1960.01.12
2.163 στίχοι · 15.888 λέξεις · 203 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23η
Τρίτη 12 Ἰανουαρίου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.25 μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν, διότι δὲν διενεμήθησαν εἰσέτι. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως κ. Τσάτσος, ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§2Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐνημερώσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἐπὶ τῶν μέτρων τῶν ἐπειγόντων τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς θεομηνίας ἡ ὁποία ἔπληξε τὴν πόλιν καὶ τὴν περιοχὴν τῆς Κομοτηνῆς. Τὰ μέχρι τοῦδε ληφθέντα μέτρα εἶναι τὰ ἑξῆς: Ἐκ τούτων, ἄλλα μὲν μέτρα ἐλήφθησαν ἀπὸ τοὺς ἐπὶ τόπου μεταβάντας Ὑπουργοὺς ἄλλα δὲ μέτρα ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Κέντρου. Ἐν πρώτοις δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀποκατεστάθησαν αἱ τηλεπικοινωνίαι, αἱ συγκοινωνίαι, ἡ ὕδρευσις καὶ ὁ ἠλεκτροφωτισμὸς τῆς πόλεως. Δεύτερον, ἐστεγάσθησαν αἱ οἰκογένειαι αἱ ὁποῖαι ἐστερήθησαν τῶν οἰκιῶν των λόγῳ τῆς πλημμύρας. Τρίτον, ἐχορηγήθη συσσίτιον εἰς τὰς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι ἐστερήθησαν τῶν οἰκιῶν ὡς καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἐνδεεῖς οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς χειροτέραν κατάστασιν λόγῳ τῆς δημιουργηθείσης ἐν τῇ πόλει τραγικῆς καταστάσεως. Τέταρτον, μετεφέρθησαν τρόφιμα, ἄλευρα διὰ τὸν ἐπισιτισμὸν τῆς περιοχῆς. Πέμπτον συνεκεντρώθησαν ὅλα τὰ μηχανήματα τῶν δημοσίων ἔργων τῆς περιοχῆς Κομοτηνῆς καὶ μὲ τμήματα στρατοῦ ὠργανώθη συνεργεῖον εἰς ὁλόκληρον τὴν περιοχήν. Ἕκτον, ἔχομεν πληροφορίας, ὅτι ἀκόμη τὰ ἀναχώματα τῶν χειμάρρων πιέζονται ἀπὸ ἄλλα κατερχόμενα ὕδατα καὶ δι’ αὐτὸ ὑπάρχουν ἐπὶ τόπου συνεργεῖα ἕτοιμα, τὰ ὁποῖα εἶναι θέσιν κατὰ τὰς προβλέψεις τῶν ἐκεῖ ἁρμοδίων νὰ ἀντιμετωπίσουν μίαν νέαν ἐξόρμησιν τῶν ὑδάτων ἡ ὁποία καὶ δὲν ἀποκλείεται. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔστειλεν ἐπειγόντως διαταγὴν ἀναστολῆς εἰσπράξεως ὅλων τῶν φόρων καὶ πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ πρὸς τὰ νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου ἐκ πάσης αἰτίας καὶ ἐδόθη ἐπίσης παράτασις προθεσμίας διὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἑνιαίου φόρου. Ἐκ τοῦ Ταμείου Ἀνεργίας ἐκ τῶν κονδυλίων τὰ ὁποῖα διατίθενται ὑπὲρ τῶν ἀνέργων διετέθησαν ἤδη διὰ διαφόρων μέσων 1½ ἑκατ. δραχμαί, ποσὸν τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου, ἵνα χρησιμοποιηθῇ διὰ τοὺς ἀνέργους τῆς περιοχῆς τοὺς ὑπάρχοντας καὶ τοὺς δημιουργηθέντας ἐκ τῆς καταστάσεως. Ἐπὶ πλέον, σήμερον περιλαμβάνονται εἰς τὸ 5ετὲς πρόγραμμα καὶ δὴ τὸ τοῦ 1960, ἕνα κονδύλιον 15 ἑκατ. δραχ. τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν πλέον ὁριστικοῦ ἔργου πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν πλημμυρῶν τῶν γνωστῶν χειμμάρρων. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς. Οἱ δύο Ὑπουργοὶ εὑρίσκονται ἀκόμη ἐπὶ τόπου, διότι ἀκόμη ὑπάρχει ἐνδεχόμενον νὰ προκύψουν νέα γεγονότα, διότι δὲν ἀποκατεστάθη ἀκόμη ἐκεῖ ὁ καιρός. Ἐὰν ὑπάρξῃ τίποτε νεώτερον, θὰ τὸ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὸ Σῶμα.
§3Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως καὶ ἡ παράταξις αὐτή, ὅπως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, μὲ συγκίνησιν παρηκολούθησαν τὸ δρᾶμα τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Κομοτηνῆς ἐξ αἰτίας τῆς θεομηνίας ἡ ὁποία τὴν ἔπληξεν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἀπηρίθμησεν ὡρισμένα μέτρα ἐπειγούσης ἀνάγκης τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, καθ’ ἃ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπ’ αὐτῶν μικρὰς τινὰς παρατηρήσεις θὰ ἠδύνατο νὰ διατυπώσῃ κανείς. Εἰδικῶς μόνον θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ κονδύλιον τὸ διατεθὲν ἐκ τοῦ Ταμείου ἀνεργίας, πρέπει πάντως νὰ διατεθῇ ἄνευ τῶν διακρίσεων, αἱ ὁποῖαι ἐχρησιμοποιήθησαν κατὰ τὰς ἑορτὰς καὶ κατὰ τὴν διάθεσιν διαφόρων κονδυλίων εἰς ἄλλας περιοχὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἐπροτιμήθησαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἐπιδότησιν τῆς ἀνεργίας διὰ ν’ ἀνακουφισθῇ ἀντιστοίχως ὁ προϋπολογισμὸς ὁ γενικὸς τοῦ Ταμείου ἀνεργίας, ἐνῷ ἐδῶ προκειμένου περὶ τοιαύτης ἐκτάσεως θεομηνίας πᾶς ἄνεργος εἴτε ἐπιδοτούμενος εἴτε μή, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα νὰ παράσχῃ τὰς ὑπηρεσίας του. Αὐτὴ εἶναι ἡ γενικωτέρα παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦδε εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κάμωμεν, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ, ὅτι δὲν ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ἀσκήσωμεν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι καὶ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ Κανονισμοῦ τὸν ἔλεγχον. Πέραν τούτου δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ κανεὶς νὰ ἐπέλθῃ ἡ καταστροφὴ διὰ νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ δραστηριότης αὐτὴ ὅταν οἱ κίνδυνοι οἱ προκαλούμενοι ἀπὸ τοὺς χειμάρρους αὐτοὺς εἶναι παλαιόθεν καὶ ἐπεσημάνθησαν καὶ πέρυσι καὶ προπέρυσι καὶ εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν ἐτῶν αὐτῶν ἡ διευθέτησις τῆς κοίτης αὐτῶν, ἡ ὁποία ἐὰν δὲν καταντοῦσεν ἁπλῆ διακήρυξις τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀνεβάλλετο, ἐὰν ἐπραγματοποιοῦντο δὲν θὰ ἐθρηνούσαμεν οὔτε τὰ θύματα, οὔτε τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Πρωτεύουσα τῆς Θρᾴκης. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν ἔχῃ συγκεκριμένον τί, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ζημιῶν ἐπὶ τῶν τυχὸν θυμάτων ἢ ὅ,τι δήποτε ἄλλο συναφές.
§4Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Θύματα μὲν ὑπάρχουν μέχρι τοῦδε μόνον ἕνα παιδί, ὡς ἀνέγραψαν καὶ αἱ ἐφημερίδες. Ἄλλα θύματα δὲν ὑπάρχουν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν τῶν ζημιῶν τώρα γίνεται ἡ ἀποτίμησις αὐτῶν. Διότι ἐπῆλθον ζημίαι καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς ὅλους γενικῶς τοὺς ἐπιτηδευματίας.
§5Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὸν πόνον καὶ τὴν ἀγωνίαν τῶν σκληρῶς δοκιμασθέντων κατοίκων τῆς περιοχῆς Κομοτινῆς καὶ χαίρομεν διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν ὡρισμένα ἐπείγοντα μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τεχνικὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ὅλου ζητήματος. Θὰ ἦτο βέβαια εὐχῆς ἔργον ἐὰν ἡ τεχνικὴ ἀντιμετώπισις εἶχε γίνει ἐγκαιρότερον, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶχον ἀποφευχθῆ αἱ μεγάλαι καταστροφαί. Ἀλλὰ καὶ τὸ μέρος τῆς δαπάνης τὸ ὁποῖον διατίθεται, θὰ εἶχε διατεθῆ δι’ ἀποδοτικοὺς σκοπούς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅ,τι ἔγινεν, ἔγινεν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἠθέλαμεν νὰ συστήσωμεν εἶναι νὰ τηρηθῇ ὁ αὐτὸς ρυθμὸς ἀντιμετωπίσεως τῶν θεμάτων καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν, διότι συνήθως μετὰ τὰς πρώτας ἐντυπώσεις χαλαροῦται ὁ ρυθμὸς καὶ ἀφήνονται ἐκκρεμῆ ὅλα τὰ ζητήματα.
§6Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ παρατηρήσω εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων ἀνέφερεν ὁ κ. Ἡλιοῦ, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας, μάλιστα κατὰ παρέκκλισιν, ἐζήτησεν νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τῆς Νομαρχίας ποσὸν 100.000 δραχμῶν ποὺ ὑπάρχει διὰ τὴν καταπολέμησιν τῆς ἀνεργίας εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Ταμεῖον. Ἕτερον ποσὸν 500.000 δρχ. τὸ ὁποῖον ἐπίσης ὑπάρχει βάσει εἰδικῆς συμβάσεως εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δήμου Κομοτινῆς ὡς νομικοῦ προσώπου καὶ τρίτον ἕνα ποσὸν 900.000 δρχ. δηλαδὴ σύνολον 1.500.000 διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν ποὺ ἐδημιουργήθησαν ἐκ τῆς διακοπῆς διαφόρων ἐργασιῶν καὶ συνεπῶς τῆς καταστάσεως ἀνεργίας ἑνὸς σημαντικοῦ ἀριθμοῦ ἐργατῶν. Τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου ἐτέθη εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἁρμοδίων ὀργανώσεων κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ ἐκεῖ εὑρισκομένου Ὑπουργοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ἑπομένως, εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ τόσον διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐκτάκτου ἀντιμετωπίσεως ὅσον καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἀνέργων εἰς ἀπασχολήσεις ἔχουν τὴν σχετικὴν εὐχέρειαν καὶ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ εἶναι διάφορος μὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ εἰδικὰς προϋποθέσεις διὰ τὴν ἐπιδότησιν τῶν ἀνέργων κατὰ τὰς ἑορτάς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως κ. Η. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§8Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω τὴν συμπάθειαν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς Κομοτινῆς. Βεβαίως, δὲν δύναταί τις προχείρως νὰ κρίνῃ ἐὰν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὁποῖα ἀπηρίθμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐπαρκῆ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἄχαρον νὰ ἀμφισβητήσῃ τις ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ κάμῃ πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ ἀνακουφίσῃ τοὺς δοκιμαζομένους συμπατριώτας μας τῆς Κομοτινῆς. Βεβαίως πρέπει νὰ δραχθῶμεν τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει εἶναι μία ὁριστικὴ ρύθμισις τοῦ θέματος τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ἠσχολήθη ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη. Διότι καὶ ἄλλοτε ὁ χείμαρρος αὐτὸς ἔχει δημιουργήσει ζημίας. Ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως, ὅτι ἀνεγράφη εἰς τὸ 5ετὲς πρόγραμμα ἕνα ποσὸν διὰ τὴν διαρρύθμισιν τῆς κοίτης αὐτοῦ τοῦ χειμάρρου.
§9Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Διὰ τὸ ἔτος 1960.
§10Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Σύμφωνοι, διότι, ὡς εἴπατε εἰς τὸ πενταετές, ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἀνησύχησε. Διότι ἀπὸ παιδίον 5 ἐτῶν ἔγινεν ἐν τῷ μεταξὺ ἔφηβος καὶ ἀνησυχῶ μήπως πολλὰς φορὰς θὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ τοῦ χειμάρρου. Εὐχαρίστως ἀκούω, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ 1960, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μὲ ἱκανοποιεῖ. Θὰ ἤθελον νὰ σημειώσω ἐν συνεχεία, ὅτι εὐτυχῶς ὄχι αὐτῆς τῆς ἐκτάσεως, ἀλλὰ μικρότεραι ζημίαι ἀνεκοινώθησαν καὶ διὰ τὴν πόλιν τῆς Ἄρτης διὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ συνάδελφος κ. Γαρουφαλιᾶς.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφήνετε τὸν κ. Γαρουφαλιᾶν νὰ τὰ εἴπῃ;
§12Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐκτὸς κειμένου θὰ ἀπαντήσω κ. Πρόεδρε. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀνεκοινώθη τίποτε ἐν σχέσει μὲ τὰς καταστροφὰς αὐτάς, ἀλλὰ ἐλπίζω νὰ εἶναι περιωρισμέναι αἱ ζημίαι τῆς πόλεως αὐτῆς, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἄξιαι νὰ ἀπασχολήσουν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο θέμα τὸ ὁποῖον ἐθίγη, οὐδενὸς τὴν ἐντοπιότητα θέλω νὰ ἀμφισβητήσω, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὡς κόμμα νὰ μὴ δύναμαι παρὰ νὰ ἀσχολοῦμαι μὲ ὅ,τι ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Γαρουφαλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§14Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἱκανοποιοῦν τὴν κοινὴν γνώμην. Διότι ὄχι μόνον ἀντιμετώπισε τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τὰς δημιουργηθείσας ἐκ τῶν καταστροφῶν, ἀλλ’ ἔλαβε καὶ μέριμναν διὰ τὴν παγίαν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ διὰ τὴν διευθέτησιν τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου. Ἐκεῖνο ποὺ μὲ λυπεῖ μόνον εἶναι ὅτι δὲν ἐδόθη προσοχὴ εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦ Δημάρχου Ἄρτης, ὁ ὁποῖος ἐζήτησεν ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ 1960 ἡ κατασκευὴ ἔργων, τὰ ὁποῖα θὰ προστατεύσουν τὴν Ἄρταν ἀπὸ τὸν ποταμὸν Ἄραχθον. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιθυμῶ νὰ προβῇ εἰς μίαν δήλωσιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§16Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ρόλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς παρομοίας περιπτώσεις ἐθνικῆς συμφορᾶς, περιορίζεται εἰς τὸ νὰ ἐκφράσῃ τὴν συμπάθειάν της πρὸς τὰ θύματα καὶ τοὺς πληγέντας. Ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν φέρει εὐθύνην. Προηγουμένως ἐθίγη ὅτι ὑπάρχει εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἀμέλειαν νὰ προλάβῃ τὴν φθορὰν τοῦ φράγματος. Δὲν θὰ συζητήσωμεν τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐὰν ὑπάρχουν εὐθῦναι. Περιοριζόμεθα καὶ ἡμεῖς τὸ Δημοκρατικὸν Φιλελεύθερον Κόμμα νὰ ἐκφράσωμεν τὴν συμπάθειάν μας πρὸς τοὺς πληγέντας ἐκ τῆς θεομηνίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας ἀνεκοίνωσε τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν πληγέντων. Δὲν ἀνεκοίνωσεν ὅμως τὴν πλήρην ἔκτασιν τῶν ζημιῶν. Ἐκ τῶν δημοσιευθέντων εἰς τὰς ἐφημερίδας, λαμβάνω ἀφορμὴν διὰ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Προεδρίας, μήπως ἔχει γνῶσιν περὶ τῶν αἰτίων τῆς συμφορᾶς. Διότι ἀνεγράφη εἰς τὸν τύπον, ὅτι ἡ Βουλγαρία ἤνοιξε τὰ εἰς τὸ ἔδαφός της φράγματα καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῶν ἐγένοντο αἱ καταστροφαί. Θὰ ἤθελα νὰ πληροφορηθῶ, ἐὰν αὐτὰ τὰ δημοσιεύματα εἶναι ἀληθῆ. Θὰ παρεκάλουν, συνεπῶς, τὴν Κυβέρνησιν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, πῶς ἀκριβῶς ἔχουσι τὰ πράγματα καὶ κατὰ πόσον τὰ φημολογούμενα ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν πραγματικότητα, διότι εἶναι πρόδηλον ὅτι παρόμοια δημοσιεύματα εἰς τὸν τύπον δύνανται εὐλόγως νὰ προκαλέσουν πηγὴν ἀνησυχιῶν.
§17Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶχον τὴν τιμήν, τετράκις ἐκλεγεὶς βουλευτής, τὰς δύο φορὰς νὰ ἐκπροσωπήσω τὸν Νομὸν Ροδόπης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ὡς ἐκ τούτου αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβω τὸν λόγον κατόπιν τῆς μεγάλης συμφορᾶς, ἥτις ἔπληξε τὴν πόλιν τῆς Κομοτινῆς, μὲ πρωτοφανῆ πράγματι ἔντασιν. Ἀτυχῶς, κύριοι βουλευταί, παρόμοιαι θεομηνίαι συνέβησαν καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς μικροτέραν ὅμως ἔκτασιν. Καὶ ἐδόθησαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐντολαὶ ἐκτελέσεως ἔργων, δὲν κατέστη ὅμως δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀντιμετωπίζετο μία ἐνδεχομένη, ὡς ἡ παροῦσα, θεομηνία. Παρηκολούθησα, κύριοι βουλευταί, τὴν θεομηνίαν, ἥτις ἔπληξε τὴν πόλιν τῆς Κομοτινῆς, ἀπὸ τὸ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς. Ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔσπευσε νὰ λάβῃ ἄμεσα μέτρα προστασίας τοῦ δοκιμασθέντος πληθυσμοῦ, κινητοποιήσασα Μονάδας Στρατοῦ καὶ Χωροφυλακῆς, ὡς καὶ ὁλόκληρον τὴν κρατικὴν μηχανήν, οὕτως ὥστε νὰ καταστήσῃ τὸν πόνον τοῦ λαοῦ ἐλαφρότερον. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔναρξιν τῶν ἔργων περὶ ὧν καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ὑπουργὸς ὡμίλησε, καὶ θὰ λάβῃ πᾶν μέτρον πρὸς περίθαλψιν καὶ ἀνακούφισιν τῶν δυστυχούντων κατοίκων τῆς περιοχῆς, καθὼς καὶ διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς διὰ πολλοστὴν φορὰν καταστραφείσης οἰκονομίας των.
§18Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Μπακόπουλον.
§19Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν λαόν.
§20Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Δὲν ὑπάρχει κανὲν στοιχεῖον ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ προκύπτῃ ὅτι συνέβησαν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑπηνίχθητε. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠσχολήθη κἂν μὲ τὴν ἀναζήτησιν τῶν πέραν τῶν συνόρων αἰτιῶν, ἐὰν τοιαῦται ποτὲ ὑπῆρξαν, ἀλλὰ δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν στιγμὴν κανὲν στοιχεῖον διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι τοιοῦτόν τι συνέβη. Κανὲν ἀπολύτως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω εἶναι, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ τὴν αἰτίαν ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως αὐτῆς τῆς θεομηνίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύνηθες γεγονός, εἶναι ὅλως ἐξαιρετικόν. Καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι βεβαίως καλὸν θὰ ἦτο νὰ εἶχε γίνει τὸ ἔργον τῆς Κομοτινῆς, ὅπως καλὸν θὰ ἦτο νὰ εἶχον γίνει καὶ πολλὰ ἄλλα ἔργα, ὡς τῆς Ἄρτης κλπ., ἀλλὰ ἐδῶ πρόκειται περὶ μιᾶς ἀπροβλέπτου ἐξαιρετικῆς θεομηνίας καὶ διὰ πρώτην φορὰν βλέπω νὰ ἐλέγχεται ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν τὴν προέλαβε. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν κάτω εἰς τὸ Φάληρον, κατεστράφη ὁλόκληρος ἡ πλάζ... ἐκείνη τὴν ὁποίαν κατεσκεύασεν ὁ τουρισμός, διότι διὰ πρώτην φορὰν μετὰ μίαν 30ετίαν συνέβη νὰ ἔχωμεν τοιαύτην θεομηνίαν εἰς τὴν χώραν μας. Ἑπομένως, ἡ θεομηνία ἀπετέλει ἓν ἐξαιρετικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐλέγχου. Βεβαίως, δύναται ἡ Βουλὴ διὰ τῆς συνήθους ὁδοῦ, ἐὰν θέλῃ, νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν βραδύτερον, ἐὰν ἔπραξε τοῦτο ἢ παρέλειψε ἐκεῖνο. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τώρα τὴν Βουλήν, εἶναι, ὅτι δὲν θὰ παραλείψῃ οὔτε νὰ λάβῃ περαιτέρω μέτρα πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως, οὔτε νὰ ἐρευνήσῃ τοὺς τεχνικοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ θεομηνία. Οὐδὲν ὅμως στοιχεῖον ἔχει διὰ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, εἶναι ἀληθῆ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Κιτσίκης, Α. Μπριλλάκης, Μ. Σβώλου, Κ. Σωτηρίου, Σ. Ἡλιόπουλος, Γ. Πρίφτης, Ι. Παπαδημητρίου, Π. Καπνίσης, Δ. Γιαχνῆς, Γ. Αὐγερόπουλος, Β. Θανασέκου, Χ. Φιλίππου, Ο. Ἀντώνογλου, Κ. Κωνσταντάρας, Χ. Παγώνης, Β. Μπρακατσούλας, Ι. Σιαφλέκης καὶ Γ. Παπαγεωργίου, καταθέτουσι, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, πρότασιν νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ αʹ ἐδαφίου τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Ν. Δ. 3971)1959 «περὶ Τεχνικῆς καὶ Ἐπαγγελματικῆς Ἐκπαιδεύσεως, Ὀργανώσεως τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ Διοικήσεως τῆς Παιδείας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Η. Ἡλιοῦ, Β. Ἐφραιμίδης, Σ. Ἡλιόπουλος, Γ. Πρίφτης, Κ. Κωνσταντάρας, Ι. Σιαφλέκης, Μ. Χριστογεῶργος, Σ. Καρασάββας, Α. Τσιπώρης, Χ. Παγώνης, Ι. Κοντουδάκης, Γ. Κατσίμπας, Α. Τσιάντος, Ν. Καπνίσης καὶ Α. Λασκαρίδης καταθέτουσι, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, πρότασιν νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4014)1959 Ν. Δ. «περὶ Ἀνωνύμου Ἑταιρίας διὰ τὴν βιομηχανικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἡλιόπουλος, Α. Λασκαρίδης, Σ. Καρασάββας, Ε. Ρήγας, Γ. Κατσίμπας, Ι. Εὐαγγελίδης, Κ. Δεσποτόπουλος, Ο. Ἀντώνογλου, Χ. Μπούσιος, Β. Θανασέκου, Μ. Κανιάρης, Ν. Καπνίσης, Ι. Σιαφλέκης, Κ. Σωτηρίου, Β. Ἐφραιμίδης, Ε. Γιαρένης, Φ. Περισσοράτης καὶ Α. Τσιπώρης καταθέτουσι, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, πρότασιν νόμου «περὶ ἀκυρώσεως, καταργήσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. Δ. 4029)59 «περὶ ἀργούντων μεταλλείων τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ Μεταλλευτικοῦ Κώδικος καὶ τῆς Ὑπηρεσίας Μεταλλείων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἡλιόπουλος, Ι. Σιαφλέκης, Μ. Χριστογεῶργος, Ι. Γαβριηλίδης, Β. Θανασέκου, Δ. Παπαθανασόπουλος, Ι. Κοντουδάκης, Α. Κακογιάννης, Ι. Ἀθητάκης, Β. Ἐφραιμίδης, Γ. Πρίφτης, Γ. Εὐαγγέλου, Β. Μπρακατσούλας, Γ. Κατσίμπας, Γ. Σπηλιόπουλος, Γ. Παπαγεωργίου, Κ. Χιωτάκης καὶ Α. Χονδρονάσιος, καταθέτουσι, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, πρότασιν νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ Ν. Δ. ὑπ’ ἀριθ. 4016)59 «περὶ τροποποιήσεως τῆς περὶ ἐγκληματιῶν πολέμου νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Βαρδινογιάννης, Ν. Ἰντζές, Ι. Ὀρφανός, Ε. Κοθρῆς, Α. Μπαρότσης, Ν. Ζορμπᾶς, Κ. Μαρῆς, Σ. Κωστόπουλος, Π. Ξενοδοχειάρης, Ε. Σαββόπουλος, Θ. Παπαπαναγιώτου, Π. Πολυχρονίδης, Ε. Ἀρβανιτάκις, Ι. Τούμπας καὶ Θ. Δεσύλλας, καταθέτουσι, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, πρότασιν νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ Ν. Δ. 3971)1959 «περὶ Τεχνικῆς Ἐκπαιδεύσεως, Ὀργανώσεως τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ Διοικήσεως τῆς Παιδείας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Κλῆς, Δ. Βουρδουμπᾶς, Ν. Ρηγόπουλος, Γ. Σαμαρᾶς, Η. Παπαηλιοῦ, Νικηταρᾶς Βαρβιτσιώτης, Χ. Γκαργκάνας, Ι. Τριανταφυλλίδης, Τ. Μιχαηλίδης, καὶ Γ. Βολουδάκης, καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Ν. 1893)1959 καὶ τοῦ ἀπὸ 2)31 Αὐγούστου 1939 Δ. «περὶ καθορισμοῦ ἑδρῶν τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργανώσεων»... Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 2458)1953 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Κ. Κ. 4971)1931 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Σώματος Ἀστυνομίας Πόλεων» καὶ ρυθμίσεως τῆς θέσεως τῶν ὑπεραρίθμων ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Μπακατσέλος, Κ. Μαρῆς, Ε. Ζαννῆς, Π. Ξενοδοχειάρης καὶ Σ. Κωστόπουλος καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. 3968)1959 ἀφορῶντος εἰς τὰς Τοπικὰς Ἑνώσεις καὶ τὴν Κεντρικὴν τοιαύτην τῶν Δήμων καὶ τῶν Κοινοτήτων τῆς Ἑλλάδος». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Βαλοῦρδος, καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, λόγῳ δημοσίας ὠφελείας, τῆς παρὰ τὸν Δῆμον Καισαριανῆς Ἀθηνῶν ἐκτάσεως ἰδιοκτησίας τῆς Πανελληνίου Σκοπευτικῆς Ἑταιρίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Μερλόπουλος, Α. Τσιάρας, Η. Σκυλλάκος, Ι. Γιαλώφας, Κ. Ἀθανασιάδης, Ι. Ἀθητάκης, Θ. Ἀνώνογλου, Γ. Βαλοῦρδος, Α. Βουλόδημος, Ι. Γαβριηλίδης, Π. Γλιγλῆς, Μ. Γαληνός, Σ. Διβάρης, Ι. Δραγονέτης, Κ. Δεσποτόπουλος, Γ. Εὐαγγέλου, Β. Ἐφραιμίδης, Ι. Ζαΐμης, Η. Ἠλιοῦ, Β. Θανασέκου, Μ. Κύρκος, Ν. Καθαροσπόρης, Α. Κακογιάννης, Α. Καλλιδόπουλος, Π. Καπνίσης, Σ. Καρασάββας, Μ. Κανιάρης, Γ. Κατσίμπας, Θ. Κεραμιτσιόγλου, Δ. Κελτεμλίδης, Ι. Κοντουδάκης, Α. Κολαμπᾶς, Κ. Κωνσταντάρας, Α. Λασκαρίδης, Χ. Μπούσιος, Β. Μπρακατσούλας, Α. Μπριλάκης, Κ. Πυρομάγλου, Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Παινέζης, Δ. Παπαθανασόπουλος, Α. Παπαδόπουλος, Α. Παπαθανασίου, Φ. Περισσοράτης, Γ. Πρίφτης, Ε. Ρήγας, Ι. Σιαφλέκης, Γ. Σπηλιόπουλος, Ε. Σκούρας, Δ. Σπυρίδης, Κ. Σωτηρίου, Ν. Σκοπούλης, Κ. Τσιγάρας, Α. Τσιάντος, Α. Τσιπώρης, Χ. Φιλίππου, Α. Χονδρονάσιος καὶ Μ. Χριστογιῶργος, καταθέτουσι προτάσεις νόμων «περὶ ρυθμίσεως ἐνίων ἀγροτικῶν χρεῶν». Ἅπασαι αἱ ἀνωτέρω προτάσεις παραπέμπονται κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὡς ἁρμόδιον νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν δαπάνης. Δεύτερον, οἱ ὡς ἄνω καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ συνταξιοδοτήσεως τῶν ἀγροτῶν λόγῳ γήρατος, ἀνικανότητος πρὸς ἐργασίαν καὶ θανάτου». Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς καὶ Ἀρχηγὸς Κόμματος κ. Παπανδρέου καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ὀργανισμοῦ Συντάξεως Ἀγροτῶν». Ὡς πρὸς τὰς δύο τελευταίας προτάσεις, αὗται, ὑποβαλλόμεναι ὑπὸ βουλευτῶν, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Προεδρείου ἀντίκεινται εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 24 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰς ὁποίας «πᾶσα πρότασις νόμου σκοποῦσα τὴν τροποποίησιν τῶν περὶ συντάξεων νόμων ἢ ἀπονομὴν συντάξεως ἢ τὴν ἀναγνώρισιν ὑπηρεσίας ὡς παρεχούσης τοιοῦτον δικαίωμα, ὑποβάλλονται μόνον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Προκειμένου δὲ περὶ συντάξεων, αἵτινες βαρύνουσι τὸν προϋπολογισμὸν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν». Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ ὁ Πρόεδρος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προβάλῃ τὸ ἀπαράδεκτον ἐν προκειμένῳ, τῶν δύο τελευταίων προτάσεων νόμων.
§22Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Πρόεδρος «εἰσηγεῖται», εἴπατε......
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλει τὸ ἀπαράδεκτον. Δὲν ἀποφασίζει. Πᾶς βουλευτὴς καὶ οἴκοθεν ὁ Πρόεδρος προβάλλει τὸ ἀπαράδεκτον, λέγει τὸ ἄρθρον 39.
§24Η. ΗΛΙΟΥ. Σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Κανονισμοῦ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐκ τῶν τριῶν νομοσχεδίων τοῦ περὶ ἀναστολῆς ἀγροτικῶν τινων χρεῶν, ζητῶ ὡς εἷς ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν νόμου νὰ εἰσηγηθῶ δι’ ὀλίγων τὸ θέμα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐπὶ δέκα λεπτά.
§26Η. ΗΛΙΟΥ. Βεβαίως. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ γίνῃ ἀμέσως συζήτησις ἢ ἐὰν ἀπουσιάζῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, ἀλλὰ ἐτέθη παρ’ ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, καὶ δεύτερον ζήτημα, προκριματικόν, τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῶν δύο ἄλλων προτάσεων νόμων. Δὲν μοῦ ἀνήκει νὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν τῆς προτάσεως νόμου τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος πάντως ἀπουσιάζει —παρίσταται τὸ κόμμα του— ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ληφθῇ οἱαδήποτε ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἀπόντος τοῦ ὑποβαλόντος τὴν πρότασιν. Ὁπωσδήποτε ὡς πρὸς τὴν πρότασιν νόμου τὴν ὑποβληθεῖσαν ἀπὸ τὰ τρία κόμματα, τῆς Νέας Ἀγροτικῆς Κινήσεως, τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ τοῦ Κόμματος τοῦ ὁποίου αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκφράζω τὰς γνώμας, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι πρῶτον, τὸ αὐτοτελὲς δικαίωμα τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως εἰσηγηθῇ περὶ τίνος πρόκειται, ὑπάρχει ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὰ ἄλλα. Εἶναι πρὸ τοῦ προδικαστικοῦ ζητήματος, τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ καὶ συνεφωνήθη, ὅτι ἐξ ὀνόματος τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν νόμου θὰ τὸ χειρισθῇ ὁ συνάδελφος κ. Μερλόπουλος τῆς Νέας Ἀγροτικῆς Κινήσεως. Ὡς πρὸς τὸ παραδεκτόν, ἢ μὴ βεβαίως ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ εἰσήγησις τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ὁ κ. Μερλόπουλος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συντάξεως τῶν ἀγροτῶν καὶ ἐνδεχομένως καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, εἴτε σήμερον εἰδοποιούμενος, εἴτε ἀναβαλλομένης τῆς συζητήσεως δι’ ἄλλην ἡμέραν, ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν συναφῶν νομοσχεδίων, ὅτι θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Διότι ἡ διάταξις εἶναι ρητή. Εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 49, ὅτι ἐπὶ τῶν προτάσεων νόμων ἡ Βουλὴ ζητεῖ τὸ παραδεκτόν, δηλαδὴ νὰ γίνῃ ἄλλως, παρὰ νὰ ὑπάρξῃ προηγουμένως μία συζήτησις ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§28Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀκούσητε ἡμᾶς προηγουμένως.
§29Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Δὲν νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ τῆς προτάσεως, ἐφόσον δὲν συντρέχουν αἱ τυπικαὶ συνταγματικαὶ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν καὶ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα τῆς προτάσεως. Ὅταν λέγῃ τὸ Σύνταγμα, ὅτι νόμον συνταξιοδοτικὸν δὲν δύναται νὰ τὸν εἰσηγηθῇ παρὰ μόνον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφόσον δὲν τὸν εἰσηγεῖται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύναται τὸ Προεδρεῖον νὰ προχωρήσῃ, οὔτε νὰ παράσχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θέματος ἐπὶ δέκα λεπτά, ὡς ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Αὐτὸ εἶναι ἐπιτρεπτὸν μόνον ἐπὶ συνταγματικῶς παραδεκτῶν προτάσεων νόμων.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον, θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν δύο προτάσεων, διὰ τὰς ὁποίας τὸ Προεδρεῖον προέβαλε τὸ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον, καθ’ ὅσον διὰ τὴν ἄλλην, τῶν χρεῶν, εἶναι ὁμαλὴ ἡ διαδικασία. Θὰ εἰσέλθωμεν ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἀμέσως θὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Μερλόπουλον προκειμένου νὰ εἰσηγηθῇ τὴν πρότασιν περὶ ἀγροτικῶν χρεῶν.
§31Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐγὼ θὰ ἀναπτύξω τὴν τῶν χρεῶν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος εἰσηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον τῶν δύο τελευταίων προτάσεων. Ἡ Κυβέρνησις εἶπε τὰς ἀπόψεις της. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσουν ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ ὁ κ. Ἡλιοῦ, διὰ νὰ ἀντικρούσουν τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως.
§33Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ ὄχι εἶναι θέμα πλέον Κανονισμοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δικαιοῦται ὁ καθεὶς νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τηρηθῇ ὅμως μία σειρά. Πρῶτον θὰ λάβουν τὸν λόγον οἱ εἰσηγούμενοι.
§35Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἡλιοῦ, δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§36Η. ΗΛΙΟΥ. Παρακαλῶ.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Μπακόπουλε. Ἔχετε τὸν λόγον.
§38Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγκινεῖ βαθύτατα ἡ ὄψιμος συνταγματικὴ εὐαισθησία καὶ ὑμῶν προσωπικῶς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἔχουν μέχρι σήμερον καταπιῆ καμήλους ὁλοκλήρους ἀντισυνταγματικοτήτων καὶ τώρα...... (δὲν ἠκούσθη).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν Κυβέρνησιν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε, ὅπως θέλετε, διότι αὕτη ἔχει τὴν εὐχέρειαν τῆς ἀπαντήσεως καὶ ἀντεπιθέσεως. Τὸ Προεδρεῖον, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις καὶ νὰ τηρῇ ψύχραιμον ἀντικειμενικότητα καὶ καλὸν εἶναι νὰ μὴ τὸ θίγετε, διότι εἶναι ἀνυπεράσπιστον. Βεβαίως δύνασθε εἰς ἄλλην στιγμὴν νὰ κάμετε πρότασιν μομφῆς κατ’ αὐτοῦ, διότι οὐδεὶς εἶναι ἀλάθητος. Ἀλλὰ ὑπαινιγμοὺς κατὰ τοῦ Προέδρου, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὔτε διακοπὰς οὗτος ἐπιτρέπεται νὰ κάμῃ, οὔτε νὰ εἴπῃ, ὅτι λέγετε ἀνακριβείας, οὔτε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ ἀντιδράσῃ καὶ προκαλέσῃ, παρακαλῶ νὰ μὴ κάμετε. Ἐὰν ἔχετε διὰ τὸν Πρόεδρον, κἄτι τι οὐσιαστικόν, τὸ λέγετε εἰς ἄλλην στιγμὴν καὶ κατὰ διαδικασίαν ἐπιτρέπουσαν τὸν ἀντίλογον καὶ τὴν ἄμυναν.
§40Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡμιλήσατε περὶ μομφῆς τοῦ Προέδρου. Δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ καταλήξωμεν ἐκεῖ ἐν προκειμένῳ. Ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν ἀληθείᾳ ὅταν λέγετε, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Προέδρου εἶναι δύσκολος. Πράγματι εἶναι δύσκολος. Ἐγὼ ὁ ἴδιος προσωπικῶς πλέον ἢ ἅπαξ ἐπεσήμανα τὴν εὐθύνην τοῦ Προεδρείου διὰ τὰς ἀντισυνταγματικότητας, αἱ ὁποῖαι ἐπανειλημμένως ἔχουν σημειωθῆ κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὄχι μόνον ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 δὲν ἐσεβάσθημεν ποτὲ τὸ Σύνταγμα καὶ ἔρχεσθε τώρα ὀψίμως Κυβέρνησις καὶ Προεδρεῖον εἰς ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ζωὴν τοῦ Ἔθνους, διότι ἂν χάσωμεν τοὺς ἀγρότας δὲν ὑπάρχει τίποτε, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἀντὶ νὰ συγκινηθῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν τύχην τοῦ ἀγρότου, συγκινεῖται τάχα διὰ τὴν τυπικὴν κατ’ αὐτὴν παράβασιν τοῦ Συντάγματος; Ποῦ εἶναι ἡ παράβασις; Ὅτι τάχα πρότασις νόμου τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ μου, κ. Παπανδρέου, ὁμιλεῖ περὶ συντάξεως. Κύριε Πρόεδρε, μία κἄπως στοιχειωδῶς προσεκτικὴ— δὲν λέγω κἂν ἐπισταμένη— ἀλλὰ στοιχειωδῶς προσεκτικὴ μελέτη τῆς προτάσεως τοῦ νόμου δὲν θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὔτε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ὁμιλοῦν περὶ συντάξεως τῆς ὁποίας ὡρισμένην διαδικασίαν καὶ τὴν θέσπισιν προνοεῖ τὸ Σύνταγμα. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ «συντάξεως» κατὰ τὴν καθιερωμένην ἔννοιαν. Ἂν ἡ πρότασις Παπανδρέου ὁμιλῇ περὶ συντάξεως, τὸ πράττει ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὴν ἀγρότην, ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὸν ἀγροτικόν μας πληθυσμόν, πρὸς τὴν σπονδυλικὴν στήλην δηλαδὴ τοῦ Ἔθνους. Ὑπάρχουν σωρεῖαι τοιούτων παροχῶν. Ἡ σύνταξις τῶν βουλευτῶν, κ. Πρόεδρε, λέγεται σύνταξις χωρὶς καὶ νὰ εἶναι σύνταξις ὡς ἐκείνη τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος παρεχομένη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, κατὰ τὸ ἄρθρον 98 τοῦ Συντάγματος; Ἡ σύνταξις τοῦ Ταμείου Νομικῶν λέγεται σύνταξις; Ἡ σύνταξις τοῦ Ταμείου ἰατρῶν λέγεται σύνταξις; Ἡ σύνταξις τοῦ ΙΚΑ λέγεται σύνταξις; Ἡ σύνταξις, ἡ ὁποία παρέχεται ἀπὸ ὅλους τοὺς ὀργανισμοὺς Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως λέγεται σύνταξις; Καὶ ὅμως δὲν εἶναι ἡ σύνταξις τοῦ Συντάγματος. Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε μίαν ὑποχρέωσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ σᾶς εἶναι ποτὲ ὀρθὸν νὰ ἀποστῆτε οὔτε σεῖς, ὡς Πρόεδρος, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, ὡς Κυβέρνησις. Ἔχετε ὑποχρέωσιν τὴν πρότασιν Παπανδρέου νὰ τὴν στείλετε εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του, νὰ τὴν ἐκτυπώσετε, νὰ τὴν διανείμετε, νὰ τὴν παραπέμψετε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ τὴν φέρετε πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ ἔλθῃ, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἔλθῃ, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν κοινωνικὴν λαίλαπα, μίαν γενικὴν ἐξέγερσιν τῶν ἀγροτῶν, ὁπότε θὰ διαχωρίσῃ πλέον ἕκαστος τὰς εὐθύνας του. Καὶ ὅταν τὸ θέμα θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν, τότε ἔχετε τὸ δικαίωμα καὶ ὑμεῖς ὡς Πρόεδρος νὰ προβάλετε οἴκοθεν τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου διὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἕκαστος βουλευτὴς τότε ἐν φάρδει καὶ ἐν πλάτει θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξῃ καὶ τὰς συνταγματικὰς καὶ τὰς οὐσιαστικὰς καὶ τὰς πολιτικὰς καὶ τὰς κοινωνικὰς ἀπόψεις, καὶ ἕκαστος θὰ εὑρεθῇ ἠναγκασμένος μὲ τὴν σκληρὰν μοῖραν τῆς πολιτικῆς εὐθύνης νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας του ἔναντι τοῦ συνόλου τῶν ἀγροτῶν, ἂς σταθμίσῃ τότε ἕκαστος τὰς εὐθύνας του καὶ ἂς δώσῃ τὴν ψῆφον του. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πρὸ ὀλίγου μὲ τὸ ὕφος τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Δικαίου τοῦ ὁμιλοῦντος ἀπὸ καθέδρας ὅτι, πῶς θέλετε, καὶ ἡ ἐλαχίστη συνέχεια νὰ δοθῇ εἰς μίαν τοιαύτην πρότασιν, ὅταν ὑπάρχῃ ἔλλειψις τῶν ἐξωτερικῶν γνωρισμάτων τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεὶς νὰ τὰ παρίδῃ οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ πλειοψηφία, οὔτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Σφάλλει σφάλμα δεινὸν ὁ κ. καθηγητὴς τοῦ Δικαίου. Καὶ ἄλλοτε ἔφερον παρόμοιον θέμα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐμνημόνευσα καὶ τότε, θὰ τὸ φέρω πάλιν ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὴ συζήτησις, ὅτι ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ μόνου ἁρμοδίου ἐν προκειμένῳ Δικαστηρίου τῆς χώρας, ἔχουν ἀποφανθῆ, ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ καὶ εἰδικώτερον τὸ θέμα τῆς συνταξιοδοτήσεως, ὄχι πλέον τῆς κοινωνικῆς προνοίας, ἀλλὰ συνταξιοδοτήσεως ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, βάσει τῶν γενικῶν διατάξεων περὶ ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν εἶναι ἐξωτερικὰ γνωρίσματα, ἀλλὰ ἀνάγονται εἰς τὰ ENTERNA CORPORIS τῆς Βουλῆς καὶ εἶναι ἀνέλεγκτα ἀπὸ τὰ δικαστήρια. Ὅταν δὲ ἔχωμεν τοιαύτην νομολογίαν, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοήσωμεν τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου τῆς Χώρας, διὰ νὰ εἴπωμεν ἀγνοοῦμεν τὶ λέγει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Σεῖς τώρα, εἶναι σὰν νὰ λέγετε, ἔχομεν τὸ μαχαίρι, τὸ πεπόνι τὸ κόβομεν ὅπως θέλομεν. Κόψατέ το, κ. Πρόεδρε, καὶ κ. Ὑπουργέ. Ἀναλογισθῆτε μόνον τὰς εὐθύνας. Λέγει, ὁ κ. Παπανδρέου, εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς προτάσεώς του, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἀναμένωμεν τὴν ἐπανάστασιν ἐκ τῶν κάτω, ὀφείλομεν νὰ τὴν κάνωμεν ἐκ τῶν ἄνω. Καὶ ἡ ἐπανάστασις ἐκ τῶν κάτω, ἡ ἐπανάστασις τῶν ἀγροτῶν, κ. Πρόεδρε, πλησιάζει, ἔρχεται καὶ θὰ εἶναι πολὺ βιαιοτέρα ἀπὸ ἐκείνην τοῦ 1909. Θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐὰν μίαν φορὰν κερδίσῃ εἰσέτι τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐὰν 21 φορὰς τὰς κερδίσῃ, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐχάθη, ἐὰν τὰς χάσῃ μίαν φορὰν ἡ Ἑλλὰς θὰ γίνῃ παραπέτασμα. Μὲ αὐτὴν τὴν σκέψιν θὰ πρέπει νὰ ἀναλογισθῶμεν τὰς εὐθύνας μας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις μας ἔναντι τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος, ἔναντι δηλαδὴ τοῦ μεγαλυτέρου τμήματος τοῦ Ἔθνους. Ὀφείλετε, συνεπῶς, κ. Πρόεδρε, νὰ δώσητε εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπανδρέου τὴν ἐπιβαλλομένην συνέχειαν καὶ ὅταν ἡ πρότασις αὐτὴ ἔλθῃ ἑτοίμη πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, τότε ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ἢ ὄχι αὐτῆς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τοῦ ὅτι θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ δὲν τὸ ἠμφισβήτησα, κ. Μπακόπουλε.
§42Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἠμφισβήτησεν, ὅμως, διὰ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων, ὁ κ. ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ ΕΔΑ κάμνῃ χρῆσιν τοῦ παρεχομένου ὑπὸ τοῦ Συντάγματος δικαιώματος εἰς 10λεπτον ἀνάπτυξιν τῆς προτάσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Παπανδρέου, εἶμαι ἐξουσιοδοτημένος νὰ δηλώσω, ὅτι χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος δὲν θὰ κάμῃ, διότι πιστεύει, ὅτι ἡ εἰσηγητική του ἔκθεσις εἶναι πλήρης καὶ δὲν νομίζει, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ προσθέσῃ τὶ διὰ τὸ παραδεκτὸν αὐτῆς.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠ. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§44Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος ἐξόχου κοινωνικῆς σημασίας, διὰ νὰ μὴ ἀρχίσω ὡς ἤρχισεν ὁ σεβαστός μου φίλος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, μὲ ἐπίκρισιν, ἐὰν ὡς πρὸς τοῦτο εἰς τὸ παρελθὸν ἐτηρήθη ἢ δὲν ἐτηρήθη τὸ Σύνταγμα, νομίζω, ὅτι ἐγένετο μία χρῆσις πνεύματος νομικιστικοῦ, ὡσὰν νὰ εὑρισκώμεθα ἐνώπιον Ἀστικῶν ἢ Ποινικῶν Δικαστηρίων καὶ ὄχι πνεύματος πολιτικοῦ. Προβάλλεται ἡ ἔνστασις τοῦ ἀπαραδέκτου καὶ ἐὰν δεχθῶμεν καὶ τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ συγχρόνως παλαιοῦ νομοδιδασκάλου, ὅτι ὑπάρχουν πράξεις φέρουσαι ἢ μὴ φέρουσαι τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα, βεβαίως ἡ διδασκαλία ἡ νομικὴ μᾶς λέγει, ὅτι τὸ ἐὰν φέρουν ἢ δὲν φέρουν τὰ ὡρισμένα ἐξωτερικὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τὰ συγκροτοῦντα τὸ παραδεκτὸν ἢ μὴ παραδεκτὸν σχέδιον ἢ πρότασιν νόμου, ὑπάρχει πάντοτε κάποιον ὄργανον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἀναγνωριστικῆς διαπιστώσεως, ἐὰν ὑπάρχουν ἢ δὲν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ γνωρίσματα καὶ τὸ ὄργανον αὐτό, βεβαίως, δὲν μπορεῖ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ νὰ κρίνῃ τὸ παραδεκτὸν ἢ τὸ μὴ παραδεκτόν. Τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Συντάγματος ρητῶς λέγει, ὅτι ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ προβάλῃ οἴκοθεν τὸ ἀπαράδεκτον, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν ἀποφασίζει ἄλλος, παρὰ μόνον ἡ Βουλή. Ἀνεξαρτήτως τούτου, νομίζω, ὅτι εἶναι οὐσιαστικωτέρας σημασίας ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν προλαβὼν διετύπωσεν ὁ φίλος κ. Μπακόπουλος, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῶν ὅρων καὶ τῶν λέξεων, τῶν ὁποίων ἡ χρῆσις καθιερώθη, ὅλη αὐτὴ ἡ διεκδίκησις τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου προβάλλεται ὡς διεκδίκησις συνταξιοδοτήσεως καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅρου τῆς λέξεως, διότι δὲν προσέχομεν τὰς λέξεις, ἀλλὰ τὸ περιεχόμενον τὸ νομικὸν αὐτῶν. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ παροχῆς συντάξεως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος προϋποθέτει ὑπηρεσίας παρασχεθείσας εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἕνεκα τούτου, εἰς τοὺς ἀπομάχους τῆς ὑπηρεσίας ταύτης παρέχει ἀνταλλάγματα δι’ ὑπηρεσίας παρασχεθείσας εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐδῶ οὔτε κἂν ἡ παράταξίς μας φρονεῖ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐνισχύσεως πρὸς ἀπόρους, ἀλλὰ ὅτι πρόκειται περὶ μέτρου κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ νεωτέρα ἀντίληψις καὶ ξεκαθαρίζει τὴν πεπαλαιωμένην ἀντίληψιν περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, δηλαδὴ ἀσφαλίσεως κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἰδιωτικῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, δηλαδή, ἐὰν κατεβλήθησαν τόσα ἢ τόσα ἀσφάλιστρα εἰς τοὺς παλαιμάχους, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν ὑπηρεσίας ἐπὶ τόσον καιρόν. Καὶ βλέπομεν σήμερον παλαιμάχους τῆς ἐργασίας, ἐὰν ἔχουν δουλέψει 7.500 ἡμερομίσθια νὰ παίρνουν σύνταξιν, ἐὰν δὲ ἔχουν συμπληρώσει 7.490 ἡμερομίσθια νὰ μὴ δικαιοῦνται συντάξεως, ἐνῷ κατὰ τὴν σύγχρονον τῆς ἀσφαλίσεως ἔννοιαν πᾶς πολίτης, ὅστις κατέστη ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν, ἔχει ἀξίωσιν παρὰ τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου νὰ παρασχεθοῦν εἰς αὐτὸν τὰ στοιχειωδέστερα ἐπὶ τέλους μέσα διὰ νὰ συντηρηθῇ εἰς τὴν ζωήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν τὸ θεωρῶ ὡς ὑπόθεσιν προνοίας, ἀλλὰ ὡς ὑπόθεσιν ἀσφαλίσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιχειρηματολογία ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ἀλλά, ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀφίσωμεν τὸν νομικισμόν, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις μετέχει ἐνεργῶς τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς ἐπηρεάζουσα καὶ ἐκείνη, ὅπου τὸ παραδεκτὸν ὑπάρχει κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἢ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μόνη δύναται νὰ προκαλέσῃ γνωμοδότησιν ἐλεγκτικῶν συνεδρίων ἢ ἄλλων ὀργάνων. Ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ ἐπηρεάζει, ὅπως μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὰ κρατοῦντα ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπου ἡ Ἀντιπολίτευσις προτείνει δαπάνας, προτείνει περικοπὴν δαπανῶν κλπ. καὶ οὕτω ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπηρεάζει πολιτικῶς καὶ ὄχι νομικιστικῶς, θέτουσα τὰς πολιτικάς της ἀρχάς. Φρονῶ, λέγει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἡ παροχὴ αὕτη ὀφείλει νὰ θεσμοθετηθῇ. Ἑπομένως, ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀλληλογραφήσῃ μὲ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἡ Κυβέρνησις, πρῶτον, τὸ παραδεκτὸν νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ οὐσιαστικῶς, ἐὰν δέχεται, δηλαδή, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ συνταξιοδότησις νὰ τὴν υἱοθετήσῃ εἴτε ὡς συνταξιοδότησιν τὴν θεωρεῖ, εἴτε ὡς κοινωνικὴν ἀσφάλισιν, εἴτε ὡς ἐλεημοσύνην καὶ πρόνοιαν. Ἐὰν δὲ τὴν ἀποκρούῃ, νὰ δηλώσῃ καθαρὰ καὶ ξάστερα, ὅτι εἶναι ἐναντίον τῆς συνταξιοδοτήσεως καὶ ἀσφαλίσεως, ὁπότε δὲν χρειάζεται νὰ προβάλῃ ἐνστάσεις τῆς πολιτικῆς της γραμμῆς, χαράσσουσα πολιτικὴν ἔναντι τῶν ἐκτεταμένων στρωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα ἔχουν περιέλθει εἰς μεγίστην δυστυχίαν καὶ ἔνδειαν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§46Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ προσπάθεια τόσον τοῦ Προεδρείου, ὅσον καὶ τῆς Κυβερνήσεως.....
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι προσπάθεια, ἄποψις εἶναι.
§48Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιτίθεται πρὸς τὸν Κανονισμόν. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἀντικειμενικότητα τοῦ Προεδρείου, θὰ ἐξάρω πρῶτος ἐγώ, διότι κατήντησα ὁ μόνιμος ἐλεγκτὴς τοῦ Προεδρείου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως τῆς ὅλης ὑποθέσεως, μιᾶς μάλιστα λογοπαικτικῆς παρεξηγήσεως. Διότι δὲν ὑπάρχει καμμία σύνταξις ὅπως τὴν ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 57 παράγραφος 2 τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 57 ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς: «Προτάσεις νόμων σκοποῦσαι τὴν τροποποίησιν τῶν περὶ συντάξεων νόμων ἢ ἀπονομὴν συντάξεως ἢ τὴν ἀναγνώρισιν ὑπηρεσίας, ὡς παρεχούσης τοιοῦτον δικαίωμα, ὑποβάλλονται ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Προκειμένου δὲ περὶ συντάξεων, αἵτινες βαρύνουσι τὸν προϋπολογισμὸν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ καὶ τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν». Καὶ περαιτέρω: «Πᾶσα πρότασις νόμου συνεπαγομένη ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐφ’ ὅσον μὲν ὑποβάλλεται ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν δὲν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, ἐὰν δὲν συνοδεύηται ὑπὸ ἐκθέσεως τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικοῦ, καθοριζούσης τὴν δαπάνην κ.λ.π.». Συνεπῶς ἐξ αὐτῆς τῆς διαρθρώσεως τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος προκύπτει, ὅτι τοῦτο ἀφορᾷ μόνον προτάσεις νόμων διὰ παροχὴν συντάξεων βαρυνουσῶν τὸν δημόσιον προϋπολογισμόν. Κατ’ ἀντιδιαστολὴν ἄλλως τε πρὸς αὐτάς, τὸ 2ον ἐδάφιον τῆς ἰδίας παραγράφου ὁμιλεῖ περὶ συντάξεων βαρυνουσῶν τὰ Νομικὰ Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτῶν, οἱ συντάκται τοῦ ἄρθρου 57 δὲν εἶχον κἂν ὑπ’ ὄψιν των τὴν ὕπαρξιν τῆς σήμερον ἐφαρμοζομένης κοινωνικῆς πολιτικῆς καὶ τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων. Δὲν εἶναι νοητόν, ὡς εἶπον οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἐξ Ἀρκαδίας καὶ Λέσβου, νὰ ἀγνοήσωμεν σήμερον, ὅτι ὑπάρχει ὁλόκληρος νομοθεσία κοινωνικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία κινεῖται ἐκτὸς πάσης ἁρμοδιότητος καὶ πάσης ὑπογραφῆς τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἐρωτῶ, πότε εἰσήχθησαν νομοσχέδια ἀφορῶντα οἱονδήποτε Ταμεῖον συντάξεων, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἢ συνοδευόμενα ἀπὸ ἔκθεσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Εἶναι πρωτοφανές, ὅτι πρόκειται περὶ κακῆς ἑρμηνείας, διὰ νὰ μὴ εἴπω περὶ ἠθελημένης κακῆς ἑρμηνείας ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δημιουργεῖ φαῦλον κύκλον δι’ αὐτὴν καὶ ἡ ὁποία θέλει νὰ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν ἐν προκειμένῳ. Ἀλλά, σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ λῆψις ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ἢ ὄχι καὶ βάσει αὐτοῦ διεξάγεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ συζήτησις. Ἡ Κυβέρνησις ἐμμένουσα ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀρνῆται τὴν οἱανδήποτε συζήτησιν ἐπὶ ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον δικαίως συγκινεῖ ὁλόκληρον τὴν μεγάλην μᾶζαν τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνῆται μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε πρόκειται νὰ διεξαχθῇ καὶ δηλοῦμεν προκαταβολικῶς, ὅτι καταθέτομεν πρότασιν περὶ διεξαγωγῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, εἰς τρόπον ὥστε ἕκαστος βουλευτὴς νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας του, ἐὰν θέλῃ ἢ ὄχι νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν. Πέραν τούτου, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, διότι ὁμιλῶ βάσει τοῦ ἄρθρου 39 καὶ δηλῶ ἀπὸ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἡ πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν κατέθεσεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων κ. Παπανδρέου, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προεκλογικοῦ προγράμματος τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον τασσόμεθα ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς προτάσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§50Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία ἔνστασις ἀπαραδέκτου κατὰ τῆς ἐνστάσεως ἀπαραδέκτου, διότι ἐπὶ ποίου κειμένου συζητεῖ ἡ Βουλή; Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ συνταγματικότητος ἢ μὴ προτάσεως νόμου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον θὰ ὤφειλον οἱ βουλευταὶ νὰ ἔχουν ἀναγνώσει εἰς τὰς ἐφημερίδας; Θεωρῶ αὐτὸ ἀπαράδεκτον καὶ θεωρῶ, ὅτι ἐκεῖνο ποὺ πρωτίστως πρέπει νὰ γίνῃ εἶναι νὰ ἐκτυπωθῇ ἡ πρότασις νόμου, νὰ διανεμηθῇ καὶ ἔπειτα νὰ εἰσαχθῇ τὸ θέμα τοῦ ἀπαραδέκτου. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Πρόεδρε, αἱ κοινοβουλευτικαὶ συζητήσεις νὰ λαμβάνουν χώραν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται εἰς τὰς ἐφημερίδας, διότι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι πεπλανημένα. Ἐγὼ προσωπικῶς, τὸ σχέδιον τοῦ κ. Παπανδρέου δὲν τὸ ἀνέγνωσα, ἀναμένω νὰ τὸ ἀναγνώσω ἐκ τοῦ ἐπισήμου κειμένου, τὸ ὁποῖον θὰ δημοσιευθῇ. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κάμετε αὐτὴν τὴν στοιχειώδη ἐνέργειαν, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ σοβαρῶς. Ἄλλως, συζητοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει φήμης, διότι φήμη εἶναι τὸ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περιλαμβάνει σύνταξιν ἢ δὲν περιλαμβάνει σύνταξιν. Διὰ τοὺς βουλευτὰς συνεδριάζοντας ἐπισήμως, εἶναι φήμη ἁπλῆ. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς διανείμετε σεῖς. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀποφασιστικόν. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, ἀνεπτύχθησαν αἱ ἀπόψεις ἀπὸ ἐγκρίτους νομομαθεῖς, ὡς ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ, ἀλλὰ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι πρὶν κατατεθοῦν αἱ προτάσεις εἶχα παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, προκειμένου περὶ ἑνὸς θέματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἰδία εἶπεν, ὅτι τὸ μελετᾷ, ἀντὶ πάσης ἄλλης συζητήσεως δικονομικῆς ἢ παρομοίας, νὰ σχηματίσῃ ἀμέσως μίαν διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπέμψῃ καὶ τὰς προτάσεις νόμων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὰς ἰδικάς της σκέψεις καὶ τὰς σκέψεις τῶν ἄλλων Κομμάτων ποὺ δὲν ὑπέβαλον προτάσεις νόμων, ἐὰν πράγματι ὅλους μᾶς ἀπασχολῇ τὸ ζήτημα τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐγένετο τοῦτο, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν τὰς ἀτελείας τῶν νομοσχεδίων ποὺ ὑπεβλήθησαν καὶ νὰ ὑπάρξουν ἴσως σοφώτεραι γνῶμαι. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διὰ μιᾶς ἁπλῆς ἐνστάσεως ἀπαραδέκτου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦτο δυνατὸν ἐνδεχομένως νὰ πείσῃ τὴν πλειοψηφίαν, ἀποτρέψῃ αὐτὴν τὴν συζήτησιν σήμερον, θὰ τὴν ἔχῃ δι’ ἐπερωτήσεως ἤ, ἐὰν δὲν τὴν ἔχῃ δι’ ἐπερωτήσεως, θὰ τὴν ἔχῃ διὰ συλλαλητηρίων ἢ δι’ ἄρθρων τῶν ἐφημερίδων. Τὸ θέμα τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν ἐτέθη καὶ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἀντιμετωπίζει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ὁ χειρότερος δι’ αὐτήν. Διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν πράγματι τοῦτο μόνον ἤθελεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, αὐτὸς ὁ τρόπος ἀντιμετωπίσεως εἶναι ὁ ὠφελιμώτερος, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ δυνάμεθα ἐν καλῇ ἢ κακῇ πίστει νὰ καταγγείλωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ πράγματι νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα τῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν καὶ ἔναντι αὐτοῦ δὲν ἔχει παρὰ μόνον τὴν ἔνστασιν ἀπαραδέκτου. Κύριε Πρόεδρε, ἀναβάλλατε τὴν συζήτησιν τοῦ ἀπαραδέκτου, διὰ νὰ ἐκτυπώσητε τὰς προτάσεις νόμων, ἵνα γίνῃ σοβαρὰ συζήτησις (αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου) καὶ ἐν τῷ μεταξύ, ἴσως ὠφελήσετε τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τῆς ἀναβολῆς θὰ τῆς δώσητε τὸν χρόνον νὰ σκεφθῇ καλύτερον τὴν τακτικὴν ποὺ πρέπει νὰ τηρήσῃ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, ἔχει τὸν λόγον.
§52Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ οἷον τρόπον προεβλήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ ὑμᾶς τὸ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον, νομίζω, ὅτι ἀποκρούεται καὶ πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Βουλήν. Ἐν πρώτοις, ὅταν ὑπάρχῃ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον, πρέπει κἄποιος νὰ τὸ κρίνῃ. Ποῖον εἶναι τὸ ὄργανον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἀποφασίσῃ; Εἶναι ἀναμφιβόλως ἡ Βουλή. Ἐάν, ὅμως, δὲν ἔχωμεν τὸ κείμενον διὰ νὰ ἴδωμεν ἐξ αὐτοῦ ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι συνταγματικότης, πῶς θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή; Ὁ κ. ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ πρότασις νόμου φέρει τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα τῆς ἀντισυνταγματικότητος, δι’ αὐτὸ οὔτε κἂν συζήτησις θὰ γίνῃ εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὸ θεωροῦμεν ἡμεῖς ἀπαράδεκτον. Κατὰ συνέπειαν, τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον, πρέπει νὰ γίνῃ, εἶναι τὰ κείμενα καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων καὶ τῆς ΕΔΑ νὰ ἐκτυπωθοῦν, νὰ διανεμηθοῦν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων τότε ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ καὶ θὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἀντισυνταγματικότητος ἢ ὄχι. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, διότι ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμὴ θὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος. Ἤδη, ἐξετέθησαν ἀπόψεις δύο διαπρεπῶν νομομαθῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ πρέπει νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς καὶ ὡρίμως διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς ἀπόφασιν. Ἀλλά, πέραν αὐτοῦ, ὑπάρχει καὶ ἕτερον θέμα, κ. Πρόεδρε. Τὸ θέμα εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν συνταξιοδότησιν τῶν ἀγροτῶν. Ἐλέχθη προηγουμένως, καὶ ὀρθῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις συνταξιοδοτήσεως κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, διότι αὕτη προϋποθέτει παροχὴν καὶ ἀντιπαροχήν. Καὶ τοιαύτη παροχὴ οὔτε ὑπάρχει, οὔτε ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, δηλαδὴ ἡ καταβολὴ ἀσφαλίστρου. Ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, δὲν ὑπάρχει οὔτε περίπτωσις συντάξεως, ὅπως ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος. Ἀφορᾷ ὅλως διαφορετικὰς περιπτώσεις παροχῆς ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν. Ἀλλὰ ἐδῶ ἀνέπτυξε τὴν θεωρίαν τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἠλιοῦ. Τοιαύτην θεωρίαν, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν τὴν γνωρίζω ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν. Ὑπάρχει θεωρία τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν προκειμένῳ. Ὑπάρχει ὅμως μία θεωρία κοινωνικῆς ἀσφαλείας, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦμαι ἐγώ. Ἡ ἀσφάλεια δηλαδὴ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, ἡ ὁποία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία μᾶς ἐπιβάλλει νὰ στραφῶμεν ἐπὶ τέλους πρὸς τὸν ἀγρότην, καὶ νὰ ἱκανοποιήσωμεν μίαν βασικὴν ἀξίωσιν αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει, λοιπόν, αὐτῆς τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας, τῆς ἀσφαλείας τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, δὲν θὰ πρέπει νὰ σταθῶμεν εἰς καθαρῶς κριτήρια τυπικά. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μᾶς λέγῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος διὰ λόγους συνταγματικοὺς ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπανδρέου ἢ ἡ πρότασις τῆς ΕΔΑ. Θὰ πρέπει οὐσιαστικῶς νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις καθαρὰ ἐὰν εἶναι ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν ἀγροτῶν. Ἐὰν μᾶς εἴπῃ ναί, θὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον νὰ καταστήσωμεν συνταγματικὰ τὰ κείμενα αὐτά. Ἐὰν μᾶς εἴπῃ ὄχι, ἂς ἀναλάβῃ ἀπὸ τοῦδε ἀπροκαλύπτως τὰς εὐθύνας της. Ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ λάβῃ θέσιν καὶ μὴ κρύπτεται ὄπισθεν τυπικῶν ἐπιχειρημάτων. Δι’ ἡμᾶς τὸ θέμα ἔχει τεθῆ πλέον. Καλῶς ἢ κακῶς, συνταγματικῶς ἢ ἀντισυνταγματικῶς, ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπανδρέου ἔθεσε πλέον τὸ θέμα. Καὶ τὸ θέμα αὐτὸ θὰ προχωρήσῃ πρὸς τὴν λύσιν του. Διότι ἄλλως ὁ ἀγρότης, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ, ἵνα ἐπὶ τέλους στραφῇ καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ πρόνοια τῆς Κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναλάβῃ ὁ ἴδιος τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰς χεῖρας του. Καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι ὀλέθριον διὰ τὴν κοινωνικήν μας γαλήνην. Καὶ τοῦτο, οὔτε ἡ Βουλή, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ παρίδῃ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας, ἔχει τὸν λόγον.
§54Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ πρῶτον προκῦψαν θέμα, ἀπὸ ἀπόψεως λογικῆς σειρᾶς, τὸ τεθὲν καὶ συζητηθὲν μέχρις ὥρας, εἶναι τὸ θέμα τὸ τεθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν, ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ πρότασις δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀπαράδεκτος, ἀλλὰ ὅτι εἶναι οἱονεὶ ἀνυπόστατος, ὡς μὴ φέρουσα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προτάσεως νόμου. Καὶ διὰ τοῦτο, δὲν θὰ πρέπει κἄν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἀλλὰ οἱονεὶ ὑπηρεσιακῶς ἐνεργοῦν τὸ Προεδρεῖον νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν νόμου. Ποία πρότασις, κ. Πρόεδρε, θὰ ἦτο ἐνδεχομένως πρότασις μὴ συγκεντρώνουσα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα τῆς προτάσεως νόμου; Θὰ ἦτο πρότασις π.χ., ὑποβαλλομένη ὑπὸ μὴ βουλευτοῦ. Αὐτὴ εἶναι πρότασις μὴ φέρουσα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα τῆς προτάσεως νόμου. Ἢ θὰ ἦτο πρότασις ὑποβαλλομένη ὑπὸ βουλευτοῦ τυχόν, ἀλλὰ μὴ ἔχουσα οὐδὲν ἀπολύτως νομοθετικὸν περιεχόμενον. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἐνδεχομένως πρότασις μὴ φέρουσα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προτάσεως νόμου. Πέραν αὐτῶν, ὁ κ. ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως, κατ’ ἐξοχὴν γνωρίζει —διότι τὸ ἐδίδασκεν ἄλλοτε— ὅτι νομικὰ γεγονότα δὲν ὑπάρχουν ἀπολύτως καὶ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ σκοπούμενα, ὅπως δὲν ὑπάρχουν καὶ πράγματα εἰς τὴν φύσιν ἀπόλυτα καὶ αὐτὰ καθ’ ἑαυτά. Ὑπάρχουν πράγματα, τὰ ὁποῖα βλέπει κἄποιον ὑποκείμενον. Καὶ νομικὰ γεγονότα ὑπάρχουν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πιστοποιεῖ καὶ χαρακτηρίζει ὡς τοιαῦτα κἄποιον ὑποκείμενον, κἄποιον ὄργανον ἁρμόδιον. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἶναι μὲν ἁρμόδιον ὄργανον καὶ ὁ Πρόεδρος καὶ πᾶς ἄλλος βουλευτής. Ὁ Πρόεδρος EX OFICIO δύναται νὰ εἰσηγηθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν, περὶ τοῦ ἐὰν πρότασις νόμου εἶναι παραδεκτή, ἢ ἀπαράδεκτος, ἀλλὰ βεβαίως, δὲν εἶναι ἁρμόδιος ὁ Πρόεδρος μόνος νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως. Καὶ εἶναι, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, κατάδηλον, ὅτι διὰ νὰ ἀποφανθῇ τὸ Σῶμα πρέπει πρῶτον νὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος ἀποφαίνεται.
§55Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι αὐτὸ τόσον στοιχειῶδες, ὥστε εἶναι παράνομος ἡ συζήτησις.
§56Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἑπομένως, νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρῶτον καὶ πρὸ πάσης συζητήσεως πρέπει νὰ λάβωμεν ἐπισήμως γνῶσιν τοῦ κειμένου. Δεύτερον, ἀφοῦ λάβωμεν ἐπισήμως γνῶσιν τοῦ κειμένου, τότε εἶναι δυνατὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μή. Ἐγὼ θὰ ἤθελον, κατὰ τὴν στάσιν αὐτὴν τῆς συζητήσεως, καὶ ἐπειδὴ συμπίπτει ἐπὶ τοῦ ἰδικοῦ μου ὕδατος νὰ ἀφιχθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Παπανδρέου, θὰ ἤθελον νὰ μὴ συνεχίσω τὴν συζήτησιν.
§57Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παρακαλῶ, συνεχίσατε, διότι μὲ ἐνημερώνετε.
§58Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Τὸ δεύτερον θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω συνίσταται εἰς τοῦτο: Εἰς τὸ ἐὰν τυχὸν συμπίπτῃ ἡ φήμη μὲ τὴν πραγματικότητα, — διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ κ. Τσιριμώκου— ἐὰν εἶναι ἢ δὲν εἶναι παραδεκτὴ ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Παπανδρέου. Ἡ ἰδική μου ἄποψις εἶναι, ὅτι εἶναι παραδεκτὴ ἡ πρότασις. Καὶ εἶναι παραδεκτή, διότι τὸ ἄρθρον τὸ σχετικὸν τοῦ Συντάγματος, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἀνάλογα ἄρθρα, ἔχουν μίαν ὡρισμένην ἱστορικὴν καταγωγήν. Καὶ ὅταν ἑρμηνεύωνται τὰ ἄρθρα δὲν ἑρμηνεύονται ἀπολύτως, ἀλλὰ ἑρμηνεύονται μέσα εἰς τὰ πλαίσια τὰ ἱστορικὰ τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν αὐτά. Καὶ τὰ πλαίσια αὐτὰ εἶναι γνωστά. Τὴν ἐποχὴν ποὺ συνετάγησαν —δὲν ἐννοῶ τὴν ἐποχὴν ποὺ συνετάγη τὸ τελευταῖον ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα, ἀλλὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ συνελήφθησαν αἱ τοιούτου εἴδους διατάξεις— τὴν ἐποχὴν ἐκείνην σύνταξις ἐθεωρεῖτο καὶ ἦτο μία παροχὴ τὴν ὁποίαν ἔδιδαν εἴτε ἡ Πολιτεία εἴτε ὁ Ὀργανισμὸς Δημοσίου Δικαίου, πρὸς διάφορα πρόσωπα ἕνεκεν ὑπηρεσιῶν ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον παρασχεθεισῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν ἢ τὸ κοινωνικὸν σύνολον. Καὶ τοιαύτας συντάξεις πράγματι δὲν ἠθέλησεν ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης νὰ εἰσάγουν οἱ βουλευταί. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ὅμως θέμα εἶναι τοῦτο: Εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ συνίσταται ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος εἰς τὸ ὅτι ἀποστερεῖται τοῦ δικαιώματος ὁ βουλευτής, ὁ οἱοσδήποτε βουλευτὴς τοῦ νὰ κάνῃ προτάσεις νόμου ἐπὶ θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν Κοινωνικὴν Πολιτικήν, ἡ ὁποία νομίζω —διότι ζῶμεν εἰς τὸν 20ὸν καὶ ὄχι εἰς τὸν 19ον αἰῶνα— ὅτι πρέπει νὰ εἶναι τὸ πρῶτον μέλημα τοῦ οἱουδήποτε βουλευτοῦ; Ἀλλ’ αὐτὸ νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, θὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ θέμα μὲ τὴν τάξιν του καὶ τὴν σειράν του διὰ νὰ συζητηθῇ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ εἶναι ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συζητήσωμεν, ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, καὶ ὅτι κακῶς συζητοῦμεν. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, ὁπότε θὰ συζητήσωμεν, ἀφοῦ λάβωμεν γνῶσιν τοῦ κειμένου, περὶ τοῦ παραδεκτοῦ, ἢ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. Ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως θὰ σημειώσω, κ. Πρόεδρε, τοῦτο μόνον: ὅτι ἅπαξ καὶ ἐτέθη θέμα κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, νομίζω, ὅτι ὁ καθεὶς ἀπὸ ἡμᾶς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ θέσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ βεβαίως ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ θέσιν ἔχει ὅπως εἶναι εὔλογον πρῶτον ἡ Κυβέρνησις.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔχει τὸν λόγον.
§60Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον καὶ δὲν ἤκουσα τὸ ὄνομά μου. Διατί;
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μοῦ πῆτε, κύριε συνάδελφε, τί ἀκριβῶς θέλετε: Ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ νὰ ὁμιλήσητε σεῖς; Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄηθες.
§62Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Σᾶς εἶπον, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ ὅτι δὲν ἤκουσα κἂν τὸ ὄνομά μου ἀκόμα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. ὑπουργέ.
§64Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας.). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ διὰ νὰ ἀποκρούσω τοὺς ὁμιλητὰς ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος διότι ἴσως δὲν εἶμαι ἁρμόδιος.
§65Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶσθε ἁρμόδιος καὶ ἡ ἁρμοδιότης σας σᾶς ἐμποδίζει. Αὐτὸ τὸ γνωρίζω.
§66Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐπὶ τόσον σοβαροῦ θέματος νὰ μὴ ἀσχολούμεθα μὲ λογοπαίγνια.
§67Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Γίνεται συχνάκις χρῆσις αὐτῆς τῆς ἀπαντήσεως. Δὲν ἦτο καθόλου λογοπαίγνιον. Εἶπον τοῦτο, διότι εἶσθε ἔγκριτος νομικὸς καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀσχολούμενος μὲ τὸ θέμα δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξετε ἀντίθετον ἄποψιν. Καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀποσύρετε τὸν χαρακτηρισμόν.
§68Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ νὰ ἀποκρούσω τοὺς ἀγορητὰς ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος, διότι δὲν ἔχω ἁρμοδιότητα καὶ διότι λόγῳ τῆς ἀπασχολήσεώς μου μὲ τὰ γεωργικὰ θέματα ἀπέβαλον τὴν νομικὴν σκέψιν. Ἐν τούτοις ὅμως ἔχω νὰ κάμω μερικὰς γενικὰς παρατηρήσεις. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡ ἐπιβάλλουσα ὅπως αἱ προτάσεις νόμων αἱ ἀφορῶσαι τὴν παροχὴν συντάξεων ὑπογράφονται παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τυγχάνουν τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι σοφή. Εἶναι σοφὴ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς, ὅτι αἱ συνταξιοδοτήσεις ὅταν παρέχωνται δίδονται ἀπὸ τὸν δημόσιον προϋπολογισμόν. Συνεπῶς τὴν πρωτοβουλίαν ἐπ’ αὐτῶν τῶν προτάσεων πρέπει νὰ προέρχωνται παρὰ τοῦ ὑπευθύνου ὑπουργοῦ τοῦ διαχειριζομένου τὰ δημόσια οἰκονομικά. Δὲν εἶναι λοιπὸν τυπικὸν τὸ ζήτημα, εἶναι οὐσιαστικόν. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ ὅμως περισσότερον μὲ τὸ συνταγματικὸν θέμα. Θὰ ἀσχοληθῶ, κ. Πρόεδρε, μὲ τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, διότι ἠσχολήθησαν ὅλοι οἱ ρήτορες καὶ διότι ἡ ἁρμοδιότητά μου ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει. Κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ θέματος τῆς παροχῆς συντάξεως εἰς ἀγρότας τὴν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐκτὸς ἐὰν ὡς πρωτοβουλία θεωρηθῇ ἡ προεκλογικὴ ἐπαγγελία τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Μὲ τὰ ὅσα εἶπον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὸν Τύπον, ἀπέδειξα, ὅτι ἡ πρωτοβουλία ἐκείνη ἡ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων δὲν ἐρείδετο ἐπὶ ἀσφαλῶν οἰκονομικῶν δεδομένων. Ὅπως ἀπέδειξα δι’ ἀνακοινώσεών μου εἰς τὸν Τύπον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη προεκλογικῶς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθοῦν. Ὑπελόγισε τότε ὁ κ. Παπανδρέου τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀσφαλιζομένων εἰς 100 χιλιάδας ἀτόμων, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν, ὅτι εἶναι ἄνω ἀπὸ 150 χιλιάδες οἱ ἄρρενες μόνον. Ἐλέχθη τότε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ δαπάνη τῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν ἐκ τοῦ 3% τῆς διὰ τοὺς Δήμους, Κοινότητας καὶ Ἀγροφυλακὴν φορολογίας τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων καὶ διὰ τῆς διαθέσεως ἐξ αὐτῆς τοῦ ἡμίσεος καὶ διὰ φορολογίας; Ἐνῷ ἐκ τούτων τῶν πόρων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ δαπάνη ἡ ἀπαιτουμένη ἔστω καὶ διὰ τὴν συνταξιοδότησιν τῶν 100 χιλ. ἀτόμων τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῶν γενομένων κατὰ τὴν συγκρότησιν τῆς μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Μαΐου τοῦ 1958, ἀνήγγειλεν ὅτι μελετᾷ τὸ θέμα καὶ πράγματι τὸ μελετᾷ ἐπισταμένως. Διότι τόσον σοβαρὸν θέμα πρέπει νὰ θεμελιωθῇ οἰκονομικῶς, διότι ἐὰν δὲν θεμελιωθῇ οἰκονομικῶς, θὰ ἀποτύχῃ παταγωδῶς καὶ ὅταν ἀποτύχῃ ἡ ἀπογοήτευσις καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀναταραχὴ περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Μπακόπουλος θὰ εἶναι μεγίστη. Κύριοι συνάδελφοι, θέματα συνταξιοδοτήσεως εἶναι δυσχερέστατα, διότι στηρίζονται ἐπὶ ἀναλογιστικῶν δεδομένων καὶ ἡ μελέτη των πρέπει νὰ εἶναι ἐπισταμένη. Ἡ Κυβέρνησις κατήρτισεν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία μελετᾷ τὸ θέμα, ἀνέθεσεν δὲ καὶ εἰς Γερμανὸν ἐπιστήμονα τὴν μελέτην, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του ἐντὸς τοῦ Φεβρουαρίου. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων ποὺ θὰ προκύψουν θὰ ἀποφασίσῃ καὶ θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ θέματος, ὡς καὶ χθὲς ἐδήλωσα δημοσίᾳ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν δὲν εἶναι ἡ μόνη μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον. Πολλάκις ἔχει ἐκδηλωθῆ εἰς τοιαύτην ἔκτασιν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ παρ’ οὐδενὸς τὸ ἐνδιαφέρον της διὰ τὴν ἀγροτικὴν τάξιν. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου Κυβέρνησις ἐσκέφθη ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ γεωργικὸν πρόβλημα ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς μελετημένου προγράμματος. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀνανεώσω εἰς τὴν μνήμην σας τὰ ὅσα ἄλλοτε εἶπον περὶ τοῦ γεωργικοῦ προβλήματος, καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου ἐξεδηλώθη ὄχι διὰ λόγων ἀλλὰ δι’ ἔργων. Ἀκόμη καὶ σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνέκρινε τὸ πρόγραμμα τὸ γεωργικὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου διατίθενται διὰ τὴν ἀγροτικὴν οἰκονομίαν 2.450.000.000.
§69Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Διὰ τὸ λάδι καὶ τὴν σταφίδα τί ἐκάματε;
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν δέχεται διακοπάς. Μὴ χειρονομῆτε πρὸς τὸν Πρόεδρον, παρακαλῶ, νὰ τηρήσητε τὸν Κανονισμόν.
§71Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σήμερον ἀποφασισθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἐγγειοβελτιωτικὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ὑδρεύσεως καὶ τῆς καλλιτερεύσεως τῶν ὅρων τῆς καλλιεργείας, θὰ ἀπορροφήσουν ἄνω τῶν 600 ἑκατομμυρίων. Θέλετε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μάθετε πόσα διετίθεντο πρὸ τοῦ 1955 διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων; Κάτω τῶν 150 ἑκατομμυρίων. Αἱ πιστώσεις διὰ τὰ μικρὰ κοινωνικὰ ἔργα ἀπὸ τὸ 1955 αὐξάνουν συνεχῶς, διὰ νὰ φθάσουν τὸ 1960 εἰς τὸ ποσὸν τῶν 700 ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν ὁποίων 450 ἑκατομμύρια θὰ διατεθοῦν δι’ ἔργα ὑπὲρ τῆς γεωργίας. Ἡ πιστοδότησις τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἐφέτος θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1.150.000.000 δραχ.
§72Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Μὲ ἀποτέλεσμα νὰ αὐτοκτονοῦν οἱ ἀγρόται.
§73Η. ΗΛΙΟΥ. Περὶ τίνος θέματος, ὁμιλοῦμεν, κ. Πρόεδρε;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἄηθες νὰ ἐμποδίζεται ὁ ὑπουργὸς νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§75Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. .... (δὲν ἠκούσθη)...
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ σᾶς ἐπιτρέψω διακοπὴν ἐφ’ ὅσον ὁ ρήτωρ δηλοῖ, ὅτι δὲν δέχεται διακοπάς. Ὅταν τελειώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς δύνασθε νὰ ζητήσητε καὶ θὰ λάβητε τὸν λόγον.
§77Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπόψε παραλογίζεσθε.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ἐὰν νομίζετε, ὅτι ἡ προσπάθειά μου νὰ προστατεύσω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου εἶναι παραλογισμός, δέχομαι τὸν χαρακτηρισμόν. Ὁρίστε, κ. Ἀδαμόπουλε, συνεχίσατε.
§79Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μποροῦσα ν’ ἀπασχολήσω τὸ Σῶμα ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ ἀναπτύξω τὰ ὅσα ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου.
§80Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τί ἐκάματε διὰ τὴν σταφίδα; (Φωναὶ — διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κοθρῆ, ἀνακαλεῖσθε εἰς τὴν τάξιν. Δὲν εἶναι τρόπος διεξαγωγῆς τῆς συζητήσεως αὐτός. Ὁ κ. Κοθρῆς ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§82Η. ΗΛΙΟΥ. (Προσπαθεῖ νὰ ὁμιλήσῃ).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, ὅταν ἀγορεύετε σεῖς, προσπαθεῖ νὰ σᾶς διακόψῃ κανείς; Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς, ἐφ’ ὅσον ἄλλωστε, δὲν δέχεται καὶ ὁ ρήτωρ.
§84Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Μᾶς ἐμπαίζουν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κοθρῆ, ἀνακαλεῖσθε διὰ δευτέραν φορὰν εἰς τὴν τάξιν.
§86Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι ἐκτὸς θέματος.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κωστόπουλε, ἀναπληρώνετε τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Σᾶς παρακαλῶ, ὑπὸ τὴν ἰδιότητά σας αὐτήν, νὰ συστήσητε εἰς τὰ μέλη τοῦ κόμματός σας νὰ τηροῦν τὸν Κανονισμόν.
§88Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ γεγονός, ὅτι οἱ συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θορυβοῦν ἐξ ἀφορμῆς τῶν λεγομένων μου, σχετικῶς μὲ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου....
§89Α. ΖΑΚΚΑΣ. Θορυβοῦν διότι εἶσθε ἐκτὸς θέματος. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζάκκα, διὰ βουλευτήν, ὡς ὑμεῖς, δὲν ἐπιτρέπονται συνεχῶς διακοπαὶ τοῦ ρήτορος.
§91Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐπαναλαμβάνω τὸ γεγονός, ὅτι οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θορυβοῦν ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὅσων ἐξέθεσα διὰ τὰ πραχθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοὺς ἀγρότας καὶ διὰ τὸ ἐκδηλωθὲν ἐκ μέρους της ἐνδιαφέρον ὑπὲρ αὐτῶν βεβαιοῖ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Δὲν θέλω ὅμως νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περαιτέρω. Τὰ πράγματα εἶναι γνωστά. Ὅλα τὰ εἶπον, μόνον διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐκείνους τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ παραστήσουν, ὅτι ἡ πρωτοβουλία τοῦ ἐνδιαφέροντος διὰ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον δὲν προέρχεται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ προέρχεται τόσον ἐκ τῆς ἄκρας Ἀριστερᾶς, ὅσον καὶ ἐκ τοῦ Κέντρου. Ἀπέδειξα, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τόσον γενικώτερον διὰ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, ὅσον καὶ διὰ τὸ εἰδικώτερον θέμα τῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν ἡ πρωτοβουλία καὶ τὸ ἐνδιαφέρον προέρχεται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐν ἀρχῇ. Νὰ προσέξωμεν καὶ ἀποτείνομαι ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Τὸν θεσμὸν τῶν ἀσφαλίσεων τῶν ἀγροτῶν πρέπει νὰ τὸν θεμελιώσωμεν ἐπὶ ἀσφαλῶν βάσεων καὶ διὰ νὰ τὸν θεμελιώσωμεν ἐπὶ ἀσφαλῶν βάσεων πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὰ πράγματα μετὰ προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας. Διότι οἱαδήποτε ἀποτυχία τοῦ θεσμοῦ θὰ ἐπιφέρῃ ἀπογοήτευσιν τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, ἀπογοήτευσιν ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Μπακόπουλος. (Χειροκροτήματα).
§92Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, δοκιμάζω βαθεῖαν θλῖψιν διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον διεξήχθη ἡ συζήτησις. Καταλογίζω ἀπόλυτον εὐθύνην καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἐπετράπη νὰ λάβῃ ἡ συζήτησις. Ἐθεωρήθη, πρῶτον, δυνατὸν κατὰ τὴν κατάθεσιν νὰ γίνῃ συζήτησις τοῦ παραδεκτοῦ ἢ τοῦ ἀπαραδέκτου. Δεύτερον, ἐπετράπη ἡ συζήτησις τῆς οὐσίας. Καὶ τρίτον, πέραν τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως νόμου ἐπετράπη ἡ ἀνάπτυξις γενικῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἐπιτρέψατέ μου μίαν διακοπήν. Ὁ ἐκπρόσωπος κ. Μπακόπουλος μᾶς ὡμίλησε περὶ ἐπικειμένης ἐπαναστάσεως ἂν δὲν γίνῃ ἀποδεκτὸν τὸ νομοσχέδιόν σας. Εἰσῆλθε συνεπῶς, εἰς τὴν οὐσίαν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἄλλους νὰ ἀπαντήσουν. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας ἤρχισεν ἀπὸ τὸ Κόμμα σας. Δίδω αὐτὴν τὴν ἀποσαφήνισιν διὰ νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως.
§94Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς καταλογίσω τὸ σφάλμα, ὅτι δὲν ἠμποδίσατε τὸν ἐκπρόσωπόν μου νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν, ἐὰν ὄντως πρῶτος εἰσῆλθε. Διότι ἀπόψε καὶ ἡ συζήτησις κατ’ ἀρχήν, τοῦ παραδεκτοῦ ἦτο ἄτοπος καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἡ περαιτέρω ἐπέκτασις ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐκτὸς ἂν ἀγνοοῦμεν τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς.
§95Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἀπειλὴν ἐπαναστάσεως ἐπεκαλέσθην, οὔτε ἀσκόπως εἶπον, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον. Ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ δυσαρέσκεια τῶν ἀγροτῶν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγάγῃ εἰς ἐπανάστασιν. Εἶναι χειροτέρα τοῦ 1909 καὶ εἶπον ἔρχεται. Καὶ ἔρχεται, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, δι’ ὅσων εἶπε, τὴν πρωτοβουλίαν τὴν ἰδικήν σας, κ. Πρόεδρε, ὡς ἀπαράδεκτον, ἑπομένως ὡς ἐστερημένον σημασίας καὶ ἐνδιαφέροντος διὰ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον. Ὤφειλα νὰ τὸ εἴπω. Ὅταν λέγετε, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος, ἀποδεικνύετε τὴν στοργήν σας διὰ τὸν ἀγρότην. Καὶ αὐτὸ μᾶς χωρίζει. Ἐδῶ ὁ κάθε ἕνας θὰ λάβῃ θέσιν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀλίγην ἠρεμίαν καὶ ψυχραιμίαν, παρακαλῶ. Δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον αὐτὴ ἡ ἀναταραχή.
§97Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, ὅτι ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας ἢ ἐλησμόνησεν ἢ παρενόησε τὰ λόγια μου. Καὶ ἐμπράκτως ἡ Κυβέρνησις ἀπέδειξε ποίαν σημασίαν ἀποδίδει εἰς τὸ θέμα. Καὶ διὰ τῶν ἰδικῶν μου λόγων οὐδὲν τὸ ἀντίθετον διετυπώθη, οὐδὲν ἀπολύτως. Καὶ λυποῦμαι, ὅτι ἀνεφέρατε ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὔτε ἀπὸ τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων μου ἐξέφυγεν, οὔτε εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ θέματος.
§98Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ γενικώτερον θέμα τῆς Ἀγροτικῆς Πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ θέλω νὰ προφυλάξω καὶ τὸ Σῶμα ἀπὸ τὴν διολίσθησιν εἰς συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ θέματος. Καθ’ ὅσον μὲ ἀφορᾷ, οὐδέποτε ἠμφισβήτησα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καταβάλλει προσπαθείας καὶ ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικήν μου ἔκθεσιν, ἀναγνωρίζω, ὅτι «καταβάλλεται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως προσπάθεια». Θὰ ἐπεθύμουν ἐπίσης νὰ προσδιορίσω καὶ τοῦτο. Οἱ τελικοὶ σκοποὶ εἶναι πάντοτε οἱ αὐτοὶ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Ἡ διαφορά μας δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν τελικῶν σκοπῶν, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἱεράρχησιν τῶν σκοπῶν καὶ εἰς τὴν ἱεράρχησιν τῶν μέσων. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν διαφορὰν προγράμματος καὶ τὴν διαφορὰν Κυβερνητικῆς πολιτικῆς καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς διαφορᾶς διεξάγεται ἡ συζήτησις. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διεκδικήσῃ τὴν προτεραιότητα τῆς πρωτοβουλίας. Παρέχω εἰς ὅλους αὐτὸ τὸ προνόμιον τῆς διεκδικήσεως. Δὲν διεκδικῶ καμμίαν προτεραιότητα. Θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν ὅλοι υἱοθετήσουν τὴν πρότασίν μου. Θὰ ἤμην εὐγνώμων. Θὰ ἐπεθύμουν ἐπίσης νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πολιτικὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐπηγγέλθη τὴν γενίκευσιν τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων. Ὅλα τὰ Κόμματα εἰς τὰ προγράμματά των, ἠμποροῦν νὰ εὕρουν τὴν ἐπαγγελίαν. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον εἰδικώτερον συνέβη, ἦτο ἡ πρόταξις τοῦ εἰδικοῦ θέματος τῆς συντάξεως γήρατος εἰς τοὺς ἀγρότας κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον μὲ ἰδικήν μου πρωτοβουλίαν καὶ εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τοῦ ὁποίου, τότε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι. Ἐὰν καὶ αὐτὴν τὴν πρωτοβουλίαν θέλῃ νὰ ἀμφισβητήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ πάλιν δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀντιδικήσω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τοῦ καταλογίζω, εἶναι, ὅτι ἐθεώρησεν ἐκείνην τὴν ἐπαγγελίαν μου ἀθεμελίωτον. Ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἀγνοεῖ τὸ θέμα, καὶ τὸ ἀγνοεῖ ἀκόμη μέχρι σήμερον, ὅπως θὰ ἀποδείξω.
§99Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἀπάντησιν ἀποτελεῖ αὐτό;
§100Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀπάντησιν εἰς σᾶς, διότι μὲ ἐπροκαλέσατε λέγοντας, ὅτι στερεῖται θεμελιώσεως καὶ ἡ παλαιά μου πρωτοβουλία καὶ ἡ σημερινή.
§101Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Μόνον θὰ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κατ’ ἀνάγκην θὰ δεχθῆτε ἀνταπάντησιν.
§102Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ εἶμαι εὐτυχής, διότι προβλέπω, ὅτι θὰ συμφωνήσωμεν καὶ μακαρίζω τὴν ἀνταπάντησιν ἀπὸ τοῦδε. Κύριοι βουλευταί, ὅταν ἀνηγγέλομεν προεκλογικῶς τὴν παροχὴν συντάξεως γήρατος εἰς τοὺς ἀγρότας, εἴπομεν, ὅτι θὰ στηριχθῶμεν εἰς ποσοστὸν τοῦ φόρου 3% ἐπὶ τῶν πωλουμένων ἀγροτικῶν προϊόντων, καθὼς καὶ ἐπὶ φόρων πολυτελείας. Καὶ εἰς τὴν σημερινὴν πρότασιν νόμου αὐτοὶ εἶναι οἱ δύο κύριοι πόροι. Ἰδοὺ ἡ συνέπεια. Ὥρισα πρῶτον, τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαιουμένων εἰς 130.000. Γνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς ἐγκεφάλους της νὰ ἀνεύρουν σφάλμα εἰς τὸν ἀριθμόν. Ἀλλὰ ματαιοπονοῦν. Δὲν θὰ εὕρουν. Διότι ὅλοι οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἔχω χρησιμοποιήσει εἶναι ἀπολύτως ἐξηκριβωμένοι. Δὲν ἀπετέλει πρόθεσίν μου νὰ ἀντιδικήσω μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὅσοι ἀνέγνωσαν τὴν εἰσηγητικήν μου ἔκθεσιν θὰ ἔχουν πεισθῆ. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐκπλήττομαι, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔκρινεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἀντιδικήσῃ. Δέν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν ἔκρινεν, ὅτι «δύναται» νὰ πραγματοποιήσῃ θὰ ἐχώρει εἰς τὴν πραγματοποίησιν. Μόνον ἡ πεποίθησις, ὅτι δὲν τὸ δύναται τὴν ἐμποδίζει. Ἤλπιζα, ὅμως, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς ἰδικῆς μου προτάσεως νόμου θὰ ἐπείθετο, ὅτι ἡ παροχὴ συντάξεως εἰς τοὺς ἀγρότας εἶναι πραγματικότης, θὰ ἔσπευδε νὰ δηλώσῃ, ὅτι τὴν υἱοθετεῖ. Καὶ θὰ ἀπετέλει τοιαύτη ἀπόφασις τιμὴν δι’ αὐτήν, διότι θὰ ἀπεδείκνυεν, ὅτι, ὅπου συναντᾷ δημιουργικὴν πρωτοβουλίαν τὴν ἀποδέχεται καὶ τὴν πραγματοποιεῖ. Τίθεται τώρα τὸ ἐρώτημα: Εἶναι ὄντως πραγματοποιήσιμος ἡ πρότασίς μου; Θὰ τὸ ἀποδείξω. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὴν πλάνην, ὅτι πρόκειται περὶ συντάξεως ἐπὶ τῇ βάσει ἀσφαλιστικῶν κανόνων. Καὶ αὐτὴ ἡ πλάνη ὁδηγεῖ καὶ εἰς τὴν παρανόησιν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἰδική μου πρότασις νόμου προσφέρει κατ’ οὐσίαν «ἐπίδομα» γήρατος. Ἡ λέξις σύνταξις εἶναι εὐφημισμός. Τοῦτο ἀκριβῶς συνέβη καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἴσχυσεν ἐπὶ μακρὸν τὸ «ἐπίδομα» γήρατος καὶ κατόπιν μετεβλήθη εἰς τὴν σύνταξιν, ἐπὶ τῇ βάσει ἀσφαλιστικῶν κανόνων. Ποῖαι εἶναι αἱ βάσεις τῆς ἰδικῆς μου προτάσεως; Προσδιώρισα πρῶτον, τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαιουμένων. Εἶναι 130.000. Εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν περιλαμβάνονται καὶ ἀγρόται καὶ ἀγρότισσαι, ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ νόμου. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῇ διατὶ δὲν εἶναι εὐρύτερος ὁ ἀριθμός. Δίδω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν εἰσηγητικήν μου ἔκθεσιν. Διότι «τὸ καλλίτερον εἶναι ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ». Ἐὰν διευρύνωμεν περισσότερον τὸν ἀριθμὸν κινδυνεύομεν νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς ματαίωσιν. Ἄς κάμωμεν, λοιπόν, τώρα τὸ καλὸν καὶ κατόπιν, μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ μας εἰσοδήματος, φροντίζομεν διὰ τὸ καλύτερον. Ἀνεγράφη εἰς τὸν Τύπον καὶ μία ἄλλη βαθυστόχαστος παρατήρησις. Ὅτι δὲν ὑπελόγισα τὸν 13ον μισθόν! Θὰ πρέπει, λοιπόν, κατὰ τὴν σοφὴν αὐτὴν παρατήρησιν, ἐὰν δὲν ἐξασφαλισθῇ ὁ 13ος μισθὸς νὰ μὴ δοθοῦν οὔτε οἱ 12! Ἀποκαλύπτομαι ἐνώπιον τῆς βαθυστοχάστου παρατηρήσεως. Κύριοι βουλευταί, οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθην εἶναι ἀπολύτως ἠλεγμένοι. Ἔχομεν 130 χιλιάδας μὲ 300 δραχμὰς τὸν μῆνα, ἑπομένως θὰ χρειασθοῦν ἐτησίως 468 ἑκατομμύρια. Θὰ εἶναι ἐπὶ πλέον καὶ ἡ ἀποζημίωσις τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἐλαχίστη, καὶ ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ βαρύνῃ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν λογαριασμόν της μὲ τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν. Καὶ προσδιώρισα ἐπίσης τοὺς πόρους κατὰ τρόπον ἀνώδυνον. Ποῖαι εἶναι αἱ ἐπιβαρύνσεις; Εἶναι 5% ἐπὶ τῶν εἰδῶν πολυτελείας. Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ κανείς, ὁ ὁποῖος θὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι πρέπον εἶναι νὰ εἰσφέρῃ ἡ πολυτέλεια 5%, χάριν τῶν ἀγροτῶν. Εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις 10 καὶ 25 λεπτῶν ἐπὶ τῶν σιγαρέττων τῶν 10 κυτίων. Ἐπὶ τέλους, ὅπως γράφω καὶ εἰς τὴν εἰσήγησίν μου, ὅσοι ἀπολαμβάνουν τὸν καπνόν, ἂς ἐνθυμηθοῦν καὶ τὸν ἀγρότην, ὁ ὁποῖος τὸν παράγει μὲ τὸν ἱδρῶτα του. Εἶναι 10% ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ἀγροτόσημον. Οἱ ἀγρόται πληρώνουν ὅλα τὰ ἔνσημα τῶν ἄλλων τάξεων, ἂς πληρώσουν καὶ αἱ ἄλλαι τάξεις τὸ ἔνσημον τῶν ἀγροτῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύνολον τῶν φόρων τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλω. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω πάντα Ἕλληνα. Θὰ ἠρνεῖτο τὴν ἔγκρισιν αὐτῶν τῶν φόρων, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ αὐτὸς ὁ μέγας σκοπός; Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, οὐδείς. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑπάρχῃ κομματικὴ πειθαρχία —ἡ ὁποία ἔχει τὸν λόγον της, δὲν τὴν μέμφομαι, διότι μὲ αὐτὴν λειτουργεῖ ὁ Κοινοβουλευτισμὸς— εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ἐὰν κατὰ μόνας συζητήσω μὲ οἱονδήποτε συνάδελφον τῆς πλειοψηφίας, ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε κανεὶς ὁ ὁποῖος θὰ ἠρνεῖτο τὴν συνυπογραφήν του. Καὶ πέραν αὐτῶν τῶν πόρων, ὑπολείπονται 50 ἕως 100 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔγραψα, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὸν φόρον 1% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν πωλουμένων ἀγροτικῶν προϊόντων. Καὶ ἐπειδὴ καὶ αὐτὸ τὸ κενὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠθέλησα νὰ τὸ καλύψω, προσέθεσα, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους ἄρχεται ἡ λειτουργία τοῦ ἐργοστασίου τῶν ἀζωτούχων λιπασμάτων, θὰ λήξῃ ἡ ἐπιδότησις ἡ ὁποία γίνεται ἀπὸ τὸ Κράτος μὲ 60 ἕως 100 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος καὶ αὐτὰ νὰ καλύψουν τὸ κενὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ φθάνομεν τοιουτοτρόπως εἰς τὰ 500 ἑκατομμύρια. Ἰδού, λοιπόν, ὅτι εὗρον τοὺς πόρους, ὅτι οἱ πόροι εἶναι ἀνώδυνοι, καὶ ὅτι τὸ μέτρον εἶναι ἀμέσως πραγματώσιμον. Λέγει, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας: Χρειάζονται ἀναλογιστικαὶ μελέται. Χρειάζονται πράγματι ἀναλογιστικαὶ μελέται, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον, διὰ τὴν περαιτέρω ἐπέκτασιν, ὄχι διὰ τὴν ἄμεσον ἐφαρμογήν, διότι ἡ ἄμεσος ἐφαρμογὴ εἶναι ἐπίδομα. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι ἀμέσως πραγματώσιμος. Καὶ τώρα, θέλω νὰ θέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Σῶμα ἐνώπιον ἑνὸς σκληροῦ διλήμματος: Σήμερον, κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις, ὑπάρχουν ἐπιβαρύνσεις κοινωνικῶν πόρων 467.000.000, τὰ ὁποῖα δίδονται ὑπὲρ ἀσφαλιστικῶν Ταμείων καὶ μάλιστα ὀλίγων καὶ εὐπόρων. 467.000.000 καταβάλλει τὸ σύνολον. Ἀποτελεῖ χρέος τιμῆς, ἢ νὰ καταργήσωμεν ἀμέσως αὐτὰ τὰ 467 ἑκατομμύρια ἤ, ἴσον ποσὸν ἀμέσως νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου. Διότι δὲν δέχομαι αὐτὴν τὴν ἀνισότητα. Καὶ διότι, ἐφ’ ὅσον αὐτὴ συνεχίζεται, ὁ ἀγροτικὸς κόσμος δικαιοῦται νὰ αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι πράγματι ἀπόκληρος. (Χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ καὶ πάλιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν ἀπολύτως πρόθεσιν ἀντιδικίας. Καὶ θλίβομαι, διότι ἐδημιουργήθη αὐτὴ ἡ ἀτμοσφαῖρα. Ἐπιθυμῶ μὲ ἠρεμίαν, νηφαλιότητα, νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπανεξετάσῃ τὸ θέμα. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐπείθετο, ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ, θὰ τὸ ἔκαμνεν. Ἁπλῶς, δὲν εἶχε πεισθῆ μέχρι τοῦδε. Νομίζω, ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν πρότασιν νόμου, ἡ ὁποία εἶναι ἀποτέλεσμα καὶ μόχθου καὶ στοργῆς, πείθω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ Συνταγματικὸν θέμα. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἐκφράζω κατάπληξιν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἀλλὰ τὸ ἐμμένειν εἰς αὐτὴν τὴν ἄποψιν ἀποτελεῖ παραλογισμόν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ λάβῃ τὸ Σῶμα ἀπόφασιν ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι κατηγορηματικός. Τὸ ἄρθρον 39, λέγει: «Ἐπὶ τῶν προτάσεων Νόμων ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὸ ἀπαράδεκτον ἢ μὴ τῆς ἀρχῆς αὐτῶν». Ἡ Βουλή. Πῶς θὰ τὸ συζητήσῃ ὅμως, ἐὰν τὸ ἀγνοῇ; Ἐλέχθη, ὅτι οἱ βουλευταὶ τὸ γνωρίζουν ἀπὸ τὰς δημοσιεύσεις τοῦ Τύπου. Ἀλλὰ τὸ γνωρίζουν οἱ βουλευταί, ὄχι ἡ Βουλή, ὡς Σῶμα. Καὶ ὁ Κανονισμὸς ὁμιλεῖ περὶ τῆς Βουλῆς. Εἶναι τόσον προφανές, ὥστε ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Προεδρεῖον θὰ σπεύσουν νὰ ἀποσύρουν αὐτὸ τὸ ἀτυχὲς σόφισμα, χάριν τοῦ κύρους των. Ἐὰν τυχὸν ἐπέμεναν, αὐτὸ θὰ ἐσήμαινεν, ὅτι χρησιμοποιοῦν τὴν βίαν τῆς πλειοψηφίας, διὰ τὴν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ αὐτὴν τὴν βίαν τῆς πλειοψηφίας δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν. Κύριοι βουλευταί, θεωρῶ εὐτύχημα, ὅτι μοῦ παρεσχέθη ἡ εὐχέρεια νὰ ἀναπτύξω εἰς τὰς βασικάς της γραμμὰς τὴν πρότασιν νόμου μου. Ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, ὅπως αὐτὴ ἡ πρότασις νόμου μὴ προσλάβῃ χαρακτῆρα ἀντιδικίας. Εἶναι μία καλόπιστος ἐθνικὴ προσπάθεια. Ὁ ἀγροτικὸς κόσμος ἀρχίζει νὰ κατέχεται ἀπὸ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς στοργὴ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Καὶ ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέρον νὰ καλλιεργοῦν αὐτὴν τὴν πικρίαν καὶ τὴν ἀπογοήτευσιν. Πρέπει διὰ τοῦτο νὰ σπεύσωμεν νὰ τοῦ παράσχωμεν αὐτὴν τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὑπάρχει ἡ στοργὴ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Καθὼς ἀναπτύσσω καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν μου, οὐδέποτε εἶχον τὴν ἀφέλειαν νὰ νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον μόνον αὐτὸ εἶναι ἐπαρκὲς διὰ τὴν μεταβολὴν τῆς καταστάσεως. Τὸ προσδιορίζω ἁπλῶς ὡς πρῶτον μέτρον, παραλλήλως πρὸς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ληφθοῦν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα γενικώτερα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀναπτύσσω εἰς τὴν εἰσήγησίν μου. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ μέτρον ἔχει τὸ πρόσθετον προσόν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ πραγματωθῇ ἀμέσως, ἐνῷ τὰ ἄλλα ἀπαιτοῦν χρόνον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀποτελεῖ βαθεῖαν πεποίθησίν μου, ὅτι ἔχομεν εἰσέλθει εἰς κρίσιμον ἱστορικὴν καμπὴν καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει θεωρηθῆ ὡς ὁ πλέον εὐπρόσβλητος στόχος. Καὶ ἐπαναλαμβάνω τὸν ἐπίλογον τῆς εἰσηγητικῆς μου ἐκθέσεως —εὐχαριστῶ τὸν ἀγαπητόν μου συνεργάτην κ. Μπακόπουλον, ὁ ὁποῖος τὴν ὑπέμνησε— «διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἐπανάστασις ἐκ τῶν κάτω, πρέπει νὰ γίνῃ ἐπανάστασις ἐκ τῶν ἄνω». Ἀπὸ ἡμᾶς. Καὶ αὐτὸ τὸ καθῆκον πρέπει νὰ ἐπιτελέσωμεν. (Χειροκροτήματα).
§103Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Λυποῦμαι πολύ, κ. συνάδελφε, διότι ὁ σεβαστός μου Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων μὲ ἔκαμε νὰ ἀνακαλέσω εἰς ἑαυτὸν τὴν νομικήν μου σκέψιν. Εἶπεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι πρὸ τῆς ἐκτυπώσεως τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου, δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ συζήτησις κἂν ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ, ἢ μή, τῆς προτάσεως. Θὰ καταλογίσω μίαν εὐθύνην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς αἰτήσεις, τὰς ἀναφοράς, τὰς προτάσεις νόμων. Ἡ ἀνακοίνωσις εἰς τὴν Βουλὴν μπορεῖ νὰ συνηθίζεται νὰ γίνεται μόνον μὲ τὴν ἀναγγελίαν τῆς ἐπιγραφῆς τοῦ ἐγγράφου ἢ τῆς προτάσεως τοῦ νόμου, ἀλλὰ ἡ ἀνακοίνωσις σημαίνει ἀνακοίνωσιν ὁλοκλήρου τοῦ περιεχομένου. Δὲν ἔγινε αὐτὸ ἀπόψε ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ἠκολούθησε τὴν ἀπαράβατον τακτικήν, δεύτερον διότι ὑπέθεσε, ὅτι ὅλοι οἱ κ. κ. βουλευταὶ ἐγνώριζον τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου καὶ ὅλοι τὸ γνωρίζομεν, κ. βουλευταί, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτοῦ καὶ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς προτάσεως νόμου. Δὲν εἶναι ἡ ἐκτύπωσις ἐκείνη ἡ ὁποία καθιστᾷ ἀπαράδεκτον τὴν συζήτησιν. Ἀφοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως ἢ μᾶλλον ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ λάβουν γνῶσιν περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς προτάσεως...
§104ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ποῦ;
§105Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἅμα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνέγνωσε τὴν πρότασιν νόμου, δὲν θὰ ἐλάμβανε γνῶσιν τοῦ περιεχομένου ἡ Βουλή;
§106ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον; Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό.
§107Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Διατὶ ἐκπλήττεσθε;
§108Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ συμπολίτευσις ἤκουσε μὲ τὴν ἐπιβαλλομένην προσοχὴν καὶ τὸν σεβασμόν, τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ἡ πλειοψηφία νὰ ἀξιώσῃ νὰ ἀφεθοῦν καὶ οἱ ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀπερίσπαστοι καὶ ἥσυχοι νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις των; Διότι ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ δύναμις τοῦ ἀριθμοῦ νὰ ρυθμίσῃ τὴν θέσιν καὶ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀγορητοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ πληροφορηθοῦν οἱ ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ὅτι δὲν θὰ ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ὡμιλοῦσαν, συναισθανόμενοι ἀκόμη καὶ τὴν ἀριθμητικήν τους ἀδυναμίαν, ἀλλὰ καὶ σεβόμενοι τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὁ Κανονισμός. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακόπτωμεν συνεχῶς τὸν οἱονδήποτε ὁμιλοῦντα τῆς κυβερνητικῆς πλευρᾶς. Δηλαδὴ τί ἐπιδιώκουν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, νὰ μὴ ἀκουσθοῦν αἱ ἀπόψεις αἱ Κυβερνητικαί, νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἀπάντησις ἢ νὰ ἐπιδιώξουν δυναμικὴν ἐπιβολὴν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν;
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ ἡσυχάσετε. Εἴπατε, ὅτι οὐδεὶς διέκοψε τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων.
§110Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔπραττε, ὅσον ἀφορᾷ τὸ συγκεκριμένον θέμα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιτάσσει ὁ Κανονισμός, δηλαδὴ ἀνεκοίνου εἰς τὴν Βουλήν, ὁλόκληρον τὸ περιεχόμενον τῆς προτάσεως, διότι ἡ ἀνακοίνωσις μόνον τοῦ τίτλου, ἀναμφισβητήτως δὲν ἀποτελεῖ ἀνακοίνωσιν πλήρη, τότε δὲν θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα ἐκτυπώσεως τῆς προτάσεως νόμου. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι καὶ κ. Ἀρχηγὲ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, μὲ ἀναγκάσατε νὰ ἀνακαλέσω εἰς ἑαυτὸν τὴν νομικήν μου σκέψιν καὶ σᾶς πληροφορῶ, ὅτι τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεώς σας, προκύπτει κατηγορηματικῶς καὶ ἐκ μιᾶς ἄλλης διατάξεως, τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος. Τὴν ἀναγινώσκω, κ. συνάδελφοι, διὰ νὰ λάβετε γνῶσιν, διότι εἶναι τόσον σαφὴς καὶ τόσον ρητὴ καὶ τόσον κατηγορηματική, ὥστε δὲν δημιουργεῖται ζήτημα. «Οὐδεμία πρότασις νόμου ἢ τροπολογία ἢ προσθήκη ἐπαγομένη εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν Ὀργανισμῶν κλπ. δαπάνας, ἢ ἐλάττωσιν ἐσόδου, προέρχεται ἐκ τῆς Βουλῆς.
§111Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Προχωρήσατε. Διαβάσατέ το ὅλο. Λέγει: Εἰς ὄφελος προσώπου.
§112Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ἀναγινώσκω: «Οὐδεμία πρότασις νόμου ἢ τροπολογία ἢ προσθήκη, ἐπαγομένη εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἢ τῶν Ὀργανισμῶν ἢ ἄλλων προσώπων δαπάναι ἢ ἐλάττωσιν ἐσόδου ἢ περιουσιῶν αὐτῶν πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν Βουλήν». Καὶ εἶναι λογικὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξα κατὰ τὴν πρώτην μου ὁμιλίαν. Διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει καὶ μόνον αὐτὸς δύναται νὰ γνωρίζῃ τὰς οἰκονομικὰς δυνατότητας διὰ τὴν διάθεσιν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ποσῶν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ συνταξιοδότησιν.
§113Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει: «πρὸς μισθοδοσίαν.... (ὁμιλεῖ ἀπὸ τῆς θέσεώς του μὴ ἀκουόμενος).
§114Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Κύριε Μπακόπουλε, ἐδήλωσα ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅτι δὲν ἀσχολοῦμαι εἰδικῶς μὲ τὸ θέμα αὐτό, ἀλλὰ ὑπομιμνήσκω τὰς διαφόρους διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐπιθυμῶ δὲ ἀκόμη νὰ εἴπω σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος. Σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, ἐλέχθη, ὅτι ἡ προβλεπομένη διὰ τῆς προτάσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων παροχὴ δὲν ἀποτελεῖ σύνταξιν. Τί εἶναι σύνταξις; Εἶναι μία τακτικὴ περιοδικὴ παροχή, διδομένη διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι καθιστοῦν κατὰ τεκμήριον, ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον δίδεται, ἀνίκανον πρὸς ἐργασίαν. Αὐτὸ εἶναι ἡ σύνταξις. Ἡ σύνταξις, κ. συνάδελφοι, εἶναι μία μορφὴ τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως. Ἐὰν μὲν ἡ κοινωνικὴ ἀσφάλισις στηρίζεται ἐπὶ εἰσφορᾶς τῶν ἀσφαλιζομένων τότε ἀποτελεῖ καθ’ ἑαυτὸ ἀσφάλισιν, ἐὰν στηρίζεται ἐπὶ πόρων τοῦ Δημοσίου ἢ Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου ἀποτελεῖ σύνταξιν. Δὲν συνοδεύεται ἡ παροχὴ συντάξεως μὲ παροχὴν ἀντιστοίχων ὑπηρεσιῶν. Ὄχι κύριοι. Ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου σύνταξις περιλαμβάνει πᾶσαν περιοδικὴν χαριστικὴν παροχὴν προερχομένην ἐκ τοῦ Δημοσίου προϋπολογισμοῦ. Ἐδῶ δὲ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ὅσον καὶ τῆς ΕΔΑ, στηρίζει τὴν παροχήν, τοῦ βοηθήματος ποὺ θέλει ὁ κ. Ἀρχηγός, ἢ τῆς χορηγίας ποὺ θέλουν οἱ ἄλλοι κ. κ. συνάδελφοι, τὴν στηρίζει ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀποτελεῖ δαπάνην τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἄλλοτε ἀφορμὴ νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Μοῦ ἔδωσεν ὅμως ἀφορμὴν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, νὰ ἀσχοληθῶ περισσότερον μὲ τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι τὸ σχέδιόν του, εἶναι οἰκονομικῶς θεμελιωμένον, διότι καὶ τὰ πρόσωπα εἶναι ὡρισμένα, τὰ ὁποῖα, θὰ δικαιωθοῦν τῆς συντάξεως καὶ οἱ πόροι εἶναι ἀκριβῶς καθωρισμένοι. Κύριοι συνάδελφοι, ἀκριβῶς αὐτὸ ἀμφισβητοῦμεν καὶ ἀκριβῶς διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τῶν σημερινῶν καὶ τῶν στοιχείων τῶν σημερινῶν, νὰ προσδιορίσωμεν, τόσον τὰ πρόσωπα ὅσον καὶ τοὺς πόρους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι χρειάζονται διὰ νὰ συνταξιοδοτηθοῦν οἱ ἀγρόται, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἀναγκάζει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μελετήσωμεν μετὰ πάσης προσοχῆς τὸ θέμα καὶ θὰ ἀποδείξω, ὅτι ἀκριβῶς τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ δὲν εἶναι θεμελιωμένον οἰκονομικῶς. Λέγει ὁ κ. Ἀρχηγός, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν, τῶν δικαιουμένων συντάξεως εἶναι 130.000.
§115Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι μόνον τῶν ἀνδρῶν ἀλλὰ καὶ ὡρισμένων κατηγοριῶν γυναικῶν. Ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον. Δὲν τὸν ἀνεγνώσατε. Ὑπάρχει μέσα εἰς τὸν νόμον ἡ πρόβλεψις, ὅτι καὶ ὡρισμέναι ἀγρότισσαι ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους μετέχουν τῆς συντάξεως.
§116Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἀκριβῶς αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν πρότασιν, χωρὶς νὰ ὑπολογίζεται ὁ ἀριθμός, πόσαι εἶναι αἱ γυναῖκες.
§117Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑπολογίζονται.
§118Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἀκριβῶς αὐτὸ λέγω.
§119Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ εἰς τὴν ἀνακοίνωσίν σας εἴπατε, ὅτι δὲν περιλαμβάνονται, ἐνῷ τὸ ἀντίθετον εἶναι ἀκριβές. Περιλαμβάνονται.
§120Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Νὰ διευκρινίσωμεν καὶ τί εἶπα εἰς τὴν ἀνακοίνωσίν μου καὶ τί λέγω τώρα.
§121Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσετε τὸ κείμενον τοῦ νόμου.
§122Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Εἰς τὸ σχέδιον τοῦ κ. Παπανδρέου προβλέπεται συνταξιοδότησις ἀρρένων ὑπερβάντων τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας καὶ ὑπολογίζεται ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἰς 130.000. Περαιτέρω προβλέπει τὸ σχέδιον συνταξιοδότησιν γυναικῶν ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους, τῶν ὁποίων δὲν προσδιορίζει τὸν ἀριθμόν.
§123Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ κατέχετε τὸ ἀπόρρητον τῆς προτάσεως νόμου, παρακαλῶ νὰ τὴν προσκομίσητε διὰ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 1 καὶ τὴν πληροφορηθῇ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας.
§124Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψει μου καὶ τὴν μίαν ἄποψιν καὶ τὴν ἄλλην διὰ νὰ ἀποδείξω τὸ σφάλμα σας. Μοῦ μένει ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπανδρέου προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαιουμένων συντάξεως εἰς 130.000.
§125Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εὑρίσκεσθε εἰς πλάνην. Νὰ προσκομισθῇ τὸ κείμενον.
§126Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Μὴ ἔχετε ἀνυπομονησίαν. Θὰ ἀκούσω καὶ τὰς ἰδικάς σας σκέψεις. Τὸ σχέδιον τοῦ κ. Παπανδρέου, νομίζω, ὅτι προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαιουμένων συντάξεως ἀνδρῶν εἰς 130.000 καὶ δὲν προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαιουμένων συντάξεως γυναικῶν. Αὐτὸ ποὺ ἰσχυρίζεται ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι εἰς τοὺς 130.000 περιλαμβάνονται καὶ αἱ γυναῖκες δὲν εὐσταθεῖ διότι ὁ ἀριθμὸς εἶναι μικρός.
§127Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Περιλαμβάνονται καὶ αἱ γυναῖκες ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ σχεδίου.
§128Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ὁ ἀριθμὸς τῶν 130.000 εἶναι πολὺ μικρός. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1951 καὶ μὲ ἀναλογίαν καὶ ὑπολογισμὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῶν ὑπερβάντων τὸ 65ον ἔτος, ὑπολογιζόμενος ὑπερβαίνει τὰς 157.000. Αἱ δὲ γυναῖκες αἱ ὑπερβᾶσαι τὸ 65ον ἔτος ἀνέρχονται εἰς 200.000. Βεβαίως, δὲν πρόκειται νὰ συνταξιοδοτηθοῦν ὅλαι αἱ γυναῖκες, ἀλλὰ πάντως ὁ ἀριθμὸς τῶν 130.000 εἶναι πολὺ μικρὸς καὶ δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ὑπολογισμοῦ.
§129Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τοῦ ἀριθμοῦ.
§130Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Καὶ ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην αὐτῶν ποὺ λέγω.
§131Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ζητεῖτε καὶ σεῖς ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον αὐτὸ τὸ κείμενον; Δὲν εἶναι ἀπόρρητον. Θὰ ὁμιλοῦμεν ἐπὶ ἀγνώστου κειμένου;
§132Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι μὲ τὸ κῦρος σας θὰ ἔπρεπε νὰ δίδετε τὸν τόνον τῆς εὐρυθμίας εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως. Διαφωνεῖτε εἰς ἓν σημεῖον μὲ τὸν ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας. Δικαίωμά σας εἶναι νὰ τὸν ἀντικρούσητε ὅταν τελειώσῃ. Δὲν εἶναι ὅμως δικαίωμά σας νὰ ἐπιμένητε νὰ ἀποδεχθῇ ὁ ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας αὐτὸ ποὺ ὑποστηρίζητε σεῖς.
§133Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ὅταν ὑπάρχῃ διαφορὰ γνώμης ἠμποροῦμεν νὰ ἀναμένωμεν τὸ τέρμα τῆς ὁμιλίας. Ὅταν ὅμως παραμορφώνῃ τὸ κείμενόν μου, ἢ δὲν τὸ γνωρίζει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀπάντησις.
§134Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι θὰ ἠμπορούσατε ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα νὰ ἀντικρούσητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐνομίζατε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀντικρούσητε.
§135Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Τὰ στοιχεῖα τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύουν, ὅτι τόσον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀρρένων ὅσον καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν γυναικῶν εἶναι πολὺ μεγαλύτερος τῶν 130.000.
§136Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εὑρίσκεσθε εἰς πλάνην.
§137Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι βάσει τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1951 καὶ σχετικῶν μαθηματικῶν ὑπολογισμῶν οἱ ὁποῖοι γίνονται διὰ νὰ ἐξευρεθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπερβάντων τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας, ὁ ἀριθμὸς τούτων ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὰ 130.000 πρόσωπα. Θὰ προχωρήσω περαιτέρω διὰ νὰ ἀποδείξω καὶ ἄλλο σφάλμα.
§138Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Διατὶ εἰσήλθατε εἰς τὴν οὐσίαν;
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμίλησεν ὁ κ. Παπανδρέου, δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ κ. ὑπουργός;
§140Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζομεν τὸ κείμενον τῆς προτάσεως.
§141Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ὁ κ. Παπανδρέου ὁμιλεῖ καὶ περὶ τῶν πόρων ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὸ σχέδιόν του. Καὶ οἱ πόροι αὐτοὶ εἶναι πρῶτον· τὸ 5% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰδῶν πολυτελείας. Ἡ ἔννοια, κύριοι, τοῦ εἴδους πολυτελείας εἶναι μία ἔννοια ἀόριστος. Δὲν γνωρίζομεν ἀπὸ ποῦ θὰ ἀρχίσῃ καὶ ποῦ θὰ τελειώσῃ. Ἐὰν θέλετε νὰ πάρωμεν ὡς εἴδη πολυτελείας τὰ διὰ νόμου προσδιοριζόμενα ὡς τοιαῦτα, αὐτῶν τῶν εἰδῶν πολυτελείας ἡ ἀξία τῶν μὲν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, —καὶ ἐπαναλαμβάνω, τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου χαρακτηριζόμενα ὡς εἴδη πολυτελείας, διότι ἄλλως δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν καὶ μέχρι τὶς ρέγγες—ἀνέρχονται εἰς 420 ἑκατ. δραχμῶν, ἡ δὲ ἀξία τῶν παραγομένων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ ἐπίσης χαρακτηριζομένων ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς εἰδῶν πολυτελείας, ἀνέρχεται εἰς 300 ἑκατ. δραχμῶν. Δηλαδὴ ἐν συνόλῳ ἡ ἀξία τῶν εἰδῶν πολυτελείας φθάνει τὰ 720 ἑκατ. δραχμῶν.
§142Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀπὸ τὸν πίνακα τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος προκύπτει, ὅτι τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα ἀνέρχονται εἰς 59 ἑκατ. δολλαρίων. Πρὸς 5% ἔχομεν 3 ἑκατ. δολλαρίων, δηλαδὴ 90 ἑκατ. δραχμῶν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ, ὅπως συντομεύσητε τὴν ἀγόρευσίν σας.
§144Η. ΗΛΙΟΥ. Τώρα, κ. Πρόεδρε, θὰ ὁμιλήσωμεν ὅλοι ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐτέθη ζήτημα παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς συζητήσεως καὶ ἀπεκρούσθη παρ’ ὑμῶν. Ἐτέθη ἐν συνεχείᾳ ἡ διάμεσος πρότασις τοῦ κ. Τσιριμώκου καὶ Στεφανοπούλου περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Μετὰ ταῦτα ὁ κ. ὑπουργὸς εἰσῆλθεν εἰς ἀντίκρουσιν τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκτεθῆ ὑπὸ τῶν εἰσηγητῶν ἡ ἄποψίς των καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ ληφθῆ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μή. Ὁ κ. Παπανδρέου ἔλαβεν ἐπίσης τὸν λόγον, προκαλούμενος ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν τὸν ἔλαβεν, λόγῳ μεσολαβήσαντος προσωπικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας τώρα καὶ νὰ παραπέμπεται εἰς τὸ μέλλον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ παραδεκτοῦ.
§145Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριοι συνάδελφοι, ἀναφέρω μόνον τὸ κονδύλιον αὐτό, τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς φορολογίας τῶν εἰδῶν πολυτελείας. Σύμφωνα μὲ τὰ στοιχεῖα τὰ δοθέντα εἰς ἐμέ, ἐκ μέρους τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἡ ἀξία τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ τῶν παραγομένων ἐν τῇ χώρᾳ καὶ χαρακτηριζομένων ὑπὸ τῶν νόμων ὡς εἰδῶν πολυτελείας, ἀνέρχονται εἰς 720.000.000 καὶ τὸ 5% τούτων εἶναι 36.000.000. Ἔναντι αὐτῶν, τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ὑπολογίζει ἐκ τοῦ ἐσόδου αὐτοῦ 100.000.000 Τὸ φέρω μόνον ὡς παράδειγμα. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω καὶ κάτι ἄλλο; Λέγει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἔσοδον τῆς ἀσφαλίσεως θὰ ἀποτελέσῃ καὶ τὸ 1% ἐκ τοῦ 3% τῆς φορολογίας τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ τὸ ἔσοδον τοῦτο βαρύνει τὸν προϋπολογισμόν. Διατί;
§146Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Βεβαίως.
§147Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ναί, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶναι εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δίδεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι μειοῦται ἁπλῶς ἡ φορολογία τοῦ 3% ὑπὲρ τῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν ἀγροτῶν. Δὲν συμβαίνει τοῦτο. Ἡ ἀγροφυλακὴ ὅπως γνωρίζετε εἶναι δαπάνη τοῦ δημοσίου, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσφέρεται τὸ 1% ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων. Ἄρα ἐφ’ ὅσον τὸ 1% θὰ τὸ μετατοπίσωμεν καὶ θὰ τὸ καταστήσωμεν ἔσοδον τῆς ἀσφαλίσεως, ἡ δαπάνη τῆς ἀγροφυλακῆς θὰ εἶναι εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ἐξ ὁλοκλήρου καὶ θὰ βαρύνῃ τὸν προϋπολογισμόν. Κύριοι συνάδελφοι, ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων περὶ τῆς προτεραιότητος τῶν δαπανῶν. Εἶμαι σύμφωνος ἀπολύτως μὲ αὐτά. Ἀλλὰ ἤθελον νὰ θέσω καὶ ἐγὼ ἓν ἐρώτημα: Ποία δαπάνη πρέπει νὰ προταχθῇ πάσης ἄλλης; Δὲν πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ δαπάνη ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν τῶν δυστυχισμένων κατοίκων τῶν ὀρεινῶν περιοχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται περίπου εἰς 700.000 καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐκάμαμεν τίποτε. Ἴσως, διότι ὑπῆρχεν ἡ γενικωτέρα ἀνάγκη τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος διὰ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας; Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ σᾶς ἀναγγέλλω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ μελέτην τοῦ θέματος ἰδιὰ τοῦ προγράμματος τὸ ὁποῖον ἐνέκρινε σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διαθέτει ἐκ τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων ἐκ τοῦ Ταμείου Κτηνοτροφίας καὶ Δασῶν, ἐκ τοῦ Δημοσίου Προϋπολογισμοῦ περὶ τὰ 280.000.000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας τῶν ὀρεινῶν πληθυσμῶν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ποία ἡ ἀποτελεσματικωτέρα δαπάνη καὶ ποία πρέπει νὰ προηγηθῇ πάσης ἄλλης; Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ ἀσφάλισις, τῶν ἀγροτῶν, ἀλλὰ οὐδεὶς δύναται ἐπίσης ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ρίπτει ὅλον τὸ βάρος διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Οἱ ἀμφισβητοῦντες ταύτην δὲν εὑρίσκονται ἐν καλῇ πίστῃ. Διὰ πρώτην φορὰν ἡ Κυβέρνησις διαθέτει τόσον τεράστια ποσὰ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἀγροτικῆς οἰκονομίας, τελευταίως δέ, ὡς προανέφερον καὶ εἰδικώτερον διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας τῶν ὀρεινῶν πληθυσμῶν; Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς τὸ θέμα ἐξηντλήθη. Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀνάγκη, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ θέματος τῆς θεμελιώσεως τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλίσεως ἐπὶ ἀσφαλῶν βάσεων ἐπιβάλλουν νὰ ἀναμείνωμεν τὸ πόρισμα τῶν εἰδικῶν εἰς οὓς ἀνέθεσεν ἡ Κυβέρνησις τὴν μελέτην τοῦ θέματος. Διότι ὅπως τὸ θέμα ἔχει ἀνάγκην μελέτης εἰδικῆς καὶ ἰδίᾳ μελέτης ἀναλογιστικῆς.
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ πόσα χρόνια;
§149Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε......
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τελειώνωμεν.
§151Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἠμπορεῖτε νὰ θέλετε νὰ τελειώνωμεν, κ. Πρόεδρε, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον εἰς προσωπικὰς ἐπιθέσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας νὰ μὴ δώσω ἀπάντησιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ πάλιν ἠτύχησεν εἰς τοὺς ἀριθμούς. Εἶναι συνήθειά του. Διότι καὶ εἰς τὴν προηγουμένην προγραμματικὴν συζήτησιν ὅταν εἶχον ὑποστηρίξει, ὅτι μετὰ τὸ πενταετὲς πρόγραμμα θὰ ὑπῆρχε καὶ πάλιν εἰσαγωγὴ κρέατος 16 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, τὸ ἠμφισβήτησε. Καὶ ὅμως εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν σελίδα 70 τοῦ πενταετοῦς προγράμματος. Ἐπηλήθευσεν, ἑπομένως, καὶ εἰς ἐκείνην τὴν περίπτωσιν ἡ ἰδική μου γνώμη. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν. Ποῖοι εἶναι οἱ ἐπίμαχοι ἀριθμοί; Ἀρχικῶς εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 130.000 δικαιούχων περιέχει μόνον ἄρρενας ἀγρότας. Διώρθωσα τὴν πλάνην. Τὸν ἐβεβαίωσα, ὅτι περιέχει καὶ ἄρρενας ἀγρότας καὶ μίαν κατηγορίαν ἀγροτισσῶν, ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοὺς ὁποίους ὁρίζει ὁ νόμος. Δὲν εἶναι ἑπομένως, μόνον οἱ ἄρρενες ἀγρόται. Ἀμφισβητεῖ κατόπιν τούτου ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ ἄθροισμα νὰ εἶναι 130.000. Εἶναι μία ὑπόθεσίς του. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον ἡ γνώμη αὐτὴ νὰ ἀποδειχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι εἶναι θέμα μελέτης τῆς ἀπογραφῆς. Τὸν προκαλῶ, ἑπομένως, νὰ στείλῃ τὸ κείμενόν μου —αὐτό, ἄλλωστε, ποὺ ἀσφαλῶς θὰ συμβῇ μὲ τὴν κανονικὴν πορείαν τῆς συζητήσεως καὶ τὸ ὁποῖον καταβάλλεται προσπάθεια νὰ ἐμποδισθῇ— νὰ στείλῃ τὸ κείμενόν μου εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλέγξῃ ὅλους τοὺς ἀριθμούς. Εἶμαι δὲ πρόθυμος, καθὼς ἐδήλωσα καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικήν μου ἔκθεσιν, νὰ προσκομίσω πλήρη στοιχεῖα καὶ θὰ ἔχωμεν τότε ὑπεύθυνον ἀπάντησιν τοῦ Λογιστηρίου ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν καὶ θὰ εἴμεθα ἐδῶ διὰ νὰ διαπιστώσωμεν ποῖος ἐκ τῶν δύο ἔχει δίκαιον.
§152Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε, ὅτι ἠτύχησα εἰς τοὺς ἀριθμούς.
§153Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἠτυχήσατε εἰς τὸ παρελθὸν καὶ θὰ ἀτυχήσετε εἰς τὸ μέλλον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, ἑπομένως, τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαιούχων ἀγροτῶν καὶ ἀγροτισσῶν, εἶναι μάταιον νὰ διεξαχθῇ συζήτησις εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν, διότι εἶναι θέμα ἀναλυτικῆς μελέτης τῆς ἀπογραφῆς.
§154Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Ἀναλογιστικῶς.
§155Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν καταβάλλεται ἀσφάλεια. Δὲν εἶσθε ἐδῶ, καθυστερήσατε τὴν παρουσίαν σας. Ἐπὶ τοῦ θέματος ἔχει δοθῆ μακρὰ ἐξήγησις καὶ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ τὴν ἐπαναλάβω.
§156Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Εἴπατε, ὅτι εἶναι θέμα μελέτης καὶ σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι εἶναι θέμα ἀναλογιστικῆς μελέτης.
§157Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θέμα ἀναλογιστικῆς μελέτης, δὲν εἶναι αὐτό, ἀλλὰ τὸ γενικώτερον θέμα τῆς ἀσφαλίσεως.
§158Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Διότι ἡ ἐξέλιξις καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν πιθανῶν συνταξιούχων εἶναι ἕνα τμῆμα τῆς ἀναλογιστικῆς μελέτης. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπειδὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχομεν 130.000 ἢ 200.000 ἀγρότας ἢ ἀγρότισσας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑπερβῆ τὸ ὅριον τῶν 65 ἐτῶν, δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ βασισθῶμεν εἰς τὸ ὅτι ὁ ἴδιος ἀριθμὸς θὰ εἶναι καὶ μελλοντικῶς. Μία πλευρά, λοιπόν, τῆς ἀναλογιστικῆς μελέτης εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: Πόσαι συντάξεις θὰ πρέπει νὰ χορηγηθοῦν ὄχι τὸ 1962 ἢ τὸ 1963, ἀλλ’ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Συνεπῶς, εἶναι θέμα ἀναλογιστικῆς μελέτης ὁ ἀριθμὸς αὐτός.
§159Α. ΖΑΚΚΑΣ. Προκειμένου περὶ τῆς ἰδιωτικῆς ἀσφαλίσεως.
§160Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Διὰ πᾶσαν ἀσφάλισιν. Εἰδ’ ἄλλως ἔχομεν ἁπλῶς διανεμητικὸν λογαριασμόν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἀσφάλισιν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἀσφάλισις ἀνταξία τοῦ ὀνόματος, πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ τὴν μελλοντικὴν ἐξέλιξιν τῶν συνταξιούχων. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ ἕνα ἀριθμὸν 130.000 ἢ 200.000 νὰ στηρίξωμεν μίαν ἀσφάλισιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ τύχη ὄχι μόνον τῶν συνταξιούχων, ἀλλὰ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν.
§161Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ὁμιλεῖ περὶ ὀργανώσεως κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, ἡ ὁποία, βεβαίως, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν κριτηρίων, πρέπει νὰ ὑπολογίσῃ τὴν πορείαν τοῦ μέλλοντος. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἄμεσον παροχὴν ἐπιδόματος γήρατος. Κατόπιν θὰ βαδίσωμεν εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀσφαλιστικῶν κανόνων, ὅπως ἄλλως τε καὶ ἀναγράφεται εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου μου.
§162Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Πρῶτον μέτρον εἶναι ἡ μελέτη, κ. Πρόεδρε.
§163Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Βεβαίως, ἡ μελέτη.
§164Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Τὸ πρώτιστον καθῆκον εἶναι ἡ ἀσφαλὴς θεμελίωσις. Πρῶτον, πρέπει νὰ βεβαιωθῶμεν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλομεν ὅλοι νὰ πράξωμεν, στηρίζεται ἐπὶ ἀσφαλῶν βάσεων καὶ ὅτι εἶναι θεμελιωμένον.
§165Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἡ μελέτη, καθ’ ὅσον μὲ ἀφορᾷ ἔγινεν. Ἐὰν ἄλλοι δὲν τὴν ἔκαμαν, ἂς ἐπιδοθοῦν. Ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἰδικήν μου μελέτην καὶ διὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦμαι. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τοὺς πόρους. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ 1% ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀπεκάλυψεν, ὅτι σήμερον εἰσπράττεται ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ θὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ αὐτόν. Ἀλλὰ αὐτὸ ἀναφέρεται εἰς τὴν ἔκθεσίν μου καὶ τὸ ἐπανέλαβον ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἦτο ἑπομένως, περιττὴ ἡ ἀποκάλυψις. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸν φόρον πολυτελείας. Εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος διὰ τὴν Ἑλληνικὴν οἰκονομίαν τοῦ 1958 καὶ εἰς τὸν πίνακα 12 τὰ βιομηχανικὰ εἴδη πολυτελείας, τὰ εἰσαγόμενα ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν, ἀνέρχονται εἰς ἀξίαν 60 περίπου ἑκατομμυρίων δολλαρίων (κατὰ τὸν πίνακα 59,3%).
§166Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Φορολογία;
§167Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ ἀξία τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν πολυτελείας ἀνέρχεται εἰς 60 ἑκατομμύρια δολλάρια.
§168Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Ἀξία τῶν εἰσαγωγῶν ἢ δασμός;
§169Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μάλιστα, ἀξία τῶν εἰσαγωγῶν. Ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν 60 ἑκατομμυρίων δολλαρίων 5% εἶναι 3 ἑκατομμύρια δολλάρια, δηλαδὴ 90 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Δηλαδὴ μόνον ἀπὸ τὰ εἰσαγόμενα χωρὶς τὴν προσθήκην τοῦ 5% καὶ ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐπιχωρίως παραγομένων. Ἰδοὺ ἡ ἀπόλυτος ἀκρίβεια.
§170Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Δὲν εἶναι ἀσφαλές.
§171Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν γνωρίζω ἄλλο ἀσφαλέστερον κείμενον ἀπὸ τὴν ἔκδοσιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος.
§172Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τὸ ἀσφαλὲς κριτήριον, αὐτὸ τὸ ὁποῖον προκύπτει ἀπὸ τὸν νόμον, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βασίζεται τις εἰς μίαν ἔκθεσιν ἔστω καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος.
§173Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν συμπίπτουν οἱ ἀριθμοὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν; Ὑπάρχει λοιπὸν εἰς τὰς ἡμέρας σας τόση ἀποσύνθεσις;
§174Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐὰν οἱ ἀριθμοὶ οἱ ὁποῖοι περιέχονται εἰς τὴν μελέτην αὐτὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀπεικονίζουν τὸ ἴδιον πρᾶγμα μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας διὰ τὸ ἀντικείμενον αὐτό, βεβαίως ἀκριβεῖς θὰ εἶναι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοί. Ἐάν, λέγω.
§175Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι ἐστήριξα τὴν μελέτην μου εἰς τοὺς πίνακας τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν οἱ πίνακες τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐσφαλμένοι νὰ αἰτιᾶσθε τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι τὴν ἰδικήν μου πρότασιν νόμου.
§176Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Ἔπρεπε νὰ ἐρευνήσητε τοὺς πραγματικοὺς ἀριθμούς, αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ἔχει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ ὄχι νὰ βασισθῆτε εἰς μίαν μελέτην.
§177Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ποίαν μελέτην; Εἶναι οἱ πίνακες τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος.
§178Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Ἐδῶ εἶναι οἱ ἀκριβεῖς πίνακες.
§179Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ ἰσχυρισμός σας ἀποτελεῖ καταδίκην σας διότι βεβαιώνετε, ὅτι μεταξὺ Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ Γενικοῦ Λογιστηρίου ὑπάρχει μία χαώδης ἀπόστασις, μία κατάστασις ἀναρχίας καὶ ἀποσυνθέσεως. Δὲν θέλω νὰ τὸ δεχθῶ. Καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀποσύρετε τὸν συλλογισμόν σας καὶ νὰ δεχθῆτε, ὅτι ἡ στήριξις συλλογισμῶν ἐπὶ τῶν πινάκων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τίθεται ὑπὸ ἀμφισβήτησιν.
§180Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Πρῶτον πρέπει νὰ ἴδωμεν τί ἀκριβῶς λέγει.
§181Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ τὸ ἴδητε.
§182Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Καὶ τὸ δεύτερον εἶναι, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ μὲν Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς εἴδη πολυτελείας ὡρισμένα εἴδη ἀποβλέπουσα εἰς τὴν οὐσίαν, ἐνῷ ἡ νομοθεσία νὰ λέγῃ ἄλλα.
§183Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι δυνατὸν ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος παρὰ τὸν νόμον νὰ χαρακτηρίζῃ;
§184Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι ξεκινοῦν ἀπὸ διαφορετικὰ δεδομένα ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων καὶ οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ μὲν ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημ)κῶν Φιλελευθέρων ξεκινᾷ ἀπὸ τὰ δεδομένα τὰ καθιερωθέντα διὰ τοῦ Ν. Δ. τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1958 τοῦ ἐπιχειρήσαντος νὰ ἐπιβάλῃ ἕνα περιορισμὸν εἰς εἰσαγωγὰς εἰδῶν πολυτελείας. Αὐτὰ ἀνέρχονται πράγματι εἰς 60 ἑκατομμύρια δολλάρια. Εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔγινεν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως εἶχεν ὑποστηριχθῆ μέρος αὐτῶν· ἡμεῖς ἠμφισβητήσαμεν. Ἡ Βουλὴ ἠμφισβήτησεν, ἐὰν ἔπρεπε νὰ θεωρηθοῦν ὡς εἴδη πολυτελείας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας χρησιμοποιεῖ ἄλλα δεδομένα ὄχι τὸ δασμολογικὸν δεδομένον τοῦ Ν. Δ. τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1958, ἀλλὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὸν εἰδικὸν φόρον εἰδῶν πολυτελείας, δηλαδὴ διαμαντικά, γοῦνες, αὐτοκίνητα καὶ λοιπὰ ποὺ εἶναι μέρος τῶν 60 ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Ἀλλὰ τὰ 60 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα μνημονεύει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος ὑπάρχουν, εἶναι δεδομένον στοιχεῖον στατιστικόν, τὸ ὁποῖον προκύπτει κατὰ μῆνα ἀπὸ τὸ δελτίον τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος.
§185Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποῖα θὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς εἴδη πολυτελείας. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἢ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει ὁ νόμος;
§186Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔδωσα ἤδη ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ἐπὶ τῶν σημείων τὰ ὁποῖα ἠμφισβήτησε. Πρῶτον, ὅτι εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 130 χιλιάδων περιέχονται καὶ ἀγρόται καὶ ἀγρότισσαι ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς τῆς προτάσεως νόμου. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποστείλῃ τὴν πρότασιν νόμου εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον πρὸς ἔλεγχον τοῦ ἀριθμοῦ. Δεύτερον, ἡ φορολογία τὴν ὁποίαν προσδιορίζω, στηρίζεται ἐπὶ ἀντικειμενικῶν ἐπισήμων δεδομένων. Τὸ 5% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰδῶν πολυτελείας ἀποδίδει τοὐλάχιστον 100 ἑκατομμύρια. Τὸ σύνολον ἑπομένως καὶ τῶν δικαιούχων καὶ τῶν πόρων εἶναι ἀπολύτως ἀκριβές. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησίς μου. Καὶ χαίρω διὰ τὴν εὐκαιρίαν ἡ ὁποία μοῦ παρεσχέθη, ὅπως ἐπιβεβαιώσω καὶ δημοσίᾳ τὴν ἀπόλυτον θεμελίωσιν τῆς ἰδικῆς μου προτάσεως νόμου.
§187Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ νὰ διευκολύνω τὴν συζήτησιν. Δὲν εἶναι μόνον αἱ εἰσφοραὶ τῶν ἠσφαλισμένων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ βγῇ τὸ ποσὸν ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθοῦν αἱ συντάξεις, ἀλλὰ ἡ ἀναλογιστικὴ μελέτη εἶναι καὶ ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἠσφαλισμένων. Καὶ ἀκριβῶς ἡ ἀναλογιστικὴ μελέτη καὶ κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων κ. Παπανδρέου χρειάζεται. Διότι, κ. συνάδελφοι, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπερβάντων τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας των ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογιστικῆς μελέτης ἐξάγεται, διότι ἡ ἀπογραφὴ ἔγινε τὸ 1951. Διὰ νὰ εὕρωμεν κατὰ τὸ 1960 ἢ τὸ 1961 πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαιουμένων συντάξεως χρειάζεται ἀναλογιστικὴ μελέτη.
§188Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐχρησιμοποίησα καὶ τὰ τελευταῖα ἀπογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ ἔτους 1957. Δέχομαι καὶ αὐτὸν τὸν ἔλεγχον τῶν ηὐξημένων ἀριθμῶν, τόσον ἀπολύτως ἀσφαλεῖς εἶναι οἱ ὑπολογισμοί μου.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν, νὰ ἐπιτρέψουν εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ ὑποβάλῃ μίαν πρότασιν. Πρῶτον, λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος δὶς ἐπεκαλέσθη τὴν ἤρεμον διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων καὶ τὸ πνεῦμα τῆς συνεργασίας, ἔκαμε μνείαν περὶ θλιβερῶν ἐνεργειῶν καὶ παραλογισμῶν τοῦ Προεδρείου. Δὲν ἦτο παρὼν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὅταν παρεκάλεσα καὶ ἄλλον ρήτορα, ὅπως μὴ διατυποῦνται τοιαῦται φράσεις κατὰ τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἔχῃ μίαν ἀδιάβλητον ἐμφάνισιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιδικῇ καὶ κατὰ μείζονα λόγον, νὰ ἀνταποδίδῃ τοιούτου εἴδους μομφάς, ὡς ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι γίνονται κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἔχει σημασίαν. Εἶναι ἡ πρώτη φορά, κ. βουλευταί, κατὰ τὴν ὁποίαν, θὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὸν κ. Τσιριμῶκον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκπλαγῇ, ἴσως, διότι εὑρίσκομαι συχνάκις διαφωνῶν.
§190Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μάλιστα, ἀλλὰ εἶναι πολὺ ἀργά.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἡλιοῦ, τί νὰ κάμω, δὲν μὲ ἄφησεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὁ κύριος Παπανδρέου: Θὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν: Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Πρόεδρος, ἐφ’ ὅσον κρίνει, ὅτι ἓν νομοσχέδιον δὲν εἶναι σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ συζητηθῇ, ἐρωτᾷ τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔκαμε τὴν σκέψιν, ὅτι θὰ ἔπρεπε ἡ Βουλή, καὶ τυπικῶς, νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ κειμένου μολονότι οὐσιαστικὰ τὸ γνωρίζει. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, τὸ σχέδιον νόμου θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ ἐπανέλθῃ εἰς συζήτησιν μόνον τὸ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον. Θὰ συνεχισθῇ δηλαδὴ αὐτὴ ἡ συζήτησις μόνον ἐπὶ τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου. Τὸ τονίζω αὐτό. Θὰ γίνῃ δὲ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, διότι ὑπάρχει σχετικὴ πρότασις.
§192Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε, ὅτι τιμῶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον διεξάγετε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν, εὐχαρίστως, προέβην εἰς αὐτὴν τὴν ἀναγνώρισιν. Ἀκριβῶς ὅμως δι’ αὐτὸ ἐξεπλάγην περισσότερον ἀπόψε, μὲ τὴν ἐκτροπὴν ἡ ὁποία ἔγινεν. Εἰς αὐτὸ ὠφείλοντο οἱ χαρακτηρισμοί μου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασίν σας, τὴν ἀποδέχομαι.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὑπάρχει ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Μαύρου, ὅστις εἶναι ἀπὼν καὶ διαγράφεται αὕτη. Ἕπεται ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Ζίγδη. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπουσιάζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν εἰς Κομοτινήν, ἀναβάλλεται. Ὑπάρχει ἐπίσης ἡ ὑπ’ ἀριθ. 7β ἐπερώτησις τοῦ κ. Ζίγδη ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ θέματος. Ὁρίστε κ. Ζίγδη.
§194Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζίγδη, δὲν ἤθελον νὰ προηγηθῶ ὑμῶν, διὰ νὰ μὴ τυχὸν θεωρηθῇ, ὅτι ἐμποδίζω τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. Συζήτησις οἰκονομικὴ διεξήχθη διὰ μακρῶν καὶ ἔλαβε μάλιστα χώραν καὶ ψηφοφορία ἐπὶ θέματος ἐμπιστοσύνης. Νομίζω, ὅτι ἔκτοτε δὲν ἀνέκυψαν νέα θέματα, τὰ ὁποῖα νὰ δημιουργοῦν ἐπικαιρότητα διὰ συζήτησιν τοιαύτης ἐπερωτήσεως.
§196Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Συμφωνεῖτε, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναβάλλωμεν τὴν συζήτησιν;
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ παραμείνῃ τὸ θέμα ἐκκρεμὲς εἰς τὸ διηνεκές. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ξεύρῃ τί θὰ γίνῃ. Θέλετε νὰ τὴν διαγράψωμεν;
§198Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἡ ἀναβολὴ τὴν ὁποίαν ζητῶ, εἶναι τυπικὴ καὶ τοῦτο ἵνα, ὅταν ἔλθουν αἱ ἄλλαι, νὰ συζητηθῇ αὕτη μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζίγδη, εἴμεθα σύμφωνοι, ἡ ἐπερώτησίς σας δὲν θὰ ἀναγινώσκεται ὡς πρώτη τοιαύτη, εἰς ἑκάστην ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ ἀναβάλλεται ἡ συζήτησίς της δι’ εὔθετον χρόνον, ἵνα συζητηθῇ μετ’ ἄλλων συναφῶν ἐπερωτήσεων, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά των.
§200Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐκκρεμεῖ πρότασις, περὶ προτάξεως τῆς ἐπερωτήσεώς μου, τῆς ἀπευθυνομένης εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ζαννῆ, διὰ τὴν ὁποίαν ἐκκρεμεῖ πρότασις περὶ προτάξεώς της, ἐπειδὴ αὕτη ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, φρονῶ, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ λῆψις ἀποφάσεως, μέχρι τῆς ἐπανόδου τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ θέματος, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ παρίσταται κατὰ τὴν συζήτησίν της. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον;
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ. μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν, συζήτησις ἐπὶ τῶν προτάσεων νόμων, περὶ τροποποιήσεως, ἀκυρώσεως κλπ. Ν. Δ. τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. (Ὥρα 9,45′ μ. μ.)