1959.12.17
4.212 στίχοι · 31.797 λέξεις · 226 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20ὴ
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 1959
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.20′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναβάλλεται προσωρινῶς ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Μπατρῖνος ζητεῖ χορήγησιν διμήνου ἀπουσίας ἀδείας προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμμ.). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτει «Βʹ μεταβολὰς ἐπενεχθείσας εἰς τὸν κατατεθέντα τὴν 9 Μαρτίου 1959 εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1959 ἀπὸ 1ης Ἰουλίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1959». Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν ὑπερδιακοσίων σταφιδοπαραγωγῶν παρανόμων σταφιδοφυτειῶν, αἰτούντων ἀναστολὴν διώξεώς των. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἐργατοτεχνιτῶν Μπετὸν Ἀρμὲ Πειραιῶς «ἡ Πρόοδος», αἰτούσης ἔκτακτον ἐπιδότησιν κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους μῆνας τοῦ Νέου Ἔτους τῶν μελῶν της ἐκ τοῦ Ο.Α.Α.Α. κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Φ. Ζαΐμης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Λειτουργῶν Μ. Ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ Συλλόγου Δημοδιδασκάλων Καλαβρύτων, αἰτούντων συμπλήρωσιν τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τῶν σχολείων τῆς ἐν λόγῳ περιφερείας. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν 25 Ἀστυνόμων τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων, αἰτούντων τὴν ἐπαναφορὰν των πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ χρόνου συνταξιοδοτήσεώς των. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Γ. Ἀράπης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Διοικούσης Ἐπιτροπῆς Συλλόγων Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, αἰτούσης τὴν ἐπαναφορὰν ἀτελῶν ἐγγραφῶν. Ὁ βουλευτὴς Ξάνθης κ. Θ. Δούκας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Ἀβδήρων, αἰτούσης τὴν ταχυτέραν ψήφισιν τῆς προγραμματισθείσης πιστώσεως διὰ τὴν ἀσφαλτόστρωσιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Γανησαίων εἰς Ἀρχαῖα Ἄβδηρα κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Πρίφτης καὶ Ι. Δραγονέτης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Πέλεκα, Βιταλάδων, Μακράδων κλπ., αἰτούντων ἀναθεώρησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἐλαιολάδου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Θ. Λίλα, κατοίκου Ἀθηνῶν, αἰτοῦντος τὴν ἐπίλυσιν τοῦ γραφειοκρατικοῦ προβλήματος τῆς χώρας. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ὁμήρων καὶ Θυμάτων ἐκτελεσθέντων ὑπὸ Γερμανῶν αἰτούσης τὴν ἀποζημίωσιν τῶν μελῶν της. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Θ. Παπαπαναγιώτου καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Οἰκοδόμων Δράμας «ἡ Ἐλευθερία» αἰτοῦντος τὴν συνταξιοδότησιν τῶν μελῶν του. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γ. Βαλοῦρδος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ 8ου Πανελληνίου Προσφυγικοῦ Συνεδρίου αἰτοῦντος τὴν στέγασιν τῶν προσφύγων ἐντὸς πενταετίας τὴν ἄμεσον χορήγησιν τῶν παραχωρητηρίων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλῶν αἰτοῦντος τὴν τροποποίησιν τοῦ Ν. 2765)54 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ε. Ἀθανασάκος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐπὶ μηνιαίᾳ ἀποζημιώσει ὑπαλλήλων τῶν ἐν Φιλιάταις–Θεσπρωτίας λειτουργούντων ἱδρυμάτων ἁρμοδιότητος Ὑπουργ. Κοιν. Προνοίας, αἰτούντων τὴν χορήγησιν καὶ εἰς αὐτοὺς ὑπερωριακοῦ ἐπιδόματος. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ε. Ἀθανασάκος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ε. Κουτούκη, Φ. Βουγίδου, Φ. Οἰκονόμου, Σιολῆ κλπ. κατοίκων Φιλιατῶν Θεσπρωτίας αἰτούντων ὅπως ἰσχύσωσι καὶ διὰ τὰ ὑπ’ αὐτῶν κατεχόμενα ἀκίνητα, ἰδιοκτησίας τοῦ Δημοσίου αἱ διατάξεις τοῦ Ν. 3800)57. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Α. Δερδεμέζης, καταθέτει ἀναφορὰν Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συν)σμοῦ καὶ κατοίκων Ποταμιᾶς Θεσπρωτίας, αἰτούντων τὴν χορήγησιν σπόρων καὶ λιπασμάτων ὡς καὶ τὴν ἀναστολὴν τῶν χρεῶν ὑπὸ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης διὰ τὸ καλλιεργητικὸν ἔτος 1960 λόγῳ τοῦ ὅτι ἐπλήγησαν ὑπὸ τῶν θεομηνιῶν. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Π. Βαρδινογιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Λύρα, Καραταράκη, Ψωμᾶ κλπ., πλανοδίων μικροπωλητῶν Ρεθύμνης, αἰτούντων ὅπως παύσῃ ἡ δίωξίς των ἀπὸ τὴν Χωροφυλακήν. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Ε. Παπαδόγιαννης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν βομβοπλήκτων, πυροπαθῶν, πολεμοπαθῶν Χανίων Κρήτης, ζητούντων νομοθετικὴν ρύθμισιν τοῦ προβλήματος τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ζημιῶν ἐν γένει ἐκ πολεμικῶν αἰτιῶν ἀκινήτου καὶ κινητῆς περιουσίας παντὸς εἴδους καὶ μορφῆς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Ε. Παπαδόγιαννης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν Νομοῦ Ρεθύμνης αἰτουμένων τὸν καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας ἐκ δραχ. 15 κατὰ κιλὸν ἐλαιολάδου, τὴν ἀπαγόρευσιν εἰσαγωγῆς σπορελαίων καὶ ἐλαιοσπόρων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Γ. Μεταξᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Διγαλέτου Κεφαλληνίας, αἰτούσης τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως περὶ ἐκβαθύνσεως τοῦ αὔλακος Ἄκωλης. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῶν ὀργανικῶν θέσεων ἐνίων κλάδων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, τακτοποιήσεως τῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ καί τινων ἄλλων διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ζαρντινίδης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῶν ὀργανικῶν θέσεων ἐνίων κλάδων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, τακτοποιήσεως τῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ καί τινων ἄλλων διατάξεων».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχει ζητήσει τὸν λόγον, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Κανονισμοῦ. Παρεκάλεσε δὲ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Κωστόπουλος. Ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος ὅθεν ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§6Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι τὸν τελευταῖον καιρὸν ἐξεδηλώθησαν ὡρισμέναι τάσεις τοῦ Προεδρείου, αἱ ὁποῖαι δὲν δικαιολογοῦνται οὔτε ἀπὸ τὸ πνεῦμα οὔτε ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ καὶ αἱ ὁποῖαι τείνουν νὰ ἐγκαθιδρύσουν μίαν παντοδυναμίαν τοῦ Προεδρείου, ἀσκουμένην μοιραίως εἰς βάρος τοῦ πνεύματος τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωποῦν ὅλοι ἀνεξαιρέτως, ὅσοι ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηνται ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Σπεύδω νὰ δηλώσω προκαταβολικῶς, ὅτι ὅσα λέγω δὲν ἔχουν τὴν ἔννοιαν μομφῆς ἐναντίον τοῦ Προεδρείου. Ζητοῦμεν ὡρισμένας ἐξηγήσεις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ διευκρινισθῇ τοῦ λοιποῦ ὁ τρόπος ἑρμηνείας καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Φυσικὰ ἀπὸ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ Προεδρείου θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ περαιτέρω ἐξέλιξις τοῦ ὅλου ζητήματος. Συγκεκριμένως, κ. βουλευταί, πρὸ μιᾶς περίπου ἑβδομάδος, ἐδημοσιεύθησαν ὁμοιοτύπως εἰς τὰς ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν ὡρισμέναι δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Τονίζω τὴν λέξιν «ὁμοιοτύπως», διότι πράγματι αἱ δηλώσεις αὐταὶ ἐδημοσιεύθησαν αὐτολεξεὶ εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας καὶ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν. Εἶναι προφανὲς δηλαδή, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προχείρων προφορικῶν δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν ἐσφαλμένως, ἀλλὰ περὶ ἐγγράφων δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπέβλεπον εἰς ἕνα ὡρισμένον σκοπόν, εἶχον γίνει κἄπως προγραμματικά. Δὲν γνωρίζω ποῖος εἶναι ὁ σκοπός, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεπον αἱ δηλώσεις αὐταὶ τοῦ Προεδρείου. Γεγονὸς ὅμως εἶναι, ὅτι διὰ τῶν δηλώσεων αὐτῶν τὸ Προεδρεῖον ἢ μᾶλλον ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπέτυχε ταυτοχρόνως μίαν διπλῆν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ πρώτη παράβασις εἶναι ὁ πρωτότυπος πράγματι αὐτὸς τρόπος ἐπικοινωνίας τοῦ Προεδρείου μὲ τὸ Σῶμα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς κατευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἀμφιβάλλω, ἐὰν ὑπάρχῃ κανὲν προηγούμενον εἰς οἱονδήποτε Κοινοβούλιον, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖον ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καθώρισε τὸν τρόπον διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος διὰ τῶν ἐφημερίδων. Εἴθισται ὁ τρόπος αὐτὸς νὰ καθορίζεται κάθε φορὰν τὴν ἡμέραν ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ γνωστοῦ εὐχαριστηρίου λόγου. Δημοσία ὅμως ἀνακοίνωσις, δηλαδὴ διὰ τοῦ τύπου ἀνακοινώσεις, τοῦ τρόπου κατευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ὁμολογῶ, ὅτι πρώτην φορὰν συναντῶ καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρῃ ἄλλο προηγούμενον ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλληνικήν, ἀλλὰ καὶ εἰς οἱανδήποτε ξένην Βουλήν. Ἡ ἔννοια τῆς Κοινοβουλευτικῆς ζωῆς, εἶναι ἡ ἔννοια τῆς κατ’ ἀντιμωλίας συζητήσεως. Δὲν εἶναι νοητὸν νὰ ἐκφράζωνται ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιδέχονται ἄμεσον ἀπάντησιν, ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἀλλὰ ὅσον ἀφορᾷ οἱονδήποτε δημόσιον θέμα ἐνδιαφέρον τὴν Κοινοβουλευτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Ἑπομένως, ἡ πρώτη παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ ἔγκειται ἀκριβῶς εἰς τὸ θέμα τῆς δημοσίας αὐτῆς ἐκθέσεως, διὰ τοῦ τύπου, ἀπόψεων τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον ἠγνόησε παντελῶς τὸ Σῶμα καὶ ἠγνόησε τὴν ὑποχρέωσίν του περὶ ἐκδηλώσεως τῶν διαθέσεών του διὰ μιᾶς συζητήσεως κατ’ ἀντιμωλίαν. Ἀλλὰ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ κείμενον τῆς δηλώσεως τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἕτερον σκέλος τῆς παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐδήλωσε τὰ ἑξῆς: Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον λέγει: «Ἔλαβον τὴν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Μπρεδήμα, ἀνέγνωσα ταύτην, τὸ κείμενόν της δὲν μὲ ἔπεισεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐρωτήσεως τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον κατὰ τὸ πλεῖστον θὰ ἐδημιούργει εἰς τοὺς ἐρωτωμένους ὑπουργοὺς ὑποχρέωσιν ἀπαντήσεως». Ἡ πρώτη φράσις τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος εἶναι τεταγμένος νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐλευθέραν ἔκφρασιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, μετετράπη εἰς Ἡρακλέα τῶν ὑπουργῶν. Φροντίζει μετὰ συγκινητικοῦ ἐνδιαφέροντος νὰ μὴ καταπονηθοῦν οἱ ὑπουργοί, διότι ἀμφιβάλλει ἐὰν θὰ εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσουν οἱ ὑπουργοί. Λυποῦμαι πάρα πολύ, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει μίαν μακρὰν Κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς ἄφησε νὰ τοῦ διαφύγουν τοιαῦται δηλώσεις, διότι ἀναμφισβητήτως ὁ προορισμὸς τοῦ Προεδρείου δὲν εἶναι νὰ παριστάνῃ τὸν Ἡρακλέα τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, κ. Κωστόπουλε; Δὲν ἐπρόκειτο περὶ δηλώσεως διανεμηθείσης. Ἕνας δημοσιογράφος ὁ ὁποῖος μὲ συνήντησε, τοῦ εἶπον μερικὰ πράγματα. Αὐτὸς τὰ συνέταξεν. Αὐτὸ εἶναι ὅλον. Δὲν εἶναι δηλώσεις τὰς ὁποίας ἐξέδωκε τὸ Προεδρεῖον.
§8Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω διὰ τὴν διευκρίνισιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐλαττώνει τὸ βάρος τῶν δηλώσεων, καὶ τοιουτοτρόπως ἀμβλύνει καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς ὅλης παρεξηγήσεως ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἴμεθα σύμφωνοι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκλεγόμενος ἐδῶ, δὲν εἶναι νὰ παριστάνῃ τὸν Ἡρακλέα τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἔκφρασιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, κ. βουλευταί, διότι καὶ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ἐνεφανίσθη ἀνάλογος περίπτωσις εἰς βάρος βουλευτοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ συγκεκριμένως εἰς βάρος τοῦ κ. Ζαννῆ, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ τότε ὑποβάλει μίαν αἴτησιν καταθέσεως ἐγγράφων, καὶ τὸ Προεδρεῖον ὀχυρούμενον εἰς μίαν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα, ἐθεώρησε πρέπον νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, βάσει τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ, λόγῳ μὴ καταθέσεως τοῦ αἰτηθέντος ἐγγράφου, ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Ζαννῆ καὶ παραμένει ἔκτοτε ἐκκρεμὴς ἡ ἐπερώτησις αὕτη. Δὲν ἐθεωρήσαμεν τότε σκόπιμον νὰ ἐγείρωμεν ζήτημα διὰ τὴν ἔκτοτε διαγραφεῖσαν στάσιν τοῦ Προεδρείου καὶ ἐδέχθημεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς, ἐκ κανόνων καλῆς συμπεριφορᾶς, ἐπιβαλλομένης ἁβρότητος τοῦ Προέδρου πρὸς τὸν ὑπουργόν, διότι δὲν ἤθελε νὰ διαψεύσῃ τὸν ὑπουργόν, ὅτι δὲν ἔχει ἔγγραφα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ κρίνομεν ἀναγκαῖον, νὰ τονίσωμεν ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ πάλιν νὰ προταχθῇ ἡ ἐπερώτησις ἐκείνη, διότι ὁ κ. βουλευτὴς ζητῶν τὰ ἔγγραφα εἶχε ὑπ’ ὄψει του τὴν ὕπαρξιν ὡρισμένων ἐγγράφων καὶ ἔπρεπε νὰ τοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἀναπτύξῃ ποῦ ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα. Ἀφίσαμεν τότε τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου ἀπαρατήρητον, δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ἀφίσωμεν τώρα μίαν δευτέραν ἐμφάνισιν τοῦ Προεδρείου εἰς τὸν ρόλον τοῦ προστάτου καὶ τοῦ Ἡρακλέους τῶν ὑπουργῶν. Ἡ δευτέρα παράγραφος ἀπὸ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔχει ἰδιαιτέραν σημασίαν, εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀσυλία τῶν βουλευτῶν ἀποτελοῦν βεβαίως προνόμιον τούτων διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ λειτουργήματος, ὀφείλομεν ὅμως οἱ βουλευταὶ νὰ ἔχωμεν σεβασμὸν πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ κάμνωμεν χρῆσιν διὰ κάτι τὸ ἐποικοδομητικὸν καὶ οὐχὶ πρὸς διασυρμὸν ἀλλήλων. Λυποῦμαι, ἀλλὰ τὴν τακτικὴν αὐτὴν δὲν πρόκειται νὰ τὴν ἐπιτρέψω ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐν ὅσῳ εἶμαι Πρόεδρος». Διὰ τοῦ τμήματος τούτου τῶν δηλώσεων ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκδηλώνει καθαρὰ τὴν πρόθεσίν του, ὅπως τοῦ λοιποῦ ἀσκῇ προληπτικὸν ἔλεγχον ἐπὶ οἱασδήποτε φύσεως δράσεως τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει οὔτε θετική, οὔτε ἀρνητικὴ διάταξις εἰς τὸν Κανονισμὸν ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἄσκησιν προληπτικοῦ ἐλέγχου ἐπὶ οἱασδήποτε ἐνεργείας τῶν βουλευτῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνδεχομένως θὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ἄρθρον 46 τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ ἐρωτήσεων σχετικῶν πρὸς δημοσίας ὑποθέσεις. Ἀλλὰ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δίδει κανένα δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς πρὸς ἄσκησιν προληπτικοῦ ἐλέγχου. Εἶναι μία ἐπιταγὴ πρὸς τὸν βουλευτήν. Ὁ βουλευτὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προσέξῃ τὸν τρόπον τῆς διατυπώσεως καὶ τὸν σκοπὸν εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπουν αἱ ἐρωτήσεις του. Τὸ Προεδρεῖον δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐρώτησις αὐτὴ δὲν ἀποβλέπει εἰς δημόσιον σκοπόν, ἀλλὰ εἰς ἰδιωτικόν. Δὲν ἐπιθυμῶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ μὲ τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτόν, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐνθαρρύνω αἰτήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τοῦ καλῶς ἐννοουμένου σεβασμοῦ τοῦ ἀνωτέρου πολιτικοῦ ἐπιπέδου τοῦ Σώματος τούτου. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου ἀσκήσεως προληπτικοῦ ἐλέγχου, ὑπάρχει σημαντικὴ διαφορά. Μία εἶναι ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κανονισμὸς ἐπιτρέπει τὴν ἄσκησιν προληπτικοῦ ἐλέγχου ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, τὴν ὁποίαν ὁρίζει σαφῶς, ἀποκλειστικῶς καὶ περιοριστικῶς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἔγγραφα ἀνώνυμα ἢ ἀπρεπῶς συντεταγμένα δὲν ἀνακοινοῦνται». Μόνον εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν δικαιοῦται τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀσκῇ, σύμφωνα μὲ ρητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, προληπτικὸν ἔλεγχον. Ἡ κατ’ ἑρμηνείαν ἄσκησις προληπτικοῦ ἐλέγχου, ἀναμφισβητήτως ἐξέρχεται καὶ ἀπὸ τὸ γράμμα καὶ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἔχομεν τὴν ρητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία καθιερώνει τὴν πλήρη ἀσυδοσίαν τοῦ βουλευτοῦ διὰ πᾶν ὅ,τι λέγει ἢ πράττει ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης.
§9Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ἄρθρου 17 τὰ ἔγγραφα, δὲν ἀφοροῦν τοὺς βουλευτάς.
§10Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι πιθανὸν διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου νὰ γίνεται λόγος περὶ δημοσίων ζητημάτων, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἂν ἀκόμη ἡ διάταξις αὐτὴ ἐφηρμόζετο εἰς τὰς ἐρωτήσεις τοῦ βουλευτοῦ, εἶναι μία ἐπιταγὴ ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν βουλευτήν, οὐδαμῶς ἐξ αὐτῆς συνάγεται, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀσκήσῃ προληπτικὸν ἔλεγχον. Καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν πρακτικήν. Τί ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ἡ ὁποία συμφώνως μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ Προεδρείου ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ; Ποῖος ἐβγῆκε ζημιωμένος; Ἐβγῆκε ὁ κ. ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως; Ἐὰν εἶχε διαπράξει πράγματι ὅσα τὸν κατηγοροῦν βεβαίως θὰ ἔβγαινε ζημιωμένος. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐζημιώθη ὁ κ. ὑφυπουργὸς Τύπου. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικριθῇ ἡ χθεσινὴ περίπτωσις διὰ νὰ ἀντληθῇ ἐξ αὐτῆς ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ τὴν εὐθυκρισίαν καὶ τὴν παλαιὰν Κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, θὰ ἀναγνωρίσῃ μόνος του, ὅτι αἱ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν διὰ τοῦ τύπου τὴν περασμένην Πέμπτην ὑπερέβησαν τὰς προθέσεις του. Καὶ εἶμαι ἐπίσης βέβαιος, ὅτι θὰ σπεύσῃ νὰ καθησυχάσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ ἐπὶ τῆς ἐν γένει δράσεως τῶν βουλευτῶν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπασχολήσω σήμερον τὸ Σῶμα ἐπὶ τοῦ ἀνακύψαντος ζητήματος ἐκ τῆς ὑποβολῆς ὑπὸ συναδέλφου ἐρωτήσεώς τινος. Ὅταν αὕτη κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν, οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι εἶχον ἐνδοιασμούς, ἐὰν ἀπετέλει ἐρώτησιν ὡς πρός τινα τῶν κεφαλαίων της, καὶ διὰ τῶν ἱεραρχικῶς προϊσταμένων των, οἱ ὁποῖοι καὶ οὗτοι εἶχον δισταγμούς, ἀνεφέρθησαν εἰς ἐμέ. Μετ’ ἐξέτασιν τοῦ θέματος, ὁμοῦ μετὰ τῶν συνεργατῶν μου —μὲ τοῦτο δέ, κ. συνάδελφοι, δὲν θέλω ν’ ἀποσείσω τὰς τυχὸν εὐθύνας μου, διότι ὁ Πρόεδρος εἶναι ὑπεύθυνος δι’ ὅ,τι γίνεται ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε ἐνήργησεν εἴτε δὲν ἐνήργησεν ὁ ἴδιος, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸ πῶς ἔφθασε τὸ ζήτημα μέχρις ἐμοῦ καὶ τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῶν Γραφείων τοῦ Σώματος— κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὄντως ἓν τμῆμα τῆς ἐρωτήσεως δὲν ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 46 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπερ ὁμιλεῖ ρητῶς περὶ «δημοσίων ὑποθέσεων» ἕνεκα τούτου δὲ παρεκλήθη ὁ κ. βουλευτής, ὅπως περιορίσῃ τὴν ἐρώτησίν του εἰς ὅσα θέματα, δύνανται κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς κείμενον ἐρωτήσεως. Ὁ κ. βουλευτὴς ἠρνήθη νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν παράκλησιν ταύτην τοῦ Προεδρείου, ἀντιθέτως μάλιστα ἐκοινοποίησε, διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, ἐκ νέου τὴν ἐρώτησιν ταύτην. Ὀφείλω ἐξ ἀρχῆς νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ὑπεισέρχομαι ποσῶς εἰς τὴν οὐσίαν τῶν τεθέντων ἐρωτημάτων, ἀλλὰ σκόπιμον εἶναι νὰ ὑπογραμμισθῇ, ὅτι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Προεδρείου, δὲν ἐθεωρήθησαν ὡς ἐρωτήσεις, ἦσαν ἀσήμαντα ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπόλοιπον κείμενον τῆς ἐρωτήσεως. Ἐπίσης, δέον νὰ τονίσω, ὅτι ἡ ὅλη μου ἐνέργεια καὶ αἱ ἐκτιθέμεναι τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἀπόψεις, ἀφοροῦν ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τὰς ἐρωτήσεις, καὶ οὐχὶ τὰς ἐπερωτήσεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι ὑπεύθυνον ἔλεγχον, ἀναμφισβητήτως δὲν δύνανται νὰ ὑποστῶσιν ἐξέτασιν τοῦ περιεχομένου αὐτῶν ἢ ἄλλον τινὰ περιορισμὸν ἢ φραγμόν. Εἶναι δυνατόν, διὰ τοιούτου εἴδους ἐρωτήσεων —αἱ ὁποῖαι πρὶν ἢ φθάσουν εἰς τὸν προορισμόν των, βλέπουν τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος καὶ διὰ τοῦ τύπου, χάρις εἰς τὸ ἀνεύθυνον τοῦ ἐρωτῶντος, τὸ στηριζόμενον εἰς τὰς περὶ βουλευτικῆς ἀσυλίας διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ἐνδεχομένως ποινικῶς ἀνεύθυνον τῆς δημοσιευούσης ἐφημερίδος— νὰ δημιουργῶνται ζητήματα, δυνάμενα νὰ θίγουν προσωπικῶς συναδέλφους. Ἐνόμισα συνεπῶς, κ. βουλευταί, ὅτι ὤφειλον ν’ ἀντιδράσω εἰς τοιαύτας ἐνεργείας, ἐφαπτομένας μὲν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ μὴ ἐμπιπτούσας, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐντὸς τοῦ πνεύματος καὶ τῶν πλαισίων αὐτοῦ, διότι πιστεύω, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει μόνον τὸ καθῆκον νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς, ἀλλὰ ἔχει καὶ εὐρυτέρας ἁρμοδιότητας καὶ ὑποχρεώσεις, μία τῶν ὁποίων, ἡ σημαντικωτέρα, εἶναι ἡ προάσπισις τῆς τιμῆς καὶ ὑπολήψεως τῶν βουλευτῶν καὶ ἡ διατήρησις τοῦ γοήτρου τοῦ Σώματος, ἀποφευγομένης οὕτω τῆς φθορᾶς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς Ἐλευθερίας τῆς χώρας. Τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος, καθιεροῦν τὸ ἀνεύθυνον τοῦ βουλευτοῦ διὰ γνώμην ἢ ψῆφον, δοθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων του, καὶ τὸ ἄρθρον 63, καθιεροῦνον εἰδικὴν προστασίαν τοῦ βουλευτοῦ, ἐξασφαλίζουν τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του καὶ δημιουργοῦν δικαιώματα, φρονῶ ὅμως, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐπιβάλλουν μείζονα προσοχὴν καὶ ὑποχρεώσεις ἔναντι πάντων, καὶ ἰδίᾳ ἔναντι τῶν συναδέλφων. Μὲ τὰς σκέψεις αὐτὰς ἔκρινα σκόπιμον νὰ καλέσω τὸν κ. βουλευτήν, ὅπως περιορίσῃ τὴν ἐρώτησίν του εἰς ὅσα θέματα ἀνεφέροντο εἰς δημοσίας ὑποθέσεις ἢ εἰς στοιχεῖα τοιούτων ὑποθέσεων εὑρισκόμενα εἰς φακέλλους ἁρμοδίων Ὑπουργείων. Οὕτω πράττων ἐνόμισα, ὅτι εὑρισκόμην ἐντὸς τῶν πλαισίων τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐγράφη καὶ ἠκούσθη, ὅτι ἀποτελεῖ κίνδυνον μία τοιαύτη πρωτοβουλία τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος καὶ ἐνδεχομένως ἐγκλείει δικτατορικὰς τάσεις, καὶ τὸ τελευταῖον αὐτὸ ἐτονίσθη εἴς τινας ἐφημερίδας. Ἀλλά, κ. βουλευταί, τί εἴδους δικτατορίαν θὰ δύναται νὰ ἐγκαθιδρύσῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔφθανε καὶ μέχρις αὐθαιρεσίας ἀκόμη —πρᾶγμα ἀποκλειόμενον, οὐχὶ μόνον διὰ τὸν ὁμιλοῦντα πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ καὶ δι’ οἱονδήποτε ἄλλον Πρόεδρον— ἀφοῦ, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀχθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὸ Σῶμα, εἴτε ὑπὸ τοῦ ἀμέσως ἐνδιαφερομένου βουλευτοῦ, δι’ ὁμιλίας του ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, εἴτε ὑπὸ Ἀρχηγοῦ Κόμματος, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, εἰς τρόπον ὥστε τὸ Σῶμα ἀμέσως νὰ λάβῃ, καὶ γνῶσιν καὶ ἀπόφασιν; Ἀλλοίμονον, ἐὰν καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι οἱαδήποτε ἐρώτησις, καὶ ἡ πλέον ἄσχετος μὲ «δημοσίαν ὑπόθεσιν», εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ ἀναγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Καὶ ἀλλοίμονον, ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν στοιχειώδη ἐξέτασιν αὐτῶν, δεδομένου ὅτι, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, ὑπάρχει ὁ ἄμεσος ἔλεγχος καὶ ἡ κύρωσις ὑφ’ ὑμῶν. Ἡ ἐνέργειά μου αὕτη, κ. βουλευταί, ἐστηρίζετο, ὡς προεἶπον, εἰς τὴν ἔντονον ἐπιθυμίαν μου, ὅπως πᾶσαι αἱ πράξεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διέπονται ὑπὸ σοβαρότητος καὶ ἡ χρῆσις τοῦ Κανονισμοῦ γίνεται μὲ βάσιν τὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν καὶ τὸν ὀφειλόμενον καὶ πρὸς τὸ Πολίτευμα καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τοὺς συναδέλφους σεβασμόν, διὰ τοὺς τελευταίους δὲ τούτους, μὲ ἐπὶ πλέον βάσιν, τὴν συναδελφικὴν ἀλληλεγγύην καὶ ἁβρότητα. Διακονῶν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, γνωρίζετε, κ. βουλευταί, πόσον σεβασμὸν τρέφω πρὸς τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα καὶ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς. Τὸ MEA CULPA, ἐὰν ὑπάρχῃ, εἶναι ὅτι θέλω καὶ ἐπιθυμῶ, νὰ κρατῶ τὸ Κοινοβούλιον ὑψηλά, ἕτοιμος νὰ ὑφίσταμαι, διὰ πᾶσαν πρᾶξιν μου, τὸν ἔλεγχόν σας, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον αἱ ἐνέργειαι τοῦ Προέδρου γίνονται πάντοτε μὲ τὴν συμπαράστασιν τοῦ Σώματος. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ ἔχετε, κ. βουλευταί, νὰ κρίνετε μίαν φανεράν, λελογισμένην, ὑπεύθυνον καὶ ὑπὸ τὸν ἄμεσον ἔλεγχόν σας καὶ τὴν κύρωσίν σας ἐνέργειαν τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος, ἀμυνομένου ὑπὲρ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὑμῶν, τείνουσαν εἰς τὴν ἐξουδετέρωσιν ἄλλης ἐνεργείας, ἡ ὁποία ἄγει ἐμμέσως εἰς τὴν ἀνεύθυνον καὶ ἀτιμώρητον ζημίαν τῶν μελῶν τοῦ Σώματος καὶ ὁδηγεῖ ἐν ἐπαναλήψει εἰς τὴν φθορὰν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Ἐπιθυμία μου εἶναι ἡ ἐν καιρῷ ἀπόφασίς σας αὕτη νὰ μὴ βασίζεται μόνον ἐπὶ τῆς κυβερνητικῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ ἐπὶ εὐρυτέρας κοινοβουλευτικῆς βάσεως, ὥστε ν’ ἀποτελέσῃ εἰς τὸ μέλλον κανόνα, σεβαστὸν παρὰ πάντων. (Χειροκροτήματα).
§12Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἤχθη διὰ τῆς πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐπεμβάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσηνίας συναδέλφου, ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσίας καὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐρωτήσεως, ἡ ὁποία ἔδωσε τὴν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Προεδρείου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ σοβαρῶς τὸ Σῶμα. Πραγματικὰ ἀπὸ ἐτῶν τώρα καλλιεργεῖται ψυχολογικῶς, —ἐγὼ μέσα μου πιστεύω, ὅτι σπουδαία πρόθεσις δὲν ὑπάρχει ἀκόμη, ἢ ἑκάστοτε ὑπάρχουν ταλαντεύσεις διὰ λόγους ἔξω τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος,— προπαρασκευάζεται ψυχολογικῶς τὸ κοινὸν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν σύστημα καὶ τὸ Κοινοβούλιον δὲν λειτουργεῖ ὁμαλῶς, ὅτι αἰτία τούτων εἶναι ἕνας κακὸς Κανονισμὸς καὶ ὅτι ἅμα γίνῃ καλὸς Κανονισμός, τότε θὰ λειτουργήσῃ τὸ Κοινοβούλιον. Πιστεύω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές. Θὰ δοθῇ εὐκαιρία κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεων τῆς παρατάξεως τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν προτεινομένων μεταρρυθμίσεων τοῦ Κανονισμοῦ εὐρύτερον νὰ τοποθετήσω ὡρισμένας παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι βασίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ τύχουν κοινῆς, ὑποθέτω, ἀναγνωρίσεως, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ νὰ συνοψίσω, πιστεύω, ὅτι ἀντὶ νέων κανόνων καὶ νέων Κανονισμῶν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὸν Ροΐδην ὁμιλοῦντα περὶ τῆς τότε πολυνομίας καὶ νὰ τονίσωμεν, ὅτι ἕνας Κανονισμὸς χρειάζεται, ὁ Κανονισμός, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὸν σεβασμὸν ὅλων πρὸς τὸν ὑπάρχοντα Κανονισμόν. Μὲ τὸν Κανονισμὸν τὸν ὑπάρχοντα καὶ μάλιστα μὲ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὀλιγωτέρους περιορισμοὺς περιεῖχον καὶ ὀλιγωτέρους φραγμοὺς ἔθετον εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν Κοινοβουλευτικῶν καθηκόντων, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνόδου τῆς ἀστικῆς τάξεως εἰς τὴν χώραν, τῆς ὁποίας τάξεως ἡ καλυτέρα ὀργανωτικὴ μορφὴ πολιτεύματος εἶναι τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Κοινοβουλευτικὸν σύστημα, ἐπετέλει τὸ σύνολον τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἠγνοοῦντο καὶ νομοθετικὰ διατάγματα καὶ πράξεις Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀναγκαστικοὶ νόμοι καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε πρόφασιν, ὑπὸ οἱονδήποτε πρόσχημα μὲ πόλεμον τοῦ 1897, μὲ πόλεμον τοῦ 1912, μὲ πόλεμον τοῦ 1914, μὲ διχασμὸν τοῦ 1915–17 ἠγνοοῦντο αἱ πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, ἐψηφίζετο πάντοτε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους, ἠσκεῖτο ἔλεγχος ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν, τῶν πόρων, ἑπομένως ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς πολιτικῆς τοῦ κράτους. Αὐτὰ ἦσαν τὰ κύρια ἐτήσια ἔργα τῆς Βουλῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρεται τὸ ἄρθρον τὸ προσδιορίζον τὴν χρονολογίαν τῆς ὑποχρεωτικῆς τακτικῆς ἐτησίας Συνόδου. Ἠσκεῖτο πραγματικὸς εὐρύτατος ἔλεγχος καὶ μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ ἐπρόκοψε καὶ ἐμεγαλούργησε εἰς πολλὰς περιπτώσεις ἡ χώρα. Σήμερον εὑρίσκομεν, ὅτι ὁ Κανονισμὸς μᾶς πταίει. Μᾶς πταίει, δηλαδὴ πταίει εἰς τοὺς ἐπινοητὰς τοῦ προσχήματος τοῦ Κανονισμοῦ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, κύριοι, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ ἴδωμεν, ὅτι καταβάλλεται μία προσπάθεια περιορισμοῦ τοῦ πρωταρχικοῦ ρόλου τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὸν λαόν, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ ὅλων τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ὁποία διὰ τῶν νόμων χαράσσει τὰ πλαίσια μέσα εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ κινῆται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, καὶ ἡ ὁποία ἀναδεικνύει τοὺς φορεῖς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία συζητεῖ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, ἡ ὁποία δὲν ἀφίνει νὰ ὑπάρχῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ ἴδωμεν εἰς τὸ ἀμέσως ἑπόμενον θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἀπόψε, εἰς τὴν συζήτησιν τῶν δωδεκατημορίων, ὅτι διὰ μιᾶς ἐξαγγελίας ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ προθέσεων, τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ μεταρρυθμίσῃ, ἀλλάσσων καὶ τὰς πηγὰς τῶν προσόντων καὶ τὸν προορισμὸν τοῦ δημοσίου χρήματος, ὅλα αὐτὰ προσπαθοῦν σήμερον ὑπὸ μίαν συνειδητὴν ἀλλοίωσιν τοῦ πολιτεύματος νὰ τὰ περιορίσουν. Θὰ ἦτο μακρότατον τὸ κομβολόγιον τῶν συνειδητῶν, ἐσκεμμένων καὶ προγραμματισμένων πράξεων καὶ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ μόνον θὰ περιορισθῶ, καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ποὺ δείχνει, ὅτι γίνεται ἔντονος προσπάθεια νὰ περιορισθῇ ὁ ρόλος ὁ δημόσιος τῆς Βουλῆς. Ἀλλοῦ λύονται τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Ἔθνους, τὰ πρωταρχικὰ ζητήματα τῆς χώρας, ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Ἐδῶ ὁσάκις πληροφορούμεθα εἴμεθα πρωτοκολληταὶ τετελεσμένων γεγονότων. Λύονται εἰς οἰκονομικῶς ἰσχυροὺς κύκλους, λύονται εἰς Τραπέζας, λύονται εἰς μονοπώλια, λύονται εἰς Πρεσβείας. Ἐδῶ δὲν λύονται. Καὶ ἀκόμη οὔτε κἂν παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς τὸ Σῶμα νὰ χαράσσῃ τοὐλάχιστον τὰ πλαίσια, ἐντὸς τῶν ὁποίων δικαιοῦται νὰ κινηθῇ καὶ νὰ κυβερνᾷ καὶ διοικῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Πράξεις Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πολὺ περισσότεραι ἀπὸ τοὺς νόμους καὶ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι χαράσσουν ἕνα δίκαιον μὴ νόμιμον, μὴ συνταγματικόν, κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῶν ἀνωτάτων δικαστηρίων τῆς χώρας. Χίλιαι ἀκυρωτικαὶ ἀποφάσεις ἐκδίδονται τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας κατ’ ἔτος πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κηρυσσομένων ὡς ἐκτὸς νομιμότητος καὶ δὲν συμμορφοῦται ἡ Κυβέρνησις. Ὑπάρχει λοιπὸν ἕνας προγραμματισμὸς καὶ τοῦ προγραμματισμοῦ αὐτοῦ ἐκδηλώσεις ἔχομεν. Ὀφείλω νὰ εἴπω μὲ ὅλην τὴν προσπάθειαν τὴν ὁποίαν πάντοτε κατέβαλα νὰ μὴ κάμω χαρακτηρισμούς, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι μία διάθεσις φεουδαρχικῆς καὶ τιμαριοτικῆς φύσεως καὶ ἀριστοκρατικῆς φύσεως διέπουσα τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἰς τὰς ἐνεργείας του τὸν κάμνει πολλὲς φορὲς νὰ θεωρῇ ὅτι ἐκλεγόμενος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καθιστᾷ τὴν Βουλὴν περίπου τιμάριόν του. Δὲν εἶναι μόνον εἰς τὴν καταβαλλομένην τώρα διὰ δύο ἢ τριῶν περιπτώσεων προσπάθειαν ἀσκήσεως προληπτικῆς λογοκρισίας ἐπὶ τοῦ ἔργου τῶν βουλευτῶν. Καὶ πέραν αὐτοῦ, πέραν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, στενογραφοῦνται αἱ ἀγορεύσεις ὡρισμένων ἀριστίνδην μελῶν τῆς Βουλῆς καὶ πέραν αὐτοῦ ὄχι κατ’ ἀναλογίαν τῶν κομμάτων ἀριστίνδην πρέπει νὰ ἐκπροσωπῆται τὸ Σῶμα εἰς τὰς διακοινοβουλευτικὰς διακοινώσεις καὶ ἄλλα ὀλιγώτερα σοβαρά, ἀλλὰ σοβαρὰ καὶ βάσιμα ἐπίστευσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης βουλευτής, ὅτι ἀνήκουν εἰς αὐτόν, ὑπολαμβάνοντα τὴν προεδρίαν τοῦ Σώματος, ὄχι ὡς λειτούργημα, ἀλλὰ ὡς τιμάριον. Ἐπ’ αὐτοῦ ἡ παράταξίς μας, ἀλλὰ ὑποθέτω καὶ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνον ὅτι ὑπάρχει μία κατηγορηματική, ἀπεριόριστος πλήρης ἄρνησις. Δὲν εἶναι τὰ λειτουργήματα τιμάρια, ἀλλὰ ἱδρύουν ὑποχρεώσεις πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὅσων οἱ νόμοι καὶ οἱ κανονισμοὶ ἐπιτάσσουν εἰς τοὺς φορεῖς τῶν λειτουργημάτων. Ἔχομεν τὸ προηγούμενον τοῦ κ. Ζαννῆ. Ζητεῖ τὰ πρακτικὰ τῶν συμφωνιῶν τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου, τρὶς μνημονευθέντα, ὑπὸ τοῦ ἐλεγχομένου ὑπουργοῦ δι’ ἀπόκρουσιν αἰτιάσεων καὶ ἀπόκρουσιν ἐλέγχου. Ἐνῷ δὲ τὰ ἐπεκαλέσθη ὁ ὑπουργὸς ὅταν ζητῆται ἡ κατάθεσίς των ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξίν των. Καὶ ἐδῶ ἔχομεν ἕνα πρωτοφανὲς πρᾶγμα, μίαν πρωτοφανῆ ἀσέβειαν πρὸς τὴν Βουλήν, μίαν πρωτοφανῆ ἀπόκρυψιν καὶ παρασιώπησιν τῆς ἀληθείας πρὸς τὴν Βουλήν. Ἄδηλον ἐὰν ἡ ἐξαπάτησις ἔγινε τότε ἢ τώρα, ἀλλὰ τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο δὲν ἦτο ἀκριβές. Ἦτο παράστασις πραγμάτων μὴ ἀληθῶν ὡς ἀληθῶν καὶ ἐπὶ τῇ προφάσει αὐτῇ ἀντὶ τοῦτο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐγγραφήν, ὥστε ἀμέσως νὰ ἀσκηθῇ ὁ ἔλεγχος ὁ ἀφορῶν πλέον ὄχι μόνον εἰς τὸ περιεχόμενον τῶν ἐγγράφων καὶ εἰς τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἐξ αὐτῶν θὰ ἠρύετο ὁ κ. βουλευτὴς Δωδεκανήσου, ἀλλὰ εἰς τὴν κατάφωρον ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σῶμα ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ. Ἱκανοποιεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκ τῆς τοιαύτης ἀπαντήσεως, ἀντιφασκούσης πρὸς ὅσα ἐνώπιον τοῦ Σώματος ἐλέχθησαν πρὸ ὀλίγου καὶ ἀποφασίζει μόνος, ἀσκῶν προληπτικὴν λογοκρισίαν, ὅτι δὲν θὰ ἐγγραφῇ κατὰ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Κανονισμοῦ ὡς ἐπερώτησις ἡ αἴτησις καταθέσεως ἐγγράφων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Δωδεκανήσου συναδέλφου. Ἔχομεν τὴν περίπτωσιν τῆς χθεσινῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία εἶναι σαφές, ὅτι ἂν ἐλάμβανε τὸν δρόμον τῆς ἐρωτήσεως θὰ ἐτελείωνεν ἐντὸς 5 ἢ 10 λεπτῶν καὶ δὲν θὰ ἐπροξένει ὅσα ἐπροξενήθησαν ἐξ αὐτῆς. Ἐγὼ δὲν ξεύρω, ἐρευνῶν ὅσον μπορῶ εἰς τὴν πρακτικὴν καὶ τὴν ἰδικήν μας καὶ ἄλλων Βουλῶν, δὲν ξέρω ἄλλο προηγούμενον, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον τὰ «Νέα» τῆς 11ης Δεκεμβρίου ἐδημοσίευσαν: «ΠΕΡΑΝ, 11 Δεκεμβρίου. (Ἰδιαιτέρα ὑπηρεσία). — Κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Κυβερνητικοῦ Κόμματος, ἤρχισε νὰ τηρῆται δικτατορικὴ στάσις εἰς τὴν Τουρκικὴν Βουλὴν ἀπέναντι τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πρώτη ἐκδήλωσις τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἦτο νὰ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ 12 συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ νὰ τοῦ κρατηθῇ, ὑπὸ τύπον προστίμου, ἀνάλογον ποσὸν ἐκ τῆς βουλευτικῆς του ἀποζημιώσεως, ὁ ἀντιπολιτευόμενος, λαϊκὸς βουλευτὴς Ὀρδοῦ τοῦ Πόντου κ. Φερδὰ Γκιουλεΐ, διότι κατέκρινε τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἀναγράφει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τοῦ Σώματος τὰς ἐπερωτήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐπεχείρησε νὰ ὁμιλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ὁ προεδρεύων αὐτῆς τοῦ εἶχεν ἀφαιρέσει τὸν λόγον». Βεβαίως, ἐδημιουργήθησαν δεσμοὶ πολλοὶ καὶ στενοὶ μὲ τὴν Τουρκίαν, ἀλλ’ ἂν δὲν τεθῇ φραγμός, ἂν δὲν ἀνασχεθῇ αὐτὴ ἡ τάσις πρὸς λογοκρισίαν καὶ δικτατορίαν, μεθαύριον θὰ τιμωρούμεθα κατὰ τὸ Τουρκικὸν προηγούμενον, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος ἐφέραμεν ἓν ζήτημα τό ὁποῖον, τυχόν, θὰ ἔπρεπε, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Προέδρου νὰ λογοκριθῇ. Αἱ δηλώσεις ἀκόμη, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσεν ὁ κύριος ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἀναγνώσω, ἀφοῦ εἶναι γνωσταὶ εἰς τὸ Σῶμα, παρὰ μόνον μίαν φράσιν, εἶναι καταπληκτικαί.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἡλιοῦ, ἐδήλωσα, ὅτι δὲν εἶναι δηλώσεις. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ κριτική.
§14Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, νὰ μὲ συγχωρῆτε. Τρὶς ἐδηλώσατε, ὅτι δὲν εἶναι δηλώσεις σας πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἀπὸ σᾶς τὴν μίαν φορὰν εἰς τὴν Λάρισαν περὶ μετακινήσεως τῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν σᾶς ἐψήφισαν ἀπὸ τὰ πεδινὰ εἰς τὰ ὀρεινὰ καὶ τῶν κομματικῶν σας φίλων ἀπὸ τὰ ὀρεινὰ εἰς τὰ πεδινά. Τὴν δευτέραν φορὰν πάλιν εἰς Λάρισαν, ὅτι εἰς τοὺς Δημοτικοὺς ἄρχοντας ποὺ θὰ ψηφισθοῦν ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν δὲν θὰ παρασχεθοῦν τὰ μέσα ἀσκήσεως τῆς κατὰ νόμον δημοσίας ἀποστολῆς των. Τρίτη περίπτωσις ἡ συζητουμένη. Συνηθίζετε νὰ κάμνετε δηλώσεις καὶ ὕστερα νὰ τὰς ἀποσύρετε. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι φρονιμώτερον θὰ ἦτο ἂν ἐμελετοῦντο, ἂν ἐσταθμίζοντο αὐτὰ τὰ πράγματα ἐκ τῶν προτέρων. Πάντως, ἐφ’ ὅσον τὰς ἀποσύρετε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ἄλλα πράγματα, παρ’ ὅτι ὁ δημοσιογράφος δὲν τὰς ἀπέδωσε πλήρως. Δὲν ἠρνήθητε, ὅτι ὑπῆρξαν δηλώσεις, ἠμφισβητήσατε τὴν πιστὴν διατύπωσιν. Καὶ φέρεσθε εἰπών: «Λυποῦμαι, ἀλλὰ τὴν τακτικὴν αὐτὴν δὲν πρόκειται νὰ τὴν ἐπιτρέψω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐφ’ ὅσον εἶμαι Πρόεδρος». Αὐτό, κύριοι, εἶναι ἀπαράδεκτον. Δὲν νομίζω, ὅτι οἱ Κανονισμοί, οἱ Νόμοι καὶ τὰ Συντάγματα τηροῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ «ἐγὼ τοὐλάχιστον», ἀλλ’ ὀφείλει πᾶς Πρόεδρος, καὶ οἱ προκάτοχοι καὶ οἱ διάδοχοι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὀφείλουν νὰ συμμορφοῦνται πρὸς τὰς ἐπιταγὰς τῶν κανόνων δικαίου. Ἀνεξαρτήτως αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἀπὸ μὲν τυπικῆς ἀπόψεως ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ζηλοτύπως διαφυλάσσει εἰς τὸ Σῶμα τὴν κρίσιν περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἐρωτήσεις. Λαμβάνει ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι κομματικῆς προελεύσεως, ὅπως καὶ εἰς πάσας σχεδὸν τὰς χώρας. Νομίζω, ὅτι μόνον εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει ἐξαίρεσις. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει κομματικὴν προέλευσιν καὶ δίδεται πάντοτε πολιτικὴ σημασία εἰς τὴν ἐκλογήν του, ἀποκλείεται ἀπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἡ ἄσκησις οἱουδήποτε προληπτικοῦ ἐλέγχου καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 10 ὁριοθετοῦνται αἱ ἁρμοδιότητες καὶ τὰ δικαιώματά του εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῶν συνεδριάσεων τοῦ Σώματος καὶ μόνον. Τώρα, ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικοῦ ἐπιχειρήματος, εὑρέθη βέβαια ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου 46, ὅτι αἱ ἐρωτήσεις ὑποβάλλονται σχετικῶς πρὸς δημοσίας ὑποθέσεις. Συμμερίζομαι ἀπεριορίστως τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος, ὅτι ἡ διατύπωσις αὐτὴ δίδει μίαν κατευθυντήριον γραμμὴν πρὸς τοὺς βουλευτὰς καὶ δὲν παρέχει δικαίωμα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀποκλείσῃ μίαν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνέκρινε.
§15Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἢ, ἐνδεχομένως, ἡ διάταξις αὐτὴ ἐπιτρέπει εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, ἐρωτώμενος, ἐπὶ ὑποθέσεως μὴ δημοσίας.
§16Η. ΗΛΙΟΥ. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, πέραν τούτου, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, κρίνουσα ἂν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ἂν ἐρώτησίς τις ἀφορᾷ εἰς δημοσίαν ὑπόθεσιν ἢ ὄχι, θὰ ἀκούσῃ, κατὰ πρόκριμα, τὸν ἐρωτῶντα βουλευτήν, ὁ ὁποῖος θὰ παράσχῃ τὰς ἐξηγήσεις, εἰς τὶ συνίσταται ἡ δημοσία ὑπόθεσις, κατὰ τὶ σχετίζεται τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐρωτᾷ μὲ τὰς δημοσίας ὑποθέσεις καὶ τὸ δημόσιον συμφέρον. Πέραν τούτου, εἰς τὴν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν, ὡς ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἐπληροφορήθημεν —διότι ἐδῶ μέσα δὲν ἐλέχθη τίποτε— εἰς τὴν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν ἐρωτῶντα βουλευτὴν ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὰ ἓξ ἐκ τῶν τεσσάρων κεφαλαίων ἀφοροῦν εἰς δημοσίας ὑποθέσεις. Ἐδῶ, κύριοι, προκειμένου περὶ ὑποδεεστέρων περιπτώσεων, ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων, ὑπάρχει ὁ κανών, ὁ νομικός, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ κανὼν πολιτικὸς «UTILE PER INUTILE NON VI-TIATUR», δηλαδή, ὅτι «τὸ ὠφέλιμον δὲν ἀκυροῦται, δὲν καταστρέφεται ἐκ τῆς ὑπάρξεως καὶ ἀνωφελοῦς». Πῶς, ὅπου ὑπάρχει περιεχόμενον, ἐν μέρει, κατὰ τὰ τέσσαρα κεφάλαια ἀναφερόμενον εἰς τὰς δημοσίας ὑποθέσεις, θ’ ἀποκλεισθῇ ἡ ἐγγραφὴ τῆς ἐρωτήσεως, περιεχούσης τέσσαρα θέματα, σχετικῶς μὲ τὰς δημοσίας ὑποθέσεις; Τρίτον, ἐγὼ νομίζω, ὅτι, πέραν αὐτοῦ, κυρίως, κατ’ ἐξοχήν, ὑπάρχει, προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, ἡ θεωρία τοῦ παρακολουθήματος. Πιστεύω, ὅτι ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ σύγχρονος τοῦ Περικλέους —σύγχρονοι τοῦ συγχρόνου Περικλέους εἴμεθα καὶ ἡμεῖς τώρα, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄλλη ὑπόθεσις— (γέλωτες), ὁ σύγχρονος τοῦ Περικλέους πολιτικὸς ἡγέτης τῶν Ἀθηνῶν εἰς τὸν οἰκοδόμον ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε «τὸ σπίτι σου γκρεμίστηκεν ἀπὸ μίαν πλευράν, ἔχει καταρρεύσει, εἶναι ἀνοικτόν, σὲ βλέπει ὁ κόσμος· δῶσε μου δύο τάλαντα διὰ νὰ σοῦ τὸ ἐπισκευάσω», ἀπήντησε «τέσσαρα θὰ σοῦ δώσω διὰ νὰ γκρεμίσῃς καὶ τὶς ἄλλες πλευρές, διὰ νὰ μπορῇ νὰ βλέπῃ ὅλος ὁ κόσμος τὶ γίνεται ἐκεῖ μέσα». Πιστεύω, ὅτι, βεβαίως, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τοὺς κοιτῶνας, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ὑποθέσεις ἐντελῶς ἰδιωτικάς. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι λίαν περιωρισμένον τὸ περιθώριον τῶν ἰδιωτικῶν καὶ πολὺ ἐκτεταμένον τὸ περιθώριον τῶν δημοσίων ὑποθέσεων διὰ τοὺς δημοσίους ἄνδρας.
§17Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Τὸ θέμα εἶναι πῶς θὰ τὸ κρίνῃ.
§18Η. ΗΛΙΟΥ. Ἔχομεν αὐτὴν τὴν προϊστορίαν, χωρῶν μὲ κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν. Ἔχομεν τὴν περίπτωσιν τῆς πτώσεως Κυβερνήσεως Καγιὼ διὰ τὴν ἰδιωτικὴν ὑπόθεσιν τῆς κυρίας Καγιώ. Ἔχομεν προσφάτως τὴν περίπτωσιν ἐξαναγκασμοῦ εἰς παραίτησιν Ἄγγλου ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δι’ ἄκρως ἰδιωτικῆς φύσεως, θὰ ἔλεγε κανείς, ὑπόθεσιν, τὴν ἱστορίαν τοῦ γρεναδιέρου. Πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει καὶ δεύτερον θέμα. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος χθὲς παρεμβαίνων ἐν ὄψει ἑνὸς συγκεκριμένου θέματος μιᾶς συγκεκριμένης προσωποποιουμένης ὑποθέσεως, διετύπωσε κάτι τί, τὸ ὁποῖον, νομίζω, ὑπερακοντίζει, ὅτι ὁ ἴδιος πιστεύει ἢ τοὐλάχιστον, ὡς νομίζω, ὅτι τὸ παρελθὸν δεικνύει, ὅτι ὁ ἴδιος ἐπίστευε. Νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται ἀδελφοί, ἐξάδελφοι κ.τ.λ. Αὐτά, κατ’ ἀρχήν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀσχολιῶν ἀδελφῶν καὶ συγγενῶν μὴ σχετιζομένων μὲ τὸ δημόσιον. Ἀλλ’ ὅταν σχετίζωνται μὲ τὴν αἰφνιδιαστικὴν ἀπρόβλεπτον, ταχεῖαν, ραγδαίαν ἀνεξήγητον καὶ ἀδικαιολόγητον μεταβολὴν οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἀφ’ ἧς ὁ ἀδελφὸς ἢ ὁ γαμβρὸς ἔγινε δημόσιος ἀνήρ, δὲν ἐκφεύγουν τοῦ δημοσίου ἐλέγχου. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι τοιαῦται περιπτώσεις ὑπάρχουν τινές, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄλλη ὑπόθεσις. Δὲν διαφεύγει τῆς μνήμης ὑποθέτω τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι εὑρίσκετο ἐγγύτατα τῆς ὑποθέσεως μιᾶς τραγικῆς περιπτώσεως πραγματικῶς ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εἶχε λαμπρὰ πολιτικὰ προσόντα καὶ ὁ ὁποῖος ἐνεταφιάσθη διὰ παντὸς, διότι ὁ ἀδελφός του ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὁ οἱοσδήποτε ἄλλος ἐργολάβος ἀνελάμβανεν ἐργολαβίαν δημοσίων ἔργων, ἀνέλαβεν ἕνα ἔργον ὁδοποιΐας εἰς τὴν Μυτιλήνην. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν περιθώρια.
§19Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἀπαντήσω κατόπιν διὰ νὰ μὴ σᾶς διακόψω.
§20Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐγὼ θὰ ἐπέτρεπον διακοπήν, ἐὰν τὴν ἐπιτρέπῃ ὁ κ. Πρόεδρος.
§21Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ περίπτωσίς μου, παραμένει ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον σεῖς τὴν ἑρμηνεύετε, ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ συγγένεια τοῦ ὑπουργοῦ ἑρμηνεύει τὴν εὐημερίαν τοῦ συγγενοῦς. Ἀλλὰ αὐτὸ προφανῶς στρέφεται κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ὄχι κατὰ τοῦ συγγενοῦς.
§22Η. ΗΛΙΟΥ. Συμφωνοῦμεν, κ. Πρόεδρε. Τώρα, ἑνὸς κακοῦ δοθέντος, μύρια ἕπονται. Ὅταν δύο κακὰ τεθοῦν, δισμύρια ἕπονται. Ἐγένοντο δύο κακά. Πρῶτα–πρῶτα ἡ ἄσκησις τῆς προληπτικῆς λογοκρισίας, ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐξ ἧς ἕπεται, ὅτι κοινοβουλευτικῶς τὸ θέμα ἦτο ἀνύπαρκτον. Κοινοβουλευτικῶς δὲν ὑπῆρχε θέμα, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπῆρχεν ἐρώτησις, δὲν ὑπῆρχε προσωπικὸν ζήτημα. Δεύτερον κακόν, εἶναι αὐτὰ τὰ τερτίπια, κατὰ τὴν ὁποίαν μεταβάλλεται ἡ σειρὰ ἐπερωτήσεων, ἐρωτήσεων, ἐλέγχου. Γίνεται δεκτόν, ὅτι ὑπῆρχε προσωπικὸν ζήτημα καὶ δίδεται ὁ λόγος εἰς ἀπάντησιν χωρὶς νὰ τεθῇ ἡ ἐρώτησις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ κάτι, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀντικανονικόν. Ὅτε δεκτῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προδικαστικοῦ ζητήματος ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ προέκυπτεν ἡ περίπτωσις τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐτίθετο, τότε ὁ ἐνδιαφερόμενος ὑπουργὸς διὰ νὰ παράσχῃ τὰς ἐξηγήσεις του, ἐὰν τυχὸν ἐλύετο τὸ προδικαστικὸν ζήτημα ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ἡ ἐρώτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος δὲν ὑπῆρχε, θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον. Ἀλλὰ ἔγινε καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐντελῶς ἄτοπον. Θὰ ἤθελα ἀκόμη, ἐφ’ ὅσον πέριξ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν κ. Πρόεδρον καὶ ἀπὸ ἄλλους καὶ ἀπὸ τὸν θιγέντα ὑπουργόν, πέριξ τοῦ Κανονισμοῦ ἐξηνέχθησαν μερικαὶ μεγαλόστομοι καὶ μερικαὶ γενναῖαι γενικαὶ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐθεωροῦντο ὡς αὐταπόδεικτοι. Λ. χ. «ἡ ἀκίνδυνος γενναιότης τοῦ ὑβριστοῦ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἀναμίξῃ εἰς τὸν ἀχαρακτήριστον ἐναντίον μου λίβελλον καὶ τὴν μητέρα μου, καὶ τὴν σύζυγόν μου, καὶ τὸν ἀδελφόν μου. Ἐπίθεσις κατὰ ὁλοκλήρου οἰκογενείας. Εἶναι δυνατόν, ὑπὸ τὴν κάλυψιν τοῦ ἀνευθύνου καὶ τῆς ἀσυλίας, θεσμῶν τοὺς ὁποίους καθιέρωσεν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, νὰ ἐπιτρέπεται ὁ ἀκίνδυνος διασυρμὸς ὑπολήψεων πολιτικῶν ἀντιπάλων». Αὐτὰ ἐλέχθησαν μὲ τοιαύτην θέρμην, ὥστε θὰ ἐνόμιζε κανείς, ὅτι ἀποτελοῦν βαθυτάτην πίστην τοῦ διατυπώσαντος αὐτά. Ὅμως ὁ ἴδιος ἐνώπιον ἡμῶν, πρὸ 10 ἡμερῶν, ἐπερωτώμενος ὑπὸ βουλευτοῦ Χίου, ὁ ἴδιος ὑπουργός, ἐκλήθη νὰ ἐξηγήσῃ διατὶ δὲν ἔδωσεν εἰς ἐθνικόφρονα υἱὸν ἐθνικόφρονος πατρὸς τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως ἑνὸς περιοδικοῦ ποικίλης ὕλης, θέλων δὲ νὰ ἀπολογηθῇ τῆς καταλύσεως καὶ τοῦ τελευταίου ἴχνους τῆς ἐλευθεροτυπίας, εἶπεν, ὅτι ὁ πατέρας του χρεωστεῖ καὶ χρεωστεῖ πολλὰ καὶ διασύρει τὴν ὑπόληψιν μιᾶς ἐπιχειρήσεως ἐμπορικῆς, ἐχούσης τὴν μορφὴν ἀνωνύμου ἑταιρείας. Μὲ αὐτοὺς τοὺς ἰσχυρισμοὺς ὑλοποιήθησαν ἔξω ἀπὸ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀσυλίας καὶ τοῦ ἀκαταδιώκτου, ὑλοποιήθησαν, ὅλαι αἱ προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας διαγράφει τὸ ἄρθρον 364 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος, «ὅστις ἰσχυρίζεται, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐνώπιον τρίτων ἢ διαδίδει περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ὡρισμένα στοιχεῖα, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν, τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἢ ἐν γένει τὴν ἐργασίαν αὐτῆς ἢ πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν διοικούντων ἢ διευθυνόντων ταύτην, δυνάμενα νὰ βλάψουν διὰ τῆς μειώσεως τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κοινοῦ καὶ ἐν γένει τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῆς, τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν μέχρις ἑνὸς ἔτους». Ἑπομένως, ἤθελον νὰ καταλήξω, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ζητοῦμεν ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ ἐφαρμόσουν ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ποδοπατοῦμεν. Νομίζω, ὅτι ὡρισμένοι κανόνες ἢ πράγματι εἶναι κανόνες, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διέπουν τὰς συζητήσεις τοῦ Σώματος καὶ τότε πρέπει νὰ τυγχάνουν γενικῆς ἀναγνωρίσεως ἤ, ἄλλως, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔντονα, εἰς βάρος ἰδιώτου, μάλιστα μὴ ἔχοντος κἂν τὸν χαρακτῆρα τοῦ παρακολουθήματος τῆς δημοσίας ἰδιότητος, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατεπάτησε διὰ νὰ δικαιολογήσῃ μίαν περαιτέρω κατάλυσιν συνταγματικοῦ δικαιώματος, εἶναι ὁ τελευταῖος ὁ ὁποῖος νομιμοποιεῖται εἰς τὴν ἐπίκλησιν τῶν ἀρχῶν αὐτῶν. Τελειώνοντας, νομίζω, ὅτι ἐδόθη ἐν τῇ προσπαθείᾳ νὰ ἀποφευχθῇ ἡ δημοσιότης, ἐδόθη ἔκτασις εἰς κάτι τὶ τὸ ὁποῖον ἂν περιορίζεται εἰς τὸ πεντάλεπτον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐρωτήσεων καὶ θὰ ὑπηγόρευεν, ἐνδεχομένως εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον καὶ θιγέντα διὰ τῶν ἐρωτημάτων ὑφυπουργὸν τοῦ Τύπου, μίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν ὁποίαν ὅλοι θὰ ἐσιωπούσαμεν. Χθές, ἐνεφανίσθη μὲ ἀλαλαγμοὺς θριαμβευτοῦ. Ἐγὼ πιστεύω, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ἡ συζήτησις ἄφησε πολλὰ πράγματα ἀναπάντητα, ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι παράβασις κειμένων νομικῶν διατάξεων δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ ὑπῆρχον ὡρισμένα σημεῖα, μὴ ἐξηγήσιμα—θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι κάπως πιὸ μετριοπαθὴς ὁ κ. ὑπουργός, ὅταν δίδῃ ἐξηγήσεις—πῶς ἔχουν αἱ ἀλληλοδιάδοχοι ἐκτιμήσεις τῆς ὑγείας, διότι ἀντιφάσκουν ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην καὶ πάντα εὑρίσκετο πρὸς τὸ εὐνοϊκὸν μέρος τῆς ἐκτιμήσεως. Ὅταν ἐχρειάζετο νὰ εἶναι ὑγιὴς διὰ νὰ διορισθῇ, εὑρίσκετο ὑγιὴς καὶ ὅταν ἐχρειάζετο νὰ εἶναι ἀσθενὴς διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ, εὑρίσκετο ἀσθενής. Πῶς ἐπὶ τέλους, ἐξησφαλίσθη εἰς ἕνα ζεῦγος, ἀνεφέρθη μάλιστα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ, ὅτι εἰς χιλίους ἀνθρώπους ἐξησφαλίσθη ἀπὸ τὴν Κρατικήν, τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, τῆς ὁποίας τὰ μισὰ κέρδη ἀνήκουν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἐθελουσία ἔξοδος, δηλαδὴ τὸ ἰσοβίως μισθοδοτεῖσθαι ἄνευ παροχῆς ὑπηρεσίας. Καὶ πῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπῆρξαν ἐκεῖνοι οἱ ἡρωϊσμοί, ἐκεῖνα τὰ κατορθώματα, ἐκεῖνοι ὅλοι οἱ ἀγῶνες, ἐκεῖνα τὰ θύματα, ἐκεῖναι αἱ θυσίαι διὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντίστασιν, ἡ ὁποία πραγματικὴ ἀντίστασις ἐξακολουθεῖ νὰ εὑρίσκεται πίσω ἀπὸ τὰ κάγκελλα τῆς φυλακῆς, πῶς σήμερον εὑρέθη ἕνας τρόπος νὰ εἴπωμεν, δυνάμει πιστοποιητικοῦ ἰδιώτου, ὅτι μετέσχομεν οἰκογενειακῶς εἰς τὴν σύνταξιν μιᾶς ἐφημερίδος καὶ αὐτὸ σημαίνει προσαύξησιν τῆς ἰσοβίου, ἄνευ παροχῆς ὑπηρεσιῶν, προσόδου, κατὰ ὡρισμένον χρηματικὸν ποσόν. Καὶ ἀκόμη, πῶς ἡ ἀεροθεραπεία δὲν ἐγένετο εἰς κανένα σανατόριον, εἰς κανένα βουνό, εἰς καμμίαν ἐποχήν, ἀλλὰ εἰσεπράχθη τὸ ἐπίδομά της; Ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῶν νόμων.
§23Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. ...... (Φωναὶ — θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι.
§25Η. ΗΛΙΟΥ. Ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῶν νόμων, κύριοι. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἐκφράζουν παράβασιν νόμου κανενός. Θὰ ἐπικαλεσθῶ πάλιν τοὺς πανδέκτας, σὰν ἄνθρωπος ποὺ ἠνάλωσα πολὺν χρόνον τῆς ζωῆς μου εἰς τὰ νομικά, ὑπάρχει μία ρῆσις «NON OMNE QUID LI-CET HONESTUM EST». Ὑπάρχουν ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν ἐντυπώσεις βασίμους, διότι δὲν ἀνῃρέθησαν καὶ τὰ ὁποῖα δεικνύουν τὸν κ. ὑπουργὸν ἕνα ἄνθρωπον μὴ παραβιάζοντα τοὺς νόμους, ἀλλ’ εἰς ἔπακρον κηδόμενον καὶ ἐπιδιώκοντα τὰ ἰδιωτικά του συμφέροντα καὶ περὶ τὰ μεγάλα καὶ περὶ τὰ ἐλάχιστα, ἕνα, ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος εἶχε δικαίωμα νὰ παράσχῃ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἠνείχετο καὶ θὰ ἐπεκρότει ἴσως ὅλο τὸ Σῶμα, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος δὲν ἐνομιμοποιεῖτο νὰ σηκώσῃ τοὺς ἀλλαλαγμοὺς θριάμβου καὶ νὰ ἀπευθύνῃ ἀπὸ τοῦ Σώματος αὐτοῦ παραινέσεις πρὸς Δημόνικον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τοὺς ρήτορας νὰ περιορίζωνται εἰς τὸ θέμα, διότι ἐὰν δὲν τοὺς ὑπεδείκνυον τοῦτο θὰ διέτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ κατηγορηθῶ, ὅτι κάμνω μεροληψίαν ὑπὲρ ἐμαυτοῦ, νὰ ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τὸ θέμα, ποὺ μὲ ἀφορᾷ, διὰ νὰ συζητῶ ἄλλα θέματα. Ἐπίσης, ἤθελον νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κύριον Ἠλιοῦ καὶ συγκεκριμένως εἰς τὸ λεχθὲν παρ’ αὐτοῦ, ὅτι μὲ μίαν πεντάλεπτον συζήτησιν, θὰ ἐλύετο τὸ ζήτημα. Οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν θητεύουν ἀπὸ μακροῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Φαντάζεσθε, λοιπόν, ὅτι ἡ ἐρώτησις αὐτὴ θὰ περιωρίζετο εἰς τὰ στενὰ ὅρια ποὺ διαγράφει ὁ Κανονισμός; Θὰ ὡμίλει δηλαδὴ ἐπὶ πεντάλεπτον ὁ κ. Μπρεδήμας, θὰ ἀπήντων δι’ ἐλαχίστων οἱ ἐρωτώμενοι ὑπουργοὶ καὶ θὰ ἐθεωρεῖτο λῆξαν τὸ θέμα; Καὶ ὁ ὑπουργός, τὸν ὁποῖον ἀφεώρα ἡ ἐρώτησις θὰ ἐσιώπα; Καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ τάξεις ἐπιτρέπει καθ’ ὑμᾶς, ὅταν ἕνας ὑπουργός, θίγεται καθ’ ὃν τρόπον ἐθίγη ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, νὰ μὴ ἀπαντήσῃ; Καὶ δὲν θὰ ἦτο φυσικὸν ὁ κ. Μπρεδήμας νὰ δευτερολογήσῃ ἐπὶ δίωρον ἢ τρίωρον; Δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ἠλιοῦ, διότι καὶ ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θὰ ὡμίλει, καὶ ὁ κ. Μπρεδήμας θὰ ὡμίλει. Ἑπομένως, δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψις, ὅτι ἐὰν κατεχωρίζετο ἡ ἐρώτησις, τὸ πᾶν θὰ ἐτελείωνεν ἐντὸς πέντε λεπτῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἠμποροῦσε τὸ θέμα νὰ μὴ ἐπεκταθῇ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ αὐτὸ ὡς βάσις διὰ νὰ μὴ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐσφαλμένης αὐτῆς βάσεως. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§27Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐνέγραψε τὴν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Μπρεδήμα. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν καὶ χθὲς νὰ τονίσω τοῦτο, συνδυάσας μάλιστα τὴν παρατήρησίν μου πρὸς τὴν ὅλην συζήτησιν, ἡ ὁποία, γενομένη χθές, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἔπεισε πάντας τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι ὁ θέσας τὰ ἐρωτήματα βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ἔθεσε τὰ ἐρωτήματά του ἀτύπως καὶ ἀντιδεοντολογικῶς. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν νὰ διαπιστώνῃ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἐρώτησις ἢ ἐπερώτησίς τις ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς προβλέπει. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς αὐτονόητος ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν οἱασδήποτε ἐρωτήσεως οἱουδήποτε περιεχομένου. Καὶ δὲν ἔχομεν ὁρισθῆ ἡμεῖς κριταὶ τῆς νομιμοποιήσεως βουλευτοῦ τινος, ὅπως διατυπώσῃ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἐρώτησιν. Πρέπει κἄποιος νὰ εἶναι ὁ ἁρμόδιος. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα ἢ ὁ Κανονισμὸς ρητῶς, ὅτι ἁρμόδιοι εἶναι ὅλοι οἱ βουλευταὶ συνεδριάζοντες, ὁ ἁρμόδιος εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δυνατὸν βουλευτής τις —καὶ δυστυχῶς συνέβη αὐτὸ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ κ. Μπρεδήμα— νὰ διατυπώσῃ ἐρώτησιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἑνὸς ὑπουργοῦ καὶ νὰ ἀπευθύνῃ τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἁρμόδιον εἰς τὰ θέματα τοῦ γάμου, φέρ’ εἰπεῖν, τῶν ληξιαρχικῶν πράξεων. Εἶναι τάχα νοητὸν νὰ ἐγγραφῇ καὶ νὰ παραπεμφθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τοιαύτη ἐρώτησις; Εἶναι λογικὸν νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι πρέπει, καλὰ καὶ σώνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τυφλοῖς ὄμμασι νὰ φέρῃ ἐνώπιόν μας οἱανδήποτε ἐρώτησιν; Ἐὰν καὶ κατὰ πόσον, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἔπραξε καλῶς ἢ κακῶς μὴ ἐγγράψας τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Μπρεδήμα, αὐτὸ εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ, ὅπως εἶναι δυνατὸν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δεχθῇ νὰ ἐγγράψῃ μίαν ἐρώτησιν νὰ ἐλεγχθῇ. Ἀπὸ ἀπόψεως ὅμως νομικῆς δὲν δικαιούμεθα νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Διότι ἄλλως θὰ ἦτο δυνατὸν οἱ βουλευταὶ νὰ διατυπώνουν καὶ θὰ ἔπρεπε αἱ ἐρωτήσεις νὰ φθάνουν μέχρις ἡμῶν, νὰ διατυπώνουν ἐρωτήσεις οἱουδήποτε περιεχομένου καὶ οὐχὶ ἐν τῷ πνεύματι τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§28Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀνεξέλεγκτον διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου ὑποστηρίζετε;
§29Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀνεξέλεγκτος δὲν εἶναι καμμία διακριτικὴ ἐξουσία μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς Δημοκρατίας. Εἰς ἣν περίπτωσιν θεωρήσῃ ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐνέγραψε μίαν ἐρώτησιν θὰ ἐγερθῇ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ζητῶν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ θὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι κακῶς ἔκαμε νὰ μὴ τὴν ἐγγράψῃ καὶ θὰ ἐλεγχθῇ ὁ Πρόεδρος διὰ τὴν παράλειψιν ἢ πρᾶξίν του.
§30Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ γίνεται σήμερον.
§31Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Αὐτὸ γίνεται σήμερον, κ. Μπακόπουλε. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ πράξῃ τοῦτο σήμερον καὶ λαμβάνω τὸν λόγον ἀκριβῶς διὰ νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τῆς οὐσίας. Ἰσχυρίζομαι ἁπλῶς —καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ Κυβερνητικὴ ἄποψις— ὅτι εἶναι εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ περιεχόμενον μιᾶς ἐρωτήσεως νομιμοποιῇ ταύτην ἢ ὄχι, καὶ ἀποφαίνεται βάσει τῆς διακριτικῆς του ἐξουσίας μόνος, δυνάμενος βεβαίως ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἐλεγχθῇ. Ἐρχόμεθα, λοιπόν, εἰς τὸ θέμα ἐὰν πρέπει νὰ ἐλέγξωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἀνέγραψε τὴν περὶ ἧς πρόκειται ἐρώτησιν. Τὸ θέμα, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἐξητάσθη κατ’ οὐσίαν χθές. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη κατ’ οὐσίαν, διὰ τῆς στάσεως τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν, ὅταν ὁ συνάδελφος κ. Μπρεδήμας, ἐτερμάτισε τὸν λόγον του καὶ ἐνθυμεῖσθε ποία ἦτο ἡ στάσις ὅλων. Οὐδεὶς κύριος ἐχειροκρότησε καὶ οὕτω ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ὅλαι αἱ ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ διατυπωθοῦν. Αἱ ἐρωτήσεις αὐταί, κατ’ ἀρχὴν δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ καμμία μεταξὺ αὐτῶν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ ὡς ἐρώτησις καὶ θὰ ἔπρεπε ἐνδεχομένως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ τὴν παραπέμψῃ καὶ νὰ τὴν ἐγγράψῃ, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον τῶν ἐρωτήσεων, καὶ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι ἕνα σῶμα ἐρωτήσεων ἀπετέλεσαν ἅπασαι αἱ ἐρωτήσεις, τὸ πλεῖστον τῶν ἐρωτημάτων εἰς τὴν διατυπωθεῖσαν ἐρώτησιν ὑπῆρξαν ἐρωτήματα ἄσχετα πρὸς τὰς ἐξουσίας καὶ τὰς δικαιοδοσίας καὶ τὰς εὐθύνας μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἦτο αὐτονόητον, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον εὑρέθη ἐνώπιον τῆς ἐρωτήσεως, τῆς ὁποίας τὰ διάφορα τμήματα, τὰ περισσότερα τοὐλάχιστον, οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον μὲ εὐθύνην οἱουδήποτε ἐκ τῶν ὑπουργῶν, ἦτο αὐτονόητον καὶ μάλιστα ἐπιβεβλημένον νομικῶς καὶ ἠθικῶς, νὰ μὴ ἐγγράψῃ τὴν ἐρώτησιν. Αἱ ἐρωτήσεις, αἱ ἀφορῶσαι δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐπῆρεν ἢ δὲν ἐπῆρεν ἡ μητέρα τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου πρὸ 10ετίας, τὴν ὕπαρξιν ἢ μὴ οἰκίας ἐπ’ ὀνόματι τῆς μητρός του ἢ τοῦ ἑαυτοῦ του, τὴν ὑπόθεσιν τῆς βενζιναντλίας, ἡ ἄδεια τῆς ὁποίας ἐδόθη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μπουρδάρα τὸ 1951, τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀεροθεραπείας, τῆς λήψεως δηλαδὴ τοῦ ἐπιδόματος ἀεροθεραπείας ὑπὸ προσώπου, τὸ ὁποῖον συμπίπτει νὰ εἶναι ὑπουργός, ὅλα αὐτὰ ποίαν σχέσιν ἔχουν μὲ τὴν εὐθύνην τοῦ οἱουδήποτε μέλους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Καὶ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπάρχουν ἀκόμη 2–3 ἄλλα σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ κ. Μπρεδήμας εἰς τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν εὐθύνην οἱουδήποτε ἐκ τῶν ὑπουργῶν πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπηυθύνθησαν αἱ ἐρωτήσεις. Ἄρα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἡ ὁποία ἄγεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐλεγχθῇ ἡ ὀρθότης ἢ μὴ τῆς ἐνεργείας του, καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἔκρινεν ὀρθῶς μὴ ἐγγράψας τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Μπρεδήμα. Καὶ ὅμως συνεζητήθη. Συνεζητήθη χθές, ἀλλὰ ἦλθεν ὑπὸ ἄλλην μορφήν, ἀπὸ ἐκείνην ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ. Ἔφερε τὸ θέμα ὁ θιγεὶς διὰ τοῦ δημοσιεύματος ὑπουργὸς καὶ ἦτο βεβαίως δικαίωμα καὶ ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα αὐτό, αὐτὴ ἦτο ἡ ὀρθὴ διαδικασία. Ἐρωτήματα ἄσχετα πρὸς τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ ὡς ὑπουργοῦ, ὡς μέλους τῆς Κυβερνήσεως, τίθενται κακῶς ἐκ μέρους τοῦ κ. Μπρεδήμα, ὑπὸ τὴν μορφὴν ἐρωτήσεως πρὸς τοὺς ὑπουργούς, ἀλλὰ δημοσιευθέντα προεκάλεσαν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, ὅπως ζητήσῃ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον καὶ ἔπραξε τοῦτο χθές, διὰ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν καὶ τὴν ἔδωσεν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ὀρθὴ διαδικασία καὶ οὐχὶ ἡ ἐγγραφὴ ἐρωτήσεως, τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς ὅσα τὸ Σύνταγμα προβλέπει. Δὲν προβλέπει βεβαίως τὸ Σύνταγμα τὴν διατύπωσιν ἐρωτήσεως ἀσχέτου τελείως πρὸς τὰς εὐθύνας καὶ πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀξιότιμοι κ. βουλευταί, εἶχε καὶ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐγγράψῃ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἐρώτησιν, προστατεύων οὐχὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ οἱουδήποτε μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ προστατεύων τὴν ἔννοιαν τοῦ Ἕλληνος βουλευτοῦ καὶ τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ. Ἦτο ὑποχρεωμένος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, ἡ ὁποία ἐν ὀνόματι ὅλων τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἦτο ἐπιβεβλημένη διὰ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν τακτικὴν τῆς διατυπώσεως ἐρωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς διασυρμὸν καὶ εἰς καταξευτελισμὸν ὄχι ἁπλῶς ἀνθρώπων, ἀλλὰ θεσμοῦ, τοῦ θεσμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου. (Χειροκροτήματα). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἔχει τὸν λόγον.
§33Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὅτι ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα δὲν σημαίνει, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ μακρηγορήσω. Θὰ ἀναμείνω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ διατυπώσω ὡρισμένας γενικὰς σκέψεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἀντελήφθη ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη πρότασις μομφῆς ἐναντίον του, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐλέγξῃ τὸ πρόσωπόν του, ἀλλὰ ἐπιθυμεῖ πέραν τοῦ ἐλέγχου μιᾶς συγκεκριμένης πράξεως, νὰ ἐπιτύχῃ συμφωνίαν περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις διὰ τὸν μέλλοντα Κανονισμόν, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν, οἱονδήποτε θέμα, ἀλλὰ τώρα μόνον θέμα ἑρμηνείας τοῦ ὑπάρχοντος Κανονισμοῦ ὑπάρχει. Ἴσως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ ἔχῃ τὰ ἐλαττώματα τῶν προτερημάτων του. Τὸ ὅτι ἐξελέγει ἐπὶ τόσας περιόδους Πρόεδρος, ἴσως αὐτὸ νὰ τοῦ ἔδωσεν ηὐξημένον αἴσθημα εὐθύνης ἔναντι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν καὶ ἐκ τούτου νὰ προῆλθε τὸ ἐλάττωμα, ὅτι ἀπέκτησε ἕνα αἴσθημα αὐξήσεως τῶν δικαιωμάτων του. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅποιος ἔχει τὰ γένια ἔχει καὶ τὰ κτένια. Ἐκλέγεται συνεχῶς Πρόεδρος. Θὰ ὑποστῇ καὶ τὴν κριτικὴν τὴν ὁποίαν ὑφίσταται σήμερον. Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν ἐν μεγάλῳ μέτρῳ σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστατεύεται τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῶν συζητήσεων καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ θεσμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου. Πιστεύω, ὅτι οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ ἐκλέγουν τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἄγουν μέχρι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει τους, ὅτι βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι σαλόνι, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἕνας τόπος, ὅπου δίδεται μάχη, ἀλλὰ ἡ μάχη αὐτὴ δίδεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς εὐπρεπείας. Αὐτὸ πρέπει ὅλοι νὰ τὸ ἀντιλαμβανώμεθα, εἰς οἱανδήποτε παράταξιν καὶ ἐὰν ἀνήκωμεν. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὑποστολὴν ἰδεολογικῆς σημαίας, ἢ ὑποχώρησιν εἰς τὰς ἰδέας, ἢ τὰς γνώμας μας. Σημαίνει, ὅμως, ὅτι ἐὰν θέλωμεν νὰ συζητήσωμεν μεταξύ μας, νὰ κάμωμεν μάχην προφορικήν, δι’ ἀνταλλαγῆς γνωμῶν καὶ ὄχι διὰ γρονθοκοπημάτων, ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα ὁ εἷς τὸν ἄλλον, ἀπὸ ἀπόψεως ἀνθρωπίνης εὐπρεπείας. Μέχρις ἐκεῖ εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Θὰ ἔλεγον, μόνον, ὅτι πάντα ταῦτα δὲν τὰ προστατεύουν μόνον αἱ ρηταὶ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ προστατεύουν τὰ ἔθιμα, τὰ προστατεύει ἀκόμη ἡ Κοινοβουλευτικὴ ἀγωγή. Ὁ Κανονισμὸς παρεμβαίνει, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπάρχει παράβασις συγκεκριμένη καὶ ὀξεία, ἡ ὁποία προσδιορίζεται ρητῶς ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ὅπως καὶ προκειμένου περὶ τῆς κοινῆς ζωῆς ὑπάρχουν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὀρθά, ἀπρέπειαι, ἢ ἀνηθικότητες, αἱ ὁποῖαι δὲν τιμωροῦνται ἀπὸ τὰ Δικαστήρια, παρὰ μόνον εἰς ἣν περίπτωσιν φθάσουν μέχρι παραβάσεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχουν κυρώσεις δι’ αὐτὰς τὰς πράξεις. Ὑπάρχει ἡ κατακραυγὴ τῆς Κοινῆς γνώμης, ὑπάρχει ἡ περιφρόνησις πρὸς τὸ πρόσωπον, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν νομικαὶ κυρώσεις. Κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, μέσα εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὑπάρχουν πράγματα τὰ ὁποῖα, λεγόμενα ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ ἐπισύρουν τὴν τιμωρίαν, τὴν ὁποίαν προβλέπει ὁ Κανονισμός, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμπίπτουν ἐντελῶς εἰς τὴν παράβασιν αὐτὴν καὶ ὅμως ἐπιβαρύνουν ὡς κύρωσιν τὴν κατακραυγὴν τῶν ὑπολοίπων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀποκρούουν τὴν συμπεριφορὰν αὐτήν. Μὲ αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν προσπαθήσωμεν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποκρούομεν ὡς τρόπον κοινοβουλευτικῆς συμπεριφορᾶς νὰ τὰ κλείσωμεν εἰς νομικοὺς κανόνας, εἰς διατάξεις Κανονισμοῦ, τότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ περιορίσωμεν τὴν πραγματικὴν ἐλευθερίαν τῶν συζητήσεων, ἐν ὀνόματι τῆς τυχὸν ὑπερβολικῆς ἀπρεπείας ἑνός, ἢ πολλῶν βουλευτῶν καί, τοῦτο εἶναι ἀπαράδεκτον. Δι’ ὅλους τοὺς θεσμοὺς τῆς Δημοκρατίας τίθεται τὸ ἴδιον θέμα. Φέρ’ εἰπεῖν, διὰ τὴν ἐλευθερίαν. Ὑπάρχει κανείς, ποὺ νὰ ἀρνῆται, ὅτι γίνεται κατάχρησις τῆς ἐλευθεροτυπίας; Εἴτε ἀπὸ ἀπόψεως προσβολῆς τῆς ὑπολήψεως ἀτόμων, εἴτε δημοσιεύσεως πληροφοριῶν, ἢ ἀσκήσεως κριτικῆς Κυβερνητικῶν πράξεων ἐκ μέρους ἀντιπολιτευομένων ἐφημερίδων, εἴτε καὶ τἀνάπαλιν, κριτικῆς καὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκ μέρους τῶν Κυβερνητικῶν ἐφημερίδων, κανεὶς δὲν τὸ ἀρνεῖται. Ἀλλά, ἐν τούτοις, ἐὰν αὐτό, τὸ ὁποῖον πολλὲς φορὲς ἀποδεικνύει κακὴν πίστιν, κακὴν ἐνέργειαν, κατάχρησιν ἠθικῶς κολάσιμον, τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, τοῦ μεγάλου, τῆς ἐλευθεροτυπίας, προσπαθήσωμεν νὰ τὸ τιμωρήσωμεν διὰ τοῦ Νόμου, τότε περιορίζομεν τὴν ἐλευθεροτυπίαν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο θάνατος διὰ τὴν Δημοκρατίαν. Δι’ αὐτό, κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι μὲ τὸ κριτήριον ἐκεῖνο, ποὺ ἔχει ὁρίσει τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς ἐλευθερίας τῆς συζητήσεως εἰς τὴν Βουλήν, μὲ ἐκεῖνο τὸ κριτήριον πρέπει νὰ κρίνωμεν καὶ τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν. Ἡ ἀσυλία τοῦ βουλευτοῦ εἶναι πράγματι ἐπικίνδυνον ὡς δικαίωμα, ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ὑπόληψιν παντὸς πολίτου, διότι ἕκαστος βουλευτὴς δύναται νὰ ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ λέγῃ ὁτιδήποτε ἐναντίον οἱουδήποτε πολίτου, χωρὶς νὰ διώκεται. Ἐν τούτοις, εἶναι ἀπαραίτητον, διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν ὑπῆρχεν, ἐὰν ὁ βουλευτὴς ἐκινδύνευε διὰ πᾶσαν πολεμικήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ διώκεται, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους θὰ περιωρίζοντο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πράγματι τὸ πολίτευμα δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ. Δὲν πρέπει νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων του ὁ βουλευτής. Βεβαίως, δὲν πρέπει νὰ κάμῃ κατάχρησιν.
§34Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. ...... (Δὲν ἠκούσθη) ......
§35Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ κάμῃ κατάχρησιν, ἀλλὰ δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας λόγῳ τῶν καταχρήσεων αἱ ὁποῖαι τυχὸν γίνονται. Καὶ εἶμαι βέβαιος, χωρὶς νὰ ἔχω ἐρωτήσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι εἰς τὸν νέον Κανονισμὸν δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ συντάξῃ ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου π.χ. θὰ προβλέπεται, ὅτι τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, λόγῳ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν, πρέπει νὰ ἔχουν ηὐξημένον αἴσθημα εὐθύνης δι’ ὅσα λέγουν καὶ ὕφος σεμνότερον καὶ ψυχραιμίαν μεγαλυτέραν. Δυνάμεθα νὰ τὰ διατυπώσωμεν πάντα ταῦτα εἰς ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ; Ἀδύνατον. Ἐν τούτοις, εἴθισται εἰς τὰ Κοινοβούλια, τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιδεικνύουν αἴσθημα ηὐξημένης εὐθύνης δι’ ὅσα λέγουν καὶ δι’ ὅσα προτείνουν. Αὐτὸ πῶς θὰ τὸ κάμωμεν; Διὰ τῆς ἐπιδείξεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς μιᾶς ἀδημονίας ὁσάκις ἕνας ὑπουργὸς ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῶν κανόνων συμπεριφορᾶς ποὺ ἐπιβάλλεται εἰς τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ συγκρατήσῃ περαιτέρω τὴν ψυχραιμίαν του ἕνας ὑπουργός. Δεύτερος κανών. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ μὲ ἐρωτήσεις ἀσημάντους. Τοῦτο, ποιὸς θὰ τὸ κρίνῃ; Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ κρίνῃ κανεὶς ἄλλος, πλὴν τῆς Βουλῆς. Θὰ λεχθῇ εἰς τὸν βουλευτήν, ὅταν ἀναπτύξῃ τὴν ἐρώτησίν του, ἢ ἐπερώτησιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ θεμάτων ἐλέγχου. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐρωτήσεως. Πρῶτα–πρῶτα, θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσίας, εἶναι μάταιον αὐτὸ ποὺ εἰσηγεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἠκούσατε τί εἶπε. Θέλω νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀρχήν των διὰ τὰς ἐρωτήσεις καὶ οὐχὶ διὰ τὰς ἐπερωτήσεις, διότι ἐπερώτησις εἶναι ἔλεγχος ὑπεύθυνος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ βουλευτὴς ὁ ὁποῖος θέλει νὰ δημιουργήσῃ ἕνα ζήτημα, ἀντὶ τῆς ἐρωτήσεως θὰ κάμῃ ἐπερώτησιν. Διότι ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀρκετὸν αἴσθημα εὐθύνης εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς ἐρωτήσεως, διατὶ θὰ ἔχῃ μεγαλεῖτερον αἴσθημα εὐθύνης διὰ τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπερωτήσεως; Μήπως διὰ τὴν ἐπερώτησιν εὐθύνεται περισσότερον παρὰ διὰ τὴν ἐρώτησιν; Εἶναι μάταιον καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κακῶς κρίνῃ, θὰ ἐγερθῇ ὁ βουλευτὴς πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ θὰ εἴπῃ, ὅτι κακῶς ὁ Πρόεδρος δὲν εἰσήγαγε τὴν ἐρώτησιν, διότι ἡ ἐρώτησίς μου ἀφορᾷ δημοσίαν ὑπόθεσιν. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ ἐρώτησίς μου. Διὰ νὰ κρίνητε, ὅτι κακῶς ἔκρινεν ὁ Πρόεδρος, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἐρώτησιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ γίνῃ ἐπηυξημένη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως, θὰ λάβουν τὸν λόγον οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ τὸ θέμα θὰ γίνῃ τετραπλάσιον ἀπ’ ὅσον θὰ ἐγένετο διὰ τῆς συζητήσεως τῆς ἐρωτήσεως. Πιστεύω, ὅτι ὁ διατυπώνων μίαν αἴτησιν, ὅταν λάβῃ ἔγγραφον ἀπάντησιν, καὶ ὁ πλέον κακόπιστος ἐκείνου τοῦ σχεδίου, ὁ ὁποῖος, λόγῳ τῆς ἐνδεχομένης πεποιθήσεως ποὺ ἔχει, ὅτι ὑπάρχει κἄτι τὸ ἀξιόμεμπτον, ὅταν λάβῃ ἔγγραφον ἀπάντησιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ περιέχωνται τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἀνατρέπουν τὰ ὅσα ὁ ἴδιος εἶπεν, εἶναι πιθανὸν νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἐρώτησιν, ἢ εἰς ἄλλον τόνον θὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ ὡρισμένου τμήματος τῆς ἐρωτήσεώς του. Λέγω, λοιπόν, ὅτι εἶναι μάταιον τὸ μέτρον, ἐφ’ ὅσον δεχόμεθα, ὅτι εἰς τὴν ἐπερώτησιν δὲν χωρεῖ καὶ δὲν δύναται ὁ βουλευτὴς ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως δημιουργίας ζητήματος ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας τῆς Βουλῆς. Τὸ ὅτι εἶναι μάταιον δὲν σημαίνει, ὅτι εἶναι ὁ μόνος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἀντιτίθεμαι. Τὸ λέγω διὰ ν’ ἀποδείξω πόσον ἀδίκως ἐδημιουργήθη τὸ θέμα. Ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἰδῆτε, ὅτι τὸ θέμα εἶναι δημιουργημένον ματαίως, καὶ θὰ πρέπει, νομίζω, νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς σκέψεις του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν σημείων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔγινεν ἡ ἐρώτησις, εἶναι ἔξω πάσης σχέσεως μὲ τὰ Ὑπουργεῖα. Αὐτὴ εἶναι γνώμη τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ὅμως γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Διὰ νὰ ἰδῆτε πῶς ἠμπορεῖ νὰ ποικίλουν αἱ γνῶμαι ἐπ’ αὐτοῦ, σημειώνω, ὅτι: Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐζήτησε δι’ ἐγγράφου ἀπὸ τὸν κ. Μπρεδῆμαν νὰ ἀπαλειφθοῦν μόνον αἱ παράγραφοι Α καὶ Β, περὶ τῆς κτήσεως τῆς οἰκίας καὶ περὶ τοῦ δανείου, καὶ ὄχι ὅλα τὰ ἄλλα, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει, ὅτι ἔχομεν μίαν διχογνωμίαν περὶ τοῦ τὶ πράγματι ἔπρεπε νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ τί δὲν ἔπρεπε. Διὰ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε ὅλα, διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ ἀπαλειφθοῦν τὰ δύο πρῶτα. Ἐγὼ δὲ ἐρωτῶ, ἰδοὺ νέα —ἡ ἰδική μου ἄποψις— ἂν οἱοσδήποτε πολίτης ἢ ὁ κ. ὑφυπουργός, ἢ ἡ μητέρα του, πάρουν δάνειον κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν λειτουργεῖ Ἐπιτροπὴ Συντονισμοῦ μὲ συμμετοχὴν ὑπουργῶν κλπ. κλπ., κατὰ τρόπον κρινόμενον ἀπὸ τὸν ἐρωτῶντα βουλευτήν, παράτυπον ἢ σκανδαλώδη, εἶναι τοῦτο ἢ δὲν εἶναι δημοσία ὑπόθεσις καὶ ζήτημα ἐλέγχου; Δὲν δικαιοῦται νὰ ὑποβάλῃ εἷς βουλευτὴς ἐρώτησιν ἢ ἐπερώτησιν, πῶς ἐχορηγήθη εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν δάνειον, παρὰ τοὺς κανονισμοὺς τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς; Ἰδού, λοιπόν, ὅτι ἡ δευτέρα παράγρ. τῆς ἐρωτήσεως Μπρεδήμα δι’ ἐμὲ ἠμποροῦσε κάλλιστα τυπικῶς νὰ εἶναι θέμα ἐρωτήσεως, ἄλλο ἐὰν οὐσιαστικῶς εἶχε δίκαιον ἢ ὄχι ὁ ἐρωτῶν βουλευτής.
§36Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Αὐτὸ ποὺ εἴπατε εἶναι ὀρθόν. Τότε δὲν θὰ ἔπρεπε ὁ κ. Πρόεδρος νὰ κάμῃ ἐκεῖνο ποὺ ἔπραξεν, ἀφοῦ κ. βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἐρώτησιν; Ἂν ἤμην ἐγώ, θὰ διετύπωνον τὴν ἐρώτησιν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται, ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, νὰ μᾶς γνωρίσῃ, ἂν τηρῆται μία ὡρισμένη διαδικασία κατὰ τὴν χορήγησιν τῶν δανείων». Ἔτσι ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ, διὰ νὰ εἶναι ἀόριστος καὶ ὄχι προσωπική, ὁπότε ἔχετε δίκαιον καὶ ἀσφαλῶς, ὁ κ. Πρόεδρος θὰ τὴν ἔστελλεν εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν. Ὅπως διατυποῦται τὸ ἐρώτημα, δὲν ἀφορᾷ δημοσίαν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ ὑπόθεσιν βουλευτοῦ.
§37Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶσθε ἀπληροφόρητος, κ. συνάδελφε, διότι ἡ ἐρώτησις λέγει: Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ὅπως μὲ πληροφορήσῃ, ἐάν, πότε καὶ εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ χορηγηθὲν εἰς τὸν κ. Τριανταφυλλᾶκον δάνειον.
§38Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Δὲν διετύπωσε τὴν ἐρώτησιν, ὅπως ὤφειλε νὰ τὴν διατυπώσῃ.
§39Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἀπηυθύνθη εἰς τὸν ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἀπηυθύνθη εἰς τὸν ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου. Αὐτὸ συμβαίνει συχνά, νὰ κάνωμεν ἐρωτήσεις τὰς ὁποίας νὰ μὴ ἀπευθύνωμεν πρὸς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν. Κύριε συνάδελφε, μὴ σᾶς παρασύρῃ ἡ οὐσία τοῦ πράγματος, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχετε ἐσχηματισμένην γνώμην. Ἤδη, ἔχομεν μίαν διχογνωμίαν μεταξὺ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εὑρίσκει, ὅτι τὰ 9/10 — ἂν ὄχι ὅλα, δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀντικείμενον τῆς ἐρωτήσεως, καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος κρίνει, ὅτι μόνον αἱ δύο παράγραφοι δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀντικείμενον ἐρωτήσεως. Καὶ προσθέτω τὴν ἰδικήν μου γνώμην, ἐπικαλούμενος ἄλλωστε τὴν κοινὴν ἀντίληψιν τῶν βουλευτῶν, ὅτι ἡ δευτέρα παράγραφος, ἀναφέρεται εἰς τὴν παράτυπον χορήγησιν τοῦ δανείου. Νομίζω, ὅτι, ἴσως νὰ ἔχῃ ξαναγίνει εἰς τὴν Βουλὴν αὐτό.
§40Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Διότι θέλω νὰ τηρήσω τὸν Κανονισμόν. Ἤθελον νὰ σᾶς ἐξηγήσω, διατὶ τὴν δευτέραν παράγραφον, δὲν τὴν ἔκρινα —διότι ὅλας τὰς ἄλλας τὰς ἔκρινα— διότι ἀφεώρα ἰδιωτικὴν ἐφημερίδα, γεγονός, λαβὸν χώραν ἐν ἔτει 1946, ὅτε ὁ κ. Τριανταφυλλᾶκος δὲν ἦτο ὑπουργὸς καὶ ἔχον σχέσιν μὲ τὴν μητέρα τοῦ βουλευτοῦ καὶ διότι πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐδῶ μέσα νὰ ἐρχώμεθα καὶ νὰ ἐρωτῶμεν τὶ κάνει ὁ ἕνας καὶ τὶ κάνει ὁ ἄλλος, τὶ κάνει ἡ μήτηρ μας ἢ ἡ ἀδελφή μας. Ἐδανείσθη ἡ μήτηρ τοῦ βουλευτοῦ. Τὶ δημοσία ὑπόθεσις εἶναι αὐτή; Πρέπει νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ καὶ νὰ συζητῶμεν διὰ τὰς συζύγους καὶ τὰ τέκνα μας; Αὐτὴ ἦτο ἡ ἄποψίς μου.
§41Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Σᾶς εἶπον, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, νὰ κάμωμεν ἀφαίρεσιν τῆς οὐσίας, ἐφ’ ὅσον συζητοῦμεν περὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἂν ἕνας ὑπουργὸς ἢ βουλευτής τις, ἐπιτύχῃ διὰ τὴν μητέρα του ἕνα δάνειον παράτυπον, τοῦτο δηλαδὴ τὸ γεγονός, ὅτι εἶναι βουλευτὴς ἀποτελεῖ λόγον νὰ μὴ ἐλέγξωμεν τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν ποὺ ἔκαμε τὴν παρανομίαν; Δηλαδὴ θὰ ἱδρύσωμεν ἕνα προνόμιον ἀντίστροφον τοῦ πρέποντος; Ἐνῷ λέγομεν, ὅτι οἱ δημόσιοι ἄνδρες πρέπει νὰ ἐλέγχωνται, θὰ εἴπωμεν τώρα, ὅτι λόγῳ βουλευτικῆς ἀλληλεγγύης, δὲν θὰ ἐλέγξωμεν τὸν βουλευτήν, καὶ τὴν χάριν αὐτοῦ γενομένην παρανομίαν τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν τὸ νομίζω αὐτό. Νομίζω, ὅτι ἡ παρανομία, εἶναι παρανομία ἐπηυξημένη ἂν γίνῃ τῇ βοηθείᾳ βουλευτοῦ ἢ χάριν βουλευτοῦ ἢ χάριν τῆς οἰκογενείας τοῦ βουλευτοῦ. Λέγω, ὅτι, τυπικῶς, τὸ νὰ ἀποτανθῇ κανεὶς εἰς ἕνα ὑπουργὸν καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐχορηγήσατε δάνειον παρανόμως, εἶναι τυπικῶς ἀπολύτως ἐν τάξει; Λέγω, λοιπόν, ὅτι θὰ μποῦμε, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ἡ γνώμη σας, εἰς μίαν διαδικασίαν, ὅπου θὰ ἔχωμεν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως πολὺ μεγάλα ζητήματα, ἐξ ἀφορμῆς οἱουδήποτε ἄλλου ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ παίρνῃ μεγαλυτέραν δημοσιότητα ἀπὸ ὅ,τι παίρνει οἱονδήποτε ἄλλο ζήτημα. Θὰ μεταφέρωμεν τὴν συζήτησιν τῶν ἐρωτήσεων πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διὰ νὰ γίνωνται μεγαλείτερα τὰ ζητήματα, ἀφοῦ παρεδέχθητε καὶ σεῖς, ὅτι ἡ διαδικασία θὰ γίνῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὑπάρχει λύσις εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν; Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, πλὴν τῆς κυρώσεως τῆς στάσεως τοῦ Σώματος ἀπέναντι ἑκάστης ἐρωτήσεως. Εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, ἐλέχθη, ὅτι προηγήθη δημοσιότης. Πράγματι προηγήθη δημοσιότης εἰς τὸν Τύπον, ἀλλὰ ὁ Τύπος εἶναι κἄτι διάφορον, ἔστω καὶ ἂν ἀναμιγνύεται εἰς τὴν δημοσίευσιν βουλευτής. Ὁ Τύπος θὰ ἠδύνατο νὰ γράψῃ αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ βουλευτοῦ. Εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα ὅμως, ἀπάντησις δὲν δίδεται εἰς τὴν Βουλήν, δίδεται εἰς τὸν Τύπον. Ἠδύνατο, λοιπόν, ἡ ἀπάντησις νὰ εἶναι ἄμεσος πρὸς τὸν Τύπον. Ἀλλὰ λέγω περαιτέρω. Χθὲς ἦσαν ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ ἐδῶ πάνοπλοι διὰ τὰς ἀπαντήσεις των. Τὶ πέραν τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν Τύπον ἠδύνατο νὰ γίνῃ; Εἰς τὴν ἐρώτησιν νὰ δοθοῦν αἱ ἀπαντήσεις τῶν κυρίων ὑπουργῶν ἐγγράφως. Χθὲς εἶχον ὅλοι ἀπαντήσεις εἰς τὰ ἐρωτήματα καὶ τὰς ἔδιδον προφορικῶς. Νὰ τὰς ἔδιδον πρῶτα ἐγγράφως καὶ μετὰ τὴν ἔγγραφον ἀπάντησιν νὰ ἰδῇ τὸ Σῶμα τί θέλει νὰ εἴπῃ ὁ ἐρωτῶν κ. Μπρεδήμας, εἴτε κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐρωτήσεως, εἴτε κατὰ τὴν κατάθεσιν ἐπερωτήσεως, μετὰ τὴν ἀπάντησιν, ἐὰν τὴν ἔκρινεν ἀνεπαρκῆ, θὰ τὸ ἐβλέπομεν. Ἀντὶ τούτου, τί ἔγινε; Καμμία ἀπάντησις εἰς τὴν ἐφημερίδα. Πρόσθετος δημοσιότης τῶν ἰδικῶν σας δηλώσεων, κ. Πρόεδρε, διὰ τῶν ὁποίων εἴπατε, ὅτι δὲν θὰ ἐγγράψητε τὴν ἐρώτησιν καὶ ἐν τέλει, θέμα πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ δύο ἡμέρας τώρα, διότι ἀνακινεῖται καὶ τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔτσι, ὄχι μόνον δὲν περιωρίσθη τὸ ζήτημα, ἀλλὰ ηὐξήθη. Θέλετε τὴν γνώμην μου; Εἰς αὐτὰ τὰ θέματα τύπος δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει οὐσία. Διὰ τὴν ἀπίθανον περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕνας βουλευτὴς ὑποβάλλει μίαν ἐρώτησιν ἐκδήλως ἄτυπον ἢ ἀπρεπῆ —μολονότι τὸ ἄρθρον, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Μπακόπουλος, τὸ σχετικὸν μὲ τὸ ἀπρεπὲς συντεταγμένον ἔγγραφον, δὲν ἀφορᾷ τοὺς βουλευτάς, τὰς ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ τὰς ἀναφορὰς τῶν πολιτῶν ποὺ ἀνακοινοῦνται εἰς τὴν Βουλήν— θὰ ἠδύνατο ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, προσωπικῶς, ὄχι δι’ ὑπαλλήλου, νὰ καλέσῃ τὸν βουλευτὴν καὶ νὰ τοῦ κάμῃ μίαν σύστασιν. Ἄξιοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι καὶ ἐγὼ τοὺς ἀγαπῶ καὶ τοὺς ἐκτιμῶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικαταστήσουν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἰς τὰς προσωπικάς του σχέσεις μὲ τοὺς βουλευτάς. Ἐὰν ὁ βουλευτὴς ἀνήκῃ εἰς Κόμμα, ἠμπορεῖ νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει μία ἐρώτησις αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου, διὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν μὲν δὲν δύνασθε νὰ παρέμβητε, ἔχει καλῶς, ἐὰν ὅμως δύνασθε νὰ παρέμβητε, τότε θὰ εἶσθε σεῖς, τὸ Κόμμα, ἀλληλέγγυοι πρὸς τὴν σχετικὴν ἐρώτησιν. Καὶ ὅταν ἕνα Κοινοβουλευτικὸν Κόμμα ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην δι’ οἱανδήποτε ἐρώτησιν, ποῖος δύναται νὰ σταματήσῃ μίαν ἐρώτησιν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν δύναται ἐνδεχομένως ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁποτεδήποτε θελήσῃ; Ποῖος θὰ σταματήσῃ τὴν ἐρώτησιν βουλευτοῦ, ὅταν τὸ Κόμμα ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἐρωτήσεως; Ἔχετε μέσα οὐσιαστικά, τὰ ὁποῖα εἰς πᾶσαν στιγμὴν δύνασθε νὰ χρησιμοποιήσητε, διότι τὸ Κοινοβούλιον ρυθμίζεται ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν Κανονισμόν, ρυθμίζεται καὶ ἀπὸ ἔθιμα, ἀπὸ συνεννοήσεις, ἀπόδειξις, ὅτι εἰς χίλια δύο ζητήματα ποὺ προκύπτουν, συνεννοεῖσθε μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων πῶς θὰ τὰ ρυθμίσητε. Ἔχετε, ἐπαναλαμβάνω, οὐσιαστικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δὲν δεχόμεθα νὰ μεταβληθοῦν εἰς δικαιώματα κατὰ τῶν βουλευτῶν, εἰς βάρος τοῦ δικαιώματος ἐλέγχου. Κύριοι βουλευταί, αἱ προηγούμεναι δύο ἀγορεύσεις μὲ ἀπαλλάσσουν εἰς τὸ νὰ μακρηγορήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς, ὡς τὸ ἔθεσεν ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας καὶ ὅπως τὸ ἀνέπτυξεν ἐν τῇ οὐσίᾳ ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ. Ἐν τούτοις, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω μερικὰς λέξεις. Νομίζω, ὅτι, πράγματι, ἐὰν ἦτο μοναδικὸν τὸ ἀνακῦψαν ζήτημα προχθές, θὰ ἐγένετο μικροτέρα συζήτησις. Ἀνέκυψε πρὶν τὸ θέμα τοῦ βουλευτοῦ κ. Ζαννῆ. Λυποῦμαι, ὅτι —τότε νομίζω ἀπουσίαζον οἱ περισσότεροι ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων— ἠγέρθην μόνος μου καὶ διεμαρτυρήθην καὶ ἤθελον νὰ λυθῇ τότε, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι καλύτερον νὰ μὴ ἀφήνωμεν νὰ δημιουργοῦνται προηγούμενα. Τὸ θέμα Ζαννῆ εἶναι ἀκόμη πλέον χαρακτηριστικόν. Διατί; Διότι ὁ βουλευτὴς ἔκαμεν ἐρώτησιν ζητῶν κατάθεσιν ἐγγράφων. Ἀπαντᾷ, ὁ ὑπουργός, «δὲν ἔχω ἔγγραφα». Ἡ ἀπάντησις αὐτὴ προεκάλεσε τὴν κατάθεσιν ἐπερωτήσεως ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ. Διατί; Διότι ἐν συνειδήσει ἐπίστευον, ὅτι ὑπῆρχον αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Τὰ ἐζήτησε καὶ ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν θέλει νὰ τὰ καταθέσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς του.
§42Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὄχι ἡ πεποίθησίς του. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὑπάρχουν.
§43Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγράφη εἰς τὰ πρακτικά. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐρωτήσεως Μπρεδήμα, τὸ Προεδρεῖον ἦτο ἐνήμερον ἐπὶ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ λόγῳ τῆς δημοσιότητος αὐτῆς ἐφέρθη, ὡς ἐφέρθη. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπερωτήσεως Ζαννῆ, εἶχε προηγηθῆ πείσμων πολεμικὴ ἐκ μέρους ἐφημερίδος ἢ ἐφημερίδων, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνεγράφοντο τὰ χωρία τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναφέρει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Αὐτὴν τὴν πολεμικὴν δὲν τὴν εἶχεν ἀναγνώσει τὸ Προεδρεῖον, οὕτως ὥστε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι καὶ περὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα ὑπάρχει ἕνα θέμα εὐθιξίας; Μετεχειρίσθη τὸ δῆθεν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ κρίνῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἱκανοποιητικὴν τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ νὰ μὴ προκαλέσῃ, ὅστις τοὐλάχιστον προεκάλεσε τὸν κ. Τριανταφυλλᾶκον διὰ τῶν δημοσίων δηλώσεων, τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἔχῃ εὐθιξίαν νὰ θέσῃ μόνος του τὸ ζήτημα ἐδῶ, διότι κατηγορήθη σαφῶς ἀπὸ τὸν ἐπερωτῶντα βουλευτήν, ὅτι πράγματι ἀπέκρυψε τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην φορὰν τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§44Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Θέλω νὰ ἀντιληφθῶ ἕνα θέμα. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐρωτήσεως Ζαννῆ, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐλέγχεται, διότι ἐδέχθη χωρὶς νὰ ἀσκήσῃ τὴν διακριτικήν του εὐχέρειαν περὶ τοῦ ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν «δὲν ἔχω ἔγγραφα» εἶναι ἀκριβής, καὶ σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν σκέψιν δὲν ἐνέγραψεν ὡς προτεταγμένην τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ζαννῆ;
§45Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἐνεγράφη.
§46Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνεγράφη, ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν.
§47Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Εἰς τὴν ἐπερώτησιν Μπρεδήμα, ἐλέγχεται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὄχι διότι δὲν ἤσκησε τὴν διακριτικήν του εὐχέρειαν, ἀλλὰ διότι τὴν ἤσκησε καὶ εἶπε: «Δὲν ἐγγράφω τὴν ἐρώτησιν». Θέλω νὰ γνωρίζω τὴν ἄποψίν σας εἰς τὸ κύριον καὶ οὐσιαστικὸν θέμα. Ἔχει διακριτικὴν εὐχέρειαν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁπότε κακῶς δὲν τὴν ἤσκησε καὶ ἔναντι τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν ἔκαμε τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν ἔχει ἔγγραφα, ἢ δὲν ἔχει διακριτικὴν εὐχέρειαν, ὁπότε κακῶς δὲν ἐνέγραψε τὴν ἐρώτησιν Μπρεδήμα; Ὑπάρχει ἐδῶ μία ἀντίφασις εἰς τὰς ἀπόψεις ποὺ ὑποστηρίζετε. Ἢ ἔχει διακριτικὴν εὐχέρειαν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ τότε κακῶς δὲν τὴν ἤσκησε καὶ ἔναντι τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν εἰς τὴν οὐσίαν συνεφώνει μὲ τὸν ἐπερωτῶντα, ἢ ἔχει διακριτικὴν εὐχέρειαν καὶ τότε καλῶς τὴν ἤσκησεν ἔναντι τῆς ἐρωτήσεως Μπρεδήμα. Ἢ τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο.
§48Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἕως τώρα ἐλέγχω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ποῦ εὑρῆκε τὴν διακριτικὴν εὐχέρειαν. Τώρα πρέπει νὰ ἐλέγξω σᾶς, ποῦ εὑρήκατε τὴν ἀντίφασιν. Διότι καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀσκεῖ διακριτικὴν εὐχέρειαν. Εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν κρίνει, ὅτι ἡ ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ ἄρθρον τάδε τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὲν τὴν ἐγγράφει. Εἰς τὴν ἄλλην κρίνει, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἱκανοποιητικὴ καὶ δὲν ἐγγράφει τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ.
§49Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν δὲν ἐλέγχει καὶ δὲν ἔχει διακριτικὴν εὐχέρειαν ἀπέναντι τῆς δηλώσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, λέγοντας «δὲν ἔχω ἔγγραφα». Εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν ἀσκεῖ τὴν διακριτικὴν εὐχέρειαν ἀπέναντι τῆς ἐρωτήσεως. Θέλω νὰ γνωρίζω τὶ ὑποστηρίζετε;
§50Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ τὰ δύο εἶναι διακριτικὴ εὐχέρεια, ἀσκουμένη κατὰ τὸν Α ἢ Β τρόπον. Ὅταν λέγῃ, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ εἶναι ἱκανοποιητική, ἀσκεῖ διακριτικὴν εὐχέρειαν. Ὅταν λέγῃ, ὅτι ἡ ἐρώτησις δὲν εἶναι καλή, ἀσκεῖ διακριτικὴν εὐχέρειαν. Καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις δὲν ἐγγράφει τὴν ἐρώτησιν, δὲν ἐγγράφει τὴν ἐπερώτησιν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ συνέχεια: Πρὸ ὀλίγου, ἐμάχετο βουλευτὴς τοῦ Κόμματός μου ἐπὶ 8ήμερον μὲ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐζήτει νὰ μὴ ἐγγράψῃ ἐπερώτησιν διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφου, λέγων, ὅτι ἦλθον τὰ ἔγγραφα. Τότε ὁ βουλευτὴς τοῦ εἶπε: Γνωρίζεις ποῖα ἔγγραφα ἦλθον; Ὄχι, ἀλλὰ βλέπω ἔγγραφα! Καὶ ὅμως ἔλιπε τὸ οὐσιωδέστερον ἔγγραφον! Τί θὰ γίνεται δηλαδὴ τώρα; Θὰ παραπέμπωνται οἱ βουλευταὶ εἰς μίαν ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίαν ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κρίνουν, ἐὰν αἱ ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις, ποὺ πρόκειται νὰ ἐγγράψουν, εἶναι χρήσιμες ἢ ἄχρηστες; ... Νομίζω, κύριοι, ὅτι, ὅταν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ βουλευτοῦ, δὲν ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι ἡ πρώτη προστασία ποὺ πρέπει νὰ κάμωμεν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, πρὸς τὸ Σῶμα, εἶναι νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὰ δικαιώματά μας ἀπέναντι τοὐλάχιστον τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς; Δι’ αὐτὸ λέγω, κύριοι, ὅτι ἀνεξαρτήτως ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἠρύσθησαν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ἀπὸ τὸν Κανονισμόν, οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐκ Μεσσηνίας καὶ ὁ κ. Ἡλιοῦ, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν, θέλω νὰ ἀντιληφθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος, ὅτι ἐκεῖ ὅπου ἀπὸ μίαν πόρταν βγαίνει κανεὶς εἰς τὸ χάος, πρέπει νὰ προσπαθήσῃ νὰ κλείσῃ τὴν πόρταν. Διότι ἡ πόρτα τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας μᾶς ὁδηγεῖ, ἀφ’ ἑνός, εἰς συζητήσεις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως μεγαλυτέρας καὶ ὀξυτέρας ἀπὸ τὰς συζητήσεις ποὺ μία κακὴ ἐρώτησις θὰ προκαλέσῃ, ἀφ’ ἑτέρου, ἀνοίγει ἕνα χάος αὐθαιρεσίας οἱουδήποτε Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μόνον τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν θὰ βγῇ ὠφελημένον. Πέραν τούτου, κύριοι, ἠμπορεῖ καὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ ἔχῃ τὰ ἐλαττώματά του καὶ νὰ ἐπιτρέπῃ π.χ. ἡ ἀσυλία τῶν βουλευτῶν εἰς κακοὺς βουλευτὰς τὸν διασυρμὸν προσώπου. Τὸ ἐπιτρέπει καὶ ἡ ἐλευθεροτυπία. Ἠμπορεῖ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ ἔχῃ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα, ἀλλὰ ἡ ἀσυλία τοῦ βουλευτοῦ διὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης του καὶ ἡ ἐλευθεροτυπία θὰ παραμένουν πάντοτε αἱ δύο βάσεις τῆς Δημοκρατίας αἱ ἀκατάλυτοι, αἱ ὁποῖαι ἀκριβῶς τῆς δίδουν τὴν αἴγλην καὶ τὴν ὡραιότητα καὶ ὠφελιμότητά της, παρέχουν δὲ τὴν ἱκανοποίησιν εἰς τὸν πολίτην, ὅτι δύναται νὰ ἐκφρασθῇ ἡ γνώμη του. Ἀλλά, κύριοι, οὐδέποτε ἡ τιμὴ ἑνὸς πολιτικοῦ ἐζημιώθη ἀδίκως. Ἀνήκω εἰς πολιτικὴν οἰκογένειαν, ἐναντίον τῆς ὁποίας, ἀπὸ πάππου πρὸς πάππου, καθημερινῶς ἔχουν ἀπευθυνθῆ κατηγορίαι. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου, διότι εἶναι ἀκόμη ἐν δράσει. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δι’ ἕνα ἐκ τῶν πλέον λευκῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶχεν ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας μας, διὰ τὸν πατέρα μου, εἰς τὰ 1918 —ἴσως νὰ τὸ ἐνθυμῆται ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος— ὑπῆρξεν ἐφημερίς, ἡ ὁποία ἐδημοσίευσε πόθεν ἔσχεν ἕνα σπίτι! Ὁ πατέρας μου δὲν ἐζήτησε τὴν μεταβολὴν οὔτε τοῦ νόμου περὶ τύπου, οὔτε τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἁπλούστατα ἔβγαλε τὸ συμβόλαιον τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἀπέδειξε τὴν ἑπομένην εἰς ἐφημερίδας πόθεν ἔσχε. Δὲν γνωρίζω πόσοι τότε ἐπίστευσαν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀποκτήσει οἰκίαν κατὰ τρόπον ὕποπτον, γνωρίζω ὅμως, ὅτι οὐδέποτε ἐσκέφθη οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, ὅτι πταίουν οἱ θεσμοὶ ἐὰν ὑπῆρξέ τις, ὁ ὁποῖος τὸν ἐσυκοφάντησε. Καὶ οἱ λευκοὶ πολιτικοὶ εὑρίσκουν τὸν τρόπον πάντοτε νὰ ἀποδείξουν τὴν λευκότητά των. Ἄλλο ζήτημα εἶναι ἐὰν θέματα ποὺ δὲν ἀνάγονται εἰς σκανδαλώδεις ἐνεργείας μιᾶς Κυβερνήσεως ἢ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ εἰς τὸν προσωπικὸν χαρακτῆρα ἑνὸς σημερινοῦ ὑπουργοῦ, εἰς πράξεις παρελθούσας, αἱ ὁποῖαι δείχνουν μίαν «εὐθήνειαν» προσωπικὴν εἰς ὡρισμένα πράγματα, ἐὰν αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι ἀντικείμενον πολιτικοῦ ἐλέγχου ἢ ὄχι. Αὐτὸ τὸ συζητοῦμεν ἄλλην φοράν. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητήσωμεν εἶναι νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἡ ὁποία μᾶς ἐπιτρέπει καὶ τὰ δικαιώματά μας νὰ ἀσκήσωμεν καὶ τοὺς παρεκτρεπομένους νὰ τιμωρήσωμεν. Τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ τὰ ὅσα προτείνει ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν λέγῃ, ὅτι κἄποιος πρέπει νὰ εἶναι ἁρμόδιος διὰ νὰ κρίνῃ ἐὰν πρέπει νὰ ἐγγραφῇ μία ἐρώτησις. Δυστυχῶς, οὐδεμία ὑπόδειξις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου ὠφελεῖ τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δίδει πάντοτε τὸν τόνον τῆς ὀργῆς, ἔχει προκαλέσει κατὰ τοῦ ἰδίου βουλευτοῦ μὲ τὴν κραυγὴν «νὰ ἀποβληθῇ τῆς αἰθούσης», χωρὶς τοῦτο νὰ προβλέπεται ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Ἕνα αἱματηρὸν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐζημίωσε τὸν βουλευτήν, ἀλλὰ τὸ Κοινοβούλιον, καὶ οὐδένα ἱκανοποίησεν οὔτε ἐκ τῶν συμπολιτευομένων. Ἂς ἔχωμεν τὴν ψυχραιμίαν ἐν τῷ πνεύματι τοῦ Κανονισμοῦ νὰ συζητῶμεν καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ κανείς, ὁ ὁποῖος θὰ παρεκτραπῇ δὲν πειράζει, ἀρκεῖ νὰ μὴ παρεκτραπῶμεν οἱ πολλοί. Τὸν κανόνα αὐτὸν ἂς θεσπίσωμεν καὶ πρῶτοι ἂς τὸν ἀκολουθήσουν οἱ ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ Κυβερνητικοὶ βουλευταί. (Χειροκροτήματα).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο ἡ συζήτησις πάλιν περὶ τῆς γνωστῆς ἐπερωτήσεως τοῦ συμπαθοῦς βουλευτοῦ κ. Ζαννῆ, νομίζω, ὅτι γίνεται κακὴ ἑρμηνεία τοῦ θέματος. Ὁ κ. Ζαννῆς ὑπέβαλε μίαν αἴτησιν καὶ ἐζήτησε τὰ πρακτικὰ τῆς Διασκέψεως τῆς Ζυρίχης. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν, διότι δὲν ἐκρατήθησαν πρακτικά. Ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος ἐγὼ δὲν ἀνεμίχθην. Κατόπιν τούτων ὁ κ. Ζαννῆς μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς αὐτό, ὡς εἶχε δικαίωμα, ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία καὶ κατεχωρήθη. Ἡ διαφορὰ ἔγκειται εἰς τοῦτο: Ἐὰν ἡ ἐπερώτησις ἔδει νὰ προταχθῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 51 ἢ ὄχι. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὅλον θέμα. Τὸ ἄρθρον 51 νομίζω τοῦ Κανονισμοῦ, λέγει, ὅτι ἐπερωτήσεις βουλευτῶν διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων, ἢ τὴν παράλειψιν παροχῆς πληροφοριῶν παρὰ τῶν ὑπουργῶν, συζητοῦνται ὡς πρῶτον θέμα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἦλθε πάλιν ἡ Ὑπηρεσία καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, διότι δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὴν κατηγορηματικὴν δήλωσιν τοῦ ὑπουργοῦ. Τὸ δὲ ἄρθρον 50 τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιβάλλει εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ζητούμενα ἔγγραφα ἢ νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ κατάθεσις τούτων κρίνεται μὴ δυνατὴ ἢ μὴ ἐφικτὴ πρὸ τῆς παρόδου ὡρισμένου χρόνου. Καὶ ὁ ὑπουργὸς ἀπαντᾷ, ὅτι τοῦ εἶναι ἀδύνατος ἡ κατάθεσις τῶν αἰτουμένων ἐγγράφων, διότι οὐδέποτε ὑπῆρξαν τοιαῦτα. Συνεπῶς, εἶναι νόμῳ προτιμωμένη ἡ ἐπερώτησις ἢ ὄχι; Ἐγὼ ἀπεφάνθην καὶ τὸ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἁπλῆ ἐπερώτησις. Ὅτι ἀποτελεῖ ἔλεγχον, ὄχι διότι δὲν κατατίθενται τὰ ἔγγραφα πλέον, ἀλλὰ διότι δὲν ἐτηρήθησαν πρακτικὰ ὡς ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τηρήσῃ, κατὰ τὴν κρίσιν πάντοτε τοῦ κ. Ζαννῆ. Ἐκεῖ ἐτέθη τὸ ζήτημα καὶ συνεπῶς οὐδόλως ἠμποδίσθη ὁ κ. Ζαννῆς. Ἀμέσως εἶδε τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἡ ἐπερώτησις εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐπερωτήσεων. Τὸ θέμα εἶναι, ὅτι δὲν ἤλλαξε σειράν, ὅτι δὲν ἦλθεν εἰς τὴν πρώτην σελίδα. Αὐτὴν τὴν ἀποσαφήνισιν ἤθελον νὰ κάμω διὰ νὰ μὴ νομισθῇ, ὅτι κάμνω κἄτι τι διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἐπὶ πλέον, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Τσιριμῶκον, ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Δ. Ε., ὅτι πολλὰ ἐξ ὅσων εἶπε μὲ εὑρίσκουν σύμφωνον. Εἶμαι βέβαιος καὶ πιστεύω, ὅτι εἶναι δυσχερὴς ἡ δημιουργία δεοντολογίας εἰς τὸ θέμα ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται τὸ διακριτικὸν αὐτὸ δικαίωμα τοῦ ἑκάστοτε Προέδρου τῆς Βουλῆς. Κάθε ἐκλεκτὸς ἔχει τὴν ἱστορίαν του ἡ δὲ δημοσία δρᾶσις αὐτοῦ θὰ πρέπει νὰ κρίνεται βάσει αὐτῆς. Μὲ ἐτιμήσατε ὀκτάκις διὰ τῆς ψήφου σας καὶ ἐπὶ ἑπταετίαν χειρίζομαι τὰ τῆς Βουλῆς. Διαφωνίαι περὶ τὴν ἑρμηνείαν εἶναι πάντοτε δυναταὶ καὶ ἕκαστος ἔχει τὴν γνώμην του. Τοιοῦτον θέμα ὡς τὸ συζητούμενον ἀνακύπτει διὰ πρώτην φορὰν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Προεδρίας μου. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐπιβάλλεται νὰ κριθῇ βάσει τῆς προϊστορίας μου. Καὶ αὕτη ἀποτελεῖ ἐγγύησιν διὰ τὴν ἀδιάβλητον ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ ὑπ’ ἐμοῦ, ἀνεξαρτήτως τῶν σημερινῶν διχογνωμιῶν. (Χειροκροτήματα).
§52Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ γεγονός, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν μετὰ 7ετίαν ἔρχεται τὸ ζήτημα, ἐξηγεῖ διατὶ δὲν ὑπάρχει πρότασις μομφῆς, ἀλλὰ μόνον συζήτησις. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀπολύτως σύμφωνος, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι μόνον γραπτοὶ κανόνες, εἶναι ἦθος πολιτικὸν καὶ τὸ ἦθος τὸ πολιτικὸν τὸ ἐμπνέουν οἱ ἡγέται. Δι’ αὐτό, εἶναι ἐπηυξημένη ἡ εὐθύνη τῶν ἡγετῶν, μὲ τὸ παράδειγμα καὶ τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεών των, νὰ ὑψώνουν τὸ ἦθος τοῦ Κοινοβουλίου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ συγκεκριμένον θέμα, νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ χαραχθῇ μία σαφὴς διαχωριστικὴ γραμμή. Ὑπάρχουν ἠθικὰ καὶ πολιτικὰ θέματα. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅ,τι εἶναι «ἀπρεπές», ὅπως ἄλλωστε ἀναφέρει καὶ ὁ Κανονισμός, αὐτό, πράγματι, ὑπάγεται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου. Καί, ἐὰν ἀκόμη δὲν ἀνεγράφετο, ὅπως ἀναγράφεται εἰς τὰ δύο ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ τὸ ἐδικαιοῦτο. Διατὶ θὰ ἐδικαιοῦτο ὀλιγώτερον διὰ τὰ γραπτὰ κείμενα, ἀπὸ ὅσον δικαιοῦται διὰ τὸν προφορικῶς ἀγορεύοντα; Δικαιοῦται νὰ ἀνακαλῇ εἰς τὴν τάξιν τὸν προφορικῶς ἀγορεύοντα, ὅταν ὑπερβαίνῃ τὸ μέτρον. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, δικαιοῦται ἐπίσης νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐγγραφὴν ἐρωτήσεως ἢ ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἔθιγεν ἢ τὴν ὑπόληψιν δημοσίων ἀνδρῶν ἢ τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ εἰς τὸ θέμα τοῦτο, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ εὕρω τὴν ἀλληλεγγύην ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος διότι, εἰς τὰ ἠθικὰ θέματα, πίπτουν τὰ τείχη Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Κατ’ οὐσίαν, εἰς τὰ ἠθικὰ θέματα, δὲν εἴμεθα πολιτικόν, εἴμεθα ἰδιότυπον Δικαστικὸν Σῶμα καὶ κρίνομεν ὄχι κατὰ πολιτικὰς προτιμήσεις, ὀφείλομεν νὰ κρίνωμεν κατὰ δικαστικὴν συνείδησιν. Ἑπομένως, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐρώτησις ἢ ἐπερώτησις, θίγουσα διὰ τῶν ἐκφράσεών της τὴν ὑπόληψιν πολιτικῶν ἀνδρῶν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὑπάρχει διακριτικὴ ἐξουσία τοῦ Προέδρου νὰ μὴ τὴν ἐγγράψῃ. Καὶ δικαιοῦται, βεβαιότατα, διαμαρτυρόμενος, ὁ βουλευτὴς νὰ τὴν φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ ἡ Βουλή, τότε, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη θὰ κρίνῃ, ἐὰν ὄντως ὑπάρχῃ ἀπρέπεια, ὁπότε θὰ δικαιολογήσῃ τὸν Πρόεδρον. Αὐτά, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἠθικὸν θέμα, τὴν «ἀπρέπειαν» τῆς ἐκφράσεως, ἡ ὁποία θὰ ἔθιγεν ὑπολήψεις ἢ θὰ ἐζημίωνε τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ κῦρος τοῦ Σώματος. Καὶ τώρα, ἐρχόμεθα εἰς τὰ πολιτικὰ θέματα. Εἰς αὐτά, ἀποτελεῖ λάθος, κατὰ τὴν γνώμην μου, οἱαδήποτε ἐπέμβασις διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Προέδρου. Πρῶτον, διότι ἀποτελεῖ ἐπέμβασιν πολιτικήν, καί, δεύτερον, διότι εἶναι πρακτικῶς ἄσκοπον, ἐφ’ ὅσον εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ θέμα καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον πανηγυρικόν, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη χθές. Αὐτὴ εἶναι ἡ γενικὴ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω καὶ τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξω ἐπίσης ὅταν ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ὁ νέος Κανονισμός. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ συγκεκριμένον θέμα. Δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Πρῶτον, θὰ ἐπεθύμουν φιλικῶς νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἂν αἱ δημοσιευθεῖσαι δηλώσεις δὲν ἦσαν ἰδικαί του, ἔπρεπε νὰ εἶχον διαψευσθῆ τότε καὶ ὄχι τώρα. Διότι ἐδημοσιεύθησαν εἰς ὅλον τὸν τύπον καὶ μάλιστα εἰς πρόσωπον πρῶτον. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ζαννῆ. Δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα, διότι δυνατὸν ὁ βουλευτὴς νὰ ἐπίστευεν, ὅτι ὑπάρχουν καὶ δίδει ἀνακριβεῖς πληροφορίας ὁ ὑπουργός, ἢ νὰ ἐπίστευεν, ὅτι ὑπάρχουν σημειώσεις ἐπέχουσαι θέσιν ἐγγράφων, αἱ ὁποῖαι δὲν κατατίθενται. Πῶς ὁ κ. Πρόεδρος προεξώφλησε τὴν γνώμην τοῦ βουλευτοῦ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ὑπουργοῦ; Ἄλλως τε, ἡ πρόταξις ἐπερωτήσεως διὰ τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, αὐτὸ τὸ περιεχόμενον ἔχει. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὸ Προεδρεῖον κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως διὰ μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων, δὲν ἐπιτρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὅμως, κ. Πρόεδρε, ἐγένετο κατάχρησις καὶ προχθὲς ἠλέγχθη τὸ Προεδρεῖον...
§54Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁμιλῶ γενικῶς. Ὅταν, λοιπόν, ὁ βουλευτὴς καταγγέλλων τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων εἰσέρχεται εἰς τὴν οὐσίαν, τοῦ ὑποδεικνύομεν, ὅτι παραβιάζει τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι μόνον διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγράφων θὰ γίνῃ ἡ πρόταξις. Αὐτὸ ὅμως ἀκριβῶς ἠμποδίσθη εἰς τὸν κ. Ζαννῆν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην του ἐνδεχομένως ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα καὶ εἶναι ἀνακριβεῖς αἱ πληροφορίαι, ἢ ὑπάρχουν σημειώσεις ἐπέχουσαι θέσιν ἐγγράφων καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπειδὴ εἶναι σημειώσεις δὲν τὰς ὀνομάζει ἔγγραφα καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ἀπαντήσεως διολισθαίνει καὶ ἀποφεύγει τὴν ἀπάντησιν. Δὲν γνωρίζω τί θὰ ἐπεκαλεῖτο ἐξ αὐτῶν ὁ κ. Ζαννῆς, ἀλλὰ εἶναι προφανές, ὅτι ὑπῆρχε στάδιον συζητήσεως. Διὰ τοῦτο ἀποτελεῖ σφάλμα ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Συνέβη τὸ ἴδιον, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ μὲ τὴν δευτέραν περίπτωσιν. Βεβαίως μία γραμματικὴ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ δικαιολογεῖ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι ἀναγράφεται, ὅτι ἡ ἐρώτησις πρέπει νὰ ἀφορᾶ «δημοσίαν ὑπόθεσιν». Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅμως, ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὴν πολιτικότητά του, γνωρίζει, ὅτι αἱ ἑρμηνεῖαι εἶναι πολιτικαὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς αὐτὸ τὸ Σῶμα, δὲν εἶναι γραμματικαί. Ἑπομένως, ὅταν ἐζητεῖτο ἡ πληροφορία ἂν ὑπάρχουν δάνεια εἴτε τοῦ ἰδίου ὑπουργοῦ εἴτε μελῶν τῆς οἰκογενείας του ὑπεννοεῖτο ἡ πρόθεσις τῆς ἀναζητήσεως εὐθυνῶν διὰ τὴν χορήγησιν τῶν δανείων ἀπὸ τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς αἰτήσεως ἰδιωτικῆς πληροφορίας ἐνυπῆρχεν ἡ ἔννοια δημοσίας ὑποθέσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ ἑρμηνεία τῆς ἐρωτήσεως. Ἰδού, διατί, φρονῶ, ὅτι κατάχρησις ἐξουσίας ὑπῆρξε καὶ εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν. Τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγω εἶναι τοῦτο: Καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔσφαλλεν. Ἀλλὰ εἶπεν ὁ ἴδιος, ὅτι τὰ 7 ἔτη δὲν ἐξουδετερώνονται μὲ δύο μικρὰ σφάλματα. Καὶ διὰ τοῦτο ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εἶναι πρόθυμος νὰ τὰ συγχωρήσῃ, φθάνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι καὶ ἐκεῖνος κἄποτε διαπράττει σφάλματα. (Χειροκροτήματα).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
§56Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, διὰ τὴν συνέχειαν τῆς συζητήσεως, διότι αὐτὸ ἀκριβῶς ζητοῦμεν ἂν ὑπῆρξεν ἕνα σφάλμα νὰ μὴ μεταβληθῇ εἰς κανόνα, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἀποβῇ χρήσιμος καὶ ἐπωφελὴς καὶ ἡ χθεσινὴ ὀξεῖα προσωπικὴ συζήτησις ἂν κατορθώσωμεν νὰ ἐκκαθαρίσωμεν ἕνα μέγα θέμα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἀπόψε καὶ τὸ ὁποῖον τείνει νὰ μεταβληθῇ εἰς κανόνα δι’ ἡμᾶς ἀπαράδεκτον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν εἶναι τοῦτο: Ἂν ὑπὸ τὸν ὑφιστάμενον σήμερον Κανονισμὸν ἔχῃ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐγγράφῃ ἢ νὰ μὴ ἐγγράφῃ ἐρωτήσεις ἢ ἐπερωτήσεις. Εὐτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔσπευσε νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων. Διότι ἐὰν δὲν ἔκαμνε τὴν διάκρισιν αὐτὴν ἀναμφιβόλως θὰ ἐτίθετο πλέον ὑπὸ ἀμφισβήτησιν καὶ ὑπὸ ἔλεγχον αὐτὸ τὸ βασικὸν δι’ ἐμὲ ὅπλον, δικαίωμα καὶ προνόμιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐκεῖνο εἶναι κατ’ ἀρχὴν τὸ πρωταρχικὸν καὶ πρὸ ἀκόμη τῆς συμμετοχῆς της εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Διότι, ὅπως γνωρίζετε, ἂν εἰς ὡρισμένας χώρας σήμερον ἔχουν φθάσει, διὰ τὴν διευκόλυνσιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν καθιέρωσιν τῶν νόμων–πλαισίων, ἐκεῖ ὁσάκις ὑπάρχει ὑπέρβασις, ὁσάκις ὑπάρχει τῆς ἐξουσίας κακὴ ἐφαρμογή, ὑπάρχει πάντοτε ἡ ἐπερώτησις, ὑπάρχει πάντοτε ὁ ἔλεγχος. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι μὲ τὴν διάκρισιν αὐτὴν μεταξὺ ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων καὶ ἐφ’ ὅσον ἔκαμε τὴν διάκρισιν αὐτήν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνομαι ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τῆς ἐμμονῆς του εἰς τὴν ἀρχήν, ὅτι προκειμένου περὶ ἐρωτήσεως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἂν πρέπει νὰ ἐγγραφοῦν ἢ δὲν πρέπει νὰ ἐγγραφοῦν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀπάντησίς του ὁδηγεῖ κατ’ ἀνάγκην τοὺς βουλευτὰς εἰς τὸ νὰ ἐκθέσουν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ ἐκθέσουν διὰ μιᾶς ἐρωτήσεως, ἀπρεποῦς ἂς εἴπωμεν, τοὺς ὁδηγεῖ εἰς τὸ νὰ τὰ ἐκθέσουν δι’ ἐπερωτήσεως καὶ αὐτὸ εἶναι λογικὸν καὶ δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐξυψώσεως τῶν συζητήσεων τοῦ Σώματος αὐτοῦ. Συνεπῶς, ἡ διάκρισις εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασεν εἶναι δι’ ἡμᾶς ἀπαράδεκτος. Δὲν ἔχει διακριτικὸν δικαίωμα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μὲ τὸν ὑφιστάμενον, ἐπαναλαμβάνω, Κανονισμόν, οὔτε διὰ τὰς ἐρωτήσεις, οὔτε διὰ τὰς ἐπερωτήσεις νὰ ἐγγράφῃ ἢ νὰ μὴ ἐγγράφῃ. Τὸ γεγονὸς δέ, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τόσα χρόνια, ὄχι ἐπὶ τῶν ἰδικῶν του ἡμερῶν, τῆς 7ετίας, ἀλλὰ ἐπὶ τόσον μακρὸν χρόνον κοινοβουλευτικοῦ βίου δὲν ἐνεφανίσθη τοιοῦτον θέμα, ἀποδεικνύει, ὅτι πρώτην φοράν, ὁ σημερινὸς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, παρὰ τὴν πολιτικότητα, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει καὶ τὴν συμπάθειαν τὴν ὁποίαν τοῦ ἔχομεν ὅλοι μας, ὅτι πρώτην φορὰν ἐτόλμησε νὰ ἐγείρῃ ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀπαράδεκτοι ἐρωτήσεις; Διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω, ὅτι ἀφορᾷ ἔγγραφα, ὅπως λέγει, τρίτων πολιτῶν, ἀνωνύμων, συνεπῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναφέρεται ποτὲ εἰς τοὺς βουλευτὰς καὶ ἐπὶ πλέον ἀπρεπῶς συντεταγμένα. Διότι ἠξεύρομεν τὶ θὰ εἴπῃ ἀπρεπῶς συντεταγμένα. Πέραν αὐτοῦ, ὑπάρχουν ἀναμφιβόλως ἀπαράδεκτα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ὑπάρξουν ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ποῖος θὰ τὰ κρίνῃ; Σύμφωνα μὲ τὸν ὑφιστάμενον Κανονισμὸν ἐπ’ αὐτοῦ, μόνον ἡ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποφανθῇ, οὐδέποτε, ὅμως, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ εἶχεν ἐπ’ αὐτοῦ διακριτικὴν ἐξουσίαν. Εἰς τὸ μέλλον, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ καινούργιος Κανονισμός, πιθανὸν νὰ περιληφθοῦν πλεῖστα ὅσα μέσα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποσοβῆται ἡ ἐγγραφὴ τοιούτων ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων. Ἀλλὰ καὶ τότε θὰ εἴπωμεν, τὴν γνώμην μας, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ κατοχυρώνεται πάντοτε, πρὸ παντὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τὸ δικαίωμα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὡς συμπέρασμα θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ συμφωνήσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον μεταξὺ ἐρωτήσεως καὶ ἐπερωτήσεως ἡ διάκρισις τὴν ὁποίαν ἔκαμε δὲν ἔχει οὐδὲν οὐσιαστικὸν ἀποτέλεσμα. Θὰ ἔπρεπε νὰ συμφωνήσῃ διὰ νὰ ἐκκαθαρίσωμεν αὐτὸ τὸ ἁμαρτωλόν, ἂς εἴπωμεν, παρελθόν, νὰ συμφωνήσῃ, ὅτι εἴτε ἐπὶ τοῦ πρώτου, εἴτε ἐπὶ τοῦ ἑτέρου, εἴτε ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων, εἴτε ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, ἔχει τοιοῦτον διακριτικὸν δικαίωμα. Ἐὰν θελήσῃ νὰ τὸ ζητήσῃ εἰς τὸ μέλλον ὑπὸ ὡρισμένας ἐγγυήσεις, ἐδῶ εἴμεθα καὶ θὰ τὸ συζητήσωμεν. Ἐπὶ πλέον, ἤθελον, σχετικῶς μὲ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς νὰ εἴπω, ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα καὶ ἡ Δημοκρατία εἶναι πρὸ παντὸς διαπαιδαγώγησις, εἶναι ἀγωγή. Καὶ ὅταν λέγωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ ὡρισμένους γραπτοὺς κανόνας νὰ ἀποτρέψωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένα ἔκτροπα, εἴτε βουλευτῶν εἴτε ὑπουργῶν, νομίζω, ὅτι ματαιοπονοῦμεν. Νομίζω, ὅτι παρέχομεν περισσοτέρας ἐλπίδας, πρὸ παντὸς εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀναγινώσκει καὶ μᾶς παρακολουθεῖ ἀπὸ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι πράγματι εἰς τὴν πραγματικότητα θὰ προκύψουν. Ἐν προκειμένῳ, ὅταν λέγωμεν ἀγωγήν, διαπαιδαγώγησιν, προκύπτει ἡ εὐθύνη τῶν πολιτικῶν, τῶν κομματικῶν ὀργανισμῶν. Αὐτοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι εἰς τὸ παρελθόν, οἱ ὁποῖοι ἤρχισαν τὸ ἔργον τῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἐδημιούργουν τὸ ἦθος αὐτοῦ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἀπουσία διαπαιδαγωγήσεως καὶ ἀγωγῆς τοῦ βουλευτοῦ. Πῶς θέλετε νὰ μὴ ὑπάρξουν αἱ ἐκτροπαί, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν ἕως σήμερον;
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
§58Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, διότι ἔληξεν. Μίαν μόνον λέξιν θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐλέχθη προηγουμένως καὶ χθὲς ἐναντίον τοῦ ὑφυπουργοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, συνετρίβη κυριολεκτικῶς ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἐν τῇ Κυβερνήσει συναδέλφων. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ θέμα τῶν δικαιωμάτων τοῦ Προέδρου. Κύριοι βουλευταί, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Προέδρου, δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ ἀπὸ τὴν ἀντίληψίν μας, ὅτι ὁ Πρόεδρος εἶναι ἐντολοδόχος τοῦ Σώματος καὶ ἔχει δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἔχει ἐμπιστευθῆ τὸ Σῶμα διὰ τὴν εὔρρυθμον λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Ὁ Πρόεδρος δὲν εἶναι ἔξω τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐξετάζηται, ἐὰν ἡ ἁρμοδιότης του ἐνοχλῇ ἢ ὄχι τὸν καθ’ ἕκαστον βουλευτήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ δικαιώματος τοῦ Προέδρου, νὰ ἐξετάζῃ τὸ παραδεκτὸν μιᾶς ἐρωτήσεως, νομίζω, ὅτι καὶ τὸ ἄρθρον 46 τοῦ Κανονισμοῦ, λέγει, ὅτι αἱ ἐρωτήσεις πρέπει νὰ ἀφοροῦν δημοσίας ὑποθέσεις, δηλαδὴ νὰ ἔχουν σχέσιν, εἴτε πρὸς πρᾶξιν διοικητικήν, εἴτε πρὸς πρᾶξιν κυβερνητικὴν οἱουδήποτε ὑπουργοῦ ἢ συλλογικοῦ ὀργάνου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ πλέον δέ, ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ ἔχει γίνει δεκτὴ εἰς ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κοινοβούλια. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ, ὅτι ὁ ἐπὶ δεκαετηρίδα διατελέσας Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων καὶ ἤδη Λόρδος Κέμπιον, μαζὶ μὲ ἕνα ἀνώτατον ὑπάλληλον τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, τὸν κ. Τίντερνταξ, συνεκέντρωσαν τὴν κοινοβουλευτικὴν δικονομίαν ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν χωρῶν ἢ μᾶλλον, διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβής, ὄχι ὅλων, ἀλλὰ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, τῆς Γαλλίας, τῆς Δανίας, τῆς Ἰσλανδίας, τῆς Ἰταλίας, τῆς Ὁλλανδίας, τῆς Νορβηγίας καὶ τῆς Σουηδίας καὶ ἀποφαίνονται ὄχι εἰς τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὰς διαφορὰς μεταξὺ τῶν διαφόρων κοινοβουλίων, ἀλλὰ εἰς τὸ κεφάλαιον ὅπου ἀναφέρονται τὰ κοινὰ γνωρίσματα τῶν Κανονισμῶν ὅλων αὐτῶν τῶν εὐρωπαϊκῶν Κοινοβουλίων, ὅτι «αἱ ἐρωτήσεις ὑποβάλλονται πάντοτε εἰς τὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος ἔχει γενικῶς τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἀρνηθῇ, νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν μίαν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν κρίνει ἀπαράδεκτον», ὡς κριτήριον δὲ τοῦ παραδεκτοῦ ἔχει ἀναγνωρισθῆ, ἐὰν ἡ ἐρώτησις ἀφορᾷ εἴτε πρᾶξιν ἀναγομένην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε πρᾶξιν ἀναγομένην εἰς τὴν διοίκησιν. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὑτοῦ ρητῶς ἀναφέρεται ὑπὸ τῶν ἐγγράφων διὰ τὰ δέκα αὐτὰ Εὐρωπαϊκὰ Κοινοβούλια, ὅτι εἰς ἑκάστην ἐκ τῶν χωρῶν ὑπάρχει μηχανισμός, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ Κοινοβουλευτικοὶ δύνανται νὰ ἐπιτύχουν ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν ἀπάντησιν εἰς ἐρωτήσεις ἀναφερομένας εἰς τὴν διοίκησιν ἢ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργοῦ.
§59Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων;
§60Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπουργ. Δικαιοσ.) Εἰς μὲν τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων δὲν ἔχει, εἰς ὅλας ὅμως τὰ ἠπειρωτικὰ Εὐρωπαϊκὰ Κοινοβούλια ἔχει.
§61Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν ἡ μὲν ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου ἔχει κατά τινα τρόπον κομματικὸν χαρακτῆρα, ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἐκπροσώπους ὅλων τῶν Κομμάτων, ἔχει δὲ σημασίαν τοῦτο, διότι δὲν ἀποτελεῖ προνόμιον μόνον τοῦ Προέδρου ἡ κρίσις ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Κρίνει τὸ Προεδρεῖον. Πέραν τούτου, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ἐδῶ δὲν ὑπάρχουν.
§62Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Δὲν ὑπάρχουν ρηταὶ διατάξεις. Εἶναι ἑρμηνεία τῶν δικαιωμάτων τοῦ Προεδρείου. Τώρα, θὰ ἤθελα νὰ ἐξετάσω τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. Μπρεδήμα, τὸ ὁποῖον ἠρνήθη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ δεχθῇ καὶ νὰ διαβιβάσῃ. Τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ἀφορᾷ ἐρώτησιν πρὸς τὸν ὑπουργὸν Δικαιοσύνης διὰ τὴν οἰκίαν τῆς ὁδοῦ Πατησίων 84. Πρῶτον, τὸ ἐρώτημα εἶναι ἀπαράδεκτον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ὅτι διὰ τῆς δημοσιότητος τῶν βιβλίων τῶν μεταγραφῶν δύναται νὰ ἐρευνηθῇ τὸ θέμα παρὰ παντὸς καὶ δὲν εἶναι ποτὲ ἐρώτησις πρὸς τὸν ὑπουργόν, διότι ὁπωσδήποτε δὲν ἀποτελεῖ πρᾶξιν ὑπουργοῦ ἡ μεταγραφὴ μιᾶς οἰκίας ἐπ’ ὀνόματι οἱουδήποτε. Δεύτερον, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἦτο συκοφαντικὴ πρόθεσις τοῦ ἐρωτῶντος τὸ περιεχόμενον τῆς ἐρωτήσεως θὰ κατέληγε μετὰ ἥμισυ καὶ πλέον αἰῶνα εἰς τὴν ἔρευναν, ἐὰν ὁ ἀείμνηστος ἑλληνιστὴς Κόντος συνέστησε πρόνοια ὑπὲρ τῆς θυγατρός του, κυρίας Τριανταφυλλάκου. Ἐκεῖ θὰ κατέληγε ἡ ἐκδοχή, ὅτι εἶναι παραδεκτὴ οἱαδήποτε ἐρώτησις. Δύναται ὅμως σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ ἔλεγχον πρὸς ὑπουργόν, ὅτι ἀποτελεῖ ἐρώτησιν πρὸς ὑπουργόν, ὅτι ἀποτελεῖ ἄμεσον ἢ ἔμμεσον ἔλεγχον ἡ ἀναδρομὴ μετὰ 60 ἔτη εἰς τὸν χρόνον τῆς λόγῳ προικὸς μεταβιβάσεως μιᾶς οἰκίας παρὰ τοῦ πάππου εἰς τὴν μητέραν ἑνὸς ὑπουργοῦ; Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι ἡ παραδοχὴ καθαρῶς ἰδιωτικοῦ χαρακτῆρος ἐρωτήσεων ἄσχετα πρὸς οἱανδήποτε πρᾶξιν δημοσίου βίου ὁδηγεῖ ὄχι μόνον εἰς ἀπαράδεκτον ἀλλὰ καὶ εἰς παράλογον ἄποψιν. Κύριοι βουλευταί, ἔγινε μία προσπάθεια διὰ νὰ μετατοπισθῇ τὸ θέμα, εἰς θέμα θεσμῶν, θέμα λειτουργίας πολιτεύματος, θέμα ἐλευθεριῶν καὶ ἐλευθερίας λόγου. Δὲν εἶναι ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ ἀλήθεια. Δὲν εἶναι ἐκεῖ ἡ ὀρθὴ τοποθέτησις τούτου. Ἡ κατάργησις βέβαια οἱουδήποτε θεσμοῦ ἀποτελεῖ παράβασιν, ἀλλὰ ἡ χρῆσις τοῦ ἐκτεθέντος δικαιώματος τοῦ Προέδρου δὲν συνδέεται ποσῶς μὲ ἀμφισβήτησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου, μὲ ἀμφισβήτησιν τῶν δικαιωμάτων οἱουδήποτε βουλευτοῦ. Συνδέεται ἀποκλειστικῶς πρὸς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν δικαίωσίν του καὶ τὸ ἐπιβάλλει βαθύτερον εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Δὲν ὑπάρχει Κοινοβούλιον εἰς τὸν κόσμον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἀμφισβητοῦνται τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐδῶ πολλὰς φορὰς εἰς τὰς συνεδριάσεις, ὅταν οἱοσδήποτε ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ζητῇ τὸν λόγον καὶ δὲν τοῦ δίδεται παραχρῆμα, λαμβάνει στάσιν ἀντιδικίας πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Παρακαλῶ οἱονδήποτε, ὁ ὁποῖος ἔχει παρευρεθῆ εἰς συνεδριάσεις οἱουδήποτε ξένου Κοινοβουλίου, νὰ μοῦ εἴπῃ ἐὰν ἔχῃ συναντήσει παρομοίαν ἐκδήλωσιν εἰς οἱανδήποτε ἄλλην Εὐρωπαϊκὴν χώραν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐὰν δὲν ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν του, ἢ δὲν ἐπανεκλέγεται, ἢ δύναται νὰ κριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατόπιν προτάσεως μομφῆς, ἀλλὰ δὲν νοεῖται ἡ ἀντιδικία πρὸς τὸν Πρόεδρον εἰς κάθε περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἱκανοποιεῖται καὶ τὸ αὐθαίρετον ἀκόμη αἴτημά μας. Ἕλκων τὴν ἐντολὴν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν ψῆφον ὅλων μας, δικαιοῦται νὰ ἐγγυᾶται καὶ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Νὰ ἐπιτραπῇ νὰ μνημονεύσω καὶ ἓν περιστατικὸν ἀποδεικνῦον βαθὺν σεβασμὸν πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Κατὰ τὸ ἔτος 1949, ὅταν εἶχε συνέλθει ἡ πρώτη Εὐρωπαϊκὴ συμβουλευτικὴ συνέλευσις εἰς τὸ Στρασβοῦργον μετεῖχεν ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Μ. Βρεταννίας καὶ ὁ Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ. Τότε εἷς ὑπουργὸς τῆς ἀγγλικῆς ἐργατικῆς Κυβερνήσεως ἐξέθεσε τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Τσῶρτσιλ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Συντηρητικῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο τότε εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐσηκώθη ἀμέσως διὰ νὰ τὸν ἀντικρούσῃ. Ἐστράφη ἐκείνην τὴν στιγμὴν πρὸς αὐτὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως κ. Σπάακ. Διὰ τοῦ ὕφους του ἐξεδήλωσε, ὅτι δὲν ἤξευρε, ὅτι εἶχε λάβει τὸν λόγον ὁ κ. Τσῶρτσιλ. Καὶ τότε ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Ἄγγλων Συντηρητικῶν παρὰ τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον διέθετε ἐκάθησεν ἀμέσως καὶ εἶπεν: «Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε, παρεβίασα τὸν Κανονισμόν». Εἰς τοῦτο τοῦ ἀπήντησεν ὁ Πρόεδρος κ. Σπάακ. «Ἔχετε τὸν λόγον», ἀνταπήντησε δὲ ὁ κ. Τσῶρτσιλ, «ὄχι, κ. Πρόεδρε, παρεβίασα τὸν Κανονισμὸν καὶ θὰ ὁμιλήσω εἰς τὸ τέλος». Ἰδοὺ παράδειγμα σεβασμοῦ πρὸς τὸ Προεδρεῖον καὶ τὸν Κανονισμόν, τόσον ξένον πρὸς τὴν ψυχολογίαν τῆς συνεχοῦς ἀντιδικίας. Εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον ὅλων τῶν βουλευτῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ Σώματος ἡ ἀναγνώρισις τῶν δικαιωμάτων εἰς τὸν Πρόεδρον, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν καὶ τὴν συνεδρίασιν νὰ κατευθύνῃ κατὰ τρόπον ἐποικοδομητικόν, καὶ προκειμένου περὶ τῆς παραδοχῆς τῶν πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνομένων ἐρωτήσεων νὰ κρίνῃ, ὄχι καταχρώμενος, ἀλλὰ χρώμενος τῶν δικαιωμάτων του, νὰ κρίνῃ λέγω, τὸ παραδεκτόν. Κύριοι βουλευταί, ἀναμφιβόλως τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ ἄριστον. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀναγνωρίζηται, ὅτι εἶναι ἄριστον, καὶ διὰ νὰ ἀποδίδῃ πρέπει εὐρύθμως νὰ λειτουργῇ. Καὶ ἡ εὔρυθμος λειτουργία του προϋποθέτει ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν αὐτοέλεγχον ὅλων ἡμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Προεδρείου. Καίτοι εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ δι’ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐθίγη ἀπὸ τὸν κ. Ἡλιοῦ. Ἐγένετο μνεία, τῶν πολλῶν δῆθεν ἀκυρωτικῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὡς ἀπόδειξις τρόπον τινὰ παρανομίας τῆς Διοικήσεως. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελα νὰ διαλύσω αὐτὴν τὴν σκοπίμως διαδιδομένην πλάνην. Ἐλέχθη, ὅτι 2500 προσφυγαὶ ὑπεβλήθησαν κατὰ τὸ 1958 καὶ ὅτι 1000 περίπου ἔγιναν δεκταί. Καὶ ὑπεστηρίχθη βάσει τῆς διαπιστώσεως ταύτης, ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν πράξεων τῆς Διοικήσεως δὲν εἶναι νόμιμον. Ἀλλὰ αἱ πράξεις τῆς Διοικήσεως εἶναι πάμπολλαι. Δὲν εἶναι 2500. Θὰ φέρω ὡς παράδειγμα τὸ Ὑπουργεῖον μου. Εἰς ἕνδεκα χιλιάδας πεντακοσίας περίπου ὑπολογίζονται διὰ τὸ ἔτος 1958 αἱ πράξεις αἱ ἐκτελεσταὶ ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, καὶ τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Προσεβλήθησαν ἐκ τούτων 15 καὶ ἠκυρώθησαν 7 ὄχι δὲ δι’ ἔλλειψιν νομικότητος, ἀλλὰ δι’ ἔλλειψιν αἰτιολογίας. Ποσοστὸν 1 πρὸς 1500 καὶ ὄχι 1 πρὸς 2. Λέγω τοῦτο πρὸς διάλυσιν τῆς πλάνης. Ἐπανερχόμενος ὅμως —διὰ νὰ τελειώσω— εἰς τὸ κύριον θέμα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι ὄχι ἡ κατάχρησις τῶν θεσμῶν, ἀλλὰ ὁ σεβασμὸς αὐτῶν ἀπὸ ὅλους μας ὁδηγεῖ εἰς ἀναγνώρισιν τῆς ὑπεροχῆς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος ἔναντι ὅλων τῶν ἄλλων πολιτευμάτων. (Χειροκροτήματα).
§63Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ προσωπικὸν ζήτημα;
§65Η. ΗΛΙΟΥ. Μοὶ ἀπεδόθη γνώμη ἀλλοία ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον. Θέλω, κ. Πρόεδρε, νὰ διευκρινίσω τὴν γνώμην μου. Ἐγὼ κἂν δὲν παρεδέχθην τὸν ἀριθμὸν τῶν χιλίων προσφυγῶν, διότι δὲν ἤμην ἐνήμερος τῶν ἀκυρωτικῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ὑπέθετα ἐπὶ τῇ βάσει κριτηρίων ἀναγομένων εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ δικηγορῶ καὶ νὰ παρακολουθῶ τὴν κίνησιν, ὑπέθετα λέγω ἑξακοσίας. Δὲν ἤλεγξα τὴν Κυβέρνησιν διότι ὑπάρχουν ἑξακόσιαι ἀκυρωτικαὶ ἀποφάσεις διὰ τὸν Α ἢ Β λόγον διότι μέσα εἰς τὴν πληθὺν τῶν πράξεων τῆς Διοικήσεως καὶ Κυβερνήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἀποφάσεις νομικῶς ἄκυροι χωρὶς πολιτικὴν εὐθύνην τοῦ πράγματος. Ἀπέδωσα πολιτικὴν εὐθύνην εἰς τὸ ὅτι ἡ συμμόρφωσις πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία ἀναγορεύεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα εἰς ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ συμμόρφωσις πρὸς τὴν νομιμότητα, ἡ ὁποία ἀναγορεύεται ἀκόμη ἐὰν παραβιασθῇ εἰς ἀδίκημα ἐπαγόμενον τὴν δίωξιν τοῦ ὑπαιτίου τῆς παραβάσεως, ἡ συμμόρφωσις αὕτη λέγω δὲν πραγματοποιεῖται. Ἀπέδωσα πολιτικὴν εὐθύνην διότι ὑπάρχουν ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀκυροῦσαι πράξεις ὡς παρανόμους καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποφάσεις δὲν ἐφαρμόζονται ἀλλὰ αἱ παράνομοι πράξεις ἐξακολουθοῦν νὰ τελοῦν ἐν ἰσχύϊ. Αὐτὸ εἶναι τελείως διάφορον πρὸς ὅσα μοὶ ἀπέδωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς Δικαιοσύνης.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἴθισται πάντοτε αἱ συζητήσεις ὅταν γίνωνται πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ περιορίζωνται μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων. Βεβαίως τὸ θέμα εἶναι περὶ Κανονισμοῦ καὶ δικαιοῦται νὰ λάβῃ καθεὶς ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν τὸν λόγον. Θὰ παρεκάλουν ὅμως νὰ συντομεύσουν τὰς ἀγορεύσεις των οἱ κ. κ. βουλευταὶ διὰ νὰ καταστῇ οὕτω δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§67Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐφ’ ὅσον τὸ θέμα εἶναι περὶ Κανονισμοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Σώματος, ὅτι ἡ γενομένη παρατήρησίς του δὲν εἶχε καμμίαν θέσιν. Κύριοι συνάδελφοι, ἤλπιζον εἰλικρινῶς, ὅτι δὲν θὰ παρίστατο ἀνάγκη νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν ἀναφορὰν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Σώματος, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπ’ αὐτοῦ 7ετοῦς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων του δὲν ἐσημειώθη παρόμοιον προηγούμενον. Εἶχον ἐλπίσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος δὲν θὰ ἐπέμενον εἰς τὴν ἄποψίν των. Δυστυχῶς, ἐὰν καλῶς ἡρμήνευσα τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ φίλος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη περαιτέρω συζητήσεως. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἀπὸ τὴν μέχρι τοῦδε συζήτησιν διηυκρινίσθησαν τοὐλάχιστον ὡρισμέναι πλευραὶ τοῦ θέματος, τὰς ὁποίας ἐπιθυμῶ νὰ ἐπισημάνω. Πρῶτον, ὁ κ. Πρόεδρος, μετέβαλεν ἄποψιν κατὰ τὴν σημερινὴν διατύπωσιν τῆς ἀντιλήψεώς του. Διεχώρισεν ἐπερωτήσεις καὶ ἐρωτήσεις καὶ διεξεδίκησε τὸ προνόμιον διακριτικῆς ἐξουσίας, ἐγγραφῆς ἢ μὴ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐρωτήσεις καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπερωτήσεις. Τοῦτο βεβαίως, ἀποτελεῖ μίαν διευκρίνησιν τοῦ θέματος, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ καθιστᾷ ἄνευ περιεχομένου —ὅπως ὀρθότατα ἐτονίσθη— τὴν ἄποψιν ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται ἀπὸ Κυβερνητικῆς πλευρᾶς καὶ ἡ ὁποία δὲν ἀντέχει ὅμως εἰς οἱανδήποτε νομικὴν καὶ πολιτικὴν ἐξέτασιν. Δεύτερον, κύριοι συνάδελφοι, διηυκρινίσθη, ὅτι πρέπει νὰ διαχωρισθῇ καὶ νὰ ἀντιμετωπισθῇ κεχωρισμένως, τί ἀποτελεῖ ἰσχῦον δίκαιον σήμερον καὶ τί ἐνδεχομένως θὰ ἦτο τὸ καλύτερον, ἐν ἀναφορᾷ πρὸς μελλοντικὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον θὰ εἴπω τελειώνοντας ὀλίγας λέξεις. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ὅμως ἐπιθυμῶ τώρα νὰ σημειώσω, ὅτι οὐδὲν ἀπολύτως ἐπιχείρημα προεβλήθη ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος ἔχει τὴν διακριτικὴν εὐχέρειαν νὰ ἐγγράφῃ ἢ νὰ μὴ ἐγγράφῃ ἐρώτησιν βουλευτοῦ ἀπευθυνομένην πρὸς ὑπουργόν. Τὸ μόνον ἀσθενὲς ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον διετυπώθη, ἀναφέρεται εἰς λέξεις ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ δημοσίων ὑποθέσεων. Πέραν τούτου, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως διάταξις εἰς τὸν Κανονισμὸν οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω διατί ὁ κ. Κανελλόπουλος ἀνέμιξεν ἀπόψε εἰς τὴν σχετικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία διάταξις νὰ δίδῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἀπὸ κειμένην διάταξιν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀντιθέτως οἱ βουλευταὶ ἔχουν δικαίωμα νὰ ἀπευθύνουν ἐρωτήσεις, βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι μᾶς εἶναι τελείως ἀδιάφορα τὰ τί ἰσχύουν εἰς τὴν Ὁλλανδίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐφαρμόζωμεν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐδῶ κρατοῦν. Ἡ λέξις «δημοσία ὑπόθεσις», ἡ μόνη λέξις εἰς τὴν ὁποίαν προσεπάθησεν ἀσθενῶς νὰ στηριχθῇ ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀναμφισβητήτως ἐπιδέχεται μίαν καὶ μόνην ἑρμηνείαν, τὴν πολιτικὴν ἑρμηνείαν καὶ τὸ τί εἶναι δημοσία ὑπόθεσις ἢ ὄχι εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὰ ὑπάρχοντα πολιτικὰ ἤθη καὶ εἰς τὴν εὐαισθησίαν τῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν θὰ ἐδίσταζα οὔτε μίαν στιγμὴν νὰ δώσω τὴν εὐρυτέραν δυνατὴν σημασίαν εἰς τὴν ἔννοιαν δημοσία ὑπόθεσις καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ αὐτὸ συμβαίνει δι’ ὅλους τοὺς συναδέλφους ἀσχέτως παρατάξεως καὶ διὰ τοὺς κυρίους ὑπουργούς. Ἐὰν ἠρωτώμην ἐὰν ἔλαβα ἢ ὄχι δάνειον ἢ ἐὰν μέλος τῆς οἰκογενείας μου ἔλαβε δάνειον, θὰ τὸ ἐθεώρουν δημοσίαν ὑπόθεσιν, διότι ὁ ἐρωτῶν βουλευτὴς ἢ οἱοσδήποτε Ἕλλην πολίτης, ἀναμφισβητήτως μὲ τὴν ἐρώτησίν του δὲν ἠννόει νὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὰ προσωπικά, ἀτομικὰ ζητήματα τοῦ Μητσοτάκη, ἀλλὰ θὰ ἐνδιεφέρετο διὰ τὴν ὅλην μου πολιτείαν ὡς δημοσίου ἀνδρός. Καὶ πολὺ καλὰ γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὸν τόπον μας κατ’ ἐξοχὴν διασύρεται ὁ πολιτικὸς κόσμος ἀπὸ ἀστηρίκτους πάντοτε σχεδὸν κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐκτρέφονται εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τὰς ὁποίας μία καὶ μόνη ὑπάρχει ἀπάντησις, ὅτι πάντοτε οἱ δημόσιοι ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος θὰ ἔχουν ἀνοικτὲς πόρτες καὶ παράθυρα ὅσον ἀφορᾷ καὶ τὸν δημόσιον καὶ τὸν ἰδιωτικόν των βίον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀφ’ ἑαυτοῦ δημόσιος ἐφ’ ὅσον εἶναι πολιτικοὶ ἄνδρες. Κατὰ συνέπειαν, ἐλπίζω, ὅτι θὰ συμφωνήσωμεν ὅλοι, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς δημοσίας ὑποθέσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ στενῶς, ἀλλὰ εὐρέως καὶ ἀναμφισβητήτως μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ὁ οἱοσδήποτε Πρόεδρος τοῦ Σώματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἐγγραφὴν ἐρωτήσεως, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς οἱανδήποτε ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία θὰ ἅπτεται καὶ τοῦ προσωπικοῦ βίου τοῦ οἱουδήποτε δημοσίου ἀνδρός. Ἐὰν εἰς αὐτὸ συμφωνήσωμεν, δὲν ἀπομένει πλέον κανένα θέμα πρὸς συζήτησιν, διότι δὲν ὑπάρχει κανένα ἐπιχείρημα ἐκ τῶν κειμένων διατάξεων. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ προχωρήσω καὶ περαιτέρω εἰς τὴν διατύπωσιν μιᾶς ἀπόψεως ὅσον ἀφορᾷ τὸ τί εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνεται εἰς τὸ μέλλον ἐν ὄψει καὶ τοῦ νέου Κανονισμοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ πάντοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξα τὴν ἄποψιν, καὶ ἔπραξα τοῦτο ὅταν ἀφορᾷ ἐμὲ προσωπικῶς οἱαδήποτε σχετικὴ ὑπόθεσις, ὑπεστήριξα τὴν ἄποψιν, ὅτι οἱ δημόσιοι ἄνδρες, ἰδίως ὅταν καλύπτωνται ἀπὸ τὴν ἀσυλίαν τοῦ βήματος ἢ ἀπὸ τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν πρέπει νὰ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν προσεκτικοὶ εἰς τὴν διατύπωσιν ἀπόψεων. Καὶ ὑπεστήριξα ἐπίσης πάντοτε μετὰ συνεπείας καὶ ὑποστηρίζω καὶ τώρα τὴν ἄποψιν, ὅτι ὁσάκις διατυποῦνται κατηγορίαι ἁπτόμεναι τῆς ἠθικῆς, τῆς προσωπικῆς ὑπολήψεως ἢ τῆς διαχειρίσεως εἰδικώτερον οἰκονομικῶν θεμάτων ὑπὸ δημοσίων ἀνδρῶν, ἁρμόδια διὰ νὰ κρίνουν τὰς διαφορὰς αὐτάς, εἶναι τὰ ποινικὰ δικαστήρια. Βεβαίως, ἐπιβάλλεται ἀπάντησις καὶ εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ἀναμφισβητήτως πᾶς βουλευτὴς ἢ ὑπουργός, διότι εἰς τοῦτο δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ τοῦ κατέχοντος τὸν θῶκον τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ἑνὸς ἁπλοῦ βουλευτοῦ, ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐνδεδειγμένον ἡ Βουλὴ νὰ ἀναδυθῇ εἰς τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα ἢ εἰς τὰ πιστοποιητικὰ διὰ νὰ σχηματίσῃ γνώμην. Καὶ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ὅταν ἐκτρέπωνται πολιτικαὶ ἐκδηλώσεις καὶ δυστυχῶς συμβαίνουν τοιαῦτα φαινόμενα τὸν τελευταῖον καιρόν, ἡ μόνη ἐπιβαλλομένη ἀπάντησις εἶναι ἡ ἀναφορὰ εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια. Καὶ εἰς τοῦτο ὄντως ὑπάρχει ἕνα θέμα. Ὅταν μία ἐρώτησις ὑποβαλλομένη πρὸς τὴν Βουλήν, ὑποβάλλεται ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ καλύψῃ τὸν ἐρωτῶντα μὲ τὴν ἀσυλίαν καὶ ἀκόμη προσθέτω, ὅτι ὑπάρχει τὸ θέμα ὅταν ἡ ἐρώτησις δὲν διατυποῦται εὐθέως ὡς κατηγορία, δὲν ἀναλαμβάνει ὑπευθύνως ὁ ἐρωτῶν νὰ κατηγορήσῃ τὸν οἱονδήποτε δημόσιον ἄνδρα, βουλευτὴν ἢ ὑπουργόν, ἀλλὰ ἁπλῶς ρίχνει λάσπη διὰ νὰ ἐρωτήσῃ καὶ διὰ νὰ κατηγορήσῃ διὰ νὰ λάβῃ δὲ δῆθεν ἀπάντησιν, ἐνῷ ἐν τῷ μεταξὺ αἱ ἐφημερίδες δημοσιεύουν μὲ πηχυαίους τίτλους εἰς περίοπτον θέσιν τὴν κατηγορίαν ὥστε νὰ ἀπομείνῃ κἄτι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος θέλγεται συχνότατα ἀπὸ τοιούτου εἴδους εἰδήσεις. Τὸ θέμα ὄντως ὑπάρχει καὶ ὅπως εἶπα καὶ εἰς τὸ παρελθὸν εἰς τὴν ἀνάλογον περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν βουλευταὶ ἦσαν ὑπεύθυνοι ἐκδόται ἐφημερίδων καὶ εἰς ἰδικήν μου πρότασιν ὀφείλεται τὸ ὅτι ὑπεχρεώθησαν διὰ νόμου αἱ ἐφημερίδες νὰ ἔχουν καὶ ἕτερον ὑπεύθυνον συντάκτην, διὰ νὰ μὴ γράφουν ἀνευθύνους εἰδήσεις, μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἀναμφισβητήτως ἐγὼ προσωπικῶς δὲν θὰ εἶχα ἀντίρρησιν ἐν ὄψει τοῦ νέου Κανονισμοῦ νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα αὐτό. Καὶ εἰς τὸ παρὸν ζήτημα θὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου μὲ ἀπόλυτον εἰλικρίνειαν καὶ ἀντικειμενικότητα. Δὲν δίδω ἐν Ἑλλάδι τοὐλάχιστον μὲ τὰ νῦν κρατοῦντα τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Σώματος. Ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἀφορᾷ προσωπικῶς τὸν σημερινὸν Πρόεδρον. Στηρίζεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος ἐν Ἑλλάδι εἶναι Κομματικὸς Πρόεδρος, ὄχι μὲ τὴν ἔννοιαν, ὅτι κάμνει πάντοτε τὰ ρουσφέτια τοῦ Κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, διότι αὐτὰ τὰ κάμνει συχνότατα, ἀλλὰ ὅτι στηρίζεται ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κόμματος ἐκτὸς ἐὰν ἠμπορέσῃ νὰ ἀγρεύσῃ καὶ μερικὰς ἄλλας ψήφους κατὰ τὴν ψηφοφορίαν πρὸς ἐκλογήν του ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Εἰς τὸν τόπον μας ἀπὸ ὅσα γνωρίζω ἀπὸ τὸ 1946 ποὺ μετέχω εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν εἶναι ὁ Πρόεδρος ὁ οἱοσδήποτε Πρόεδρος ἡ ὑπερκομματικὴ ἐκείνη φυσιογνωμία, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν αὐτὴν τὴν κρίσιν. Ἐὰν τὸ Σῶμα ἀποφασίσῃ καὶ εἰς τοῦτο ὑπάρχουν πάμπολλα καὶ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα καὶ τὸ πρακτικὸν ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἐτόνισε λαμπρὰ ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὅτι ὅ,τι καὶ νὰ κάμετε θὰ γίνῃ μία συζήτησις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ἀποφασίσωμεν πότε νὰ φθάσωμεν καὶ αὐτὸ εἶναι γενικώτερον ζήτημα διὰ κομματικῶν, εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον θὰ ἦτο δυνατὸν τὰ θέματα αὐτὰ νὰ κρίνωνται ἀπὸ μίαν διακοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία νὰ μὴ δημιουργῇ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἡ κρίσις γίνεται διὰ νὰ ὑποβοηθήσῃ εἰς συγκεκριμένην περίπτωσιν τὸν ὑπουργόν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ἀναφερόμενος εἰς τὰς δύο περιπτώσεις, ὅτι ἐγένοντο αἱ παρεμβάσεις τοῦ Προεδρείου διὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς τὴν δευτέραν μάλιστα περίπτωσιν δὲν ἐξυπηρέτησεν τὸν κ. Τριανταφυλλάκον ἡ παρέμβασις.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ θέλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι ὁ κ. Τριανταφυλλάκος μὲ παρεκάλεσε νὰ ἀλλάξω τελείως τακτικὴν τοῦ εἶπον δέ, ὅτι ἐτήρησα ἐχθρικὴν στάσιν ἐναντίον του.
§69Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ δέχομαι ἀπολύτως αὐτὸ τὸ ὁποῖον διαβεβαιώνετε τὸ Σῶμα καὶ προσθέτω, ὅτι κατ’ ἐμὲ μὲ τὴν ἄποψιν ποὺ ὑπεστηρίξατε δὲν προσεφέρατε ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Τριανταφυλλάκον ἐξ ἀντικειμένου, ἀλλὰ ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσετε, ὅτι ἀντιθέτως ἐξ ἀντικειμένου προσεφέρατε ὑπηρεσίαν εἰς τὸν κ. Ἀβέρωφ ὅταν ἠρνήθητε νὰ ἐγγράψητε κατὰ προτεραιότητα τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ζαννῆ. Διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο ἀκάλυπτος καὶ εἶχε δηλώσει, ὅτι ὑπάρχουν πρακτικὰ καὶ ἔπρεπε νὰ εὕρῃ τρόπον ἐξόδου ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον. Διὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν δὲ ἦτο ὁ ἀσφαλέστερος καὶ ὁ πρακτικώτερος τρόπος νὰ μὴ ἐγγραφῇ ἡ ἐπερώτησις διὰ νὰ μὴ συζητηθῇ ποτέ, διότι αἱ ἐπερωτήσεις τῶν ἁπλῶν βουλευτῶν δὲν συζητοῦνται ποτὲ ὅταν δὲν ἐγγραφοῦν κατὰ προτεραιότητα. Πιστεύω, ὅτι κατὰ τὸν ὑπάρχοντα Κανονισμόν, σύμφωνα μὲ τὸ ἰσχῦον δίκαιον, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος δὲν ἐνήργησεν ὀρθῶς καὶ ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ διακριτικὴν κρίσιν νὰ ἐγγράψῃ ἢ νὰ μὴ ἐγγράψῃ οἱανδήποτε ἐρώτησιν βουλευτοῦ ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Πιστεύω δὲ ἀντιθέτως, ὅτι ὑπάρχει ὄντως ἕνα θέμα ἀνοικτὸν τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νέου Κανονισμοῦ. Δηλαδὴ πότε καὶ ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις θὰ εἶναι δυνατὸν ὑπὸ διακομματικὰς ἐγγυήσεις νὰ ἐξασφαλισθῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τιμῆς καὶ ὑπολήψεως τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, θὰ προσθέσω καὶ τοῦτο. Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσει δὲν τερματίζονται μὲ ἀστυνομικὰ μέτρα οὔτε μὲ τοὺς Κανονισμοὺς τῆς Βουλῆς. Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν ἔκφρασιν τῆς γενικῆς στάθμης τοῦ πολιτικοῦ μας βίου κι’ ἀποτελεῖ χρέος καὶ τῶν ἡγετῶν τῶν Πολιτικῶν Κομμάτων καὶ τοῦ ἑκάστοτε Προέδρου τοῦ Σώματος λόγῳ τῆς ἐξεχούσης θέσεως τὴν ὁποίαν ἔχει τοῦ προκαθημένου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νὰ συντελοῦν καὶ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ καταλλήλου πολιτικοῦ καὶ ἠθικοῦ κλίματος καὶ διὰ τὴν διαπαιδαγώγησιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Καὶ λυποῦμαι, κ. συνάδελφοι, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐφ’ ὅσον συζητεῖται τώρα, νὰ ἀναφερθῶ καὶ εἰς παλαιότερα προηγούμενα, διὰ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι δὲν ἔγινε πάντοτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, οὔτε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκον της. Λυποῦμαι διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐνθυμηθῶ μίαν περίπτωσιν ποὺ ἀφορᾷ τὸν ἀείμνηστον Γεώργιον Καρτάλην ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὰς εὐγενεστέρας φυσιογνωμίας τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῶν τελευταίων ἐτῶν. Καὶ θὰ ἐνθυμοῦνται ὅλοι οἱ κ. συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὑπὸ τὸ κακότεχνον σχῆμα δῆθεν ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον βουλευταὶ τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεώς των καὶ ἀναμφισβητήτως, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ὅλην πορείαν τῆς συζητήσεως ἐν συνεννοήσει μὲ τὸν ἀείμνηστον τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διεξήχθη μία συζήτησις ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ σπιλώσῃ τὸν ἐκλεκτὸν ἐκεῖνον πολιτικὸν ἄνδρα, συζήτησις ἡ ὁποία ἴσως συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ τὸν φέρῃ προώρως εἰς τὸν τάφον. Καὶ θὰ ὑπενθυμίσω ἀκόμη, ὅτι ὑπάρχει μία τακτικὴ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀπαράδεκτος νὰ μὴ αἴρεται ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν, οὔτε ὅταν πρόκειται περὶ συκοφαντικῆς δυσφημίσεως στρεφομένης ἐναντίον συναδέλφου ἢ τρίτου. Νομίζω, ὅτι ἀσχέτως ἂν θὰ γίνω δυσάρεστος ἔστω καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πτέρυγα τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία ὑποστηρίζει πάντοτε τὴν οὐδέποτε ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, νομίζω, ὅτι θὰ ἐξυγιάνωμεν τὰ πολιτικά μας ἤθη ἂν ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ὁ θιγόμενος βουλευτὴς ἀλλὰ καὶ ὁ οἱοσδήποτε Ἕλλην πολίτης ὁ ὁποῖος θίγεται ἀπὸ βουλευτὴν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τιμῆς του καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει τὸ δικαίωμα καλυπτόμενος ἀπὸ τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν νὰ σπιλώνῃ τοὺς ἄλλους. Ἐὰν γίνῃ αὐτὸ ἀποδεκτὸν θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἂν μὴ τὶ ἄλλο ὁ φόβος τῶν κυρώσεων καὶ θὰ συγκρατήσῃ ἀπὸ ὡρισμένας περιπτώσεις ἀπὸ ὀλισθήματα. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐτηρήθη εἰς τὸ παρελθὸν ἡ γραμμὴ αὐτή, καὶ δὲν ἐτηρήθη διότι συχνότατα δὲν κατορθώνομεν νὰ ἀποχωρίζωμεν τὰ στενά μας Κομματικὰ συμφέροντα ἀπὸ περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου ἀφοροῦν τὴν καθ’ ὅλου ἠθικὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν Κομματικὴν τοποθέτησιν ἢ τὰς πολιτικὰς ἀντεγκλήσεις διότι οὔτε μὲ συκοφαντίας οὔτε μὲ κατηγορίας ἀσυστάτους πρόκειται νὰ κριθῇ κανένας πολιτικὸς ἀγών. Καὶ ἀποτελεῖ ὀλίσθημα, ὅτι πολιτικοὶ ἄνδρες παρασύρονται εἰς τοποθετήσεις τοιαύτας αἱ ὁποῖαι παραβλάπτουν ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσει αὐτούς. Κύριοι συνάδελφοι, ἐτερμάτισα μὲ αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἐνώπιόν σας. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἀπὸ τὰ σοβαρώτερα ποὺ ἐδημιουργήθησαν τὸν τελευταῖον καιρὸν λόγῳ τῆς ἠθικῆς σημασίας τὴν ὁποίαν ἔχει ἀλλὰ καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι ἀπὸ τὴν λύσιν ἡ ὁποία θὰ δοθῇ εἰς πρώτην παρέκκλισιν τὴν ἔστω μετὰ 7ετίαν ἐμφανισθεῖσαν θὰ συναγάγωμεν τὸ συμπέρασμα ποῦ ὁδηγεῖται ὁ πολιτικός μας βίος. Διότι ἂν ἀνοίξῃ ἕνα τοιοῦτον παράθυρον αὐθαιρεσίας εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τότε δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ μείνῃ ὀρθὸν τίποτε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§71Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ὅπως προεβλέπετο καὶ χθὲς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο ὡς παρεμπίπτον νὰ συζητηθῇ χθές, διότι θὰ ἐλύετο ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν κατέλαβε καὶ εὐλόγως κατέλαβε......
§72Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἐλύετο ἐκ τῆς κοπώσεως.
§73Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Θὰ ἐλύετο διὰ τῆς κοπώσεως ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ κόπωσις κοινοβουλευτικὴ μέθοδος.
§74Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εὐχαριστοῦμεν διὰ τὴν πρόθεσιν.
§75Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). ..... κατέλαβεν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν καὶ ἐπεξετάθη. Εἰς τοῦτο δὲν θὰ παρακολουθήσω τοὺς προλαλήσαντας διότι αὐτὸ τοῦτο τὸ εἰδικὸν θέμα τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Εἶναι θέμα ἄξιον προσοχῆς τοῦ Σώματος. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ ἐπίσης εἰς ὅσα ἐλέχθησαν διὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐρώτησιν ἡ ὁποία χθὲς νομίζω ἐξηντλήθη καὶ ἡ ὁποία κακῶς διὰ πλαγίων μέσων ἐπεχειρήθη νὰ ἐπανέλθῃ καὶ σήμερον. Θὰ ἐξετάσω αὐτὸ τοῦτο τὸ θέμα τὸ ὁποῖον τίθεται καὶ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων διετύπωσε καὶ χθὲς καὶ ἐγὼ νομίζω ἔκαμα τὰς ἰδίας διατυπώσεις. Τὸ θέμα ἂν ὑπάρχῃ καὶ ποία διακριτικὴ εὐχέρεια τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι ὁ βουλευτὴς ὁ ὁποῖος προτίθεται σχετικῶς πρὸς δημοσίαν ὑπόθεσιν νὰ ὑποβάλῃ ἐρώτησιν, ζητεῖ τοῦτο ἐγγράφως καὶ ἐγγράφεται ἡ ἐρώτησις. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων εἶπεν, ὅτι ἡ λέξις «δημοσία ὑπόθεσις» ἡρμηνεύθη ἀπὸ Κυβερνητικῆς πλευρᾶς γραμματικῶς ἐνῷ ἐδῶ χωρεῖ μόνον πολιτικὴ ἑρμηνεία. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν ἄποψιν αὐτήν. Ποία ὅμως εἶναι ἡ πολιτικὴ ἑρμηνεία; Ὅτι ἐντὸς αὐτῆς τῆς αἰθούσης χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος δέον νὰ συζητοῦνται μόνον δημόσιαι ὑποθέσεις καὶ ὄχι αἱ ὑποθέσεις αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐξεχόντως ἰδιωτικὸν χαρακτῆρα. Ἑπομένως, τίθεται τὸ ζήτημα ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ ἐὰν μία ἐρώτησις ἐμπίπτῃ εἰς αὐτὴν τὴν ὄχι γραμματικῶς ἀλλὰ πολιτικῶς ἑρμηνευομένην ἔννοιαν τῆς δημοσίας ὑποθέσεως; Διὰ νὰ καταλήξω εἰς ἕνα συμπέρασμα θὰ κάμω μίαν σειρὰν ὑποθέσεων. Ἂς ὑποθέσωμεν πρῶτον, ὅτι ὑποβάλλεται μία ἐρώτησις ἡ ὁποία, ὅπως λέγωμεν ἡμεῖς οἱ νομικοὶ δὲν ἔχει κἂν τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα ἐγγράφου ἀπευθυνομένου πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁμόφωνος εἶναι ἡ γνώμη ὅλων ἡμῶν, ὅτι ἐν προκειμένῳ θὰ πετάξῃ αὐτὸ τὸ χαρτὶ καὶ θὰ πῇ αὐτὸ δὲν εἶναι ἐρώτησις.
§76Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ νὰ θέλῃ δὲν δύναται εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν.
§77Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἂν συμβῇ κάτι ἄλλο. Ἂν συμβῇ ἕνας βουλευτὴς νὰ παραφρονήσῃ καὶ νὰ στείλῃ ἓν ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἔχει τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα τῆς ἐρωτήσεως ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἔχει ἓν περιεχόμενον τὸ ὁποῖον εἶναι πασιδήλως κείμενον παράφρονος. Θὰ τὸ ἐγγράψῃ αὐτὸ εἰς τὰ βιβλία τῶν ἐρωτήσεων;
§78Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ἡ «ἀπρέπεια».
§79Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐὰν ναὶ μὲν δὲν εἶναι διαπιστωμένη διανοητικὴ νόσος τοῦ ἐρωτῶντος, ἀλλὰ τὸ κείμενον αὐτὸ τοῦτο εἶναι τελείως ἀσυνάρτητον. Τί θὰ κάμῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς; Θὰ προχωρήσῃ περαιτέρω. Ἐὰν ἡ ἐρώτησις περιέχῃ ἀστεϊσμόν.
§80Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ σύνολον αὐτῶν τῶν περιπτώσεων ὑπάγεται εἰς τὴν εὐρεῖαν ἔννοιαν τῆς λέξεως «ἀπρέπεια».
§81Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐὰν συμβῇ νὰ ὑπάρχῃ μία ἐρώτησις ἡ ὁποία εἶναι πασιδήλως ἄσχετος μὲ τοὺς ὑπουργοὺς πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθύνεται. Τί θὰ κάμῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς;
§82Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ καλέσῃ τὸν βουλευτὴν καὶ θὰ τοῦ εἴπῃ, διότι εἶναι Πρόεδρος οἰκογενείας, εἶναι βουλευτὴς δὲν εἶναι ὁδοιπόρος ἢ διαβάτης, θὰ τοῦ εἴπῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀνόητον, εἶναι ἐντροπή. Ἄλλωστε θὰ συζητήσῃ ὁ Πρόεδρος μὲ τὸν βουλευτὴν δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐγγραφῇ ὡς ἐρώτησις.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂν ἐπιμείνῃ ὁ βουλευτής;
§84Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τότε ἢ ἐμπίπτει εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπρεπείας ἢ παραπέμπει τὴν ἐρώτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁπότε θὰ γελάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς βάρος τοῦ βουλευτοῦ.
§85Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Δι’ ὅλων αὐτῶν καθίσταται σαφές, ὅτι τὰ ὅρια μεταξὺ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται ὁ Πρόεδρος νὰ μὴ δεχθῇ καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ ἐλέγξῃ, δὲν εἶναι τόσον σαφῆ καὶ τόσον ἁπλᾶ, ὡς ἰσχυρίσθησαν πολλοὶ ἐκ τῶν προλαλησάντων βουλευτῶν. Τὰ ὅρια αὐτὰ εἶναι ἀσαφῆ καὶ ἑπομένως, ὑπάρχει ἓν σημεῖον, ὅπου ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τοὐλάχιστον τοῦτο: Νὰ κρίνῃ ἐὰν τὸ περιεχόμενον τῆς ἐρωτήσεως ἐμπίπτει εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ παραδεκτοῦ ἢ ὄχι. Ἡ ἔννοια τοῦ ἀπρεποῦς ὡς ἀπαραδέκτου δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς λέξεις, ἀλλὰ εἰς τὰ νοήματα καὶ ἑπομένως, θὰ εἶναι ὁ Πρόεδρος κριτὴς τῶν νοημάτων τῆς ἐρωτήσεως, μὲ κριτήριον τὴν ἔννοιαν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, τοῦ ἀπρεποῦς, ἐν τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ. Ἐρχόμεθα, ἑπομένως, μὲ τὴν ὀρθὴν αὐτὴν τοποθέτησιν, εἰς τὴν ἀναγνώρισιν ἑνὸς δικαιώματος τοῦ Προέδρου, νὰ ἀσκῇ μὲ ἓν θεωρητικὸν κριτήριον μίαν διακριτικὴν εὐχέρειαν ὡς πρὸς τὰς ἐρωτήσεις.
§86Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Γίνεται τώρα μία προκριματικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ νέου Κανονισμοῦ. Βεβαίως ἡ διακριτικὴ ἐξουσία τοῦ Προέδρου πρέπει νὰ ἀσκῆται ὅταν ἡ «ἀπρέπεια» ὑπάρχῃ εἰς τὴν διατύπωσιν. Εἶναι δυνατὸν μία ἐρώτησις ἢ ἐπερώτησις νὰ καταλογίζῃ ἠθικὰς εὐθύνας εἰς ἕνα ὑπουργόν. Ἐὰν εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτῆς ὑπάρχῃ ἀπρέπεια, δὲν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν. Ἐὰν εἶναι εὐπρεπὴς ἡ διατύπωσις καὶ περιέχει τὴν ἔννοιαν τοῦ αὐστηροῦ ἐλέγχου, τοῦ καταλογισμοῦ καὶ ἠθικῆς εὐθύνης, τότε βεβαίως θὰ ἔλθῃ.
§87Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Δὲν ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ διαφωνία. Τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν περαιτέρω, εἶναι ἐὰν δικαιοῦται ὁ Πρόεδρος ἢ δὲν δικαιοῦται, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνεγνωρίσαμεν εἰς αὐτόν, μίαν διακριτικὴν εὐχέρειαν.
§88Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἦτο παράλογον νὰ ἀρνηθῶμεν στοιχειώδη διακριτικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Πρόεδρον, διότι τότε θὰ ἦτο δυνατὴ ἀναγραφὴ ἀπεριγράπτων κειμένων, θὰ ἦτο ξέφραγο ἀμπέλι. Βεβαιότατα ἔχει κατ’ ἀρχὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ὁ Πρόεδρος, τὴν ὁποίαν ὅμως πρέπει νὰ ἀσκῇ εἰς ἐντελῶς περιωρισμένην περιοχήν, ὅπως τὴν προσδιωρίσαμεν, δεδομένου ἄλλωστε, ὅτι δὲν εἶναι ὑπερκομματικὸς Πρόεδρος, ἀλλὰ ἡ ἐκλογή του εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα.
§89Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἑπομένως, μὲ αὐτὸ τὸ κριτήριον ὑποβληθῇ ἐρώτησις ἡ ὁποία καθάπτεται τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως ὄχι κἂν τοῦ ἐλεγχομένου προσώπου, ἀλλὰ προσώπου εὑρισκομένου εἰς συγγενικὴν ἢ φιλικὴν σχέσιν μαζί του, ἐγώ, νομίζω, ὅτι ἔχει ὁ Πρόεδρος τὸ δικαίωμα νὰ θεωρήσῃ τὴν ἐρώτησιν ὡς ἐξερχομένην τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀσκῶν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐγγραφὴν μιᾶς τοιαύτης ἐρωτήσεως. Κίνδυνος ἐκ τούτου δὲν ὑπάρχει διὰ τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἀνέπτυξαν οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι. Ἐὰν ἀπαγορεύσητε μίαν τοιαύτην ἐρώτησιν, ὑπάρχουν πολλοὶ ἄλλοι δρόμοι διὰ τῶν ὁποίων ἡ ἐρώτησις αὐτὴ θὰ ἔλθῃ. Αὐτό, ὅμως, δὲν εἶναι ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Κανονισμὸς καὶ αὐτὴν συζητοῦμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἤθελα δὲ εἰδικῶς, ἐπειδὴ ἐφθάσαμεν εἰς τὰ θέματα τὰ εἰδικώτερα, νὰ εἴπω καὶ πάλιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησα νὰ ἐξηγήσω διακόπτων τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν ἔγινα ἀντιληπτός. Εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ζαννῆ ἐζητήθησαν ἔγγραφα. Ἀπήντησεν ὁ κ. ὑπουργὸς βάσει τοῦ ἄρθρου 51, ὅτι ἔγγραφα δὲν ὑπάρχουν. Τί ἔκαμε; Παρέσχε σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα; Βάσει τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 51 προτάσσεται ἐπερώτησις βουλευτοῦ, διὰ μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων, μόνον ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἄρνησις καταθέσεως ἐγγράφων ἢ παράλειψις πληροφοριῶν. Ἐδῶ παρέσχεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πληροφορίαν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα. Καὶ ἐρωτῶ: Πῶς ἀξιότιμοι προλαλήσαντες συνάδελφοι, ἐνῷ ἐλέγχουν σήμερον τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἐνέγραψε τὴν ἐπερώτησιν Μπρεδήμα, διότι ἤλεγξε τὸ κείμενον καὶ εἶπεν, ὅτι αὐτὸ τὸ κείμενον δὲν ἐμπίπτει εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 46, ἔκριναν ὅτι εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραλάβουν τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Ἀβέρωφ νὰ τοῦ εἴπῃ, τὴν δήλωσίν σου τὴν κρίνω ἐγώ, ὡς ἔχων τὴν διακριτικὴν εὐχέρειαν νὰ κρίνω, ὅτι ἡ πληροφορία τὴν ὁποίαν δίδεις εἶναι ἀνακριβὴς καὶ δι’ αὐτὸ θεωρῶ, ὅτι δὲν ἐδώσατε πληροφορίας κατὰ τὸ ἄρθρον 51;
§90Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἐπιτρέπετε ἐπειδὴ εἰς ἐμὲ τὸ εἴπατε αὐτό. Ἀντιθέτως τοῦ προσάπτομεν, ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἤλεγξε τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. ὑπουργοῦ, συνεφώνησε μὲ τὸ περιεχόμενον καὶ δὲν ἔγραψε πάλιν τὴν ἐπερώτησιν.
§91Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐνῷ ἐκεῖ ἠθέλατε νὰ τὸ ἐλέγξῃ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς καὶ νὰ ἐγγράψῃ τὴν ἐπερώτησιν, ἐδῶ δὲν τὸ θέλετε αὐτό.
§92Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ τὸ διαβιβάσῃ εἰς τὸν βουλευτὴν καὶ νὰ ἐγγράψῃ τὴν ἐπερώτησίν του, διότι ὁ βουλευτὴς τὸ ἐλέγχει καὶ ὄχι ὁ Πρόεδρος:
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις αὐτὴ ἔχει ἐγγραφῆ.
§94Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Νὰ τὴν ἐγγράψῃ ὡς ἐπερώτησιν ναί, ὄχι ὅμως προτεταγμένην διὰ μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων.
§95Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει εἰς τὸ ἄρθρον 50 «Ὁ ὑποβάλλων........ (ἀναγινώσκει)........».
§96Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Καὶ ποιὸς ἠρνήθη τὴν ἐγγραφήν; Ἐδῶ ἠλέγχθη ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διότι δὲν προέταξε βάσει τοῦ ἄρθρου 51 τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ζαννῆ διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων, ὄχι διότι δὲν ἐνεγράφη ἡ ἐπερώτησις. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἠλέγχθη καὶ κακῶς ἠλέγχθη.
§97Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς τὸ λέγει ρητῶς εἰς τὸ ἄρθρον 51. Ὁ βουλευτὴς καταθέτει τὴν ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Ζαννῆς εἶπεν, ὅτι δὲν εὑρίσκει ἐπαρκῆ τὴν ἀπάντησιν καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 51 νὰ τὴν ἐγγράψητε. Ἐλέγχομεν τὸν Πρόεδρον διότι καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν, ἠρνήθη τὴν ἐγγραφήν.
§98Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Νὰ τὴν ἐγγράψῃ ὡς προτεταγμένην;
§99Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§100Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ὄχι.
§101Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ βουλευτὴς τὸ ἐζήτησεν αὐτό.
§102Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐλέγχετε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἀνέγραψε τὴν ἐπερώτησιν ὡς προτεταγμένην. Βάσει ποίας διατάξεως θὰ τὴν ἀνέγραφε; Βάσει τοῦ ἄρθρου 51. Ὁ κ. Σ. Στεφανόπουλος, λέγει, ὅτι ὅταν ζητῇ ὁ βουλευτής, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 51 τὴν ἐγγραφὴν καὶ τοῦ τὸ ἠρνήθη. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα αὐτό. Ὁ βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταθέσῃ ἐπερώτησιν.
§103Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ καταθέσῃ τὴν ἐπερώτησιν καὶ χωρὶς νὰ ὑπῆρχεν ἡ περίπτωσις αὐτή.
§104Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 50 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζει «ὁ ὑποβάλλων... ..... (ἀναγινώσκει).........». Εἰς τὸ ἑπόμενον δὲ ἄρθρον διαχωρίζει, ἀπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας ἐπιβεβαιοῦται τὸ δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ πρὸς κατάθεσιν τῆς ἐπερωτήσεως, δύο εἰδικὰς καὶ περὶ τούτων ὁρίζει τὸ βʹ ἐδάφιον· «ἐπερωτήσεις βουλευτῶν διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων ἢ τὴν παράλειψιν τῆς παροχῆς πληροφοριῶν ὑπὸ ὑπουργῶν ἐντὸς ἓξ ἡμερῶν συζητοῦνται ὡς πρῶτον θέμα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως», δηλαδή, ἐγγράφονται κατὰ προτίμησιν. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι περίεργον, ἀφοῦ ὅλοι κρατεῖτε τὸ κείμενον εἰς τὰς χεῖρας σας, πῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἀναφέρει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 50 διαφόρους περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς διατυπώνει τὴν ἐπερώτησίν του. Ὁρίζει ἐπὶ λέξει· «βουλευτὴς ὑποβάλλων ἐρώτησιν ἢ αἴτησιν περὶ καταθέσεως ἐγγράφων, ἢ ἀναφοράν, ἢ συστήσας ἐνέργειάν τινα ἐπὶ ἀνακοινωθείσης ἀναφορᾶς, ἐὰν δὲν εὗρε τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ πληροφορίας ἢ τὰς δηλώσεις τούτου ἐπαρκεῖς, προβαίνει εἰς τὴν κατάθεσιν ἐπερωτήσεως κατὰ τὰ ὁριζόμενα εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον 51 ὁρίζει εἰδικῶς πότε ἡ ἐπερώτησις προτάσσεται. Καὶ δὲν λέγει, ὅτι προτάσσεται εἰς πάσας τὰς περιπτώσεις περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 51. Τὸ ἄρθρον 51 δὲν ἀναφέρεται εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 50. Κύριοι συνάδελφοι, διατὶ ἀποφεύγομεν τὸν κόπον τῆς ἁπλῆς μελέτης τῶν δύο κειμένων. Ἄλλη εἶναι ἡ διατύπωσις τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 50 καὶ ἄλλη ἡ διατύπωσις τῆς 2ας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 51.
§105Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἀπορῶ καὶ ἐγὼ πῶς ἐπιμένετε; Ἡ ἔννοια εἶναι σαφής.
§106Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἐμὲ ἐκπλήσσει ἡ ἐφεύρεσις ἀντιφάσεως τὴν ὁποίαν δὲν κατορθώνω νὰ ἐννοήσω, ἐνῷ συνήθως δύναμαι νὰ σᾶς ἐννοῶ..... Τὸ θέμα περὶ τοῦ ὁποίου μαχόμεθα ἔγκειται εἰς τὸ ἑξῆς: Ἀναγράφει ὁ Κανονισμός, ὅτι: «ἐπερωτήσεις βουλευτῶν διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων ἢ τὴν παράλειψιν τῆς παροχῆς πληροφοριῶν ὑπὸ ὑπουργῶν ἐντὸς 6 ἡμερῶν συζητοῦνται ὡς πρῶτον θέμα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως». Ἑπομένως, ἐὰν δὲν κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα ἢ ἐὰν δὲν παρασχεθοῦν πληροφορίαι. Πληροφορίαι παρεσχέθησαν. Περὶ τοῦ δευτέρου ἑπομένως δὲν πρόκειται. Παρεσχέθησαν πληροφορίαι. Καὶ μάλιστα μηδενικαί. (Χειροκροτήματα). Μένει τὸ πρῶτον, ἡ μὴ κατάθεσις ἐγγράφων. Καὶ ἔρχεται ἡ διακριτικὴ ἐξουσία τοῦ ἐπερωτῶντος βουλευτοῦ νὰ κρίνῃ αὐτός, ἐὰν ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων τερματίζει, ἢ ὄχι τὸ θέμα. Ἐὰν ὁ βουλευτής, ἀσκῶν τὴν διακριτικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν, κρίνῃ, ὅτι δὲν τὸν πείθει ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ, διότι ἐνδεχομένως ὑπάρχουν ἔγγραφα ἢ σημειώσεις, καὶ δὲν κατατίθενται, τότε δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του. Αὐτὸ εἶναι ὅλο.
§107Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἀπορῶ διὰ τὴν διδομένην ἑρμηνείαν, διότι τὸ κείμενον εἶναι σαφές. Δύο εἶναι αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δικαιοῦται ὁ βουλευτὴς νὰ καταθέσῃ ἐπερώτησιν προτεταγμένην κατὰ τὸ ἄρθρον 51.
§108Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θεωρῶ δυστύχημα τὴν διαφωνίαν μας, διότι τελικῶς θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἕνας ἐκ τῶν δύο δὲν ἐννοεῖ. Καὶ τὰ δύο μοῦ εἶναι δυσάρεστα. (Χειροκροτήματα).
§109Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχουν ἐσφαλμέναι ἀντιλήψεις εἰς τὴν ἑρμηνείαν ἀπὸ κἄποιαν πλευράν.
§110Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὁμολογῶ, μὲ τὴν ἄδειαν καὶ τοῦ ρήτορος, ὅτι εἶναι τόσον σαφὴς καὶ τόσον διάφορος ἡ διατύπωσις τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 51 ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 50, ὥστε εἶναι περίεργον, πῶς ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκτείνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰς διατάξεις.
§111Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγώ, δὲν ἐπεκαλέσθην τὸ ἄρθρον 50. Τὸ ἠγνόησα.
§112Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν τὸ ἠγνοήσατε καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἀγνοήσητε. Τὸ ἐπεκαλέσθητε πρῶτον. Ὅταν ἐπεκαλέσθητε τὸν Κανονισμὸν ἀνεφέρθητε κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 50.
§113Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Λάθος. Ἠγνόησα τὸ ἄρθρον 50.
§114Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, πέραν αὐτοῦ, εἶναι περίεργον πῶς ὁ Κανονισμός, κατὰ τὸν σεβαστὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος, ἀναγνωρίζει δικαίωμα εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκτιμήσεως καὶ κρίσεως, ἐὰν δηλαδὴ τὸν ἱκανοποιῇ ἢ ὄχι ἡ ἀπάντησις ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἐὰν εἶναι σύμφωνος, ἢ ὄχι μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὲν ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Σώματος. Αὐτὸ ἀποβαίνει ἐντελῶς παράδοξον. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Κύριοι συνάδελφοι, νομίζετε, ὅτι χρειάζεται ἡ συναυλία αὐτὴ διὰ νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα; Κύριε Πρόεδρε, εἴπατε προηγουμένως, ὅτι βάσει τῆς διατάξεως «ἐπερωτήσεις βουλευτῶν διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων ἢ τὴν παράλειψιν τῆς παροχῆς πληροφοριῶν....» ὁδηγοῦν εἰς κατάθεσιν ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία προτιμᾶται κατὰ τὸν Κανονισμόν. Καὶ διὰ νὰ δώσητε καὶ τὴν διέξοδον, εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς γραμματικῆς διατυπώσεως εἴπατε, ὅτι ὁ βουλευτὴς θὰ κρίνῃ καὶ θὰ εἴπῃ, δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ, ἢ ἀμφισβητῶ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς δηλώσεως τοῦ ὑπουργοῦ περὶ τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα. Ἀναγνωρίζομεν λοιπὸν εἰς τὸν βουλευτὴν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ διὰ νὰ διατυπώσῃ ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία θὰ προταχθῇ. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει εἶναι τοῦτο: Ἐὰν εἰς τὴν περίπτωσιν ἀμφισβητήσεως ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ τῆς εἰλικρινείας τῆς δοθείσης ἀπαντήσεως τοῦ ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα, ἡ ἀσκηθεῖσα ἐπερώτησις προτάσσεται κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἄρθρου 51, διότι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἠρνήθη τὴν κατάθεσιν, ἀλλὰ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα. Καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς ἀπαντήσεως ἀμφισβητεῖ ἐνδεχομένως ὁ ἐπερωτῶν.
§115Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ βουλευτὴς ἀσκεῖ ἔλεγχον καὶ ὄχι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Κύριε Ὑπουργέ, αὐτὴν τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ἔχουν οἱ βουλευταὶ νὰ κρίνουν, ἐὰν αἱ ἀπαντήσεις τῶν ὑπουργῶν τοὺς ἱκανοποιοῦν. Δὲν εἶναι ὑπόθεσις τοῦ Προεδρείου νὰ κρίνῃ ἐὰν τὸν ἱκανοποιοῦν ἢ ὄχι.
§116Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐὰν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ ἄποψις αὐτή, θὰ παρείχετο τὸ δικαίωμα μιᾶς εὐρείας καταχρήσεως ἐξουσίας συνεχοῦς. Διότι κάθε φορὰν ὁ ἐλέγχων, διὰ νὰ προτάξῃ τὴν ἐπερώτησιν, θὰ λέγῃ ἁπλῶς καὶ μόνον δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ ἡ ἀπάντησις ἢ δὲν ἔχω τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα θέλω. Εἶναι τελείως ἀπαράδεκτος ἡ ἑρμηνεία αὐτή.
§117Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ λάβω θέσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἀσαφής, δὲν εἶναι καλὰ συντεταγμένος. Πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, δυσχεραινόμεθα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ ἤθελα νὰ κάμω μίαν δήλωσιν, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος, ὅτι ἀφ’ ἧς ἐπανελάβομεν τὰς ἐργασίας μας, ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος περιωρίσθη μόνον εἰς τὰς προτεταγμένας ἐπερωτήσεις δυνάμει τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ.
§118Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τῆς Κυβερνήσεως τὴν προσοχὴν νὰ ἐπιστήσετε.
§119Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ὁ τακτικὸς ἔλεγχος δὲν γίνεται. Ἐπερωτήσεις δὲν συζητοῦνται. Ὀφείλω ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος. Ποῦ πηγαίνομεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Μὲ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν δίδετε, ὅτι εἶναι μόνον εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν μόνον τοῦ βουλευτοῦ, θὰ καταντήσῃ, ὅπως μοῦ εἶπε πρὸ ὀλίγου κἄποιος, οἱ νομοταγεῖς βουλευταὶ νὰ μὴ βλέπουν ποτὲ τὰς ἐπερωτήσεις των συζητουμένας. Δὲν θέλω, νὰ ἀντιδικήσω μὲ ὑμᾶς, τὸ ἀξίωμά μου, ἐπιβάλλει νὰ εἶμαι προσεκτικὸς καὶ λεπτός. Θέτω ὅμως τὸ ζήτημα διὰ τὸν Κανονισμόν. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ ἔχωμεν διαρκῶς προτεταγμένας ἐπερωτήσεις αἱ δὲ ἄλλαι ἐπερωτήσεις δὲν θὰ συζητοῦνται.
§120Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε τοῦ Σώματος. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διαφωνήσω μαζύ σας. Ἡ ἔννοια τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφεστάτη. Ἡ ἔννοια τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς ἀσκεῖ τὸν ἔλεγχόν του καὶ ἔχει μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους συναδέλφους του ἴσα δικαιώματα, ἡ ἐπερώτησίς του νὰ κατατάσσεται μὲ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της. Ἐὰν ὅμως κατ’ ἐξαίρεσιν ζητήσῃ ἔγγραφα ἢ πληροφορίας καὶ δὲν τοῦ δοθοῦν, τότε παρέχει μίαν ἐξαιρετικὴν ἐξουσίαν, ἓν ἐξαιρετικὸν προνόμιον εἰς τὸν βουλευτήν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔλαβε ἢ πληροφορίας ἢ ἔγγραφα, νὰ προτάξῃ τὴν ἐπερώτησίν του εἰς βάρος τῶν ἐπερωτήσεων τῶν ἄλλων συναδέλφων. Ἔρχονται λοιπὸν τώρα καὶ λέγουν ὡρισμένοι τῶν ἀγορητῶν, ὅτι θὰ κρίνῃ ὁ ἴδιος ὁ ἐπερωτῶν, ἐὰν τὸν ἱκανοποιῇ ἡ ἀπάντησις, ὅτι δὲν ὑπάρχουν πληροφορίαι, ἢ ὅτι αἱ πληροφορίαι εἶναι ἀσαφεῖς ἢ ἀνεπαρκεῖς ἢ ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν κατετέθησαν, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεως. Θὰ γίνῃ αὐτὸς κριτής, αὐτὸς πλέον θὰ ρυθμίζῃ τὴν τάξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Φαντάζεσθε εἰς ποίαν κατάχρησιν θὰ ἐφθάναμε, ἐὰν ἀφήναμε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον νὰ εἶναι εἷς ἕκαστος κριτὴς τῆς τάξεως τῆς ἐπερωτήσεώς του. Διότι ἡ ἔννοια εἶναι μία καὶ μόνη, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἔχει τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα, ὅταν δὲν τοῦ δίδωνται ἔγγραφα, κατὰ τὴν κρίσιν του ἱκανοποιητικά, νὰ κάνῃ ἐπερώτησιν, ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν νὰ τὴν προτάξῃ εἰς βάρος τῶν ἐπερωτήσεων τῶν ἄλλων συναδέλφων του.
§121Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς ἀπαντήσῃ, σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνείαν σας, ὅτι δὲν ἔχει πληροφορίας νὰ σᾶς παράσχῃ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θὰ γίνῃ;
§122Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Αὐτὸ εἶναι ἄρνησις.
§123Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὑπάρχει ἐκ τῶν πραγμάτων ἡ δυνατότης τῆς ὑπεκφυγῆς τοῦ ὑπουργοῦ. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι δὲν ἔχει ἔγγραφα ἢ δὲν ἔχει πληροφορίας ὁ βουλευτὴς ὁ ἐρωτῶν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὴν τὴν ἄρνησιν, τὴν κωλυσιεργίαν, τὴν ἀντικοινοβουλευτικὴν τακτικὴν ἑνὸς ὑπουργοῦ, νὰ ἀντιτάξῃ τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀπολύτως σαφὲς καὶ δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατὶ ἐπιμένετε εἰς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα.
§124Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Θεωρητικῶς ἡ ἀπάντησις αὐτὴ ἔχει μίαν προϋπόθεσιν, ὅτι πλὴν τῶν προτεταγμένων ἐπερωτήσεων, ἐπερωτήσεις ἄλλαι δὲν συζητοῦνται. Παίρνετε αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐσφαλμένη. Παρέχεται ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν ἡ εὐχέρεια νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν ἀμέσως καὶ ἠμπορεῖ διὰ τοῦ Σώματος νὰ ἐπιτύχῃ τὴν πρόταξιν, ἀλλὰ δὲν τοῦ παρέχεται ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ πρόταξις. Δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἀπὸ πουθενά.
§125Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐκ τοῦ Σώματος, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἐδῶ ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν. Ἡ πρόταξις μιᾶς ἐπερωτήσεως δὲν εἶναι δυνατή, ἂν δὲν συμφωνήσῃ ἡ πλειοψηφία. Ὅταν λοιπὸν ὑπάρχῃ παράβασις κοινοβουλευτική, δεοντολογική, ὅπως εἶναι ἡ μὴ παροχὴ ἐγγράφων ἢ ἡ μὴ παροχὴ πληροφοριῶν, δὲν ἠμπορεῖ ὁ ἔλεγχος νὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὴν συμφωνίαν διὰ τὴν πρόταξιν τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, ὅτι ἐγγράφονται κατὰ προτεραιότητα. Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ Κοινοβουλευτικὴ οὐσία τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε.
§126Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Δὲν ἐγγράφεται τότε, διότι πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ κατάχρησις τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐξ ἴσου πιθανὸν εἶναι νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ κατάχρησις τοῦ βουλευτοῦ, καὶ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι ἀνίσχυρον, δοθέντος, ὅτι καὶ τὸ ἀντίστροφον εἶναι τοὐλάχιστον ἐξ ἴσου ἰσχυρόν. Τὸ θέμα εἶναι τί ἤθελεν ὁ Κανονισμός. Ἤθελεν ὁ Κανονισμὸς νὰ προφυλάξῃ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον ἀπὸ τὴν κατάχρησιν προτάξεων βάσει τοῦ ἄρθρου 51 ἢ ἤθελε νὰ προφυλάξῃ ἀπὸ τὴν κατάχρησιν καὶ τὴν ἄρνησιν τῶν ὑπουργῶν; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα.
§127Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ νὰ ὑποστῇ ἡ ἀντιπολίτευσις τὰς συνεπείας τῆς ἰδικῆς της ἀδυναμίας, ἢ τῶν ἰδικῶν της σφαλμάτων, εἶναι ἠθικὸν καὶ εἶναι ἐπὶ τέλους καὶ δίκαιον, ἀλλὰ τὸ νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῶν κυβερνητικῶν ἀτασθαλιῶν καὶ τῆς κυβερνητικῆς πλειοψηφίας ἡ ὁποία θὰ τὰς καλύψῃ, εἶναι κοινοβουλευτικῶς ἀπαράδεκτον.
§128Δ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ματαιοπονοῦμεν χωρὶς λόγον σήμερον, διότι ἐφ’ ὅσον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας πρόκειται νὰ ἔλθῃ ὁ νέος Κανονισμός, ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν τότε ὅλα αὐτά. Ὁ Κανονισμὸς τὸν ὁποῖον ἔχομεν, ἐφαρμόζεται ἀπὸ ἡμίσεος καὶ πλέον αἰῶνος, χωρὶς νὰ γίνωνται αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε. Τὸ ἄρθρον 51 λέγει, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν νὰ κρίνῃ πότε εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ πότε δὲν εἶναι, καὶ ἂν κρίνῃ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ νὰ κάνῃ ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία θὰ προταχθῇ. Αὐτὸ νοεῖται μέχρι σήμερον.
§129Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελα νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ὁ Κανονισμὸς προσδιορίζει εἰς ποίας αἰτίας δὲν κατατίθενται τὰ ἔγγραφα καὶ λέγει ὅταν δὲν κατατίθενται λόγῳ κακῆς θελήσεως, τότε προτάσσεται ἡ ἐπερώτησις; Καὶ ὅταν δὲν κατατίθενται, διότι λέγει ὁ ὑπουργός, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα τότε δὲν προτάσσεται; Δὲν γίνεται αὐτὴ ἡ διάκρισις.
§130Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι ἂν ἀρνῆται ὁ ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα, ἢ δὲν παρέχει πληροφορίας, δηλαδὴ ἐξηγήσεις, διατὶ δὲν τὰ καταθέτει, τότε ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ βουλευτὴς νὰ προτάξῃ τὴν ἐπερώτησιν. Εἰς τὰς ἄλλας περιπτώσεις ἡ ἐπερώτησις θὰ πάρῃ τὴν σειράν της. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς τὸ θέμα. Ἐδημιουργήθη ἐνώπιον τοῦ Σώματος ἕνα ζήτημα ἀφορῶν τὸ Προεδρεῖον, τὸ Προεδρεῖον ἠλέγχθη διὰ τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Ζαννῆ, ἠλέγχθη, ἐπίσης, χθές, διότι παρέλειψε νὰ ἐγγράψῃ τὴν ἐπερώτησιν, τοῦ κ. Μπρεδήμα. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι θὰ ἦτο εὐτύχημα, μετὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ Προεδρείου νὰ ἐγγράψῃ τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Μπρεδήμα, νὰ συνέχιζε τὸ Σῶμα χωρὶς διαμαρτυρίας τὴν πορείαν τῶν ἐργασιῶν του. Ἡ χθεσινὴ συζήτησις ἀπετέλεσε τὴν καλλιτέραν ἀπόδειξιν, ὅτι ὀφείλει νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον διὰ τοῦ μέλλοντος Κανονισμοῦ, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δικαίωμα νὰ σταματᾷ ὡρισμένας ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι καταβιβάζουν τὸ κοινοβουλευτικὸν ἐπίπεδον, δικαίωμα τὸ ὁποῖον καθ’ ἡμᾶς ἔχει καὶ διὰ τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Ζαννῆ, νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἐνήργησεν ἐπίσης ἐν ἀπολύτῳ συμφωνίᾳ καὶ πρὸς τὸ γράμμα καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ. (Χειροκροτήματα).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ζαννῆς ἔχει τὸν λόγον.
§132Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀρθρογραφία ὡρισμένης μερίδος τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Τύπου, ὡς τῆς «Ἐλευθερίας» καὶ τῆς «Ἑστίας» ἐφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου αἱ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεφύησαν εἰς τὰς μικτὰς ἐπιτροπὰς Λευκωσίας καὶ Λονδίνου, μὲ ἤγαγον εἰς τὸ νὰ ὑποβάλω τὸ αἴτημα τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων. Δὲν ἦτο ἕωλον τὸ αἴτημά μου. Ἔλαβον μίαν ἀπάντησιν ἀμίμητον —ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ἐπερώτησίς μου θὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα εὐρύτερον— ἔλαβον τὴν ἀμίμητον ἀπάντησιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα, καίτοι δὲν ἐτηρήθησαν πρακτικά, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπεκαλέσθη τὴν ὕπαρξιν πρακτικῶν.
§133Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Καὶ ἐδόθη τότε ἡ ἐξήγησις ὅτι πρόκειται περὶ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἐτήρησεν ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις ἐν Λονδίνῳ.
§134Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, λυποῦμαι πάρα πολύ, ὅτι ἀναλαμβάνετε αὐτὸ τὸ βάρος. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐτηρήθησαν πρακτικὰ εἰς τὴν διάσκεψιν τοῦ Λονδίνου, διάσκεψιν ἀνωτάτου ἐπιπέδου, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχον Μεντερές, Καραμανλῆς καὶ Μὰκ Μίλλαν; Ὅταν γνωρίζωμεν πόσον τυπικοὶ εἶναι οἱ Ἄγγλοι, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐτηρήθησαν πρακτικά, ἰδίως δι’ ἡμᾶς τοὺς περισσότερον ἐνδιαφερομένους, τοὺς Ἕλληνας καὶ τοὺς Τούρκους;
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζαννῆ, αὐτὸ δὲν εἶναι θέμα Κανονισμοῦ, εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.
§136Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ὑπεύθυνος εἶναι ὁ κ. ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔθιξε τὴν οὐσίαν. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸν Κανονισμόν. Ὑπέβαλον, λοιπόν, τὴν αἴτησιν καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, θεωρήσας δὲ ἀρνητικὴν τὴν ἀπάντησιν, τὴν μετέτρεψα εἰς ἐπερώτησιν. Καὶ ἐδῶ ἔχομεν ὅλα τὰ τεκμήρια τοῦ τελείου ἐγκλήματος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§137Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Περὶ ἐγκλημάτων ἐδῶ δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν, ἔστω καὶ ἀλληγορικῶν.
§138Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ἀλληγορικῶς.
§139Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Νομίζω, ὅτι κάποια ἄλλη κοινοβουλευτικὴ ἔκφρασις πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ.
§140Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Μετέβην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κ. Προέδρου καὶ ἠρώτησα, τί γίνεται ἡ ἐπερώτησίς μου καὶ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι προτάσσεται καὶ μείνετε ἥσυχος. Ὅταν πληροφοροῦμαι ἀπὸ ἄλλο μέλος τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς σου δὲν προτάσσεται, ὅτι σοῦ εἶπον αὐτό, ἀλλὰ δὲν γίνεται καὶ ὅταν δημοσιευθοῦν τὰ πρακτικὰ δὲν θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἔτσι ἔγινε. Μένει, κύριοι, ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὑπῆρχεν ἐπικαιρότης, ὅταν ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν πρακτικῶν, διότι τότε διεξήγοντο αἱ συζητήσεις εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς τοῦ Λονδίνου καὶ τῆς Λευκωσίας, ὅπου ὑπῆρχον βαθεῖαι διαφωνίαι. Ὁ κ. ὑπουργὸς μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ σᾶς δώσω, παρὰ μόνον τὰς συμβάσεις. Ἐὰν τὰ κείμενα τῶν συμβάσεων ἦσαν ἐπαρκῆ, διὰ ποῖον λόγον ἀπὸ ἑξαμήνου ὁ κ. Θεμ. Τσάτσος συζητεῖ εἰς τὴν Λευκωσίαν, ὡς καὶ ἡ ἄλλη Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ Λονδῖνον;
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάλιν εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν καὶ φεύγετε ἀπὸ τὸν Κανονισμόν.
§142Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριοι, ἐπανέρχομαι. Ὁ Μακάριος ἐξελέγη Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας καὶ δὲν γνωρίζει τὰ δικαιώματά του. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ποίας ὑποχρεώσεις ἀνέλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἠξίωσα νὰ προταχθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιτέλους καὶ νὰ ἀποδειχθῇ πότε ψεύδεται.
§143Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σεῖς δημοκοπεῖτε ἀκόμη.
§144Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ζητῶ νὰ προταχθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχουν πράγματι, πρακτικά, ὁπότε ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει τὴν ἀλήθειαν ἢ ὅτι ὑπάρχουν πρακτικά, ὁπότε ὁ κ. ὑπουργὸς ψεύδεται, ἀποκρύψας ταῦτα εἰς βάρος ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Ἔθνους.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἔληξε τὸ θέμα, κύριοι συνάδελφοι, καὶ νὰ κηρύξωμεν περαιωμένην τὴν συζήτησιν.
§146Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πλὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὰ γνωρίζει καλῶς ὁ Λαὸς τῆς Μεγαλονήσου, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς προχθεσινῆς του ἐτυμηγορίας προσεπικύρωσεν ἀνεπιφυλάκτως τὰς συμφωνίας καὶ ἀποτελεῖ μωρίαν νὰ πιστεύεται πλέον, ὅτι ἀπομένει περιθώριον συνεχίσεως τῆς δημοκοπίας.
§147Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν καὶ προηγουμένως νὰ ἀναγνώσω αὐτὰ τὰ δύο κείμενα, τῆς παραγράφου τοῦ ἄρθρου 50 καὶ τῆς παραγράφου τοῦ ἄρθρου 51. Καὶ μόνη ἡ ἀνάγνωσις τῶν δύο κειμένων πείθει περὶ τῆς ἀληθοῦς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο διατάξεων. Ὑποστηρίζεται, καὶ ὑπεστηρίχθη καὶ ἀπὸ τὸν ἀποχωρήσαντα κ. Πρόεδρον τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ὅτι κατὰ τὴν διατύπωσιν τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 51 εἰς πᾶσαν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς του, δύναται νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἡ δοθεῖσα ἀπάντησις δὲν ἀποτελεῖ πράγματι ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς του καὶ θεωρῶν, ὅτι δὲν ἐδόθη ἡ ὀφειλομένη ἀπάντησις καὶ προερχόμενος εἰς τὴν κατάθεσιν ἐπερωτήσεως, δικαιοῦται νὰ ἀξιώσῃ τὴν πρόταξιν αὐτῆς κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, πέραν τῆς διαφορᾶς τῆς γραμματικῆς διατυπώσεως καὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τῆς διατάξεως καθιεροῦται ὁ κανών, ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ προηγηθῇ ἡ κατάθεσις μιᾶς ἀναφορᾶς, μιᾶς αἰτήσεως παροχῆς πληροφοριῶν, μιᾶς αἰτήσεως καταθέσεως ἐγγράφων ἀνεξαρτήτως τῆς ἀπαντήσεως, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ, ἀκόμη καὶ εἰς περίπτωσιν παροχῆς ἀπαντήσεως, καὶ ἀνεξαρτήτως λέγω, τῆς ἀπαντήσεως ἡ ὁποία θὰ δοθῇ, ὁ βουλευτὴς καταθέτει τὴν ἐπερώτησιν καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ τὴν πρόταξιν τῆς ἐπερωτήσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Συντάγματος, ἀρκεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ δοθεῖσα ἀπάντησις δὲν ἀποτελεῖ ἀπάντησιν. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ μόνη ἡ συνέπεια αὕτη τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 51, πείθει πόσον ἀστήρικτος καὶ πόσον ἀβάσιμος εἶναι ἡ ὑποστηριζομένη ἄποψις. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὸν βουλευτήν — δὲν χρειάζεται ὁ βουλευτὴς νὰ εἶναι εὐφυὴς — τὸ δικαίωμα νὰ προτάξῃ πάντοτε τὴν ἐπερώτησίν του, ἐὰν προηγηθῇ ἁπλῶς ἐρώτησις περὶ τοῦ ἂν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο καὶ προστεθῇ, ὅτι ἡ δοθεῖσα ἀπάντησις δὲν συνιστᾷ τὴν ἔννοιαν τῆς παροχῆς τῶν ζητουμένων πληροφοριῶν, δι’ ὃ καὶ κατατίθεται ἐπερώτησις τοῦ αὐτοῦ κατὰ βάσιν περιεχομένου. Ἐὰν αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 51, τότε, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξύ μας. Περαιτέρω, κύριοι συνάδελφοι, πέραν τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι δὲν χρήζει ἄλλης διευκρινίσεως, ὁρίζει τὸ ἄρθρον 46, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ καὶ αἱ ἐρωτήσεις, πρέπει νὰ σχετίζωνται μὲ δημοσίας ὑποθέσεις. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἀμφισβητεῖται παρ’ οὐδενός, ὅτι ἀποστολὴ τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ συζήτησις τῶν δημοσίων ὑποθέσεων καὶ ὅτι, πρὶν ἢ φθάσῃ τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξετασθῇ ἐὰν πράγματι ἡ ὑποβληθεῖσα ἐρώτησις ἀφορᾷ δημοσίαν ὑπόθεσιν ἢ ὄχι. Ποῖος εἶναι ἐπιφορτισμένος μὲ τὸ θέμα αὐτό; Ποῖος ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ὅπως ὀρθότατα ἀνέπτυξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ὁ ἐντολοδόχος τοῦ Σώματος, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι κατατίθεται ἐρώτησις, ἡ ὁποία λέγει: ἐρωτᾶται ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἠθοποιὸς τοῦ κινηματογράφου τοῦ Χόλλυγουντ, ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ ἀναλογία τοῦ σώματός της εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν σχέσιν μὲ τὰς ἀναλογίας τοῦ σώματος τοῦ ἀγάλματος τῆς Ἀφροδίτης καὶ παρακαλεῖται νὰ μᾶς εἴπῃ τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ. Θὰ πρέπει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐγγράψῃ τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν φέρῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὸ Σῶμα; Θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι δι’ ὑπερβολῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ τις τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν. Κύριοι συνάδελφοι, ἂς εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ὑπερβολὴ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον. Προχωρῶ εἰς ἄλλο παράδειγμα. Ἐρωτᾶται ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἀσφαλείας, ἐὰν εἶναι ἀκριβές, ὅτι εἰς τὴν τάδε οἰκίαν διεσκέδασαν ὡρισμένοι ἰδιῶται. Καὶ θὰ πρέπει ὁ Πρόεδρος νὰ ἐγγράψῃ καὶ τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§148ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§149Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἰδιῶται διεσκέδαζον εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν, χωρὶς νὰ προκληθῇ θόρυβος ἢ νὰ διαπραχθῇ ἀδίκημα καὶ παρακαλεῖται ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἀσφαλείας νὰ ἀπαντήσῃ, ἐὰν πραγματικῶς διεσκέδαζον ἢ ὄχι; Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ σοβαρότης τῶν συζητήσεων τοῦ Σώματος καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ Σώματος ἐπιβάλλουν νὰ μὴ ἔρχωνται πρὸς συζήτησιν θέματα ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον προηγουμένως καὶ ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν χθές. Καὶ πρέπει κἄποιος νὰ κρίνῃ αὐτό. Καὶ ἐντεταλμένος νὰ τὸ κρίνῃ εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀνέλεγκτος περαιτέρω ἡ κρίσις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς; Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὄχι. Εἶναι ἐντολοδόχος τοῦ Σώματος μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐντολεὺς θὰ κρίνῃ ἐὰν ὁ ἐντολοδόχος του ὀρθῶς ἤσκησε τὴν ἐμπιστευθεῖσαν εἰς αὐτόν, τὸν Πρόεδρον ἐξουσίαν. Καὶ ὀφείλει ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Σώματος καὶ διὰ τὸ γόητρον αὐτοῦ, ὀφείλει νὰ κάμῃ ἔμφρονα χρῆσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῆς ἀποστολῆς του. Καὶ πρέπει μετὰ ἐξαιρετικῆς περισκέψεως νὰ κρίνῃ πότε θὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐντολήν του καὶ νὰ μὴ ἐγγράψῃ τὴν ἐρώτησιν ὡς μὴ ἁπτομένην δημοσίας ὑποθέσεως καὶ ἀκόμη νὰ κρίνῃ ἂν καὶ κατὰ παραχώρησιν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐγγραφή, διότι γενικώτεροι λόγοι ὑπαγορεύουν τὴν ἐγγραφὴν ἔστω καὶ ἂν ἡ ἐρώτησις δὲν ἐμπίπτῃ εἰς τὴν αὐστηρὰν ἔννοιαν τῆς δημοσίας ὑποθέσεως.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, κ. Ἠλ. Τσιριμῶκος, ἔχει τὸν λόγον.
§151Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατείνομεν τὴν συζήτησιν, διότι δὲν ἀρκούμεθα νὰ ἀντιπαρατάσσωμεν γνώμας, ἀλλὰ μεταβάλλομεν καὶ τὰς γνώμας ποὺ ἐκφράζουν οἱ ἄλλοι. Οὔτε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Φιλελευθέρου κόμματος, οὔτε κανεὶς ἄλλος ὑπεστήριξεν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι πᾶσα ἐρώτησις ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν λαμβάνεται ἱκανοποιητικὴ ἀπάντησις δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς ἐπερώτησιν προτετιμημένην ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι ὁ Κανονισμός, παρέχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὴν ἐπιταγήν, εἰς περίπτωσιν μὴ καταθέσεως ἐγγράφων, ἡ ὁποία μᾶς ἀφορᾷ, νὰ γίνεται ἡ προτίμησις αὐτή. Τὸ λέγει ὁ Κανονισμός. Ἐὰν δὲν εἶναι καλὸν DE LEGE FEREUDA, ὅταν ἔλθῃ ὁ Κανονισμός, νὰ τὸ μεταβάλωμεν. Τὸ ἐρώτημα εἶναι, ἐὰν ἡ δήλωσις, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα, εἶναι ἀπάντησις ἡ ὁποία δὲν σημαίνει μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπειδή, ὅπως ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Δεσποτόπουλος, ὁ Κανονισμὸς δὲν ὁρίζει τὶ τὸ ὁποῖον νὰ διακρίνῃ κατὰ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ μὴ γίνῃ κατάθεσις ἐγγράφων, ἡ δήλωσις, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα, ἀποτελεῖ μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, προτιμᾶται ἡ ἐπερώτησις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μας, καλὴ—κακή. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ δεύτερον θέμα, δηλ. τὸ ὅτι κάποιος πρέπει νὰ κρίνῃ, ἂν πρέπει νὰ γίνῃ ἢ νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις αὐτοῦ τοῦ θέματος καί, κυρίως, συνεζητήθη τὸ μάταιον αὐτῆς τῆς ἱστορίας. Ὁ κ. Παπανδρέου προσεπάθησε νὰ δώσῃ κἄποιαν μορφὴν κἄπως μεγαλυτέραν καὶ εἶπε μερικὰ πράγματα πολὺ σωστά, ὅτι ὄχι μόνον αὐταὶ αἱ ὑπερβολαί, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πράγματα ἠμποροῦν κάλλιστα νὰ εἶναι εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου, ἡ ἀπρέπεια τῆς διατυπώσεως, ἢ ἀκόμη τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσυνάρτητον. Ὅλα αὐτά, βεβαίως, ἠμποροῦν νὰ μὴ διαβιβάζωνται εἰς τὴν Βουλήν. Ποῖον εἶναι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιμένομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ διακριτικὴ ἐξουσία; Ἡ κρίσις ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς αἰτήσεως κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορρίπτεται μία ἐρώτησις οὔτε κἂν νὰ διαβιβάζεται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐρώτησις κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Προέδρου, διότι εἰς τὴν οὐσίαν ἀπαρτίζει ἢ ἔχει δημοσίαν ὑπόθεσιν. Λέγομεν, λοιπόν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐπικινδυνωδέστατον νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον, ὄχι διότι ὁ ἴδιος δὲν θὰ κάμῃ, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν συνείδησιν τοῦ πῶς πρέπει νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν διάκρισιν, ἀλλὰ διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνοίξῃ τὸ παράθυρον τῆς κρίσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας, εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ὑπερβολάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ὁδηγήσουν εἰς γενικωτέραν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἔφερα ὡς παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόσεξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἤδη μεταξὺ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ὑπάρχει ἀντίθεσις. Ὄχι ἀντίθεσις, ἀλλὰ διαφορὰ ἐκτιμήσεως, ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς ἐρωτήσεως, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὗρεν, ὅτι ἡ ἐρώτησις ὁλόκληρος δὲν εἶχε καμμίαν θέσιν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπε διὰ τὴν 1ην καὶ 2αν παράγραφον καὶ ἐγὼ ἀπέδειξα μαθηματικῶς ὅτι ἡ 2α παράγραφος δύναται νὰ ἀποτελέσῃ θέμα ἐλέγχου ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν εἰς τὴν οὐσίαν ἦτο ἢ ὄχι ὀρθή. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ἄλλο, εἶναι, ἐὰν δεχώμεθα, ὅτι ὁ σημερινὸς Κανονισμὸς δὲν παρέχει τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ εἰσέρχεται εἰς τὴν οὐσίαν, νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν δέ, εἰς τὸν μέλλοντα Κανονισμόν, νὰ συζητήσωμεν ἂν δύναται νὰ ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ προδικασία. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις καὶ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς χρήσεως 1960. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φ. Ζαΐμης.
§153Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς παρατηρῶ ἐγγεγραμμένον ἓν κονδύλιον εἰς τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ Κεφαλαίου Γʹ. Ἡ πίστωσις αὕτη ἀφορᾷ ἐπιδόματα ἐπιτροπῶν. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κοινοβουλευτισμὸς βάλλεται καὶ διαβάλλεται καὶ ἓν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων εἶναι, ὅτι κατ’ ὁμοφωνίαν οἱ βουλευταὶ ψηφίζουν ἐπιδόματα κλπ. Αὐτὸ πρέπει νὰ σταματήσῃ καὶ οἱ βουλευταὶ θὰ πρέπει νὰ μὴ λαμβάνουν τὰ ἐπιδόματα αὐτά, ἀλλὰ νὰ περιορίζωνται εἰς τὰς ἀποζημιώσεις των. Ἔχομεν καθῆκον νὰ δώσωμεν μίαν ἀπάντησιν εἰς τὰς κατηγορίας αὐτὰς χάριν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ θὰ τὴν δώσωμεν μὲ μίαν χειρονομίαν διαγράφοντες τὴν διάταξιν αὐτὴν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς., Ἀλλ’ ὄχι μόνον αὐτό, κύριε Πρόεδρε, οἱ βουλευταὶ λαμβάνουν μίαν ἀποζημίωσιν κατὰ μῆνα. Τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα ὡς γνωστὸν δὲν εἶναι ἐπάγγελμα καὶ ἡ ἀποζημίωσις τὴν ὁποίαν λαμβάνει τοῦ δίδεται δι’ ἔξοδα κινήσεως καὶ διὰ καλυτέραν ἄσκησιν τῶν πολιτικῶν του ὑποχρεώσεων. Πέραν αὐτοῦ οἱ βουλευταὶ δὲν πρέπει νὰ λαμβάνουν ἐπιδόματα. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἡ Νομ. Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία κατήντησε νομοθετικὸν ταχυπιεστήριον, θὰ πρέπει νὰ παύσῃ νὰ ἀποτελῇ καὶ ἕνα μέσον παροχῆς ἐπιδομάτων εἰς τοὺς βουλευτάς. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πέραν ἀπὸ τοῦ νὰ συζητοῦμεν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς μίαν χειρονομίαν ὁμόφωνον καὶ νὰ ἀποδείξωμεν εἰς τὴν μᾶζαν ἡ ὁποία πάσχει ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐργάζεται καὶ κοπιάζει χωρὶς ἐπιδόματα, ἀρκούμενος εἰς τὴν ἀποζημίωσίν του. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ προτείνω τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς.
§155Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, εἶμαι ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κεφαλαίου 3 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς. Διότι, κ. Πρόεδρε, ἔχει δημιουργηθῆ ἡ ἐντύπωσις εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος δὲν λειτουργεῖ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ λαμβάνουν οἱ βουλευταὶ πρόσθετον ἀποζημίωσιν. Προτείνω λοιπὸν τὴν διαγραφὴν τῆς πιστώσεως ταύτης ἢ τὴν ἀπόδοσίν της εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεως Βουλευτῶν διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἀπομάχους τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς, τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανά των, ἡμεῖς δὲ νὰ ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκον μας, χωρὶς ἄλλην ἀποζημίωσιν καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἀποσείσωμεν καὶ τὰς κατηγορίας κατὰ τοῦ τρόπου λειτουργίας τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ γενικώτερον.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Ξενοδοχειάρης.
§157Π. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω πῶς νὰ χαρακτηρίσω τοὺς προλαλήσαντας δύο κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἀπόψε νὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι πρέπει νὰ παύσουν οἱ βουλευταὶ νὰ λαμβάνουν τὴν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ἡ ὁποία μία φορὰ τὸν χρόνον λειτουργεῖ. Νομίζω, ὅτι οἱ δύο κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἔπρεπε μὲ ἄλλα θέματα πολὺ σοβαρώτερα νὰ ἀσχοληθοῦν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς ἐγένετο δεκτὸς εἰς ἐφ’ ἅπαξ συζήτησιν ὁ προϋπολογισμὸς ἐξόδων τῆς Βουλῆς χρήσεως 1960.
§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§161Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§163Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως προηγηθῇ ἡ αʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῶν ὀργανικῶν θέσεων ἐνίων κλάδων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, τακτοποιήσεως τῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ καί τινων ἄλλων διατάξεων», ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν βεβαίως, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τοῦτο συζήτησιν, δεδομένου, ὅτι ὅλαι αἱ τροπολογίαι συνεζητήθησαν κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν.
§164Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν διὰ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡμεῖς κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν ἐζητήσαμεν περαιτέρω βελτιώσεις, δὲν ἔχομεν ὅμως ἀντίρρησιν διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§165Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε νομίζω, ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ Δικονομία τῆς συζητήσεως, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε περὶ καταπονήσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγεται τοῦτο, ὅταν οὐδέποτε ἦλθε πρὸς συζήτησιν ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἀποφεύγεται συστηματικῶς ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς οἰκονομικὰ θέματα. Θὰ πρέπει τοὐλάχιστον νὰ δοθῇ ἡ εὐχέρεια εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὰς ἀπόψεις της κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων. Ἐφ’ ὅσον αὔριον θὰ εἶναι ἡ τελευταία συνεδρίασις, θὰ πρέπει νὰ καθορίσωμεν, τί θὰ συζητηθῇ, ὥστε νὰ δοθῇ κάποια ἄνεσις εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δωδεκατημορίων. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν ὅπως διατεθῇ καὶ ἡ αὐριανὴ συνεδρίασις διὰ τὴν συζήτησιν τῶν δωδεκατημορίων ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι θὰ δοθῇ μία ἄλλη ἡμέρα διὰ Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§166Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἐζητήθη χθὲς ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους», ἀλλ’ ἀντετάχθη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο χθὲς καὶ ἀπεφασίσθη, ὅτι ἡ συζήτησις θ’ ἀρχίσῃ σήμερον μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ἀνακύψαντος θέματος τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δωδεκατημορίων», δεδομένου, ὅτι ἔχει ληφθῆ ἀπόφασις νὰ συζητηθῇ σήμερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας παρεκάλεσε νὰ προηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ συζήτησιν καὶ δὲν θὰ καθυστερήσῃ.
§167Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει δίκαιον, διότι πράγματι συνεφωνήθη νὰ συζητηθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον «περὶ δωδεκατημορίων» καὶ ἔχει δίκαιον ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῇ τοῦτο πρὸ τῶν ἑορτῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἠλιοῦ, ὅπως διατεθῇ ἡ αὐριανὴ συνεδρίασις διὰ τὸ νομοσχέδιον «περὶ δωδεκατημορίων» εἶναι ὀρθή, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ εἶναι περισσότερον ἄνετος ἡ συζήτησις. Ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις προσφέρῃ τὴν αὐριανὴν ἡμέραν, διατὶ νὰ μὴ γίνῃ τοῦτο, δεδομένου, ὅτι πρόκειται περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως;
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῶν ὀργανικῶν θέσεων ἐνίων κλάδων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, τακτοποιήσεως τῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ καί τινων ἄλλων διατάξεων». Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1;
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 2. Ὁ κ. ὑπουργὸς Γεωργίας ἔχει τὸν λόγον.
§171Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 2 γίνονται αἱ ἑξῆς διορθώσεις: «.... ........ (ἀναγινώσκει) ..........». Ἐπίσης, τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς παραγρ. 1 διορθοῦται ὡς ἑξῆς: «........ (ἀναγινώσκει) ........».
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2;
§173ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 γίνεται δεκτὸν ὡς διωρθώθη. (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3) Ἄρθρον 4. Ὁ κ. ὑπουργὸς Γεωργίας ἔχει τὸν λόγον.
§175Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ἡ παράγρ. 3 τοῦ ἄρθρου 4, διορθοῦται ὡς ἑξῆς: «.......... (ἀναγινώσκει) ..........».
§176Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν εἶχα ζητήσει τὴν διαγραφὴν τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου «διὰ νὰ μὴ ἀδικηθοῦν οἱ πτυχιούχοι πολεμισταὶ ποὺ ἔχουν διορισθῆ βάσει τοῦ νόμου 1836 καὶ πράγματι ἐδηλώσατε ὅτι θὰ κάμετε τοιαύτην διατύπωσιν, ὥστε νὰ μὴ ἀδικοῦνται οἱ πολεμισταί. Ἀπὸ τὴν διατύπωσιν προκύπτει, ὅτι μία ὁμὰς μεσογεωπόνων οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἀργότερον τὸ πτυχίον των καὶ οἱ ὁποῖοι ἕως σήμερον εὑρίσκονται εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν διορισθέντων βάσει τοῦ νόμου 1836, ἔρχονται εἰς τὸ δεξιὸν καὶ ἑπομένως θὰ προαχθοῦν ἐκεῖνοι. Θὰ παρακαλέσω νὰ δεχθῆτε τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν καὶ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν ὑπεστήριξα, νὰ προτιμηθοῦν οἱ πτυχιοῦχοι πολεμισταί, οἱ ὁποῖοι ἄλλωστε κατὰ τὸ πλεῖστον ἔχουν τύχει μετεκπαιδεύσεως καὶ ἔχουν δύο καὶ τρία διπλώματα.
§177Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπ. Γεωργίας). Θὰ πρέπει, πρῶτα–πρῶτα νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι ἡ ἐπετηρὶς τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, δὲν εἶναι ἐπίσημος καὶ ὁριστικοποιημένη, διότι οἱ πίνακες διὰ νὰ ὁριστικοποιηθοῦν πρέπει νὰ κοινοποιηθοῦν διὰ νὰ ὑπάρξῃ, δυνατότης ὑποβολῆς ἐνστάσεως ἐκ μέρους τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων. Συνεπῶς, ὁ πίναξ τὸν ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας εἶναι ἄνευ ἀξίας ὑπηρεσιακῆς. Ἡ ἐπισταμένη μελέτη τῆς πραγματικῆς καταστάσεως μᾶς πείθει, ὅτι δὲν ἀδικοῦνται οἱ πολεμισταὶ ἔναντι τῶν μετεκπαιδευθέντων γεωπόνων. Δὲν ἀδικοῦνται μάλιστα πολὺ περισσότερον μὲ τὴν διάταξιν ποὺ ἔχομεν, κατὰ τὴν ὁποίαν, αἱ ἐντάξεις καὶ γενικῶς αἱ διαβαθμίσεις, γίνονται μετὰ τὰς προαγωγὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν θέσεων τῶν προστιθεμένων διὰ τοῦ νόμου. Κατεβλήθη πᾶσα προσπάθεια νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀδικία εἰς καμμίαν τάξιν. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν τὸ ἐπέτυχα. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ ἐμελέτησα μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἴδω ποία διαφορὰ ὑπηρεσιακὴ καὶ διοικητικὴ ὑπάρχει καὶ νομίζω, ὅτι μὲ τὴν διατύπωσιν αὐτὴν πράγματι ἐγένετο ὅ,τι ἦτο δυνατὸν δικαιότερον. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἱκανοποιήσω τὴν αʹ ἢ βʹ τάξιν. Ἐὰν ἐπιμένετε ὅμως νὰ ἀρχίσωμεν συζήτησιν, νὰ τὸ ἀφήσωμεν. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ συζητήσωμεν τὰς ἀπόψεις σας, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰς συζητήσωμεν ἀπόψε, ἀλλὰ μετὰ τὰς ἑορτάς.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διακόψω τὴν συζήτησιν διότι διαμαρτύρεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§179Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν θέλω νὰ παρακωλύσω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ παρακαλέσω νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ὅσοι ἀδικοῦνται νὰ τοὺς ἱκανοποιήσετε δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 δεκτόν;
§181ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ἐπίσης ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5, 6, 7, 8 καὶ 9).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ καὶ εἰς τὸ σύνολον τὸ ὡς ἄνω σχέδιον μετὰ τὰς γενομένας φραστικὰς διορθώσεις;
§184ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν καὶ εἰς τὸ σύνολον, ὡς φραστικῶς διωρθώθη τὸ σχέδιον νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῶν ὀργανικῶν θέσεων ἐνίων κλάδων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, τακτοποιήσεως τῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ καί τινων διατάξεων». Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰδικῶν ταμείων καὶ εἰδικῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1960». Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Κ. Κορόζος ἔχει τὸν λόγον.
§186Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ εἶμαι σύντομος διότι τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον τυπικόν, προκειμένου περὶ τῆς προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου ρυθμίζεται ἡ δημοσιονομικὴ διοίκησις τῆς χώρας, ὅπως καὶ εἰς τὸ παρελθὸν λόγῳ τῆς μὴ ἐμπροθέσμου καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1960. Ἡ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναγραφομένη αἰτιολογία ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ὅτι βασικῶς ἡ καθυστέρησις ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι λόγῳ τῶν διεξαγομένων συνεννοήσεων, δὲν ἔχει ἀκόμη καθορισθῇ τὸ ὕψος τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας, τοῦτο δὲ εἶναι φυσικὸν νὰ ἐπηρεάζῃ οὐσιαστικῶς τὴν τελικὴν διαμόρφωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατόπιν τούτου παρίσταται, ὅπως καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη —διότι κατ’ ἔτος ἔχομεν τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νομοσχεδίου, ρυθμίζοντος τὴν προσωρινὴν διοίκησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους— παρίσταται ἀνάγκη καὶ ἐφέτος νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν αὐτὸν τρόπον διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, δηλαδὴ εἰς τὸν τρόπον τῶν δωδεκατημορίων. Εἰδικῶς ὅμως διὰ τὴν ἐφετεινὴν περίοδον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρει ρητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι ἡ ἐλπίς του εἶναι, ὅτι θὰ εἶναι σύντομος ὁ χρόνος τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῆς παρεχομένης βοηθείας, ὥστε δὲν ζητεῖ, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, πέραν τῶν δύο δωδεκατημορίων.
§187Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1959 ζητεῖ δύο δωδεκατημόρια;
§188Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Ζητεῖται ὁ καθορισμὸς τῶν δύο δωδεκατημορίων ὡς βάσις διὰ τὸ 1960.
§189Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὅπως τὸ εἶπεν ὁ κ. Κορόζος. Δύο δωδεκατημόρια βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1959. Ὁ περιορισμὸς τῆς διοικήσεως μόνον μὲ δύο δωδεκατημόρια, ὡς εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητής, ὑποχρεώνει τὸν ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὸ βραδύτερον ἐντὸς τοῦ Φεβρουαρίου τὸν προϋπολογισμόν. Ἀπὸ τῆς καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ νέου βεβαίως ἡ διαχείρισις θὰ γίνῃ μὲ δωδεκατημόρια τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ. Ἡ ψήφισις τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι τῆς πρωτοβουλίας τοῦ ὑπουργοῦ, εἶναι ζήτημα Βουλῆς.
§190Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν διατύπωσιν, ὅτι ζητοῦνται δωδεκατημόρια, ἐξ ὧν δύο βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1959. Διότι ἀφίνεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ζητοῦνται μόνον δύο.
§191Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Συνεπῶς, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα, νομίζω, ὅτι πρέπει —διότι δὲν χρειάζεται μεγαλυτέρα ἀνάπτυξις— κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον νὰ γίνῃ δεκτόν... Εἰς τὴν περαιτέρω συζήτησιν τῶν ἄρθρων ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§193Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ γεγονός, ὅτι ὁ σημερινὸς κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ πράγματι τόσον ἐργατικός, εὐσυνείδητος καὶ τακτικὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ καταθέσῃ ἐμπροθέσμως εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, φανερώνει, ὅτι τὸ τέρας αὐτὸ τὸ νεοελληνικόν, ὁ κρατικὸς προϋπολογισμός, δὲν δύναται νὰ τιθασευθῇ ἀπὸ καμμίαν δύναμιν καὶ τοῦτο, διότι πάσχει ὁ κρατικός μας μηχανισμός. Καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν τὸ γεγονὸς τοῦτο, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν εἶναι τι τὸ ἀσήμαντον... Εἶναι σημαντικόν, δεδομένου, ὅτι περιλαμβάνεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὁλόκληρος ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁλόκληρος ἡ οἰκονομικὴ δραστηριότης τῆς χώρας. Ἔχει ἤδη καταστῆ συνήθεια νὰ μὴ ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ κάθε Δεκέμβριον, εἰς τὰς παραμονὰς τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς διὰ τὰς ἑορτάς, νὰ κατατίθεται πρὸς ψήφισιν νομοσχέδιον, ὡς τὸ ὑπὸ συζήτησιν, τὸ ὁποῖον εἶναι κατ’ ἀντιγραφὴν τοῦ προηγουμένου, ἀλλ’ ἀντίθετον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ δὲν ἐπιτρέπει συστολὰς καὶ διαστολὰς τῶν Κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰς ὁποίας ἐν τούτοις ἐπιτρέπει τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Καὶ κατὰ τοῦτο αἱ διατάξεις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου εἶναι ἀντισυνταγματικαί. Θὰ πρέπει νὰ προσέξωμεν, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, τὸ θέμα αὐτό, τὴν κτηθεῖσαν αὐτὴν συνήθειαν, ἥτις θὰ σημάνῃ μίαν ἡμέραν τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, ποὺ θὰ εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε δὲν γνωρίζω ποῦ θὰ συγκρατηθῶμεν. Ἐνθυμοῦμαι παλαιότερον, πόσον δύσκολος ἦτο ἡ χορήγησις πιστώσεως καὶ ἑνὸς ἀκόμη χιλιοδράχμου, ἐνῷ σήμερον ὁ κάθε ὑπουργὸς ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ διαθέτῃ ἀφειδῶς καὶ μὲ σπάταλον χεῖρα χρήματα προερχόμενα ἀπὸ τὰς θυσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἀποκτηθεῖσα μεταπολεμικῶς τοιαύτη συνήθεια εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ὀφείλει νὰ μᾶς καταστήσῃ προσεκτικούς, διότι ἐὰν συνεχισθῇ νὰ πρυτανεύῃ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῶν ἀφειδῶν παροχῶν καὶ σπαταλῶν, θὰ καταλήξωμεν εἰς χρεωκοπίαν, ὁπότε ὁ κλονισμὸς τοῦ Ἔθνους θὰ εἶναι μεγάλος. Διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα καὶ ἠθέλησα νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα αὐτὰ λόγια διὰ νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ὥριμον πλέον πολιτικὸν ἄνδρα ἱκανὸν καὶ ἕτοιμον διὰ θυσίας, νὰ καθιερώσῃ τὸ παράδειγμα, ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς νὰ εἶναι ὄχι τυπικὸν ἔγγραφον, ἀλλὰ οὐσιαστικὸν τοιοῦτον καὶ νὰ ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφίζεται ἐγκαίρως διὰ νὰ γνωρίζουν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ καλῶς δαπανῶνται. Ἐὰν ἀρκούμεθα εἰς τὸ νὰ ψηφίζωμεν ἕνα τυπικὸν νομοσχέδιον καὶ ἀφήνωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν εὐχέρειαν νὰ προβαίνῃ εἰς τυπικὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν θὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς καλὸν τέλος. Διὰ τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν καὶ πάταξιν τοῦ πνεύματος τῆς σπατάλης ποὺ τελευταίως ἀνεπτύχθη εἰς τὴν χώραν θὰ πρέπει νὰ συνηθίσωμεν εἰς τὴν ἔγκαιρον κατάθεσιν καὶ ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ προβλήματος, διότι διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ μᾶς ἀπέστειλεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὁ λαὸς καὶ διότι δὲν ἀφιστάμεθα καὶ ἡμεῖς τῆς εὐθύνης, ἐὰν δὲν ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ νὰ ἐκτελῶμεν κατ’ ἔτος τὸ κύριον τοῦτο ἔργον τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι νόμος μέγας καὶ ὡς τοιοῦτος ὀφείλει νὰ ψηφίζεται κατ’ ἔτος καὶ πανηγυρικῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ λαός, ποὺ αἴρει τὰ βάρη του, ποῦ βαδίζει. Ζητῶ, λοιπόν, ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν αὐστηρὰν τήρησιν τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης ἔχει τὸν λόγον.
§195Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, στῶμεν καλῶς, ἀλλὰ στῶμεν καὶ μετὰ καταισχύνης. Τὴν τελευταίαν ἡμέραν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ὁ κ. ὑπουργὸς ἀδημονῶν ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ κλασσικοῦ νόμου περὶ δωδεκατημορίων, διότι τὴν 1ην Ἰανουαρίου, ἐφ’ ὅσον δὲν κατετέθη ὁ νέος προϋπολογισμὸς θὰ σταματήσῃ ἡ οἰκονομικὴ δραστηριότης τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἠκούσαμεν τὸν κ. ὑπουργόν, ὅταν κἄποιαν ἀντίδρασιν διετυπώσαμεν χθὲς τὸ βράδυ, καταλαμβανόμενον ὑπὸ ἱερᾶς ἀγανακτήσεως καὶ κατηγοροῦντα τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δὲν ἔχει συνείδησιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κινδύνου, ἐὰν τέλος πάντων δὲν ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος της μίαν φορὰν καὶ σπεύσῃ νὰ συγκατατεθῇ ἄνευ ἐπιφυλάξεων εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ δωδεκατημορίων. Σήμερον συζητεῖται ἓν τῶν σοβαρωτέρων θεμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ λαός μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ καὶ εἴμεθα 15 βουλευταὶ ἐνῷ εἶναι ἡ 10η μόλις μ.μ. Ἡ συζήτησις δὲ αὐτὴ εἶναι ἓν εἶδος ὑστερογράφου τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ τῶν προνομίων τοῦ Προέδρου ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν ἀποδοτικὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῇ ἡ θλῖψις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐντροπή, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κατέχῃ ὅλους μας διὰ τὴν σημερινὴν θλιβερὰν ἱεροτελεστίαν. Κύριοι βουλευταί, ἀφ’ ἧς ἔπαυσε τὸ κράτος νὰ εἶναι ὁ «νυκτοφύλαξ τῆς οἰκονομικῆς μας ζωῆς», ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπετέλει τὴν σπουδαιοτέραν συζήτησιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ καὶ ὅταν τὸ Κράτος ἐθεωρεῖτο ἁπλοῦς «νυκτοφύλαξ» ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἦτο πάντοτε ἡ βασικὴ συζήτησις τοῦ ἔτους καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἐκρίνετο ἡ τύχη τῶν Κυβερνήσεων. Σήμερον, ὅταν τὸ Κράτος ἔχει ἐξαπλωθῇ καὶ διεισδύσει εἰς ὅλας τὰς ἐκφράσεις τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς ἐγένετο ἀντιληπτόν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἐνιαύσιος δημοσιονομικὸς σχεδιασμός, εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ ὅτι πρέπει νὰ προαχθῶμεν εἰς οἰκονομικὸν προγραμματισμὸν μεγαλυτέρας διαρκείας τοῦ ἔτους. Ὁ μακρόχρονος σχεδιασμὸς ἔχει θεωρηθῆ πλέον ὡς ἡ βάσις τῆς δημοσιονομικῆς πολιτικῆς ὄχι μόνον τῶν χωρῶν τοῦ Παραπετάσματος, ἀλλὰ καὶ τῶν πλείστων χωρῶν τοῦ ἐλευθέρου κόσμου. Τὰ οἰκονομικὰ σχέδια τριετοῦς ἢ πενταετοῦς διαρκείας, ἔρχονται εἰς τὰς Βουλάς, γίνονται ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ κατόπιν διὰ τῆς ψηφίσεώς των ἀποτελοῦν τὸν βασικὸν νόμον τοῦ Κράτους διὰ τὴν διαχείρισιν ὄχι μόνον τῶν δημοσιονομικῶν θεμάτων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς ζωῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἐπληροφορήθη κάποτε τὴν ἐξέλιξιν αὐτήν. Καὶ ἐν ἔτει 1959 ἐξέδωκε τὸ περίφημον «προσωρινὸν πενταετὲς πρόγραμμα οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως», διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεζήτησε, νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι καὶ αὐτὴ προσεχώρησεν εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ μακροχρονίου προγραμματισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο εἶχε συνταχθῆ τόσον προχείρως, περιελάμβανε τόσους διαπληκτισμοὺς ἐντὸς τῶν διαφόρων κεφαλαίων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀπηρτίζετο ὥστε οὐδ’ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐτόλμησε νὰ τὸ ἐμφανίσῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Τὸ ἐθεώρησεν, ὡς νόθον τέκνον της, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τοῦ τύπου πρὸς ἐντυπωσιασμὸν τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ ὑποστῇ τὸν ὑπεύθυνον ἔλεγχον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐθεωρήθη, ἐν τούτοις, ἀπὸ ὅλους τοὺς καλοπίστως παρακολουθοῦντας τὰ πράγματα, ὅτι ὅσον ἐπιπόλαιον καὶ πρόχειρον καὶ ἂν εἶναι τὸ περίφημον αὐτὸ πενταετὲς πρόγραμμα, ἀποτελεῖ ἕνα οὐσιαστικὸν βῆμα εἰς τὴν πολιτικήν μας ζωήν, ὅτι ἐπιτέλους ἡ Κυβέρνησις ἀντελήφθη τὴν ἀνάγκην τοῦ προγραμματισμοῦ καὶ ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θὰ ἐπιζητεῖται ἡ ψήφισις νομοσχεδίων οἰκονομικοῦ περιεχομένου εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει γενικῶν τινων κατευθύνσεων αἱ ὁποῖαι θὰ ἔδιδον συνέχειαν καὶ συνέπειαν εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν. Ἀτυχῶς αἱ ἐλπίδες αὐταὶ ἀπεδείχθησαν φροῦδαι. Οἱ παριστάμενοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν συνάδελφοι, γνωρίζουν ἀπὸ τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον, ὅτι τὸ πενταετὲς ἦτο ἁπλῶς ἕνα σύνθημα στερούμενον περιεχομένου. Διότι ὁ ἀτυχὴς καὶ κατὰ τὰ ἄλλα συμπαθὴς ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας εἶπε προχθές. «Μοῦ λέγετε, ὅτι ἡ γεωργία ἔχει ἀνάγκην καλλιτέρας διοικήσεως, χρειάζεται περισσότερα στελέχη. Ναὶ τὸ ἀναγνωρίζω. Ἔτσι εἶναι ἀπαραίτητον διὰ νὰ προκόψῃ ἡ γεωργία μας, νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ καὶ αὐτὴ ἡ σύνθεσις τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ δὲν ἀφήνει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν μοῦ δίδει πιστώσεις». Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν ὑπῆρχε πρόγραμμα, ἂν ὑπῆρχεν ἀντίληψις ὀργανικῆς συλλήψεως τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος τῆς χώρας θὰ ἤρχετο ὁ ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅπως ἔλεγον εἰς τὰ παλαιὰ τὰ χρόνια, ὅτι αὐτὸς ὁ κακὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν μοῦ δίδει τὰς ἀναγκαιούσας πιστώσεις. Ἐὰν ἐκτελέσῃ ἕνα πρόγραμμα καὶ εἶναι ἀπαραίτητος αὐτὴ ἡ διάρθρωσις ἑνὸς ὑπουργείου τότε ὅλη ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν πραγματοποίησίν της. Ἂν δὲν ἐκτελοῦμεν προγράμματα, τότε τοὐλάχιστον νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ εἴπωμεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι πολυτέλεια διὰ τοὺς κουτσοφράγκους. Ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι συνεχίζομεν τὰς παραδόσεις τῶν ἀθανάτων ἡμῶν προγόνων κάμνομεν ὅ,τι θέλομεν καὶ τὰ μπαλώνομεν ὅπως θέλομεν. Κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξέλιξις καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πράξεως εἰς τὴν δημοσίαν ζωήν, ὁ ὑπὲρ τὸ ἔτος οἰκονομικὸς προγραμματισμός. Τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ἢ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους σχεδιάζονται εἰς διάστημα μεγαλύτερον τοῦ ἔτους, διὰ νὰ ὑπάρχῃ συνέχεια, διὰ νὰ ὑπάρχῃ συντονισμός, διὰ νὰ ὑπάρχῃ κατεύθυνσις. Ἡ Κυβέρνησις ἀκούσασα κάποτε περὶ προγραμματισμοῦ ἐξήγγειλεν ἕνα πρόγραμμα. Ἀλλ’ εἴδατε μετὰ ποίας συνεπείας. Ἂς ἀφήσωμεν ὅμως τὸ τί γίνεται εἰς τὰς ἄλλας χώρας, ἂς ἀφήσωμεν τὰς ἐξελίξεις εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν δημοσιονομικὴν πρακτικήν. Εἰς τὴν χώραν μας ὑπάρχει ἕνα Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμά της εἰς τὸ ἄρθρον 60 καθορίζει τὴν πρὸ τῆς ἐνάρξεως ἑκάστης χρήσεως κατάθεσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι μία τῶν ἐλαχίστων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δεσμεύουν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσιονομικῶν ζητημάτων. Τὸ ἄρθρον 60 καθορίζει, ὅτι δύο μῆνας τοὐλάχιστον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους πρέπει νὰ κατατεθῇ ὁ προϋπολογισμός, διὰ νὰ ψηφισθῇ πρὶν ἀρχίσῃ τὸ ἔτος. Πᾶσα ἑπομένως χρῆσις πρέπει νὰ ἀρχίσῃ μὲ προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἤδη περιβληθῆ τὸν μανδύαν τοῦ νόμου. Τὸ Σύνταγμά μας ὡς γνωστόν, εἶναι ἀπόρροια ἐπιβιώσεως τῶν ἀπόψεων περὶ Κράτους–νυκτοφύλακος. Καὶ ἐν τούτοις καθορίζει ὡς ἀπαραίτητον στοιχεῖον τοῦ συντεταγμένου πολιτικοῦ βίου, δύο μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους νὰ κατατεθῇ ὁ προϋπολογισμός, οὕτως ὥστε νὰ ἔχῃ ψηφισθῆ οὗτος, ὅταν θὰ ἀρχίσῃ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος. Ἀτυχῶς καὶ σήμερον ἀκόμη, εἰς τὸ 1959, 15 χρόνια μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν θλιβερὰν ἀνάγκην νὰ διαπιστώσωμεν, ὅτι κατέστη ἀδύνατος ἡ συμμόρφωσις πρὸς τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἔρχεται ἱκέτης ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς μεθόδου τῶν δωδεκατημορίων νὰ ζητήσῃ καὶ πάλιν χάριν, νὰ ζητήσῃ ἀμνηστείαν, διὰ νὰ τῆς παρασχεθῇ ἡ δυνατότης νὰ μὴ γίνῃ αἰτία νὰ σταματήσῃ ὁ οἰκονομικὸς βίος. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα τοῦ νόμου τῶν δωδεκατημορίων ἔχει δύο σκέλη. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ Σώματος, τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ἐφ’ ὡρισμένων γενικῶν θεμάτων, νομίζω, ὅτι συζητοῦντες τὰ δωδεκατημόρια πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν ἰδικήν μας πολιτείαν, ὄχι βεβαίως διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν τῶν εὐθυνῶν της, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπογραμμίσωμεν καὶ τὴν ἰδικήν μας εὐθύνην, διὰ τὴν συνεχῆ αὐτὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Κύριοι βουλευταί, ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ἐνιαύσιος, δημοσιονομικὸς προγραμματισμός, εἶναι μία λογιστικὴ ὑπόθεσις, ἄνευ σημασίας ἢ ἔχει περιεχόμενον; Δὲν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀκούσω τὸν κ. ὑπουργὸν ὅταν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ θέματος ἀνεφέρθη ἐπὶ τῆς μὴ ἐγκαίρου καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ ὅπως ἀνέγνωσα, ἀντελήφθην, ὅτι κατὰ τὴν ἄποψίν του, ἡ κατάθεσις καὶ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖ μίαν ἐνόχλησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄνευ περιεχομένου. Δὲν χρειάζεται νὰ σᾶς ταλαιπωρήσω ἀναγινώσκων τὴν σχετικὴν παράγραφον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὸν πειρασμὸν καὶ νὰ σᾶς διαβάσω δύο φράσεις, τὰς ἑξῆς: «Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ἡ βραδύτης τῆς καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖ παραβίασιν τῆς τυπικῆς ἐπιταγῆς τοῦ Συντάγματος......... ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν δὲν γίνεται πάντως ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ δὲν γίνεται κατ’ ἀρέσκειαν καὶ κατὰ βούλησιν τῆς Κυβερνήσεως». Καὶ λέγει πάρα κάτω, ὅτι τὰ ἔσοδα εἰσπράττονται συμφώνως μὲ τοὺς ψηφισθέντας νόμους καὶ ὅτι τὰ ἔξοδα γίνονται συμφώνως μὲ τοὺς ψηφισθέντας νόμους. Ἄρα εἶναι μία ἐνόχλησις, μία ταλαιπωρία τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ μία ταλαιπωρία τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ αὐτὸ —αὐτὸ δὲν τὸ εἶπεν, τὸ προσθέτω ἐγὼ— σᾶς ἀπαλλάσσω ἀπὸ τὴν ταλαιπωρίαν νὰ σᾶς καταθέσω ἐγκαίρως τὸν προϋπολογισμόν, ὅστις θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τὸν συζητήσετε. Βεβαίως αὐτὰ τὰ τελευταῖα λόγια δὲν τὰ εἶπε ὁ κ. ὑπουργός, ἀλλὰ πάντως ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτὰ ὑπεννόει. Καὶ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν χθεσινήν του ἀδημονίαν, ὅταν συνεζήτει μὲ τὸν κ. Κωστόπουλον, αὐτὸ ἀντελήφθην. Μὰ τέλος πάντων, τί ἀρνεῖσθε νὰ ψηφίσητε τὰ δωδεκατημόρια; Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1960 καταρτίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1959. Εἶναι ἐν τῇ οὐσίᾳ ἐπανάληψις αὐτοῦ. Διατὶ δημιουργεῖτε ζητήματα, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχουν; Ἐν τούτοις, κ. βουλευταί, τί εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους; Ἔχομεν ψηφίσει ἕνα σωρὸ νόμους ποὺ δημιουργοῦν ἔσοδα — ἔξοδα. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι πρῶτα–πρῶτα μία λογιστικὴ ἐμφάνισις τῆς δραστηριότητος ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν τρέχουσαν καὶ τὴν προηγουμένην περίοδον. Εἶναι ἕνας τρόπος ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔργου μας. Μόνον ὅταν ἔχωμεν μία περιληπτικὴν καὶ συνοπτικὴν λογιστικὴν ἐμφάνισιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῶμεν τὶ ζημίας ἐκάμαμεν εἰς τὸ Ἔθνος ἢ τὶ ὠφελείας τοῦ προσεκομίσαμεν, τὶ κενὰ ἀφήσαμεν καὶ ποῦ ὑπελήφθη ἡ προσπάθεια ἡ ὁποία ἤδη κατεβλήθη. Εἶναι ἐξ ἄλλου μία ἀπεικόνισις τῆς δημοσιονομικῆς καταστάσεως, χρησιμωτάτη. Καὶ μία ἁπλουστάτη ἐπιχείρησις πρέπει νὰ κατασκευάσῃ τὸν πίνακα τῶν ἐσόδων της, ἐν συσχετισμῷ μὲ τὰ ἔξοδά της, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ καθορίσῃ τὴν δραστηριότητά της ἐπὶ στερεῶν βάσεων. Ἀλλὰ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Διότι οἱ νόμοι δὲν καθορίζουν ἐπιτακτικῶς πῶς θὰ πραγματοποιηθοῦν τὰ ἔσοδα καὶ πῶς θὰ διατεθοῦν τὰ ἔξοδα εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις. Ὑπάρχει ἡ τεραστία διακριτικὴ ἐξουσία τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία χρωματίζει τὸν προϋπολογισμόν, ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν θέμα μὲ τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ πᾶν Κοινοβούλιον. Μὲ τὰ ἴδια ἔσοδα καὶ μὲ τοὺς ἰδίους νόμους ἡ αʹ Κυβέρνησις θὰ κατευθύνῃ τὰς δαπάνας καὶ τὴν προσπάθειαν τοῦ Δημοσίου θησαυροῦ πρὸς τὴν αʹ κατεύθυνσιν. Μὲ τοὺς ἰδίους πόρους καὶ τὴν ἰδίαν νομοθεσίαν μία ἄλλη Κυβέρνησις θὰ δώσῃ τὴν βʹ κατεύθυνσιν εἰς τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικήν. Καὶ ἀποστολή μας εἶναι νὰ κρίνωμεν, ἐὰν αὐτὴ ἡ κατεύθυνσις τὴν ὁποίαν προκρίνει ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὀρθή, ἐὰν γίνηται μὲ τὴν μικροτέραν δαπάνην καὶ μὲ τὸν ἀποτελεσματικώτερον τρόπον. Διὰ τοῦτο, διὰ νὰ χρησιμοποιήσω φράσιν καθηγητοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ ὁποίου ὁ ἀδελφὸς κατέχει Κυβερνητικὸν ἑδώλιον, ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς χώρας καὶ ὁ καθρέπτης τῆς Κυβερνήσεως.
§196Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἄρθρον δημοσιευθὲν εἰς τὴν ἐφημερίδα τῶν νομικῶν προτείνει τὴν παραπομπὴν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τοῦ ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν......
§197Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου. Καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν —ἐὰν βεβαίως ἐπιστεύομεν, ὅτι λειτουργοῦν οἱ θεσμοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα— νὰ παρεπέμπωμεν εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν —ὁ ὁποῖος ἔχει τόσα ἐλαφρυντικὰ ὑπὲρ αὐτοῦ, ὥστε εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ κατεδικάζετο— ὥστε νὰ φοβηθοῦν οἱ διάδοχοί του καὶ νὰ εἶναι συνεπέστεροι εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των.
§198Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ ἀτύχημα εἶναι, ὅτι δὲν ἤρχισεν ἐνωρίτερον ἡ ἱστορία αὐτὴ τῆς παραπομπῆς εἰς τὸ Δικαστήριον, διότι λόγῳ τῆς ἀλληλεγγύης τῆς εὐθύνης θὰ σᾶς ἔχωμεν καὶ σᾶς κατηγορουμένους.
§199Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Θὰ τὰ ποῦμε κι’ αὐτά, κ. Ὑπουργέ. Ὁμιλῶ ὅμως ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Καὶ ὁ κ. Κωστόπουλος κι’ ἐγὼ εἴμεθα ἀπολύτως κεκαλυμμένοι. Μὴ ἀνησυχεῖτε διὰ τὴν τύχην μας. Εἶμαι βέβαιος μάλιστα, ὅτι θὰ μᾶς ἀποδώσῃ τὸ Ἔθνος, αὐτὴν τὴν δέουσαν ἀναγνώρισιν διότι ὑπήρξαμε καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὑποδείγματα, ὅσοι δηλαδὴ ἐκ τῆς παρατάξεώς μας διηύθυναν τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, διότι ἐγὼ δὲν τὸ διηύθυνα. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις ἀδιαφορεῖ ὡς ἀπεδείχθη, νὰ καταθέσῃ τοὺς προϋπολογισμούς, ἐντὸς τῶν Συνταγματικῶν προθεσμιῶν, ἀλλὰ ἡμεῖς ὡς Σῶμα ἐνδιαφερόμεθα νὰ τοὺς ψηφίσωμεν; Κατετέθη ὁ περυσινὸς προϋπολογισμὸς τὸν Μάρτιον, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Ὡς Σῶμα ἐπελήφθημεν τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεώς του; Ὄχι. Νομίζω, ὅτι μία μοναδικὴ εἰσήγησις ἐκυκλοφόρησεν, μέχρι σήμερον, ὅταν ἔπρεπε νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους. Διατί; Διότι οὔτε εἰς τὸν περίφημον Κανονισμόν μας καθορίζεται ἐπιτακτικῶς πότε καὶ ἐντὸς ποίας προθεσμίας συζητεῖται ὁ προϋπολογισμός. Καὶ διότι ὡς λειτουργεῖ τὸ Σῶμα ἔχουν περισταλῆ τόσον πολὺ αἱ ἡμέραι τῶν ἐργασιῶν του, ὥστε νὰ εἶναι ἀνίκανον πλέον νὰ ἐκτελέσῃ τὴν βασικήν του ἀποστολήν. Ὑπεύθυνοι ἑπομένως, ὅταν δεχώμεθα νὰ κλείῃ προώρως ἡ Βουλή, διότι ἔτσι συμφέρει τὴν Κυβέρνησιν τὴν φοβουμένην τὸν ἔλεγχον, ὑπεύθυνοι ὅταν δεχώμεθα νὰ κλείῃ ἡ Βουλή, εἴμεθα ὑμεῖς οἱ βουλευταί, κ. συνάδελφοι τῆς συμπολιτεύσεως. Καὶ ὑπεύθυνοι τῆς ἀνωμαλίας εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλημεν ἐδῶ διὰ νὰ ἐξυπηρετῶμεν τὰ συμφέροντά του καὶ ὄχι διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν εὔνοιαν τῶν συναδέλφων μας, οἱ ὁποῖοι τυχαίνει νὰ εἶναι εἰς τὰ Κυβερνητικὰ ἑδώλια. Δὲν ἤθελα νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, ἐπὶ τῶν ἀνωμαλιῶν τῶν ὑπερβάσεων καὶ τῶν καταστρατηγήσεων τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται κατὰ τὴν λειτουργίαν τούτου. Ἀλλ’ ἤδη πρέπει νὰ τὸ εἴπω. Ἂν καὶ δὲν ὀφείλονται εἰς τὰς ἀτελείας τοῦ Κανονισμοῦ οὔτε ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὀφείλονται πρωτίστως εἰς ὑμᾶς, τοὺς βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας. Ἰδική σας, κ. συνάδελφοι τῆς συμπολιτεύσεως, εἶναι ἡ εὐθύνη, ἐὰν τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν λειτουργῇ ἱκανοποιητικῶς. Καὶ ἐὰν ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν συνεχιζομένης καὶ τυχὸν ἐπεκτεινομένης τῆς καταστάσεως αὐτῆς καταστῇ περίγελως, διὰ νὰ γίνῃ κοινὴ πεποίθησις, ὅτι οὐδὲν προσφέρει εἰς τὸ Ἔθνος, εἰμὴ τὴν δαπάνην τῆς λειτουργίας του. Καὶ ἤδη ἔχετε δείγματα καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὡρισμένων τοιούτων προοπτικῶν. Δι’ αὐτὸ ἡ ἐπίκρισίς μου καὶ δι’ αὐτὸ ἡ λέξις θλῖψις, τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησα ὅταν ἤρχισα τὴν ὁμιλίαν μου. Ἀφιερώνομεν ἡμέρας καὶ ὥρας συζητήσεων περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων. Ὅταν μᾶς ὁμιλήσουν δι’ ἐπιλαχόντας φοιτητὰς ἢ διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ ἄλφα ἢ βῆτα, ὅλοι λαμβάνομεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν καὶ δεχόμεθα νὰ κάμνωμεν συνεδριάσεις ὁλονυκτίους. Ἐν τούτοις συμφωνοῦμεν νὰ σταματοῦν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος μόλις ἀκριβῶς ἀρχίζει τοῦτο νὰ ἀσχολῆται μὲ κἄτι, τὸ ὁποῖον ἔχει περιεχόμενον καὶ εἶναι ἐντὸς τῆς ἀποστολῆς του. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε μίαν παρατήρησιν διὰ νὰ μὲ προλάβῃ, ἀλλὰ θὰ ἠρχόμην μοιραίως εἰς τὸ θέμα, διότι ἀποτελεῖ βασικὸν στοιχεῖον τῆς ὁμιλίας. Δὲν εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἡμάρτησεν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος ὁ σημερινὸς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, διότι πρέπει νὰ λέγωνται τὰ πράγματα μὲ ὠμὴν εἰλικρίνειαν. Νομίζω, ὅτι μέχρι τοῦ τελευταίου πολέμου δεκαπέντε μόνον προϋπολογισμοὶ κατετέθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν ἐγκαίρως.
§200Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Τί σημαίνει αὐτό;
§201Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὅτι δὲν ὑπάρχει κράτος.
§202Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει τὸ Σύνταγμα εἶναι ἀνεφάρμοστον καὶ ἄνευ τόσης σημασίας οἵαν ἀποδίδετε σεῖς. Ὅταν, κ. Ζίγδη, ξεκινᾶς τὸ πρωῒ ἀπὸ τὰς Ἰνδίας μὲ ὅλην τὴν πομπήν, τὸ μεσημέρι τρῶς στὴν Τεχεράνην μὲ ὅλην τὴν πομπήν, καὶ τὸ βράδυ ἔρχεσαι ἐδῶ, θὰ εἴπῃ, ὅτι κἄτι ἔχει ἀλλάξει σήμερον καὶ ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἴσχυον πρὸ 4 ἐτῶν δὲν ἰσχύουν σήμερον. Ποῖον προϋπολογισμὸν νὰ καταθέσετε ὡς ἕνα σῶμα νεκρόν, διότι τὰ πράγματα θὰ ἀλλάξουν ὅλα καὶ δὲν θὰ μείνῃ τίποτε κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ χρόνου.
§203Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν διακοπήν. Ἔβγαλε ὁ κ. Μανιαδάκης τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ βγάλω ἐγώ.
§204Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Εἶναι καθαρῶς λογιστικὴ πρᾶξις καὶ ὄχι πολιτικὴ καὶ δὲν ἀποτελεῖ θεμέλιον τοῦ κράτους.
§205Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ παντὸς πολιτικὴ πρᾶξις.
§206Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Μανιαδάκην διότι μοῦ εἶπεν, ἀναφερόμενος εἰς τὴν παρατήρησίν μου, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ 1821 ἕως τὸν τελευταῖον πόλεμον μόνον 15 προϋπολογισμοὶ κατετέθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν ἐγκαίρως, ὅτι ἤλλαξαν οἱ καιροί. Ἡ ἀλλαγὴ εἶναι εἰς τὸ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τώρα ἡ CONDI-TIO SINE QUA NON τῆς λειτουργίας ἑνὸς κράτους. Αὐτὸ ἤλλαξε, ἐν σχέσει μὲ τὸ παρελθόν. Καὶ ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ὑπηνίχθη περιοδεύοντα ἀπὸ τὰς Ἰνδίας εἰς τὰς Ἀθήνας κλπ. αὐτὴν τὴν στιγμήν, μόλις φθάσει εἰς τὴν Οὐάσιγκτων θὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1961. Ὁ καυγᾶς εἰς τὴν Ἀμερικὴν αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1961, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1960 ἔχει ἤδη ψηφισθῆ. Εἰς δὲ τὸ Ἀμερικανικὸν Κογκρέσσον ἡ βασικὴ συζήτησις εἶναι ὁ προϋπολογισμός. Ὁ τελευταῖος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρῃτήθη λόγῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ διότι διεφώνησε μὲ τὸν Πρόεδρον. Ὁ κ. Σνάϊντερ ἀντιλαμβανόμενος, ὅτι αἱ ἀπόψεις τοῦ Προέδρου Ἀϊζενχάουερ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀσφαλείας θὰ ὁδηγοῦσαν εἰς πληθωρισμόν, ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ. Καὶ ἦτο ὁ στενώτερος τῶν φίλων τοῦ Προέδρου, ἦτο μετὰ τὸν Ντάλλες ὁ περισσότερον στενὸς του συνεργάτης. Τὸν διεδέχθη ὁ κ. Ἄντερσον, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ ἄλλην ἐντελῶς γραμμήν. Ἀλλὰ ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μεταπολεμικῶς, κύριοι, τὰ προβλήματα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου ἐπολλαπλασιάσθησαν, λόγῳ τῶν καταστροφῶν τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἀνταρσίας, καὶ λόγῳ τῆς ἀνάγκης τῆς συγχρόνου ζωῆς. Ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις νὰ εἶναι συνεπεῖς εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἄλλωστε ὁ προϋπολογισμὸς τότε ἐξηρτᾶτο ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν. Εἴμεθα τὴν ἑπομένην τῆς καταστροφῆς, καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν Ἀμερικανικὴ βοήθεια δὲν ὑπῆρχε συντεταγμένον κράτος. Τὰ χωράφια ἦσαν ἀκαλλιέργητα, τὰ ἐργοστάσια ἦσαν κατεστραμμένα. Ἐν τούτοις τὴν περίοδον ἐκείνην ἐγένετο μία σύντονος προσπάθεια ἐγκαίρου προβλέψεως τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, διότι ἡ προσπάθεια αὐτὴ ἀπετέλει καὶ τὴν καλλιτέραν βάσιν διὰ τὴν θεμελίωσιν τῶν αἰτημάτων μας διὰ τὴν βοήθειαν. Ἄνευ τῆς προσπαθείας ἐκείνης, αἱ συζητήσεις μας διὰ βοήθειαν θὰ ἦσαν ἁπλαῖ θρηνῳδίαι, χωρὶς μεγαλύτερον ἀποτέλεσμα. Ὅσον ἐπερνοῦσαν τὰ χρόνια, τόσον ἐβελτιοῦτο ἡ κατάστασις. Εἰς τὸ 1950 ὁ ἀείμνηστος Καρτάλης κατέθεσε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1950–51 εἰς τὰς 24 Ἰουλίου 1950. Τὸ οἰκονομικὸν ἔτος ἤρχιζε τότε τὸν Ἰούλιον. Ἑπομένως, τὸν κατέθεσε τὸν πρῶτον μῆνα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Τὸ 1951 ὁ συνάδελφος κ. Μαῦρος εἰσηγεῖται τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὰς 16 Ἰουλίου 1951, δηλαδὴ μερικὰς ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Ὁ κ. Εὐελπίδης τὸν εἰσηγήθη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1952– 1953 εἰς τὰς 19 Αὐγούστου 1952. Ἀλλ’ ὅταν παρῆλθεν ἡ περίοδος ἐκείνη τῶν «ὑποκυβερνήσεων» καὶ τὴν διεδέχθη ἡ περίοδος τῶν «ὑπερκυβερνήσεων» τοῦ Συναγερμοῦ καὶ τῆς ΕΡΕ τὸ πρῶτον γιγαντιαῖον βῆμα τῆς δημοσιονομικῆς ἀναπτύξεως ἦτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1953–54 νὰ κατατεθῇ εἰς τὰς 5.9.53! Ἔκτοτε τὰ πράγματα ἐχειροτέρευσαν. Δὲν γνωρίζω ποίαν δικαιολογίαν θὰ δώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ἐφετεινὴν καθυστέρησιν Θὰ ἤθελον μίαν εἰλικρινῆ ἐξήγησιν ἀπὸ τὸν ἴδιον διὰ τὴν δυσχερῆ θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἑαυτόν. Δὲν ἠμπορῶ νὰ εὕρω καμμίαν τοιαύτην δικαιολογίαν ἀπὸ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἡ μόνη, τὴν ὁποίαν διαβάζω, εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἡ καθυστέρησις ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν διεξαγωγὴν συνεννοήσεων μετὰ τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας διὰ τὸ τελικὸν ὕψος τῆς βοηθείας, τὸ ποσόν, τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν προϋπολογισμόν». Ἔ, ὄχι... Δὲν εἶναι σοβαρὰ πράγματα αὐτά. Ποίαν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν; Ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια καὶ πέρυσι ποὺ συνετάγη ὁ προϋπολογισμὸς ἦτο γνωστὴ καὶ ἐφέτος εἶναι γνωστή. Εἰς τὸ κάτω κάτω τῆς γραφῆς καὶ ἐὰν μεταβληθῇ, θὰ μεταβληθῇ κατὰ 5–10 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸ περυσινόν της ὕψος. Αὐτὰ τὰ 5–10 ἑκατομμύρια περὶ τὰ ὁποῖα θὰ διακυμανθῇ ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια κατὰ τὴν ὁριστικοποίησίν της —ἂν δὲν ἔχῃ ὁριστικοποιηθῆ ἤδη, διότι ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοῦτο ἔγινε ἤδη— εἶναι ἐπαρκὴς δικαιολογία διὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μὴ ἔχῃ καταρτίσει τὸν προϋπολογισμόν; Εἶναι ἀτυχὴς ἡ δικαιολογία αὐτή, εἶναι πολὺ εὐθηνή! Καὶ περιμένω ἀπὸ τὸν κ. Παπακωνσταντίνου νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν μία περισσότερον εὔλογον ἐξήγησιν δι’ αὐτὴν τὴν κατὰ παράδοσιν καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος, τὴν προϊόντως ὅμως περισσότερον ἀπαραδέκτου ἐντὸς τῆς συγχρόνου οἰκονομικῆς ζωῆς. Κύριοι, δὲν ἔκαμα τὰς παρατηρήσεις αὐτάς, διὰ νὰ εἶμαι δυσάρεστος εἰς τὸν κ. ὑπουργόν. Τὰς ἔκαμα, διὰ νὰ εἶμαι δυσάρεστος εἰς τοὺς συναδέλφους μου καὶ τῆς συμπολιτεύσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Νομίζω, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς ἓν σημεῖον ποὺ ὡς Σῶμα δεχόμεθα νὰ παίξωμεν διακοσμητικὸν μόνον ρόλον, ἀπεμπολοῦντες τὴν μία μετὰ τὴν ἄλλην τὰς προνομίας μας. Ἀντὶ διὰ τῆς διεκδικήσεως αὐτῶν νὰ ὑποχρεοῦμεν τὰς Κυβερνήσεις νὰ συμμορφώνωνται καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Κανονισμούς, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς ἐπιταγὰς τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἔθνους, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μεταβαλλόμεθα εἰς ἓν πειθήνιον ὄργανον, τὸ ὁποῖον δίδει τὴν σφραγῖδα τῆς νομιμότητος εἰς κάθε ἐνέργειαν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Τὸ θέμα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα μὲ τὰ ὁποῖα ἔχει ν’ ἀσχοληθῇ Σῶμα, ἀποτελούμενον ἀπὸ ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Ἂν καὶ ἐφέτος ψηφίσωμεν ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει τὴν συνέχεια περὶ δωδεκατημορίων θὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι καὶ εἰς τὸν διάδοχον τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου θὰ φανῶμεν ἐξ ἴσου ἐπιεικεῖς διὰ τὴν ἰδίαν παράβασιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τότε σᾶς λέγω, ὅτι θέτομεν δυναμίτιδα εἰς τὰ θεμέλια τοῦ καθεστῶτος, τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς προόδου τοῦ τόπου μας. Κύριοι, ὅσον προχωροῦμεν, τὰ οἰκονομικὰ θέματα θ’ ἀποτελοῦν τὸν ἀποφασιστικὸν παράγοντα τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς προόδου τοῦ Ἔθνους. Ἐδῶ, ἐπιθυμῶ νὰ ἀπευθύνω μίαν ἔκκλησιν, πρὸς σᾶς τοὺς συναδέλφους τῆς πλειοψηφίας. Ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς, διότι εἰς τοὺς συναδέλφους τῆς ἀντιπολιτεύσεως νομίζω, ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἀπευθυνθῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἂν αὔριον εἶναι τῆς συμπολιτεύσεως, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι μὲ τὴν ἰδίαν γλῶσσαν θὰ ὁμιλήσω καὶ πρὸς αὐτούς. Προσέχετε, διότι εἶναι βαρὺ τὸ προνόμιον νὰ εἶσθε πλειοψηφία. Καὶ ἂν εἶσθε οἱ συνοδοιπόροι, ἄνευ οὐδενὸς ἐνδοιασμοῦ, τῶν οἱωνδήποτε παραλείψεων ἢ αὐθαιρεσιῶν τῆς Κυβερνήσεως, σεῖς τὴν προάγετε καὶ εἰς τὴν καταστροφήν της καὶ εἰς τὴν ἰδικήν σας καταστροφήν. Ἀλλὰ ἀκόμη χειρότερον, τὴν προάγετε εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια εἶμαι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ δὲν κατωρθώσαμε, κ. συνάδελφοι τῆς συμπολιτεύσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἔχωμεν παρὰ μόνον δύο φορὰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας. Ἀπὸ τὸ 1952 καὶ ἐντεῦθεν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν ὑποτίμησιν, δὲν ἔγινεν εἰδικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ γενικοῦ οἰκονομικοῦ θέματος. Ἂν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων θεωρῇ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ θέματα ἐξέρχονται τῆς ἁρμοδιότητός της, τότε νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ διαπράττει ἓν θανάσιμον σφάλμα. Ἀπηυθύνθην εἰς σᾶς διότι συνέβη νὰ εἶσθε ἡ πλειοψηφία. Ἂν συμβοῦν τὰ ἴδια πράγματα μὲ μίαν ἄλλην Κυβέρνησιν νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι μὲ τὸν ἴδιον τρόπον θὰ ἀπευθυνθῶ εἰς τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελοῦν τότε τὴν πλειοψηφίαν. (Χειροκροτήματα).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§208Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, ὄχι διότι παραγνωρίζω τὴν σοβαρότητα τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ διότι δὲν θὰ ἤθελα νὰ συντελέσω εἰς τὴν περαιτέρω καταπόνησιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἰδιαιτέρως συμπαθοῦς εἰς ὅλους μας κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπῆρξεν, ἄλλωστε, τόσον ἐνεργὸς ἡ συμμετοχή του εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπῆρξεν καὶ τόσον γενναιόφρων ἀπέναντι τοῦ συναδέλφου του τῆς Γεωργίας, ὥστε κατήντησε πλέον νὰ φθάσωμεν μεσάνυκτα, νὰ παριστάμεθα 50 βουλευταὶ διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ὑπάρχουν, κ. βουλευταί, δύο φαινόμενα τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνονται μὲ μαθηματικὴν ἀκρίβειαν εἰς τὸ τελευταῖον δεκαήμερον ἑκάστου ἔτους. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ χορήγησις τοῦ δώρου τῶν Χριστουγέννων καὶ τὸ δεύτερον εἶναι ἡ ψήφισις τῶν δωδεκατημορίων. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπικρίνω τὸν σημερινὸν ὑπουργὸν διὰ τὴν συνήθη αὐτὴν μέθοδον διοικήσεως τῶν δημοσίων μας ἐσόδων καὶ τῆς ἐν γένει ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία κατήντησε κλασσικὴ πλέον εἰς τὴν χώραν μας. Θὰ ἠμπορούσαμεν μόνον νὰ ζητήσωμεν μίαν ἐγκαιροτέραν κατάθεσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ τῆς προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους, διότι ἡ δικαιολογία —ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἀνέφερεν καὶ ὁ ἐκ Δωδεκανήσου συνάδελφος— περὶ τῆς μὴ ἐγκαίρου γνώσεως τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας, πρέπει κἄποτε νὰ λείψῃ. Ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια ἔπαιξε κἄποιον ρόλον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πρὸ ἐτῶν, ὅταν, λόγῳ τοῦ ὄγκου της καὶ τῆς ἀνυπαρξίας ἑλληνικῶν πόρων ἐχρησίμευε πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σήμερον πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ δικαιολογία, ὅτι δὲν ξεύρομεν ἐγκαίρως τὸ ποσὸν τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας. Ἄλλωστε, πρὸ 2½ ἐτῶν, ὁ τότε προκάτοχος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μετέθεσε τὴν ἔναρξιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους εἰς τὴν 1ην Ἰανουαρίου διὰ νὰ λαμβάνωμεν ἐγκαίρως γνῶσιν τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας. Πρέπει νὰ βλέπωμεν τὰ πράγματα μὲ περισσότερον ρεαλισμόν. Ἡ ρεαλιστικὴ ἀντιμετώπισις δὲν ἄγει εἰς τὰ συμπεράσματα ποὺ μᾶς ἔδωσεν ὁ κ. Μανιαδάκης. Οἱ ὑπαινιγμοὶ του περὶ ἀνεπαρκείας ἢ περὶ ἐκσυγχρονισμοῦ τοῦ πολιτεύματος, εἶναι φράσεις αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ἠλιοῦ, ἀγορεύοντα πρὸ ὀλίγου, καὶ δὲν δικαιολογοῦν τὴν μὴ κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§209Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀποτελεῖ βαθεῖαν ἀλήθειαν. Ἐδῶ οὔτε ἔλεγχον κάμνομεν, οὔτε νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ ἂν δὲν κάμωμεν βαθυτάτην συνταγματικὴν μεταρρύθμισιν, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἔλεγχος καὶ νομοθεσία καὶ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν—διότι ἐξ αὐτοῦ πηγάζει τὸ πρᾶγμα—δὲν κάμνομεν τίποτε.
§210Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὡρισμένα ἔχετε δίκαιον. Θὰ συμφωνήσετε ὅμως μαζύ μου, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα Κράτη ἰσχύει ἀπὸ ἀπόψεως ἐργασιῶν τῶν νομοθετικῶν θεμάτων ὅ,τι ἰσχύει καὶ ἐδῶ, πλὴν ὅμως ἐκεῖ ὁ προϋπολογισμὸς καταρτίζεται καὶ ψηφίζεται ἐγκαίρως ἐνῷ ἐδῶ οὐδέποτε συμβαίνει αὐτό. Ἐπαναλαμβάνω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δέχομαι τὴν δικαιολογίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, διὰ τὴν καθυστέρησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δέχομαι, ὅτι αὐτὸ ἀπετέλεσε μίαν κακὴν συνήθειαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν καὶ θεωρῶ συγχωρητέον τὸν κ. ὑπουργὸν διὰ τὴν καθυστέρησιν καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν δέχομαι εἶναι τὸ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ψηφίζεται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐναπόκειται εἰς τὴν ἰδικήν του εὐθύνην καὶ ἁρμοδιότητα ἢ τὴν εὐθύνην καὶ ἁρμοδιότητα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν εὐθύνην καὶ ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Λυποῦμαι βαθύτατα, κ. Πρόεδρε, δι’ αὐτὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἡ δικαιολογία αὐτὴ διὰ τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι πολὺ πενιχρὰ καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προβάλλεται ἀπὸ ἕνα δόκιμον κοινοβουλευτικὸν ὡς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ εὐθύνη τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, κ. βουλευταί, βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν. Λέγομεν, κ. βουλευταί, ὅτι θὰ διαχειρισθῶμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ πρῶτον δίμηνον τοῦ 1960, ὡς διεχειρίσθημεν ταῦτα κατὰ τὸ ἔτος 1959. Ἀλλά, κ. βουλευταί, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1959 δὲν ἐψηφίσθη διὰ νὰ ἀποτελῇ νόμον τοῦ Κράτους, ὅπως ἀσφαλῶς δὲν θὰ ψηφισθῇ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1960. Δὲν δύναμαι συνεπῶς, νὰ ἐννοήσω τί δωδεκατημόρια εἶναι αὐτά. Πρέπει, κ. βουλευταί, νὰ σοβαρευθῶμεν κἄποτε καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ τέλος, ἐπιθυμῶ νὰ κάμω μίαν τελευταίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν καὶ πέρυσι εἶχα κάμει. Βάσει τῆς ἰσχυούσης ἀρχῆς, ὁ κ. ὑπουργὸς δικαιοῦται νὰ προβαίνῃ εἰς ὡρισμένας μεταβολὰς εἰς τὰ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λέγομεν τώρα, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον δίμηνον τοῦ 1960 τὰ οἰκονομικὰ θὰ τὰ διαχειρισθῶμεν ὡς διεχειρίσθημεν ταῦτα κατὰ τὸ ἔτος 1959. Καὶ αἱ μὲν μεταβολαὶ αἱ μέχρι σήμερον ἐπενεχθεῖσαι εἶναι γνωσταί. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὰς μεταβολὰς τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ κάμῃ ὁ κ. ὑπουργὸς μέχρι τέλους τοῦ ἔτους καὶ τὰς ὁποίας προφανῶς δὲν γνωρίζομεν. Ἐξουσιοδότησις ἐξουσιοδοτήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ. Θὰ ἀπετέλει τοῦτο ἀσέβειαν καὶ παραγνώρισιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Νὰ δεχθῶμεν λοιπὸν τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων μὲ βάσιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1959 καὶ τῶν ἐπενεχθεισῶν μέχρι σήμερον μεταβολῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, μεταβολῶν αἱ ὁποῖαι ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι γνωσταί.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἡλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§212Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι λυπηρὸν τὸ ὅτι ἀκόμη μίαν φορὰν καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τοῦ ἔτους καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ μεγαλύτερον καὶ σοβαρώτερον καθῆκον της τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενον. Διότι, πράγματι, κ. συνάδελφοι, ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖ τὸ οὐσιωδέστερον ἔργον τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος θεσπιζομένων διατάξεων διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, διότι τὸ θέμα εἶναι ἤδη ἐξηντλημένον καὶ διότι εἶναι πλέον γνωστόν, ὅτι διὰ τῆς μὴ ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ διαπράττομεν μίαν ἀνωμαλίαν, μίαν συνταγματικὴν παρανομίαν. Καὶ τοῦτο ἔχει ἀναγνωρισθῆ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τόσον κατὰ τὸ παρελθὸν ὅσον καὶ προσφάτως κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1958, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν δημοσιευθέντων εἰς τὰς ἐφημερίδας δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς ἑξῆς: «........ (ἀναγινώσκει)........». Εἶναι συνεπῶς, ἀπὸ ὅλους ἀνεγνωρισμένον, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ πράγματι μίαν σοβαρωτάτην συνταγματικὴν ἀνωμαλίαν. Θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἀνέφερον ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ κατὰ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου περὶ δωδεκατημορίων ἐπικαλούμενος τὰ ὅσα εἶχεν ἀναφέρει ὁ Στρατάρχης Παπάγος ὡς Ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὸ ἔτος 1952 διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως. Καὶ ὁ Στρατάρχης Παπάγος ὡς Ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «....... (ἀναγινώσκει)......». Αὐτὰ ἔλεγε τότε ὁ στρατάρχης Παπάγος ὡς Ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἡ παράταξις ἡ ὁποία συνεχίζει μέχρι σήμερον νὰ διοικῇ, νὰ κυβερνᾷ τὸν τόπον, ἀντιθέτως πρὸς ὅ,τι τότε ὡς ἀντιπολίτευσις διεκήρυττεν, ἐξακολουθεῖ νὰ ὑποπίπτῃ εἰς τὸ αὐτὸ βασικὸν σφάλμα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ Ἔθνους, διότι πράγματι ὁ προϋπολογισμός, δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ κατάλογος, δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ παλάντζο τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ ὄργανον τῆς ἀσκήσεως τῆς οἰκονομίας καὶ διὰ τοῦτο καὶ τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως.
§213Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τῆς καθ’ ὅλου πολιτικῆς.
§214Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προσδιορίζεται ἡ δημοσιονομικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, προβλέπεται καὶ ρυθμίζεται ἡ συμμετοχὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου. Ἀποτελεῖ ἀκόμη ὁ προϋπολογισμός, διὰ τοῦ καθορισμοῦ καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἓν μέσον ἀνακατανομῆς τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, δικαιοτέρας ἀνακατανομῆς, μὲ τὴν ἀντίστοιχον δὲ διάθεσιν μὲ βάσιν τὴν ἐκτίμησιν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, ἀποτελεῖ τὴν εἰκόνα καὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ τῆς πολιτιστικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι λοιπὸν καὶ οὐσιαστικῶς σοβαρὸν τὸ ἔργον, σοβαρὸν τὸ στοιχεῖον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ συνεπῶς, αὐτὸ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον βάσει ἐπεκτατικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἔργον σοβαρώτατον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως Συνταγματικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, διότι, τί θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἡ Βουλή, ὅταν μάλιστα μὲ τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν τρόπον ποὺ γίνεται ἡ λειτουργία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, ὅπου σχεδὸν ἡ νομοθετικὴ ἐργασία ἀσκεῖται ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, τί ἀπομένει εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, ἂν καὶ αὐτὸ τὸ βασικὸν ἔργον, κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν καὶ ἑπομένως καὶ τὴν γενικωτέραν ἐπαναλαμβάνω πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐκφράσῃ τὴν ἄποψίν της ἐπὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, θὰ βοηθήσῃ, θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν καλλιτέραν διαμόρφωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν καλλιτέραν διάθεσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ ἀποβοῦν πράγματι ὠφέλιμα διὰ τὸ γενικὸν καλὸν τοῦ τόπου, ἂν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος παραιτηθῇ ἡ Βουλή, τότε τί ἀπομένει ἐπαναλαμβάνω εἰς τὴν ὁλομέλειαν αὐτῆς ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς; Νομίζω λοιπόν, κ. συνάδελφοι, ὅτι τὸ θέμα τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ὑπὸ τὴν μορφὴν μάλιστα τὴν κάπως τυπικὴν ποὺ παρουσιάζεται καὶ ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι θέμα σοβαρώτατον, καὶ θὰ πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ προσεχθῇ ἀπὸ ὅλας τὰς πλευρὰς τῆς Βουλῆς, τὸ ἂν θὰ πρέπει ἢ δὲν θὰ πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔρχεται καὶ περὶ τοῦ ἂν θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσῃ εἰς τὴν βάσιν του, εἰς τὴν πραγματικήν του σημασίαν τὴν ὁποίαν πράγματι ἔχει ὁ προϋπολογισμός. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, οὔτε λίγο οὔτε πολὺ ζητεῖται ἡ ἀνάθεσις ἀποτελεσματικοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ὑπάρχει προϋπολογισμὸς βάσει τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἐκτέλεσις δωδεκατημορίων, διότι λέγω καὶ εἶναι πραγματικότης, ἐψηφισμένος προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὴν Βουλὴν δὲν ὑπάρχει κανείς, οὔτε τοῦ 1957, οὔτε τοῦ 1958, οὔτε τοῦ 1959. Συνεπῶς, ἐλευθέραν καὶ λευκὴν ἐξουσιοδότησιν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ διαχειρισθῇ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπεμπολίσῃ καὶ τὸ δικαίωμα ποὺ ἔχει νὰ καθορίζῃ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, καὶ ἀκόμη θὰ ἀποφασίσῃ νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὸ βασικὸν καθῆκον τὸ ὁποῖον ἀνατίθεται εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν, καὶ νὰ παραδώσῃ ὅλον τὸ θέμα τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Παραβιάζει τὸ Σύνταγμα ἀναμφισβητήτως, κάνει μίαν πρᾶξιν Συνταγματικῶς παράνομον ἀναμφισβητήτως. Καὶ ἤθελα νὰ θέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναι θέμα Κυβερνήσεως, εἶναι κυρίως θέμα καὶ εὐθύνης τῆς Βουλῆς, δύο ἐρωτήματα. Ἂν ὁ Νομάρχης ἔχων ἐκ τοῦ νόμου τὴν δικαιοδοσίαν νὰ ἐγκρίνῃ τὸν προϋπολογισμὸν ὡρισμένων ὀργανισμῶν, συγκεκριμένως τῶν ὀργανισμῶν αὐτοδιοικήσεως μιᾶς Κοινότητος ἢ ἑνὸς Δήμου, δεχθῇ διὰ μιᾶς αἰτήσεως ἑνὸς Δήμου, νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ διαχειρίζεται τὰ οἰκονομικά του χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ προϋπολογισμόν, διότι διὰ τὸν Α ἢ Β λόγον, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐγκρίνῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἢ δὲν θέλει νὰ τὸν ἐγκρίνῃ, καὶ ὁ Νομάρχης ἐνέκρινε καὶ ἀνέθεσεν εἰς τὴν Δημοτικὴν Ἀρχὴν τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δήμου χωρὶς προϋπολογισμόν, σᾶς ἐρωτῶ: Θὰ ἐπέμβῃ ἢ ὄχι ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ἐναντίον τοῦ Νομάρχου καὶ ἐναντίον τοῦ Δημάρχου, διότι παρενόμησαν κατὰ τὴν διαχείρισιν, κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δήμου; Καὶ ἀνακύπτει πλέον τὸ ἐρώτημα: Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει Εἰσαγγελεὺς διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τοὺς βουλευτάς, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει Εἰσαγγελεὺς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ ὑποπέσωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν παρανομίαν νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν παρανόμως τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαχειρισθῇ τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν; Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι ἡ εὐθύνη μας εἶναι βαρυτάτη, καὶ ἡ εὐθύνη τῆς πλειοψηφίας εἶναι βαρεῖα, διότι ἡ πλειοψηφία φέρει τὴν μεγαλυτέραν εὐθύνην διὰ τὴν ψήφισιν, διὰ τὴν ἔρευναν καὶ τὴν ψήφισιν τελικῶς τοῦ προϋπολογισμοῦ κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ δικαιολογία αὐτῆς τῆς καθυστερήσεως διὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ καὶ τῆς ἀρνήσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τοὺς προϋπολογισμούς. Θὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὰ ἡ δικαιολογία ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, διότι πράγματι εἶναι περίπου γνωστὸν ποία θὰ εἶναι ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια.
§215Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τί ἐλπίζει ὁ κ. ὑπουργός; Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τὶ ἐλπίζει εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν;
§216Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλεγον, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶναι γνωστὴ ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τῶν τελευταίων ἐτῶν, δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν περίπου, ποία θὰ εἶναι ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια, ἀλλὰ καὶ ἂν πέσωμεν ἔξω εἰς αὐτὸν τὸν προϋπολογισμόν, τὸ ποσοστόν, ἔναντι τοῦ συνόλου τοῦ ὕψους τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε πράγματι νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν ἀξίαν ἂν θὰ ὑπολογίσῃ ἐπακριβῶς ἢ ὄχι ἡ Κυβέρνησις τὸ ποσὸν τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας. Δὲν εἶναι λοιπὸν αὐτὸς ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ φέρῃ πρὸς ψήφισιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1960. Θὰ ἔλεγα, κ. βουλευταί, ὅτι πρέπει κἄποτε ν’ ἀποφασίσωμεν δι’ ἐκεῖνο τοὐλάχιστον τὸ ὁποῖον εἶναι ἑλληνικὸν καὶ ἐκεῖνο νὰ τὸ προσδιορίσωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ξένον, ἐκεῖνο δηλαδὴ ποὺ θὰ ἐπαυξήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, δι’ αὐτὸ νὰ ἔχωμεν ἐπιφυλάξεις. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ ἀληθὴς αἰτία διὰ τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι πρῶτον ἡ ἔλλειψις τοῦ στοιχείου τῆς νομιμότητος καὶ δεύτερον ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε κἂν ὁ ἐτήσιος προγραμματισμὸς παρὰ τῇ Κυβερνήσει. Ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προηγουμένου προϋπολογισμοῦ τοὐλάχιστον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν ἔχομεν ἀκριβῆ στοιχεῖα, ἀλλὰ ἀπ’ ὅσα ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται, ὅτι γίνονται τόσαι μεταβολαὶ καὶ τόσαι μεταμορφώσεις εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὥστε καταφαίνεται, ὅτι ὑπάρχει κἄποια σύγχυσις. Ἐπίσης ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόβλεψις ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας κἄτι τὸ συγκεκριμένον ἀπὸ ἀπόψεως ἐκτελέσεως προϋπολογισμοῦ. Ἐξ ὅλων αὐτῶν δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς ἀδυναμίαν νὰ καταθέσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ Κυβέρνησις φαίνεται, ὅτι στερεῖται στοιχείων ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα τὰ ὁποῖα θὰ προκύψουν ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ διϋλιστηρίου, διὰ τὸ ὁποῖον προέβη εἰς τόσον πομπώδεις δηλώσεις περὶ μεγάλων κερδῶν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τὸ πρόγραμμα τῶν παραγωγικῶν ἔργων. Δηλαδὴ μὲ ὅλα ὅσα συνδέονται μὲ τὸν προϋπολογισμόν. Καταλήγων, κ. συνάδελφοι, θὰ ἔλεγα, ὅτι δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ συμφωνήσωμεν εἰς μίαν κλασσικὴν ἀδυναμίαν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν, τὸ 2μηνον ποὺ ζητεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ δοθῇ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ ὑποχρεωθῇ, ὅπως καταθέσῃ τὸ συντομώτερον πρὸς ψήφισιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1960. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§218Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται νὰ ἀγνοήσωμεν, ὅτι αὔριον πρόκειται νὰ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος καὶ ὅτι τὸ παρὸν σχέδιον Ν. Δ. πρέπει νὰ ψηφισθῇ μέχρι αὔριον. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν εἰς αὐτὴν τὴν προκεχωρημένην ὥραν, ὕστερα ἀπὸ τόσην κόπωσιν καὶ πρὸ κενῶν ἑδωλίων νὰ ὁμιλήσωμεν δι’ ἕνα τόσον σοβαρὸν θέμα. Κατὰ συνέπειαν, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως συνεχισθῇ ἡ συζήτησις αὔριον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§220Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, μέχρι τῆς στιγμῆς ὡμίλησαν 4 ἢ 5 ρήτορες. Ἐνεγράφη καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ τὸν ὁποῖον θὰ παρεκάλουν νὰ ἄρῃ τὰς ἀντιρρήσεις του καὶ νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἡ ἀπάντησίς μου θὰ εἶναι σύντομος, ἄλλως τε δὲν εἶναι τόσον προχωρημένη ἡ ὥρα. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ δυνηθῇ νὰ ἀσχοληθῇ αὔριον μὲ τὰ θέματα τὰ ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§221Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀπὸ τὴν παράταξίν μας ἐκτὸς τοῦ κ. Ἡλιοῦ, θὰ ὑπάρξουν καὶ 3–4 ἄλλοι ὁμιληταί. Κατὰ συνέπειαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κλείσῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγὼ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως συνεχισθῇ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἡλιοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§223Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι λόγῳ τῆς κοπώσεως ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατεχόμεθα καὶ λόγῳ τῆς σπουδαιότητος καὶ τῆς σημασίας τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ θέμα νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν συμμερίζεται ἐκεῖνο ποὺ ἡμεῖς τῆς ἀποδίδομεν καὶ νομίζῃ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ συμπιέσῃ, ἡμεῖς θὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ὑποβολὴν ἐνστάσεως ἀπαρτίας.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐὰν δέχεται νὰ λύσωμεν τὴν Συνεδρίασιν δι’ αὔριον μὲ συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δωδεκατημορίων, καὶ ἂν ὑπάρξῃ χρόνος νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἐρωτήσεις καὶ τὰς ἐπερωτήσεις;
§225ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ Συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ. μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.50′ μ. μ.)