1959.04.16
4.030 στίχοι · 29.753 λέξεις · 259 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 85η
Πέμπτη 16 Ἀπριλίου 1959
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.10 μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Εὐστρατιάδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Σ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. (Γραμματεὺς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3Β. ΜΠΡΑΚΑΤΣΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἕνα σημείωμα διορθωτικὸν τῶν πρακτικῶν. Θὰ ἤθελα ἰδίως τὴν προσθήκην μιᾶς φράσεως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀλλοιώσῃ τὴν ἔννοιαν τῶν πρακτικῶν δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς φραστικῶς διωρθώθησαν κατόπιν τῶν παρατηρήσεων τοῦ βουλευτοῦ κ. Β. Μπρακατσούλα. Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Δρούλιας ζητεῖ 15θήμερον ἄδειαν ἀπουσίας προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται. Ἐγκρίνεται.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§7Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Μπάρμπας καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 971)1949, «περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν ἀμοιβῶν εἰς τὰς Ἐθνικὰς ἀνταρτικὰς ὁμάδας κ.λ.π.», ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη μεταγενεστέρως» Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑνιαίας προελεύσεως καὶ σταδιοδρομίας ἀξιωματικῶν Τεχνικοῦ Κλάδου Β. Ν. καὶ τροποποιήσεως τῶν σχετικῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Καμβύσης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Γιαχνῆς, Ἰ. Δραγονέτης, καὶ Γ. Ἀράπης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 Συμβάσεως καὶ τῆς ἀπὸ 5–2–1959 συμπληρωματικῆς συμφωνίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Ἀνδρεάδης, Α. Μίχας καὶ Ι. Χατζηδῆμος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ὁριστικῶν παραχωρητηρίων τῶν κλήρων διατάξεων τῆς Ἐποικιστικῆς Νομοθεσίας, κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Κοινότητος Γουβῶν Εὐβοίας ζητοῦντος ἐνίσχυσιν παραγωγῶν, ὑποστάντων ζημίας ἐκ τῆς ὑπερχειλίσεως χειμάρρου Βρύσσα. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου ἐργατῶν μετάλλου Χαλκίδος, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6613)1) 1959 κοινῆς ἀποφάσεως ὑπουργῶν Βιομηχανίας καὶ Ἐμπορίου, δι’ ἧς ἐπετράπη ἡ εἰσαγωγὴ πετρελαιομηχανῶν Ντῆζελ ἰσχύος μικροτέρας τῶν 20 ἵππων εἰς βάρος τῆς Ἑλληνικῆς σιδηροβιομηχανίας καὶ τῶν Ἑλλήνων ἐργατοτεχνιτῶν. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ν. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γουδέλη Στεργίου Ξυλεμπόρου, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Συνταγματάρχου Κ. Ρομπότη Δ)ντου τοῦ 4ου Ἐπιτελικοῦ Γραφείου (VII) Γ.Ε.Σ. δοθεῖσαν αὐτῷ ἀρνητικὴν ἀπάντησιν εἰς ὑποβληθεῖσαν αἴτησιν χορηγήσεως ἀδείας ὑλοτομίας 50 κυβ. ξυλείας ὑπὸ τοῦ Δασαρχείου Συντικῆς Σερρῶν ἐκ τῶν κατακειμένων δένδρων πεύκης Δημοσίου Δάσους Δαϊλὰ δι’ ἀποζημίωσίν του λόγῳ κατασχέσεως ἐμπορεύματος ξυλείας παρὰ τῶν Ἑλληνικῶν καὶ Βουλγαρικῶν ἀρχῶν. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Μητροπολίτου Παραμυθιᾶς Τίτου, αἰτοῦντος, ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ κατατεθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον περὶ Ἐκκλησίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως προστασίας τοῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογενείας αἰτούσης νομοθετικὴν κατοχύρωσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἱεραρχίας περὶ λύσεως τῶν γάμων ἐὰν παρῆλθε δεκαετία ἀπὸ τῆς διαστάσεως. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἰορδάνου Μηλιάδη, ἠλεκτρομηχανουργοῦ, κατοίκου Ἀθηνῶν, αἰτοῦντος τὴν χρηματοδότησιν τῶν βιοτεχνῶν, οἵτινες ἀσχολοῦνται μὲ τὴν παραγωγὴν προϊόντων βάσει ἰδικῶν των εὑρεσιτεχνιῶν. Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν. Ι) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημ. Ἔργων. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Παπαγεωργίου καὶ Ι. Κοντουδάκη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2776 ἐ.ἔ. ὑμετέρου, σχετικοῦ μὲ τὴν κατατεθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Παπαγεωργίου καὶ Ι. Κοντουδάκη, ὡς πρὸς τὴν γενομένην τροποποίησιν τοῦ σχεδίου Ἱεράπετρας ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ περὶ ἧς ἡ ἐπερώτησις τροποποίησις ἐγένετο τηρηθείσης τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένης διαδικασίας, ἐπέσπευσε δὲ ταύτην ἡ ὑπηρεσία ἡμῶν, διότι ἔκρινε ταύτην ἐπιβαλλομένην πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος καὶ συγκεκριμένως διὰ τοὺς κάτωθι λόγους: α) Πρὸς διευκόλυνσιν τῆς κυκλοφορίας εἰς τὸ κεντρικὸν σημεῖον τῆς πόλεως (διευκόλυνσις σταθμεύσεως αὐτοκινήτων κλπ.). β) Πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς λειτουργίας αὐτοῦ τούτου τοῦ σχολείου καὶ πρὸς ἀσφάλειαν τῶν μαθητῶν δεδομένου, ὅτι διὰ τῆς δημιουργίας διαπλατύνσεως δὲν θὰ ἐκχύνωνται οἱ μαθηταὶ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ὁδὸν, ἀλλὰ μέσῳ τῆς δημιουργουμένης διαπλατύνσεως. Ὡς πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν καθ’ ὃν περιεκόπη ἡ αὐλὴ τοῦ σχολείου, οὗτος δὲν εὐσταθεῖ δεδομένου, ὅτι ἡ καταληφθεῖσα διὰ τῆς διαπλατύνσεως ἔκτασις ἀπετέλει στενὴν λωρίδα μὴ συντελοῦσαν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς αὐλῆς δὲν παρακωλύεται δὲ ἐντεῦθεν καὶ ἡ λειτουργία τοῦ σχολείου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Ἀπριλίου 1959
Ὁ Ὑφυπουργὸς Οἰκισμοῦ
Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Λαντζούνη. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1153 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δημ. Λαντζούνη, ἀφορώσης τὴν σύνταξιν μελέτης ἀρδεύσεως τῆς περιοχῆς Παμίσου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ ἀνωτέρω ἔργον ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἀπριλίου 1959
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Κακογιάννη, Μ. Χριστογεώργου καὶ Δ. Κελτεμλίδη. Ἐπὶ τῆς ἀπὸ 18)2)1959 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Κακογιάννη, Μ. Χριστογεώργου καὶ Δ. Κελτεμλίδη σχετικῶς μὲ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Λίμνης Ἀμβρακίας (Ριβιό), ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὡς ἐγνώρισεν ἡμῖν τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Δ. 20593)23–3–1959 ἐγγράφου κοινοποιηθέντος καὶ ὑμῖν ταὐταρίθμως καὶ ταὐτοχρόνως, ἐκ τῶν παρ’ αὐτῷ ὑπαρχόντων στοιχείων, διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἀβαθοῦς καὶ μόνου δυναμένου νὰ ἀποξηρανθῇ τμήματος τῆς Λίμνης, ἐκτάσεως 6.000 περίπου στρεμμάτων, ἀπαιτεῖται κατασκευὴ σήραγγος μήκους 5.000 καὶ ἀνοικτῆς τάφρου 5.500 μ. τοῦ ἔργου καθισταμένου οὕτω οἰκονομικῶς ἀσυμφόρου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἀπριλίου 1952
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Ν. Κιτσίκη καὶ Ι. Εὐαγγελίδη. Ἔχομεν τὴν τιμὴν κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3436)27–3– 1959 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἐν σχέσει μὲ τὴν κατατεθεῖσαν ἐρώτησιν ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Ν. Κιτσίκη, καὶ Ι. Εὐαγγελίδη, νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Τὸ ὅλον θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν παραπηγματούχων προσφυγικῶν οἰκογενειῶν τοῦ συνοικισμοῦ Πολυγώνου, μελετᾶται παρὰ τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου. Εἰδικώτερον, διὰ τὰς 27 οἰκογενείας, αἵτινες στεγάζονται εἰς παραπήγματα ἐφαπτόμενα τῆς χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας Στρατοῦ, ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία μετὰ τὸν ἔλεγχον τῶν ὑπ’ αὐτῶν ὑποβληθησομένων δικαιολογητικῶν θέλει προβῇ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν δικαιούχων, εἴτε διὰ χορηγήσεως διαμερισμάτων, εἴτε διὰ χορηγήσεως οἰκοπέδων καὶ δανείων αὐτοστεγάσεως. Ἐν Ἀθῆναι τῇ 11 Ἀπριλίου 1959
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Π. Γλιγλῆ, Γ. Αὐγεροπούλου, Ε. Μπενᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 3572)30–3–59 καὶ 3797) 4–4–1959 ὑμετέρων ἐγγράφων δι’ ὧν διεβιβάσθησαν ἡμῖν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 1053 καὶ 1159 ἐρωτήσεις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Π. Γλιγλῆ, Γ. Αὐγεροπούλου καὶ Ε. Μπενᾶ, δι’ ὧν ἀναφέρουν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Ἁγ. Εὐστρατίου στεροῦνται ἰδίου Ἰατρείου διὰ τὴν ἰατροφαρμακευτικὴν των περίθαλψιν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ λειτουργοῦν ἐν Ἁγ. Εὐστρατίῳ Κοινοτικὸν Ἰατρεῖον ἱδρύθη βάσει τοῦ Ν. 3487)55 μὲ κύριον σκοπὸν τὴν ἰατροφαρμακευτικὴν περίθαλψιν τῶν κατοίκων τῆς περιφερείας τοῦ ἀνωτέρω Ἰατρείου, ἥτις παρέχεται αὐτοῖς ἐπαρκῶς, ὡς ἐμφαίνεται καὶ ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ἡμῖν μηνιαίων στατιστικῶν πινάκων κινήσεως τοῦ Ἰατρείου. Ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ Ἰατρεῖον ἀνήκει εἰς τὸν Ε.Ε.Σ. δὲν εὐσταθεῖ, καθ’ ὅσον τῇ ἐγκρίσει ἡμῶν ἀνετέθη ὑπὸ τοῦ Ε.Ε.Σ. εἰς τὸν ἰατρὸν τοῦ Ἰατρείου καὶ ἡ ἐπὶ πλέον ἰατροφαρμακευτικὴ περίθαλψις τῶν πολιτικῶν ἐξορίστων. Κατὰ συνέπειαν τὰ εἰς τὴν ἐρώτησιν ἀναφερόμενα, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Ἁγ. Εὐστρατίου στεροῦνται ἰατρικῆς περιθάλψεως, δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν πραγματικότητα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Ἀπριλίου 1959
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Σπηλιοπούλου, Α. Κολαμπᾶ καὶ Σ. Ἡλιοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2840)10–3–1959 ὑμετέρου ἐγγράφου, περὶ τοῦ ὡς ἄνω θέματος, ἔχομεν τὴν τιμήν, κατόπιν ἐγγράφου τῆς ΔΕΗ καὶ τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀγρῶν καταληφθέντων ὑπὸ τῆς λίμνης, τῆς σχηματισθείσης λόγῳ τῆς κατασκευῆς τοῦ φράγματος Λάδωνος, κατοίκους τῆς Κοινότητος Βάχλιας, κατεβλήθη νομοτύπως ἡ ἀναλογοῦσα ἀποζημίωσις, δὲν κατέστη ὅμως δυνατὸν νὰ ἀγοράσουν οὗτοι ἕτερα ποτιστικὰ κτήματα, καθ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα εἰς τὴν περιοχήν των. Ἡ ἠλεκτροδότησις τῆς Κοινότητος Βάχλιας ἐπιβάλλεται νὰ πραγματοποιηθῇ, ὡς ἐγένετο καὶ διὰ τὰς ἄλλας παροχθίους τῆς ρηθείσης λίμνης Κοινότητας. Πρὸς τοῦτο ἐδόθη ἐντολὴ ὑπὸ τῆς ΔΕΗ εἰς τὴν ἁρμοδίαν περιφερειακὴν διεύθυνσιν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 66)8–2–1959 ἀναφορᾶς τῆς Κοινότητος Βάχλιας πρὸς τὴν ΔΕΗ, ἥτις θὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Κοινότητα σχετικῶς ἅμα τῷ πέρατι τῆς ἐν λόγῳ ἐργασίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἀπριλίου 1959
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Γιαρένη, Σ. Καρασάββα, Δ. Κελτεμλίδη, καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Ὑπ’ ἀριθ. 628 ἐρώτησις βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη, Β. Ἐφραιμίδη κλπ., περὶ ἠλεκτροδοτήσεως τῆς Κοινότητος Σχολαρίου Θεσσαλονίκης. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9778)58 ὑμετέρου ἐγγράφου, περὶ τοῦ ὡς ἄνω θέματος, ἔχομεν τὴν τιμήν, κατόπιν ἐγγράφου τοῦ Διευθυντοῦ Ἐκμεταλλεύσεως Διανομῆς τῆς ΔΕΗ, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ἠλεκτροδότησις τῆς Κοινότητος Σχολαρίου Θεσσαλονίκης, ἐμπίπτει εἰς τὰ πλαίσια τοῦ ἐν ἐκτελέσει ὑπὸ τῆς ΔΕΗ γενικωτέρου προγράμματος ἐξηλεκτρισμοῦ τῆς Χώρας, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ θέλει ἐξαρτηθῇ ὁ χρόνος τῆς πραγματοποιήσεώς της. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἀπριλίου 1959
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
V) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Λύχνου. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Λύχνου, καταχωρηθείσης εἰς τὸ βιβλίον ἐρωτήσεων ὑπ’ ἀριθ. 1151 καὶ ἀφορώσης τὴν ἀνάκλησιν καταλογιστικῶν ἀποφάσεων ἐκδοθεισῶν εἰς βάρος συνταξιούχων δι’ ἀχρεωστήτως καταβληθεῖσαν αὐτοῖς σύνταξιν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ τῶν μνημονευομένων ὑπ’ ἀριθ. 1035)1937, 19268 καὶ 289 τοῦ 1941 καὶ 964 τοῦ 1952 ἀποφάσεών του, ἐδέχθη, ὅτι δὲν ἀναζητεῖται ἡ εἰσπραχθεῖσα σύνταξις, ἐφ’ ὅσον ὁ συνταξιοῦχος εἰσέπραξε ταύτην καλῇ τῇ πίστει. Ἡ διὰ τῶν ἀποφάσεων τούτων θεσπισθεῖσα νομολογία ἐφαρμόζεται παρὰ τῆς Ὑπηρεσίας Συντάξεων τῆς Γ.Δ.Δ.Λ. εἰς πᾶσαν περίπτωσιν καθ’ ἣν διαπιστοῦται ἐκ τῶν ὑπ’ ὄψει της στοιχείων ἡ καλὴ πίστις τοῦ εἰσπράξαντος καὶ δὲν ἀναζητεῖται ἡ εἰσπραχθεῖσα σύνταξις. Διὰ τὰς ἐκδοθείσας καταλογιστικὰς ἀποφάσεις δὲν συνέτρεχον αἱ προϋποθέσεις τῶν ὡς ἄνω ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ συνεπῶς ἡ ἀνάκλησις τούτων εἶναι δυνατὴ μόνον ἐφ’ ὅσον μεταγενεστέρως ἤθελεν ἀποδειχθῇ ἡ συνδρομὴ τῶν προϋποθέσεων τούτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Ἀπριλίου 1959
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
VI) Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐν θέματι ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὕπερθεν ἐγγράφου ὑμῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα: Τὸ παρεχόμενον ἡμερομίσθιον εἰς τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὰ μικρὰ κοινωφελῆ ἔργα, δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς πλήρους ἀμοιβῆς, ἀλλ’ ἐπέχει, ὡς παρέχεται, κατὰ ρητὴν διάταξιν (ἄρθρ. 2 τοῦ Β. Δ)τος τῆς 17)19–11–53) «περὶ ἑνοποιήσεως τῶν μικρῶν τοπικῶν ἔργων κλπ.» θέσιν συμβολῆς τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὸ ἔργον. Παρέχεται δὲ τοῦτο ὑπὸ μορφῆς στοιχειώδους καὶ ἐργατικοῦ ἡμερομισθίου, εἰς ἃς περιπτώσεις τὸ ἐξαιρετικῶς χαμηλὸν κοινωνικὸν εἰσόδημα Κοινότητός τινος ἐπιβάλλει τὴν παροχὴν εἰς τοὺς κατοίκους αὐτῆς ἐκτάκτου οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως ὡς μέτρου κοινωνικῆς προνοίας. Πέραν τούτου, ἡ ἀμοιβὴ αὕτη καθιερώθη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν οἰκονομικοῦ κινήτρου διὰ τὴν κινητοποίησιν τοῦ ὑποαπασχολουμένου ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, πρὸς ἐνεργὸν συμμετοχὴν τούτου εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων οἰκονομικῆς καὶ ἐκπολιτιστικῆς ἀναπτύξεως τῆς περιοχῆς των. Ἡ συμμετοχὴ δὲ αὕτη κρίνεται ὡς εἷς τῶν πλέον βασικῶν συντελεστῶν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ προγράμματος τῶν μικρῶν κοινωφελῶν ἔργων. Συγκεκριμένως, ἡ ὡς ἄνω ἀνάγκη τῆς καθιερώσεως οἰκονομικοῦ κινήτρου προέκυψεν ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐφαρμοσθὲν σύστημα τῆς προσωπικῆς ἐργασίας εἴτε ἐθελοντικῆς, εἴτε ὑποχρεωτικῆς δὲν ἀπέδωσε τὰ ἐπιθυμητὰ ἀποτελέσματα λόγῳ τῆς ἀπροθυμίας τῶν ἀγροτῶν νὰ προσφέρουν ἐργασίαν ἄνευ ἀντιπαροχῆς τινὸς καίτοι τὰ ἔργα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων ἐκαλοῦντο νὰ ἐργασθοῦν ἐσκόπουν τὴν ἄμεσον βελτίωσιν τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου αὐτῶν τῶν ἰδίων. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντιμετωπίζει ἐπὶ τοῦ παρόντος, αὔξησιν τῆς ὑπὸ τὴν ἀνωτέρω ἔννοιαν θεσπισθείσης ἀμοιβῆς, ἥτις ἄλλως εὑρίσκεται καὶ ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτρεπομένων ὁρίων (20 δραχμαὶ διὰ τὰς γυναίκας καὶ 24 δραχ. διὰ τοὺς ἄνδρας). Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἀπριλίου 1959
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Πολυχρονίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ἐγγράφου ὑμῶν καὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1117 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Πολυχρονίδη ἐπὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι οἱ κ.κ. βουλευταὶ δύνανται νὰ λαμβάνουν γνῶσιν τοῦ Προγράμματος Δημοσίων Ἐπενδύσεων 1959, ὡς τελικῶς διεμορφώθη, ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν Ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ (ΙΙ Γενικὴν Διεύθυνσιν–Γραφεῖον κ. Γ. Λυμπερίδη). Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἀπριλίου 1959
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
VII) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Ρήγα, Δ. Κελτεμλίδη, Α. Τσιάντου, Α. Χονδρονασίου καὶ Μ. Κανιάρη. Ἐπὶ τοῦ ἐν ἐπικεφαλίδι ὑμετέρου ἐγγράφου, σχετικῶς μὲ τὴν κατατεθεῖσαν ὑμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1083 ἐρώτησιν ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Ρήγα, Δ. Κελτεμλίδη, Α. Τσιάντου, Α. Χονδρονασίου καὶ Μ. Κανιάρη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὑφίσταται θέμα ἐξαγωγῆς Ἑλληνικοῦ σίτου διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ὁποίας καταβάλλονται ὅλως ἰδιαίτεραι προσπάθειαι τόσον διὰ τὴν ἄρσιν τῶν ὑφισταμένων δυσχερειῶν ἐκ τῆς ἀδυναμίας ἐξαγωγῆς ὁμοειδῶν ἐγχωρίων προϊόντων πρὸς τὰ ὑπὸ τῆς ἀμερικανικῆς βοηθείας παρασχεθέντα καὶ μὴ ἀναλωθέντα ὅσον καὶ διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῆς καλλιτέρας τιμῆς μὲ πληρωμὴν εἰς ἐλεύθερον συνάλλαγμα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἀπριλίου 1959
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
βʹ Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαπαναγιώτου. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ 1) τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1028 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαπαναγιώτου διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2408)28–2–59 ἡμετέρου ἐγγράφου, 2) τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1029 ἐρωτήσεως τοῦ ἰδίου βουλευτοῦ διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2409)28–2–59 ὑμετέρου ἐγγράφου, 3) τῆς κατατεθείσης ἡμῖν ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Γρίβα καὶ Π. Κάβδα διαμαρτυρίας τῶν Γεωργικῶν Πιστωτικῶν Συνεταιρισμῶν Προσωτσάνης, Πρόοδος, Ἐπεξεργασία, Ἀναμόρφωσις, Ἐλπίς, διαβιβασθεισῶν ἡμῖν διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2369)11–3–59 καὶ 2685) 23–3–59 ὑμετέρων ἐγγράφων καὶ 4) τῆς κατατεθείσης ὑμῖν ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Α. Λασκαρίδη καὶ Κ. Κωνσταντάρα ἀναφορᾶς τοῦ Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ ἡ «Δήμητρα» Καβάλας Ζαρκαδιᾶς διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2698)23.3.59 ὑμετέρου ἐγγράφου, 5) τῆς κατατεθείσης ὑμῖν ἀναφορᾶς τοῦ Προέδρου Κοινότητος Ζαρκαδιᾶς, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2176)4.3.59 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ 6) τῆς ἀναφορᾶς τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Παπαδοπούλου καὶ Γ. Εὐαγγέλου διαβιβασθεισῶν ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2695)28.3.59 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ἐξεδόθη πρᾶξις τῆς Κυβερνητικῆς Ἐπιτροπῆς Καπνοῦ περὶ παρεμβάσεως τοῦ Κράτους διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγορῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Καπνοῦ ρυθμιστικῶς εἰς τὴν ἀγορὰν ἐξαγωγίμων παραγωγικῶν καπνῶν ἐσοδείας 1958 κλασσικῶν περιφερειῶν Μακεδονίας–Θρᾴκης καὶ Μπασῆ–Μπαγλῆ Δράμας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Ἀπριλίου 1959
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§9Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, ἀναγγέλλω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων τὸ γεγονός, ὅτι ἅπαντες οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν Διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον, συνεφώνησαν εἰς ὡρισμένα σημεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι οὐσιώδη. Νομίζω, ὅτι ἡ συμφωνία αὐτὴ, τὸ περιεχόμενον τῆς ὁποίας θὰ σᾶς ἀνακοινώσω ἀμέσως, δίδει ὄχι μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Βουλήν, μάλιστα προχωρῶ πέραν αὐτοῦ καὶ λέγω ἐπιβάλλει καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθοῦν τὴν εἴς τινα σημεῖα τροποποίησιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ὅπως γνωρίζετε, ἡ διάστασις, ἡ προκληθεῖσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἦτο συνδεδεμένη μὲ τὴν πλήρωσιν ὡρισμένων Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν. Βεβαίως, ὄπισθεν τοῦ θέματος αὐτοῦ ὑπῆρχον, ἐνδεχομένως, καὶ ἄλλοι λόγοι ἀντιθέσεων. Ἐπίσης, ἡ ἄμεσος ἐκδήλωσις τῆς διαστάσεως συνυφάνθη μὲ τὸ γεγονός, ὅτι παρὰ τὴν παράκλησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὡς Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, νὰ μὴ συζητηθῇ κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὸ θέμα τῆς πληρώσεως ὡρισμένων Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν, ἑπτὰ ἐκ τῶν Πατέρων ἐνόμισαν —καὶ εἶχον, βεβαίως, πᾶν ἠθικὸν δικαίωμα νὰ νομίσουν—, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ πλήρωσις τὸ ταχύτερον. Ἐδημιουργήθη ἡ ἀντίθεσις τῶν ἀπόψεων, ἐλύθη ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡ συνεδρία καὶ εἶναι γνωστὰ τὰ ὅσα συνέβησαν μετὰ ταῦτα. Ἤδη, ἅπαντες οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν Διαρκῆ Σύνοδον συνεφώνησαν εἰς τὰ ἑπόμενα σημεῖα καὶ ὑπέγραψαν κοινὸν Πρακτικόν, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰ σημεῖα αὐτά. Τὰ σημεῖα εἶναι τὰ ἀκόλουθα: Πρῶτον, ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης Συνεδρίας ἀναβάλλεται διὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 104 συνοδικῆς περιόδου. Δεύτερον σημεῖον: Ἡ σύγκλησις τῆς ἱεραρχίας θὰ πραγματοποιηθῇ κατὰ τὴν κανονικὴν ἡμερομηνίαν, ἤτοι τὴν 1ην Ὀκτωβρίου 1959. Διακόπτω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Πρακτικοῦ διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι βεβαίως ἡ κανονικὴ σύγκλησις, κατ’ ἀρχήν, προϋπολογίζεται, ὅτι θὰ γίνῃ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ εἰσηγηθῇ ἐντὸς ὀλίγου μίαν συμπλήρωσιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἡμῶν σχεδίου νόμου, διὰ τῆς ὁποίας συμπληρώσεως θὰ δίδεται εἰς τὸν Βασιλέα ἡ εὐχέρεια, τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργοῦ Παιδείας, νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ συγκαλῆται καὶ ἐκτάκτως ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας. Τρίτον σημεῖον: Ἡ πλήρωσις τῶν χηρευουσῶν Μητροπόλεων γενήσεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου καὶ μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Ἱεραρχίας. Συνεφώνησαν εἰς τοῦτο ἅπαντες καὶ εἶναι μέγα τὸ βῆμα, καὶ εἶναι βῆμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ χαιρετήσωμεν μὲ βαθεῖαν ἱκανοποίησιν. Αἱ ὑπὸ πλήρωσιν ἕδραι, εἶναι, ὅπως γνωρίζετε, αἱ ἑξῆς: Εἶναι αἱ ἕδραι: Γρεβενῶν, Κασσανδρείας, Τριφυλίας, Φθιώτιδος, Ἱερισσοῦς, Λήμνου, Παροναξίας καὶ Λαρίσης. Τέταρτον σημεῖον: Αἱ ἐργασίαι τῆς παρούσης Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου διακόπτονται λόγῳ τῶν ἑορτῶν —καὶ αὐτὸ ὑπογράφεται ὑπὸ πάντων τῶν μελῶν τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου— διακόπτονται λόγῳ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα μέχρι τῆς 26ης Μαΐου 1959, παρεχομένης συνοδικῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὸν Μακαριώτατον Πρόεδρον πρὸς διεξαγωγὴν τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας. Ἑπομένως, ζήτημα ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν δὲν ὑπάρχει. Ἄρα ἡ διάταξις, ἢ μᾶλλον ἡ παράγραφος τρίτη τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἡμῶν τεθέντος νομοσχεδίου θὰ διαγραφῇ. Πέμπτον σημεῖον: Τοῦ λοιποῦ, αἱ ἐργασίαι —καὶ αὐτὸ εἶναι οὐσιωδέστατον— τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου θὰ γίνωνται βάσει Ἡμερησίας Διατάξεως, ὑποχρεωτικῶς κοινοποιουμένης εἰς τοὺς Συνοδικοὺς πρὸ 24 ὡρῶν. Μὲ ἄλλας λέξεις, τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν θὰ καταρτίζῃ ὁ Πρόεδρος— καὶ τὸ ἀναγνωρίζουν ἅπαντες οἱ Ἱεράρχαι, οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν Διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον— τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν θὰ καταρτίζῃ ὁ Πρόεδρος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος. Ἀλλ’ εὔλογον εἶναι νὰ ἀποστέλλῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν εἰς τοὺς Ἱεράρχας τοὐλάχιστον 24 ὥρας πρὸ τῆς Συνεδρίας. Καὶ τὸ ἕκτον σημεῖον εἶναι ἡ πρότασις τῆς Συνόδου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ σύνολον τῶν Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖον ἀπαρτίζουν τὴν Διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον, προτείνει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προσαρμόσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πρὸς τὰς ἀνωτέρω ἀποφάσεις τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου. Πρόκειται, ὅπως βλέπετε, περὶ ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὁμοφώνως ληφθείσης. Νομίζω, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ βῆμα αὐτὸ εἶναι οὐσιῶδες. Ὁδηγεῖ πρὸς ὑπερνίκησιν τῆς ἀναφυείσης μεγάλης εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διαφορᾶς, ὑπερνίκησιν, ἡ ὁποία εὔχομαι καὶ προσεύχομαι νὰ εἶναι ὁριστικὴ καὶ πρέπει νὰ εἴπω, πρὸς τιμὴν κατὰ πρῶτον λόγον τοῦ Προκαθημένου, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τιμὴν ἁπάντων τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον, ὅτι ἐπεδείχθη ὑπὸ πάντων, ὄχι μόνον καλὴ πίστις —αὐτὸ εἶναι αὐτονόητον, προκειμένου περὶ Ἱεραρχῶν— ἀλλὰ μεγάλη καλὴ θέλησις. Θὰ παρεκάλουν ἁπάσας τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς, κατόπιν αὐτῆς τῆς ὁμοφώνως ἐκδηλωθείσης γνώμης τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, νὰ δεχθοῦν τὸ νομοσχέδιον, οὐχὶ πλέον ὅπως ἔχει, ἀλλὰ τροποποιουμένου ὡς πρὸς τὰ σημεῖα. Δὲν θὰ ἀνασταλῇ ἡ λειτουργία τῆς παρούσης Συνόδου. Ἄρα ἡ παράγρ. 3 τοῦ νομοσχεδίου θὰ διαγραφῇ. Δεύτερον, ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἀναγκαῖον, νὰ εἰσηγηθῇ, ὅπως προστεθῇ διάταξις —αὐτὸ δὲν τὸ ἐζήτησαν εἰδικῶς οἱ Ἱεράρχαι, ἀλλ’ εἶναι εὐνόητον ἐφ’ ὅσον θὰ δεχθῶμεν νὰ γίνῃ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου ἡ τακτικὴ συνεδρία τῆς ὁλομελείας, δηλαδὴ τῆς λεγομένης Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας— διὰ τῆς ὁποίας διατάξεως νὰ παρέχεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ διάταγμα ἐκτάκτου συγκλήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας. Αὐτὸ μόνον μέχρι 1ης Ὀκτωβρίου 1959, διότι μετὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου θὰ συνέλθῃ ἡ Ἱεραρχία καὶ θὰ ἐκδοθοῦν πλέον τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ρυθμίσουν τὰς λεπτομερείας.
§10Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἡ διάταξις ὅσον ἀφορᾷ τὰ διατάγματα παραμένει;
§11Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ παραμείνῃ.
§12Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «σύμφωνος γνώμη», θὰ παραμείνῃ;
§13Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ Κυβέρνησις συμφωνεῖ μὲ τροπολογίαν πολλῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ὅπως διαγραφῇ τὸ «σύμφωνος γνώμη». Ἑπομένως τὰ διατάγματα θὰ ἐκδοθοῦν μετὰ γνώμην τῆς Ἱεραρχίας. Τέλος, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, θὰ εἰσηγηθῇ διάταξιν συνδεομένην μὲ τὴν ἀποχώρησιν τῶν Μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πλέον εἰς θέσιν, διὰ λόγους ὑγείας, νὰ ἐκπληρώσουν τὰ καθήκοντά των.
§14Η. ΗΛΙΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ δὲν ἀντελήφθην τὸ νόημα τοῦ πρώτου ἐκ τῶν 5 σημείων τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπαρίθμησεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδή, ὅτι τὰ Πρακτικὰ θὰ ἐπικυρωθοῦν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίαν τῆς ὑπ’ ἀριθ. τάδε συνοδικῆς περιόδου ἐν συσχετισμῷ πρὸς τὸ τρίτον, καθ’ ὃ ἡ συμπλήρωσις τῶν χηρευουσῶν θέσεων θὰ γίνῃ βάσει τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου καὶ μετὰ τὴν ψήφισίν του. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, ἀπὸ ὅσα εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνεγράφησαν, ἰδίως τὸ περιεχόμενον τῆς τελευταίας συνεδρίας ἀφεώρα εἰς πλήρωσιν θέσεων καὶ αὐτὰ τὰ πρακτικὰ θὰ κυρωθοῦν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Συγχρόνως ὅμως περὶ τῶν αὐτῶν θέσεων προβλέπεται, ὅτι θὰ ἰσχύσουν ἄλλα. Ὑπάρχει λοιπόν, εἰς αὐτὰ μία ἀντίφασις.
§15Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Ἠλιοῦ, πράγματι, τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον θέτετε, εἶναι ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει βάσιν οὐσιώδη. Δημιουργεῖται πρὸς στιγμὴν ἡ ἐντύπωσις κἄποιας ἀντινομίας μεταξὺ τῶν δύο σημείων. Πάντως, πρῶτον θὰ ἤθελα νὰ δηλώσω, ὅτι τὸ πρακτικὸν τὸ περιέχον τὰ σημεῖα αὐτὰ ἔχει ὑπογραφῆ καὶ ὑπὸ τῶν 7 Ἱεραρχῶν. Δεύτερον, θὰ ἤθελα νὰ διευκρινήσω τὸ θέμα λέγων τὰ ἀκόλουθα. Εἶναι φανερόν, ὅτι ἀναγνωρίζουν ἅπαντες οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν σημερινὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἄρα καὶ οἱ 7 συνοδικοί, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν Μητροπολιτῶν θὰ γίνῃ βάσει τοῦ νέου νόμου ἑπομένως ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας. Τὸ θέμα τοῦ πρακτικοῦ, δὲν ἔχει ἑπομένως οὐσιαστικὸν χαρακτῆρα, δὲν συνδέεται μὲ τὰς ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ὑποτίθεται, ὅτι ἐλήφθησαν. Διότι ὑπάρχει θέμα, ἐὰν ἰσχύῃ ὡς ἔγκυρος ἡ Συνεδρίασις ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε τὴν λύσιν αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Δι’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει θέμα ἀλλὰ δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διά τινας ἐξ ὑμῶν ἢ δι’ ἄλλους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπάρχουν οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ὑφίσταται θέμα. Δὲν πρόκειται, λοιπόν, περὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ προβλήματος, δηλαδή, τῆς πληρώσεως τῶν Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν. Πρόκειται περὶ τοῦ τοπικοῦ προβλήματος, ἐὰν συνεχισθῇ κανονικῶς ἡ συνεδρίασις ἢ ὄχι, ἐὰν δηλαδή, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίαν τῆς 104ης συνοδικῆς περιόδου θὰ θεωρηθῇ ὡς πρακτικὸν τὸ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἔλυσε τὴν Συνεδρίασιν ἢ θὰ θεωρηθῇ ὡς πρακτικὸν καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰ λεχθέντα μετὰ ταῦτα. Δὲν θὰ ἤθελα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσω τὸ θέμα, διότι εἶναι λεπτὸν καὶ διότι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς νέας συζητήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις, ὄχι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ— διότι δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ἐξεδηλοῦντο ἀντεγκλήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ θέματος αὐτοῦ—πάντως εἶναι ὁλοφάνερον, ὅτι οἱ ὑπογράψαντες 7 Μητροπολῖται θεωροῦν, ὅτι θέμα οὐσιαστικῆς ἰσχύος τῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι κατ’ αὐτὰς ἐλήφθησαν μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου δὲν ὑπάρχει. Καὶ δὲν ὑπάρχει, διότι ἅπαντες ὑπέγραψαν πρακτικὸν τοῦ ὁποίου, τὸ τρίτον σημεῖον λέγει, ὅτι αἱ Μητροπόλεις θὰ πληρωθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ὅπως θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν ψηφισθῇ. Δὲν δικαιοῦμαι νὰ προεξοφλήσω τὴν ἀπόφασίν σας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁμοθύμως θὰ θελήσετε νὰ ἀποδεχθῆτε τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔθεσεν ἐνώπιον ὑμῶν.
§16Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος, ἐζήτησε τὴν ὁμόφωνον ἔγκρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἤθελα νὰ τοῦ ὑπομνήσω, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἐξήγγειλε καὶ αἱ ὁποῖαι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι πράγματι βελτιώνουν τὸ νομοσχέδιον καὶ αἴρουν τὴν ἀντισυνταγματικότητα αὐτοῦ, ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἐζητήθη σχεδὸν ἀπὸ ὅλας τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς μὲ κἄποιαν ἀντίρρησιν ἀπὸ τὴν Κυβερνητικὴν πλευράν, ὅτι διὰ νὰ εἴμεθα σύμφωνοι, θὰ ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν ἔκδοσιν διαταγμάτων. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι θέλετε νὰ ἔχετε τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, θὰ πρέπει νὰ μὴν ἐπιμείνετε εἰς τὴν ἔκδοσιν Διαταγμάτων.
§17Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Λυποῦμαι διότι δὲν θὰ εἶναι σύμφωνος ἡ γνώμη ὅλων τῶν πτερύγων τῆς Βουλῆς, κατόπιν τῶν ὅσων εἴπατε, ἐφ’ ὅλων τῶν σημείων τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ πιστεύει, πρέπει καὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι διὰ διαταγμάτων θὰ πρέπει νὰ ρυθμισθοῦν τὰ ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἄλλωστε, ὅπως ἐλέχθη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς παρελθούσης Δευτέρας εἶναι δευτερεύοντα. Τὰ κύρια καὶ μεγάλα θέματα ἐπιλύονται ἐδῶ, πρῶτον τὸ ἀμετάθετον, καὶ δεύτερον ἡ ἐκλογὴ τῶν Μητροπολιτῶν ὑπὸ τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο μεγάλα θέματα. Ἑπομένως, ὅλα τὰ ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ ρυθμισθοῦν, ὀρθὸν εἶναι, ἀντὶ νὰ προκαλέσουν συζητήσεις καὶ ἀντιθέσεις μεταξὺ Βουλῆς καὶ Ἱεραρχίας, νὰ ρυθμισθοῦν διὰ Βασ. Διαταγμάτων, μετὰ γνώμην τῆς Ἱεραρχίας. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι θὰ εἶναι σύμφωνος ἡ γνώμη τῆς Ἱεραρχίας, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ πλήρης σύμπτωσις ἀντιλήψεων μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἱεραρχίας. Ἡ ἄποψις τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅτι μολονότι τὸ πιστεύομεν, θὰ πρέπει νὰ ἀποστερηθῶμεν τῆς δυνατότητος νὰ ἐκδώσωμεν Διατάγματα καὶ ὅταν εἰς ὡρισμένα σημεῖα δὲν θὰ συνέπιπτε πλήρως ἡ γνώμη τῆς Ἱεραρχίας, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθή. Πρόθεσίς μας εἶναι νὰ ἐκδώσωμεν Διατάγματα, τὰ ὁποῖα νὰ συμπίπτουν πρὸς τὰς ἀπόψεις τῆς πλειοψηφίας, εἰ δυνατὸν μάλιστα τῆς παμψηφίας τῆς Ἱεραρχίας. Ἐὰν ὅμως ὑπάρξῃ περίπτωσις, εἰς θέμα κρίσιμον, καθ’ ἣν θὰ σημειωθῇ διαφορὰ γνώμης μεταξὺ Ἱεραρχίας, ἢ μιᾶς μικρᾶς πλειοψηφίας τῆς Ἱεραρχίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ πρέπει καὶ ἄνευ συμφώνου γνώμης τῆς Ἱεραρχίας νὰ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρίου ἔχει τὸν λόγον. Κύριε βουλευταί, νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀνάπτυξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ συντομεύσωμεν.
§19Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν Κανονισμὸν τρόπος νὰ λάβετε τὸν λόγον. Τὸ λόγον ἔχει ὁ κ. Σωτηρίου, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἐπὶ τοῦ βήματος.
§21Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ συμμερισθῶ ἀπολύτως τὴν ἄποψιν τὴν διατυπωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου. Εἶναι παράκλησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως, δικαίωμα ἔχω νὰ τὸ εἴπω αὐτὸ εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς πτέρυγος αὐτῆς διὰ νὰ παραμείνουν μέχρι βαθείας νυκτός, ὥστε νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§22Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ νέου νομοσχεδίου ἢ τοῦ παλαιοῦ;
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νέου.
§24Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ποῦ εἶναι τὸ περιεχόμενον τοῦ νέου νομοσχεδίου;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Σωτηρίου.
§26Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν διενεμήθησαν τὰ κείμενα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Εἶναι ρήτωρ ἐπὶ τοῦ βήματος. Κύριοι βουλευταί, ἡσυχάσετε, μὴ κάνετε κατάχρησιν τοῦ ὅτι δὲν ἔχει ἰσχυρὰν φωνὴν ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος.
§28Κ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἐδημιουργήθη μεγάλη ἀναταραχὴ εἰς τοὺς κόλπους τῆς διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ὕστερα ἀπὸ τὴν κρίσιν ποὺ ἐξέσπασεν ἐντὸς αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις, ὅπως μᾶς διεβεβαίωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας προσεπάθησε νὰ ἄρῃ τὴν κρίσιν καὶ νὰ κατευνάσῃ τὴν ἀναταραχήν, δι’ αὐτὸ τὴν περασμένην Παρασκευὴν κατέθεσε σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐκεῖ καὶ τὸ Κόμμα τῆς ΕΔΑ καὶ ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις καὶ ἄλλοι βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδήλωσαν, ὅτι θὰ καταψηφίσουν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον, ὡς πολὺ ὡραῖα ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, κ. Στεφανόπουλος, κύριον χαρακτηριστικὸν ἔχει τὴν ὠμὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσοι κατεψηφίσαμεν τὸ νομοσχέδιον εἴπαμεν τότε εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι, κάθε ἄλλο παρὰ θὰ κατευνασθῇ ἡ ἀναταραχὴ ποὺ ἐπῆλθεν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἱεραρχίας καὶ ὅτι, μᾶλλον ἡ κρίσις θὰ ἁπλωθῇ καὶ τὸ χειρότερον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐσωτερικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωτερικῆς θὰ ἀποτελέσῃ μεγάλον κίνδυνον διὰ τὴν χώραν μας. Δὲν παρῆλθε μία ἡμέρα καὶ αἱ προβλέψεις μας αὗται ἐπηλήθευσαν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἔφερε δεύτερον νομοσχέδιον. Τὸ δεύτερον αὐτὸ νομοσχέδιον εἶναι μετριοπαθέστερον τοῦ πρώτου, ὅμως περιέχει τὰ βασικὰ ἐλαττώματα τοῦ πρώτου, περισσότερον μάλιστα. Καὶ σήμερον, μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔρχονται νέαι τροπολογίαι. Μὰ καὶ αὐταί, ἀπ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος δὲν αἴρουν, κάθε ἄλλο, τὰ βασικὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου. Ἔπειτα, δὲν εἴχαμεν ἀκόμη τὶς τροπολογίες, διὰ νὰ κρίνουμε σωστά.
§29Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐθνικῆς Παιδείας). Εἶναι τόσον ἁπλοῦν τὸ θέμα. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι θὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «σύμφωνος», πρῶτον. Δεύτερον, ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὴν παράγραφον 3 καταργεῖται, διότι —προτείνεται ἀπὸ τοὺς ἰδίους— μεσολαβοῦν αἱ ἑορταὶ τοῦ Πάσχα. Καὶ τρίτον, παρέχεται τὸ δικαίωμα τῆς συγκλήσεως τῆς Ἱεραρχίας πρὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου.
§30Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, ἐκ τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς προκύπτει, ὅτι ἡ Ἱεραρχία ἀνεγνώρισεν, ὅτι δι’ ὅλα τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας ἁρμοδία ν’ ἀποφασίσῃ εἶναι ἡ Πολιτεία, δηλαδὴ ἡ Βουλή, ὡς κυρίαρχον Σῶμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον.
§31Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν ἠμφισβητήθη ἀπὸ κανένα αὐτό, κ. συνάδελφε.
§32Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμφισβητήθη, κ. συνάδελφε, διότι καὶ περὶ ἐλευθερίας τῆς Ἐκκλησίας ἠκούσθησαν καὶ πολλὰ ἄλλα ἐλέχθησαν περὶ παρεμβάσεων.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ ρήτωρ νὰ συνεχίσῃ, ἄνευ διακοπῶν, διὰ νὰ προχωρήσωμεν.
§34Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα ἁπλῶς νὰ ἀποσαφηνισθῇ καὶ νὰ γνωρίσωμεν τὶ θὰ ψηφίζωμεν.
§35Κ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Ὑποστηρίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι οἱ καινούργιες τροπολογίες ποὺ θὰ γίνουν, παρουσιάζουν μὲν τὸ νομοσχέδιον ἀκόμη μετριοπαθέστερον, ἀλλὰ τὰ βασικὰ ἐλαττώματα τοῦ πρώτου περιέχονται καὶ εἰς τὸ δεύτερον καὶ ἔπειτα, ἀπὸ τὰς νέας τροπολογίας καὶ δι’ αὐτὸ πιστεύω, ὅτι καὶ τὸ τροπολογημένον δεύτερον νομοσχέδιον πρέπει νὰ καταψηφισθῇ. Καὶ ἰδού, διὰ ποίους λόγους πρέπει νὰ καταψηφισθῇ: Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀφορμὴ τῆς κρίσεως εἰς τὴν Ἱεραρχίαν ἦτο ἡ πλήρωσις ὡρισμένων Μητροπολιτικῶν ἑδρῶν διὰ μεταθέσεως. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος διεφώνησεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Παρ’ ὅλην, λοιπόν, τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ νέου νομοσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται τὸ «μεταθετὸν», ἐν τούτοις αἱ βαθύτεραι αἰτίαι δὲν αἴρονται μὲ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ αἰτίαι αὗται; Εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ τὸ ἀνέλυσεν ἐκτενῶς ὁ συνάδελφος κ. Κύρκος, πὼς ἡ πρώτη βασικὴ αἰτία εἶναι ἡ σύγκρουσις Δημοκρατικῆς Συλλογικῆς Διοικήσεως καὶ τοῦ Δεσποτισμοῦ μέσα εἰς τὴν Ἱεραρχίαν. Τὸ πνεῦμα τοῦ Δεσποτισμοῦ ἐνεσάρκωσεν ὁ μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος. Θὰ ἠδύνατο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν ἦτο ἕτοιμος νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα καὶ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἑπομένην τακτὴν συνεδρίασιν καὶ ὄχι νὰ λύσῃ αὐταρχικὰ τὴν συνεδρίασιν. Ἡ σύγκρουσις αὐτὴ ἀνάμεσα εἰς τὴν Δημοκρατικὴν Διοίκησιν, ποὺ ἀντιπροσωπεύουν οἱ ἑπτὰ Ἱεράρχαι καὶ τοῦ Δεσποτισμοῦ ποὺ ἀντιπροσωπεύει ὁ Μακαριώτατος, δὲν παρῆλθε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται εἰς ὅλες της τὶς μορφές. Ὁ Μακαριώτατος δὲν συνησθάνθη ποῦ τὸν ὁδηγεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ Δεσποτισμοῦ, ποὺ ἐνεσάρκωσεν ἐκείνην τὴν στιγμήν. Ὕστερα ἀπ’ ὅλα αὐτά, ἐγώ, κύριοι βουλευταί, θὰ ἀνέμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ἕνα νόμον μὲ δύο ἄρθρα. Μὲ τὸ ἕνα ἄρθρον θὰ καταργοῦσε τὸ μεταθετὸν τῶν Μητροπολιτῶν καὶ μὲ τὸ ἄλλο ἄρθρον, θὰ ἀπεκαθίστα τὴν Δημοκρατικὴν Διοίκησιν μέσα εἰς τὴν Ἱεραρχίαν. Ἀντιθέτως καὶ μὲ τὸ πρῶτον καὶ μὲ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας πῆρε τὸ μέρος τοῦ Μακαριωτάτου. Διὰ νὰ ἀμβλυνθῇ ἡ ἀντιδημοκρατικὴ στάσις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, προετάθησαν δύο ἐπιχειρήματα: Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα εἶναι, ὅτι ὁ Μακαριώτατος δὲν ἦτο προετοιμασμένος, διὰ τὴν πλήρωσιν ὡρισμένων ἑδρῶν διὰ μεταθέσεως. Ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυριζώμεθα σοβαρῶς, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δὲν ἦτο προετοιμασμένος; Δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω, πῶς μποροῦμεν νὰ δίδωμεν ἰσχὺν εἰς τὸ ἐπιχείρημα αὐτό. Ἦτο μήπως ἡ πρώτη συνεδρίασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀφοῦ αἱ ἐπισκοπικαὶ ἕδραι ἦσαν ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ κεναί. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπόν, σοβαρῶς νὰ στηριζώμεθα εἰς τὸ ἐπιχείρημα αὐτό. Δεύτερον ἐπιχείρημα, ποὺ προετάθη καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εὐσταθεῖ, εἶναι, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν Ἡμερησία Διάταξις καὶ ἑπομένως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἶχε δίκαιον, ὅταν ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, διότι δὲν εἰσηγήθη ὁ ἴδιος τὸ θέμα. Ἡ λύσις ὅμως τῆς συνεδριάσεως εἶναι καὶ ἀπόδειξις τοῦ δεσποτισμοῦ καὶ τῆς αὐταρχικότητος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Διὰ τὸν λόγον δὲ αὐτὸν ἀκριβῶς, ἡ Κυβέρνησις προσθέτει εἰς τὸ νομοσχέδιον τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπὸ δῶ καὶ πέρα θὰ ὑπάρχῃ Ἡμερησία Διάταξις εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Δὲν δύναμαι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ φαντασθῶ, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δὲν εἶχε συνείδησιν τῆς βασικῆς δημοκρατικῆς ἀρχῆς καὶ δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ πλειοψηφία κυβερνᾷ καὶ ἡ μειοψηφία συμμορφώνεται. Νά, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ποῖος ὁ πρῶτος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ καταψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Διότι τὴν Δημοκρατικὴν Διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν τὴν ἐξασφαλίζει καὶ τοῦτο εἶναι ἕνα σοβαρὸν ὀλίσθημα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Διατὶ αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἔναντι τῆς πλειοψηφίας; Διατὶ αὐτὴ ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως; Τοῦτο μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὑπάρχουν βαθύτερες αἰτίες, αἱ ὁποῖαι καλύπτουν τὴν προστασίαν τοῦ δεσποτισμοῦ. Βεβαίως, δὲν δύναμαι νὰ τὶς καθορίσω ἐπακριβῶς. Ἡ Κυβέρνησις τὶς αἰτίες αὐτὲς τὶς γνωρίζει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι οἱ βαθύτερες αὐτὲς αἰτίες ἐγκυμονοῦν μελλοντικοὺς κινδύνους διὰ τὴν Ἐκκλησίαν. Μήπως κάτω ὑπὸ ἐκδηλωθεῖσαν ἀναταραχὴν κινοῦνται ἀντιμαχόμεναι παρατάξεις; Καὶ ἂν τοῦτο πράγματι συμβαίνῃ, ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μεγίστη, διότι δὲν ἐκτόπησεν ἐν τῇ γενέσει της τὴν σύγκρουσιν αὐτήν. Ἐκτός, ἐὰν κάτω ἀπὸ τὴν σύγκρουσιν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις προστατεύῃ μίαν μόνον ὡρισμένην παράταξιν. Τὸ δικαίωμα νὰ κάνω τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν μοῦ τὸ δίδει ἡ μέχρι σήμερον στάσις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀντιλαμβάνεσθε ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, τοὺς κινδύνους ἀπὸ τὴν ἐπέμβασιν αὐτῆς τῆς Πολιτείας εἰς μίαν διένεξιν Ἱεραρχῶν ὑπὲρ μιᾶς μόνον παρατάξεως. Τοῦτο θ’ ἀποτελέσῃ διὰ τὸ μέλλον τραγικὸν σφάλμα, διότι δὲν εἶναι διόλου ἀπίθανον νὰ ἔχωμεν καὶ νέον σχίσμα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐκτὸς τοῦ Παλαιοημερολογισμοῦ. Μεγάλη εἶναι ἡ ἀνησυχία καὶ πολλῶν συναδέλφων καὶ ἐμοῦ. Καὶ ἡ ἀνησυχία μου ἐντείνεται καὶ ἀπὸ ἄλλας πληροφορίας. Τὰς πληροφορίας αὐτὰς δὲν τὰς λέγω ἐγὼ προσωπικῶς, ἀλλὰ τὶς ἀνέγραψαν ἐφημερίδες, ὅτι δηλαδὴ ξένοι παράγοντες κρύβονται κάτω ἀπὸ τὴν κρίσιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐξέσπασεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἶναι τοῦτο ἀληθές. Ἀλλοίμονον ὅμως, ἐὰν εἶναι ἀληθές. Καταλαβαίνετε τὸν ἐθνικὸν κίνδυνον.
§36Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ποῖος τὰ γράφει αὐτὰ κ. συνάδελφε; Μήπως ἡ Αὐγή;
§37Κ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Ὁ Ἡμερήσιος Τύπος, κ. ὑπουργέ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν διεψεύσθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὅμως. Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω πῶς ἔχει τὸ θέμα. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν, ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὴν θέσιν της καὶ νὰ διαψεύσῃ τὰς πληροφορίας αὐτάς. Αἱ ἀνησυχίαι, αἱ ὁποῖαι ἐγκυμονοῦν μεγάλους κινδύνους, εἶναι ὁ δεύτερος λόγος ποὺ ἐπιβάλλει νὰ καταψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ τὰς ἀνησυχίας αὐτάς, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον νὰ βγάλῃ ἀπὸ τὴν μέσην. Ἀντιθέτως, θεμελιοῦνται καὶ τονώνονται καὶ ἀπὸ μίαν τρίτην αἰτίαν. Καὶ ἡ αἰτία αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας διὰ Διαταγμάτων, εἴτε κατόπιν συμφώνου, εἴτε ἁπλῆς γνώμης τῆς Ἱεραρχίας. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης εἶναι ἕτοιμος, τὶ τὴν θέλει τὴν ἐξουσιοδότησιν; Διατὶ δὲν φέρει ἐδῶ τὸν Καταστατικὸν αὐτὸν Χάρτην νὰ τὸν θέσῃ ὑπ’ ὄψει τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ νὰ ἰδοῦμε τὰ πράγματα ξεκάθαρα; Δὲν τὸν ἔφερε καὶ ἐπιμένει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, προβάλλουσα δύο ἐπιχειρήματα. Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα: Εἶναι ἐπικίνδυνον, μᾶς λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας καὶ πολὺ εὐκολώτερον νὰ γίνουν διαπραγματεύσεις μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Κυβερνήσεως. Διατὶ θὰ εἶναι καλύτερον νὰ λύσῃ μόνη ἡ Κυβέρνησις τὰ ζητήματα αὐτά; Διατὶ δὲν θέλει τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Νομίζω, πὼς ἡ Κυβέρνησις ἔχει καταλήξει εἰς τὴν ἀρχὴν νὰ λύῃ ὅλα τὰ σοβαρὰ ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν χώραν μὲ Νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Μοῦ ἐδόθη ὅμως καὶ ἄλλοτε ἡ εὐκαιρία νὰ τονίσω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἕνα μεγάλο λάθος. Τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα, εἶναι ἡ θεωρία τῶν «πλαισίων». Θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, κύριοι συνάδελφοι, σὲ δύο σημεῖα. Τὸ πρῶτον σημεῖον: Τὰ «πλαίσια» εἶναι πάρα πολὺ εὔκολον νὰ ἁπλωθοῦν ἀπεριόριστα. Π. χ. Φαντασθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ ζητῇ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν διὰ νὰ τακτοποιήσῃ μὲ Β. Δ. τὴν ἐκπαιδευτικὴν μεταρρύθμισιν, ποὺ ἐπεξεργάζεται. Τὰ πλαίσια θὰ ἦσαν τότε ἡ Στοιχειώδης, ἡ Μέση, ἢ Ἀνωτάτη Παιδεία. Ἑπομένως, ἁπλώνονται τόσον τὰ πλαίσια, ὥστε ἐξανεμίζονται ὁλοκληρωτικά. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ποὺ κρίνομεν. Ἐρωτῶ, κ. ὑπουργέ, ποῦ σταματοῦν τὰ «πλαίσια», ὅταν ζητῆτε νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν διὰ τὴν σύνθεσιν, σύγκλησιν, ἀκόμη καὶ διὰ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὸ χειρότερον καὶ διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Τὸ δεύτερον σημεῖον, ἐπικίνδυνον καὶ αὐτό, εἶναι τοῦτο: Τὶ περιεχόμενον θὰ βάλωμεν μέσα στὰ «πλαίσια» διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν; Τὸ παρὸν νομοσχέδιον θέτει ὡς πλαίσια π. χ. τὸν ἀριθμὸν τῶν Μητροπολιτῶν. Δηλαδὴ θὰ περιορισθῇ ἢ θὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Μητροπολιτῶν; Καὶ τὰ ὅρια τῶν Μητροπόλεων θὰ περιορισθοῦν ἢ θὰ ἁπλωθοῦν; Τὸ περιεχόμενον λοιπὸν μέσα εἰς τὰ πλαίσια μένει ἀκαθόριστον. Τὸ συμπέρασμα βγαίνει μόνο του. Ἡ θεωρία τῶν πλαισίων, ὡς ἐφαρμόζεται ἐν προκειμένῳ, δὲν ἔχει θέσιν. Πρέπει νὰ ἀποφεύγῃ τὸ λάθος ποὺ συχνὰ κάνει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑψώνῃ εἰς θεωρίας τὰς ἐπιθυμίας, τοὺς φανεροὺς ἢ ἄλλους σκοπούς. Εἶναι σφάλμα βαρὺ νὰ κολλᾷ ὡρισμένες θεωρίες ἐτικέττες καὶ σὲ ὡρισμένα λάθη της ἡ Κυβέρνησις. Ἡ θεωρία διὰ τὰ πλαίσια ἔχει λόγους ὑπάρξεως σήμερον. Διότι ἡ ζωὴ βαδίζει μὲ ταχύτερον ρυθμὸν καὶ ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἐξουσιοδοτήσεως, πρὸς ρύθμισιν ὡρισμένων θεμάτων, ἀλλὰ θὰ πρέπει τὰ πλαίσια νὰ εἶναι συγκεκριμένα. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ καθορισθοῦν ἀπὸ τὴν Βουλὴν αἱ γενικαὶ κατευθύνσεις, αἱ γενικαί, θὰ ἔλεγα, ἐντολαὶ καὶ μὲ βάσιν αὐτὰς τὰς ἐντολὰς νὰ ρυθμίζωνται μόνον λεπτομερειακὰ θέματα. Θὰ ἦτο ἀπαραίτητον, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς θεωρίας τῶν πλαισίων, ἐὰν καθωρίζετο π. χ., ὅτι μειοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν Μητροπολιτῶν μέχρις ὡρισμένου ποσοστοῦ ἢ ἐὰν τὰ ὅρια τῶν Μητροπόλεων θὰ ἠδύνατο νὰ καθορισθοῦν μέχρις ἑνὸς σημείου, ἄλλως δὲν δύναται νὰ σταθῇ ἡ θεωρία τῶν πλαισίων. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Δὲν τὸν ἔφερεν ὅμως τὸν Καταστατικὸν Χάρτην καὶ δι’ αὐτὸ δημιουργεῖ ἀνησυχίας ἡ ὑποβολὴ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, διότι δὲν διευκρινίζεται ὁ βαθύτερος σκοπὸς τῆς ὑποβολῆς του. Ἑπομένως ὁ τρίτος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ καταψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ αἰτουμένη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀποξενώνωμεν τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσίν της νὰ ἀσκῇ τὴν νομοθετικήν της ἐξουσίαν. Κλονίζεται συθέμελα τὸ Κοινοβουλευτικόν μας Πολίτευμα. Τὸ νομοσχέδιον θὰ ἔπρεπε νὰ περιέχῃ πρῶτον, τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Δημοκρατικῆς Διοικήσεως ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ καὶ δεύτερον, τὴν κατάργησιν τοῦ μεταθετοῦ τῶν Μητροπολιτῶν. Δὲν τὸ ἔπραξεν ὅμως. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἰσηγοῦμαι τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισίν του, τότε θὰ ζητήσω νὰ προστεθῇ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Μητροπολιτῶν νὰ περιορισθῇ καὶ τὰ ὅρια τῶν Μητροπόλεων νὰ εἶναι τοιαῦτα, ὅπως ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου τὰ θέλει. Θὰ ζητήσω ἐπίσης, νὰ προστεθῇ ὁ καθορισμὸς ὁρίου ἡλικίας διὰ τοὺς Μητροπολίτας. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι σᾶς ὡμίλησα μὲ σεβασμὸν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διάθεσιν νὰ φανῶ χρήσιμος εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας θὰ πρέπει νὰ προσέξῃ τὰ λόγια ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα ἑνὸς παλαιμάχου ἐκπαιδευτικοῦ καὶ ἀποφοίτου τῆς Ριζαρείου Σχολῆς καὶ νὰ σκεφθῇ πολὺ ποῖα θέματα πρέπει νὰ ρυθμισθοῦν διὰ Βασ. Διαταγμάτων. Ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν διὰ νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ λάθη καὶ συγκρατηθῇ ἀπὸ τὸ ὀλίσθημα, ὅπου ἔχει παρασυρθῆ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαρδινογιάννης, ἔχει τὸν λόγον.
§39Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Παραβιάζεται ἡ σειρὰ τῶν ὁμιλητῶν. Εἶχον ἐγγραφῆ νὰ ὁμιλήσω ἐγὼ μετὰ τὸν κ. Σωτηρίου. Διὰ τετάρτην φορὰν παρουσιάζεται νὰ μετατίθεμαι εἰς ἄλλην σειρὰν καὶ παρακαλῶ νὰ καταλάβω τὴν θέσιν μου, ἄλλως τοῦτο ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπιμένω, κ. Πρόεδρε.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε συνηθίσει νὰ κάμνετε κρίσεις. Σᾶς εἰδοποιῶ, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι διατεθειμένον νὰ ἀνέχεται αὐτὰς τὰς τάσεις, τὰς ὁποίας ἔχετε. Ὁ κατάλογος κρατεῖται ὑπὸ ἐντιμοτάτου ὑπαλλήλου ἔχοντος 30ετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Βουλῇ...
§41Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος), (κωδωνοκρουσίαι).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε ὅταν ὁμιλῶ. Καθῆστε κάτω. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐκφράζετε μομφὴν ὅτι ἀλλάζει ἡ σειρὰ διὰ νὰ μὴ ὁμιλήσητε σεῖς. Δὲν ἔχει κανεὶς φόβον διότι θὰ ὁμιλήσητε, τὸ δὲ Προεδρεῖον εἶναι ἀντικειμενικὸν ἐν προκειμένῳ. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ κ. Βαρδινογιάννης ἔχει κανένα λόγον νὰ τύχῃ εὐνοίας τινός. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θέλω νὰ ἐρωτήσω μήπως ὑπάρχει τὶς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου; Διότι σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμὸν ὑπάρχει λόγος καὶ ἀντίλογος. Ἐὰν ὁμιλήσῃ τὶς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἀκολουθήσῃ τὸν κ. Βαρδινογιάννην. Ποῖος εἶναι ὑπέρ;
§43Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ἐγὼ κ. Πρόεδρε.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε μετὰ τὸν κ. Βαρδινογιάννη.
§45Π. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κατ’ ἀρχήν, κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ διὰ ποῖον λόγον ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισίν του. Ἐγράφησαν πολλὰ εἰς τὸν τύπον καὶ ἐλέχθησαν περισσότερα ἀπὸ τοῦ Βήματος τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουν πολλοί, οἵτινες ἐπιμένουν ὅτι ἡ κρίσις τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πολὺ βαθυτέρα ἀπὸ ὅσον ἐπαρουσιάσθη ἀπὸ τὸν τύπον καὶ ἀπὸ τοὺς ἀγορητὰς τῆς Βουλῆς. Σεβόμενος τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ τὰς ἀποδιδομένας εἰς αὐτὴν κατηγορίας, ἀλλὰ διὰ νὰ πεισθῶ περὶ τοῦ ἀνυποστάτου αὐτῶν θὰ ἔπρεπεν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας νὰ διαψεύσουν τὰ λεχθέντα. Ἡ κρίσις ἡ ὁποία ἐξέσπασεν εἰς τὴν ἡγεσίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος προεκάλεσεν εὔλογον συγκίνησιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, τὸν Τύπον καὶ τὸ ἱερὸν κλῆρον, ἰδίως εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπου τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα εἶναι ὑψηλά, διότι διατηροῦνται ἀκέραιοι αἱ ἐθνικοθρησκευτικαὶ παραδόσεις. Ἦτο ἑπομένως φυσικὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπέμβῃ κατεπειγόντως καὶ νὰ περιφρουρήσῃ τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, εἶναι ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη πρὸς πρόληψιν ὡρισμένων δυσάρεστων καὶ νομίζω ὅτι ὁ σκοπὸς πρέπει νὰ ἐπιτύχῃ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅμως ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἀπεδείχθη, εἶναι ὅτι ἡ Πολιτεία ἐκφραζομένη ἐν προκειμένῳ ἀπὸ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, ἐπιθυμεῖ νὰ συζητήσῃ ὁλόκληρον τὸ πρόβλημα ἰδίως μετὰ τὰς βαρυτάτας κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν ἀπὸ τὸν Τύπον καὶ τὶς ἀποκαλύψεις οἱ ὁποῖες ἔγιναν. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν νὰ μείνουν ἐρωτηματικὰ ἀναπάντημα, διότι τοῦτο θὰ ἀποβῇ καίριον πλῆγμα κατὰ τῆς ἑλληνοορθοδόξου ἡμῶν θρησκείας. Πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ὁ καταστατικὸς χάρτης τόσον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅσον καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης γιὰ νὰ διατυπωθοῦν μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν σοβαρότητα ποὺ ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς φύσεως τοῦ θέματος, αἱ ἀπόψεις τῆς Βουλῆς, ἐκφραζούσης ἐν προκειμένῳ κατὰ τεκμήριον τὴν ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην ὁλόκληρον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὡς ἀληθεῖς τὰς κατηγορίας, οἱ ὁποῖες ἐξετοξεύθησαν, διότι τότε ἀλοίμονον: Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι οἱ κήρυκες τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ὁδηγοί μας ἀσχολοῦνται μὲ θέματα, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ κοινοὶ θνητοὶ προσπαθοῦν νὰ ξεπεράσουν. Ὅταν ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι, θεωροῦμεν καθῆκον μας, καὶ ἀσφαλῶς εἶναι, νὰ προσφέρωμεν χεῖρα βοηθείας πρὸς ὅλους ἀνεξαιρέτως, θυσιάζοντες πᾶσαν προσωπικήν μας ἄνεσιν, δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν νὰ ἀκούωνται φράσεις μὴ διαψευδόμεναι δυστυχῶς, περὶ δύο παρατάξεων, περὶ ἀντιμαχομένων στρατοπέδων, ὅπως μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Πρὸς ποῖον σκοπὸν ἡ μάχη. Ποῖος ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπός. Μήπως διὰ λόγους δογματικοὺς ἢ πίστεως γενικῆς; Καταθλιπτικὴ ὑπῆρξεν ἡ ἐντύπωσις ἀπὸ δύο κυρίως ἀποκαλύψεις. Τὴν δυσφορίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὡρισμένοι τῶν Ἁγίων Πατέρων ἀντιμετωπίζουν τὸ θέμα τοῦ ἀμεταθέτου τῶν Μητροπολιτῶν καὶ β) τὴν δυσανάλογον κατανομὴν τῶν προσόδων τῶν Ἱεραρχῶν. Ἀλλὰ εἶναι γνωστὸς ὁ κανὼν ὅτι ὁ ποιμενάρχης νυμφεύεται τὸ ποίμνιόν του «ὥσπερ γυναικὶ» καὶ ἀφοσιώνεται εἰς αὐτὸ μέχρι θανάτου. Εἶναι ὁ μόνος γάμος, τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπει ἡ Ἐκκλησία μας εἰς τοὺς προκαθημένους Της καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτελοῦν τὸν προορισμόν των ὅταν ἐπιδιώκουν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν μετάθεσιν ὡς ὁ τελευταῖος τῶν ὑπαλλήλων. Ὁ ποιμενάρχης Ρεθύμνης, ὁ σεβαστός μας κ. Ἀθανάσιος, ἔχει ἀφιερώσει ὁλόκληρον τὴν ζωήν του καὶ ἀναμένει ἤρεμος καὶ μὲ τὴν συνείδησιν ἥσυχον, τὴν μετάθεσιν, ποὺ χωρὶς νὰ ἐπιδιώκῃ, ἔρχεται πρὸς τὴν ἄλλην ζωήν. Τὴν πρὸς τὸν Κύριον. Πρέπει, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ, νὰ ἐξάρω καὶ τὴν κοινωνικὴν δρᾶσιν τοῦ θεοφιλεστάτου κ. Ἰσιδώρου. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ἀπεδόθησαν εἰς τοὺς διαφωνοῦντας πρὸς τὸ ἀμετάθετον τῶν Μητροπολιτῶν, δὲν εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα γράφονται. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀπόρροια τῆς ἐπιθυμίας των νὰ προσφέρουν εἰς εὐρύτερον πεδίον τὰς πολυτίμους ὑπηρεσίας των. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ὡς Χριστιανὸς φανατικός, ὅτι εἶναι δυνατὸν Μητροπολίτης νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ πλουσίας καὶ πτωχῆς ἕδρας. Ἀσφαλῶς θὰ πρόκειται περὶ λάθους, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐγράφη, ὅτι ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, ἔχει προσόδους ὑπερβαινούσας τὰ 2,5 ἑκατομμύρια, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει πρόκλησιν, ὅταν οἱ πτωχοὶ λεβῆτες, οἱ ἱερεῖς τῶν χωρίων, οἱ σκαπανεῖς τοῦ Χριστιανισμοῦ λαμβάνουν μόλις 800–1.200 δραχμὰς καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ σχήματος νὰ διατηροῦν καὶ τὸ ἔργον των νὰ ἐπιτελοῦν. Διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος εἶδε τὴν Ἐκκλησίαν πρωτοπόρον καὶ ὁδηγὸν εἰς ὅλους τοὺς ἀγώνας του καὶ συμπαραστάτην εἰς τὴν ἀγωνίαν του καὶ διὰ νὰ ἠρεμήσῃ ὁ Κλῆρος, τοῦ ὁποίου αἱ ἀποδοχαὶ εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, νὰ αὐξηθοῦν κατὰ τὸ ταχύτερον δυνατόν, καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ταὐτίζεται ἡ ὑλικὴ μὲ τὴν ἠθικὴν ἀνύψωσιν, πρέπει νὰ διακηρυχθῇ, ὅτι οἱ ἱεράρχαι εἰσηγοῦνται καὶ ἡ Πολιτεία ἀποδέχεται τὸ εὐρύτατον Χριστιανικὸν πνεῦμα διὰ τὴν λύσιν τοῦ κρισίμου θέματος τῶν πάσης φύσεως προσόδων τῶν ἀνωτάτων κληρικῶν. Νὰ γίνῃ εἰδικὸν ταμεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ κατατίθενται τὰ δικαιώματα τῶν Μητροπολιτῶν καὶ νὰ κατανέμωνται εἰς ὁλόκληρον τὸν κλῆρον ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ χρησιμοποιοῦνται πρὸς ἄσκησιν φιλανθρωπικοῦ ἔργου. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ καθορισθῇ τὸ ὕψος τῶν ἀποδοχῶν τοῦ Πρωθυπουργοῦ διὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον καὶ τῶν Ὑπουργῶν διὰ τοὺς Ἐπισκόπους. Ἡ ἐξύψωσις τῆς Ἐκκλησίας, συμφώνως πρὸς τὰς Χριστιανικὰς ἀντιλήψεις προϋποθέτει ἀκριβῶς τὴν κατάργησιν παντὸς οἰκονομικοῦ προνομίου ὑπὲρ τῶν ὀλίγων καὶ τὴν διάθεσιν τῶν προσόδων ὑπὲρ τῶν πολλῶν ἀφανῶν ἐργατῶν τῆς Ἐκκλησίας διὰ τὴν στοιχειώδη καὶ εὐπρεπῆ αὐτῶν διαβίωσιν. Οἱ ἡγέτες εἴτε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εἴτε εἰς τὴν Κοινωνίαν, εἴτε εἰς τὴν πολιτικήν, πρέπει νὰ εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς ἀλληλεγγύης καὶ τῆς ἀγάπης καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμοι πάντοτε διὰ κάθε θυσίαν ὑλικὴν καὶ γενικῶς προσωπικὴν ὑπὲρ τοῦ συνόλου. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶμεν ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες δὲν θὰ στέρξουν εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἀπαραιτήτων μέτρων καὶ νὰ ἀποτελέσουν παράδειγμα ἐθνικὸν καὶ κοινωνικὸν δι’ ὅλους μας. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς αἰσθάνεται βαθύτατον τὸν σύνδεσμόν του πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν του καὶ ἐμεῖς ὡς ἐκπρόσωποί του ποιούμεθα ἔκκλησιν πρὸς τὴν Ἱεραρχίαν νὰ συνεργασθῇ μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Πολιτείας διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου καὶ τοῦ ποιμνίου των. (Χειροκροτήματα).
§46Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν βελτίωσιν τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον, νομίζω ὅτι δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἀρνηθῶ τὴν ψήφισίν του. Βεβαίως δὲν εἶναι εὐχάριστον ὅτι ἕνα θέμα τοιαύτης σημασίας εἰσάγεται κατεσπευσμένως πρὸς ρύθμισιν. Θὰ ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ἔχῃ μελετηθῇ περισσότερον καὶ νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀνετώτερον. Ἡ ἀδικαιολόγητος ὅμως διένεξις ἡ ὁποία ἐξέσπασεν εἰς τοὺς κόλπους τῆς ἐκκλησίας ἤγαγε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Ἡ δημιουργηθεῖσα διένεξις, ἀπειλοῦσα πολὺ μεγαλυτέρας ζημίας ἐὰν παρετείνετο καὶ διηυρύνετο, κατέστησεν ἀναπόδραστον τὴν ἐπέμβασιν τῆς πολιτείας καὶ μάλιστα ἀναποφεύκτως ἐσπευσμένην. Εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὅλου Ἐκκλησιαστικοῦ θέματος δὲν εὐχεραίνεται οὔτε ψυχολογικῶς οὔτε πρακτικῶς, ὑφ’ οὓς ὅρους καὶ πρὸς οὓς σκοποὺς ὑπεβλήθη τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ὅπως ὅλοι οἱ ζῶντες ὀργανισμοί, ἔτσι καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς ἐκκλησίας μας ἐμφανίζει νοσηρὰ συμπτώματα. Ταῦτα ἄλλωστε ἐπρόκειτο νὰ θεραπεύσῃ ὁ παρασκευαζόμενος καταστατικὸς χάρτης. Διὰ τὰ νοσηρὰ ταῦτα συμπτώματα δὲν εἶναι ἀνεύθυνος καὶ ἡ Πολιτεία ἀκόμη, ὄχι τόσον διότι δὲν ἐνδιεφέρθη διὰ τὰ τῆς ἐκκλησίας ὅσον διότι, ἐνδιαφερθεῖσα δι’ αὐτὰ τὰ ἐζημίωσεν ἀντὶ νὰ τὰ ὠφελήσῃ. Καὶ μόνον ἡ ἐπεκταθεῖσα εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν νομοθεσίαν ἀνεξάντλητος πολυνομία, ἔβλαψε σοβαρῶς τὴν ὅλην λειτουργίαν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ὀργανισμοῦ. Ὁ σύνδεσμος μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας εἶναι παλαιότατος, χρονολογούμενος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, αἱ δὲ μεταξὺ των σχέσεις ὑφίσταντο πάντοτε μεταβολὰς καὶ διακυμάνσεις, ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν περιστάσεων. Διότι μεγάλη ἢ μικρὰ σύγκρουσις μεταξὺ τῶν ἱερῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Νόμων τῆς Πολιτείας ἦτο ἐκ τῶν πραγμάτων ἀναπόφευκτος. Οἱ ἱεροὶ κανόνες εἶναι σταθεροὶ καὶ ἀμετάβλητοι διὰ πολλοὺς αἰῶνας, ἐνῷ οἱ Νόμοι τῆς Πολιτείας ἀναγκαστικῶς πρέπει νὰ μεταβάλλωνται διὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν τὰς ζώσας καὶ μεταβαλλομένας ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Καθὼς γνωρίζετε, μόνον τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἡ Νομοθεσία εἶχε συνταυτισθῆ σχεδὸν πλήρως, μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησία τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ γίνῃ αὐτοκέφαλος καὶ νὰ ἀποκτήσῃ τὸν βασικὸν τῆς ὀργανισμὸν ἀπὸ τοῦ 1833 ἐπὶ Ὄθωνος, ἀντιβασιλεύοντος τοῦ Μάουερ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἄριστος ἐπιστήμων καὶ θερμὸς φιλέλλην, ἀλλά, μὴ ὢν ὀρθόδοξος καὶ μὴ κατέχων τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τῆς ὀρθοδοξίας, ἐνισχυόμενος δὲ καὶ ἀπὸ τὰς θεωρίας τοῦ Θεοκλήτου Φαρμακίδη, ἐπηρεάσθη ἀπὸ τοὺς διέποντας τὴν Βαυαρίαν καὶ τὴν Ρωσσίαν δεσποτικοὺς ἐκκλησιαστικοὺς Νόμους τοὺς ὁποίους μετεφύτευσεν ἀμελετήτως εἰς τὸ ἰδικόν μας ἔδαφος. Μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1843, εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 διετυπώθησαν ὀρθῶς τὰ ἀφορῶντα τὴν Θρησκείαν ἄρθρα, κατεβλήθησαν δὲ περαιτέρω προσπάθειαι διὰ τὴν κανονικὴν διευθέτησιν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος. Αὗται κατέληξαν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν σχέσεων μὲ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ τὴν ὑπὸ τούτου ἔκδοσιν τοῦ περιωνύμου «Συνοδικοῦ Τόμου τοῦ 1850, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνωρίζετο τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀνατρέχων εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ ἐκτιμῶν τὰ διατρέξαντα, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὡς Ἕλλην καὶ ὡς Ὀρθόδοξος χριστιανός, εἶμαι εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν αὐτονομίαν καὶ τὰς συνεπείας της. Διότι θὰ γνωρίζετε, ὅτι ὡς κύριον ἐπιχείρημα ἀποσχίσεως τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῶν Βαλκανικῶν Χωρῶν, ὑπῆρξεν αὐτὸ ἀκριβῶς, ὅτι σεῖς οἱ ἴδιοι χωρισθήκατε ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον καὶ ἐγίνατε αὐτόνομοι, πῶς θέλετε ἡμεῖς νὰ ὑπαγώμεθα εἰς τὸ ἴδιον Πατριαρχεῖον; Καὶ ἔτσι ἐπῆλθεν ὁ χωρισμὸς τῶν Βαλκανικῶν Ἐκκλησιῶν. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι καὶ ἄνευ αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος, ἄνευ αὐτῆς τῆς δικαιολογίας δὲν θὰ προχωροῦσαν, ἀλλὰ θὰ ἦσαν ἀσφαλῶς διστακτικώτεροι. Ἐπηκολούθησε ἡ συμφωνία μὲ τὰ Πατριαρχεῖα. Ἡ σχετικὴ νομοθεσία εἶχε συμπεριληφθῆ εἰς δύο γνωστοὺς νόμους, τὸν Σ καὶ τὸν ΣΑ τοῦ 1852. Οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐστηρίχθησαν δυστυχῶς καὶ πάλιν εἰς τὰς βασικὰς καὶ θεμελιώδεις ἀρχὰς ποὺ εἶχε θέσει ἡ Νομοθεσία τοῦ Μάουερ, διὰ τοῦτο καὶ διετήρησαν τὸν θεσμὸν τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου καὶ τὴν διαρκῆ τακτικὴν Σύνοδον. Ὅπως ἀνέπτυξα προηγουμένως, ἀντίκεινται ἀναμφισβητήτως εἰς τοὺς ἱεροὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας. Παρ’ ὅλον τοῦτο, ὅμως, διότι εἶχον μίαν ἁπλότητα καὶ δὲν παρενέβαλον ἄλλας δυσχερείας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἴσχυσαν ἐπὶ μακρὰς δεκαετηρίδας διὰ νὰ μὴ εἴπω σχεδὸν καὶ μέχρι σήμερον. Αἱ διάφοροι ἐθνικαὶ περιστάσεις, ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας τοῦ 1912–13 καὶ ἡ ἕνωσις τῶν Μητροπόλεων τῶν νέων χωρῶν, ἐδημιούργησαν τὴν ἀνάγκην τροποποιήσεων τῶν νόμων. Μέχρι τοῦ 1923 ἴσχυε κατὰ βάσιν ἡ νομοθεσία τοῦ νόμου ΣΑ τοῦ 1852, βασιζομένη ἐπὶ τῶν παλαιῶν βάσεων τοῦ 1853. Πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι ὁ πλέον φωτεινός, ὁ πλέον συνάδων πρὸς τὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας νόμος, ὑπῆρξεν ὁ νόμος τοῦ 1923, μολονότι ἐψηφίσθη ἐπὶ ἀνωμάλου καταστάσεως, κατώρθωσε νὰ πλησιάσῃ καὶ νὰ ἐναρμονίσῃ τοὺς ἱεροὺς κανόνας, τὴν δισχιλιετῆ παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς συγχρόνους κανόνας. Ὁ νόμος ἐκεῖνος καταργοῦσε τὴν τακτικὴν σύνοδον καὶ ἔδιδε ὅλας τὰς ἁρμοδιότητας εἰς τὴν Καθολικὴν Σύνοδον. Δυστυχῶς, ὁ νόμος ἴσχυσε βραχύτατον χρονικὸν διάστημα διότι κατηργήθη ἐπὶ δικτατορίας Παγκάλου τὸ 1925 καὶ ἔτσι ἐμείναμεν μὲ τὰς βάσεις ποὺ ἔθεσεν ἡ νομοθεσία καὶ ὁ νόμος τοῦ 1852. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορικὴ κατάστασις τῆς διαμορφώσεως τῶν σχέσεων τῆς Ἐλευθέρας Ἑλληνικῆς Πολιτείας μετὰ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις ἡ ὁποία ἐπιδεινωθεῖσα, ὅπως σᾶς εἶπον προηγουμένως, ἐδημιούργησεν, ὅπως εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, πολλὰ ἀδιέξοδα καὶ ὡρίμασε τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταρτισθῇ ἕνας νέος Καταστατικὸς Χάρτης, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξυγιάνῃ καὶ νὰ συγχρονίσῃ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ νὰ τὴν καταστήσῃ ἕνα ὄργανον περισσότερον χρήσιμον εἰς τὰς παρούσας κοινωνικὰς ἀνάγκας τῆς Πατρίδος. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι δὲν ἐδόθη μετὰ κάποιας ἀνέσεως ἡ εὐκαιρία εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν Παιδείας, αὐτὸν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην νὰ τὸν ἔχῃ εἰς χεῖράς της, νὰ τὸν ἐπεξεργασθῇ καὶ νὰ τὸν ἐπεξεργασθῶμεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ νὰ ἔλθῃ ὡριμώτερος καὶ πλέον ἐπεξειργασμένος εἰς τὴν Βουλήν. Σήμερον εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην, πρὸς ἀντιμετώπισιν αὐτῆς τῆς ἐκτάκτου καταστάσεως νὰ καταθέσῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μετὰ τὰς σημερινὰς βελτιώσεις, δὲν βλέπω ποῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔσπευδε νὰ ἀποσύρῃ τὸ «μετὰ σύμφωνον γνώμην» δὲν θέλω νὰ σᾶς κρύψω, ὅτι ἐγὼ προσωπικῶς δὲν θὰ ἠρνούμην νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλησίας. Παρὰ τὰ τρωτὰ ποὺ ἔχει καὶ ὁ Ὀργανισμὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ἐκπροσωποῦντες αὐτὴν ἱεράρχαι εἰς ὡρισμένα σημεῖα, ἐν τούτοις, ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἔχει ἀρκετὰ συγχρονισθῆ, ὅτι αἱ τάσεις της εἶναι προοδευτικαί, ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία, τὸ ΤΑΚΕ ὁ ΟΔΕΠ καὶ τὰ Κατηχητικὰ Σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἀντιμάχονται ἐναντίον τῶν κρυφῶν αἱρέσεων, ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν σαφῆ δείγματα. Καὶ ὅσοι παρακολουθεῖτε τὴν Ἱερὰν Λειτουργίαν τὰς Κυριακὰς θὰ ἔχετε διαπιστώσει, ὅτι ἔχομεν ἀρίστους ἱεροκήρυκας εἰδικῶς ἐκπαιδευμένους, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν εἰς γλῶσσαν δημοτικήν, εἰς ἁπλῆν γλῶσσαν. Βεβαίως, αἱ ἀλλαγαὶ δὲν πραγματοποιοῦνται αὐτομάτως, ἀλλὰ σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου. Μετὰ σύμφωνον γνώμην, ἐγὼ ὡς προεῖπον, θὰ τὸ ἐψήφιζα, ὄχι μόνον διότι δὲν πιστεύω, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς σύγκρουσιν μετὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν βλέπω κανένα ἄλλον ἀπολύτως λόγον νὰ προκληθῇ μία τοιαύτη σύγκρουσις. Τί εἶναι δυνατόν, πολιτικῶς, κομματικῶς νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ταχθῇ ὑπὲρ τούτου, ἢ τοῦ ἄλλου μέτρου. Εἶναι ἁγνὴ νομίζω καὶ εἰλικρινὴς ἡ πρόθεσις ὅλων μας νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὴν ἐξυγίανσιν καὶ ἀνάπλασιν τοῦ θρησκευτικοῦ ἐπιπέδου, τῆς θρησκευτικῆς μας κοινωνικῆς καὶ ψυχικῆς ἀνατάσεως. Ἡ γνώμη μου θὰ ἦτο νὰ μείνῃ τὸ «συμφώνου γνώμης», διότι δὲν θὰ ἤθελον, ἡμεῖς πρῶτοι ἐπὶ οὐδενὶ λόγῳ νὰ δίδωμεν τὸ σύνθημα τῆς καταλύσεως τῆς αὐτονομίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Διότι ἐὰν ἡμεῖς πρῶτοι δὲν θελήσωμεν νὰ διατηρήσωμεν καὶ νὰ σεβασθῶμεν τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ ἠμπορέσωμεν αὐτὸν τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸ αὐτοκέφαλον νὰ τὸν ὑποστηρίξωμεν ἀλλαχοῦ, ὅπου ἴσως θὰ χρειασθῇ νὰ τὸν ὑποστηρίξωμεν εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Ἀναφέρομαι εἰς μίαν ἀνακοίνωσίν μου καὶ ὁ νοῶν νοείτω.
§47Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Καίτοι συμμερίζομαι βασικῶς τὰς ἀπόψεις σας, θὰ ἤθελον νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τὴν κρίσιν σας τὴν ἑξῆς ἐπιφύλαξιν. Εἶμαι ἐναντίον τῆς διατυπώσεως, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὸ νομοσχέδιον, περὶ συμφώνου γνώμης, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Πρῶτον, διότι τὸ «σύμφωνον γνώμην» ὑπενθυμίζει CONCORDATUM, θεσμὸν τελείως ξένον πρὸς τὴν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Εἰς τὴν ὀρθοδοξίαν, οὐδέποτε ὑπῆρχεν ἡ ἔννοια τοῦ CON-CORDATUM. Ἡ γνώμη τῆς Ἐκκλησίας ἔχει πάντοτε τοιοῦτον κῦρος, ὥστε ἐπιβάλλεται ἐξ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς διατυπώσεως, χωρὶς νὰ χρειάζεται κανένα σύμφωνον. Φοβοῦμαι δὲ τοῦτο, ὅτι ἐὰν ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ «σύμφωνον γνώμην», μειώνομεν περισσότερον τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῷ δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πρόθεσίς μας, εἶναι ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐξαρθῇ εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι εὐχόμεθα νὰ διατηρηθῇ. Ἡ ἁπλῆ διατύπωσις τῆς γνώμης της, θὰ εἶναι ἀρκετή, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται ἡ ἀναγραφὴ τῆς συμφώνου γνώμης. Ἡ πρόθεσίς μας δὲν εἶναι νὰ ὁπλίσωμεν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν μὲ περισσότερα δικαιώματα. Μακρὰν ἐξ αὐτοῦ.
§48Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Καὶ οἱ ἴδιοι, εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην ποὺ ἔκαμον, δὲν ἔθεσαν τὸ σύμφωνον γνώμην.
§49Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Κύριοι βουλευταί, συζητοῦμεν ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει, ἀφοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδέχθη ν’ ἀπαλείψῃ τὸ «μετὰ σύμφωνον γνώμην». Εἶπον προηγουμένως, ὅτι θὰ πρέπει νὰ γίνεται μετὰ προσοχῆς πᾶσα ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας, διὰ νὰ δίδωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι σεβόμεθα ἀπολύτως τὰς παραδόσεις, τὴν αὐτονομίαν καὶ τὴν αὐτοτέλειαν τῆς Ἐκκλησίας.
§50Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε, μίαν διακοπήν;
§51Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Εὐχαρίστως.
§52Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑποστηρίζετε, κύριε συνάδελφε, τὸ «μετὰ σύμφωνον γνώμην» τῆς Ἱεραρχίας, ποία θὰ εἶναι τότε ἡ ἀνάμιξις τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας; Γνωρίζετε καλῶς, ὅτι καὶ ἡ μακρὰ ἐκκλησιαστικὴ παράδοσις καὶ οἱ κανόνες, ἐπιβάλλουν τὴν συμμετοχὴν τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου εἰς τὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως, σήμερον, ὅμως, δὲν μετέχει ὁ λαὸς οὔτε κἂν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐνοριακῶν συμβουλίων. Οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν, νὰ ἀπεμπολίσωμεν κεκτημένα δικαιώματα τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος. Εἶναι ἐπιβεβλημένον, συνεπῶς, νὰ διαγραφῇ τὸ «μετὰ σύμφωνον γνώμην», ὥστε ὁ λαός, διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου ψηφιζομένων νόμων, νὰ μετέχῃ εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο, ἄλλως τε, ἰσχύει καὶ σήμερον.
§53Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπεστήριξα τὸ «σύμφωνον γνώμην», εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ Β. Διατάγματα, εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Κυβέρνησις ἀπήλειψεν αὐτά, χωρὶς ν’ ἀπαλείψῃ τὰ Βασ. Διατάγματα, νὰ εἴπω, ὅτι εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑπάρξῃ μία ἀντίθεσις, ὡμίλησεν ἄλλωστε ὁ κ. ὑπουργὸς περὶ ἀντιθέσεως μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἐκκλησίας, θὰ ἤρχετο ὡς διαιτητὴς ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Τὸ περὶ Κονκορντάτουμ, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ μὲ τὴν Καθολικήν. Ἐκεῖ εἶναι ἀπολύτως διαχωρισμένη ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν Πολιτείαν. Ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου συναδέλφου, περὶ συμμετοχῆς τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου, εἶναι ἀπολύτως βάσιμος, τὸ λαϊκὸν δὲ στοιχεῖον ἐκπροσωπεῖται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἐάν, λοιπόν, δέχεσθε, ἀφ’ ἑνός, νὰ ἀποξενωθῆτε τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ καὶ νὰ τὸ μεταβιβάσητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων καί, ἀφ’ ἑτέρου, ὁμιλῆτε περὶ λαϊκοῦ στοιχείου, εὑρίσκεσθε ἐν προφανεῖ ἀντιφάσει. Εἶμαι σύμφωνος μαζί σας, ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ πρέπει νὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Ἐκκλησία μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑποστηριχθῇ ἐνῷ ἄλλως μένει ἀπροστάτευτος. Ἡμεῖς θὰ ἦτο δυνατόν, ὡς ἐκπροσωποῦντες τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ ἔλθωμεν ὡς ἕνα εἶδος διαιτητῶν. Δι’ αὐτὸ ἐπέμεινα καὶ ἐπιμένω, ὅτι ἢ θὰ ἀπαλείψωμεν τὰ Β. Διατάγματα ἤ, ἐὰν τὰ δεχθῶμεν, πρέπει νὰ δεχθῶμεν καὶ τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐκκλησίας.
§54Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι, ὅτι τὴν σκέψιν μου δὲν δύναμαι νὰ τὴν διευκρινίσω, ἴσως, περισσότερον. Δὲν νομίζω, ὅτι ἦτο δυνατόν, ἐπὶ θεμάτων πραγματικὰ οὐσιαστικῶν, νὰ ἐπέλθῃ διαφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἱεραρχίας. Ἄλλως τε, ἂν εἶναι καὶ τὸ σύμφωνον, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ γνώμη τῆς Ἐκκλησίας, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἦτο παράλογος. Ἐὰν αὐτὸ ἐφοβούμεθα, ἠμποροῦσεν ἡ διατύπωσις νὰ γίνῃ κατὰ τέτοιον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ἀσφαλισμένη ἐν τέλει ἡ ἐπικράτησις τῆς γνώμης τῆς Πολιτείας. Ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι τὸ καθεστὼς τὸ ἰδικόν μας, ἔχει τεραστίαν διαφορὰν ἀπὸ ἄλλα καθεστῶτα. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Πάπας διατηρεῖ τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν. Ἐκεῖ ὅπου πλησιάζομεν κἄπως περισσότερον, εἶναι ἡ Ἀγγλικανικὴ Ἐκκλησία, ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἀντεγράφομεν τοὺς ἐντελῶς δημοκρατικοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐκεῖνοι ἐργάζονται, θὰ ἐφθάνομεν εἰς ὑπερβολάς. Θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ παλαιότεροι συνάδελφοι, ὅτι παλαιότερον ἐρρυθμίζοντο τὰ ζητήματα τῶν νεωκόρων ἢ τῶν ἱεροψαλτῶν ἀπὸ τὴν Πολιτείαν. Φαντασθῆτε, ἐὰν ἐπανερχώμεθα εἰς ἕνα τέτοιο καθεστὼς καὶ ἐκάμναμεν ἐπερωτήσεις, διατὶ διωρίσθη ὁ τάδε νεωκόρος ἢ διατὶ δὲν διωρίσθη ὁ τάδε καλλίφωνος ἱεροψάλτης! Καί, ἐν τούτοις, εἰς τὴν παλαιοτέραν νομοθεσίαν μας, ὑπῆρχον αὐτὰ τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, διότι ἡ Ἐκκλησία ἐλέγχεται ἀπὸ τὸ Κράτος, διεξάγονται πολλὲς φορὲς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσέρχονται ὄχι μόνον εἰς τέτοια ζητήματα, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ εἰς τὰ τυπικὰ καὶ τὰ λειτουργικὰ τῆς Ἐκκλησίας, πῶς θὰ γίνῃ, π.χ., τὸ κήρυγμα ἢ ἄλλα λεπτομερειακὰ θέματα τοῦ βίου τῶν ναῶν. Συνεπῶς, διὰ νὰ τερματίσω τὸ θέμα ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔπρεπε νὰ ἐπιφυλάξῃ ὅλα τὰ δικαιώματά της ἔναντι μιᾶς ἀπειλουμένης ὄχι ἀπολύτου καλῆς θελήσεως ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποκρούω — δὲν νομίζω, ὅτι θὰ παρουσιάζετο. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα, κἄθε τυχὸν ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας, νὰ λαμβάνῃ τὴν μορφήν, ὅτι σεβόμεθα ἀπολύτως τὸ αὐτόνομον καὶ αὐτοτελὲς τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι οἱ ἱεροὶ κανόνες καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοσις εἶναι πράγματα ἱερὰ καὶ ἀπρόσβλητα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ Βασ. Διατάγματα, πράγματι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως εἶναι ὀρθὸν αὐτὰ τὰ θέματα, σπουδαιότατα θέματα, νὰ ρυθμίζωνται διὰ Διαταγμάτων καὶ ὄχι διὰ τῆς ἐπεξεργασίας καὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς, ὅμως, πολλὰ ἐξ αὐτῶν τῶν ἄρθρων, εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ κριθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ μακρηγορήσω, ἀλλ’ εἶναι αὐτονόητον ὅτι, ἐὰν ἐμπλεκώμεθα εἰς συζητήσεις περὶ καταργήσεως Μητροπόλεων ἢ μεταβολῆς τῶν ὁρίων αὐτῶν, θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμα. Βεβαίως, εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ ἐγίνετο μία ἐκκαθάρισις τοῦ θέματος, ὥστε νὰ μὴ ἐπιπέσῃ ὅλος ὁ ὄγκος εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Βασ. Διαταγμάτων. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ τὴν ψῆφόν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι, προκειμένου νὰ ἔχωμεν διαιώνισιν αὐτῆς τῆς καταστάσεως μὲ ὅλους τοὺς ἐντεῦθεν κινδύνους ἢ καὶ ἁπλῶς μίαν διαταραχήν, ἡ ὁποία ἀνακόπτει τὸ ἔργον τῆς Ἐκκλησίας, προτιμῶ τὰ Βασ. Διατάγματα. Εὔχομαι, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ, ὥστε τὰ Διατάγματα αὐτὰ νὰ συνταγοῦν κατὰ τὸν δυνατὸν ὀρθότερον καὶ λυσιτελέστερον τρόπον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ ἐπιτύχῃ αὐτὸ κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικόν, παροῦσα εἶναι ἡ Βουλή, διὰ νὰ τὴν ἐλέγξῃ καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν διόρθωσίν των. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅ,τι προέχει, εἶναι νὰ φράξωμεν τὸ ρῆγμα ποὺ ἐπῆλθεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, χωρὶς νὰ ἀνοίξωμεν ἄλλο ρῆγμα μεταξὺ Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἱκανοποιῶν καὶ τὴν πολιτικήν μου, ἀλλά, πρὸ παντός, τὴν θρησκευτικήν μου συνείδησιν. (Χειροκροτήματα). (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βασιλικός).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Μπρεδῆμας, ἔχει τὸν λόγον.
§56Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Μετὰ ἀπουσίαν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνός, ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὲ ἴδῃ ἀναπαυόμενον ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἔνθα ἀπέδρα πᾶσα ὀδύνη ἢ στεναγμός. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν κρίσιμον θέμα. Ἤκουσα ἀπόψε μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὸν κ. Κανελλόπουλον ἀναπτύσσοντα τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾶ τὸν προκείμενον τρόπον ἀντιμετωπίσεως τῶν πράγματι λίαν τεταραγμένων ἐκκλησιαστικῶν μας πραγμάτων. Ἀσφαλῶς, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ παραδεχθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ καὶ γενικώτερον τὸ Σῶμα, ὅτι αἱ προτάσεις αὐταὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἔστω καὶ μετὰ συμφωνίαν τῶν ἑπτὰ λεγομένων ἀποστατῶν, ὅτι ἀποτελοῦν τὴν χειρουργικὴν μάχαιραν ποὺ θὰ ἀποκόψῃ τὸ πυορροοῦν ἀπόστημα, τὸ ὁποῖον κατατρώγει σιγὰ–σιγὰ τὴν ὑγείαν τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτήν, ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, πρῶτον, ὅτι μολονότι μικράν τινα μόνον σημασίαν ἀποδίδω εἰς τὸ θέμα τοῦ μεταθετοῦ ἢ μὴ —καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω τοῦτο— ἐν τούτοις, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ παραδεχθῶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τῆς καταργήσεως τῶν χηρευσασῶν Μητροπόλεων καί, δεύτερον, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἔχω ἀπόλυτον καὶ ριζικὴν ἀντίθεσιν διὰ τὴν αἰτουμένην εὐρεῖαν, ἀπροσδιόριστον καὶ ἀκαθόριστον νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐκδόσεως κανονιστικῶν Διαταγμάτων, ἔστω καὶ μετὰ σύμφωνον ἢ ἄνευ συμφώνου γνώμης τῆς Ἱεραρχίας μας, πάντως, ὅμως, ὅπως ἐτονίσθη πολὺ ὀρθῶς προηγουμένως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Στεφανόπουλον, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ περιεχόμενον τῶν Βασιλικῶν τούτων Διαταγμάτων, δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ ἢ δὲν θὰ ἐπιμείνω, μᾶλλον, εἰς τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε καὶ πρὸ ὀλίγου καὶ εἰς τὰς ἄλλας συνεδριάσεις, διὰ τὴν περιφρόνησιν, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύει ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τοῦ κυριάρχου σώματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλά, νομίζω, κύριοι βουλευταὶ —καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας— ὅπως θὰ τὸ ἀποδείξω, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ θέματος ἔγκειται ἀκριβῶς εἰς τὰ Βασ. Διατάγματα, ὅτι ἀληθῶς ἡ Ἀχίλλειος πτέρνα τοῦ ζητήματος εὑρίσκεται εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τὸν σάλον τὰς τελευταίας ἡμέρας, εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν πικρὰν συνήθειαν, χρησιμοποιῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν καθαρεύουσαν, νὰ λέγω, ὅσα συζητοῦμεν ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης, εἰς τὴν δημοτικὴν κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας μας συναντήσεις. Ἡ ἔκφρασις δὲν εἶναι ἰδική μου, ἀνήκει εἰς τὸν ἀριστοτέχνην τοῦ λόγου, τὸν Πρόεδρον κ. Παπανδρέου. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, βεβαίως, θεωροῦμαι ἀντικοινοβουλευτικὸς καὶ δυσάρεστος εἰς τοὺς περισσοτέρους συναδέλφους, δι’ ὃ καὶ ζητεῖται, παρὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ἐσαεὶ ἀποβολή μου ἐκ τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων καὶ τραυματίζομαι καὶ δὲν εἶναι ἀπίθανον, ὅπως μοῦ ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου ὑπὸ συναδέλφου, νὰ δεχθῶ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁμιλίας μου, αὐτὴν τὴν φορὰν ὅμως ἀπὸ τὸ θεωρεῖον τῶν κληρικῶν, κανένα δισκοπότηρον εἰς τὸ κεφάλι. Ἐν τοσούτῳ, κύριοι βουλευταί, θὰ προχωρήσω, ἔχων συνείδησιν βαθεῖαν τῆς ἀποστολῆς μου ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ καὶ μὲ γνώμονα πάντοτε τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου. Θὰ προχωρήσω, λέγω, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεών μου, ἀποκαλύπτων ὅλα τὰ βασικὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας, ἡ ὁποία κατατρύχει τὴν Ἐκκλησίαν μας καὶ θὰ ἀναφερθῶ κυρίως, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸν βαθύτερον καὶ οὐσιαστικώτερον λόγον, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὸν σάλον τῶν τελευταίων ἡμερῶν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Πολλὰ εἶναι τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός. Δύο, ὅμως, κατ’ ἐμέ, εἶναι τὰ βασικά. Θὰ ἀναφερθῶ, εἰς τὴν συνέχειαν τοῦ λόγου μου, περὶ τῶν κυριωτέρων αἰτίων τῆς τελευταίας ἀναταραχῆς. Καὶ πρῶτον αἴτιον τῆς κακοδαιμονίας εἶναι αἱ σημειωθεῖσαι κατὰ καιροὺς ἐπεμβάσεις τῶν Κυβερνήσεων εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, αἱ ὁποῖαι Κυβερνήσεις χειρίζονται τὰ θέματα, τόσον τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τῆς πληρώσεως τῶν χηρευουσῶν θέσεων Μητροπόλεων, μὲ ἐντελῶς κομματικὰ κριτήρια. Συμπέρασμα: Ὅταν προκύπτῃ περίπτωσις τοιαύτη, ὁ εὐνοούμενος τῶν Κυβερνήσεων γίνεται Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ὁ ἀρεστὸς εἰς τοὺς κατὰ τόπους ἰσχυροὺς κομματάρχας γίνεται Μητροπολίτης. Καὶ θὰ ἀπετέλει ἔλλειψιν στοιχειώδους σοβαρότητος, ἡ ἀμφισβήτησις τοῦ γεγονότος τούτου, διότι πάντες γνωρίζεται, εἰς παρομοίας περιπτώσεις, τὶ συμβαίνει εἰς τὰ παρασκήνια, ὅταν διολισθαίνουν μάλιστα κατὰ τρόπον λίαν ἐνοχλητικὸν οἱ διεκδικοῦντες, εἴτε τὸν θρόνον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, εἴτε τὰς χηρευούσας Μητροπολιτικὰς ἕδρας. Τὰ προσόντα τοῦ ἤθους, τῆς ἀνωτέρας ἐκκλησιαστικῆς μορφώσεως καὶ τῆς διοικητικῆς ἱκανότητος, ὑποχωροῦν ἐνώπιον τῆς εὐνοίας τῶν ἑκάστοτε κρατούντων, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τοῦ προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν γνωρίζω, ἂν κατὰ κανόνα αἱ κυβερνητικαὶ ἐπεμβάσεις ὑπῆρξαν ἄστοχοι, εἶμαι, ὅμως, δι’ ἕνα βέβαιος. Εἶμαι εἰς θέσιν δι’ ἕνα νὰ βεβαιώσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, μὲ ὅλην τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης τῶν λόγων μου, ὅτι εἰς τὰς ἡμέρας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διεπράχθη ἕνα σοβαρὸν ὀλίσθημα, μὲ τὴν ἐκλογὴν τοῦ σημερινοῦ Ἀρχιεπισκόπου.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναπτύσσετε ἐπερώτησιν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, κύριε συνάδελφε; Παρακαλῶ, περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα.
§58Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν γενεσιουργὸν αἰτίαν τῶν σημερινῶν ἀνωμαλιῶν καὶ δὲν νομίζω, ὅτι δικαιοῦται κανεὶς νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαιοῦται ὁ Πρόεδρος νὰ σᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τάξιν καὶ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσῃ, ὅτι ὑπάρχει Κανονισμός.
§60Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Τὰς συνεπείας, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ σοβαροῦ τούτου σφάλματος, ὑφίσταται καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑφίσταται ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ θρησκευόμενος Ἑλληνικὸς λαός. Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐσπάρησαν, ἢ μᾶλλον ἐβλάστησαν, τὰ σπέρματα τῆς διχονοίας μεταξὺ τῶν Μητροπολιτῶν, τὰ ὁποῖα ἐσκόρπισαν, ἴσως ἀνεπιγνώστως, οἱ ἐκ Πατρῶν ὁρμώμενοι ἰσχυροὶ κομματάρχαι τῆς Κυβερνήσεως.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ Προεδρεῖον, δὲν εἶναι διατεθειμένον νὰ σᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ συνεχίσετε, καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλεῖτε.
§62Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλετε νὰ δηλώσητε, ὅτι μοῦ ἀφαιρεῖτε τὸν λόγον.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προκαλῆτε τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα καὶ μὴ θέλετε καὶ πάλιν νὰ γίνεται ἥρως ἐπεισοδίων. Εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Προεδρεῖον, νὰ προστατεύσῃ τὴν τάξιν τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν ἔχει δικαίωμα οὐδείς, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν στάθμην τοῦ Κοινοβουλίου.
§64Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, ὅπως προστατεύσουν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει Κανονισμός, τὸν ὁποῖον τὸ Προεδρεῖον ἐφαρμόζει μὲ ἀντικειμενικότητα καὶ καλεῖσθε νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα, κύριε συνάδελφε.
§66Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀφήσητε τὸν ρήτορα νὰ ὁμιλήσῃ.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ συνεχίσῃ καὶ νὰ προκληθοῦν ἐπεισόδια καὶ νὰ ψυχαγωγηθῆτε; (Γέλωτες καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Κύριε Ζαννῆ, γνωρίζετε τὴν βαθυτάτην ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὸ πρόσωπόν σας, ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον νὰ τὸ ἀφήσετε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον του.
§68Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἀφήνω τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον σκανδαλίζει ἰδιαιτέρως τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ θὰ ἔπρεπε προηγουμένως νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν του τὸ κείμενον τοῦ λόγου μου, διὰ νὰ ὑποστῇ τὴν λογοκρισίαν, τὴν ἀπαραίτητον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἀπαντῶ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ συνεχισθῇ ὁ διάλογος μεταξὺ ἡμῶν.
§70Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Δεύτερον, θὰ ἐβλέπατε, ὅτι βάσει στοιχείων θὰ ἀπεδείκνυον, ποῖα εἶναι τὰ αἴτια τῆς κρίσεως.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὰ εἴπητε εἰς τὴν ἐπερώτησίν σας, τὴν ὁποίαν δικαιοῦσθε νὰ καταθέσητε.
§72Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Θὰ ἔλεγα, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἀναφερόμενος εἰς τὰ δημοσιεύματα πολλῶν ἐκκλησιαστικῶν περιοδικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἐγκυρότης δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, τί ἔχει δημιουργηθῆ, σχετικῶς μὲ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Ἡ ὑπόμνησις δύο στενῶν συγγενῶν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, συνδέεται, κύριε Πρόεδρε, μὲ αὐτὴν τὴν δημοκρατικὴν λειτουργίαν τῆς Ἐκκλησίας, διότι, ἴσως, νὰ μὴ γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει ὁ κ. Καρμίρης Καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ στενὸς συγγενὴς τοῦ νῦν Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί σχέσιν ἔχουν αὐτά, μὲ τὸ νομοσχέδιον;
§74Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τί σχέσιν ἔχουν μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτά, κύριε συνάδελφε; Τί θρασύτης εἶναι αὐτή;
§75Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. ... Τὸ ὁποῖον σημαίνει, νὰ εἶναι Βασιλικὸς Ἐπίτροπος εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Καὶ ἐπίσης σημαίνει, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ κ. Καθηγητοῦ, ἔχει καταλάβει καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ἀμφότεροι, ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἀξιόλογοι καὶ ὡς ἄνθρωποι καὶ ὡς θεολόγοι. Ἀλλὰ εἶναι δυνατόν, ἐλέγχοντες καὶ ἐλεγχόμενοι, νὰ συμπίπτουν εἰς τὰ αὐτὰ πρόσωπα; Εἶναι ἐπιτρεπτόν, ἀνεξαρτήτως τῆς πολυθεσίας, νὰ ἐπιτρέπεται, πρόσωπα τῆς ἰδίας οἰκογενείας, νὰ καταλαμβάνουν σπουδαιοτάτας θέσεις τῶν κρατικῶν ὀργανισμῶν, πλησίον μάλιστα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὅταν ὑπάρχουν δεκάδες ἄλλοι ἐπιστήμονες θεολόγοι ἄξιοι, ὡς καὶ οἱ προηγούμενοι, καὶ οἱ ὁποῖοι φυτοζωοῦν εἰς μικρὰς θέσεις; (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἄλλο, δεύτερον, αἴτιον τῆς κακοδαιμονίας τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι τὰ ὑπέρογκα ἔσοδα καὶ περὶ αὐτῶν νομίζω, ὅτι δὲν δύναται ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον, τὰ ὑπέρογκα ἔσοδα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, αἱ μεγάλαι ἐπίσης ἀπολαυαί...
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπρεδῆμα, εἶσθε ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου καὶ δὲν θὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε. Ἐδῶ δὲν λέγονται, ὅ,τι θέλει ὁ κάθε ἕνας. Ἐδῶ λέγονται, ὅ,τι λέγει ὁ Κανονισμός. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἀρκετὰ ἔχουν συμβῆ ἐδῶ μέσα.
§77Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ὡμίλησα περὶ τῶν ἐσόδων. Δὲν ἐπιτρέπετε εἰς ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω...
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς κρατήσω ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁρίστε.
§79Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἐπιμένω, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα αἴτια τῆς κακοδαιμονίας, εἶναι ἡ ἀποκάλυψις τῶν μεγάλων, τῶν ὑπερόγκων εἰσοδημάτων τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, καθὼς καὶ τῶν μεγάλων ἀπολαυῶν 2, 3 ἢ 4 Μητροπόλεων. Ὑπολογίζεται, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἀνέρχονται... (Κωδωνοκρουσίαι, θόρυβος).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτὰ μὲ τὸ νομοσχέδιον. Διατὶ ἐπιμένετε νὰ ἀνέρχεσθε εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ μὴ ἀφήνετε τίποτε τὸ ἱερὸν ἐδῶ; Λοιπόν, κατεβῆτε δυνατὸν τὸ ταχύτερον. Εἰπῆτε, ὅ,τι ἔχετε νὰ εἴπητε.
§81Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλα ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἐκραγεῖσαν τελευταίως κρίσιν μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. (Κωδωνοκρουσίαι, θόρυβος).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπρεδῆμα, συντομεύσατε τὸν λόγον σας, ἀφήσατε τὰς συκοφαντίας.
§83Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Νὰ μὲ ἀφήσητε ἀνεμποδίστως νὰ ὁμιλήσω. Ὅλοι, καὶ ὁ κ. Ζορμπᾶς ὡμίλησε, καὶ ὁ κ. Βαρδινογιάννης καὶ ἄλλοι βουλευταὶ ὡμίλησαν καὶ μόνον εἰς ἐμὲ δὲν μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ ποίου θέματος θέλετε νὰ ὁμιλήσω;
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§85Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὁμιλῶ καὶ ὁμιλῶ ἐπὶ τῶν γενεσιουργῶν αἰτίων τῆς τελευταίας κρίσεως. Ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ ἔλθουν εἰς φῶς, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὰ τεράστια εἰσοδήματα τῶν ἱεραρχῶν μας, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διέρχεται ἡμέρας νηστείας καὶ πείνης. Καὶ προχωρῶ, διαμαρτυρόμενος διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ λόγου ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, προχωρῶ εἰς τὸν βασικώτερον, εἰς τὸν βαθύτερον λόγον, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν τελευταίαν κρίσιν. Γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀπὸ δεκαετιῶν, ὑπάρχει μία ὀργάνωσις ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Ἀδελφότης Ἱεραρχῶν «Ἡ Ζωή». Ἡ ὀργάνωσις αὐτὴ εἶναι τεραστία, διαθέτει τεράστια μέσα καὶ μὲ παραρτήματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ ἀόρατος Ὀργανισμὸς «Ἑλληνικὸν Φῶς». Ἡ Ὀργάνωσις αὐτή, διαθέτει ἐλαχίστους κληρικούς, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ μεγάλο πλῆθος τῶν λαϊκῶν θεολόγων, καὶ εἰς τὴν ὀργάνωσιν αὐτὴν εἶναι ἐγγεγραμμένοι καθηγηταὶ τῶν Πανεπιστημίων, ἀνώτατοι κρατικοὶ ὑπάλληλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ γενικοὶ διευθυνταὶ Ὑπουργείων, οἱ ὁποῖοι, εἰς περιόδους Ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων, μάλιστα, ὑποβάλλονται εἰς τὴν βάναυσον ἀπασχόλησιν νὰ ἀναλαμβάνουν Ὑπουργεῖον ἄνευ χαρτοφυλακίου, καθὼς καὶ ἀστυνομικοί, στρατιωτικοὶ καὶ μέγα πλῆθος λαϊκῶν πολιτῶν.
§86Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας). Κύριε Πρόεδρε, αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος, δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον.
§87Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Θὰ ἀκούσητε τὸν λόγον, κύριε ὑπουργέ, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν τελευταίαν κρίσιν καὶ προκαλεῖ καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν Βασ. Διαταγμάτων. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κρατῆτε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὸ σκότος, μακρὰν τῆς ἀληθείας. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ εἴπητε τοὺς λόγους, ἀλλὰ νὰ ἀφήσητε τὴν «Ζωήν». Τί δουλειὰ ἔχει ἡ «Ζωὴ» μὲ τὸ νομοσχέδιον; (Κωδωνοκρουσίαι).
§89Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει δουλειὰ καὶ πάρα ἔχει. (Κωδωνοκρουσίαι).
§90Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Διότι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὀργανώσεως αὐτῆς, εὑρίσκονται οἱ καθηγηταὶ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ὁ κ. Τρεμπέλας, ὁ κ. Μπρατσιώτης, ἕνας ἱεροκήρυξ τοῦ Ναοῦ τῆς Μητροπόλεως, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Ἀνακτόρων κ. Κοτσώνης. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάλιν τὰ ἴδια ἀρχίσατε, κύριε Μπρεδήμα; Σταματῆστε, τέλος πάντων.
§92Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Καὶ ὁμολογῶ καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Κοτσώνη... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ὁμολογῶ, ὅτι πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Κοτσώνη...
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σταματεῖστε, ἐκτὸς ἐὰν ἐπιδιώκητε νέον ἐπεισόδιον.
§94Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Εἶναι ἐντὸς τοῦ θέματος ὁ ρήτωρ. Διατὶ γίνεται αὐτὴ ἡ διακοπή;
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθεῖστε κάτω. Σᾶς ἔδωσε κανεὶς τὸν λόγον; Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Δὲν εἶσθε Πρόεδρος ἐδῶ. Ἀνακαλεῖσθε εἰς τὴν τάξιν. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε, ὅποτε θέλετε. Ὁ κ. Παπαδημητρίου, ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν. (Κωδωνοκρουσίαι).
§96Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Νὰ μὲ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν, ἀλλὰ νὰ ἀνακαλέσετε καὶ τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι διακόπτουν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφῆστε τὰ νταϊλίκια.
§98Α. ΖΑΚΚΑΣ. Τὰ ἰδικά σας νταϊλίκια νὰ ἀφήσητε.
§99Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§101Η. ΗΛΙΟΥ. Παρακαλῶ πάρα πολὺ τὸ Προεδρεῖον, πρῶτον, νὰ σεβασθῇ τὸν Κανονισμόν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ κατὰ ποῖον τρόπον ἕνας συνάδελφος, εἴτε ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος, εἴτε ἄλλος, ἀναπτύσσει τὰ θέματά του. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, εἶναι ὅτι συζητοῦμεν ἕνα νομοσχέδιον, ἀφορῶντος τὴν θεραπείαν μιᾶς κρίσεως, αἰφνιδίως ἐκραγείσης.
§102Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἔκφρασις τοῦ κυρίου συναδέλφου «στὸ διάβολο», δὲν τὸν τιμᾶ, καὶ παρακαλῶ, ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἀνακαλέσῃ.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαπαναγιώτου, προκειμένου νὰ ἀνακληθῆτε εἰς τὴν τάξιν, νὰ κάμετε δήλωσιν. Ἀφῆστε, ὅμως, νὰ τελειώσῃ ὁ κ. Ἠλιοῦ.
§104Η. ΗΛΙΟΥ. Πρῶτον, ἀνεξαρτήτως τοῦ πῶς θέτει τις τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὅσον ἐξετάζεται νομοσχέδιον, τεῖνον εἰς τὸ νὰ λύσῃ προβλήματα, ἀνακύψαντα ἐκ τῆς ὀξείας κρίσεως, τῆς πρὸ ἑβδομάδος ἐκραγείσης, ἡ ἔρευνα τῶν αἰτίων εἶναι ἔργον τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἐντὸς τοῦ θέματος, πρῶτον, καί, δεύτερον, διαμαρτύρομαι, κύριε Πρόεδρε, μὲ ὅσην δύναμιν ἔχω, ἐναντίον τῆς διατυπώσεώς σας πρὸς τὸν ρήτορα «ἐὰν θέλῃ καὶ ἄλλο ἐπεισόδιον». Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἀποτελῇ ὑπόδειξιν αὐτὸ καὶ παρότρυνσιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου. Ὄταν, ὅμως, τὴν διακοπὴν τοῦ συναδέλφου κ. Παπαδημητρίου τὴν χαρακτηρίζετε ὡς νταϊλίκι καὶ τὸν ἀνακαλῆτε εἰς τὴν τάξιν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐκάματε σεῖς, εἶναι ἑκατοντάκις βαρύτερον καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκφράζεσθε, ὑποδεικνύοντες τὴν δημιουργίαν ἐπεισοδίου, εἶναι νταϊλίκι εἰς τὸν κύβον, εἶναι νταϊλίκι εἰς τὴν ἑκατοστὴν δύναμιν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Μπρεδῆμα.
§106Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἀποκλειστικὸς σκοπός, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, τῆς λαϊκοθρησκευτικῆς αὐτῆς ὀργανώσεως, εἶναι ἡ κατάκτησις τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Εἰσέρχομαι κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ θέμα, εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ κανεὶς ἀντίρρησιν, ὅτι εὑρίσκομαι ἐκτὸς τοῦ θέματος. Δὲν ὑβρίζω κανένα, οὔτε ὕβρισα. Ἀντιθέτως, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ Πρωθιερεὺς τῶν Ἀνακτόρων εἶναι δυναμικώτατος, ἀναμφισβητήτου κύρους καὶ ἀνωτέρας ἐκκλησιαστικῆς μορφώσεως, γλωσσομαθέστατος καὶ μεταξὺ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κύκλων μάλιστα φέρεται καὶ ὁ συντάκτης —καὶ πρὸς τιμήν του τὸ ἀναφέρω— τῶν ἐκφωνουμένων ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως φιλοσοφικοῦ περιεχομένου λόγων. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτά; Θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν καὶ πάλιν; (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§108Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κατεβλήθησαν ἰδιαίτεραι προσπάθειαι, ὅπως ὁ ἐν λόγῳ ἐκπρόσωπος τῆς Λαϊκοθρησκευτικῆς Ὀργανώσεως «Ζωὴ» ἐκλεγῇ Μητροπολίτης. Τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀντέστησαν πεισμόνως εἰς τὰς πιέσεις, ἰδιαιτέρως δὲ ὁ Μητροπολίτης Μαντινείας. Ἄλλοι, οἱ ἀναλαβόντες τὴν ὑποστήριξιν τοῦ κ. Κοτσώνη, δὲν ἀπεγοητεύθησαν, καὶ ἐπανέλαβον τὰς προσπαθείας των κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, ὅπως γίνῃ γνωμοδότησις τῶν Μητροπολιτῶν περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐκλογέων. Εἰς τὸν κατάλογον αὐτὸν συμπεριελήφθη καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Κοτσώνη, συγκεντρώσαντος, ἐπὶ συνόλῳ 64, τὰς ψήφους 23 Μητροπολιτῶν. Ὄταν συνῆλθεν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, γνωρίζων ὅτι ὁ Πρωθιερεὺς τῶν Ἀνακτόρων δὲν θὰ ἐξελέγετο, εἶχεν ἀποφασίσει τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, διὰ νὰ μὴ ληφθῇ ἀπόφασις δι’ ἄλλα πρόσωπα.
§109Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας). Σᾶς τὰ ἀνεκοίνωσαν αὐτά, κύριε συνάδελφε;
§110Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Τὰ γνωρίζω ἐκ πρώτης πηγῆς. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἔκλεισε τὸ ναΐδριον τῆς Μητροπόλεως, διὰ νὰ μὴ προσλάβουν ἐγκυρότητα τὰ μηνύματα τῶν ἑπτὰ Μητροπολιτῶν καὶ ἔκλεισε τὰ γραφεῖα τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, διὰ νὰ μὴ συνεδριάζουν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἐδιαβάσαμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, κύριε Μπρεδήμα.
§112Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Οὕτως ἔχει τὸ θέμα τοῦ Πρωθιερέως τῶν Ἀνακτόρων, ὁ ὁποῖος ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐπίεζε τοὺς πάντας, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ μίαν Ἐπισκοπήν. Καὶ τώρα θὰ ἀναφερθῶ εἰς ἕνα ἄλλο θέμα, συνδεόμενον ἀμεσώτατα μὲ τὸν Πρωθιερέα τῶν Ἀνακτόρων. Τὸ 1949, εἰς τὸ Ἄμστερνταμ, συνῆλθε τὸ Παγκόσμιον Συνέδριον Ἐκκλησιῶν καὶ ἡ Ἐκκλησία μας ἀντεπροσωπεύθη δι’ ἐπιτροπῆς κληρικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχε καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Σάμου, Σεβασμιώτατος κ. Εἰρηναῖος. Μετὰ τριετίαν συνῆλθε καὶ πάλιν τὸ Παγκόσμιον Συνέδριον τῶν Ἐκκλησιῶν εἰς Ἡνωμένας Πολιτείας καὶ ἡ Ἐκκλησία μας ἀντεπροσωπεύθη εἰς αὐτὸ δι’ ἐπιτροπῆς κληρικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετεῖχε καὶ ὁ Πρωθιερεὺς τῶν Ἀνακτόρων. Τὸ Παγκόσμιον Συνέδριον τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπεφάσισε νὰ συνέλθῃ τὸν προσεχῆ Αὔγουστον εἰς τὴν Ρόδον, τῆς ὁποίας ἡ Μητρόπολις ἀναφέρεται εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως. Ἐτέθη θέμα συμμετοχῆς καὶ τῆς Ἐκκλησίας μας εἰς τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο. Ὁ Σεβασμιώτατος Σάμου Εἰρηναῖος, ὅστις εἶχεν ἀντιπροσωπεύσει τὴν Ἐκκλησίαν μας εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Ἄμστερνταμ, ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς τοῦτο μετεῖχον διαμαρτυρόμενοι καὶ αἱρετικοὶ καὶ εἰσηγήθη τὴν μὴ συμμετοχὴν τῆς Ἐκκλησίας μας εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Ρόδου. Ἡ Ἱεραρχία, συνελθοῦσα τότε, ὁμοφώνως ἀπέκλεισε τὴν συμμετοχήν μας εἰς τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο. Πληροφορηθεὶς τοῦτο ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἀβέρωφ, διεμήνυσε, διὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου του, πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, ὅτι εὐνοεῖ τὸ Συνέδριον καὶ ὅτι διὰ λόγους ἐξωτερικῆς πολιτικῆς θὰ πρέπει καὶ ἡ Ἐκκλησία μας νὰ ἀντιπροσωπευθῇ εἰς τὸ συνερχόμενον εἰς Ρόδον Συνέδριον. Τὸ θέμα τοῦτο ἤχθη ἐνώπιον τῆς Ἱεραρχίας ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ ἡ Ἱεραρχία ὁμοφώνως ἐπέμεινεν ἐπὶ τῆς ἀπορρίψεως τῆς προτάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν...
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπρεδήμα, σᾶς παρακαλῶ, προχωρήσατε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§114Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Βάσει τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σάμου Εἰρηναίου, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἠρνήθη νὰ ἀντιπροσωπευθῇ εἰς τὸ ἐν λόγῳ Συνέδριον, διότι ἔχει σχηματισθῆ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ πεποίθησις, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νὰ παρακαθήσῃ εἰς Συνέδριον, ὅπου βρίθουν αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὸν τριαδικὸν Θεόν, δηλαδὴ τὸ σύμβολον πίστεως τῆς ὀρθοδοξίας μας. Σκοπὸς δὲ τῶν αἱρετικῶν αὐτῶν εἶναι, νὰ ἀναπτύσσουν τὰς δρώσας προπαγάνδας ἐν Ἑλλάδι, τῶν πάσης φύσεως διαμαρτυρομένων, πρὸς διάβρωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θεωρεῖται καὶ εἶναι ὁ τηλαυγὴς φάρος ὅλου τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Ὅμως τοῦτο ἔχει τὴν σημασίαν του, κύριοι βουλευταί. Τὰ γνωρίζω τὰ θέματα αὐτά, διότι τὰ παρηκολούθησα ἀπὸ μίαν ἀρίστην πηγήν. Ἐπενέβη καὶ πάλιν ὁ Πρωθιερεὺς τῶν Ἀνακτόρων καὶ ἠξίωσεν ἐπιμόνως, ὅπως ἀντιπροσωπευθῇ ἡ Ἐκκλησία μας εἰς τὸ Συνέδριον τοῦτο, παρὰ τὴν ἀντίθετον γνώμην ὁμοφώνως τῆς Ἱεραρχίας. Τελικῶς ἡ Ἱεραρχία, διὰ νὰ δώσῃ μίαν διέξοδον, συνεφώνησεν, ὅπως μὴ ἀντιπροσωπευθῇ μὲν διὰ κληρικῶν, ἀλλὰ ἀποσταλῇ μία ἐπιτροπὴ ἐκ λαϊκῶν θεολόγων, ὑπὸ τὸν ὅρον πάντοτε, ὅτι θὰ ἀκολουθήσουν πιστῶς τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας θὰ λάβουν ἐκ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στάσιν της, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου τούτου. Κύριοι βουλευταί, ἀνέφερα τὰ δύο–τρία ταῦτα περιστατικά, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ποῖα εἶναι τὰ βαθύτερα αἴτια τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία κατατρύχει τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλά, δυστυχῶς, ὁ κ. Πρόεδρος, νομίζων ὅτι ἐφαρμόζει τὸν Κανονισμόν, δὲν μὲ ἄφησεν ἀνεμπόδιστον νὰ ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις μου πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ μέσου τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πέτρα τοῦ σκανδάλου, κύριοι βουλευταί, πρωταγωνιστὴς τοῦ προκληθέντος σάλου, εἶναι ἀκριβῶς ὁ Πρωθιερεὺς τῶν Ἀνακτόρων. Ἔχει ἀσίγαστον φιλοδοξίαν νὰ κατακτήσῃ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου, προκαλοῦνται ὅλα τὰ ζητήματα μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Τελειώνων, κύριοι βουλευταί, λέγω, ὅτι εἶναι ἀόρατον τὸ περιεχόμενον τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ἀλλὰ σᾶς προειδοποιῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα — καὶ ἐνθυμηθῆτε με— θὰ ἔχουν τὴν φωτογραφίαν τοῦ Πρωθιερέως τῶν Ἀνακτόρων.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τούμπας, ἔχει τὸν λόγον.
§116Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ σᾶς εἶμαι τόσον εὐχάριστος, ὅσον ὁ προλαλήσας συνάδελφος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐλπίζω, ὅτι θὰ σᾶς ἀποζημιώσω μὲ τὴν βραχύτητα τῆς ὁμιλίας μου. Εἶναι γεγονός, ὅτι μία βαθυτάτη κρίσις ἔχει ἐκσπάσει εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὅλη ἡ κοινὴ γνώμη, ἀνεξαρτήτως ἰδεολογιῶν καὶ τοποθετήσεων, μετὰ ὀδύνης παρηκολούθησε τὴν κρίσιν αὐτὴν καὶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι συμφωνῶ κατ’ ἀρχὴν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπενέβη καὶ δὲν ἄφησε τὴν κρίσιν αὐτὴν νὰ λάβῃ διαστάσεις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νομίζω, ὅτι εἶναι σύμφωνος ἡ Ἑλληνικὴ κοινὴ γνώμη, πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖα εἶναι τὰ αἴτια τῆς κρίσεως; Φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι πολὺ βαθύτερα, ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος. Καὶ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν ἑδράζονται κυρίως ἐπὶ προσωπικῶν κριτηρίων. Μὲ τὸ βαθύτατον αἴσθημα τοῦ θρησκευομένου πολίτου, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τὰ αἴτια κατ’ ἐμὲ τῆς κρίσεως αὐτῆς, ἀνάγονται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας ἡ Ἐκκλησία δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος της. Δὲν ἔχει συλλάβει, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, τὴν ἀποστολήν της. Καὶ μὲ δύο λέξεις θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πιστεύω, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀπεδείχθη κατωτέρα τῶν περιστάσεων. Καὶ θὰ φέρω ἕνα παράδειγμα. Εἴχομεν πολέμους, ἐξωτερικοὺς καὶ ἐσωτερικούς, ἔχομεν ἐντὸς τοῦ τόπου μας μίαν πάλην κοσμοθεωριῶν. Ποῦ ἐφάνη ἡ Ἐκκλησία, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν; Πότε ἐχάραξε γραμμὴν καὶ πότε ἐτέθη εἰς τὸ προσκήνιον νὰ δώσῃ τὴν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ δώσῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας; Πότε ἠκούσατε, εἴτε ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, εἴτε ἀπὸ τοὺς Ἱεροκήρυκας, εἴτε ἀπὸ τοὺς παπάδες τῶν χωριῶν, νὰ σηκωθοῦν καὶ νὰ λάβουν θέσιν καὶ νὰ χαράξουν γραμμήν; Ἡ ἔλλειψις αὐτή, ἀποτελεῖ μίαν κατάπτωσιν σημερινὴν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ κατάπτωσις αὐτή, ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι τὸ ἐπίπεδον τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς μορφώσεως εἶναι χαμηλόν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν Ἱεραρχῶν, ἀλλὰ ὁμιλῶ περὶ τοῦ κλήρου ἐν τῷ συνόλῳ του. Δεύτερον, εἰς τὸ ὅτι οἱ ἱεράρχαι εἶναι πολὺ περισσότεροι ἀπὸ ὅ,τι πρέπει. Εἶναι πολὺ δύσκολον εἰς μίαν κοινωνίαν, ὅπως εἶναι ὁ κλῆρος, νὰ διακρίνετε 78 διακεκριμένους ἀνθρώπους, διὰ νὰ τοὺς κάμετε ἱεράρχας. Εἶναι μοιραῖον, ὅτι, ὅταν αὐξάνετε τὸν ἀριθμόν, ἐλαττώνεται ἡ ποιότης. Ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Μητροπόλεων, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀναβίωσιν εἰς τοὺς θρόνους τῶν ἱεραρχῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἦσαν ἀπολύτως κατάλληλα διὰ τὴν θέσιν αὐτήν. Πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα τοὺς λείπει ἡ πνοή, οὔτε κἂν ἀπηυθύνθησαν εἰς τὰ νάματα τῆς ἱστορίας τοῦ Ἔθνους νὰ συλλογισθοῦν, ὅτι πάντοτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὑπὸ οἱανδήποτε μορφήν, εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ Βυζαντίου, εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ, εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἐλευθέρας καὶ ὑποδούλου Ἑλλάδος, πάντοτε τὸ προβάδισμα τὸ εἶχεν ἡ Ἐκκλησία καὶ τὴν πνοήν, αἰῶνες ὁλόκληροι παραδόσεως μᾶς ἔδωσαν εἰς τὸν τόπον μας, εἴδαμεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη νὰ ἐξαφανίζεται. Μὴ φαντασθῆτε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ θίξω καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μὲ αἴσθημα βαθύτατον θρησκευομένου ἀνδρός, σκέπτομαι καὶ ὁμιλῶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πολλάκις μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ διαπιστώσω τὴν ἔλλειψιν αὐτῆς τῆς κατευθύνσεως, τῆς θρησκευτικῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ τόπος εἰς τοὺς τελευταίους δυσκόλους καιρούς, ποὺ ἐπέρασεν.
§117Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νομίζω, ὅτι ἐκάματε ἕνα μικρὸν λάθος, διαπιστώσας τὴν ἔλλειψιν τῆς συμμετοχῆς τοῦ Κλήρου καὶ τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους διεξήγαγεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη.
§118Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον τὴν ἔλλειψιν τῆς πνοῆς.
§119Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔδειξεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατεύθυνσιν, πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ κινδύνου, τοῦ προερχομένου ἀπὸ τὴν κοσμοθεωρίαν, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς διαπιστώσεως συμμετοχῆς τοῦ κλήρου εἰς τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους διεξήγαμεν ἡ Ἑλλάς.
§120Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Δὲν ἐννοῶ πολεμικὴν συμμετοχὴν τοῦ κλήρου. Ἐννοῶ πνευματικὴν συμμετοχὴν τοῦ κλήρου καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εὑρίσκω, ὅτι ὁ Κλῆρος ἀπουσίασε καὶ δὲν ἦτο συνεπὴς πρὸς τὴν ἀποστολήν του, ὅπως τὴν παρέλαβεν ἀπὸ αἰῶνας.
§121Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ἄπειρα θύματα εἶχεν ὁ κλῆρος καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι παρόντες τόσοι συνάδελφοι, τῶν ὁποίων συγγενεῖς ἦσαν κληρικοί, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον ἀγρίας μεταχειρίσεως.
§122Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε συνάδελφε, παρεξηγήσατε τελείως τὸ νόημά μου καὶ ἐξηγοῦμαι: Δὲν ἠμφισβήτησα, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ θυσίαι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ συμμοριτοπολέμου ἤμουν ἀρχηγὸς μεγάλης μονάδος. Οὐδέποτε εὗρον ἱερωμένον νὰ ἔλθῃ νὰ δώσῃ τὴν πνοήν, τὴν διδασκαλίαν καὶ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ δείξῃ, εἰς τοὺς ἄνδρας μου. Εἶναι πρὸς τιμήν τους ἂν ὑπῆρξαν θύματα, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀφορᾷ προσωπικὴν ὑπόθεσιν τῶν θυμάτων. Ἡ γραμμὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μεγάλη ἔννοια ἔλλειψεν ἀπὸ τὸν ἀγῶνα. Κύριοι, ἂν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὸ ὕψος της, πρέπει νὰ συλλάβωμεν καὶ νὰ ἀντιλαμβανώμεθα τὴν πραγματικότητα. Τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐθυσιάσθη μέγας ἀριθμὸς ἱερέων κατὰ τὸν χειρότερον τρόπον, δὲν διορθώνει τὸ πρᾶγμα. Εἶναι ἡ πνοὴ ποὺ ἔλλειψε.
§123Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Νομίζω, ὅτι ἡ μεγαλυτέρα πνοή, εἰς ἕνα ἀγῶνα, δίδεται μὲ τὸ παράδειγμα τῆς θυσίας καὶ τῆς αὐτοθυσίας εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ. Καὶ ὅταν ὁμιλοῦμεν, ὅτι πλεῖστα ὑπῆρξαν τὰ θύματα, ὅτι πλεῖστοι ἱερωμένοι ἀπὸ ἀρχιερεῖς μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου διάκου ἔπεσαν εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ ἀγῶνος εἰς πάντα ἀγῶνα ἐθνικὸν καὶ εἰς τὴν τελευταίαν περίπτωσιν τοῦ Ἔθνους, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι σωστὸν νὰ θίγεται ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἡ ὁποία ἔχει ἄπειρα παραδείγματα αὐτοθυσίας νὰ παρατάξῃ.
§124Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ εἰς τὴν μάχην τῆς Κρήτης καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ ἀγῶνος ἀντιστάσεως, τὸν ὁποῖον διεξήγαγεν ἡ Κρήτη, ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Βασιλείου Μαρκάκη, εἴτε μητροπολίτης ἦτο, μέχρι τοῦ τελευταίου ἱερέως ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης προσέφερεν ὑψίστας ὑπηρεσίας.
§125Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω τοῦτο: Ὅτι καὶ οἱ Ἱεράρχαι Ἕλληνες εἶναι, καὶ ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ λαμβάνουν μέρος εἰς τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας καὶ συνεπεία τῶν ἀγώνων τοῦ Ἔθνους νὰ ὑφίστανται ὅλας τὰς συνεπείας. Δὲν νομίζω, ὅτι, διότι ὁ Αʹ ἢ ὁ Βʹ ἢ ὡρισμένος ἀριθμὸς θυμάτων προέρχεται ἐκ τῶν ἱεραρχῶν, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ δικαιολογίαν δι’ ἰδιαιτέραν ἔξαρσιν, ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἀγῶνας τῶν ἄλλων θυμάτων τῶν Ἑλλήνων. Ἐσταυρώθησαν οἱ ἱερεῖς, ἐσταυρώθησαν καὶ οἱ πολῖται. Ἕλληνες ὅλοι, καθῆκον πρὸς τὴν Πατρίδα ἐκτελοῦν, οὐδεὶς λόγος ἰδιαιτέρας ἐξάρσεως. Ὅλοι διὰ τὴν Πατρίδα εἴμεθα ἴσοι. Ἴσα δικαιώματα, ἴσαι ὑποχρεώσεις καὶ ἴσαι θυσίαι.
§126Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀκριβῶς τὸ πνεῦμα μου. Ἐκτιμῶ καὶ σέβομαι τὰς θυσίας τῶν ἀτόμων, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν καὶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Ρεθύμνου, ὅτι δὲν παρορῶ τὰς προσωπικὰς θυσίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διαπιστῶ εἶναι ἡ ἔλλειψις πνοῆς ἐκ τῶν ἄνω. Καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου. Καὶ κατόπιν, μήπως βλέπω τὴν θέσιν καὶ τὴν βοήθειαν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ δίδῃ ἡ Ἐκκλησία; Προχθὲς ἀκόμη, ἐδιάβασα μίαν ἐγκύκλιον τοῦ Πάπα ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου θέματος τοῦ κομμουνισμοῦ. Καὶ ὁ Πάπας ἔκαμε τὴν ἐγκύκλιόν του, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται εἰς λαούς, ἰδίως πρὸς τοὺς Ἰταλούς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἤδη τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς κατὰ τὸν συμμοριτοπόλεμον. Ἡ ἰδική μας ἡ ἐγκύκλιος ποῦ εἶναι;
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Ὁ Χριστιανισμὸς προέβλεπε τὴν δημιουργίαν κομμουνισμοῦ κατὰ τὸ 1945 ἢ 1917 καὶ θὰ ἔπρεπε ναὶ ἢ ὄχι νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ σφάζουν τοὺς κομμουνιστάς; Ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ὁ Κλῆρος θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἀπὸ τότε κατατοπισθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ναί ἢ ὄχι;
§128Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ὡς ἐποχὴ τοῦ Χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ἐφ’ ὅσον χαρακτηρίζεται οὕτως, ἂν μὴ τί ἄλλο, θὰ ἔπρεπε οἱ προϊστάμενοι τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν νὰ σκέπτωνται πῶς νὰ φροντίσουν νὰ τὸν περισώσουν τὸν πολιτισμὸν αὐτόν. Ἄρα, διὰ λόγους ἀμύνης τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ λάβουν θέσιν ἐπὶ τοῦ θέματος.
§129Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν ἤθελα νὰ κάμω. Δὲν θεωρεῖτε, κ. Ναύαρχε, ὅτι εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνον νὰ ἀναμιγνύεται ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν πολιτικήν;
§130Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Δὲν εἶναι πολιτική. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ χειρισθῶ ἐγὼ τὸ θέμα.
§131Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Νὰ συμπληρώσω, κ. συνάδελφε. Ἐὰν σήμερον ὁ Πάπας ἔκαμε τὴν ἐγκύκλιον τὴν ἔκαμε διότι εἰς ὅλον τὸν καθολικὸν κόσμον ὑπάρχουν τὰ καθολικὰ κόμματα, δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία ἔχει τοποθετηθῇ πολιτικῶς. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ πιστεύω νομίζω, λόγῳ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι θὰ ἦτο ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνον νὰ ἐγένετο ἓν κόμμα ὀρθόδοξον πολιτικόν, ὅπως εἶναι τὰ καθολικὰ κόμματα καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἱστορίαν τῶν καθολικῶν κομμάτων ἴσως δὲν ἔχουν προσφέρει πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τοὺς τόπους των.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τούμπα, σᾶς παρακαλῶ, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§133Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Σεῖς, κ. Μερκούρη, εἴπατε, ὅτι θὰ εἶναι λυπηρὸν νὰ ὑπάρχῃ ἕνα ὀρθόδοξον κόμμα ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν καθολικῶν κομμάτων. Ἡ διαπίστωσις αὐτὴ ἀποδεικνύει, δὲν ὑπάρχει πολιτικὸς χαρακτὴρ εἰς τὴν ἀνάμιξιν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰ γενικὰ θέματα. Ὡμιλήσατε περὶ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἀκριβῶς εἶναι ἐνταγμένη εἰς τὴν προστασίαν τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους.
§134Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Βεβαίως, κ. συνάδελφε, ἀλλὰ διὰ τῆς κατηχήσεως καὶ διὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι διὰ πολιτικῶν ὀργανισμῶν. Ὅταν παίρνῃ τοποθέτησιν ἐναντίον μιᾶς θεωρίας πολιτικῆς, τότε ὑποβιβάζεται ἡ Ἐκκλησία καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα.
§135Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, κ. συνάδελφε, ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας, τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς νὰ βάλῃ τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν θέσιν των ὁσάκις ταράσσωνται. Ἑπομένως, μὲ τὴν σκέψιν αὐτήν, βάσει τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, εἶμαι σύμφωνος εἰς τὴν γενομένην ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν κρίσιν τὴν δημιουργηθεῖσαν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἱεραρχίας. Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ διόρθωσις τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται, δίδει τὴν ἐντύπωσιν ἑνὸς συμβιβασμοῦ θίγοντος μόνον τὴν ἐπιφάνειαν, χωρὶς νὰ φροντίζῃ νὰ ἀνεύρῃ τὴν ρίζαν τοῦ κακοῦ. Δύο εἶναι τὰ κύρια θέματα τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὸ περίφημον μεταθετὸν τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τὸ δεύτερον τὴν ρύθμισιν ὡρισμένων θεμάτων διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Ἐλέχθη, ὅτι τὸ μεταθετὸν εἶναι τελείως ἀντικανονικόν. Οἱ ἱεροὶ κανόνες δέχονται τὸ μεταθετὸν εἰς μίαν περίπτωσιν —καὶ ὑπάρχουν θεολόγοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ μὲ διορθώσουν ἐὰν σφάλλω. Τὸ μεταθετὸν οἱ ἱεροὶ κανόνες τὸ δέχονται εἰς τὴν περίπτωσιν ἑνὸς ἱεράρχου ἀρίστου καὶ ἱκανοῦ, ὁπότε θεωρεῖται, ὅτι εἶναι συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας νὰ μετατεθῇ εἰς μείζονα περιφέρειαν. Μὲ τὴν βάσιν αὐτήν, ἑπομένως, τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν ἀποτελεῖ παράβασιν αὐτῶν ἡ δημιουργία τῶν δύο θέσεων, αἱ ὁποῖαι πληροῦνται διὰ μεταθέσεως. Εἰς τὸ πρῶτον, ἑπομένως σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου εἶμαι σύμφωνος. Εἰς τὸ δεύτερον σημεῖον, ὅσον ἀφορᾷ δηλαδὴ τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα θὰ διαφωνήσω. Βεβαίως τὰ Διατάγματα αὐτὰ θὰ ἐκδοθοῦν μετὰ σύμφωνον γνώμην ἢ μετὰ γνώμην, ὅπως ἐπρότεινεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας σήμερον, τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλ’ ἀπὸ ποίους θὰ ἐκδοθοῦν. Σέβομαι βαθύτατα τὴν ἐπιστημονικὴν κατάρτισιν καὶ τὸ κῦρος καὶ τὸ ἦθος καὶ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καὶ τῶν ἁρμοδίων θεολόγων καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ἐπὶ θέματος τόσον σοβαροῦ ὅσον εἶναι ἡ ἀναζήτησις καὶ διόρθωσις τῶν αἰτίων τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν κρίσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ εἶναι ἔργον 2–3 ἀνθρώπων. Τὸ ἔργον αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι ἀδιάβλητον. Ἤδη ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ἐθεώρησεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὰ Διατάγματα αὐτὰ θὰ εἶναι διαβλητά, διότι θεωρεῖ, ὅτι λόγῳ συγγενικῶν δεσμῶν, οἱ κύριοι οἱ ὁποῖοι θὰ τὰ ἐκποιήσουν θὰ ἐπηρεασθοῦν ἀπὸ τὴν ἄποψιν τοῦ συγγενοῦς των. Φυσικά, ἀρνοῦμαι ἀπολύτως τὴν ἄποψιν αὐτήν, διότι ἀρνοῦμαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν τόσον ὑψηλὰ νὰ κατέλθουν τόσον χαμηλά. Ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς ἔδωσε δείγματα, ὅτι καὶ γνωρίζει καὶ θέλει νὰ συλλαμβάνῃ τὰ μεγάλα θέματα καὶ νὰ χωρῇ πρὸς τὴν λύσιν των —καὶ ἐννοῶ τὸ ἐκπαιδευτικὸν θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινε τὴν γνωστὴν λύσιν καὶ ὑπέδειξε μία μεγάλη ἐπιτροπή. Διὰ ποῖον λόγον, ἐφόσον ἐπῆλθε μία συνεννόησις μεταξὺ τῶν διϊσταμένων μερίδων τῆς Ἱεραρχίας καὶ ἑπομένως εἶχε τὸν χρόνον εἰς τὰς χεῖρας του, διὰ ποῖον λόγον τὰ διατάγματα αὐτὰ νὰ μὴ ἐπιδιώξῃ νὰ ἐκδοθοῦν μετὰ προηγουμένην μελέτην ἀπὸ μίαν ἐπιτροπὴν εὐρυτάτην, ἡ ὁποία νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὰ θέματα αὐτά, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ὡς κύριον ἔργον τὴν εὐρεῖαν ἀναθεώρησιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας.
§136Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ προτείνετε; πολὺ ὀρθῶς.
§137Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὴν ἐκ βάθρων ἀναδιάρθρωσιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας. Χάρις εἰς τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως —ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν τοῦτο— ἐρρυθμίσθη ἡ διχοστασία μεταξὺ τῶν Ἱεραρχῶν. Θὰ ἔχῃ συνεπῶς τὸν χρόνον νὰ ἐξετάσῃ τὰ θέματα αὐτά, νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῶν βαθυτέρων αἰτίων καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕνα ὡλοκληρωμένον σχέδιον. Ὁ κ. Νόβας, μᾶς ἐξήγησε τὴν ἐξέλιξιν τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Κράτους ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ἐντεῦθεν καὶ δὲν θὰ ἔλθω εἰς τὸ θέμα αὐτό, συμφωνῶν καὶ ἐγώ, ὅτι ὁ τελειότερος νόμος, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1923. Ἔκτοτε ὅμως τὰ πράγματα ἤλλαξαν. Καὶ πρέπει εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα νὰ θέσωμεν μίαν ἰσχυρὰν καὶ ὀρθὴν βάσιν, τώρα ποὺ παρουσιάσθη ἡ εὐκαιρία. Τώρα εἶναι καιρὸς νὰ διαρθρώσωμεν τὰ τῆς Ἐκκλησίας νὰ τακτοποιήσωμεν τὸ σημαντικόν, τὸ σοβαρὸν τοῦτο θέμα. Καὶ μόνον μὲ μίαν εὐρυτάτην Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ κῦρος πλῆρες θὰ ἠμπορέσετε, κ. ὑπουργέ, νὰ ἀντιμετωπίσετε τὸ θέμα.
§138Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ὑπάρχει μία παρεξήγησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουν παρασυρθῆ πολλοὶ ἀξιότιμοι ἀγορηταί. Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν παράγραφον 2 τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ὅλος ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας. Πόρρω ἀπέχει ἀπὸ αὐτό. Αὐτὰ τὰ διατάγματα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πρώτης παραγράφου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ θετικὴ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται τὸ ἀμετάθετον καὶ γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν Μητροπολιτῶν. Διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ὅμως αὐτῶν τῶν δύο κεφαλαιωδῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ψηφίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρξουν τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ καταστήσουν τὰς δύο αὐτὰς διατάξεις ἐνεργοὺς, δηλαδὴ ἐφαρμοστέας. Πέραν ὅμως αὐτῶν ποὺ ρυθμίζονται διὰ τῶν διαταγμάτων αὐτῶν ὑπάρχει σωρεία θεμάτων, ὅπως εἶναι ἡ ἐκκλησιαστικὴ δικαιοσύνη καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς θὰ ἀκολουθήσουν τὴν ὁδὸν ποὺ λέγετε. Δὲν γνωρίζω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ἐὰν θὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπή, ἀλλὰ θὰ μελετηθοῦν ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τῆς Ἱεραρχίας καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου καὶ μὲ ὅλας τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ προσφέρουν τὰ φῶτα των διὰ τὴν καλλιτέραν λειτουργίαν τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν περιλαμβάνουν τὰ Διατάγματα τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς δίδετε καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἔδωσαν. Περιλαμβάνουν περιοριστικὰς διατάξεις καὶ καθιστοῦν ἐφαρμοστέαν τὴν προηγουμένην παράγραφον. Τὰ διατάγματα π.χ. λέγουν διὰ τὰ προσόντα τῶν πρὸς χειροτονίαν κληρικῶν. Ἐδῶ, πρόκειται νὰ κάμωμεν ἐκλογήν. Δεύτερον, ὁ τρόπος τῆς πληρώσεως. Μέχρι σήμερον ἐγένετο διὰ τῆς μικρᾶς Συνόδου, ἐνῷ τώρα πηγαίνομεν εἰς τὴν μεγάλην Ἱεραρχίαν. Πρέπει νὰ ἴδωμεν, πῶς θὰ γίνεται ἡ πλήρωσις. Αὐτὸ τὸ ἔχει προτείνει ἡ Ἱεραρχία καὶ νομίζω, ὅτι ἐκεῖ θὰ πᾶμε. Τρίτον, τὰ τῆς συνθέσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τῆς Ἱεραρχίας. Δηλαδή, πῶς συγκαλεῖται ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας, ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ ἡμερησία διάταξις διὰ τὰς ἐργασίας κλπ. Ἑπομένως, δὲν ἀποτελοῦν τοὺς θεμελιώδεις καὶ μεγάλους κανόνας, οἱ ὁποῖοι θὰ λυθοῦν διὰ νομοθετήματος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἀφοῦ ἐν πάσῃ ἀνέσει μελετηθοῦν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, τὴν Ἱεραρχίαν καὶ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐκείνων ποὺ θέλουν νὰ προσφέρουν εἰς τὸ μέγα αὐτὸ θέμα τὰ φῶτα των καὶ τὴν συνεργασίαν των.
§139Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Χαίρω πολύ, κ. ὑπουργέ, ἀκούων, ὅτι υἱοθετεῖτε τὴν πρότασίν μου. Ἀπορῶ, ὅμως, διατί δὲν ἀκολουθεῖτε τὴν αὐτὴν ὁδὸν προκειμένου νὰ ρυθμίσετε καὶ αὐτὰ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ρυθμίσετε διὰ τῶν διαταγμάτων τῶν ἐκδοθησομένων βάσει τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Θὰ ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ συγκροτηθῇ ἐπιτροπή...
§140Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Αὐτὸ θὰ γίνῃ εἰς τὴν οὐσίαν, κ. συνάδελφε. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τὸ εἴπωμεν εἰς τὸν νόμον.
§141Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Θὰ ἦτο μάλιστα σκόπιμον, ἡ ρύθμισις τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων νὰ γίνῃ ἑνιαία διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ δυσχερειῶν. Παραδείγματος χάριν, ἔχει γίνει κοινὴ συνείδησις, ὅτι θὰ πρέπει ὁ ἀριθμὸς τῶν Μητροπόλεων νὰ περιορισθῇ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅμως εἶπεν, ὅτι θὰ πληρωθοῦν αἱ χηρεύουσαι ἕδραι. Θὰ ἦτο λοιπόν, σκόπιμον, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ περιορισθῇ προηγουμένως ὁ ἀριθμὸς τῶν Μητροπόλεων καὶ κατόπιν νὰ γίνῃ ἐκλογὴ Μητροπολιτῶν, ἐὰν καὶ μετὰ τὸν περιορισμὸν τῶν Μητροπόλεων ὑπάρξουν κεναὶ ἕδραι. Διότι, κ. ὑπουργέ, εἶναι εὐκολώτερον νὰ καταργήσωμεν μίαν Μητρόπολιν ὅταν δὲν ἔχῃ Μητροπολίτην, παρὰ ὅταν ἔχῃ.
§142Π. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΡΗΣ. Φοβοῦμαι τὴν πρότασίν σας, κ. συνάδελφε, μήπως δώσῃ λαβὴν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς Μητροπόλεως Λήμνου. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ Μητρόπολις Λήμνου εἶναι ἀπαραίτητος.
§143Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Μὴ φοβῆσθε, κ. συνάδελφε. Δὲν θίγω οὔτε πρόσωπα, οὔτε ἐπαρχίας. Καὶ τώρα, κ. βουλευταί, θὰ ἔλθω εἰς μίαν λεπτομέρειαν τοῦ ὅλου συζητουμένου θέματος καὶ θὰ ἐπιμείνω ἐπ’ αὐτῆς, διότι τὴν θεωρῶ ὡς ἔχουσαν ἰδιαιτέραν σημασίαν καὶ ἴσως, ὡς μίαν τῶν αἰτιῶν ποὺ προεκάλεσαν τὴν τελευταίαν διχοστασίαν εἰς τὴν διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον. Ἴσως, πολλοὶ νὰ μὴ γνωρίζετε καὶ ἐγὼ τελευταίως τὸ ἐπληροφορήθην, ὅτι μετὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, ὡρισμένοι κρατικοὶ λειτουργοί, ὅπως οἱ διδάσκαλοι καὶ οἱ δικασταί, ἦσαν ἄμισθοι καὶ συνετηροῦντο μόνον μὲ τὰ τυχερά. Τοιουτοτρόπως ἐδημιουργήθη ἡ συνήθεια τῶν τυχερῶν. Προϊόντος τοῦ χρόνου ἐρρυθμίσθη τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας τῶν διδασκάλων καὶ τῶν δικαστῶν καὶ ἀπέμεινε ἡ συνήθεια τῆς συντηρήσεως διὰ τῶν τυχηρῶν εἰς τὸν κλῆρον. Ἤδη, ἡ Πολιτεία, ἤρχισε ἐπ’ ἐσχάτων νὰ ἀντιμετωπίζῃ καὶ τὸ θέμα τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι ἐφ’ ὅσον οἱ κληρικοὶ θὰ λαμβάνουν μισθὸν δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχουν τυχερά. Ἦλθε, ἴσως τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ποὺ θὰ πρέπει τὰ τυχερὰ νὰ κοποῦν καὶ ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν ἱερωμένων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ δίδεται διὰ τέλεσιν π. χ. ἑνὸς μυστηρίου, θὰ πρέπει νὰ περιέρχεται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ νὰ χρησιμοποιῆται διὰ τὴν ἐπίτευξιν σκοπῶν αὐτῆς καὶ κατὰ πρῶτον λόγον διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἐφημερίων. Οὕτω, καὶ μείωσις τῶν τιμῶν τοῦ μυστηρίου θὰ ἐπέλθῃ πρὸς ὄφελος τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀξιοποίησις τῆς πηγῆς αὐτῆς πρὸς ὄφελος τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τῆς Ἐκκλησίας. Βεβαίως δὲ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἱεράρχου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινεν ὅπως τὰ τυχερὰ τῶν ἱεραρχῶν εἰσέρχωνται εἰς κοινὸν κορβανάν, καὶ νὰ διανέμωνται μεταξὺ ὅλων τῶν ἱεραρχῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, πρέπει νὰ μείνουν μόνον εἰς τὸν μισθόν των. Μὲ τὰς σκέψεις αὐτάς, κ. ὑπουργέ, καὶ μὲ βαθύτατον αἴσθημα θρησκευομένου ἀνδρὸς θὰ ψηφίσω τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον καὶ ἐπὶ πλέον περαίνων ὀφείλω νὰ σᾶς συγχαρῶ διότι ἐπετύχατε νὰ τερματίσετε τὴν τελευταίως ἀναφυεῖσαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν διχοστασίαν. (Χειροκροτήματα).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἡλιοῦ ἔχει τὸν λόγον
§145Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, μολονότι ὁ κ. ὑπουργός, ὁ εἰσηγητὴς καὶ ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον ἀνήκει εἰς τοὺς τεχνικούς, εἰς τοὺς θετικοὺς ἐπιστήμονας καὶ ὄχι εἰς τοὺς ποιητάς, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον μοῦ ἐνθυμίζει ἕνα ἀπὸ τὰ ἀριστουργήματα τῆς παγκοσμίου λογοτεχνίας «Μεταμόρφωσις τοῦ Ὀβιδίου». Ἐμφανίζεται ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος ὑπὸ τρεῖς μορφάς, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ριζικῶς διάφορος τῆς δευτέρας καὶ ἡ δευτέρα διάφορος τῆς τρίτης. Ὑπάρχει καὶ τετάρτη, ὑπὸ μορφὴν τροπολογιῶν, ἀλλὰ αὐταὶ ἀφοροῦν μόνον προσθήκας. Ἓν ἐκ τῶν δύο συμβαίνει, ἢ ἡ Κυβέρνησις στερεῖται οἱασδήποτε πολιτικῆς ἐπὶ τοῦ λεπτοτάτου θέματος τῶν σχέσεων Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας, ὁπότε δὲν εἶναι δυνατὸν βέβαια, νὰ τῆς ἀπευθύνω συγχαρητήρια, ἢ δεύτερον, οὐδέποτε ἔσχε σοβαρὰν πρόθεσιν νὰ νομοθετήσῃ, ἀλλὰ ἐχρησιμοποίησε τὴν εὐκαιρίαν τῆς νομοθετικῆς πρωτοβουλίας ὡς μέσον πιέσεως πρὸς ἐπίτευξιν αὐτῆς ἢ ἐκείνης τῆς συμβιβαστικῆς μεταξὺ τῶν Ἱεραρχῶν λύσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νομοθετεῖν ἐπὶ τόσον λεπτοτάτου θέματος εἶναι ἐργασία χρήζουσα σοβαρότητος καὶ σπουδαιότητος, δὲν νομίζω, ὅτι ὕστερα ἀπὸ τὰς ἐπανειλημμένας αὐτὰς μεταμορφώσεις εἶναι δυνατή. Εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἔκκλησις πρὸς ὅλας τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀπηυθύνθη κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποψινῆς συνεδριάσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ υἱοθετήσουν τὴν τρίτην μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἐμφανίζεται. Πράγματι, ποῖον εἶναι τὸ νόημα τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου; Ἐδόθη μία εὐκαιρία ἀπὸ μίαν διένεξιν τῶν Ἱεραρχῶν, τῶν Συνοδικῶν. Τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐὰν καραδοκοῦσε πότε θὰ ἐμφανισθῇ, ἔπρεπε νὰ τὴν ἁρπάξῃ καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ὑποδούλωσιν τῆς Ἐκκλησίας. Μαρτυρία τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου αὐτοῦ εἶναι τὸ ἀρχικὸν σχέδιον νόμου ποὺ ὑπῆρξε μία ἀληθὴς ἐπιβουλὴ ποὺ ἐπέφερεν ὡρισμένα ἀποτελέσματα. Τὴν συσπείρωσιν τῶν ἱεραρχῶν ἔναντι ὡρισμένων ἐκ τῶν ζητημάτων, διατηρηθείσης τῆς διαφωνίας ὡς πρὸς τὰ λοιπά. Προδιαγράφει μίαν ἔντασιν μεταξὺ τῶν συνοδικῶν καὶ τῆς Πολιτείας ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς βαθυτάτην ἀναταραχήν. Ἐξ αὐτοῦ προῆλθεν ἡ πρώτη ἀναδίπλωσις ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου καὶ ἡ δευτέρα ἀναδίπλωσις ὑπὸ τὴν σημερινὴν ἔκφρασιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὅπως, ὅμως, ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ μετὰ τὴν ἀποψινὴν τροποποίησίν του, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄσκοπον, ἐπικειμένης τῆς ψηφίσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκφράζῃ τὰς γνώμας τῆς Ἐκκλησίας. Διότι ἡ συζήτησις θὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου τῆς Ἱεραρχίας, ὑποβαλλομένου εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα διὰ τῆς τακτικῆς διαδικασίας ψηφισθῇ. Καὶ βέβαια, αὐτὸ θὰ ἀφαιροῦσεν ὅλα τὰ μειονεκτήματα ἐνδεχομένως ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπὸ ἄλλην τινὰ γωνίαν θὰ εἴπω ὀλίγα περὶ τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἱεραρχίας. Ἔπειτα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι παρουσιάζεται ἄσκοπον, διότι ἐπίκειται ἡ ψήφισις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, τὸ σχέδιον παρεδόθη ὡς ἐδημοσιεύθη ἤδη ἐκ μέρους τῆς Ἱεραρχίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ νομοσχέδιον ἀκόμη εἶναι ἄσκοπον, διότι περιέχει διατάξεις θετικῶς ἀντισυνταγματικὰς αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δημιουργήσουν ἓν κακὸν προηγούμενον. Τί χρειάζεται νὰ διέπῃ τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν; Πρῶτον, νομίζω, ὅτι χρειάζεται νὰ βασίζεται ἐπὶ τῆς διατηρήσεως μιᾶς βασικῆς δημοκρατικῆς ἀρχῆς ἀναγνωριζομένης εἰς δημοσίας ἐλευθερίας, ὅτι ἡ πίστις, τὸ δόγμα καὶ ἡ ἐκδήλωσις τῆς λατρείας ἀποτελοῦν ἀντικείμενον συνειδήσεως. Ὅτι εἶναι μία ἐξειδικευμένη μορφὴ τοῦ δικαίου τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Δὲν ἀνήκει κατ’ οὐδένα λόγον εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ εἰσδύῃ εἰς τὸ ἀπαραβίαστον ἄδυτον τῆς συνειδήσεως καὶ νὰ προσπαθῇ νὰ τὸ ἐπηρεάσῃ. Ὅλοι οἱ θεωρητικοί, ἀνεξαρτήτως ἰδεολογικῆς τοποθετήσεως, ἀναγνωρίζουν, ὅτι ἡ ἀρτιωτέρα μορφὴ διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν σχέσεων Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ πλήρης χωρισμὸς Ἐκκλησίας καὶ Κράτους. Τὸ σύστημα αὐτό, τοῦ χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Πολιτείαν, ἰσχύει καὶ εἰς τὸν Δυτικὸν καὶ εἰς τὸν Ἀνατολικὸν κόσμον, εἰδικῶς εἰς τὸν Ἀνατολικὸν κόσμον. Εἰς δὲ τὸν Δυτικὸν κόσμον ἰσχύει εἰς τὴν Γαλλίαν, Γερμανίαν, Ἰταλίαν, Η.Π.Α., εἰς τὴν Ἑλβετίαν καὶ εἰς ἄλλας χώρας. Κατὰ τὸ σύστημα αὐτό, ἡ πίστις εἶναι μία ὑπόθεσις συνειδήσεως. Ἡ θρησκεία, ἀποτελεῖ μίαν ἰδιωτικὴν ὑπόθεσιν τῶν πιστῶν. Ἡ ὀργάνωσις καὶ ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας, θεωρεῖται Ὀργανισμὸς ἰδιωτικοῦ δικαίου καὶ ἡ ἐπίβλεψις, ἡ ἀσκουμένη ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἀσκεῖται ὅπως ἀσκεῖται καὶ ἐπὶ παντὸς οἱουδήποτε ἄλλου σωματείου ἢ νομικοῦ προσώπου ἰδιωτικοῦ δικαίου. Αὐτὸ ἀναγνωρίζεται, ὅτι εἶναι τὸ σύστημα τὸ φιλελευθερώτερον, αὐτὴ φυσικὰ εἶναι καὶ ἡ θέσις ἡ ἰδική μας ἔναντι τοῦ λεπτοῦ αὐτοῦ θέματος τῶν σχέσεων Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἐφαρμογὴ τοιούτου συστήματος συνεπάγεται ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον δὲν δέχεται τὸν χωρισμὸν. Πρέπει νὰ διαπιστώσω, ὅτι πλήρης χωρισμὸς Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας δέν ὑπῆρχεν εἰς ἡμᾶς. Τὸ Σύνταγμα, ἤδη ἀπὸ τοῦ 1864 καθιέρωσε τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν ὡς ἐπικρατεστέραν καὶ μὲ τὴν ὁποίαν ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχει βαθυτάτους δεσμοὺς ἡ μεγίστη πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πάντως, τὸ Σύνταγμά μας ἀπέκλεισε καὶ τὴν Πολιτειοκρατικὴν ἀντίληψιν τῆς ὑποτελείας τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ Κράτος τὴν ἰσχύουσαν εἰς τὸ Βυζάντιον ὡς καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ σήμερον ὅπου κορυφὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Βασιλεὺς ἢ ἡ Βασίλισσα. Καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ ἴσχυσεν ἐπίσης καὶ κατὰ τὴν περίοδον τῆς Ἀντιβασιλείας καὶ κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἀπολύτου Μοναρχίας τοῦ Ὄθωνος. Τὸ Σύνταγμα ἀπέκλεισε καὶ τὸ ἄλλο ἄτοπον, τὸ θεωρητικόν, ὅτι ἡ Πολιτεία εἶναι ὑποτελὴς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀπέκλεισε τὸν Παπισμὸν καὶ ὅλα τὰ συστήματα, τὰ συστήματα τὰ ὁποῖα δίδουν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἔναντι τῆς Πολιτείας ὅπως συνέβαινε κατὰ τὸν 16ον αἰῶνα. Τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζει τὰ ἑξῆς: Πρῶτον, αὐτονομίαν τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν τὸ ἄρθρον 2 ὁρίζῃ, ὅτι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, δὲν κάνει ὁμολογίαν πίστεως, διότι τὸ Σύνταγμα προβλέπει περὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν. Ὁρίζει, ἁπλῶς, ὅτι δὲν εἶναι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ἡ Πολιτεία, ὁ Βασιλεύς, ἡ Κυβέρνησις, ἢ ὁ ὑπουργός. Δεύτερον, λέγει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀσκεῖ τὰ κυριαρχικά της δικαιώματα. Δηλαδή, ἔχει ἕνα πεδίον εἰς τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ κυριαρχικὰ δικαιώματα καὶ τὸ πεδίον αὐτὸ εἶναι κατὰ τὴν κρατήσασαν θεωρίαν τὸ πεδίον τῆς πίστεως, τοῦ δογματισμοῦ καὶ τῆς λατρείας, τὸ πεδίον τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Τρίτον, τὸ Σύνταγμα ἀκολουθοῦν τὴν παγίαν, ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τῆς Ὀρθοδοξίας παράδοσιν, ἀποκλείει τὸν μοναρχισμὸν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Ἀποκλείει τὸ πρωτεῖον ἐξουσίας. Καθιερώνει τὸ σύστημα τῆς συλλογικῆς ἐξουσίας, τὸ σύστημα τὸ Συνοδικόν, τὸ σύστημα τὸ Δημοκρατικόν. Πράγματι, εἶναι ρητὴ ἐπιταγὴ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Ἠμπορεῖ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν Ἱεραρχῶν, ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ περιωρισμένον ἀριθμόν, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ διοικηθῇ ἀπὸ ἕνα ἄτομον. Ἐδῶ ταιριάζει, ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῆς κρίσεως τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος, μία παρατήρησις, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ κάθε προσπάθεια καὶ κάθε διάταξις ἡ ὁποία θὰ μετέθετε τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸν ἕνα. Ἀκόμη εἰς τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἀπολήγει καὶ ἡ προσωρινὴ ἔστω ἀναδρομὴ τῆς λειτουργίας τῆς Συλλογικῆς, τῆς Συνοδικῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Κύριος οἶδε ὑπὸ ποίας πιέσεις ἢ συναλλαγήν, ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ νομοσχεδίου, ἔγινε ἐθελοντικὴ πρᾶξις τῆς Ἱεραρχίας, ἡ ὁποία διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἔκδοσιν Διατάγματος ἀναστέλλοντος, ἀνέστειλε αὐτὴ μόνη της τὰς ἐργασίας της μέχρι τῆς ἡμερομηνίας τῆς 25ης Μαΐου, ὡς ἀνεκοίνωσεν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ὁ κ. Κανελλόπουλος. Ἐδῶ χωρεῖ καὶ μία δευτέρα παρατήρησις, πόσον σφαλερὰ καὶ ἐπιστημονικῶς ἀβάσιμος ὑπῆρξεν ἡ γνωστὴ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ προκύψαντος ζητήματος, ἐὰν ὁ Προκαθήμενος ἠδύνατο νὰ ματαιώσῃ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Ι.Σ.
§146Γ. ΚΑΤΣΑΦΑΔΟΣ. Ἡ γνωμοδότησις ὑπῆρξεν ὁμόφωνος καὶ ὑποτιμᾶτε τοὺς συναδέλφους σας.
§147Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἐκτιμῶ τὴν κρίσιν καὶ θὰ τὴν ἐκτιμήσω ἀκόμη περισσότερον ἐπὶ ἰατρικῶν θεμάτων. Ἐπιτρέψατέ μου καὶ ὡς νομικὸς νὰ ἔχω τὴν ἄποψίν μου, ἀλλὰ καὶ ὡς πρακτικὸς ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ δικανικοῦ λειτουργήματος, νὰ ἐκφέρω μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἐπὶ ὀξέων ζητημάτων ἐνδιαφερόντων ἰδιαιτέρως τὴν Κυβέρνησιν, πολλάκις τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ὡς δικηγόρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς συνήγορος τῆς Κυβερνήσεως, συνηγορεῖ μᾶλλον, παρὰ γνωμοδοτεῖ. Λέγω, ὅτι δὲν εὗρε διάταξιν ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἀποκλείεται ἡ ἐξουσία τοῦ Προέδρου νὰ ματαιώνῃ τὴν λῆψιν ἀποφάσεων καὶ κάνει συλλογισμοὺς ἐκ τῶν ὁποίων καταδεικνύεται, ὅτι ἀνεζήτησε τὰς διατάξεις αὐτὰς εἴτε εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, εἴτε εἰς τὰ Καταστατικὰ τῶν Σωματείων. Ἐλησμόνησε νὰ τὰς ἀναζητήσῃ εἰς τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα προσδιορίζονται ὅτι ἡ Διοίκησις ἐνεργεῖται συλλογικῶς, τέμνεται τὸ ζήτημα. Μέσα εἰς τὰ πλαίσια ποὺ ἐξ ἱστορικῶν λόγων, ἐχάραξε τὸ Σύνταγμα, αἱ ἀνωτέρω ρυθμίσεις τοῦ Συντάγματος ἀπέτρεψαν ὡς τώρα, πολλὲς φορὲς τὴν δημιουργίαν ἐρίδων καὶ διχογνωμιῶν ποὺ ἐπὶ θρησκευτικῶν ζητημάτων, ἔστω καὶ ἐὰν ἀκόμη προέρχωνται ἀπὸ ἀσήμαντον ἀφορμήν, ἐξεγείρουν φανατισμούς, πάθη καὶ ἀναστατώνουν τὴν κοινωνίαν. Ἂς ἐνθυμηθῶμεν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἂς ἀναλογισθῶμεν τὸν σάλον, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη πρὸ 40ετίας ἐκ τῆς προσαρμογῆς τοῦ ἑορτολογίου εἰς τὴν ὀρθὴν ἐπιστημονικῶς μέτρησιν τοῦ χρόνου. Ἐνῷ δὲν ἦτο θέμα πίστεως ἢ δόγματος, ὁ σάλος ἀκόμη ὑφίσταται καὶ εἶναι μέγας. Ἡ διαπίστωσις αὐτὴ ὑπαγορεύει τὸ δεύτερον χρέος τῆς Πολιτείας. Νὰ διαφυλάττῃ ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἑνότητα τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων. Ἀρκετὰ μεγάλα καὶ σοβαρὰ ζητήματα ἀπασχολοῦν τὸν λαὸν εἰς ἄλλους τομεῖς καὶ ὀφείλομεν ν’ ἀποφεύγωμεν θρησκευτικὰς διαταραχάς. Τρίτον χρέος τῆς Πολιτείας, εἶναι ἐνῷ ἐξασφαλίζει τὴν ἐλευθερίαν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, νὰ διατηρῇ ἐν τ’ αὐτῷ τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὸν πραγματικόν της ρόλον ὡς θεσμοῦ ἀναγομένου εἰς τὴν πίστιν καὶ τὴν λατρείαν καὶ νὰ τὴν προφυλάσσῃ ἀπὸ τὴν ἀνάμιξιν της εἰς οἱουδήποτε πολιτικοὺς σκοπούς. Ἀπεδείχθη πάντοτε, ὅτι οἱ Ἡρακλεῖς τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν ἄνθρωποι κινούμενοι ὑπὸ ὑλιστικῶν συμφερόντων καὶ ξένων πρὸς τὴν θρησκευτικὴν λατρείαν. Ἡ ἄποψις τοῦ κ. Τούμπα, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὴν ἀνάμιξιν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν πολιτικὴν καί, διακοπτόμενος καὶ ἀπὸ δεξιὰ καὶ ἀπὸ ἀριστερά, διετύπωσεν ἐπιγραμματικῶς, ὅτι τέλος πάντων πρόκειται περὶ ἑνὸς χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἀμύνης αὐτοῦ ξεφεύγει ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴν τοποθέτησιν καὶ δὲν εἶναι παρὰ ἕνα πολιτικὸν σύνθημα. Κύριοι βουλευταί, δίδεται ἕνα πολιτικὸν σύνθημα καὶ ἐπὶ τέλους, ἡμεῖς οἱ πολιτικοί, οἱ βουλευταί, κλπ. ἂς ἔχωμεν διαφορὰς ἀπόψεων καὶ ἂς ἔχωμεν πολιτικὰς διαμάχας. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν Χριστιανισμόν. Λέγω, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν Χριστιανισμόν, διότι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ κ. Τούμπα, εἰς τὸν Χριστιανισμὸν ἀνήκει καὶ ὁ Μεντερές, ὁ Σίγκμαν Ρῆ, ὁ Χουσεΐν, ὁ Δαλάϊ Λάμα κλπ. Ἐνῷ αἱ Ἀνατολικαὶ Χριστιανικαὶ Ὁμόδοξοι Ἐκκλησίαι τῆς Ρωσίας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας κλπ., ἀνήκουν εἰς τὸ μὴ χριστιανικὸν κατὰ τὸν κ. Τούμπαν, στρατόπεδον. Μὴ συγχέετε, λοιπόν, τὸν Χριστιανισμὸν μὲ τὴν πολιτικήν, ὅπως ὁ κ. Τούμπας. Ὁπωσδήποτε αὐταὶ εἶναι αἱ πάγιαι καὶ ὑγιεῖς ἀρχαὶ τῆς Πολιτείας, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ τηρῇ ἐντὸς τῆς πίστεως καὶ τῆς θρησκείας καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως καὶ ὀργανώσεως. Ἂς ἴδωμεν, πῶς προέκυψε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὡδήγησε εἰς τὴν ὑποβολὴν πρὸ ἡμῶν τοῦ νομοσχεδίου. Τὰ συμβάντα τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος καὶ ἐν τούτῳ συμφωνῶ μὲ ὅσους ρήτορας ἠθέλησαν νὰ ἴδουν ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τί κρύπτονται οὐσιαστικῶς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἕνα Σῶμα βουλευόμενον, ἕνα Σῶμα πολιτικόν, ὅπως εἶναι ἡ Βουλή, προκειμένου νὰ ἀσκήσῃ ἕνα λεπτότατον λειτούργημα ρυθμίσεως σχέσεως ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ μὴ δημιουργηθῇ οὐδεὶς σάλος καὶ νὰ μὴ θιγῇ τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τῶν θρησκευομένων, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νὰ ἀγνοήσῃ κανεὶς τὴν οὐσίαν, νὰ ἀγνοήσῃ τὰ αἴτια καὶ νὰ σταθῇ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Λοιπόν, ὅσα συνέβησαν τὴν περασμένην ἑβδομάδα καὶ ἐνεφανίσθησαν καὶ ἐνέκυψαν ὀξύτητες, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀποτελοῦν ἁπλῶς μίαν ἐκδήλωσιν ἑνὸς σάλου, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὸν βυθόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφαίνετο ὅτι ὑπῆρχε. Καὶ ἀπὸ τὴν ἔρευναν τῶν αἰτίων αὐτῶν θὰ ἴδωμεν ἂν αἱ ρυθμίσεις εἶναι ὀρθαί. Πρέπει νὰ εἴπωμεν τὰ πράγματα μὲ τὴν σειρὰν τῶν αἰτίων. Πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι εἰς τὰ αἴτια αὐτά, πρῶτον εἶναι ὡρισμέναι ἀδυναμίαι ἐνίων ἀρχιερέων τοὐλάχιστον, ὅλοι περίπου οἱ ρήτορες τὸ ἀνεγνώρισαν καὶ τὸ ὡμολόγησαν, ἀδυναμίαι ὑλιστικῆς φύσεως, σχετιζόμεναι μὲ τὴν φιλοκέρδειαν καὶ ἐπιδιώκουσι νὰ εὕρουν τὴν ἔκφρασίν των εἰς μεταθέσεις πρὸς πλουσιωτέρας ἐπαρχίας. Καὶ ἀδυναμίαι εἰς ἐκδήλωσιν θεοκρατικῆς αὐταρχικότητος. Μὲ τὸ νομοσχέδιον ἐμφανίζεται τὸ ἀμετάθετον τῶν Ἐπισκόπων, συμπληρούμενον καὶ μὲ τὴν κατάργησιν ὡρισμένων μικρῶν Μητροπόλεων καὶ τὴν μετακίνησιν τῶν ὁρίων τῶν Μητροπόλεων ὡς πανάκεια, ἡ λύσις τοῦ ζητήματος. Εἶναι ἐπαρκὴς λύσις; Νομίζω, ὅτι ἔχομεν ἄλλο, παρὰ ἐπαρκῆ λύσιν. Τὸ ἀμετάθετον ἐγώ, δὲν τὸ ἐξετάζω ἀπὸ κανονικῆς πλευρᾶς. Εἶπον οἱ κοινωνιολόγοι τὰς ἀπόψεις των, εἶπε· καὶ ὁ κ. Τούμπας τὰς ἰδικάς του. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐξετάσω ἀπὸ ἀπόψεως κανονικοῦ δικαίου τὸ ἀμετάθετον. Ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως, εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὀρθόν. Ἐν τούτοις, διὰ νὰ ἴδωμεν κατάματα τὰ αἴτια καὶ τὸν τρόπον τῆς θεραπείας, πρέπει νὰ πεισθῶμεν, ὅτι δὲν λύεται τὸ θέμα, ἀλλὰ ἁπλῶς μετατίθεται. Πρῶτον, εἰς μερικὰς περιπτώσεις, ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὁ ἀντίλογος τοῦ ἀμεταθέτου. Δὲν ἀποκλείεται δέ, εἰς μερικὰ μεγάλα κέντρα νὰ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προϋπάρχῃ ἡ πεῖρα διοικήσεως μικροτέρων Ἐπισκοπῶν. Δὲν γνωρίζω εἰς καμμίαν εἰδικότητα, εἰς καμμίαν ἐπιστήμην καὶ εἰς κανένα ἐπάγγελμα ἢ εἰς καμμίαν ἀποστολὴν VO-CATION, δὲν γνωρίζω κανένα, ὁ ὁποῖος αἰφνιδίως νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ὑψηλοτέραν κορυφὴν σταδιοδρομίας χωρὶς νὰ διῆλθεν ἀπὸ ἐνδιάμεσα στάδια. Δεύτερον, εἶναι δυνατὸν διὰ τοὺς Ἱεράρχας, τοὺς ρέκτας, τοὺς ἔχοντας ὄρεξιν πρὸς κοινωνικὴν δραστηριότητα, εἶναι δυνατὸν ἡ ἰδέα τῆς σταδιοδρομίας εἰς μεγαλυτέραν θέσιν, νὰ εἶναι κέντρον ἀναπτύξεως περισσοτέρας δραστηριότητος καὶ ἡ ἐπανάπαυσις εἰς μίαν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν 30ετής, ἐκλεγόμενος, γνωρίζει, ὅτι ἂν ἔχῃ ζωὴν καὶ μετὰ 60 χρόνια θὰ εὑρίσκεται πάντοτε ἐκεῖ ἐντοπισμένος, εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν φέρῃ εἰς μαρασμὸν ἡ ἐπανάπαυσις. Τρίτον, ὑπάρχουν ἀρκεταὶ περιπτώσεις καὶ δυστυχῶς, ἔχω παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν, ὑπάρχουν ἀρκεταὶ περιπτώσεις ὀξυτάτων διαστάσεων ἑνὸς ποιμενάρχου μὲ τὸ ποίμνιόν του, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τακτοποιηθοῦν διὰ τῆς μεταθέσεως. Ὥστε ἐνῷ τὸ ἀμετάθετον εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὀρθόν, ἔχει καὶ περιπτώσεις ποὺ ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν. Καὶ κἄτι, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐπισημάνω, εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι τὸ μεταθετὸν ἢ ἀμετάθετον, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ τὸν σάλον, εἶναι ἡ ἀνισότης τῶν πόρων καὶ τυχερῶν τῶν διαφόρων Μητροπόλεων. Τί ἐννοοῦμεν, ὅμως ὅταν λέγωμεν «πτωχὴ ἐπαρχία»; Τί σημαίνει τὸ ἐπίθετον «πτωχή»; Ἐπειδὴ ἡ θεωρία τοῦ Ἀϊνστάϊν ἐπαληθεύει ἐξ ὁλοκλήρου, διότι καὶ εἰς τὴν πτωχοτέραν ἐπαρχίαν, ὁ ἐπὶ κεφαλῆς, ὁ Ποιμενάρχης λαμβάνει, ἄγαμος ὢν καὶ συνήθως ἐνδιαιτώμενος καὶ στεγαζόμενος δωρεάν, ἄγαμος ὢν λαμβάνει τὰς ἀποδοχὰς Ἀρεοπαγίτου ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀποδοχαί, αἱ ὁποῖαι ἐπαρκοῦ εἰς ἕναν ἔγγαμον μὲ οἰκογένειαν, μὲ παιδιὰ ποὺ σπουδάζουν, ἀνώτερον δικαστικὸν λειτουργὸν κατοικοῦντα εἰς τὴν Πρωτεύουσαν, ὅπου εἶναι ἀκριβότερον τὸ ἐπίπεδον τῆς ζωῆς. Πλὴν τῆς παγίας ἀντιμισθίας, ἡ πτωχὴ ἐπαρχία ἠμπορεῖ νὰ δίδῃ ἀπὸ 5 ἕως 10.000 τὸν μῆνα ἐκ τῶν τυχερῶν, ἐνῷ ὑπάρχουν Μητροπόλεις μὲ δεκάδες χιλιάδων καὶ ὑπάρχει ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν, τῆς ὁποίας τὰ τυχερὰ φθάνουν εἰς ἐξοργιστικὸν ὕψος. Μὲ τὴν προτεινομένην, λοιπὸν ρύθμισιν τοῦ ἀμεταθέτου ἔστω καὶ μὲ τὴν ἐξουσιοδότησιν τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν ὁρίων εἰς ἕνα χῶρον νησιωτικὸν καὶ στερούμενον τακτικῆς συγκοινωνίας, ὅπως ἡ Ἑλλάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολήξωμεν εἰς ἐξίσωσιν τυχερῶν τῶν Μητροπόλεων. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὅλαι αἱ Μητροπόλεις νὰ ἐμπεριέχουν μίαν πόλιν, ὅπως αἱ Πάτραι, ἡ Λάρισα, ἡ Καβάλα μὲ πολλοὺς ἀνθρώπους. Δὲν ὑπάρχουν τόσαι πόλεις πολυάνθρωποι. Φυσικά, παρεπιμπτόντως, τονίζω, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτοῦ τοῦ διακανονισμοῦ ὁρίων, ἔχει καὶ τὴν ἀντίστροφον ὄψιν καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἐπισκοπὴ Ὀρθόδοξος ἢ Καθολικὴ εἰς τὸν κόσμον, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ποίμνιον 2.000.000, ὅσον ἡ Ἐπισκοπὴ Ἀθηνῶν. Εἶναι, νομίζω, ὅτι εἰς τὸν τομέα αὐτόν, ὑπάρχει καὶ περιορισμὸς καὶ ἐνδείκνυται ὁπωσδήποτε. Μὲ τὸ νὰ νομίζωμεν, ὅτι καθιεροῦται τὸ ἀμετάθετον, ἐξαλείφομεν τὸ πραγματικὸν αἴτιον, δείχνομεν, ὅτι δὲν τολμῶμεν νὰ συλλάβωμεν τὸν ταῦρον ἀπὸ τὰ κέρατα, δὲν τολμοῦμε νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, ποὺ εἶναι ἡ ὕπαρξις τῶν τυχερῶν. Μόνη θεραπεία κατὰ τὴν γνώμην μου, τοῦ ζητήματος, εἶναι ἡ ἀπονομὴ παγίας, εὐπρεποῦς, ηὐξημένης, ἐὰν θέλετε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν σήμερον νενομοθετημένην, ἀντιμισθίας, εἰς ὅλους τοὺς Ἱεράρχας, γνωστῆς ἐκ τῶν προτέρων, ἡ ὁποία νὰ εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη τὸ σύνολον τῆς ἀντιμισθίας των, φυσικὰ ὡρισμένα ἔξοδα παραστάσεως, ἐπίσης εἰς προσῆκον ποσὸν διὰ τὸν Προκαθήμενον, ἔχοντα ηὐξημένα ἔξοδα παραστάσεως καὶ ἡ περιέλευσις ὅλων τῶν εἰσφορῶν τῶν εἰσπραττομένων κατὰ τὰς ἱεροπραξίας ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ ἐφημερειακοῦ κλήρου τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ ὁμιλοῦμεν περὶ μυθωδῶν ἀποδοχῶν ἢ πάντως περὶ μεγάλων ἀποδοχῶν καὶ ὁ διαπληκτισμὸς γίνεται εἰς τὸ νὰ ἔχουν ἀκόμη μεγαλυτέρας. Ἔχω δυστυχῶς, στοιχεῖα, ἀπὸ τὸ Ταμεῖον Ἀσφαλίσεως Κλήρου Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα λέγουν, ὅτι σήμερον ὑπάρχουν 7.891 ἐφημέριοι ἐκ τῶν ὁποίων 177 Αʹ τάξεως μὲ 1400 δραχ. μηνιαίως, 858 βʹ τάξεως μὲ 1120 δρχ. 3.918 γʹ τάξεως μὲ 910 δρχ. καὶ 2461 δʹ τάξεως μὲ 700 δραχ. μηνιαίως. Αὐτὰ τὰ ποσὰ εἶναι ἀπαράδεκτα καὶ βεβαίως καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν τὰ τυχηρὰ καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ ἀνισότης καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν ἐνορίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν προσθέτουν οὔτε τὸ ⅒ εἰς τυχηρὰ καὶ ἐνορίαι ἢ νεκροταφεῖα Πρωτευούσης, τὰ ὁποῖα δίδουν μεγάλα εἰσοδήματα καὶ αὐτὰ τὰ τυχηρά, ἐπίσης πρέπει νὰ διατίθενται ὑπὲρ παγίας ἀντιμισθίας τοῦ ἐφημερειακοῦ κλήρου.
§148Γ. ΚΑΤΣΑΦΑΔΟΣ. Ἀπαιτεῖται νὰ λεχθῇ διὰ τὴν ἱστορίαν τὸ ἑξῆς: Ὁ Ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Δωρόθεος εἶχε παραχωρήσει ὅλα τὰ δικαιώματά του διὰ τὴν περίθαλψιν τοῦ ἐφημερειακοῦ κλήρου καὶ διότι ἡ παραχώρησίς του αὐτὴ ἔμεινε κατατεθειμένη εἰς τὴν Τράπεζαν, —καὶ θὰ πρέπει νὰ γραφῇ διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου— ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε ἡ νομοθετικὴ τρόπον τινὰ ρύθμισις τῆς παραχωρήσεως τῶν χρημάτων αὐτῶν, κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, περιέρχονται εἰς τὰς κληρονόμους τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Συνεπῶς, ἡ χειρονομία αὐτὴ τοῦ μεγάλου ἀνθρώπου ἂς γίνῃ παράδειγμα πρὸς μίμησιν ἀπὸ τοὺς Ἱεράρχας.
§149Η. ΗΛΙΟΥ. Πρέπει νὰ προβλέψωμεν νομοθετικῶς ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξουν παρόμοιαι δικαστικαὶ ἀποφάσεις. Ὅσον ἐξακολουθεῖ, νὰ διαιωνίζεται τὸ καθεστὼς τῶν τυχηρῶν καὶ τῶν ὑπερεισοδημάτων, θὰ μείνουν καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ κλήρου, καὶ τότε περιορίζεται ἡ σημασία τοῦ ἀμεταθέτου, διότι πιστεύω, ὅτι ὅταν καθιερωθῇ παγία ἀντιμισθία, καὶ ἕνας ἀριθμὸς ἱεραρχῶν θὰ ἐπιζητοῦν τὰς μικροτέρας ἐπαρχίας ὡς ἀνακουφιστικωτέρας, ὡς ἐπαγομένας μικρότερα καθήκοντα, καὶ ἐκεῖνοι θὰ προωθοῦνται ἐκ τῶν ἱεραρχῶν ποὺ ἔχουν πράγματι ζῆλον διὰ κοινωνικὴν δραστηριότητα. Μὲ τὸ ἀμετάθετον, χωρὶς αὐτὴν τὴν θυσίαν τῶν ἀποδοχῶν, ἁπλῶς μεταθέτομεν τὸ ζήτημα εἰς τὸν χρόνον τῆς ἐκλογῆς Ἀρχιεπισκόπου. Θὰ ἴδωμεν ἄλλους νὰ μὴ σπεύδουν νὰ θέσουν ὑποψηφιότητα, ἐνῷ εἶναι ὥριμοι, διότι χηρεύουν μικραὶ Μητροπόλεις καὶ νὰ καραδοκοῦν νὰ χηρέψουν μεγάλαι. Θὰ ἴδωμεν φαινόμενα, ὅμοια μὲ τὰ φαινόμενα εἰς ἄλλου εἴδους μηχανισμούς. Πέραν ἀπὸ τὴν εὐθύνην αὐτὴν ὡρισμένων ἱεραρχῶν, ὑπάρχει καὶ μία μορφὴ εὐθύνης προερχομένης ἀπὸ τὴν Ἱεραρχίαν. Εἶναι ἡ βαθμιαία παρὰ τὸ Σύνταγμα καὶ παρὰ τὸν νόμον ἀλλοίωσις τοῦ συλλογικοῦ καθεστῶτος ποὺ διέπει τὴν διοίκησιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ εἰσαγωγὴ φεουδαρχικῶν καὶ αὐταρχικῶν μεθόδων. Εἶναι πολὺ πρόσφατος καὶ ζωηρὰ ἡ ἀνάμνησις ἑνὸς Ἀρχιεπισκόπου ἀποδημήσαντος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 10ετίαν περίπου ἦτο Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ἠρνεῖτο νὰ πληρώσῃ μίαν ἐκ τῶν μεγαλυτέρων Μητροπόλεων τῆς ὁποίας μετετέθη εἰς τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν, ἐπιθυμῶν νὰ κρατήσῃ τὴν Μητρόπολιν αὐτὴν ὑπὸ τὸν ἔλεγχόν του καὶ νὰ τὴν ἐκπροσωπῇ εἰς γενικὰ συμβούλια καὶ δὲν θέλω νὰ προχωρήσω περαιτέρω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, οὔτε ἡ συλλογικὴ Διοίκησις, οὔτε ἡ Ἱεραρχία ὁλόκληρος, οὔτε ἡ Κυβέρνησις παρενέβησαν, διὰ νὰ ἀναστείλουν τὴν φεουδαρχικὴν καὶ παράνομον αὐτὴν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία ἐνῷ τὸ μεταθετὸν δικαιολογεῖται, λόγῳ ἐξομοιώσεως τῆς τοποθετήσεως Ἐπισκόπου εἰς Ἐπισκοπὴν τινά, πρὸς γάμον, θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρῆται μία περίπτωσις διγαμίας. Μιὰ ἄλλη περίπτωσις εἰς ἄλλον τομέα ἐπίσης αὐταρχικότητος, ὑπάρχει εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου περιφέρειαν καὶ μία τρίτη περίπτωσις, ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖται σήμερον νὰ θεμελιωθῇ καὶ νὰ γιγαντωθῇ καὶ ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη κατὰ τὸ ἐπεισόδιον τῆς περασμένης ἑβδομάδος, εἶναι ἡ προσπάθεια, ἐπίσης, αὐταρχικῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν ἄρχουσαν σήμερον τριάδα συγγενικῶν προσώπων. Ἀλλὰ πέραν αὐτῶν τῶν δύο αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται ἐνδεχομένως εἰς εὐθύνας ἐνίων ἱεραρχῶν, δὲν πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε, ὅτι οὕτως συγκλονίζει σήμερον, χωρὶς νὰ ἐκδηλώνεται εἰς τὴν δημοσιότητα ἐντόνως ἕνα λανθάνον σχίσμα νὰ τολμοῦμεν νὰ εἴπωμεν τὸ πρᾶγμα μὲ τὸ ὄνομά των. Αἱ ἀδυναμίαι αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν δι’ ὡρισμένους ἱεράρχας, ἔδωσαν τὴν πρώτην λαβὴν εἰς μίαν κατὰ τὴν ἐκκίνησιν, τὴν ἀξιόποινον ἐκκίνησιν, ἐντὸς τῶν λαϊκῶν ὀργανώσεων τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν κριτικὴν τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῶν. Πλὴν τούτου ταχέως συνεδυάσθη μὲ τάσεις ἀναρριχήσεως πρὸς ἐξουσίαν, ἔξω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς δημοσίας ζωῆς, μὲ μεθόδους παρασκηνίων. Ἐδημιουργήθη μία μυστικὴ ἑταιρεία, ποὺ ἀποτελεῖ ἕνα σχίσμα, ἓν κράτος ἐν κράτει, μίαν κοινωνίαν ἐν κοινωνίᾳ, μίαν Ἐκκλησίαν ἐν ἐκκλησίᾳ, ὡς ἀνήκοντες εἰς αὐτὴν δὲν ἱερουργοῦνται εἰς οἱανδήποτε ἐκκλησίαν, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένην ἐκκλησίαν. Δὲν μεταλαμβάνουν ἀπὸ οἱονδήποτε ἱερέα, ἀλλὰ ἀπὸ ἱερεῖς ἀνήκοντας εἰς τὴν ἕνωσίν των. Ἐπωφελούμενοι τῶν ἀδυναμιῶν τῶν ἄλλων, καὶ χωρὶς νὰ βλέπουν τὰς ἰδικάς των ἀδυναμίας, ἐκδηλώνουν μὲ φαρισαϊκὴν ἔπαρσιν τὴν περιφρόνησίν των πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ δημιουργοῦν ἕνα εὐρύτατον ψυχικὸν διχασμόν. Ἡ μυστικὴ αὐτὴ ἑταιρεία ἅπλωσε τοὺς πλοκάμους της παντοῦ, εἰς τὰ Δικαστήρια, εἰς τὴν πολιτικήν, εἰς τὰ Πανεπιστήμια καὶ μὲ ἀνωνύμους μυστικὰς ἑνώσεις καταστρέφει καὶ δημιουργεῖ σταδιοδρομίας, ὄχι λόγῳ ἀξίας, ἀλλὰ λόγῳ προσχωρήσεως ἢ μὴ εἰς αὐτήν. Ἐπὶ πλέον, διαθέτει τεράστια οἰκονομικὰ μέσα, καὶ κυκλοφορεῖ χιλιάδες ἔντυπα καὶ περιοδικά, τὰ ὁποῖα ἐλάχιστον χῶρον διαθέτουν εἰς τὰ τῆς πίστεως καὶ λατρείας καὶ κυρίως προσπαθοῦν νὰ δημιουργήσουν ἓν εἶδος πολιτικῆς ἰδεολογίας, βασιζομένης εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν τῆς δυνατότητος τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσεως καὶ προόδου. Ἐπιδιώκουν νὰ θεμελιώσουν τὸν σκοταδισμὸν καὶ νὰ ἐπαναφέρουν εἰς τὴν δεισιδαίμονα νοοτροπίαν ἀμαθῶν γραϊδίων, εἰς ἕνα πνευματικὸν μεσαίωνα, εἰς μίαν ἐποχὴν ἀνόδου τῆς ἐπιστήμης, ποὺ ἐπαληθεύει καὶ αἰτιολογεῖ τὴν αἰσιόδοξον πίστιν, εἰς ἕνα κόσμον αἰτιοκρατούμενον, νὰ γνωρίζωμεν τὰ αἴτια τῶν πραγμάτων καὶ νὰ ὁδηγήσωμεν τὴν ἀνθρωπότητα εἰς τὴν πρόοδον. Τὰ γεγονότα τῆς περασμένης ἑβδομάδος, ἀποτελοῦν ἀντανάκλασιν τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν τῆς ἀθορύβου αὐτῆς ἑνώσεως ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν κατάληψιν τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Ἐξητάσαμεν ἤδη τὰ τρία ἐνδογενῆ αἴτια τὰ προκαλούμενα, εἴτε τὴν ἡγεσίαν τῆς Ἐκκλησίας τὰ δύο πρῶτα, εἴτε ἀπὸ ὀργανώσεις πιστῶν τὸν τρίτον. Πέραν τούτων ὑπάρχει καὶ ἡ πολιτικὴ ἐπέμβασις, ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν Ἐκκλησίαν πρὸς ἰδικόν της ὄφελος. Νομίζω, ὅτι ματαίως κόπτεται ἡ Κυβέρνησις περὶ μὴ ἐπεμβάσεώς της εἰς τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει, κύριοι, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 10)11)58 μία ἐπερώτησις δι’ ἕνα λόγον τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξεφώνησεν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τὸν Νοέμβριον τοῦ 1958, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μίαν παρότρυνσιν εἰς ἀνεπίτρεπτον ἀνάμιξιν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν ὀξύτητα τῆς πολιτικῆς ἀντιδικίας, εἰς τὴν ἀνάληψιν ἑνὸς ἀγῶνος ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας διὰ τὴν περιφρούρησιν τῶν προνομίων τῶν ὀλίγων καὶ τὴν διαιώνισιν τῆς ἐξαθλιώσεως τῶν μεγάλων μαζῶν. Μὲ αὐτὰ τὰ κηρύγματα ἡ Κυβέρνησις προτρέπει τὴν Ἐκκλησίαν νὰ κατέλθῃ ἀπὸ τὸ ὑψηλὸν βάθρον, τὸ τυγχάνον γενικοῦ σεβασμοῦ, ἑνὸς θεσμοῦ ἀναγομένου εἰς τὴν πίστιν καὶ τὴν λατρείαν τῶν θρησκευομένων νὰ ταχθῇ ἀντιμέτωπος μιᾶς μεγάλης μερίδος λαοῦ, ἀριθμούσης ἑκατοντάδας χιλιάδας πιστούς. Σημειωτέον, ὅτι αὐτὴ ἡ παρότρυνσις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, γίνεται πρὸς τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα, διότι ὅταν τὸν παρελθόντα Ἰούλιον, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ἐξ ἀφορμῆς τῶν γεγονότων τῆς Ἀμμοχώστου, ἐξέδωσε μίαν ἀληθῶς ἱστορικὴν διακήρυξιν, ἐκλήθη καὶ ἠναγκάσθη ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ ὑπογράψῃ δήλωσιν μετανοίας.
§150Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας καὶ Θρησκ.). Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Ἁπλῶς ἐπεξήγησε τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν εἰς τὸν Τύπον.
§151Η. ΗΛΙΟΥ. Ἀναφέρομαι τώρα εἰς τὸ τελευταῖον θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι σημαντικώτατον ἀπὸ ἐθνικῆς ἀπόψεως. Δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ, οὔτε εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πλὴν τῆς ἰδιότητος τῆς ὑπευθύνου πολιτικῆς ἡγεσίας, ἔχουν τὴν ἰδιότητα τοῦ θρησκευομένου κατὰ τὸ Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὸν δόγμα, οὔτε εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς ἄλλο δόγμα, ὅτι ἀπὸ 10ετίας ἀναπτύσσεται μία πίεσις ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐξαναγκασμοῦ, ἀλλὰ μία ἰδεολογικὴ πίεσις, διὰ τὴν ἀπόσπασιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὴν χορείαν τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν κατὰ τὴν ἔνταξίν της εἰς σχήματα Παπικοῦ τύπου. Εἶναι ἡ προσπάθεια χαλαρᾶς φύσεως, ἀπὸ ἀπόψεως ἀντικτύπου εἰς τὰς μάζας, μὴ θέλουσα νὰ διεγείρῃ φανατισμόν, προσπάθεια περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο ὑπαινιγμὸς εἰς τὴν αἴθουσαν διὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐντάξεως μὲ τοὺς διαμαρτυρομένους, ἀλλὰ ἰδίως εἶναι μία προσπάθεια ἡ ὁποία εὗρε καὶ ἀπήχησιν καὶ εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Ἀθηναγόρα καὶ εἰς τὴν δημοσιευθεῖσαν εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας χθὲς τὸ πρωΐ, συνέντευξιν τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς κ. Ἰακώβου πρὸς τοὺς Τάϊμς τῆς Νέας Ὑόρκης, ὅτι διῆλθε τοῦ Βατικανοῦ καὶ συνωμίλησεν ὁ Ὀρθόδοξος Πατριάρχης μετὰ ἀπὸ 3½ αἰῶνας μὲ τὸν Πάπα, τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι καταβάλλεται μία προσπάθεια ἐντάξεως μὲ τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν εἰς ἕνα σχῆμα οὐνίας. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα εἶναι σοβαρὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀναταραχῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ δημιουργηθῇ μέσα εἰς τὸν λαόν. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι βέβαιον, ὅτι αἱ δυνάμεις κοινωνικῆς καθυστερήσεως καὶ τῆς ἀντιδράσεως εἰς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην, κατὰ μέγα μέρος εἶχον ἐκτεθῆ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, διότι συνέπραξαν μὲ τοὺς ἐπιτεθέντας φασίστας. Δὲν εἶχον ἰδεολογικὸν ἐποικοδόμημα. Μεταπολεμικῶς ἐμφανίζουν τὴν πολιτικήν τους τοποθέτησιν. Ποίαν; Ἐδημιουργήθησαν κόμματα, εἰς τὴν Γερμανίαν ὑπὸ τὸν Ἀντενάουερ, εἰς τὴν Ἰταλίαν ὑπὸ τὸν Ντὲ Γκάσπερι, εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπὸ τὸν Σούμαν. Ἡ ἰδεολογία ἡ Καθολική, εἶναι μία ἰδεολογία, ὄχι τόσον θρησκευτικῆς πίστεως, ὅσον ἀντιπροοδευτικῶν τάσεων, ἀνασχέσεως τῆς προοδευτικῆς ἐξελίξεως. Κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ τάσεις αὗται, τάσεις καθαρῶς πολιτικαί, ἀναγόμεναι εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς διαιρέσεως τοῦ Χριστιανικοῦ Κόσμου εἰς δύο στρατόπεδα, ἀκολουθοῦν τὴν νοοτροπίαν ἐντάξεως καὶ ὑποταγῆς. Ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὰ στρατιωτικὰ καὶ πολιτικά, τὰ Ἀτλαντικὰ Σύμφωνα, ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὰ οἰκονομικά, ἡ ΕΖΕΣ καὶ ὁ ΟΕΟΣ, ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὰ Ἐθνικά, ἡ Ζυρίχη, τὸ Λονδῖνον καὶ ἡ μελετωμένη Ὁμοσπονδία Τούρκων καὶ Ἑλλήνων, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἔχει τὸ ἀντίστοιχόν του εἰς τὸ ἰδεολογικὸν ἐποικοδόμημα, εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς ἑνώσεως μὲ τὰς Δυτικὰς Ἐκκλησίας.
§152Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εἴπατε ἡ μελετωμένη. Αὐτὸ δὲν ἀνταποκρίνεται καθόλου εἰς τὴν ἀλήθειαν. Δὲν μελετᾶται...
§153Α. ΖΑΚΚΑΣ. Θρυλεῖται.
§154Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν μελετᾶται, ἀλλὰ θρυλεῖται. Αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ ἀνεύθυνον.
§155Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, χαίρω, διότι...
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὀλίγα περὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν εἶναι δυνατόν...
§157Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ εὑρίσκετε εἰς τὴν καρδίαν τοῦ νομοσχεδίου. Χαίρω διὰ τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§158Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ διαβεβαίωσίς μου εἶναι, ὅτι τίποτε δὲν ἀποκλείεται, ἀλλὰ τίποτε δὲν μελετᾶται αὐτὴν τὴν στιγμήν...
§159ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ. Ἄ! Ἄ!...
§160Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπειδὴ ἐξεδηλώθη αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ παράταξις τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖτε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος σημαίνει μίαν ἀμφισβήτησιν τῆς κατηγορηματικότητος τῆς δηλώσεώς μου, βλέπετε, ὅτι εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον κατηγορηματικὴ ἡ δήλωσις τὴν ὁποίαν κάμνω, δι’ αὐτὸ δηλῶ, ὅτι δὲν ἐμελετήθη τίποτε καὶ δὲν μελετᾶται, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβλέψω τὶ θὰ συνέβαινε μετὰ μίαν 5ετίαν, ἢ 15ετίαν. Ἑπομένως, ἡ λέξις «ἡ μελετωμένη» εἶναι ἄστοχος.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§162Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὰ εἶναι τὰ πραγματικὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν ἕνα σάλον, ὁ ὁποῖος εὗρε ἀσήμαντον σχετικῶς ἀφορμήν, διὰ νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν ὀξεῖαν κρίσιν τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος. Ἐπὶ τῆς κρίσεως αὐτῆς, ἔχω νὰ εἴπω, ἐν σχέσει μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ἀκόλουθα: Ἡ παράγραφος 1, ὡς ἀνεπτύχθη εἶναι ἀνεπαρκής, διότι τὸ ἀμετάθετον εἶναι πανάκεια. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ παγία ἀντιμισθία τῶν Ἀρχιερέων. Ὁπωσδήποτε, ἐὰν περιωρίζετο τὸ νομοσχέδιον εἰς μόνην τὴν παράγραφον 1, δὲν θὰ ἀρνούμεθα νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Διότι ἐπὶ τέλους, εἶναι μία πρόοδος εἰς τὸ σήμερον ὑπάρχον καθεστώς, χωρὶς νὰ δίδῃ ἐπαρκῆ λύσιν. Ὡς πρὸς τὴν παράγραφον 2, ἡ ἐξουσιοδότησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή, πρῶτον, διότι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας ἐδηλώθη, ὅτι εἶναι ἕτοιμος καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Διότι, ὑπὸ τὸ Σύστημα τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας, δὲν εἶναι νοητὴ ἡ προϋπόθεσις τῆς συμφώνου γνώμης, ἐφ’ ὅσον ἄγεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα. Δὲν εἶναι νοητὴ ἡ προϋπόθεσις τῆς συμφώνου γνώμης, διότι τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ποῖοι εἶναι οἱ παράγοντες τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἀσκεῖται κατὰ τρόπον ἐξουσιαστικόν, κυριαρχικόν, εἶναι μονομερὴς πρᾶξις τῆς Πολιτείας. Δὲν εἶναι σύμβασις, δὲν εἶναι συμβόλαιον εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προέλθῃ τρίτος τις μετὰ τοῦ ἁρμοδίου ὀργάνου τῆς διαπραγματεύσεως διὰ νὰ καταλήξουν εἰς διατύπωσιν. Δὲν πρόκειται περὶ συμπτώσεως δύο βουλήσεων. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Τὸ πρᾶγμα γίνεται ἐξαιρετικὰ ἐπικίνδυνον, ἐὰν φθάσωμεν εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Δι’ αὐτό, τασσόμεθα ἐναντίον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία εἶναι τόσον εὐρεῖα, ὑπεράγαν, καὶ ἀόριστος. Κατὰ παγίαν νομολογίαν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας θεωρεῖται ἀνίσχυρος καὶ ὑπάρχει κίνδυνος, ὅτι δὲν θὰ θεωρηθῇ ἔγκυρος καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἀπὸ παλαιοτέρας ταλαιπωρίας τῆς Ἐκκλησίας, πόσον ἐπικίνδυνον εἶναι θέματα ἀναγόμενα εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα εἰς τὴν κορυφὴν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἄγωνται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ν’ ἀνατρέπωνται. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὴν περίπτωσιν ἐκλογῆς Ἀρχιεπισκόπου τὸ 1938. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἡ ἀπαράδεκτος δι’ ἡμᾶς ἐξουσιοδότησις ἤθελε δοθῇ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, διὰ νὰ μὴ εἶναι ὑπεράγαν εὐρεῖα, ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ σύμφωνος γνώμη τῆς Ἱεραρχίας, ὡς πλαίσιον ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ κινηθῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Β. Διαταγμάτων, ὡς πλαίσιον περιορίζον τὴν εὐρύτητα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, διότι ἄλλως θὰ ὑπάρξῃ ἀκυρότης καὶ ἀνατροπὴ ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον.
§163Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε δηλαδή, ὅτι εὐρυτάτη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγάγῃ εἰς ἀνατροπὴν ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον.
§164Η. ΗΛΙΟΥ. Τὸ γνωρίζετε ἀπὸ ἐμὲ καλλίτερον.
§165Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶμαι σύμφωνος. Ἐὰν θὰ ὡμίλουν δὲν θὰ ὑπεστήριζα ἄλλην ἀντίληψιν. Ὀρθῶς εἴπατε, ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ ἕνα πλαίσιον περιορίζον τὴν εὐρύτητα καὶ ὡς τοιοῦτον πλαίσιον θεωρεῖται τὸ σύμφωνον τῆς Ἱεραρχίας.
§166Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι εἶναι κάποιο πλαίσιον.
§167Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύμφωνον δὲν εἶναι πλαίσιον.
§168Η. ΗΛΙΟΥ. Ἀκόμη χαίρω, ἐὰν καταρριφθῇ καὶ ὁ τελευταῖος αὐτὸς ἐνδοιασμός μου.
§169Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐνδοιασμός. Εἰς τὸ θέμα εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι.
§170Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐξ ἄλλου, πέραν τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ ζητήματος, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν κἄτι ἐρωτηματικὰ ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλω νὰ ἔχω διευκρινήσεις, διότι, πράγματι, λέγει, ὅτι ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς, κατὰ τὰς προβλέψεις τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἐκλέγωνται ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας, δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς 60–65 καὶ θὰ ὁρισθῇ τρόπος ἐκλογῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης.
§171Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβουν αὐτὰ τὰ ὑψηλότατα καθήκοντα ἄνευ ἐκλογῆς διὰ μεταθέσεως.
§172Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μετάθεσις πῶς θὰ γίνεται;
§173Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πάλιν διὰ τῆς Ὁλομελείας.
§174Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα ἐκλογή.
§175Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὄχι, δὲν εἶναι ἐκλογὴ κατὰ τὴν ἰσχύουσαν ὁρολογίαν. Οὐσιαστικῶς, κ. Μπακόπουλε, ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ ἡ ὁρολογία ἡ χρησιμοποιουμένη εἶναι διάφορος.
§176Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐὰν ἡ δήλωσις αὐτὴ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατεχωρίζετο ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, τοὐλάχιστον εἰς αὐτὸν τὸν τομέα, θὰ μὲ ἀπήλλασσε μιᾶς ἀνησυχίας. Ἀλλὰ ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι αὐτή. Ἡ δατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι ὅλοι ἐκλέγονται, πλὴν τῶν δύο. Ἑπομένως, ἡ μετάθεσις τεκμαίρεται δι’ αὐτοὺς τοὺς δύο, χωρὶς βέβαια, νὰ ἀποκλείεται καὶ ἡ ἐκλογή.
§177ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι δυνατή.
§178Η. ΗΛΙΟΥ. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὴ καὶ ἡ μετάθεσις, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν Παπαδόπουλον, ὁ ὁποῖος, ἀπὸ τοῦ 1922–37 διηύθυνε τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ διατύπωσις μοῦ δίδει λαβὴν ἡ σκέψις μήπως τυχὸν πέραν τῆς γνώμης τῶν 57–60 Ἀρχιερέων ὑπάρχει καινὸν σύστημα – διότι ὑπῆρξεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ δὲν προήγαγε τὴν τάξιν καὶ τὴν γαλήνην μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν— ὑποδείξεως μείζονος ἀριθμοῦ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τριῶν ὑποψηφίων καὶ νὰ ἐκλέξῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν ἕνα, νομίζω, ὅτι θὰ ὡδηγοῦσεν εἰς μίαν μορφὴν καισαρισαϊσμοῦ, εἰς μίαν μορφὴν ἀναμίξεως Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦτο ὁ καλύτερος. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῆς παραγράφου 3, φυσικὰ ἡ ὁποία ἀπεσύρθη, ὑποκατασταθείσης εἰς τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἱ. Συνόδου νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἐργασίας της— ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καθῆκον ὅλων ἡμῶν εἶναι νὰ κρατήσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὴν ὑψηλὴν καὶ γενικῶς ἀναγνωρισθεῖσαν καὶ σεβαστὴν θέσιν, θεσμοῦ ἀναγομένου εἰς ζητήματα τόσον θρησκευτικῆς συνειδήσεως διὰ τοὺς θρησκευομένους πίστεως καὶ ἐκδήλωσιν τῆς πίστεως διὰ τῶν τάσεων τῆς λατρείας, νὰ τὴν κρατήσωμεν μακρὰν τῆς πολιτικῆς Μόνον ἔτσι θὰ περιφρουρήσωμεν καὶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν γαλήνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν πρέπει νὰ διχασθῇ καὶ νὰ φανατισθῇ καὶ ἐπὶ αὐτῶν τῶν ζητημάτων, ἐνῷ ἄλλα σοβαρὰ ζητήματα κεῖνται ἐνώπιόν του πρὸς λύσιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μέρος ἔχει τὸν λόγον.
§180Α. ΜΕΡΟΣ. Κατόπιν μιᾶς παρατηρήσεως ποὺ ἔκαμε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Τούμπας, περὶ παραλείψεων ἐκ μέρους τῆς Ἱεραρχίας κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, εἶμαι ὑποχρεωμένος, χάριν ἀποκαταστάσεως τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἀναφέρω, ὅτι εἰς τὸν Νομὸν Μαγνησίας ἐχρημάτησε τὰ τελευταῖα ἔτη Ἐπίσκοπος, ὁ ἀείμνηστος Ἰωακείμ. Ὁ ἀποθανὼν Ἱεράρχης ὑπῆρξε διακεκριμένος καὶ ὑπὸ ἔποψιν θρησκευτικοῦ συναισθήματος καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἔργων κοινωνικῶν καὶ ἐν γένει εὐποιΐας καὶ ὑπὸ ἔποψιν πατριωτικοῦ φρονήματος. Εἶναι μία ὑποχρέωσις πρὸς ἐκλιπόντα πλέον Πρεσβύτην τῆς Ἐκκλησίας, νὰ γίνῃ ἀναγνώρισις τῶν θρησκευτικῶν, κοινωνικῶν καὶ πατριωτικῶν ὑπηρεσιῶν του. Καὶ τώρα εἰς τὸ νομοσχέδιον. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ μὴ εἶχε προκύψει ἡ ἀνάγκη νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ δὲν θὰ εἶχε προκύψει ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ἐὰν ἐλειτούργει καὶ ἐξεδηλοῦτο περισσότερον ἔντονος ὁ νόμος τῆς εὐθύνης καὶ ὁ νόμος τῆς συνειδήσεως εἰς τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Ἱεραρχίας. Δυστυχῶς, ὡρισμέναι ἀνθρώπιναι ἀδυναμίαι ἐξεδηλώθησαν καὶ εἰς τοὺς ἱερεῖς καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ πολιτεία ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀναπότρεπτον, ἀλλὰ δὲν ἀποτελεῖ παρὰ τὴν ἀρχὴν, δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν καὶ ἐξύψωσιν τοῦ κλήρου. Ὁ κλῆρος ἀποτελεῖ μίαν τεραστίαν ἠθικὴν δύναμιν, ἡ ὁποία ἰδίως κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν πρέπει νὰ εἶναι ἄκρως ἐνισχυμένη. Αἱ μεταπολεμικαὶ κοινωνίαι παρουσιάζουν μίαν ἠθικὴν χαλαρότητα καὶ ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ φαινομένου θὰ πρέπει νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ ἐντονωτέρα ἀντίδρασις πρὸ παντὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ διαπρέψῃ διὰ τὰ πλούτη της, ἡ ὁποία μόνον δύναται νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τοῦ χαρακτῆρος της διὰ τοῦ ἀνωτέρου της πολιτισμοῦ. Διὰ νὰ διαμορφωθῇ περισσότερον τὸ ἠθικὸν ὑπόβαθρον. Καὶ διὰ τὸν σχηματισμὸν τῶν βάσεων αὐτῶν, τῶν ἠθικῶν, πρωτεύει ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως, ἐπίσης, σπουδαῖος εἶναι καὶ ὁ ρόλος τῶν πνευματικῶν ἡγετῶν, τῶν ἐκπροσώπων τῶν πνευματικῶν ἱδρυμάτων, ὅπως ἀκόμη τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ παραδειγμάτων ὀφείλουν νὰ κατευθύνουν πρὸς καλυτέρους ἠθικούς, πνευματικοὺς καὶ ἐκπολιτιστικοὺς δρόμους τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ἀποστολὴ τοῦ κλήρου εἶναι ὑψίστη καὶ θὰ ἔπρεπε ὄχι, βεβαίως, διὰ νόμου νὰ ἐπιβληθῇ τὸ χρέος τῶν Ἱεραρχῶν, ἀλλὰ νὰ προέλθῃ αὐτὸ ἀπὸ μίαν ἀνάγκην ἰδιαιτέραν αὐτῶν τῶν ἰδίων καὶ ἀπὸ μίαν ἐπίγνωσιν ὑψίστην τῶν καθηκόντων των. Ἄς ἐλπίσωμεν, ὕστερα ἀπὸ τὴν σημειωθεῖσαν ἐκτροπήν, ὅτι θὰ ἀναζωογονηθῇ τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης, τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος καὶ οἱ Ἱεράρχαι φυσικὰ θὰ ἐκτελέσουν τὸν ὑψηλὸν θρησκευτικόν, κοινωνικὸν καὶ ἠθικὸν ρόλον των. Ἐλέχθη, ὅτι ὁ ἀνώτερος κλῆρος νοσεῖ. Ἀσφαλῶς ὑπάρχουν Ἱεράρχαι μὲ ἠλαττωμένην τὴν ἀντίληψιν τῆς εὐθύνης καὶ τοῦ καθήκοντος. Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ Ἱεράρχαι ἄξιοι τοῦ ὀνόματος, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν μὲ αὐταπάρνησιν νὰ ἀγωνίζωνται, διὰ τὰ θρησκευτικά, τὰ κοινωνικὰ καὶ τὰ πατριωτικὰ ἰδεώδη. Ἐπίσης διακρίνονται διὰ τὴν πίστιν τὴν θρησκευτικὴν καὶ κοινωνικὴν καὶ οἱ ἀφανεῖς ἥρωες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἁπλοῖ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι μὲ τὰ πενιχρότατα μέσα διεξάγουν ἀγῶνα νὰ καλύψουν τὰς προσωπικάς των ἀνάγκας καὶ ἐπὶ πλέον νὰ ἐπιτελέσουν τὸ καθῆκόν των. Χρέος τῆς Πολιτείας εἶναι, διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐξυψώσῃ τὸν Κλῆρον, τὸν ἀνώτερον καὶ τὸν κατώτερον, πρωτίστως, ὅμως, νὰ προσέξῃ τὰς βιοτικὰς ἀνάγκας τοῦ κατωτέρου κλήρου, ὁ ὁποῖος τελεῖ ὑπὸ συνθήκας, αἱ ὁποῖαι δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ὠφέλιμον ἐκ τοῦ σχήματός του δραστηριότητα καὶ ἀποστολήν.
§181Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Γνωρίζω τοὺς ἰδεολογικούς σας ἀγῶνας καὶ σέβομαι πάρα πολύ, τὴν μεγάλην προσπάθειαν ποὺ ἔχετε κάμει εἰς τὴν ζωήν σας καὶ διακόπτω μόνον —δὲν εἶναι εἰς τὰς συνηθείας μου ἄλλωστε νὰ διακόπτω— διὰ νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἔχουν προετοιμασθῆ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα βελτιώνουν τὴν θέσιν τοῦ κλήρου ἐν γένει.
§182Α. ΜΕΡΟΣ. Μὲ πολλὴν χαρὰν καὶ ἱκανοποίησιν ἠκούσαμεν τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξυψωθῇ εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τοῦ λαοῦ καὶ ταυτοχρόνως θὰ ἐπιτελέσῃ ἕνα καθῆκον διὰ τὸν ἐξαγνισμὸν καὶ τὴν ἄνοδον ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας μὲ τὴν ὑποβοήθησιν τοῦ κατωτέρου κλήρου, ὅπως καὶ τοῦ ἀνωτέρου φυσικά, εἰς τὸ νὰ δύναται νὰ ἐπιτελῇ εὐχερῶς τὰ καθήκοντά του, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀξιώσεις, ἀπὸ ἕνα πενόμενον κλῆρον, νὰ εἶναι ὑπόδειγμα ἀρετῆς καὶ ἀφιλοκερδείας, τὴν στιγμὴν ποὺ κατατρύχεται ὁ ἴδιος ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας βιοτικάς του ἀνάγκας. Ὁ κλῆρος ἐν γένει, πρέπει νὰ τύχῃ ὅλης τῆς δυνατῆς ἐνισχύσεως, ὥστε πράγματι νὰ καταστῇ μία ζωοποιὸς δύναμις, διὰ νὰ ἀναστηθοῦν καὶ ἀναζωογονηθοῦν αἱ ἴδιαι ἠθικαὶ καὶ αἰώνιαι ἀξίαι, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν ἄνθρωποι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν κοινωνίαι. Τὸ καθῆκόν μας αὐτό, ὀφείλει νὰ εἶναι συνεχές, ἰδίως διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι τεταγμένοι διὰ παντὸς τρόπου, ὄχι μόνον νὰ μεριμνοῦν διὰ τὰ βιοτικὰ προβλήματα τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ καταγίνωνται καὶ μὲ τὰ ἠθικὰ καὶ πνευματικά του ζητήματα. Καὶ ὀφείλει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, δὲν ἔχομεν ἐπιτελέσει τελευταίως σπουδαῖα βήματα προόδου, ἐνῷ διαρκῶς ὁμιλοῦμεν περὶ ζητημάτων, ἀναγομένων εἰς ὑλιστικὰ φαινόμενα. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ θέσωμεν τὰ θεμέλια διὰ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς πραγματικοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ καὶ νὰ ἀποφεύγωμεν πράματα, τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἑλληνικὴν παράδοσιν. Βεβαίως, μὲ τὴν ψήφισιν, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ, ἐλπίζομεν, τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, θὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκτεθοῦν περισσότερον ὅλα τὰ ζητήματα τοῦ κλήρου καὶ θὰ θεμελιωθῇ ἡ νομοθεσία, ἡ ὁποία ἐπὶ μακρὸν θὰ διέπῃ τὰ τῆς Ἱεραρχίας καὶ τοῦ Κλήρου ἐν γένει. Τότε θὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσουν περισσότεροι συνάδελφοι καὶ νὰ καταγίνωμεν μὲ τὸ εὐρύτατον αὐτὸ ζήτημα τοῦ κλήρου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ζήτημα 5–10 χιλιάδων προσώπων ἢ 50 ἢ 60 Ἱεραρχῶν, ἀλλὰ εἶναι ζήτημα ἠθικῆς διαπλάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ. Διότι, πλὴν τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὁ κλῆρος ἀσκεῖ τὴν ἐπίδρασιν τὴν ἠθικοπλαστικήν. Καὶ ὀφείλομεν αὐτὴν τὴν δύναμιν νὰ τὴν καταστήσωμεν περισσότερον ἐνεργὸν καὶ περισσότερον ζωογόνον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, ὅτι εἶναι ὑπερβολικαὶ ἢ μικραὶ αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ἀνωτάτων κληρικῶν, ὅτι ὑπάρχουν τὰ λεγόμενα «τυχηρά», ὅτι ὑπάρχουν, δὲν ἠξεύρω ποῖαι ἄλλαι ἀπολαβαί, θὰ ἔπρεπε αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ τὸ ἔχωμεν ἀντιπαρέλθει, θὰ ἔπρεπε οἱ ἴδιοι οἱ Ἱεράρχαι, διὰ τῆς ἐν γένει στάσεώς των, νὰ ἀποδεικνύουν μίαν ἀφιλοχρηματίαν καὶ μίαν ἀφιλοκέρδειαν, ὥστε ποτὲ νὰ μὴ γεννῶνται ζητήματα τοιούτου εἴδους, ζητήματα χρηματικὰ διὰ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς, ὑπῆρξαν καὶ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἔφερον εἰς ἀντίθεσιν ὡρισμένους ἱεράρχας, μὲ τὰ κηρύγματα τοῦ Θεανθρώπου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον αὐτὸ καὶ ἀποτελεῖ μίαν ἐκτροπήν, ἡ ὁποία καὶ μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου καὶ μὲ τὴν ἐξύψωσιν τοῦ κλήρου καὶ μὲ τὴν καλλιτέρευσιν τῶν χαρακτήρων, θὰ παύσῃ νὰ παρατηρῆται. Τοῦ κλήρου ἡ ἀποστολὴ εἶναι ἡ ἀφιέρωσις εἰς ἔργα φιλανθρωπίας, εἰς ἔργα ἐξυψώσεως ψυχικῶς καὶ πνευματικῶς τῶν μαζῶν. Καὶ εὐτυχῶς ὑπάρχουν σήμερον ἀρκετοὶ Ἱεράρχαι, οἱ ὁποῖοι ἀθορύβως ἐπιτελοῦσι τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ εἶναι ἄξιοι πάσης τιμῆς καὶ πάσης προστασίας. Μέχρις ὅτου, ὅμως, φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ ἐγείρωνται χρηματικὰ ζητήματα πέριξ τοῦ ὀνόματος τῶν Ἱεραρχῶν, θὰ ἔπρεπε ἡ νομοθεσία νὰ περιφρουρήσῃ, τρόπόν τινα, αὐτοὺς τοὺς Ἱεράρχας, θεσπίζουσα νόμον, τόσον διὰ τὰ «τυχηρά», ὅσον καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσρέουν εἰς τὰ Φιλόπτωχα Ταμεῖα. Οἱ Ἱεράρχαι, ἀσφαλῶς, εἶναι ἀνώτεροι πάσης ὑποψίας, ἀλλὰ τὸ δημοκρατικόν, τὸ ὀρθόν, τὸ σωστόν, εἶναι νὰ γίνεται κατὰ καιροὺς ἀπολογισμὸς τῶν Φιλοπτώχων Ταμείων, τὰ ὁποῖα, ὅπως ἠξεύρετε, τροφοδοτοῦνται ἀπὸ τὰ ἐπαρχιακά, ἐνοριακὰ ταμεῖα, νὰ γίνεται ἀπολογισμός, ὥστε νὰ μὴ χωρῇ καμμία ἀμφιβολία, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμίαν των διαχείρισιν. Δὲν θέλομεν νὰ θίξωμεν τοὺς Ἱεράρχας, ὅτι γίνεται καταδολίευσις, προκειμένου περὶ χρήματος τῶν Φιλοπτώχων Ταμείων τῶν Μητροπόλεων. Ἀλλὰ τὸ σωστὸν εἶναι, νὰ καθιερωθῇ διὰ νόμου ὁ ἔλεγχος, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ γίνῃ ποτὲ διαβολή, διότι, βεβαίως, διαβολαὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτοξεύωνται ἀπὸ ὡρισμένους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν μανίαν τῆς δυσφημήσεως καὶ τῆς κατασυκοφαντήσεως. Ζητήματα, σχετικὰ μὲ τὸν κλῆρον καὶ τὴν ἐκκλησίαν ἐν γένει, εἶναι καὶ τὰ κενά, τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ναούς. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν, φερ’ εἰπεῖν, κατόπιν τῶν σεισμῶν, πλεῖστοι ναοὶ ἔχουν καταρρεύσει. Αἱ ὑπηρεσίαι Ἀνοικοδομήσεως ἔχουν ἐξαιρέσει τοὺς ναοὺς ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν διὰ τὴν ἀνακατασκευήν των. Παραπέμπουν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἀλλὰ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν διαθέτει τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀναγκαιοῦν, διὰ τὴν ἀνακατασκευὴν τόσων κτιρίων ναῶν. Γνωρίζω χωρία, τὰ ὁποῖα ἔπαυσαν ἀπὸ πολλοῦ νὰ ἐκκλησιάζωνται, ἐλλείψει ναῶν. Ὑπάρχουν χωρία, τὰ ὁποῖα διὰ τὰς ἐπιμνημοσύνους δεήσεις προστρέχουν εἰς γειτονικὰ χωρία. Καὶ αὐτὸ εἶναι δυνατὸν ἐν καιρῷ θέρους, ἐνῷ κατὰ τὸν χειμῶνα παρουσιάζει τρομακτικὰς δυσχερείας. Ὁ Στρατηγὸς Ἰατρίδης εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ πόσον μεγάλα εἶναι τὰ κενὰ εἰς ναούς, τόσον εἰς τὴν περιοχὴν Μαγνησίας, ὅσον, γενικώτερον, καὶ ἐν γένει τῆς Θεσσαλίας. Θὰ παρακαλούσαμεν ἰδιαιτέρως τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν τὸ ταχύτερον μάλιστα καὶ οἱ ναοί, οἱ κατεδαφισθέντες συνεπεία τῶν σεισμῶν, εἰς ὅλα τὰ χωρία καὶ εἰς ὅλας τὰς πόλεις. Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τελεσθῇ ἡ λειτουργία, χωρὶς μίαν στοιχειώδη στέγην; Ἢ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσρέουν οἱ πιστοὶ μέσα εἰς κτίρια ἑτοιμόρροπα καὶ ἕτοιμα ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ δημιουργήσουν θύματα μὲ ἀπροόπτους καταρρεύσεις; Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ἦτο λεπτομερέστερον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν καὶ τὰ προσόντα τῶν Ἐπισκόπων. Θὰ ἔπρεπε εἰς τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀναφέρεται, στοιχειωδῶς ἔστω, τί θὰ διαλαμβάνουν τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδοθοῦν. Δι’ αὐτό, εἶναι δίκαιαι αἱ ἐπικρίσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἰδικήν της θέλησιν. Ἐλπίζομεν ὅτι, ἐν τέλει, τὰ Διατάγματα θὰ ἔχουν τὴν σφραγῖδα τῆς καλῆς θελήσεως. Ἐπίσης θὰ πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, διὰ νὰ μὴ καταστοῦν οἱ Μητροπολῖται ὄργανα τοῦ Κόμματος. Ἐὰν συμβῇ αὐτό, θὰ ἔχῃ συνεπείας καὶ εἰς τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ. Διότι σχετίζονται αἱ πράξεις τῶν λειτουργῶν τῆς Πολιτείας μὲ τὰ θρησκευτικά των συναισθήματα. Ἡ Ἀγροτικὴ Ὁμὰς εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ θέλει τοῦτο συμπληρωμένον, μὲ μέτρα βελτιώσεως ἐν γένει τοῦ Κλήρου καὶ μέτρα ἀνεγέρσεως τῶν ναῶν. Ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀνοικοδομήσεως τῶν ναῶν καὶ τῆς λήψεως μέτρων, πρὸς προφύλαξιν τῶν Μητροπολιτῶν ἀπὸ ὑποψίας, διὰ τῆς καθιερώσεως ὑποχρεωτικοῦ ἐλέγχου τῶν φιλοπτώχων ταμείων.
§183Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις διεξάγεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅλοι οἱ ἱεράρχαι συνεφώνησαν καὶ ὑπέγραψαν πρακτικὸν καὶ οἱ ἑπτά. Πράγματι, ἡ πληροφορία αὐτή, μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἦτο ἀκριβής. Αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὑπάρχει ἡ πληροφορία, ὅτι τὸ πρακτικὸν αὐτὸ ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψαν σήμερον τὴν πρωΐαν. Ἀλλά, ἐν συνεχείᾳ, ὅταν προσεκομίσθη τὸ πρακτικὸν αὐτὸ διὰ νὰ ὑπογραφῇ καὶ ἀπὸ τοὺς ἑπτά, ἐζήτησαν νὰ τεθῇ ὅρος, ὅτι ἐντὸς τοῦ πρακτικοῦ θὰ ἀναφέρωνται ὀνομαστικῶς αἱ κεναὶ Μητροπολιτικαὶ ἕδραι.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ὄχι ἀγόρευσιν.
§185Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφήσατε νὰ ζητήσῃ διευκρινίσεις ἐπὶ μιᾶς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν ἔχει.
§186Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἡ θέσις τοῦ ὅρου, ὅτι αἱ ἀποφάσεις ἐθεωροῦντο ἄκυροι, ἔχει τὴν συνέπειαν, ὅτι ὁ ἄλλος ὅρος τοῦ πρακτικοῦ, ὅτι τὰ πρακτικὰ θὰ κυρωθοῦν, εἶναι ἄνευ σημασίας, καὶ δι’ αὐτὸ οἱ ἑπτὰ ἠρνήθησαν νὰ ὑπογράψουν. Αὐτὴ ἡ πληροφορία ὑπάρχει αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ πληροφορήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν Βουλήν.
§187Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Κύριοι βουλευταί, ὁ κύριος συνάδελφος λέγει, ὅτι ἔχει νεωτέρας πληροφορίας. Τὰς πληροφορίας αὐτάς, δὲν τὰς γνωρίζω. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει σχέσιν μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κύριος συνάδελφος καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κύρκος, ἔχει τὸν λόγον.
§189Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἐκθέσω ὡρισμένας ἀντιλήψεις, ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδρίας ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἤδη, ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφος, ἔθεσεν ἐνώπιον ἡμῶν μίαν πληροφορίαν, ὅτι αὐτὸ τὸ πρωτόκολλον, αὐτὸ τὸ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον ἐφέρετο ὡς ὑπογραφὲν ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν Μητροπολιτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, καὶ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, αὐτὸ τὸ πρωτόκολλον δὲν ὑφίσταται. Ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἐπὶ τοῦ τεθέντος ἐρωτήματος, δὲν εἶναι κατ’ ἐμὲ ἱκανοποιητική.
§190Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Δι’ ἡμᾶς εἶναι.
§191Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι διὰ σᾶς, δι’ ἐμέ, ὅμως, δὲν εἶναι. Δὲν εἶναι διὰ πάντα ἀμερολήπτως καὶ ἀντικειμενικῶς κρίνοντα τὰ πράγματα. Διότι ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ πρωτόκολλον μὲ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητῶμεν καὶ συνεπῶς ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει πρωτόκολλον μᾶς εἶναι τελείως ἀδιάφορον. Ὅμως, δὲν εἶναι καθόλου ἀδιάφορον. Διότι ἄλλας σκέψεις καὶ ἀπόψεις θὰ διατυπώσωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ συμφωνητικὸν καὶ ἄλλας ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ. Τοῦτο εἶναι αὐτονόητον.
§192Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Ἔκαμε δήλωσιν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τί ἄλλο σημαντικώτερον θέλετε, κύριε συνάδελφε; Καὶ ἐδευτερολόγησεν ὁ κ. ὑπουργός. Ἔχομεν πίστιν εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§194Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν ἠμφισβήτησα ἐγὼ τὴν ἀκρίβειαν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ λέγω, ὅτι προσήχθη ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἡ νέα πληροφορία καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐζητήθη μία διευκρίνησις ἀπὸ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔλεγεν, ὅτι αὐτὴ ἡ πληροφορία εἶναι ἀνακριβής, εἴτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀγνοεῖ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς πληροφορίας, θέμα δὲν θὰ ὑπῆρχεν. Ἀλλὰ δὲν εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. ὑπουργός, ἀλλὰ εἶπεν, ὅτι ἡ πληροφορία αὐτὴ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι δὲν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ λέγω ἐγώ, ὅτι ἀφορᾷ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον, διότι αὐτὸ τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ὑπέστη τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη, κατόπιν τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κοινοῦ πρακτικοῦ. Πῶς θέλετε...
§195Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Εἰς ποῖα σημεῖα, κύριε συνάδελφε, νομίζετε, ὅτι ἐτροποποιήθη καὶ μετεβλήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτό, βάσει τοῦ πρακτικοῦ;
§196Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιόν σας, κύριε ὑπουργέ, εὑρίσκεται ἐν πληρεστάτῃ μεταβολῇ, μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ πρακτικοῦ καὶ κυρίως εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία ὑποτάσσεται εἰς τούς ἑπτά.
§197Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχω τὸ κείμενον τοῦ συμφωνητικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, τρία εἶναι τὰ σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε συμφωνία μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς μειοψηφίας ἀφ’ ἑτέρου. Πρῶτον, ὅτι διακόπτονται αἱ ἐργασίαι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μέχρι τῆς 25ης Μαΐου, λόγῳ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, κοινῇ πάντων συναινέσει. Συνέπεια τούτου εἶναι, ὅτι διαγράφεται ἡ διάταξις περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§198Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Θέλετε νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἀναστέλλομεν ἡμεῖς τὰς ἐργασίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου;
§199Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὸ νομοσχέδιόν σας, κύριε ὑπουργέ, ἔχει διάταξιν περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μέχρι τῆς 25ης Μαΐου καὶ ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐγένοντο μακρόταται συζητήσεις.
§200Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Χθὲς τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν πολεμήσατε, χθὲς ἐζητήσατε τὴν ἀπάλειψίν της. Σήμερον θέλετε νὰ τὴν ἐπαναφέρωμεν;
§201Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν πολεμῶ, κύριε ὑπουργέ, τὴν διάταξιν. Δὲν ἐκφέρω γνώμην περὶ αὐτήν. Ἁπλῶς διαπιστώνω. Τὸ εἶπεν, ἄλλωστε, καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συνεφώνησαν οἱ Ἱεράρχαι νὰ διακόψουν τὰς ἐργασίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μέχρι τῆς 25ης Μαΐου καὶ ὅτι τοῦτο μᾶς διευκολύνει, ὥστε νὰ ἀπαλείψωμεν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀναστέλλονται αἱ ἐργασίαι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Διατὶ διαμαρτύρεσθε, δι’ ὅσα λέγω;
§202Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Κύριε συνάδελφε, δὲν διαμαρτύρομαι. Ἐδήλωσα εἰς τὸν κ. Ἐφραιμίδην, ὅτι δὲν γνωρίζω τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι προχωροῦμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ὅτι τὴν ἀναστολήν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον τὴν ἀπαλείφομεν.
§203Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς εἴπω, κύριε ὑπουργέ, ὅτι ὑποκρίνεσθε, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνεσθε τὴν διαφοράν, διότι, ἄλλως, δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμένετε ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρακτικόν, γνωρίζετε τί δημιουργεῖτε διὰ τῆς διαγραφῆς τῆς διατάξεως περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου; Ἐπειδὴ προσποιεῖσθε, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνεσθε τὴν σχέσιν μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας διατυπώσεως, καὶ τὴν σχέσιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο διατυπώσεων καὶ τὸ πρακτικόν, σᾶς λέγω, τὸ ἑξῆς: Ὑποθέσατε, ὅτι γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιόν σας διαγραφομένης τῆς διατάξεως περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, συμφώνως μὲ τὴν τροπολογίαν. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πρακτικόν, γνωρίζετε ποίαν κατάστασιν δημιουργεῖτε;
§204Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Κύριε συνάδελφε, πρῶτον, ἡ προσποίησις δὲν μοῦ ἁρμόζει εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη, δὲν θὰ ὑπῆρχε πρὸς τὸ μέρος τὸ ἰδικόν μου. Ἡμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἔχομεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὡς τὴν ἔφερε τροποποιημένην ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισίν της. Ἐὰν ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἔχετε ἀντιρρήσεις καὶ θέλετε νὰ κάμετε τροποποίησιν αὐτῆς ἢ ἀπάλειψιν, ὑποβάλατε σχετικὴν πρότασιν καὶ ζητήσατε τὴν τροπολογίαν ἢ τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀπὸ τὸ Σῶμα.
§205Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔφερε τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι κατενόησε τὸ σφαλερὸν τῆς προηγουμένης διατάξεως καὶ ἠθέλησε νὰ τὸ ἄρῃ...
§206Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Ὅπως κάθε βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν δι’ ἕν νομοθέτημα, τὸ ἴδιον δικαίωμα ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§207Μ. ΚΥΡΚΟΣ. ... ἐπιτρέψατέ μου, κύριε ὑπουργέ, ἡ Κυβέρνησις ἔφερε τὴν τροπολογίαν, διότι ἐστηρίχθη ἐπὶ τοῦ πρακτικοῦ τῆς Ἱεραρχίας, τὸ ὁποῖον κατέστησεν ἀνωφελῆ τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὅπως ὀρθότατα ἐτόνισεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ἴδιοι οἱ Μητροπολῖται, τῆς μειοψηφίας καὶ τῆς πλειοψηφίας, καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, συνεφώνησαν νὰ διακόψουν τὰς ἐργασίας τῆς Συνόδου μέχρι τῆς 25ης Μαΐου, λόγῳ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ πρακτικὸν καὶ ἐὰν δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐξησφαλισμένην, κοινῇ συμφωνίᾳ, τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, βεβαίως δὲν θὰ διέγραφε τὴν διάταξιν περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, διότι θὰ ἤθελεν, ἀκριβῶς, διὰ τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, νὰ ἀνακόψῃ τὴν περαιτέρω ἐκτράχυνσιν τῆς καταστάσεως μεταξὺ τῶν Μητροπολιτῶν τῆς μειοψηφίας καὶ τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλὰ διατὶ νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ συζήτησις; Διατὶ νὰ παρατείνεται ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἐκκρεμότης περὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Κύριε ὑπουργέ, εἶναι ἀκριβὴς ἢ δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία; Ἔχετε γνῶσιν τῆς νέας πληροφορίας ἢ ὄχι; Ἐὰν εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβής, προχωροῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τῆς διατάξεως. Ἐάν, ὅμως, εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία, πρέπει νὰ ἐπωμισθῶμεν τὰς εὐθύνας μας εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος. Ἀλλὰ σεῖς, κύριε ὑπουργέ, ἀπαντᾶτε ἐπ’ αὐτοῦ. Σεῖς λέγετε: «Ἀκριβὴς ἢ μὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγώ, ἀκριβὴς ἡ πληροφορία, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον. Τοῦτο μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐκτραπῶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐσκεπτόμην νὰ εἴπω καὶ νὰ εἴπω αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσα πρὸς ὑμᾶς. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς ἔλεγε πράγματι, ὅπως ἰσχυρίζονται τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅτι ἡ πληροφορία εἶναι ἀνακριβής, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν γνῶσιν αὐτῆς, τὸ ζήτημα θὰ ἐτερματίζετο. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν τὸ λέγει. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνηρχόμην εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου καὶ τὴν ἱκανοποίησίν μου, διότι εἶχεν ἐπέλθει αὐτὴ ἡ συμφωνία, μεταξὺ τῶν δύο μερίδων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Διότι θεωρῶ καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ καλυτέρα λύσις, τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωμεν ἡμεῖς, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, εἰσηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ καλυτέρα λύσις, τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἀνακύψασαν κρίσιν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἦτο κατωτέρα, θὰ ἦτο ὀλιγώτερον καλὴ τῆς λύσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐδίδετο ἀπὸ τοὺς ἰδίους τοὺς διαφωνήσαντας Ἱεράρχας. Θὰ ἦτο ὁπωσδήποτε καλυτέρα ἡ λύσις, διδομένη παρὰ τῶν ἰδίων τῶν διαφωνησάντων Ἱεραρχῶν, παρὰ ἡ οἱαδήποτε λύσις, τὴν ὁποίαν θὰ ἐδίδαμεν ἡμεῖς, ὡς Βουλή. Τὸ λέγω αὐτό, διότι, ὅπως καὶ προχθὲς ὑπεστήριξα, ἡ παρέμβασις τῆς Πολιτείας εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ γίνεται μετὰ τῆς μεγαλυτέρας προσοχῆς καὶ μόνον ὅταν ὑπάρχῃ ἀποχρῶσα ἀνάγκη καὶ πάντοτε σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην τῆς Ἱεραρχίας. Αὐτὴν τὴν χαρὰν δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν ἐκφράσω τώρα καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν ἐκφράσω, διότι ἐτέθη ἐν ἀμφιβολίᾳ ἡ ὕπαρξις τοῦ πρακτικοῦ τῆς συμφωνίας. Ἐτέθη ἐν ἀμφιβολίᾳ ἀπὸ τὸν κύριον συνάδελφον, τὸν παρασχόντα τὴν πληροφορίαν, τίθεται ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ ἀπὸ τὸν σιωπῶντα ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Συνεπῶς δὲν γνωρίζω τώρα, πῶς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ νέον νομοσχέδιον. Νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν ὡς προϊὸν τῆς ἐπελθούσης μεταξὺ τῶν δύο μερίδων συμφωνίας, ἢ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσω ὡς προϊὸν νέων σκέψεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εὔχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς, ἡ πληροφορία νὰ εἶναι ἀνακριβής. Εὔχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς νὰ ὑπάρχῃ τὸ πρακτικὸν καὶ νὰ μὴ ἀνέκυψε νέα διαφωνία, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν κατ’ ἀρχὴν συμφωνίαν, μεταξὺ τῶν σεβασμίων ἱεραρχῶν. Ἀλλὰ ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ συμφωνία καὶ ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ τὸ πρακτικόν, διερωτῶμαι, εἰς τί χρησιμεύει πλέον τὸ νομοσχέδιον; Καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μὲ παρακολουθήσῃ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν σκέψεών μου, καθὼς, ἐπίσης, καὶ ὅλους ὑμᾶς, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, διότι νομίζω, ὅτι θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν συμφωνίαν, δὲν ἔχει πλέον κανένα νόημα τὸ νομοσχέδιον. Ποῖαι ἦσαν αἱ οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου; Πρώτη διάταξις, ἡ κατάργησις τοῦ μεταθετοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ ἀποτελεῖ ὅρον τοῦ πρακτικοῦ, ὡς τὸ πρακτικὸν μᾶς ἀνεκοινώθη. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, τὸ σύνολον τῶν Ἱεραρχῶν συνεφώνησε, διότι ἡ γνώμη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δεσμεύει ἠθικῶς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς ὁλομελείας τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁλομελείας τῆς Ἱεραρχίας. Διότι ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος εἶναι ἐκπρόσωπος τῆς ὁλομελείας τῆς Ἱεραρχίας. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ὑπάρχει ὁμόφωνος γνώμη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου περὶ καταργήσεως τοῦ μεταθετοῦ, δὲν ἔχει, νομίζω, νόημα νὰ θεσπίσωμεν τὴν κατάργησιν τοῦ μεταθετοῦ ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δευτέρα διάταξις καὶ οὐσιώδης διάταξις, ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ μακρὰ διεξήχθη συζήτησις, ἦτο αὐτή, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεστέλλοντο αἱ ἐργασίαι τῆς Συνόδου. Καὶ μάλιστα πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐμέμφθησαν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐλάμβανεν αὐτὸ τὸ μέτρον τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν. Ἤδη δὲν ὑπάρχει θέμα ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν. Διότι καὶ τὴν ἀναστολήν, ὑπὸ τὸν τύπον τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, μέχρι τῆς 25 Μαΐου 1959, χρονολογίας θεσπιζομένης ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὴν ἔχει ἀποφασίσει τὸ σύνολον τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἱερὰν Σύνοδον Ἱεραρχῶν, μὲ σύμφωνον γνώμην καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Δὲν ἔχει, συνεπῶς, καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις νόημα. Τρίτη διάταξις ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀφεώρα εἰς τὴν τοποθέτησιν τῶν Μητροπολιτῶν δι’ ἀποφάσεως, οὐχὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλὰ δι’ ἀποφάσεως τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, καθὼς καὶ τοῦ Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης καὶ αὐτῶν οὐχὶ δι’ ἀποφάσεως τῆς Διαρκοῦς Συνόδου, ἀλλὰ δι’ ἀποφάσεως ὁλοκλήρου τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ περιλαμβάνεται μέσα εἰς τὸ πρακτικόν. Συνεπῶς, αἱ τρεῖς θεμελιώδεις διατάξεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ὡς σκοπὸν νὰ καθιερώσῃ τὸ νομοσχέδιον, περιλαμβάνονται μέσα εἰς τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ὑπεγράφη ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς, συμφωνοῦντας ὅλους ἐν ὁμοφωνία μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον. Κατόπιν τούτου, ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ ψήφισις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου; Ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἀνακύψῃ. Ἀφοῦ εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα, τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ τὸ ψηφίσωμεν; Ἔχει μίαν σημασίαν νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἢ νὰ μὴ τὸ ψηφίσωμεν. Ἡ ψήφισις ἔχει τὴν σημασίαν τῆς ἰδικῆς μας ἐπεμβάσεως. Ἡ μὴ ψήφισις ἔχει τὴν σημασίαν, ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα ἐρρυθμίσθησαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ἐνεργοῦσαν ἐν τῷ κυριαρχικῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ ρυθμίζῃ τὰ καθ’ ἑαυτήν. Ἀρχῆθεν δὲ ἐγώ, ἐτάχθην ἐναντίον τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας εἰς τὰ πράγματα τῆς ἰδικῆς μας Ἐκκλησίας, ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι τῆς παρούσης μόνον, ἀλλὰ πάσης Κυβερνήσεως.
§208Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐχειροκροτήσατε τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ἠλιοῦ, ἐνῷ διαφωνεῖτε πλήρως εἰς τὸ θέμα. Διαφωνεῖτε μὲ τὸν κ. Ἠλιοῦ, τὸν ὁποῖον ἐχειροκροτήσατε θερμῶς.
§209Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἀξιότιμε συνάδελφε καὶ ἀγαπητὲ φίλε, δὲν εἶπα ποτὲ ὅτι εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐκφράζω τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Ἠλιοῦ καὶ τὰς ἀπόψεις τῆς ΕΔΑ. Ἐγὼ ἐκφράζω τὰς ἀπόψεις τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ἐὰν ἐχειροκρότησα τὸν κ. Ἠλιοῦ, καὶ τὸν ἐχειροκρότησα πράγματι, τὸν ἐχειροκρότησα διότι ἐχειρίσθη τὸ θέμα μὲ ὅλην τὴν σοβαρότητα, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς αὐτό. Δι’ αὐτὸ τὸν ἐχειροκρότησα. Ἀλλὰ σᾶς παρέχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν εἶναι μόνον αὐτό, τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ πρός τινας τῶν ἀπόψεων, τὰς ὁποίας ἐξέθεσεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Ἠλιοῦ. Ὑπάρχουν ἄλλα σημεῖα σοβαρώτερα τούτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ διαφωνῶ καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλος διὰ νὰ τὰ ἀναπτύξω καὶ νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδικάς μου ἀπόψεις. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἐνῷ τοῦτο συμβαίνει ἐν τῇ πραγματικότητι, εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐπέρχεται μία ἄλλη μεταβολή, ἡ ὁποία ἔχει βαρυτάτην σημασίαν. Ἐκεῖ ὅπου εἰς τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιόν μας, μέχρι προχθὲς ἀπῃτεῖτο πρὸς ἔκδοσιν Βασ. Διαταγμάτων σύμφωνος γνώμη τῆς Ἱεραρχίας, τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον μᾶς διενεμήθη πρὸ ὀλίγου καὶ περὶ τοῦ ὁποίου μᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαλείφει τὴν λέξιν «σύμφωνον» καὶ ἀφήνει ἁπλῶς «γνώμην τῆς Ἱεραρχίας». Ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ συμφώνου γνώμης καὶ γνώμης τῆς Ἱεραρχίας, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναπτυχθῇ ἀπὸ ἐμέ. Εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ σύμφωνος γνώμη δὲν γνωρίζω ἂν ἀπετέλει πλαίσιον, ὅπως ἔχει εἴπει ὁ κ. Ἠλιοῦ — ἰδοὺ μία νέα διαφωνία μὲ τὸν κ. Ἠλιοῦ ἢ μᾶλλον διαφορὰ ἀπόψεων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἀπετέλει πλαίσιον ἢ ὄχι, δι’ ἐμὲ ἀπετέλει, ἐν πάσῃ περιπτώσει, σοβαρωτάτην ἐγγύησιν περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν Βασ. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξεδίδοντο. Διότι ἢ θὰ ὑπῆρχεν ἡ σύμφωνος γνώμη τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τότε θὰ ἐξεδίδοντο τὰ Διατάγματα, ἢ δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ σύμφωνος γνώμη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τότε δὲν θὰ ἐξεδίδοντο Διατάγματα, ἀλλὰ τὸ ζήτημα θὰ ἤρχετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἀπεφαίνετο, εἰσαγομένων ἐνώπιόν της ὅλων τῶν θεμάτων, ὑπὸ τύπον κανονικοῦ νομοσχεδίου. Τώρα, καταργεῖται τὸ «σύμφωνον» καὶ μένει ἡ ἁπλῆ «γνώμη» τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλὰ περαιτέρω, κύριοι συνάδελφοι, κάμνω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Δὲν πρόκειται κἂν περὶ γνώμης τῆς Ἱεραρχίας ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς. Θεσμοθετεῖται διὰ τοῦ κειμένου ἡ ἀρχὴ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Καὶ ὅπως ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ἰδικήν μας ἐξουσιοδότησιν διὰ νὰ ἐκδώσῃ Β. Διατάγματα, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καθιεροῦται ἐξουσιοδότησις τῆς Ἱεραρχίας πρὸς μίαν Ἐπιτροπήν. Δὲν γνωρίζω τί εἴδους Ἐπιτροπὴ θὰ εἶναι αὐτή, διότι δὲν ἀναφέρεται τίποτε εἰς τὸ νομοσχέδιον, οὔτε ἐκ πόσων μελῶν θὰ ἀποτελῆται. Τὸ συνάγω ἐκ τῆς ὅλης διατυπώσεως τοῦ κειμένου καὶ νομίζω, ὅτι ὀρθῶς τὸ συνάγω. Αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή, θὰ ἀποφανθῇ περὶ τῶν σχεδίων τῶν Β. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ καταρτίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἰδοὺ πῶς τὸ συνάγω. Λέγει ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν μᾶς διένειμεν ὁ κύριος ὑπουργός: «Συγκαλεῖται ...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἐκ τοῦ κειμένου αὐτοῦ συνάγεται, ὅτι ἀφοῦ λήξουν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνόδου τῆς ὁλομελείας τῆς Ἱεραρχίας, εἰς τὴν ὁποίαν τάσσεται 15θήμερος προθεσμία νὰ τὰς περατώσῃ, ἄρχεται ἡ προθεσμία τοῦ ἑνὸς μηνός, ἡ καθοριζομένη εἰς τὸ σχέδιον νόμου, διὰ νὰ ὑποβάλῃ αὕτη τὰ πορίσματά της ἐπὶ τῶν σχεδίων τῶν Β. Διαταγμάτων. Καὶ ἐρωτᾶται: Ὁ κ. ὑπουργός, θὰ ἔχῃ ἕτοιμα τὰ σχέδια Β. Διαταγμάτων, διὰ νὰ τὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ὁλομελείας τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, διὰ τὴν κανονικὴν ἐπεξεργασίαν των; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν 15 ἡμερῶν, τὸ ὁποῖον τάσσεται ὡς διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου, εἶναι ἀνεπαρκές. Διότι, βεβαίως, θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλα θέματα, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἀσχοληθῇ ἡ Σύνοδος. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, κατὰ τὴν ὡς ἄνω περίπτωσιν παρέλκει ἡ προθεσμία τοῦ ἑνὸς μηνός, διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς γνώμης τῆς Ἱεραρχίας. Αὕτη θὰ ὑποβληθῇ ἀμέσως καὶ διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν. Ἰδοὺ διατὶ συνάγω, ὅτι δὲν πρόκειται ἡ ὁλομέλεια τῆς Ἱεραρχίας νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῶν Β. Διαταγμάτων. Τὴν γνώμην της θὰ τὴν ἐκφέρῃ μία, κατ’ ἐξουσιοδότησιν, Ἐπιτροπὴ τῆς Ὁλομελείας καὶ αὐτὴ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος ἢ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλη Ἐπιτροπή.
§210Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Ἀπορῶ, πῶς σεῖς, κάμνετε τοιαύτην παρερμηνείαν τοῦ κειμένου. Ἐδῶ λέγει, ἡ γνώμη τῆς Ἱεραρχίας ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῶν Διαταγμάτων, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ἡ παράγραφος 2 δέον νὰ γνωστοποιηθῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν. Δηλαδή, γνωμοδοτεῖ εἰς τὸ 15θήμερον αὐτὸ ἡ Ἱεραρχία καὶ ἐντὸς μηνὸς ἀναμένει ὁ ὑπουργὸς τὴν γνωμοδότησιν αὐτήν. Ἄν δὲν τοῦ πᾶνε τὰ Διατάγματα, εἶναι ἐλεύθερος νὰ προχωρήσῃ ὁ ὑπουργός. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ἂν τυχὸν ἡ Ἱεραρχία συνερχομένη δὲν θελήσῃ κἂν νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ Διατάγματα, ἢ δὲν ἀποστέλλεται γνωμοδότησις πρὸς τὸν ὑπουργόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσῃ ἡ ἔκδοσις τῶν Διαταγμάτων, ἀλλὰ προχωρεῖ ὁ ὑπουργὸς διὰ τὴν ἔκδοσίν των. Ποῦ βλέπετε σεῖς τὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω.
§211Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Θὰ ἤθελα πολὺ νὰ ἦτο, ὅπως τὸ εἴπατε, κύριε ὑπουργέ. Ἀλλ’ ἂν εἶναι ἔτσι ἡ διατύπωσις, δὲν εἶναι ἡ πρέπουσα. Διότι ἡ Ἱεραρχία, συγκαλουμένη, δὲν ἔχει, εἶπον ἤδη, ἀποκλειστικόν της σκοπὸν καὶ μάλιστα συγκαλουμένη τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, δὲν ἔχει ὡς ἀποκλειστικόν της σκοπὸν νὰ συζητήσῃ μόνον ἐπὶ τῶν σχεδίων Β. Δ., τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ καταρτίσει ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ συνερχομένη ἡ Ἱεραρχία, ἔχει καὶ ἄλλα θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ συζητήσῃ, εἴτε συγκαλουμένη εἰς τὴν τακτικὴν σύνοδον τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, εἴτε ἐνωρίτερον, ὅπως ἀναφέρεται περαιτέρω, εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§212Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Εἶναι ἔκτακτος σύνοδος, Διότι ἡ τακτικὴ εἶναι μετὰ 2ετίαν. Διότι μετὰ 2ετίαν προβλέπει ὁ Καταστατικὸς Χάρτης. Ἡ Σύνοδος τῆς 1ης Ὀκτωβρίου εἶναι συνέλευσις τῆς Ἱεραρχίας AD HOC, διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς μελέτης τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου καὶ τῆς γνωμοδοτήσεως ἐπὶ τῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθοῦν εἰς αὐτήν, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸ λέγει ἡ διατύπωσις.
§213Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Θὰ παρεκάλουν, κύριε ὑπουργέ, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε, νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Ὅτι δηλαδὴ ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος, συνερχομένη, εἴτε τὴν 25ην Μαΐου, καθ’ ὃ δικαίωμα θ’ ἀποκτήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, καθ’ ἃ παγίως ὁρίζεται...
§214Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, ἢ διὰ Διατάγματος ἐνωρίτερον, ὄχι τὴν 25ην Μαΐου. Διατὶ θέτετε τὴν 25ην Μαΐου;
§215Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Λήγει ἡ προθεσμία τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου καὶ ἐγὼ τοποθετῶ τὴν πρόσκλησιν τῆς Ἱεραρχίας τὴν ἑπομένην τῆς λήξεως τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ κενὸν καὶ ἔχομεν πάλιν ἔριδας μεταξὺ τῶν Μητροπολιτῶν, ἐὰν θὰ συνέλθῃ εἰς τακτικὴν συνεδρίασιν ἢ δὲν θὰ συνέλθῃ εἰς τακτικὴν συνεδρίασιν ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος.
§216Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδή, προβλέπετε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀναβληθῇ καὶ διὰ τὸν Ὀκτώβριον. Ἄρα, τὰ Διατάγματα ἠμποροῦν νὰ ἐκδοθοῦν καὶ τὸν Ὀκτώβριον. Ἀλλά, τότε, ποῦ τὸ ἐπεῖγον;
§217Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Βεβαίως. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ δεχθῇ, ὅπως αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπε, θεωρηθῇ ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Ὅτι, δηλαδή, ἡ σύνοδος αὐτὴ τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος, εἴτε καλουμένη τὴν 15 Μαΐου, ὅπως ὁρίζει τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, εἴτε καλουμένη τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, συγκαλεῖται ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τῆς γνωματεύσεως ἐπὶ τῶν σχεδίων Βασιλικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν της. Καὶ βεβαίως, θὰ εἶναι ἕτοιμα ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος νὰ μελετηθοῦν, ἐφ’ ὅσον τάσσεται 15θήμερος προθεσμία, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὁποίας ἀναγκαστικῶς κηρύσσεται περαιωμένη ἡ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, τὸ κόμμα τὸ ἰδικόν μας, ἡ Δημ. Ἕνωσις, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τὴν παραχώρησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τόσον εὐρείας νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Θὰ εἴμεθα ἴσως διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν τὴν παραχώρησιν αὐτὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ἀρχικὴ διατύπωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὴν ἔκδοσιν Βασιλικῶν Διαταγμάτων ἀπαιτεῖται ἡ σύμφωνος γνώμη τῆς Ἱεραρχίας. Διότι τότε θὰ ὑπῆρχεν ἡ ἐγγύησις, ὅτι τὸ περιεχόμενον τῶν Διαταγμάτων θὰ ἐτύγχανε τῆς ἐγκρίσεως τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐλέχθη, ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο ἀντίθετον πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ὁ συνάδελφος κ. Παπαρρηγόπουλος ἀνέπτυξε τὴν θεωρίαν αὐτήν. Διότι θὰ ὑπεισήρχετο κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν καὶ τρίτος παράγων ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δηλαδὴ ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὐσταθήσῃ τοιοῦτον ἐπιχείρημα. Ἢ ἡ γνώμη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐτύγχανε καὶ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε θὰ ὑπῆρχε σύμπτωσις ἀπόψεων Κυβερνήσεως καὶ Ἐκκλησίας ἢ δὲν θὰ ὑπῆρχε σύμπτωσις καὶ τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε νομοθέτημα. Θὰ ἤρχετο τὸ ὅλον ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μαζὶ μὲ τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα ὑπὸ τύπον πλέον νομοσχεδίων διατυπωμένων. Σήμερον αἴρεται ἡ ἐγγύησις αὐτή, διότι δὲν ἀπαιτεῖται πλέον σύμφωνος γνώμη. Ἀπαιτεῖται ἁπλῆ γνώμη. Καὶ εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ ἢ νὰ μὴ δεχθῇ τὴν γνώμην τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν δεσμεύεται ἀπὸ τίποτε ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφράσῃ ἡ Ἱεραρχία. Ἀλλ’ αὐτό, κ. συνάδελφοι, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐπικίνδυνον. Δημιουργοῦμεν δευτέραν ἑστίαν κινδύνων, δημιουργοῦμεν νέαν ἀνωμαλίαν. Διατὶ τὸ λέγω αὐτό; Διότι ἐὰν μὲν ἡ Ἱεραρχία γνωρίζῃ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ γνώμη της διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα ἰσχύν, θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ Διατάγματα κατ’ ἄλλον τρόπον. Ὅταν ἡ Ἱεραρχία γνωρίζῃ, ὅτι ἡ γνώμη της δὲν εἶναι ἀπαραίτητος, ὅτι τὴν γνώμην της εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν παρίδῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ θέματα κατ’ ἄλλον τρόπον. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ προκειμένου καὶ περὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις γνωρίζῃ, ὅτι ἀπαιτεῖται σύμφωνος γνώμη τῆς Ἱεραρχίας θὰ διατυπώσῃ τὰ Διατάγματα κατ’ ἄλλον τρόπον, τρόπον δυνάμενον νὰ προκαλέσῃ τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις γνωρίζῃ, ὅτι ἁπλῆν γνώμην μόνον θὰ ἐκφέρῃ ἡ Ἱεραρχία, γνώμην μὴ δεσμεύουσαν αὐτήν, θὰ διατυπώσῃ τὸ περιεχόμενον τῶν Β. Δ)των κατ’ ἄλλον τρόπον. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ πρῶτος θὰ εἶναι καλύτερος καὶ ὁ ἄλλος χειρότερος. Πάντως, ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ θέματος ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι ἄλλη διὰ τὴν μίαν περίπτωσιν καὶ ἄλλη διὰ τὴν ἄλλην. Καὶ ἐδῶ κεῖται ὁ κίνδυνος περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα. Κίνδυνος εἴτε ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἱεραρχίας, εἴτε καὶ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν, νὰ προκύψῃ κἄτι ἄλλο, ἀντὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον θὰ προέκυπτεν ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ὑποχρέωσις τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἱεραρχίας.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπαμπάκος, ἔχει τὸν λόγον.
§219Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ εὐαισθησία σας αὐτὴ ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὅρον καὶ τὴν ἔννοιαν «σύμφωνος γνώμη», ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἴσως μόνον ἰδική σας, εἶναι ἀπολύτως ὑπερβολική. Σᾶς ἐρωτῶ: Ὅταν εἶδε τὸ φῶς ὁ ἤδη ἐν ἰσχύϊ νόμος 671, ὁ ἐπιγραφόμενος Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας, προϋπῆρχε σύμφωνος γνώμη; Καὶ ὅταν ἐψηφίσθη ὁ πρὸ αὐτοῦ νόμος, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι τὸ 1923, προϊὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, προϋπῆρχε σύμφωνος γνώμη; Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ, διὰ νὰ τοποθετηθοῦν μερικὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, διότι ἐλέχθησαν πολλὰ ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν, ἀλλ’ ἕνα νευραλγικὸν σημεῖον ἔμεινεν ἀνεξέταστον, προκειμένου περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὴν σύμφωνον γνώμην τῶν παρ’ ἡμῖν ἐνδιατριψάντων ἐν τῷ δημοσίῳ δικαίῳ, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ Πολιτεία τῆς γνώμης τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχει ἀνάγκην καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ ἡ Πολιτεία, ὅταν πρόκειται περὶ τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῶν ἱερῶν παραδόσεων. Ὅταν πρόκειται περὶ θεμάτων διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ρυθμιστὴς εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐξουσία κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Σαριπόλου καὶ τοῦ Σβώλου. Ἀλλὰ πέραν τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὁ εἰδικώτατος ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν ἀείμνηστος Εὐταξίας εἰς ἕνα ὑπόμνημά του πρὸς τὸν Βασιλέα τὸ 1899 λέγει, πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν ἐπιχειρημάτων του, ὅτι ἐπὶ θεμάτων ἀφορώντων διάρθρωσιν διοικητικὴν τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ὁποίων ἐπιλαμβάνεται ἡ πολιτικὴ ἐξουσία, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐν, ἱκανῶς, εὐρείᾳ κλίμακι, ἐπιλαμβάνεται τῶν θεμάτων τούτων αὐτοτελῶς, διότι εἶναι δικαίωμά της. Οὐδέποτε ἠμφισβητήθη ἐν Ἑλλάδι τοῦτο, οὔτε ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον, οὔτε ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν πολιτικήν, ἢ τὴν νομοθετικὴν παράδοσιν, ἢ τὴν πολιτικὴν παράδοσιν. Δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου νὰ ἀγορεύσω, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, καὶ ζητῶ συγγνώμην, τόσον ἀπὸ ὑμᾶς, ὅσον καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον, ἀλλὰ ὡρισμένα πράγματα, ἐπειδὴ πρέπει νὰ τοποθετηθοῦν εἰς τὴν θέσιν των, ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν, ἔστω καὶ ὑπὸ μορφὴν διακοπῆς, ἀπευθυνομένης τυχὸν καὶ πρὸς τοὺς κ. συναδέλφους, νὰ θέσω τὰς ἀπόψεις ταύτας, πρὸς ἀποφυγὴν ὅλων ἐκείνων τῶν μομφῶν καὶ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἀκόμη ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, διότι καὶ τοῦτο ἦτο ἄρτιον.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀποκτᾷ ἐνδιαφέρον καὶ μάλιστα ἰδιαίτερον, μὲ τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Μπαμπάκου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς, ἡ ἀνάπτυξις καὶ θεωριῶν. Πρέπει νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις.
§221Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἐὰν ἡ συζήτησις πρόκειται νὰ διατηρηθῇ, ὅπως ὅλοι ἐπιθυμῶμεν, εἰς σοβαρὸν ἐπίπεδον, ὑπάρχει ὑποχρέωσις, ὡρισμέναι ἀλήθειαι νομικαὶ καὶ πολιτικαί, νὰ τοποθετηθοῦν κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς ὁδηγοὶ τῆς συζητήσεως, διότι ἄλλως ἡ συζήτησις διαφεύγει........
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ ἐπέτρεψα τὴν διακοπὴν καὶ ἠκούσθητε μὲ εὐλάβειαν ἀπὸ ὅλας τὰς πτέρυγας.
§223Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἀγαπητὲ καὶ ἀξιότιμε συνάδελφε, κύριε Μπαμπάκο! Δὲν ἀντελήφθην —εἰλικρινῶς— διατὶ ἐκάματε εἰς ἐμὲ αὐτὴν τὴν διακοπήν. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην τὸ δικαίωμα τῆς Πολιτείας νὰ ρυθμίσῃ διὰ νόμου τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν τὸ ἠρνήθην, δὲν τὸ ἠμφισβήτησα. Διατὶ λοιπόν, ἐκάματε ὅλην αὐτὴν τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ κάμετε ὅταν θὰ ὡμίλει κἄποιος ἐκ τῶν συναδέλφων, ὁ ὁποῖος ἀμφισβητεῖ αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἐγὼ ἄλλο πρᾶγμα εἶπον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅταν πρόκειται νὰ ρυθμίσῃ τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ ἀκούῃ καὶ νὰ προσαρμόζεται πρὸς τὰς γνώμας τῆς Ἱεραρχίας. Αὐτὸ εἶπον ἐγώ. Ἀλλὰ ἀφοῦ μοῦ ἐκάματε τὴν διακοπήν, θὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς. Αὐτά, τὰ ὁποῖα εἴπατε καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀληθῆ, ἔχουν τὴν ἀξίαν των, ὅταν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ νομοθετήσῃ. Ὄχι ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ τῆς Βουλῆς. (Διαμαρτυρίαι). Βεβαιότατα καὶ ἐδῶ ἔγκειται ἡ μία ἐκ τῶν δύο διαφωνιῶν μου, ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν δὲ πράγματι, κ. συνάδελφοι, καὶ ἀπευθύνω τὴν ἀπάντησιν πρὸς ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, ὅταν ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ σύμφωνον τὴν γνώμην τῆς Ἱεραρχίας, τοῦτο σημαίνει, ὄχι μόνον, ὅταν θὰ πρόκειται νὰ ἐκδώσῃ Βασιλικὰ Διατάγματα, ἀλλὰ καὶ ὅταν θὰ πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ σχέδιον νόμου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ σύμφωνον τὴν γνώμην τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τὸ ὑποστηρίζω αὐτὸ διὰ τὸν ἑξῆς θεμελιώδη λόγον. Διότι Ἑλληνικαὶ Ἐκκλησίαι δὲν ὑπάρχουν μόνον ἐν Ἑλλάδι. Ἑλληνικαὶ ἐκκλησίαι, καὶ ὑψίστου μάλιστα κύρους, ὑπάρχουν καὶ ἔξω τῆς Ἑλλάδος καὶ δὲν εἶναι δικαίωμα ἡμῶν, νὰ δίδωμεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας τελοῦν αἱ Ἑλληνικαὶ αὗται Ἐκκλησίαι, νὰ δίδωμεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμίζουν τὰ ἀφορῶντα τὰς Ἐκκλησίας ἐκείνας καὶ νὰ τὰ ρυθμίζουν κατὰ τὴν ἰδίαν των κρίσιν. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Τὸ ὑπηνίχθην καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου καὶ εἶπον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἀσκεῖ ἕνα ἐθνικὸν ρόλον, ἀλλὰ ταυτοχρόνως ἀσκεῖ καὶ ἕνα ὑπερεθνικὸν ρόλον, ὁ ὁποῖος τῆς ἀνεγνωρίσθη ἐλευθέρα βουλήσει, ἀπὸ ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους λαούς. Πῶς θέλετε λοιπὸν τὸ θεμέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ἀναγνώρισις αὐτή, νὰ τὸ διασείσετε, ὑποστηρίζοντες, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ρυθμισθοῦν, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Ἐκκλησίας, ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα; Εἶπε προηγουμένως ὁ κ. ὑπουργός, ἀπαντῶν εἰς τὸν συνάδελφον κ. Τούμπαν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι: «Τὰ Διατάγματα δὲν περιλαμβάνουν τὴν ἔκτασιν ποὺ σεῖς δίδετε, δὲν ἀποτελοῦν τούς μεγάλους καὶ θεμελιώδεις κανόνας, οἱ ὁποῖοι θὰ λυθοῦν εἰς τὴν Βουλήν». Πόθεν τὸ συνάγετε αὐτό;
§224Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Σεῖς πόθεν τὸ συνάγετε, ὅτι δὲν εἶναι ἔτσι;
§225Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἰδοὺ πόθεν τὸ συνάγω: Ἡ 4η παράγραφος τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ὁρίζει, ὅτι: «Τὰ τῆς συνθέσεως, συγκλήσεως, λειτουργίας καὶ ἁρμοδιότητος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας ὡς καὶ τῆς διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου» θὰ ρυθμισθοῦν διὰ Β. Διατάγματος. Σεῖς λοιπόν, διὰ Διατάγματος θὰ ἀποφασίσετε ποίαν σύνθεσιν θὰ ἔχῃ ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ποίαν λειτουργίαν θὰ ἔχῃ, ποίαν ἁρμοδιότητα θὰ ἔχῃ, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος. Τὶ λοιπὸν ἀφήνετε εἰς τὴν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ κανονίσετε σεῖς διὰ Διατάγματος; Τί ἀφήνετε καὶ ὅταν αὐτὰ τὰ ἴδια, τὰ ὁποῖα θὰ ἰσχύσουν διὰ τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἱεραρχίας, αὐτὰ τὰ ἴδια θὰ ἰσχύσουν καὶ διὰ τὴν διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον, διότι καὶ ἐκεῖνα σεῖς θὰ τὰ ρυθμίσετε. Αὐτὰ λέγει τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἐπικαλοῦμαι καὶ τὰ ἄλλα, ὅτι δηλαδή, σεῖς θὰ ὁρίσετε τὰ προσόντα καὶ τὸν τρόπον ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν. Δὲν ἀπασχολοῦμαι μὲ τὸ ὅτι σεῖς θὰ ὁρίσετε, πῶς θὰ γίνῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, διότι αὐτά, ἔναντι τῶν ἄλλων, τὰ θεωρῶ ἐπουσιώδη ἀπέναντι τῶν γενικωτέρων, τὰ ὁποῖα ἤδη ἀνέφερον.
§226Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Τὸ πρᾶγμα τὸ φέρετε πλέον τόσον τραγικὸν καὶ τόσον τὸ μεγαλύνετε. Θὰ ἤθελον νὰ μοῦ εἴπητε. Πρόκειται νὰ συνέλθῃ καὶ συνέρχεται καὶ ὑπάρχει παγία κατάστασις εἰς τὴν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ ἡ Ἱεραρχία συνέρχεται καὶ ὑπάρχει καὶ ὁ ἀντιπρόσωπός της, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος. Κύριοι, νομίζετε, ὅτι ἠμποροῦν νὰ μποῦν εἰς τὰ Διατάγματα αὐτά; Συνέρχεται ἡ Σύνοδος. Ἀλλὰ πότε συνέρχεται; Ἐὰν δηλαδὴ θὰ συνέρχεται κάθε ἕνα ἢ δύο χρόνια; Ποία θὰ εἶναι ἡ ἁρμοδιότης τῆς μικρᾶς Ἱερᾶς Συνόδου; Θὰ ἔχῃ ἡμερησίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει σήμερον καὶ διὰ τοῦτο ἐδημιουργήθη ἡ κατάστασις αὐτή; Ποῦ εἶναι τὰ μυστηριώδη πράγματα ποὺ λέγετε;
§227Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν λέγω τίποτε τὸ μυστηριῶδες. Ἁπλῶς στηρίζομαι ἐπὶ τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν αὐτὰ ποὺ λέγῃ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου δέν εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ περιλαμβάνωνται μέσα εἰς τὰ Β. Διατάγματα, τότε διατὶ τὰ ἀναφέρετε εἰς τὸ κείμενον; Διατὶ δὲν δέχεσθε νὰ τὰ διαγράψητε. Ἀλλὰ ὅταν σεῖς ἔρχεσθε καὶ λέγετε, ὅτι πέραν τῶν ἐδαφίων 1 καὶ 2 θὰ ρυθμίσετε τὰ τῆς συνθέσεως τῆς ὁλομελείας τῆς Ἱεραρχίας, τὰ τῆς λειτουργίας αὐτῆς καὶ τὰ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, νομίζετε, ὅτι αὐτὸ εἶναι μικρὸν πρᾶγμα, κ. ὑπουργέ; Αὐτὸ δὲν εἶναι ἔργον τῆς Ἱεραρχίας, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ κληθῇ διὰ νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας;
§228Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργέ! Τὸ πρᾶγμα, μετὰ τὴν δήλωσίν σας, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχα ἀκούσει, ἀποκτᾷ κἄποιαν σημασίαν. Εἴπατε, ὅτι ὑπάρχουν θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν θὰ ρυθμίσετε διὰ τῶν Β. Δ. Ποῖα εἶναι τὰ θέματα αὐτά; Ποῖα ἀπὸ αὐτὰ θὰ φέρετε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν θὰ τὰ ρυθμίσετε βάσει Β. Διαταγμάτων;
§229Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα θέματα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
§230Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὑπάρχουν δύο κατηγορίαι θεμάτων, ἐκείνη τῶν θεμάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἄλλη κατηγορία, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ρυθμίσετε διὰ Β. Διαταγμάτων. Δὲν νομίζω, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο ὑπάρχει καὶ τρίτη κατηγορία. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθουν πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ δύνασθε διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων νὰ ρυθμίζετε πᾶν ὅ,τι ἀπομένει πρὸς ρύθμισιν εἰς τὸν κοινὸν νομοθέτην. Παρακαλῶ, λοιπόν, νὰ μᾶς εἴπητε, ποῖα δὲν θὰ ρυθμίσετε διὰ Β. Διαταγμάτων.
§231Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Κύριε συνάδελφε, ἐδῶ καθιεροῦμεν τὸν νέον τρόπον ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν ὑπὸ τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας, ἐπίσης καθιεροῦμεν τὸ ἀμετάθετον. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ καθιερώσωμεν καὶ τὸν τρόπον λειτουργίας τῶν Σωμάτων αὐτῶν καὶ τὸν τρόπον ποὺ θὰ γίνεται ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν; Συνεδριάζει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, χωρὶς ἡμερησίαν διάταξιν, ποία εἶναι ἡ Γραμματεία, ὅλα αὐτὰ εἶναι θέματα Β. Διαταγμάτων. Δηλαδή, κύριε συνάδελφε, θὰ ρυθμίσωμεν ὡρισμένα θέματα, ρητῶς κατονομαζόμενα. Ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι περιεχόμενον τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἔλθουν πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν.
§232Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ αἱ δηλώσεις σας αὐταὶ ἀποτελοῦν στοιχεῖα ἑρμηνευτικὰ τοῦ νόμου ποὺ ψηφίζομεν σήμερον, εἶναι δυνατόν, νὰ προκληθοῦν θέματα ἀκυρώσεως τῶν Βασ. Διαταγμάτων, ἐὰν ταῦτα ἐπεκταθοῦν πέραν τῶν ὁρίων, ποὺ ὁρίζετε σεῖς. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ θίξετε, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι δυνατὸν νὰ θίξῃ, εἶναι τὸ τμῆμα, τὸ ἀναγόμενον εἰς τοὺς ἱεροὺς κανόνας. Τὸ ἄλλο τμῆμα, τὸ ἀφορῶν τὴν Βουλήν, τὸ παίρνετε σεῖς.
§233Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Ποῖα θέματα θὰ ρυθμισθοῦν διὰ Β. Διαταγμάτων, εἶναι σαφῶς προσδιωρισμένα. Θὰ ἀναγνώσω ὡρισμένα θέματα: «......... (ἀναγινώσκει) .........».
§234Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὸ σημερινὸν σχέδιον λέγει, ὅτι μολονότι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος γνωμοδοτεῖ ἐπὶ ἑνὸς σχεδίου Καταστατικοῦ Χάρτου, τὸ ὁποῖον σεῖς ὑποβάλετε, ἐὰν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς δὲν ὑποβάλῃ τὴν γνώμην της, σεῖς εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσητε.
§235Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Ἡμεῖς θὰ ὑποβάλωμεν τὰ Β. Διατάγματα, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων.
§236Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε, πότε ἡ Κυβέρνησις θὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας;
§237Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Κύριε συνάδελφε, λίαν συντόμως.
§238Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἑτοιμάσητε τὰ σχέδια τῶν Β. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ περιλαμβάνουν ὅλα τὰ θέματα τὰ ἀναφερόμενα εἰς αὐτό, ποὺ ἔχουν σχέσιν μὲ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας.
§239Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Ἐδῶ παρέχεται ρητὴ ἐξουσιοδότησις δι’ ὡρισμένα θέματα, πῶς θέλετε νὰ ἐπεκτείνετε τὴν διάταξιν. Διότι τὰ ἄλλα, δὲν θὰ περάσουν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ θὰ ἀκυρωθοῦν;
§240Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἡ πλήρωσις τῶν χηρευουσῶν θέσεων Μητροπολιτῶν, θὰ περιληφθῇ εἰς τὰ Β. Διατάγματα;
§241Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκ.). Δὲν εἶναι θέμα Β. Δ. ἡ πλήρωσις τῶν χηρευουσῶν θέσεων Μητροπολιτῶν, κύριε συνάδελφε, εἶναι διάταξις θετικὴ καὶ τὴν ψηφίζετε ἢ δὲν τὴν ψηφίζετε. (Φωναί. Διαμαρτυρίαι. Θόρυβος ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς πλειοψηφίας).
§242Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσοι ἀνέρχονται εἰς τὸ βῆμα, δὲν ἀνέρχονται, παρὰ διὰ νὰ ἐπιτελέσουν ἕνα καθῆκον, τὸ ὁποῖον τοὺς ἀνέθεσεν ὁ λαός. Καὶ τὸ καθῆκον αὐτό, δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς εὐνοίας, ἐκ τῆς ἀδείας ἢ ἐκ τῆς μὴ ἀδείας τῆς παρατάξεως ἐκείνης. Θὰ τὸ ἐκτελέσωμεν, εἴτε τὸ θέλει, εἴτε δὲν τὸ θέλει ἡ παράταξις ἐκείνη.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ παράταξις, σᾶς ἀκούει μὲ εὐλάβειαν καὶ μὲ προσοχήν.
§244Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἡ συζήτησις, γενομένη καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο, ὑπῆρξε λίαν διαφωτιστική. Ἔδωσεν εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τὴν εὐχέρειαν, νὰ προβῇ εἰς ὡρισμένας δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέχουν θέσιν ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, ἔδωσε τὴν εὐχέρειαν εἰς ὡρισμένους συναδέλφους νὰ παρέμβουν καὶ νὰ ὑποβάλουν γονίμους παρατηρήσεις. Ἐπανέρχομαι καὶ λέγω τοῦτο. Θέτομεν τὴν παράγραφον 1. Αὐτὴ ἡ παράγραφος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ περιληφθῇ —οὐσιωδεστάτη παράγραφος— εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ. Ἔπειτα θέτομεν τὴν παράγραφον 2, ὅπου διὰ Β. Δ. θὰ ρυθμισθοῦν ὅλα τὰ θέματα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς αὐτήν. Αὐτὰ τὰ θέματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθοῦν ἐκτὸς τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας, διότι εἶναι τὰ ἄμεσα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν Ὁλομέλειαν τῆς Ἱεραρχίας. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν παράγραφον 5, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ συνθέσεως, συγκλήσεως, λειτουργίας καὶ ἁρμοδιότητος τῆς Ὁλομελείας. Δὲν μένει τίποτε, κύριε ὑπουργέ, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ νομοθετήσητε σεῖς. Ἐὰν εἴχατε τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας, ἀπὸ τὴν πλευρὰν τὴν ἰδικήν μας, δὲν θὰ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἀντίθεσις. Ἀλλὰ τώρα, δὲν πρόκειται νὰ ἔχητε σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας, θὰ ἔχετε ἁπλῶς γνώμην τῆς Ἱεραρχίας, τὴν ὁποίαν εἴτε τὴν δέχεσθε, εἴτε δὲν τὴν δέχεσθε. Διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑπάρχοντος τοῦ πρακτικοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κύριος Ἀντιπρόεδρος, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει κανένα οὐσιαστικὸν περιεχόμενον καὶ διὰ τοὺς προσθέτους λόγους ποὺ ἀνέπτυξα, διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ ὑπάρξεως τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλησίας, ἡμεῖς εἴμεθα ἀντίθετοι πρὸς τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Θὰ ἐπανέλθω, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ τονίσω, διὰ τρίτην φοράν, τὴν βαρεῖαν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς περιφρουρήσεως ἑνὸς τεραστίου ἐθνικοῦ κεφαλαίου ποὺ ἀποτελεῖ ὁ Ὀρθόδοξος κόσμος, ὁ τελῶν ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἐξ ἰδίας, ἐλευθέρας βουλήσεως ἀναγνωρίσας τὴν πρωτοκαθεδρίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς σημασίας αὐτῆς διὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ πολὺ πρὶν ἢ θελήσῃ νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐπιρροήν της ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Νὰ σκεφθῇ πολὺ ἐὰν κατόπιν τῆς συμφωνίας, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μεταξὺ τῶν δύο μερίδων ἐνδείκνυται ἡ περαιτέρω ἐπιμονή της εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Φοβοῦμαι καὶ ἐκτελῶ καθῆκον διαδηλῶν τὸν φόβον αὐτὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, φοβοῦμαι, ὅτι θὰ δημιουργήσωμεν προηγούμενον τὸ ὁποῖον θὰ θέσῃ ἐν κινδύνῳ τὴν ὑπόστασιν τῶν Ἑλληνικῶν Ἐκκλησιῶν τῶν ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εὑρισκομένων. Καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχουν τινὲς οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν ἀξίαν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα λέγω, προσθέτω ταῦτα: Ἐὰν γίνωμεν ἡμεῖς ὑπαίτιοι νὰ ρυθμίσῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς Τουρκίας διὰ ἰδικοῦ της νόμου τὴν θέσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ποῖος θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην; Ἐὰν ἡμεῖς δημιουργήσωμεν προηγούμενον διὰ νὰ ρυθμίσῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἰορδανίας τὴν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων καὶ τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας του, ποῖος θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην; Ἐὰν ἡμεῖς δημιουργήσωμεν προηγούμενον καὶ προκληθῇ παρ’ ἄλλαις Χώραις ρύθμισις τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὸ Πατριαρχεῖον τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τῆς Ἀντιοχείας, ποῖος θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην; Ἰδού, κ. ὑπουργέ ἐπὶ τῆς Παιδείας, διὰ ποῖον λόγον μὲ βλέπετε ἐπιμένοντα, ἀγωνιζόμενον καὶ ἐρχόμενον εἰς ἀντίθεσιν πρὸς φιλτάτους συναδέλφους διὰ νὰ σᾶς ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπ’ αὐτοῦ. Ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον ἀποτελοῦν μίαν πολυτιμοτάτην Ἐθνικὴν περιουσίαν διαφυλαχθεῖσαν διὰ μέσου πέντε ὁλοκλήρων αἰώνων δουλείας. Πῶς θὰ ἔλθετε σεῖς, νὰ δώσητε οἱανδήποτε ἀφορμήν, ὥστε νὰ κλονίσῃ τὸ διαφυλαχθὲν κεφάλαιον, ὅταν τὸ Ἔθνος εὑρίσκετο ἐν δουλείᾳ. Καὶ διατὶ νὰ δώσητε τὴν ἀφορμήν, ὅταν ὅλα τὰ ζητήματα ἔχουν ρυθμισθῆ διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψαν οἱ Μητροπολῖται τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος; Ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον ἀγωνίζομαι καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν σᾶς παρακαλῶ, νὰ γίνητε φορεὺς τῶν ἀπόψεων αὐτῶν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Διότι, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ νὰ δίδωμεν ἀφορμήν, ὥστε τεράστια ἐθνικὰ συμφέροντα νὰ τεθοῦν ἐν κινδύνῳ. Θέλετε νὰ ἀκούσετε τὴν φωνή μου; Ἀκούσατέ την. Δὲν θέλετε; Ἐγὼ ἐπετέλεσα ἕνα ἐθνικὸν χρέος. Ἡ περαιτέρω εὐθύνη ἀνήκει εἰς ὑμᾶς. (Χειροκροτήματα).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀλλαμανῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§246Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνταποκρινόμενος εἰς τὸ κοινὸν αἴσθημα, θὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου (χειροκροτήματα), ἀρκούμενος νὰ δηλώσω, ὅτι θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ εὑρίσκω ἀντίθετον πρὸς τὰς διατάξεις τὰς προβλεπούσας τὴν εὐρυτέραν ἐξουσιοδότησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιφυλασσόμενος τὰς περαιτέρω ἀπόψεις μου νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μανέντης ἔχει τὸν λόγον.
§248Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, διότι τὸ θέμα προφανῶς ἔχει ἐξαντληθῆ καὶ ἡ ὥρα εἶναι ἄκρως προχωρημένη, ἐὰν δὲν εἶχε διαφανῆ ἡ τάσις τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς νὰ ἐπωφεληθῇ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ νὰ βάλλῃ ἀφ’ ἑνὸς ἐναντίον τῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐντέχνως ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων Ἱεραρχῶν. Κύριοι βουλευταί, εἶναι πιθανόν, ὅτι ἐλάχιστοι Ἱεράρχαι ἴσως νὰ μὴ ὑπῆρξαν καθ’ ὁλοκληρίαν ἀντάξιοι τοῦ ὑψηλοῦ των ἀξιώματος. Ἀλλὰ τὸ πλεῖστον καὶ ἰδίως ἐκεῖνοι τῶν ἀκριτικῶν περιοχῶν, ἐστάθησαν συμπαραστάται καὶ τῶν ἀγώνων τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ δεινοπαθήσαντος λαοῦ, σύμφωνα ἄλλωστε μὲ τὰς ἐθνικὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐκατηγορήθησαν οἱ Ἕλληνες Ἱεράρχαι διὰ ὑπερβολικὰ ἔσοδα, ἀλλὰ οὐδεὶς ἐμνημόνευσεν, ὅτι ἀπὸ τὰ ἔσοδα αὐτὰ τὸ μέγιστον μέρος διατίθεται δι’ ἀγαθοεργοὺς πράξεις. Εἰς τὰς Μητροπόλεις τῶν περιοχῶν εὑρίσκουν τὸ πρόχειρον καταφύγιον οἱ πεινῶντες καὶ οἱ δυστυχοῦντες. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς θρησκευτικὰς ὀργανώσεις τὴν «Ζωὴν» καὶ τὸ «Φῶς» γνωρίζω, ὅτι εἰς μίαν ἐποχὴν ὅπου ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὁ κομμουνισμὸς ἐπιτελεῖ φθοροποιὸν ρόλον καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο εἰς τὴν κοινωνίαν παρατηρεῖται σημαντικὴ ἠθικὴ κάμψις, μὲ τεντυμποϊσμούς, μὲ ἐγκληματικότητες καὶ ἐκλύσεις ἠθῶν, ἡ προσφορὰ τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν εἶναι ἀξία παντὸς ἐπαίνου. Ἡ ἀριστερά, ἔχει κάθε συμφέρον νὰ δυσφημήσῃ τὰς ὀργανώσεις αὐτὰς ἀλλὰ ἡμεῖς ἀξίζει νὰ ἐπαινέσωμεν καὶ νὰ χειροκροτήσωμεν τὸ ἔργον των, ἔργον χριστιανικόν, κοινωνικὸν καὶ ἐθνικῶς ὠφέλιμον.
§249Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ μέρους τοῦ κόμματός μας ὡμίλησαν δύο κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέθεσαν τὰς ἀπόψεις τοῦ κόμματος ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Καὶ οἱ δύο ὁμιληταὶ δὲν εἶπον τίποτε διὰ νὰ θίξουν τὸ κῦρος τῶν Ἱεραρχῶν. Προκειμένου, μάλιστα, περὶ τῶν ἀνωτάτων Ἱεραρχῶν, προέτεινον λύσεις, ὅπως ἐπίσης, προέτειναν περαιτέρω λύσεις καὶ διὰ τὸν κατώτερον κλῆρον, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐκπληρώσῃ καλλίτερον τὴν ἀποστολήν του. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαφόρους ὀργανώσεις, ἀνέφερον ὡρισμένα γεγονότα καὶ χρέος τῆς Βουλῆς εἶναι καὶ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ νὰ ἐξετάσουν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐλάχιστα, ἐν συγκρίσει μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν. Κύριοι βουλευταί, ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλήσω διὰ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθεσα ὑπ’ ὄψει τῆς Κυβερνήσεως εἰς μίαν διακοπήν μου. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα προηγουμένως εἶπον διότι ἐνδεχομένως εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ ἡ πρόθεσις τὴν ὁποίαν εἶχον, μεταφέρων ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὴν πληροφορίαν αὐτήν. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπεγράφη πρωτόκολλον ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἱεράρχας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου περὶ συμφωνίας ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων. Συμφωνῶ, ὅτι κατὰ τὴν μετάδοσιν τῆς πληροφορίας αὐτῆς, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διετέλει ἐν ἀπολύτῳ καλῇ πίστει. Διότι, πράγματι, σήμερον τὴν πρωΐαν, συνετάγη πρακτικὸν ἐπὶ τῶν σημείων τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε συμφωνία ὅλων των μερίδων. Ἀλλὰ ὅταν τοῦτο ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῇ ὑπὸ τῶν Μητροπολιτῶν, μερὶς τούτων ἐζήτησε νὰ τεθῇ καὶ ἄλλο σημεῖον, ἤτοι νὰ ἀναφέρωνται ὀνομαστικῶς αἱ κεναὶ ἕδραι. Τοῦτο δὲν ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῆς ἑτέρας μερίδος, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι, ἐὰν ἐγένετο τοῦτο δεκτόν, αἱ ἀποφάσεις τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ πλειοψηφία, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Συνόδου, τὴν ὁποίαν διέλυσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, θὰ ἦσαν ἀπὸ τοῦδε ἄκυροι καὶ δι’ αὐτὸ οἱ Μητροπολῖται τῆς μερίδος αὐτῆς ἠρνήθησαν νὰ ὑπογράψουν τὸ πρωτόκολλον. Συνεπῶς, ὑπογεγραμμένον πρωτόκολλον, ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἱεράρχας, παρὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι παρὼν ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ βεβαιώσουν, ἂν ἡ πληροφορία εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀκριβής, ἤτοι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ πρωτόκολλον ὑπογεγραμμένον ἀπὸ ὅλους τοὺς Μητροπολίτας, διότι ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν αὐτῆς τῆς πληροφορίας διεξήχθη ἡ ὅλη συζήτησις.
§250Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις κατέβαλεν ἐπίμονον προσπάθειαν νὰ διευθετήσῃ τὴν τελευταίαν διένεξιν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ προκύψῃ ἀνάγκη παρεμβάσεως τῆς Πολιτείας. Τούτου μὴ ἐπιτευχθέντος, ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ παρέμβῃ καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Τὸ γεγονός, ὅτι ἐγένετο μία προσπάθεια συνδιαλλαγῆς τῶν διϊσταμένων Ἱεραρχῶν δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν δικαιοῦνται καὶ δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ προχωρήσουν εἰς τὴν λῆψιν τῶν μέτρων ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις καὶ ἡ γαλήνη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἐπιμείνωμεν ἀναζητοῦντες τὴν συμφωνίαν αὐτήν, οὐδέποτε θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ διατυπώσωμεν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ προστατεύσουν τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐξ ὅσων ἐπληροφορήθην τὸ ἀπόγευμα, ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἐπῆλθε συμφωνία. Καὶ περὶ τούτου ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε ὅμως προσεκομίσθησαν τὰ πρακτικὰ, προέκυψεν, ὅτι ὑπῆρχον διαφοραὶ ὡς πρὸς τὴν ρητὴν μνείαν τῶν χηρευουσῶν Μητροπόλεων. Αὐτό, ὅμως, διὰ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, συζητοῦντες τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἀποτελεῖ μίαν λεπτομέρειαν τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἀγνοήσωμεν. Κατόπιν ὅλων αὐτῶν, ἡ ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἀζημίως διὰ τὴν Ἐκκλησίαν νὰ συνεχίσωμεν τὰς συζητήσεις αὐτὰς καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι τερματίζομεν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου μίαν θλιβερὰν διένεξιν καὶ προστατεύομεν τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας. (Χειροκροτήματα).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ὁμιλητῶν, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον;
§252ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἄρθρον 1. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§254Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις εἰς τὴν βʹ συζήτησιν.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται τὸ νομοσχέδιον καὶ κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ;
§256ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν καὶ κατ’ ἄρθρον εἰς αʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§258ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 01 π.μ.).