1959.12.16
2.775 στίχοι · 20.677 λέξεις · 234 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19η
Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 1959
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 10.30′ π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Κ. Μακρῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 17ης τῆς 11.12.59 καὶ τῆς 18ης τῆς 15.12.59 συνεδριάσεων.
§2Κ. ΜΑΚΡΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 17 τῆς 11.12.59 καὶ 18 τῆς 15.12.59 συνεδριάσεων. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἔξαρχος ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§6Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ κ. κ. Α. Πρωτοπαπαδάκης (ὑπουργὸς Συντονισμοῦ), Ν. Μάρτης (ὑπουργὸς Βιομηχανίας) καὶ Κ. Παπακωνσταντίνου (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως Συμβάσεων α) μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῶν συμπραττουσῶν Ἑταιρειῶν MASCHINENE-ABRIK BUCKAY R. G. GREVEN BROICHNIEDER-RHEIN, BRAUNSCHWEIGISCHE MASCHINEN-BAUANS TALE BRAUNSCHIWEIG, καὶ LUKS AND G. G.M.B.H. INDUSTRIEBAU διὰ τὴν κατασκευήν, θέσιν εἰς λειτουργίαν καὶ τεχνικὴν διεύθυνσιν κατὰ τὴν πρώτην περίοδον λειτουργίας τοῦ ἐργοστασίου σακχάρεως ἐν τῇ περιοχῇ Λαρίσης Θεσσαλίας καὶ β) μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ὁμοσπόνδου Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας DEU-TSCHEBANK A.G. ὑποκατάστημα BRAUNS-CHWEIG περὶ χορηγήσεως πιστώσεως διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς εἰς ξένον συνάλλαγμα δαπάνης κατασκευῆς κλπ. τοῦ ἐργοστασίου Σακχάρεως ὡς καὶ τῆς παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ, Βιομηχανίας καὶ τῶν Οἰκονομικῶν». Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ε. Ἀθανασάκος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν βομβοπλήκτων Κρήτης, αἰτουμένων τὴν ἄμεσον νομοθετικὴν ρύθμισιν τῶν αἰτημάτων των. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ε. Ἀθανασάκος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐργατοϋπαλληλικῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς Νομοῦ Θεσπρωτίας, αἰτούσης τὴν χορήγησιν πιστώσεως πρὸς ἀνέγερσιν ἐργατικῶν κατοικιῶν ἐν Ἡγουμενίτσῃ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Π. Βαρδινογιάννης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν σαγματοποιῶν καὶ πεταλωτῶν Ρεθύμνης αἰτουμένων, ὅπως ληφθῇ νομοθετικὴ μέριμνα διὰ τὴν ἀποζημίωσίν των. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ε. Ἀθανασάκος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ὀργανώσεων Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων πολέμου τῶν Νομῶν Ἰωαννίνων, Ἄρτης καὶ Πρεβέζης, αἰτουσῶν τὴν ἐπανίδρυσιν τοῦ Κέντρου Λουτροθεραπείας Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Πρεβέζης. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Α. Γαρμπῆ κατοίκου Ἀθηνῶν, αἰτοῦντος τὸν διακανονισμὸν τῆς συντάξεώς του. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου ἀποστράτων Ἀξιωματικῶν Β. Ν., αἰτοῦντος τὴν ἀποκατάστασίν των πρὸ τοῦ Ν. 1854)51 συνταξιοδοτηθέντων ἀξ)κῶν Β. Ν. (προερχομένων ἐκ τῶν τάξεων τῶν Ὑπ)κῶν) εἰς τὰς συντάξεις τῶν βαθμῶν των.
§7Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Προεδ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ ἔγκειται τὸ προσωπικὸν ζήτημα κ. Ὑπουργέ;
§9Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Προεδ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, τὰς τελευταίας ἡμέρας ἀπογευματινὴ ἐφημερὶς εἰς συνεχεῖς ἐκδόσεις της ἐδημοσίευσε στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα, νομίζω, δημιουργοῦν, δι’ ἐμέ, θέματα ἠθικῆς τάξεως.
§10Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ μιᾶς ἑβδομάδος, συγκεκριμένως ἀπὸ τῆς παρελθούσης Πέμπτης, ἀγωνιζόμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ θέματος Κανονισμοῦ, καὶ γνωρίζετε κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μᾶς ἀνέβαλε διὰ τὴν ἑπομένην, ἔπειτα διὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, τὴν μὴ πραγματοποιηθεῖσαν, ἐνῷ ὅμως ἐπρόκειτο σήμερον νὰ ὁμιλήσωμεν, ἐπὶ τέλους, ἐπὶ βασικοῦ θέματος τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐφ’ ὡρισμένων τάσεων τοῦ Προεδρείου, σχετικῶς μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, δίδεται ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Τριανταφυλλάκον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Παρ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν τοῦ προσωπικοῦ θέματος, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ προηγεῖται. Ἀλλά, δὲν θέλομεν ποτὲ νὰ παραμερίσωμεν τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ δώσῃ ὁ κ. ὑφυπουργὸς ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. Δεχόμεθα, λοιπόν, τὴν ἀναβολήν, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι αὔριον, ὁπωσδήποτε θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ὁπωσδήποτε θὰ παρακληθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ παρίσταται, διότι τὸ θέμα ἀφορᾷ τὸν Κανονισμὸν καὶ ἐνεργείας, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἐλέγξωμεν κατὰ τὴν ἀπουσίαν του.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σύμφωνοι, κ. Κωστόπουλε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως αὔριον, θὰ τεθῇ τὸ θέμα.
§12Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι προδήλως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Κανονισμοῦ, προσωπικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει. Δηλαδή, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν ἐλέχθη τι, οὐδὲ ἐπετράπη ὑπὸ τοῦ Προεδρείου νὰ ἀχθῇ κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων οἱοδήποτε θέμα θίγον τὸν κ. ὑφυπουργὸν ἐπὶ τοῦ Τύπου. Βεβαίως, ἐὰν πρόκειται τὸ ζήτημα νὰ τεθῇ ὡς ζήτημα ἀνακοινώσεων ὑπουργοῦ ἢ ἀνακοινώσεων συναδέλφου ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἅπτονται κατὰ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον τρόπον τῆς προσωπικῆς του καταστάσεως, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν οὐδεμία πτέρυξ τῆς Βουλῆς νὰ ἀρνηθῇ ἀκρόασιν εἰς τὸν θεωροῦντα ἑαυτὸν ὡς ἀδικηθέντα. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ἀντὶ τῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία, γενναιοδώρως, προσεφέρθη, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον, ἐκ Μεσσηνίας, ἡ ὀρθοτέρα θὰ ἦτο, νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου, ἀπαρεγκλίτως, θὰ προέκυπτε τὸ προσωπικὸν ζήτημα καί, κατὰ φυσικὴν σειράν, θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον ὁ κ. ὑφυπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν θέλωμεν νὰ περιφρουρῆται ἡ ὑπόληψις κάθε δημοσίου ἀνδρὸς — καὶ θὰ πρέπει νὰ παρέχεται εἰς οἱονδήποτε ἡ δυνατότης νὰ παράσχῃ τὰς ἐξηγήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας, θεωρεῖ ἀπαραιτήτους διὰ τὴν κριτικήν, ἡ ὁποία τοῦ ἐγένετο — δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ προταχθῇ οἱονδήποτε, καὶ τὸ ἱερώτερον ἀτομικὸν συμφέρον, ἀπὸ τὸ κοινὸν συμφέρον τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, τῆς περιφρουρήσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι καθιερώθησαν — ἀλλὰ δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν, ἐπιμένων εἰς τὸ προδικαστικὸν ζήτημα — τρόποι χειρισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου, ἄντικρυς ἀντίθετοι, πρὸς τὴν ἄσκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐξ αὐτοῦ προκύπτει ὅλη ἡ συζήτησις πέριξ τοῦ προδικαστικοῦ ζητήματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία οὕτως ἢ ἄλλως, δὲν διχοτομεῖται καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ καὶ σήμερον καὶ αὔριον, πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὸ προδικαστικὸν ζήτημα ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ ἐπακολουθήσουν ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ, αἱ συζητήσεις, τὰς ὁποίας, τὸ μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιθυμεῖ νὰ δώσῃ, ἐπὶ θεμάτων ἀχθέντων εἰς τὴν δημοσιότητα, ἔξω τοῦ περιβόλου αὐτοῦ καὶ μὴ ἀποτελούντων πάντως, προσωπικὸν ζήτημα κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Κανονισμοῦ.
§13Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφράσω προσωπικῶς, τὴν ἔκπληξίν μου διὰ τὰ συμβαίνοντα. Διότι πράγματι, θὰ ἦτο εὔκολον, ἐὰν ὑπῆρχεν ἕνα θέμα Κανονισμοῦ, ἄσχετον μὲ τὸ προσωπικὸν ζήτημα νὰ προκληθῇ τούτου τὸ προσωπικὸν καὶ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. ὑφυπουργός. Ἀλλὰ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ θέμα Κανονισμοῦ ἔχει δημιουργηθῆ ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ τοῦ θέματος. Εἰς τί συνίσταται; Εἰς τό, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠρνήθη νὰ ἐγγράψῃ ἐρώτησιν ἀφορῶσαν τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. ὑφυπουργός.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσιριμῶκο, δὲν εἶναι ἡ κυριολεξία αὐτή.
§15Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ τοῦτο εἶναι θέμα Κανονισμοῦ οὐσιωδέστερον, διότι ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσίας, μὲ τὴν ὁποίαν δὲν ἀσχολοῦμαι, ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσίας, θίγει τὰ δικαιώματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, θίγει τὸ δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ νὰ ὑποβάλῃ ἢ νὰ μὴ ὑποβάλῃ ἐρωτήσεις. Ἐρχόμεθα τώρα, μὲ τὸ ἐκκρεμὲς αὐτὸ τὸ θέμα, πρὶν ἐπὶ τέλους, ἀποφανθῇ τὸ Σῶμα ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ τὸ παραμερίσωμεν τὸ μέγα θέμα ἐξ ἀπόψεως τῆς ἀσκήσεως τοῦ δημοσίου ἐλέγχου, καὶ νὰ εἰσέρχεται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσωπικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσέλθῃ ὑπὸ τύπον ἐρωτήσεως, νὰ εἰσέλθῃ ὑπὸ τύπον ἀπαντήσεως εἰς τὴν μὴ γενομένην ἐρώτησιν. Μοῦ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐντελῶς παράξενος ἡ διαδικασία αὐτή, ἡ ὁποία τελικῶς, δὲν ὠφελεῖ ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνδεχομένως ἔγινε. Δι’ αὐτό, θὰ ἔλεγα νὰ ἀκολουθηθῇ ἡ ὁμαλὴ ὁδός, νὰ συζητηθῇ τὸ βασικὸν θέμα τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ καὶ πολλὴν ὥραν, μετὰ δὲ τὸ θέμα Κανονισμοῦ, ἀφοῦ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς διαδικασίας ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθηθῇ, τότε νὰ ἐπακολουθήσῃ ὁ κ. ὑφυπουργὸς εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπῃ ὅ,τι ἔχει νὰ εἴπῃ.
§16Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Πρ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουν δύο ζητήματα, τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὸ προσωπικὸν ζήτημα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶναι διάφορα καὶ κακῶς οἱ κ. συνάδελφοι ὑποστηρίζουν, ὅτι εἶναι τὸ ἕνα συνυφασμένον μὲ τὸ ἄλλο. Τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἕνα θέμα γενικόν, ἐὰν κριτής, περὶ τοῦ ἐὰν ἕνα κείμενον εἶναι ἐρώτησις ἐμπίπτουσα εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν κριτὴς αὐτοῦ, εἶναι ὁ Πρόεδρος ἢ τὸ Σῶμα. Αὐτὸ εἶναι ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν λύεται οὔτε εἰς ἡμίσειαν, οὔτε εἰς μίαν ὥραν, εἶναι θέμα μεγάλης συζητήσεως, θέμα γενικῆς ἀρχῆς καὶ ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄλλο θέμα, εἶναι θέμα προσωπικόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἕνας συνάδελφος, θεωρῶν ἑαυτὸν ἀδικηθέντα διὰ δημοσιευμάτων ἐν τῷ τύπῳ, ζητεῖ νὰ δώσῃ ὡρισμένας ἐξηγήσεις ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὸ ἠθικὸν θέμα, εἶναι θέματα προτασσόμενα. Ποῖον ἀπὸ τὰ δύο θέλετε νὰ προταχθῇ; Λέγουν οἱ κ. συνάδελφοι, πρέπει νὰ προταχθῇ τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐγὼ κάμω τὴν σκέψιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος. Τὸ θέμα τὸ προσωπικὸν τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ λυθῇ, πράγματι ταχέως, εἶναι ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον θίγει προσωπικῶς ἕνα συνάδελφον καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ξεκαθαρίσῃ. Κανεὶς δὲν ἔχει ἀντίρρησιν ὅταν θὰ γίνῃ ἡ προσεχὴς συζήτησις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀπόψε ἀκόμη, νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι σωστὸ νὰ θελήσωμεν νὰ ἐμποδίσωμεν σήμερον ἀμέσως, ἕνα συνάδελφον, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ ἠθικοῦ θέματος, νὰ τὸν ἐμποδίσωμεν νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα. Εἶναι θέμα ἁβροφροσύνης μεταξὺ συναδέλφων νὰ τοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ὁμιλήσῃ πρῶτος.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν αἴτησιν τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ζήτημα καθίσταται σύνθετον καὶ ἐμπίπτει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον, λέγει, ὅτι ἐπὶ συνθέτων ζητημάτων ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει οἴκοθεν, τὸ διαιρετόν. Συνεπῶς, τὸ Προεδρεῖον διαιρεῖ τὸ ζήτημα καὶ ἐφ’ ὅσον, εἶναι ζήτημα ἠθικῆς τάξεως, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν τὸν λόγον, ἂν μή τι ἄλλο, ἀλλὰ ἐξ ἀλληλεγγύης συναδελφικῆς εἰς τὸν κατηγορηθέντα ὑφυπουργόν, τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, δι’ αὐτὸ δίδω τὸν λόγον εἰς τὸν κ. ὑφυπουργὸν τοῦ Τύπου. Αὐτὸ ἀκριβῶς δίδει τὴν εὐχέρειαν καὶ εἰς τὸν συνάδελφον κ. Μπρεδήμαν, διότι ἐνῷ σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμόν, ἐπὶ ἐρωτήσεων, ἡ ὁμιλία εἶναι πεντάλεπτος μόνον, τὸ Προεδρεῖον θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν κ. Μπρεδήμαν νὰ ἀπαντήσῃ ἐκτενέστερον κἄπως. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς Τύπου ἔχει τὸν λόγον.
§18Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Προεδρ. Κυβερν.). Κύριοι βουλευταί, εὐθὺς μετὰ τὴν δημοσίευσιν εἰς ἀπογευματινὴν ἐφημερίδα τοῦ κειμένου τῶν ἐρωτημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν ἐκάλυψεν ὑπὸ τὸν μανδύαν κοινοβουλευτικῆς ἐρωτήσεως, ἔσπευσα νὰ δηλώσω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου ἀπορρέουσαν ἐκ τοῦ ἐνισχυμένου συναισθήματος εὐθιξίας, ποὺ πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ τοὺς εἰς τὸν δημόσιον βίον ἀναμιγνυομένους, ὅτι θεωρῶ, λέγω, ὑποχρέωσίν μου, νὰ δώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἄμεσον ἀπάντησιν. Ἀπάντησιν καλύπτουσαν ὄχι μόνον τὸ ἀντικείμενον τῶν ἐρωτήσεων, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸν κύκλον τῶν ἐναντίον μου δημοσιευμάτων. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν, διὰ δηλώσεώς μου εἰς τὸν τύπον, κατέστησα γνωστὴν εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην τὴν τοιαύτην ἀπόφασίν μου. Ἀπόφασιν ἥτις οὐδόλως ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τοῦ Σώματος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπιτρεπτὸν ἢ ἀνεπίτρεπτον τῆς ὑποβολῆς ὑβριστικῶν προσωπικῶν ἐρωτημάτων. Ἐνεργῶν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὑπακούω ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς πολιτικῆς καὶ ἀνθρωπίνης συνειδήσεώς μου. Ἀναντίρρητον εἶναι, ὅτι ὁ ἐρωτῶν βουλευτὴς κατέβαλεν ἰδιαιτέρα προσπάθειαν κατὰ τὴν διατύπωσιν καὶ προβολὴν ὅλων τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα συνθέτουν τὴν ἐναντίον μου ἐπίθεσιν, εἰς τρόπον, ὥστε καθ’ οἱανδήποτε περίπτωσιν καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ περιεχομένου τῆς ἀπαντήσεώς μου, νὰ ἀφήσῃ νὰ πλανᾶται ἀπροσδιόριστος ἀχλὺς εἰς τὴν Δημοσίαν γνώμην. Ἀναγκαῖον, συνεπῶς, ἡ ἀπάντησις νὰ εἶναι ἀναπεπταμένη καὶ πλήρης. Ἔτι δὲ πλέον, εἰς τὸν κύκλον τῆς ἐναντίον μου προσβολῆς ἐγκλείονται καὶ στοιχεῖα τοῦ ἰδιωτικοῦ μου βίου. Φυσικὸν καὶ ἀνθρωπίνως νοητὸν εἶναι τὸ συναίσθημα τῆς δυσφορίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν συνέχομαι ἐκ τοῦ λόγου τούτου. Εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀνάγκη νὰ τὸ παραμερίσω διὰ νὰ καλύψω ὁλόκληρον τὸν χῶρον τῶν ἐρωτημάτων καὶ δημοσιευμάτων, ὥστε καὶ ἂν ἐπιδιώκεται κατὰ τὸν γνωστὸν ἀφορισμὸν «κἄτι νὰ μείνῃ», νὰ μὴ τοῦ παράσχω τὴν μικροχαρῆ αὐτὴν ἱκανοποίησιν. Ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ἐζήτησε νὰ πληροφορηθῇ πότε ἀπέκτησα κατὰ κυριότητα τὴν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πατησίων 84 κειμένην οἰκίαν, ἀξίας πολλῶν χιλιάδων χρυσῶν λιρῶν. Ἡ περὶ ἧς πρόκειται οἰκία ἀνηγέρθη τὸ 1904, ἀπετέλεσε δὲ στοιχεῖον προικὸς τῆς μητρός μου, προικὸς ἡ ὁποία συνεστήθη τὸ 1905 δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13480 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Γερασίμου Θεοφανοπούλου. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός μου περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα τῆς μητρός μου, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἀνήκει μέχρι σήμερον, ὡς ἐξάγεται ἀπὸ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 67104 τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1959 πιστοποιητικὸν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον καὶ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐξ ἄλλου ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 67104 τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας πιστοποιητικοῦ τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, τὸ ὁποῖον ἐπίσης καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐξάγεται, ὅτι οὐδενὸς ἀκινήτου εἶμαι κύριος. Ἐν συνεχείᾳ ἐζητήθη πληροφορία περὶ διεξαγομένων ἐπισκευῶν. Αἱ ἐπισκευαὶ ἀφοροῦν τὴν ἰδίαν οἰκίαν, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησα. Ἂν καὶ οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἀπαντήσεως ἔχω διὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν ὑπὸ τῆς μητρός μου διαχείρισιν τῶν περιουσιακῶν της στοιχείων, συνεπὴς εἰς ὅσα εἶπον εἰς τὸν σύντομον πρόλογόν μου, θὰ δώσω ἐν τούτοις ἀπάντησιν. Ὄντως γίνονται, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 23001)7772 τῆς 16.6.1959 ἀδείας τοῦ Πολεοδομικοῦ Γραφείου Ἀθηνῶν ἐκδοθείσης ἐπ’ ὀνόματι τῆς μητρός μου, ἐπισκευαὶ εἰς δύο ὀρόφους, οἱ ὁποῖοι ἐγκατελείφθησαν πρὸ καιροῦ ὑπὸ τῶν μισθωτῶν των μετὰ εἰκοσιπενταετῆ περίπου ἐνοικιοστασιακὴν μίσθωσιν. Καὶ εἶναι ἀναφαίρετον δικαίωμα οἱουδήποτε ἐλευθέρου πολίτου νὰ πραγματοποιῇ ἐπισκευὰς εἰς τὰ ἀκίνητά του, προκειμένου μάλιστα νὰ τὰ καταστήσῃ ἀντικείμενον μισθωτικῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἐρώτημα 2ον: Ἐὰν ἀληθεύῃ ἢ οὔ, ὅτι ἔλαβον ἀπὸ τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν δάνειον ὕψους 400 χιλ. δραχμῶν. Ἀπάντησις: Οὐδέποτε ἔλαβον ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν δάνειον ἀπὸ τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν, ὡς τοῦτο ἄλλωστε προκύπτει ἐκ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 20543 τῆς 12 Δεκεμβρίου 1959 βεβαιώσεως τῆς Τραπέζης. Δάνεια ἐχορηγήθησαν εἰς τὴν ἰδιοκτήτριαν τοῦ ἀκινήτου κατὰ καιροὺς ἐπὶ πρώτῃ ὑποθήκῃ, ἡ κίνησις τῶν ὁποίων, συμφώνως πρὸς ἐπίσημον κατάστασιν ἀπὸ 11.12.1959 τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν καὶ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, παρουσιάζεται ὡς ἑξῆς: Τὸ 1946 δρχ. 7.500, τὸ 1947 δρχ. 10.000, τὸ 1947 ἐπίσης δρχ. 25.000, τὸ 1948 δρχ. 40.000 καὶ τὸ 1949 δρχ. 100.000, ἤτοι σύνολον δρχ. 182.500, εἰς σημερινὰς δραχμάς. Ἔναντι αὐτῶν ἡ ὀφειλέτις κατέβαλε μέχρι σήμερον 158.884,90 δραχμάς. Ἔτι πλέον πληροφορῶ τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι ἐκτὸς ἀγωγῶν, ἐγερθεισῶν διὰ καθυστέρησιν τόκων, τὴν 10 Ἀπριλίου 1952 ἐγένετο κοινοποίησις καὶ ἐγγραφὴ ἐπιταγῆς, ἑτέρας δὲ τοιαύτης τὴν 27 Δεκεμβρίου 1958 ἐξ αἰτίας καθυστερήσεως περὶ τὴν καταβολὴν τοκοχρεωλυσίων. Χωρὶς οὐδόλως νὰ θέλω νὰ ψέξω τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν καὶ τὰς ἐνεργείας της αὐτάς, τὰς ἀναγνωρίζω ὡς ὀρθάς, ὑπογραμμίζω τὰ ἀνωτέρω γεγονότα διὰ νὰ καταδειχθῇ, ὅτι οὐδεμιᾶς εὐνοϊκῆς μεταχειρίσεως ἔτυχεν ἡ ὀφειλέτις, παρὰ τὰ ὅσα ἀφέθησαν νὰ ὑπονοηθοῦν εἰς τὰ ἐρωτήματα τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ. Ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ἐνδιεφέρθη καὶ διὰ τὴν στρατολογικήν μου κατάστασιν. Ἠθέλησε νὰ μάθῃ ἂν ἔχω ὑπηρετήσει καὶ ἐὰν ὄχι, ἐὰν ἔχω ἀπαλλαγὴ καὶ πῶς. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ ἀπάντησίς μου θὰ εἶναι πλήρης. Τὸ 1932 παρουσιασθεὶς πρὸς κατάταξιν ἀπηλλάγην αὐθημερόν. Εὔχομαι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν νὰ ἔχῃ τύχει τοιαύτης ἀπαλλαγῆς. Ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 104828 τῆς 11.12. 1959 ἐπισήμου πιστοποιητικοῦ τοῦ 100 Στρατολογικοῦ Γραφείου, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἡ ἀπαλλαγή μου ὠφείλετο εἰς βαρυτάτην νόσον, συγκεκριμένως εἰς λαρυγγίτιδα εἰδικῆς φύσεως καὶ κατάρρουν ἀμφοτέρων τῶν πνευμόνων εἰδικῆς φύσεως. Ἄν τις ἐξ ὑμῶν δὲν γνωρίζῃ τὴν ἐπιστημονικὴν σημασίαν τῶν ὅρων, δύναται νὰ τὴν πληροφορηθῇ ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἰατρῶν συναδέλφων του. Διὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἀντιμετώπισιν τῆς νόσου ἀπῃτήθη αὐστηρὰ θεραπεία ἐν κλίνῃ ἐπὶ διάστημα 2 καὶ ἡμίσεος ἐτῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐθίγη τὸ θέμα διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἴσως ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἐπεδίωξα νὰ ἀποφύγω τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν μου ὑποχρεώσεων, σᾶς καθιστῶ γνωστὸν συμπληρωματικῶς, ὅτι ὅταν ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος τοῦ 1940 ἐζήτησα νὰ καταταγῶ ὡς ἐθελοντής. Ἀλλ’ ἡ προσφορά μου αὐτὴ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἐξ αἰτίας τῆς παλαιᾶς νόσου. Ὅταν ὅμως τὸ μέτωπον κατέρρευσε καὶ ἡ χώρα μας εὑρέθη ὑπὸ τὸν ζυγὸν τοῦ κατακτητοῦ, ὅταν δὲν ἐξηρτᾶτο πλέον ἀπὸ τὴν κρίσιν οἱουδήποτε τρίτου ἡ ἀποδοχὴ τῶν ὑπηρεσιῶν μου, συμμετέσχον ἀμέσως, ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1941, εἰς μικρὰν ὁμάδα ἀντιστάσεως διότι κατειχόμην ἀπὸ τὴν σφοδρὰν ἐπιθυμίαν νὰ συμβάλω εἰς τὸν ἀγῶνα διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς χειμαζομένης πατρίδος. Καταθέτω ἓν μικρὸν τεῦχος, ἐκδοθὲν τὸ 1948, περὶ τῆς μικρᾶς αὐτῆς ὁμάδος ἀντιστάσεως, εἰς τὸ ὁποῖον περιέχεται καὶ ἡ φωτοτυπία τῆς πρώτης ἐντύπου μυστικῆς ἐφημερίδος ἡ ὁποία ἐξεδόθη καὶ ἐκυκλοφόρησεν εἰς τὴν κατεχομένην Ἑλλάδα κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1941, ἐφημερίδος, τὴν ὁποίαν συνέταξα ὁ ἴδιος. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1941 ἀνεμίχθην εἰς εὐρυτέραν κίνησιν ἀντιστάσεως ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς ὁποίας μὲ τὰς μικράς μου δυνάμεις προσέφερα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς τὰς ὑπηρεσίας μου εἰς τὸν ὡραῖον καὶ ὑγιᾶ ἀγῶνα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τὸ 1943 συνελήφθην ἐν εἰδικῇ ἀποστολῇ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς κατοχῆς καὶ ἐφυλακίσθην. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἡ Πολιτεία ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος, ὅτι δὲν εἶχον ψηφισθῆ ἀκόμη οἱ γνωστοὶ νόμοι περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν ἀμοιβῶν εἰς τοὺς ἀγωνιστὰς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως, εἰς ἀναγνώρισιν τῶν προσφερθεισῶν ὑπηρεσιῶν μου κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς μοῦ ἀπένειμε, μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1947, τὸ χρυσοῦν ἀριστεῖον ἀνδρείας. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἤμουν βουλευτὴς ἀνήκων εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. (Χειροκροτήματα). Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 130 τεῦχος Γʹ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 12 Ἰουνίου 1947 ὅπου δημοσιεύεται τὸ σχετικὸν Διάταγμα. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι βουλευταί, εἰς ἕτερον θέμα. Τὴν χορήγησιν βενζιναντλίας εἰς συμπατριώτην μου καὶ συνεργάτην μου τοῦ Πολιτικοῦ μου Γραφείου. Ἡ ἐρώτησις ἔχει διατυπωθῆ εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι ἐπιδεκτικὴ παρερμηνείας. Ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια βάσει καὶ στοιχείων παρασχεθέντων ὑπὸ τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος συμπατριώτης μου, ἀνάπηρος τῆς Ἀλβανίας ὑπαγόμενος εἰς τὴν Αʹ κατηγορίαν τοῦ Νόμου 4506, εἶχε ζητήσει προσωπικῶς ἀπὸ τὸν ἀνείμνηστον Γεώργιον Μπουρδάραν, ὑπουργὸν Μεταφορῶν ἐπὶ Κυβερνήσεως Πλαστήρα, ὅταν ἀπεφασίσθη ἡ χορήγησις 44 ἢ 46 ἀδειῶν βενζιναντλιῶν νὰ τύχῃ καὶ αὐτὸς ἀδείας. Ὄντως, ὁ τότε ὑπουργός, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 138649 τῆς 21.5.1952 ἀποφάσεώς του ἐχορήγησε κατ’ ἀρχὴν ἔγκρισιν ἐγκαταστάσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀνάπηρος ἐφρόνει, ὅτι λόγῳ τῆς ἀναπηρικῆς του ἰδιότητος ἀπελάμβανεν ἀτελείας ὥστε νὰ μὴ ὑποχρεοῦται εἰς παράβολον δὲν κατέβαλε τοῦτο καὶ ἡ ἄδεια ἠκυρώθη ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 180.670 ἀποφάσεως τῆς 6.10.1952 τοῦ αὐτοῦ ὑπουργοῦ, ἵνα αὐθημερὸν διὰ ταυταρίθμου ἀποφάσεως καὶ μετὰ τὴν καταβολὴν τοῦ νομίμου παραβόλου ἐπαναχορηγηθῇ ἡ ἄδεια. Μετὰ ἑπτάμισυ περίπου ἔτη ὁ ἀνάπηρος περὶ οὗ ὁ λόγος μετεβίβασε τὸ εἰς τὴν κατοχήν του περιουσιακόν του στοιχεῖον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐτέλουν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς μεταβιβάσεως αὐτῆς, περὶ τῆς ὁποίας ἐπληροφορήθην μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ κειμένου τῆς ὑποβληθείσης σχετικῆς ἐρωτήσεως. Δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀντιληφθῶ τί τὸ μεμπτὸν βλέπει ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Μεταξὺ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ καιροὺς ἔχουν λάβει ἀδείας ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν, εἷς ἀνάπηρος, εἰς χρόνον ἀνύποπτον ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἄσκησιν ὑπευθύνου λειτουργήματος παρ’ ἐμοῦ, ὅταν καὶ τότε ἤμουν βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπέτυχε διὰ προσωπικῆς του ἐνεργείας παρὰ τῷ τότε ὑπουργῷ νὰ λάβῃ ἄδειαν τὴν ὁποίαν μετεβίβασε μετὰ ἑπτάμισυ ἔτη. Λαμβανομένου δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν, κατὰ παρασχεθείσας μοι πληροφορίας, ἐγκρίνει πᾶσαν αἰτουμένην μεταβίβασιν ὡς μὴ ὑφισταμένου οὐδενὸς πρὸς τοῦτο κωλύματος ἐκ τῶν σχετικῶν διατάξεων οὐδὲ κωλύματος τινὸς οὐσίας δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ κατὰ ποῖον λόγον ἠμπορεῖ νὰ θεμελιωθῇ οἱαδήποτε εὐθύνη ἔχουσα σχέσιν εἴτε μὲ τὸν δημόσιον εἴτε τὸν ἰδιωτικόν μου βίον. Διὰ νὰ καταδειχθῇ ὅμως, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ἀνάπηρος συνεργάτης μου οὐδεμιᾶς ἔτυχεν ἐκ μέρους μου εἰδικῆς εὐνοίας ἢ μεταχειρίσεως, θεωρῶ χρήσιμον νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1952 ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων δάνειον στεγάσεως, τὸ ὁποῖον καὶ δὲν ἔλαβε, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι εἰς πολλὰς χιλιάδας ἀνέρχονται οἱ λαβόντες μέχρι τοῦδε τοιαῦτα δάνεια. Ἤδη, ὡς ὁ ἴδιος μοῦ ἐδήλωσε, μετὰ τὴν πώλησιν τῆς βενζιναντλίας κατέθεσε νέαν αἴτησιν εἰς τὸ Ταμεῖον Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων τὴν 3ην Δεκεμβρίου 1959, ζητῶν τὴν παροχὴν δανείου, ὥστε εἰς περίπτωσιν χορηγήσεώς του νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ προϊόν του, μετ’ ἐκείνου ἐκ τῆς πωλήσεως τῆς βενζιναντλίας πρὸς ἀνέγερσιν μικρᾶς κατοικίας καὶ στέγασιν ἐν αὐτῇ τῆς οἰκογενείας του. Καὶ τὸ ὅτι δὲν ἔλαβε μέχρι τοῦδε δάνειον συνάγεται ἐκ τῆς σημερινῆς ὑπ’ ἀριθ. 42057 βεβαιώσεως τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων. Ἐθίγη ἐπίσης καὶ τὸ θέμα τῆς χορηγήσεως ἀδείας ὁδηγοῦ αὐτοκινήτου εἰς τὸν αὐτὸν ἀνάπηρον. Κατὰ παρασχεθείσας ἐκ τοῦ ἰδίου πληροφορίας αὕτη ἐξεδόθη ἀπὸ τὸ Μηχανολογικὸν Γραφεῖον Τριπόλεως. Τὸ ἂν ἡ χορήγησις τῆς ἀνωτέρω ἀδείας ἐπραγματοποιήθη κατὰ τρόπον σύννομον δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν ἰδικήν μου ἁρμοδιότητα. Τὸ 5ον θέμα συνίσταται εἰς τὴν χορήγησιν 1.005,60 δολλαρίων εἰς τὸν πρέσβυν ἀδελφόν μου τότε Γενικὸν Πρόξενον εἰς Βοστώνην, ὅπου ὑπηρέτει πρὸ ὀκταετίας. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Διευθυντὴν Ἐξωτερικοῦ Τύπου νὰ μοῦ παράσχῃ ὅλα τὰ σχετικὰ στοιχεῖα, εἰς ἀπάντησιν δὲ μοὶ παρεδόθη τὸ ἀκόλουθον σημείωμα ὅπερ καὶ ἀναγινώσκω. Ἐπὶ τεθέντος ἐρωτήματός σας, περὶ τῆς καταβολῆς εἰς τὸν ἄλλοτε Γενικὸν Πρόξενον ἐν Βοστώνῃ κ. Κωνσταντῖνον Τριανταφυλλάκον, διὰ δαπάνας ξενίας καὶ δεξιώσεων δημοσιογράφων καὶ πολιτικῶν προσωπικοτήτων ποσοῦ δολλαρίων χιλίων πέντε καὶ 60)οο ($ 1.005,60) ἄνευ ἀποδόσεως λογαριασμοῦ, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παράσχω τὰς κάτωθι πληροφορίας: Ἡ δαπάνη ἀφορᾷ ξενίαν (δεξιώσεις, γεύματα κλπ.) προσφερθεῖσαν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Μαρτίου 1951 ὑπὸ τοῦ τότε Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Βοστώνῃ κ. Κωνσταντίνου Τριανταφυλλάκου, ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν ὑπηρεσιακῶν αὐτοῦ καθηκόντων ὡς ἐντεταλμένου καὶ μὲ τὰ ζητήματα τύπου εἰς τὴν προξενικήν του περιοχήν. Ἡ δαπάνη αὕτη, παραμείνασα ἐκκρεμὴς ἀφ’ ἧς ἐπραγματοποιήθη, ἐτακτοποιήθη ἐν ἔτει 1953, τῇ προτάσει τῆς ὑπηρεσίας (βλέπε ἔγγραφον Ε.Π. 243)Α1214 τῆς 24.3. 1953 πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Ν. Δ. 158) 46 καὶ Ε.Π. 262Ζα τῆς 26.3.1953 πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον), δι’ ἐκδόσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 243 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς 31 Μαρτίου 1953 καὶ τῆς ἐν συνεχείᾳ ἐκδόσεως νόμου δαπανῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ὡς προβλέπεται εἰς ἀναλόγους περιπτώσεις. Λόγῳ τῆς φύσεως τῆς δαπάνης, ἡ ὑπηρεσία εἰσηγήθη ὅπως τὸ σχετικὸν ἔνταλμα, ὡς συμβαίνει εἰς ἀναλόγους περιπτώσεις, ἐκδοθῇ ἄνευ ἀποδόσεως λογαριασμοῦ, κατὰ τὴν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Ν. Δ. 158)46 διαδικασίαν.
§19Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀγορεύετε διὰ τὸν ἀδελφόν σας. Εἶναι ὑπέρμετρος εὐαισθησία, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολογῆται κανεὶς διὰ τὸν ἀδελφόν του. (Χειροκροτήματα).
§20Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀπολύτως ὀρθόν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐτονίσατε. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν πρέπει —καὶ ἔπραξεν ἄριστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὴ δεχθεὶς νὰ ἐγγράψῃ τὰς ἐρωτήσεις τοῦ κ. Μπρεδήμα— νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς οἱονδήποτε βουλευτὴν τὸ δικαίωμα νὰ δημιουργῇ τοιαῦτα ζητήματα εἰς βάρος τῆς μητρὸς ἢ τοῦ ἀδελφοῦ ἑνὸς ὑπουργοῦ. (Χειροκροτήματα).
§21Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφυπ. Πρ. Κυβερν.). Ἐπειδὴ ὅμως, κύριοι βουλευταί, διὰ τῆς ἐναντίον μου ἐξαπολυθείσης ἐπιθέσεως ἐπεδιώχθη νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι στεροῦμαι τῆς ἐπιβαλλομένης διὰ τοὺς ἀσκοῦντας δημόσιον λειτούργημα εὐθιξίας, ἐπωφελοῦμαι τῆς παρεχομένης εὐκαιρίας διὰ νὰ πληροφορήσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι ἐνῷ ὁ προκάτοχος τοῦ ἀδελφοῦ μου εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Γραφείου Τύπου τῆς Ν. Ὑόρκης, νεώτερός του κατὰ βαθμόν, ἀλλὰ κατὰ πάντα ἐξαίρετος διπλωματικὸς ὑπάλληλος, ἐλάμβανεν 600 δολλ. μηνιαίως καὶ ὀρθῶς διὰ νὰ δύναται νὰ καλύπτῃ τὰς λίαν ηὐξημένας δαπάνας τὰς ἀπορρεούσας ἐκ τῆς νευραλγικῆς αὐτῆς θέσεως, ἤδη ὁ ἀδελφός μου, διευθύνων ἀπὸ 28 μηνῶν τὸ ἐν λόγῳ Γραφεῖον Τύπου, ἤτοι ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1957 μέχρι σήμερον οὐδὲν ποσὸν εἰσέπραξεν ὑπὸ ἀνάλογον μορφήν. Παρ’ ὅλον δέ, ὅτι ἡ Ὑπηρεσία κατὰ τὸ διάστημα τῶν 11 μηνῶν τῆς ὑπ’ ἐμοῦ διευθύνσεως τοῦ τομέως τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Τύπου καὶ Πληροφοριῶν ἐπιμόνως εἰσηγήθη καὶ ἐτόνισε τὴν ἀνάγκην καταβολῆς τοιούτου ἐπιδόματος, ἠρνήθην πάντοτε νὰ δώσω τὴν ἔγκρισιν. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλην αἰτίαν τὸ αὐτὸ μέλος τῆς οἰκογενείας μου κατέστη ὁ στόχος τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀθηνῶν. Διετυπώθη ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον αὐθημερὸν ἐδόθη εἰς ἀπογευματινὴν ἐφημερίδα καὶ ἐδημοσιεύθη κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ προκαλέσῃ δυσμενῆ σχόλια εἰς τὴν ἀκατατόπιστον κοινὴν γνώμην. Καὶ ἐλέχθη εἰδικώτερον, ὅτι εἰσήγαγε διάφορα εἴδη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἄνευ καταβολῆς τῶν κεκανονισμένων δασμῶν, τὰ ὁποῖα ἐν συνεχείᾳ ἐπωλήθησαν. Προσετέθη ἐπίσης, ὅτι ἀνεχώρησεν ἐκ νέου αἰφνιδιαστικῶς, μάλιστα δὲ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος παρουσίαζε τι τὸ ὕποπτον. Ἰδοὺ τώρα ἡ ἀλήθεια. Ἀπὸ τῆς 23ης Ὀκτωβρίου 1945 ὁ ἀδελφός μου ὑπηρέτησεν ὡς Πρόξενος ἐν Βοστώνῃ, ὁπόθεν μετετέθη εἰς Ἀθήνας, εἰς τὴν Κεντρικὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, τὴν 20 Σεπτεμβρίου 1951. Ἀργότερον, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1952, ἀπεστάλη εἰς Νέαν Ὑόρκην ὡς μέλος τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὴν 7ην Γενικὴν Συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἐπιστρέψας εἰς Ἀθήνας κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου 1953. Τὸν Ἀπρίλιον τέλος τοῦ 1953 ἐτοποθετήθη σύμβουλος τῆς ἐν Οὐασιγκτῶνι Πρεσβείας καὶ Διευθυντὴς τοῦ ἐκεῖ Γραφείου Τύπου. Μετὰ τὴν μετάθεσίν του ἐκ Βοστώνης εἰς Ἀθήνας, μετὰ ἑξαετῆ παραμονὴν εἰς Ἀμερικήν, ἐστάλησαν ἐνταῦθα τὰ εἴδη τῆς οἰκοσκευῆς του, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ κατέβαλε, κατὰ τὸν ἐκτελωνισμόν, τοὺς κατὰ νόμον διὰ τὴν περίπτωσιν δασμούς. Τοῦτο δύναταί τις νὰ τὸ ἐξακριβώσῃ εὐχερῶς, ἀναδιφῶν τὸ σχετικὸν πρωτόκολλον ἐξετάσεως τῶν ἀποσκευῶν του. Ἐστάλη ἐπίσης τὸ αὐτοκίνητόν του, ἐκτελωνισθὲν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπωλήθη νομίμως ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος μετὰ τὴν εἰσαγωγήν του, τὴν 25ην Αὐγούστου 1953. Ἕτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. συνάδελφος, προσπαθήσας μάλιστα νὰ προσδώσῃ εἰς αὐτὸ ἐξαιρετικὴν εὐρύτητα, εἶναι τὸ τῆς ἀποχωρήσεώς μου ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς μορφῆς τῆς συνταξιοδοτήσεώς μου. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ παράσχω ὡρισμένα στοιχεῖα διὰ νὰ κριθῇ τοῦτο κατὰ τὰς φυσιολογικάς του διαστάσεις καὶ διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ἀρτία γνώμη ἐπ’ αὐτοῦ. Ἤδη πρὸ τοῦ πολέμου ἐπραγματοποιήθησαν πολλαὶ ἐθελούσιαι ἔξοδοι εἰς Τραπέζας. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἔγινεν ἐκ νέου προσφυγὴ εἰς τὸν θεσμὸν εἰδικώτερον δὲ κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν Α. Ν. 683 καὶ 765 τοῦ Δεκεμβρίου 1945 ἐπὶ κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Σοφούλη. Δυνάμει αὐτῶν κατέστη ὑποχρεωτικὴ δι’ ὅλας τὰς Τραπέζας ἡ ἔνταξις καὶ ἀναδιαβάθμισις τοῦ προσωπικοῦ, ὡς καὶ ἡ ἀποσυμφόρησις αὐτοῦ διὰ τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου. Ἐξῃρέθησαν τοῦ μέτρου τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὰς Τραπέζας Ἑλλάδος καὶ Ἐθνικῆς, ἐφ’ ὅσον αἱ Τράπεζαι αὐταὶ δι’ ἀποφάσεων τοῦ Γενικοῦ Συμβουλίου αὐτῶν ἔχουν ρυθμίσει τὸ ζήτημα τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου τῶν ὑπαλλήλων των. Οὕτω ἀπεχώρησαν ἐκ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος 158 ὑπάλληλοι ἐκ τῶν ὁποίων 95 τὸ 1946, 10 τὸ 1947, 3 τὸ 1948, 22 τὸ 1950, 15 τὸ 1951 καὶ 13 τὸ 1952. Μεταξὺ τῶν ἀποχωρησάντων συγκατελεγόμην καὶ ἐγὼ καὶ ἡ δεσποινὶς Ἰφιγένεια Φλέσσα νῦν σύζυγός μου ἐπὶ ἴσοις ὅροις μετὰ τῶν λοιπῶν. Καὶ ὁ ὁμιλῶν μὲν ἀπεχώρησε τὴν 1ην Ἰουλίου 1946 ἡ δὲ δεσποινὶς Φλέσσα τὴν 1ην Νοεμβρίου 1946. Σχετικῶς καταθέτω τὸ ὑπ’ ἀριθ. 12074 τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1959 ἔγγραφον τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβεβαιοῦνται τὰ ἀνωτέρω. Κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν ἡ Ἐθνικὴ Κτηματικὴ Τράπεζα προέβη εἰς ἀποσυμφόρησιν τοῦ προσωπικοῦ της δι’ ἐθελουσίας ἐξόδου. Ἀπεχώρησαν 14 ἀποτελοῦντες τὰ 10% περίπου τοῦ προσωπικοῦ της, ἂν δὲ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὑπὸ εὐνοϊκωτέρους ὅρους ἢ οἱ ἀποχωρήσαντες ὑπάλληλοι τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐξῆλθον 246 καὶ αὐτοὶ ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἐξ ἄλλου ἀπεμάκρυνε τὸ 1948 δι’ ἐθελουσίας ἐξόδου, 148 ὑπαλλήλους ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι συνέτρεχον λόγοι ὑγείας. Τὸ 1953 ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος 2510 πρὸς ρύθμισιν διαφόρων θεμάτων, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Ἀθηνῶν. Μεταξὺ ἄλλων ὁ νόμος 2510 ἠσχολήθη καὶ μὲ τὴν τύχην τῶν ἐν καταστάσει ἐθελουσίας ἐξόδου εὑρισκομένων ὑπαλλήλων τῶν δύο Τραπεζῶν, Ἑλλάδος καὶ Ἐθνικῆς, χωρὶς νὰ θίξῃ τοὺς εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν τελοῦντας ὑπαλλήλους τῆς Κτηματικῆς ἢ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης. Οὕτω δι’ ὅλους τοὺς ἐν καταστάσει ἐθελουσίας ἐξόδου τελοῦντας αἱ Τράπεζαι Ἑλλάδος καὶ Ἐθνικῆς ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλουν τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς συντάξεως ἧς ἐδικαιώθησαν καὶ ἐκείνης ἣν θὰ ἐλάμβανον ἐὰν ἐξήρχοντο τῆς Ὑπηρεσίας ὅταν θὰ κατελαμβάνοντο ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁρίου τούτου. Συνεπῶς ἡ Τράπεζα ἐξηκολούθει νὰ καταβάλῃ ὑπὸ ἕνα τύπον σημαντικὴν ἐνίσχυσιν συνισταμένην εἰς τὴν καταβολὴν διαφορᾶς μεταξὺ τῆς πραγματικῆς συντάξεως καὶ τῆς πλασματικῆς τοιαύτης τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισεν ὁ νομοθέτης. Διὰ τοῦ ἰδίου νόμου προεβλέφθη ἐξαίρεσις διὰ τοὺς ἐξελθόντας διὰ λόγους ὑγείας, τοὺς ἀναπήρους καὶ τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὰς διατάξεις τῶν νόμων 971 καὶ 1104 περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν ἀμοιβῶν εἰς τοὺς ἀγωνιστὰς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως. Συνεπῶς οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς κατηγορίας αὐτὰς διατηροῦν τὰς ἀρχικὰς προϋποθέσεις τῆς συνταξιοδοτήσεώς των. Οἱ διατηρήσαντες τὰ τοιαῦτα δικαιώματα ἀνέρχονται διὰ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος εἰς 39 μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγονται ὁ ὁμιλῶν καὶ ἡ σύζυγος αὐτοῦ. Εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν οἱ ἐξαιρεθέντες ἀνέρχονται εἰς 45. Διὰ νὰ εἶναι πλήρης ἡ κατατόπισις τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τοῦ θέματος ὀφείλω νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἂν δὲν συγκατελεγόμην ἐγὼ καὶ ἡ σύζυγός μου εἰς τὰς γενικὰς ἐκείνας κατηγορίας τῶν διατηρούντων τὰς ἀρχικὰς προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως θὰ ἐλάμβανον 1463 δρχ. ὀλιγώτερον μηνιαίως, ἡ δὲ σύζυγός μου 429 δρχ. ὀλιγωτέρας. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπραγματοποιήθησαν εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν δύο ἐθελουσίαι ἔξοδοι ὑπαλλήλων, ἡ μία τὸ 1954 ἐξελθόντων 215 ὑπαλλήλων καὶ ἡ ἑτέρα τὸ 1958 ἐξελθόντων 668 μὲ ἐξαιρετικῶς εὐνοϊκὰς προϋποθέσεις, αἵτινες ἀπολήγουν κατ’ οὐσίαν εἰς τὴν ἀπόληψιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὁμοιοβάθμων των. Ὅλαι αἱ ἐθελουσίαι ἔξοδοι αἱ πραγματοποιηθεῖσαι εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν ἐγένοντο μὲ βάσιν τὴν δεκαετῆ πραγματικὴν ὑπηρεσίαν πλὴν τῆς τελευταίας τοῦ 1958 ἡ ὁποία ἐπραγματοποιήθη μὲ βάσιν τὴν δεκαπενταετῆ συντάξιμον τοιαύτην, ὑπὸ ὡρισμένας δὲ προϋποθέσεις δεκαετῆ. Ὁ ὁμιλῶν ἔχει περίπου 17 ἐτῶν συνολικὴν ὑπηρεσίαν. Ταῦτα εἰς ἀντίκρουσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι ἔτυχον ἐθελουσίας ἐξόδου χωρὶς νὰ πληροῦται ἡ προϋπόθεσις ἐπαρκοῦς χρόνου ὑπηρεσίας. Ἔτι δὲ πλέον καὶ ἡ σύζυγός μου κατὰ τὴν ἀποχώρησίν της ἐκ τῆς Τραπέζης ἐπλήρου ἁπάσας τὰς προϋποθέσεις διὰ τὴν ὑπαγωγὴν της εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Γενικοῦ Συμβουλίου περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου. Ἀπομένει τὸ θέμα τοῦ βαθμοῦ ἐπὶ τοῦ ὁποίου λαμβάνω τὴν σύνταξίν μου. Πληροφορῶ τὸν κ. βουλευτὴν Ἀθηνῶν καὶ ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ὅτι συμφώνως πρὸς τὸν νόμον 765 ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ὑπεχρεοῦτο ἐντὸς 6 μηνῶν νὰ προβῇ εἰς ἔνταξιν τοῦ πάσης φύσεως προσωπικοῦ της. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἀναγινώσκω τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα ἀποφάσεως τοῦ Γενικοῦ Συμβουλίου ληφθείσης κατὰ τὴν συνεδρίαν (ὑπ’ ἀριθ. 15) τῆς 20 Ἀπριλίου 1949: «Ὁ κ. Διοικητὴς ἀνακοινοῖ εἰς τὸ Συμβούλιον, ὅτι κατόπιν τῆς ἀπὸ 13.10.48 ἀποφάσεώς του ἐπεξειργάσθη μετὰ τοῦ κ. Ὑποδιοικητοῦ τὸ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἣν τὸ Γενικὸν Συμβούλιον διὰ τῆς ἀπὸ 18.10.47 ἀποφάσεώς του ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ συνεκρότησεν, ἐκπονηθὲν σχέδιον ἐντάξεως καὶ ἀναδιαβαθμίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Τραπέζης, ὑποβάλλει δὲ τοῦτο ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Γενικοῦ Συμβουλίου. Ὡς θὰ ἐνθυμῆται τὸ Συμβούλιον ὁ νόμος 765 τοῦ 1945 ἐπέβαλεν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ὡς καὶ τὴν Ἀγροτικὴν τὴν ἐντὸς ἑξαμήνου προθεσμίας ἔνταξιν καὶ ἀναδιαβάθμισιν ὅλου τοῦ προσωπικοῦ, ἐξῃρέθη δὲ τοῦ μέτρου τούτου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διότι εἰς ταύτην εἶχεν ἤδη ἀπὸ καιροῦ πραγματοποιηθῆ ἡ ἔνταξις αὕτη». Ἄλλωστε τὸ Γενικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος εἶχε προβλέψει δι’ ἀποφάσεως ληφθείσης κατὰ τὴν 37ην συνεδρίαν αὐτοῦ τῆς 9ης Ὀκτωβρίου 1946 περὶ τῆς μελλοντικῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἐντάξεως. Ἡ σχετικὴ ἀπόφασις ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Εἰς περίπτωσιν ἐνδεχομένης προσεχοῦς συντάξεως ἐπετηρίδος τοῦ προσωπικοῦ τῆς Τραπέζης, καθ’ ἣν ἐξερχόμενοι διὰ τῆς παρούσης ἐθελουσίας ἐξόδου ὑπάλληλοι ἤθελον δικαιωθῆ βαθμοῦ ἀνωτέρου τοῦ μεθ’ ὃν ἐξέρχονται, οὗτοι θὰ δικαιοῦνται τῶν ἀποδοχῶν τοῦ ἀνωτέρου τούτου βαθμοῦ». Ἐκούρασα ἴσως τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν μὲ τὴν παράθεσιν ἀναλυτικῶν στοιχείων ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἐθελουσίας ἐξόδους τῶν Τραπεζῶν καὶ εἰδικώτερον ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ὅρους καὶ τὰς προϋποθέσεις τῆς συνταξιοδοτήσεως ἐμοῦ καὶ τῆς συζύγου μου. Ἐθεώρησα τοῦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν πλήρη κατατόπισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ τὴν ἀποφυγὴν τῆς δημιουργίας πεπλανημένων ἐντυπώσεων. Ἅπαντα τὰ χρησιμοποιηθέντα στοιχεῖα μοὶ ἐδόθησαν παρὰ τῶν οἰκείων Τραπεζῶν. Τελευταῖον θέμα. Κύριοι βουλευταί, ἐπικρίνομαι, διότι ἔτυχον ἐπιδόματος ἀεροθεραπείας. Ἀπαντῶ: Καὶ τὸ ἐδικαιούμην καὶ τὸ ἐχρειαζόμην. Τὸ ἐδικαιούμην διότι ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον εἶμαι μέλος τοῦ Ἀλληλοβοηθητικοῦ Ταμείου Περιθάλψεως Ὑπαλλήλων Τραπέζης Ἑλλάδος, δηλαδὴ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ τομέως εἰς τὸν ὁποῖον παλαιότερον ἠσχολούμην, εἰς τὸ ὁποῖον ἄλλωστε μετέχουν ἐκτὸς τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαλλήλων καὶ πάντες οἱ ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν συνταξιοῦχοι. Τὸ χρειάζομαι, διότι ἀτυχῶς τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1954 ὑπέστην ὑποτροπὴν τῆς νόσου. Τοῦτο προκύπτει ἀπὸ πλεῖστα ἐξ ἀντικειμένου στοιχεῖα, πληθώραν ἐπισήμων πιστοποιητικῶν μεταξὺ τῶν ὁποίων ἓν χαρακτηριστικὸν τὸ ὁποῖον μὲ ὑποχρεώνει ὁ κ. βουλευτὴς λόγῳ τοῦ τρόπου τῆς προβολῆς τοῦ δημοσιεύματος νὰ ἀπασχολήσω μὲ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΟΝΤΙΦΗΞ Ὑφηγητὴς Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Βεβαίωσις. «Ὁ ὑπογεγραμμένος Ἰατρὸς–Γρηγόριος Ποντίφηξ, βεβαιῶ, ὅτι καθ’ ἃ ἐξάγεται ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν τηρουμένων βιβλίων ἐξετάσεως ἀσθενῶν, ὁ κ. Τρύφων Τριανταφυλλάκος ὑπεβλήθη εἰς τὰς κάτωθι κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν ἐξετάσεις. Ἔτος 1954. 10 Μαρτίου: Ἀκτινοσκόπησις—ἀκτινογραφία θώρακος καὶ ἀκτινογραφία στομάχου —12)τύλου EN SERIE. 4 Ὀκτωβρίου: Τομογραφία ἀριστεροῦ πνεύμονος. Τομαὶ 5–12. 7 Δεκεμβρίου: Ἀκτινογραφία θώρακος. Ἔτος 1955. 17 Ἰανουαρίου: Τομογραφία πνεύμονος. Τομαὶ 5–12. 11 Ἀπριλίου: Ἀκτινοσκόπησις—ἀκτινογραφία θώρακος καὶ τομογραφία δεξιοῦ πνεύμονος. Τομαὶ 5–12. 30 Ὀκτωβρίου: Ἀκτινοσκόπησις—ἀκτινογραφία θώρακος καὶ τομογραφία δεξιοῦ πνεύμονος. Τομαὶ 5–12. 31 Νοεμβρίου: Ἀκτινογραφία θώρακος καὶ τομογραφία δεξιοῦ πνεύμονος. Τομαὶ 5–12. Ἔτος 1957. 16 Ἀπριλίου: Ἀκτινογραφία θώρακος καὶ τομογραφία δεξιοῦ πνεύμονος. Τομαὶ 5–12».
Ὁ βεβαιῶν ἰατρὸς
ΓΡ. ΠΟΝΤΙΦΗΞ
Τὴν βεβαίωσιν ταύτην καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐὰν χειρίζωμαι τὸ θέμα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τοῦτο ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν πρόθεσίν μου νὰ μὴ ἀφήσω χῶρον ἀδιερεύνητον, εἰς τρόπον ὥστε νὰ παρεμποδισθῇ ἡ δημιουργία εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην σφαλερῶν ἐντυπώσεων. Καὶ συμπληρώνων προσθέτω, ὅτι δὲν ἔτυχον μόνον ἐπιδόματος ἀεροθεραπείας ἀλλὰ γενικωτέρας φαρμακευτικῆς καὶ ἰατρικῆς περιθάλψεως ἡ ὁποία περιλαμβάνει καὶ τὸ ἐπίδομα ἀεροθεραπείας. Καὶ ἐρωτῶ: Μήπως ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν παρητήθη τῶν δικαιωμάτων του τῶν ἀπορρεόντων ἐκ τῆς ἰδιότητός του ὡς μέλους τῆς Ἑνώσεως Συντακτῶν; Μήπως δὲν ἀπέκτησε λόγῳ τῆς ἰδιότητος ταύτης στέγην; Δὲν τὸν ψέγω δι’ αὐτό, ἁπλῶς μνημονεύω τὸ γεγονός. Καὶ συνεχίζω: Ὁ κ. συνάδελφος παρητήθη μήπως τῶν δικαιωμάτων του τὰ ὁποῖα ἀπορρέουν ἐκ τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἰδιότητός του ὡς ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ὑφυπουργείου Τύπου; Ἀλλὰ καὶ ποῖος ἐξ ἡμῶν ἔχει παραιτηθῆ νομίμων δικαιωμάτων του ἀπορρεόντων ἀπὸ παλαιὰν ἢ καὶ παράλληλον ἐπαγγελματικὴν ἀπασχόλησίν του ἐφ’ ὅσον τὰ δικαιώματα ταῦτα δὲν συνιστοῦν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν βουλευτικὴν ἰδιότητα; Πρὸς τί λοιπὸν ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος; Εἰς τί ἀποβλέπει ὁ ἐξ Ἀθηνῶν κ. συνάδελφος; Διατὶ νὰ ὑποχρεώσῃ συνάδελφον ἀναμιγνυόμενον ἐπὶ δεκαπενταετίαν εἰς τὸν δημόσιον βίον νὰ ἐκθέσῃ πρὸς προάσπισιν τῆς ἠθικῆς του ὑποστάσεως, πραγματικὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα ὅμως ἀνάγονται εἰς τὸν στενὸν κύκλον τοῦ ἰδιωτικοῦ του βίου;
§22Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Μπρεδήμας ...
§23Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Πρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, κατέβαλα πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἐνημερώσω τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τοῦ δημιουργηθέντος προσωπικοῦ θέματος. Προσεπάθησα νὰ εἶμαι σύντομος καὶ ξηρός. Ἐχρησιμοποίησα μόνον ἐξ ἀντικειμένου ἀδιάψευστα στοιχεῖα. Συνεχίζων θὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐν τῇ προσπαθείᾳ νὰ ὑποβοηθήσω ἕκαστον ἐξ ὑμῶν νὰ σχηματίσῃ τὴν ἰδικήν του γνώμην περὶ τῆς ποιότητος τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον καὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῶν δημοσιευμάτων. Αὐτομάτως, κ. βουλευταί, ἀναπηδᾷ εἰς τὴν συνείδησιν οἱουδήποτε ἀντικειμενικοῦ κριτοῦ ἀβίαστον τὸ ἐρώτημα: Ποῖα ἆραγε τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν τὸν ἐρωτῶντα βουλευτὴν εἰς τὴν ἐξαπόλυσιν τῆς ἐναντίον μου ἐπιθέσεως; Καὶ περαιτέρω: Διατὶ διετυπώθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον αἱ ἐρωτήσεις του; Διατὶ διὰ θέματα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἰδιωτικοῦ βίου ἀνεζήτησε τὸ κοινοβουλευτικὸν περίβλημα τῶν πρὸς ὑπουργοὺς ἐρωτήσεων; Καὶ ὀλίγας στιγμὰς βραδύτερον ἢ ἐνωρίτερον τῆς καταθέσεως εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔδωκεν αὐτὰς εἰς ἀπογευματινὴν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία εἶναι εὐεξήγητον, ὅτι ἐπωφελήθη τῆς εὐκαιρίας καὶ τὰς ἐδημοσίευσεν εἰς τὴν πρώτην της σελίδα διὰ τῶν μεγαλυτέρων της τυπογραφικῶν στοιχείων, διατυμπανίζουσα τὸ γεγονός; Διατί ὁ ἐρωτῶν δὲν κατέβαλε τὴν ἐλαχίστην προσπάθειαν, τῆς ὁποίας θὰ ἐδικαιοῦτο καὶ ὁ τελευταῖος τῶν ἀνθρώπων περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠσχολεῖτο προκειμένου νὰ ἐξακριβώσῃ ἐὰν τὰ μαρτυρηθέντα ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὴν ἀλήθειαν; Διατὶ δὲν ἐπεχείρησεν, ἔστω καὶ δι’ ἁπλῶν τηλεφωνημάτων, ἐνημερούμενος περὶ τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ νὰ τιθασεύσῃ τὴν ἀπύθμενόν του ἐμπάθειαν; Διατὶ τέλος, παρέλειψε τὸ στοιχειῶδες καθῆκον ἑνὸς ὑποτυπωδῶς ἐντίμου ἐπικριτοῦ; Διότι προφανὲς εἶναι, ὅτι ἀποβλέπει εἰς ἕνα καὶ μόνον σκοπόν: Ἀποβλέπει, βάλλων ἐναντίον θεσμῶν καὶ προσώπων, ὅπως τὸ ἔχει ἄλλωστε ἀποδείξει καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, νὰ δημιουργήσῃ παραπλανητικὰς εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην ἐντυπώσεις. Νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι κατάστασις σήψεως κυριαρχεῖ μεταξὺ τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινά. Ὅτι ὁ δημόσιος βίος τῆς χώρας νοσεῖ βαρύτατα. Ἀποπειρᾶται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἐνσταλάξῃ τὸ δηλητήριον εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Λαοῦ, διὰ νὰ κλονίσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του πρὸς τοὺς θεσμοὺς καὶ πρὸς τοὺς φορεῖς τῶν ὑψηλῶν δημοσίων λειτουργημάτων καθ’ ὅλην αὐτῶν τὴν κλιμάκωσιν. Οὕτω ἐκπληρώνει τὴν ἀποστολήν του. Καὶ εἰς τὸ γενικὸν αὐτὸ πλαίσιον, τοποθετεῖται ἡ χαλκευθεῖσα ἐναντίον μου σκευωρία. (Χειροκροτήματα). Οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες, κ. βουλευταί, παρουσιάζουν, κατὰ τὴν ἅμιλλαν διὰ τὴν ἐπικράτησιν, συχνότητα καὶ ὀξύτητας. Εἶναι φυσικόν. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες μάχονται διὰ τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἰδεῶν των. Καὶ μάχονται κατὰ τῶν ἀντιπάλων των. Ἀλλὰ πάντοτε οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες διεξάγονται μετὰ γενναιότητος καὶ εὐθύτητος. Εἰς τὸν χῶρον αὐτόν, εἰς τὸν ὁποῖον συνεδριάζουν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαοῦ, ἠκούσθησαν ἀπὸ τοὺς παλαιοτέρους αἱ ὑποθῆκαι αὐταί, αἱ ὁποῖαι ἐπεσφραγίσθησαν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ζωὴν καὶ τὴν ἀρετὴν τῶν ἀπελθόντων. Ἀλλοίμονον, ἐὰν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν πολιτικῶν ἀγώνων κυριαρχήσῃ ἡ τακτικὴ τοῦ σκότους. Ἀλλοίμονον ἐὰν καθιερωθῇ ὡς μέθοδος ἐξοντώσεως τοῦ ἀντιπάλου ἡ συκοφαντία. Μέθοδος γνωστή, ἀφ’ ὅτου συνεπήχθη ἡ ἀνθρωπίνη κοινωνία, ἀλλὰ μέθοδος ἡ ὁποία πάντοτε ὑπῆρξεν ὅπλον εἰς χεῖρας μόνον τῶν ἀνάνδρων καὶ τῶν δειλῶν. Καὶ ἡ ἀκίνδυνος δι’ αὐτὸν γενναιότης τοῦ ὑβριστοῦ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ἀναμίξῃ εἰς τὸν ἀχαρακτήριστον ἐναντίον μου λίβελλον καὶ τὴν μητέρα μου, καὶ τὴν σύζυγόν μου, καὶ τὸν ἀδελφόν μου, ἀνώτατον κρατικὸν λειτουργόν. Ἐπίθεσις κατὰ ὁλοκλήρου οἰκογενείας, πρὸς ἐξυπηρέτησιν ταπεινῶν σκοπῶν. Ἐπίθεσις ἀχαλίνωτος, προσπάθεια ἀνίερος, διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχουν ἐμπόδια, δὲν ὑπάρχουν ὅρια, δὲν ὑπάρχουν ἠθικοὶ φραγμοί. Ὅμως, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ καιροὺς πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, καὶ μάλιστα ἐκ τῶν καθημένων εἰς τὴν πρώτην σειρὰν τῶν ἑδωλίων, ἐδοκιμάσατε συκοφαντικὰς ἐπιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν εἶχον. Τὴν πολιτικὴν ἐξουθένωσιν. Καὶ ἐρωτᾶται. Εἶναι δυνατόν, ὑπὸ τὴν κάλυψιν τοῦ ἀνευθύνου καὶ τῆς ἀσυλίας, θεσμῶν τοὺς ὁποίους καθιέρωσεν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφέροντος νὰ ἐπιτρέπεται ὁ ἀκίνδυνος διασυρμὸς ὑπολήψεων πολιτικῶν ἀντιπάλων; Εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ἐξαπολύωνται ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς συκοφαντικὰ βέλη μὲ διάφορον, κατὰ περίπτωσιν, στόχον, ἀλλὰ πάντοτε πρὸς τὸν ἴδιον σκοπόν; Εἶναι δυνατόν, τέλος, διὰ τῆς ἀνεπιτρέπτου αὐτῆς μεθόδου, ἔξω τῶν κοινοβουλευτικῶν κανόνων, ἠθῶν καὶ ἐθίμων κειμένης νὰ ἐπιδιώκεται ἡ κατασπίλωσις ἐκπροσώπων τοῦ ἔθνους, κατὰ νοσηρὰν ἐπιλογὴν τοῦ μετερχομένου ἢ τῶν μετερχομένων τὴν οἵαν ἐμνημόνευσα μέθοδον; Μὴ πλανᾶσθε, κ. βουλευταί. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία σήμερον δὲν ἀσχολεῖται μὲ θέμα τοῦ ὁμιλοῦντος. Ἔδωκα τὴν ἀπάντησίν μου εἰς τὰς σκευωρίας. Ὅμως τὸ θέμα ἀνάγεται εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος συνιστᾷ σοβαρωτάτην ἀπειλὴν διὰ τοὺς ἐλευθέρους δημοκρατικούς μας θεσμοὺς καὶ ἀφορᾷ ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσει ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν. Διότι ἄγνωστον εἶναι σήμερον ποῖος ἐξ ὑμῶν θὰ εἶναι αὔριον ὁ στόχος. Ὅμως βέβαιον εἶναι, ὅτι θὰ ὑπάρξουν στόχοι, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς, ὅλοι, ὡς ἔχομεν ἄλλωστε καὶ ὑποχρέωσιν, δὲν καταδικάσωμεν εὐθέως, σαφῶς καὶ μετὰ βδελυγμίας τὴν ἐφαρμοζομένην, ἐκτὸς πλαισίου ἠθικῆς, τακτικήν. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν καταγγείλωμεν εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην τὰ αἴτια, τὴν μέθοδον καὶ τοὺς ἐπιδιωκομένους σκοπούς. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποφασίσωμεν νὰ λάβωμεν μέτρα προστασίας τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεώς μας. Καταλήγων, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προέλθω εἰς χαρακτηρισμοὺς ἀφορῶντας τὸν ὑβριστήν μου. Εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν διαγράφει τὴν πολιτείαν του διὰ τῶν μεθόδων τὰς ὁποίας μεταχειρίζεται κατὰ τὴν πολιτικήν του δρᾶσιν. Καὶ αἱ μέθοδοι αὐταὶ ὁμιλοῦν περὶ τῆς προσωπικότητος ἑνὸς ἑκάστου. Μία πολιτεία συνεχοῦς διασυρμοῦ τῶν ἀντιπάλων, ὑπὸ μορφὴν κριτοῦ τῶν πάντων καὶ ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς ἠθικῆς, φέρει εἰς τὸν νοῦν τὴν γνωστὴν ρῆσιν, ὅτι μόνον οἱ ἀνήθικοι ὁμιλοῦν περὶ ἠθικῆς. Δὲν νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἄλλων λόγων. Ὡς δημόσιος ἀνήρ, ἐξετέλεσα τὸ χρέος μου ἀπέναντι ὑμῶν, τῆς προσβληθείσης τιμῆς μου, τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τῶν ἐντολέων μου. Οἱ ἔντιμοι ἄνθρωποι νὰ κρίνουν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠ. Μπρεδήμας ἔχει τὸν λόγον.
§25Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, παρακαλῶ τὸν λόγον. Δὲν νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸν λόγον ἔχει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ κ. Μπρεδήμας. Ὁ κ. ὑφυπουργὸς ἀπήντησεν εἰς τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα δημοσίᾳ ἔθεσεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ......
§26Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. ..... (Χειρονομεῖ ἀπὸ τοῦ βήματος)...... (Θόρυβος).
§27Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὄχι χειρονομίας. Δὲν θὰ ἀποφανθῆτε σεῖς. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι). Παρακαλῶ ἁπλῶς νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα καὶ παρακαλῶ, ὁσάκις ζητεῖ τις, εἴτε εἶναι μέλος τῆς Κυβερνήσεως εἴτε καὶ μόνον βουλευτής, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ παρεμποδίζετε τὸν κληθέντα βουλευτήν, νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ βῆμα, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶσθε ἐκτεθειμένος ἀπέναντι τοῦ ἀνελθόντος εἰς τὸ βῆμα. Ἔπρεπε, ἀφ’ ἧς ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ μὴ ἐπετρέπατε εἰς τὸν κ. συνάδελφον νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ βῆμα, ὥστε νὰ λυθῇ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐδίδατε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. συνάδελφον. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, κατεδείχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς Κοινῆς γνώμης, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν σημείων τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὰ ἐρωτήματα τοῦ κ. Μπρεδήμα, εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ ὡς μέλους τῆς Κυβερνήσεως ἢ μὲ τὴν ὑπουργικὴν ἰδιότητα τῶν κ. κ. συναδέλφων πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπηύθυνεν, ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν, τὰς ἐρωτήσεις του. Σημειοῦται μία ἐκ τῶν πραγμάτων πανηγυρικὴ δικαίωσις τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐσημειώθη καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἅπαντες οἱ κ. κ. συνάδελφοι, οἱασδήποτε παρατάξεως καὶ οἱουδήποτε Κόμματος, θὰ ἀναγνωρίσουν μέσα των τὴν ὀρθότητα τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Προέδρου. Κατεδείχθη δηλονότι ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι θέμα ἐρωτήσεως ἢ ἐπερωτήσεως δὲν ὑπῆρχε. Ἑπομένως, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθότερον ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ θέμα αὐτὸ νὰ λάβῃ, ἐὰν θέλῃ, τὸν λόγον ὁ κ. Μπρεδήμας καὶ νὰ εἴπῃ ὅσα ἔχει νὰ εἴπῃ.
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τύπων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας. Ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, νομίζω, ὅτι δὲν προσφέρεται ὑπηρεσία εἰς τὸν κ. ὑφυπουργὸν τοῦ Τύπου, μὲ τὴν παροχὴν τῆς ἐντυπώσεως, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τὸν κ. Μπρεδήμαν νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀπὸ ἀπόψεως τύπου, ἐφαρμόζεται εἰς ἀκέραιον ὁ Κανονισμός. Ἐδημιουργήθη διὰ τὸν ὁμιλητὴν ἐπὶ τοῦ βήματος προσωπικὸν θέμα καὶ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ θέματος λαμβάνει τὸν λόγον.
§29Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Γνωρίζετε, ὅτι δὲν εἶμαι πείσμων εἰς τὰς ἀπόψεις μου καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι ἔχετε δίκαιον.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπρεδήμα, παρακαλῶ χωρὶς διακοπάς.
§31Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Συντομώτατος θὰ εἶμαι, κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν ἀπάντησίν μου, ὅπως ἄλλωστε εἶναι συντομωτάτη καὶ ἡ προσωπικὴ ἱστορία τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑφυπουργοῦ τοῦ Τύπου. Καὶ ἐὰν ἠσχολήθην μὲ τὰς δημοσίας, οὐχὶ τὰς ἰδιωτικάς, ὑποθέσεις τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Τύπου, αἱ ὁποῖαι θὰ τὸν παρακολουθοῦν εἰς ὁλόκληρον τὸν δημόσιον βίον του, τὸ ἔπραξα, διότι τὰς τελευταίας, ἰδίᾳ, ἡμέρας, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑφυπουργὸς τοῦ Τύπου, ἐνεφανίσθη ὡς Κήνσωρ τῆς ἐλευθεροτυπίας καὶ ὡς κέρβερος τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Θὰ περιορισθῶ συνεπῶς κατ’ ἀνάγκην ἐντὸς τῶν αὐστηρῶν πλαισίων τῶν θεμάτων τῶν ἐρωτημάτων μου καθὼς καὶ εἰς δύο ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἔφερα εἰς τὴν δημοσιότητα ἀπὸ τῶν στηλῶν τῆς ἀπογευματινῆς ἐφημερίδος «Ἀθηναϊκῆς». Καὶ ἐν πρώτοις, κ. συνάδελφοι, ἐκφράζω τὴν λύπην μου, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀναφερθῶ εἰς ἕνα δυσάρεστον διὰ τὸν κ. ὑφυπουργὸν τοῦ Τύπου περιστατικόν, τὸ ὁποῖον λόγῳ τῆς ἐπιθέσεώς του ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀμέσως σχετιζομένων θεμάτων τῶν ἐρωτήσεών μου, προσλαμβάνει κατ’ ἀνάγκην οὐσιαστικὸν περιεχόμενον. Καὶ τὸ λυπηρὸν αὐτὸ περιστατικόν, ὅπως σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. ὑφυπουργός, ἀφορᾷ τὴν στρατολογικὴν κατάστασιν τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω τώρα, ὅπως ἐγὼ παρηκολούθησα μὲ προσοχὴν τὸν κ. ὑφυπουργόν, νὰ μὲ ἀκούσετε εἰς τὴν ἐξιστόρησιν τῶν γεγονότων, διὰ νὰ διευκολύνω τοὺς κ. κ. συναδέλφους εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν ἀναγκαίων συμπερασμάτων. Δὲν θὰ κάμω κρίσεις. Μετὰ τὸ πέρας τῶν γυμνασιακῶν του σπουδῶν εἰς τὸ Βʹ Γυμνάσιον τῆς ὁδοῦ Σολωμοῦ τὸ 1929... (Θόρυβος).
§32ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. Τί σχέσιν ἔχουν αὐτά;
§33Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἔχει σχέσιν μὲ τὴν στρατολογικὴν κατάστασιν τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς παρακαλῶ, ἰδιαιτέρως, νὰ ἐπικρατήσῃ ἠρεμία.
§35Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος διορίζεται τὴν 24.2.30 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἡ ἐξονυχιστικὴ καὶ αὐστηρὰ ἰατρικὴ ἐξέτασις καθὼς καὶ τὰ μηχανήματα τοῦ ἀνωτάτου αὐτοῦ ἱδρύματος μᾶς ἀποδεικνύουν τὴν λαμπρὰν καὶ θαυμασίαν ὑγείαν τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου. Μετὰ 1½ ἔτος περίπου, καλεῖται ὁ κ. Τριανταφυλλάκος νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Πατρίδα διὰ τῆς θητείας του. Παραδόξως, ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, ἔχων σοβαρωτάτους λόγους ὑγείας, ἀντὶ νὰ πάρῃ τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸν Λόχον, δικαιολογημένως, παίρνει τὸν δρόμον ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας προήδρευεν ὁ συμπολίτης του, ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἐπίσης καταγόμενος, ἀξιότιμος κ. Δημοσθένης Ἠλιόπουλος, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ πράγματι διαπιστώνει τὴν ἀνικανότητα.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπρεδήμα, κάνετε αἰχμάς, ἐναντίον ἀνωτάτου ἀξιωματικοῦ, δὲν ἐπιτρέπονται αὐταί.
§37Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Καὶ πράγματι, κ. συνάδελφοι, ἡ Ἐπιτροπὴ τὸν ἀπαλλάσσει. Τῷ 1938, ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, προκηρύσσει διαγωνισμόν, διὰ τὴν πρόσληψιν ὑπαλλήλων. Συμμετεῖχεν εἰς τὸν διαγωνισμὸν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος καὶ ἐπιτυγχάνει ἔστω καὶ τελευταῖος εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐπιτυχόντων. Δὲν ἔχει σημασίαν. Προτοῦ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ὑποβάλλεται εἰς νέαν ἰατρικὴν ἐξέτασιν αὐστηράν, οἵα ἦτο καὶ ἡ ἐξέτασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ὑγιέστατος ὁ κ. Τριανταφυλλάκος. Καὶ τώρα εἶναι εὔλογον τὸ ἐρώτημα: Εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰσῆλθεν ὑγιέστατος, ἀπαλλάσσεται πράγματι λόγῳ βαρυτάτης νόσου μετὰ 1½ ἔτος καὶ ὑγιέστατος ἐπίσης εἰσέρχεται καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος.
§38ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. Μετὰ πόσον χρόνον;
§39Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Σᾶς ἀνέφερον ἀριθμούς, νὰ συναγάγητε τὰ συμπεράσματά σας. Καὶ τώρα εἶναι εὔλογον τὸ ἐρώτημα: Ποῖος παρεπλανήθη; Ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπή, ἢ οἱ Κέρβεροι ἰατροί, οἱ ὁποῖοι προκειμένου περὶ τῶν ἀνυπερασπίστων ὑποψηφίων ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐφαρμόζουν ἄλλην ἀγωγήν; Εἰς ὑμᾶς, κ. βουλευταί, ἀπόκειται νὰ κρίνετε.
§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐκρίναμεν.
§41Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Καὶ τώρα, κ. βουλευταί, ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου, τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ τὸ τελευταῖον θέμα ἄλλωστε τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑφυπουργοῦ. (Φωναί, θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§42Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Συκοφαντεῖτε πρόσωπα. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἰατρίδη, δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαὶ ἐπὶ ἐπερωτήσεως, καὶ ἑπομένως, δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον.
§44Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ κ. Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, ὁ ὑπολογιστὴς τότε τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος κ. Τριανταφυλλάκος, ἀποσπᾶται ἐκ τῆς Τραπέζης εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τοῦ ἀνατίθενται καθήκοντα Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου, καὶ τὸ 1946, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, τόσον αὐτός, ὅσον καὶ ἡ ἀξιότιμος σύζυγός του, ὑποβάλλονται εἰς τὴν σκληρὰν θυσίαν τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου μὲ ὁλόκληρον τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ ποὺ κατεῖχε, μετὰ τῶν δώρων καὶ ἐπιδομάτων καὶ τὸ ἐφ’ ἅπαξ. Ἤτοι, ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον 30ετίαν, θὰ παίρνῃ τὸν μισθὸν καὶ τὰ λοιπὰ ἐπιδόματα καὶ δῶρα, τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαλλήλου. Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ κ. Τριανταφυλλάκος πολιτεύεται. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§45Α. ΒΟΥΛΟΔΗΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως ὡμίλησεν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἄνευ διακοπῶν, πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ κ. Μπρεδήμας.
§46Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Παρακαλῶ μίαν ἐρώτησιν. Εἴπατε, ὅτι ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, ἐξῆλθε μὲ ὅλον τὸν μισθὸν καὶ τὰ δῶρα. Πρόκειται περὶ προσωπικῆς διατάξεως, ἢ πρόκειται περὶ γενικοῦ κανόνος τεθέντος διὰ νόμου; Αὐτὸ νὰ τὸ ἀποσαφηνίσητε.
§47Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Περὶ γενικοῦ κανόνος, τὸ περίεργον εἶναι μόνον, ὅτι εἰς τὴν ἐθελουσίαν ἐκείνην ἔξοδον, περιελήφθησαν πρόσωπα τὰ ὁποῖα εἶχον ὀλίγον χρόνον ὑπηρεσίας. Καὶ τὸ θέμα τοῦτο, ὅπως θὰ σᾶς ἀποδείξω τώρα, ἐπειδὴ εἶναι καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐδῶ, ἐξήγειρεν ὅλον τὸν Τραπεζιτικὸν κόσμον. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀειμνήστου Σπύρου Τσακοπούλου, ὁ τότε Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Τσαλδάρη, ὁρκίζεται καὶ καταθέτει δήλωσιν ἀμέσου προσχωρήσεως εἰς τὸ νέον Κόμμα τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Ἔχει σημασίαν καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο... Τὸ 1949 ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἐπέτυχε νέαν μισθολογικὴν βελτίωσιν τῆς συντάξεώς του. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ 1953, εἰς τὴν ἀποθέωσιν τοῦ συναδέλφου. Ὁ τότε ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ὑπὸ σοβαρὰν πίεσιν ἀλλὰ καὶ διότι ἐπίστευεν, ὅτι εἶχε πελωρίας διαστάσεις τὸ σκάνδαλον τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν ὁλοκλήρου τοῦ Τραπεζιτικοῦ κόσμου ἀναγκάζεται νὰ καταργήσῃ τὴν ἐθελουσίαν αὐτὴν ἔξοδον καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν κανονικὴν σύνταξιν.
§48Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Οὐδεμίαν πίεσιν ὑπέστην.
§49Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἐπανέφερε τὴν κανονικὴν σύνταξιν... (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§50Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἀναφέρεσθε εἰς ἐμέ.
§51Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἐπανεφέρατε τὴν παλαιὰν σύνταξιν.
§52Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἦτο πολιτική μου.
§53Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Τότε, κ. βουλευταί, ἐγένετο δεκτόν......
§54Ι. ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ ἦτο γενναῖον ἐὰν ὁμολογούσατε, ὅτι ἐπλανήθητε.
§55Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Τότε κ. βουλευταί, ἐψηφίσθη μία τροπολογία, μία φωτογραφία τοῦ ζεύγους Τριανταφυλλάκου, τὸ ὁποῖον ἐξῃρέθη ἀπὸ τὴν κανονικὴν σύνταξιν. Μόνον αὐτοὶ ἐξῃρέθησαν τῆς κανονικῆς συντάξεως.
§56Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὄχι. (Φωναί, θόρυβοι).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μαρκεζίνης ἔχει τὸν λόγον. Ἀφήσατέ τον, κ. συνάδελφοι, νὰ τὸν διαψεύσῃ ἐκεῖνος.
§58Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Οὔτε ὑπέστην καμμίαν πίεσιν, διὰ νὰ προβῶ εἰς τὴν κατάργησιν, τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος διατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, ὡς ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, οὔτε ἔκαμα προσωπικήν τινα ἐξαίρεσιν, οὔτε καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετεῖχον. Ὁ προηγούμενος ρήτωρ ἀνέφερε, ὅτι ἡ διάταξις, ἀφεώρα 44 ὑπαλλήλους. Ποῦ λοιπὸν ὑπάρχει προσωπικὴ ἐξαίρεσις ὑπὲρ τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου. (Χειροκροτήματα). (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζημιώνετε τὴν ὑπόθεσιν, κ. βουλευταὶ τῆς συμπολιτεύσεως. Βλέπετε, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν διέψευσε.
§60Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κύριος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον συνέστησα νὰ μὴ ἀνήρχετο εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Μπρεδήμας ἀλλὰ νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ ἦτο οὐσιαστικὸς καὶ οὐχὶ νομικός. Βεβαίως παρενέβη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι νομικῶς εἶχε δίκαιον. Θὰ βλέπῃ, ὅμως, ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Μπρεδήμας ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα ἀντὶ νὰ δικαιολογήσῃ, ἀντὶ νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ὡρισμένα στοιχεῖα εἴτε καταδεικνύοντα τὴν ἀλήθειαν τῶν ἰδικῶν του ἰσχυρισμῶν εἴτε νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐπλανήθη, προέβη εἰς ἐπίθεσιν ἄνευ περιεχομένου καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἰσχυρισθῇ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὸν τότε ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ἀνήκοντα εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ ὄντα βίαιον ἀντιπολιτευόμενον τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ τὸν διαψεύσῃ. Εἶχα συνεπῶς, οὐσιαστικῶς δίκαιον. Καὶ λογικὸν εἶναι νὰ παρακληθῇ, ἀπὸ Ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. Μπρεδήμας νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ τί γίνεται μὲ τὸ σπίτι, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγραψε, τί γίνεται μὲ τὸ δάνειον περὶ τοῦ ὁποίου ἔγραψε. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Μπρεδήμας ἢ ὁ κ. Τριανταφυλλάκος; Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος κατέθεσε ἀποδείξεις. Ἑπομένως, ἢ νὰ διαψεύσῃ ὁ κ. Μπρεδήμας αὐτὰς ἢ ἄλλως ἐπλανήθη. Ἐὰν ἐπλανήθη νὰ εἴπῃ ἐντίμως, ὅτι ἐπλανήθη. Ἀλλὰ καλὸν εἶναι καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ὅλων ἡμῶν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ὁλοκλήρου τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς ψεύδη καὶ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐπλανήθη.
§61Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀπέφυγα ἐπιμελῶς ἀπὸ τῆς ὥρας ποὺ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν οὐσίαν διότι ἡ ἐρώτησις ἀφορᾷ τὸν ἐρωτῶντα βουλευτὴν καὶ τὸν ὑπουργόν. Καὶ δὲν ἀπησχολήθην προσωπικῶς μὲ τὴν οὐσίαν, διὰ νὰ ἀκούσω καὶ ἐγὼ ὅ,τι θὰ ἀκούσουν καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι ἐδῶ. Δὲν ἀνεμίχθην διότι δὲν ἠθέλησα νὰ μεταβάλω προσωπικὸν θέμα εἰς πολιτικὸν θέμα ἀφορῶν τὸ Κόμμα ὡς Κόμμα. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω κάτι, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς ἐπίρρωσιν ἐκείνου τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου. Ἐὰν εἶναι τόσον ἔκδηλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι τὸ εὐκολώτερον, τὸ καλύτερον αὐτὸ διὰ νὰ βγοῦν εἰς τὴν δημοσιότητα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρατήσῃ ὀλίγον τὴν ψυχραιμίαν της ἡ συμπολίτευσις οὕτως ὥστε κάποτε νὰ τελειώσωμεν ἔχοντες ἀκούσει ὅλα τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς; Διότι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴχομεν παρακαλέσει ἐμεῖς τὸν κ. Μπρεδήμα νὰ κατέλθῃ τοῦ βήματος, νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους συνεχῶν διακοπῶν δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ. Θὰ ἦτο αὐτὸ καλὸν διὰ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν; Ἡ διάψευσις ἡ ὁποία ἐγίνετο ὑπὸ τοῦ τέως ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, θὰ ἐγίνετο; Πρέπει λοιπὸν νὰ συστήσωμεν ὀλίγην ψυχραιμίαν, παρακαλῶ δὲ νὰ συντομεύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὴν ὁμιλίαν του καὶ ὁ κ. Μπρεδήμας καὶ ἐν μέσῳ ἠρεμίας νὰ συνεχίσωμεν καὶ νὰ ἀποφύγωμεν τὰς ἀντιθέσεις μεταξὺ παρατάξεων καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν διὰ τὸ προσωπικὸν θέμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἔξω τῶν διαφωνιῶν τῶν παρατάξεων.
§62Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Βεβαίως, ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει κατ’ ἀρχὴν δίκαιον, ἀλλὰ παρηκολουθήσαμεν ἤδη ἐπὶ 20 λεπτὰ περίπου τὸν κ. Μπρεδήμαν ἀγορεύοντα καὶ τί διεπιστώσαμεν μέχρι τοῦδε; Ὅπως ἠθέλησε νὰ εἴπῃ —καὶ εἶχεν ἀπολύτως δίκαιον ζητήσας νὰ τὸν διακόψῃ ὁ στρατηγὸς κ. Ἰατρίδης διότι ἐπανειλημμένως ὁ κ. Μπρεδήμας ἐξετόξευσε συκοφαντίας ἐναντίον ἀνωτάτου ὑγειονομικοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐναντίον τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας Πρόεδρος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἄριστος, ἔντιμος καὶ ἐξαίρετος ἐπιστήμων καὶ ἀξιωματικὸς— ἐλέχθη, καὶ αὐτὸ ἦτο ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Μπρεδήμα εἰς τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔδωσεν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Μπρεδήμα, ὅτι τὸ 1929 ὅταν ἐξητάσθη ὑπὸ τῶν ἰατρῶν τῆς Τραπέζης ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἦτο ὑγιὴς καὶ κατὰ τὸ 1932 ἦτο ἀσθενὴς ἐνῷ εἰς τὰ 1938, ὅταν μετετάγει εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἦτο ἐκ νέου ὑγιής. Ἀγνοεῖ μήπως καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ τοῦ τὸ ὑπενθυμίσω καὶ διὰ τοῦ ἐρωτήματος τὸ ὁποῖον θέτω, ἀγνοεῖ ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις βαρειῶν ἀσθενειῶν αἱ ὁποῖαι ἀντιμετωπίζονται διὰ τῆς ἀεροθεραπείας, διὰ τῶν Σανατορίων, διὰ τῆς κατακλίσεως; Εἶπεν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ὁ ἴδιος, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ μείνῃ ἐπὶ δύο ἔτη κλινήρης. Διατὶ ὁ κ. Μπρεδήμας δὲν ἐσεβάσθη τὴν ὑπεύθυνον αὐτὴν δήλωσιν τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, ὅτι ἐπὶ δύο ἔτη ἔμεινε κλινήρης; Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσετε τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὰς συκοφαντίας καὶ ἀπὸ τὴν ἀήθη τακτικὴν τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀθηνῶν. (Χειροκροτήματα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς συμπολιτεύσεως).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον, παρετήρησε τὸν κ. βουλευτήν.
§64Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἔπρεπε νὰ τὸν διακόψητε ὅταν ἠμφισβήτησε τὴν ἐντιμότητα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
§65Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριοι βουλευταί, βλέπετε πόσον συγκρατημένος εἶμαι εἰς τοὺς λόγους, ἀλλ’ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λέγει, πῶς προσβάλλω μίαν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀπαντῶ, διότι συνηθίζω πάντοτε νὰ δίδω ἀπάντησιν. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος......
§66Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Εἶναι ἐντιμότατος ἀξιωματικός.
§67Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Εἶναι ἐντιμότατος ἀξιωματικὸς καὶ αὐτὸ μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα διὰ νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτός, τότε Πρόεδρος τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἐδέχθη νὰ προσυπογράψῃ τὸ πρακτικὸν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου καὶ τὴν ὑπεύθυνον αὐτὴν ἐργασίαν τὴν παρέδωσεν εἰς ἄλλο μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς. Μὴ θέλετε νὰ ἀναξέσητε τὴν ὑπόθεσιν. Βλέπετε, ὅτι εἶμαι πολὺ συγκρατημένος καὶ δὲν ἤθελα τὸ περιστατικὸν αὐτὸ νὰ τὸ φέρω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἔπρεπε νὰ ἦτο ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ νὰ τὸν ὑποχρεώσω μεταβαίνων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ καλέσῃ τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον καὶ νὰ προσκομίσῃ ἐδῶ τὸν φάκελλον ἀπαλλαγῆς ἀποστρατεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑφυπουργοῦ τοῦ Τύπου.
§68Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφυπ. Πρ. Κυβερν.). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§69Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω διότι ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα ὅταν ὡμιλούσατε. Καὶ παρὰ ταῦτα, ἀξιότιμοι κ. βουλευταί, ἐμφανίζεται ὁ κ. ὑφυπουργὸς τοῦ Τύπου τιμώμενος ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον μὲ τὸ Χρυσοῦν, μάλιστα, Ἀριστεῖον Ἀνδρείας. Διὰ ποίους ὑψίστους λόγους ἀγώνων ἐθνικῆς ἀντιστάσεως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τοῦ Τύπου ὑφυπουργὸς ἐπῆρε τὸ Χρυσοῦν Ἀριστεῖον Ἀνδρείας, τὸ ὁποῖον Χρυσοῦν Ἀριστεῖον Ἀνδρείας, ἐπαναλαμβάνω, δὲν κοσμεῖ τὰ στήθη χιλιάδων ἀγωνιστῶν τῆς Ἐθνικῆς ἀντιστάσεως, δὲν κοσμεῖ τὰ στήθη ἑκατοντάδων δημοσιογράφων, οἱ ὁποῖοι ἐσάπησαν μέσα εἰς τὰ κάτεργα τῶν Γερμανικῶν στρατοπέδων καὶ οἱ ὁποῖοι προσέφεραν πράγματι ὑψίστας ὑπηρεσίας; Ὁ δημοσιογράφος κ. Λύχνος ἠμπορεῖ νὰ βεβαιώσῃ, ποῖος Ἕλλην δημοσιογράφος, ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὅλα τὰ μυστικὰ τοῦ παρανόμου μηχανισμοῦ εἰς τὰ χέρια των, ἐτιμήθη μὲ τὸ Χρυσοῦν Ἀριστεῖον Ἀνδρείας; Ποῖος ἐκ τῶν Ἑλλήνων δημοσιογράφων οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐνεργῶς ἀναμιχθῆ εἰς τὰ μαῦρα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ἐπῆρεν, ἔστω καὶ ἓν ἐλάχιστον προνόμιον διὰ τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας του;
§70Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἂς ἀφήσῃ τὰς γενικότητας ὁ κ. Μπρεδήμας καὶ ἂς ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος. Ἂς ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ σπιτιοῦ τῆς μητρὸς τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου. Ἂς ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ δανείου τὸ ὁποῖον δῆθεν ἐπῆρε.
§71Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Θὰ ἔλθω ἀμέσως εἰς αὐτά. Εἰς δύο λεπτά. Δὲν θὰ ἀφήσω, κ. βουλευταί, ἀδιαφώτιστον τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§72Δ. ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Εἶναι συκοφάντης καὶ θρασύς. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§73Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. .... Κύριοι βουλευταί, ὅταν ὁ ἀξιότιμος κ. Τριανταφυλλάκος ἦτο ὑφυπουργὸς τοῦ Οἰκισμοῦ, προσέρχεται εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ὑποβάλλει αἴτησιν εἰς τὸ Ταμεῖον Ὑγείας τῶν ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ ζητεῖ τὸ ἐπίδομα τῆς ἀεροθεραπείας. Ἡ ἐφημερὶς «Ἑστία» γράφει ὁλόκληρον σημείωμα. Ἡ ἐφημερὶς «Ἐλευθερία» τὸ ἐπαναλαμβάνει. Ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος τὸ ἐπιβεβαιώνει δι’ ἀνακοινώσεώς της. Καὶ ὅμως ὁ ἀξιότιμος κ. ὑφυπουργὸς τοῦ Οἰκισμοῦ τότε, δὲν ἐπληροφόρησε τὰς ἐφημερίδας, δὲν ἐπληροφόρησε τὴν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία εὐλόγως εἶχεν ἐξεγερθῆ διὰ τὴν εὐτέλειαν τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον Ὑγείας τῆς Τραπέζης. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑφυπουργὸς τοῦ Οἰκισμοῦ δὲν ἐπληροφόρησε τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν διὰ λόγους ἠθικῆς τάξεως τοὐλάχιστον, ὅτι ἔκαμε χρῆσιν ἔστω καὶ μιᾶς ἡμέρας τοῦ μηνὸς τῆς ἀεροθεραπείας. Ἂς μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂς μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πότε τοῦ ἔδωσεν ἄδειαν νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐξ Ἀθηνῶν διὰ νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ εὐτελοῦς αὐτοῦ ἐπιδόματος; Ποῖος ἐξ ἡμῶν, κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐπισκεπτόμεθα τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Οἰκισμοῦ ἢ ἐκ τῶν ὑπουργῶν συναδέλφων του, ἔχει γνῶσιν τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἐξ Ἀθηνῶν; Καὶ ἔρχομαι τώρα, κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν ἄλλην σκανδαλώδη ὑπόθεσιν, τῆς παροχῆς βενζιναντλίας εἰς τὸν πράγματι ἄξιον τιμῆς, εἰς τὸν πράγματι ἀνάπηρον ἀξιωματικὸν κ. Χαράλαμπον Γιαννόπουλον. Βεβαίως ἡ ὑπόθεσις αὐτή, ὁμολογῶ, δὲν ἀφορᾷ ἀμέσως τὸν κ. ὑφυπουργόν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὡρισμέναι ἐξελίξεις της συνετελέσθησαν εἰς τὸν ὑπουργικὸν αὐλόγυρόν του —καὶ κατὰ τοῦτο ἔχει σημασίαν. Διότι ὁ ἐν λόγῳ ἀνάπηρος συμβαίνει νὰ εἶναι Διευθυντὴς τοῦ Ἰδιαιτέρου Γραφείου τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ καὶ εἰς τὰ δύο Ὑπουργεῖα. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν σύνταξίν του τὴν νόμιμον, μετὰ τῶν νομίμων δώρων καὶ ἐπιδομάτων, ὁ ἐν λόγῳ ἀνάπηρος ἀπολαμβάνει καὶ τῆς ἀντιμισθίας τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἰδιαιτέρου Γραφείου τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ. Πέραν τούτου ἐπέτυχε τὴν ἄδειαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐγκατέστησεν εἰς τὴν ὁδὸν Πέτρου Ράλλη 90. Συνεκεντρώθησαν δηλαδή, κ. συνάδελφοι, εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐν λόγῳ Διευθυντοῦ τοῦ Ἰδιαιτέρου Γραφείου τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ τρεῖς ἰδιότητες: Πρῶτον, τοῦ ἀναπήρου ἀξιωματικοῦ, μὲ τὴν σύνταξίν του· δεύτερον, τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου......
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα κατηγορεῖτε καὶ τὸν ἀνάπηρον! Τί πράγματα εἶναι αὐτά, κ. συνάδελφε; Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! (Κωδωνοκρουσίαι).
§75Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Οἱ ἀνάπηροι δικαιοῦνται νὰ ἔχουν καὶ ἄδειες. Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λέτε;
§76Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Καί, τρίτον, τοῦ ἐπιχειρηματίου, ἀσκοῦντος ἐμπορίαν. Ἐδῶ ἔγκειται ἡ εὐθύνη τοῦ ὑπουργοῦ...
§77Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θίγεται τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ παρακαλέσητε τὸν ἀξιότιμον ὁμιλοῦντα νὰ κατέλθῃ πάραυτα τοῦ βήματος, διότι ζημιώνει καὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὸ Κοινοβούλιον. Διερμηνεύω τὸ κοινὸν αἴσθημα τοῦ Σώματος. Κάμνω ἔκκλησιν, κ. συνάδελφε, νὰ κατέλθητε τοῦ βήματος. Δὲν προσφέρετε ὑπηρεσίαν οὔτε εἰς τὸν ἑαυτόν σας οὔτε εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον διαβιβρώσκεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ἄδειαν τὴν ἐπῆρε τὸ 1951.
§79Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπα, ὅτι εἶναι ἄσχετος ὁ κ. ὑπουργός. Τώρα ὅμως, κ. συνάδελφοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἐπαγγελματικὸν δίπλωμα ὁδηγοῦ αὐτοκινήτου ὁ ἀνάπηρος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἔχει τραῦμα εἰς τὸ δεξί του χέρι —καὶ τοῦτο εἶναι λίαν πονηρὸν— ἐπῆρε οὐχὶ ἐρασιτεχνικήν, ἀλλ’ ἐπαγγελματικὴν ἄδειαν ὁδηγοῦ αὐτοκινήτου. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§80Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὅ,τι θέλετε λέτε, χωρὶς στοιχεῖα.
§81Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Καὶ ὁ ἐν λόγῳ ἀνάπηρος καταφεύγει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ ἐπιτυγχάνει τὴν ἔγκρισιν τῆς μεταβιβάσεως, πρὸ ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν, τῆς ἀδείας βενζιναντλίας εἰς ἄλλον, ὀνόματι Ρουφογιάννην, εἰς τὸν ὁποῖον τὴν ἐπώλησεν ἀντὶ 450 χρυσῶν λιρῶν. Εἶναι ἀσήμαντον τὸ γεγονός, κ. βουλευταί, ὅταν παρατύπως μεταβιβάζωνται καὶ πωλοῦνται εἰς τὴν ἀγορὰν αἱ ἄδειαι αὐταὶ ἀντὶ 450 χρυσῶν λιρῶν;
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσιριμῶκο, ἐπικαλοῦμαι τὴν παρέμβασίν σας.
§83Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀφοῦ ἐπικαλεῖσθε τὴν παρέμβασίν μου, νὰ σᾶς ἀπαντήσω, κ. Πρόεδρε. Νομίζω, ὅτι εἶπον τὴν γνώμην μου πρίν. Τώρα κτυπᾶτε τὸ κουδούνι καὶ τοῦ λέγετε διατὶ λέγει διὰ τὴν βενζιναντλίαν. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, περὶ τῆς βενζιναντλίας ὡμιλοῦσε πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ κ. ὑφυπουργός. Ἐγὼ δὲν εἶπον εἰς τὸν κ. ὑφυπουργὸν νὰ τὸ φέρῃ τὸ ζήτημα πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὁ κ. ὑφυπουργὸς τὸ ἔφερεν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γίνεται ἡ συζήτησις περὶ τῆς βενζιναντλίας, δι’ αὐτὸ ἐξανίσταται καὶ ὁ κ. Λεονάρδος καὶ οἱ ἀνάπηροι πολέμου, διότι ἐπὶ 10 λεπτὰ ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀναπήρου αὐτοῦ τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου οὔτε κἂν γνωρίζω.
§85Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἐνυπόθηκον δάνειον διὰ νὰ ἱκανοποιήσω τὸ γενικὸν αἴσθημα τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. ὑφυπουργὸς μὲ ἐπέρασε ἴσως ἀφελῆ, ὅτι δὲν ἐγνώριζα, ὅτι ἡ ἐρίτιμος μητέρα του κυρία Ἠλέκτρα Ἀλ. Τριανταφυλλάκου τὸ γένος Κων. Κόντου ἔχει σπίτι διώροφον μεθ’ ἑνὸς ἰσογείου ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πατησίων 84. Τὸ γνωρίζω ἀπὸ 30ετίας διότι κάθομαι δίπλα καὶ τὸ γνωρίζω.
§86Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ τὸ γνωρίζετε πρὸ τόσων ἐτῶν διατὶ διὰ τῆς ἐφημερίδος καὶ τῆς ἐρωτήσεώς σας, ἐρωτᾶτε εἰς ποῖον ἀνήκει τὸ σπίτι.
§87Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἁπλούστατα διότι ἠθέλησα νὰ ἐρωτήσω τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Διότι καὶ ἐγὼ ὡς δικηγόρος θὰ ἠδυνάμην μὲ μίαν 10λεπτον ἐπίσκεψίν μου, ἂν δὲν τὸ ἐγνώριζα, νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον καὶ νὰ τὸ πληροφορηθῶ. Ἀλλὰ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶχεν ἡ ἐρώτησίς μου, ὅτι ἠθέλησα νὰ ἐπιβεβαιωθῇ ἀπὸ ἐπίσημα χείλη, ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, ὅταν εἰσήρχετο εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅταν ἐπετύγχανε τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ τὸ στράτευμα, ὅταν ἐλάμβανε τὴν πλουσιοπάροχον καὶ προνομιοῦχον σύνταξίν του μετὰ τῆς συζύγου του, ἀνερχομένην εἰς 7.000 δραχ. κατὰ μῆνα, ὅταν ἔπαιρνε τὸ εὐτελὲς ποσὸν τῶν 1.500 δραχ. ἀπὸ τὸ Ταμεῖον Ὑγείας ὡς ἐπίδομα ἀεροθεραπείας, ἦτο λίαν εὐκατάστατος, ἦτο λίαν, πανθομολογουμένως, πλούσιος. (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως, κωδωνοκρουσίαι). Ἄν αἱ πράξεις αὐταί, κ. συνάδελφοι, συνετελοῦντο ἀπὸ ἕνα φουκαρατζῖκον ἴσως νὰ εὕρισκον μίαν δικαιολογίαν. Ἀλλὰ ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος φιλοδοξεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν Δημόσιον βίον καὶ νὰ καταλάβῃ ὑπουργικοὺς θώκους καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ κατέρχεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ παίρνῃ εὐτελῆ ποσά, ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου πλέον ἀρχίζει νὰ ἀνησυχῇ ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία, νὰ ἀνησυχῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν διαχειρίζονται οἱ Δημόσιοι ἄνδρες οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει εὑρισκόμενοι, τὸ Δημόσιον χρῆμα, τὸ χρῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§88Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐσωτ.). Ἤθελα νὰ σᾶς κάμω τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν. Σεῖς, ὡς συντάκτης ἐτύχατε διαμερίσματος;
§89Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἄν θέλετε, νὰ ἀφήσητε εἰς τὸ τέλος νὰ μὲ ἐρωτήσητε καὶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§90Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐσωτ.). Ἐπειδὴ κόπτεσθε ὑπὲρ τῶν ἀθλιεστέρων κοινωνικῶν τάξεων, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει ἀξιόλογος ἀριθμὸς ἀστέγων δεομένων στεγάσεως. Σεῖς ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος κόπτεσθε ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν καὶ ἀξιοῦτε ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν τρίτων, νομίζω, ὅτι ὀφείλετε νὰ δώσητε μίαν ἐξήγησιν πῶς καὶ διατὶ ἐκάματε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος νὰ στεγασθῆτε προνομιακῶς εἰς ἕνα πολυτελέστατον διαμέρισμα.
§91Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἔχετε δίκαιον νὰ μοῦ ἀπευθύνητε τὸ ἐρώτημα, διότι ἐγώ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς Τύπου, ἔχω μεταβληθῆ εἰς τιμητὴν κακῶν πράξεων.
§92Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐσωτ.). Ἔχετε μεταβληθῆ, ἀτυχῶς, εἰς ἐπικίνδυνον διαστροφέα τῆς ἀληθείας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Δεξιᾶς). Ἀλλοίμονον ἂν ἡ Βουλὴ καταπέσῃ μέχρι τοῦ ἐπιπέδου ὥστε τιμητής της νὰ εἶσθε ὑμεῖς, κ. Μπρεδήμα. Μετεβλήθητε εἰς κακοήθη συκοφάντην.
§93Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Συγκρατήσατε τὴν ἀγανάκτησίν σας, κ. Ὑπουργέ. Εἶμαι διατεθειμένος νὰ παραμείνω εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ξεδιπλώσω ὅλον τὸ λευκότατον παρελθόν μου διὰ τὸ ὁποῖον ὑπερηφανεύομαι. Καὶ ἐπειδὴ εἶμαι λευκὸς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον γίνομαι συνήθως τιμητὴς τῶν κακῶν πράξεων τῶν ἄλλων. Τὸ σπίτι, λοιπόν, τῆς κ. Τριανταφυλλάκου, δέχεται τὰ ἑξῆς ἐνυπόθηκα δάνεια κατὰ τὰς ἀντιστοίχους ἡμερομηνίας: 7.500 δραχμὰς νέας ἐκδόσεως τὴν 9.9.46 10.000 δραχμὰς νέας ἐκδόσεως τὴν 2.2.47 25.000 δραχμὰς νέας ἐκδόσεως τὴν 22.8.47 8.000 δραχμὰς νέας ἐκδόσεως τὴν 7.12.47 40.000 δραχμὰς νέας ἐκδόσεως τὴν 31.7.48 100.000 δραχμὰς νέας ἐκδόσεως τὴν 3.3.49 Ἐξ ὅλων αὐτῶν ἔχει διαγραφῆ μόνον ἡ ὑποθήκη τῶν 8.000 δραχμῶν.
§94Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Εἰς τὴν «Ἀθηναϊκὴν» ἐγράψατε, ὅτι ἡ μήτηρ Τριανταφυλλάκου ἔλαβεν ὡς δάνειον 400.000 δραχμάς, εἶναι ἀληθὲς αὐτό;
§95Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Οὐσιαστικῶς, ἐὰν θέλετε νὰ κάμετε τὸν ὑπολογισμὸν τῆς λίρας πρὸ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς δραχμῆς... (Γέλωτες, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§96Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Εἶχε δικαίωμα νὰ πάρῃ δάνειον ἢ ὄχι;
§97Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ὄχι. Δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ πάρῃ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐλέγχω τὰς πράξεις τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, ὄχι τὰς ἰδιωτικάς, ἀλλὰ τὰς δημοσίας αὐτοῦ πράξεις.
§98Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Γνωρίζετε ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ σπιτιοῦ;
§99Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Εἶσθε στρατιωτικὸς καὶ δὲν γνωρίζητε ἀπὸ αὐτὰ τὰ θέματα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§100Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἀπὸ σᾶς καλλίτερον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ, κ. Ἰατρίδη. Ὁρίστε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν.
§102Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομ.). Διὰ νὰ διευκολύνω τὴν συζήτησιν, διότι ἀντιλαμβάνεσθε καὶ σεῖς, ὅτι ἔχετε ἐκτραπῆ εἰς συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν τιμᾷ, οὔτε τὸν ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος οὔτε τὴν αἴθουσαν, ἡ ὁποία τὸν ἀκούει — πρέπει νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ὁ κ. Τριανταφυλλάκος κατέθεσε πιστοποιητικὸν τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης ἀπὸ τὸ ὁποῖον προκύπτει τὸ σήμερον ὀφειλόμενον ὑπόλοιπον ὑπὸ τῆς μητρός του ἔναντι τοῦ χορηγηθέντος εἰς αὐτὴν δανείου. Τὸ πιστοποιητικὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ κανείς.
§103Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν αὐτό. Κατόπιν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ καταγγείλω, θὰ ζητήσω τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς.
§104Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομ.). Ἔχει τὴν ἑξῆς σημασίαν. Ἐφ’ ὅσον ἡ Τράπεζα τοῦ ἀναγνωρίζει, ὅτι εἰσέπραξε τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον παρέσχεν εἰς τὴν μητέρα τοῦ Ὑπουργοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις περὶ καθυστερήσεως μεγάλης καὶ περὶ ἀνοχῆς; Αὐτὴν τὴν σημασίαν ἔχει τὸ κατατεθὲν πιστοποιητικὸν τῆς Τραπέζης. Καὶ ἀκόμη, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν νοεῖται ἐπιμονή.
§105Θ. ΔΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι νὰ μὴ τὸν διακόπτετε. Νὰ τὸν ἀφήσετε νὰ συνεχίσῃ.
§106Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Μὲ τὸν δημιουργηθέντα θόρυβον καὶ τὰς διακοπὰς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν δὲν ἀντελήφθην τὰ ἑξῆς πράγματα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Θέμα πρῶτον: Ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα ἐχρηματοδότησεν ἢ δὲν ἐχρηματοδότησε μὲ αὐτὰ τὰ ποσὰ καὶ τὰς ἰδίας περιπτώσεις καὶ ἄλλους ἢ μόνον τὴν κ. Τριανταφυλλάκου; Θέμα δεύτερον: Συνέπιπτε τὴν ἰδίαν ἐποχὴν ὁ υἱὸς Τριανταφυλλάκος, ὁ νῦν Ὑπουργός, νὰ εἶναι καὶ κυβερνητικὸς βουλευτής; Ἐὰν αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ, εἶναι σκάνδαλον. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί σχέσιν ἔχουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε; Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὑπεισέλθητε εἰς αὐτά.
§108Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐσωτ.). Εἶναι ἀνάγκη, κύριε Πρόεδρε, νὰ πληροφορήσω τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ὁ κ. Ὑφυπουργὸς δὲν ἦτο κυβερνητικὸς βουλευτὴς ἀφ’ ἑνὸς κατὰ τὸν χρόνον τοῦ δανείου τῆς μητρός του καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα εἶχε δώσει καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους δάνεια.
§109Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Εἰς οὐδένα.
§110Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐσωτ.). Τότε εἶσθε καὶ σεῖς συκοφάντης ἐν συνεχείᾳ, ἐφ’ ὅσον οὔτε καὶ ὁ κ. Μπρεδήμας ἀρνεῖται, ὅτι καὶ ἄλλοι ἔτυχον δανείου.
§111Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νομομαθὴς ἐξαίρετος ἀπαντᾷ, ὅτι ἐδόθησαν δάνεια καὶ εἰς ἄλλα πρόσωπα. Ναί, ἐδόθησαν εἰς ἕνα πολὺ περιωρισμένον κύκλον μεγαλοσχήμων ἀνθρώπων. Ὅλος ὁ ἄλλος κόσμος, αἱ χιλιάδες τῶν βομβοπλήκτων, αἱ χιλιάδες τῶν μικροαστῶν δὲν κατώρθωσαν νὰ πλησιάσουν τὰς θυρίδας τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης. Μόνον ἐκ τῶν ὑποβαλλομένων κατ’ ἔτος 5.000 αἰτήσεων αἱ 200 γίνονται δεκταὶ καὶ δίδεται δάνειον δι’ αὐτοστέγασιν μὲ τὴν παρακολούθησιν καὶ τὸν ἔλεγχον ἀπὸ τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν, τὸ δὲ ποσὸν τὸ ὁποῖον παρέχεται μόλις φθάνει μέχρις 20, 25 ἢ 30 χιλιάδας τὸ πολύ. Καὶ μόνον ὁ βουλευτής, ἡ μήτηρ τοῦ βουλευτοῦ παίρνει 800.000 δραχμὰς τὰς ὁποίας ἀκόμη δὲν κατώρθωσε νὰ ἐξοφλήσῃ. Καὶ τοῦτο διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς περιλαμβάνεται εἰς τὸν στενὸν κύκλον τῶν μεγαλοσχημόνων, οἱ ὁποῖοι ἀπομυζοῦν τὸ χρῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου μὲ τὴν μέθοδον αὐτήν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τελειώνετε, κ. Μπρεδήμα.
§113Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐσωτ.). Σεῖς πόσας φορὰς ἐπήρατε;
§114Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἔδωσα, κύριοι βουλευταί, πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὴν ἀπάντησίν μου ἐπὶ τοῦ εὐλόγου ἐρωτήματος ἐὰν ἡ οἰκογένεια Τριανταφυλλάκου ἐδικαιοῦτο ἐνυποθήκου δανείου παρὰ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης. Βεβαίως καὶ ἐδικαιοῦτο, ἀλλὰ μικροῦ μόνον ποσοῦ καὶ ὄχι ποσοῦ κατὰ παράβασιν τῶν διατάξεων τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ κατὰ παράβασιν τοῦ καταστατικοῦ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐπιβάλλεται μία ἔρευνα ἀπὸ τὸν προϊστάμενον τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν διὰ νὰ ἐλεγχθοῦν καὶ τιμωρηθοῦν οἱ ὑπεύθυνοι. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑφυπουργὸς Τύπου ἠθέλησε νὰ ὑπεραμυνθῇ καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του. Καὶ τοῦτο ἀναμφισβητήτως εἶναι δικαίωμά του. Ὀρθῶς ὅμως, νομίζω, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ὑπέμνησε πρὸς τὸν κ. Ὑφυπουργὸν Τύπου, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν νὰ ἀναμίξῃ τὸν ἀδελφόν του, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ μία συλλογικὴ οἰκογενειακὴ εὐθύνη. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς Τύπου διέπραξεν ὀλίσθημα ὑπεραμυνόμενος τοῦ ἀδελφοῦ του, διότι οὗτος ὡς ἀνώτατος κρατικὸς λειτουργὸς διεχειρίσθη χρήματα τοῦ δημοσίου, δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς νὰ ἀφήσῃ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀλλὰ νὰ ἀφήσῃ τὸν ἐρωτώμενον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἐρώτημά μου καὶ ὄχι νὰ τὰς δίδῃ ὁ κ. Τριανταφυλλάκος διὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ὑπηρεσίας Τύπου. Κατὰ τοῦτο εἶχε δίκαιον ὁ κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος τοῦ ὑπέδειξε εὐλόγως νὰ ἀποφύγῃ τὸ ἀτόπημα αὐτό. Διότι ἐγὼ ὁμολογουμένως δὲν θὰ ἐπέμενα ἐπὶ τῶν σημείων αὐτῶν, ὡς ἀνεγράφετο ἡ ἐρώτησις, ὁπότε ἦλθεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν διὰ νὰ δώσω ἀπάντησιν.
§115Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομ.). Κύριε Παπανδρέου, εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἑρμηνεία τῶν λόγων σας;
§116Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀσφαλῶς ὑπὸ τὸ κράτος νευρικότητος δὲν ἔγινα ἀντιληπτὸς ὑπὸ τοῦ ὁμιλητοῦ. Διότι ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καθιερώσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν τὴν συλλογικὴν εὐθύνην εἰς τρόπον ὥστε βουλευταὶ ἢ Ὑπουργοί, ἐλεγχόμενοι νὰ ὀφείλουν νὰ λογοδοτήσουν διὰ μέλη τῆς οἰκογενείας των. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν εἶπον, εἰς τὸν κ. Τριανταφυλλάκον, ὅτι εἶναι ὑπέρμετρος αὐτὴ ἡ εὐαισθησία του, διότι ἐπεκτείνει τὴν ἀπάντησιν. Ἀλλὰ διὰ λόγους ἀρχῆς, τὸν παρακαλῶ, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, διὰ νὰ μὴ καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀπαράδεκτος ἀρχή.
§117Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς δημόσιος ἀνὴρ νὰ εὐθύνηται διὰ πράξεις εἴτε τοῦ ἀδελφοῦ του εἴτε οἱουδήποτε συγγενοῦς του, ἐὰν αἱ πράξεις αὗται εἶναι καλαὶ ἢ κακαί. Θὰ ἔλεγον ὅμως διὰ νὰ ὑπογραμμίσω κι’ ἐγὼ τὸ κακόν, τὸ, ὅτι ἦλθεν ὡς προσωπικὸν ζήτημα τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου τὸ θέμα αὐτό, καὶ ὄχι ὡς ἐρώτησις, εἶναι ὅτι ἐπέρχεται ἐπ’ αὐτοῦ σύγχυσις. Διότι ἀνεξαρτήτως τῆς οἱασδήποτε προθέσεως τοῦ ἐρωτῶντος, ἡ ἐρώτησις ἀπευθυνομένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου κατὰ τὴν γνώμην μου. Κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι ἀγνοῶ ὡς σεῖς τὴν οὐσίαν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ὁ,τιδήποτε ἐν σχέσει μὲ τὸν Πρεσβευτὴν κ. Τριανταφυλλάκον, τὸ ὁποῖον ἦτο παράνομον, ἔπρεπε νὰ ἐλεγχθῇ ὁ Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν, ἐὰν τοῦ ἔχῃ κάνει οἱανδήποτε παραχώρησιν παράνομον. Οὐδέποτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὐθύνηται ὁ κ. Τριανταφυλλάκος.
§118Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπουρ. Προνοίας). Ἡ ἐρώτησίς σας ἀπευθύνεται εἰς τὸν Ὑφυπουργὸν Τύπου;
§119Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομ.). Οὐδείς, οὔτε ὁ κ. Μπρεδήμας, ἤλεγξε τὸν Πρεσβευτὴν κ. Τριανταφυλλάκον. Καὶ ἡ ἐρώτησις ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ἔλεγχος ὁ ἀσκηθεὶς διὰ τῆς ἐφημερίδος «Ἀθηναϊκὴ» στρέφεται κατὰ τοῦ Ὑφυπουργοῦ Τύπου. Καὶ περιλαμβάνει μὲν ὑποτιθεμένας πράξεις τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀποκλειστικῶς ὅμως στρέφεται κατὰ τοῦ Ὑφυπουργοῦ Τύπου. Κύριε Τσιριμῶκο, εἶναι ἀνάγκη μετὰ γενναιότητος, νὰ ἀναγνωρίζωνται ὡρισμένα πράγματα. Δὲν ἔγινεν ἐπίθεσις κατὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ. Ἐὰν εἶχεν ἀσκηθῆ ἔλεγχος κατὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ ἢ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν θὰ εἶχεν, ἴσως, τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑφυπουργὸς νὰ ἀναμιχθῇ παρὰ τὴν ἐπιταγὴν τοῦ αἰσθήματός του. Ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ἐπίθεσις δὲν ἐστρέφοντο κατὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ, ἐστρέφοντο προσωπικῶς καὶ ἀπ’ εὐθείας κατὰ τοῦ Ὑφυπουργοῦ Τύπου καὶ συνεδυάσθησαν εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς κατηγορίας κατὰ τοῦ Ὑφυπουργοῦ Τριανταφυλλάκου. Συνεδυάσθησαν δὲ καὶ τὰ δύο κεφάλαια τὰ ἀφορῶντα τὸν Πρεσβευτὴν Τριανταφυλλάκον...
§120Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, κακῶς ἔχουν.
§121Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομ.). Ἀπορῶ, κ. Τσιριμῶκο, πῶς δὲν γνωρίζετε, πῶς ἔχουν ἀκριβῶς τὰ πράγματα.
§122Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω τί ξεύρω, διότι ἐγὼ εἶδον μίαν ἐρώτησιν ἀπευθυνομένην πρὸς πέντε Ὑπουργοὺς καὶ εἶδον τὴν ἀπάντησιν κατάπληκτος μὲ ὑπογραφὴν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Προεδρείου ποὺ λέγει, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος τῆς ἐρωτήσεως, μόνον ἡ ἀφορῶσα τὴν οἰκίαν. Αὐτὰ γνωρίζω ἐγώ, καὶ αὐτὰ εἶναι ποὺ ἤλεγξα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν θὰ ὁμιλήσω κατόπιν. Διότι ἐὰν ἐγνώριζον τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως ἄλλα μέτρα θὰ εἶχον λάβει. Ἀλλὰ τὴν ὥραν ποὺ ἀπαγορεύεται ἡ ἐρώτησις καὶ μόνον αὐτὸ κρίνεται ὡς ἀπαράδεκτον, ἐδῶ, βλέπω, ὅτι ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος βουλευτής, ἀπευθύνει ἐρώτησιν πρὸς πέντε Ὑπουργοὺς καὶ ὄχι πρὸς τὸν κ. Τριανταφυλλάκον. Καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ πιστεύσω, ὅτι κάνει διάκρισιν μεταξὺ εὐθυνῶν προσωπικῶν καὶ εὐθυνῶν ἀδελφοῦ.
§123Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομ.). Πρὸς ποῖον ἀπευθύνεται ἡ ἐρώτησις καὶ ποῖον ἀφορᾷ ὁ ἔλεγχος διὰ τῆς ἐφημερίδος «Ἀθηναϊκή», τὸ γνωρίζει τὸ πανελλήνιον. Λυποῦμαι, διότι δὲν τὸ ἐπληροφορήθητε καὶ ἀποδέχομαι εὐχαρίστως τὴν περὶ τούτου δήλωσίν σας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἀναιρεῖται ἡ οὐσία. Καὶ ἐπειδή, ὅπως εἴπατε, ἡ ἐρώτησις ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ὑφυπουργὸν Τύπου καὶ πρὸς ἄλλους Ὑπουργούς, περιλαμβάνει δὲ καὶ θέματα ἀφορῶντα καὶ τὸν Πρεσβευτὴν Τριανταφυλλάκον, καὶ ἐπειδὴ ἓν τούτων ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας νὰ δηλώσω ὑπευθύνως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι ἐκ τοῦ ἐνεργηθέντος ἐλέγχου, προέκυψεν, ὅτι κατὰ τὸ 1957, ὁ τότε Γενικὸς Πρόξενος Βοστώνης, μετατεθεὶς εἰς τὰς Ἀθήνας, ἔφερε μεθ’ ἑαυτοῦ τὴν οἰκοσκευήν του καὶ τὸ αὐτοκίνητόν του. Διὰ τὴν οἰκοσκευὴν ὑπεβλήθη εἰς μειωμένον δασμόν, ὅπως ὑποβάλλωνται εἰς μειωμένους δασμοὺς ὅλοι οἱ ἐπανερχόμενοι εἰς τὸ κέντρον διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι.
§124Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τί ἐπείραξε νὰ γίνῃ ἔγγραφος ἀπάντησις;
§125Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομ.)....... καὶ συμφώνως μὲ τὰς παγίως κρατούσας διατάξεις. Ὁ Πρεσβευτὴς ἢ τότε Γενικὸς Πρόξενος Τριανταφυλλάκος, μετὰ παρέλευσιν ἔτους ἢ 18 περίπου μηνῶν, μετεβίβασεν εἰς τρίτον πρόσωπον, ὡς εἶχε δικαίωμα τὸ αὐτοκίνητον ἐκεῖνο. Ὁ Πρεσβευτὴς Τριανταφυλλάκος — διότι καὶ περὶ αὐτοῦ ὑπάρχει ἐρώτησις — ἐπανέρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα μὲ ἄδειαν, ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν του κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1957, τοῦ 1958 καὶ τοῦ 1959, καὶ φέρει μεθ’ ἑαυτοῦ τὸ αὐτοκίνητόν του ἰδιωτικῆς χρήσεως, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποίει εἰς τὴν Ἀμερικήν.
§126Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ποῦ τὸ εἶχεν ἀγοράσει, κ. Ὑπουργέ;
§127Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομ.). Εἰς τὴν Ἀμερικήν. Καὶ φέρει καὶ τὸ 1957 καὶ τὸ 1958 καὶ τὸ 1959, κ. συνάδελφε, τὸ ἴδιον αὐτοκίνητον. Ἐγένετο πολὺς θόρυβος καὶ λόγος περὶ εὐμαρείας τοῦ Πρεσβευτοῦ Τριανταφυλλάκου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι δικαίωμά του ἦτο νὰ ἀλλάξῃ τὸ αὐτοκίνητον κατ’ ἀρέσκειαν. Συνέβη, ὅμως, δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποίαν ἰδιοτροπίαν τῆς μοίρας, ὁ Πρεσβευτὴς Τριανταφυλλάκος νὰ φέρῃ τὸ ἴδιον αὐτοκίνητον καὶ τὸ 1957 καὶ τὸ 1958 καὶ τὸ 1959 καὶ νὰ τὸ ἐπανεξαγάγῃ καὶ τὸ 1957 καὶ τὸ 1958 καὶ τὸ 1959. Αὐτὴ εἶναι ἡ παράβασις, ἡ ὁποία, διεπράχθη ἀπὸ τὸν Πρεσβευτὴν Τριανταφυλλάκον, καὶ ἡ ὁποία βαρύνει τὸν Ὑφυπουργὸν Τριανταφυλλάκον, καὶ ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Διότι, ὅπως εἶπον, ἡ ἐρώτησις ἀπευθύνεται πλέον πρὸς τοὺς κ.κ. Ὑπουργούς, στρέφεται, ὅμως κατ’ οὐσίαν κατὰ τοῦ Ὑφυπουργοῦ Τύπου, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἀποκλειστικῶς ἐγένετο καὶ ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ διὰ τοῦ τύπου ἐπίθεσις. Διότι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐλεγχθῇ μόνον ὁ πρεσβευτὴς Τριανταφυλλάκος, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ συνδυασθοῦν τὰ ἀφορῶντα τὸν πρεσβευτὴν θέματα μὲ τὰς πράξεις ἢ τὰς παραλείψεις τοῦ Ὑφυπουργοῦ Τύπου τὰς ἀναγομένας εἰς τὸν δημόσιον βίον ἢ ἀκόμη καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικόν του βίον.
§128Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ, κ. βουλευταί, νὰ φανῶ δυσάρεστος εἰς τὸν ἐντιμότατον κ. Ὑπουργὸν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον περιβάλλω μὲ ἰδιαιτέραν ἐκτίμησιν καὶ ἀγάπην. Καὶ τὸ ἔχει ἀποδείξει ἐπανειλημμένως, ὅτι εἶναι εἰλικρινέστατος πολιτικὸς καὶ ἐξαίρετος ἐπιστήμων. Ἀλλὰ ἡ ταραχὴ ἀπόψε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν μοῦ ἐπιβάλλει τὸ χρέος νὰ μὴ εἶμαι τόσον ἐπιφυλακτικός, διότι δὲν ἤθελα καὶ τὸ θέμα αὐτὸ νὰ θίξω ἀπόψε εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, κατόπιν τῆς παρεμβάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Φιλελευθέρου Δημοκρατικοῦ Κόμματος. Ἀλλά, ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαιοῖ κάπως ἀνευθύνως, διὰ νὰ διασκεδάσῃ ἐντυπώσεις, ὅτι εἶχεν αὐτοκίνητον καὶ τὸ πῆγε καὶ τὸ ἔφερε 2–3 φοράς. Μία καὶ μόνη φορὰ ἔφερεν ὁ κ. Πρεσβευτὴς τὸ αὐτοκίνητόν του εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἔσπευσε νὰ τὸ πωλήσῃ, νὰ κερδίσῃ τὴν διαφοράν, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὰς Η. Π.Α. ἄνευ τοῦ φορτίου τοῦ αὐτοκινήτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ ὠμὴ ἀλήθεια. Ἀλλὰ θέλομεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας.
§129Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὑπῆρξεν ἀτύχημα τὸ ἐρώτημα, τὸ ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν κ. Ὑφυπουργὸν Τύπου, διὰ τὸν ἀδελφόν του. Καί, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο, ἀκόμη, μεγαλύτερον ἀτύχημα, ἐὰν ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος βουλευτής, ἐπέμενε νὰ ἀπευθύνῃ κατηγορίας πρὸς τὸν Πρεσβευτὴν κ. Τριανταφυλλάκον, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς ἐκλεκτὸς ὑπάλληλος. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Μπρεδήμα, νὰ συζητῶμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, διὰ 1.000 δολλάρια τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς ἕνα Πρεσβευτήν. Θὰ παρακαλέσω, νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις, προκειμένου περὶ ἑνὸς ἀνωτάτου ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους.
§130Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Δὲν ἠθέλησα κἂν νὰ θίξω αὐτὰ τὰ θέματα. Ἠθέλησα νὰ τὰ ἀποφύγω. Καὶ εἰσέρχομαι τώρα εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ Τύπου.
§131Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Μπρεδήμα, πολὺ καλὰ κάνετε καὶ ἀφήνετε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου. Ἀλλὰ λυποῦμαι πολύ, καθόσον ἀφορᾷ τὴν τακτικὴν ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ βεβαιοῖ κανεὶς πράγματα μετὰ τόσης ὁρμῆς, ὥστε ὁ ἄλλος, ἐγὼ ὁ διστακτικὸς ἄνθρωπος νὰ διστάζω νὰ διαβεβαιώσω πράγματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤμην ἀπολύτως βέβαιος. Πρὸ ὀλίγου μοῦ ἐπετέθησαν πέντε Ὑπουργοί, ἐνῷ ὁ κ. Μπρεδήμας ἐφαίνετο, ὅτι εἶχεν κάμει τὴν ἐρώτησιν πρὸς τὸν Ὑφυπουργὸν Τύπου. Ἀναγινώσκω τὸ ἔγγραφον τῆς ἐπιστροφῆς. «Ἐπαναφέροντες συνημμένως τὴν ἀπὸ 9ην τρέχοντος μηνός, πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς Δημοσίων Ἔργων, Ἐμπορίου, Ἐξωτερικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀπευθυνομένην ἐρώτησίν σας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν κλπ.». Ὅταν, λοιπόν, διαψεύδωμαι, ὅταν λέγω, ὅτι ἀπηυθύνθην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ εἶσθε βέβαιοι, δι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω, ὄχι διότι ἔχει πολὺ σημασίαν, ἀλλὰ διότι δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ διαψεύδωμαι κατὰ τόσον ὀξὺ τρόπον, ὅταν λέγω κάτι τί, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι ἀληθές.
§132Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομ.). Εἶναι ἀπολύτως ἀληθὲς καὶ ἀπολύτως ἀληθὲς ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπαναλαμβάνω. Εἶπον, κύριε Τσιριμῶκο, ὅτι ἡ ἐπίθεσις ἐξαπελύθη πρῶτον διὰ τοῦ τύπου κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Τριανταφυλλάκου, καὶ περιλαμβάνει εἰς τὰ κεφάλαια κατηγορίας, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐστρέφοντο κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ καὶ ἐν συνεχεία, ὅτι ἐπεδόθη διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐρώτησις, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται κατὰ Ὑπουργῶν καὶ ἐπειδὴ περιλαμβάνομαι καὶ ἐγὼ καὶ ἔχω ἁρμοδιότητα ἐπὶ ἑνὸς σημείου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ ἐρώτησις, ἀπαντῶ. Ἑπομένως, κύριε Τσιριμῶκο, δὲν εἶπον, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη ἐρώτησις.
§133Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἄλλο ἦτο τὸ θέμα, κ. Παπακωνσταντίνου. Τὸ θέμα ἦτο, κατὰ πόσον ὁ κ. Μπρεδῆμας ἀπηύθυνεν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§134Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομ.). Νὰ διαπιστωθῇ ἐὰν ἡ ἀπάντησις ἡ ὁρμητική, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκα ἦτο ἀκριβὴς ἢ ὄχι. Καί, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἦτο ἀκριβὴς μέχρι κεραίας, διότι ἡ ἐπίθεσις ἔγινε διὰ τῶν ἐφημερίδων κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ ἐρώτησις ἐστράφη πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ διηυκρίνησα κατὰ τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου, ὄχι κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Τύπου. Ἡ ἐρώτησις ἀπηυθύνετο πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ἀνεφέρετο καὶ εἰς τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐβάρυνον τὸν Πρεσβευτὴν καί, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἤμην ἁρμόδιος δι’ ἕνα ἀπὸ τὰ κεφάλαια αὐτά, ἔλαβον τὸν λόγον. Ἑπομένως, τὸ συμπέρασμα εἶναι — καὶ δὲν διαψεύδεται οὐδόλως— ὅτι ἡ ἐρώτησις εἰς τὸ τέλος ἐστράφη πρὸς τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλὰ παραμένει γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ θόρυβος καὶ ἡ ἐπίθεσις ἔγιναν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπρεδήμα, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου. Εἶναι δύο ὧρες ποὺ εὑρίσκεσθε εἰς τὸ βῆμα. Τελειώνετε σᾶς παρακαλῶ.
§136Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Τὸ συμπέρασμα, κ. βουλευταί, εἶναι, ὅτι ἂν ἐγὼ συκοφαντῶ ἢ ὄχι ἀπεδείχθη μὲ ἐπιχειρήματα, μὲ ἀριθμούς, μὲ βεβαιώσεις. Εἰς ὅλα λέγω τὴν ἀλήθειαν, ἀκόμη καὶ εἰς τὸ αὐτοκίνητον. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ θίξω καὶ πολὺ τὸν κ. Ὑφυπουργὸν τοῦ Τύπου, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀδελφοῦ του, ὁ ὁποῖος ἐνδεχομένως εἶναι ἐξαίρετος ὑπάλληλος, ἀλλὰ μὲ φέρατε εἰς τὴν δύσκολον θέσιν νὰ ὑπερασπισθῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἑαυτόν μου καὶ νὰ εἴπω διὰ ποῖον λόγον καταλογίζω εὐθύνας καὶ κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, διότι ἔτυχε, κ. βουλευταί, τῆς ἰδίας ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ στρατεύματος καὶ ὁ ἀδελφός του, δι’ ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ κ. Πρεσβευτὴς δὲν θὰ εὑρίσκετο κὰν εἰς τὴν θέσιν του, χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Δύο δηλαδὴ μέλη τῆς οἰκογενείας Τριανταφυλλάκου καὶ οἱ δύο ἔμειναν ἄμαχοι καὶ ἀστράτευτοι καὶ φέρουν τὸ χρυσοῦν ἀριστεῖον ἀνδρείας διὰ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν τοὺς δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ διεκδικοῦν παρασκηνιακῶς. Κύριοι βουλευταί, θὰ ὁμιλήσω διὰ τὰς εὐθύνας τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου καὶ παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσῃ εὐθέως, τιμίως καὶ εἰλικρινῶς, ἔχουν προσληφθῆ εἰς βάρος τῶν κονδυλίων τοῦ Τύπου, εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον τῆς Νέας Ὑόρκης, ἔχουν προσληφθῆ καὶ μισθοδοτοῦνται ἀντὶ 350 δολλαρίων ἕκαστος οἱ κατωτέρω Ἀρκάδες; «Κων. Ι. Σκαλτσᾶς....... (ἀναγινώσκει)». Εἶναι σημαντικὸν αὐτό, δὲν θέλω νὰ κάνω ἐπίθεσιν ἐναντίον τοῦ κ. Πρεσβευτοῦ, ἀλλὰ τὰ κονδύλια αὐτὰ διατίθενται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν Τύπου. Καὶ ἐρωτῶ, βάσει ποίου νόμου ὁ κ. Ὑφυπουργὸς Τύπου, ἔστειλε συμπολίτας του Ἀρκάδας εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην, ὡς μισθοδοτουμένους τοῦ Ὑπουργείου; «Δημήτριος Σωτηρόπουλος». Καὶ αὐτὸ ἔχει σημασίαν, διότι ἦτο υἱὸς τοῦ ἀρχιάτρου Σωτηροπούλου, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη εἰς 4½ χρόνια φυλακὴν δι’ ἐκβίασιν καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ὑγιεινῆς, δὲν ἠξεύρω τοῦ κ. Στράτου ἢ τοῦ κ. Ψαρρέα, ἐτέθη ἐκτὸς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν παρῆλθον 5 ἡμέραι καὶ παρασκηνιακαὶ δυνάμεις, τὸν ἐτοποθέτησαν πάλιν εἰς τὴν θέσιν του.
§137Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Προνοίας). Ψεύδεσθε, ψεύδεσθε συνέχεια, εἶναι ἐκτὸς ὑπηρεσίας, ψεύδεσθε συνέχεια καὶ εἶναι αἶσχος ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐκτρέπεσθε κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Αἶσχος σας.
§138Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ὁμιλῶ βάσει γεγονότων, κ. βουλευταί, καὶ δέχομαι νὰ ἀρθῇ ἀπόψε ἡ ἀσυλία μου, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσω κατήγορον τὸν κ. Ὑπουργόν.
§139Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὑπ. Προνοίας). Κουράγιο, κουράγιο.
§140Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ γεγονότων καὶ ἐπιμένω εἰς τὰ γεγονότα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι συντριπτικά. Μήπως τί ἄλλο, κ. βουλευταί, ἢ ὅτι ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Τύπου ἀπέλυσε περὶ τὸν Φεβρουάριον, μόλις ἀνέλαβε, 40 ὑπαλλήλους, ὀρφανὰ κορίτσια κλπ. καὶ μετ’ ὀλίγον διώρισε διπλασίους;
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρώτησιν κάνετε; Εἶσθε ἐκτὸς θέματος. 5 λεπτὰ ἠμπορῆτε νὰ ὁμιλῆτε καὶ ἔχετε 2 ὧρες.
§142Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ παρακαλέσω καὶ σᾶς καὶ τὸν κ. συνάδελφον ἐπὶ τοῦ βήματος, κύριε Πρόεδρε, νὰ καθορισθῇ μία τάξις εἰς τὴν συζήτησιν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ γοήτρου τῆς αἰθούσης. Θὰ παρεκάλουν καὶ τὸν ὁμιλητὴν νὰ συγκεντρωθῇ, διότι ἐπιθυμῶ νὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι αὐτὴ ἡ προέκτασις, ὁ πλατειασμός, δὲν ὑπηρετεῖ τὴν συζήτησιν καὶ δὲν ὑπηρετεῖ καὶ τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς. Θὰ παρεκάλουν καὶ θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ἐπὶ τοῦ βήματος, νὰ συγκεντρωθῇ ἐπὶ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν.
§143Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑποβάλει καὶ μίαν πρόσθετον ἐρώτησιν, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα.
§144Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶσθε ἐλεύθερος, διότι δὲν ἔχω κανένα δικαίωμα νὰ ρυθμίσω τὸν τρόπον τῆς ὁμιλίας σας. Ἁπλῶς προβαίνω εἰς μίαν φιλικὴν σύστασιν. Ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ μία συγκέντρωσις ἐπὶ τῶν συγκεκριμένων θεμάτων καὶ νὰ ὑπάρξῃ μία γενικωτέρα ἀπάντησις, ὑπηρετοῦσα τὴν ταχυτέραν πρόοδον τῆς συζητήσεως.
§145Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Θὰ τελειώσω εἰς δύο λεπτά. Μετὰ τὰς ἀπολύσεις αὐτὰς τὰς ὁποίας ἔκαμε ὁ κ. Ὑφυπουργός, διώρισε ἕνα ὡρισμένον ἀριθμὸν νέων ὑπαλλήλων, προσέλαβε ἀμέσως καὶ ἀπέσπασε εἰς τὸ πολιτικὸν του γραφεῖον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ ἰσόγειον τῆς οἰκίας του, Πατησίων 84, περὶ τοὺς δέκα Ἀρκάδας, οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Τύπου. Ἔχω καὶ τὰ ὀνόματα, δὲν τὰ ἀναφέρω διὰ νὰ προχωρήσω καὶ διὰ νὰ τελειώσω. Καὶ τώρα ἔρχομαι, διότι ἡ ἐρώτησίς μου εἶναι συμπληρωματική, ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ συναδέλφου του, τοῦ Ὑφυπουργοῦ Τύπου. Ἠκούσατε τὰ δυσάρεστα διὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑφυπουργὸν τοῦ Τύπου. Τώρα, θὰ ἀκούσετε καὶ μίαν λαμπράν του, καλήν, πατριωτικήν του πρᾶξιν, ὡς τίμιος ἄνθρωπος θὰ τὴν εἴπω. Βλέπετε, ὅτι ἀρχίζομεν νὰ συνεννοούμεθα, καὶ τὰς καλὰς πράξεις τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ ἐγὼ δὲν τὰς κρύβω καὶ τοῦ ἀπονέμω, πράγματι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν δημόσιον ἔπαινον. Διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Τύπου συνειργάσθη στὰ ἀνοικτά, εἰλικρινά, τίμια μὲ τὴν Ε.Δ.Α. εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς κατὰ τὴν ἀνάδειξιν τοῦ νέου δημάρχου τῆς Τριπόλεως. (Γέλωτες ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως).
§146Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Μπρεδῆμα, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.
§147Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Τρία ἦσαν τὰ ψηφοδέλτια, κ. βουλευταί. Τοῦ Μουτζουροπούλου, ὁ ὁποῖος ἐξέλεξε 6 συμβούλους, καὶ τὸν ὁποῖον Μουτζουρόπουλον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὸν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Παπαηλιοῦ, τὸ ψηφοδέλτιον τοῦ κ. Πολυχρονοπούλου, τὸ ὁποῖον ἐξέλεξε 5 δημοτικοὺς συμβούλους, ὑποστηριχθὲν σθεναρῶς, μὲ φανατισμὸν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑφυπουργὸν τοῦ Τύπου, καὶ ὑπῆρχε καὶ ἕνα τρίτον ψηφοδέλτιον ὑπὸ τὸν κ. Σεχιώτην παλαιὸν Φιλελεύθερον. Εἰς τὸ ψηφοδέλτιον αὐτὸ μετέσχον καὶ ἄλλοι 2 φιλελεύθεροι, καὶ ὑπεστηρίχθη καὶ ἕνας 4ος, ὁ ὁποῖος ἀνῆκε εἰς τὴν Ε.Δ.Α. Συνεπῶς τὸ ψηφοδέλτιον αὐτὸ τὸ τρίτον, ὑπὸ τὸν κ. Σεχιώτην τὸ μικτὸν τὸ ὑπεστήριξε μετὰ φανατισμοῦ ἐπισήμως ἡ ΕΔΑ. Ἦλθε ἡ στιγμὴ τῆς ἐκλογῆς τοῦ νέου δημάρχου. Ὁ κ. Πολυχρονόπουλος ἔρχεται εἰς τὰς Ἀθήνας, λαμβάνει τὰς ἐντολάς του, καὶ κατέρχεται εἰς τὴν Τρίπολιν καὶ ἐνῷ ὅλοι ἐνόμιζον, ὅτι θὰ γίνῃ κάποια συνεργασία Πολυχρονοπούλου–Μουτζουροπούλου, οἱ ὁποῖοι ὑπεστηρίχθησαν, ἄλλωστε, ἀπὸ τοὺς δύο κομματικοὺς παράγοντας τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Ε.Ρ.Ε., ὁ κ. Πολυχρονόπουλος, ὅλως παραδόξως, μετὰ τὴν κάθοδόν του εἰς τὴν Τρίπολιν συναντᾶται μὲ τὸν κ. Σεχιώτην, ὑπογράφει ἕνα πρωτόκολλον τιμῆς καὶ συνεργασίας, ἐπὶ τῆς ἑξῆς βάσεως, τῆς ἀνὰ διετίαν δημαρχίας των. Ἡ ΕΔΑ, ὅπως ἦτο φυσικόν, ἐκφράζει τὴν χαράν της, διότι ἔβλεπε εἰς τὸ ψηφοδέλτιον τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τοῦ Τύπου.
§148Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐθνικόφρων φιλελεύθερος ὁ κ. Σεχιώτης. Ὁ πατήρ του ἐσφαγιάσθη εἰς τὸ Βαλτέτσι.
§149Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Σᾶς εἶπα ἐγώ, ὅτι εἶναι ΕΔΑ ὁ κ. Σεχιώτης; Τόσον βλάκα μὲ ἔχετε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι τῆς ΕΔΑ; Ἐγὼ σᾶς εἶπα τί συνέβη κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον. Σᾶς εἶπα, ὅτι τὸ ψηφοδέλτιον Σεχιώτη προεκλογικῶς.......
§150Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Τί σημασίαν ἔχουν αὐτά;
§151Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ὅλα ἔχουν σημασίαν, διότι τὸ ψηφοδέλτιον τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τοῦ Τύπου συνειργάσθη μὲ τὸ ψηφοδέλτιον τοῦ κ. Σεχιώτη, τὸ ὁποῖον ἦτο μικτὸν καὶ ὑπεστηρίζετο ἀναφανδὸν καὶ ἐπισήμως ἀπὸ τὴν ΕΔΑ καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀπένειμα τὸν δημόσιον ἔπαινον πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑφυπουργὸν τοῦ Τύπου, διότι πράγματι, ἔστω καὶ εἰς μίαν κρίσιμον καμπὴν τοῦ πολιτικοῦ του βίου, τῶν πολιτικῶν του ἐπιδιώξεων, ἀντελήφθη τὸ πραγματικὸν ἐθνικὸν συμφέρον, τὸ ἐπιτακτικώτερον συμφέρον τοῦ ἔθνους, ὅτι ἔπρεπε ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τοῦ Τύπου, νὰ συνεργασθοῦν ὅλαι αἱ προοδευτικαὶ δυνάμεις τῆς Τριπόλεως καὶ κατὰ τοῦτο τὸν συγχαίρω. Κύριοι συνάδελφοι, πόσον τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ, ὅτι ὁ δημοτικὸς σύμβουλος Ταλούμης τοῦ ψηφοδελτίου Μουτζουροπούλου, ἤτοι τοῦ ψηφοδελτίου, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Παπαηλιοῦ, παράγων τῆς ΕΡΕ, ὁ Ταλούμης ἀπηύθυνε καὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἔντονον διαμαρτυρίαν διὰ τὸν ἐμπαιγμόν, ὡς ἔλεγε, τὸν ὁποῖον ἐμφανίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Τύπου, ὁ ὁποῖος εἰς μὲν τὰς Ἀθήνας ὑβρίζει καὶ προπηλακίζει τὴν Ἀριστερὰν παράταξιν, ἐνῷ ἔργοις ἐδῶ εἰς τὴν Τρίπολιν, συνεργάζεται ἀπροκάλυπτα καὶ τίμια εἰς τὰ φανερὰ μὲ τὴν Ε.Δ.Α. Καὶ ὁ Ταλούμης, ἀφοῦ τὰ κατήγγειλεν αὐτὰ ἐπισήμως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀπηύθυνε καὶ σχετικὴν ἐπιστολὴν εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» ὑπὸ ἡμερομηνίαν 11.6.1959, διὰ τῆς ὁποίας κατήγγειλεν ἀπροκάλυπτα τὸν ἐμπαιγμὸν τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ πρὸς τοὺς συμπολίτας του. Κύριοι βουλευταί, ὁμολογῶ, ὅτι εἶχα νὰ εἴπω καὶ ἄλλα τινα.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τελειώνετε, κύριε Μπρεδήμα.
§153Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Εἶχα πολλὰ νὰ εἴπω ἀκόμη, κύριοι βουλευταί, ἀλλὰ τὰ ἀφήνω. Θὰ ἔλθουν κάποτε αἱ ἐρωτήσεις μου καὶ θὰ δοκιμάσετε τότε ἐντονωτέραν τὴν ἔκπληξίν σας, κύριοι βουλευταί, καὶ θὰ μετανοήσετε. Γνωρίζω, ὅτι εἰς τὸ βάθος τῶν συνειδήσεών σας εὑρίσκουν ἀπήχησιν τὰ λόγια μου. Δὲν εἶδα νὰ ἐξεγείρεται τὸ σύνολον τῶν Ἀρκάδων βουλευτῶν — κυβερνητικῶν, διὰ νὰ ἀποδοκιμάζῃ ἢ διὰ νὰ διαμαρτύρεται δι’ ὅσα ἐγὼ λέγω, διότι ὅλοι αὐτοὶ οἱ τίμιοι ἄνθρωποι ἀντιλαμβάνονται εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς των, ὅτι ὁ Ἠλίας Μπρεδήμας λέγει τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνον τὴν ἀλήθειαν. Καὶ τώρα, ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἠθέλησε νὰ μὲ θίξῃ. Θὰ τοῦ δώσω τὴν ἀπάντησιν. Εἶπεν, ὅτι ἐπῆρα κάποιο σπίτι. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, δουλεύω 35 χρόνια ἀπὸ τὶς 8 τὸ βράδυ ἕως τὰς 4 τὸ πρωΐ καὶ ἀπὸ τὰς 11 τὸ πρωΐ ἕως τὰς 4 τὸ ἀπόγευμα, μὲ ὀλιγοχρόνιον διακοπὴν ὕπνου καὶ ἀναπαύσεως.
§154ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Κυβερνητικός). Καὶ τώρα;
§155Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Καὶ τώρα ἀκόμη, τὰς νύχτας ἐργάζομαι. Διότι τὸν μισθόν μου ἐγώ, κύριοι βουλευταί, δὲν τὸν δίδω διὰ τὸν ἑαυτόν μου καὶ διὰ τὴν οἰκογένειάν μου, ἔχω τὰς ἐμπράκτους ἀποδείξεις, ὅτι τὸν στέλλω εἰς ἱδρύματα καὶ ἂν θέλετε νὰ ὁρίσετε μίαν ἡμέραν νὰ σᾶς ἀποδείξω ποῖον τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον διατίθεται δι’ ἱδρύματα, διὰ φίλους καὶ δι’ ἕνα κύκλον πτωχῶν ἀνθρώπων. Μόνον χιλίας δραχμὰς ἀπὸ τὸν μισθόν μου κρατῶ. Τὰ ἄλλα τὰ διαθέτω διὰ τοὺς συμπολίτας μου καὶ ἔχω τὰς ἀποδείξεις καὶ συνεπῶς, ἀναγκάζομαι ἐπὶ μίαν 35ετίαν νὰ ἐργάζωμαι ἐντίμως ὅλην τὴν νύκτα καὶ νὰ ἔρχωμαι ἐδῶ, ἀφοῦ ἔχω ἐργασθῆ 12 ὥρας εἰς ἐφημερίδα. Ἐφ’ ὅσον μὲ προκαλεῖτε, διότι ἐγκαταλείπω τὸ βῆμα, ἐφ’ ὅσον μὲ προκαλεῖτε διότι δὲν εἶχον τοιαύτην διάθεσιν, σᾶς λέγω, μόνον διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν διαφορὰν τοῦ πολιτικοῦ μου ἤθους ἀπὸ τὸ ἦθος τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ τοῦ Τύπου, ὅτι ἐγὼ κατὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχε Βουλή, δὲν εἴμεθα βουλευταί, τὸ 1958, καὶ τὸ Ταμεῖον Ἀνεργίας τῆς Ἑνώσεως τῶν Συντακτῶν βάσει τοῦ μισθοῦ μου τῶν 6.000 δραχμῶν τὸν ὁποῖον ἔπαιρνα ἀπὸ τὴν «Ἀθηναϊκὴ» ποὺ τὴν εἶχα ἐγκαταλείψει τότε ἀκριβῶς, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ παίρνω περισσότερα λεπτὰ ἀπὸ τὴν «Ἀθηναϊκήν», διότι ἐπεθύμουν νὰ ἐργασθῶ εἰς μίαν ἄλλην ἐφημερίδα καὶ ἔφυγα, ἀπὸ τὸ Ταμεῖον Ἀνεργίας, ἔπαιρνα μόνον 4.000 δραχμὰς δι’ ἐπίδομα. Τὰς ἐπῆρα μόνον διὰ νὰ ζήσω, διότι δὲν εἶχα ἄλλους πόρους καὶ μόνον κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς μεταξὺ τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς νέας Βουλῆς. Καὶ ὅταν ἐτελείωσεν ἡ Βουλὴ ἐδικαιούμην νὰ συνεχίσω ἐπὶ 12 μῆνας νὰ παίρνω 4.000 δραχμὰς τὸν μῆνα, ἀλλ’ ἀπηύθυνα ἐπιστολὴν πρὸς τὸ Ταμεῖον Ἀνεργίας καὶ εἶπον, ὅτι ἐγὼ δὲν καταδέχομαι νὰ κάμω χρῆσιν νομίμων δικαιωμάτων. Δὲν μπορῶ νὰ πάρω τὸ ψωμὶ ἀπὸ τοὺς ἀνέργους συναδέλφους μου καὶ ἐγκατέλειψα τὸ δικαίωμά μου χάριν προσωπικῆς εὐθιξίας καὶ χάριν τῆς ἀγάπης μου πρὸς τοὺς συναδέλφους μου. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ προεκάλεσε καὶ μὲ ἀπεκάλεσε συκοφάντην, ἐνῷ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά μου ἀπεδείχθησαν εἰλικρινῆ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν ἂν γνωρίζῃ τὸ περιστατικόν, πάντως θὰ τὸ ἀναφέρω. Ἡ Κυβέρνησις Παπάγου ἔδιδεν εἰς ὅλους τοὺς δημοσιογράφους, οἱ ὁποῖοι προσέφερον ὑπηρεσίαν διὰ τὴν τόνωσιν τοῦ ἠθικοῦ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἕνα χρηματικὸν ποσόν. Φυσικά, ἐπειδὴ ἤμην πολιτικὸς συντάκτης, ὁ μοναδικὸς συντάκτης τῆς «Ἀκροπόλεως», ἔλαβα καὶ ἐγὼ τὸ ποσὸν τῶν 10 ἢ 12 χιλιάδων δραχμῶν δὲν γνωρίζω ποῖον. Διὰ νὰ ἴδητε τὴν εὐθιξίαν μου, τὸ πολιτικόν μου ἦθος, κύριοι βουλευταί, ὑπῆρξα ὁ μόνος, ἴσως, δημοσιογράφος, ὁ ὁποῖος ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν μακαρίτην Μαντζαβῖνον, διότι ἐκεῖνος διέθετε τὰ χρήματα, καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι δὲν προσέφερον οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν θέλω τὰς 10 χιλιάδας καὶ ἂν τυχὸν ἐπιμένετε εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τούτου, σᾶς παρακαλῶ, ὅπως τὸ διαθέσετε ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, εἰς ἕνα περιωρισμένον ἀριθμὸν πασχόντων. Πάντως, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ πάρω τὸ ἐπίδομα αὐτό, διὰ νὰ φάω τὸ ψωμὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ συμπεριφορά μου, διότι ἔχω συναίσθησιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ δημοσίου μου καθήκοντος. Καὶ μὲ ὅσα σᾶς εἶπον ἀποδεικνύεται ποῖος εἶναι ὁ συκοφάντης, κακοήθης καὶ ποῖος ἔχει ἦθος ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς.
§156Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Μπρεδήμας καταστρέφων τὸν λόγον του, ἀπηυθύνθη πρὸς ἐμὲ ὡς ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὑπὸ μορφὴν συμπληρωματικῆς ἐρωτήσεως ἔθιξε τὸ θέμα τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς Τριπόλεως. Βεβαιῶ, ὅτι ὅσα ἀνεφέρθησαν ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐν λόγῳ ἐκλογὴν καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ Τύπου, εἶναι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀνακριβῆ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰς τὴν Τρίπολιν διεξήχθη πείσμων τοπικὸς ἀγὼν διὰ τὴν ἀνάδειξιν τῶν Δημοτικῶν Ἀρχῶν ἄνευ ὅμως οἱασδήποτε ἀναμίξεως τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Τύπου καὶ συνεπῶς τὰ σχόλια τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος συναδέλφου καὶ κακῆς ποιότητος ὑπῆρξαν καὶ εἰς ὑποβολιμαῖα περιστατικὰ ἐστηρίχθησαν. Τὸ μόνον ποὺ ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ εἶναι ἡ ἀμηχανία τοῦ κ. Μπρεδήμα, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῆς συκοφαντικῆς ποιότητος τῶν δῆθεν αἰτιάσεων τὰς ὁποίας ἀπέδωκεν εἰς βάρος τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ Τύπου, μοιραῖον ἦτο νὰ τραπῇ πρὸς θέματα παντελῶς ἄσχετα διὰ νὰ ἀνακριβολογήσῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἀνευθύνως κατὰ τὴν συνήθειάν του. Τὸ Σῶμα παρηκολούθησε μὲ εὐλάβειαν τὴν πλήρη ἀποκάλυψιν τοῦ κ. Μπρεδήμα, ἡ ὁποία ὁμολογῶ, ὅτι ὑπῆρξε καταπληκτική, ἵνα μή τι χεῖρον εἴπω, εἰς βάρος τοῦ δράστου. Ὑπῆρξε δὲ καταπληκτικὴ ἡ ἀποκάλυψις τῆς συκοφαντίας ἐπὶ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν κεφαλαίων, ὅταν ἀπεδείχθη μαθηματικῶς, ὅτι ὁ κ. ὑφυπουργὸς Τύπου οὐδέποτε ἀπέκτησεν οἰκίαν, καὶ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος εἶναι προικῷον τῆς μητρός του ἀπὸ τοῦ 1905, ὅτι οὐδέποτε ἐδανείσθη παρὰ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ὅτι δὲν ἐστρατεύθη λόγῳ βαρυτάτης παθήσεως καὶ ἐτιμήθη διὰ τὰς ἐθνικάς του ὑπηρεσίας κατὰ τὴν κατοχήν, ὅτι ἐξῆλθε τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος δι’ ὁμαδικῆς ἐθελουσίας ἐξόδου καὶ τέλος, ὅτι οὐδὲν καὶ τὸ ἁπλῶς ἄηθες βαρύνει τὸν διακεκριμένον διπλωμάτην ἀδελφόν του. Καὶ δὲν ἀπεκαλύφθη ἁπλῶς ὁ κ. Μπρεδήμας, ἀλλὰ προεκάλεσε καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν παρισταμένων τριῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι κατὰ σειρὰν διέψευσαν αὐτὸν κατηγορηματικῶς: Ἤτοι ὁ μὲν κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἀρνηθεὶς τὸν συκοφαντικὸν τοῦ κ. Μπρεδήμα ὑπαινιγμὸν περὶ χαριστικῆς ὑπὲρ τοῦ ὑφυπουργοῦ Τύπου διατάξεως καὶ οὐδεμίαν εἶχον περὶ τούτου ἀμφιβολίαν διὰ τὸν τότε ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωνται εἰς βάρος διακεκριμένου διπλωματικοῦ ὑπαλλήλου, ὅσα ὁ κ. Μπρεδήμας ἐσκευώρησε καὶ τέλος ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἐν συγχύσει προφανῶς ὁ κ. Μπρεδήμας δὲν ἀντελήφθη τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων του. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως, ὅτι ἀπεκαλύφθη ἡ συκοφαντικὴ πρόθεσις τοῦ κ. Μπρεδήμα. Κατέρρευσεν οὗτος ἐπὶ τοῦ βήματος, ὑπὸ τὰ παγερὰ βλέμματα ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος, μηδὲ τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς ἐξαιρουμένης, ἡ συκοφαντικὴ πρωτοβουλία τοῦ κ. Μπρεδήμα καὶ ἡ θρασεῖα ἐμμονή του ἐπὶ τῶν συκοφαντιῶν πρέπει νὰ ἐμβάλῃ εἰς βαθείας σκέψεις τὸ σύνολον τῶν ἐντίμων πολιτικῶν μονάδων αἱ ὁποῖαι οὐδὲν ὀφείλουν πρὸς τοὺς συκοφάντας διὰ νὰ τελοῦν ὑπὸ τὸν συνεχῆ κίνδυνον τοῦ διασυρμοῦ τῆς ὑπολήψεώς των. Ἐφ’ ὅσον ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, κύριοι συνάδελφοι, κυκλοφοροῦσι τύποι μὲ διαθέσεις ἀπροκαλύπτως συκοφαντικάς, εἶναι ἀνάγκη τὸ Σῶμα νὰ ὀργανώσῃ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τὴν ἄμυναν τῶν ἐντίμων πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν μεγίστην πλειονοψηφίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς ὅλας ἀνεξαιρέτως τὰς πτέρυγας τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ ὅλον θέμα μετὰ ρεαλισμοῦ ἰδιαιτέρου, ὥστε νὰ ληφθοῦν δρακόντεια μέτρα κατὰ τῆς συκοφαντίας καὶ τῶν συκοφαντῶν ἰδιαιτέρως, οἱ ὁποῖοι ἐν ὀνόματι τῆς ἀσυδοσίας κατέστησαν κυνικοί. Ἐὰν παραλειφθῇ τὸ καθῆκον τοῦτο, νὰ εἶσθε ἀπολύτως βέβαιοι, ὅτι οὐδεὶς ἔντιμος ἄνθρωπος θὰ ἀπεφάσιζε μελλοντικῶς νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἰδιωτικὴν καὶ βιοποριστικὴν του ὑπόστασιν διὰ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κοινῶν.
§157Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, κύριε Γαληνέ, ἀφοῦ προηγηθοῦν οἱ κ.κ. ὑπουργοί. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§159Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος εἰς τὸ βῆμα θὰ ὁμιλήσῃ. Γεγονὸς ἀναμφισβήτητον ἐπίσης εἶναι, ὅτι εἶχε ζητήσει ἤδη τὸν λόγον ἀπὸ σᾶς ὁ κ. Γαληνός, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν ὠνόμασε συκοφάντην. Μὲ τὴν θεωρίαν σας, ὅτι καὶ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος θὰ ἀναμείνῃ ὁ βουλευτὴς τὴν σειρὰν τῶν ὑπουργῶν πρῶτα νὰ ὁμιλήσουν δὲν θὰ μπορέσῃ τὸ προσωπικὸν ζήτημα νὰ συζητηθῇ.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προσωπικὸν ζήτημα δύναται νὰ πάρῃ ἔκτασιν μιᾶς ὥρας. Ἑπομένως πρέπει νὰ λυθῇ τὸ πρῶτον θέμα, τὸ προσωπικόν, ἐν συνεχείᾳ δὲ θὰ δώσω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§161Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ συνταχθοῦν ὡρισμένα συμπεράσματα. Λυποῦμαι βαθύτατα, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐνῷ ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Μπρεδήμας εἶχε τὴν δυνατότητα μὲ ὀλίγην δόσιν γενναιοφροσύνης, ἀλλὰ καὶ εὐφυΐας νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν περιπέτειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔρριψε τὸν ἑαυτόν του καὶ οὐχὶ τὸν κ. Τριανταφυλλάκον, ὁμολογῶν, ὅτι ἔσφαλεν, ἀντὶ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐπέμεινεν, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα, εἰς τὴν ἄνευ ἐπιχειρημάτων καὶ στοιχείων ὑποστήριξιν τῶν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι περιελαμβάνοντο εἰς τὰς ἐρωτήσεις, τὰς γνωστὰς εἰς ὅλους. Ἡ ἀποψινὴ συνεδρίασις ὑπῆρξε σημαντικὴ ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως. Ὁ κ. Μπρεδήμας, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸ μέγα λάθος νὰ μὴ μετανοήσῃ καὶ νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἔσφαλεν, ὑπέστη ἀπόψε μίαν δραματικὴν ἧτταν. Δὲν εὑρέθη εἷς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ τὸν χειροκροτήσῃ. Αὐτὸ εἶναι ἀρκετόν. Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἐξήγησεν ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων, μὲ τρόπον ἀπέριττον, πῶς ἐσημειώθησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δῆθεν ἔγιναν καὶ τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησεν ὁ κ. Μπρεδήμας ὡς στοιχεῖα ἐναντίον τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, ἢ τῆς μητρός του, ἢ τοῦ ἀδελφοῦ του. Καὶ ὁ κ. Μπρεδήμας, ἀγνοῶν τὴν βασικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τὸν πολιτικὸν ἄνδρα, ἀγνοῶν τὴν ἀρχὴν ἡ ὁποία ἔγκειται εἰς τὸ νὰ ἀναγνωρίζῃ κανεὶς τὸ λάθος του, ὁσάκις περιπίπτῃ εἰς λάθος, ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐπέμεινε. Κύριοι συνάδελφοι, ἂν καὶ κατὰ πόσον, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐπιμένων εἰς τὴν ὑποστήριξιν, ἄνευ στοιχείων καὶ ἐπιχειρημάτων, τῶν κατηγοριῶν του, ἐκέρδισεν ἢ ὄχι, τὴν ὑπόθεσίν του, τὸ γνωρίζει ἡ συνείδησίς σας καὶ αὔριον θὰ τὸ γνωρίζῃ ἡ συνείδησις ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, ἡ σημερινὴ συζήτησις ἦτο σπουδαιοτάτη. Δὲν θὰ ἀνηρχόμην, κύριοι, εἰς τὸ βῆμα νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν κ. Τριανταφυλλάκον. Θὰ τὸ ἔπραττον, ἐὰν ἦτο ἐλλιπὴς ἡ ἀγόρευσίς του, θὰ τὸ ἔπραττον ἐὰν εἶχεν ἀποσιωπήσει ὡρισμένα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα τυχὸν θὰ ἐγνώριζον ἐγώ, θὰ ἀνηρχόμην ἐπίσης, ἐὰν εἶχε περιπέσει εἰς μικρόν τι σφάλμα, ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ περιπέσῃ πᾶς πολιτικὸς καὶ ἔπρεπε νὰ δικαιολογήσω τὸ μικρόν του σφάλμα. Διότι, δὲν ὑπάρχει πολιτικός, δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν ζωήν του νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν κίνδυνον σφάλματος. Πειρασμοὶ περιβάλλουν τὸν ἄνθρωπον πανταχόθεν καὶ ἡ ζωὴ εἶναι πλήρης προκλήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς βάρος τῆς συνειδήσεως, τῆς σκέψεως καὶ τῆς καρδίας μας. Καὶ εἶναι δυνατὸν κάλλιστα ἕνας ἄνθρωπος καὶ πρὶν πολιτευθῇ, καὶ ὅταν πολιτεύεται, νὰ περιπέσῃ εἰς σφάλματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κριθοῦν καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ἠθικήν, ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς τῆς ἀπολύτως αὐστηρᾶς ἠθικῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι ἦλθον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀπόψε, διὰ νὰ ἀκούσω τὸν κ. Τριανταφυλλάκον —βέβαια ὁρμώμενος ἀπὸ πολιτικὴν ἀλληλεγγύην καὶ ἀπὸ τὴν προσωπικὴν ἐκτίμησιν καὶ συμπάθειαν ποὺ τρέφω πρὸς αὐτὸν— ἀλλὰ ἦλθον διὰ νὰ πεισθῶ πλήρως περὶ τοῦ ἀπολύτως ἀβασίμου ἢ μὴ τῶν κατηγοριῶν τοῦ κ. Μπρεδήμα, ἔχων καὶ κἄποιαν μικρὰν ἀμφιβολίαν μήπως εἴς τινα σημεῖα ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχεν ἄδικον ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, ὅπως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχεν ἄδικον εἰς ἀναλόγους περιπτώσεις οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κύριος Τριανταφυλλάκος ἀπήντησε καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ἀποστομωτικὸν καὶ συντριπτικὸν διὰ τὸν κύριον Μπρεδήμα. Δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτά, ἢ διὰ νὰ συμπληρώσω τὸν λόγον τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ δι’ ἄλλων περιττῶν ἐπιχειρημάτων, διότι ἐξηντλήθησαν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἐδόθησαν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἐπισημάνω τὴν ἠθικὴν σημασίαν τῆς ἀποψινῆς συνεδριάσεως καὶ διὰ νὰ παρακαλέσω ὅλους τοὺς κ. συναδέλφους, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς παρατάξεως, νὰ θεωρήσουν τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν, νὰ θελήσουν οἱ ἴδιοι νὰ τὴν κάμουν καὶ νὰ τὴν θεωρήσουν ἀφετηρίαν μιᾶς νέας περιόδου διὰ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν πλέον, μὲ αὐτὴν τὴν εὐκολίαν, μὲ αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν αἰδοῦς, νὰ ἀπευθύνωνται τοιαῦται κατηγορίαι ἐναντίον συναδέλφων, εἴτε ὑπουργῶν, εἴτε ἁπλῶν βουλευτῶν. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι συνάδελφοι, ὅλοι μαζὺ νὰ συνεργασθῶμεν, διὰ νὰ σταματήσῃ ἡ τακτικὴ αὐτή, τὴν ὁποίαν —εὐτυχῶς— δὲν ἀκολουθοῦν ἄλλοι ἐκ τῶν κ. συναδέλφων καὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ τὴν ἐγκαινιάσουν. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ συνεργασθῶμεν ὅλοι μαζί, διὰ νὰ σταματήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤρχισεν εἷς καὶ μόνος βουλευτὴς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ πράττῃ, ἢ μᾶλλον νὰ διαπράττῃ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Μπρεδήμας ἦτο ἄξιος ἄλλης τύχης, διότι ὡς δημοσιογράφος εἶχεν ἐπιδείξει ἱκανότητα καὶ δραστηριότητα καὶ δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τοῦ κ. Μπρεδήμα νὰ εἴπῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε κατὰ τὸν ἐπίλογον τῆς ὁμιλίας του, ὅταν ἐξῆρε μόνος —ἦτο προτιμότερον νὰ ἀναμείνῃ νὰ τὸ πράξῃ ἄλλος— ὅταν ἐξῆρε τὴν δημοσιογραφικήν του δρᾶσιν. Πράγματι ὁ κ. Μπρεδήμας ἐργάζεται ἐπὶ 30–35 χρόνια. Διατί, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, κ. Μπρεδήμα, καταστρέφετε μὲ τὴν τακτικήν σας —τῶν τελευταίων ἐτῶν— τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον εἴχατε καὶ τὴν προσπάθειαν ποὺ εἴχατε κάμει, τὴν παράδοσιν ποὺ μαζὶ μὲ ἄλλους συναδέλφους σας ἐδημιουργήσατε, διατὶ καταστρέφετε τὸ ἔργον τῶν χειρῶν σας; Διότι πράγματι ἐδουλέψατε ἐπὶ 35 χρόνια. Βέβαια δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῆτε ὡς κατόρθωμα τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ἐδεχθήκατε, μετὰ τὴν ἐκλογήν, νὰ λάβετε τὸ ἐπίδομα ἀνεργίας. Ἦτο αὐτονόητον, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐλάβατε ἀποζημίωσιν βουλευτοῦ, δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ θεωρῆσθε ὡς ἄνεργος. Ἐπομένως αὐτὸ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπικαλεσθῆτε. Ὠφείλατε νὰ τὸ κάμετε. Ἦτο ἐντελῶς ἄσχετος ἡ περίπτωσις αὐτή, μὲ τὴν περίπτωσιν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, νὰ ζητήσῃ τὸ μικρὸν ἐκεῖνο ποσόν, διὰ τὴν ἀεροθεραπείαν. Πᾶς ἠσφαλισμένος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον τοῦ ὀφείλει, ἢ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸ Ταμεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγεται τοῦ ὀφείλει. Βεβαίως ὅμως δὲν ἔχει ὁ ἐκλεγόμενος βουλευτής, τὸ ἠθικὸν δικαίωμα νὰ ἐξακολουθήσῃ λαμβάνων τὸ ἐπίδομα ἀνεργίας. Ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ καὶ μία ἄλλη τακτική. Πρέπει καὶ ἀπέναντι μιᾶς ἄλλης τακτικῆς, τὴν ὁποίαν —δυστυχῶς— δὲν ἀκολουθεῖ μόνον ὁ κ. Μπρεδήμας, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, νὰ ὑπάρξῃ ἀντίδρασις ἔντονος καὶ θετική. Ὁσάκις κἄποιος, καὶ ἔτυχε νὰ εἶναι ὁ κἄποιος αὐτός, ἡ μήτηρ τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ Τύπου, βάσει τῶν κειμένων κανονισμῶν, λαμβάνῃ κἄτι διὰ νὰ ἐπισκευάσῃ τὴν οἰκίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, γίνεται ἀμέσως μνεία, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπεται, τῶν χιλιάδων βομβοπλήκτων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐστεγάσθησαν. Τὸ ἴδιον, κ. Μπρεδήμα, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ διὰ σᾶς, ἐν ὀνόματι τῶν βομβοπλήκτων. Πῶς σεῖς ἐλάβατε διὰ τὴν στέγασίν σας ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῶν Συντακτῶν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐλάβατε, διὰ τὴν στέγασίν σας; Κύριε Μπρεδήμα, ἐνεπέσατε εἰς φαῦλον κύκλον, τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ὑποστῆτε ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατηγορεῖτε μίαν χήραν ἐρίτιμον, σεβαστὴν καὶ ἀξίαν τῆς τιμῆς ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, διότι ἐχρειάσθη δανειακὴν βοήθειαν εἰς διάφορα χρονικὰ διαστήματα. Τὸ ποσὸν ἐδόθη ἀπὸ τὸ 1946 μέχρι τοῦ 1949. Ἐχρειάσθη ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν ἕνα ποσὸν 100 χιλιάδων, διότι κατέρρεεν ἐνδεχομένως ἡ οἰκία της καὶ δὲν εἶχε τὰ μέσα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι πρὸς τιμήν της καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ υἱοῦ της, νὰ τὴν ἐπισκευάσῃ. Ἦτο, ἄραγε, ἀπὸ ἀπόψεως ἀκόμη στοιχειώδους ἠθικῆς λεπτότητος, ὀρθὸν νὰ προβάλετε σεῖς, κ. βουλευτὰ καὶ κ. δημοσιογράφε, εἰς τὴν κοινωνίαν, τὴν περίπτωσιν τοῦ δανείου μιᾶς χήρας; Καὶ ὅταν σεῖς τὴν προβάλλετε, δὲν ἔχω τάχα τὸ ἴδιον δικαίωμα ἐγώ, νὰ ἐρωτήσω, πόσα ἐλάβατε σεῖς διὰ νὰ κτίσετε τὴν οἰκίαν σας; Δικαίωμα τῶν δημοσιογράφων εἶναι νὰ συνασπισθοῦν, δικαίωμα τῆς Ἑνώσεως Συντακτῶν εἶναι νὰ βοηθῇ τὰ μέλη της. Δικαίωμα, ὅμως, ἐπίσης μιᾶς χήρας ἰδιοκτητρίας εἶναι νὰ ζητήσῃ τὴν βοήθειαν τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ εἴπω καὶ τοῦτο, κύριε Μπρεδήμα. Ἡ ἐπίκλησις τῶν χιλιάδων βομβοπλήκτων εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ εἰς τὴν περίπτωσίν σας, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ —ἔστω ἀτόπως καὶ κακῶς— διατὶ ὁ δημοσιογράφος Μπρεδήμας θὰ ἔχῃ περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ ἡμᾶς ποὺ ὑπέστημεν τὴν ἐκ τῶν βομβῶν καταστροφήν; Διατὶ ὁ δημοσιογράφος κύριος Μπρεδήμας, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ εἶναι δημοσιογράφος, θὰ ἔχῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατεστράφημεν; Λοιπόν, δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλούμεθα τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, διότι καὶ σεῖς ὡς δημοσιογράφος ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λάβετε τὸ δάνειον καὶ ἡ χήρα Τριανταφυλλάκου εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τὴν μικρὰν συνδρομὴν διὰ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τοῦ παλαιοῦ της σπιτιοῦ. Τιμῶ καὶ τιμῶμεν ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐργαζόμενοι ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ διεκδικήσουν εἰς τὴν ζωήν των ἕν ἀγαθόν. Καὶ σεῖς, καλῶς τὸ ἐπετύχατε, κ. Μπρεδήμα, ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς δημοσιογραφικῆς οἰκογενείας καὶ πᾶς τις δικαιοῦται νὰ διεκδικήσῃ τὴν βελτίωσιν τῶν βιοτικῶν συνθηκῶν του. Ἐὰν δὲν συνδέεται ἡ διεκδίκησις αὐτὴ μὲ κἄτι τὸ ἀνήθικον, δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀντικείμενον δυσφημήσεως καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ καταγγέλλετε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατηγγείλατε δημιουργῶντας μίαν λογικῶς καὶ ἠθικῶς ἀδικαιολόγητον, ψυχολογικῶς ὅμως νοητὴν πικρίαν εἰς τὴν ψυχὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φυσικὸν εἶναι, νὰ μὴ κατανοοῦν διατὶ ὁ κ. Μπρεδήμας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κτίζῃ σπίτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ στεγασθοῦν. Φροντίσατε, κ. βουλευταί, οἱοιδήποτε καὶ ἐὰν εἶσθε, εἰς οἱανδήποτε παράταξιν καὶ ἐὰν ἀνήκετε, νὰ εἶσθε προσεκτικοί, διότι εἶναι δυνατὰ τὰ λόγια, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦν συνάδελφοί τινες νὰ στραφοῦν ἐναντίον των καὶ εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς ἐπιτυχῆ δημαγωγικὰ τεχνάσματα, νὰ ἀποτελέσουν λάκκον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ πέσουν οἱ ἴδιοι. Καὶ ἀπόψε, κύριε συνάδελφε Μπρεδήμα, ὑπέστητε ὀλίσθημα, ἐπέσατε εἰς λάκκον καὶ ὑπέστητε ἠθικὴν πτῶσιν. (Χειροκροτήματα).
§162Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Τὸ δάνειον τῶν 62.000 δραχμῶν ἔλαβον οὐχὶ ἐκ τοῦ χρήματος τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἀπ’ τὰ ἴδιά μου χρήματα, ἀπὸ τὰς καταθέσεις μιᾶς τριακονταπενταετίας εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἑνώσεως Συντακτῶν.
§163Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Μπρεδήμα μὲ ὑποχρεώνει νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ ὡρισμένων ζητημάτων, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως ἡ τοιαύτη ὑποχρέωσις μοῦ δημιουργεῖται συνεπείᾳ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ κ. Μακρῆς μὲ ἀπεκάλεσε συκοφάντην. Κύριοι βουλευταί, ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ ἐννοῶ τὴν ὑπόθεσιν Τριανταφυλλάκου ὡς σκανδαλώδη. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§164Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος. Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§166Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑφυπουργόν, νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν ἀπορίαν μου. (Θόρυβος).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἰσέλθετε εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος.
§168Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Ὁ κ. συνάδελφος ἐζήτησε νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ προσωπικὸν ζήτημα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§169Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Θέλω νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ὑφυπουργὸν ἐπὶ τοῦ Τύπου, νὰ μοῦ δώσῃ μίαν ὡρισμένην ἐξήγησιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχω τὴν ἀπορίαν, διότι καὶ ἐγὼ ἀπόψε μόνον λαμβάνω γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως. Ὁ κ. Μπρεδήμας, δὲν μᾶς κατετόπισεν οὔτε μᾶς ἔπεισε.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ σας ζητήματος. Δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψω νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος.
§171Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος, ἐζήτησε νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ἀπαντήσῃ.
§172Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ὅ,τι εἶπα, εἶναι ἀληθὲς καὶ δὲν εἶμαι συκοφάντης.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάνετε. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ σας ζητήματος θὰ ζητήσητε ἐξηγήσεις ἢ ἱκανοποίησιν.
§174Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ ἀποκαλῇ συκοφάντην;
§175Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Εἶμαι ὑποχρεωμένος δυστυχῶς, νὰ ἐπαναλάβω τοὺς χαρακτηρισμοὺς καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ σᾶς ἀποδείξω ἀμέσως τοῦ λόγου μου τὸ ἀσφαλές. Παραπονεῖσθε, ὅτι σᾶς ἀπεκάλεσα συκοφάντην. Ἡ ὅλη στιχομυθία διεξήχθη ὡς ἀκολούθως: Ἠγέρθητε ἀπὸ τὴν θέσιν σας, καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Μπρεδῆμαν εἴπατε: Κύριε Μπρεδῆμα, νὰ μᾶς ἐξηγήσητε, ἡ Τράπεζα ἡ Κτηματική, πέραν τῆς μητρὸς τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, ἐδάνεισεν ἄλλον τινά; Πρῶτον αὐτό. Δεύτερον: Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, ἦτο τότε κυβερνητικὸς βουλευτής, ναὶ ἢ οὔ; Καὶ ἐσπεύσατε ἀμέσως νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι εἰς οὐδένα ἄλλον ἔδωκε δάνειον ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα, παρὰ μόνον εἰς τὴν κ. Τριανταφυλλάκου καὶ ὅτι ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἦτο τότε κυβερνητικὸς βουλευτής. Σᾶς ἐδήλωσα ἀμέσως, ὅτι ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐξελέγη βουλευτής, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ κυβερνητικός, παρὰ μόνον ἀπὸ τοῦ 1952, πρῶτον, καὶ δεύτερον, σᾶς ἐπληροφόρησεν ὁ κ. Μπρεδῆμας πλέον ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ εἶναι λογικὸν αὐτό, ὅτι δάνεια ἐδόθησαν εἰς μικρὸν ἀριθμόν, ἀλλὰ πάντως ἐδόθησαν καὶ εἰς ἄλλους. Σεῖς παρὰ ταῦτα ἐπιμείνατε καὶ παρὰ τὰς δοθείσας ἀπαντήσεις καὶ ἐπὶ τῶν δύο κεφαλαίων καὶ σᾶς εἶπον, ἂν ἐπιμένετε, εἶσθε καὶ σεῖς συκοφάντης. Πέραν αὐτοῦ ἀνέρχεσθε ἐν συνεχείᾳ εἰς τὸ βῆμα, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ προσωπικοῦ θέματος διὰ νὰ δηλώσητε, ὅτι καὶ σεῖς προσωπικῶς πιστεύετε, ὅτι ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, ὑπόπτως δῆθεν ἐπολιτεύθη εἰς τὰ συζητηθέντα κεφάλαια, συκοφαντοῦντες οὕτω τὸν ὑπουργὸν διὰ δευτέραν φορὰν καὶ δὴ ἐν ψυχρῷ καὶ μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν σκευωριῶν. Ὁ κ. Μπρεδῆμας ἐνδεχομένως κακῶς, κάκιστα, νὰ ἐνεπλάκη εἰς μίαν συκοφαντικὴν περιπέτειαν, καὶ ἐκ πνεύματος κακῶς ἐννοουμένου ἐγωϊσμοῦ, νὰ μὴ ἠθέλησε νὰ ὑπαναχωρήσῃ, ὑπάρχει πάντως ἓν ἐλαφρυντικὸν ἢ τοὐλάχιστον μία ἐξήγησις δι’ αὐτόν. Διὰ σᾶς ὅμως ἡ συκοφαντία προπαρεσκευάσθη ἐν ψυχρῷ, καὶ ἀνήλθατε εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ τὴν διαπράξητε μετὰ ὥριμον σκέψιν. Διατὶ λοιπὸν δὲν εἶσθε καὶ σεῖς συκοφάντης καὶ μάλιστα εὐτελέστερος ὅταν ἐπανέρχεσθε μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῆς σκευωρίας διὰ νὰ ἐπαναλάβητε τὴν συκοφαντίαν. (Χειροκροτήματα).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀγορεύσητε, κ. βουλευτά.
§177Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ὑπάρχει ἕνας Κανονισμός, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ σέβεσθε ὅλοι καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει δύο σκέλη. Ὅπως ἐπιτρέπετε εἰς τὸν κ. Μακρῆν νὰ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα, εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούσητε καὶ ἐμένα, ὁ ὁποῖος καὶ κατηγοροῦμαι, νὰ εἴπω διατὶ θεωρῶ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου σκανδαλώδη.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γαληνέ, ὁ κ. Μακρῆς, ἦτο μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν τῶν ἐρωτωμένων.
§179Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ἐγώ, κ. συνάδελφοι, ἀπόψε ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως. Πρῶτον εἶπον, κύριοι, ὅτι θεωρῶ σκάνδαλον τὴν ὑπόθεσιν Τριανταφυλλάκου καὶ μὲ ἀπεκάλεσε συκοφάντην ὁ κ. ὑπουργός, καὶ ἀποδεικνύω, ὅτι εἶναι σκάνδαλον.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γαληνέ, ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ σας ζητήματος, παρακαλῶ.
§181Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Μὰ ποῖον ἄλλο εἶναι τὸ προσωπικὸν ζήτημα; Ὅταν, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἕνας βουλευτὴς ἰσχυριζόμενος μίαν ἀλήθειαν, ἀποκαλῆται συκοφάντης, ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του.
§182Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγώ, κ. Γαληνέ, ἀπορῶ πῶς ἐπιμένετε, ὅταν βλέπετε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὰς ἀγοραίας ὕβρεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἀπηύθυνεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔπρεπε νὰ τοῦ ἀπηυθύνετε ἄλλας τόσας καὶ νὰ κατέλθετε τοῦ βήματος (Φωναί, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Δεξιᾶς).
§183Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἤθελα νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, διὰ νὰ τὸν πληροφορήσω, ὅτι ἐδὼ δὲν ἀπηύθυνα ὕβρεις, ἀλλὰ ἔδωκα χαρακτηρισμόν, ὁ ὁποῖος ἐπαληθεύεται ἀπὸ συγκεκριμένα στοιχεῖα τῆς ἀποψινῆς συζητήσεως. Ἄν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, κατόπιν τῶν ἀποκαλύψεων τῆς ἀποψινῆς συζητήσεως, αἱ ὁποῖαι συνεκλόνισαν τὸ Σῶμα, περιορίζεται ἁπλῶς νὰ ἀποκαλῇ ἀγοραίαν ὕβριν ἕνα ἐπιεικέστατον χαρακτηρισμὸν εἰς βάρος βουλευτοῦ τοῦ Κόμματός του, σημαίνει ὅτι, δὲν ἔχει συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν του ὡς Ἀρχηγοῦ Κόμματος, ἀπέναντι τοῦ Σώματος, διότι οὔτε συγκινεῖται ἀπὸ τὸν κίνδυνον τῆς ὠργανωμένης συκοφαντίας εἰς βάρος ἐντίμων βουλευτῶν ἀπὸ μέρους ὀπαδῶν του ἐπαγγελλομένων τοὺς συκοφάντας. Μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν συκοφαντιῶν, εἶχεν ἄλλας ὑποχρεώσεις ὁ κ. Ἀρχηγὸς καὶ εἶναι ἀχαρακτήριστον, ὅτι περιωρίσθη νὰ προτρέψῃ τὴν ἐγκατάλειψιν καὶ μόνον τοῦ βήματος ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Γαληνοῦ, διότι δῆθεν ἐξυβρίσθη οὗτος. Ὁ κ. Γαληνὸς δὲν ἐξυβρίσθη, ἐχαρακτηρίσθη κατὰ τὴν πρᾶξιν του. Καὶ ἂν οἱ διασύροντες καὶ συκοφαντοῦντες εὑρίσκωνται μεταξὺ τῶν μονάδων τοῦ Κόμματός του, ἂς μὴ παραπονῆται καθ’ ἡμῶν, ἀλλὰ ἑαυτὸν ἂς αἰτιᾶται. (Χειροκροτήματα).
§184Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσέρχεται ραγδαίως εἰς τὸ ὀλίσθημα τοῦ νὰ ἀπευθύνῃ καὶ εἰς ἐμένα ὕβρεις, τοῦ ἀπαντῶ.
§185Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Διὰ νὰ σᾶς ἀνταπαντήσω, βέβαια.
§186Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπειδὴ ὁμιλεῖ περὶ τῆς συναισθήσεώς μου, τοῦ ἀπαντῶ. Ἔχω συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν μου. Ὅ,τι ἔχω νὰ τὸ εἴπω, θὰ τὸ εἴπω εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὲν θὰ καθίσω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐπίτηδες ἠθέλησα νὰ περιορίσω εἰς προσωπικὴν συζήτησιν μεταξὺ τοῦ ἐρωτῶντος βουλευτοῦ καὶ τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου. Ἀλλ’ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ κ. Γαληνοῦ ἔχω νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ὅταν ἀπευθύνῃ τὴν ὕβριν συκοφάντης, ἀναμφισβητήτως δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἄλλον νὰ ἀπαντήσῃ, διότι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει, δὲν εἶναι συκοφαντία. Ἐὰν εἰς τοῦτο ἐμποδίζεται καὶ εἰς ἀπάντησιν, δέχεται τὴν ὕβριν, ὅτι εἶναι εὐτελὴς συκοφάντης, τοῦτο δὲν λέγεται κοινοβουλευτικὴ συζήτησις, ἀλλὰ λέγεται ἀνταλλαγὴ ἀγοραίων ὕβρεων. Καὶ συνέστησα εἰς τὸν κ. βουλευτήν, ἀντὶ νὰ ἐπιμένῃ νὰ ἀπαντήσῃ, νὰ εὕρῃ μίαν ἀνάλογον ὕβριν καὶ νὰ κατέλθῃ τοῦ βήματος.
§187Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, καταβάλλεται κακότεχνος προσπάθεια μετατοπίσεως καὶ συσκοτίσεως τῆς ὅλης συζητήσεως, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς εὐθιξίας τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ. Ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος συνάδελφος ἀπεκλήθη συκοφάντης ἀπὸ ἐμέ, ἐπανέλαβα τὸν χαρακτηρισμὸν καὶ ἀπέδειξα, ὅτι εἶναι ἀκριβὴς καὶ θεμελιωμένος ἐπὶ ἐκδηλώσεών του τῆς ἀποψινῆς συζητήσεως. Ἡ συκοφαντία, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, σχετίζεται μὲ τὰ δύο ἐρωτήματα τοῦ κ. συναδέλφου. Ἀπὸ τῆς ἕδρας του ὁ κ. συνάδελφος εἶπε: Τί τὴν θέλετε ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ὅταν ἡ μήτηρ τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου ἔπαιρνε τὸ δάνειον, ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἦτο κυβερνητικὸς βουλευτής. Πρῶτον αὐτό. Καὶ δεύτερον, ὅτι ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα, πλὴν τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, δὲν ἔδωσεν εἰς ἄλλον τινὰ δάνειον. Τὴν διάψευσιν ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἰσχυρισμοῦ ἔκαμεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Μπρεδῆμας, βεβαιώσας ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι καὶ εἰς ἄλλους ἐδόθησαν δάνεια καὶ ὄχι ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν κ. Τριανταφυλλάκου. Τὸ γεγονὸς τῆς ἀνακριβείας τοῦ πρώτου ἰσχυρισμοῦ προκύπτει ἀπὸ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, ὅτι οὐδέποτε μέχρι τὸ 1952 ἐχρημάτισεν κυβερνητικὸς βουλευτής. Πρόκειται, λοιπόν, περὶ δύο ἀνακριβῶν ἰσχυρισμῶν, οἱ ὁποῖοι περιῆλθον εἰς γνῶσιν τοῦ συναδέλφου καὶ παρὰ ταῦτα οὗτος ἐπιμένει ἐπ’ αὐτῶν. Τοῦ εἶπον τότε, ὅτι ἐὰν ἐπιμένετε, παρὰ τὴν διάψευσιν, θὰ εἶσθε καὶ σεῖς συκοφάντης. Ἀπεδείχθη, ἐν συνεχείᾳ, ὅτι ἡ ἀπόφασις πρὸς συκοφαντίαν ἦτο εἰλημμένη, διότι ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος, ὄχι μόνον διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ ἴδια διὰ τρίτην φοράν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ βεβαιώσῃ κατὰ τρόπον ἀνεύθυνον, σαφῶς συκοφαντικὸν καὶ ἀποδεδειγμένον ἀπὸ τοὺς συναδέλφους τῆς ἰδίας του πολιτικῆς παρατάξεως, ὅτι ἡ ὑπόθεσις Τριανταφυλλάκου ἔχει μορφὴν σκανδαλώδη.
§188Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Παρὰ τὴν προσπάθειαν, ἡ ὁποία κατεβλήθη, διὰ νὰ ἐκνευρισθῶ καὶ μὴ εἴπω τὰ ὅσα θὰ εἴπω, ἐγὼ δὲν ἐξενευρίσθην καὶ θὰ τὰ εἴπω. Μοῦ ἔκανε τὸ ἑξῆς πρᾶγμα ἐντύπωσιν. Πρῶτον, ὅτι ἡ λῆψις τοῦ δανείου δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τοὺς τεθειμένους κανόνας χρηματοδοτήσεως, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τοὺς κανόνας τοὺς συντεθειμένους.
§189Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφυπ. Προεδρ. Κυβ.). Σᾶς πληροφορῶ, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὸ ὕψος τῶν χορηγουμένων δανείων ἀνήρχετο μέχρι δραχ. 200.000.000. Βραδύτερον ἐγένετο περιορισμός, ὁ ὁποῖος κατέληξεν εἰς τὰ σημερινὰ ἐπίπεδα. Συνεπῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὕψος τοῦ δανείου τούτου, εἶναι κατώτερον τοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον εἶχε καθιερωθῆ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς χορηγήσεως τῶν δανείων. Δηλονότι, ἔναντι τῶν 200.000 σημερινῶν δραχμῶν, ἡ ἀπόληψις ἀνῆλθεν εἰς 182.500.
§190Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Θὰ χαρῶ ἐὰν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ἐρωτήματα ἀπαντήσητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Τὸ θέμα δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι τὸ ποσόν, τὸ θέμα εἶναι πρῶτον, ὅτι ἡ χρηματοδότησις ἐγένετο μόνον δι’ εἰδικὰς συγκεκριμένας αἰτίας, δι’ ἀποπεράτωσιν ἡμιτελοῦς κατοικίας. Τὸ θέμα, λοιπόν, εἶναι ὅτι ἀπ’ ὅ,τι ξεύρω, αἱ χρηματοδοτήσεις ἐγένοντο διὰ συγκεκριμένας αἰτίας. Εἰς τὰς αἰτίας αὐτὰς τὰς προβλεπομένας ἐκ τῶν κειμένων διατάξεων, δὲν ἐμπίπτει ἢ ἐμπίπτει ἡ οἰκία τῆς κ. Τριανταφυλλάκου. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον θέμα. Δεύτερον θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς περίεργον· ὅτι ὁ δανεισμὸς γίνεται τμηματικῶς κατὰ περιόδους ἐπὶ μίαν τριετίαν. Ἐνῷ ἐγὼ ξεύρω εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅταν πάρης ἕνα δάνειον, ἐξοφλεῖς τὸ ἕνα καὶ κατόπιν παίρνεις τὸ ἄλλο. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ βλέπω νὰ δίδεται ἕνα δάνειον τὸ 46 καὶ πρὶν ἐξοφληθῇ νὰ δίδεται ἕτερον δάνειον τὸ 1946 καὶ τρίτον δάνειον τὸ 1947 χωρὶς νὰ ἐξοφληθοῦν τὰ δύο προηγούμενα καὶ νὰ δίδεται καὶ τέταρτον καὶ πέμπτον καὶ ἕκτον δάνειον τὸ 1948 καὶ ἕβδομον τὸ 1949 χωρὶς νὰ ἐξοφληθοῦν τὰ προηγούμενα. Αὐτὸ εἶναι ἄηθες ἀπὸ ἀπόψεως χρηματοδοτήσεως Τραπέζης.
§191Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφυπ. Προεδρ. Κυβ.). Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπήντησα ἤδη. Ὑπάρχουν 5 καταβολαί. Αἱ τρεῖς ἀντιπροσωπεύουν συνολικὸν ποσὸν 42.500 δραχμῶν καὶ ἐχορηγήθησαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπὸ μορφὴν ἀνοικτῶν λογαριασμῶν. Αἱ ἕτεραι δύο, τῶν 40 καὶ 100 χιλιάδων, εἶναι ἐξοφλητέαι, βάσει τῆς ἀρχῆς τοῦ τοκοχρεωλυσίου, ἐντὸς 10ετίας. Εἰδικῶς διὰ τὰς τελευταίας, τῶν 40 καὶ 100 χιλιάδων, ἐπληροῦντο πᾶσαι αἱ νόμιμοι προϋποθέσεις παροχῆς των.
§192Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας πτέρυγα ἀπηυθύνθη ἀήθης ἐπερώτησις κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχηγοῦ μου, τοῦ μακαρίτου Καρτάλη, ἐπὶ φοροδιαφυγῇ καὶ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν ἀξιότιμον μέλος τῆς παρατάξεώς σας ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Κόμματός σας, καὶ θέλετε σεῖς τώρα, οἱ ὁποῖοι εἰσηγάγατε τὰς μεθόδους αὐτάς, σεῖς οἱ ὁποῖοι ἠλέγχατε, ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει εὑρισκόμενοι, νὰ εἶσθε ἄτρωτοι καὶ ἀνέλεγκτοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἔχετε ὡς Κυβέρνησις;
§193Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφυπ. Προεδρ. Κυβ.). Ὄχι ἀνέλεγκτοι. Ἐπιθυμῶ ἀντικειμενικὸν καὶ καλῆς πίστεως ἔλεγχον.
§194Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔτσι εἶμαι. Τὰς ἀπαντήσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τὰς ἤκουσα, παρ’ ὅλον ὅτι μποροῦσα νὰ μὴ τὰς ἀκούσω.
§195Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. ...... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§196Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς. Μοῦ ἔκαμαν ἐντύπωσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δάνειον. Δεύτερον μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν γίνονται ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, ἀναφέρεται ὡς μεμονωμένον παράδειγμα, τὸ ὅτι ἀπηλλάγη ἕνα παιδί. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, ποὺ ἀπαλλάσσεται, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ μία οἰκογένεια, δύο υἱοὺς καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦν καὶ οἱ δύο διὰ βαρύτατα νοσήματα, ἀπὸ τὸν Στρατὸν καὶ νὰ μποῦν καὶ οἱ δύο εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ εἰς ἀνώτατα ἀξιώματα, εἶναι κάπως ἄηθες. Διότι, κύριοι, ἐὰν ἕνας ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸν Στρατὸν λόγῳ σχιζοφρενίας δὲν μπορεῖ νὰ ἐξελιχθῇ εἰς τὸν δημόσιον βίον καὶ νὰ εἶναι ἀνώτατος ὑπάλληλος. Ὅπως ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ὑγεία τοῦ οἱουδήποτε δημοσίου ἀνδρὸς νὰ ἀποκαθίσταται, ὅταν πρόκειται νὰ πάρῃ θέσιν ἢ προνόμια καὶ νὰ χωλαίνῃ μόλις πρόκειται νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Πατρίδα του, εἶναι κάπως ἄηθες τὸ πρᾶγμα. Ὅλα αὐτά, ὡς τὰ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, μοῦ ἔκαμαν ἐντύπωσιν καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὁμαλά. Καὶ λέγω, κύριοι, δὲν ἐπήγατε εἰς τὸν Στρατόν. Καλῶς. Συμμερίζομαι τὸν πόνον σας αὐτόν. Συμφωνῶ εἰς αὐτό. Ἀλλὰ πῶς διωρίσθητε συγχρόνως, τόσον ἀσθενὴς ἢ ἕνα χρόνον πρὶν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ πῶς ἀφοῦ πρόκειται νὰ κάμετε ἀεροθεραπείαν δὲν ἐφύγατε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐὰν τὶς ἀπουσιάσῃ πλέον τοῦ ἔτους, φεύγει ἀπὸ τὴν Τράπεζαν. Ὅταν σεῖς ὁμολογῆτε, ὅτι δύο ἔτη ἐμείνατε εἰς σανατόρια καὶ παραμείνατε ὑπάλληλος, εἶναι δι’ ἐμὲ ἄηθες. Ἐπίσης, ὁ κ. Ὑπουργός, συμβαίνει νὰ εἶναι συγκάτοικος μὲ τὴν μητέρα του ποὺ ἐπῆρεν ἕνα δάνειον. Θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζω τὰ μικρὰ αὐτὰ ποσά, μέχρι τῶν 40.000, ἐξεπληρώθησαν ἐντὸς τῆς τριετίας;
§197Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Προεδρίας Κυβερ.). Εἰσήλθατε εἰς τὴν οὐσίαν. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος ἐπιτρέπει νὰ εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένοντο πολλὰ ἀπόψε. Παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, κ. συνάδελφε.
§199Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ὅπως τὰ ἀκούσαμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, νομίζω, ὅτι ἦτο εὔλογος ἡ ἀπορία μου καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνας βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐρωτᾶ αὐτὰ τὰ πράγματα, νὰ θεωρῆται συκοφάντης. Τοῦτο ἀποτελεῖ διαστρέβλωσιν τῆς ἀληθείας ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, πρὸς ἀποφυγὴν ἐλέγχου, προσεπάθησε νὰ δημιουργήσῃ ἄλλας ἐντυπώσεις καὶ νὰ ἀπευθύνῃ ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ οὐδέποτε συνήθισα καὶ τὰς ὁποίας τοῦ ἐπιστρέφω. Καὶ ὁ ὁποῖος κατωχυρώθη ὄπισθεν ἑνὸς ἀξιώματος, διὰ νὰ κάνῃ ὅ,τι θέλει, νὰ τιμωρῇ ὅταν θέλῃ καὶ νὰ νομίζῃ, ὅτι εἶναι Βασιλικὴ Χωροφυλακή, διὰ νὰ διατάσσῃ. Ἐλέχθησαν βαρεῖαι φράσεις, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ αἱ ἰδικαί σας φράσεις εἶναι βαρύταται καὶ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι οἱανδήποτε εὐστροφίαν καὶ ἂν ἔχετε καὶ οἱονδήποτε καρίκευμα καὶ ἂν κάμετε, ἡ πρᾶξις μένει πρᾶξις καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἐγὼ δὲν δέχομαι, ὅτι ὅλα ἔχουν καλῶς. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔχει ἀνωμάλως καὶ θὰ καταθέσω ἐγὼ τώρα ἐρώτησιν καὶ ἐπερώτησιν, διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις εὐρυτάτη ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ παρακαλῶ νὰ προταχθῇ, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναληφθοῦν τὰ περὶ συκοφαντίας.
§200Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἀπουσιάζατε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνεδριάσεως καὶ νομίζω, ὅτι τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου εἶδον, τὸ διαπιστοῦν, σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ σχετικὴ συζήτησις θὰ γίνῃ αὔριον. Ἑπομένως, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ θὰ ἀρχίσωμεν ἐντὸς τῆς ἀτμοσφαίρας αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει οἱανδήποτε σοβαρὰν καὶ ἀμερόληπτον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διατὶ θὰ ἀρχίσωμεν νὰ ἀναμιγνύωμεν θέματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς πρῶτοι, ἐννοῶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τοῦ ὁποίου τὰς γνώμας ἐκπροσωπῶ, ἐπεχειρήσαμεν νὰ διαχωρίσωμεν ἀπὸ τὸ ὅλον θέμα. Ὑπάρχει θέμα Κανονισμοῦ τελείως ἄσχετον μὲ τὸ συζητούμενον θέμα καὶ ζητοῦμεν νὰ συζητηθῇ αὔριον ἐν ψυχρῷ.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν ἀπόψε.
§202Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπανειλημμένως σεῖς ὁ ἴδιος εἴχατε ὑποδείξει τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθημεν προθυμότατα. Ὅταν, ἑπομένως, ὑμεῖς ἐζητήσατε νὰ συζητηθῇ αὔριον, δικαιούμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ζητήσωμεν μίαν ἀναβολήν, καὶ θὰ ἔλεγα διὰ λόγους ἁβροφροσύνης. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐλήφθη ἀπόφασις κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Συνεδριάσεως καὶ ὁ μὲν ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀπῆλθε πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Παπανδρέου τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη εἶναι ἀπαραίτητος ἐπὶ τοιούτων θεμάτων....
§203ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι παρών.
§204Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶχα τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἀπουσίαζεν. Ἀλλὰ τὸ κυριώτερον, θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν ἀποψινὴν ἀτμόσφαιραν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ θέματος Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶναι ἀνεξάρτητον, ἀπὸ προσωπικά, ἢ ἄλλα ζητήματα καὶ ὅτι πρέπει ἐν ψυχρῷ νὰ συζητήσωμεν ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ὁ Ὑπουργὸς Τύπου ἔλεγεν, ὅτι εἶναι σοβαρώτατον θέμα καὶ ἔχει ἀνάγκην μακρᾶς συζητήσεως.
§205Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερ.). Σεῖς, πρὸ ὀλίγου, εἴπατε, ὅτι εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένον μὲ τὸ θέμα ποὺ συζητοῦμεν.
§206Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Λέγω, ὅτι προεκλήθη ἐξ ἀφορμῆς τοῦ προσωπικοῦ θέματος καὶ λέγω, ὅτι ἀφοῦ τὸ δικό σας ὅπως ἠθέλατε ἀφήσατε νὰ συζητηθῇ ἐν ψυχρῷ τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ, διότι οἱαδήποτε προσωπικὰ θέματα δὲν δύνανται νὰ μεταβάλλουν τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τὴν κατεύθυνσιν ποὺ θέλει τὸ Προεδρεῖον.
§207Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τώρα πληροφοροῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου, ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις νὰ συζητήσωμεν αὔριον. Πέραν αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως θὰ ὑπέθετα, ὅτι ἀπὸ πρωτοβουλίαν τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς θὰ ἐζητεῖτο νὰ μὴ γίνῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις, ἀκριβῶς λόγῳ τοῦ βάρους τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ θέμα καὶ διότι κοινὴ εἶναι ἡ ἐντύπωσις, ἐπεβεβαιώθη ἄλλως καὶ ἀπὸ τὰς δύο πλευράς, ὅτι λόγῳ τῆς σημερινῆς ἀτμοσφαίρας λείπει ἡ ἠρεμία ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἀπολύτως νὰ ὑπάρχῃ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα ἀντικειμενικῆς καὶ ἀπροσώπου συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος. Διότι ἐνῷ σήμερον συζητοῦμεν προσωπικὸν θέμα, αὔριον, τὸ σχετικὸν μὲ τὸν Κανονισμὸν θέμα, εἶναι θέμα ἀπρόσωπον, εἶναι θέμα ἀρχῆς, δηλαδὴ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἂν κατ’ ἀρχὴν ὑπάρχῃ καὶ εἰς πόσην ἔκτασιν ὑπάρχει διακριτικὴ ἐξουσία τοῦ Προεδρείου διὰ τὴν ἐγγραφὴν ἢ μὴ ἐγγραφὴν ἐρωτήσεων. Τίθεται, ἑπομένως, ἕνα γενικώτερον θέμα ἀρχῆς, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ θελήσῃ νὰ συζητηθῇ ὑπὸ ἄλλην ἀτμόσφαιραν, πρὸς τὸ καλὸν τῆς ὑποθέσεως.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἤθελα δι’ ἕνα λόγον νὰ λήξῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ σήμερον, διότι ........
§209Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν εἶναι μικρὸν τὸ θέμα.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ...... διότι, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ἐφ’ ὅλων αὐτῶν τῶν θεμάτων ἀπόψε.
§211Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀποδίδω εἰς ἰδικήν σας εὐθιξίαν τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐπισπεύσεως, ἀναγνωρίζω τὴν εὐθιξίαν αὐτήν, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος παρακαλῶ διὰ τὴν ἀναβολήν.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν εἰς τὸ νὰ ἀναβάλωμεν. Ἐνόμιζα ὅμως, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα ἀπόψε νὰ τερματίσωμεν ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν διότι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τέσσαρας περίπου ὥρας.
§213Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀκριβῶς, δι’ αὐτό.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐνόμιζα, ὅτι ὡρισμέναι ἐξηγήσεις ποὺ θὰ ἐδίδοντο ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον θὰ ἠδύναντο νὰ τερματίσουν τὸ ζήτημα. Ἐφόσον, ὅμως, ἡ πλειοψηφία τῶν κυρίων Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων ἐπιμένει, ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ φέρω ἀντιρρήσεις.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
§215Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Παρακαλῶ νὰ μὴ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν τὰ δωδεκατημόρια.
§216Η. ΗΛΙΟΥ. Διατί ἀπόψε; Ἀπὸ ποῦ βγαίνει αὐτό, κύριε Πρόεδρε;
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι βουλευταί, νὰ καθήσητε. Εἶναι βεβαίως σήμερον Τετάρτη, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε τοῦτο, ὅτι πρόκειται νὰ διακόψωμεν διὰ τὰς ἑορτὰς καί, ἑπομένως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθοῦν τὰ δωδεκατημόρια. Ἤθελα, λοιπόν, νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται νὰ προχωρήσωμεν καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Εἶναι θέμα ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§218Η. ΗΛΙΟΥ. Ἡ Τετάρτη ἀνήκει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἔχει νὰ λάβῃ ἀκόμη μίαν ἡμέραν, παραχωρηθεῖσαν διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἐκτιμῶμεν τὸ γεγονός, ὅτι τὰ δωδεκατημόρια εἶναι ἕνα θέμα ἐπεῖγον καί, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀφοῦ ὄντως καθιερώθη πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους. Ἡ πτέρυξ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν δέχεται, ὅτι εὐθύνεται ἡ Ἀντιπολίτευσις διότι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἤρχισαν εἰς τὰς 14 Νοεμβρίου, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας μας, καὶ διότι ἕως τώρα ἔρχεται τὴν τελευταίαν ἡμέραν νὰ ψηφισθῇ ἕνα νομοσχέδιον ὡς τῶν δωδεκατημορίων, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ἐξετασθοῦν ὅλα τὰ θέματα καὶ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἡ σπουδὴ εἶναι δικαιολογημένη. Ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπόψε νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ δωδεκατημορίων καὶ δι’ ἕνα ἄλλον ἀκόμη λόγον. Χθὲς — καὶ ἴσως τοῦτο νὰ ὀφείλεται εἰς γλωσσικὸν λάθος — διακόπτων τὴν συνεδρίασιν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἶπεν, ὅτι σήμερον θὰ ἔχωμεν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἐμείναμε μὲ αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν. Σήμερον βλέπομεν εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἔγινε διόρθωσις καὶ ὁμιλοῦν περὶ σχεδίων Ν. Δ)των τοῦ ἄρθρου 35 καὶ συνέχεια μὲ νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει μετὰ 4ωρον συζήτησιν ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, ἐπείγοντος χαρακτῆρος, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπόψε νὰ προχωρήσωμεν εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δωδεκατημορίων. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ὅτι δὲν εὐθύνεται ἡ πτέρυξ αὐτὴ διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἰς τὰς 14 Νοεμβρίου.
§219Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερ.). Ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ συμπιέσῃ τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπεκτείνουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, θέλει ἁπλῶς νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ μέχρι τῶν διακοπῶν, λόγω τῶν ἑορτῶν, ὁ χρόνος ὁ ἀπαραίτητος, ἐὰν θέλῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν δωδεκατημορίων, νὰ δημιουργηθῇ μακρὰ συζήτησις, ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἔχῃ τὸ περιθώριον νὰ τὴν κάμῃ.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐφόσον ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὸ θέμα αὐτό, εἶναι ὀλίγον δυσχερὲς διὰ τὸ Προεδρεῖον νὰ θελήσῃ νὰ προχωρήσῃ, εἰς τὸ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ σχεδίου νόμου καὶ διότι ἔχει καθιερωθῆ πλέον, ὅτι ἡ Τετάρτη εἶναι ἡμέρα συζητήσεων Ν. Δ)των τοῦ ἄρθρου 35. Μόνον ἔκκλησιν κάμνω, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως ὅλων τῶν πτερύγων, διότι ἐπείγεται ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην νὰ ψηφισθοῦν τὰ δωδεκατημόρια, ἄλλως τὸ Προεδρεῖον δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἐφαρμόσῃ μίαν κοινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Δὲν δύναμαι νὰ κάμω διὰ τῆς πλειοψηφίας αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§221Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διετυπώθησαν ἀπόψε ἀντιρρήσεις διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας. Βεβαίως, πρέπει τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ θέμα αὐτὸ δι’ ἄλλην συνεδρίασιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λήξῃ τὸ ἔτος, χωρὶς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλή, ἀνεξαρτήτως τοῦ προορισμοῦ τῆς ἡμέρας αὐτῆς, τῆς ἑβδομάδος, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν οὐσίαν καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ποῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζει τὸ νομοσχέδιον. Τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι τὸ πλέον ἐπεῖγον. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν συνείδησιν παντὸς ἀνθρώπου, μέλους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, ὅτι τὸ πλέον ἐπεῖγον θέμα εἶναι ὁ νόμος τῆς προσωρινῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας. Καὶ τὰ Ν. Δ)τα τοῦ ἄρθρου 35 ἔχουν τὴν σημασίαν των καὶ ὁ ἔλεγχος ἔχει τὴν σημασίαν του καὶ εἶναι Συνταγματικῶς κατωχυρωμένα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν στιγμὴν αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν λήγει τὸ ἔτος καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον ἀπὸ τῆς 1ης τοῦ ἔτους, νὰ μὴ δύνανται νὰ πληρωθοῦν, οὔτε οἱ ὑπάλληλοι, οὔτε τὸ Δημόσιον νὰ συνοψίσῃ τοὺς φόρους του, νὰ μὴ δοθῇ ἀπόλυτος προτεραιότης, αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται λόγος. Ἐὰν παρὰ ταῦτα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δὲν ἀναγνωρίζεται ἡ προτεραιότης αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ὁρίσητε ἄλλην συνεδρίασιν.
§222Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἰδικῆς μας, ὑπάρχει πρόθεσις διευκολύνσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωσεν ἕνα τόνον ἐπιρρίψεως εὐθυνῶν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν διὰ τὰς παραλείψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλέχθη προηγουμένως ἀπὸ συνάδελφον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δὲν εὐθύνεται ἡ πτέρυξ των διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἰς τὰς 14 Νοεμβρίου, τὸ ἴδιον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἔτι περαιτέρω διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔφερε ποτὲ ἐγκαίρως τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§223Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐκπλήσσομαι πῶς ὁ συνήθως, ἤρεμος κ. βουλευτὴς Μεσσηνίας τὴν ἑσπέραν αὐτὴν ταράσσεται καὶ παρεξήγησε τοὺς λόγους μου. Ἐγώ, δὲν ἀπέδωσα αἰτίασιν εἰς οὐδένα. Διεπίστωσα, κ. Κωστόπουλε, τὸ γεγονός, ὅτι ἐκ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὴν στιγμὴν αὐτήν, τὸ πλέον ἐπεῖγον ἀναμφισβητήτως εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Δὲν ὡμίλησα περὶ εὐθυνῶν, οὔτε ἀπέδωσα εὐθύνας εἰς κανένα.
§224Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι δὲν ὑπάρχει κατανόησις τοῦ πράγματος τούτου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§225Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκον.). Εἶπον ἐν συνεχείᾳ, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλήρης ἀναγνώρισις, ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν, τῆς ἀνάγκης τῆς προτεραιότητος τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τότε θὰ πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἄλλη συνεδρίασις. Ἀπορῶ, λοιπόν, καὶ πάλιν πῶς ὁ πάντοτε ἤρεμος κ. Κωστόπουλος, ὁ οὐδέποτε διαχειρισθεὶς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε κατέθεσε προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἠσχολήθη μὲ τὰ οἰκονομικά, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἔγινεν ἔνοχος παραβάσεων, ἀναλόγων πρὸς ἐκείνας τὰς ὁποίας κατακρίνει αὐτὴν τὴν στιγμήν, πῶς ὁ κ. Κωστόπουλος ἐξανίσταται τὴν ἑσπέραν αὐτήν, διὰ νὰ μὴ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν;
§226Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ξένος πρὸς τὰς παραβάσεις. Οὐδέποτε ἔπραξα τοιαύτας.
§227Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐὰν αἱ ἀντιρρήσεις προήρχοντο ἀπὸ συνάδελφον, ὁ ὁποῖος διὰ πρώτην φορὰν εἰσέρχεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὄχι διὰ συνάδελφον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε διαχειρισθῆ τὰ οἰκονομικά, ἀλλὰ ἀπὸ συνάδελφον, ὁ ὁποῖος τὸ πρῶτον εἰσέρχεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, θὰ εὕρισκον δικαιολογίαν. Ἀλλὰ ἀπὸ συνάδελφον, ὁ ὁποῖος τόσην μακρὰν θητείαν ἔχει εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει διαχειρισθῆ τὰ οἰκονομικὰ δὲν δικαιολογοῦνται αὐταὶ αἱ ἀντιρρήσεις. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁμοφωνία διὰ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου διὰ σήμερον, θὰ παρεκάλουν νὰ ὁρισθῇ προτεραιότης συζητήσεως δι’ αὔριον.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνω μίαν ἔκκλησιν, νὰ ἀρχίσωμεν ἀπόψε, κ. βουλευταί;
§229ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§230Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ὑπάρχει καὶ μία ἐπερώτησις, προταχθεῖσα, βάσει τοῦ Κανονισμοῦ, στρεφομένη κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ παρεκάλουν νὰ τὴν συζητήσωμεν ἀπόψε.
§231ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἡμέρα ἐλέγχου σήμερον.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§233ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 20.05′ μ.μ.)