1959.04.20
4.137 στίχοι · 31.253 λέξεις · 280 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 87η
Δευτέρα 20 Ἀπριλίου 1959
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7 μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Εὐστρατιάδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Σ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ κ.κ. Γ. Θεμελῆς (Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης) καὶ Κ. Παπακωνσταντίνου (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης (Τ.Α.Α.). Ὁ κ. Κ. Καλλίας (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ καταστολῆς ἀξιοποίνων τινῶν πράξεων». Ὁ κ. Ε. Καλαντζῆς (Ὑφυπουργὸς Ἐσωτερικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1018)58 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ διακοπῆς τῆς παρὰ τῷ Ι.Κ.Α. Ἀσφαλίσεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων καὶ συστάσεως Κλάδου Ὑγείας παρὰ τῷ Ε.Τ.Υ.Α.Π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Τούμπας, καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς περὶ Μ.Τ.Β.Ν. νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Κ. Σωτηρίου, Μ. Σβώλου, Β. Ἐφραιμίδης καὶ Γ. Πρίφτης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ζάκκας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς ἀπὸ 5.2.59 συμπληρωματικῆς συμφωνίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Κοντογιάννης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ὁριστικῶν παραχωρητηρίων τῶν κλήρων διατάξεων τῆς Ἐποικιστικῆς Νομοθεσίας, κυρώσεως πράξεών τινων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Π. Βαρδινογιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Σχολικῆς Ἐφορείας Ἄνω Μέρους Ρεθύμνης, αἰτουμένης τὴν γενναίαν ἐνίσχυσιν τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἡμιτελοῦς δημοτικοῦ Σχολείου τοῦ κατεστραμμένου ἐκ τῆς κατοχῆς χωρίου των. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Πανελλαδικῆς Ὁμοσπονδίας ἐπαγγελματιῶν ἰδιοκτητῶν Ἀστικῶν λεωφορείων, αἰτούσης, ὅπως ἀπορριφθῇ ἡ ἐπιδιωκομένη ἐπέκτασις τῆς ἀστικῆς περιοχῆς πρωτευούσης μέχρις ἀκτῖνος 45 χιλιομέτρων. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. ΙΙ. Βαρδινογιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ρεθύμνης, αἰτουμένων, ὅπως μὴ ἐπιτραπῇ ἡ μελετωμένη νέα εἰσαγωγὴ λιπαρῶν, διότι τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ νέον ἀποφασιστικὸν πλῆγμα κατὰ τῶν δεινῶς μαστιζομένων ἐλαιοπαραγωγῶν, ὅπως ἐπίσης τὴν κατάργησιν τῆς διαρκῶς αὐξανομένης εἰσαγωγῆς ἀπορριπαντικῶν σκονῶν διότι τοῦτο κινδυνεύει νὰ καταστρέψῃ οἰκονομικῶς τὴν σαπωνοποιΐαν καὶ τοὺς εἰς αὐτὴν ἀσχολουμένους. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Π. Βαρδινογιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ὀργανώσεων Ρεθύμνης καὶ τοῦ Δήμου Ρεθύμνης, αἰτουμένου ὅπως ληφθοῦν τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα διὰ τὴν τουριστικὴν ἀξιοποίησιν τῆς περιοχῆς, ἡ ὁποία τόσον προσφέρεται διὰ τουριστικὴν ἀνάπτυξιν διὰ τουρίστας ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Πανελληνίου Συνδέσμου χηρῶν, ὀρφανῶν, μητέρων καὶ ἀδελφῶν τῶν ἐν πολέμοις πεσόντων ἀξιωματικῶν κλπ., αἰτοῦντος, ὅπως εἰς τὰς χήρας τῶν θανόντων ἐν πολεμικῇ δράσει δοθῇ ὡς σύνταξις τὰ ¾ τοῦ μισθοῦ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».
§6Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εἰς τὸ ἀνατυπωθὲν νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη καὶ διενεμήθη ὑπάρχει μία παράλειψις, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ εἰς τὴν τροπολογίαν ποὺ διενεμήθη. Εἰς τὸ ἐδάφιον 2 τῆς παραγράφου 2 μετὰ τὴν λέξιν «δημοσίευσιν» παρελείφθη ἡ λέξις «τῶν διαταγμάτων τοῦ παρόντος νόμου». Παρακαλῶ, ὅπως ἐπανορθωθῇ ἡ γενομένη παράλειψις.
§7Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπίσης, μίαν λογικὴν διευκρίνησιν θέλω νὰ κάμω καὶ νομίζω, ὅτι θὰ τὴν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος. Ἡ πρώτη παράγραφος λέγει: «Ἡ πλήρωσις τῶν χηρευουσῶν Μητροπόλεων, ἐξαιρέσει τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καὶ τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, γίνεται ἐπὶ ἐκλογῇ Μητροπολίτου ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας». Θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐξαχθῇ τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὴν Θεσσαλονίκην, ἡ πλήρωσις ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μόνον διὰ μεταθέσεως, ἐνῷ τὸ συμπέρασμα αὐτὸ εἶναι ἐσφαλμένον. Νομίζω, ὅτι διὰ νὰ διευκρινισθῇ τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ εἴπωμεν: «Ἡ πλήρωσις τῶν χηρευουσῶν Μητροπόλεων, ἐξαιρέσει τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καὶ τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, γίνεται μόνον ἐπὶ ἐκλογῇ Μητροπολίτου ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας».
§8Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν χρειάζεται.
§9Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Χρειάζεται, διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ καμμία ἀμφιβολία. Καλὸν εἶναι νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «μόνον». Ἄρα εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ ἀνάδειξις τοῦ Ἱεράρχου γίνεται εἴτε δι’ ἐκλογῆς, εἴτε διὰ μεταθέσεως.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπίσης, θὰ παρακαλέσω, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἠναγκασμένη, δεδομένου, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ μετατραπῇ τὸ παρὸν σχέδιον νόμου εἰς νομοθέτημα καὶ νὰ δημοσιευθῇ αὔριον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ οἱανδήποτε τροπολογίαν, ἡ ὁποία τυχὸν θὰ διατυπωθῇ. Καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑπάρχουν τροπολογίαι οὐσιώδεις καὶ τροπολογίαι σοβαραί, εἶναι διατεθειμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰς μελετήσῃ, ἀσχέτως πρὸς τὰ νομοσχέδιον αὐτό, διὰ νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν εἰς νομοσχέδιον προσεχές.
§12Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἡμεῖς θὰ τὰς ἀναπτύξωμεν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος.
§14Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀναφορικῶς πρὸς τὴν δήλωσιν τὴν πρώτην, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω νὰ σημειώσω, ὅτι οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχω νὰ προστεθῇ εἰς τὸ σχέδιον νόμου ἡ λέξις «μόνον», διότι προκειμένου περὶ τῆς πληρώσεως τῶν δύο αὐτῶν κυρίων Μητροπολιτικῶν θρόνων, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, ὀρθὸν εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ ἔχουσα τὴν κρατοῦσαν γνώμην Πολιτεία ἐπὶ πάσης φύσεως διοικητικῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἔχουν τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐπιλέγουν τοὺς ἀρίστους. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς προσθήκης αὐτῆς ἔχει τὴν εὐχέρειαν ἡ Πολιτεία νὰ ρυθμίζῃ τὸ θέμα, ὅπως νομίζει ὀρθότερον. Διότι εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ σχέδιον νόμου ὑπάρχει διάταξις καθ’ ἣν διὰ Β. Διατάγματος θὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς πληρώσεως τῆς θέσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ἢ ἄλλων Μητροπολιτῶν, ἔχει ὅλη τὴν εὐχέρειαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ νὰ καθορίσῃ τὸν τρόπον, τὰ προσόντα καὶ ἐν γένει τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχω νὰ διατυπωθῇ, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα ἀνέφερα, ὡς προεισαγωγὴν ἐν παρενθέσει. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι βουλευταί, ἡ φύσις τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ φαίνεται, ὅτι ἐπιφανειακῶς δὲν ἔχει σοβαρὰν ἀξίαν, σοβαρὰν ὄχι ὑπὸ τὴν κυριολεξίαν τῆς λέξεως, ἀλλὰ ὄχι τόσην σοβαρότητα, ὅσην ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν διαταραχήν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε καὶ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος καὶ εἰς τὴν σκέψιν παντὸς πολίτου, ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ὡς πολίτου καὶ ἀκόμη περισσότερον εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐπειδή, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ νομοσχέδιον ἔχει μίαν οὐσιωδεστάτην ἀξίαν, τοῦ ὅτι καθορίζει κατὰ τρόπον σαφῆ καὶ μὲ ὁμόφωνον γνώμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἱεραρχίας, τῶν Ἱεραρχῶν ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς ὠργανωμένης Πολιτείας. Καὶ δὲν λέγω τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ ἐγένετο προσπάθεια, ὄχι ἀπὸ νομικοὺς κύκλους, ἀλλὰ ὡς ἔδει ἀπὸ κληρικοὺς κύκλους νὰ γίνῃ κατάχρησις τῆς λέξεως «Ἐκκλησία» καὶ νὰ γίνῃ ἐκμετάλλευσις τῆς λέξεως «Ἐκκλησία» διὰ νὰ προκαλέσῃ ἴσως τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ προκαλέσῃ ἴσως τὸν θρησκευτικὸν φανατισμόν, διὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν οἱ σκοποί, οἱ ὁποῖοι εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς ἀπόψεις τῶν Ἱεραρχῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναμιγνύεται εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Λέγουν, καὶ ἐννοοῦν μὲ τὴν φράσιν «τὰ τῆς Ἐκκλησίας» ἀκόμη καὶ εἰς τὰ θέματα τὰ ἀφορῶντα καθαρῶς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καθορίζει πλέον σαφῶς, ποία εἶναι, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους τοῦ Κράτους, κατὰ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ὠργάνωσαν τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, ἡ θέσις τῆς Ἱεραρχίας ὡς συλλογικῶν διοικητικῶν ὀργάνων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθήκοντά της καὶ τὴν διοικητικήν της ἁρμοδιότητα, καὶ τῶν Ἱεραρχῶν, ἑνὸς ἑκάστου, ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς ὠργανωμένης Πολιτείας. Κύριοι βουλευταί, τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως ἐντὸς τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι ὁμοφώνως ἐξεδηλώθη ἡ γνώμη ὅλων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ὅτι ἡ κρατοῦσα ἀρχὴ ὡς πρὸς τὰς σχέσεις Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας. Δηλαδή, εἰς ὅλα τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν εἴτε ὑπὸ τὴν στενήν, εἴτε ὑπὸ τὴν εὐρεῖαν ἔννοιαν τῆς λέξεως, τὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τὴν κρατοῦσαν γνώμην τὴν ἔχει ἡ Πολιτεία καὶ ὀρθῶς. Βάσις ὀργανώσεως τῆς Πολιτείας μας εἶναι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὸ ἄρθρον 2, δύο διατάξεις ἀναφορικῶς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Ὅτι προστατεύει συνταγματικῶς τοὺς κανόνας καὶ τὰς παραδόσεις, αἱ ὁποῖαι διέπουν ἀπὸ ἀπόψεως λατρείας τὴν Ἑλληνικὴν Ὀρθόδοξον Θρησκείαν καὶ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ ὅρος Ἐκκλησία ταυτίζεται μὲ τὸν ὅρον θρησκεία. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, ὁρίζει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία εἶναι αὐτοκέφαλος, δηλαδή, χωριστὴ ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον, ἐνεργοῦσα, ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικά της δικαιώματα, καὶ ὅτι διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Ἡ διατύπωσις αὐτὴ ἔδωσεν ἀφορμὴν πρὸς ὀξείας διενέξεις καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ὑπεστηρίχθη, ὅτι βάσει τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἡ Πολιτεία ἔχει ὡρισμένας δεσμεύσεις ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἀναφορικῶς πρὸς τὰς τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Λέγει, ὅμως, τὸ ἄρθρον 2: «..... (Ἀναγινώσκει)......». Δηλαδή, ἐκ τοῦ Συντάγματος καθιεροῦται τὸ δικαίωμα τῆς Πολιτείας νὰ ἀσκῇ ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῶν λειτουργῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὑποστηρίζεται, κύριοι, ὑπὸ τῶν Ἱεραρχῶν τῶν ἀποτελούντων συμπτωματικῶς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κατὰ τὴν τρέχουσαν περίοδον αὐτῆς, δι’ ἐνυπογράφου ἀνακοινωθέντος των, ὅτι οἱ διοικητικοὶ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἔκφρασις τῶν Εὐαγγελικῶν ἀληθειῶν. Καὶ ἐγὼ Χριστιανὸς εἶμαι, ἀλλὰ δὲν εἶδα πουθενὰ εἰς τὸ εὐαγγέλιον νὰ γίνεται λόγος περὶ τρόπου Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Λέγουν, δὲ ἐν συνεχείᾳ τὰ ἑξῆς: «..... (ἀναγινώσκει)......». Ἐμελέτησα, κύριοι, τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ νομικὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα καθορίζουν τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ τὴν νομολογίαν τῶν Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἁρμόδια ἐπὶ τοιούτων θεμάτων καὶ πουθενὰ δὲν εἶδον, οὐδὲ τὴν ἀπωτάτην σχέσιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρὸς τὰς εὐαγγελικὰς καὶ τὰς Χριστιανικὰς ἀληθείας. Κύριοι βουλευταί, ἀφ’ ἧς ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἀπετέλεσεν Ὀργανισμὸν —λέγω Ὀργανισμὸν ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν πάλιν τὴν θρησκευτικήν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν διοικητικήν— Ὀργανισμὸν ἐντὸς τῆς Πολιτείας ἀποχωριζόμενον ἀπὸ τὸ κλῖμα τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἐκηρύχθη αὐτοκέφαλος, διοικεῖται πάντοτε. Ὅλα τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας καθωρίσθησαν πάντοτε ἔκτοτε ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀρχικῶν νόμων Σ καὶ ΣΑ —διὰ νόμων τῆς Πολιτείας— οἱ νόμοι, δὲ εἶναι πράξεις, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία λαμβάνει μεμονωμένως διὰ τῶν ἁρμοδίων της ὀργάνων ἄνευ συνδρομῆς οὐδενὸς ἄλλου καὶ τὰς ὁποίας ἐσεβάσθη μέχρι σήμερον καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ Ἐκκλησία χωρὶς ποτὲ νὰ γεννηθῇ ζήτημα οὔτε ὑποδουλώσεως τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε προσβολῆς τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος τοῦ Χριστεπωνύμου πληρώματος τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἕνα σχέδιον νόμου καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ Πολιτεία —ἀδιάφορον διὰ ποίους λόγους, θὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπ’ αὐτῶν— τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ Πολιτεία ἐν τῷ κυριαρχικῷ της δικαιώματι καὶ ἐν πλήρη συνεχείᾳ καὶ συνεπεία τῆς μέχρι τοῦδε νομοθετικῆς της δράσεως, ἄνευ γνώμης οὐδενός. Καὶ συνεπῶς, ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, οὔτε τὸ «σύμφωνον τῆς Ἐκκλησίας» ἀπαιτεῖται διὰ νὰ νομοθετήσῃ ἡ Βουλή, οὔτε ἀντισυνταγματικότης καμμία θὰ ὑπῆρχεν ἐὰν διετηρεῖτο ἡ διάταξις περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, ἀνάγκη διὰ τὸ «σύμφωνον». Κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος «ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς». Οὐδεὶς περιορισμὸς ἢ ἐνδεχομένως τὸ «σύμφωνον» οἱουδήποτε διοικητικοῦ ὀργάνου καὶ εἰδικώτερον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὸ «σύμφωνον» διὰ νὰ νομοθετήσῃ ἡ Πολιτεία. Θὰ ἀντίκειτο τότε σαφῶς πρὸς τὸ ρητὸν γράμμα τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, τὸ Πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος δὲν καθορίζεται μόνον ὑπὸ τοῦ γραπτοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος., Τὰ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ρυθμίζονται, διέπονται, καὶ ἀπὸ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα. Ἐάν, λοιπόν, δὲν εἴχομεν τὴν ρητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Συντάγματος τόσον σαφῆ καὶ ἀνεπίδεκτον οἱασδήποτε παρερμηνείας, ἔχομεν τὸ συνταγματικὸν ἔθιμον, διαρκοῦν κατὰ χρόνον ὑπερβαίνοντα τὴν ἑκατονταετίαν, ὅτι πάντοτε ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἐθεσπίσθησαν διὰ μόνης τῆς παρεμβάσεως τῆς Πολιτείας ἐνεργούσης διὰ τῆς νομοθετικῆς αὐτῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ ἔχομεν καὶ τὸ ἄρθρον 83 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ρυθμίζει τὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν Κανονιστικῶν Διαταγμάτων —Κανονιστικὰ δὲ Διατάγματα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέτουν Κανόνα Δικαίου κατὰ ἐξουσιοδότησιν νομοθετικήν. Λέγει, λοιπόν, τὸ ἄρθρον 83 τοῦ Συντάγματος «ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνήκει ἰδίως ἡ ἐπεξεργασία τῶν Κανονιστικῶν Διαταγμάτων», δηλαδή, τὸ Κανονιστικὸν Διάταγμα πρέπει νὰ τύχῃ τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν παρ’ ὅλας αὐτὰς τὰ διατάξεις εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ κανείς, νομικῶς σκεπτόμενος, ὅτι διὰ νὰ νομοθετήσῃ ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος ἡ Βουλή, ἔχει ἀνάγκην τῆς «συμφώνου γνώμης» οἱουδήποτε ἀτόμου, οἱουδήποτε συλλογικοῦ διοικητικοῦ ὀργάνου. Βεβαίως, δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅπως δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, προτοῦ ὁλοκληρώσῃ τὸ νομοθετικόν της ἔργον ἐπὶ τοῦ δεδομένου οἱουδήποτε θέματος, νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην οἱουδήποτε —καὶ αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ— ὅτι προκειμένου περὶ ρυθμίσεως τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν διοικητικῶν ἀκόμη, ὀρθὸν εἶναι νὰ ζητηθῇ καὶ ἡ γνώμη τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλὰ ἄλλο νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Ἱεραρχίας καὶ ἄλλο νὰ μὴ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ νομοθετήσῃ ἄνευ συμφώνου γνώμης τῆς Ἱεραρχίας. Τούτου λυθέντος, θὰ προέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄλλων θεμάτων. Ἀλλὰ πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἀπόψεων, τὰς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίζω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ σημειώσω δύο θέματα —καὶ τῶν ὁποίων ἐπελήφθη ἤδη τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας— ἀναφορικῶς πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεφάνθη οὕτω: Ἀποφάσεις: 500)1932 καὶ 997)1936: «Διὰ συνταγματικοῦ κύρους περιεβλήθησαν οὐχὶ πάντες οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀναφέρονται εἰς τὸ δόγμα, εἴτε οἱ σχετιζόμενοι πρὸς τὴν ὀρθόδοξον πίστιν, τὴν θρησκευτικὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν θείαν λατρείαν. Ἅπαντες οἱ λοιποὶ κανόνες δὲν κατοχυρώθησαν συνταγματικῶς καὶ δύνανται νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον νομοθετικῆς ἢ ἄλλης ρυθμίσεως». Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου θέματος: Ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας 590)1933, 831)1934, 1093)1936...
§15Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Εἶναι παγία ἡ νομολογία.
§16Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Κοθρῆ, δὲν ὁμιλῶ μόνον διὰ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν λαόν, διὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει μία προσπάθεια παραπλανήσεως καὶ ἔχομεν ὅλοι καθῆκον ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νὰ διαφωτίσωμεν καὶ τὸν λαὸν καὶ τοὺς ἐνδεχομένως πλανηθέντας Ἱεράρχας.
§17Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αὐτὸ κυρίως, διότι ἔχουν ἀνάγκην διαφωτίσεως. Τὰ θέματα εἶναι νομικά. Εὔλογον εἶναι νὰ μὴ τὰ κατέχουν εἰς ὃν βαθμὸν θὰ εἶναι δυνατὸν ἄλλοι νὰ τὰ κατέχουν. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι διαφωτιζόμενοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἀντίθετον γνώμην, καὶ θὰ ἀποφευχθοῦν παρεξηγήσεις, ὀφειλόμεναι εἰς ἄγνοιαν καὶ πλάνην.
§18Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρομοίαν προσπάθειαν, κ. Πρόεδρε, ἐπιφυλάσσομαι —καὶ ἀρχῆθεν ἐπεφυλασσόμην— νὰ κάμω εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς μου. Διότι εἶναι αὐτονόητον, ὅτι διὰ νὰ ὁμιλήσῃ τις ἐπὶ τοιούτου θέματος ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔλθῃ ἀπαράσκευος. Καὶ παρασκευασμένος πρέπει νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ἀναλαμβάνῃ καὶ τὴν εὐθύνην τῶν ὅσων θὰ εἴπῃ. Τὸ ἄλλο, λοιπόν, θέμα, τὸ ὁποῖον ἔλυσε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, παρεμφερὲς καὶ σαφέστατον, εἶναι τοῦτο. Εἶναι: Ἀποφάσεις 694)32, 590)33, 831)34 καί, παρεμφερής, 1093)36, ἡ ὁποία ἀφορᾷ, εἰδικώτερον τὰ τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἀποφάσεις, τινὰς μόνον ἐσημείωσα. Καὶ λέγουν: «Οἱ διοικοῦντες τὴν Ἑλληνικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν —οἱ διοικοῦντες Ἱεράρχαι— παρὰ τὰς ἄλλας πνευματικὰς δικαιοδοσίας καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ αὐτῶν καθήκοντα, ἀσκοῦν καὶ διοικητικὴν λειτουργίαν. Αἱ πράξεις ὅθεν, αὗται, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς θέματα διοικητικά, φέρουσι τὸν νομικὸν χαρακτῆρα διοικητικῆς πράξεως καὶ εἶναι προσβληταὶ δι’ αἰτήσεως ἀκυρώσεως ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας». Καὶ ὀρθῶς τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἐνυπόγραφον δημοσίαν δήλωσιν τῶν 7 ἀξιοτίμων καὶ σεβαστῶν Ἱεραρχῶν δὲν εἶναι σύμφωνα πρὸς τὴν «ὁμόφωνον γνώμην», ὅπως αὕτη ἐξεδηλώθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ περαιτέρω, πᾶσα οἱαδήποτε ἀντίρρησις, πᾶσα οἱαδήποτε διχογνωμία καὶ πᾶσα οἱαδήποτε ἄποψις ἀντιλεγόντων ἐν τελευταίᾳ σειρᾷ θὰ κριθῇ ἀπὸ τὰ Δικαστήρια, ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ τονίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει νομικὸν θέμα, ἐξ ὅσων γνωρίζω, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑπάρχουν οὔτε πολλοὶ οὔτε ὀλίγοι ἀντιλέγοντες. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ἀντιγνωμία πρόκειται μοιραίως νὰ λυθῇ διὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἶπον τί λέγει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἂς τὸ γνωρίζουν ὅλοι, ἀκόμη καὶ οἱ ἀντιλέγοντες. Συνεπῶς, ὡς πρὸς τὸ νομικὸν θέμα, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν χωρεῖ ἀμφισβήτησις. Καὶ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ Συνταγματικὸν ἔθιμον καὶ ἡ Ἐπιστήμη καὶ ἡ ἡ νομολογία τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τοῦ τόπου εἶναι σύμφωνα πρὸς αὐτό. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ «σύμφωνον», κύριοι βουλευταί, ἐκτὸς τῆς νομικῆς του ἀπόψεως, ἔχει καὶ τὴν πολιτικὴν του ἄποψιν, τὴν οὐσιαστικὴν ἄποψιν. Σᾶς ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι ἡ Πολιτεία ἀσκεῖ ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῶν Λειτουργῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καὶ ἐρωτῶ: Ἂν διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν θεμάτων τῶν διοικητικῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀπῃτεῖτο τὸ «σύμφωνον», ὡς ἀναγκαία προϋπόθεσις, τῆς Ἱεραρχίας τότε μοιραίως θὰ ἐτίθετο ὁ ἐπιτηρούμενος ὑπεράνω τοῦ ἐπιτηροῦντος. Εἶναι δυνατὸν αὐτό; Δὲν γνωρίζω ποῖος ἄλλος τρόπος ἀσκήσεως τῆς ἐπιτηρήσεως ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας ἐπὶ τῶν λειτουργῶν τῆς οἱασδήποτε θρησκείας τὴν ὁποίαν καθιερώνει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἐκτὸς τοῦ τῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία εἴτε διὰ τοῦ νόμου θὰ ἔπιανε τὰ ζητήματα, εἴτε θὰ ἔδιδε δικαίωμα εἰς οἱοδήποτε Διοικητικὸν ὄργανον νὰ λύσῃ μίαν διοικητικὴν διαφοράν. Ἔ, λοιπόν, ἂν ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν λῆψιν τοιούτων νομοθετικῶν μέτρων τὸ «σύμφωνον» τῆς γνώμης τῆς Ἱεραρχίας, θὰ ἦτο δυνατὸν ποτέ, ἡ Πολιτεία νὰ ἀσκῇ τὴν ἐπιτήρησιν τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει; Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ καθαρῶς νομικοῦ θέματος, ὑπάρχει καὶ τὸ πολιτικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἀντιστρατεύεται εἰς τὸ «σύμφωνον» καὶ διὰ τοῦτο εὐχαρίστως ἐχειροκρότησα τὴν ἀπάλειψιν τῆς σχετικῆς λέξεως ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὸ νομοθέτημα. Ἀνέπτυξα τὸ ζήτημα, παρ’ ὅλον, ὅτι τὸ «σύμφωνον» ἀπειλήφθη, διὰ δύο λόγους: Πρῶτον διὰ τὴν διαφώτισιν καὶ τῆς Ἱεραρχίας καὶ τῶν Πολιτῶν καί, δεύτερον, διότι δευτέρα ἀνάγνωσις εἶναι, ἡ Βουλὴ ἔχει πλῆρες δικαίωμα νὰ τὸ τροποποιήσῃ καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ ὑπάρξουν ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑποστηρίξουν καὶ πάλιν τὸ «σύμφωνον», ὅπως ὑπεστηρίχθη καὶ εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν.
§19Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, κ. συνάδελφε;
§20Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως, κ. Πρόεδρε.
§21Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπειδὴ παρεξηγήθη ὑπό τινων, ἴσως ὑπὸ πολλῶν σεβαστῶν Ἱεραρχῶν ἡ ἀπάλειψις τῆς λέξεως καὶ ἡ μετατροπὴ τῆς διατυπώσεως «μετὰ σύμφωνον γνώμην», εἰς τὴν διατύπωσιν «μετὰ γνώμην», δι’ αὐτὸ θεωρῶ καθῆκον μου, ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὅσων τόσον ὀρθῶς εἴπατε, νὰ τονίσω, ὅτι ἡ πρόθεσις καὶ προοπτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαλειψάσης τῆς λέξεως, δὲν ἦτο νὰ προεξοφλήσῃ ἀντίθεσιν γνώμης μεταξὺ τῶν Ἱεραρχῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως—ἄρα ἀντίφασιν μεταξὺ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν θὰ διατυπώσῃ ἡ Ἱεραρχία καὶ τῶν Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδοθοῦν — ἀλλὰ ἦτο νὰ θεσπίσῃ μίαν ἀρχήν. Πρόθεσίς μας εἶναι νὰ ὑπολογίσωμεν ἰδιαιτέρως τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν θὰ διατυπώσῃ ἡ Ἱεραρχία καὶ εἴμεθα σχεδὸν βέβαιοι, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Ἱεραρχίας δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ διατυπώσῃ γνώμην ἡ ὁποία καὶ θὰ υἱοθετηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τοὐλάχιστον προσδοκίαν ἰσχυράν ἐκ μέρους μου. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπως πολὺ ὀρθῶς λέγετε, νὰ θεσπισθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς «συμφώνου γνώμης» δεδομένου ὅτι πρόκειται περὶ Κανονιστικῶν Διαταγμάτων. Ἂν δὲν ἦσαν Κανονιστικὰ Διατάγματα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ ἐκδοθοῦν μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας ἢ μιᾶς οἱασδήποτε Ἐπιτροπῆς. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ Κανονιστικῶν Διαταγμάτων, νομίζω, ὅτι βάσει τοῦ Συντάγματος, ὅπως ὀρθῶς ἀνεπτύξατε, ἔπρεπε νὰ θεσπίσωμεν ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν διάταξιν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὅτι «μετὰ γνώμην» τῆς Ἱεραρχίας θὰ ἐκδοθοῦν τὰ Διατάγματα καὶ οὐχὶ «μετὰ σύμφωνον γνώμην». Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ δεσμευθῇ κατὰ τρόπον ἀπόλυτον καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς μίαν ὡρισμένην ἐνέργειαν, ἡ ὁποία ἐνέργεια συναρτᾶται μὲ τὸ νόημα τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, παρὰ μόνον μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας. Εἴμεθα βέβαιοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ σύμφωνος γνώμη, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ διατύπωσις ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐτὴ καὶ ὄχι οἵα εἶχε προηγουμένως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως γίνει δεκτή.
§22Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὄχι μόνον δὲν εὑρίσκομαι εἰς οἱανδήποτε διαφωνίαν πρὸς ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος, εἶπον προηγουμένως, ὅτι τὸ ὀρθὸν εἶναι καὶ διὰ ζητήματα ἀκόμη ἀφορῶντα τὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ζητῆται ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ προκειμένου λέγω, κύριοι βουλευταί, περὶ ἑνὸς Σώματος τόσον σεβαστοῦ ἀπὸ ὅλους μας, ὅσον εἶναι ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος, εἶναι αὐτονόητον, ὅτι καὶ μὲ ἰδιαιτέραν προσοχὴν καὶ μὲ ἰδιαίτερον σεβασμὸν θὰ ἀκουσθοῦν αἱ ἀπόψεις αὐτῆς. Συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν ἐλπίδα τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Ἱεραρχίας θὰ φανῇ οἵα ἀναμένομεν ὅλοι. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ὑπάρχει καὶ μειοψηφία ἀντίθετος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ συζητήσω. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ἀπηλείφθη ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον. Ἀπηλείφθη ὅμως διὰ νὰ τεθῇ ἄλλη διάταξις ὁμοίας φύσεως, διαφόρου διατυπώσεως, ἀλλὰ ὁμοίας νομικῆς φύσεως. Τὸ ὅτι κατὰ τὴν διάταξιν τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 1, συγκαλεῖται ἡ Ἱεραρχία τὴν 1ην Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους καὶ αἱ ἐργασίαι αὐτῆς θὰ λήξουν ἐντὸς 15 ἡμερῶν. Τὸ θέμα ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικοῦ κύρους, λοιπόν, ἂν ἔχῃ δικαίωμα ἡ Πολιτεία νὰ καθορίσῃ χρόνον συγκλήσεως τῆς Ἱεραρχίας καὶ χρόνον ἐργασίας αὐτῆς, διατὶ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ θεσπίσῃ καὶ χρόνον ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν της; Τὸ θέμα εἶναι ταὐτόσημον. Συνεπῶς, καὶ ἂν ἀκόμη ὑπῆρχεν ἡ διάταξις περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν της, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο Συνταγματικῶς ἀπρόσβλητος καὶ τότε μόνον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἀντισυνταγματικότης τοιαύτης διατάξεως τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Στεφανόπουλος, ἂν ἀντελήφθην ὀρθῶς τοὺς λόγους, ὅτι τοιαύτη διάταξις ἡ ὁποία θὰ καθώριζεν ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου θὰ ἦτο ἀντισυνταγματική. Τότε μόνον, ὅμως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἀντισυνταγματικότης, ὅταν βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἡ Ἱεραρχία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καθορίζῃ μόνη τὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν, ὅμως, ἡ Πολιτεία καθορίζει τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ὑπάρχει ἀντισυνταγματικότης.
§23Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ συνταγματικότης ὑφίσταται, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπεμβαίνουσα, ἀνατρέπει τὴν ὑφισταμένην καθεστηκυῖαν τάξιν.
§24Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Στεφανοπούλου εἶναι ἀξία μόνον ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως καὶ ἐπικρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶχε περιλάβει τὴν διάταξιν τῆς ἀναστολῆς εἰς τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον. Ἐγὼ ἐξήτασα, ἐὰν ὑφίσταται ἀντισυνταγματικότης τῆς διατάξεως. Δι’ ἐμέ, δι’ οὓς λόγους ἀνωτέρω ἀνέφερον, δὲν ὑπάρχει ἀντισυνταγματικότης εἰς τὴν διάταξιν καὶ δὲν ἔχομεν λόγους νὰ κρίνωμεν τὸν αἰτιολογικὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ὑπεχρέωσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναγράψῃ τὴν διάταξιν τῆς ἀναστολῆς εἰς τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον. Ἐμέ, προσωπικῶς, μὲ ἐνδιαφέρει, ἐὰν βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἡ διάταξις τῆς ἀναστολῆς εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καὶ τοῦτο μόνον ἔκρινα. Ἐμμένω, συνεπῶς, προσωπικῶς εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι οὐδεμία ἀντισυνταγματικότης ὑπάρχει.
§25Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ ἀπάντησις, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, εἶναι περίπου ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θὰ ἔδιδον καὶ ἐγώ. Αἰσθάνομαι, ὅμως τὴν ἀνάγκην, νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Πράγματι, ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, ἡ θέσις τοῦ ζητήματος εἶναι αὐτή, δηλαδή, ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὡρίσατε ὑμεῖς, κ. Μπακόπουλε. Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἡ ἀναστολὴ διὰ διοικητικῆς πράξεως νὰ θεωρηθῇ ἀντικειμένη πρὸς τὴν βασικὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν θεσπίζει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως, ὅπως καὶ σεῖς εἴπατε, ἔχει ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, σημασίαν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος. Καλὸν εἶναι, νὰ μὴ εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀντίθετον πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Συνόδου καὶ βεβαίως, ἐὰν ἀνεστέλλετο διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ὁ βίος τῆς παρούσης διαρκοῦς Συνόδου, τῆς 104ης Συνοδικῆς περιόδου, τοῦτο θὰ ἀπετέλει κάποιαν ἐκδήλωσιν ἀντιθέσεως. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐκδήλωσιν αὐτήν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἅπαντες οἱ ἱεράρχαι οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν Διαρκῆ Σύνοδον συνεφώνησαν ἐπὶ τῶν σημείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὸ ἡμερῶν ἀνεκοίνωσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀνακοίνωσίς μου, συνεδέθη μὲ κάποιαν μικρὰν περιπέτειαν. Ὑπῆρχε βεβαίωσις περὶ πλήρους συμφωνίας ἐπὶ τῶν σημείων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα. Πρὸς στιγμήν, ἢ μᾶλλον ἐπί τινας ὥρας ἐδημιουργήθη, μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβην, κάποια ἀνωμαλία. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ εἴπω κάποια παλινδρόμησις ἢ ὑπαναχώρησις, ἀλλὰ κάποια ἐπιφύλαξις πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνθρώπινον καὶ φυσικόν. Ἐδημιουργήθη εἰς τὴν συνείδησιν τῶν Ἱεραρχῶν κάποια ἐπιφύλαξις, ὡς πρὸς ἓν ἐκ τῶν σημείων, δηλαδή, ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν ἑνὸς σημείου, ἀλλὰ ὅλα τὰ ἄλλα σημεῖα ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον συμφωνίας. Βεβαίως, διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβής, πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι δὲν συνηντήθησαν δυστυχῶς ἀκόμη ὅλοι οἱ Ἱεράρχαι —ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ νὰ συναντηθοῦν— ἀλλὰ συνεφώνησαν, ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῶν σημείων, συντάξαντες δύο χωριστὰ πρακτικά. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὑπάρχουν αἱ ὑπογραφαί, ὡς εἶχον δηλώσει καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ τὰς ὁποίας ὑπογραφὰς ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς ταὐτιζομένας τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῶν σημείων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὰ πρακτικά. Καὶ ἂν τὰ δύο κείμενα εἶναι γεγραμμένα καὶ αἱ ὑπογραφαὶ εἶναι τοποθετημέναι εἰς δύο διαφορετικὰ χαρτιά, τὰ περιλαμβανόμενα σημεῖα εἶναι τὰ αὐτά, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι τὸ ἓν τῶν κειμένων περιέχει ὡρισμένην διευκρίνησιν. Ἑπομένως, οἱ Ἱεράρχαι ἅπαντες καὶ οἱ ἑπτὰ καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μετὰ τῶν πέντε συνεφώνησαν νὰ ἀναστείλουν τὰς ἐργασίας καὶ ἔδωσαν εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον τὴν ἐξουσιοδότησιν, ἅπαντες διὰ τῶν ὑπογραφῶν των νὰ διαχειρισθῇ κατὰ τὸ ἐνδιάμεσον χρονικὸν διάστημα τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσης, συνεφώνησαν ἅπαντες εἰς τὸ ὅτι ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ἡ ἐκλογή, ὁ διορισμὸς Μητροπολιτῶν, θὰ γίνεται μόνον βάσει τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν. Κατόπιν τούτου, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διάταξιν περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου. Ἄλλωστε, ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀναγκαία καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Ἡ Κυβέρνησις, προσέθεσε διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας δίδει εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ Βασ. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ συγκληθῇ καὶ ἐκτάκτως ἡ Ἱεραρχία πρὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου. Ἑπομένως, ἐὰν παρουσιασθῇ νέον μέγα ζήτημα, ἐὰν δημιουργηθῇ νέος σάλος, θὰ συγκαλέσῃ τὴν Ἱεραρχίαν ἀμέσως.
§26Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ σημεῖον τῆς διαφωνίας ποῖον εἶναι;
§27Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δέχομαι διακοπὰς μόνον περὶ διασαφηνίσεως, ὄχι ὅμως καὶ δι’ ὁλόκληρον ἀγόρευσιν.
§28Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Δὲν ἠκούσθη)...
§29Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δέχομαι διακοπὰς μόνον προκειμένου νὰ διασαφηνισθῇ σημεῖόν τι, διότι ἀντικειμενικὸς σκοπός μου εἶναι νὰ καταστήσω γνωστὰς πρὸς τὸ Σῶμα ὡρισμένας ἀπόψεις μου. Καὶ διατυπώνω τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι εὐλόγως θέλω νὰ κάμουν μίαν ἐντύπωσιν καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Αὐτὸ παρεμποδίζεται μὲ τὰς μακρὰς διακοπάς. Ἔλεγον, λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἄριστα νὰ διοικηθῇ ἡ Ἐκκλησία διὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ὡς συμβαίνει κατὰ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν. Ἀλλὰ εἶπον τινές, ὡς ἐξειλίχθησαν τὰ πράγματα εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ποὺ συνέβησαν τὰ ἔκτροπα, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν νομικήν. Κατὰ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἄποψιν αὐτήν, δικαίωμα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εἶναι νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της καὶ νὰ παράσχῃ ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον νὰ ἐνασκήσῃ τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας εἴτε ἀπεριορίστως, εἴτε ὄχι. Ἐδῶ, κύριοι βουλευταί, ποῖος θὰ δώσῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν αὐτήν; Οἱ 7 δὲν συνεφώνησαν. Νέα συνεδρίασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δὲν γίνεται. Τί θὰ γίνῃ; Ἀπαντῶ. Ὅταν, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, τὰ πράγματα φθάνουν ἐκεῖ καὶ οἱ Ἱεράρχαι δὲν δέχονται νὰ συνεχίσουν τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἐξ ἰδίου αὐτῶν πταίσματος δὲν ἠμπορεῖ νὰ διοικηθῇ ἡ Ἐκκλησία, τότε ἔχουν τὸν λόγον καὶ θέσιν ἀλλὰ καὶ μέσα καὶ τὸ ἐπιεικέστερον μέσον εἶναι ἡ ὑποβολὴ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου εἰς μίαν ἐξήγησιν μιᾶς ἀπορίας ποὺ εἶχον. Ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος διέκοψε τὰς ἐργασίας της. Καὶ διερωτήθην, κύριοι βουλευταί, πῶς τὰ διέκοψε: Διότι, ὡς γνωστόν, ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου γίνεται δι’ ἀποφάσεως αὐτῆς ταύτης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀλλὰ τοιαύτη ἀπόφασις δὲν ἐλήφθη. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ οἱ 7 οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἔστερξαν διὰ τῆς ὑπογραφῆς των νὰ δηλώσουν ὅτι δὲν ἐπιμένουν διὰ τὴν διακοπήν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὰ ὅσα καὶ προηγουμένως σᾶς ἀνέπτυξα δὲν ὑπάρχει διακοπή, διότι διὰ νὰ ὑπάρξῃ διακοπή, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Τί ὑπάρχει; Ὑπάρχει μία ἔκνομος πρᾶξις καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ παταχθῇ ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Εἶναι πρωτοφανῆ αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν. Διότι ἡμεῖς, κύριοι βουλευταί, πολλάκις ἐλέγχομεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι προβαίνει εἰς τὴν ἔκδοσιν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ περιφορᾶς. Αὐτὸ θὰ εἰσαγάγωμεν καὶ εἰς τὴν Ἱεραρχίαν; Εἶχον δικαίωμα οἱ Ἱεράρχαι νὰ ὁμιλοῦν κατόπιν ὅλων αὐτῶν περὶ Δημοκρατίας; Καὶ ἔρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, ἐπ’ αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταί, οἱ 7 Ἱεράρχαι, οἱ ὁποῖοι ὡς πρόσωπα εἶναι καθ’ ὅλα ἀξιοσέβαστα, ἐγὼ κρίνω τὴν πρᾶξιν καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ὡμίλησαν καὶ περὶ Δημοκρατίας. Τίς λοιπόν, ἡ αἰτίασις περὶ ἀντιδημοκρατίας καὶ ποία ἡ ἐνέργεια τῶν ἑπτά; Κύριοι βουλευταί, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς δημοκρατικότης συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας ἀσκεῖται δι’ ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας. Ἐδῶ δὲν ὑπῆρχεν ἡ πλειοψηφία, ὄχι διότι δὲν ἤθελεν ἡ πλειοψηφία, ἀλλὰ διότι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, εὑρεθεὶς πρὸ μιᾶς ἀπροβλέπτου προτάσεως τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν μητροπολιτικῶν ἑδρῶν, εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα καὶ ἐζήτησε τὴν ἀναβολήν. Ἡ δημοκρατικὴ πλειοψηφία ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἰδικήν της ἄποψιν κατὰ τρόπον μὴ συμβιβαζόμενον οὔτε μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς δημοκρατίας, οὔτε καὶ μὲ τὸ κῦρος τῆς πλειοψηφίας. Ἄλλο δημοκρατία, κύριοι βουλευταί, καὶ ἄλλο ἀναρχία. Διότι ἀναρχία εἶναι, κύριοι βουλευταί, ὅταν εἰς ὡρισμένον Σῶμα, θέλουν νὰ ἐπιβάλουν ὡρισμένοι αἰφνιδιαστικῶς τὰς θελήσεις των. Δέχομαι πρὸς στιγμήν, ὄχι διότι τὸ ἀποδέχομαι, ἀλλὰ διὰ τὴν πληρότητα τῆς συζητήσεως, ὅτι οἱ ἑπτὰ εἶχον δίκαιον. Τί ἔκαμαν; Συνέχισαν τὴν συνεδρίασιν ἀπόντος τοῦ Προέδρου καὶ ἔλαβον ἀποφάσεις. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ συνέχισις τῆς συνεδριάσεως, ἀπόντος τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἡ λῆψις ἀποφάσεων, εἶναι ἐκδήλωσις αὐθαιρεσίας, εἶναι ἐκδήλωσις καὶ πρᾶξις ἀναρχίας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν νομικὴν ἀξίαν καὶ δὲν δύναται νὰ κυρωθῇ οὔτε ἀπὸ τὴν Πολιτείαν, οὔτε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν. Διότι, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας, διαρκὴς Πρόεδρος τῆς διοικούσης Ἱερᾶς Συνόδου, εἶναι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος καὶ τοῦτον ἀπόντα ἢ κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ὁ ἔχων τὰ πρεσβεῖα τῆς χειροτονίας. Καὶ ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο. Διὰ νὰ ἔχουν κῦρος τὰ λαβόντα χώραν εἰς τὴν Συνεδρίασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πρέπει τὰ πρακτικὰ νὰ ἐπικυρωθοῦν. Ἄν δὲν ἐπικυρωθοῦν εἶναι ἀνύπαρκτα καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα παραμένει ἐκκρεμές. Καὶ ἐρωτῶ, τί θὰ εἴπουν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπικυρώσεως, θὰ ὑποστηρίξουν, συνέχισαν τὴν Συνεδρίασιν ἄνευ τοῦ Προέδρου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ Πρόεδρος ἦτο ἢ ἀπὼν ἢ κωλυόμενος; Ἀλλὰ παρὼν ἦτο.
§30Σ. ΧΟΥΤΑΣ. (Δὲν ἠκούσθη) ...
§31Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προσπαθῶ νὰ πείσω κανένα. Ἰδικάς μου γνώμας ἐκφράζω.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§33Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὼν δὲν ἦτο, καὶ διέλυσε τὴν συνεδρίασιν. Ἔλαβον δὲ τοιαύτην δημοσιότητα τὰ γεγονότα, ὥστε οὐδεὶς ἀπολύτως δὲν θὰ εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ, κρίνων τὴν νομιμότητα τῆς πράξεως αὐτῆς, ὅτι ὄντως ὁ Πρόεδρος ἦτο εἴτε ἀπών, εἴτε κωλυόμενος. Ἑπομένως, αἱ πράξεις αὗται, καὶ ἂν ἐπεκυροῦνται, θὰ ἦσαν δεκτικαὶ προσβολῆς ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ κατὰ τὴν νομολογίαν αὐτοῦ — τὴν ὁποίαν οὐχὶ ἀσκόπως προανέφερον— θὰ ἦσαν ἀναμφισβητήτως ἀκυρωτέαι, διὰ κακὴν σύνθεσιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§34Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 3 δὲν τὸ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν;
§35Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Κοθρῆ, ὅ,τι ἐνδεχομένως δὲν λαμβάνω ἐγὼ ὑπ’ ὄψει δύνασθε νὰ ἔλθετε σεῖς νὰ τὸ εἴπητε.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἄνευ διακοπῶν σᾶς παρακαλῶ.
§37Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅπως προεῖπον, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἶναι ὡργανωμένη, ἔχει Σύνταγμα καὶ νόμους καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς ὀργανώσεως αὐτῆς τῆς πολιτειακῆς ὑφίσταται καὶ δρᾷ καὶ ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος. Τί ἔπρεπε νὰ κάμουν οἱ ἑπτά; Πεπεισμένοι περὶ τοῦ δικαίου τῆς ἰδικῆς των ἀπόψεως, ἔπρεπε νὰ προσέλθουν εἰς τὴν μέλλουσαν συνεδρίασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία ἄλλωστε ἦτο τακτὴ ἐκ τῶν προτέρων, νὰ ἐπαναφέρουν τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐπιζητήσουν τὴν λῆψιν ἀποφάσεως. Ἢ ἀκόμη περισσότερον ἐπιτακτικὸν καθῆκον θὰ εἶχον, ἐπειδὴ ἐθεώρουν, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην εἶχον δημιουργηθῆ ἀνωμαλίαι ἀπὸ μέρους τοῦ Προκαθημένου, νὰ ἀπευθυνθοῦν εἰς τὴν Πολιτείαν, τὴν ἀσκοῦσαν τὴν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῶν ὀργάνων καὶ λειτουργῶν τῆς Ἐκκλησίας, καὶ νὰ ζητήσουν τὴν παρέμβασίν της. Ἀλλὰ δὲν ἤθελον τοῦτο, κύριοι βουλευταί, δὲν ἤθελον τὴν παρέμβασιν τῆς Πολιτείας, διότι ὅπως προανέγνωσα, ὑποστηρίζουν, ὅτι τὰ τῆς Ἐκκλησίας κανονίζονται ἀπὸ τὰς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν τὴν ἤθελον. Καὶ ὑφίστανται τὰς συνεπείας αὐτῆς τῆς ἀρνητικῆς πολιτικῆς των διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Οἱ νομικοὶ λέγομεν «ὁ ἐξ ἰδίου ἁμαρτήματος ζημιούμενος, οὐ δοκεῖ ζημιοῦσθαι» Τὸ ἠθέλησαν, τὸ ὑφίστανται. Βεβαίως, λυποῦμαι καὶ ἐγὼ εἰλικρινῶς, διότι ἐκ πταίσματος Ἱεραρχῶν —δὲν λέγω τῶν Ἱεραρχῶν, γενικῶς καὶ ἀπροσώπως—, λέγω ἐκ πταίσματος τινῶν Ἱεραρχῶν, ἐδημιουργήθη σάλος, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὴν ψυχὴν τῶν Χριστιανῶν. Τί νὰ εἴπουν οἱ Χριστιανοί, ὅταν βλέπουν τοὺς εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς Ἐκκλησίας διαπληκτιζομένους, ἂν ὁ ἄλφα ἢ ὁ βῆτα ἐξ αὐτῶν θὰ ἔχῃ τὴν ἄλφα ἢ βῆτα Μητροπολιτικὴν ἕδραν; Λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι ἡ Πολιτεία ἠναγκάσθη ἐκ τοιούτων ἀφορμῶν νὰ παρέμβῃ. Βραβεύω ὅμως τὴν παρέμβασιν. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι ὁλοκληρωτική. Κύριοι βουλευταί, ἤκουσα, ὅτι ἡ παρέμβασις γίνεται διὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ.
§38Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον.
§39Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱοσδήποτε καὶ ἐὰν τὸ εἶπε, κύριοι βουλευταί, δι’ ἐμὲ εἶναι σεβαστός. Ἀλλὰ δὲν βλέπω πουθενὰ εἰς τὸ νομοσχέδιον οὐδεμίαν διάταξιν περὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἐλέχθη, ἐπίσης, καὶ ἠλέγχθη σοβαρῶς ἡ Κυβέρνησις, διότι τάχα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ εἰς τὴν Γενικὴν Γραμματείαν τοῦ Ὑπουργείου ἔχει διορίσει πρόσωπα στενῶς συνεδεμένα μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον. Κύριοι βουλευταί, αὐτὸ μοῦ ἐνθυμίζει τὴν διδασκαλίαν τοῦ Σωκράτους πρὸς τοὺς μαθητάς του, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀρετή, ὅταν ἐκάλεσε τὸν Ἡρακλῆν νὰ τὴν ἀκολουθήσῃ, τοῦ συνέστησε νὰ μὴ παραμελῇ τοὺς φίλους, νὰ μὴ παραμελῇ καὶ τοὺς οἰκείους. Θὰ ἐδεχόμην νὰ εἴπω —ἂς εἴπω τὰ ὀνόματα, διότι ἐσημειώθησαν— ὅτι ὁ καθηγητὴς κ. Καρμίρης, κατέχων τὴν τάδε ἀνωτάτην θέσιν, δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ τὴν διευθύνῃ. Θὰ ἐδεχόμην, ὅτι ὁ Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου, ὁ νέος κ. Καρμίρης δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν, ἀλλὰ δὲν δέχομαι τὴν ἄποψιν, ὅτι καίτοι ἐνδεχομένως εἶναι ἱκανὸς —καὶ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἱκανὸς ἐξ ὅσων ἔχω ἀκούσει— δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν θέσιν αὐτήν, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι συγγενεύει μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον. Διὰ τὸν ἴδιον λόγον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, ὅτι συγγενεῖς μας ἢ φίλους μας δὲν πρέπει νὰ τοὺς προστατεύσωμεν. Δι’ ἐμὲ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι ἀπαράδεκτος, ὡς ἀντικειμένη εἰς τὴν περὶ ἀρετῆς διδαχὴν τοῦ Σωκράτους.
§40Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ.
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, παρ’ ὅλα αὐτά, ὑπάρχει καὶ ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν. Οἱ ἀξιοσέβαστοι Μητροπολῖται —καί τινες ἐξ αὐτῶν καὶ φίλοι μου— οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δὲν περιωρίσθησαν εἰς τὴν διαφωνίαν ἀλλὰ ἔφερον εἰς τὸ πεζοδρόμιον πράγματα, τὰ ὁποῖα ὑπὲρ πάντα ἄλλον, ὤφειλον νὰ διαφυλάξουν. Ὕβρισαν τὸν Ἀρχιεπίσκοπον δημοσίᾳ, διότι ἔγραψαν καὶ ἐδημοσίευσαν εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι τὸ ἀνακοινωθέν, τὸ ἐκδοθὲν ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἄρα, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ψεύδεται. Εἶναι σωστὸν αὐτό, κύριοι βουλευταί; Ἐὰν κρίνωμεν τὸ θέμα ὡς ἄνθρωποι, τὸ καταδικάζομεν. Ἐὰν τὸ κρίνωμεν ὡς χριστιανοί, πρέπει νὰ ἐξαναστῶμεν. Ἐὰν οἱ ἱεράρχαι καταγγέλλουν δημοσίᾳ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον ὡς ψευδόμενον, τί μένει πλέον; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Εἰς τὸ τελευταῖον ἀνακοινωθέν των λέγουν: «Ἐλευθερία» 17ης Ἀπριλίου 1957 «(ἀναγινώσκει)». Δέχονται δηλαδή, δημοσίᾳ, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δὲν εἶναι ἄξιος νὰ εἶναι Ἀρχιεπίσκοπος καὶ νὰ φέρῃ τὸ βάρος τῶν δικαιωμάτων του; Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ ἐξετάζωμεν ποῖος ἐκ τῶν ἱεραρχῶν εἶναι ἄξιος καὶ ποῖος δὲν εἶναι, τί θέλετε νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς οἱ ἁπλοῖ χριστιανοί; Δὲν ὕβρισαν μόνον τὸν Ἀρχιεπίσκοπον. Ὕβρισαν καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους. Καὶ εἶπον, ὅτι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἐρωτηθὲν ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν Πολιτείαν —δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ποῖος εἶναι Κυβέρνησις— ἐὰν ἦτο νόμιμος ἡ ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου διακοπὴ τῆς Συνεδριάσεως, ἐγνωμάτευσε κατὰ τρόπον μεροληπτικόν. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, οἱοσδήποτε πολίτης ἔγραφε δημοσίᾳ, ὅτι ἡ γνωμάτευσις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἦτο μεροληπτική, θὰ ἦτο ἔνοχος συκοφαντικῆς δυσφημήσεως. Μοῦ ἔτυχεν εἰς τὴν δικηγορικήν μου πρᾶξιν νὰ ἴδω καταδικαζόμενον δημόσιον ὑπάλληλον, διότι εἰς ἰδιωτικὴν συνομιλίαν εἶπεν, ὅτι ὁ πρόεδρος, ὁ ὁποῖος ἐδίκασε μίαν αἴτησίν του ἔκρινε μεροληπτικῶς, καὶ κατεδικάσθη. Καταχρῶνται λοιπόν, τοῦ ἱεροῦ των σχήματος, καταχρῶνται τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν νομοθεσίαν ἀναφορικῶς πρὸς τὴν εὐθύνην τῶν Ἱεραρχῶν διὰ νὰ ὑβρίζουν καὶ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον καὶ τοὺς πάντας; Ἡ πρᾶξις των αὐτὴ δι’ ἐμὲ εἶναι κατακριτέα. Ἐλέχθη ὅμως, ὅτι τάχα δὲν ὑπῆρχεν ἡμερησία διάταξις κατὰ τὴν περὶ ἧς πρόκειται συνεδρίασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ συνεπῶς κάθε ἕνας ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει. Οἱ ἑπτὰ ὅθεν, ἠδύναντο νὰ φέρουν οἱονδήποτε θέμα ἐξ ἀπίνης καὶ νὰ ἐπιμείνουν εἰς τὴν λῆψιν ἀποφάσεως. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ὄντως ἀληθές, ὅτι ἡμερησία διάταξις δὲν ὑπῆρχεν, ἀλλὰ ἀπὸ καταβολῆς Ἱερᾶς Συνόδου δυστυχῶς οὐδέποτε ὑπῆρξε. Καὶ ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις ἐξήγγειλεν, ὅτι διὰ τῶν νομοθετικῶν μέτρων καὶ εἰδικώτερον διὰ τῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεται καὶ διὰ τὰ ὁποῖα προβλέπει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, θὰ ληφθῇ μέριμνα καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης ὑπάρξεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Ἀλλὰ κρίνω τὸ θέμα ὡς νομικός, καὶ δὴ ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίου δικαίου, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ὅ,τι γίνεται εἰς ὅλα τὰ συλλογικὰ διοικητικὰ ὄργανα, διὰ τὰς ἐργασίας τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἐκ θετικῆς διατάξεως τῶν νόμων, ἀνάγκη ὑπάρξεως ἡμερησίας διατάξεως. Κύριοι βουλευταί, ὅταν καθίσταται ἕνα συλλογικὸν διοικητικὸν ὄργανον δι’ οἱανδήποτε ἁρμοδιότητα, προϋποτίθεται, ὅτι δὲν δίδεται εἰς τὸ συλλογικὸν αὐτὸ ὄργανον ἐλευθερία αὐθαιρέτων ἐνεργειῶν. Ὅτι ἀναγκαστικῶς ἕνας θὰ διευθύνῃ τὴν συνεδρίασιν, αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ πρόεδρος καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν γραπτὰ τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα καὶ καθορίζουν τὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου, θὰ ἐφαρμοσθοῦν κατ’ ἀναλογίαν αἱ διατάξεις αἱ ἐφαρμοζόμεναι εἰς ἄλλα ὄργανα, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν θετικαὶ διατάξεις. Ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ νόμου, ὁ ἐφαρμοστὴς τοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει κενὸν τοῦ νόμου, ὅτι δὲν ὑπάρχει λύσις. Πολλάκις ἔχω εἴπει, ὅτι ὁ νομοθέτης θεωρεῖται ἔμφρων, δὲν λέγει ἀνοησίας καὶ ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν θετικῶν διατάξεων τοῦ κειμένου ἑκάστου νόμου ὁ ἐφαρμοστὴς τοῦ νόμου πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πλειοψηφίαν. Ἑπομένως καὶ ἐν προκειμένῳ νομίζω, ὅτι ὀρθῶς διέκοψε τὴν συνεδρίαν ὁ πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ὡς προέδρου καὶ οὐδεὶς ψόγος κατ’ αὐτοῦ. Οὐδὲν τὸ ἔκνομον ἔπραξε. Ὄχι οὐδὲν τὸ ἔκνομον, οὐδὲν τὸ ἔκτροπον. Ἐνήργησεν ὡς πρόεδρος ἑνὸς συλλογικοῦ ὀργάνου, ὅπως θὰ ἐνήργει ὁ Πρόεδρος οἱουδήποτε ἄλλου Συλλογικοῦ ὀργάνου. Τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν στηρίζω καὶ εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 41 ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, εἰς τὸ ὁποῖον ἕνας γραμματεὺς μιᾶς Κοινότητος προσέφυγε, διότι ἀπελύθη ἀπὸ τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι θέμα ἀπολύσεώς του δὲν εἶχεν ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐνῷ ὁ κῶδιξ περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων προβλέπει τὴν ἀνάγκην ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶπε τάδε: «Κατ’ ἀρχὴν συζήτησις ἐπιτρέπεται μόνον ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ θέματός τινος ἀπαιτεῖται κατ’ ἀρχὴν εἰδικὴ πρότασις περὶ αὐτοῦ ἐν τῇ προσκλήσει καὶ τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐὰν δὲ τοιαύτη δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη, ἐὰν ἀκόμη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἐπιτάσσει ὁ νόμος, δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη τοιαύτη πρότασις, πρὸ πάσης συζητήσεως τοιούτου θέματος χρειάζεται εἰδικὴ ἀπόφασις μεθ’ ἣν καὶ μόνον τότε δύναται νὰ ἀχθῇ εἰς συζήτησιν». Ἑπομένως, μὴ ὑπαρχούσης Ἡμερησίας Διατάξεως, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐξ ἀπίνης νὰ λυθοῦν τὰ ζητήματα αὐτά, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταστατικοῦ χάρτου καὶ τῶν κανόνων τῶν διεπόντων τὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μετά τινας ἡμέρας ἐπήρχετο ἡ δευτέρα συνεδρίασις τῆς Συνόδου καὶ ἠδύνατο ἐκεῖ νὰ τεθοῦν τὰ ζητήματα. Δὲν ἐτηρήθησαν αὐτά.
§42Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§43Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγένετο ἡ ψηφοφορία, ἀλλὰ τοῦτο εἰς ἐνίσχυσιν τῶν γενικῶν ἀπόψεων περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Προέδρου προστιθέμενον, δὲν καθιστᾷ ἐπιλήψιμον τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως. Αὐτὸ ὑποστηρίζω. Καὶ ἐπιμένουν, ἐξ ὅσων πληροφοροῦμαι διὰ τῶν ἐφημερίδων, οἱ ἑπτὰ συνοδικοὶ εἰς τὰς ἀπόψεις των. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκω μίαν μεγάλην ἀντίδρασιν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιερώνει καὶ πάλιν τὴν ἀρχὴν τῆς νόμῳ κρατούσης πολιτείας, διὰ νὰ πατάξῃ τὴν μὴ ὀρθὴν ἐνέργειαν καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν καταργεῖ τὸ μεταθετόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ λέγει, ὅτι διὰ Διαταγμάτων θὰ καθορίσωμεν τὰ τῆς ἐκλογῆς καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τῶν Μητροπολιτῶν. Πάρα κάτω λέγει: Ἐξαιρετικῶς μέχρι πληρώσεως τῶν ἤδη χηρευουσῶν Μητροπόλεων θέλει ἰσχύει ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ἐγκεκριμένος κατάλογος τῶν πρὸς ἀρχιερατίαν ἐκλογίμων».
§44Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ποίαν ἔννοιαν ἔχει τοῦτο;
§45Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐρωτῶ καὶ ἐγώ. Δὲν θὰ εἶναι δυνατή, δηλαδή, ὁψέποτε παρουσιασθῇ ἡ περίπτωσις τῆς πληρώσεως τῶν ἑδρῶν αὐτῶν.
§46Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν μᾶς δίδει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μίαν ἀπάντησιν; Θὰ σᾶς διαφωτίσῃ εἰς τὴν συζήτησιν. Ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις αὐτή;
§47Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν τὰς τροπολογίας, εἶπεν, ὅτι μέγα βῆμα ἀποτελεῖ τὸ ὅτι ὅλοι οἱ Ἱεράρχαι συνεφώνησαν εἰς τὸ ὅτι θὰ πληρωθοῦν αἱ ἕδραι διὰ τῶν Διαταγμάτων. Ἀλλὰ πῶς θὰ πληρωθοῦν διὰ τῶν Διαταγμάτων, ὅταν σήμερον λέγωμεν, ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ προστεθοῦν ἄλλοι ἐκλόγιμοι, δηλαδὴ ἐκεῖνο ποὺ ἤθελαν οἱ ἑπτὰ ἐκεῖνο θὰ γίνῃ. Ὁπότε ἡ Πολιτεία παραδίδεται δέσμιος εἰς τὴν Ἱεραρχίαν.
§48Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Εἶναι πολὺ ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς σας καὶ χρῄζει τὸ θέμα μιᾶς διευκρινίσεως. Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται εἰς τὴν παράγρ. 2 τοῦ ἄρθρου 1, καθιεροῦται ἕνας νέος τρόπος ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν. Διὰ τῆς παραγρ. 1 καθιεροῦται ἤδη, ὅτι οἱ Μητροπολῖται ἐκλέγονται ὑπὸ τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας καὶ διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ ἐκδοθησομένου βάσει τῆς δευτέρας περιπτώσεως, θὰ καθορισθῇ καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπὸ τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας θὰ ἐκλέγωνται οἱ Μητροπολῖται. Ἑπομένως, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν Διαταγμάτων καθιεροῦται ἕνας νέος τρόπος ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν. Ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἐδαφίου τῆς παραγρ. 2 λέγει, ὅτι σήμερον ὑπάρχει ἕνας κατάλογος ἐκλογίμων καὶ ὑπάρχουν καὶ κεναὶ Μητροπόλεις. Κρίνεται, ὅτι εἶναι σκόπιμον τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον ἐν λειτουργίᾳ καὶ τὰ δεδομένα ποὺ ὑπάρχουν σήμερον, νὰ ὑπάρχουν μέχρι τῆς καθιερώσεως τοῦ νέου τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν. Κατὰ τὴν πρότασιν τῆς Ἱεραρχίας, τῆς 13μελοῦς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία εἰσηγεῖται τὸν νέον Καταστατικὸν Χάρτην, ὁ κατάλογος τῶν ἐκλογίμων προτείνεται νὰ γίνῃ ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας. Σήμερον, ὡς γνωρίζετε, γίνεται ἀπὸ τὴν διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον. Ἑπομένως καὶ εἰς τὸν κατάλογον ἀκόμη, καθιεροῦται ἕνας νέος τρόπος καταρτισμοῦ του. Τὸ ἐδάφιον αὐτὸ προβλέπει, ὅτι ὑπάρχει σήμερον μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῶν Διαταγμάτων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κενῶν Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως καταλόγου ἐκλογίμων ἐν ἐφαρμογῇ, διὰ νὰ ἀρχίσῃ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν νέων Διαταγμάτων ὁ νέος τρόπος καταρτισμοῦ τῶν καταλόγων τῶν ἐκλογίμων καὶ ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν.
§49Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργός, διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του, δὲν μᾶς λύει τὸ θέμα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὁ κατάλογος, διὰ νὰ εἶναι ἔγκυρος, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον Παιδείας καὶ νὰ ἔχῃ κυρωθῇ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Ὑπάρχει ὅμως κατάλογος, μὴ κυρωθεὶς ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ ὁ ὁποῖος μένει ἐκτὸς τῆς προστασίας τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§50Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν μένει, διότι, ἐὰν εἶσθε παρὼν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως θὰ ἠκούατε τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἐγένετο παράλειψις δύο λέξεων. Εἰς τὸ ἐδάφιον 2 τῆς παραγρ. 2 τοῦ ἄρθρου λέγεται: «Ἐξαιρετικῶς, μέχρι πληρώσεως τῶν ἤδη χηρευουσῶν Μητροπόλεων, θὰ ἰσχύῃ ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ἐγκεκριμένος κατάλογος τῶν πρὸς ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων». Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι, κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ κειμένου παρελείφθησαν κατὰ λάθος δύο λέξεις. Ἑπομένως, πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ κείμενον: «Ἐξαιρετικῶς, μέχρι πληρώσεως τῶν ἤδη χηρευουσῶν Μητροπόλεων, θέλει ἰσχύει ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Διαταγμάτων τοῦ παρόντος νόμου ἐγκεκριμένος κατάλογος τῶν πρὸς ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων».
§51Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Διὰ νὰ εἶναι ἐγκεκριμένος ὁ τελευταῖος κατάλογος πρέπει νὰ ἔχῃ κυρωθῆ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον Παιδείας. Μέχρι δὲ τῆς στιγμῆς, δὲν ἔχει κυρωθῆ.
§52Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Ἱεραρχίας προβλέπεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, κατόπιν τῆς συμφώνου γνώμης ἁπάντων τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ κύρωσις τῶν πρακτικῶν καὶ τοῦ καταλόγου καὶ μάλιστα ὁπωσδήποτε τοῦ καταλόγου δεδομένου, ὅτι ὁ κατάλογος κατηρτίσθη κατὰ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς συνεδριάσεως τοῦ ὁποίου δὲν ἀμφισβητεῖται ἀπὸ κανέναν ἡ ἰσχὺς καὶ τὸ κῦρος, δηλαδή, κατὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον προήδρευεν αὐτὸς οὗτος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως λύουν τὸ θέμα. Ἐξ ἄλλου, αἱ δηλώσεις αὐταὶ θὰ ἀναγραφοῦν καὶ εἰς τὰ πρακτικά.
§54Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἰσχύσῃ συνεπῶς ὁ κατάλογος, ὁ ὁποῖος κατηρτίσθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἔληξε κατ’ αὐτὸν τὸν περίεργον τρόπον.
§55Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κατὰ ποῖον περίεργον τρόπον; Διότι θέμα δὲν ὑπάρχει.
§56Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντως θὰ ἰσχύσῃ, ὡς εἴπατε, αὐτὸς ὁ κατάλογος.
§57Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μέχρις ὅτου συγκληθῇ ἡ Ἱεραρχία θὰ ἔχῃ ἐγκριθῆ ὁ κατάλογος αὐτός. Ποία περίπτωσις ὑπάρχει διὰ νὰ διευκρινίσωμεν πλήρως τὸ πρᾶγμα: Ἡ ἀπίθανος περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν μέχρι συγκλήσεως τῆς ἱεραρχίας νὰ κυρωθῇ ὁ κατάλογος αὐτός. Ἡ περίπτωσις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ κύρωσις τῶν πρακτικῶν τῆς τελευταίας συνεδριάσεως τῆς Συνόδου. Ἐὰν δὲν καταστῇ δυνατὴ γενικῶς ἡ κύρωσις τῶν πρακτικῶν, ἐὰν φέρ’ εἰπεῖν οἱ 7 ἐπιμείνουν εἰς ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν δεκταί τυχόν, τότε ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἰσχύσῃ τύποις ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ κατάλογος, ἀλλὰ θὰ παρέμβῃ ἡ Πολιτεία ὁπωσδήποτε, διότι θὰ εἶναι ἠναγκασμένη νὰ λάβῃ θέσιν. Ἐλπίζομεν, νὰ μὴ χρειασθῇ ἡ παρέμβασις αὐτή. Ἐλπίζομεν, νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ὁμαλὴ διαδικασία, ἡ ἄγουσα εἰς τὴν κύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης. Ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἡ ὁμαλὴ ἐξέλιξις πρὸς τὴν κύρωσιν τῶν πρακτικῶν, τότε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πράξωμεν, τὸ προεξοφλῶ σχεδὸν ὡς λογικὴν συνέπειαν μιᾶς τοιαύτης ἀνωμαλίας, χωρὶς νὰ ἔχω συνεννοηθῆ οὔτε μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε μὲ τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι φυσικόν, θὰ εἶναι τοῦτο, ὅτι θὰ νομοθετήσωμεν ἐκείνην τὴν στιγμήν, ὅτι τὸ θέμα τοῦ πρακτικοῦ θὰ τὸ λύσῃ ἡ Ἱεραρχία ὁλόκληρος. Θὰ ἦτο δυνατὸν ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ νομοθετήσωμεν νὰ τὸ λύσῃ ἡ Ἱεραρχία, ἢ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ λύσωμεν ἡμεῖς, διότι ἔχομεν δικαίωμα νὰ τὸ λύσωμεν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ τὸ λύσωμεν. Ἐφόσον ἅπαντες οἱ Ἱεράρχαι οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν Διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον ὑπέγραψαν ἓν κείμενον διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς κυρώσεως τοῦ πρακτικοῦ μέχρι τῆς τελευταίας συνεδριάσεως τῆς 104ης Συνοδικῆς Περιόδου, φυσικὸν εἶναι, λόγῳ τοῦ σεβασμοῦ ὁ ὁποῖος μᾶς διέπει ἔνατι ἁπάντων τῶν Ἱεραρχῶν, νὰ μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν διὰ νόμου ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος. Ὁπωσδήποτε ὁ κατάλογος, ὁ ὁποῖος ἔχει καταρτισθῆ, θὰ ἰσχύσῃ, διότι θὰ κυρωθοῦν τὰ πρακτικά, διότι ἡμεῖς ὡς νομοθετικὸν Σῶμα θὰ θεωρήσωμεν τὸν κατάλογον, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν, διὰ νόμου ὡς ἰσχύοντα.
§58Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Διατὶ δὲν περιλαμβάνεται τοῦτο εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον;
§59Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὸ θέμα δὲν θὰ τὸ λύσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Διετύπωσα τὴν παράκλησιν αὐτὴν πρὸς ὅλους τοὺς συναδέλφους, διότι ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ δημοσιευθῇ τὸ παρὸν σχέδιον νόμου εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, μέχρι τῆς Τετάρτης. Ἐὰν προεβαίναμεν εἰς μίαν τοιαύτην τροπολογίαν αὐτὴν τὴν στιγμήν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμείνωμεν ἐπὶ ὡρισμένας ἡμέρας καὶ νὰ δημοσιευθῇ ὁ νόμος μετὰ τὴν Τετάρτην ἢ Πέμπτην. Δι’ αὐτό, θὰ παρεκάλουν τοὺς ἀξιοτίμους καὶ ἀγαπητοὺς κυρίους συναδέλφους, ἁπάντων τῶν μερίδων, νὰ δεχθοῦν νὰ ψηφισθῇ τὸ σχέδιον νόμου ἀπόψε, νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ καμμία τροπολογία καὶ τὸ θέμα αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχῇ τὴν Βουλὴν ἢ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐφ’ ὅσον θὰ ἰσχύσῃ κατάλογος, θὰ ἰσχύσῃ ὄχι μόνον ὁ ἐγκεκριμένος ἤδη, ἀλλὰ καὶ ὁ κατάλογος ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀκόμη ἐγκριθῆ.
§60Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἡ ἐκλογὴ θὰ γίνῃ, βάσει τῶν νέων διατάξεων;
§61Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Βεβαίως. Ἀλλά, βάσει τῶν καταλόγων αὐτῶν.
§62Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχω ἀντιληφθῆ τὸ ἑξῆς θέμα: Ὁρίζετε διὰ τὸ μέλλον τρόπον ἐκλογῆς ἀπὸ τὴν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας. Ἡ τροπολογία αὐτὴ ἐπιτρέπει, ὅπως, μέχρι ἐκείνου τοῦ χρόνου, ὁπότε τὰ Διατάγματα θὰ ὁρίζουν τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς, συντελεῖται ἡ ἐκλογὴ κατὰ διάφορον τρόπον ὑπὸ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, πᾶσα ἐκλογὴ εἶναι ἐκλογὴ τῆς Ἱεραρχίας.
§63Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μόνον οἱ δύο κατάλογοι θὰ ἰσχύσουν, ἡ ἐκλογὴ θὰ γίνῃ βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§64Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι οἱ δύο κατάλογοι;
§65Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὑπάρχει ἕνας παλαιότερος κατάλογος καὶ ὁ τελευταῖος.
§66Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐδῶ διατελοῦμεν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ἀπὸ τὰ πρῶτα νομοσχέδια καὶ ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν, ὅτι τὰ λαμβανόμενα μέτρα, λαμβάνονται διὰ νὰ φύγῃ ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε τὴν κρίσιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ προτείνεται ἐπειγόντως νέος τρόπος ἐκλογῆς καὶ παραπομπῆς τοῦ θέματος τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διὰ νὰ λήξῃ ἡ διαμάχη τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου. Διερωτῶμαι, τίνα λόγον ἔχει ἡ τροπολογία, διὰ τῆς ὁποίας διατηρεῖται ὁ ἤδη ἰσχύων τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν, μὲ προοπτικὴν νὰ ἐγκριθοῦν τὰ πρακτικὰ ἀπὸ τὴν Διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον ἢ νὰ ἐγκριθοῦν ἀπὸ ἡμᾶς; Τίνα λόγον ἔχει αὕτη, ὅταν ὁ νέος τρόπος τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν Ἱεραρχίαν μᾶς εὑρίσκῃ ἀπολύτως συμφώνους καὶ δὲν βλέπομεν διατὶ νὰ ὑπάρξῃ ἐξαίρεσις τῆς συμπληρώσεως τῶν χηρευουσῶν ἤδη ἑδρῶν δι’ ἄλλου τρόπου ἐκλογῆς;
§67Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐζήτησα, κύριοι βουλευταί, ἐγώ, ὅπως ἡ Βουλὴ περιλάβῃ διάταξιν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ρυθμίσεως τῆς ἰσχύος τῶν πρακτικῶν τῆς τελευταίας συνεδριάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Καὶ δὲν τὸ ἐζήτησα, διὰ δύο λόγους: Πρῶτον, διότι ἐγὼ ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κυρωθοῦν πρακτικὰ περιλαμβάνοντα θέματα μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Καὶ δεύτερον, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα κατὰ τὴν Κυβερνητικὴν ἄποψιν, ἀναπέμπονται εἰς τὴν ὁλότητα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν Κυβερνητικὴν ἄποψιν, θὰ κρίνῃ καὶ ἐπὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν. Ἐξ ὅσων δὲ γνωρίζω, ἐκ τῶν δημοσιευμάτων τῶν ἐφημερίδων, τὸ πολὺ μεγάλο μέρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἔχει ταχθῆ κατὰ τῆς ἐνεργείας τῶν ἑπτά. Καὶ ἑπομένως, ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, διὰ τὰ γενόμενα μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἀπὸ ἀπόψεως Ἐκκλησίας καὶ ἑπομένως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, δὲν μὲ ἀνησυχεῖ, διότι ἡ πλειονότης τῆς Ἱεραρχίας θὰ δεχθῇ, ὅτι εἶναι νόμιμα μόνον τὰ γενόμενα μέχρι τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Συνεπῶς, δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐδῶ, κύριοι βουλευταί, δυοῖν θάτερον, ἢ ἡ διάταξις εἶναι μία παραχώρησις πρὸς τοὺς ἑπτά, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀντίκειται πρὸς τὴν γενικὴν γραμμὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐξασφάλισιν ὡρισμένων Μητροπόλεων, ὑπὲρ προσώπων τὰ ὁποῖα ἔχουν περιληφθῆ εἰς τὸν κατάλογον αὐτόν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράδεκτον, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν νὰ νομοθετῇ προσωπικὰς διατάξεις. Ἄλλος λόγος δὲν ὑπάρχει, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ. Συνεπῶς καὶ οἱ δύο λόγοι, εἶναι ἀξιοκατάκριτοι καὶ ἀπορρίπτονται. Ἀλλὰ εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι μόνον ὁ κατάλογος ὁ σήμερον ἰσχύων, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ καταρτισθῇ ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας καὶ θὰ ἰσχύσουν μέχρις ὅτου ἐκδοθοῦν τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμενα Διατάγματα. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει τοιαῦτα πράγματα. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι: «Ἐξαιρετικῶς, μέχρι πληρώσεως τῶν ἤδη χηρευουσῶν Μητροπόλεων θέλει ἰσχύει ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ἐγκεκριμένος κατάλογος τῶν πρὸς ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων». Ἄρα, ἢ ὑποχωρεῖ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς ἑπτὰ καὶ τοὺς δίδει ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζήτουν, ἢ ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐκλογὴν ὡρισμένων προσώπων. Συνεπῶς, προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς εἰς τὸ ὅλον ἔργον καὶ εἰς τὴν ὅλην ἀντιμετώπισιν τῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς Ἐκκλησίας. Κύριοι βουλευταί, δὲν νομίζω, ὅτι ἐπείγει δι’ οἱονδήποτε λόγον ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου αὐτοῦ αὔριον. Διατί; Εἶναι ὁ Ἀννίβας πρὸ τῶν πυλῶν; Ἐγὼ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἠρώτησα τὴν Κυβέρνησιν, τὸν Σεπτέμβριον θὰ ἐκδοθοῦν τὰ Διατάγματα; Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ναί. Τότε, ποῦ εἶναι τὸ ἐπεῖγον; Ἐδῶ νομοθετοῦμεν σήμερον ἐπειγόντως διὰ κάτι τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ τὸν Σεπτέμβριον, ἀφοῦ προηγουμένως ἐκδοθοῦν νέα Ν. Διατάγματα. Προτείνω, λοιπόν, τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς καὶ νὰ μὴ ἐκτιθέμεθα εἰς λαϊκὰς ἐπικρίσεις, ὅτι ἀποβλέπομεν εἰς τὴν ἐκλογὴν ὡρισμένων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχουν συμπεριληφθῆ εἰς τὸν σημερινὸν κατάλογον.
§68Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ τονίσω, ὅτι φοβοῦμαι, ὅτι ὑπάρχει μία ἀντίφασις μεταξὺ τῶν ὑποστηριζομένων προφορικῶς ὑπὸ τῶν διατυπουμένων εἰς τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Γίνεται μεγάλη συζήτησις, σχετικῶς περὶ τοῦ ποῖος κατάλογος θὰ ἰσχύσῃ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Μητροπολιτῶν. Λησμονοῦμεν ἕνα βασικὸν σημεῖον τοῦ παρόντος σχεδίου νόμου. Τὸ παρὸν σχέδιον νόμου, προτείνει τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν. Ἐφόσον προτείνομεν τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν καὶ ὁ περιορισμὸς αὐτὸς θὰ θεσπισθῇ διὰ Β. Δ., τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδοθοῦν, βάσει τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου, τότε δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἔστω καὶ μία κενὴ θέσις. Καὶ ἑπομένως, δὲν νομίζω, ὅτι κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ σκιαμαχῶμεν, ἐκτὸς ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πρόθεσις καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πρόθεσις μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Μητροπόλεων, διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πρόθεσις μειώσεως, τότε δὲν ὑπάρχει θέμα, οἱοσδήποτε κατάλογος καὶ ἐὰν γίνῃ, διότι θὰ ὑπάρχουν κεναὶ θέσεις.
§69Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὑποπτεύομαι, ὅτι ὑπάρχει παραχώρησις πρὸς τοὺς ἑπτὰ Συνοδικούς. Ἐλέχθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ ἐλήφθησαν δι’ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων. Ὀρθῶς ὁ κ. Μαῦρος ἐτόνισεν, ὅτι εἰς θέματα Δημοσίου Δικαίου δὲν χωροῦν παραχωρήσεις καὶ συμβιβασμοί. Αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβοῦν εἰς θέματα Ἰδιωτικοῦ Δικαίου. Οἱ ἑπτὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀποσύρουν τὸ αἴτημά των, ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ αἴτημά των; Τὸ αἴτημά των εἶναι ἡ πλήρωσις ὡρισμένων ἑδρῶν καὶ τὸ Πρακτικὸν τοῦ Συνόλου τῆς Ἱεραρχίας νὰ ὑποστῇ μίαν τροποποίησιν καὶ νὰ τεθῇ, ὅτι αἱ τάδε ἕδραι εἶναι κεναί. Δὲν θὰ ὑπέγραψαν οἱ ἑπτά, διότι ὑποστηρίζουν, ὅτι αἱ κεναὶ ἕδραι εἶναι πληρωμέναι. Ἔχομεν ὅμως τὴν ὑπεύθυνον ἀνακοίνωσιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ἡ πλήρωσις τῶν κενῶν ἑδρῶν θὰ γίνῃ μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Ἱεραρχίας. Εἰς τοῦτο εἶπε, συνεφώνησαν ἅπαντες καὶ εἶναι τοῦτο ἕνα μέγα βῆμα, ἀλλὰ κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν συνεφώνησαν οἱ ἑπτά. Καὶ δὲν συνεφώνησαν οἱ ἑπτά, ὅτι εἶναι κεναὶ αἱ ἕδραι Τριφυλίας, Φθιώτιδος καὶ Λαρίσης. Ὁ κ. Ἀντιπρόε☐ Μητροπολιτικαὶ ἕδραι εἶναι αἱ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). Ἤτοι, ἐν ὅλῳ ἑπτά. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ἕδραι, εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι κεναὶ καὶ θὰ πληρωθοῦν τὸν Ὀκτώβριον. Ἀλλ’ ἀφοῦ θὰ πληρωθοῦν τὸν Ὀκτώβριον, πῶς δικαιολογεῖται τὸ κατεπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου;
§70Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐν πρώτοις, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ μικρὰ διαφορὰ διατυπώσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ δύο κείμενα, προέκυψε μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβην. Εἰς τὸ κείμενον τῶν 7, δὲν ὀνομάζονται ρητῶς αἱ Μητροπόλεις αἱ χηρεύουσαι, ἀλλὰ ἐνόμισα, ὅτι χωρὶς νὰ ὀνομάζωνται ρητῶς, ἔπρεπε νὰ δώσωμεν, καὶ ἀσφαλῶς θὰ συμφωνήσητε μαζί μου, τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσα, ὅτι χηρεύουσαι εἶναι ἅπασαι αἱ μνημονευθεῖσαι ὑπ’ ἐμοῦ Μητροπόλεις, δεδομένου, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως μὲν κανονικῆς, μέχρι τοῦ Μηνύματος δὲν ὑπάρχει πλήρωσις, ἀπὸ ἀπόψεως δὲ Πολιτειακῆς, μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος, δὲν ὑπάρχει πλήρωσις Μητροπόλεων. Ἄρα τὸ κείμενον, ὅπως ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὑπογραφὲν ὑπὸ τῶν 7, χωρὶς ἔστω νὰ μνημονεύωνται αἱ Μητροπόλεις, μοῦ ἔδιδον πλήρως τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι αἱ Μητροπόλεις εἶναι ἅπασαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ συμφωνήσητε μαζί μου, διότι αὐτὸ συνήγαγον ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ὑφ’ ὑμῶν λεχθέντων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦ καταλόγου, τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὐσιώδη σημασίαν. Διατὶ δὲν ἔχει; Δὲν ἔχει σημασίαν, διότι δὲν συνδέεται μὲ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν — δυστυχῶς εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ χρησιμοποιήσω τὴν κακὴν αὐτὴν λέξιν — ὁμάδων, ἐν τῇ Διαρκῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν ὁμάδες, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν διαφωνίαι, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν διαφωνίαι ἐκδηλωθεῖσαι, καθ’ ὃν τρόπον ἐξεδηλώθησαν αἱ διαφωνίαι. Εἶναι πράγματι λυπηρόν, ὅτι ἀναγκαζόμεθα νὰ χρησιμοποιῶμεν τὸν ὅρον «ὁμάδες». Ἐν πάσῃ, ὅμως, περιπτώσει, πρόκειται περὶ πραγματικότητος, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἴμεθα ὑπεύθυνοι. Τὸ γεγονὸς —δυστυχῶς— ἔχει γίνει γνωστὸν εἰς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑποχρεωμένος, νὰ χρησιμοποιήσω τὸν ὅρον «ὁμάδες». Ἐλπίζω, διὰ τελευταίαν φορὰν εἰς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Ἱστορίαν τοῦ τόπου αὐτοῦ, νὰ χρησιμοποιῆται ὁ ὅρος αὐτός. Ὑπάρχουν, λοιπόν, δύο ὁμάδες, ἀλλὰ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὰς δύο ὁμάδας ἡ ὑπόθεσις τοῦ καταλόγου. Ὁ κατάλογος κατηρτίσθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν προήδρευεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, δὲν ἔχει δὲ καταρτισθῇ κατὰ τρόπον μονόπλευρον. Δὲν ἔχουν συγκεντρωθῆ αἱ 7 ψῆφοι ὑπὲρ ἑνὸς ἢ ἄλλου ὑποψηφίου, ὅπως τυχὸν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε. Ἡ κατάρτισις τοῦ καταλόγου ὑπῆρξεν ἔργον ὁλοκλήρου τῆς Διαρκοῦς Συνόδου —δὲν ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμήν, πόσας ψήφους συνεκέντρωσεν ἕκαστος ὡς ὑποψήφιος, διότι, ὅπως ἠξεύρετε, καταρτίζεται κατάλογος ὑποψηφιοτήτων — κατηρτίσθη, λοιπόν, κατάλογος, περιλαμβάνων περισσοτέρους τοῦ ἑνὸς δι’ ἑκάστην χηρεύουσαν ἕδραν, γνωρίζομεν δέ, ὅτι εἷς ἔλαβεν ἐξ αὐτῶν 9 ψήφους, ἑπομένως δὲν εἶναι μόνον οἱ 7, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐψήφισαν, δυνατὸν μάλιστα κἄποιοι ἐκ τῶν 7 νὰ μὴ τὸν ἐψήφισαν. Δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως, συνάρτησις μεταξὺ τοῦ καταλόγου καὶ τῆς διενέξεως, ἡ ὁποία ἀνεφύη μεταξὺ τῶν δύο ὁμάδων.
§71Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα μίαν περίεργον καὶ ἐπικίνδυνον ἄποψιν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξεδόθησαν τὰ Διατάγματα περὶ καταστάσεως ὡρισμένων Μητροπολιτῶν εἰς ὡρισμένας Μητροπόλεις, δὲν ὑπάρχει ἐκλογή.
§72Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ προχωρήσητε εἰς τὴν ἀντίκρουσιν τῶν ἀπόψεών μου, διότι συμφωνῶ μαζί σας ἐκ τῶν προτέρων. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι κανονικῶς δὲν ὑπάρχει πλήρωσις ἕδρας πρὸ τοῦ Μηνύματος, πολιτειακῶς δὲ πρὸ τοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ αὐτονόητον εἶναι, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς τοῦ Μηνύματος, τὸ Διάταγμα εἶναι συνέπεια ἀναπόφευκτος. Εἶναι, δηλαδή, ὑποχρεωτικὴ ἡ ἔκδοσίς του.
§73Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνδιαφέρομαι, κύριοι, διὰ τὸν κατάλογον, ἀλλὰ διατὶ αὐτὴ ἡ διάταξις, ἀφοῦ τὸν Νοέμβριον θὰ γίνουν τὰ πάντα. Διατὶ ἀπὸ τώρα; Φοβοῦμαι ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ διάταξις θὰ ἀποτελέσῃ πέτραν σκανδάλου καὶ δὲν θὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἐπιδιωκομένη ἠρέμησις. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ τελευταῖον θέμα, τῆς ἐγκυρότητος ἢ μὴ τῆς παρεχομένης εὐρυτάτης νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Διὰ τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 1, προβλέπεται «........ (ἀναγινώσκει) ........». Παρέχεται οὕτως εὐρυτάτη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ Διαταγμάτων ρυθμίσῃ ὅλα τὰ θέματα τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, μηδενὸς ἐξαιρουμένου. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ λεπτομερειακῶν θεμάτων. Ἀλλὰ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας θὰ κυρωθῇ διὰ Διατάγματος καὶ δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ εὐρύτης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἔχει δύο ἀπόψεις: Πρῶτον, ποία ἡ εὐρύτης, ἡ παρεχομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου καί, δεύτερον, ποία ἡ εὐρύτης, ἥτις θὰ περιληφθῇ εἰς τὰ Διατάγματα. Ἐδῶ ἔχει μίαν πονηρὰν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον. Τὰ Διατάγματα θὰ καθορίσουν τὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων, τὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Μητροπόλεων καὶ ὅλα τὰ ἄλλα θέματα, τὰ ἀφορῶντα τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ σχέδιον τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου. Εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ὁ κ. Παπανδρέου ὑπ’ ὄψει του. Ἐδόθη καὶ εἰς ἐμέ, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ὁμιλῶ καθ’ ὑπαγόρευσιν. Ἐν προκειμένῳ, δὲν ὑπάρχει καμμία συνεννόησις.
§74Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὰ ἀναπτύσσετε τόσον ὡραῖα, ὥστε ἀποδέχομαι τὴν παρεξήγησιν...
§75Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σχέδιον τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, ἔχει τὰ ἑξῆς κεφάλαια: 1) Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, 2) τί εἶναι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας, 3) τί εἶναι ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, πῶς συντίθεται, πῶς ἐργάζεται, ἐν γένει πῶς λειτουργεῖ, 4) πῶς γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν Ἀρχιερέων, 5) πῶς γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν Μητροπολιτῶν. Αὐτὰ ζητεῖ ὡς περιεχόμενον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ ὅλα εἶναι θέματα τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχει καὶ ἄλλας λεπτομερειακὰς διατάξεις ὁ Καταστατικὸς Χάρτης, διατάξεις ἀφορώσας τὴν ὀργάνωσιν τῶν Μητροπολιτικῶν Γραφείων. Νομίζω, λοιπόν, ὡς νομικὸς πάντοτε, ὅτι τοιαύτη εὐρυτάτη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, εἶναι πιθανόν, δὲν λέγω βέβαιον, νὰ θεωρηθῇ ἀντισυνταγματική, ἅτε ἀντιστρατευομένη εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθιερουμένην διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν καὶ συνεπῶς αἱ διοικητικαὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν ἐνδεχομένως, ἐπὶ τῇ βάσει διατάξεων Καταστατικοῦ Χάρτου, πληρωθέντος διὰ τοιαύτης εὐρυτάτης νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, πιθανὸν νὰ θεωρηθοῦν ἀνίσχυροι καὶ ἄκυροι. Ὑπάρχει σειρὰ ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, 1957)1952, 1368)1946, 1658)1952, 2201)1952 καὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι ἀπεφάνθησαν ἐπὶ ἀναλόγου θέματος. Ὑπῆρξεν ἕνας ἀναγκαστικὸς νόμος τοῦ 1935, ὁ ὁποῖος ἔδιδεν εὐρυτάτην ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας, νὰ τροποποιῇ τὰ Καταστατικὰ καὶ τοὺς Ὀργανισμοὺς τῶν διαφόρων Ἀσφαλιστικῶν Ταμείων καὶ ἐν γένει Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως. Ἐξεδόθησαν οἱ Ὀργανισμοὶ αὐτοὶ καὶ βάσει αὐτῶν ἐξεδόθησαν διοικητικαὶ πράξεις, ἀφορῶσαι τὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων κλπ. Προσέφυγον πολλοὶ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 99 τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου τῆς 11ης Νοεμβρίου 1935, θεσπίζουσα οὐχὶ εἰδικὴν καὶ περιωρισμένην ἐξουσιοδότησιν, πρὸς θέσιν κανόνων δικαίου ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλὰ λίαν γενικὴν τοιαύτην, περιλαμβάνουσαν τὴν τροποποίησιν τῶν ὀργανωτικῶν καὶ τῶν τακτικῶν διατάξεων τῶν πάσης φύσεως Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως, ἀντίκειται εἰς τὴν περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν συνταγματικὴν διάταξιν καὶ εἶναι, ὡς ἐκ τούτου, ἀνίσχυρος. Πῶς θὰ προλάβωμεν τοιοῦτόν τι ἐνδεχόμενον; Καὶ ὅταν νομοθετῶμεν, ὀρθὸν εἶναι ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ νὰ προλαμβάνωμεν τοιαῦτά τινα σοβαρώτατα ἐνδεχόμενα. Κύριοι βουλευταί, ἐλέχθη, ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς ἐργασίας, νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας, μὲ ὅλας τὰς διατάξεις, διότι, πιθανὸν καὶ αἱ συζητήσεις νὰ εἶναι ἀτέρμονες καὶ ὁ τρόπος τῶν συζητήσεων νὰ μὴ εἶναι ἐποικοδομητικὸς ἀπὸ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἀπόψεως. Ἀντετάχθη εἰς αὐτό, καὶ εὐλόγως, ἀπὸ τὸν κ. Παπανδρέου καὶ ἀπὸ τὸν κ. Τσιριμῶκον —εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξεδήλωσαν τὴν γνώμην των, θὰ συμφωνοῦν πρὸς αὐτὸ ὅτι, ἐπὶ τέλους, θίγει καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὸ θέμα τοῦ νὰ ἀγνοῆται εἰς τὴν νομοθέτησιν ἑνὸς τόσον σοβαροῦ μέτρου. Προτείνω, λοιπόν, τὴν μέσην λύσιν, ὥστε καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς νὰ διαφυλαχθῇ καὶ ὁ ὀφειλόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν σεβασμὸς νὰ τηρηθῇ καὶ ὁ κίνδυνος ἀκυρότητος οἱασδήποτε διατάξεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου νὰ ἀποτραπῇ. Ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν σχεδίῳ ἤδη ἕτοιμος, πρὸς ψήφισιν, ὑπὸ τὴν μορφὴν Κώδικος, ὁπότε ἔχομεν δύο ἀγαθά· πρῶτον, τὴν πρέπουσαν συνεργασίαν Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψήφισιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου καί, δεύτερον, τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ τὴν ἀποφυγὴν τῶν κινδύνων ἀκυρώσεως οἱασδήποτε διοικητικῆς πράξεως. Ναὶ ἢ ὄχι θὰ εἴπῃ ἡ Βουλή. Δὲν θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν καὶ δεδομένου, ὅτι τὸν Νοέμβριον θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης, ἔχομεν ὅλον τὸν καιρὸν νὰ τὰ κάμωμεν ὅλα αὐτά. Κύριοι βουλευταί, δεύτερον πόρισμα, τὸ ὁποῖον συνήχθη ἐκ τῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας νοσεῖ καὶ νοσεῖ ἀπὸ πολλαπλῶν ἀπόψεων.
§76Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Κύριε συνάδελφε, πρὶν εἰσέλθετε εἰς ἄλλο κεφάλαιον, ἐπιτρέψατέ μου μίαν διακοπήν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι καὶ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῶν συναδέλφων τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, συνάδουν πρὸς τὴν ἄποψιν, ὅπως ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα, ἔστω καὶ τὰ λεπτομερειακά, ἔρχονται πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, διὰ νὰ λαμβάνωνται ἐδῶ ἀποφάσεις. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι καὶ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ἀπὸ ὅλους, ὅσοι σήμερον ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν ταχεῖαν προώθησιν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει ἡ Πολιτεία καὶ οἱ ὁποῖοι, ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς Δημοκρατίας, ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων ἔχει διακηρυχθῆ, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ, ἀνεξαρτήτως τῆς προκειμένης περιπτώσεως, ἡ ἀρχὴ τῶν νόμων πλαισίων. Βλέπομεν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ τί γίνεται τὸν τελευταῖον καιρὸν εἰς τὸν τόπον μας, ὅτι ἡ Ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν τρόπον λειτουργεῖ, εἶναι δύσκολον νὰ ἐπιτελέσῃ νομοθετικὸν ἔργον, ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας καὶ διαπιστώνομεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπιτελεῖ τὸ κύριον νομοθετικὸν ἔργον. Ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε, θεωρητικῶς εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ παράγραφος 1, ἡ ὁποία καταργεῖ τὸ μεταθετὸν καὶ ἀναθέτει τὴν ἐκλογὴν τῶν Μητροπολιτῶν εἰς τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ὁ τρόπος τῆς διὰ Διατάγματος ρυθμίσεως τῶν θεμάτων αὐτῶν.
§77Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ὅμως; Τὸν Ὀκτώβριον ἢ τὸν Νοέμβριον;
§78Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ὅταν ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις. Ἀναφέρατε τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἔγινεν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἀρχιερέων. Αὐτὴ εἶναι μία εἰσήγησις πρὸς τὴν Ἱεραρχίαν. Δὲν θεωρεῖ ἡ Ἱεραρχία τὴν εἰσήγησιν αὐτήν, ὡς ἀπόφασίν της. Οὔτε εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, νὰ θεωρήσωμεν τὴν εἰσήγησιν, ὡς ἀπόφασιν τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας. Πέραν αὐτοῦ, εἰς τὴν εἰσήγησιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ἀρχιερέων, ἐνῷ ὁμολογεῖται ἡ κατάργησις τοῦ μεταθετοῦ, ὡς ἀναγκαίου μέτρου, διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, ἀναφέρεται, ὅτι ἐπιτρέπεται τὸ μεταθετὸν διὰ δώδεκα Μητροπόλεις. Οὐσίᾳ, δηλαδή, δὲν καταργεῖται τὸ μεταθετόν. Ἐπὶ πλέον, τὰ περισσότερα τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν εἰσήγησιν, εἶναι αὐτά, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν καὶ σήμερον. Οὐδαμοῦ ἐν τῇ εἰσηγήσει, ἀναφέρεται ὁ τρόπος λειτουργίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὰ περὶ ἡμερησίας διατάξεως κλπ. Ἡ εἰσήγησις εἶναι, βεβαίως, ἐπαινετή, ἀλλὰ χρήζει συμπληρώσεως, ἀναθεωρήσεως καί, ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, τῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἱεραρχίας. Διὰ τῶν Διαταγμάτων, πρόκειται νὰ ρυθμίσωμεν τὰ προσόντα τῶν πρὸς ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων, τὸν τρόπον τῆς πληρώσεως τῆς θέσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κλπ. Νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νὰ γίνῃ συζήτησις γόνιμος, ἡ ὁποία νὰ ἐπιφέρῃ θετικὰ ἀποτελέσματα, περὶ τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν καὶ περὶ τῆς συμπτύξεως πιθανῶς τῶν Μητροπόλεων καὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν ὁρίων των;
§79Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον νὰ ψηφισθῇ ὡς κῶδιξ.
§80Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Τὸ ἴδιον πρᾶγμα εἶναι. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τῶν Διαταγμάτων θὰ ρυθμισθοῦν ὅλα τὰ θέματα ποὺ ἀφοροῦν εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην. Διότι βασικὰ θέματα, ὅπως τὸ περὶ Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ περὶ καθηκόντων τῶν Ἀρχιερέων, περὶ τοῦ τρόπου λειτουργίας τῆς διοικήσεως διαφόρων Μητροπόλεων, περὶ τοῦ γάμου καὶ ἄλλα, δὲν ρυθμίζονται ὑπὸ τῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι κανονιστικὰ Διατάγματα, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου τρόπου ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν. Βεβαίως, ἕνα μεγάλο τμῆμα τῶν θεμάτων τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, θὰ ρυθμισθῇ διὰ τῶν Διαταγμάτων, ἀλλὰ ὄχι καὶ τὸ σύνολον αὐτῶν.
§81Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιστήμη καὶ ἡ Νομολογία δέχονται, ὅτι ἐπιτρέπεται εὐρυτάτη ἐξουσιοδότησις, ἀλλὰ ἐπὶ συγκεκριμένων θεμάτων. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐν προκειμένῳ. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας δέχεται, ὅτι ἡ γενικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι, βεβαίως, ἀντισυνταγματική. Ἀλλὰ ἡ εἰδικὴ ἐξουσιοδότησις, ἐπὶ συγκεκριμένων θεμάτων, ἔστω καὶ ἂν εἶναι εὐρεῖα, ἐπιτρέπεται. Μάλιστα, ὁ Σαρίπολος τὸ τονίζει αὐτὸ σαφῶς. Ἐν προκειμένῳ, ἡ ἐξουσιοδότησις ἀφορᾷ εἰδικὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας, καίτοι εἶναι εὐρεῖα. Τὸ συζητούμενον θέμα εἶναι πολιτικὸν καὶ ὄχι νομικόν. Ἐν τούτοις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, δὲν ἔχει, ὡς τὸ ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἡ παγία νομολογία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας δέχεται, ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις εἶναι ἀνίσχυρος, ὡς ἀντικειμένη εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅταν εἶναι ὑπεράγαν εὐρεῖα ἢ ὅταν εἶναι ἀόριστος. Ὑπεράγαν εὐρεῖα κατ’ ἔκτασιν. Ἀόριστος δέ, ἐὰν δὲν προσδιορίζωνται ὡρισμένα πλαίσια, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κινηθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις.
§82Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργός, διετύπωσε τὴν ἐπικίνδυνον ἄποψιν, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν πρέπει νὰ ἔρχωνται μόνον θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουν ἀμφισβητήσεις.
§83Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Δὲν εἶπον αὐτό.
§84Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Αὐτὸ περίπου εἴπατε, ὅτι προβλήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν ὀξεῖαι συζητήσεις, εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ συζητοῦνται ἐδῶ. Δὲν ὑπάρχει κανὲν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δύναται νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§85Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἠμποροῦν καλλίτερον νὰ ρυθμισθοῦν εἰς μίαν ἤρεμον συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ γεωγραφικῶν ὁρίων.
§86Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Προχθὲς ἐδηλώσατε, ἀπαντῶντες εἰς ἰδικήν μου διακοπήν, ὅτι ἐντὸς ἡμερῶν θὰ φέρετε τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἀπέδειξεν ὅτι τὰ σπουδαιότερα θέματα τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, αὐτὰ ποὺ προκαλοῦν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην συγκίνησιν, εἶναι ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα λαμβάνετε ἐξουσιοδότησιν. Διερωτῶμαι, μήπως, ἀπὸ εὐλάβειαν πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ περιλάβητε καὶ τὰ ἄλλα θέματα εἰς τὰ Διατάγματα, διὰ νὰ μὴ ἐμφανίζωμεν τὸ θέαμα, τὰ μὲν σπουδαιότερα νὰ τὰ λύῃ ἡ Κυβέρνησις ἐρήμην ἡμῶν, τὰ δὲ δευτερεύοντα νὰ τὰ παραπέμπῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§87Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Τὸ θέμα τοῦ γάμου, εἶναι δευτερεῦον;
§88Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ ἐσημείωσα ἀρκετὰ σαφῶς, τὴν διαφορὰν γνώμης, μεταξὺ ὑπουργοῦ Παιδείας καὶ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑπεστήριξε καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι μόνον λεπτομερειακὰ θέματα θὰ ρυθμίσουν τὰ Διατάγματα. Ἐὰν περιορισθῇ εἰς λεπτομερειακὰ θέματα, τότε δὲν πληροῖ τὸν σκοπὸν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος εἶπεν, ὅτι ὅλος ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας, θὰ περάσῃ διὰ Διαταγμάτων. Πῶς συμβιβάζονται τὰ δύο αὐτά;
§89Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διάφορος γνώμη, διότι ὑπάρχουν γραπτὰ κείμενα. Ἐδῶ σαφῶς ὁρίζεται, διὰ ποῖα σημεῖα παρέχεται ἐξουσιοδότησις. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις διαφωνίας.
§90Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, ὑπάρχει τὸ κείμενον, ὑπάρχουν καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Κανελλόπουλος ὑπεστήριξεν, ὅτι ὅλος ὁ Καταστατικὸς Χάρτης θὰ ρυθμισθῇ διὰ Διαταγμάτων. Πᾶρτε τὰ πρακτικὰ τῆς 16ης τοῦ μηνός. Εἶναι δηλώσεις ἰδικαί του. Πᾶρτε τὰ πρακτικὰ τῆς 13ης καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Κανελλόπουλος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου: «Συγκαλεῖται διὰ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου 1959, μὲ λῆξιν ἐργασιῶν αὐτῆς τὴν 15ην Ὀκτωβρίου 1959...... (ἀναγινώσκει) .........». Κυριαρχικῶς ἡ Πολιτεία, ὄχι μόνον συγκαλεῖ, ἀλλὰ καὶ διακόπτει τὰς ἐργασίας καὶ διερωτῶμαι. Ἀφοῦ ὑπάρχει πάγιος νόμος, ὁ ἰσχύων νόμος «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας», ὁ ὁποῖος καθιερώνει τὴν περίοδον, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ νόμου, τῆς Ἱεραρχίας ἐνιαύσιον καὶ ἐδῶ ἔρχεται ὁ νόμος καὶ τὸ περιορίζει εἰς 15 ἡμέρας καὶ καθορίζει λῆξιν. Τί σημαίνει αὐτό; Τροποποιεῖ τὸν πάγιον νόμον καὶ λέγει, πέραν τῆς 15ης δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐργασθῇ;
§91Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Τί ἐννοεῖτε ἐνιαύσιον;
§92Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, διαρκεῖ ὅλον τὸν χρόνον.
§93Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ἐδῶ πρόκειται διὰ τὴν Ἱεραρχίαν.
§94Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «... ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς γνωμοδοτήσεως αὐτῆς, ἐπὶ τοῦ Κατ)κοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Καὶ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης, θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Πολιτείαν ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς λήξεως, δηλαδὴ τὴν 15ην Νοεμβρίου καὶ τότε θὰ ληφθοῦν τὰ μέτρα. Εἶναι λογικὸν νὰ λέγωμεν περὶ ἐπείγοντος, ὅταν προβλέπωμεν, ὅτι σάρκα καὶ ὀστᾶ θὰ λάβῃ τὸ νομοθέτημα μετὰ τὴν 15ην Νοεμβρίου; Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ διάταξις, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει δικαίωμα, διὰ Διατάγματος, νὰ συγκαλέσῃ τὴν Ἱεραρχίαν καὶ ἐνωρίτερον. Τοῦτο προϋποθέτει, ὅτι καὶ ἡ Πολιτεία εἶναι ἑτοίμη νὰ συζητήσῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, νὰ τὸν θεσμοθετήσῃ διὰ Διαταγμάτων, ὁπότε τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἱεραρχίας, θὰ ἔχῃ γίνει δεκτὸν καὶ θὰ πρέπει νὰ τὸ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀντίκειται εἰς τὴν πρόθεσιν, τὴν διατυπωθεῖσαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ κληθῇ ἡ Ἱεραρχία ἐνωρίτερον.
§95Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Δὲν μὲ προσέξατε. Δὲν εἶπον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, εἶπον ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ ἀποτελεῖ πρότασιν μιᾶς εἰδικῶς συσταθείσης ἐπιτροπῆς ἐξ Ἱεραρχῶν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Ἱεραρχίαν. Δὲν ἀποτελεῖ πρότασιν τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως, ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸ ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν πρότασιν τῆς Ἐκκλησίας. Ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ἡ Ἱεραρχία, αὐτὸ δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι τίποτε, δὲν θέλομεν τοιοῦτον τρόπον ρυθμίσεως. Ἐλέχθη, ὅτι, ἔχετε ἕτοιμον τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι ἀληθές. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, ἡ Ἱεραρχία πόρρω ἀπέχει ἀπὸ τὸ νὰ συμφωνῇ μὲ αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§96Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεπονέθητε, ὅτι δὲν σᾶς ἐπρόσεξα. Ἐγὼ παραπονοῦμαι, ὅτι σεῖς δὲν μὲ ἐπροσέξατε. Δὲν εἶσθε ὥριμοι διὰ τὸ θέμα. Δὲν σᾶς μέμφομαι. Ἐγὼ κρίνω τὸ νομοθέτημα καὶ τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν προκειμένῳ. Καὶ εἶπον ὅτι, κατὰ τὸ νομοθέτημα, συγκαλεῖται ἡ Ἱεραρχία τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, θὰ ἐργασθῇ 15 ἡμέρας καὶ ἐντὸς μηνός, μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν της, θὰ ὑποβάλῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἄρα, ὁμαλῶς ἐξελισσομένων τῶν πραγμάτων, Καταστατικὸν Χάρτην δὲν ἠμπορεῖ νὰ κυρώσῃ ἡ Πολιτεία πρὸ τῆς 15ης Νοεμβρίου καὶ τότε, ποῦ τὸ ἐπεῖγον; Δὲν εἶναι δυνατὸν μέχρι τῆς 15ης Νοεμβρίου νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, εἴτε πρὸ τῶν διακοπῶν, εἴτε μετὰ τὰς διακοπάς;
§97Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Χωρὶς τὴν Ἱεραρχίαν;
§98Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὴν Ἱεραρχίαν. Διότι ἔχετε διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἠμπορεῖτε νὰ συγκαλέσητε τὴν Ἱεραρχίαν καὶ ἐνωρίτερον, ὁποτεδήποτε νομίσητε, ὅτι ἡ Ἱεραρχία καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἕτοιμαι. Καὶ λέγω, εἶσθε ἕτοιμοι ἢ προβλέπετε ὅτι θὰ εἶσθε ἕτοιμοι ἐνωρίτερον; Διατὶ δὲν τὸ κάμνετε; Θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται τόσος χρόνος, διὰ νὰ μελετήσῃ ἡ Ἱεραρχία τὰς προτάσεις τῶν δέκα τριῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἱεραρχίας καὶ νὰ λάβῃ ἀποφάσεις καὶ νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα κυρωθοῦν διὰ Διαταγμάτων.
§99Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Γνωρίζετε, ποία εἶναι ἡ διαδικασία, τὴν ὁποίαν καθώρισεν ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή;
§100Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Μὲ ἐνδιαφέρει τὸ κείμενον τοῦ νόμου.
§101Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Κατ’ ἀπόφασιν τῆς συνεδριάσεως τῆς 21ης Ἰανουαρίου, ἀνετέθη εἰς 13μελῆ Ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ τὸ σχέδιον τοῦ νέου Καταστατικοῦ Χάρτου, νὰ τὸ ἀποστείλῃ εἰς ὅλους τοὺς Ἱεράρχας καὶ ἀφοῦ τὸ μελετήσουν, νὰ συγκληθῇ ἡ Ἱεραρχία, διὰ νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Ἄρα, ἀπαιτεῖται χρόνος, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν γνώμην της ἡ Ἱεραρχία.
§102Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πᾶμε εἰς τὰς 15 Νοεμβρίου. Ποῦ τὸ ἐπεῖγον;
§103Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μάλιστα. Ἐπείγεσθε διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Προηγουμένως, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε νὰ μὴ γίνουν τροποποιήσεις, διότι ἐπείγει ἡ ψήφισίς του. Ἰδοὺ ἡ ἀντίφασις. Ὡς ἀκροατὴς τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, διεπίστωσα τὴν σπουδήν, πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς ἀναγνώστης τοῦ νομοσχεδίου σας, διαπιστώνω τὴν μεγάλην βραδύτητα τῆς ἐφαρμογῆς του. Ὑπάρχει ἀδυναμία συνεννοήσεως, ἀκροατοῦ καὶ ἀναγνώστου. Ἄλλα ἀκούω καὶ ἄλλα ἀναγινώσκω. Ἰδού, διατὶ φρονῶ, ὅτι ὁλόκληρος ἡ διαχείρισις τοῦ θέματος, δὲν ἔγινε μὲ τὴν ψυχραιμίαν καὶ τὴν ἀντικειμενικότητα, τὴν ὁποίαν τὸ θέμα ἐπέβαλλε. Φοβοῦμαι, ὅτι ἡ νευρικότης, τὴν ὁποίαν προεκάλεσαν τὰ γεγονότα, τὰ διαταράξαντα τὴν γαλήνην τῆς Ἐκκλησίας, ἔφθασε μέχρι τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν εὗρεν ἀκόμη τὴν ψυχραιμίαν της, πρὸς ἤρεμον ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος. Εἶπεν, ὁ κύριος ὑπουργός, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς μίαν περίοδον πλαισίων νόμων καὶ ὅτι ὑπάρχουν θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει νὰ ρυθμίζωνται μὲ Διατάγματα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅσα καὶ εἰς προφορικήν μου συνομιλίαν εἶπον εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι ὡρισμένα θέματα εἶναι προτιμότερον νὰ ρυθμίζωνται μὲ Διατάγματα, ὅπως τὰ θέματα τῶν ὁρίων τῶν Μητροπολιτικῶν περιφερειῶν, τὰ ὁποῖα, ὡς ἐκ τῆς τοπικῆς των φύσεως εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργοῦν δυσχερείας. Ἐπὶ ὅλων τῶν ἄλλων θεμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ἡ ἀρχὴ τῶν πλαισίων νόμων, διότι ἐδῶ πλαίσιον νόμου εἶναι τὸ σύνολον τῶν καταστατικῶν διατάξεων, τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐκκλησίας. Κύριε ὑπουργέ, σᾶς συνιστῶ καὶ πάλιν, νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν ἀρχικήν μου πρότασιν, ἡ ὁποία καὶ ἐκ τῆς πορείας τῆς συζητήσεως ἔχει πλήρως δικαιωθῆ. Ὀρθῶς ἀπηλείψατε ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὴν «σύμφωνον» γνώμην. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, ἡ «σύμφωνος» γνώμη τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τὴν ἔκδοσιν Διαταγμάτων, κατηργήθη, μίαν μόνον ἀπομένει πλέον ἐγγύησις ἀκόμη καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὁ νόμος καὶ ὄχι τὸ Διάταγμα. Δι’ αὐτὸ σᾶς συνιστῶ καὶ πάλιν, νὰ ἀρκεσθῆτε τώρα εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μεταθετοῦ τῶν Ἀρχιερέων καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν των ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς Ἱεραρχίας. Ὅλα τὰ ἄλλα θέματα, νὰ τὰ μελετήσετε μὲ ἠρεμίαν καὶ νὰ τὰ φέρετε πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν, καταθέτοντες ἐνώπιον αὐτῆς τὸν νέον Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ παρασχεθῇ τοιουτοτρόπως καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἡ εὐκαιρία, νὰ ἐξετάσῃ ἐν ἐκτάσει τὸ μέγα θέμα τῆς Ἐκκλησίας.
§104Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Κύριε Πρόεδρε, δύο λόγια θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω. Πρῶτον, ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἐπεῖγον τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ὑπάρχει σήμερον, εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ἕνας ἐκνευρισμός, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὰ γνωστὰ γεγονότα. Συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, περαιτέρω συζήτησις δὲν φέρει ἀποτέλεσμα κατευνασμοῦ τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς κύκλους τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς Ἱεράρχας. Ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὁ τερματισμὸς αὐτοῦ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐπιβραδύνουν ὡς καταλυτικὸς παράγων, διὰ τὴν περαιτέρω εὔρυθμον λειτουργίαν καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τῶν ἄλλων πραγμάτων. Ὅσον ἀφορᾷ, ὅτι θὰ χρειασθῇ μία ἐξαιρετικὴ καὶ διεξοδικὴ συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν, οὐδεὶς τὸ ἀπαγορεύει. Καὶ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι τρόποι νὰ ἀναπτυχθοῦν ὅλαι αἱ ἀπόψεις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§105Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δι’ ἐπερωτήσεως; Θέλει ἡ Κυβέρνησις τὸ θέμα νὰ ἔλθῃ δι’ ἐπερωτήσεως καὶ ὄχι διὰ καταθέσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου; Ἐὰν ἡ ἀρχική μου πρότασις ἐγένετο δεκτὴ —καὶ εἶχα ἀποκομίσει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ δεκτὴ— θὰ εἶχε ψηφισθῆ ὁμοφώνως ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ θὰ εἴχατε τερματίσει τὴν περιπέτειαν τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ δημιουργήσητε περιπέτειαν τῆς Κυβερνήσεως.
§106Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τερματίζων, λέγω ὅτι, δεύτερον πόρισμα τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι, ὅτι ὅλοι οἱ ὁμιλήσαντες ἐδέχθησαν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία νοσεῖ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Ἐκκλησία νοσεῖ καὶ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Παπανδρέου, ὅτι, ὄντως, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἀρχὴ εἶναι διορθώσεως τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν τὰ ἐξαντλεῖ καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ σχετικὴ νομοθεσία. Ἀλλὰ βλέπω εἰς χθεσινὸν ἀνακοινωθὲν τῶν Ἑλλήνων Ἱεραρχῶν, τῶν ἑπτά, ποὺ ὁμιλοῦν, ὅτι θὰ συντριβῇ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐκ τοῦ ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον θὰ κάμουν οἱ ἴδιοι καὶ φοβοῦμαι, ὅτι ἐὰν αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἡ παρέμβασις τῆς Πολιτείας, δὲν ἀγάγῃ εἰς σώφρονα ἀντιμετώπισιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων ἐκ μέρους ὅλων τῶν Ἱεραρχῶν, θὰ θελήσουν τινὲς ἐξ αὐτῶν, νὰ συνεχίσουν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς πολιτευτὴς καὶ ὡς χριστιανός, νὰ τοὺς προειδοποιήσω, ὅτι ἐὰν δὲν ἐπεξετάθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς νόσου τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μία, εἶναι πολλαί, ἐγένετο ἐκ μέρους ἡμῶν, ἀπὸ σεβασμὸν καὶ πρὸς τὴν Ἱεραρχίαν καὶ πρὸς τοὺς Ἱεράρχας καὶ πρὸς τὸ χριστιανικὸν πλήρωμα. Ἂς θελήσουν καὶ ἐκεῖνοι νὰ συντελέσουν εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἐγένετο ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ μὴ μένῃ ἀδιάφορος πλέον ἡ Πολιτεία, καὶ ἂς γνωρίζουν ὅλοι, ὅτι ἐὰν θελήσουν, κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων νόμων, νὰ μὴ λάβουν ὑπ’ ὄψιν των τὴν ὁμόθυμον γνώμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, νὰ προβοῦν εἰς πράξεις ἀντιτιθεμένας πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, θὰ θεωρηθοῦν ὡς ταραξίαι τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς τοιοῦτοι θὰ ἀντιμετωπισθοῦν καὶ ἂς ἀναλογισθοῦν τὰς εὐθύνας των, ἀπέναντι τῆς Πολιτείας καὶ ἀπέναντι τῆς Ἐκκλησίας. Χαιρετίζω τὸ νομοθέτημα, ὡς ἀπαρχὴν ἐκδηλώσεως τῆς Πολιτείας, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ παρέμβῃ διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τῆς Ἐκκλησίας. Παραπονοῦμαι μόνον, ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο, δὲν εἶναι ὅσον θὰ ἔπρεπε αὐστηρὸν καὶ ἐλπίζω, εἰς τὸ μέλλον ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην της, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διόρθωσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ θεωρήσῃ ὡς κακῶς ἔχοντα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος, ἔχει τὸν λόγον.
§108Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, καὶ τῶν δογμάτων καὶ τῶν γνωμῶν, ἡ ἀπόδειξις, ἐκ τῆς πράξεως μόνον δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Π.χ. ἡ γνώμη, ὅτι ἡ Βουλὴ δυσχεραίνεται νὰ νομοθετήσῃ ἐπὶ σοβαρῶν ζητημάτων καὶ εἶναι καλλίτερον νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ νομοθετῇ ἀντ’ αὐτῆς διὰ διαταγμάτων, ἀπεδείχθη οἰκτρῶς ἀποτυχημένη εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν, διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἑτοίμασε κατὰ τρόπον βιαστικὸν ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον μετεβλήθη τὴν ἑπομένην καὶ τὴν μεθεπομένην πάλιν μετεβλήθη, διὰ νὰ ἔλθῃ ὑπὸ τὴν τελικήν του μορφὴν σήμερον, ἡ ὁποία ἐὰν δὲν ἐγκριθῇ, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀκολουθηθῇ ἀπὸ ἄλλη αὔριον τὸ πρωΐ, ἡ ὁποία ἐπίσης θὰ εἶναι ἡ τελικὴ καὶ θὰ πρέπει νὰ δημοσιευθῇ ἀμέσως. Φαίνεται οὕτω ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐσπευσμένως ἐνεργοῦσα καὶ ἐκ παραλλήλου ἡ Βουλή, ἡ ὁποία μὲ πᾶσαν σοβαρότητα, μὲ πᾶσαν ἐπίγνωσιν τῆς σπουδαιότητος τοῦ θέματος καὶ μὲ πᾶσαν καλὴν θέλησιν, προσπαθεῖ νὰ βοηθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ἔργον τῆς παρεμβάσεως εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ἐπίπεδον εἰς τὸ ὁποῖον διεξήχθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, πείθει τοὺς πάντας, ὅτι οἱαδήποτε συζήτησις ἐπὶ γενικωτέρου θέματος θὰ γίνῃ εἰς τὴν περιωπήν, ἡ ὁποία πρέπει.
§109Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Θεωρητικῶς δέχομαι τὴν ἄποψίν σας ἀπολύτως, νομίζω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἔχει τὴν δυνατότητα ὡς Σῶμα νὰ κρίνῃ τὸ θέμα, ἀλλὰ διαφωνῶ μαζί σας μὲ τὸ ὅ,τι οἱαδήποτε ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν κάμνει μὲ σοβαρότητα τὰ νομοθετήματά της. Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν παράγραφον τοῦ ὑφισταμένου Καταστατικοῦ Χάρτου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀναφέρει τὰ προσόντα τῶν πρὸς Ἀρχιερατικὴν ἐκλογήν. Παράγραφος 6, ἄρθρον 10...... (Ἀναγινώσκει). Ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι αὐταὶ εἶναι τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἑκάστοτε ἐτέθησαν δι’ ὡρισμένας περιπτώσεις, καὶ ἀφοῦ ξεκινᾷ ἀπὸ τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, τελειώνει εἰς τὸν ἁπλοῦν ἱερέα. (Ἀναγινώσκει). Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι σεβαστὸς ψηφισθεὶς ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἔχει 150 «ἢ», τὰ ὁποῖα εἶναι ἀλληλοσυγκρουόμενα καὶ καταλήγουν ἀπὸ τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸν διάκονον.
§110Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐψηφίσθη, τὸ 1933;
§111Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Τὸ 1951–52.
§112Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπανειλημμένως ὑπέστη τροποποιήσεις. Δὲν εἶναι ἕνας νόμος. Ἐὰν φέρετε ἕνα νόμον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τόσον τραγελαφικός, ὡς εἶναι ἡ διάταξις αὐτή, καὶ εἰς αὐτὸ ἔχει δίκαιον ὁ κ. Τσιριμῶκος.
§113Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πρῶτον, δὲν δύναμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ μιᾶς διατάξεως ἀναγνωρισθείσης ἐν τάχει. Θὰ δώσω ὅμως δύο ἀπαντήσεις. Θεωρητικῶς, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν εὐρύτητα τῆς δυνατότητος ἐκλογῆς Ἐπισκόπου, διότι εἶναι δυνατὸν μέσα εἰς τοὺς ἱερωμένους, νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἱκανοὶ νὰ καταλάβουν τὴν θέσιν Ἀρχιμανδρίτου ἢ δὲν ἠξεύρω ποίου ἄλλου. Εἶναι δυνατὸν ὅμως, νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται ν’ ἀναδειχθοῦν εἰς Ἐπισκόπους. Δεύτερον, θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, δυνάμει αὐτῆς τῆς διατάξεως ποὺ ἀνεγνώσατε, ποῖοι ἐξελέγησαν, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν γνώμην σας, δὲν εἶχον τὰ προσόντα καὶ τὰ τυπικὰ καὶ τὰ οὐσιαστικά; Διότι τὴν ἑπομένην τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἦλθεν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἡ ὁποία ἐπιλέγει τὰ πρόσωπα καὶ κρίνει τὰ προσόντα των. Δὲν μοῦ λέγετε, ἀπὸ τὸ 1952 καὶ ἐντεῦθεν, μίαν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐξελέγη ἕνας Μητροπολίτης, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ εἶχε τὰ προσόντα;
§114Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Κάθε φορὰ ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνῃ κάποιος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τὰ προσόντα τὰ καθοριζόμενα ἀπὸ τὸν νόμον, ἐγένετο τροποποίησις τοῦ νόμου διὰ νὰ γίνῃ καὶ αὐτός.
§115Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι, κ. ὑπουργέ, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Σᾶς λέγω νὰ μοῦ δώσητε παράδειγμα καὶ δὲν ἔχετε κανένα ν’ ἀναφέρετε. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσθέσω καὶ μίαν τελευταίαν ἀπάντησιν. Τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς τὴν διευθύνουν αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ τροπολογίαι εἶναι εἰς βάρος τῶν Κυβερνήσεων, διότι δύνανται αἱ Κυβερνήσεις, ὁσάκις ὑποβληθῇ μία τροπολογία, ἡ ὁποία καταστρέφει τὸ νόημα τοῦ νόμου ἢ ζημιώνει τὸ Ἔθνος ἢ ἕνα θεσμὸν, δύνανται αἱ Κυβερνήσεις νὰ τὴν ἀρνηθοῦν, θέτουσαι ἐν ἀνάγκῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Θέλετε νὰ σᾶς δώσω παραδείγματα, ὅτι οἱ νόμοι γίνονται κακοὶ λόγῳ τῶν Κυβερνήσεων; Ὁ παρὼν νόμος. Τόσοι ὡμίλησαν ἐδῶ, καὶ θὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ ὑποφαινόμενος ἐπὶ τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ νόμου αὐτοῦ μὲ ἔκκλησιν πρὸς ὑμᾶς νὰ δεχθῆτε τὴν μεταβολήν του, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδέχθητε. Τὸ αὐτὸ ἐγένετο μὲ τὸν ἐκλογικὸν νόμον πρὸ ὀλίγου καιροῦ καὶ ἐπληροφορήθην ἐσχάτως, ὅτι διὰ τὴν ἑρμηνείαν μιᾶς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἐπολεμήσαμεν ἡμεῖς, ἐστάλη ἐρώτημα ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ ὑπογράφοντος τὸν νόμον πρὸς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, διότι καὶ ὁ ἴδιος δὲν δύναται νὰ τὸν ἑρμηνεύσῃ. Οἱ νόμοι ἔρχονται ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ πρῶτον δόγμα τοῦ κ. Μπακοπούλου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ὁ νομοθέτης θεωρεῖται ἔμφρων. Εἶναι ἴσως ἔμφρων ὁ νομοθέτης, εἶναι ὅμως συχνὰ προχειρολόγος καὶ βιαστικὴ ἡ ὑποβάλλουσα καὶ ἐπιμένουσα εἰς τὴν ψήφισιν ἐνίων νομοθετημάτων Κυβέρνησις. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, παρατηροῦνται κενὰ εἰς τοὺς νόμους. Αἱ Κυβερνήσεις ἔρχονται μὲ τὸ πλεονέκτημα τῆς πλειοψηφίας ποὺ διαθέτουν καὶ θέλουν νὰ ἐπιβάλουν διατάξεις, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ κατόπιν ἀποδεικνύεται ζημιωγόνος. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἐὰν ἤρχετο ἕνας Καταστατικὸς Χάρτης, συντεταγμένος μὲ τὴν ἄπειρον προσοχὴν ποὺ πρέπει καὶ ὄχι μόνον μετὰ γνώμην τῆς Ἱεραρχίας ἀλλὰ μετὰ γνώμην καὶ εὐρυτέρας Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μετέχουν νομικοὶ ἄριστοι καὶ θεολόγοι ἄριστοι διὰ νὰ καταρτίσουν ἕνα ἔργον ἄξιον λόγου καὶ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ, νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τολμήσῃ κανεὶς νὰ ὑποβάλῃ μικροτροπολογίας, αἱ ὁποῖαι νὰ καταστρέψουν ἕνα σοβαρὸν οἰκοδόμημα νομικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ κατασκευασθῆ καὶ θὰ γνωρίζωμεν ὅλοι, ὅτι πρόκειται περὶ ἔργου τοιούτου; Ἀλλὰ καὶ ἂν γίνῃ κἄτι τέτοιο, ἐδῶ εἶσθε μὲ τὴν πλειοψηφίαν σας —καὶ μὲ τὴν ἐνίσχυσίν μας ἂν θέλετε— νὰ ἀπορρίψετε πᾶσαν τροπολογίαν ποὺ δύναται νὰ καταστρέψῃ αὐτὸ τὸ ἔργον. Ἀλλὰ πόθεν μᾶς δείχνετε, ὅτι σεῖς, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι δυνατὸν νὰ νομοθετήσῃ καλλίτερον; Τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἐνώπιος ἐνωπίῳ 300 ἄνθρωποι ὁ ἕνας κοιτάζοντας τὸν ἄλλον, εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζουν τροπολογίας ποὺ νὰ καταστρέφουν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὑπόνοιαν αὐτὴν δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀντιστρέψωμεν ὡς Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι θέλετε νὰ κατασκευάσητε σεῖς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, συναλλασσόμενοι ἐν ἀνάγκῃ μὲ τοὺς ἱεράρχας, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦν ἢ συμφωνοῦν, διὰ νὰ περάσητε σεῖς τὰς διατάξεις ποὺ θέλετε, ὥστε νὰ γίνῃ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης ἓν ὄργανον ἰδικόν σας ἐπιδιώξεων κυβερνητικῶν, καὶ προσωπικῶν τῶν ὑπουργῶν, προκειμένου περὶ ὡρισμένων πραγμάτων; Δὲν σᾶς τὸ λέγω, ἀλλὰ ἐὰν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, σεῖς δύναται νὰ ἀποδώσητε τὴν μομφήν, ὅτι δύναται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ συναλλαχθῇ διὰ τροπολογιῶν ἐπὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ θέματος, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ὑπόνοια αὐτὴ εἶναι βαρυτέρα διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἶσθε ὀλιγώτεροι ἄνθρωποι καὶ διότι μέσα εἰς τὰ ἰδιαίτερα τῶν γραφείων συμφωνοῦνται πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀντέχουν εἰς τὴν δημοσίαν συζήτησιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Καί, ἀκόμη περισσότερον, τώρα ποὺ ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ κρίσις εἰς τὴν Ἱεραρχίαν, τώρα ἀκόμη περισσότερον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξητε τὴν δημοσίαν συζήτησιν. Διότι τώρα καὶ μὲ τὰς διατάξεις ποὺ ἔρχονται ἐδῶ διὰ τὰς ὁποίας γίνεται λόγος περὶ συμφωνίας μετὰ τῶν 7 ἢ τῶν 6 ἢ τῶν 5 ἢ τῶν 3, τώρα ποὺ ὑπάρχει ἡ κρίσις αὐτή, τώρα ποὺ γνωρίζομεν πόσαι ὑπάρχουν θέσεις πρὸς πλήρωσιν, τώρα ποὺ καὶ ὁ τελευταῖος πολίτης ἔμαθεν, ὅτι ὑπάρχουν ἀντιθέσεις περὶ προσώπων, τώρα διατρέχετε τὸν κίνδυνον αὔριον τὸ πρωΐ διὰ δημοσιευμάτων τῶν Μητροπολιτῶν νὰ διασυρθῆτε καὶ σεῖς καὶ ἡ Πολιτεία, ὅτι κατέληξεν εἰς ἕνα Καταστατικὸν Χάρτην, ὁ ὁποῖος εἶναι προϊὸν συναλλαγῆς καὶ ὄχι προϊὸν σκέψεως διὰ τὸ καλὸν τῆς Ἐκκλησίας.
§116Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Κύριε συνάδελφε, ἀνεφέρατε, ὅτι τἄχα δὲν ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Δὲν ὑπάρχει τέτοιο θέμα. Ἐδῶ ἐλέχθη ἐπανειλημμένως, ὅτι ἡ παρ. 2 βεβαίως εἶναι ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ ὅμως προϋπόθεσιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς παρ. 1. Ἐκεῖνο ποὺ ἠμπορῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιμέλεια εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε καὶ ἡ δημοσιότης θὰ ὑπάρξῃ πλήρης καὶ ἡ συζήτησις εἰς τὴν Ἱεραρχίαν ἐπὶ τῶν Διαταγμάτων καὶ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν κάμνει τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ὅλων τῶν ὀργάνων ποὺ εἴπατε προηγουμένως καὶ Ἐπιτροπῶν καὶ εἰδικῶν καθηγητῶν καὶ θεολόγων. Θὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἡ δημοσιότης καὶ τῶν Διαταγμάτων καὶ τῶν συζητήσεων εἰς τὴν Ἱεραρχίαν καὶ ὕστερα ἀπὸ ὅλην τὴν βάσανον καὶ τὴν κριτικὴν ἀκόμη τῆς κοινῆς γνώμης θὰ γίνῃ ἡ δημοσίευσις. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ γίνουν, ὡς ἀφίνετε νὰ ὑπονοηθῇ, λόγῳ ἰδιαιτέρων συμφερόντων εἴτε ἰδιαιτέρων ἄλλων ἀπόψεων. Ὅλοι ἔχομεν ἕνα κοινὸν σκοπόν, πῶς θὰ ὀργανώσωμεν τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας ὥστε καὶ τὸ κῦρος της νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ σημεῖον ὅπου ὅλοι θέλομεν καὶ συμβάντα ὡς ἐκεῖνα ποὺ συνέβησαν, νὰ μὴ ἐπαναληφθοῦν εἰς τὸ μέλλον.
§117Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ θὰ λάβητε τὴν ἀπάντησιν ἀργότερον. Ὅσα ἔλεγον πρὸ ὀλίγου τὰ ἔλεγον ἐν προλόγῳ διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι τῶν δογμάτων καὶ τῶν γνωμῶν ἡ ὀρθότης ἀποδεικνύεται ἐν τῇ πράξει. Καὶ τὸ παρὸν νομοθέτημα ἀπέδειξεν, ὅτι οὔτε ἐμπιστοσύνην δύναται νὰ ἔχῃ κανεὶς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τυφλήν, ὅτι νομοθετεῖ ἐν ψυχρῷ, διότι τὸ παρὸν νομοθέτημα ἀπέδειξε νευρικότητα τῆς διοικήσεως, ὅπως γίνεται φανερὸν ἀπὸ τὰς ἀλληλοδιαδόχους μορφὰς τοῦ νομοσχεδίου οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι εἶναι πάντοτε ἔμφρων ὁ νομοθέτης ὅπως εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος, διότι ναὶ μὲν αὐτὸ ἰσχύει θεωρητικῶς, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις πολὺ βιαστικοῦ καὶ πείσμονος νομοθέτου, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν ὡς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἄς ἔλθω ὅμως εἰς τὸ κύριον θέμα. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, δηλαδὴ κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι εἶμαι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ποὺ προσπαθοῦν καὶ ἀντιλαμβάνονται ἑκάστοτε περὶ τίνος πρόκειται. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ἐκινδύνευσα καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ χάσω τὸν προσανατολισμόν. Διότι περὶ τίνος ἐπρόκειτο; Πρὸ πέντε ἡμερῶν ἐπειγόντως ἤθελε νὰ ἐπέμβῃ ἡ Πολιτεία, ὄχι γενικῶς εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, διότι τὰ δικαιώματά της τὰ ἀσκεῖ κανονικὰ καὶ δὲν ὑπῆρξε κανὲν θέμα ἀναθεωρήσεως τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, ἀλλὰ νὰ παρέμβῃ εἰς τὴν συγκεκριμένην κρίσιν ποὺ παρουσιάζετο εἰς τὴν Ἱεραρχίαν. Αὐτὸ νομίζω, ἦτο τὸ θέμα καὶ ἔπρεπε νὰ παρέμβῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ λύσῃ τὴν ἐπείγουσαν κρίσιν. Περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο. Καὶ εἴχομεν ἤδη μίαν διάταξιν περὶ μεταθετοῦ, κατηργεῖτο τὸ μεταθετόν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου ἔν τινι μέτρῳ καὶ μίαν ἄλλην διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας παραπέμπεται ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας. Δι’ αὐτῶν τῶν δύο διατάξεων ἐπιστεύομεν ὅλοι, ὅτι λύεται ἡ κρίσις ἡ σημερινή, διότι ἀφαιρουμένου τοῦ μεταθετοῦ δὲν ὑπάρχει θέμα διενέξεως καὶ παραπεμπομένου τοῦ ἄλλου θέματος εἰς τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας, δὲν ὑπάρχει ἁρμοδιότης πλέον τῆς διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν. Καὶ τί βλέπομεν μὲ τὸ σημερινὸν νομοθέτημα; Πράγματι δὲν καταλαβαίνει κανεὶς πλέον ἐὰν ἔχωμεν κρίσιν τῆς Ἐκκλησίας ἢ τῆς Ἱεραρχίας ἢ ἐὰν ἔχωμεν κρίσιν ἰδικήν μας, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἐξετάσεως; Τί ἄλλο συμβαίνει ἐδῶ, πέραν τῆς κρίσεως τῆς Ἐκκλησίας; Διὰ τοῦ παρόντος νομοθετήματος διατηρεῖται ἡ διάταξις τῆς καταργήσεως τοῦ μεταθετοῦ καὶ τῆς παραπομπῆς τῆς ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν εἰς τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλὰ τί βλέπομεν ἐν συνεχείᾳ; Μίαν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ οὐσία τῆς διενέξεως, τὸ σημερινὸν καθεστὼς τὸ καταργούμενον, διατηρεῖται, τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς Μητροπολιτῶν ὡς μὴ ἔδει —καὶ θὰ εἴπω διατὶ δὲν ἔδει— καὶ ἀφ’ ἑτέρου, μίαν ἄλλην διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας μεταξὺ Ἱεραρχίας ἢ Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ὁμονοήσῃ καὶ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θέλει πράγματι νὰ λύσῃ τὴν κρίσιν ποὺ παρουσιάσθη, καταργεῖται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Δηλ. ἀπὸ ἀλλοῦ ξεκινᾷ ἡ RATIO LEGIS, ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου καὶ ἀλλοῦ καταλήγει Πράγματι, κύριοι, διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ὑπεσημείωσε καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος, λέγεται ἐδῶ: «Ἐξαιρετικῶς μέχρι πληρώσεως τῶν ἤδη χηρευουσῶν Μητροπόλεων, θέλει ἰσχύει ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Διαταγμάτων ἐγκεκριμένος κατάλογος τῶν πρὸς Ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων». Δηλαδὴ ξεύρετε περὶ τίνος πρόκειται; Ὁ κατάλογος, ὁ ἔχων ψηφισθῆ ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασίν της δὲν ἔχει ἀκόμη ἐγκριθῆ. Καὶ αὐτὸς θὰ ἐγκριθῇ καὶ θὰ ἰσχύσῃ, μολονότι καταργεῖται αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν καὶ παραπέμπεται τὸ θέμα τῆς ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν καὶ ἑπομένως, ὁ καταρτισμὸς τοῦ καταλόγου τῶν πρὸς Ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων εἰς τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας. Λέγω, λοιπόν, ὅτι, ἐνῷ διὰ τῆς πρώτης παραγρ. διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται τὸ μεταθετὸν καὶ γίνεται ἁρμόδιον τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Μητροπολιτῶν, λύεται ἡ κρίσις ἡ ὑφισταμένη, διότι ἀφαιρεῖται ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως διατηροῦμεν τὴν πέτραν τοῦ σκανδάλου. Περὶ τίνος πρόκειται; Τὸ πρακτικὸν ποὺ περιλαμβάνει τὸν κατάλογον τῶν ἐκλογίμων εἶναι τὸ ἐπίδικον. Διότι, τί συνέβη; Κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ καταλόγου τῶν ἐκλογίμων ἦσαν παρόντες ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ συνεφώνησαν. Μεθ’ ὅ, προκειμένου νὰ προβοῦν καὶ εἰς πλήρωσιν τῶν κενωθεισῶν ἑδρῶν ἀπεχώρησεν ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἐπῆλθεν ἡ ρῆξις. Ἄρα διὰ τῆς παραγράφου ποὺ ἀνέφερα, τώρα τὶ λέγομεν; Ὅτι θὰ ἐγκρίνωμεν τὸ πρακτικόν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἐγκριθῇ τὸ πρακτικόν, καθ’ ὃ μέρος εἶχον συμφωνήσει ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ. Καὶ τὸ ἐπίδικον πρακτικὸν τί θὰ γίνῃ; Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, θὰ κατηγορηθῇ ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ θέσιν 100% ἐναντίον τῆς μιᾶς μερίδος, διὰ νὰ ἐγκρίνῃ ὅλας τὰς πράξεις, ποὺ θέλει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, καὶ διὰ νὰ καταδικάσῃ ὅλας τὰς πράξεις, ποὺ δὲν θέλει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος.
§118Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θὰ παρεκάλουν καὶ τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ μᾶς δώσῃ μίαν διευκρίνησιν, διότι ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δυσκολεύομαι νὰ καταλάβω τὸ νόημα τῆς παραγράφου αὐτῆς καὶ ὡς ἐτροποποιήθη. Πόθεν τὸ συνάγετε, ὅτι τὸ τμῆμα τῶν ἀποφάσεων τῆς Διαρκοῦς Συνόδου τῆς προσφάτου, τὸ ὁποῖον ὁμοφώνως εἶχε ληφθῆ πρὸ τῆς ἐμφανισθείσης διαστάσεως, θὰ ἔχῃ κυρωθῆ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Διαταγμάτων καὶ κατὰ ποίαν διαδικασίαν θὰ ἔχῃ κυρωθῆ;
§119Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ θὰ γίνῃ νόμος. Ἐὰν ἡ Ἱεραρχία δὲν θελήσῃ νὰ ὁμονοήσῃ εἰς τὸ θέμα τοῦ πρακτικοῦ, διὰ νὰ ἐγκρίνῃ τὰ ὅσα πρέπει νὰ ἐγκρίνῃ καὶ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὰ ἄλλα.
§120Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν αὐτὸ ἀποτελῇ πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ δὲν τὸ ἔλεγεν εὐθέως εἰς τὸν παρόντα νόμον; Ἐὰν αὐτὸ θέλετε νὰ τὸ εἰπῆτε εὐθέως.
§121Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὡς γνωρίζετε, τὸ μυστικὸν εἶναι ἁπλοῦν. Οὐδεὶς παραμερίζει τυχαίως τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἐὰν ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις διάταξιν ἐδῶ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγκρίνεται τὸ ἕνα τμῆμα τῶν πρακτικῶν καὶ δὲν ἐγκρίνεται τὸ ἄλλο, θὰ ἐγίνετο συζήτησις ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἔχῃ δίκαιον ἡ πλειοψηφία, ἢ ἐὰν ἔχῃ δίκαιον ἡ μειοψηφία. Ἐνῷ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου διὰ τῆς ἁπλῆς ἐξουσιοδοτήσεως, δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ αὔριον τὸ πρωῒ νὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει, ἀποφεύγουσα τὴν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Ἀντιπροσωπείᾳ, συζήτησιν.
§122Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε δὲν εἶναι μέσα εἰς τὰ πράγματα. Ποῦ τὸ βγάζετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω.
§123Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι συμπαθῶ τὴν περίπτωσίν σας, διότι τεχνικὸς εἶσθε καὶ ἐνεπλάκητε μεταξὺ ἀρχιερέων καὶ νομικῶν.
§124Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Πρέπει νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι αἱ μεγαλύτεραι διαφοραὶ γίνονται μεταξὺ ὑμῶν τῶν νομικῶν καὶ θὰ ηὐχόμην νὰ συμφωνῆτε καὶ οἱ νομικοί, διὰ νὰ ἀκολουθοῦμεν καὶ ἡμεῖς οἱ τεχνικοί. Ἐδῶ λέγει, ὅτι ὁ ἐγκεκριμένος κατάλογος καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἔχουν δημοσιευθῆ τὰ Διατάγματα θὰ ἰσχύσῃ, διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν Μητροπόλεων. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐγκριθῆ θὰ περιληφθοῦν, εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος..........................................
§125Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπὶ θέματος συγκεκριμένου καὶ σαφοῦς ἀγνοῆτε τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν εἰς ὅλα τὰ θέματα τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ ἔχετε ἕνα κατάλογον. Ἐνεγράφησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς προηγουμένης Συνόδου ὡρισμένοι ὑποψήφιοι ἀρχιερεῖς. Αὐτοὶ θὰ εἶναι, ἢ δὲν θὰ εἶναι ἐκλόγιμοι διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν ἑδρῶν; Θὰ ἀφήσετε τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀβέβαιον; Θὰ ἔχῃ δίκαιον ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὁ ὁποῖος δίδει τὴν ἐξήγησιν αὐτῆς τῆς περιέργου διατυπώσεως. Καὶ σεῖς θὰ ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι εἶναι σόλοικον. Καὶ ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ εὕρω ἄλλην ἐξήγησιν. Πρέπει νὰ πεισθῶ, ὅτι ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει δίκαιον εἰς τὴν ἐξήγησίν του.
§126Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἡ διάταξις εἶναι σαφής. Ὁ ἐγκεκριμένος κατάλογος ἐκλογίμων κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δημοσιεύσεως τῶν Διαταγμάτων θὰ ἰσχύσῃ διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν Μητροπόλεων.
§127Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ κατάλογος; Διαρκὴς Σύνοδος δὲν πρόκειται νὰ συνεδριάσῃ, ἀπὸ τώρα καὶ ὕστερα.
§128Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό; Ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συνεδριάσῃ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, δὲν τὸ λέγει αὐτό, κύριε συνάδελφε, δὲν τὸ λέγει πουθενά, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν θὰ συνεδριάσῃ μέχρι συγκλήσεως τῆς Ἱεραρχίας.
§129Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Λέγει, ὅμως, ἡ διάταξις, πότε θὰ ἀρχίσῃ.
§130Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔδωσα, ἀνεξαρτήτως τούτου, ὁλόκληρος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, προκειμένου νὰ παρέμβῃ, διὰ νὰ λήξῃ ἡ κρίσις εἰς τὴν Ἱεραρχίαν, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιώσεως μιᾶς ἢ ἄλλης μερίδος, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς παραπομπῆς τοῦ θέματος εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἱεραρχίας, διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὁλόκληρος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ εἶχεν ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ σᾶς βοηθήσῃ καὶ τὴν ἔχει. Ἀπόδειξις, ὅτι οὐδεὶς ἠναντιώθη εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μεταθετοῦ. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἴπομεν, ὅτι καὶ ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ἱεραρχίαν, μᾶς εὑρίσκει συμφώνους. Ὅλοι, λοιπόν, θέλομεν νὰ σᾶς βοηθήσωμεν. Ἀλλά, ἀκριβῶς, λόγῳ τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου, ἐναντιούμεθα πρὸς τὴν διάταξιν τῆς παρ. 3. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν. Διὰ νὰ λυθῇ ἡ κρίσις, βεβαίως, ἔπρεπε νὰ θεσπισθῇ τὸ ἀμετάθετον καὶ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἱεραρχῶν εἰς τὴν Ἱεραρχίαν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸ θέμα τοῦ πρακτικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε καταρτισθῆ διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Μητροπολιτῶν, τὸ θέμα τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ πρακτικοῦ, διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν ἑδρῶν, αὐτομάτως καταργεῖται. Διότι, ἐφ’ ὅσον τὰ πάντα θὰ παρεπέμποντο εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἱεραρχίας, δὲν θὰ ὑπῆρχε θέμα, ποῖον πρακτικὸν εἶναι ἐγκεκριμένον, ποῖον πρέπει νὰ ἐγκριθῇ, ποῖον δὲν πρέπει νὰ ἐγκριθῇ, ἂν ἔχῃ δίκαιον ἡ πλειοψηφία ἢ ἡ μειοψηφία. Ὅλα αὐτὰ ἦσαν περιττά, διότι ἐκ τοῦ νόμου, πλέον ἁρμοδία ἦτο ἡ Ἱεραρχία νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ ἡ περὶ ἧς πρόκειται διάταξις, διατηρεῖ ἀκριβῶς τὴν αἰτίαν, ἐκ τῆς ὁποίας προῆλθεν ἡ κρίσις. Διότι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, διατρέχετε τὸν κίνδυνον, ὄχι μόνον τὸ καλὸν ἀποτέλεσμα τῆς περὶ ἀμεταθέτου καὶ ἁρμοδιότητος τῆς Ἱεραρχίας διατάξεως νὰ μὴ ἐπέλθῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ κατηγορηθῆτε, ὅτι πράγματι παρεμβαίνετε ὑπὲρ τῶν ἀντιμαχομένων μερίδων, διὰ νὰ δώσητε λύσιν, ὄχι συμφέρουσαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιώσητε τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην μερίδα, ἄνευ συμπράξεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Κάμνω, λοιπόν, ἔκκλησιν πρὸς ὑμᾶς, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀδιαβλήτου λύσεως τῆς κρίσεως. Διαγράψατε τὴν διάταξιν αὐτήν, ἀφήσατε ὁλόκληρον τὸ θέμα εἰς τὴν Ἱεραρχίαν, διὰ νὰ κρίνῃ καὶ διὰ τοὺς ἐκλογίμους καὶ διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν ἑδρῶν. Ἔτσι θὰ εἶσθε ἀδιάβλητοι καὶ δὲν δύναται κανεὶς Ἱεράρχης νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει χειρισθῆ ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος τὸ θέμα. Διότι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἱεραρχία θὰ κρίνῃ ὁλόκληρος ἐξ ὑπαρχῆς καὶ τοὺς ἐκλογίμους καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσουν τὰς ἕδρας, δὲν θὰ σᾶς εἴπῃ κανεὶς τίποτε, διότι ἀφήνετε τὴν Ἱεραρχίαν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, σύμφωνα μὲ τὴν ἁρμοδιότητά της.
§131Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ὡμιλήσατε περὶ διαβλητότητος ἢ μὴ αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ θὰ γίνῃ, οὕτως ἢ ἄλλως, ἀπὸ τὴν Ἱεραρχίαν. Ἐρωτᾶται, ἀπὸ ποῖον κατάλογον; Ἀπὸ κατάλογον, τὸν ὁποῖον συνέταξεν ἡ Ἱεραρχία ἐκ νέου, ἢ ἀπὸ τὸν προϋπάρχοντα; Ὁ προϋπάρχων ἔχει σειρὰν ὀνομάτων 20–25.
§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ εἶναι ἀποκλειστικός, δὲν θὰ ἠμποροῦν νὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλοι;
§133Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Τὸ λέγει ἡ διάταξις, ὁ κατάλογος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἐγκεκριμένος, μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τῶν Διαταγμάτων. Δὲν βλέπω, ποῦ εἶναι ἡ διαβλητότης. Ὑπάρχει ἕνας κατάλογος ἀπὸ 26 καὶ ἐψηφίσθη, κατὰ τὴν ἐποχιακὴν Σύνοδον, ἕνας ἄλλος κατάλογος μὲ ἄλλα 8 ὀνόματα, δηλαδὴ ἔχομεν τὸν κατάλογον τῶν 26 καὶ ἕνα νέον κατάλογον τῶν 8. Σύνολον 34, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἐκλέξῃ ἡ Ἱεραρχία πλέον, διὰ νὰ πληρωθοῦν αἱ κεναὶ θέσεις. Ποῦ βλέπετε τὴν διαβλητότητα; Δεύτερον, ὁ κατάλογος τῶν 8, ἐψηφίσθη ἀπὸ τὸ σύνολον, ἐψηφίσθη ἐν κανονικῇ συνεδριάσει τῆς Ἱεραρχίας καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου δὲν ὑπάρχει διαβλητότης, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν, ἀπὸ 34 ἄτομα, θὰ κληθῇ ἡ Ἱεραρχία νὰ συμπληρώσῃ 6–8 κενὰς Μητροπολιτικὰς θέσεις.
§134Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ; Κύριε ὑπουργέ, εἴπατε, ὅτι εἰς τὸν προϋπάρχοντα κατάλογον τῶν 26, προσετέθησαν ἄλλοι 8, κατὰ τὴν τελευταίαν, ἂν τὴν ὀνομάσωμεν ἔτσι, ἐπίδικον συνεδρίασιν. Τὸ πρακτικὸν αὐτό, δὲν ἔχει ἐγκριθῆ. Συνεπῶς, ἔγινε μόνον δεκτὴ ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὸν πίνακα τῶν 8, δὲν ἔχει, ὅμως, κυρωθῆ διὰ πρακτικοῦ ἡ ἐγγραφὴ αὐτῶν. Ἄρα, εἶναι ἀνύπαρκτος ἡ ἐγγραφὴ τῶν 8.
§135Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ὑπαρκτή;
§136Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Σεῖς τὸ εἴπατε.
§137Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ἐγὼ εἶπον, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δημοσιεύσεως τῶν Διαταγμάτων, θὰ ὑπάρχῃ κἄποιος ἐγκεκριμένος κατάλογος ἐκλογίμων, ὁ ὁποῖος θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν. Βλέπετε εἰς τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀναφερώμεθα, εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἢ εἰς τὸν κατάλογον ἐκεῖνον;
§138Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ὁ πίναξ, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε, εἶναι ὁ περιλαμβάνων τοὺς 26 καὶ ὄχι τοὺς 26 σὺν 8. Δι’ ἄλλους λόγους, ἐπανέρχεσθε πάντοτε ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος τῶν 26. Δὲν θέλετε, ὅμως, νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν 26.
§139Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ παρέμβω εἰς τὴν συζήτησιν. Πρῶτον, τὴν ἄποψιν, ὅτι ὁ κατάλογος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἐγκεκριμένος κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Διαταγμάτων, εἶναι ὁ κατάλογος, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν ἐπίδικον αὐτὴν ἡμέραν, τὴν ἄποψιν αὐτὴν δὲν τὴν ἔβγαλα ἀπὸ τὸ κεφάλι μου, ἀλλὰ τὴν ἐνίσχυσε μὲ αὐτὰ ποὺ εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ ὀλίγου, ὅτι αὐτὸς ὁ κατάλογος θὰ ἐγκριθῇ. Ἀλλά, ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς καὶ ὅτι εἶναι ἄλλος καὶ τὸν ἄλλον αὐτόν, θὰ πρέπει κἄποιος νὰ τὸν καταρτίσῃ, ἄρα ἡ Διαρκὴς Σύνοδος. Λέγω, λοιπόν, ψηφίζομεν ἐν τάξει διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἁρμόδιον, διὰ τὰ θέματα τῆς ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν, εἶναι τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας. Καὶ ἐρχόμεθα εὐθὺς ἀμέσως νὰ εἴπωμεν: Ναί, ἡ Ἱεραρχία εἶναι ἁρμοδία, ἀλλὰ τὸν κατάλογον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκλέξῃ ἡ Ἱεραρχία, θὰ τὸν ἔχῃ καταρτίσει ἡ Διαρκὴς Σύνοδος, ἡ ὁποία Διαρκὴς Σύνοδος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ σκάνδαλον, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ὁποίου κατεστήσαμεν ἁρμοδίαν τὴν Ἱεραρχίαν. Δὲν βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει κἄτι τὸ διαβλητὸν ἐκεῖ;
§140Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ποῦ ἀκριβῶς;
§141Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἀμέσως. Ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς καθιστᾶτε ἁρμοδίαν τὴν Ἱεραρχίαν καὶ πρόκειται νὰ ψηφίσητε καὶ Β. Διατάγματα ἢ νόμον, ὡς ἐλπίζομεν ἡμεῖς, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζετε τὰ προσόντα τῶν Μητροπολιτῶν, δίδετε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐντὸς τοῦ καταλόγου αὐτοῦ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἄνευ τῶν προσόντων τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσητε, τοὺς ὁποίους, πάρα ταῦτα, θέλετε νὰ καταστήσητε ὑποχρεωτικῶς μέλη ἑνὸς καταλόγου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ Ἱεραρχία θὰ ἐκλέξῃ καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀρκεῖ μόνον, ὅτι εἶναι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, μεροληπτική, θὰ σᾶς τὸ ἐχάριζα, διότι θὰ ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν ἀρετὴν τοῦ Σωκράτους, ὡς ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Μπακοπούλου, καὶ μὲ τοὺς θεσμοὺς τοὺς κοινοβουλευτικούς, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν νὰ προωθῇ καί τινας φίλους του κανείς, ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὸ διαβλητὸν συμβαδίζει μὲ τὸ ἄλλο ἀκόμη, τὸ ὁποῖον ἐτόνισα πρίν, ἀλλὰ σᾶς ἠνώχλησε, τὸ διαβλητὸν καὶ ὄχι ὁ παραλογισμὸς μὲ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶπον πρίν, ὅτι αὐτὴ ἡ περίφημος συνεδρίασις ποὺ ἔγινεν ὁ κατάλογος, εἶναι ἡ συνεδρίασις ποὺ προεκάλεσε τὴν διάστασιν μεταξὺ τῶν δύο μερίδων, τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Λέγω, λοιπόν, διατὶ τὴν ἀφήνετε ζῶσαν αὐτὴν τὴν συνεδρίασιν καὶ θὰ ἔλθετε αὔριον νὰ ἐγκρίνητε τὸ ἕνα της τμῆμα καὶ νὰ μὴ ἐγκρίνητε τὸ ἄλλο της τμῆμα. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχετε νὰ κάμετε, εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ ταχύτης καὶ τὸ ἐπεῖγον τοῦ χαρακτῆρος τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε νὰ ψηφίσωμεν.
§142Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ὡμιλήσατε περὶ παραλογισμοῦ καὶ περὶ διαβλητότητος. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν, διὰ νὰ μοῦ εἴπητε ποῦ εὑρίσκονται αὐτὰ τὰ δύο.
§143Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀπήντησα.
§144Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ἰσχυρίζεσθε, ὅτι μὲ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσωμεν, θὰ βάλωμεν νέα προσόντα. Καὶ εἴπατε, ὅτι ἡμεῖς, διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ Σωκράτους, θὰ δεχθῶμεν τοὺς μὲ μειωμένα προσόντα ὑπάρχοντας σήμερον, διὰ νὰ βγοῦν αὔριον Μητροπολῖται, ἐνῷ ἔχομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὰ Διατάγματα νὰ βάλωμεν τὰ μειωμένα προσόντα. Ἡμεῖς οἱ ἴδιοι. Ποῦ, λοιπόν, ὁ παραλογισμὸς καὶ ἡ διαβλητότης;
§145Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, καθὼς βλέπετε, ἐγὼ δὲν εἰσῆλθα καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰ θέματα τῶν πληροφοριῶν καὶ τῶν φημῶν, περὶ τῶν αἰτίων τῆς διενέξεως, μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω, ὄχι μόνον διότι θὰ κάμω ἄλλο, ἀλλὰ καὶ διότι πιστεύω, ὅτι ὑπάρχουν δύο θέματα: Τὸ ἕνα ποὺ εἶναι τὸ θέμα τῆς σχέσεως τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ τὸ ἄλλο τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Καὶ μὲ ἐνδιαφέρει τὸ δεύτερον πάρα πολὺ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀσχολοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμήν. Δὲν θὰ εἰσέλθω, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ τὸ χρησιμοποιήσητε ἐναντίον μου. Διότι γνωρίζει, πλέον, καὶ ὁ τελευταῖος τῶν πολιτῶν καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα καὶ ποῦ ὑπάρχουν αἱ διαφωνίαι καὶ ποῦ τὰ προσόντα καὶ ποῦ δὲν ὑπάρχουν καὶ ποῖος χρειάζεται διὰ νὰ ἀποκλεισθῇ, ποὺ ἐνδεχομένως σήμερον εἰς αὐτὸν τὸν κατάλογον δὲν μπῆκε, ἀλλὰ θὰ ἠμποροῦσεν ἐκ τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλὰ χάριν αὐτοῦ καὶ μόνον, θὰ θεσπισθοῦν προσόντα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ ἀνταποκριθῇ διὰ νὰ μὴ μπῇ, ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι πασίγνωστα.
§146Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, τὰ ὑπονοούμενα νὰ τὰ ἀφήσετε καὶ ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν σχέσιν Κυβερνήσεως καὶ τοῦ θέματος, νὰ τὰ εἴπητε εὐθέως.
§147Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εὐχαρίστως. Κύριε ὑπουργέ, σᾶς λέγω εὐθέως, ὅτι εἶναι παράλογον καὶ ὅ,τι εἶναι παράλογον δίδει πάντοτε τὴν ὑποψίαν ὅτι δὲν εἶναι ἄθελον, εἶναι παράλογον, τὴν αἰτίαν τῆς κρίσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπειγόντως ἐφέρατε ἕνα νομοσχέδιον, νὰ τὴν διατηρῆτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Διατηρῆτε τὴν περίφημον συνεδρίασιν, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν διάστασιν, ζῶσαν, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας ἔχετε μίαν ἀρίστην διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἐκλόγιμοι, τὰ προσόντα καὶ τὰ ἄλλα, πάντοτε καθιστᾶται ἁρμοδία ἡ Ἱεραρχία. Σᾶς προσκαλῶ, ἐν ὀνόματι τῆς λογικῆς, νὰ καταργήσητε τὴν διάταξιν, διότι εἶναι παράλογον ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος νὰ καθιστᾶτε ἁρμοδίαν τὴν Ἱεραρχίαν διὰ τὴν ἐκλογήν, ἀκριβῶς διὰ νὰ λύσητε τὴν κρίσιν ποὺ ὑπάρχει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ διατηρῆτε αὐτὴν τὴν αἰτίαν. Καὶ σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι διαβλητὸν αὐτό. Διατί; Διότι, ἐφ’ ὅσον διατηρῆτε τὴν αἰτίαν ταύτην, ἀπὸ αὔριον τὸ πρωΐ, διὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θὰ εὐθύνωνται οἱ Ἱεράρχαι ἢ οἱ ἑπόμενοί των, θὰ εὐθύνεσθε σεῖς, διότι ἠμπορούσατε νὰ δώσητε λύσιν εἰς τὴν κρίσιν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐκάματε. Λέγω, λοιπόν, ὅτι πᾶσα παράλογος λύσις, εἶναι διαβλητὴ αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, διότι οὐδένα ἄνθρωπον πείθει. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῆτε, κύριε ὑπουργέ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ καταργηθῇ.
§148Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ἡ διαφωνία δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐκλογίμων, ἀλλὰ εἰς τὸ θέμα τῆς χειροτονίας καὶ τῆς τοποθετήσεως. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον τὸ θέμα αὐτὸ ὑπάγεται εἰς τὴν Ἱεραρχίαν, αἴρεται ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει συμφωνία, δὲν ὑπάρχει θέμα ἐπεμβάσεως καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέμβῃ κανείς. Τώρα γίνεται ἡ πρότασις ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας καὶ ἡ Μικρὰ Σύνοδος καθορίζει τοὺς ἐκλογίμους. Τοιουτοτρόπως, αἴρομεν τὴν πέτραν τοῦ σκανδάλου.
§149Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι γεννᾶται μία ἀμφιβολία. Ἡ διάταξις, ὁμιλεῖ περὶ ἰσχύος τοῦ καταλόγου, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει. Θὰ ἤθελον νὰ διευκρινίσῃ ὁ κ. ὑπουργός, ἐὰν μεταξὺ αὐτῶν θὰ ὑπάρχουν καί τινες, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν τὰ προσόντα βάσει τῶν Β. Διαταγμάτων, ἐὰν αὐτοί, λέγω, θὰ εἶναι ἐκλόγιμοι.
§150Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Βεβαίως θὰ ὑπάρχουν.
§151Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ἐπ’ αὐτοῦ ἀπήντησα, λαβὼν ἀφορμὴν ἀπὸ μίαν ὑπόνοιαν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος συνάδελφος, ὅτι δηλαδὴ εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ προστατεύσωμεν τὸν ὑπάρχοντα κατάλογον, διότι, τἄχα, ἐν αὐτῷ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν προσόντα ἀρκετὰ καὶ ὅτι πρέπει νὰ γίνουν Μητροπολῖται. Ἐπὶ τῆς ὑπονοίας αὐτῆς, λέγω, ἀπήντησα, ὅτι διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων θὰ καθορίσωμεν ἡμεῖς τὰ προσόντα τῶν ἐκλογίμων. Αὐτὸ δὲν ἰσχύει σήμερον, ἀλλὰ ἰσχύει ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Ἐὰν ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ εὐνοήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὸν κατάλογον, δὲν εἴχομεν νὰ κάμωμεν ἄλλό τι, παρὰ νὰ θέσωμεν καὶ εἰς τὸν νέον κατάλογον τὰ ἴδια προσόντα.
§152Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, μίαν μικρὰν διακοπήν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ παρεκάλουν, καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ ὑμᾶς, ὅπως μὲ συνδράμητε εἰς τὸ νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις κανονικῶς καὶ συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν. Νομίζω, ὅτι γίνεται κατάχρησις τῆς ἀνοχῆς τοῦ Προεδρείου.
§154Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅπως κάμω μίαν ὑστάτην παρατήρησιν διὰ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς μίαν ἀσάφειαν. Ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι προφανῶς δὲν ἐννοεῖ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον εἰσάγει, διότι ἡ διάταξις περὶ τοῦ ὅτι ἐξαιρετικῶς θὰ ἰσχύσῃ ὁ κατάλογος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπάρχῃ, σημαίνει ἕνα πρᾶγμα, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, δύνανται νὰ γίνουν Ἀρχιερεῖς ἔστω καὶ ἂν δὲν ἔχουν τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα θὰ ὁρίζῃ τὸ Διάταγμα. Αὐτὸ εἶναι βέβαιον, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν τὸ δηλώνει ὁ κ. ὑπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ γνωρίζῃ αὕτη τί ψηφίζει.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Τσιριμῶκον νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του ἄνευ διακοπῶν.
§156Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, διότι αἱ διακοπαὶ ναὶ μὲν προάγουν τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ὅμως ὁδηγοῦν καὶ εἰς ἐπανάληψιν τῶν λεχθέντων. Αὐτὸ δὲν ἀρέσει εἰς ἐμὲ προσωπικῶς καὶ διὰ λόγους αἰσθητικοὺς ἀκόμη. Αὐτὸ ἔγινε διὰ τῆς τελευταίας ἐρωτήσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ἐγὼ ἀνέλυσα ἐπὶ ὥραν τὴν βασικὴν ἀντίφασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς πρώτης διατάξεως καὶ τῆς διατάξεως, ἥτις περιέχει τὴν λέξιν «ἐξαιρετικῶς», καὶ ἐξέθεσα τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω. Τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη τελευταίως, εἶναι κατὰ πόσον διατηρεῖται ἢ ὄχι ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου. Λέγω, λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κατάλογος, ὁ ψηφισθείς, ἔχει ψηφισθῆ, ἂν ὄχι δι’ ὁμοφωνίας, ἀλλὰ διὰ μιᾶς νομίμου πλειοψηφίας. Εἶναι ἐπίσης, ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει μία πλειοψηφία, ἡ ὁποία ἐξηκολούθησε τὴν Συνεδρίασιν καὶ προέβη εἰς ὁλοκλήρωσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς μεταθέσεως καὶ τῆς ἐκλογῆς. Κατὰ τί λοιπόν, εἶναι ἐπίδικος ἡ ὑπόθεσις αὐτή; Τὸ θέμα αὐτὸ τὸ ἀνέλυσε προχθὲς ὁ κ. Κύρκος. Πέραν τῶν συγκεκριμένων προσώπων, ὑπάρχει ἀντιγνωμία ὡς πρὸς τὴν νομιμότητα τῶν ἀποφάσεων τὰς ὁποίας ἔλαβον οἱ ἑπτὰ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ προκαθημένου. Δὲν ὑπάρχουν, δηλαδὴ δύο Συνεδριάσεις χωρισταὶ διὰ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὑπάρχει μία Συνεδρίασις, ἡ ὁποία ἐξηκολούθησεν, ἀπελθόντος τοῦ Μακαριωτάτου Προκαθημένου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὸν ὁποῖον ἀντικατέστησε κατόπιν ὁ Ἀντιπρόεδρος αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς διαφωνίας τῆς ὁποίας τὸ βάθος ἀνέλυσεν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. Κύρκος καὶ ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸν συλλογικὸν τρόπον τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν λέγει ἡ Πολιτεία, ὅτι παύει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος νὰ εἶναι ἁρμοδία καὶ καθίσταται ἁρμοδία ἡ Ἱεραρχία ὅλον τὸ θέμα τῆς ἐγκυρότητος τῶν ἀποφάσεων τῶν ἑπτὰ ἢ ἓξ ἐξαφανίζεται. Διότι, ἀφοῦ παύουν νὰ ἔχουν ἐγκυρότητα αἱ ἀποφάσεις αὗται δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς, ὅμως εἴπομεν, ὅτι ἡμεῖς ὡς Πολιτεία πιστεύομεν, ὅτι αἱ πρῶται ἀποφάσεις εἶναι ἔγκυροι ὡς πρὸς τὸν κατάλογον, αἱ δὲ δεύτεραι δὲν εἶναι, δίδομεν τὴν ἐντύπωσιν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς, ἐὰν ἀσπαζώμεθα τὰ ἀνωτέρω, ὅτι ἁπλῶς ἐτάχθημεν μὲ τὸ μέρος τῆς μιᾶς μερίδος καὶ δὲν παρεμβαίνομεν διὰ νὰ λύσωμεν μίαν διαφωνίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιώσωμεν τὴν μίαν ἐκ τῶν δύο μερίδων. Τοῦτο, εἶπον, εἶναι διαβλητὸν καὶ ὅτι ἡ Πολιτεία παρεμβαίνει, ἔχει τρόπον νὰ παρέμβῃ καὶ ὅτι δὲν λαμβάνει μέρος εἰς τὸ θέμα, ἀλλὰ τὸ παραπέμπει εἰς τὴν Ἱεραρχίαν διὰ νὰ τὸ λύσῃ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἐπέβαλον νὰ ζητήσω τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ «ἐξαιρετικῶς». Θὰ ἔλθω εἰς τὸ θέμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Μολονότι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ἀνεπτύχθησαν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐπειδὴ εἶμαι ἐκ τῶν πρώτων, οἱ ὁποῖοι ἀνεκίνησαν τὸ θέμα, νὰ εἴπω μερικὰς ἀπόψεις ἐπ’ αὐτοῦ. Τὰς μὲν νομικὰς ἀπόψεις τὰς ἀνέπτυξεν ἄριστα ὁ Συνάδελφος κ. Μπακόπουλος, καὶ δὲν θὰ ἐπανέλθω ἐπ’ αὐτῶν, διότι συμφωνῶ μαζί του. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἐδίσταζεν, ἐνδεχομένως, νὰ ἀκυρώσῃ ὡρισμένα Διατάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀφεώρουν ἕνα τόσον λεπτεπίλεπτον θέμα καὶ ἐάν, λέγω, τὸ ἐδεχόμεθα αὐτό, νομίζω, ὅτι ὡς Βουλὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἓν τοιοῦτον νομοθέτημα, ὅπως εἶναι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας, μία τοιαύτη μεγάλη πρᾶξις ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ κυρωθῇ διὰ Β. Διατάγματος καὶ ὄχι διὰ πράξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐδῶ συμβαίνει, κύριοι βουλευταί, ὅταν πρόκειται περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, νὰ θεωροῦμεν ἤδη, ὅτι εἶναι κατάχρησις τὸ γενόμενον, νὰ εἰσάγωνται νομοσχέδια εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος τὴν λεγομένην Ἐξουσιοδοτήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν φέρουν ἐκδήλως τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐπείγοντος καὶ νὰ θεωρῶμεν ἤδη τὴν Ἐπιτροπὴν Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ὅτι εἶναι κατὰ κἄποιον τρόπον μείωσις τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, διότι παραπέμπονται οὐσιαστικῶς τὰ νομοσχέδια ὄχι εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ εἰς ἕνα τμῆμα τῆς Βουλῆς. Καὶ θὰ ἔλθῃ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας πέραν τῆς Ὁλομελείας τῆς Βουλῆς αὐτῆς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος νὰ δεχθῶμεν νὰ ψηφισθῇ διὰ Β. Διαταγμάτων; Καὶ ἂν ἀκόμη εἴχομεν τὴν πεποίθησαν, ὅτι τὰ Β. Διατάγματα θὰ ἦσαν τὰ ἄριστα, πάλιν θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἀρνηθῶμεν. Διότι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Συνταγματικῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι συνταγματικοὶ κανόνες καὶ ἂν αὐτοὺς τοὺς δεχθῶμεν νὰ τοὺς θεσπίζωμε διὰ Β. Διατάγματος, δὲν μένει πλέον τίποτε ποὺ νὰ τὸ διεκδικήσωμεν ὡς Βουλὴ καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ζημία ποὺ ἐπέρχεται, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκδώσῃ Β. Διάταγμα ἐπὶ τοῦ θέματος εἶναι τεραστία καὶ δὲν ἀξίζει τὸν κόπον, διότι οἱ Ἱεράρχαι αὐτοὶ διεφώνησαν μεταξὺ των νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν κατάλυσιν τῆς Ἐθν. Ἀντιπροσωπείας, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ μόνη ἡ ὁποία δὲν φέρει καμμίαν εὐθύνην εἰς τὴν κρίσιν αὐτὴν καὶ ἡ ὁποία πασχίζει νὰ βοηθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λύσῃ τὴν κρίσιν αὐτὴν κατὰ τὸν πλέον καλύτερον τρόπον. Νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἀντιθέτως ἐπ’ αὐτοῦ δὲν εὐσταθοῦν. Ὑποστηρίζω, λοιπόν, ὅτι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης, θὰ ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς. Διότι, νομίζω, ὅτι προκειμένου περὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁλόκληρος ἡ Ἐθν. Ἀντιπροσωπεία θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα μὲ τὴν ἐμπρέπουσαν σοβαρότητα. Ἐὰν καταλήξῃ διὰ Β. Διαταγμάτων, φαντασθῆτε πέραν τῶν προσφυγῶν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὴν ὑποβολὴν μιᾶς ἐπερωτήσεως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν συζήτησιν τῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸν ὀξὺν τόνον τῆς ἐπερωτήσεως εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὰ Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐξέδωκε κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις. Διότι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Β. Διαταγμάτων. Εἶναι καλύτερον αὐτό; Διὰ ποῖον λόγον, λοιπόν, νὰ μὴ ἔλθῃ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας καὶ ψηφισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν; Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι μέσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ δημιουργήσουν σάλον εἰς τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας, νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχουν τὸν τρόπον ὅταν πρόκειται νὰ ρυθμισθῇ τὸ θέμα διὰ Β. Διατάγματος; Ὁ δὲ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἐπείγοντος ἀπεδείχθη ἀπὸ τὸν κ. Μπακόπουλον, ὅτι εἶναι φρασεολογία ἄνευ προηγουμένου, διότι ἐκ τοῦ ἰδίου κειμένου προκύπτει, ὅτι μόνον ἐπεῖγον δὲν εἶναι, ὅπως ἀντιμετωπίζεται τὸ θέμα. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νομίζω, ὅτι καὶ ἡ παράγρ. 2 θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαλειφθῇ. Θὰ ἔπρεπε, τὴν ὑστάτην στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ νὰ καταργήσῃ αὐτὰς τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι, πράγματι, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ὀξὺ καὶ ἐπίμαχον θέμα τῆς κρίσεως καὶ δὲν φέρουν καμμίαν ὠφέλειαν διατηροῦν τὴν κρίσιν καὶ παραμερίζουν τὴν Ἐθν. Ἀντιπροσωπείαν ἀπὸ οὐσιώδη θέματα. Κύριοι βουλευταί, μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ὡμίλησα ἀποκλειστικὰ διὰ τὰς σχέσεις ὡς εἶπον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐθν. Ἀντιπροσωπείαν, ἀπέφυγα τὸ θέμα τῶν σχέσεων τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἀκόμη τὸ θέμα τῆς κρίσεως τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε εἰς τὸ τέλος νὰ εἴπω μερικὰς ἀπόψεις μου. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δραματοποιοῦμε τὰ πράγματα. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι τόσον ζυμωμένη μὲ τὴν ζωὴν τοῦ λαοῦ μας, ὥστε τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλ. κοινὴ γνώμη καὶ ἡ Βουλή, θὰ ἀντιμετώπιζον τὴν παρουσιασθεῖσαν κρίσιν καλοπίστως καὶ ἡνωμέναι. Διότι συνεδέθη μὲ τὸ Ἔθνος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Τουρκοκρατίας, κατώρθωσε ἡ Ἐκκλησία νὰ μὴ ἔχῃ ἐχθροὺς μέσα εἰς τὸ Ἔθνος, διότι ἐνῷ αἱ ἰδέαι τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως εἶχον ἐπηρεάσει τοὺς πρωτοπόρους τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐδῶ, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐμάχετο διὰ τὴν ἐλευθερίαν, ταυτοχρόνως δὲ καὶ διὰ τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ τυράννου καὶ τοῦ ἀπίστου, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ δὲν κατωρθώθη ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀναπτυχθῇ ἀθεϊσμός. Οὕτω, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, εἶναι ἄνευ ἐχθρῶν φανατικῶν καὶ ἄνευ ἀντιπάλων. Καὶ πέραν τούτου τὸ ὅτι συνεδέθη ἡ Θρησκεία μὲ αὐτὸν τὸν Ἐθνικὸν ἀγῶνα καὶ ἐξηκολούθησε ἡ ζύμωσις τοῦ λαοῦ μὲ τὸν παπᾶν τοῦ χωριοῦ, μὲ τὸν κλῆρον, ἐφθάσαμεν, ὥστε ὅλα τὰ ἐλαττώματα τοῦ κλήρου νὰ τὰ γνωρίζῃ ὁ Ἑλλην. λαός. Καὶ αὐτὲς οἱ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες νὰ μὴ ἐπηρεάζουν τὸν Ἑλλην. λαόν, οὔτε ὡς πρὸς τὸν σεβασμόν του πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, οὔτε ὡς πρὸς τὸ θρησκευτικόν του συναίσθημα, διότι τὰ ἐλαττώματα εἶναι ἀνθρώπινα. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, ὅσον κόσμον συνήντησα, ἐξ ἀφορμῆς τῆς παρούσης κρίσεως, δὲν εἶδα νὰ ἀνησυχοῦν ἐξ ἀφορμῆς τῶν ζητημάτων αὐτῶν, διότι οἱ Ἕλληνες γνωρίζουν τὰς ἀνθρωπίνους ἀδυναμίες τῶν Ἱεραρχῶν ἢ μᾶλλον τὰς ἀδυναμίας τινῶν Ἱεραρχῶν. Ἂν θέλετε νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν Ἱστορίαν, θὰ ἴδητε, ὅτι Ἱεράρχαι τινὲς ἔγιναν αἰτία σκανδάλου, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τί παρόμοιον διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Εἶναι πολὺ μικρότεραι αἱ ἀνθρώπιναι ἀδυναμίαι, ποὺ ἐπιδεικνύουν καὶ τῶν ἰδικῶν μας Ἱεραρχῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ προσέξωμεν μόνον εἶναι, ὅτι αἱ λεπτεπίλεπτοι σχέσεις Κράτους καὶ Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι διετηρήθησαν ἄριστα μέχρι τῆς στιγμῆς, μὲ μερικὲς παρεμβάσεις τῆς Πολιτείας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ χαλάσῃ ἐξ ἀφορμῆς τῆς σημερινῆς κρίσεως. Διότι πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐξισορρόπησις αὐτὴ ἡ ὁποία ὑπάρχει μέχρι σήμερον, ὥστε αὐτὴ νὰ μὴ χαλάσῃ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποτὲ νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι χαλάει ὄχι ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἢ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ ὑπὲρ ἑνὸς κόμματος. Πέραν ὅμως τούτου, δυνάμεθα κάλλιστα νὰ κατακρίνωμεν ἐδῶ τοὺς Ἱεράρχας, οἱ ὁποῖοι κατέληξαν εἰς αὐτὴν τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐγκρίνει; Ἀλλὰ νὰ διερωτηθῶμεν, πράγματι ἡ Πολιτεία ἔκαμε ὅ,τι ἔκαμε ὥστε νὰ μὴ προέλθῃ ἡ Ἱεραρχία εἰς αὐτὴν τὴν κρίσιν; Διότι ἀκούω περὶ σχεδίου Καταστατικοῦ Χάρτου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἀπὸ μακροῦ καὶ ὑπάρχουν πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἔκδηλα καὶ φανερὰ ἀπὸ μακροῦ. Ὑπάρχει ἡ ἀνισότης τῶν Μητροπόλεων, ὑπάρχει ἐν συναρτήσει καὶ τὸ μεταθετόν, πράγματα τὰ ὁποῖα ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἦσαν αἰτία σκανδάλου εἰς τὴν Ἱεραρχίαν. Διατὶ αὐτὰ τὰ πράγματα μὲ τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τῆς Πολιτείας δὲν διωρθώθησαν ἐνωρίτερον; Γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι αὐτὰ τὰ ψυχρὰ τῶν διαφόρων Μητροπόλεων ἀποτελοῦν αἰτίας διενέξεων καὶ ἔπρεπε ἐνωρίτερον, δὲν λέγω διὰ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἔχῃ λυθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Καὶ αὐτὸ δὲν τὸ βλέπω νὰ λύεται οὔτε τώρα. Ἐπομένως, αὐτὸ πρέπει νὰ λυθῇ. Δὲν εἶναι τόσον τὸ μεταθετόν, ὅσον ἐνδιαφέρει ἡ ἰσότης τῶν Μητροπόλεων καὶ ὅσον θὰ ἐνδιέφερε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν θέσπισιν μισθοῦ καὶ διὰ τοὺς Μητροπολίτας καὶ διὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν, διότι μόνον διὰ τῆς καθιερώσεως μεγάλου, παχυλοῦ, πλήρους μισθοῦ, ἀνταξίου τῆς μεγάλης ἀποστολῆς τοῦ Μητροπολίτου, μόνον διὰ τῆς καθιερώσεως μισθοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ δεινά. Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου, Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον ἡ Ἱεραρχία. Ἀπευθυνόμεθα καὶ κάμνομεν ἔκκλησιν εἰς τοὺς Ἱεράρχας. Ἐκκλησία εἶναι ὁ παπᾶς καὶ γνωρίζω ἀπὸ τὴν περιφέρειάν μου, ὅτι εἶναι τόσον γλίσχροι οἱ μισθοὶ τῶν παπάδων, ὥστε ὑπάρχουν ὀρεινὰ χωριὰ τὰ ὁποῖα στεροῦνται παπᾶ, ἀπὸ μηνῶν καὶ ἐτῶν ἀκόμη καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀποκτήσουν παπᾶ καὶ ἔρχονται ἀνεξαρτήτως φρονημάτων, δεξιοί, ἀριστεροί, κεντρῶοι καὶ διαμαρτύρονται εἰς βουλευτὰς Κυβερνητικούς, διότι θέλουν τὸν παπᾶ εἰς τὸ χωριό των. Ἐθεσπίσθη διὰ μερικὰ ὀρεινὰ χωριά, μοῦ φαίνεται διὰ τὰς Μητροπόλεις Καρπενησίου καὶ ὡρισμένα μεθοριακὰ χωριά, ἐψηφίσθη, ὅτι δύνανται νὰ πᾶνε καὶ ἀπόφοιτοι Δημοτικοῦ Σχολείου διὰ νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἀποδεχόμενοι τὸν γλίσχρον αὐτὸν μισθόν. Ὑπάρχουν χιλιάδες παιδιὰ ποὺ ἔχουν τελειώσει τὸ Γυμνάσιο καὶ ἀναζητοῦν κἄποιαν ἐργασίαν. Ὑπάρχουν ἑκατοντάδες, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον τὴν ροπὴν πρὸς τὸ Ἱερατικὸν σχῆμα καὶ δὲν πηγαίνουν, διότι εἶναι γλίσχροι οἱ μισθοὶ τῶν παπάδων. Ἰδοὺ μία παρέμβασις τῆς Πολιτείας, αὐτὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν παχυλῶν τυχηρῶν τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τῶν μισθῶν ἀθλιότητος τῶν ἐφημερίων. Νὰ ἕνα πρᾶγμα ποὺ ἔπρεπε νὰ λυθῇ ἀμέσως καὶ κατὰ τρόπον ταχύτατον, πέραν οἱουδήποτε ἄλλου, διότι ἔχει χαρακτῆρα ἐπείγοντα καὶ διὰ τὸν ἐν γένει τόνον ποὺ ἀποδίδει ἡ Ἐκκλησία καὶ διὰ τὴν ἐν γένει διάρθρωσιν τῆς Πολιτείας ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τὸν παπᾶ.
§157Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.) Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀφορᾷ εἰς τὴν διόρθωσιν τῆς κρίσεως καὶ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ θέμα τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου, γνωρίζετε, ὅτι εἶναι εἰς τὴν μέριμναν καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὸ μελετᾷ καὶ συντόμως θὰ φέρῃ τὰς ἀποφάσεις της εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκεῖ θὰ συνδυασθῇ καὶ μὲ ὅλα τὰ οἰκονομικὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Πάντως, οἱαδήποτε τυχηρὰ ἐὰν πᾶνε εἰς εἰδικὸν ταμεῖον δὲν πρόκειται δι’ αὐτῶν νὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ θέμα τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ εὐρύτερον καὶ πολὺ οὐσιαστικώτερον.
§158Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ ἤθελα τὴν κατάργησιν τῶν τυχηρῶν, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ ἔναυσμα τῶν διενέξεων καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐπὶ τέλους, ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα καταδικάζει ὁ Χριστιανισμός. Διότι, αὐτὴ ἡ ἐπίτευξις τοῦ κέρδους, ἡ ὁποία εἶναι ἔκδηλος εἰς πολλοὺς Μητροπολίτας, εἶναι ἔκδηλος καὶ εἰς τὸν τελευταῖον ἄνθρωπον κάθε ἐπαρχίας, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἐὰν κατορθωθῇ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ στάθμη τῆς Ἱεραρχίας καὶ τῆς Ἐκκλησίας θὰ ἀνέλθῃ. Πρὸ ὀλίγου καιροῦ, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀπηυθύνθη πρὸς ὅλα τὰ κόμματα καὶ ἐζήτησε τὴν ἐνίσχυσίν των διὰ τὸ θέμα τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου. Ἔδωσα τότε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι εἶμαι πρόθυμος εἰς πᾶσαν στιγμήν, νὰ ἐνισχύσω οἱονδήποτε μέτρον τῆς Κυβερνήσεως τὸ ὁποῖον πράγματι θὰ ἐνίσχυε τὸν ἐφημεριακὸν κλῆρον, διότι τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι ἐκ τῶν πλέον ἐπειγόντων καὶ θὰ χαρῶ πολὺ νὰ φέρετε τέτοιο νομοσχέδιον, περισσότερον μελετημένον ἀπὸ τὸ παρὸν, διότι θέλω νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἔχετε καλὴν θέλησιν νὰ παρέμβητε καὶ νὰ βελτιώσητε τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν τὸ πράττετε ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀλλὰ διὰ τῆς παραγράφου 1. Τὰς δύο ἄλλας παραγράφους νὰ τὰς ἀπαλείψετε, διότι θέλομεν νὰ εἴπωμεν ναὶ εἰς τὴν Πολιτείαν, θέλουσαν νὰ βελτιώσῃ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, ὄχι εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία λαμβάνει σπασμωδικὰ μέτρα καὶ ὄχι εἰς τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον κρύπτεται πάντοτε κάτω ἀπὸ μίαν διάταξιν ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν ἔκδοσιν Β. Διαταγμάτων.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὁμιλοῦμεν καὶ παρακαλῶ νὰ τελειώνωμεν. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος ἔχει τὸν λόγον.
§160Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι δὲν θέλω νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις, πρὸ παντὸς δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω αὔριον, διότι κινδυνεύομεν νὰ εὕρωμεν ἄλλο νομοσχέδιον καὶ θὰ καταναλώσωμεν ὥρας ὁλοκλήρους διὰ νὰ ἔχωμεν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα ποὺ συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον ἔχομεν τρία ἢ τέσσαρα ἀλλεπάλληλα σχέδια, τὰ ὁποῖα ἀλληλοσυγκρούονται καὶ ἔχουν ἀντιφατικὰς διατάξεις, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς δήλιος κολυμβητὴς διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν καλλιτέραν ἔννοιαν αὐτοῦ. Ἀποδεικνύεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἔχει οὔτε γραμμήν, οὔτε πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ζητήματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑπάρχει μία ἀνησυχία καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν λαόν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀπευθυνόμενος εἰς κἄποιον ρήτορα, εἶπεν, ὅτι αἱ ἀνησυχίαι εἰς τὸν θρησκευόμενον λαὸν ἐπαυξάνονται ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὴν Βουλήν. Ἀντιθέτως, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ συζήτησις, ἀπεκάλυψε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὅλως ἀπαράσκευος, τελείως ἀμελέτητος εἰς τὸ μέγα αὐτὸ θέμα. Καὶ ἐξ αὐτοῦ προέρχεται ὁ κίνδυνος, ὅτι μεθαύριον, ὅταν χωρὶς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, χωρὶς τὴν δημοσιότητα τῆς συζητήσεως, ἐντὸς κεκλεισμένων αἰθουσῶν, θὰ χειρισθῇ κατὰ τόσον ἀδέξιον τρόπον τὸ θέμα, ὥστε νὰ μὴ διασφαλισθοῦν τὰ συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους. Δι’ αὐτὸ ἀνησυχεῖ ἡ δημοσία γνώμη. Ἐκαλέσαμεν τὸν ἀξ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν νὰ γίνῃ εἰρηνοποιὸς ἀποκαθιστῶν τὴν γαλήνην εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀλλ’ ὁ εἰρηνοποιὸς, κ. ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀσκήσῃ τὸν εἰρηνοποιόν του ρόλον, πρέπει, πρὸ παντός, νὰ ἔχῃ σαφῆ πολιτικήν, σαφῆ γραμμήν, καὶ νὰ πιστεύῃ εἰς αὐτήν. Ἀπεδείξατε ὅμως, κ. ὑπουργέ, ὅτι οὐδεμίαν γραμμήν, οὐδεμίαν πολιτικὴν ἔχετε καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐπετύχατε εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς τὸ πρώτιστον, δηλαδὴ τὴν προσέγγισιν τῶν δύο ἀντιμαχομένων μερίδων καὶ τὴν εἰρήνευσιν τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβ)νήσεως πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μᾶς ἐκάλεσε μὲ ἐνθουσιασμὸν νὰ ψηφίσωμεν ἐπειγόντως τὸ προηγούμενον σχέδιον διότι εἶχε ἐγκριθῆ ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Σήμερον πάλιν μᾶς καλεῖ μὲ τὸν αὐτὸν ἐνθουσιασμὸν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νέον σχέδιον εἰς πολλὰ σημεῖα ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Προχθὲς ἡ Κυβέρνησις μᾶς ὡμίλησε περὶ τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Συνόδου μετ’ ἐπιμονῆς καὶ σήμερον διαγράφει τὴν διάταξιν αὐτὴν μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιμονῆς. Δὲν ὑπάρχει, προφανῶς, συνέχεια καὶ συνέπεια εἰς τὴν γραμμὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁπωσδήποτε, ὁ ἀξ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ὅλην αὐτὴν τὴν σειρὰν τῶν ἀνακολουθιῶν καὶ τὴν ἀξίωσίν του, ἡ ὁποία ὅπως εἴπομεν προχθές, ὅτι ἐκινήθη ἀπὸ κίνητρα τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζομεν τὴν καλὴν πίστιν, ἀλλὰ σήμερον δὲν ἔχει πλέον λόγον ἐὰν ἐπιμείνῃ, ὅπως τοιοῦτον θέμα ρυθμισθῇ μὲ Β. Διατάγματα, μᾶς ὡμίλησε περὶ τῶν νόμων πλαισίων ἢ πλαισίων νόμων, ὅπως λέγεται κακῶς. Διότι πλαίσια νόμων δὲν ὑπάρχουν, ὑπάρχουν νόμοι πλαίσια. Ἐπ’ αὐτοῦ, ἤδη ἀπὸ τοῦ 1950 –51, ὁ ὑποφαινόμενος εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τοῦ φορέως τῆς Ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας. Νόμοι πλαίσια, εἶναι νόμοι οἱ ὁποῖοι χρησιμεύουν ὡς πλαίσια, τὰ ὁποῖα θὰ πλαισιώνουν θὰ κατευθύνουν καὶ θὰ ἐγκιβωτίζουν τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐρωτῶ, ποῦ ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις πλαισίου εἰς τὰ διατάγματα διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἐξουσιοδότησιν; Εἰς τὸ γʹ τοῦ ἄρθρου 2 π.χ., λέγεται, ὅτι θὰ ρυθμισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Μητροπόλεων καὶ τὸ θέμα τῶν περιφερειῶν. Δὲν ὁμιλεῖ, οὔτε κἂν περὶ περιφερειῶν. Δὲν ὑπάρχει κατεύθυνσις, οὔτε προσδιορισμός. Ἀλλὰ γενικότης καὶ ἀσάφεια. Καὶ νομίζει ὁ κ. ὑπουργός, ὅτι μὲ τοιοῦτον νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους πλαίσια. Ἄς γνωρίζῃ, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς ὀρθῆς μεταρρυθμίσεως, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε κατὰ περισσότερον εὐτυχῆ τρόπον νὰ θέση εἰς ἐφαρμογήν. Ἐπιθυμῶ περαιτέρω, ὡρισμένας διασαφήσεις. Διότι ὑποτίθεται ὅτι ἐμμέσως, ὡς εἶπεν ἕνας συνάδελφος, θὰ ψηφίσω τὰ διατάγματα, καὶ κατὰ συνέπειαν θέλω νὰ πληροφορηθῶ τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων, διὰ νὰ μὴ τὰς πληροφορηθῶ ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας. Ἐν πρώτοις, λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι μέχρι τῆς πληρώσεως τῶν χηρευουσῶν Μητροπόλεων, θέλει ἰσχύσει ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Δ)των ἐγκεκριμένος κατάλογος τῶν ἐκλογίμων. Ἐννοεῖ, λοιπόν, τὸν κατάλογον, ὁ ὁποῖος κατηρτίσθη κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίαν τῆς 104ης Συνόδου, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐλήφθη, βέβαια, ὁριστικὴ ἀπόφασις, αὐτὸν τὸν κατάλογον ἔρχεσθε νὰ κυρώσετε διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς; Ἔτσι εἶναι ἢ ὄχι; Δεύτερον, μία ἐπ’ αὐτοῦ ἐρώτησις: Ἐὰν κατὰ σύμπτωσιν μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι περιλαμβάνονται εἰς τὸν ἐν λόγῳ κατάλογον θὰ ὑπάρχουν ὡρισμένοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα θὰ ἀφίσετε εἰς τὸ μέλλον, θὰ δύνανται οὗτοι νὰ ἐκλεγοῦν ὡς Μητροπολῖται;
§161Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδ. καὶ Θρησκευμάτων). Ὅσον ἀφορᾶ τὸ πρῶτον ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη ἔχει βάλει τὰ Διατάγματα, δηλ. τὴν δημοσίευσιν τῶν Διαταγμάτων. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ δεύτερον κάμνω τὴν ρητὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία νὰ γραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, ὅτι ἐὰν ὑπάρξουν εἰς τὸν κατάλογον τῶν ὑποψηφίων ἐκλόγιμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν τὰ προσόντα, θὰ ἀποκλείωνται τοῦ καταλόγου.
§162Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ ὁ νόμος, κ. ὑπουργέ.
§163Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.) Τὸ Διάταγμα.
§164Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὑποτίθεται, ὅτι καὶ ἡμεῖς, ἐγκρίνοντες ἀπόψε τὸ σχέδιον τοῦτο, ἐγκρίνομεν ταυτοχρόνως ἐμμέσως καὶ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τὸν ὁποῖον θὰ ἐκδώσητε διὰ Β. Διαταγμάτων, ἤθελα νὰ μὲ πληροφορήσητε: Ἀκόμη ἐὰν οἱ Μητροπολῖται τῶν ὁποίων θὰ συγχωνευθῇ ἡ Μητρόπολις θὰ παραμείνουν ἰσοβίως ἄνευ ἕδρας ἢ ἀντιθέτως, θὰ ἐπιτραπῇ δι’ αὐτοὺς τὸ μεταθετόν;
§165Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.) Ἡ μέχρι σήμερον προεργασία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας καὶ ἡ μέχρι σήμερον συζήτησις, ἀλλὰ καὶ ἡ παράδοσις εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, λέγει, ὅτι καταργουμένης μιᾶς Μητροπόλεως, παραμένει ὁ Μητροπολίτης καὶ μετὰ τὴν χηρείαν τῆς Μητροπόλεως γίνεται συγχώνευσις ἢ κατάργησις τῆς Μητροπόλεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπάρχοντος τοῦ Μητροπολίτου νὰ καταργήσετε τὴν Μητρόπολιν.
§166Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὸ μέσον τῶν Διαταγμάτων, παρὰ τὸ ὅτι σύγχυσις μόνον καὶ χάος θὰ προκύψῃ ἀπὸ τὸν τρόπον αὐτὸν ἐνεργείας.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§168Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἶμαι συντομώτατος, διότι πράγματι, τὸ θέμα ἀνελύθη πλήρως καὶ ἀπὸ πλευρᾶς συνταγματικῆς καὶ ἀπὸ πλευρᾶς οὐσιαστικῆς ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους καὶ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων καὶ ἀπὸ τὰς συζητήσεις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν εἰσήγησίν μου, ἐπεφυλάχθην νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ὡρισμένων τροπολογιῶν. Καὶ ἐδικαιώθην εἰς τὴν ἐπιφύλαξίν μου αὐτήν, διότι μετὰ τὴν ὁμιλίαν τῶν εἰσηγητῶν, ἡ Κυβέρνησις κατέθεσε νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πάλιν ἐτροπολογήθη εἰς οὐσιώδεις διατάξεις του ἀκόμη μίαν φοράν... Δηλαδή, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς, τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον ὑπέστη περὶ τὰς 4 οὐσιώδεις μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι μετέβαλον τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν ἀπέβλεπον εἰς τὸν ἴδιον σκοπόν. Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, ὡμίλησα ὡς εἰσηγητής, ἐδήλωσα ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι θὰ εἴμεθα συμπαραστάται της εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς τακτοποιήσεως τοῦ θέματος ποὺ προέκυψεν ἀπὸ τὴν διαμάχην τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Καὶ τοῦτο διὰ νὰ περιφρουρηθῇ τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον ὅπως ἐλέχθη ἀπὸ ὅλους, ἐτρώθη βαρύτατα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπεγοήτευσε εἰς βαθμὸν ἐπικίνδυνον τὸ Χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ εἶπεν ἐπὶ πλέον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, δυστυχῶς εὑρέθη ἀνέτοιμος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἐπελθοῦσαν κρίσιν καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνον διὰ τὸ ὁποῖον τὴν ἐπικρίνομεν. Καὶ τὴν ἐγνώριζε τὴν κρίσιν αὑτὴν ἀπὸ παλαιότερον, διότι τὰ αἴτια εἶναι βαθύτερα ἀπὸ ὅ,τι ἐνεφανίσθησαν, μὴ ἀναγόμενα δηλαδὴ ἀποκλειστικῶς εἰς προσωπικὰ ἐλατήρια καὶ προσωπικὰς ἀντιθέσεις. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐλύπησε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δηλαδὴ τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας ἐγνώριζε τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν καὶ δὲν τὴν ἐπρόλαβε. Ἐγνώριζα καὶ ἀπὸ τὰς ἐπαφάς μου μὲ τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου Παιδείας, ὅτι ἐμελετῶντο τὰ θέματα αὐτὰ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἀπὸ τὸν γενικὸν γραμματέα, ὁ ὁποῖος εἶναι πράγματι διακεκριμένος ἐπιστήμων καὶ κάτοχος τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων, ἡ χρησιμοποίησις τοῦ ὁποίου ἦτο ἐπιτυχὴς διότι κατ’ ἐμὲ δὲν ἀποτελεῖ κώλυμα τὸ ὅτι τυχὸν ἔχει συγγενικὸν δεσμὸν μὲ ἡγουμένους ἄλλων ὑπηρεσιῶν ἢ μὲ τὸν προκαθήμενον τῆς Ἐκκλησίας, εἶχον πληροφορηθῆ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐμελετοῦσε τὸ πρόβλημα τοῦτο. Κύριοι συνάδελφοι, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω, ὅτι οἱ ἡγούμενοι εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας δὲν πρέπει νὰ κρίνωνται ἀπὸ τὰς μεταξύ των συγγενικούς των δεσμούς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν χαρακτῆρα των, τὸ ἦθός των καὶ ἀπὸ τὴν ψυχικὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν διαθέτωσι, ὥστε νὰ δροῦν χωρὶς νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τοὺς ὑφισταμένους συγγενικοὺς ἢ φιλικοὺς δεσμούς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν πῶς ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας εἶχε λάβει γνῶσιν τῶν βαθυτέρων αἰτίων τῆς κρίσεως ποὺ ἐγκυμονεῖτο εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἀφῆκε νὰ ἐκδηλωθῇ αὕτη, χωρὶς νὰ λάβῃ ἐγκαίρως τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα διὰ τὴν ἀποτροπήν της. Θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι εἶπον εἰς τὴν εἰσήγησίν μου, ὅτι ἡ κρίσις ἦτο ἔκδηλος ἀπὸ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία μὲ οὐδὲν ἐκ τῶν οὐσιωδῶν προβλημάτων ποὺ ἀπασχολεῖ τὴν Ἐκκλησίαν ἐμελέτησε κατὰ τὸ μηνιαῖον διάστημα καθ’ ὃ διήρκεσαν αἱ ἐργασίαι της, ἀλλὰ περιωρίσθη εἰς ἕνα μήνυμα διὰ τοῦ ὁποίου ἐγνωστοποίει, ὅτι ὅλα τὰ σπουδαῖα θέματα ἀφίενται νὰ ρυθμισθοῦν εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐρωτᾶται: Διατὶ συνῆλθεν ἡ Ἱεραρχία; Αὐτὸ ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ συνεννόησις μεταξὺ τῶν Ἱεραρχῶν ἐπὶ τῶν ἐπιμάχων θεμάτων. Εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ προβῶ εἰς ὡρισμένας παρατηρήσεις. Ἐπὶ τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 1, διὰ τῆς ὁποίας προβλέπεται ἡ κατάργησις τοῦ μεταθετοῦ, εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Νομίζω, δὲ ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις περιωρίζετο εἰς αὑτὴν ὡς καὶ εἰς τὴν διάταξιν τῆς ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν ἀπὸ τὴν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας, θὰ εἶχε λήξει ἡ συζήτησις, θὰ εἴχομεν ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο σήμερον νόμος τοῦ Κράτους καὶ θὰ εἶχεν ἐπέλθει ἡ τάξις εἰς τὰ Ἐκκλησιαστικὰ πράγματα. Δὲν γνωρίζω διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ μὲ τόσας τροποποιήσεις. Εἴμεθα, λοιπόν, σύμφωνοι μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ κ. ὑπουργὸς τὴν ἐτροποποίησε καὶ πάλιν ἀπόψε...
§169Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.) Ἀπόψε δὲν ἔγινε καμμία τροποποίησις.
§170Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἔγιναν πολλαί, κ. ὑπουργέ, ἀλλὰ σεῖς θέλετε νὰ τὰς ἐμφανίσητε ὡς διορθώσεις τοῦ κειμένου, αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὰ βαθύτερα αἴτια λόγῳ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχεται τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζει ὀρθάς. Ἐφ’ ὅσον αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ συνεχισθοῦν καθ’ ὅλην τὴν ἑβδομάδα, ὑπάρχει ἡ εὐχέρεια νὰ συζητηθοῦν αἱ τροπολογίαι καὶ νὰ ψηφισθοῦν, ὥστε τὸ νομοσχέδιον νὰ ὁλοκληρωθῇ καὶ νὰ ἀποφευχθῇ κίνδυνος εἰς τὸ μέλλον δημιουργίας νέων προστριβῶν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἐκκλησίας. Συμφωνοῦμεν, λοιπόν, εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφ. 1 τοῦ ἄρθρου 1 ἀλλὰ πρέπει νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἡ παράγραφος β) ὁ τρόπος τῆς πληρώσεως τῆς θέσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης καὶ νὰ παραμείνουν ἐν ἰσχύϊ διὰ τὰς Μητροπόλεις αὐτὰς αἱ κείμεναι διατάξεις.
§171Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.) Ἀναφέρεται τὸ γενικὸν πλᾶνο. Πάρα κάτω ὑπάρχει μία τεχνικὴ τῆς ἐκλογῆς, πῶς δηλαδὴ θὰ γίνουν τὰ ψηφοδέλτια κλπ. Ὑπάρχει, λοιπόν, ὁλόκληρη μέθοδος, ἡ ὁποία προβλέπεται περαιτέρω.
§172Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Εἰς τὴν βʹ παράγραφον δὲν ὁμιλεῖτε περὶ ψηφοδελτίων, ἀλλὰ ὁμιλεῖτε περὶ τρόπου πληρώσεως θέσεων Ἀρχιεπισκοπῶν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης. Τὸν τρόπον τῆς πληρώσεως τὸν θεσμοθετεῖτε εἰς τὸ ἐδάφ. 1. Αὐτὸ πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§173Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.) Καὶ πῶς θὰ καθορισθῇ ἡ τεχνική;
§174Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τὸ ἴδιον πρᾶγμα ἀναφέρεται καὶ εἰς τὸ ἐδάφιον 1.
§175Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας εἰς τὸ ὅτι, εἰς τὸ ἐδάφιον 1 γίνεται ρητὴ ἐξαίρεσις τῶν Ἀρχιεπισκοπῶν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης. Κατὰ συνέπειαν, διὰ τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης δὲν γνωρίζομεν πῶς θὰ γίνεται ἡ ἐκλογή, οὔτε κἂν ἔχομεν δεδομένον, ὅτι θὰ γίνεται ἀπὸ τὴν ἱεραρχίαν. Εἶναι δηλαδή, μία πλήρης νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, ἡ ὁποία θεωρητικῶς ἠμπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν συμμετοχὴν καὶ λαϊκῶν ἐκλεκτόρων. Καὶ θὰ ἤθελον, ἐὰν δύναται ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ νομίζω, ὅτι ὀφείλει, νὰ δηλώσῃ, παίρνοντας μίαν τόσον εὐρεῖαν ἐξουσιοδότησιν ποῖοι οἱ σκοποί του καὶ αἱ προθέσεις του, διότι ἐπαναλαμβάνω διὰ τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης δὲν ἔχει καμμίαν δέσμευσιν ἀπὸ τὸν νόμον.
§176Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ ὡς ἄνω παράγραφος ἀπὸ τὸ ἐδ. 2 τοῦ ἄρθρου 1 διὰ νὰ παραμείνουν ἰσχύουσαι αἱ κείμεναι σήμερον διατάξεις.
§177Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Προφανές, εἶναι, κ. συνάδελφε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ τροποποιήσῃ τὰς διατάξεις περὶ ἐκλογῆς Ἀρχιεπισκόπου. Δὲν ἀπομένει, λοιπόν, παρὰ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποία θὰ εἶναι ἡ κατευθυντήριος γραμμὴ τὴν ὁποίαν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν θέσπισιν τῶν διατάξεων περὶ ἐκλογῆς Ἀρχιεπισκόπου.
§178Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τὸ θέμα, πράγματι, εἶναι σοβαρόν, κ. ὑπουργὲ καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ δώσητε μίαν ἐξήγησιν.
§179Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.) Τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ δηλώσω. Ὅτι ὁ τρόπος ἐκλογῆς Ἀρχιεπισκόπου θὰ καθορισθῇ ἐν στενῇ συνεργασίᾳ μὲ τὴν Ἱεραρχίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
§180Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Φαίνεται, κ. ὑπουργέ, ὅτι δὲν εἶσθε ἀκόμη ἕτοιμος νὰ δώσητε λύσιν καὶ δι’ αὐτὸ μᾶς δίδεται τὴν ἀόριστον αὐτὴν ἀπάντησιν. Εἰσέρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐδαφίου 2 τοῦ ἄρθρου 1. Ἡ πρώτη παράγραφος παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐρυτάτην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ὅπως διὰ Β.Δ. ρυθμίσῃ τὰ σοβαρώτερα θέματα τῆς Ἐκκλησίας καί, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ὁλόκληρον τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, δηλαδὴ τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ θέμα ἀνελύθη πλήρως ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον κ. Μπακόπουλον, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξε τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῆς διατάξεως. Ἄποψιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς υἱοθετοῦμεν καὶ ὑπεστηρίξαμεν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Ἡ νομολογία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας εἶναι, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, σαφὴς καὶ παγία (ἀποφάσεις Σ.Ε. 634)49, 1695)52, 1775)53, 684)54, 537)54), καὶ δέχεται, ὅτι τοιαύτης εὐρύτητος, ὡς ἡ ἐν τῷ ἐδαφίῳ 2 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, νομοθετικαὶ ἐξουσιοδοτήσεις, εἶναι ἀντισυνταγματικαί, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ παρεχομένη πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, δέον νὰ εἶναι εἰδικὴ καὶ περιωρισμένη, οὐχὶ δὲ γενικὴ καὶ ἀόριστος, ὡς ἐν προκειμένῳ. Δὲν προχωρῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, διὰ νὰ μὴ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα λεπτομερῶς ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας κ. συναδέλφους. Πέραν, ὅμως αὐτοῦ, ὡς λίαν προσφυῶς παρετήρησεν ὁ κ. Ἡλιοῦ, τὸ θέμα αὐτὸ δὲν εἶναι μόνον νομικόν, ἀλλὰ κυρίως πολιτικόν. Δὲν εἶναι δυνατόν, δηλαδή, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ψηφίσῃ διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀποξενοῦται τῆς ἁρμοδιότητος νὰ ρυθμίσῃ αὐτὴ ἡ ἰδία ἕνα θέμα τόσον σοβαρὸν καὶ θεμελιῶδες, ὅπως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ λύσῃ τὸ μέγα τοῦτο θέμα ἐρήμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἶναι ἀδικαιολόγητος καὶ ἀντίθετος πρὸς τὸ συμφέρον της, ἐφ’ ὅσον εἰλικρινῶς διακηρύσσει, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ δοθοῦν εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ προβλήματα λύσεις ἀντικειμενικαὶ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐμμονὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως αὐτῆς διὰ τῆς ὁποίας τῆς παρέχεται εὐρυτάτη ἐξουσιοδότησις, ἔπειτα ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν, δημιουργεῖ εὐλόγους ὑπονοίας, ὅτι δὲν εἶναι αἱ προθέσεις της ἀδιάβλητοι. Περαιτέρω, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ ἐδάφιον 2 περιλαμβάνεται δευτέρα παράγραφος διὰ τῆς ὁποίας ἐξαιρετικῶς μέχρι τῆς πληρώσεως τῶν ἤδη χηρευουσῶν Μητροπόλεων θέλει ἰσχύσει ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ἐγκεκριμένος κατάλογος τῶν πρὸς ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων. Ὅπως ἐλέχθη, ἐκτὸς τοῦ καταλόγου τούτου, ὑπάρχει καὶ ὁ συνταχθεὶς κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐκδηλωθῆ ἡ ρῆξις καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, ὁ κατάλογος αὐτός, καίτοι ἀναγνωρίζεται ὁμοφώνως ὡς ἔγκυρος, λόγῳ τῆς μὴ κυρώσεώς του ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, δὲν δύναται νὰ θεωρῆται, ὅτι περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς παραγράφου ταύτης. Διὰ τὸν κατάλογον, τοῦτον, ἐδήλωσεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸν θεωρεῖ ἔγκυρον καὶ ἐν ἀρνήσει τῆς Ἱεραρχίας θὰ τὸν κυρώσῃ δι’ εἰδικοῦ νόμου. Εἰσηγοῦμαι νὰ ρυθμισθῇ τὸ θέμα διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου γενομένης δεκτῆς εἰς τὴν παράγραφον ταύτην τῆς ἑξῆς τροπολογίας: «...... ὡς καὶ ὁ κατάλογος ὁ συνταχθεὶς κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς παρούσης Ἱερᾶς Συνόδου.». Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ρυθμίσῃ τὸ θέμα βραδύτερον, διὰ ποῖον λόγον ἡ ἀναβολὴ ἡ ὁποία ὅπως ἐλέχθη καὶ ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους δύναται νὰ δημιουργήσῃ νέας ἀνωμαλίας;
§181Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις, κ. συνάδελφε, θὰ εἶχε νόημα, ἐὰν παρέμενεν ὡς εἶχεν ἀρχικῶς. Ἐκεῖ ποὺ λέγει «τοῦ παρόντος νόμου», ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «Διαταγμάτων». Συνεπῶς, ἡ διάταξις παραμένει ἄνευ νοήματος. Πίναξ θὰ ὑπάρξῃ, ὅταν θὰ ἐκδίδωνται τὰ Διατάγματα μετὰ γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνατίθεται ἡ ἐξουσία, θὰ συντάξῃ τὸν πίνακα. Τὶ νόημα ἔχει λοιπὸν τὸ ἐξαιρετικῶς «...... (ἀναγινώσκει)......». Πρέπει, λοιπόν, νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις.
§182Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ, νὰ διαγραφῇ αὐτὴ ἡ διάταξις.
§183Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προσθήκη ποὺ ἔγινε ἀπόψε νὰ διγαραφῇ;
§184Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ναί. Ὁ συνάδελφος κ. Μπακόπουλος, ὁμιλῶν προηγουμένως, ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ διαφωνία εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἡ ἐκδηλωθεῖσα τελευταίως κατὰ τὴν γνωστὴν σύνοδον, ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἦτο μία ἑρμηνεία ἡ ὁποία ἦτο ἔκνομος καὶ ἐπεκαλέσθη πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀπόψεώς του διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Τὸ θέμα εἶναι σοβαρώτατον καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἐγὼ ὡς εἰσηγητὴς πρέπει νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Παρ’ ὅλον ὅτι σέβομαι τὴν νομικὴν κατάρτισιν τοῦ κ. συναδέλφου, νομίζω, ὅτι ἐν προκειμένῳ δὲν ἔχει δίκαιον διότι αἱ διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἶναι σαφεῖς. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου λέγει, ὅτι αἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται κατὰ πλειοψηφίαν καὶ ἐν ἰσοψηφίᾳ νικᾷ ἡ ψῆφος τοῦ Προέδρου Ἐφ’ ὅσον ἡ Σύνοδος ἐκλήθη νομίμως, ὁ Πρόεδρος ὤφειλεν νὰ δεχθῇ τὴν ἄποψιν τῆς πλειοψηφίας. Δι’ ἓν μόνον πρᾶγμα θὰ ἠδύνατο νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸ ὅτι ὁ κατάλογος δὲν ἦτο ἔγκυρος, δηλαδή, δὲν εἶχε ἐπικυρωθῆ ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, μολονότι εἰς τὸ παρελθὸν εἶχε γίνει ἐκλογὴ Μητροπολιτῶν ἀπὸ κατάλογον μὴ ἐγκεκριμένον. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἠδύνατο νὰ προσβληθῇ διὰ τῆς ὁδοῦ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ὅταν ἀνέλαβα τὴν εἰσήγησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐφρόντισα νὰ συλλέξω ἅπαντα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα καὶ νὰ κατατοπισθῶ ὅσον ἦτο δυνατὸν καλύτερα διὰ νὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διατυπώσω ἀντιλήψεις καὶ ἀπόψεις ἀνταποκρινομένας εἰς τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος. Ἐκυκλοφόρησαν φῆμαι περὶ προσώπων ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶχα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐρευνήσω κατὰ πόσον ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἀνεφέρθη, ὅτι ὁ Πρωθιερεὺς τῶν ἀνακτόρων κ. Κοτσώνης—τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω—ἐπιδιώκει τὴν κατάκτησιν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἠρεύνησα τὸ θέμα καὶ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα συνέλεξα καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ἀκριβές. Ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα «Βῆμα» μία ἐπιστολὴ τοῦ τέως ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κ. Κ. Ἀμάντου, ὁ ὁποῖος ὁμολογεῖ εἰς τὴν ἐπιστολήν, ὅτι γνωρίζει τὸν ἀρχιμανδρίτην κ. Κοτσώνην ὡς ἄνδρα ἀνωτέρου ἤθους καὶ ὅτι τοῦ ἐπρότεινε —ἐπὶ ὑπουργίας του— νὰ δεχθῇ νὰ διορισθῇ Μητροπολίτης τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδος τῆς Χίου, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἀποκτήσῃ ἕνα καλὸν ποιμενάρχην καὶ οὗτος δὲν ἐδέχθη. Ἄλλο στοιχεῖον εἶναι μία ἐπιστολὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς Μιχαὴλ, εἰς τὴν ἐφημερίδα τὸ «Βῆμα» τῆς 2ας Ἀπριλίου 1958, ὅπου μεταξὺ τῶν ἄλλων γράφει καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἐπιθυμῶ διὰ τῆς παρούσης νὰ καταστήσω γνωστόν... ὅτι, κατὰ τὸ ἔτος 1949, ὁπότε ἐπρόκειτο νὰ ἔλθω εἰς Ἀμερικήν, ἵνα ἀναλάβω τὰ καθήκοντά μου, εἶχον προτείνει εἰς τὸν ἀρχιμανδρίτην Ἱερώνυμον Κοτσώνην νὰ δεχθῇ τὴν θέσιν τοῦ Βοηθοῦ Ἐπισκόπου ἐν Ἀμερικῇ, τοποθετούμενος εἰς μίαν τῶν μεγαλυτέρων Ἐπισκοπικῶν Περιφερειῶν τοῦ Σικάγου. Ἠρνήθη τότε διαρρήδην ὁ Παν– Ἀρχιμανδρίτης Ἱερώνυμος Κοτσώνης... Δράττομαι τῆς παρούσης εὐκαιρίας, ἵνα εἴπω, ὅτι ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἱερώνυμος Κοτσώνης, κατὰ τὴν ταπεινή μου γνώμην, ἀποτελεῖ τὸ καύχημα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἤθους καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικοῦ καταρτισμοῦ, διότι ἔχω ἀναγνώσει ὅλα του τὰ συγγράμματα... Τὰ διακρίνει ἡ μεγαλυτέρα ἀφοσίωσις πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν». Ἀλλ’ ἡ ἄρνησις τοῦ ἀρχιμ. κ. Κοτσώνη διὰ νὰ δεχθῇ προαγωγὴν δὲν ἀνεφέρετο μόνον διὰ τὴν θέσιν Μητροπολίτου. Ἀπέκρουεν ἀκόμη καὶ τὴν εἰς Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν ἀνάδειξίν του. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ὅτε κατὰ τὰς ἀρχιεπισκοπικὰς ἐκλογὰς τοῦ 1956 προεβλήθη ὑπὸ ὁμάδος Ἀρχιερέων ἡ ὑποψηφιότης του ὡς Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, οὗτος διὰ τῶν ἐφημερίδων τῆς 22ας Μαρτίου 1956 ἐδήλωσεν ἐπὶ λέξει, ὅτι ζήτημα ὑποψηφιότητος διὰ τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν δὲν τίθεται, διότι «δὲν θὰ ἐδέχετο τοιαύτην ὑποψηφιότητα ὁποθενδήποτε καὶ ἂν ἤθελε προβληθῆ αὕτη».
§185Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ κληρικοῦ ἀνωτέρου ἤθους καὶ ἀνωτέρας μορφώσεως.
§186Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Αὐτὰ ἤθελα νὰ συμπληρώσω, εἰς ὅσα ὡς εἰσηγητὴς κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ἀνέπτυξα. Καὶ ἤδη τελευτῶν, ἀπευθύνομαι καὶ πάλιν πρὸς τοὺς Ἁγίους Πατέρας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Χώρας, καὶ προβαίνω εἰς ἔκκλησιν πρὸς αὐτούς, ὅπως ἡ τελευταία ρῆξις μὴ ἀποτελέσῃ ἀφορμὴν μιᾶς γενικωτέρας κρίσεως ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἥτις θὰ ζημιώσῃ καὶ τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ διὰ τὸ γενικώτερον τῆς Ἐκκλησίας συμφέρον, ἐξευρεθῇ τὸ ταχύτερον λύσις τῶν ὑφισταμένων ἀντιθέσεων.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§188Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐν ἀπολύτῳ συντομίᾳ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω ὡρισμένας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ ἄρθρου 1. Ἀναγκάζομαι, δυστυχῶς, νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, παρὰ τὴν προσπάθειάν μου νὰ εἶμαι σύντομος διότι τὸ ἄρθρον 1, ὅπως ἔχει διατυπωθῆ, εἶναι ἀρκετὰ περίπλοκον, ἀσαφὲς καὶ ἀτυχὲς ἔν τινι μέτρῳ εἰς τὴν διατύπωσίν του, εἰς τὴν νομοτεχνικήν του διαμόρφωσιν. Ἐν πρώτοις, τὸ ἐδάφιον 1 τοῦ ἄρθρου 1, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας καὶ προηγουμένως ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἔκαμα μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ θελήσῃ ὁ παριστάμενος ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν. Παρακαλῶ, κ. συνάδελφοι, νὰ προσέξετε εἰς τὸ ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, ἀφίνει εἰς τὸν ὑπουργὸν διὰ Β. Διατάγματος, νὰ ρυθμίσῃ τὸ θέμα, χωρὶς κανένα ἀπολύτως περιορισμὸν ἢ δέσμευσιν. Δηλαδὴ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὅπως προσφυέστατα, προηγουμένως, πιθανὸν ὑπερβάλλων ὀλίγον, ἀνέφερεν ὁ συνάδελφος κ. Ἀλλαμανῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ διὰ Διατάγματος, ὅτι θὰ ἐκλέγεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, χωρὶς τοῦτο νὰ εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸν νόμον. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι τὸ θέμα δὲν πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ. Καὶ ἀναμφισβητήτως καὶ εἰς τὸ σχέδιον Καταστατικοῦ Χάρτου, τὸ ὁποῖον συνέταξαν οἱ 13 Ἱεράρχαι προσφάτως, περιέλαβον διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ρυθμίζουν τὸ θέμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ ἂν ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν εὐρεῖαν ἐξουσιοδότησιν, νομίζω, ὅτι ἔχει χρέος νὰ παράσχῃ μίαν διευκρίνισιν, ποίαν περίπου ὁδὸν πρόκειται νὰ ἀκολουθήσῃ διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, τὴν ὁποίαν θὰ ὁρίσῃ τὸ Β. Διάταγμα. Ἡ ἐκλογὴ θὰ γίνεται ὅπως γίνεται μέχρι σήμερον ὑπὸ κληρικῶν ἢ καὶ ἄλλως ὅπως συμβαίνει ἀλλαχοῦ εἰς ἄλλας ἐκκλησίας τῆς Ὀρθοδοξίας ἢ καὶ ἐδῶ ἄλλοτε; Πρέπει ἐπὶ τέλους, νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖον σύστημα πρόκειται νὰ ἀκολουθήσῃ. Κύριε ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ παράσχητε μίαν διευκρίνισιν καὶ νομίζω, ὅτι ὀφείλετε νὰ δώσετε μίαν διευκρίνησιν πρὸς τὸ Σῶμα καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐφ’ ὅσον ἐπιμένετε εἰς αὐτὴν τὴν εὐρεῖαν ἐξουσιοδότησιν, ἡ ὁποία ἄλλωστε εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἴδιον τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐδαφίου 1. Διότι διὰ τοὺς λοιποὺς Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλιγώτερον σημαντικοὶ φυσικά, ἀπὸ ὅ,τι ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ ἀναφέρεται ρητῶς, ὅτι θὰ ἐκλέγωνται ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας. Διατὶ διὰ τὸν Μητροπολίτην δεσμεύεσθε καὶ δὲν δεσμεύεσθε διὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον;
§189Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Πρὸ ὀλίγου, ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ σεβασθῇ τὰς ἀπόψεις τῆς Ἱεραρχίας. Θὰ ἦτο χρήσιμος ἡ πληροφορία, ποῖαι εἶναι αἱ ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν διατυπωθῆ ἀπὸ τὴν 13μελῆ Ἐπιτροπὴν τῶν Ἱεραρχῶν ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου αὐτοῦ θέματος. Δὲν εἶναι ἀπόρρητον τὸ περιεχόμενον, ἔχει γίνει ἤδη δημόσιον, πῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἀντιμετωπίζει τὸ θέμα.
§190Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἡ ἀπάντησις εἶναι ἡ ἑξῆς: Παρακαλῶ νὰ ἀποτελέσῃ αὐτὴ μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἀμφοτέρων τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης θὰ γίνεται ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
§191Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποκλειστικῶς;
§192Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Μάλιστα.
§193Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου δὲν ἀντιμετωπίζετε τὴν συμμετοχήν;
§194Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αὐτὸ ἀποτελεῖ στοιχειῶδες χρέος καὶ θὰ μᾶς ἐπιτρέψητε νὰ ἀλλάξωμεν δύο λέξεις, ὥστε αὐτὰ ποὺ εἴπατε ὡς ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, νὰ τὰ λέγῃ ὁ νόμος, διότι πουθενὰ δὲν εἶναι γραμμένον, ὅταν νομοθετῇ ἡ Βουλὴ τὰ θέματα νὰ ρυθμίζωνται δι’ ἑρμηνευτικῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ.
§195Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.). Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ νομίζομεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μᾶς τὴν δώσῃ. Ἐζητήσατε μίαν πληροφορίαν καὶ σᾶς τὴν ἔδωσα.
§196Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐφ’ ὅσον κάμετε αὐτὴν τὴν κατηγορηματικὴν δήλωσιν, ἐκεῖ ποὺ λέγετε, ὅτι ἐκλέγονται ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου οἱ Μητροπολῖται, θὰ προσθέσετε, ὅτι ἐκλέγεται καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Εἶναι ἁπλοῦν τὸ πρᾶγμα.
§197Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐὰν εἰς τὸ ἐδάφιον 1 μετὰ τὴν λέξιν «Μητροπολίτας» μπῇ ἕνα κόμμα, τότε τὸ ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας ἀναφέρεται εἰς ὅλους τοὺς Μητροπολίτας πλέον. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ γνωρίζετε τὰ πλαίσια τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ποὺ δίδομεν.
§198Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. .. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§199Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν εἶμαι ἀντίθετος πρὸς τὴν συμμετοχὴν τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου.
§200Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἀφίσατέ τα αὐτά.
§201Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν μᾶς ζητεῖται ἐξουσιοδότησις, ἀφίστε τὸ «ἀφίσατέ τα αὐτά» τὰ ἀφίνομεν σβήνοντας τὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἀφίσατε νὰ ἰσχύσῃ ὅ,τι ἴσχυε καὶ ὅταν καταστῆτε ὥριμος ὡς Κυβέρνησις τότε φέρατε ἕνα νόμον. Ἡ ἰδική μου ἄποψις εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ σβήσῃ τὸ ἐδάφιον 1 τὸ περὶ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης καὶ νὰ ἀφίσωμεν τὴν ἰσχύουσαν διάταξιν.
§202Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «ἐξαιρέσει», ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§203Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ, νομίζω, ὅτι τέμνει τὸ θέμα. Διότι ἐφ’ ὅσον καὶ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἔχει τὴν ἀξίαν νομοθετικῆς διατάξεως, ὡς παγίως ἔχουν δεχθῇ τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἁρμόδια νὰ κρίνουν.
§204Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ποῖα Δικαστήρια;
§205Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπίσημος ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ ὑπουργοῦ ἀναγεγραμμένη εἰς τὰ πρακτικά, εἶναι σὰν νὰ τὸ λέγῃ ὁ ἴδιος ὁ νόμος.
§206Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, λυποῦμαι ποὺ θὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχετε διαβάσει τὴν διάταξιν. Δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ Δικαστηρίων, ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ κειμένου τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀποτελεῖ βεβαίως, μίαν ἠθικὴν δέσμευσιν, ἡ δήλωσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τὰ Δικαστήρια δὲν ἔχουν θέσιν καὶ ἡ δήλωσις αὐτὴ πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν νόμον. Δηλαδή, τὸ Διάταγμα, θὰ ὑπόκειται εἰς προσβολὴν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐπειδὴ ὁ ὑπουργὸς ἐγένετο ἐπιλήσμων τῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δηλώσεώς του; Δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο εὐσταθεῖ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ἄποψίς μας καὶ τὸ ἔχω πῆ καὶ ἄλλοτε, ὅτι ὅταν λειτουργῇ ἡ Βουλή, ἡ Βουλὴ ψηφίζει νόμους καὶ ἀποφασίζει. Δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ περιπλόκους καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ δύνανται νὰ λυθοῦν εἰς τὸ μέλλον ἢ κατ’ ἀνάγκην δὲν θὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ μᾶς δώσῃ ἑρμηνείαν. Τὸ ἁπλούστερον εἶναι ὁ νόμος νὰ εἶναι σαφὴς καὶ πλήρης. Ἡ δική μας ἡ πρότασις εἶναι νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου μία φράσις, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι ὅσον ἀφορᾶ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ τὸν Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης ἰσχύουν αἱ πρὸ τοῦ παρόντος νόμου ἰσχύουσαι διατάξεις. Δηλαδὴ τὸ ἀφήνετε κενὸν καὶ φέρτε μας νόμον, ὅταν εἶσθε ἕτοιμος νὰ τὸ ἀντιμετωπίσετε.
§207Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Νὰ σᾶς βοηθήσω εἰς τὴν διατύπωσιν. Ἐὰν εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τῆς παραγρ. 2 προσθέσετε τὰς λέξεις: «Ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς». Νομίζω, ὅτι συμπληροῦται πλήρως.
§208Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ὑποστηρίζω αὐτό. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ αὐτό. Ἡ νομοτεχνικὴ διατύπωσις εἶναι πολὺ εὔκολος. Τὸ θέμα εἶναι νὰ συμφωνήσωμεν τί θέλομεν. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τόσον ἁπλῆ ἡ δήλωσις εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε, μόνον ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας νὰ ἐκλέγεται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος. Τὸ θέμα πρέπει νὰ μελετηθῇ καὶ νομίζω, ὅτι τὸ σωστότερον θὰ ἦτο αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ μὴ ἐπιμείνετε εἰς τὴν τόσον εὐρεῖαν ἐξουσιοδότησιν, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ δεσμευθῆτε δι’ αὐτῆς τῆς δηλώσεως. Ἁπλούστατα νὰ καταργήσετε τὴν ἐξουσιοδότησιν, ὡς πρὸς τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὅταν θὰ εἶσθε ἕτοιμος, νὰ μᾶς φέρετε νόμον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ εἴπητε τὰς ἐσχηματισμένας ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ θὰ ἦτο σωστότερον καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο ἐν ὄψει ἑνὸς συγκεκριμένου νόμου νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἀπόψεις της καὶ δι’ αὐτὸ προτείνω, ὅπως εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου αὐτῆς, προστεθοῦν αἱ λέξεις, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν καὶ τὴν Μητρόπολιν Θεσσαλονίκης, ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν καὶ σήμερον. Δεύτερον θέμα εἶναι τὸ θέμα τοῦ ἐδαφίου 2. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα εἴπομεν περὶ ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ὑπέρμετρος καὶ ἀπαράδεκτος, διότι ἐλέχθησαν κατὰ κόρον εἰς τὴν ἀρχήν. Πρόθεσίς μου, τὴν παροῦσαν στιγμὴν εἶναι ἐποικοδομητικῶς νὰ βοηθήσωμεν εἰς τὴν διόρθωσιν ὡρισμένων ἐπὶ μέρους θεμάτων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω, κ. ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, εἶναι, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐδέχθητε τὴν ἄποψίν μου, ὡς πρὸς τὸ ἐδάφιον 1, θὰ πρέπει νὰ τροποποιήσετε τὸ βʹ τοῦ ἐδαφίου 2. Αὐτὴ εἶναι καθαρῶς νομοτεχνικὴ παρατήρησις καὶ νὰ ἀπαλείψετε τὰ περὶ Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καὶ Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Ἀλλὰ προτοῦ προχωρήσωμεν εἰς τὴν νομοτεχνικὴν παρατήρησιν, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω μόνον, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὰ ὅρια τῶν Μητροπόλεων τῶν σημερινῶν, ὀρθῶς ζητεῖτε νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ συζητηθοῦν ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτὰ τὰ θέματα, ἀλλὰ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα τῶν ἐκλεγομένων, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε βαρύτατον λάθος ζητοῦσα ἐξουσιοδότησιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μᾶς ἀνέγνωσεν ἕνα κείμενον νόμου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐξοργιστικῶς ἀπαράδεκτον. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ κειμένη νομοθεσία ὁρίζει τὰ προσόντα διὰ τοὺς Ἀρχιερεῖς, εἶναι ὄντως ἀπαράδεκτος καὶ εἶναι ἀπότοκος μιᾶς σειρᾶς σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς χρόνον πολὺ παλαιότερον, εἶναι ἀκριβῶς ὅτι συχνότατα, ἐνῷ ἐν ὄψει συγκεκριμένου ὑποψηφίου Μητροπολίτου, ὁ ὁποῖος δὲν εὗρε τὰ προσόντα, παρεισέφρυσε μία διάταξις, εἰς ἄσχετον ἐνδεχομένως νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψε τὴν ἐκλογὴν αὐτήν. Καὶ ἔτσι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ νὰ μὴ ὑπάρχουν οὐσιαστικῶς προσόντα διὰ τὴν ἐκλογὴν Μητροπολιτῶν. Αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι ἀπαράδεκτος. Ὅταν, ὅμως, ὁ κ. ὑπουργὸς εἰσηγῆται τοῦτο ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, δὲν ἀντιλαμβάνομαι, διατὶ δὲν φέρνει ἕνα νομοσχέδιον δι’ ἑνὸς ἄρθρου καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῖα εἶναι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πιστεύει ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνας Μητροπολίτης. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, τὸ ὁποῖον, ὅπως καὶ εἰς τὴν προηγουμένην μου ἀγόρευσιν εἶπον, ὅτι πράγματι ἔχει σοβαρῶς ἀπασχοληθῆ μὲ τὰ θέματα αὐτά, πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμον νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῖα πιστεύει ὅτι πρέπει νὰ εἶναι τὰ προσόντα τῶν Μητροπολιτῶν. Ἀλλὰ καὶ ποῖα θὰ εἶναι τὰ προσόντα, δὲν εἶναι θέμα νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐπίσης, θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὰ τῆς συνθέσεως τῆς συγκλήσεως, λειτουργίας καὶ ἁρμοδιότητος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας καὶ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς καὶ ὁ τρόπος διορισμοῦ καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου, ἐπίσης δὲν εἶναι θέματα νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι, διατὶ καὶ αὐτὰ τὰ θέματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν διὰ συγκεκριμένης διατάξεως, ἀλλὰ πρέπει καὶ δι’ αὐτὰ νὰ δοθῇ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὀφείλω νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν, ἐν συνεχείᾳ. Ἐὰν προσέξετε τὴν ἀνατύπωσιν τῆς παραγράφου αὐτῆς, θὰ ἰδῆτε, ὅτι καταργοῦνται αἱ κείμεναι διατάξεις, αἱ μὲν ἀναφερόμεναι εἰς τὰς περιπτώσεις αʹ καὶ βʹ ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ ψηφιζομένου νόμου, αἱ δὲ ἀναφερόμεναι εἰς τὰς περιπτώσεις γʹ καὶ δʹ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν προβλεπομένων Διαταγμάτων. Δηλαδή, αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὰ προσόντα τῶν πρὸς ἀρχιερατείαν ἐκλεγομένων, καταργοῦνται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου καὶ ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ὑπάρξῃ ἀπὸ ἕνα πλῆρες νομοθετικὸν κενόν. Τί θὰ γίνῃ μέχρις ὅτου ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ τὸν Νοέμβριον καὶ τὸ χειρότερον εἶναι, ὅτι καταργοῦνται αἱ διατάξεις περὶ τρόπου ἐκλογῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, καὶ ὃ μὴ γένοιτο, χηρεύσει ἡ ἕδρα τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐκλεγῇ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος; Κατὰ συνέπειαν, ἀναμφισβητήτως ἔχετε ἕνα κενόν, κύριε ὑπουργέ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλετε νὰ δώσητε μίαν ἐξήγησιν καὶ πρὸ παντὸς νὰ ἔχωμεν μίαν συμπλήρωσιν. Ἐπίσης, μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάνω, ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 2. Εἰς τὸ ἐδάφιον αὐτό, ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς: «Διὰ Β. Διαταγμάτων, ἐφ’ ἅπαξ ἐκδοθησομένων κλπ.». Τὶ ἐννοεῖτε, ὅταν λέγωμεν ἐφ’ ἅπαξ ἐκδοθησόμενον Διάταγμα; Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ ἑνὸς Διατάγματος καὶ εἰς κάθε περίπτωσιν, διὰ κάθε θέμα, ἐκδίδεται ἕνα Διάταγμα. Καὶ οὕτω, θὰ ἔχετε ἐπὶ τῶν 4 αὐτῶν περιπτώσεων τέσσαρα Διατάγματα. Ἀλλά, ἐρωτῶ, τί θὰ συμβῇ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν εὕρει δυσχερείας ἕνα Διάταγμα, ὅπως, παραδείγματι, περὶ καθορισμοῦ τῶν ὁρίων; Θὰ παραμείνουν καὶ τὰ ἄλλα Διατάγματα ἀδημοσίευτα; Ἔρχομαι, ἤδη, εἰς τὴν παράγραφον, ἡ ὁποία προεκάλεσε τόσας συζητήσεις. Ἤκουσα ὅλας τὰς ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν. Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ, περὶ πληρώσεως τῶν χηρευουσῶν Μητροπόλεων, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ἐὰν ἰσχύσουν τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα θὰ ὁρίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ δήλωσις θὰ εἶναι ἄνευ σημασίας, διότι θὰ ἀντιστρατεύεται αὐτὸν τὸν νόμον. Ἐὰν ὑπάρχῃ κανεὶς ἐξ αὐτῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο διάκονος ἢ ἱερεὺς φυλακῶν ἐπὶ 5ετίαν, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλεγῇ, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Βασ. Διαταγμάτων. Δι’ αὐτὸ λέγω, κύριε ὑπουργέ, ὅτι ἐπισπεύσατε νὰ κάμετε τὴν δήλωσιν αὐτήν. Μία ἄλλη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, εἶναι εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τῆς 2ας παραγράφου, ὅπου ὁμιλεῖτε περὶ πληρώσεως τῶν ἤδη χηρευουσῶν Μητροπόλεων καὶ λέγετε, ὅτι ἐξαιρετικῶς θέλει ἰσχύει ὁ κατὰ δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ἐγκεκριμένος κατάλογος κλπ. Νομίζω, ὅτι κανένα ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἔχῃ ἡ διάταξις αὐτή, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν Μητροπόλεις, τῶν ὁποίων αἱ θέσεις ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἔμειναν κεναί, ὅπως ἡ Μητρόπολις Ἰωαννίνων, μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Σπυρίδωνος ὡς Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν. Ἐπίσης, λέγετε, ὅτι θὰ ἰσχύσῃ ὁ κατάλογος, ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος ἐγκεκριμένος. Τί σημαίνει αὐτό; Προηγουμένως εἶπα ὅτι τὰ Διατάγματα εἶναι τέσσαρα. Εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅμως, εἰς ἕνα ἐξ αὐτῶν, νὰ παρεμβληθοῦν ἐμπόδια καὶ νὰ καθυστερήσῃ ἡ ἔκδοσίς των. Τί θὰ γίνῃ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν; Ὁ κατάλογος αὐτὸς θὰ ἰσχύσῃ; Αὐτὰ τὰ πρόσωπα περιλαμβάνονται ἢ ὄχι εἰς τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τεθοῦν εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν; Ἐγὼ προτείνω νὰ τεθοῦν εἰς αὐτὰ οἱ ὀκτώ, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπῆρξε διαφορά, ἐὰν ὅμως, δὲν θέλῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ προσθέσῃ σαφῶς καὶ αὐτούς, πρέπει νὰ διαγράψῃ τὴν διάταξιν. Ἂς συνταχθῇ καὶ πάλιν ὁ κατάλογος καὶ ἂς τεθοῦν εἰς αὐτὸν ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν τὰ νέα προσόντα. Αὐτὰ ὑπῆρξαν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, τὰ ὅσα συγκεκριμένα ἤθελον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Περαιτέρω, θὰ ἤθελα νὰ κάμω τὴν ἑξῆς γενικὴν παρατήρησιν. Τὸ νομοσχέδιον, οὐσιαστικῶς καλύπτεται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 1, διότι τὸ ἄρθρον 2 περιλαμβάνει λεπτομερείας. Ἡ Κυβέρνησις, ἔφερε τρία διαφορετικὰ μεταξὺ των σχέδια νόμων. Καὶ τὰ τρία δὲν ἐπηρεάσθησαν οὐδόλως, ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Παρασκηνιακῶς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, συνεζητήθησαν καὶ τώρα ποὺ ἔρχεται νὰ προσφέρῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἰδικήν της προσφοράν, ἔρχεται καὶ λέγει ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ἀπόψεις της. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις συζητῇ ἐπὶ ἡμέρας μὲ τὰς παρατάξεις καὶ ἐπιδιώκει συμφωνίαν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀρνῆται νὰ ἀκούσῃ τὰς γνώμας τῶν 300 Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Ἐγὼ προσωπικῶς, τιμῶν τὴν προσπάθειαν, τόσον τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας, ὅσον καὶ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, ὅστις ἔτυχεν ἀδίκου μεταχειρίσεως ἐκ μέρους ἀντιπολιτευομένου συναδέλφου. Κατέβαλε κάθε προσπάθειαν καὶ εἶχε μελετήσει τὸ ἐκκλησιαστικὸν θέμα πρὸ τῆς δημιουργίας τῆς κρίσεως. Ἐν τούτοις, τὸ νομοθέτημά σας, κύριε ὑπουργέ, κινδυνεύει νὰ γίνῃ ἕνα νομοθέτημα ἐκ περιστάσεως, τὸ ὁποῖον νὰ ἀπομείνῃ πρόχειρον καὶ ἐπιπόλαιον, ἐὰν δὲν προσέξετε ὡρισμένας βασικὰς παρατηρήσεις, εἰς τὴν παροῦσαν συνεδρίασιν. Ἡ Βουλὴ ἀνέμεινε νὰ τῆς φέρητε ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα τὴν ἐνδιαφέρουν, μίαν ὁλοκληρωμένην ἐργασίαν. Ἡ κρίσις, σᾶς ὑποχρεώνει, ἐνδεχομένως, νὰ ἐπισπεύσητε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοθετήματος καὶ νὰ ἀντιμετωπίσητε ὡρισμένην κατάστασιν ἐπειγούσης ἀνάγκης, καίτοι οὐσιαστικῶς, ὅπως κατέληξε τὸ νομοθέτημά σας, εἰς οὐδὲν βοηθεῖ εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς κρίσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἔχει λήξει. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρέπει νὰ προσέξητε, ὥστε τὸ νομοθέτημα αὐτὸ νὰ μὴ ἀποβῇ εἰς βάρος τῆς γενικωτέρας προσπαθείας, τὴν ὁποίαν ὀρθῶς ἐπιδιώκετε μέσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ τῶν Θρησκευμάτων, διὰ τὴν ὁποίαν, ἀσφαλῶς, εἶσθε ἀξιέπαινος καὶ διὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὕρετε καὶ τὴν ἰδικήν μας πλευρὰν συμπαραστάτην, ἀρκεῖ νὰ θελήσητε σοβαρῶς νὰ φέρετε πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὴ ἐκλάβητε τὴν Βουλὴν ὡς ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἁρμοδίαν, διὰ νὰ δίδῃ ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἠξεύρῃ νὰ συνεννοῆται, μὲ ποίους ἄλλους παράγοντας θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ θέματα αὐτά. Δὲν εἶναι αὐτὸ ὁ προορισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, κύριε ὑπουργέ. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ τὰ συζητήσῃ. Καὶ τελειώνων, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐπαναλάβω μίαν ἄλλην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ ἄλλην φορὰν —καίτοι αὐτὸ εἶναι πέραν τοῦ ἄρθρου 1— ἐφ’ ὅσον ἀντιμετωπίζετε τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας γενικώτερον, μὴ λησμονεῖτε καὶ τὸ θέμα τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἐκκρεμές. Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, πάντοτε ἡ ἀντιμετώπισις ἑνὸς θέματος, εἶναι καλυτέρα, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶναι ἀπολύτως ἐπιτυχής, ἀπὸ τὴν συντήρησιν μιᾶς ἐκκρεμότητος. Ἀνάγκη εἶναι, τώρα ποὺ ἠρχίσαμεν νὰ ἀντιμετωπίζωμεν τὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας γενικώτερον, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε ἐνδιαφέρουν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐτερμάτισα. Θὰ ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ δώσῃ, ἐπὶ τῶν συγκεκριμένων θεμάτων ποὺ ἔθιξα, μίαν ἀπάντησιν καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ παροῦσα συζήτησις θὰ καταλήξῃ εἰς μίαν γνώμην ἐποικοδομητικήν, εἰς τὸ ὅτι κἄτι θὰ ἐπηρεάσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἡ γνώμη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὥστε, ἔστω καὶ τὰς λεπτομερειακὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐπιφέρῃ, νὰ τὰς ἐπιφέρῃ μετὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν.
§209Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἐκάματε μίαν παρατήρησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργόν, ἐὰν εἶναι ἑτοίμη ἡ ἐργασία αὐτή.
§210Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Κύριοι συνάδελφοι τῆς εὐάνδρου μεγαλονήσου, σᾶς πληροφορῶ —τὸ γνωρίζετε, ἄλλως τε, ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον— ὅτι εἶναι ἕτοιμος ὁ Χάρτης καὶ πρόκειται, ἐντὸς τῶν ἡμερῶν, νὰ κατατεθῇ πρὸς ψήφισιν.
§211Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἰδιαιτέρα μεταχείρισις, κύριε ὑπουργέ, τὴν στιγμὴν ποὺ ἀρνεῖσθε τὸν Καταστατικὸν Χάρτην διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς ἄλλης Ἑλλάδος; Ὑπάρχει ἀντίφασις.
§212Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Κύριε συνάδελφε, ὁ Χάρτης αὐτός, ἐν τῷ συνόλῳ του, κατηρτίσθη ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Κρήτης, ἐπεκυρώθη ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ὅπως ἠξεύρετε, καὶ πρόκειται νὰ ἔλθῃ κατὰ τὴν φυσιολογικὴν ὁδόν, χωρὶς τὴν ἰδικήν μας ἐπέμβασιν.
§213Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ἡ φυσιολογικὴ ὁδὸς καὶ ἄλλο ἡ ἄρνησις τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, διότι θεωρεῖ, ἴσως, ἐπιβλαβῆ τὴν λεπτομερειακὴν συζήτησίν του.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κύρκος, ἔχει τὸν λόγον. Τὸ Προεδρεῖον, λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος, κύριοι συνάδελφοι, ἐξεδήλωσε διάθεσιν νὰ συζητηθῇ μὲ ἄνεσιν καὶ ἔκαμεν εὐρεῖαν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπειδή, ὅμως, ἐγένετο κατάχρησις τῶν διαθέσεών του, τὸ Προεδρεῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμὸν αὐστηρῶς καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ καμμίαν διακοπήν.
§215Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, εἰμὴ μόνον, διὰ νὰ κάμω ὡρισμένας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τῆς παραγράφου 2. Ἀλλὰ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου καὶ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Μπακοπούλου, εἶναι ἐκείνη, κυρίως, ἡ ὁποία μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα. Ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος, προέβη εἰς ὡρισμένας παρατηρήσεις, ὡς πρὸς τὴν στάσιν τῶν Ἱεραρχῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πολλὰς τῶν ὁποίων θεωρῶ ὄχι ἁπλῶς αὐστηράς, ἀλλὰ ἐντελῶς ἀδικαιολογήτους καὶ ἐστερημένας βάσεως. Ἀπεκάλεσε, φερ’ εἰπεῖν, τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς πλειοψηφίαν συμπτωματικήν.
§216Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτον πρᾶγμα.
§217Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὸ ἐσημείωσα.
§218Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κακῶς τὸ ἐγράψατε. Εἶπον, ὅτι συμπτωματικῶς εἶναι μέλη τῆς Συνόδου σήμερον.
§219Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἄλλο εἶναι τὸ «συμπτωματικῶς εἶναι μέλη τῆς Συνόδου» καὶ ἄλλο «συμπτωματικὴ πλειοψηφία»;
§220Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἑπτά...
§221Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἔχει καλῶς, δὲν ἐπιμένω. Ἐφ’ ὅσον λέγετε σεῖς, ὅτι δὲν ὡμιλήσατε περὶ συμπτωματικῆς πλειοψηφίας, ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἐπιμείνω ἐπ’ αὐτοῦ.
§222Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον αὐτά, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι συμπτωματικῶς εἶναι σήμερον Συνοδικοί. Αὔριον δὲν θὰ εἶναι καὶ ἑπομένως ἡ ἰδιότης τοῦ Συνοδικοῦ δὲν προσδίδει οὐδὲν κῦρος.
§223Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἀλλὰ ἀγαπητὲ καὶ ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, ἐὰν ἡ παρατήρησις αὐτή, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, ὅτι συμπτωματικῶς ἀποτελοῦν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κατισχύσῃ ἡ ἀρχὴ τῆς πλειοψηφίας, τότε λέγω τὸ ἑξῆς.
§224Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον...
§225Μ. ΚΥΡΚΟΣ. ... καὶ ἡμεῖς ἐδῶ, συμπτωματικῶς παριστάμεθα, διότι σήμερον εἴμεθα καὶ αὔριον ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἴμεθα. Τοῦτο, ὅμως, δὲν σημαίνει, ὅτι ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνει ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι συμπτωματικῶς παριστάμεθα, δὲν εἶναι ἀπολύτως ἔγκυροι καὶ ἀπολύτου ἰσχύος. Συνεπῶς, αἱ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον οἱ 7 Μητροπολῖται, οἱ συγκροτήσαντες κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἦσαν ἀπολύτως ἔγκυροι καὶ ἀπολύτως νόμιμοι, ὡς ἀποφάσεις τῆς πλειοψηφίας τοῦ Σώματος τοῦ συνεδριάζοντος. Παρατήρησις δευτέρα. Ἀντικρούων τὴν ἄποψιν «περὶ συμφώνου γνώμης» τῆς Ὁλομελείας τῆς Ἱεραρχίας, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 σχέδιον, ὄχι εἰς τὸ σημερινὸν —εἰς τὸ σημερινὸν ὑπάρχει μόνον «γνώμη»— ἀντικρούων τὴν ἄποψιν αὐτὴν ὁ κ. Μπακόπουλος, ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα νὰ νομοθετήσῃ καὶ ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν ἠμπορεῖ —φαντάζεται ὁ ἴδιος— δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Ὁλομελείας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Αὐτό, ὅμως, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ οὔτε παραχώρησιν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, οὔτε ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων αὑτῆς. Διότι, εἴθισται, ὅταν ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν, τὴν οἱανδήποτε ἀπόφασιν, ὄχι κἂν ἀπόφασιν πρὸς εἰσαγωγὴν ἑνὸς σχεδίου νόμου εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καθαρῶς ἀποφάσεως διοικητικῆς, εἴθισται νὰ ἐρωτῶνται αἱ τάξεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐνδιαφέρει τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ βλέπομεν καθημερινῶς νὰ συγκαλοῦνται συσκέψεις, εἰς τὰς ὁποίας νὰ παρίστανται ὁ Πρωθυπουργός, οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν τάξεων. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ, λοιπόν, καμμίαν ἰδιαιτέραν παραχώρησιν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι θὰ συγκατατεθῇ ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Βασ. Διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ρυθμίζωνται ὅλα τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας, θὰ συγκατατεθῇ νὰ ἀκούσῃ καὶ τὴν γνώμην τῆς Ἱεραρχίας. Ὑπεστήριξα, κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι, βεβαίως, ἡ Πολιτεία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ρυθμίσῃ τὰ ζητήματα —βεβαίως δὲν ἰσχύει ἡ σύμφωνος γνώμη τῆς Ἱεραρχίας— ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσῃ ἡ Βουλὴ— ἀλλὰ ὑπεστήριξα ὅτι, προκειμένου νὰ ἐκδοθοῦν Διατάγματα κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὕπαρξις τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλησίας θὰ ἦτο μία ἐγγύησις καὶ θὰ ἦτο μία ἐγγύησις ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ὀρθοτέρας ἀντιμετωπίσεως ὅλων τῶν θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων τὰ Β. Διατάγματα, ἀλλὰ ἦτο ἐγγύησις καὶ ἀπὸ τῶν ἀπόψεων τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀντικτύπου καὶ τῶν ἐξωτερικῶν συνεπειῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα διὰ μακρῶν, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω. Καί, τελικῶς, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι δὲν ἠθέλησαν οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται τὴν Κυβερνητικὴν ἐπέμβασιν καὶ ἤδη τὴν ὑφίστανται. Πράγματι, δὲν τὴν ἠθέλησαν. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Ἱεραρχία ὁλόκληρος δὲν θὰ ἐπεθύμει τὴν κυβερνητικὴν ἐπέμβασιν. Καὶ ἐξ ἡμῶν, οὐδεὶς θὰ τὴν ἐπεθύμει. Καὶ πρώτη ἡ Κυβέρνησις διεδήλωσε τὴν θέλησίν της νὰ μὴ ἐπέμβῃ. Θὰ ἐπεθύμει ἡ Ἱεραρχία νὰ ἔλυε τὰ ζητήματά της ἡ ἰδία καὶ νὰ μὴ ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπεμβαίνῃ. Τί τὸ λογικώτερον; Τί τὸ ὀρθότερον καὶ ἐποικοδομητικώτερον; Ἀλλά, διατὶ τὴν ὑφίστανται, ἀξιότιμε καὶ ἀγαπητὲ κύριε συνάδελφε; Τὴν «ὑφίστανται» εἶναι χαρακτηρισμὸς ἄδικος καὶ ἀβάσιμος, θίγων τὴν Ἱεραρχίαν καὶ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκστομίσῃ κανεὶς ἀντικειμενικῶς καὶ ἀμερολήπτως ἐξετάζων τὰ πράγματα. Διατὶ τὴν ὑφίστανται; Τίποτε δὲν ὑφίστανται. Ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ὅπως ἐνόμισαν, ὅτι ὤφειλον νὰ τὸ ἐκπληρώσουν. Ἡ Κυβέρνησις, ἐξ ἄλλου, νομίζω, ὅτι καὶ ἐκείνη ἔχει ὡρισμένα καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ εἰσηγεῖται πρὸς ἡμᾶς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰσηγεῖται. Ἐπεκαλέσθητε τὴν τελευταίαν των ἀνακοίνωσιν καὶ εἴπατε, ὅτι οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται, ὄχι μόνον δὲν ἔχουν, κατὰ κάποιον τρόπον συνετισθῆ ἀπὸ τὴν ἐπέμβασιν τὴν κυβερνητικήν, ἀλλὰ καὶ ἀπειλοῦν καὶ ἐπεκαλέσθητε τὴν τελευταίαν περικοπὴν τῆς ἀνακοινώσεώς των. Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἔχητε λάβει γνῶσιν αὐτῆς τῆς ἀνακοινώσεως. Προσωπικῶς πιστεύω, ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα πράγματι ἐμπνευσμένον κείμενον, κείμενον ἀντάξιον Ἑλλήνων Ἱεραρχῶν, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται ἐκφράζουν τὸν βαθύτατον πόνον, τὸν συνέχοντα τὴν ψυχήν των, δι’ ὅσα ἀπετολμήθησαν. Ἀλλὰ δὲν ἀπειλοῦν κανένα. Ἁπλῶς διαπιστώνουν τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψουν ἐκ τῆς παρατάσεως τῆς ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται σήμερον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τοὺς ἐπισημαίνουν. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω, εὐθὺς ἀμέσως, ποία εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ὑφίσταται αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀναγραφομένη ἀπάντησις: «........ (ἀναγινώσκει) ........». Εἶναι τοῦτο ἀπειλή, ἢ εἶναι διαπίστωσις; Ὁδηγοῦν τὴν Ἐκκλησίαν εἰς μείζονας ὀδυνηρὰς περιπετείας ........ (ἀναγινώσκει) ........... Αὐτὸ εἶναι τὸ πέρας τῆς ἀνακοινώσεως. Δὲν πρόκειται, λοιπόν, οὔτε περὶ ἀπειλῆς, οὔτε περὶ ἄλλου τινός, παρομοίου. Πρόκειται περὶ μιᾶς διατυπώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνουν μὲ ὀδύνην ψυχῆς οἱ ἑπτὰ Ἱεράρχαι, διὰ νὰ συγκρατήσουν τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸν κατήφορον, εἰς τὸν ὁποῖον εἰσῆλθε. Διότι, δυστυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι βαρυτάτη ἡ ἀνωμαλία, ἡ κρατοῦσα σήμερον. Διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου δὲν ὑπάρχει. Διότι ἡ διακοπὴ ἀπαγγέλλεται δι’ ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δὲν ὑπάρχει. Συνεπῶς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὑπάρχει πλήρης ἀνωμαλία. Δεύτερον: Ἐξουσιοδότησις πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν, τῶν ἀνυπάρκτων, ὡς εἶπον ἤδη, διακοπῶν, νὰ χειρίζεται τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα τῆς τρεχούσης, ἐὰν θέλετε, ὑπηρεσίας καὶ τοιαύτη ἐξουσιοδότησις δὲν ὑπάρχει. Διότι καὶ αὕτη παρέχεται δι’ ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Καὶ τοιαύτη ἀπόφασις δὲν ὑπάρχει. Ἰδοὺ ἡ πλήρης ἀνωμαλία, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας τὴν ἀποσόβησιν ἠθέλησαν νὰ ἐπιτύχουν οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται, ἐπιδείξαντες τὴν μετριοπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν, διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ πρακτικοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνακοίνωσιν πρὸς τὸ Σῶμα ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἠκούσαμεν ὅλοι μετὰ πλήρους ἱκανοποιήσεως. Ἀλλά, δυστυχῶς, τὸ πρακτικὸν αὐτό, δὲν κατέστη ὁριστικόν, διότι δὲν ὑπεγράφη ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν, ἀξιώσασα προσθήκας μειωτικὰς διὰ τὴν πλειοψηφίαν, προσθήκας ἀποτελούσας μόνον οὐχὶ δήλωσιν μετανοίας καὶ δι’ αὐτὸ δικαίως ἀπορριφθείσας. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ἀπαντῶν εἰς τὰς θεωρίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ. Καὶ τώρα, δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ ἄλλου τινός, παρὰ μόνον περὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ πρώτου ἄρθρου καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ μοῦ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ προσέξῃ ἰδιαιτέρως αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω. Εἶπον καὶ προηγουμένως, εἰς μίαν διακοπήν, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐδάφιον, εἶχε νόημα πράγματι, κατὰ τὴν ἀρχικήν του διατύπωσιν, διότι εἰσάγει τὴν ἐξαίρεσιν, ὡς πρὸς τὸν ἰσχύσοντα πίνακα τῶν ἐκλογίμων. Ἐγὼ βεβαίως, δὲν θὰ συνεφώνουν, ἀλλ’ εἶχε νόημα, πρὶν γίνῃ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος καὶ ἀπεδέχθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχει πλέον κανένα περιεχόμενον τοῦτο ἐδῶ, διότι διὰ τῆς παραγράφου 2, ὁρίζονται τὰ ἑξῆς: Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐκδοθησομένου μετὰ γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθορισθήσονται, πρῶτον, τὰ προσόντα τῶν πρὸς ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων, ὁ τρόπος τῆς πληρώσεως τῶν χηρευουσῶν Μητροπόλεων, ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῶν λοιπῶν Μητροπολιτῶν. Συνεπῶς, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ παράγραφος θὰ ἰσχύσῃ μετὰ τὴν τροπολογίαν, ὅταν θὰ ἐκδοθοῦν τὰ λοιπὰ Διατάγματα, τὰ Βασιλικὰ αὐτὰ Διατάγματα θὰ προβλέπουν καὶ περὶ τῶν προσόντων τῶν πρὸς ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς πληρώσεως τῶν Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν. Τούτου δεδομένου, τί νόημα ἔχει τὸ «ἐξαιρετικῶς» μέχρι πληρώσεως τῶν κενῶν, ἀφοῦ, οὕτως ἢ ἄλλως, ἡ πλήρωσις αὐτῶν θὰ γίνῃ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Βασ. Διαταγμάτων; Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ, τὸ κείμενον λέγει, καταργουμένων τῶν σχετικῶν κειμένων διατάξεων — ἤγουν καὶ τῶν διατάξεων περὶ ἐκλογῆς Μητροπολιτῶν καὶ περὶ προσόντων τῶν ἐκλογίμων. Καταργοῦνται δὲ αἱ σχετικαὶ διατάξεις, ὅπως ἀναφέρεται εἰς τὰ ἐδάφια αʹ καὶ βʹ, ὅπως προεῖπον, ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ νόμου. Συνεπῶς, ἀφ’ ἧς δημοσιευθῇ ὁ νόμος αὐτός, δὲν ὑπάρχουν πλέον οὔτε προσόντα, οὔτε τρόπος ἐκλογῆς, οὔτε τίποτε ἀπολύτως. Ὅλα αὐτὰ θὰ ρυθμισθοῦν ἀπὸ τὰ μέλλοντα νὰ ἐκδοθοῦν Βασιλικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποστοῦν προηγουμένως τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας. Τούτου δεδομένου, τί ἔννοιαν ἔχει ἡ εἰσαχθεῖσα τροπολογία, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ. Διότι, ὅπως διερρυθμίσθη αὕτη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, δὲν λύει πλέον τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε καὶ τὴν πέτραν τοῦ σκανδάλου εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§226Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε, νὰ σᾶς κάμω μίαν διευκρίνησιν; Ἐδῶ ὑπάρχει μία εἰδικὴ διάταξις, ἀναφερομένη εἰς τὴν ἰσχὺν εἰδικοῦ πίνακος, τοῦ πίνακος, ὁ ὁποῖος κατηρτίσθη καὶ ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει τοὺς ἐκλογίμους, εἴτε τοὺς 26, ὡς ἐλέχθη, εἴτε τοὺς 34. Ἡ διάταξις, λοιπόν, αὐτή, κατὰ τὴν ἐμὴν ἄποψιν, ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰσχὺν αὐτῆς εἰδικῶς. Ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις, εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται...
§227Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτό, ποὺ λέγετε, ἀκριβές.
§228Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ εἰδικῆς διατάξεως, δι’ ὡρισμένην καὶ συγκεκριμένην περίπτωσιν, ὄχι πλέον ἀπὸ ἀπόψεως γενικῶν ὅρων, ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως εἰδικῆς συνθέσεως τοῦ πίνακος καθορίζεται, ὅτι αὐτοὶ οἱ πίνακες θὰ ἔχουν ἰσχὺν καὶ διὰ τὴν κρίσιν τῆς μείζονος Ἱεραρχίας.
§229Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Αὐτὸ ὑπάρχει. Ἀγαπητὲ κύριε Μακρόπουλε, ἡ πρώτη διατύπωσις εἶναι ὅπως τὸ λέγετε σεῖς καὶ τὸ ἀντελήφθην καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ ἡ δευτέρα διατύπωσις, λέγει τὸ ἑξῆς: «Ἐξαιρετικῶς μέχρι πληρώσεως τῶν ἤδη χηρευουσῶν Μητροπόλεων θέλει ἰσχύσει, ὄχι ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος, ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Βασ. Διαταγμάτων, περὶ ὧν τὸ ἐδάφιον 2, πίναξ». Καταλάβατε; Ἀλλὰ τὸν πίνακα ἐκεῖνον θὰ τὸν καταρτίσῃ τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας, διότι ἐν τῷ μεταξὺ καταργοῦνται καὶ τὰ προσόντα, καταργεῖται καὶ ὁ τρόπος τῆς πληρώσεως τῶν Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν. Ἰδοὺ διατὶ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, δὲν ἔχει νόημα αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ πρέπει νὰ διαγραφῇ, διότι ἀποτελεῖ σύγχυσιν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ ζητήματα.
§230Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Β. Διαταγμάτων πίναξ.
§231Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Διαταγμάτων ἐγκεκριμένος. Ἔχει σημασίαν τὸ πρᾶγμα. Λέγω, λοιπόν, τὸ ἑξῆς: Ἐγκεκριμένος καθ’ ὃν χρόνον θὰ ἐκδοθοῦν τὰ Διατάγματα. Ἐγκεκριμένος ὑπάρχει σήμερον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἰσχύσῃ ὁ σήμερον ὑπάρχων, θὰ ἰσχύσῃ ὁ καθ’ ὃν χρόνον θὰ δημοσιευθοῦν τὰ Διατάγματα, τὸν ὁποῖον θὰ καταρτίσῃ τότε ἡ Ἱεραρχία ἐν τῷ συνόλῳ της. Τότε τί νόημα ἔχει; Ἀπολύτως κανένα νόημα.
§232Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ἐδῶ ὑπάρχει μία σύγχυσις, εἰς τὸ θέμα. Ὅταν λέγετε, ὅτι θὰ συνέλθῃ ἡ Ἱεραρχία, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὴν γνώμην της διὰ τὰ Διατάγματα καὶ μετὰ θὰ δημοσιευθοῦν τὰ Διατάγματα, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἱεραρχία, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, θὰ κάμῃ τὸν κατάλογον τῶν ἐκλογίμων.
§233Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὸ λέγετε σεῖς, κύριε ὑπουργέ, ἐδῶ. «Ὁ τρόπος τῆς πληρώσεως τῶν Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν, ὁ τρόπος ἐκλογῆς, τὰ προσόντα τῶν πρὸς Ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων κλπ.». Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν, θὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ πίναξ.
§234Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Θὰ καθορίσητε τὸν τρόπον καὶ ἀφοῦ καθορίσετε τὸν τρόπον, θὰ συνέλθῃ ἡ Ἱεραρχία ἢ θὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος, διὰ νὰ κάμῃ τὸν κατάλογον. Δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι συγχρόνως θὰ ψηφίσῃ καὶ τὸν Χάρτην καὶ τὸν κατάλογον.
§235Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἐδῶ λέγει, ὅτι θὰ ἐκδοθοῦν Διατάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ λέγουν, πρῶτα, τὰ προσόντα τῶν ἐκλογίμων. Δεύτερον, τὸν τρόπον τῆς πληρώσεως τῶν Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν κλπ. Ἐν τῷ μεταξύ, ὅμως, θὰ ἐκδοθοῦν τὰ Διατάγματα, θὰ ἔχῃ γίνει καὶ ὁ πίναξ μέχρι τότε, ὁ ὁποῖος θὰ περιλαμβάνῃ τοὺς ἐκλογίμους. Ὁ πίναξ αὐτός, θὰ εἶναι ἢ ὁ ἤδη ἰσχύων τῶν 26, ἢ ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἤρχισαν νὰ κάμνουν τῶν 34 καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐπεκυρώθη. Καὶ κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς συνομιλίας μὲ τὴν ὁμάδα, ὡς ἐπεκράτησε νὰ λέγεται, θὰ εἶναι ὁ πίναξ τῶν 34. Λοιπόν, ὁ νόμος ἐδῶ, ἀσχέτως τοῦ ποία εἶναι ἡ προϋπόθεσις, λέγει τὸ ἑξῆς: Ὅτι, ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν εἴπουν τὰ Διατάγματα περὶ προσόντων νέων ἢ μή, αὐτὸς ὁ πίναξ, ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχύσῃ καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ κυρωθῆ προτοῦ νὰ δημοσιευθοῦν τὰ Διατάγματα, αὐτὸς θὰ ἰσχύσῃ καὶ θὰ δύναται ἡ Ὁλομέλεια νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀπόψεις της.
§236Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ.
§237Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μᾶς δώσετε μίαν σαφῆ ἀπάντησιν. Οἱ 34, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, αὐτοί, τοὺς ὁποίους ὑπονοεῖτε ἐδῶ, αὐτοὶ θὰ περιληφθοῦν; Ἀποτελοῦν πίνακα, ὁ ὁποῖος θὰ ἐγκριθῇ ὁριστικῶς; Ἂν μὲν ἐγκριθῇ ἀπὸ τὴν Ἱεραρχίαν, ἔχει καλῶς. Ἄν, ὅμως, ἡ Ἱεραρχία εἰπῇ ὄχι καὶ δὲν ἐγκρίνει αὐτὸν τὸν πίνακα, τί θὰ πράξετε σεῖς, ὡς Πολιτεία; Θὰ ἐγκαταλείψετε αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀποκτοῦν κεκτημένα δικαιώματα δυνάμει τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἢ θὰ εἴπητε αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Σᾶς ὑποσχόμεθα, εἶπεν ἐδῶ, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἱεραρχία δὲν ἐγκρίνει τὸν κατάλογον αὐτόν, τότε θὰ φέρωμεν νόμον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἐγκρίνωμεν ἡμεῖς τὸν κατάλογον. Συμφωνεῖτε μὲ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὄχι;
§238Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι, διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὅπως ἀναφέρει τὸ ἐδάφιον βʹ τῆς παραγράφου 2, ὁ κατάλογος αὐτὸς ἔχει ἰσχὺν καὶ ἀπὸ αὐτὸν θὰ ἐπιλέξῃ ἡ Ἱεραρχία, διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν συγκεκριμένων αὐτῶν θέσεων.
§239Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀκόμη ὁ κατάλογος αὐτός;
§240Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Διὰ τοὺς 26 ὑπάρχει.
§241Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοὺς ὑπολοίπους, ἐπιθυμεῖτε νὰ συμφωνήσῃ ἡ Ἱεραρχία; Ἂν ναί, εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§242Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.). Ὁ νόμος τὸ ἐπιτάσσει.
§243Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ δὲν εἶναι σαφής, οὔτε ἡ ὑπηρεσία σας. Ἀναμένεται, φυσικά, κἄποτε αὐτὸς νὰ κυρωθῇ, ἂν δὲν κυρωθῇ ἀπὸ τὴν Ἱεραρχίαν. Τότε θὰ ἔλθετε καὶ πάλιν ἐνώπιόν μας; Ὥστε εἶσθε σύμφωνοι, ὅτι ὁ πίναξ τῶν 34 ἰσχύει ὡς 26 καὶ 8; Ἰσχύει ἢ δὲν ἰσχύει;
§244Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς δώσῃ ἀπάντησιν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διατὶ ἀδίκως τὸν παρενοχλεῖτε. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς δώσῃ ἀπάντησιν, ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς σας.
§245Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.). Κύριε Κύρκο, συνεχῶς ὁμιλεῖτε περὶ ἀπαντήσεως. Ἡ ἀπάντησις εἶναι σαφής. Τὴν ἡμέραν τῆς δημοσιεύσεως τῶν διαταγμάτων, θὰ ὑπάρχῃ ἐγκεκριμένος τις πίναξ ἐκλογίμων, εἴτε θὰ εἶναι 26, εἴτε 226, εἴτε 13, θὰ ὑπάρχῃ κάποιος ἐγκεκριμένος πίναξ ἐκλογίμων, ἀνεξαρτήτως τῆς διαδικασίας ποὺ θὰ ὁρίσουν τὰ Διατάγματα, διὰ τὸν καταρτισμὸν εἰς τὸ μέλλον τῶν πινάκων τῶν ἐκλογίμων. Θὰ ἰσχύσῃ διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἤδη ὑπαρχουσῶν κενῶν θέσεων Μητροπολιτῶν.
§246Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Κύρκο, δὲν εἶσθε παρὼν προηγουμένως, οἱ συνάδελφοι ποὺ ἦσαν παρόντες καὶ ἤκουσαν τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤκουσαν ἀναμφιβόλως μαζί μου, ὅτι ὁ πίναξ τῶν 34 ὁπωσδήποτε θὰ πρέπει νὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας. Ἐὰν παρ’ ἐλπίδα δὲν ἐγκριθῇ, θὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἐγκρίνῃ τὸν πίνακα αὐτὸν ἡ Βουλή. Αὐτὸ ἐδήλωσεν ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἀποσαφηνίσητε τὸ πρᾶγμα.
§247Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκευμ.). Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶπεν αὐτό.
§248Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε διαφωνεῖτε μὲ τὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§249Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡμίλησε καὶ εἶπε, περαιτέρω, δι’ αὐτοὺς τοὺς ἐκλογίμους, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν εἰς τὴν ἐπίμαχον συνεδρίασιν τῆς Συνόδου. Ὄχι διὰ τοὺς προηγουμένους.
§250Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἐδῶ εἶναι τὰ πρακτικά. Ὁ κ. Κανελλόπουλος, λέγει τὰ ἑξῆς: «....... (ἀναγινώσκει ἐκ τῶν πρακτικῶν δηλώσεις τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Κανελλοπούλου).........».
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κοθρῆ, ὁ κ. ὑπουργός, ἀπήντησε σαφῶς καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπικαλεσθῆτε πρακτικά.
§252Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιφάσκῃ εἰς ἕνα νομοσχέδιον τόσον σοβαρόν, νὰ ἔρχεται νὰ λέγῃ ἄλλα ὁ Ἀντιπρόεδρος καὶ ἄλλα ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Ἰδοὺ τί λέγουν τὰ πρακτικά: Ἐρωτᾶ ὁ κ. Κοθρῆς: «.......... (ἀναγινώσκει)..........». Αὐτὰ λέγει ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ συνεννοηθῇ, βέβαια, μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§253Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι κ. ὑπουργὸς δὲν ἦτο εἰς θέσιν, ἐκ τῶν πραγμάτων, νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ προσθήκη εἰς τὸν ὑπάρχοντα πίνακα τῶν 26 κληρικῶν, τῶν πρὸς ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων, ἔγινε πρὸ τῆς διαφωνίας μεταξὺ τῶν ἁγίων Συνοδικῶν καὶ τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐπηκολούθησεν ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, ἡ κατὰ περίεργον τρόπον, ὡς λέγει ὁ κ. Στεφανόπουλος, ἡ κατ’ ἀνώμαλον τρόπον, ὡς λέγω ἐγώ. Τὸ πρακτικόν, συνεπῶς, αὐτό, μένει ἀνεπικύρωτον, ὄχι πλέον πρὸς ὅσα ἡ πλειοψηφία ἔπραξε μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τῆς μειοψηφίας, ἀλλὰ ἀνεπικύρωτον καὶ ὡς πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πλειοψηφία, μειοψηφία καὶ Ἀρχιεπίσκοπος μαζὶ εἶχον ἀποφασίσει. Ταῦτα, ὡς πρὸς τὸ πρακτικὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς κρίσεως καὶ κατόπιν τῆς ἐνεργοῦ παρεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐπῆλθεν ἡ συμφωνία μετὰ τῶν Ἱεραρχῶν τῆς πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, δικαίως περιχαρής, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος καὶ ὑπεγράφη παρ’ αὐτῶν σχετικὸν συμφωνητικόν. Διὰ τὸ συμφωνητικὸν αὐτό, οἱ Μητροπολῖται τῆς πλειοψηφίας προέβησαν εἰς σοβαρωτάτας ὑποχωρήσεις. Δὲν ἐπέμειναν πλέον εἰς τὴν ἄμεσον κύρωσιν τῶν παρ’ αὐτῶν συντελεσθεισῶν πράξεων καὶ ἐδέχθησαν νὰ μὴ δημιουργηθῇ ζήτημα ἐπικυρώσεως τοῦ πρακτικοῦ, ἀλλὰ ἡ ἐπικύρωσις τοῦ πρακτικοῦ τῆς συνεδριάσεως, ὅπου ἀνεφύη ἡ διαφωνία, νὰ γίνῃ κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς παρούσης Συνοδικῆς περιόδου. Ἐὰν ἔτσι ἐπήγαιναν τὰ πράγματα, τὰ πάντα θὰ εἶχον ἐξομαλυνθῆ. Δυστυχῶς, δὲν ἐπροχώρησαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι δὲν ὑπεγράφη καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὸ ἀνωτέρω συμφωνητικόν. Καὶ ὑπάρχει σήμερον ὡς ἐγκεκριμένος πίναξ, ὁ περιλαμβάνων μόνον τοὺς 28 καὶ ὄχι καὶ τοὺς 8, οἱ ὁποῖοι προσετέθησαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην. Εὔχομαι, κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, ποὺ θὰ μεσολαβήσῃ, νὰ ἐπέλθῃ σύμπτωσις ἀπόψεων τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τῆς μειοψηφίας ἐξ ἑνὸς καὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐξ ἑτέρου, διὰ νὰ εὑρεθῇ μία λύσις, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Διότι μὴ ἐπερχομένης συμφωνίας, δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου καὶ ἡ ἀνωμαλία θὰ συνεχίζεται, μέχρις ὅτου, κατὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου ἢ προηγουμένως, ἡ Κυβέρνησις θὰ καλέσῃ τὴν Ὁλομέλειαν τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλὰ μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς, θὰ συνεχίζεται ἡ ἀνωμαλία. Ὅμως, καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ μὲ παρακολουθήσῃ καὶ πάλιν ὁ κ. ὑπουργός. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν συνεχεῖς παραχωρήσεις καὶ νὰ μὴ ἀναγνωρίζωμεν, ὅτι ἔχει καὶ ἐκείνη ἡ πλευρὰ τὸ δίκαιόν της, ἐφ’ ὅσον ὡς πλειοψηφία ἐνήργησεν. Ἂν ὄχι ἀπόλυτον δίκαιον, ὡς ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἔχει, καὶ ἐκείνη ἡ πλευρὰ ἕνα δίκαιον. Ἡ παράγραφος, τὴν ὁποίαν ψηφίζετε, ἠξεύρετε τί δημιουργεῖ; Βαθύνει τὸ χάσμα καὶ τὸ βαθύνει κατὰ τρόπον ὁριστικόν, διότι τέμνει τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀνέκυψεν ἡ διαφωνία. Ἐπὶ ποίου θέματος ἀνέκυψεν ἡ διαφωνία; Ὄχι ἐπὶ τῶν ὀκτώ, ποὺ θὰ συμπληρώσουν τὸν κατάλογον. Ἀνέκυψεν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς πληρώσεως τῶν Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν τῶν χηρευουσῶν καὶ διαπιστωθείσης τῆς διαφωνίας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς περὶ αὐτὸν μειοψηφίας ἐξ ἑνὸς καὶ τῆς πλειοψηφίας ἐξ ἑτέρου, ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος. Ἔμειναν οἱ ἑπτὰ καὶ ἔλαβον ἀποφάσεις, μίαν ἀπόφασιν ἐκλογῆς καὶ μίαν ἀπόφασιν μεταθέσεως. Ἡ διαφωνία ὑπάρχει ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐπῆραν οἱ ἑπτά, ὡς πλειοψηφία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εἶναι ἔγκυροι ἢ ἄκυροι, εἶναι νόμιμοι ἢ παράνομοι; Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφωνία μεταξύ των. Καὶ διὰ νὰ μὴν ἀναζωογονηθῇ ἡ διαφωνία, εἰς τὸ ἀρχικὸν συμφωνητικὸν ὡρίσθη, ὅτι ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν τῆς τελευταίας συνεδρίας θὰ ἐγίνετο εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Συνόδου, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐν τῷ μεταξύ, θὰ ἐτακτοποιοῦντο τὰ πράγματα, εἴτε διὰ συμφωνίας ὁλοκληρωτικῆς μεταξὺ τῶν διϊσταμένων, εἴτε διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξεδίδοντο μετὰ γνώμην τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχε πλέον ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. Ἤδη, τί πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν; Πρόκειται, διὰ τῆς τροπολογίας, νὰ κηρύξωμεν ἀκύρους τὰς πράξεις τὰς γενομένας ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἑπτὰ Μητροπολιτῶν. Νὰ καταφέρωμεν, δηλαδή, πλῆγμα ὄχι προσωπικῶς κατὰ τῶν ἑπτὰ Μητροπολιτῶν, ἀλλὰ κατὰ τῆς ἀρχῆς, τῆς δημοκρατικῆς ἀρχῆς, τῆς θεμελιώδους δημοκρατικῆς ἀρχῆς, τῆς κατισχύσεως ἐν παντὶ τῆς θελήσεως τῆς πλειοψηφίας. Διότι οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται ἀπετέλουν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κύρκο, ἐπαναλαμβάνετε διὰ δευτέραν φορὰν τὰ ἴδια πράγματα. Κατεπονήθη ἡ Βουλή. Σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ τελειώσητε τὴν ἀγόρευσίν σας, διότι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, ἠλέχθησαν ἐπανειλημμένως παρ’ ὑμῶν.
§255Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ σᾶς εἶμαι εὐάρεστος, τελειώνω τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ τονίζω, ὅτι καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα προηγουμένως, καθὼς καὶ διὰ τὸν πρόσθετον λόγον, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξα μόλις πρὸ ὀλίγου, νομίζω, ὅτι ἡ ὑπὸ κρίσιν διάταξις δὲν ἔχει πλέον νόημα καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. (Χειροκροτήματα).
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§257Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλή, ἀπηχοῦσα τὴν ἀνησυχίαν τῆς κοινῆς γνώμης, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας συζητεῖ, μετὰ βαθυτάτης λύπης, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη τελείως ἀπαρασκεύαστος διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἐκραγεῖσαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν κρίσιν καὶ ἕνεκα τούτου, ὑπεχρεώθη τετράκις νὰ μεταβάλῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον. Ἡ τελευταία μορφὴ τοῦ σχεδίου τούτου δὲν εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μας, ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν εἰρήνευσιν τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τῆς ἀκαίρου καταργήσεως τοῦ μεταθετοῦ τῶν Μητροπολιτῶν, ἡ Κυβέρνησις θὰ στερήσῃ τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ ἱκανοὺς ποιμενάρχας καὶ θὰ καταδικάσῃ εἰς μαρασμὸν τοὺς λειτουργοὺς ἐκείνους, τῶν ὁποίων θὰ καταργηθῶσιν αἱ ἕδραι, λόγῳ τοῦ προβλεπομένου νέου τοῦ νομοσχεδίου περιορισμοῦ τῶν ὁρίων τῶν Μητροπόλεων. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, ὅτι θὰ καταργῶνται αἱ Μητροπόλεις αὐταί, μετὰ τὴν χηρείαν των ἀπὸ τοὺς Μητροπολίτας. Εἰς τὰς περιπτώσεις, ὅμως, αὐτάς, οἱ Μητροπολῖται τῶν ὑπὸ κατάργησιν Μητροπόλεων, θὰ θεωροῦν ἑαυτοὺς ὡς μειωμένης θέσεως, ὡς δευτέρας ἀξίας καὶ δὲν θὰ ἔχουν οὔτε τὸ κῦρος, οὔτε τὴν ψυχικὴν δύναμιν νὰ ἐκτελέσουν ἐπαρκῶς τὰ καθήκοντά των. Θὰ ἦτο δυνατόν, κύριοι βουλευταί, νὰ παραμείνῃ τὸ μεταθετὸν προσωρινῶς καὶ νὰ καταργηθῇ μὲ τὴν ἀνασύνταξιν τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, βάσει τοῦ νέου Καταστατικοῦ Χάρτου. Διαφωνοῦμεν μὲ τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως περὶ «συμφώνου» γνώμης τῆς Ἱεραρχίας ἐκ τῆς διατυπώσεως τῆς παραγράφου 2 τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ὁ κ. Μπακόπουλος, συμφωνῶν μὲ τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως ταύτης, εἶπεν, ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ δεσμευθῇ εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν Διαταγμάτων ἐκ τῆς «συμφώνου» γνώμης τῆς Ἱεραρχίας. Νομίζω, ὅμως, ὅτι θὰ ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις, ἀκολουθοῦσα τὸ παράδειγμα ἄλλων Κυβερνήσεων, νὰ δεσμεύσῃ ἑαυτὴν μὲ τὸ σύμφωνον τῆς γνώμης τῆς Ἱεραρχίας, δοθέντος μάλιστα, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, τὰ ὅρια τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ρυθμισθοῦν διὰ τῶν προβλεπομένων Διαταγμάτων, συμπλέκονται μὲ τὰ ὅρια τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι συνταγματικῶς κατωχυρωμένα. Δηλαδὴ εἶναι δυνατόν, διοικητικὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας νὰ θιγοῦν, θέματα Ἱερῶν Κανόνων, Συνοδικῶν διατάξεων, θέματα λατρείας ποὺ εἶναι συνταγματικῶς κατωχυρωμένα, ποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ θίξῃ ὁ κοινὸς νομοθέτης. Διὰ τοῦτο ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἐχρειάζετο τὸ «σύμφωνον» τῆς γνώμης τῆς Ἱεραρχίας, διὰ νὰ διαφυλάξωμεν παρομοίας ἐκτροπὰς καὶ συνταγματικὰς παραβάσεις. Ἡ Κυβέρνησις, ὅμως, ἐφοβήθη, ὅτι δὲν θὰ ἐξησφάλιζε τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας διὰ τὰ Διατάγματά της, δι’ αὐτό, εἰς τὴν τελευταίαν μορφὴν τοῦ σχεδίου, ἀπήλειψε τὴν διάταξιν περὶ συμφώνου γνώμης τῆς Ἱεραρχίας. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ κῦρος καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς τὴν ἀνάγκην νὰ θεσπίσῃ τοιαύτας ἐπικινδύνους διατάξεις, ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ θέσουν τὴν θρυαλλίδα εἰς τὰ θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἰς τὴν γαλήνην τοῦ Ἑλληνικοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ. Εἶναι δυνατὸν μία ἄφρων Κυβέρνησις νὰ περιορίσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰς Μητροπόλεις, ὥστε νὰ μὴ ἠμποροῦν οἱ ἱεράρχαι νὰ ἀσκοῦν τὰ καθήκοντά των καὶ συνεπῶς εὐθέως νὰ θίγεται τὸ πρόβλημα τῆς λατρείας καὶ τῶν ἱερῶν κανόνων. Δι’ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ποὺ ψηφίζομεν νόμον σχέσιν ἔχοντα μὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ λεπτὸν καὶ εὐπαθὲς καὶ ποὺ ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποὺ ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας συμπλέκεται πολὺ μὲ τοὺς ἀπαραβάτους ἱεροὺς κανόνας, ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ σύμφωνον τὴν γνώμην τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Κυβέρνησις δικαιολογεῖται, ὅτι ἐφοβήθη μήπως δὲν θὰ ἠμπορέσῃ ἡ Ἱεραρχία νὰ συμφωνήσῃ λόγῳ τῆς ἐκραγείσης κρίσεως, ἀλλὰ ἡ ἱκανότης τῶν Κυβερνήσεων εἶναι νὰ ἠμποροῦν πάντοτε καὶ ἐν παντὶ νὰ ἐπιβάλλωνται. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ᾐσθάνετο τὸν ἑαυτόν της ἱκανόν, ἠμποροῦσε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν χωρὶς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Κατὰ τὸν ἐν ἀρχῇ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀπόψε, ὁ κ. Μητσοτάκης ἐπεσήμανε τὴν περίπτωσιν τῆς παραγράφου 2, κατὰ τὴν ὁποίαν καταργοῦνται ἀπὸ τοῦδε αἱ διατάξεις ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἐκάλεσε τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μᾶς εἴπῃ προχθὲς καὶ τὸν ἐκάλεσε καὶ ἀπόψε ὁ κ. Μητσοτάκης νὰ μᾶς εἴπῃ διὰ ποῖον λόγον ἀπὸ σήμερον καὶ ἐπὶ 6μηνον ἡ χώρα θὰ στερεῖται διατάξεων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ προβλέπεται ἡ πλήρωσις τῆς θέσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον κενωθῇ ἡ θέσις αὐτή, θὰ πρέπει ἡ θέσις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου νὰ παραμείνῃ κενὴ μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἔχωμεν Ἱερὰν Σύνοδον μὴ συνερχομένην λόγῳ διαφωνίας, θὰ ἔχωμεν Ἱεραρχίαν κατατρυχομένην ὑπὸ τῶν παθῶν, δὲν θὰ ἔχωμεν Ἀρχιεπίσκοπον καὶ νομίζομεν, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων αὐτῶν, τὰς ὁποίας θέλει νὰ ἐγκρίνῃ ἐν τάχει ἀπόψε ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔρχεται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γαλήνην εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐνῷ νομίζομεν, ὅτι τίθεται θρυαλλὶς εἰς τὰ θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θὰ τὴν ἀνατινάξῃ. Νομίζομεν, ὅτι αἱ διατάξεις τῆς παραγράφου 2 πρέπει νὰ εὐθυγραμμισθοῦν καὶ ὅλαι αἱ καταργούμεναι διατάξεις νὰ καταργηθοῦν ἀφ’ ἧς ἀναπληρωθοῦν διὰ τῶν νέων Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Τότε μόνον θὰ δύναται νὰ τὰς καταργήσῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἀντιμετωπίσῃ κᾶθε ἀπρόοπτον τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ. Νομίζομεν, ὅτι ἡ 15θήμερος προθεσμία, τὴν ὁποίαν τάσσει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἱεραρχίαν διὰ νὰ συνέλθῃ τὸν προσεχῆ Νοέμβριον διὰ νὰ ἐγκρίνῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν εἰσήγησιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐὰν θέλωμεν νὰ δώσωμεν τὴν ἄνεσιν χρόνου εἰς τοὺς ἱεράρχας νὰ ἐκτελέσουν τὸ ὕψιστον καθῆκόν των. Ἡ προθεσμία αὐτὴ πρέπει νὰ παραταθῇ ἐπὶ ἕνα μῆνα τοὐλάχιστον, ὥστε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον της καὶ νὰ παραδώσῃ τὸ ἔργον της καὶ νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ δυνατὸν μελετημένον καὶ κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν τέλειον. Ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ συνταχθῇ ἐν ἐκνευρισμῷ, ἔργον τὸ ὁποῖον θὰ συνταχθῇ ἀπὸ ἱεράρχας κατατρυχομένους ἀπὸ διχονοίας καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιτροχάδην θὰ περάσῃ ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τὴν Ἱεραρχίαν, ὅσον καὶ ἐὰν σοφοὶ εἶναι οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, αὐτὸ τὸ ἔργον εἶναι ἀτελὲς καὶ δὲν νομίζομεν, ὅτι ἠμποροῦμεν ψηφίζοντες νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠμποροῦσαν νὰ παραδίδουν τοιαῦτα ἀτελῆ ἔργα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ Ἔθνος καὶ μὲ τοὺς ἀγῶνας του. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία αὐτὴ καὶ νὰ γίνῃ τοὐλάχιστον ἑνὸς μηνός. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν διάταξιν τῆς βʹ παραγράφου, περὶ τοῦ καταλόγου καὶ λέγω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ προσέξῃ, διότι νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ αἰτία καὶ ἡ ἀφορμὴ τοῦ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ συνέλθῃ οὔτε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος οὔτε ἡ Ἱεραρχία, διότι αἱ διχόνοιαι τῶν ἱεραρχῶν θὰ ἐπεκταθοῦν καὶ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τῆς Ἱεραρχίας. Οἱ ἑπτὰ θὰ θέλουν νὰ ἐπιβάλουν ὄχι μόνον τοὺς ὀκτὼ τοὺς ὁποίους ἐψήφισαν ὡς ἐκλογίμους, ἀλλὰ καὶ τοὺς δύο τοὺς ὁποίους ἐτοποθέτησαν εἰς Μητροπόλεις. Οἱ ἄλλοι, θὰ ἀντιτίθενται καὶ ὁ καυγᾶς αὐτὸς θὰ διαδοθῇ καὶ μέσα εἰς τὴν Ἱεραρχίαν καὶ τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ κἄτι καλόν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε ἡ διάταξις αὐτὴ νὰ ἀφαιρεθῇ καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἔχει τὸν καιρὸν μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου νὰ πείσῃ ὅλους τοὺς Ἱεράρχας, ὅτι ὁ καλύτερος δρόμος καὶ ἡ ὀρθοτέρα ἄποψις εἶναι νὰ ὁμονοήσουν, διότι ἐφ’ ὅσον αὐτοὶ κατατρύχονται ἀπὸ τὴν διχόνοιαν καὶ τοὺς μιμηθῇ τὸ πλήρωμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τότε θὰ πρέπει νὰ θρηνήσωμεν διχασμὸν οὐσιαστικόν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι συμφορὰ διὰ τὴν Χώραν μας. Ὀφείλουν καὶ οἱ Ἱεράρχαι νὰ ἀκούσουν τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος τοὺς καλεῖ νὰ ὁμονοήσουν καὶ ὀφείλει καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι ἔχει ὕψιστον καθῆκον καὶ ὄχι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἠθικοῦ κύρους της καὶ τῆς ἐπιβολῆς της νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Καμβύσης ἔχει τὸν λόγον.
§259Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν εἰσηγούμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, παρεκάλεσα τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ δεχθῇ μίαν τροπολογίαν εἰς τρόπον ὥστε τὸ ζήτημα τῆς πληρώσεως τῶν Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν νὰ παρουσιάζεται ὡς εἷς ἀδιάσπαστος κανών, ὡς μία ἀρχὴ ἀδιάσπαστος καὶ ἐπὶ πλέον νὰ παρέχεται ἡ δυνατότης καὶ διὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον καὶ διὰ τὴν Μητρόπολιν Θεσσαλονίκης, ἐὰν παρουσιασθῇ ἕνας ἐξαιρετικὸς κληρικὸς μὲ ἐξαιρετικὰ προσόντα νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τοποθετηθῇ ὡς ἱεράρχης. Ὅταν τὸ ἀνέφερα αὐτό, μοῦ εἴπατε, κ. ὑπουργέ, ὅτι κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ ἀνακοινώσετε ἐὰν ἀποδέχεσθε τὴν τροπολογίαν μου. Αὐτὸ ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς παρουσιάζει, ὅτι ὅλαι αἱ Μητροπόλεις καὶ ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν θὰ πληροῦνται δι’ ἐκλογῆς Μητροπολίτου. Θὰ παρέχεται ὅμως κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ δυνατότης τῆς πληρώσεως τῆς θέσεως τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καὶ τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης νὰ γίνεται δι’ ἐκλογῆς. Διότι δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἕνας κληρικὸς νὰ εἶναι μορφωμένος, νὰ ἔχῃ μίαν ἐπιβολὴν καὶ ἕνα κῦρος, ὥστε ἐπαξίως νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἢ καὶ τὴν Μητρόπολιν τῆς Θεσσαλονίκης.
§260Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 1 λέγετε τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ πλήρωσις ὅλων τῶν Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν, ἐκτὸς τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, γίνεται μόνον δι’ ἐκλογῆς. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι διὰ τὰς ὑπολοίπους δύο ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ δι’ ἐκλογῆς καὶ διὰ μεταθέσεως.
§261Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Ἐὰν αὐτὸ ἀποτελῇ μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, τότε ἔχει καλῶς.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σαφές, κύριε Καμβύση.
§263Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Ἔχω ἐπίσης, νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἀναφορικῶς μὲ τὴν θέσιν τοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας. Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι τὰ ὅσα θὰ εἴπω ἀναφέρονται εἰς τὸν θεσμὸν καὶ δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον κατέχει τὴν θέσιν αὐτήν. Ὅταν ἐνεφανίσθη ὁ θεσμὸς τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, εἶχε τεραστίας ἐξουσίας, ἦτο ἀπαραίτητος ἡ παρουσία καὶ ἡ ὑπογραφὴ ὑπ’ αὐτοῦ τῶν πρακτικῶν τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ περιήλθομεν εἰς μίαν κατάστασιν σκιώδη τοῦ Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου. Ἡ παρουσία του δὲν εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τὰς συνεδριάσεις. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργόν, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου ἔκθεσις Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου, διὰ τῆς ὁποίας νὰ μεταδίδῃ τὰς ἀντιλήψεις του εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς πρέπει νὰ καταστῇ ὠφέλιμος διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἄλλως νὰ καταργηθῇ.
§264Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Κύριοι βουλευταί, διὰ πρώτην φορὰν Κυβέρνησις, καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κωνσταντίνου Καραμανλῆ διὰ νὰ τολμήσῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ νὰ ἀνυψώσῃ τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς Λαός.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ὑπάρχουν τρεῖς τροπολογίαι. Ἡ μία εἶναι τοῦ κ. Ἠλιοῦ κλπ., καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......».
§266Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως προέκυψεν ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ὁ σάλος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν προέρχεται ἀπὸ τὴν διαφορὰν τῶν Μητροπόλεων ἡ ὁποία δὲν αἴρεται διὰ τῆς θεσπίσεως τοῦ ἀμεταθέτου. Ἡ πτέρυξ αὐτὴ νομίζει, ὅτι ἀνεπαρκῶς ἀντιμετωπίζεται τὸ θέμα, ἐὰν δὲν προσδιορισθοῦν αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τοῦ Μητροπολίτου ἀσφαλῶς ἐπαρκεῖς διὰ τὸ ἀξίωμά των καὶ τὴν εὐπρεπῆ των ἐμφάνισιν, δὲν πρέπει ὅμως αὗται νὰ εἶναι ἐξοργιστικαί. Δι’ αὐτὸ προτείνομεν, ὅπως προσδιορισθῇ παγίως ἡ ἀντιμισθία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἴση πρὸς τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ ἀντιμισθία τοῦ Μητροπολίτου ἴση πρὸς τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα ἔσοδα νὰ περιέρχωνται εἰς τὸ ΤΑΚΕ πρὸς βελτίωσιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ Ἐφημεριακοῦ Κλήρου.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτήν, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν). Συνεπῶς, ἡ τροπολογία αὕτη ἀπερρίφθη. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καμβύση, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «...... (Ἀναγινώσκει)... ......».
§268Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδ. καὶ Θρησκ.). Κύριε Πρόεδρε, τὰ οἰκονομικὰ θέματα θὰ ἀντιμετωπισθοῦν εἰς ἄλλην περίπτωσιν.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καμβύση, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι τῶν κ.κ. βουλευτῶν). Συνεπῶς, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καμβύση, ἀπερρίφθη. Ὑπάρχει καὶ τρίτην τροπολογία, διὰ τὴν διαγραφὴν τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 1. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαγραφὴν τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 1, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν). Συνεπῶς καὶ ἡ τροπολογία διὰ τὴν διαγραφὴν τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 1 διαγράφεται. Τὸ ἄρθρον 1 δεκτόν;
§270ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐγένετο δεκτόν, ὡς φραστικῶς διωρθώθη. (Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 ὡς ἔχουν). Δεκτὸν καὶ εἰς τὸ σύνολον τὸ ὡς ἄνω σχέδιον νόμου;
§272ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς φραστικῶς διωρθώθη τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ, ὅπως ἐξουσιοδοτήσητε τὸ Προεδρεῖον καὶ ἐπικυρώσῃ ὑπ’ εὐθύνη του τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.
§274ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, θὰ ἐπικυρωθοῦν ὑπ’ εὐθύνῃ τοῦ Προεδρείου. Κύριοι βουλευταί, παρεκάλεσα τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων ὅπως αὔριον καὶ τὴν Τετάρτην ἔχωμεν Νομοθετικὴν Ἐργασίαν, ὁ δὲ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ αἱ προτάσεις νόμων δι’ ἀκύρωσιν ἢ τροποποίησιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος νὰ ἀναβληθοῦν εἰς ἡμέρας Νομοθετικῆς ἐργασίας μετὰ τὸ Πάσχα, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν συνεδριάσεις κατὰ τὴν μεγάλην ἑβδομάδα.
§276ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων). Μάλιστα, μάλιστα.
§277Θ. ΛΥΜΠΕΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύνασθε νὰ μᾶς βεβαιώσητε, ὅτι δὲν θὰ λήξῃ ἡ σύνοδος;
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λυμπερίδη, τὸ Προεδρεῖον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ, εἶναι, ὅτι θὰ καταρτίσῃ Ἡμερησίαν Διάταξιν μετὰ τὸ Πάσχα καὶ θὰ ὁρίσῃ εἰς ἡμέρας Νομοθετικῆς Ἐργασίας τὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ τὰς προτάσεις νόμων ποὺ δὲν θὰ γίνουν αὔριον καὶ τὴν Τετάρτην. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§279ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 1.15′ μ.μ.).