης, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ γνωρίζῃ καμμία Ἐπιτροπή, διότι αὐτὴ εἶναι πολιτικὴ τῶν Κυβερνήσεων ποία κατηγορία θέλει νὰ προβλέψῃ κατὰ τὸν νόμον. Γνωρίζομεν τὰ βασικὰ μεγέθη, ἀπόκειται ἑκάστοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ ποίας ἀπὸ αὐτὰς τὰς κατηγορίας θὰ περιλάβῃ εἰς τὴν σύνταξιν καὶ θὰ τὸ σκεφθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν οἰκονομικῶν μέσων τὰ ὁποῖα κρίνει, ὅτι διαθέτει ἡ χώρα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως, νὰ ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι ἐπὶ τῶν βασικῶν μεγεθῶν. Αἱ ἀμφιβολίαι ὑπάρχουν περαιτέρω εἰς τὰς κατηγορίας τῶν ἐξαιρέσεων, εἰς τὴν κατηγορίαν εὐπόρων καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν συνταξιούχων. Πράγματι ἐκεῖ ὑπάρχει ὑπολογισμός. Ἀλλὰ ἡ ἀπόκλισις εἰς ἐκείνας τὰς κατηγορίας εἶναι ἐπίσης ἀσήμαντος εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐπηρεάσουν τὴν ἀρχήν, τὴν ἀπόφασιν κατ’ ἀρχὴν διὰ τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου παροχῆς συντάξεων πρὸς τοὺς ἀγρότας καὶ θὰ ἀναλύσω τὸ θέμα.
§120Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Μοῦ ἐπιτρέπετε μία διακοπήν, κ. Πρόεδρε;
§121Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι, ἀκόμη δὲν τὸ ἀνέλυσα.
§122Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Πρὸ τῆς ἀναλύσεως.
§123Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παρακαλῶ.
§124Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ κάμω μία παρατήρησιν διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι καὶ εἰς τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν σας ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαιουμένων, διότι ἀφοῦ κάμνετε τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἀρρένων, ἀφοῦ κάμνετε τὴν ἔκπτωσιν τῶν εὐπόρων, προκειμένου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γυναικῶν εἴπατε, ὅτι λαμβάνω τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν συμβολικῶς.
§125Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐσπεύσατε. Ἀναμείνατε τὸ θέμα τῶν γυναικῶν καὶ θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν.
§126Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Δὲν ἠμπορεῖτε, κ. Πρόεδρε, προκειμένου περὶ ἑνὸς θεσμοῦ στηριζομένου ἐπὶ μαθηματικῶν καὶ ἀναλογιστικῶν δεδομένων νὰ λέγετε, ὅτι λαμβάνετε ἕνα ἀριθμὸν συμβολικῶς.
§127Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν δέχομαι διακοπὰς ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας. Τὸ θέμα τῶν γυναικῶν εἶναι αὐτοτελὲς καὶ μεγάλο θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀναλύσω εἰς τὴν πορείαν τοῦ λόγου μου. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ τὰς διακοπάς του νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν διάρθρωσιν καὶ τὴν ἁρμονίαν τοῦ λόγου μου, αὐτὸ θὰ τὸ ρυθμίσω ἐγώ. Ἔρχομαι, λοιπὸν —καὶ εἴμεθα ἀκόμη εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἀρρένων διὰ νὰ συζητηθῇ καθ’ ἑαυτὸ αὐτοτελῶς τὸ θέμα τῶν γυναικῶν— εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαιουμένων. Εἶναι 160.000. Τίθεται κατ’ ἀρχὴν τὸ ἐρώτημα: Πρέπει νὰ ἐξαιροῦνται οἱ εὔποροι ἢ ὄχι; Κατὰ τὴν γνώμην μου ἂν πρόκειται περὶ προσφορᾶς τοῦ Ἔθνους, ὅπως συμβαίνει μὲ τὴν πρότασίν μου, πρέπει νὰ ἐξαιροῦνται, αὐτὸ ἐπιβάλλει ἡ ἠθικὴ τάξις. Ἂν πρόκειται περὶ ἀσφαλίσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἰσφέρουν, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξαιροῦνται, θὰ εἶναι ἁπλῶς ηὐξημένον τὸ ἀσφάλιστρον. Ἀλλὰ διότι εἰς τὴν ἰδικήν μου πρότασιν νόμου ὑπάρχει εἰσφορὰ τοῦ Ἔθνους κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, ὑποστηρίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιροῦνται. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Πῶς πρέπει νὰ ὑπολογισθοῦν οἱ εὔποροι; Κύριοι βουλευταί, ἐγὼ ἔχω ὑπολογίσει τοὺς εὐπόρους εἰς 20%, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας προχθὲς ἐπέμεινεν, ὅτι εἶναι 8%.
§128Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ὄχι, ἐγὼ ἐπέμεινα, ὅτι δὲν εἶναι γνωστὸν πόσον τοῖς ἑκατὸν εἶναι οἱ εὔποροι, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τὰ ὁποῖα ἔχετε σεῖς δὲν ἐξάγεται 20%.
§129Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν λέγετε αὐτὸ ἀλλὰ ἐπικαλεῖσθε τὴν μελέτην τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας.
§130Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν θέλετε νὰ συμφωνήσωμεν τί εἶπα ἐγώ. Εἶπα, ὅτι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖσθε, δηλ. ἡ μελέτη τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας καὶ ἡ μελέτη τοῦ Τμηματάρχου τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης δὲν καταλήγουν εἰς ποσοστὸν εὐπόρων 20%, ἀλλὰ 8%. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορίσωμεν ἀριθμὸν εὐπόρων, ἐγὼ εἶπα καὶ κἄτι ἄλλο, ὅτι τὸ κριτήριον τοῦ εἰσοδήματος δὲν εἶναι κριτήριον σταθερὸν ἀλλὰ εἶναι ἐναλλασσόμενον κατ’ ἔτος.
§131Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀκούσατε τὶ εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ δυστύχημα δι’ αὐτόν. Ἰδοὺ τὶ εἶπεν: «Ἡ ἔρευνα τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας περιλαμβάνει 700.000 περίπου οἰκογενείας, ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης προκύπτει, ὅτι αἱ οἰκογένειαι αἱ ὁποῖαι ἔχουν εἰσόδημα ἄνω τῶν 18.000 δραχμῶν ἐτησίως ἀποτελοῦν τὸ 80%». Καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἡ πληρεστέρα μελέτη ἀπὸ ὅσας ἔχουν γίνει. Τοιουτοτρόπως, ὅμως, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἐβεβαίωσε τὸ Σῶμα, ὅτι οἱ εὔποροι ἀνέρχονται εἰς 57% καὶ ὄχι μὲ βάσιν εἰσόδημα 18.000, ἀλλ’ εἰσόδημα ἄνω τῶν 23.000 δραχ. ἐτησίως. Ταὐτοχρόνως ἐδώσατε αὐτὴν τὴν βεβαίωσιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, εἶναι ἀκριβές;
§132Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Κάμετε λάθος.
§133Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Λάθος; Ἀκούσατε, τώρα, ἀναγνώσατε τὸ κείμενον τῆς ὁμιλίας σας, κάμετε αὐτὸν τὸν κόπον. Σᾶς ἀνέγνωσα τὴν σελίδα 13 τῶν πρακτικῶν, λέγετε τὰ ἑξῆς: «Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς μελέτης εἶναι 8%». Ἀκούσατε τώρα, τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας εἰς τὴν συνέχειαν τοῦ λόγου του εἰς τὴν σελίδα 14. Διότι, ὅταν ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι 20%, μοῦ εἶπε, λάθος, 8%.
§134Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Σᾶς παρακαλῶ, μὴ διαστρέφετε τοὺς λόγους μου. Ἐγὼ εἶπον τὸ ἑξῆς: Ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖσθε σεῖς, δὲν δίδουν ποσοστὸν εὐπόρων 20%, ἀλλὰ 8%. Ἐγὼ δὲν εἶπον πόσοι εἶναι οἱ εὔποροι.
§135Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀκούσατε. Δὲν ἔχετε ἀναγνώσει τὴν ὁμιλίαν σας. Κάμετε ὑπομονήν, θὰ τὴν ἀκούσητε. Λοιπόν, ὅταν παρετηρήθη εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὅτι δυστυχεῖ ὁ ἀγροτικὸς κόσμος, ἀπήντησεν, ὅτι πράγματι δυστυχεῖ, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὸν βαθμόν, τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζουν οἱ ὁμιληταί, διότι ἔχει σοβαρῶς βελτιωθῆ ἡ θέσις των. Καὶ ἐξηγῶν τὴν αὐτὴν μελέτην τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, καταλήγει εἰς τὰ ἀκόλουθα συμπεράσματα: Σελὶς 14, παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ μὲ παρακολουθήσουν. «300.000 οἰκογένειαι ἔχουν καθαρὸν ἐτήσιον εἰσόδημα ἄνω τῶν 12.500 δραχ.». Ἄρα, τὸ 43%. Κατόπιν, 327.000 οἰκογένειαι, ἔχουν μέσον ἐτήσιον εἰσόδημα δραχ. 22.832–23.000 δραχ., ἤτοι τὸ 46%. Ἐγὼ εἶχον εἴπει τὸ 20.000 ἔχει 18.000 δραχ. Ὁ κ. ὑπουργός, λέγει, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πληρεστέρας μελέτης τοῦ Ὑπουργείου του, ὅτι τὸ 46% ἔχει ἄνω τῶν 23.000 δραχ. καὶ τὸ 11% ἄνω τῶν 42%. Ἑπομένως, κατὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, τὸ 57% ἔχει ἄνω τῶν 23.000 δραχ. ἐτησίως καὶ ἤλεγξεν ἐμέ, ὁ ὁποῖος εἶπον, ὅτι ἄνω τῶν 18.000 δραχ. ἔχουν τὰ 20%! Καὶ ὑπεστήριξε ταὐτοχρόνως εἰς τὴν ἰδίαν ὁμιλίαν του, ὅτι, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδίας μελέτης, μόνον 8% ἔχουν ἐτήσιον εἰσόδημα 18.000 δραχ. Ἠκούσατε τὴν ὁμιλίαν σας. Εἶναι ἡ καταδίκη σας.
§136Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἐπίστευον μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ὅτι μόνον οἱ δικαστικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ διαστρέψουν τὰ πράγματα καὶ τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλά, δυστυχῶς ἐβεβαιώθην, ὅτι ὑπάρχουν καὶ μεταξὺ τῶν πολιτικῶν τινές, οἱ ὁποῖοι διαστρέφουν τὴν ἀλήθειαν. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου νὰ ἐλέγξω τὸ ποσοστὸν τῶν εὐπόρων, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ κ. Παπανδρέου, εἶπον, ὅτι ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Παπανδρέου, τὴν μελέτην τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας καὶ τὴν μελέτην τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης δὲν ἐξάγεται ὡς ποσοστὸν εὐπόρων 20%. Εἶπον δὲ ἀκόμη, ὅτι ἡ μελέτη τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας καὶ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἀνάγονται εἰς τὸ 1953. Ἐνῷ τὸ ἕτερον στοιχεῖον τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων διὰ νὰ παρουσιάσῃ ἐπιφάνειαν ἀνάγεται εἰς εἰσόδημα τοῦ 1956, κύριοι.
§137Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Τί πειράζει;
§138Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργ.). Μὴ ἐξεγείρεσθε, κ. Ταλιαδούρη, διὰ νὰ προστατεύσετε τὸν Ἀρχηγόν σας, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ μὲ παρουσιάσῃ ὡς ἀντιφάσκοντα, ἐνῷ ἐγὼ δὲν ἀντιφάσκω, ἄλλοι ἀντιφάσκουν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὰ στοιχεῖα τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας τοῦ 1953 λέγουν, ὅτι οἱ ἔχοντες ἄνω τῶν 18.000 εἰσόδημα εἶναι 8%, ἐνῷ τὸ ἄλλο στοιχεῖον ἀνάγεται εἰς εἰσόδημα τοῦ 1956.
§139Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀκόμη ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας δὲν ἔχει ἀντιληφθῆ τί τοῦ συμβαίνει. Κύριοι βουλευταί, ἀκούσατε.
§140Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως.
§141Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν δέχομαι διακοπάς, κύριε Ὑπουργέ. Θὰ μὲ ἀκούσετε καὶ θὰ μάθετε ὅταν ὁμιλῆτε πρὸς ἐμὲ νὰ ὁμιλῆτε μὲ περισσότερον σεβασμόν. Ἀναγινώσκω τὸ κείμενόν σας καὶ θὰ κρίνῃ ἡ Βουλή. Οὐδέποτε συνέβη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς Ὑπουργὸς εἰς τὴν αὐτὴν ὁμιλίαν του νὰ ἠμπορῇ νὰ ὑποστηρίξῃ ταὐτοχρόνως, ὅτι ἐκ τῆς αὐτῆς μελέτης συνάγεται, ὅτι μόνον 8% ἔχουν ὑπεράνω τῶν 18 χιλιάδων καὶ ἀμέσως κατόπιν εἰς τὴν ἄλλην σελίδα νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι 57% ἔχουν ὑπεράνω τῶν 23.000. Αὐτὴ εἶναι ἡ καταδίκη σας. Εἶναι καταστροφή. Κύριοι βουλευταί, ἰδοὺ τί συνέβη: Ὅταν εἶπον εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι οἱ εὔποροι εἶναι 20%, ὁ κ. ὑπουργὸς μοῦ εἶπεν, ὅτι εἶναι 8%, ἀναφερόμενος εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦ 1952. Ὅταν κατόπιν ὡμίλησεν ἀνάγει τὰς δραχμὰς τοῦ 1952 εἰς δραχμὰς τοῦ 1958, πολλαπλασιάζει ἐπὶ 114 καὶ εὑρίσκει τοὺς νέους ἀριθμούς. Ἰδοὺ ἡ σύγχυσις, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποστῆ. Καὶ ὁμιλεῖ περὶ δικανικῆς εὐστροφίας. Καὶ ἀπευθύνει πρὸς ἐμὲ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Δὲν τοῦ παρέχω αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ἀποτελεῖ βαρύτατον σφάλμα σας καὶ πρέπει νὰ ζητήσετε συγγνώμην ἀπὸ τὸ Σῶμα καὶ ὄχι νὰ ἀπευθύνετε οἱανδήποτε παρατήρησιν.
§142Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). (Προσπαθεῖ νὰ ὁμιλήσῃ).
§143Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν δέχομαι διακοπάς.
§144Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὴ λάβετε ἀπάντησιν.
§145Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν δέχομαι διακοπάς. Ἐκάματε κατάχρησιν. Δὲν δέχομαι διακοπάς. Παρακαλῶ ὅλους τοὺς συναδέλφους νὰ ἀναγνώσουν τὰ πρακτικά. Καὶ θὰ συναγάγουν τὸ συμπέρασμα. Θὰ ἀναγνώσω τὸ κείμενόν του, διὰ νὰ ὑπάρξῃ συνεννόησις, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας προχθές: «Ἰσχυρίζεται ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τῶν ἀπόρων εἰς 20%, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του δύο προσφάτους μελέτας. Μίαν τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας καὶ μίαν τῆς ΑΤΕ. Ἡ ἔρευνα τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας ἐγένετο τὸ 1953. Περιέλαβε δὲ οὐχὶ τὸ σύνολον τῶν ἀγροτικῶν οἰκογενειῶν, ἀλλὰ 700.000 περίπου. Ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης προκύπτει, ὅτι αἱ οἰκογένειαι αἱ ἔχουσαι εἰσόδημα ἄνω τῶν 18.000 ἐτησίως ἀποτελοῦν τὸ 8%» καὶ λέγει κατόπιν: «Μεταξὺ τοῦ 1952 καὶ τοῦ 1958 παρατηρεῖται ὑπεδιπλασιασμὸς τοῦ εἰς δραχμὰς εἰσοδήματος. Ἀναπροσαρμοζόμενα τὰ ὡς ἄνω ποσὰ εἰς τὰς τιμὰς τοῦ 1958 μὲ συντελεστὴν 114,05 δίδουν τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα: Τὸ 43% εἰσόδημα ἐτήσιον 12.000, τὸ 46% 22.800, καὶ τὸ 11% 42.000. Ἑπομένως 57.000 ὑπὲρ τὰς 23.000». Ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας αὐτὴν τὴν ἀναγωγὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὴν δευτέραν σελίδα, νὰ τὴν εἶχε κάμει καὶ εἰς τὴν πρώτην. Καὶ τότε τὸ 8% δὲν θὰ εἶχεν 18.000, ἀλλὰ 38.000. Τότε ἔναντι τοῦ Σώματος θὰ ἐξεπλήρωνε τὸ χρέος του. Ἀλλ’ ἀπέβλεψεν εἰς τὴν δημιουργίαν συγχύσεως, ἢ δὲν ἀντελήφθη τὸ θέμα. Προκειμένου περὶ τοῦ 20% ἀνεφέρθη εἰς τὰς τιμὰς τοῦ 1952 καὶ τὰς καθώρισεν εἰς 8%. Ἀπαντῶν κατόπιν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνησυχοῦν διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, ἔκανε τὴν ἀναγωγὴ εἰς τὰς τιμὰς τοῦ 1958. Ἐπολλαπλασίασεν ἐπὶ 114 καὶ ἐδημιούργησε τὴν ἐντύπωσιν εὐημερίας τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐθύνη τὴν ὁποίαν τοῦ καταλογίζω καὶ ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὴν αὐτὴν ὁμιλίαν του.
§146Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε......
§147Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν δέχομαι διακοπήν.
§148Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ ἐπέμβητε σεῖς κ. Πρόεδρε.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν δέχεται διακοπάς...... (Θόρυβος).
§150Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἐβεβαίωσε ὑπευθύνως τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μοναδικῆς μελέτης τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας 57% εἶναι εὔποροι, ἔχοντες ἐτήσιον καθαρὸν εἰσόδημα ἄνω τῶν 13.000. Καὶ ἑπομένως θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθοῦν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μοῦ προσφέρει πλήρη λύσιν τοῦ προβλήματος. Διότι ἐὰν ὄντως τόσοι εἶναι οἱ εὔποροι οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν, αἱ 130.000 περιλαμβάνουν πλέον καὶ τοὺς ἄνδρας καὶ τὰς γυναῖκας. Καὶ τὸ πρόβλημα λύεται εἰς ἀκέραιον. Ἀνεφέρθη καὶ ἡ μελέτη τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης. Καὶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν ἀριθμῶν αὐτῆς ὑπάρχει ἐπίσης βαρύτατον σφάλμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας. Ἀλλὰ ἀρκεῖ ἡ καταστροφὴ του ἐκ τοῦ πρώτου σφάλματος. Σκληρὰ εἶναι ἡ ἐκπλήρωσις καὶ ἄλλου. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ ἄλλο κεφάλαιον τῶν ἐξαιρέσεων: Εἰς τοὺς συνταξιούχους. Προβλέπω ἐξαίρεσιν 5%. Οὐδεὶς τὴν ἠμφισβήτησε. Καὶ μάλιστα μία μελέτη τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας ἀναβιβάζει τὸν ἀριθμὸν εἰς 20%. Δὲν ἀποτελεῖ ἑπομένως θέμα ἐπίμαχον. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ κύριον θέμα τῶν γυναικῶν. Πράγματι, κ. βουλευταί, εἰς τὸ ἰδικόν μου σχέδιον περιλαμβάνονται μόνον οἱ ἄρρενες ὑπὲρ τὰ 65 ἔτη. Ἐὰν προσθέτω ἕνα μικρὸν «συμβολικὸν» ἀριθμὸν γυναικῶν εἶναι διὰ δύο λόγους. Πρῶτον διότι εἶναι ἀκραία ἡ περίπτωσις. Στεροῦνται στηρίγματος αἱ ὀλίγαι γυναῖκες τὰς ὁποίας περιλαμβάνω, αἱ μὴ ἔχουσαι υἱοὺς ἢ ἐγγάμους θυγατέρας. Καὶ δεύτερον, διότι δὲν ἤθελα νὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὑπάρχει θέμα διακρίσεως φύλου. Ἤθελα νὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὑπάρχει θέμα διακρίσεως κατηγοριῶν. Ἀλλὰ ἐξηγέρθησαν ὅλοι οἱ Ἱππόται τῆς Ἰσότητος. Μοῦ εἶπον: εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσάγετε νόμον χωρὶς νὰ ὑπάρχουν καὶ αἱ γυναῖκες; Εἰς τὰ 1960; Καὶ μοῦ ἀνέφερον καὶ τὴν οἰκουμενικὴν διακήρυξιν ἡ ὁποία ἀναγράφει: «Ἕκαστος ἔχει δικαίωμα ἐπὶ ἑνὸς ἐπιπέδου ζωῆς ἱκανοῦ νὰ ἐξασφαλίσῃ ὑγείαν, εὐημερίαν εἰς αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του, συμπεριλαμβανομένης τῆς τροφῆς, τῆς ἐνδυμασίας, τῆς κατοικίας, τὴν ἰατρικὴν περίθαλψιν καὶ τῶν ἀναγκαίων κοινωνικῶν ὑπηρεσιῶν. Ἔχει ἐπίσης δικαίωμα ἀσφαλίσεως διὰ τὴν περίπτωσιν ἀνεργίας, ἀσθενείας, ἀνικανότητος πρὸς ἐργασίαν, χηρείαν, γήρατος, ἢ ἄλλων ἐλλείψεων δυνατοτήτων ζωῆς αἵτινες ὀφείλονται εἰς περιστάσεις ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς των». Αὐτοὶ οἱ ἱππόται τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καὶ τῆς ἰσότητος διατὶ δὲν συνεκινήθησαν ἐφ’ ὅσον μέχρι τοῦδε τὸ σύνολον τῶν ἐντολῶν τῆς οἰκουμενικῆς διακηρύξεως τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων δὲν εἶχαν ἐφαρμογὴν καὶ κατελήφθησαν ἀπὸ τὴν ὑστερίαν τῆς ἰσότητος μόνον τώρα, ὅταν ἐπρότεινα νὰ εἰσαχθῇ ὡς πρῶτος πόρος ἡ σύνταξις γήρατος πρὸς τοὺς ἄρρενας; Κύριοι βουλευταί, εἶμαι μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πιστεύουν καὶ εἰς τὴν ἰσότητα τῶν φύλων καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς γενικεύσεως. Ἀλλὰ ὑποκύπτω εἰς ἕνα νόμον, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ οἱ θεοὶ πείθονται: εἰς τὴν Ἀνάγκην. Διότι ἔκρινα, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ὑπερβῶμεν τὸ ποσὸν τῶν 500 ἑκατομμυρίων. Ἐσκέφθην, ὅτι θὰ πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς δεύτερον στάδιον βραδύτερον, ὅταν αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψουν. Εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ὑπέκυψα. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πρόκειται θεωρητικῶς νὰ ὑπερασπίσω τὴν διάκρισιν. Ἄλλωστε, μήπως καὶ εἰς ἄλλους Ὀργανισμοὺς δὲν ἀκολουθεῖται ἡ ἀρχὴ τῆς βαθμιαίας ἐπεκτάσεως; Ἀκόμη καὶ σήμεραν τὸ ΙΚΑ λειτουργεῖ εἰς ὅλην τὴν χώραν; Ὄχι λειτουργεῖ δι’ ὅλας τὰς κατηγορίας; Ὄχι. Ὑπάρχει μάλιστα καὶ εἰδικὸν ἄρθρον τοῦ ΙΚΑ τὸ ὁποῖον ἐμπιστεύεται τὴν ἐπέκτασιν εἰς κανονισμούς. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ν. 1846)51 λέει. «Διὰ κανονισμοῦ θέλει προσδιορισθῆ ὁ χρόνος καὶ ἡ ἐν γένει διαδικασία περαιτέρω ἐπεκτάσεως τῆς ἀσφαλίσεως τοῦ ΙΚΑ. Ἡ τοιαύτη ἐπέκτασις δύναται νὰ γίνῃ εἴτε συνολικῶς καὶ κατ’ ἐπαγγελματικὰς κατηγορίας ἢ κατὰ πόλεων καὶ οἰκισμῶν, εἴτε κατὰ συνδυασμοῦ ἀμφοτέρων τῶν κριτηρίων..................». Διὰ πρώτην φορὰν ἑπομένως ἠκούσθη, ὅτι γίνεται βαθμιαία ἐπέκτασις μιᾶς ἀσφαλίσεως; Εἶναι ὁ κανών. Διότι εἶναι ἡ ἀνάγκη ἡ ὁποία τὸ ὑπαγορεύει. Ἄλλωστε θὰ πρέπει νὰ καταστῇ σαφές, ὅτι ὅταν ἀρχίζωμεν μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν 130 χιλιάδων, προσφέρομεν εἰς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον μίαν πράγματι μεγάλην ὑπηρεσίαν. Διότι σήμερον, ἐπὶ 1.113.000 ἠσφαλισμένων μισθωτῶν, σύνταξιν γήρατος λαμβάνουν 71.000. Καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ λάβουν σύνταξιν γήρατος 130.000 ἀγρόται κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ μᾶς τὸ συγχωρήσουν καὶ θὰ κάμνουν ὑπομονήν. Ἀλλά, κ. βουλευταί, δὲν εἶναι καθόλου δεδομένον, ὅτι ἀπὸ τοὺς συνολικοὺς πόρους αὐτοῦ τοῦ ὀργανισμοῦ δὲν θὰ χορηγηθῇ καὶ ἡ σύνταξις τῶν γυναικῶν–χηρῶν. Ἀπὸ τὴν πρόβλεψιν τῆς προσεχοῦς πενταετίας συνάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ μὲν αὔξησις τῶν δαπανῶν θὰ εἶναι περιωρισμένη ἐνῷ ἡ αὔξησις τῶν πόρων θὰ εἶναι μεγαλυτέρα καὶ ὁ ὀργανισμὸς θὰ ἔχῃ συνεπῶς περισσεύματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠμπορῇ νὰ χρησιμοποιῇ πρὸς ἐπέκτασιν καὶ εἰς τὰς χήρας, ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τῆς κατηγορίας εἰς τὴν ὁποίαν θὰ καταταχθοῦν. Ἐπὶ τῇ βάσει ποίων ἀριθμῶν στηρίζω αὐτὴν τὴν πρόβλεψιν; Οἱ μελετηταὶ τῆς ἀπογραφῆς εἶναι σύμφωνοι, ὅτι κατ’ ἔτος θὰ ἔχωμεν προσαύξησιν 4.000 ἀρρένων ἀγροτῶν. Ἐὰν τὸ 25% τῶν εὐπόρων καὶ συνταξιούχων ἐκπέσῃ, θὰ ἔχωμεν 3.000, ἑπομένως θὰ ἔχωμεν ἐτησίαν αὔξησιν πρὸς 3.600 10 ἑκατομ. ἐτησίως. Ἀντιθέτως οἱ τέσσαρες πόροι περίπου ἕκαστος θὰ ἔχῃ ἐτησίαν αὔξησιν γύρω ἀπὸ τὰ 10 ἑκατομ. Βεβαίως, κ. βουλευταί, εἶναι τολμηρὰ πᾶσα πρόβλεψις, ἐφ’ ὅσον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἑνὸς ἔτους δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀσφαλεῖς προβλέψεις. Τολμηρὰ εἶναι ἡ πρόβλεψις μιᾶς πενταετίας. Ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπεχείρησεν, αὐτὴν τὴν τόλμην. Προβλέπει εἰς τὸ πενταετὲς πρόγραμμα αὔξησιν ἐθνικοῦ εἰσοδήματος 6% καὶ 33% κατὰ τὴν πενταετίαν. Καὶ ἐκ τῆς μελέτης τῆς προγενεστέρας πενταετίας συνάγεται, ὅτι ὑπάρχει περίπου ἀντιστοιχία, αὐξήσεως ἐθνικοῦ εἰσοδήματος φορολογιῶν. Ἐὰν ἑπομένως αἱ προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπαληθεύσουν καὶ ἔχωμεν πράγματι ἐντὸς τῆς πενταετίας τὴν αὔξησιν τοῦ 33% τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, τότε ἐὰν ἀντιστοίχως ἔχωμεν ἀνάλογον αὔξησιν τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογίας, θὰ ἔχωμεν 170 ἑκατομ. εἰς τὸ τέλος τῆς πενταετίας. Καὶ ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰ 50 ἑκατομ. ὅσαι θὰ εἶναι αἱ δαπάναι τῶν ηὐξημένων συντάξεων, θὰ μείνουν 120 ἑκατομμ., τὰ ὁποῖα θὰ ἠμποροῦν νὰ διατεθοῦν διὰ τὴν βαθμιαίαν ἐπέκτασιν τῶν συντάξεων καὶ εἰς τὰς χήρας τῶν ἀγροτῶν. Ἠμπορεῖ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπολογισμοὶ νὰ μὴ ἐπαληθεύσουν, ὅπως καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀνοδικὴ πορεία, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ κάμψις, ὄχι μόνον αὐτοῦ, ἀλλὰ ὅλων τῶν πόρων. Ἀλλὰ αἰσιοδοξῶ, ἀκολουθῶν τὸ κήρυγμα τῆς Κυβερνήσεως, χρησιμοποιῶ τοὺς ἰδικούς της ἀριθμοὺς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, βασίμως προβλέπω, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐξ αὐτῶν τῶν πόρων χωρὶς καμμίαν ἄλλην προσθήκην, βαθμιαίαν ἐπέκτασιν καὶ εἰς τὰς χήρας γυναῖκας. Καὶ ἔρχομαι, κ. βουλευταί, εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ λόγου μου. Εἶπεν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ μεταβάλῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς πρυτανεῖον. Δὲν ἀποδέχομαι αὐτὸν τὸν ἀφορισμόν. Ὁλόκληρος ἡ σημερινὴ κοινωνικὴ πολιτικὴ θὰ ὠνομάζετο τὸ πρυτανεῖον, ἐὰν ὀνομάσωμεν τὴν ἀσφάλισιν τῶν ἀγροτῶν προσφερομένην ἀπὸ τὸ Ἔθνος, ὡς πρυτανεῖον. Ζῶμεν εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ παροχὴ κοινωνικῆς προστασίας θεωρεῖται χρέος τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ εἶπεν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ μελέτη ὁδηγήσῃ εἰς ἀποδοχὴν ἢ μὴ τῶν θεσμῶν. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως, προβαίνω εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι ἐὰν ὑπάρξῃ ἀσφάλισις θὰ ὑπάρξῃ ἐπίσης καὶ εἰσφορὰ τῶν ἀγροτῶν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἡ διαφωνία μου εἶναι ἀπόλυτος. Περιέχεται καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου πρότασιν νόμου καὶ εἰσφορὰ τῶν ἀγροτῶν. Ἀναγράφει, ὅτι πέραν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 500 ἑκατομμυρίων, πᾶσα ἐπέκτασις θὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς εἰσφορᾶς τῶν ἀγροτῶν. Ποία εἶναι ἡ διαφωνία μου μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ διαφωνία μου εὑρίσκεται εἰς τοῦτο: Ὅτι πρῶτον, πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ ἔπειτα νὰ ζητήσωμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεμελιώδης διαφωνία μας. Καὶ διατί; Ὄχι διότι δὲν κατέχομαι καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖον τιμᾷ τοὺς δημοσίους ἄνδρας, ἀλλὰ διότι κατέχομαι ἀπὸ αἴσθημα βαθυτέρας εὐθύνης. Καὶ τώρα θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, διατί, ἐνῷ καὶ εἰς τὸ πρόγγραμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀνεφέρετο τελικῶς ἡ σύνταξις γήρατος, ὅμως κατόπιν τὴν ἐπρόταξα. Θὰ ἐξηγήσω διατί: Διότι, ἐπικοινωνῶν μὲ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, ἀγαπητοί μου βουλευταί, διεπίστωσα, τὴν βαθυτάτην πικρίαν του, διεπίστωσα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ δώσει ψήφους καὶ εἰς σᾶς καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὴν ΕΔΑ, ἀλλ’ ἐνῷ ἡ ἀρίθμησις εἶναι ἀκριβής, τὸ βάρος εἶναι διάφορον. Ὑπάρχει κλονισμὸς ἐμπιστοσύνης τῶν ἀγροτῶν καὶ πρὸς τὴν Δεξιὰν καὶ πρὸς τὸ Κέντρον, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὴν Ἀριστεράν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν προσεφέρθη μὲ τὴν ψυχήν του, ἀλλὰ μόνον εἰς ὥρας διαμαρτυρίας καὶ ἀπογνώσεως μὲ τὴν προσδοκίαν τῆς ἐπιστροφῆς. Διεπίστωσα καὶ ὅλοι διεπιστώσατε τὴν βαθυτάτην πικρίαν, τὴν δυσπιστίαν πρὸς ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ἐνώπιον αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία δὲν μὲ ἀφεώρα προσωπικῶς, δὲν ἀφεώρα μόνον τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀφορᾷ τὸ σύνολον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ κατόπιν ἐπίσης τῆς διαπιστώσεως, ὅτι ἀκριβῶς τὸ θέμα τῶν συντάξεων συγκινεῖ περισσότερον ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ἐπαγγελίας, ἔκρινα, ὄχι ὡς θέμα προσωπικῆς, «κομματικῆς» ἐπαγγελίας ἔκρινα, ἕνα θέμα ἐθνικῆς εὐθύνης, νὰ τὸ ἐπαγγείλω καὶ ἔντονα ἀγωνίζομαι διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ. Καὶ διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀποτελεῖ τοῦτο σήμερον κοινὴν συνείδησιν, ἀλλὰ ὑπάρχει ἐπίσης εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν ἀνησυχία διὰ τὰς οἰκονομικὰς συνεπείας τοῦ μέτρου, προβαίνω εἰς μίαν πρότασιν. Ἀναγράφει ἡ ἰδική μου πρότασις νόμου, ὅτι ἐνδεχόμενον ἔλλειμμα θὰ καλύπτεται ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν. Προτείνω τὴν διαγραφὴν αὐτῆς καὶ τὴν προσθήκην τῆς ἀκολούθου διατάξεως: (Ἐὰν ὑπάρχουν περισσεύματα—ὅπως εἶμαι βέβαιος—ὁ ὀργανισμὸς νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν σύνταξιν καὶ εἰς τὰς γυναῖκας. Ἐὰν ὑπάρχουν ἐλλείμματα νὰ μειώνεται ἀναλόγως εἰς τρόπον ὥστε ὁ ὀργανισμὸς αὐτός, εἰς τὸ πρῶτον αὐτοῦ δοκιμαστικὸν στάδιον, νὰ μὴ ἐκθέσῃ εἰς κανένα ἀπολύτως κίνδυνον τὰ δημόσια οἰκονομικά. Ἐὰν ἐγὼ διεχειριζόμην τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, θὰ ἐφήρμοζον τὴν πρότασίν μου, ὡς ἔχει, διότι εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος διὰ τὴν θεμελίωσίν της. Διότι ὅμως συναντῶ δυσπιστίαν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ψηφισθῇ προβαίνω εἰς αὐτὴν τὴν παραχώρησιν πρὸς τὴν δυσπιστίαν. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τῆς ἀπογραφῆς. Ἠρώτησα ἐπανειλημμένως: Αὐτὴ ἡ δοκιμαστικὴ ἀπογραφὴ τῆς 3ης Ἀπριλίου, τώρα ἀπεφασίσθη, ἢ εἶχεν ἀποφασισθῆ ἔκτοτε; Καὶ μοῦ ἀπήντησαν: Τώρα ἀπεφασίσθη. Ἀπηύθυνα προχθὲς εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν Γεωργίας τὸ ἐρώτημα: «Ἡ ἀπογραφὴ τῆς 3ης Ἀπριλίου ἀπεφασίσθη μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἢ προϋπῆρχεν ἡ ἀπόφασις ὡς προπαρασκευὴ διὰ τὴν γενικὴν ἀπογραφὴν τοῦ προσεχοῦς ἔτους; Ἀδαμόπουλος: Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κ. Παπανδρέου: Κύριε Ὑπουργέ, μοῦ δίδετε βεβιασμένως μίαν ἀπάντησιν. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας. Ἀδαμόπουλος: Δὲν εἶναι καθόλου βεβιασμένη. Ἡ δοκιμαστικὴ ἀπογραφὴ δὲν εἶναι προπαρασκευαστική. Παπανδρέου: Ἔχει σκοπὸν νὰ προπαρασκευάσῃ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ νὰ διαπιστώσῃ τὰς ἀντιδράσεις τοῦ κοινοῦ. Ἀδαμόπουλος: Ὄχι. Παπανδρέου: Κύριε Ὑπουργέ, θὰ σᾶς φέρω μεθαύριον ἀποδείξεις περὶ αὐτοῦ». Ὀφείλω λοιπόν, νὰ προσκομίσω ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὰς ἀποδείξεις. Ἰδοὺ αἱ ἀποδείξεις. Τὸν Νοέμβριον 1958 ἐπρότεινε ἡ Γενικὴ Δ)νσις Στατιστικῆς καὶ ἀπεδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπογραφῆς Πληθυσμοῦ, πρόγραμμα δοκιμαστικῆς ἀπογραφῆς, τώρα, διὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1960: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἐξετυπώθησαν, ἐπίσης σήμερον εἰς τὸ τυπογραφεῖον, αἱ ἀκόλουθοι ὁδηγίαι: «Ὁδηγίαι πρὸς τὰς Δημοτικὰς καὶ Κοινοτικὰς Ἐπιτροπάς. Γενικὴ Δ)νσις Στατιστικῆς: Κατὰ Μάρτιον 1961 θὰ διενεργηθῇ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Στατιστικὴν Ὑπηρεσίαν, γενικὴ ἀπογραφὴ πληθυσμοῦ, οἰκοδομῶν, γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας. Διὰ νὰ ἑτοιμασθῇ σωστότερα ἡ ἀπογραφὴ αὐτή, θὰ γίνῃ μία δοκιμαστικὴ ἀπογραφὴ εἰς τὰς 3 Ἀπριλίου 1960, εἰς μερικοὺς τυχαίως διαλεγμένους Δήμους καὶ Κοινότητας. Ἀπὸ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς δοκιμαστικῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς θὰ ἐξαρτηθῇ κατὰ μέγα μέρος καὶ ἡ ἐπιτυχία τῆς γενικῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961». Ἰδοὺ τὰ κείμενα. Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ δοκιμαστικὴ αὐτὴ ἀπογραφὴ τῆς 3 Ἀπριλίου ἔχει προαποφασισθῆ ἀπὸ τοῦ 1958. Ἐὰν ἐπιμένω εἰς αὐτό, εἶναι διότι ὁδηγεῖ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς δώσῃ στοιχεῖα πληρέστερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σήμερον διαθέτομεν. Οἱ ξένοι ἐμπειρογνώμονες ὑποστηρίζουν, ὅτι ἐπὶ τῶν περιουσιακῶν στοιχείων δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξουν ἀξιόπιστα στατιστικὰ στοιχεῖα. Ἀλλὰ ἡμεῖς, οἱ ἐγχώριοι ἐμπειρογνώμονες, γνωρίζομεν, περισσότερον, ὅτι ἀφ’ ἧς ἀνηγγέλθη, ὅτι ἐκ τῆς ἀπογραφῆς θὰ συναχθοῦν στοιχεῖα ἡλικίας καὶ περιουσιακῆς καταστάσεως, διὰ τὴν παροχὴν συντάξεως, εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι τὰ στοιχεῖα ποὺ παρέχονται ἀπὸ δηλώσεις τῶν ἀπογραφομένων θὰ εἶναι κατὰ μέγα μέρος ἀναξιόπιστα. Εὑρισκόμεθα ἑπομένως, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰ ὑπάρχοντα στοιχεῖα ἀπογραφῆς μὲ τὴν μαθηματικὴν προβολήν των. Ἕνα ἐκ τῶν δύο πρέπει νὰ πράξωμεν: Ἢ νὰ δεχθῶμεν τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνητικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία προτείνει ἀπογραφὴν τὸ 1961, μὲ ἀνακοίνωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τὸ 1962, παραπέμπει ἑπομένως τὸ θέμα εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν, ἢ νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδικῆς μου προτάσεως νόμου. Ἀπευθύνω ἔκκλησιν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν λῆψιν αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως. Θὰ εἶναι τίτλος τιμῆς, ὅτι ἐθεμελιώσαμεν αὐτὸν τὸν θεσμόν. Θὰ ἔχωμεν τὴν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν, ὅτι προσεφέραμε μία μεγάλην ὑπηρεσίαν, ὄχι μόνον εἰς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι προσεφέραμε μία μεγάλην, μίαν ἱστορικὴν ὑπηρεσίαν πρὸς τὸ Ἔθνος. (Χειροκροτήματα).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§152Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν προτίθεμαι, κ. βουλευταί, νὰ δευτερολογήσω. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, μόνον διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ὡρισμένα τινά, εἰς τὰ ὁποῖα μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ μνημονεύσῃ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Καὶ δὲν θὰ δευτερολογήσω, διότι ἐκ τῆς συνεχείας τῆς συζητήσεως δὲν νομίζω, ὅτι προέκυψε τι τὸ ὁποῖον νὰ μὲ ἀναγκάζῃ, ἢ νὰ μεταβάλω τὰ ὅσα ὑπεστήριξα, ἢ ἔστω, νὰ ἀνασκευάσω. Νομίζω, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ἠνωχλήθη ἀπὸ τὴν ἀγόρευσίν μου, διότι τοῦ ὑπέμνησα ὡρισμένας ἀπόψεις του ἀπὸ τὸ παρελθόν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶχε δίκαιον νὰ ἐνοχληθῇ. Ἂν ἔπρεπε νὰ αἰτιᾶται τινά, θὰ ἔπρεπε νὰ αἰτιᾶται τὸν ἑαυτόν του καὶ τὰ κείμενά του. Εἶπον πράγματι, ὅτι ἡ πρότασις περὶ συντάξεως γήρατος τῶν ἀγροτῶν προεβλήθη τὸ πρῶτον ἀπὸ τὸν κ. Παπανδρέου ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ τὸ ἐπεσήμανα αὐτό, διότι ὁ ἴδιος ὁ κ. Παπανδρέου συνέστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποφύγῃ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς προτάσεως περὶ παροχῆς συντάξεως εἰς τὰς παραμονὰς ἐκλογῶν, διότι θὰ ἦτο καὶ ἄτοπον καὶ ἀνοίκειον. Ἦτο λοιπὸν εὔλογον νὰ ἀπορήσω πῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνιστᾶται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποφύγῃ τὸ εἶχεν ἤδη διαπράξει ὁ ἴδιος. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἶχεν ὑποστηρίξει —ὅπως ἀνέγνωσα κείμενα κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν— τὴν ἐπέκτασιν τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως καὶ εἰς τοὺς ἀγρότας κατὰ ὀρθὸν γνωστὸν τρόπον, ὀρθῶς κατ’ ἐμέ. Δηλαδὴ συμπλήρωσιν καὶ ὁλοκλήρωσιν τῆς ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως, ἐπέκτασιν εἰς τὴν ἀσφάλειαν ἀτυχημάτων καὶ τέλος, καθιέρωσιν καὶ συντάξεως γήρατος. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ἐδικαιολόγησε τὴν αἰφνιδίαν αὐτὴν μεταβολὴν ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι διεπίστωσεν ἀπὸ τὰς ἐπαφάς του ποὺ εἶχε μὲ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον τὴν πικρίαν αὐτοῦ καὶ ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῆς χειρονομίας του αὐτῆς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσφέρῃ ἀνεκτιμήτους πρὸς τὸ Ἔθνος ὑπηρεσίας. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ἐξακολουθῶ ἀκόμη νὰ ἀπορῶ. Τὸ πρόγραμμα τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐνεφανίσθη —ὡς ἐνθυμεῖσθε— πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὡς ἀπαύγασμα μακρᾶς καὶ προσεκτικῆς σκέψεως καὶ ἐπιμελοῦς ἐπεξεργασίας. Πῶς λοιπὸν αὐτὸ τὸ πρόγραμμα μετεβλήθη ἐντὸς 10 ἡμερῶν, εἰς ἕνα βασικώτατον κεφάλαιον. Διότι ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου ἐδημοσιεύοντο κεφάλαια καὶ τμήματα τοῦ προγράμματος αὐτοῦ καὶ εἰς τὰς 10 ἡμέρας ποὺ ἐπηκολούθησαν, ὁ συναρχηγὸς τότε τῶν Φιλελευθέρων διεπίστωσεν, ὅτι ὅλος ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι τοῦ Κόμματος ὡς πρὸς τοῦτο εἰς τὸ πρόγραμμά του ἦτο τοὐλάχιστον πρόχειρος. Ἔχω καὶ ἄλλην ἀπορίαν. Ὁ συναρχηγός, τότε, τῶν Φιλελευθέρων, τὰς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδιδεν εἰς τὸν λαόν, τὰς ἐστήριζεν ἀπὸ ἀπόψεως ἐξευρέσεως πόρων εἰς 2 κυρίως βάσεις. Ἡ πρώτη ἦτο τὰ ὑπερέσοδα καὶ ἡ ἄλλη ἦτο ἡ μείωσις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Ὑπενθυμίζων αὐτὰ δὲν ἀποβλέπω νὰ θίξω τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Ἂν τοῦτο ἐπεδίωκον θὰ τοῦ ἀνέφερον ὅλας τὰς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδιδε τότε, ἀλλ’ ἀντιθέτως περιωρίσθην νὰ μνημονεύσω μόνον ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς συντάξεις γήρατος καὶ δὲν ἐμνήσθην τὴν ὑπόσχεσιν ἱδρύσεως Πανεπιστημιουπόλεων, τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν, τὴν καθιέρωσιν τιμαριθμικῶν μισθῶν εἰς τοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς ἐργαζομένους, τὴν ταυτόχρονον μελέτην ὅλων τῶν παραγωγικῶν ἔργων καὶ τὰ τοιαῦτα, θεμελιῶν ἅπαντα ταῦτα εἰς τὰ ὑπερέσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν μείωσιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Ἐκεῖ παρέπεμπε καὶ τὰς συντάξεις τῶν γερόντων ἀγροτῶν. Καὶ εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἠναγκάσθη σήμερον ν’ ἀναζητήσῃ ἄλλους πόρους διότι δὲν ὑπάρχουν νῦν ὑπερέσοδα. Τοῦ ὑπεμνήσθη τότε τὸ θέμα τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ὅσα εἶπα εἰς τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου ἢ δὲν τὰ ἐπρόσεξε ἢ ἠθέλησε νὰ τὰ παρακάμψῃ, ἀλλὰ δὲν παρακάμπτονται εὐκόλως.
§153Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀπήντησα.
§154Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Καὶ ἠρωτήθη ἐκεῖνος ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ —ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων— διὰ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας καὶ ἀπήντησεν: «μόνον ἀφελεῖς θὰ ἦτο δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀντιμετωπίσουν μείωσιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν». Ἰδοὺ ὅμως ἡ ἀπορία. Πῶς κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ ψυχροῦ πολέμου δὲν εἶναι κανεὶς ἀφελὴς νὰ συνιστᾷ περιορισμὸν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν καὶ εἶναι ἀφελὴς ὅταν τὸ πράττῃ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ὑφέσεως. Ὑπάρχει προφανῶς ἀντίφασις καὶ ἀντινομία εἰς τὰς σκέψεις αὐτάς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Τὸ θέμα τῆς μειώσεως τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν περιελήφθη πάντοτε εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου τὸ ὑπεστήριξεν ὡς Κυβέρνησις καὶ κατόπιν ὡς ἀντιπολίτευσις. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι κατὰ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἦτο Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ στρατάρχης Παπάγος τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων τὸν κ. Βενιζέλον τὸ 1953. Ἦτο ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητεῖτο ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ οἰκονομιῶν διὰ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τότε ἀντέδρασεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ἐναντίον τῆς προτάσεως ταύτης μὲ παλμὸν καὶ εἶπεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ ἀπορίας ἄξιον πῶς διετυπώθη τοιαύτη πρότασις κατὰ τὸ 1953. Μετὰ ταῦτα ὅμως προσεχώρησεν εἰς τὴν ἰδέαν καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς τὸ διεκήρυξε καὶ τώρα ὑπανεχώρησε, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν πρώτην του ἰδέαν. Ὅταν ἦτο ἔξω τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ὑπεστήριζε τὴν μὴ μείωσιν, ὅταν ἦτο μέσα ὑπεστήριζε τὴν μείωσιν, καὶ τώρα ποὺ εἶναι ἔξω εἶναι πάλιν ἐναντίον τῆς μειώσεως. Δηλαδὴ ὑπανεχώρησεν ἤδη καὶ ὑποστηρίζει ἄλλα.
§155Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πολὺ εὐφυές.
§156Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εὐχαριστῶ. Μοῦ εἴπατε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σας καὶ εἰς ἄτοπον ὥραν πολλά, δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς ἀνταποδώσω ὀλίγα τινά. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ θέμα ἔχει τοιουτοτρόπως. Τὸ 1953 ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ὑπεστήριζε τὴν μὴ μείωσιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Τὸ 1958 ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ὑπεστήριζε τὴν μείωσιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν καὶ τὸ 1960 ὑπανεχώρησεν. Πότε λοιπὸν καὶ ποῦ ὑπάρχει ἡ ἀφέλεια;
§157Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἤθελα νὰ συμπληρώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου ὅταν ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τὸν τότε ἀρχιστράτηγον Παπάγον εἶχεν ἀποφασίσει μείωσιν στρατιωτικῶν δαπανῶν, τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ περιέλθῃ εἰς κατάστασιν τῆς δυνάμεως τῆς εἰρήνης καὶ ἦτο σύμφωνος ὁ ἀρχιστράτηγος ὁ ὁποῖος κατόπιν ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετέβαλε γνώμην, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι θέμα συζητήσεως, ἁπλῶς ἤθελα νὰ δηλώσω, ὅτι τὸ θέμα τῆς μειώσεως δὲν ἦτο θέμα μόνον τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ τὸ ὑπεστήριζε καὶ ὁ ἀρχιστράτηγος τότε.
§158Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐγὼ ἤθελα νὰ διαπιστώσω τὴν παλινῳδίαν καὶ νὰ τονίσω, ὅτι δὲν νοεῖται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ 1960 ὁμιλοῦν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μειώσεως τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, νὰ θεωροῦνται ἀφελεῖς, ἐνῷ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζαν τοῦτο τὸ 1958 εἰς κρίσιμον ἐποχήν, τὸ ἀρνοῦνται δὲ νῦν εἰς περίοδον ὑφέσεως, νὰ μὴ εἶναι πράγματι οἱ ἀφελεῖς. Εἶναι φυσικὰ ἄλλο ζήτημα, ὅτι ἡ μείωσις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, μέλλουσα νὰ ἀφήσῃ οἰκονομικὰ περιθώρια, δὲν ἀντιμετωπίζεται μὲ οἰκονομικὰ μόνον κριτήρια, ἀλλὰ καὶ πολιτικὰ καὶ συνεπῶς δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀξιώσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν αὕτη ἔχῃ ἄλλας ἀπόψεις ἐπὶ τῶν θεμάτων ἀσφαλείας. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν εἶπεν ἀκόμη, ὅτι τὴν προεκλογικήν του ὑπόσχεσιν τὴν ἔφερε ὡς πρότασιν νόμου ὡς συνέπειαν Κοινοβουλευτικῆς καὶ Δημοκρατικῆς τάξεως καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορῶ διὰ τοῦτο. Ἡ ἀπορία ἔγκειται εἰς τοῦτο. Τὸ Κόμμα παρουσιάζει τὸ πρόγραμμά του καὶ τὸ ὑποστηρίζει εἰς τὸν λαὸν, διὰ νὰ τύχῃ τῆς ψήφου του. Ἂν τοῦτο συμβῇ τότε τὸ Κόμμα, ὡς ἐξουσία πλέον ἐφαρμόζει τὴν πολιτικὴν τῶν περιεχομένων εἰς τὸ πρόγραμμά του. Ἡ ἀπόσπασις μέρους τοῦ προγράμματος καὶ ἡ ἐπιμονὴ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέρους ἐνῷ αὐτὸ τὸ μέρος ἀφορᾷ σύνθετον θέμα καὶ συνεπῶς ἅπτεται ὁλοκλήρου τῆς Πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ κατ’ ἐπίμονον τρόπον συνεχὴς προβολή του δύναται νὰ εἶναι δικαίωμα, δίδει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἄλλοι σκοποὶ ἐπιδιώκονται. Σκοποὶ γενικωτέρων ἐντυπώσεων. Ἐπικαλοῦμαι τὸ συμβαῖνον εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὰς παραμονὰς τῶν Ἀγγλικῶν ἐκλογῶν τὸ ἐργατικὸν Κόμμα ἐνθέρμως ὑπεστήριξεν αὔξησιν τῶν συντάξεων καὶ ἄλλας τινὰς παροχάς. Διὰ πρώτην, νομίζω, φορὰν παρεσύρθη εἰς τὴν τακτικὴν τῶν προεκλογικῶν ὑποσχέσεων. Καινοτομία ἡ ὁποία τόσον τὸ ἐζημίωσεν, διότι ὁ λαὸς δὲν παραπλανᾶται πλέον εὐκόλως ἀπὸ προεκλογικὰς ὑποσχέσεις. Ἔκαμε λοιπὸν μάχην τὸ ἐργατικὸν Κόμμα καὶ τὴν ἔχασε τὴν μάχην. Ἐμάθατε, ὅτι ὁ Γκεΐτσκελ ἢ ὅτι οἱοσδήποτε ἄλλος ἐκ τῶν στελεχῶν τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος ὑπέβαλε τὴν προεκλογικὴν ὑπόσχεσιν ὡς πρότασιν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν ἢ, ὅτι ἐπέμεινε ἤδη νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ πολιτική του αὐτὴ τῶν συντάξεων; Τὸ καθῆκον του ἔκαμε, δὲν συνεχίζει. Ποῦ εἶναι τὸ ἄτοπον, ποῦ εἶναι τὸ παράδοξον; Καὶ διότι εἶναι καθῆκον τοῦ πολιτικοῦ Ἀρχηγοῦ ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε κἄτι προεκλογικῶς νὰ ἐπιμένῃ συνεχῶς νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ μέτρον του. Πῶς λοιπὸν εὐσταθεῖ ἡ θεωρία περὶ γελοιοποιήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει ἀφάνταστον περιθώριον δράσεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον πρωτίστως κύριον ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ ἔλεγχος ἢ, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν κάμωμεν καὶ οἱανδήποτε ἔννοιαν ἂν δώσωμεν εἰς τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις, τὸ κύριον καθῆκον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ εἶναι ὁ ἔλεγχος. Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει δικαίωμα προτάσεως νόμων, θὰ ἦτο αὐτόχρημα ἀστεῖον τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ παρέχει τὸ Σύνταγμα. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος, ὅτι ἡ προώθησις τῶν ἀπόψεων μιᾶς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς ἓν συγκεκριμένον μέτρον μέχρι ποίου σημείου ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ. Ἐὰν ἕν Κόμμα εἶναι Σοσιαλιστικὸν καὶ ἔχῃ ὡρισμένας ἀρχὰς Σοσιαλιστικὰς καὶ μάχεται διὰ τὴν προώθησίν του, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ, ὅτι ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας θὰ προσπαθῇ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀπόψεις του εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἄλλα φρονοῦσαν. Θὰ ἀναπτύσσῃ τὰς ἀπόψεις του, θὰ ἀναπτύσσῃ τὴν γραμμήν του, ὅπως ἔπραξα καὶ ἐγὼ καὶ μὲ τὸ σχέδιόν μου περὶ ἀπυραύλου ζώνης τῶν Βαλκανίων καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον νὰ ἔλθω διότι κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων διέπραξα τὴν κλασσικὴν παράβασιν ὡς πρῶτος ἥρως, ἀναμιχθεὶς εἰς κατ’ ἐξοχὴν θέματα γενικῆς πολιτικῆς. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ πρῶτον θέμα μὲ τὸ προκείμενον. Εἶμαι εὐτυχὴς διότι εἶχον τὰς γνωστὰς συνομιλίας μὲ τὸν κ. Χρουστσώφ καὶ τὸν κ. Μικογιὰν εἰς τὴν Ρωσίαν τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον καί, νομίζω, ὅτι τὸ ταξείδιόν μου ἐκεῖνο ὄχι μόνον οὐδόλως ἔβλαψε, ἀλλ’ ἀντιθέτως ὠφέλησε καὶ δύναται πάντοτε νὰ ὠφελήσῃ. Δικαίωμά μου νὰ ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην καὶ δικαίωμα οἱουδήποτε ἐξ ὑμῶν νὰ διαφωνῇ. Γεγονὸς ὅμως εἶναι, ὅτι οὐδεμίαν κατέβαλον προσπάθειαν διὰ νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου αὐτήν, τοὐναντίον ἐκατηγορήθην, ὅτι οὔτε κἂν ἔφερον τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλήν. Ἁπλῶς ὅταν ἐπέστρεψα μετεχειρίσθην ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ διαφωτίσω καὶ νὰ ἀποκαλύψω εἰς τοὺς πάντας, ὅτι ἀκριβῶς διημείφθη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Ρωσίας. Τὸν μὲν ἤθελα νὰ διαφωτίσω. Ὑπεστήριξα ἀκόμη τὸ ζήτημα τῆς ἀπυραύλου ζώνης. Εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην κατὰ τὴν γενικὴν πολιτικὴν συζήτησιν διεξήχθη διάλογος μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν προσεπάθησα νὰ ἐπιβάλω τὰς ἀπόψεις μου. Ἁπλῶς ἐξέθεσα τὰς ἰδέας μου. Συγκαταλέγομαι εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὴν ὕφεσιν. Εἰς ἐκείνους ἀκόμη οἱ ὁποῖοι πιστεύουν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἀναλάβῃ ὡρισμένας πρωτοβουλίας. Κι’ ἅπαντα ταῦτα τὰ ἐξήγησα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀντικειμενικότητά μου, ἀδιάφορον ἐὰν διαφωνῇ. Κατῆλθον τότε τοῦ βήματος χωρὶς νὰ εἶμαι οὔτε στενοχωρημένος οὔτε ἐνθουσιασμένος, ἔκαμα τὸ καθῆκον μου. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἱκανοποίησίς μου. Εἶπον ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω καὶ θὰ συνεχίσω νὰ τὰ λέγω. Δὲν ὑπέβαλον προτάσεις οὔτε ἔθεσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, οὔτε ἄλλην τινὰ ἐνέργειαν ἀντικοινοβουλευτικὴν ἔκαμα ἡ ὁποία νὰ φαίνεται, ὅτι πιέζει τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν Α ἢ τὴν Β γραμμήν. Ἀλλοίμονον νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν εἰς ἕνα Ἀρχηγὸν Κόμματος νὰ μὴ ἔχῃ ἀπόψεις ἐπὶ γενικῶν ζητημάτων, ὅπως ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς ὑφέσεως. Ἄλλωστε, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐδῶ εἰς τὸ κάτω–κάτω τῆς γραφῆς δὲν ἤμην μόνος. Θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον νὰ εἴπῃ κανεὶς περὶ τολμηρῶν πρωτοβουλιῶν τὰς ὁποίας ἀνέλαβον, ἀλλὰ ἐπὶ τέλους εἰς τὴν πρωτοβουλίαν αὐτὴν ἤμην καλὰ συντροφιασμένος. Αὐτὸ τοὐλάχιστον αἰσθάνομαι ἐγώ. Ἄν οἱ ἄλλοι κατηγορήθησαν ὡς ὁ Στήβενσον, ὁ Λίπμαν, ὁ Χάρριμαν, ὁ Γκέϊτσκελ ἢ ὁ Μπέβαν, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ἀνέλαβον πρωτοβουλίας, αἱ ὁποῖαι ζημιώνουν τὴν πατρίδα των, ἂς περιλάβουν καὶ ἐμὲ εἰς τὴν κατηγορίαν ὅλων αὐτῶν. Δὲν στενοχωροῦμαι. Τοὐναντίον εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐπετέλεσα τὸ καθῆκον μου. Χωρὶς φυσικὰ μὲ αὐτὸ νὰ σημαίνῃ, ὅτι ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ἄποψίν μου ἡ Κυβέρνησις. Τὰ ἄλλα θέματα ποὺ ἔθιξεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων δὲν ἀφοροῦν ἐμένα. Ἀφοροῦν περισσότερον τὴν Κυβέρνησιν καὶ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ κάμῃ τὰ κατ’ αὐτήν. Τερματίζων, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι γενικὴ ἡ διαπίστωσις, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν εὐημερίαν τῶν ἀγροτῶν καὶ εἶναι γενικὴ ἡ συμφωνία, ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις καὶ εἰς τοὺς ἀγρότας. Ἡ διαφωνία μας εἶναι, ὅτι ἄλλοι θέλουν ἐπιδόματα καὶ ἄλλοι θέλουν ἀσφάλισιν. Ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὴν ἀσφάλισιν, εἰς τὴν πλήρη ἀσφάλισιν, ἡ ὁποία θὰ συμπεριλάβῃ τοὺς πάντας καὶ φυσικὰ καὶ τὰς γυναῖκας. Ἐπιμένω ὅμως, ὅτι τὸ θέμα τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ χρόνου εἶναι πάντοτε καὶ κατ’ οὐσίαν Κυβερνητικόν. Καὶ διεπίστωσα μετ’ ἰδιαιτέρας ἱκανοποιήσεως, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἀπήντησε μετὰ τὴν ἰδικήν μου ἀγόρευσιν, ἐτόνισεν, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τοῦ χρόνου αὐτοῦ δὲν θὰ γίνῃ διὰ τῆς ἀπομονώσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἀσφαλίσεως γήρατος τῶν ἀγροτῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐντάξεώς του εἰς τὸν κύκλον ὅλων τῶν προβλημάτων τῆς οἰκονομίας μας. Τοῦτο εἶναι βαρυσήμαντον. Δὲν ἀποτελεῖ βαρύ σφάλμα ἡ ἐπιδίωξις τῆς ἀπομονώσεως αὐτοῦ τοῦ θέματος, ἀπὸ τὴν ὅλην ἐθνικήν μας οἰκονομίαν. Αὐτὰ εἶχα νὰ σᾶς εἴπω, κ. συνάδελφοι, καὶ πιστεύσατέ με, ὅτι δὲν εἶχα πρόθεσιν οὐδένα προσωπικῶς νὰ θίξω. Ὁσάκις εὑρίσκωμαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ θίξω τινά, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἄλλοι ἤρχισαν χειρῶν ἀδίκων. Ἀλλὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ τονίσω, ὅτι ὅταν γίνεται μία τοιαύτης ἐκτάσεως καὶ σημασίας πρότασις, πρέπει ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὴν προτείνουν, νὰ εἶναι συνεπεῖς καὶ ὄχι σήμερον νὰ λέγουν τοῦτο καὶ αὔριον νὰ λέγουν ἄλλο. Αὐτὸ τὸ ἀπαράδεκτον καταγγέλλω. (Χειροκροτήματα).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔχει τὸν λόγον.
§160Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Κύριοι βουλευταί, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω μερικὰ πράγματα τὰ ὁποῖα εἶπον εἰς τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσιν. Εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν προχωρεῖ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σημερινῶν δεδομένων, διότι τὰ δεδομένα αὐτὰ τὰ προκύπτοντα ἀπὸ τὴν μαθηματικὴν προβολὴν τῶν στοιχείων τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1951 δὲν θεωροῦνται ἀσφαλῆ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀναμένομεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς δειγματοληπτικῆς στατιστικῆς ἐρεύνης ἡ ὁποία θὰ διενεργηθῇ τὴν 3ην Ἀπριλίου ἐνεστῶτος ἔτους. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν συστηματικῶς βάλλει ἐναντίον μου ὡσὰν νὰ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀνατρέπει τὴν πρότασίν του ἢ τὰ σχέδιά του. Δὲν πταίω ἐγώ, κ. συνάδελφοι, διότι τὰ πράγματα ἀνατρέπουν τὴν πρότασιν καὶ τὰ σχέδιά του καὶ ἀποδεικνύουν αὐτὰ ἀθεμελίωτα. Ἰσχυρίσθη μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀπόψε, ὅτι ἐγὼ κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν προχθεσινὴν περιέπεσα εἰς σφάλμα εἰπών, ὅτι ἡ ἔρευνα περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα προηγουμένως, δὲν εἶναι τὸ ἴδιον μὲ τὴν δοκιμαστικὴν ἀπογραφήν. Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἠμποροῦμε νὰ συνεννοούμεθα εἰς τοὺς ὅρους, διότι ἄλλο ἡ δοκιμαστικὴ ἀπογραφὴ ἡ ὁποία γίνεται ὡς προπαρασκευὴ τῆς ὁριστικῆς ἀπογραφῆς καὶ ἄλλο ἡ δειγματοληπτικὴ στατιστικὴ ἔρευνα. Ἡ μὲν δοκιμαστικὴ ἀπογραφὴ γίνεται ὄντως δι’ ἐκπαιδευτικοὺς σκοποὺς καὶ διὰ νὰ δοκιμασθῇ ἡ ἀντίδρασις τοῦ κοινοῦ, ἐνῷ ἡ δειγματοληπτικὴ στατιστικὴ ἔρευνα σκοπὸν ἔχει, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δειγματοληψίας, νὰ προσαρμόσῃ τὰ στοιχεῖα, προηγουμένης τῆς ἀπογραφῆς, πρὸς τὰ σημερινὰ δεδομένα, ὅπως δὲ εἶπον καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου, ἡ μέθοδος αὕτη δίδει ἀποτελέσματα ἀκριβείας, ἐπὶ τῆς καταστάσεως κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐρεύνης. Ἡ Κυβέρνησις ἐπειδή, ἐπαναλαμβάνω, ἐκρίθη ἀπὸ τοὺς εἰδικούς, ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐξάγονται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μαθηματικῆς προβολῆς τῶν στοιχείων τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1951, δὲν εἶναι ἀσφαλῆ δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις διέταξε τὴν δειγματοληπτικὴν στατιστικὴν ἔρευναν. Δὲν ὑπάρχει συνεπῶς, καμμία ἀντίφασις καὶ παραποίησις τῶν πραγμάτων ἐκ μέρους μου, ὅπως ἠθέλησε νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ ὑπάρχει παρανόησις εἰς τοὺς ὅρους. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς αὐτὸ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, διότι μὲ παρουσίασεν ὡς ἀντιφάσκοντα. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ἰσχυρίσθη, ὅτι ἄλλα εἶπον προκειμένου νὰ προσδιορίσω τὸ ποσοστὸν τῶν εὐπόρων καὶ ἄλλα εἶπον προκειμένου νὰ προσδιορίσω τὸ ποσοστὸν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀγροτῶν τῶν ἐχουσῶν ηὐξημένον εἰσόδημα. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τὰ ὁποῖα, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων νὰ εἴπω, ὅτι τὰ παρεποίησεν ἐπίτηδες, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐγὼ δὲν προσδιώρισα τὸν ἀριθμὸν τῶν εὐπόρων αὐτὸν καθ’ ἑαυτόν, ἀλλὰ ἀποτεινόμενος εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων τοῦ εἶπον, ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται τὰ ὁποῖα εἶναι στοιχεῖα τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας καὶ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης συνταχθέντα εἰς τὸ 1953 δὲν δίδουν τὸ ποσοστὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη, ὅτι εἶναι ποσοστὸν εὐπόρων. Δὲν δίδουν δηλαδὴ τὸ ποσοστὸν τοῦ 20% τῶν ἐχόντων εἰσόδημα ἄνω τῶν 18.000 ἀλλὰ δίδουν ὀλιγώτερον ποσοστόν. Ἠθέλησα νὰ ἀποδείξω καὶ ἀπέδειξα, ὅτι καὶ τὸ στοιχεῖον αὐτὸ δὲν ἦτο θεμελιωμένον, δὲν ἦτο ἐξακριβωμένον ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Παπανδρέου. Μὲ κατηγόρησεν ὅμως, ὅτι προκειμένου νὰ ἀποδείξω τὸ εἰσόδημα τοῦ ἀγρότου ἐπεκαλέσθην ἄλλα στοιχεῖα. Μάλιστα, κύριοι. Διὰ μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν ὡμίλησα περὶ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, στοιχεῖα συνταχθέντα τὸ 1953. Προκειμένου ὅμως διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς προσπαθοῦντας νὰ ἐμπνεύσουν τὴν ἀπαισιοδοξίαν καὶ τὴν ἀπογοήτευσιν, εἰς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, ἐπεκαλέσθην τὰ στοιχεῖα τοῦ 1958 ἢ μᾶλλον τὰ στοιχεῖα τοῦ 1952 μὲ ἀναπροσαρμογὴν τοῦ 1958. Ἀλλὰ τὸ σπουδαῖον εἶναι, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ προσπάθεια τῆς παραποιήσεως τῶν πραγμάτων εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐπεκτείνεται καὶ εἰς ἄλλα ἐν οἷς τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθην διὰ νὰ καθορίσω τὸ εἰσόδημα τοῦ 1958 ἀναφέροντα καὶ μέσον ὅρον ἐτησίου εἰσοδήματος. Καὶ περὶ μέσου ὅρου ὡμίλησα: «...... (ἀναγινώσκει)......». Ἐν τούτοις ὁ κ. Παπανδρέου δὲν ἀνεκοίνωσε τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δηλαδὴ ὡμίλησα περὶ μέσου ὅρου. Ἀλλά, κύριοι, προκειμένου νὰ ἐξαιρέσωμεν τοὺς εὐπόρους, ἀπὸ τὴν συνταξιοδότησιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν τὸ μέσον ἐτήσιον εἰσόδημα, θὰ λάβωμεν τὸ καθωρισμένον ὅριον, τοῦτο δὲ πράττει καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπανδρέου. Συνεπῶς, τὸ ἐπικαλεσθὲν παρ’ αὐτοῦ στοιχεῖον διὰ νὰ μὲ παραστήσῃ ὡς ἀντιφάσκοντα, νομίζω, ὅτι δὲν εὐσταθεῖ καθόλου καὶ ἔγινε μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν διὰ νὰ δημιουργηθοῦν αἱ ἐντυπώσεις τὰς ὁποίας ἤθελεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, παρουσιάζομαι ἐγὼ ὡς ἀντιφάσκων ἐνῷ ἡ ἀντίφασις εἶναι εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Αἱ ἀντιφάσεις του προκύπτουν ἀπὸ σειρὰν κειμένων. Χαρακτηριστικῶς ἀναφέρω, ὅτι τὴν 11ην Ἰουνίου τοῦ 1958 ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων εἶπεν: Ὁ ἄνεργος ἀγροτικὸς κόσμος ἡλικίας ἄνω τῶν 65 ἐτῶν ἀνέρχεται εἰς 100.000. Τώρα δὲ προκειμένου νὰ καθορίσῃ τὴν πρότασίν του ἀφήνει τὸν ἀριθμὸν τῶν 100.000 καὶ τὸν ὑπολογίζει εἰς 130.000. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀφίσταται πολὺ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 130.000, κάμει παραλόγους σκέψεις. Εἶπον προηγουμένως, ἀφοῦ ἀφαιρεῖ αὐθαιρέτως ἀριθμόν τινα ὡς εὐπόρους, ἐνῷ δὲν εἶναι ἐξακριβωμένος ὁ ἀριθμὸς οὗτος καὶ οὔτε εἶναι σταθερὸν τὸ κριτήριον τὸ ὁποῖον λαμβάνει τῶν 18.000 ἐτησίως καὶ ἐν συνεχείᾳ περιλαμβάνει συμβολικῶς ἕνα ἀριθμὸν γυναικῶν. Ἐὰν εἶναι νοητόν, κ. συνάδελφοι, προκειμένου περὶ συνταξιοδοτήσεως στηριζομένης ἐπὶ μαθηματικῶν καὶ ἀναλογιστικῶν δεδομένων, νὰ λέγεται, ὅτι λαμβάνομεν συμβολικῶς ἕνα ἀριθμόν. Καὶ τέλος, ἂς ἔλθω πάλιν εἰς τὸ περιώνυμον 5% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰδῶν πολυτελείας. Τί ἀποκαλύπτεται, κ. συνάδελφοι, ὅτι οὔτε εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρει, ὅτι τὸ 5% αὐτὸ προτείνεται νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῶν ἀναγραφομένων ὑπὸ τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ τὸ εἶπε μεταγενεστέρως ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Ὅταν ἐγὼ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν παρετήρησα, ὅτι τὰ εἴδη πολυτελείας τὰ χαρακτηριζόμενα ἀπὸ τὸν νόμον ὡς τοιαῦτα δὲν ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει ὁ κ. Παπανδρέου, κατέφυγεν ἐκ τῶν ὑστέρων εἰς τὴν στατιστικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ παρουσιάσῃ, ὅτι εἴδη πολυτελείας εἶναι ἐκεῖνα τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὴν στατιστικὴν αὐτήν. Σημειωτέον, κ. συνάδελφοι, ὅπως ἐπανειλημμένως ἐλέχθη καὶ ὅπως ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ εἰδῶν πολυτελείας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ εἰδῶν χαρακτηριζομένων ἀνευθύνως ὑπὸ τῆς Τραπέζης ὡς εἰδῶν μὴ πρώτης ἀνάγκης. Μεταξὺ αὐτῶν ἀναφέρονται καὶ εἴδη τὰ ὁποῖα ἐξ ἀντικειμένου κρινόμενα δὲν εἶναι εἴδη πολυτελείας. Ἀλλὰ εἶναι καὶ τοῦτο, κ. συνάδελφοι, ὅταν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νόμου ἀναγράφεται, ὅτι τὰ εἴδη πολυτελείας θὰ κριθοῦν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ διατάγματος ἐκδιδομένου ὑπ’ αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως τοῦ συνταγματικοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς διατυπώσεως τῆς προτάσεως περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ συνάδελφός μου κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐρωτῶ, ὅταν εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου ἀναγράφεται, ὅτι θὰ φορολογηθοῦν τὰ εἴδη πολυτελείας ἠμπορεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐὰν εἶχε τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ καθορίσῃ τὴν φορολογητέαν ὕλην, ἠμπορεῖ νὰ περιλάβῃ ὡς εἴδη φορολογήσιμα εἴδη τὰ ὁποῖα ἐξ ἀντικειμένου κρινόμενα δὲν εἶναι πολυτελείας; Ἰδοὺ καὶ μία ἄλλη, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ἀσυνέπεια τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι συνάδελφοι, διατὶ νὰ συζητοῦμεν καὶ νὰ ἀντιδικοῦμεν ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σαφής, σαφεστάτη. Ἀναμένει τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ προκύψουν ἐκ τῆς δειγματοληπτικῆς στατιστικῆς ἐρεύνης τῆς 3ης Ἀπριλίου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων αὐτῶν θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν μελέτην καὶ θὰ ἀποφασίσῃ πότε, ὑπὸ ποίους ὅρους καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ θεσμός. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἀπεγνωσμέναι προσπάθειαι τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἀθεμελίωτον σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν. Θέλετε νὰ τοῦ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἔχει δίκαιον, μετὰ τόσου πείσματος καὶ μετὰ τόσης ὀξύτητος ὑποστηρίζων τὴν ἄποψίν του; Τοῦ τὸ ἀναγνωρίζω καὶ δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ παρατηρήσω. (Χειροκροτήματα).
§161Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως, ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔδωσε τὸν προσήκοντα τόνον, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ προσέλαβε σήμερον ὀξύτητά τινα ἡ συζήτησις. Προσωπικῶς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγνωρίσω τὴν εὐμένειαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Παπανδρέου εἶχε τὴν εὐγένειαν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἐμοῦ. Καὶ τοῦ ὀφείλω χάριτας. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὸν τόνον, ὁ ὁποῖος προσεδόθη ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, μὲ ἐπιδίωξιν σταθερὰν τὴν ἀναζήτησιν τῆς ἀληθείας. Δὲν ἀντιδικεῖ ἡ Κυβέρνησις, οὔτε τὰ Κόμματα καὶ οἱ βουλευταί, εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐλέχθη, ὅμως, ἐκ διαφόρων πλευρῶν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ θὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον. Ὅτι, καλὴ εἶναι ἡ ἐκδήλωσις ἐνδιαφέροντος καὶ συμπαθείας πρὸς τοὺς ἀγρότας, ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦν μόνον λόγοι. Χρειάζονται καὶ ἔργα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως, δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δι’ ἔργων ἔχει ἐκδηλώσει τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν στοργήν της πρὸς τοὺς ἀγρότας. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, κατὰ τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν του, ἔδωσε πλήρη ἀνάλυσιν τῶν στοιχείων τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου καὶ ἐξέθεσε τὰς προσπαθείας, αἱ ὁποῖαι καταβάλλονται εἰς τὸν τομέα τῆς γεωργίας καὶ ὑπὲρ τοῦ ἀγρότου καὶ διὰ τὴν προστασίαν τοῦ ἀγροτικοῦ προϊόντος. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω τὸ ἀποτέλεσμα. Ὅτι 1½ δισεκατομμύριον δραχμὰς διαθέτει ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ ἄλλοι πόροι τῆς χώρας εἰς τὸν τομέα τῆς γεωργίας. Καὶ ἀκόμη, ὅτι ὁλόκληρον τὸ πρόγραμμα τῶν ἐπενδύσεων ἐκτελεῖται εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὴν ὕπαιθρον διὰ νὰ ἀποβῇ πρόσθετος εὐκαιρία ἀπασχολήσεως καὶ πηγὴ εἰσοδημάτων διὰ τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν καὶ εἰς τὸ στάδιον ἀκόμη τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Καὶ εἶναι πράγματι, κ. συνάδελφοι, ἀξία τῆς προστασίας ἡ τάξις ἐκείνη καὶ διὰ τὴν ἀποστολὴν τὴν ὁποίαν ἐπιτελεῖ καὶ διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἔχει προσφέρει εἰς τὸ Ἔθνος καὶ διότι ἀποτελεῖ τὴν δεξαμενὴν τῆς ἀνανεώσεως τοῦ αἵματος τῆς φυλῆς μας. Καὶ δι’ αὐτόν, ἄλλως τε, τὸν λόγον, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδίστασε ποτὲ εἰς τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἱκανοποίησιν ὅλων ἐκείνων τῶν ἐπιδιώξεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθοῦν ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ τὰς δυνατότητας, τὰς ὁποίας διαθέτει ἡ οἰκονομία μας. Καὶ γίνονται αὐτά, χωρὶς ἐπαγγελίας προεκλογικάς, διὰ νὰ ἐπιβεβαιωθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων ἡ συνέπεια τῆς πολιτικῆς μας, ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας καὶ τὴν ἔκτασιν ἔχει λάβει ἀφορμὴν ἡ Βουλή, κατ’ ἐπανάληψιν νὰ ἐκτιμήσῃ. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, ἀντιδικία εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ὑπάρχει μόνον διαφορὰ τοποθετήσεως ἔναντι τῶν συνεπειῶν καὶ ἔναντι τῶν προϋποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν θεμελίωσιν αὐτῆς. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. συνάδελφοι, νὰ λέγωμεν, ὅτι οὕτως ἢ ἄλλως, πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ψήφισιν ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὴν ἐπικεφαλίδα τῆς ἐξασφαλίσεως συντάξεως γήρατος εἰς τοὺς ἀγρότας καὶ τοῦ ὁποίου τὸ περιεχόμενον θὰ περιωρισθῇ νὰ δώσῃ σύνταξιν ἢ ἐπιδότησιν εἰς ἀσήμαντον ἀριθμὸν ἀγροτῶν. Διότι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν στοιχείων ἐπιβεβαιοῦται, ὅτι ἡ πρότασις δὲν εἶναι θεμελιωμένη. Ὑπέμνησα, κ. συνάδελφοι, εἰς μίαν διακοπήν, διότι βραδύτερον ὁ κ. Παπανδρέου δὲν μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ διακοπάς, ὅτι ὅπως ἔχει διαδοχικῶς ἐξελιχθῆ ἡ πρότασις, ὅπως ἔχει μεταμορφωθῆ κατὰ τὰ διάφορα στάδια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διῆλθε, δὲν δύναται νὰ παράσχῃ ἔδαφος συζητήσεως καὶ θεμελιώσεως τοῦ θεσμοῦ καὶ νομίζω, ὅτι ἀπὸ ὅσα ἐξετέθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἀπὸ ὅσα ἀνεγράφησαν, ἐπιβεβαιοῦται ἡ ἐκφρασθεῖσα ἀντίληψις. Πρὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958, ἐζητήθη ἀσφάλισις μὲ συμμετοχὴν τοῦ ἀγρότου καὶ μὲ ὅρους καθοριζομένους εἰς τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν διέγραψεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγός, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τὸν Ἰούνιον τοῦ 1958. Μεταρρυθμίζεται ἡ πρότασις τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1959. Γίνεται τότε συζήτησις περὶ συμβολικῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν γυναικῶν. Συζητοῦμεν περὶ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ὑποδεικνύει ἡ πρότασις νόμου. Καὶ εἰς τὸ τέλος, προαγόμεθα εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι ἐὰν οἱ πόροι δὲν ἐπαρκοῦν, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ προβλέπουσα τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἀνοίγματος τοῦ λογαριασμοῦ ἀπὸ τὸν Κρατικὸν προϋπολογισμόν. Καὶ ἐὰν οἱ πόροι τοῦ λογαριασμοῦ ἐπαρκοῦν, νὰ αὐξηθῇ ἡ σύνταξις ἢ νὰ ἐπεκταθῇ εἰς εὐρύτερον κύκλον δικαιουμένων, ἐὰν δὲ ἀντιθέτως, δὲν ἐπαρκοῦν, ἂς μειωθῇ ἡ καταβαλλομένη σύνταξις. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, νὰ εἴπω, ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅπως συμβάλῃ ἡ συμπολίτευσις εἰς τὴν ψήφισιν ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει τόσας ἀδυναμίας καὶ ἀτελείας. Τὸ θέμα ὅμως, κ. βουλευταί, δὲν ἔγκειται εἰς τὸ ἂν οἱ πόροι, τοὺς ὁποίους ὑποδεικνύει διὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεώς του ὁ κύριος Παπανδρέου, ἐξασφαλίζουν τὴν συνταξιοδότησιν ὡρισμένου ἀριθμοῦ προσώπων, διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὁποίου θὰ περιορίσωμεν τὰς κατηγορίας τῶν δικαιουμένων συντάξεως. Ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ἄλλη εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Καὶ πιστεύω, ὅτι συνοψίζεται εἰς τὰς ἀκολούθους βασικὰς σκέψεις: Εἶναι δυνατὸν νὰ θεμελιωθῇ ἡ σύνταξις τοῦ γήρατος τῶν ἀγροτῶν καὶ εἰς ποίας κατηγορίας θὰ ἐκταθῇ; Θὰ μετάσχουν εἰς τὰ βάρη οἱ ἀσφαλιζόμενοι διὰ τῆς καταβολῆς εἰσφορᾶς καὶ εἰς ποίαν ἔκτασιν. Καὶ ποῖοι ἄλλοι πόροι θὰ ὑπηρετήσουν τὸν σκοπόν; Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὸ θέμα εἰς τὰς ἰδικάς του ἀντιλήψεις ἀποκλειστικῶς. Νομίζω ὅμως, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ συζήτησις καὶ νὰ γίνῃ συνεννόησις. Περαιτέρω, ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος ἐτοποθέτησεν ὁ ἴδιος τοὺς ἀντιτιθεμένους εἰς τὴν πρότασιν καὶ τοὺς ἀπέδωσεν ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἐκεῖνοι δὲν ἐξεδήλωσαν, ἀποκρούων εὐχερῶς ἀπόψεις μὴ διατυπωθείσας καὶ μὴ κἂν ἐκδηλωθείσας. Διότι οὐδεὶς ὑπεστήριξεν, ὅτι τὰ 500 ἑκατομμύρια ἐὰν ἐξησφαλίζοντο, δὲν θὰ ἐπήρκουν διὰ τὴν συνταξιοδότησιν ὡρισμένου ἀριθμοῦ, χωρὶς νὰ λυθῇ ὅμως τὸ ζήτημα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη εἶναι, ὅτι οὔτε ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαιούχων ἔχει διευκρινισθῆ, οὔτε ἡ ἔκτασις τῶν δαπανῶν ἔχει ἐκτιμηθῆ, οὔτε, τέλος, οἱ πόροι ἔχουν μελετηθῆ καὶ συζητηθῆ. Καὶ διὰ νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸ πρῶτον κεφάλαιον. Δὲν εἶναι γνωστὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαιούχων. Διεπιστώθη τοῦτο ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ σεβαστοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας. Ἔχει διαπιστωθῆ ἄλλως τε ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ κειμένου τῶν διαφόρων ἐκθέσεων τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐμελέτησαν τὸ θέμα, ὅτι καὶ ἐὰν καταστῇ δυνατὴ κἄποια προσέγγισις εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, ὁπωσδήποτε δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα διὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γυναικῶν. Καὶ ἀπαντᾷ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγός. Διὰ τὰς γυναῖκας δὲν ἐνδιαφέρομαι εἰς τὸ στάδιον αὐτό. Ζητῶ νὰ δοθῇ τώρα σύνταξις εἰς τοὺς ἄνδρας καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαιούχων τὸν ὑπολογίζω μὲ ἐκτιμήσεις. Διὰ τὰς γυναῖκας ἐπὶ τοῦ παρόντος μοῦ ἀρκεῖ ἡ συμβολικὴ συνταξιοδότησις ἑνὸς μικροῦ ἀριθμοῦ. Ἀργότερα συζητοῦμεν πάλιν. Ὅμως, αὐτό, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀποτελεῖ ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος καὶ εἰς τὴν οὐσίαν περιπλέκει τὸ ζήτημα. Διὰ τὴν παροχὴν τῆς συντάξεως ἀπαιτεῖται νόμος καὶ τὸν νόμον θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Καὶ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον παράδοξον νὰ καλῆται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαιούχων, χωρὶς γνῶσιν τῶν συνεπειῶν, χωρὶς δυνατότητα νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ψηφίσῃ. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς, οὔτε νὰ τεθοῦν τὰ ἐρωτήματα ὅπως τίθενται εἰς τοὺς ἐνόρκους. Εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἡ σύνταξις εἰς τὰς κατηγορίας, τὰς περιλαμβανομένας εἰς τὴν πρότασιν νόμου; Ἄλλο εἶναι τὸ ἐρώτημα, ἐντελῶς διάφορον. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα τῆς συντάξεως γήρατος τῶν ἀγροτῶν; Ποῖοι πόροι ἔπρεπε νὰ τὴν ἐξασφαλίσουν καὶ εἰς ποίας κατηγορίας θὰ ἐκταθῇ; Καὶ διὰ τὴν κρίσιν ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα. Δὲν ὑπάρχει ὡλοκληρωμένη μελέτη, διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς. Διὰ νὰ ψηφισθῇ νόμος τοιούτου ἀντικειμένου πρέπει καὶ τῶν ἀνδρῶν ὁ ἀριθμὸς νὰ διευκρινισθῇ. Καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν γυναικῶν τοὐλάχιστον νὰ ἐκτιμηθῇ. Διότι εἶναι μεγάλη ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 200.000 ἐνηλικιωμένων γυναικῶν ἢ τῶν 140.000 χηρῶν καὶ τοῦ προχείρου συμβολικοῦ τῶν 12.000, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος. Ὑπάρχει λοιπόν, ἀπόλυτος ἡ ἔλλειψις στοιχείων διὰ τὴν θεμελίωσιν τῆς προτάσεως ὅσον ἀφορᾷ πρῶτον τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαιούχων. Καὶ αὐτὸ δημιουργεῖ ἀδυναμίαν συζητήσεως περὶ τῶν κατηγοριῶν εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἀναγνωρισθῇ συνταξιοδότησις. Ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις ἡ βαρυνομένη μὲ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς εἰς τὸν τόπον, εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ὑπὸ μελέτην. Καὶ ἐτόνισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν θὰ ἔχω πλήρη τὰ στοιχεῖα καὶ θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὰ ἐμφανίσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, διὰ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ἀκριβῆ δεδομένα, θετικὰ συμπεράσματα. Καὶ τότε, βάσει ὅλων τούτων καὶ πλήρους μελέτης, θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ κρίνῃ καὶ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν. Καὶ θὰ εἶναι καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς θέσιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας. Ἀπαντᾷ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος: «Τὸ θέμα εἶναι ὥριμον, διότι ἐγὼ δέχομαι νὰ περιορισθῇ ἡ σύνταξις μόνον εἰς τὰ πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπαρκοῦν οἱ προτεινόμενοι ἀπὸ τὸ σχέδιον πόροι». Καὶ ἀπαντῶ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, δὲν πρόκειται περὶ τῆς δυνατότητος διανομῆς ὡρισμένων πόρων εἰς περιωρισμένον κύκλον προσώπων, ὁ ὁποῖος διευρύνεται ἢ περιορίζεται ἀναλόγως τοῦ διαθεσίμου ποσοῦ. Ἐὰν οὕτως ἐτίθετο τὸ ζήτημα, δὲν θὰ ἤξιζε νὰ γίνεται λόγος περὶ συνταξιοδοτήσεως τοῦ γήρατος. Καὶ πραγματικὰ δὲν τίθεται οὕτω τὸ ζήτημα. Διότι τὸ θέμα εἶναι πολὺ εὐρύτερον καὶ ἀπείρως σπουδαιότερον. Καὶ ὡς τοιοῦτον τὸ ἀντιμετωπίζει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἐπειδὴ τὰ στοιχεῖα εἶναι ἀτελῆ, εἶπεν ἡ Κυβέρνησις: Ἀναζητῶ τὰ στοιχεῖα καὶ θὰ πράξω ὅ,τι χρειάζεται διὰ νὰ τὰ ἐξασφαλίσω. Τὸν Ἀπρίλιον διεξάγεται ἡ δειγματοληπτικὴ ἔρευνα, ἡ ὁποία θὰ ἀποδείξῃ ποία ἡ σημερινὴ διάρθρωσις τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ καὶ ποῖος ὁ ἀριθμὸς ἐκείνων, οἵτινες θὰ δικαιοῦνται συντάξεως εἰς περίπτωσιν καθιερώσεως τοῦ θεσμοῦ. Καὶ ἠκούσατε τὴν ἀντιδικίαν μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἔδωσε τὴν ἐξήγησιν τῆς δειγματοληπτικῆς ἐρεύνης, ἡ ὁποία γίνεται μετὰ δίμηνον. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ δειγματοληψία δύναται νὰ ἀποτελέσῃ συμπληρωματικὸν μέτρον ἀπογραφῆς. Δύναται νὰ ἀποτελέσῃ καὶ προκαταρκτικὸν στάδιον μιᾶς ἀπογραφῆς, συνιστᾷ ὅμως καὶ αὐτοτελῆ στατιστικὴν μέθοδον διαπιστώσεως τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖ. Τὸ πρᾶγμα ἔχει διευκρινισθῆ ἀπολύτως ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀσχοληθέντας μὲ τὸ θέμα καὶ ἐκ τῶν ἡμετέρων ἀπὸ τὸν οἰκεῖον καθηγητὴν τῆς Ἀνωτάτης Βιομηχανικῆς Σχολῆς. Ἐὰν παρίστατο ὁ κ. Κωστόπουλος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς εἴπῃ περισσότερα, διότι ὡς Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Σχολῆς, ἔχει ὀργανώσει τὸν κύκλον τῶν φροντιστηρίων τῶν στατιστικῶν σπουδῶν. Λέγει ὁ καθηγητής, ὅτι συναφὴς πρὸς τὰς ἀπογραφὰς ἔρευνα εἶναι ἡ δειγματοληψία...... (ἀναγινώσκει) .... «Αἱ δειγματοληψίαι δύνανται νὰ ἐφαρμοσθοῦν εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ ἀπογραφὰς κατὰ ἕνα τῶν ἀκολούθων τρόπων. Δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν γενικὴν ἀπογραφήν, εἴτε διότι μία δειγματοληψία δίδει ἐπαρκῆ ἀποτελέσματα, εἴτε διότι ἐπιβάλλεται νὰ μειωθοῦν αἱ δαπάναι. Αἱ δειγματοληπτικαὶ ἔρευναι δὲν συνδυάζονται πάντοτε μὲ τὰς διενεργουμένας γενικὰς ἀπογραφάς, ἀλλὰ ἐφαρμόζονται εἰς εὐρεῖαν σήμερον κλίμακα αὐτοτελῶς καὶ ἀνεξαρτήτως καὶ ἀποτελοῦν μεθόδους λίαν ἀποτελεσματικὰς εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς ἔνθα ἡ στατιστικὴ ὑπεισέρχεται. Ἡ δειγματοληπτικὴ ἔρευνα εἶναι οὕτω μία ἐντελῶς σύγχρονος μέθοδος εἰς τὴν στατιστικήν, δυσχερὴς ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της, ἀλλὰ ἀφαντάστως χρήσιμος διὰ τὴν ταχεῖαν καὶ ἄνευ ὑπερβολικῶν δαπανῶν συγκέντρωσιν τῶν ἐπιδιωκομένων πληροφοριῶν». Καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι. Εἴτε ἡ δειγματοληπτικὴ ἔρευνα, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ τὸν Ἀπρίλιον, θὰ ἀποτελῇ δοκιμὴν τῆς ἀπογραφῆς, ἡ ὁποία θὰ διεξαχθῇ τὸ προσεχὲς ἔτος 1961, εἴτε θὰ ἐνηργεῖτο αὐτοτελῶς διὰ τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, γεγονὸς παραμένει ἀναμφισβήτητον ὅτι, οὕτως ἢ ἄλλως, ἡ δειγματοληπτικὴ ἀπογραφὴ τοῦ προσεχοῦς Ἀπριλίου δύναται νὰ δώσῃ, ὅπως ἀποφαίνονται οἱ εἰδικῶς ἀσχοληθέντες μὲ τὸ θέμα, δύναται νὰ παράσχῃ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος. Καὶ διερωτᾶται τίς. Ἀφοῦ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα καὶ ἀφοῦ διὰ τὴν ἀντίληψιν καὶ ἐμοῦ καὶ παντὸς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην συναδέλφου πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ σκέψις, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τῆς προτάσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος ἐσχετίζετο μὲ διάθεσιν ἐπιδείξεως ἐνδιαφέροντος διὰ τοὺς ἀγρότας, διατὶ ἄραγε ἐπιμένει καὶ εἰς τὴν πρότασίν του καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως; Δὲν τὸν ἱκανοποιεῖ μήπως ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ φέρῃ ἡ ἰδία τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην μορφήν, ὅταν θὰ ὑπάρχουν στοιχεῖα; Καὶ ἔχετε μήπως λόγους δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία, χωρὶς νὰ δεσμευθῇ προεκλογικῶς, χωρὶς νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα ὡς ἔμβλημα τοῦ κομματικοῦ της ἀγῶνος, τὸ ἔθεσεν ἐν τούτοις ἀδέσμευτος διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων καὶ ἀποδεικνύει περαιτέρω, ὅτι ἐμμένει εἰς ὅσα ἐδήλωσε. Καὶ ἀποδεικνύει ἐμπράκτως τὴν ἐμμονὴν καὶ τὴν σταθερότητα εἰς τὴν διακήρυξιν. Ἀπόδειξιν τούτου ἀποτελεῖ τὸ ὅτι διέταξεν ἔκτοτε τὴν μελέτην καὶ προώθησε τὴν ἔρευναν καὶ ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ διαθέτῃ πλήρη στοιχεῖα. Καὶ θὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της τὰς ὑφισταμένας δυνατότητας κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν λῆψιν τῶν ἀποφάσεών της. Βεβαίως ὅλοι οἱ συνάδελφοι, καὶ παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι καὶ ἐγὼ προσωπικῶς οὐδενὸς ὀλιγώτερον, κατανοοῦμεν τὴν δυσχερῆ θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ ἀγρότης. Ἀλλὰ κατανοοῦντες τὴν θέσιν αὐτήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῶμεν ποῖος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ σπουδὴν περὶ τὴν κλίνην τοῦ Προκρούστου διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἐπίφασις, ὅτι ἐλύθη ἕνα τόσον σοβαρὸν θέμα, ἐνῷ θὰ ἦτο δυνατὸν ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν μὲ πλήρη τὰ στοιχεῖα νὰ ἀναληφθῇ σοβαρὰ ἀντιμετώπισις αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ κύκλος τῶν δικαιούχων, ὁ ὁποῖος ἐλλείπει καὶ διὰ τὸν ὁποῖον τὰ στοιχεῖα εἶναι τόσον ἀόριστα. Ἀοριστία καὶ σύγχυσις ἐπικρατεῖ καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν πόρων. Τὴν συμμετοχὴν τῶν ἠσφαλισμένων, ὡς πρῶτον θέμα, τὴν ἀποκρούει τώρα ἡ πρότασις, ἀλλὰ τὴν ὑποστηρίζει διὰ τὸ προσεχὲς στάδιον. Διατὶ ἄραγε θὰ εἶναι τότε ἐπιτρεπτή, ἐνῷ τώρα ἀποκλείεται; Καὶ πῶς συμβαίνει νὰ τὴν υἱοθετῇ, ἀντιθέτως, ἡ ἐπίσημος ἐπαγγελματικὴ ἐκπροσώπησις τῶν ἀγροτῶν, ἡ Πανελλήνιος δηλαδὴ Συνομοσπονδία; Καὶ ἡ ἀναζήτησις τῶν ἄλλων πόρων ἐμφανίζεται ἐπίσης εἰς τὴν πρότασιν ὡς ἀποτέλεσμα σπουδῆς. Ἡ ἀφαίρεσις ἑνὸς πόρου, ὁ ὁποῖος σήμερον χρησιμεύει διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἀνοίγματος τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἀγροφυλακῆς, δὲν λύει τὸ πρόβλημα. Δημιουργεῖ ἄλλο. Διότι ἀμέσως τίθεται τὸ ζήτημα τῆς ἀναπληρώσεως αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ εἰσφορὰ ὑπὲρ τῆς ἀγροφυλακῆς διατεθῇ διὰ τὸν λογαριασμὸν τῆς συντάξεως, ἀμέσως ἀνακύπτει τὸ ζήτημα πῶς θὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ ἀνάγκη. Δὲν εἶναι λοιπὸν αὐτὸ πόρος. Δὲν εἶναι λύσις. Λύσις θὰ ἦτο καὶ πόρος θὰ εἶχεν ἐξευρεθῇ ἐὰν ἐξησφαλίζετο ἔσοδον, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον δὲν ὑπάρχει καὶ τὸ ὁποῖον δὲν χρησιμοποιεῖται διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν ἄλλης ἀνάγκης. Καὶ πέραν αὐτοῦ. Προτείνεται ἡ ἐπιβολὴ προσθέτου εἰσφορᾶς εἰς βάρος τοῦ καπνιστοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου. Μαθηματικῶς ἐξεταζόμενον τὸ πρᾶγμα ἀναμφισβητήτως ἀποδίδει ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ἔχει περιβάλει εἰς τὴν πρότασίν του. Καὶ αὐτὸ ὅμως δὲν ἀποτελεῖ πρόβλεψιν πόρου. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἀριθμητικόν. Εἶναι οὐσιαστικὸν καὶ πολιτικόν. Εἶναι ἆρα γε, δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ ἡ κατανάλωσις καὶ τὸ κοινωνικὸν σύνολον τὴν δαπάνην αὐτήν, ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναζητηθοῦν ἄλλοι πόροι; Καὶ περαιτέρω. Εἰσφορὰ 5% ἐπὶ τῶν εἰδῶν πολυτελείας, τὰ ὁποῖα περιγράφει ὁ πίναξ τοῦ δελτίου τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀποδίδει βεβαίως μὲ μίαν ἀριθμητικὴν πρᾶξιν τὸ ἀποτέλεσμα. Δίδει τόσα ἑκατομμύρια. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ αὐτοῦ, διὰ νὰ μὴ φθάσω εἰς τὸ συνταγματικὸν θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε προηγουμένως ὁ κ. Ἀδαμόπουλος. Δὲν πρόκειται ὅμως κατ’ οὐσίαν περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἡ εἰσφορὰ καὶ ποίας συνεπείας θὰ ἔχῃ καὶ ἐπὶ τοῦ τιμαρίθμου καὶ ἐπὶ τῶν εἰδῶν, κυρίως, λαϊκῆς καταναλώσεως, εἰδῶν, δηλαδή, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας του ὁ ἀγρότης καὶ ὁ ἐργάτης τῆς πόλεως. Ὅταν ὁ κ. Ἀρχηγὸς μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ τὴν διακοπήν, παρετήρησα, ὅτι ἐν σπουδῇ εἶχε διατυπωθῇ τὸ σχέδιον καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ κἂν κατὰ τρόπον μὴ ἀντικείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἰς τὸ τμῆμα τῶν πόρων, ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τῆς προτάσεως νόμου δὲν ὁμιλεῖ οὔτε περὶ στατιστικῆς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος οὔτε περὶ πίνακος ἀποδόσεως, ἀπὸ εἰσαγωγὰς ἀγαθῶν, 60 ἑκατ. δολλαρίων. Ἡ πρότασις νόμου ὁμιλεῖ ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ ἐπιβολῆς εἰσφορᾶς 5% ἐπὶ τῶν εἰδῶν πολυτελείας. Τὸ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνει καὶ τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Καὶ ἐπακολουθεῖ ἡ συμπλήρωσις καὶ ἡ διευκρίνισις τοῦ κειμένου τοῦ σχεδίου. «Τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν φορολογίαν, θὰ καθορισθοῦν διὰ διατάγματος, ἐκδιδομένου προτάσει τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν». Ἀσχέτως πάσης ἄλλης κρίσεως, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν ἀπεδόθη ἡ προσήκουσα προσοχὴ καὶ εἰς τὴν προσαρμογὴν τῆς προτάσεως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπρόκειτο κατὰ τόσον πρόχειρον τρόπον νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ διάθεσις ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς διὰ τὴν παροχὴν ἱκανοποιήσεως εἰς τοὺς ἀγρότας, θὰ ἀπεδεικνύετο ταχέως, ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων, δὲν θὰ καθίστατο δυνατὴ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου ἐκείνου. Καὶ ναὶ μὲν ἡ Νομολογία μας, τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐδέχθη, ὅτι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ ἀπαγορευτικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος, τοῦτο ὅμως, ἐγένετο δεκτόν, προκειμένου περὶ τῶν ἀνταποδοτικῶν τελῶν καὶ εἰσφορῶν ὑπὲρ ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν. Ἀλλὰ εἰς τὴν περίπτωσίν μας ὑπάρχουν πλήρεις οἱ ὅροι τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀπαγορευτικῆς διατάξεως. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως, κύριοι συνάδελφοι, οὔτε ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν ἐσόδων ἡ θεμελίωσις. Ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὅσων εἶπον περὶ τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος, παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναμνησθῶ, ὅτι εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἠκούσθησαν καὶ ἄλλαι ἀπόψεις περὶ τῆς ἀντιδράσεως δῆθεν τῆς Συμπολιτεύσεως εἰς τὴν προσπάθειαν τῶν ἄλλων κομμάτων διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῆς θέσεως τοῦ ἀγρότου καὶ ὑπεστηρίχθη ἀκόμη, ὅτι, κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, διὰ τῆς διαθέσεως, κυρίως, τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας τὸ 1951 καὶ 1952, ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις τοῦ Συναγερμοῦ, ἀντέδρασε καὶ δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ εἰς τοὺς ἐλαιῶνας. Εἶναι δυνατὸν βεβαίως, νὰ ἀκούωνται τοιαῦται ἀπόψεις ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζωνται. Διότι εἰς τὸ ἄρθρον 104, ἂν διατηρῶ εἰς τὴν μνήμην μου τὸν ἀριθμόν, ὁρίζεται ρητῶς, ὅτι ἐξαιροῦνται τῆς ἀπαλλοτριώσεως κατὰ τὴν εἰδικὴν ἐκείνην διαδικασίαν καὶ μὲ τὴν περιωρισμένην ἀποζημίωσιν καὶ μὲ τὴν ἐκ τῶν ὑστέρων καταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως, ἐξαιροῦνται, ἐπαναλαμβάνω, τῆς ἀπαλλοτριώσεως αἱ φυτεῖαι πάσης φύσεως. Καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 1951, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὴν ὁποίαν τὴν πλειοψηφίαν εἶχον τὰ δύο τότε κόμματα τῆς ΕΠΕΚ καὶ τῶν Φιλελευθέρων, ἐδέχθη ἢ μᾶλλον ἐζήτησε καὶ εἰδικὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 104, διὰ νὰ διευκρινίσῃ, ὅτι εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς φυτείας, περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἐλαιῶνες. Δὲν ὀφείλεται, λοιπόν, εἰς ἀντίδρασιν τῆς σημερινῆς συμπολιτεύσεως ἡ ἀδυναμία τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἐλαιώνων, ἀλλ’ εἰς συνταγματικὴν διάταξιν καὶ εἰς ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ τότε Κυβέρνησις εἰσηγήθη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἐλέχθη, κύριοι συνάδελφοι, καὶ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ μὲ ὅλον τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν καὶ πρὸς τὴν ἱστορίαν καὶ πρὸς τὰς ὑπηρεσίας, πρὸς τὸ Ἔθνος, τὰς ὁποίας ἔχει προσφέρει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος, νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ 1957 ἐδημιουργήθη ὁ θόρυβος τῶν ὑπερεσόδων. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1958 ὑπερέσοδα, ἰδίως δὲ τὸν Ἀπρίλιον, δὲν διεγράφοντο, διότι, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ 1957, ἡ ἐξέλιξις τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ μέτρα τὰ δημοσιονομικά, ἅτινα ἐψηφίσθησαν μὲ δύο νόμους (ἡ διαρρύθμισις τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τῶν φυσικῶν προσώπων, αὔξησις τοῦ ἀφορολογήτου καὶ τῶν ἐκπτώσεων, διαρρύθμισις κατά τινα τρόπον τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τῆς συζύγου) καὶ ὡρισμένα ἄλλα μέτρα, εἶχον καταστήσει φανερόν, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν ἐσόδων θὰ ἦτο μειωμένη. Καὶ ἂν ἡ τυχὸν ὑπερεκτίμησις τῶν ἀναμενομένων ἐσόδων παρεῖχεν ἔδαφος συζητήσεων περὶ ὑπερεσόδων κατὰ τὸ ἔτος 1957, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐτίθετο ὅμοιον θέμα εἰς τὸ μέλλον, ὅταν θὰ ἦτο γνωστὴ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ἡ ἀπόδοσις. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπερέσοδα μόλις ἐπήρκεσαν διὰ τὴν τακτοποίησιν ἐκκρεμῶν ὑποχρεώσεων καὶ διὰ νὰ ἀσφαλίσουν 200 ἑκατ. δραχμῶν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ πρόγραμμα τῶν ἐπενδύσεων. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1958 ἐπεβεβαίωσε τὴν ἀντίληψιν ἐκείνην. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1958 ἔκλεισε χωρὶς ὑπερέσοδα, μὲ συμβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1959 δὲν εἶχεν ὑπερέσοδα καὶ ἔκλεισε μάλιστα μὲ ἄνοιγμα μὲν ἔναντι τῶν προβλέψεων, μὲ πλήρη ὅμως κάλυψιν τῶν δαπανῶν τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μὲ συμμετοχὴν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος τῶν ἐπενδύσεων. Δὲν ἦτο δυνατόν, λοιπόν, οὔτε τὸ 1958 νὰ βασίζεται κανεὶς εἰς τὰ ὑπερέσοδα, τὰ ὁποῖα, ἐπὶ τέλους δὲν ἀποτελοῦν μόνιμον πηγὴν καὶ βάσιν διὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐξ ὅσων ἐξετέθησαν, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἔχει καταστῆ σαφές, ὅτι ἡ ὑπόθεσις περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν, ὅπως ἐπιγραμματικῶς διεκηρύχθη, εὑρίσκεται εἰς τὰς ψυχὰς καὶ τὰς καρδίας ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Καὶ δὲν ἐπιδέχεται σπουδήν. Δὲν δικαιοῦται κανεὶς νὰ γίνῃ αἰτία νὰ διακινδυνεύσῃ ἡ ἐπιτυχία τοῦ θεσμοῦ. Θὰ εἶναι ἀνάγκη, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψουν αἱ περιστάσεις, νὰ εἶναι αὐστηρῶς θεμελιωμένον. Καὶ θὰ πρέπει, χάριν τῆς ἱερότητος τοῦ σκοποῦ, νὰ ἔχουν ἐξασφαλισθῆ ὅλαι αἱ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ καταστήσουν κτῆμα τοῦ ἀγρότου, ὅσα ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ κρίνῃ ὡς δυνάμενα νὰ γίνουν. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ἀνευθύνως σύροντες ἐν σπουδῇ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην παρὰ τὴν κλίνην τοῦ Προκρούστου, ὅτι ἐὰν τὰ ἔσοδα εἶναι μικρότερα καὶ ἐὰν ὁ λογαριασμὸς ἔχῃ ἄνοιγμα, θὰ περικοπῇ ἡ σύνταξις ἢ θὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαιούχων. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰς τὰ πράγματα Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην. Ἐὰν ἡ ἀπογοήτευσις τῶν ἀγροτῶν διὰ τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εὑρίσκεται ἡ ἀγροτικὴ τάξις, εἶναι δικαιολογημένη, δύναταί τις νὰ φαντασθῇ ποία θὰ εἶναι ἡ πικρία, ἡ ὁποία θὰ καταλύσῃ τότε τὰς ψυχάς των, καὶ μάλιστα ὄχι ἀδικαιολογήτως, ὅταν μίαν παραχώρησιν τὴν ὁποίαν συζητεῖ ἡ Βουλή, ἡ πρᾶξις θὰ ἀποδείξῃ ἕωλον καὶ φενάκην. Διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ἐπὶ πλέον, ὅτι διὰ λόγων μὲν ὅλοι ἐπροθυμοποιήθημεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν τοὺς ἀγρότας, ἀπεφύγαμεν ὅμως νὰ μελετήσωμεν σοβαρῶς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐσπεύσαμεν νὰ περιβάλωμεν μὲ τὸ ἔνδυμα νόμου κείμενον, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ τὴν ἐπιγραφὴν τῆς ἀσφαλίσεως τοῦ γήρατος τῶν ἀγροτῶν, εἰς τὴν οὐσίαν, ὅμως, δὲν ἰθὰ ἐξασφαλίζῃ, ἀλλά, ἀντιθέτως, θὰ δημιουργῇ περιπετείας καὶ ἀφορμὰς πικρίας καὶ ἀπογοητεύσεως. Νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὴ καὶ πιστεύω ἀκόμη, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀναμονὴ τῶν ὀλίγων μηνῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους ἔχει ἀποδείξει δι’ ἔργων τὴν στοργὴν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον της διὰ τὴν ἐπίλυσιν αὐτῶν τῶν ζητημάτων, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ θετικὰ δεδομένα, διὰ νὰ κρίνουν ὅλοι οἱ συνάδελφοι, ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἐὰν καὶ πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ μὲ ἐλπίδας σταθερότητος καὶ ἐπιτυχίας ἡ λύσις τοῦ προβλήματος. (Χειροκροτήματα).
§162Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς ὅσα ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι ὑπουργοὶ καὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Γεωργίας ἔχω προκαταβολικῶς ἀπαντήσει εἰς τὴν ὁμιλίαν μου καὶ δὲν εὑρίσκω λόγον διὰ τὴν ἐπανάληψιν. Εἰς τὸ τελευταῖον σημεῖον τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἤθελον νὰ δώσω μὲ ὀλίγας λέξεις ἀπάντησιν. Δὲν εἶναι πρότασις ἰδική μου. Εἶναι μία παραχώρησις πρὸς ἀποδοχὴν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀμφιβάλλουν, ἐὰν θὰ ἀρκέσουν τὰ 500 ἑκ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐὰν ἐγὼ εἶχον τὴν Κυβερνητικὴν εὐθύνην, θὰ ἐψήφιζα εἰς ἀκέραιον τὴν πρότασίν μου. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν. Συμβαίνει ἐπίσης τὸ ἴδιον. Εἶχον προνοήσει νὰ ἔχω ἀπαντήσει εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα εἶχε θέσει κατὰ τὴν ὁμιλίαν του καὶ τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἐπανέλαβε σήμερον κατὰ τὴν δευτερολογίαν του. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα, ὅτι δὲν εἶχεν ἀξίωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πολιτικήν του, ἔχω δώσει ἀπάντησιν. Οὔτε ἐγὼ ἔχω ἀξίωσιν. Ὑπερασπίζω τὰς ἰδίας μου. Προσπαθῶ νὰ πείσω. Ἄλλον τρόπον δὲν διαθέτω. Δὲν διαθέτω βίαν, οὔτε φιλοδοξῶ νὰ διαθέσω. Ὁ ἀγών μου εἶναι ἀγὼν πειθοῦς, καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἔκαμε τὸ πᾶν πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν. Καὶ ἐπρόκειτο περὶ θέματος γενικωτάτης πολιτικῆς. Διότι ἐπεσκέφθησαν καὶ ὁ κ. Στήβενσον καὶ οἱ ἄλλοι τὴν Μόσχαν, δὲν ἐπέστρεψαν ὅμως εἰς τὰς χώρας των μὲν ἓν πρόγραμμα ἰδίας πολιτικῆς τοπικοῦ ἀφοπλισμοῦ ὅπως εἶναι ἡ ἀπύραυλος βαλκανικὴ ζώνη. Καὶ θεωρῶ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν καὶ ἐσφαλμένην καὶ ἐπιβλαβῆ ἐθνικῶς. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, τοπικοὶ ἀφοπλισμοὶ ἀποσυνθέτουν τὸν ἐλεύθερον κόσμον, τοπικοὶ ἀφοπλισμοὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προηγηθοῦν. Οἱ τοπικοὶ ἀφοπλισμοὶ ἕπονται, εἶναι συνέπεια τῶν γενικῶν ἀφοπλισμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γραμμή μου. Εἶπεν ἐπίσης, ὅτι αὐτὴν τὴν πολιτικήν του δὲν τὴν ἔφερεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ πρότασις νόμου διὰ τὴν ἀπύραυλον βαλκανικὴν ζώνην. Ἦτο ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς χώρας. Ἑπομένως μόνον κατὰ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους τὸ ἐπεχείρησεν, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιδιώξῃ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν εἰς αὐτὸ δὲν ἀπέβλεπε, τότε ὁ ἀγών του ἦτο ἄσκοπος. Ἀνέλαβε πρωτοβουλίαν καὶ ἠγωνίζετο νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην. Καὶ ἐπρόκειτο περὶ θέματος γενικωτάτης πολιτικῆς. Ἰδοὺ διατὶ εἶναι παραβάτης τοῦ ἰδικοῦ του κοινοβουλευτικοῦ κανόνος. Ἐνῷ, αὐτὴ ἡ πτωχὴ σύνταξις πρὸς τοὺς ἀγρότας, ἡ ὁποία ἀφορᾷ διαφωνίαν καὶ μόνον ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐφαρμογῆς, βεβαίως δυσκολώτατα ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ θεμελιώδης διαφωνία γενικῆς πολιτικῆς. Εἶναι διαφωνία τρόπου καὶ χρόνου ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι πιστεύει. Εἶναι περίεργον ἑπομένως, ὅτι αὐτὴν τὴν ἰδικήν μου πολιτικὴν θεωρεῖ παράβασιν κοινοβουλευτικῆς τάξεως, τὴν θεωρεῖ διεκδίκησιν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δικαιώματος νὰ κυβερνᾷ καὶ νὰ νομοθετῇ καὶ δὲν θεωρεῖ τὴν ἰδικήν του πρωτοβουλίαν παράβασιν τοῦ ἰδικοῦ του κοινοβουλευτικοῦ κανόνος. Εἶναι προφανὴς ἡ πλήρης ἀντίφασις εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει περιέλθει. Μὲ ἠρώτησε καὶ πάλιν σήμερον, εὑρίσκετε, λοιπόν, ὅτι ἡ μείωσις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητῆται πρό τινος χρόνου καὶ ὄχι σήμερον, εἰς τὴν περίοδον τῆς ὑφέσεως; Ἀπάντησα καὶ ἐπαναλαμβάνω: Ὑπάρχει πάντοτε τὸ θέμα τῆς μειώσεως τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἔκβασιν τῆς πολιτικῆς τῆς ὑφέσεως διὰ νὰ μὴ ἐκληφθῇ ἡ μείωσις ὡς προεξόφλησις τῆς εἰρήνης, ὡς εὐπιστία ἡ ὁποία γενικευομένη, ἠμπορεῖ ν’ ἀποβῇ θανάσιμος διὰ τὸν ἐλεύθερον κόσμον. Εἶπεν ἐπίσης ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν: Κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ ἔλεγχος. Καὶ εἶμαι σύμφωνος. Ἡ πρότασις νόμου εἶναι ἐξαίρεσις καὶ εἶναι σπανιωτάτη ἡ χρῆσις της. Καὶ ἐξαίρεσιν ἀποτελεῖ καὶ ἡ ἰδική μου πρότασις νόμου. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐπιμένει εἰς τὴν εὐφυΐαν τῆς κατασκευῆς δῆθεν παλινωδιῶν μου καὶ τονίζει, ὅτι ἡ σύνταξις γήρατος ἐπροτάχθη, ἐνῷ ἀρχικῶς εἰς τὸ πρόγραμμα δὲν εἶχε προταχθῆ. Ἀληθῶς, μεγάλη παλινωδία! Εἰς μίαν ἐπαγγελίαν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων δύναται ἓν πολιτικὸν κόμμα νὰ ἀνακατατάξῃ τὴν σειράν των. Δὲν ἀποτελεῖ τοῦτο καμμίαν ἀπολύτως παλινωδίαν. Αὐτὴν τὴν εὐφυΐαν τοῦ καταλογισμοῦ παλινωδίας ἐπεχείρησε σήμερον. Εἶναι ἡ κακόπιστος τακτικὴ τῶν ἀντιπάλων μου. Οὐδέποτε μετέβαλον γνώμας. Εἰς ὅλην τὴν πολιτικήν μου ζωὴν ἔμεινα πιστὸς εἰς τὴν Δημοκρατίαν, ἔμεινα πιστὸς εἰς τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν κοινωνικὴν δικαιοσύνην. Συνεργασίας μετέβαλα, ἀλλὰ ὄχι ἰδέας. Καὶ αἱ συνεργασίαι μου καθὼς γνωρίζει ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος, οὐδέποτε διεκόπησαν ἐξ αἰτίας μου. Ἀλλὰ αἱ ἰδεολογικαί μου πεποιθήσεις ἔμειναν πάντοτε ἀμετάβλητοι καὶ ὅταν ἀκόμη ἐχρειάζοντο θυσίαι διὰ τὴν προάσπισίν των. (Χειροκροτήματα).
§163Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις περὶ συντάξεων γήρατος τῶν ἀγροτῶν, ἀλλὰ τώρα βλέπω, ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν περὶ ἀπυραύλου ζώνης τῶν Βαλκανίων. Ὑπῆρξεν ἰδιαιτέρα τιμὴ δι’ ἐμὲ νὰ ἔχω, διὰ τῶν ἐφημερίδων, διάλογον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν γενικὴν πολιτικὴν συζήτησιν. Ὑπεστήριξα τὰς ἀπόψεις μου καὶ ὑπεστήριξε τὰς ἰδικάς του καὶ ἔχω κάθε λόγον νὰ πιστεύω, ὅτι ἐὰν ἐπανέλθῃ τὸ θέμα, θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ διατυπώσωμεν καὶ πάλιν τὰς ἀπόψεις μας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἀντιλαμβάνομαι εἶναι τὸ ἑξῆς: Πῶς ὁ κ. Παπανδρέου συγχέει τὴν ἀπύραυλον ζώνην τοῦ σχεδίου τοῦ ἰδικοῦ μου, ὅπως τὴν παρουσίασα δηλ. ἐγώ, μὲ ἐγγυήσεις, μὲ σύμφωνον γνώμην τῶν μεγάλων Συμμάχων καὶ ἀφορῶσαν μόνον τοὺς πυραύλους μέσου βεληνεκοῦς, μὲ τὸ γενικὸν σχέδιον τοῦ ἀφοπλισμοῦ. Ἐπίσης μὲ καταπλήσσει νὰ ἀκούω, ὅτι μόνος ἐγὼ μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μου ἐκ τῆς Ρωσίας ὑπεστήριξα τὸ Α ἢ τὸ Β σχέδιον. Ἐδῶ εἶναι πασίγνωστον, ὅτι καὶ ἄλλοι πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι ἐπεσκέφθησαν τὴν Μόσχαν, ὑπεστήριξαν ἰδικά των σχέδια. Οὕτω προκειμένου περὶ τῆς Ἀγγλίας, τὸ γνωστὸν σχέδιον ἀποστρατικοποιήσεως τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης εἰς ἄλλην μορφὴν τοῦ σχεδίου Ραπάτσκι. Ἀνήκει εἰς τοὺς πολιτικοὺς τῶν μεγάλων δυνάμεων, ὅπως εἶναι ἡ Ἀγγλία, νὰ κάμνουν ἰδικά των εὐρύτερα σχέδια. Ἡμεῖς, ἀνήκοντες εἰς μικροτέρας χώρας δὲν φιλοδοξοῦμεν νὰ παίξωμεν παγκόσμιον ρόλον, ἀλλὰ φιλοδοξοῦμεν νὰ βλέπωμεν τὴν χώραν μας ἀσκοῦσαν πρωτοβουλίαν ἐπὶ τομέων τοῦ ἀμέσου της ἐνδιαφέροντος. Ἄλλοι ὑπεστήριξαν, ὅτι πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ εἶναι οὐραγὸς τῶν ἀπόψεων τῶν μεγάλων. Ἡμεῖς λέγομεν τὸ ἐναντίον, ὅτι πρέπει νὰ ἀναλαμβάνῃ πρωτοβουλίας, ἐν γνώσει βεβαίως τῶν μεγάλων. Δὲν κατέχομαι ἀπὸ σύμπλεγμα κατωτερότητος, διότι ἄλλοτε αἱ ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω, συμπίπτουν κἄπως μὲ τὰς ἀπόψεις τῆς Ἀριστερᾶς, ἢ μὲ τὰς ἀπόψεις ἄλλων παρατάξεων. Τώρα ὡς πρὸς τὸ ὅτι ἐπεχείρησα νὰ ἐπιβάλω τὰς ἀπόψεις μου, ἀναμφισβητήτως ἔχει ἄδικον ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Ἐπιστρέψας ἐκ Μόσχας ἀπέβλεψα μὲ ὅσα μέσα διέθετον νὰ διαφωτίσω ὅσον ἠδυνάμην περισσότερον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ ὡρισμένων ἀντιλήψεων, τὰς ὁποίας ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ. Μάλιστα τότε μὲ κατηγόρησεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι δὲν ἔφερα τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν τὸ ἔφερα διότι ὡς ἔκτοτε ἐτόνισα, αἱ τοιαῦται πρωτοβουλίαι ἀνήκουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐκτὸς τούτου οὐδέποτε εἶπον, ὅτι ἓν κόμμα ἀποστερεῖται τῆς ἐλευθερίας νὰ ὑποστηρίζῃ τὰς ἀπόψεις του. Πλὴν τοῦ κομμουνιστικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκτὸς νόμου, ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζουν οἱασδήποτε ἰδέας, ἔστω καὶ ἂν ἔρχωνται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ δέχομαι, ὅτι ἡ μείωσις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀποφασιστικὸν παράγοντα διὰ τὴν ἀπόκτησιν νέων οἰκονομικῶν δυνατοτήτων διὰ τὴν πατρίδα μας. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν μειώνει τὰς δαπάνας, ὅταν δὲν ἀναχωρῇ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἀφετηρίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐκκινῶ ἐγώ. Ἐπίσης ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῆς ἐκ νέου ἐπαναλήψεως τῶν ὅσων εἶπε περὶ τοῦ ζητήματος τῆς μειώσεως τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, εἶναι ἐν τάξει μὲ τὰς ἀπόψεις του καὶ ὅτι δὲν ἀντιφάσκει πρὸς ἑαυτόν. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω μαζί του, ὅτι καὶ ἂν ἰσχυρίζεται. Τὸ 1958 ἐπηγγέλεσθε τὸν περιορισμὸν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, καὶ εἰς τὸ πρόγραμμά σας καὶ εἰς τοὺς λόγους σας, καί, τὸ 1960 λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμή, διότι τώρα αὐτὸ θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον! Δὲν τὸ ἐννοῶ αὐτό! Εἰς στιγμὰς ὑφέσεως νὰ ἦσθε ἐναντίον τοῦ περιορισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν καὶ εἰς στιγμὰς ψυχροῦ πολέμου ἐκρίνατε τὴν μείωσιν ὡς οὐδόλως ἐπικίνδυνον. Ἔπειτα, ὅ,τι νὰ κάμωμεν τὰ πράγματα ὁμιλοῦν μόνα των. Κατὰ περίεργον σύμπτωσιν —ἂς δεχθῶμεν τὴν σύμπτωσιν— ὁ ἀξιότιμος κ. ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὅταν δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀντετίθετο πρὸς τὴν μείωσιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Ὅταν ἔπαιζε ρόλον εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἦτο ὑπὲρ τῆς μειώσεως τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Καὶ ὅταν ἔμεινεν ἔξω τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων πάλιν μετέβαλε γνώμην. Εἶναι μία περίεργος σύμπτωσις. Ἀλλὰ τί νὰ κάμωμεν, καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφέρω ἁπλῶς ὡς περίεργον σύμπτωσιν! Δὲν εἶχον καμμίαν διάθεσιν νὰ ἔλθω εἰς προσωπικὴν ἀντίθεσιν μὲ οἱονδήποτε εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, πολλῷ μᾶλλον μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ κατεπλάγην ὅταν ἐπὶ ἄλλου ἀσχέτου θέματος συζητουμένου, ὑπέστην αἰφνιδίως ἐγὼ τὴν ἐπίθεσιν. Καὶ ἐνῷ συνεζητεῖτο ἡ ὑπόθεσις τῆς ἀποστολῆς βουλευτῶν εἰς Βουκουρέστι αἴφνης ἀκούω νὰ κατηγοροῦμαι, ὅτι ἔβλαψα τὴν πατρίδα μου, ὑποστηρίζων ἐσφαλμένην πολιτικήν. Αὐτὸ δεικνύει, ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἐρεθισθεὶς προχθὲς ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν μου, ἠθέλησε νὰ μετατοπίσῃ τὸ ζήτημα. Ἐὰν εἶχεν ἐπιχειρήματα νὰ μὲ ἀντικρούσῃ, θὰ περιωρίζετο εἰς τὸ συζητούμενον θέμα. Εἶναι γνωστὸν ὅμως, ὅτι ἐπιδιώκει κανεὶς νὰ μεταθέσῃ τὴν μάχην ἐκεῖ ὅπου ἐλπίζει, ὅτι θὰ τὴν κερδίσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἐπλανήθη. Διότι ἡ ἐκ νέου ἀνακίνησις τοῦ ζητήματος περιτράνως ἐπιβεβαιοῖ —διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι καὶ ὑπερήφανος— ὅτι ἠκολούθησα τὸν δρόμον τὸν καλόν.
§164Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν. Πρῶτον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μείωσιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, οὐδέποτε ὑπεστήριξα, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ τὸ σημερινὸν μέγεθος. Ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι τὸ μέγα αὐτὸ θέμα τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν θὰ πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ὑπεστήριξα, ὅμως, ἐν συνεχείᾳ, ὅτι χρειάζεται προσοχή, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, εἰς τὴν διαχείρισιν θέματος, μήπως συσχετισθῇ πρὸς τὴν γενικωτέραν πολιτικὴν καὶ ἑρμηνευθῇ, ὡς εὐπιστία, τὴν ὁποίαν ἐπέτυχε νὰ προκαλέσῃ ἡ σοβιετικὴ προπαγάνδα τῆς εἰρήνης. Εἶπεν ἐπίσης ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι καταληφθεὶς ἐγὼ ἀπὸ ἀνησυχίαν διὰ τὴν δύναμιν τῶν ἐπιχειρημάτων του, μετετόπισα τὸ θέμα! Τοῦ ἐπιτρέπω αὐτὴν τὴν αὐταρέσκειαν. Εἶναι μία καταφυγή, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει νὰ ἐπαναπαύσῃ τὰς ἀνησυχίας του. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 26ης Ἰανουαρίου εἶχε καθορισθῆ, ὅπως εἰς τρεῖς συνεδριάσεις λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν ἐπερωτήσεων, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν ἀσφάλισιν γήρατος τοῦ ἀγρότου. Ἤδη, εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰσέτι διὰ νὰ ὁμιλήσουν περὶ τοὺς 30 ἀγορηταί. Εἰς ἔκκλησιν τοῦ Προεδρείου, περὶ καθαρισμοῦ τῆς συζητήσεως, οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν ἀνταπεκρίθησαν. Κατὰ συνέπειαν, τὸ Προεδρεῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ τηρήσῃ τὴν σειράν.
§166Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἐκ μέρους βουλευτῶν, ἀνηκόντων εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, εἶχεν ὑποβληθῆ ἐπερώτησις, ἡ ὁποία ὅμως μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν συνεζητήθη καὶ εἰς οὐδένα ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν ἐδόθη ὁ λόγος. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ πρῶτον ὁ λόγος εἰς τοὺς ὑπογράψαντας τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν καὶ κατόπιν νὰ ὁμιλήσουν οἱ ἐγγραφέντες.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κοθρῆ, ἡ ἐπερώτησις τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἶχε κατατεθῆ, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἐκτυπωθῆ κατὰ τὴν λῆψιν τῆς ἀποφάσεως.
§168Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δεδομένου ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἀκολουθοῦν τὴν σειρὰν τῶν ἐγγεγραμμένων καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν σειρὰν τῶν ὁμιλητῶν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τελευταῖος ὡμίλησεν ὁ συνάδελφος κ. Κοντογιαννόπουλος, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς βουλευτὴν τῆς Συμπολιτεύσεως.
§169Θ. ΛΥΜΠΕΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πρῶτον, πρέπει νὰ περατωθῇ ὁ κατάλογος τῶν ἐπερωτησάντων καὶ κατόπιν νὰ λάβουν τὸν λόγον οἱ ἐγγραφέντες.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λυμπερίδη, θὰ ὁμιλήσητε ἀμέσως μετὰ τὸν κ. Ράλλην.
§171Θ. ΛΥΜΠΕΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, τόσον τοῦ εἰδικοῦ διὰ τὴν συνταξιοδότησιν τῶν ἀγροτῶν, ὅσον καὶ γενικώτερον τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων εἰς τὴν ὕπαιθρον, ὡμίλησεν ἤδη ὁ ἡγέτης τοῦ Κόμματός μας κ. Μπαλτατζῆς καὶ οἱ συνάδελφοι κ.κ. Μέρος καὶ Τριανταφυλλίδης, οἵτινες ἀνέπτυξαν ἐπαρκῶς τὰς ἀπόψεις τοῦ Κόμματός μας ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου αὐτοῦ θέματος. Διὰ νὰ διευκολύνω τὴν συζήτησιν καὶ διὰ νὰ ἰδοθῇ εὐκαιρία καὶ εἰς τοὺς ἄλλους συναδέλφους τῶν ἄλλων παρατάξεων νὰ ὁμιλήσουν καὶ νὰ λάβουν ὑπεύθυνον θέσιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. Θέλομεν ὅμως νὰ πιστεύωμεν, ὅτι τὸ θέμα ἔχει ὡριμάσει καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ ταχύτερον καὶ εἰ δυνατὸν ἐντὸς τῆς παρούσης συνόδου τῆς Βουλῆς, θὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκκρεμεῖ ἀπὸ μακροῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀνεφέρθη προχθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, περὶ ὁλοκληρώσεως τῆς νοσοκομειακῆς καὶ ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως τῶν ἀγροτῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπίμαχον νομοσχέδιον τῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν ἀπομάχων καλλιεργητῶν τῆς γῆς.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§173Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς δηλώνω, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν ἀγροτῶν. Ἀλλὰ ὑπὲρ τῆς συνταξιοδοτήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία θὰ εἶναι μόνιμον καὶ σταθερὸν ἀπόκτημα τῆς ἀγροτικῆς τάξεως, διότι θὰ στηρίζεται ἐπὶ ὑγιῶν κοινωνικῶν, οἰκονομικῶν καὶ ἀσφαλιστικῶν βάσεων. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρευνήσωμεν τὸ θέμα ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, ὥστε τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνεγείρωμεν, νὰ εἶναι ἰσχυρῶς θεμελιωμένον. Κάθε πρόχειρος ἀντιμετώπισίς του, θὰ δύναται νὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν προσωρινὴν συνταξιοδότησιν ὡρισμένων ἀτόμων, μὲ μαθηματικὴν χρεωκοπίαν τοῦ θεσμοῦ ἐντὸς συντόμου χρόνου ἤ, ἂν δὲν συμβῇ τοῦτο, τὴν ἀνατίναξιν εἰς τὸν ἀέρα τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας, ἡ ὁποία θὰ παρασύρῃ εἰς τὸν ὄλεθρον καὶ συντάξεις καὶ ἀγρότας καὶ ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Ἀπὸ ἠθικῆς πλευρᾶς ἐξεταζόμενον τὸ θέμα, δημιουργεῖ κατ’ ἀρχὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὅλαι σχεδὸν αἱ ἐργαζόμεναι καὶ παραγωγικαὶ τάξεις ἀπολαμβάνουν τῶν πλεονεκτημάτων τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας, πλὴν τῶν ἀγροτῶν. Τὸ φαινόμενον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι Ἑλληνικόν, ἀλλὰ σχεδὸν παγκόσμιον, ὀφείλεται εἰς ἱστορικά, κοινωνικὰ καὶ οἰκονομικὰ αἴτια. Πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὸ κυρίως θέμα, κρίνω σκόπιμον νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν διευκρίνησιν μιᾶς ἐννοίας, τῆς ὁποίας ἐγένετο ὄχι μόνον χρῆσις, ἀλλὰ κατάχρησις θὰ ἔλεγον, καὶ ἡ ὁποία ἐμφανίζεται ὡς ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζει τὸ ὅλον κατασκεύασμά της περὶ συνταξιοδοτήσεως τῶν ἀγροτῶν ἡ Ε. Δ.Α., τῆς ἐννοίας τῆς «κοινωνικῆς ἀσφαλείας». Λέγει ἡ πρότασις νόμου τῆς ΕΔΑ, εἰς τὸ ἄρθρον 1: «Παρέχεται σύνταξις εἰς τοὺς ἀγρότας κλπ... Ἡ ὡς ἄνω παροχὴ βασίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας καὶ δὲν ἐπάγεται ὑποχρέωσιν τῶν δικαιούχων πρὸς καταβολὴν ἀσφαλιστικῆς εἰσφορᾶς». Κατὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐκπροσώπου τῆς ΕΔΑ κ. Ἠλιοῦ, ἐπεχείρησα νὰ τὸν παρακαλέσω, ὅπως διευκρινίσῃ τὴν τοιαύτην ἔννοιαν τοῦ ὅρου «κοινωνικὴ ἀσφάλεια», ἀλλ’ οὗτος δὲν μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ τὴν διακοπήν, τελικῶς δέ, κατόπιν τῆς ἐπιμονῆς μου, μὲ παρέπεμψεν εἰς ὡρισμένας διατάξεις. Καὶ κατὰ πρῶτον, εἰς διατάξεις τοῦ Σοβιετικοῦ Συντάγματος. Ἂς ἴδωμεν ὅμως, τὶ λέγει τὸ Σοβιετικὸν Σύνταγμα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 120 αὐτοῦ: «Οἱ πολῖται τῆς Ἑνώσεως Σοβιετικῶν Σοσιαλιστικῶν Δημοκρατιῶν, ἔχουν τὸ δικαίωμα πρὸς συντήρησιν εἰς γηραιὰν ἡλικίαν καὶ ἐπίσης ἐν περιπτώσει ἀσθενείας ἢ ἀνικανότητος. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς ἐντατικῆς ἀναπτύξεως τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἐργατῶν βιομηχανίας, γραφείου καὶ ἐπαγγελμάτων, δαπάναις τοῦ Κράτους, ἐλευθέρας ἰατρικῆς ὑπηρεσίας διὰ τὸν ἐργαζόμενον λαόν, καὶ τῆς προβλέψεως εὐρέως δικτύου ἀσύλων ὑγείας διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ». Ἐν πρώτοις, τὸ Σοβιετικὸν Σύνταγμα δὲν ὁμιλεῖ περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλείας, ἀλλὰ περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, καὶ δεύτερον, ἐνῷ εἰς τὴν παράγραφον 1 ἀναφέρεται εἰς τοὺς πολίτας τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, εἰς τὴν παράγραφον 2 περιορίζει τὴν προστασίαν του μόνον εἰς τοὺς ἐργάτας. Ἀλλὰ καὶ ἡ περὶ δαπάναις τοῦ Κράτους ἀναπτύξεως τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως ἐπαγγελία τοῦ Σοβιετικοῦ Συντάγματος, ἀνατρέπεται ὑπὸ τῆς εἰδικῆς νομοθεσίας. Οὕτω, ὁ Ρωσικὸς Κῶδιξ Ἐργασίας τῆς 1ης Μαΐου 1936, εἰς τὸ κεφάλαιον XVII αὐτοῦ, πραγματεύεται περὶ τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, ὄχι τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας, καὶ λέγει: «Ἄρθρον 175. Ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις ἐκτείνεται εἰς ὅλους τοὺς μισθωτούς, οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦνται εἰς ἐπιχειρήσεις, ἱδρύματα ἢ ἐκμεταλλεύσεις κρατικάς, δημοσίας, συνεταιριστικάς, παραχωρημένας, ἀγρομισθώσεων, μικτὰς ἢ ἰδιωτικὰς ἢ ἰδιώτας, ἀνεξαρτήτως τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς διαρκείας τῆς ἀπασχολήσεώς των καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀμοιβῆς των. Ἄρθρον 177. Διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως ὁρίζονται ἀσφαλιστικαὶ εἰσφοραί, ἀντιπροσωπεύουσαι ποσοστὸν τῶν ἡμερομισθίων. Τὸ ποσοστὸν τῶν εἰσφορῶν ἀσφαλίσεως ὁρίζεται ὑπὸ τῆς νομοθεσίας τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ βαθμοῦ κινδύνου καὶ ἀνθυγιεινότητος καὶ διὰ τὰς διαφόρους κατηγορίας ἐργατῶν». Ὁμοίως, ὁ νόμος τῆς 14ης Ἰουλίου 1956 περὶ ἐθνικῶν συντάξεων εἰς τὸ ἄρθρον 1, λέγει: Ἔχουν δικαίωμα εἰς ἐθνικὰς συντάξεις: α) Οἱ ἐργάται καὶ ὑπάλληλοι. β) Οἱ στρατιωτικοί. γ) Οἱ μαθηταὶ τῶν εἰδικῶν ἱδρυμάτων ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως κλπ. δ) Ἅπαντες οἱ ἄλλοι πολῖται πληττόμενοι ὑπὸ ἀναπηρίας ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός των ἔναντι τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας. ε) Τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς βάρος τῶν ἄνω μνημονευθέντων πολιτῶν, ἐν περιπτώσει θανάτου τοῦ ὑποστηρικτοῦ τῆς οἰκογενείας». Εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 6: «Ἡ ὑπηρεσία συντάξεων χρηματοδοτεῖται ὑπὸ τοῦ Κράτους, μέσῳ πιστώσεων ἀναγεγραμμένων κατ’ ἔτος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Ἑνώσεως Σοβιετικῶν Σοσιαλιστικῶν Δημοκρατιῶν, συμπεριλαμβανομένων τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων καὶ συνισταμένων ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν ἐπιχειρήσεων, ἱδρυμάτων καὶ ὀργανισμῶν κλπ.». Τὸ συμπέρασμα ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν σοβιετικῶν νομοθετικῶν κειμένων εἶναι α) ὅτι οὐδαμοῦ ταῦτα ὁμιλοῦν περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλείας, ἀλλὰ μόνον περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, β) ὅτι δὲν ἀναφέρονται εἰς ὁλόκληρον τὸν πληθυσμὸν καὶ εἰδικώτερον τοὺς ἀνεξαρτήτους ἀγρότας, ἀλλὰ μόνον τοὺς ἐργάτας καὶ γ) οὐδόλως καταργοῦν τὰς εἰσφορὰς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως. Ἀλλά, ἐὰν ἐξετάσωμεν καὶ τὰ ἄλλα κείμενα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ἠλιοῦ, θὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν αὐτὴν διαπίστωσιν: ὅτι οὐδὲν διεθνὲς ἢ ἐθνικὸν κείμενον ὁρίζει, ὅτι ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλεια στηρίζεται εἰς τὴν ἔλλειψιν εἰσφορῶν ἐκ μέρους τῶν ἠσφαλισμένων. Ἀνεφέρθη εἰς τὸν Χάρτην τοῦ Ἀτλαντικοῦ, ὁ ὁποῖος διακηρύσσει τὴν ἐλευθερίαν ἀπὸ τὸν φόβον καὶ τὴν ἔνδειαν καὶ ἐπίσης ἐμνημόνευσε τὴν διακήρυξιν τῆς διασκέψεως ἐργασίας τῶν Ἀμερικανικῶν Κρατῶν, ἥτις ἔλαβε χώραν εἰς Σαντιάγο τῆς Χιλῆς τὸ 1942 καὶ διὰ τῆς ὁποίας, κατὰ τὸν κ. Ἠλιοῦ, διεσαφηνίσθη ἡ ἔννοια τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας. Τέλος, ἐπεκαλέσθη τὰ ἄρθρα 22 καὶ 25 τῆς οἰκουμενικῆς διακηρύξεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰς τρεῖς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης τοῦ 1953. Οὐδὲν ἐκ τῶν μνημονευθέντων κειμένων, ἀναφέρει, ὅτι ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλεια ὡς βάθρον καὶ προϋπόθεσιν ἔχει τὴν μὴ καταβολὴν εἰσφορῶν; Πολλῷ δὲ μᾶλλον ἀπωτέρα καταγωγὴ —ὡς ἠθέλησε νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. Ἠλιοῦ— τῆς ἀρχῆς αὐτῆς τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας εἶναι τὸ Σοβιετικὸν Σύνταγμα, αἱ πλατωνικαὶ διατάξεις τοῦ ὁποίου δὲν ἐφηρμόσθησαν οὔτε εἰς τὴν Ρωσίαν. Ἄφησα εἰς τὸ τέλος τὸν Νεοζηλανδικὸν νόμον τοῦ 1938 καὶ τὸ σχέδιον Μπέβεριτζ, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ἠλιοῦ, πρὸς θεμελίωσιν τῆς θεωρίας του. Καὶ ὁ μὲν νόμος τῆς Νέας Ζηλανδίας, τὴν χρηματοδότησιν τῶν συντάξεων στηρίζει εἰς εἰδικὴν εἰσφοράν, λεγομένην «εἰσφορὰν κοινωνικῆς ἀσφαλείας» καὶ συνισταμένην εἰς 7½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ παντὸς ἀκαθαρίστου ἐσόδου καὶ ἀποδοχῶν, ὡς ἐπίσης ἐπὶ τοῦ καθαροῦ προσωπικοῦ εἰσοδήματος —ἀνεξαρτήτου τῶν ἀποδοχῶν— καὶ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν ἑταιρειῶν. Ὡς δὲ ἀναφέρει ἐπὶ λέξει εἰδικὴ ἔκθεσις τοῦ Διεθνοῦς Γραφείου Ἐργασίας τοῦ 1950 (σελ. 46), εἰς τὴν Νέαν Ζηλανδίαν «οἱ ἀγρόται καταβάλλουν εἰσφορὰς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσοδήματός των εἰς τὸ ἴδιον ὕψος πρὸς τοὺς ἄλλους ἐργαζομένους». Ἀλλὰ καὶ τὸ σχέδιον Μπέβεριτζ, ὡς ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀπὸ τοῦ 1946, στηρίζεται, ὅπως ἄλλωστε ἀνέφερε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁμιλίαν του καὶ εἰς εἰσφορὰς τῶν ἠσφαλισμένων. Τὸ ὅτι βάσις τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας δὲν εἶναι ἡ ἀνυπαρξία καταβολῆς εἰσφορῶν, δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν καὶ δὲν ὑπάρχουν ἐθνικὰ συστήματα συντάξεων τὰ ὁποῖα δὲν προβλέπουν τὴν καταβολὴν εἰσφορῶν. Ὡς πρῶτον τοιοῦτον νομοθετικὸν κείμενον δύναται νὰ μνημονευθῇ ὁ Δανικὸς νόμος τοῦ 1891, διὰ τοῦ ὁποίου παρεσχέθη σύνταξις εἰς ἀπόρους, ἄνευ εἰσφορᾶς τῶν δικαιούχων, ἀλλὰ χρηματοδοτουμένη διὰ γενικῆς φορολογίας. Ἐπίσης συστήματα παροχῆς συντάξεως εἰς γέροντας ἄνευ εἰσφορᾶς —μὴ καλύπτοντα ὅμως ὁλόκληρον τὸν πληθυσμὸν— εἰσήχθησαν εἰς Νέαν Ζηλανδίαν τὸ 1898, Αὐστραλίαν (1901–8), Γαλλίαν (1905), Μεγ. Βρεταννίαν (1908), Νορβηγίαν (1923), Νότιον Ἀφρικὴν (1928) καὶ Καναδᾶ (1927–1936). Ἀλλὰ τὸ στάδιον τοῦτο ὑπῆρξε μεταβατικόν, διότι εἰς ὅλας τὰς προηγουμένως μνημονευθείσας χώρας —πλὴν τῆς Αὐστραλίας, Καναδᾶ καὶ Ν. Ἀφρικῆς— ἀντικατεστάθησαν βραδύτερον διὰ συστήματος στηριζομένου εἰς εἰσφοράς. Ὁμοίως αὐθαίρετον εἶναι τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δῆθεν ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις, στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἰδιωτικῆς ἀσφαλίσεως, ἐνῷ ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλεια ἀφορᾷ μόνον τὰ ἐνδεῆ μέλη τῆς κοινωνίας. Οἱονδήποτε σύστημα κοινωνικῆς ἀσφαλείας, ἀνεξαρτήτως τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν του, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ βασισθῇ ἐπὶ τῶν γενικῶν ἀρχῶν ἀσφαλίσεως. Κατόπιν τῶν προεκτεθέντων, ἀνακύπτει τὸ ἐρώτημα τὶ σημαίνει κοινωνικὴ ἀσφάλεια καὶ ποία ἡ διαφορά της ἀπὸ τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως; Ὅπως γίνεται διεθνῶς ἀποδεκτόν, ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλεια εἶναι μία δυναμικὴ ἀντίληψις ἀποβλέπουσα διὰ τοῦ ἐπηρεασμοῦ, εἰς τὸ σύνολόν της, τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς, εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν ἐκ τῆς ἀνάγκης. Διὰ τοῦ ὅρου αὐτοῦ, ἐπισημαίνεται κυρίως ὁ σκοπός, παρὰ αἱ μέθοδοι πρὸς ἐπιτυχίαν του, μὲ ἀπωτέραν ἐπιδίωξιν τὴν χορήγησιν τακτικῶν καὶ ἐπαρκῶν παροχῶν. Ὁ δὲ σκοπὸς οὗτος ἀποβλέπει τὴν ἐπίτευξίν του διὰ τὸ σύνολον τῆς κοινωνίας, διὰ τῆς κοινωνίας ἐν τῷ συνόλῳ της. Κοινωνικὴ ἀσφάλισις καὶ κοινωνικὴ ἀσφάλεια εἶναι δύο ἔννοιαι ταὐτόσημοι καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλεια ἀποτελεῖ τὴν σύγχρονον ἐξέλιξιν τῆς πρὸ τοῦ πολέμου κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως. Ἄλλωστε, τὸ πρῶτον νομοθετικὸν κείμενον, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρον τοῦτον εἶναι ὁ Ἀμερικανικὸς νόμος τῆς 14ης Αὐγούστου 1935 «περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλείας» καὶ ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει καθαρώτατον καὶ ὀρθόδοξον σύστημα κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, στηριζόμενον εἰς εἰσφορὰς τῶν ἐργαζομένων καὶ ἐπιχορήγησιν τοῦ Κράτους. Τὸ ὅτι ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις ἤρχισεν ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους τῶν πόλεων, ἐξηγεῖται ἐκ τοῦ ὅτι οὗτοι, πλὴν τῆς σωματικῆς ἢ πνευματικῆς των δυνάμεως, στεροῦνται οἱουδήποτε ἄλλου κεφαλαίου, ἐκτίθενται εἰς τεραστίους κοινωνικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς κινδύνους, ὅτι διαθέτουν ἐργοδότην ἐπὶ τοῦ ὁποίου τεχνικῶς, ἐπιρρίπτεται τὸ μεγαλύτερον βάρος τῶν ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν, ὅτι ἔχουν σταθερὸν εἰσόδημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ὑπολογισθοῦν αἱ εἰσφοραὶ καί, τέλος, ὅτι εἶναι ὠργανωμένοι εἰς ἰσχυρὰ συνδικᾶτα, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουν τὴν ἐξέλιξιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως. Οὐδεμία τῶν προϋποθέσεων τούτων συντρέχει εἰς τὴν γεωργίαν. Αὐτὰ ὑπῆρξαν τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων, ἐβράδυνεν ἡ ἐπέκτασις τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας εἰς τοὺς ἀγρότας. Διεθνῶς μόλις μετὰ τὸν δεύτερον παγκόσμιον πόλεμον καὶ κυρίως κατὰ τὰ τελευταῖα δέκα ἔτη, ὑπήχθησαν οὗτοι εἰς τὴν ἀσφάλειαν, εἴτε ἐπωφελούμενοι τῶν μέτρων καθολικῆς ἀσφαλίσεως τοῦ πληθυσμοῦ, εἴτε διὰ τῆς εἰσαγωγῆς εἰδικῆς νομοθεσίας περὶ ἀσφαλίσεώς των. Μία ἀπὸ τὰς ἰδιομορφίας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ ἐπέκτασις τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας εἰς τοὺς ἀγρότας εἶναι ἡ ποικιλία τῆς συνθέσεως τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας. Ἐνῷ εἰς τὰς ἀστικὰς ἀπασχολήσεις εἶναι, κατὰ κανόνα, εὔκολος ἡ κατάταξις εἰς ἐξηρτημένως ἐργαζομένους καὶ εἰς ἀνεξαρτήτους ἐπιχειρηματίας, εἰς τὴν γεωργίαν ἡ κατάταξις παρουσιάζει μεγάλας δυσχερείας. Διότι ἐὰν ἐξαιρεθοῦν οἱ ἀγροτικοὶ ἐργάται καὶ οἱ μεγαλοκτηματίαι διὰ τοὺς ὁποίους οὐδεμία ἀμφισβήτησις ὑπάρχει, αἱ λοιπαὶ κατηγορίαι ἀγροτῶν εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην νομικὴν καὶ οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὥστε δυσχερῶς δύνανται νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς ἐξηρτημένως ἢ ἀνεξαρτήτως ἐργαζόμενοι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον παίζει σπουδαῖον ρόλον εἰς τὴν κοινωνικὴν ἀσφάλειαν. Οὕτω ἔχομεν α) τοὺς μέσους καὶ μικροκτηματίας, β) τοὺς μισθωτὰς ἀγροτικῶν κτημάτων καὶ γ) τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητάς. Ἡ ἀγροτικὴ ἐκμετάλλευσις καὶ εἰς τὰς τρεῖς ταύτας κατηγορίας, δύναται νὰ γίνῃ διὰ τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας, ἢ διὰ τῆς ἀπασχολήσεως ἀγροτικῶν ἐργατῶν ἢ καὶ διὰ μικτοῦ συστήματος. Ἐξ ἄλλου ἡ ἀνάμιξις ἢ μή, τοῦ κυρίου τῆς γῆς εἰς τὴν ἀγροτικὴν ἐκμετάλλευσιν, ὡς καὶ ἡ χορήγησις ἢ μή, ὑπ’ αὐτοῦ τῶν τεχνικῶν μέσων, σπόρων κλπ., δημιουργεῖ ποικιλίαν νομικῶν σχέσεων, δυσκόλως κατατασσομένων. Ἡ ἰδιομορφία αὕτη τῶν σχέσεων ἐν τῇ γεωργίᾳ πλὴν τῶν δυσχερειῶν, πρὸς τούτοις ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας, τῆς κατ’ ἀρχὴν ἐγκαταλείψεως πολλῶν βασικῶν κριτηρίων, τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζει εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ἀστικῶν ἀπασχολήσεων. Πάντως πρωταρχικὸν καθῆκον κἄθε συστήματος ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν, εἶναι ἡ χάραξις διαχωριστικῆς γραμμῆς μεταξὺ τῶν ἀνεξαρτήτων, ἠθικῶς καὶ οἰκονομικῶς, ἀγροτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξομοιοῦνται πρὸς τοὺς ἀνεξαρτήτους ἐπιτηδευματίας τῶν πόλεων καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀδυνάτων ἀγροτῶν, οἱ ὁποῖοι μετὰ τῶν ἀγροτικῶν ἐργατῶν, ἀντιστοιχοῦν πρὸς τοὺς ἐξηρτημένους ἐργαζομένους τῶν ἀστικῶν κέντρων καὶ δικαιοῦνται τῶν αὐτῶν παροχῶν, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, κοινωνικῆς ἀσφαλείας. Ἡ τοιαύτη κατάταξις εἰς τὰς δύο μεγάλας κατηγορίας δύναται νὰ γίνῃ μὲ βασικὰ κριτήρια τὴν ἔκτασιν τῆς καλλιεργουμένης γῆς, τὸ εἶδος τῆς καλλιεργείας (δενδροκαλλιέργεια—ἀγροὶ) τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἀξίαν τῆς παραγωγῆς καὶ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν προέλευσιν τῶν χρησιμοποιουμένων βοηθητικῶν χειρῶν. Διὰ τοὺς μέσους καὶ μικροὺς ἀνεξαρτήτους ἀγρότας ὑφίστανται οἱ αὐτοὶ περίπου βασικοὶ ἀσφαλιστικοὶ κίνδυνοι, ὡς καὶ διὰ τοὺς ἐξηρτημένους ἐργαζομένους τῶν πόλεων. Καὶ εἰδικώτερον: α) ἀσθένεια, β) προσωρινὴ ἀνικανότης, γ) ἀναπηρία, δ) γῆρας, καὶ ε) θάνατος. Καὶ διὰ μὲν τὴν ἀσθένειαν δὲν πρόκειται νὰ ἐπεκταθῶ, διότι ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἀποτελεῖ κύριον ἀντικείμενον τοῦ συζητουμένου θέματος καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὑπάρχει ἤδη ὁ θεσμὸς τῶν ἀγροτικῶν ἰατρείων ὁ ὁποῖος ὡς ἐδήλωσε τὴν προπαρελθοῦσαν Τρίτην εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ὑφυπουργὸς Προνοίας κ. Ψαρρέας, πρόκειται νὰ βελτιωθῇ καὶ νὰ ἐπεκταθῇ λίαν συντόμως. Ὡς πρὸς τὴν προσωρινὴν ἀνικανότητα τὰ πράγματα διαφέρουν. Διότι ἐνῷ εἶναι δυνατὴ ὑπὸ τὸ ὑφιστάμενον σύστημα, ἡ παροχὴ ἰατρικῆς περιθάλψεως ἐν περιπτώσει ἀτυχήματος, δὲν εἶναι ἁπλοῦν θέμα ἡ χορήγησις εἰς χρῆμα παροχῶν προσκαίρου ἀνικανότητος. Κατ’ ἀρχὴν ἡ προσωρινὴ ἀνικανότης τοῦ ἀνεξαρτήτου ἀγρότου δὲν ἐξομοιοῦται ἀπολύτως πρὸς τὴν προσωρινὴν ἀνικανότητα τοῦ ἐξηρτημένου ἐργάτου, διότι δὲν συνεπάγεται τὴν αὐτὴν ἀπώλειαν εἰσοδήματος. Ἡ ἔκτασις τῆς ἀπωλείας ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν συνέβη καὶ διαρκεῖ ἡ ἀνικανότης. Ἄλλη εἶναι ἡ ἐπίπτωσις ἐὰν συμβῇ μετὰ τὴν σπορὰν καὶ ἄλλη ἐὰν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ θεριζοαλωνισμοῦ. Ὁμοίως σπουδαῖον ρόλον παίζει ἡ σύνθεσις τῆς οἰκογενειακῆς ἀγροτικῆς ἐκμεταλλεύσεως, ὁπότε διαφορετικαὶ εἶναι αἱ συνέπειαι ἐὰν ὑπάρχῃ τρόπος ἢ μή, ἀναπληρώσεως τοῦ προσωρινῶς ἀνικάνου, ὑπὸ ἑτέρου μέλους τῆς οἰκογενείας. Ἐὰν ὅμως ἡ ἀνικανότης συνεχίζεται ἐπὶ μακρόν, τότε ἀσφαλῶς θὰ σημειωθῇ μείωσις τῶν εἰσοδημάτων τοῦ ἀγρότου. Ἐξ ἄλλου, ἀπὸ ἀσφαλιστικῆς πλευρᾶς ὑφίστανται τεράστιαι δυσχέρειαι διαπιστώσεως τῆς ἐκτάσεως τῆς προσωρινῆς ἀνικανότητος, ὀφειλόμεναι κυρίως εἰς τὸ ὅτι ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς κατοικεῖ εἰς μικρὰ χωρία ἢ συνοικισμούς. Ἀκόμη μεγαλυτέρας δυσχερείας δημιουργεῖ ἡ ἐξακρίβωσις καὶ ἡ χορήγησις ἀσφαλιστικῶν παροχῶν ἐν περιπτώσει προσωρινῆς ἀνικανότητος μέλους τῆς οἰκογενείας. Διάφορος ὅμως εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς ἀναπηρίας, γήρατος καὶ θανάτου. Καὶ ἐνταῦθα δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀπόλυτος ἐξομοίωσις πρὸς τοὺς ἐργαζομένους τῶν πόλεων διότι ἐὰν ἕνας μεσαῖος ἢ μικρὸς ἀγρότης καταστῇ ἀνάπηρος ἢ γέρων, πάλιν ὑπάρχει δι’ αὐτὸν ἕνα μικρὸν περιθώριον μερικῆς παραγωγικῆς ἀπασχολήσεως εἰς τὴν ἀγροτικήν του ἐκμετάλλευσιν. Ἐξ ἄλλου τὰ τέκνα του προοδευτικῶς ἢ καὶ ἀμέσως, δύνανται νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν εἰς τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας οὗτος ἐξετέλει προηγουμένως. Τὸ οἰκογενειακὸν εἰσόδημα δὲν μειοῦται. Μόνον ἐν περιπτώσει θανάτου δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπώλεια εἰσοδήματος. Αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλεισθοῦν οἱ ἀγρόται τῶν λεγομένων ἀσφαλιστικῶν κινδύνων μακρᾶς διαρκείας, ἀλλὰ χρειάζεται εἰδικὴ ἀντιμετώπισις. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει φρονῶ, ὅτι ἴσως ἂν ὄχι μεγαλυτέρας πάντως ἴσης σημασίας πρὸς τὴν ἀσφάλισιν γήρατος, τυγχάνει ἡ ἀσφάλισις ἔναντι τῆς ἀναπηρίας, ὅταν αὕτη συνεπιφέρῃ οὐσιώδη μείωσιν τοῦ εἰσοδήματος τῆς ἀγροτικῆς οἰκογενείας. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀπαραίτητος ἡ κάλυψις καὶ αὐτοῦ τοῦ κινδύνου, ὑπὸ τοῦ συζητουμένου συστήματος τῶν ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων. Θὰ ἐξηρχόμην ἐντελῶς τοῦ θέματος, ἐὰν ἐξήταζον τοὺς λοιποὺς κινδύνους τῶν ἀγροτῶν, ὡς εἶναι τὰ οἰκογενειακὰ βάρη καὶ οἱ οἰκονομικοὶ κίνδυνοι τῆς ἀγροτικῆς ἐκμεταλλεύσεως. Συνεπῶς, περιορίζομαι κυρίως εἰς τὴν ἀσφάλισιν γήρατος καὶ θανάτου, ἡ ὁποία ἄλλωστε ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως. Τὰ βασικὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἀνακύπτουν εἰς τὴν ἀσφάλισιν γήρατος τῶν ἀγροτῶν εἶναι α) ὁ τρόπος τῆς ἀσφαλιστικῆς των ὑπαγωγῆς, β) ἡ ἡλικία καὶ αἱ προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως καὶ γ) ἡ χρηματοδότησις τῆς ἀσφαλίσεως. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον θέμα, δὲν θὰ ἀναφερθῶ διεξοδικῶς εἰς τὰ ἐφαρμοσθέντα παρ’ ἄλλων χωρῶν, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ κυρίως εἰς τὰ κράτη τὰ ὁποῖα εἰσήγαγον εἰδικῶς τὸν θεσμὸν συνταξιοδοτήσεως τῶν ἀγροτῶν. Ἡ Ἰταλία διὰ τοῦ νόμου 1047 τῆς 26 Ὀκτωβρίου 1957, προβλέπει τὴν ἐπέκτασιν τοῦ καθεστῶτος ἀσφαλίσεως ἀναπηρίας—γήρατος εἰς ἐνδιαφέρουσαν ὁμάδα ἀνεξαρτήτων ἀγροτῶν καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας των. Δὲν ἵδρυσεν ἴδιον ἀσφαλιστικὸν ὀργανισμόν, ἀλλὰ ὑπήγαγεν τὸν κλάδον αὐτόν, εἰς τὸ Ἵδρυμα ἀσφαλίσεως τῆς ἀσθενείας. Ὁμοίως ὁ Γερμανικὸς νόμος τῆς 27 Ἰουλίου 1957 ὁ ὁποῖος ἀσφαλίζει ὅλους τοὺς ἀγρότας ἔναντι τοῦ γήρατος, ἀνέθεσεν τὴν διαχείρισιν τοῦ κλάδου συντάξεων εἰς ταμεῖα ἀγροτικῶν συντάξεων, τοπικῆς βάσεως, εἰς τὴν ἕδραν ἑκάστου ἱδρύματος ἀσφαλίσεως ἀγροτικῶν ἀτυχημάτων. Εἰς οὐδεμίαν χώραν ἱδρύθη αὐτοτελὴς κεντρικὸς ὀργανισμὸς συντάξεων ἀγροτῶν. Εἰδικώτερον διὰ τὴν χώραν μας οὐδεὶς λόγος συντρέχει διὰ τὴν ἵδρυσιν νέου ἀσφαλιστικοῦ ἱδρύματος. Βάσει τῆς προαναφερθείσης κατατάξεως τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ εἰς τὰς δύο βασικὰς κατηγορίας: α) Τοὺς εὐπόρους ἀγρότας, καὶ β) τοὺς μέσους καὶ μικροὺς ἀγρότας καὶ τοὺς ἀγροτικοὺς ἐργάτας. Δυνάμεθα κάλλιστα νὰ ὑπαγάγωμεν τὴν πρώτην κατηγορίαν εἰς τὸ Τ.Ε.Β.Ε., τὴν δὲ δευτέραν εἰς τὸ Ι.Κ.Α., ἱδρυομένων ἀντιστοίχως εἰς αὐτὰ αὐτοδιοικουμένων καὶ οἰκονομικῶς ἀνεξαρτήτων κλάδων συνταξιοδοτήσεως ἀγροτῶν. Αὐτονόητος προϋπόθεσις τυγχάνει ἡ ἀναδιοργάνωσις τῶν ἀσφαλιστικῶν τούτων ὀργανισμῶν καὶ γενικῶς τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας εἰς τὴν χώραν μας. Ἡ ὑπαγωγὴ αὕτη στηρίζεται εἰς τοὺς ἑξῆς λόγους: α) Οἱ εὔποροι ἀγρόται ἔχουν πολλὰ τὰ κοινὰ μὲ τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ βιοτέχνας, ἐνῷ ἀντιστοίχως ἡ δευτέρα κατηγορία ἀγροτῶν προσομοιάζει πρὸς τοὺς ἐξηρτημένως ἐργαζομένους. β) Διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν δύο τούτων μεγάλων ἀσφαλιστικῶν μας ὀργανισμῶν, ἀφ’ ἑνὸς θὰ γίνῃ χρῆσις τῆς τεραστίας ἀσφαλιστικῆς των πείρας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ὑπάρξῃ μεγάλη οἰκονομία εἰς προσωπικόν, ἐνοίκια γραφείων, τεχνικὸν ἐξοπλισμὸν κλπ.
§174Χ. ΠΙΠΙΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑπεδείξατε κατὰ τὴν ὁμιλίαν σας, τὸν τρόπον ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν διὰ τῆς ἐντάξεως αὐτῶν εἰς τὸ Ι.Κ.Α. Παραγνωρίζομεν ὅμως, ὅτι σήμερον τὸ Ἵδρυμα αὐτὸ διέρχεται μίαν σοβαρὰν κρίσιν λόγῳ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν ἠσφαλισμένων.
§175Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἀντελήφθητε τὶ εἶπον. Εἶπον, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ αὐτόνομος καὶ οἰκονομικῶς ἀνεξάρτητος λογαριασμὸς καί, ὅτι θὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν τεραστίαν πεῖραν τοῦ Ι.Κ.Α. καὶ Τ.Ε.Β.Ε. Ἐπιβοηθητικῶς θὰ πρέπει νὰ γίνῃ χρῆσις τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ὡς καὶ τοῦ Σώματος τῶν κοινοτικῶν γραμματέων, οἱ ὁποῖοι ἔναντι μικρᾶς συμπληρωματικῆς ἀμοιβῆς θὰ εἶναι πολύτιμοι συνεργάται διὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς συντάξεως τῶν ἀγροτῶν. Ἐνταῦθα πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ ἀσφάλισις εἰς τὸ ΤΕΒΕ δέον νὰ εἶναι προαιρετική, ἐνῶ ἡ ἀσφάλισις τῶν μέσων καὶ μικρῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν ἀγροτικῶν ἐργατῶν εἰς τὸ Ι.Κ.Α. ὑποχρεωτική. Οἱ λόγοι εἶναι προφανεῖς. Οἱ εὔποροι ἀγρόται δὲν ἔχουν ἀνάγκην ὑποχρεωτικῆς προστασίας, ὡς οἱ λοιποὶ ἀγρόται. Ἐξ ἄλλου ἡ ὑποχρεωτικὴ ἀσφάλισις αὐτῶν θὰ δημιουργήσῃ τὴν ἰδίαν συσσώρευσιν ποινικῶν δικῶν, ὡς συνέβη κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τῆς ἀσφαλίσεως τοῦ ΤΕΒΕ. Συστήματα οἰκειοθελοῦς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν, συναντῶνται εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου ἐπιτρέπεται ἡ ἐλευθέρα ἀσφάλισις αὐτῶν εἰς τὰ ταμεῖα ἀσφαλίσεως ἀγροτικῶν ἐργατῶν, εἰς τὴν Αὐστρίαν ὅπου προβλέπεται ἐλευθέρα ἀσφάλισις αὐτῶν ἔναντι τῆς ἀσθενείας καὶ εἰς τὴν Οὑγγαρίαν ὅπου οἱ ἀγρόται ὡρισμένης οἰκονομικῆς ἐπιφανείας ἀσφαλίζονται ἐλευθέρως ἔναντι τῆς ἀσθενείας, ἀτυχήματος καὶ γήρατος. Ὁμοίως εἰς τὴν Δανίαν λειτουργεῖ ἐπιχορηγούμενον σύστημα ἐλευθέρας ἀσφαλίσεως ἀγροτῶν. Ἐξ ἄλλου εἰς τὴν Ἰσλανδίαν, Λουξεμβοῦργον, Νορβηγίαν, Ὁλλανδίαν καὶ Πολωνίαν, προβλέπεται ἐθελουσία ἀσφάλισις, εἰς ἣν περίπτωσιν ὁ ἀγροτικὸς ἐργάτης ἀλλάξῃ ἀπασχόλησιν καὶ μεταβληθῇ εἰς ἀνεξάρτητον ἀγρότην. Ὡς πρὸς τὸ ἔτος τῆς ἡλικίας θὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι τὸ γενικῶς παραδεκτὸν ὅριον συνταξιοδοτήσεως διὰ τοὺς ἀγρότας εἶναι τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας των. Τὸ ἔτος αὐτὸ ἰσχύει εἰς τὴν Ἀγγλίαν, Αὐστραλίαν, Βέλγιον, Γαλλίαν, Γερμανίαν, Δανίαν, Ἑλβετίαν, Ἰταλίαν, Μεξικόν, Πολωνίαν, Πορτογαλίαν, Τσεχοσλοβακίαν καὶ Φιλανδίαν. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ περιπτώσεις ὅπου τὸ ὅριον εἶναι μεγαλύτερον Οὕτω ἐνῷ εἰς τὴν Ἰσλανδίαν καὶ Σουηδίαν ἰσχύει τὸ 67ον ἔτος, εἰς τὸν Καναδᾶν, Νορβηγίαν καὶ Ἰρλανδίαν ἰσχύει τὸ 70όν. Συνεπῶς οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ τῆς προτάσεως τῆς ΕΔΑ περὶ συνταξιοδοτήσεως εἰς τὸ 60ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας ἡ ὁποία εἶναι ἀνεδαφική, ἀλλὰ τὸ ὅριον συνταξιοδοτήσεως πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰς τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας.
§176Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ συγκρίσεως δύο ἀνομοίων στοιχείων, διότι ὁ κάτοικος τῆς ὑπαίθρου γηράσκει γρηγορώτερον ἀπὸ τὸν ἀστόν.
§177Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου στατιστικὰς ἄλλων χωρῶν, κ. συνάδελφε, πάντως γνωρίζω, ὅτι τὸ ὅριον ζωῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχει αὐξηθῆ καὶ δὴ εἰς τὴν ὕπαιθρον. Συνεπῶς δὲν εὐσταθεῖ τὸ ἐπιχείρημά σας. Θὰ εἰσέλθω, κ. συνάδελφοι, εἰς τὸ δεύτερον θέμα. Εἰς τὸ θέμα τῶν προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως. Διὰ νὰ τύχῃ συνταξιοδοτήσεως ὁ ἀγρότης θὰ πρέπει πλὴν τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας νὰ ἔχῃ καὶ ὡρισμένας ἄλλας ἀσφαλιστικὰς προϋποθέσεις. Κατὰ τὸν Ἰταλικὸν νόμον πρέπει νὰ ἔχῃ διατελέσει 15 ἔτη ἐν ἀσφαλίσει καὶ νὰ ἔχῃ καταβάλει 2.340 ἡμερησίας εἰσφοράς. Ἐν περιπτώσει θανάτου τοῦ ἠσφαλισμένου ἢ συνταξιούχου μόνον ἡ 60ούτις ἢ ἀνάπηρος χήρα ἔχουν δικαίωμα συντάξεως. Εἰς τὴν Γερμανίαν ἀπαιτεῖται ἡ καταβολὴ εἰσφορῶν 180 μηνῶν καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ὁ δικαιοῦχος ἔχει μεταβιβάσει τὴν ἀγροτικήν του ἐκμετάλλευσιν μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 50οῦ ἔτους τῆς ἡλικίας του. Ἡ χήρα δικαιοῦται συντάξεως ἐφ’ ὅσον ὁ ἀποθανὼν εἶχε δικαίωμα πρὸς σύνταξιν, ἐφ’ ὅσον ὁ γάμος εἶχε τελεσθῆ πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ 65ου ἔτους καὶ ἐφ’ ὅσον αὕτη ἔχει συμπληρώσει τὸ 60ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας της. Εἰς τὴν Βουλγαρίαν ὁ ἀγρότης δικαιοῦται συντάξεως ἐὰν κατέβαλεν εἰσφορὰς ἐπὶ 25 ἔτη καὶ εἶναι μέλος τοῦ Συνδικάτου τῶν ἀγροτῶν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἀπαιτεῖται 15ετὴς ἀπασχόλησις τοῦ ἀγρότου καὶ καταβολὴ ὡρισμένων εἰσφορῶν. Διὰ τὴν συνταξιοδότησιν τῶν Ἑλλήνων ἀγροτῶν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἰσχύσουν τὰ ἀντίστοιχα κριτήρια τοῦ Τ.Ε.Β.Ε. καὶ τοῦ Ι.Κ.Α. Καὶ εἰσέρχομαι τώρα, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ σοβαρώτερον θέμα τῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ τρόπος τῆς χρηματοδοτήσεώς της. Ἡ ἀντίληψις περὶ ἀναλήψεως ἀποκλειστικῶς ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ὁλοκλήρου τοῦ βάρους τῆς ἀσφαλίσεως τοῦ γήρατος τῶν ἀγροτῶν μὲ εὑρίσκει ἀντίθετον. Καὶ ὄχι μόνον δι’ οἰκονομικοὺς λόγους, ἀλλὰ κυρίως διὰ ψυχολογικοὺς δὲν εἶναι πρέπον ἡ συνταξιοδότησις τῶν ἀγροτῶν νὰ φέρῃ τὸν χαρακτῆρα ἐλεημοσύνης πρὸς αὐτούς. Ἐξ ἄλλου ἐὰν ἐξαιρεθοῦν ἡ Δανία, αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, ἡ Ἰρλανδία, ὁ Καναδᾶς καὶ ἡ Νορβηγία, ὅπου προβλέπεται ἡ συνταξιοδότησις τῶν ἡλικιωμένων ἀπόρων καὶ συνεπῶς καὶ τῶν ἀγροτῶν, ἄνευ καταβολῆς εἰσφορᾶς εἰς ὅλας τὰς ἄλλας χώρας τοῦ κόσμου ἡ χρηματοδότησις τῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν στηρίζεται εἴτε εἰς εἰσφορὰς ἀγροτῶν καὶ κράτους, εἴτε ἀποκλειστικῶς εἰς εἰσφορὰς τῶν ἀγροτῶν. Οὕτω εἰς τὴν Αὐστραλίαν ἰσχύει παρεμφερὲς σύστημα πρὸς τὸ τῆς Νέας Ζηλανδίας. Εἰδικώτερον ἐνταῦθα ἡ εἰσφορὰ τῶν ἀγροτῶν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματός των ἀνέρχεται προοδευτικῶς ἀπὸ 1¼ μέχρις 7½%. Εἰς τὴν Βουλγαρίαν οἱ ἀγρόται καταβάλλουν τὸ ἥμισυ τῆς εἰσφορᾶς, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ τὸ Συνδικάτον τῶν ἀγροτῶν. Ἐὰν τὸ εἰσόδημα τοῦ ἀγρότου ὑπερβαίνῃ τὰ 100.000 λέβα, οὗτος καταβάλλει συμπληρωματικὴν εἰσφορὰν ἐκ 10%, 20%, 30% καὶ μέχρι 40% διὰ κάθε τμῆμα 100.000 λέβα. Εἰς τὴν Γερμανίαν ἡ εἰσφορὰ καταβάλλεται ὑπὸ τῶν ἠσφαλισμένων ἀγροτῶν καὶ ἀνέρχεται εἰς 10 μάρκα μηνιαίως. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ἡ χρηματοδότησις γίνεται ἀφ’ ἑνὸς δι’ εἰσφορᾶς τῶν ἠσφαλισμένων ἀγροτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ παγίας ἐπιχορηγήσεως τοῦ κράτους. Προκειμένου περὶ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν προβλέπεται ἡ καταβολὴ τοῦ ἡμίσεος τῆς εἰσφορᾶς των ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς. Ἡ κρατικὴ ἐπιχορήγησις ἀνῆλθεν εἰς 10 δισεκατομμύρια λιρεττῶν δηλαδὴ 500 ἑκατομμύρια δραχμὰς διὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1958–59 αὐξανομένη κατὰ 2 δισεκατομμύρια λιρέττας ἀνὰ ἕκαστον οἰκονομικὸν ἔτος διὰ νὰ φθάσῃ τὰ 26 δισεκατομμύρια λιρέττας τὸ ἔτος 1966–67.
§178Θ. ΛΥΜΠΕΡΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶναι ἀξιόλογος ἡ προσπάθειά σας νὰ συγκεντρώσητε ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἴχατε καὶ στοιχεῖα ποὺ θὰ μᾶς δίδουν ποῖον εἶναι τὸ ἀγροτικὸν εἰσόδημα εἰς τὰ κράτη τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε.
§179Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐάν, κ. συνάδελφε, ἔπρεπε νὰ καταλήξω ἐκεῖ ποὺ θέλετε σεῖς, ἀσφαλῶς θὰ εἶχα φροντίσει νὰ ἐξασφαλίσω καὶ τὰ στοιχεῖα αὐτά. Ἀλλὰ ἐγὼ θέλω νὰ καταλήξω ἐκεῖ ποὺ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ στηριχθῇ τὸ σύστημα διὰ τὴν ἀσφάλισιν τῶν ἀγροτῶν. Εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν οἱ ἀγρόται καταβάλλουν εἰσφορὰν ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς τὸ ἄθροισμα τῆς συνήθους ἐργατικῆς καὶ ἐργοδοτικῆς εἰσφορᾶς καὶ πρὸς τούτοις ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσουν εἰσφορὰς καὶ διὰ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας των. Ἡ ἀτομική των εἰσφορὰ ἀνέρχεται εἰς 16,7% τοῦ εἰσοδήματός των. Ἐξ ὧν 6,7% διὰ τὸν κλάδον ἀσθενείας καὶ 10% διὰ τὸν κλάδον τῶν συντάξεων. Ἐκ τῆς συγκριτικῆς ταύτης παραθέσεως τῶν ἰσχυόντων ἀλλαχοῦ συνάγεται, ὅτι κράτη εὑρισκόμενα εἰς ἀσύγκριτον οἰκονομικὴν εὐρωστίαν ἐν σχέσει μὲ τὴν Ἑλλάδα στηρίζουν τὴν ἀσφάλισιν εἰς εἰσφορὰς ἀγροτῶν ἀποκλειστικῶς ἢ εἰς εἰσφορὰς καὶ αὐτῶν. Συνεπῶς θὰ ἦτο τὸ ὀλιγώτερον ὑπερβολικὸν νὰ ζητῶμεν εἰς τὴν χώραν μας τὸ βάρος νὰ ἐπιρριφθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Κράτος ὅπως ἐπίσης θὰ ἦτο ἄδικον νὰ στηριχθῇ ἡ ἀσφάλισις ἀποκλειστικῶς εἰς εἰσφορὰς τῶν ἀγροτῶν. Ἡ μέση ὁδὸς καὶ ἐνταῦθα ἀποτελεῖ τὸν χρυσοῦν κανόνα. Ἡ ἀσφάλισις γήρατος καὶ θανάτου καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ τῆς ἀναπηρίας πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ κατὰ βάσιν τὰς διὰ τὸ ΙΚΑ ἰσχυούσας προϋποθέσεις. Δηλαδή, οἱ μέσοι καὶ μικροὶ ἀγρόται καὶ οἱ ἀγροτικοὶ ἐργάται νὰ καταταγοῦν εἰς μίαν ἑνιαίαν μισθολογικὴν κλάσιν, βάσει τῆς ὁποίας θὰ προσδιορίζεται τόσον ἡ εἰσφορὰ ὅσον καὶ ἡ συνταξιοδότησίς των. Ἡ εἰσφορὰ αὕτη ἀντιστοιχοῦσα εἰς τὰ 7½% τῶν τεκμαρτῶν ἀποδοχῶν τῆς ὁρισθησομένης κλάσεως θὰ καταβάλλεται κατὰ 29,41% ὑπὸ τοῦ ἀγρότου καὶ κατὰ 70,59% ὑπὸ τοῦ Κράτους. Δηλαδὴ ὁ ἀγρότης θὰ καταβάλῃ τὴν ἐργατικὴν εἰσφορὰν καὶ τὸ Κράτος τὴν ἐργοδοτικήν. Πρὸ πάσης ὅμως ἐφαρμογῆς οἱουδήποτε συστήματος ἀσφαλίσεως εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ὕπαρξις ἀπογραφικῶν καὶ ἀναλογιστικῶν στοιχείων καὶ ἡ ἀναδιοργάνωσις τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας εἰς τὴν χώραν μας.
§180Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Παραλλήλως πρὸς τὴν ἰατρικὴν περίθαλψιν.
§181Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, κ. συνάδελφε, ὅτι ὡς πρῶτον στάδιον εἶναι ἀρκετὴ ἡ ὑπάρχουσα ἰατρικὴ περίθαλψις, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε ἕνα μέγα βῆμα ἔναντι τοῦ παρελθόντος.
§182Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Εἶναι πάντως μέτρον προνοίας.
§183Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ὅτι εἶναι μέτρον προνοίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἡ Γιουγκοσλαβία ἐψήφισε μόλις πέρυσι νόμον παρόμοιον μὲ τὸν ἰδικόν μας. Τέλος ἐπειδὴ πολλὰ προβλήματα θὰ ἀνακύψουν ἐκ τῶν ἰδιομορφιῶν τῆς ἀσφαλίσεως γήρατος τῶν ἀγροτῶν δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπος ἡ τμηματικὴ ἐφαρμογή της Π.χ. ἀντὶ νὰ εἰσαχθῇ εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν θὰ ἠδύνατο διὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη νὰ ἐφαρμοσθῇ δοκιμαστικῶς εἰς ἓν διαμέρισμα τῆς χώρας, εἰς τρόπον ὥστε ἡ πεῖρα ἡ ὁποία θὰ ἀποκτηθῇ ἐκ τῶν ἀτελειῶν ἢ κενῶν τὰ ὁποῖα θὰ ἐμφανίσῃ ἡ ἀσφάλισις, νὰ χρησιμοποιηθῇ προκειμένου νὰ ἰσχύσῃ τὸ σύστημα τοῦτο γενικῶς. Ἀνακεφαλαιῶν, νομίζω, ὅτι ἡ ἀσφάλισις τῶν ἀγροτῶν ὑφ’ ἣν μορφὴν προετάθη, δηλαδὴ α) ὁ διαχωρισμὸς τῶν ἀγροτῶν εἰς δύο κατηγορίας: Τοὺς εὐπόρους ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοὺς μέσους καὶ μικροὺς ἀγρότας καὶ ἀγροτικοὺς ἐργάτας ἀφ’ ἑτέρου β) Ἡ ὑπαγωγὴ τῶν πρώτων ἑκουσίως εἰς τὴν ἀσφάλισιν τοῦ ΤΕΒΕ καὶ τῶν δευτέρων εἰς ὑποχρεωτικὴν ἀσφάλισιν τοῦ ΙΚΑ, ἱδρυομένων ἀντιστοίχως εἰς αὐτὰ ἀνεξαρτήτων οἰκονομικῶς καὶ αὐτοδιοικουμένων λογαριασμῶν ἀσφαλίσεων ἀγροτῶν καὶ γ) Ἡ καταβολὴ εἰσφορᾶς εἰς μὲν τὸ ΤΕΒΕ ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τῶν εὐπόρων ἀγροτῶν, εἰς δὲ τὸ ΙΚΑ τῆς μὲν ἐργατικῆς εἰσφορᾶς ἐκ μέρους τῶν μέσων καὶ μικρῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν ἀγροτικῶν ἐργατῶν, τῆς δὲ ἐργοδοτικῆς εἰσφορᾶς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἢ ὑπὸ τοῦ ἐργοδότου προκειμένου περὶ τῶν ἀπασχολούντων ἀγροτικοὺς ἐργάτας, μὴ μέλη τῆς οἰκογενείας των, παρέχει τὰ ἐχέγγυα ἑνὸς σταθεροῦ καὶ μονίμου καθεστῶτος ἀσφαλίσεως. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, εἴτε γίνουν δεκταὶ αἱ προτάσεις τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸ Σῶμα, εἴτε ἄλλαι καλύτεραι, δι’ ἕνα πρᾶγμα δύναμαι νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησίν μου. Ὅτι ἐν τῇ ἀξιολογήσει καὶ ἱεραρχήσει τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπαίθρου ἡ συνταξιοδότησις τῶν ἀγροτῶν κατέλαβε τὴν δέουσαν θέσιν καί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μὲ βαθεῖαν συναίσθησιν τῶν γενικωτέρων εὐθυνῶν της ἀπέναντι τοῦ τόπου θὰ θελήσῃ, εὐθὺς ὡς περατωθῇ ἡ σχετικὴ προεργασία, νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς ἀγροτικὰς ἀσφαλίσεις, συνδυάζουσα τὰς δυνατότητας τῆς οἰκονομίας πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς ἀνάγκης. Τὴν ἀκράδαντον δὲ πεποίθησίν μου αὐτὴν στηρίζω εἰς τὸ ὅτι, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Κ. Καραμανλῆς ἔχει ἀναλάβει προσωπικῶς τὸ θέμα. Καὶ εἰς τὴν προσπάθειάν της αὐτήν, ἡ Κυβέρνησις εἶμαι βέβαιος, θὰ εὕρῃ συμπαραστάτας ὅλους τοὺς ὑγιῶς σκεπτομένους Ἕλληνας, διότι αὕτη θὰ ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον, τὴν πρόοδον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σπηλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§185Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις ἀρνουμένη τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου περὶ συνταξιοδοτήσεως τῶν ἀπόρων γερόντων ἀγροτῶν, ἐπικαλεῖται τὴν ἱεράρχησιν τῶν ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι προτάσει τὴν ὑγειονομικὴν περίθαλψιν, θὰ ἐπακολουθήσῃ δὲ ἡ μελέτη δι’ ἐνδεχομένην συνταξιοδότησιν τῶν ὑπερηλίκων ἀγροτῶν. Καυχᾶται μάλιστα ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπραγματοποίησε τὴν ὑγειονομικὴν περίθαλψιν. Προφανῶς πρόκειται περὶ πλάνης, ἀκουσίας βεβαίως πλάνης, διότι τὸ θέμα εἶναι εἰδικὸν καὶ ὅσοι τὸ ἐχειρίσθησαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς δὲν συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν εἰδικῶν καὶ συνεπῶς, νομίζω, ὅτι διὰ τῆς ἱδρύσεως μεγάλου ἀριθμοῦ ἀγροτικῶν ἰατρείων ἢ καὶ νοσοκομείων καὶ συμπληρώσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῶν ὑφισταμένων ὑγειονομικῶν σταθμῶν ἀγροτικῶν ἰατρείων καὶ νοσοκομείων, νομίζουν λέγω, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ ὑγειονομικὴ περίθαλψις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Δυστυχῶς τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσον ἁπλᾶ. Βεβαίως ἔχει γίνει μία βελτίωσις εἰς τὴν ὑγειονομικὴν περίθαλψιν. Ἐν τούτοις ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν κατώρθωσε ὄχι κἂν νὰ λύσῃ τὸ θέμα ἀλλὰ οὔτε νὰ προγραμματίσῃ τὴν ὑγειονομικὴν περίθαλψιν. Πρέπει κύριοι νὰ κάμωμεν διάκρισιν μεταξὺ ὑγειονομικῆς περιθάλψεως, ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως καὶ ἰατρονοσοκομειακῆς τοιαύτης. Πρόκειται περὶ τριῶν ὅρων διαφορτικῆς ἐννοίας. Ὑγειονομικὴ περίθαλψις σημαίνει ὁλοκληρωτικὴ ὑπευθυνότης τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἐξασφάλισιν συγχρονισμένων ὅρων ὑγείας. Τοῦτο σημαίνει ὑγιεινὴν κατοικίαν, ὑγιεινοὶ ὅροι διατροφῆς καὶ ἐργασίας, ὑγιεινοὶ ὅροι ὑδρεύσεως καὶ ἀποχετεύσεως. Ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ ὕπαιθρος ὅπως εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους μας, στερεῖται ὅλων αὐτῶν κατὰ 90% καὶ εὑρίσκεται εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν, ὥστε δὲν πρέπει νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ ὑγιεινῆς περιθάλψεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Διὰ τὴν ἐξασφάλισιν ἰατρονοσοκομειακῆς περιθάλψεως πρῶτον ἀπ’ ὅλα πρέπει νὰ ἑδραιωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Λαοῦ πρὸς τὰ ὄργανα. Καὶ ἡ ἑδραίωσις τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς δὲν ἐξασφαλίζεται μὲ ὅσα νοσοκομεῖα καὶ ἂν γίνουν καὶ μὲ ὅσα σύγχρονα ὄργανα τὰ πλουτίσωμεν. Καὶ ὁ ἀγρότης ἑνὸς χωρίου γνωρίζει, ὅτι ἐὰν τύχῃ ποτὲ καὶ ἀσθενήσῃ βαρέως καὶ στερεῖται τῶν μέσων προσφυγῆς εἰς τὰς Ἀθήνας, εἶναι χαμένος. Ἡ δημιουργία ἐμπιστοσύνης πρὸς τὰ νοσοκομειακὰ ἱδρύματα τῆς ὑπαίθρου εἶναι ὑπόθεσις ἀποκεντρώσεως ὄχι τῶν ἀνθρώπων, ἢ τῶν ὀργάνων ἢ τῶν κτιρίων, ἀλλὰ ἀποκεντρώσεως αὐτῆς ταύτης τῆς ἐπιστήμης. Εἶναι ζήτημα προγραμματισμοῦ καὶ ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ 7ετίας τὸν νόμον περὶ νοσοκομειακῆς περιθάλψεως, ἕνα νόμον μελετημένον, ὁ ὁποῖος ὅμως παραμένει ἀνεφάρμοστος εἰς τὰ χρονοντούλαπα τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας. Ὁ προγραμματισμὸς τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶναι ἡ διαίρεσις τῆς χώρας εἰς 17 ὑγειονομικὰς περιφερείας εἰς ἑκάστην τῶν ὁποίων θὰ λειτουργῇ ἕνα γενικὸν νοσοκομεῖον 200 κλινῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελῇ τὸ κέντρον τῆς ἐπιστήμης τῆς περιφερείας, εἰς τρόπον ὥστε τὸ ἀγροτικὸν ἰατρεῖον τοῦ χωρίου δὲν θὰ ἀποτελῇ ἕνα ἀποκεκομμένον στοιχεῖον καὶ ὁ ἰατρὸς τοῦ χωρίου δὲν θὰ εἶναι ἀποκεκομμένος ἀπὸ τὸν λοιπὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον. Ὅπως ἔχει σήμερον ἡ κατάστασις καὶ ἐὰν μεταβοῦν ὅλοι οἱ ἰατροὶ εἰς τὰ χωρία, δὲν θὰ κατορθωθῇ ἡ ἑδραίωσις τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν χωρικῶν. Καὶ ἀπόδειξιν περὶ τούτου ἀποτελεῖ τὸ ὅτι παρ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔξοδα, ἐν τούτοις σήμερον εἰς τὴν ὕπαιθρον ἀνθοῦν αἱ ἰδιωτικαὶ κλινικαί. Ἀπὸ τὰς 40.000 κρεββάτια καθ’ ὅλην τὴν χώραν, τὰ 12,5–13 χιλιάδες καλύπτονται ἀπὸ τὰς ἰδιωτικὰς κλινικὰς αἵτινες ἀποτελοῦν ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις. Καὶ δεύτερον στοιχεῖον εἶναι ὅτι τὸ 50% τῶν ἀσθενῶν τῶν νοσοκομείων τῆς πρωτευούσης προέρχεται ἀπὸ ἀσθενεῖς τῶν ἐπαρχιῶν. Καὶ γνωρίζετε ὅλοι τὶ σημαίνει δι’ ἕνα χωρικὸν ἀσθενῆ νὰ ταξιδεύσῃ μὲ συνοδὸν εἰς τὰς Ἀθήνας. Δὲν ἐλύθη ἑπομένως τὸ πρόβλημα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ καὶ εἰς ἣν περίπτωσιν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις ἐπιχορηγήσῃ ἔτι περαιτέρω τὸ πρόγραμμα, διότι ἀπαιτεῖται ἐν πρώτοις προγραμματισμὸς τῆς ἐπιστημονικῆς ἀποκεντρώσεως. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ σχέδιον νόμου περὶ κατωτάτων μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων εἴχομεν προτείνει νὰ γίνῃ ἡ ἐπιστημονικὴ ἀποκέντρωσις, δηλαδὴ ἡ πλαισίωσις τῶν κλινικῶν μὲ τὸ ἀπαιτούμενον ἐπιστημονικὸν προσωπικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἑδραίωνε τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἀσθενῶν ἀγροτῶν. Καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν πρέπει κατ’ ἀρχὴν οἱ διευθυνταὶ τῶν Κλινικῶν αὐτῶν νὰ εἶναι πτυχιούχοι τοῦ Πανεπιστημίου. Δεύτερον, νὰ διατεθῇ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς ὑγειονομικοῦ προσωπικοῦ. Σήμερον γνωρίζομεν ὅτι οὔτε μὲ τὸ ἓν τρίτον τῶν ἰατρῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθοῦν αἱ ἀνάγκαι. Διὰ τὰ 40.000 κρεββάτια θὰ ἀπαιτηθοῦν 4.000 ἰατροί. Ὡς πρὸς τοὺς μισθοὺς τόσον ὁ Διευθυντὴς τῆς κλινικῆς, ὅσον καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἰατροὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναγκάζωνται νὰ ἀσκοῦν ἐπάγγελμα, πλὴν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Κλινικῆς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μετέχῃ εἰς τὰ Συμβούλια. Πέραν αὐτοῦ, πρέπει νὰ παρασχεθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν κλινικῶν νὰ παρέχουν ἄδειαν εἰδικότητος εἰς τοὺς εἰδικευμένους, ἄνευ ἐξετάσεων. Κύριοι βουλευταί, ἔχω κάμει τὸν ὑπολογισμὸν ὅτι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τοῦ Νόμου 2952, μὲ μισθοὺς ἐξαιρετικοὺς καὶ μὲ πλήρη ἰατροφαρμακευτικὴν περίθαλψιν καὶ ἐν ἀφθονίᾳ τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ εἰς 1.500 ἑκατομμύρια ἐτησίως. Αὐτὸ εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος, ποσὸν τὸ ὁποῖον σήμερον διατίθεται κατατετμημένον ἀπὸ τοὺς ἐπὶ μέρους ὀργανισμούς, ἄνευ ἀποδόσεως. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει κἄτι τὸ ἀκουσίως πεπλανημένον εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀσφαλίσεως. Συγκρίνομεν τὴν ἀσφάλισιν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὰς Σοσιαλιστικὰς χώρας, εἰς τὰς ὁποίας ὑφίσταται ἡ ὁλοκληρωτικὴ ὑπευθυνότης τοῦ Κράτους. Δὲν δυνάμεθα νὰ λέγωμεν τὶ εἰσφέρει ὁ ἀγρότης καὶ ὁ ἐργάτης εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ συγκρίνωμεν τὴν εἰσφορὰν μὲ τὰ ἰσχύοντα εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν, ὅπου ὑπάρχει ἐξησφαλισμένη πλήρως ἡ ὑγιεινὴ στέγασις, ἡ ὑγειονομικὴ περίθαλψις καὶ ἡ δωρεὰν παρεχομένη παιδεία. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν ὅτι τὰ ἓξ δισεκατομμύρια ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων καταβάλλονται ἀπὸ τοὺς ἀγρότας, τότε δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τὶ ἀκριβῶς εἰς τὴν πραγματικότητα εἰσφέρει ὁ ἀγρότης. Ἄρα εἶναι καθῆκον τοῦ Κράτους νὰ παράσχῃ αὐτὰ τὰ ψιχία εἰς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον καὶ νὰ τοῦ ἐξασφαλίσῃ μίαν ὑγιεινὴν διαβίωσιν. Πέραν αὐτοῦ, ἀποτελεῖ σφάλμα, κ. βουλευταί, τὸ νὰ ταὐτίζωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως, μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς Κοινωνικῆς Ἀσφαλείας, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐντὸς ὁρίων περιωρισμένων εὐθυνῶν, τόσον ἔναντι τῶν ἠσφαλισμένων ὅσον καὶ ἔναντι τῶν πολιτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ταὐτισθοῦν αὗται αἱ δύο ἔννοιαι, διότι εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας ὑπάρχει ἡ ὑπευθυνότης τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία εἶναι ὁλοκληρωτική. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει ἕνα ἀξίωμα κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως προτιμότερον τὸ Κράτος νὰ διαθέτῃ πολλὰ οἰκονομικὰ μέσα διὰ τὴν πρόληψιν παρὰ διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀσθενειῶν. Δυστυχῶς, ἡ ἑλληνικὴ Πολιτεία ἠγνόησεν αὐτὸ τὸ ἀξίωμα καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι σήμερον εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ οἱουδήποτε προγράμματος ὑγειονομικῆς περιθάλψεως. Τὰ Σοσιαλιστικὰ Κράτη καὶ πολλὰ ἐκ τῶν ἀστικῶν Κρατῶν, ἠκολούθησαν τὸ ἀξίωμα αὐτὸ, καὶ ἐξασφάλισαν ὑψηλὴν ὑγιεινὴν διαβίωσιν τῶν λαῶν. Συμφώνως μὲ τοὺς ὑπολογισμούς μου, εἶναι τεράστια τὰ κονδύλια τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κἄθε ἀσθένειαν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλέχθη ἐπανειλημμένως ὅτι τὰ κονδύλια τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται ἀπὸ τοὺς διαφόρους ὀργανισμοὺς ἀνέρχονται εἰς τὸ ὕψος τῶν 4 δισεκατομμυρίων ἐτησίως. Ἐκ τοῦ προγενεστέρου ὑπολογισμοῦ προεβλέψαμεν 1.500 δισεκ. καὶ συνεπῶς παραμένουν 3 δισεκ. περίπου ὡς ὑπόλοιπον, ποσὸν πλέον ἢ ἱκανὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀσφαλίσεως καὶ περιθάλψεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἑνοποιηθοῦν οἱ ἀσφαλιστικοὶ φορεῖς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ τὸ πράξῃ. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀκριβῶς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κωλύεται καὶ ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἀσφαλίσεως τοῦ Ἕλληνος ἀγρότου.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις, καὶ Νομαθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 0.30′ μ.μ.)