1960.01.22
4.691 στίχοι · 35.389 λέξεις · 254 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31η
Παρασκευὴ 22 Ἰανουαρίου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.40′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3Ε. ΡΗΓΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμιλῶν χθὲς σχετικῶς διὰ τὴν παραχώρησιν ἀδείας πρὸς φυτωριακὴν ἐκμετάλλευσιν, ἡ πρότασίς μου ἦτο, ὅτι ἄνω τῶν 5 στρεμμάτων ἡ ἄδεια φυτωριακῆς ἐκμεταλλεύσεως νὰ δίδεται εἰς τοὺς γεωπόνους κλπ., αὐτὸ εἶναι βασικὸν καὶ δὲν ἔχει γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ ἡ διόρθωσις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ὡς διωρθώθησαν. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βολουδάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§5Γ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κοπῆς μεταλλικῶν κερμάτων τῶν εἴκοσι δραχμῶν καὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 23ης Δεκεμβρίου 1959 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Ἡ ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4026) 59 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 3340)1955 «περὶ ἱδρύσεως Ἐθνικῆς Ὑπηρεσίας Αἱμοδοσίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Κασιμάτης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 3619)1956 «περὶ συστάσεως καὶ ὀργανώσεως Ἑνώσεως Ἰδιοκτητῶν Ἡμερησίων Ἐπαρχιακῶν Ἐφημερίδων», τοῦ νόμου 3505)1956, ὡς καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων σχετικῶν πρὸς τὸν Τύπον». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Σταμάτης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ ἰαματικῶν πηγῶν». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Σταμάτης καὶ Θ. Μπάρμπας καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 162)1959 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ρυθμίσεως τρόπου ἐξοφλήσεως καθυστερουμένων ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Χονδρονάσιος, Χ. Παγώνης καὶ Χ. Μπούσιος καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ε. Γ. Συνεταιρισμῶν Λαρίσης–Τυρνάβου–Ἁγυιᾶς αἰτουμένης τὴν αὔξησιν τῆς συγκεντρωθησομένης ποσότητος πατάτας εἰς 3.000 τόννους. Οἱ βουλευταὶ Ἄρτης κ.κ. Δ. Καρατζένης καὶ Κ. Παπαδημητρίου καταθέτουν ἀναφορὰν κατοίκων Συνοικίας Ταμπακιάδων Ἄρτης, αἰτουμένων ἄμεσον λῆψιν μέτρων προστατευτικῶν τῆς συνοικίας των ἐκ τῶν πλημμυρῶν τοῦ ποταμοῦ Ἀράχθου, στεγαστικῶν δανείων διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν καταστραφεισῶν οἰκιῶν των καὶ τὴν χορήγησιν ἱματισμοῦ καὶ τροφίμων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνταξιούχων ἀποστράτων καὶ παθέντων ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς Καλαμῶν αἰτουμένης τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἐν πολέμῳ ἐτῶν ὑπηρεσίας συμπεριλαμβανομένης καὶ τῶν ἐτῶν τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Λαντζούνης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνδέσμων Ἀποστράτων καὶ παθέντων ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς Καλαμῶν αἰτουμένης τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἐν πολέμῳ ἐτῶν ὑπηρεσίας συμπεριλαμβανομένης καὶ τῶν ἐτῶν τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Μπρακατσούλας, Γ. Εὐαγγελίδης, Χ. Φιλίππου καὶ Δ. Γιαχνῆς καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν συνδικαλιστικῶν στελεχῶν Καρδίτσης κλπ. αἰτουμένων τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συλληφθέντος συνδικαλιστικοῦ στελέχους Γ. Στεργίου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Γονέων καὶ Κηδεμόνων τῶν μαθητῶν τοῦ 85ου Δημοτικοῦ Σχολείου Ἀθηνῶν αἰτουμένων τὴν μὴ ἀποστολὴν τῶν τέκνων των εἰς τὸ 86ον Δημ. Σχολεῖον λόγῳ ἀκαταλληλότητος τοῦ κτιρίου τοῦ ἐν λόγῳ σχολείου. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Σ. Χούτας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων Κοινοτήτων Μπαμπίνης, Παπαδάτου κλπ. Μεσολογγίου αἰτουμένων τὴν ἀποτροπὴν αὐξήσεως εἰσφορᾶς καπνῶν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ο. Ἀντώνογλου, Α. Παπαθανασίου, Α. Τσιάντος καὶ Δ. Παπαθανασόπουλος, ζητοῦν μηνιαίαν ἄδειαν προκειμένου νὰ ἀπουσιάσουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῶν αἰτουμένων ἀδειῶν. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 12ης Ἰανουαρίου, καὶ κατὰ τὴν κατάθεσιν τῆς προτάσεως τῆς Ε.Δ.Α., «περὶ συνταξιοδοτήσεως τῶν ἀγροτῶν λόγῳ γήρατος, ἀνικανότητος πρὸς ἐργασίαν καὶ θανάτου», ὡς ἐπίσης καὶ τῆς τοιαύτης τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος κ. Γ. Παπανδρέου «περὶ ἱδρύσεως Ὀργανισμοῦ συνταξιοδοτήσεως ἀγροτῶν», ἐδήλωσα, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Προεδρείου, αὗται ἀντίκεινται εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 24 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰς ὁποίας «πᾶσα πρότασις νόμου σκοποῦσα τὴν τροποποίησιν τῶν περὶ συντάξεων νόμων, ἢ ἀπονομὴν συντάξεως, ἢ τὴν ἀναγνώρισιν ὑπηρεσίας ὡς παρεχούσης τοιοῦτον δικαίωμα, ὑποβάλλεται μόνον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου». Τὸ δὲ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον, κατὰ τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ, δύναται νὰ προβάλῃ πᾶς βουλευτής, ὡς καὶ ὁ Πρόεδρος οἴκοθεν. Τὸ αὐτὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ἀναγράφει, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ἀποφαίνεται ἡ Βουλή, δι’ ὃ καὶ ἐζήτησα τὴν γνώμην, ἢ μᾶλλον τὴν ἀπόφασιν ὑμῶν. Ἐν τῷ μεταξύ, συνάδελφοι ὑπέβαλον πρότασιν ὅπως ἡ ἐν λόγῳ ἀπόφασις ληφθῇ δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας. Ἐπηκολούθησε συζήτησις. Ἐπικειμένης δὲ τῆς ψηφοφορίας ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἄποψις τοῦ κ. Τσιριμώκου, ὅστις εἶχε προτείνει, ὅτι θὰ εὐχεραίνοντο οἱ βουλευταὶ εἰς τὸ νὰ κρίνουν περὶ τῆς συνταγματικότητος ἢ μὴ τῶν προτάσεων, ἐὰν εἶχε διανεμηθῇ πλῆρες τὸ κείμενον αὐτῶν. Ἡ ἄποψις αὕτη ἐγένετο δεκτή, ἀπεφασίσθη δὲ τότε ὅπως ἐπανέλθῃ τὸ θέμα εἰς ὃ σημεῖον τοῦτο διεκόπη, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ συνταγματικῶς παραδεκτοῦ ἢ μή, μετὰ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομὴν τοῦ κειμένου. Ἤδη ἐπαναφέρεται καὶ νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἔχουσι λεχθῇ, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ συνταγματικῶς παραδεκτοῦ δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§9Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι ἡ Κυβέρνησις συμφωνεῖ μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ Προεδρείου. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι αἱ προτάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι συνταγματικῶς ἀπαράδεκτοι. Εἶναι σαφῆ τὰ ἄρθρα 24 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ εἶναι περισσότερον σαφεῖς αἱ ἑρμηνεῖαι τὰς ὁποίας δίδουν ὁ Ζέγγελης καὶ ὁ Σαρίπολος. Ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τοῦ ἄρθρου 24 εἶναι, ὅτι δὲν δύναται μὲ πρωτοβουλίαν τῆς Βουλῆς νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἐπιβάρυνσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διὰ σύνταξιν, μισθοδοσίαν ἢ ἄλλο ὄφελος. Ἀλλά, κύριοι, συνάδελφοι, ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, τὸ ἀνακῦψαν θέμα, ἔχει δύο πλευράς, τὴν συνταγματικὴν καὶ τὴν οὐσιαστικήν. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, ὅπως λυθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ συνταγματικόν, διότι τὸ θεωρεῖ ζήτημα ἀρχῆς. Δὲν εἶναι θέμα πείσματος, οὔτε θέμα κομματικῆς φιλοτιμίας, εἶναι θέμα βασικόν, πολιτειακὸν καὶ θὰ ἐπιμείνωμεν ἐπὶ τῆς ἐπιλύσεώς του. Διότι ἐὰν καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ ὁ οἱοσδήποτε συνάδελφος νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, ἡ ὁποία εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δημιουργοῦσα τοιαύτην ἐπιβάρυνσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, αὐτό, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε θὰ ἔχῃ σοβαρὰς καὶ ἐνδεχομένως ἐπικινδύνους συνεπείας διὰ τὸ μέλλον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπικαλεῖται τὸ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον, διότι δὲν εἶναι πρόθυμος νὰ συζητήσῃ τὴν οὐσίαν. Δηλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι εἶναι πρόθυμος ἡ Κυβέρνησις νὰ συζητήσῃ τὴν οὐσίαν. Ὄχι μόνον δὲν θὰ ἀρνηθῇ τὴν συζήτησιν αὐτήν, ὄχι μόνον δὲν δυσκολεύεται νὰ λάβῃ ἐπὶ τοῦ θέματος θέσιν, ἀλλὰ ἐπιθυμεῖ συντόμως νὰ διεξαγάγῃ τὴν σχετικὴν συζήτησιν, ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν, ὅτι προηγουμένως θὰ λύσωμεν τὸ συνταγματικὸν θέμα τῆς ἀρχῆς διὰ τὸ μέλλον. Ἐὰν λυθῇ τὸ θέμα αὐτὸ τῆς ἀρχῆς καὶ γίνῃ δεκτόν, ὅπως ὑποστηρίζει τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν δύνανται νομοσχέδια αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου νὰ εἰσάγωνται πρὸς συζήτησιν, ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος ὅπως τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην διεξαχθῇ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, ὁπότε θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, κάθε παράταξις νὰ διατυπώσῃ τὴν θέσιν της καὶ νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις της, ὁπότε καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ θεσπισθῇ ὁ θεσμὸς αὐτός, εἰς ποίαν ἔκτασιν καὶ πότε. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς προτάσεως δὲν ὀφείλεται εἰς ἀπροθυμίαν της νὰ συζητήσῃ τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ κατ’ ἀρχὴν θέμα, διότι θὰ ἔχῃ συνεπείας διὰ τὸ μέλλον. Ὅπως γνωρίζετε, τὸ Κόμμα τῆς Ε.Δ.Α. ἔχει καταθέσει τέσσαρα νομοσχέδια οἰκονομικοῦ περιεχομένου, ἡ ἀποδοχὴ τῶν ὁποίων ἀνατρέπει τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ συνταγματικοῦ θέματος, δηλοῦσα συγχρόνως, ὅτι εἶναι πρόθυμος τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα κατ’ οὐσίαν. (Χειροκροτήματα).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ἐπερωτήσεως.
§11Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θέλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε. Ὅλοι οἱ βουλευταὶ δικαιοῦνται νὰ συμμετάσχουν; Διὰ νὰ ἀντιληφθῶ τὴν πρότασίν σας.
§12Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερν.). Ἡ συζήτησις διεξάγεται πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη προηγουμένως διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις κατατρίβεται περὶ τὰ τυπικὰ ζητήματα, μὴ ἐπιθυμοῦσα τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν. Λοιπόν, μὴ κατατρίβεσθε καὶ σεῖς μὲ τοὺς τύπους. Ἐὰν πρόκειται, κ. συνάδελφοι, μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ δυνατότης, διὰ πάντα βουλευτὴν νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας, δὲν γνωρίζω διατὶ ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος θὰ ὁμιλήσουν ὅλοι οἱ βουλευταί. Ἐφόσον ἡ συζήτησις διεξάγεται σήμερον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως κατ’ ἀνάγκην θὰ περιορισθῇ μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων.
§13Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ δώσω ἀπάντησιν καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ὑπάρχουν δύο χωριστὰ θέματα, τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος καὶ τὸ θέμα τῆς οὐσίας. Δὲν ἀμφέβαλλα, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς οὐσίας ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ δεχθῇ συζήτησιν καὶ ἤκουσα μὲ εὐχαρίστησιν αὐτὴν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, οὐδέποτε ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποφεύγει τοιαύτην συζήτησιν. Ἤμην βέβαιος, ὅτι θὰ ἦτο πρόθυμος εἰς συζήτησιν καὶ χαίρω διότι ἀπόψε ἐπεβεβαιώθη αὐτὴ ἡ προθυμία της. Τὸ μόνον θέμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ εἶναι ἡ συνταγματικότης τῆς προτάσεώς μου, καὶ εἶμαι σύμφωνος, ὅτι τὸ θέμα εἶναι οὐσιῶδες, διότι δημιουργεῖ προηγούμενον. Γίνεται διὰ πρώτην φορὰν ἡ συζήτησις παρομοίου θέματος καὶ ὀφείλομεν, ὄχι μόνον ἀπέναντι τοῦ συγκεκριμένου θέματος, ὀφείλομεν γενικώτερον ἀπέναντι τῆς ἐννοίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπέναντι τῆς ἐννοίας τῶν δικαιωμάτων τῶν βουλευτῶν, νὰ λάβωμεν μίαν ἀπόφασιν, ὄχι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐφημέρων ἀντιδικιῶν, ἀλλὰ τῶν γενικωτέρων ἀρχῶν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, τῶν γενικωτέρων ἀρχῶν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα. Κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸ θέμα τίθεται ὡς ἑξῆς: Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς λαμβάνει ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπιλέγεται «πρότασις νόμου». Εἰς ποίας περιπτώσεις δικαιοῦται νὰ μὴ τὸ ἀνακοινώσῃ; Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ τὸ προσδιορίζει: Ὅταν εἶναι ἀνώνυμον ἢ ἀπρεπῶς συντεταγμένον. Μόνον εἰς τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις ἀσκεῖ διακριτικὴν ἐξουσίαν. Ἐξαιρουμένων αὐτῶν τῶν δύο περιπτώσεων, ὅπου ὑπάρχει διακριτικὴ ἐξουσία τοῦ Προέδρου καὶ εὐλόγως ὑπάρχει, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὁ Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ ἐκτυπωθῇ πᾶν ἔγγραφον, καὶ κατὰ μείζονα λόγον, πᾶσα πρότασις προερχομένη ἀπὸ βουλευτάς. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον στάδιον καὶ ἐκφράζω ἀπορίαν, ὅτι δὲν ἠκολουθήθη. Ἐπεκράτησεν ἔλλειψις ψυχραιμίας, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τὴν ἀταξίαν. Προχθὲς ἐκαλοῦντο οἱ βουλευταὶ νὰ ἀποφασίσουν ἐπὶ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἠγνόουν. Καὶ ἀπόψε, πρόκειται, ὅπως ἀναγράφει εἰς τὸν τύπον, ὅτι οἱ βουλευταὶ θὰ κληθοῦν νὰ ψηφίσουν, χωρὶς τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσουν...
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§15Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Χαίρω πολύ. Διότι ἐὰν ἐπρόκειτο αὐτὸ νὰ ἰσχύσῃ, θὰ ἦτο νέος παραλογισμός.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα ἔχει ὡς ἑξῆς: Δεδομένου, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 39, θὰ ληφθῇ ἀπόφασις, βεβαίως πᾶς βουλευτὴς δύναται νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος, θέματος κατ’ ἐξοχὴν βασικοῦ.
§17Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Χαίρω πολύ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν ἄλλα ἄρθρα εἰς τὸν Κανονισμόν, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν εἷς ἐκ τῶν ὑποστηριζόντων μίαν πρότασιν καὶ εἷς ἐκ τῶν ἀντιλεγόντων. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις καὶ συνεπῶς θὰ ἑρμηνευθῇ κατὰ τὸν εὐρύτερον κοινοβουλευτικώτερον τρόπον, ἀλλὰ πάντοτε ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ συνταγματικοῦ θέματος.
§19Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Βεβαιότατα, κύριε Πρόεδρε.
§20Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ ποίαν διάταξιν εἰσάγεται πρότασις νόμου εἰς ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, δὲν μᾶς εἴπετε.
§21Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό, εἶμαι καθ’ ὁδόν. Κύριε Ἡλιοῦ, διατὶ μένετε ὄρθιος; Ἀποτελεῖ αὐτὸ διαμαρτυρίαν διότι ἔλαβον τὸν λόγον;.
§22Η. ΗΛΙΟΥ. Μένω ὄρθιος καὶ θὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους.
§23Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐάν, λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ σας, θέλετε νὰ λάβετε τὸν λόγον, σᾶς τὸν δίδω...
§24Η. ΗΛΙΟΥ. Λυποῦμαι, διότι ἡ στάσις μου ἐλύπησε ἢ ἠνώχλησε τὸν σεβαστὸν Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐγένετο ἕνας χειρισμός, τὸν ὁποῖον κατ’ ἐπανάληψιν, διὰ διακοπῶν, ἤλεγξα, ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, δώσας πρῶτος τὸ κακὸν παράδειγμα καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος πρὶν ἢ ἐξετασθῇ τὸ συνταγματικῶς παραδεκτόν. Ὅταν δὲ ἐπέμεινα ὡς πρῶτος ἔχων τὸν λόγον, νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος δηλ. ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, μοῦ εἴπατε, ὅτι ἀπεφασίσατε ἐπὶ τέλους νὰ δεχθῆτε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τσιριμώκου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, χωρὶς τὴν διανομὴν τοῦ κειμένου καὶ διεκόπη ἡ συζήτησις, διότι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐπωφεληθοῦν δι’ οἱουδήποτε τεχνάσματος νὰ λάβουν τὸν λόγον ἔξω ἀπὸ τὴν τάξιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὴν συμφωνουμένην σειράν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας εἰλικρινῶς λέγω, δὲν κατενόησα πλήρως ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν, κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν θὰ ἐπακολουθήσῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν τρίτων ἢ τετάρτων ἢ μόνον ἂν κριθοῦν αἱ προτάσεις συνταγματικῶς παραδεκταί;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ἐπερωτήσεως, ἤθελε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§26Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερν.). Κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν τὸ ἐπιθυμῆτε. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θέτει ὅρους, ἀλλὰ θέλει νὰ καθορισθῇ ἡ διαδικασία. Κάμετε ἀπόψε μίαν πρότασιν καὶ θὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν πρόταξιν τῆς προτάσεως αὐτῆς. Συζητοῦμεν ἐπερώτησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Νὰ διακοπῇ ἡ ἐπερώτησις αὐτὴ καὶ νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα αὐτὸ τὴν Τρίτην.
§27Η. ΗΛΙΟΥ. Τώρα ἀντελήφθην πῶς τίθεται τὸ θέμα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν εἶχε πλήρως διευκρινίσει τί ἐννοεῖ. Λοιπόν, νομίζω, ὅτι φαίνεται τοῦτο, ὅτι θὰ συζητήσωμεν κατὰ τὴν διαδικασίαν αὐτὴν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἁπλῶς διὰ νὰ τοποθετηθῇ ἕκαστος ἔναντι ἑνὸς θέματος φλέγοντος καὶ γενικοῦ καὶ νομίζω, ὅτι ἐὰν εἶναι ἀκριβῆ ὅσα ἐγράφησαν καὶ εἰς τὰς κυβερνητικὰς ἐφημερίδας, ἐδεσμεύθη ἡ Συμπολίτευσις εἰς κομματικὴν πειθαρχίαν περὶ ἀποφάσεως τῆς συνταγματικότητος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει παρόμοιον, μάλιστα εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὴν συνταγματικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν παράδοσίν μας, ὅπου ἐπὶ συνταγματικῶν ζητημάτων εἶναι ἐλεύθεροι οἱ βουλευταί, ὅπου τὸ σχέδιον ἀναθεωρήσεως τοῦ 1911 ὑπεβλήθη ἀπὸ τοὺς 6 Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, ἀπεκαλεῖτο τὸ σχέδιον τῶν 6 βουλευτῶν καὶ ὅπου ἐπὶ τέλους, μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουν ἐκπεφρασμένην γνώμην.
§28Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερν.). Ποῖος ἐδεσμεύθη ἡ Συμπολίτευσις ἢ ἡ Ἀντιπολίτευσις;
§29Η. ΗΛΙΟΥ. Περὶ τῆς Συμπολιτεύσεως...
§30Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερν.). Ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐδεσμεύθη; Κύριε συνάδελφε, ἐὰν πρόκειται, ὅ,τι γράφουν αἱ ἐφημερίδες νὰ τὸ φέρνετε ἐδῶ ὡς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεννοηθῶμεν. Διότι ἐὰν καὶ ἐγὼ ἐπεκαλούμην τί γράφει ἡ «Αὐγὴ» ἂν καὶ μοναδικὸν ὄργανον τῆς Ε.Δ.Α., τότε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξάγωνται ἐδῶ συζητήσεις. Μὲ ἀπόλυτον καλὴν πίστιν καὶ ἀντικειμενικότητα ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίζει τὸ θέμα. Καὶ ὅπως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν καλὴν πρόθεσιν τῶν ἄλλων, ἐν προκειμένῳ, ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ἀμφισβητῆται καὶ ἡ ἰδική της καλὴ πίστις.
§31Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου, πιστεύω, ὅτι ἡ παρατήρησις, ὅτι ἕνα φλέγον θέμα ἐπιχειρεῖται νὰ παραμερισθῇ διὰ τῆς νομικιστικῆς διαδικαστικῆς ὁδοῦ, ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὴ πρότασις νόμου, ἡ ὁποία τυχὸν θὰ ἔλεγεν, ὅτι τὰ τάδε ἀντικείμενα, κινητὰ ἢ ἀκίνητα, οἱ πολυκατοικίες λ.χ. ἀπαλλοτριώνονται ἄνευ ἀποζημιώσεως, αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικὸν διότι δὲν μπορεῖ οὔτε ἡ Κυβέρνησις, υἱοθετοῦσα νὰ τὴν εἰσαγάγῃ, κωλύεται ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ὅπου, ὅμως τυχόν, θὰ ὑπάρχῃ ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διαδικασία κωλύεται ἐκ τοῦ, ὅτι δὲν υἱοθετεῖται κατ’ ἀρχὴν ἕνα μέτρον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τούτου ἕνεκεν δὲν τὸ ὑπογράφει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν φέρεται ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἡ ἔνστασις ἀντισυνταγματικότητος καὶ ἀπαραδέκτου, ὡς ἐκ τούτου ἰσοῦται μὲ κατ’ οὐσίαν ἄρνησιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ υἱοθετήσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως. Δὲν ὑπάρχει περὶ τούτου καμμία ἀμφιβολία.
§32Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερν.). Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό, διότι ἡ Κυβέρνησις σαφῶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἀσχολεῖται μὲ τὸ θέμα. Διαβεβαιῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐστερεῖτο θάρρους, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν υἱοθετεῖ τὴν πρότασιν καί, ὅτι εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις πολὺ ἐνωρίτερον, χωρὶς νὰ προκληθῇ ἐκ τῆς ὑποβολῆς τῆς παρούσης προτάσεως, εἰς ἀνύποπτον δηλαδὴ χρόνον, ἐδήλωσεν, προκληθεῖσα μάλιστα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ὅτι ἀσχολεῖται μὲ τὸ θέμα καὶ ὅταν ὅπως ἐλπίζει συντόμως θὰ ἔχῃ τὰ πορίσματα τῆς μελέτης αὐτῆς, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τί εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐν προκειμένῳ, ὁπότε καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ δυνηθῇ καὶ ἔλεγχον νὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἢ ἐὰν συμφωνῇ νὰ τὴν ὑποβοηθήσῃ, ὥστε ἐφ’ ὅσον δεχθῶμεν, ὅτι ὁ θεσμὸς ἠμπορεῖ νὰ καθιερωθῇ, νὰ καταστῇ οὗτος κατὰ τὸν ἀρτιώτερον τρόπον. Τὸ θέμα ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς καὶ ἠθικῆς εἶναι τόσης σημασίας, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀντικείμενον πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, οὔτε ἡ Κυβέρνησις μόνη δύναται νὰ ἔχῃ τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιλύσεως ἑνὸς τοιούτου θέματος, οὔτε μόνη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ ὅλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συμπράξουν εἰς τὴν καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ. Ἀντιμετωπίζομεν τὸ θέμα μὲ ἀπόλυτον ψυχραιμίαν καὶ χωρὶς κομματικὰ κριτήρια. Δὲν δύνασθε νὰ λέγετε, ὅτι ἐπιμένοντες ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος, ἀποκρούομεν τὴν ἀρχήν. Αὐτὸ θὰ εἴχομεν τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπωμεν εὐθέως. Ἀντιθέτως, ὑπάρχει κυβερνητικὴ δήλωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται μὲ τὸ θέμα καὶ ἐγκαίρως θὰ εἴπῃ τί εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Καὶ γνωρίζετε, ὅλοι σας, ὅτι ὄχι μόνον ἀσχολεῖται ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸ θέμα σοβαρῶς, ἀλλὰ κατήρτισε καὶ ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδικῶν, ἡ ὁποία μόλις πρὸ ὀλίγου καιροῦ ὑπέβαλε τὸ πόρισμά της. Μετεκάλεσε δὲ καὶ εἰδικὸν ἐμπειρογνώμονα ἐκ Γερμανίας, ὅπου μόλις πρὸ 2ετίας καθιερώθη ὁ θεσμὸς αὐτός. Διότι μὴ πλανᾶσθε, τὸ θέμα ἀπὸ ἀπόψεως ὀργανωτικῆς τεχνικῆς καὶ οἰκονομικῆς εἶναι τεραστίας σημασίας καὶ ἔχει δυσκολίας. Ἐὰν σπεύσωμεν νὰ καθιερώσωμεν τὸν θεσμόν, χωρὶς νὰ τὸν θεμελιώσωμεν ὀργανωτικῶς καὶ οἰκονομικῶς, ἔχω τὸν φόβον, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον καὶ ἡμεῖς νὰ μετανοήσωμεν, ἀλλὰ θὰ τὸ μετανοήσουν καὶ αὐτοὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων θὰ τὸν καθιερώσωμεν. Τὸ θέμα εἶναι τόσης σημασίας ὥστε ἀξίζει τὸν κόπον ἡ μελέτη αὐτοῦ καὶ τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηριχθῇ νὰ εἶναι ἀδιαμφισβήτητα. Ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται καὶ ἀσχολεῖται μεθοδικῶς, μὲ τὸ θέμα. Δὲν πρέπει νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεκφεύγει τὴν συζήτησιν. Διατὶ νὰ τὴν ὑπεκφύγῃ; Διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιθυμῇ νὰ βοηθήσῃ ὁλόκληρον κατηγορίαν πολιτῶν; Διατί καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει συμφέρον ὡς κόμμα νὰ κάμῃ παροχὰς πρὸς τοὺς ἀγρότας; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζετε, ὅτι σεῖς προτείνετε κἄτι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐφικτὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶναι τόσον μικρά, ὥστε νὰ μὴ τὸ κάμῃ; (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα συναίσθησιν τῆς εὐθύνης της, (δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἔχει συναίσθησιν τῆς εὐθύνης της ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ ἔχει ηὐξημένην εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν), φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαντλήσῃ τὴν μελέτην τὴν ὁποίαν διεξάγει πρὶν ἢ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν λαὸν καὶ τὴν Βουλήν, τί πρέπει νὰ γίνῃ. Τὰ λέγω αὐτά, διότι ἠθελήσατε νὰ δημιουργήσετε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀχυρώνεται ὄπισθεν τοῦ συνταγματικοῦ θέματος λαμβάνουσα ἀρνητικὴν θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Σᾶς λέγω, ὄχι. (Χειροκροτήματα).
§33Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ διατὶ θὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα.
§35Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδ. Κυβερ)νσεως). Συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας θὰ ἦτο, ἐὰν ἔλεγον ποῖα εἶναι τὰ μέτρα ποὺ πρέπει νὰ ληφθοῦν. Ἐγὼ ἁπλῶς, ἀντικρούω τὸν ὑπαινιγμόν σας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὠχυρώθη ὄπισθεν τοῦ Συνταγματικοῦ θέματος. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει λάβει θέσιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Συνεπῶς, ὅταν σᾶς δηλῶ, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσω, διατὶ ἐπιμένετε;
§36Η. ΗΛΙΟΥ. Διότι ἐτέθη ζήτημα ἀρχῆς, συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου καὶ ἐτέθη κακῶς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω τοῦτο. Οὐδεὶς περισσότερον ἡμῶν θὰ ἐπεθύμει νὰ γίνῃ γενικῶς παραδεκτόν, ὅτι εἶναι ἔξω οἱασδήποτε πολιτικῆς ἀντιδικίας ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν φλέγον καὶ ἐπεῖγον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, ἢ ἀντιπολίτευσις νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, νὰ ἀσκήσῃ τὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 23 δικαιώματα τῆς Βουλῆς, δικαιώματα νομοθετικῆς πρωτοβουλίας, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, δὲν λέγω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βασιλεὺς εἶναι ἡ Κυβέρνησις.
§38Η. ΗΛΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ἕνα τεράστιον θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς πάρῃ πολὺ χρόνον. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος συμμετοχῆς εἰς τὴν συζήτησιν παρὰ νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν νόμου. Εἶναι δυνατὸν καὶ τὸ εἶπον ὀπαδοὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ εἶπον ὀπαδοὶ τῆς παρατάξεως συζητουμένης τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν 1946–50, εἶπον, ὅτι: «Οἱ ἐπικαλούμενοι κώδικες εἶναι οὐσιώδεις. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν εὐχέρειαν διὰ τῆς πλειοψηφίας της ν’ ἀποτρέψῃ ἢ νὰ ἐπιβάλλῃ λύσεις. Ἡ μακρὰ παρ’ ἡμῶν ἄσκησις τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ δὲν ἐμφανίζει παράδειγμα ψηφίσεως προτάσεως νόμου βουλευτοῦ παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως ὁσηδήποτε κι’ ἂν ὑπῆρξεν ἡ πίεσις ἐκ τῆς προτάσεως. Ὅθεν ἁπλῶς πρόκειται νὰ ἐξασκήσωμεν τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν τῆς Βουλῆς, νὰ τὴν καταργήσωμεν ἀπὸ παράγοντα νομοθετικῆς ἐξουσίας. Εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ὑπάρχουν διάφοροι τρόποι καθ’ οὓς ἀντιμετωπίζει ἡ Βουλὴ τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει θέσιν ἔναντι τῶν ζητημάτων ποὺ ἔρχονται εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι οἱ τρόποι ποὺ περιλαμβάνονται ἐντὸς τῶν πλαισίων τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ Σύνταγμα. Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶναι αἱ προτάσεις νόμων διὰ τῶν ὁποίων ἡ μειοψηφία, χωρὶς ἴσως νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοθετικοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον προτείνει, ἐλπίζει ὅμως νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἄσκησιν τῆς πιέσεως ἐκείνης ὥστε νὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεύθυνον θέσιν, δηλοῦσα ἂν δέχεται ἢ ὄχι νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα». Αὐτὰ εἶναι γνῶμαι τῶν Καλκάνη, Σαγιᾶ, Χατζηγιάννη, Χρυσοστόμου καὶ Ι. Πολίτη. Καὶ ὁ συμπολίτης μου, συμπολιτευόμενος βουλευτὴς κ. Λαζανᾶς, ἐπέκρινε τὰ περὶ γνωμοδοτήσεων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου λέγων τὰ ἑξῆς: «Εἶναι πρόθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου νὰ καταργήσῃ τὴν Βουλήν». Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς τρόπος, καὶ εἶναι ζήτημα συμφωνίας, ἢ διαφωνίας εἰς τὴν οὐσίαν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, κατὰ τὴν ἄποψιν τῆς παρατάξεώς μας ἐπέτυχε καὶ ἡ πάροδος μακροῦ χρόνου πρὸς μελέτην ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως σημαίνει μίαν παραπομπὴν εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας. Ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, δὲν ὑπάρχει ἀντισυνταγματικότης καὶ ἀποτελεῖ λάθος το νὰ ὑποστηρίζεται τὸ ἀντίθετον. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου του ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεκαλέσθη ἀστόχως νομίζω τὸν Ζέγγελην καὶ τὸν Σαρίπολον. Καὶ οἱ δύο ἔγραψαν εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 μὲ ἀριθμὸν 49, ἀλλὰ ὑπῆρχεν ἡ διάταξις ἡ περιεχομένη μόνον εἰς τὸ ἄρθρον 24 καθ’ ἥν προκειμένου περὶ διατάξεως ἀφορώσης εἰς μισθοδοσίαν, ἢ σύνταξιν, ἢ ὠφέλειαν προσώπου, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ πρότασις νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Πῶς ἡρμηνεύθη αὕτη τότε ἀπὸ τὸν Διομήδην Κυριακόν; Οὗτος ἰσχυρίζεται ὅτι: «Δὲν πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 24 εὐρυτέρα ἔννοια παρ’ ἣν ἀληθῶς ἔχει, περιοριζομένου μεγάλως τοῦ δικαιώματος τῶν βουλευτῶν (δηλαδὴ τῆς νομοθετικῆς πρωτοβουλίας των). Διότι οὐδεὶς σχεδὸν νόμος ὑπάρχει εἰς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ περιλαμβάνεται ἢ ἐξυπακούεται χρηματική τις δαπάνη πρὸς ὄφελος προσώπων. Ἡ νομοθετικὴ πρωτοβουλία βουλευτῶν ὑπάρχει ὅταν πρόκειται περὶ γενικοῦ μέτρου καὶ οὐχὶ περὶ συνταξιοδοτήσεως ὡρισμένων προσώπων. Ὀρθὸν εἶναι νὰ ἔχουν ὅλοι οἱ νομοθετικοὶ παράγοντες τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμου. Καθῆκον των εἶναι νὰ καθιστοῦν γνωστὰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους καὶ νὰ συντελοῦν εἰς τὴν θεραπείαν των. Χωρὶς τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν αἱ ἀνάγκαι αὐταὶ θὰ ἔμεναν ἄγνωστοι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεφάσιζε νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν». Ἀνεξαρτήτως ὅμως καὶ αὐτῆς τῆς ἔριδος καὶ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 τοῦ ἄρθρου 49, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1952 ἔλαβεν ἀριθμὸν 57, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ θεωρία ἀλλὰ καὶ ἡ πρᾶξις τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, ἔλυσε τὸ ζήτημα, κατ’ ἔννοιαν ἀντίθετον πρὸς τὴν ὑποστηριζομένην, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἔλυσε τὸ θέμα εἰς ἀνύποπτον χρόνον, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἐκκρεμὲς θέμα προκαλοῦν πολιτικὴν ἀντιδικίαν. Ὁ αὐθεντικώτερος ἐπὶ τοῦ θέματος ἐπιστήμων, ὁ διδάξας καὶ συνεργασθεὶς εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, ὁ ἀείμνηστος Ἀγαλλόπουλος, λέγει ἐν προκειμένῳ τὰ ἑξῆς: «Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, πρέπει νὰ ἐξακριβώσωμεν προηγουμένως τί ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα ὡς σύνταξιν. Ὁ ὅρος οὗτος ἐμφανίζεται ὑπὸ δύο ἐννοίας, ἐκείνην τοῦ διοικητικοῦ δικαίου καὶ τὴν ἑτέραν, τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως». Ἡ διαφορὰ μεταξὺ RETRAITE καὶ PENSION. Ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, αὕτη κατὰ τὸν καθηγητὴν κ. Δένδιαν «εἶναι παρεπόμενον τοῦ μισθοῦ, ἄλλως μέρος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται ἐν συνεχείᾳ εἰς ὑπάλληλον ἀποχωρήσαντα ὑφ’ ὡρισμένας συνθήκας τῆς ὑπηρεσίας, ἐπὶ σκοπῷ διατροφῆς αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του. Ἀπεναντίας κατ’ Ἀγαλλόπουλον: «Εἰς τὸ κοινωνικὸν ἀσφαλιστικὸν δίκαιον, ἡ σύνταξις εἶναι τὸ δικαίωμα τὸ στηριζόμενον εἰς τὴν ἐξασφάλισιν περιοδικῆς παροχῆς εἰς οἰκονομικῶς ἀδύνατα μέλη τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου». Συνεπῶς, τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος ἐφαρμόζεται μόνον εἰς τὴν σύνταξιν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ διοικητικοῦ δικαίου καὶ ὄχι τοῦ ἀσφαλιστικοῦ δικαίου. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ πρακτικὴ τῆς Βουλῆς. Ἤδη ἀπὸ τὸ 1906 ὅτε ἐγένετο πρότασις νόμου τοῦ βουλευτοῦ Φωκίωνος Νέγρη περὶ συνταξιοδοτήσεως τῶν σιδηροδρομικῶν. Ἐπίσης τὸ 1951 κατετέθη τὸ γνωστὸν σχέδιον τοῦ Λαμπροπούλου, συνυπογραφὲν ἀπὸ πλείστους βουλευτὰς καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ ἀειμνήστου Σβώλου.
§39Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Κατετέθη ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ἀλλὰ δὲν ἀφεώρα συνταξιοδότησιν. Ἀφεώρα τὴν περίθαλψιν ὑγείας, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀφεώρα τὸν κλάδον ὑγείας καὶ δὲν ὡμίλει περὶ συντάξεως.
§40Η. ΗΛΙΟΥ. Θὰ φθάσω καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις συντάξεως, διότι εἶναι συνταγματικὸν τὸ θέμα. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ 1951, ὅταν ἔχωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Εἰσήχθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν ἐπὶ σημερινῆς Κυβερνήσεως περὶ τοὺς 15 νόμοι ἀσφαλιστικοῦ περιεχομένου καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Οὐδέποτε ἐθεωρήθη, ὅτι αἱ συντάξεις, αἱ παροχαὶ ἐκ τῶν Ν.Π.Δ.Δ. αἱ ἀσφαλιστικαί, αἱ μὴ ἀποτελοῦσαι τὴν σύνταξιν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀσφαλιστικοῦ δικαίου, ὑπάγονται εἰς τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὅταν ἐθεσμοθετήθησαν δὲν ὑποψιάζετο ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης τὴν ἐφαρμογὴν παρ’ ἡμῖν θεσμοῦ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως καὶ τὴν τεραστίαν ἐπέκτασίν του. Τώρα, ἄλλο κοινωνικὴ ἀσφάλισις, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἐπὶ καταβολῇ ἀσφαλίστρου —καὶ ἡ προτεινομένη δὲν εἶναι ἐπὶ καταβολῇ ἀσφαλίστρου— ἄλλο εἶναι κοινωνικὴ ἀρωγή. Καὶ αὐτὴ ὀφείλεται εἰς τὴν ἐξέλιξιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, εἰς τὴν ἐξέλιξιν τὴν ὁποίαν ἔλαβε μεταπολεμικῶς ὅπως ἀνέπτυξα ἤδη καὶ προχθὲς δι’ ὀλίγων. Ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις εἶναι δημιούργημα μιᾶς ἐξελικτικῆς πορείας μὲ πρῶτον λόγου ἄξιον περιστατικὸν τὰ ἀλληλοβοηθητικὰ ταμεῖα τῶν TRADE UNIONS, δηλ. ἰδιωτικὰ ταμεῖα ὅπου οἱ συμμετέχοντες κατέβαλον πρὸς αὐτασφάλισίν των μηνιαίαν ἢ ἑβδομαδιαίαν συνδρομήν, κατ’ ἀπομίμησιν τῶν ὀργανισμῶν ἰδιωτικῆς ἀσφαλίσεως, δηλ. μὲ σύμβασιν, «θὰ καταβάλῃς τόσα διὰ νὰ εἰσπράξῃς τόσα» ἐὰν ἐπέλθῃ ὁ κίνδυνος. Αὐτὰ ἄφισαν ἀκαλύπτους πλείστας περιπτώσεις. Ἔχομεν περιπτώσεις καταλαμβανομένων ὑπὸ γήρατος, ἀνικανότητος, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεπλήρωσαν 10.000 τυχὸν ἀπαιτούμενα ὑπὸ τοῦ νόμου ἡμερομίσθια, ἀλλὰ 9.000 καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν καμμίαν παροχὴν καὶ πρέπει νὰ ἀποθάνουν. Αὐτὸ αἱ σύγχρονοι ἀντιλήψεις δὲν τὸ παραδέχονται. Τὸ πρῶτον διεκηρύχθη ἀπὸ τὸν Χάρτην τοῦ Ἀτλαντικοῦ, ὑποσχεθέντα «ἐλευθερίαν ἀπὸ τὸν φόβον καὶ ἀπὸ τὴν ἔνδειαν», τὸ δεύτερον, ἡ συνδιάσκεψις ἐργασίας μεταξὺ ὅλων τῶν συμμάχων καὶ τῶν οὐδετέρων χωρῶν εἰς τὸ Σαντιάγο τῆς Χιλῆς τὸ 1942 ὑποκατέστησεν εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τὴν ἔννοιαν τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας, ὅτι δηλαδὴ ἡ κοινωνία παρέχει εἰς τὰ μέλη της, τὰ ὁποῖα, λόγῳ γήρατος, λόγῳ ἀνικανότητος, λόγῳ ἐνδείας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν τὸ ἐλάχιστον, τὸ κατώτατον ὅριον διαβιώσεως, παρέχει μίαν ἀσφάλειαν, ὅτι δὲν θὰ ἀποθάνουν τῆς πείνης. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ θεσμοῦ τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας, διεκηρύχθη ἀπὸ τὸν Χάρτην τῶν Η. Ε., ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἐσωτερικὸν δικαίωμα τοῦ ἄρθρου 55, διεκηρύχθη ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Διακήρυξιν τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου ὡς ἕνα κοινωνικὸν δικαίωμα, ἀνῆκον εἰς κάθε ἄνθρωπον, ἀπὸ τὰ ἄρθρα 22 καὶ 25, τῶν ὁποίων τὸ δεύτερον εἰδικώτερον, λέγει: «Ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα ἐπίπεδον ζωῆς ἱκανὸν νὰ ἀσφαλίσῃ ὑγείαν καὶ εὐημερίαν εἰς αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του, συμπεριλαμβανομένων τῆς τροφῆς, τῆς ἐνδυμασίας, τῆς κατοικίας, τῆς ἰατρικῆς περιθάλψεως καὶ τῶν ἀναγκαίων κοινωνικῶν ὑπηρεσιῶν. Ἔχει ἐπίσης δικαίωμα ἀσφαλίσεως, ἐν περιπτώσει ἀνεργίας, ἀσθενείας, ἀνικανότητος πρὸς ἐργασίαν, χηρείας, γήρατος ἢ ἄλλης ἐλλείψεως δυνατοτήτων ζωῆς, ὀφειλομένης εἰς περιστάσεις ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς του». Ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται καμμία σύγχυσις μεταξὺ τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας προβλέπουν τὰ ἄρθρα 49 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, 57 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1951–52, δηλαδὴ τῆς συντάξεως τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου, τῆς παρεχομένης εἰς τὸν ἀποχωροῦντα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ὑπάλληλον μὲ τὴν παροχὴν τῆς κανονικῆς ἀρωγῆς, ἡ ὁποία πραγματικῶς εἶναι ὀξύτατα ἐπιβεβλημένη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν. Ἐγὼ θέλω νὰ ἀποδεχθῶ καὶ νὰ τηρήσω μίαν πρότασιν, μολονότι προχθὲς ἴσως παρεβιάσθη γενικώτερον εἰς βάρος τῆς παρατάξεώς μας, θέλομεν νὰ συμβάλωμεν εἰς τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγήν, θέλομεν νὰ γίνῃ ἡ ἐπὶ τῆς οὐσίας συζήτησις, ὅπως προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος, τὴν προσεχῆ ἢ μεταπροσεχῆ ἑβδομάδα, ἀλλὰ εἶναι λάθος, εἶναι πλάνη, εἶναι κάτι τὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην, ἔξω ἀπὸ τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον, ἔξω ἀπὸ τὸ Δημόσιον Δίκαιον, ἔξω ἀπὸ τὸ Ἀσφαλιστικὸν Δίκαιον, νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ πρακτικὴ τῆς ἰδικῆς μας Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐψήφισεν ἄνευ τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 57 σειρὰν νόμων περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων καὶ συντάξεων ἐξ Ἱδρυμάτων Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως, ὅταν ὑπάρχουν, ἡ παλαιοτέρα πρακτική, καὶ αἱ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπελήφθησαν τοῦ ζητήματος εἰς ἀνύποπτον χρόνον, εἶναι ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον. Κύριοι συνάδελφοι, τελειώνοντας, ἤθελον νὰ προσθέσω τοῦτο: Εἰς τὴν ἐπερώτησιν τὴν οἰκονομικήν μας τῆς 20. 11.58 ἐπὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπεδιώξαμεν νὰ προταχθῇ καὶ δὲν συνεζητήθη εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ὁποίαν ἐπανελάβαμεν εἰς τὴν δευτέραν Σύνοδον, τὴν παροῦσαν, ἔχει σειρὰν 13, ἐρχομένη ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπερώτησιν διὰ τὸ καπνικὸν καὶ τὸ καπνεργατικὸν καὶ θὰ συζητηθῇ, εἰς τὸ κεφάλαιον 11, εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, διατυπώνομεν: «Ἐπερωτῶνται, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοί Συντονισμοῦ, Οἰκονομικῶν, Γεωργίας καὶ Προνοίας, διὰ τὴν παράλειψιν κάθε μέτρου τείνοντος εἰς τὴν ἀσφάλισιν γήρατος καὶ ἀνικανότητος διὰ τὸν πενόμενον ἀγροτικὸν πληθυσμόν», δηλαδὴ ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἐπερώτησις, ἐρχομένη πρὸς συζήτησιν τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα. Ὁπωσδήποτε, τὸ ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὸ 1958 ἐκκρεμεῖ, τὸ καταθέτομεν ὡς αὐτοτελῆ ἐπερώτησιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἔχει τὸν λόγον.
§42Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν πρόκειται νὰ τηρηθῇ ἡ σειρὰ τῶν Ἀρχηγῶν, ζητῶ καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, διὰ τὸν ἐπιπρόσθετον μάλιστα λόγον, ὅτι ἀντιτίθεμαι εἰς τὰ ὅσα ἐξετέθησαν.
§43Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πρόκειται περὶ ἰδικῆς μου προτάσεως. Θὰ ἠθέλατε καὶ ἐγὼ νὰ ἔχω λάβει ἀπάντησιν προτοῦ ἀκουσθῶ;
§44Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἠρνήθην νὰ ἀνέλθετε εἰς τὸ βῆμα. Εἶπον, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμήν, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρότασις ἢ ἀντιπρότασις, ἀλλ’ ἀντιθέτως ὑπάρχει θέμα καὶ ἢ τηρεῖται ἢ δὲν τηρεῖται ἡ σειρὰ τῶν Ἀρχηγῶν. Ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ τηρηθῇ, ἐγγράφομαι καὶ ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω.
§45Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κατὰ τὴν γνώμην μου, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, ἀφ’ ἧς συμμετέχει εἰς τὴν συζήτησιν ὅλη ἡ Βουλή, δὲν ὑπάρχει σειρὰ Ἀρχηγῶν. Οἱ Ἀρχηγοὶ ἔχουν δικαίωμα ἁπλῶς νὰ ζητήσουν τὸν λόγον, καὶ προτιμᾶται ὁ πρῶτος ζητήσας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε προηγοῦνται οἱ Ἀρχηγοί.
§47Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅταν ζητήσουν τὸν λόγον.
§48Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εἰς τὸ πολιτικὸν ζήτημα πάντοτε προτιμοῦνται, ἐὰν θέλουν νὰ ὁμιλήσουν.
§49Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρῶτος καὶ ἔλαβα τὸν λόγον. Περιέργως παρετήρησα τὸν ἐκπρόσωπον τῆς ΕΔΑ ὄρθιον, διὰ νὰ ἐπισημάνῃ, φαίνεται, τὴν ἀταξίαν τῆς ὁμιλίας μου. Ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι τακτικῶς ὡμίλουν. Ἐν τούτοις, τοῦ παρεχώρησα τὸν λόγον. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία ἀπὸ τὰς ἀφελεῖς ἁβρότητας τῆς Δημοκρατίας. (Ἱλαρότης, χειροκροτήματα). Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα: Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα τῆς οὐσίας θὰ συζητηθῇ ἄλλην ἡμέραν. Ἐπομένως, δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτό. Ἀλλὰ τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος, ἔχει δύο κεφάλαια: Πρῶτον, τὸν τρόπον τῆς διαδικασίας, μὲ τὸν ὁποῖον ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καί, δεύτερον, τὸ θέμα καθ’ ἑαυτό. Θὰ πρέπει νὰ διευκρινήσωμεν τὸ πρῶτον καὶ κατόπιν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ δεύτερον. Καὶ ἐφόσον δὲν συναρτᾶται πλέον τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος μὲ τὸ θέμα τῆς οὐσίας, θὰ παρεκάλουν ἀπροκαταλήπτως καὶ ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσουν τὸ θέμα. Διότι δημιουργοῦμεν προηγούμενον. Καὶ ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι εἰς τὸ θέμα τῆς οὐσίας δὲν ὑπάρχει πεῖσμα, θέλω νὰ ἐλπίσω, ὅτι καὶ εἰς τὸ θέμα τὸ συνταγματικὸν δὲν θὰ ὑπάρξῃ πεῖσμα καὶ θὰ εἶναι δυνατόν, ἐὰν τυχὸν διατυπωθοῦν ἀπόψεις πείθουσαι, νὰ γίνουν δεκταί. Ἀρχίζω ἀπὸ τὴν διαδικασίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἔφθασεν ἐνώπιον ἡμῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἔλαβε πρότασιν νόμου. Τὶ ἔπρεπε νὰ πράξῃ; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἐλλείπουν τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα, τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τὸ δικαίωμα, νὰ μὴ ἀνακοινώσῃ τὸ ἔγγραφον εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἔχει δίκαιον. Ποῖα ὅμως εἶναι τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα; Εἶναι μόνον ἡ ὑπογραφὴ τοῦ βουλευτοῦ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὑπογραφὴ βουλευτοῦ, δὲν ὑπάρχει τὸ ἐξωτερικὸν γνώρισμα. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι προσθέτως καὶ ὁ τίτλος; Ἀσφαλῶς ὄχι. Διότι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τίτλος, ὁ ὁποῖος παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ἀντισυνταγματικότητος καὶ ὅμως νὰ μὴ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ κείμενον. Ἑπομένως, δὲν ἀποτελεῖ ἐξωτερικὸν γνώρισμα ὁ τίτλος. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ κείμενον, διὰ νὰ ἑρμηνευθῇ ἡ ἔννοια τοῦ τίτλου. Ἀλλὰ τότε παύει τὸ ἐξωτερικὸν γνώρισμα. Γίνεται ἐσωτερικὸν γνώρισμα καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς σφετερίζεται ἁρμοδιότητας τοῦ Σώματος. Ἰδοὺ διατί. Ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς λαμβάνῃ ἔγγραφον, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἀνώνυμον, ἐφ’ ὅσον ἔχει τὴν ὑπογραφὴν βουλευτοῦ καὶ δὲν εἶναι ἀπρεπῶς συντεταγμένον, ὀφείλει νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρέπει νὰ ἐκτυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ. Ἡ ἀταξία, λοιπόν, ἡ ὁποία συνέβη κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, εἶναι, ὅτι ἡ πρότασις νόμου ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως, προτοῦ νὰ ἔχῃ κατατεθῇ, ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἀταξίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὑπεστηρίχθη καὶ ἄλλη, ἐπίσης ἀτυχὴς ἄποψις, τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἡ μὴ ἐκτυπωθεῖσα καὶ μὴ διανεμηθεῖσα πρότασις νόμου ἀνεγινώσκετο ἁπλῶς ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, θὰ ἐτηροῦντο αἱ προϋποθέσεις καὶ θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ κληθῇ εἰς ἔκδοσιν ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος. Ὑπῆρξεν ἐξ ἴσου ἀτυχὴς ἄποψις. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν τρίτην λύσιν, τὴν σημερινήν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπίσης ἀτυχής, διότι δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἦλθε προχθὲς ἡ πρότασις νόμου μεταξὺ τῶν ἀναφορῶν. Ἔγινεν οὐσιαστικὴ καὶ συνταγματικὴ συζήτησις, ἀπεστάλη πρὸς συζήτησιν καὶ ἔρχεται ἀπροόπτως πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Κατά τινα τρόπον συναρτᾶται μετὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τελικῶς, εἶχεν εἴπει: Διακόπτεται εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἡ συζήτησις, θὰ ἀποσταλῇ πρὸς ἐκτύπωσιν καὶ θὰ ἐπανέλθῃ πρὸς συζήτησιν, ὡς ἐὰν δὲν εἶχα διακοπῇ. Ἀλλὰ σήμερον συζητοῦμεν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Δὲν ὑπάρχει εἱρμὸς μεταξὺ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου σταδίου. Ὑπάρχει μία περιπέτεια ἀταξίας. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον στάδιον. Ἐδικαιοῦτο ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐγγράψῃ τὴν πρότασιν νόμου εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐδικαιοῦτο, ἐὰν δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις τοῦ ἄρθρου 57. Καὶ ἐρχόμεθα, τοιουτοτρόπως, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ συνταγματικοῦ θέματος. Κύριοι βουλευταί, ἡ λέξις «σύνταξις», ἔχει δημιουργήσει τὴν σύγχυσιν. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐὰν τυχὸν ἀνέγραφον εἰς τὸν τίτλον «περὶ ἀσφαλίσεως ἀγροτῶν» καὶ ἐάν, ἀντὶ τῆς λέξεως «σύνταξις» εἰς τὸ κείμενον ἔγραφον «βοήθημα», θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα;
§50Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Θὰ ἐγεννᾶτο. Διότι ἄλλο βοήθημα, ἄλλο ἐπίδομα καὶ ἄλλο σύνταξις. Χωρὶς νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὰς ὀνομασίας, ἂς ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ περιεχόμενον. Τὶ εἶναι ἡ σύνταξις; Εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον περιοδικῶς δίδεται, ἀλλὰ δίδεται μονίμως καὶ κάτι, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ εἰς τὸν δικαιοῦχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐναγάγῃ τὸ Δημόσιον πρὸς ἱκανοποίησίν του. Ἐνῷ, τὶ εἶναι βοήθημα καὶ ἐπίδομα; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδεται καὶ καθορίζεται τῇ ἰδικῇ σας πρωτοβουλία. Τὸ δίδετε ὅποτε θέλετε, εἰς ὅποιον θέλετε καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ δικαιοῦχος νὰ σᾶς ἐναγάγῃ. Τὸ κείμενον, λοιπόν, ἀποδεικνύει, ὅτι πρόκειται περὶ συντάξεως.
§51Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκεσθε εἰς πλάνην, ἡ ὁποία θὰ ἀποδειχθῇ καὶ ἐλπίζω νὰ μείνωμεν σύμφωνοι. Ἡ ἔννοια τῆς «συντάξεως», ὡς τὴν περιέχει τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἡ «σύνταξις» τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ σήμερον ὑπάρχει ἡ «σύνταξις» τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Ἦτο τότε ἡ διοικητικὴ ἀπόδειξις, καὶ εἶναι σήμερον ἡ κοινωνικὴ σύνταξις. Ὑπάρχουν δύο διάφοροι ἐποχαί. Καὶ ἡ λέξις ἐκφράζει διάφορον ἔννοιαν εἰς τοὺς δύο αἰῶνας. Θέλετε μίαν πλήρη ἀπόδειξιν; Θέτω ἐνώπιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἐρώτημα: Ἐὰν αὐτὸ εἶναι «σύνταξις», θὰ πρέπει εἰς πᾶσαν περίπτωσιν Ἀσφαλιστικοῦ Ταμείου Δημοσίου Δικαίου, ὅπου χορηγοῦνται συντάξεις, νὰ ἔχῃ ὑπάρξει γνωμάτευσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἠρεύνησα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει ἀσχοληθῆ μόνον μὲ συντάξεις δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπαλλήλων Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Ἀλλὰ οὐδέποτε μὲ συντάξεις ἠσφαλισμένων. Ἔχω δήλωσιν ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅτι οὐδέποτε θέμα συντάξεως ἠσφαλισμένων τὸ ἀπησχόλησε. (Χειροκροτήματα). Τὸ θέμα ἔληξε... Ἐφ’ ὅσον εἰς ὅλας τὰς συντάξεις τοῦ ΙΚΑ, τοῦ Ταμείου Νομικῶν, τοῦ Ταμείου τῶν Συντάξεων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, δὲν ὑπῆρξε γνωμάτευσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὑπάρχει ἡ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς συντάξεως τοῦ ἄρθρου 57, ἀλλὰ περὶ νέας κοινωνικῆς ἐννοίας τῆς συντάξεως.
§52Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, μέχρι τῆς στιγμῆς, ἀπὸ οὐδένα τῶν ὁμιλησάντων δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 24.
§53Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 24.
§54Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ἄρθρον 24 ἔχει πολὺ εὐρύτερον χαρακτῆρα....
§55Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μοῦ προσφέρετε τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι προλαμβάνετε τὸν ἐπίλογον τῆς ὁμιλίας μου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπαραίτητον. Θὰ δυνηθῶ νὰ πορευθῶ μόνος.... Γνωρίζω τὸ ἄρθρον 24 καὶ τὸ ἀναφέρω εἰς τὴν εἰσηγητικήν μου ἔκθεσιν καὶ δίδω ἀπάντησιν καὶ διὰ τὰ δύο. Ἀλλὰ τώρα καθορίζομεν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 57. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, οὐδέποτε ἐζητήθη γνωμάτευσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἐφ’ ὅσον, μάλιστα, ἐπὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν συντάξεων δὲν ὑπάρχει κἂν ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τοῦ ὑπουργοῦ Ἐργασίας, πῶς εἶναι δυνατόν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μόνον διὰ τοὺς ἀγρότας νὰ τεθῇ αὐτὸς ὁ φραγμὸς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, μὲ τὴν πρόφασιν τοῦ ὁποίου νὰ ἐμποδίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς προτάσεώς μου; Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἀρχικὴν γνώμην της καὶ θὰ συνομολογήσῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον 57 δὲν καθιστᾷ ἀντισυνταγματικὴν τὴν πρότασίν μου, διότι μὲ αὐτὴν παρέχεται κοινωνικὴ καὶ ὄχι διοικητικὴ «σύνταξις». Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλωνται προτάσεις νόμων ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἱ ὁποῖαι διαταράσσουν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ κατὰ ποῖον τρόπον ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ διαταράξῃ, θὰ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ ἀποδεχθῇ τὰς ἰδικάς της προτάσεις νόμων;
§56Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, οἱ περιορισμοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατυπωμένοι εἰς τὰ δύο ἄρθρα, τὸ ἄρθρον 24 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος, διατὶ ἐτέθησαν; Ἐτέθησαν ἀκριβῶς ὑπὸ τοῦ Συνταγματικοῦ Νομοθέτου, διὰ νὰ προλάβουν αὐτὸν τὸν κίνδυνον. Ἄλλωστε, κ. Πρόεδρε, καὶ ἀπὸ Ὑμᾶς ἔχει ἐπιγραμματικῶς διατυπωθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις Κυβερνᾷ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐλέγχει. Τὸ θέμα εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ ἐψηφίσθη ὑπ’ αὐτοῦ διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικήν της καὶ εἶναι ἠναγκασμένη, ὡς ἐκ τούτου καὶ εἰς τὰ θέματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς νὰ μὴ δέχεται προτάσεις νόμων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι εἶναι δυνατὸν αὗται νὰ ἀνατρέψουν τὴν καθόλου πολιτικήν της. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Συνταγματικοῦ Νομοθέτου, ἐν προκειμένῳ. Ἡ διάταξις αὕτη, ἐπαναλαμβάνω, ἐθεσπίσθη εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ εἰς τὰ Συντάγματα ὅλων τῶν χωρῶν, ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποφευχθῇ αὐτὸς ὁ κίνδυνος.
§57Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ σᾶς πείσω, ὅτι ἔχετε ἄδικον. Ὁ Συνταγματικὸς Νομοθέτης ἀναγνωρίζει δικαίωμα καὶ τῶν βουλευτῶν νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ἰδοὺ ἡ διάταξις, παράγραφος 3, τοῦ ἄρθρου 57: «Πᾶσα πρότασις νόμου, συνεπαγομένη ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐφ’ ὅσον μὲν ὑποβάλλεται ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν, δὲν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν χωρὶς ἔκθεσιν τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲ ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πρὸ πάσης συζητήσεως διαβιβάζεται εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν Λογιστικοῦ...». Ἰδού, λοιπόν, ὅτι τὸ Σύνταγμα προβλέπει προτάσεις νόμων, αἱ ὁποῖαι περιέχουν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Ἐπομένως ὁ Συνταγματικὸς Νομοθέτης, εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, δὲν ἤθελεν, ὅπως ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προφυλάξῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ αὐτὴν τὴν Νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει. Μὲ τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 57 ἠθέλησε μόνον νὰ ματαιώσῃ τὰς φαυλοκρατικάς, προσωπικὰς χαριστικὰς διατάξεις ὑπὸ τύπον συντάξεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰδικὴ ἔννοια καὶ καμμία ἄλλη. Ἰδού, λοιπόν, ὅτι, κατὰ τὸ Σύνταγμα, δικαιοῦται καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ ὑποβάλλουν προτάσεις νόμων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουν τὸν προϋπολογισμόν. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἰδικός μου εἶναι ὁ ὁρισμός, ὅτι ἡ πλειοψηφία κυβερνᾷ καὶ ἡ μειοψηφία ἐλέγχει. Ἀλλὰ ἡ ἔννοια τοῦ ἐλέγχου ὁλοκληρώνεται καὶ μὲ τὰς προτάσεις νόμων, τὰς ὁποίας ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα καὶ αἱ ὁποῖαι καθιστοῦν περισσότερον ὑπεύθυνον τὸν ἔλεγχον. Διότι εὔκολος εἶναι ἡ ἐπίκρισις, ἀλλὰ δύσκολος ἡ νομοθετικὴ εὐθύνη τῆς ἐπικρίσεως. Ὁ καθορισμὸς πόρων, ἢ ἐπιβολὴ φόρων, προκαλεῖ καὶ ἀντιδημοτικότητα. Ἀποδεικνύομεν ὅμως, τοιουτοτρόπως, ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσωμεν ὑπευθύνως τὰς ἐπαγγελίας μας.
§58Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, δὲν σᾶς ἀποδίδω τοιαύτην πρόθεσιν. Λέγω, ὅτι ἡ πρότασις ἔχει εἰς μικρότερον βαθμὸν ἀντιδημοτικότητα καὶ εἰς μεγαλύτερον βαθμὸν δημοτικότητα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἀμφισβητῶ τὰς προθέσεις σας. Λέγω ταῦτα, διότι διεκδικεῖτε τὸ θάρρος, ὅτι ἐκάματε μίαν ἀντιδημοτικὴν πρότασιν.
§59Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως αὐτό, ἐγέννησε τὴν ἀντίδρασιν;
§60Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Διατὶ ὑποπτεύεσθε, ἐφ’ ὅσον ἔχετε συγκεκριμένας δηλώσεις καὶ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως; Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀντιστρέψω τὸ ἐρώτημα: Μήπως, διότι γνωρίζετε, ὅτι ἀσχολεῖται ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸ θέμα αὐτό, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐκάματε τὴν πρότασιν; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, λέγει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι δημοφιλὴς ἡ πρότασις, ἠνωχλήθη ἡ Κυβέρνησις. Θὰ σᾶς παρεκάλουν ἐὰν δὲν θέλετε νὰ λαμβάνετε ἀπαντήσεις αἱ ὁποῖαι περιέχουν ὑπαινιγμούς, νὰ μὴ προκαλῆτε καὶ σεῖς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε καὶ ἐπιμένει ἐπὶ τῆς ἀπόψεως ταύτης, ὅτι ἐὰν καθιερωθῇ νὰ ὑποβάλωνται τοιούτου εἴδους προτάσεις νόμων ἀπὸ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, αὐτὸ θὰ ἔχῃ κακὰς συνεπείας διὰ τὸ μέλλον ὄχι διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἰδικήν σας Κυβέρνησιν, ὅταν ἔλθετε εἰς τὴν ἐξουσίαν.
§61Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀντελήφθην τὸν λόγον αὐτῆς τῆς ἀντιδικίας. Ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας προσπαθῶ νὰ ἀπομακρύνω τὸ πνεῦμα τῆς ἀντιδικίας εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
§62Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κατέστη ἀδύνατον ὅμως ......
§63Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐλπίζω ὄχι...
§64Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν σᾶς διευκολύνουν οἱ ἄνθρωποί σας.
§65Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἐπανέρχομαι τώρα εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐκκινήσεως. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὤφειλε, διότι καμμία διάταξις τοῦ Συντάγματος ἀπὸ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι τοῦ δίδουν τὸ δικαίωμα τῆς μὴ ἐγγραφῆς εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, καμμία δὲν ἰσχύει εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὤφειλε νὰ ἀποστείλῃ τὴν πρότασίν μου εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, νὰ τὴν ἀποστείλῃ κατόπιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ τότε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οἴκοθεν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ προτείνῃ τὸ Συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις, καὶ ἡ τάξις αὐτή, δὲν ἐτηρήθη. Ἀποδέχομαι μ’ ὅλα ταῦτα τὴν σημερινὴν συζήτησιν, κατ’ οἰκονομίαν, ὅπως λέγουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διὰ νὰ λήξῃ τὸ θέμα, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀποδέχομαι ὡς μόνιμον τρόπον διαχειρίσεως τοῦ συνταγματικοῦ θέματος εἰς τὸ μέλλον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠμπορεῖ ὁ Πρόεδρος τῆς τῆς Βουλῆς νὰ σᾶς διακόψῃ, διότι ἠσχολήθητε μὲ αὐτὸν συνεχῶς;
§67Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μὲ ποῖον νὰ ἀσχοληθῶ, κ. Πρόεδρε;
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ δώσητε τὴν εὐκαιρίαν νὰ σᾶς ἀπαντήσω τώρα, κ. Πρόεδρε, διότι ἀργότερον ἴσως θὰ ἔχῃ τελειώσει ἡ συζήτησις. Ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Κανονισμοῦ ἀναπτύσσονται ἐπὶ δεκάλεπτον ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως αἱ κατατιθέμεναι προτάσεις νόμων ὑπὸ βουλευτῶν. Ἐὰν εἶχε συμβῆ αὐτό, θὰ εἶχεν ἐκτυπωθῆ καὶ δὲν θὰ ἀνέκυπτε ἡ πρότασις τοῦ κ. Τσιριμώκου, ἡ ὁποία ἔδωσε τὴν λύσιν διὰ τῆς ἐκτυπώσεως τῆς προτάσεως. Αἱ προτάσεις ἐδόθησαν ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν τύπον ταυτοχρόνως καὶ οὕτω δὲν εἶχε τηρηθῆ (δὲν λέγω, ὅτι ἦτο ὑποχρεωτικὴ ἡ τήρησις) τοῦ ἄρθρου 49, ἀλλὰ ἂν εἶχε τηρηθῆ θὰ ἀπεφεύγετο ἡ μὴ ἐκτύπωσις τῶν δύο προτάσεων νόμου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἔδειξε, κατὰ τὴν κρίσιν σας, καὶ ἔλλειψιν ψυχραιμίας καὶ ἔκαμε καὶ ἀταξίαν, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δικαιοῦμαι καὶ ὀφείλω νὰ ἔχω γνώμην, ἐπειδὴ δὲ ἔχω δημοκρατικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν συνείδησιν, βασιζόμενος εἰς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ ἀπηυθύνθην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησα νὰ ἀποφασίσῃ αὕτη. Εἶναι αὐτὸ ἀντιδημοκρατικόν; Ἀποτελεῖ αὐτὸ ἀταξίαν καὶ ἀποτελεῖ ἔλλειψιν ψυχραιμίας, ὅταν ζητῶ ἀπὸ τὸ Σῶμα νὰ λάβῃ αὐτὸ μίαν ἀπόφασιν ἐπὶ θέματος τόσον βασικοῦ; Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἔχῃ τὴν ἰδικήν σας γνώμην καὶ μόνον αὐτήν; Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, κ. Ἀρχηγὲ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, νὰ ὑποστηρίζετε, ὅτι τὸ Προεδρεῖον παρεβίασε τὸν Κανονισμόν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἔχει καὶ αὐτός, καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τῆς γνώμης του δύναται νὰ προσκρούσῃ εἰς τὰς ἀπόψεις ἄλλων συναδέλφων ἢ Κομμάτων, ἀπευθύνεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μετὰ ἐλευθέραν συζήτησιν βάσει τοῦ ἄρθρου 39 λαμβάνεται ἀπόφασις καὶ διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, γίνεται συζήτησις. Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκετε τὴν ἔλλειψιν ψυχραιμίας καὶ ποῦ εἶναι ἡ ἀταξία ὅταν τὸ θέμα ἀναπέμπεται εἰς τὸ κυρίαρχον Σῶμα;
§69Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὀφείλω ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία μοῦ εἶναι «γεωγραφικῶς» δύσκολος. (Γέλωτες). Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δικαιοῦσθε νὰ ἔχετε τὴν γνώμην σας καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ γνώμη σας εἶναι ἐσφαλμένη. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Σᾶς καταλογίζω τὴν εὐθύνην, ὅτι ἐζητήσατε ἀπὸ τὸ Σῶμα, τὸ κυρίαρχον, ὅπως εἴπατε, νὰ ἀποφανθῇ ἐν τῇ κυριαρχίᾳ του ἐπὶ τοῦ ἀγνώστου θέματος. Αὐτὸ σᾶς καταλογίζω. Ἐὰν νομίζετε σεῖς, ὅτι ἡ εὐλάβεια πρὸς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σώματος ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι καλεῖται νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ ἀγνώστου θέματος, δικαιοῦσθε νὰ ἔχετε τὴν γνώμην σας. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχεν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἦτο ἀδύνατον νὰ ζητῆται ἀπὸ τὸ Σῶμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Τιμῶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον διευθύνετε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Θὰ σᾶς παρεκάλουν εἰλικρινῶς νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς προχθεσινῆς ἐνεργείας σας. Εἶναι μία ἀπὸ τὰς ἀτυχεῖς ἐνεργείας, ἐν μέσῳ τοῦ πλήθους τῶν εὐστόχων ἐνεργειῶν, μὲ τὰς ὁποίας διευθύνετε τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§70Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν παρέστην κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἐξ ὅσων ὅμως ἐπληροφορήθην, γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἔφερε τὸ θέμα διὰ νὰ τὸ θέση ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς διότι δὲν ἦτο κἂν δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ τὸ θέμα. Ὅταν ἠγέρθη ἀμφισβήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, ἐγένετο δεκτόν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐκτύπωσις τῶν προτάσεων νόμων.
§71Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. «Στερνὴ γνώση» ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς ἐκτυπώσεως. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος. Κύριοι βουλευταί, ἔχει σχηματισθῆ ἡ ἐντύπωσις καὶ εἰς τὸν τύπον ἀκόμη, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ δικαίωμα τῶν βουλευτῶν νὰ προτείνουν προτάσεις νόμων αἱ ὁποῖαι περιέχουν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀπέδειξα προηγουμένως, ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ παρέχει τὸ Σύνταγμα. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν παρέχῃ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ συγκεκριμένον δικαίωμα τῆς παροχῆς «συντάξεως» κατὰ τὸ ἄρθρον 57. Καὶ προέβην εἰς τὴν διάκρισιν τῆς «διαιτητικῆς» ἀπὸ τὴν «κοινωνικὴν» τὴν τάξιν, ἡ ὁποία δὲν ἐμποδίζεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 24. Τὸ ἄρθρον 24 ἀναγράφει, ὅτι «οὐδεμία πρότασις νόμου ἢ τροπολογία ἢ προσθήκη ἐπαγομένη εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, τῶν ὀργανισμῶν αὐτοδιοικήσεως ἢ ἄλλων νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου ἢ ἐλάττωσιν ἐσόδων ἢ περιουσιῶν αὐτῶν πρὸς μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει ὄφελος προσώπων προέρχεται ἐκ τῆς Βουλῆς». Ποία εἶναι ἡ ἑρμηνεία του; Ὑποστηρίζω, ὅτι ὅταν ὁμιλῇ δι’ ὄφελος προσώπου, ἐννοεῖ ὄφελος ὡρισμένου προσώπου, δὲν ἐννοεῖ ὄφελος ἀπροσώπων κοινωνικῶν κατηγοριῶν. Αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ἔχει δώσει καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία τὸ ἐψήφισε. Ἑπομένως, αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλει ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης, δὲν εἶναι νὰ ἀποτρέψῃ παροχὰς εἰς κοινωνικὰς κατηγορίας, ἀλλὰ τὰς χαριστικὰς πράξεις, τὰ σκάνδαλα τῶν προσωπικῶν χαριστικῶν πράξεων. Αὐτὸ ἦτο ἄλλοτε τὸ νόσημα καὶ αὐτὸ τὸ νόσημα ἠθέλησε νὰ θεραπεύσῃ. Ἀλλὰ οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ θέλῃ νὰ ἐμποδίσῃ γενικώτερα μέτρα κοινωνικῆς προνοίας. Ἰδοὺ διατὶ εἶναι συνταγματικὴ ἡ πρότασις νόμου καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν συμβαίνῃ νὰ ἔχῃ πεισθῆ, θὰ παρεκάλουν, ἀντὶ νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν διὰ τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, νὰ δεχθῶμεν τὴν συνταγματικότητα τῆς προτάσεως νόμου, ἡ ὁποία νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν συνήθη διαδικασίαν καὶ νὰ ἔλθῃ κανονικῶς πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Συνταγματικὸν θέμα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἂν ἡ Κυβέρνησις ἦτο πεπεισμένη, ὅτι ἠδύνατο σήμερον νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν αὐτὴν τὴν σύνταξιν πρὸς τοὺς ἀγρότας, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἔσπευδε νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο ὑπερμέτρως ἀπησχολημένος καὶ εἶχε τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, θὰ ἐπληροφορεῖτο, ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον. Ἐὰν ἐπείθετο ἡ Κυβέρνησις, εἶπον, ἀσφαλῶς θὰ ἔσπευδεν. Ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐὰν ἔκρινεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ μίαν μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς μίαν μεγάλην καὶ πάσχουσαν κοινωνικὴν τάξιν, θὰ ἔσπευδε νὰ τὴν προσφέρῃ; Ὁ δισταγμὸς ὀφείλεται ἀσφαλῶς εἰς τὴν ἔλλειψιν αὐτῆς τῆς πεποιθήσεως, ὅτι τὸ μέτρον εἶναι πραγματοποιήσιμον χωρὶς βλάβην ἢ τοῦ Δημοσίου Προϋπολογισμοῦ ἢ γενικώτερον τῆς Ἐθνικῆς οἰκονομίας. Εἰς αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν δισταγμὸν ἀπήντησεν ἡ πρωτοβουλία μου. Προσκομίζω μίαν πρότασιν νόμου, ἡ ὁποία παρέχει τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ μέγας σκοπὸς τῶν ἀγροτικῶν συντάξεων εἶναι ἀμέσως πραγματώσιμος.
§72Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἂν γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι πραγματώσιμος μὲ τοὺς ὅρους ποὺ θέτετε. Δὲν εἶναι τὸ θέμα ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ εἰσφορὰ ἢ ἂν δὲν θὰ ὑπάρξῃ εἰσφορά. Ὑπάρχει ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν ἀμφισβήτησις καὶ ἐπιθυμῶ ἀκριβῶς νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἂν χρῄζῃ περαιτέρω ἐρεύνης τὸ θέμα ἢ ὄχι, ἐὰν εἶναι ὥριμον ἢ ὄχι καὶ χρῄζει περαιτέρω ἐρεύνης καὶ μελέτης διὰ νὰ διατυπώσωμεν συγκεκριμένας προτάσεις.
§73Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι ἀληθῶς εὐτυχής, ὅτι ἡ συζήτησις ἄγει εἰς τὴν ἀπόφασιν μιᾶς συγκεκριμένης οὐσιαστικῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος. Καὶ θὰ ἤμην εὐτυχέστερος ἂν ἀποσυρθοῦν αἱ ἐνστάσεις τῆς ἀντισυνταγματικότητος, αἱ ὁποῖαι, ἐλπίζω, νὰ ἐσχηματίσθη κοινὴ πεποίθησις, ὅτι δὲν εὐσταθοῦν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν κανονικὴν πορείαν τῆς συζητήσεως αὐτῆς τῆς προτάσεως νόμου, τὴν ὁποίαν καὶ νὰ ψηφίσωμεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔχει τὸν λόγον.
§75Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ συνταγματικὸν θέμα, διότι ἴσως εἶμαι ἀναρμόδιος. Ἄλλωστε τὸ θέμα αὐτὸ τὸ ἐχειρίσθησαν διακεκριμένοι νομομαθεῖς καὶ τὸ ἀνέπτυξαν νομίζω ἐν πλάτει. Ἡ μόνη πεῖρα ποὺ ἔχω μὲ τὰ συνταγματικὰ θέματα, εἶναι, ὅτι αἱ πλέον ἀντίθετοι ἀπόψεις ἠμποροῦν νὰ ὑποστηριχθοῦν μὲ τὰ ἰσχυρότερα ἐπιχειρήματα ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη πεῖρα ποὺ ἔχω καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἀποψινὴ συζήτησις, ἐὰν συνεχισθῇ ἐπάνω εἰς τὴν συνταγματικότητα, δὲν πρόκειται νὰ ἀγάγῃ εἰς κανένα θετικὸν συμπέρασμα, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπόψε, προέβη εἰς τὴν δήλωσιν διὰ τῆς ὁποίας ἀπεσαφήνισε τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀσφάλισις τῶν ἀγροτῶν, ἀποτελεῖ διὰ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων μόνιμον ἐπιδίωξιν. Ἀπὸ τοῦ 1951 ἐπὶ ὑπουργίας τοῦ κ. Μπακατσέλου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας, κατετέθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδιώκετο ἡ χορήγησις νοσοκομειακῆς καὶ φαρμακευτικῆς περιθάλψεως, διὰ νὰ προχωρήσῃ σὺν τῷ χρόνῳ εἰς τὴν ἀσφάλισιν τῶν ἀγροτῶν. Καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, τοῦτο ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὰς κυριωτέρας ἐπαγγελίας τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ Κόμματα τὰ ἐκπροσωπούμενα σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι ἀπολύτως σύμφωνα ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἔκαμεν ἀπόψε, νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα εἰς τὴν οὐσίαν του κατὰ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προαγάγῃ κατὰ τίποτε πλὴν τοῦ ὅτι θὰ διαπιστωθῇ ἡ συμφωνία τῶν Κομμάτων, ἡ ὁποία διαπιστώνεται καὶ ἀπόψε. Θὰ ἐπρότεινον πρὸς τὸ Σῶμα καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀντὶ νὰ καταναλώσωμεν μίαν ἢ δύο συνεδριάσεις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ καταρτισθῇ μία διακομματικὴ ἐπιτροπή, μὲ περιωρισμένον χρόνον ἐργασίας, ἡ ὁποία νὰ ὑποβάλῃ κατόπιν εἰς τὴν Βουλήν, τὸ πόρισμά της, ἀφοῦ θὰ συλλέξῃ καὶ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ παράσχῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐδῶ ἀμφισβητοῦνται καὶ οἱ ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι προεβλήθησαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος κ. Παπανδρέου. Κατὰ τὴν γνώμην μου αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ ἀποτελεσματικωτέρα ἀντιμετώπισις τοῦ ζητήματος, καὶ ἴσως ὑποβοηθήσῃ τὴν προσπάθειαν ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὅλοι νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ εἰς τὴν πάσχουσαν ἀγροτικὴν τάξιν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἔχει τὸν λόγον.
§77Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρόν. Ὀφείλω πρῶτον, ὄχι διὰ νὰ κατατριβῶ περὶ τὰ τυπικά, νὰ εἴπω, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ σχετικαὶ μὲ τὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, δὲν εἶναι τυπικαὶ εἶναι οὐσιαστικαί, διότι ἐπιδιώκουν νὰ ἐξασφαλίζεται ἐπαρκὴς χρόνος διὰ τὸν ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι πέραν ὅλων τῶν ἄλλων τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἡ συζήτησις θέματος, σχέσιν ἔχοντος μὲ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, εἰς ἡμέραν Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἦτο ἄτοπος. Διότι ἐὰν πᾶν θέμα τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται, συνεζητεῖτο τὴν ἡμέραν τοῦ Κοινοβουλετικοῦ ἐλέγχου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πάντοτε θὰ ἐφαλκιδεύετο ὁ χρόνος τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§78Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Τὴν εὐθύνην τὴν φέρει ἡ Κυβέρνησις. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ θέμα χθὲς τὴν ἑσπέραν, ἀλλὰ διότι κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν διετυπώθη σχετικὸν παράπονον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐνόμισα, ὅτι ἦτο σκόπιμον νὰ εἴπω εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ φέρῃ τὸ θέμα ἀπόψε. Δὲν ἔκανα τὴν ὑστερόβουλον σκέψιν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἡμέραν ἀπὸ τὰς ἡμέρας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι αἱ καταθέσεις τῶν προτάσεων νόμου γίνονται τὴν ἡμέραν Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§80Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπάρχουν ἄπειρα ἄρθρα εἰς τὸν Κανονισμόν, ὑπάρχει ὅμως καὶ μεγάλη ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλίζεται ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Τὸ θέμα δὲν θὰ ἐπάθαινε τίποτε, ἐὰν ἐπερίμενε μέχρι τῆς Δευτέρας καὶ ἀπόψε νὰ εἶχε προχωρήσει ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων, διὰ νὰ προχωρῇ ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Οὔτε περὶ ὑστεροβουλίας ὡμίλησα, οὔτε περὶ ἐπίτηδες γενομένης ἐνεργείας. Εἶπα ἁπλῶς, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ αὐτὸ ποὺ ἔγινε. Τώρα θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ προχωρήσω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ τυπικοῦ ζητήματος. Διὰ τὴν Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν, δὲν ἀποτελεῖ μόνον ζήτημα τῶν βασικῶν της ἀρχῶν ἡ γενίκευσις τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων καὶ εἰδικῶς ἡ ἐπέκτασις τῆς ἀσφαλίσεως εἰς τὴν ἀγροτικὴν τάξιν, ζήτημα τῶν βασικῶν της ἀρχῶν ἀποτελεῖ ἐπίσης καὶ ἡ εὔρυθμος λειτουργία τῶν θεσμῶν. Ἑπομένως, εἰς πᾶν ἐγειρόμενον θέμα συνταγματικότητος θέλομεν νὰ εἴμεθα ἀπολύτως ἐν τάξει μὲ τὴν συνείδησίν μας καὶ μὲ τὰ πράγματα. Διότι, ἐφ’ ὅσον διεκδικοῦμεν τὸ δικαίωμα νὰ προσάπτωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν πρᾶξιν ἀντικειμένην εἰς τὸ Σύνταγμα, θέλομεν νὰ δίδωμεν τὸ παράδειγμα, ὅτι σεβόμεθα τὸ Σύνταγμα εἰς ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις. Ἐὰν δὲ πράγματι ἐπρόκειτο περὶ προτάσεως ἡ ὁποία θὰ ἐπεδίωκε κατ’ οὐσίαν οἱανδήποτε ἀντισυνταγματικὴν ἐνέργειαν, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἠθέλαμεν νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν, ἀλλὰ ἀντιθέτως θὰ ἐλέγομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πᾶν δικαίωμα νὰ μᾶς προσάψῃ, ὅτι δημαγωγοῦμεν διότι ζητοῦμεν πράγματα τὰ ὁποῖα οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλὴ θὰ εἶχον δικαίωμα νὰ ἀποφασίσουν. Διότι ἐφ’ ὅσον θὰ ἦσαν ἀντισυνταγματικαὶ αἱ διατάξεις τὰς ὁποίας θὰ ἐψηφίζαμεν, εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἦσαν ἀνεφάρμοστοι καὶ μόνον διὰ λόγους δημαγωγικοὺς θὰ ἐψηφίζοντο. Ἀλλὰ ἐδῶ, περὶ τίνος πρόκειται, πρόκειται περὶ τοιούτου θέματος ἀντισυνταγματικότητος; Ἰσχυρίζεται κανείς, ὅτι ἡ χορήγησις κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως εἴτε συντάξεως, εἴτε βοηθήματος εἰς τοὺς ἀγρότας εἶναι πρᾶξις ἀντικειμένη εἰς τὸ Σύνταγμα; Οὐδείς. Ἀναμφισβητήτως, δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ψηφίσῃ οἱανδήποτε σύνταξιν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος. Ἔχομεν κἂν διαφωνίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω τὴν εἰλικρίνειαν τῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συμφωνεῖ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι πρέπει νὰ χορηγηθῇ σύνταξις εἰς τοὺς ἀγρότας. Ποῖον, λοιπόν, εἶναι τὸ περίφημον θέμα τῆς συνταγματικότητος, τὸ ὁποῖον ἔχει τόσον μεγάλην σημασίαν, ὥστε νὰ δύναται νὰ προκαλέσῃ ἐπικίνδυνον προηγούμενον διὰ τὸ μέλλον καὶ νὰ κλονίσῃ τοὺς θεσμούς, ἐνδεχομένως, εἰς τὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα;
§81Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἐγένετο χρῆσις τῆς νομοθετικῆς πρωτοβουλίας τῆς Βουλῆς. Διότι ἦτο ἀνέκαθεν καθιερωμένη ἡ ἀρχή, ὅτι δὲν δύνανται νομοσχέδια αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου νὰ προέρχωνται ἀπὸ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Βουλῆς.
§82Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ ἦτο καλύτερον νὰ μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ προσέξετε τὴν ἐκ μέρους μου ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος. Διότι τὸ γεγονός, ὅτι παρόμοιον ζήτημα δὲν ἔχει γεννηθῆ ἔχει τὴν αἰτίαν του, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ εἰς ποῖον σημεῖον δὲν θεωρῶ σοβαρὸν τὸ ζήτημα. Δὲν θεωρῶ σοβαρὸν θέμα ἀντισυνταγματικότητος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ὑπεβλήθη μία πρότασις νόμου ἐκ μέρους βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι, ἐνδεχομένως, δὲν δικαιοῦνται νὰ ὑποβάλουν πρότασιν νόμου. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν, γενόμενον ἐνδεχομένως δεκτόν, νὰ κλονίσῃ τοὺς θεσμούς. Δὲν πρόκειται περὶ οὐσίᾳ ἀντισυνταγματικότητος, περὶ προτάσεως πρὸς τὴν Βουλὴν μιᾶς ἐνεργείας ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, ὥστε νὰ προφυλάξωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν ψήφισιν διατάξεως ἀντικειμένης εἰς τὸ Σύνταγμα, πρᾶγμα ποὺ θὰ ἀπετέλει κακὸν προηγούμενον. Εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ ἐκραύγαζα τὴν ἀντίθεσίν μου. Τὸ νὰ ψηφίζῃ μία Βουλὴ ἀντισυνταγματικὰς διατάξεις, αὐτὸ κλονίζει τοὺς θεσμούς. Ἐδῶ δὲν διαφωνοῦμεν οὔτε περὶ τοῦ ὅτι συνταγματικῶς δύναται ἡ Πολιτεία ν’ ἀπονείμῃ συντάξεις εἰς τοὺς ἀγρότας. Ἀντιθέτως ὅλα τὰ Κόμματα συμφωνοῦν. Ποῦ διαφωνοῦμεν; Ἂν δικαιοῦνται οἱ βουλευταὶ νὰ κάμουν προτάσεις νόμου διὰ τὴν σύνταξιν. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἄτοπον καλύπτεται ἀμέσως. Μία οὐσιαστικὴ ἀντισυνταγματικότης δὲν θὰ ἐκαλύπτετο ποτέ. Ἀλλ’ ἡ προκειμένη δῆθεν ἀντισυνταγματικότης καλύπτεται ἀμέσως κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον. Ἁπλούστατα, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, ὅτι δέχεται τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου. Αὐτὸ εἶναι εὐκολώτατον, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς χορηγήσεως συντάξεως εἰς τοὺς ἀγρότας. Ἑπομένως, δὲν εἶναι σοβαρὸν τὸ προκαλούμενον ζήτημα ἀντισυνταγματικότητος ἡ ὁποία δύναται νὰ καλυφθῇ διὰ μόνης τῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§83Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Πρῶτον, ἡ Κυβέρνησις σαφῶς ἔκαμε τὸν διαχωρισμὸν τοῦ συνταγματικοῦ ἀπὸ τὸ οὐσιαστικόν. Εἶπον, ὅτι ἐπιμένω εἰς τὸ θέμα τὸ συνταγματικὸν διότι, ἐνῷ σεῖς τὸ θεωρεῖτε ἐπουσιῶδες, ἡ Κυβέρνησις τὸ θεωρεῖ οὐσιωδέστατον. Πρὶν ἢ λυθῇ τὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὴν ἐπίπτωσίν του διὰ τὸ μέλλον, ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχεται νὰ κάμῃ συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ἡ ἀντισυνταγματικότης μὲ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι υἱοθετεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται σοβαρῶς μὲ τὸ θέμα καὶ ὅταν θὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα, θὰ τὰ ἀνακοινώσῃ. Ἡ Κυβέρνησις, ἀφ’ ἧς ἐδήλωσεν, ὅτι μελετᾶ τὸ θέμα εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δηλώσῃ ἐν καιρῷ τὰ ἀποτελέσματα τῆς μελέτης αὐτῆς. Πῶς εἶναι δυνατὸν χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης αὐτῆς νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ παρακαμφθῇ ἡ συνταγματικὴ δυσκολία;
§84Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀνάπτυξις τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸ ὀλίγου δὲν εἶναι διότι πιστεύω, ὅτι θὰ σᾶς ἐξηνάγκαζε εἰς υἱοθέτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου σήμερον, διότι πιστεύω, ὅτι ἡ ἄρνησίς σας νὰ δεχθῆτε τὴν συνταγματικότητα τῆς προτάσεως ἀποτελεῖ συνάρτησιν τῆς γνώμης σας, ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ παροχὴ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως εἰς τοὺς ἀγρότας, λόγῳ εἰδικῶν λόγων, λόγῳ μὴ ἐπαρκοῦς μελέτης κλπ. κλπ....
§85Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Περισσότερον ἀπὸ ὑμᾶς ἐγὼ εἶμαι ἁρμόδιος νὰ εἴπω πῶς σκέπτομαι. Σεῖς ἐκάματε μίαν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ εἶναι ἀβάσιμος —δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι κακόπιστος— ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ρητὴ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μελετᾶ τὸ θέμα. Διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐστερεῖτο τοῦ θάρρους νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ θέμα εἶναι πρόωρον. Ὅταν θὰ πᾶμε εἰς τὰς ἐκλογάς, ὁ κόσμος αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ θέμα θὰ ψηφίσῃ τὰ Κόμματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τοῦ προσφέρουν τὴν σύνταξιν. Ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μελετᾶ τὸ θέμα. Σεῖς, λοιπόν, ἐξάγετε τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἀνώριμον τὸ θέμα. Διὰ νὰ εἴπῃ ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ἀνώριμον, χρειάζεται τὰ ἀποτελέσματα τῆς μελέτης, ἡ ὁποία δὲν ἐπερατώθη. Θὰ σᾶς εἴπω ἑπομένως, ἐὰν εἶναι ὥριμος ἢ ἀνώριμος ὅταν θὰ ἔχω τὰ ἀποτελέσματα τῆς μελέτης. Διότι σᾶς εἶπα προηγουμένως, ὅτι συνεκροτήθη Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐμελέτησε τὸ θέμα. Ἀλλὰ ὑπάρχουν κενὰ εἰς τὴν μελέτην ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἀπογραφικὰ στοιχεῖα. Ἐνδεχομένως θὰ ἀπαιτηθοῦν ἀναλογιστικαὶ πράξεις διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς συγκεκριμένους ἀριθμούς. Παρέστη ὡς ἐκ τούτου ἀνάγκη, διὰ νὰ βοηθηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἔργον της, νὰ μετακληθῇ ἕνας ξένος εἰδικός. Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σοβαρῶς μελετᾶ τὸ θέμα, καὶ ὅτι δὲν κατέληξεν ἀκόμα εἰς συμπεράσματα.
§86Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅταν ἐγὼ διὰ ἕνα θέμα λέγω «δὲν ἔχω τὰ ἀποτελέσματα τῆς μελέτης μου» εἶμαι ἀνώριμος διὰ νὰ δεχθῶ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Τὸ ὅτι σεῖς δὲν θεωρεῖτε ἑαυτὸν ὥριμον νὰ υἱοθετήσητε μίαν τοιαύτην πρότασιν βγαίνει ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα δηλώνετε. Ἐφ’ ὅσον ἀναμένετε πορίσματα, σημαίνει, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ δεχθῆτε νὰ υἱοθετήσητε οἱονδήποτε σχέδιον νόμου. Ἑπομένως, ἡ ἀντισυνταγματικότης διὰ τοῦτο προτείνεται. Κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἰδικήν μου εἶναι ἀπολύτως ἰσχυρὰ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν περὶ τῆς συνταγματικότητος τῆς προτάσεως νόμου ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἐκ μέρους βουλευτῶν. Δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν τυπικῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων, διότι καὶ καλῶς ἀνεπτύχθησαν, καὶ ἴσως θὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ περαιτέρω ἀπὸ ἄλλους βουλευτάς. Θὰ ἔλθω ὅμως ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος, διατὶ μετὰ τόσα ἔτη δὲν ὑποβάλλονται προτάσεις νόμου τοιούτου περιεχομένου ὑπὸ βουλευτῶν οἱουδήποτε Κόμματος, ἔστω καὶ μὲ τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθοῦν ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι ἀντισυνταγματικῶς ὑποβάλλονται. Τοῦτο συμβαίνει διότι τὸ θέμα εἶναι ὥριμον, ὄχι διὰ τὸν ξένον ὁ ὁποῖος μετεκλήθη, ὄχι διὰ τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία συνεκροτήθη, εἶναι ὥριμον, διὰ τὸν Λαὸν ὁ ὁποῖος πιέζει καὶ πιέζει καὶ πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δι’ αὐτὸ ἔρχεται ἐπὶ τέλους τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν, ἔστω καὶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ. Λέγει τώρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ συζητήσωμεν μίαν ἄλλην ἡμέραν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Δηλαδὴ τί νὰ εἴπωμεν τὴν ἄλλην ἡμέραν; Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας θὰ εἶναι συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐλεγχούσης τὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν ὑποβάλλει ἐκείνη σχέδιον νόμου. Αὐτὸ θὰ γίνῃ διὰ νὰ ἀκούσωμεν πάλιν, ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι ὥριμον, διότι δὲν ἀπεφάνθησαν οἱ εἰδικοί, δὲν ἀπεφάνθη ἡ Ἐπιτροπή, δὲν ἔχομεν ἀκόμη τὰς ἀναλογιστικὰς μελέτας, τὰς συλλογιστικὰς μελέτας, τὰς ὑπολογιστικὰς μελέτας.
§87Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Βεβαίως.
§88Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ δὲν λέγεται συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§89Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, ἡ δήλωσίς μου ἔγινε διότι διετυπώθη ἀπὸ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ ἐπίκρισις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπικαλεῖται τὸ συνταγματικὸν κώλυμα ἀποφεύγουσα τὴν συζήτησιν. Ἀλλά, κ. συνάδελφε, εἶναι τόσον ὥριμον τὸ θέμα, ὅπως λέγετε, ὥστε ἐνῷ ἡ ἰδική σας πρότασις συνεπάγεται περίπου δαπάνας 2–3 δισεκατομμυρίων δραχμῶν, ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπανδρέου προβλέπει δαπάνην 500 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τόσον ὥριμος εἶναι ἡ πρότασις.
§90Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ πρὶν ὑποβληθοῦν αἱ προτάσεις, καὶ ἀφοῦ ὑπεβλήθησαν ἐδήλωσα, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν θεωρῶ οὐδεμίαν πρότασιν ἀφ’ ἑαυτῆς ἄψογον. Καὶ διετύπωσα πρότασιν τὴν ὁποίαν καὶ ἀπόψε ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Νὰ σχηματισθῇ Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία καὶ μόνον νὰ συζητήσῃ τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Διότι οὐδεμίαν πρότασιν θεωρῶ ὀρθὴν καὶ πιστεύω ἀκόμα περισσότερον, ὅτι εἶναι πολύτιμος ἡ συμβολὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος, διότι πράγματι θὰ δύναται νὰ προσθέσῃ ἐπίσημα καὶ ἠλεγμένα στοιχεῖα εἰς ὅσα ἔχει ἡ ἀντιπολίτευσις. Αὐτὴν τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν προέτεινα, διότι θὰ ἦτο μία πραγματική, οὐσιαστικὴ ἀπόδειξις, ὅτι ὅλοι εἴμεθα ὥριμοι διὰ νὰ συζητήσωμεν ἔστω κατ’ ἀρχὴν τὸ πρόβλημα τῶν ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων.
§91Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δημιουργεῖται ἡ ἐσφαλμένη ἐντύπωσις, ὅτι ἡ ὡριμότης ἢ ἀνωριμότης τοῦ θέματος εἶναι ἐξηρτημένη ἀπὸ ἐνδεχομένην ταυτότητα ἀριθμῶν. Ὑπάρχει προφανῶς σύγχυσις. Ἡ ἔκτασις τῶν δικαιούχων τὴν ὁποίαν ἑκάστη πρότασις νόμου περιέχει προσδιορίζει τὴν ἔκτασιν καὶ δαπάνην. Ἐὰν ὁλόκληρος ὁ ἀγροτικὸς κόσμος ἀσφαλισθῇ, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, καὶ ἐναντίον ὅλων τῶν κινδύνων, τὸ ποσὸν εἶναι μέγα. Ἐὰν ὀλιγώτερος ἀριθμὸς καὶ ἐναντίον ὀλιγωτέρων κινδύνων ἀσφαλισθῇ τὸ ποσὸν θὰ εἶναι μικρότερον. Ἐλέχθη, ὅτι ἀμφισβητοῦνται οἱ ἀριθμοὶ τῆς προτάσεως Παπανδρέου. Δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις τῶν ἀριθμῶν. Ὑπάρχει διαφορὰ ἐκτάσεως τῶν ἀσφαλίσεων.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀφήσωμεν τὴν οὐσίαν καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ συνταγματικὸν θέμα. Τὸ Προεδρεῖον ἔχει ἀντιρρήσεις πρὸς τὴν πορείαν αὐτὴν τῆς συζητήσεως.
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐξήγησις αὐτή, τὴν ὁποίαν δίδω, ἦτο ἐπιβεβλημένη.
§94Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Σεῖς καθορίζετε τοὺς δικαιούχους κατὰ κατηγορίας. Καὶ ἡ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι δι’ ἑκάστην κατηγορίαν δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ ἀριθμὸς τὸν ὁποῖον ἐδώσατε. Καὶ ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία θὰ γίνῃ θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν διαπίστωσιν αὐτήν.
§95Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀναφέρω, εἶναι ἀπολύτως ἀκριβεῖς. Εἶναι ἀποτέλεσμα μακρᾶς καὶ πλήρους μελέτης.
§96Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Βεβαίως. Τὰς κατηγορίας ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὰς προσδιορίσετε. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ συναγάγητε τὰ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα συνάγετε. Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν, ὅτι διὰ τὰς κατηγορίας, ὅπως τὰς καθορίζετε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ἀριθμοί.
§97Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς ἀπόλυτον πλάνην. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἡ πρότασίς μου, ἔστω καὶ ἀνεπισήμως, εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ εἰς τὴν Στατιστικὴν Ὑπηρεσίαν διὰ νὰ ὑπάρξῃ μία ὑπεύθυνος, ἐνυπόγραφος ἐπιβεβαίωσις. Καὶ σᾶς προλέγω, ὅτι θὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀπόλυτος ἀκρίβεια τῶν ἀριθμῶν μου.
§98Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Χωρὶς αὐτὸ νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται τὴν πρότασιν νόμου, ἐὰν θέλετε διὰ προσωπικήν σας ἐνημέρωσιν, δέχομαι νὰ δώσω ἐντολὴν νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα, διὰ νὰ γίνῃ ἔλεγχος τῶν ἀριθμῶν, μ’ ὅλον ὅτι σᾶς πληροφορῶ, ὅτι δὲν ἔχουν γίνει ἀκόμη ὅλοι οἱ ἀναγκαῖοι ὑπολογισμοὶ καὶ ἑπομένως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δοθοῦν πάντοτε συγκεκριμέναι ἀπαντήσεις.
§99Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Θὰ εἴμεθα ἐδῶ πάλιν, διὰ νὰ συζητήσωμεν τὰς ἐκθέσεις τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν.
§100Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, περὶ σχηματισμοῦ Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἦτο δυνατόν, οὐχὶ μόνον ὅλοι οἱ ἀριθμοὶ (διότι πράγματι ὅλοι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἀμφισβητήσιμοι ἀπὸ καταβολῆς κόσμου καὶ θὰ ἐξακολουθήσουν διὰ μακρὸν νὰ εἶναι τὸ πλέον ἀμφισβητήσιμον πρᾶγμα), θὰ ἦτο δυνατὸν λοιπὸν ὄχι μόνον οἱ ἀριθμοὶ νὰ συζητηθοῦν, ἀλλὰ καὶ ὁ καλλίτερος τρόπος ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως. Ἐὰν ἀπὸ τὰς συζητήσεις τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς ἀπεδεικνύετο, ὅτι θὰ ἐχρειάζετο ἕνα ποσὸν τερατῶδες, ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐπιβληθῇ ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας ὡς ἐπιβάρυνσις εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ποῖος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιμείνῃ δημοσίᾳ, μετὰ τὰ συμπεράσματα τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας, εἰς προτάσεις κατ’ οὐσίαν ἀπαραδέκτους; Ἀντιστρόφως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπεδείκνυε, ὅτι ἔχει ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ βαδίσῃ πρὸς τὰς συζητήσεις αὐτὰς καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ ὅσα μέτρα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσῃ. Λέγεται: Ἡ ἀντιπολίτευσις φωνάζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει κακὴν διάθεσιν νὰ ἐφαρμόσῃ κοινωνικὴν ἀσφάλισιν κλπ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων εἰς ἀπάντησιν εἶπεν, ὅτι οὐδέποτε σᾶς ἠμφισβήτησε τὴν καλὴν διάθεσιν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς πρὸς ἐμὲ οὔτε περὶ καλῆς, οὔτε περὶ κακῆς διαθέσεως θὰ ὁμιλήσω. Γνωρίζω, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις θὰ ἤθελε νὰ ἱκανοποιήσῃ ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις, ἀλλὰ κάθε μία Κυβέρνησις, κάθε μία πολιτικὴ μερίς, ἔχει τὴν ἰδικήν της ἀντίληψιν ἱεραρχήσεως τῶν κοινωνικῶν, οἰκονομικῶν καὶ ἐθνικῶν ἀναγκῶν. (Χειροκροτήματα). Καὶ λέγομεν ἡμεῖς, ὅτι σεῖς, οἷοι εἶσθε, ἐκπροσωποῦντες οἷα συμφέροντα ἐκπροσωπεῖτε, δὲν ἔχετε ἀκόμη συνειδητοποιήσει, διότι δὲν δύνασθε, ὅτι ἡ πρώτη, ἡ κυρία ἀνάγκη εἶναι ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις καὶ ἡ ἐν γένει ἀντιμετώπισις τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον εἶναι διαφορετικὴ ἡ ἐκ μέρους σας διάθεσις τοῦ ἐνεργητικοῦ τοῦ Κράτους ἀπὸ ἐκείνην ποὺ θὰ ἠθέλαμεν ἡμεῖς. Τὴν κάμετε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἔρχεται ἡ ἱκανοποίησις ἀναγκῶν τῶν κατωτέρων κοινωνικῶν τάξεων τελευταία. Ἔ! Αὐτὸ διὰ τῶν προτάσεων νόμου ποὺ κατετέθησαν θέλομε νὰ σᾶς πιέσωμεν νὰ τὸ ἀντιληφθῆτε καὶ ἴσως τοῦτο θὰ εἶναι πρὸς ὄφελός σας, πάντως θὰ εἶναι πρὸς ὄφελος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι, εἴτε διὰ ἐπερωτήσεων, εἴτε δι’ ἄλλων ἐνεργειῶν, θὰ κάμωμε νὰ τελειώσῃ κἄποτε ἡ μελέτη σας καὶ νὰ ὑποβάλετε τὰς συλλογιστικάς, διαλογιστικάς, ἀναλογιστικὰς μελέτας σας ἐνώπιον τοῦ Σώματος πρὸς συζήτησιν, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δύναται νὰ θεσπισθῇ ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις τῶν ἀγροτῶν. (Χειροκροτήματα).
§101Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Πλανᾶσθε πιστεύοντες, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχεται τὴν ὀρθότητα τῶν προτάσεων, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν πιέσετε νὰ τὰς πραγματοποιήσῃ. Διότι —ἐπαναλαμβάνω— ἡ Κυβέρνησίς μας ἔχει τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυσάρεστα. Ἐὰν ἑπομένως, πιστεύετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ ἀντιπολίτευσις, πιέζουσα μὲ ἐπερωτήσεις, νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ δεχθῇ, πλανᾶσθε. (Χειροκροτήματα).
§102Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι ἡμεῖς, ἀλλὰ ὁ Λαός.
§103Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἀπειλεῖτε εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου σας, ὅτι θὰ μᾶς ἀναγκάσετε. Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ μᾶς ἀναγκάσετε. (Χειροκροτήματα δεξιᾶς, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§105Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Πρὶν εἰσέλθω, κ. βουλευταί, εἰς τὴν νομικὴν ἐξέτασιν τοῦ προκύψαντος συνταγματικοῦ θέματος καὶ τῶν προτάσεων περὶ συνταξιοδοτήσεως γήρατος τῶν ἀγροτῶν κλπ., θὰ προβῶ εἰς δύο παρατηρήσεις. Αὐταὶ ὀφείλονται εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς συζητήσεως τῆς 12ης Ἰανουαρίου, συνεδρίασιν κατὰ τὴν ὁποίαν —ἀτυχῶς— δὲν παριστάμην καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠδυνήθην τότε νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις μου. Αἱ παρατηρήσεις αὐταὶ εἶναι γενικαὶ καὶ δι’ αὐτὸ ὡς ἐν προοιμίῳ, τὰς ἐκθέτω ἀμέσως. Ἐξεφράσθη λοιπὸν τότε ἡ ἀπορία, διὰ τὸ ὄψιμον τῆς συνταγματικῆς εὐαισθησίας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία συνταγματικὰς καμήλους καταπίνουσα διϋλίζει αἰφνιδίως τοὺς συνταγματικοὺς κώνωπας. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ τονίσω ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος, ὅτι ἡ παρατήρησις θὰ ἦτο πράγματι ἀντικειμενική, ἐὰν διετυποῦτο κατ’ ἄλλον τρόπον, ὅτι οἱ ὁπωσδήποτε ἀναμιχθέντες εἰς τὰ κοινά, ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τοὐλάχιστον μέχρι σήμερον, ποῖος ὀλίγο, ποῖος πολύ, ἔχουν παραβιάσει τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Βεβαίως δὲν κάμνω ἐξαίρεσιν τοῦ ἑαυτοῦ μου οὐδὲν ἐλαφρυντικὸν ἐπικαλούμενος. Συμμετεῖχον εἰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ αὐταί, ἂν μὴ τὶ ἄλλο, δὲν ἐτήρησαν τὴν διάταξιν τῆς ἐγκαίρου καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῆς ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεως καὶ ἐν γένει τῆς πιστῆς τηρήσεως διαδικασίας ἐπὶ ἑνὸς κεφαλαίου, ἀπὸ τὰ πλέον οὐσιώδη τοῦ Συντάγματος. Συνεπῶς, ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλέτω. Ἀλλὰ ἀκριβῶς δι’ αὐτό, ἴσως πιστεύουν ἀκόμη, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι, ὅτι ἡ πιστὴ τήρησις τοῦ Συντάγματος εἶναι καὶ καθῆκον καὶ ὑποχρέωσις, ἀλλὰ καὶ ἀνάγκη, ἔπρεπε, ἀντὶ νὰ ἐξανίστανται, ὅτι ἐπὶ τέλους προεκλήθη συζήτησις ἐπὶ συνταγματικοῦ θέματος, ἀνεξαρτήτως λόγου ἢ αἰτίας, ἰδιαιτέρως νὰ χαίρουν, καὶ νὰ εὔχωνται νὰ ἀποτελέσῃ τοῦτο ἀπαρχὴν καὶ καλὸν προηγούμενον διὰ τὸ μέλλον. Ἡ δευτέρα παρατήρησις εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ προβῶ εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν ἰδίαν πρὸ ἡμερῶν συζήτησιν, ἐλέχθη μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποφασίσῃ (ὀρθῶς βεβαίως, προσθέτω) ὁπότε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας του διὰ τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ἔναντι τῶν ἀγροτῶν, τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ. Δηλαδὴ τί θὰ ἐσήμαινε αὐτό; Θὰ ἑρμηνεύσωμε συνταγματικὴν διάταξιν μὲ σκοπιμότητα; Εὐτυχῶς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διηυκρίνισεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως, ὅτι τὸ θέμα τῆς οὐσίας δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν. Καὶ ἐρωτᾶται, θὰ ἦτο δυνατόν, διὰ οἱανδήποτε ὑψηλὴν σκοπιμότητα, νὰ παραβιάσωμεν ρητὴν ἐπιταγὴν τοῦ Συντάγματος; Ἐὰν ἐγένετο οἱαδήποτε πρότασις, ὄχι συμφέρουσα τοὺς ἀγρότας, ἢ τοὺς ἐργάτας, ἢ τοὺς ἐμπόρους, ἢ τοὺς μισθοσυντηρήτους, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, ὅπως ἡ προκειμένη πρότασις, αὐτὸ ἀρκεῖ ὡς κριτήριον διὰ νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ Σύνταγμα; Γνωρίζω, κύριοι, ἐπανειλημμένας παραβιάσεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ θὰ ἐγένετο ἠθελημένως ἑρμηνεία διὰ λόγους ὑψηλῆς σκοπιμότητος. Φαίνεται κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ Ἰγνατίου Λογιόλα. Καὶ εἰσέρχομαι ἤδη, κύριοι, εἰς τὸ κύριον θέμα. Θὰ ἐπιδιώξω νὰ εἶμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος καὶ νὰ ἐντοπισθῶ εἰς αὐτό, διότι πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν πολλὰ ἐλέχθησαν ἐκτὸς τοῦ θέματος καὶ πολὺ ὀλίγα διὰ τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος. Κατ’ ἐμὲ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι τόσον σαφεῖς, ὥστε νὰ ἀπορῶ πῶς ὑπάρχει ἀντίθετος γνώμη. Πρέπει δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ ὅταν τὸ συνεζήτησα μὲ ἄλλους, δὲν τοὺς εὗρον διατεθειμένους νὰ συμφωνήσουν εἰς τοῦτο μαζί μου.
§106Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δυστυχῶς, αὐτὸ εἶναι τὸ δυσάρεστον, ὅτι πολλάκις, ὀρθὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, νὰ τὰς ἀρνούμεθα ἐντὸς τῆς αἰθούσης διὰ λόγους σκοπιμότητος. Γνωρίζω πράγματι, ὅτι ἐν προκειμένῳ, ἐκπρόσωποι διαφόρων Κομμάτων, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐδήλωσαν, ὅτι θεωροῦν ἀντισυνταγματικὴν τὴν διαδικασίαν αὐτήν. Δὲν θέλω νὰ ἀναφερθῶ εἰς πρόσωπα. Εἶπον ταῦτα, διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπεν, ὅτι ἀπὸ συζητήσεις ποὺ ἔκαμε διεπίστωσε καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ἄλλων Κομμάτων ἐπιφυλάξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος. Λέγω, λοιπόν, ὡς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὡρισμένοι Ἀρχηγοὶ Κομμάτων τοῦ εἶπον, ὅτι θεωροῦν τὸ θέμα ἀντισυνταγματικόν. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐπεκταθῶ χάριν τῆς τάξεως τῶν πολιτευομένων καὶ διὰ τὴν προστασίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πράγματι πιστεύομεν ἐκεῖνα πρέπει νὰ ὑποστηρίζωμεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Οἱ πολιτικοὶ Ἀρχηγοὶ πρέπει νὰ βοηθοῦν τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος καὶ ὄχι ἄλλα νὰ πιστεύωμεν καὶ ἄλλα νὰ λέγωμεν ἢ ἄλλα νὰ λέγωμεν καὶ ἄλλα νὰ πιστεύωμεν. (Χειροκροτήματα).
§107Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε ἀορίστως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδέποτε εἶχον διάφορον γνώμην.
§108Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε καὶ ἐγὼ εἶχον διάφορον γνώμην.
§109Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν ἀφορᾷ ὑμᾶς ὁ ὑπαινιγμός.
§110Η. ΗΛΙΟΥ. Καίτοι δὲν κατωνομάσθην, πρόκειται περὶ ὑπαινιγμοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ πρόσωπόν μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ ἠρώτησε περὶ τῆς συνταγματικότητος καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι δὲν δύνασθε, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀρνῆσθε τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ὄχι σεῖς, ἀπεφαίνετο περὶ τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου κατὰ τὸ ἄρθρον 39 τότε μόνον θὰ εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἀναγράψετε πλέον τὴν πρότασιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ὡς προβλέπει τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ. Δηλαδὴ ὑπεγράμμισα τὸ ἄρθρον 39 τὸ ὁποῖον ὑποχρεώνει τὴν εἰσαγωγὴν πρὸς συζήτησιν καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, δηλαδὴ τὰ τοῦ ἄρθρου 35 τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: «....... (ἀναγινώσκει)... ......». Αὐτὴν τὴν συζήτησιν, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ τὶ θὰ ἐπακολουθήσῃ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ πρότασις τὴν ἀνέφερε καὶ εἰς ἐμὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ λυποῦμαι διότι ἡ πρότασίς μου ἡ ὁποία ἦτο σαφεστάτη παρεποιήθη ὡς γνώμη μου, ὅτι ἐνῷ ἔξω τῆς Βουλῆς θεωρῶ τὴν πρότασιν ὡς ἀντισυνταγματικὴν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὑπεστήριξα τὰ ἀντίθετα. Παρὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸ ὀλίγου καὶ ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς ἀδιάβλητα ἐπιχειρήματα διατυπωθέντα εἰς ἀνύποπτον χρόνον τῆς θεωρίας τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς πρακτικῆς ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ ἀποδίδωνται ἰδέαι τὰς ὁποίας δὲν συμμερίζομαι καὶ ὡς πολιτικὸς καὶ ὡς ἐπιστήμων. (Χειροκροτήματα).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἀξίωμα τὸ ὁποῖον φέρω καὶ αἱ συζητήσεις τὰς ὁποίας διεξάγω μὲ τοὺς κ. κ. Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων μοῦ ἐπιβάλλουν νὰ εἶμαι λίαν ἐπιφυλακτικὸς καὶ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνω ὅσα μοῦ λέγονται. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι κατελθὼν τῆς ἕδρας μου καὶ ἀσκῶν τὸ λειτούργημά μου ἐβολιδοσκόπησα ἐνίους τῶν κ. κ. Ἀρχηγῶν καὶ ἔμεινα μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὑμεῖς εἴχατε τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ πρότασις. Μὴ μὲ διαψεύδετε διότι καὶ μετὰ 3 ἡμέρας εἰσήλθατε εἰς τὸ γραφεῖον μου δι’ ἄλλο θέμα καὶ γενομένης συζητήσεως ἐξεφράσατε παρομοίας ἀπόψεις. (Χειροκροτήματα). Σέβομαι τὸ ἀπόρρητον τῆς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐπιβεβαιῶν τὰ ὅσα ἀνευθύνως ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποστῶ τῆς γραμμῆς αὐτῆς, ἣν πάντοτε σέβομαι καὶ ἀκολουθῶ.
§112Η. ΗΛΙΟΥ. Σᾶς εἶπα, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφανθῆ περὶ ἀπαραδέκτου δὲν ἔχετε πλέον ὑποχρέωσιν ἀναγραφῆς εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ δημιουργῆται διὰ τῆς παραποιήσεως τῶν λόγων μου ζήτημα ἀποβλέπον νὰ θίξῃ τὴν εὐθύτητα ἑνὸς ἐπιστήμονος καὶ ἑνὸς πολιτευομένου ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Κοινοβούλιον διὰ νὰ τοῦ καταλογίσετε ἔλλειψιν εὐθύτητος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνεκοίνωσα εἶναι, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀντινομία μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 35 καὶ τοῦ ἄρθρου 39 καὶ ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 39 ὀφείλετε νὰ εἰσαγάγετε τὴν πρότασιν καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ὁ μόνος κριτὴς τῆς συνταγματικότητος ἢ μή. Καὶ σεῖς ὁ ἴδιος ἐδέχθητε, ὅτι ἐὰν ἀντισυνταγματικῶς εἰσάγεται δὲν ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἀναγράψητε εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Πρᾶγμα ὅμως τὸ ὁποῖον προϋπέθετε, ὅτι ἔγινεν ἡ προδικασία, ἡ εἰσαγωγὴ ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μεταφέρωνται γνῶμαι διάφοροι τῶν λεχθεισῶν, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, καὶ ἔχω τὸ παράπονον, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν γνῶμαι αἱ ὁποῖαι συνεζητήθησαν μεταξὺ ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς ἐκπροσώπου Κόμματος ἐπικοινωνοῦντος μὲ τὸν διευθύνοντα τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ἠλλοιώθησαν, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ὑπῆρξε συνέπεια εἰς τὰς δοθείσας ἐκ μέρους σας ὑποσχέσεις. Κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἐκεῖ: «Οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει ἀσφάλισιν προσώπου πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Γερουσίας». Τοῦτο ἐπανελήφθη ἐπὶ λέξει καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911 μὲ ἀριθμὸν 24. Ἡ ἱστορικὴ ἀναδρομὴ εἶναι ἀναγκαία διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἡ προέλευσις τῆς διατάξεως, ὀφείλεται εἰς συμβουλὴν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας Σὲρ Ρόμπερτ Πήτ. Δοθέντος δέ, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἴσχυσεν ὁ ἀπόλυτος κανὼν τῆς ἀπολύτου καὶ αὐστηρᾶς ἀπαγορεύσεως τῆς οἱαδήποτε πρωτοβουλίας ἐκ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἀφεώρα οἰκονομικὰ θέματα, δηλ. αὔξησιν τῶν δαπανῶν ἢ μείωσιν τῶν ἐσόδων, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ ἡ, μερικῶς ἔστω, καθιερωθεῖσα εἰς τὸ πρῶτον Ἑλληνικὸν Σύνταγμα, δηλ. μόνον ὅσον ἀφορᾷ δαπάνην συντάξεως καὶ μισθοδοσίας, νὰ ἡρμηνεύετο εἰς τὸ ἀληθές της εὐρὺ περιεχόμενον. Ἄλλωστε, κ. βουλευταί, θὰ ἦτο αὐτόχρημα ἀστεῖον νὰ ἐπεδιώκετο νὰ προφυλαχθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἀπὸ ἀσήμαντον κίνδυνον προσωπικῶν συντάξεων καὶ νὰ ἀφεθῇ ἀκριβῶς ἀνυπεράσπιστον ἐκ τοῦ σοβαροῦ κινδύνου παροχῶν εἰς κατηγορίας προσώπων ἢ τάξεων. Συναλλαγὴ ἐπὶ προσωπικῶν διατάξεων, ἢ ἐν γένει προσωπικῶν θεμάτων, ἔχει ἔκδηλον τὴν μορφὴν τοῦ σκανδάλου καὶ εἶναι εὔκολον νὰ προκαλέσῃ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν ἀντίδρασιν. Ἀντιθέτως, προτάσεις νόμων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν μεγάλας κατηγορίας προσώπων, ἢ ὁμάδων, ἢ τάξεις, καθιστοῦν τοὺς βουλευτὰς διστακτικοὺς νὰ θελήσουν νὰ λάβουν τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβουν, διότι ἄνθρωποι εἶναι καὶ αὐτοί, σκέπτονται τοὺς συμπολίτας των καὶ φοβοῦνται ἐνδεχομένας κατηγορίας, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρονται διὰ τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν των. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει ὁ κίνδυνος. Καὶ ἀπὸ τοῦ κινδύνου αὐτοῦ, ἠθέλησε νὰ προφυλάξῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὁ Ἄγγλος Πρωθυπουργός, συμβουλεύων ἰδέας, αἱ ὁποῖαι παγίως ἴσχυσαν εἰς τὴν Ἀγγλίαν.
§113Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Καὶ ἰσχύουν.
§114Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Καὶ ἰσχύουν. Μάλιστα, μὲ μίαν ἐντελῶς ἀσήμαντον ἐξαίρεσιν. Καὶ ἔχει τοῦτο σημασίαν, διότι ὅταν ἐπικαλούμεθα συνεχῶς τοὺς μὲν ἢ τοὺς δέ, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία, εἶναι ἡ χώρα εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθη καὶ ἀνεπτύχθη ὁ κοινοβουλευτισμὸς καὶ ἡ ὁποία κατώρθωσε μὲ τοιαύτην νομοθεσίαν συνταγματικήν, νὰ εἶναι ἡ προοδευτικωτέρα κοινωνικὴ κοινοβουλευτικὴ Δημοκρατία. Καὶ ἐπειδὴ ὁμιλῶμεν περὶ Ἀγγλίας, θὰ ἀναφέρω καὶ τὴν ἐξαίρεσιν, ὅτι ἐκεῖ μόνον εἰς μίαν περίπτωσιν ἐντελῶς ἀσήμαντον δύναται ἡ Βουλή, συνερχομένη ὡς ἐπιτροπή, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Στέμμα τὴν ἔγκρισιν προτάσεως, προβλεπούσης καὶ τὴν δαπάνην καὶ ἡ ὁποία πρότασις θὰ ἀφορᾷ, ἀκούσατε τὶ περίπου θέματα: ἢ τὸ ἐνδεχόμενον ἀνεγέρσεως ἀνδριάντος μεγάλου τινὸς ἀνδρὸς τῆς Αὐτοκρατορίας, ὅπως π.χ. τοῦ στρατάρχου Γιὰν Σμάτς, ἢ ἐνδεχομένως παροχὴν τιμητικὴν συνεπαγομένην καὶ ἀσήμαντον τινὰ δαπάνην, ἢ τέλος, εἰς ἐκδήλωσιν ἰδιαιτέρας τιμῆς πρὸς ἀποχωροῦντα Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, μετὰ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν. Ἔγκειται δέ, ἡ τελευταία εἰς προσφορὰν ἐνδεχομένως ἑνὸς ἀναμνηστικοῦ δώρου σπανίως δέ, εἰς πρότασιν παροχῆς μεγαλυτέρας συντάξεως ἢ χορηγίας τινός. Εἰς αὐτὰς μόνον τὰς περιπτώσεις ἐπιτρέπεται, κατὰ τὸ Ἀγγλικὸν Δίκαιον νὰ ἔχῃ πρωτοβουλίαν ὁ βουλευτής, σχέσιν ἔχουσαν μὲ δαπάνας. Ἐν τούτοις, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ὑπὸ τὸ καθεστὼς τοῦ Συντάγματος ἐκείνου τοῦ 1844 καὶ μετὰ ταῦτα φυσικά, τοῦ 1864 καὶ τοῦ 1911 ἀνεπτύχθησαν δύο ἀπόψεις. Προηγουμένως, ὁ ἔγκριτος συνάδελφος κ. Ἠλιοῦ, ἐπεκαλέσθη τὸν Διομήδην Κυριακοῦ. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ λεπτομερειῶν, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένως, ἐφόσον ἔγινεν ἐπίκλησις τοῦ Διομήδους Κυριακοῦ, νὰ εἴπω, ὅτι πράγματι, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ πρῶτος, ὅστις δίδει τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ Ρόμπερτ Πὴτ ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς σχετικῆς διατάξεως, ἐπιθυμῶ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἄποψίν του, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἀφεώρα μόνον πρόσωπα, ἐπεκαλέσθη συζήτησιν τοῦ Βελγικοῦ Κοινοβουλίου, ἐνῷ ἀκριβῶς εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ἠκολούθησε τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα τὸ Βελγικόν, τὸ ὁποῖον ἀντιθέτως, ἀπὸ τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύοντα παρεῖχε πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ εἰσηγοῦνται νομοθετήματα μὲ οἰκονομικὸν περιεχόμενον. Κατὰ συνέπειαν, τὸ ὀλιγώτερον ὑπῆρξε συγκεχυμένη ἡ γνώμη τοῦ Διομήδους Κυριακοῦ, ἐνῷ ὁ Σαρίπολος καὶ ὁ Ζέγγελης, ὅπως ἐμνημόνευσε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σαφεῖς. Διότι ὁ Σαρίπολος λέγει, ὅτι: Ἀποκλείεται ἐν γένει πᾶσα βουλευτικὴ πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν, ἄνευ διακρίσεώς τινος. Καὶ ταῦτα ἀκόμη, ὑπὸ τὸ καθεστὼς τοῦ ἄρθρου μόνον 24, διότι ἀντιθέτως ἀπὸ ὅσα ὑπεστηρίχθησαν, ἐγὼ θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι τὸ ἄρθρον 57 δὲν ἐξασθενίζει, ἀλλὰ ἐνισχύει τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν τοῦ ἄρθρου 24, ὡς τὴν ἐδέχθη ὁ Σαρίπολος. Τὸ δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐγεννᾶτο τότε, δι’ αὐτὸ καὶ τὸ μνημονεύω, ἦτο ἡ ἀμφιβολία ἐὰν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ προτάσεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τροπολογίας ἢ προσθήκης, κατὰ τὴν συζήτησιν διαφόρων οἰκονομικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσήγοντο εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτό, λοιπόν, τὸ συνταγματικὸν καθεστώς, ἴσχυεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, μὲ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν, μέχρι καὶ τοῦ πρώτου τετάρτου τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Σημειωτέον, ὅτι ἔκτοτε ἐγένοντο ἐπανειλημμένως προτάσεις διευρύνσεως τῶν σχετικῶν ἀπαγορεύσεων, ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 μὲ τὴν πρόθεσιν, ἀπαγορεύσεως οἱασδήποτε προτάσεως, ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπιβάρυνσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Οὐδέποτε, ὅμως, ἐγένετο σκέψις περὶ καταργήσεως τῶν διατάξεων αὐτῶν. Τοὐναντίον μάλιστα, κατὰ τὴν περίοδον τῆς Ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας καθιερώθη ἐπὶ πλέον καὶ ἡ νέα διάταξις τοῦ ἄρθρου 57. Πρέπει δέ, νὰ σᾶς εἴπω ἤδη καὶ θὰ τὸ ἀναπτύξω περισσότερον περαιτέρω, ὅτι ἀντιθέτως ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφέθη νὰ δημιουργηθῇ ὡς ἐντύπωσις εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐνῷ κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα τὰ Συντάγματα τὰ ἠπειρωτικὰ τῆς Εὐρώπης διεπνέοντο μὲ τὴν δημοκρατικὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἔπρεπε τὰ δικαιώματα τῶν βουλευτῶν νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερα καὶ εὐρύτερα καὶ ἡ Ἀγγλία ἀπετέλει τὴν ἐξαίρεσιν, ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης δεκαετηρίδος τοῦ 20οῦ αἰῶνος καὶ μετά, καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην τὴν Συνταγματικὴν καὶ εἰς τὴν Οἰκονομικὴν ἀρχίζει νὰ ἀναπτύσσεται καὶ νὰ ἐξελίσσεται ἡ ἰδέα, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Ἀγγλικοῦ Δικαίου ὑπῆρξαν ἀξιόλογοι καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ ἀξιομίμητοι. Καὶ ἦτο φυσικόν. Διότι τὸ Κράτος τοῦ 20οῦ αἰῶνος ἔχει πολὺ εὐρυτέρας ἁρμοδιότητας ἀπὸ τὸ Κράτος τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ συνεπῶς ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπωμίζεται ἤδη εὐθύνας, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῇ δι’ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ παρελθόντος αἰῶνος. Καὶ αἱ εὐθῦναι αὐταὶ δὲν εἶναι εὐθῦναι τῆς καταρτίσεως ἁπλῶς ἑνὸς προϋπολογισμοῦ, εἶναι εὐθῦναι διὰ τὴν ἰσορρόπησιν ὁλοκλήρου τῆς Οἰκονομίας. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀπορῶ, κύριοι βουλευταί, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζωνται ἀντίθετοι ἀπόψεις κατὰ τὴν ἐποχήν μας. Σᾶς ὁμιλῶ μὲ τὴν συνείδησιν τῆς εὐθύνης τοῦ ἀνθρώπου ὅστις κάποτε κατηύθυνε τὴν οἰκονομίαν, καὶ εὐελπιστεῖ, ὅτι θὰ διοικήσῃ τὸν τόπον αὐτόν, καὶ συνεπῶς ἐπιθυμεῖ νὰ δύναται ἀπὸ τῆς οἱασδήποτε θέσεως νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν ἰδίαν γνώμην καὶ ὄχι ἄλλα νὰ λέγῃ ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς καὶ ἄλλα ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης. Διὰ τοῦ Συντάγματος, λοιπόν, τοῦ 1927 εἰσήχθη ἡ σημαντικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57, ἡ παράγραφος 2 τοῦ ὁποίου μᾶς ἐνδιαφέρει. (Ἀναγινώσκει). «Προτάσεις νόμων σκοποῦσαι τροποποίησιν τῶν περὶ συντάξεων νόμων ἢ ἀπονομὴν συντάξεως ἢ τὴν ἀναγνώρισιν ὑπηρεσίας, ὡς παρεχούσης τοιοῦτον δικαίωμα, ὑποβάλλονται μόνον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, προκειμένου δὲ περὶ συντάξεων, αἵτινες βαρύνουν τὸν προϋπολογισμὸν νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου, ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν». Σημειωτέον, ὅτι ἐν προκειμένῳ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 διετηρήθη ἐν ἰσχύϊ καὶ ὅταν, μὲ τὸ ψήφισμα τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1935, κατελύθη ἡ Ἀβασίλευτος Δημοκρατία καὶ ἐπανῆλθεν ἡ Βασιλευομένη. Ἡ σημερινή, λοιπόν, διατύπωσις ἀποκλείει πλέον νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἰδέα ὅτι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι ἦσαν προσωπικαί, διότι ἀκριβῶς δὲν ἀναφέρει τὶ πλέον περὶ προσώπων, ἀλλ’ ὁμιλεῖ γενικῶς περὶ συντάξεων. Σημειωτέον, ἐπίσης, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις Δημοσίου Λογιστικοῦ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ ἐζήτησε τὴν διεύρυνσιν ὅσον ἀφορᾷ πᾶσαν διάταξιν δυναμένην νὰ ἐπιβαρύνῃ τὰ δημόσια οἰκονομικά. Ἡ διάταξις δέ, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς παραγράφου 2 καὶ 3, τὴν ὁποίαν ὀρθῶς ἐπεκαλέσθη ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος, ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις ἡ σημερινὴ τοῦ Συντάγματός μας δὲν ἀφορᾷ πᾶσαν πρότασιν οἰκονομικῶν περιεχομένων, ἀλλὰ μόνον τὴν σχέσιν ἔχουσαν μὲ συντάξεις καὶ μισθοδοσίαν, ἐνισχύει ταυτοχρόνως τὴν ἄποψιν, ὅτι προτάσεις νόμων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὰ θέματα αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ εἰσαχθοῦν εἰς συζήτησιν παρὰ μόνον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι, κατὰ τὴν διαστολήν, τὰ ἄλλα νομοσχέδια τὰ παραπέμπει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἔκθεσις καὶ ἀκολουθήσῃ ἡ περαιτέρω διαδικασία, ὅπως προκειμένου περὶ τοῦ μερικοῦ ἀγροτικοῦ χρεωστασίου, ποὺ ἐπρότεινεν ἡ Ε. Δ.Α. Ἐν προκειμένῳ, ὅμως, δὲν ἀρκεῖ ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀλλὰ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, περὶ τῆς ὁποίας οὐδεμία πρόβλεψις ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα, δηλαδή, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι ἀρχὴ πρὸς τὴν ὁποίαν μπορεῖ νὰ ἀπευθυνθῇ ἀπ’ εὐθείας ὁ βουλευτής. Ἀκριβῶς, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ ἦτο φανερόν, ὅτι μὲ τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν τοῦ Συν)τος ἀπεκλείετο οἱαδήποτε συζήτησις, προεβλήθη ἀμέσως ὡς ἔνστασις, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συντάξεως. Εἶπον: Ἡ πρότασις χρησιμοποιεῖ μὲν τὴν λέξιν «σύνταξις», ἀλλὰ τὸ πράττει αὐτὸ ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὸν ἀγρότην καὶ οὐχὶ διότι ἡ παροχὴ αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ σύνταξις. Εἶπον: Εἰς τὴν πραγματικότητα πρόκειται περὶ λειτουργίας κοινωνικῆς προνοίας ἤ, ὅτι τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀφοροῦν συντάξεις προσωπικάς, ἐνῷ αἱ συντάξεις τῆς προτάσεως νόμου εἶναι ἀπρόσωποι καὶ ἀφορῶσι κατηγορίας κοινωνικῶν τάξεων ἤ, ὅτι κατ’ οὐσίαν πρόκειται περὶ ἐπιδόματος γήρατος καί, ὅτι δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ Συνταγματικὸς Νομοθέτης κοινωνικὰς ἀσφαλίσεις εἰς ἔκτασιν ἀνάλογον μὲ τὴν ἐποχήν μας. Καὶ ἀρχίζω ἀπὸ τὸ τελευταῖον. Ἀφ’ ἧς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος καθιερώθη τὸ 1927 ἐπανειλημμένως συνεζητήθη καὶ διετηρήθη καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1952. Ἀλλὰ καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν εἰκοσιπενταετίαν τοῦ τελευταίου καιροῦ, εἶναι δύσκολον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅλοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι συνέπραξαν εἰς τὰ Συντάγματα ἐν Ἑλλάδι, ἠγνόουν τοιαύτης σημασίας ἐξελίξεις, ὅπως αἱ ἐξελίξεις τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων καὶ ἄλλων κοινωνικῶν θεσμῶν. Θὰ ἤθελον ἀκόμη νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν εἶναι πρωτοφανές, ἐνδιαφερόμενοι νὰ προωθήσουν πρότασίν των, νὰ ἀποπειρῶνται νὰ παρακάμψουν συνταγματικὰ κωλύματα διὰ τῆς ἐξευρέσεως ἄλλων διεξόδων. Θὰ ἔλεγον, χωρὶς νὰ ἀστειεύωμαι, αὐτὰ συμβαίνουσι καὶ εἰς Παρισίους! Τὸ 1959, ἀκριβῶς πρὸ ἔτους, τοιοῦτόν τι συνέβη εἰς τὴν Γαλλίαν. Βουλευτής, ἐνδιαφερόμενος νὰ ἐπιτύχῃ ὡρισμένην εὐνοϊκὴν μεταχείρισιν ὑπὲρ τῶν παλαιῶν πολεμιστῶν, καὶ μὴ δυνάμενος μὲ τὸ νέον Γαλλικὸν Σύνταγμα νὰ ὑποβάλῃ οἱανδήποτε πρότασιν, ἐσκέφθη νὰ τὸ καταστρατηγήσῃ, ζητῶν μεταφορὰν κονδυλίων ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Παλαιῶν Πολεμιστῶν. Αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν προὐξένησε καὶ ἐδῶ ἡ προσπάθεια, νὰ παρακάμψωμεν τὰς δυσχερείας, δίδοντες ἄλλην σημασίαν εἰς τὸν ὅρον σύνταξιν ἤ, ἂν θέλετε καὶ βαπτίζοντες κατ’ ἀρέσκειαν τὸ περιεχόμενον τῆς προτάσεως. Μάλιστα, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, διὰ νὰ καταστήσω ὀλίγον διασκεδαστικωτέραν τὴν συζήτησιν, νὰ ἐνθυμηθῶ τὸν ἀείμνηστον Ροΐδην. Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι ἀπὸ τὴν «Πάπισσα Ἰωάννα» —δὲν φαντάζομαι νὰ μὴ τὴν ἔχῃ ἀναγνώσει κανεὶς ἀπὸ ὑμᾶς— ὅτι κάποτε ἡ Ἰωάννα συνοδοιποροῦσε μὲ τρεῖς μοναχοὺς ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Ἐπὶ τέλους, κατάκοποι εὗρον τὴν νύκτα ξενοδοχεῖον διὰ νὰ καταλύσῃ αὐτὴ μὲ τοὺς τρεῖς μοναχούς. Οἱ μοναχοὶ ἦσαν φυσικὰ πειναλέοι καὶ μόλις εἰσῆλθον εἰς τὸ ξενοδοχεῖον καὶ ὠσφράνθησαν, ὅτι παχεῖα χὴν ἐψήνετο, ἐξεδήλωσαν τὸν ἐνθουσιασμόν των, ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ ἀπαρηγόρητοι ἐνεθυμήθησαν, ὅτι ἦτο ἡμέρα Παρασκευή. Κατὰ τὴν μακαρίαν δὲ ἐκείνην ἐποχήν, τὰ πάντα ἦτο δυνατόν, κατὰ τὸν Ροΐδην, νὰ κάνῃ ἕνας Χριστιανὸς ἀφόβως, χωρὶς νὰ διακινδυνεύσῃ νὰ ἀπολέσῃ τὸν Παράδεισον, πλὴν τοῦ νὰ φάγῃ κρέας εἰς νηστήσιμον ἡμέραν. Τότε ἡ σοφὴ Ἰωάννα ἐπρότεινε τὴν ἑξῆς λύσιν: Βαπτίσατε, εἶπε, τὴν χήναν εἰς ἰχθῦν καὶ φάγετέ την ἀφόβως. Τοῦτο καὶ ἔπραξαν οἱ καλόγηροι. Λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν βαπτίζωμεν τὴν σύνταξιν, σύνταξις θὰ παραμείνῃ, διότι πράγματι εἶναι περιοδικὴ παροχή, ἐπιτελοῦσα κοινωνικὸν σκοπόν. Καὶ εἴτε τὸ Δημόσιον ἀφορᾷ, εἴτε οἱονδήποτε Ὀργανισμόν, τὸ σημαῖνον εἶναι, καὶ αὐτὸ ἐνδιαφέρει τὸ Σύνταγμα, ἡ ἐπιβάρυνσις ἢ ὄχι τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν δημοσίων δαπανῶν. Ἡ δὲ πρότασις ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς δημοσίας δαπάνας καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιῶδες καὶ ὄχι ὁ χαρακτηρισμὸς ἂν εἶναι σύνταξις ἢ περιοδικὴ παροχή. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ ἐπανέλθω καὶ πάλιν ἐπὶ τῆς διατυπωθείσης ἐκτὸς πραγμάτων ἀπόψεως: Ἠκούσθη λοιπόν, ὅτι ζῶμεν εἰς τὸν 20ὸν αἰῶνα, ὅτι τὰ θέματα τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως ἀνύπαρκτα τότε, εἶναι ὑπαρκτὰ κατ’ ἐξοχὴν σήμερον, καὶ θὰ ἦτο ἀστεῖον νὰ ἀποστερήσωμεν τοὺς βουλευτὰς ἀπὸ οἱανδήποτε πρωτοβουλίαν ἐπ’ αὐτῶν. Ζῶμεν μὲ τὴν νοοτροπίαν τοῦ 20οῦ αἰῶνος καὶ ὄχι μὲ τὴν νοοτροπίαν τοῦ 19ου αἰῶνος. Σᾶς εἶπον προηγουμένως, κ. βουλευταί, τὶ ἰσχύει εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ προσθέτω τώρα, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὄχι κἂν τοῦ 19ου αἰῶνος, ἀλλὰ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν ἤδη τοῦ 18ου αἰῶνος. Προσθέτω ἀκόμη, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἀπορρίπτῃ τὴν πρότασιν χωρὶς κἂν νὰ τὴν φέρῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἡ δὲ Βουλὴ ἁπλῶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεμφθῇ κατόπιν τὸ Προεδρεῖον καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Τὰ ἐπικαλοῦμαι αὐτά, ὄχι διὰ νὰ ἰσχύσουν ἐνδεχομένως καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ διότι δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλούμεθα συνεχῶς δόγματα καὶ θέσφατα, ὅτι ἀπόψεις ὡς αἱ ἰδικαί μου εἶναι ἀπηρχαιωμέναι καὶ μὴ νοηταὶ τὸ 1960. Ἢ ὅτι δὲν νοοῦνται αὐτὰ εἰς τὴν Δημοκρατίαν, ὡς ἐὰν ἡ Ἀγγλία δὲν εἶναι Δημοκρατία. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι εὔκολον νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι ἐπικαλούμεθα τὴν Ἀγγλίαν ὅταν μᾶς συμφέρῃ καὶ ὄχι ὅταν δὲν μᾶς συμφέρῃ, θὰ προχωρήσω καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ πρόσφατον σύγγραμμα, τοῦ 1959, τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Παρισίων Ντυβερζέ. Ἰδοὺ τὶ λέγει διὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος: «Ὁ σοφὸς αὐτὸς κανών, προστατεύει τοὺς βουλευτὰς ἐναντίον δημαγωγικῶν τάσεων». Καὶ διὰ νὰ τελειώνω, τὸ μέγα ὀχυρὸν τῶν παλαιῶν ἀντιλήψεων, ἡ Γαλλία, ἔπεσε καὶ αὐτό. Ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῶν παλαιῶν ἀντιλήψεων εἰς Γαλλίαν, κατὰ τὴν ἐποχὴν μεταξὺ 1945 καὶ 1955, εἴχομεν τρεῖς χιλιάδας προτάσεων ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν προτάσεων εἶναι ἀπ’ εὐθείας ἀνάλογος μὲ τὴν Κυβερνητικὴν ἀστάθειαν καὶ ἀποτελεῖ ἓν ἀπὸ τὰ κλασσικὰ δείγματα τῆς κρίσεως καὶ τῆς παρακμῆς. Ἡ πρώτη ἀντίδρασις ἐμφανίζεται πρὸ τοῦ Ντὲ–Γκώλ, τὸ 1956, μὲ τὸ Ν. Δ. τῆς 19ης Ἰουνίου. Ἐκεῖ, ἐνῷ κατὰ τὸ Σύνταγμα 1946 ἀπηγορεύετο εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ προτείνουν δαπάνας κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δυναμένων τῶν βουλευτῶν νὰ τὸ πράξουν εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν καὶ δι’ ἰδίας προτάσεως νόμου, μὲ τὸ μνημονευόμενον Ν. Δ. τοῦ 1956, ἐπεξετάθη ἡ ἀπαγόρευσις εἰς πᾶσαν τροπολογίαν ἐν σχέσει μὲ οἱονδήποτε νόμον, ἐφ’ ὅσον συνεπήγετο αὔξησιν δαπανῶν ἢ μείωσιν ἐσόδων. Ὑπελείπετο μόνον ὡς μόνη δυνατότης ἡ πρότασις νόμου. Τὸ τελευταῖον Σύνταγμα τοῦ 1958, ὁλοκληρώνει τὴν ἐξέλιξιν καὶ καθιεροῖ ἀπολύτως τὴν νέαν διάταξιν, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: Προτάσεις ἢ τροπολογίαι ὑποβαλλόμεναι ὑπὸ βουλευτῶν, δὲν εἶναι ἀποδεκταί, ἐὰν ἡ ἀποδοχή των θὰ συνεπήγετο μείωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων ἢ δημιουργίαν ἢ αὔξησιν δημοσίου βάρους. Λοιπόν, ὄχι μόνον δὲν ἀποτελεῖ ἀναχρονισμὸν τὸ νὰ ὑποστηρίζῃ κανείς, ὅτι δὲν δύναται νὰ προέρχεται ἡ πρωτοβουλία ἐπὶ θεμάτων οἰκονομικῶν ἀπὸ τὴν Βουλήν, παρὰ μόνον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπω, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν τελευταίαν λέξιν τῆς οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς σκέψεως, τοὐλάχιστον εἰς τὴν Δυτικὴν Δημοκρατίαν. Δι’ αὐτό, ἐγὼ τοὐλάχιστον, DE LEGE JERENDA θὰ ἤμην πολὺ εὐτυχής, ὅταν προκύψῃ τὸ ζήτημα —καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ βραδύνῃ— ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, νὰ συμπεριελαμβάνετο ὁπωσδήποτε ἡ διάταξις αὐτή, ὑπὸ τὸν γενικόν της ὅρον, ἡ ἀπαγορεύουσα πᾶσαν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν τῆς Βουλῆς, ἐφόσον αὕτη θὰ ἀφεώρα ἢ θὰ συνεπήγετο ἐπιβολὴν δαπανῶν καὶ ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἄλλως, κ. βουλευταί, νὰ τὸ πάρωμεν ἀπόφασιν, δὲν δύναται νὰ διοικηθῇ τὸ σύγχρονον Κράτος. Οἱ βουλευταὶ δὲν στεροῦνται κανενὸς πράγματι δικαιώματός των, διότι καὶ ἔλεγχον δύνανται νὰ ἀσκήσουν καὶ ἐπερώτησιν νὰ καταθέσουν καὶ πᾶσαν εὐχέρειαν ἔχουν νὰ συζητήσουν καὶ νὰ ἐπιμείνουν ἐπὶ τῶν ἀπόψεών των. Δὲν θὰ ἔχουν μόνον τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλουν συγκεκριμένην πρότασιν νόμου.
§115Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν υἱοθετεῖ τὴν πρότασιν ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ γίνῃ νόμος. Ὑποστηρίζω τὴν ἄποψίν σας καὶ μὲ τὸ πρόσθετον ἐπιχείρημα, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει δεδομένην τὴν ἄρνησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐπιμονή της νὰ παραγνωρίσῃ διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ φέρῃ πρότασιν νόμου, δὲν ἐξυπηρετεῖ πρακτικόν τινα σκοπόν, πλὴν τῆς δημιουργίας ἐντυπώσεως καὶ πλὴν τῆς ἐπιδιώξεως τοῦ νὰ θέσουν εἰς δύσκολον θέσιν τοὺς βουλευτάς. Ἐκτὸς τῶν λεκτικῶν ἑρμηνειῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ διατυπώσῃ ὁ καθένας, ὑπάρχει καὶ ἡ λογικὴ ἑρμηνεία ἡ ὁποία συνάγεται ἀπὸ τὴν διάταξιν τὴν περιληφθεῖσαν εἰς πλεῖστα Συντάγματα, ὄχι μόνον τὸ ἰδικόν μας.
§116ΣΠ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, συμπεραίνων, ὑποστηρίζω, πρῶτον, ὅτι ὀρθῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα ἀρχῆς. Καὶ εἶναι εὐτύχημα, ὅτι ἐπιτέλους ἐτέθη. Καὶ θὰ εἶναι εὐτύχημα ἐὰν τοῦτο ἀποτελέσῃ μόνιμον προηγούμενον διὰ τὸ μέλλον. Διότι τὸ Ἔθνος ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν πιστὴν προσήλωσιν εἰς τοὺς θεσμούς. Δὲν ἔχει νὰ χάσῃ. Δεύτερον. Ὀρθῶς ἀνεκινήθη τὸ συνταγματικὸν θέμα καὶ ὀρθῶς ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι ἀντισυνταγματική, ὡς ἀντιτιθεμένη πρὸς τὰ ἄρθρα 24 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος, ὅπως νομίζω, ὅτι κι’ ἐγὼ ἀπέδειξα. Τρίτον, εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ λέγεται, ὅτι ἡ ἄποψίς μας, ἀντιτίθεται πρὸς τὴν νοοτροπίαν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ 20οῦ αἰῶνος καὶ μάλιστα τοῦ μεσοῦντος 20οῦ αἰῶνος. Σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι ἀντιθέτως ἡ κυριαρχοῦσα ἄποψις εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πρᾶξιν εἶναι ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν. Ἐὰν ὡμιλοῦσα τὸν παρελθόντα αἰῶνα, θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω σήμερον, Διότι πράγματι τότε ἐπεκράτει ἡ ἄλλη ἀντίληψις εἰς τὴν Εὐρώπην. Τέλος, εἶμαι ἰδιαιτέρως εὐτυχής, διότι διεχωρίσθη τὸ θέμα τῆς οὐσίας καὶ ὅτι δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ ἔλθῃ νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Συγκαταλέγομαι καὶ ἐγὼ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται τὸν πόνον καὶ τὴν ἀνάγκην τῶν ἀγροτῶν καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιτίθεμαι εἰς πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο εἰς ὄφελος τῶν ἀγροτῶν. Ἀλλὰ εἶπον καὶ θὰ ἐπαναλάβω, ὅτι εἰς τὴν πολιτικὴν ζωήν, δὲν ἔχει μόνον σημασίαν τὸ νέον ἀλλὰ καὶ τὸ δυνατόν. Καὶ δὲν ἔχει σημασίαν ἐὰν ὅλοι θέλωμεν νὰ κάμωμεν κἄτι. Πολλὰ θέλομεν καὶ πολλὰ πρέπει νὰ γίνουν. Μία χώρα, ἡ ὁποία τελεῖ ὑπὸ ἀνάπτυξιν σημαίνει, ὅτι ἀντιμετωπίζει σωρείαν προβλημάτων. Εἶναι πράγματι ζήτημα ἱεραρχήσεως. Ἠκούσθη καὶ ἐλέχθη, ὅτι προηγοῦνται εἰς ἱεράρχησιν ὅλων αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι. Εἶναι μία ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν σέβομαι καὶ τῆς ὁποίας δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀρνηθῶ τὴν σοβαρότητα καὶ ἀξίαν τοῦ βάθρου της. Ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ νὰ λησμονοῦμεν, ὅτι ὅταν αἱ χῶραι ἔχουν τὰ πάντα, ὀφείλουν καὶ ἔχουν καθῆκον νὰ βλέπουν κἄθε κοινωνικὴν δαπάνην ὡς πρώτην καὶ πρωταρχικήν. Ὅταν ὅμως τελοῦν ὑπὸ ἀνάπτυξιν πρέπει νὰ προσέξουν πολύ. Μὲ αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ἔχει προτεραιότητα τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως τῶν γερόντων ἀγροτῶν. Ἔχει. Ἀλλὰ δὲν θὰ μὲ πείσῃ κανείς, ὅτι δὲν ἔχει ἐξ ἴσου μεγάλην προτεραιότητα τὸ τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὸ πρόβλημα τῶν ἐξαγωγῶν μας, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐνδεχομένως θὰ ἐξαρτηθῇ ὄχι μόνον ἡ ὑπόθεσις τῶν ἀγροτῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις τῆς Ἑλλάδος, οὔτε θὰ μὲ πείσῃ κανεῖς, ὅτι δὲν ἔχει ἴσην ἀξίαν καὶ ἡ τύχη τῶν νέων, ἐὰν θέλωμεν νὰ μὴ πυκνώνουν αἱ τάξεις τῶν ἀναρχικῶν, τῶν ἐκπατριζομένων, τῶν ἀπηλπισμένων. Βλέπετε, ὅτι εἶναι ὅλα αὐτὰ σοβαρὰ προβλήματα καὶ δὲν μπορεῖτε νὰ διαχωρίζετε λέγοντες, ὅτι αὐτὸ εἶναι ὥριμον καὶ τὸ ἄλλο· ὄχι. Ὑπάρχει ἕνα σύνολον προβλημάτων τὸ ὁποῖον συνολικὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται. Καὶ μόνον ὅταν ὅλα ἐντὸς ἑνὸς γενικοῦ πλαισίου προσαρμοζόμενα τότε μόνον ὅλα θὰ ὑπάγουν καλῶς. Ἄλλως κινδυνεύει νὰ ἀντλοῦμεν εἰς πίθον τῶν Δαναΐδων. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα των, ἤδη εἶμαι εὐτυχής, ὅτι ἐδόθη ἡ εὐκαιρία ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας. Ψηφίζων, ὅτι αἱ προτάσεις εἶναι ἀντισυνταγματικαὶ αἰσθάνομαι, ὅτι ἐπιτελῶ τὸ καθῆκον μου, ὡς Ἕλλην πολίτης εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει ἀφιερωθῆ ἀκριβῶς ὡς ὕψιστον καθῆκον ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος ἔχει τὸν λόγον.
§118Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ συζητούμενον θέμα ἐμφανίζει δύο πλευράς, ἀφ’ ἑνὸς τὴν συνταγματικήν, τὴν τυπικὴν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν οὐσιαστικήν. Εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἐζήτησα ὅπως ἡ Κυβέρνησις μὴ ὀχυρουμένη ὄπισθεν τῆς τυπικότητος, τῆς ἀντισυνταγματικότητος, λάβῃ σαφῆ θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Εἶμαι εὐτυχὴς σήμερον διαπιστώνων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ λάβῃ θέσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας ὅταν θὰ λάβῃ χώραν εἰδικὴ συζήτησις. Νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι ἱκανοποιούμεθα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς μας, ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ φθάσωμεν τὸ ταχύτερον νὰ ὁρίσωμεν ἐντὸς τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος ἡμέραν συζητήσεως. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπιτυγχάνομεν τοῦτο πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι αἱ προτάσεις νόμων τῆς ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἀγροτῶν ἀπετέλεσαν κατά τινα τρόπον τὸν σκοπόν των, διότι θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν διὰ τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία θὰ λάβῃ χώραν ἐπὶ τῆς οὐσίας νὰ πείσωμεν, ὄχι ὅπως ἐλέχθη νὰ ἐξαναγκάσωμεν, ἀλλὰ νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη ὅπως δοθῇ ἱκανοποίησις τοῦ βασικοῦ αἰτήματος τοῦ ἀγωνιῶντος σήμερον ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Ἀλλὰ ἐπὶ πλέον εἶναι καὶ ἕνα ἄλλο θέμα τὸ ὁποῖον χάριν εἰς τὰς προτάσεις αὐτὰς ἔχει τεθῆ καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ προσπαθήσωμεν νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν: ὅτι ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, ἀπαιτεῖ μακρὰν καὶ ἐπίπονον μελέτην, ἥτις θὰ χρειασθῇ ἀναμφιβόλως χρόνον μακρόν, ἐλπίζω, λέγω, νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐφ’ ὅσον διεπιστώθη, ὅτι ὑπάρχει τραγικὴ ἐξαθλίωσις σήμερον τῶν ἀγροτικῶν τάξεων, ὅτι διὰ λόγους πλέον ὄχι μόνον κοινωνικοὺς ὅπως ἐλέχθη, ἀλλὰ ὅπως ἐγὼ ἰσχυρίζομαι καὶ οἰκονομικούς, τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἀποδείξωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἐλπίζομεν νὰ πείσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θὰ ἐχρειάζετο ἕνα πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἀγροτῶν. Καὶ πρῶτον βῆμα ἀποτελεῖ ἡ πρότασις περὶ συνταξιοδοτήσεως τῶν γερόντων, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν δύο Κομμάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἀποτελεῖ πράγματι ἐπέκτασιν, τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων εἰς τὴν ὕπαιθρον. Δὲν ἀποτελεῖ ἀσφαλιστικὴν σύνταξιν αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ ΕΔΑ καὶ τὸ Κόμμα τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Ἀποτελεῖ μίαν ἰδιότυπον καὶ ἄμεσον ἐνίσχυσιν τῆς ἀγροτικῆς τάξεως τὴν ὁποίαν προχθὲς ὠνόμασεν ὀρθῶς Κοινωνικὴν Πρόνοιαν, ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Μετὰ ταῦτα θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος, διότι λόγῳ τῆς σημασίας τοῦ θέματος αὐτοῦ ἕκαστος ὀφείλει νὰ λάβῃ θέσιν. Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ ἀναλαμβάνῃ νομοθετικὰς πρωτοβουλίας αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουν τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι τοῦτο ἀναμφισβήτητον. Ἐξαίρεσις ὅμως γίνεται σχετικῶς μὲ συντάξεις ἢ μισθοδοσίας. Ὑπάρχει ὅμως πέραν τῶν κατὰ τὸ σύνταγμα συντάξεων ἡ ἔννοια τῆς ἀσφαλιστικῆς συντάξεως, ἡ ὁποία εἶναι ὅλως διαφορετικῆς φύσεως τῆς συντάξεως τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ Σύνταγμά μας. Δι’ αὐτὸ ὀρθῶς ὁ ἀείμνηστος Ἀγαλλόπουλος λέγει, σύμφωνα μὲ ὅσα ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, ὅτι τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, δὲν μπορεῖ νὰ περιορίσῃ τὰς ἀσφαλιστικὰς συντάξεις καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ἐμπίπτει ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ἡ Βουλὴ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἄρθρου 57. Καὶ τοῦτο, διότι προκειμένου περὶ ἀσφαλιστικῶν συντάξεων ἐκεῖ ὑπάρχει ἀφ’ ἑνὸς ἡ καταβολὴ τοῦ ἐνδιαφερομένου, ἀφ’ ἑτέρου ἡ καταβολὴ τοῦ ἐργοδότου, δηλαδὴ τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ μετὰ ταῦτα τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἔρχεται νὰ συμβάλῃ. Πρέπει συνεπῶς νὰ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι αἱ πρωτοβουλίαι ἀσφαλιστικῆς μορφῆς ἢ τῶν ἀσφαλιστικῶν συντάξεων δὲν ἐμπίπτουν εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἄρθρου 57, καὶ μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον πρωτοβουλίας τῆς Βουλῆς. Δι’ αὐτὸ ἄλλως τε, εἰς τὸ παρελθὸν τοιαῦται ἀσφαλιστικαὶ συντάξεις ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθησαν χωρὶς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω τοῦτο. Ἐπειδὴ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀσφαλίσεως καὶ ἀσφαλιστικῆς συντάξεως, ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις νομίζω διαφωνῶν εἰς τοῦτο μὲ τὸν ἐκπρόσωπον τῆς ΕΔΑ, δὲν μπορεῖ νὰ συγχέεται μὲ τὴν ἰδιωτικὴν ἀσφάλισιν. Δὲν ὑπάρχει τίποτε ποὺ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ταύτισιν. Ἡ ἰδιωτικὴ ἀσφάλισις εἶναι ἡ κατόπιν μιᾶς καταβολῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωστῶν ἀναλογιστικῶν μελετῶν ἀπονομὴ μιᾶς συντάξεως ἢ ἑνὸς οἱουδήποτε ἄλλου χρηματικοῦ πλεονεκτήματος. Ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις εἶναι διαφορετική, πρῶτον εἰς αὐτὴν εἰσφέρει ὁ ἐνδιαφερόμενος, ἀλλὰ εἰσφέρει κατόπιν ὁ ἐργοδότης δηλαδὴ ἡ ἐπιχείρησις. Ἐπίσης πρέπει νὰ εἰσφέρῃ καὶ τὸ Κοινωνικὸν Σύνολον. Ἀτυχῶς ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις ἔχει παραγνωρισθῆ εἰς τὸν τόπον μας. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ Κοινωνικὴ Ἀσφάλισις ἄνευ καὶ τῆς εἰσφορᾶς τοῦ Κοινωνικοῦ συνόλου. Πάντως ὅπου ἔχουν ἐφαρμόσει τὴν κοινωνικὴν ἀσφάλισιν, τὸ κοινωνικὸν σύνολον, εἴτε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν κοινωνικῶν πόρων, ἔρχεται πάντοτε νὰ εἰσφέρῃ. Καὶ ἡ εἰσφορὰ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις εἶναι τεραστία. Ἔβλεπα τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Γερμανίας, ὅτι προκειμένου περὶ κοινωνικῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλίσεως εἰσφέρει ἄνω τῶν 5 δισεκατομ. μάρκων, τὸ Κράτος πρὸς κάλυψιν τοῦ σχετικοῦ ἐλλείμματος.
§119Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Εἰς τὴν Γερμανίαν, ἡ συνταξιοδότησις τῶν ἀγροτῶν ἡ ὁποία καθιερώθη πρὸ 8ετίας ἐπιβάλλει ὅπως ὅλοι οἱ πόροι προέρχωνται ἀπὸ τὴν εἰσφορὰν τῶν ἀγροτῶν. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἄποψιν, ὅτι συντρέχει ἀνάγκη συμβολῆς τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου ἀλλά, ἐφ’ ὅσον ἐπεκαλέσθητε τὴν περίπτωσιν τῆς Γερμανίας, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἐκεῖ στηρίζεται εἰς τὴν εἰσφορὰν τοῦ ἀγρότου.
§120Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὸ Κράτος ἔρχεται καὶ συμπληρώνει πάντοτε τὸ ἔλλειμμα τῆς Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν.
§121Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Εἰς τὴν Γερμανίαν, ἡ συνταξιοδότησις τῶν ἀγροτῶν ἡ ὁποία καθιερώθη πρὸ διετίας, ἐπιβάλλει ὅπως ὅλοι οἱ πόροι προέρχωνται ἀπὸ τὴν εἰσφορὰν τῶν ἀγροτῶν. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἄποψιν, ὅτι συντρέχει ἀνάγκη συμβολῆς τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου ἀλλά, ἐφ’ ὅσον ἐπεκαλέσθητε τὴν περίπτωσιν τῆς Γερμανίας, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἐκεῖ στηρίζεται εἰς τὴν εἰσφορὰν τοῦ ἀγρότου.
§122Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πράγματι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1958 εἰσέφερεν ἄνω τῶν πέντε δισεκατομμυρίων μάρκων. Κοινωνικὴ ἀσφάλισις δὲν εἶναι νοητὴ χωρὶς εἰσφορὰν τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Δι’ αὐτὸ ἄλλωστε ἡ Κοινωνικὴ ἀσφάλισις εἶναι διαφορετικὴ τῆς ἰδιωτικῆς ἀσφαλίσεως καὶ οὐχὶ ὀρθῶς συγχέει τὰς δύο αὐτὰς ἐννοίας ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ. Ἡ ἀσφαλιστικὴ λοιπὸν σύνταξις δὲν ὑπάγεται εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἄρθρου 57 καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ νομοθετικὴ πρωτοβουλία τῶν Βουλευτῶν. Ἀλλά, εἰς τὰς προκειμένας προτάσεις νόμων δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἀσφαλιστικὴν σύνταξιν, διότι δὲν ὑπάρχει καταβολὴ ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων. Κατ’ ἀκολουθίαν ἐμπίπτομεν εἰς τὸ θέμα τῶν προσωπικῶν συντάξεων καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς τὸ θέμα τῶν συντάξεων τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει τὰς συντάξεις ποὺ ἀναφέρονται εἰς πρόσωπα, διότι βέβαια ἀποτελοῦν πράξεις συνήθως χαριστικάς, ἀλλὰ κατὰ μίαν εὐρυτέραν καὶ οὐσιαστικὴν ἑρμηνείαν διότι συνεπάγονται καὶ ἀνατροπὴν τοῦ Δημοσίου προϋπολογισμοῦ. Καὶ αἱ κρινόμεναι προτάσεις νόμων, ἀπονέμουν συντάξεις εἰς εὐρὺν κύκλον προσώπων καὶ λόγῳ τῆς ἐκτάσεως τὴν ὁποίαν θὰ ἔχουν, θὰ ἀνατρέψουν ἐνδεχομένως τὸν Δημόσιον προϋπολογισμόν. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω μίαν ἐπιφύλαξιν νὰ διατυπώσω: Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι θὰ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς νὰ προέρχωνται Νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα καίτοι δὲν εὐνοοῦν μεμονωμένα πρόσωπα, ἀλλὰ εὐρυτέρας ὁμάδας προσώπων, ἐν τούτοις θὰ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνατροπὴν τῶν Δημοσίων Οἰκονομικῶν. Οὐχ ἧττον ὅμως ἄλλη εἶναι ἡ οὐσία τοῦ θέματος ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ. Καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος αὐτοῦ χάρις εἰς τὰς προτάσεις νόμων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως φθάνομεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ κυρίου αὐτοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν ὕπαιθρον ἡ ὁποία σήμερον λόγῳ τῆς ἐξαθλιώσεως ἀναζητεῖ τρόπον ἐνισχύσεως. Λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι μελετᾶ τὴν ἐπέκτασιν τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ θέμα αὐτὸ χρῄζει μακρᾶς μελέτης. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως διαπιστοῦμεν μίαν ἐξαθλίωσιν τῶν ἀγροτῶν ἡ ὁποία ἀπὸ κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀπόψεως πιθανὸν νὰ εἶναι λίαν ἐπιζημία εἰς τὴν Ἐθνικὴν μας οἰκονομίαν καὶ εἰς τὸν τόπον. Μὲ τὸν διαχωρισμὸν τοῦ θέματος μεταξὺ τύπου καὶ οὐσίας, ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ὅπως ἐλπίζω θὰ λάβῃ χώραν ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος μᾶς ἱκανοποιεῖ, διότι πιστεύομεν, ὅτι θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὄχι μόνον τὴν κοινωνικὴν ἀσφάλισιν ὀφείλει νὰ ἐπεκτείνῃ εἰς τὴν ὕπαιθρον, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς καταστάσεως ἡ ὁποία εἰς αὐτὴν ἐπικρατεῖ, θὰ πρέπει πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῆς ὑπαίθρου, νὰ ὑπάρξῃ ἕνα πρῶτον βῆμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνακατανομὴν τοῦ κοινωνικοῦ εἰσοδήματος μεταξὺ κέντρου καὶ ἀγροτικῶν περιφερειῶν. Διότι πιστεύω, ὅτι ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ μία δικαία πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν ἀνακατανομὴ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, θὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ ὁμαλὴ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου, ἡ ὁποία εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν ἰσομερῆ ἀνάπτυξιν τῶν ἐπαρχιῶν μὲ τὸ Κέντρον, τῶν ἀγροτικῶν περιφερειῶν μὲ τὰ ἀστικὰ κέντρα. Δὲν δυνάμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι προχωροῦμεν ὁμαλῶς εἰς ἀνάπτυξιν τῆς χώρας, ὅταν παραγνωρίζωμεν τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον.
§123Η. ΗΛΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Στεφανόπουλος μοῦ ἀπέδωσε γνώμας, ἴσως διότι δὲν μὲ ἐτίμησε μὲ τὴν προσοχήν του, γνώμας τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἐξέφρασα. Οὐδέποτε εἶπον, ὅτι ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις ταυτίζεται μὲ τὴν ἰδιωτικὴν ἀσφάλισιν. Εἶπον, ὅτι ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις ἕλκει τὴν καταγωγήν της ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς ἰδιωτικῆς ἀσφαλίσεως καὶ προϋποθέτει καταβολὴν ἀσφαλίστρου. Ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις εἴτε καταβληθῇ, εἴτε δὲν καταβληθῇ ἀσφάλιστρον, δημιουργεῖ δικαίωμα.
§124Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρενόησα τοὺς λόγους τοῦ κ. συναδέλφου, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἐταύτισε τὴν ἰδιωτικὴν ἀσφάλισιν μὲ τὴν κοινωνικήν. Συνεπῶς θέμα ἀντιδικίας δὲν ὑπάρχει, ἐφ’ ὅσον συμφωνεῖ ἐπὶ τῆς διακρίσεως.
§125Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ προηγηθεῖσα συζήτησις καὶ ἡ διαστολὴ μεταξὺ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος καὶ τοῦ Συνταγματικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν δύο προτάσεων διευκολύνει τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ δευτέρου θέματος εἰς τὸ ὁποῖον θὰ περιορισθῶ. Ἡ ἱστορία τῆς ὑποθέσεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναζητηθῇ εἰς ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, γενομένην κατὰ τὸ 1957, ὅταν ὁ τότε Ὑφυπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Μανέντης ἀνεζήτησε τὰ στοιχεῖα καὶ συνεκέντρωσε πληροφορίας διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος. Τὸ 1958 μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Μαΐου, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τὸν Ἰούνιον τοῦ 1958 ἐδήλωσε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ θὰ εἰσηγηθῇ τὴν λύσιν ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης. Καὶ ἡ μελέτη ἀνελήφθη. Πράγματι ἡ μελέτη ἀνετέθη εἰς Ἐπιτροπὴν εἰδικῶν, τὸ πόρισμα τῆς ὁποίας ὑπεβλήθη. Γερμανὸς εἰδικὸς μετεκλήθη καὶ ἡ Κυβέρνησις κατέβαλε κάθε προσπάθειαν διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς θετικὰ καὶ ἀσφαλῆ συμπεράσματα περὶ τοῦ ἂν κάποτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ ἡ ἀσφάλισις τοῦ ἀγρότου εἰς τὸν τόπον μας. Ὁ διαχωρισμός, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ θέματος τῆς οὐσίας ἀπὸ τὸ Συνταγματικόν, διευκολύνει τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεων ἐπὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῶν δύο προτάσεων. Μὲ διευκολύνει ἀκόμη περισσότερον εἰς τοῦτο ἡ ἐκτενὴς ἀνάπτυξις εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Θὰ προσθέσω μόνον, ὅ,τι ἀναφέρονται εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς διατάξεως. Καὶ αὕτη προσεπιβεβαιοῖ, ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1946 καὶ αἱ δύο ἐπιτροπαὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ Βʹ Ψηφίσματος καὶ τοῦ ΞΖʹ ἐνέμειναν εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν εἶχε καθιερώσει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ὡς αὕτη εἶχεν ἑρμηνευθῆ ἀπὸ τοὺς συνταγματολόγους καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς. Ὥριζεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24, ἐπανάληψιν περίπου τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, ὅτι οὐδεμία πρότασις συνεπαγομένη ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ὄφελος προσώπου εἶναι δυνατὸν νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἡ διάταξις ἐπανελήφθη κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911 καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς διατάξεως αὐτῆς οἱ ἑρμηνευταί, ἰδιαιτέρως δὲ οἱ τελευταῖοι, οἱ πρόσφατοι, παρέχουν τὴν μόνην ὀρθὴν καὶ ἀναμφισβήτητον ἑρμηνείαν, ἀντικρούοντες τὴν μοναδικὴν ἀντίθετον γνώμην, ἡ ὁποία ἐξηνέχθη ποτὲ ἀπὸ ἑρμηνευτικὴν τοῦ Συντάγματος μέχρι σήμερον, τὴν γνώμην δηλαδὴ τοῦ ἀειμνήστου Κυριακοῦ. Ἡ Γʹ Ἐθνοσυνέλευσις ἀπεδέχθη κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Συντάγματος τὴν διάταξιν, ὅπως περιελαμβάνετο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1926 ὄχι μόνον ἀπεδέχθη τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἀλλὰ περιέλαβε καὶ ἄλλην διάταξιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἀφετηρίαν τῆς σημερινῆς διατάξεως τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 57. Συμφώνως πρὸς ταύτην προτάσεις ἀναφερόμεναι εἰς τὴν ἀπονομὴν συντάξεως ἢ τὴν ἀναγνώρισιν συνταξίμου ὑπηρεσίας ἀσχέτως πρὸς τὴν πρόκλησιν ἢ οὐ ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ ὑποβάλλωνται μόνον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δέον δὲ νὰ συνοδεύωνται ἀπὸ γνωμοδότησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Καὶ τὸ καθεστὼς αὐτὸ ἴσχυσε καὶ κατὰ τὴν περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1946 διὰ τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ἐπεξειργάζετο τὸ νέον Σύνταγμα, τὸ σήμερον ἰσχῦον. Ἐξ ὅλων τῶν συζητήσεων, αἵτινες διεξήχθησαν καὶ εἰς τὰς δύο ἐπιτροπάς, προκύπτει σαφὲς καὶ ἀναμφισβήτητον τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἀφορᾷ οὐ μόνον πρότασιν παροχῆς προσωπικῆς συντάξεως ἢ μισθοδοσίας, ἀλλὰ πᾶσαν πρότασιν ἀφορῶσαν τὴν παροχὴν συντάξεως πρὸς ὡρισμένον πρόσωπον ἢ πρὸς κατηγορίαν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἀνεφέρετο ἡ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ὑποβαλλομένη πρότασις. Εἰς τὴν δευτέραν μάλιστα ἐπιτροπὴν —τὸ σχέδιον τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τὸ ἰσχῦον σήμερον Σύνταγμα— εἶχεν ὑποβληθῆ πρότασις πλέον εὐρυτέρα, ἀνάλογος πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν σήμερον, διὰ τὴν μελλοντικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ πρότασις εἶχεν ὑποβληθῆ ὡς τροπολογία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1946. Καὶ ὥριζεν ἡ πρότασις, ὅτι «οὐδεμία πρότασις συνεπαγομένη ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ μείωσιν τῶν ἐσόδων ἢ μισθὸν ἢ σύνταξιν ἢ ὄφελος προσώπου, δύναται νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν Βουλήν». Ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς διεξήχθη συζήτησις εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος πολλοὶ βουλευταί, —δὲν βλέπω παρόντα τὸν κ. Γιαννόπουλον τὸν βουλευτὴν Ἠλείας, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ὡμίλησε καὶ ἐξεδήλωσε τὴν ἀντίθεσίν του πρὸς τὴν πέραν τοῦ ἰσχύοντος κειμένου διεύρυνσιν τῆς διατάξεως. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐγένετο δεκτὸν τὸ κείμενον τὸ ἰσχῦον καὶ σήμερον μὲ τὴν ἔννοιαν ἀπαγορεύσεως εἰσαγωγῆς προτάσεως ἐκ μέρους βουλευτῶν διὰ τὴν παροχὴν συντάξεως, μισθοδοσίας ἢ ὀφέλους πρὸς πρόσωπα γενικῆς κατηγορίας καὶ ὄχι μόνον πρὸς συγκεκριμένον πρόσωπον.
§126Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει αὐτό.
§127Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ ὁ ἀείμνηστος Βασίλειος Στεφανόπουλος, εἰσηγούμενος εἰς τὴν Δʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, τὸ συνταχθὲν ἀπὸ τὴν πρώτην ἐπιτροπήν, διὰ μακρῶν ὡμίλησε ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ὑποστηρίζει τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος εἶχεν ἐκθέσει εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἄποψιν ἀντίθετον ἀπὸ ἐκείνην ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὸ ἰσχῦον κείμενον. Ὑποστηρίζει εἰς τὴν ἰδικήν του ἄποψιν καθ’ ἣν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ περιορισμὸς εἰς τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν τῶν βουλευτῶν, ἐπάγεται ὅμως, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη ἄποψιν ἀκριβῶς ἀντίθετον ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος εἶχεν ὑποστηρίξει. Ἐκρίθη, κ. συνάδελφοι καὶ ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπὰς τοῦ Συντάγματος, ὅτι διὰ τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς παροχὴν ὠφελημάτων εἰς γενικὴν κατηγορίαν προσώπων τὴν εὐθύνην καὶ τὴν πρωτοβουλίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ὅλην δημοσιονομικὴν διαχείρισιν, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ μὲ γνώμονα τὸ γενικὸν συμφέρον καὶ τὰς δυνατότητας τῆς οἰκονομίας τοῦ τόπου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὴν δευτέραν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1946, ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ ἀπόντος τῆς αἰθούσης αὐτῆς κ. Γ. Μπακοπούλου ὡμίλησαν —ὅπως καὶ ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα ὑπεμνήσθη— βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς διάφορα Κόμματα —καὶ εἰς τὸ Λαϊκὸν τότε καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων— ὑποστηρίξαντες τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ ἀποστέρησις τοῦ βουλευτοῦ τῆς δυνατότητος εἰς τὴν ὑποβολὴν προτάσεων νόμου τῆς κατηγορίας αὐτῆς, ἀποτελεῖ περιορισμὸν τῆς νομοθετικῆς πρωτοβουλίας τῆς Βουλῆς. Καὶ εἰς τὴν ἄποψιν αὐτὴν ἀντεπεξῆλθον πολλοὶ βουλευταὶ καὶ τὴν ἀπέκρουσε τελικῶς ὁ Πρόεδρος τῆς δευτέρας ἐπιτροπῆς, τοῦ ὁποίου νομίζω τὰς ἀπόψεις ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Καὶ εἶπε τότε —ἀφοῦ πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῶμεν καὶ τὴν γνώμην τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς: «Δὲν ὑπάρχει εὐκολώτερον καὶ ἐνθουσιωδέστερον ἐπιχείρημα ἀπὸ τὴν ἐπίκλησιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, εἶναι δὲ καὶ ἀποτελεσματικώτερον...... (ἀναγινώσκει)......». Ὁ περιορισμὸς ὅμως τῆς νομοθετικῆς πρωτοβουλίας τῶν βουλευτῶν ἐπιβάλλεται πολλάκις πρὸς διασφάλισιν μείζονος ἀγαθοῦ». Εὑρισκόμεθα σήμερον, κ. συνάδελφοι, πρὸ τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργηθῆ οὐσιαστικῶς ἀπὸ τοῦ 1844, ἐνισχυμένον ἀπὸ τὴν νέαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἐψήφισεν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1926, μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1927 ἔτι δὲ καὶ ἀπὸ τὴν σαφῆ ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν προσέδωκεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1946, ἀπορρίπτουσα μὲν τὴν πρότασιν διὰ τῆς ὁποίας ἀπεκλείετο εἰς τοὺς βουλευτὰς ἡ ὑποβολὴ πάσης προτάσεως νόμου συνεπαγομένης δαπάνην ἢ μείωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἀποδεχομένης δὲ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ πρωτοβουλία ἀνήκει μὲν κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, προκειμένου ὅμως περὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα συνεπάγονται ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ εἰδικὸν σκοπόν, διὰ τὴν σύνταξιν ἢ μισθὸν ἢ ὄφελος προσώπων, πρέπει νὰ ἀσκῆται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν πρέπει δέ, κ. συνάδελφοι, νὰ γίνεται ἐπίκλησις τοῦ ἀσθενοῦς ἐπιχειρήματος, ὅτι διάταξίς τις τοῦ Συντάγματος ὁμιλεῖ «περὶ συντάξεως» εἰς τὸν ἑνικὸν καὶ ὄχι «περὶ συντάξεων» εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν. Τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν παράγραφον 2 χρησιμοποιεῖ τὸν ἑνικὸν ἀριθμὸν καὶ ὁμιλεῖ «περὶ συντάξεως». Ἡ παράγραφος ὅμως 3 ἀμέσως περαιτέρω, ὁμιλεῖ περὶ «συντάξεων», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐχρησιμοποίησε καὶ τὸν ἑνικὸν καὶ τὸν πληθυντικὸν ἀδιαφόρως, ἀποβλέποντες τὸν ἑνικὸν ὡς ἔκφρασιν περιληπτικήν. Λέγει τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος. Ἕκαστος δύναται νὰ ἐκφράζῃ τοὺς στοχασμούς του. Ἀπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι πάντες δύνανται νὰ ἐκφράζουν τοὺς στοχασμούς των, ἐνῷ ἀντιθέτως εἰς τὸ ἄρθρον 13 ὀλίγον προηγουμένως ἀναφέρεται, ὅτι: «Πάντες οἱ εὑρισκόμενοι ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους κλπ. εἶναι ἐλεύθεροι...». Θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περαιτέρω, κ. συνάδελφοι, καὶ μὲ ἕτερον θέμα, τὸ ὁποῖον συνάπτεται μὲ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Τὰ κατατεθέντα νομοσχέδια ἀφοροῦν τὴν παροχὴν συντάξεως καὶ ἐμπίπτουν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ ἄρθρου 24, διὰ νὰ μὴ ἐπεκταθῶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 57. Ἀναμφισβητήτως ναί· διότι ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς συντάξεως; Ἀνεξαρτήτως τῆς ὀνομασίας τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ κανείς, ὅπως εἶπε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἡ σύνταξις εἶναι περιοδικὴ παροχὴ πρὸς ὡρισμένα κατὰ κατηγορίας πρόσωπα ὡς δικαίωμα αὐτῶν ἐὰν καὶ εἰς χρόνον, καθ’ ὃν συγκεντρώνουν τὰς καθοριζομένας προϋποθέσεις. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ κανείς, ὅτι εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δὲν ὑπάγεται ἡ παροχὴ τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ κατατεθὲν νομοσχέδιον. Τούτου δοθέντος ἡ συμμετοχὴ ἢ μὴ τοῦ λαμβάνοντος τὴν σύνταξιν εἰς τὴν δημιουργίαν τοῦ κεφαλαίου ἢ τοῦ πόρου ἢ τῆς δαπάνης διὰ τῆς ὁποίας καλύπτεται ἡ σύνταξις δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, οὔτε ἀναιρεῖ τὴν ἔννοιαν τῆς συντάξεως. Ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1958, κ. συνάδελφοι, ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος κατόπιν τῆς καταργήσεως τῆς κρατήσεως ἐπὶ τῆς συντάξεως δὲν μετέχει, δὲν εἰσφέρει εἰς τὴν συνταξιοδότησίν του. Οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι τῶν ΣΠΑΠ, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι κἂν δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ ὁποῖοι συνταξιοδοτοῦνται ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀπηλλάγησαν ἐπίσης ἀπὸ τοῦ 1958 τοῦ Μαΐου δι’ ἀποφάσεως τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως τῆς κρατήσεως συντάξεως ἐπὶ τοῦ μισθοῦ. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ κατάργησις αὐτῆς τῆς κρατήσεως μετέβαλε τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ καταβαλλομένη πρὸς αὐτοὺς περιοδικὴ παροχὴ καὶ τὴν ὁποίαν οἱ σιδηροδρομικοὶ εἰσπράττουν δικαιώματι, ὅταν συγκεντρώνουν τὰς προϋποθέσεις τὰς ὁποίας καθορίζει ὁ νόμος. Καὶ παρεμπιπτόντως ἤθελον καὶ αὐτὸ νὰ προσθέσω τὸ ρυθμῖσαν τὰς συντάξεις τῶν σιδηροδρομικῶν νομοσχέδιον, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἔκθεσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπογεγραμμένη καὶ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν, τὸν ὁμιλοῦντα τώρα καὶ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν κ. Εὐταξίαν.
§128Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς σιδηροδρομικούς;
§129Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Μάλιστα διὰ τοὺς σιδηροδρομικούς.
§130Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὑποβάλλονται πρὸς γνωμοδότησιν νομοθετήματα ἀφορῶντα τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τοὺς σιδηροδρομικούς.
§131Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὄχι, κ. Μπακόπουλε.
§132Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ζητήσατε ὑπευθύνους πληροφορίας ἀπὸ τὸν Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον.
§133Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Διατί γνωμοδότησιν;
§134Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωμοδότησιν μόνον δι’ αὐτούς. Διὰ τοὺς ἠσφαλισμένους ποτέ.
§135Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Μπακόπουλε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε δυνατὸν νὰ εἶναι ἀκριβὲς καὶ εἶναι ἐν πολλοῖς ἀκριβὲς ἀλλὰ δὲν κατανοῶ πῶς ὁ ἀγαπητὸς Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ ὑμεῖς ἐπιμένετε εἰς τὸ νὰ ἀνάγετε εἰς κριτήριον τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ συντάξεως τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἡ ἔγκρισις ἀποτελεῖ κριτήριον διὰ τὴν ὕπαρξιν συντάξεως δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ σιδηροδρομικῶν. Ὅταν τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον ἰδίως 24 ὁμιλῇ περὶ συντάξεως, ὁμιλεῖ καὶ περὶ μισθοῦ, ὁμιλεῖ καὶ περὶ οἱουδήποτε ὀφέλους. Ἡ ἔννοια εἶναι τόσον γενικὴ ὡς τὴν ὁρίζει τὸ ἄρθρον 24 — καὶ δι’ αὐτὸ διέκοψα πρὸς στιγμὴν τὸν κ. Παπανδρέου, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ τοῦ διαταράξω τὴν σειρὰν τῶν συλλογισμῶν του καὶ εἶχε δίκαιον— εἶναι τόσον γενική, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη κἂν νὰ ἀνάγεται τὸ πρόβλημα εἰς τὸ ἐὰν χρειάζεται ἢ ὄχι ἔγκρισις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ ἔννοια τῆς συντάξεως, τῆς οἱασδήποτε παροχῆς, τοῦ οἱουδήποτε ὀφέλους εἰς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος ὡς τὸ ἀνέλυσε κατὰ τρόπον λίαν ἐμπεριστατωμένον ὁ κ. Μαρκεζίνης, εἶναι τόσον εὐρεῖα καὶ εἶναι τόσον στερεωμένη ἱστορικῶς εἰς δυόμισυ περίπου αἰῶνας εἶναι καὶ στερεωμένη καὶ εἰς πρόσφατον ἱστορικὴν ἀναγνώρισιν ὥστε δὲν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Παπανδρέου, ἐὰν χρειάζεται ἢ ὄχι ἔγκρισις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολὺ ὁ κ. Παπανδρέου μᾶς εἶπεν, ὅτι ὅταν δὲν χρειάζεται ἔγκρισις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ μίαν σύνταξιν, ἡ σύνταξις αὐτὴ ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον πρωτοβουλίας νομοθετικῆς τῶν βουλευτῶν, ἐνῷ ἐὰν χρειάζεται τότε δὲν ἠμπορεῖ. Αὐτὸ τὸ κριτήριον δὲν τὸ εὑρίσκω εἰς τὸ Σύνταγμα ἀλλ’ οὔτε καὶ λογικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ συλλάβω.
§136Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ὁ κ. Παπανδρέου ἰσχυρίσθη τοιοῦτον πρᾶγμα ὡς τὸ διατυπώνετε, οὔτε ἡμεῖς. Ὅταν θὰ ὁμιλήσω θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Θεωρῶ δὲ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μαρκεζίνη καὶ τὰ ἰδικά σας καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 24 πλήρως ἀβάσιμα καὶ ἐκεῖ ἔγκειται ἡ ἐπιστημονική μας διχογνωμία. Ἀνεξαρτήτως ἀναγνωρίσεως τῆς καλῆς πίστεως καὶ τοῦ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος ἀμφοτέρων. Ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ Συνταγματικοῦ ζητήματος. Θὰ ὁμιλήσω μόνον εἰς τὸ Συνταγματικὸν ζήτημα καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ σᾶς πείσω.
§137Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἠκούσθη ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, κ. συνάδελφοι, ὀλίγον προηγουμένως, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 δὲν ἀποτελεῖ ἀναχρονισμόν. Ἀντιθέτως πρόκειται περὶ διατάξεως ἡ ὁποία ἀπαντᾶται καὶ εἰς τὰ νεώτερα Συντάγματα καὶ εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς Δημοκρατίας. Καὶ μὲ τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχουν οἱ κυβερνῶντες εἰς τὰ ἐλεύθερα δημοκρατικὰ πολιτεύματα. Τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος ὄχι μόνον δὲν ἐτροποποιήθη, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέτρεπε νὰ δοθῇ διάφορος ἑρμηνεία ἀπὸ ἐκείνην ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ ἕως τώρα, ἀλλ’ ἀντιθέτως συνεπληρώθη κατὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1911 μέχρι σήμερον περίοδον διὰ νὰ προσθέσῃ εἰς τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ δημόσιος προϋπολογισμὸς ἐπιβαρύνεται διὰ τῶν προτάσεων περὶ συνταξιοδοτήσεως ἢ μισθοδοσίας ἢ ὄφελος προσωπικοῦ καὶ νομοσχέδια διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ βαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἄλλων νομικῶν προσώπων. Δὲν χρειάζεται, κ. συνάδελφοι, ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ ἄρθρον 57 καὶ ἡ ἑρμηνεία τῶν διατάξεων τῶν παραγράφων 2 καὶ 3. Ἀναμφισβητήτως, οἱ βουλευταὶ ἔχουν δικαίωμα νὰ ὑποβάλλουν προτάσεις καὶ τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι συνεπάγονται δαπάνας. Καὶ τὰς προτάσεις ταύτας ἀφοροῦν αἱ διατάξεις τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 57. Δὲν δύνανται, ὅμως, οἱ βουλευταὶ νὰ ὑποβάλλουν προτάσεις συνεπαγομένας δαπάνας κλπ., διὰ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ ἄρθρον 24. Ἀλλὰ εἶπον, ὅτι δὲν χρειάζεται ἡ προσφυγὴ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 57. Τὸ ἄρθρον 57 ἀπὸ μιᾶς πλευρᾶς ἐπεξέτεινε τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ ἄρθρου 24. Διότι ἐνῷ τὸ ἄρθρον 24 ἀποκλείει τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν τοῦ βουλευτοῦ πρὸς ὑποβολὴν προτάσεως μειούσης τὰ ἔσοδα ἢ ἐπιβαρυνούσης τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν παροχὴν μισθοδοσίας, συντάξεως ἢ ὀφέλους τινὸς ὑπὲρ προσώπων, ἡ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1927 προστεθεῖσα διάταξις τοῦ ἄρθρου 57 ἀποκλείει τὴν πρωτοβουλίαν τῶν βουλευτῶν ἐπὶ συνταξιοδοτικῶν νομοσχεδίων καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν προκαλῆται ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐλέχθη ὡς ἐπιχείρημα περὶ τῶν κυβερνητικῶν διαθέσεων, ὅτι ἡ ἐκ τῆς διατάξεως τῶν ἄρθρων 24 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος ἀντισυνταγματικότης δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιηθῇ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συζήτησιν τῶν δύο νομοσχεδίων καίτοι ἄλλως θὰ εἶχε ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀντισυνταγματικότητος ἐκ τοῦ ἄρθρου 17 ἐὰν δηλαδὴ εἰσήγετο τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ καθιέρου τὴν στέρησιν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ξένης ἰδιοκτησίας ἄνευ ἀποζημιώσεως. Νομίζω, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐκτεθεῖσα ἄποψις δὲν ἀντέχει εἰς ἔλεγχον. Ἡ ἀντισυνταγματικότης ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῆς ὑπερβάσεως τοῦ ἄρθρου 17 πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει, εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, διότι ἀφορᾷ εἰς τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον, τοῦ προσώπου δηλαδὴ τοῦ ὁποίου προσβάλλεται ἡ ἰδιοκτησία, ἐνῷ προκειμένου περὶ τῶν κατατεθέντων νομοσχεδίων δὲν χρειάζεται προσήλωσις εἰς τὰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος διότι δὲν θίγονται ἰδιωτικὰ δικαιώματα. Ἡ θεωρία εἶναι πρωτότυπος καὶ παράδοξος. Κατ’ αὐτὴν πρέπει νὰ τηροῦνται αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις ὅταν προστατεύωνται τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ ἀποδίδεται σημασία, ὅταν ἐκ τῆς παραβάσεώς των πρόκειται νὰ θιγοῦν, νὰ τεθοῦν ἐν κινδύνῳ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ τούτου τοῦ Δημοσίου. (Χειροκροτήματα).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀλλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§139Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι παρὰ τὴν καταβληθεῖσαν προσπάθειαν, νὰ ἀποχωρισθῇ τὸ θέμα τῆς οὐσίας, ἀπὸ τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος τῶν δύο προτάσεων νόμων, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐπιδειχθῇ τοῦτο καὶ ἀπὸ τὴν μέχρι τῆς στιγμῆς συζήτησιν, ἀνάγλυφος προεβλήθη ἡ διαφωνία, τόσον ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος, ὅσον καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἡ μὲν διαφωνία ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος ἐνετοπίσθη εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 24, διότι νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 57 ἐγκατελείφθη ἔτι πλέον, ὡς βάθρον καὶ προβλεφθέντος ἀπαραδέκτου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν οὐσίαν, δὲν ἀπέμεινε ἀμφιβολία, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χωρίζει τὰ Κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι, ὅτι ἡ μὲν ἀντιπολίτευσις κρίνει, ὅτι εἶναι ὥριμον τὸ θέμα, ὅτι τὰ προσκομισθέντα στοιχεῖα εἶναι πλέον ἐπαρκῆ διὰ νὰ στηριχθῇ ἡ ἐνίσχυσις τῶν γερόντων ἀγροτῶν, ἡ δὲ Κυβέρνησις κρίνει, ὅτι δὲν ἔχει ἀκόμη συγκεντρώσει τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ τῆς ἐπιτρέψουν νὰ συμπεράνῃ, ἐὰν πρέπει ἢ ὄχι νὰ καθιερώσῃ τὸν θεσμὸν τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλίσεως καὶ ἐπὶ ποίας βάσεως. Κατέστη ἐξ ἄλλου σαφές, ὅτι ἄλλως πῶς ἀντιμετωπίζει τὸ θέμα. Ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῇ περὶ ἀναλογιστικῶν μελετῶν, εἶναι σαφές, ὅτι ἀποβλέπει νὰ θεσμοθετήσῃ τὴν ἀγροτικὴν ἀσφάλισιν μὲ βάσιν τὴν εἰσφορὰν τῶν ἠσφαλισμένων, διότι ἄλλως οὐδεὶς θὰ ἴδῃ νὰ γίνεται λόγος περὶ ἀναλογιστικῶν μελετῶν. Ἀλλὰ ἐδῶ, κ. βουλευταί, ἐν ὄψει τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει συγκεκριμένη πρότασις νόμου, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται εἰς εἰσφοράς. Συνεπῶς, εἶναι περιτταὶ καὶ ἀκατανόητοι αἱ ἀναλογιστικαὶ μελέται, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει εἶναι νὰ κριθῇ αὐτὸς ὁ θεσμὸς καὶ ἐὰν θὰ ἀποδώσῃ ἡ θεσπιζομένη πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν φορολογία. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ συνταγματικὸν θέμα, νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἐπίκλησις τῆς πράξεως αὐτοῦ τοῦ κυριάρχου Σώματος καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν σημερινὴν καὶ ἀπὸ τὰς προκατόχους αὐτῆς, ἀπὸ τοῦ 1952 καὶ ἐντεῦθεν, ἀφ’ ἧς ἰσχύει τὸ Σύνταγμα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀγαπητὸς φίλος καὶ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι περιεπλανήθη εἰς ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην, ἀνεζήτησεν ξένους συγγραφεῖς καὶ διατάξεις ξένων Συνταγμάτων ὡς βοηθήματα τῶν ἀπόψεών του καὶ ἠγνόησε τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος ὡς τοῦτο ἐφηρμόσθη ἀπὸ τὰς Βουλὰς ἀπὸ τοῦ 1952 καὶ ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις τὰς ὑπευθύνως διαχειρισθείσας τὰ κοινὰ κατὰ τὴν τελευταίαν 8ετίαν. Τί ἀπεδείχθη, κ. βουλευταί; Ὅτι ὑπάρχουν προηγούμενα νομοσχέδια εἴτε τῆς παρούσης ἢ τῶν προκατόχων αὐτῆς Κυβερνήσεων κατατείνοντα εἰς τὴν θέσπισιν ἀσφαλίσεως κοινωνικῆς, οἱασδήποτε κοινωνικῆς τάξεως, τὰ ὁποῖα ἦλθον ἐνώπιον ἡμῶν κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 57, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἔτυχον τῶν ὑπογραφῶν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οὐδέποτε ἐστάλησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἰδοὺ διατὶ φοβοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀντελήφθη καλὰ τὸ προβληθὲν ἐπιχείρημα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Ὅταν ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ Βουλή, ὁμοφώνως, εἰς πλείστας εὐκαιρίας ἠγνόησε τὸ ἄρθρον 57 καθ’ ὅσον ἀφορᾶ συντάξεις μὴ παρεχομένας εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἢ Ὀργανισμοὺς Δημοσίου Δικαίου, τί σημαίνει τοῦτο; Ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτό, δὲν ἔχει σχέσιν μὲ συντάξεις ξένας πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἠξιώθη ὑπογραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οὐδέποτε ἠξιώθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπάρξῃ προηγουμένη γνωμοδότησις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Διότι αὐτὸ ἦτο ἀκριβὲς θὰ συνεζητεῖτο τὸ ἀντισυνταγματικὸν θέμα. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅταν βλέπῃ, ὅτι παραβιάζεται τὸ ἄρθρον 57, δὲν ἀπονέμει συντάξεις. Ἔχομεν σωρείαν νόμων ψηφισθέντων μὲ ὅλους τοὺς τύπους τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν ἐκύρωσε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διότι δὲν ἐτηρήθη τὸ ἄρθρον 57. Καὶ ὅμως δὲν παρουσιάσθη παρομοία περίπτωσις, προκειμένου περὶ συντάξεων δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ ἄρθρον 57 ἀποθεμελιώνει τυχὸν ἑρμηνείαν εὐρεῖαν τοῦ ἄρθρου 24 εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὁποίου θὰ ἔλθω ἀμέσως.
§140Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι οὐδὲν νομοθέτημα ἐφηρμόσθη ἐὰν ἐψηφίσθη ἄνευ τῆς τηρήσεως τοῦ ἄρθρου 57. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἐφηρμόσθησαν πολλὰ τοιαῦτα παρὰ τὴν ἀντίθεσιν καὶ τὴν διαφωνίαν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τί εἶναι αὐταὶ αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας μᾶς λέγουν διὰ τὸ τί γίνεται εἰς τὸ Βέλγιον, τὴν Ἰνδοκίναν κλπ.; Ἔχομεν ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας τὰς ὁποίας θὰ ἀπαριθμήσω ὅταν ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα. Διὰ ζητήματα συντάξεως δημοσίων ὑπαλλήλων ἀπεφάνθη τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ὅτι νόμος ψηφισθεὶς ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἄνευ τῆς τηρήσεως ὡρισμένων διατυπώσεων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ διότι τὸ δικαστήριον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσῃ τὴν τήρησιν ἢ μὴ τῶν διατυπώσεων αὐτῶν καθ’ ὅσον αὗται ἀποτελοῦν INTERNA CORPORIS τῆς Βουλῆς.
§141Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μου, κ. συνάδελφε, νὰ μὴ εὐθυγραμμισθῶ πρὸς τὴν ἄποψίν σας ταύτην. Ἐπ’ αὐτοῦ δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἀντίθετος ἄποψις. Δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ μία ἄποψις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ δικαστήριον νὰ μὴ δύναται νὰ τὴν ἐλέγξῃ. Ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου ὅμως θέματος λέγω, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀρνεῖται τὴν ἐφαρμογὴν νόμων συνταξιοδοτήσεως κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν ὁποίων δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Κύριοι συνάδελφοι, βάθρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ἄποψις ἡ ἀντίθετος εἶναι τὸ ἄρθρον 24. Ἐπεχειρήθη νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἔχει βάσιν ἄρθρον τοῦ 1864 τὸ ὁποῖον ἔχει τὰς πηγάς του εἰς τὸν 18ον αἰῶνα καὶ εἰς τὰς πηγὰς τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ προσφυγὴ εἰς ἱστορικὰς πηγὰς δὲν σπανίζει διὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν στέκει ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας ἡ ἄποψις, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ἀναλαμβάνουν νομοθετικὰς πρωτοβουλίας αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ ἀνατρέψουν ἄρδην τὴν ἀσκουμένην οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως —φοβοῦμαι ἐπαναλαμβάνω— ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ ὡδήγησεν εἰς διασταλτικὴν παρερμηνείαν τοῦ ἄρθρου 24. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τοὺς κ. κ. συναδέλφους καὶ ὑπουργοὺς οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν ἄποψιν αὐτὴν ἐὰν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀντισυνταγματικὴ μία πρότασις ἡ ὁποία προτείνει τὸν διπλασιασμὸν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, ἢ τὸν διπλασιασμὸν τῶν δαπανῶν κοινωνικῆς προνοίας ἢ τὸν διπλασιασμὸν τῶν πιστώσεων πρὸς τὴν ἀγροτικὴν τάξιν ἄνευ τόκων. Αὐταὶ αἱ προτάσεις εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικαὶ καὶ ὅτι ὁδηγοῦν εἰς τὴν πλήρη ἀνατροπὴν μιᾶς πολιτικῆς ἀσκουμένης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ διατὶ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ πρωτοβουλία εἰς τὰ θέματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δὲν στηρίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὡδήγησε πρὸ ἑνὸς αἰῶνος εἰς τὴν θέσπισιν αὐτῆς τῆς διατάξεως; Εἶναι νὰ ἐκλείψῃ τὸ δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ νὰ χαρισθῇ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποῦ ἠθελήθη νὰ περιορισθῇ ἡ νομοθετικὴ πρωτοβουλία τοῦ βουλευτοῦ. Δηλαδὴ ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἐξαιρετικὴ καὶ θὰ πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ στενῶς. Ἐπεχειρήθη καὶ ἠλλοιώθη ἡ φυσιογνωμία τῆς ἐννοίας τῆς συντάξεως. Ἡ ἔννοια τῆς συντάξεως εἶναι εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν συνδεδεμένη μὲ τὴν παροχὴν ὑπηρεσίας ἢ ἐργασίας. Σύνταξις εἶναι κἄτι ποὺ ἔρχεται ὡς ἀνταμοιβὴ παρασχεθείσης ὑπηρεσίας ἢ ἐργασίας. Ὁ συντακτικὸς νομοθέτης ὁ σημερινὸς περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς προϋποθέσεις τῆς ἀπονομῆς συντάξεως, πῶς ἀντιλαμβάνεται τὸ θέμα; Ὅταν εἰς τὸ ἄρθρον 57 ὁμιλῇ περὶ προτάσεων αἱ ὁποῖαι σκοποῦν τροποποίησιν τῶν περὶ συντάξεων νόμων ἢ τὴν ἀπονομὴν συντάξεων ἢ τὴν ἀναγνώρισιν ὑπηρεσίας συνταξίμου, σημαίνει, ὅτι ἡ σύνταξις εἶναι συνδεδεμένη μὲ παροχὴν ὑπηρεσίας ἢ ἐργασίας, δὲν ἔχει σημασίαν ἐὰν ἐδόθη εἰσφορὰ ἢ ὄχι, ἐξετάζεται ἁπλῶς ἐὰν ἔχῃ σχέσιν ὑπηρεσιακὴν μὲ ἐκεῖνον ποὺ βαρύνει ἡ σύνταξις. Καὶ ἰδοὺ διατὶ ἡ συγκεκριμένη πρότασις νόμου δὲν ἐμπίπτει εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι ἐδῶ οὐδεμία σχέσις ἐργασίας ἢ ὑπηρεσίας ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ γέροντος ἀγρότου καὶ τοῦ δημοσίου ὀργανισμοῦ. Ἐπεχειρήθη νὰ τοποθετηθῇ τὸ ἀπαράδεκτον εἰς τὴν λέξιν ὄφελος. Πράγματι τὸ ἄρθρον 24 ὁμιλεῖ καὶ περὶ ὀφέλους, ἀλλὰ ἐὰν θελήσωμεν ἐξ αὐτῆς τῆς φράσεως ν’ ἀντλήσωμεν ἐπιχειρήματα καὶ προσφύγωμεν εἰς τὸν Σαρίπολον θὰ ἐβλέπομεν ποίαν εἶναι ἡ RATIO LEGIS. Διὰ ποῖον λόγον προσετέθη; Διὰ νὰ μὴ μοιράζωνται κόλλυβα. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ προσθήκη «ἢ ὄφελος εἰς ὡρισμένα πρόσωπα». Ἔγκυρος ἑρμηνευτὴς τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται ἡ Κυβέρνησις δίδει τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν αὐτῆς τῆς περικοπῆς τοῦ ἄρθρου 24. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν νομίζω, ὅτι παραμένουν σοβαραὶ ἀμφιβολίαι, δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἴδουν ἀπροκαλύπτως τὸ Συνταγματικὸν θέμα, δὲν ἀπομένουν ἀμφιβολίαι, ὅτι ἡ πρότασις ὡς εἶναι διατυπωμένη —ὑπὸ ἄλλην ἔννοιαν ἠμποροῦσε νὰ εἶναι ἀντισυνταγματικὴ— ὡς εἶναι διατυπωμέναι αἱ δύο προτάσεις αὐταί, δὲν προσκρούουν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγα ἀκόμη μήπως διὰ λόγους σκοπιμότητος πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι δημιουργοῦμε ἕνα κακὸν προηγούμενον ἀνοίγοντες τοιαύτην νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν εἰς τοὺς βουλευτὰς διὰ θέματα τόσον σοβαρά; Ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, κ. βουλευταί, ἐν σχέσει μὲ τὰς δυνατότητας ποὺ παρέχει τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προτείνῃ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐντὸς 24 ὡρῶν ἠμποροῦν νὰ ἀνατρέψουν ψηφιζόμενα τὴν οἰκονομίαν καὶ τὴν κοινωνίαν ἀκόμη, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητοῦν σήμερον αἱ δύο προτάσεις νόμου εἶναι ἀθῶον μέτρον. Ποία εἶναι ἡ ἐγγύησις, κ. βουλευταί, ὅτι ἐκ τοιούτων μέτρων δὲν θὰ διατρέξῃ κίνδυνον ἡ οἰκονομία τῆς χώρας; Ἐγγύησιν ἀποτελεῖ ἡ σωφροσύνη τῶν Ἑλλήνων βουλευτῶν, ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος καὶ ἐπὶ τέλους, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει λόγον νὰ ἐπικαλῆται Συνταγματικὸν ἀπαράδεκτον, ἐκεῖ ὅπου ἔχει τὴν δυνατότητα μὲ τὴν πλειοψηφίαν νὰ κατευθύνῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος καὶ νὰ ἀποτρέψῃ οἰκονομικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι δυνατὸν νὰ ἀνατρέψουν τὴν οἰκονομικὴν καθεστηκυῖαν τάξιν. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιθυμῶν νὰ δώσῃ μίαν διέξοδον εἰς τὴν διαφωνίαν μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν, εἶπεν, ὅτι ἐμμένομεν εἰς τὴν ἄποψιν τῆς ἀντισυνταγματικότητος, ὡς ζήτημα ἀρχῆς, διότι δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ δημιουργηθῇ ἐπικίνδυνον προηγούμενον — ἀνεπτύξαμεν πρὸ ὀλίγου τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, διότι οὔτε ἐπικίνδυνον προηγούμενον ἀποτελεῖ, οὔτε ἀντισυνταγματικότητα ἡ πρότασις τοῦ νόμου— καὶ εἶπεν, ὅτι διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως, σᾶς προσκαλοῦμεν, κύριοι, νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα καὶ νὰ τὰ εἴπωμεν. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπωμεν; Ἡ μὲν Κυβέρνησις εἶπε τὴν ἄποψιν, ὅτι δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα ὑπ’ ὄψιν της διότι ὁ Γερμανὸς ἐμπειρογνώμων δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα καὶ συνεπῶς καὶ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα δὲν νομίζω, ὅτι θὰ μᾶς εἴπῃ ἄλλο τι. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἤδη μὲ τὰς δύο προτάσεις νόμου, εἶπε τὰς ἀπόψεις της. Συνεπῶς, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις περὶ συζητήσεως κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ θέματος, δὲν ἀναπληροῖ καθόλου τὴν ἀνάγκην τῆς συζητήσεως τῆς συγκεκριμένης προτάσεως νόμου, διότι καὶ ἐξ ἄλλου ἡ μὲν συζήτησις τῆς προτάσεως αὐτῆς ὁδηγεῖ εἰς τὴν συνταξιοδότησιν τῶν ἀγροτῶν, ἡ δὲ συζήτησις τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁδηγεῖ εἰς τὴν διαπίστωσιν μιᾶς διαφορᾶς τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦδε γνωρίζομεν. Ἰδοὺ διατὶ προσωπικῶς ἀντιτιθέμεθα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μπαλτατζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§143Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις δὲν καταλήγει εἰς μίαν ἱκανοποιητικὴν καὶ ὁμόφωνον ἀπόφασιν διὰ τὸ συζητούμενον θέμα, ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ ἀποτελεῖ μίαν προώθησιν τοῦ ὅλου θέματος, τῆς παροχῆς δηλαδὴ συντάξεως εἰς τοὺς ὑπερήλικας ἀγρότας. Πράγματι, κ. Πρόεδρε, τὸ συζητούμενον θέμα ἔχει μεγίστην κοινωνικήν, οἰκονομικὴν καὶ ἐθνικὴν σημασίαν διότι ἀφορᾷ τὴν μεγάλην κοινωνικὴν μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφορᾷ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον διὰ τὸν ὁποῖον τοσάκις ἐδόθη ἡ εὐκαιρία εἰς τὸ Σῶμα νὰ ἐκδηλώσῃ καὶ αἰσθήματα συμπαθείας καὶ ἀναγνωρίσεως τῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία προσγίνεται εἰς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, διότι εὑρίσκεται εἰς μίαν κατάστασιν καὶ οἰκονομικῆς ἀθλιότητος καὶ μιᾶς ἀνίσου μεταχειρίσεως. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις, ἡ ὁποία κατετέθη καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας διεξάγεται ἡ συζήτησις, προσέκοψε εἰς τὴν συνταγματικότητά της, ἐὰν εἶναι παραδεκτὴ ἡ συζήτησις, ναὶ ἢ οὔ. Δὲν εἶμαι συνταγματολόγος διὰ νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ νομικὸν καὶ τὸ συνταγματικὸν μέρος τοῦ ζητήματος. Ἄλλωστε ἡ διεξαχθεῖσα ἀρκετὰ διεξοδικῶς συζήτησις ἐφώτισε καὶ τὸ νομικὸν καὶ τὸ συνταγματικὸν μέρος τοῦ ζητήματος. Ὑπάρχουν βέβαια ἀντιθέσεις, ὑπάρχουν ἀντίθετοι ἀπόψεις, ἠμποροῦμε ὅμως νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἐπισπεύσουν καὶ νὰ προωθήσουν αὐτὸ τὸ μέγα κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικὸν πρόβλημα ποὺ εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὴν ἀγροτικὴν τάξιν εὑρίσκουν μίαν ἁπλῆν καὶ ἐπιστημονικὴν πρακτικὴν θεμελίωσιν καὶ εἰς συνταγματικὴν ἑρμηνείαν καὶ ἀπὸ συγγράμματα ἁρμοδιωτάτων ἐπιστημόνων, ὅτι πράγματι συνταγματικῶς θεμελιώνεται μία πρότασις νόμου, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν παροχὴν συντάξεως εἰς μίαν μεγάλην κοινωνικὴν μερίδα, ὅπως εἶναι ἡ μερὶς τῶν ἀγροτῶν, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔχει σχέσιν μὲ προσωπικὰς χαριστικὰς ἢ σκανδαλώδεις παροχὰς ποὺ εἶχε προφανῶς, ὅπως ἀνεπτύχθη, ὑπ’ ὄψει του ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης. Αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ὡς ἀπόψεις τοῦ ἀειμνήστου Ἀγαλλοπούλου, ἑνὸς ἐξέχοντος πράγματι Ἕλληνος ἐπιστήμονος, ὄχι μόνον εἰδικοῦ εἰς τὰ ἀσφαλιστικὰ ζητήματα, ἀλλὰ ἔχοντος μίαν λεπτοτάτην νομικὴν κρίσιν, δὲν εἶναι μία ἄποψις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀντιπαρέλθῃ τὸ Σῶμα τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναζητοῦμεν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ φωτισθῇ τὸ Σῶμα, νὰ φωτισθοῦν ὅλοι οἱ ἁρμόδιοι διὰ νὰ δοθῇ λύσις εἰς τὸ συζητούμενον θέμα. Ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἀπόψεις καὶ ἡ πρᾶξις μᾶς λέγει, ὅτι πολλάκις κατετέθησαν νόμοι ἐδῶ χωρὶς νὰ συνοδεύωνται ἀπὸ τοιούτου εἴδους ἐκθέσεις καὶ ἐδόθησαν συντάξεις χωρὶς νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἢ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ εἰς ἄλλα ὄργανα, τῶν ὁποίων ἡ ἐπέμβασις ὑποστηρίζεται, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μας ὀρθῶς, ὅταν ἀφορᾷ παροχὴν συντάξεως εἰς δημοσίους λειτουργοὺς ἢ εἰς ἄλλους μισθωτοὺς περιωρισμένης κατηγορίας. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ δυσχέρεια ἡ ὁποία παρουσιάζεται ἀφορᾷ κυρίως τὸ νομικὸν καὶ τὸ συνταγματικὸν μέρος. Ἀφορᾷ περισσότερον τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι προπαρασκευασμένη νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα καὶ δὲν δέχεται ἡ Κυβέρνησις προφανῶς νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τὴν ψήφισιν ἑνὸς τοιούτου νομοσχεδίου. Καὶ ἐὰν μὲν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὥριμος ἡ ἰδία καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας νὰ προχωρήσῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν καθιέρωσιν αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, θὰ ἦτο μέχρις ἑνὸς σημείου δικαιολογημένη. Ὁ χρόνος καὶ τὸ μέλλον θὰ ἀποδείξῃ κατὰ ποῖον τρόπον ἡ Κυβέρνησις περαιτέρω θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα καὶ ποῖοι εἶναι οἱ βαθύτεροι λόγοι οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ δεχθῇ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως αὐτῆς τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἀφορᾷ μίαν τόσον μεγάλην καὶ τόσον ἀδικημένην κοινωνικὴν μερίδα τοῦ Ἔθνους. Κύριε Πρόεδρε, πολλὰ ἐλέχθησαν ἐδῶ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀντιλέγοντας ἀκόμη, ὅτι πολλάκις ἐδόθη ἡ εὐκαιρία εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, ὄχι μόνον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας Κυβερνήσεις νὰ καταπίνουν τὴν κάμηλον καὶ πολλάκις νὰ διϋλίζουν τὸν κώνωπα. Καὶ ἐλέχθη ἀκόμη, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίοδος κοινοβουλευτικῆς ζωῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ παρετηρήθησαν ἀκόμη καὶ παρεκκλίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν ὑστέρων ἐσημειοῦντο. Καὶ ἐλέχθη ἀπὸ πολιτικὸν ἡγέτην, ὁ ὁποῖος τὰ ἀντίθετα ὑπεστήριξε ἀπόψε, ὅτι ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλλέτω. Ἐὰν πρόκειται, κ. Πρόεδρε καὶ κ. συνάδελφοι, περὶ. ἁμαρτήματος, ἐὰν θὰ χαρακτηρισθῇ ἁμάρτημα τὸ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου παροχῆς συντάξεως εἰς τοὺς γέροντας ἀγρότας καὶ μιᾶς συντάξεως τόσον εὐτελοῦς, ὅπως εἶναι ἡ σύνταξις τῶν 300 δραχμῶν μηνιαίως, ἕνα τοιοῦτον ἁμάρτημα εἶναι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως συγχωρητέον. Καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι προσκρούει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν πολιτικήν των εὐθιξίαν, εἴτε εἰς τὰς ἐπιστημονικάς των πεποιθήσεις καὶ ἀρχάς, ἂς διαπράξουν ἐπὶ τέλους τὸ τελευταῖον ἁμάρτημα καὶ τὸ τελευταῖον αὐτὸ ἁμάρτημα κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα ἁμαρτήματα τοῦ παρελθόντος δὲν πρόκειται νὰ βαρύνῃ οὔτε εἰς τὴν συνείδησίν των, οὔτε εἰς τὴν ἱστορίαν των, οὔτε εἰς τὸ μέλλον των. Ἐλέχθη, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἀνεφέρθησαν ἐδῶ πολλὰ παραδείγματα διὰ νὰ στηρίξουν τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῆς προτάσεως νόμου, ἀνεφέρθησαν εἰς τὸ ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὴν Ἀγγλίαν, πῶς ἡ Βουλὴ λειτουργεῖ καὶ ἀντιμετωπίζει παρόμοια προβλήματα. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιγράψωμεν τὰς ἀρχὰς αὐτὰς τὰς συνταγματικάς, ποὺ εἶναι θεμελιωμέναι εἰς ξένας χώρας. Καὶ εἶναι πράγματι ὠφέλιμον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀπὸ ἀπόψεως μελέτης τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, ἀπὸ ἀπόψεως μελέτης τῆς κοινοβουλευτικῆς πράξεως εἰς ξένας χώρας. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀναφερώμεθα εἰς αὐτὰ τὰ κείμενα καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἀρχὰς ἐπειδὴ ἔγινε συζήτησις περὶ τῆς Ἀγγλίας, καλὸν εἶναι νὰ λεχθῇ, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀπὸ τὸ 1946 ἰσχύει ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις δι’ ἀσθένειαν καὶ ἰατροφαρμακευτικὴν περίθαλψιν ὅλων τῶν Ἄγγλων πολιτῶν καὶ ὄχι μόνον τῶν Ἄγγλων ἀλλὰ καὶ οἱουδήποτε ξένου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται καὶ φιλοξενεῖται εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀπὸ τὸ 1946 οἱοσδήποτε ἀσθενής, εἴτε ἐντόπιος εἴτε ξένος, ἀπολαμβάνει δωρεὰν πάσης ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ 1948 ἔχει καθιερωθῆ εἰς τὴν Ἀγγλίαν αὐτό.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§145Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐπὶ τῆς Συνταγματικότητος. Κύριε Πρόεδρε, ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀκουσθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ θὰ εἴμεθα συντομώτεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἀπὸ τοῦ 1948 εἰς τὴν Ἀγγλίαν, περὶ τῆς ὁποίας ἔγινε τόσος λόγος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἔχουν θεσπισθῆ αἱ συντάξεις δι’ ὅλους τοὺς πολίτας, ἀσχέτως ἂν εἶναι μισθωτοί, ἂν εἶναι ἐργαζόμενοι, ἂν εἶναι ἐργάται, ἂν ἀνήκουν εἰς ἄλλας κοινωνικὰς κατηγορίας. Βεβαίως, θὰ μοῦ εἴπετε, ὅτι ἡ Ἀγγλία εἶναι μία χώρα οἰκονομικῶς ἀνεπτυγμένη καὶ ἔχει ἕνα ἀνώτερον βιοτικὸν ἐπίπεδον. Ἀλλὰ δὲν ζητοῦμεν συντάξεις διὰ τοὺς ἀγρότας ἀναλόγους πρὸς τὰς συντάξεις τῶν Ἄγγλων πολιτῶν, διότι ἡ σύνταξις τῶν 300 δραχμῶν εἶναι ἕνα εὐτελὲς βοήθημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθῇ μὲ τὴν σύνταξιν τῶν Ἄγγλων, τῶν Γερμανῶν καὶ ἄλλων χωρῶν. Κύριε Πρόεδρε, ἐλέχθη καὶ ὑπεστηρίχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος δι’ ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία νὰ κατατεθῇ ἐκ μέρους τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι σχετικὴν ἐπερώτησιν τὸ κόμμα τῶν Ἀγροτῶν καὶ Ἐργαζομένων κατέθεσεν ἀπὸ 1ης Ἰουνίου καὶ ἐκκρεμεῖ καὶ ἔχει πρώτη σειρὰν διὰ νὰ συζητηθῇ αὐτὸ τὸ πράγματι μεγάλο κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον τώρα καὶ πολλὰ χρόνια. Εἰς τοὺς συναδέλφους βουλευτάς, τοὺς ἀγροτικούς, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, οἱ ὁποῖοι ἐπροτίμησαν νὰ ἀκολουθήσουν αὐτὴν τὴν ὁδόν, ἦτο γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι καὶ ἂν ἐπροχωρούσαμεν εἰς τὴν κατάθεσιν σχεδίου νόμου θὰ συναντούσαμεν ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα εἶναι δύσκολον νὰ ὑπερπηδήσωμεν. Καὶ βλέπομεν τώρα εἰς τὴν πραγματικότητα ὅταν ἐπιστρατεύωνται καὶ ἄλλα κόμματα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἡ ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις, ὁ κ. Παπανδρέου, πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων καὶ ὅλοι μαζὶ ἀγωνιζόμεθα νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις. Λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν μία πρότασις νόμου ἐκ μέρους τῶν Ἀγροτικῶν νὰ προχωρήσῃ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὅπως καὶ τὸ 1957 ἔτσι καὶ τώρα οἱ Ἀγροτικοὶ βουλευταὶ κατέθεσαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ τὴν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὥστε ἂν κατατεθοῦν καὶ ἄλλαι ἐπερωτήσεις, νὰ συσχετισθῇ καὶ αὐτὴ καὶ ἀπὸ κοινοῦ νὰ συζητηθοῦν. Ἐγὼ θέλω νὰ πιστεύω, κ. Πρόεδρε, ὅτι αὐτὸ τὸ μεγάλο οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, θὰ θελήσῃ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ καὶ πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ πράγματι μὲ ἐθνικὰ κριτήρια. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ μερίδες ἔχουν ἕνα κατώτατον ὅριον συντηρήσεως, καὶ ἔχουν μίαν σχετικὴν σύνταξιν, νὰ παραμένουν οἱ ἀγρόται, οἱ ὑπερήλικες, ἄνευ συντάξεως. Ἔχομεν μίαν ἀνισότητα, κ. Πρόεδρε, καὶ κατηγορούμεθα ἡμεῖς, κατηγορεῖται ἡ ἡγέτις τάξις καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος, ἐνῷ ἀνέχεται καὶ δέχεται εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν νὰ πληρώνωνται διπλὲς καὶ τριπλὲς συντάξεις εἰς ἄλλα πρόσωπα, εἰς κατηγορίας προσώπων ποὺ παίρνουν πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν ὡς σύνταξιν, εὑρισκόμεθα πρὸ διλήμματος καὶ πρὸ δυσκολιῶν νὰ δώσωμεν αὐτὸ τὸ ἐλάχιστον βοήθημα εἰς τὸν Ἕλληνα ἀγρότην. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι τὸ μεγάλο αὐτὸ χάσμα θὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπροσωπεία καὶ εὐχῆς ἔργον θὰ εἶναι ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ νὰ προχωρήσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ ἄρωμεν μίαν πραγματικὴν κοινωνικὴν ἀνισότητα εἰς βάρος τῆς ἀγροτικῆς τάξεως. Ἄν ἡ Κυβέρνησις ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ προχωρήσῃ ὅπως δηλοῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ μελετᾶ αὐτὸ τὸ θέμα καὶ πιστεύω καὶ τὸ γνωρίζω πράγματι, ὅτι τὸ μελετᾶ, καὶ προχωρήσῃ κατὰ τρόπον ἀποφασιστικὸν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος θὰ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ πρῶτοι οἱ ὁποῖοι θὰ χειροκροτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ ἂν δὲν πράξῃ τὸ καθῆκόν της ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς ἀγροτικῆς τάξεως ἡμεῖς θὰ εἴμεθα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ συνεχίσωμεν κατὰ τὸν σκληρότερον τρόπον τὸν ἀγῶνα τῆς ἀγροτικῆς τάξεως διὰ νὰ εὑρεθῇ δίκαιον εἰς τὸν τόπον αὐτόν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πλατῆς ἔχει τὸν λόγον.
§147Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἀνεξαρτήτως, κύριοι βουλευταί, τοῦ κρινομένου ζητήματος ἐπὶ τῶν γνωστῶν προτάσεων νόμων, δίδεται ἀφορμὴ σήμερον εἰς τὸ Σῶμα, ὅπως λάβῃ θέσιν καὶ λύσῃ ὁριστικῶς τὸ πολλάκις παρουσιαζόμενον ζήτημα τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ συντάγματος. Πράγματι κατὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, ὑποβάλλονται εἴτε προσθῆκαι, εἴτε τροπολογίαι, εἰς διάφορα νομοσχέδια, αἵτινες προκαλοῦσιν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, πρᾶγμα ὅπερ δίδει ἀφορμὴν εἰς μακρὰς καὶ ὀξείας συζητήσεις. Ἐπιβάλλεται ὅθεν, ὅπως ἡ Βουλή, συζητοῦσα μετὰ ἀντικειμενικότητος, λάβῃ μίαν ἀπόφασιν σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα, λύουσαν τὸ θέμα ὁριστικῶς. Δὲν θὰ ἐκθέσω τὴν ἱστορίαν τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν τόσον λεπτομερῶς καὶ σαφῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν κ. Μαρκεζίνης. Θὰ θελήσω νὰ ἑρμηνεύσω τοῦτο σύμφωνα μὲ τὰς συζητήσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ συντάγματος, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἐπιβάλλεται, διότι πάντοτε αἱ κατὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς θέματος ἐκτεθεῖσαι ἀπόψεις, ἀποτελοῦν τὴν καλλιτέραν βάσιν διὰ τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ. Διετυπώθη ἀπὸ τοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς συνταγματικότητος τῶν προτάσεων τούτων, καὶ ἰδίως ἀπὸ τὸν ἐκπρόσωπον τῆς ΕΔΑ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος ναὶ μὲν ἀποκλείει τὴν ὑπὸ τῶν βουλευτῶν ὑποβολὴν προτάσεων νόμου ἢ τροπολογιῶν ἢ προσθηκῶν ἐπιφερουσῶν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων του, πλὴν ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ἰσχύει μόνον ὁσάκις γίνεται τοῦτο ἐπ’ ὠφελείᾳ ὡρισμένου προσώπου, καὶ οὐχὶ ὅταν γίνεται ἐπ’ ὠφελείᾳ μερίδος πολιτῶν ἢ ὡρισμένης τάξεως. Ἴδετε ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ποῦ ἄγει ἡ ἑρμηνεία αὐτή. Ἐὰν βουλευτής τις ὑποβάλῃ πρότασιν, δι’ ἧς χαρίζεται τὸ ἐκ χιλίων δραχμ. χρέος τοῦ πολίτου Α. πρὸς τὸ Δημόσιον, ἡ πρότασις αὕτη εἰσάγεται ἀντισυνταγματικῶς, ἐὰν ὅμως ὁ ἴδιος βουλευτὴς εἰσαγάγῃ πρότασιν ἵνα χαρισθῇ τὸ πρὸς τὸ δημόσιον χρέος τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Β. ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμ. ἡ πρότασις αὕτη δὲν προσκρούει εἰς τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον 24. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ συνομολογήσητε, ὅτι τοιαύτη σκέψις δὲν ἐπρυτάνευσεν εἰς τοὺς συντάκτας τοῦ ἄρθρου τούτου. Τοῦτο ἄλλωστε σαφῶς ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων τῶν δύο ἐπιτροπῶν τοῦ συντάγματος, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ὁποίων προβαίνω. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ πρώτῃ ἐπιτροπῇ τοῦ συντάγματος ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου, δὲν ὑπῆρξεν οὐδεμία ἀντίρρησις οὐδὲ διαφωνία ἐπὶ τοῦ, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀποκρούει γενικῶς τὴν ὑποβολὴν ὑπὸ βουλευτοῦ προτάσεως νόμου προσθήκης ἢ τροπολογίας ἐπιφερούσης ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων αὐτοῦ. (Ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς τόμος 5ος σελὶς 1608). Οὕτω διετυπώθη τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 61 ἄρθρον τοῦ σχεδίου συντάγματος 1948 οὗτινος ἡ πρώτη παράγραφος εἶναι ἡ ἰδία τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Ὅτι δὲ ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη εἶναι γενική, καὶ δὲν ἀφορᾶ μόνον ὡρισμένον πρόσωπον, ἀποδεικνύεται πλήρως, ἐκ τῶν ὅσων ἐξέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀείμνηστος Β. Στεφανόπουλος ὅστις εἰσηγούμενος τὸ σχέδιον τοῦ συντάγματος 1948, εἶπεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ ὅμως τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν οὐδὲν νομοσχέδιον συνεπαγόμενον οἱασδήποτε φύσεως δαπάνην τοῦ Κράτους ἢ τῶν ὡς ἄνω Νομικῶν Προσώπων, εἶναι δεκτὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἰσχυρὰ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προέβαλε σημαντικὰς ἀντιρρήσεις. Συνταχθέντες προσωπικῶς μὲ τὴν διαφωνήσασαν μειοψηφίαν, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως ὑπερακοντίζει, ἄνευ ἀνάγκης, τὴν ὁμολογουμένην χρησιμότητα τῆς ἐνισχύσεως τῆς δημοσιονομικῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως. Ὑφισταμένου τοῦ κανόνος, ὅτι οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ πρὸς ὄφελος προσώπου, προέρχεται ἐκ τῆς Βουλῆς, οὐδεμία, ὄντως, ὑπάρχει ἀνάγκη καταργήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς νὰ προτείνῃ πάντα σχεδὸν νόμον. Διότι, πράγματι, ἀφοῦ, κατ’ οὐσίαν, ἡ μεγίστη πλειονότης τῶν νόμων ἐμμέσως ἢ ἀμέσως συνεπάγεται δαπάνας τινάς, μικρὰς ἢ μεγάλας, ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξις ἀποτελεῖ ἐν τῇ πραγματικότητι, σχεδὸν παντελῆ ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ δικαιώματος τῆς προτάσεως νόμων. Τὸ γεγονός, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ καὶ ἀλλαχοῦ, δὲν μεταβάλλει τὰς ἀπόψεις ἡμῶν, στηριζομένας εἰς τὴν ἰδιάζουσαν ἐν Ἑλλάδι μορφὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ δικαιώματος τῆς προτάσεως τῶν Νόμων. Ἐν συνόψει, φρονοῦμεν, ὅτι διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην αἱ ἀπαιτούμεναι ἐκθέσεις περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς δαπάνης ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς καλύψεως αὐτῶν, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι μέσα ἱκανὰ διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως Νομοσχεδίου εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει λόγους νὰ ἀντιτίθεται ἡ Οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι τόσον σαφὴς ἡ εἰσήγησις, ὥστε δὲν νομίζομεν, ὅτι χρειάζεται οὐδεμίαν ἄλλην ἐνίσχυσιν τῆς ἀπόψεώς μου. Ἴδωμεν τώρα τὶ πηγάζει ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς δευτέρας ἐπιτροπῆς τοῦ συντάγματος, τῆς συνταξάσης τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 24 ἔλαβον χώραν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ συζητήσεις μακραί, καὶ πολλὰ μέλη ὑπεστήριξαν, ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ ἄρθρου τούτου πρέπει νὰ ἀφορᾷ μόνον τὴν μισθοδοσίαν ἢ τὴν σύνταξιν μόνον προσώπου τινὸς (ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, Ψήφισμα ΞΗ, σελὶς 152 κτλ., ἀγορεύσεις Κ. Καλκάνη, Θ. Κώη, Ν. Ἐξάρχου, Β. Σαγιᾶ, Ι. Πολίτη, Ι. Γιαννοπούλου). Εἰς τὴν γνώμην ταύτην ἀντετάχθησαν οἱ βουλευταὶ Α. Παπαθανάσης, Χ. Θηβαῖος, Ν. Βλιάμος, κλπ. Ἐν τέλει τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη ὡς εἶναι διατυπωμένον, διότι ἐπεκράτησε γενικῶς ἡ ἄποψις τῆς ἀπολύτου δημοσιονομικῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ καταρτίσεως νομοσχεδίων συνεπαγομένων δαπάνας ἢ μείωσιν τῶν ἐσόδων ἢ τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους καὶ τῶν νομικῶν προσώπων δημοσίου Δικαίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου θεσπιζομένη ἀπαγόρευσις ὑποβολῆς ὑπὸ βουλευτῶν προτάσεων νόμων ἐπαγομένων ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι γενική, ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ὡς ἄλλωστε καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Γ. Μπακόπουλος καθώρισε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, καταχωρημένης εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, σελὶς 153. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων κ. Γ. Παπανδρέου, εἰς ὑποστήριξιν τοῦ συνταγματικῶς παραδεκτοῦ τῆς προτάσεώς του, ἐπεκαλέσθη τὴν παράγραφον 3 τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ὑποβολὴν προτάσεων νόμων ὑπὸ βουλευτῶν, συνεπαγομένων ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πράγματι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀναγράφει ὅτι πᾶσα πρότασις νόμου, συνεπαγομένη ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφ’ ὅσον ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸ πάσης συζητήσεως διαβιβάζεται εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν Δημοσίου Λογιστικοῦ, ὑποχρεωμένην νὰ ὑποβάλῃ τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν ἐντὸς 15 ἡμερῶν. Ἐκ πρώτης ὄψεως ἰδία ἐνόμιζέ τις, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸ ἄρθρον 24, πλὴν ὅμως τοιοῦτον τι δὲν συμβαίνει, διότι τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως βάσει τοῦ ἄρθρου 24 προτείνεται κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου, σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἡ πρότασις νόμου συνεπῶς θὰ σταλῇ εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον ἵνα βεβαιωθῇ ἡ δημιουργία καὶ τὸ ὕψος τῆς δαπάνης καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, τότε θὰ προβληθῇ ἡ ἔνστασις ἀπαραδέκτου. Συνεπῶς, οὐδεμία ἀντίφασις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 24 καὶ 57 παράγρ. 3 τοῦ Συντάγματος. Ἄλλωστε πολλάκις ὑποβάλλονται παρὰ βουλευτῶν προτάσεις νόμων, αἵτινες φαινομενικῶς μὲν δὲν συνεπάγονται δαπάνην, ἐμμέσως ὅμως δημιουργοῦν τοιαύτην, θὰ ἔδει συνεπῶς νὰ ἐξακριβωθῇ τοῦτο παρὰ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἐὰν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἢ ἄλλος τις ἤθελεν ὑποστηρίξει τοιοῦτον ζήτημα. Πιστεύω, κύριοι, βουλευταί, ὅτι διὰ τῶν ἀνωτέρω ἀπέδειξα τὴν γενικότητα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος, τούτῳ δὲ τῷ λόγῳ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νόμων, εἰσάγονται ἀντισυνταγματικῶς, ὡς προσκρούουσαι εἰς τὰ ἄρθρα 24 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ζάκκας ἔχει τὸν λόγον.
§149Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ ὅλην τὴν συζήτησιν ποὺ ἔγινε συνάγεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει τὰς ἀγροτικὰς ἀσφαλίσεις ὄχι ὅμως ὅπως προτείνουν τὰ Κόμματα τῆς Ε.Δ.Α. καὶ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Ἐφ’ ὅσον καὶ ὁ κ. Βενιζέλος, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἶπεν, ὅτι θέλει τὰς ἀσφαλίσεις, δὲν ἐννοῶ διατὶ γίνεται τόση συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἂν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον. Τὰ δύο κόμματα τὰ ὁποῖα κατέθεσαν τὰς σχετικὰς προτάσεις νόμων ἀποδεικνύουν, ὅτι εἰργάσθησαν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀσφαλίσεως καὶ κατήρτισαν ἀνὰ μίαν διακεκριμένην πρότασιν νόμου διὰ τοὺς ἀγρότας, μὲ ὡρισμένα στοιχεῖα καὶ τὰς θέτουν πρὸ τοῦ Σώματος πρὸς συζήτησιν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγκρίνει αὐτὴν τὴν διαδικασίαν. Καὶ μᾶς λέγει: Ὄχι, δὲν θέλω τὴν συζήτησιν αὐτήν, θέλω νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἂν εἶναι συνταγματικῶς παραδεκτὸν ἢ ὄχι τὸ νὰ καταθέτουν τὰ κόμματα τοιαύτας προτάσεις νόμων. Καὶ τονίζει, ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν ἐν λόγῳ προτάσεων ἀντίκειται εἰς τὰ ἄρθρα 24 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος. Δέχεται ὅμως, ὡς λέγει, σχετικὴν συζήτησιν ὑπὸ μορφὴν ἐπερωτήσεως, μὲ θέμα τὴν παροχὴν συντάξεων εἰς τοὺς γέροντας ἀγρότας. Νομίζω, ὅτι τὸ ὀρθὸν καὶ χρήσιμον θὰ ἦτο νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ προτάσεων καὶ νὰ δηλώσῃ, ὅτι τὰς εὑρίσκει ἢ μὴ ὡρίμους ἢ ἀνεπαρκεῖς κατηρτισμένας καί, ὅτι θὰ ἑτοιμάσῃ ἰδικόν της νομοσχέδιον. Ἔτσι, θὰ εἶχεν ἡ Βουλὴ δύο εὐκαιρίας νὰ διαφωτισθῇ. Μίαν εὐκαιρίαν συζητοῦσα τὰς δύο προτάσεις νόμων, δευτέραν εὐκαιρίαν συζητοῦσα, ἐνδεχομένως, τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν αἱ δύο προτάσεις νόμου ἐκρίνοντο ὑπὸ τοῦ Σώματος ἀτελέσφοροι καὶ ἀπαράδεκτοι. Ἀντὶ τούτων προεβλήθη τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου. Τὶ ἔννοιαν ἔχει αὐτὸ τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου; Ζήτημα ἀπαραδέκτου, κατ’ ἐμέ, δὲν ὑπάρχει, διότι τὸ ἄρθρον 24, παρὰ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ συμπαθέστατος συνάδελφος κύριος Πλατῆς καὶ ἄλλοι, δὲν σκοπεῖ ν’ ἀποκλείσῃ τὰ Κόμματα ἢ τινὰς βουλευτὰς ἀπὸ πρωτοβουλίας διὰ μεταρρυθμίσεις ἀφορώσας τάξεις ὁλοκλήρου τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας. Ἁπλῶς θέλει νὰ ἀποτρέψῃ πρωτοβουλίας διὰ παροχὰς εἰς ὄφελος προσώπων, λ.χ. ὑπὲρ τοῦ Αʹ συγγενοῦς ἢ ὑπὲρ τοῦ Βʹ, ἢ ἄλλου τινός. Δὲν εἶναι ἄρθρον ἀποβλέπον ν’ ἀποστερήσῃ τοὺς βουλευτὰς τοῦ δικαιώματος νὰ προτείνουν διατάξεις αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ θεμελιώσουν δικαιώματα τάξεων. Κύριοι, καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν ποὺ συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πλατῆς, ἦταν πολὺ γνωσταὶ αἱ Κοινωνικαὶ Ἀσφαλίσεις. Ἦτο πολὺ γνωστὸν ὡς θέμα καὶ ὑπῆρχε τάσις νὰ γενικευθῇ. Δὲν ἦτο ἄραγε εὔκολον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι συνέτασσον τὸ ἄρθρον, ἐὰν ἤθελον, νὰ περιορίσουν οἱανδήποτε πρωτοβουλίαν τῶν βουλευτῶν εἰς τὸ νὰ ὑποβάλουν τοιαύτας προτάσεις νόμων, νὰ εἴπουν «ὑπὲρ προσώπων ἢ ὑπὲρ τάξεων;» Νὰ εἴπουν, ὅτι οἱονδήποτε ὄφελος τῶν προσώπων ἢ τάξεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιώκεται νὰ ἱκανοποιηθῇ ἀπὸ πρότασιν ὑποβαλλομένην ἀπὸ βουλευτὰς ἢ Κόμματα χωρὶς τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν; Δὲν ἦτο ἑπομένως ἡ πρόθεσις τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου τοῦ ἄρθρου 24 νὰ ἀποτραποῦν τοιούτου εἴδους πρωτοβουλίαι τῆς Βουλῆς ἐπιδιώκουσαι τὴν διάθεσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ὑπὲρ ὡρισμένων τάξεων. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω, κ. βουλευταί, ὅτι καὶ διὰ τὴν μίαν καὶ διὰ τὴν ἄλλην πρότασιν νόμου ἔχω ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐκθέσω ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς σχετικῆς συζητήσεως. Ἔχω ἀσχοληθῆ μὲ τὰ θέματα αὐτὰ καὶ ἠμπορῶ νὰ διαφωτίσω τὸ Σῶμα περὶ τοῦ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῇ ὠφέλιμος μία πρότασις ὑπὲρ τῆς ἀγροτικῆς τάξεως εἰς τὰς προεχούσας αὐτῆς ἀνάγκας. Διότι ἡ ἀγροτικὴ τάξις ἔχει πολλὰς ἀνάγκας. Ἀλλὰ ὅταν ὑπάρχουν ἀνάγκαι πρὸς θεραπείαν, ἔργον τοῦ νομοθέτου, τοῦ φωτισμένου, εἶναι νὰ ἐπιλέγῃ ἐκείνας ποὺ εἶναι αἱ πλέον ἐπείγουσαι, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐὰν δὲν ἱκανοποιηθοῦν εἶναι δυνατὸν νὰ παρατείνουν ἢ νὰ δημιουργήσουν περισσοτέραν δυστυχίαν διὰ τὴν ἀγροτικὴν οἰκογένειαν. Καὶ κατόπιν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν ἄλλων ἀναγκῶν ἥσσονος κἄπως σημασίας. Λοιπόν, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς ἔλεγε νὰ γίνῃ δεκτὸν ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο, ὡς ἔχουν. Ἡ ἀναληφθεῖσα πρωτοβουλία, ἰδίως ἡ εὐρυτέρα τοῦ Κόμματος τῆς ΕΔΑ μὲ εὑρίσκει σύμφωνον, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὁ ἀγροτικὸς κόσμος πρέπει νὰ τύχῃ ἀσφαλιστικῆς μερίμνης ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας. Πρέπει ὅμως ἡ ὅλη προστασία νὰ προχωρήσῃ μὲ τὴν πρέπουσαν μέθοδον καὶ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου. Ἀλλὰ συνταγματικῶς εἶναι ἀπολύτως παραδεκτὰ τὰ νομοσχέδια πρὸς συζήτησιν. Δὲν εἶναι νοητὴ ἡ ἀντίδρασις ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν προβολὴν δῆθεν Συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου. Ἐὰν τυχὸν αἱ προτάσεις ἡμῶν, τὰς ὁποίας ἔφεραν καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο κόμμα προέβλεπον, ὅτι διατίθενται 400 ἑκατ. διὰ τὴν ἰατρικὴν περίθαλψιν τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, διὰ τὴν χορήγησιν βοηθήματος ἀσθενείας, διὰ τὴν χορήγησιν βοηθήματος ἀνικανότητος, ποῖος θὰ τολμοῦσε νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, ἡ δαπάνη αὐτή; Θὰ ἦσαν τότε αὐταὶ αἱ προτάσεις νόμων παραδεκταὶ μολονότι θὰ ἔτεινον καὶ αὐταὶ εἰς τὸ νὰ κλονίσουν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, χωρὶς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν γίνουν δεκτὰ πρὸς τὰς ἐν λόγῳ προτάσεις νόμων, μήπως δὲν εἶναι πάντοτε ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν νὰ ἀντιτάξῃ τὸ βέτο του καὶ νὰ εἴπῃ «ὄχι», διότι «ἐκτιμῶν τὰς δυνατότητας τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ δεχθῶ τώρα. Θὰ τὸ δεχθῶ βραδύτερον». Σήμερον κατεβλήθη μία προσπάθεια νὰ λεχθῇ, ὅτι ναὶ μέν, ἀγαπῶμεν τοὺς ἀγρότας καὶ θέλομεν νὰ κάνωμεν ὑπὲρ αὐτῶν, ὅ,τι πρέπει νὰ γίνῃ, ἀλλὰ θὰ τὸ κάμωμεν κατόπιν μελέτης ἀναλογιστικῆς, καὶ δὲν δεχόμεθα ἀπὸ λόγους Συνταγματικοὺς τὰς δύο αὐτὰς προτάσεις ποὺ κατετέθησαν, διότι αὐταὶ εἶναι Συνταγματικῶς ἀπαράδεκτοι. Αὐτὴ δὲν εἶναι δικαιολογία καὶ μὴ σοβαρὰ καὶ πολὺ ἀντιδραστική. Λυποῦμαι, διότι ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω αὐτοὺς τοὺς χαρακτηρισμούς. Διότι κάλλιστα, ὅπως εἶπον, ἐὰν αἱ προτάσεις νόμων ἔγραφον τὴν λέξιν «βοήθημα» ἀντὶ «σύνταξιν», θὰ ἦσαν παραδεκταί. Αὐτὰ μοῦ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐὰν θὰ ἐπρόκειτο περὶ βοηθημάτων δὲν θὰ ἠμποροῦσαν νὰ διεκδικηθοῦν δικαστικῶς, αὐτὰ δὲν εὐσταθοῦν, διότι ὁ ἔχων εἰδικευθῆ εἰς τὴν Κοινωνικὴν Ἀσφάλισιν, γνωρίζει σήμερον, ὅτι καὶ τὰ ἐπιδόματα ἀνεργίας καὶ ἀσθενείας διεκδικοῦνται διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Μὲ τὰς λέξεις, λοιπόν, παίζομεν; Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι δὲν συμφέρει καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Σῶμα νὰ μὴ δεχθῶμεν πρότασιν νόμου ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὸ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθοῦν ὡρισμέναι ἀνάγκαι τῶν ἀγροτῶν. Δὲν συμφέρει, λέγω, καὶ νὰ τὰ κρίνωμεν ὡς ἀπαράδεκτα, ὅταν ὑπάρχουν κάμηλοι ἀντισυνταγματικότητος, τὰς ὁποίας κατέπιεν πολλάκις ἡ Κυβέρνησις καὶ πρὸς τὰς ὁποίας οὐδὲ πόρρωθεν προσεγγίζουν αἱ ὑπὸ συζήτησιν προτάσεις νόμων. Ἡ ἀποδοχὴ τῶν προτάσεων πρὸς συζήτησιν κάθε ἄλλο παρὰ ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα, διότι ἀφοροῦν αὗται θεμελίωσιν δικαιωμάτων ὑπὲρ ὁλοκλήρου τάξεως, τὸ δὲ Σύνταγμα ἀπαγορεύει προτάσεις νόμου μόνον διὰ προσωπικὰς συντάξεις, καὶ ὄχι διὰ ἀναγνώρισιν δικαιώματος συντάξεως ὑπὲρ τῆς πολυπληθεστάτης τάξεως τῶν ἀγροτῶν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§151Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ ἀκροτελευταίου ἄρθρου αὐτοῦ. Εἰς ἡμᾶς δὲ ἐπιπροσθέτως ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ ὅρκου τὸν ὁποῖον δίδομεν πρὶν ἀρχίσωμεν νὰ ἐκτελοῦμεν τὰ καθήκοντά μας ἐπιβαλλόμενον, ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα δὲ αὐτὸ εἶναι ὁ ὁδηγός, καὶ πρέπει νὰ εἶναι ὁ ὁδηγός, εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ὑψίστου καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ θέτωμεν κανόνας δικαίου, νὰ νομοθετῶμεν καὶ διὰ τῶν ἔργων μας καὶ τῶν ἀποφάσεών μας νὰ δεσμεύωμεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Προκειμένου, λοιπόν, νὰ κρίνωμεν βάσει τοῦ Συντάγματος, πρέπει χωρὶς φόβον καὶ μὲ ὑψηλὴν ἀντίληψιν νὰ σκεφθῶμεν τί θὰ ψηφίσωμεν καὶ πῶς θὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τεθέντος συνταγματικοῦ ζητήματος. Τὸ Σύνταγμα μᾶς καθοδηγεῖ σαφῶς τὶ πρέπει νὰ κάνωμεν, καὶ πῶς πρέπει νὰ νομοθετῶμεν καὶ νὰ ἀποφασίζωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ἔχει νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἔχει IMPERIUM καὶ ὅταν λέγωμεν IMPERIUM ἐννοοῦμεν, ὅτι ἐξουσίαν ἔχει καὶ ἕκαστον μέλος τῆς Βουλῆς. Καὶ πρέπει τοῦτο, διὰ νὰ συναγάγωμεν τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ καταλήξωμεν κρίνοντες τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, νὰ τὸ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι ἀσκοῦμεν IMPERIUM, ὅτι ἀσκοῦμεν ἐξουσίαν νομοθετικὴν καὶ ὡς Σῶμα καὶ ὡς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν. Τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, ὅστις ἀσκεῖ τοῦτο διὰ τῶν Ὑπουργῶν. Ἑπομένως, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων, καὶ ὅταν λέγωμεν ἡ Βουλή, πρέπει νὰ συνηθίσωμεν νὰ ἐννοοῦμεν, ὅτι ἠμπορεῖ καὶ ἕκαστος βουλευτής. Καὶ ὅταν κατὰ ἄρθρον 23 τοῦ Συντάγματος ἕκαστος βουλευτὴς καὶ ἡ Βουλὴ ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τοῦ νόμου, θὰ πρέπει πολὺ νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν διὰ ἑρμηνείας ἢ παρερμηνείας τυχὸν ἄλλων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, θὰ ἀπαγορεύσωμεν ἢ θὰ ἐμποδίσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ ἐνασκήσουν τὸ δικαίωμα, αὐτὸ τὸ σαφές, τὸ ὁποῖον τοῦ παρέχει τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ἄρθρον 57, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔγινεν εὐρὺς λόγος ἀπόψε, ἔχουν ἕνα σκοπόν, διότι ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης εἶναι εὔφρων καὶ συνετός, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ θέτῃ διατάξεις ἀστόχους. Ὁρίζουν διὰ τὸν βουλευτήν, τὰ ἄρθρα ταῦτα τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ νόμους μέχρι τοῦ σημείου ποὺ δὲν θὰ διαταράξῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὴν ὑπόστασιν τοῦ Δημοσίου ἢ τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι δὲν θὰ προτείνῃ διατάξεις παρεχούσας εἰς ἕνα πρόσωπον συντάξεις ἢ ἄλλας παροχάς. Μόνον αὐτοὺς τοὺς περιορισμοὺς ἐπιβάλλουν τὰ ἄρθρα 24, καὶ 57 τοῦ Συντάγματος καὶ ὁ λόγος εἶναι προφανής: Ἐπιβάλλονται οἱ περιορισμοὶ αὐτοὶ διότι ἡ εὐθύνη τῆς ἰσοσκελίσεως καὶ ἐκτελέσεως τοῦ Κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία κατὰ τεκμήριον ἐκπροσωπεῖ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Λαοῦ. Ἂς ἴδωμεν τώρα ἐὰν αἱ ὑπὸ κρίσιν προτάσεις καὶ δὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπανδρέου ἀντιστρατεύωνται εἰς τὰ ἄρθρα 24 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος. Διὰ τῶν προτάσεων τούτων συνιστᾶται ἕνας ὀργανισμὸς πρὸς ἀσφάλισιν τῶν ἀγροτῶν διὰ πρώτην φοράν. Συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 22 καὶ 23 τοῦ Συντάγματος οὐδεὶς περιορισμὸς τίθεται εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ ζητήσῃ τὴν θέσπισιν κανόνος Δικαίου, ἱδρύοντος παρόμοιον Ἀσφαλιστικὸν Ὀργανισμόν. Τὸ δεύτερον σκέλος τῆς προτάσεως προβλέπει τὴν ἐξεύρεσιν τῶν πόρων καὶ προβλέπει, ὅτι οἱ πόροι δὲν θὰ παρέχωνται ἀπὸ τὸν κρατικὸν προϋπολογισμὸν ἢ ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ἤδη λειτουργούντων, ὁπότε θὰ ὑπῆρχε τὸ κώλυμα τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν Λαόν. Διὰ τὴν ὑποβολὴν προτάσεως τῆς διατάξεως ταύτης ὁ βουλευτὴς ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ ὁποῖον οὗτος ἔχει δικαίωμα καὶ χωρὶς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος νὰ προτείνῃ τὴν θέσπισιν διατάξεων ἐπιβαρυνουσῶν τὸν Λαόν. Καὶ δὲν ὑπῆρξεν ἄφρων ὁ νομοθέτης ἐπὶ τοῦ προκειμένου, θεσπίζων τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος. Βάσις διὰ τὴν θέσπισιν τῆς διατάξεως ταύτης ἐτέθη σκέψις, ὅτι ὁ βουλευτὴς ποτὲ δὲν θὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς τῆς διατάξεως ποὺ ἐπιβάλλει βάρη εἰς τὸν λαόν, νὰ φανῇ δηλαδή, ἐνεργῶν κατὰ τρόπον ἀντιδημοτικόν, παρὰ μόνον ὅταν διὰ τῶν ἐπιβαλλομένων βαρῶν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθοῦν ὕψιστα κοινωνικὰ συμφέροντα. Αἱ ὑπὸ κρίσιν, συνεπῶς, προτάσεις καὶ κυρίως ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπανδρέου, εἶναι, ἀπὸ ἀπόψεως Συντάγματος, πλήρως θεμελιωμέναι καὶ συμφωνοῦν ἀπόλυτα μὲ τὰ ἄρθρα 22, 23 καὶ 59 τοῦ Συντάγματος καὶ συνεπῶς θὰ πρέπει νὰ ἀπορρίψωμεν τὸ Συνταγματικὸν ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τούτων. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, καὶ ἓν ἄλλο ἄρθρον τοῦ Συντάγματος μᾶς ὑποβοηθεῖ εἰς τὴν θεμελίωσιν τῶν σκέψεών μας, ὅτι αἱ ὑπὸ κρίσιν προτάσεις εἶναι Συνταγματικαί. Εἶναι τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος εἰς τὸ ὁποῖον ὁρίζεται, ὅτι «μισθός, σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ οὔτε ἐγγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, οὔτε παρέχεται ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου». Δηλαδή, θέλει ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης πρῶτον νὰ ὑπάρξῃ ὁ νόμος καὶ κατόπιν νὰ ἀρχίσῃ ἡ παροχὴ τῆς συντάξεως ἢ χορηγίας. Τοῦτο ἀκριβῶς ὁρίζεται εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπανδρέου. Συνιστᾶται ἀπὸ τοῦδε ὁ Ὀργανισμός, ὁρίζονται οἱ πόροι ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν λαόν, χωρὶς ἐπιβάρυνσιν τοῦ Κράτους ἢ τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου καὶ ὁρίζεται ὡς ἔναρξις λειτουργίας τοῦ Ὀργανισμοῦ ἡ 1 Ἰανουαρίου 1961. Ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως ταύτης ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ στηριζομένη εἰς τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος στερεώνει ἔτι πλέον τὴν προστασίαν πρὸς τὸ Σύνταγμα. Τούτων οὕτως ἐχόντων, κύριοι βουλευταί, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς ἀπορωτέρας τάξεως τῶν ἀγροτῶν, θὰ πρέπει μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς νὰ μελετῶμεν τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ μὴ προβάλωμεν ἀμελετήτως συνταγματικὸν ἀπαράδεκτον ἐκεῖ ὅπου τοῦτο δὲν ὑφίσταται. Θὰ ἔπρεπε, συνεπῶς, κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ τὰς ὑπὸ κρίσιν προτάσεις διὰ νὰ σταματήσῃ τὴν βοὴν ἡ ὁποία ἀπειλητικὴ ἔρχεται ἐκ τῶν κάτω, ἐκ τῶν τεσσάρων σημείων τῆς Ἑλληνικῆς ὑπαίθρου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ βοηθήσωμεν τοὺς ἀγρότας διότι ἄλλως τὸ Ἔθνος θὰ συντριβῇ. Ἂς ἀκούσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἔντονον ταύτην φωνήν μας χάριν τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§153Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, καίτοι ἡ συζήτησις ἔχει περίπου ἐξαντληθῆ, θεωρῶ χρέος μου, ἐν συνεχείᾳ καὶ προηγουμένων συζητήσεων ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν θεμάτων, τὰς ὁποίας τινὲς ἐξ ἡμῶν ἔχομεν κάμει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νὰ θέσω καθαρῶς τὸ συνταγματικὸν θέμα. Ἐκπληρῶ ἄλλωστε, ἐπιθυμίαν καὶ τοῦ ἀγαπητοῦ μου Προέδρου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐπὶ τῆς ἕδρας. Κύριοι συνάδελφοι, θεωρῶ χρέος μου, προτοῦ κάμω ἐν ἀπολύτῳ συντομίᾳ τὰς παρατηρήσεις μου, νὰ ἀρχίσω ἀπὸ μίαν βασικὴν παρατήρησιν, τὴν ἑξῆς: Τὰ συνταγματικὰ θέματα, περὶ τῶν ὁποίων συζητεῖ ἡ Βουλὴ ἀπόψε καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐπιδεικνύει τόσον ἐνδιαφέρον ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρός της, ὥστε νὰ κάμῃ τὴν τιμὴν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ τὴν ἐπισκεφθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην, δὲν εἶναι νέα. Ὑπάρχουν ἀπὸ τοῦ 1952, ἵνα μὴ ἀνατρέξω παλαιότερον, διότι τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος εἶναι παλαιότερα καὶ τὸ 57 καὶ τὸ 24 εἶναι παλαιότερον, χρονολογούμενον ἀπὸ τοῦ πρώτου Ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Εἰδικώτερον, δὲ κατὰ τὴν περίοδον τῆς παρούσης Βουλῆς, οἱ κ. συνάδελφοι θὰ τὸ ἐνθυμοῦνται καὶ τὸ Προεδρεῖον δύναται νὰ τὸ πιστοποιήσῃ, ἔχουν γίνει ἐπανειλημμένως συζητήσεις περὶ τῆς ἐννοίας εἰδικώτερον τοῦ ἄρθρου 57. Περὶ τοῦ ἄρθρου 24 εἶναι ἀληθές, ὅτι παλαιότερον ἔχουσιν ὁμιλήσει, τὸ 57 ὅμως συχνότατα μᾶς ἀπησχόλησεν εἰς μεταμεσονυκτίους πάντοτε, περίπου, ὥρας καὶ οὐδέποτε μέχρι σήμερον, παρὰ τὰς προτροπὰς τοῦ ὁμιλοῦντος καὶ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων, ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκκαθαρίσῃ αὐτὴν τὴν Συνταγματικὴν ἐκκρεμότητα, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ὅπου νομίζει, ὅτι ὑπάρχει. Ἐπίσης, ἐπιθυμῶ νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰ συνταγματικὰ θέματα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὸ ἄρθρον 57, ὅπως δεικνύει ἡ πεῖρα τῶν συζητήσεων τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ δύνανται νὰ τὸ ἐπιβεβαιώσουν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι συνέβη νὰ παρακολουθοῦν ἐνεργότερον τὰ θέματα, ἀνέκυψαν πάντοτε, κατὰ περίεργον τρόπον, εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐν δυσχερείᾳ. Ἐνῷ ἡμεῖς, οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προεβάλλομεν πρότασιν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τροπολογίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελεν εὐθέως ἡ Κυβέρνησις, τὴν ἀπέρριψεν. Ἐνθυμούμεθα πάντοτε τὸ Σύνταγμα, τὸ ἀνεσύραμεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, ἐγίνετο μία μακρὰ συζήτησις καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ἦτο πάντοτε, ὅτι διετηροῦντο αἱ ἑκατέρωθεν ἀπόψεις, χωρὶς ποτὲ νὰ καταλήγωμεν εἰς ἕνα συμπέρασμα. Ὀφείλω, τέλος, ἀντικειμενικῶς ἐπίσης, νὰ διαπιστώσω, ὅτι αἱ ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας οἱ ἀξιότιμοι κύριοι ὑπουργοὶ ὑπεστήριξαν ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν θεμάτων τῶν σχετιζομένων ἰδιαιτέρως μὲ τὸ ἄρθρον 57, εἶναι περίπου ἄρρητα ἀθέμιτα, κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στιγμῆς, κατὰ τὸ κέφι καὶ τὴν ὀξύτητα τῆς συζητήσεως καὶ κατὰ τὴν προσωπικὴν ψυχολογίαν τοῦ ἑκάστοτε ὁμιλοῦντος ἢ συζητοῦντος ἐπὶ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου, ἐπήγαμεν μακρύτερον ἢ ἐπήγαμεν ἐγγύτερον, ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 57.
§154Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Ὄχι ἄρρητα, ρητά.
§155Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἄρρητα ἀθέμιτα ἦσαν, ὡς πρὸς τὴν ἐγκυρότητα τὴν συνταγματικήν, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ συνέπειαν, λυποῦμαι, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ αἰσθανθῶ τὴν ἱερὰν φρικίασιν τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι εἶναι τυχὸν δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι τῶν συνταγματικῶν συζητήσεων ἐπιστρατεύεται ἡ σκοπιμότης, λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, νομίζω, τὰ πράγματα, μὲ τὸ ὄνομά των, ὅτι μέχρι σήμερον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν εἶδα ποτὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συζητῇ ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 57, χωρὶς νὰ συζητῇ ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς σκοπιμότητος, καὶ λυποῦμαι, διότι ἡ πρόσφατος περιπέτεια, ἡ ὁποία ἤρχισε μὲ τὴν κατάθεσιν τῶν νομοσχεδίων περὶ συνταξιοδοτήσεως τῶν ἀγροτῶν, καὶ περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν, ἀπέδειξαν τοῦ λόγου μου τὸ ἀσφαλές, διότι διὰ πρώτην φορὰν βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ γίνεται συνταγματολόγος, διὰ πρώτην φορὰν ἐνθυμουμένην τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ πρώτην φορὰν μὲ τοιαύτην ἱερὰν ἀγανάκτησιν προσπαθοῦσαν νὰ κατοχυρώσῃ τοὺς θεσμούς.
§156Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ κατ’ ἐπανάληψιν, παρεμπιπτόντως ἐπὶ τροπολογιῶν, ἀπεφάνθη καὶ ἀπέρριψε τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀντίθετοι πρὸς τὸ ἄρθρον 57. Σᾶς ὑπενθυμίζω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ, τοῦ κ. Οἰκονομίδου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀντετάχθην ἐγὼ ὁ ἴδιος καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔγινε δεκτή.
§157Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Βουλὴ οὐδέποτε ἀπεφάνθη, ἡ Βουλὴ οὐδέποτε διηυκρίνισεν ἀπόψεις καὶ τὸ χειρότερον ἀπὸ ὅλα εἶναι, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν διηυκρίνισε ποτὲ ἀπόψεις. Ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι δυστυχῶς δι’ ὅλους μας ὑπάρχει μία πρόσφατος ἱστορία ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου, περὶ τῶν ὁποίων σήμερον ὁμιλοῦμεν τόσον ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς Συμπολιτεύσεως ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι θλίβομαι βαθύτατα, διότι βλέπω τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐνθυμῆται διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡ ἰδία οὐδέποτε ἐφήρμοσε. Δὲν θὰ εἴπω τίποτε τὸ νέον, διότι ἐλέχθη ἀπὸ προηγηθέντας εἰς τὸ βῆμα συναδέλφους, ὅτι ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφήρμοσε ποτὲ τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 57, μὲ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν σήμερον θέλει νὰ δώσῃ. Ἐὰν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν σύνταξις τῆς παραγράφου ταύτης ἐννοούσαμεν ὄχι μόνον στενῶς τὴν σύνταξιν τὴν ἀπονεμομένην εἰς ὑπαλλήλους κρατικοὺς ἢ εἰς ὑπαλλήλους Ν.Π.Δ. Δ., διατί, κύριοι συνάδελφοι, τότε, κανένα ἀπὸ τὰ νομοθετήματα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς κοινωνικὴν ἀσφάλισιν καὶ εἰς παροχὴν συντάξεως ἐξ οἱουδήποτε Ὀργανισμοῦ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, δὲν ἔλαβε τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ διατὶ κανένα δὲν ὑπεγράφη ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν;
§158Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Ἴσως ἀπουσιάζατε ἀπὸ τὴν αἴθουσαν, ὅταν ἔθιξα τὸ ζήτημα, ἀπαντῶν ἐμμέσως διὰ τοῦ φίλου μου κ. Μπακοπούλου εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων Δημοκρατικῶν κ. Παπανδρέου. Τὶ σχέσιν ἔχει τὸ ἕνα ζήτημα μὲ τὸ ἄλλο, διατὶ καλὰ καὶ σώνει ἡ ἔννοια τῆς συντάξεως πρέπει νὰ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον;
§159Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὑποθέτω, ὅτι ἔχετε ἀναγνώσει τὸ ἐδάφιον.
§160Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερν.). Ὁμιλεῖ εἰς τὸ ἄρθρον 24, δι’ αὐτὸ ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ ἐπιχειρήσω νὰ διακόψω τὸν κ. Παπανδρέου, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν διακοπήν, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 24 δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος συνδυασμὸς συντάξεως καὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§161Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ ἀφήσατέ με νὰ φθάσω εἰς τὸ 24. Αὐτὴν τὴν στιγμήν, κύριοι συνάδελφοι, ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἐδαφίου 2 τοῦ ἄρθρου 57, ἡ πρόθεσίς μου εἶναι νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πιστεύει εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει ἀπόψε, ἀλλὰ τὰ λέγει διὰ λόγους καθαρᾶς σκοπιμότητος. Λέγω, λοιπόν, ὅτι, ἐὰν ὄντως αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔδιδε, διατὶ ἐπὶ τόσα, ἐν συνεχείᾳ, ἔτη, καὶ διατὶ ἀκόμη καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὅταν ἦτο ὑπεύθυνος τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, δὲν ἔδιδεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἰς τὴν παράγραφον 2, καὶ δὲν ἐθεώρει ἀναγκαῖον, τὰ πάμπολλα νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἀνεφέροντο εἰς συντάξεις ἀπὸ τοὺς Ὀργανισμοὺς Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων νὰ πηγαίνουν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ νὰ ὑπογράφωνται ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν; Ἔχομεν, κύριοι συνάδελφοι, προσφατότατον παράδειγμα καὶ ἔχομεν καὶ ἀπειρίαν, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, διότι γνωρίζει, ὅτι ἡ ἔννοια αὐτὴ δὲν εἶναι σωστή. Πῶς θέλετε, κατόπιν αὐτῶν, νὰ πιστέψωμεν, ὅτι πράγματι ἀπὸ συνταγματικὴν πεποίθησιν ἐπικαλεῖται τὸ ἄρθρον τοῦτο; Πέραν τούτου, ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 24 ἀναμφισβητήτως —καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἔθιξεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως— ἐκ πρώτης ὄψεως δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ ἄρθρον 57 ἐδάφιον 3, καὶ ὅτι ἀποκλείει ἀπολύτως ἀπὸ τὴν περίπτωσιν αὐτήν, τὴν δυνατότητα εἰς βουλευτὴν νὰ προτείνῃ νόμον, ὁ ὁποῖος ἀπονέμει σύνταξιν εἰς πρόσωπα. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, δὲν ἔχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρᾶξιν νὰ παρουσιάσῃ, ὅπως ἐκείνην, προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 57, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἰς ἄλλην περίπτωσιν ἄλλως ἐνήργησε, θέλω μόνον νὰ ἐνθυμήσω, ὅτι δὲν εἶναι μία φορά, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς ποὺ καὶ νόμοι τοιούτου περιεχομένου ὑπεβλήθησαν ἀπὸ βουλευτάς, πρὸ παντὸς δὲ τροπολογίαι τοιούτου περιεχομένου. Γνωρίζετε σεῖς, κύριοι συνάδελφοι, κανένα νόμον συνταξιοδοτικοῦ περιεχομένου νὰ ἔφθασεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ἐπρότειναν καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς μειοψηφίας τροπολογίας; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν γνωρίζω κανένα. Καὶ ὅμως, τὸ ἄρθρον 24, συνδέει τὴν τροπολογίαν μὲ τὸν νόμον ὡς σύνολον, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον ἀντιμετωπίζει τὰς δύο περιπτώσεις, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι, προκειμένου νὰ δώσωμεν τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι δὲν δύναται συνταξιοδοτικὸς νόμος νὰ προταθῇ ἀπὸ τὸν βουλευτήν, ἔπρεπε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ προταθῇ καὶ τροπολογία. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ νόμοι ὑπεβλήθησαν καὶ τροπολογίαι ὑπεβλήθησαν καὶ δεκταὶ ἔγιναν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὐδέποτε προεβλήθη τὸ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον, καὶ ἐν τούτῳ, κατὰ συνέπειαν, ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται παντελῶς ἐν ἀδίκῳ. Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ προσωπικήν μου πεποίθησιν, τὸ ἄρθρον 24 ἀναφέρεται εἰς περιπτώσεις προσώπων, καὶ ἡ ἔννοια τῆς λέξεως πρόσωπον, ἡ ὁποία προστίθεται εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλη, παρὰ ὅτι ἀφορᾷ εἰς πρόσωπα συγκεκριμένα, εἰς τὴν λεγομένην προσωπικὴν διάταξιν, διότι εἰς τὸ τέλος– τέλος, ποία ἄλλη ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου; Γνωρίζετε σεῖς σύνταξιν ἀπονεμομένην εἰς μὴ πρόσωπα;
§162Γ. ΠΛΑΤΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§163Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πλατῆς, διακόπτων με, ὅτι ἡ λέξις πρόσωπον ἀναφέρεται μόνον εἰς τὸ ὄφελος καὶ ὄχι εἰς τὴν σύνταξιν, ἐνῷ τοιοῦτον τί δὲν φαίνεται εἰς τὴν διατύπωσιν.
§164Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Καὶ βεβαίως ὄχι.
§165Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀνακύπτει, αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἂς μὴ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν αὐταπάτην, ὅτι εἶναι θέμα Συνταγματικόν, εἶναι τόσον διαφανὴς ἡ πρόθεσις καὶ ἡ ἐπιδίωξίς της, ὥστε οὐδένα πείθει, καὶ πρὸ παντός, δὲν πείθει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, Καὶ ἂς μὴ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν αὐταπάτην, ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θὰ λυθῇ τὸ θέμα. Δὲν λύονται τὰ συνταγματικὰ θέματα καὶ εἰς τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμφωνήσω ἀπολύτως μὲ τὸν κ. Παπανδρέου, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ἑνὸς ὀξυτάτου πολιτικοῦ θέματος συζητοῦνται, διότι τότε ἴσως εἶναι καὶ ἀνθρώπινον, ὅτι θὰ συμβῇ νὰ εἶναι σκόπιμον, νὰ ἐπηρεάζεται ἡ συνταγματικὴ ἐπιχειρηματολογία καὶ ἡ συνταγματικὴ πίστις ἀπὸ τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τὸ Συνταγματικὸν καὶ ἐκεῖ διαφωνοῦμεν μετὰ λόγου, θὰ παραμείνῃ ἀνοικτὸν καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ θὰ τὸ ἐνθυμηθῇ καὶ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον, ὅταν δὲν θὰ ἔχῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πολιτικὸν ἀδιέξοδον, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζει τὴν στιγμὴν αὐτὴν καὶ ἐγὼ πρῶτος θὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν χειροκροτήσω, ἐὰν πράγματι εἰς ἀνύποπτον χρόνον θελήσῃ νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὑπάρχει, ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ Συνταγματικὴ διάστασις ἀπόψεων καὶ θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ἐπὶ τέλους εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον ὡς σύνολον, δηλαδὴ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία λύσιν εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν, ἡ ὁποία κατὰ τρόπον καταρρακώνοντα τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐξευτελίζοντα τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἑκάστοτε ἐμφανίζεται τὴν ὑστάτην ὥραν, πάντοτε δὲ ἐνώπιον συγκεκριμένης περιπτώσεως. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἄποψίς μου εἶναι, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ νόμου, ὅπως ἐγένετο, εἶναι ἀπολύτως συνταγματικὴ καὶ ἡ ἄποψίς μου ἐπιπροσθέτως εἶναι, ὅτι καὶ ὅσον ἀφορᾷ, ὄχι μόνον τὴν συνταγματικότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν καὶ εἰς τοῦτο λυποῦμαι, ἀλλὰ δὲν θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Παπανδρέου, δὲν ἠκολουθήθη ἡ ἐμπρέπουσα διαδικασία ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ὡμίλησαν οἱ κ.κ. συνάδελφοι, εἶπον τί ὑπαγορεύει καὶ τί ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λόγια τί πιστεύω, ὅτι ὁρίζει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ συζητούμενα θέματα. Τὸ ἄρθρον 39 καὶ 49 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἔτυχον παρερμηνείας ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Τὸ ἄρθρον 49, κ. συνάδελφοι, ἀναφερόμενον εἰς τὰς ἀναφορὰς καὶ εἰς τὰς ἐρωτήσεις λέγει ἕνα πρᾶγμα ἄσχετον μὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον προέκυψε, λέγει κἄτι, τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν ἐφαρμόζεται, λέγει δηλαδή: Ὅτι βουλευτὴς καταθέτων σχέδιον νόμου ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐπὶ ἕνα δεκάλεπτον κατὰ τὴν ὥραν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων νὰ ἀναπτύξῃ τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου τούτου. Τοῦτο, κ. συνάδελφοι, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ θέμα ποὺ προέκυψεν, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τὸ ἄρθρον 39. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 39, τί λέγει; Πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ ἀποτελεῖ ἄρθρον τοῦ κεφαλαίου περὶ συζητήσεως καθ’ ὅλου τῶν νόμων, ἀσχέτως τοῦ ἐὰν ὑποβάλεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἢ ἀπὸ βουλευτήν. Τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ συζητεῖ κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καί, ὅτι ὅταν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νόμου ὑποβληθῇ τὸ Συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον, τὸ ποῖον δύναται πᾶς βουλευτὴς ἢ καὶ τὸ Προεδρεῖον οἴκοθεν νὰ προτείνῃ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ Συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου ἡ Βουλή. Κατὰ συνέπειαν ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης περιπτώσεως, δηλαδή, ὁ νόμος ἔπρεπε φυσικὰ νὰ ἐκτυπωθῇ. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὁμιλῶ. Ἀποτελεῖ ἡ πρᾶξις τοῦ Προεδρείου κατάλειπον τῶν τάσεων, τὰς ὁποίας προσφάτως εἶχε ἐκδηλώσει ἀναφορικῶς πρὸς τὸν ἔλεγχον ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν. Θὰ ἔπρεπε, βεβαίως, νὰ τυπωθῇ.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. συνάδελφε, δὲν δύνασθε νὰ λέγετε αὐτὰ τὰ περὶ τάσεων τοῦ Προεδρείου.
§167Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ μὲ ἐμποδίσῃ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Συζητοῦμεν καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ. Οἱ πάντες ὡμίλησαν περὶ αὐτοῦ. Λέγω, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἐκτυπωθῇ, ἔπρεπε νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ ὅταν θὰ ἀνεγράφετο εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ προταθῇ τὸ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον, ἀπὸ ὅποιον ἐνόμιζεν, ὅτι ὑπῆρχε συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον. Αὐτή, κ. συνάδελφοι, εἶναι ἡ διαδικασία, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ἡ διαδικασία αὐτὴ ὁρίζεται ἔν τινι μέτρῳ καὶ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ νόμος ἀποστέλλεται εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅπου ὁρίζεται ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν καὶ ὅ,τι ὁρίζεται ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ νὰ τροποποιηθῇ DE LEGE LATA, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος Δικαίου. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αὐτὴ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ δικονομία τῆς συζητήσεως. Κύριοι συνάδελφοι, ἐτερμάτισα τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεών μου καὶ μετὰ λύπης μου ἀναγκάζομαι νὰ διαπιστώσω, ὅτι ἀπόψε ἡ Βουλὴ παρουσιάζει εἰκόνα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἀγωνιωδῶς ἀσχολοῦνται νὰ ἀποφύγουν τὴν συζήτησιν ἑνὸς πράγματι βασικοῦ καὶ μεγάλου προβλήματος. Λυποῦμαι, κ. συνάδελφοι, διαπιστώνων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησεν ἐν προκειμένῳ τὴν χειροτέραν δυνατὴν μέθοδον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς εἶπε περίπου ἀπόψε —ἐὰν ὀρθῶς ἑρμηνεύσω τοὺς λόγους του— ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καταλήξει ἀκόμη εἰς συμπεράσματα. Οὐδεὶς ψέγει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν κατέληξεν εἰς συμπεράσματα. Ἐκεῖνο τὸν ὁποῖον ἡμεῖς λέγομεν εἶναι, ὅτι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, ἔχουν καταλήξει εἰς συμπεράσματα καὶ προκαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῶν ἰδικῶν των συμπερασμάτων νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις. Καὶ τὸ ἂν θὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης προτάσεως νόμου ἢ ἐπὶ ἐπερωτήσεως, οὐδεὶς εἶναι τόσον ἀφελής, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ, ὅτι εἶναι δύο πράγματα τελείως διαφορετικά. Εἶναι τελείως διαφορετικαὶ αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ βασικοῦ προβλήματος, ἐὰν ἀναπτύξουν θεωρητικὰς ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξουν εἰς τίποτε τὸ συγκεκριμένον. Καὶ εἶναι τελείως διαφορετικὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει συγκεκριμένης προτάσεως ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ὑποχρεωτικῶς κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα θὰ εἶναι ἡ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, ὁπότε ἕκαστος ἐκ τῶν βουλευτῶν ἀναλαμβάνει τὰς εὐθύνας. Ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν καὶ τὴν ἀνάληψιν τῶν προσωπικῶν εὐθυνῶν τῶν ἐπὶ μέρους βουλευτῶν προσπαθεῖ πάντοτε μετὰ πολλῆς σπουδῆς, μετὰ πολλῆς ἐπιμονῆς καὶ πολλῆς ἐφευρετικότητος, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, νὰ ἀποφύγῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἐπιθυμῶ, κ. συνάδελφοι, νὰ δηλώσω, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον πεποίθησιν, ὅτι αὐτὴν τὴν φοράν, τοὐλάχιστον διὰ τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ καὶ διὰ τὴν συνείδησιν τῆς αἰθούσης αὐτῆς, δὲν πρόκειται νὰ πείσῃ οὐδένα ἡ ψηφοφορία ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ, ὅτι οὐσιαστικῶς καὶ πολιτικῶς δὲν εἶναι ψηφοφορία ἐπὶ τῆς οὐσίας. (Χειροκροτήματα).
§168Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀποκρούω ἀπολύτως τὸν συλλογισμόν, ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐπιλόγου τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Μητσοτάκη. Δὲν νομίζω κἄν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα —τὸ ἐπεχείρησε πρὸς στιγμὴν ὁ κ. Τσιριμῶκος καὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως— δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει κἂν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσῃ τοιοῦτον τι. Καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος καὶ ὁ κ. Μητσοτάκης ἠθέλησαν νὰ ἀποδώσουν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου Συνταγματικοῦ θέματος, εἰς ἀπροθυμίαν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου προβλήματος τῆς ἀσφαλίσεως τοῦ γήρατος τῶν ἀγροτῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ἐπανειλημμένως, ὅτι τὸ θέμα μελετᾷ ὅσον δὲν εἶχε ποτὲ μελετηθῆ. Ἔγινεν ἡ πρώτη μελέτη καὶ ἤδη τὰ πορίσματα τῆς μελέτης τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ καταρτίσει, ἔχουν τεθῆ ὑπὸ τὴν κρίσιν εἰδικοῦ Γερμανοῦ, τοῦ ὁποίου μάλιστα ἡ εἰδικότης ἔχει κατὰ τρόπον θετικὸν ἐλεγχθῆ εἰς τὰ πράγματα καὶ οὐχὶ ἁπλῶς εἰς τὴν θεωρίαν. Ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς εὐκόλους κατηγορίας, διὰ τὴν διατύπωσιν τῶν ὁποίων οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα, οὔτε ὁ κ. Μητσοτάκης, οὔτε ὁ κ. Τσιριμῶκος. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον κατὰ τὸν ἀνεύθυνον αὐτὸν τρόπον νὰ ἐπιρρίπτωνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν προθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετοι πρὸς τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀκολουθήσει ἐπὶ τόσα ἔτη, γραμμὴν ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν πραγματικὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομίας τῆς ὑπαίθρου καὶ τῆς ζωῆς τῶν ἀγροτῶν. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος μὲ ἀγανάκτησιν νὰ ἀποκρούσω τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Μητσοτάκη καὶ τοῦ κ. Τσιριμώκου. Εἶναι ἑπόμενον νὰ ἀγανακτῇ κανείς, ὅταν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πλήρη συνείδησιν τῶν ὅσων λέγουν καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν γνῶσιν τῶν λέξεων, τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται, προβαίνουν εἰς τοιαύτας εὐκόλους κατηγορίας ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις μελετᾶ τὸ ζήτημα τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων τῶν ἀγροτῶν κατὰ τρόπον ὑπεύθυνον. Πόσον διαρκεῖ ἡ μελέτη, αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν σοβαρότητα τοῦ προβλήματος...
§169Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Πέντε χρόνια τὸ μελετᾶ.
§170Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν μελετᾶ τὸ ζήτημα ἐπὶ 5 ἔτη ἡ Κυβέρνησις. Πρὸ τριῶν ἐτῶν τὸ ζήτημα τὸ ἀνεκίνησεν ἡ Κυβέρνησις, ἀνεκινήθη δὲ τὸ ζήτημα, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τότε δὲν μετεῖχον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὑπεστήριζα αὐτήν, ἀνέθεσεν εἰς τὸν τότε ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, καὶ εἰδικώτερον εἰς τὸν τότε ὑφυπουργὸν κ. Μανέντην, τὴν πρώτην τοῦ ζητήματος ἀντιμετώπισιν. Καὶ μόλις πρὸ ἑνὸς ἔτους κατηρτίσθη Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀπαρτισθεῖσα ἀπὸ ἐξαιρέτους ἐπιστήμονας, προέβη εἰς τὴν κατάρτισιν μιᾶς μελέτης βασικῆς, ἀλλὰ ἡ ὁποία δὲν εἶναι συνυφασμένη μὲ μαθηματικοὺς ὑπολογισμούς. Ἔπρεπε ἡ βασικὴ αὐτὴ μελέτη, ἡ ὁποία εἶχε καὶ ἔχει κυρίως χαρακτῆρα κοινωνικοπολιτικόν, νὰ ἐλεγχθῇ ἀπὸ ἀπόψεως μαθηματικῆς καὶ στατιστικῆς, ἀπὸ εἰδικοὺς ἐπιστήμονας. Θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Ζάκκας, ὁ ὁποῖος μὲ τόσην εὐκολίαν κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὅταν ἐσκέφθημεν πρὸ 35 ἐτῶν νὰ θέσωμεν ἐν Ἑλλάδι εἰς ἐφαρμογὴν τὰς κοινωνικὰς ἀσφαλίσεις διὰ τοὺς ἐργάτας ἐχρειάσθησαν 4 καὶ 5 ἔτη διὰ νὰ γίνουν αἱ μελέται καὶ θὰ ἐνθυμῆται, πόσους ἀγῶνας διεξηγάγομεν, ὄχι ἀγῶνας μὲ φράσεις καὶ μὲ ἄρθρα, ἀλλὰ ἀγῶνας καθαρῶς ἐπιστημονικοὺς καὶ θὰ ἐνθυμῆται, ὅτι μετεκαλέσαμεν καὶ τοὺς καθηγητὰς Σαίνμπαουμ καὶ τὸν κ. Ντιξὲ διὰ νὰ προβοῦν εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν εἰδικῶν μελετῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεμελιωθῇ ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις. Καὶ βεβαίως μᾶς ἐβοήθησε ἐξαιρετικὰ καὶ ὁ ἀείμνηστος Ἀγαλλόπουλος τὸν ὁποῖον καὶ ὡς πρῶτος Πρόεδρος τοῦ ΙΚΑ ἐπρότεινα, ὡς Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Ὀργανισμοῦ εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀειμνήστου Παναγῆ Τσαλδάρη καὶ ἐγένετο πρῶτος Διευθυντὴς τοῦ ΙΚΑ.
§171Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ πρέπει νὰ ἀπαντήσωμεν.
§172Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Ζάκκα, παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἀνεύθυνοι ἐκδηλώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Μητσοτάκην, ὁ ὁποῖος ἔχει συνήθως πολλὴν θετικὴν σκέψιν, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου τὴν θετικὴν σκέψιν ἀντιπερισπᾶ συχνὰ ἡ ἔντονος κριτικὴ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως διάθεσις, δὲν ἀνέμενον, ἰδίᾳ ἀπὸ τὸν κ. Μητσοτάκην τὴν τοιαύτην εὔκολον κριτικήν. Ἡ Κυβέρνησις προχωρεῖ εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῆς λύσεως ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιστημονικῶν καὶ οὐχὶ δημαγωγικῶν δεδομένων καὶ ὅταν φθάσῃ καὶ ἐὰν, καὶ ὅταν φθάσῃ, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος ὡς ὑπεύθυνος ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτὸ τὸ «ἐὰν» ἀκόμη νὰ τὸ χρησιμοποιήσω, ὅταν θὰ φθάσῃ εἰς θετικὸν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ πράγματι εἰς τὴν θεμελίωσιν τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν καὶ αὐτὸ θὰ συμβῇ ταχέως, ἐντὸς τῶν προσεχῶν μηνῶν, τότε θὰ ἔλθωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἢ διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἀσφάλισις δὲν εἶναι δυνατή, ἢ διὰ νὰ φέρωμεν νομοσχέδιον καὶ διὰ νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν κοινωνικὴν ἀσφάλισιν, ἀλλὰ θεμελιωμένην ἐπὶ πραγματικῶν ἐπιστημονικῶν βάσεων. Ἀποκρούομεν λοιπὸν τὴν τοιαύτην κατηγορίαν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζων τὴν θετικότητα ὑπὸ τῆς ὁποίας διέπεται καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον δὲν θὰ παρεξηγήσῃ ἡμᾶς, ἀλλὰ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ παρεξηγήσῃ τὴν στάσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. (Χειροκροτήματα).
§173Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε.....
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος ἀντέκρουσε τὸν κ. Μητσοτάκην, τὸν κ. Τσιριμῶκον καὶ τὸν κ. Ζάκκαν. Τώρα σεῖς θὰ δευτερολογήσετε; Εἶναι ἐγγεγραμμένοι τόσοι ἄλλοι.
§175Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δικαιοῦμαι ὅμως νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀνακύπτει. Καὶ θὰ ἐξηγήσω τὶ ἐννοῶ προσωπικὸν θέμα. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος ἐπανειλημμένως, ὄχι μίαν φορὰν ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου του εἶπεν, ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα διετύπωσα ἀποτελοῦν ἀνευθύνους ἀπόψεις. Ἀποτελεῖ τοῦτο κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Προεδρείου ἢ ὄχι προσωπικὸν θέμα;
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσωπικὸν θέμα σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν εἶναι ἄλλο πρᾶγμα.
§177Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δύναται νὰ ἐξυμνῇ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει καὶ ἐπιτελεῖ ἴσως καὶ χρέος του, δύναται καὶ ὀφείλει νὰ πιστεύῃ εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα διακηρύσσει ἡ Κυβέρνησίς του, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ὅταν ὁμιλῇ περὶ ἀνευθύνων ἐνεργειῶν πρέπει νὰ ἐνθυμῆται, ὅτι αὐτὸ πολὺ περισσότερον προσιδιάζει εἰς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετωπίζει ἡ Κυβέρνησις τὸ οὐσιαστικὸν θέμα καὶ ὄχι εἰς τὴν ἰδικήν μας ἄποψιν, ἡ ὁποία εἶναι νὰ θέσωμεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ προσωπικὸν θέμα.
§178Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητῶμεν, ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγει ἡ Κυβέρνησις, τὰ ἐπιθυμεῖ καὶ ὅτι ὁ λαὸς θὰ παρεξηγήσῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ὄχι τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζω, ὅτι εἶχε μετακληθῆ καὶ ὁ κ. Σενμπράουν καὶ ὁ κ. Ντιξὲ διὰ νὰ γίνουν αἱ κοινωνικαὶ ἀσφαλίσεις. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι χρειάζεται κἄποιαν μελέτην, ἡ ὁποία τότε ἐκράτησεν 4–5 ἔτη. Τέσσερα ἢ πέντε ἔτη εἶναι μία διάρκεια. Ἀλλὰ 4–5 αἰῶνες ἀποκλείεται. Καὶ ἐν προκειμένῳ κατὰ τὴν ἄποψίν μου ὡς πρὸ ὀλίγου ἀνεπτύχθη, διότι παρατείνεται ἡ μελέτη αὐτή, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὥριμος διὰ νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ γίνουν αἱ ἀγροτικαὶ ἀσφαλίσεις. Καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη, ἐτέθη ἀκριβῶς διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὥριμος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα αὐτό. Πέραν τούτου, τὰς φροντίδας τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, τὰς ἐκτιμᾷ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ τὰς ἐκτιμῶ ἐντελῶς ἀντιστρόφως διότι, ἐὰν τὰς ἐξετίμουν ὡς τὰς ἐκτιμᾷ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤμην εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην, δὲν λέγω, εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μοῦ ἦτο δύσκολον, ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ ἤμην πρὸς τὴν πλευρὰν ὅπου αὐτῆς ἀνήκει. Πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπρόσεξεν, ὅτι ἡ σειρὰ τῶν ὑπευθύνων παραλείψεων εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσεν, ὡδήγησεν εἰς μίαν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀρχίσῃ λαμβάνουσα ἐπείγοντα μέτρα ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Ὑπάρχουν ἐνδεχομένως ἀνεύθυνοι ἐνέργειαι, ὑπάρχουν ὅμως καὶ ὑπεύθυνοι παραλείψεις, τῶν ὁποίων εἶναι ἔνοχος ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἐξακολουθεῖ τὸν χαβᾶν αὐτὸν διὰ τοῦ ἀποψινοῦ ζητήματος τῆς ἀντισυνταγματικότητος. Ἐκάμαμεν ἀπόψε μίαν συνεδρίασιν ἡ ὁποία εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ μείνῃ ἱστορικὴ εἰς τὰ χρονικὰ τοῦ Κοινοβουλίου διότι συζητοῦμεν περὶ οὐσίας, ἐνῷ ἡ οὐσία εἶναι, ἂν θέλῃ ἢ δὲν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων τῶν ἀγροτῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως).
§179Α. ΖΑΚΚΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§180Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, θὰ πρέπει νὰ ξεκαθαρίσωμεν ἀπὸ ἀπόψεως Κανονισμοῦ τὸ θέμα. Ὅταν ἕνας ὑπουργὸς λάβῃ τὸν λόγον διὰ νὰ ἀντικρούσῃ μίαν γνώμην ἑνὸς συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε καὶ κατῆλθε τοῦ βήματος, θὰ πρέπει οὗτος νὰ λάβῃ ἐκ νέου τὸν λόγον διὰ νὰ ἀπαντήσῃ; Νὰ μὴ ἀντικρούωμεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κανέναν ἐκ τῶν ὁμιλούντων; Βεβαίως ἐφ’ ὅσον ὡμίλησαν οἱ δύο συνάδελφοι, θὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ κ. Ζάκκας, ἀλλὰ τὸ θέμα πρέπει νὰ τὸ ξεκαθαρίσωμεν ἀπὸ ἀπόψεως Κανονισμοῦ.
§181Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπενθυμίζω, ὅτι τὸ θέμα τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων διὰ τοὺς ἐργάτας καὶ ὑπαλλήλους, ἔχει ὡς ἑξῆς: Τὸ 1930 ἔγινεν ἡ πρώτη σκέψις διὰ τὴν ἀσφάλισιν τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων. Τὸ 1931 εἶχε τελειώσει ἡ μελέτη καὶ τέλος, τὸ 1932 κατετέθη τότε πρὸς ψήφισιν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ρυθμίζονται τὰ θέματα, ὅταν ὑπάρχῃ διάθεσις διὰ τὴν ρύθμισιν αὐτῶν.
§182Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Αἱ πρῶται σκέψεις ἔγιναν πρὸ τοῦ 1930. Τὸ πρῶτον διετυπώθησαν ἀπόψεις διὰ τὴν ἀσφάλισιν τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων τὸ 1926–27, ὅτε ἤμην Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§184Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πιστοποιῶ μὲ ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν, ἀπολύτως εἰλικρινῆ, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ σημερινὴ γίνεται μὲ διάφορον πνεῦμα ἀπὸ τὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἡ συζήτησις κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὅτε συνεζητήθη τὸ αὐτὸ θέμα. Τοῦτο τὸ ἐξηγῶ, ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ σημερινὴ συνεδρίασις καὶ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ συνεδρίασις ἡ προηγουμένη. Εἶναι εὐτύχημα ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσε τὰ πράγματα σήμερον εἰς τὴν ὀρθὴν θέσιν, εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἀπέβλεπε καὶ ὁ προτείνας τὴν πρότασιν Ἀρχηγὸς τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος κ. Παπανδρέου, σκοπὸν τὸν ὁποῖον θὰ ἀκολουθήσω καὶ ἐγὼ σήμερον. Θὰ περιορισθῶ μόνον ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος. Νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ ψηφοφορία, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπακολουθήσῃ, ὅτι θὰ καθορίζῃ τὴν θέσιν ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος. Ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ ἀποσιωπήσω μίαν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶπε: πῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἰδίᾳ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ἐνῷ εἶχε δεδομένην τὴν ἀντίθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεώς του κατὰ ταῦτα τὴν ὑπέβαλεν; Ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματά της. Ἀλλά, πέραν αὐτοῦ, ὅταν ὑπεβλήθη ἡ πρότασις ἐκ μέρους τοῦ κ. Παπανδρέου, δὲν ἦτο γνωστὴ ἡ ἀντίθεσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὔτε ἐφανταζόμεθα, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄρνησις, ἀκόμη δὲ καὶ σήμερον δὲν γνωρίζομεν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀντίθετος, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι θὰ ἔλθῃ τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν, θὰ σταθμισθοῦν ὅλοι οἱ παράγοντες, θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει τὰ στοιχεῖα διὰ μίαν καλόπιστον ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Ἑπομένως, ὁ ἀφορισμὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν δὲν εἶχε τὴν θέσιν του, ὅπως δὲν εἶχε τὴν θέσιν του καὶ ὁ ἄλλος ἀφορισμὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς τὸ θέμα τῶν προτάσεων νόμων πρὸς παροχὴν συντάξεως εἶναι θέμα σπουδαιότατον καὶ θὰ ἔχῃ μεγάλην σημασίαν διὰ τὸ μέλλον. Ὁ ἀφορισμὸς αὐτὸς δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ πράγματα. Καὶ τοῦτο διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ποῦ θὰ καταλήξωμεν ἀπὸ ἀπόψεως ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἐὰν κἄθε βουλευτὴς ἔχῃ δικαίωμα νομοθετικῆς πρωτοβουλίας, δὲν ἔχει ἀξίαν, διότι μόνον καὶ μόνον ἡ ἄσκησις νομοθετικῆς πρωτοβουλίας κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπὸ ἕνα οἱονδήποτε βουλευτήν, καμμίαν ἀνωμαλίαν δὲν ἔχει. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις, ὡς κατευθύνουσα τὴν πλειοψηφίαν, δύναται εἴτε νὰ ἀποδεχθῇ τὴν προτεινομένην νομοθετικὴν μεταρρύθμισιν ἢ νὰ τὴν ἀποκρούσῃ. Καὶ ἐὰν μὲν τὴν ἀποκρούσῃ, δὲν γίνεται, ἐὰν δὲ τὴν ἀποδεχθῇ θὰ γίνῃ. Ἔχει ὅμως ἄλλην κεφαλαιώδη σημασίαν ἡ ἄποψις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, σημασίαν τὴν ὁποίαν μᾶς δίδει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, ὄχι εἰς ἡμᾶς τὴν ἀντιπολίτευσιν μόνον ἀλλὰ εἰς ὅλους τοὺς βουλευτὰς ἀνεξαρτήτως Κομματικῆς θέσεως, νὰ τὴν ἐπικαλούμεθα πάντοτε καὶ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ συμμορφοῦται πρὸς τὸν ἀφορισμὸν αὐτόν. Διότι εἶμαι ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον ἀφεώρα ὁ ὑπαινιγμὸς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μαρκεζίνη, ὅτι ἐγίνετο λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ καμήλων ἀντισυνταγματικῶν, τὰς ὁποίας τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς κατέπιε. Ναί, τὸ εἶπον καὶ ἐξεδήλωσα τὴν συγκίνησίν μου, στή, μετὰ τόσας συνταγματικὰς παραβιάσεις, τὰς ὁποίας παρεῖδε τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, συνεκινήθη μόνον διὰ τὴν παροῦσαν πρότασιν νόμου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Κατηγορῶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ εἰδικώτερα τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐκεῖνος εἶναι παραβάτης τοῦ Συντάγματος ἐν προκειμένῳ καὶ εἰδικώτερα παραβάτης τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 65 ὁρίζει τὰ ἑξῆς: Προσέξατε, κ. βουλευταί. «Ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ ὅταν θέλῃ νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα αὐτῆς». Καὶ ἔχομεν Κανονισμὸν εἰς ἐκτέλεσιν τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως κανονίζοντα τὸν τρόπον τῶν συζητήσεων καὶ ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 39 ὁρίζει τὶ γίνεται ἀκόμη καὶ ἐπὶ προτάσεων νόμων, ἀκόμη καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν ὅταν βουλευτής τις εἴτε ὁ Πρόεδρος οἴκοθεν θελήσῃ νὰ προβάλῃ τὴν ἔνστασιν τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου. Καὶ σαφῶς λέγει τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος τῆς περὶ ἧς ἑκάστοτε θὰ πρόκειται προτάσεως νόμου, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα εἴτε πᾶς βουλευτὴς εἴτε ὁ Πρόεδρος οἴκοθεν νὰ προβάλῃ ἔνστασιν συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου. Πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 39 δὲν συνεμορφώθη ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ μὴ συμμορφούμενος πρὸς τὸν Κανονισμόν, παρεβίασε καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ταῦτα διὰ νὰ ξεκαθαρίσωμεν τὴν θέσιν μας. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρεβίασε τὸ Σύνταγμα. Ὁ κ. Παπανδρέου, δὲν παρεβίασε τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς προτάσεώς του. Καὶ ἐξηγοῦμαι.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου; Δὲν λέγει τὸ ἄρθρον 39 «κατὰ» τὴν συζήτησιν, λέγει «ὑπὸ» τὴν συζήτησιν. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ «κατὰ» καὶ «ὑπό».
§186Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλοι γνωρίζομεν ἀνάγνωσιν. Τὸ ἄρθρον 39 λέγει —καὶ πρῶτος τὸ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Μητσοτάκης καὶ πρῶτος ἐβασίσθη ἐπ’ αὐτοῦ— λέγει: «Ἐπὶ τῶν προτάσεων νόμων ἡ Βουλὴ συζητεῖ». Δὲν παίζει. Συζητεῖ τὸ παραδεκτὸν ἢ μὴ τῆς ἀρχῆς αὐτῶν. Ἡ Βουλή, συζητεῖ. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν βουλευτής τις φρονῇ, ὅτι ἡ ὑπὸ συζήτησιν......
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐδῶ εἶναι ἡ διαφορά. Ὄχι «κατὰ» τὴν συζήτησιν......
§188Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποκειμένη εἰς συζήτησιν πρότασις. Καὶ ἀνακοινοῖ αὐτεπαγγέλτως ὁ Πρόεδρος.
§190Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι δύναται μία πρότασις νὰ εἶναι «ὑπὸ» συζήτησιν χωρὶς νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Σῶμα πρὸς συζήτησιν; Δεχθῆτε το.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα τὰ νομοσχέδια ὅταν κατατίθενται εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, χωρὶς νὰ συζητοῦνται. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά μας. Δὲν εἶναι ἡ λέξις «κατὰ» ἀλλὰ εἶναι ἡ λέξις «ὑπό».
§192Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλα τὰ νομοσχέδια δὲν εἶναι ὑπὸ συζήτησιν. Ὑπὸ συζήτησιν εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Τὰ ἄλλα δὲν εἶναι ὑπὸ συζήτησιν. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἑκάστοτε —νομίζω μίαν φορὰν τὴν ἑβδομάδα— μᾶς διανέμει πίνακα τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς ἐπιτροπὰς καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀκόμη εἰσαχθῆ εἰς συζήτησιν. Εἶναι τάχα καὶ ἐκεῖνα ὑπὸ συζήτησιν; Πῶς εἶναι δυνατόν;
§193ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρόκειται νὰ συζητηθοῦν.
§194Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα θὰ συζητηθοῦν.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυστυχῶς δὲν ἠμπορῶ λόγῳ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχω νὰ συζητῶ πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ Προεδρεῖον.
§196Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει νομικὸν ἀξίωμα, νομικὸν ἀπόφθεγμα ἀκόμη καὶ εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια, ὅτι πᾶσα παράβασις εὑρίσκει δικαιολογίαν. Καὶ αὐτὸ ποὺ δὲν εἶναι ἀντικείμενον ποινικοῦ δικαίου θὰ εὕρῃ δικαιολογίαν.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ποινικὸς νόμος λέγει, ὅτι ὅταν ὑπάρχῃ δόλος, τότε μόνον ἠμπορεῖς νὰ καταλογίσῃς εὐθύνην. Ἐνῷ ἐὰν εἷς πεποιθὼς πιστεύῃ —ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία— δὲν ὑπάρχει δόλος δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἀποδώσῃ δόλον ἢ κακὴν ἐνέργειαν εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§198Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δόλος, μακρὰν ἀπὸ ἐμοῦ ἡ σκέψις αὕτη. Ὅπως καὶ ἀντιστρόφως, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὅλοι ὅσοι ὑπεστήριξαν, ἀκόμη καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀκόμη καὶ αὐτὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅσοι ὑπεστήριξαν ἀντισυνταγματικότητα τῆς προτάσεως Παπανδρέου, δὲν τοῦ κατελόγισαν δόλον. Ἄρα, λοιπόν, καὶ ἡμεῖς δὲν καταλογίζομεν οὐδὲ πόρρωθεν δόλον. Λοιπόν, κ. βουλευταί, εἶπον, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντισυνταγματικότης τις ἐν προκειμένῳ, δὲν ὑπάρχει ἐντεῦθεν — ὑπάρχει ἄνωθεν.
§199Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§200Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ὥρα παρῆλθε; Τοῦ δικαιώματος τῆς ἀγορεύσεως; Δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν ἐκουρασθήκατε, ἠμπορεῖτε νὰ πᾶτε εἰς τὸ καφενεῖον.
§201Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον δι’ ὑμᾶς.
§202Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διὰ τὴν γειτόνισσαν τὸ εἴπατε; Ἐδῶ γειτόνισσες δὲν ὑπάρχουν. Διὰ ποῖον τὸ εἴπατε; Κύριοι βουλευταί, δύο αἰτιάσεις διετυπώθησαν κατὰ τῆς προτάσεως Παπανδρέου ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικότητος. Ἡ μὲν μία, ὅτι ἀντιβαίνει πρὸς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ ἄλλη, ὅτι ἀντιβαίνει πρὸς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος. Ὑποστηρίζομεν—μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς ἔχοντας ἀντίθετον γνώμην—ὅτι οὔτε πρὸς τὸ ἄρθρον 24 ἀντιβαίνει, οὔτε πρὸς τὸ ἄρθρον 57. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀνέτρεξε, διὰ νὰ εὕρῃ τὴν ὀρθήν, κατὰ τὴν ἄποψίν του, ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος εἰς τὸν 18ον αἰῶνα καὶ περιεπλανήθη εἰς ὅλας τὰς χώρας τοῦ κόσμου, ὅπου ἐνόμιζεν, ὅτι θὰ εὕρῃ ἔρεισμα τῆς ἀπόψεώς του καὶ τὸ μόνον, ποὺ ἐλησμόνησεν, ἦτο νὰ μείνῃ ὀλίγον καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα! Ποία εἶναι ἡ ἑλληνικὴ πραγματικότης; Ἡ Κυβέρνησις, ἐπικαλεῖται τὸν Σαρίπολον. Ἀλλ’ ὁ Σαρίπολος εἶναι ὑπὲρ τῶν ἰδικῶν μας ἀπόψεων. Καὶ ἰδοὺ διατί. Ὁ Σαρίπολος, ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος (τόμος Βʹ, σελ. 353) λέγει εἰς τὴν σελίδα 354: «Τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος δὲν ἀποκλείει πᾶσαν πρωτοβουλίαν τῆς Βουλῆς —ἄρα, τοῦ βουλευτοῦ— περὶ οἱασδήποτε αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μόνον διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου». Αἱ λέξεις ἔχουν μίαν ἔννοιαν. Ὅταν λέγωμεν «εἰς ὄφελος προσώπου» καὶ μάλιστα εἰς ἐπιστημονικὸν σύγγραμμα ἡ ἔννοια εἶναι σαφής. Καὶ περαιτέρω. Ἡ σημείωσις 3 εἰς τὴν σελίδα 358 λέγει: «Ἐν γένει .........(ἀναγινώσκει).........». Καὶ ἐρωτῶ: Εἶναι γενικὸν συμφέρον ἡ ἐκτέλεσις ἑνὸς δημοσίου ἔργου καὶ δὲν εἶναι γενικὸν συμφέρον ἡ ἐξασφάλισις ἑνὸς κοινωνικοῦ ἐπιδόματος εἰς ὅλην τὴν κατηγορίαν τῶν ἀγροτῶν τῆς Ἑλλάδος; Καὶ ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Σαριπόλου δὲν εἶναι συνταγματικῶς ὀρθὴ ἡ πρότασις Παπανδρέου; Τὸ λέγει καὶ εἰς τὴν ἰδίαν σημείωσιν: «.......(ἀναγινώσκει)........». Τέσσαρας φορὰς τὸ λέγει τὸ «ὄφελος προσώπου». Ἀλλὰ δίδει καὶ τὴν ἐξήγησιν ὁ Σαρίπολος, κ. βουλευταί. Εἰς τὴν σελίδα 357, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 24 λέγει: «Πολλάκις χορηγοῦνται βοηθήματα.......(ἀναγινώσκει).....». Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι οἱ παλαιότεροι τὰ λεγόμενα «κόλλυβα τοῦ προϋπολογισμοῦ» κατὰ τὴν νύκτα τῆς ψηφίσεώς του. Ἰδοὺ ἡ ἑρμηνεία, κατὰ τὸν Σαρίπολον: «.......(ἀναγινώσκει) ........». Καὶ ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος, ὅπως αὐτὴ εἶχε πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1952. Καὶ σημειῶ καὶ ἐγώ, ὅπως ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ ὁ Κυριακός, ἐξ ἴσου ἀξιόλογος νομομαθὴς καὶ ἑρμηνευτὴς τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ συνταγματικόν του δίκαιον δὲν δέχεται τοιούτους περιορισμοὺς εἰς τὴν νομοθετικήν του πρωτοβουλίαν. Ἀλλά, ἂς ἴδωμεν καὶ μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1952 τί γίνεται. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ συζητήσεις καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἀποτελοῦν πάντοτε ἓν ἑρμηνευτικὸν βοήθημα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγνωσε μίαν περικοπὴν τῶν ἀπόψεων τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἄσχετον πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τάχα κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος, ὅπως συνάγεται ἐκ τῶν συζητήσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπαγορεύεται ἡ πρότασις νόμου πρὸς ἀπονομὴν τῆς συντάξεως ἢ εἰς πρόσωπα ἢ κατηγορίαν προσώπων. Τοιαύτη ἀπόφασις δὲν ὑπάρχει. Ἐγένοντο βεβαίως μακραὶ συζητήσεις καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναγράφονται διάφοροι γνῶμαι. Ὑπεστηρίχθη πρῶτον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ περιορισμὸς τῆς νομοθετικῆς πρωτοβουλίας τῆς Βουλῆς, ὑπεστηρίχθη, ὅτι εἰς ὡρισμένα θέματα πρέπει νὰ ὑπάρξῃ περιορισμὸς τῆς νομοθετικῆς πρωτοβουλίας καὶ καθωρίσθη ποῖα εἶναι τὰ θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τότε, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ περιορισμὸς τῆς πρωτοβουλίας ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς. Καὶ λέγει ὁ Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς σελίδα 153 τῶν πρακτικῶν: «Σᾶς ἀνέγνωσα τὴν διάταξιν ὡς αὕτη διετυπώθη.......... (ἀναγινώσκει) ..........». Τὸ «ἢ προσώπων» δὲν τὸ ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ δὲν ἀνεγράφη εἰς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος. Περιωρίσθη εἰς τὸ «προσώπου». Ἑπομένως, ἀπὸ τὸ ἄρθρον 24 δὲν δύναται νὰ συναχθῇ συμπέρασμα, ὅτι πρότασις νόμου, οἵα τοῦ κ. Παπανδρέου, ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος καὶ ὑπὸ τὴν προηγουμένην μορφὴν καὶ εἰδικώτερον ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1952. Ἐμμένω, κ. βουλευταί, εἰς τὸ ἑρμηνευτικὸν αὐτὸ βοήθημα τῶν πρακτικῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ὡς γνωρίζετε, τὸ Σύνταγμα δὲν ἦλθε πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐψηφίσθη εἰς τὰ 1952, διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ ἀνωμαλία, ὡς σύνολον ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως, παρὰ τὴν ἰδικήν μου πρότασιν τότε, διότι ἐγὼ ἀνεκίνησα καὶ τὸ θέμα, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 1950 εἶχεν ἀναθεωρητικὰ δικαιώματα, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἐνθυμεῖται, προεκλήθη σάλος τότε καὶ εἰς τὸ τέλος ἠναγκάσθησαν νὰ δεχθοῦν τὴν ὀρθότητα τῆς ἰδικῆς μου συνταγματικῆς θεωρίας καὶ ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἑπομένως, ἔχει ἀπόλυτον ἀξίαν ὡς ἑρμηνευτικὸν βοήθημα ἡ δήλωσις αὐτὴ τοῦ Προέδρου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς 1946–50 καὶ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ κειμένου αὐτοῦ, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλη συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 57, κύριοι. Ὑπάρχει ἀντίθεσις πρὸς τὸ ἄρθρον 57; Ἀσπάζομαι πλήρως τὴν ἄποψιν, ἡ ὁποία διετυπώθη σήμερον, ὅτι ἄλλο σύνταξις κατὰ τὸ δημόσιον δίκαιον καὶ ἄλλο σύνταξις κατὰ τὸ ἀσφαλιστικὸν δίκαιον. Ἡ μία εἶναι σύνταξις ὑπὸ τὴν ἀνέκαθεν καθιερωμένην ὁρολογίαν εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον. Τὸ ἄλλο λέγεται σύνταξις κατὰ συνεκδοχήν, κατὰ γλωσσικὴν ὁμοιότητα καὶ ὁ ὅρος ὅμως αὐτός, σύνταξις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς παροχὰς ἐκ μέρους τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν υἱοθετήθη καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην καὶ ἀπὸ τὴν νομολογίαν τῶν ἀνωτάτων δικαστηρίων καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν υἱοθέτησιν τοῦ ὅρου αὐτοῦ ὡς τεχνικοῦ πλέον ἐπιστημονικοῦ νομικοῦ ὅρου ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην, ἐγένετο ἐπίκλησις τοῦ συγγράμματος τοῦ ἀειμνήστου Ἀγαλλοπούλου, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν καὶ οἱ συνάδελφοι τὴν ἐπεκαλέσθησαν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν παρεδέχθη. Ἀλλὰ ἐγένετο δεκτὸς ὁ ὅρος αὐτὸς ὡς τεχνικὸς νομικὸς ὅρος ξένος πρὸς τὸ δημόσιον δίκαιον καὶ ἀπὸ τὰ δικαστήρια. Μνημονεύω τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1030)35 ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἐκδοθεῖσαν ἐπὶ αἰτήσεως ἑνὸς ἰδιώτου καὶ συγχρόνως καὶ τοῦ Σωματείου «Σύλλογος ὑπαλλήλων χάρτου καὶ γραφικῶν τεχνῶν» περὶ ἀκυρώσεως πράξεως τοῦ ὑπουργοῦ Ἐργασίας τροποποιούσης ἐδάφιον τοῦ Κανονισμοῦ συντάξεως τοῦ ταμείου ἀσφαλίσεως τυπογράφων καὶ μισθωτῶν γραφικῶν τεχνῶν. Ὁμιλεῖ λοιπὸν περὶ ἀσφαλιστικοῦ ταμείου καὶ περὶ συντάξεως. Δέχεται ἡ ἀπόφασις αὐτὸν τὸν τεχνικὸν νομικὸν ὅρον «σύνταξις» καὶ διὰ παροχὴν ἀπὸ ἀσφαλιστικὸν ὀργανισμόν, ὅπως εἶναι τὸ ταμεῖον ἀσφαλίσεως τυπογράφων, οἱ ἐπιθυμοῦντες δύνανται νὰ τὴν ἀναζητήσουν τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Ἐπίσης ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1130)35 ἐπὶ αἰτήσεως ἠσφαλισμένων εἰς τὸ ΙΚΑ. Συνέλεξα μερικὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀφορώσας εἰς διαφόρους ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμοὺς διὰ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ὡς πρὸς διαφόρους ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμοὺς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ὁμιλεῖ περὶ συντάξεων καὶ συνταξιούχων. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἐξεδόθη ἐπὶ αἰτήσεως ἠσφαλισμένων εἰς τὸ ΙΚΑ δι’ ἄρνησιν παροχῆς συντάξεως γήρατος ἀπὸ τὸ ΙΚΑ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἀπεδεικνύετο ἡ ἡλικία των διὰ ληξιαρχικῆς πράξεως ὅταν ἐγεννήθη, ἀλλὰ διὰ πράξεως ἐκδοθείσης βραδύτερον ἐπὶ τῇ βάσει δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1741)55, ἡ ὁποία δέχεται, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ Ἐργασίας, τροποποιοῦσα καταστατικὸν εἰδικοῦ ταμείου συντάξεων, εἶναι νόμιμος. Ἠμπορεῖ λοιπόν, θέματα συντάξεων ἠσφαλισμένων εἰς εἰδικὰ ταμεῖα ἀσφαλιστικὰ νὰ μεταβληθοῦν δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργοῦ καὶ δὲν ἠμπορεῖ ὁ βουλευτὴς νὰ προτείνῃ τὴν πρότασιν νόμου;
§203Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐδῶ πληρώνει τὸ ΙΚΑ καὶ ὄχι τὸ δημόσιον.
§204Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόλου δὲν πληρώνει τὸ Κράτος. Δὲν ἔχετε διαβάσει τὴν πρότασιν καὶ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, διότι ἐπ’ αὐτοῦ θὰ συζητήσωμεν τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα ποὺ θὰ συζητηθῇ ἡ οὐσία τοῦ πράγματος. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἔχει ἐκδώσει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 378)56 ἀπόφασιν: «Ἡ ὀφειλομένη παρὰ τοῦ ταμείου συντάξεως καὶ προνοίας προσωπικοῦ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης σύνταξις, δέον νὰ ὑπολογισθῇ κλπ.». Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὁ ὅρος σύνταξις διὰ παροχὴν γενομένην ἀπὸ τοὺς ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμούς, λέγεται σύνταξις καὶ ἀπὸ τὴν νομολογίαν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ ἀπὸ τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, χωρὶς νὰ ἐμπίπτῃ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε διακριτικὸν γνώρισμα τοῦ ἐὰν εἶναι σύνταξις δημοσίου δικαίου ἢ ἄλλη σύνταξις εἶναι τὸ γνώρισμα ἐὰν χρειάζεται ἡ γνωμάτευσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Ἀντιστρέφει τὰ πράγματα ἡ ἐρώτησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Οὔτε ὁ κ. Παπανδρέου ὑπεστήριξεν αὐτά, οὔτε ἄλλος τις ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Εἴπομεν, ὅτι τὸ γεγονὸς καὶ μόνον, ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν ἐζήτησαν ποτὲ γνωμάτευσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς ἀνάλογα νομοθετήματα, εἰς ἀνάλογα νομοσχέδια δὲν ἐζήτησε, ποτὲ γνωμάτευσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου οὐδὲ κἂν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύει τὴν διαφορὰν τῶν δύο αὐτῶν ὅρων. Ἑπομένως, ὑποστηρίζομεν, κ. βουλευταί, ὅτι οὔτε παράβασις τοῦ ἄρθρου 24 εἶναι, οὔτε τοῦ ἄρθρου 57. Ἤκουσα συνάδελφον νὰ λέγῃ, ὅτι τὰ ἠκούσαμεν, αὐτὰ δὲν μᾶς χρειάζονται. Δὲν ἀντελήφθην ποῖος ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τὸ εἶπεν, δέχομαι ὅμως, ὅτι ὁ,τιδήποτε καὶ ἐὰν λεχθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰς ἄλλους μὲν χρειάζονται, εἰς ἄλλους δὲν χρειάζονται. Ἕκαστος κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ. Εἰς ἐμὲ ὅμως, τὸν ἔχοντα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῶ, εἰδικώτερον ἐπεβάλετο τὸ καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ μου, ὄχι πλέον ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς ὀρθότητος. Καὶ διὰ νὰ τελειώνω εἶπον, ὅτι ἀποδέχομαι τὸν ἀφορισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη σήμερον δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἕνα προηγούμενον, καὶ ἀσφαλῶς θὰ δημιουργήσῃ καὶ πρέπει νὰ δημιουργήσῃ κατὰ τοῦτο, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀδήριτον ὑποχρέωσιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς οἱανδήποτε διάταξιν προτάσεως νόμου εἴτε προερχομένην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε προερχομένην ἀπὸ τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ τὴν ἐξετάζῃ ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς καὶ εἰδικώτερον ἀπὸ ἀπόψεως συμφωνίας τῆς προτάσεως αὐτῆς καὶ τοῦ περιεχομένου της, βάσει τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐὰν ὡμίλησα εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει καταπιῆ καμήλους ὁλοκλήρους καὶ συνεκινήθη τόσον ὀψίμως, μόνον καὶ μόνον προκειμένου περὶ μιᾶς προτάσεως συντάξεως τῶν ὑπερηλίκων γερόντων, τὸ ἔκαμα διότι ἔχω σωρείαν ἀποφάσεων καὶ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουν ἐὰν ὑπάρχῃ παράβασις τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι INTERNA CORPORIS τὰ ὁποῖα ἀνάγονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ δικαστηρίου. Καὶ εἰδικώτερον, κ. βουλευταί, ἀναφορικῶς εἰς σύνταξιν παρεχομένην εἰς δημόσιον ὑπάλληλον. Τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐζητοῦσε αὔξησιν τοῦ μεριδίου του προέβαλε τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νόμου διότι τάχα οὔτε ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ὑπογράψει τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, οὔτε ἔλεγχος οὔτε γνωμάτευσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπῆρχε. Καὶ ἦλθον καὶ ἄλλαι προτάσεις ἀντισυνταγματικότητος, τὰς ὁποίας ἀπέρριψε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ λέγει, ὅτι: «... ...... (ἀναγινώσκει).........». Περαιτέρω ἀποδέχομαι τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θὰ ἀποτελέσῃ ἕνα προηγούμενον καὶ πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ἕνα προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀδήριτον ὑποχρέωσιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς οἱανδήποτε πρότασιν νόμου προερχομένην εἴτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἴτε ἀπὸ τὴν Βουλήν, νὰ τὴν ἐξετάζῃ ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συμφωνίας τῆς προτάσεως καὶ τοῦ κειμένου αὐτῆς πρὸς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν εἶπον, διὰ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐνῷ ἔχει καταπιῆ καμήλους ἀντισυνταγματικότητος, προκειμένου περὶ συντάξεως τῶν ἀπόρων γερόντων ἀγροτῶν, καταλαμβάνεται ὑπὸ εὐαισθησίας. Ἔχω σωρείαν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας αἵτινες λέγουν, ὅτι ναὶ μὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὰ τὰ νομοθετήματα, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι INTERNA CORPORIS, ἅτινα ἀνάγονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι τῶν δικαστηρίων. Καὶ εἰδικώτερον, προκειμένου περὶ συνταξιοδοτήσεως δημοσίου ὑπαλλήλου, ὅπου τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον προέβαλε τὴν ἔλλειψιν γνωματεύσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἄλλας ἀντισυνταγματικότητας τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἀπεφάνθη: «........ (ἀναγινώσκει)........». Συνεπῶς, βάσει τῆς διαδικασίας ποὺ ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις ἀποτελεῖ προηγούμενον συνταγματικὸν ἂς ἐνθυμῆται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι θὰ τὴν ὑποβάλλωμεν καὶ θὰ τὴν ὑπομιμνήσκωμεν ὁσάκις ὑπάρχῃ ἀντίθεσις πρὸς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος. Συνεπῶς, ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπανδρέου δύναται νὰ γίνῃ δεκτή, ἐκτὸς ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον καταδειχθῇ ὡς ἀνεφάρμοστος, ἀλλ’ ὄχι ὡς ἀντικειμένη πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἡ πλειοψηφία βλέπω, ὅτι θὰ ἀποφανθῇ, συμφώνως πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς καὶ νομικῆς, τὸ ζήτημα θὰ παραμείνῃ ἄλυτον. Πάντως οὐδὲν συνταγματικὸν ἐλάττωμα ἔχει ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπανδρέου.
§205Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐρώτημα θὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς συνταγματικότητος καὶ ὄχι τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως.
§206Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ἀρβανιτάκις, ἔχει τὸν λόγον.
§208Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ὑπέστη, κ. συνάδελφοι, τὸ Σύνταγμα τοιαύτην κακομεταχείρισιν ἀπὸ διακεκριμένους νομομαθεῖς ὅλων τῶν παρατάξεων, ὥστε ἡμεῖς οἱ μὴ συνταγματολόγοι νὰ θλιβώμεθα διὰ τὸ κατάντημα τοῦ Συντάγματος. Θλιβόμεθα, ἰδιαιτέρως, διότι οὐδεὶς ἀπεπειράθη νὰ ἑρμηνεύσῃ ἀντικειμενικῶς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ πάντες ἀπεπειράθησαν νὰ τὸ ἑρμηνεύσουν κατὰ τρόπον ἐξυπηρετοῦντα τὴν σκοπιμότητα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸ ἑρμηνεύουν κατὰ διάφορον τρόπον. Ἐστάθησαν ἀκλόνητοι στὰ ταμπούρια τους διὰ νὰ ἑρμηνεύσουν τὰ ἱερογλυφικὰ ἢ τὴν Κινεζικὴν γραφήν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐγράφησαν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει, προκειμένου νὰ φορολογῆται ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς καὶ ἡ φορολογία αὐτὴ νὰ διασπαθίζεται ἀνεύθυνα ἀπὸ ἀνευθύνους ἀνθρώπους, χωρὶς νὰ ὑπόκειται οὔτε στὸν ἔλεγχον τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, οὔτε στὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ποῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει τέτοιο πρᾶγμα; Δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ὅταν πληρώνουν οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ διὰ νὰ παίρνωμεν ἐμεῖς τὰς συντάξεις καὶ ἐπιβαρύνονται ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν στὸν ἥλιο μοῖρα μὲ 500 ἑκατομμύρια, ἡ φορολογία ὑπὲρ τρίτων, Ἰατρόσημα, Δικηγορόσημα κλπ. Τὸ Σύνταγμα, λέγουν οἱ συνταγματολόγοι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὴν χορήγησιν συντάξεως εἰς τοὺς πτωχοὺς γέροντας ἀγρότας. Ἐπιτρέπει ὅμως νὰ ἐκμεταλλευώμεθα αὐτοὺς παντοιοτρόπως. Ὅταν ὑπάρχῃ κίνδυνος διὰ τὴν πατρίδα, αἴρεται ἡ ἰσχὺς ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὑπάρχει ἄλλη περίπτωσις ποὺ νὰ κινδυνεύῃ ἡ χώρα μας περισσότερον ἀπὸ ὅσον κινδυνεύει σήμερον ἀπὸ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἀγροτῶν μας; Ἂς ἀρθῇ, ἐν ἀνάγκῃ, ἡ ἰσχὺς αὐτὴ τοῦ ἄρθρου διὰ νὰ προλάβωμεν τὸν ἐπικείμενον κίνδυνον ποὺ εἶναι σοβαρώτατος λόγῳ τῆς τελείας ἐξαθλιώσεώς των. Ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, λέγοντα, ὅτι δὲν εἶναι ὥριμον τὸ θέμα νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι εἶναι ὥριμον τὸ θέμα, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὥριμος, διότι ἔχει τὰς ἀντιλήψεις τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ ἀντιμετωπίζει τὰ κοινωνικὰ προβλήματα, ὅπως τ’ ἀντιμετώπιζαν πρὸ 100ετίας, ἐνῷ εἶναι τελείως ἄλλαι αἱ συνθῆκαι τῆς ζωῆς, τελείως διαφορετικαὶ αἱ ἀντιλήψεις, δὲν ζῶμεν ὑπὸ φεουδαρχικὸν καθεστώς. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν ἀγροτῶν, τὸ συντομώτερον, διότι πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι μὲ τοὺς τύπους δὲν θὰ φάῃ τὴν οὐσίαν. Τελικῶς, ἡ οὐσία θὰ φάῃ τοὺς τύπους.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§210Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ μὴ παρασυρθῶ εἰς μακρὰν ἀγόρευσιν, ἥτις μετὰ 6ωρον συζήτησιν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι θὰ κατεπόνει ἔτι περισσότερον τὸ Σῶμα. Δὲν θὰ εἰσέλθω οὔτε εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, οὐδὲ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοθετήματος. Τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος εἶναι ὡς ἐλέχθη παλαιότατον, ἰσχῦον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1844, ἡ δὲ δικαιολογία τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δὲν εἶναι ἡ καλὴ διάθεσις τοῦ κ. Πὴλ ἐξ Ἀγγλίας. Ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν πάντες οἱ μετασχόντες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ἤρξαντο παντοιοτρόπως λαφυραγωγοῦντες τὸ Ἑλληνικὸν κράτος, ζητοῦντες καὶ πολλάκις λαμβάνοντες ἀμοιβάς, βοηθήματα, συντάξεις καὶ γαίας. Τοιοῦτοι ὑπῆρξαν πολλοί, ὡς μερικοὶ πολιτικοὶ τῆς ἐπαναστάσεως, οἱ καπετανέοι, οἱ ὁπλαρχηγοὶ κλπ. Τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Πὴλ ἐνέκειτο εἰς τὸ ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἶχε παράσχει πολλὰ δάνεια εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κράτος καὶ κατὰ συνέπειαν ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν διασφάλισιν τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τοῦ κράτους μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν κατοχύρωσιν τῶν συμφερόντων τῶν Βρεταννῶν ὁμολογιούχων. Τόσον ὁ Πὴλ ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οὐδόλως εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὰς κοινωνικὰς ἀσφαλίσεις, οὐδὲ ἠδύναντο νὰ ἀσχοληθῶσι μὲ θεσμὸν ὁ ὁποῖος ἦτο ἄγνωστος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐζήτησαν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ ἀγωνισταὶ τὴν προστασίαν τοῦ κράτους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐξ ἄλλου καὶ σήμερον πράττουν καὶ θὰ πράττουν κατὰ τὰς μεταγενεστέρας ἀνωμάλους ἐποχάς. Συνεπῶς, ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος ὡς τὴν προδιέγραψαν οἱ πολιτικοὶ αὐτοί, ὑφίστατο καὶ ἴσχυσεν ἐπὶ 10ετηρίδας, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1844 μέχρι τοῦ ἔτους 1927, ἀφορῶσα συντάξεις συνδεθέντων κατὰ κἄποιον τρόπον διὰ ὑπηρεσίας πρὸς τὸ κράτος. Ἐρωτᾶται τώρα, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει παράδειγμα προτάσεως βουλευτοῦ ἀφορώσης κοινωνικὴν ἀσφάλισιν, ἥτις νὰ κατέστη νόμος τοῦ κράτους; Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1861 μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1922, μεταξὺ τῶν ἐλαχίστων κοινωνικοῦ περιεχομένου νόμων οἱ ὁποῖοι εἶχαν ψηφισθῆ, δύο ὑπῆρξαν οἱ βασικοὶ νόμοι δι’ ὧν ἐλήφθη μέριμνα ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων τάξεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῶν ναυτικῶν καὶ τῶν μεταλλωρύχων. Πρέπει νὰ σημειώσετε, ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἐργάται κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, βιομηχανικοί, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχον ἐργοστάσια, πλήν, ὡς εἶπον, τῶν ἐργατῶν θαλάσσης καὶ τῶν μεταλλωρύχων. Οἱ ψηφισθέντες νόμοι ἀφεώρων, ὁ μὲν εἷς τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, ὁ δὲ ἄλλος τὴν προστασίαν τῶν μεταλλωρύχων. Καὶ ὁ μὲν πρῶτος ἐξ αὐτῶν εἰσήχθη καὶ ἐψηφίσθη πρωτοβουλίᾳ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁ δὲ δεύτερος ὁ περὶ προστασίας τῶν μεταλλωρύχων τοιοῦτος, ἐπροτάθη παρὰ τοῦ ἀνεξαρτήτου βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ πάππου μου, Φωκίωνος Νέγρη, διακεκριμένης φυσιογνωμίας καὶ διακεκριμένου ἐπιστήμονος, κοινωνιολόγου, οἰκονομολόγου καὶ μεταλλειολόγου, ψηφιζομένου ὑπὸ τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου καὶ ἐκλεγομένου ὡς βουλευτοῦ εἰς Ἀττικήν. Ἡ πρότασις αὕτη ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Φωκίωνος Νέγρη τὸ ἔτος 1900 ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ ἔτος 1901 καὶ ἐδημοσιεύθη ὡς ὁ νόμος Β.Ω.Μ.Α. Αὐτὴ ἦτο, κ. βουλευταί, ἡ νομολογία, ἡ πρακτικὴ καὶ ἡ πραγματικότης, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ διαψεύσῃ, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1844, ὅτε ἐθεσπίσθη ἡ διάταξις ἐκ τοῦ Συντάγματος, οὐδεὶς ἠδύνατο ποτὲ νὰ διανοηθῇ καὶ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων. Ἡ πρώτη μεταβολὴ τούτου ἐπέρχεται τὸ ἔτος 1927 καὶ δὴ διὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν ὁποίαν ἠρώτησε σχετικῶς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ ἐθεσπίσθη. Ἀλλά, κ. βουλευταί, ἐπὶ δημοκρατίας, τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἤσκει ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία καὶ οὐχὶ ὁ Βασιλεύς. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀπειλήφθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐπεχείρησε τὴν κατοχύρωσιν ἰδιαιτέρως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἀναλόγων διατάξεων εἰς τὰ ἄρθρα 49 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος, ἀπαλειφθείσης ὅμως, ὡς εἶπον, τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 24. Ὁ Καφαντάρης ἐπεδίωξε τότε μίαν ἔτι μεγαλυτέραν κατοχύρωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὕτως ὥστε νὰ δυνηθῇ οὗτος νὰ ἀνταπεξέλθῃ ἔναντι τῶν ἄλλων συνυπουργῶν του καὶ ἀρχηγῶν κομμάτων, ἐχόντων ποικίλας ἐπιδιώξεις πολιτικὰς εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα Ὑπουργεῖα των. Ὅταν ἀνεθεωρήθη τὸ Σύνταγμα τὸ 1952, ἡ διάταξις 57 παρέμεινεν ὡς δευτερεύουσα, δὲν ὑπάρχει δὲ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 ἐπανενταχθεῖσα, ἀφορῶσα εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν εἶναι καὶ ἡ κατισχύουσα. Ἡ ἑτέρα διάταξις παραμένει ὡς διάταξις ἑρμηνευτική, ὡς περισσότερον INTERNA CORPORIS, ἐνδιαφέρουσα τὴν Κυβέρνησιν. Πέραν αὐτῶν, κ. βουλευταί, ἡ ἔννοια τῆς λέξεως σύνταξις οὐδέποτε ἔκτοτε μετεβλήθη. Παρέμεινεν ἡ αὐτὴ, ὡς αὕτη ἴσχυσε καὶ ὡς ἰσχύει σήμερον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1952. Ἡ λέξις σύνταξις προϋποθέτει ἐξηρτημένην ὑπηρεσίαν ἀπὸ τὸ δημόσιον καὶ ἀναμφισβητήτως δὲν ἀφορᾷ τὴν κοινωνικὴν ἀσφάλισιν. Κύριοι βουλευταί, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον ἀντίληψιν οἱαδήποτε τοὐλάχιστον ψηφοφορία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κλείσῃ ὁριστικῶς τὸ θέμα δι’ ὃ καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπικρίνω τὴν ἐνέργειαν αὐτήν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει τὴν ὑποβολὴν οἱουδήποτε νόμου ἀφορῶντος εἰς τὴν κοινωνικὴν ἀσφάλισιν, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη ΝΤΕ LEGE LATA, παραμένει δὲ τὸ ζήτημα ΝΤΕ LEGE FERENTA ποῖαι τροποποιήσεις νὰ ἐπιτευχθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὸ γέ νῦν ἔχον τὸ ζήτημα θεωρῶ λελυμένον, πᾶσαν δὲ ἄλλην ἑρμηνείαν ἀντίθετον θεωρῶ βεβιασμένην καὶ ἀντισυνταγματικήν.
§211Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Κύριοι βουλευταί, πολλαὶ θεωρίαι καὶ ἑρμηνεῖαι, ἀπίθανοι καὶ περίεργοι ἠκούσθησαν σήμερον ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν δύο ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τῶν ἄρθρων 24 καὶ 57. Πέραν ὅμως αὐτῶν τῶν διατάξεων ὑπάρχει μία ἄλλη θεμελιώδης διάταξις τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες οἱ βουλευταὶ εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου. Ἀνεξαρτήτως τῶν τυπικῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ἡ Κυβέρνησις, γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτή, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆται τὴν αὐστηρὰν προσήλωσιν εἰς τὸν τύπον τοῦ Συντάγματος. Ἐκ τῶν 2.400 νόμων οἵτινες ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, οἱ 1.250 ἠκυρώθησαν ἀπὸ τὸ ἀνώτατον ἀκυρωτικὸν δικαστήριον.
§212Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄλλο νομοθετήματα καὶ ἄλλο διοικητικαὶ πράξεις.
§213Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἔχει δικαίωμα, σύμφωνα μὲ τὸν ἱδρυτικὸν αὐτοῦ νόμον νὰ ἐπιλαμβάνεται καὶ τῆς συνταγματικότητος τῶν νόμων καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἐτέθη διὰ νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως. Καὶ ἐπανέρχομαι, κ. βουλευταί, εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος καὶ λέγω, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ συνταξιοδοτοῦνται ὅλαι αἱ λοιπαὶ τάξεις τῶν πολιτῶν καὶ νὰ μὴ συνταξιοδοτῆται ἡ τάξις τῶν ἀγροτῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὰ ⅔ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ καὶ τὴν σπονδυλικὴν στήλην τοῦ Ἔθνους. Ὀρθότατα, ὁ κ. Παπανδρέου εἶπεν, ὅτι ἡ ἀγροτικὴ τάξις ἡ ἀποτελοῦσα τὰ ⅔ τοῦ πληθυσμοῦ, ἀπολαμβάνει μόνον τὸ ⅓ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Αὐτὸ δι’ ἐμέ, εἶναι ἀπαράδεκτον. Ἀνεξαρτήτως ὅμως αὐτῶν, τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος, ὁμιλεῖ περὶ συντάξεων προσωπικῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲν ἔχομεν προσωπικὰς συντάξεις, ἀλλὰ συντάξεις ἀφορώσας τὰ ⅔ τοῦ πληθυσμοῦ. Πέραν ὅμως τούτων, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἶναι Σῶμα Πολιτικόν, καὶ πάντοτε ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρῖσμα θὰ πρέπει νὰ βλέπῃ τὰ πράγματα. Ἄς ἀφήσωμεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς συνταγματικότητος ἢ μή, ἐφ’ ὅσον εὑρεθῇ ἄνθρωπος νὰ φέρῃ τὸ θέμα ἐνώπιον αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνουν σύνταξιν οἱ βουλευταὶ καὶ νὰ μὴ λαμβάνουν οἱ ἀγρόται.
§214Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, κύριε συνάδελφε, εἰς ἓν σχέδιον ἀφορῶν τὴν ἀσφάλισιν τῶν ἀγροτῶν, νὰ ὁμιλῆτε περὶ τῶν συντάξεων τῶν βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι, ὡς γνωρίζητε, στηρίζονται μόνον εἰς τὰς διενεργουμένας κρατήσεις ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Ὅταν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι λέγωμεν τοιαῦτα πράγματα, ἑπόμενον εἶναι νὰ δημιουργοῦνται εἰς τὸ κοινὸν αἱ κακαὶ ἐντυπώσεις περὶ ἡμῶν.
§215Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Γνωρίζετε τὰς προθέσεις μου. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δημαγωγήσω. Νομίζω, ὅμως, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ συνταξιοδοτοῦνται οἱ βουλευταί, οἱ Ἐπίσκοποι, οἱ Κρατοκοὶ Λειτουργοὶ καὶ τόσαι ἄλλαι τάξεις Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ νὰ μὴ συνταξιοδοτοῦνται οἱ ἀγρόται, παρ’ ὅλον, ὅτι ἀποτελοῦν τὰ ⅔ τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Μόνιμον, κ. βουλευταί, εἶναι τὸ αἴτημα τῆς τάξεως αὐτῆς νὰ τύχῃ τῶν αὐτῶν προνομίων καὶ τῆς αὐτῆς μεταχειρίσεως, τῆς ὁποίας τυγχάνουν αἱ λοιπαὶ τάξεις τῶν Ἑλλήνων. Καὶ τελειώνω μὲ τὴν ὑπενθύμισιν τοῦ ρητοῦ «ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ γίνῃ τὸ δίκαιον καὶ ἂς καταστραφῇ ὁ νόμος».
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Εὑρισκόμεθα, κύριοι, πρὸ δύο προτάσεων. Ἡ μία ἦτο ἡ προχθὲς ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία λέγει: «Δυνάμει τοῦ ἄρθρ. 39 τοῦ Κανονισμοῦ... (ἀναγινώσκει)...». Ἔγινε μία ἀποσαφήνισις, ὅτι ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ συνταγματικῶς παραδεκτοῦ. Ἀλλὰ ὑπεβλήθη καὶ ἄλλη πρότασις 25 βουλευτῶν, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς καὶ ἡ ὁποία ὡς ἀπωτέρα, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ πρώτη εἰς ψηφοφορίαν. (Ἀναγινώσκει).
§217Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω, ὅτι αἱ ὑψηλαὶ αὐταὶ πανουργίαι πρέπει κάποτε νὰ σταματήσουν... (θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἡλιοῦ, ἡ φράσις σας εἶναι πλέον ἢ ἀτυχής. Ἐπειδὴ εἶσθε ἐκπρόσωπος Κόμματος, δὲν σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν. Παρακαλῶ, ὅμως, νὰ θεωρῆτε ἑαυτὸν ὡς ἀνακληθέντα εἰς τὴν τάξιν.
§219Η. ΗΛΙΟΥ. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον, νὰ διευκρινήσῃ κατὰ τὶ διαφέρει ἡ μία πρότασις ἀπὸ τὴν ἄλλην. Ἁπλῶς εἶναι ἐπανάληψις τῆς αὐτῆς προτάσεως.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χωρὶς νὰ ὁμιλῶμεν, κ. συνάδελφε, περὶ πανουργιῶν, θὰ σᾶς δώσω ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν. Εἶπον, ὅτι ἡ μὲν πρώτη ὁμιλεῖ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον. Ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἀνωμαλίαν ἐν προκειμένῳ;
§221Η. ΗΛΙΟΥ. Εἴπατε, ὅτι ἡ μία ὁμιλεῖ περὶ τοῦ παραδεκτοῦ τῆς ἀρχῆς, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς συνταγματικότητος καὶ ἡ ἄλλη περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. Δηλαδὴ τὸ ναὶ καὶ τὸ ὄχι. Σεῖς, κ. Πρόεδρε, ὁ χειριστὴς τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι πρὶν περάσῃ ἀπὸ Ἐπιτροπὴν καὶ πρὶν ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοθετικῆς ἐργασίας, νὰ συζητῆται ἡ ἀρχὴ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου. Σήμερον συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ συνταγματικῶς παραδεκτοῦ ἢ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου;
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχονται οἱ ὑπογράφαντες τὴν πρότασιν νὰ προσθέσω τὰς λέξεις «ἐπὶ τοῦ συνταγματικῶς;». Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§223Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Εἶναι παράδοξον πῶς ἐξηγέρθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ κ. Ἡλιοῦ. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ κρίνω, οὔτε νὰ σχολιάσω τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν. Ἀλλὰ δὲν παρηκολούθησε τὴν συζήτησιν. Ἔθεσα τὸ ζήτημα πρὸς μιᾶς ὥρας πρὶν ἢ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Μπακόπουλος. Καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τῆς προτάσεως νόμου, παρεδέχθη, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μή. Ἐὰν θὰ διατυπωθῇ ὡς ἐρώτημα περὶ τοῦ παραδεκτοῦ, ἢ τοῦ ἀπαραδέκτου δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἀλλὰ περὶ ὑψηλῶν πανουργιῶν, δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ ὁ κ. Ἡλιοῦ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν, ἔχει λυθῆ. Ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ οἱ ἄλλοι κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν πρώτην πρότασιν, παρεδέχθησαν, ὅτι εἶναι ἀπωτέρα ἡ ἄλλη. Καὶ εἶναι περίεργον πῶς ἐξηγέρθη ὁ κ. Ἠλιοῦ, προκαλῶν ὁλόκληρον τὴν Βουλήν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεσθε, κ. Μπακόπουλε, νὰ προσθέσω τὸ «συνταγματικῶς»;
§225Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Δεδομένου, ὅτι εἶμαι καὶ ἐγὼ εἷς τὸν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν αὐτήν, θεωρῶ καθῆκον μου νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον ὁ κ. Ἠλιοῦ νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπε. Διότι ἄλλως, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπε δι’ ἡμᾶς ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου εἰς ἐκεῖνον.
§226Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μὲ ἠρωτήσατε, κ. Πρόεδρε, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπρότεινεν, ὅτι θέμα ψηφοφορίας θὰ εἶναι μόνον ἐπὶ τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου τῆς προτάσεως Παπανδρέου. Καὶ εἶπον ἐγώ, ὅτι ἀνεξαρτήτως τρόπου διατυπώσεως τῆς προτάσεως περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἡ ὁποία εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, σήμερον τὸ θέμα ἔχει διαλευκανθῆ. Ἄλλο τὸ ἀπαράδεκτον συνταγματικῶς τὸ ὁποῖον θὰ λυθῇ σήμερον καὶ ἄλλο ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ μεθαύριον.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ πρότασις, καὶ τὸ λέγω αὐτὸ διὰ τὸν κ. Ἠλιοῦ, ἡ πρώτη πρότασις ἀναφέρει μόνον τὴν πρότασιν νόμου τοῦ κ. Παπανδρέου καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ἄλλη τοιαύτη τῆς Ε.Δ.Α. διὰ νὰ ληφθῇ ταὐτοχρόνως ἀπόφασις. Ἑπομένως, τροποποιεῖται ἡ πρότασίς σας, κ. Μπακόπουλε, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ μόνον ἐπὶ τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου. Δὲν ἔχει σημασίαν κύριοι, ποῖος τὸ ὑποβάλλει. Πρόκειται περὶ ἀμφοτέρων τῶν προτάσεων.
§228Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Παρενεβλήθη τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος ἢ μή. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι ρητός. Τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει: «.... (ἀναγινώσκει) ...». Συνεπῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα ἐὰν εἶναι συνταγματικὸν ἢ ὄχι. Τὸ ζήτημα εἶναι παρεμπίπτον. Ἐκάμαμεν τὴν πρότασιν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Τί ὑπάρχει πέραν τοῦ Κανονισμοῦ;
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο καὶ ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου τῶν δύο προτάσεων νόμου.
§230Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συνταγματικῶς παραδεκτοῦ ἢ ἐπὶ τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου;
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα θὰ τεθοῦν. Νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Βουλόδημος. Ἀπών. Ὁ κ. Μακρῆς καὶ ὁ κ. Δραγονέτης. Θὰ κάμω τὸ ἐρώτημα, ἀλλὰ ἀναμείνατε. Τὸ ἐρώτημα τίθεται οὕτω: Οἱ παραδεχόμενοι τὸ συνταγματικῶς παραδεκτὸν... (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Οὐδεμίαν σημασίαν διὰ τὸ Προεδρεῖον ἔχει τὸ πῶς θὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα. Δύναται νὰ συμφωνήσῃ καὶ εἰς ἀναστροφὴν αὐτοῦ. Τὸ προέχον εἶναι νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία κανονικῶς.
§232Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον 39 ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον... (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς) ...λέγουσι ναί. Τὸ Προεδρεῖον ἀποφασίζει. Προχωρεῖτε εἰς τὸν κατάλογον.
§234Η. ΗΛΙΟΥ. Αὐταὶ εἶναι αἱ πανουργίαι. Θέλουν νὰ λέγουν τὸ ναί. Νομίζουν, ὅτι θὰ παραπλανήσουν τὸν λαόν Αὐταὶ εἶναι αἱ ὑψηλόταται πανουργίαι. Αὐτὸ ἐννοῶ, καὶ ἐννοεῖτε, ὅτι αὐτὸ ἐννοῶ.
§235Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε.........
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία.
§237Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δύναται ἡ πλειοψηφία νὰ ἐπιβάλῃ διὰ βοῆς τὴν θέλησίν της. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅμως πρέπει νὰ προσδιορισθῇ εἶναι, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καλὴ πίστις ἑκατέρωθεν. Ἡ οὐσία τοῦ θέματος εἶναι, ὅτι ἔρχεται μία πρότασις νόμου ἰδική μας, τὴν ὁποίαν ἡ ἄλλη παράταξις θεωρεῖ ἀπαράδεκτον, διὰ τὴν ὁποίαν λέγει, ὄχι. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Δεξιᾶς). Ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε ὅ,τι θέλετε. Ἀλλὰ θεωρῶ βυζαντινισμὸν τὴν συζήτησιν. Μοῦ εἶναι ἀδιάφορον κατὰ ποῖον τρόπον θὰ τεθῇ. Δι’ ἐμέ, εἶναι ἀσήμαντον. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὀρθόν, πρέπον καὶ αὐτονόητον, διὰ τὴν ἰδικήν μου συνείδησιν εἶναι, ὅτι ἡμεῖς φέρομεν μίαν πρότασιν νόμου. Ἡ ἄλλη πτέρυξ τὴν θεωρεῖ ἀπαράδεκτον. Ἡμεῖς λέγομεν ναί, οἱ ἄλλοι ὄχι. Αὐτὸ εἶναι τὸ σωστόν. Κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§238Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, ὅλοι θέλομε νὰ εὕρωμεν τὸν πλέον πρόσφορον τρόπον διατυπώσεως τοῦ ἐρωτήματος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαντήσῃ τὸ Σῶμα. Αὐτὸν θὰ μᾶς τὸν δώσῃ τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει. (Ἀναγινώσκει). Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἑπομένως ὁ καλλίτερος τρόπος τοποθετήσεως τοῦ ἐρωτήματος εἶναι ὁ σύμφωνος πρὸς τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωρεῖτε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι).
§240Η. ΗΛΙΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως...
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς φωναὶ ὄχι, ὄχι)!.
§242Η. ΗΛΙΟΥ. ...... νομοδιδάσκαλος ὁ ἴδιος, ἀνέγνωσε τὸ ἥμισυ τῆς διατάξεως. Ἡ διάταξις λέγει: «..... (ἀναγινώσκει) ...». (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ τὸ προέβαλον τὸ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον.
§244Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Πρ. Κυβερν.). Ἐδῶ εἶναι μία εἰδικὴ διάταξις.
§245Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Τὸ ἐρώτημα, ποῖον εἶναι;
§246Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Τί ψηφίζομεν; Δὲν ἠξεύρομεν τί ψηφίζομεν. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι).
§247Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὶ ψηφίζομεν;
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς θά λέγετε ὄχι, δηλαδή, ὅτι εἶναι συνταγματικῶς ὀρθόν.
§249Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§251Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἅπαντες οἱ βουλευταὶ τῶν Κομμάτων Ε.Δ.Α., Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, Φιλελευθέρων Δημοκρατικῶν, Φιλελευθέρων καὶ ἔνιοι τῶν Ἀνεξαρτήτων, διαφωνοῦντες ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ἐρωτήματος, ἀποχωροῦν τῆς Συνεδριάσεως διαμαρτυρόμενοι).
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δεδομένου, ὅτι οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρώτην πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας εἶναι ἀπόντες, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἑτέρα πρότασις περὶ τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Συνεπῶς, ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν ὡς ἀπαράδεκτον τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν δύο προτάσεων νόμων. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§253ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 01.35′ π.μ.)