Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Ε · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 22

1960.01.11

2.498 στίχοι · 17.882 λέξεις · 7 πίνακες · 108 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1960.01.11
Προεδρεία
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
Περίοδος
Ε
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α (1961)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22α

Δευτέρα 11 Ἰανουαρίου 1960

Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ὥρα 6.45 μ.μ.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βολουδάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.

§2Γ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 118292) 4.12.1959 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θράκης μετὰ τῆς σχετικῆς κατὰ τῶν βουλευτῶν κ. Θεοχάρους Κεραμιτσιόγλου καὶ Ἐπαμεινώνδα Ρήγα, ποινικῆς δικογραφίας, αἰτοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 119636) 4.12.1959 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης μετὰ τῆς σχετικῆς κατὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη, Ἐπ. Ρήγα, Γεωρ. Εὐαγγέλου καὶ Α. Λασκαρίδη ποινικῆς δικογραφίας, αἰτοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 120716) 4.12.1959 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ τῆς σχετικῆς κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Νικ. Καθαροσπόρη, ποινικῆς δικογραφίας, αἰτοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 118293) 4.12.1959 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θράκης μετὰ τῆς σχετικῆς κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Θεοχάρους Κεραμιτσιόγλου, ποινικῆς δικογραφίας, αἰτοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπονται ἅπασαι εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν). Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 372576)31.12.1959 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν Κρατικὴν ἐγγύησιν πρὸς Ἐμπορικὰς Τραπέζας διὰ τὴν χορήγησιν δανείων εἰς ἠλεκτρικὰς ἐπιχειρήσεις Νήσων κλπ. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 363876)28.12.1959 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν ὑπ’ αὐτῆς χορήγησιν δανείου δραχμῶν 150.000 εἰς τὸν ὁλικῶς ἀνάπηρον ἀξιωματικὸν Βασ. Χουτόπουλον. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 335382)28.12.1959 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἀντεγγύησιν διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος ἔκδοσιν ἐγγυητικῶν ἐπιστολῶν πρὸς τοὺς ἀναδόχους κατασκευῆς τοῦ ἐργοστασίου ἀζωτούχων λιπασμάτων Πτολεμαΐδος κλπ. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 363877)21.12.1959 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ δανειοδότησιν τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Ἀρτεργατῶν–Μυλεργατῶν καὶ Μακαρονοτεχνιτῶν μέχρι ποσοῦ δραχμῶν 5.500.000. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν ἐκ μονίμων Ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ν. 3231)54, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ Ν.Δ. 2088)41 καὶ 618)45. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Εὐαγγέλου, Γ. Ἀράπης, Δ. Παινέζης, Ι. Δραγονέτης, Δ. Γιαχνῆς καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν συνταξιουχικῶν ὀργανώσεων Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης, αἰτουσῶν τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 331)59 ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Γονέων καὶ Κηδεμόνων Μικτοῦ Γυμνασιακοῦ Παραρτήματος Ἡλιουπόλεως αἰτοῦντος ὅπως τὸ ἐν λόγῳ Γυμνάσιον γίνῃ ἀνεξάρτητον συντηρούμενον ὡς αὐτοτελὲς Δημόσιον Γυμνάσιον παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γ. Βαλοῦρδος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Γονέων καὶ κηδεμόνων τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου Βύρωνος διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἔλλειψιν διδακτικοῦ προσωπικοῦ θεωρητικῶν μαθημάτων καὶ αἰτούντων τὴν ἄμεσον ἐπαναφορὰν τῶν ἀποσπασθέντων εἰς ἕτερον Γυμνάσιον καὶ ὀργανικῶς ἀνηκόντων εἰς τὸ ἐν λόγῳ Γυμνάσιον καθηγητῶν. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Δ. Καρακουλουξῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Μακρῆ Κώστα, Γκότση Ἀντώνη κλπ., κρατουμένων φυλακῶν νήσου Γιούρου αἰτούντων τὴν ἀποφυλάκισίν των. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Ἀράπης, Γ. Εὐαγγέλου, Δ. Παινέζης, Δ. Γιαχνῆς καὶ Ι. Δραγονέτης καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Πανελλαδικῆς Ὁμοσπονδίας Συνταξιούχων καπνεργατῶν αἰτούσης τὴν ἔνταξιν τῶν μελῶν της εἰς τὸ ΙΚΑ κλπ. Οἱ βουλευταί κ.κ. Β. Θανασέκου, Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κλωνίου Φθιώτιδος, αἰτούντων τὴν ἀπόλυσιν ἐκ τῶν Φυλακῶν τοῦ συμπατριώτου των Δημ. Καραγεώργου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Εὐαγγελίδης, Α. Χονδρονάσιος, Χ. Παγώνης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Διλόφου Λαρίσης, αἰτούντων τὴν ἀπόλυσιν ἐκ τῶν φυλακῶν τοῦ συμπατριώτου των Θεοδ. Σαβράκα. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Σωτηρίου, Σ. Ἡλιόπουλος καὶ Δ. Κελτεμλίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Συντονιστ. Ἐπιτροπῆς Ἀγελαδοτρόφων Ἀττικῆς, Μεγαρίδος, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν ἀπειλουμένην παραχώρησιν τοῦ Συνεταιριστικοῦ ἐργοστασίου Γάλακτος ΑΣΤΥ εἰς ὅμιλον Ἀμερικανῶν κεφαλαιούχων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Κακογιάννης, Α. Κολαμπᾶς, Δ. Παπαθανασόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Πελεκανάδος Πυλίας, αἰτούντων τὴν ἀπόλυσιν ἐκ τῶν φυλακῶν Αἰγίνης τῆς Πυλίας τῶν συγχωριανῶν των Κ. Σπυροπούλου καὶ Π. Ρουσσέα. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ε. Ἀθανασάκος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινότητος Μαλουνίου τοῦ Νομοῦ Θεσπρωτίας, αἰτοῦντος τὴν διαγραφὴν τῶν χρεῶν τῶν κατοίκων τῆς κοινότητός του τῶν προερχομένων ἐξ ἐφοδίων χορηγηθέντων αὐτοῖς ὡς συμμοριοπλήκτων. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Ε. Ἀρβανιτάκης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἐπιμελητηρίων Εὐβοίας, ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Εὐβοίας κλπ. διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ματαίωσιν τῆς κατασκευῆς προβλῆτος εἰς Βοιωτικὴν ἀκτήν. Ὁ βουλευτὴς Ἡρακλείου κ. Ι. Πωλιουδάκης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Παγκρητίου Ἑνώσεως Βομβοπλήκτων– Πυροπαθῶν αἰτούσης τὴν διὰ νόμου ρύθμισιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πολεμοπαθῶν. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Π. Βαρδινογιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμμ. Ψαρουδάκη, αἰτουμένου τὴν νομοθετικὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος συνταξιοδοτήσεώς του ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν Μονοπωλίων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Τσιάρας, Ι. Γιαλώφας καὶ Η. Σκυλλάκος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν καὶ Βουλγαρίαν καταφυγόντων Ἑλλήνων αἰτούντων τὸν ἐπαναπατρισμόν των. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Οἰκοδομικοῦ καὶ Προμηθευτικοῦ Συνεταιρισμοῦ «Θέμις» Σ.Π.Ε. Γλυφάδος αἰτοῦντος τὴν ἐπέκτασιν τοῦ δικτύου ὑδρεύσεως καὶ εἰς τὸν ἐν λόγῳ Συνεταιρισμόν. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Σωματείων Καρροποιῶν, Πεταλωτῶν, Σαγματοποιῶν Ἀθηνῶν ζητούντων ὅπως τύχωσι τῆς αὐτῆς μεταχειρίσεως ἧς ἔτυχον παλαιότερον οἱ ἁμαξηλάται καὶ καρραγωγεῖς, ἤτοι ἀποζημίωσιν τῶν παλαιοτέρων καὶ χορήγησιν αὐτοκινήτων εἰς τοὺς νεωτέρους. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Πολιτικῶν Συνταξιούχων Θεσσαλονίκης, αἰτοῦντος τὴν ἵδρυσιν λέσχης τῶν ἐν λόγῳ συνταξιούχων.

§3Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐζήτησα ἐγκαίρως νὰ εἰδοποιηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ΕΔΑ προτίθεται νὰ φέρῃ πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα τῆς συλλήψεως τοῦ Ἡγετικοῦ στελέχους της κ. Στεργίου. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεποιήθη τὴν συζήτησιν, ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι σοβαρώτατον. Καταθέτω ἐπιστολὴν ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ὁρίσῃ ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἀχθῇ τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν. Ἡ κατατεθεῖσα ἐπιστολὴ ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλιοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἰανουαρίου 1960 Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ἐνταῦθα Κύριε Πρόεδρε, Ἐγκαίρως κατὰ τὴν κρατοῦσαν τακτικὴν παρεκλήθητε παρ’ ἐμοῦ νὰ εἰδοποιήσετε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ΕΔΑ προτίθεται νὰ φέρῃ σήμερον, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὸ θέμα τῆς συλλήψεως τοῦ ἐκ τῶν ἡγετῶν της κ. Γεωργίου Στεργίου πρὸς ἐκτοπισμόν. Μολονότι τὸ ζήτημα καταδήλως παρουσιάζει ἐξαιρετικὴν σημασίαν ἡ Κυβέρνησις δυστυχῶς, ἀπεποιήθη τὴν συζήτησιν. Ἡ ἀποφυγὴ αὐτὴ μαρτυρεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποκορυφώνουσα τὴν αὐθαιρεσίαν, τὴν περιφρόνησιν πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, τὰς προγραφὰς τῶν πολιτικῶν της ἀντιπάλων, ἔχει βεβαρημένην τὴν συνείδησιν, κατανοεῖ, ὅτι αἱ πράξεις της αὗται δὲν ἀντέχουν εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον καὶ φυγομαχεῖ. Ἡ ΕΔΑ θεωρεῖ τὴν φυγομαχίαν αὐτὴν ἀπαράδεκτον. Ζητεῖ διὰ τοῦ Προεδρείου ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ τάχιστα ἡμέραν καθ’ ἣν θὰ παράσχῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος, ἔχοντος εἰς τὰς γενικάς του γραμμὰς ὡς ἀκολούθως. 1ον. Ὁ κ. Γεώργιος Στεργίου, ἐκ τῶν παλαιοτέρων συνδικαλιστικῶν ἡγετῶν ἐκλέγεται εἰς τὸ ἀνώτατον καθοδηγητικὸν ὄργανον τῆς ΕΔΑ τὴν 3ην Δεκεμβρίου καὶ ἡ ἐκλογή του ἀνακοινοῦται δημοσίᾳ τὴν 4ην Δεκεμβρίου. 2ον. Ἀμέσως προγράφεται. Τόν, ἀνύπαρκτον ἄλλωστε, λόγον διώξεώς του, δὲν καλεῖται νὰ διαπιστώσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκλογήν του τὸν ἐπὶ ἔτη καὶ μέχρι τῆς χθὲς μὴ ἐπικίνδυνον, βαπτίζουν ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀποφασίζουν τὴν διοικητικὴν ἐκτόπισίν του, τὴν στέρησιν δηλ. τῆς ἐλευθερίας του ἐπὶ μακρότατον καὶ ἀόριστον χρόνον. 3ον. Ὄχι μόνον ἀποτελοῦν μυθεύματα ὅσα ἀόριστα καὶ κατὰ τὴν γνωστὴν ἀστυνομικὴν μυθιστορηματικὴν διατύπωσιν τοῦ ἀποδίδονται ἀλλὰ γίνεται χρῆσις καὶ πλαστῶν στοιχείων. Ἐνῷ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 466)1953 ἀποφάσεως τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου, ὁ κ. Γεώργιος Στεργίου ἐκηρύχθη ἀθῶος τῆς ἀποδοθείσης εἰς αὐτὸν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνωμαλίας καὶ τῶν ἐκτάκτων μέτρων κατηγορίας, θεμέλιον τῆς ἀποφάσεως ἐκτοπίσεως ἀποτελεῖ ἡ ὑπὸ τοῦ ἐκτάκτου στρατοδικείου ἐπιβληθεῖσα καταδίκη, τὴν ὁποίαν ἡ ἀναθεωρητικὴ ἀπόφασις ἐξηφάνισε καὶ κατέστησεν ἀνύπαρκτον, δεχθεῖσα, ὅτι ἡ συνδικαλιστικὴ ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων δρᾶσις του εἶχε δώσει ἀφορμὴν εἰς τὴν δίωξίν του. 4ον. Λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς δεινοτάτης καταστάσεως τῆς ὑγείας τοῦ κ. Στεργίου, ὅστις ζῇ μὲ ½ πνεύμονα καὶ μὲ πνευμοθώρακα ἀφαιρεθέντος τοῦ ἑνὸς πνεύμονός του καὶ μέρους τοῦ ἑτέρου συνεπείᾳ βαρυτάτης φυματιώσεως, ὑπέστη μετεγχειρητικὸν ἴκτερον, ἡ ὑποτροπὴ τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν ἐπιστήμην θ’ ἀποβῇ ἀναποτρέπτως μοιραία, ἡ προγραφή του ἄγει ἀναποτρέπτως καὶ εἰς φυσικὴν ἐξόντωσίν του. Διὰ τὰς αὐθαιρέτους καὶ ἀνηκούστους αὐτὰς ἐνεργείας πολιτικοῦ διωγμοῦ, εἰς βάρος ἡγέτου τοῦ μεγαλυτέρου κόμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποτελούσας ποδοπάτησιν καὶ τῶν στοιχειωδεστέρων ἀρχῶν ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, ζητοῦμεν ἐπιτακτικῶς νὰ ὁρίσῃ ἡ Κυβέρνησις ἡμέραν συζητήσεως.

Μετὰ τιμῆς

Η. ΗΛΙΟΥ

Κοινοβουλευτικὸς Ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν

ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ

ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ

Προτάσσεται βάσει τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βαλούρδου διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων ἀναφορικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν ἀποζημιώσεων τῶν Ἑλλήνων ἐκ Ρουμανίας.

§5Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅταν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεζητεῖτο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἐψηφίζετο τὸ σχέδιον Ν.Δ. περὶ προσθέτων ἀπολαυῶν τῶν μετεχόντων εἰς διαφόρους Ἐπιτροπὰς ὑπαλλήλων κλπ., μὲ ἐπεσκέφθη εἰς τὸ γραφεῖον μου μία Ἐπιτροπὴ Ἑλλήνων προσφύγων ἐκ Ρουμανίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη μοὶ ἀνέφερεν ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα συνέβαινον εἰς τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον τὸ ἑδρεῦον ἐν Ἀθήναις, τὸ ὁποῖον ἐπιδικάζει τὰς ἀποζημιώσεις τῶν Ἑλλήνων προσφύγων ἐκ Ρουμανίας καὶ μοὶ παρέδωσεν ἀντίγραφον ὑπομνήματος τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἀπὸ τρεῖς ὀργανώσεις προσφύγων ἐκ Ρουμανίας πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς ὑπουργοὺς Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν. Εἰς τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ κατηγγέλλετο, ὅτι εἰς τὸ Διοικητικὸν αὐτὸ Δικαστήριον συνέβαινον πράγματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν καὶ ποινικῶς ἀκόμη κολάσιμα. Συγκεκριμένως κατηγγέλλετο, ὅτι ἐνῷ ἡ ἀμοιβὴ τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ αὐτοῦ Δικαστηρίου εἶχε καθορισθῆ δι’ ἀποφάσεων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν εἰς δραχμὰς 80 κατὰ φάκελλον δι’ ἕκαστον μέλος, τὰ μέλη τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ Δικαστηρίου παρερμηνεύοντα τὰς ἀποφάσεις τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν διὰ διαφόρων τρόπων, ηὔξανον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποφάσεων εἰς ἀναβλητικάς, προδικαστικάς, διαγραπτικὰς καὶ παραπεμπτικὰς καὶ οὕτω ἐπολλαπλασίαζον τὰς ἀμοιβάς των. Τὸ θέμα θὰ ἠδυνάμην νὰ φέρω εὐθὺς ἀμέσως τότε πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἧς ἐτύγχανον μέλος, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὰ ὅσα μοὶ κατηγγέλθησαν εἶναι πάρα πολὺ σοβαρὰ τὰ μέλη δὲ τοῦ Διοικητικοῦ αὐτοῦ Δικαστηρίου δὲν ἦσαν τυχαῖα ἐθεώρησα ἐπιβεβλημένον νὰ ἐρευνήσω προσωπικῶς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐπεσκέφθην τὴν αὐτὴν ἡμέραν τὸν Γραμματέα τοῦ ἐν λόγῳ Δικαστηρίου παραμείνας ἐπὶ δύο ὥρας παρ’ αὐτῷ. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τὸν Γραμματέα τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπὸ ἄλλας πληροφορίας τὰς ὁποίας περισυνέλεξα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διεπίστωσα, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 55.000 δολλαρίων εἰς τὸ ὁποῖον μοὶ ἀνεφέρθη, ὅτι ἀνήρχετο ἡ ὅλη δαπάνη διὰ τὴν ἀμοιβὴν τῶν μελῶν τοῦ Δικαστηρίου, ἀνήρχετο ὄχι εἰς 55.000 δολλάρια, ἀλλὰ εἰς 76.907 δολλάρια. Ἔφερα τότε τὸ θέμα εἰς τὴν δημοσιότητα δι’ ἐπιστολῆς μου, δημοσιευθείσης εἰς τὸ «Ἔθνος» τὴν 20 Ὀκτωβρίου 1959. Ταὐτοχρόνως κατέθεσα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, τὴν 22.10.59, σχετικὴν αἴτησιν καταθέσεως ἐγγράφων. Ὁμοίαν αἴτησιν κατέθεσα τὴν 31ην Ὀκτωβρίου 1959, ὡς ἐπίσης καὶ ἑτέραν τὴν 16.11.1959. Διὰ τῶν αἰτήσεων αὐτῶν ἐζήτουν τὰ ἑξῆς:

§6Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. συναδέλφου προτάσσεται κατὰ τὸν Κανονισμόν, διότι ἀναφέρεται εἰς τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων. Καὶ σύμφωνα μὲ τὴν τάξιν, ἡ ὁποία ἔχει καθιερωθῆ καὶ μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἡ συζήτησις νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸ θέμα αὐτό, τῆς μὴ καθιερώσεως τῶν ἐγγράφων. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας θὰ γίνῃ κατὰ τὴν σειράν, μὲ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ ἐπερώτησις, ἢ τοῦ κ. συναδέλφου ἢ ἄλλων συναδέλφων. Ἑπομένως, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις μέσα εἰς τὰ πλαίσια, τὰ ὁποῖα διαγράφει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς.

§7Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος ἀπολύτως, ὅτι προκειμένου περὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἐπερωτήσεων πρέπει νὰ περιορίζεται κανεὶς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος τῆς καταθέσεως ἐγγράφων. Οὐχ ἧττον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλέγξῃ κανεὶς ἕνα ὑπουργόν, διότι δὲν κατέθεσεν ἔγγραφον, ἐὰν δὲν εἴπῃ, διὰ ποῖον λόγον αὐτὸ τὸ ἔγγραφον εἶναι οὐσιῶδες. Διότι μὲ τὸ νὰ λέγωμεν ἁπλῶς, ὅτι «δὲν κατετέθη ἕνα ἔγγραφον» δὲν εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ ἐλέγξῃ κανεὶς ἕνα ὑπουργόν.

§8Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀνάπτυξις τῶν λόγων περὶ τῆς σοβαρότητος τῶν αἰτουμένων ἐγγράφων δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῆς ἐπερωτήσεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ ρήτωρ ἀνέπτυξε τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως, δὲν δικαιολογεῖται νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας.

§9Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς: Βεβαίως, ἡ ἐπερώτησις ἡ ὁποία προτάσσεται, βάσει τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὴν ἔκτασιν ἐπερωτήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Ἐν τούτοις, μακροχρόνιος τακτικὴ καθιέρωσεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κοινοβουλευτικῶς ἀποτελεῖ τὸ ὑπόβαθρον μιᾶς τοιαύτης ἐπερωτήσεως. Δηλαδή, μία συνοπτικὴ ἔκθεσις τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, εἶναι ἀπαραίτητος, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶχε νόημα, θὰ ἦτο ἄνευ σημασίας ἡ ἐπερώτησις περὶ μὴ καταθέσεως ἐγγράφων.

§10Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κατ’ ἐπανάληψιν δημιουργεῖται παρόμοιον θέμα. Ὅταν συμβαίνῃ νὰ μὴ εἶναι σαφὴς ὁ Κανονισμός, τότε ὑποστηρίζεται, ὅτι ὑπάρχει καθιερωμένη παράδοσις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι «ἡ παράδοσις» εἶναι ἰσχυροτέρα τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν ἡ διάταξις εἶναι σαφὴς καὶ ρητή, διότι τότε εἰς κάθε περίπτωσιν, θὰ δημιουργῆται δυνατότης παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ Κανονισμός, ἐν προκειμένῳ, εἶναι σαφὴς καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τοῦτον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ἡλιοῦ, ὅτι εἶναι καθιερωμένον νὰ ἀναπτύσσεται ἡ οὐσία τῆς ἐπερωτήσεως, διότι τότε θὰ καταστρατηγῆται ὁ Κανονισμὸς ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι γίνεται ἔλεγχος ἐπὶ τοῦ ὅτι δὲν κατετέθησαν αἰτηθέντα ἔγγραφα. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ πρόταξις ἐπερωτήσεως γίνεται τῇ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς, ἐὰν προτάσσωνται νόμῳ αἱ ἐπερωτήσεις, αἱ ἀφορῶσαι παράλειψιν καταθέσεως ἐγγράφων, αὐτὸ θὰ γίνεται εἰς βάρος τῶν ἐγγεγραμμένων ἤδη ἐπερωτήσεων, διὰ τὰς ὁποίας ἐνδιαφέρονται οἱ κ.κ. συνάδελφοι. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ καταστρατηγῆται ὁ Κανονισμός, διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν ἀπόψεις τῆς ἀρεσκείας μας. Εἶναι συμφέρον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ διεξάγεται ἡ συζήτησις κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δημιουργοῦνται ἑκάστοτε διαδικαστικὰ καὶ δικονομικὰ θέματα. Εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ὅταν ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἐπερωτῶν βουλευτής, διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ ἐπίκρισίς του. Ἀλλὰ οὕτω ἀναπτύσσοντες τὸν ἔλεγχον, διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν, καταστρατηγοῦντες τὸν Κανονισμόν.

§11Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καταστρατηγοῦμεν τὸν Κανονισμόν. Ὅταν ἕνας βουλευτὴς ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Σῶμα καὶ ἀπευθύνει μομφὴν περὶ μὴ καταθέσεως ἐγγράφων, ἀναπτύσσων αὐτὴν θὰ ἐξηγήσῃ διὰ ποῖον λόγον ἀπευθύνει αὐτὴν τὴν μομφὴν πρὸς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἀναγκάζεται νὰ ἀναφέρῃ τὸ συνοπτικὸν ἱστορικὸν καὶ θὰ εἴπῃ περὶ τίνος πρόκειται. Εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπῃ αὐτό, διότι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἔχει ζητηθῆ ἡ κατάθεσις ἐγγράφων καὶ δὲν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα ποὺ ὁ κ. βουλευτὴς θεωρεῖ οὐσιώδη. Ἑπομένως εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εἰσέλθῃ ὄχι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οὐσίας, ἀλλὰ νὰ ἐκθέσῃ συνοπτικῶς τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως.

§12Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ βάσις τὴν ὁποίαν θέτει ὁ ἀξιότιμος κ. Τσιριμῶκος εἶναι ἐσφαλμένη. Τὸ γεγονὸς τῆς μὴ καταθέσεως ἐγγράφων ἀποτελεῖ αὐτοτελὲς γεγονός. Δὲν ἐξετάζεται ἐὰν εἶναι σπουδαῖον ἢ δὲν εἶναι σπουδαῖον τὸ θέμα. Ἐξετάζεται, ἐὰν δικαιολογημένως ἢ ἀδικαιολογήτως ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν κατέθεσε τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα. Νὰ τὸν ἐλέγξητε μόνον ἐὰν εἶναι δικαιολογημένη ἢ μὴ παρ’ αὐτοῦ κατάθεσις ἐγγράφων.

§13Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἕνας βουλευτὴς θέλῃ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι μία Κυβέρνησις, οἱαδήποτε Κυβέρνησις, ἀποκρύπτει ἔγγραφα, διότι ἀποδεικνύεται διὰ τοῦτο ἡ εὐθύνη της, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ ποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ καὶ ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον αὐτῶν; (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).

§14Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Αὐτὸ δὲν τὸ ἠρνήθη κανείς.

§15Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν ἐτέθη ὀρθῶς ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα, διότι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ εἶναι δικαιολογημένη ἡ μὴ κατάθεσις ἐγγράφων. Δὲν ἀναγνωρίζεται δικαίωμα ἐκ τοῦ Πολιτεύματος καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις νὰ διαφεύγῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον διὰ τῆς καταθέσεως ἐγγράφων. Τὸ ζητούμενον δὲν εἶναι ἐὰν εἶναι δικαιολογημένη ἢ δὲν εἶναι δικαιολογημένη ἡ μὴ κατάθεσις ἐγγράφων. Τὸ ζητούμενον εἶναι διὰ ποῖον λόγον δὲν κατέθεσε τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι ἀντιτίθεται εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ ἄρνησις τοῦ ὑπουργοῦ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα δὲν ἔχει βάσιν. Σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ρητῶς τὸ Σύνταγμα ἐπιτάσσει ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις ὑποχρεοῦται ὁ ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα. Συνεπῶς, δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, δικαιολογῶν τὴν μὴ κατάθεσιν αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ Προεδρεῖον ὁμολογεῖ, ὅτι γίνεται κατάχρησις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι πάντοτε αὐτὸ συμβαίνει ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς μὴ καταθέσεως ἐγγράφων, νὰ ἀναπτύσσεται ἡ οὐσία τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Συνεπῶς, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. συνάδελφον, νὰ προχωρήσῃ καὶ νὰ ἐλέγξῃ διατὶ δὲν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα καὶ ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἐπερωτήσεως.

§17Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νομίζω, ὅτι ἐπῆλθε σύμπτωσις ἀπόψεων. Ἡ κατάχρησις πρέπει νὰ ἀπαγορεύεται, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται ἡ χρῆσις. Ἐὰν καθιεροῦτο ἡ ἀρχή, ὅτι θὰ διατυποῦται μόνον ἡ ἐρώτησις διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν, καὶ οὐδὲν ἄλλο, τότε θὰ ἀπηγορεύετο ἡ χρῆσις. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐστερεῖτο ἐννοίας ὁ Κανονισμός, ὁ ὁποῖος δίδει εἰς τὸν βουλευτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Θὰ πρέπει ἑπομένως, νὰ ἔχῃ ὁ βουλευτὴς τὸ δικαίωμα μιᾶς συνοπτικῆς ἐξηγήσεως τῆς οὐσίας τοῦ θέματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.

§18Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπερωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν κατέθεσε λεπτομερῆ λογ)σμὸν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον νὰ ἐμφαίνεται ποῖαι ἀναλήψεις ἐγένοντο ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος εἰς δολλάρια, καθὼς καὶ τὰ δικαιολογητικὰ τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν τῶν δολλαρίων. Ἐπίσης δὲν κατετέθη ὁ ἄλλος λογαριασμός, ὁ λογαριασμὸς εἰς μετρητά, ὁ ὁποῖος τιτλοφορεῖται ὡς λογαριασμὸς προκαταβολὴ δαπανῶν διὰ τὸ Δικαστήριον. Ἐπίσης δὲν κατετέθησαν τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀπεδεικνύετο κατὰ ποῖον τρόπον διετέθησαν τὰ ποσὰ αὐτά. Ἐπίσης δὲν κατετέθησαν, κ. Ὑπουργέ, αἱ ἀποφάσεις διὰ τῶν ὁποίων διωρίσθη τὸ ὑπόλοιπον ἰδιωτικὸν προσωπικὸν τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου· διότι ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν μόνον μίαν ἀπόφασιν, ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι διωρίσθησαν μόνον 7 ὑπάλληλοι. Καὶ ἐρωτᾶται κατόπιν αὐτοῦ: Ἐφ’ ὅσον τὸ προσωπικὸν τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου ἀποτελεῖται ἀπὸ 20 ἐν ὅλῳ πρόσωπα, πότε διωρίσθησαν οἱ ὑπόλοιποι; Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ διορισμοῦ τῶν ἑπτὰ φέρεται εἷς μόνον μὲ 3.500 δραχ. μηνιαίως, οἱ δὲ ὑπόλοιποι πρὸς 1.500, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου εἰς τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνατε, κ. Ὑπουργέ, πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφέρονται μὲ ποσὸν 1.800 δραχμῶν μηνιαίως, ἐρωτᾶται πῶς ηὐξήθησαν καὶ ἀπὸ πότε αἱ μηνιαῖαι ἀποδοχαὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἂν ἐκυρώθησαν ἀπὸ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἀποφάσεώς σας.

§19Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τί ἄλλο δὲν κατετέθη, κ. συνάδελφε; Ἐλησμονήσατε τὰ βιβλία δημοσιεύσεως τῶν ἀποφάσεων.

§20Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ ἐκεῖ, κ. Ὑπουργέ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν ὑπ’ ἀριθ. 01710)1957 ἀπόφασιν τῶν κ. κ. ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν, ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι πρὶν δημοσιευθῇ τὸ κυρωτικὸν διάταγμα καὶ πρὶν γίνῃ τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον, δίδετε ἐντολὴν εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου νὰ εἰσπράξῃ τὸ κονδύλιον τῶν 150.000 δραχ. Ἐξ αὐτῶν αἱ 50.000 δραχμαὶ προορίζονται δι’ ἔπιπλα τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου καὶ 100.000 διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ. Ἀπὸ τὴν κίνησιν τοῦ λογαριασμοῦ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος προκύπτει, ὅτι δὲν ἀναφέρονται ἐὰν τὰ ποσὰ αὐτὰ συνεψηφίσθησαν ἢ ἐπεστράφησαν. Ἐπίσης εἰς ὑπόλοιπον τοῦ εἰς δραχμὰς λογαριασμοῦ παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος φέρεται τὸ ποσὸν τῶν 420.000 δραχμῶν. Ὅταν ἐγὼ ἠρεύνησα τὸ θέμα, ὑπεύθυνοι τῆς διαχειρίσεως τῶν κονδυλίων αὐτῶν μοῦ εἶπον, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ καμμία δεκάρα ὑπόλοιπον, αὕτη θὰ εἶναι μέσα εἰς τὴν κάσαν, δηλαδὴ εἰς τὸ χρηματοκιβώτιον τοῦ Διευθυντοῦ τῆς VII Δ)νσεως τῆς Γ.Δ.Δ.Λ. Ἀπὸ ἕτερον ἔγγραφόν σας, κ. Ὑπουργέ, προκύπτει, ὅτι ὑπάρχει πράγματι τὸ ἐνεργητικὸν αὐτὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 420.000 δραχμῶν, ἐνῷ ὡς προεῖπον οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι μοῦ εἶπον, ὅτι τὰ ποσὰ διετέθησαν ἐξ ὁλοκλήρου διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ὑπαλλήλων ἐν μέρει καὶ διενεμήθησαν τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου ὅλο τὸ ἐνεργητικὸν καὶ ὅτι κρατεῖ εἰς χεῖρας του τὰς ἀποδείξεις ὅλων τῶν λαβόντων κατ’ ἀναλογίαν ὁ διαχειριστὴς τῶν περιοδικῶν δαπανῶν τοῦ Δικαστηρίου τούτου. Καὶ ἐρωτᾶται κατόπιν τούτου, κ. συνάδελφοι, πῶς εὑρέθη τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 420.000 ὡς ἐνεργητικόν; Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ κατετέθη ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὸ εἰσέπραξαν μετὰ τὸν θόρυβον ὁ ὁποῖος προεκλήθη δημοσίᾳ καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως ἔμπρακτον μετάνοιαν. Ἐπίσης, θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπὸ αὐτὸν τὸν λογαριασμόν......

§21Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ περιορισθῇ ὁ κ. συνάδελφος εἰς τὴν ὑπόμνησιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δὲν κατετέθησαν.

§22Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Αὐτὸ κάμνω, κ. Ὑπουργέ.

§23Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν τὸ βλέπομεν αὐτὸ ἀκόμη. Αἱ λεπτομέρειαι θὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, καὶ εὔχομαι τὸ ταχύτερον νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς οὐσίας, διὰ νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ κἄτι ἄλλο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γνωρίζῃ. Διότι ὅταν τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον συζητῇ ὑπόθεσιν ὡρισμένης κατηγορίας δικαιούχων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ὁ θόρυβος αὐτός, διότι γνωρίζομεν πόθεν προέρχεται καὶ εἰς ποῖον σκοπὸν ἀποβλέπει.

§24Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Τί ἐννοεῖτε, κ. Ὑπουργέ;

§25Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ τὸ εἴπω ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς οὐσίας.

§26Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου ἐγένετο μακρὰ συζήτησις περὶ τοῦ ἐὰν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ μὴ καταθέσεως ἐγγράφων. Ἔδωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τὸ παράδειγμα αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδία δὲν σέβεται τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ σέβωνται οἱ βουλευταί. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ἐπροχώρησεν εἰς ὑπαινιγμὸν ἐναντίον τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος βουλευτοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσέρχεται εἰς τὴν οὐσίαν. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν ἡ ἐπερώτησις ἀναφέρεται εἰς τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων, ἀποτελεῖ χρέος τιμῆς τοῦ κ. ὑπουργοῦ νὰ εἴπῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπαινίσσεται καὶ νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι ὁ ἴδιος δὲν δύναται νὰ ὑπαινίσσεται πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ μείνουν εἰς τὸν ἀέρα μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς οὐσίας.

§27Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ἀναμένω ἀπάντησιν, κ. Ὑπουργέ.

§28Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ τὴν λάβετε ὅταν τελειώσῃ ἡ συζήτησις.

§29Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ἐπίσης κατετέθη ἓν ἀντίγραφον ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης......

§30Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ κατετέθη; Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ πρέπει νὰ πάρῃ σοβαρὸν χαρακτῆρα ἡ συζήτησις.

§31Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἀνακοινοῦται, ὅτι διωρίσθη πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου ὁ Ἀρεοπαγίτης κ. Σοῦρλος. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἐνῷ ὁ κυρωτικὸς νόμος 3376)57 ἐδημοσιεύθη τὴν 12.10.57 καὶ ἐν συνεχείᾳ τὸ διάταγμα ἐδημοσιεύθη μετὰ 5½ μῆνας ἤτοι τὴν 31.3.58, ὁ κ. Σοῦρλος διωρίσθη τὴν 15.10.57.

§32Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κατετέθη ὅμως εἰς τὴν Βουλήν.

§33Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Δὲν κατετέθη ὅμως ἡ ἀπόφασις.

§34Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, παρακαλεῖσθε νὰ παρακολουθῆτε τὴν πορείαν τῶν αἰτήσεών σας. Καὶ νὰ μὴ ἐπανέρχεσθε εἰς τὰ παράπονα περὶ μὴ καταθέσεως ἐγγράφων κατατεθέντων ἢ περιλαμβανομένων εἰς τὰ κατατεθέντα. Κατετέθη καὶ ἡ ἀπόφασις.

§35Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Δὲν κατετέθη.

§36Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐκοινοποίησεν ἡ Βουλὴ τὸ ἔγγραφον;

§37Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι μεταξὺ τῶν κατατεθέντων τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου Πειραιῶς 9. Ἐπίσης ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν βιβλίων καταχωρήσεως τῶν ἀποφάσεων τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου καὶ συνοπτικὰς καταστάσεις περὶ τῶν ὁριστικῶν ἀποφάσεων προδικαστικῶν, ἀναβλητικῶν κλπ. Ἔλαβα ὅμως τὴν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ βιβλία αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ κατατεθοῦν, ἀλλ’ ὅτι πᾶς τις δύναται νὰ μεταβῇ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ νὰ λάβῃ γνῶσιν τούτων. Πράγματι, κ. συνάδελφοι, ἠκολούθησα τὴν ὁδὸν ποὺ ὑπεδείκνυεν ὁ κ. ὑπουργός, μετέβην εἰς τὰ Γραφεῖα καὶ διεπίστωσα πολλὰς ἀτασθαλίας τοῦ Δικαστηρίου τούτου, ἐνδεικτικῶς ὅμως σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς μίαν συνεδρίασιν, τῆς 23 Σεπτεμβρίου 1958 ἐξεφωνήθησαν ἐκ τοῦ πινακίου 336 ὑποθέσεις καὶ διεμοιράσθησαν 106.000 δραχμὰς τὰ 4 μέλη τοῦ Δικαστηρίου.

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βαλοῦρδο, μὴ εἰσέρχεσθε παρακαλῶ εἰς τὴν οὐσίαν.

§39Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ἐξ ὅλων αὐτῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον παρηρμήνευσε τὸν ὅρον «ἀπόφασις», ἐπολλαπλασίασε τὰς ἀποφάσεις καὶ εἰσέπραξε τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκτακοσίων χιλιάδων (1.800. 000) δραχμῶν, καὶ δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἕνας μετανάστης Ἕλλην εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἐὰν ἐπιτύχῃ ὕστερα ἀπὸ 15–30 χρόνια ξενητιά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοικονομήσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐπιστρέφων εἰς τὴν Ἑλλάδα, κ. συνάδελφοι. Τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰσεπράχθη ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου καὶ τὸν Πρόεδρον αὐτοῦ, εἰς 29 συνεδριάσεις καὶ μόνον. Ἦτο βεβαίως ἡ ὅλη αὐτὴ ὑπόθεσις μία ἐκδήλωσις ἐπινοήσεως μανδαρινισμοῦ ἄνευ προηγουμένου. Διότι τὰ τελευταῖα βράδυα, ποὺ συνεζητήσαμεν ἐδῶ τὸ περὶ προσθέτων ἀμοιβῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπίμαχον νομοσχέδιον ἔλαβον καὶ τότε θέσιν, ὥστε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν μου, ἐὰν δὲν εἶχον τὴν ἀπόφασιν πρῶτον νὰ ἐλέγξω. Θὰ ἠμποροῦσε τὴν βραδυὰ ἐκείνην νὰ ἀποτελέσῃ ἡ περίπτωσις αὐτὴ τὴν λυδίαν λίθον εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις ἐναντίον τῶν μανδαρίνων διὰ τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν καὶ τὸ γνωστὸν νομοσχέδιον. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἔχω μὲ κανένα δημόσιον ὑπάλληλον τίποτε ἀπολύτως. Εἶναι γνωστὸν ὅμως, ὅτι ἀπὸ ἀρθρογραφίαν μου ἀπὸ τῶν στηλῶν τῶν ἐφημερίδων, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὴν γνωστὴν ἐπερώτησίν μου τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1959 ὡς καὶ ἀπὸ τὴν τελευταίαν μου ἀγόρευσιν ὅταν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθέτων ἀμοιβῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἤμουν ἐναντίον τῶν προσθέτων ἀπολαβῶν καὶ ἀμοιβῶν καὶ ἑπομένως καὶ τοῦτο τὸ θέμα τὸ ἀντιμετωπίζω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπάρχοντος τοῦ ἄρθρου 102 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νόμου 2276)52 καὶ τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος παρ’ ἡμῶν νόμου 4025)59, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, ἕνας τμηματάρχης, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν γραμματείαν τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου καὶ τοῦ ὁποίου ὁ μισθὸς δὲν εἶναι πάρα πάνω ἀπὸ 3.000 τὸν μῆνα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράττῃ διὰ 29 συνεδριάσεις 250.000 δραχμάς, οὔτε εἶναι δυνατὸν εἰς ἕνα διευθυντὴν μὲ μισθὸν 7.000 δραχμὰς νὰ εἰσπράττῃ ἐπίσης τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 250.000 δραχμῶν διὰ 29 συνεδριάσεις, οὔτε καὶ ὁ Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος δυνατόν, ἴσως νὰ ἔχῃ 10.000 τὸν μῆνα μισθόν, νὰ εἰσπράττῃ καὶ αὐτὸς διὰ 29 συνεδριάσεις 250.000, πέραν τοῦ μισθοῦ τῆς ὀργανικῆς θέσεως ποὺ κατέχουν καὶ ἑτέρων συμβουλίων ποὺ συμμετέχουν. Θὰ ἦτο δυνατόν, λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, ἐὰν κατετίθεντο καὶ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τὰ ὁποῖα δὲν κατεθέσατε, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γίνῃ καμμία συζήτησις, οὔτε καὶ ἐγὼ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, οὔτε νὰ ἔχῃ φθάσει τὸ θέμα καθ’ ὃν τρόπον ἔφθασε καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ μὲ ὅσα θὰ γράψουν πάλιν αὔριον. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε οἱ ἑκάστοτε ὑπουργοί, οἱ ἐπερωτώμενοι ὑπουργοί, διὰ θέματα ὄχι μόνον πολιτικοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ εἰδικῶς διὰ θέματα διαχειρίσεως δημοσίου χρήματος, νὰ εἶναι συνεπεῖς καὶ νὰ σπεύδουν νὰ καταθέτουν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται παρὰ τῶν συναδέλφων των, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προσφέρουν ὑπηρεσίαν. Κακῶς, λοιπόν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπράξατε μὴ καταθέσαντες εἰδικῶς αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§41Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις καταθέσεως ἐγγράφων ἐκ μέρους τοῦ κατελθόντος τοῦ βήματος κ. συναδέλφου. Καὶ τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀπὸ τὸν ὁμιλοῦντα, ὁ ὁποῖος ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπάντησιν ἓξ ὁλοκλήρων σελίδων, δι’ αὐτῆς ἐξέθετεν ὅλον τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἔδιδε πληροφορίας περὶ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐκδικάσεως τῶν αἰτήσεων τῶν Ἑλλήνων τῆς Ρουμανίας. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωσα καὶ διὰ τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, ἐδόθη πλήρης ἀπάντησις εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον τεθῆ. Καὶ ἡ ἀπάντησις ἐδόθη ἐπίσης καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν τῆς πρωϊνῆς ἀντιπολιτευομένης ἐφημερίδος, τῆς «Ἐλευθερίας», ἡ ὁποία μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ φιλοξενήσῃ δύο ἐπιστολάς μου ἀπαντητικὰς διαφόρων ἐπικρίσεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ κατηγορηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἀπέφυγαν νὰ δώσουν πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἢ νὰ καταθέσουν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Καὶ τὰ ἔγγραφα, κ. Πρόεδρε, κατετέθησαν ἐμπροθέσμως —διότι καὶ αὐτὸ ἔχει σημασίαν. Ἡ σύνοδος ἤρχισε τὰς ἐργασίας της, τὴν 14 Νοεμβρίου. Αἱ αἰτήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ εἶχον κατατεθῆ προηγουμένως. Ἡ προθεσμία ὅμως ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κινηθῇ ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἀρχίζουν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνόδου καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὑπολογιζομένης τῆς προθεσμίας, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐμπροθέσμως κατέθεσε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Ποῖα ἦσαν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα; Αἱ ἀποφάσεις διὰ τῶν ὁποίων εἶχεν καθορισθῆ ἡ ἀποζημίωσις τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου. Ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης — ἐμοῦ προσωπικῶς ὡς ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸ 1957— διὰ τῆς ὁποίας διώρισα καὶ δὲν ὑπέδειξα τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου. Διότι ὁ σχετικὸς νόμος ὁ ὁποῖος εἶχε δημοσιευθῆ ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς πράξεώς μου, τὸν Ὀκτώβριον δηλαδὴ τοῦ 1957, ὥριζεν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ὑποδεικνύει ἁπλῶς, ἀλλὰ διορίζει τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου. Προέβλεπεν ἐπίσης, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν διὰ κοινῆς ἀποφάσεως ὁρίζουν τὰ ἄλλα δύο μέλη τοῦ Δικαστηρίου. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παρακληθεὶς ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν, ἔσπευσε νὰ διορίσῃ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου. Διότι ἦτο ἀπαραίτητος ἡ σύμπραξις δικαστικοῦ εἰς τὴν σύνταξιν καὶ προπαρασκευὴν τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος τοῦ νόμου. Τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἐπρόκειτο νὰ περιλάβῃ διαδικαστικὰς διατάξεις, δηλαδὴ τὰς διατάξεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἐξεδίκαζε καὶ θὰ ἔκρινε τὰς ὑποθέσεις τῶν δικαιούχων τῆς ἀποζημιώσεως τὸ συνιστώμενον τότε Διοικητικὸν Δικαστήριον. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀκριβῶς ἐζητήθη ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὁρίσῃ ἀμέσως τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου. Καὶ πράγματι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου διωρίσθη καὶ δὲν ὑπεδείχθη ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὑπουργούς. Καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, Ἀρεοπαγίτης, συνέπραξε μὲ τὰς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐπακολουθήσαντος διατάγματος. Δὲν ἐπρόκειτο φυσικὰ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ἀκόμη συγκροτηθῆ τὸ Δικαστήριον νὰ ἀμειφθῇ ὁ Ἀρεοπαγίτης ὡς Πρόεδρος διὰ τὴν προσφορὰν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ. Ἐπηκολούθησε κατόπιν καὶ ἡ κοινὴ ἀπόφασις τῶν δύο ὑπουργῶν, ἡ ὁποία ὥρισε τὰ δύο ἄλλα μέλη τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἡ ἀπόφασις τῶν ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν διὰ τῆς ὁποίας καθωρίζοντο αἱ ἀμοιβαὶ τῶν μελῶν τοῦ Δικαστηρίου. Ὁ ἐπερωτῶν συνάδελφος, ἔχει εἰς χεῖρας του καὶ ἀντίγραφα ὅλων τῶν ἀποφάσεων διὰ τῶν ὁποίων εἶχον καθορισθῆ, αὐξηθῆ καὶ μειωθῆ αἱ ἀποζημιώσεις καὶ ἀμοιβαὶ τῶν μελῶν τοῦ Δικαστηρίου.

§42Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Τὸν Νοέμβριον ἐμειώθησαν.

§43Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὸν Νοέμβριον, ἀλλὰ διὰ ποίαν περίοδον ὅμως; Ἀπὸ του Μαΐου ἰσχύει ἡ μείωσις αὕτη.

§44Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ἀφοῦ τὰ εἶχον εἰσπράξει καὶ μετὰ τὴν καταγγελίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμα.

§45Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐχρειάσθη ἡ συμβολή σας. Θὰ ἀποδειχθῇ πῶς εἶχε κατοχυρωθῆ πολὺ ἐνωρίτερα ἡ ἠθικὴ τάξις καὶ τὸ συμφέρον τῶν δικαιούχων. Κύριε Πρόεδρε, ἐζητήθη ἀπὸ τὸν ἐπερωτῶντα ἡ κατάθεσις τῶν λογαριασμῶν τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος. Ἀπέστειλα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποθέτω νὰ ἔχῃ λάβει τὰς δύο βεβαιώσεις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πρώτη ἀνεφέρετο εἰς τὴν κίνησιν τοῦ λογαριασμοῦ εἰς δραχμὰς καὶ ἡ δευτέρα εἰς τὴν κίνησιν τοῦ λογαριασμοῦ εἰς δολλάρια. Καὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ποῖον εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ λογαριασμοῦ εἰς δραχμὰς καὶ ποῖον εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ λογαριασμοῦ εἰς δολλάρια καὶ ἐξάγεται ἀκόμη μὲ μίαν ἁπλῆν ἀριθμητικὴν πρᾶξιν, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον διετέθη διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ δικαστηρίου. Καὶ διὰ τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν ἔδωσα ἀνάλυσιν τοῦ ποσοῦ καὶ ἐξέθεσα ποῖον ποσὸν διετέθη διὰ τὴν ἀμοιβὴν τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου καὶ ποῖον διὰ τὰς ἀμοιβὰς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ δικαστηρίου, διὰ τὰ ἔπιπλα, διὰ τὴν ἀγορὰν γραφομηχανῶν, διὰ τὴν ἀγορὰν διαφόρων σκευῶν καὶ λοιπὰς δαπάνας. Διότι πρόκειται περὶ ὀργανώσεως μιᾶς ὁλοκλήρου ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἀντιμετωπίζει τὸ πρόβλημα τοῦ καθορισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων. Καὶ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἔχουν κατατεθῆ. Καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, ἐπειδὴ ἔγινε λόγος περὶ τοῦ Προέδρου καὶ περὶ κινδύνου καταδολιεύσεως τῶν συμφερόντων τῶν δικαιούχων, ἀπὸ τῆς 2ας Ἀπριλίου 1959 μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 412 ἐμπιστευτικόν του ἔγγραφον ἀπευθυνόμενον πρὸς ὅλα τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου, πρὸς διευκρίνισιν τῆς ἀποφάσεως τῶν ὑπουργῶν καθορίζει, ὅτι κατὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς ἀποφάσεως ἀμοιβαὶ εἰς τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου θὰ παρασχεθοῦν μόνον δι’ ἑκάστην ὁριστικῶς τέμνουσαν τὴν διαφορὰν ἀπόφασιν καὶ ὄχι διὰ τὰς τυχὸν ἐκδιδομένας προδικαστικάς, ἀναβλητικάς, ἢ ἄλλης φύσεως τοιαύτας καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν, μία καὶ μόνη ἀμοιβὴ θὰ καταβάλλεται δι’ ἑκάστην ὑπόθεσιν. Καὶ προσθέτει εἰς τὸ ἔγγραφόν του ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου–Ἀρεοπαγίτης, ὅτι «εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις εἶναι δεδουλευμένη μόνον μετὰ τὴν δημοσίευσιν καὶ καταχώρησιν τῶν ἀποφάσεων καὶ οὐχὶ ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ πρὸς συζήτησιν ἑκάστης δικογραφίας. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως, κίνδυνος διὰ τὰ συμφέροντα τῶν δικαιούχων, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου εἶχε λάβει αὐτὰ τὰ μέτρα ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1959. Καί, ἤδη, ἀπαντῶ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Κατὰ τὰς 25 Ὀκτωβρίου 1959 ἐδημοσιεύθη ἀνακοίνωσις τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικοῦ εἰς τὴν ἐφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» διὰ τῆς ὁποίας ἀνεσκευάζοντο τὰ ἀναγραφέντα εἰς τὴν ἰδίαν ἐφημερίδα καὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» ἐν σχέσει μὲ τὰς Ρουμανικὰς ἀποζημιώσεις. Μία παράγραφος τῆς ἀνακοινώσεως ἐκείνης λέγει ὅτι: Προξενεῖ ἐντύπωσιν εἰς τοὺς χειριζομένους τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἐπίθεσις συγχρονίζεται μὲ προσπάθειαν ἡ ὁποία καταβάλλεται πλησίον τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἔκδοσις ἀποφάσεων κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν δικαιούχων. Ὁ κ. συνάδελφος ὁ ὁποῖος φυσικὰ δὲν εἶναι μέτοχος εἰς τὰς δολοπλοκίας αὐτάς, ἔπρεπε νὰ προσέξῃ, κ. Πρόεδρε, τὴν παράγραφον ἐκείνην τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἀκούσιος οὕτω συνεργός.

§46Κ. ΠΥΡΟΜΑΓΛΟΥ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διαβάσω τὴν παράγραφον αὐτήν. Ἡ παράγραφος λέγει: «Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων γεγονότων καὶ ἀριθμῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ δικαστήριον ἀντιθέτως ἀκριβῶς πρὸς τὰ δημοσιευόμενα, ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν ἀποστολήν του». Θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ, ὅτι εἰς τοὺς ἐποπτεύοντας τὸ ἔργον τῆς ἐκδικάσεως τῶν Ρουμανικῶν ἀποζημιώσεων προκαλεῖ ἐντύπωσιν τὸ γεγονὸς......... (ἀναγινώσκει)........».

§47Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, δὲν χρειάζονται ἄλλαι διευκρινήσεις διότι ἡ ἀνακοίνωσις εἶναι πλήρης. Κατεβλήθη προσπάθεια νὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς δικηγόροι τῶν δικαιούχων, πρόσωπα συνδεόμενα συγγενικῶς ἢ φιλικῶς πρὸς τὰ μέλη τοῦ δικαστηρίου, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ παράστασις τῶν δικηγόρων ἐκείνων νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κρίσιν τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου. Διευκρινίζω, ὅτι ὁ ἐπερωτήσας κ. συνάδελφος, εἶναι ξένος πρὸς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Τὸ δικαστήριον ἐπροχώρησεν εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων καὶ ἤδη ἔχει περίπου περατώσει τὰ ¾ ἢ μᾶλλον τὰ ⅘ τοῦ ἔργου του, καὶ ἔχουν ἐκδοθῆ 6.700 ἢ 7.000 ἀποφάσεις. Καὶ ὑπολείπεται σήμερον νὰ ἐκδικασθοῦν 360 φάκελλοι. Αἱ ὑποθέσεις αὗται θὰ συζητηθοῦν ἐντὸς 3μήνου ἤτοι μέχρι τοῦ Μαρτίου. Ἡ καθυστέρησις ὀφείλεται κυρίως εἰς τοὺς δικαιούχους ἐπιθυμοῦντας ἀναβολὴν συζητήσεως λόγῳ δυσχερείας συγκεντρώσεως τῶν δικαιολογητικῶν ἔτι δὲ καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην τηρήσεως μακρᾶς προθεσμίας εἰς τοὺς διαδίκους δικαιούχους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Οὐσιαστικῶς τὸ ἔργον φθάνει εἰς τὸ τέρμα του καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἔχει κατοχυρώσει τὰ συμφέροντα τῶν δικαιούχων μὲ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τῆς καταβολῆς ἀμοιβῆς ἅπαξ διὰ τὴν ὁριστικῶς κρινομένην ὑπόθεσιν καὶ ὄχι πολλαπλῶς δι’ ἑκάστην ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως ἐκδιδομένην ἀπόφασιν.

§48Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται καὶ περὶ ἀρίστου δικαστοῦ.

§49Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Χαίρω, κ. συνάδελφε, διὰ τὴν διαπίστωσιν. Ὁ ὑπουργὸς Δικαιοσύνης ἕνα ἐκ τῶν ἀρεοπαγιτῶν ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιήσῃ. Βεβαίως πρόκειται περὶ ἀρίστου δικαστοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι ἀρεοπαγῖται δὲν ὑστεροῦν τοῦ χρησιμοποιηθέντος. Δὲν ἀπέστειλα, κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ ἐπερωτῶν συνάδελφος τὰ βιβλία δημοσιεύσεως τῶν ἀποφάσεων. Ὅλοι οἱ δικηγοροῦντες γνωρίζουν ὅτι τὰ βιβλία εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων, διὰ νὰ παρακολουθοῦν οἱ διάδικοι, οἱ δικηγόροι καὶ πᾶς ἰδιώτης τὴν κίνησιν τῆς ὑποθέσεως καὶ διὰ νὰ πληροφοροῦνται τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως. Εἶπον εἰς τὴν ἀπάντησίν μου, ὅτι τὰ βιβλία εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῶν δικηγόρων καὶ τῶν δικαιούχων καὶ παντὸς ἄλλου ἐνδιαφερομένου διὰ νὰ λάβουν γνῶσιν. Ὑπεστήριξεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὸ δικαστήριον ἐπραγματοποίησε κατὰ ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον 29 μόνον συνεδριάσεις, διὰ τὰς ὁποίας θὰ εἰσπράξῃ ἕνα ποσόν, ὡς ἐάν, κ. συνάδελφοι, ἡ ἐργασία τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου, παντὸς δικαστηρίου εἰς τὴν τομὴν τῶν ὑποθέσεων, νὰ συνίσταται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν παρουσίαν των ἐπὶ τῆς ἕδρας, εἰς τὴν ἐκφώνησιν τῆς ὑποθέσεως καὶ εἰς τὴν ἀκρόασιν τῶν διαδίκων καὶ τῶν μαρτύρων ἐνδεχομένως, χωρὶς νὰ παρίσταται ἀνάγκη ἄλλης ἐργασίας διὰ τὴν προπαρασκευὴν τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως καὶ διὰ τὴν μελέτην τοῦ φακέλλου.

§50Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἀνεφέρατε τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα εἰσέπραξαν.

§51Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δι’ ὅλα θὰ λάβητε ἀπάντησιν. Κύριοι συνάδελφοι, αἱ ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου, ἔχουν ἐπιδικάσει μέχρι σήμερον ποσὸν 4 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Αἱ ἀποφάσεις αὗται ἔπρεπε νὰ παραμείνουν εἰς τὸ δικαστήριον κατὰ ρητὴν διάταξιν τοῦ σχετικοῦ νόμου, μέχρις ὅτου συμπληρωθῇ ἡ ἐκδίκασις ὅλων τῶν φακέλλων. Ἔτσι ὁρίζει ὁ νόμος. Καὶ μετὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἐκδικάσεως θὰ γίνῃ σύμμετρος κατανομὴ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον δικαίωμα ἐκ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι ἡ ἀλόγιστος ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τοῦ δικαστηρίου ἀδικαιολογήτων καὶ ὑπερμέτρων ἀξιώσεων ὡρισμένων πολιτῶν θὰ προεκάλει κατ’ ἀνάγκην τὴν ἀδικίαν ἄλλων δικαιούχων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπωφεληθοῦν τῆς μεθόδου τῆς διογκώσεως τῆς ἀπαιτήσεως, καὶ νὰ παρασύρουν τὸ δικαστήριον εἰς τὴν ἔκδοσιν μιᾶς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐπεδίκαζεν ὑπερβολικὸν ποσόν. Ἄς θεωρηθοῦν ταῦτα ὡς ἐπαρκὴς ἀπάντησις πρὸς τοὺς σκοπίμως διὰ τὸν λόγον τοῦτον θορυβοῦντας. Ἔλεγον, κ. συνάδελφοι, ὅτι τὸ δικαστήριον ἔπρεπε νὰ εἶναι πολὺ προσεκτικόν, διότι ἡ ἐκδίκασις τῆς ὑποθέσεως καὶ ἡ ἐπιδίκασις ἑνὸς ποσοῦ δὲν ἀπετέλει μόνον δικαίωσιν τοῦ δικαιούχου, ἀλλὰ καὶ περιορισμὸν συγχρόνως τοῦ δικαιώματος τῶν ἄλλων. Καὶ αὐτὸ ἐπεδίωξε τὸ δικαστήριον. Καὶ ἴσως δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προεκάλεσε καὶ τὴν μῆνιν ὡρισμένων προσώπων. Βραδύτερον, διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα ἔλεγον περὶ τῶν δημοσιευομένων ἀποφάσεων, πρωτοβουλία τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ἀπεφασίσθη διὰ διοικητικοῦ μέτρου ἡ ἄμεσος ἀποστολὴ τῶν ἀποφάσεων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν διὰ νὰ γίνεται ἡ καταβολὴ ἑνὸς ποσοστοῦ τῆς ἐπιδικαζομένης ἀπαιτήσεως, χωρὶς νὰ ἀναμένεται ἡ ὁλοκλήρωσις τοῦ ἔργου τῆς ἐκδικάσεως. Καὶ πράγματι ἡ γραμματεία τοῦ δικαστηρίου συνεμορφώθη μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ ἤρχισε νὰ διαβιβάζῃ ἀντίγραφα τῶν ἀποφάσεων. Ἐπειδὴ ὅμως ἦτο δυνατὸν νὰ καθυστερήσῃ ἡ ἀντιγραφὴ τῶν ἀποφάσεων πρὸς μείζονα διευκόλυνσιν τῶν δικαιούχων, καθιερώθη ἡ ἀποστολὴ καταστάσεως, ἡ ὁποία περιελάμβανε τοὺς δικαιούχους καὶ τὸ ἐπιδικασθὲν ποσὸν εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν διάθεσιν μέρους τοῦ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς ποσοῦ πρὸ τῆς ὁλοκληρώσεως τοῦ ἔργου τῆς ἐκδικάσεως. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀπάντησις περιλαμβάνει καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς τὸ ἔργον τοῦ δικαστηρίου. Ἐπρόκειτο περὶ αἰτήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Πρεσβείαν τῆς Βέρνης. Συνετάχθησαν εἰς τὴν Ρουμανικὴν ὅλα τὰ δικαιολογητικά. Τὸ δικαστήριον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσλάβῃ τρεῖς μεταφραστὰς ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ 2.600 τοῦ ἑνὸς καὶ 2.300 τῶν ἄλλων δύο ἐκ τῶν Ἑλλήνων τῆς Ρουμανίας φυσικά. Προσέλαβε δύο δακτυλογράφους καὶ ἓξ διοικητικοὺς ὑπαλλήλους ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ 1.700 δραχμῶν. Προσέλαβεν ἀκόμη ἕνα ὑπάλληλον προερχόμενον ἀπὸ τὴν γραμματείαν τῶν δικαστηρίων καὶ ἕνα κλητῆρα. Αὐτὸ εἶναι τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην. Πέραν αὐτοῦ, ἐπιμονῇ τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χρησιμοποιήσωμεν καὶ ὡρισμένους ὑπαλλήλους τῆς γραμματείας τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καθ’ ὑπερωρίαν διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ καθαρογραφή, ἡ ἀντιγραφὴ καὶ ἡ ταχεῖα ἀποστολὴ τῶν ἀποφάσεων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν δικαιούχων. Τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον κατεβλήθη εἰς τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου ἐλέγχεται ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Προέδρου αὐτοῦ. Καὶ ἐπειδὴ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους διεπιστώθη, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶχε καταβληθῆ εἰς ὡρισμένα μέλη τοῦ δικαστηρίου, ὑπερέβη τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦντο νὰ λάβουν βάσει τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἄρθρου 102 τοῦ Συντάγματος, οἱ λαβόντες ἀπέδωσαν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶχε καταβληθῆ εἰς αὐτοὺς κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους σὺν τῇ ἐκδόσει τῶν ἀποφάσεων καθ’ ὃ μέρος ὑπερέβαινε τὸ ὅριον τὸ ὁποῖον ἐπετρέπετο νὰ πραγματοποιήσουν διὰ προσθέτους ἀμοιβὰς καὶ ἀπολαυάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἐλπίζω, ὅτι ταχέως θὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ συζητηθῇ καὶ ἡ ἐπερώτησις εἰς τὴν οὐσίαν διὰ νὰ δοθοῦν καὶ ἄλλαι πληροφορίαι.

§52Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον διότι τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δικαιώνουν ἀπολύτως κατὰ τὴν κρίσιν μου τὴν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει ἐν προκειμένῳ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βαλοῦρδος. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε καταθέσει τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἐζήτει ὁ κ. Βαλοῦρδος, δηλαδὴ τὸν λογαριασμὸν μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀπήρτισαν τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον εἶναι ἄξια λόγου, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος εἶναι Ἀρεοπαγίτης ἐκ τῶν ἀρίστων. Ἀλλὰ ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύναται κανεὶς νὰ ὑποτιμᾷ τοὺς ἄλλους ἐξαίρων τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος Ἀρεοπαγίτην. Καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι δημόσιοι, εἶναι ἀνώτεροι. Δὲν ἔχει κανεὶς νὰ εἴπῃ τίποτε ἐναντίον των διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἤθελον οἱ ἴδιοι νὰ ἀσκήσουν τὰ καθήκοντά των, ἀπονέμοντες τὸ δίκαιον καθ’ ὃν τρόπον δύνανται. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν κομίζει γλαῦκα εἰς Ἀθήνας ὅταν ὑπαινίσσεται ἢ ἐκθέτῃ, ὅτι οἱ δικαιοῦχοι προσπαθοῦν διὰ παντὸς μέσου νὰ ἐπιτύχουν περισσοτέραν ἀπολαυὴν διὰ τῶν ἀποφάσεων. Δυστυχῶς γνωρίζομεν, ὅτι πάντοτε οἱ δικαιοῦχοι προσπαθοῦν πᾶν μέσον νὰ μεταχειρισθοῦν ἰδίως προκειμένου περὶ διοικητικοῦ δικαστηρίου καὶ τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐπίσης εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πληροφοροῦν τοὺς βουλευτὰς ὄχι ἐξ ἀγαθοῦς συνειδότος, προκειμένου περὶ ὡρισμένων παραβάσεων ἢ πράξεων ἀξίων ἐλέγχου, αἱ ὁποῖαι γίνονται, τὸ πράττουν ἴσως ἀπὸ κακίαν, ἴσως δι’ ἐκδίκησιν διὰ τὸν αʹ ἢ βʹ λόγον. Τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον τίθεται ἑκάστοτε εἶναι ἐὰν τὰ καταγγελλόμενα ἢ ἐλεγχόμενα εἶναι ἀκριβῆ ἢ δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Τὴν ἀνθρωπίνην καλωσύνην θὰ τὴν ἀφήσωμεν πάντοτε εἰς τὸ περιθώριον τῶν συζητήσεών μας. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ χωρὶς νὰ θίγῃ κανεὶς τὴν προσωπικὴν ἐντιμότητα τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἀπαρτίζουν τὸ δικαστήριον, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὀρθῶς ὁ κ. Βαλοῦρδος ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς γενικῆς πολεμικῆς τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τῶν προσθέτων ἀμοιβῶν τῶν ὑπαλλήλων ἠθέλησε νὰ ἐρωτήσῃ ἐὰν τὰ ὅσα τοῦ εἶπον προκειμένου περὶ τοῦ ἐν λόγῳ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου ἦσαν ἀκριβῆ καὶ ἠρώτησε τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο κἂν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅταν προσδιωρίσθησαν αἱ ἀμοιβαί. Πράγματι, κ. συνάδελφοι, αἱ ἀμοιβαὶ αἱ ὁποῖαι ὡρίσθησαν ὡς τὰς ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦσαν τερατώδεις ἂν ληφθοῦν ὡς σύνολον καὶ θύματα τῆς ἀρχικῆς ἀπροσεξίας εἶναι τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου. Διότι ὡρίσθη κατ’ ἀρχήν, ὅτι ἕκαστον μέλος τοῦ δικαστηρίου θὰ λαμβάνῃ δραχμὰς πεντήκοντα κατ’ ἀπόφασιν, μὲ ρητὴν ἐπεξήγησιν, ὅτι ὑπὸ τὸν ὅρον ἀποφάσεις περιλαμβάνονται τόσον αἱ τακτικαὶ ὅσον καὶ αἱ προδικαστικαί. Ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα. Βέβαια τὸ δικαστήριον ἔχει ἀνάγκην ἐκδόσεως προδικαστικῶν ἀποφάσεων διὰ νὰ συλλέξῃ τὰς ἀποδείξεις. Συνολικὸν ὅμως ἀποτέλεσμα εἶναι, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸν Αὔγουστον τοῦ 1959, διότι μέχρι τότε ἔχω σαφῶς τὸν λογαριασμὸν ὑπ’ ὄψει μου, εἶχον καταβληθῆ δι’ ἔξοδα τοῦ δικαστηρίου δολλάρια 76.000.

§53Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία σας.

§54Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι εἰς τὰ ἔγγραφά σας.

§55Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὄχι, διότι εἰς 76.000 δολλάρια δὲν ἀνῆλθεν οὔτε κἂν ἡ ὅλη δαπάνη τῆς λειτουργίας τοῦ δικαστηρίου. Εἰς τὰ μέλη τοῦ δικαστηρίου κατεβλήθησαν 800.000 δραχ. δηλαδὴ 25.000 ἢ 28.000 δολλάρια.

§56Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι δά. Καὶ 800.000 ποὺ λέγετε, δὲν εἶναι τόσα, κάμνετε τὸν λογαριασμόν σας καὶ θὰ ἴδητε.

§57Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἰς τοὺς ἀριθμοὺς μὴ ἐπιμένετε, διότι οὕτως ἔχουν καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐγένετο ἔλεγχος. Τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν ἀντιπροσώπευε τὰς λοιπὰς δαπάνας, ἀμοιβὰς προσωπικοῦ κ.ο.κ. Τὸ δικαστήριον εἶχεν εἰσπράξει 800.000 περίπου δραχμὰς καὶ σᾶς ἔδωσα τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἐπεστράφη μέρος εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους σύμφωνα μὲ τὸν νόμον. Καὶ ἐπὶ πλέον θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὐδέποτε τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν καὶ ἰδιαιτέρως καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου ἐξέλαβεν, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταβάλληται ἀμοιβὴ δι’ ἑκάστην οἱασδήποτε κατηγορίας ἀπόφασιν.

§58Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἐκλάβῃ ἄλλως διότι αὐτὸ ὁρίζει σαφῶς ἡ ἀπόφασις. Εἴπατε, ὅτι ὑπάρχει ἐμπιστευτικὸν ἔγγραφον τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου μὲ τὸ ὁποῖον ζητεῖ τὴν μεταβολὴν τοῦ πράγματος.

§59Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἐμπιστευτικὸν πλέον ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, ὅταν ἔκαμε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὴν ἀνακοίνωσιν καὶ δι’ ἐπιστολῆς μου πρὸς τὴν «Ἐλευθερία» τὸν Νοέμβριον ἔκαμα ρητὴν μνείαν τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου μὲ χρονολογίαν 2 Ἀπριλίου 1959.

§60Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τοῦ «κατ’ ἀπόφασιν» ἦτο ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο κανεὶς νὰ μὴ ἀποδεχθῇ, διότι τὸ ἔγγραφον εἶναι σαφές. Ὀρθῶς λοιπὸν ἐζητήθη ὁ λογαριασμός, ἀπὸ τὸν ἐπερωτῶντα βουλευτήν, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τραπεζιτικοῦ λογαριασμοῦ, ἀλλὰ περὶ λογαριασμοῦ δημοσίας δαπάνης, ἡ ὁποία εἶναι κατ’ ἐξοχὴν δημόσιον πρᾶγμα. Δι’ αὐτὸν ἄλλωστε τὸν λόγον ὑπάρχει τὸ Κοινοβούλιον, δηλαδὴ διὰ νὰ ἐλέγχῃ τὰς δαπάνας. Εἶπε λοιπὸν ὁ κ. βουλευτὴς νὰ κατατεθῇ ὁ λογαριασμὸς διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἑρμηνεία εἶχε δοθῆ καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθοῦν τοιαῦτα ποσὰ ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ δικαστηρίου καὶ ποῖα ποσὰ ἀκριβῶς.

§61Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, πρὸ τῆς σημερινῆς συζητήσεως ὑμεῖς προσωπικῶς μήπως εἴχατε τὴν ἀφορμὴν νὰ λάβητε γνῶσιν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἀπριλίου τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου;

§62Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ φάκελλον.

§63Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει.

§64Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ὑπάρχει. Δὲν θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον ἔγγραφον καὶ νὰ τὸ ἀγνοῶ καὶ κυρίως λόγῳ τοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον θὰ τὸ εἶχεν ὑποβάλει.

§65Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ἔγγραφον.

§66Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλὰ προχωρῶ ἔτι περαιτέρω. Εἴπατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὁλοκληρωθῆ ἡ ὑπόθεσις διὰ νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐργασία αὕτη ὡς δεδουλευμένη ἐργασία. Καὶ βλέπω τὸν Αὔγουστον τοῦ 1959 νὰ ἔχῃ εἰσπραχθῆ αὐτὸ τὸ ποσὸν καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, μετὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ θορύβου νὰ ἐπιστρέφεται τεράστιον μέρος τῆς ἀμοιβῆς, καὶ διερωτῶμαι: Ἔχει συμβῆ ποτὲ εἰς μέλος οἱουδήποτε δικαστηρίου νὰ λαμβάνῃ ἀνοικτὰ προκαταβολὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ χρειάζεται νὰ ἐπιστρέψῃ τοσοῦτον μέρος αὐτῆς; Κατὰ τὴν κρίσιν μου δὲν ὑπάρχει οὔτε ἓν τοιοῦτον παράδειγμα. Ἄρα ὑπῆρξε κακὴ ἑρμηνεία τῆς ἀποφάσεως ἢ μᾶλλον ὀρθὴ ἑρμηνεία καὶ εἰσεπράττοντο ἀμοιβαὶ διὰ τὰς προδικαστικὰς ἀποφάσεις. Ἐκ τῶν ὑστέρων δέ, μὴ γνωρίζοντες οἱ ἄνθρωποι, ὅτι θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ φθάσουν εἰς τόσον μεγάλον ἀριθμὸν ἀποφάσεων, εἶδον, ὅτι ἔφθασαν εἰς ἕνα μεγάλον ἀριθμὸν ἀποφάσεων καὶ εἰς ἕνα μεγάλο ποσὸν διὰ τὸ ὁποῖον κἄποιος κἄποτε θὰ ἔπρεπε νὰ φωνάξῃ. Καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ τοὺς παρείχετο ἀπὸ τὸ Κράτος ὑπὸ τὸν τύπον τῶν κρατικῶν προσθέτων ἀμοιβῶν καὶ ἐξόδων κινήσεως —ὡς ὀνομάζονται τὰ ἔξοδα τῆς γραφειοκρατικῆς ἀκινησίας— καὶ εἰσέπραξαν ποσὰ τοιαῦτα, ὅμοια τῶν ὁποίων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βαλοῦρδος, δὲν θὰ ἔφερον ἐδῶ οὔτε οἱ μετανάσται. Τὸ ἔγγραφόν σας τὸ ὁμολογεῖ. Λέγει πράγματι, ὅτι πρωτοβουλίᾳ τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου καὶ δι’ ἀποφάσεως ἔχει διακανονισθῆ ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ ἀποζημίωσις ἐφάπαξ κατὰ ὑπόθεσιν ἡ δὲ ἀρχὴ αὐτῆς ἴσχυσεν ἀναδρομικῶς, τοὐτέστιν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ δικαστηρίου. Χαίρω ποὺ ἀκούω, ὅτι δὲν θὰ συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἀλλὰ θὰ περιορισθῇ, πλὴν ὅμως νομίζω, ὅτι ἀνήκει ἔπαινος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρὸς τὸν βουλευτὴν κ. Βαλοῦρδον, διότι ἀνεκίνησε τὸ θέμα, καθ’ ὅσον μόνον ἔτσι, δηλαδὴ διὰ τῆς ἀνακινήσεως τοιούτων θεμάτων θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ὀρθὴν τακτικὴν νὰ μὴ ἐφευρίσκεται θύρα ὑπηρεσίας διὰ τῆς ὁποίας αἱ πρόσθετοι ἀμοιβαὶ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ πολλαπλασιάζωνται.

§67Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἱκανοποίησις διὰ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἦλθε νὰ ἀναλάβῃ τὴν προστασίαν τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν ὁμάδα του, καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς εἶναι ἄξιος τῆς εὐγνωμοσύνης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἐχρειάζετο ἡ παρέμβασις τοῦ κ. συναδέλφου. Διότι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1959, κ. Πρόεδρε τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 412 ἔγγραφον αὐτοῦ καὶ πρὶν ἢ ὁ κ. Βαλοῦρδος σκεφθῇ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ θέμα αὐτό, ἔχει λύσει τὸ ζήτημα αὐτό.

§68Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου τιμᾷ τὸ ἔγγραφον αὐτό, πλὴν ὅμως οὔτε ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας ποὺ λέγετε ἐφηρμόσθη, οὔτε καὶ κατετέθη.

§69Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἔχει λύσει τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1959 ὡς ἐτόνισα, καὶ εἴτε εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, εἴτε δὲν εἶναι γνωστὸν τὸ ἔγγραφον αὐτό, πάντως ἡ προστασία τῶν δικαιούχων ἔχει ἐξασφαλισθῆ ἀπὸ τότε διὰ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τῆς ὑπουργικῆς ἀποφάσεως. Ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐγγράφου τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου μνημονεύεται εἰς τὰς σχετικὰς ἀνακοινώσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ εἰς τὰς δημοσιευθείσας προσφάτως ἐπιστολάς μου εἰς τὴν «Ἐλευθερία». Καὶ θὰ εἶναι παράδοξον ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου. Ἀλλὰ ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ γεγονός, ἐὰν γνωρίζωμεν ἢ δὲν γνωρίζομεν τὸ ἔγγραφον αὐτό. Σημασίαν ἔχει, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἐπροστάτευσεν ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1959 τὰ συμφέροντα τῶν δικαιούχων. Καὶ πέραν αὐτοῦ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν δικαιωμάτων τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἔχει διαγράψει ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τῆς ὑπουργικῆς ἀποφάσεως. Καὶ δὲν εἰσέπραξαν προκαταβολὴν τὰ μέλη τοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ τὴν ὀφειλομένην ἀμοιβὴν διὰ τοὺς ἐκκαθαρισθέντας φακέλλους βάσει τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τῆς ὑπουργικῆς ἀποφάσεως. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ὅμως διαπιστοῦται ἀπὸ αὐτὰ ταῦτα τὰ μέλη τοῦ δικαστηρίου, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἰσέπραξαν ὑπερβαίνει τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπολαύσουν καὶ σπεύδουν νὰ ἐπιστρέψουν τὸ εἰσπραχθὲν ἐπὶ πλέον παρ’ αὐτῶν ποσόν. Διότι τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου καὶ κρίσιν καὶ ἦθος ἔχουν καὶ τὸν νόμον γνωρίζουν.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖται ἡ προταχθεῖσα δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐπερώτησις τοῦ κ. Δ. Παπαμιχαλοπούλου, ἀναφερομένη εἰς τὰς οἰκονομικὰς διευκολύνσεις Ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιρειῶν. Ὁ κ. Δ. Παπαμιχαλόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§71Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἐπιθυμῶ, ἐν εἴδει προλόγου ταύτης, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διατί τὸ Κράτος ἐν Ἑλλάδι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, νὰ γίνῃ ἰδιοκτήτης ἐμπορικῶν πλοίων καὶ ἐν συνεχείᾳ πωλητὴς τούτων πρὸς ἰδιώτας. Ν’ ἀντιγράψῃ, τοὐτέστι, τὸ προηγούμενον τοῦ 1856, ὅτε ὁ Ἀλέξ. Μαυροκορδᾶτος, Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, μετέβη αὐτοπροσώπως εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἠγόρασεν, ἀντὶ τιμήματος 24.000 λιρῶν, τρία ἐπιβατηγὰ ἀτμόπλοια, ἅτινα εἰσέφερε, διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ὡς συνεταίρου, εἰς τὴν ἱδρυθεῖσαν, συγχρόνως τότε, πρώτην ἐν Ἑλλάδι ναυτικὴν ἑταιρείαν, ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα», κοινῶς δὲ γνωστὴ ὡς «παλαιὰ ἀτμοπλοΐα τῆς Σύρου» (1856–1893). Οἱ λόγοι τῆς προσφάτου παρεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὰ πράγματα τῆς ἀκτοπλοΐας, τῆς ἀσκήσεως τοὐτέστι κρατικῆς ἐμποροναυτικῆς πολιτικῆς, εἶναι οἱ ἑξῆς: Κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ἤτοι τὴν 1ην Σεπτεμβρίου 1939, ὁ Ἑλληνικὸς ἐπιβατηγὸς στόλος ἀπηρτίζετο ἐκ 56 πλοίων, ὁλικῆς χωρητικότητος 49.995 τόννων. Ὁ στόλος οὗτος ἦτο ὁ καλύτερος, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀποκτήσει ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς ὀργανώσεώς της εἰς Κράτος, διότι εἶχεν αὐξήσει οὐ μόνον ἡ χωρητικότης τῶν καθ’ ἕκαστα μονάδων, ἀλλὰ καὶ ἡ ποιότης αὐτῶν. Καὶ ὅταν λέγωμεν ποιοτικὴν βελτίωσιν τοῦ πλωτοῦ ὑλικοῦ τῶν πλοίων τούτων ἐννοοῦμεν, μείωσιν τῆς ἡλικίας τῶν σκαφῶν, προσθήκην τοὐτέστιν νεωτέρων πλοίων, αὔξησιν τῆς ταχύτητος ὡς καὶ αὔξησιν τῶν μεταφορικῶν ἀγαθῶν ὑπὲρ τῶν ἐπιβατῶν, ἤτοι μείζονα εὐμάρειαν καὶ ἄνεσιν. Ἡ βελτίωσις δὲ αὕτη ὠφείλετο εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἀπὸ τοῦ 1932–1939, εἰς τὴν ἐπιβατηγὸν ναυτιλίαν τῶν ὑποδείξεων τῆς ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου Ἀνδρέα Μιχαλακοπούλου συσταθείσης, τῷ 1930, ἐξωκοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν ἔρευναν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ἐμπορικῆς μας ναυτιλίας, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἐμψυχώσεως καὶ προαγωγῆς τούτων. Αἱ ὑποδείξεις, ὅμως, ἐκεῖναι διὰ τὴν ἐπιβατηγὸν ναυτιλίαν ἐξακολουθοῦν καὶ σήμερον ἀκόμη νὰ διατηροῦν ὁλόκληρον τὴν ἐπικαιρότητά των καὶ εἶναι ἀπορίας ἄξιον, διατί τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας δὲν τὰς χρησιμοποιεῖ πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ δημιουργηθέντος μεταπολεμικῶς ἀκτοπλοϊκοῦ χάους, λόγῳ τῆς προσθήκης ὑπερηλίκων καὶ ἀκαταλλήλων σκαφῶν, ἀντὶ νὰ πελαγοδρομῇ, ἀπὸ τετραετίας, εἰς τὴν ἀνεύρεσιν λύσεως διὰ τοῦτο μέσῳ τῶν συσταθεισῶν, κατὰ περιόδους, διαφόρων Ἐπιτροπῶν πρὸς μελέτην τοῦ ἀκτοπλοϊκοῦ προβλήματος. Ὁ ἀνωτέρω προπολεμικὸς ἀκτοπλοϊκὸς στόλος, τελῶν ἐν ἐπιτάξει ἀπὸ τῆς κηρύξεως τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου, κατεστράφη ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος καὶ συγκεκριμένως ἀπὸ 9–21 Ἀπριλίου 1941, ἅμα τῇ εἰσόδῳ τῆς Γερμανίας εἰς τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, διότι τὰ σκάφη τούτου ἐχρησίμευσαν ὡς στόχος τῶν βομβαρδιστικῶν ἀεροπλάνων καθέτου ἐφορμήσεως. Ἐπεδιώκετο ὑπὸ τῶν Γερμανῶν ἡ καταστροφὴ τῶν μέσων διαφυγῆς ἐξ Ἑλλάδος τοῦ Ἀγγλικοῦ Ἐκστρατευτικοῦ Σώματος. Οὕτως ἀπωλέσθησαν 52 πλοῖα, τοὐτέστι τὰ 96% τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σκαφῶν, ὁλικῆς χωρητικότητος 43.668 τόννων, ἤτοι τὰ 93% τοῦ ὄγκου τῆς προπολεμικῆς ἐπιβατηγοῦ ναυτιλίας. Τὰ ἐπιζήσαντα 4 σκάφη ἠδυνήθησαν νὰ διαφύγωσι πρὸς τὴν Κρήτην, κατ’ ἀρχάς, καὶ τὴν Αἴγυπτον, ἐν συνεχείᾳ. Ἀλλὰ τὸ χειρότερον, ὅτι τὰ ἀπωλεσθέντα πλοῖα, συνολικῆς ἀξίας 4.000.000 ἀγγλικῶν λιρῶν, τότε, παρέμειναν ἀνασφάλιστα ἐναντίον τῶν πολεμικῶν κινδύνων εἰς ἀνεγνωρισμένους, διεθνῶς, ξένους ἀσφαλιστικοὺς οἴκους, ὡς εἶναι τὸ Ἀγγλικὸν Λόϋδ, διότι ὁ κατὰ τὴν πολεμικὴν περίοδον ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Δικτατορίας ἠρνεῖτο, πεισμόνως, παρὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν ἐφοπλιστικῶν καὶ ναυτεργατικῶν ὀργανώσεων νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἀσφάλισιν ταύτην καὶ ἀνέθεσεν εἰς τὸν Κρατικὸν ἀναιμικὸν προϋπολογισμὸν τὴν φροντίδα ἵνα ἀποζημιώσῃ τοὺς πλοιοκτήτας τῶν ἀπωλεσθέντων ἐπιτάκτων σκαφῶν «ἐκ τοῦ θησαυροῦ τοῦ Ἔθνους», ὡς ἀπεκάλεσε τὰ ἐλλείμματα τῶν Κρατικῶν προϋπολογισμῶν ὁ Μιραμπώ, κατὰ τὴν 1ην Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐν τούτοις, διὰ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἀποζημιώσεων καὶ τῶν κερδῶν ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πλοίων της ἤρχισε, μεταπολεμικῶς, ἡ φορτηγὸς ναυτιλία μας, διὰ δευτέραν φορὰν ἐντὸς τριακονταετίας, τὴν ἀνασυγκρότησίν της, διὰ νὰ ἐξελιχθῇ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ θεωρῆται σήμερον ἂν ὄχι ἡ δευτέρα πάντως ἡ τρίτη ἐμποροναυτικὴ χώρα τοῦ κόσμου, μὲ τὰ 1832 σκάφη ἑλληνικῆς πλοιοκτησίας, ὁλικῆς χωρητικότητος 15.382.736 τόννων. Εὐτυχῶς, χάρις εἰς τὴν προνοητικότητα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς ἀποδήμου Κυβερνήσεως τοῦ Καΐρου (Τσουδεροῦ–Βαρβαρέσσου) ἐξουδετερώθη, ἐν μέρει, ὁ κίνδυνος ἐκ τῆς ἐκτεθείσης καταστροφικῆς πολιτικῆς τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν τῆς Δικτατορίας, διότι ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, δεκάδος ἑλληνικῶν φορτηγῶν ἀτμοπλοίων ὑπὸ τῆς Ἑλβετικῆς Ὁμοσπονδίας, δι’ ἐλευθέρας ναυλώσεως, κατέστη δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῇ τὸ ποσὸν 1.400.000 Ἀγγλικῶν λιρῶν, πρὸς δημιουργίαν κεφαλαίου ἀποζημιώσεως τῶν πλοιοκτητῶν τῶν ἀπωλεσθέντων ἐπιτάκτων ἐπιβατηγῶν ἀτμοπλοίων καὶ οἵτινες οὕτως ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι τὰ 40%, περίπου, τῆς ἀξίας τῶν σκαφῶν των. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ Κράτος, ἀσφαλιστὴς τῶν πολεμικῶν κινδύνων, δὲν διέθεσεν οὐδὲ δραχμὴν διὰ τὴν καταβολὴν τῶν ἄνω ἀποζημιώσεων. Ἐλλείψει, οὕτω, κεφαλαίων ἀντὶ τῆς ἀναμενομένης μεταπολεμικῶς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ ἀψύχου ὑλικοῦ τῆς ἀκτοπλοΐας διὰ καταλλήλων σκαφῶν, κατηργήθη τὸ ἰσχῦον ὅριον ἡλικίας (45 ἐτῶν) ἰδιὰ τὰ ὑποχρεωτικῶς ἀχρηστευόμενα πλοῖα, ὡς καὶ οἱ περιορισμοὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν προστιθεμένων νέων, (μέχρις 20 ἔτη), μέτρα ἅτινα ἴσχυσαν ἀποδοτικώτατα μέχρι τοῦ 1940, καὶ οὕτως ἐπετράπη διὰ περιστατικῶν νομοθετημάτων καὶ διοικητικῶν διευκολύνσεων, ἡ ἀγορὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ὑπερηλίκων καὶ ἀκαταλλήλων σκαφῶν, ἅτινα ἐθεωροῦντο ὡς ἄχρηστον ὑλικὸν διὰ τὰς χώρας προελεύσεώς των. Μόνον εἰς τὴν χώραν μας παρατηρεῖται τὸ φαινόμενον, ὅτι συναγωνίζονται, ἐντὸς τῶν ἑλληνικῶν θαλασσῶν, πλοῖα ἡλικίας 8 ἐτῶν πρὸς πλοῖα 65 ἐτῶν: Ἐν συνεχείᾳ τὸ Κράτος προέβη εἰς τὴν ἀγοράν, ἐκ Καναδᾶ, διαφόρων κορβετῶν, αἵτινες λόγῳ τῆς ναυπηγήσεώς των δι’ εἰδικὴν πολεμικὴν ἀνάγκην, ἦσαν ἐντελῶς ἀκατάλληλοι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐσωτερικῶν ἐπιβατικῶν μεταφορῶν. Ἐνώπιον τῆς καταστάσεως ταύτης τῶν ἀκτοπλοϊκῶν συγκοινωνιῶν μας ἀπεφασίσθη τῷ 1948, ἐπὶ Πρωθυπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Θ. Σοφούλη, ἡ κατασκευὴ εἰς ἰταλικὰ ναυπηγεῖα, συμφώνως πρὸς τὸ ἐγκριθὲν τότε Πρόγραμμα Ἀνασυγκροτήσεως τῆς Ναυτιλίας, τεσσάρων ἐπιβατικῶν ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν, ὁλικῆς χωρητικότητος 1.800 τόννων ἕκαστον δύο ἐπιβατικῶν Μεσογειακῶν γραμμῶν, ὁλικῆς χωρητικότητος 5.000 τόννων ἕκαστον καὶ ἑνὸς φορτηγοῦ ἀτμοπλοίου, ἴσης πρὸς τὰ τελευταῖα χωρητικότητος. Ἐσφαλμένως, ὅμως, τὰ πλοῖα ταῦτα θεωροῦνται, παρ’ ἡμῖν, ὡς προερχόμενα ἐκ τῶν ἀνυπάρκτων ἰταλικῶν ἐπανορθώσεων, διότι κατεσκευάσθησαν ἐκ τῆς παραχωρηθείσης τότε Ἀμερικανικῆς οἰκονομικῆς βοηθείας εἰς ἰταλικὰ ναυπηγεῖα τῇ ἀξιώσει τῆς Ἀμερικῆς, ἵνα δοθῇ ἐργασία εἰς τοὺς ἀνέργους ἐργάτας τῆς Ἰταλικῆς ναυπηγικῆς βιομηχανίας. Προκειμένου, τῷ 1951, νὰ παραληφθῶσι τὰ πλοῖα ταῦτα ἐκ τῶν Ἰταλικῶν ναυπηγείων, ἐδημιουργήθη τὸ ζήτημα ποῖος ἔδει ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσίν των. Ἐπροτάθη, κατ’ ἀρχάς, ἡ ἵδρυσις ἡμικρατικῆς ἐπιχειρήσεως, ἡ συνήθης πρόχειρος πανάκεια παρ’ ἡμῖν τῶν Κρατικῶν ὑπηρεσιῶν, ὡς καὶ ἡ παραχώρησις, συνεταιριστικῶς, τῆς ἐκμεταλλεύσεως τούτων εἰς τοὺς ἀπωλέσαντας τὰ πλοῖα των κατὰ τὸν πόλεμον ἀκτοπλοϊκοὺς ἐφοπλιστάς, ἄποψιν, ἣν ὑπεστήριξεν ὁ ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὡς ἰσχύσασαν πρακτικὴν κατ’ ἀμφοτέρους τοὺς πολέμους εἰς ἄλλας χώρας διὰ τὰ πλοῖα τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων. Ὁ τότε, ὅμως, ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἀείμνηστος Γ. Καρτάλης, ἐδείχθη ἄκαμπτος εἰς τὴν ἄποψίν του, ὅπως τὰ πωλήσῃ εἰς δημόσιον πλειστηριασμόν, διὰ νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἀμέσως τμῆμα τοὐλάχιστον τῆς ἀξίας αὐτῶν. Περαιτέρω, ἐνδιαφερόμενος ἰδιαιτέρως διὰ τὴν διατήρησιν τῆς νομισματικῆς σταθερότητος καὶ ἐπὶ τῶν ἐπισήμων ἡμερῶν του ἡ χρυσῆ λίρα κατῆλθεν εἰς τὰς δραχ. 180 ἠξίου ὅπως τὸ τίμημα τῶν ἐκποιηθησομένων ἑπτὰ σκαφῶν τούτων, καθορισθῇ εἰς συνάλλαγμα καὶ δὴ εἰς δολλάρια Η.Π.Α. Βάσει τῶν ἀπόψεων τούτων ὑπεβλήθη, τῇ 23 Νοεμβρίου 1951, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ἐκποιήσεως τῶν ναυπηγουμένων βάσει τοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως ἀκτοπλοϊκῶν ἐμπορικῶν πλοίων» καὶ ὅπερ ψηφισθέν, ἀμέσως, ἀπετέλεσε τὸν ὑπ’ ἀριθ. 1971 τῆς 29 Δεκεμβρίου 1951 νόμον. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν διατάξεων τούτου ἐγένετο, τῇ 26 Ἰανουαρίου 1952, ἡ πρώτη προκήρυξις διεξαγωγῆς πλειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ διὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν τεσσάρων ἀκτοπλοϊκῶν ἐπιβατηγῶν πλοίων, ἅτινα ἦσαν ἕτοιμα πρὸς παραλαβήν. Ἡ πρώτη δημοπρασία ἀπέβη ἄκαρπος, διότι εἶχεν ὁρισθῆ, ὑπὸ τῆς συσταθείσης εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς κατώτατον τίμημα δι’ ἕκαστον πλοῖον τὸ ποσὸν τῶν 1.400.000 δολ. Ἡ δευτέρα ἐνηργήθη τὴν 23ην Ἰουνίου 1952 μὲ κατώτατον τίμημα δολλάρια 1.100.000 καὶ ἀνεδείχθη τελευταῖος πλειοδότης, διὰ τὰ τρία ἐκ τούτων, ἡ ἐν Πειραιεῖ λειτουργοῦσα, ἀπὸ τοῦ 1940, Ἀνώνυμος Ἑταιρεία ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Πέτρος Μ. Νομικός. Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα. Ἀνώνυμος Ἑλληνικὴ Ἑταιρία Ἐμπορίου καὶ Ναυτικῶν Ἐπιχειρήσεων», προσενεγκοῦσα διὰ μὲν τὸ ἀτμόπλοιον «Κανάρης» δολλάρια 1.351.000, διὰ τὸ «Μιαούλης» δολλάρια 1.401.000 καὶ διὰ τὸ «Καραϊσκάκης» δολλάρια 1.250.000. Διὰ τὸ τέταρτον τούτων «Κολοκοτρώνη», ἐπανελήφθη ἡ δημοπρασία ἀμέσως κατόπιν, δι’ ἀντιπροσφορᾶς καὶ κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης «Νέας Ἠπειρωτικῆς Ἀτμοπλοΐας Πέτρος Γ. Ποταμιάνος» ἀντὶ τιμήματος 1.845.000. Ἀνάλυσιν ἐνίων ὅρων τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησίας θὰ δώσωμεν κατωτέρω. Τῆς δευτέρας ἀγοραστρίας ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας κύριος μέτοχος τυγχάνει ὁ κ. Πέτρος Γ. Ποταμιάνος ἐνῷ τῆς πρώτης, τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», τὰ μὲν 95% τῶν μετοχῶν ταύτης κατέχει ὁ κ. Μᾶρκος Π. Νομικὸς καὶ τὰ 2% ἡ σύζυγός του Ἀσπασία Νομικοῦ. Τουτέστιν ὁ κ. Μ. Νομικὸς διεχειρίζετο ἔκτοτε τὰ 97% τῆς ἐπιχειρήσεως. Τοῦτο προκύπτει, μεταξὺ ἄλλων στοιχείων καὶ ἐκ τῆς ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1955 ἀγωγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου κατὰ τῆς ἄνω ἑταιρίας, τῆς ἀπευθυνθείσης ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Πειραιῶς, περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἀγοραπωλησίας τῶν δύο Μεσογειακῶν ἀτμοπλοίων «Ἀχιλλεὺς» καὶ «Ἀγαμέμνων». Κατὰ τὴν πώλησιν τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν ἀτμοπλοίων ὁ κύριος μέτοχος Μᾶρκος Νομικὸς δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀναμιχθῆ εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ συνεπῶς ἠδύνατο νὰ συμμετάσχῃ τῆς πλειοδοτικῆς δημοπρασίας ἐκποιήσεως. Ἐγένετο τὸ πρῶτον βουλευτὴς ἐπὶ Συναγερμοῦ, κατὰ τὰς ἐκλογὰς δηλαδὴ τοῦ Νοεμβρίου 1952, καὶ ἔκτοτε ἐκλέγεται συνεχῶς, καὶ δὴ ὡς Κυβερνητικός, μέχρι σήμερον. Ὑπὸ τὴν βουλευτικὴν δὲ ἰδιότητα, βάσει τοῦ ἄρθρου 71 παράγρ. 8 τοῦ Συντάγματος, δὲν θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν δημοπρασίαν, ἐφόσον κατὰ τοῦτο οἱ βουλευταί, ἐπὶ ποινῇ ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος, «δὲν δύνανται νὰ δέχωνται παραχωρήσεις ἐπὶ δημοσίων κτημάτων». Τοῦτο προκύπτει ἐπίσης ἐκ τῆς ἀνωτέρω ἀγωγῆς, ἔνθα τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δι’ ἐπικουρικῆς βάσεως ᾐτήσατο, ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον Πειραιῶς, τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀγοραπωλησίας τῶν δύο Μεσογειακῶν ἀτμοπλοίων «ὡς ἀπολύτως ἀκύρου καὶ παρανόμου ἐξ ὑπαρχῆς» ὡς ἐν τῷ δικογράφῳ τῆς ἀγωγῆς ταύτης ἀνεγράφετο, διότι ἡ παραχώρησις τῶν σκαφῶν ἀντέκειτο εἰς τὴν ἀνωτέρω ρητὴν Συνταγματικὴν διάταξιν. Ὑπῆρχεν, ὅμως, ἓν ἄλλο ἀσυμβίβαστον διὰ τὴν συμμετοχὴν τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας εἰς τὸν ἐκποιητικὸν τῶν τεσσάρων πλοίων διαγωνισμόν, προβλεφθὲν ὑπὸ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀποτελέσαντος τὸν 1971 νόμον. Διότι ρητῶς ἐν αὐτῇ ἀνεγράφη, ὅτι «ἡ ἐκμετάλλευσις τούτων ἔπρεπε ν’ ἀνατεθῇ εἰς χεῖρας ἐφοπλιστῶν τῆς ἀκτοπλοϊκῆς ἐπιβατηγοῦ ἀτμοπλοΐας, οἵτινες, λόγῳ εἰδικότητος, πείρας καὶ ἱκανότητος περὶ τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν ὁμοίων πλοίων εἰς τὰς συγκοινωνιακὰς γραμμὰς τῆς χώρας, εἶναι οἱ πλέον κατάλληλοι νὰ ἀξιοποιήσουν ἐπιτυχέστερον καὶ ἀποδοτικώτερον τὰ νεότευκτα ἐπιβατηγά». Ἐν τούτοις, ἡ ἀποκτήσασα ταῦτα Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα οὐδέποτε ἠσχολήθη ἐνωρίτερον μὲ τὴν μεταφορὰν ἐπιβατῶν, διότι ἦτο ἰδιοκτήτρια μικρῶν φορτηγῶν ἀτμοπλοίων, χρησιμοποιουμένων εἰς τὴν μεταφορὰν θηραϊκῆς γῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1971 νόμου, τοὺς ὅρους διακηρύξεως τῆς δημοπρασίας, ὡς καὶ τοὺς ὅρους τῶν ὑπογραφέντων συμβολαίων τῆς δημοπρασίας, ὡς καὶ τοὺς ὅρους τῶν ὑπογραφέντων συμβολαίων ἀγοραπωλησίας τῶν τεσσάρων ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν, ὁ ἀγοραστὴς τούτων ὑποχρεοῦτο νὰ καταβάλῃ τὸ συμφωνηθὲν εἰς δολλάρια τίμημα ὡς ἑξῆς: τὰ 15% προκαταβολικῶς, κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμβολαίων, καὶ τὸ ὑπόλοιπον εἰς εἴκοσιν ἰσοπόσους ἐτησίας δόσεις καὶ δὴ ἐπὶ τόκῳ 2%. Συνεπῶς ἡ «Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα» ἔναντι τοῦ συνολικοῦ τιμήματος ἐκ 4.002.000 δολλαρίων, διὰ τὰ τρία ἀτμόπλοια, κατέβαλε, λόγῳ προκαταβολῆς, δολλάρια 600.300 καὶ παρέμεινε ὀφειλέτις ὑπολοίπων δολλαρίων 3.401.700, ἅτινα ἔδει νὰ ἐξοφλήσῃ εἰς 20 ἰσοπόσους ἐτησίας δόσεις, ἐκ δολλαρίων 170.085 ἑκάστη, ἐντόκως πρὸς 2% ἐτησίως, ἤτοι μέχρι τοῦ 1972. Ἡ ἀτμοπλοΐα Ποταμιάνου, ἐφόσον τὸ ἀτμόπλοιον «Κολοκοτρώνης» κατεκυρώθη εἰς αὐτὴν ἀντὶ ποσοῦ δολλαρίων 1.845.000, ἀφαιρουμένης τῆς ἐκ δολλαρίων 276.750 προκαταβολῆς, παρέμεινεν ὀφειλέτις ὑπολοίπου ποσοῦ δολλ. 1.568.250, ἐξοφλητέου ἐπίσης εἰς εἴκοσιν ἰσοπόσους ἐτησίας δόσεις (πρὸς δολλάρια 78.412,50 ἑκάστη), ἐπὶ τόκῳ 2%. Συνεπῶς καὶ ταύτης ἡ ὀφειλὴ ἔληγε τῷ 1972. Ὅτε κατὰ μῆνα Ἰούλιον 1953 ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ, ὑπὸ τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», ἡ πρώτη δόσις τοῦ ὑπολοίπου τιμήματος τῶν ἄνω πλοίων μετὰ τοῦ τόκου των, ἐκ δολλαρίων 238.109, ἰσχυρίσθη αὕτη, ὅτι ἡ γενομένη κατ’ Ἀπρίλιον 1953, ἀναπροσαρμογὴ τῆς δραχμῆς ἐπηρέασε δυσμενῶς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν τριῶν πλοίων, δι’ ὃ καὶ ἐζήτησεν ἀναστολὴν καταβολῆς τῆς ὀφειλομένης δόσεως, πρὸς δὲ καὶ τροποποίησιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἀγοραπωλησίας. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὸ βάσιμον τοῦ αἰτήματος ἢ νὰ ἐπιδιώξῃ διαπίστωσιν τῆς ἀκριβείας τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου τῆς ὀφειλέτιδος ἑταιρίας, ἐδέχθη τὴν καταβολὴν τοῦ ἡμίσεος μόνον ποσοῦ τῆς ὀφειλομένης ἐτησίας δόσεως, ὑποσχεθεὶς ἅμα νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν διαταχθεῖσαν ἐκτροπὴν ἐκ τῶν ρητῶν διατάξεων τοῦ Ν. 1971, ὡς καὶ τῶν συμβάσεων ἀγοραπωλησίας, διὰ νόμου, τὸν ὁποῖον θὰ εἰσηγεῖτο συντόμως εἰς τὴν Βουλήν. Συνεπῶς ἐκ τῆς ἐτησίας ὀφειλῆς 238.109 δολλαρίων κατέβαλε μόνον 119.055. Ἐν τούτοις, ἡ «Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα», διὰ τῆς κατατεθείσης, κατὰ Δεκέμβριον 1954, παρεμβάσεώς της ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὴν ἐκκρεμῆ μεταξὺ ΕΛΜΕΣ καὶ Δημοσίου δίκην περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκποιήσεως τῶν δύο Μεσογειακῶν πλοίων, «Ἀγαμέμνων» καὶ «Ἀχιλλεὺς», ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ζητεῖ παρὰ τοῦ Δημοσίου μείωσιν τῆς τιμῆς τοῦ δολλαρίου, διὰ τὴν ὀφειλήν της ἐκ τῆς ἀγοραπωλησίας τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν πλοίων, ἀλλὰ μόνον παράτασιν τοῦ χρόνου ἐξοφλήσεως ταύτης εἰς τὸ διπλάσιον, ἤτοι ἀπὸ 20 εἰς 40 ἔτη. Τὸ ὅτι εἰς τὴν ἡλικίαν ταύτην τὰ πλοῖα δὲν θὰ ἠδύναντο ν’ ἀποδώσουν τόσα, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται καὶ ἐξόφλησις χρεῶν δὲν τὴν ἐνδιέφερε. Τὴν ἐνδιέφερεν, ὅτι διὰ τῆς μακρᾶς ταύτης προθεσμίας κατ’ οὐσίαν θὰ ἐχαρίζετο πλέον τοῦ ἡμίσεος τοῦ συμβατικοῦ τιμήματος. Φυσικὴ συνέπεια τῆς γενομένης παραχωρήσεως πρὸς τὴν «Θηραϊκὴν Ἀτμοπλοΐαν» ὑπῆρξεν ἡ ἐπέκτασις τῶν αὐτῶν πλεονεκτημάτων καὶ πρὸς τὴν πλοιοκτήτριαν τοῦ ἀτμοπλοίου «Κολοκοτρώνης» Ἑταιρίαν, ἥτις ἀντὶ τῶν δολλαρίων 108.208, πρώτης δόσεως, κατέβαλε μόνον 54.104. Διέρρευσεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναστολῆς ὁλόκληρον ἔτος καὶ οὐδεμία εἶχε γίνει προσπάθεια νομιμοποιήσεως μέχρι καὶ τοῦ Ἰουλίου 1954, ὅτε ἔληγεν ἡ δευτέρα ἐτησία δόσις τοῦ τιμήματος, ηὐξημένη μάλιστα διὰ τοῦ τόκου ὑπερημερίας ἐκ 12% ἐτησίως, ὡς καὶ τῶν προσθέτων τελῶν ἐκ 18% ἐτησίως. Ἐν τούτοις ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐδίστασε νὰ διατάξῃ καὶ πάλιν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν κειμένων διατάξεων τοιοῦτον δικαίωμα, ὡς θὰ ἐκτεθῇ ἐν τοῖς ἑπομένοις, τὸν ἁρμόδιον Ταμίαν Πειραιῶς νὰ δεχθῇ τὴν καταβολὴν καὶ αὖθις μόνον τοῦ ἡμίσεος τῆς ὀφειλομένης δευτέρας δόσεως. Κατ’ ἐπίσημον δὲ ἔγγραφον τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ληξιπρόθεσμος ὀφειλὴ τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας» ἐκ τῶν δύο τούτων δόσεων ἀνήρχετο, τὴν 16 Νοεμβρίου 1954, εἰς δολλάρια 342.860,61 λόγῳ τῶν τόκων ὑπερημερίας καὶ τῶν προσαυξήσεων. Συνεπεία, μάλιστα, τῆς ὀφειλῆς ταύτης πρὸς τὸ Δημόσιον, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἠκύρωσε τὴν 10ην Ἀπριλίου 1954, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 314 ἀποφάσεώς του, τὴν γενομένην πρὸς τὴν «Θηραϊκὴν Ἀτμοπλοΐαν» παραχώρησιν τῶν δύο Μεσογειακῶν ἀτμοπλοίων, λόγῳ παραβάσεως οὐσιώδους ὅρου τῆς διακηρύξεως ἐκποιήσεως τούτων, ὡς θέλει ἐκτεθῆ κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν τῆς ἐκκρεμούσης σχετικῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ἐν τῷ μεταξὺ, λόγῳ ἀναγραφῆς εἰς τὸν ἡμερήσιον τύπον πληροφοριῶν, καθ’ ἃς ἡ ἀναπροσαρμογὴ οὐ μόνον δὲν ἐζημίωσεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὠφέλησε τὴν ὀφειλέτιδα ἑταιρίαν, ἐφόσον μέρος τῶν ναύλων της, πραγματοποιουμένων ἐκ τῆς ἐκτελέσεως δρομολογίων ἐξωτερικοῦ καὶ δὴ τὴν Ἰταλίαν εἰσεπράττετο εἰς ξένον συνάλλαγμα, διετάχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγχος ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πλοίων τούτων. Ἐξ αὐτοῦ ἐγνώσθη ἀνεπισήμως, διότι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐρεύνης οὐδέποτε ἤχθη εἰς τὴν δημοσιότητα, διεπιστώθη, ὅτι ἡ ὀφειλέτις ἑταιρία ἐκέρδιζε μετὰ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τόσα, ὥστε ἠδύνατο εὐχερῶς νὰ πληρώσῃ τὰς ὀφειλομένας δόσεις τιμήματος τῶν τριῶν πλοίων. Ἐν τούτοις, οὐδὲν νόμιμον ἐκβιαστικὸν μέτρον, ἐξ ἐκείνων ἅτινα λαμβάνονται ἐσπευσμένως, ἀκόμη καὶ κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἑκατοντάδων μόλις δραχμῶν, ἐλήφθη κατὰ τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας» μέχρι τέλους Ἰουνίου 1955, ὅτε ἤγγιζεν ἡ λῆξις τῆς προθεσμίας καταβολῆς καὶ τῆς τρίτης ἐτησίας δόσεως, ἡ δὲ ὀφειλὴ ὑπερέβη, μετὰ τῶν τόκων ὑπερημερίας καὶ λοιπῶν προσαυξήσεων, τὸ ποσὸν τῶν 500.000 δολλαρίων διὰ ταύτην καὶ τῶν δολλαρίων 230.000 διὰ τὴν ἑταιρίαν Π. Ποταμιάνος. Τῇ 11ῃ Ἰουλίου 1955 κατετέθη, ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, εἰς τὴν Εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, σχέδιον νομοθετικοῦ διατάγματος «περὶ ρυθμίσεως ὀφειλῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ἐξ ἀγορᾶς πλοίων, κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 1971)51». Διὰ τῶν διατάξεων τούτου, προεβλέπετο: α) κεφαλαιοποίησις τῶν μὴ πληρωθεισῶν ληξιπροθέσμων δόσεων, ὡς καὶ τῶν ἀπαιτητῶν τοιούτων ἐντὸς τῶν ἐτῶν 1955 καὶ 1956 καὶ ἐξόφλησις αὐτῶν δι’ εἴκοσιν ἐτησίων δόσεων, ἐντόκως πρὸς 2%, β) ἀπαλλαγὴ τῶν ληξιπροθέσμων δόσεων τῶν προσαυξήσεων ἐκ τῆς μὴ ἐμπροθέσμου καταβολῆς καὶ γ) καθορισμὸς ἀπαλλαγῆς 30%, ἐν περιπτώσει τῆς ἐντὸς διετίας καὶ ἐφ’ ἅπαξ ἐξοφλήσεως ὁλοκλήρου τῆς ὑπολοίπου ὀφειλῆς. Ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς χαριστικῆς πράξεως τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ὀφειλέτιδα ἑταιρείαν.

§72Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Πρὸς τὰς ὀφειλέτιδας ἑταιρείας.

§73Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν, διότι καὶ ὁ ἄλλος εἶναι παράγων κομματικὸς καὶ φίλος τῆς

Ε.Ρ.Ε.

Ἐπρόκειτο, ἐν τῇ πραγματικότητι, περὶ καθαρῶς χαριστικῆς πράξεως τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν τοῦ Κυβερνητικοῦ βουλευτοῦ, εὐρυτάτου περιεχομένου, ἐφ’ ὅσον ἐκεφαλαιοποιοῦντο οὐ μόνον αἱ λήξασαι τοκοχρεωλυτικαὶ δόσεις, ἀλλὰ καὶ τῶν δύο προσεχῶν ἐτῶν, τοὐτέστι παρεχωρεῖτο ὡς βραβεῖον εἰς τὴν ἀθετήσασαν τὰς συμβατικάς της ὑποχρεώσεις ἐφοπλιστικὴν ἐπιχείρησιν δάνειον ἐξ 600.000 περίπου δολλαρίων, ἐπὶ τόκῳ 2%, ἐτάσσετο μακρὰ προθεσμία ἐξοφλήσεως τούτου, εἰκοσαετής, πρὸς δὲ παρῃτεῖτο τὸ Δημόσιον τοῦ δικαιώματος, ὅπως εἰσπράξῃ τὰς ὀφειλομένας αὐτῷ νομίμους ἐπιβαρύνσεις, λόγῳ μὴ καταβολῆς τῶν ληξασῶν τοκοχρεωλυτικῶν δόσεων. Καὶ ὡς ἐπιστέγασμα, ἡ ὀφειλέτις ἀτμοπλοΐα ἠδύνατο ν’ ἀπαλλαγῇ τοῦ συνόλου τῶν συμβατικῶν ὑποχρεώσεών της, καταβάλλουσα εἰς τὸ Δημόσιον μόνον τὰ ⅔ τῆς ἀξίας τῶν πλοίων καὶ οὕτω θὰ ἐπετυγχάνετο ἀπόσβεσις τοῦ τρίτου τῶν κεφαλαίων της ἐντὸς μιᾶς μόνον πενταετίας, γεγονὸς ὅπερ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην καὶ τὴν πλέον προσοδοφόρον ἐπιχείρησιν δύναται νὰ συμβῇ. Ἐὰν τὴν μείωσιν ταύτην τοῦ τιμήματος καθώριζε τὸ Δημόσιον κατὰ τὸν ἐκποιητικὸν διαγωνισμὸν τῶν πλοίων, βεβαίως θὰ εὑρίσκοντο ἤδη ταῦτα εἰς χεῖρας πραγματικῶν ἀκτοπλοϊκῶν ἐπιχειρήσεων. Ἐνῷ δὲ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ σχεδίου τούτου Ν. Δ. ἀνεγράφετο, ὅτι ἐκ τῆς ἐπιδιωκομένης ρυθμίσεως οὐδεμία ζημία ἐπήρχετο εἰς τὸ Δημόσιον, ἀντιθέτως εἰς τὴν συνοδεύουσαν τοῦτο ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καθωρίσθη ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου, ἐκ μὲν τῆς διαγραφῆς τῶν προσαυξήσεων τῶν ληξιπροθέσμων καὶ μὴ ἐξοφληθεισῶν δόσεων, λόγῳ κεφαλαίου καὶ τόκου, εἰς δραχμὰς 5.435.000 ἢ δολλάρια 181.166, ἐκ δὲ τῆς μειώσεως τοῦ τιμήματος κατὰ 30%, λόγῳ τῆς ἐνθαρρυνομένης ἐντὸς διετίας ἐξοφλήσεως τῆς ὑπολοίπου ὀφειλῆς, εἰς δολλάρια 1.469.786. Ζημία τοὐτέστι σημαντικωτάτη τοῦ Δημοσίου ἐκ δολλ. 1.650.952, ἐπὶ συνόλου τῆς συναλλαγῆς 4.002.000, ὅση ἦτο ἡ ἀξία τῶν τριῶν πλοίων. Κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ ἄνω σχεδίου Ν. Δ., διεπιστώθη ὑπὸ τῶν βουλευτῶν, τόσον τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὅσον καὶ τῆς συμπολιτεύσεως, ἡ δυνατότης τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», ἵνα καταβάλῃ τὰ παρ’ αὐτῆς ὀφειλόμενα ποσὰ ἐκ τῶν πραγματοποιηθέντων ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πλοίων κερδῶν, διότι ναὶ μὲν λόγῳ τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῆς δραχμῆς ἐπῆλθεν αὔξησις τῶν ἐξόδων ἐκμεταλλεύσεως, ἀλλὰ συγχρόνως ἐνεκρίθη γενικὴ αὔξησις τῶν ναύλων ἐπιβατῶν καὶ ἐμπορευμάτων τῆς ἐσωτερικῆς ἀκτοπλοΐας κατὰ 25%, ὑπερκαλύψασα οὕτω τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν ἐκμεταλλεύσεως, καὶ ἐπὶ πλέον, ὅτι ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν δρομολογίων τῶν ἀτμοπλοίων καὶ εἰς τοὺς λιμένας τῆς ἀλλοδαπῆς, καὶ συγκεκριμένως τὴν Ἰταλίαν, οἱ ναῦλοι εἰσεπράττοντο, ὡς ἐλέχθη, εἰς συνάλλαγμα, εἰς τρόπον ὥστε διὰ τῆς ἀναπροσαρμογῆς ἐπῆλθεν αὔξησις 100% τῶν ἐσόδων ἐκ τῆς πηγῆς ταύτης ναύλων. Κατόπιν τῆς ἀναμφισβητήτου διαπιστώσεως ταύτης καὶ μολονότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέφυγε νὰ προσαγάγῃ τοὺς γενομένους προηγουμένους, καὶ ζητηθέντας ἐπιμόνως ὑπὸ τῶν βουλευτῶν, ἐλέγχους διαχειρίσεως τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις ἔλαβε χώραν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς 25 καὶ 31 Αὐγούστου 1955, ἀνεβλήθη ἀορίστως, ἐπὶ τῷ τέλει προσαγωγῆς ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πληρεστέρων στοιχείων, δικαιολογούντων τὴν ὑποβολὴν καὶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εὐθὺς ἀμέσως, καὶ δὴ τῇ 2 Σεπτεμβρίου 1955, διετάχθη νέος, τρίτος κατὰ σειράν, ἔλεγχος τῶν στοιχείων ἐκμεταλλεύσεως, ἡ δὲ σχετικὴ ἔκθεσις τῶν ἐνεργησάντων τὸν ἔλεγχον τοῦτον κρατικῶν ὑπαλλήλων, συμμετοχῇ καὶ τῆς ἐνδιαφερομένης ἀτμοπλοΐας, ὑπεβλήθη τὴν 7 Σεπτεμβρίου 1955, διότι διὰ τῆς ὑπουργικῆς ἀποφάσεως εἶχε ταχθῆ τριήμερος μόνον προθεσμία ἐλέγχου τῶν στοιχείων καὶ ὑποβολῆς τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως. Ἐκ τῆς ἐκτυπωθείσης, ἐπιμελείᾳ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς, ἐκθέσεως ταύτης ἀπεδείχθη, ὡς πρὸς τὴν «Θηραϊκὴν Ἀτμοπλοΐαν», ὅτι ὁ ἔλεγχος περιωρίσθη εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς χρήσεως ἀπὸ 1.4.1953 μέχρι 31.3.1954 καὶ τοῦτο, διότι διὰ τὴν περίοδον ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1954 μέχρι 31 Μαρτίου 1955 δὲν εἶχον ἀκόμη συμπληρωθῆ αἱ ἀπαιτούμεναι ἐγγραφαί, ὡς ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναγράφεται, «λόγῳ τοῦ ὅτι οἱ ἀποτελεσματικοὶ λογαριασμοὶ δὲν διεμορφώθησαν τελικῶς καὶ ὡς ἀτελεῖς δὲν ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν». Ὁ ἔλεγχος δ’ οὗτος μολονότι ἐγένετο πέντε ὁλοκλήρους μῆνας ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔδει νὰ εἶχε κλείσει ὁ ἰσολογισμὸς τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», ἐν τούτοις δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ τελικὴ διαμόρφωσις τῶν ἀποτελεσματικῶν λογαριασμῶν, καίτοι ἐπρόκειτο περὶ εἰσπράξεων ἐκμεταλλεύσεως ἀκτοπλοϊκῶν πλοίων, πραγματοποιηθεισῶν ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὰ 80% καὶ ἐν Ἰταλίᾳ κατὰ τὰ 20%. Ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ἰσολογισμοῦ 31 Μαρτίου 1954, εἰς ὃν συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἐκμεταλλεύσεως ἀκτοπλοϊκῶν πλοίων ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1952, ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ μετὰ πλήρη καὶ εἰς ἀκέραιον ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον καθυστερουμένων ὀφειλῶν, παρέμεινε καθαρὸν κέρδος ἐκμεταλλεύσεως τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν πλοίων ἐκ δραχμῶν 2.132.525. Τουτέστιν ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ γενομένου ἐλέγχου, ὅτι ἡ ὀφειλέτις ἑταιρεία ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ εἰς ἀκέραιον τὰς μέχρι 31 Μαρτίου 1954 συμβατικὰς ὑποχρεώσεις της, καὶ δὴ μὲ τὴν τιμὴν τῆς ἀναπροσαρμογῆς διὰ τὰς μετὰ τὴν 9.4.1953 ὑποχρεώσεις της, πρὸς δὲ νὰ παραμείνῃ εἰς χεῖρας της καὶ ποσὸν δραχμῶν νέων 2.132.525 δι’ ἀποσβέσεις προκαταβολῆς, ἐξόδων παραλαβῆς πλοίων κλπ. Ὡς ὅμως, ἐδήλωσεν εἰς τοὺς ἐλεγκτὰς ἡ ὀφειλέτις ἑταιρεία, τὰ πραγματοποιηθέντα, τῷ ὄντι, κέρδη ἐκράτει δι’ ἀποσβέσεις, μελλοντικὰς ἀνακαινίσεις, ἐπισκευὰς κλπ. Ἀλλὰ ποία ἐπιχείρησις δανεισθεῖσα χρήματα δικαιοῦται νὰ προβάλῃ εἰς τὸν δανειστήν της, ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ πληρώσῃ, διότι τὰ κέρδη της τὰ προορίζει δι’ ἀπόσβεσιν τῶν κεφαλαίων, ἀνανέωσιν τῶν ἐγκαταστάσεών της κλπ.; Τοῦτο ἰσχύει μόνον προκειμένου περὶ συνεταίρων ἐπιχειρήσεώς τινος, ὅπερ, ὅμως, δὲν συμβαίνει ἐν προκειμένῳ, ὅπου ἔχομεν συμβάσεις ἀγοραπωλησίας ἐμπορικῶν πλοίων. Οὕτω διήρρευσαν μέχρι σήμερον ἑπτὰ (7) ἔτη, ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ἡ καθυστέρησις καταβολῆς τῶν συμβατικῶν δόσεων τοῦ τιμήματος τῶν τεσσάρων ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν, καὶ τέσσαρα ἔτη ἀφ’ ἧς ἀπεσύρθη, κατ’ Αὔγουστον 1955, τὸ κατατεθὲν σχέδιον Ν. Δ. περὶ ρυθμίσεως τούτων. Συνέπεια τούτων εἶναι, ὅτι ἡ ὀφειλὴ αὐξάνεται συνεχῶς ἀνερχομένη σήμερον εἰς τὰ κατωτέρω ποσὰ δι’ ἑκατέραν τῶν δύο ὀφειλετίδων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν: Α) Ὀφειλὴ «Θηραϊκῆς Ἀκτοπλοΐας»

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Τιμὴ κατακυρώσεωςα)π ΚΑΝΑΡΗΣ Δολλάρια1.351.000
» » » ΜΙΑΟΥΛΗΣ » 1.401.000
» » » ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ » 1.250.000Δολλάρια4.002.000
ΜΕΙΟΝ: Προκαταβολὴ 15% Δολλάρια 600.300
Ὑπόλοιπον ὀφειλῆς Ἰούλιον 1952 Δολλάρια 3.401.700

Τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ τὴν μεταξὺ Δημοσίου καὶ «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας» σύμβασιν ἔδει νὰ ἐξοφληθῇ εἰς εἴκοσιν ἰσοπόσους ἐτησίας δόσεις, ἐπὶ τόκῳ 2% ἐτησίως, ἤτοι:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ὀφειλομένη δόσις Ὀφειλόμενοι τόκοι 2% ἐπὶ ἀπομένοντος ΣΥΝΟΛΟΝ
ἐτησίως ἑκάστοτε ὑπολοίπου κεφαλαίου
1953Δολλάρια 170.085Δολλάρια 68.024Δολλάρια238.109
1954» 170.085» 64.632» 234.717
1955» 170.085» 61.230» 231.315
1956» 170.085» 57.829» 227.914
1957» 170.085» 54.427» 224.512Δολλάρια1.156.567
1958» 170.085» 51.025» 221.110
1959» 170.085 170.085» 391.195
Σύνολον Δολλάρια1.547.762
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κατὰ τ’ ἀνωτέρω ὠφείλοντο μέχρι τέλους 1957, κεφάλαιον καὶ συμβατικοὶ τόκοι Δολλάρια1.156.567.—
Ἐὰν κατεβλήθη τὸ ἥμισυ τοῦ ἄνω ποσοῦ ἤτοι 578.283.—
ὠφείλετο κατὰ τὴν 31.12.57 ποσὸν Δολλαρίων 578.284.—
Πρόσθετα τέλη ἐπὶ ἄνω ποσοῦ μέχρι 31.12.59
πρὸς 50% Δολλάρια 289.142.— Δ. 867.426.—
Πρὸς τούτοις ἐπὶ τῆς ληξιπροθέσμου τὴν 31.12.58 δόσεως ἐκ Δολ. 170.085, σὺν τόκοις
Δολ. 51.025 ἤτοι ἐπὶ ποσοῦ Δολ. 221.110 ὀφείλεται διὰ τὸ 12μηνον μέχρι 31.12.59 πρόσ-
θετον 1,50% μηνιαίως, ἤτοι Δολ. 221.110 Χ 18% Δολλάρια 39.800.—
Σύνολον Δολλάρια 907.226.—
Ἐπὶ πλέον ἔδει νὰ καταβληθοῦν κεφάλαιον καὶ συμβατικοὶ τόκοι 1958 Δολ. 221.110.—
Κεφάλαιον (δόσις) 31.12.59 Δολλάρια 170.085.—ἤτοι 391.195.—
Σύνολον ὀφειλῆς Δολλάρια 1.298.421.—

Β) Ὀφειλὴ Νέας Ἠπειρωτικῆς Ἀτμοπλοΐας Πέτρου Ποταμιάνου

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Τὸ α)π ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ κατεκυρώθη διὰ ποσὸν Δολλαρίων1.845.000.—
ΜΕΙΟΝ προκαταβολὴ 15% Δολλάρια 276.750.—
Ὑπόλοιπον Δολλάρια 1.568.250.—

Ἐξοφλητέον, κατὰ τὴν σύμβασιν, εἰς 20 ἰσοπόσους ἐτησησίας δόσεις (πρὸς δολλάρια 78.412,50 ἑκάστη, ἐπὶ τόκῳ 2% ἐτησίως).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ὀφειλομένη ἐτησία Τόκοι ἐπὶ ἑκάστοτε ΣΥΝΟΛΟΝ
δόσις ὑπολοίπου 2%
1953Δολλάρια78.412 Δολλάρια 29.796108.208
1954» 78.413 » 28.228106.641
1955» 78.412 » 26.602105.014
1956» 78.413 » 25.092103.505
1957» 78.412 » 23.524101.936Δολλάρια525.304.—
1958» 78.413 » 21.955100.368
Δολλάρια156.825»
1959» 78.412 » 78.412» 178.780.—
Σύνολον» 704.084.—
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κατὰ τὰ ἀνωτέρω: Μέχρι τέλους 1957 ἔδει νὰ καταβάλῃΔολλάρια525.304.—
Κατέβαλεν ἔναντι μόνον » 253.613.—
Ὤφειλε » 271.691.—
Τῇ 31.12.59 αὔξησις 50% » 135.845.— »407.536.—
Κατὰ τὰ ἔτη 1958 καὶ 1959 ἔδει νὰ καταβάλῃ
διὰ κεφάλαιον » 156.825.—
Διὰ τόκους » 21.955.— »178.780.—
Σύνολον »589.756.—

Κατὰ τὸ ἀπὸ 1.2.57 μέχρι 4.7.58 (ἐπὶ 7 μῆνας) οὐδὲν κατέβαλεν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀπὸ 4.7.58 μέχρι 17.8.59 κατέβαλε Δολλάρια206.611.—
Ὑπόλοιπον ὀφειλόμενον τῇ 31ῃ Δεκεμβρίου 1959 »373.145.—
Τὴν 31.12.57 ὤφειλε Δολλάρια271.691.—
Κατὰ τὸ 1958 κατέβαλε » 83.748.—
Ὑπόλοιπον ὀφειλῆς 31.12.58 » 197.953.—
Πλέον τόκοι ὑπερημερίας ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν
Δολλαρίων 197.953 πρὸς 1,50% μηνιαίως
ἤτοι 12 μῆνες Χ 1,50% ἴσον 18% Δολλάρια 35.631.—Δολλάρια 35.631.—
Σύνολον ὀφειλῆς τὴν 31 Δεκεμβρίου 1959 »408.776.—

Βάσει τῶν ἀνωτέρω ὑπολογισμῶν, καθ’ ἡμᾶς ἡ ὀφειλὴ τῆς μὲν Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας ἀνήρχετο, τὴν 31 Δεκεμβρίου 1958, εἰς δολλάρια 1.298.421, τῆς δὲ Νέας Ἠπειρωτικῆς εἰς δολλάρια 408.776. Ἐκ τῆς ἀναμενομένης ἀπαντήσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ πραγματικοῦ ὕψους τῆς ὀφειλῆς ἑκατέρας τῶν ἀτμοπλοϊῶν τούτων. Ἐγνώσθη μόνον ἀνεπισήμως, ὅτι ἡ Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου 1958, ἤρχισε νὰ καταβάλῃ διὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ ἑπταετίας, ὁλόκληρον τὴν ἐτησίαν δόσιν.

§74Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θέλετε, κ. συνάδελφε, νὰ σᾶς δώσω τώρα τὴν ἀπάντησιν; Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1958 ἐζήτησα καὶ κατετέθη ἡ δόσις ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἀπὸ τὰς δύο ἀτμοπλοΐας, ὅπως καὶ διὰ τὸ 1959. Ἐκτὸς τούτου ἐζήτησα καὶ τὴν τακτοποίησιν τοῦ καθυστερουμένου ὑπολοίπου τῆς ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τοῦ 1953 ἕως τοῦ 1957 περιόδου.

§75Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτό, κ. Ὑπουργέ, εἶναι πρὸς τιμήν σας διότι δὲν ἠθελήσατε νὰ ἐπαναλάβητε τὸ προηγούμενον συναδέλφων σας ὑπουργῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. συνάδελφοι, τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν πλήρη δικαίωσιν ἐκείνων, οἵτινες ἐπίστευον, ἀμετακινήτως, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν πλοίων ἀπέφερε τόσα κέρδη, ὥστε νὰ εἶναι εὐχερὴς ἡ καταβολὴ ὁλοκλήρου τῆς ἐτησίας συμβατικῆς δόσεως. Δὲν γνωρίζομεν ποῦ ὀφείλεται ἡ μεταστροφὴ αὕτη τῶν διαθέσεων τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας καὶ ἐὰν μεταξὺ τῶν ληφθέντων ὑπὸ τοῦ ἤδη κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλων μέτρων συνετέλεσε κατά τι καὶ ἡ συζητουμένη ἐπερώτησις, ἥτις κατετέθη τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 6 Ἰουνίου 1958, ἡ δὲ πληρωμὴ τῆς δόσεως 1958 ἤρχιζεν ἀπὸ τὸ τρίτον δεκαήμερον τοῦ μηνὸς Ἰουλίου τοῦ ἄνω ἔτους.

§76Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ἐὰν θέλετε, εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς δώσω τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὰ ὑπόλοιπα ποσά.

§77Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, ἀφήσατε νὰ τελειώσω πρῶτον καὶ μετὰ νὰ ἀπαντήσητε, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων θὰ ἀπαντήσω ποία πρόβλεψις καὶ ποῖαι ἐγγυήσεις ὑπῆρχον κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν συμβολαίων.

§78Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, αἱ ἐγγυήσεις περιέχονται εἰς τὰ συμβόλαια πωλήσεως τῶν πλοίων.

§79Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ὑπῆρχε πράγματι εἰς τὰ συμβόλαια πρόβλεψις, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς καταβολῆς τῶν δόσεων εἰς τὰς καθοριζομένας προθεσμίας καὶ ὄχι μὲ ἀναστολὴν 5½ ἔτη καὶ πλέον ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ὁ ἐξανεμισμός.

§80Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσωμεν ἤδη, κ. συνάδελφε, ἐὰν αἱ ἐκδοθεῖσαι κατὰ καιροὺς διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ ἀναστολῆς πληρωμῆς τῶν ληξιπροθέσμων δόσεων, ἔχουν νομικὸν ἔρεισμα καὶ ἐν συνεχείᾳ ποῖαι εἶναι αἱ ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἐξασφάλισιν πληρωμῆς ὑπὸ τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας τῆς ὀφειλῆς της πρὸς τὸ Δημόσιον. Διὰ τὴν ἀναστολήν, ἑκάστοτε, τῆς πληρωμῆς τῶν ληξιπροθέσμων δόσεων καὶ συνεπῶς, ὅπως ἀφήνεται ἀνενόχλητος ἡ ἄνω ὀφειλέτις, διεβιβάζετο ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ἓν Πειραιεῖ Ταμεῖον Εἰσπράξεως Φορολογίας πλοίων εἰδικὴ διαταγή, περιέχουσα στερεότυπον τὴν δικαιολογίαν, περὶ τῆς προσεχοῦς ρυθμίσεως νομοθετικῶς τοῦ θέματος. Καὶ ὡς ἐλέχθη, παρῆλθον μέχρι σήμερον ἑπτὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς πρώτης διαταγῆς περὶ ἀναστολῆς πληρωμῆς καὶ ἡ ρύθμισις αὕτη οὐ μόνον δὲν συνετελέσθη, ἀλλ’ οὐδὲ ἐπεδιώχθη, διότι θ’ ἀπετέλει ἤδη πρωτοφανὲς σκάνδαλον ἡ ἐπανάληψις τῆς προσπαθείας τοῦ Αὐγούστου 1955, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν συμβατικῶν ὑποχρεώσεών του ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου, ὅστις, ὡς ἐξετέθη ἀνωτέρω, κερδίζει ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πωληθέντων σκαφῶν πέραν τῶν ὑποχρεώσεών του καὶ ὡς θὰ προστεθῇ κατωτέρω ἀπέκτησε, κατὰ τὴν τελευταίαν ἑπταετίαν, ἓξ φορτηγὰ ἀτμόπλοια, ἀξίας ὑπερβαινούσης τὰ πέντε ἑκατομμύρια ἀγγλικῶν λιρῶν. Ἡ ἑκάστοτε δὲ ὑπόμνησις περὶ τῆς ἐπικειμένης νομοθετικῆς ρυθμίσεως ἀπετέλει ἁπλοῦν πρόσχημα τοῦ ἐκδίδοντος τὴν διαταγὴν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα καλύπτεται ἔναντι τοῦ ὑφισταμένου τοῦ Ταμείου. Αἱ διαταγαὶ περὶ ἀναστολῆς ἦσαν παράνομοι καὶ αὐθαίρετοι, διότι ἀντέκειντο εἰς τὰς ἑξῆς νομίμους διατάξεις: α) Τὸν νόμον 5940)1933 «περὶ παροχῆς φορολογικῶν διευκολύνσεων καὶ μειώσεων εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου», καθ’ ὃν προκειμένου περὶ ἀναστολῆς πληρωμῆς ληξιπροθέσμου δόσεως, ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐρειδομένη, ὅμως, ἐπὶ ᾐτιολογημένης πρὸς τοῦτο γνώμης εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, ἑδρευούσης παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, καὶ οὐχὶ ἁπλῆ ὑπουργικὴ ἀπόφασις, καὶ μάλιστα μὲ τὴν αἰτιολογίαν τῆς προσεχοῦς ρυθμίσεως τοῦ θέματος διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ, ὡς ἐγένετο ἐν προκειμένῳ. β) Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1971 νόμου, ὅπερ ρητῶς ἀναγράφει, ὅτι τὸ τίμημα τῆς ἐκποιήσεως τῶν πλοίων ὁρίζεται μὲν εἰς δολλάρια Η.Π.Α., ὡς προβλέπει καὶ ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 3, ἀλλὰ καταβάλλεται εἰς δραχμάς, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πληρωμῆς ἐπισήμου τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Συνεπῶς, δὲν ἐδικαιολογεῖτο ἀμφισβήτησίς τις περὶ τῆς προβλεφθείσης ὑποχρεώσεως τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας διὰ τὰς ἐκ τῆς ἐνδεχομένης ἀναπροσαρμογῆς τῆς δραχμῆς συνεπείας. γ) Τὸ ἄρθρον 7 παράγραφος 2 τοῦ αὐτοῦ νόμου 1971, καθ’ ὃ ἐν περιπτώσει καθυστερήσεως καταβολῆς δύο κατὰ σειρὰν δόσεων, τὸ Δημόσιον δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὰ πλοῖα καὶ νὰ ἐκποιήσῃ αὐτὰ ἀναγκαστικῶς, ἐν πλειοδοτικῷ διαγωνισμῷ, διὰ λογαριασμὸν τοῦ ὑποχρέου πλοιοκτήτου. δ) Τὸ ἄρθρον 387 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ὅπερ προβλέπει τὴν ἀπρόοπτον μεταβολὴν τῶν συνθηκῶν γενομένης συναλλαγῆς καὶ τὴν ἀναγωγήν, ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου πάντοτε, τῆς παροχῆς εἰς τὸ προσῆκον μέτρον. Αἱ προϋποθέσεις ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι 1) νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ τῶν περιστατικῶν, ἐφ’ ὧν κυρίως τὰ συμβληθέντα μέρη ἐστήριξαν τὴν ἀπόφασίν των περὶ συνάψεως τῆς συμβάσεως, 2) ἡ μεταβολὴ αὕτη νὰ ἐπηκολούθησε τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως καὶ νὰ ὀφείλεται εἰς ἔκτακτα καὶ μὴ δυνάμενα νὰ προβλεφθῶσι γεγονότα, καὶ 3) νὰ καθίσταται ἐντεῦθεν ἡ παροχὴ τοῦ ὀφειλέτου ὑπερμέτρως ἐπαχθής. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ, ἡ νομισματικὴ μεταβολὴ τοῦ 1953 οὔτε ἀπρόβλεπτος οὔτε ἔκτακτος ἦτο, ἐφόσον ρητῶς εἶχε προβλεφθῆ ἡ ἐνδεχομένη ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς, δι’ ὃ διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 1971, ὡς ἐλέχθη, ὁ ἀγοραστὴς ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα καταβάλῃ τὰς δόσεις τοῦ τιμήματος εἰς δραχμὰς μέν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πληρωμῆς ἐπισήμου τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, τῶν δολλαρίων Η.Π.Α. Ρητῶς ἐπίσης προεβλέφθη ἐν τῷ συμβολαίῳ ἀγοραπωλησίας (ὅρος 4ος), ὅτι εἰς τὴν ἐπίσημον τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, περὶ ἧς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου 1971, περιλαμβάνεται καὶ πᾶν ὅ,τι θὰ καταβάλλεται ἑκάστοτε εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἀπόκτησιν τούτου, οἷον εἶναι τὰ ἀποδεικτικὰ τοῦ συναλλάγματος ἢ ἄλλο τι. Τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν, κατ’ ἐπανάληψιν, καὶ δὴ εἰς δίκας προμηθευτῶν τοῦ Δημοσίου ἐναντίον τούτου, ὅτι ὁ ὑπερδιπλασιασμὸς τῆς ἀντιπαροχῆς δὲν θεωρεῖται ὑπερμέτρως ἐπαχθής, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἀναγωγὴ ταύτης εἰς τὸ προσῆκον μέτρον (Α. Π. 65)1957 ἐν Ἐφημ. Ἑλλήνων Νομικῶν, τόμος ΚΔʹ σ. 547. Ἐφ. Ἀθ. 4430)1953 Ε.Ε.Ν. τόμος ΚΑʹ σ. 387, Ἐφ. Ἀθ. 721)1950 Ε.Ε.Ν. τόμ. ΙΗʹ σελ. 116). Καί, ὅμως, οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων διεξήχθησαν αἱ δίκαι αὗται μὲ τὸ ἐπωφελὲς διὰ τὸ Δημόσιον ἀνωτέρω ἀποτέλεσμα, ἐλησμόνησαν τοῦτο εἰς τὴν προκειμένην ἀγοραπωλησίαν, ἐπηρεασθέντες προφανῶς ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος τοῦ ἀγοραστοῦ. Ἄλλως τε ρητῶς ἐν προκειμένῳ ἡ Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα παρῃτήθη, δυνάμει τοῦ ὅρου 22 τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησίας, παντὸς δικαιώματος περὶ προσβολῆς τοῦ κύρους τῆς γενομένης ἀγοραπωλησίας, λόγῳ ὑπερόγκου βλάβης, περὶ ἧς πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 388 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Ἡ παραίτησις δ’ αὕτη εἶναι ἔγκυρος καὶ ἰσχυρά. ε) Τέλος, τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1870)1954 δευτέρας ἀκυρωτικῆς ἀποφάσεως τῆς γενομένης παραχωρήσεως τῶν δύο Μεσογειακῶν ἀτμοπλοίων εἰς τὴν Θηραϊκὴν Ἀτμοπλοΐαν ἐδέχθη, ὅτι ὅπου ὑπάρχουν δικαιώματα ἐκ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, γεννηθέντα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, δὲν ὑπάρχει πλέον διακριτικὴ ἐξουσία τῆς Διοικήσεως πρὸς ἔκδοσιν πράξεως καταλύσεως αὐτῶν, ἂν μὴ ρητὴ διάταξις ἔλθῃ νὰ καταργήσῃ τὰ δικαιώματα ταῦτα. Τοιαῦται, λοιπόν, διατάξεις εἶχον ληφθῆ τῷ 1952 ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν τοῦ Κέντρου, κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμβάσεων, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἀγοραστοῦ τῶν πλοίων καὶ αἵτινες παρεβιάσθησαν ὑπὸ τῶν μετέπειτα ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ παραθέτω ἀποσπάσματα ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 285826 τῆς 21. 5.1957 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν διὰ νὰ ἐνημερωθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία περὶ τῶν σχετικῶν ἀπόψεών του: «ἡ ἀναστολὴ τῆς εἰσπράξεως ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὡς οἱονεὶ ἠθικὴ ὑποχρέωσις, ὅπως τροποποιήσῃ, δι’ ἐπιμηκύνσεως τοῦ χρόνου ἐξοφλήσεως, τὰς δόσεις τῆς ὀφειλῆς. Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἔκτοτε εἶχεν υἱοθετηθῆ ἡ ἔκδοσις νόμου ἐπιμηκύνοντος τὸν χρόνον ἐξοφλήσεως, οὗτινος δὲν κατέστη μέχρι τοῦδε δυνατὴ ἡ ψήφισις». Δηλαδὴ τὸ Ὑπουργεῖον δυσανασχετεῖ διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἐγένετο συνένοχος τῶν ἐπιζημίων διὰ τὸ Δημόσιον σχεδίων του. Ἴδωμεν τώρα καὶ ποῖαι ἐγγυήσεις προεβλέφθησαν, ἐπίσης κατὰ τὴν ὑπογραφὴν ἐν ἔτει 1952 τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησίας, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων τούτων τοῦ ἀγοραστοῦ, τῆς πληρωμῆς τοὐτέστι τοῦ ἀντιτίμου τῶν πλοίων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 8 παράγραφος 2 τοῦ 1971 νόμου, παρεσχέθη εἰς τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα ἐγγραφῆς πρώτης ὑποθήκης ἐφ’ ἑκάστου πλοίου διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς πληρωμῆς τοῦ ὑπολοίπου τιμήματος. Εἰς ἐκτέλεσιν δὲ τῆς διατάξεως ταύτης ὁ ὑπ’ ἀριθ. 5 ὅρος τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησίας προέβλεψεν ἐγγραφὴν πρώτης ὑποθήκης οὐ μόνον διὰ τὸ ὑπόλοιπον τίμημα, καὶ τὸν τόκον τούτου πρὸς 2%, ἀλλὰ «καὶ τῶν τόκων τυχούσης ἐκτελέσεως», ὡς ἐν αὐτῷ ἀναγράφεται. Καὶ πράγματι ἡ ὑποθήκη αὕτη ἐνεγράφη εἰς τὰ ὑποθηκολόγια τοῦ Λιμεναρχείου Πειραιῶς, ὅπου ἐνηολογήθησαν τὰ πωληθέντα τέσσαρα πλοῖα. Περαιτέρω, διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 8, ὁρίζεται, ὅτι εἰς περίπτωσιν καθυστερήσεως καταβολῆς δύο κατὰ σειρὰν δόσεων, τὸ Δημόσιον δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὰ πλοῖα καὶ νὰ ἐκποιήσῃ αὐτά, ἀναγκαστικῶς, ἐν πλειοδοτικῷ διαγωνισμῷ, διὰ λογαριασμὸν τοῦ ὀφειλέτου πλοιοκτήτου, εὐθυνομένου δι’ ὅλης τῆς περιουσίας του διὰ πᾶσαν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν τῆς ἀξίας των. Ἡ διάταξις αὕτη ἀπετέλεσε καὶ τὸν ὑπ’ ἀριθ. 6 ὅρον τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησίας. Τὸ Δημόσιον, ἀντὶ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς κατηγορηματικὰς ταύτας διατάξεις διὰ τὴν περιφρούρησιν τῶν δικαιωμάτων του, εὐθὺς ὡς διεπίστωσεν ἀπροθυμίαν τοῦ ἀγοραστοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν συμπεφωνημένων, ἀφῆκε νὰ παρέλθουν ἄπρακτα τόσα ἔτη. Ἐὰν θελήσῃ ἤδη νὰ ἐκτελέσῃ τὸν ὅρον τοῦτον τῶν συμβολαίων, δὲν ὑπάρχουν πλέον αἱ προβλεφθεῖσαι διὰ τοῦ νόμου καὶ τοῦ συμβολαίου ἐγγυήσεις τῆς ἑταιρικῆς περιουσίας. Τοῦτο δέ, διότι κατὰ τὴν ἀπὸ 7 Σεπτεμβρίου 1955 ἔκθεσιν τῶν δύο Ἐλεγκτῶν, οἵτινες, ὡς ἐλέχθη ἀνωτέρω, διωρίσθησαν ἐνωρίτερον παρὰ τῶν ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπὸ τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν, λόγῳ τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῆς δραχμῆς, ἡ ἄνω ἀκτοπλοϊκὴ ἑταιρεία εἶχε, κατὰ τὴν ἡμερομηνίαν ὑπογραφῆς μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου τῆς συμβάσεως περὶ ἀγοραπωλησίας τῶν τριῶν ἐπιβατηγῶν ἀτμοπλοίων, ἤτοι τὸν Ἰούλιον 1952, ὑπὸ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτῆς πλοῖα τῆς ἑταιρείας «VOLCAN» ὡς καὶ τὸ ἀτμόπλοιον «Ἀσπασία Νομικοῦ» καὶ συνεπῶς ταῦτα, ὡς περιουσία τῆς ἄνω ἀγοραστρίας ἑταιρείας, ἦσαν ὑπέγγυα ἔναντι τοῦ πωλητοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ἐνδεχομένην μείωσιν τῆς ἀξίας τῶν πωληθέντων τριῶν σκαφῶν. Ἐν τούτοις τὰ πλοῖα ταῦτα, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς αὐτῆς ἐκθέσεως ἐλέγχου, ἐπωλήθησαν, τὸ μὲν πρῶτον κατὰ Δεκέμβριον 1952, εἰς ἀγνώστους ἀγοραστάς, τὸ δὲ δεύτερον ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ συνεπῶς, ἐγγεγραμμένον εἰς τὰ νηολόγια λιμένος Πειραιῶς ὑπ’ ἀριθ. 1231, τῇ 24 Ἀπριλίου 1953 εἰς τὴν ἀνώνυμον ἑταιρείαν «Ἑλληνικὸς Ἀστήρ», ἱδρυθεῖσαν τῇ 20 Μαρτίου 1953, ἤτοι μετὰ τὴν ἀνωτέρω ἀγορὰν τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν, ἀνήκουσαν δὲ καὶ ταύτην, πρὸ παντός, εἰς τὸν κ. Μάρκον Νομικόν. Συνεπῶς, ἡ ἀγοράστρια ἑταιρεία «Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα» οὐδὲν ἕτερον πλοῖον ἐκτὸς τῶν τριῶν ἐπιβατηγῶν κέκτηται κατ’ ἰδιοκτησίαν καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ Κράτους δι’ ὅλης τῆς περιουσίας της περιωρίσθη μόνον εἰς τὰ τρία ἀνωτέρω ἐπιβατηγὰ ἀτμόπλοιά του. Ἐν τούτοις, ὁ κύριος μέτοχος Κυβερνητικὸς βουλευτὴς ἔχει διάφορα ἄλλα φορτηγὰ ἀτμόπλοια, ἅτινα εἴτε ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸν προσωπικῶς, κατὰ πλῆρες δικαίωμα ἰδιοκτησίας, εἴτε εἰς διαφόρους ἄλλας ἐφοπλιστικὰς ἐπιχειρήσεις, ἃς ἵδρυσεν οὗτος καὶ ἔχει τὴν διοίκησιν, ὡς διατηρῶν τὴν παμψηφίαν τῶν μετοχῶν των. Τὰ σκάφη δὲ ταῦτα εἶναι: 1) Τὸ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν φορτηγὸν ἀτμόπλοιον «Πέτρος Νομικὸς» ὁλικῆς χωρητικότητος 7258 τόννων, ἔτους ναυπηγήσεως 1942 καὶ νηολογημένον ἐν Πειραιεῖ ὑπ’ ἀριθ. 1128. Τοῦτο ἀνήκει κατὰ τὰ 90% εἰς τὸν κ. Μάρκον Π. Νομικόν, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐν τῷ αὐτῷ νηολογίῳ. 2) Τὸ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν φορτηγὸν ἀτμόπλοιον Μαριέττα Νομικοῦ», ὁλικῆς χωρητικότητος 11577 τόννων, ἔτους ναυπηγήσεως 1954, νηολογημένον ἐν Πειραιεῖ ὑπ’ ἀριθ. 1314 καὶ ἀνῆκον εἰς τὴν Α. Ε. «Ἑλληνικὸς Ἀστήρ, προσωπικήν, ὡς ἐλέχθη, ἐπιχείρησιν τοῦ κ. Μάρκου Νομικοῦ. 3) Τὸ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν δεξαμενόπλοιον «Ἀσπασία Νομικοῦ», ὁλικῆς χωρητικότητος 12415 τόννων, ἔτους ναυπηγήσεως 1956, νηολογημένον ἐν Πειραιεῖ ὑπ’ ἀριθ. 1231 καὶ ἀνῆκον ἐπίσης εἰς τὴν Α. Ε. «Ἑλληνικὸς Ἀστήρ», ἥτις τὸ ἠγόρασε παρὰ τῆς Παναμαϊκῆς ἀτμοπλοΐας Κομπάνια Μαρίττιμα Βολκάν, ἀντὶ δολλαρίων 4.200.000. 4) Τὸ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν φορτηγὸν ἀτμόπλοιον «Βασιλεὺς Αἰγεύς», ὁλικῆς χωρητικότητος 8429 τόννων, ἔτους ναυπηγήσεως 1956, νηολογημένον ἐν Πειραιεῖ ὑπ’ ἀριθ. 1328 καὶ ἀνῆκον ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν Μάρκον Νομικόν, ὡς ἐν τῷ νηολογίῳ ἀναγράφεται. 5) Τὸ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν φορτηγὸν ἀτμόπλοιον «Βασιλεὺς Μίνως», ὁλικῆς χωρητικότητος 11156 τόννων, ἔτους ναυπηγήσεως 1958, νηολογημένον ἐν Πειραιεῖ ὑπ’ ἀριθ. 1426 καὶ ἀνῆκον εἰς τὴν Α. Ε. «Ἑλληνικὸς Ἀστήρ». 6) Τὸ ὑπὸ Ἀγγλικὴν σημαίαν φορτηγὸν ἀτμόπλοιον «Βασιλεὺς Θησεύς», ὁλικῆς χωρητικότητος 9153 τόννων, ἔτους ναυπηγήσεως 1958, καὶ ἀνῆκον εἰς ἀλλοδαπὴν ἑταιρείαν, ἧς κύριος μέτοχος εἶναι ὁ κ. Μάρκος Νομικός. 7) Τὸ ὑπὸ Λιβεριανὴν σημαίαν δεξαμενόπλοιον «Βασιλεὺς Πηλεύς», ὁλικῆς χωρητικότητος 20500 τόννων, ἔτους ναυπηγήσεως 1958 καὶ ἀνῆκον εἰς ἀλλοδαπὴν ἑταιρείαν, ἧς κύριος μέτοχος εἶναι ὁ κ. Μάρκος Νομικός. Ἡ ἀξία τῶν πλοίων τούτων, κατὰ τοὺς εἰδότας, ὑπερβαίνει τὰς 5.000.000 ἀγγλικὰς λίρας, ἤτοι περὶ τὰ 14.000.000 δολλάρια. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τούτων ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς, νὰ νηολογήσῃ οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἀνωτέρω καὶ δὴ νεοτεύκτων ἀτμοπλοίων ἐπ’ ὀνόματι τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», ὀφειλέτιδος ἑταιρίας, ἥτις οὕτως εὐθύνεται ἔναντι τοῦ Δημοσίου, βάσει τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησίας, μόνον διὰ τῶν τριῶν ἐνυποθήκων ἐπιβατηγῶν ἀτμοπλοίων, ἅτινα οὕτως ἀποτελοῦν καὶ τὸ ἐνεργητικὸν ἀλλὰ καὶ τὸ παθητικὸν τῆς ἑταιρίας. Συνεπῶς, ἐν περιπτώσει ἐκτελέσεως τῶν συμβολαίων, ὡς ἐν αὐτοῖς ἀναγράφεται, διὰ τὴν καθυστέρησιν πληρωμῆς τῶν δόσεων, ἐλλείψει ἄλλης περιουσίας τῆς ὀφειλέτιδος ἑταιρίας τὸ Δημόσιον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ πᾶν ὅ,τι δικαιοῦται, δεδομένου, ὅτι ἡ ἀξία τῶν ἐνυποθήκων πλοίων ἐλαττοῦται σὺν τῷ χρόνῳ. Σήμερον λόγῳ τοῦ ὅτι τὰ πλοῖα εἶναι ἀκόμη σχετικῶς νέα, μὴ βαρυνόμενα μὲ μεγάλας δαπάνας ἐπισκευῶν, ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ καταβάλουν τὸ συμβατικὸν τοκοχρεωλύσιον. Τοῦτο δύναται νὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὰ ἑπόμενα 5 ἢ 7 ἔτη. Μετὰ ταῦτα, τὰ πλοῖα δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀντεπεξέρχωνται εἰς τὰς δαπάνας ηὐξημένων ἐπισκευῶν, λόγῳ τῆς συνεχοῦς κινήσεώς των, ὡς καὶ συντηρήσεως καὶ φυσικὰ θὰ ἐγκαταλειφθοῦν. Δὲν χρειάζεται προφητικὴ δύναμις διὰ νὰ προΐδῃ κανεὶς τὴν ἀναμένουσαν τὴν σύμβασιν τῶν ἀκτοπλοϊκῶν τούτων πλοίων τύχην, μὲ πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσαν οἱ ἀπὸ τοῦ 1953 καὶ ἐντεῦθεν μέχρι σήμερον ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ μαθηματικῶς προβλεπομένη ἡμέρα, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον οὐδὲν ἄλλο περιουσιακὸν ἀντίκρυσμα τῆς ὀφειλέτιδος θὰ ἔχῃ πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὑπολειπομένων δόσεων τοῦ τιμήματος καὶ τῶν τόκων αὐτοῦ, εἰ μὴ μόνον τὴν ἑταιρικὴν ἐπωνυμίαν ἐπιχειρήσεως, ἡ ὁποία ἐφρόντισεν, ἀφ’ ἧς τῆς παρεχωρήθησαν τὰ τρία κρατικὰ ἀτμόπλοια, ν’ ἀποξενωθῇ παντὸς ἄλλου περιουσιακοῦ της στοιχείου. Καὶ διὰ τὴν μειονεκτικὴν ταύτην θέσιν, εἰς ἣν περιῆλθον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὑπαιτιότητα ἔχουν οἱ ἀπὸ τοῦ 1953 καὶ ἐντεῦθεν ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες δὲν ἐφρόντισαν νὰ λάβουν τὰ ἐνδεικνυόμενα πρὸς τοῦτο νόμιμα ἐξασφαλιστικὰ μέτρα. Οὕτω, τὸ ἄρθρον 939 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, πραγματευόμενον τὴν περίπτωσιν καταδολιεύσεως τῶν δανειστῶν, ἀναγράφει, ὅτι οἱ δανεισταὶ δικαιοῦνται ν’ ἀπαιτήσωσι τὴν διάρρηξιν πάσης ἀπαλλοτριώσεως, γενομένης ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου πρὸς βλάβην αὐτῶν, ἐφόσον ἡ ὑπολειπομένη περιουσία δὲν ἀρκεῖ πρὸς ἱκανοποίησίν των. Καὶ ἐν προκειμένῳ, διὰ τῆς πωλήσεως ὑπὸ τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας πρὸς τὴν ἑταιρείαν «Ἑλληνικὸς Ἀστὴρ» καὶ δὴ μετὰ τὴν ὑπογραφήν, ὡς ἐλέχθη ἀμέσως ἀνωτέρω, τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησίας τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν πλοίων, τοῦ νεοτεύκτου φορτηγοῦ ἀτμοπλοίου «Ἀσπασία Νομικοῦ», ἀξίας δὲ 4.200.000 δολλαρίων, ὅση ἡ ὀφειλὴ τῆς ὀφειλέτιδος ἑταιρείας, τὸ Δημόσιον ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ δικαστικῶς τὴν διάρρηξιν τῆς ἀγοραπωλησίας ταύτης. Περαιτέρω, ἠδύνατο καὶ ποινικῶς νὰ διώξῃ τοὺς ὑπαιτίους τῆς ἀπαλλοτριώσεως τοῦ ἄνω πλοίου, βάσει τοῦ ἄρθρου 397 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καθ’ ὃ ὀφειλέτης, ὅστις ἐκ προθέσεως ματαιώνει καθόλου ἢ ἐν μέρει τὴν ἱκανοποίησιν δανειστῶν αὐτοῦ, ἀπαλλοτριῶν, ἄνευ ἰσοτίμου καὶ ἀξιοχρέου ἀνταλλάγματος, οἱονδήποτε περιουσιακὸν αὐτοῦ στοιχεῖον τιμωρεῖται (ἐὰν ἡ πρᾶξις δὲν ὑπόκειται κατ’ ἄλλην τινὰ διάταξιν εἰς βαρυτέραν ποινήν), διὰ φυλακίσεως μέχρι δύο ἐτῶν καὶ χρηματικῆς ποινῆς. Ὡς ἐξετέθη ἀνωτέρω, αἱ καθυστερούμεναι ὀφειλαὶ ἀνέρχονται, διὰ μὲν τὴν «Θηραϊκὴν Ἀτμοπλοίαν» εἰς δολλάρια 298.421 καὶ διὰ τὴν «Νέαν Ἠπειρωτικὴν Ἀτμοπλοίαν» εἰς δολλάρια 408.776. Καὶ γεννῶνται αὐθόρμητα μερικαὶ εὔλογοι ἀπορίαι καὶ ἐνοχλητικὰ ἐρωτήματα: Διατὶ ἀναβάλλεται ἐπὶ τόσα ἔτη ἡ εἴσπραξις τῶν ἄνω ποσῶν, ἅτινα θὰ ἠδύναντο νὰ διατεθῶσι πρὸς ἱκανοποίησιν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Διατὶ ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ Δημόσιον ζημιοῦται, ὡς ἄλλως τε ἰσχύει καὶ διὰ πάντα ἄλλον δανειστὴν ὁσάκις δὲν εἰσπράττῃ οὗτος πᾶν ὅ,τι δικαιοῦται νὰ λάβῃ, ἀφήνει, ἐν τούτοις, ἐπὶ τόσα ἔτη ἐκκρεμῆ τὴν σοβαρὰν ταύτην ἀπαίτησίν του, ἐκτιθεμένην μάλιστα εἰς τοὺς ἀνωτέρω περιγραφέντας κινδύνους; Διατὶ τὸ Δημόσιον ἐξαρτᾷ τὴν εἴσπραξιν συμπεφωνημένων τοκοχρεωλυτικῶν δόσεων ἐκ τῶν διαθέσεων ὁμολογουμένως δυστρόπων ὀφειλετῶν; Τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰς ἀπορίας ταύτας ἐλπίζω, ὅτι θὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφόσον εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἀπέβλεψε καὶ ἡ συζητουμένη ἐπερώτησίς μου. Εἶναι, ὅμως, διάχυτος εἰς τὴν ἐνημερωμένην κοινὴν γνώμην ἡ ἄποψις, ὅτι εἰς τὰς σκέψεις τῶν ὑπαιτίων τῶν ἀνωτέρω ἐκτιθεμένων ἀτάκτων θετικῶν ἐνεργειῶν, τῶν ἐπιζημίων παραλείψεων, ὡς καὶ τῶν ἀδικαιολογήτων δισταγμῶν τῆς Διοικήσεως ἐβάρυνον οὐχὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ αἱ ἀντιλήψεις τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας καὶ εἰδικώτερον τοῦ κατόχου τῶν 97% τῶν μετοχῶν ταύτης Κυβερνητικοῦ βουλευτοῦ, ὅστις ἐπεδίωξε, διὰ τῶν κατονομαζομένων ἀνωτέρω ἐνεργειῶν τῆς Διοικήσεως, νὰ μετατρέψῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ ἁπλοῦν πωλητὴν πλοίων, ὡς ὑπῆρξεν, εἰς συνυπεύθυνον συνεταῖρον τῆς ἐπιχειρήσεώς του καὶ μάλιστα μόνον εἰς τὰς κατ’ αὐτὸν ζημίας της. Ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ἐπιδράσεως ταύτης, μεταξὺ ἄλλων, ὑπῆρξε καὶ τὸ κατατεθέν, τὴν 11 Ἰουλίου 1955, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως σχέδιον Ν. Δ., μὲ τὸ ἀνωτέρω ἐκτεθὲν καταπληκτικόν, τῷ ὄντι, περιεχόμενον εἰς βάρος τῶν νομίμων συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Οἱ κανοτομαζόμενοι ἀνωτέρω ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου παραμένουν, ἀπὸ ἑπταετίας, ἀνενόχλητοι καὶ ἀκαταδίωκτοι. Ἐνῷ δὲ οἱ νόμοι, οἵτινες διέπουν τὴν εἴσπραξιν τῶν πάσης φύσεως ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, εἶναι δημοσίας τάξεως καὶ καθιερώνουν τὴν ἴσην μεταχείρισιν δι’ ἅπαντας τοὺς ὀφειλέτας, ἐν προκειμένῳ οἱ νόμοι οὗτοι κατεδικάσθησαν, δι’ ἐκνόμων ὑπουργικῶν ἀποφάσεων, εἰς πλήρη ἀδράνειαν ἐπὶ μίαν ἑπταετίαν. Δὲν ἀποτελεῖ δὲ αἴνιγμα δυσχεροῦς λύσεως, διατὶ καθιερώθη ἡ ἐξαιρετικὴ αὐτὴ μεταχείρισις, ἀσυδοσία, διὰ τοὺς ἀνωτέρω ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, διότι ὁ μὲν εἷς τυγχάνει, συνεχῶς ἀπὸ ὀκταετίας, Κυβερνητικὸς βουλευτής, ὁ δὲ ἕτερος κομματικὸς παράγων τῆς ΕΡΕ ἐν Πειραιεῖ. Ἰδοὺ διατὶ ἡ προκειμένη ὑπόθεσις γηράσασα ὁλόκληρον ἑπταετίαν δὲν ἐβελτιώθη παντάπασι διὰ τὸ Δημόσιον.

§81Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Μὲ ἀντικειμενικότητα καὶ ψυχραιμίαν ἐκθέτων γεγονότα, κύριοι συνάδελφοι, τὰ ὁποῖα ἔχουν λάβει χώραν κατὰ τὸ παρελθὸν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διὰ νὰ σᾶς ἐνημερώσω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἀνέπτυξεν ὁ διαπρεπὴς καὶ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι καθαρῶς οἰκονομικὴ καὶ ὄχι νομική. Τὸ 1952 ἐξεποιήθησαν διὰ πλειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ ἀπὸ τὸ Δημόσιον 4 σκάφη τὰ ὁποῖα εἶχον ναυπηγηθῆ εἰς τὴν Ἰταλίαν διὰ λογαριασμόν του, ἀνεδείχθησαν δὲ πλειοδόται καὶ ἀγορασταὶ διὰ μὲν τὰ 3 ἐκ τῶν σκαφῶν ἐκείνων ἡ ἑταιρεία «Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα», διὰ δὲ τὸ τέταρτον — τὸν «Κολοκοτρώνην»— ἡ ἑταιρεία τῆς Ἠπειρωτικῆς Ἀτμοπλοΐας «Πέτρος Ποταμιᾶνος». Ἡ καταβολὴ τοῦ τιμήματος προεβλέπετο νὰ γίνῃ εἰς 20 ἐτησίας δόσεις ἐντόκως πρὸς 2%. Εἶχε καταβληθῆ μόνον ὁ τόκος τοῦ πρώτου ἑξαμήνου, ὅτε ἐπῆλθε τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1953 ἡ νομισματικὴ ἀναπροσαρμογή. Οἱ ἀγορασταὶ τῶν πλοίων ἐκείνων, ἐπικαλούμενοι τὸ γεγονὸς τῆς ἀναπροσαρμογῆς, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐδιπλασιάζοντο αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον ἀναλάβει ἔναντι τοῦ Δημοσίου, ἐζήτησαν τὴν λῆψιν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ τοὺς ἀνεκούφιζαν ἔναντι τῶν ἀπροβλέπτως εἰς τόσην ἔκτασιν ὑπερμέτρως διογκωθεισῶν ὑποχρεώσεών των. Αἱ εἰσπράξεις τῶν πλοίων αὐτῶν προέρχονται, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀπὸ πλόας τοὺς ὁποίους ἐνεργοῦν μεταξὺ τῶν ἑλληνικῶν λιμένων καὶ κατὰ ἕνα μέρος ἀπὸ εἰσπράξεις ταξιδίων εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὑπολογίζεται, ὅτι τὸ 25% τῶν εἰσπράξεων τοῦ «Κολοκοτρώνη», τῆς ἑταιρίας Ποταμιάνου, πραγματοποιεῖται εἰς συνάλλαγμα. Καὶ ἐπίσης τὸ 25% ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», τοῦ «Μιαούλη», προέρχεται ἀπὸ πλόας ἐξωτερικοῦ, διότι τὰ ἄλλα δύο πλοῖα τῆς ἑταιρίας αὐτῆς ἐκτελοῦν πλόας ἐντὸς τῶν ἑλληνικῶν ὑδάτων καὶ δὲν ἔχουν εἰσπράξεις εἰς συνάλλαγμα. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1953 ἀντιμετώπισεν αἴτημα πολλῶν ὀφειλετῶν, διαφόρων κατηγοριῶν, οἵτινες εἶχον ὑποχρεώσεις, εἴτε πρὸς τὸ Δημόσιον, εἴτε πρὸς διαφόρους Ὀργανισμοὺς καὶ Τραπέζας, καὶ ἐζήτουν μείωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν καὶ ἐπιμήκυνσιν τοῦ χρόνου ἐξοφλήσεως, μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἅπαντες εὑρέθησαν εἰς οἰκονομικὴν δυσχέρειαν μετὰ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τοῦ νομίσματος κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1953. Τὰ ζητήματα ταῦτα ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ἀπὸ οὐσιαστικῆς πλευρᾶς καὶ ὄχι ἀπὸ τῆς τυποκρατικῆς ἑρμηνείας καὶ βάσει τῶν ὁρισμῶν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἢ τῶν διατάξεων τοῦ συμβολαίου τῆς πωλήσεως τῶν πλοίων, διὰ τῶν ὁποίων εἶχε συνομολογηθῆ τὸ τίμημα εἰς δολλάρια. Παρ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν ἐπερωτῶντα, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἀπὸ τὸ 1952, ὅτε ὑπεγράφησαν τὰ συμβόλαια τῆς πωλήσεως τῶν πλοίων, εἶχε προεξοφληθῆ ἡ ἀναπροσαρμογὴ εἰς τὴν ὁποίαν τόσον αἰφνιδιαστικῶς ἐχώρησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ τὴν 9ην Ἀπριλίου 1953. Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, κ. συνάδελφοι, νὰ ἀρνούμεθα τὸ γεγονός, ὅτι τὴν ἑπομένην τῆς ἀναπροσαρμογῆς ἐδημιουργήθη πραγματικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία ὑπεχρέωνε τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀκόμη δὲ ἐνδεχομένως καὶ τὰς μεταγενεστέρας Κυβερνήσεις, εἰς τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν προκυψάντων ζητημάτων καὶ πρὸς ρύθμισιν προβλημάτων, διὰ τὴν λύσιν τῶν ὁποίων ἀπεδεικνύετο παντελῶς ἀνεδαφικὴ ἡ προσφυγὴ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος καὶ τῆς ἄλλης νομοθεσίας. Ἐν ἔτει 1953 καὶ 1954 ἡ Κυβέρνησις τοῦ «Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ» ἐδέχθη τὴν καταβολὴν τοῦ ἡμίσεος τῶν ἀπαιτητῶν δόσεων. Τὸ 1955 καὶ πρὶν ἢ καταστοῦν ἀπαιτηταὶ αἱ δόσεις, αἱ πληρωτέαι κατὰ τὸ 1955, κατετέθη πράγματι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ «Ἑλλην. Συναγερμοῦ» εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος νομοσχέδιον ὑπογραφόμενον τότε ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐζητήθη ἡ κρίσις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν ἀκόλουθον ρύθμισιν τῶν ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον καθυστερήσει: Ἐπεβάλλετο ὅπως ἐντὸς τριμήνου ἐξοφλήσουν οἱ ἀγορασταὶ τῶν πλοίων ὀφειλέται, ὅ,τι ἀπέμενε καὶ ἀπέμενεν ἐλάχιστον μέρος τοῦ ἡμίσεος τῶν δύο δόσεων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καταβλητέαι τὸ 1953 καὶ τὸ 1954. Περαιτέρω διὰ τοῦ νομοσχεδίου προεβλέπετο, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον ἥμισυ τῶν δόσεων τοῦ 1953 καὶ 1954 θὰ ἐκεφαλαιοποιεῖτο ὁμοῦ μὲ τὰς μὴ ἀκόμη ἀπαιτητὰς καὶ ληξιπροθέσμους δόσεις, τὰς ἄλλας 18 δηλαδὴ —διότι εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἐντὸς 20ετίας προεβλέπετο ἡ ἐξόφλησις τοῦ δανείου, ἐπιμηκυνομένου δηλαδὴ τοῦ χρόνου τῆς ἐξοφλήσεως κατὰ δύο ἐν συνόλῳ ἔτη. Ἀπηλλάσσοντο οἱ καθυστερήσαντες τὰς ὑποχρεώσεις αὐτὰς τῶν δόσεων τοῦ 1953 καὶ 1954 τῶν προσθέτων καὶ τῶν προσαυξήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦνται κατὰ παντὸς καθυστεροῦντος τὴν πληρωμὴν πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἐλαμβάνετο πρόνοια ἀναλόγου εἰς μικροτέραν ἔκτασιν ρυθμίσεως τῶν δόσεων, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ γίνουν ἀπαιτηταὶ κατὰ τὰ δύο ἑπόμενα ἔτη κατὰ τὸ ἔτος δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ 1955 καὶ τὸ 1956, διὰ τῆς κεφαλαιοποιήσεως τοῦ ἀπομένοντος ἀνεξοφλήτου τιμήματος ἐκ τῶν δόσεων ἐκείνων. Ἐπεμηκύνετο δηλαδὴ ὁ χρόνος τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ συνόλου τοῦ χρέους, περιλαμβανομένων καὶ τῶν καθυστερημένων ὑπολοίπων τῆς τετραετίας 1953 μέχρι καὶ τοῦ 1956 κατὰ δύο ἔτη καὶ ὄχι κατὰ 20. Προεβλέπετο ἐπίσης διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, τοῦ κατατεθέντος καὶ συζητηθέντος τὴν 30ὴν Αὐγούστου 1955 εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως εὐχέρεια ὑπὲρ τῶν ἀγοραστῶν τῶν σκαφῶν ἀμέσου ἐξοφλήσεως ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ὁλοκλήρου τοῦ τιμήματος καὶ τῶν μὴ ληξιπροθέσμων δόσεων, μὲ μείωσιν τοῦ τιμήματος εἰς τὸ 70%. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Εὐταξίας καὶ ὁ ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀνέπτυξαν διὰ μακρῶν τὰς κυβερνητικὰς ἀπόψεις καὶ ὑπεστήριξαν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐπιμελῶς διαχειριζόμενον τὰ συμφέροντά του, θὰ εἶχε συμφέρον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἄμεσον ρευστοποίησιν τῆς ὀφειλῆς, ἔστω καὶ μειωμένης κατὰ 30%, ἀντὶ νὰ ἀναμένῃ εἴσπραξιν τῆς ἀπαιτήσεως εἰς τὸ ἀκέραιον ἐντὸς 20ετίας, τὴν ὁποίαν προέβλεπον τὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑπογραφῆ τὸ 1952.

§82Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλη δωρεὰ τὴν ὁποίαν ἐκάματε.

§83Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐγώ, δὲν ἔκαμα τίποτε.

§84Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.

§85Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπίσης, ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔκαμε τίποτε, ἁπλῶς ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐζήτησε τὴν συγκατάθεσίν της.

§86Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρᾶξις θὰ ἦτο καὶ οἰκονομικῶς καὶ ἠθικῶς ὀρθὴ ἐὰν ἀνάλογος πρόβλεψις ὑπῆρχεν εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς δημοπρασίας, ἀλλ’ ὅτι ἔγινε δημοπρασία εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἄλλοι μετέσχον μὴ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξοφλήσουν μὲ τοιαύτην μείωσιν, ἐνῷ ὁ μετέχων ἐπεδίωξε καὶ μέχρις ἑνὸς σημείου ἐπέτυχε τὴν κατάθεσιν νομοσχεδίου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν ἦτο ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ περιβάλῃ διὰ τῆς ἐγκρίσεώς του.

§87Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Κωστόπουλε, ἐγὼ εἶπον ἱστορικῶς τί ἔγινε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.

§88Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπέκρινα σᾶς.

§89Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἔδαφος ἐπικρίσεως οὐδενός, κατὰ τὴν κρίσιν μου, καὶ ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἱστορικοῦ θὰ διαπιστώσῃ τοῦτο καὶ ἡ Βουλή. Ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτει τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ἐξεδηλώθη ἀντίδρασις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἰδιαιτέρως δὲ κατ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως τῆς προβλεπούσης τὴν μείωσιν τῆς ὀφειλῆς ἐπὶ ἀμέσῳ ἐξοφλήσει. Ἐπὶ πλέον ἡ ἀντίδρασις ἐσημειοῦτο ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἕνα ἐκ τῶν ὀφειλετῶν, ἀναγνωριζομένου, ὅτι ὁ ἕτερος τῶν ὀφειλετῶν, ὁ ἀγοραστὴς τοῦ ἑνὸς σκάφους, ἔπρεπε νὰ τύχῃ ἰδιαιτέρας μεταχειρίσεως, διότι ἐκεῖνος ἀγοραστὴς ἑνὸς ἐκ τῶν σκαφῶν εἶχε καταβάλει τίμημα ἐκ 500 χιλιάδων δολλαρίων ἀνώτερον τοῦ τιμήματος τοῦ ὁποίου κατὰ μέσον ὅρον εἶχε καταβάλλει ἡ ἄλλη Ἑταιρεία διὰ τὰ τρία σκάφη. Διεκόπη τότε ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου καὶ διετάχθη συμπληρωματικὴ ἔρευνα, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησε προηγουμένως ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Διεξήχθη αὕτη ἀπὸ ἀξιωματικὸν τοῦ Λιμενικοῦ Σώματος καὶ ὑπάλληλον τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἀπὸ τὴν ἔρευναν ἐκείνην, τὰ πορίσματα τῆς ὁποίας δὲν συμπίπτουν ἀπολύτως μὲ τὰ πορίσματα ἐρεύνης, ἡ ὁποία εἶχε προηγηθῆ καὶ εἶχε διεξαχθῆ μόνον ἀπὸ ὑπάλληλον τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, διαπιστοῦται, ὅτι ἡ Ἑταιρεία, διότι ἡ ἔρευνα περιωρίσθη μόνον ἐπὶ μιᾶς Ἑταιρείας, κατὰ τὴν περίοδον τὴν ἐλεγχθεῖσαν τότε καὶ ἠλέγχθη ἡ περίοδος μέχρι τοῦ 1954, περίοδος 21 μηνῶν, εἶχε διαφορὰν ἐπὶ πλέον εἰσπράξεων ἔναντι τῶν δαπανῶν. Διαπιστοῦται περαιτέρω, ὅτι ἐὰν ὑπελογίζετο ἡ συνήθης ἀπόσβεσις διὰ τὰ ἔτη τὰ ὁποῖα εἶχον διαρρεύσει καὶ ὡρισμέναι ἄλλαι δαπάναι δὲν θὰ ἀπέμενεν ὑπόλοιπον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο ἡ ὀφειλέτις τοῦ δημοσίου νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις ἔναντι αὐτοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Καὶ μετὰ τὸ 1955 καὶ ἀφοῦ διεκόπη ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐσυνεχίζετο κατὰ βάσιν ἡ κατάστασις, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ εἰδικὰ μέτρα ρυθμίσεως τῆς ὀφειλῆς αὐτῆς ἀνάλογα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε διὰ τὰς ὀφειλὰς ἄλλων ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης εὑρέθησαν εἰς ἀδυναμίαν ἢ εἰς δυσχέρειαν ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών των συνεπείᾳ τῆς νομισματικῆς ἀναπροσαρμογῆς. Ἡ αὔξησις τῶν ναύλων ἐπηκολούθησε πολὺ βραδέως, καὶ περιωρίσθη εἰς ποσοστόν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ δι’ αὐτῆς ὑπὸ τῶν ὀφειλετῶν ἐπὶ ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον ἡ αὔξησις εἰς τὸ διπλάσιον τῶν ὑποχρεώσεων ἐκ τῆς δανειακῆς συμβάσεως. Τὸ δολλάριον ἀπὸ 15 ἔγινε 30. Οἱ ναῦλοι ηὐξήθησαν τὸν Αὔγουστον τοῦ 1953 κατὰ 10%, τὸ 1955 κατὰ 25%, μόνον οἱ ναῦλοι τῆς Αʹ θέσεως. Τὸν Ἰούνιον τοῦ 1955 κατὰ 10% οἱ ναῦλοι τῆς Βʹ καὶ Γʹ θέσεως κ.ο.κ., εἰς τρόπον ὥστε τὸ 1959 ἡ αὔξησις τῶν ναύλων τῆς Αʹ θέσεως νὰ ἔχῃ φθάσει εἰς 53% καὶ τῶν ναύλων τῆς Βʹ καὶ Γʹ θέσεως εἰς 36%, μὲ αὐξήσεις κατὰ 70% καὶ εἰς τὴν Βʹ καὶ Γʹ θέσιν κατὰ 61%. Αὐταὶ εἶναι αἱ συνολικαὶ αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν δοθῆ εἰς τοὺς ναύλους μέχρι τὸ 1959. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1954, 1955, 1956 καὶ 1957, ὅταν ἐπρόκειτο οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις των, ἡ αὔξησις τῶν ναύλων ἦτο χαμηλὴ ἐν συγκρίσει μὲ τὴν εἰς τὸ 100% αὔξησιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ὀφειλετῶν. Οἱ ἔκτοτε δημοσιευθέντες ἰσολογισμοὶ τῶν ὀφειλέτιδων ἑταιριῶν διεπίστωσαν, ἐν συνεχείᾳ τοῦ πορίσματος τοῦ γενομένου ἐλέγχου τῆς πρώτης περιόδου τῶν 21 ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς μηνῶν, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν πωληθέντων ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν, εἶχεν ἀφίσει περιθώριον εἰσπράξεων ἔναντι τῶν δαπανῶν, ἄνευ συνυπολογισμοῦ τῆς συνήθους ἀποσβέσεως. Ὑπολογιζομένης καὶ ταύτης, ἡ ἐκμετάλλευσις παρέμενεν ἐλλειμματική, μὴ καταλίπουσα περιθώρια διὰ τὴν καταβολὴν εἰς τὸ ἀκέραιον τῶν μέχρι τότε ληξιπροθέσμων δόσεων τοῦ τιμήματος. Οὕτως ἔχει ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ καὶ ἀντικειμενικότητι ἡ ἱστορία τῆς καθυστερήσεως τῶν δύο ἀγοραστριῶν ἑταιριῶν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν συμβατικῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν. Κατὰ τὸ ἔτος 1958, ὅταν ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιμετώπισα τὸ ζήτημα, εὑρέθην πρὸ τῆς ἀκολούθου καταστάσεως: Αἱ δύο ὀφειλέτιδες ἑταιρεῖαι εἶχον καταβάλει τμῆμα τῆς ὀφειλῆς ἐκ τῶν δόσεων, αἵτινες κατέστησαν ἀπαιτηταὶ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1953 μέχρι τοῦ ἔτους 1957. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐβελτιώθησαν καὶ αἱ συνθῆκαι ἐκμεταλλεύσεως τῶν σκαφῶν. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν διαπιστῶνον πλέον, ὅτι τὸ 1958 οἱ ὀφειλέται ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις των, ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε τὴν καταβολὴν εἰς τὸ ἀκέραιον τῆς δόσεως τῆς καταστάσης ἀπαιτητῆς τὸ αὐτὸ ἔτος 1958. Τὸ αὐτὸ ἐπανελήφθη καὶ τὸ 1959, μέλλει δὲ νὰ γίνῃ καὶ τὸ 1960. Παραλλήλως ἐπεζητήσαμεν τὴν ρευστοποίησιν τοῦ ὑπολοίπου, τὸ ὁποῖον ἀπέμεινεν ὀφειλόμενον διὰ τὰς δόσεις τὰς καταστάσας ἀπαιτητὰς ἀπὸ τὸ 1953 μέχρι τὸ ’57. Μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἡ «Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα» καθυστερεῖ τὸ 30% εἰς κεφάλαιον καὶ τόκους τῶν δόσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον καταστῆ ἀπαιτηταὶ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, ἡ δὲ ἑτέρα ἐπιχείρησις καθυστερεῖ τὸ 40% τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ ἐπίσης τοῦ καταστάντος ἀπαιτητοῦ κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδον. Αὐτὴ εἶναι εἰς γενικὰς γραμμάς, διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν χρησιμοποίησιν πολλῶν ἀριθμῶν, ἡ σημερινὴ θέσις τῶν ἀγοραστριῶν. Εἰς τὰ ποσὰ δὲν ὑπολογίζονται πρόστιμα ἢ προσαυξήσεις.

§90Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς συμβαίνει αὐτό, ἀφοῦ ἀπὸ τὸ 1953–58 εἶχον καταβάλει μόνον τὸ ἥμισυ.

§91Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐξηκολούθησαν νὰ καταβάλλουν καὶ ἄλλα τὸ 1957, ὅπως ἐξακολουθοῦν νὰ καταβάλλουν καὶ σήμερον. Συγκεκριμένως: Ἡ ὀφειλὴ τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας» διὰ τὸ κεφάλαιον τῶν ἀπαιτητῶν δόσεων καὶ τοὺς τόκους τῆς περιόδου 1953 –1957 ἀνήρχετο εἰς 1.174.000 δολλάρια. Ἔναντι τῆς ὀφειλῆς ταύτης κατεβλήθησαν τμηματικῶς μέχρι σήμερον 845.000 δολλάρια καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ διὰ τὴν αὐτὴν περίοδον καθυστέρησις κεφαλαίου καὶ τόκων (ἄνευ προσαυξήσεων) ἔχει περιορισθῆ εἰς 329.000 δολλάρια. Ἡ ὀφειλὴ τῆς, Ἠπειρωτικῆς Ἀτμοπλοΐας, τῆς ἀντιστοίχου περιόδου ὁμοίως διὰ κεφάλαιον καὶ τόκους ἀνήρχετο εἰς 533.000 δολλάρια, ἔναντι δὲ αὐτῆς κατεβλήθησαν τμηματικῶς 292.000 δολλάρια. Ἐπομένως ἡ καθυστέρησις τῆς δευτέρας ἑταιρείας διὰ κεφάλαιον καὶ τόκους (ἄνευ ἐπίσης προσαυξήσεων) ἔχει περιορισθῆ σήμερον εἰς 241.000 δολλάρια.

§92Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν μᾶς δώσετε τοὺς ἀριθμοὺς θὰ τοὺς ἐλέγξωμεν.

§93Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δύνασθε νὰ εἶσθε βέβαιος περὶ τούτου. Ὅλα τὰ στοιχεῖα εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν ὑμῶν καὶ τῆς Βουλῆς. Μὲ πᾶσαν ἀντικειμενικότητα δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ λέγω τοῦτο. Κατεβλήθησαν εἰς τὸ ἀκέραιον αἱ δόσεις τοῦ 1958 καὶ 1959. Ἐπιδιώκεται ἡ εἴσπραξις καὶ τοῦ ὑπολοίπου τῶν δόσεων τῆς 5ετίας. Ἤδη, ἡ μὲν «Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα» ἔχει καταβάλει τὸ 70% τῆς καθυστερησάσης ὀφειλῆς ἐκείνης ἐκ κεφαλαίου καὶ τόκων ἡ δὲ ἄλλη ἐπιχείρησις ἔχει καταβάλει τὸ 60% κεφαλαίου καὶ τόκων. Φυσικὰ δὲν ἔχουν καταβληθῆ προσαυξήσεις καὶ πρόστιμα ἐπιβαλλόμενα λόγῳ τῆς καθυστερήσεως. Καὶ τῆς καθυστερήσεως ταύτης ἐπιδιώκομεν τὴν τακτοποίησιν διὰ παντὸς μέσου. Διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήθησαν ἐκ τῆς καθυστερήσεως, ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ φέρουν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νομοσχέδιον. Καὶ τότε θὰ ἴδητε ποία θὰ εἶναι ἡ λύσις τὴν ὁποίαν θὰ εἰσηγηθῇ. Δύναμαι ὅμως ἀπὸ σήμερον νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι δὲν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσηγηθῇ μείωσιν τῆς ὀφειλῆς, οὔτε τοῦ κεφαλαίου οὔτε τῶν τόκων, οὔτε πρόκειται νὰ ζητήσῃ ἐπιμήκυνσιν τοῦ χρόνου τῆς ἐξοφλήσεως, οὔτε πρόκειται κἂν νὰ ζητήσῃ κεφαλαιοποίησιν τοῦ ὑπολοίπου 30 ἢ 40% καὶ ἐξόφλησιν τούτου ὁμοῦ μετὰ τοῦ ὑπολειπομένου χρέους. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, κ. συνάδελφοι, εἶναι ἡ ἐντὸς 2ετίας ἢ 3ετίας τὸ πολὺ ρευστοποίησις ὁλοκλήρου τοῦ ὑπολοίπου τῆς ὀφειλῆς τῶν δύο ὀφειλετῶν. Οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις τῶν 4 αὐτῶν σκαφῶν τῆς ἀκτοπλοΐας τὰ ὁποῖα ἐπωλήθησαν τὸ 1952. Ἐγγύησιν διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ τιμήματος ἀποτελοῦν, σύμφωνα μὲ τὰ πωλητήρια συμβόλαια, ἡ ἀξία τῶν σκαφῶν καὶ ἡ πίστις ἢ ἡ ἄλλη περιουσία τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ εἰς οἱανδήποτε χρονικὴν περίοδον ὁ ὀφειλέτης. Διαπιστώνεται ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν ἔχει ἄλλα περιουσιακὰ στοιχεῖα. Καὶ ἐὰν εἶχε ἄλλα ἀπεξενώθη καὶ ὅτι ὁ κύριος μέτοχος τῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας προσκτᾶται ἄλλα περιουσιακὰ ἀντικείμενα ὄχι ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἰδίας ἑταιρείας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν. Θὰ ἠδυνάμην ὡς δικηγόρος αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ προσθέσω, ὅτι τὰ συμβόλαια τοῦ 1952 οὔτε ἀπηγόρευσαν εἰς τὴν ὀφειλέτιδα Ἑταιρίαν νὰ ἀπαλλοτριώσῃ περιουσιακὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπ’ ὀνόματί της, οὔτε ὑπεχρέωσαν τὰ φυσικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μετέχουν εἰς τὰς Ἑταιρίας νὰ νηολογήσουν ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἰδίας Ἑταιρίας πᾶν περιουσιακὸν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπέκτων ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἑπομένως αὗται εἶναι αἱ προβλεφθεῖσαι ἀπὸ τὰ συμβόλαια ἐγγυήσεις καὶ αἱ ἴδιαι παραμένουν ἔκτοτε πρὸς κάλυψιν τῶν αὐτῶν ὑποχρεώσεων, τῶν τοκοχρεωλυτικῶν δηλαδὴ δόσεων. Διότι ἡ καθυστέρησις ἔχει τόσον συμπιεσθῆ σήμερον, ὥστε τὸ ποσὸν αὐτῆς δὲν ἀνατρέπει τὰς ἔκτοτε παρασχεθείσας καὶ γενομένας δεκτὰς ἐγγυήσεις. Οὐδεὶς μέμφεται τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὑπέγραψε τὰ συμβόλαια αὐτά. Μὲ συγχωρεῖ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος διότι ἐγὼ δὲν ἔχω οἰκειότητα μὲ τὰ θέματα τοῦ Ναυτικοῦ Δικαίου καὶ μὲ τὰς πράξεις τὰς ναυτιλιακάς. Ἀλλὰ ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἔχω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ παρασκευάσω τὴν ἀπάντησιν, διαπιστώνω, ὅτι ὅλα τὰ ἀνάλογα συμβόλαια δὲν ἔχουν ἄλλας ἐγγυήσεις παρὰ μόνον τὴν ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ πωλουμένου καὶ τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ πρόσωπον τοῦ ἀγοραστοῦ. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἀγοραστὴς τὸ 1952 δὲν ἦτο φυσικὸν πρόσωπον, ἀλλὰ Ἀνώνυμος Ἑταιρία, ἡ ὁποία δὲν ἐδεσμεύθη κἄν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ δεσμευθῇ διὰ νὰ μὴ ἀποξενωθῇ ἐκ τῶν περιουσιακῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα τότε ἀνῆκον εἰς αὐτήν. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει μία καθυστέρησις. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ νομοθεσία μας ἔχει καθορίσει τὸν τρόπον καὶ τὰς διατυπώσεις κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχωνται διευκολύνσεις εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου. Προκειμένου περὶ ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων ἡ διοίκησις ἀναλαμβάνει τὴν ρύθμισιν τῶν εἰδικῶν ζητημάτων, ἀποτόκων ἐξαιρετικῶν περιστάσεων ἢ συνεπειῶν μέτρων τῆς Πολιτείας, διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ θέμα διὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου. Κατάσχεσις διὰ τὰ χρέη κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, 1953–1954, δὲν γνωρίζω ποίας συνεπείας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ. Ἐὰν ἐφθάναμεν εἰς τὴν κατάσχεσιν τῶν πλοίων αὐτῶν δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ναυτιλία ἡ ἑλληνικὴ θὰ εἶχε ζημιωθῆ, ἢ ἐὰν θὰ εἶχε κερδίσει. Ἀσφαλῶς, ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτῶν δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τούτῳ ἀξίαν προσοχῆς γνώμην. Γεγονὸς πάντως εἶναι, ὅτι ἡ καθυστέρησις διὰ τὰς δόσεις, αἵτινες κατέστησαν ἀπαιτηταὶ κατὰ τὴν περίοδον 1953–1957 ἔχει περιορισθῆ διὰ μὲν τὴν μίαν Ἑταιρίαν εἰς τὰ 30%, διὰ δὲ τὴν ἄλλην εἰς τὸ 40% τῶν δόσεων ἐκ κεφαλαίου καὶ τόκων. Καὶ τῆς καθυστερήσεως ταύτης θὰ ἐπισπευθῇ ἡ εἴσπραξις ἐντὸς τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον προηγουμένως ἐμνημόνευσα. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἱστορία τῆς πληρωμῆς τοῦ τιμήματος τῶν ἐκποιηθέντων ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν. Ὑπόθεσις δυσάρεστος διὰ τὸ Δημόσιον, ὄχι ὅμως μοναδική. Εἶναι, μήπως, ἡ μόνη περίπτωσις, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον ἠνέχθη καθυστέρησιν τῆς καταβολῆς τῆς ὀφειλῆς; Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου σειρὰν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ τὴν παροχὴν διευκολύνσεων εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ἀπὸ τὸ 1954 ἕως τὸ 1959. Ἐλήφθησαν μέτρα γενικὰ διὰ τοὺς ὀφειλέτας ὅλων τῶν κατηγοριῶν ὅλων τῶν δανείων, μέτρα τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰ ἁλιευτικὰ δάνεια μέχρις 100.000 δολλαρίων, μέτρα τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς γεωργικὰς βιομηχανίας καὶ γεωργικὰς ἐπιχειρήσεις κλπ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπασχολήσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν περισσότερον μὲ τὸ θέμα τοῦτο, δεδομένου μάλιστα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαγράψω τὰς κυρίας γραμμάς. Δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν ἐπιμήκυνσιν τοῦ χρόνου ἐξοφλήσεως. Δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν κεφαλαιοποίησιν τῶν ὑπολοίπων δόσεων. Ἡ γραμμὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἡ ταχεῖα ρευστοποίησις τοῦ ἀπομένοντος ὑπολοίπου, καὶ ἐλπίζω νὰ διεπιστώθη, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ κυρίου μετόχου τῆς μιᾶς τῶν ἀγοραστριῶν ἑταιρειῶν καὶ ὅσα ἄλλα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ πολιτικοῦ προσανατολισμοῦ ὡρισμένων προσώπων δὲν ἀσκοῦν ἐπίδρασιν εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος. (Χειροκροτήματα).

§94Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ σχέδιον Ν. Δ., τὸ ὁποῖον κατετέθη τὸ 1955 δὲν ἐδημιούργησε καμμίαν ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον.

§95Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ξεύρετε τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔχω, κ. Παπαμιχαλόπουλε. Ἐγὼ ἀνέφερα τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶπον, ὅτι διελάμβανε τὸ νομοσχέδιον, πρῶτον ὑποχρέωσιν καταβολῆς τοῦ ἀπομένοντος ὑπολοίπου, τοῦ ἡμίσεος τῆς ὀφειλῆς, δεύτερον κεφαλαιοποίησιν τοῦ ἄλλου ἡμίσεος ὁμοῦ μὲ τὰς μὴ ἀπαιτητὰς δόσεις, τρίτον ρύθμισιν τῶν δόσεων αἱ ὁποῖαι θὰ καθίσταντο ἀπαιτηταὶ κατὰ τὸ 1955–56 καὶ τέταρτον εὐχέρειαν ὁλοσχεροῦς ἐξοφλήσεως μὲ περικοπὴν τῆς ὀφειλῆς κατὰ 30%. Καὶ προσέθεσα ἀκόμη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιόν του τότε εἶπεν, ὅτι τὸ Δημόσιον ὡς συνετὸς διαχειριστὴς τῶν συμφερόντων του θὰ εἶχε συμφέρον νὰ ἐπιδιώξῃ ἀμέσως ρευστοποίησιν τῆς ἀπαιτήσεώς του, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ κεφάλαιον δι’ ἄλλους σκοπούς, ἀντὶ νὰ ἀναμείνῃ ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν τὴν εἴσπραξιν τοῦ τιμήματος μὲ τόκον 2%.

§96Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἡ ὁποία συνώδευσε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀναγράφονται αἱ ζημίαι τοῦ Δημοσίου, διότι λέγει ἡ ἔκθεσις, ὅτι ἐκ τοῦ χαρίσματος τῶν προσαυξημάτων θὰ ἐπέλθῃ ζημία 5.435.000....

§97Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη τὸ 1955. Θὰ ἦτο ἀπολύτως δικαιολογημένη ἡ ἐπίκλησις τῆς ἐκθέσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἢ ἂν συνεζητοῦντο συνέπειαι δημιουργηθεῖσαι ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεώς του. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως ἐκεῖνο, δὲν ὑπάρχει πλέον. Ἀλλὰ καὶ προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, συμπεραίνει, ὅτι ἐὰν γίνῃ δεκτὸν τὸ Δημόσιον μέσα εἰς τὴν περίοδον τῶν 20 ἐτῶν θὰ ἀπολέσῃ τὴν εἴσπραξιν τοῦ ποσοῦ τοῦ 30%. Εἶναι δυνατόν, αὐτὸ τὸ μαθηματικῶς βεβαιωμένον ποσόν, νὰ μὴ τὸ ἀναφέρῃ ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου;

§98Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπῆρχε ὁ ὅρος 24, κατὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐν περιπτώσει καθυστερήσεως δύο δόσεων ὀφειλῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, τὸ Δημόσιον νὰ δύναται νὰ ἐπισπεύσῃ τὸν πλειστηριασμόν. Ἑπομένως, τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν κατετέθη ἡ πρώτη δόσις, ἡ Ἑταιρία εἶχεν ἀκόμη δύο πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐπώλησεν. Τί ἔκαμαν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐὰν ἤθελον νὰ ἐκτελέσουν τὸ συμβόλαιον ἠδύναντο βάσει τοῦ ἄρθρου 939 τοῦ ἀστικοῦ κώδικος νὰ ζητήσουν τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως ἀγοραπωλησίας, πρᾶγμα ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν ἔγινε.

§99Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Γνωρίζετε σεῖς περισσότερον παντὸς ἄλλου, ὅτι ἡ ἄσκησις αὐτῆς τῆς ἀγωγῆς τῆς ἄλλοτε Παυλιανῆς, προϋποθέτει καθυστερημένην ὀφειλήν.

§100Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχεν.

§101Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ Δημόσιον ἔκρινεν ὅμως, ὅτι ἡ καθυστέρησις ἦτο δικαιολογημένη καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἐπροχώρησεν εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν μέτρων αὐτῶν. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ὑπῆρχε κἂν λόγος νὰ γίνῃ προσφυγὴ διὰ τὴν ἀνατροπὴν τῆς Συμβάσεως, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ κατάσχεσις τῶν σκαφῶν.

§102Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὅμως ἐπωλοῦντο εἶναι ζήτημα ἐὰν θὰ ἐκαλύπτετο τὸ χρέος των.

§103Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, οὔτε νὰ ἀποδεχθῶ, ὅτι νεότευκτα σκάφη κατὰ τὴν πρώτην διετίαν τῆς ζωῆς αὐτῶν δὲν ἐκάλυπταν τὸ τίμημα, μὲ τὸ ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τὰ ἐξεποίησεν εἰς τοὺς Ἕλληνας Ἐφοπλιστάς. Πρέπει ὅμως νὰ διαπιστώσω, ὅτι ἡ καθυστέρησις εἶναι ἀνώδυνος διὰ τὸ Δημόσιον, διότι αἱ μὲν δόσεις 1958, 1959, 1960 καταβάλλονται εἰς τὸ ἀκέραιον, ἡ δὲ καθυστέρησις ἔχει περιορισθῆ εἰς τὸ 30% περίπου δηλαδὴ εἰς 330.000 δολλάρια διὰ κεφάλαιον καὶ τόκους εἰς τὴν μίαν ἑταιρίαν καὶ 40% περίπου, δηλαδὴ εἰς 240.000 δολλάρια διὰ τὴν ἄλλην ὀφειλέτιδα ἑταιρίαν.

§104Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγράφη πάντως, εἰς τὰ Πρακτικά, ὅτι ἡ ὑπόλοιπος ὀφειλὴ εἶναι τόση.

§105Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησιν, διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτῶν εἶναι σύμφωνος, ὅτι ἡ σημερινὴ καθυστέρησις, ὅπως παρεσχέθη διὰ τῶν δοθέντων ἀριθμῶν, δὲν δημιουργεῖ ἀνησυχίας λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἀξίας τῶν σκαφῶν.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;

§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 9.45′ μ.μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22α
2Δευτέρα 11 Ἰανουαρίου 1960
3Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
4Ὥρα 6.45 μ.μ.
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι
6τὰ θεωρεῖα.
7Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βολουδάκης, ὅπως
8ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
9§2Γ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει).
10Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 118292)
114.12.1959 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ κ. Εἰ-
12σαγγελέως Ἐφετῶν Θράκης μετὰ τῆς σχετικῆς κατὰ τῶν
13βουλευτῶν κ. Θεοχάρους Κεραμιτσιόγλου καὶ Ἐπαμεινών-
14δα Ρήγα, ποινικῆς δικογραφίας, αἰτοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς
15βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ
16Συντάγματος.
17Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 119636)
184.12.1959 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ κ. Εἰσ-
19αγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης μετὰ τῆς σχετικῆς κατὰ
20τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη, Ἐπ. Ρήγα, Γεωρ. Εὐ-
21αγγέλου καὶ Α. Λασκαρίδη ποινικῆς δικογραφίας, αἰτοῦν-
22τος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν, συμφώνως
23τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος.
24Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 120716)
254.12.1959 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ κ. Εἰσ-
26αγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ τῆς σχετικῆς κατὰ τοῦ
27βουλευτοῦ κ. Νικ. Καθαροσπόρη, ποινικῆς δικογραφίας,
28αἰτοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμ-
29φώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος.
30Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 118293)
314.12.1959 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ κ. Εἰσ-
32αγγελέως Ἐφετῶν Θράκης μετὰ τῆς σχετικῆς κατὰ τοῦ
33βουλευτοῦ κ. Θεοχάρους Κεραμιτσιόγλου, ποινικῆς δικο-
34γραφίας, αἰτοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐ-
35τοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος.
36(Παραπέμπονται ἅπασαι εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
37Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν).
38Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’
39ἀριθ. 372576)31.12.1959 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν
40Κρατικὴν ἐγγύησιν πρὸς Ἐμπορικὰς Τραπέζας διὰ τὴν χο-
41ρήγησιν δανείων εἰς ἠλεκτρικὰς ἐπιχειρήσεις Νήσων κλπ.
42Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς
43ὑπ’ ἀριθ. 363876)28.12.1959 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν
44ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Κτη-
45ματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν ὑπ’ αὐτῆς χορή-
46γησιν δανείου δραχμῶν 150.000 εἰς τὸν ὁλικῶς ἀνάπηρον
47ἀξιωματικὸν Βασ. Χουτόπουλον.
48Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς
49ὑπ’ ἀριθ. 335382)28.12.1959 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν
50ἀντεγγύησιν διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος ἔκδοσιν
51ἐγγυητικῶν ἐπιστολῶν πρὸς τοὺς ἀναδόχους κατασκευῆς
52τοῦ ἐργοστασίου ἀζωτούχων λιπασμάτων Πτολεμαΐδος
53κλπ.
54Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς
55ὑπ’ ἀριθ. 363877)21.12.1959 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν
56ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Κτη-
57ματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ δανειοδότησιν τοῦ
58Ταμείου Ἀσφαλίσεως Ἀρτεργατῶν–Μυλεργατῶν καὶ Μα-
59καρονοτεχνιτῶν μέχρι ποσοῦ δραχμῶν 5.500.000.
60Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει
61ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν ἐκ μο-
62νίμων Ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ν. 3231)54, συμφώνως τῷ
63ἄρθρῳ 2 τοῦ Ν.Δ. 2088)41 καὶ 618)45.
64Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Εὐαγγέλου, Γ. Ἀράπης, Δ. Παινέ-
65ζης, Ι. Δραγονέτης, Δ. Γιαχνῆς καὶ Ι. Παπαδημητρίου,
66καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν συνταξιουχικῶν ὀργανώσεων
67Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης, αἰτουσῶν τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τῆς
68ὑπ’ ἀριθ. 331)59 ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου κλπ.
69Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει
70ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Γονέων καὶ Κηδεμόνων Μικτοῦ
71Γυμνασιακοῦ Παραρτήματος Ἡλιουπόλεως αἰτοῦντος ὅ-
72πως τὸ ἐν λόγῳ Γυμνάσιον γίνῃ ἀνεξάρτητον συντηρούμε-
73νον ὡς αὐτοτελὲς Δημόσιον Γυμνάσιον παρὰ τοῦ Δημοσίου.
74Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γ. Βαλοῦρδος, καταθέτει ἀνα-
75φορὰν τῶν Γονέων καὶ κηδεμόνων τῶν μαθητῶν τοῦ Γυ-
76μνασίου Βύρωνος διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἔλλειψιν δι-
77δακτικοῦ προσωπικοῦ θεωρητικῶν μαθημάτων καὶ αἰτούν-
78των τὴν ἄμεσον ἐπαναφορὰν τῶν ἀποσπασθέντων εἰς ἕτε-
79ρον Γυμνάσιον καὶ ὀργανικῶς ἀνηκόντων εἰς τὸ ἐν λόγῳ
80Γυμνάσιον καθηγητῶν.
81Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Δ. Καρακουλουξῆς, καταθέ-
82τει ἀναφορὰν τῶν Μακρῆ Κώστα, Γκότση Ἀντώνη κλπ.,
83κρατουμένων φυλακῶν νήσου Γιούρου αἰτούντων τὴν ἀπο-
84φυλάκισίν των.
85Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Ἀράπης, Γ.
86Εὐαγγέλου, Δ. Παινέζης, Δ. Γιαχνῆς καὶ Ι. Δραγονέτης
87καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Πανελλαδικῆς Ὁμοσπονδίας
88Συνταξιούχων καπνεργατῶν αἰτούσης τὴν ἔνταξιν τῶν με-
89λῶν της εἰς τὸ ΙΚΑ κλπ.
90Οἱ βουλευταί κ.κ. Β. Θανασέκου, Ι. Παπαδημητρίου, κα-
91ταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κλωνίου
92Φθιώτιδος, αἰτούντων τὴν ἀπόλυσιν ἐκ τῶν Φυλακῶν τοῦ
93συμπατριώτου των Δημ. Καραγεώργου.
94Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Εὐαγγελίδης, Α. Χονδρονάσιος, Χ.
95Παγώνης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χω-
96ρίου Διλόφου Λαρίσης, αἰτούντων τὴν ἀπόλυσιν ἐκ τῶν
97φυλακῶν τοῦ συμπατριώτου των Θεοδ. Σαβράκα.
98Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Σωτηρίου, Σ. Ἡλιόπουλος καὶ Δ.
99Κελτεμλίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Συντονιστ. Ἐπι-
100τροπῆς Ἀγελαδοτρόφων Ἀττικῆς, Μεγαρίδος, διαμαρτυ-
101ρομένης διὰ τὴν ἀπειλουμένην παραχώρησιν τοῦ Συνεται-
102ριστικοῦ ἐργοστασίου Γάλακτος ΑΣΤΥ εἰς ὅμιλον Ἀμερι-
103κανῶν κεφαλαιούχων.
104Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Κακογιάννης, Α. Κολαμπᾶς, Δ.
105Παπαθανασόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων
106τοῦ χωρίου Πελεκανάδος Πυλίας, αἰτούντων τὴν ἀπόλυ-
107σιν ἐκ τῶν φυλακῶν Αἰγίνης τῆς Πυλίας τῶν συγχωρια-
108νῶν των Κ. Σπυροπούλου καὶ Π. Ρουσσέα.
109Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ε. Ἀθανασάκος, καταθέ-
110τει ἀναφορὰν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινότητος
111Μαλουνίου τοῦ Νομοῦ Θεσπρωτίας, αἰτοῦντος τὴν διαγρα-
112φὴν τῶν χρεῶν τῶν κατοίκων τῆς κοινότητός του τῶν προ-
113ερχομένων ἐξ ἐφοδίων χορηγηθέντων αὐτοῖς ὡς συμμο-
114ριοπλήκτων.
115Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Ε. Ἀρβανιτάκης, καταθέτει
116ἀναφορὰν τῶν Ἐπιμελητηρίων Εὐβοίας, ἐργατοϋπαλληλι-
117κοῦ Κέντρου Εὐβοίας κλπ. διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μα-
118ταίωσιν τῆς κατασκευῆς προβλῆτος εἰς Βοιωτικὴν ἀκτήν.
119Ὁ βουλευτὴς Ἡρακλείου κ. Ι. Πωλιουδάκης, καταθέτει
120ἀναφορὰν τῆς Παγκρητίου Ἑνώσεως Βομβοπλήκτων–
121Πυροπαθῶν αἰτούσης τὴν διὰ νόμου ρύθμισιν τῆς ἀποκα-
122ταστάσεως τῶν πολεμοπαθῶν.
123Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Π. Βαρδινογιάννης, καταθέ-
124τει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμμ. Ψαρουδάκη, αἰτουμένου τὴν νομο-
125θετικὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος συνταξιοδοτήσεώς του
126ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν Μονοπωλίων.
127Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Τσιάρας, Ι. Γιαλώφας καὶ Η.
128Σκυλλάκος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν εἰς τὴν Τσεχοσλο-
129βακίαν καὶ Βουλγαρίαν καταφυγόντων Ἑλλήνων αἰτούν-
130των τὸν ἐπαναπατρισμόν των.
131Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει
132ἀναφορὰν τοῦ Οἰκοδομικοῦ καὶ Προμηθευτικοῦ Συνεται-
133ρισμοῦ «Θέμις» Σ.Π.Ε. Γλυφάδος αἰτοῦντος τὴν ἐπέκτα-
134σιν τοῦ δικτύου ὑδρεύσεως καὶ εἰς τὸν ἐν λόγῳ Συνεταιρι-
135σμόν.
136Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει ἀνα-
137φορὰν τῶν Σωματείων Καρροποιῶν, Πεταλωτῶν, Σαγμα-
138τοποιῶν Ἀθηνῶν ζητούντων ὅπως τύχωσι τῆς αὐτῆς μετα-
139χειρίσεως ἧς ἔτυχον παλαιότερον οἱ ἁμαξηλάται καὶ καρ-
140ραγωγεῖς, ἤτοι ἀποζημίωσιν τῶν παλαιοτέρων καὶ χορή-
141γησιν αὐτοκινήτων εἰς τοὺς νεωτέρους.
142Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει
143ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Πολιτικῶν Συνταξιούχων Θεσ-
144σαλονίκης, αἰτοῦντος τὴν ἵδρυσιν λέσχης τῶν ἐν λόγῳ συν-
145ταξιούχων.
146§3Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐζή-
147τησα ἐγκαίρως νὰ εἰδοποιηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ΕΔΑ
148προτίθεται νὰ φέρῃ πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα τῆς συλλή-
149ψεως τοῦ Ἡγετικοῦ στελέχους της κ. Στεργίου. Ἡ Κυ-
150βέρνησις ἀπεποιήθη τὴν συζήτησιν, ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι
151σοβαρώτατον. Καταθέτω ἐπιστολὴν ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ
152καταχωρηθῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρ-
153νησιν ὅπως ὁρίσῃ ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἀχθῇ τὸ θέ-
154μα πρὸς συζήτησιν.
155Ἡ κατατεθεῖσα ἐπιστολὴ ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλιοῦ ἔχει ὡς
156ἑξῆς:
157Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἰανουαρίου 1960
158Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων
159Ἐνταῦθα
160Κύριε Πρόεδρε,
161Ἐγκαίρως κατὰ τὴν κρατοῦσαν τακτικὴν παρεκλήθητε
162παρ’ ἐμοῦ νὰ εἰδοποιήσετε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ΕΔΑ
163προτίθεται νὰ φέρῃ σήμερον, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατά-
164ξεως, πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὸ θέμα τῆς
165συλλήψεως τοῦ ἐκ τῶν ἡγετῶν της κ. Γεωργίου Στεργίου
166πρὸς ἐκτοπισμόν. Μολονότι τὸ ζήτημα καταδήλως παρου-
167σιάζει ἐξαιρετικὴν σημασίαν ἡ Κυβέρνησις δυστυχῶς, ἀπε-
168ποιήθη τὴν συζήτησιν. Ἡ ἀποφυγὴ αὐτὴ μαρτυρεῖ, ὅτι ἡ
169Κυβέρνησις ἀποκορυφώνουσα τὴν αὐθαιρεσίαν, τὴν περι-
170φρόνησιν πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, τὰς προγρα-
171φὰς τῶν πολιτικῶν της ἀντιπάλων, ἔχει βεβαρημένην τὴν
172συνείδησιν, κατανοεῖ, ὅτι αἱ πράξεις της αὗται δὲν ἀντέ-
173χουν εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον καὶ φυγομαχεῖ. Ἡ ΕΔΑ θε-
174ωρεῖ τὴν φυγομαχίαν αὐτὴν ἀπαράδεκτον. Ζητεῖ διὰ τοῦ
175Προεδρείου ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ τάχιστα ἡμέ-
176ραν καθ’ ἣν θὰ παράσχῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος, ἔχον-
177τος εἰς τὰς γενικάς του γραμμὰς ὡς ἀκολούθως.
1781ον. Ὁ κ. Γεώργιος Στεργίου, ἐκ τῶν παλαιοτέρων συν-
179δικαλιστικῶν ἡγετῶν ἐκλέγεται εἰς τὸ ἀνώτατον καθοδη-
180γητικὸν ὄργανον τῆς ΕΔΑ τὴν 3ην Δεκεμβρίου καὶ ἡ ἐκλο-
181γή του ἀνακοινοῦται δημοσίᾳ τὴν 4ην Δεκεμβρίου.
1822ον. Ἀμέσως προγράφεται. Τόν, ἀνύπαρκτον ἄλλωστε,
183λόγον διώξεώς του, δὲν καλεῖται νὰ διαπιστώσῃ ἡ δικαστι-
184κὴ ἐξουσία. Τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως μετὰ
185τὴν ἐκλογήν του τὸν ἐπὶ ἔτη καὶ μέχρι τῆς χθὲς μὴ
186ἐπικίνδυνον, βαπτίζουν ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν τά-
187ξιν καὶ ἀποφασίζουν τὴν διοικητικὴν ἐκτόπισίν του, τὴν
188στέρησιν δηλ. τῆς ἐλευθερίας του ἐπὶ μακρότατον καὶ ἀόρι-
189στον χρόνον.
1903ον. Ὄχι μόνον ἀποτελοῦν μυθεύματα ὅσα ἀόριστα καὶ
191κατὰ τὴν γνωστὴν ἀστυνομικὴν μυθιστορηματικὴν διατύ-
192πωσιν τοῦ ἀποδίδονται ἀλλὰ γίνεται χρῆσις καὶ πλαστῶν
193στοιχείων. Ἐνῷ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 466)1953 ἀποφάσεως
194τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου, ὁ κ. Γεώργιος Στερ-
195γίου ἐκηρύχθη ἀθῶος τῆς ἀποδοθείσης εἰς αὐτὸν κατὰ τὴν
196ἐποχὴν τῆς ἀνωμαλίας καὶ τῶν ἐκτάκτων μέτρων κατηγο-
197ρίας, θεμέλιον τῆς ἀποφάσεως ἐκτοπίσεως ἀποτελεῖ ἡ ὑπὸ
198τοῦ ἐκτάκτου στρατοδικείου ἐπιβληθεῖσα καταδίκη, τὴν ὁ-
199ποίαν ἡ ἀναθεωρητικὴ ἀπόφασις ἐξηφάνισε καὶ κατέστη-
200σεν ἀνύπαρκτον, δεχθεῖσα, ὅτι ἡ συνδικαλιστικὴ ὑπὲρ τῶν
201ἐργαζομένων δρᾶσις του εἶχε δώσει ἀφορμὴν εἰς τὴν δίω-
202ξίν του.
2034ον. Λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς δεινοτάτης καταστά-
204σεως τῆς ὑγείας τοῦ κ. Στεργίου, ὅστις ζῇ μὲ ½ πνεύμο-
205να καὶ μὲ πνευμοθώρακα ἀφαιρεθέντος τοῦ ἑνὸς πνεύμο-
206νός του καὶ μέρους τοῦ ἑτέρου συνεπείᾳ βαρυτάτης φυμα-
207τιώσεως, ὑπέστη μετεγχειρητικὸν ἴκτερον, ἡ ὑποτροπὴ τοῦ
208ὁποίου κατὰ τὴν ἐπιστήμην θ’ ἀποβῇ ἀναποτρέπτως μοι-
209ραία, ἡ προγραφή του ἄγει ἀναποτρέπτως καὶ εἰς φυσικὴν
210ἐξόντωσίν του.
211Διὰ τὰς αὐθαιρέτους καὶ ἀνηκούστους αὐτὰς ἐνεργείας
212πολιτικοῦ διωγμοῦ, εἰς βάρος ἡγέτου τοῦ μεγαλυτέρου κόμ-
213ματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποτελούσας ποδοπάτησιν καὶ
214τῶν στοιχειωδεστέρων ἀρχῶν ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου,
215ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, ζητοῦμεν ἐπιτακτικῶς νὰ ὁρί-
216σῃ ἡ Κυβέρνησις ἡμέραν συζητήσεως.
217Μετὰ τιμῆς
218Η. ΗΛΙΟΥ
219Κοινοβουλευτικὸς Ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ
220§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
221ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
222ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
223Προτάσσεται βάσει τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ ἡ
224ἐπερώτησις τοῦ κ. Βαλούρδου διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγ-
225γράφων ἀναφορικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν ἀποζημιώσεων τῶν
226Ἑλλήνων ἐκ Ρουμανίας.
227§5Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅταν ἐν τῇ αἰ-
228θούσῃ ταύτῃ συνεζητεῖτο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδο-
229τήσεως καὶ ἐψηφίζετο τὸ σχέδιον Ν.Δ. περὶ προσθέτων
230ἀπολαυῶν τῶν μετεχόντων εἰς διαφόρους Ἐπιτροπὰς ὑπαλ-
231λήλων κλπ., μὲ ἐπεσκέφθη εἰς τὸ γραφεῖον μου μία Ἐπι-
232τροπὴ Ἑλλήνων προσφύγων ἐκ Ρουμανίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ
233αὕτη μοὶ ἀνέφερεν ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα συνέβαι-
234νον εἰς τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον τὸ ἑδρεῦον ἐν Ἀθή-
235ναις, τὸ ὁποῖον ἐπιδικάζει τὰς ἀποζημιώσεις τῶν Ἑλλήνων
236προσφύγων ἐκ Ρουμανίας καὶ μοὶ παρέδωσεν ἀντίγραφον
237ὑπομνήματος τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἀπὸ τρεῖς ὀργανώσεις
238προσφύγων ἐκ Ρουμανίας πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
239νήσεως καὶ τοὺς ὑπουργοὺς Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν.
240Εἰς τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ κατηγγέλλετο, ὅτι εἰς τὸ Διοικητι-
241κὸν αὐτὸ Δικαστήριον συνέβαινον πράγματα, τὰ ὁποῖα ἦ-
242σαν καὶ ποινικῶς ἀκόμη κολάσιμα. Συγκεκριμένως κατηγ-
243γέλλετο, ὅτι ἐνῷ ἡ ἀμοιβὴ τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ αὐ-
244τοῦ Δικαστηρίου εἶχε καθορισθῆ δι’ ἀποφάσεων τῶν ἁρμο-
245δίων Ὑπουργῶν εἰς δραχμὰς 80 κατὰ φάκελλον δι’ ἕκα-
246στον μέλος, τὰ μέλη τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ Δικαστηρίου παρ-
247ερμηνεύοντα τὰς ἀποφάσεις τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν διὰ
248διαφόρων τρόπων, ηὔξανον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποφάσεων
249εἰς ἀναβλητικάς, προδικαστικάς, διαγραπτικὰς καὶ παρα-
250πεμπτικὰς καὶ οὕτω ἐπολλαπλασίαζον τὰς ἀμοιβάς των.
251Τὸ θέμα θὰ ἠδυνάμην νὰ φέρω εὐθὺς ἀμέσως τότε πρὸς
252συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἧς ἐτύγ-
253χανον μέλος, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὰ ὅσα μοὶ κατηγγέλθησαν εἶναι
254πάρα πολὺ σοβαρὰ τὰ μέλη δὲ τοῦ Διοικητικοῦ αὐτοῦ Δι-
255καστηρίου δὲν ἦσαν τυχαῖα ἐθεώρησα ἐπιβεβλημένον νὰ
256ἐρευνήσω προσωπικῶς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐπεσκέφθην τὴν
257αὐτὴν ἡμέραν τὸν Γραμματέα τοῦ ἐν λόγῳ Δικαστηρίου
258παραμείνας ἐπὶ δύο ὥρας παρ’ αὐτῷ. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν
259τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τὸν Γραμματέα τοῦ Δικαστηρίου
260καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπὸ ἄλλας πληροφορίας τὰς ὁποί-
261ας περισυνέλεξα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτε-
262ρικῶν, διεπίστωσα, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 55.000 δολλαρίων
263εἰς τὸ ὁποῖον μοὶ ἀνεφέρθη, ὅτι ἀνήρχετο ἡ ὅλη δαπάνη
264διὰ τὴν ἀμοιβὴν τῶν μελῶν τοῦ Δικαστηρίου, ἀνήρχετο
265ὄχι εἰς 55.000 δολλάρια, ἀλλὰ εἰς 76.907 δολλάρια.
266Ἔφερα τότε τὸ θέμα εἰς τὴν δημοσιότητα δι’ ἐπιστολῆς
267μου, δημοσιευθείσης εἰς τὸ «Ἔθνος» τὴν 20 Ὀκτωβρίου
2681959. Ταὐτοχρόνως κατέθεσα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βου-
269λῆς, τὴν 22.10.59, σχετικὴν αἴτησιν καταθέσεως ἐγγρά-
270φων. Ὁμοίαν αἴτησιν κατέθεσα τὴν 31ην Ὀκτωβρίου
2711959, ὡς ἐπίσης καὶ ἑτέραν τὴν 16.11.1959. Διὰ τῶν αἰ-
272τήσεων αὐτῶν ἐζήτουν τὰ ἑξῆς:
273§6Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
274Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. συναδέλφου προτάσσεται κατὰ τὸν
275Κανονισμόν, διότι ἀναφέρεται εἰς τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγ-
276γράφων. Καὶ σύμφωνα μὲ τὴν τάξιν, ἡ ὁποία ἔχει καθιε-
277ρωθῆ καὶ μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι δυ-
278νατὸν παρὰ ἡ συζήτησις νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸ θέμα
279αὐτό, τῆς μὴ καθιερώσεως τῶν ἐγγράφων. Ἡ συζήτησις
280ἐπὶ τῆς οὐσίας θὰ γίνῃ κατὰ τὴν σειράν, μὲ τὴν ὁποίαν
281εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ ἐπερώτησις, ἢ τοῦ κ. συναδέλφου ἢ
282ἄλλων συναδέλφων.
283Ἑπομένως, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ περιορισθῇ ἡ συζή-
284τησις μέσα εἰς τὰ πλαίσια, τὰ ὁποῖα διαγράφει ὁ Κανο-
285νισμὸς τῆς Βουλῆς.
286§7Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος ἀπολύτως, ὅτι
287προκειμένου περὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἐπερωτήσεων πρέπει νὰ
288περιορίζεται κανεὶς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος τῆς
289καταθέσεως ἐγγράφων. Οὐχ ἧττον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
290ἐλέγξῃ κανεὶς ἕνα ὑπουργόν, διότι δὲν κατέθεσεν ἔγγρα-
291φον, ἐὰν δὲν εἴπῃ, διὰ ποῖον λόγον αὐτὸ τὸ ἔγγραφον εἶ-
292ναι οὐσιῶδες. Διότι μὲ τὸ νὰ λέγωμεν ἁπλῶς, ὅτι «δὲν
293κατετέθη ἕνα ἔγγραφον» δὲν εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ ἐλέγξῃ
294κανεὶς ἕνα ὑπουργόν.
295§8Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
296Ἡ ἀνάπτυξις τῶν λόγων περὶ τῆς σοβαρότητος τῶν αἰ-
297τουμένων ἐγγράφων δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὴν συζήτη-
298σιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῆς ἐπερωτήσεως. Ἀφ’
299ἧς στιγμῆς ὁ ρήτωρ ἀνέπτυξε τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέ-
300σεως, δὲν δικαιολογεῖται νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς
301οὐσίας.
302§9Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἔχω νὰ παρατη-
303ρήσω τὸ ἑξῆς: Βεβαίως, ἡ ἐπερώτησις ἡ ὁποία προτάσσε-
304ται, βάσει τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δύναται νὰ
305λάβῃ τὴν ἔκτασιν ἐπερωτήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέ-
306σεως. Ἐν τούτοις, μακροχρόνιος τακτικὴ καθιέρωσεν ἐκεῖ-
307νο, τὸ ὁποῖον κοινοβουλευτικῶς ἀποτελεῖ τὸ ὑπόβαθρον
308μιᾶς τοιαύτης ἐπερωτήσεως. Δηλαδή, μία συνοπτικὴ ἔκθε-
309σις τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τῶν
310ἐγγράφων, εἶναι ἀπαραίτητος, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶχε
311νόημα, θὰ ἦτο ἄνευ σημασίας ἡ ἐπερώτησις περὶ μὴ κατα-
312θέσεως ἐγγράφων.
313§10Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κατ’
314ἐπανάληψιν δημιουργεῖται παρόμοιον θέμα. Ὅταν συμ-
315βαίνῃ νὰ μὴ εἶναι σαφὴς ὁ Κανονισμός, τότε ὑποστηρίζε-
316ται, ὅτι ὑπάρχει καθιερωμένη παράδοσις. Ἀλλὰ δὲν εἶ-
317ναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι «ἡ παράδοσις» εἶναι ἰσχυ-
318ροτέρα τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν ἡ διάταξις εἶναι σαφὴς καὶ
319ρητή, διότι τότε εἰς κάθε περίπτωσιν, θὰ δημιουργῆται δυ-
320νατότης παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
321Ὁ Κανονισμός, ἐν προκειμένῳ, εἶναι σαφὴς καὶ εἶναι
322ἀνάγκη νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τοῦτον.
323Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ἡ-
324λιοῦ, ὅτι εἶναι καθιερωμένον νὰ ἀναπτύσσεται ἡ οὐσία τῆς
325ἐπερωτήσεως, διότι τότε θὰ καταστρατηγῆται ὁ Κανονι-
326σμὸς ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι γίνεται ἔλεγχος ἐπὶ τοῦ ὅτι
327δὲν κατετέθησαν αἰτηθέντα ἔγγραφα. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ
328πρόταξις ἐπερωτήσεως γίνεται τῇ συγκαταθέσει τῆς Βου-
329λῆς. Συνεπῶς, ἐὰν προτάσσωνται νόμῳ αἱ ἐπερωτήσεις, αἱ
330ἀφορῶσαι παράλειψιν καταθέσεως ἐγγράφων, αὐτὸ θὰ γί-
331νεται εἰς βάρος τῶν ἐγγεγραμμένων ἤδη ἐπερωτήσεων, διὰ
332τὰς ὁποίας ἐνδιαφέρονται οἱ κ.κ. συνάδελφοι. Δὲν εἶναι δυ-
333νατόν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ καταστρατηγῆται ὁ Κανονισμός,
334διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν ἀπόψεις τῆς ἀρεσκείας μας. Εἶναι συμ-
335φέρον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ διε-
336ξάγεται ἡ συζήτησις κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δημιουρ-
337γοῦνται ἑκάστοτε διαδικαστικὰ καὶ δικονομικὰ θέματα.
338Εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ὅταν ἐλέγχῃ
339τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἐπερωτῶν βουλευτής, διὰ τὴν μὴ κατά-
340θεσιν ἐγγράφων, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ ἐπίκρισίς
341του. Ἀλλὰ οὕτω ἀναπτύσσοντες τὸν ἔλεγχον, διὰ τὴν μὴ
342κατάθεσιν ἐγγράφων, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν, κατα-
343στρατηγοῦντες τὸν Κανονισμόν.
344§11Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρόε-
345δρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καταστρα-
346τηγοῦμεν τὸν Κανονισμόν. Ὅταν ἕνας βουλευτὴς ἀπευθύ-
347νεται πρὸς τὸ Σῶμα καὶ ἀπευθύνει μομφὴν περὶ μὴ κατα-
348θέσεως ἐγγράφων, ἀναπτύσσων αὐτὴν θὰ ἐξηγήσῃ διὰ
349ποῖον λόγον ἀπευθύνει αὐτὴν τὴν μομφὴν πρὸς τὸν ἁρ-
350μόδιον ὑπουργόν. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἀναγκάζεται νὰ ἀνα-
351φέρῃ τὸ συνοπτικὸν ἱστορικὸν καὶ θὰ εἴπῃ περὶ τίνος πρό-
352κειται. Εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπῃ αὐτό, διότι εἰς τὴν
353προκειμένην περίπτωσιν ἔχει ζητηθῆ ἡ κατάθεσις ἐγγρά-
354φων καὶ δὲν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα ποὺ ὁ κ. βου-
355λευτὴς θεωρεῖ οὐσιώδη. Ἑπομένως εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ
356εἰσέλθῃ ὄχι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οὐσίας, ἀλλὰ νὰ ἐκθέσῃ
357συνοπτικῶς τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως.
358§12Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως).
359Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ βάσις τὴν ὁποίαν θέτει ὁ
360ἀξιότιμος κ. Τσιριμῶκος εἶναι ἐσφαλμένη. Τὸ γεγονὸς τῆς
361μὴ καταθέσεως ἐγγράφων ἀποτελεῖ αὐτοτελὲς γεγονός. Δὲν
362ἐξετάζεται ἐὰν εἶναι σπουδαῖον ἢ δὲν εἶναι σπουδαῖον τὸ
363θέμα. Ἐξετάζεται, ἐὰν δικαιολογημένως ἢ ἀδικαιολογήτως
364ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν κατέθεσε τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα. Νὰ
365τὸν ἐλέγξητε μόνον ἐὰν εἶναι δικαιολογημένη ἢ μὴ παρ’
366αὐτοῦ κατάθεσις ἐγγράφων.
367§13Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἕνας βουλευτὴς θέλῃ νὰ
368ἀποδείξῃ, ὅτι μία Κυβέρνησις, οἱαδήποτε Κυβέρνησις, ἀπο-
369κρύπτει ἔγγραφα, διότι ἀποδεικνύεται διὰ τοῦτο ἡ εὐθύνη
370της, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ ποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ
371καὶ ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον αὐτῶν;
372(Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμ-
373βάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
374§14Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως).
375Αὐτὸ δὲν τὸ ἠρνήθη κανείς.
376§15Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν ἐτέθη ὀρ-
377θῶς ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνή-
378σεως τὸ ζήτημα, διότι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν
379ὁποίαν νὰ εἶναι δικαιολογημένη ἡ μὴ κατάθεσις ἐγγράφων.
380Δὲν ἀναγνωρίζεται δικαίωμα ἐκ τοῦ Πολιτεύματος καὶ τοῦ
381Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρ-
382νησις νὰ διαφεύγῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον διὰ τῆς
383καταθέσεως ἐγγράφων. Τὸ ζητούμενον δὲν εἶναι ἐὰν εἶναι
384δικαιολογημένη ἢ δὲν εἶναι δικαιολογημένη ἡ μὴ κατά-
385θεσις ἐγγράφων. Τὸ ζητούμενον εἶναι διὰ ποῖον λόγον δὲν
386κατέθεσε τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα.
387§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι ἀντι-
388τίθεται εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ ἄρνησις τοῦ ὑπουργοῦ νὰ κατα-
389θέσῃ τὰ ἔγγραφα δὲν ἔχει βάσιν. Σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ρητῶς
390τὸ Σύνταγμα ἐπιτάσσει ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις ὑποχρε-
391οῦται ὁ ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα. Συνεπῶς, δύνα-
392ται ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, δικαιολογῶν
393τὴν μὴ κατάθεσιν αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ
394Κανονισμοῦ, τὸ Προεδρεῖον ὁμολογεῖ, ὅτι γίνεται κατά-
395χρησις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι πάντοτε αὐτὸ συμβαίνει
396ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς μὴ καταθέσεως ἐγγράφων, νὰ ἀνα-
397πτύσσεται ἡ οὐσία τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Συνεπῶς, θὰ παρε-
398κάλουν τὸν κ. συνάδελφον, νὰ προχωρήσῃ καὶ νὰ ἐλέγξῃ
399διατὶ δὲν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα καὶ ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ
400ἔγγραφα, χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἐπερω-
401τήσεως.
402§17Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νομίζω, ὅτι ἐπῆλθε σύμπτωσις
403ἀπόψεων. Ἡ κατάχρησις πρέπει νὰ ἀπαγορεύεται, ἀλλὰ
404πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται ἡ χρῆσις. Ἐὰν καθιεροῦτο ἡ ἀρχή,
405ὅτι θὰ διατυποῦται μόνον ἡ ἐρώτησις διὰ τὴν μὴ κατάθε-
406σιν, καὶ οὐδὲν ἄλλο, τότε θὰ ἀπηγορεύετο ἡ χρῆσις. Ἐν
407τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐστερεῖτο ἐννοίας ὁ Κανονισμός, ὁ
408ὁποῖος δίδει εἰς τὸν βουλευτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ
409τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν
410ἐγγράφων.
411Θὰ πρέπει ἑπομένως, νὰ ἔχῃ ὁ βουλευτὴς τὸ δικαίωμα
412μιᾶς συνοπτικῆς ἐξηγήσεως τῆς οὐσίας τοῦ θέματος. Αὐτὴ
413εἶναι ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
414§18Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπερωτῶ τὸν κ.
415ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν κατέθεσε λεπτομερῆ
416λογ)σμὸν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον νὰ
417ἐμφαίνεται ποῖαι ἀναλήψεις ἐγένοντο ἀπὸ τὴν Τράπεζαν
418τῆς Ἑλλάδος εἰς δολλάρια, καθὼς καὶ τὰ δικαιολογητικὰ
419τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν τῶν δολλαρίων.
420Ἐπίσης δὲν κατετέθη ὁ ἄλλος λογαριασμός, ὁ λογαρια-
421σμὸς εἰς μετρητά, ὁ ὁποῖος τιτλοφορεῖται ὡς λογαριασμὸς
422προκαταβολὴ δαπανῶν διὰ τὸ Δικαστήριον.
423Ἐπίσης δὲν κατετέθησαν τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα διὰ
424τῶν ὁποίων θὰ ἀπεδεικνύετο κατὰ ποῖον τρόπον διετέθησαν
425τὰ ποσὰ αὐτά.
426Ἐπίσης δὲν κατετέθησαν, κ. Ὑπουργέ, αἱ ἀποφάσεις διὰ
427τῶν ὁποίων διωρίσθη τὸ ὑπόλοιπον ἰδιωτικὸν προσωπικὸν
428τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου· διότι ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουρ-
429γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἀποστείλῃ
430εἰς τὴν Βουλὴν μόνον μίαν ἀπόφασιν, ἐκ τῆς ὁποίας προ-
431κύπτει, ὅτι διωρίσθησαν μόνον 7 ὑπάλληλοι.
432Καὶ ἐρωτᾶται κατόπιν αὐτοῦ: Ἐφ’ ὅσον τὸ προσωπικὸν
433τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου ἀποτελεῖται ἀπὸ 20 ἐν ὅλῳ
434πρόσωπα, πότε διωρίσθησαν οἱ ὑπόλοιποι; Ἀλλὰ καὶ πέ-
435ραν αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ διορισμοῦ τῶν
436ἑπτὰ φέρεται εἷς μόνον μὲ 3.500 δραχ. μηνιαίως, οἱ δὲ ὑπό-
437λοιποι πρὸς 1.500, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου εἰς τὸ ἔγγραφον τὸ
438ὁποῖον ἀπηυθύνατε, κ. Ὑπουργέ, πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφέ-
439ρονται μὲ ποσὸν 1.800 δραχμῶν μηνιαίως, ἐρωτᾶται πῶς
440ηὐξήθησαν καὶ ἀπὸ πότε αἱ μηνιαῖαι ἀποδοχαὶ τῶν ὑπαλ-
441λήλων τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἂν ἐκυρώθησαν ἀπὸ ὑμᾶς, κ.
442Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἀποφάσεώς σας.
443§19Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
444Τί ἄλλο δὲν κατετέθη, κ. συνάδελφε; Ἐλησμονήσατε τὰ
445βιβλία δημοσιεύσεως τῶν ἀποφάσεων.
446§20Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ ἐκεῖ, κ. Ὑπουργέ.
447Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν ὑπ’ ἀριθ. 01710)1957 ἀπόφα-
448σιν τῶν κ. κ. ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν, ἐκ
449τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι πρὶν δημοσιευθῇ τὸ κυρωτικὸν
450διάταγμα καὶ πρὶν γίνῃ τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον, δίδετε
451ἐντολὴν εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου νὰ
452εἰσπράξῃ τὸ κονδύλιον τῶν 150.000 δραχ. Ἐξ αὐτῶν αἱ
45350.000 δραχμαὶ προορίζονται δι’ ἔπιπλα τοῦ Διοικητικοῦ
454Δικαστηρίου καὶ 100.000 διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προσω-
455πικοῦ. Ἀπὸ τὴν κίνησιν τοῦ λογαριασμοῦ εἰς τὴν Τράπε-
456ζαν τῆς Ἑλλάδος προκύπτει, ὅτι δὲν ἀναφέρονται ἐὰν τὰ
457ποσὰ αὐτὰ συνεψηφίσθησαν ἢ ἐπεστράφησαν. Ἐπίσης εἰς
458ὑπόλοιπον τοῦ εἰς δραχμὰς λογαριασμοῦ παρὰ τῇ Τραπέζῃ
459τῆς Ἑλλάδος φέρεται τὸ ποσὸν τῶν 420.000 δραχμῶν.
460Ὅταν ἐγὼ ἠρεύνησα τὸ θέμα, ὑπεύθυνοι τῆς διαχειρίσεως
461τῶν κονδυλίων αὐτῶν μοῦ εἶπον, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ καμμία
462δεκάρα ὑπόλοιπον, αὕτη θὰ εἶναι μέσα εἰς τὴν κάσαν, δη-
463λαδὴ εἰς τὸ χρηματοκιβώτιον τοῦ Διευθυντοῦ τῆς VII
464Δ)νσεως τῆς Γ.Δ.Δ.Λ. Ἀπὸ ἕτερον ἔγγραφόν σας, κ. Ὑ-
465πουργέ, προκύπτει, ὅτι ὑπάρχει πράγματι τὸ ἐνεργητικὸν
466αὐτὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 420.000 δραχμῶν, ἐνῷ ὡς προεῖπον οἱ
467ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι μοῦ εἶπον, ὅτι τὰ ποσὰ διετέθησαν
468ἐξ ὁλοκλήρου διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ὑπαλλήλων ἐν μέ-
469ρει καὶ διενεμήθησαν τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου ὅλο τὸ
470ἐνεργητικὸν καὶ ὅτι κρατεῖ εἰς χεῖρας του τὰς ἀποδείξεις
471ὅλων τῶν λαβόντων κατ’ ἀναλογίαν ὁ διαχειριστὴς τῶν πε-
472ριοδικῶν δαπανῶν τοῦ Δικαστηρίου τούτου.
473Καὶ ἐρωτᾶται κατόπιν τούτου, κ. συνάδελφοι, πῶς εὑρέθη
474τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 420.000 ὡς ἐνεργητικόν; Ἔχω τὴν
475γνώμην, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ κατετέθη ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὸ
476εἰσέπραξαν μετὰ τὸν θόρυβον ὁ ὁποῖος προεκλήθη δημοσίᾳ
477καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἀποτελεῖ ἀναμφισβη-
478τήτως ἔμπρακτον μετάνοιαν. Ἐπίσης, θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπὸ
479αὐτὸν τὸν λογαριασμόν......
480§21Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
481Παρακαλῶ νὰ περιορισθῇ ὁ κ. συνάδελφος εἰς τὴν ὑπό-
482μνησιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δὲν κατετέθησαν.
483§22Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Αὐτὸ κάμνω, κ. Ὑπουργέ.
484§23Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
485Δὲν τὸ βλέπομεν αὐτὸ ἀκόμη. Αἱ λεπτομέρειαι θὰ ἐκτε-
486θῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, καὶ εὔχομαι τὸ ταχύ-
487τερον νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς οὐσίας, διὰ νὰ πληροφο-
488ρηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ κἄτι ἄλλο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γνωρί-
489ζῃ. Διότι ὅταν τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον συζητῇ ὑπό-
490θεσιν ὡρισμένης κατηγορίας δικαιούχων, δὲν εἶναι δυνα-
491τὸν νὰ γίνεται ὁ θόρυβος αὐτός, διότι γνωρίζομεν πόθεν
492προέρχεται καὶ εἰς ποῖον σκοπὸν ἀποβλέπει.
493§24Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Τί ἐννοεῖτε, κ. Ὑπουργέ;
494§25Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
495Θὰ τὸ εἴπω ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς οὐσίας.
496§26Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου ἐγένετο
497μακρὰ συζήτησις περὶ τοῦ ἐὰν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ ἐπα-
498νέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ
499μὴ καταθέσεως ἐγγράφων. Ἔδωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τὸ πα-
500ράδειγμα αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδία δὲν
501σέβεται τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ σέβωνται
502οἱ βουλευταί. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ἐπροχώρησεν εἰς
503ὑπαινιγμὸν ἐναντίον τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος βουλευτοῦ, διὰ
504τοῦ ὁποίου εἰσέρχεται εἰς τὴν οὐσίαν. Ἀνεξαρτήτως τοῦ
505ἐὰν ἡ ἐπερώτησις ἀναφέρεται εἰς τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγρά-
506φων, ἀποτελεῖ χρέος τιμῆς τοῦ κ. ὑπουργοῦ νὰ εἴπῃ αὐτὸ
507τὸ ὁποῖον ὑπαινίσσεται καὶ νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς
508οὐσίας, διότι ὁ ἴδιος δὲν δύναται νὰ ὑπαινίσσεται πράγματα,
509τὰ ὁποῖα θὰ μείνουν εἰς τὸν ἀέρα μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ συ-
510ζήτησις τῆς οὐσίας.
511§27Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ἀναμένω ἀπάντησιν, κ. Ὑπουργέ.
512§28Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
513Θὰ τὴν λάβετε ὅταν τελειώσῃ ἡ συζήτησις.
514§29Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ἐπίσης κατετέθη ἓν ἀντίγραφον
515ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης......
516§30Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
517Ἀφοῦ κατετέθη; Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ πρέπει νὰ
518πάρῃ σοβαρὸν χαρακτῆρα ἡ συζήτησις.
519§31Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἀνακοινοῦ-
520ται, ὅτι διωρίσθη πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου
521ὁ Ἀρεοπαγίτης κ. Σοῦρλος. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἐνῷ
522ὁ κυρωτικὸς νόμος 3376)57 ἐδημοσιεύθη τὴν 12.10.57 καὶ
523ἐν συνεχείᾳ τὸ διάταγμα ἐδημοσιεύθη μετὰ 5½ μῆνας
524ἤτοι τὴν 31.3.58, ὁ κ. Σοῦρλος διωρίσθη τὴν 15.10.57.
525§32Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
526Κατετέθη ὅμως εἰς τὴν Βουλήν.
527§33Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Δὲν κατετέθη ὅμως ἡ ἀπόφασις.
528§34Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
529Κύριε συνάδελφε, παρακαλεῖσθε νὰ παρακολουθῆτε τὴν
530πορείαν τῶν αἰτήσεών σας. Καὶ νὰ μὴ ἐπανέρχεσθε εἰς τὰ
531παράπονα περὶ μὴ καταθέσεως ἐγγράφων κατατεθέντων ἢ
532περιλαμβανομένων εἰς τὰ κατατεθέντα. Κατετέθη καὶ ἡ
533ἀπόφασις.
534§35Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Δὲν κατετέθη.
535§36Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐκοινοποίησεν ἡ Βουλὴ τὸ
536ἔγγραφον;
537§37Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι μεταξὺ τῶν κατατε-
538θέντων τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου Πειραιῶς 9. Ἐπί-
539σης ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν βιβλίων καταχωρήσεως
540τῶν ἀποφάσεων τοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου καὶ συνοπτι-
541κὰς καταστάσεις περὶ τῶν ὁριστικῶν ἀποφάσεων προδικα-
542στικῶν, ἀναβλητικῶν κλπ. Ἔλαβα ὅμως τὴν ἀπάντησιν
543ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ βιβλία αὐτὰ
544δὲν δύνανται νὰ κατατεθοῦν, ἀλλ’ ὅτι πᾶς τις δύναται νὰ
545μεταβῇ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ νὰ λάβῃ γνῶσιν τούτων.
546Πράγματι, κ. συνάδελφοι, ἠκολούθησα τὴν ὁδὸν ποὺ ὑπε-
547δείκνυεν ὁ κ. ὑπουργός, μετέβην εἰς τὰ Γραφεῖα καὶ διε-
548πίστωσα πολλὰς ἀτασθαλίας τοῦ Δικαστηρίου τούτου, ἐνδει-
549κτικῶς ὅμως σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς μίαν συνεδρίασιν, τῆς
55023 Σεπτεμβρίου 1958 ἐξεφωνήθησαν ἐκ τοῦ πινακίου 336
551ὑποθέσεις καὶ διεμοιράσθησαν 106.000 δραχμὰς τὰ 4 μέλη
552τοῦ Δικαστηρίου.
553§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βαλοῦρδο, μὴ εἰσέρχεσθε παρακα-
554λῶ εἰς τὴν οὐσίαν.
555§39Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ἐξ ὅλων αὐτῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι
556τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον παρηρμήνευσε τὸν ὅρον «ἀπό-
557φασις», ἐπολλαπλασίασε τὰς ἀποφάσεις καὶ εἰσέπραξε τὸ
558ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκτακοσίων χιλιάδων (1.800.
559000) δραχμῶν, καὶ δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἕνας με-
560τανάστης Ἕλλην εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἐὰν ἐπιτύχῃ ὕστε-
561ρα ἀπὸ 15–30 χρόνια ξενητιά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοι-
562κονομήσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐπιστρέφων εἰς τὴν Ἑλλάδα, κ.
563συνάδελφοι. Τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰσεπράχθη ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ
564Διοικητικοῦ Δικαστηρίου καὶ τὸν Πρόεδρον αὐτοῦ, εἰς 29
565συνεδριάσεις καὶ μόνον. Ἦτο βεβαίως ἡ ὅλη αὐτὴ ὑπό-
566θεσις μία ἐκδήλωσις ἐπινοήσεως μανδαρινισμοῦ ἄνευ προ-
567ηγουμένου. Διότι τὰ τελευταῖα βράδυα, ποὺ συνεζητήσαμεν
568ἐδῶ τὸ περὶ προσθέτων ἀμοιβῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλή-
569λων ἐπίμαχον νομοσχέδιον ἔλαβον καὶ τότε θέσιν, ὥστε
570θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν μου,
571ἐὰν δὲν εἶχον τὴν ἀπόφασιν πρῶτον νὰ ἐλέγξω.
572Θὰ ἠμποροῦσε τὴν βραδυὰ ἐκείνην νὰ ἀποτελέσῃ ἡ πε-
573ρίπτωσις αὐτὴ τὴν λυδίαν λίθον εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις
574ἐναντίον τῶν μανδαρίνων διὰ τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν καὶ
575τὸ γνωστὸν νομοσχέδιον.
576Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἔχω μὲ κανένα δημόσιον ὑπάλλη-
577λον τίποτε ἀπολύτως. Εἶναι γνωστὸν ὅμως, ὅτι ἀπὸ ἀρθρο-
578γραφίαν μου ἀπὸ τῶν στηλῶν τῶν ἐφημερίδων, ἀλλὰ ἐπί-
579σης καὶ ἀπὸ τὴν γνωστὴν ἐπερώτησίν μου τοῦ Ἀπριλίου
580τοῦ 1959 ὡς καὶ ἀπὸ τὴν τελευταίαν μου ἀγόρευσιν ὅταν
581ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθέτων ἀμοιβῶν τῶν δη-
582μοσίων ὑπαλλήλων, ἤμουν ἐναντίον τῶν προσθέτων ἀπο-
583λαβῶν καὶ ἀμοιβῶν καὶ ἑπομένως καὶ τοῦτο τὸ θέμα τὸ
584ἀντιμετωπίζω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Δὲν εἶναι δυνατὸν
585ὑπάρχοντος τοῦ ἄρθρου 102 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νό-
586μου 2276)52 καὶ τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος παρ’ ἡμῶν
587νόμου 4025)59, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, ἕνας τμηματάρ-
588χης, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν γραμματείαν τοῦ Διοικητικοῦ
589Δικαστηρίου καὶ τοῦ ὁποίου ὁ μισθὸς δὲν εἶναι πάρα πάνω
590ἀπὸ 3.000 τὸν μῆνα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράττῃ διὰ
59129 συνεδριάσεις 250.000 δραχμάς, οὔτε εἶναι δυνατὸν εἰς
592ἕνα διευθυντὴν μὲ μισθὸν 7.000 δραχμὰς νὰ εἰσπράττῃ
593ἐπίσης τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 250.000 δραχμῶν διὰ 29 συ-
594νεδριάσεις, οὔτε καὶ ὁ Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος δυνατόν, ἴσως
595νὰ ἔχῃ 10.000 τὸν μῆνα μισθόν, νὰ εἰσπράττῃ καὶ αὐτὸς
596διὰ 29 συνεδριάσεις 250.000, πέραν τοῦ μισθοῦ τῆς ὀργα-
597νικῆς θέσεως ποὺ κατέχουν καὶ ἑτέρων συμβουλίων ποὺ
598συμμετέχουν.
599Θὰ ἦτο δυνατόν, λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, ἐὰν κατετίθεντο
600καὶ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τὰ ὁποῖα δὲν κατεθέσατε, θὰ ἦτο δυ-
601νατὸν νὰ μὴ γίνῃ καμμία συζήτησις, οὔτε καὶ ἐγὼ νὰ ἀπα-
602σχολήσω τὴν Βουλήν, οὔτε νὰ ἔχῃ φθάσει τὸ θέμα καθ’
603ὃν τρόπον ἔφθασε καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ μὲ ὅσα θὰ
604γράψουν πάλιν αὔριον.
605Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε οἱ ἑκάστοτε ὑπουργοί, οἱ ἐπερω-
606τώμενοι ὑπουργοί, διὰ θέματα ὄχι μόνον πολιτικοῦ περιε-
607χομένου, ἀλλὰ εἰδικῶς διὰ θέματα διαχειρίσεως δημοσίου
608χρήματος, νὰ εἶναι συνεπεῖς καὶ νὰ σπεύδουν νὰ καταθέ-
609τουν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται παρὰ τῶν συναδέλ-
610φων των, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προσφέρουν ὑπηρε-
611σίαν. Κακῶς, λοιπόν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπρά-
612ξατε μὴ καταθέσαντες εἰδικῶς αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα
613ἀνέφερα καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως.
614§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει
615τὸν λόγον.
616§41Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
617Κύριοι συνάδελφοι, ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις καταθέσεως ἐγ-
618γράφων ἐκ μέρους τοῦ κατελθόντος τοῦ βήματος κ. συνα-
619δέλφου. Καὶ τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον
620ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀπὸ τὸν ὁμιλοῦντα, ὁ ὁποῖος
621ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπάντησιν ἓξ ὁλοκλήρων
622σελίδων, δι’ αὐτῆς ἐξέθετεν ὅλον τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέ-
623σεως καὶ ἔδιδε πληροφορίας περὶ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν
624εὑρίσκετο ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐκδικάσεως τῶν αἰτήσεων τῶν
625Ἑλλήνων τῆς Ρουμανίας.
626Κύριοι συνάδελφοι, διὰ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔδω-
627σα καὶ διὰ τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, ἐδόθη
628πλήρης ἀπάντησις εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον
629τεθῆ. Καὶ ἡ ἀπάντησις ἐδόθη ἐπίσης καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν
630τῆς πρωϊνῆς ἀντιπολιτευομένης ἐφημερίδος, τῆς «Ἐλευθε-
631ρίας», ἡ ὁποία μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ φιλοξενήσῃ δύο
632ἐπιστολάς μου ἀπαντητικὰς διαφόρων ἐπικρίσεων τῆς ἐπο-
633χῆς ἐκείνης. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ κατηγορηθῇ τὸ
634Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἀπέ-
635φυγαν νὰ δώσουν πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς
636ἢ νὰ καταθέσουν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Καὶ τὰ ἔγγραφα,
637κ. Πρόεδρε, κατετέθησαν ἐμπροθέσμως —διότι καὶ αὐτὸ
638ἔχει σημασίαν. Ἡ σύνοδος ἤρχισε τὰς ἐργασίας της, τὴν
63914 Νοεμβρίου. Αἱ αἰτήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ εἶχον κατα-
640τεθῆ προηγουμένως. Ἡ προθεσμία ὅμως ἐντὸς τῆς ὁποίας
641ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα,
642δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κινηθῇ ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ
643τὴν ὁποίαν ἀρχίζουν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνόδου καὶ ἀπὸ
644τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὑπολογιζομένης τῆς προθεσμίας, τὸ Ὑ-
645πουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐμπροθέσμως κατέθεσε τὰ ζη-
646τηθέντα ἔγγραφα.
647Ποῖα ἦσαν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα; Αἱ ἀποφάσεις διὰ
648τῶν ὁποίων εἶχεν καθορισθῆ ἡ ἀποζημίωσις τῶν μελῶν τοῦ
649δικαστηρίου. Ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης —
650ἐμοῦ προσωπικῶς ὡς ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸ 1957—
651διὰ τῆς ὁποίας διώρισα καὶ δὲν ὑπέδειξα τὸν Πρόεδρον
652τοῦ Δικαστηρίου. Διότι ὁ σχετικὸς νόμος ὁ ὁποῖος εἶχε δη-
653μοσιευθῆ ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς πράξεώς μου, τὸν Ὀκτώ-
654βριον δηλαδὴ τοῦ 1957, ὥριζεν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δι-
655καιοσύνης δὲν ὑποδεικνύει ἁπλῶς, ἀλλὰ διορίζει τὸν Πρόε-
656δρον τοῦ Δικαστηρίου. Προέβλεπεν ἐπίσης, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ
657Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν διὰ κοινῆς ἀποφάσεως ὁρί-
658ζουν τὰ ἄλλα δύο μέλη τοῦ Δικαστηρίου. Ὁ ὑπουργὸς τῆς
659Δικαιοσύνης, παρακληθεὶς ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς Οἰκονομι-
660κῶν καὶ Ἐξωτερικῶν, ἔσπευσε νὰ διορίσῃ τὸν Πρόεδρον
661τοῦ Δικαστηρίου. Διότι ἦτο ἀπαραίτητος ἡ σύμπραξις δικα-
662στικοῦ εἰς τὴν σύνταξιν καὶ προπαρασκευὴν τοῦ ἐκτελεστι-
663κοῦ διατάγματος τοῦ νόμου. Τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἐπρόκειτο
664νὰ περιλάβῃ διαδικαστικὰς διατάξεις, δηλαδὴ τὰς διατάξεις
665ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἐξεδίκαζε καὶ θὰ ἔκρινε τὰς
666ὑποθέσεις τῶν δικαιούχων τῆς ἀποζημιώσεως τὸ συνιστώ-
667μενον τότε Διοικητικὸν Δικαστήριον. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν
668λόγον ἀκριβῶς ἐζητήθη ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
669νης νὰ ὁρίσῃ ἀμέσως τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου. Καὶ
670πράγματι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου διωρίσθη καὶ δὲν
671ὑπεδείχθη ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὑπουργούς. Καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ
672Δικαστηρίου, Ἀρεοπαγίτης, συνέπραξε μὲ τὰς ὑπηρεσίας
673τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν
674διατύπωσιν τοῦ ἐπακολουθήσαντος διατάγματος. Δὲν ἐπρό-
675κειτο φυσικὰ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν
676δὲν εἶχεν ἀκόμη συγκροτηθῆ τὸ Δικαστήριον νὰ ἀμειφθῇ
677ὁ Ἀρεοπαγίτης ὡς Πρόεδρος διὰ τὴν προσφορὰν τῶν ὑπη-
678ρεσιῶν αὐτοῦ. Ἐπηκολούθησε κατόπιν καὶ ἡ κοινὴ ἀπόφα-
679σις τῶν δύο ὑπουργῶν, ἡ ὁποία ὥρισε τὰ δύο ἄλλα μέλη
680τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἡ ἀπόφασις τῶν ὑπουργῶν Οἰκονομι-
681κῶν καὶ Ἐξωτερικῶν διὰ τῆς ὁποίας καθωρίζοντο αἱ ἀμοι-
682βαὶ τῶν μελῶν τοῦ Δικαστηρίου.
683Ὁ ἐπερωτῶν συνάδελφος, ἔχει εἰς χεῖρας του καὶ ἀντί-
684γραφα ὅλων τῶν ἀποφάσεων διὰ τῶν ὁποίων εἶχον καθο-
685ρισθῆ, αὐξηθῆ καὶ μειωθῆ αἱ ἀποζημιώσεις καὶ ἀμοιβαὶ τῶν
686μελῶν τοῦ Δικαστηρίου.
687§42Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Τὸν Νοέμβριον ἐμειώθησαν.
688§43Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
689Τὸν Νοέμβριον, ἀλλὰ διὰ ποίαν περίοδον ὅμως; Ἀπὸ του
690Μαΐου ἰσχύει ἡ μείωσις αὕτη.
691§44Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ἀφοῦ τὰ εἶχον εἰσπράξει καὶ μετὰ
692τὴν καταγγελίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμα.
693§45Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
694Δὲν ἐχρειάσθη ἡ συμβολή σας. Θὰ ἀποδειχθῇ πῶς εἶχε κα-
695τοχυρωθῆ πολὺ ἐνωρίτερα ἡ ἠθικὴ τάξις καὶ τὸ συμφέρον
696τῶν δικαιούχων. Κύριε Πρόεδρε, ἐζητήθη ἀπὸ τὸν ἐπερω-
697τῶντα ἡ κατάθεσις τῶν λογαριασμῶν τῆς Τραπέζης Ἑλλά-
698δος. Ἀπέστειλα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποθέτω νὰ ἔχῃ λάβει
699τὰς δύο βεβαιώσεις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πρώτη
700ἀνεφέρετο εἰς τὴν κίνησιν τοῦ λογαριασμοῦ εἰς δραχμὰς καὶ
701ἡ δευτέρα εἰς τὴν κίνησιν τοῦ λογαριασμοῦ εἰς δολλάρια.
702Καὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν τῆς Τραπέ-
703ζης τῆς Ἑλλάδος ποῖον εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ λογαριασμοῦ
704εἰς δραχμὰς καὶ ποῖον εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ λογαριασμοῦ
705εἰς δολλάρια καὶ ἐξάγεται ἀκόμη μὲ μίαν ἁπλῆν ἀριθμη-
706τικὴν πρᾶξιν, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον διετέθη διὰ
707τὴν λειτουργίαν τοῦ δικαστηρίου. Καὶ διὰ τῆς ἀπαντή-
708σεως πρὸς τὴν Βουλὴν ἔδωσα ἀνάλυσιν τοῦ ποσοῦ καὶ ἐξέ-
709θεσα ποῖον ποσὸν διετέθη διὰ τὴν ἀμοιβὴν τῶν μελῶν τοῦ
710δικαστηρίου καὶ ποῖον διὰ τὰς ἀμοιβὰς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ
711δικαστηρίου, διὰ τὰ ἔπιπλα, διὰ τὴν ἀγορὰν γραφομηχα-
712νῶν, διὰ τὴν ἀγορὰν διαφόρων σκευῶν καὶ λοιπὰς δαπά-
713νας. Διότι πρόκειται περὶ ὀργανώσεως μιᾶς ὁλοκλήρου ὑπη-
714ρεσίας, ἡ ὁποία ἀντιμετωπίζει τὸ πρόβλημα τοῦ καθορι-
715σμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων. Καὶ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἔχουν κα-
716τατεθῆ. Καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, ἐπειδὴ ἔγινε
717λόγος περὶ τοῦ Προέδρου καὶ περὶ κινδύνου καταδολιεύ-
718σεως τῶν συμφερόντων τῶν δικαιούχων, ἀπὸ τῆς 2ας Ἀ-
719πριλίου 1959 μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 412 ἐμπιστευτικόν του ἔγγρα-
720φον ἀπευθυνόμενον πρὸς ὅλα τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Δι-
721καστηρίου, πρὸς διευκρίνισιν τῆς ἀποφάσεως τῶν ὑπουρ-
722γῶν καθορίζει, ὅτι κατὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς ἀποφά-
723σεως ἀμοιβαὶ εἰς τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου θὰ παρασχεθοῦν
724μόνον δι’ ἑκάστην ὁριστικῶς τέμνουσαν τὴν διαφορὰν ἀπό-
725φασιν καὶ ὄχι διὰ τὰς τυχὸν ἐκδιδομένας προδικαστικάς,
726ἀναβλητικάς, ἢ ἄλλης φύσεως τοιαύτας καὶ ὅτι κατὰ συνέ-
727πειαν, μία καὶ μόνη ἀμοιβὴ θὰ καταβάλλεται δι’ ἑκάστην
728ὑπόθεσιν. Καὶ προσθέτει εἰς τὸ ἔγγραφόν του ὁ Πρόεδρος
729τοῦ Δικαστηρίου–Ἀρεοπαγίτης, ὅτι «εἶναι προφανές, ὅτι
730ἡ ἀποζημίωσις εἶναι δεδουλευμένη μόνον μετὰ τὴν δημο-
731σίευσιν καὶ καταχώρησιν τῶν ἀποφάσεων καὶ οὐχὶ ἅμα τῇ
732εἰσαγωγῇ πρὸς συζήτησιν ἑκάστης δικογραφίας.
733Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως, κίνδυνος διὰ τὰ συμφέροντα τῶν
734δικαιούχων, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου εἶχε λάβει
735αὐτὰ τὰ μέτρα ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1959. Καί, ἤδη,
736ἀπαντῶ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατικῆς
737Ἑνώσεως. Κατὰ τὰς 25 Ὀκτωβρίου 1959 ἐδημοσιεύθη ἀνα-
738κοίνωσις τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικοῦ
739εἰς τὴν ἐφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» διὰ τῆς ὁποίας ἀνε-
740σκευάζοντο τὰ ἀναγραφέντα εἰς τὴν ἰδίαν ἐφημερίδα καὶ
741εἰς τὴν ἐφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» ἐν σχέσει μὲ τὰς Ρουμανι-
742κὰς ἀποζημιώσεις. Μία παράγραφος τῆς ἀνακοινώσεως ἐ-
743κείνης λέγει ὅτι: Προξενεῖ ἐντύπωσιν εἰς τοὺς χειριζομέ-
744νους τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἐπίθεσις συγ-
745χρονίζεται μὲ προσπάθειαν ἡ ὁποία καταβάλλεται πλησίον
746τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἔκδοσις
747ἀποφάσεων κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν δικαιούχων. Ὁ κ. συ-
748νάδελφος ὁ ὁποῖος φυσικὰ δὲν εἶναι μέτοχος εἰς τὰς δολο-
749πλοκίας αὐτάς, ἔπρεπε νὰ προσέξῃ, κ. Πρόεδρε, τὴν παρά-
750γραφον ἐκείνην τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστη-
751ρίου, διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἀκούσιος οὕτω συνεργός.
752§46Κ. ΠΥΡΟΜΑΓΛΟΥ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διαβά-
753σω τὴν παράγραφον αὐτήν.
754Ἡ παράγραφος λέγει: «Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων γεγονότων
755καὶ ἀριθμῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ δικαστήριον ἀντιθέτως
756ἀκριβῶς πρὸς τὰ δημοσιευόμενα, ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν ἀπο-
757στολήν του». Θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ, ὅτι εἰς τοὺς ἐποπτεύον-
758τας τὸ ἔργον τῆς ἐκδικάσεως τῶν Ρουμανικῶν ἀποζημιώ-
759σεων προκαλεῖ ἐντύπωσιν τὸ γεγονὸς......... (ἀνα-
760γινώσκει)........».
761§47Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
762Κύριε συνάδελφε, δὲν χρειάζονται ἄλλαι διευκρινήσεις διότι
763ἡ ἀνακοίνωσις εἶναι πλήρης. Κατεβλήθη προσπάθεια νὰ
764χρησιμοποιηθοῦν ὡς δικηγόροι τῶν δικαιούχων, πρόσωπα
765συνδεόμενα συγγενικῶς ἢ φιλικῶς πρὸς τὰ μέλη τοῦ δικα-
766στηρίου, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ παρά-
767στασις τῶν δικηγόρων ἐκείνων νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κρίσιν τῶν
768μελῶν τοῦ δικαστηρίου. Διευκρινίζω, ὅτι ὁ ἐπερωτήσας κ.
769συνάδελφος, εἶναι ξένος πρὸς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
770Τὸ δικαστήριον ἐπροχώρησεν εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑπο-
771θέσεων καὶ ἤδη ἔχει περίπου περατώσει τὰ ¾ ἢ μᾶλλον
772τὰ ⅘ τοῦ ἔργου του, καὶ ἔχουν ἐκδοθῆ 6.700 ἢ 7.000
773ἀποφάσεις. Καὶ ὑπολείπεται σήμερον νὰ ἐκδικασθοῦν 360
774φάκελλοι. Αἱ ὑποθέσεις αὗται θὰ συζητηθοῦν ἐντὸς 3μήνου
775ἤτοι μέχρι τοῦ Μαρτίου. Ἡ καθυστέρησις ὀφείλεται κυρίως
776εἰς τοὺς δικαιούχους ἐπιθυμοῦντας ἀναβολὴν συζητήσεως
777λόγῳ δυσχερείας συγκεντρώσεως τῶν δικαιολογητικῶν ἔτι
778δὲ καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην τηρήσεως μακρᾶς προθεσμίας εἰς
779τοὺς διαδίκους δικαιούχους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὸ
780ἐξωτερικόν. Οὐσιαστικῶς τὸ ἔργον φθάνει εἰς τὸ τέρμα
781του καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἔχει κατοχυρώσει τὰ
782συμφέροντα τῶν δικαιούχων μὲ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τῆς
783καταβολῆς ἀμοιβῆς ἅπαξ διὰ τὴν ὁριστικῶς κρινομένην ὑ-
784πόθεσιν καὶ ὄχι πολλαπλῶς δι’ ἑκάστην ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑπο-
785θέσεως ἐκδιδομένην ἀπόφασιν.
786§48Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται καὶ περὶ
787ἀρίστου δικαστοῦ.
788§49Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
789Χαίρω, κ. συνάδελφε, διὰ τὴν διαπίστωσιν. Ὁ ὑπουργὸς
790Δικαιοσύνης ἕνα ἐκ τῶν ἀρεοπαγιτῶν ἔπρεπε νὰ χρησιμο-
791ποιήσῃ. Βεβαίως πρόκειται περὶ ἀρίστου δικαστοῦ. Νομί-
792ζω ὅμως, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι ἀρεοπαγῖται δὲν ὑστεροῦν τοῦ
793χρησιμοποιηθέντος. Δὲν ἀπέστειλα, κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν
794Βουλὴν διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ ἐπερωτῶν συνάδελφος τὰ βι-
795βλία δημοσιεύσεως τῶν ἀποφάσεων. Ὅλοι οἱ δικηγοροῦν-
796τες γνωρίζουν ὅτι τὰ βιβλία εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν λει-
797τουργίαν τῶν δικαστηρίων, διὰ νὰ παρακολουθοῦν οἱ διά-
798δικοι, οἱ δικηγόροι καὶ πᾶς ἰδιώτης τὴν κίνησιν τῆς ὑπο-
799θέσεως καὶ διὰ νὰ πληροφοροῦνται τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφά-
800σεως. Εἶπον εἰς τὴν ἀπάντησίν μου, ὅτι τὰ βιβλία εἶναι εἰς
801τὴν διάθεσιν τῶν δικηγόρων καὶ τῶν δικαιούχων καὶ παν-
802τὸς ἄλλου ἐνδιαφερομένου διὰ νὰ λάβουν γνῶσιν.
803Ὑπεστήριξεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὸ δικαστήριον ἐπρα-
804γματοποίησε κατὰ ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον 29 μόνον
805συνεδριάσεις, διὰ τὰς ὁποίας θὰ εἰσπράξῃ ἕνα ποσόν, ὡς
806ἐάν, κ. συνάδελφοι, ἡ ἐργασία τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου,
807παντὸς δικαστηρίου εἰς τὴν τομὴν τῶν ὑποθέσεων, νὰ συ-
808νίσταται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν παρουσίαν των
809ἐπὶ τῆς ἕδρας, εἰς τὴν ἐκφώνησιν τῆς ὑποθέσεως καὶ εἰς
810τὴν ἀκρόασιν τῶν διαδίκων καὶ τῶν μαρτύρων ἐνδεχομέ-
811νως, χωρὶς νὰ παρίσταται ἀνάγκη ἄλλης ἐργασίας διὰ τὴν
812προπαρασκευὴν τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως καὶ διὰ τὴν
813μελέτην τοῦ φακέλλου.
814§50Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἀνεφέρατε τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα
815εἰσέπραξαν.
816§51Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
817Δι’ ὅλα θὰ λάβητε ἀπάντησιν. Κύριοι συνάδελφοι, αἱ ἀπο-
818φάσεις τοῦ δικαστηρίου, ἔχουν ἐπιδικάσει μέχρι σήμερον
819ποσὸν 4 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Αἱ ἀποφάσεις
820αὗται ἔπρεπε νὰ παραμείνουν εἰς τὸ δικαστήριον κατὰ
821ρητὴν διάταξιν τοῦ σχετικοῦ νόμου, μέχρις ὅτου συμπλη-
822ρωθῇ ἡ ἐκδίκασις ὅλων τῶν φακέλλων. Ἔτσι ὁρίζει ὁ νό-
823μος. Καὶ μετὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἐκδικάσεως θὰ γίνῃ
824σύμμετρος κατανομὴ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως εἰς ὅλους
825ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον δικαίωμα ἐκ τῆς ἐκδόσεως τῆς
826ἀποφάσεως. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ προσ-
827τεθῇ, ὅτι ἡ ἀλόγιστος ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τοῦ δικαστηρίου
828ἀδικαιολογήτων καὶ ὑπερμέτρων ἀξιώσεων ὡρισμένων πο-
829λιτῶν θὰ προεκάλει κατ’ ἀνάγκην τὴν ἀδικίαν ἄλλων δι-
830καιούχων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπωφεληθοῦν
831τῆς μεθόδου τῆς διογκώσεως τῆς ἀπαιτήσεως, καὶ νὰ πα-
832ρασύρουν τὸ δικαστήριον εἰς τὴν ἔκδοσιν μιᾶς ἀποφάσεως,
833ἡ ὁποία θὰ ἐπεδίκαζεν ὑπερβολικὸν ποσόν. Ἄς θεωρηθοῦν
834ταῦτα ὡς ἐπαρκὴς ἀπάντησις πρὸς τοὺς σκοπίμως διὰ τὸν
835λόγον τοῦτον θορυβοῦντας. Ἔλεγον, κ. συνάδελφοι, ὅτι τὸ
836δικαστήριον ἔπρεπε νὰ εἶναι πολὺ προσεκτικόν, διότι ἡ ἐκδί-
837κασις τῆς ὑποθέσεως καὶ ἡ ἐπιδίκασις ἑνὸς ποσοῦ δὲν ἀπε-
838τέλει μόνον δικαίωσιν τοῦ δικαιούχου, ἀλλὰ καὶ περιορι-
839σμὸν συγχρόνως τοῦ δικαιώματος τῶν ἄλλων. Καὶ αὐτὸ ἐπε-
840δίωξε τὸ δικαστήριον. Καὶ ἴσως δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προ-
841εκάλεσε καὶ τὴν μῆνιν ὡρισμένων προσώπων. Βραδύτερον,
842διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα ἔλεγον περὶ τῶν δημοσιευομένων
843ἀποφάσεων, πρωτοβουλία τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν,
844ἀπεφασίσθη διὰ διοικητικοῦ μέτρου ἡ ἄμεσος ἀποστολὴ τῶν
845ἀποφάσεων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν διὰ νὰ γίνεται
846ἡ καταβολὴ ἑνὸς ποσοστοῦ τῆς ἐπιδικαζομένης ἀπαιτήσεως,
847χωρὶς νὰ ἀναμένεται ἡ ὁλοκλήρωσις τοῦ ἔργου τῆς ἐκδικά-
848σεως. Καὶ πράγματι ἡ γραμματεία τοῦ δικαστηρίου συνε-
849μορφώθη μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ
850ἤρχισε νὰ διαβιβάζῃ ἀντίγραφα τῶν ἀποφάσεων. Ἐπειδὴ
851ὅμως ἦτο δυνατὸν νὰ καθυστερήσῃ ἡ ἀντιγραφὴ τῶν ἀπο-
852φάσεων πρὸς μείζονα διευκόλυνσιν τῶν δικαιούχων, καθι-
853ερώθη ἡ ἀποστολὴ καταστάσεως, ἡ ὁποία περιελάμβανε τοὺς
854δικαιούχους καὶ τὸ ἐπιδικασθὲν ποσὸν εἰς τρόπον ὥστε ἡ
855ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν νὰ προβῇ
856εἰς τὴν διάθεσιν μέρους τοῦ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς ποσοῦ
857πρὸ τῆς ὁλοκληρώσεως τοῦ ἔργου τῆς ἐκδικάσεως.
858Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀπάντησις περιλαμβάνει καὶ τὸν
859ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς
860τὸ ἔργον τοῦ δικαστηρίου. Ἐπρόκειτο περὶ αἰτήσεων, αἱ
861ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Πρεσβείαν τῆς Βέρνης. Συν-
862ετάχθησαν εἰς τὴν Ρουμανικὴν ὅλα τὰ δικαιολογητικά. Τὸ
863δικαστήριον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσλάβῃ τρεῖς
864μεταφραστὰς ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ 2.600 τοῦ ἑνὸς καὶ 2.300
865τῶν ἄλλων δύο ἐκ τῶν Ἑλλήνων τῆς Ρουμανίας φυσικά.
866Προσέλαβε δύο δακτυλογράφους καὶ ἓξ διοικητικοὺς ὑπαλ-
867λήλους ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ 1.700 δραχμῶν. Προσέλαβεν
868ἀκόμη ἕνα ὑπάλληλον προερχόμενον ἀπὸ τὴν γραμματείαν
869τῶν δικαστηρίων καὶ ἕνα κλητῆρα. Αὐτὸ εἶναι τὸ προσωπι-
870κόν, τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην. Πέραν
871αὐτοῦ, ἐπιμονῇ τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου, εὑρέθημεν
872εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χρησιμοποιήσωμεν καὶ ὡρισμένους ὑ-
873παλλήλους τῆς γραμματείας τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν
874καθ’ ὑπερωρίαν διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ καθαρογραφή,
875ἡ ἀντιγραφὴ καὶ ἡ ταχεῖα ἀποστολὴ τῶν ἀποφάσεων εἰς
876τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ πλη-
877ρωμὴ τῶν δικαιούχων. Τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον κατεβλήθη εἰς
878τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου ἐλέγχεται ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τοῦ
879Προέδρου αὐτοῦ. Καὶ ἐπειδὴ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους διε-
880πιστώθη, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶχε καταβληθῆ εἰς ὡρι-
881σμένα μέλη τοῦ δικαστηρίου, ὑπερέβη τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον
882ἐδικαιοῦντο νὰ λάβουν βάσει τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἄρθρου
883102 τοῦ Συντάγματος, οἱ λαβόντες ἀπέδωσαν τὸ ποσὸν τὸ
884ὁποῖον εἶχε καταβληθῆ εἰς αὐτοὺς κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ
885ἔτους σὺν τῇ ἐκδόσει τῶν ἀποφάσεων καθ’ ὃ μέρος ὑπερέ-
886βαινε τὸ ὅριον τὸ ὁποῖον ἐπετρέπετο νὰ πραγματοποιή-
887σουν διὰ προσθέτους ἀμοιβὰς καὶ ἀπολαυάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ
888ἱστορία τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἐλπίζω, ὅτι ταχέως θὰ
889δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ συζητηθῇ καὶ ἡ ἐπερώτησις εἰς τὴν
890οὐσίαν διὰ νὰ δοθοῦν καὶ ἄλλαι πληροφορίαι.
891§52Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον διότι
892τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δικαιώνουν
893ἀπολύτως κατὰ τὴν κρίσιν μου τὴν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν
894εἶχε κάμει ἐν προκειμένῳ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βα-
895λοῦρδος. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι
896θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε καταθέσει τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἐζή-
897τει ὁ κ. Βαλοῦρδος, δηλαδὴ τὸν λογαριασμὸν μετὰ τῶν
898δικαιολογητικῶν. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ
899πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀπήρτισαν τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον
900εἶναι ἄξια λόγου, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, ὁ
901ὁποῖος εἶναι Ἀρεοπαγίτης ἐκ τῶν ἀρίστων. Ἀλλὰ ὡς εἶ-
902πεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύναται κανεὶς
903νὰ ὑποτιμᾷ τοὺς ἄλλους ἐξαίρων τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος Ἀρεο-
904παγίτην. Καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι δημόσιοι, εἶναι ἀνώτε-
905ροι. Δὲν ἔχει κανεὶς νὰ εἴπῃ τίποτε ἐναντίον των διὰ τὸν
906τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἤθελον οἱ ἴδιοι νὰ ἀσκήσουν τὰ
907καθήκοντά των, ἀπονέμοντες τὸ δίκαιον καθ’ ὃν τρόπον
908δύνανται. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν
909κομίζει γλαῦκα εἰς Ἀθήνας ὅταν ὑπαινίσσεται ἢ ἐκθέτῃ,
910ὅτι οἱ δικαιοῦχοι προσπαθοῦν διὰ παντὸς μέσου νὰ ἐπι-
911τύχουν περισσοτέραν ἀπολαυὴν διὰ τῶν ἀποφάσεων.
912Δυστυχῶς γνωρίζομεν, ὅτι πάντοτε οἱ δικαιοῦχοι προσπα-
913θοῦν πᾶν μέσον νὰ μεταχειρισθοῦν ἰδίως προκειμένου
914περὶ διοικητικοῦ δικαστηρίου καὶ τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν
915διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐπίσης εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρ-
916χουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πληροφοροῦν τοὺς βουλευτὰς
917ὄχι ἐξ ἀγαθοῦς συνειδότος, προκειμένου περὶ ὡρισμένων
918παραβάσεων ἢ πράξεων ἀξίων ἐλέγχου, αἱ ὁποῖαι γίνον-
919ται, τὸ πράττουν ἴσως ἀπὸ κακίαν, ἴσως δι’ ἐκδίκησιν διὰ
920τὸν αʹ ἢ βʹ λόγον. Τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον τίθεται ἑκάστοτε
921εἶναι ἐὰν τὰ καταγγελλόμενα ἢ ἐλεγχόμενα εἶναι ἀκριβῆ
922ἢ δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Τὴν ἀνθρωπίνην καλωσύνην θὰ τὴν
923ἀφήσωμεν πάντοτε εἰς τὸ περιθώριον τῶν συζητήσεών μας.
924Προκειμένου λοιπὸν περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ χωρὶς
925νὰ θίγῃ κανεὶς τὴν προσωπικὴν ἐντιμότητα τῶν ἀνθρώ-
926πων οἱ ὁποῖοι ἀπαρτίζουν τὸ δικαστήριον, ὀφείλω νὰ ὁμο-
927λογήσω, ὅτι ὀρθῶς ὁ κ. Βαλοῦρδος ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς γε-
928νικῆς πολεμικῆς τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τῶν προσθέτων
929ἀμοιβῶν τῶν ὑπαλλήλων ἠθέλησε νὰ ἐρωτήσῃ ἐὰν τὰ ὅσα
930τοῦ εἶπον προκειμένου περὶ τοῦ ἐν λόγῳ Διοικητικοῦ Δι-
931καστηρίου ἦσαν ἀκριβῆ καὶ ἠρώτησε τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν
932Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο κἂν ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
933νομικῶν ὅταν προσδιωρίσθησαν αἱ ἀμοιβαί. Πράγματι, κ.
934συνάδελφοι, αἱ ἀμοιβαὶ αἱ ὁποῖαι ὡρίσθησαν ὡς τὰς ἀνέ-
935φερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦσαν τερατώδεις
936ἂν ληφθοῦν ὡς σύνολον καὶ θύματα τῆς ἀρχικῆς ἀπροσε-
937ξίας εἶναι τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου. Διότι ὡρίσθη κατ’
938ἀρχήν, ὅτι ἕκαστον μέλος τοῦ δικαστηρίου θὰ λαμβάνῃ
939δραχμὰς πεντήκοντα κατ’ ἀπόφασιν, μὲ ρητὴν ἐπεξήγη-
940σιν, ὅτι ὑπὸ τὸν ὅρον ἀποφάσεις περιλαμβάνονται τόσον
941αἱ τακτικαὶ ὅσον καὶ αἱ προδικαστικαί. Ἰδοὺ τὸ ἀποτέλε-
942σμα. Βέβαια τὸ δικαστήριον ἔχει ἀνάγκην ἐκδόσεως προ-
943δικαστικῶν ἀποφάσεων διὰ νὰ συλλέξῃ τὰς ἀποδείξεις.
944Συνολικὸν ὅμως ἀποτέλεσμα εἶναι, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸν
945Αὔγουστον τοῦ 1959, διότι μέχρι τότε ἔχω σαφῶς τὸν λο-
946γαριασμὸν ὑπ’ ὄψει μου, εἶχον καταβληθῆ δι’ ἔξοδα τοῦ
947δικαστηρίου δολλάρια 76.000.
948§53Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
949Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία σας.
950§54Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι εἰς τὰ ἔγγραφά σας.
951§55Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
952Ὄχι, διότι εἰς 76.000 δολλάρια δὲν ἀνῆλθεν οὔτε κἂν ἡ
953ὅλη δαπάνη τῆς λειτουργίας τοῦ δικαστηρίου. Εἰς τὰ μέλη
954τοῦ δικαστηρίου κατεβλήθησαν 800.000 δραχ. δηλαδὴ
95525.000 ἢ 28.000 δολλάρια.
956§56Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι δά. Καὶ 800.000 ποὺ λέγετε,
957δὲν εἶναι τόσα, κάμνετε τὸν λογαριασμόν σας καὶ θὰ
958ἴδητε.
959§57Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
960Εἰς τοὺς ἀριθμοὺς μὴ ἐπιμένετε, διότι οὕτως ἔχουν καὶ
961κατ’ ἐπανάληψιν ἐγένετο ἔλεγχος. Τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν
962ἀντιπροσώπευε τὰς λοιπὰς δαπάνας, ἀμοιβὰς προσωπικοῦ
963κ.ο.κ. Τὸ δικαστήριον εἶχεν εἰσπράξει 800.000 περίπου
964δραχμὰς καὶ σᾶς ἔδωσα τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐκ τοῦ πο-
965σοῦ αὐτοῦ ἐπεστράφη μέρος εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους σύμ-
966φωνα μὲ τὸν νόμον. Καὶ ἐπὶ πλέον θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω,
967ὅτι οὐδέποτε τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν καὶ ἰδιαιτέρως
968καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου ἐξέλαβεν, ὅτι θὰ εἶναι
969δυνατὸν νὰ καταβάλληται ἀμοιβὴ δι’ ἑκάστην οἱασδήποτε
970κατηγορίας ἀπόφασιν.
971§58Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν,
972θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἐκλάβῃ ἄλλως διότι αὐτὸ ὁρίζει σα-
973φῶς ἡ ἀπόφασις. Εἴπατε, ὅτι ὑπάρχει ἐμπιστευτικὸν ἔγ-
974γραφον τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου μὲ τὸ ὁποῖον ζητεῖ
975τὴν μεταβολὴν τοῦ πράγματος.
976§59Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
977Δὲν εἶναι ἐμπιστευτικὸν πλέον ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, ὅταν
978ἔκαμε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὴν ἀνακοίνωσιν καὶ δι’
979ἐπιστολῆς μου πρὸς τὴν «Ἐλευθερία» τὸν Νοέμβριον ἔκα-
980μα ρητὴν μνείαν τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ τοῦ
981Προέδρου τοῦ δικαστηρίου μὲ χρονολογίαν 2 Ἀπριλίου
9821959.
983§60Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν,
984ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τοῦ «κατ’ ἀπόφα-
985σιν» ἦτο ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο κανεὶς νὰ μὴ
986ἀποδεχθῇ, διότι τὸ ἔγγραφον εἶναι σαφές. Ὀρθῶς λοιπὸν
987ἐζητήθη ὁ λογαριασμός, ἀπὸ τὸν ἐπερωτῶντα βουλευτήν,
988διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τραπεζιτικοῦ λογαριασμοῦ, ἀλλὰ
989περὶ λογαριασμοῦ δημοσίας δαπάνης, ἡ ὁποία εἶναι κατ’
990ἐξοχὴν δημόσιον πρᾶγμα. Δι’ αὐτὸν ἄλλωστε τὸν λόγον
991ὑπάρχει τὸ Κοινοβούλιον, δηλαδὴ διὰ νὰ ἐλέγχῃ τὰς δα-
992πάνας. Εἶπε λοιπὸν ὁ κ. βουλευτὴς νὰ κατατεθῇ ὁ λογα-
993ριασμὸς διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἑρμηνεία εἶχε δοθῆ καὶ διὰ
994νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθοῦν τοιαῦτα ποσὰ
995ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ δικαστηρίου καὶ ποῖα ποσὰ ἀκριβῶς.
996§61Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
997Κύριε Πρόεδρε τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, πρὸ τῆς ση-
998μερινῆς συζητήσεως ὑμεῖς προσωπικῶς μήπως εἴχατε τὴν
999ἀφορμὴν νὰ λάβητε γνῶσιν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀπὸ τοῦ παρελ-
1000θόντος Ἀπριλίου τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ Προέδρου τοῦ
1001Δικαστηρίου;
1002§62Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, δὲν ὑπάρχει
1003εἰς τὸ φάκελλον.
1004§63Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
1005Ὑπάρχει.
1006§64Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ὑπάρχει. Δὲν
1007θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον ἔγγραφον καὶ
1008νὰ τὸ ἀγνοῶ καὶ κυρίως λόγῳ τοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον θὰ
1009τὸ εἶχεν ὑποβάλει.
1010§65Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ἔγγραφον.
1011§66Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλὰ προχωρῶ ἔτι περαιτέρω.
1012Εἴπατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Προέδρου
1013τοῦ Δικαστηρίου ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὁλοκληρωθῆ ἡ ὑπόθεσις
1014διὰ νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐργασία αὕτη ὡς δεδουλευμένη ἐργα-
1015σία. Καὶ βλέπω τὸν Αὔγουστον τοῦ 1959 νὰ ἔχῃ εἰσπρα-
1016χθῆ αὐτὸ τὸ ποσὸν καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων εἰς τὸ τέλος τοῦ
1017ἔτους, μετὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ θορύβου νὰ ἐπιστρέφε-
1018ται τεράστιον μέρος τῆς ἀμοιβῆς, καὶ διερωτῶμαι: Ἔχει
1019συμβῆ ποτὲ εἰς μέλος οἱουδήποτε δικαστηρίου νὰ λαμβάνῃ
1020ἀνοικτὰ προκαταβολὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ χρειάζεται νὰ
1021ἐπιστρέψῃ τοσοῦτον μέρος αὐτῆς; Κατὰ τὴν κρίσιν μου
1022δὲν ὑπάρχει οὔτε ἓν τοιοῦτον παράδειγμα. Ἄρα ὑπῆρξε
1023κακὴ ἑρμηνεία τῆς ἀποφάσεως ἢ μᾶλλον ὀρθὴ ἑρμηνεία
1024καὶ εἰσεπράττοντο ἀμοιβαὶ διὰ τὰς προδικαστικὰς ἀποφά-
1025σεις. Ἐκ τῶν ὑστέρων δέ, μὴ γνωρίζοντες οἱ ἄνθρωποι,
1026ὅτι θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ φθάσουν εἰς τόσον μεγάλον
1027ἀριθμὸν ἀποφάσεων, εἶδον, ὅτι ἔφθασαν εἰς ἕνα μεγάλον
1028ἀριθμὸν ἀποφάσεων καὶ εἰς ἕνα μεγάλο ποσὸν διὰ τὸ ὁ-
1029ποῖον κἄποιος κἄποτε θὰ ἔπρεπε νὰ φωνάξῃ. Καὶ τὸ πο-
1030σὸν αὐτὸ τοὺς παρείχετο ἀπὸ τὸ Κράτος ὑπὸ τὸν τύπον
1031τῶν κρατικῶν προσθέτων ἀμοιβῶν καὶ ἐξόδων κινήσεως
1032—ὡς ὀνομάζονται τὰ ἔξοδα τῆς γραφειοκρατικῆς ἀκινη-
1033σίας— καὶ εἰσέπραξαν ποσὰ τοιαῦτα, ὅμοια τῶν ὁποίων,
1034ὡς εἶπεν ὁ κ. Βαλοῦρδος, δὲν θὰ ἔφερον ἐδῶ οὔτε οἱ μετα-
1035νάσται. Τὸ ἔγγραφόν σας τὸ ὁμολογεῖ. Λέγει πράγματι,
1036ὅτι πρωτοβουλίᾳ τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου καὶ δι’ ἀπο-
1037φάσεως ἔχει διακανονισθῆ ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ ἀποζημίω-
1038σις ἐφάπαξ κατὰ ὑπόθεσιν ἡ δὲ ἀρχὴ αὐτῆς ἴσχυσεν ἀνα-
1039δρομικῶς, τοὐτέστιν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ
1040δικαστηρίου. Χαίρω ποὺ ἀκούω, ὅτι δὲν θὰ συνεχισθῇ αὐτὴ
1041ἡ κατάστασις, ἀλλὰ θὰ περιορισθῇ, πλὴν ὅμως νομίζω, ὅτι
1042ἀνήκει ἔπαινος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρὸς τὸν
1043βουλευτὴν κ. Βαλοῦρδον, διότι ἀνεκίνησε τὸ θέμα, καθ’
1044ὅσον μόνον ἔτσι, δηλαδὴ διὰ τῆς ἀνακινήσεως τοιούτων
1045θεμάτων θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ὀρθὴν
1046τακτικὴν νὰ μὴ ἐφευρίσκεται θύρα ὑπηρεσίας διὰ τῆς ὁ-
1047ποίας αἱ πρόσθετοι ἀμοιβαὶ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλή-
1048λους νὰ πολλαπλασιάζωνται.
1049§67Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
1050Εἶναι ἱκανοποίησις διὰ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Δη-
1051μοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ὑπουρ-
1052γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἦλθε νὰ ἀναλάβῃ τὴν προστασίαν
1053τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν ὁμάδα του, καὶ
1054νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς εἶναι
1055ἄξιος τῆς εὐγνωμοσύνης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
1056Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ
1057ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἐχρειάζετο ἡ παρέμβα-
1058σις τοῦ κ. συναδέλφου. Διότι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστη-
1059ρίου ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1959, κ. Πρόεδρε τῆς Δημο-
1060κρατικῆς Ἑνώσεως, μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 412 ἔγγραφον αὐτοῦ
1061καὶ πρὶν ἢ ὁ κ. Βαλοῦρδος σκεφθῇ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ
1062θέμα αὐτό, ἔχει λύσει τὸ ζήτημα αὐτό.
1063§68Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸν Πρόεδρον
1064τοῦ Δικαστηρίου τιμᾷ τὸ ἔγγραφον αὐτό, πλὴν ὅμως οὔτε
1065ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας ποὺ λέγετε ἐφηρμόσθη, οὔτε καὶ κα-
1066τετέθη.
1067§69Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
1068Κύριε Πρόεδρε, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἔχει λύσει
1069τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1959 ὡς ἐτόνισα,
1070καὶ εἴτε εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν,
1071εἴτε δὲν εἶναι γνωστὸν τὸ ἔγγραφον αὐτό, πάντως ἡ προσ-
1072τασία τῶν δικαιούχων ἔχει ἐξασφαλισθῆ ἀπὸ τότε διὰ τῆς
1073ὀρθῆς ἑρμηνείας τῆς ὑπουργικῆς ἀποφάσεως. Ἡ ὕπαρξις
1074τοῦ ἐγγράφου τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου μνημονεύε-
1075ται εἰς τὰς σχετικὰς ἀνακοινώσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστη-
1076ρίου καὶ εἰς τὰς δημοσιευθείσας προσφάτως ἐπιστολάς μου
1077εἰς τὴν «Ἐλευθερία». Καὶ θὰ εἶναι παράδοξον ἂν ὁ κ.
1078Πρόεδρος τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως δὲν ἔλαβε γνῶσιν
1079τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου. Ἀλλὰ ποίαν σημα-
1080σίαν ἔχει τὸ γεγονός, ἐὰν γνωρίζωμεν ἢ δὲν γνωρίζομεν
1081τὸ ἔγγραφον αὐτό. Σημασίαν ἔχει, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ
1082Δικαστηρίου ἐπροστάτευσεν ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1959
1083τὰ συμφέροντα τῶν δικαιούχων. Καὶ πέραν αὐτοῦ ἡ ἐκκα-
1084θάρισις τῶν δικαιωμάτων τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου γί-
1085νεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἔχει διαγράψει ὁ
1086Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὀρθῆς ἑρμη-
1087νείας τῆς ὑπουργικῆς ἀποφάσεως. Καὶ δὲν εἰσέπραξαν
1088προκαταβολὴν τὰ μέλη τοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ τὴν ὀφειλο-
1089μένην ἀμοιβὴν διὰ τοὺς ἐκκαθαρισθέντας φακέλλους βάσει
1090τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τῆς ὑπουργικῆς ἀποφάσεως. Εἰς τὸ
1091τέλος τοῦ ἔτους ὅμως διαπιστοῦται ἀπὸ αὐτὰ ταῦτα τὰ
1092μέλη τοῦ δικαστηρίου, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἰσέπραξαν
1093ὑπερβαίνει τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπο-
1094λαύσουν καὶ σπεύδουν νὰ ἐπιστρέψουν τὸ εἰσπραχθὲν ἐπὶ
1095πλέον παρ’ αὐτῶν ποσόν. Διότι τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου
1096καὶ κρίσιν καὶ ἦθος ἔχουν καὶ τὸν νόμον γνωρίζουν.
1097§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖται ἡ προταχθεῖσα δι’ ἀποφά-
1098σεως τῆς Βουλῆς ἐπερώτησις τοῦ κ. Δ. Παπαμιχαλοπού-
1099λου, ἀναφερομένη εἰς τὰς οἰκονομικὰς διευκολύνσεις Ἀτμο-
1100πλοϊκῶν Ἑταιρειῶν.
1101Ὁ κ. Δ. Παπαμιχαλόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
1102§71Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί,
1103προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου,
1104ἐπιθυμῶ, ἐν εἴδει προλόγου ταύτης, νὰ εἴπω ὀλίγας λέ-
1105ξεις, διατί τὸ Κράτος ἐν Ἑλλάδι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην,
1106μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, νὰ γίνῃ
1107ἰδιοκτήτης ἐμπορικῶν πλοίων καὶ ἐν συνεχείᾳ πωλητὴς
1108τούτων πρὸς ἰδιώτας. Ν’ ἀντιγράψῃ, τοὐτέστι, τὸ προη-
1109γούμενον τοῦ 1856, ὅτε ὁ Ἀλέξ. Μαυροκορδᾶτος, Πρω-
1110θυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, μετέβη αὐτοπροσώπως εἰς τὴν
1111Ἀγγλίαν καὶ ἠγόρασεν, ἀντὶ τιμήματος 24.000 λιρῶν, τρία
1112ἐπιβατηγὰ ἀτμόπλοια, ἅτινα εἰσέφερε, διὰ λογαριασμὸν
1113τοῦ Δημοσίου ὡς συνεταίρου, εἰς τὴν ἱδρυθεῖσαν, συγχρό-
1114νως τότε, πρώτην ἐν Ἑλλάδι ναυτικὴν ἑταιρείαν, ὑπὸ τὴν
1115ἐπωνυμίαν «Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα», κοινῶς δὲ γνωστὴ
1116ὡς «παλαιὰ ἀτμοπλοΐα τῆς Σύρου» (1856–1893).
1117Οἱ λόγοι τῆς προσφάτου παρεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς
1118τὰ πράγματα τῆς ἀκτοπλοΐας, τῆς ἀσκήσεως τοὐτέστι κρα-
1119τικῆς ἐμποροναυτικῆς πολιτικῆς, εἶναι οἱ ἑξῆς: Κατὰ τὴν
1120ἔναρξιν τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ἤτοι τὴν 1ην
1121Σεπτεμβρίου 1939, ὁ Ἑλληνικὸς ἐπιβατηγὸς στόλος ἀπηρ-
1122τίζετο ἐκ 56 πλοίων, ὁλικῆς χωρητικότητος 49.995 τόννων.
1123Ὁ στόλος οὗτος ἦτο ὁ καλύτερος, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀπο-
1124κτήσει ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς ὀργανώσεώς της εἰς Κράτος, διότι
1125εἶχεν αὐξήσει οὐ μόνον ἡ χωρητικότης τῶν καθ’ ἕκαστα
1126μονάδων, ἀλλὰ καὶ ἡ ποιότης αὐτῶν. Καὶ ὅταν λέγωμεν
1127ποιοτικὴν βελτίωσιν τοῦ πλωτοῦ ὑλικοῦ τῶν πλοίων τού-
1128των ἐννοοῦμεν, μείωσιν τῆς ἡλικίας τῶν σκαφῶν, προσθή-
1129κην τοὐτέστιν νεωτέρων πλοίων, αὔξησιν τῆς ταχύτητος
1130ὡς καὶ αὔξησιν τῶν μεταφορικῶν ἀγαθῶν ὑπὲρ τῶν ἐπι-
1131βατῶν, ἤτοι μείζονα εὐμάρειαν καὶ ἄνεσιν. Ἡ βελτίωσις
1132δὲ αὕτη ὠφείλετο εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἀπὸ τοῦ 1932–1939,
1133εἰς τὴν ἐπιβατηγὸν ναυτιλίαν τῶν ὑποδείξεων τῆς ὑπὸ τὴν
1134Προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου Ἀνδρέα Μιχαλακοπούλου συ-
1135σταθείσης, τῷ 1930, ἐξωκοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ
1136τὴν ἔρευναν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν διαφόρων κλάδων
1137τῆς ἐμπορικῆς μας ναυτιλίας, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἐμψυχώ-
1138σεως καὶ προαγωγῆς τούτων. Αἱ ὑποδείξεις, ὅμως, ἐκεῖναι
1139διὰ τὴν ἐπιβατηγὸν ναυτιλίαν ἐξακολουθοῦν καὶ σήμερον
1140ἀκόμη νὰ διατηροῦν ὁλόκληρον τὴν ἐπικαιρότητά των καὶ
1141εἶναι ἀπορίας ἄξιον, διατί τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορικῆς
1142Ναυτιλίας δὲν τὰς χρησιμοποιεῖ πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ
1143δημιουργηθέντος μεταπολεμικῶς ἀκτοπλοϊκοῦ χάους, λό-
1144γῳ τῆς προσθήκης ὑπερηλίκων καὶ ἀκαταλλήλων σκαφῶν,
1145ἀντὶ νὰ πελαγοδρομῇ, ἀπὸ τετραετίας, εἰς τὴν ἀνεύρεσιν
1146λύσεως διὰ τοῦτο μέσῳ τῶν συσταθεισῶν, κατὰ περιόδους,
1147διαφόρων Ἐπιτροπῶν πρὸς μελέτην τοῦ ἀκτοπλοϊκοῦ προ-
1148βλήματος.
1149Ὁ ἀνωτέρω προπολεμικὸς ἀκτοπλοϊκὸς στόλος, τελῶν ἐν
1150ἐπιτάξει ἀπὸ τῆς κηρύξεως τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου,
1151κατεστράφη ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος καὶ συγκεκριμένως ἀπὸ
11529–21 Ἀπριλίου 1941, ἅμα τῇ εἰσόδῳ τῆς Γερμανίας εἰς
1153τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, διότι τὰ σκάφη τού-
1154του ἐχρησίμευσαν ὡς στόχος τῶν βομβαρδιστικῶν ἀερο-
1155πλάνων καθέτου ἐφορμήσεως. Ἐπεδιώκετο ὑπὸ τῶν Γερ-
1156μανῶν ἡ καταστροφὴ τῶν μέσων διαφυγῆς ἐξ Ἑλλάδος
1157τοῦ Ἀγγλικοῦ Ἐκστρατευτικοῦ Σώματος. Οὕτως ἀπωλέ-
1158σθησαν 52 πλοῖα, τοὐτέστι τὰ 96% τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σκα-
1159φῶν, ὁλικῆς χωρητικότητος 43.668 τόννων, ἤτοι τὰ 93%
1160τοῦ ὄγκου τῆς προπολεμικῆς ἐπιβατηγοῦ ναυτιλίας. Τὰ
1161ἐπιζήσαντα 4 σκάφη ἠδυνήθησαν νὰ διαφύγωσι πρὸς τὴν
1162Κρήτην, κατ’ ἀρχάς, καὶ τὴν Αἴγυπτον, ἐν συνεχείᾳ.
1163Ἀλλὰ τὸ χειρότερον, ὅτι τὰ ἀπωλεσθέντα πλοῖα, συνο-
1164λικῆς ἀξίας 4.000.000 ἀγγλικῶν λιρῶν, τότε, παρέμειναν
1165ἀνασφάλιστα ἐναντίον τῶν πολεμικῶν κινδύνων εἰς ἀνε-
1166γνωρισμένους, διεθνῶς, ξένους ἀσφαλιστικοὺς οἴκους, ὡς
1167εἶναι τὸ Ἀγγλικὸν Λόϋδ, διότι ὁ κατὰ τὴν πολεμικὴν περί-
1168οδον ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Δικτατορίας ἠρνεῖτο,
1169πεισμόνως, παρὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν ἐφοπλιστικῶν καὶ
1170ναυτεργατικῶν ὀργανώσεων νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἀσφάλισιν ταύ-
1171την καὶ ἀνέθεσεν εἰς τὸν Κρατικὸν ἀναιμικὸν προϋπολο-
1172γισμὸν τὴν φροντίδα ἵνα ἀποζημιώσῃ τοὺς πλοιοκτήτας
1173τῶν ἀπωλεσθέντων ἐπιτάκτων σκαφῶν «ἐκ τοῦ θησαυροῦ
1174τοῦ Ἔθνους», ὡς ἀπεκάλεσε τὰ ἐλλείμματα τῶν Κρατικῶν
1175προϋπολογισμῶν ὁ Μιραμπώ, κατὰ τὴν 1ην Συντακτικὴν
1176Ἐθνοσυνέλευσιν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐν τού-
1177τοις, διὰ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἀποζημιώσεων καὶ τῶν κερ-
1178δῶν ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πλοίων της ἤρχισε, μετα-
1179πολεμικῶς, ἡ φορτηγὸς ναυτιλία μας, διὰ δευτέραν φορὰν
1180ἐντὸς τριακονταετίας, τὴν ἀνασυγκρότησίν της, διὰ νὰ ἐξε-
1181λιχθῇ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ θεωρῆται σή-
1182μερον ἂν ὄχι ἡ δευτέρα πάντως ἡ τρίτη ἐμποροναυτικὴ
1183χώρα τοῦ κόσμου, μὲ τὰ 1832 σκάφη ἑλληνικῆς πλοιοκτη-
1184σίας, ὁλικῆς χωρητικότητος 15.382.736 τόννων.
1185Εὐτυχῶς, χάρις εἰς τὴν προνοητικότητα καὶ τὸ ἐνδια-
1186φέρον τῆς ἀποδήμου Κυβερνήσεως τοῦ Καΐρου (Τσουδε-
1187ροῦ–Βαρβαρέσσου) ἐξουδετερώθη, ἐν μέρει, ὁ κίνδυνος
1188ἐκ τῆς ἐκτεθείσης καταστροφικῆς πολιτικῆς τῶν ἁρμοδίων
1189ὑπουργῶν τῆς Δικτατορίας, διότι ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως,
1190ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, δεκάδος ἑλληνικῶν φορ-
1191τηγῶν ἀτμοπλοίων ὑπὸ τῆς Ἑλβετικῆς Ὁμοσπονδίας, δι’
1192ἐλευθέρας ναυλώσεως, κατέστη δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῇ
1193τὸ ποσὸν 1.400.000 Ἀγγλικῶν λιρῶν, πρὸς δημιουργίαν
1194κεφαλαίου ἀποζημιώσεως τῶν πλοιοκτητῶν τῶν ἀπωλεσθέν-
1195των ἐπιτάκτων ἐπιβατηγῶν ἀτμοπλοίων καὶ οἵτινες οὕτως
1196ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι τὰ 40%, περίπου, τῆς ἀξίας τῶν
1197σκαφῶν των. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ Κράτος, ἀσφαλιστὴς τῶν
1198πολεμικῶν κινδύνων, δὲν διέθεσεν οὐδὲ δραχμὴν διὰ τὴν
1199καταβολὴν τῶν ἄνω ἀποζημιώσεων.
1200Ἐλλείψει, οὕτω, κεφαλαίων ἀντὶ τῆς ἀναμενομένης μετα-
1201πολεμικῶς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ ἀψύχου ὑλικοῦ τῆς ἀκτο-
1202πλοΐας διὰ καταλλήλων σκαφῶν, κατηργήθη τὸ ἰσχῦον ὅ-
1203ριον ἡλικίας (45 ἐτῶν) ἰδιὰ τὰ ὑποχρεωτικῶς ἀχρηστευό-
1204μενα πλοῖα, ὡς καὶ οἱ περιορισμοὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν
1205προστιθεμένων νέων, (μέχρις 20 ἔτη), μέτρα ἅτινα ἴσχυ-
1206σαν ἀποδοτικώτατα μέχρι τοῦ 1940, καὶ οὕτως ἐπετράπη
1207διὰ περιστατικῶν νομοθετημάτων καὶ διοικητικῶν διευκο-
1208λύνσεων, ἡ ἀγορὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ὑπερηλίκων καὶ ἀκα-
1209ταλλήλων σκαφῶν, ἅτινα ἐθεωροῦντο ὡς ἄχρηστον ὑλικὸν
1210διὰ τὰς χώρας προελεύσεώς των. Μόνον εἰς τὴν χώραν μας
1211παρατηρεῖται τὸ φαινόμενον, ὅτι συναγωνίζονται, ἐντὸς
1212τῶν ἑλληνικῶν θαλασσῶν, πλοῖα ἡλικίας 8 ἐτῶν πρὸς
1213πλοῖα 65 ἐτῶν: Ἐν συνεχείᾳ τὸ Κράτος προέβη εἰς τὴν
1214ἀγοράν, ἐκ Καναδᾶ, διαφόρων κορβετῶν, αἵτινες λόγῳ τῆς
1215ναυπηγήσεώς των δι’ εἰδικὴν πολεμικὴν ἀνάγκην, ἦσαν
1216ἐντελῶς ἀκατάλληλοι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐσωτερικῶν
1217ἐπιβατικῶν μεταφορῶν.
1218Ἐνώπιον τῆς καταστάσεως ταύτης τῶν ἀκτοπλοϊκῶν συγ-
1219κοινωνιῶν μας ἀπεφασίσθη τῷ 1948, ἐπὶ Πρωθυπουργίας
1220τοῦ ἀειμνήστου Θ. Σοφούλη, ἡ κατασκευὴ εἰς ἰταλικὰ ναυ-
1221πηγεῖα, συμφώνως πρὸς τὸ ἐγκριθὲν τότε Πρόγραμμα Ἀ-
1222νασυγκροτήσεως τῆς Ναυτιλίας, τεσσάρων ἐπιβατικῶν
1223ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν, ὁλικῆς χωρητικότητος 1.800 τόννων
1224ἕκαστον δύο ἐπιβατικῶν Μεσογειακῶν γραμμῶν, ὁλικῆς
1225χωρητικότητος 5.000 τόννων ἕκαστον καὶ ἑνὸς φορτηγοῦ
1226ἀτμοπλοίου, ἴσης πρὸς τὰ τελευταῖα χωρητικότητος. Ἐ-
1227σφαλμένως, ὅμως, τὰ πλοῖα ταῦτα θεωροῦνται, παρ’ ἡμῖν,
1228ὡς προερχόμενα ἐκ τῶν ἀνυπάρκτων ἰταλικῶν ἐπανορθώ-
1229σεων, διότι κατεσκευάσθησαν ἐκ τῆς παραχωρηθείσης τότε
1230Ἀμερικανικῆς οἰκονομικῆς βοηθείας εἰς ἰταλικὰ ναυπη-
1231γεῖα τῇ ἀξιώσει τῆς Ἀμερικῆς, ἵνα δοθῇ ἐργασία εἰς τοὺς
1232ἀνέργους ἐργάτας τῆς Ἰταλικῆς ναυπηγικῆς βιομηχανίας.
1233Προκειμένου, τῷ 1951, νὰ παραληφθῶσι τὰ πλοῖα ταῦ-
1234τα ἐκ τῶν Ἰταλικῶν ναυπηγείων, ἐδημιουργήθη τὸ ζήτημα
1235ποῖος ἔδει ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσίν των. Ἐπροτάθη,
1236κατ’ ἀρχάς, ἡ ἵδρυσις ἡμικρατικῆς ἐπιχειρήσεως, ἡ συν-
1237ήθης πρόχειρος πανάκεια παρ’ ἡμῖν τῶν Κρατικῶν ὑπηρε-
1238σιῶν, ὡς καὶ ἡ παραχώρησις, συνεταιριστικῶς, τῆς ἐκμε-
1239ταλλεύσεως τούτων εἰς τοὺς ἀπωλέσαντας τὰ πλοῖα των
1240κατὰ τὸν πόλεμον ἀκτοπλοϊκοὺς ἐφοπλιστάς, ἄποψιν, ἣν
1241ὑπεστήριξεν ὁ ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὡς ἰσχύσασαν
1242πρακτικὴν κατ’ ἀμφοτέρους τοὺς πολέμους εἰς ἄλλας χώρας
1243διὰ τὰ πλοῖα τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων. Ὁ τότε,
1244ὅμως, ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἀείμνηστος Γ. Καρτά-
1245λης, ἐδείχθη ἄκαμπτος εἰς τὴν ἄποψίν του, ὅπως τὰ πω-
1246λήσῃ εἰς δημόσιον πλειστηριασμόν, διὰ νὰ εἰσπράξῃ τὸ
1247Δημόσιον Ταμεῖον ἀμέσως τμῆμα τοὐλάχιστον τῆς ἀξίας
1248αὐτῶν. Περαιτέρω, ἐνδιαφερόμενος ἰδιαιτέρως διὰ τὴν δια-
1249τήρησιν τῆς νομισματικῆς σταθερότητος καὶ ἐπὶ τῶν ἐπι-
1250σήμων ἡμερῶν του ἡ χρυσῆ λίρα κατῆλθεν εἰς τὰς δραχ.
1251180 ἠξίου ὅπως τὸ τίμημα τῶν ἐκποιηθησομένων ἑπτὰ
1252σκαφῶν τούτων, καθορισθῇ εἰς συνάλλαγμα καὶ δὴ εἰς δολ-
1253λάρια Η.Π.Α.
1254Βάσει τῶν ἀπόψεων τούτων ὑπεβλήθη, τῇ 23 Νοεμβρίου
12551951, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας εἰς
1256τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ἐκποιήσεως τῶν ναυπη-
1257γουμένων βάσει τοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως ἀκτο-
1258πλοϊκῶν ἐμπορικῶν πλοίων» καὶ ὅπερ ψηφισθέν, ἀμέσως,
1259ἀπετέλεσε τὸν ὑπ’ ἀριθ. 1971 τῆς 29 Δεκεμβρίου 1951 νό-
1260μον. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν διατάξεων τούτου ἐγένετο, τῇ
126126 Ἰανουαρίου 1952, ἡ πρώτη προκήρυξις διεξαγωγῆς
1262πλειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ διὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν τεσσάρων
1263ἀκτοπλοϊκῶν ἐπιβατηγῶν πλοίων, ἅτινα ἦσαν ἕτοιμα πρὸς
1264παραλαβήν. Ἡ πρώτη δημοπρασία ἀπέβη ἄκαρπος, διότι
1265εἶχεν ὁρισθῆ, ὑπὸ τῆς συσταθείσης εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς
1266κατώτατον τίμημα δι’ ἕκαστον πλοῖον τὸ ποσὸν τῶν 1.400.
1267000 δολ. Ἡ δευτέρα ἐνηργήθη τὴν 23ην Ἰουνίου 1952 μὲ
1268κατώτατον τίμημα δολλάρια 1.100.000 καὶ ἀνεδείχθη τε-
1269λευταῖος πλειοδότης, διὰ τὰ τρία ἐκ τούτων, ἡ ἐν Πειραιεῖ
1270λειτουργοῦσα, ἀπὸ τοῦ 1940, Ἀνώνυμος Ἑταιρεία ὑπὸ τὴν
1271ἐπωνυμίαν «Πέτρος Μ. Νομικός. Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα. Ἀ-
1272νώνυμος Ἑλληνικὴ Ἑταιρία Ἐμπορίου καὶ Ναυτικῶν Ἐπι-
1273χειρήσεων», προσενεγκοῦσα διὰ μὲν τὸ ἀτμόπλοιον «Κα-
1274νάρης» δολλάρια 1.351.000, διὰ τὸ «Μιαούλης» δολλάρια
12751.401.000 καὶ διὰ τὸ «Καραϊσκάκης» δολλάρια 1.250.000.
1276Διὰ τὸ τέταρτον τούτων «Κολοκοτρώνη», ἐπανελήφθη ἡ
1277δημοπρασία ἀμέσως κατόπιν, δι’ ἀντιπροσφορᾶς καὶ κατε-
1278κυρώθη ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης «Νέας
1279Ἠπειρωτικῆς Ἀτμοπλοΐας Πέτρος Γ. Ποταμιάνος» ἀντὶ
1280τιμήματος 1.845.000. Ἀνάλυσιν ἐνίων ὅρων τῶν συμβο-
1281λαίων ἀγοραπωλησίας θὰ δώσωμεν κατωτέρω.
1282Τῆς δευτέρας ἀγοραστρίας ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας κύριος
1283μέτοχος τυγχάνει ὁ κ. Πέτρος Γ. Ποταμιάνος ἐνῷ τῆς
1284πρώτης, τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», τὰ μὲν 95% τῶν
1285μετοχῶν ταύτης κατέχει ὁ κ. Μᾶρκος Π. Νομικὸς καὶ τὰ
12862% ἡ σύζυγός του Ἀσπασία Νομικοῦ. Τουτέστιν ὁ κ.
1287Μ. Νομικὸς διεχειρίζετο ἔκτοτε τὰ 97% τῆς ἐπιχειρή-
1288σεως. Τοῦτο προκύπτει, μεταξὺ ἄλλων στοιχείων καὶ ἐκ τῆς
1289ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1955 ἀγωγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου
1290κατὰ τῆς ἄνω ἑταιρίας, τῆς ἀπευθυνθείσης ἐνώπιον τοῦ
1291Πρωτοδικείου Πειραιῶς, περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἀγοραπω-
1292λησίας τῶν δύο Μεσογειακῶν ἀτμοπλοίων «Ἀχιλλεὺς» καὶ
1293«Ἀγαμέμνων».
1294Κατὰ τὴν πώλησιν τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν ἀτμοπλοίων ὁ
1295κύριος μέτοχος Μᾶρκος Νομικὸς δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀναμι-
1296χθῆ εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ συνεπῶς ἠδύνατο νὰ συμμετά-
1297σχῃ τῆς πλειοδοτικῆς δημοπρασίας ἐκποιήσεως. Ἐγένετο
1298τὸ πρῶτον βουλευτὴς ἐπὶ Συναγερμοῦ, κατὰ τὰς ἐκλογὰς
1299δηλαδὴ τοῦ Νοεμβρίου 1952, καὶ ἔκτοτε ἐκλέγεται συνε-
1300χῶς, καὶ δὴ ὡς Κυβερνητικός, μέχρι σήμερον. Ὑπὸ τὴν
1301βουλευτικὴν δὲ ἰδιότητα, βάσει τοῦ ἄρθρου 71 παράγρ. 8
1302τοῦ Συντάγματος, δὲν θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ συμμετάσχῃ εἰς
1303τὴν δημοπρασίαν, ἐφόσον κατὰ τοῦτο οἱ βουλευταί, ἐπὶ
1304ποινῇ ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος, «δὲν δύνανται νὰ
1305δέχωνται παραχωρήσεις ἐπὶ δημοσίων κτημάτων». Τοῦτο
1306προκύπτει ἐπίσης ἐκ τῆς ἀνωτέρω ἀγωγῆς, ἔνθα τὸ Ἑλλη-
1307νικὸν Δημόσιον δι’ ἐπικουρικῆς βάσεως ᾐτήσατο, ἀπὸ τὸ
1308Πρωτοδικεῖον Πειραιῶς, τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀγοραπωλη-
1309σίας τῶν δύο Μεσογειακῶν ἀτμοπλοίων «ὡς ἀπολύτως ἀκύ-
1310ρου καὶ παρανόμου ἐξ ὑπαρχῆς» ὡς ἐν τῷ δικογράφῳ τῆς
1311ἀγωγῆς ταύτης ἀνεγράφετο, διότι ἡ παραχώρησις τῶν
1312σκαφῶν ἀντέκειτο εἰς τὴν ἀνωτέρω ρητὴν Συνταγματικὴν
1313διάταξιν.
1314Ὑπῆρχεν, ὅμως, ἓν ἄλλο ἀσυμβίβαστον διὰ τὴν συμμε-
1315τοχὴν τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας εἰς τὸν ἐκποιητικὸν τῶν
1316τεσσάρων πλοίων διαγωνισμόν, προβλεφθὲν ὑπὸ τῆς αἰτιο-
1317λογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀποτελέσαντος τὸν
13181971 νόμον. Διότι ρητῶς ἐν αὐτῇ ἀνεγράφη, ὅτι «ἡ ἐκμε-
1319τάλλευσις τούτων ἔπρεπε ν’ ἀνατεθῇ εἰς χεῖρας ἐφοπλιστῶν
1320τῆς ἀκτοπλοϊκῆς ἐπιβατηγοῦ ἀτμοπλοΐας, οἵτινες, λόγῳ εἰδι-
1321κότητος, πείρας καὶ ἱκανότητος περὶ τὴν διοίκησιν καὶ δια-
1322χείρισιν ὁμοίων πλοίων εἰς τὰς συγκοινωνιακὰς γραμμὰς
1323τῆς χώρας, εἶναι οἱ πλέον κατάλληλοι νὰ ἀξιοποιήσουν
1324ἐπιτυχέστερον καὶ ἀποδοτικώτερον τὰ νεότευκτα ἐπιβα-
1325τηγά».
1326Ἐν τούτοις, ἡ ἀποκτήσασα ταῦτα Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα
1327οὐδέποτε ἠσχολήθη ἐνωρίτερον μὲ τὴν μεταφορὰν ἐπιβα-
1328τῶν, διότι ἦτο ἰδιοκτήτρια μικρῶν φορτηγῶν ἀτμοπλοίων,
1329χρησιμοποιουμένων εἰς τὴν μεταφορὰν θηραϊκῆς γῆς.
1330Κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1971 νόμου, τοὺς
1331ὅρους διακηρύξεως τῆς δημοπρασίας, ὡς καὶ τοὺς ὅρους
1332τῶν ὑπογραφέντων συμβολαίων τῆς δημοπρασίας, ὡς καὶ
1333τοὺς ὅρους τῶν ὑπογραφέντων συμβολαίων ἀγοραπωλησίας
1334τῶν τεσσάρων ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν, ὁ ἀγοραστὴς τούτων
1335ὑποχρεοῦτο νὰ καταβάλῃ τὸ συμφωνηθὲν εἰς δολλάρια τί-
1336μημα ὡς ἑξῆς: τὰ 15% προκαταβολικῶς, κατὰ τὴν ὑπο-
1337γραφὴν τῶν συμβολαίων, καὶ τὸ ὑπόλοιπον εἰς εἴκοσιν ἰσο-
1338πόσους ἐτησίας δόσεις καὶ δὴ ἐπὶ τόκῳ 2%. Συνεπῶς ἡ
1339«Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα» ἔναντι τοῦ συνολικοῦ τιμήματος
1340ἐκ 4.002.000 δολλαρίων, διὰ τὰ τρία ἀτμόπλοια, κατέβα-
1341λε, λόγῳ προκαταβολῆς, δολλάρια 600.300 καὶ παρέμεινε
1342ὀφειλέτις ὑπολοίπων δολλαρίων 3.401.700, ἅτινα ἔδει νὰ
1343ἐξοφλήσῃ εἰς 20 ἰσοπόσους ἐτησίας δόσεις, ἐκ δολλαρίων
1344170.085 ἑκάστη, ἐντόκως πρὸς 2% ἐτησίως, ἤτοι μέχρι
1345τοῦ 1972. Ἡ ἀτμοπλοΐα Ποταμιάνου, ἐφόσον τὸ ἀτμό-
1346πλοιον «Κολοκοτρώνης» κατεκυρώθη εἰς αὐτὴν ἀντὶ ποσοῦ
1347δολλαρίων 1.845.000, ἀφαιρουμένης τῆς ἐκ δολλαρίων
1348276.750 προκαταβολῆς, παρέμεινεν ὀφειλέτις ὑπολοίπου πο-
1349σοῦ δολλ. 1.568.250, ἐξοφλητέου ἐπίσης εἰς εἴκοσιν ἰσοπό-
1350σους ἐτησίας δόσεις (πρὸς δολλάρια 78.412,50 ἑκάστη),
1351ἐπὶ τόκῳ 2%. Συνεπῶς καὶ ταύτης ἡ ὀφειλὴ ἔληγε τῷ
13521972.
1353Ὅτε κατὰ μῆνα Ἰούλιον 1953 ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ, ὑπὸ
1354τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», ἡ πρώτη δόσις τοῦ ὑπολοίπου
1355τιμήματος τῶν ἄνω πλοίων μετὰ τοῦ τόκου των, ἐκ δολλα-
1356ρίων 238.109, ἰσχυρίσθη αὕτη, ὅτι ἡ γενομένη κατ’ Ἀπρί-
1357λιον 1953, ἀναπροσαρμογὴ τῆς δραχμῆς ἐπηρέασε δυσμε-
1358νῶς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν τριῶν πλοίων, δι’ ὃ καὶ ἐζήτησεν
1359ἀναστολὴν καταβολῆς τῆς ὀφειλομένης δόσεως, πρὸς δὲ καὶ
1360τροποποίησιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἀγοραπωλησίας.
1361Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ
1362τὸ βάσιμον τοῦ αἰτήματος ἢ νὰ ἐπιδιώξῃ διαπίστωσιν τῆς
1363ἀκριβείας τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου τῆς ὀφειλέτιδος ἑταιρίας,
1364ἐδέχθη τὴν καταβολὴν τοῦ ἡμίσεος μόνον ποσοῦ τῆς ὀφει-
1365λομένης ἐτησίας δόσεως, ὑποσχεθεὶς ἅμα νὰ νομιμοποιήσῃ
1366τὴν διαταχθεῖσαν ἐκτροπὴν ἐκ τῶν ρητῶν διατάξεων τοῦ Ν.
13671971, ὡς καὶ τῶν συμβάσεων ἀγοραπωλησίας, διὰ νόμου,
1368τὸν ὁποῖον θὰ εἰσηγεῖτο συντόμως εἰς τὴν Βουλήν. Συνε-
1369πῶς ἐκ τῆς ἐτησίας ὀφειλῆς 238.109 δολλαρίων κατέβαλε
1370μόνον 119.055.
1371Ἐν τούτοις, ἡ «Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα», διὰ τῆς κατατεθεί-
1372σης, κατὰ Δεκέμβριον 1954, παρεμβάσεώς της ἐνώπιον
1373τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὴν ἐκκρεμῆ μεταξὺ
1374ΕΛΜΕΣ καὶ Δημοσίου δίκην περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκποιή-
1375σεως τῶν δύο Μεσογειακῶν πλοίων, «Ἀγαμέμνων» καὶ
1376«Ἀχιλλεὺς», ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ζητεῖ παρὰ τοῦ Δημοσίου
1377μείωσιν τῆς τιμῆς τοῦ δολλαρίου, διὰ τὴν ὀφειλήν της
1378ἐκ τῆς ἀγοραπωλησίας τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν πλοίων,
1379ἀλλὰ μόνον παράτασιν τοῦ χρόνου ἐξοφλήσεως ταύτης εἰς
1380τὸ διπλάσιον, ἤτοι ἀπὸ 20 εἰς 40 ἔτη. Τὸ ὅτι εἰς τὴν ἡλι-
1381κίαν ταύτην τὰ πλοῖα δὲν θὰ ἠδύναντο ν’ ἀποδώσουν τόσα,
1382ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται καὶ ἐξόφλησις χρεῶν δὲν τὴν ἐνδιέφε-
1383ρε. Τὴν ἐνδιέφερεν, ὅτι διὰ τῆς μακρᾶς ταύτης προθε-
1384σμίας κατ’ οὐσίαν θὰ ἐχαρίζετο πλέον τοῦ ἡμίσεος τοῦ συμ-
1385βατικοῦ τιμήματος.
1386Φυσικὴ συνέπεια τῆς γενομένης παραχωρήσεως πρὸς τὴν
1387«Θηραϊκὴν Ἀτμοπλοΐαν» ὑπῆρξεν ἡ ἐπέκτασις τῶν αὐτῶν
1388πλεονεκτημάτων καὶ πρὸς τὴν πλοιοκτήτριαν τοῦ ἀτμο-
1389πλοίου «Κολοκοτρώνης» Ἑταιρίαν, ἥτις ἀντὶ τῶν δολλαρί-
1390ων 108.208, πρώτης δόσεως, κατέβαλε μόνον 54.104.
1391Διέρρευσεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναστολῆς ὁλόκληρον ἔτος
1392καὶ οὐδεμία εἶχε γίνει προσπάθεια νομιμοποιήσεως μέχρι
1393καὶ τοῦ Ἰουλίου 1954, ὅτε ἔληγεν ἡ δευτέρα ἐτησία δόσις
1394τοῦ τιμήματος, ηὐξημένη μάλιστα διὰ τοῦ τόκου ὑπερημε-
1395ρίας ἐκ 12% ἐτησίως, ὡς καὶ τῶν προσθέτων τελῶν ἐκ
139618% ἐτησίως. Ἐν τούτοις ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
1397κῶν δὲν ἐδίστασε νὰ διατάξῃ καὶ πάλιν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκ
1398τῶν κειμένων διατάξεων τοιοῦτον δικαίωμα, ὡς θὰ ἐκτε-
1399θῇ ἐν τοῖς ἑπομένοις, τὸν ἁρμόδιον Ταμίαν Πειραιῶς νὰ
1400δεχθῇ τὴν καταβολὴν καὶ αὖθις μόνον τοῦ ἡμίσεος τῆς ὀ-
1401φειλομένης δευτέρας δόσεως. Κατ’ ἐπίσημον δὲ ἔγγραφον
1402τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ πρὸς
1403τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ληξιπρόθεσμος ὀφειλὴ
1404τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας» ἐκ τῶν δύο τούτων δόσεων ἀ-
1405νήρχετο, τὴν 16 Νοεμβρίου 1954, εἰς δολλάρια 342.860,61
1406λόγῳ τῶν τόκων ὑπερημερίας καὶ τῶν προσαυξήσεων. Συ-
1407νεπεία, μάλιστα, τῆς ὀφειλῆς ταύτης πρὸς τὸ Δημόσιον, τὸ
1408Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἠκύρωσε τὴν 10ην Ἀπρι-
1409λίου 1954, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 314 ἀποφάσεώς του, τὴν γε-
1410νομένην πρὸς τὴν «Θηραϊκὴν Ἀτμοπλοΐαν» παραχώρησιν
1411τῶν δύο Μεσογειακῶν ἀτμοπλοίων, λόγῳ παραβάσεως οὐ-
1412σιώδους ὅρου τῆς διακηρύξεως ἐκποιήσεως τούτων, ὡς θέ-
1413λει ἐκτεθῆ κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν τῆς ἐκκρεμούσης
1414σχετικῆς ἐπερωτήσεώς μου.
1415Ἐν τῷ μεταξὺ, λόγῳ ἀναγραφῆς εἰς τὸν ἡμερήσιον τύ-
1416πον πληροφοριῶν, καθ’ ἃς ἡ ἀναπροσαρμογὴ οὐ μόνον δὲν
1417ἐζημίωσεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὠφέλησε τὴν ὀφειλέτιδα ἑται-
1418ρίαν, ἐφόσον μέρος τῶν ναύλων της, πραγματοποιουμένων
1419ἐκ τῆς ἐκτελέσεως δρομολογίων ἐξωτερικοῦ καὶ δὴ τὴν Ἰ-
1420ταλίαν εἰσεπράττετο εἰς ξένον συνάλλαγμα, διετάχθη ὑπὸ
1421τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγχος ἐπὶ τῆς ἀποδό-
1422σεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πλοίων τούτων. Ἐξ αὐτοῦ ἐ-
1423γνώσθη ἀνεπισήμως, διότι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐρεύνης οὐ-
1424δέποτε ἤχθη εἰς τὴν δημοσιότητα, διεπιστώθη, ὅτι ἡ ὀφει-
1425λέτις ἑταιρία ἐκέρδιζε μετὰ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τόσα,
1426ὥστε ἠδύνατο εὐχερῶς νὰ πληρώσῃ τὰς ὀφειλομένας δό-
1427σεις τιμήματος τῶν τριῶν πλοίων. Ἐν τούτοις, οὐδὲν νόμι-
1428μον ἐκβιαστικὸν μέτρον, ἐξ ἐκείνων ἅτινα λαμβάνονται ἐ-
1429σπευσμένως, ἀκόμη καὶ κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου
1430ἑκατοντάδων μόλις δραχμῶν, ἐλήφθη κατὰ τῆς «Θηραϊκῆς
1431Ἀτμοπλοΐας» μέχρι τέλους Ἰουνίου 1955, ὅτε ἤγγιζεν ἡ
1432λῆξις τῆς προθεσμίας καταβολῆς καὶ τῆς τρίτης ἐτησίας
1433δόσεως, ἡ δὲ ὀφειλὴ ὑπερέβη, μετὰ τῶν τόκων ὑπερημε-
1434ρίας καὶ λοιπῶν προσαυξήσεων, τὸ ποσὸν τῶν 500.000 δολ-
1435λαρίων διὰ ταύτην καὶ τῶν δολλαρίων 230.000 διὰ τὴν
1436ἑταιρίαν Π. Ποταμιάνος.
1437Τῇ 11ῃ Ἰουλίου 1955 κατετέθη, ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν Οἰ-
1438κονομικῶν καὶ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, εἰς τὴν Εἰδικὴν Ἐπι-
1439τροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, σχέδιον νομοθε-
1440τικοῦ διατάγματος «περὶ ρυθμίσεως ὀφειλῶν πρὸς τὸ Δη-
1441μόσιον ἐξ ἀγορᾶς πλοίων, κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου
14421971)51». Διὰ τῶν διατάξεων τούτου, προεβλέπετο: α)
1443κεφαλαιοποίησις τῶν μὴ πληρωθεισῶν ληξιπροθέσμων δό-
1444σεων, ὡς καὶ τῶν ἀπαιτητῶν τοιούτων ἐντὸς τῶν ἐτῶν
14451955 καὶ 1956 καὶ ἐξόφλησις αὐτῶν δι’ εἴκοσιν ἐτησίων
1446δόσεων, ἐντόκως πρὸς 2%, β) ἀπαλλαγὴ τῶν ληξιπρο-
1447θέσμων δόσεων τῶν προσαυξήσεων ἐκ τῆς μὴ ἐμπροθέ-
1448σμου καταβολῆς καὶ γ) καθορισμὸς ἀπαλλαγῆς 30%, ἐν
1449περιπτώσει τῆς ἐντὸς διετίας καὶ ἐφ’ ἅπαξ ἐξοφλήσεως
1450ὁλοκλήρου τῆς ὑπολοίπου ὀφειλῆς.
1451Ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς χαριστικῆς πράξεως τοῦ Κράτους
1452πρὸς τὴν ὀφειλέτιδα ἑταιρείαν.
1453§72Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Πρὸς τὰς ὀφειλέτιδας ἑταιρείας.
1454§73Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν,
1455διότι καὶ ὁ ἄλλος εἶναι παράγων κομματικὸς καὶ φίλος τῆς
1456Ε.Ρ.Ε.
1457Ἐπρόκειτο, ἐν τῇ πραγματικότητι, περὶ καθαρῶς χαρι-
1458στικῆς πράξεως τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν τοῦ Κυ-
1459βερνητικοῦ βουλευτοῦ, εὐρυτάτου περιεχομένου, ἐφ’ ὅσον
1460ἐκεφαλαιοποιοῦντο οὐ μόνον αἱ λήξασαι τοκοχρεωλυτικαὶ
1461δόσεις, ἀλλὰ καὶ τῶν δύο προσεχῶν ἐτῶν, τοὐτέστι παρε-
1462χωρεῖτο ὡς βραβεῖον εἰς τὴν ἀθετήσασαν τὰς συμβατικάς
1463της ὑποχρεώσεις ἐφοπλιστικὴν ἐπιχείρησιν δάνειον ἐξ
1464600.000 περίπου δολλαρίων, ἐπὶ τόκῳ 2%, ἐτάσσετο μα-
1465κρὰ προθεσμία ἐξοφλήσεως τούτου, εἰκοσαετής, πρὸς δὲ
1466παρῃτεῖτο τὸ Δημόσιον τοῦ δικαιώματος, ὅπως εἰσπράξῃ
1467τὰς ὀφειλομένας αὐτῷ νομίμους ἐπιβαρύνσεις, λόγῳ μὴ κα-
1468ταβολῆς τῶν ληξασῶν τοκοχρεωλυτικῶν δόσεων. Καὶ ὡς
1469ἐπιστέγασμα, ἡ ὀφειλέτις ἀτμοπλοΐα ἠδύνατο ν’ ἀπαλλαγῇ
1470τοῦ συνόλου τῶν συμβατικῶν ὑποχρεώσεών της, καταβάλλου-
1471σα εἰς τὸ Δημόσιον μόνον τὰ ⅔ τῆς ἀξίας τῶν πλοίων
1472καὶ οὕτω θὰ ἐπετυγχάνετο ἀπόσβεσις τοῦ τρίτου τῶν κε-
1473φαλαίων της ἐντὸς μιᾶς μόνον πενταετίας, γεγονὸς ὅπερ
1474εἰς οὐδεμίαν ἄλλην καὶ τὴν πλέον προσοδοφόρον ἐπιχείρη-
1475σιν δύναται νὰ συμβῇ. Ἐὰν τὴν μείωσιν ταύτην τοῦ τιμή-
1476ματος καθώριζε τὸ Δημόσιον κατὰ τὸν ἐκποιητικὸν διαγω-
1477νισμὸν τῶν πλοίων, βεβαίως θὰ εὑρίσκοντο ἤδη ταῦτα εἰς
1478χεῖρας πραγματικῶν ἀκτοπλοϊκῶν ἐπιχειρήσεων.
1479Ἐνῷ δὲ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ σχεδίου τού-
1480του Ν. Δ. ἀνεγράφετο, ὅτι ἐκ τῆς ἐπιδιωκομένης ρυθμίσεως
1481οὐδεμία ζημία ἐπήρχετο εἰς τὸ Δημόσιον, ἀντιθέτως εἰς
1482τὴν συνοδεύουσαν τοῦτο ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου
1483καθωρίσθη ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου, ἐκ μὲν τῆς διαγραφῆς
1484τῶν προσαυξήσεων τῶν ληξιπροθέσμων καὶ μὴ ἐξοφληθει-
1485σῶν δόσεων, λόγῳ κεφαλαίου καὶ τόκου, εἰς δραχμὰς 5.435.
1486000 ἢ δολλάρια 181.166, ἐκ δὲ τῆς μειώσεως τοῦ τιμήμα-
1487τος κατὰ 30%, λόγῳ τῆς ἐνθαρρυνομένης ἐντὸς διετίας
1488ἐξοφλήσεως τῆς ὑπολοίπου ὀφειλῆς, εἰς δολλάρια 1.469.
1489786. Ζημία τοὐτέστι σημαντικωτάτη τοῦ Δημοσίου ἐκ δολλ.
14901.650.952, ἐπὶ συνόλου τῆς συναλλαγῆς 4.002.000, ὅση ἦτο
1491ἡ ἀξία τῶν τριῶν πλοίων.
1492Κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐπι-
1493τροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ ἄνω σχεδίου Ν. Δ., διεπι-
1494στώθη ὑπὸ τῶν βουλευτῶν, τόσον τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὅσον
1495καὶ τῆς συμπολιτεύσεως, ἡ δυνατότης τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμο-
1496πλοΐας», ἵνα καταβάλῃ τὰ παρ’ αὐτῆς ὀφειλόμενα ποσὰ ἐκ
1497τῶν πραγματοποιηθέντων ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν
1498πλοίων κερδῶν, διότι ναὶ μὲν λόγῳ τῆς ἀναπροσαρμογῆς
1499τῆς δραχμῆς ἐπῆλθεν αὔξησις τῶν ἐξόδων ἐκμεταλλεύσεως,
1500ἀλλὰ συγχρόνως ἐνεκρίθη γενικὴ αὔξησις τῶν ναύλων ἐπι-
1501βατῶν καὶ ἐμπορευμάτων τῆς ἐσωτερικῆς ἀκτοπλοΐας κατὰ
150225%, ὑπερκαλύψασα οὕτω τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν ἐκ-
1503μεταλλεύσεως, καὶ ἐπὶ πλέον, ὅτι ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν
1504δρομολογίων τῶν ἀτμοπλοίων καὶ εἰς τοὺς λιμένας τῆς
1505ἀλλοδαπῆς, καὶ συγκεκριμένως τὴν Ἰταλίαν, οἱ ναῦλοι εἰσε-
1506πράττοντο, ὡς ἐλέχθη, εἰς συνάλλαγμα, εἰς τρόπον ὥστε
1507διὰ τῆς ἀναπροσαρμογῆς ἐπῆλθεν αὔξησις 100% τῶν
1508ἐσόδων ἐκ τῆς πηγῆς ταύτης ναύλων.
1509Κατόπιν τῆς ἀναμφισβητήτου διαπιστώσεως ταύτης καὶ
1510μολονότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέφυγε νὰ προ-
1511σαγάγῃ τοὺς γενομένους προηγουμένους, καὶ ζητηθέντας
1512ἐπιμόνως ὑπὸ τῶν βουλευτῶν, ἐλέγχους διαχειρίσεως τῆς
1513«Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νο-
1514μοσχεδίου, ἥτις ἔλαβε χώραν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς
151525 καὶ 31 Αὐγούστου 1955, ἀνεβλήθη ἀορίστως, ἐπὶ τῷ
1516τέλει προσαγωγῆς ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν
1517πληρεστέρων στοιχείων, δικαιολογούντων τὴν ὑποβολὴν καὶ
1518τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εὐθὺς ἀμέσως, καὶ δὴ τῇ 2
1519Σεπτεμβρίου 1955, διετάχθη νέος, τρίτος κατὰ σειράν, ἔλεγ-
1520χος τῶν στοιχείων ἐκμεταλλεύσεως, ἡ δὲ σχετικὴ ἔκθεσις
1521τῶν ἐνεργησάντων τὸν ἔλεγχον τοῦτον κρατικῶν ὑπαλλή-
1522λων, συμμετοχῇ καὶ τῆς ἐνδιαφερομένης ἀτμοπλοΐας, ὑπε-
1523βλήθη τὴν 7 Σεπτεμβρίου 1955, διότι διὰ τῆς ὑπουργικῆς
1524ἀποφάσεως εἶχε ταχθῆ τριήμερος μόνον προθεσμία ἐλέγχου
1525τῶν στοιχείων καὶ ὑποβολῆς τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως.
1526Ἐκ τῆς ἐκτυπωθείσης, ἐπιμελείᾳ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βου-
1527λῆς, ἐκθέσεως ταύτης ἀπεδείχθη, ὡς πρὸς τὴν «Θηραϊκὴν
1528Ἀτμοπλοΐαν», ὅτι ὁ ἔλεγχος περιωρίσθη εἰς τὸν ἰσολογι-
1529σμὸν τῆς χρήσεως ἀπὸ 1.4.1953 μέχρι 31.3.1954 καὶ τοῦτο,
1530διότι διὰ τὴν περίοδον ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1954 μέχρι 31 Μαρ-
1531τίου 1955 δὲν εἶχον ἀκόμη συμπληρωθῆ αἱ ἀπαιτούμεναι
1532ἐγγραφαί, ὡς ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναγράφεται, «λόγῳ τοῦ ὅτι
1533οἱ ἀποτελεσματικοὶ λογαριασμοὶ δὲν διεμορφώθησαν τελι-
1534κῶς καὶ ὡς ἀτελεῖς δὲν ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν».
1535Ὁ ἔλεγχος δ’ οὗτος μολονότι ἐγένετο πέντε ὁλοκλή-
1536ρους μῆνας ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔδει νὰ εἶχε κλείσει
1537ὁ ἰσολογισμὸς τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», ἐν τούτοις δὲν
1538κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ τελικὴ διαμόρ-
1539φωσις τῶν ἀποτελεσματικῶν λογαριασμῶν, καίτοι ἐπρόκει-
1540το περὶ εἰσπράξεων ἐκμεταλλεύσεως ἀκτοπλοϊκῶν πλοίων,
1541πραγματοποιηθεισῶν ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὰ 80% καὶ ἐν Ἰτα-
1542λίᾳ κατὰ τὰ 20%.
1543Ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ἰσολογισμοῦ 31 Μαρτίου 1954, εἰς
1544ὃν συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἐκμεταλλεύ-
1545σεως ἀκτοπλοϊκῶν πλοίων ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1952, ἀποδεικνύε-
1546ται, ὅτι καὶ μετὰ πλήρη καὶ εἰς ἀκέραιον ἐξόφλησιν τῶν
1547πρὸς τὸ Δημόσιον καθυστερουμένων ὀφειλῶν, παρέμεινε
1548καθαρὸν κέρδος ἐκμεταλλεύσεως τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν
1549πλοίων ἐκ δραχμῶν 2.132.525. Τουτέστιν ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ
1550γενομένου ἐλέγχου, ὅτι ἡ ὀφειλέτις ἑταιρεία ἠδύνατο νὰ
1551πληρώσῃ εἰς ἀκέραιον τὰς μέχρι 31 Μαρτίου 1954 συμβα-
1552τικὰς ὑποχρεώσεις της, καὶ δὴ μὲ τὴν τιμὴν τῆς ἀναπροσ-
1553αρμογῆς διὰ τὰς μετὰ τὴν 9.4.1953 ὑποχρεώσεις της,
1554πρὸς δὲ νὰ παραμείνῃ εἰς χεῖρας της καὶ ποσὸν δραχμῶν
1555νέων 2.132.525 δι’ ἀποσβέσεις προκαταβολῆς, ἐξόδων πα-
1556ραλαβῆς πλοίων κλπ. Ὡς ὅμως, ἐδήλωσεν εἰς τοὺς ἐλεγκτὰς
1557ἡ ὀφειλέτις ἑταιρεία, τὰ πραγματοποιηθέντα, τῷ ὄντι, κέρ-
1558δη ἐκράτει δι’ ἀποσβέσεις, μελλοντικὰς ἀνακαινίσεις, ἐπι-
1559σκευὰς κλπ. Ἀλλὰ ποία ἐπιχείρησις δανεισθεῖσα χρήματα
1560δικαιοῦται νὰ προβάλῃ εἰς τὸν δανειστήν της, ὅτι ἀδυνα-
1561τεῖ νὰ πληρώσῃ, διότι τὰ κέρδη της τὰ προορίζει δι’ ἀπό-
1562σβεσιν τῶν κεφαλαίων, ἀνανέωσιν τῶν ἐγκαταστάσεών της
1563κλπ.; Τοῦτο ἰσχύει μόνον προκειμένου περὶ συνεταίρων
1564ἐπιχειρήσεώς τινος, ὅπερ, ὅμως, δὲν συμβαίνει ἐν προκει-
1565μένῳ, ὅπου ἔχομεν συμβάσεις ἀγοραπωλησίας ἐμπορικῶν
1566πλοίων.
1567Οὕτω διήρρευσαν μέχρι σήμερον ἑπτὰ (7) ἔτη, ἀφ’ ἧς
1568ἤρχισεν ἡ καθυστέρησις καταβολῆς τῶν συμβατικῶν δόσεων
1569τοῦ τιμήματος τῶν τεσσάρων ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν, καὶ
1570τέσσαρα ἔτη ἀφ’ ἧς ἀπεσύρθη, κατ’ Αὔγουστον 1955, τὸ
1571κατατεθὲν σχέδιον Ν. Δ. περὶ ρυθμίσεως τούτων. Συνέ-
1572πεια τούτων εἶναι, ὅτι ἡ ὀφειλὴ αὐξάνεται συνεχῶς ἀνερχο-
1573μένη σήμερον εἰς τὰ κατωτέρω ποσὰ δι’ ἑκατέραν τῶν δύο
1574ὀφειλετίδων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν:
1575Α) Ὀφειλὴ «Θηραϊκῆς Ἀκτοπλοΐας»
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1576Τιμὴ κατακυρώσεωςα)π ΚΑΝΑΡΗΣ Δολλάρια1.351.000
1577» » » ΜΙΑΟΥΛΗΣ » 1.401.000
1578» » » ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ » 1.250.000Δολλάρια4.002.000
1579ΜΕΙΟΝ: Προκαταβολὴ 15% Δολλάρια 600.300
1580 Ὑπόλοιπον ὀφειλῆς Ἰούλιον 1952 Δολλάρια 3.401.700
1581Τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ τὴν μεταξὺ Δημοσίου καὶ «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας» σύμβασιν ἔδει νὰ ἐξοφληθῇ εἰς εἴκοσιν
1582ἰσοπόσους ἐτησίας δόσεις, ἐπὶ τόκῳ 2% ἐτησίως, ἤτοι:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1583Ὀφειλομένη δόσις Ὀφειλόμενοι τόκοι 2% ἐπὶ ἀπομένοντος ΣΥΝΟΛΟΝ
1584 ἐτησίως ἑκάστοτε ὑπολοίπου κεφαλαίου
1585
1586 1953Δολλάρια 170.085Δολλάρια 68.024Δολλάρια238.109
1587 1954» 170.085» 64.632» 234.717
1588 1955» 170.085» 61.230» 231.315
1589 1956» 170.085» 57.829» 227.914
1590 1957» 170.085» 54.427» 224.512Δολλάρια1.156.567
1591 1958» 170.085» 51.025» 221.110
1592 1959» 170.085 170.085» 391.195
1593 Σύνολον Δολλάρια1.547.762
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1594Κατὰ τ’ ἀνωτέρω ὠφείλοντο μέχρι τέλους 1957, κεφάλαιον καὶ συμβατικοὶ τόκοι Δολλάρια1.156.567.—
1595
1596Ἐὰν κατεβλήθη τὸ ἥμισυ τοῦ ἄνω ποσοῦ ἤτοι 578.283.—
1597ὠφείλετο κατὰ τὴν 31.12.57 ποσὸν Δολλαρίων 578.284.—
1598Πρόσθετα τέλη ἐπὶ ἄνω ποσοῦ μέχρι 31.12.59
1599πρὸς 50% Δολλάρια 289.142.— Δ. 867.426.—
1600Πρὸς τούτοις ἐπὶ τῆς ληξιπροθέσμου τὴν 31.12.58 δόσεως ἐκ Δολ. 170.085, σὺν τόκοις
1601Δολ. 51.025 ἤτοι ἐπὶ ποσοῦ Δολ. 221.110 ὀφείλεται διὰ τὸ 12μηνον μέχρι 31.12.59 πρόσ-
1602θετον 1,50% μηνιαίως, ἤτοι Δολ. 221.110 Χ 18% Δολλάρια 39.800.—
1603Σύνολον Δολλάρια 907.226.—
1604Ἐπὶ πλέον ἔδει νὰ καταβληθοῦν κεφάλαιον καὶ συμβατικοὶ τόκοι 1958 Δολ. 221.110.—
1605Κεφάλαιον (δόσις) 31.12.59 Δολλάρια 170.085.—ἤτοι 391.195.—
1606Σύνολον ὀφειλῆς Δολλάρια 1.298.421.—
1607Β) Ὀφειλὴ Νέας Ἠπειρωτικῆς Ἀτμοπλοΐας
1608Πέτρου Ποταμιάνου
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1609Τὸ α)π ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ κατεκυρώθη διὰ ποσὸν Δολλαρίων1.845.000.—
1610ΜΕΙΟΝ προκαταβολὴ 15% Δολλάρια 276.750.—
1611Ὑπόλοιπον Δολλάρια 1.568.250.—
1612Ἐξοφλητέον, κατὰ τὴν σύμβασιν, εἰς 20 ἰσοπόσους ἐτησησίας δόσεις (πρὸς δολλάρια 78.412,50 ἑκάστη, ἐπὶ τόκῳ 2%
1613ἐτησίως).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1614Ὀφειλομένη ἐτησία Τόκοι ἐπὶ ἑκάστοτε ΣΥΝΟΛΟΝ
1615 δόσις ὑπολοίπου 2%
1616
1617 1953Δολλάρια78.412 Δολλάρια 29.796108.208
1618 1954» 78.413 » 28.228106.641
1619 1955» 78.412 » 26.602105.014
1620 1956» 78.413 » 25.092103.505
1621 1957» 78.412 » 23.524101.936Δολλάρια525.304.—
1622 1958» 78.413 » 21.955100.368
1623 Δολλάρια156.825»
1624 1959» 78.412 » 78.412» 178.780.—
1625 Σύνολον» 704.084.—
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1626Κατὰ τὰ ἀνωτέρω: Μέχρι τέλους 1957 ἔδει νὰ καταβάλῃΔολλάρια525.304.—
1627
1628Κατέβαλεν ἔναντι μόνον » 253.613.—
1629Ὤφειλε » 271.691.—
1630Τῇ 31.12.59 αὔξησις 50% » 135.845.— »407.536.—
1631Κατὰ τὰ ἔτη 1958 καὶ 1959 ἔδει νὰ καταβάλῃ
1632διὰ κεφάλαιον » 156.825.—
1633Διὰ τόκους » 21.955.— »178.780.—
1634 Σύνολον »589.756.—
1635Κατὰ τὸ ἀπὸ 1.2.57 μέχρι 4.7.58 (ἐπὶ 7 μῆνας) οὐδὲν κατέβαλεν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1636Ἀπὸ 4.7.58 μέχρι 17.8.59 κατέβαλε Δολλάρια206.611.—
1637Ὑπόλοιπον ὀφειλόμενον τῇ 31ῃ Δεκεμβρίου 1959 »373.145.—
1638Τὴν 31.12.57 ὤφειλε Δολλάρια271.691.—
1639Κατὰ τὸ 1958 κατέβαλε » 83.748.—
1640Ὑπόλοιπον ὀφειλῆς 31.12.58 » 197.953.—
1641Πλέον τόκοι ὑπερημερίας ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν
1642Δολλαρίων 197.953 πρὸς 1,50% μηνιαίως
1643ἤτοι 12 μῆνες Χ 1,50% ἴσον 18% Δολλάρια 35.631.—Δολλάρια 35.631.—
1644Σύνολον ὀφειλῆς τὴν 31 Δεκεμβρίου 1959 »408.776.—
1645Βάσει τῶν ἀνωτέρω ὑπολογισμῶν, καθ’ ἡμᾶς ἡ ὀφειλὴ
1646τῆς μὲν Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας ἀνήρχετο, τὴν 31 Δεκεμ-
1647βρίου 1958, εἰς δολλάρια 1.298.421, τῆς δὲ Νέας Ἠπειρω-
1648τικῆς εἰς δολλάρια 408.776. Ἐκ τῆς ἀναμενομένης ἀπαν-
1649τήσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ πληροφορη-
1650θῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ πραγματικοῦ ὕψους τῆς ὀφειλῆς ἑκα-
1651τέρας τῶν ἀτμοπλοϊῶν τούτων. Ἐγνώσθη μόνον ἀνεπισή-
1652μως, ὅτι ἡ Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου 1958,
1653ἤρχισε νὰ καταβάλῃ διὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ ἑπταετίας, ὁλό-
1654κληρον τὴν ἐτησίαν δόσιν.
1655§74Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
1656Θέλετε, κ. συνάδελφε, νὰ σᾶς δώσω τώρα τὴν ἀπάντησιν;
1657Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1958 ἐζήτησα καὶ κατετέθη ἡ δόσις ἐξ
1658ὁλοκλήρου καὶ ἀπὸ τὰς δύο ἀτμοπλοΐας, ὅπως καὶ διὰ τὸ
16591959. Ἐκτὸς τούτου ἐζήτησα καὶ τὴν τακτοποίησιν τοῦ
1660καθυστερουμένου ὑπολοίπου τῆς ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τοῦ
16611953 ἕως τοῦ 1957 περιόδου.
1662§75Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτό, κ. Ὑπουργέ, εἶ-
1663ναι πρὸς τιμήν σας διότι δὲν ἠθελήσατε νὰ ἐπαναλάβητε
1664τὸ προηγούμενον συναδέλφων σας ὑπουργῶν. Ἐν πάσῃ πε-
1665ριπτώσει, κ. συνάδελφοι, τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν
1666πλήρη δικαίωσιν ἐκείνων, οἵτινες ἐπίστευον, ἀμετακινήτως,
1667ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν πλοίων ἀπέ-
1668φερε τόσα κέρδη, ὥστε νὰ εἶναι εὐχερὴς ἡ καταβολὴ ὁλο-
1669κλήρου τῆς ἐτησίας συμβατικῆς δόσεως.
1670Δὲν γνωρίζομεν ποῦ ὀφείλεται ἡ μεταστροφὴ αὕτη τῶν
1671διαθέσεων τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας καὶ ἐὰν μεταξὺ τῶν
1672ληφθέντων ὑπὸ τοῦ ἤδη κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν
1673ἄλλων μέτρων συνετέλεσε κατά τι καὶ ἡ συζητουμένη ἐπε-
1674ρώτησις, ἥτις κατετέθη τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 6
1675Ἰουνίου 1958, ἡ δὲ πληρωμὴ τῆς δόσεως 1958 ἤρχιζεν
1676ἀπὸ τὸ τρίτον δεκαήμερον τοῦ μηνὸς Ἰουλίου τοῦ ἄνω
1677ἔτους.
1678§76Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
1679Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ἐὰν θέλετε, εἶμαι πρόθυμος νὰ
1680σᾶς δώσω τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὰ ὑπόλοιπα ποσά.
1681§77Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, ἀ-
1682φήσατε νὰ τελειώσω πρῶτον καὶ μετὰ νὰ ἀπαντήσητε, διότι
1683ἐκτὸς τῶν ἄλλων θὰ ἀπαντήσω ποία πρόβλεψις καὶ ποῖαι
1684ἐγγυήσεις ὑπῆρχον κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν συμβολαίων.
1685§78Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
1686Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, αἱ ἐγγυήσεις περιέχονται εἰς τὰ
1687συμβόλαια πωλήσεως τῶν πλοίων.
1688§79Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μοῦ ἐπιτρέπε-
1689τε μίαν διακοπήν; Ὑπῆρχε πράγματι εἰς τὰ συμβόλαια
1690πρόβλεψις, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς καταβολῆς τῶν
1691δόσεων εἰς τὰς καθοριζομένας προθεσμίας καὶ ὄχι μὲ ἀνα-
1692στολὴν 5½ ἔτη καὶ πλέον ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου ὑπῆρ-
1693ξεν ὁ ἐξανεμισμός.
1694§80Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσωμεν ἤδη,
1695κ. συνάδελφε, ἐὰν αἱ ἐκδοθεῖσαι κατὰ καιροὺς διαταγαὶ τοῦ
1696Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ ἀναστολῆς πληρωμῆς
1697τῶν ληξιπροθέσμων δόσεων, ἔχουν νομικὸν ἔρεισμα καὶ ἐν
1698συνεχείᾳ ποῖαι εἶναι αἱ ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἐξασφάλισιν πλη-
1699ρωμῆς ὑπὸ τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας τῆς ὀφειλῆς της
1700πρὸς τὸ Δημόσιον.
1701Διὰ τὴν ἀναστολήν, ἑκάστοτε, τῆς πληρωμῆς τῶν ληξι-
1702προθέσμων δόσεων καὶ συνεπῶς, ὅπως ἀφήνεται ἀνενόχλη-
1703τος ἡ ἄνω ὀφειλέτις, διεβιβάζετο ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1704Οἰκονομικῶν πρὸς ἓν Πειραιεῖ Ταμεῖον Εἰσπράξεως Φο-
1705ρολογίας πλοίων εἰδικὴ διαταγή, περιέχουσα στερεότυπον
1706τὴν δικαιολογίαν, περὶ τῆς προσεχοῦς ρυθμίσεως νομοθετι-
1707κῶς τοῦ θέματος. Καὶ ὡς ἐλέχθη, παρῆλθον μέχρι σήμερον
1708ἑπτὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς πρώτης διαταγῆς περὶ ἀνα-
1709στολῆς πληρωμῆς καὶ ἡ ρύθμισις αὕτη οὐ μόνον δὲν συνε-
1710τελέσθη, ἀλλ’ οὐδὲ ἐπεδιώχθη, διότι θ’ ἀπετέλει ἤδη πρω-
1711τοφανὲς σκάνδαλον ἡ ἐπανάληψις τῆς προσπαθείας τοῦ Αὐ-
1712γούστου 1955, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν συμ-
1713βατικῶν ὑποχρεώσεών του ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου, ὅστις,
1714ὡς ἐξετέθη ἀνωτέρω, κερδίζει ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν
1715πωληθέντων σκαφῶν πέραν τῶν ὑποχρεώσεών του καὶ ὡς
1716θὰ προστεθῇ κατωτέρω ἀπέκτησε, κατὰ τὴν τελευταίαν
1717ἑπταετίαν, ἓξ φορτηγὰ ἀτμόπλοια, ἀξίας ὑπερβαινούσης
1718τὰ πέντε ἑκατομμύρια ἀγγλικῶν λιρῶν. Ἡ ἑκάστοτε δὲ
1719ὑπόμνησις περὶ τῆς ἐπικειμένης νομοθετικῆς ρυθμίσεως ἀπε-
1720τέλει ἁπλοῦν πρόσχημα τοῦ ἐκδίδοντος τὴν διαταγὴν ὑπουρ-
1721γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα καλύπτεται ἔναντι τοῦ ὑφιστα-
1722μένου τοῦ Ταμείου.
1723Αἱ διαταγαὶ περὶ ἀναστολῆς ἦσαν παράνομοι καὶ αὐθαί-
1724ρετοι, διότι ἀντέκειντο εἰς τὰς ἑξῆς νομίμους διατάξεις:
1725α) Τὸν νόμον 5940)1933 «περὶ παροχῆς φορολογικῶν
1726διευκολύνσεων καὶ μειώσεων εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημο-
1727σίου», καθ’ ὃν προκειμένου περὶ ἀναστολῆς πληρωμῆς λη-
1728ξιπροθέσμου δόσεως, ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἀπόφασις τοῦ
1729ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐρειδομένη, ὅμως, ἐπὶ ᾐτιο-
1730λογημένης πρὸς τοῦτο γνώμης εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, ἑδρευού-
1731σης παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, καὶ οὐχὶ ἁπλῆ ὑπουργι-
1732κὴ ἀπόφασις, καὶ μάλιστα μὲ τὴν αἰτιολογίαν τῆς προσε-
1733χοῦς ρυθμίσεως τοῦ θέματος διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ, ὡς
1734ἐγένετο ἐν προκειμένῳ.
1735β) Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1971 νόμου, ὅπερ ρητῶς
1736ἀναγράφει, ὅτι τὸ τίμημα τῆς ἐκποιήσεως τῶν πλοίων ὁρί-
1737ζεται μὲν εἰς δολλάρια Η.Π.Α., ὡς προβλέπει καὶ ἡ παρά-
1738γραφος 2 τοῦ ἄρθρου 3, ἀλλὰ καταβάλλεται εἰς δραχμάς,
1739ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πληρωμῆς ἐπισήμου
1740τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Συνεπῶς, δὲν ἐδικαιολογεῖτο
1741ἀμφισβήτησίς τις περὶ τῆς προβλεφθείσης ὑποχρεώσεως τῆς
1742Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας διὰ τὰς ἐκ τῆς ἐνδεχομένης ἀναπρο-
1743σαρμογῆς τῆς δραχμῆς συνεπείας.
1744γ) Τὸ ἄρθρον 7 παράγραφος 2 τοῦ αὐτοῦ νόμου 1971,
1745καθ’ ὃ ἐν περιπτώσει καθυστερήσεως καταβολῆς δύο κατὰ
1746σειρὰν δόσεων, τὸ Δημόσιον δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὰ πλοῖα
1747καὶ νὰ ἐκποιήσῃ αὐτὰ ἀναγκαστικῶς, ἐν πλειοδοτικῷ δια-
1748γωνισμῷ, διὰ λογαριασμὸν τοῦ ὑποχρέου πλοιοκτήτου.
1749δ) Τὸ ἄρθρον 387 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ὅπερ προβλέ-
1750πει τὴν ἀπρόοπτον μεταβολὴν τῶν συνθηκῶν γενομένης συ-
1751ναλλαγῆς καὶ τὴν ἀναγωγήν, ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου πάντοτε,
1752τῆς παροχῆς εἰς τὸ προσῆκον μέτρον. Αἱ προϋποθέσεις ἐφαρ-
1753μογῆς τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι 1) νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ
1754τῶν περιστατικῶν, ἐφ’ ὧν κυρίως τὰ συμβληθέντα μέρη
1755ἐστήριξαν τὴν ἀπόφασίν των περὶ συνάψεως τῆς συμβά-
1756σεως, 2) ἡ μεταβολὴ αὕτη νὰ ἐπηκολούθησε τὴν κατάρτι-
1757σιν τῆς συμβάσεως καὶ νὰ ὀφείλεται εἰς ἔκτακτα καὶ μὴ
1758δυνάμενα νὰ προβλεφθῶσι γεγονότα, καὶ 3) νὰ καθίσταται
1759ἐντεῦθεν ἡ παροχὴ τοῦ ὀφειλέτου ὑπερμέτρως ἐπαχθής.
1760Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ, ἡ νομισματικὴ μεταβολὴ τοῦ 1953
1761οὔτε ἀπρόβλεπτος οὔτε ἔκτακτος ἦτο, ἐφόσον ρητῶς εἶχε
1762προβλεφθῆ ἡ ἐνδεχομένη ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς, δι’ ὃ
1763διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 1971, ὡς ἐλέχθη, ὁ ἀγοραστὴς
1764ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα καταβάλῃ τὰς δόσεις τοῦ τι-
1765μήματος εἰς δραχμὰς μέν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατὰ τὴν
1766ἡμέραν τῆς πληρωμῆς ἐπισήμου τιμῆς τοῦ συναλλάγμα-
1767τος, τῶν δολλαρίων Η.Π.Α. Ρητῶς ἐπίσης προεβλέφθη
1768ἐν τῷ συμβολαίῳ ἀγοραπωλησίας (ὅρος 4ος), ὅτι εἰς τὴν
1769ἐπίσημον τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, περὶ ἧς τὸ ἄρθρον 7
1770τοῦ νόμου 1971, περιλαμβάνεται καὶ πᾶν ὅ,τι θὰ κατα-
1771βάλλεται ἑκάστοτε εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος πρὸς
1772ἀπόκτησιν τούτου, οἷον εἶναι τὰ ἀποδεικτικὰ τοῦ συναλλά-
1773γματος ἢ ἄλλο τι.
1774Τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν, κατ’ ἐπανάληψιν, καὶ δὴ
1775εἰς δίκας προμηθευτῶν τοῦ Δημοσίου ἐναντίον τούτου, ὅτι
1776ὁ ὑπερδιπλασιασμὸς τῆς ἀντιπαροχῆς δὲν θεωρεῖται ὑπερ-
1777μέτρως ἐπαχθής, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἀναγωγὴ ταύτης
1778εἰς τὸ προσῆκον μέτρον (Α. Π. 65)1957 ἐν Ἐφημ. Ἑλλή-
1779νων Νομικῶν, τόμος ΚΔʹ σ. 547. Ἐφ. Ἀθ. 4430)1953
1780Ε.Ε.Ν. τόμος ΚΑʹ σ. 387, Ἐφ. Ἀθ. 721)1950 Ε.Ε.Ν.
1781τόμ. ΙΗʹ σελ. 116). Καί, ὅμως, οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονο-
1782μικῶν, ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων διεξήχθησαν αἱ δίκαι αὗται
1783μὲ τὸ ἐπωφελὲς διὰ τὸ Δημόσιον ἀνωτέρω ἀποτέλεσμα, ἐλη-
1784σμόνησαν τοῦτο εἰς τὴν προκειμένην ἀγοραπωλησίαν, ἐπη-
1785ρεασθέντες προφανῶς ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος τοῦ ἀ-
1786γοραστοῦ. Ἄλλως τε ρητῶς ἐν προκειμένῳ ἡ Θηραϊκὴ Ἀτ-
1787μοπλοΐα παρῃτήθη, δυνάμει τοῦ ὅρου 22 τῶν συμβολαίων
1788ἀγοραπωλησίας, παντὸς δικαιώματος περὶ προσβολῆς τοῦ
1789κύρους τῆς γενομένης ἀγοραπωλησίας, λόγῳ ὑπερόγκου
1790βλάβης, περὶ ἧς πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 388 τοῦ Ἀστι-
1791κοῦ Κώδικος. Ἡ παραίτησις δ’ αὕτη εἶναι ἔγκυρος καὶ
1792ἰσχυρά.
1793ε) Τέλος, τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ.
17941870)1954 δευτέρας ἀκυρωτικῆς ἀποφάσεως τῆς γενομέ-
1795νης παραχωρήσεως τῶν δύο Μεσογειακῶν ἀτμοπλοίων εἰς
1796τὴν Θηραϊκὴν Ἀτμοπλοΐαν ἐδέχθη, ὅτι ὅπου ὑπάρχουν δι-
1797καιώματα ἐκ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, γεννηθέντα ὑπὲρ τοῦ
1798Δημοσίου, δὲν ὑπάρχει πλέον διακριτικὴ ἐξουσία τῆς Διοι-
1799κήσεως πρὸς ἔκδοσιν πράξεως καταλύσεως αὐτῶν, ἂν μὴ
1800ρητὴ διάταξις ἔλθῃ νὰ καταργήσῃ τὰ δικαιώματα ταῦτα.
1801Τοιαῦται, λοιπόν, διατάξεις εἶχον ληφθῆ τῷ 1952 ὑπὲρ
1802τοῦ Δημοσίου ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν τοῦ Κέντρου, κατὰ τὴν
1803ὑπογραφὴν τῶν συμβάσεων, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώ-
1804σεων τοῦ ἀγοραστοῦ τῶν πλοίων καὶ αἵτινες παρεβιάσθη-
1805σαν ὑπὸ τῶν μετέπειτα ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ
1806παραθέτω ἀποσπάσματα ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 285826 τῆς 21.
18075.1957 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν διὰ νὰ
1808ἐνημερωθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία περὶ τῶν σχετικῶν
1809ἀπόψεών του: «ἡ ἀναστολὴ τῆς εἰσπράξεως ὀφείλεται εἰς
1810τὸ γεγονός, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὡς οἱονεὶ
1811ἠθικὴ ὑποχρέωσις, ὅπως τροποποιήσῃ, δι’ ἐπιμηκύνσεως
1812τοῦ χρόνου ἐξοφλήσεως, τὰς δόσεις τῆς ὀφειλῆς. Πρὸς τὸν
1813σκοπὸν αὐτὸν ἔκτοτε εἶχεν υἱοθετηθῆ ἡ ἔκδοσις νόμου ἐπι-
1814μηκύνοντος τὸν χρόνον ἐξοφλήσεως, οὗτινος δὲν κατέστη
1815μέχρι τοῦδε δυνατὴ ἡ ψήφισις». Δηλαδὴ τὸ Ὑπουργεῖον
1816δυσανασχετεῖ διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἐγένετο συνένοχος τῶν
1817ἐπιζημίων διὰ τὸ Δημόσιον σχεδίων του.
1818Ἴδωμεν τώρα καὶ ποῖαι ἐγγυήσεις προεβλέφθησαν, ἐπί-
1819σης κατὰ τὴν ὑπογραφὴν ἐν ἔτει 1952 τῶν συμβολαίων
1820ἀγοραπωλησίας, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑπο-
1821χρεώσεων τούτων τοῦ ἀγοραστοῦ, τῆς πληρωμῆς τοὐτέστι
1822τοῦ ἀντιτίμου τῶν πλοίων.
1823Κατὰ τὸ ἄρθρον 8 παράγραφος 2 τοῦ 1971 νόμου, πα-
1824ρεσχέθη εἰς τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα ἐγγραφῆς πρώτης
1825ὑποθήκης ἐφ’ ἑκάστου πλοίου διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς πλη-
1826ρωμῆς τοῦ ὑπολοίπου τιμήματος. Εἰς ἐκτέλεσιν δὲ τῆς δια-
1827τάξεως ταύτης ὁ ὑπ’ ἀριθ. 5 ὅρος τῶν συμβολαίων ἀγορα-
1828πωλησίας προέβλεψεν ἐγγραφὴν πρώτης ὑποθήκης οὐ μό-
1829νον διὰ τὸ ὑπόλοιπον τίμημα, καὶ τὸν τόκον τούτου πρὸς
18302%, ἀλλὰ «καὶ τῶν τόκων τυχούσης ἐκτελέσεως», ὡς ἐν
1831αὐτῷ ἀναγράφεται. Καὶ πράγματι ἡ ὑποθήκη αὕτη ἐνε-
1832γράφη εἰς τὰ ὑποθηκολόγια τοῦ Λιμεναρχείου Πειραιῶς,
1833ὅπου ἐνηολογήθησαν τὰ πωληθέντα τέσσαρα πλοῖα.
1834Περαιτέρω, διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου
18358, ὁρίζεται, ὅτι εἰς περίπτωσιν καθυστερήσεως καταβολῆς
1836δύο κατὰ σειρὰν δόσεων, τὸ Δημόσιον δύναται ν’ ἀναλάβῃ
1837τὰ πλοῖα καὶ νὰ ἐκποιήσῃ αὐτά, ἀναγκαστικῶς, ἐν πλειο-
1838δοτικῷ διαγωνισμῷ, διὰ λογαριασμὸν τοῦ ὀφειλέτου πλοιο-
1839κτήτου, εὐθυνομένου δι’ ὅλης τῆς περιουσίας του διὰ πᾶ-
1840σαν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν τῆς ἀξίας των. Ἡ διάταξις αὕτη
1841ἀπετέλεσε καὶ τὸν ὑπ’ ἀριθ. 6 ὅρον τῶν συμβολαίων ἀγορα-
1842πωλησίας. Τὸ Δημόσιον, ἀντὶ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς κα-
1843τηγορηματικὰς ταύτας διατάξεις διὰ τὴν περιφρούρησιν
1844τῶν δικαιωμάτων του, εὐθὺς ὡς διεπίστωσεν ἀπροθυμίαν
1845τοῦ ἀγοραστοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν συμπεφωνημένων, ἀφῆ-
1846κε νὰ παρέλθουν ἄπρακτα τόσα ἔτη. Ἐὰν θελήσῃ ἤδη νὰ
1847ἐκτελέσῃ τὸν ὅρον τοῦτον τῶν συμβολαίων, δὲν ὑπάρχουν
1848πλέον αἱ προβλεφθεῖσαι διὰ τοῦ νόμου καὶ τοῦ συμβολαίου
1849ἐγγυήσεις τῆς ἑταιρικῆς περιουσίας. Τοῦτο δέ, διότι κατὰ
1850τὴν ἀπὸ 7 Σεπτεμβρίου 1955 ἔκθεσιν τῶν δύο Ἐλεγκτῶν,
1851οἵτινες, ὡς ἐλέχθη ἀνωτέρω, διωρίσθησαν ἐνωρίτερον παρὰ
1852τῶν ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορικῆς Ναυ-
1853τιλίας πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων
1854ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπὸ τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας τῶν
1855τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν, λόγῳ τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῆς
1856δραχμῆς, ἡ ἄνω ἀκτοπλοϊκὴ ἑταιρεία εἶχε, κατὰ τὴν ἡμερο-
1857μηνίαν ὑπογραφῆς μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου τῆς
1858συμβάσεως περὶ ἀγοραπωλησίας τῶν τριῶν ἐπιβατηγῶν
1859ἀτμοπλοίων, ἤτοι τὸν Ἰούλιον 1952, ὑπὸ τὴν ἐκμετάλλευ-
1860σιν αὐτῆς πλοῖα τῆς ἑταιρείας «VOLCAN» ὡς καὶ τὸ
1861ἀτμόπλοιον «Ἀσπασία Νομικοῦ» καὶ συνεπῶς ταῦτα, ὡς
1862περιουσία τῆς ἄνω ἀγοραστρίας ἑταιρείας, ἦσαν ὑπέγγυα
1863ἔναντι τοῦ πωλητοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ἐνδεχομένην μείω-
1864σιν τῆς ἀξίας τῶν πωληθέντων τριῶν σκαφῶν. Ἐν τού-
1865τοις τὰ πλοῖα ταῦτα, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς αὐτῆς ἐκθέσεως
1866ἐλέγχου, ἐπωλήθησαν, τὸ μὲν πρῶτον κατὰ Δεκέμβριον
18671952, εἰς ἀγνώστους ἀγοραστάς, τὸ δὲ δεύτερον ὑπὸ ἑλλη-
1868νικὴν σημαίαν καὶ συνεπῶς, ἐγγεγραμμένον εἰς τὰ νηο-
1869λόγια λιμένος Πειραιῶς ὑπ’ ἀριθ. 1231, τῇ 24 Ἀπριλίου
18701953 εἰς τὴν ἀνώνυμον ἑταιρείαν «Ἑλληνικὸς Ἀστήρ»,
1871ἱδρυθεῖσαν τῇ 20 Μαρτίου 1953, ἤτοι μετὰ τὴν ἀνωτέρω
1872ἀγορὰν τῶν τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν, ἀνήκουσαν δὲ καὶ
1873ταύτην, πρὸ παντός, εἰς τὸν κ. Μάρκον Νομικόν. Συνεπῶς,
1874ἡ ἀγοράστρια ἑταιρεία «Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα» οὐδὲν ἕτε-
1875ρον πλοῖον ἐκτὸς τῶν τριῶν ἐπιβατηγῶν κέκτηται κατ’
1876ἰδιοκτησίαν καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ Κράτους δι’
1877ὅλης τῆς περιουσίας της περιωρίσθη μόνον εἰς τὰ τρία
1878ἀνωτέρω ἐπιβατηγὰ ἀτμόπλοιά του. Ἐν τούτοις, ὁ κύριος
1879μέτοχος Κυβερνητικὸς βουλευτὴς ἔχει διάφορα ἄλλα φορ-
1880τηγὰ ἀτμόπλοια, ἅτινα εἴτε ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸν προσω-
1881πικῶς, κατὰ πλῆρες δικαίωμα ἰδιοκτησίας, εἴτε εἰς διαφό-
1882ρους ἄλλας ἐφοπλιστικὰς ἐπιχειρήσεις, ἃς ἵδρυσεν οὗτος
1883καὶ ἔχει τὴν διοίκησιν, ὡς διατηρῶν τὴν παμψηφίαν τῶν
1884μετοχῶν των. Τὰ σκάφη δὲ ταῦτα εἶναι:
18851) Τὸ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν φορτηγὸν ἀτμόπλοιον «Πέ-
1886τρος Νομικὸς» ὁλικῆς χωρητικότητος 7258 τόννων, ἔτους
1887ναυπηγήσεως 1942 καὶ νηολογημένον ἐν Πειραιεῖ ὑπ’
1888ἀριθ. 1128. Τοῦτο ἀνήκει κατὰ τὰ 90% εἰς τὸν κ. Μάρ-
1889κον Π. Νομικόν, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐν τῷ
1890αὐτῷ νηολογίῳ.
18912) Τὸ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν φορτηγὸν ἀτμόπλοιον
1892Μαριέττα Νομικοῦ», ὁλικῆς χωρητικότητος 11577 τόννων,
1893ἔτους ναυπηγήσεως 1954, νηολογημένον ἐν Πειραιεῖ ὑπ’
1894ἀριθ. 1314 καὶ ἀνῆκον εἰς τὴν Α. Ε. «Ἑλληνικὸς Ἀστήρ,
1895προσωπικήν, ὡς ἐλέχθη, ἐπιχείρησιν τοῦ κ. Μάρκου Νο-
1896μικοῦ.
18973) Τὸ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν δεξαμενόπλοιον «Ἀσπα-
1898σία Νομικοῦ», ὁλικῆς χωρητικότητος 12415 τόννων, ἔτους
1899ναυπηγήσεως 1956, νηολογημένον ἐν Πειραιεῖ ὑπ’ ἀριθ.
19001231 καὶ ἀνῆκον ἐπίσης εἰς τὴν Α. Ε. «Ἑλληνικὸς Ἀ-
1901στήρ», ἥτις τὸ ἠγόρασε παρὰ τῆς Παναμαϊκῆς ἀτμοπλοΐας
1902Κομπάνια Μαρίττιμα Βολκάν, ἀντὶ δολλαρίων 4.200.000.
19034) Τὸ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν φορτηγὸν ἀτμόπλοιον «Βα-
1904σιλεὺς Αἰγεύς», ὁλικῆς χωρητικότητος 8429 τόννων, ἔτους
1905ναυπηγήσεως 1956, νηολογημένον ἐν Πειραιεῖ ὑπ’ ἀριθ.
19061328 καὶ ἀνῆκον ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν Μάρκον Νομικόν,
1907ὡς ἐν τῷ νηολογίῳ ἀναγράφεται.
19085) Τὸ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν φορτηγὸν ἀτμόπλοιον
1909«Βασιλεὺς Μίνως», ὁλικῆς χωρητικότητος 11156 τόννων,
1910ἔτους ναυπηγήσεως 1958, νηολογημένον ἐν Πειραιεῖ ὑπ’
1911ἀριθ. 1426 καὶ ἀνῆκον εἰς τὴν Α. Ε. «Ἑλληνικὸς Ἀστήρ».
19126) Τὸ ὑπὸ Ἀγγλικὴν σημαίαν φορτηγὸν ἀτμόπλοιον
1913«Βασιλεὺς Θησεύς», ὁλικῆς χωρητικότητος 9153 τόννων,
1914ἔτους ναυπηγήσεως 1958, καὶ ἀνῆκον εἰς ἀλλοδαπὴν ἑται-
1915ρείαν, ἧς κύριος μέτοχος εἶναι ὁ κ. Μάρκος Νομικός.
19167) Τὸ ὑπὸ Λιβεριανὴν σημαίαν δεξαμενόπλοιον «Βασι-
1917λεὺς Πηλεύς», ὁλικῆς χωρητικότητος 20500 τόννων, ἔτους
1918ναυπηγήσεως 1958 καὶ ἀνῆκον εἰς ἀλλοδαπὴν ἑταιρείαν,
1919ἧς κύριος μέτοχος εἶναι ὁ κ. Μάρκος Νομικός.
1920Ἡ ἀξία τῶν πλοίων τούτων, κατὰ τοὺς εἰδότας, ὑπερ-
1921βαίνει τὰς 5.000.000 ἀγγλικὰς λίρας, ἤτοι περὶ τὰ 14.
1922000.000 δολλάρια.
1923Ἐκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τούτων
1924ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς, νὰ νηολογήσῃ οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἀνω-
1925τέρω καὶ δὴ νεοτεύκτων ἀτμοπλοίων ἐπ’ ὀνόματι τῆς «Θη-
1926ραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», ὀφειλέτιδος ἑταιρίας, ἥτις οὕτως εὐ-
1927θύνεται ἔναντι τοῦ Δημοσίου, βάσει τῶν συμβολαίων ἀγο-
1928ραπωλησίας, μόνον διὰ τῶν τριῶν ἐνυποθήκων ἐπιβατη-
1929γῶν ἀτμοπλοίων, ἅτινα οὕτως ἀποτελοῦν καὶ τὸ ἐνεργη-
1930τικὸν ἀλλὰ καὶ τὸ παθητικὸν τῆς ἑταιρίας. Συνεπῶς, ἐν
1931περιπτώσει ἐκτελέσεως τῶν συμβολαίων, ὡς ἐν αὐτοῖς ἀνα-
1932γράφεται, διὰ τὴν καθυστέρησιν πληρωμῆς τῶν δόσεων,
1933ἐλλείψει ἄλλης περιουσίας τῆς ὀφειλέτιδος ἑταιρίας τὸ Δη-
1934μόσιον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ πᾶν ὅ,τι δικαιοῦται,
1935δεδομένου, ὅτι ἡ ἀξία τῶν ἐνυποθήκων πλοίων ἐλαττοῦ-
1936ται σὺν τῷ χρόνῳ. Σήμερον λόγῳ τοῦ ὅτι τὰ πλοῖα εἶναι
1937ἀκόμη σχετικῶς νέα, μὴ βαρυνόμενα μὲ μεγάλας δαπάνας
1938ἐπισκευῶν, ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ καταβάλουν τὸ συμ-
1939βατικὸν τοκοχρεωλύσιον. Τοῦτο δύναται νὰ ἰσχύσῃ καὶ
1940διὰ τὰ ἑπόμενα 5 ἢ 7 ἔτη. Μετὰ ταῦτα, τὰ πλοῖα δὲν θὰ
1941δύνανται νὰ ἀντεπεξέρχωνται εἰς τὰς δαπάνας ηὐξημένων
1942ἐπισκευῶν, λόγῳ τῆς συνεχοῦς κινήσεώς των, ὡς καὶ συν-
1943τηρήσεως καὶ φυσικὰ θὰ ἐγκαταλειφθοῦν. Δὲν χρειάζεται
1944προφητικὴ δύναμις διὰ νὰ προΐδῃ κανεὶς τὴν ἀναμένουσαν
1945τὴν σύμβασιν τῶν ἀκτοπλοϊκῶν τούτων πλοίων τύχην, μὲ
1946πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσαν οἱ ἀπὸ τοῦ 1953 καὶ
1947ἐντεῦθεν μέχρι σήμερον ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ
1948θὰ ἔλθῃ ἡ μαθηματικῶς προβλεπομένη ἡμέρα, καθ’ ἣν τὸ
1949Δημόσιον οὐδὲν ἄλλο περιουσιακὸν ἀντίκρυσμα τῆς ὀφει-
1950λέτιδος θὰ ἔχῃ πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὑπολειπομένων δόσεων
1951τοῦ τιμήματος καὶ τῶν τόκων αὐτοῦ, εἰ μὴ μόνον τὴν ἑται-
1952ρικὴν ἐπωνυμίαν ἐπιχειρήσεως, ἡ ὁποία ἐφρόντισεν, ἀφ’
1953ἧς τῆς παρεχωρήθησαν τὰ τρία κρατικὰ ἀτμόπλοια, ν’
1954ἀποξενωθῇ παντὸς ἄλλου περιουσιακοῦ της στοιχείου.
1955Καὶ διὰ τὴν μειονεκτικὴν ταύτην θέσιν, εἰς ἣν περιῆλ-
1956θον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὑπαιτιότητα ἔχουν οἱ
1957ἀπὸ τοῦ 1953 καὶ ἐντεῦθεν ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
1958οἵτινες δὲν ἐφρόντισαν νὰ λάβουν τὰ ἐνδεικνυόμενα πρὸς
1959τοῦτο νόμιμα ἐξασφαλιστικὰ μέτρα. Οὕτω, τὸ ἄρθρον 939
1960τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, πραγματευόμενον τὴν περίπτωσιν
1961καταδολιεύσεως τῶν δανειστῶν, ἀναγράφει, ὅτι οἱ δανει-
1962σταὶ δικαιοῦνται ν’ ἀπαιτήσωσι τὴν διάρρηξιν πάσης ἀπαλ-
1963λοτριώσεως, γενομένης ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου πρὸς βλάβην
1964αὐτῶν, ἐφόσον ἡ ὑπολειπομένη περιουσία δὲν ἀρκεῖ πρὸς
1965ἱκανοποίησίν των. Καὶ ἐν προκειμένῳ, διὰ τῆς πωλήσεως
1966ὑπὸ τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας πρὸς τὴν ἑταιρείαν «Ἑλλη-
1967νικὸς Ἀστὴρ» καὶ δὴ μετὰ τὴν ὑπογραφήν, ὡς ἐλέχθη
1968ἀμέσως ἀνωτέρω, τῶν συμβολαίων ἀγοραπωλησίας τῶν
1969τριῶν ἀκτοπλοϊκῶν πλοίων, τοῦ νεοτεύκτου φορτηγοῦ
1970ἀτμοπλοίου «Ἀσπασία Νομικοῦ», ἀξίας δὲ 4.200.000 δολ-
1971λαρίων, ὅση ἡ ὀφειλὴ τῆς ὀφειλέτιδος ἑταιρείας, τὸ Δη-
1972μόσιον ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ δικαστικῶς τὴν διάρρηξιν
1973τῆς ἀγοραπωλησίας ταύτης. Περαιτέρω, ἠδύνατο καὶ ποι-
1974νικῶς νὰ διώξῃ τοὺς ὑπαιτίους τῆς ἀπαλλοτριώσεως τοῦ
1975ἄνω πλοίου, βάσει τοῦ ἄρθρου 397 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου,
1976καθ’ ὃ ὀφειλέτης, ὅστις ἐκ προθέσεως ματαιώνει καθόλου
1977ἢ ἐν μέρει τὴν ἱκανοποίησιν δανειστῶν αὐτοῦ, ἀπαλλο-
1978τριῶν, ἄνευ ἰσοτίμου καὶ ἀξιοχρέου ἀνταλλάγματος, οἱον-
1979δήποτε περιουσιακὸν αὐτοῦ στοιχεῖον τιμωρεῖται (ἐὰν ἡ
1980πρᾶξις δὲν ὑπόκειται κατ’ ἄλλην τινὰ διάταξιν εἰς βαρυ-
1981τέραν ποινήν), διὰ φυλακίσεως μέχρι δύο ἐτῶν καὶ χρη-
1982ματικῆς ποινῆς.
1983Ὡς ἐξετέθη ἀνωτέρω, αἱ καθυστερούμεναι ὀφειλαὶ ἀνέρ-
1984χονται, διὰ μὲν τὴν «Θηραϊκὴν Ἀτμοπλοίαν» εἰς δολλά-
1985ρια 298.421 καὶ διὰ τὴν «Νέαν Ἠπειρωτικὴν Ἀτμοπλο-
1986ίαν» εἰς δολλάρια 408.776. Καὶ γεννῶνται αὐθόρμητα με-
1987ρικαὶ εὔλογοι ἀπορίαι καὶ ἐνοχλητικὰ ἐρωτήματα: Διατὶ
1988ἀναβάλλεται ἐπὶ τόσα ἔτη ἡ εἴσπραξις τῶν ἄνω ποσῶν,
1989ἅτινα θὰ ἠδύναντο νὰ διατεθῶσι πρὸς ἱκανοποίησιν ἐπει-
1990γουσῶν ἀναγκῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Διατὶ ἐνῷ εἶναι
1991γνωστόν, ὅτι τὸ Δημόσιον ζημιοῦται, ὡς ἄλλως τε ἰσχύει
1992καὶ διὰ πάντα ἄλλον δανειστὴν ὁσάκις δὲν εἰσπράττῃ οὗ-
1993τος πᾶν ὅ,τι δικαιοῦται νὰ λάβῃ, ἀφήνει, ἐν τούτοις, ἐπὶ
1994τόσα ἔτη ἐκκρεμῆ τὴν σοβαρὰν ταύτην ἀπαίτησίν του, ἐκτι-
1995θεμένην μάλιστα εἰς τοὺς ἀνωτέρω περιγραφέντας κινδύ-
1996νους; Διατὶ τὸ Δημόσιον ἐξαρτᾷ τὴν εἴσπραξιν συμπεφω-
1997νημένων τοκοχρεωλυτικῶν δόσεων ἐκ τῶν διαθέσεων ὁμο-
1998λογουμένως δυστρόπων ὀφειλετῶν;
1999Τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰς ἀπορίας ταύτας ἐλπίζω, ὅτι θὰ
2000παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
2001ἐφόσον εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἀπέβλεψε καὶ ἡ συζητουμένη
2002ἐπερώτησίς μου. Εἶναι, ὅμως, διάχυτος εἰς τὴν ἐνημερω-
2003μένην κοινὴν γνώμην ἡ ἄποψις, ὅτι εἰς τὰς σκέψεις τῶν
2004ὑπαιτίων τῶν ἀνωτέρω ἐκτιθεμένων ἀτάκτων θετικῶν ἐνερ-
2005γειῶν, τῶν ἐπιζημίων παραλείψεων, ὡς καὶ τῶν ἀδικαιο-
2006λογήτων δισταγμῶν τῆς Διοικήσεως ἐβάρυνον οὐχὶ τὰ
2007συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ αἱ ἀντιλήψεις τῆς Θηραϊ-
2008κῆς Ἀτμοπλοΐας καὶ εἰδικώτερον τοῦ κατόχου τῶν 97%
2009τῶν μετοχῶν ταύτης Κυβερνητικοῦ βουλευτοῦ, ὅστις ἐπε-
2010δίωξε, διὰ τῶν κατονομαζομένων ἀνωτέρω ἐνεργειῶν τῆς
2011Διοικήσεως, νὰ μετατρέψῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ ἁπλοῦν πω-
2012λητὴν πλοίων, ὡς ὑπῆρξεν, εἰς συνυπεύθυνον συνεταῖρον
2013τῆς ἐπιχειρήσεώς του καὶ μάλιστα μόνον εἰς τὰς κατ’ αὐ-
2014τὸν ζημίας της. Ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ἐπιδράσεως ταύτης,
2015μεταξὺ ἄλλων, ὑπῆρξε καὶ τὸ κατατεθέν, τὴν 11 Ἰουλίου
20161955, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως σχέδιον Ν.
2017Δ., μὲ τὸ ἀνωτέρω ἐκτεθὲν καταπληκτικόν, τῷ ὄντι, περι-
2018εχόμενον εἰς βάρος τῶν νομίμων συμφερόντων τοῦ Δη-
2019μοσίου.
2020Οἱ κανοτομαζόμενοι ἀνωτέρω ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου
2021παραμένουν, ἀπὸ ἑπταετίας, ἀνενόχλητοι καὶ ἀκαταδίω-
2022κτοι. Ἐνῷ δὲ οἱ νόμοι, οἵτινες διέπουν τὴν εἴσπραξιν τῶν
2023πάσης φύσεως ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, εἶναι δημοσίας τά-
2024ξεως καὶ καθιερώνουν τὴν ἴσην μεταχείρισιν δι’ ἅπαντας
2025τοὺς ὀφειλέτας, ἐν προκειμένῳ οἱ νόμοι οὗτοι κατεδικά-
2026σθησαν, δι’ ἐκνόμων ὑπουργικῶν ἀποφάσεων, εἰς πλήρη
2027ἀδράνειαν ἐπὶ μίαν ἑπταετίαν. Δὲν ἀποτελεῖ δὲ αἴνιγμα
2028δυσχεροῦς λύσεως, διατὶ καθιερώθη ἡ ἐξαιρετικὴ αὐτὴ
2029μεταχείρισις, ἀσυδοσία, διὰ τοὺς ἀνωτέρω ὀφειλέτας τοῦ
2030Δημοσίου, διότι ὁ μὲν εἷς τυγχάνει, συνεχῶς ἀπὸ ὀκταε-
2031τίας, Κυβερνητικὸς βουλευτής, ὁ δὲ ἕτερος κομματικὸς
2032παράγων τῆς ΕΡΕ ἐν Πειραιεῖ. Ἰδοὺ διατὶ ἡ προκειμένη
2033ὑπόθεσις γηράσασα ὁλόκληρον ἑπταετίαν δὲν ἐβελτιώθη
2034παντάπασι διὰ τὸ Δημόσιον.
2035§81Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2036Μὲ ἀντικειμενικότητα καὶ ψυχραιμίαν ἐκθέτων γεγονότα,
2037κύριοι συνάδελφοι, τὰ ὁποῖα ἔχουν λάβει χώραν κατὰ τὸ
2038παρελθὸν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διὰ νὰ σᾶς ἐνημερώσω ἐπὶ
2039τῆς ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἀνέπτυξεν ὁ δια-
2040πρεπὴς καὶ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπαμιχαλόπουλος.
2041Ἡ ὑπόθεσις εἶναι καθαρῶς οἰκονομικὴ καὶ ὄχι νομική.
2042Τὸ 1952 ἐξεποιήθησαν διὰ πλειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ ἀπὸ
2043τὸ Δημόσιον 4 σκάφη τὰ ὁποῖα εἶχον ναυπηγηθῆ εἰς τὴν
2044Ἰταλίαν διὰ λογαριασμόν του, ἀνεδείχθησαν δὲ πλειοδό-
2045ται καὶ ἀγορασταὶ διὰ μὲν τὰ 3 ἐκ τῶν σκαφῶν ἐκείνων
2046ἡ ἑταιρεία «Θηραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα», διὰ δὲ τὸ τέταρτον —
2047τὸν «Κολοκοτρώνην»— ἡ ἑταιρεία τῆς Ἠπειρωτικῆς Ἀ-
2048τμοπλοΐας «Πέτρος Ποταμιᾶνος». Ἡ καταβολὴ τοῦ τιμή-
2049ματος προεβλέπετο νὰ γίνῃ εἰς 20 ἐτησίας δόσεις ἐντόκως
2050πρὸς 2%. Εἶχε καταβληθῆ μόνον ὁ τόκος τοῦ πρώτου
2051ἑξαμήνου, ὅτε ἐπῆλθε τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1953 ἡ νομισμα-
2052τικὴ ἀναπροσαρμογή. Οἱ ἀγορασταὶ τῶν πλοίων ἐκείνων,
2053ἐπικαλούμενοι τὸ γεγονὸς τῆς ἀναπροσαρμογῆς, συνεπείᾳ
2054τῆς ὁποίας ἐδιπλασιάζοντο αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶ-
2055χον ἀναλάβει ἔναντι τοῦ Δημοσίου, ἐζήτησαν τὴν λῆψιν
2056μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ τοὺς ἀνεκούφιζαν ἔναντι τῶν ἀπρο-
2057βλέπτως εἰς τόσην ἔκτασιν ὑπερμέτρως διογκωθεισῶν ὑπο-
2058χρεώσεών των. Αἱ εἰσπράξεις τῶν πλοίων αὐτῶν προέρ-
2059χονται, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀπὸ πλόας τοὺς ὁποίους ἐνερ-
2060γοῦν μεταξὺ τῶν ἑλληνικῶν λιμένων καὶ κατὰ ἕνα μέρος
2061ἀπὸ εἰσπράξεις ταξιδίων εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
2062Ὑπολογίζεται, ὅτι τὸ 25% τῶν εἰσπράξεων τοῦ «Κο-
2063λοκοτρώνη», τῆς ἑταιρίας Ποταμιάνου, πραγματοποιεῖται
2064εἰς συνάλλαγμα. Καὶ ἐπίσης τὸ 25% ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν
2065ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας», τοῦ
2066«Μιαούλη», προέρχεται ἀπὸ πλόας ἐξωτερικοῦ, διότι τὰ
2067ἄλλα δύο πλοῖα τῆς ἑταιρίας αὐτῆς ἐκτελοῦν πλόας ἐντὸς
2068τῶν ἑλληνικῶν ὑδάτων καὶ δὲν ἔχουν εἰσπράξεις εἰς συν-
2069άλλαγμα.
2070Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1953 ἀντιμετώπισεν αἴτημα πολλῶν
2071ὀφειλετῶν, διαφόρων κατηγοριῶν, οἵτινες εἶχον ὑποχρεώ-
2072σεις, εἴτε πρὸς τὸ Δημόσιον, εἴτε πρὸς διαφόρους Ὀργα-
2073νισμοὺς καὶ Τραπέζας, καὶ ἐζήτουν μείωσιν τῶν ὑποχρεώ-
2074σεων αὐτῶν καὶ ἐπιμήκυνσιν τοῦ χρόνου ἐξοφλήσεως, μὲ
2075τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἅπαντες εὑρέθησαν εἰς οἰκονομικὴν
2076δυσχέρειαν μετὰ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τοῦ νομίσματος
2077κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1953. Τὰ ζητήματα ταῦτα ἦτο ἐνδεδει-
2078γμένον νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ἀπὸ οὐσιαστικῆς πλευρᾶς καὶ
2079ὄχι ἀπὸ τῆς τυποκρατικῆς ἑρμηνείας καὶ βάσει τῶν ὁρι-
2080σμῶν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἢ τῶν
2081διατάξεων τοῦ συμβολαίου τῆς πωλήσεως τῶν πλοίων, διὰ
2082τῶν ὁποίων εἶχε συνομολογηθῆ τὸ τίμημα εἰς δολλάρια.
2083Παρ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν
2084ἐπερωτῶντα, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἀπὸ τὸ 1952,
2085ὅτε ὑπεγράφησαν τὰ συμβόλαια τῆς πωλήσεως τῶν πλοίων,
2086εἶχε προεξοφληθῆ ἡ ἀναπροσαρμογὴ εἰς τὴν ὁποίαν τόσον
2087αἰφνιδιαστικῶς ἐχώρησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ
2088τὴν 9ην Ἀπριλίου 1953.
2089Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, κ. συνάδελφοι, νὰ ἀρνούμεθα τὸ
2090γεγονός, ὅτι τὴν ἑπομένην τῆς ἀναπροσαρμογῆς ἐδημιουρ-
2091γήθη πραγματικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία ὑπεχρέωνε τὴν Κυ-
2092βέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀκόμη δὲ ἐνδεχομένως καὶ
2093τὰς μεταγενεστέρας Κυβερνήσεις, εἰς τὴν λῆψιν μέτρων
2094πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν προκυψάντων ζητημάτων καὶ
2095πρὸς ρύθμισιν προβλημάτων, διὰ τὴν λύσιν τῶν ὁποίων
2096ἀπεδεικνύετο παντελῶς ἀνεδαφικὴ ἡ προσφυγὴ εἰς τὰς
2097διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος καὶ τῆς ἄλλης νομοθε-
2098σίας.
2099Ἐν ἔτει 1953 καὶ 1954 ἡ Κυβέρνησις τοῦ «Ἑλληνικοῦ
2100Συναγερμοῦ» ἐδέχθη τὴν καταβολὴν τοῦ ἡμίσεος τῶν ἀπαι-
2101τητῶν δόσεων. Τὸ 1955 καὶ πρὶν ἢ καταστοῦν ἀπαιτηταὶ
2102αἱ δόσεις, αἱ πληρωτέαι κατὰ τὸ 1955, κατετέθη πράγματι
2103ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ «Ἑλλην. Συναγερμοῦ» εἰς τὴν
2104Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος νομοσχέδιον
2105ὑπογραφόμενον τότε ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομι-
2106κῶν καὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου
2107ἐκείνου ἐζητήθη ἡ κρίσις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτή-
2108σεως διὰ τὴν ἀκόλουθον ρύθμισιν τῶν ὑποχρεώσεων, αἱ
2109ὁποῖαι εἶχον καθυστερήσει: Ἐπεβάλλετο ὅπως ἐντὸς τρι-
2110μήνου ἐξοφλήσουν οἱ ἀγορασταὶ τῶν πλοίων ὀφειλέται,
2111ὅ,τι ἀπέμενε καὶ ἀπέμενεν ἐλάχιστον μέρος τοῦ ἡμίσεος
2112τῶν δύο δόσεων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καταβλητέαι τὸ 1953 καὶ
2113τὸ 1954.
2114Περαιτέρω διὰ τοῦ νομοσχεδίου προεβλέπετο, ὅτι τὸ
2115ὑπόλοιπον ἥμισυ τῶν δόσεων τοῦ 1953 καὶ 1954 θὰ ἐκε-
2116φαλαιοποιεῖτο ὁμοῦ μὲ τὰς μὴ ἀκόμη ἀπαιτητὰς καὶ ληξι-
2117προθέσμους δόσεις, τὰς ἄλλας 18 δηλαδὴ —διότι εἶπον
2118προηγουμένως, ὅτι ἐντὸς 20ετίας προεβλέπετο ἡ ἐξόφλησις
2119τοῦ δανείου, ἐπιμηκυνομένου δηλαδὴ τοῦ χρόνου τῆς ἐξο-
2120φλήσεως κατὰ δύο ἐν συνόλῳ ἔτη. Ἀπηλλάσσοντο οἱ καθυ-
2121στερήσαντες τὰς ὑποχρεώσεις αὐτὰς τῶν δόσεων τοῦ
21221953 καὶ 1954 τῶν προσθέτων καὶ τῶν προσαυξήσεων, αἱ
2123ὁποῖαι ἀπειλοῦνται κατὰ παντὸς καθυστεροῦντος τὴν πλη-
2124ρωμὴν πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἐλαμβάνετο πρόνοια ἀναλόγου
2125εἰς μικροτέραν ἔκτασιν ρυθμίσεως τῶν δόσεων, αἱ ὁποῖαι
2126ἔπρεπε νὰ γίνουν ἀπαιτηταὶ κατὰ τὰ δύο ἑπόμενα ἔτη κατὰ
2127τὸ ἔτος δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ 1955 καὶ τὸ 1956, διὰ τῆς κε-
2128φαλαιοποιήσεως τοῦ ἀπομένοντος ἀνεξοφλήτου τιμήματος
2129ἐκ τῶν δόσεων ἐκείνων. Ἐπεμηκύνετο δηλαδὴ ὁ χρόνος
2130τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ συνόλου τοῦ χρέους, περιλαμβανομέ-
2131νων καὶ τῶν καθυστερημένων ὑπολοίπων τῆς τετραετίας
21321953 μέχρι καὶ τοῦ 1956 κατὰ δύο ἔτη καὶ ὄχι κατὰ 20.
2133Προεβλέπετο ἐπίσης διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, τοῦ κα-
2134τατεθέντος καὶ συζητηθέντος τὴν 30ὴν Αὐγούστου 1955
2135εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως εὐχέρεια ὑπὲρ τῶν
2136ἀγοραστῶν τῶν σκαφῶν ἀμέσου ἐξοφλήσεως ἐντὸς ὡρισμέ-
2137νης προθεσμίας ὁλοκλήρου τοῦ τιμήματος καὶ τῶν μὴ λη-
2138ξιπροθέσμων δόσεων, μὲ μείωσιν τοῦ τιμήματος εἰς τὸ
213970%.
2140Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Εὐταξίας καὶ ὁ
2141ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
2142νομοσχεδίου, ἀνέπτυξαν διὰ μακρῶν τὰς κυβερνητικὰς ἀπό-
2143ψεις καὶ ὑπεστήριξαν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐπιμελῶς διαχει-
2144ριζόμενον τὰ συμφέροντά του, θὰ εἶχε συμφέρον νὰ ἐξα-
2145σφαλίσῃ τὴν ἄμεσον ρευστοποίησιν τῆς ὀφειλῆς, ἔστω καὶ
2146μειωμένης κατὰ 30%, ἀντὶ νὰ ἀναμένῃ εἴσπραξιν τῆς
2147ἀπαιτήσεως εἰς τὸ ἀκέραιον ἐντὸς 20ετίας, τὴν ὁποίαν προ-
2148έβλεπον τὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑπογραφῆ τὸ 1952.
2149§82Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλη δωρεὰ τὴν ὁ-
2150ποίαν ἐκάματε.
2151§83Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2152Ἐγώ, δὲν ἔκαμα τίποτε.
2153§84Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν
2154Οἰκονομικῶν.
2155§85Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2156Ἐπίσης, ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔκαμε τί-
2157ποτε, ἁπλῶς ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν
2158καὶ ἐζήτησε τὴν συγκατάθεσίν της.
2159§86Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρᾶξις θὰ ἦτο καὶ οἰκονο-
2160μικῶς καὶ ἠθικῶς ὀρθὴ ἐὰν ἀνάλογος πρόβλεψις ὑπῆρχεν
2161εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς δημοπρασίας, ἀλλ’ ὅτι ἔγινε δημο-
2162πρασία εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἄλλοι μετέσχον μὴ ἔχοντες ὑπ’ ὄ-
2163ψιν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξοφλήσουν μὲ τοιαύτην μείωσιν, ἐνῷ
2164ὁ μετέχων ἐπεδίωξε καὶ μέχρις ἑνὸς σημείου ἐπέτυχε τὴν
2165κατάθεσιν νομοσχεδίου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι ἡ
2166πρᾶξις δὲν ἦτο ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ
2167περιβάλῃ διὰ τῆς ἐγκρίσεώς του.
2168§87Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2169Κύριε Κωστόπουλε, ἐγὼ εἶπον ἱστορικῶς τί ἔγινε τὴν ἐπο-
2170χὴν ἐκείνην.
2171§88Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπέκρινα σᾶς.
2172§89Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2173Δὲν ὑπάρχει ἔδαφος ἐπικρίσεως οὐδενός, κατὰ τὴν κρίσιν
2174μου, καὶ ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἱστορικοῦ θὰ διαπιστώσῃ
2175τοῦτο καὶ ἡ Βουλή. Ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ
2176ὁποῖον ἐζήτει τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτή-
2177σεως. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ἐξεδηλώθη
2178ἀντίδρασις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἰδιαιτέρως δὲ κατ’ αὐ-
2179τῆς τῆς διατάξεως τῆς προβλεπούσης τὴν μείωσιν τῆς
2180ὀφειλῆς ἐπὶ ἀμέσῳ ἐξοφλήσει. Ἐπὶ πλέον ἡ ἀντίδρασις
2181ἐσημειοῦτο ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἕνα ἐκ τῶν ὀφειλετῶν, ἀνα-
2182γνωριζομένου, ὅτι ὁ ἕτερος τῶν ὀφειλετῶν, ὁ ἀγοραστὴς
2183τοῦ ἑνὸς σκάφους, ἔπρεπε νὰ τύχῃ ἰδιαιτέρας μεταχειρί-
2184σεως, διότι ἐκεῖνος ἀγοραστὴς ἑνὸς ἐκ τῶν σκαφῶν εἶχε
2185καταβάλει τίμημα ἐκ 500 χιλιάδων δολλαρίων ἀνώτερον
2186τοῦ τιμήματος τοῦ ὁποίου κατὰ μέσον ὅρον εἶχε καταβάλ-
2187λει ἡ ἄλλη Ἑταιρεία διὰ τὰ τρία σκάφη. Διεκόπη τότε ἡ
2188συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου καὶ διετάχθη συμπληρωματικὴ
2189ἔρευνα, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησε προηγουμένως ὁ κ. Πα-
2190παμιχαλόπουλος. Διεξήχθη αὕτη ἀπὸ ἀξιωματικὸν τοῦ Λι-
2191μενικοῦ Σώματος καὶ ὑπάλληλον τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
2192Ἀπὸ τὴν ἔρευναν ἐκείνην, τὰ πορίσματα τῆς ὁποίας δὲν
2193συμπίπτουν ἀπολύτως μὲ τὰ πορίσματα ἐρεύνης, ἡ ὁποία
2194εἶχε προηγηθῆ καὶ εἶχε διεξαχθῆ μόνον ἀπὸ ὑπάλληλον
2195τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, διαπιστοῦται, ὅτι ἡ Ἑταιρεία,
2196διότι ἡ ἔρευνα περιωρίσθη μόνον ἐπὶ μιᾶς Ἑταιρείας, κατὰ
2197τὴν περίοδον τὴν ἐλεγχθεῖσαν τότε καὶ ἠλέγχθη ἡ περίοδος
2198μέχρι τοῦ 1954, περίοδος 21 μηνῶν, εἶχε διαφορὰν ἐπὶ
2199πλέον εἰσπράξεων ἔναντι τῶν δαπανῶν. Διαπιστοῦται πε-
2200ραιτέρω, ὅτι ἐὰν ὑπελογίζετο ἡ συνήθης ἀπόσβεσις διὰ τὰ
2201ἔτη τὰ ὁποῖα εἶχον διαρρεύσει καὶ ὡρισμέναι ἄλλαι δαπά-
2202ναι δὲν θὰ ἀπέμενεν ὑπόλοιπον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο
2203ἡ ὀφειλέτις τοῦ δημοσίου νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις
2204ἔναντι αὐτοῦ.
2205Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Καὶ μετὰ
2206τὸ 1955 καὶ ἀφοῦ διεκόπη ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου
2207ἐσυνεχίζετο κατὰ βάσιν ἡ κατάστασις, χωρὶς ἡ Κυβέρνη-
2208σις νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ χω-
2209ρὶς νὰ λάβῃ εἰδικὰ μέτρα ρυθμίσεως τῆς ὀφειλῆς αὐτῆς
2210ἀνάλογα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε διὰ τὰς ὀφειλὰς ἄλ-
2211λων ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης εὑρέθησαν
2212εἰς ἀδυναμίαν ἢ εἰς δυσχέρειαν ἐκπληρώσεως τῶν ὑπο-
2213χρεώσεών των συνεπείᾳ τῆς νομισματικῆς ἀναπροσαρμο-
2214γῆς.
2215Ἡ αὔξησις τῶν ναύλων ἐπηκολούθησε πολὺ βραδέως,
2216καὶ περιωρίσθη εἰς ποσοστόν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ
2217ἀντιμετωπισθῇ δι’ αὐτῆς ὑπὸ τῶν ὀφειλετῶν ἐπὶ ὡρισμέ-
2218νην χρονικὴν περίοδον ἡ αὔξησις εἰς τὸ διπλάσιον τῶν
2219ὑποχρεώσεων ἐκ τῆς δανειακῆς συμβάσεως. Τὸ δολλάριον
2220ἀπὸ 15 ἔγινε 30. Οἱ ναῦλοι ηὐξήθησαν τὸν Αὔγουστον
2221τοῦ 1953 κατὰ 10%, τὸ 1955 κατὰ 25%, μόνον οἱ ναῦ-
2222λοι τῆς Αʹ θέσεως. Τὸν Ἰούνιον τοῦ 1955 κατὰ 10% οἱ
2223ναῦλοι τῆς Βʹ καὶ Γʹ θέσεως κ.ο.κ., εἰς τρόπον ὥστε τὸ
22241959 ἡ αὔξησις τῶν ναύλων τῆς Αʹ θέσεως νὰ ἔχῃ φθά-
2225σει εἰς 53% καὶ τῶν ναύλων τῆς Βʹ καὶ Γʹ θέσεως εἰς
222636%, μὲ αὐξήσεις κατὰ 70% καὶ εἰς τὴν Βʹ καὶ Γʹ
2227θέσιν κατὰ 61%. Αὐταὶ εἶναι αἱ συνολικαὶ αὐξήσεις, αἱ
2228ὁποῖαι ἔχουν δοθῆ εἰς τοὺς ναύλους μέχρι τὸ 1959. Ἀλλὰ
2229μέχρι τοῦ 1954, 1955, 1956 καὶ 1957, ὅταν ἐπρόκειτο οἱ
2230ὀφειλέται τοῦ δημοσίου νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις
2231των, ἡ αὔξησις τῶν ναύλων ἦτο χαμηλὴ ἐν συγκρίσει μὲ
2232τὴν εἰς τὸ 100% αὔξησιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ὀφειλε-
2233τῶν. Οἱ ἔκτοτε δημοσιευθέντες ἰσολογισμοὶ τῶν ὀφειλέ-
2234τιδων ἑταιριῶν διεπίστωσαν, ἐν συνεχείᾳ τοῦ πορίσματος
2235τοῦ γενομένου ἐλέγχου τῆς πρώτης περιόδου τῶν 21 ἀπὸ
2236τῆς ἀγορᾶς μηνῶν, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν πωληθέντων
2237ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν, εἶχεν ἀφίσει περιθώριον εἰσπρά-
2238ξεων ἔναντι τῶν δαπανῶν, ἄνευ συνυπολογισμοῦ τῆς συν-
2239ήθους ἀποσβέσεως. Ὑπολογιζομένης καὶ ταύτης, ἡ ἐκμε-
2240τάλλευσις παρέμενεν ἐλλειμματική, μὴ καταλίπουσα περι-
2241θώρια διὰ τὴν καταβολὴν εἰς τὸ ἀκέραιον τῶν μέχρι τότε
2242ληξιπροθέσμων δόσεων τοῦ τιμήματος. Οὕτως ἔχει ἐν πά-
2243σῃ ἀκριβείᾳ καὶ ἀντικειμενικότητι ἡ ἱστορία τῆς καθυστε-
2244ρήσεως τῶν δύο ἀγοραστριῶν ἑταιριῶν εἰς τὴν ἐκπλήρω-
2245σιν τῶν συμβατικῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν.
2246Κατὰ τὸ ἔτος 1958, ὅταν ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
2247κῶν ἀντιμετώπισα τὸ ζήτημα, εὑρέθην πρὸ τῆς ἀκολού-
2248θου καταστάσεως:
2249Αἱ δύο ὀφειλέτιδες ἑταιρεῖαι εἶχον καταβάλει τμῆμα
2250τῆς ὀφειλῆς ἐκ τῶν δόσεων, αἵτινες κατέστησαν ἀπαιτηταὶ
2251ἀπὸ τοῦ ἔτους 1953 μέχρι τοῦ ἔτους 1957. Ἐν τῷ μεταξὺ
2252ἐβελτιώθησαν καὶ αἱ συνθῆκαι ἐκμεταλλεύσεως τῶν σκα-
2253φῶν. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν διαπιστῶνον πλέον,
2254ὅτι τὸ 1958 οἱ ὀφειλέται ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσουν
2255τὰς ὑποχρεώσεις των, ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε τὴν καταβολὴν
2256εἰς τὸ ἀκέραιον τῆς δόσεως τῆς καταστάσης ἀπαιτητῆς τὸ
2257αὐτὸ ἔτος 1958. Τὸ αὐτὸ ἐπανελήφθη καὶ τὸ 1959, μέλ-
2258λει δὲ νὰ γίνῃ καὶ τὸ 1960. Παραλλήλως ἐπεζητήσαμεν
2259τὴν ρευστοποίησιν τοῦ ὑπολοίπου, τὸ ὁποῖον ἀπέμεινεν ὀ-
2260φειλόμενον διὰ τὰς δόσεις τὰς καταστάσας ἀπαιτητὰς ἀπὸ
2261τὸ 1953 μέχρι τὸ ’57. Μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἡ «Θηραϊκὴ
2262Ἀτμοπλοΐα» καθυστερεῖ τὸ 30% εἰς κεφάλαιον καὶ τόκους
2263τῶν δόσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον καταστῆ ἀπαιτηταὶ κατὰ τὴν
2264περίοδον ἐκείνην, ἡ δὲ ἑτέρα ἐπιχείρησις καθυστερεῖ τὸ
226540% τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ ἐπίσης τοῦ καταστάντος ἀπαι-
2266τητοῦ κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδον. Αὐτὴ εἶναι εἰς γενικὰς
2267γραμμάς, διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν χρησιμοποίησιν πολλῶν
2268ἀριθμῶν, ἡ σημερινὴ θέσις τῶν ἀγοραστριῶν. Εἰς τὰ ποσὰ
2269δὲν ὑπολογίζονται πρόστιμα ἢ προσαυξήσεις.
2270§90Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς συμβαίνει αὐτό,
2271ἀφοῦ ἀπὸ τὸ 1953–58 εἶχον καταβάλει μόνον τὸ ἥμισυ.
2272§91Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2273Ἐξηκολούθησαν νὰ καταβάλλουν καὶ ἄλλα τὸ 1957, ὅπως
2274ἐξακολουθοῦν νὰ καταβάλλουν καὶ σήμερον.
2275Συγκεκριμένως:
2276Ἡ ὀφειλὴ τῆς «Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας» διὰ τὸ κεφάλαιον
2277τῶν ἀπαιτητῶν δόσεων καὶ τοὺς τόκους τῆς περιόδου 1953
2278–1957 ἀνήρχετο εἰς 1.174.000 δολλάρια. Ἔναντι τῆς
2279ὀφειλῆς ταύτης κατεβλήθησαν τμηματικῶς μέχρι σήμερον
2280845.000 δολλάρια καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ διὰ τὴν αὐτὴν
2281περίοδον καθυστέρησις κεφαλαίου καὶ τόκων (ἄνευ προσ-
2282αυξήσεων) ἔχει περιορισθῆ εἰς 329.000 δολλάρια.
2283Ἡ ὀφειλὴ τῆς, Ἠπειρωτικῆς Ἀτμοπλοΐας, τῆς ἀντιστοί-
2284χου περιόδου ὁμοίως διὰ κεφάλαιον καὶ τόκους ἀνήρχετο
2285εἰς 533.000 δολλάρια, ἔναντι δὲ αὐτῆς κατεβλήθησαν τμη-
2286ματικῶς 292.000 δολλάρια. Ἐπομένως ἡ καθυστέρησις τῆς
2287δευτέρας ἑταιρείας διὰ κεφάλαιον καὶ τόκους (ἄνευ ἐπί-
2288σης προσαυξήσεων) ἔχει περιορισθῆ σήμερον εἰς 241.000
2289δολλάρια.
2290§92Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν μᾶς δώσετε
2291τοὺς ἀριθμοὺς θὰ τοὺς ἐλέγξωμεν.
2292§93Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2293Δύνασθε νὰ εἶσθε βέβαιος περὶ τούτου. Ὅλα τὰ στοιχεῖα
2294εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν ὑμῶν καὶ τῆς Βουλῆς. Μὲ πᾶσαν
2295ἀντικειμενικότητα δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως
2296αὐτῆς καὶ λέγω τοῦτο. Κατεβλήθησαν εἰς τὸ ἀκέραιον αἱ
2297δόσεις τοῦ 1958 καὶ 1959. Ἐπιδιώκεται ἡ εἴσπραξις καὶ
2298τοῦ ὑπολοίπου τῶν δόσεων τῆς 5ετίας. Ἤδη, ἡ μὲν «Θη-
2299ραϊκὴ Ἀτμοπλοΐα» ἔχει καταβάλει τὸ 70% τῆς καθυστε-
2300ρησάσης ὀφειλῆς ἐκείνης ἐκ κεφαλαίου καὶ τόκων ἡ δὲ
2301ἄλλη ἐπιχείρησις ἔχει καταβάλει τὸ 60% κεφαλαίου καὶ
2302τόκων. Φυσικὰ δὲν ἔχουν καταβληθῆ προσαυξήσεις καὶ
2303πρόστιμα ἐπιβαλλόμενα λόγῳ τῆς καθυστερήσεως. Καὶ τῆς
2304καθυστερήσεως ταύτης ἐπιδιώκομεν τὴν τακτοποίησιν διὰ
2305παντὸς μέσου.
2306Διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδημιουρ-
2307γήθησαν ἐκ τῆς καθυστερήσεως, ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ὑ-
2308πουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ φέρουν ἐνώπιον τῆς Ἐθνι-
2309κῆς Ἀντιπροσωπείας νομοσχέδιον. Καὶ τότε θὰ ἴδητε ποία
2310θὰ εἶναι ἡ λύσις τὴν ὁποίαν θὰ εἰσηγηθῇ. Δύναμαι ὅμως
2311ἀπὸ σήμερον νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι δὲν πρόκειται ἡ Κυβέρ-
2312νησις νὰ εἰσηγηθῇ μείωσιν τῆς ὀφειλῆς, οὔτε τοῦ κεφα-
2313λαίου οὔτε τῶν τόκων, οὔτε πρόκειται νὰ ζητήσῃ ἐπιμή-
2314κυνσιν τοῦ χρόνου τῆς ἐξοφλήσεως, οὔτε πρόκειται κἂν νὰ
2315ζητήσῃ κεφαλαιοποίησιν τοῦ ὑπολοίπου 30 ἢ 40% καὶ
2316ἐξόφλησιν τούτου ὁμοῦ μετὰ τοῦ ὑπολειπομένου χρέους.
2317Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, κ. συνάδελφοι, εἶναι ἡ
2318ἐντὸς 2ετίας ἢ 3ετίας τὸ πολὺ ρευστοποίησις ὁλοκλήρου τοῦ
2319ὑπολοίπου τῆς ὀφειλῆς τῶν δύο ὀφειλετῶν. Οὕτως ἔχει ἡ
2320ὑπόθεσις τῶν 4 αὐτῶν σκαφῶν τῆς ἀκτοπλοΐας τὰ ὁποῖα
2321ἐπωλήθησαν τὸ 1952.
2322Ἐγγύησιν διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ τιμήματος ἀποτελοῦν,
2323σύμφωνα μὲ τὰ πωλητήρια συμβόλαια, ἡ ἀξία τῶν σκα-
2324φῶν καὶ ἡ πίστις ἢ ἡ ἄλλη περιουσία τὴν ὁποίαν δύναται
2325νὰ ἔχῃ εἰς οἱανδήποτε χρονικὴν περίοδον ὁ ὀφειλέτης. Δια-
2326πιστώνεται ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου,
2327ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν ἔχει ἄλλα περιουσιακὰ στοιχεῖα. Καὶ
2328ἐὰν εἶχε ἄλλα ἀπεξενώθη καὶ ὅτι ὁ κύριος μέτοχος τῆς
2329ἀνωνύμου ἑταιρίας προσκτᾶται ἄλλα περιουσιακὰ ἀντικεί-
2330μενα ὄχι ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἰδίας ἑταιρείας, εἰς τρόπον ὥστε
2331νὰ μὴ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν. Θὰ
2332ἠδυνάμην ὡς δικηγόρος αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ προσθέσω,
2333ὅτι τὰ συμβόλαια τοῦ 1952 οὔτε ἀπηγόρευσαν εἰς τὴν ὀφει-
2334λέτιδα Ἑταιρίαν νὰ ἀπαλλοτριώσῃ περιουσιακὰ ἀντικεί-
2335μενα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπ’ ὀνό-
2336ματί της, οὔτε ὑπεχρέωσαν τὰ φυσικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα
2337μετέχουν εἰς τὰς Ἑταιρίας νὰ νηολογήσουν ἐπ’ ὀνόματι
2338τῆς ἰδίας Ἑταιρίας πᾶν περιουσιακὸν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον
2339θὰ ἀπέκτων ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἑπομένως αὗται εἶναι αἱ
2340προβλεφθεῖσαι ἀπὸ τὰ συμβόλαια ἐγγυήσεις καὶ αἱ ἴδιαι
2341παραμένουν ἔκτοτε πρὸς κάλυψιν τῶν αὐτῶν ὑποχρεώ-
2342σεων, τῶν τοκοχρεωλυτικῶν δηλαδὴ δόσεων. Διότι ἡ καθυ-
2343στέρησις ἔχει τόσον συμπιεσθῆ σήμερον, ὥστε τὸ ποσὸν
2344αὐτῆς δὲν ἀνατρέπει τὰς ἔκτοτε παρασχεθείσας καὶ γενο-
2345μένας δεκτὰς ἐγγυήσεις. Οὐδεὶς μέμφεται τὴν Κυβέρνη-
2346σιν, ἡ ὁποία ὑπέγραψε τὰ συμβόλαια αὐτά. Μὲ συγχωρεῖ
2347ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος διότι ἐγὼ δὲν ἔχω οἰκειότητα μὲ
2348τὰ θέματα τοῦ Ναυτικοῦ Δικαίου καὶ μὲ τὰς πράξεις τὰς
2349ναυτιλιακάς. Ἀλλὰ ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἤμην ὑπο-
2350χρεωμένος νὰ ἔχω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν
2351διὰ νὰ παρασκευάσω τὴν ἀπάντησιν, διαπιστώνω, ὅτι ὅλα
2352τὰ ἀνάλογα συμβόλαια δὲν ἔχουν ἄλλας ἐγγυήσεις παρὰ
2353μόνον τὴν ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ πωλουμένου καὶ τὴν πίστιν,
2354τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ πρόσωπον τοῦ ἀγοραστοῦ. Εἰς τὴν
2355προκειμένην περίπτωσιν ἀγοραστὴς τὸ 1952 δὲν ἦτο φυ-
2356σικὸν πρόσωπον, ἀλλὰ Ἀνώνυμος Ἑταιρία, ἡ ὁποία δὲν
2357ἐδεσμεύθη κἄν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ δεσμευθῇ διὰ νὰ μὴ
2358ἀποξενωθῇ ἐκ τῶν περιουσιακῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα τότε
2359ἀνῆκον εἰς αὐτήν.
2360Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει μία καθυστέρησις.
2361Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ νομοθεσία μας ἔχει καθο-
2362ρίσει τὸν τρόπον καὶ τὰς διατυπώσεις κατὰ τὰς ὁποίας
2363εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχωνται διευκολύνσεις εἰς τοὺς ὀφει-
2364λέτας τοῦ Δημοσίου. Προκειμένου περὶ ἐξαιρετικῶν περι-
2365πτώσεων ἡ διοίκησις ἀναλαμβάνει τὴν ρύθμισιν τῶν εἰδι-
2366κῶν ζητημάτων, ἀποτόκων ἐξαιρετικῶν περιστάσεων ἢ
2367συνεπειῶν μέτρων τῆς Πολιτείας, διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ
2368θέμα διὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου. Κατάσχεσις διὰ τὰ
2369χρέη κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, 1953–1954, δὲν γνωρίζω ποίας
2370συνεπείας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ. Ἐὰν ἐφθάναμεν εἰς τὴν
2371κατάσχεσιν τῶν πλοίων αὐτῶν δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ναυτι-
2372λία ἡ ἑλληνικὴ θὰ εἶχε ζημιωθῆ, ἢ ἐὰν θὰ εἶχε κερδίσει.
2373Ἀσφαλῶς, ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτῶν δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τού-
2374τῳ ἀξίαν προσοχῆς γνώμην. Γεγονὸς πάντως εἶναι, ὅτι ἡ
2375καθυστέρησις διὰ τὰς δόσεις, αἵτινες κατέστησαν ἀπαιτη-
2376ταὶ κατὰ τὴν περίοδον 1953–1957 ἔχει περιορισθῆ διὰ
2377μὲν τὴν μίαν Ἑταιρίαν εἰς τὰ 30%, διὰ δὲ τὴν ἄλλην
2378εἰς τὸ 40% τῶν δόσεων ἐκ κεφαλαίου καὶ τόκων.
2379Καὶ τῆς καθυστερήσεως ταύτης θὰ ἐπισπευθῇ ἡ εἴσπρα-
2380ξις ἐντὸς τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον προηγουμένως ἐμνημό-
2381νευσα.
2382Αὐτὴ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἱστορία τῆς πληρωμῆς
2383τοῦ τιμήματος τῶν ἐκποιηθέντων ἀκτοπλοϊκῶν σκαφῶν.
2384Ὑπόθεσις δυσάρεστος διὰ τὸ Δημόσιον, ὄχι ὅμως μονα-
2385δική. Εἶναι, μήπως, ἡ μόνη περίπτωσις, καθ’ ἣν τὸ Δημό-
2386σιον ἠνέχθη καθυστέρησιν τῆς καταβολῆς τῆς ὀφειλῆς;
2387Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου σειρὰν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν
2388διὰ τὴν παροχὴν διευκολύνσεων εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ
2389Ο.Χ.Ο.Α. ἀπὸ τὸ 1954 ἕως τὸ 1959. Ἐλήφθησαν μέτρα
2390γενικὰ διὰ τοὺς ὀφειλέτας ὅλων τῶν κατηγοριῶν ὅλων τῶν
2391δανείων, μέτρα τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰ ἁλιευτικὰ
2392δάνεια μέχρις 100.000 δολλαρίων, μέτρα τὰ ὁποῖα ἀνα-
2393φέρονται εἰς γεωργικὰς βιομηχανίας καὶ γεωργικὰς ἐπι-
2394χειρήσεις κλπ.
2395Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπασχολήσω τὴν Ἐ-
2396θνικὴν Ἀντιπροσωπείαν περισσότερον μὲ τὸ θέμα τοῦτο,
2397δεδομένου μάλιστα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσαγάγῃ νομο-
2398σχέδιον, τοῦ ὁποίου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαγράψω τὰς
2399κυρίας γραμμάς. Δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν ἐπιμήκυνσιν
2400τοῦ χρόνου ἐξοφλήσεως. Δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν κε-
2401φαλαιοποίησιν τῶν ὑπολοίπων δόσεων. Ἡ γραμμὴ τὴν ὁ-
2402ποίαν ἀκολουθοῦμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν
2403εἶναι ἡ ταχεῖα ρευστοποίησις τοῦ ἀπομένοντος ὑπολοίπου,
2404καὶ ἐλπίζω νὰ διεπιστώθη, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ κυρίου μετό-
2405χου τῆς μιᾶς τῶν ἀγοραστριῶν ἑταιρειῶν καὶ ὅσα ἄλλα
2406ἐλέχθησαν περὶ τοῦ πολιτικοῦ προσανατολισμοῦ ὡρισμένων
2407προσώπων δὲν ἀσκοῦν ἐπίδρασιν εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ
2408θέματος. (Χειροκροτήματα).
2409§94Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ.
2410ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ σχέδιον Ν. Δ., τὸ ὁποῖον κατετέθη
2411τὸ 1955 δὲν ἐδημιούργησε καμμίαν ζημίαν εἰς τὸ Δημό-
2412σιον.
2413§95Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2414Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ξεύρετε
2415τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔχω, κ. Παπαμιχαλόπουλε.
2416Ἐγὼ ἀνέφερα τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶπον,
2417ὅτι διελάμβανε τὸ νομοσχέδιον, πρῶτον ὑποχρέωσιν κατα-
2418βολῆς τοῦ ἀπομένοντος ὑπολοίπου, τοῦ ἡμίσεος τῆς ὀφει-
2419λῆς, δεύτερον κεφαλαιοποίησιν τοῦ ἄλλου ἡμίσεος ὁμοῦ μὲ
2420τὰς μὴ ἀπαιτητὰς δόσεις, τρίτον ρύθμισιν τῶν δόσεων αἱ
2421ὁποῖαι θὰ καθίσταντο ἀπαιτηταὶ κατὰ τὸ 1955–56 καὶ
2422τέταρτον εὐχέρειαν ὁλοσχεροῦς ἐξοφλήσεως μὲ περικοπὴν
2423τῆς ὀφειλῆς κατὰ 30%. Καὶ προσέθεσα ἀκόμη, ὅτι ὁ Ὑ-
2424πουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιόν
2425του τότε εἶπεν, ὅτι τὸ Δημόσιον ὡς συνετὸς διαχειριστὴς
2426τῶν συμφερόντων του θὰ εἶχε συμφέρον νὰ ἐπιδιώξῃ ἀμέ-
2427σως ρευστοποίησιν τῆς ἀπαιτήσεώς του, διὰ νὰ εἶναι δυνα-
2428τὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ κεφάλαιον δι’ ἄλλους σκοπούς,
2429ἀντὶ νὰ ἀναμείνῃ ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν τὴν εἴσπραξιν τοῦ
2430τιμήματος μὲ τόκον 2%.
2431§96Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς
2432τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἡ ὁποία συνώδευσε
2433τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀναγράφονται αἱ ζημίαι τοῦ Δημο-
2434σίου, διότι λέγει ἡ ἔκθεσις, ὅτι ἐκ τοῦ χαρίσματος τῶν προ-
2435σαυξημάτων θὰ ἐπέλθῃ ζημία 5.435.000....
2436§97Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2437Τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη τὸ 1955. Θὰ ἦτο ἀπολύτως δι-
2438καιολογημένη ἡ ἐπίκλησις τῆς ἐκθέσεως τοῦ Γενικοῦ Λο-
2439γιστηρίου, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐ-
2440κεῖνο ἢ ἂν συνεζητοῦντο συνέπειαι δημιουργηθεῖσαι ἐκ τῆς
2441ἐπιψηφίσεώς του. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως ἐκεῖνο, δὲν ὑπάρ-
2442χει πλέον. Ἀλλὰ καὶ προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐ-
2443κείνου, συμπεραίνει, ὅτι ἐὰν γίνῃ δεκτὸν τὸ Δημόσιον μέ-
2444σα εἰς τὴν περίοδον τῶν 20 ἐτῶν θὰ ἀπολέσῃ τὴν εἴσπρα-
2445ξιν τοῦ ποσοῦ τοῦ 30%. Εἶναι δυνατόν, αὐτὸ τὸ μαθη-
2446ματικῶς βεβαιωμένον ποσόν, νὰ μὴ τὸ ἀναφέρῃ ἡ ἔκθεσις
2447τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου;
2448§98Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπῆρ-
2449χε ὁ ὅρος 24, κατὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐν περιπτώσει καθυστε-
2450ρήσεως δύο δόσεων ὀφειλῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, τὸ Δημό-
2451σιον νὰ δύναται νὰ ἐπισπεύσῃ τὸν πλειστηριασμόν. Ἑπο-
2452μένως, τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν κατετέθη ἡ πρώ-
2453τη δόσις, ἡ Ἑταιρία εἶχεν ἀκόμη δύο πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐπώ-
2454λησεν. Τί ἔκαμαν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐὰν
2455ἤθελον νὰ ἐκτελέσουν τὸ συμβόλαιον ἠδύναντο βάσει τοῦ
2456ἄρθρου 939 τοῦ ἀστικοῦ κώδικος νὰ ζητήσουν τὴν ἀκύρω-
2457σιν τῆς συμβάσεως ἀγοραπωλησίας, πρᾶγμα ὅμως, τὸ ὁποῖ-
2458ον δὲν ἔγινε.
2459§99Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2460Γνωρίζετε σεῖς περισσότερον παντὸς ἄλλου, ὅτι ἡ ἄσκησις
2461αὐτῆς τῆς ἀγωγῆς τῆς ἄλλοτε Παυλιανῆς, προϋποθέτει
2462καθυστερημένην ὀφειλήν.
2463§100Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχεν.
2464§101Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2465Τὸ Δημόσιον ἔκρινεν ὅμως, ὅτι ἡ καθυστέρησις ἦτο δικαιο-
2466λογημένη καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἐπροχώρησεν εἰς τὴν
2467ἄσκησιν τῶν μέτρων αὐτῶν. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ὑπῆρ-
2468χε κἂν λόγος νὰ γίνῃ προσφυγὴ διὰ τὴν ἀνατροπὴν τῆς
2469Συμβάσεως, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ κατάσχεσις τῶν
2470σκαφῶν.
2471§102Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὅμως ἐπωλοῦντο
2472εἶναι ζήτημα ἐὰν θὰ ἐκαλύπτετο τὸ χρέος των.
2473§103Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2474Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, οὔτε νὰ ἀποδεχθῶ, ὅτι νεότευ-
2475κτα σκάφη κατὰ τὴν πρώτην διετίαν τῆς ζωῆς αὐτῶν δὲν
2476ἐκάλυπταν τὸ τίμημα, μὲ τὸ ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν Δημό-
2477σιον τὰ ἐξεποίησεν εἰς τοὺς Ἕλληνας Ἐφοπλιστάς. Πρέ-
2478πει ὅμως νὰ διαπιστώσω, ὅτι ἡ καθυστέρησις εἶναι ἀνώ-
2479δυνος διὰ τὸ Δημόσιον, διότι αἱ μὲν δόσεις 1958, 1959,
24801960 καταβάλλονται εἰς τὸ ἀκέραιον, ἡ δὲ καθυστέρησις
2481ἔχει περιορισθῆ εἰς τὸ 30% περίπου δηλαδὴ εἰς 330.
2482000 δολλάρια διὰ κεφάλαιον καὶ τόκους εἰς τὴν μίαν ἑται-
2483ρίαν καὶ 40% περίπου, δηλαδὴ εἰς 240.000 δολλάρια
2484διὰ τὴν ἄλλην ὀφειλέτιδα ἑταιρίαν.
2485§104Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγράφη πάντως, εἰς τὰ
2486Πρακτικά, ὅτι ἡ ὑπόλοιπος ὀφειλὴ εἶναι τόση.
2487§105Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν).
2488Αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησιν, διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος
2489ἐπερωτῶν εἶναι σύμφωνος, ὅτι ἡ σημερινὴ καθυστέρησις,
2490ὅπως παρεσχέθη διὰ τῶν δοθέντων ἀριθμῶν, δὲν δημιουρ-
2491γεῖ ἀνησυχίας λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἀξίας τῶν σκαφῶν.
2492§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη.
2493Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
2494§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2495§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥ-
2496ραν 6 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρω-
2497τήσεις καὶ ἐπερωτήσεις.
2498(Ὥρα 9.45′ μ.μ.).