Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Ε · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 82

1959.04.13

4.036 στίχοι · 28.349 λέξεις · 1 πίνακας · 172 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1959.04.13
Προεδρεία
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
Περίοδος
Ε
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Δ (1960)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 82α

Δευτέρα 13 Ἀπριλίου 1959

Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ

(Ὥρα 6.50′ μ.μ.).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Καλαντζάκος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§2Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Η. Τσιριμῶκος, ζητεῖ 15θήμερον ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.

§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Εὐστρατιάδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.

§6Σ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Κορόζος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Τ. Βουλόδημος, Γ. Ἀράπης, Κ. Ἀθανασιάδης καὶ Δ. Παινέζης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς ἀπὸ 5.2.1959 συμπληρωματικῆς συμφωνίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς ἀπὸ 5.2.1959 συμπληρωματικῆς συμφωνίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ἀράπης, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Σ. Ἡλιόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς ἀπὸ 5.2.1959 συμπληρωματικῆς συμφωνίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἡλιόπουλος, Μ. Σβώλου, Δ. Γιαχνῆς καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς ἀπὸ 5.2.1959 συμπληρωματικῆς συμφωνίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἡλιόπουλος, Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Ἀράπης, Δ. Γιαχνῆς, Ι. Δραγονέτης, Δ. Παινέζης καὶ Μ. Σβώλου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς ἀπὸ 5.2.1959 συμπληρωματικῆς συμφωνίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Ι. Δραγονέτης, Μ. Σβώλου καὶ Σ. Ἡλιόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς ἀπὸ 5.2.1959 συμπληρωματικῆς συμφωνίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἀθανασίου, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ὁριστικῶν παραχωρητηρίων τῶν κλήρων διατάξεων τῆς Ἐποικιστικῆς Νομοθεσίας, κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων».

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν

ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ

ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Τὸν λόγον ἔχει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Α. Καμβύσης.

§8Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς πρὸς τὸ ὥριμον πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως καλλίτερον ἐμοῦ γνωρίζετε, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, πρὸς ἐπεξεργασίαν, ἔτυχεν ἐπεξεργασίας καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκτυπωθεῖσα καὶ διανεμηθεῖσα εἶναι τελείως ἄσχετος πρὸς τὸ ἁπλῶς τὸν αὐτὸν τίτλον φέρον νέον ἐξ ὑπαρχῆς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον διενεμήθη σήμερον. Φοβοῦμαι, ὅτι ἐὰν ἠθέλωμεν δεχθῆ, ὅτι μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσάγεται ὑπὸ τὸν αὐτὸν τίτλον, ἀλλὰ ὅλως διαφόρου διαρθρώσεως, μὲ ὅλως διαφορετικὰς ρυθμίσεις, ἕνα νομοσχέδιον καὶ νὰ θεωρῆται ὡς ὡρίμως καὶ κανονικῶς εἰσακτέον πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀνοίγομεν τὸν δρόμον εἰς ἐπικινδύνους καταστρατηγήσεις, διότι θὰ εἶναι δυνατὸν πάντοτε, εἰς κάθε περίπτωσιν νὰ εἰσάγωνται ἄγνωστα καὶ νέα πράγματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ὁμοίας ὁδοῦ, ἐνῷ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, πόρρω ἀπέχει τῆς νομοθετικῆς θελήσεως πρὸς ἄσκησιν νομοθετικῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἶχε συζητηθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἁπλῶς, διὰ νὰ τηρηθῇ ὁ τύπος. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν ἕνα τελείως νέον καὶ ξένον καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς συζητηθέντος νομοσχεδίου καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι παρὰ τὸν Κανονισμὸν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν καὶ παρακαλῶ, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νὰ παραπεμφθῇ ἐκ νέου εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.

§10Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Ἡλιοῦ, δὲν ἔχει οὔτε τύποις οὔτε κατ’ οὐσίαν δίκαιον. Δὲν ἔχει τύποις δίκαιον, διότι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, αἱ Κυβερνήσεις, οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοί, δικαιοῦνται νὰ τροποποιήσουν, βασιζόμενοι ἄλλωστε καὶ ἐπὶ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, νὰ τροποποιήσουν τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τιθέμενον νομοσχέδιον. Ἀλλὰ δὲν ἔχει καὶ κατ’ οὐσίαν δίκαιον. Εἶναι παράδοξον πῶς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἀνατρέπεται ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Δύο εἶναι τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα μετεβλήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν μετέβαλον κἂν τὴν βάσιν. Τὸ ἕνα εἶναι τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐκ μέρους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ἱεραρχίας σύμφωνον γνώμην, ἐπὶ τῶν Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδοθοῦν. Τὸ δεύτερον σημεῖον εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ὅτι ἀντὶ νὰ χορηγῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν ἑαυτόν της τὸ παρατεταμένον δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν ἑκάστοτε διαρκῶν Συνόδων, δίδει εἰς τὸν ἑαυτόν της, ἡ Κυβέρνησις, τὸ δικαίωμα μόνον, προκειμένου περὶ τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία αὐτὴν τὴν στιγμὴν λειτουργεῖ. Δὲν κατανοῶ, πράγματι τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἠγέρθη καὶ ὡμίλησεν ὁ κ. Ἡλιοῦ.

§11Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα, κ. Πρόεδρε. Ἔκαμον μίαν πρότασιν, ἀπήντησεν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἀπεφάνθημεν. Νομίζω, ὅτι ἀνατρέπεται ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου ὁλοκληρωτικῶς, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ συζητηθέντος σχεδίου νόμου, ὑπάρχει ἀκριβῶς ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ρυθμισθῇ μονομερῶς τὸ ζήτημα τοῦτο. Σήμερον, ἀνατρέπεται αὐτὴ ἡ βάσις. Ὑπάρχει ἡ σαφὴς καθιέρωσις τοῦ ἀμεταθέτου, πλὴν 4 περιπτώσεων, ἐτέθη διὰ τῆς διακοπῆς τὸ «μόνον» καὶ διὰ τῆς παρεμβολῆς εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ὁ τρόπος πληρώσεως τῶν θέσεων τῶν Μητροπόλεων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης καὶ γενικῶς τῶν λοιπῶν Μητροπόλεων. Τοὐλάχιστον ἐξασθενίζεται καὶ ἀφίνεται ἐκτὸς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐν λευκῷ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως ἢ καθιερώσεως τοῦ ἀμεταθέτου καὶ ἐπίσης, ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι οὐσιώδεις παραλλαγαί. Δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῶν τροπολογιῶν, εἶναι φανερὸν καὶ διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὴν ἱστορίαν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι φανερὸν, ὅτι πρόκειται κατὰ βάσιν περὶ ἄλλου νομοσχεδίου.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.

§13Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Ἠλιοῦ, ἀποδεικνύεται μὴ κατανοῶν τὸ περιεχόμενον ὡρισμένων φράσεων τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ μεταθετὸν καταργεῖται καὶ θεσπίζεται τὸ ἀμετάθετον. Τὸν παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσῃ μὲ προσοχὴν τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρόκειται νὰ συζητηθῇ, λέγει, ὅτι μόνον δι’ ἐκλογῆς θὰ ὁρίζωνται πλέον οἱ Μητροπολῖται, αὐτὸ σημαίνει —ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι κατατοπισμένος, ὁ κ. Ἠλιοῦ, εἰς τοὺς ὅρους τοὺς σχετικοὺς μὲ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τοὺς σχετικοὺς μὲ τὴν Θρησκείαν— ὅτι τὸ μεταθετὸν καταργεῖται καὶ οἱ Μητροπολῖται θὰ ἀναδεικνύωνται μόνον δι’ ἐκλογῆς. Ἡ μετάθεσις δὲν σημαίνει ἐκλογήν. Ἄρα, θεσπίζεται τὸ ἀμετάθετον καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ἠλιοῦ, νὰ μελετᾷ προηγουμένως τὰ νομοσχέδια πρὶν ἢ ὁμιλήσῃ.

§14Η. ΗΛΙΟΥ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἀντίκρουσιν μόνον, τῶν ἀπόψεων τοῦ περὶ τοῦ ποῖος μελετᾷ ἢ δὲν μελετᾷ καὶ ποῖος εἶναι ἐγκρατὴς καὶ ποῖος δὲν εἶναι ἐγκρατής. Νομίζω, ὅτι ὑπερβαίνει τὰ ὅρια αὐτῆς τῆς ἀμφισβητήσεως, ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε.

§15Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται, μεταβάλλει τὸ πνεῦμα, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται αὑτὴν τὴν στιγμήν, νὰ συζητήσωμεν νέαν σύγκλησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις τὸ εἰσάγει ὡς κατεπεῖγον. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, δοθέντος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον κατατίθεται ἀπὸ συμφώνου πλέον μὲ τὴν Ἱεραρχίαν καὶ ἑπομένως ἡ μεγάλη ὀξύτης παρῆλθε, νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ συζήτησις διεξαχθῇ εἰς δύο ἀναγνώσεις. Δὲν βλέπω καμμίαν ἐπείγουσαν ἀνάγκην, ὅπως ψηφισθῇ σήμερον.

§16Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν διετύπωσεν. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ὥριμον καὶ κατεπεῖγον. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατεπεῖγον, οὐσιαστικῶς καὶ ψυχολογικῶς, ψυχολογικῶς ἀπὸ ἀπόψεως κοινῆς γνώμης γενικῶς, ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον αὐτῶν τούτων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ὑπηρετούντων τὴν Ἐκκλησίαν, οὐσιαστικῶς δὲ διότι πρόκειται, νὰ θεσπισθῇ ἀμέσως νέα διαδικασία ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν, δεδομένου εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης διαρκοῦς συνόδου. Καὶ ἔχει σημασίαν νὰ γίνῃ τοῦτο τὸ ταχύτερον.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων ἔχει τὸν λόγον.

§18Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διαφωνῶ πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ νέον νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἁπλῶς διάφορον, εἶναι καὶ ἀντίθετον πρὸς τὸ προηγούμενον, διότι τὸ μὲν πρῶτον καθίστα τὴν Πολιτείαν ἁρμοδίαν διὰ Β. Δ. ἐφ’ ἅπαξ ἐκδιδομένων νὰ ρυθμίσῃ τὰ θέματα καὶ τώρα καθιστᾷ τὴν ἐκκλησίαν ἁρμοδίαν, διότι ἡ σύμφωνος γνώμη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαραίτητος. Εὑρισκόμεθα, ἑπομένως, ἐνώπιον θεμελιώδους ἀντιθέσεως. Εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν ἀποφασίζει ἡ Πολιτεία, εἰς τὴν ἄλλην ἀποφασίζει ἡ Ἐκκλησία. Ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 24 ὡρῶν ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ θέματος θεμελιώδους, νὰ φέρῃ νομοσχέδια, τόσον οὐσιαστικῶς ἀντιφάσκοντα πρὸς ἄλληλα. Ὑπῆρχε, πράγματι, ἐπείγων λόγος, ὁ ὁποῖος ὅμως ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ. Διότι οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται, προέβησαν εἰς ἀνακοίνωσιν, ὅτι καίτοι πιστεύουν, ὅτι ἔχουν δίκαιον, καὶ ὁ Προκαθήμενος αὐθαιρέτως διέκοψε τὴν συνεδρίασιν, ἐν τούτοις ἐγκαταλείπουν τὴν ἀπόφασίν των. Δὲν ὑφίσταται πλέον θέμα διενέξεως καὶ ἑπομένως ὁ ἐπείγων λόγος ἔπαυσε ὑφιστάμενος. Ἀφ’ ἧς ὁ ἐπείγων λόγος ἔπαυσεν ὑφιστάμενος δὲν εἶναι νοητή, ἐπίσης, καί ἡ διάταξις ἡ ὁποία ὁρίζει τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Διὰ τοῦτο προτείνω, νὰ ψηφισθῇ μόνον ἡ διάταξις τῆς καταργήσεως τοῦ μεταθετοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι εἶναι σύμφωνοι καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις νὰ ἔλθουν ὀργανικῶς μὲ τὸν νέον καταστατικὸν Χάρτην, ὁπότε θὰ παρασχεθῇ ἡ εὐκαιρία καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει καταρτίσει καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ ἀνέτως τὸ μέγα θέμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ρύθμισις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας διὰ Β. Δ. καταργεῖ τὴν Βουλὴν καὶ θεωρεῖ αὐτὴν τὴν κατάργησιν ἀπαράδεκτον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνω, διὰ νὰ σᾶς βοηθήσω εἰς τὸ ἔργον σας. Μὴ ἐπιμένετε εἰς τὸ λάθος τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.

§20Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εὑρεθεῖσα πρὸ τῶν γνωστῶν γεγονότων, ἠναγκάσθη νὰ σκεφθῇ ἐν βίᾳ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπειγόντως ὡρισμένα μέτρα, τὰ ὁποῖα καὶ διετυπώθησαν εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον. Ἀλλά, φαίνεται, ὅτι ἡ νευρικότης τῆς πρώτης στιγμῆς, μετεβλήθη εἰς σπασμωδικότητα, διότι ἡ διατύπωσις τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου ὄντως ὑπερέβη τὰς ἀνάγκας τῆς στιγμῆς, ὅπως ὀρθῶς ἐσημείωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος τὴν σπασμωδικότητα αὐτὴν νὰ τὴν μεταφέρωμεν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν συμμερισθῇ. Διότι, πράγματι, συμβαίνει τοῦτο τὸ περίεργον, ὅτι ἐν προκειμένῳ, ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν της, διὰ τὴν λύσιν τῆς κρίσεως ποὺ ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς ὁποίας συνέτεινε, θέλει νὰ ρυθμίσῃ τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπογραμμίζει τὴν σημασίαν τοῦ μεγάλου τούτου θέματος, τὰ ρυθμίζει ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ἀπεργίας οἱουδήποτε κλάδου, μὲ τὸν ὁποῖον ἔρχεται εἰς συμβιβασμόν. Καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ θεάματος, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔρχεται εἰς συμφωνίαν μὲ τὴν Ἱεραρχίαν εἰς βάρος τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Περὶ τυπικῆς ἀντισυνταγματικότητος δὲν δύναται ἴσως νὰ γίνῃ λόγος, ἀλλὰ πρόκειται, ἀναμφισβητήτως, περὶ ἀντιθέσεως πρὸς τὸ ὅλον πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Εἰς ἄλλα θέματα, ὅπου ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ Νομοθετικὴν Ἐξουσιοδότησιν, ἀνθιστάμεθα ἐντόνως, ὁσάκις ἡ ρύθμισις, διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων ὡρισμένης ὕλης, ἐξέρχεται τοῦ στενοῦ κύκλου οὐσιαστικῶν διοικητικῶν ἐνεργειῶν. Πόσον μᾶλλον πρέπει νὰ ἀντιστῶμεν προκειμένου περὶ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπου τὸ Σύνταγμά μας, ὁμιλεῖ περὶ σχέσεων Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας, ἐννοεῖ ἀναμφισβητήτως τὴν Πολιτείαν συντεταγμένην, ὡς τὴν προβλέπει, δηλαδή, μὲ ἀκέραια τὰ δικαιώματα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Εἰς τὴν Διοικητικὴν ἐξουσίαν ἐπιτρέπεται ἀνάμιξις εἰς συγκεκριμένα θέματα καὶ προβλέπει, ὅτι ὡρισμέναι πράξεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πρέπει νὰ ἐγκρίνωνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν ὑστέρων, νὰ καταργῆται τὸ ὅλον πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας καὶ νὰ καταλήξωμεν, εἰς τὸ νὰ ρυθμίζωνται τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, μεταξὺ τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑκάστοτε Ἱερᾶς Συνόδου. Τοῦτο εἶναι ἀπαράδεκτον κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπαράδεκον διὰ τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐδέχετο τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπανδρέου, δηλαδὴ νὰ ψηφισθῇ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1, δὲν θὰ εἶχα ἀντίρρησιν. Ἐὰν αὐτὴν δὲν τὴν δέχεται, τότε ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ἡ μάχη ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς ἐξουσιοδοτήσεως νὰ γίνῃ ἐν τάχει, χωρὶς ἄλλωστε νὰ ὑπάρχῃ λόγος. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑπῆρχε λόγος ἐπιταχύνσεως, πάλιν ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ νὰ στερηθῇ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία τῶν προνομίων της.

§21Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, εἶναι θέσις, ἡ ὁποία, βεβαίως, θεωρητικῶς, εἶναι συζητήσιμος. Προέβη εἰς μίαν ἀντιδιαστολὴν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὴν δευτέραν. Θὰ ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς ἀντιδιαστολὴν τῆς 1ης καὶ 3ης παραγράφου, ἀπὸ τὴν δευτέραν, διότι καὶ ἡ τρίτη παράγραφος εἶναι ἐπείγουσα. Πρὸς τὴν θέσιν αὐτήν, τοῦ κ. Παπανδρέου, βλέπω, ὅτι προσεχώρησε καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δ.Ε. κ. Τσιριμῶκος. Ἡ ἄποψις ἡ ὁποία εἶχεν ὑποστηριχθῆ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλιοῦ καὶ τοῦ κ. Βενιζέλου, καὶ τὴν ὁποίαν συμμερίζονται τόσον ὁ κ. Παπανδρέου ὅσον καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὅτι ἀνετράπη ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄποψις ἐσφαλμένη. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι πρῶτον τὸ ἀμετάθετον καὶ δεύτερον ἡ ἐκλογὴ τῶν Μητροπολιτῶν ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὁλοκλήρου τῆς Ἱεραρχίας καὶ ὄχι ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Διαρκοῦς Συνόδου. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο μεγάλα θέματα. Αὐτὰ καὶ εἰς τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον ὑπῆρχον καὶ εἰς τὸ παρὸν ὑπάρχουν. Ὡς ἠκούσατε δέ, ὁ κ. Παπανδρέου — τὸ διαπιστώνω μὲ μεγάλην ἱκανοποίησιν — συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀμεταθέτου, ἐπανερχομένης τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς παλαιὰς καλὰς παραδόσεις. Ὁ ποιμὴν πρέπει νὰ συνδέεται ἀμετακλήτως καὶ τελεσιδίκως μὲ τὸ ποίμνιόν του καὶ νὰ μὴ δημιουργοῦνται αἱ φιλοδοξίαι καὶ αἱ ἐπιδιώξεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι εἶναι φυσικὸν νὰ καταλαμβάνουν τὴν συνείδησιν καὶ τῶν ἱεραρχῶν, διότι καὶ οἱ Ἱεράρχαι ἄνθρωποι εἶναι. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τεταγμένοι νὰ ἵστανται ὑπεράνω τῶν ἀδυναμιῶν τῶν ἀνθρώπων, ἄνθρωποι εἶναι καὶ αὐτοί. Φυσικόν, εἶναι λοιπόν, νὰ κατέχωνται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς μεταθέσεως ἀπὸ τὴν μίαν Μητρόπολιν εἰς τὴν ἄλλην καὶ δὴ εἰς ἄλλην, θεωρουμένην ἀνωτέραν ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς ἐπιρροῆς. Ἐκφράζω, λοιπόν, τὴν ἱκανοποίησιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ σημεῖον ὑπάρχει συμφωνία. Αὐτὸ τὸ σημεῖον, καὶ τὸ ἕτερον ἐπίσης οὐσιῶδες, ἡ ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας ὁλοκλήρου ἀνάδειξις τῶν ἱεραρχῶν, εἶναι τὰ δύο σπουδαῖα σημεῖα τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἦτο δυνατόν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Παπανδρέου, νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι καὶ ἡ τρίτη παράγραφος εἶναι κατεπείγουσα. Πρόκειται περὶ τῆς παραγράφου, ἡ ὁποία δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Διαρκοῦς Συνόδου. Εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου, καὶ νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ πλανᾶται, ὅτι ἤρθησαν αἱ εἰς τοὺς κόλπους τῆς Συνόδου διαφωνίαι. Οἱ ἱεράρχαι, οἱ ὁποῖοι ἐξεδήλωσαν τὴν διαφωνίαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν πλειοψηφίαν τῶν ἐν τῇ Διαρκεῖ Συνόδῳ ἱεραρχῶν, δὲν ἐδήλωσαν, ὅτι αἴρουν τὰς διαφωνίας. Ἐδήλωσαν, ἁπλῶς, ὅτι ἀναστέλλουν προσωρινῶς τὴν ἐκδήλωσιν τῶν διαφωνιῶν. Ἑπομένως, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦσα ἡ Διαρκὴς Σύνοδος, θὰ προκύψουν καὶ πάλιν ζητήματα. Ὑπάρχουν, ὡς γνωρίζετε, 12–13 ἂν δὲν ἀπατῶμαι Μητροπόλεις αἱ ὁποῖαι εἶναι κεναί. Θὰ προκύψουν, συνεπῶς, ζητήματα. Θὰ γίνουν πολλαὶ συζητήσεις καὶ ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ἀναγκαῖον, νὰ ἀνασταλῇ ἡ λειτουργία τῆς Διαρκοῦς Συνόδου. Καὶ ἂν ἀκόμη, ψηφιζομένης τῆς πρώτης διατάξεως, ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν Διαρκῆ Σύνοδον ἡ δυνατότης διαφωνίας ὡς πρὸς τὴν κατάληψιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων, θὰ δημιουργηθῇ ὅμως ἴσως καὶ πάλιν ὀξύτης, καὶ ἡ Κυβέρνησις σεβομένη τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν Ἱεραρχίαν καὶ προσωπικῶς ὅλους τοὺς ἱεράρχας, οἱ ὁποῖοι εἶναι φυσικόν, ὡς ἄνθρωποι νὰ ἔρχωνται εἰς διαφωνίας μεταξύ των, σεβομένη τούτους, θὰ ἤθελε νὰ ἀποτρέψῃ τὴν δημιουργίαν νέων ἐντυπώσεων εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, προκληθησομένην ἐκ τῶν διενέξεων εἰς τοὺς κόλπους τῆς Συνόδου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀδιαφόρως ἂν μετὰ τὴν Παρασκευήν, δηλαδή, μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ πρώτου αὐστηροτέρου νομοσχεδίου ἀπεφασίσθη ἐκ μέρους ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ προσωρινὴ ἀναστολὴ τῶν διαφωνιῶν, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὀρθὸν εἶναι νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Διαρκοῦς Συνόδου εἰς τοὺς κόλπους τῆς ὁποίας ἀνεφύησαν αἱ ὀξεῖαι διαφωνίαι, αἱ προκαλέσασαι τὴν συγκίνησιν ὁλοκλήρου τῆς κοινῆς γνώμης. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψουν καὶ ὁ κ. Παπανδρέου καὶ ὁ κ. Βενιζέλος καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ὅτι καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος εἶναι ἀναγκαία. Θὰ προσεχώρουν εἰς τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν οἱ κ.κ. Παπανδρέου καὶ Τσιριμῶκος ἀνέπτυξαν, εἰδικώτερον ὡς πρὸς τὴν δευτέραν διάταξιν, ὄχι ὡς πρὸς τὴν ἄποψιν, ὅτι αὕτη εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ὡς ἀντισυνταγματική, ἄλλωστε καὶ ὁ κ. Παπανδρέου εἶπεν ὅτι μᾶλλον δὲν εἶναι, θὰ προσεχώρουν, λέγω, εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἄποψίν των, ἐὰν δὲν μὲ ἠμπόδιζεν ἕνας σημαντικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἑξῆς: Δὲν νομίζω, ὅτι περὶ τῶν ἄλλων εἰδικωτέρων σημείων τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας —τὰ δύο μεγάλα θέματα ρυθμίζονται διὰ τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου — δὲν νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ περὶ τῶν ἄλλων σημείων συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ δημιουργηθοῦν ἀντιθέσεις, ἀντεγκλήσεις καὶ προστριβαὶ μεταξὺ Βουλῆς καὶ ὡρισμένων τοὐλάχιστον ἱεραρχῶν, ἂν ὄχι ὁλοκλήρου τῆς ἱεραρχίας. Εἶναι ὀρθότερον νομίζω —καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπιμείνω εἰς αὐτό, παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους Ἀρχηγούς, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν, νὰ σκεφθοῦν ἀκόμη περισσότερον τὸ θέμα, ὁπότε ἐλπίζω, ὅτι θὰ τροποποιήσουν τὴν σκέψιν τὴν ὁποίαν εἶχον ἀποκρυσταλλώσει— νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις αὐτὴ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ εἰδικώτερον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τῆς Ἱεραρχίας, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ταὐτότης ἀντιλήψεων. Ὅλα τὰ θέματα, πλὴν τῶν δύο αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θεσπίζονται σήμερον, εἶναι δευτερεύοντα, οὐσιώδη βεβαίως, σημαντικά, ἀλλὰ δευτερεύοντα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὸ ὀρθότερον εἶναι νὰ γίνουν συνεννοήσεις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἱεραρχίας καὶ κατόπιν συμφώνου γνώμης τῆς Ἱεραρχίας, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ ὑποχωρήσεις ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ κάμῃ ὑποχωρήσεις ἀπέναντί της, θὰ διατυπωθοῦν τὰ Διατάγματα. Μεταξὺ Βουλῆς καὶ Ἱεραρχίας τοιαῦται ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις καὶ διαπραγματεύσεις δὲν εἶναι δυναταί. Θὰ ἀπετέλει φοβοῦμαι ἀφορμὴν διενέξεων καὶ κἄποιας ἀντιδράσεως τῆς κοινῆς γνώμης, ἀντιδράσεως, ἡ ὁποία εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἠμπορεῖ νὰ στραφῇ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, εἰς ἄλλας κατὰ τῆς Βουλῆς, ἐὰν καταργοῦντες τὴν παράγραφον δευτέραν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου κατελήγομεν εἰς τὸ ὅτι πρέπει ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα, διατυπούμενα εἰς νομοσχέδιον νὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ τοὺς προλαλήσαντας ἀξιοτίμους κυρίους Ἀρχηγοὺς νὰ σκεφθοῦν ἰδιαιτέρως τὴν παρατήρησιν αὐτήν.

§22Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶ τὴν γνώμην, ὅτι συμφέρει τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Πολιτείαν ἡ ἀγνόησις τῆς Βουλῆς. Τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἀρνοῦμαι νὰ δεχθῶ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας, περὶ τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ στέρξω, ὅτι ὁ πρέπων τρόπος εἶναι τὸ Βασ. Διάταγμα, κατόπιν συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλησίας. Ὑποστηρίζω, ὅτι θεμελιώδη θέματα τῆς Ἐκκλησίας ἀνήκουν κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Θὰ παρείχετο, μάλιστα, ἡ εὐκαιρία εὐρυτέρας συζητήσεως τοῦ μεγάλου θέματος.

§23Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι πιθανόν, εἰς μίαν εὐρυτέραν συζήτησιν, καλόπιστον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, διότι τὰ βασικὰ θέματα εἶναι τὰ ρυθμιζόμενα διὰ τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου μόνου, νὰ ὑπάρξουν ἀπόψεις, τὰς ὁποίας μὲ τὴν διακρίνουσαν τὴν Ἐκκλησίαν ἐμμονὴν εἰς ὡρισμένας ἰδικάς της ἀπόψεις, προερχομένας ἐκ τῆς παραδόσεως, τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων τῆς ἱστορίας της γεγονότων, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ τὰς ἀποδεχθῇ. Τί θὰ γίνῃ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης δι’ ἀμοιβαίας ὑποχωρήσεις διὰ συνεννοήσεις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα συμπέρασμα;

§24Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀγνοεῖτε, κ. ὑπουργέ, ἐνῷ δὲν εἶσθε νέος εἰς τὴν Βουλήν, τὴν φύσιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Ἡ διαδικασία εἶναι ἡ ἀκόλουθος: Ἡ Κυβέρνησις θὰ καταθέσῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ συνεννοηθῆ μὲ τὴν Ἱεραρχίαν καὶ ὑπευθύνως θὰ καταθέσῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐὰν τυχὸν ὡρισμένας διατάξεις, μέλη τῆς Βουλῆς δὲν τὰς ἐγκρίνουν, ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν εὐθύνην της, μὲ τὴν πλειοψηφίαν της, θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλα τὰ νομοσχέδια ἐπὶ τῶν ὁποίων διατυποῦνται ἀντιρρήσεις ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τῆς δυνάμεως τῆς πλειοψηφίας ἐξασφαλίζει τὴν ψήφισιν. Αὐτὸ θὰ συμβῇ ἐὰν ὄντως ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ὁριστικῶς συμπεράνει, ὅτι βάσιμον εἶναι, αἱ ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρέπει νὰ καταστοῦν νόμος. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως, ἀνησυχία διὰ τὴν ψήφισιν. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἀνησυχία διὰ τὴν συζήτησιν. Αὐτὸ ἀρνούμεθα. Διότι ἡ συζήτησις εἶναι ὠφέλιμος. Ἡ συζήτησις, μάλιστα, ἐὰν θέλετε, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας εἶναι ἀπαραίτητος. Ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα μέγα θέμα Ἐκκλησίας. Εἶναι μέγας παράγων, ὁ ὁποῖος σήμερον εὑρίσκεται ἐν ἀδρανείᾳ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γενικεύσω τοὺς ἀτυχεῖς χαρακτηρισμούς. Ὑπάρχουν ἱεράρχαι τοὺς ὁποίους βαθύτατα σέβομαι. Ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι καὶ ἐκ μέρους αὐτῶν διαπιστοῦται ἡ ὁμολογία, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνάγκην ζωογονήσεως, ἐξυψώσεως καὶ χριστιανικῆς καὶ κοινωνικῆς δράσεως. Καὶ ἡ κατάθεσις τοῦ νέου Καταστατικοῦ Χάρτου, προσφέρεται δι’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Συμπεραίνω, λοιπόν, ὅτι ἡ μὲν κατάθεσις τῶν νομοσχεδίων εἶναι ὑπόθεσις τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ ψήφισις ἀνήκει εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Ἡ συζήτησις, ὅμως, ἀνήκει εἰς ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν καί αὐτὴ ἡ συζήτησις θὰ εἶναι ὠφέλιμος καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὸ Ἔθνος.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς πρότασις, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. «Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, οἱ ὑπογεγραμμένοι βουλευταί, ζητοῦμεν ὅπως λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 671)1943 περὶ καταστατικοῦ χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις τούτου γίνῃ κατὰ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν εἰς δύο συνεδριάσεις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἀπριλίου 1959 Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Γ. Μαῦρος, Θ. Δωδόπουλος, Ν. Μπακόπουλος, Ε. Κοθρῆς, Π. Πολυχρονίδης, Ι. Ζίγδης, Π. Ξενοδοχειάρης, Ν. Ζορμπᾶς, Δ. Λεονάρδος, Ν. Κοντογιαννόπουλος, Σ. Ἀλλαμανῆς, Θ. Δεσύλλας, Ι. Γιαννόπουλος, Σ. Κωστόπουλος, Δ. Παπαμιχαλόπουλος, Ι. Τούμπας, Σ. Στεφανόπουλος, Μ. Στεφανίδης, Ν. Ἰντζὲς καὶ Φ. Πιτούλης». Συνεπῶς, τὸ νομοσχέδιον θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν, εἰς δύο συζητήσεις. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Α. Καμβύσης ἔχει τὸν λόγον.

§26Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα τῆς ἀναδιαρθρώσεως τῆς Διοικήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος παρ’ ἡμῖν συστήματος σχέσεων Ἐκκλησίας καί Κράτους, δηλαδὴ τοῦ συστήματος τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας, εἶναι θέμα μεγίστου ἐνδιαφέροντος Ἐκκλησιαστικοῦ, Κοινωνικοῦ καὶ Ἐθνικοῦ ἀκόμη, διότι ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις κατὰ μοναδικὴν ἐν τῇ Οἰκουμένῃ ἐξαίρεσιν παρουσιάζει τὸ φαινόμενον τῆς κατὰ μέγα ποσοστὸν Ἐθνικῆς καὶ Ἐκκλησιαστικῆς ὁμοιογενείας. Καὶ εἶναι καθῆκον ὅλων ἡμῶν τὴν ὁμοιογένειαν ταύτην νὰ τὴν διαφυλάξωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ ἀπὸ πᾶσαν κοσμοθεωρητικὴν ἢ αἱρετικὴν διάβρωσιν, διότι ἡ ὁμοιογένεια αὕτη ἔσωσε κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ προσφάτως ἀκόμη τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Φυλήν μας, ἀπὸ πολλοὺς καὶ σοβαροὺς κινδύνους ποὺ τὴν ἠπείλησαν. Λόγῳ τῶν προσφάτως διαδραματισθέντων ἐν τῇ Διαρκεῖ Ἱερᾷ Συνόδῳ θλιβερῶν γεγονότων, ἅτινα ἐπροξένησαν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν θρησκευόμενον Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὰ ὁποῖα ὀλίγου δεῖν νὰ ὡδήγουν τοὺς Ἱεράρχας μας εἰς σφοδρῶς ἀντιμαχομένας μερίδας, ἴσως δὲ καὶ εἰς σχίσμα, ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐπέμβῃ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἑνότητα ἐν τῇ Διοικούσῃ Ἐκκλησίᾳ καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», ὡς τοῦτο διεμορφώθη μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν του ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐπεμβάσεως ἦτο νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον καὶ ἐθεωρήθη ὡς κατεπεῖγον. Διὰ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, εἰς ἄρθρον μόνον, διὰ τῆς παραγράφου αʹ προβλέπεται τῶν χηρευουσῶν Μητροπόλεων ἐξαιρέσει τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καί τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, γίνεται ἐκλογὴ Μητροπολίτου ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Δηλαδὴ καθιεροῦται τὸ ἀμετάθετον τῶν Μητροπολιτῶν, ἐνῷ μέχρι τοῦδε διὰ τοῦ ἰσχύοντος νομικοῦ καθεστῶτος τὸ προβάδισμα τὸ εἶχε τὸ μεταθετόν. Μόνον κατὰ τοὺς τελευταίους δέκα ἑπτὰ μῆνας ἐπὶ τῶν χηρευουσῶν θέσεων Μητροπολιτῶν, ἕνδεκα ἐπληρώθησαν διὰ καταστάσεως καὶ αἱ ὑπόλοιποι ἓξ ἐπληρώθησαν διὰ μεταθέσεως. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων ὅτι μεταξὺ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κύκλων ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων πλευρῶν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ μεταθετοῦ, ὅτι ἦτο ὀλέθριον, ἡ χρῆσις τοῦ ὁποίου δὲν ἐγένετο πάντοτε διὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι λυπηρὸν αὐτό, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, διότι ἀποτελεῖ πεποίθησίν μου. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐὰν ἤθελε διὰ νὰ μείνῃ ἀδιάσπαστος ὁ κανὼν τοῦ ἀμεταθέτου νὰ προστεθῇ, προκειμένου περὶ τῆς πληρώσεως τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καὶ τῆς Μητροπόλεως τῆς Θεσσαλονίκης, νὰ ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης τῆς χειροτονίας, διότι δὲν ἀποκλείεται νὰ ὑπάρχῃ μία προσωπικότης ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ προσόντα καὶ νὰ ἀποτελῇ συνείδησιν, ὅτι ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ καταλάβῃ ἴσως εἴτε τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν, εἴτε τὴν Μητρόπολιν Θεσσαλονίκης. Δὲν βλάπτει, τοὐναντίον καθιστᾷ ἔγκυρον τὴν πρώτην παράγραφον ἐὰν προστεθῇ καί αὐτό.

§27Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριε συνάδελφε, θὰ παρεκάλουν νὰ τελειώσωμεν τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν βλέπομεν τί εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.

§28Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Μάλιστα, κ. ὑπουργέ. Διὰ τῆς παραγράφου 2, προβλέπεται, ὅτι διὰ Β. Διαταγμάτων «...... (ἀναγινώσκει) ......». Κύριε ὑπουργέ, διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου, βλέπω, ὅτι παραχωρεῖται ἴσως πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἐκκλησίας ἓν ἐπὶ πλέον δικαίωμα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχε μέχρι σήμερον ἡ Ἐκκλησία καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Μέχρι τοῦδε, ἡ Ἐκκλησία, διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτῇ ἐπὶ ἑκάστου Ἐκκλησιαστικοῦ νόμου. Ἤδη καθορίζεται ἡ ἀρχὴ τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιμετωπίζῃ ἐνδεχομένας διαφωνίας. Διότι ἡ Ἐκκλησία ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων θὰ ἔχῃ τὰς ἀπόψεις της ἐπὶ τῶν ὁποίων ὡς γνωρίζετε ἐμμένει πολλάκις μετὰ πείσματος. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραμείνωμεν εἰς τὰ κεκτημένα καὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης.

§29Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργόν, διατὶ ἐφθάσατε εἰς τὴν σύμφωνον γνώμην ἀφοῦ ὁ κείμενος Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Πολιτείας προβλέπει ἁπλῶς γνώμην τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπί τοῦ θέματος, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν μεγάλαι δυσχέρειαι εἰς τὸ μέλλον καὶ ἀνάγκη ἐπεμβάσεως καὶ πάλιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Διατί, ἐνῷ ἐξεκίνησεν ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὰς θελήσεις της εἰς μίαν ἀτακτοῦσαν Ἐκκλησίαν κατέληξε νὰ ἀποδεχθῇ τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποστερεῖ τὴν Κυβέρνησιν πάσης πρωτοβουλίας;

§30Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. ....... (δὲν ἠκούσθη).

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται αἱ διακοπαί, ἔχει ἀντίρρησιν ὁ ρήτωρ.

§32Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ ἐκ τοῦ παρόντος δὲν ἔχει ἀντίρρησιν...

§33Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Βεβαιότατα, εἶμαι σύμφωνος.

§34Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, ἀρκεσθεῖτε εἰς τὴν ἱκανοποίησιν, ὅτι καταργεῖτε τὸ μεταθετὸν καὶ ἀναμείνατε τὴν κατάρτισιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας.

§35Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ὅσον ἀφορᾶ τὸ πρῶτον θέμα, τὸ γενικὸν τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, νομίζω, ὅτι ἔληξεν. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ δεύτερον θέμα τῆς συμφώνου γνώμης, ἀναμφισβητήτως, τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ ἐπεκαλέσθητε καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἀγορητής, εἶναι σοβαρώτατα. Ἐπί τῶν θεμάτων ποὺ πρόκειται νὰ ρυθμισθοῦν, θὰ γίνῃ συζήτησις, θὰ γίνουν ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις. Θὰ γίνῃ μὲ ὅλην τὴν ἄνεσιν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἐὰν ἡ Ἱεραρχία δὲν θελήσῃ νὰ δεχθῇ ἐν τῷ συνόλῳ τὰς ἀπόψεις ποὺ ἔχει ἡ Πολιτεία, τότε, ἡ Πολιτεία δὲν θὰ δημοσιεύσῃ τὰ Διατάγματα. Διότι πρόκειται περὶ Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ρυθμίζουν τὰ ἐπὶ μέρους θέματα. Φαντασθεῖτε, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ θέμα τῶν προσόντων πρὸς ἱεραρχίαν, τὸ θέμα τῶν συνόρων τῶν Μητροπόλεων κλπ. Εἶναι θέματα τὰ ὁποῖα μετὰ μίαν καλόπιστον συζήτησιν τῆς Ἱεραρχίας μὲ τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποτελέσματα πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας. Δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζωμεν πάντοτε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς λεπτομερείας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν εἰς τὸν βίον αὐτῆς ταύτης τῆς Ἐκκλησίας.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίσατε, κ. Καμβύση ἄνευ διακοπῶν.

§37Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Ὡς προκύπτει καὶ ἐκ τῆς Εἰσηγητικῆς Ἐκθέσεως πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ καθορίσῃ αὐστηρότερα κριτήρια τῶν σήμερον ἰσχυόντων προκειμένου περὶ τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου τῶν πρὸς ἀρχιερατίαν ἐκλογίμων διὰ νὰ ὑπάρχουν ὅλα τὰ ἐχέγγυα διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρίστων. Δηλαδή, κ. βουλευταί, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τις ὑπηρετήσει ἐφημέριος εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα νὰ καταλάβῃ Μητροπολιτικὴν ἕδραν.

§38Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Αὐτὰ κ. συνάδελφε, ἐψηφίσθησαν εἰς τὴν Βουλήν.

§39Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Δὲν λέγω τὸ ἀντίθετον, κ. ὑπουργέ, Φρονῶ, ὅτι ἤδη παρέχεται ἡ εὐχέρεια, ὅπως ἡ Κυβέρνησις καθορίσῃ αὐστηρότερα προσόντα διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ εἴσοδος ἀξίων στελεχῶν, τὰ ὁποῖα θὰ τονώσουν τὰς ἡγετικὰς τάξεις τῆς ἐκκλησίας. Δι’ ἄλλου Διατάγματος, προβλέπεται τίνι τρόπῳ θὰ πληροῦνται αἱ θέσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ σημερινὸς τρόπος πληρώσεως τῶν θέσεων αὐτῶν εἶναι ὁ καλύτερος ἢ θὰ εὑρεθῇ ἄλλος τρόπος περισσότερον καλὸς τοῦ σημερινοῦ. Πάντως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζω πολὺ καλὰ ἐκ τῆς πείρας, εἶναι, ὅτι κατὰ περίεργον τρόπον, ἐκλέγονται ὄχι οἱ ἀριστεῖς. Ἤδη, παρέχεται ἡ εὐχέρεια, νὰ ρυθμισθῇ καὶ τὸ θέμα αὐτὸ εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐκλέγωνται διὰ τὰς θέσεις ταύτας οἱ ἄξιοι.

§40Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, ὁ κ. συνάδελφος ἀνέγνωσε τὸν κείμενον νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι εἶναι ἁπλῆ γνώμη τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τὸ νέον σχέδιον τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη καταρτισθῇ, ἐπίσης, ὁμιλεῖ περὶ προτάσεως, ὄχι περὶ συμφώνου γνώμης. Ἐγίνατε συνοδικώτερος τῶν Συνοδικῶν. Ἰδοὺ ἡ περικοπή: «.... ... (ἀναγινώσκει) ......». Ἡ Ἐκκλησία προτείνει καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίζει».

§41Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Αὐτὸ θὰ εἴπῃ εἰς τὰ Διατάγματα. Διὰ τὸ μέλλον αἱ λεπτομερειακαί μεταβολαὶ θὰ γίνωνται κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν.

§42Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Λυποῦμαι, ὅτι ἐπιμένετε. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ σᾶς λέγω: Ὁ κείμενος νόμος γράφει «γνώμην», ὁ κ. ὑπουργὸς προσθέτει «σύμφωνον γνώμην». Θέλετε νὰ δώσετε περισσότερα ἀπὸ ὅσα ζητεῖ ἡ Ἐκκλησία καὶ νὰ δημιουργήσετε περιπλοκὰς εἰς τὸ μέλλον; Πλειοψηφίαν ἔχετε, ψηφίσατε τό...

§43Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Ἕτερον θέμα, ἐξόχως σοβαρόν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ρυθμισθῇ διὰ Διατάγματος, εἶναι τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Μητροπόλεων καὶ τῶν ὁρίων αὐτῶν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Μητροπόλεων, κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ ρυθμισθῇ ὁπωσδήποτε. Ἔχομεν σήμερον 66 Μητροπόλεις. Ἤτοι ἀντιστοιχεῖ εἷς Μητροπολίτης εἰς 100.000 κατοίκους περίπου. Ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἰς ἄλλας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας εἶναι κατὰ πολὺ μεγαλύτερος. Εἰς τὴν Ρωσίαν εἷς Μητροπολίτης ἀντιστοιχεῖ εἰς 3.000.000 πολίτας καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν 300.000. Ἀνάλογον συμβαίνει καί εἰς τὴν Ρουμανίαν. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι ὁ ἀριθμὸς τῶν Μητροπολιτῶν, θὰ πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου. Σᾶς ἀναφέρω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν Λέσβον ὑπῆρχον τρεῖς Μητροπόλεις. Δηλαδή, μία περιφέρεια τοῦ Δήμου Πλωμαρίου ἦτο Μητρόπολις καὶ τοῦ Δήμου Μηθύμνης ἦτο Μητρόπολις καὶ τρίτη ἡ Μητρόπολις Μυτιλήνης. Ἐν συνόλῳ 66. Παρέχεται ἡ εὐχέρεια νὰ περιορισθοῦν αἱ ἕδραι τῶν Μητροπόλεων καὶ νὰ ἀναθεωρηθοῦν, ὅμως, καὶ τὰ ὅρια αὐτῶν, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἀδικία τοῦ Μητροπολίτου Κυθήρων εἰς μίαν περιοχὴν ἑνὸς χιλιομέτρου καὶ νὰ ὑπάρχουν ἄλλαι μὲ μεγάλην ἔκτασιν καὶ μεγάλους προσόδους. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ δεχθῇ μίαν τροπολογίαν. Παρακαλῶ, κύριε ὑπουργέ, νὰ τὴν προσέξητε, διότι ἀποδίδω μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Προτείνω, εἰς τὴν τρίτην περίπτωσιν «ὁ ἀριθμὸς τῶν Μητροπόλεων καὶ τὰ ὅρια τῶν περιφερειῶν αὐτῶν», μετὰ τὴν λέξιν «αὐτῶν» νὰ προστεθῇ «ὡς καὶ τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν». Εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν ἢ τοὐλάχιστον εἰς πολλούς, ὅτι ὑπάρχουν Μητροπόλεις, αἱ ὁποῖαι διῳκοῦντο καὶ ὁ λαὸς καὶ τὸ ποίμνιόν των ἐποιμενεῖτο ἀπὸ τὸ κρεβάτι τοῦ Μητροπολίτου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπὶ μίαν διετίαν κλινήρης, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐπὶ μίαν πενταετίαν, ὡς ἔχω περίπτωσιν.

§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι βασικὴ ἡ τροπολογία σας.

§45Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Κανονικὴ ἀπαγόρευσις δὲν ὑφίσταται, διὰ νὰ προβληθῇ, ὅτι οἱ Ἱεροὶ Κανόνες δὲν ἐπιτρέπουν νὰ θέσωμεν ὅριον ἡλικίας. Πρέπει, ὅταν ὁ Μητροπολίτης ἠμπορῇ καὶ ἔχῃ τὰς σωματικάς του δυνάμεις, βεβαιότατα νὰ ἀσκῇ τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ ὅταν, ὅμως, διὰ τὰς ἐφημερίους ἡ Πολιτεία ἔθεσεν ὅριον τὸ 75ον ἔτος, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον δὲν πρέπει νὰ τεθῇ τὸ αὐτὸ ὅριον ἡλικίας καὶ διὰ τοὺς Μητροπολίτας. Διότι κἄποια φορά, καὶ ὅταν αἱ δυνάμεις των τοὺς ἐγκαταλείπουν, θὰ πρέπει νὰ ἠμποροῦν νὰ πᾶνε νὰ ἀναπαυθοῦν καὶ οἱ Μητροπολῖται. Ἡ Πολιτεία δὲν προέβλεψε δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Καὶ διὰ νὰ ἔχουν μίαν ἄνετον διαβίωσιν, θὰ παίρνουν σύνταξιν ὅλας τὰς ἀποδοχάς των, ἀλλὰ καὶ ηὐξημένας κατὰ 50%, ὥστε καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι διὰ πολλοὺς Μητροπολίτας, ποὺ δὲν θὰ ἔχουν ἀποταμιεύσει τίποτε ἀπὸ τὴν μακρὰν σταδιοδρομίαν των, νὰ δύνανται νὰ ζήσουν ἀξιοπρεπῶς μὲ περίπου 10.000 δραχμάς, τὰς ὁποίας θὰ παίρνουν τὸν μῆνα. Κύριε ὑπουργέ, πρέπει τὴν τροπολογίαν αὐτήν, διὰ νὰ εἶναι ὁλοκληρωμένον τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ τὴν υἱοθετήσητε, διότι εἶναι κοινὴ συνείδησις, ὅτι πρέπει οἱ Μητροπολῖται νὰ ἀποχωροῦν, ὅταν αἱ δυνάμεις των τοὺς ἐγκαταλείπουν. Βάλετε ἕνα ὅριον ἡλικίας.

§46Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ποῦ θὰ εὕρῃ τὴν σύμφωνον γνώμην, δι’ αὐτό;

§47Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Βέβαια, θὰ εἶναι ἀντίθετος, ἀλλὰ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βγῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν προσθήκην αὐτήν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅριον ἡλικίας. Κύριοι, ὑπῆρχε περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠσθένει Μητροπολίτης εἰς Μητρόπολιν, ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐστέλλετο κἄθε τόσον Ἔξαρχος, διὰ νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Δὲν παρῃτεῖτο ὁ Μητροπολίτης. Ἐστέλλοντο ἰατροὶ νὰ τὸν ἐξετάσουν. Δὲν παρῃτεῖτο. Δὲν ἠξεύρω πῶς ἔγινε τελικῶς καὶ ἐπείσθη νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἦτο ἐπὶ μίαν πενταετίαν κλινήρης. Εἰς τὴν Μητρόπολίν του, κατὰ σύμπτωσιν, εἶχον ἀναπτυχθῆ ὅλαι αἱ προπαγάνδαι, διὰ τὰς ὁποίας ἐστέλλοντο Μητροπολῖται νὰ τὰς καταπολεμήσουν, διότι ἡ ἀνάπτυξίς των ἀνησύχει τὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν ὑπῆρχε Μητροπολίτης εἰς τὴν ἕδραν του, ἄξιος ποιμήν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίζῃ ἡ Μητρόπολις Κίτρους — διότι περὶ αὐτῆς πρόκειται— αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἀπὸ ἀπόψεως προπαγανδῶν, τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζει σήμερον; Ἰδού, διατὶ ἐπιβάλλεται νὰ τεθῇ ὅριον ἡλικίας τὸ 75 ἢ τὸ 80. Αὐτὸ θὰ τὸ καθορίσῃ ὁ κ. ὑπουργός, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ τεθῇ. Τέταρτον, «τὰ τῆς συνθέσεως, συγκλήσεως καὶ λειτουργίας τῆς Ἱερᾶς καὶ Διαρκοῦς Συνόδου, ἐπίσης ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ τοῦ παρ’ αὐτῇ Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου κλπ.». Θὰ ἤθελα, ἐπίσης, νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν σας, κύριε ὑπουργέ, καὶ νὰ παρακαλέσω νὰ δεχθῆτε καὶ μίαν ἄλλην τροπολογίαν. Θὰ ἤθελον, ὡς ἐδάφιον τελευταῖον εἰς τὴν 2 παράγραφον καὶ μετὰ τὰς λέξεις «προβλεπομένων Διαταγμάτων», νὰ προστεθῇ ὅτι «διὰ Διατάγματος, θέλουν καθορισθῆ τὰ τῶν κληρονομιῶν τῶν περιουσιῶν, μετὰ τὸν θάνατον τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν». Εἶναι καιρός, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ κοινὸν αἴσθημα, νὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις, διότι, ὅταν ὁ Μοναχὸς — ὑπάρχουν διατάξεις καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχουν καὶ ἀπὸ τὸ Κανονικὸν Δίκαιον— ἡ περιουσία του δὲν ἠμπορεῖ νὰ κληρονομῆται, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον, ἡ περιουσία τὴν ὁποίαν θὰ ἀφήσῃ ἕνας Ἱεράρχης νὰ μὴ περιέρχεται ἐμμέσως, κατὰ ἕνα τρόπον, εἰς τὸν λαόν. Διότι τὸ χρῆμα αὐτό, τὸ ὁποῖον, ἀσκῶν βεβαίως νομίμως καὶ σύμφωνα μὲ τοὺς Κανόνας τὰ ἱερατικά του καθήκοντα, συνεσώρευσεν, εἶναι ἱερὸν χρῆμα, προερχόμενον ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν ἴδιον, διὰ νὰ γίνωνται εὐαγῆ ἱδρύματα καὶ νὰ προστατεύωνται οἱ ἄποροι τῆς Μητροπόλεως. Κἄθε Μητρόπολις νὰ ἔχῃ καὶ ἕνα Ταμεῖον.

§48Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον κάμνουν ὁμολογίαν πενίας καὶ παρθενίας, δὲν τηρεῖται οὔτε ἡ μία, οὔτε ἡ ἄλλη.

§49Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Θὰ ἤθελον, κύριε ὑπουργέ, νὰ προσέξητε αὐτὴν τὴν τροπολογίαν.

§50Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Καμβύση, ἐκκλησιαστικῶς δὲν εἶναι Μοναχοί;

§51Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Μάλιστα.

§52Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἡ νομοθεσία περὶ Μοναχῶν. Διότι εἴπατε, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα συσσωρεύουν νομίμως, προσθέτω — εἴτε παρανόμως.

§53Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ εἶπον αὐτό. Αἱ παράγραφοι 3–4 καὶ 5, εἶναι ἄνευ σημασίας καὶ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχοληθῶ δι’ αὐτάς. «Συγκαλεῖται εἰς τὰς 25.5.1959 Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας .... (ἀναγινώσκει) ......». Νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ διάταξις αὐτή, διότι εὑρίσκομαι καὶ ἐγώ, κατὰ ἕνα τρόπον, πλησίον τῶν διαμαχομένων μερίδων καὶ βλέπω ὅτι διατηροῦν τὰς θέσεις των σθεναρῶς. Κατὰ συνέπειαν, αὐτὸ δίδει μίαν διέξοδον καταπραΰνσεων καὶ ἴσως καὶ ὡριμωτέρων σκέψεων, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ πειθαρχία καὶ ἡ σύμπνοια εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Κύριοι βουλευταί, ἐνεκρίθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὁ τρόπος τῆς ζητουμένης εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεως, ὅπως διὰ Διαταγμάτων ρυθμισθοῦν αὐτὰ τὰ ἐπίμαχα θέματα. Καὶ ἐλέχθη, τὸ εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ κατὰ ἕνα τρόπον ἀπολύτρωσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι, παρὰ ὀλίγον καιρὸν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ γνωρίζω τί ἐγένετο, ἀλλὰ ἐκ τῆς παρακολουθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω κάμει εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω διαπιστώσει, ὅτι ὑπάρχει πλήρης σεβασμὸς εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις καὶ εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει. Οὐδέποτε εἶδον νομοσχέδιον νὰ ζητῇ νὰ ρυθμισθοῦν δι’ ἐξουσιοδοτήσεως, εἴτε περιωρισμένης καὶ καθωρισμένης, εἴτε εὐρείας. Ἐνθυμοῦμαι μόνον, ὅτι διὰ κἄποιον σχέδιον νόμου, περὶ ἰδιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ κ. ὑπουργὸς εἶχε ζητήσει διὰ Διατάγματος, ὅπως ρυθμίζωνται ὡρισμένα θέματα καὶ ὅταν ἀνεπτύχθησαν ὡρισμέναι ἀπόψεις, ἠρκέσθη νὰ τὰ διαγράψῃ. Θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ, ὅπως διὰ Διατάγματος ρυθμίσῃ τὰ ἐπίμαχα θέματα τῆς ἐκκλησίας, δὲν ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σῶμα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἐπεῖγον καὶ τὴν ἀνάγκην, τὴν προκληθεῖσαν ἀπὸ τὸν σάλον, ὁ ὁποῖος προεκλήθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδιαιτέρως ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς Θρησκευμάτων, θὰ κάμῃ χρῆσιν συνετὴν καὶ μετὰ περισκέψεως πολλῆς τῆς παρεχομένης ἐξουσιοδοτήσεως, εἰς τρόπον, ὥστε, ἐγώ, νὰ μὴ ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐξύψωσις τῆς Ἐκκλησίας, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὡς ἐκ τούτου εἰσηγοῦμαι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βασιλικός).

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.

§55Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι, τὸ παρὸν νομοσχέδιον, εἰσάγεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὡς κατεπεῖγον, κατόπιν τῆς ἀποτυχίας τῶν προσπαθειῶν, τὰς ὁποίας κατέβαλεν, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ δηλώσεών του, δημοσιευθεισῶν εἰς τὸν τύπον, διὰ νὰ γεφυρώσῃ τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἡ δημιουργηθεῖσα ρῆξις ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ρῆξις, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, προεκάλεσε βαθυτάτην θλῖψιν εἰς ὁλόκληρον τὸν ὀρθόδοξον κόσμον. Τοῦτο δὲ καὶ διότι διεπιστώθη, ὅτι ἡ ρῆξις αὐτὴ δὲν ὠφείλετο εἰς διαφωνίας ἐπὶ δογματικῶν ἢ ἐπὶ πνευματικῶν ζητημάτων, ἀλλά, ὅπως οἱ ἴδιοι, οἱ μετασχόντες τῆς Συνόδου ὡμολόγησαν καὶ αὐτὸς ὁ προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας διὰ δηλώσεών του ἐδήλωσεν, ἡ ρῆξις ὠφείλετο εἰς ἀντιθέσεις προσωπικὰς καὶ εἰς ἐπιδιώξεις προσωπικῶν ἱκανοποιήσεων.

§56Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;

§57Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ προκαθημένου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, περιλαμβάνουν τὴν περικοπὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον προηγουμένως.

§58Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἄποψις τοῦ προκαθημένου, ἀλλὰ κατὰ τί αὐτὸ βεβαιοῖ, ὅτι αὐτὸ ἦτο καὶ ἡ οὐσία τῆς ρήξεως;

§59Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.

§60Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Εἴπατε ὅλοι. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δὲν εἶναι ὅλοι.

§61Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι βεβαιοῖ, λέγω, ὅτι ἐνεφανίσθη αὐτὴ ἡ ρῆξις ἐνώπιον τῆς ὀρθοδόξου κοινῆς γνώμης, ὡς ρῆξις προερχομένη οὐχὶ ἀπὸ διαφωνίας εἰς πνευματικὰ ἢ δογματικὰ ζητήματα, ἀλλὰ ἀπὸ διαφωνίας, ὀφειλομένας εἰς προσωπικὰς ἀντιθέσεις.

§62Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἄλλο τὸ ἐνεφανίσθη καὶ ἄλλο τὸ εἶπε.

§63Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Καὶ ἡμεῖς φυσικά, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦμεν διὰ τοῦ τύπου καὶ ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὰ γεγονότα, καὶ ὁλόκληρος ὁ ὀρθόδοξος κόσμος, ὁ ὁποῖος μὲ συγκίνησιν τὰ παρηκολούθησεν, εἶναι φυσικὸν νὰ ἐσχημάτισε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀφορμὴ τῶν διαφωνιῶν, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς τὴν ρῆξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ εἰσαγάγῃ κατεπειγόντως τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὀφείλομεν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, διερμηνεύουσα τὸ κοινὸν αἴσθημα, νὰ καταβάλῃ κᾶθε προσπάθειαν διὰ τὴν γεφύρωσιν τοῦ χάσματος καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, κατ’ ἀρχήν, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ εἴμεθα συμπαραστάται κᾶθε προσπαθείας, ἡ ὁποία πράγματι ἀποβλέπει εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις, παρὰ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν πράγματι ἀντίδρασίν της—ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν ἦτο προητοιμασμένη, ὡς ὤφειλε, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν κρίσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, κρίσιν τῆς ὁποίας ἡ ἐκδήλωσις μὲν εἶναι πρόσφατος, ἀλλὰ τὰ αἴτια εἶναι παλαιά, καὶ αἱ ἀφορμαὶ ἐκυοφοροῦντο ἀπὸ πολλῶν μηνῶν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ δι’ αὐτὸ εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ προλάβῃ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ἐνθυμεῖσθε τὸ μήνυμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος πρὸ μηνῶν, κατὰ τὸν περασμένον Ὀκτώβριον, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, μᾶς ἀπηύθυνε, μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν της, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐδήλου, ὅτι μεταξὺ τῶν θεμάτων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς Ἱεραρχίας τῆς Συνόδου ἐκείνης, περιελαμβάνοντο καὶ ὅλα τὰ θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα προέκυψαν αἱ μετέπειτα διαφωνίαι, ὅπως τοῦ μεταθετοῦ, τὸ θέμα τῶν ὁρίων τῶν Μητροπόλεων, τῶν προσόντων τῶν Ἀρχιεπισκόπων κλπ. Ἀλλὰ διὰ τὰ θέματα αὐτά, παρ’ ὅλον ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Συνόδου διήρκεσαν ἐπὶ μῆνας, δὲν τῆς ἀπέμεινεν ὁ ἀναγκαῖος χρόνος διὰ νὰ τὰ συζητήσῃ καὶ διὰ νὰ δώσῃ λύσεις, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν. Τί ἐσήμαινεν αὐτό; Σημαίνει, ὅτι αἱ λύσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ δοθοῦν εἰς τὰ προβλήματα αὐτά, δὲν ἱκανοποίουν μεγάλον ἀριθμὸν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἱεραρχίας, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ δημιουργηθοῦν προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ προκαλέσουν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς λήψεως ἀποφάσεων. Μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν καὶ ἔχομεν καὶ πρὸς τὸν προκαθήμενον τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρὸς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἱεραρχίας καὶ ὅλους τοὺς διακεκριμένους Ἱεράρχας, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀποτελοῦν, ἐκφράζομεν τὴν λύπην μας, διότι εἰς στιγμὰς ἠθικῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, εἰς στιγμὰς κρισίμους διὰ τὸ Ἔθνος καὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἀποβλέπομεν ὅλοι εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, εἰς τὸν πνευματικὸν ἡγέτην, ὁ ὁποῖος θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀντιμετωπίσει ὅλα του τὰ προβλήματα, ὥστε ἀπερίσπαστος καὶ ἐλεύθερος νὰ εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως τοῦ τόπου, τὴν περίοδον αὐτὴν διαπιστώνεται, ὅτι μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας ἐνεφιλοχώρησαν ἔριδες καὶ διαφοραὶ διὰ προσωπικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα εἶναι φυσικὸν νὰ τὴν ἐμποδίσουν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναλάβῃ ἕνα μεγαλύτερον καὶ πλέον ἐθνικὸν ἔργον διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὴν Χώραν. Ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἀπροετοίμαστος εἰς τὴν κρίσιν αὐτήν, παρ’ ὅλον ὅτι ἐγνώρισε πῶς εἶχον τὰ πράγματα καὶ αὐτὸ κυρίως εἶναι ἕνα θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον τὴν ἐπικρίνομεν. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι εὑρέθη ἀπροετοίμαστος, εἶναι αἱ ἐπανειλημμέναι οὐσιαστικαὶ τροποποιήσεις τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου. Διότι τὴν πρώτην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισε νὰ ἐπέμβῃ, παρὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν θὰ ἐπέμβῃ, καταθέτει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπὶ τῆς Παιδείας Ἐπιτροπὴν καὶ ὡς γνωρίζετε, ἀπετέλει μίαν ἀποφασιστικὴν ἐπέμβασιν εἰς τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Μετέβαλε τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ ἀνεξάρτητον εἰς ὑποτελῆ εἰς τὴν Πολιτείαν. Βεβαίως περιελάμβανε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ διάταξιν περὶ καταργήσεως τοῦ μεταθετοῦ, διάταξις ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κοινὸν σημεῖον συμφωνίας ὅλων τῶν παραγόντων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο περιελάμβανε διάταξιν καταφώρως ἀντισυνταγματικήν, καταλύουσαν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ὁποία δικαίως προεκάλεσε τὴν ἐξέγερσιν τῶν ἐκπροσώπων της. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις, μελετήσασα μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὰ γεγονότα καὶ ἀφοῦ προέβη εἰς συνεννοήσεις συνέταξε νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσηγεῖται καὶ τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι βελτιωμένον... Ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἡ προσθήκη εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς διατάξεως, ὅτι τὰ Διατάγματα, διὰ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, θὰ ἐκδοθοῦν μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας εἰς τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας —ἡ ὁποία ἐπεβλήθη, ὡς ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις ὡμολόγησε, λόγῳ τῆς ἀδηρίτου ἀνάγκης νὰ ἀποφευχθῇ ἡ χειροτέρευσις τῆς ρήξεως— ἡ ἐπέμβασις αὐτή, λέγω, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ εἶναι δεδικαιολογημένη, δὲν πρέπει νὰ ἐπεκτείνεται μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ κίνδυνος ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ μετατραπῇ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ ἀνεξάρτητος εἰς ὑποτελῆ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ καταργηθῇ τὸ ἰσχῦον εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας δημοκρατικὸν καθεστὼς καὶ ἐκ τρίτου, ὅπερ καὶ τὸ σπουδαιότερον, νὰ καταστῇ δυσχερὴς ἡ συνεργασία τῆς Ἱεραρχίας καὶ τῆς Πολιτείας, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν προβλημάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύσῃ τὰ προβλήματά της, οὔτε νὰ ἐξυγιανθῇ, ἀλλὰ καὶ ἡ Πολιτεία νὰ καρπωθῇ τὰ ὠφελήματα μιᾶς ὑγιοῦς Ἐκκλησίας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἐπεβάλλετο ἡ ἐπέμβασις, ἥτις ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ μὴ καταστῇ ἀφορμὴ νὰ εὐρυνθῇ τὸ χάσμα, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ γεφυρωθῇ. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, συμφωνῶ μὲ τοὺς προλαλήσαντας Ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου ἕνα, τοῦ καθιεροῦντος τὸ ἀμετάθετον, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ κυρίως τὴν πέτραν, ὡς ἐλέχθη, τοῦ σκανδάλου καὶ τὴν κυριωτέραν ἀφορμὴν τῶν ἐρίδων μεταξὺ τῶν Ἱεραρχῶν. Ἐφ’ ὅσον ἐξεδηλώθη διάθεσις πρὸς συνεννόησιν μεταξὺ τῶν ἀντιμαχομένων εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον μερίδων καὶ ἐγένετο συνείδησις εἰς τὴν Ἱεραρχίαν, ὅτι ἡ ρῆξις ἐδημιούργησε δυσφορίαν εἰς τὸν ὀρθόδοξον κόσμον καὶ ζημίαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐφ’ ὅσον ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Ἱεραρχία ἐπιδιώκει νὰ ἀρθοῦν αἱ ἀφορμαὶ τῆς ρήξεως καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἠρεμία εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς καθώρισε τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας, ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Βασ. Διαταγμάτων. Ἐξ ὅλων αὐτῶν φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει θέλησις ἑκατέρωθεν, ὥστε νὰ μὴ ἀποβοῦν τὰ δημιουργηθέντα γεγονότα πρὸς βλάβην τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλα αὐτὰ συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μας, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περιορισθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 ἐδάφ. 1 καὶ αἱ ἑπόμεναι διατάξεις, δηλαδὴ ἐκεῖναι, διὰ τῶν ὁποίων καθιεροῦται ἡ διὰ Διαταγμάτων ρύθμισις τοῦ συνόλου σχεδὸν τῶν θεμάτων, τῶν ἐνδιαφερόντων τὴν Ἐκκλησίαν, νὰ διαγραφοῦν. Οὔτε ἡ διάταξις περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, περὶ τῆς ὁποίας θὰ σᾶς ὁμιλήσω κατωτέρω λεπτομερέστερον, πρέπει νὰ διατηρηθῇ καὶ τοῦτο, διὰ νὰ εὐρυνθῇ, ἢ ἔστω διατηρηθῇ, τὸ χάσμα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως κινδυνεύει μὲ τὰς διατάξεις αὐτάς, ἔστω καὶ ἂν παραμείνῃ ἡ διάταξις περὶ «συμφώνου γνώμης» τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλά ἀνεξαρτήτως τοῦ χάσματος μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, καὶ γενικώτεροι λόγοι σκοπιμότητος, διὰ τὴν προστασίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὰς εἰς ἄλλας χώρας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, ἐπιβάλλουν νὰ ἔχωμεν ἐπιφυλάξεις διὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς καὶ ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι μόνον διὰ συνεννοήσεων μὲ τὴν Ἐκκλησίαν δέον νὰ λύσωμεν τὰ προβλήματά της, δεδομένου, ἄλλως τε, ὅτι ἐδηλώθη καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἡ ἁρμοδία διὰ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας Ἐπιτροπὴ τῶν Ἱεραρχῶν, ἔχει ἤδη ἀποπερατώσει τὸ ἔργον της καὶ εἶναι ἕτοιμον διὰ νὰ ὑποβληθῇ τὸ πόρισμά της εἰς τὴν Ἱεραρχίαν, διὰ νὰ καταρτίσῃ τὸ σχέδιον νόμου τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, ὁ ὁποῖος λύει τὰ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δύναται νὰ κατατεθῇ συντόμως εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ψηφισθῇ, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἔκδοσιν Β. Διαταγμάτων. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν περιωρίζετο εἰς τὸ ἄρθρον 1 καὶ ἡ συζήτησις θὰ ἦτο συντομωτέρα καὶ ἡ λύσις θὰ ἦτο περισσότερον συμπαθὴς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν οὐσίαν, θὰ διηυκόλυνε περισσότερον τὴν γεφύρωσιν τοῦ χάσματος ἡ λύσις ἐκείνη, καὶ θὰ ἦτο ἡ Πολιτεία πλέον συνεπὴς πρὸς τὴν μέχρι σήμερον ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν καὶ τὴν ὑφισταμένην εἰς τὴν Ἐκκλησίαν κατάστασιν. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι μόνον διὰ τὴν Ἐκκλησίαν μας ἡ ζημία ἐκ τῆς καθιερώσεως ἑνὸς προηγουμένου εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα ἐπεμβάσεως. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι καὶ εἰς ἄλλας χώρας ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην παροχῆς βοηθείας καὶ προστασίας, δεδομένου ὅτι λειτουργοῦν ὑπὸ δυσμενεστέρας περιστάσεις. Καὶ εἰς τὰς χώρας αὐτὰς ἀντιμετωπίζονται, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἐκκλησίας, δυσχερεῖς συνθῆκαι. Δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δικαιοῦται μία Κυβέρνησις νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου, δικαιολογοῦντος μίαν τοιαύτην σοβαρὰν ἐπέμβασιν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προσέξῃ τὸ θέμα. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ πράγματι νὰ ζημιώσῃ τὴν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, θέλει νὰ δημιουργήσῃ προϋποθέσεις, διὰ νὰ ζημιωθῇ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῶν ἄλλων χωρῶν, ἀλλὰ εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ πολιτική της νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ ὡς ἔχει, πλὴν τοῦ ἐδαφίου 1, θὰ δημιουργήσῃ συνθήκας, αἱ ὁποῖαι θὰ προκαλέσουν τοιαύτην ἐκμετάλλευσιν.

§64Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Ποῖον σημεῖον, θὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν;

§65Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τὸ ὅτι ἡ Πολιτεία εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τρόπον ἀντισυνταγματικόν, διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ρυθμίζει τὰ σοβαρώτερα θέματα τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς τὴν γνώμην της καὶ τὴν γνώμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἡ σοβαρωτέρα διάταξις, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁμιλήσω τώρα ἀμέσως καὶ ἡ ὁποία εἶναι σαφῶς ἀντισυνταγματική, εἶναι ἡ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ἀναβάλλονται αἱ ἐργασίαι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὅσον καὶ ἂν φαίνεται ἁπλῆ ἡ διάταξις αὐτή, θὰ δημιουργήσῃ πολλὰ θέματα, εἶναι δὲ σαφῶς ἀντισυνταγματική. Εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον, εἴχατε διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναβάλῃ ἑκάστοτε τὰς ἐργασίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Αὐτὴ ἡ διάταξις, ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀσκῇ διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ρητῶς ἀναφέρει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ἀπὸ Ἱερὰν Σύνοδον Ἱεραρχῶν. Εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, βελτιώνετε τὴν διάταξιν αὐτήν, ἀλλὰ καταργεῖτε κατ’ οὐσίαν τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, διότι τί ἄλλο ἢ κατάργησιν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀναστέλῃ τὰς ἐργασίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δι’ ἕνα Αʹ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ παύσῃ διοικουμένη ἡ Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἔχῃ Ἱερὰν Σύνοδον διοικοῦσαν αὐτήν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν κατάφωρον ἐπέμβασιν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν καὶ δι’ ἐπεμβάσεις εἰς τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας ἄλλων χωρῶν, διὰ τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἠμποροῦμεν κατόπιν νὰ διαμαρτυρηθῶμεν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα φυσικά, ἡ ἐπέμβασις αὐτή, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, ὀφείλεται εἰς ἀγαθὰ αἴτια, ἀλλὰ εἰς ἄλλας χώρας, ἀσφαλῶς θὰ ὀφείλεται εἰς πρόθεσιν δημιουργίας δυσχερῶν συνθηκῶν διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἐκεῖ ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

§66Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Ἡ παράτασις τῆς ἀνωμαλίας, ποὺ προέκυψεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν συγκρίνεται μὲ οἱανδήποτε ἄλλην ζημίαν διὰ τὴν Ἐκκλησίαν. Εἶναι τόσον μεγάλη ἡ ἀνωμαλία, ὥστε δὲν συγκρίνεται μὲ οἱανδήποτε ἄλλην.

§67Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἐγὼ ἀνεγνώρισα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπέμβῃ καὶ ἐδικαιολόγησα πλήρως τὴν ἐνέργειάν της. Ἀλλὰ ἡ ἐπέμβασις αὐτὴ εἴπομεν, ὅτι πρέπει, διὰ νὰ εἶναι ἐπιτυχὴς καὶ διὰ νὰ γεφυρώσῃ τὸ χάσμα, ἀντὶ νὰ τὸ εὐρύνῃ, νὰ γίνῃ μετὰ προσοχῆς καὶ μέχρι τοῦ ἀπαραιτήτου σημείου. Τὸ ἀπαραίτητον σημεῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἦτο νὰ περιορισθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ψήφισιν τῆς παραγράφου 1 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὸ ἀμετάθετον. Ὅλαι αἱ ὑπόλοιποι διατάξεις περιττεύουν. Ἔπειτα, μάλιστα, ἀπὸ τὴν δημιουργίαν τῶν νεωτέρων συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι δίδουν τὴν ἐντύπωσιν μιᾶς ὑφέσεως εἰς τὴν ρῆξιν τῶν Ἱεραρχῶν, νομίζω, ὅτι σᾶς δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ψήφισίν των. Κύριοι βουλευταί, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν θὰ ἐξετάσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατετέθη σήμερον τροποποιημένον ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περιλαμβάνει διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας, εἰς τὴν παράγραφον 2, δύναται ἡ Κυβέρνησις, διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, νὰ ρυθμίσῃ ὅλα τὰ θέματα καὶ τὰ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, νὰ ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται διὰ τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν νὰ ὁλοκληρώσῃ ὅλα τὰ θέματα, μὲ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γίνῃ ἡ τροποποίησις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατ’ ἀκολουθίαν νὰ συντάξῃ καὶ νὰ θέσῃ εἰς ἰσχὺν ἕνα ὁλοκληρωμένον Καταστατικὸν Χάρτην ἢ ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἐπιλύσῃ τὰ προβλήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν ἀφορμὴν τῆς ρήξεως καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῇ ἀργότερον νὰ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νέον ὡλοκληρωμένον σχέδιον, βάσει τοῦ πορίσματος τῆς ἐκ Μητροπολιτῶν Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, ὡς ἐλέχθη, συνεκροτήθη κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀφοῦ ἐμελέτησε τὰ θέματα ὑπέβαλε, ὡς ἐλέχθη ἤδη, τὰ πορίσματά της εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις περιορισθῇ εἰς ὡρισμένα βασικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην της, ἀπὸ τὰς πληροφορίας ποὺ ἔχει ὡς ἐποπτεύουσα τὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἀπετέλεσαν τὴν ἀφορμὴν τῆς ρήξεως, βεβαίως εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ὑπάρχει δικαιολογία. Ἐάν, ὅμως, ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκῃ διὰ τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων νὰ ὁλοκληρώσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνασυντάξεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας, ἐρήμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, νομίζω, ὅτι διαπράττει τεράστιον σφάλμα τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι πρὸς βλάβην ὅλων τῶν παραγόντων, τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ διὰ τὴν ἐξυγίανσιν αὐτῆς. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτέ, ἕνα ἔργον τοιαύτης σοβαρότητος, ὅπως τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐκκλησίας, νὰ εἶναι τελειότερον, συντασσόμενον ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας κρατικὰς ὑπηρεσίας καὶ ἔστω καὶ ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, παρὰ ὅταν ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Διότι ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς ἐκπροσωποῦνται ὅλαι αἱ τάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐδῶ μόνον, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθοῦν ὅσα πρέπει καὶ νὰ κριθοῦν, ὅπως πρέπει, ἔργα τοιαύτης σοβαρότητος, ὡς ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἰδιαιτέρου κουβεντολογήματος ἕνα τοιοῦτον ἔργον, μεταξὺ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἢ μεταξὺ τῶν ἱεραρχῶν, τῶν προσκειμένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τῶν φίλα διατελούντων πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Δὲν εἶναι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον τοὺς Ἱεράρχας, οὔτε θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, Ἐκκλησίαν καὶ Πολιτείαν ὡς σύνολον, καὶ ὅλοι ἔχομεν συμφέρον ὁ Καταστατικὸς αὐτὸς Χάρτης, ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ ὕστερα ἀπὸ τόσους ἀγῶνας, νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ εἶναι προσηρμοσμένος πρὸς τὴν σημερινὴν ἐθνικὴν καὶ πολιτικὴν πραγματικότητα, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παρακολουθήσωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐπιβιώσωμεν καὶ ὡς Ἔθνος καὶ ὡς Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι, λοιπόν, δυνατόν, κύριε ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Παιδείας, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζω ἀπόλυτον καλὴν πίστιν καὶ ἀπόλυτον καλὴν πρόθεσιν, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ἀπαντᾶτε ἀπὸ τοῦ ἑδωλίου σας, ὅτι θὰ κάμητε ὑποχωρήσεις πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ θὰ κάμῃ ὑποχωρήσεις ἡ Ἐκκλησία πρὸς ὑμᾶς καὶ θὰ συνταχθῇ ἕνας Καταστατικὸς Χάρτης, χωρὶς νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἔλεγχος. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε προηγουμένως, ἀπαντῶντες εἰς τὸν κ. Παπανδρέου, δὲν εἶναι ἀπάντησις, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας μιᾶς Χώρας, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβιώσῃ μόνον ἂν ἐπιτύχῃ τὴν ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν ἐξυγίανσίν της.

§68Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Εἴπατε, ὅτι θὰ γίνουν συμβιβασμοὶ ἐπὶ τῶν θεμάτων ἠθικῆς τάξεως, μεταξὺ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας;

§69Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον, ὅτι τὰ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συζητήσεως μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Μόνον ἐδῶ μέσα, ποὺ ἐκπροσωποῦνται ὅλαι αἱ τάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ἕνα τόσον σοβαρὸν νομοσχέδιον, τῆς Κυβερνήσεως, φυσικά, δυναμένης νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἄποψίν της ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πιστεύει ὡς ὀρθὴν καὶ ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἐπιβάλῃ, ἐφ’ ὅσον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης διατηρεῖ τὴν κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν. Κύριοι συνάδελφοι, ὅπως εἶπον, λοιπόν, τὸ νομοσχέδιον φαίνεται ἐκ τῆς διατυπώσεώς του, ὅτι ἐξετάζει τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἁπλᾶ προβλήματα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ρυθμίζεται μὲ τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ λάβῃ τὴν γνώμην τῆς Ἱεραρχίας, θὰ ἐκδώσῃ τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ λύσῃ τὰ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας. Προκειμένου, ὅμως, περὶ ἐκκλησιαστικῶν προβλημάτων, δὲν εἶναι ἁπλοῦν τὸ θέμα. Καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἁπλοῦν, τὸ λέγουν ὅλοι οἱ μεγάλοι συνταγματολόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅλοι οἱ συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνέκαθεν εἶχον ἀσχοληθῆ μὲ παρόμοια θέματα καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ δικαίωμα, λόγῳ τοῦ ἐπιστημονικοῦ των κύρους, νὰ ἀποφαίνωνται ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν αὐθεντικά. Ἄς ἐξετάσωμεν, πρῶτον, ὑπὸ ποῖον νομικὸν καθεστώς, τελεῖ σήμερον ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν χώραν μας καὶ ἂν βάσει αὐτοῦ δύνανται νὰ ψηφίζωνται νομοσχέδια, λύοντα τὰ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Εἶναι γεγονός, ὅτι εἰς τὴν χώραν μας ἰσχύει τὸ καθεστὼς τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας, ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα. Δηλαδή, ἡ Πολιτεία, διὰ τῶν κανόνων τοὺς ὁποίους θέτει, ρυθμίζει τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει ἀνεξέλεγκτον δικαίωμα νὰ θέτῃ οἱουσδήποτε κανόνες ἐκείνη νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ θέτῃ διὰ τὴν λύσιν τῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει ἕνα μέγα θέμα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸ μέγα αὐτὸ θέμα εἶναι, ἐὰν ἡ Πολιτεία δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ρύθμισιν ὅλων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ρυθμίζουν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες. Ἐγένετο εὐρυτάτη συζήτησις, κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἑκάστοτε συνταγμάτων εἰς τὴν χώραν μας καὶ διὰ νὰ μὴ ἀναφερθῶ εἰς τὰς παλαιὰς συζητήσεις, θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν τελευταίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τελευταίου Συντάγματος εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, κατὰ τὴν ὁποίαν συζήτησιν, κύριοι βουλευταί, ὁ ἀείμνηστος συνάδελφος Χρῆστος Θηβαῖος, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, ἐζήτησε νὰ τεθῇ μία διευκρίνισις, ἐὰν ἀφορᾶ ἡ συνταγματικὴ προστασία τοὺς δογματικοὺς κανόνας μόνον, ἢ καὶ τοὺς διοικητικούς, τοὺς ρυθμίζοντας τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ὅπως ἐμφαίνεται εἰς τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὁ Θηβαῖος ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι ἀφορᾶ ἡ προστασία ἡ συνταγματικὴ μόνον τοὺς δογματικοὺς κανόνας καὶ ὄχι διοικητικοὺς κανόνας καὶ ἐζήτησε νὰ τεθῇ συμπληρωματικὴ διασάφησις τοῦ πνεύματος τῆς διατάξεως αὐτῆς. Αὐτὴν τὴν ἄποψιν τοῦ Θηβαίου, ἀντέκρουσαν διακεκριμένοι συνάδελφοι, μετέχοντες εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. Θεμιστοκλῆς Τσάτσος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀντίρρησις συνίστατο εἰς τὸ ὅτι, ναὶ μὲν ἔχει ἐπικρατήσει, καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀπεδέχθη δι’ ἀποφάσεών του, τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ προστασία ἀφορᾶ τοὺς δογματικοὺς καὶ οὐχὶ τοὺς διοικητικοὺς κανόνας. Ἀλλὰ τὸ θέμα ἀνέκαθεν στασιάζεται καὶ ὑπάρχουν διακεκριμένοι συνταγματολόγοι καὶ νομομαθεῖς καὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς, ποὺ ὑπεστήριζαν, ὅτι ἡ προστασία ἡ συνταγματική, ἀφορᾷ καὶ τοὺς διοικητικοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἡ νομολογία, ἡ ὁποία μέχρι τῆς στιγμῆς ἔχει ἀκολουθήσει τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν, τοῦ ὅτι δηλαδὴ δὲν προστατεύονται συνταγματικῶς οἱ διοικητικοὶ κανόνες, ἀλλὰ μόνον οἱ δογματικοί, εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ καὶ νὰ στραφῇ πρὸς ἄλλην ἑρμηνείαν. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, κατ’ ἀκολουθίαν, νὰ καθιερώσωμεν, διὰ συγκεκριμένης διατάξεως, ὅτι ἡ συνταγματικὴ προστασία ἀφορᾷ μόνον τοὺς δογματικοὺς κανόνας. Καὶ τὸ θέμα, κύριοι συνάδελφοι, ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἀπερρίφθη ἡ πρότασις Θηβαίου καὶ ἐψηφίσθη Τσάτσου. Τί σημαίνει αὐτό, κύριοι; Δὲν θέλω μὲ αὐτὸ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν τῇ νομολογίᾳ ἡ ἄποψις, ὅτι οἱ δογματικοὶ κανόνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τυγχάνουν τῆς συνταγματικῆς προστασίας. Ὄχι. Ἀλλὰ θέλω, διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, νὰ ἀποδείξω, πόσον τὸ θέμα εἶναι λεπτόν. Καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς τὴν κρατοῦσαν νομολογίαν, νὰ λάβῃ μέτρα διοικητικὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα νὰ λύσουν κατὰ τὴν κρίσιν της καὶ ἄνευ γνώμης τῆς Ἐκκλησίας, τὰ διοικητικοῦ περιεχομένου προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ θέμα εἶναι πολὺ λεπτὸν καὶ ἀντίκειται πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς συνεργασίας Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας, πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας.

§70Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, μίαν διευκρίνισιν. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας, εἶσθε τῆς γνώμης, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία αὐτὴ πρέπει νὰ ἐξικνῆται μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἡ Ἐκκλησία, ὡς σύνολον, νὰ κεῖται ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Πολιτείας;

§71Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὄχι.

§72Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα, ὑπάγεται καὶ ἡ Ἐκκλησία εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας, τοὺς διέποντας τὴν ὅλην ὀργάνωσιν τῆς Πολιτείας.

§73Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἰσχύει παρ’ ἡμῖν τὸ καθεστὼς τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας. Κατ’ ἀκολουθίαν, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἔχω διάφορον ἄποψιν. Ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ διαχωρίσω ἕνα λεπτὸν σημεῖον, ποὺ ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ κρατοῦντος νομικοῦ καθεστῶτος, ποὺ δικαιολογεῖ παρέμβασιν τῆς Πολιτείας εἰς διοικητικὰ θέματα, ἡ ὁποία εἶναι συνταγματικὴ καὶ θεωρεῖται νόμιμος, καὶ τῆς σκοπιμότητος, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ προσέξῃ, ὥστε διὰ τῶν ἀποφάσεών της νὰ μὴ δημιουργηθοῦν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν συνθῆκαι, δυνάμεναι νὰ προκαλέσουν ἐντὸς αὐτῆς χάσμα καὶ ρῆξιν μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας.

§74Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι μέγα, ἔχω νὰ εἴπω τοῦτο, κύριε συνάδελφε. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, παρέχει προστασίαν ὡς πρὸς τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁρίζει τὸν τρόπον διοικήσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ ἔχουν κριθῆ καὶ ἔχουν λυθῆ τὰ θέματα αὐτά. Ἔχει κριθῆ, πρῶτον, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν εἶναι θεμελιώδης καὶ ἑπομένως ὑπάγεται εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Δεύτερον, ὡς πρὸς τοὺς κανόνας, εἶναι ἰσχυροὶ καὶ ἔγκυροι καὶ τυγχάνουν καὶ συνταγματικῆς προστασίας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τοὺς κανόνας τῆς Πολιτείας. Παράδειγμα οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι δίδουν ποινικὴν δικαιοδοσίαν εἰς τοὺς Ἱεράρχας, ἀντίκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας.

§75Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ἀποσαφηνίζει καὶ λέγει, ὅτι οἱ λειτουργοὶ ὅλων τῶν ἀνεγνωρισμένων θρησκειῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν ἰδίαν μεταχείρισιν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπόκεινται καὶ οἱ λειτουργοὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας.

§76Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα τὸ συνταγματικόν, κ. συνάδελφε, ἔχει τοποθετηθῆ σαφῶς. Πρῶτον, νομολογιακῶς ἔχει κριθῆ, ὅτι ἡ προστασία ἐξικνεῖται μέχρι τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τῶν διοικητικῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Σαρίπολος ἔχει ἀντίθετον γνώμην καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ προστασία ἐξικνεῖται καὶ εἰς τοὺς διοικητικοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλοι νομομαθεῖς ὑποστηρίζουν, ὅτι δὲν προστατεύονται οἱ διοικητικοὶ κανόνες.

§77Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν διαφωνῶ, κ. συνάδελφε. Ἐγὼ τὸ ὑπεστήριξα πρῶτος.

§78Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντως, ὑπὸ οἱασδήποτε συνθήκας ὑπάρχει ἕνας κανών, ὁ ὁποῖος ἀνάγεται εἰς τὴν διοίκησιν καὶ ὁ ὁποῖος παραβιάζεται διὰ τοῦ συγκεκριμένου νομοθετήματος. Δηλαδή, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν, ὅτι προστατεύονται οἱ διοικητικοὶ κανόνες δὲν φθάνουν μέχρι τοῦ σημείου νὰ λέγουν, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ παρεμβαίνῃ.

§79Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἡ νομολογία καὶ ἡ πλειοψηφία τοῦ νομικοῦ κόσμου εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὅτι ἡ συνταγματικὴ προστασία ἀφορᾷ τοὺς δογματικοὺς κανόνας καὶ ὄχι τοὺς διοικητικούς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ σωρεία ἄλλων παραγόντων ἐκκλησιαστικῶν, καὶ διασήμων συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι σαφῶς ἀντιτίθενται πρὸς τὴν ἄποψιν αὐτήν. Αἱ ἀπόψεις ἀναφέρονται εἰς τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον τοῦ Σβώλου ὡς ἀπόψεις μειοψηφίας. Ἐπίσης σωρείαν νομομαθῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, ὄχι μόνον συγχρόνων, ἀλλὰ καὶ τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς, ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα ἐὰν οἱ αὐτοκρατορικοὶ νόμοι τοῦ Βυζαντίου ἔχουν μεγαλυτέραν ἰσχύν, ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, ἀπεφάνθησαν, ὅτι οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐπικρατέστεροι. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν καὶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι καίτοι ἡ κρατοῦσα νομολογία καὶ ἡ γνώμη τῶν σήμερον ἐκπροσωπούντων τὴν νομικὴν ἐπιστήμην εἰς τὴν Χώραν μας, εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως, ὅτι ὑπάρχει μόνον διὰ τοὺς δογματικοὺς κανόνας ἡ συνταγματικὴ προστασία, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀποτελῇ ἐπιχείρημα διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ ἐπεμβαίνῃ νὰ θεσμοθετῇ κανόνας, οἱ ὁποῖοι νὰ τροποποιοῦν, παρὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐκκλησίας καὶ χωρὶς προηγουμένην ἀπόφασιν τῶν ἁρμοδίων ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων, διατάξεις κανόνας δικαίου, οἱ ὁποῖοι ρυθμίζουν διοικητικὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τοῦτο διότι, παρὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν διατάξεων αὐτῶν, εἶναι δυνατὸν μία ἐκδήλωσις τοιαύτη Κυβερνητική, νὰ δημιουργήσῃ ζητήματα καὶ ἀντιθέσεις, τῶν ὁποίων νὰ ἐπωφεληθοῦν ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἔχοντες συμφέρον νὰ προκαλέσουν ἀνωμαλίας καὶ νὰ δημιουργηθοῦν χάσματα, αἱρέσεις κλπ. Παράδειγμα, τὸ ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τόσα ἔτη ἐταλάνισε τὴν Χώραν μας, διότι ἡ Κυβέρνησις, ὀρθότατα, βεβαίως, τότε, ἐπέβαλε διὰ πράξεώς της τὸ νέον Ἡμερολόγιον. Καταλήγω σχετικὰ μὲ τὴν διάταξιν τῆς παραγράφου 2, τοῦ ἄρθρου 1 διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται, ὅτι διὰ Βασ. Διαταγμάτων ἡ Κυβέρνησις θὰ λύῃ ὅλα τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν εἴμεθα ἀντίθετοι καὶ δὲν θὰ τὴν ψηφίσωμεν. Διότι νομίζομεν, ὅτι ἡ ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας ἐπεξετάθη πέραν τοῦ δέοντος καὶ ὅτι ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ εὐρύνῃ ἀντὶ νὰ γεφυρώσῃ τὸ δημιουργηθὲν χάσμα. Δευτέρα ἀντίρρησις ὑπάρχει ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τῆς παραγράφου 3, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι σαφῶς ἀντισυνταγματικὴ διότι διὰ τῆς παραγράφου 3 ἡ Κυβέρνησις θεσμοθετεῖ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα διὰ Β. Διαταγμάτων νὰ ἀναστέλλῃ τὰς ἐργασίας τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος διοικεῖ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ εἶναι διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος κατωχυρωμένη.

§80Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐτροποποιήθη, κ. συνάδελφε.

§81Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστέλλῃ τὰς ἐργασίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καταργεῖ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία εἶναι κατωχυρωμένη διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἕνα κακὸν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἐπιζημίους συνεπείας καὶ διὰ τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας ἄλλων Χωρῶν. Πέραν, ὅμως, τῶν διατάξεων αὐτῶν, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου 1, διὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ ἀμεταθέτου, διὰ τὴν ὁποίαν εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Βεβαίως, θὰ εἴμεθα περισσότερον ἱκανοποιημένοι, ἐὰν δὲν ἐδημιουργοῦντο αἱ προϋποθέσεις, ὥστε νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νομοσχέδιον καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον λύεται διὰ τῆς παραγράφου 1 τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἕνα θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου κατ’ ἐξαίρεσιν, ἐπαναλαμβάνω, εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι, καὶ ὡς ἐπληροφορήθην, εἶναι σύμφωνοι καὶ ὅλοι οἱ Ἐκκλησιαστικοὶ παράγοντες. Ἀξίζει, ὅμως τὸν κόπον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλή, διὰ ποίους λόγους πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ διάταξις αὐτή. Τὸ ἀμετάθετον, κύριοι συνάδελφοι, τῶν Μητροπολιτῶν, δὲν εἶναι μία ἀρχὴ τὸ πρῶτον ἐμφανιζομένη σήμερον. Εἶναι γεγονός, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἀμετάθετον ἀποτελεῖ ἕνα βασικὸν κανόνα, ὁ ὁποῖος ἴσχυσεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τῶν παλαιοτάτων χρόνων, ἀπὸ τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς καὶ ἐψηφίσθη ἀπὸ Οἰκουμενικὰς Ἱερὰς Συνόδους καὶ ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἀνέκαθεν. Ὀφείλομεν, ὅμως νὰ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ὑπῆρξαν πάντοτε καὶ ἐξαιρέσεις τοῦ κανόνος αὐτοῦ, ἐξαιρέσεις δικαιολογημέναι, ἐξαιρέσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μόνον, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ καθεστώς, κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ μεταθετοῦ τῶν ἐπισκόπων, τὸ ὁποῖον ἴσχυσεν εἰς τὴν Χώραν μας, δὲν εἶναι καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἀντίκειτο εἰς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, ἀλλὰ ἐβασίζετο καὶ αὐτὸ εἰς τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν ἀπὸ Οἰκουμενικὰς Συνόδους. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διεπιστώθη, κύριοι, ὅτι σήμερον δὲν ὑφίστανται ἐξαιρετικοὶ λόγοι διατηρήσεώς του καὶ ἐφ’ ὅσον διεπιστώθη, ὅτι ἡ ρῆξις ὀφείλεται εἰς τὸν θεσμὸν αὐτόν, ἡ διάταξις αὐτὴ περὶ τοῦ μεταθετοῦ, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἕνας πρόσθετος λόγος, ὥστε νὰ καταργηθῇ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπόλυτα ὁ βασικὸς κανὼν τοῦ ἀμεταθέτου τοῦ Ἐπισκόπου. Καὶ χαίρω, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, γενικεύει ἔτι περισσότερον τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀμεταθέτου εἰς ὅλας τὰς Μητροπόλεις καὶ ἐξαιρεῖ μόνον τὴν Μητρόπολιν τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν ὡς ὑπεστήριξε κατὰ τὴν συζήτησιν τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι ἐξαιροῦνται καὶ ἄλλαι ἐπίσης, Μητροπόλεις τοῦ κανόνος τούτου. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὴν Εἰσηγητικὴν Ἔκθεσιν, αἱ αἰτιολογίαι τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι πράγματι ἐπαρκεῖς καὶ ἀνταποκρίνονται εἰς τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, διὰ νὰ τελειώσω τὴν εἰσήγησίν μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐπιφυλλασσόμενος κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ὡρισμένων τροπολογιῶν, νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προσέξῃ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔκαμε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι ὡς παρατηρήσεις ἀντιπολιτευτικάς, ἀλλ’ ὡς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι τείνουν νὰ ἐξυπηρετήσουν τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ὡμολογήσαμεν, ὅτι εἶναι καλόπιστον. Δὲν θέλω νὰ τελειώσω προτοῦ ἀπευθύνω μίαν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἡ ρῆξις, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη εἰς τοὺς κόλπους της εἶναι ἡ τελευταία. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ ὑπαναχώρησις, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη κατὰ τὰς συζητήσεις μὲ τὴν ὑπεύθυνον Ἱεραρχίαν, ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ Ἱεράρχαι, ἀντελήφθησαν τὸν κίνδυνον τὸν Ἐθνικόν, ἀντελήφθησαν τὴν ζημίαν τὴν ἐθνικήν, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν ἡ δημιουργηθεῖσα ρῆξις καὶ κατενόησαν τὰς μελλοντικὰς καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ζημίας, ἐὰν ἐπαναληφθῇ αὕτη. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι οἱ σεβαστοὶ Ἱεράρχαι, ἔχουν τὴν ψυχικὴν ἀνωτερότητα καὶ διανοητικὴν ὡριμότητα νὰ θέσουν ἑαυτοὺς ὑπεράνω τῶν μικρῶν ἐπιδιώξεων καὶ φιλοδοξιῶν καὶ νὰ προωθήσουν τὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τρόπον θετικώτερον. Διότι εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι διερχόμεθα σήμερον μίαν τεραστίαν ἐθνικὴν καὶ πολιτικὴν κρίσιν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς πλήρη ἐθνικὴν διάλυσιν καὶ ἀποσύνθεσιν, ἐὰν ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν κατορθώσῃ νὰ ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν ἠθικὴν ἐξυγίανσιν τῆς Πολιτείας. (Χειροκροτήματα).

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, κ. Σ. Στεφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§83Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μὲ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε καταθέσει ἡ Κυβέρνησις, ἀναμφιβόλως διέπραττε μίαν ἐπέμβασιν ὠμὴν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦ δευτέρου ἐπέρχεται μία βελτίωσις καὶ ἕνας ὡρισμένος συγκερασμός. Τὸ πρῶτον, καθιέρωνεν ἀπόλυτον ρυθμιστὴν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑποθέσεων τὴν πολιτικήν. Τὸ δεύτερον, ὥρισεν ἰσότιμον συμπράττοντα καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Οὐχ ἧττον καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον εἶναι τύποις συνταγματικά. Δὲν ὑπάρχει ἀντισυνταγματικότης κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, οὔτε εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, οὔτε εἰς τὸ δεύτερον. Διότι, βεβαίως τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, προστατεύει τοὺς κανόνας ἀλλὰ τοὺς κανόνας τοὺς δογματικούς, τοὺς συνδεομένους μὲ τὴν πίστιν καὶ οὐχὶ τοὺς κανόνας τοὺς διοικητικούς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἡ Ἐκκλησία τελεῖ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Πολιτείας. Ἐπὶ πλέον δέ, ὅλα τὰ μεγάλα αὐτῆς ζητήματα, ἐπιλύονται διὰ νόμου καὶ πρὸ παντὸς ὁ Καταστατικὸς της Χάρτης, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἔρχεται καὶ πρέπει νὰ ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐνῷ εὑρισκώμεθα πρὸ ἑνὸς νομοσχεδίου συνταγματικοῦ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅμως, αὐτοῦ, εὑρισκόμεθα ταὐτοχρόνως εἰς ἀντίθεσιν, πρὸς τὸ γενικώτερον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ Σύνταγμά μας, ἔπρεπε νὰ διέπῃ τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας. «Νόμῳ κρατοῦσα Ἐκκλησία», αὐτὸ εἶναι κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ σύστημα, αὐτὴ ἡ σχέσις τῆς Ἐκκλησίας μας πρὸς τὴν Πολιτείαν. Καὶ ὅταν λέγῃ «νόμῳ», ὁ νομοθέτης ἐννοεῖ ἀκριβῶς τὸν τυπικὸν νόμον, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔρχεται, συζητεῖται ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ψηφίζεται ἀπὸ αὐτήν. Δι’ αὐτό, ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι καίτοι τυπικῶς, καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον εἶναι συνταγματικά, οὐχ ἧττον, ὅμως εὑρίσκονται μακρὰν τοῦ πνεύματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε, σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα, νὰ διέπῃ τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας μὲ τὴν Ἐκκλησίαν. Δὲν εἶναι δὲ λόγοι συνταγματικότητος, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν, ὥστε ἡ Ἐκκλησία νὰ ἔχῃ λόγον ἐπὶ θεμάτων ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἐσωτερικήν της ζωήν. Εἶναι λόγοι σκοπιμότητος, λόγοι ἐξασφαλίσεως τῆς γαλήνης καὶ τοῦ κύρους τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐπιβάλλουν ὅμως τὸ προβάδισμα καὶ τὴν πρωτοβουλίαν, προκειμένου περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν ἐσωτερικὴν ζωήν της, ἀνήκουν εἰς αὐτήν. Ἀτυχῶς, ἡ Ἐκκλησία, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, μὲ τὴν ἀναβλητικότητά της, μόνη της ἀπεξενώθη ἀπὸ τὴν πρωτοβουλίαν τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τῆς ἀναγνωρίζομεν. Οὐχ ἧττον ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἐπῆλθεν, ὅπως ἐπληροφορήθημεν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἔχει δώσει ἀντιθέτους πληροφορίας, ἕνα εἶδος κατευνασμοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ συνεννοήσεως ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐκείνων ποὺ ἐπροκάλεσαν, ἐπιφανειακῶς τοὐλάχιστον, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι βαθύτερα τὰ αἴτια, τὸν διχασμόν, ἡ Κυβέρνησις, νομίζω δὲν εἶχε κανένα λόγον νὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Θὰ ἔπρεπεν, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, νὰ ἀρκεσθῇ μόνον εἰς τὸ πρῶτον θέμα, εἰς τὸ θέμα τοῦ ἀμεταθέτου τῶν Μητροπολιτῶν καὶ κατόπιν, μετὰ ταῦτα, νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέφερε τὴν τροποποίησιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡμεῖς θὰ ὑπεστηρίζαμεν, ὅτι θὰ ἤρκει ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ ἁπλῶς τὴν γνώμην τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν, ὅμως, ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ ἐπὶ τῆς διὰ Βασ. Διαταγμάτων τροποποιήσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀντιθέτως, θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν ἐπὶ τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν πιστεύω, ὅπως ἐβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐὰν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι θὰ ἔχωμεν διαφόρους ἀντιθέσεις καὶ προστριβὰς μὲ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀντιθέτως, πιστεύω, ὅτι ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ διαλόγου μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἐκκλησίας τότε εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προκύψουν προστριβαί. Ὅταν ἐμφανισθῇ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθοῦν ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβοηθήσουν τὴν πλευρὰν τῆς Ἐκκλησίας. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, σήμερον, ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, ὅπως ὁ διάλογος περιορισθῇ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Ἐκκλησίας, τότε κατ’ ἀνάγκην, ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν τὸν περιορισμὸν ἢ τὸν αὐτοπεριορισμὸν τὸν ὁποῖον ἔθεσεν ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις. Δὲν θὰ μείνῃ, οὕτω μὲ τὴν ἐντύπωσιν ἡ Ἐκκλησία, ὅτι ἀφέθη μόνη της ἔναντι τῆς πανισχύρου Πολιτείας, ἀλλὰ τοὐναντίον ὑπάρχει ἡ σύμφωνος γνώμη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος προστασίας καὶ κατοχυρώσεως τῶν δικαιωμάτων της. Αὐτὴν τὴν κατοχύρωσιν, κατὰ τὴν γνώμην μας, θὰ τὴν εἶχεν ἐπίσης ἡ Ἐκκλησία ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὁ Καταστατικὸς της Χάρτης. Κύριοι βουλευταί, ἐάν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, ἐκηρυσσόμεθα ὑπὲρ τῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζητήσεως καὶ ἐγκρίσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἡ Ἐκκλησία νοσεῖ καὶ νοσεῖ βαρύτατα. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης, τὰ ὁποῖα ἔχουν δημιουργήσει σάλον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Εἶναι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν τὸν πόνον ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Δὲν θέλομεν, ὅπως εἶπον, τὴν ἐπέμβασιν τῆς Πολιτείας, ὄχι διὰ λόγους ἀντισυνταγματικότητος, ἀλλὰ διότι θέλομεν τὸ προβάδισμα καὶ ἡ πρωτοβουλία σχετικῶς μὲ τὴν θρησκείαν τῶν κακῶς κειμένων νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας Ὀργανισμὸς κατ’ ἐξοχὴν πνευματικός. Καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν διὰ νὰ ρυθμίζῃ τὰς ὑποθέσεις της. Οὐχ ἧττον, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καθυστερεῖ. Καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ εὐρυτέρα συζήτησις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν περὶ τοῦ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κλυδωνίζουν τὸ σκάφος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι μόνον, ὅπως ἐγὼ πιστεύω, δὲν εἶναι μόνον τὸ τελευταῖον θλιβερὸν γεγονός, τοῦ ὁποίου ὅλοι ἐλάβομεν γνῶσιν, διότι ἦλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα. Ὑπάρχουν καὶ τόσα ἄλλα κακά, τόσαι ἄλλαι πληγαί, ποὺ καταδεικνύουν πόσον βαθεῖα εἶναι ἡ νόσος ἐκ τῆς ὁποίας πάσχει. Μήπως πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἑβδομάδων δὲν εἴχομεν τὸ περίφημον Συνέδριον τῶν Ἱεροκηρύκων, τὸ ὁποῖον κατέληξεν εἰς ἀνωμαλίας καὶ εἰς ἀσχημίας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν κατώρθωσεν ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία νὰ λάβῃ τὴν ὀρθὴν θέσιν καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἐπιβαλλομένας κυρώσεις; Ἠρκέσθη εἰς τὸν τερματισμὸν τοῦ Συνεδρίου καὶ τοιουτοτρόπως οὐδεὶς ὑπάρχει ὑπεύθυνος δι’ ὅσα ἐγένοντο ἐκεῖ. Θεωρῶ τοῦτο ἀκόμη βαρύτερον σφάλμα, ἀκόμη βαρύτερον παράπτωμα τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας, διότι ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν συνελθόντων εἰς τὸ Συνέδριον θὰ προέλθῃ ἡ αὐριανὴ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν, λοιπόν, πολλαὶ πληγαί, πολλαὶ ἀσχημίαι, ποὺ μαρτυροῦν, ὅτι τὸ σκάφος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κλυδωνίζεται. Αὐτὸ τὸ ὁμολογοῦν οἱ πλεῖστοι τῶν ἱεραρχῶν καὶ τὸ διαισθάνεται τὸ ὀρθόδοξον πλήρωμα. Ὑπάρχει ἀνάγκη, ἐπὶ τῶν θλιβερῶν αὐτῶν διατυπώσεων, ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία πρώτη ἐὰν θέλῃ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὸ κῦρος της, τῶν εὐθυνῶν της ἀπέναντι τῆς πνευματικῆς ἀποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπέναντι τοῦ Ὀρθοδόξου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸ ζητῶ ἀπὸ τὴν διοικοῦσαν Ἐκκλησίαν, ὅπως, ἐπὶ τέλους, ἀντιληφθῇ τὰς ὑποχρεώσεις της καὶ συνέλθῃ, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν ὥραν. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι ὅλας αὐτὰς τὰς θλιβερὰς καὶ συνταρακτικὰς πλευρὰς θὰ τὰς ἀντιμετωπίσῃ μόνον ὁ Καταστατικὸς Χάρτης. Ἀναμφιβόλως, θὰ θεραπεύσῃ πολλὰς ἐκ τῶν πληγῶν αὐτῶν ποὺ δοκιμάζουν τὴν Ἐκκλησίαν. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ τόσαι ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀντιμετωπίζονται μὲ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην. Τὸ θέμα εἶναι σοβαρόν. Δι’ αὐτό, ἐγὼ τοὐλάχιστον, θὰ συνίστων ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως ἀντιλαμβανομένη τὰς εὐθύνας της τὸ ταχύτερον, εἴτε συγκαλέσῃ μίαν σύσκεψιν εἴτε συγκροτήσῃ μίαν εὐρεῖαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελῆται ὄχι μόνον ἀπὸ κληρικούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς πονοῦν τὴν Ἐκκλησίαν, γνωρίζουν τὰ θέματά της καὶ θὰ εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἐγκύψουν εἰς τὰ ζητήματα αὐτῆς. Χρειάζεται εὐρύτατον πνεῦμα, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθῇ πλήρως τὸ τρωθὲν γόητρον τῆς Ἐκκλησίας, ἔναντι τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος, τὸ ὁποῖον παραμένει βαθύτατα προσηλωμένον εἰς τὴν πίστιν του. Ἐὰν ἀποφύγῃ νὰ συγκαλέσῃ τὴν σύσκεψιν αὐτὴν καὶ νὰ συγκροτήσῃ τὴν εὐρυτάτην αὐτὴν ἐπιτροπήν, μὲ συμμετοχὴν τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου, τότε καὶ πάλιν θὰ χάσῃ τὴν πρωτοβουλίαν. Θὰ ὑπάρξῃ, ὅμως, κατ’ ἀνάγκην, ἐξ ἄλλης πλευρᾶς πρωτοβουλία. Καὶ δὲν θὰ πρέπει τότε ἡ Ἐκκλησία νὰ παραπονῆται ἐναντίον οὐδενός, ἀλλὰ ἐναντίον τῆς ἰδίας αὐτῆς ἀβελτηρίας, ἀδιαφορίας καὶ ἀναβλητικότητος. Θὰ πρέπει δέ, ἐπὶ πλέον, νὰ παραθέσωμεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νὰ ἀγνοῇ καὶ νὰ περιφρονῇ τὸ λαϊκὸν στοιχεῖον. Εἰς τὴν συμμετοχὴν αὐτοῦ, ἀποδίδω ἰδιαιτέραν σημασίαν. Διότι μόνον μὲ τὴν συμμετοχὴν τούτου, ἕνα συνέδριον ἢ μία ἐπιτροπή, θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ παρουσιάσουν καὶ νὰ ἀποκαλύψουν τὰς ἐλλείψεις, τὰ κακὰ καὶ τὰς πληγὰς τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ μετὰ ταῦτα, μὲ πλήρη γνῶσιν τῶν πραγμάτων, θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ὑπόδειξιν τῶν λύσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι καὶ τολμηραί. Ἐὰν δὲν τολμᾷ νὰ πράξῃ τοῦτο, θὰ τολμήσῃ κἄποιος ἄλλος. Δι’ αὐτὸ κάμνομεν ἔκκλησιν πρὸς τὴν διοικοῦσαν Ἐκκλησίαν, ὅπως θελήσῃ αὐτὴ τὸ ταχύτερον νὰ δώσῃ τὰς λύσεις, τὰς ὁποίας πραγματικῶς ἀναμένει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ μίαν τάξιν πραγμάτων, ἡ ὁποία θὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρόν της. Δὲν ἀγνοεῖται, ὅτι πλήρης ἀταξία ἐπικρατεῖ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν θρησκευτικῶν πραγμάτων. Εἴδατε, κατὰ ποῖον τρόπον ἔλαβε χώραν ἡ λύσις τῆς τελευταίας συνεδριάσεως τῆς Συνόδου. Εἴδατε, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡμερησία διάταξις! Ποῦ ἠκούσθη, ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία δὲν διοικεῖται μονοκρατικῶς, ἀλλὰ συλλογικῶς, ὅπως ὁρίζει ὄχι μόνον τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς κατοχυρώνει μίαν αἰωνόβιον ἀρχὴν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ καύχημα δι’ ἡμᾶς, καθ’ ἣν ἡ διοίκησίς της δὲν εἶναι μονοκρατική, ἀλλὰ εἶναι συλλογικὴ καὶ δημοκρατική, ποῦ ἠκούσθη νὰ συνεδριάζῃ χωρὶς προπαρασκευήν, χωρὶς ἡμερησίαν διάταξιν; Ἐπὶ τοῦ παρόντος σχεδίου νόμου, εἴπομεν ἤδη, ὅτι ἐὰν μὲν δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅπως, ἀντὶ Βασ. Διαταγμάτων, φέρῃ μεθαύριον τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην θέματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἴμεθα τότε σύμφωνοι, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἁπλῆ γνώμη τῆς Ἱεραρχίας. Ἐάν, ὅμως, ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διὰ Βασ. Διατάγματος τροποποίησιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, τότε ἡμεῖς εὑρισκόμεθα παράπλευροί της εἰς τὸ θέμα τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλησίας. Διότι ἀποτελεῖ τοῦτο μίαν κατοχύρωσιν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐμφανισθῇ αὔριον ὡς ἀπροστάτευτος, ἐνώπιον τῆς πανισχύρου Πολιτείας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ ἄρθρον 3. Τὸ ἄρθρον 3, εἶναι σαφῶς ἀντισυνταγματικόν. Εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ἀπὸ τὴν Σύνοδον τῶν Ἀρχιερέων. Συνεπῶς, ὅπως καὶ προηγουμένως εἶπον, ἡ διοίκησις εἶναι συλλογική. Εἶναι διοίκησις δημοκρατικὴ καὶ ὄχι μονοκρατική. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἢ θὰ μείνῃ ἄνευ διοικήσεως, συνεπῶς, ἀκυβέρνητος ἡ Ἐκκλησία, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ κανένα, σοβαρῶς, νὰ ὑποστηριχθῇ, ἢ θὰ περιέλθῃ κατ’ ἀνάγκην ἡ διοίκησις εἰς τὸν ἕνα, εἰς τὸν προκαθήμενον, ὁ ὁποῖος, ὅμως, ἀγνοεῖ τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν συνεπῶς, ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς συλλογικῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, τότε ὄχι ἁπλῶς τὸ Σύνταγμα παραβιάζετε, ἀλλά, διότι τὸ Σύνταγμα ἁπλῶς κατοχυρώνει, παραβιάζετε καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς δημοκρατικῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Δι’ αὐτό, ἐγὼ τοὐλάχιστον, θὰ εἶμαι σαφῶς ἀντίθετος καὶ ὑποθέτω θὰ εὑρεθοῦν καὶ 15 ἄλλοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δεχθοῦν ποτὲ εἰς τὸν ἕνα, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός, ὅπως ἀναγνωρισθοῦν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει οὔτε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνας, οὔτε ἀπὸ τὴν ἱερὰν παράδοσιν. Ἐπαναλαμβάνω, εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πρόκειται νὰ μείνῃ ἀκυβέρνητος, μοιραίως θὰ ὑπάρξῃ ἡ διοίκησις τοῦ ἑνός, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας.

§84Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Αἱ ἀπόψεις σας εἶναι ἀξιόλογοι καὶ χαίρω ἰδιαιτέρως, διότι συμφωνεῖτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία πρόθεσις ἐπεμβάσεως εἰς τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσον ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεσθε, εἶναι πράγματι καὶ αὐτὸ ἄξιον προσοχῆς. Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ὑπάρχουν διακοπαὶ τῆς Συνόδου θεριναὶ ἐπὶ 3μηνον, ὑπάρχει ἕνα καθεστὼς πάγιον, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν, δηλαδὴ μετὰ τὰς τριμήνους διακοπὰς τοῦ θέρους, ὑπάρχει ἡ συνήθης διοίκησις, ἡ ὁποία γίνεται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζουν οἱ κανόνες καὶ τὸ Ἔθνος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ διακοπὴ θὰ εἶναι δι’ ἕνα μῆνα περίπου, μέχρι τὰς 25 Μαΐου. Ἑπομένως, τὸ θέμα τῆς διακοπῆς κατὰ τὸν μῆνα αὐτόν, ἐπιβάλλεται ἀπολύτως ἐκ τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν, διότι, βεβαίως, σήμερον ἐμφανίζεται ὕφεσις, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ὕφεσις ἐνεφανίσθη μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐμφανίζεται μία ὕφεσις καὶ ἀναγνωρίζεται, ὅτι δὲν ἐπιμένουν οἱ 7 νὰ ἀναγνωρισθοῦν αἱ ληφθεῖσαι ἀποφάσεις, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἐάν, συνερχομένης τῆς Συνόδου, δὲν προκύψῃ ἄλλο θέμα, διότι διάστασις τῶν 7 πρὸς τὸν προκαθήμενον ὑπάρχει, ἡ διαφορὰ τῶν ἀπόψεων, καὶ ἑπομένως ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ ὀξυτάτη ἡ διάστασις. Προχθὲς συνῆλθον διὰ 5′ λεπτά, ἐφ’ ὅσον εἶχον δηλώσει, ὅτι παραιτοῦνται τῶν ἀποφάσεών των, διὰ νὰ συζητήσουν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ὑποδοχῆς τοῦ Πατριάρχου τῆς Σερβίας καὶ κἄποιος ἐπρότεινε νὰ συνεχίσῃ ἄλλα θέματα καὶ τοῦτο δὲν κατέστη δυνατόν. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐπανέλθῃ πλήρης ἡ ἀγάπη καὶ ἡ σύμπνοια, φοβοῦμαι, ὅμως, ὅτι αὐτὸ τὸ μέτρον εἶναι μέτρον καταναγκαστικὸν διὰ μικρὸν διάστημα, ἡ δὲ Διοίκησις θὰ διακόψῃ διὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα καὶ κατόπιν διὰ τὸ θέρος, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ Συνοδικοὶ μεταβαίνουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των.

§85Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσω μαζί σας, διότι ἐὰν σήμερον δώσωμεν εἰς μίαν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλῃ τὰς ἐργασίας τῆς διαρκοῦς Συνόδου, τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ ἕνα προηγούμενον ἐπικίνδυνον εἰς χεῖρας ἄλλων Κυβερνήσεων εἰς βάρος καὶ τῆς Συνόδου, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἱεραρχίας. Εἶναι δυνατὸν μίαν ἡμέραν, διὰ κἄποιο προσωπικὸν θέμα, νὰ διαφωνήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ ὑπουργὸς μὲ τὴν Ἱεραρχίαν καὶ τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἐκβιάσῃ καὶ νὰ τὴν καταστήσῃ ὑποχείριόν της. Ἀποτελεῖ ἕνα κακὸν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ δεχθῶμεν, ἔστω καὶ ὑπὲρ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος, γνωρίζω, ὅτι ἄγεσθε ἀπὸ ἀπόλυτον καλὴν πίστιν. Ἀλλὰ ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, καὶ τὸ δεύτερον θέμα. Εἴπατε, κύριε ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἔλθητε εἰς ἐπαφὴν μὲ ὡρισμένους ἐκ τῶν Ἱεραρχῶν, ὅτι θὰ τοὺς πείσετε καὶ ὅτι ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τελικῶς θὰ τοὺς ὁδηγήσητε εἰς τὰς λύσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι σύμφωνοι μὲ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους. Ἡ εὐστροφία, ἡ ὁποία σᾶς διακρίνει καὶ ἡ ἱκανότης σας εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, δὲν μοῦ ἀφήνει ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ φέρετε εἰς πέραν τὸ ἔργον τοῦτο. Ἀλλὰ διατὶ δὲν χρησιμοποιεῖται σήμερον τὴν εὐστροφίαν σας καὶ τὴν ἱκανότητά σας, ὥστε νὰ ἐπιτύχητε μεταξὺ τῶν δύο μερίδων νὰ ἐπέλθῃ ἡ σύμπνοια, ἡ ἑνότης, ἡ ὁποία διὰ τὸ ὀρθόδοξον πλήρωμα εἶναι ἀπαραίτητος; Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ στραφῆτε πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν καὶ ἐπειδή, ὅπως βλέπωμεν, τὸ παρεμβληθὲν προσωπικὸν ζήτημα παραμερίζεται, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι μία σταθερὰ ἀλλὰ καὶ εὔστροφος στάσις ἔναντι αὐτῶν, θὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν σύμπνοιαν καὶ τὴν ἑνότητα. Χρειάζεται νὰ ἐξευρεθῇ ἕνας τρόπος καὶ νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν εἶναι ἀδύνατος, ὥστε αἱ ἀπόψεις τῶν δύο μερίδων νὰ προσεγγίσουν καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ γαλήνη. Ἐὰν θελήσητε μὲ τὴν καλὴν πίστιν, ἡ ὁποία σᾶς διακρίνει, νὰ ἐπιμείνητε, νομίζω, ὅτι θὰ ἀποκαταστήσητε τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἑνότητα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἔχει ἐπικινδύνως διασαλευθῇ. Δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σεῖς, ὁ ὁποῖος διέπεσθε, κ. ὑπουργέ, ἀπὸ καλὴν πίστιν καὶ θέλετε νὰ περιφρουρήσητε τὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι δὲν θὰ θελήσετε νὰ ἐπιμείνετε ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 3, ἀλλὰ θὰ καταβάλετε ὅλας σας τὰς προσπαθείας διὰ νὰ ἐπαναφέρετε τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἑνότητα. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν στερεῖσθε ἱκανότητος καὶ φαντασίας καὶ ἐφευρετικότητος διὰ νὰ κατορθώσητε νὰ εὕρητε τὸν τρόπον προσεγγίσεως. Θὰ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν θὰ προσφέρητε οὕτω εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, παρὰ μὲ τὸ νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 3 τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἔχει εἰσχωρήσει καὶ ἐγκατέστη ὁριστικῶς ἡ διένεξις. Σήμερον, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ ἐπιμείνῃ κανεὶς νὰ ἐμφανίσῃ προσωπικὰ θέματα. Ἐνῷ αὔριον, ἐὰν τὸ θέμα προσλάβῃ μορφὴν διαστάσεως ἔναντι ἀρχῶν, ἀντιλαμβάνεσθε ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγηθῶμεν. Θὰ ἐπεθύμουν ἐν συνόψει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς τὰ Β. Διατάγματα ἢ μὲ τὰ Β. Διατάγματα, ἀλλὰ τότε μὲ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐκκλησίας. Θέλομεν νὰ σᾶς ὑποβοηθήσωμεν εἰς τὴν διευθέτησιν τοῦ ἀναφυέντος θέματος, ἀλλὰ ὄχι μόνον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω, διότι τὸ ἔργον σας δὲν ἐξαντλεῖται, οὔτε τελειώνει ἐδῶ. Δὲν εἶναι μόνον τὸ θέμα τῆς ἀδρανείας τῆς Ἐκκλησίας περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου. Εἶναι ἐπὶ πλέον τὰ βαθύτερα, τὰ οὐσιαστικώτερα αἴτια, τὰ ὁποῖα γνωρίζει καὶ ἡ Ἱεραρχία καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Καὶ ἐὰν δὲν ἐξευρεθῇ τρόπος θεραπείας τούτων, δὲν θὰ δυνηθῇ ποτὲ νὰ ἐξυγιανθῇ, νὰ ἀνυψωθῇ ἡ Ἐκκλησία, διὰ νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν μεγάλην της ἀποστολήν. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ὑλικῆς ἀνασυγκροτήσεως, ἂς μὴ ξεχνῶμεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ ἀνασυγκρότησις, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν πρῶτον ρόλον ὀφείλει νὰ παίξῃ ἡ Ἐκκλησία. Πρέπει, λοιπόν, νὰ ἐξυγιάνωμεν, νὰ ἐξυψώσωμεν τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀσκήσῃ αὕτη ἀποτελεσματικώτερον τὴν σχετικὴν ἀποστολήν της. Πρέπει νὰ ἐπαναφέρετε, κύριε ὑπουργέ, τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἑνότητα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, διότι ἡ διάστασις ἐμφανίζει, ὅτι ὄπισθεν τῶν προσωπικῶν θεμάτων, ὑπάρχει καὶ θέμα ἀρχῆς καὶ ἰδεῶν. Τοιαύτης φύσεως διαστάσεις καὶ διενέξεις θὰ ὁδηγήσουν πολὺ μακρὰν καὶ δὲν θὰ εἶναι ἴσως μακρὰν ἡ ἡμέρα, ποὺ θὰ χρειασθῇ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐπέμβασίν μας. (Χειροκροτήματα).

§86Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ σχηματίσητε μίαν πλήρη εἰκόνα, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι πέραν τῶν προσπαθειῶν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ἔτεινον εἰς τὴν προσέγγισιν τῶν διαφόρων μερίδων, εἶχον καὶ ἐγὼ συναντήσεις μὲ ἀντιπροσώπους τῶν δύο παρατάξεων. Καὶ ἔκαμα τὴν ἑξῆς σύστασιν. Τοὺς εἶπον «Ἅγιοι Πατέρες», ἐδῶ διαφωνεῖτε ἐπὶ ἑνὸς θέματος ἀρχῆς. Δὲν ὑπάρχει, ἀναμφισβητήτως, θέμα προσωπικόν, ἐάν, δηλαδή, ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου, ὁ προκαθήμενος, ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν τῆς Συνόδου ἢ ἔχετε σεῖς τὸ δικαίωμα, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειοψηφίαν, νὰ συνεχίσητε, μετὰ τὴν διακοπήν, καὶ νὰ λάβητε καὶ ἐγκύρους ἀποφάσεις. Ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ μία διάστασις ἀπόψεων. Σᾶς ἐρωτῶ. Ἡ Ἐκκλησία, τὸ Σύνταγμά σας, οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεώς σας, δὲν προβλέπουν δικονομίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ προβλέπετε ἡ λύσις τῆς διαφορᾶς αὐτῆς; Ἡ ἀπάντησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μοῦ ἔλθῃ ἀπὸ καμμίαν πλευράν. Τοὺς εἶπον: Σᾶς λέγω ἐγώ, ὁ ὁποῖος σκέπτομαι ἁπλᾶ, τοῦτο. Ἀναθέσατε τὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς σας εἰς τὴν Ἱεραρχίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τὴν 25ην Μαΐου θὰ συνέλθῃ ἡ Ἱεραρχία καὶ τὸ θέμα νὰ τὸ ἀναθέσητε νὰ τὸ λύσῃ ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐὰν ἡ Ἱεραρχία εἴπῃ, ὅτι εἶχε δίκαιον ἡ πλειοψηφία τῆς Συνόδου, νὰ θεωρηθοῦν ἔγκυροι αἱ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν. Οὔτε καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συμφωνία. Ἑκατέρα τῶν παρατάξεων ἐνέμενεν εἰς τὰς ἀπόψεις της καὶ ἔφυγον οὕτω διῃρημένοι.

§87Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, κύριε ὑπουργέ, διὰ τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατεβάλατε. Νομίζω, ὅμως, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἄλλος νὰ εἶναι ὁ δρόμος. Θὰ ἤθελον, ἐὰν ἦτο δυνατόν, σεῖς νὰ ἐξεύρητε τὴν λύσιν καὶ σεῖς νὰ τὴν προτείνητε.

§88Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Νὰ τὴν ἐξεύρουν οἱ ἴδιοι.

§89Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι πῶς θὰ ἐπέλθῃ ἡ γαλήνη καὶ ἡ ἑνότης εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω, κύριε ὑπουργέ, ὅτι ἂν ἐξευρίσκετο ἕνας τρόπος ἐκ μέρους σας, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν δεχθοῦν καὶ θὰ ἀπετέλει μεγάλην ἱκανοποίησιν καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.

§91Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, δὲν εἶναι μόνον κατὰ τὸν τύπον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος, ἡ ἐπικρατοῦσα Θρησκεία ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ εἶναι ἡ Θρησκεία, ἡ ὁποία σαγηνεύει τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, εἶναι ἡ Θρησκεία ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπολέμησε πάντοτε ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος καὶ ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς λέγῃ, ὅτι μάχεται ὑπὲρ Πίστεως αὐτὴν τὴν Ὀρθόδοξον Πίστιν του ἐννοεῖ. Εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία φωλιάζει καὶ αὐτὴ εἶναι ὁ ὁδηγός, καὶ ἡ ζωοφόρος δύναμις, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ καὶ καθοδηγεῖ τὸ Ἔθνος. Ἡ κρίσις ἡ ὁποία ἐξέσπασε τὴν 7ην Ἀπριλίου (θὰ γραφῇ ὡς ἀποφρὰς ἡμερομηνία εἰς τὴν Ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἡμερομηνία αὐτή), ἡ κρίσις ποὺ ἐξεδηλώθη τὴν 7ην Ἀπριλίου, συνετάραξε τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἄν τὰ αἴτια τῆς κρίσεως αὐτῆς ἦσαν πνευματικὰ ἢ δογματικά, ἴσως ἐπεβάλλετο ἡ κεραυνοβόλος παρέμβασις τῆς Πολιτείας, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ Πολιτεία θὰ εἶχε παρὰ τὸ πλευρόν της τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὴν διάσωσιν καὶ διατήρησιν τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς, ὅμως, τὰ αἴτια τῆς κρίσεως ἦσαν αἴτια προσωπικά, καὶ δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα, ἦσαν τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῶν ὑλικῶν συμφερόντων. Ιʹ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Αὐτὸ ἀποτελεῖ προσωπικήν σας γνώμην. Ἐγὼ διαφωνῶ.

§92Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Σεῖς, κ. ὑπουργέ, λόγῳ τῆς θέσεώς σας, δύνασθε νὰ διαφωνῆτε καὶ νὰ ἔχητε τὴν γνώμην σας. Ἡμεῖς, πρέπει νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, διότι μὲ τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας, δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ σύμπνοια καὶ ἡ ὁμόνοια εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Μὲ τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας, εἶναι δυνατόν, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, νὰ συνέλθουν οἱ Διοικοῦντες τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς κρίσεως, ὤφειλε νὰ παρέμβῃ, ὄχι ὅμως μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Θὰ ἔπρεπε νὰ παρέμβῃ μὲ ἄλλο νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καθώριζε τὰς ἀποδοχὰς τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐὰν καθώριζε διὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον τὰς ἀποδοχὰς καὶ τὰ εὐεργετήματα τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο πλέον ἱκανοποιητικόν, διότι νομίζω, ὅτι πέραν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἔχῃ μεγαλυτέρας ἀποδοχὰς τοῦ πρώτου πολίτου τῆς χώρας, ποὺ εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διὰ τοὺς Μητροπολίτας νὰ καθώριζε τὰς ἀποδοχὰς τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ὅλας τὰς ἄλλας ἀπολαυὰς τῶν ὑπουργῶν. Ἐὰν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίζετο μὲ τὴν σύμφωνον γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἐν τάχει θὰ ἐλύοντο ὅλαι αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τῶν διαφωνησάντων Μητροπολιτῶν. Ἐὰν δέ, συγχρόνως καθωρίζετο, ὅτι ὅλα τὰ ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοῦ λειτουργήματος τῶν Μητροπολιτῶν προσποριζόμενα, πέραν τῶν ἀνωτέρω ἀπολαυῶν των, περιήρχοντο εἰς Κοινὸν Ταμεῖον τῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας νὰ εἶχε μεγάλα οἰκονομικὰ μέσα, διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἀποστολῆς της καὶ τῆς Θρησκευτικῆς καὶ τῆς Ἐθνικῆς. Ἡ διαμάχη ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ προέκυψεν ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὑπάρχουν πτωχαὶ καὶ πλούσιαι Μητροπόλεις καὶ ἡ διαμάχη διὰ τὰ ὅρια τῶν Μητροπόλεων καὶ τοῦ μεταθετοῦ ἢ μὴ τῶν Μητροπολιτῶν, ἐγένετο διὰ τὴν κατάκτησιν πλουσίων Μητροπόλεων. Ἐὰν ὅλαι αἱ Μητροπόλεις, ἀπὸ ἀπόψεως ἐκτάσεως ἐξισώνοντο καὶ ἐὰν ὅλοι οἱ Μητροπολῖται ἐλάμβανον τὸν αὐτὸν μισθόν, τὸν μισθὸν π.χ. τοῦ ὑπουργοῦ, τότε αὐτομάτως, ἡ διαμάχη θὰ ἀπεφεύγετο εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Καὶ θὰ ἔφευγεν ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὕτω ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κρίσιν καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία οὕτω θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ. Ἐὰν οὕτω ἀντιμετωπίζετο τὸ πρόβλημα, νομίζω, ὅτι ἡ κρίσις τῆς 7ης Ἀπριλίου δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς κρίσεως εὐθύνεται καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ἔπρεπεν ἐγκαίρως νὰ εἶχε πληροφορηθῆ, ὅτι ἐγκυμονοῦνται κίνδυνοι διασπάσεως τῆς ἑνότητος, λόγῳ τῶν ὑφισταμένων ἐρίδων μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς κρίσεως, ἔπρεπε νὰ τὸ εἶχον κάμει προηγουμένως διὰ νὰ προλάβουν τὸ ξέσπασμα τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία συνετάραξεν εἰς τὰ μύχια ὁλόκληρον τὸν ὀρθόδοξον κόσμον. Καὶ μὴ προλαβοῦσα ἡ Κυβέρνησις τὴν κρίσιν, ὑπέχει εὐθύνην βαρυτάτην καὶ ἱστορικήν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀποδίδομεν σοβαρὰς εὐθύνας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν Μητροπολιτῶν, ὅπως σᾶς εἶπα προηγουμένως, θὰ τὸ ἐψήφιζα μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως καὶ ἀνεπιφυλάκτως, διότι νομίζω, ὅτι αὐτὸ θὰ ἔλυεν αὐτομάτως τὴν κρίσιν τῆς παρούσης στιγμῆς καὶ θὰ ἀφήνετο εἰς τοὺς Ἁγίους Πατέρας καὶ εἰς τὸν χρόνον νὰ ἐπιλύσουν τὰ ἄλλα προβλήματα τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας κλπ., τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν σήμερον τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ὑπὸ κρίσιν ὅμως νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, δέχεται εὐρεῖαν κριτικὴν καὶ εὐρεῖαν συζήτησιν, διότι νομίζομεν, ὅτι ἀντὶ νὰ ἐπουλώνῃ μίαν πληγήν, ἐπιθέτει ἐπὶ τῆς πληγῆς αὐτῆς κόνιν, θαυματουργὸν ἴσως, διὰ νὰ καταπραΰνῃ τοὺς πόνους τῆς στιγμῆς, ἀλλ’ ὄχι καὶ διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὴν πληγήν. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν οὕτω, ἄνευ συζητήσεως, εἰς τὴν δημιουργηθεῖσαν ἐντύπωσιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην περὶ τῆς καθιερώσεως τοῦ ἀμεταθέτου τῶν Μητροπολιτῶν, διότι εἰς τὸ παρελθὸν συνέβησαν τινὰ περὶ συναλλαγῶν ἢ περὶ συνεννοήσεων ἢ περὶ κλικῶν ἢ ἄλλα, τὰ ὁποῖα λέγονται. Διότι ὅπως ἡ ὑποστήριξις τῆς ἀρχῆς τοῦ μεταθετοῦ εἶχε καὶ ἐπέφερε τὰ κακά της εἰς ἀντίρροπον δύναμιν δι’ ἐξεγέρσεως κατὰ τοῦ μεταθετοῦ, οὕτω, νομίζω, ὅτι καὶ τὸ ἀμετάθετον ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ τὰ ἴδια προβλήματα. Εἶναι δυνατόν, δηλαδή, νὰ προκύψουν εἰς τὸ μέλλον περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας, τὸ Ἔθνος θὰ ἔχῃ ἀνάγκην εἰς ὡρισμένα νευραλγικὰ σημεῖα τῆς Χώρας νὰ τοποθετήσῃ ἀρχιερεῖς ἱκανοὺς καὶ εἰδικούς. Ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀμεταθέτου δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν οὔτε ἡ Πολιτεία νὰ συνηγορήσῃ ἢ νὰ εἰσηγηθῇ, οὔτε ἡ Διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἐνεργήσῃ τὴν μετάθεσιν καὶ τὴν τοποθέτησιν τῶν καταλλήλων αὐτῶν προσώπων εἰς τὰ νευραλγικὰ αὐτὰ σημεῖα τῆς Χώρας. Ἀλλὰ θὰ παρουσιασθοῦν καὶ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας λόγοι ὑγείας θὰ ἐπιβάλουν τὴν μετάθεσιν ἑνὸς Μητροπολίτου, ὁ ὁποῖος θὰ καταδικάζεται ἢ νὰ παραιτηθῇ ἢ νὰ ἀποθάνῃ εἰς τὸν ἄξενον τόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν κρατήσῃ εἰς τὴν ζωήν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸ αὐστηρὸν δόγμα τοῦ ἀμεταθέτου, ὅπως τὸ καθιέρωσεν ὁ παλαιότερος νομοθέτης. Μέση λύσις νομίζω, ὅτι θὰ ἠμποροῦσε νὰ εὑρεθῇ, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνεζητεῖτο εἰς χρόνον ἀπώτερον καὶ ἤρεμον, μετὰ τὴν πάροδον τῆς κρίσεως. Ἡ παράγραφος 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀντιρρήσεων, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἤδη —καὶ τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω— προκαλεῖ καὶ μίαν ἄλλην ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἤκουσα μέχρι τώρα νὰ διατυπώνῃ κανεὶς ἐκ τῶν προλαλησάντων κ. συναδέλφων, ἀλλὰ καὶ τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἐπρόσεξε. Λέγει ἡ παράγραφος 2, ὅτι ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου καταργοῦνται αἱ σχετικαὶ κείμεναι διατάξεις τῶν περιπτώσεων αʹ καὶ βʹ, δηλαδὴ τῶν περιπτώσεων κατὰ τὰς ὁποίας καθορίζονται τὰ προσόντα τῶν πρὸς ἀρχιερατείαν ἐκλεγομένων καὶ ὁ τρόπος τῆς πληρώσεως τῆς θέσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἀπὸ μεθαύριον, ποὺ θὰ γίνῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νόμος τοῦ Κράτους, θὰ καταργηθοῦν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 15, 17 καὶ 18 τοῦ νόμου 671)1943 καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν, ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον χηρεύσῃ ἡ θέσις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, νὰ πληρωθῇ αὕτη. Διὰ τῆς διατάξεως, λοιπόν, αὐτῆς ἐπὶ δίμηνον εἶναι δυνατόν, ἐξ οἱουδήποτε λόγου, νὰ παραμείνῃ ἀκέφαλος ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ὑποθέτω, ὅτι ἐκ παραδρομῆς θὰ περιελήφθη ἡ διάταξις εἰς τὴν παράγραφον αὐτὴν τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νομοσχεδίου καὶ νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει, ὅπως αἱ διατάξεις τῶν περιπτώσεων γʹ καὶ δʹ θὰ ἰσχύσουν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν σχετικῶν διαταγμάτων, οὕτω καὶ αἱ περιπτώσεις αʹ καὶ βʹ νὰ ἰσχύσουν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν σχετικῶν διαταγμάτων, δηλαδὴ ὅταν διατάξεις ἀντίστοιχοι τῶν καταργουμένων διατάξεων τῶν ἄρθρων 15, 17 καὶ 18 τοῦ νόμου 671)1943 θεσμοθετηθοῦν, τότε νὰ καταργηθοῦν, διότι ἄλλως, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ἐξ οἱουδήποτε λόγου χηρεύσῃ ἡ θέσις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἐπὶ δίμηνον θὰ εἶναι ἀκέφαλος ἡ Ἐκκλησία. Δεδομένου, ὅτι διὰ τῆς παραγράφου 3 καταργεῖται, ἀντισυνταγματικῶς κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν προλαλησάντων συναδέλφων καὶ τὴν ἰδικήν μου, ἐπὶ ἕνα μῆνα ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἐὰν ἔχωμεν τὸ ἐνδεχόμενον τῆς καταργήσεως καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἐπὶ δίμηνον, τότε ἀντὶ νὰ θέτωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὰς βάσεις ἠρεμίας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ νὰ βοηθήσωμεν τὴν Διοίκησιν αὐτῆς νὰ ἀνεύρῃ τὸν ὀρθὸν δρόμον τῆς γαλήνης, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐμπνεύσῃ καὶ πάλιν τὴν ἀπαιτουμένην ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος, νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ χαλαρώνομεν τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ δημιουργοῦμεν κινδύνους. Δι’ αὐτό, σχετικῶς μὲ τὴν παράγραφον 2, θὰ εἶχον νὰ προτείνω εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὅπως τὰς περιπτώσεις αʹ καὶ βʹ τὰς καταργήσῃ ἀφοῦ ἐκδώσῃ τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα προβλέπονται ὑπὸ τῆς παραγράφου αὐτῆς. Ὡς πρὸς τὴν παράγραφον 3, ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδικαιολογήθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν εἶναι σπάνιον τὸ φαινόμενον, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος νὰ διακόπτῃ τὰς ἐργασίας της κατὰ τὴν περίοδον τῶν ἑορτῶν, Χριστουγέννων καὶ Πάσχα, καὶ κατὰ τὰς θερινὰς διακοπάς. Αὐτὸ εἶναι σωστόν, ἀλλ’ ἐδῶ νομοθετοῦμεν καὶ πρέπει νὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὸ Σύνταγμα, ποὺ εἶναι ὁ ὑπέρτατος νόμος. Καὶ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα, διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων». Αὐτὴ ἡ φράσις, «διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων» νομίζω, ὅτι εἶναι διάταξις τοῦ Συν)τος, ἡ ὁποία καίτοι δὲν εἶναι θεμελιώδης, ἐν τούτοις, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅταν πρόκειται νὰ στηρίξῃ μίαν διάταξιν νόμου, ὀφείλει νὰ μᾶς καθιστᾷ προσεκτικούς. Νομίζω, ὅτι τὸ Σύνταγμα, ὅταν ὁρίζῃ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων, θέλει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῶν Ἀρχιερέων νὰ εἶναι μόνιμος, νὰ εἶναι διαρκής. Δι’ αὐτὸ καὶ εἰς τὸν Καταστικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας ἀπεκλήθη ἡ Ἱερὰ Σύνοδος Διαρκής, δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ ὁ τίτλος αὐτὸς νὰ εἶναι διακοσμητικός, ἀλλὰ τῆς ἐδόθη ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων καὶ τῆς συμφωνίας πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι διὰ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναστέλλωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἶχον δίκαιον οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι καὶ νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν διαγραφὴν τῆς παραγράφου 2. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑποστηριχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅτι οἱ σεβάσμιοι Ἅγιοι Πατέρες ποὺ ἀποτελοῦν τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, εὑρίσκονται εἰς διάστασιν καὶ δὲν θὰ θελήσουν νὰ συνεργασθοῦν ἢ νὰ ὁμονοήσουν διὰ νὰ διοικήσουν τὴν Ἐκκλησίαν, νομίζω, ὅτι ὅταν ἀκούσουν τὴν φωνὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τὴν φωνὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ ὁποία θὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τῆς αἰθούσης αὐτῆς, νομίζω, ὅτι θὰ καταστοῦν προσεκτικοί, θὰ ἀναλογισθοῦν τὰς μεγάλας ἱστορικάς των εὐθύνας καὶ θὰ θεωρήσουν, ὅτι ἔχουν καθῆκον καὶ ἀπέναντι τοῦ ποιμνίου των καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους νὰ μὴ ὁμιλοῦν περὶ ἀγάπης μόνον ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἀγάπην καὶ εἰς τὴν πραγματικότητα. Καὶ τοὺς καλοῦμεν ἐν ὀνόματι τῆς πίστεως τοῦ Ἔθνους, νὰ ὁμονοήσουν καὶ νὰ παύσουν νὰ σκανδαλίζουν τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Νομίζω, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἔπειτα ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ θὰ λεχθοῦν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θὰ ἀναλογισθῇ τὰς εὐθύνας της καὶ θὰ ἀποφύγῃ περαιτέρω τὴν δημιουργίαν σκανδάλων, θὰ σοβαρευθῇ καὶ θὰ ἠρεμήσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ φιλοχρίστου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὀφείλουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀκούσουν ἐναύλως τὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ των «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» καὶ οὕτω νὰ προχωρήσουν περαιτέρω εἰς τὸ θεῖον ἔργον των. Τὸ νομοσχέδιον θὰ πρέπει νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὰς ἀναπτυχθείσας ἀπόψεις καὶ οὕτω νὰ ψηφισθῇ, ἵνα ὠφελήσῃ, διότι ἀτελῶς ψηφιζόμενον ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ πρᾶγμα ποὺ οὐδεὶς δύναται νὰ θέλῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. (Χειροκροτήματα). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνῃ ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Κοντοβράκης).

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§94Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐγγεγραμμένος μετὰ τὸν κ. Ζορμπᾶν.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀντιλέγων.

§96Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἠλλάξατε τὴν σειρὰν τῶν ἐγγεγραμμένων. Τὸ διαπιστώνομεν διὰ πολλαπλῆν φοράν.

§97Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ παρεμβολή.

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνῆλθον εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ εὗρον αὐτὴν τὴν σειράν.

§99Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ ἐγὼ μετὰ τὸν κ. Κύρκον, ὅτι γίνεται μία ἀπαράδεκτος ἀλλοίωσις τῆς σειρᾶς τῶν ὁμιλητῶν. Ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος αὐτῆς τῆς καταστάσεως; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ δουλειά.

§100Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ὁμιλεῖ εἷς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἷς κατὰ καὶ ἐρωτᾷ τὸ Προεδρεῖον, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ποῖοι θὰ ὁμιλήσουν ὑπὲρ καὶ ποῖοι κατά.

§101Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ζορμπᾶς ὡμίλησεν ὑπέρ.

§102Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ὄχι. Νομίζω, ὅτι ὡμίλησε κατά.

§103Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κάμνετε λάθος. Πάντως, πρέπει νὰ λυθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ θέμα αὐτό.

§104Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν παρέμβασιν; Νομίζω, ὅτι κριτήριον τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐθεωρήθη ὡς ἰσχῦον, εἶναι τὸ τυπικὸν κριτήριον, παρὰ τὸ οὐσιαστικόν. Ὅταν βουλευτής τις, συνάδελφός τις, προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, θεωρεῖται κατὰ τεκμήριον, ὡς ἀντιτιθέμενος εἰς τὸ νομοσχέδιον. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν βέβαια, τοῦ κ. Ζορμπᾶ, τὸ πρᾶγμα δὲν ἰσχύει 100% ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, διότι δὲν κατεδίκασε πλήρως τὸ νομοσχέδιον, διετύπωσεν ὅμως παρατηρήσεις ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ἐναντίον τῆς διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἀσχέτως αὐτοῦ...

§105Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας διετύπωσε παρατηρήσεις ἐναντίον.

§106Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἑπομένως, τὸ κριτήριον τὸ τυπικὸν εἶναι τὸ μόνον, βάσει τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἐκάματε αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ. Γίνεται ἡ ἐναλλαγὴ τῶν βουλευτῶν, εἷς ἀπὸ τὴν Κυβερνητικὴν παράταξιν καὶ εἷς ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐρωτάῃ ὁ Πρόεδρος ἕνα βουλευτήν, ἐὰν θὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου;

§107Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς τὸ ἀναφέρει.

§108Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐὰν δὲν κάμνω λάθος, ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸν Κανονισμὸν καθ’ ἣν γίνεται ἡ ἐναλλαγή, ἀφοῦ ἐρωτηθοῦν οἱ αἰτοῦντες τὸν λόγον, ἐὰν εἶναι ὑπὲρ ἢ κατά.

§109Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὑπερισχύει, ἀπὸ ἀπόψεως παραδόσεως, τὸ τυπικὸν κριτήριον.

§110Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀσχέτως τοῦ τυπικοῦ κριτηρίου θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ἑξῆς βασικόν. Δὲν ἔχει σημασίαν πῶς θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Δύναται νὰ ἐρωτήσῃ καὶ ὀφείλει νὰ ἐρωτήσῃ, διότι ρητῶς ἀναγράφεται εἰς τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ τὸ τυπικὸν κριτήριον, ποὺ μάλιστα, βέβαια, εἶναι, ὅτι ἅπαξ καὶ συνετάγη μία σειρὰ ὁμιλητῶν δὲν δύναται κανεὶς τὴν σειρὰν αὐτὴν κατὰ τὴν ἰδικήν του βούλησιν ἢ προτίμησιν νὰ μεταβάλῃ. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἐγγύησις διὰ τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι θὰ ἀνέλθουν κἄποτε μὲ τὴν σειρὰν ἐπὶ τοῦ βήματος. Καὶ νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ εὑρεθῶμεν ὅλοι σύμφωνοι. Τὸ Προεδρεῖον, ἂς κανονίζῃ τὴν σειράν, δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ τὴν μεταβάλλῃ κατὰ τὸ δοκοῦν ἑκάστοτε.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Δὲν μετέβαλε τὴν σειράν.

§112Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸ Σῶμα, ὅτι πρὶν ἀνέλθετε σεῖς εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐζήτησα νὰ ἴδω τὴν σειρὰν καὶ ἡ σειρὰ δὲν ἦτο αὐτή, τὴν ὁποίαν ἐξεφωνήσατε.

§113Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Μόλις ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις παρεκάλεσα νὰ ἐγγραφῶ καὶ μοῦ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι: Ἔρχεσθε δεύτερος, κύριε Κύρκο, διότι προηγήθη μόνον ὁ κ. Ζορμπᾶς. Οὐδεὶς ἄλλος ἦτο ἐγγεγραμμένος. Λυποῦμαι, διότι ἡ συζήτησις αὐτὴ γίνεται ἐξ ἀφορμῆς τῆς παρουσίας εἰς τὸ βῆμα, ἑνὸς συναδέλφου πάρα πολὺ ἀγαπητοῦ. Ἀλλὰ ἐὰν θέλετε νὰ στηριχθῆτε καὶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ Κανονισμὸς λέγει, τὸν ἀγορεύοντα διαδέχεται πάντοτε ὁ ἀντιλέγων. Δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ἀντιλέγων ἐν προκειμένῳ ὁ κ. συνάδελφος. Ἀντιλέγων εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ διαδεχθῇ τὸν κ. Ζορμπᾶν ὑποστηρίξαντα τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἀντίθετον. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀντιλέγων. Ἐὰν πρόκειται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ διαδεχθῇ τὸν ἀπὸ τοῦ βήματος κατελθόντα νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἐκεῖνος τὸ νομοσχέδιον, δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ἀντιλέγων.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ὀρθὸν αὐτό.

§115Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ εἶναι ἀντιλέγων φέρ’ εἰπεῖν, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, διαδεχόμενος ἐμέ, κατερχομένου τοῦ βήματος. Διότι καὶ ἐκεῖνος θὰ ὑποστηρίξῃ περίπου ἀναλόγους ἀπόψεις. Ἰδού, λοιπόν, διατὶ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἔχετε δίκαιον. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς, νὰ καθορίζεται μία σειρὰ τῶν ὁμιλούντων, διότι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, ποὺ συμβαίνουν αὐτὰ τὰ πράγματα.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν λέγῃ ὁ Κανονισμός, ὅτι ἀκολουθεῖ ὁ ἀντιλέγων, νομίζω, ὅτι κατ’ ἐπανάληψιν ἠκολουθήθη αὐτὴ ἡ σειρά.

§117Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ διάταξις αὕτη ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἢ μήπως ἀφορᾷ τὰς ἐρωτήσεις;

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀναφέρει.

§119Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι βουλευταί, ἐπεκρίθη ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως κατὰ τὴν παράγραφον 3, ἡ ὁποία καθορίζει τὴν σύγκλησιν τῆς Ἱεραρχίας διὰ τὴν 25ην Μαΐου 1959. Ἐκρίθη, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Νομίζω, ὅτι ἡ αἰτίασις εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτος ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως. Ἔχει ἤδη κριθῆ, ὅτι ἡ κατοχύρωσις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος ἀναφέρεται μόνον εἰς τὸ δόγμα καὶ ὄχι εἰς τὴν διοίκησιν. Ἑπομένως, ἡ Πολιτεία δύναται νὰ ρυθμίζῃ διὰ νόμου τὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Καταστατικὸς ἄλλωστε Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι παρὰ ἕνας νόμος ὁ ὁποῖος ρυθμίζει τὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, οὐδεὶς δὲ διενοήθη ποτὲ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς βάλλει κατὰ τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη οἱ ὁποῖοι, ὅπως ὁ Σαρίπολος ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ προστασία τοῦ Συντάγματος ἀναφέρεται καὶ εἰς τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀποδέχονται τὴν ἄποψιν αὐτήν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Σαρίπολος ...... (ἀναγινώσκει) ...... Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου 3 εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι παύει νὰ ὑφίσταται διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ ἑνὸς μηνός. Νομίζω, ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ βασίμως διότι ἁπλούστατα ἡ ὀργάνωσις τῆς Διοικήσεως, τῆς λειτουργίας ἑνὸς συλλογικοῦ ὀργάνου, ὅπως εἶναι καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, δύναται νὰ ρυθμισθῇ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ καὶ τὴν ὕπαρξιν χρονικοῦ διαστήματος διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν. Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος προβλέπει, ὅτι δὲν θὰ λειτουργήσῃ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ὅτι εἶναι νόμος ἀντισυνταγματικὸς ἢ ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ παύει ὑφισταμένη ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀσφαλῶς αὐτοδιοικεῖται, ἀλλὰ ὁ τρόπος καὶ ἡ λειτουργία τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀφέθη νὰ ρυθμίζεται ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ἐὰν ἐψηφίζετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας καὶ περιεῖχε οὗτος τὴν διάταξιν τῆς παραγράφου 3 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ σοβαρῶς, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἦτο ἀντισυνταγματική. Δεύτερον σημεῖον, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τὸ σημεῖον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς παρεχομένης πρὸς ρύθμισιν θεμάτων τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπ’ αὐτοῦ, βεβαίως ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ πάντων, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα ἀντισυνταγματικότητος. Ἐγένετο ὅμως κριτική, ἐὰν ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτή, εἶναι πρῶτον, σκόπιμος καὶ δεύτερον ἐὰν συμβιβάζεται μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Βέβαια, ἡ ἱστορία τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς δευτέρας ἀπόψεως. Ἀλλὰ κύριοι μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας ἐπῆλθε μία ριζικὴ μεταβολὴ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Πολιτειακῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν πλαισίων νόμων. Κατέστη ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη τονώσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦτο θὰ καταστῇ δυνατὸν μόνον διὰ τῶν πλαισίων νόμων. Δὲν νομίζω, συνεπῶς ὅτι θέματα, ὡς εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν καθόλου ρύθμισιν τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας, δύνανται νὰ ρυθμισθοῦν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἶναι συμφερώτερον νὰ ρυθμίζωνται διὰ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ εἶμαι σύμφωνος, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὴν βασικὴν γραμμὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι διατηρῶ σοβαροὺς δισταγμοὺς ὡς πρὸς τὴν συνταγματικότητα τῆς διατάξεως ποὺ περιλαμβάνεται περαιτέρω εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀπαιτεῖ τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Καὶ οἱ δισταγμοί μου προέρχονται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν ἐπιμάχων θεμάτων ἀπαιτεῖται ἡ προηγουμένη σύμφωνος γνώμη τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ θέσις κανόνων δικαίου θὰ γίνεται ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ παρέμβασις ἑνὸς ὀργάνου ἔξω τῆς Πολιτείας, νομίζω πὼς δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπ’ εὐθείας ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πῶς δὲν θὰ ἦτο νοητὴ ἡ τοιαύτη σύμφωνος γνώμη ὀργάνου ἀλλοτρίου πρὸς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα; Ἐπ’ αὐτοῦ, ἐπαναλαμβάνω, θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Δεύτερον, διατηρῶ ὡρισμένους δισταγμούς, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Ἡ σύμφωνος γνώμη εἶναι ἐπικίνδυνος.

§120Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Εἶναι ἀπαραίτητος, κ. Παπαρρηγόπουλε. Διότι ἐὰν πάρετε τὴν ἄποψιν, ὅτι αἱ σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας δὲν εἶναι σχέσεις ὑπαγωγῆς, ἀλλὰ συναλληλίας, θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ σύμφωνος γνώμη εἶναι ἀπαραίτητος.

§121Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅτι, κ. συνάδελφε, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ γνώμη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀπαραίτητον, ἀλλὰ τὸ νὰ ζητῆται ἡ σύμφωνος γνώμη τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν, σημαίνει τὸ ἀντίθετον. Ὑπαγωγὴ δηλαδὴ τῆς Πολιτείας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Μέχρι σήμερον, ὑπάρχει ἡ συναλληλία. Καὶ ἡ Πολιτεία πάντοτε ἐζήτησεν ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν τὴν γνώμην τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ καὶ μόνον τὴν ἁπλῆν γνώμην τῆς Ἐκκλησίας ἔχει καθιερώσει ὁ μέχρι τοῦδε ἰσχύων Καταστατικὸς Χάρτης. Ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν διατάξεως αὐτῆς, τὸ καθεστὼς αὐτὸ ἀνατρέπεται. Φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἀνατροπὴ αὐτὴ θὰ ἔχῃ ἐπικινδύνους συνεπείας. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Αὐτὰ εἶχον κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω καὶ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναγνωρίσω, ὅτι αὐτὴ ἡ κρίσις ποὺ ἐξερράγη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, συνεκλόνισε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ποὺ εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἄμεσος ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας, ἐπέφερεν ἀνασχετικὸν ἀλλὰ καὶ ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἤδη ἐξεδηλώθησαν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα).

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κύρκος ἔχει τὸν λόγον.

§123Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι! Βαθεῖα, πράγματι ὑπῆρξεν ἡ συγκίνησις, τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἀπέραντος ἡ ὀδύνη, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθη ἐκ τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ἀνέκυψεν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαός αἰσθάνεται βαθύτατον τὸν σύνδεσμόν του πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει, ὅτι ἡ ἐκκλησία του ἐπρωτοστάτησε πάντοτε, μετὰ μεγίστων κινδύνων καὶ ἀπείρων θυσιῶν, κατὰ τοὺς ἀγῶνας διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ἐθνικῆς του ὀντότητος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας του. Καὶ διότι ἀκόμη γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἡ Ἐκκλησία του ἐπρωτοστάτησεν ἐπίσης εἰς ὅλους τοὺς ἀπελευθερωτικοὺς του ἀγῶνας. Ἄφθονον ὑπῆρξεν τὸ αἷμα, τὸ ὁποῖον οἱ Πατριάρχαι, οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἱερεῖς προσέφερον κατὰ τοὺς ἀγῶνας αὐτούς. Εἶναι ἑπομένως πλήρως δικαιολογημένη ἡ ἀξίωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ βλέπῃ πάντοτε τὴν Ἐκκλησίαν του αἰρομένην εἰς τὸ ὕψος, τὸ ὁποῖον τῆς ἐπιβάλλουν αἱ ἔνδοξοι παραδόσεις της καὶ τὸ ἱστορικὸν παρελθόν της. Νὰ βλέπῃ τὴν Ἐκκλησίαν του ἀκτινοβολοῦσαν πέραν τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων, εἰς ὅλον τὸν Ὀρθόδοξον κόσμον. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει καὶ κἄτι ἄλλο καὶ αἰσθάνεται δι’ αὐτὸ τιμὴν καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν, ὢν συγχρόνως ἀποφασισμένος νὰ τὸ περιφρουρήσῃ κατὰ πάσης ἐπιβουλῆς. Τοῦτο δὲ εἶναι ὅτι Ἕλληνες ἦσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν σοφίαν των ἐθεμελίωσαν τὴν ὀρθόδοξον πίστιν του καὶ ὄχι μόνον τὴν ἐθεμελίωσαν ἀλλὰ καὶ τὴν μετέδωσαν εἰς πολλοὺς ἄλλους λαούς, ἀπείρως ὑπερέχοντας ἡμῶν ἀπὸ ἀπόψεως ἀριθμητικῆς δυνάμεως. Καὶ οἱ λαοὶ αὐτοὶ στρέφουν εὐγνῶμον τὸ βλέμμα πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζουν ἐλευθέρᾳ βουλήσει καθοδηγητικὸν ρόλον. Δι’ αὐτὸ ὑφίσταται τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ὡς πρωτόθρονος ἕδρα Ὀρθοδοξίας καὶ Μήτηρ σεπτὴ πασῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, εἶναι σήμερον πολὺ βαρυτέρα ἢ ἄλλοτε ἡ ἀποστολὴ τῆς Αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως γνωρίζετε, σήμερον, λόγῳ τῶν Ἐθνικῶν περιπετειῶν καὶ τῶν συνθηκῶν ὑφ’ ἃς εὑρίσκεται τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀσκήσῃ πλήρως τὸν ρόλον, ὁ ὁποῖος τοῦ ἀνήκει καὶ τὴν ἀποστολήν, ἡ ὁποία διὰ μέσου αἰώνων ὁλοκλήρων ἀνεγνωρίσθη εἰς αὐτό. Καὶ ὁ ρόλος οὗτος καὶ ἡ ἀποστολὴ αὕτη ἔχουν ἐναποτεθῆ σήμερον ἐκ τῶν πραγμάτων εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Αὐτὸ τὸ κεφάλαιον, εἶναι ἕνα κεφάλαιον ἐθνικόν. Εἶναι περιουσία ἐθνικὴ· οὐδεὶς —ὄχι μόνον ἐξ ἡμῶν— ἀλλὰ πρὸ παντὸς τῶν διοικούντων εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, οὐδείς, λέγω, ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ πράξεως, λόγου ἢ ἐνεργείας οἱωνδήποτε νὰ τὰ θίξῃ. Καὶ πάντες, ὀφείλομεν καὶ πρωτίστως οἱ διοικοῦντες εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὀφείλουν καὶ ἔχουν καθῆκον νὰ τὸ προασπίζουν καὶ τὸ περιφρουροῦν. Ἰδοὺ διατί, κύριοι συνάδελφοι, συνεκίνησε καὶ συνεκλόνισε πράγματι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἡ κρίσις ἡ ὁποία ἐνέκυψεν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά, ἐπιτρέψατέ μου τὴν τόλμην νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὴν τὴν ὀδύνην τὴν ᾐσθάνθησαν βαθύτερον, ὅσοι εἶχον τὸ εὐτύχημα νὰ ἀνατραφοῦν εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ νὰ γαλουχηθοῦν ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν συγκαταλέγεται καὶ ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς. Καὶ δι’ αὐτὸ ὅσα θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ἐν συνεχείᾳ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ τὰ θεωρήσετε, ὅτι προέρχονται ἀπὸ διάθεσιν ἀντιπολιτευτικήν. Ὑπάρχουν τόσα θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ γόνιμος, ἐποικοδομητικὴ ἀντικειμενικὴ κριτικὴ καὶ ἔλεγχος τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν κριτικήν μας καὶ ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου αὐτοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Πιστεύσατε, ὅτι σᾶς ὁμιλεῖ ὁ ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ ἔχει συνυφανθῆ, ἐκ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθεσα προηγουμένως, ἔχει συνυφανθῆ πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω κανένα. Ἴσως, ἀσυναισθήτως, ἴσως ἐξ ἀγνοίας τῶν πραγμάτων, κατεβλήθη προσπάθεια ὡς αἴτιον τῆς κρίσεως νὰ ἐμφανισθῇ ἡ διχοστασία τῶν ἀποτελούντων τὴν Διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον, μηδὲ τοῦ προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας ἐξαιρουμένου, προῆλθεν ἐκ τῆς ἐπιδιώξεως ἑκατέρας τῶν παρατάξεων ὅπως ὁ Αʹ Μητροπολίτης μετατεθῇ εἰς τὴν Βʹ Μητρόπολιν, ἢ ὁ Βʹ Μητροπολίτης μετατεθῇ ἐκ τῆς Γʹ εἰς τὴν Δʹ Μητρόπολιν. Καὶ μάλιστα, ἐκ λόγων ἀνομολογήτων ἢ ἐκ λόγων ἰδιοτελείας. Τοῦτο ἐκαλλιεργήθη δυστυχῶς διὰ τοῦ Τύπου. Τοῦτο ἐπηρέασε καὶ συναδέλφους κατὰ πάντα ἀρίστους, ὥστε καὶ ἐντὸς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ πρῶτον σχέδιον νόμου, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς ἀκόμη νὰ λεχθῇ, ὅτι αὐτὸ τὸ ταπεινὸν ἐλατήριον ὑπῆρξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὴν κρίσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Κύριοι συνάδελφοι, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς μου ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀντιμετωπίσεως τῆς κρίσεως ἡ ὁποία ἐπῆλθε. Ἀποτελεῖ ὕβριν διὰ τὸ σύνολον τῆς Ἑλληνικῆς Ἱεραρχίας νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι Ἕλληνες Ἱεράρχαι ἐπροτίμησαν νὰ συγκλονίσουν τὴν Ἐκκλησίαν, νὰ ἐκθέσουν τὸ κῦρος, τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ὀντότητα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, διότι ἐπεδίωκαν οἱ μὲν νὰ τοποθετήσουν τὸν Α ἢ τὸν Β Μητροπολίτην εἰς τὴν Γ ἢ εἰς τὴν Δ Μητρόπολιν, οἱ δὲ ἀντιθέτως. Ἀποτελεῖ τοῦτο καὶ μόνον πλῆγμα καίριον ἐναντίον τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς ἰδικῆς μας Ἐκκλησίας καὶ πολὺ περισσότερον ὅταν σκεπτώμεθα νὰ λάβωμεν μέτρα διὰ τὴν ἰδικήν μας Ἐκκλησίαν, πρέπει προηγουμένως νὰ συναισθανώμεθα καὶ νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν μας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω πρὸ ὀλίγου, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἰδική μας Ἐκκλησία ἀσκεῖ καθοδηγητικὸν ρόλον ἐλευθέρως ἀναγνωρισθέντα εἰς αὐτὴν ὑπὸ ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν... Ἀντιλαμβάνεσθε ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τῆς ἐθνικῆς ζημίας τὴν ὁποίαν προκαλοῦμεν ὅταν ὑποβιβάζωμεν τὴν ἰδικήν μας Ἐκκλησίαν ἀπέναντι τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀτενίζουν πρὸς αὐτὴν ὡς πρὸς τὸν φάρον τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀντλοῦν τὴν καθοδήγησιν, διὰ τὴν πορείαν των εἰς τὴν Ὀρθόδοξον ζωὴν καὶ τὴν ἐξέλιξίν των. Δὲν εἶναι δυνατόν, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν ἄποψιν, οὔτε καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψιν τὴν αὐστηρῶς θρησκευτικὴν νὰ ὑποβιβάζωμεν τὸ ἐπίπεδον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐξεδηλώθη ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς τοῦ προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν περὶ αὐτὸν 4 ἢ 5 Μητροπολιτῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ σύγκρουσις δὲν ἐπῆλθεν ἐκ τοιούτων ταπεινῶν ἐλατηρίων. Ἡ σύγκρουσις ἐπῆλθεν ἐξ ὑψηλῶν ἐλατηρίων. Ὑπῆρξε σύγκρουσις καθαρῶς ἰδεολογική. Ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀρχὴ τῆς δημοκρατικῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐξεπροσώπουν καὶ ἐκπροσωποῦν οἱ Μητροπολῖται τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀφ’ ἑτέρου, ἡ ἀρχὴ τοῦ αὐταρχισμοῦ. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐξεπροσώπησεν ὁ προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τῶν 5 Μητροπολιτῶν. Ἀφ’ ἑνὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐξυπηρετῇ —καὶ θὰ σᾶς ἀναπτύξω διατὶ ὀφείλει νὰ ἐπικρατῇ— τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐπικρατῇ εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ πνεῦμα τοῦ δεσποτισμοῦ. Ἰδοὺ ἡ πραγματικὴ αἰτία ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ ρῆξις. Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι ἐξεδηλώθη τὸ πρῶτον ἡ διαφωνία, μῦδροι ἐξεπέμφθησαν κατὰ τῶν Μητροπολιτῶν, κατὰ τῶν ἱεραρχῶν τῶν συγκροτούντων τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. «Ἠθέλησαν, εἶπον οἱ ἀντιταχθέντες πρὸς αὐτούς, νὰ φέρουν ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου θέμα ἐκτὸς ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ ἦτο δικαιολογημένη ἡ ἄρνησις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἔκνομον αὐτὴν ἀξίωσιν». Καὶ ἐπὶ τούτου, ὡς τάχα πανισχύρου ἐπιχειρήματος, ᾠκοδομήθη ὅλη ἡ συκοφαντικὴ ἐκστρατεία, ἡ ὁποία ἐξαπελύθη, διὰ νὰ ἔλθῃ εὐθὺς μετ’ ὀλίγον, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ τῶν Θρησκευμάτων νὰ διακηρύξῃ, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἡμερησία διάταξις εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Ποῦ εὑρέθη, λοιπόν, ἡ παρανομία καὶ ἡ αὐθαιρεσία, τῆς πλειοψηφίας τῶν Συνοδικῶν; Καὶ διατὶ δὲν ὑπῆρξεν ἀπολύτως νόμιμος ἡ εἰσήγησις αὐτῶν; Ποῖος, κύριοι συνάδελφοι, ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν προκαθήμενον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ εἰς τοὺς 4 ἢ 5 Μητροπολίτας, ποῖος ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ φέρεται ἀπέναντι τῆς πλειοψηφίας, ἀπέναντι δηλαδὴ τῆς γνώμης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κατισχύῃ ἐν παντὶ συλλογικῷ σώματι, δημοκρατικῶς διοικουμένῳ, ὡς συμπεριεφέρθη καὶ νὰ λέγῃ λύω τὴν συνεδρίασιν; Ποῖος ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, νὰ διατάσσῃ τὸ κλείσιμον τῶν Ἐκκλησιῶν διὰ νὰ μὴ καταστῇ δυνατὴ ἡ ὁλοκλήρωσις τῶν ἀποφάσεων, εἰς τὰς ὁποίας κατέληξεν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου;... Ποῖος ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον νὰ μὴ καλῇ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον εἰς τὰς τακτὰς ἡμέρας τῶν συνεδριάσεών της, διότι ἡ πλειοψηφία της ἦτο ἀντίθετος πρὸς αὐτόν; Τί ἀποτελεῖ αὐτό; Δὲν ἀποτελεῖ τὴν πλέον ζωντανὴν ἐκδήλωσιν τοῦ αὐταρχισμοῦ, τοῦ δεσποτισμοῦ, τὸ ὁποῖον, ἠθέλησεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας; Θλίβομαι διότι τὸ λέγω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λεχθῇ καὶ ὁ δάκτυλος πρέπει νὰ τεθῇ ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων. Καὶ ἕως ἐδῶ μὲν ἡ διένεξις ὑπῆρξε μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας. Ὑπῆρχεν, ὁ τρόπος νὰ μὴ ὑπάρξῃ κρίσις. Καὶ τοῦτο θὰ ἐπήρχετο διὰ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς νομιμότητος. Ποῖον ἦτο τὸ χρέος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν; Τὸ χρέος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει τὸν ὀφθαλμόν της εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου, τὸ χρέος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ὑποδείξῃ εἰς τοὺς ἐκτραπέντας τῆς εὐθείας ὁδοῦ, ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν νομιμότητα καὶ ὅτι δὲν δικαιοῦνται νὰ κάμουν χρῆσιν τῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους διὰ νὰ παρεμποδίσουν τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ πράξῃ. Ἡ Κυβέρνησις εἶπε, δὲν ἐπεμβαίνω. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐπέμβασιν ἀποτελεῖ τὸ νὰ θέλῃ κανεὶς νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἐκτραπέντας τῆς νομιμότητος εἰς τὴν νομιμότητα; Ἀποτελεῖ τοῦτο ἐπέμβασιν. Καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἡ μὴ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος τούτου, ἡ μὴ δηλαδὴ ἐπαναφορὰ τῶν ἐκτραπέντων τῆς εὐθείας ὁδοῦ εἰς τὴν νομιμότητα, δὲν ἀποτελεῖ αὐτό, ἀκριβῶς, ἐπέμβασιν εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεπροσώπουν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ οἱ ὁποῖοι, ὀρθότατα καὶ παρέμειναν καὶ συνεδρίασαν καὶ ἀπεφάσισαν; Τί θὰ ἐλέγατε, κύριοι συνάδελφοι, περὶ ἡμῶν, ἄν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐκδηλωθείσης ὑπὲρ ἑνὸς νομοσχεδίου, ἐγείρετο ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἔλεγε: «Λύω τὴν Συνεδρίασιν»; Τί θὰ ἐκάμνατε, σεῖς, ὡς πλειοψηφία τῆς Βουλῆς; Θὰ ἐλέγατε δεκτὴ ἡ λύσις τῆς Συνεδριάσεως; Τί θὰ ἐκάμνατε, ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκλείδωνε τὰς θύρας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ δὲν ἐπέτρεπε τὴν εἴσοδόν σας ἐντὸς τῆς αἰθούσης; Δὲν θὰ παρεμένατε ἐδῶ, ἀσκοῦντες τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβατε, προασπίζοντες τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ συνεδριάζοντες νὰ λάβητε ἀποφάσεις νομίμους καὶ νὰ ἐπιβάλλετε ἀκόμη καὶ κυρώσεις; Διότι, ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐκφράζει τὴν νομιμότητα, ἡ μειοψηφία ὀφείλει, εἰς δημοκρατικὸν πολίτευμα, νὰ ὑποτάσσεται εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἠνέχθη τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἰδοὺ ἡ βαρεῖα εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ διατί, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπαιτία τῆς δημιουργίας τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία συνετάραξε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ βαρεῖα εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ θέμα τῆς Ἐκκλησίας ἠθέλησε νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ κατὰ τὸν —ἄς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως— κατὰ τὸν ἐπιπόλαιον τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον πολλάκις ἐπιλαμβάνεται καὶ τῶν πλέον σοβαρῶν θεμάτων. Ἡ Δημοκρατικὴ Διοίκησις, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, εἶναι ὅρος ἀπαραίτητος διὰ τὴν ὕπαρξίν της ὡς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ Δημοκρατικὴ διοίκησις εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καθιδρύθη ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας Πατέρας, τοὺς δημιουργοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας, τοὺς ὑγιεῖς ἑρμηνευτὰς τοῦ πνεύματος τῆς Χριστιανικῆς διδασκαλίας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία συνεχὴς καὶ ἀκατάβλητος προσπάθεια διὰ τὴν ἐξύψωσιν τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας. Ἐπὶ ταύτης τῆς ἀρχῆς θεμελιοῦται ἡ ὕπαρξις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ὕπαρξιν τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν καὶ κυρίως τοῦ Παπισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀνθρωπίνη ἀξιοπρέπεια εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ἐλευθερίαν καὶ εἶναι, ἑπομένως, συνυφασμένη καὶ μὲ τὴν δημοκρατικὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κλονίσητε τὴν δημοκρατικὴν ὑπόστασιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, τὴν λαϊκὴν καὶ δημοκρατικὴν ὑπόστασιν. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν κλονίσετε, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καταλύετε τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Δὲν γνωρίζω ἂν τοῦτο ἐπιχειροῦντες θὰ ἔχετε Ἐκκλησίαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι δὲν θὰ ἔχετε Ὀρθόδοξον Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἀνεγνώσατε, βεβαίως, εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν Μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, θ’ ἀνεγνώσατε, ὅτι περιστατικὸν ἀνάλογον πρὸς τὸ περιστατικόν, τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσθη ἐπ’ ἐσχάτων εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, ἐνεφανίσθη πρὸ ἐτῶν εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον, ὅταν τὸν Θρόνον αὐτὸν κατεῖχεν ἡ μεγαλυτέρα, ἀσφαλῶς, ἐκκλησιαστικὴ φυσιογνωμία τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ὁ ἀείμνηστος Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γʹ. Καὶ τότε ἐπῆλθε σύγκρουσις μεταξὺ μειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Καὶ τότε ὁ μέγας ἀληθῶς Πατριάρχης ἐκεῖνος, ἄγνωστον πῶς, καὶ διατί, ἐξετράπη τῆς εὐθείας ὁδοῦ. Ἀλλ’ ὅταν κατεῖδε ποῦ ὡδήγει ἡ ἐκτροπὴ ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ καλέσῃ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ὑποταγὴν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας. Καὶ οὕτω ἤρθη ἡ κρίσις. Δὲν ἐμειώθη, κύριοι συνάδελφοι, οὔτε τὸ κῦρος, οὔτε τὸ γόητρον τοῦ Πατριάρχου Ἰωακεὶμ τοῦ Γʹ. Ἀντιθέτως, ἐξυψώθη τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, τὰ ὁποῖα ἄλλως, βαρύτατα θὰ ἐπλήσσοντο ἂν ἡ κρίσις ἐξηκολούθει. Τοῦτο ὤφειλε νὰ πράξῃ καὶ ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐξετρέπετο τῆς εὐθείας ὁδοῦ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔγινε τοῦτο, ὤφειλε νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του καὶ τὸ καθῆκόν του ἦτο νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν νομιμότητα.

§124Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ξεκουράσω ἐπ’ ὀλίγον; Βεβαίως, δὲν παριστάμην κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἱερᾶς Διαρκοῦς Συνόδου, ἀλλὰ βάσει τῶν ὑπευθύνων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον, τὰ πράγματα ἔχουν ὡς ἑξῆς: Ὡρισμένοι ἐκ τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῶν Μητροπολιτῶν, ἔφερον αἰφνιδίως ζήτημα πληρώσεως τριῶν κενῶν ἢ περισσοτέρων Μητροπόλεων. Ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι προετοιμασμένος καὶ παρεκάλεσε νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Θὰ γνωρίζετε βεβαίως καὶ κάλλιον ἐμοῦ, διότι εἴχατε ροπὴν τινὰ καὶ ἴσως ἔχετε ἀκόμη πρὸς τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ θρησκευτικά, ὅτι Ἡμερησία Διάταξις δὲν ὑπάρχει καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐλάττωμα.

§125Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὸ εἶπον αὐτό.

§126Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἤμην παρών, ὅταν τὸ εἴπατε, δι’ αὐτὸ τὸ λέγω, νομίσας, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων δὲν θὰ τὸ εἶχον μέχρι τώρα ἀκούσει. Δὲν ὑπάρχει Ἡμερησία Διάταξις, ἀλλ’ εἴθισται, αὐτὸ εἶναι παράδοσις, τὰ θέματα νὰ τὰ φέρῃ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἢ ὅταν τὰ φέρουν ἄλλοι Μητροπολῖται νὰ εἶναι ὅλοι προετοιμασμένοι καί, τοὐλάχιστον, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νὰ εἶναι προετοιμασμένος. Ἐπρόκειτο περὶ καλύψεως Μητροπολιτικῶν θρόνων. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν, δυνατὸν νὰ εἶχον δίκαιον ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς ἐπιλογῆς οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται, ἀντιλαμβάνομαι καὶ τὴν ἰδικήν των ἀντίδρασιν ἀπὸ ἀπόψεως ψυχικῆς καὶ ἠθικῆς, διότι Κανονισμὸς συζητήσεως δὲν ὑπάρχει καὶ εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνουν δύο μεταθέσεις. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριὰ νὰ ἐπιρρίπτετε, ὅπως ἐπιρρίπτετε σεῖς τὴν εὐθύνην κατὰ κύριον λόγον εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον. Οὐδεὶς ἔχει, ἐκ τῶν Μητροπολιτῶν, τὴν κυρίαν καὶ μόνην εὐθύνην, οὔτε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, οὔτε οἱ ἄλλοι, ἁπλούστατα ἐδημιουργήθη ἓν ἐπεισόδιον. Ὁ προκαθήμενος, αἰφνιδιάσθη εἰς τὸ θέμα τῆς ἐκλογῆς καὶ δὴ τῆς μεταθέσεως, ὅταν ἐγνώριζον ἅπαντες οἱ Μητροπολῖται, ὅτι εἶναι σκέψις μας καὶ ἀπόφασις νὰ θεσπίσωμεν τὸ ἀμετάθετον. Ἔγινε λοιπόν, αἰφνιδιαστικὴ μετάθεσις καὶ ἐνδεχομένως κρίσις δικαία, ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον, ἐνδεχομένως ἡ οὐσιαστικὴ κρίσις των, ὡς πρὸς τὴν μετάθεσιν τῶν 2 Μητροπολιτῶν εἰς εὐρυτέρας δικαιοδοσίας Μητροπόλεις νὰ ἦτο ὀρθή, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐφόσον ἦτο γνωστόν, ὅτι βαίνομεν, καλῶς ἢ κακῶς, κατ’ ἐμὲ καλῶς, ἄριστα, εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μεταθετοῦ, καλὸν ἦτο νὰ εἶχον ἀποφύγει οἱ ἑπτὰ μητροπολῖται νὰ ζητήσωσι τὴν μετάθεσιν τῶν δύο. Διατὶ οἱ δύο εἰδικῶς ἔπρεπε νὰ μετατεθοῦν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι θὰ ἔπρεπε νὰ μείνουν ἐσαεὶ ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκονται; Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ἄνθρωπος ἐξ ἴσου μεγάλου ἤθους, ὅπως καὶ οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν ὁμάδα τῶν ἑπτά, ἐνόμισεν, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἐπιμονή των ἐφόσον τοὺς παρεκάλεσε, δηλώσας, ὅτι δὲν εἶναι προετοιμασμένος, νὰ ἀναβάλουν. Καὶ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Δὲν νομίζω, ἀξιότιμε καὶ ἀγαπητὲ κ. Κύρκο, ὅτι περιέπεσεν εἰς ἁμάρτημα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος. Οὔτε οἱ ἑπτά, βεβαίως, προέβησαν εἰς ἐνέργειαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἀδικαιολόγητος. Γνωρίζομεν περιστατικὰ πολλά. Ἡ πλειοψηφία ἔχει τὴν ἐντύπωσιν τῆς ὑπεροχῆς της. Ἔμειναν ἐκεῖ καὶ ἠθέλησαν νὰ ἐπιβάλουν τὴν γνώμην τους. Πάντως τοῦτο ἔγεινεν ἀντικανονικῶς, διότι ἀπόφασις δὲν εἶχε ληφθῆ, δὲν εἶχε γίνει ἡ ἐκλογή. Καὶ δὲν ἔλυσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τὴν συνεδρίασιν κατόπιν τῆς ἐκδηλωθείσης γνώμης τῆς πλειοψηφίας ὡς πρὸς τὴν μετάθεσιν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν 3. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προσώπων ἐπηκολούθησεν, ἔγινε μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου λύσιν τῆς συνεδριάσεως. Ἑπομένως, ἀπόφασις δὲν εἶχε ληφθῆ καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἠγέρθη καὶ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Νομίζω, ὅτι οὔτε κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου πρέπει νὰ στραφῶμεν, οὔτε κατὰ τῶν ἑπτά. Εἶναι ὀρθότερον νὰ μὴ ἐπιμείνετε εἰς τὸ θέμα αὐτό. Κατηγορήσατε ὅσον θέλετε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐχειρίσθη τὸ θέμα καλῶς. Κατ’ ἐμὲ τὸ ἐχειρίσθη ἄριστα. Ἀπουσίαζα εἰς τὴν Ἀμερικήν, δὲν ἐγνώριζον τὸ θέμα, δὲν εἶμαι οὐσιαστικῶς συνυπεύθυνος. Ἐν τούτοις ἐκ τῶν ὑστέρων εἶδον, ὅτι ὁ χειρισμὸς ἦτο ἄριστος. Δὲν ἐπετρέπετο ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶναι ὑπὲρ ἢ κατὰ οὐδενός. Ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ προσπάθεια τοῦ κ. ὑπουργοῦ περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησε. Προσεπάθησαν, ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμβιβάσουν τὰ πράγματα, νὰ ἐξεύρουν μίαν λύσιν. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ ἀξ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτείνωμεν συγκεκριμένην μέσην λύσιν. Θὰ ἤθελα νὰ τὸν ἐρωτήσω ποίαν, ἐκτὸς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινον ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, δηλαδὴ νὰ περιμένωμεν μέχρι συγκλήσεως τῆς Ἱεραρχίας. Ποίαν καλυτέραν αὐτῆς λύσιν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκλέξῃ; Διατὶ ἄρα γε δὲν πρέπει, κ. Κύρκο, τὰ θέματα αὐτὰ νὰ ρυθμισθοῦν ὑπὸ τῆς Συνόδου ὁλοκλήρου τῆς Ἱεραρχίας καὶ ἔπρεπε νὰ ρυθμισθοῦν ὑπὸ τοῦ περιωρισμένου ἀριθμοῦ τῆς λεγομένης διαρκοῦς Συνόδου; Νομίζω, ὅτι ὅταν ἀναφύωνται τοιαῦται ἀντιθέσεις ὀρθότερον εἶναι νὰ συγκαλῆται ἡ Ἱεραρχία ὁλόκληρος. Αὐτὴ εἶναι ἡ δημοκρατικὴ ἀρχή, ἀξ. κ. Κύρκο. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐχειρίσθη τὸ θέμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐπεκύρωσε τὴν παλαιὰν παράδοσιν, περὶ τῆς ὁποίας τόσον ὡραῖα ὡμιλήσατε, τὴν παράδοσιν τῆς δημοκρατικότητος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔγινε τίποτε, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὴν δημοκρατικότητα, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τὴν Ἐκκλησίαν μας, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀκριβῶς κατέληξεν εἰς τὸ ἔτι δημοκρατικώτερον σύστημα τῆς ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας ἐν συνόλῳ ἀντιμετωπίσεως καὶ ἐπιλύσεως τοιούτων θεμάτων.

§127Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἀγαπητὲ κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως! Δὲν μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ παρακολουθήσητε τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἐὰν τὴν παρηκολουθούσατε, δὲν θὰ ὑπεβάλλεσθε εἰς τὸν κόπον νὰ εἴπητε ὅ,τι εἴπητε καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἀνέτρεψαν οὐδὲν ἐκ τῶν σημείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξα τὰς ἀπόψεις μου. Ἠθέλησα, κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑψώσω τὴν συζήτησιν καὶ πέραν τούτου νὰ ὑψώσω τὴν διαφωνίαν μεταξὺ τῶν Ἱεραρχῶν, ἀπὸ τὰ ταπεινὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα τῆς ἀπέδωσε σχεδὸν σύσσωμος ὁ τύπος, ἐλατήρια τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἄξιοι οἱ Ἕλληνες Ἱεράρχαι, εἰς τὸ ἀνώτερον ἐπίπεδον τοῦ ὁποίου εἶναι ὅλοι ἄξιοι. Ἔθεσα τὸ θέμα τῆς συγκρούσεως ἐπὶ ἰδεολογικοῦ ἐπιπέδου, διότι εἶναι πράγματι ἡ διάστασις, διάστασις ἰδεολογική. Διότι εἶναι γνώρισμα τῆς Ἐκκλησίας μας νὰ ἀγωνίζεται ἐπὶ ἰδεολογικοῦ καὶ πνευματικοῦ ἐπιπέδου. Λοιπόν, αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε, δὲν αἴρουν τὴν ἰσχὺν οὐδενὸς ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθην. Εἶπον ὅτι, ὅταν ἐξεδηλώθη ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας, τότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἠγέρθη καὶ ἔλυσεν αὐθαιρέτως τὴν συνεδρίασιν. Δὲν εἶπον, ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις.

§128Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὅταν ἐξεδηλώθη ἡ γνώμη περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως γίνῃ κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἡ ἐκλογή.

§129Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Μάλιστα. Τότε, λοιπόν, ἠγέρθη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Δὲν εἶχε ληφθῆ ἀπόφασις. Καὶ εἶπον μάλιστα: Ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ πλειοψηφία, παραμείνασα ἐν συνεδρίᾳ καὶ ὀρθότατα ἔπραξε νὰ λάβῃ ἀποφάσεις. Ὄχι ἀποφάσεις χάριν αὐτῆς τῆς ἰδίας, χάριν τῆς ἐξυπηρετήσεως ἰδίων βλέψεων, ἀλλ’ ἀποφάσεις χάριν τοῦ κύρους τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐξεπροσωπεῖτο ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Καὶ ἠρώτησα μάλιστα τοὺς συναδέλφους: Τί θὰ ἐκάμνατε, ἐάν, ἐκδηλωθείσης τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς ὑπὲρ ἑνὸς νομοσχεδίου, ὑπὲρ μιᾶς ἀπόψεως, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς...

§130Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐδῶ εἶναι ἡ διαφωνία μας, διότι ἐπαναλαμβάνετε τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα. Λέτε «ἐκδηλωθείσης τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς ὑπὲρ ἑνὸς νομοσχεδίου». Καὶ ἐπήρατε ἀμέσως τὴν φράσιν πίσω. Αὐτὸ δὲν συνέβη εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον.

§131Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἡ πλειοψηφία, ἦτο ὑπὲρ τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος.

§132Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἐξεδηλώθη ὑπὲρ ὡρισμένης ἀποφάσεως. Ἐδῶ εἶναι μία διαφωνία διατυπώσεως, ἡ ὁποία εἶναι καὶ διαφωνία οὐσίας. Ἐὰν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἔλυε τὴν συνεδρίασιν μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἢ τὴν μετάθεσιν, ἀφοῦ θὰ ἐγένετο συζήτησις, τότε τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο διαφορετικόν. Ἁπλούστατα, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος παρεκάλεσε νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις. Ἐπέμενον οἱ ἑπτά. Καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, κατόπιν αὐτοῦ, ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν.

§133Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ παράβασις τῆς δημοκρατικῆς ἀρχῆς. Δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νὰ λύσῃ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ πλειοψηφία ἦτο ἀντίθετος. Διότι, ἐάν, ὡς λέγετε σεῖς, ὄχι ἐγώ, ἐλαμβάνετο καὶ ἀπόφασις, τότε πῶς θὰ ἔλυε τὴν συνεδρίασιν; Καὶ ποίαν σημασίαν θὰ εἶχεν ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, μετὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως; Καὶ δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς αὐτό. Διέταξε τὸ κλείσιμον τῶν ναῶν, διὰ νὰ μὴ ὁλοκληρωθοῦν αἱ ἀποφάσεις καὶ διὰ τῆς θρησκευτικῆς τελετῆς. Ὅλα αὐτὰ εἶναι αὐθαιρεσίαι, εἶναι ἐκδηλώσεις δεσποτισμοῦ, εἶναι παραβίασις τοῦ δημοκρατικοῦ πνεύματος.

§134Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Βλέπετε ὅτι, ἀπὸ δύο ἡμερῶν, ὑπάρχει μία διάθεσις συμβιβασμοῦ καὶ ἕνα πνεῦμα κατανοήσεως. Διὰ τῆς ἀγορεύσεώς σας, λαμβάνοντες ἀποκλειστικῶς τὸ μέρος τῶν μὲν καὶ ἐπιτιθέμενος, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιτίθεσθε, ἐναντίον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἐνεργεῖτε ἀντιθέτως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας. Τὴν στιγμὴν αὐτήν, οἱ μετέχοντες τῆς Συνόδου, ἔχουν πνεῦμα συμφωνίας. Μὴ προβαίνετε εἰς αὐτὴν τὴν ἔντονον ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀπολύτως ἀδικαιολόγητον, ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας καὶ σφάλμα ἀπὸ ἀπόψεως τακτικῆς. Μετὰ τὸ πλησίασμα ποὺ ἐξεδηλώθη μεταξὺ τῶν πτερύγων, πρέπει νὰ βοηθήσωμεν καὶ ὄχι νὰ ρίπτωμεν ἔλαιον εἰς τὴν πυράν.

§135Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν βάλλω, ἀξιότιμε καὶ ἀγαπητὲ κύριε Πρόεδρε καὶ Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν βάλλω ἐναντίον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω οὐδὲ κατ’ ὄψιν. Βάλλω ἐναντίον τοῦ ἐπιδειχθέντος πνεύματος δεσποτισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξεδήλωσεν οὗτος καὶ κατὰ τοῦτο συμβάλλω εἰς τὸν κατευνασμόν, ἀντί, ὡς ἰσχυρίζεσθε, νὰ ρίπτω ἔλαιον ἐπὶ τῆς πυρᾶς.

§136Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Σᾶς λέγω, ὅτι τὸ μόνον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον δὲν διέπει τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ δεσποτισμοῦ.

§137Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐπεθύμουν σφόδρα νὰ ἀποδεχθῶ τὴν ἄποψίν σας, ἀλλ’ ὁ Μακαριώτατος τὸ πνεῦμα αὐτὸ τὸ ἐξεδήλωσε καὶ διὰ τῶν πράξεών του καὶ διὰ τῶν ἔργων του. Καὶ δὲν ἠμπορεῖτε σεῖς νὰ ἀγνοῆτε τὰ πραγματικὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν τὴν κρίσιν, τὰ αἴτια αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ εἴπωμεν. Διότι τότε μόνον θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὴν πληγήν, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τίποτε δὲν ὠφελεῖ νὰ προσπαθῶμεν νὰ ἐμφανίσωμεν τὰ πράγματα ὅπως τὰ θέλομεν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι οἱ ἀσκοῦντες τὴν ἐξουσίαν, οἱ κατέχοντες προέχουσαν θέσιν, εἶναι μοιραῖον, εἶναι ἀνθρώπινον, νὰ ρέπουν πρὸς τὴν αὐθαιρεσίαν. Χρειάζεται μεγάλη δύναμις αὐτοκυριαρχίας. Χρειάζεται βαθυτάτη συνείδησις εὐθύνης, ὑποχρεώσεων καὶ καθήκοντος, ὥστε νὰ μὴ ἀχθῇ κανεὶς ἀπὸ τὴν ἰδικήν του σκέψιν, ὡς τὴν ὀρθοτέραν καὶ νὰ θελήσῃ νὰ τὴν ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς πολλούς, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ νὰ ἀκούσῃ καὶ τὰς ἀπόψεις τῶν ἄλλων καὶ νὰ συνταχθῇ πρὸς τὰς ἀπόψεις καὶ τὰς γνώμας ποὺ θὰ δεχθῇ ἡ πλειοψηφία. Καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, εἴχομεν μίαν ἐκδήλωσιν τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πρὸς τὸν δεσποτισμὸν καὶ πρὸς τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἔτσι πρέπει ἐν τῷ συμφέροντι, ἐπαναλαμβάνω, τῆς Ἐκκλησίας, ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῶν ἐκπροσώπων αὐτῆς καὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς, νὰ θελήσωμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ἐξερράγη εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἀντίθετον, θὰ ἦτο ὑποτιμητικὸν καὶ διὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον καὶ διὰ τοὺς διαφωνήσαντας Ἱεράρχας. Ἀλλ’ ἡ διακοπή σας, ἀγαπητὲ κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἔφερεν εἰς τὴν μνήμην μου περικοπὴν τοῦ Εὐαγγελίου, καθ’ ἣν «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη. Οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν καὶ φαίνει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ». Εἰς τίποτε δὲν ὠφελεῖ ἡ ἀπόκρυψις τῆς ἀληθείας, ὅταν μάλιστα αὕτη δὲν δύναται, ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ ἀποκρυβῇ, ὅπως ἡ πόλις ἡ κειμένη ἐπάνω ὄρους. Ἡ ἀποκάλυψις τῆς ἀληθείας, αὐτὴ σώζει. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ τῆς πολιτικῆς της τῆς μὴ ἐπεμβάσεως, ἔπραττεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε καθῆκον νὰ πράξῃ, δηλαδὴ νὰ ζητήσῃ, διὰ τοῦ ἐκπροσώπου της Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν νομιμότητα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκτραπῆ αὐτῆς, κρίσις δὲν θὰ ἐξεδηλοῦτο, διότι θὰ εἶχεν ἀποτραπῆ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Τοῦτο, ὅμως, δὲν τὸ ἔπραξε καὶ τὸ γεγονός, ὅτι δὲν τὸ ἔπραξε, εἶναι μία ἠθικὴ ἐνίσχυσις ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρενόμησαν καὶ ἔφερον τὰ πράγματα ἐκεῖ ὅπου ἤχθησαν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ πλέον τὴν ἐκδήλωσιν τῆς κρίσεως, ἡ Κυβέρνησις ἤχθη εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αὕτη δὲν θὰ ἐλύετο, ἐὰν δὲν ἐπενέβαινεν. Τὸ θέμα τῆς Ἐκκλησίας, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἕνα ἐκ τῶν σοβαρωτέρων τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸν ὀρθόδοξον κόσμον. Θὰ ἔπρεπε, ἑπομένως, νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς. Καὶ τοῦτο δὲν ἐγένετο ἀτυχῶς, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἔχομεν, ἐν προκειμένῳ, ὄχι ἕνα νομοσχέδιον, ἀλλὰ τρία νομοσχέδια ἀλληλοδιαδόχως. Ἔρχεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, μὲ ἕνα σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον εἶχε διανεμηθῆ εἰς τὰ μέλη της. Καί, πρὸ πάσης συζητήσεως, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως, ὑποβάλλει ὁ ἴδιος σοβαρωτάτας τροπολογίας, τὰς ὁποίας θὰ ἀνεύρητε καὶ μόνοι, συγκρίνοντες τὸ πρῶτον σχέδιον, πρὸς τὸ δεύτερον. «....... (ἀναγινώσκει τὰς διαφοράς) .........». Καὶ αἱ διαφοραὶ εἶναι λίαν σημαντικαί, διότι ἀφοροῦν τὴν σύνθεσιν τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς. Καὶ περαιτέρω τὴν σύνθεσιν τῆς Διαρκοῦς Συνόδου καὶ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς. Καὶ ὅλα αὐτὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα, θὰ τὰ καθορίζῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διὰ Β. Διαταγμάτων. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερον νομοσχέδιον. Καὶ ἔρχεται καὶ τὸ τρίτον σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ὁποῖον εἰσάγει θεμελιώδη, ἐπίσης, τροποποίησιν, τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Β. Διαταγμάτων καὶ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν. Εἶπον εἰς τὸν κ. ὑπουργόν: Ἀρνοῦμαι νὰ σᾶς δώσω τόσον εὐρεῖαν ἐξουσιοδότησιν. Δὲν δέχομαι νὰ ἀποξενωθῶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα μοῦ ἔχει ἐκχωρήσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα μοῦ ἔχει ἀναθέσει. Ὑπεστήριξα, ὅτι ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήκει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποὺ θὰ παύσῃ αὕτη νὰ τὴν ἀσκῇ, εἴτε ἐγκρίνουσα ἐκ τῶν ὑστέρων πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομοθετικοῦ περιεχομένου, εἴτε παραχωροῦσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιαύτην εὐρεῖαν ἐξουσιοδότησιν, οἵα ἡ ζητουμένη, ἡ ἰδία ἡ Βουλὴ παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς εὐλόγου εἰς τὸν Λαὸν γνώμης, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ ὕπαρξίς της. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπάρχῃ Βουλή, δὲν ὑπάρχει καὶ Δημοκρατία, δὲν ὑπάρχει δημοκρατικὸν πολίτευμα. Μὴ θέλετε, λοιπόν, νὰ σαλεύετε τὰς βάσεις τοῦ δημοκρατικοῦ μας πολιτεύματος. Καὶ εἶπον, ἀκόμη, εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἀρνοῦμαι νὰ σᾶς δώσω ἰδιαιτέρως αὐτὴν τὴν ἐξουσιοδότησιν, νὰ ρυθμίζετε κατὰ τὸ δοκοῦν ὑμῖν, ὅλα ἐν γένει τὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἀρνοῦμαι νὰ σᾶς δώσω εἰδικώτερον τὴν ἐξουσιοδότησιν αὐτήν, διότι εἰσάγετε ἕνα καινοφανῆ θεσμὸν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν καὶ δὲν φαντάζεσθε ποῖον σάλον θὰ δημιουργήσητε εἰς τὸν λαόν, ὅταν προσπαθῆτε νὰ μεταβάλετε τοὺς Ἱεράρχας εἰς ἕνα εἶδος ἀνδραπόδων. Εἶμαι ἀκόμη ἀντίθετος, διότι βλέπω, ὅτι δὲν διαβλέπετε ποῖον τεράστιον κίνδυνον δημιουργεῖτε, ὅταν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν τὴν αὐτοτέλειαν της; Διότι ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, ἀσκεῖ τὸν καθοδηγητικὸν ρόλον, τὸν ὁποῖον ἔχουν ἀναγνωρίσει ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι λαοί, περὶ τοῦ ὁποίου ἤδη ὡμίλησα. Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι, αἴροντες τὴν αὐτοτέλειαν τῆς Ἐκκλησίας, καθιστῶντες αὐτὴν θεραπαινίδα τῆς Πολιτείας, ἀφαιρεῖτε τὴν βάσιν, ἀφαιρεῖτε τὸ θεμέλιον, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδραζομένη ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, ἐπέτυχε νὰ τῆς ἀναγνωρισθῇ ἀπὸ αἰώνων, ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ὀρθοδόξους λαούς, ὁ καθοδηγητικός της ρόλος. Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ἀκόμη ὅτι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δημιουργεῖται τεραστία ἐθνικὴ ζημία, διότι ἐξανεμίζεται αὐτὸ τὸ ἀνεκτίμητον ἐθνικὸν κεφάλαιον. Ἡ φωνή μου δὲν ἴσχυσε, διὰ νὰ πείσῃ τὸν κ. ὑπουργὸν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Χαίρω, ὅμως, διότι δὲν ἐπρόλαβε νὰ σβεσθῇ ἡ ἠχὼ τῶν λόγων μου καὶ συνήρχετο ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Ἱεραρχίας, μετὰ τῶν ἐκπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνετάσσετο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τὸ ὁποῖον καθορίζει, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ πλέον ἡ Κυβέρνησις, ἡ οἱαδήποτε Κυβέρνησις, νὰ ἀποφασίζῃ αὐτοβούλως, ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται καὶ ἡ σύμφωνος γνώμη τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας. Χαίρω, διότι ἐγκατελείφθησαν αἱ προηγούμεναι ἀπόψεις καὶ πᾶν ὅ,τι θὰ γίνῃ μελλοντικῶς, θὰ γίνεται πάντοτε μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας. Καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις. Θὰ γίνῃ δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος θὰ ὑποδείξῃ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποδείξῃ ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θὰ θελήσῃ νὰ τὸ ἐκτελέσῃ, διότι θὰ νομίσῃ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν; Τὸ ζήτημα θὰ ἐπανέλθῃ τότε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διότι, ἢ θὰ ὑπάρξῃ σύμφωνος γνώμη τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἱεραρχίας ἤ, ἄλλως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἔκδοσις τῶν προβλεπομένων Β. Διαταγμάτων. Αὐτὴ ἡ νέα μορφή, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐνεφανίσθη τὸ νομοσχέδιον, πράγματι παρέχει μίαν ἐγγύησιν καὶ μίαν ἐξασφάλισιν. Καὶ ἠπόρησα, ἀληθῶς, πῶς ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Κανελλόπουλος δὲν ἐπρόσεξε τὴν θεμελιώδη διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν σχεδίου νόμου καὶ τοῦ σχεδίου νόμου, ὅπως ἀρχικῶς εἶχε κατατεθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Κοινοβουλευτικὴν καὶ ὅπως ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο, διότι ἡ θεμελιώδης ἀξία, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νέον νομοσχέδιον, εἶναι ὅτι καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτάς, κύριοι συνάδελφοι, τὰς ἀπόψεις εἶχα νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν κατ’ ἄρθρον, τῶν διαφόρων παραγράφων τοῦ νομοσχεδίου, νὰ εἴπω ὡρισμένας ἀπόψεις, ἐν σχέσει πρὸς μίαν ἑκάστην τῶν παραγράφων τοῦ ἄρθρου μόνου. Τερματίζων τὸν λόγον μου θέλω νὰ τονίσω, ὅτι ὀφείλεται πράγματι ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἔθνους πρὸς τοὺς ἑπτὰ Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐξεπροσώπησαν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὀφείλεται ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἔθνους, διότι προήσπισαν τὴν δημοκρατικὴν ἀρχὴν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀρχὴν συνυφασμένην πρὸς αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὀφείλεται ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἔθνους, διότι προήσπισαν τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἐκκλησίας. Ὀφείλεται ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἔθνους, διότι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν, ὥστε νὰ ἔλθῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν τὸ σχέδιον νόμου, ὑπὸ τὴν νέαν αὐτοῦ μορφήν. Ἔκαμε λάθος καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἰσχυριζόμενοι ὅτι τὴν ἀνακοίνωσίν των οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται τὴν ἐξέδωσαν μετὰ τὴν ἀρχικὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἀκριβὲς καὶ τὸ ὀρθὸν εἶναι, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας συνέτασσε τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, εἶχεν ἀνὰ χεῖρας τὸ σχέδιον τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἐξεπόνησεν ἡ πολυμελὴς Ἐπιτροπή, ἡ ἐπὶ τούτῳ ἐνταλεῖσα ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

§138Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν τὸ ἔχω ἀκόμη.

§139Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ τὸ ἔχετε διαβάσει, ἀλλὰ ὑπάρχει κατατεθειμένον εἰς σᾶς· προηγουμένως τὸ ἐκράτει ἀνὰ χεῖρας ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἔχῃ ὁ κ. Παπανδρέου καὶ νὰ μὴ τὸ ἔχετε σεῖς.

§140Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων) Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι δὲν τὸ ἔχω.

§141Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι οἱ Μητροπολῖται, πιθανὸν ὀρρωδήσαντες ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἔσπευσαν νὰ ἐκδώσουν τὴν ἀνακοίνωσίν των. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὅταν εἶδον, ὅτι διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου κατοχυροῦται πλέον ἡ αὐτοτέλεια τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου ἡ εὐθύνη τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς Διοικήσεως περιέρχεται εἰς χεῖρας τῆς Ἱεραρχίας, τότε ἐξέδωσαν τὴν ἀνακοίνωσιν, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη σήμερον καὶ εἰς τὴν ὁποίαν λέγουν, ὅτι ἐμμένοντες εἰς τὰς ἀπόψεις των, δὲν θὰ ἐπιδιώξουν, ἐπὶ τοῦ παρόντος, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ληφθεισῶν ἀποφάσεων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αἱ ληφθεῖσαι ἀποφάσεις, ὀρθῶς ἐλήφθησαν. Ὀρθῶς ὑπεστηρίχθη ἡ δημοκρατία ἐν τῇ διοικήσει τῆς Ἐκκλησίας, ὀρθῶς κατεπολεμήθη τὸ πνεῦμα τοῦ δεσποτισμοῦ. Ἀλλοῦ, ἀφοῦ τὸ ὅλον θέμα περιέρχεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας, τῆς Ὁλομελείας τῆς Ἱεραρχίας, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων ἐναποθέτομεν, λέγουν οἱ ἑπτὰ Ἀρχιερεῖς, εἰς τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνακοίνωσις, τὴν ὁποίαν ἐξέδωσαν οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται καὶ εἶναι πρὸς τιμήν των. Ἕνας μεγάλος Πατριάρχης, ὁ Ἰωακεὶμ ὁ Γʹ, δὲν ἐθεώρησεν ὅτι μειοῦται τὸ γόητρόν του καὶ τὸ κῦρος του, ὅταν συνετάσσετο πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας, ὡς καὶ οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται δὲν ἐθεώρησαν ὅτι μειοῦνται, προβαίνοντες, τὴν ὑστάτην στιγμήν, εἰς τὴν ὑποχώρησιν, περὶ ἧς ὁ λόγος, χάριν τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς γαλήνης τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρον τὸ θέμα τῆς ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς διοικήσεώς της περιήρχετο πλέον εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἱεραρχίας. Αὐταί, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι αἱ ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Εὐτύχημα θὰ ἦτο, νὰ μὴ ἔφθαναν τὰ πράγματα ἐκεῖ ὅπου ἔφθασαν. Ἀλλ’ οὐδὲν κακόν, ἀμιγὲς καλοῦ. Καὶ τὸ καλὸν εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπα. Ἐπλήγη τὸ πνεῦμα τοῦ δεσποτισμοῦ, ἐπλήγη τὸ πνεῦμα τοῦ αὐταρχισμοῦ ἐν τῇ γενέσει του καὶ προησπίσθη καὶ ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ τῆς λαϊκότητος καὶ τῆς δημοκρατικότητος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν. (Χειροκροτήματα).

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μπουρνιᾶς, ἔχει τὸν λόγον.

§143Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, κύριοι βουλευταί, δι’ ὀλίγων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ μόνον, καὶ τοῦτο, διότι ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος κ. Κύρκος, μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωσιν, μὲ τὴν ἀγόρευσίν του, ὅτι δὲν ὡμίλει ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου, ἀλλὰ ἀνέπτυσσεν ἐπερώτησιν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, μὲ στόχον τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν. Κύριοι βουλευταί, αἰσθάνομαι πάντοτε σεβασμὸν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου κ. Παπανδρέου, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω σήμερον εἰς τὴν ἄποψιν, τὴν ὑποστηριχθεῖσαν καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου κ. Στεφανοπούλου, ὅτι ἀπεμπολοῦμεν δικαιώματά μας ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία, διὰ τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου 2 τοῦ σχεδίου νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν, δι’ ἐφ’ ἅπαξ ἐκδοθησομένου Διατάγματος, θὰ ρυθμίζωνται ὡρισμένα βασικὰ θέματα τῆς ἐκκλησίας. Καὶ ἂν εἶχον, κύριοι συνάδελφοι, ἀνάγκην μαρτύρων ἐπὶ τῆς χρησιμότητος ἢ μὴ μιᾶς συζητήσεως, μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, θεμάτων ἐξόχως λεπτῶν, θεμάτων κρισίμων, ὅπως εἶναι τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, εἰς φάσεις, ὅπως εἶναι ἡ σημερινή, τὴν ἀπόδειξιν μοῦ τὴν δίδει ἡ ἀρξαμένη συζήτησις. Ἤκουσα, κύριοι βουλευταί, τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας ὑπουργὸν νὰ μᾶς λέγῃ, «κάμνω συστάσεις πρὸς τοὺς ἐκπροσώπους καὶ τῶν δύο παρατάξεων», καὶ ἤκουσα ἐπίσης συναδέλφους ἀξίους, νὰ μᾶς λέγουν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία νοσεῖ βαρύτατα. Λέγω, λοιπόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρωμεν ἐδῶ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας, μέσα εἰς ἕνα Σῶμα 300 ἀνθρώπων, μὲ διαφορετικὰς ἀντιλήψεις, μὲ διαφορετικὰς πεποιθήσεις κινουμένας ἀπὸ πολιτικὰς ἀντιθέσεις, διὰ νὰ πληροφορήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία πάσχει καὶ νοσεῖ καὶ ὅσα ἄλλα ἠκούσαμεν, λεγόμενα πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν; Κύριοι βουλευταί, ὅταν ἤρχισεν ἡ σημερινὴ συνεδρίασις, τὰ θεωρεῖα ἦσαν κατάμεστα κόσμου, ἦσαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι δι’ ἕνα ἄλλο σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν, ἦσαν οἱ σιδηροδρομικοὶ καὶ οἱ ἔχοντες σχέσιν μὲ τὸ σχέδιον νόμου τῆς Η.Ε.Μ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως, καὶ εἴχομεν ἐδῶ, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τοὺς ἐνδιαφερομένους. Τί θέλετε, κύριοι; Νὰ φέρωμεν καὶ τοὺς Ἱεράρχας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, διὰ νὰ μᾶς κυνηγᾶνε καὶ νὰ μᾶς λέγουν, ὅτι αὐτὴν τὴν τροπολογίαν θέλομεν καὶ ἐκείνην τὴν διάταξιν δὲν θέλομεν; Διότι ἐκεῖ θὰ καταλήξωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ συζητῶμεν αὐτὸ τὸ θέμα μέσα εἰς τὴν Βουλήν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχομεν ἐπανειλημμένας διακηρύξεις, ὅτι δὲν εἶναι ἀκίνδυνος καὶ δὲν εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὴν Βουλὴν ἡ συζήτησις πολλῶν θεμάτων, καὶ πιστεύομεν, ὅτι χρειάζεται μεταρρύθμισις καὶ τοῦ ἔργου τοῦ νομοθετικοῦ τοῦ ἰδικοῦ μας, πρὸς καλυτέραν καὶ ταχυτέραν ἀπόδοσιν. Ἰδού, λοιπόν, διατὶ πιστεύω ἐγώ, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἐνεργήσασα κεραυνοβόλως καὶ ζητήσασα UNO ACTO τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον, δυστυχῶς, λόγῳ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, παρεπέμφθη εἰς τὴν τακτικὴν διαδικασίαν. Πιστεύω, δηλαδή, ὅτι καὶ τοῦτο τὸ γεγονὸς ἔβλαψε καὶ ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο, διὰ τῆς ταχείας καὶ συνοπτικῆς διαδικασίας, νὰ ἐτερματίζαμε τὸ θέμα καὶ τὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἀπροσδοκήτως ἐξερράγη εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ προβλήματα, κύριοι βουλευταί, τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι εἰς ὅλους γνωστά, μᾶς εἶναι δηλαδὴ γνωστόν, ὅτι γενεσιουργοὶ λόγοι τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἀντίθεσις, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας καὶ τοῦ προκαθημένου αὐτῆς. Καί, ἑπομένως, πρέπει, μακρὰν ἀντιθέσεων, ἔξω ἀπὸ τὰς πολιτικάς μας ἀντιθέσεις, νὰ δώσωμεν ταχέως λύσιν εἰς τὸ θέμα. Ὅσα, κύριοι βουλευταί, λέγει τὸ σχέδιον νόμου καὶ ἰδίᾳ ἡ διάταξίς του, ἡ ἀναφερομένη εἰς τὴν κατ’ ἔτος ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπὶ δίμηνον, δίδουν ἀφορμὴν εἰς ἐπικρίσεις σοβαράς, Αἱ αἰτιάσεις ἐναντίον τοῦ σχεδίου νόμου, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν ὑποκατάστασιν τῆς πολιτείας εἰς τὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, θὰ εὕρισκον σοβαρὸν ἔρεισμα ἀντισυνταγματικότητος. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ σχεδίου νόμου ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, τὸ θέμα ἤδη εἶχε θεραπευθῆ, διότι ἡ ἀπόφασις διὰ τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου θὰ ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αἰτήσει εἴτε τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, εἴτε τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Εἶχεν ἤδη, δηλαδή, θεραπευθῆ σοβαρῶς ἡ αἰτία, ἐξ ἧς ἔπασχε συνταγματικῶς τὸ ἀρχικὸν σχέδιον νόμου. Ἤδη, ὅμως, μετὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ τὴν παραχώρησιν, κατὰ τὴν γνώμην μου, τοῦ δικαιώματος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, «συμφώνου γνώμης», νομίζω, ὅτι οὐδεὶς πλέον λόγος ὑπάρχει, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ τὴν συνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταί, μοῦ ἐδόθη ἀφορμή, ἐκ μιᾶς διακοπῆς εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, νὰ εἴπω τὴν ἄποψίν μου, εἰς τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος. Διότι πιστεύω, ὅτι ἔχει ἡ Πολιτεία δικαιώματα καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν παραδόσεων, ἔχει δικαιώματα εἰς τὰ θέματα ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. «Μόνον τὸ Δόγμα, ὡς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ κατελθόν, παραμένει ἐσαεὶ ἄθικτον», διδάσκει ὁ Σαρίπολος. Τὰ θέματα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλησίας, ρυθμίζονται ἀνέκαθεν διὰ νόμων καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ εἶναι συνταγματικοί, ἐφ’ ὅσον συνᾴδουν ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἄρθρου 43, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ὁρίζεται προστάτης τῆς ἐπικρατούσης εἰς τὴν χώραν θρησκείας. Ἰδού, λοιπόν, ὅτι συνταγματικὸν νόμον ἔχομεν, νόμον ἐπιβληθέντα ἐκ τῶν πραγμάτων, νόμον, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη ρυθμίσεως λεπτοῦ κατ’ ἐξοχὴν θέματος. Κύριοι βουλευταί, ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἀντισυνταγματικὴ εἶναι ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 3, καθ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Σύνοδος ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, νὰ τὰ ἐκχωρήσῃ, ἔστω καὶ προσωρινῶς, ἔστω καὶ δι’ ἕνα μῆνα, εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον. Ἀλλὰ περὶ ποίων δικαιωμάτων πρόκειται; Κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ὑπάρχῃ Σύνοδος, δὲν θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἁρμοδιότης Συνόδου. Ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας, θὰ περιορισθῇ εἰς ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὡς Ἀρχιεπίσκοπος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκήσῃ δικαιώματα καὶ ἁρμοδιότητας τῆς Συνόδου. Εἶναι τόσον σαφὲς τὸ πρᾶγμα, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εὔλογον παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν διακοπαὶ καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν λειτουργεῖ ἡ Σύνοδος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι δικαιώματα καὶ ἁρμοδιότητες τῆς Συνόδου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθοῦν ἀπὸ κανένα ἄλλο ὄργανον. Συνεπῶς, κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφ’ ἅπαξ πλέον, ὡς ὁριστικῶς ἔχει διαμορφωθῆ τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου νόμου, θὰ ἀνασταλοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Διαρκοῦς Συνόδου μέχρι τῆς 25ης Μαΐου, δὲν θὰ ὑπάρχουν καὶ ἁρμοδιότητες αὐτῆς. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις μου, ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἐσεβάσθη πάντοτε τὴν ὑπεροχὴν τῆς κοσμικῆς ἀρχῆς, ὅπως ἐσεβάσθη, ἐπίσης, καὶ ἡ Πολιτεία τὰ INTERA CORPUS τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα ἔχει κατοχυρώσει ἡ Πολιτεία, διὰ τοῦ Συντάγματος. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅλοι πιστεύομεν, ὅτι ἀπὸ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν δὲν ἀπομακρύνεται τὸ σχέδιον νόμου, ἀλλ’ ἀντιθέτως, ἐπιδεικνύει σεβασμὸν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ παραχωρεῖ εἰς αὐτὴν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον, ἴσως, μία ἄλλη Κυβέρνησις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ παραχωρήσῃ, ἀλλά, δι’ ἄλλους σκοπούς, νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὴν τὴν ὥραν τῆς διενέξεως τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς σκοποὺς ἄλλους. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Καραμανλῆ, ἀπέδειξε καὶ εἰς τὸ θέμα αὐτὸ καὶ διὰ τῆς κεραυνοβόλου ἐνεργείας της καὶ διὰ τὴν στάσεώς της, ὅτι σέβεται τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βασιλικός).

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.

§145Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θὰ εἶμαι ἀπολύτως σύντομος, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεών μου, ἐπὶ τοῦ συζητουμένου σχεδίου. Κατὰ τὴν προσωπικήν μου ἀντίληψιν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ πιστεύω ὅτι ἐν τούτῳ ἐκφράζω τὸ κοινὸν αἴσθημα, ἡ κρίσις, ἡ ὁποία ἐνεφανίσθη μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Διαρκοῦς Συνόδου καὶ ἡ ὁποία ὑπῆρξεν, ἐν τῇ οὐσίᾳ, κρίσις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς, δὲν ὑπῆρξε τυχαία, οὔτε ὀφείλεται εἰς αἴτια, τὰ ὁποῖα αἰφνιδίως ἀνέκυψαν, εἶναι κρίσις, τῆς ὁποίας τὰ αἴτια πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν εἰς μίαν χρονικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ, δυστυχῶς, μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι κρίσις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἔκφρασιν μιᾶς νόσου, ἡ ὁποία, δυστυχῶς, κατατρύχει τὴν Ἐκκλησίαν μας. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ σημερινή, ὀφείλω ἐν τούτῳ νὰ εἴπω εἰλικρινῶς τὴν ἄποψίν μου, ὀρθῶς ἔπραξεν, ἀπὸ μηνῶν ἀντιμετωπίσασα τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων, ἀπὸ μηνῶν ἀπασχολεῖται ἤδη μὲ τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἦλθον εἰς τὴν δημοσιότητα, πρό τινος χρόνου, αἱ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ καὶ νομίζω, ὅτι ἡ κρίσις, ἡ ὁποία ἐσημειώθη μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Διαρκοῦς Συνόδου, δὲν εἶναι ἄσχετος πρὸς τὴν ἐκπεφρασμένην ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσῃ πάγια καὶ βασικὰ προβλήματα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Κύριοι συνάδελφοι, σέβομαι καὶ τιμῶ καὶ ἐγὼ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως ὅλος ὁ πιστὸς Ἑλληνικὸς λαός, πιστεύω, ὅμως, ὅτι χρέος μας εἶναι, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἀπόψεις ἐνίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι διεφώνησαν πρὸς τοῦτο, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, χρέος μας εἶναι νὰ διατυπώσωμεν τὴν πραγματικότητα, διότι εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ἡ ἀλήθεια σώζει καὶ μόνον, ὅταν ἀμέσως δύναμαι νὰ εἴπω, ἀντιμετωπίσωμεν τὴν κατάστασιν, ὅταν θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς συγκεκριμένα, ἀλλὰ καὶ εἰς ὀρθὰ συμπεράσματα. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐξ ἀρχῆς νὰ εἴπω, ὅτι ἡ κατευθυντήριος γραμμή, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἀπὸ μηνῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν θεμάτων τῶν ἐκκρεμούντων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ὁποία εὑρίσκει τὴν ἔκφρασίν της εἰς τὴν παράγραφον 1 τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου, μὲ εὑρίσκει ἀπολύτως σύμφωνον. Ὑποθέτω, ὅτι ὄχι μόνον ὁμοφώνως ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος, σήμερον πλέον, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν, δέχεται τὴν κατάργησιν τοῦ μεταθετοῦ, ἀλλὰ δύναμαι ἀδιαμαρτυρήτως νὰ εἴπω, ὅτι σύσσωμος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εὐχαρίστως ὑποδέχεται τὴν πρότασιν καταργήσεως τοῦ μεταθετοῦ, καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα τελικῶς διετυπώθη, μὲ μοναδικὴν ἐξαίρεσιν πλέον τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν καὶ τὴν Μητρόπολιν Θεσσαλονίκης, ὅπως, ἐπίσης, ὀρθοτάτη εἶναι ἡ ἄποψις καὶ εὐχαρίστως γίνεται δεκτή, ὅπως ἡ ἐκλογὴ τῶν Μητροπολιτῶν γίνεται ἐφ’ ἑξῆς ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας. Ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν βασικῶν διατάξεων, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εὕρῃ σύμφωνον τὸ σύνολον τοῦ Σώματος, ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ὅμως, τὸ ἐν συνεχείᾳ περιεχόμενον τοῦ σχεδίου νόμου, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς εὕρῃ ὅλους συμφώνους. Ἡ Κυβέρνησις καυχᾶται καὶ δικαίως, ὅτι ἔχει πλήρη ἐργασίαν ἀντιμετωπίσεως τῶν ἐκκρεμῶν προβλημάτων τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἔχει ἐσχηματισμένας ἀπόψεις, ὡς πρὸς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δικαιοῦμαι, κατὰ συνέπειαν, νὰ ἐκπλήσσωμαι, διότι, ἐφ’ ὅσον οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, ἔφερεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος μίαν διάταξιν, τόσης εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεως. Ἡ ἐξουσιοδότησις, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου, εἶναι τόσον εὐρεῖα, ὥστε εἶναι, ἐὰν ὄχι τύποις, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ ἀπαράδεκτος ἀπὸ ὁποιοδήποτε Κοινοβούλιον. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγένετο συζήτησις, ἐὰν ἀποτελῇ ἢ ὄχι βελτίωσιν τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὅτι καθωρίσθη, ὅτι τὰ Διατάγματα αὐτὰ θὰ ἐκδίδωνται ἀπὸ συμφώνου μὲ τὴν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις κακῶς, κατὰ τὴν γνώμην μου, προέβη εἰς τὴν τοιαύτην ἐξουσιοδότησιν, δικλεῖδα ἀσφαλείας, ἀλλὰ καὶ ἀναγνώρισις τῶν προνομίων τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ ἡ διατύπωσις, ὅτι διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν ἀπαιτεῖται σύμφωνος ἡ γνώμη τῆς Ἱεραρχίας. Τὸ πρόβλημα εἶναι, διατὶ χρειάζεται αὐτὴ ἡ ἐξουσιοδότησις; Νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, χρέος ἔχει νὰ δώσῃ εἰς τὸ Σῶμα καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν δημοσίαν γνώμην μίαν ἐξήγησιν. Τὸ σωστὸ θὰ ἦτο καὶ αὐτὸ θὰ ἐπρόκειτο νὰ συμβῇ, μὲ ὅσα ἀνεγνώσαμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐπὶ τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ὀρθὸν θὰ ἦτο, ἡ Κυβέρνησις νὰ κατήρτιζεν, ἀπὸ συμφώνου μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ τὸν φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος πρὸς ψήφισιν. Οὕτω καὶ τὸ Κοινοβούλιον δὲν θὰ ἀπεμπόλει τὰ δικαιώματά του καὶ δὲν θὰ ἀπεξενοῦτο τῶν δικαιωμάτων της ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ ἑνὸς τόσον βασικοῦ θέματος, ὅπως τὸ θέμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως, τὸ Κοινοβούλιον θὰ εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ μεταβάλῃ διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐγκρίνει, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ σύμφωνον τὴν γνώμην τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος. Ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν σεβώμεθα τὰς ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι εἶναι ἀλάθητος καὶ τὸ πρόσφατον παρελθὸν πείθει περὶ τούτου. Τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχει ὁπωσδήποτε τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσῃ, ὁσάκις καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς κρίνῃ σκόπιμον, προτάσεις τῆς Ἱεραρχίας, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας. Σήμερον δημιουργοῦνται δύο ἄτοπα, ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς ἡ Κυβέρνησις θὰ νομοθετῇ κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ Σώματος, χωρὶς τὸ Σῶμα νὰ λαμβάνῃ κἂν γνῶσιν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος. Ὑποθέτω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἐπείσθητε ὅλοι σας, ὅτι ἡ κατεύθυνσις εἶναι κατὰ βάσιν ἐσφαλμένη καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ. Ἄλλωστε, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ ἐδάφιον 3, προβλέπεται, ὅτι συγκαλεῖται διὰ τὴν 25ην Μαΐου. Εἶναι δυνατὸν ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος τὰ τέλη τοῦ προσεχοῦς μηνὸς νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος καὶ νὰ τὸ τερματίσῃ καὶ εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ἀμέσως, ἐν συνεχείᾳ, νὰ μᾶς φέρῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην πρὸς ψήφισιν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι εἰς θέσιν, ἀπερίσπαστος νὰ χαράξῃ, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὴν ὀρθὴν γραμμὴν καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὸ Σῶμα μας τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἤθελα νὰ λάβω θέσιν ἐπὶ τῆς κρίσεως τῆς προσφάτου, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τὰς γνωστὰς ἐξελίξεις καὶ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου. Εἶμαι, ὅμως, ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μου προσωπικὴν ἄποψιν, ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἔλαβε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κύρκος, εἶναι ἀπολύτως ἰσχυρά. Δὲν θέλω νὰ ὑπεισέλθω εἰς τὴν συζήτησιν οὔτε θέλω νὰ συζητήσω διὰ τὰ συμβάντα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἱεραρχίας. Ἐκεῖνο ποὺ δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ ἡ ἀντίληψίς μου, ἐν προκειμένῳ, δὲν εἶναι περισσοτέρα ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν ἑνὸς ἁπλοῦ πολίτου, ἑνὸς ἁπλοῦ πιστοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι εἶναι ἀκατανόητον δι’ ἕνα ἁπλοῦν ἄνθρωπον, ὅτι ὁ προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐσεβάσθη τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς Διαρκοῦς Συνόδου καὶ ἀσφαλῶς ἡ κυβερνητικὴ ἄποψις, ἡ ὁποία ἦτο ἄποψις μὴ ἐπεμβάσεως, δὲν ἦτο ἐπιτυχὴς καὶ ἀναμφισβητήτως ὡδήγησεν εἰς τὴν ἀνάγκην ἐνεργοῦ παρεμβάσεως, ἀπροκαλύπτου καὶ ὠμῆς, μὲ τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐνεργοῦ παρεμβάσεως κατὰ τὴν τελικὴν βελτιωμένην διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἡ ἰδική μας ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δύναται διὰ κἄτι νὰ καυχᾶται, ἀναμφισβητήτως τοῦτο εἶναι ἡ δημοκρατικότης, ἡ ἀληθὴς δημοκρατικότης, ἡ ὁποία διέπει τὴν λειτουργίαν της καὶ ἐναντίον τῆς ἀληθοῦς δημοκρατικότητος δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς οὐδένα καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὸν προκαθήμενον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ εὑρεθῶμεν καὶ βουλευταὶ καὶ Κυβέρνησις σύμφωνοι, διότι ναὶ μὲν ἡ κρίσις παρῆλθε καὶ ἀντιμετωπίσθη, ἀλλὰ ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν, ἐν προκειμένῳ, θὰ λάβωμεν, θὰ ἀποτελέσῃ κατευθυντήριον γραμμὴν διὰ τὸ μέλλον καὶ ἀποτελεῖ πολύτιμον παρακαταθήκην τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἡ δημοκρατικότης τῆς ὀργανώσεως, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει ν’ ἀποστῶμεν. Κύριοι συνάδελφοι, τὰ ὅσα μέχρι τῆς στιγμῆς εἶπον, ἀνάγονται περισσότερον εἰς τὸ διαδικαστικὸν μέρος καὶ ὄχι εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων τῆς Ἐκκλησίας. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἰσάγει δὲν ἀντιμετωπίζει οὐσιαστικῶς κανένα θέμα πέραν τῶν δύο θεμάτων τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει μὲ τὸ ἐδάφιον 1, φυσικὰ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ δὲν ἐπιθυμῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς εἰδικωτέρας λεπτομερείας. Θὰ ἤθελα μόνον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. ὑπουργόν Παιδείας καὶ πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι δυστυχῶς, μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἔχει δημιουργηθῆ μία ἀναταραχή, ἡ ὁποία ἐν πολλοῖς ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνισότητα τῶν Μητροπόλεων. Ὀρθῶς, ἡ Κυβέρνησις προχωρεῖ εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ὁρίων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Μητροπόλεων. Τοῦτο, ὅμως, ἐνδεχομένως δὲν εἶναι ἀρκετόν. Ὁ κ. Ζορμπᾶς μὲ εἰλικρίνειαν καὶ παρρησίαν ἔθεσε ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ στόμα τῶν περισσοτέρων Ἑλλήνων τὰς ἡμέρας αὐτάς. Πρέπει καὶ τὰ οἰκονομικὰ θέματα τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὰς Μητροπόλεις καὶ τοὺς Ἀρχιερεῖς νὰ λυθοῦν κατὰ τρόπον ἄμεσον καὶ ἀποφασιστικὸν. Πρέπει τὰ ἔσοδα τῶν Μητροπόλεων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀνέρχονται εἴς τινας περιπτώσεις εἰς σεβαστὰ ποσὰ νὰ περιέλθουν εἰς τὸ σύνολον τοῦ Ἐφημεριακοῦ Κλήρου καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ διατίθεται ὑπὲρ τῶν γενικωτέρων ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, διότι αὐτὸ κλονίζει τὰ θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας καὶ κλονίζει τὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, νὰ συζητῶμεν περὶ πτωχῶν καὶ πλουσίων Μητροπόλεων καὶ νὰ συνδέωμεν τὰς ἐσωτερικὰς ἀντιθέσεις μέσα εἰς τὴν ἱεραρχίαν, νὰ τὰς συνδέωμεν μὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῶν μεγάλων διαφορῶν μεταξὺ τῶν πλουσίων καὶ πτωχῶν Μητροπόλεων. Ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλει ν’ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὸ πρόβλημα αὐτὸ καὶ ἐφ’ ὅσον, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ συντόμως ἄλλη εὐκαιρία καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ κινηθῇ μόνον διὰ Διαταγμάτων, χρέος ἔχομεν νὰ ἐπισημάνωμεν τὸ θέμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον οὐσιώδη. Ὅπως ἐπίσης, καὶ τὸ θέμα τῆς φορολογίας. Καὶ ἐφ’ ὅσον τυχὸν θὰ διατηρηθῇ τὸ ὑφιστάμενον καθεστώς, πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἕνα θέμα ποὺ θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ λυθῇ, ὥστε νὰ παύσῃ, ἐφ’ ὅσον παραδεχόμεθα, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, νὰ παύσουν αἱ ἀντιθέσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δυστυχῶς, γεγονός, ὅτι τὰ θέματα τὰ συνδεόμενα μὲ τὴν Ἐκκλησίαν δὲν εἶναι καινούργια. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν εὐθέως, ὅτι ὑπάρχουν, ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὑπῆρχον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Δὲν ἔχει ἀντιμετωπισθῆ ἡ κρίσις, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας μας. Σήμερον μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία ν’ ἀντιμετωπίσωμεν ὡρισμένα προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ χρονίζουν. Τὸ θέμα τοῦ Καταστατικοῦ χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ τερματισθῇ. Ὄχι διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν διαταγμάτων. Ἀποτελεῖ τοῦτο τὴν χειροτέραν μέθοδον. Πρέπει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ν’ ἀποκτήσῃ τὸν Καταστατικόν της Χάρτην. Καὶ ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ ἐκπροσωπῶ εἰδικώτερον τὴν Κρήτην καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι σχετικόν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐδῶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ νὰ συστήσω, ὅπως καὶ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, ἔλθῃ καὶ αὐτὸς ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ ψηφισθῇ. Ὅσον διατηροῦμεν τὴν ἐκκρεμότητα μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅσον δὲν τολμοῦμε νὰ ἀντιμετωπίσωμεν εὐθαρσῶς καὶ ἀποφασιστικῶς τὰ θέματα ποὺ ἀνακύπτουν, τόσο παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τόσον περισσότερον δυσχεραίνομεν τὴν ἐπίλυσιν τῶν προβλημάτων. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤμουν εὐτυχής, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέμενεν εἰς τὴν εὐρεῖαν αὐτὴν ἐξουσιοδότησιν. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Μπουρνιᾶς ἔχει δίκαιον, ὅταν φοβῆται τὴν συζήτησιν τῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλησίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἤδη, ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς ὑψηλὸν τόνον, εἶναι ὠφέλιμος ἀσφαλῶς, διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, ὁσονδήποτε εἶναι δυσάρεστος εἴς τινας, οἱ ὁποῖοι δὲν μένουν ἱκανοποιημένοι ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν. Ἡ συζήτησις, κύριοι, θὰ πρέπει νὰ γίνῃ πληρεστέρα, καὶ θὰ γίνῃ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποδεχθῇ τὴν ἄποψίν μας καὶ διαγράψῃ τὸ ἐδάφιον 2 καὶ εἰσαγάγῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας πρὸς ψήφισιν ἐνώπιόν μας. Εἴτε οὕτω πράξει εἴτε ἄλλως, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἡ ἀρχὴ ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τελικῶς διατυπώνεται τὸ νομοσχέδιον, εἶναι καλή. Τὰ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζωνται ριζικῶς καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Ἐκκλησία θὰ βοηθήσῃ εἰς τοῦτο καὶ ἐκ συμφώνου Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, πρέπει νὰ ἀναλάβουν μίαν προσπάθειαν διὰ τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, διὰ νὰ ἀρχίσῃ μία νέα περίοδος ἀνοδικῆς πορείας διὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν.

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος, ἔχει τὸν λόγον.

§147Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ εἶμαι σύντομος διότι νομίζω, ὅτι ὅλα σχεδὸν τὰ σημεῖα ἐθίγησαν ἀπὸ τοὺς ρήτορας, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν πρὸ ἐμοῦ. Ὑπῆρξεν ἰδιαιτέρως δυσάρεστος ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀντιμετώπισεν ἐν μέρει ὀρθῶς. Ἐν ἀρχῇ, ἀπέφυγε νὰ ἀναμιχθῇ, ἐν τῇ ἐλπίδι, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμὸς τῶν διϊσταμένων ἀπόψεων καὶ νὰ λυθῇ τὸ πρόβλημα ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ ἀτυχῶς δὲν κατέστη δυνατὸν καὶ τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας ὑπέστη κλονισμόν. Τὸ ζήτημα τῶν Ἱεραρχῶν ἀπετέλεσε τὸ κύριον θέμα τῶν γελοιογράφων τῶν ἐφημερίδων καὶ ἡ κατάστασις δὲν ἀπέβη ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀδιάφορος. Ἔπρεπε νὰ ἐπέμβῃ διὰ νὰ δώσῃ μίαν λύσιν. Νομίζω, ὅμως ὅτι κατὰ τὴν ἐπέμβασιν κατελήφθη ἀπὸ μίαν νευρικότητα εἰς τὴν ὁποίαν, ὀφείλεται καὶ ἡ σειρὰ τῶν λύσεων τὰς ὁποίας ἔδωσε καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ὁμοιάζουν ἡ μία μὲ τὴν ἄλλην. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξετάσω ποῖαι ἐκ τῶν διϊσταμένων ἔχουν δίκαιον. Τὸ πρόβλημα ἐδημιουργήθη ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ κρίνωμεν ἀντικειμενικῶς τὰ προβλήματα, οὐδεμία τῶν δύο παρατάξεων ἔχει δίκαιον. Ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡμερησία διάταξις εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, δὲν σημαίνει, ὅτι δικαιοῦται ἕκαστος Ἱεράρχης νὰ φέρῃ πρὸς συζήτησιν ὁποτεδήποτε, ἓν θέμα, καὶ μάλιστα σπουδαῖον. Ἐὰν ὑπῆρχε Κανονισμός, ὁ ὁποῖος θὰ προέβλεπε τὴν συζήτησιν τοιούτων, ἄνευ ἡμερησίας διατάξεως, τότε θὰ ἠδύνατο κᾶθε ἱεράρχης νὰ ζητήσῃ ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ ἄλλην συνεδρίασιν. Ὅταν ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἠδύνατο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νὰ εἴπῃ δὲν εἶμαι ἕτοιμος διὰ σήμερον, οἱ ἑπτὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνουν καὶ ὤφειλε νὰ ὁρισθῇ μία ἄλλη συνεδρίασις. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν κατὰ κρίσιν ἀγαθοῦ ἀνδρός. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, περιέχει διατάξεις διὰ τὰς ὁποίας οὐδεὶς διαφωνεῖ καὶ περιέχει καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν ζωηρὰς ἀμφισβητήσεις. Συμφωνῶ ἐπὶ τῆς διατάξεως τῆς καταργήσεως τοῦ μεταθετοῦ. Εἶναι ὀρθὴ ἡ διάταξις καὶ ὀρθῶς ἐξαιροῦνται δύο Μητροπόλεις, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρθοῦν οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τὴν τάσιν πρὸς μετάθεσιν. Ἐπεκρίθη ἡ διάταξις διὰ τῆς ὁποίας παρέχεται εὐρυτέρα ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ρυθμίσῃ τὰ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω, ὅτι ἐὰν ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συν)τος, ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντ)τος, διότι εἰς τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας ἡ Πολιτεία ἔδωσεν ἐξέχουσαν σημασίαν καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν τῆς ἔδωσεν εἰς τὸν Συντ)τικὸν Χάρτην. Ἐν προκειμένῳ, ὡρισμένα θέματα ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὸν ὁ συντακτικὸς νομοθέτης καὶ ὡρισμένα ἄλλα θέματα, τὰ ἀφήνει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἀπετέλει, δὲ νομίζω, ὑπέρβασιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου, ἐὰν ἐξεχώρει ὡρισμένα τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του θεμάτων εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ ἀπετέλει ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων του, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν τὸ Σύνταγμα ἀπεμπολοῦντες τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας, διότι αὐτὸ σημαίνει τὸ «μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας» τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι μὲ τὴν σύμφωνον γνώμην δὲν θὰ ἐπιβληθῇ ἀπολύτως ἡ Ἐκκλησία ἐπὶ τῆς Πολιτείας, διότι δύναται νὰ μὴ δημοσιεύσῃ τὸ Δ)γμα. Ἀλλὰ αὐτό, δὲν ἀποτελεῖ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀπορίαν. Τὸ θέμα, θὰ ἐλύετο αὐτομάτως, ἐὰν ἀντὶ τῶν Β.Δ. ἀφήνατε τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε δὲν ἐτίθετο θέμα συμφώνου γνώμης διότι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ ὡς κυρίαρχον Σῶμα. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτὴ εἶναι μία ἐκδήλωσις ἑνὸς νοσήματος τὸ ὁποῖον μαστίζει τὴν Κοινοβουλευτικήν μας ζωήν. Ὑπάρχει μία τάσις, ὅτι τὰ σπουδαῖα θέματα δὲν ἀποφασίζονται ἐδῶ, ἀλλὰ ἔξωθεν τῆς αἰθούσης αὐτῆς, εἴτε ὑπὸ μορφὴν Β.Δ. εἴτε ὑπὸ μορφὴν Ν.Δ. καὶ ἀποτελεῖ αὐτὸ τὴν ἐκδήλωσιν μιᾶς κρίσεως ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάσχει ἡ Κοινοβουλευτική μας ζωή. Ἴσως ἡ Κυβέρνησις διαισθάνεται, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμε νὰ ἀναλάβῃ διὰ Δ)των νὰ ἐπιλύσῃ τὰ θέματα τῆς Ἱεραρχίας εἶναι ἄτοπον καὶ δι’ αὐτὸ ἠθέλησε νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλὰ μίαν τοιαύτην ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Πολιτείας ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ δεχθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Κύριοι βουλευταί, ἕνα ἄλλο θέμα τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἐπίσης συζήτησιν, εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλὰ πρίν εἰσέλθω εἰς αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Θρησκευμάτων καὶ τῆς Παιδείας, ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ καλύτερον θὰ συζητηθοῦν εἰς ἐπίπεδον Κυβερνήσεως καὶ Ἱεραρχίας παρὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς θὰ κάμωμεν παραχωρήσεις ἀμοιβαίας καὶ θὰ ἐπετύχωμεν κἄποιον συμβιβασμόν. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ φράσις ὑπῆρξεν ἀτυχής, διότι δὲν πρόκειται περὶ κτηματικῶν διαφορῶν, οἰκονομικῆς φύσεως, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμός. Δὲν ἀντιδικεῖ τὸ Κράτος μὲ τὴν Ἱεραρχίαν, ὥστε νὰ γίνουν ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις πρὸς ἐπίτευξιν συμφωνίας. Ἐδῶ ἀναζητοῦμεν τὸ ὀρθὸν διὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει στάδιον συμβιβασμοῦ. Ἐγώ, φοβοῦμαι ὅτι, ἡ συζήτησις μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ Ἱεραρχίας ἐν κλειστῷ χώρῳ, εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάσῃ κώλυμα καὶ νὰ βλάψῃ τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπεφεύγετο ἡ μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐὰν κατελήγομεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ φέρωμεν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην διὰ τῆς διαδικασίας τῶν κωδίκων. Τοῦτο εἶναι δυνατὸν ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν, ἐὰν ἡ σχετικὴ προπαρασκευὴ ἐγένετο μὲ συμμετοχὴν διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλα τὰ Κόμματα τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀναβολὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱεραρχίας, ἡ ὁποία γίνεται διὰ νόμου, νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν παράβασιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Διότι ἐτονίσθη, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ὑπὸ Συνόδου Ἱεραρχῶν. Αἱ ἐργασίαι αὐτῆς τῆς Συνόδου ἀναστέλλονται διὰ τοῦ νόμου. Εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ἢ θὰ ὑπάρξῃ ἁρμοδιότης τοῦ Προκαθημένου ὁπότε ἔχομεν Παπισμόν, εἴτε δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἁρμοδιότης, ὁπότε δὲν ἔχομεν οὐσιαστικῶς, διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ διάστημα τῶν δύο μηνῶν. Ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων καὶ τῆς Παιδείας ὑπουργός, εἶπεν, ὅτι οὐδὲν τὸ ἄτοπον ὑπάρχει εἰς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν, διότι τοιαύτη ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν Χάρτην τὸν ἤδη ἰσχύοντα, ὁ ὁποῖος προβλέπει περὶ τῶν θερινῶν διακοπῶν. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐπεχείρημα αὐτὸ στερεῖται σοβαρότητος, διότι αἱ θεριναὶ διακοπαὶ προβλέπονται ἀπὸ τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐμποδίζει τίποτε, ἐὰν παρουσιασθῇ ζήτημα κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῶν νὰ γίνῃ ἔκτακτος σύγκλησις τῆς Ἱεραρχίας. Ἐδῶ πρόκειται περὶ βιαίας διακοπῆς, ἡ ὁποία ἐπέρχεται διὰ νὰ ἀποφευχθῇ ἡ λῆψις ἀποφάσεως πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν συμφωνεῖ ὡρισμένη μερὶς τῶν ἱεραρχῶν.

§148Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας καὶ Θρησκ.). Ἤθελον νὰ ἀπαντήσω ἐν τῷ συνόλῳ εἰς ὡρισμένας παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεφράσθησαν, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, θὰ ἤθελον νὰ διευκρινήσω ἕνα πρᾶγμα. Ὅταν εἰς τὸ Σύνταγμα ἀναφέρεται, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ὑπὸ Συνόδου Ἱεραρχῶν, δὲν ὁμιλεῖ ἐκεῖ περὶ τῆς διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁμιλεῖ περὶ Συνόδου τῶν Ἱεραρχῶν καὶ εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην ἀναφέρεται, ὅτι ἡ διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς Συνόδου τῶν Ἱεραρχῶν, ἡ ὁποία κυβερνᾶ καὶ διοικεῖ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἑπομένως, τὸ ὄργανον αὐτὸ τῆς Ἱεραρχίας δὲν τὸ καταργοῦμεν, καταργοῦμεν τὸν ἀντιπρόσωπόν του. Δὲν ἀποκλείει δηλαδὴ κανεὶς νὰ συνέλθῃ ἡ Ἱεραρχία, ὅταν ἐξαφανισθῇ ἕνα τεράστιον γεγονός, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτῇ τὴν οἱανδήποτε λύσιν. Ἐντὸς τοῦ διαστήματος τῶν μηνῶν ποὺ ἀνεστάλησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνόδου ἡ διοίκησις παραμένει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας, ὅπως ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος.

§149Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς ἕνα ἄλλο ἐρώτημα. Μὲ αὐτὸ τὸ προηγούμενον σεῖς θὰ ἐμποδίσετε ἕνα μέλλοντα συντεταγμένον νομοθέτην νὰ διακόψῃ βιαίως, τὰς ἐργασίας διὰ δύο μῆνας, τῆς Ἱεραρχίας ἐν τῷ συνόλῳ διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν συμφωνεῖ ἐπὶ ὡρισμένων ἀποφάσεων τῶν ὁποίων ἡ λῆψις φαίνεται ἀπολύτως περιττή. Ἐγὼ μάχομαι ἐναντίον αὐτῶν τῶν προηγουμένων, διότι ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως εἶναι αὐτή. Εἶχε συγκεντρωθῆ πλειοψηφία, ἡ ὁποία ἐὰν ἀφήνετο, θὰ κατέληγεν εἰς μίαν αʹ ἀπόφασιν. Ὑπῆρχον παράγοντες ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς καὶ οἱ παράγοντες αὐτοὶ ἐπέβαλλον τὴν βιαίαν διακοπήν. Εἰς τὸ ἐπιχείρημά σας, ὅτι ὁμιλεῖ καὶ ὁ Καταστατικὸς χάρτης περὶ θερινῶν διακοπῶν, θὰ σᾶς ἔλεγον, ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ καὶ ὑποψήφιος δικτάτωρ, ὁ ὁποῖος θὰ ἔστελε τὴν Βουλὴν εἰς ὁριστικὰς διακοπὰς καὶ θὰ μᾶς ἔλεγε. Διατὶ διαμαρτύρεσθε; Καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς γίνεται λόγος περὶ θερινῶν διακοπῶν. Τὸ θέμα δὲν εἶναι νέον. Τὸ θέμα εἶναι διὰ ποῖον λόγον γίνεται ἡ διακοπή. Ἐὰν γίνεται πρὸς ἐπίτευξιν ὡρισμένου σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπεδιώκει ἡ Κυβέρνησις ἢ βάσει τῶν ἰσχυουσῶν περὶ Ἱεραρχίας διατάξεων.

§150Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς τὴν σύσκεψιν τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου συνέβαινον πράγματα τραγικά, χειρότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο —ἐκλείοντο αἱ θύραι τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐγίνοντο ἀντεγκλήσεις μορφῆς, ἡ ὁποία κατέρριπτε τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας— τί θὰ ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Πολιτεία; Νὰ μείνῃ μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας;

§151Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἴχατε ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον νὰ ἀντιμετωπίσετε τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἀλλὰ ἰδοὺ τί θὰ ἔκαμνα ἐγώ. Τὸ ἐπίδικον θέμα θὰ τὸ ἔλυον ὡς ἑξῆς. Θὰ ἔλεγον, ὅτι ἔχει δικαίωμα ὁ Προκαθήμενος νὰ ἀποφύγῃ, νὰ ματαιώσῃ τὴν συζήτησιν ἐξ ἀπήνης γενομένην, ἀλλὰ ἔχει καθῆκον νὰ φέρῃ τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν μετὰ 1, 2, 3 ἡμέρας ἀφ’ ἧς τοῦ τὸ ἐζήτησαν οἱ ἱεράρχαι. Ἐὰν τοιοῦτον νόμον ἐφέρατε τὴν ἑπομένην τῆς κρίσεως, ἤδη, θὰ εἶχε συνέλθει ἡ Ἱεραρχία, θὰ εἶχε προβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς κρίσεως καὶ δὲν θὰ εἴχομεν τὸ πρόβλημα αὐτό. Σήμερον νομοθετοῦμεν διὰ τὸ μέλλον. Κύριε ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ὑπῆρξε μία πολὺ σωστή, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Παπανδρέου. Θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ λύσωμεν σήμερον, ὅσα ζητήματα δὲν δημιουργοῦν καμμίαν ἀντίθεσιν μεταξύ μας καὶ μεταξὺ ἀκόμη τῶν Ἱεραρχῶν καὶ νὰ ἐπιφυλάξωμε τὴν λύσιν τῶν ἄλλων εἰς ἀπώτερον χρόνον ἀφοῦ ὑποβληθοῦν εἰς ἐνδελεχῆ μελέτην. Ἐάν, τελικῶς, ἐπιμείνετε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, παρὰ τὴν ἀντίθεσιν τὴν ὁποίαν διετύπωσα διὰ τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας, εἶμαι ὑποχρεωμένος...

§152Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Ζητεῖτε τὴν κατάργησιν «τοῦ συμφώνου»;

§153Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὁμιλῶ. Παρὰ τὴν ἀντίρρησιν τὴν ὁποίαν διετύπωσα ἐναντίον τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἱεραρχίας, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεμπολοῦνται δικαιώματα τῆς Πολιτείας εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῶ τὴν διάταξιν ὡς ἔχει καὶ νὰ ζητήσω τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας. Καὶ θὰ σᾶς εἰπῶ, διότι προκειμένου περὶ Δ)των δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετωπίζετε αὐτὰ τὰ προβλήματα. Δὲν ἐννοῶ ἀπὸ ἀπόψεως μεροληψίας τῆς διοικήσεως. Δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν νευρικότητα καὶ τὴν σπασμωδικότητα μὲ τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζετε ἕνα τόσον σοβαρὸν θέμα διὰ τὸ ὁποῖον ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ὑπεδείξατε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τρεῖς διαφόρους λύσεις.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρίου ἔχει τὸν λόγον.

§155ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.

§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξαντλήσωμεν τὸν κατάλογον. Πρέπει, ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὁπωσδήποτε, διότι ὑπάρχει ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐτονίσθη τοῦτο ἀπὸ Κυβερνητικῆς πλευρᾶς, διότι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ἡ γαλήνη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: Πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Οἱ ὑπογεγραμμένοι βουλευταί, προτείνομεν ἔνστασιν ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἀπριλίου 1959 Οἱ ἐνιστάμενοι βουλευταὶ Η. Ἠλιοῦ, Ι. Εὐαγγελίδης, Σ. Ἠλιόπουλος, Κ. Δεσποτόπουλος, Ι. Κοντουδάκης, Ι. Δραγονέτης, Α. Λασκαρίδης, Δ. Γιαχνῆς, Ι. Ζαΐμης, Ι. Εὐαγγέλου. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ἠλιοῦ, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ κατ’ ἀρχὴν εἰς αὐτήν. Ἐὰν ὅμως παρ’ ἐλπίδα ἐπιμείνῃ θὰ παρεκάλουν νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν νὰ λάβουν τὸν λόγον καὶ νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις των καὶ οἱ λοιποὶ ἀγορηταί.

§157Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐὰν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, δὲν θὰ εἶχον δυσχέρειαν εἰς τὴν δικονομίαν αὐτὴν ἐκ μέρους μου. Ἀλλὰ ἐπειδὴ εἴμεθα ἐναντίον τῆς ἀρχῆς, ἐπιμένομεν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης ἐνστάσεως ἀπαρτίας.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ ἀποσύρετε τὴν πρότασιν, διὰ νὰ διευκολύνετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.

§159Η. ΗΛΙΟΥ. Χωρὶς αὐτὸ νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα ἀντιποίνων, ἀπὸ τῆς παρελθούσης Πέμπτης ἐζήτησεν ἡ παράταξις αὐτὴ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν πρόταξιν μιᾶς ἐπερωτήσεως ἐπὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Τὸ Προεδρεῖον ἀρνεῖται οἱανδήποτε ἀπάντησιν. Δὲν δικαιοῦσθε νὰ ζητῆτε διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εὐκολίας, ὅταν δὲν ἐφαρμόζετε τὴν αὐτὴν τακτικὴν καὶ τὰ αὐτὰ μέτρα καὶ σταθμὰ ἔναντι τοῦ δικαιώματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς πρὸς τὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας.

§161Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ ὅλων τῶν ἀγορητῶν ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ὑπάρχει ἕνα θέμα κατεπεῖγον, ὁ δὲ κ. Κύρκος, ὁ ὁποῖος τόσον ὀρθῶς ἔθεσε τὸ θέμα καὶ ὡμίλησεν, ἐτόνισε τὴν ἀνάγκην τῆς συντόμου λύσεως τοῦ θέματος αὐτοῦ. Θὰ παρεκάλουν συνεπῶς τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς αὐτήν. Ἐὰν ὅμως ἐπιμείνουν θὰ παρεκάλουν τὸ Προεδρεῖον νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ δέκα λεπτὰ ὥστε νὰ δοθῇ ὁ χρόνος νὰ προσέλθουν καὶ οἱ εἰς τὰ γραφεῖα εὑρισκόμενοι συνάδελφοι.

§162Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον. Νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις διὰ δέκα λεπτὰ καὶ κατόπιν νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§163Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἶναι παντελῶς ἀπαράδεκτον μετὰ τὴν ὑποβολὴν ἐνστάσεως νὰ διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ παρασχεθῇ χρόνος εἰς βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας νὰ προσέλθουν καὶ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρχουν, βεβαίως μερικὰ φαυλοκρατικὰ περιστατικὰ αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Λέγω τοῦτο, χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω οὐδένα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ περιστατικὰ αὐτὰ νὰ καθιερώσουν ἀρχὴν ἀπαράδεκτον διὰ τὸ Κοινοβούλιον.

§164Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχε ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος ἐφηρμόζοντο αὐτὰ τὰ περιστατικά, ὡς τὰ ἐχαρακτήρισεν. Ἐγὼ δὲν τὰ ἀποκαλῶ φαυλοκρατικά, ἀλλὰ τὰ ἐχαρακτήρισα ὡς ἔθιμον καὶ παγίαν Κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν.

§165Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἤθελον νὰ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν πρὸς τοὺς κυρίους βουλευτάς. Σχεδὸν εἰς ὅλας τὰς βουλὰς τοῦ κόσμου, DE FACTO ἔχει καταργηθῆ ἡ ὑποβολὴ ἐνστάσεων ἀπαρτίας. Δὲν νοεῖται ποτέ, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν ἐπιτελοῦν τὸ ἔργον των καὶ δὲν ὑπάρχει ποτὲ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐκδηλοῦται αὐτὸ δημοσίᾳ. Κύριοι βουλευταί, ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ἀπόψε διὰ τὴν Ἐκκλησίαν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν διὰ τῆς λύσεως τῆς Συνεδριάσεως, ἐλλείψει ἀπαρτίας, ὅτι δὲν ἐπιτελοῦμεν καὶ ἡμεῖς τὸ καθῆκον μας. Διότι, ποῖον εἶναι τὸ κέρδος; Διότι πράγματι, ὅταν ἡ πλειοψηφία νομοθετῇ εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τότε ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας ἀποτελεῖ ἓν νόμιμον ὅπλον. Ἀλλά, αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐὰν ἀσχολούμεθα μὲ ἐνστάσεις ἀπαρτίας εἶναι ἀναχρονισμὸς καὶ ἀκόμη, εἶναι ἀναχρονισμός, διότι εἰς οὐδεμίαν Βουλὴν τοῦ κόσμου ὑποβάλλονται ἐνστάσεις ἀπαρτίας. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Νότιον Ἀφρικήν. Εἰς τὴν Γαλλίαν, παρηκολούθησα τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ παρόντας 7 βουλευτάς. Δὲν εἶναι ἑπομένως, κύριοι, ὀρθὸν σήμερον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπελήφθημεν τῆς ἐπιλύσεως ἑνὸς τόσον σοβαρωτάτου ζητήματος νὰ λέγωμεν ἡμεῖς οἱ βουλευταί, ὅτι διὰ νὰ συζητήσωμεν μᾶς χρειάζονται ἄλλοι 30. Δι’ αὐτὸ κάμνω τὴν ἔκκλησιν, ὅπως συνεχισθῇ ἡ Συνεδρίασις.

§166Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Προκειμένου περὶ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία συζητεῖ τὸν Προϋπολογισμὸν παρόντων 7 βουλευτῶν, ἡμεῖς ἔχομεν προοδεύσει, διότι δὲν συζητοῦμεν τὸν Προϋπολογισμὸν παρόντος οὐδενὸς βουλευτοῦ, διότι, ἁπλούστατα, δὲν συζητεῖται ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλὰ ἤθελον νὰ εἴπω ἄλλο. Ἀπὸ τότε ποὺ ὑπάρχει Κοινοβούλιον, ὑπάρχει ἔνστασις ἀπαρτίας, ὑποβαλλομένη ἑκάστοτε, χωρὶς νὰ παθαίνῃ τίποτε ὁ Κοινοβουλευτισμός. Εἶμαι ὅμως, σύμφωνος, ὅτι εἶναι σωστόν, νὰ μὴ ὑποβάλλεται ἔνστασις ἀπαρτίας. Εἶναι ἐπίσης σωστόν, νὰ συνεννοῆται ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, προκειμένου περὶ τῆς πορείας τῶν συζητήσεων. Καὶ εἶναι περιττὸν νὰ καταπονούμεθα διὰ μίαν ὑπόθεσιν, πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἀφοῦ θὰ συζητηθῇ καὶ εἰς ἄλλην μίαν συνεδρίασιν.

§167Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἔτσι θὰ γίνουν δύο συνεδριάσεις ἀκόμη. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ καταπονούμεθα. Ἡ συνεδρίασις ἤρχισεν εἰς τὰ 7 καὶ τώρα ἡ ὥρα εἶναι 12. Πεντάωρος ἐργασία, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τόσον ἐπίπονος. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ εἰς τὴν δευτέραν, οἱοσδήποτε θελήσῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσῃ ἐκτενέστερον.

§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, συμφωνεῖτε;

§169Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε.

§170Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, κύριε Πρόεδρε.

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐκφωνηθοῦν κατὰ ἀρχὴν τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἔντασιν ἀπαρτίας. (Ἀναγινώσκονται τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν βουλευτῶν καὶ εὑρίσκονται ἅπαντες παρόντες) Παρακαλῶ, ὅπως προσέλθουν ἐπὶ τοῦ καταλόγου, οἱ κ. κ. Κ. Ράλλης καὶ Α. Κακογιάννης καὶ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος τῶν κ. κ. βουλευτῶν. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου καὶ τὴν διαλογήν, εὑρέθησαν παρόντες 75, κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολλον:)

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Δερτιλῆς Λεωνίδας
Κασιμάτης Γρηγόρ.
Τσαλδάρη Λίνα
Βρανόπουλος Δ.
Γκίκας Σόλων
Χρυσανθόπουλος Κων.
Μπαμπάκος Δημ. Π
Κιτσίκης Νικόλαος
Τσιριμῶκος Ἠλίας
Εὐαγγελίδης Ἰωάννης Π
Ζάκκας Ἀνδρέας
Μπρεδήμας Ἠλίας
Μερκούρης Σταμάτης
Μαῦρος Γεώργιος Π
Τούμπας Ἰωάννης
Μαρκεζίνης Σπύρ.
Σβώλου Μαρία
Αὐγερόπουλος Γερ.
Γιαχνῆς Δημήτριος Π
Πυρομάγλου Κομνην.
Ἠλιόπουλος Σταῦρος Π
Βαλοῦρδος Γεώργιος
Τσάτσος Κων)νος
Ράλλης Κων)νος Π
Δημητρᾶτος Ἀριστ. Π
Βενιζέλος Σοφοκλῆς
Σταυρόπουλος Παν.
Σταμάτης Γεώργιος Π
Ἰντζὲς Ἰωάννης Π
Στρᾶτος Ἀνδρέας
Χούτας Στυλιανὸς
Ἀθανασιάδης–Νόβας Γ.
Λεονάρδος Διονύσιος
Κακογιάννης Ἀθαν. Π
Οἰκονομόπουλος Γεώργιος
Κοντοβράκης Ἰωάννης Π
Παπαρτεμίου Ἰωάννης
Τριανταφυλλάκος Τρ.
Παπαηλιοῦ Ἠλίας
Ἀποσκίτης Κων)νος
Μίχας Ἀθανάσιος Π
Παυλόπουλος Ἀθαν.
Παπαδημητρίου Δημ. Π
Καλτεζιώτης Κων)νος Π
Μπακόπουλος Νικ. Π
Καρατζένης Δημήτρ.
Παπαδημητρίου Κων.
Γαρουφαλιᾶς Πέτρος
Φράγκος Ἀναστάσιος
Μαυρουκάκης Σπυρίδ.
Παπαχρήστου Ἀθαν.
Δοδόπουλος Θεόδωρος
Σωτηρίου Κων)νος
Παπαρρηγόπουλος Β. Π
Γεροκωστόπουλος Α.
Οἰκονομίδης Πολυζ.
Δρούλιας Ἀναστάσιος
Παπανδρέου Γεώργιος
Ζαΐμης Φωκίων Π
Κανελλόπουλος Παν.
Σπηλιόπουλος Γεώργ.
Παπαθανασόπουλος Δ. Π
Κονίτσας Θεμιστοκλῆς Π
Βουρδουμπᾶς Δημ. Π
Κορόζος Κων.
Κανιάρης Μελέτιος Π
Γρίβας Δημήτριος Π
Κάβδας Περικλῆς
Πινάτσης Πελοπίδας
Παπαδόπουλος Ἀριστ. Π
Εὐαγγέλου Γεώργιος
Παπαπαναγιώτου Θεοφ.
Κωτιάδης Στυλιανὸς
Παρθενιάδης Νικόλ. Π
Χαρῖτος Γαβριὴλ
Ζαννῆς Ἐμμανουὴλ
Ζίγδης Ἰωάννης
Γκαργκάνας Χρῆστος Π
Κλῆς Παναγιώτης
Ρηγόπουλος Νικόλαος
Τριανταφυλλίδης Ἰωάν.
Ἀντώνογλου Ὀρέσ. Π
Κεραμιτσιόγλου Θεοχ.
Βογιατζῆς Γεώργιος
Καλλίας Κων)τῖνος
Κακαρᾶς Ἀντώνιος
Στεφανίδης Μιχαὴλ
Ἀρβανιτάκης Εὐάγγ.
Καπνίσης Παναγιώτης
Καθαροσπόρης Νικόλ. Π
Καραπιπέρης Χρυσόστ.
Κόπανος Διονύσιος
Ρώμας Διονύσιος
Μυριδάκης Μιχαὴλ
Πολυζωγόπουλος Σ.
Πιπιλῆς Χρῆστος
Σπεντζάρης Νικόλ. Π
Σπηλιόπουλος Ἰω. Π
Γόντικας Δημήτριος
Γιαννόπουλος Ἰωάννης.
Στεφανόπουλος Στ. Π
Κοντογιαννόπουλος Ν.
Χατζηδημητρίου Δημ. Π
Τζαμπάζης Ἰωάννης Π
Περισσοράτης Φίλ.
Μαρῆς Κων)νος
Λουλακάκης Ἐμμ.
Κεφαλογιάννης Ἐμμ. Π
Γαλενιανὸς Ἐμαν. Π
Πωλιουδάκης Ἰωάννης
Ἀθητάκης Ἰωάννης
Πρωϊμάκης Ἐμμαν.
Ἀθανασίου Νικόλαος
Ἀθανασάκος Εὐστρ. Π
Πιτούλης Φώτιος
Πασσαλίδης Ἰωάννης
Ἐφραιμίδης Βασ.
Κύρκος Μιχαὴλ
Καλλιδόπουλος Ἀλ.
Γιαρένης Εὐτύχιος
Θεοδοσιάδης Ἀλέξ.
Ἀηδονᾶς Ἀπόστ.
Θεμελῆς Γεώργιος
Μπακατσέλος Γεώργ.
Τζιτζικώστας Κων.
Σπαθάρης Ἰωάννης
Βογιατζῆς Ἀλέξανδρ.
Τσιάρας Ἀναστ.
Γιαλώφας Ἰωάννης
Κελτεμλίδης Ἰωάν.
Ἀβέρωφ–Τοσίτσας Εὐάγγ.
Ἰωάννου Δημήτριος
Παληὸς Κων)νος Π
Φρόντζος Κων)νος
Δερδεμέζης Ἀνδρέας
Σκοπούλης Νικόλαος
Χριστογεῶργος Μιχ.
Θεολογίτης Αὔγουστος
Μάρτης Νικόλαος
Βενέτης Κωνσταντῖνος
Λασκαρίδης Ἄγγελος Π
Κωνσταντάρας Κωνστ.
Λυμπερίδης Θεόδωρος
Ταλιαδοῦρος Ἀθαν.
Θανόπουλος Δημήτρ. Π
Παπαευθυμίου Γεώργ. Π
Ἀλλαμανῆς Στυλιαν. Π
Φιλίππου Χρῆστος
Μπρακατσούλας Βασ.
Μπατρῖνος Λεωνίδας Π
Γυιόκας Παναγ. Π
Λιάκος Ἀριστ.
Θεοτόκης Σπυρίδων
Λύχνος Γεράσιμος
Δεσύλλας Θεόδωρος
Πρίφτης Γεράσιμος
Δραγονέτης Ἰωάννης Π
Μεταξᾶς Γεράσιμος Π
Πινιατῶρος Νικ.
Διβάρης Σπυρίδων
Παπαδόπουλος Κων.
Περτσινίδης Σωφρόν. Π
Τσορλίνης Χριστόφ.
Γαβριηλίδης Ἰωάν.
Μανέντης Διονύσιος Π
Τσακιρίδης Παῦλος Π
Βύζας Βασίλειος
Λαδᾶς Ἀλέξανδρος Π
Μπάρμπας Θωμᾶς Π
Γουλόπουλος Χρῆστ.
Ταλιαδούρης Κων.
Καρασάββας Σεραφεὶμ
Παπακωνσταντίνου Κ.
Ἀδαμόπουλος Κων.
Μανιαδάκης Κων.
Πανούσης Βασίλειος
Παπαληγούρας Παναγ.
Πρωτοπαπαδάκης Ἀρ.
Νομικὸς Μᾶρκος
Ἀλιπράντης Εὐστρ.
Μπίστης Λεωνίδας
Λιαροῦτσος Πάρις Π
Μπαρότσης Ἀντώνιος
Δαβάκης Δημήτριος
Βαρβιτσιώτης Νικήτ. ἢ Νικηταρᾶς
Λαμπρινάκος Νικόλαος
Βαρβιτσιώτης Γ. Νικ.
Λύρας Ἰωάννης
Παπαμιχαλόπουλος Δ.
Ροδόπουλος Κων. Π
Γραμματίδης Χρῆστ.
Εὐστρατιάδης Σοφ.
Κακαγιάννης Γεώργ.
Σκυλλάκος Ἠλίας
Χονδρονάσιος Ἀλ.
Παγώνης Χρῆστ.
Κοθρῆς Ἐμμανουὴλ Π
Κούνδουρος Στυλ. Π
Παπαγεωργίου Γεώργ.
Ἡλιοῦ Ἠλίας Π
Γαληνὸς Μιχ.–Μίμης
Γλιγλῆς Παναγιώτης
Λαζανᾶς Γεώργιος
Βιτούλιας Γεώργ. Π
Μακρῆς Κων)νος
Ξενοδοχειάρης Περίανδρ.
Καλκάνης Κων)νος
Τσιάντος Ἀναστ.
Σκούρας Εὐάγγ.
Σιαφλέκης Ἰωάν.
Ἰατρίδης Δημήτρ.
Παπαγεωργίου Νικ.
Μέρος Ἀλέξ.
Ψαρρέας Ἰωάννης
Καλλαντζάκος Ἀριστ.
Σαμαρᾶς Γεώργιος Π
Λαντζούνης Δημ.
Σχινᾶς Ἀπόστ.
Καμβύσης Ἄγγελ.
Κωστόπουλος Σ.
Κοκκέβης Ἀνδρ.
Μερλόπουλος Δημ.
Κολαμπᾶς Ἀναστ.
Μιχαηλίδης Τριαντ. Π
Δούκας Θεόδωρος
Φετᾶ Ὀγλοῦ Ὀσμὰν Νουρῆ
Μπαλτατζῆς Ἀλέξανδρος
Ἀνδριανόπουλος Γεώργιος
Ἀλιπράντης Δημήτριος
Σαββόπουλος Εὐάγγελος
Κατσαφᾶδος Γεώργιος
Μπριλλάκης Ἀντώνιος
Βουλόδημος Ἀναστάσιος
Ἀθανασιάδης Κωνσταντῖνος
Παινέζης Δημήτριος
Ὀρφανὸς Ἰωάννης
Μπουγᾶς Χρῆστος
Παπαδημητρίου Ἰωάννης
Μπενᾶ Ἑλένη
Καρακουλουξῆς Δημήτριος
Ἀράπης Γεώργιος
Καλλιγκάτσης Παρίσης
Προκοπίδης Ἰωάννης
Γκίλλας Ἀρίσταρχος
Τσιγάρας Κωνσταντῖνος
Παπαδημητρίου Νικόλαος
Παπαγεωργίου Κωνσταντῖνος Π
Δεληγιαννίδης Ἀλέξανδρος
Μπούσιος Χαρίλαος
Κοντογιάννης Ἀπόστολος Π
Αὐγερινὸς Ἀθανάσιος Π
Βαρδινογιάννης Παῦλος Π
Παπαδογιάννης Ἐμμανουὴλ
Κεφαλογιάννης Ἰωάννης Π
Χασὰν Ὀγλοῦ Γιουσοὺφ
Σιανίδης Χρῆστος
Οὐστουνὲρ Ὀσμὰν Π
Ζησιάδης Χάρης Π
Σπύρου Ἰωάννης
Κοτσώνης Μιχαὴλ
Ζαΐμης Ἱπποκράτης Π
Καραμανλῆς Κωνσταντῖνος
Λαυρεντίδης Ἰσαὰκ Π
Μητακίδης Ἀθανάσιος
Ψάρρης Ἀργύριος
Χατζηδῆμος Ἰωάννης
Σπυρίδης Δημήτριος
Παπαθανασίου Ἀθανάσιος
Πεταλωτῆς Κωνσταντῖνος
Ἰντζὲς Νικόλαος
Γιαννούσης Κλεόβουλος
Κατσιάμπας Φώτιος
Χατζηγάκης Δημήτριος
Ἔξαρχος Νικόλαος
Τσιπώρης Ἀλέξανδρος
Καλαντζῆς Εὐάγγελος
Πλατῆς Γεώργιος Π
Μακρόπουλος Στέφανος
Εὐταξίας Λάμπρος
Κωστῆς Δημήτριος
Θανασέκου Βάσω
Μακρῆς Δημήτριος
Ἀνδρεάδης Γεώργιος Π
Ζούγκας Ἀντώνιος Π
Κωστελίδης Εὐστάθιος Π
Λιανουλόπουλος Δημήτριος
Κρίκος Βασίλειος
Κατσίμπας Γεώργιος
Σαραφιανὸς Λυσίμαχος
Βασιλικὸς Βασίλειος Π
Ρήγας Ἐπαμεινώνδας
Πολυχρονίδης Πολυχρόνης
Μητσοτάκης Κωνσταντῖνος Π
Χιωτάκης Κωνσταντῖνος
Κοντουδάκης Ἰωάννης Π
Βολουδάκης Γεώργιος
Μπουρνιᾶς Λεωνίδας
Δεσποτόπουλος Κωνσταντῖνος Π
Ζορμπᾶς Νικόλαος Π

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, διεπιστώθη ἔλλειψις ἀπαρτίας καὶ ὡς ἐκ τούτου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Ἐλλείψει ἀπαρτίας, λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 1.15′ π.μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 82α
2Δευτέρα 13 Ἀπριλίου 1959
3Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
4(Ὥρα 6.50′ μ.μ.).
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι
6τὰ θεωρεῖα.
7Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Καλαντζάκος, ὅπως
8ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
9§2Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει).
10(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
11§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προη-
12γουμένης συνεδριάσεως.
13Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Η. Τσιριμῶκος, ζητεῖ 15θήμε-
14ρον ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ
15ἐξωτερικόν.
16§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
17§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς
18αἰτουμένης ἀδείας.
19Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Εὐστρατιάδης, ὅπως
20ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
21§6Σ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει).
22Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Κοι-
23νοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ
24τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ
25Ν. 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου
26τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».
27Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Κορόζος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ
28τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ
29Ν. 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου
30τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».
31Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Τ. Βουλόδημος, Γ. Ἀράπης, Κ. Ἀθα-
32νασιάδης καὶ Δ. Παινέζης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ
33τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ
34τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς
35Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς
36ἀπὸ 5.2.1959 συμπληρωματικῆς συμ-
37φωνίας».
38Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ
39τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ
40τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς
41Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς
42ἀπὸ 5.2.1959 συμπληρωματικῆς συμ-
43φωνίας».
44Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ἀράπης, Ι. Παπαδημητρίου
45καὶ Σ. Ἡλιόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ
46τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ
47τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς
48Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς
49ἀπὸ 5.2.1959 συμπληρωματικῆς συμ-
50φωνίας».
51Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἡλιόπουλος, Μ. Σβώλου, Δ. Για-
52χνῆς καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ
53τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ
54τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς
55Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς
56ἀπὸ 5.2.1959 συμπληρωματικῆς συμ-
57φωνίας».
58Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Ἡλιόπουλος, Ι. Παπαδημητρίου,
59Γ. Ἀράπης, Δ. Γιαχνῆς, Ι. Δραγονέτης, Δ. Παινέ-
60ζης καὶ Μ. Σβώλου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ
61τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ
62τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς
63Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς
64ἀπὸ 5.2.1959 συμπληρωματικῆς συμ-
65φωνίας».
66Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Ι. Δραγονέτης, Μ.
67Σβώλου καὶ Σ. Ἡλιόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ
68τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ
69τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς
70Η.Ε.Μ. ἀπὸ 27.8.57 συμβάσεως καὶ τῆς
71ἀπὸ 5.2.1959 συμπληρωματικῆς συμ-
72φωνίας».
73Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἀθανασίου, καταθέτει τροπολογίαν
74ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως
75καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ὁρι-
76στικῶν παραχωρητηρίων τῶν κλή-
77ρων διατάξεων τῆς Ἐποικιστι-
78κῆς Νομοθεσίας, κυρώσεως πρά-
79ξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλί-
80ου καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων».
81§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
82ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
83ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
84Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ
85συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιή-
86σεως τοῦ Ν. 671)1943 «περὶ Καταστα-
87τικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς
88Ἑλλάδος».
89Τὸν λόγον ἔχει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Α.
90Καμβύσης.
91§8Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς
92πρὸς τὸ ὥριμον πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
93Κύριε Πρόεδρε, ὅπως καλλίτερον ἐμοῦ γνωρίζετε, τὸ
94νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἁρμοδίαν Κοι-
95νοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, πρὸς ἐπεξεργασίαν, ἔτυχεν ἐπε-
96ξεργασίας καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ-
97τυπωθεῖσα καὶ διανεμηθεῖσα εἶναι τελείως ἄσχετος πρὸς
98τὸ ἁπλῶς τὸν αὐτὸν τίτλον φέρον νέον ἐξ ὑπαρχῆς νομο-
99σχέδιον, τὸ ὁποῖον διενεμήθη σήμερον. Φοβοῦμαι, ὅτι ἐὰν
100ἠθέλωμεν δεχθῆ, ὅτι μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ὑπὸ τῆς Κοι-
101νοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσάγεται ὑπὸ
102τὸν αὐτὸν τίτλον, ἀλλὰ ὅλως διαφόρου διαρθρώσεως, μὲ
103ὅλως διαφορετικὰς ρυθμίσεις, ἕνα νομοσχέδιον καὶ νὰ θεω-
104ρῆται ὡς ὡρίμως καὶ κανονικῶς εἰσακτέον πρὸς συζήτη-
105σιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀνοίγομεν τὸν δρόμον εἰς ἐπικινδύ-
106νους καταστρατηγήσεις, διότι θὰ εἶναι δυνατὸν πάντοτε,
107εἰς κάθε περίπτωσιν νὰ εἰσάγωνται ἄγνωστα καὶ νέα πρά-
108γματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ὁμοίας ὁδοῦ, ἐνῷ τὸ
109ἀρχικὸν σχέδιον, πόρρω ἀπέχει τῆς νομοθετικῆς θελήσεως
110πρὸς ἄσκησιν νομοθετικῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνή-
111σεως, θὰ εἶχε συζητηθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἁπλῶς, διὰ νὰ
112τηρηθῇ ὁ τύπος. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν ἕνα τελείως νέον
113καὶ ξένον καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ πρὸς τὰς διατάξεις
114τοῦ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς συζητηθέντος νομοσχεδίου καὶ
115δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι παρὰ τὸν Κανονισμὸν εἰ-
116σάγεται πρὸς συζήτησιν καὶ παρακαλῶ, διὰ τὸν λόγον
117αὐτὸν νὰ παραπεμφθῇ ἐκ νέου εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
118§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
119ἔχει τὸν λόγον.
120§10Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
121Ὁ κ. Ἡλιοῦ, δὲν ἔχει οὔτε τύποις οὔτε κατ’ οὐσίαν δί-
122καιον. Δὲν ἔχει τύποις δίκαιον, διότι μέχρι τῆς τελευταίας
123στιγμῆς, αἱ Κυβερνήσεις, οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοί, δικαι-
124οῦνται νὰ τροποποιήσουν, βασιζόμενοι ἄλλωστε καὶ ἐπὶ
125τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν Κοινοβουλευ-
126τικὴν Ἐπιτροπήν, νὰ τροποποιήσουν τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν
127τῆς Βουλῆς τιθέμενον νομοσχέδιον.
128Ἀλλὰ δὲν ἔχει καὶ κατ’ οὐσίαν δίκαιον. Εἶναι παρά-
129δοξον πῶς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἀνατρέπεται ἡ βάσις τοῦ νο-
130μοσχεδίου. Δύο εἶναι τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα μετεβλήθησαν
131καὶ τὰ ὁποῖα δὲν μετέβαλον κἂν τὴν βάσιν. Τὸ ἕνα εἶναι
132τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐκ μέρους τῆς Ἱ-
133ερᾶς Συνόδου τῆς ἱεραρχίας σύμφωνον γνώμην, ἐπὶ τῶν
134Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδοθοῦν. Τὸ δεύτερον ση-
135μεῖον εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ὅτι ἀντὶ νὰ χορηγῇ ἡ Κυ-
136βέρνησις εἰς τὸν ἑαυτόν της τὸ παρατεταμένον δικαίωμα
137τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν ἑκάστοτε διαρκῶν Συν-
138όδων, δίδει εἰς τὸν ἑαυτόν της, ἡ Κυβέρνησις, τὸ δικαίω-
139μα μόνον, προκειμένου περὶ τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία αὐτὴν
140τὴν στιγμὴν λειτουργεῖ. Δὲν κατανοῶ, πράγματι τὸν λόγον,
141διὰ τὸν ὁποῖον ἠγέρθη καὶ ὡμίλησεν ὁ κ. Ἡλιοῦ.
142§11Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα, κ. Πρόεδρε. Ἔκα-
143μον μίαν πρότασιν, ἀπήντησεν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνή-
144σεως, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλ-
145λὰ δὲν ἀπεφάνθημεν. Νομίζω, ὅτι ἀνατρέπεται ἡ βάσις
146τοῦ νομοσχεδίου ὁλοκληρωτικῶς, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν
147τοῦ συζητηθέντος σχεδίου νόμου, ὑπάρχει ἀκριβῶς ἡ θέ-
148σις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ρυθμισθῇ μονομερῶς τὸ ζή-
149τημα τοῦτο. Σήμερον, ἀνατρέπεται αὐτὴ ἡ βάσις. Ὑπάρ-
150χει ἡ σαφὴς καθιέρωσις τοῦ ἀμεταθέτου, πλὴν 4 περι-
151πτώσεων, ἐτέθη διὰ τῆς διακοπῆς τὸ «μόνον» καὶ διὰ τῆς
152παρεμβολῆς εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ὁ τρόπος πλη-
153ρώσεως τῶν θέσεων τῶν Μητροπόλεων Ἀθηνῶν καὶ Θεσ-
154σαλονίκης καὶ γενικῶς τῶν λοιπῶν Μητροπόλεων. Τοὐ-
155λάχιστον ἐξασθενίζεται καὶ ἀφίνεται ἐκτὸς νομοθετικῆς
156ἐξουσιοδοτήσεως ἐν λευκῷ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς καταρ-
157γήσεως ἢ καθιερώσεως τοῦ ἀμεταθέτου καὶ ἐπίσης, ὑπάρ-
158χουν καὶ ἄλλαι οὐσιώδεις παραλλαγαί. Δὲν πρόκειται περὶ
159ἁπλῶν τροπολογιῶν, εἶναι φανερὸν καὶ διὰ τοὺς γνωρί-
160ζοντας τὴν ἱστορίαν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι φανερὸν, ὅτι
161πρόκειται κατὰ βάσιν περὶ ἄλλου νομοσχεδίου.
162§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
163ἔχει τὸν λόγον.
164§13Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
165Ὁ κ. Ἠλιοῦ, ἀποδεικνύεται μὴ κατανοῶν τὸ περιεχόμενον
166ὡρισμένων φράσεων τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ μεταθετὸν καταρ-
167γεῖται καὶ θεσπίζεται τὸ ἀμετάθετον. Τὸν παρακαλῶ νὰ
168ἀναγνώσῃ μὲ προσοχὴν τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν τὸ νομοσχέ-
169διον, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρόκειται νὰ συζητη-
170θῇ, λέγει, ὅτι μόνον δι’ ἐκλογῆς θὰ ὁρίζωνται πλέον οἱ
171Μητροπολῖται, αὐτὸ σημαίνει —ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι
172κατατοπισμένος, ὁ κ. Ἠλιοῦ, εἰς τοὺς ὅρους τοὺς σχετι-
173κοὺς μὲ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τοὺς σχετικοὺς μὲ τὴν Θρη-
174σκείαν— ὅτι τὸ μεταθετὸν καταργεῖται καὶ οἱ Μητροπολῖ-
175ται θὰ ἀναδεικνύωνται μόνον δι’ ἐκλογῆς. Ἡ μετάθεσις
176δὲν σημαίνει ἐκλογήν. Ἄρα, θεσπίζεται τὸ ἀμετάθετον
177καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ἠλιοῦ, νὰ μελετᾷ προηγουμένως τὰ
178νομοσχέδια πρὶν ἢ ὁμιλήσῃ.
179§14Η. ΗΛΙΟΥ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυ-
180βερνήσεως νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἀντίκρουσιν μόνον, τῶν
181ἀπόψεων τοῦ περὶ τοῦ ποῖος μελετᾷ ἢ δὲν μελετᾷ καὶ ποῖος
182εἶναι ἐγκρατὴς καὶ ποῖος δὲν εἶναι ἐγκρατής.
183Νομίζω, ὅτι ὑπερβαίνει τὰ ὅρια αὐτῆς τῆς ἀμφισβητή-
184σεως, ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονι-
185σμοῦ, κ. Πρόεδρε.
186§15Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ
187νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται, μεταβάλλει τὸ
188πνεῦμα, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τοῦ προηγουμένου νομοσχε-
189δίου.
190Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται αὑ-
191τὴν τὴν στιγμήν, νὰ συζητήσωμεν νέαν σύγκλησιν τῆς
192Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις τὸ
193εἰσάγει ὡς κατεπεῖγον.
194Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, δοθέντος, ὅτι τὸ νο-
195μοσχέδιον κατατίθεται ἀπὸ συμφώνου πλέον μὲ τὴν Ἱεραρ-
196χίαν καὶ ἑπομένως ἡ μεγάλη ὀξύτης παρῆλθε, νὰ δεχθῇ,
197ὅπως ἡ συζήτησις διεξαχθῇ εἰς δύο ἀναγνώσεις. Δὲν βλέ-
198πω καμμίαν ἐπείγουσαν ἀνάγκην, ὅπως ψηφισθῇ σήμε-
199ρον.
200§16Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
201Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλε-
202λευθέρων νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν διε-
203τύπωσεν. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ὥριμον καὶ
204κατεπεῖγον. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατεπεῖγον, οὐσιαστι-
205κῶς καὶ ψυχολογικῶς, ψυχολογικῶς ἀπὸ ἀπόψεως κοινῆς
206γνώμης γενικῶς, ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον αὐτῶν τούτων τῶν
207ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ὑπηρετούντων τὴν Ἐκ-
208κλησίαν, οὐσιαστικῶς δὲ διότι πρόκειται, νὰ θεσπισθῇ ἀ-
209μέσως νέα διαδικασία ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν, δεδομέ-
210νου εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναστολῆς
211τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης διαρκοῦς συνόδου. Καὶ ἔχει
212σημασίαν νὰ γίνῃ τοῦτο τὸ ταχύτερον.
213§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φι-
214λελευθέρων ἔχει τὸν λόγον.
215§18Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διαφωνῶ πρὸς
216τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι
217βέβαιον, ὅτι τὸ νέον νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἁπλῶς διάφο-
218ρον, εἶναι καὶ ἀντίθετον πρὸς τὸ προηγούμενον, διότι τὸ
219μὲν πρῶτον καθίστα τὴν Πολιτείαν ἁρμοδίαν διὰ Β. Δ.
220ἐφ’ ἅπαξ ἐκδιδομένων νὰ ρυθμίσῃ τὰ θέματα καὶ τώρα
221καθιστᾷ τὴν ἐκκλησίαν ἁρμοδίαν, διότι ἡ σύμφωνος γνώ-
222μη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαραίτητος. Εὑρισκόμεθα, ἑπο-
223μένως, ἐνώπιον θεμελιώδους ἀντιθέσεως. Εἰς τὴν μίαν
224περίπτωσιν ἀποφασίζει ἡ Πολιτεία, εἰς τὴν ἄλλην ἀποφα-
225σίζει ἡ Ἐκκλησία.
226Ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 24
227ὡρῶν ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ θέματος θεμελιώδους, νὰ φέρῃ
228νομοσχέδια, τόσον οὐσιαστικῶς ἀντιφάσκοντα πρὸς ἄλλη-
229λα. Ὑπῆρχε, πράγματι, ἐπείγων λόγος, ὁ ὁποῖος ὅμως
230ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ. Διότι οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται, προέβησαν
231εἰς ἀνακοίνωσιν, ὅτι καίτοι πιστεύουν, ὅτι ἔχουν δίκαιον,
232καὶ ὁ Προκαθήμενος αὐθαιρέτως διέκοψε τὴν συνεδρία-
233σιν, ἐν τούτοις ἐγκαταλείπουν τὴν ἀπόφασίν των.
234Δὲν ὑφίσταται πλέον θέμα διενέξεως καὶ ἑπομένως ὁ
235ἐπείγων λόγος ἔπαυσε ὑφιστάμενος. Ἀφ’ ἧς ὁ ἐπείγων λό-
236γος ἔπαυσεν ὑφιστάμενος δὲν εἶναι νοητή, ἐπίσης, καί ἡ
237διάταξις ἡ ὁποία ὁρίζει τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς
238Συνόδου.
239Διὰ τοῦτο προτείνω, νὰ ψηφισθῇ μόνον ἡ διάταξις τῆς
240καταργήσεως τοῦ μεταθετοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι εἶναι
241σύμφωνοι καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις νὰ ἔλθουν ὀργανι-
242κῶς μὲ τὸν νέον καταστατικὸν Χάρτην, ὁπότε θὰ παρα-
243σχεθῇ ἡ εὐκαιρία καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ὑποβάλῃ τὸ
244σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει καταρτίσει καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ
245συζητήσῃ ἀνέτως τὸ μέγα θέμα τῆς Ἐκκλησίας.
246Ἡ ρύθμισις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας
247διὰ Β. Δ. καταργεῖ τὴν Βουλὴν καὶ θεωρεῖ αὐτὴν τὴν
248κατάργησιν ἀπαράδεκτον.
249Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνω, διὰ
250νὰ σᾶς βοηθήσω εἰς τὸ ἔργον σας. Μὴ ἐπιμένετε εἰς τὸ
251λάθος τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.
252§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
253§20Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ
254Κυβέρνησις, εὑρεθεῖσα πρὸ τῶν γνωστῶν γεγονότων, ἠ-
255ναγκάσθη νὰ σκεφθῇ ἐν βίᾳ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπειγόν-
256τως ὡρισμένα μέτρα, τὰ ὁποῖα καὶ διετυπώθησαν εἰς τὸ
257πρῶτον νομοσχέδιον. Ἀλλά, φαίνεται, ὅτι ἡ νευρικότης
258τῆς πρώτης στιγμῆς, μετεβλήθη εἰς σπασμωδικότητα, διό-
259τι ἡ διατύπωσις τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου ὄντως ὑπερέ-
260βη τὰς ἀνάγκας τῆς στιγμῆς, ὅπως ὀρθῶς ἐσημείωσεν ὁ
261ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς
262λόγος τὴν σπασμωδικότητα αὐτὴν νὰ τὴν μεταφέρωμεν
263καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν συμμερισθῇ. Διότι,
264πράγματι, συμβαίνει τοῦτο τὸ περίεργον, ὅτι ἐν προκειμέ-
265νῳ, ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν της,
266διὰ τὴν λύσιν τῆς κρίσεως ποὺ ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Ἐκ-
267κλησίαν, εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς ὁποίας συνέτεινε, θέλει
268νὰ ρυθμίσῃ τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπογραμμίζει τὴν ση-
269μασίαν τοῦ μεγάλου τούτου θέματος, τὰ ρυθμίζει ὡς ἐὰν
270ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ἀπεργίας οἱουδήποτε κλάδου, μὲ τὸν
271ὁποῖον ἔρχεται εἰς συμβιβασμόν. Καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ
272τοῦ θεάματος, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔρχεται εἰς συμφωνίαν
273μὲ τὴν Ἱεραρχίαν εἰς βάρος τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας.
274Περὶ τυπικῆς ἀντισυνταγματικότητος δὲν δύναται ἴσως νὰ
275γίνῃ λόγος, ἀλλὰ πρόκειται, ἀναμφισβητήτως, περὶ ἀντι-
276θέσεως πρὸς τὸ ὅλον πνεῦμα τοῦ Συντάγματος.
277Εἰς ἄλλα θέματα, ὅπου ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ Νομοθετι-
278κὴν Ἐξουσιοδότησιν, ἀνθιστάμεθα ἐντόνως, ὁσάκις ἡ ρύ-
279θμισις, διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων ὡρισμένης ὕλης, ἐξέρ-
280χεται τοῦ στενοῦ κύκλου οὐσιαστικῶν διοικητικῶν ἐνερ-
281γειῶν. Πόσον μᾶλλον πρέπει νὰ ἀντιστῶμεν προκειμένου
282περὶ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας.
283Ὅπου τὸ Σύνταγμά μας, ὁμιλεῖ περὶ σχέσεων Πολιτείας
284καὶ Ἐκκλησίας, ἐννοεῖ ἀναμφισβητήτως τὴν Πολιτείαν
285συντεταγμένην, ὡς τὴν προβλέπει, δηλαδή, μὲ ἀκέραια τὰ
286δικαιώματα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Εἰς τὴν Διοικη-
287τικὴν ἐξουσίαν ἐπιτρέπεται ἀνάμιξις εἰς συγκεκριμένα
288θέματα καὶ προβλέπει, ὅτι ὡρισμέναι πράξεις τῆς Ἱε-
289ρᾶς Συνόδου, πρέπει νὰ ἐγκρίνωνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας.
290Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν ὑστέρων, νὰ καταργῆται τὸ
291ὅλον πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τῆς
292Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας καὶ νὰ καταλήξωμεν, εἰς τὸ νὰ
293ρυθμίζωνται τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, μεταξὺ τῆς
294ἑκάστοτε Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑκάστοτε Ἱερᾶς Συνόδου.
295Τοῦτο εἶναι ἀπαράδεκτον κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγμα-
296τος καὶ ἀπαράδεκον διὰ τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις
297ἐδέχετο τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπανδρέου, δηλαδὴ νὰ ψη-
298φισθῇ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1, δὲν θὰ εἶχα
299ἀντίρρησιν. Ἐὰν αὐτὴν δὲν τὴν δέχεται, τότε ἀναμφι-
300σβητήτως πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν
301τακτικὴν διαδικασίαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ-
302μεν, ἡ μάχη ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς ἐξουσιοδοτή-
303σεως νὰ γίνῃ ἐν τάχει, χωρὶς ἄλλωστε νὰ ὑπάρχῃ λόγος.
304Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑπῆρχε λόγος ἐπιταχύνσεως, πάλιν ἡ Βου-
305λὴ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ νὰ στερηθῇ ἡ Νομοθετικὴ
306Ἐξουσία τῶν προνομίων της.
307§21Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
308Κύριοι βουλευταί, ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιό-
309τιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, εἶναι θέσις, ἡ ὁποία, βε-
310βαίως, θεωρητικῶς, εἶναι συζητήσιμος. Προέβη εἰς μίαν
311ἀντιδιαστολὴν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ νομοσχεδίου
312ἀπὸ τὴν δευτέραν. Θὰ ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς ἀντιδιαστο-
313λὴν τῆς 1ης καὶ 3ης παραγράφου, ἀπὸ τὴν δευτέραν, διότι
314καὶ ἡ τρίτη παράγραφος εἶναι ἐπείγουσα. Πρὸς τὴν θέσιν
315αὐτήν, τοῦ κ. Παπανδρέου, βλέπω, ὅτι προσεχώρησε καὶ
316ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δ.Ε. κ. Τσιριμῶκος.
317Ἡ ἄποψις ἡ ὁποία εἶχεν ὑποστηριχθῆ καὶ ὑπὸ τοῦ κ.
318Ἠλιοῦ καὶ τοῦ κ. Βενιζέλου, καὶ τὴν ὁποίαν συμμερίζον-
319ται τόσον ὁ κ. Παπανδρέου ὅσον καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὅτι
320ἀνετράπη ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄπο-
321ψις ἐσφαλμένη. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι πρῶτον
322τὸ ἀμετάθετον καὶ δεύτερον ἡ ἐκλογὴ τῶν Μητροπολιτῶν
323ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὁλοκλήρου τῆς Ἱεραρχίας καὶ ὄχι
324ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Διαρκοῦς Συνόδου. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο
325μεγάλα θέματα. Αὐτὰ καὶ εἰς τὸ προηγούμενον νομοσχέ-
326διον ὑπῆρχον καὶ εἰς τὸ παρὸν ὑπάρχουν. Ὡς ἠκούσατε
327δέ, ὁ κ. Παπανδρέου — τὸ διαπιστώνω μὲ μεγάλην ἱκα-
328νοποίησιν — συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀμεταθέτου, ἐπα-
329νερχομένης τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς παλαιὰς καλὰς παρα-
330δόσεις. Ὁ ποιμὴν πρέπει νὰ συνδέεται ἀμετακλήτως καὶ
331τελεσιδίκως μὲ τὸ ποίμνιόν του καὶ νὰ μὴ δημιουργοῦνται
332αἱ φιλοδοξίαι καὶ αἱ ἐπιδιώξεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι εἶναι
333φυσικὸν νὰ καταλαμβάνουν τὴν συνείδησιν καὶ τῶν ἱεραρ-
334χῶν, διότι καὶ οἱ Ἱεράρχαι ἄνθρωποι εἶναι.
335Ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τεταγμένοι νὰ ἵστανται ὑπερά-
336νω τῶν ἀδυναμιῶν τῶν ἀνθρώπων, ἄνθρωποι εἶναι καὶ
337αὐτοί. Φυσικόν, εἶναι λοιπόν, νὰ κατέχωνται ἀπὸ τὴν ἐπι-
338θυμίαν τῆς μεταθέσεως ἀπὸ τὴν μίαν Μητρόπολιν εἰς τὴν
339ἄλλην καὶ δὴ εἰς ἄλλην, θεωρουμένην ἀνωτέραν ἀπὸ ἀπό-
340ψεως ἠθικῆς ἐπιρροῆς.
341Ἐκφράζω, λοιπόν, τὴν ἱκανοποίησιν τῆς Κυβερνήσεως,
342διότι ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ σημεῖον ὑπάρχει συμφωνία. Αὐτὸ
343τὸ σημεῖον, καὶ τὸ ἕτερον ἐπίσης οὐσιῶδες, ἡ ὑπὸ τῆς Ἱ-
344εραρχίας ὁλοκλήρου ἀνάδειξις τῶν ἱεραρχῶν, εἶναι τὰ δύο
345σπουδαῖα σημεῖα τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἦτο δυνατόν, ἐπὶ
346τῇ βάσει τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Παπαν-
347δρέου, νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι καὶ ἡ τρίτη παράγραφος εἶναι
348κατεπείγουσα. Πρόκειται περὶ τῆς παραγράφου, ἡ ὁποία
349δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῶν
350ἐργασιῶν τῆς παρούσης Διαρκοῦς Συνόδου. Εἶπεν ὁ κ.
351Παπανδρέου, καὶ νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ
352πλανᾶται, ὅτι ἤρθησαν αἱ εἰς τοὺς κόλπους τῆς Συνόδου
353διαφωνίαι. Οἱ ἱεράρχαι, οἱ ὁποῖοι ἐξεδήλωσαν τὴν δια-
354φωνίαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν πλειοψηφίαν τῶν ἐν
355τῇ Διαρκεῖ Συνόδῳ ἱεραρχῶν, δὲν ἐδήλωσαν, ὅτι αἴρουν
356τὰς διαφωνίας. Ἐδήλωσαν, ἁπλῶς, ὅτι ἀναστέλλουν προσ-
357ωρινῶς τὴν ἐκδήλωσιν τῶν διαφωνιῶν. Ἑπομένως, ἐὰν
358ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦσα ἡ Διαρκὴς Σύνοδος, θὰ προ-
359κύψουν καὶ πάλιν ζητήματα. Ὑπάρχουν, ὡς γνωρίζετε,
36012–13 ἂν δὲν ἀπατῶμαι Μητροπόλεις αἱ ὁποῖαι εἶναι
361κεναί. Θὰ προκύψουν, συνεπῶς, ζητήματα. Θὰ γίνουν
362πολλαὶ συζητήσεις καὶ ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ἀναγκαῖον, νὰ
363ἀνασταλῇ ἡ λειτουργία τῆς Διαρκοῦς Συνόδου. Καὶ ἂν
364ἀκόμη, ψηφιζομένης τῆς πρώτης διατάξεως, ἀφαιρεθῇ
365ἀπὸ τὴν Διαρκῆ Σύνοδον ἡ δυνατότης διαφωνίας ὡς πρὸς
366τὴν κατάληψιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων, θὰ δημιουργηθῇ
367ὅμως ἴσως καὶ πάλιν ὀξύτης, καὶ ἡ Κυβέρνησις σεβομένη
368τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν Ἱεραρχίαν καὶ προσωπικῶς ὅλους
369τοὺς ἱεράρχας, οἱ ὁποῖοι εἶναι φυσικόν, ὡς ἄνθρωποι νὰ
370ἔρχωνται εἰς διαφωνίας μεταξύ των, σεβομένη τούτους,
371θὰ ἤθελε νὰ ἀποτρέψῃ τὴν δημιουργίαν νέων ἐντυπώσεων
372εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, προκληθησομένην ἐκ τῶν διενέ-
373ξεων εἰς τοὺς κόλπους τῆς Συνόδου. Ἐν πάσῃ περιπτώ-
374σει, ἀδιαφόρως ἂν μετὰ τὴν Παρασκευήν, δηλαδή, μετὰ
375τὴν κατάθεσιν τοῦ πρώτου αὐστηροτέρου νομοσχεδίου ἀπε-
376φασίσθη ἐκ μέρους ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου,
377ἡ προσωρινὴ ἀναστολὴ τῶν διαφωνιῶν, νομίζω, ὅτι ἡ Κυ-
378βέρνησις, ὀρθὸν εἶναι νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀναστολὴν
379τῶν ἐργασιῶν τῆς Διαρκοῦς Συνόδου εἰς τοὺς κόλπους
380τῆς ὁποίας ἀνεφύησαν αἱ ὀξεῖαι διαφωνίαι, αἱ προκαλέ-
381σασαι τὴν συγκίνησιν ὁλοκλήρου τῆς κοινῆς γνώμης. Ἀλλὰ
382θὰ μοῦ ἐπιτρέψουν καὶ ὁ κ. Παπανδρέου καὶ ὁ κ. Βενι-
383ζέλος καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, νὰ ἐπιμείνω
384εἰς τὸ ὅτι καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος εἶναι ἀναγκαία. Θὰ
385προσεχώρουν εἰς τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν οἱ κ.κ. Παπαν-
386δρέου καὶ Τσιριμῶκος ἀνέπτυξαν, εἰδικώτερον ὡς πρὸς
387τὴν δευτέραν διάταξιν, ὄχι ὡς πρὸς τὴν ἄποψιν, ὅτι
388αὕτη εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι
389δυνατὸν νὰ κριθῇ ὡς ἀντισυνταγματική, ἄλλωστε καὶ ὁ
390κ. Παπανδρέου εἶπεν ὅτι μᾶλλον δὲν εἶναι, θὰ προσεχώ-
391ρουν, λέγω, εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἄποψίν των, ἐὰν δὲν μὲ
392ἠμπόδιζεν ἕνας σημαντικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἑξῆς:
393Δὲν νομίζω, ὅτι περὶ τῶν ἄλλων εἰδικωτέρων σημείων
394τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας —τὰ δύο μεγά-
395λα θέματα ρυθμίζονται διὰ τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου —
396δὲν νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ περὶ τῶν ἄλλων
397σημείων συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ δημιουργηθοῦν
398ἀντιθέσεις, ἀντεγκλήσεις καὶ προστριβαὶ μεταξὺ Βουλῆς
399καὶ ὡρισμένων τοὐλάχιστον ἱεραρχῶν, ἂν ὄχι ὁλοκλήρου
400τῆς ἱεραρχίας.
401Εἶναι ὀρθότερον νομίζω —καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπι-
402μείνω εἰς αὐτό, παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους Ἀρχηγούς, οἱ
403ὁποῖοι ὡμίλησαν, νὰ σκεφθοῦν ἀκόμη περισσότερον τὸ θέ-
404μα, ὁπότε ἐλπίζω, ὅτι θὰ τροποποιήσουν τὴν σκέψιν τὴν
405ὁποίαν εἶχον ἀποκρυσταλλώσει— νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθό-
406τερον νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις αὐτὴ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ
407εἰδικώτερον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τῆς Ἱε-
408ραρχίας, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ταὐτότης
409ἀντιλήψεων. Ὅλα τὰ θέματα, πλὴν τῶν δύο αὐτῶν, τὰ
410ὁποῖα θεσπίζονται σήμερον, εἶναι δευτερεύοντα, οὐσιώδη
411βεβαίως, σημαντικά, ἀλλὰ δευτερεύοντα. Δὲν εἶναι ἀνάγ-
412κη νὰ γίνῃ συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὸ ὀρθότερον
413εἶναι νὰ γίνουν συνεννοήσεις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως
414καὶ τῆς Ἱεραρχίας καὶ κατόπιν συμφώνου γνώμης τῆς Ἱ-
415εραρχίας, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ ὑποχωρήσεις ἀπέναντι τῆς
416Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ κάμῃ ὑποχωρή-
417σεις ἀπέναντί της, θὰ διατυπωθοῦν τὰ Διατάγματα. Με-
418ταξὺ Βουλῆς καὶ Ἱεραρχίας τοιαῦται ἀμοιβαῖαι ὑποχωρή-
419σεις καὶ διαπραγματεύσεις δὲν εἶναι δυναταί. Θὰ ἀπετέ-
420λει φοβοῦμαι ἀφορμὴν διενέξεων καὶ κἄποιας ἀντιδρά-
421σεως τῆς κοινῆς γνώμης, ἀντιδράσεως, ἡ ὁποία εἰς ὡρι-
422σμένας περιπτώσεις ἠμπορεῖ νὰ στραφῇ κατὰ τῆς Ἐκκλη-
423σίας, εἰς ἄλλας κατὰ τῆς Βουλῆς, ἐὰν καταργοῦντες τὴν
424παράγραφον δευτέραν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου κατελή-
425γομεν εἰς τὸ ὅτι πρέπει ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα, διατυπού-
426μενα εἰς νομοσχέδιον νὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πα-
427ρακαλῶ τοὺς προλαλήσαντας ἀξιοτίμους κυρίους Ἀρχηγοὺς
428νὰ σκεφθοῦν ἰδιαιτέρως τὴν παρατήρησιν αὐτήν.
429§22Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶ τὴν
430γνώμην, ὅτι συμφέρει τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Πολιτείαν
431ἡ ἀγνόησις τῆς Βουλῆς. Τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἀρνοῦμαι νὰ
432δεχθῶ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου
433τῆς Ἐκκλησίας, περὶ τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐκκλησίας,
434εἶναι ἀδύνατον νὰ στέρξω, ὅτι ὁ πρέπων τρόπος εἶναι τὸ
435Βασ. Διάταγμα, κατόπιν συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλη-
436σίας. Ὑποστηρίζω, ὅτι θεμελιώδη θέματα τῆς Ἐκκλησίας
437ἀνήκουν κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ἐθνικῆς
438Ἀντιπροσωπείας. Θὰ παρείχετο, μάλιστα, ἡ εὐκαιρία εὐ-
439ρυτέρας συζητήσεως τοῦ μεγάλου θέματος.
440§23Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριε Πρό-
441εδρε, εἶναι πιθανόν, εἰς μίαν εὐρυτέραν συζήτησιν, καλό-
442πιστον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, διότι
443τὰ βασικὰ θέματα εἶναι τὰ ρυθμιζόμενα διὰ τῆς παρα-
444γράφου 1 τοῦ ἄρθρου μόνου, νὰ ὑπάρξουν ἀπόψεις, τὰς
445ὁποίας μὲ τὴν διακρίνουσαν τὴν Ἐκκλησίαν ἐμμονὴν εἰς
446ὡρισμένας ἰδικάς της ἀπόψεις, προερχομένας ἐκ τῆς πα-
447ραδόσεως, τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων
448τῆς ἱστορίας της γεγονότων, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ τὰς ἀπο-
449δεχθῇ. Τί θὰ γίνῃ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἐὰν δὲν
450ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης δι’ ἀμοιβαίας ὑποχωρήσεις διὰ συν-
451εννοήσεις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα συμπέ-
452ρασμα;
453§24Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀγνοεῖτε, κ. ὑπουργέ, ἐνῷ δὲν
454εἶσθε νέος εἰς τὴν Βουλήν, τὴν φύσιν τοῦ Κοινοβουλευτι-
455κοῦ Πολιτεύματος. Ἡ διαδικασία εἶναι ἡ ἀκόλουθος: Ἡ
456Κυβέρνησις θὰ καταθέσῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν.
457Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ συνεννοηθῆ μὲ τὴν Ἱεραρχίαν καὶ
458ὑπευθύνως θὰ καταθέσῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
459ἐὰν τυχὸν ὡρισμένας διατάξεις, μέλη τῆς Βουλῆς δὲν τὰς
460ἐγκρίνουν, ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν εὐθύνην της, μὲ τὴν
461πλειοψηφίαν της, θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν, ὅπως συμ-
462βαίνει μὲ ὅλα τὰ νομοσχέδια ἐπὶ τῶν ὁποίων διατυποῦν-
463ται ἀντιρρήσεις ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἐπιμένει ἡ Κυ-
464βέρνησις καὶ διὰ τῆς δυνάμεως τῆς πλειοψηφίας ἐξασφα-
465λίζει τὴν ψήφισιν. Αὐτὸ θὰ συμβῇ ἐὰν ὄντως ἡ Κυβέρνη-
466σις ἔχῃ ὁριστικῶς συμπεράνει, ὅτι βάσιμον εἶναι, αἱ ἀπό-
467ψεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρέπει νὰ καταστοῦν νόμος.
468Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως, ἀνησυχία διὰ τὴν ψήφισιν. Ἀλ-
469λὰ ὑπάρχει ἀνησυχία διὰ τὴν συζήτησιν. Αὐτὸ ἀρνούμε-
470θα. Διότι ἡ συζήτησις εἶναι ὠφέλιμος. Ἡ συζήτησις, μά-
471λιστα, ἐὰν θέλετε, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας εἶναι ἀ-
472παραίτητος. Ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα μέγα θέμα Ἐκ-
473κλησίας. Εἶναι μέγας παράγων, ὁ ὁποῖος σήμερον εὑρί-
474σκεται ἐν ἀδρανείᾳ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γενικεύσω τοὺς ἀτυ-
475χεῖς χαρακτηρισμούς. Ὑπάρχουν ἱεράρχαι τοὺς ὁποίους
476βαθύτατα σέβομαι. Ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι καὶ ἐκ μέρους
477αὐτῶν διαπιστοῦται ἡ ὁμολογία, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀ-
478νάγκην ζωογονήσεως, ἐξυψώσεως καὶ χριστιανικῆς καὶ
479κοινωνικῆς δράσεως.
480Καὶ ἡ κατάθεσις τοῦ νέου Καταστατικοῦ Χάρτου, προσ-
481φέρεται δι’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
482Συμπεραίνω, λοιπόν, ὅτι ἡ μὲν κατάθεσις τῶν νομο-
483σχεδίων εἶναι ὑπόθεσις τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν συνεν-
484νοήσεως μὲ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ ψήφισις ἀνήκει εἰς τὴν
485πλειοψηφίαν. Ἡ συζήτησις, ὅμως, ἀνήκει εἰς ὁλόκληρον
486τὴν Βουλὴν καί αὐτὴ ἡ συζήτησις θὰ εἶναι ὠφέλιμος καὶ
487εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὸ Ἔθνος.
488§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς πρό-
489τασις, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ
490βουλευτῶν.
491«Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, οἱ
492ὑπογεγραμμένοι βουλευταί, ζητοῦμεν ὅπως λόγῳ τῆς σπου-
493δαιότητος τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου
494671)1943 περὶ καταστατικοῦ χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς
495Ἑλλάδος, ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις τούτου γίνῃ κατὰ τὴν
496τακτικὴν διαδικασίαν εἰς δύο συνεδριάσεις.
497Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἀπριλίου 1959
498Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ
499Γ. Μαῦρος, Θ. Δωδόπουλος, Ν. Μπακόπουλος, Ε. Κοθρῆς,
500Π. Πολυχρονίδης, Ι. Ζίγδης, Π. Ξενοδοχειάρης, Ν.
501Ζορμπᾶς, Δ. Λεονάρδος, Ν. Κοντογιαννόπουλος, Σ. Ἀλ-
502λαμανῆς, Θ. Δεσύλλας, Ι. Γιαννόπουλος, Σ. Κωστόπου-
503λος, Δ. Παπαμιχαλόπουλος, Ι. Τούμπας, Σ. Στεφα-
504νόπουλος, Μ. Στεφανίδης, Ν. Ἰντζὲς καὶ Φ. Πιτού-
505λης».
506Συνεπῶς, τὸ νομοσχέδιον θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν τακτι-
507κὴν διαδικασίαν, εἰς δύο συζητήσεις.
508Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Α. Καμβύσης ἔχει τὸν
509λόγον.
510§26Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα τῆς ἀνα-
511διαρθρώσεως τῆς Διοικήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
512τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος παρ’ ἡμῖν συ-
513στήματος σχέσεων Ἐκκλησίας καί Κράτους, δηλαδὴ τοῦ
514συστήματος τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας, εἶναι θέμα
515μεγίστου ἐνδιαφέροντος Ἐκκλησιαστικοῦ, Κοινωνικοῦ καὶ
516Ἐθνικοῦ ἀκόμη, διότι ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν
517λαόν, ὅστις κατὰ μοναδικὴν ἐν τῇ Οἰκουμένῃ ἐξαίρεσιν
518παρουσιάζει τὸ φαινόμενον τῆς κατὰ μέγα ποσοστὸν Ἐ-
519θνικῆς καὶ Ἐκκλησιαστικῆς ὁμοιογενείας. Καὶ εἶναι καθῆ-
520κον ὅλων ἡμῶν τὴν ὁμοιογένειαν ταύτην νὰ τὴν διαφυ-
521λάξωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ ἀπὸ πᾶσαν κοσμοθεωρητικὴν
522ἢ αἱρετικὴν διάβρωσιν, διότι ἡ ὁμοιογένεια αὕτη ἔσωσε
523κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ προσφάτως ἀκόμη τὸ Ἔθνος καὶ
524τὴν Φυλήν μας, ἀπὸ πολλοὺς καὶ σοβαροὺς κινδύνους ποὺ
525τὴν ἠπείλησαν.
526Λόγῳ τῶν προσφάτως διαδραματισθέντων ἐν τῇ Διαρ-
527κεῖ Ἱερᾷ Συνόδῳ θλιβερῶν γεγονότων, ἅτινα ἐπροξένησαν
528ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν θρησκευόμενον Ἑλληνικὸν
529λαὸν καὶ τὰ ὁποῖα ὀλίγου δεῖν νὰ ὡδήγουν τοὺς Ἱεράρ-
530χας μας εἰς σφοδρῶς ἀντιμαχομένας μερίδας, ἴσως δὲ καὶ
531εἰς σχίσμα, ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας εὑρέθη εἰς τὴν ἀνα-
532πόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐπέμβῃ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ ἀποκα-
533ταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἑνότητα ἐν τῇ Διοικούσῃ Ἐκ-
534κλησίᾳ καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπεί-
535ας τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως
536τοῦ νόμου 671)1943 «περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκ-
537κλησίας τῆς Ἑλλάδος», ὡς τοῦτο διεμορφώθη μετὰ τὴν
538ἐπεξεργασίαν του ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
539Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐπεμβάσεως ἦτο νὰ θέσῃ ὑπ’
540ὄψιν ἡμῶν τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον καὶ
541ἐθεωρήθη ὡς κατεπεῖγον. Διὰ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου,
542εἰς ἄρθρον μόνον, διὰ τῆς παραγράφου αʹ προβλέπεται
543τῶν χηρευουσῶν Μητροπόλεων ἐξαιρέσει τῆς Ἀρχιεπισκο-
544πῆς Ἀθηνῶν καί τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, γίνε-
545ται ἐκλογὴ Μητροπολίτου ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Δηλα-
546δὴ καθιεροῦται τὸ ἀμετάθετον τῶν Μητροπολιτῶν, ἐνῷ
547μέχρι τοῦδε διὰ τοῦ ἰσχύοντος νομικοῦ καθεστῶτος τὸ προ-
548βάδισμα τὸ εἶχε τὸ μεταθετόν. Μόνον κατὰ τοὺς τελευταί-
549ους δέκα ἑπτὰ μῆνας ἐπὶ τῶν χηρευουσῶν θέσεων Μητρο-
550πολιτῶν, ἕνδεκα ἐπληρώθησαν διὰ καταστάσεως καὶ αἱ
551ὑπόλοιποι ἓξ ἐπληρώθησαν διὰ μεταθέσεως. Εἶναι γεγο-
552νὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων ὅτι
553μεταξὺ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κύκλων ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων
554πλευρῶν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ μεταθετοῦ, ὅτι ἦτο ὀλέ-
555θριον, ἡ χρῆσις τοῦ ὁποίου δὲν ἐγένετο πάντοτε διὰ τὸ
556συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας.
557Εἶναι λυπηρὸν αὐτό, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω,
558διότι ἀποτελεῖ πεποίθησίν μου.
559Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐὰν ἤθε-
560λε διὰ νὰ μείνῃ ἀδιάσπαστος ὁ κανὼν τοῦ ἀμεταθέτου
561νὰ προστεθῇ, προκειμένου περὶ τῆς πληρώσεως τῆς Ἀρχι-
562επισκοπῆς Ἀθηνῶν καὶ τῆς Μητροπόλεως τῆς Θεσσαλο-
563νίκης, νὰ ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης τῆς χειροτονίας, διότι δὲν
564ἀποκλείεται νὰ ὑπάρχῃ μία προσωπικότης ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ
565ὅλα τὰ προσόντα καὶ νὰ ἀποτελῇ συνείδησιν, ὅτι ἔχει τὴν
566δυνατότητα νὰ καταλάβῃ ἴσως εἴτε τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν
567Ἀθηνῶν, εἴτε τὴν Μητρόπολιν Θεσσαλονίκης.
568Δὲν βλάπτει, τοὐναντίον καθιστᾷ ἔγκυρον τὴν πρώτην
569παράγραφον ἐὰν προστεθῇ καί αὐτό.
570§27Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριε συν-
571άδελφε, θὰ παρεκάλουν νὰ τελειώσωμεν τὴν κατ’ ἀρχὴν
572συζήτησιν καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν βλέπομεν
573τί εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.
574§28Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Μάλιστα, κ. ὑπουργέ. Διὰ τῆς παρα-
575γράφου 2, προβλέπεται, ὅτι διὰ Β. Διαταγμάτων «......
576(ἀναγινώσκει) ......».
577Κύριε ὑπουργέ, διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου, βλέπω,
578ὅτι παραχωρεῖται ἴσως πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἐκκλησίας ἓν
579ἐπὶ πλέον δικαίωμα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχε μέχρι σήμε-
580ρον ἡ Ἐκκλησία καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν λῆψιν νομοθετικῶν
581μέτρων ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας.
582Μέχρι τοῦδε, ἡ Ἐκκλησία, διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Κατα-
583στατικοῦ Χάρτου, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτῇ ἐπὶ
584ἑκάστου Ἐκκλησιαστικοῦ νόμου. Ἤδη καθορίζεται ἡ ἀρ-
585χὴ τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλησίας.
586Διὰ τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ ἔρ-
587χεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιμετωπίζῃ ἐν-
588δεχομένας διαφωνίας. Διότι ἡ Ἐκκλησία ἐπὶ ὡρισμένων
589θεμάτων θὰ ἔχῃ τὰς ἀπόψεις της ἐπὶ τῶν ὁποίων ὡς γνω-
590ρίζετε ἐμμένει πολλάκις μετὰ πείσματος. Δι’ αὐτὸ νομίζω,
591ὅτι πρέπει νὰ παραμείνωμεν εἰς τὰ κεκτημένα καὶ ἀπὸ
592τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης.
593§29Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ.
594ὑπουργόν, διατὶ ἐφθάσατε εἰς τὴν σύμφωνον γνώμην ἀφοῦ
595ὁ κείμενος Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Πολιτείας προβλέπει
596ἁπλῶς γνώμην τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν
597τῆς Βουλῆς ἐπί τοῦ θέματος, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ δη-
598μιουργηθοῦν μεγάλαι δυσχέρειαι εἰς τὸ μέλλον καὶ ἀνάγ-
599κη ἐπεμβάσεως καὶ πάλιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας.
600Διατί, ἐνῷ ἐξεκίνησεν ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν πρόθεσιν
601νὰ ἐπιβάλῃ τὰς θελήσεις της εἰς μίαν ἀτακτοῦσαν Ἐκκλη-
602σίαν κατέληξε νὰ ἀποδεχθῇ τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς
603Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποστερεῖ τὴν Κυβέρνησιν πάσης πρω-
604τοβουλίας;
605§30Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ........ (δὲν ἠκούσθη).
606§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται αἱ διακοπαί, ἔχει ἀν-
607τίρρησιν ὁ ρήτωρ.
608§32Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ ἐκ
609τοῦ παρόντος δὲν ἔχει ἀντίρρησιν...
610§33Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Βεβαιότατα, εἶμαι σύμφωνος.
611§34Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, ἀρκεσθεῖτε εἰς
612τὴν ἱκανοποίησιν, ὅτι καταργεῖτε τὸ μεταθετὸν καὶ ἀνα-
613μείνατε τὴν κατάρτισιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς
614Ἐκκλησίας.
615§35Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ὅσον ἀφο-
616ρᾶ τὸ πρῶτον θέμα, τὸ γενικὸν τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βου-
617λῇ, νομίζω, ὅτι ἔληξεν. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ δεύτερον θέμα
618τῆς συμφώνου γνώμης, ἀναμφισβητήτως, τὰ ἐπιχειρήμα-
619τα ποὺ ἐπεκαλέσθητε καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἀγορη-
620τής, εἶναι σοβαρώτατα.
621Ἐπί τῶν θεμάτων ποὺ πρόκειται νὰ ρυθμισθοῦν, θὰ
622γίνῃ συζήτησις, θὰ γίνουν ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις. Θὰ
623γίνῃ μὲ ὅλην τὴν ἄνεσιν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ
624ἐὰν ἡ Ἱεραρχία δὲν θελήσῃ νὰ δεχθῇ ἐν τῷ συνόλῳ τὰς
625ἀπόψεις ποὺ ἔχει ἡ Πολιτεία, τότε, ἡ Πολιτεία δὲν θὰ
626δημοσιεύσῃ τὰ Διατάγματα. Διότι πρόκειται περὶ Διατα-
627γμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ρυθμίζουν τὰ ἐπὶ μέρους θέματα.
628Φαντασθεῖτε, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βου-
629λῇ τὸ θέμα τῶν προσόντων πρὸς ἱεραρχίαν, τὸ θέμα τῶν
630συνόρων τῶν Μητροπόλεων κλπ. Εἶναι θέματα τὰ ὁποῖα
631μετὰ μίαν καλόπιστον συζήτησιν τῆς Ἱεραρχίας μὲ τὸ Ὑ-
632πουργεῖον Παιδείας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς
633ἀποτελέσματα πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πο-
634λιτείας. Δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζωμεν πάντοτε, ὅτι ἡ
635Ἐκκλησία εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς λεπτομερείας αὐτάς,
636αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν εἰς τὸν βίον αὐτῆς ταύτης τῆς Ἐκκλη-
637σίας.
638§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίσατε, κ. Καμβύση ἄνευ διακοπῶν.
639§37Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Ὡς προκύπτει καὶ ἐκ τῆς Εἰσηγητι-
640κῆς Ἐκθέσεως πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ καθο-
641ρίσῃ αὐστηρότερα κριτήρια τῶν σήμερον ἰσχυόντων προ-
642κειμένου περὶ τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου τῶν πρὸς ἀρ-
643χιερατίαν ἐκλογίμων διὰ νὰ ὑπάρχουν ὅλα τὰ ἐχέγγυα διὰ
644τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρίστων. Δηλαδή, κ. βουλευταί, ἀρκεῖ νὰ
645ἔχῃ τις ὑπηρετήσει ἐφημέριος εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ ἔχῃ
646τὰ προσόντα νὰ καταλάβῃ Μητροπολιτικὴν ἕδραν.
647§38Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Αὐτὰ κ.
648συνάδελφε, ἐψηφίσθησαν εἰς τὴν Βουλήν.
649§39Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Δὲν λέγω τὸ ἀντίθετον, κ. ὑπουργέ,
650Φρονῶ, ὅτι ἤδη παρέχεται ἡ εὐχέρεια, ὅπως ἡ Κυβέρνη-
651σις καθορίσῃ αὐστηρότερα προσόντα διὰ νὰ καταστῇ δυ-
652νατὴ ἡ εἴσοδος ἀξίων στελεχῶν, τὰ ὁποῖα θὰ τονώσουν
653τὰς ἡγετικὰς τάξεις τῆς ἐκκλησίας. Δι’ ἄλλου Διατάγμα-
654τος, προβλέπεται τίνι τρόπῳ θὰ πληροῦνται αἱ θέσεις τοῦ
655Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλο-
656νίκης. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ σημερινὸς τρόπος πληρώσεως
657τῶν θέσεων αὐτῶν εἶναι ὁ καλύτερος ἢ θὰ εὑρεθῇ ἄλλος
658τρόπος περισσότερον καλὸς τοῦ σημερινοῦ. Πάντως ἐκεῖνο
659ποὺ γνωρίζω πολὺ καλὰ ἐκ τῆς πείρας, εἶναι, ὅτι κατὰ
660περίεργον τρόπον, ἐκλέγονται ὄχι οἱ ἀριστεῖς. Ἤδη, πα-
661ρέχεται ἡ εὐχέρεια, νὰ ρυθμισθῇ καὶ τὸ θέμα αὐτὸ εἰς τρό-
662πον, ὥστε νὰ ἐκλέγωνται διὰ τὰς θέσεις ταύτας οἱ ἄξιοι.
663§40Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, ὁ κ. συνάδελφος
664ἀνέγνωσε τὸν κείμενον νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι εἶναι
665ἁπλῆ γνώμη τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τὸ νέον σχέδιον τῆς
666Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη καταρτισθῇ, ἐπίσης, ὁμι-
667λεῖ περὶ προτάσεως, ὄχι περὶ συμφώνου γνώμης. Ἐγίνατε
668συνοδικώτερος τῶν Συνοδικῶν. Ἰδοὺ ἡ περικοπή: «....
669... (ἀναγινώσκει) ......».
670Ἡ Ἐκκλησία προτείνει καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίζει».
671§41Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Αὐτὸ θὰ εἴ-
672πῃ εἰς τὰ Διατάγματα. Διὰ τὸ μέλλον αἱ λεπτομερειακαί
673μεταβολαὶ θὰ γίνωνται κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν.
674§42Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Λυποῦμαι, ὅτι ἐπιμένετε. Ἀπευθύ-
675νομαι πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ σᾶς λέγω: Ὁ κείμενος νόμος
676γράφει «γνώμην», ὁ κ. ὑπουργὸς προσθέτει «σύμφωνον
677γνώμην». Θέλετε νὰ δώσετε περισσότερα ἀπὸ ὅσα ζητεῖ ἡ
678Ἐκκλησία καὶ νὰ δημιουργήσετε περιπλοκὰς εἰς τὸ μέλλον;
679Πλειοψηφίαν ἔχετε, ψηφίσατε τό...
680§43Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Ἕτερον θέμα, ἐξόχως σοβαρόν, τὸ
681ὁποῖον πρόκειται νὰ ρυθμισθῇ διὰ Διατάγματος, εἶναι τὸ
682ἀναφερόμενον εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Μητροπό-
683λεων καὶ τῶν ὁρίων αὐτῶν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Μητροπόλεων,
684κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ ρυθμισθῇ ὁπωσδήποτε. Ἔχο-
685μεν σήμερον 66 Μητροπόλεις. Ἤτοι ἀντιστοιχεῖ εἷς Μη-
686τροπολίτης εἰς 100.000 κατοίκους περίπου. Ὁ ἀριθμὸς
687αὐτὸς εἰς ἄλλας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας εἶναι κατὰ πολὺ
688μεγαλύτερος. Εἰς τὴν Ρωσίαν εἷς Μητροπολίτης ἀντιστοι-
689χεῖ εἰς 3.000.000 πολίτας καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν 300.000.
690Ἀνάλογον συμβαίνει καί εἰς τὴν Ρουμανίαν. Νομίζω, ὅτι
691καὶ ἐν Ἑλλάδι ὁ ἀριθμὸς τῶν Μητροπολιτῶν, θὰ πρέπει νὰ
692περιορισθῇ εἰς τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν αἱ ἀνάγκαι
693τοῦ τόπου.
694Σᾶς ἀναφέρω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν Λέσβον
695ὑπῆρχον τρεῖς Μητροπόλεις.
696Δηλαδή, μία περιφέρεια τοῦ Δήμου Πλωμαρίου ἦτο Μη-
697τρόπολις καὶ τοῦ Δήμου Μηθύμνης ἦτο Μητρόπολις καὶ
698τρίτη ἡ Μητρόπολις Μυτιλήνης. Ἐν συνόλῳ 66. Παρέ-
699χεται ἡ εὐχέρεια νὰ περιορισθοῦν αἱ ἕδραι τῶν Μητρο-
700πόλεων καὶ νὰ ἀναθεωρηθοῦν, ὅμως, καὶ τὰ ὅρια αὐτῶν,
701διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἀδικία τοῦ Μητροπολίτου Κυθήρων
702εἰς μίαν περιοχὴν ἑνὸς χιλιομέτρου καὶ νὰ ὑπάρχουν ἄλλαι
703μὲ μεγάλην ἔκτασιν καὶ μεγάλους προσόδους. Ἐπὶ τοῦ ση-
704μείου αὐτοῦ, ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ
705δεχθῇ μίαν τροπολογίαν. Παρακαλῶ, κύριε ὑπουργέ, νὰ
706τὴν προσέξητε, διότι ἀποδίδω μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν
707τροπολογίαν αὐτήν. Προτείνω, εἰς τὴν τρίτην περίπτωσιν
708«ὁ ἀριθμὸς τῶν Μητροπόλεων καὶ τὰ ὅρια τῶν περιφε-
709ρειῶν αὐτῶν», μετὰ τὴν λέξιν «αὐτῶν» νὰ προστεθῇ «ὡς
710καὶ τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τοῦ Ἀρχιε-
711πισκόπου Ἀθηνῶν». Εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν ἢ τοὐλάχι-
712στον εἰς πολλούς, ὅτι ὑπάρχουν Μητροπόλεις, αἱ ὁποῖαι
713διῳκοῦντο καὶ ὁ λαὸς καὶ τὸ ποίμνιόν των ἐποιμενεῖτο ἀπὸ
714τὸ κρεβάτι τοῦ Μητροπολίτου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπὶ μίαν διε-
715τίαν κλινήρης, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐπὶ μίαν πενταετίαν, ὡς
716ἔχω περίπτωσιν.
717§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι βασικὴ ἡ τροπολογία σας.
718§45Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Κανονικὴ ἀπαγόρευσις δὲν ὑφίστα-
719ται, διὰ νὰ προβληθῇ, ὅτι οἱ Ἱεροὶ Κανόνες δὲν ἐπιτρέ-
720πουν νὰ θέσωμεν ὅριον ἡλικίας. Πρέπει, ὅταν ὁ Μητρο-
721πολίτης ἠμπορῇ καὶ ἔχῃ τὰς σωματικάς του δυνάμεις,
722βεβαιότατα νὰ ἀσκῇ τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ ὅταν, ὅμως,
723διὰ τὰς ἐφημερίους ἡ Πολιτεία ἔθεσεν ὅριον τὸ 75ον ἔτος,
724δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον δὲν πρέπει νὰ τεθῇ τὸ αὐτὸ
725ὅριον ἡλικίας καὶ διὰ τοὺς Μητροπολίτας. Διότι κἄποια
726φορά, καὶ ὅταν αἱ δυνάμεις των τοὺς ἐγκαταλείπουν, θὰ
727πρέπει νὰ ἠμποροῦν νὰ πᾶνε νὰ ἀναπαυθοῦν καὶ οἱ Μη-
728τροπολῖται. Ἡ Πολιτεία δὲν προέβλεψε δι’ αὐτὸ τὸ ζή-
729τημα. Καὶ διὰ νὰ ἔχουν μίαν ἄνετον διαβίωσιν, θὰ παίρ-
730νουν σύνταξιν ὅλας τὰς ἀποδοχάς των, ἀλλὰ καὶ ηὐξημέ-
731νας κατὰ 50%, ὥστε καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι διὰ πολλοὺς
732Μητροπολίτας, ποὺ δὲν θὰ ἔχουν ἀποταμιεύσει τίποτε ἀπὸ
733τὴν μακρὰν σταδιοδρομίαν των, νὰ δύνανται νὰ ζήσουν
734ἀξιοπρεπῶς μὲ περίπου 10.000 δραχμάς, τὰς ὁποίας θὰ
735παίρνουν τὸν μῆνα. Κύριε ὑπουργέ, πρέπει τὴν τροπολο-
736γίαν αὐτήν, διὰ νὰ εἶναι ὁλοκληρωμένον τὸ νομοσχέδιον,
737πρέπει νὰ τὴν υἱοθετήσητε, διότι εἶναι κοινὴ συνείδησις,
738ὅτι πρέπει οἱ Μητροπολῖται νὰ ἀποχωροῦν, ὅταν αἱ δυνά-
739μεις των τοὺς ἐγκαταλείπουν. Βάλετε ἕνα ὅριον ἡλικίας.
740§46Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ποῦ θὰ εὕρῃ τὴν σύμφωνον γνώ-
741μην, δι’ αὐτό;
742§47Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Βέβαια, θὰ εἶναι ἀντίθετος, ἀλλὰ
743ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βγῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτὸ
744τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν προσθήκην αὐτήν, ὅσον
745ἀφορᾷ τὸ ὅριον ἡλικίας.
746Κύριοι, ὑπῆρχε περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠσθένει
747Μητροπολίτης εἰς Μητρόπολιν, ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐστέλλετο
748κἄθε τόσον Ἔξαρχος, διὰ νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ ὑπο-
749βάλῃ τὴν παραίτησίν του. Δὲν παρῃτεῖτο ὁ Μητροπολίτης.
750Ἐστέλλοντο ἰατροὶ νὰ τὸν ἐξετάσουν. Δὲν παρῃτεῖτο. Δὲν
751ἠξεύρω πῶς ἔγινε τελικῶς καὶ ἐπείσθη νὰ ὑποβάλῃ τὴν
752παραίτησίν του. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἦτο ἐπὶ μίαν πεντα-
753ετίαν κλινήρης. Εἰς τὴν Μητρόπολίν του, κατὰ σύμπτω-
754σιν, εἶχον ἀναπτυχθῆ ὅλαι αἱ προπαγάνδαι, διὰ τὰς ὁποίας
755ἐστέλλοντο Μητροπολῖται νὰ τὰς καταπολεμήσουν, διότι ἡ
756ἀνάπτυξίς των ἀνησύχει τὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν
757ὑπῆρχε Μητροπολίτης εἰς τὴν ἕδραν του, ἄξιος ποιμήν, θὰ
758ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίζῃ ἡ Μητρόπολις Κίτρους —
759διότι περὶ αὐτῆς πρόκειται— αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἀπὸ
760ἀπόψεως προπαγανδῶν, τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζει σήμε-
761ρον; Ἰδού, διατὶ ἐπιβάλλεται νὰ τεθῇ ὅριον ἡλικίας τὸ 75
762ἢ τὸ 80. Αὐτὸ θὰ τὸ καθορίσῃ ὁ κ. ὑπουργός, ἀλλὰ πάν-
763τως πρέπει νὰ τεθῇ.
764Τέταρτον, «τὰ τῆς συνθέσεως, συγκλήσεως καὶ λειτουρ-
765γίας τῆς Ἱερᾶς καὶ Διαρκοῦς Συνόδου, ἐπίσης ὁ τρόπος
766τοῦ διορισμοῦ τοῦ παρ’ αὐτῇ Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου
767κλπ.». Θὰ ἤθελα, ἐπίσης, νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν σας, κύριε
768ὑπουργέ, καὶ νὰ παρακαλέσω νὰ δεχθῆτε καὶ μίαν ἄλλην
769τροπολογίαν. Θὰ ἤθελον, ὡς ἐδάφιον τελευταῖον εἰς τὴν 2
770παράγραφον καὶ μετὰ τὰς λέξεις «προβλεπομένων Διατα-
771γμάτων», νὰ προστεθῇ ὅτι «διὰ Διατάγματος, θέλουν
772καθορισθῆ τὰ τῶν κληρονομιῶν τῶν περιουσιῶν, μετὰ τὸν
773θάνατον τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθη-
774νῶν». Εἶναι καιρός, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ κοινὸν αἴσθη-
775μα, νὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις, διότι, ὅταν ὁ Μοναχὸς —
776ὑπάρχουν διατάξεις καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχουν καὶ ἀπὸ
777τὸ Κανονικὸν Δίκαιον— ἡ περιουσία του δὲν ἠμπορεῖ νὰ
778κληρονομῆται, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον, ἡ περιουσία
779τὴν ὁποίαν θὰ ἀφήσῃ ἕνας Ἱεράρχης νὰ μὴ περιέρχεται
780ἐμμέσως, κατὰ ἕνα τρόπον, εἰς τὸν λαόν. Διότι τὸ χρῆμα
781αὐτό, τὸ ὁποῖον, ἀσκῶν βεβαίως νομίμως καὶ σύμφωνα μὲ
782τοὺς Κανόνας τὰ ἱερατικά του καθήκοντα, συνεσώρευσεν,
783εἶναι ἱερὸν χρῆμα, προερχόμενον ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ πρέπει
784νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν ἴδιον, διὰ νὰ γίνωνται εὐαγῆ ἱδρύ-
785ματα καὶ νὰ προστατεύωνται οἱ ἄποροι τῆς Μητροπόλεως.
786Κἄθε Μητρόπολις νὰ ἔχῃ καὶ ἕνα Ταμεῖον.
787§48Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον κάμνουν ὁμολο-
788γίαν πενίας καὶ παρθενίας, δὲν τηρεῖται οὔτε ἡ μία, οὔτε
789ἡ ἄλλη.
790§49Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Θὰ ἤθελον, κύριε ὑπουργέ, νὰ προ-
791σέξητε αὐτὴν τὴν τροπολογίαν.
792§50Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Καμβύση, ἐκκλησιαστι-
793κῶς δὲν εἶναι Μοναχοί;
794§51Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Μάλιστα.
795§52Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἡ
796νομοθεσία περὶ Μοναχῶν. Διότι εἴπατε, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ
797ὁποῖα συσσωρεύουν νομίμως, προσθέτω — εἴτε παρανό-
798μως.
799§53Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
800Αἱ παράγραφοι 3–4 καὶ 5, εἶναι ἄνευ σημασίας καὶ
801δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχοληθῶ δι’ αὐτάς. «Συγ-
802καλεῖται εἰς τὰς 25.5.1959 Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας ....
803(ἀναγινώσκει) ......». Νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ διά-
804ταξις αὐτή, διότι εὑρίσκομαι καὶ ἐγώ, κατὰ ἕνα τρόπον,
805πλησίον τῶν διαμαχομένων μερίδων καὶ βλέπω ὅτι διατη-
806ροῦν τὰς θέσεις των σθεναρῶς. Κατὰ συνέπειαν, αὐτὸ
807δίδει μίαν διέξοδον καταπραΰνσεων καὶ ἴσως καὶ ὡριμω-
808τέρων σκέψεων, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ πειθαρχία καὶ ἡ σύμ-
809πνοια εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας.
810Κύριοι βουλευταί, ἐνεκρίθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν
811Ἐπιτροπὴν ὁ τρόπος τῆς ζητουμένης εὐρείας ἐξουσιοδοτή-
812σεως, ὅπως διὰ Διαταγμάτων ρυθμισθοῦν αὐτὰ τὰ ἐπί-
813μαχα θέματα. Καὶ ἐλέχθη, τὸ εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόε-
814δρος κ. Παπανδρέου, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ κατὰ ἕνα τρόπον
815ἀπολύτρωσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ
816Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι, παρὰ ὀλίγον καιρὸν εἰς τὴν
817αἴθουσαν αὐτὴν καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ γνωρίζω τί ἐγένετο,
818ἀλλὰ ἐκ τῆς παρακολουθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω κάμει εἰς
819τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω διαπιστώ-
820σει, ὅτι ὑπάρχει πλήρης σεβασμὸς εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ
821εἰς τὰς ὑποχρεώσεις καὶ εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει.
822Οὐδέποτε εἶδον νομοσχέδιον νὰ ζητῇ νὰ ρυθμισθοῦν δι’
823ἐξουσιοδοτήσεως, εἴτε περιωρισμένης καὶ καθωρισμένης,
824εἴτε εὐρείας. Ἐνθυμοῦμαι μόνον, ὅτι διὰ κἄποιον σχέδιον
825νόμου, περὶ ἰδιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ κ. ὑπουργὸς εἶχε
826ζητήσει διὰ Διατάγματος, ὅπως ρυθμίζωνται ὡρισμένα θέ-
827ματα καὶ ὅταν ἀνεπτύχθησαν ὡρισμέναι ἀπόψεις, ἠρκέσθη
828νὰ τὰ διαγράψῃ. Θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ
829ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ, ὅπως διὰ
830Διατάγματος ρυθμίσῃ τὰ ἐπίμαχα θέματα τῆς ἐκκλησίας,
831δὲν ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σῶμα,
832ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἐπεῖγον καὶ τὴν ἀνάγκην, τὴν προκληθεῖσαν
833ἀπὸ τὸν σάλον, ὁ ὁποῖος προεκλήθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.
834Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδιαιτέρως ὁ ἀξιότι-
835μος ὑπουργὸς Θρησκευμάτων, θὰ κάμῃ χρῆσιν συνετὴν καὶ
836μετὰ περισκέψεως πολλῆς τῆς παρεχομένης ἐξουσιοδοτή-
837σεως, εἰς τρόπον, ὥστε, ἐγώ, νὰ μὴ ἔχω οὐδεμίαν ἀμφι-
838βολίαν ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν θὰ
839ἐπέλθῃ ἡ ἐξύψωσις τῆς Ἐκκλησίας, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς διοι-
840κούσης Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὡς ἐκ
841τούτου εἰσηγοῦμαι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
842(Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν κατα-
843λαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βασιλικός).
844§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
845§55Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι, τὸ παρὸν νομοσχέδιον, εἰσά-
846γεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὡς κατεπεῖγον, κατόπιν τῆς
847ἀποτυχίας τῶν προσπαθειῶν, τὰς ὁποίας κατέβαλεν, ὡς
848ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ δηλώσεών
849του, δημοσιευθεισῶν εἰς τὸν τύπον, διὰ νὰ γεφυρώσῃ τὸ
850χάσμα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἡ δημιουργηθεῖσα ρῆξις
851ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ρῆξις, ἡ ὁποία, ὡς
852γνωστόν, προεκάλεσε βαθυτάτην θλῖψιν εἰς ὁλόκληρον τὸν
853ὀρθόδοξον κόσμον. Τοῦτο δὲ καὶ διότι διεπιστώθη, ὅτι ἡ
854ρῆξις αὐτὴ δὲν ὠφείλετο εἰς διαφωνίας ἐπὶ δογματικῶν ἢ
855ἐπὶ πνευματικῶν ζητημάτων, ἀλλά, ὅπως οἱ ἴδιοι, οἱ μετα-
856σχόντες τῆς Συνόδου ὡμολόγησαν καὶ αὐτὸς ὁ προκαθήμε-
857νος τῆς Ἐκκλησίας διὰ δηλώσεών του ἐδήλωσεν, ἡ ρῆξις
858ὠφείλετο εἰς ἀντιθέσεις προσωπικὰς καὶ εἰς ἐπιδιώξεις
859προσωπικῶν ἱκανοποιήσεων.
860§56Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
861§57Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ προκαθημένου εἰς τὴν
862Ἐκκλησίαν, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν πρὸ ὀλίγων ἡμε-
863ρῶν, περιλαμβάνουν τὴν περικοπὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἀνέ-
864φερον προηγουμένως.
865§58Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἄποψις τοῦ
866προκαθημένου, ἀλλὰ κατὰ τί αὐτὸ βεβαιοῖ, ὅτι αὐτὸ ἦτο
867καὶ ἡ οὐσία τῆς ρήξεως;
868§59Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
869§60Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Εἴπατε ὅλοι. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δὲν εἶναι
870ὅλοι.
871§61Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι βεβαιοῖ, λέγω, ὅτι ἐνεφα-
872νίσθη αὐτὴ ἡ ρῆξις ἐνώπιον τῆς ὀρθοδόξου κοινῆς γνώ-
873μης, ὡς ρῆξις προερχομένη οὐχὶ ἀπὸ διαφωνίας εἰς πνευ-
874ματικὰ ἢ δογματικὰ ζητήματα, ἀλλὰ ἀπὸ διαφωνίας, ὀφει-
875λομένας εἰς προσωπικὰς ἀντιθέσεις.
876§62Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἄλλο τὸ ἐνεφανίσθη καὶ ἄλλο τὸ εἶπε.
877§63Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Καὶ ἡμεῖς φυσικά, οἱ ὁποῖοι παρακο-
878λουθοῦμεν διὰ τοῦ τύπου καὶ ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τῶν
879ἐκπροσώπων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὰ γεγονότα, καὶ ὁλό-
880κληρος ὁ ὀρθόδοξος κόσμος, ὁ ὁποῖος μὲ συγκίνησιν τὰ
881παρηκολούθησεν, εἶναι φυσικὸν νὰ ἐσχημάτισε τὴν ἐντύ-
882πωσιν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀφορμὴ τῶν διαφω-
883νιῶν, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς τὴν ρῆξιν, διὰ τὴν ὁποίαν
884ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ εἰσαγάγῃ κατεπειγόντως τὸ
885προκείμενον νομοσχέδιον. Ὀφείλομεν, κύριοι συνάδελφοι,
886νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις,
887διερμηνεύουσα τὸ κοινὸν αἴσθημα, νὰ καταβάλῃ κᾶθε προ-
888σπάθειαν διὰ τὴν γεφύρωσιν τοῦ χάσματος καὶ κατ’ ἀκο-
889λουθίαν, κατ’ ἀρχήν, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ εἴμεθα συμπα-
890ραστάται κᾶθε προσπαθείας, ἡ ὁποία πράγματι ἀποβλέ-
891πει εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἡ
892Κυβέρνησις, παρὰ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν πράγματι ἀντίδρασίν
893της—ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν ἦτο προητοι-
894μασμένη, ὡς ὤφειλε, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν
895κρίσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, κρίσιν τῆς ὁποίας ἡ ἐκδήλωσις
896μὲν εἶναι πρόσφατος, ἀλλὰ τὰ αἴτια εἶναι παλαιά, καὶ αἱ
897ἀφορμαὶ ἐκυοφοροῦντο ἀπὸ πολλῶν μηνῶν, γεγονὸς τὸ ὁ-
898ποῖον ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ δι’ αὐτὸ εἶχεν ὑπο-
899χρέωσιν νὰ τὸ προλάβῃ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας,
900πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους. Διότι, κύριοι συνάδελφοι,
901ἐνθυμεῖσθε τὸ μήνυμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς
902Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος πρὸ μηνῶν, κατὰ τὸν περασμέ-
903νον Ὀκτώβριον, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, μᾶς ἀπηύθυνε, μετὰ
904τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν της, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐδήλου,
905ὅτι μεταξὺ τῶν θεμάτων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς
906Ἱεραρχίας τῆς Συνόδου ἐκείνης, περιελαμβάνοντο καὶ ὅλα
907τὰ θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα προέκυψαν αἱ μετέπειτα διαφω-
908νίαι, ὅπως τοῦ μεταθετοῦ, τὸ θέμα τῶν ὁρίων τῶν Μητρο-
909πόλεων, τῶν προσόντων τῶν Ἀρχιεπισκόπων κλπ. Ἀλλὰ
910διὰ τὰ θέματα αὐτά, παρ’ ὅλον ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Συνό-
911δου διήρκεσαν ἐπὶ μῆνας, δὲν τῆς ἀπέμεινεν ὁ ἀναγκαῖος
912χρόνος διὰ νὰ τὰ συζητήσῃ καὶ διὰ νὰ δώσῃ λύσεις, ὡς
913εἶχεν ὑποχρέωσιν. Τί ἐσήμαινεν αὐτό; Σημαίνει, ὅτι αἱ
914λύσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ δοθοῦν εἰς τὰ προβλήματα
915αὐτά, δὲν ἱκανοποίουν μεγάλον ἀριθμὸν ἐκ τῶν μελῶν τῆς
916Ἱεραρχίας, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ δημιουργηθοῦν προϋπο-
917θέσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ προκαλέσουν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνα-
918βολῆς λήψεως ἀποφάσεων.
919Μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν
920καὶ ἔχομεν καὶ πρὸς τὸν προκαθήμενον τῆς Ἐκκλησίας καὶ
921πρὸς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἱεραρχίας καὶ ὅλους τοὺς διακε-
922κριμένους Ἱεράρχας, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀποτελοῦν, ἐκφράζο-
923μεν τὴν λύπην μας, διότι εἰς στιγμὰς ἠθικῆς κρίσεως, τὴν
924ὁποίαν διερχόμεθα, εἰς στιγμὰς κρισίμους διὰ τὸ Ἔθνος
925καὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἀποβλέπομεν ὅλοι εἰς τὴν Ἐκκλη-
926σίαν, εἰς τὸν πνευματικὸν ἡγέτην, ὁ ὁποῖος θὰ ἔπρεπε νὰ
927εἶχεν ἀντιμετωπίσει ὅλα του τὰ προβλήματα, ὥστε ἀπερί-
928σπαστος καὶ ἐλεύθερος νὰ εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς πνευμα-
929τικῆς ἀναγεννήσεως τοῦ τόπου, τὴν περίοδον αὐτὴν δια-
930πιστώνεται, ὅτι μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς ἡγεσίας τῆς
931Ἐκκλησίας ἐνεφιλοχώρησαν ἔριδες καὶ διαφοραὶ διὰ
932προσωπικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα εἶναι φυσικὸν νὰ τὴν ἐμπο-
933δίσουν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναλάβῃ ἕνα μεγαλύτερον καὶ πλέον
934ἐθνικὸν ἔργον διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὴν Χώραν.
935Ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἀπροετοίμαστος εἰς τὴν κρίσιν
936αὐτήν, παρ’ ὅλον ὅτι ἐγνώρισε πῶς εἶχον τὰ πράγματα
937καὶ αὐτὸ κυρίως εἶναι ἕνα θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον τὴν ἐπι-
938κρίνομεν. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι εὑρέθη ἀπροετοίμαστος, εἶναι
939αἱ ἐπανειλημμέναι οὐσιαστικαὶ τροποποιήσεις τοῦ ἀρχικοῦ
940νομοσχεδίου. Διότι τὴν πρώτην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν
941ἀπεφάσισε νὰ ἐπέμβῃ, παρὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέ-
942δρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν θὰ ἐπέμβῃ, καταθέτει τὸ
943νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη εἰς τὴν Κοινοβουλευ-
944τικὴν ἐπὶ τῆς Παιδείας Ἐπιτροπὴν καὶ ὡς γνωρίζετε,
945ἀπετέλει μίαν ἀποφασιστικὴν ἐπέμβασιν εἰς τὰ θέματα τῆς
946Ἐκκλησίας. Μετέβαλε τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ ἀνεξάρτητον
947εἰς ὑποτελῆ εἰς τὴν Πολιτείαν. Βεβαίως περιελάμβανε τὸ
948νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ διάταξιν περὶ καταργήσεως τοῦ μετα-
949θετοῦ, διάταξις ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κοινὸν σημεῖον συμφω-
950νίας ὅλων τῶν παραγόντων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἁρ-
951μοδίων ὀργάνων τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, τὸ
952νομοσχέδιον ἐκεῖνο περιελάμβανε διάταξιν καταφώρως
953ἀντισυνταγματικήν, καταλύουσαν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς
954Ἐκκλησίας καὶ ἡ ὁποία δικαίως προεκάλεσε τὴν ἐξέγερσιν
955τῶν ἐκπροσώπων της. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις, μελετήσασα
956μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὰ γεγονότα καὶ ἀφοῦ προέβη εἰς
957συνεννοήσεις συνέταξε νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σή-
958μερον εἰσηγεῖται καὶ τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι βελτιωμέ-
959νον... Ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἡ προσθήκη εἰς τὸ
960νομοσχέδιον τῆς διατάξεως, ὅτι τὰ Διατάγματα, διὰ τὸν
961Καταστατικὸν Χάρτην, θὰ ἐκδοθοῦν μετὰ σύμφωνον γνώ-
962μην τῆς Ἱεραρχίας εἰς τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας —ἡ
963ὁποία ἐπεβλήθη, ὡς ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις ὡμολόγησε, λόγῳ
964τῆς ἀδηρίτου ἀνάγκης νὰ ἀποφευχθῇ ἡ χειροτέρευσις τῆς
965ρήξεως— ἡ ἐπέμβασις αὐτή, λέγω, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνε-
966ται πρὸς τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ εἶναι δεδικαιολογημένη,
967δὲν πρέπει νὰ ἐπεκτείνεται μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ
968ὑπάρχῃ κίνδυνος ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ μετατραπῇ ἡ Ἐκκλη-
969σία ἀπὸ ἀνεξάρτητος εἰς ὑποτελῆ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ καταρ-
970γηθῇ τὸ ἰσχῦον εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας δημοκρα-
971τικὸν καθεστὼς καὶ ἐκ τρίτου, ὅπερ καὶ τὸ σπουδαιότερον,
972νὰ καταστῇ δυσχερὴς ἡ συνεργασία τῆς Ἱεραρχίας καὶ τῆς
973Πολιτείας, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν
974προβλημάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ Ἐκ-
975κλησία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύσῃ τὰ προβλήματά της, οὔτε
976νὰ ἐξυγιανθῇ, ἀλλὰ καὶ ἡ Πολιτεία νὰ καρπωθῇ τὰ ὠφε-
977λήματα μιᾶς ὑγιοῦς Ἐκκλησίας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν,
978ἐπεβάλλετο ἡ ἐπέμβασις, ἥτις ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ μέχρι
979τοῦ σημείου, ὥστε νὰ μὴ καταστῇ ἀφορμὴ νὰ εὐρυνθῇ τὸ
980χάσμα, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ γεφυρωθῇ. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔν-
981νοιαν αὐτήν, συμφωνῶ μὲ τοὺς προλαλήσαντας Ἀρχηγοὺς
982τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν, ὅτι τὸ παρὸν
983νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν διάταξιν
984τοῦ ἐδαφίου ἕνα, τοῦ καθιεροῦντος τὸ ἀμετάθετον, γεγο-
985νὸς τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ κυρίως τὴν πέτραν, ὡς ἐλέχθη, τοῦ
986σκανδάλου καὶ τὴν κυριωτέραν ἀφορμὴν τῶν ἐρίδων μετα-
987ξὺ τῶν Ἱεραρχῶν. Ἐφ’ ὅσον ἐξεδηλώθη διάθεσις πρὸς
988συνεννόησιν μεταξὺ τῶν ἀντιμαχομένων εἰς τὴν Ἱερὰν
989Σύνοδον μερίδων καὶ ἐγένετο συνείδησις εἰς τὴν Ἱεραρ-
990χίαν, ὅτι ἡ ρῆξις ἐδημιούργησε δυσφορίαν εἰς τὸν ὀρθό-
991δοξον κόσμον καὶ ζημίαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐφ’ ὅσον
992ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Ἱεραρχία ἐπιδιώκει νὰ ἀρθοῦν αἱ
993ἀφορμαὶ τῆς ρήξεως καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἠρεμία εἰς τὴν Ἐκ-
994κλησίαν, ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς καθώρισε τὴν σύμφωνον
995γνώμην τῆς Ἱεραρχίας, ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν
996Βασ. Διαταγμάτων. Ἐξ ὅλων αὐτῶν φαίνεται, ὅτι ὑπάρ-
997χει θέλησις ἑκατέρωθεν, ὥστε νὰ μὴ ἀποβοῦν τὰ δημιουρ-
998γηθέντα γεγονότα πρὸς βλάβην τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλα αὐτὰ
999συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μας, ὅπως τὸ νομοσχέδιον
1000περιορισθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 ἐδάφ. 1 καὶ αἱ
1001ἑπόμεναι διατάξεις, δηλαδὴ ἐκεῖναι, διὰ τῶν ὁποίων καθι-
1002εροῦται ἡ διὰ Διαταγμάτων ρύθμισις τοῦ συνόλου σχεδὸν
1003τῶν θεμάτων, τῶν ἐνδιαφερόντων τὴν Ἐκκλησίαν, νὰ δια-
1004γραφοῦν. Οὔτε ἡ διάταξις περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν
1005τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, περὶ τῆς ὁποίας θὰ σᾶς ὁμιλήσω
1006κατωτέρω λεπτομερέστερον, πρέπει νὰ διατηρηθῇ καὶ τοῦ-
1007το, διὰ νὰ εὐρυνθῇ, ἢ ἔστω διατηρηθῇ, τὸ χάσμα εἰς τὴν
1008Ἐκκλησίαν, ὅπως κινδυνεύει μὲ τὰς διατάξεις αὐτάς, ἔστω
1009καὶ ἂν παραμείνῃ ἡ διάταξις περὶ «συμφώνου γνώμης»
1010τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλά ἀνεξαρτήτως τοῦ χάσματος μεταξὺ
1011Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, καὶ γενικώτεροι λόγοι σκοπι-
1012μότητος, διὰ τὴν προστασίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
1013καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ὀρθόδοξον
1014Ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὰς εἰς ἄλλας χώρας
1015Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, ἐπιβάλλουν νὰ ἔχωμεν ἐπιφυλά-
1016ξεις διὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς καὶ ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἄπο-
1017ψιν, ὅτι μόνον διὰ συνεννοήσεων μὲ τὴν Ἐκκλησίαν δέον
1018νὰ λύσωμεν τὰ προβλήματά της, δεδομένου, ἄλλως τε,
1019ὅτι ἐδηλώθη καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
1020ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἡ ἁρμοδία διὰ τὸν Καταστατι-
1021κὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας Ἐπιτροπὴ τῶν Ἱεραρχῶν,
1022ἔχει ἤδη ἀποπερατώσει τὸ ἔργον της καὶ εἶναι ἕτοιμον διὰ
1023νὰ ὑποβληθῇ τὸ πόρισμά της εἰς τὴν Ἱεραρχίαν, διὰ νὰ
1024καταρτίσῃ τὸ σχέδιον νόμου τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου,
1025ὁ ὁποῖος λύει τὰ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατ’ ἀκο-
1026λουθίαν δύναται νὰ κατατεθῇ συντόμως εἰς τὴν Βουλήν,
1027διὰ νὰ ψηφισθῇ, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρ-
1028νησις εἰς τὴν ἔκδοσιν Β. Διαταγμάτων. Ἡ Κυβέρνησις,
1029ἐὰν περιωρίζετο εἰς τὸ ἄρθρον 1 καὶ ἡ συζήτησις θὰ ἦτο
1030συντομωτέρα καὶ ἡ λύσις θὰ ἦτο περισσότερον συμπαθὴς
1031πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν.
1032Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν οὐσίαν, θὰ διηυκόλυνε περισσότερον
1033τὴν γεφύρωσιν τοῦ χάσματος ἡ λύσις ἐκείνη, καὶ θὰ ἦτο
1034ἡ Πολιτεία πλέον συνεπὴς πρὸς τὴν μέχρι σήμερον ἐκκλη-
1035σιαστικὴν ἱστορίαν καὶ τὴν ὑφισταμένην εἰς τὴν Ἐκκλη-
1036σίαν κατάστασιν. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι μό-
1037νον διὰ τὴν Ἐκκλησίαν μας ἡ ζημία ἐκ τῆς καθιερώσεως
1038ἑνὸς προηγουμένου εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα ἐπεμ-
1039βάσεως. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι καὶ εἰς ἄλλας χώρας ὑπάρ-
1040χουν ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην πα-
1041ροχῆς βοηθείας καὶ προστασίας, δεδομένου ὅτι λειτουργοῦν
1042ὑπὸ δυσμενεστέρας περιστάσεις. Καὶ εἰς τὰς χώρας αὐτὰς
1043ἀντιμετωπίζονται, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἐκκλησίας, δυσχε-
1044ρεῖς συνθῆκαι. Δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι
1045δικαιοῦται μία Κυβέρνησις νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ ζητήματα
1046τῆς Ἐκκλησίας ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου, δικαιολογοῦντος
1047μίαν τοιαύτην σοβαρὰν ἐπέμβασιν.
1048Νομίζω, λοιπόν, ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, ἡ Κυ-
1049βέρνησις ὀφείλει νὰ προσέξῃ τὸ θέμα. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ
1050Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ πράγματι νὰ ζημιώσῃ τὴν ὀρθόδοξον
1051Ἐκκλησίαν. Δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς,
1052θέλει νὰ δημιουργήσῃ προϋποθέσεις, διὰ νὰ ζημιωθῇ ἡ
1053Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῶν ἄλλων χωρῶν, ἀλλὰ εἶναι γε-
1054γονός, ὅτι ἡ πολιτική της νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν
1055τοῦ νόμου αὐτοῦ ὡς ἔχει, πλὴν τοῦ ἐδαφίου 1, θὰ δημιουρ-
1056γήσῃ συνθήκας, αἱ ὁποῖαι θὰ προκαλέσουν τοιαύτην ἐκμε-
1057τάλλευσιν.
1058§64Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων).
1059Ποῖον σημεῖον, θὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν;
1060§65Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τὸ ὅτι ἡ Πολιτεία εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ
1061τρόπον ἀντισυνταγματικόν, διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων,
1062ρυθμίζει τὰ σοβαρώτερα θέματα τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς
1063τὴν γνώμην της καὶ τὴν γνώμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπρο-
1064σωπείας. Ἡ σοβαρωτέρα διάταξις, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ
1065ὁμιλήσω τώρα ἀμέσως καὶ ἡ ὁποία εἶναι σαφῶς ἀντισυντα-
1066γματική, εἶναι ἡ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ἀναβάλλονται
1067αἱ ἐργασίαι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὅσον καὶ ἂν φαίνεται
1068ἁπλῆ ἡ διάταξις αὐτή, θὰ δημιουργήσῃ πολλὰ θέματα,
1069εἶναι δὲ σαφῶς ἀντισυνταγματική. Εἰς τὸ ἀρχικὸν νομο-
1070σχέδιον, εἴχατε διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἠδύνατο ἡ Κυ-
1071βέρνησις νὰ ἀναβάλῃ ἑκάστοτε τὰς ἐργασίας τῆς Ἱερᾶς
1072Συνόδου. Αὐτὴ ἡ διάταξις, ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν
1073Κυβέρνησιν νὰ ἀσκῇ διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ παρά-
1074βασιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ρητῶς
1075ἀναφέρει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ἀπὸ Ἱερὰν Σύνοδον
1076Ἱεραρχῶν. Εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, βελτιώνετε τὴν
1077διάταξιν αὐτήν, ἀλλὰ καταργεῖτε κατ’ οὐσίαν τὴν διοίκη-
1078σιν τῆς Ἐκκλησίας, διότι τί ἄλλο ἢ κατάργησιν τῆς διοι-
1079κήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας
1080ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀναστέλῃ τὰς ἐργασίας τῆς
1081Ἱερᾶς Συνόδου δι’ ἕνα Αʹ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ
1082ὁποῖον θὰ παύσῃ διοικουμένη ἡ Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ
1083ἔχῃ Ἱερὰν Σύνοδον διοικοῦσαν αὐτήν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν
1084κατάφωρον ἐπέμβασιν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας,
1085εἶναι ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορ-
1086μὴν καὶ δι’ ἐπεμβάσεις εἰς τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας ἄλ-
1087λων χωρῶν, διὰ τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἠμποροῦμεν κατόπιν νὰ
1088διαμαρτυρηθῶμεν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα φυσικά, ἡ ἐπέμβασις
1089αὐτή, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, ὀφείλεται εἰς ἀγαθὰ
1090αἴτια, ἀλλὰ εἰς ἄλλας χώρας, ἀσφαλῶς θὰ ὀφείλεται εἰς
1091πρόθεσιν δημιουργίας δυσχερῶν συνθηκῶν διὰ τὴν λει-
1092τουργίαν τῶν ἐκεῖ ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
1093§66Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων).
1094Ἡ παράτασις τῆς ἀνωμαλίας, ποὺ προέκυψεν εἰς τὴν Ἐκ-
1095κλησίαν, δὲν συγκρίνεται μὲ οἱανδήποτε ἄλλην ζημίαν διὰ
1096τὴν Ἐκκλησίαν. Εἶναι τόσον μεγάλη ἡ ἀνωμαλία, ὥστε
1097δὲν συγκρίνεται μὲ οἱανδήποτε ἄλλην.
1098§67Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἐγὼ ἀνεγνώρισα εἰς τὴν
1099Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπέμβῃ καὶ ἐδικαιολόγησα
1100πλήρως τὴν ἐνέργειάν της. Ἀλλὰ ἡ ἐπέμβασις αὐτὴ εἴπο-
1101μεν, ὅτι πρέπει, διὰ νὰ εἶναι ἐπιτυχὴς καὶ διὰ νὰ γεφυ-
1102ρώσῃ τὸ χάσμα, ἀντὶ νὰ τὸ εὐρύνῃ, νὰ γίνῃ μετὰ προσο-
1103χῆς καὶ μέχρι τοῦ ἀπαραιτήτου σημείου.
1104Τὸ ἀπαραίτητον σημεῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἦτο
1105νὰ περιορισθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ψήφισιν τῆς παρα-
1106γράφου 1 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὸ ἀμε-
1107τάθετον. Ὅλαι αἱ ὑπόλοιποι διατάξεις περιττεύουν. Ἔ-
1108πειτα, μάλιστα, ἀπὸ τὴν δημιουργίαν τῶν νεωτέρων συν-
1109θηκῶν, αἱ ὁποῖαι δίδουν τὴν ἐντύπωσιν μιᾶς ὑφέσεως εἰς
1110τὴν ρῆξιν τῶν Ἱεραρχῶν, νομίζω, ὅτι σᾶς δίδεται τὸ
1111δικαίωμα νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ψήφισίν των.
1112Κύριοι βουλευταί, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν θὰ ἐξετάσω-
1113μεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατετέθη σή-
1114μερον τροποποιημένον ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας.
1115Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περιλαμβάνει διάταξιν, διὰ τῆς ὁ-
1116ποίας, εἰς τὴν παράγραφον 2, δύναται ἡ Κυβέρνησις, διὰ
1117Βασιλικῶν Διαταγμάτων, νὰ ρυθμίσῃ ὅλα τὰ θέματα καὶ
1118τὰ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, εἰς
1119τὸ σημεῖον αὐτό, νὰ ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ.
1120ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται διὰ τῶν
1121Διαταγμάτων αὐτῶν νὰ ὁλοκληρώσῃ ὅλα τὰ θέματα, μὲ
1122τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γίνῃ ἡ τροποποίησις τοῦ Καταστατι-
1123κοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατ’ ἀκολουθίαν νὰ συν-
1124τάξῃ καὶ νὰ θέσῃ εἰς ἰσχὺν ἕνα ὁλοκληρωμένον Καταστα-
1125τικὸν Χάρτην ἢ ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται ἁπλῶς καὶ μό-
1126νον νὰ ἐπιλύσῃ τὰ προβλήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλε-
1127σαν τὴν ἀφορμὴν τῆς ρήξεως καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῇ ἀργότε-
1128ρον νὰ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας
1129νέον ὡλοκληρωμένον σχέδιον, βάσει τοῦ πορίσματος τῆς
1130ἐκ Μητροπολιτῶν Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, ὡς ἐλέχθη, συνε-
1131κροτήθη κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀφοῦ
1132ἐμελέτησε τὰ θέματα ὑπέβαλε, ὡς ἐλέχθη ἤδη, τὰ πορί-
1133σματά της εἰς τὴν Κυβέρνησιν;
1134Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις περιορισθῇ εἰς
1135ὡρισμένα βασικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην της,
1136ἀπὸ τὰς πληροφορίας ποὺ ἔχει ὡς ἐποπτεύουσα τὰ τῆς
1137Ἐκκλησίας, ἀπετέλεσαν τὴν ἀφορμὴν τῆς ρήξεως, βε-
1138βαίως εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ὑπάρχει δικαιολογία. Ἐάν,
1139ὅμως, ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκῃ διὰ τῶν Βασιλικῶν Διατα-
1140γμάτων νὰ ὁλοκληρώσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνασυντάξεως τοῦ
1141Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας, ἐρήμην τῆς Ἐθνι-
1142κῆς Ἀντιπροσωπείας, νομίζω, ὅτι διαπράττει τεράστιον
1143σφάλμα τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι πρὸς βλάβην ὅλων τῶν παρα-
1144γόντων, τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν
1145τῆς Ἐκκλησίας καὶ διὰ τὴν ἐξυγίανσιν αὐτῆς. Διότι δὲν
1146εἶναι δυνατὸν ποτέ, ἕνα ἔργον τοιαύτης σοβαρότητος, ὅπως
1147τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐκκλησίας, νὰ εἶναι τελειότερον, συν-
1148τασσόμενον ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας κρατικὰς ὑπηρεσίας καὶ
1149ἔστω καὶ ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, παρὰ
1150ὅταν ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
1151Διότι ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς ἐκπροσωποῦνται ὅλαι αἱ
1152τάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐδῶ μόνον, ἀπὸ τοῦ βή-
1153ματος τούτου, εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθοῦν ὅσα πρέπει καὶ νὰ
1154κριθοῦν, ὅπως πρέπει, ἔργα τοιαύτης σοβαρότητος, ὡς ὁ
1155Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι ἀντι-
1156κείμενον ἰδιαιτέρου κουβεντολογήματος ἕνα τοιοῦτον ἔρ-
1157γον, μεταξὺ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας
1158καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἢ μεταξὺ τῶν
1159ἱεραρχῶν, τῶν προσκειμένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τῶν φίλα
1160διατελούντων πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Δὲν
1161εἶναι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μό-
1162νον τοὺς Ἱεράρχας, οὔτε θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον τὴν
1163Ἐκκλησίαν. Ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, Ἐκκλησίαν καὶ
1164Πολιτείαν ὡς σύνολον, καὶ ὅλοι ἔχομεν συμφέρον ὁ Κατα-
1165στατικὸς αὐτὸς Χάρτης, ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ ὕστερα ἀπὸ τό-
1166σους ἀγῶνας, νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς
1167Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ εἶναι προσηρμοσμένος
1168πρὸς τὴν σημερινὴν ἐθνικὴν καὶ πολιτικὴν πραγματικό-
1169τητα, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παρακολουθήσωμεν, ἐὰν θέλω-
1170μεν νὰ ἐπιβιώσωμεν καὶ ὡς Ἔθνος καὶ ὡς Ἐκκλησία.
1171Δὲν εἶναι, λοιπόν, δυνατόν, κύριε ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Παι-
1172δείας, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζω ἀπόλυτον καλὴν πίστιν
1173καὶ ἀπόλυτον καλὴν πρόθεσιν, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω,
1174νὰ ἀπαντᾶτε ἀπὸ τοῦ ἑδωλίου σας, ὅτι θὰ κάμητε ὑποχω-
1175ρήσεις πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ θὰ κάμῃ ὑποχωρήσεις
1176ἡ Ἐκκλησία πρὸς ὑμᾶς καὶ θὰ συνταχθῇ ἕνας Καταστα-
1177τικὸς Χάρτης, χωρὶς νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἔλεγχος.
1178Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε προηγουμένως, ἀπαντῶντες εἰς
1179τὸν κ. Παπανδρέου, δὲν εἶναι ἀπάντησις, ἡ ὁποία εἶναι
1180δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας μιᾶς
1181Χώρας, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβιώσῃ μόνον ἂν ἐπιτύχῃ τὴν ἠθικὴν
1182καὶ πολιτικὴν ἐξυγίανσίν της.
1183§68Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων).
1184Εἴπατε, ὅτι θὰ γίνουν συμβιβασμοὶ ἐπὶ τῶν θεμάτων ἠθι-
1185κῆς τάξεως, μεταξὺ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου
1186Παιδείας;
1187§69Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον, ὅτι τὰ προβλή-
1188ματα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας
1189συζητήσεως μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ Ἐκκλησίας, ἀλλὰ
1190ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Μόνον ἐδῶ μέσα, ποὺ ἐκπροσω-
1191ποῦνται ὅλαι αἱ τάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι δυνατὸν
1192νὰ κριθῇ ἕνα τόσον σοβαρὸν νομοσχέδιον, τῆς Κυβερνή-
1193σεως, φυσικά, δυναμένης νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἄποψίν της
1194ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πιστεύει ὡς ὀρθὴν καὶ ἠμπορεῖ νὰ τὴν
1195ἐπιβάλῃ, ἐφ’ ὅσον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης διατηρεῖ
1196τὴν κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν.
1197Κύριοι συνάδελφοι, ὅπως εἶπον, λοιπόν, τὸ νομοσχέδιον
1198φαίνεται ἐκ τῆς διατυπώσεώς του, ὅτι ἐξετάζει τὰ θέματα
1199τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἁπλᾶ προβλήματα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τό-
1200σον ἁπλοῦν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ρυθμίζεται μὲ τὸ προτεινό-
1201μενον νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνη-
1202σις, ἀφοῦ λάβῃ τὴν γνώμην τῆς Ἱεραρχίας, θὰ ἐκδώσῃ τὰ
1203Βασιλικὰ Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ λύσῃ τὰ προ-
1204βλήματα τῆς Ἐκκλησίας. Προκειμένου, ὅμως, περὶ ἐκκλη-
1205σιαστικῶν προβλημάτων, δὲν εἶναι ἁπλοῦν τὸ θέμα. Καὶ
1206ὅτι δὲν εἶναι ἁπλοῦν, τὸ λέγουν ὅλοι οἱ μεγάλοι συνταγμα-
1207τολόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ τὰ θέματα τῆς Ἐκκλη-
1208σίας καὶ ὅλοι οἱ συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνέκαθεν εἶχον
1209ἀσχοληθῆ μὲ παρόμοια θέματα καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ δι-
1210καίωμα, λόγῳ τοῦ ἐπιστημονικοῦ των κύρους, νὰ ἀποφαί-
1211νωνται ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν αὐθεντικά. Ἄς ἐξετάσω-
1212μεν, πρῶτον, ὑπὸ ποῖον νομικὸν καθεστώς, τελεῖ σήμερον
1213ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν χώραν μας καὶ ἂν βάσει αὐτοῦ δύναν-
1214ται νὰ ψηφίζωνται νομοσχέδια, λύοντα τὰ προβλήματα
1215τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Εἶναι
1216γεγονός, ὅτι εἰς τὴν χώραν μας ἰσχύει τὸ καθεστὼς τῆς
1217νόμῳ κρατούσης Πολιτείας, ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἐκκλησιαστι-
1218κὰ θέματα. Δηλαδή, ἡ Πολιτεία, διὰ τῶν κανόνων τοὺς
1219ὁποίους θέτει, ρυθμίζει τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ
1220αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει ἀνεξέλεγκτον δι-
1221καίωμα νὰ θέτῃ οἱουσδήποτε κανόνες ἐκείνη νομίζει, ὅτι
1222πρέπει νὰ θέτῃ διὰ τὴν λύσιν τῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλη-
1223σίας. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει ἕνα μέγα θέμα
1224εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸ μέγα αὐτὸ θέμα εἶναι, ἐὰν ἡ
1225Πολιτεία δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ρύθμισιν ὅλων τῶν
1226θεμάτων, τὰ ὁποῖα ρυθμίζουν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες.
1227Ἐγένετο εὐρυτάτη συζήτησις, κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἑκά-
1228στοτε συνταγμάτων εἰς τὴν χώραν μας καὶ διὰ νὰ μὴ
1229ἀναφερθῶ εἰς τὰς παλαιὰς συζητήσεις, θὰ ἀναφερθῶ εἰς
1230τὴν τελευταίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν συζή-
1231τησιν τοῦ τελευταίου Συντάγματος εἰς τὴν Συνταγματικὴν
1232Ἐπιτροπήν, κατὰ τὴν ὁποίαν συζήτησιν, κύριοι βουλευταί,
1233ὁ ἀείμνηστος συνάδελφος Χρῆστος Θηβαῖος, συζητουμένου
1234τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, ἐζήτησε νὰ τεθῇ μία διευ-
1235κρίνισις, ἐὰν ἀφορᾶ ἡ συνταγματικὴ προστασία τοὺς δο-
1236γματικοὺς κανόνας μόνον, ἢ καὶ τοὺς διοικητικούς, τοὺς
1237ρυθμίζοντας τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ὅπως ἐμφαίνεται εἰς
1238τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὁ Θηβαῖος ὑπε-
1239στήριξεν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι
1240ἀφορᾶ ἡ προστασία ἡ συνταγματικὴ μόνον τοὺς δογμα-
1241τικοὺς κανόνας καὶ ὄχι διοικητικοὺς κανόνας καὶ ἐζήτησε
1242νὰ τεθῇ συμπληρωματικὴ διασάφησις τοῦ πνεύματος τῆς
1243διατάξεως αὐτῆς. Αὐτὴν τὴν ἄποψιν τοῦ Θηβαίου, ἀντέ-
1244κρουσαν διακεκριμένοι συνάδελφοι, μετέχοντες εἰς τὴν Ἐπι-
1245τροπήν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. Θεμιστοκλῆς Τσάτσος,
1246τοῦ ὁποίου ἡ ἀντίρρησις συνίστατο εἰς τὸ ὅτι, ναὶ μὲν ἔχει
1247ἐπικρατήσει, καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀπε-
1248δέχθη δι’ ἀποφάσεών του, τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ προστασία
1249ἀφορᾶ τοὺς δογματικοὺς καὶ οὐχὶ τοὺς διοικητικοὺς κανό-
1250νας. Ἀλλὰ τὸ θέμα ἀνέκαθεν στασιάζεται καὶ ὑπάρχουν
1251διακεκριμένοι συνταγματολόγοι καὶ νομομαθεῖς καὶ ἐκκλη-
1252σιαστικοὶ συγγραφεῖς, ποὺ ὑπεστήριζαν, ὅτι ἡ προστασία ἡ
1253συνταγματική, ἀφορᾷ καὶ τοὺς διοικητικοὺς κανόνας τῆς
1254Ἐκκλησίας. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἡ νομολογία, ἡ ὁποία μέχρι
1255τῆς στιγμῆς ἔχει ἀκολουθήσει τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν, τοῦ
1256ὅτι δηλαδὴ δὲν προστατεύονται συνταγματικῶς οἱ διοικη-
1257τικοὶ κανόνες, ἀλλὰ μόνον οἱ δογματικοί, εἶναι δυνατὸν νὰ
1258μεταβληθῇ καὶ νὰ στραφῇ πρὸς ἄλλην ἑρμηνείαν. Δὲν
1259εἶναι ἐπιτετραμμένον, κατ’ ἀκολουθίαν, νὰ καθιερώσωμεν,
1260διὰ συγκεκριμένης διατάξεως, ὅτι ἡ συνταγματικὴ προστα-
1261σία ἀφορᾷ μόνον τοὺς δογματικοὺς κανόνας. Καὶ τὸ θέμα,
1262κύριοι συνάδελφοι, ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἀπερρίφθη
1263ἡ πρότασις Θηβαίου καὶ ἐψηφίσθη Τσάτσου. Τί σημαίνει
1264αὐτό, κύριοι; Δὲν θέλω μὲ αὐτὸ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι σήμε-
1265ρον δὲν εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν τῇ νομολογίᾳ ἡ ἄποψις,
1266ὅτι οἱ δογματικοὶ κανόνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τυγχά-
1267νουν τῆς συνταγματικῆς προστασίας. Ὄχι.
1268Ἀλλὰ θέλω, διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, νὰ ἀποδείξω, πόσον
1269τὸ θέμα εἶναι λεπτόν. Καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτι δὲν πρέπει
1270ἡ Κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς τὴν κρατοῦσαν νομολογίαν,
1271νὰ λάβῃ μέτρα διοικητικὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα νὰ λύσουν
1272κατὰ τὴν κρίσιν της καὶ ἄνευ γνώμης τῆς Ἐκκλησίας, τὰ
1273διοικητικοῦ περιεχομένου προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ
1274θέμα εἶναι πολὺ λεπτὸν καὶ ἀντίκειται πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς
1275συνεργασίας Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας, πρὸς τὸ πνεῦμα
1276τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας.
1277§70Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, μίαν διευκρίνισιν.
1278Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας, εἶσθε
1279τῆς γνώμης, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία αὐτὴ πρέπει νὰ ἐξικνῆται
1280μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἡ Ἐκκλησία, ὡς σύνολον, νὰ κεῖ-
1281ται ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Πολιτείας;
1282§71Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὄχι.
1283§72Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα, ὑπάγεται καὶ ἡ Ἐκκλησία
1284εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας, τοὺς διέποντας τὴν ὅλην ὀργά-
1285νωσιν τῆς Πολιτείας.
1286§73Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἰσχύει παρ’
1287ἡμῖν τὸ καθεστὼς τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας. Κατ’
1288ἀκολουθίαν, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἔχω διάφορον ἄποψιν. Ἀλλ’
1289ἠθέλησα νὰ διαχωρίσω ἕνα λεπτὸν σημεῖον, ποὺ ὑφίστα-
1290ται μεταξὺ τοῦ κρατοῦντος νομικοῦ καθεστῶτος, ποὺ δι-
1291καιολογεῖ παρέμβασιν τῆς Πολιτείας εἰς διοικητικὰ θέ-
1292ματα, ἡ ὁποία εἶναι συνταγματικὴ καὶ θεωρεῖται νόμιμος,
1293καὶ τῆς σκοπιμότητος, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τὴν Πολι-
1294τείαν νὰ προσέξῃ, ὥστε διὰ τῶν ἀποφάσεών της νὰ μὴ
1295δημιουργηθοῦν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν συνθῆκαι, δυνάμεναι
1296νὰ προκαλέσουν ἐντὸς αὐτῆς χάσμα καὶ ρῆξιν μεταξὺ Ἐκ-
1297κλησίας καὶ Πολιτείας.
1298§74Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι μέγα, ἔχω νὰ
1299εἴπω τοῦτο, κύριε συνάδελφε. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2
1300τοῦ Συντάγματος, παρέχει προστασίαν ὡς πρὸς τὸ αὐτο-
1301κέφαλον τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁρίζει τὸν τρόπον διοικήσεως
1302αὐτῆς. Ἀλλὰ ἔχουν κριθῆ καὶ ἔχουν λυθῆ τὰ θέματα αὐτά.
1303Ἔχει κριθῆ, πρῶτον, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν εἶναι θεμε-
1304λιώδης καὶ ἑπομένως ὑπάγεται εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ
1305ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Δεύτερον, ὡς πρὸς τοὺς
1306κανόνας, εἶναι ἰσχυροὶ καὶ ἔγκυροι καὶ τυγχάνουν καὶ
1307συνταγματικῆς προστασίας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντίκεινται εἰς
1308τοὺς κανόνας τῆς Πολιτείας. Παράδειγμα οἱ κανόνες, οἱ
1309ὁποῖοι δίδουν ποινικὴν δικαιοδοσίαν εἰς τοὺς Ἱεράρχας,
1310ἀντίκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, περὶ δικα-
1311στικῆς ἐξουσίας.
1312§75Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ ἄρθρου 2
1313ἀποσαφηνίζει καὶ λέγει, ὅτι οἱ λειτουργοὶ ὅλων τῶν ἀνεγνωρι-
1314σμένων θρησκειῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν ἰδίαν μεταχείρισιν εἰς
1315τὴν ὁποίαν ὑπόκεινται καὶ οἱ λειτουργοὶ τῆς ἐπικρατούσης
1316θρησκείας.
1317§76Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα τὸ συνταγμα-
1318τικόν, κ. συνάδελφε, ἔχει τοποθετηθῆ σαφῶς. Πρῶτον, νο-
1319μολογιακῶς ἔχει κριθῆ, ὅτι ἡ προστασία ἐξικνεῖται μέχρι
1320τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τῶν διοικητικῶν
1321κανόνων τῆς Ἐκκλησίας.
1322Ὁ Σαρίπολος ἔχει ἀντίθετον γνώμην καὶ ὑποστηρίζει,
1323ὅτι ἡ προστασία ἐξικνεῖται καὶ εἰς τοὺς διοικητικοὺς κανό-
1324νας τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλοι νομομαθεῖς ὑποστηρίζουν, ὅτι
1325δὲν προστατεύονται οἱ διοικητικοὶ κανόνες.
1326§77Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν διαφωνῶ, κ. συνάδελφε.
1327Ἐγὼ τὸ ὑπεστήριξα πρῶτος.
1328§78Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντως, ὑπὸ οἱασδή-
1329ποτε συνθήκας ὑπάρχει ἕνας κανών, ὁ ὁποῖος ἀνάγεται εἰς
1330τὴν διοίκησιν καὶ ὁ ὁποῖος παραβιάζεται διὰ τοῦ συγκεκρι-
1331μένου νομοθετήματος. Δηλαδή, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπο-
1332στηρίζουν, ὅτι προστατεύονται οἱ διοικητικοὶ κανόνες δὲν
1333φθάνουν μέχρι τοῦ σημείου νὰ λέγουν, ὅτι ἀπαγορεύεται
1334εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ παρεμβαίνῃ.
1335§79Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἡ νομολογία
1336καὶ ἡ πλειοψηφία τοῦ νομικοῦ κόσμου εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπό-
1337ψεως αὐτῆς, ὅτι ἡ συνταγματικὴ προστασία ἀφορᾷ τοὺς
1338δογματικοὺς κανόνας καὶ ὄχι τοὺς διοικητικούς. Ἀλλ’
1339ὑπάρχει καὶ σωρεία ἄλλων παραγόντων ἐκκλησιαστικῶν,
1340καὶ διασήμων συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι σαφῶς ἀντιτίθενται
1341πρὸς τὴν ἄποψιν αὐτήν. Αἱ ἀπόψεις ἀναφέρονται εἰς τὸ
1342Συνταγματικὸν Δίκαιον τοῦ Σβώλου ὡς ἀπόψεις μειοψη-
1343φίας. Ἐπίσης σωρείαν νομομαθῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν
1344συγγραφέων, ὄχι μόνον συγχρόνων, ἀλλὰ καὶ τῆς Βυζαν-
1345τινῆς ἐποχῆς, ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα ἐὰν οἱ αὐτοκρατο-
1346ρικοὶ νόμοι τοῦ Βυζαντίου ἔχουν μεγαλυτέραν ἰσχύν, ἀπὸ
1347τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, ἀπεφάνθησαν, ὅτι οἱ κανό-
1348νες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐπικρατέστεροι.
1349Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν καὶ
1350νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι καίτοι ἡ κρατοῦσα νομολογία καὶ ἡ
1351γνώμη τῶν σήμερον ἐκπροσωπούντων τὴν νομικὴν ἐπι-
1352στήμην εἰς τὴν Χώραν μας, εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως, ὅτι
1353ὑπάρχει μόνον διὰ τοὺς δογματικοὺς κανόνας ἡ συνταγμα-
1354τικὴ προστασία, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀποτελῇ ἐπιχείρημα
1355διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος
1356ἀνάγκη ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ ἐπεμβαίνῃ νὰ θεσμοθετῇ
1357κανόνας, οἱ ὁποῖοι νὰ τροποποιοῦν, παρὰ τὴν γνώμην τῆς
1358Ἐκκλησίας καὶ χωρὶς προηγουμένην ἀπόφασιν τῶν ἁρμο-
1359δίων ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων, διατάξεις κανόνας δι-
1360καίου, οἱ ὁποῖοι ρυθμίζουν διοικητικὰ θέματα τῆς Ἐκ-
1361κλησίας. Καὶ τοῦτο διότι, παρὰ τὴν ἀντισυνταγματικότη-
1362τα τῶν διατάξεων αὐτῶν, εἶναι δυνατὸν μία ἐκδήλωσις
1363τοιαύτη Κυβερνητική, νὰ δημιουργήσῃ ζητήματα καὶ ἀντι-
1364θέσεις, τῶν ὁποίων νὰ ἐπωφεληθοῦν ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλη-
1365σίας, ἔχοντες συμφέρον νὰ προκαλέσουν ἀνωμαλίας καὶ
1366νὰ δημιουργηθοῦν χάσματα, αἱρέσεις κλπ. Παράδειγμα, τὸ
1367ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τόσα ἔτη ἐταλά-
1368νισε τὴν Χώραν μας, διότι ἡ Κυβέρνησις, ὀρθότατα, βε-
1369βαίως, τότε, ἐπέβαλε διὰ πράξεώς της τὸ νέον Ἡμερολό-
1370γιον.
1371Καταλήγω σχετικὰ μὲ τὴν διάταξιν τῆς παραγράφου
13722, τοῦ ἄρθρου 1 διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται, ὅτι διὰ Βασ. Δια-
1373ταγμάτων ἡ Κυβέρνησις θὰ λύῃ ὅλα τὰ θέματα τῆς Ἐκ-
1374κλησίας, ὅτι εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν εἴμεθα ἀντίθετοι καὶ
1375δὲν θὰ τὴν ψηφίσωμεν.
1376Διότι νομίζομεν, ὅτι ἡ ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας ἐπεξε-
1377τάθη πέραν τοῦ δέοντος καὶ ὅτι ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ
1378εὐρύνῃ ἀντὶ νὰ γεφυρώσῃ τὸ δημιουργηθὲν χάσμα.
1379Δευτέρα ἀντίρρησις ὑπάρχει ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν
1380τῆς παραγράφου 3, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι σα-
1381φῶς ἀντισυνταγματικὴ διότι διὰ τῆς παραγράφου 3 ἡ Κυ-
1382βέρνησις θεσμοθετεῖ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα διὰ Β. Διατα-
1383γμάτων νὰ ἀναστέλλῃ τὰς ἐργασίας τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς
1384Συνόδου, ἡ ὁποία Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος διοικεῖ τὴν Ἐκ-
1385κλησίαν καὶ εἶναι διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος
1386κατωχυρωμένη.
1387§80Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐτροποποιήθη, κ. συνάδελφε.
1388§81Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις, ἔ-
1389χουσα τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστέλλῃ τὰς ἐργασίας τῆς Ἱερᾶς
1390Συνόδου, καταργεῖ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς
1391Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία εἶναι κατωχυρωμένη διὰ τοῦ ἄρ-
1392θρου 2 τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅπως εἶπον καὶ προηγουμέ-
1393νως, αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἕνα
1394κακὸν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἐπιζημίους συνε-
1395πείας καὶ διὰ τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας ἄλλων Χω-
1396ρῶν.
1397Πέραν, ὅμως, τῶν διατάξεων αὐτῶν, κύριοι συνάδελ-
1398φοι, ὅπως ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἐδα-
1399φίου 1, διὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ ἀμεταθέτου, διὰ τὴν ὁποί-
1400αν εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Βεβαίως, θὰ εἴμεθα πε-
1401ρισσότερον ἱκανοποιημένοι, ἐὰν δὲν ἐδημιουργοῦντο αἱ
1402προϋποθέσεις, ὥστε νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ
1403νομοσχέδιον καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐν πά-
1404σῃ περιπτώσει, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον λύεται διὰ τῆς παρα-
1405γράφου 1 τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἕνα θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου
1406κατ’ ἐξαίρεσιν, ἐπαναλαμβάνω, εἴμεθα ἀπολύτως σύμφω-
1407νοι, καὶ ὡς ἐπληροφορήθην, εἶναι σύμφωνοι καὶ ὅλοι οἱ
1408Ἐκκλησιαστικοὶ παράγοντες. Ἀξίζει, ὅμως τὸν κόπον νὰ
1409εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ διὰ νὰ διαφω-
1410τισθῇ ἡ Βουλή, διὰ ποίους λόγους πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ
1411διάταξις αὐτή. Τὸ ἀμετάθετον, κύριοι συνάδελφοι, τῶν
1412Μητροπολιτῶν, δὲν εἶναι μία ἀρχὴ τὸ πρῶτον ἐμφανιζο-
1413μένη σήμερον.
1414Εἶναι γεγονός, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἀμετάθετον ἀπο-
1415τελεῖ ἕνα βασικὸν κανόνα, ὁ ὁποῖος ἴσχυσεν εἰς τὴν Ἐκ-
1416κλησίαν ἀπὸ τῶν παλαιοτάτων χρόνων, ἀπὸ τῆς Βυζαντι-
1417νῆς ἐποχῆς καὶ ἐψηφίσθη ἀπὸ Οἰκουμενικὰς Ἱερὰς Συν-
1418όδους καὶ ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἀνέκαθεν. Ὀ-
1419φείλομεν, ὅμως νὰ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ὑπῆρξαν πάντοτε καὶ
1420ἐξαιρέσεις τοῦ κανόνος αὐτοῦ, ἐξαιρέσεις δικαιολογημέ-
1421ναι, ἐξαιρέσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μόνον, ὅταν ἐπρόκειτο
1422νὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας.
1423Τὸ καθεστώς, κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ μεταθετοῦ τῶν ἐπι-
1424σκόπων, τὸ ὁποῖον ἴσχυσεν εἰς τὴν Χώραν μας, δὲν εἶναι
1425καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἀντίκειτο εἰς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς
1426κανόνας, ἀλλὰ ἐβασίζετο καὶ αὐτὸ εἰς τοὺς κανόνας τῆς
1427Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν ἀπὸ Οἰκουμενικὰς
1428Συνόδους. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διεπιστώθη, κύριοι, ὅτι σήμερον
1429δὲν ὑφίστανται ἐξαιρετικοὶ λόγοι διατηρήσεώς του καὶ
1430ἐφ’ ὅσον διεπιστώθη, ὅτι ἡ ρῆξις ὀφείλεται εἰς τὸν θεσμὸν
1431αὐτόν, ἡ διάταξις αὐτὴ περὶ τοῦ μεταθετοῦ, νομίζω, ὅτι
1432ὑπάρχει ἕνας πρόσθετος λόγος, ὥστε νὰ καταργηθῇ καὶ νὰ
1433ἐφαρμοσθῇ ἀπόλυτα ὁ βασικὸς κανὼν τοῦ ἀμεταθέτου τοῦ
1434Ἐπισκόπου. Καὶ χαίρω, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας,
1435εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, γενικεύει ἔτι περισσότερον
1436τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀμεταθέτου εἰς ὅλας τὰς Μητροπόλεις καὶ
1437ἐξαιρεῖ μόνον τὴν Μητρόπολιν τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τὴν
1438Ἀρχιεπισκοπὴν ὡς ὑπεστήριξε κατὰ τὴν συζήτησιν τὸ
1439ἀρχικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν
1440ὅτι ἐξαιροῦνται καὶ ἄλλαι ἐπίσης, Μητροπόλεις τοῦ κανό-
1441νος τούτου.
1442Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὴν Εἰσηγητικὴν
1443Ἔκθεσιν, αἱ αἰτιολογίαι τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι πρά-
1444γματι ἐπαρκεῖς καὶ ἀνταποκρίνονται εἰς τοὺς κανόνας τῆς
1445Ἐκκλησίας.
1446Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, διὰ νὰ τελειώσω τὴν εἰσήγη-
1447σίν μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐπιφυλλασσόμενος
1448κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ὡρισμέ-
1449νων τροπολογιῶν, νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφεί-
1450λει νὰ προσέξῃ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπο-
1451λίτευσις ἔκαμε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι ὡς παρατηρήσεις
1452ἀντιπολιτευτικάς, ἀλλ’ ὡς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι τεί-
1453νουν νὰ ἐξυπηρετήσουν τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον
1454ὡμολογήσαμεν, ὅτι εἶναι καλόπιστον. Δὲν θέλω νὰ τελειώ-
1455σω προτοῦ ἀπευθύνω μίαν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Ἱεραρχίαν
1456τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἡ ρῆξις, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη εἰς τοὺς
1457κόλπους της εἶναι ἡ τελευταία. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ ὑπα-
1458ναχώρησις, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη κατὰ τὰς συζητήσεις μὲ
1459τὴν ὑπεύθυνον Ἱεραρχίαν, ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ Ἱεράρχαι,
1460ἀντελήφθησαν τὸν κίνδυνον τὸν Ἐθνικόν, ἀντελήφθησαν
1461τὴν ζημίαν τὴν ἐθνικήν, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν ἡ δημι-
1462ουργηθεῖσα ρῆξις καὶ κατενόησαν τὰς μελλοντικὰς καὶ διὰ
1463τὴν Ἐκκλησίαν ζημίας, ἐὰν ἐπαναληφθῇ αὕτη.
1464Νομίζω, λοιπόν, ὅτι οἱ σεβαστοὶ Ἱεράρχαι, ἔχουν τὴν
1465ψυχικὴν ἀνωτερότητα καὶ διανοητικὴν ὡριμότητα νὰ θέ-
1466σουν ἑαυτοὺς ὑπεράνω τῶν μικρῶν ἐπιδιώξεων καὶ φιλο-
1467δοξιῶν καὶ νὰ προωθήσουν τὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας
1468κατὰ τρόπον θετικώτερον. Διότι εἶναι γεγονὸς ἀναμφι-
1469σβήτητον, ὅτι διερχόμεθα σήμερον μίαν τεραστίαν ἐθνι-
1470κὴν καὶ πολιτικὴν κρίσιν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς
1471πλήρη ἐθνικὴν διάλυσιν καὶ ἀποσύνθεσιν, ἐὰν ἡ κεφαλὴ
1472τῆς Ἐκκλησίας δὲν κατορθώσῃ νὰ ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν
1473περιστάσεων καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν
1474ἠθικὴν ἐξυγίανσιν τῆς Πολιτείας. (Χειροκροτήματα).
1475§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ
1476Κόμματος, κ. Σ. Στεφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
1477§83Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μὲ τὸ
1478πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε καταθέσει ἡ Κυβέρ-
1479νησις, ἀναμφιβόλως διέπραττε μίαν ἐπέμβασιν ὠμὴν εἰς
1480τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦ δευτέρου ἐπέρχεται
1481μία βελτίωσις καὶ ἕνας ὡρισμένος συγκερασμός. Τὸ πρῶ-
1482τον, καθιέρωνεν ἀπόλυτον ρυθμιστὴν τῶν ἐκκλησιαστικῶν
1483ὑποθέσεων τὴν πολιτικήν. Τὸ δεύτερον, ὥρισεν ἰσότιμον
1484συμπράττοντα καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Οὐχ ἧττον καὶ τὸ πρῶ-
1485τον καὶ τὸ δεύτερον εἶναι τύποις συνταγματικά. Δὲν ὑπάρ-
1486χει ἀντισυνταγματικότης κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, οὔτε
1487εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, οὔτε εἰς τὸ δεύτερον. Διότι,
1488βεβαίως τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, προστατεύει τοὺς
1489κανόνας ἀλλὰ τοὺς κανόνας τοὺς δογματικούς, τοὺς συν-
1490δεομένους μὲ τὴν πίστιν καὶ οὐχὶ τοὺς κανόνας τοὺς διοι-
1491κητικούς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἡ Ἐκκλησία τελεῖ ὑπὸ τὴν
1492ἐποπτείαν τῆς Πολιτείας. Ἐπὶ πλέον δέ, ὅλα τὰ μεγάλα
1493αὐτῆς ζητήματα, ἐπιλύονται διὰ νόμου καὶ πρὸ παντὸς ὁ
1494Καταστατικὸς της Χάρτης, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἔρχεται καὶ
1495πρέπει νὰ ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν
1496τρόπον, ἐνῷ εὑρισκώμεθα πρὸ ἑνὸς νομοσχεδίου συντα-
1497γματικοῦ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅμως, αὐτοῦ, εὑρισκόμε-
1498θα ταὐτοχρόνως εἰς ἀντίθεσιν, πρὸς τὸ γενικώτερον πνεῦ-
1499μα, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ Σύνταγμά μας, ἔπρεπε νὰ διέπῃ
1500τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας. «Νόμῳ
1501κρατοῦσα Ἐκκλησία», αὐτὸ εἶναι κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ
1502σύστημα, αὐτὴ ἡ σχέσις τῆς Ἐκκλησίας μας πρὸς τὴν Πο-
1503λιτείαν. Καὶ ὅταν λέγῃ «νόμῳ», ὁ νομοθέτης ἐννοεῖ ἀκρι-
1504βῶς τὸν τυπικὸν νόμον, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔρχεται, συζη-
1505τεῖται ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ψη-
1506φίζεται ἀπὸ αὐτήν. Δι’ αὐτό, ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι καί-
1507τοι τυπικῶς, καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον
1508εἶναι συνταγματικά, οὐχ ἧττον, ὅμως εὑρίσκονται μακρὰν
1509τοῦ πνεύματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε, σύμφωνα μὲ τὸ
1510Σύνταγμα, νὰ διέπῃ τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας μὲ τὴν
1511Ἐκκλησίαν. Δὲν εἶναι δὲ λόγοι συνταγματικότητος, ἐκεῖ-
1512νοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν, ὥστε ἡ Ἐκκλησία νὰ ἔχῃ λόγον
1513ἐπὶ θεμάτων ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἐσωτερικήν της ζωήν. Εἶ-
1514ναι λόγοι σκοπιμότητος, λόγοι ἐξασφαλίσεως τῆς γαλή-
1515νης καὶ τοῦ κύρους τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐπιβάλλουν ὅμως
1516τὸ προβάδισμα καὶ τὴν πρωτοβουλίαν, προκειμένου περὶ
1517ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν ἐσωτερικὴν ζωήν της,
1518ἀνήκουν εἰς αὐτήν.
1519Ἀτυχῶς, ἡ Ἐκκλησία, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν,
1520μὲ τὴν ἀναβλητικότητά της, μόνη της ἀπεξενώθη ἀπὸ
1521τὴν πρωτοβουλίαν τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς
1522τῆς ἀναγνωρίζομεν. Οὐχ ἧττον ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἐπῆλθεν,
1523ὅπως ἐπληροφορήθημεν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς
1524ἔχει δώσει ἀντιθέτους πληροφορίας, ἕνα εἶδος κατευνα-
1525σμοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ συνεννοήσεως ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐκεί-
1526νων ποὺ ἐπροκάλεσαν, ἐπιφανειακῶς τοὐλάχιστον, διότι
1527νομίζω, ὅτι εἶναι βαθύτερα τὰ αἴτια, τὸν διχασμόν, ἡ Κυ-
1528βέρνησις, νομίζω δὲν εἶχε κανένα λόγον νὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ
1529τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Θὰ ἔπρεπεν, εἰς τὴν περίπτωσιν
1530αὐτήν, νὰ ἀρκεσθῇ μόνον εἰς τὸ πρῶτον θέμα, εἰς τὸ θέμα
1531τοῦ ἀμεταθέτου τῶν Μητροπολιτῶν καὶ κατόπιν, μετὰ
1532ταῦτα, νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοθέτημα ἐκεῖ-
1533νο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέφερε τὴν τροποποίησιν τοῦ Καταστα-
1534τικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν
1535ἡμεῖς θὰ ὑπεστηρίζαμεν, ὅτι θὰ ἤρκει ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ
1536ἁπλῶς τὴν γνώμην τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν, ὅμως, ἡ Κυβέρ-
1537νησις ἐπιμείνῃ ἐπὶ τῆς διὰ Βασ. Διαταγμάτων τροποποι-
1538ήσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας, ἐν τοι-
1539αύτῃ περιπτώσει, ἀντιθέτως, θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν ἐπὶ
1540τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν πιστεύω, ὅπως
1541ἐβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ
1542ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐὰν ἔλθῃ εἰς
1543συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ Καταστατικὸς Χάρτης
1544τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι θὰ ἔχωμεν διαφόρους ἀντιθέσεις καὶ
1545προστριβὰς μὲ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀντιθέτως, πιστεύω, ὅτι
1546ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ διαλόγου μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ
1547Ἐκκλησίας τότε εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προκύψουν προστρι-
1548βαί. Ὅταν ἐμφανισθῇ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης εἰς τὴν
1549αἴθουσαν αὐτὴν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθοῦν ἀπό-
1550ψεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβοηθήσουν τὴν πλευρὰν τῆς Ἐκκλη-
1551σίας. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, σήμερον, ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει,
1552ὅπως ὁ διάλογος περιορισθῇ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Ἐκ-
1553κλησίας, τότε κατ’ ἀνάγκην, ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν τὸν
1554περιορισμὸν ἢ τὸν αὐτοπεριορισμὸν τὸν ὁποῖον ἔθεσεν ἡ
1555ἰδία ἡ Κυβέρνησις. Δὲν θὰ μείνῃ, οὕτω μὲ τὴν ἐντύπω-
1556σιν ἡ Ἐκκλησία, ὅτι ἀφέθη μόνη της ἔναντι τῆς πανισχύ-
1557ρου Πολιτείας, ἀλλὰ τοὐναντίον ὑπάρχει ἡ σύμφωνος γνώ-
1558μη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος προστασίας καὶ κατοχυρώ-
1559σεως τῶν δικαιωμάτων της. Αὐτὴν τὴν κατοχύρωσιν, κατὰ
1560τὴν γνώμην μας, θὰ τὴν εἶχεν ἐπίσης ἡ Ἐκκλησία ἐνώ-
1561πιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὁ Καταστατικὸς της
1562Χάρτης.
1563Κύριοι βουλευταί, ἐάν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
1564κ. Παπανδρέου, ἐκηρυσσόμεθα ὑπὲρ τῆς ἐνώπιον τῆς
1565Βουλῆς συζητήσεως καὶ ἐγκρίσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρ-
1566του τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον. Ὁ
1567λόγος εἶναι, ὅτι ἡ Ἐκκλησία νοσεῖ καὶ νοσεῖ βαρύτατα.
1568Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα πρόκειται
1569νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης, τὰ ὁποῖα ἔχουν
1570δημιουργήσει σάλον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Εἶναι καὶ ἄλλα,
1571τὰ ὁποῖα προκαλοῦν τὸν πόνον ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Χρι-
1572στιανῶν. Δὲν θέλομεν, ὅπως εἶπον, τὴν ἐπέμβασιν τῆς
1573Πολιτείας, ὄχι διὰ λόγους ἀντισυνταγματικότητος, ἀλλὰ
1574διότι θέλομεν τὸ προβάδισμα καὶ ἡ πρωτοβουλία σχετικῶς
1575μὲ τὴν θρησκείαν τῶν κακῶς κειμένων νὰ προέρχεται ἀπὸ
1576τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας Ὀργανισμὸς
1577κατ’ ἐξοχὴν πνευματικός. Καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐ-
1578λευθερίαν διὰ νὰ ρυθμίζῃ τὰς ὑποθέσεις της. Οὐχ ἧττον,
1579ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
1580καθυστερεῖ. Καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ εὐρυτέρα συζήτησις
1581εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν περὶ τοῦ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι ἐκεῖ-
1582νοι, οἱ ὁποῖοι κλυδωνίζουν τὸ σκάφος τῆς Ὀρθοδόξου
1583Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι μόνον, ὅπως ἐγὼ πιστεύω, δὲν εἶ-
1584ναι μόνον τὸ τελευταῖον θλιβερὸν γεγονός, τοῦ ὁποίου ὅλοι
1585ἐλάβομεν γνῶσιν, διότι ἦλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα. Ὑπάρ-
1586χουν καὶ τόσα ἄλλα κακά, τόσαι ἄλλαι πληγαί, ποὺ κατα-
1587δεικνύουν πόσον βαθεῖα εἶναι ἡ νόσος ἐκ τῆς ὁποίας πά-
1588σχει. Μήπως πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἑβδομάδων δὲν εἴχομεν
1589τὸ περίφημον Συνέδριον τῶν Ἱεροκηρύκων, τὸ ὁποῖον κα-
1590τέληξεν εἰς ἀνωμαλίας καὶ εἰς ἀσχημίας, διὰ τὰς ὁποίας
1591δὲν κατώρθωσεν ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία νὰ λάβῃ τὴν ὀρ-
1592θὴν θέσιν καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἐπιβαλλομένας κυρώσεις;
1593Ἠρκέσθη εἰς τὸν τερματισμὸν τοῦ Συνεδρίου καὶ τοιου-
1594τοτρόπως οὐδεὶς ὑπάρχει ὑπεύθυνος δι’ ὅσα ἐγένοντο ἐκεῖ.
1595Θεωρῶ τοῦτο ἀκόμη βαρύτερον σφάλμα, ἀκόμη βαρύτε-
1596ρον παράπτωμα τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας, διότι ἀπὸ τὴν
1597τάξιν τῶν συνελθόντων εἰς τὸ Συνέδριον θὰ προέλθῃ ἡ
1598αὐριανὴ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν, λοιπόν, πολ-
1599λαὶ πληγαί, πολλαὶ ἀσχημίαι, ποὺ μαρτυροῦν, ὅτι τὸ σκά-
1600φος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κλυδωνίζεται. Αὐτὸ τὸ
1601ὁμολογοῦν οἱ πλεῖστοι τῶν ἱεραρχῶν καὶ τὸ διαισθάνεται
1602τὸ ὀρθόδοξον πλήρωμα. Ὑπάρχει ἀνάγκη, ἐπὶ τῶν θλιβε-
1603ρῶν αὐτῶν διατυπώσεων, ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία πρώτη
1604ἐὰν θέλῃ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὸ κῦρος της,
1605τῶν εὐθυνῶν της ἀπέναντι τῆς πνευματικῆς ἀποστολῆς
1606τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπέναντι τοῦ Ὀρθοδόξου
1607Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸ ζητῶ ἀπὸ τὴν διοικοῦσαν Ἐκ-
1608κλησίαν, ὅπως, ἐπὶ τέλους, ἀντιληφθῇ τὰς ὑποχρεώσεις
1609της καὶ συνέλθῃ, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν ὥραν. Δὲν νο-
1610μίζω, ὅμως, ὅτι ὅλας αὐτὰς τὰς θλιβερὰς καὶ συνταρακτι-
1611κὰς πλευρὰς θὰ τὰς ἀντιμετωπίσῃ μόνον ὁ Καταστατικὸς
1612Χάρτης. Ἀναμφιβόλως, θὰ θεραπεύσῃ πολλὰς ἐκ τῶν
1613πληγῶν αὐτῶν ποὺ δοκιμάζουν τὴν Ἐκκλησίαν. Ὑπάρ-
1614χουν ὅμως καὶ τόσαι ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀντιμετωπίζον-
1615ται μὲ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην. Τὸ θέμα εἶναι σοβα-
1616ρόν. Δι’ αὐτό, ἐγὼ τοὐλάχιστον, θὰ συνίστων ἀπὸ τοῦ βή-
1617ματος αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως ἀντιλαμβανομένη
1618τὰς εὐθύνας της τὸ ταχύτερον, εἴτε συγκαλέσῃ μίαν σύ-
1619σκεψιν εἴτε συγκροτήσῃ μίαν εὐρεῖαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία
1620θὰ ἀποτελῆται ὄχι μόνον ἀπὸ κληρικούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ
1621λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς πονοῦν τὴν Ἐκκλησίαν,
1622γνωρίζουν τὰ θέματά της καὶ θὰ εἶναι διατεθειμένοι νὰ
1623ἐγκύψουν εἰς τὰ ζητήματα αὐτῆς. Χρειάζεται εὐρύτατον
1624πνεῦμα, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθῇ πλή-
1625ρως τὸ τρωθὲν γόητρον τῆς Ἐκκλησίας, ἔναντι τοῦ ὀρθο-
1626δόξου πληρώματος, τὸ ὁποῖον παραμένει βαθύτατα προσ-
1627ηλωμένον εἰς τὴν πίστιν του. Ἐὰν ἀποφύγῃ νὰ συγκαλέσῃ
1628τὴν σύσκεψιν αὐτὴν καὶ νὰ συγκροτήσῃ τὴν εὐρυτάτην
1629αὐτὴν ἐπιτροπήν, μὲ συμμετοχὴν τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου, τότε
1630καὶ πάλιν θὰ χάσῃ τὴν πρωτοβουλίαν. Θὰ ὑπάρξῃ, ὅμως,
1631κατ’ ἀνάγκην, ἐξ ἄλλης πλευρᾶς πρωτοβουλία. Καὶ δὲν
1632θὰ πρέπει τότε ἡ Ἐκκλησία νὰ παραπονῆται ἐναντίον οὐδε-
1633νός, ἀλλὰ ἐναντίον τῆς ἰδίας αὐτῆς ἀβελτηρίας, ἀδιαφο-
1634ρίας καὶ ἀναβλητικότητος. Θὰ πρέπει δέ, ἐπὶ πλέον, νὰ
1635παραθέσωμεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
1636νὰ ἀγνοῇ καὶ νὰ περιφρονῇ τὸ λαϊκὸν στοιχεῖον. Εἰς τὴν
1637συμμετοχὴν αὐτοῦ, ἀποδίδω ἰδιαιτέραν σημασίαν. Διότι
1638μόνον μὲ τὴν συμμετοχὴν τούτου, ἕνα συνέδριον ἢ μία
1639ἐπιτροπή, θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ παρουσιάσουν καὶ νὰ
1640ἀποκαλύψουν τὰς ἐλλείψεις, τὰ κακὰ καὶ τὰς πληγὰς τῆς
1641Ἐκκλησίας. Καὶ μετὰ ταῦτα, μὲ πλήρη γνῶσιν τῶν πρα-
1642γμάτων, θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ὑπόδειξιν τῶν λύσεων, αἱ
1643ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι καὶ τολ-
1644μηραί. Ἐὰν δὲν τολμᾷ νὰ πράξῃ τοῦτο, θὰ τολμήσῃ κἄ-
1645ποιος ἄλλος. Δι’ αὐτὸ κάμνομεν ἔκκλησιν πρὸς τὴν διοι-
1646κοῦσαν Ἐκκλησίαν, ὅπως θελήσῃ αὐτὴ τὸ ταχύτερον νὰ
1647δώσῃ τὰς λύσεις, τὰς ὁποίας πραγματικῶς ἀναμένει ὁ
1648Ἑλληνικὸς λαός, καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ μίαν τάξιν πρα-
1649γμάτων, ἡ ὁποία θὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ κῦρος καὶ τὸ γόη-
1650τρόν της. Δὲν ἀγνοεῖται, ὅτι πλήρης ἀταξία ἐπικρατεῖ εἰς
1651τὴν διεύθυνσιν τῶν θρησκευτικῶν πραγμάτων. Εἴδατε,
1652κατὰ ποῖον τρόπον ἔλαβε χώραν ἡ λύσις τῆς τελευταίας
1653συνεδριάσεως τῆς Συνόδου. Εἴδατε, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡμε-
1654ρησία διάταξις! Ποῦ ἠκούσθη, ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία
1655δὲν διοικεῖται μονοκρατικῶς, ἀλλὰ συλλογικῶς, ὅπως ὁρί-
1656ζει ὄχι μόνον τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς κατοχυρώνει
1657μίαν αἰωνόβιον ἀρχὴν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁ-
1658ποία ἀποτελεῖ τὸ καύχημα δι’ ἡμᾶς, καθ’ ἣν ἡ διοίκησίς
1659της δὲν εἶναι μονοκρατική, ἀλλὰ εἶναι συλλογικὴ καὶ δη-
1660μοκρατική, ποῦ ἠκούσθη νὰ συνεδριάζῃ χωρὶς προπαρα-
1661σκευήν, χωρὶς ἡμερησίαν διάταξιν;
1662Ἐπὶ τοῦ παρόντος σχεδίου νόμου, εἴπομεν ἤδη, ὅτι ἐὰν
1663μὲν δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅπως, ἀντὶ Βασ. Διαταγμάτων,
1664φέρῃ μεθαύριον τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην
1665θέματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἴμεθα τότε σύμφωνοι, ὅτι
1666ἀρκεῖ ἡ ἁπλῆ γνώμη τῆς Ἱεραρχίας. Ἐάν, ὅμως, ἐπιμείνῃ
1667εἰς τὴν διὰ Βασ. Διατάγματος τροποποίησιν τοῦ Κατα-
1668στατικοῦ Χάρτου, τότε ἡμεῖς εὑρισκόμεθα παράπλευροί της
1669εἰς τὸ θέμα τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἐκκλησίας. Διότι
1670ἀποτελεῖ τοῦτο μίαν κατοχύρωσιν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, εἰς
1671τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐμφανισθῇ αὔριον ὡς ἀπροστάτευτος,
1672ἐνώπιον τῆς πανισχύρου Πολιτείας.
1673Ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ ἄρθρον 3. Τὸ ἄρθρον 3, εἶναι
1674σαφῶς ἀντισυνταγματικόν. Εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ
1675περὶ τῆς ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Σύμφωνα
1676μὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος, ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται
1677ἀπὸ τὴν Σύνοδον τῶν Ἀρχιερέων. Συνεπῶς, ὅπως καὶ προ-
1678ηγουμένως εἶπον, ἡ διοίκησις εἶναι συλλογική. Εἶναι διοί-
1679κησις δημοκρατικὴ καὶ ὄχι μονοκρατική.
1680Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Διοική-
1681σεως τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἢ θὰ
1682μείνῃ ἄνευ διοικήσεως, συνεπῶς, ἀκυβέρνητος ἡ Ἐκκλησία,
1683πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ κανένα, σοβα-
1684ρῶς, νὰ ὑποστηριχθῇ, ἢ θὰ περιέλθῃ κατ’ ἀνάγκην ἡ διοί-
1685κησις εἰς τὸν ἕνα, εἰς τὸν προκαθήμενον, ὁ ὁποῖος, ὅμως,
1686ἀγνοεῖ τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν συνεπῶς, ἐπιμείνητε εἰς τὴν
1687ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς συλλογικῆς διοικήσεως τῆς
1688Ἐκκλησίας, τότε ὄχι ἁπλῶς τὸ Σύνταγμα παραβιάζετε,
1689ἀλλά, διότι τὸ Σύνταγμα ἁπλῶς κατοχυρώνει, παραβιάζετε
1690καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς δημοκρατικῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλη-
1691σίας. Δι’ αὐτό, ἐγὼ τοὐλάχιστον, θὰ εἶμαι σαφῶς ἀντί-
1692θετος καὶ ὑποθέτω θὰ εὑρεθοῦν καὶ 15 ἄλλοι βουλευταί,
1693οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δεχθοῦν ποτὲ εἰς τὸν ἕνα, οἱοσδήποτε καὶ
1694ἂν εἶναι αὐτός, ὅπως ἀναγνωρισθοῦν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα
1695δὲν ἔχει οὔτε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς
1696κανόνας, οὔτε ἀπὸ τὴν ἱερὰν παράδοσιν. Ἐπαναλαμβάνω,
1697εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πρόκειται νὰ μείνῃ
1698ἀκυβέρνητος, μοιραίως θὰ ὑπάρξῃ ἡ διοίκησις τοῦ ἑνός,
1699πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ
1700εἰς τὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας.
1701§84Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων).
1702Αἱ ἀπόψεις σας εἶναι ἀξιόλογοι καὶ χαίρω ἰδιαιτέρως, διότι
1703συμφωνεῖτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία πρόθεσις ἐπεμβά-
1704σεως εἰς τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσον ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ
1705ὁποῖον ἰσχυρίζεσθε, εἶναι πράγματι καὶ αὐτὸ ἄξιον προ-
1706σοχῆς. Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ὑπάρ-
1707χουν διακοπαὶ τῆς Συνόδου θεριναὶ ἐπὶ 3μηνον, ὑπάρχει
1708ἕνα καθεστὼς πάγιον, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τὴν
1709ὑφισταμένην κατάστασιν, δηλαδὴ μετὰ τὰς τριμήνους δια-
1710κοπὰς τοῦ θέρους, ὑπάρχει ἡ συνήθης διοίκησις, ἡ ὁποία
1711γίνεται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζουν οἱ κανόνες καὶ τὸ Ἔθνος
1712εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ διακοπὴ θὰ εἶναι δι’ ἕνα μῆνα
1713περίπου, μέχρι τὰς 25 Μαΐου. Ἑπομένως, τὸ θέμα τῆς
1714διακοπῆς κατὰ τὸν μῆνα αὐτόν, ἐπιβάλλεται ἀπολύτως ἐκ
1715τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν, διότι, βεβαίως,
1716σήμερον ἐμφανίζεται ὕφεσις, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ὕφεσις ἐνε-
1717φανίσθη μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν πάσῃ
1718περιπτώσει, ἐμφανίζεται μία ὕφεσις καὶ ἀναγνωρίζεται,
1719ὅτι δὲν ἐπιμένουν οἱ 7 νὰ ἀναγνωρισθοῦν αἱ ληφθεῖσαι
1720ἀποφάσεις, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἐάν, συνερχομένης τῆς Συν-
1721όδου, δὲν προκύψῃ ἄλλο θέμα, διότι διάστασις τῶν 7
1722πρὸς τὸν προκαθήμενον ὑπάρχει, ἡ διαφορὰ τῶν ἀπόψεων,
1723καὶ ἑπομένως ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος εἶναι δυνατὸν νὰ
1724ἐπανέλθῃ ὀξυτάτη ἡ διάστασις. Προχθὲς συνῆλθον διὰ 5′
1725λεπτά, ἐφ’ ὅσον εἶχον δηλώσει, ὅτι παραιτοῦνται τῶν ἀπο-
1726φάσεών των, διὰ νὰ συζητήσουν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ὑπο-
1727δοχῆς τοῦ Πατριάρχου τῆς Σερβίας καὶ κἄποιος ἐπρότεινε
1728νὰ συνεχίσῃ ἄλλα θέματα καὶ τοῦτο δὲν κατέστη δυνατόν.
1729Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐπανέλθῃ πλήρης ἡ ἀγάπη καὶ ἡ
1730σύμπνοια, φοβοῦμαι, ὅμως, ὅτι αὐτὸ τὸ μέτρον εἶναι μέ-
1731τρον καταναγκαστικὸν διὰ μικρὸν διάστημα, ἡ δὲ Διοίκη-
1732σις θὰ διακόψῃ διὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα καὶ κατόπιν
1733διὰ τὸ θέρος, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ Συνοδικοὶ μεταβαίνουν
1734εἰς τὰς ἐπαρχίας των.
1735§85Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, δὲν εἶναι
1736δυνατὸν νὰ συμφωνήσω μαζί σας, διότι ἐὰν σήμερον δώ-
1737σωμεν εἰς μίαν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλῃ τὰς
1738ἐργασίας τῆς διαρκοῦς Συνόδου, τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ ἀπο-
1739τελέσῃ ἕνα προηγούμενον ἐπικίνδυνον εἰς χεῖρας ἄλλων
1740Κυβερνήσεων εἰς βάρος καὶ τῆς Συνόδου, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἱε-
1741ραρχίας. Εἶναι δυνατὸν μίαν ἡμέραν, διὰ κἄποιο προσωπι-
1742κὸν θέμα, νὰ διαφωνήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ ὑπουργὸς μὲ
1743τὴν Ἱεραρχίαν καὶ τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἐκβιάσῃ
1744καὶ νὰ τὴν καταστήσῃ ὑποχείριόν της. Ἀποτελεῖ ἕνα κα-
1745κὸν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ δε-
1746χθῶμεν, ἔστω καὶ ὑπὲρ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος, γνωρίζω, ὅτι
1747ἄγεσθε ἀπὸ ἀπόλυτον καλὴν πίστιν.
1748Ἀλλὰ ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, καὶ τὸ δεύτερον θέμα.
1749Εἴπατε, κύριε ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἔλθητε εἰς ἐπαφὴν μὲ ὡρι-
1750σμένους ἐκ τῶν Ἱεραρχῶν, ὅτι θὰ τοὺς πείσετε καὶ ὅτι ἔχετε
1751τὴν πεποίθησιν, ὅτι τελικῶς θὰ τοὺς ὁδηγήσητε εἰς τὰς
1752λύσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι σύμφωνοι μὲ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκ-
1753κλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους. Ἡ εὐστροφία, ἡ ὁποία σᾶς δια-
1754κρίνει καὶ ἡ ἱκανότης σας εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, δὲν
1755μοῦ ἀφήνει ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ φέρετε εἰς πέραν τὸ ἔργον
1756τοῦτο. Ἀλλὰ διατὶ δὲν χρησιμοποιεῖται σήμερον τὴν εὐστρο-
1757φίαν σας καὶ τὴν ἱκανότητά σας, ὥστε νὰ ἐπιτύχητε
1758μεταξὺ τῶν δύο μερίδων νὰ ἐπέλθῃ ἡ σύμπνοια, ἡ ἑνότης,
1759ἡ ὁποία διὰ τὸ ὀρθόδοξον πλήρωμα εἶναι ἀπαραίτητος;
1760Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ στραφῆτε πρὸς τὴν κατεύθυνσιν
1761αὐτὴν καὶ ἐπειδή, ὅπως βλέπωμεν, τὸ παρεμβληθὲν προ-
1762σωπικὸν ζήτημα παραμερίζεται, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν,
1763ὅτι μία σταθερὰ ἀλλὰ καὶ εὔστροφος στάσις ἔναντι αὐτῶν,
1764θὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν σύμπνοιαν καὶ τὴν ἑνότητα.
1765Χρειάζεται νὰ ἐξευρεθῇ ἕνας τρόπος καὶ νομίζω, ὅτι ὁ
1766τρόπος αὐτὸς δὲν εἶναι ἀδύνατος, ὥστε αἱ ἀπόψεις τῶν
1767δύο μερίδων νὰ προσεγγίσουν καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ γαλήνη.
1768Ἐὰν θελήσητε μὲ τὴν καλὴν πίστιν, ἡ ὁποία σᾶς διακρί-
1769νει, νὰ ἐπιμείνητε, νομίζω, ὅτι θὰ ἀποκαταστήσητε τὴν
1770γαλήνην καὶ τὴν ἑνότητα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλη-
1771σίας, ἡ ὁποία ἔχει ἐπικινδύνως διασαλευθῇ. Δι’ αὐτό, ἐπα-
1772ναλαμβάνω, ὅτι σεῖς, ὁ ὁποῖος διέπεσθε, κ. ὑπουργέ, ἀπὸ
1773καλὴν πίστιν καὶ θέλετε νὰ περιφρουρήσητε τὴν παράδο-
1774σιν τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι δὲν θὰ θελήσετε νὰ ἐπιμείνετε ἐπὶ
1775τοῦ ἄρθρ. 3, ἀλλὰ θὰ καταβάλετε ὅλας σας τὰς προσπαθείας
1776διὰ νὰ ἐπαναφέρετε τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἑνότητα. Καὶ
1777νομίζω, ὅτι δὲν στερεῖσθε ἱκανότητος καὶ φαντασίας καὶ
1778ἐφευρετικότητος διὰ νὰ κατορθώσητε νὰ εὕρητε τὸν τρό-
1779πον προσεγγίσεως. Θὰ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ὑπηρεσία, τὴν
1780ὁποίαν θὰ προσφέρητε οὕτω εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, παρὰ μὲ
1781τὸ νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 3 τὸ ὁποῖον
1782ἀποδεικνύει, ὅτι εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἔχει εἰσ-
1783χωρήσει καὶ ἐγκατέστη ὁριστικῶς ἡ διένεξις. Σήμερον,
1784ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ ἐπιμείνῃ κανεὶς νὰ ἐμφανίσῃ προ-
1785σωπικὰ θέματα. Ἐνῷ αὔριον, ἐὰν τὸ θέμα προσλάβῃ μορ-
1786φὴν διαστάσεως ἔναντι ἀρχῶν, ἀντιλαμβάνεσθε ποὺ εἶναι
1787δυνατὸν νὰ ὁδηγηθῶμεν. Θὰ ἐπεθύμουν ἐν συνόψει νὰ ψη-
1788φισθῇ τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς τὰ Β. Διατάγματα ἢ μὲ τὰ
1789Β. Διατάγματα, ἀλλὰ τότε μὲ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐκ-
1790κλησίας. Θέλομεν νὰ σᾶς ὑποβοηθήσωμεν εἰς τὴν διευθέτη-
1791σιν τοῦ ἀναφυέντος θέματος, ἀλλὰ ὄχι μόνον εἰς τὴν προ-
1792κειμένην περίπτωσιν, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω, διότι τὸ ἔργον
1793σας δὲν ἐξαντλεῖται, οὔτε τελειώνει ἐδῶ. Δὲν εἶναι μόνον
1794τὸ θέμα τῆς ἀδρανείας τῆς Ἐκκλησίας περὶ ἧς ὡμίλησεν
1795ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου. Εἶναι ἐπὶ πλέον
1796τὰ βαθύτερα, τὰ οὐσιαστικώτερα αἴτια, τὰ ὁποῖα γνωρί-
1797ζει καὶ ἡ Ἱεραρχία καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Καὶ ἐὰν δὲν
1798ἐξευρεθῇ τρόπος θεραπείας τούτων, δὲν θὰ δυνηθῇ ποτὲ
1799νὰ ἐξυγιανθῇ, νὰ ἀνυψωθῇ ἡ Ἐκκλησία, διὰ νὰ ἐπιτελέ-
1800σῃ τὴν μεγάλην της ἀποστολήν. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ὑλι-
1801κῆς ἀνασυγκροτήσεως, ἂς μὴ ξεχνῶμεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ
1802ἡ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ ἀνασυγκρότησις, εἰς τὴν ὁποίαν
1803τὸν πρῶτον ρόλον ὀφείλει νὰ παίξῃ ἡ Ἐκκλησία.
1804Πρέπει, λοιπόν, νὰ ἐξυγιάνωμεν, νὰ ἐξυψώσωμεν τὸ
1805γόητρον τῆς Ἐκκλησίας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀσκήσῃ αὕτη
1806ἀποτελεσματικώτερον τὴν σχετικὴν ἀποστολήν της. Πρέ-
1807πει νὰ ἐπαναφέρετε, κύριε ὑπουργέ, τὴν γαλήνην καὶ τὴν
1808ἑνότητα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, διότι ἡ διάστασις ἐμφανίζει,
1809ὅτι ὄπισθεν τῶν προσωπικῶν θεμάτων, ὑπάρχει καὶ θέμα
1810ἀρχῆς καὶ ἰδεῶν. Τοιαύτης φύσεως διαστάσεις καὶ διενέ-
1811ξεις θὰ ὁδηγήσουν πολὺ μακρὰν καὶ δὲν θὰ εἶναι ἴσως
1812μακρὰν ἡ ἡμέρα, ποὺ θὰ χρειασθῇ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν
1813ἐπέμβασίν μας. (Χειροκροτήματα).
1814§86Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων).
1815Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ σχηματίσητε μίαν πλήρη εἰκό-
1816να, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως, θὰ
1817ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι πέραν τῶν προσπαθειῶν τοῦ Προέ-
1818δρου τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ἔτεινον εἰς τὴν προσέγ-
1819γισιν τῶν διαφόρων μερίδων, εἶχον καὶ ἐγὼ συναντήσεις
1820μὲ ἀντιπροσώπους τῶν δύο παρατάξεων. Καὶ ἔκαμα τὴν
1821ἑξῆς σύστασιν. Τοὺς εἶπον «Ἅγιοι Πατέρες», ἐδῶ διαφω-
1822νεῖτε ἐπὶ ἑνὸς θέματος ἀρχῆς. Δὲν ὑπάρχει, ἀναμφισβητή-
1823τως, θέμα προσωπικόν, ἐάν, δηλαδή, ὁ Πρόεδρος τῆς
1824Συνόδου, ὁ προκαθήμενος, ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ
1825τὴν συνεδρίασιν τῆς Συνόδου ἢ ἔχετε σεῖς τὸ δικαίωμα,
1826οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειοψηφίαν, νὰ συνεχίσητε, μετὰ τὴν
1827διακοπήν, καὶ νὰ λάβητε καὶ ἐγκύρους ἀποφάσεις. Ὑπάρ-
1828χει ἐπ’ αὐτοῦ μία διάστασις ἀπόψεων. Σᾶς ἐρωτῶ. Ἡ
1829Ἐκκλησία, τὸ Σύνταγμά σας, οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι διέπουν
1830τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεώς σας, δὲν προβλέπουν δικο-
1831νομίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ προβλέπετε ἡ λύσις τῆς δια-
1832φορᾶς αὐτῆς; Ἡ ἀπάντησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μοῦ ἔλθῃ
1833ἀπὸ καμμίαν πλευράν. Τοὺς εἶπον: Σᾶς λέγω ἐγώ, ὁ ὁποῖος
1834σκέπτομαι ἁπλᾶ, τοῦτο. Ἀναθέσατε τὴν λύσιν τῆς διαφο-
1835ρᾶς σας εἰς τὴν Ἱεραρχίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
1836Τὴν 25ην Μαΐου θὰ συνέλθῃ ἡ Ἱεραρχία καὶ τὸ θέμα
1837νὰ τὸ ἀναθέσητε νὰ τὸ λύσῃ ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας
1838καὶ ἐὰν ἡ Ἱεραρχία εἴπῃ, ὅτι εἶχε δίκαιον ἡ πλειοψηφία
1839τῆς Συνόδου, νὰ θεωρηθοῦν ἔγκυροι αἱ ἀποφάσεις, τὰς
1840ὁποίας ἔλαβεν. Οὔτε καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἦτο δυνα-
1841τὸν νὰ ὑπάρξῃ συμφωνία. Ἑκατέρα τῶν παρατάξεων ἐνέ-
1842μενεν εἰς τὰς ἀπόψεις της καὶ ἔφυγον οὕτω διῃρημένοι.
1843§87Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, κύριε
1844ὑπουργέ, διὰ τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατεβάλατε.
1845Νομίζω, ὅμως, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἄλλος νὰ εἶναι ὁ δρόμος.
1846Θὰ ἤθελον, ἐὰν ἦτο δυνατόν, σεῖς νὰ ἐξεύρητε τὴν λύσιν
1847καὶ σεῖς νὰ τὴν προτείνητε.
1848§88Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Νὰ τὴν ἐξεύρουν οἱ ἴδιοι.
1849§89Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα, κύριοι συνάδελφοι,
1850εἶναι πῶς θὰ ἐπέλθῃ ἡ γαλήνη καὶ ἡ ἑνότης εἰς τοὺς κόλ-
1851πους τῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω, κύριε ὑπουργέ, ὅτι ἂν ἐξευ-
1852ρίσκετο ἕνας τρόπος ἐκ μέρους σας, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο
1853δυνατὸν νὰ τὸν δεχθοῦν καὶ θὰ ἀπετέλει μεγάλην ἱκανο-
1854ποίησιν καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν
1855λαόν.
1856§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
1857§91Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρ-
1858θόδοξος Ἐκκλησία, δὲν εἶναι μόνον κατὰ τὸν τύπον τοῦ
1859ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος, ἡ ἐπικρατοῦσα Θρησκεία ἐν
1860Ἑλλάδι, ἀλλὰ εἶναι ἡ Θρησκεία, ἡ ὁποία σαγηνεύει τὸν
1861Ἑλληνικὸν Λαόν, εἶναι ἡ Θρησκεία ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι
1862συνυφασμένη μὲ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὁ ὁ-
1863ποῖος ἐπολέμησε πάντοτε ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος καὶ
1864ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς λέγῃ, ὅτι μάχεται ὑπὲρ Πίστεως
1865αὐτὴν τὴν Ὀρθόδοξον Πίστιν του ἐννοεῖ. Εἰς τὴν συνεί-
1866δησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία φω-
1867λιάζει καὶ αὐτὴ εἶναι ὁ ὁδηγός, καὶ ἡ ζωοφόρος δύναμις,
1868ἡ ὁποία ὁδηγεῖ καὶ καθοδηγεῖ τὸ Ἔθνος.
1869Ἡ κρίσις ἡ ὁποία ἐξέσπασε τὴν 7ην Ἀπριλίου (θὰ
1870γραφῇ ὡς ἀποφρὰς ἡμερομηνία εἰς τὴν Ἱστορίαν τῆς Ἐκ-
1871κλησίας μας, ἡ ἡμερομηνία αὐτή), ἡ κρίσις ποὺ ἐξεδηλώ-
1872θη τὴν 7ην Ἀπριλίου, συνετάραξε τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν.
1873Ἄν τὰ αἴτια τῆς κρίσεως αὐτῆς ἦσαν πνευματικὰ ἢ δο-
1874γματικά, ἴσως ἐπεβάλλετο ἡ κεραυνοβόλος παρέμβασις τῆς
1875Πολιτείας, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ Πολιτεία θὰ
1876εἶχε παρὰ τὸ πλευρόν της τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ
1877διὰ τὴν διάσωσιν καὶ διατήρησιν τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθο-
1878δόξου Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς, ὅμως, τὰ αἴτια τῆς κρίσεως
1879ἦσαν αἴτια προσωπικά, καὶ δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα,
1880ἦσαν τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῶν ὑλικῶν συμφε-
1881ρόντων.
1882Ιʹ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων).
1883Αὐτὸ ἀποτελεῖ προσωπικήν σας γνώμην. Ἐγὼ διαφωνῶ.
1884§92Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Σεῖς, κ. ὑπουργέ, λόγῳ τῆς θέσεώς
1885σας, δύνασθε νὰ διαφωνῆτε καὶ νὰ ἔχητε τὴν γνώμην
1886σας. Ἡμεῖς, πρέπει νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, διότι μὲ τὴν
1887ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας, δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ σύμπνοια
1888καὶ ἡ ὁμόνοια εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Μὲ τὴν ἀποκάλυψιν
1889τῆς ἀληθείας, εἶναι δυνατόν, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν
1890στιγμήν, νὰ συνέλθουν οἱ Διοικοῦντες τὴν Ἐκκλησίαν.
1891Ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς κρίσεως, ὤφει-
1892λε νὰ παρέμβῃ, ὄχι ὅμως μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον.
1893Θὰ ἔπρεπε νὰ παρέμβῃ μὲ ἄλλο νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποί-
1894ου θὰ καθώριζε τὰς ἀποδοχὰς τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τοῦ
1895Ἀρχιεπισκόπου καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰ
1896αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐὰν καθώριζε διὰ τὸν
1897Ἀρχιεπίσκοπον τὰς ἀποδοχὰς καὶ τὰ εὐεργετήματα τοῦ
1898Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο πλέον ἱκανοποιητι-
1899κόν, διότι νομίζω, ὅτι πέραν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος,
1900οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἔχῃ μεγαλυτέρας ἀποδοχὰς τοῦ πρώ-
1901του πολίτου τῆς χώρας, ποὺ εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυ-
1902βερνήσεως. Καὶ διὰ τοὺς Μητροπολίτας νὰ καθώριζε τὰς
1903ἀποδοχὰς τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ὅλας τὰς ἄλλας ἀπολαυὰς τῶν
1904ὑπουργῶν. Ἐὰν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίζετο μὲ τὴν
1905σύμφωνον γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἐν τάχει θὰ
1906ἐλύοντο ὅλαι αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τῶν διαφωνησάντων Μη-
1907τροπολιτῶν. Ἐὰν δέ, συγχρόνως καθωρίζετο, ὅτι ὅλα τὰ
1908ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοῦ λειτουργήματος τῶν Μητροπολιτῶν
1909προσποριζόμενα, πέραν τῶν ἀνωτέρω ἀπολαυῶν των, πε-
1910ριήρχοντο εἰς Κοινὸν Ταμεῖον τῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἦτο δυ-
1911νατὸν ἡ Διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας νὰ εἶχε μεγάλα οἰκονο-
1912μικὰ μέσα, διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἀποστολῆς της καὶ τῆς
1913Θρησκευτικῆς καὶ τῆς Ἐθνικῆς.
1914Ἡ διαμάχη ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ προέκυψεν ἐκ τοῦ γε-
1915γονότος, ὅτι ὑπάρχουν πτωχαὶ καὶ πλούσιαι Μητροπόλεις
1916καὶ ἡ διαμάχη διὰ τὰ ὅρια τῶν Μητροπόλεων καὶ τοῦ με-
1917ταθετοῦ ἢ μὴ τῶν Μητροπολιτῶν, ἐγένετο διὰ τὴν κατά-
1918κτησιν πλουσίων Μητροπόλεων. Ἐὰν ὅλαι αἱ Μητροπό-
1919λεις, ἀπὸ ἀπόψεως ἐκτάσεως ἐξισώνοντο καὶ ἐὰν ὅλοι οἱ
1920Μητροπολῖται ἐλάμβανον τὸν αὐτὸν μισθόν, τὸν μισθὸν
1921π.χ. τοῦ ὑπουργοῦ, τότε αὐτομάτως, ἡ διαμάχη θὰ ἀπε-
1922φεύγετο εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Καὶ θὰ
1923ἔφευγεν ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνη-
1924σις οὕτω ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κρίσιν καὶ ἡ Ἐθνι-
1925κὴ Ἀντιπροσωπεία οὕτω θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ. Ἐὰν οὕ-
1926τω ἀντιμετωπίζετο τὸ πρόβλημα, νομίζω, ὅτι ἡ κρίσις τῆς
19277ης Ἀπριλίου δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὸ μέλ-
1928λον.
1929Ἀλλὰ διὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς κρίσεως εὐθύνεται καὶ ἡ
1930Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ Ἐπι-
1931τρόπου παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ἔπρεπεν ἐγκαίρως νὰ εἶχε
1932πληροφορηθῆ, ὅτι ἐγκυμονοῦνται κίνδυνοι διασπάσεως τῆς
1933ἑνότητος, λόγῳ τῶν ὑφισταμένων ἐρίδων μεταξὺ τῶν με-
1934λῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ.
1935Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παι-
1936δείας μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς κρίσεως, ἔπρεπε νὰ τὸ εἶ-
1937χον κάμει προηγουμένως διὰ νὰ προλάβουν τὸ ξέσπασμα
1938τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία συνετάραξεν εἰς τὰ μύχια ὁλόκλη-
1939ρον τὸν ὀρθόδοξον κόσμον. Καὶ μὴ προλαβοῦσα ἡ Κυβέρ-
1940νησις τὴν κρίσιν, ὑπέχει εὐθύνην βαρυτάτην καὶ ἱστορι-
1941κήν.
1942Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀποδίδο-
1943μεν σοβαρὰς εὐθύνας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔφερεν εἰς τὴν
1944Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν Μητρο-
1945πολιτῶν, ὅπως σᾶς εἶπα προηγουμένως, θὰ τὸ ἐψήφιζα
1946μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως καὶ ἀνεπιφυλάκτως, διότι νο-
1947μίζω, ὅτι αὐτὸ θὰ ἔλυεν αὐτομάτως τὴν κρίσιν τῆς παρού-
1948σης στιγμῆς καὶ θὰ ἀφήνετο εἰς τοὺς Ἁγίους Πατέρας
1949καὶ εἰς τὸν χρόνον νὰ ἐπιλύσουν τὰ ἄλλα προβλήματα τοῦ
1950Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας κλπ., τὰ ὁποῖα ἀπα-
1951σχολοῦν σήμερον τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας.
1952Τὸ ὑπὸ κρίσιν ὅμως νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ
1953Κυβέρνησις, δέχεται εὐρεῖαν κριτικὴν καὶ εὐρεῖαν συζή-
1954τησιν, διότι νομίζομεν, ὅτι ἀντὶ νὰ ἐπουλώνῃ μίαν πλη-
1955γήν, ἐπιθέτει ἐπὶ τῆς πληγῆς αὐτῆς κόνιν, θαυματουργὸν
1956ἴσως, διὰ νὰ καταπραΰνῃ τοὺς πόνους τῆς στιγμῆς, ἀλλ’
1957ὄχι καὶ διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὴν πληγήν. Δὲν νομίζω, ὅτι
1958πρέπει νὰ προχωρήσωμεν οὕτω, ἄνευ συζητήσεως, εἰς τὴν
1959δημιουργηθεῖσαν ἐντύπωσιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην περὶ
1960τῆς καθιερώσεως τοῦ ἀμεταθέτου τῶν Μητροπολιτῶν, διό-
1961τι εἰς τὸ παρελθὸν συνέβησαν τινὰ περὶ συναλλαγῶν ἢ
1962περὶ συνεννοήσεων ἢ περὶ κλικῶν ἢ ἄλλα, τὰ ὁποῖα λέγον-
1963ται. Διότι ὅπως ἡ ὑποστήριξις τῆς ἀρχῆς τοῦ μεταθετοῦ
1964εἶχε καὶ ἐπέφερε τὰ κακά της εἰς ἀντίρροπον δύναμιν δι’
1965ἐξεγέρσεως κατὰ τοῦ μεταθετοῦ, οὕτω, νομίζω, ὅτι καὶ
1966τὸ ἀμετάθετον ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ τὰ ἴδια προβλή-
1967ματα. Εἶναι δυνατόν, δηλαδή, νὰ προκύψουν εἰς τὸ μέλ-
1968λον περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας, τὸ Ἔθνος θὰ ἔχῃ ἀνάγ-
1969κην εἰς ὡρισμένα νευραλγικὰ σημεῖα τῆς Χώρας νὰ το-
1970ποθετήσῃ ἀρχιερεῖς ἱκανοὺς καὶ εἰδικούς. Ἐκ τῆς ἀρχῆς
1971τοῦ ἀμεταθέτου δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν οὔτε ἡ Πολιτεία νὰ
1972συνηγορήσῃ ἢ νὰ εἰσηγηθῇ, οὔτε ἡ Διοίκησις τῆς Ἐκκλη-
1973σίας νὰ ἐνεργήσῃ τὴν μετάθεσιν καὶ τὴν τοποθέτησιν τῶν
1974καταλλήλων αὐτῶν προσώπων εἰς τὰ νευραλγικὰ αὐτὰ ση-
1975μεῖα τῆς Χώρας. Ἀλλὰ θὰ παρουσιασθοῦν καὶ περιπτώ-
1976σεις κατὰ τὰς ὁποίας λόγοι ὑγείας θὰ ἐπιβάλουν τὴν με-
1977τάθεσιν ἑνὸς Μητροπολίτου, ὁ ὁποῖος θὰ καταδικάζεται ἢ
1978νὰ παραιτηθῇ ἢ νὰ ἀποθάνῃ εἰς τὸν ἄξενον τόπον, ὁ ὁποῖος
1979δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν κρατήσῃ εἰς τὴν ζωήν.
1980Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸ αὐστη-
1981ρὸν δόγμα τοῦ ἀμεταθέτου, ὅπως τὸ καθιέρωσεν ὁ παλαιό-
1982τερος νομοθέτης. Μέση λύσις νομίζω, ὅτι θὰ ἠμποροῦσε
1983νὰ εὑρεθῇ, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνεζητεῖτο εἰς χρό-
1984νον ἀπώτερον καὶ ἤρεμον, μετὰ τὴν πάροδον τῆς κρίσεως.
1985Ἡ παράγραφος 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἐκτὸς τῶν ἄλλων
1986ἀντιρρήσεων, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἤδη —καὶ τὰς ὁ-
1987ποίας δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω— προκαλεῖ καὶ μίαν ἄλλην
1988ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἤκουσα μέχρι τώρα νὰ διατυ-
1989πώνῃ κανεὶς ἐκ τῶν προλαλησάντων κ. συναδέλφων, ἀλλὰ
1990καὶ τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παι-
1991δείας δὲν ἐπρόσεξε. Λέγει ἡ παράγραφος 2, ὅτι ἀπὸ τῆς
1992ἰσχύος τοῦ νόμου καταργοῦνται αἱ σχετικαὶ κείμεναι δια-
1993τάξεις τῶν περιπτώσεων αʹ καὶ βʹ, δηλαδὴ τῶν περιπτώ-
1994σεων κατὰ τὰς ὁποίας καθορίζονται τὰ προσόντα τῶν πρὸς
1995ἀρχιερατείαν ἐκλεγομένων καὶ ὁ τρόπος τῆς πληρώσεως
1996τῆς θέσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν. Αὐτὸ σημαίνει,
1997ὅτι ἀπὸ μεθαύριον, ποὺ θὰ γίνῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νό-
1998μος τοῦ Κράτους, θὰ καταργηθοῦν αἱ διατάξεις τῶν ἄρ-
1999θρων 15, 17 καὶ 18 τοῦ νόμου 671)1943 καὶ δὲν θὰ εἶναι
2000δυνατὸν, ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον χηρεύσῃ ἡ θέσις τοῦ
2001Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, νὰ πληρωθῇ αὕτη. Διὰ τῆς δια-
2002τάξεως, λοιπόν, αὐτῆς ἐπὶ δίμηνον εἶναι δυνατόν, ἐξ οἱου-
2003δήποτε λόγου, νὰ παραμείνῃ ἀκέφαλος ἡ Ἐκκλησία τῆς
2004Ἑλλάδος. Ὑποθέτω, ὅτι ἐκ παραδρομῆς θὰ περιελήφθη ἡ
2005διάταξις εἰς τὴν παράγραφον αὐτὴν τοῦ ἄρθρου μόνου
2006τοῦ νομοσχεδίου καὶ νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει, ὅπως αἱ διατά-
2007ξεις τῶν περιπτώσεων γʹ καὶ δʹ θὰ ἰσχύσουν μετὰ τὴν
2008ἔκδοσιν τῶν σχετικῶν διαταγμάτων, οὕτω καὶ αἱ περιπτώ-
2009σεις αʹ καὶ βʹ νὰ ἰσχύσουν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν σχετι-
2010κῶν διαταγμάτων, δηλαδὴ ὅταν διατάξεις ἀντίστοιχοι
2011τῶν καταργουμένων διατάξεων τῶν ἄρθρων 15, 17 καὶ
201218 τοῦ νόμου 671)1943 θεσμοθετηθοῦν, τότε νὰ καταρ-
2013γηθοῦν, διότι ἄλλως, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ἐξ οἱουδήποτε
2014λόγου χηρεύσῃ ἡ θέσις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἐπὶ δίμηνον θὰ
2015εἶναι ἀκέφαλος ἡ Ἐκκλησία. Δεδομένου, ὅτι διὰ τῆς πα-
2016ραγράφου 3 καταργεῖται, ἀντισυνταγματικῶς κατὰ τὴν
2017ἀντίληψιν τῶν προλαλησάντων συναδέλφων καὶ τὴν ἰδι-
2018κήν μου, ἐπὶ ἕνα μῆνα ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἐὰν ἔχωμεν τὸ ἐν-
2019δεχόμενον τῆς καταργήσεως καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἐπὶ
2020δίμηνον, τότε ἀντὶ νὰ θέτωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὰς
2021βάσεις ἠρεμίας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ νὰ βοηθήσωμεν τὴν
2022Διοίκησιν αὐτῆς νὰ ἀνεύρῃ τὸν ὀρθὸν δρόμον τῆς γαλή-
2023νης, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐμπνεύσῃ καὶ πάλιν τὴν ἀπαιτου-
2024μένην ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ χριστεπωνύ-
2025μου πληρώματος, νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ
2026χαλαρώνομεν τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ δημιουρ-
2027γοῦμεν κινδύνους. Δι’ αὐτό, σχετικῶς μὲ τὴν παράγραφον
20282, θὰ εἶχον νὰ προτείνω εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὅπως τὰς
2029περιπτώσεις αʹ καὶ βʹ τὰς καταργήσῃ ἀφοῦ ἐκδώσῃ τὰ
2030Διατάγματα, τὰ ὁποῖα προβλέπονται ὑπὸ τῆς παραγράφου
2031αὐτῆς.
2032Ὡς πρὸς τὴν παράγραφον 3, ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδικαιολο-
2033γήθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν εἶναι σπάνιον τὸ φαινόμενον, ἡ
2034Ἱερὰ Σύνοδος νὰ διακόπτῃ τὰς ἐργασίας της κατὰ τὴν
2035περίοδον τῶν ἑορτῶν, Χριστουγέννων καὶ Πάσχα, καὶ
2036κατὰ τὰς θερινὰς διακοπάς. Αὐτὸ εἶναι σωστόν, ἀλλ’ ἐδῶ
2037νομοθετοῦμεν καὶ πρέπει νὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὸ Σύν-
2038ταγμα, ποὺ εἶναι ὁ ὑπέρτατος νόμος. Καὶ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ
2039Συντάγματος λέγει, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐνερ-
2040γοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρ-
2041χικὰ αὐτῆς δικαιώματα, διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου
2042Ἀρχιερέων».
2043Αὐτὴ ἡ φράσις, «διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχι-
2044ερέων» νομίζω, ὅτι εἶναι διάταξις τοῦ Συν)τος, ἡ ὁποία
2045καίτοι δὲν εἶναι θεμελιώδης, ἐν τούτοις, ἐν πάσῃ περιπτώ-
2046σει, ὅταν πρόκειται νὰ στηρίξῃ μίαν διάταξιν νόμου, ὀ-
2047φείλει νὰ μᾶς καθιστᾷ προσεκτικούς. Νομίζω, ὅτι τὸ Σύν-
2048ταγμα, ὅταν ὁρίζῃ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς
2049Συνόδου Ἀρχιερέων, θέλει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῶν Ἀρχιε-
2050ρέων νὰ εἶναι μόνιμος, νὰ εἶναι διαρκής. Δι’ αὐτὸ καὶ
2051εἰς τὸν Καταστικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας ἀπεκλήθη ἡ
2052Ἱερὰ Σύνοδος Διαρκής, δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ ὁ τίτλος αὐ-
2053τὸς νὰ εἶναι διακοσμητικός, ἀλλὰ τῆς ἐδόθη ὡς ἐκ τῆς
2054ἀνάγκης τῶν πραγμάτων καὶ τῆς συμφωνίας πρὸς τὸ ἄρ-
2055θρον 2 τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι διὰ νό-
2056μου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναστέλλωνται αἱ ἐργασίαι τῆς
2057Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἶχον δίκαιον
2058οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι καὶ νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑ-
2059πουργὸς τῆς Παιδείας θὰ πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν διαγραφὴν
2060τῆς παραγράφου 2.
2061Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑποστηριχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ,
2062ὅτι οἱ σεβάσμιοι Ἅγιοι Πατέρες ποὺ ἀποτελοῦν τὴν Ἱε-
2063ρὰν Σύνοδον, εὑρίσκονται εἰς διάστασιν καὶ δὲν θὰ θελή-
2064σουν νὰ συνεργασθοῦν ἢ νὰ ὁμονοήσουν διὰ νὰ διοικήσουν
2065τὴν Ἐκκλησίαν, νομίζω, ὅτι ὅταν ἀκούσουν τὴν φωνὴν τοῦ
2066Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τὴν φωνὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ ὁ-
2067ποία θὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τῆς αἰθούσης αὐτῆς, νομίζω, ὅτι θὰ
2068καταστοῦν προσεκτικοί, θὰ ἀναλογισθοῦν τὰς μεγάλας ἱ-
2069στορικάς των εὐθύνας καὶ θὰ θεωρήσουν, ὅτι ἔχουν καθῆ-
2070κον καὶ ἀπέναντι τοῦ ποιμνίου των καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἔ-
2071θνους νὰ μὴ ὁμιλοῦν περὶ ἀγάπης μόνον ἀπὸ τοῦ ἄμβω-
2072νος, ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἀγάπην καὶ εἰς τὴν πρα-
2073γματικότητα.
2074Καὶ τοὺς καλοῦμεν ἐν ὀνόματι τῆς πίστεως τοῦ Ἔ-
2075θνους, νὰ ὁμονοήσουν καὶ νὰ παύσουν νὰ σκανδαλίζουν
2076τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Νομίζω, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἔπει-
2077τα ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ θὰ λεχθοῦν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύ-
2078τῃ, θὰ ἀναλογισθῇ τὰς εὐθύνας της καὶ θὰ ἀποφύγῃ πε-
2079ραιτέρω τὴν δημιουργίαν σκανδάλων, θὰ σοβαρευθῇ καὶ
2080θὰ ἠρεμήσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ φιλοχρί-
2081στου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὀφείλουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς
2082Ἐκκλησίας νὰ ἀκούσουν ἐναύλως τὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ των
2083«ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» καὶ οὕτω νὰ προχωρήσουν περαιτέ-
2084ρω εἰς τὸ θεῖον ἔργον των. Τὸ νομοσχέδιον θὰ πρέπει νὰ
2085τροποποιηθῇ κατὰ τὰς ἀναπτυχθείσας ἀπόψεις καὶ οὕτω
2086νὰ ψηφισθῇ, ἵνα ὠφελήσῃ, διότι ἀτελῶς ψηφιζόμενον
2087ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ πρᾶγμα ποὺ οὐδεὶς δύναται νὰ θέλῃ ἐν
2088τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. (Χειροκροτήματα).
2089(Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμ-
2090βάνῃ ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Κοντοβράκης).
2091§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν
2092λόγον.
2093§94Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐγγεγραμμένος μετὰ τὸν κ.
2094Ζορμπᾶν.
2095§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀντιλέγων.
2096§96Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἠλλάξατε τὴν σειρὰν τῶν ἐγγε-
2097γραμμένων. Τὸ διαπιστώνομεν διὰ πολλαπλῆν φοράν.
2098§97Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ πα-
2099ρεμβολή.
2100§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνῆλθον εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ εὗρον
2101αὐτὴν τὴν σειράν.
2102§99Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ ἐγὼ
2103μετὰ τὸν κ. Κύρκον, ὅτι γίνεται μία ἀπαράδεκτος ἀλλοίω-
2104σις τῆς σειρᾶς τῶν ὁμιλητῶν. Ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος αὐ-
2105τῆς τῆς καταστάσεως; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται αὐτὴ
2106ἡ δουλειά.
2107§100Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ὁμιλεῖ εἷς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου
2108καὶ εἷς κατὰ καὶ ἐρωτᾷ τὸ Προεδρεῖον, κατὰ τὸν Κανονι-
2109σμόν, ποῖοι θὰ ὁμιλήσουν ὑπὲρ καὶ ποῖοι κατά.
2110§101Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ζορμπᾶς ὡμίλησεν ὑπέρ.
2111§102Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ὄχι. Νομίζω, ὅτι ὡμίλησε κατά.
2112§103Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κάμνετε λάθος. Πάντως, πρέπει
2113νὰ λυθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ θέμα αὐτό.
2114§104Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
2115Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν παρέμβασιν; Νομίζω, ὅτι κριτήριον
2116τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐθεωρήθη ὡς ἰσχῦον, εἶναι τὸ τυπικὸν
2117κριτήριον, παρὰ τὸ οὐσιαστικόν. Ὅταν βουλευτής τις,
2118συνάδελφός τις, προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, θε-
2119ωρεῖται κατὰ τεκμήριον, ὡς ἀντιτιθέμενος εἰς τὸ νομοσχέ-
2120διον. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν βέβαια, τοῦ κ. Ζορμπᾶ,
2121τὸ πρᾶγμα δὲν ἰσχύει 100% ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, διότι
2122δὲν κατεδίκασε πλήρως τὸ νομοσχέδιον, διετύπωσεν ὅμως
2123παρατηρήσεις ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ἐναντίον τῆς δια-
2124τυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἀσχέτως αὐτοῦ...
2125§105Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφί-
2126ας διετύπωσε παρατηρήσεις ἐναντίον.
2127§106Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
2128Ἑπομένως, τὸ κριτήριον τὸ τυπικὸν εἶναι τὸ μόνον, βά-
2129σει τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἐκάματε αὐτὴν τὴν
2130στιγμήν, τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ.
2131Γίνεται ἡ ἐναλλαγὴ τῶν βουλευτῶν, εἷς ἀπὸ τὴν Κυβερ-
2132νητικὴν παράταξιν καὶ εἷς ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Πῶς
2133εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐρωτάῃ ὁ Πρόεδρος
2134ἕνα βουλευτήν, ἐὰν θὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ
2135νομοσχεδίου;
2136§107Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς τὸ ἀναφέρει.
2137§108Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐὰν δὲν κάμνω λάθος, ὑπάρχει
2138διάταξις εἰς τὸν Κανονισμὸν καθ’ ἣν γίνεται ἡ ἐναλλαγή,
2139ἀφοῦ ἐρωτηθοῦν οἱ αἰτοῦντες τὸν λόγον, ἐὰν εἶναι ὑπὲρ
2140ἢ κατά.
2141§109Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
2142Ὑπερισχύει, ἀπὸ ἀπόψεως παραδόσεως, τὸ τυπικὸν κρι-
2143τήριον.
2144§110Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀσχέτως τοῦ τυπικοῦ κριτηρίου
2145θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ εἴπω ἐπὶ
2146τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ἑξῆς βασικόν. Δὲν ἔχει σημασίαν πῶς
2147θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τὸ Προεδρεῖον
2148τῆς Βουλῆς. Δύναται νὰ ἐρωτήσῃ καὶ ὀφείλει νὰ ἐρωτή-
2149σῃ, διότι ρητῶς ἀναγράφεται εἰς τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ
2150ἠμπορεῖ νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ τὸ τυπικὸν κριτήριον, ποὺ
2151μάλιστα, βέβαια, εἶναι, ὅτι ἅπαξ καὶ συνετάγη μία σειρὰ
2152ὁμιλητῶν δὲν δύναται κανεὶς τὴν σειρὰν αὐτὴν κατὰ τὴν
2153ἰδικήν του βούλησιν ἢ προτίμησιν νὰ μεταβάλῃ. Ἀπὸ ἐκεῖ
2154καὶ πέρα δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἐγγύησις διὰ τοὺς βουλευ-
2155τὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι θὰ ἀνέλθουν κἄποτε μὲ τὴν
2156σειρὰν ἐπὶ τοῦ βήματος. Καὶ νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει
2157νὰ εὑρεθῶμεν ὅλοι σύμφωνοι. Τὸ Προεδρεῖον, ἂς κανονίζῃ
2158τὴν σειράν, δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ τὴν μεταβάλλῃ κατὰ τὸ
2159δοκοῦν ἑκάστοτε.
2160§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Δὲν μετέβαλε τὴν σειράν.
2161§112Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸ Σῶμα,
2162ὅτι πρὶν ἀνέλθετε σεῖς εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐζήτησα νὰ ἴδω
2163τὴν σειρὰν καὶ ἡ σειρὰ δὲν ἦτο αὐτή, τὴν ὁποίαν ἐξεφω-
2164νήσατε.
2165§113Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Μόλις ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις παρεκά-
2166λεσα νὰ ἐγγραφῶ καὶ μοῦ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι: Ἔρ-
2167χεσθε δεύτερος, κύριε Κύρκο, διότι προηγήθη μόνον ὁ κ.
2168Ζορμπᾶς. Οὐδεὶς ἄλλος ἦτο ἐγγεγραμμένος. Λυποῦμαι,
2169διότι ἡ συζήτησις αὐτὴ γίνεται ἐξ ἀφορμῆς τῆς παρουσίας
2170εἰς τὸ βῆμα, ἑνὸς συναδέλφου πάρα πολὺ ἀγαπητοῦ. Ἀλλὰ
2171ἐὰν θέλετε νὰ στηριχθῆτε καὶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ Κα-
2172νονισμὸς λέγει, τὸν ἀγορεύοντα διαδέχεται πάντοτε ὁ ἀντι-
2173λέγων. Δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ἀντιλέγων ἐν προκειμένῳ ὁ
2174κ. συνάδελφος. Ἀντιλέγων εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ δια-
2175δεχθῇ τὸν κ. Ζορμπᾶν ὑποστηρίξαντα τὸ νομοσχέδιον καὶ
2176θὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἀντίθετον. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀντιλέγων.
2177Ἐὰν πρόκειται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ διαδεχθῇ τὸν ἀπὸ τοῦ
2178βήματος κατελθόντα νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἐκεῖνος τὸ νομο-
2179σχέδιον, δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ἀντιλέγων.
2180§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ὀρθὸν αὐτό.
2181§115Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ εἶναι ἀντιλέγων φέρ’
2182εἰπεῖν, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, διαδεχό-
2183μενος ἐμέ, κατερχομένου τοῦ βήματος. Διότι καὶ ἐκεῖνος
2184θὰ ὑποστηρίξῃ περίπου ἀναλόγους ἀπόψεις. Ἰδού, λοιπόν,
2185διατὶ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἔχετε δίκαιον.
2186Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς, νὰ κα-
2187θορίζεται μία σειρὰ τῶν ὁμιλούντων, διότι δὲν εἶναι ἡ πρώ-
2188τη φορά, ποὺ συμβαίνουν αὐτὰ τὰ πράγματα.
2189§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν λέγῃ ὁ Κανονισμός, ὅτι ἀκολου-
2190θεῖ ὁ ἀντιλέγων, νομίζω, ὅτι κατ’ ἐπανάληψιν ἠκολου-
2191θήθη αὐτὴ ἡ σειρά.
2192§117Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
2193Ἡ διάταξις αὕτη ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἢ μή-
2194πως ἀφορᾷ τὰς ἐρωτήσεις;
2195§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀναφέρει.
2196§119Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι
2197βουλευταί, ἐπεκρίθη ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως κατὰ τὴν
2198παράγραφον 3, ἡ ὁποία καθορίζει τὴν σύγκλησιν τῆς Ἱε-
2199ραρχίας διὰ τὴν 25ην Μαΐου 1959. Ἐκρίθη, ὅτι ἡ διάτα-
2200ξις αὐτὴ ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος τὸ
2201ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διοικεῖται ὑπὸ
2202Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Νομίζω, ὅτι ἡ αἰτίασις εἶναι
2203ἐντελῶς ἀστήρικτος ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως. Ἔχει
2204ἤδη κριθῆ, ὅτι ἡ κατοχύρωσις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντά-
2205γματος ἀναφέρεται μόνον εἰς τὸ δόγμα καὶ ὄχι εἰς τὴν
2206διοίκησιν. Ἑπομένως, ἡ Πολιτεία δύναται νὰ ρυθμίζῃ διὰ
2207νόμου τὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Καταστα-
2208τικὸς ἄλλωστε Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι παρὰ ἕνας
2209νόμος ὁ ὁποῖος ρυθμίζει τὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλη-
2210σίας, οὐδεὶς δὲ διενοήθη ποτὲ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὁ νό-
2211μος αὐτὸς βάλλει κατὰ τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐκεῖνοι ἀκό-
2212μη οἱ ὁποῖοι, ὅπως ὁ Σαρίπολος ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ προ-
2213στασία τοῦ Συντάγματος ἀναφέρεται καὶ εἰς τοὺς κανό-
2214νας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐκκλη-
2215σίας, ἀποδέχονται τὴν ἄποψιν αὐτήν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Σα-
2216ρίπολος ...... (ἀναγινώσκει) ......
2217Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμ-
2218ματος, ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἐδα-
2219φίου 3 εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι παύει νὰ ὑφίσταται
2220διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ
2221ἑνὸς μηνός. Νομίζω, ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ δὲν δύναται νὰ
2222ὑποστηριχθῇ βασίμως διότι ἁπλούστατα ἡ ὀργάνωσις τῆς
2223Διοικήσεως, τῆς λειτουργίας ἑνὸς συλλογικοῦ ὀργάνου, ὅ-
2224πως εἶναι καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, δύναται νὰ ρυθμισθῇ κατὰ
2225τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ καὶ τὴν ὕπαρξιν χρονικοῦ
2226διαστήματος διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν. Δὲν δύναται νὰ θεω-
2227ρηθῇ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος προβλέπει, ὅτι δὲν θὰ λειτουργή-
2228σῃ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ὅτι εἶναι νόμος ἀντισυνταγματικὸς
2229ἢ ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ παύει ὑφισταμένη ἡ διοίκη-
2230σις τῆς Ἐκκλησίας.
2231Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀσφαλῶς αὐτοδιοικεῖται, ἀλ-
2232λὰ ὁ τρόπος καὶ ἡ λειτουργία τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀφέθη
2233νὰ ρυθμίζεται ὑπὸ τῆς Πολιτείας.
2234Ἐὰν ἐψηφίζετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ Καταστατικὸς
2235Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας καὶ περιεῖχε οὗτος τὴν διάταξιν
2236τῆς παραγράφου 3 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, οὐδεὶς θὰ
2237ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ σοβαρῶς, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ
2238ἦτο ἀντισυνταγματική.
2239Δεύτερον σημεῖον, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τὸ σημεῖον
2240τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς παρεχομένης πρὸς
2241ρύθμισιν θεμάτων τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλη-
2242σίας. Ἐπ’ αὐτοῦ, βεβαίως ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ πάντων, ὅτι
2243δὲν ὑπάρχει θέμα ἀντισυνταγματικότητος. Ἐγένετο ὅμως
2244κριτική, ἐὰν ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτή, εἶναι πρῶτον, σκό-
2245πιμος καὶ δεύτερον ἐὰν συμβιβάζεται μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ
2246Συντάγματος. Βέβαια, ἡ ἱστορία τοῦ Καταστατικοῦ Χάρ-
2247του τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς δευ-
2248τέρας ἀπόψεως. Ἀλλὰ κύριοι μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἀπὸ τῆς
2249ψηφίσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας ἐπῆλ-
2250θε μία ριζικὴ μεταβολὴ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Πολι-
2251τειακῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐνι-
2252σχύσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας διὰ τῆς ψη-
2253φίσεως τῶν πλαισίων νόμων. Κατέστη ἐπιτακτικὴ ἀνάγ-
2254κη τονώσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦτο θὰ καταστῇ δυνα-
2255τὸν μόνον διὰ τῶν πλαισίων νόμων. Δὲν νομίζω, συνεπῶς
2256ὅτι θέματα, ὡς εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν κα-
2257θόλου ρύθμισιν τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας, δύναν-
2258ται νὰ ρυθμισθοῦν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἶναι συμφερώ-
2259τερον νὰ ρυθμίζωνται διὰ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως.
2260Ἀλλ’ ἐνῷ εἶμαι σύμφωνος, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὴν
2261βασικὴν γραμμὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω,
2262ὅτι διατηρῶ σοβαροὺς δισταγμοὺς ὡς πρὸς τὴν συνταγμα-
2263τικότητα τῆς διατάξεως ποὺ περιλαμβάνεται περαιτέρω
2264εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀπαιτεῖ τὴν
2265σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς
2266Ἑλλάδος. Καὶ οἱ δισταγμοί μου προέρχονται ἐκ τοῦ γεγο-
2267νότος, ὅτι διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν ἐπιμάχων θεμάτων ἀπαι-
2268τεῖται ἡ προηγουμένη σύμφωνος γνώμη τῆς Ἐκκλησίας.
2269Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ θέσις κανόνων δικαίου θὰ γίνεται
2270ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πα-
2271ρέμβασις ἑνὸς ὀργάνου ἔξω τῆς Πολιτείας, νομίζω πὼς
2272δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν
2273ἀπ’ εὐθείας ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας νὰ
2274ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πῶς δὲν θὰ ἦτο νοητὴ ἡ τοι-
2275αύτη σύμφωνος γνώμη ὀργάνου ἀλλοτρίου πρὸς τὸ Νομο-
2276θετικὸν Σῶμα; Ἐπ’ αὐτοῦ, ἐπαναλαμβάνω, θέλω νὰ ἐπι-
2277στήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Παι-
2278δείας. Δεύτερον, διατηρῶ ὡρισμένους δισταγμούς, ὡς πρὸς
2279τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Ἡ σύμφωνος γνώμη εἶναι ἐπι-
2280κίνδυνος.
2281§120Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Εἶναι ἀπαραίτητος, κ. Παπαρρη-
2282γόπουλε. Διότι ἐὰν πάρετε τὴν ἄποψιν, ὅτι αἱ σχέσεις
2283Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας δὲν εἶναι σχέσεις ὑπαγωγῆς,
2284ἀλλὰ συναλληλίας, θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ σύμφωνος γνώμη εἶναι
2285ἀπαραίτητος.
2286§121Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅτι, κ. συνάδελφε,
2287πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ γνώμη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀπα-
2288ραίτητον, ἀλλὰ τὸ νὰ ζητῆται ἡ σύμφωνος γνώμη τῆς
2289Ἐκκλησίας εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν, σημαίνει τὸ ἀντίθε-
2290τον. Ὑπαγωγὴ δηλαδὴ τῆς Πολιτείας εἰς τὴν Ἐκκλη-
2291σίαν. Μέχρι σήμερον, ὑπάρχει ἡ συναλληλία. Καὶ ἡ Πολι-
2292τεία πάντοτε ἐζήτησεν ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν τὴν γνώμην
2293τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ καὶ μόνον τὴν ἁπλῆν γνώμην τῆς
2294Ἐκκλησίας ἔχει καθιερώσει ὁ μέχρι τοῦδε ἰσχύων Κατα-
2295στατικὸς Χάρτης. Ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν διατάξεως αὐ-
2296τῆς, τὸ καθεστὼς αὐτὸ ἀνατρέπεται. Φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἀνα-
2297τροπὴ αὐτὴ θὰ ἔχῃ ἐπικινδύνους συνεπείας. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ
2298ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
2299Αὐτὰ εἶχον κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω καὶ δὲν δύνα-
2300μαι νὰ μὴ ἀναγνωρίσω, ὅτι αὐτὴ ἡ κρίσις ποὺ ἐξερράγη
2301εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, συνεκλόνισε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ποὺ
2302εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ δὲν χωρεῖ ἀμφι-
2303βολία, ὅτι ἡ ἄμεσος ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας, ἐπέφερεν
2304ἀνασχετικὸν ἀλλὰ καὶ ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα, τὰ
2305ὁποῖα ἤδη ἐξεδηλώθησαν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, τάσ-
2306σομαι ὑπὲρ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτή-
2307ματα).
2308§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κύρκος ἔχει τὸν λόγον.
2309§123Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι! Βαθεῖα, πράγματι
2310ὑπῆρξεν ἡ συγκίνησις, τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασεν ὁ Ἑλληνι-
2311κὸς λαὸς καὶ ἀπέραντος ἡ ὀδύνη, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθη ἐκ
2312τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ἀνέκυψεν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἑλ-
2313ληνικῆς Ἐκκλησίας. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαός αἰσθάνεται
2314βαθύτατον τὸν σύνδεσμόν του πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλη-
2315σίαν. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει, ὅτι ἡ ἐκκλησία
2316του ἐπρωτοστάτησε πάντοτε, μετὰ μεγίστων κινδύνων καὶ
2317ἀπείρων θυσιῶν, κατὰ τοὺς ἀγῶνας διὰ τὴν διατήρησιν
2318τῆς ἐθνικῆς του ὀντότητος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνε-
2319ξαρτησίας του. Καὶ διότι ἀκόμη γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς
2320λαός, ὅτι ἡ Ἐκκλησία του ἐπρωτοστάτησεν ἐπίσης εἰς ὅ-
2321λους τοὺς ἀπελευθερωτικοὺς του ἀγῶνας. Ἄφθονον ὑπῆρ-
2322ξεν τὸ αἷμα, τὸ ὁποῖον οἱ Πατριάρχαι, οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ
2323οἱ ἱερεῖς προσέφερον κατὰ τοὺς ἀγῶνας αὐτούς. Εἶναι
2324ἑπομένως πλήρως δικαιολογημένη ἡ ἀξίωσις τοῦ Ἑλληνι-
2325κοῦ λαοῦ νὰ βλέπῃ πάντοτε τὴν Ἐκκλησίαν του αἰρομένην
2326εἰς τὸ ὕψος, τὸ ὁποῖον τῆς ἐπιβάλλουν αἱ ἔνδοξοι παρα-
2327δόσεις της καὶ τὸ ἱστορικὸν παρελθόν της.
2328Νὰ βλέπῃ τὴν Ἐκκλησίαν του ἀκτινοβολοῦσαν πέραν
2329τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων, εἰς ὅλον τὸν Ὀρθόδοξον κόσμον.
2330Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει καὶ κἄτι ἄλλο καὶ αἰσθά-
2331νεται δι’ αὐτὸ τιμὴν καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν, ὢν συγχρόνως
2332ἀποφασισμένος νὰ τὸ περιφρουρήσῃ κατὰ πάσης ἐπιβου-
2333λῆς. Τοῦτο δὲ εἶναι ὅτι Ἕλληνες ἦσαν οἱ Πατέρες τῆς
2334Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν σο-
2335φίαν των ἐθεμελίωσαν τὴν ὀρθόδοξον πίστιν του καὶ
2336ὄχι μόνον τὴν ἐθεμελίωσαν ἀλλὰ καὶ τὴν μετέδωσαν εἰς
2337πολλοὺς ἄλλους λαούς, ἀπείρως ὑπερέχοντας ἡμῶν ἀπὸ
2338ἀπόψεως ἀριθμητικῆς δυνάμεως. Καὶ οἱ λαοὶ αὐτοὶ στρέ-
2339φουν εὐγνῶμον τὸ βλέμμα πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἑλληνι-
2340κὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζουν ἐλευθέρᾳ
2341βουλήσει καθοδηγητικὸν ρόλον. Δι’ αὐτὸ ὑφίσταται τὸ
2342Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ὡς πρωτόθρονος ἕδρα Ὀρ-
2343θοδοξίας καὶ Μήτηρ σεπτὴ πασῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκ-
2344κλησιῶν.
2345Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, εἶναι σήμερον πολὺ βαρυ-
2346τέρα ἢ ἄλλοτε ἡ ἀποστολὴ τῆς Αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς
2347Ἐκκλησίας. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως γνωρίζετε, σή-
2348μερον, λόγῳ τῶν Ἐθνικῶν περιπετειῶν καὶ τῶν συνθηκῶν
2349ὑφ’ ἃς εὑρίσκεται τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, δὲν εἶ-
2350ναι εἰς θέσιν νὰ ἀσκήσῃ πλήρως τὸν ρόλον, ὁ ὁποῖος τοῦ
2351ἀνήκει καὶ τὴν ἀποστολήν, ἡ ὁποία διὰ μέσου αἰώνων ὁλο-
2352κλήρων ἀνεγνωρίσθη εἰς αὐτό. Καὶ ὁ ρόλος οὗτος καὶ ἡ
2353ἀποστολὴ αὕτη ἔχουν ἐναποτεθῆ σήμερον ἐκ τῶν πρα-
2354γμάτων εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Αὐτὸ
2355τὸ κεφάλαιον, εἶναι ἕνα κεφάλαιον ἐθνικόν. Εἶναι περι-
2356ουσία ἐθνικὴ· οὐδεὶς —ὄχι μόνον ἐξ ἡμῶν— ἀλλὰ πρὸ
2357παντὸς τῶν διοικούντων εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, οὐδείς, λέγω,
2358ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ πράξεως, λόγου ἢ ἐνεργείας οἱων-
2359δήποτε νὰ τὰ θίξῃ. Καὶ πάντες, ὀφείλομεν καὶ πρωτίστως
2360οἱ διοικοῦντες εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὀφείλουν καὶ ἔχουν
2361καθῆκον νὰ τὸ προασπίζουν καὶ τὸ περιφρουροῦν. Ἰδοὺ
2362διατί, κύριοι συνάδελφοι, συνεκίνησε καὶ συνεκλόνισε πρά-
2363γματι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἡ κρίσις ἡ ὁποία ἐνέκυψεν εἰς
2364τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας.
2365Ἀλλά, ἐπιτρέψατέ μου τὴν τόλμην νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὴν
2366τὴν ὀδύνην τὴν ᾐσθάνθησαν βαθύτερον, ὅσοι εἶχον τὸ εὐ-
2367τύχημα νὰ ἀνατραφοῦν εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Οἰκουμενικοῦ
2368Πατριαρχείου καὶ νὰ γαλουχηθοῦν ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν
2369Πατριαρχεῖον. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν συγκαταλέγεται καὶ ὁ
2370ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς. Καὶ δι’ αὐτὸ ὅσα θὰ
2371λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ἐν συνεχείᾳ θὰ σᾶς
2372παρακαλέσω νὰ μὴ τὰ θεωρήσετε, ὅτι προέρχονται ἀπὸ
2373διάθεσιν ἀντιπολιτευτικήν. Ὑπάρχουν τόσα θέματα, ἐπὶ
2374τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ γόνιμος, ἐποικοδο-
2375μητικὴ ἀντικειμενικὴ κριτικὴ καὶ ἔλεγχος τῶν πράξεων
2376τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκτεί-
2377νωμεν τὴν κριτικήν μας καὶ ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου αὐτοῦ θέ-
2378ματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Πιστεύσατε, ὅτι σᾶς ὁμι-
2379λεῖ ὁ ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ ἔχει συνυφανθῆ, ἐκ
2380τῶν λόγων τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθεσα προηγουμένως, ἔχει
2381συνυφανθῆ πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
2382Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω κανένα.
2383Ἴσως, ἀσυναισθήτως, ἴσως ἐξ ἀγνοίας τῶν πραγμάτων,
2384κατεβλήθη προσπάθεια ὡς αἴτιον τῆς κρίσεως νὰ ἐμφα-
2385νισθῇ ἡ διχοστασία τῶν ἀποτελούντων τὴν Διαρκῆ Ἱερὰν
2386Σύνοδον, μηδὲ τοῦ προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας ἐξαι-
2387ρουμένου, προῆλθεν ἐκ τῆς ἐπιδιώξεως ἑκατέρας τῶν πα-
2388ρατάξεων ὅπως ὁ Αʹ Μητροπολίτης μετατεθῇ εἰς τὴν Βʹ
2389Μητρόπολιν, ἢ ὁ Βʹ Μητροπολίτης μετατεθῇ ἐκ τῆς Γʹ
2390εἰς τὴν Δʹ Μητρόπολιν. Καὶ μάλιστα, ἐκ λόγων ἀνομολο-
2391γήτων ἢ ἐκ λόγων ἰδιοτελείας. Τοῦτο ἐκαλλιεργήθη δυ-
2392στυχῶς διὰ τοῦ Τύπου. Τοῦτο ἐπηρέασε καὶ συναδέλφους
2393κατὰ πάντα ἀρίστους, ὥστε καὶ ἐντὸς τῆς Κοινοβουλευτι-
2394κῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ πρῶτον σχέδιον
2395νόμου, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς ἀκόμη νὰ λε-
2396χθῇ, ὅτι αὐτὸ τὸ ταπεινὸν ἐλατήριον ὑπῆρξεν ἐκεῖνο, τὸ
2397ὁποῖον ἐδημιούργησε τὴν κρίσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.
2398Κύριοι συνάδελφοι, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δια-
2399μαρτυρηθῶ δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς μου ἐναν-
2400τίον αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀντιμετωπίσεως τῆς κρίσεως ἡ ὁ-
2401ποία ἐπῆλθε. Ἀποτελεῖ ὕβριν διὰ τὸ σύνολον τῆς Ἑλληνι-
2402κῆς Ἱεραρχίας νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι Ἕλληνες Ἱεράρχαι
2403ἐπροτίμησαν νὰ συγκλονίσουν τὴν Ἐκκλησίαν, νὰ ἐκθέ-
2404σουν τὸ κῦρος, τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ὀντότητα τῆς Ἑλ-
2405ληνικῆς Ἐκκλησίας, διότι ἐπεδίωκαν οἱ μὲν νὰ τοποθε-
2406τήσουν τὸν Α ἢ τὸν Β Μητροπολίτην εἰς τὴν Γ ἢ εἰς τὴν
2407Δ Μητρόπολιν, οἱ δὲ ἀντιθέτως.
2408Ἀποτελεῖ τοῦτο καὶ μόνον πλῆγμα καίριον ἐναντίον τῆς
2409Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
2410Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς ἰδι-
2411κῆς μας Ἐκκλησίας καὶ πολὺ περισσότερον ὅταν σκεπτώ-
2412μεθα νὰ λάβωμεν μέτρα διὰ τὴν ἰδικήν μας Ἐκκλησίαν,
2413πρέπει προηγουμένως νὰ συναισθανώμεθα καὶ νὰ ἔχωμεν
2414πάντοτε ὑπ’ ὄψιν μας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλαβα τὴν τιμὴν
2415νὰ σᾶς εἴπω πρὸ ὀλίγου, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἰδική μας Ἐκκλησία
2416ἀσκεῖ καθοδηγητικὸν ρόλον ἐλευθέρως ἀναγνωρισθέντα
2417εἰς αὐτὴν ὑπὸ ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν... Ἀντι-
2418λαμβάνεσθε ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τῆς ἐθνικῆς ζημίας τὴν
2419ὁποίαν προκαλοῦμεν ὅταν ὑποβιβάζωμεν τὴν ἰδικήν μας
2420Ἐκκλησίαν ἀπέναντι τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν,
2421αἱ ὁποῖαι ἀτενίζουν πρὸς αὐτὴν ὡς πρὸς τὸν φάρον τῆς
2422Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀντλοῦν τὴν καθοδήγησιν,
2423διὰ τὴν πορείαν των εἰς τὴν Ὀρθόδοξον ζωὴν καὶ τὴν
2424ἐξέλιξίν των. Δὲν εἶναι δυνατόν, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν
2425ἄποψιν, οὔτε καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψιν τὴν αὐστηρῶς θρησκευ-
2426τικὴν νὰ ὑποβιβάζωμεν τὸ ἐπίπεδον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐξεδη-
2427λώθη ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς τοῦ προκαθημένου
2428τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν περὶ αὐτὸν 4 ἢ 5 Μητροπολιτῶν
2429καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
2430Κύριοι συνάδελφοι, ἡ σύγκρουσις δὲν ἐπῆλθεν ἐκ τοι-
2431ούτων ταπεινῶν ἐλατηρίων. Ἡ σύγκρουσις ἐπῆλθεν ἐξ
2432ὑψηλῶν ἐλατηρίων. Ὑπῆρξε σύγκρουσις καθαρῶς ἰδεο-
2433λογική. Ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀρχὴ τῆς δημοκρατικῆς διοικήσεως
2434τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐξεπροσώπουν καὶ ἐκ-
2435προσωποῦν οἱ Μητροπολῖται τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς
2436Συνόδου. Ἀφ’ ἑτέρου, ἡ ἀρχὴ τοῦ αὐταρχισμοῦ. Αὐτὴν
2437τὴν ἀρχὴν ἐξεπροσώπησεν ὁ προκαθήμενος τῆς Ἐκκλη-
2438σίας μετὰ τῶν 5 Μητροπολιτῶν. Ἀφ’ ἑνὸς τὸ πνεῦμα τῆς
2439ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐξυπηρετῇ —καὶ θὰ σᾶς
2440ἀναπτύξω διατὶ ὀφείλει νὰ ἐπικρατῇ— τὸ πνεῦμα τῆς ἐ-
2441λευθερίας τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐπικρατῇ εἰς τοὺς κόλπους
2442τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ πνεῦμα τοῦ
2443δεσποτισμοῦ. Ἰδοὺ ἡ πραγματικὴ αἰτία ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐ-
2444πῆλθεν ἡ ρῆξις. Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι ἐξεδηλώθη τὸ
2445πρῶτον ἡ διαφωνία, μῦδροι ἐξεπέμφθησαν κατὰ τῶν Μη-
2446τροπολιτῶν, κατὰ τῶν ἱεραρχῶν τῶν συγκροτούντων τὴν
2447πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. «Ἠθέλησαν, εἶπον οἱ
2448ἀντιταχθέντες πρὸς αὐτούς, νὰ φέρουν ἐνώπιον τῆς Ἱε-
2449ρᾶς Συνόδου θέμα ἐκτὸς ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ ἦτο
2450δικαιολογημένη ἡ ἄρνησις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου νὰ ὑποκύ-
2451ψῃ εἰς τὴν ἔκνομον αὐτὴν ἀξίωσιν». Καὶ ἐπὶ τούτου, ὡς
2452τάχα πανισχύρου ἐπιχειρήματος, ᾠκοδομήθη ὅλη ἡ συκο-
2453φαντικὴ ἐκστρατεία, ἡ ὁποία ἐξαπελύθη, διὰ νὰ ἔλθῃ εὐ-
2454θὺς μετ’ ὀλίγον, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ τῶν
2455Θρησκευμάτων νὰ διακηρύξῃ, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἡμε-
2456ρησία διάταξις εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Ποῦ εὑρέθη, λοι-
2457πόν, ἡ παρανομία καὶ ἡ αὐθαιρεσία, τῆς πλειοψηφίας τῶν
2458Συνοδικῶν; Καὶ διατὶ δὲν ὑπῆρξεν ἀπολύτως νόμιμος ἡ
2459εἰσήγησις αὐτῶν; Ποῖος, κύριοι συνάδελφοι, ἔδωσε τὸ
2460δικαίωμα εἰς τὸν προκαθήμενον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλη-
2461σίας καὶ εἰς τοὺς 4 ἢ 5 Μητροπολίτας, ποῖος ἔδωσε τὸ δι-
2462καίωμα νὰ φέρεται ἀπέναντι τῆς πλειοψηφίας, ἀπέναντι
2463δηλαδὴ τῆς γνώμης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κατισχύῃ ἐν παν-
2464τὶ συλλογικῷ σώματι, δημοκρατικῶς διοικουμένῳ, ὡς συμ-
2465περιεφέρθη καὶ νὰ λέγῃ λύω τὴν συνεδρίασιν; Ποῖος ἔδωσε
2466τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, νὰ διατάσσῃ τὸ κλεί-
2467σιμον τῶν Ἐκκλησιῶν διὰ νὰ μὴ καταστῇ δυνατὴ ἡ ὁλο-
2468κλήρωσις τῶν ἀποφάσεων, εἰς τὰς ὁποίας κατέληξεν ἡ
2469πλειοψηφία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου;...
2470Ποῖος ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον νὰ μὴ
2471καλῇ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον εἰς τὰς τακτὰς ἡμέρας τῶν συν-
2472εδριάσεών της, διότι ἡ πλειοψηφία της ἦτο ἀντίθετος
2473πρὸς αὐτόν;
2474Τί ἀποτελεῖ αὐτό; Δὲν ἀποτελεῖ τὴν πλέον ζωντανὴν
2475ἐκδήλωσιν τοῦ αὐταρχισμοῦ, τοῦ δεσποτισμοῦ, τὸ ὁποῖον,
2476ἠθέλησεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τοὺς κόλπους
2477τῆς Ἐκκλησίας; Θλίβομαι διότι τὸ λέγω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι
2478ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λεχθῇ καὶ ὁ δάκτυλος πρέπει νὰ τεθῇ
2479ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων. Καὶ ἕως ἐδῶ μὲν ἡ διένεξις ὑπῆρ-
2480ξε μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας.
2481Ὑπῆρχεν, ὁ τρόπος νὰ μὴ ὑπάρξῃ κρίσις. Καὶ τοῦτο θὰ
2482ἐπήρχετο διὰ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς νομιμότητος. Ποῖον
2483ἦτο τὸ χρέος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν;
2484Τὸ χρέος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει τὸν ὀφθαλμόν
2485της εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διὰ τοῦ Κυ-
2486βερνητικοῦ Ἐπιτρόπου, τὸ χρέος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ
2487ὑποδείξῃ εἰς τοὺς ἐκτραπέντας τῆς εὐθείας ὁδοῦ, ὅτι ὤφει-
2488λον νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν νομιμότητα καὶ ὅτι δὲν δικαι-
2489οῦνται νὰ κάμουν χρῆσιν τῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους διὰ
2490νὰ παρεμποδίσουν τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειοψηφίας τῆς
2491Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ
2492πράξῃ. Ἡ Κυβέρνησις εἶπε, δὲν ἐπεμβαίνω.
2493Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐπέμβασιν ἀποτελεῖ τὸ νὰ
2494θέλῃ κανεὶς νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἐκτραπέντας τῆς νομιμό-
2495τητος εἰς τὴν νομιμότητα; Ἀποτελεῖ τοῦτο ἐπέμβασιν. Καὶ
2496δὲν ἀποτελεῖ ἡ μὴ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος τούτου, ἡ μὴ
2497δηλαδὴ ἐπαναφορὰ τῶν ἐκτραπέντων τῆς εὐθείας ὁδοῦ εἰς
2498τὴν νομιμότητα, δὲν ἀποτελεῖ αὐτό, ἀκριβῶς, ἐπέμβασιν εἰς
2499βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεπροσώπουν τὴν πλειοψηφίαν
2500τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ οἱ ὁποῖοι, ὀρθότατα καὶ παρέμει-
2501ναν καὶ συνεδρίασαν καὶ ἀπεφάσισαν;
2502Τί θὰ ἐλέγατε, κύριοι συνάδελφοι, περὶ ἡμῶν, ἄν τῆς
2503πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐκδηλωθείσης ὑπὲρ ἑνὸς νομο-
2504σχεδίου, ἐγείρετο ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἔλεγε:
2505«Λύω τὴν Συνεδρίασιν»; Τί θὰ ἐκάμνατε, σεῖς, ὡς πλειο-
2506ψηφία τῆς Βουλῆς;
2507Θὰ ἐλέγατε δεκτὴ ἡ λύσις τῆς Συνεδριάσεως; Τί θὰ
2508ἐκάμνατε, ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκλείδωνε τὰς θύ-
2509ρας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ δὲν ἐπέτρεπε τὴν εἴσοδόν σας
2510ἐντὸς τῆς αἰθούσης; Δὲν θὰ παρεμένατε ἐδῶ, ἀσκοῦντες
2511τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβατε, προασπίζοντες τὴν
2512ἀξιοπρέπειαν καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ συνε-
2513δριάζοντες νὰ λάβητε ἀποφάσεις νομίμους καὶ νὰ ἐπιβάλ-
2514λετε ἀκόμη καὶ κυρώσεις; Διότι, ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία εἶναι
2515ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐκφράζει τὴν νομιμότητα, ἡ μειοψηφία
2516ὀφείλει, εἰς δημοκρατικὸν πολίτευμα, νὰ ὑποτάσσεται εἰς
2517τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἠνέ-
2518χθη τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἰδοὺ ἡ βαρεῖα εὐθύνη τῆς Κυβερ-
2519νήσεως. Ἰδοὺ διατί, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπαιτία τῆς δη-
2520μιουργίας τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία συνετάραξε τὸν Ἑλληνι-
2521κὸν λαόν. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ βαρεῖα εὐθύνη τῆς Κυβερνή-
2522σεως. Διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ θέμα τῆς Ἐκκλησίας ἠθέ-
2523λησε νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ κατὰ τὸν —ἄς μὲ συγχωρήσῃ ὁ
2524κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς
2525Κυβερνήσεως— κατὰ τὸν ἐπιπόλαιον τρόπον, μὲ τὸν ὁ-
2526ποῖον πολλάκις ἐπιλαμβάνεται καὶ τῶν πλέον σοβαρῶν θε-
2527μάτων. Ἡ Δημοκρατικὴ Διοίκησις, κύριοι συνάδελφοι, εἰς
2528τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, εἶναι ὅρος ἀπαραίτητος διὰ
2529τὴν ὕπαρξίν της ὡς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ Δημοκρα-
2530τικὴ διοίκησις εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καθιδρύθη
2531ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας Πατέρας, τοὺς δημιουργοὺς τῆς Ὀρ-
2532θοδοξίας, τοὺς ὑγιεῖς ἑρμηνευτὰς τοῦ πνεύματος τῆς Χρι-
2533στιανικῆς διδασκαλίας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο
2534παρὰ μία συνεχὴς καὶ ἀκατάβλητος προσπάθεια διὰ τὴν
2535ἐξύψωσιν τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας. Ἐπὶ ταύτης τῆς
2536ἀρχῆς θεμελιοῦται ἡ ὕπαρξις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,
2537κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ὕπαρξιν τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν
2538καὶ κυρίως τοῦ Παπισμοῦ.
2539Ἀλλ’ ἡ ἀνθρωπίνη ἀξιοπρέπεια εἶναι συνυφασμένη μὲ
2540τὴν ἐλευθερίαν καὶ εἶναι, ἑπομένως, συνυφασμένη καὶ μὲ
2541τὴν δημοκρατικὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ἠμπορεῖ-
2542τε νὰ κλονίσητε τὴν δημοκρατικὴν ὑπόστασιν τῆς Ἑλληνι-
2543κῆς Ἐκκλησίας, τὴν λαϊκὴν καὶ δημοκρατικὴν ὑπόστα-
2544σιν. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν κλονίσετε, διότι ἐν τοιαύτῃ
2545περιπτώσει καταλύετε τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Δὲν
2546γνωρίζω ἂν τοῦτο ἐπιχειροῦντες θὰ ἔχετε Ἐκκλησίαν. Ἐ-
2547κεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι δὲν θὰ ἔχετε Ὀρθόδο-
2548ξον Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν.
2549Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἀνεγνώσατε, βεβαίως, εἰς τὴν
2550ἀνακοίνωσιν τῶν Μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν
2551πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, θ’ ἀνεγνώσατε, ὅτι περι-
2552στατικὸν ἀνάλογον πρὸς τὸ περιστατικόν, τὸ ὁποῖον ἐνεφα-
2553νίσθη ἐπ’ ἐσχάτων εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, ἐνεφα-
2554νίσθη πρὸ ἐτῶν εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον, ὅταν τὸν Θρό-
2555νον αὐτὸν κατεῖχεν ἡ μεγαλυτέρα, ἀσφαλῶς, ἐκκλησιαστικὴ
2556φυσιογνωμία τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ὁ ἀείμνηστος Πατρι-
2557άρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γʹ. Καὶ τότε ἐπῆλθε σύγκρουσις μεταξὺ
2558μειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ πλειοψηφίας τῆς Ἱε-
2559ρᾶς Συνόδου. Καὶ τότε ὁ μέγας ἀληθῶς Πατριάρχης ἐκεῖ-
2560νος, ἄγνωστον πῶς, καὶ διατί, ἐξετράπη τῆς εὐθείας ὁδοῦ.
2561Ἀλλ’ ὅταν κατεῖδε ποῦ ὡδήγει ἡ ἐκτροπὴ ἔσπευσεν ἀμέσως
2562νὰ καλέσῃ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ὑπο-
2563ταγὴν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας. Καὶ οὕτω ἤρθη
2564ἡ κρίσις. Δὲν ἐμειώθη, κύριοι συνάδελφοι, οὔτε τὸ κῦρος,
2565οὔτε τὸ γόητρον τοῦ Πατριάρχου Ἰωακεὶμ τοῦ Γʹ. Ἀντι-
2566θέτως, ἐξυψώθη τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον καὶ ἡ ἀξιοπρέ-
2567πεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, τὰ ὁποῖα ἄλλως, βαρύτατα
2568θὰ ἐπλήσσοντο ἂν ἡ κρίσις ἐξηκολούθει.
2569Τοῦτο ὤφειλε νὰ πράξῃ καὶ ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἑλ-
2570ληνικῆς Ἐκκλησίας. Εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐξετρέπετο τῆς
2571εὐθείας ὁδοῦ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔγινε τοῦτο, ὤφειλε νὰ πρά-
2572ξῃ τὸ καθῆκόν του καὶ τὸ καθῆκόν του ἦτο νὰ ἐπανέλθῃ
2573εἰς τὴν νομιμότητα.
2574§124Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
2575Κύριε συνάδελφε, μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ξεκουράσω ἐπ’
2576ὀλίγον; Βεβαίως, δὲν παριστάμην κατὰ τὴν συνεδρίασιν
2577τῆς Ἱερᾶς Διαρκοῦς Συνόδου, ἀλλὰ βάσει τῶν ὑπευθύνων
2578πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον, τὰ πράγματα ἔχουν ὡς
2579ἑξῆς: Ὡρισμένοι ἐκ τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῶν Μητρο-
2580πολιτῶν, ἔφερον αἰφνιδίως ζήτημα πληρώσεως τριῶν κε-
2581νῶν ἢ περισσοτέρων Μητροπόλεων. Ὁ Προκαθήμενος τῆς
2582Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πά-
2583σης Ἑλλάδος, εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι προετοιμασμένος καὶ
2584παρεκάλεσε νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
2585Θὰ γνωρίζετε βεβαίως καὶ κάλλιον ἐμοῦ, διότι εἴχατε
2586ροπὴν τινὰ καὶ ἴσως ἔχετε ἀκόμη πρὸς τὰ ἐκκλησιαστικὰ
2587καὶ τὰ θρησκευτικά, ὅτι Ἡμερησία Διάταξις δὲν ὑπάρχει
2588καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐλάττωμα.
2589§125Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὸ εἶπον αὐτό.
2590§126Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
2591Δὲν ἤμην παρών, ὅταν τὸ εἴπατε, δι’ αὐτὸ τὸ λέγω, νομί-
2592σας, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων δὲν θὰ τὸ εἶχον
2593μέχρι τώρα ἀκούσει. Δὲν ὑπάρχει Ἡμερησία Διάταξις,
2594ἀλλ’ εἴθισται, αὐτὸ εἶναι παράδοσις, τὰ θέματα νὰ τὰ φέ-
2595ρῃ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἢ ὅταν τὰ φέρουν ἄλλοι Μητροπολῖται
2596νὰ εἶναι ὅλοι προετοιμασμένοι καί, τοὐλάχιστον, ὁ Ἀρχιε-
2597πίσκοπος νὰ εἶναι προετοιμασμένος. Ἐπρόκειτο περὶ καλύ-
2598ψεως Μητροπολιτικῶν θρόνων. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐ-
2599σίαν, δυνατὸν νὰ εἶχον δίκαιον ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς
2600ἐπιλογῆς οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται, ἀντιλαμβάνομαι καὶ τὴν
2601ἰδικήν των ἀντίδρασιν ἀπὸ ἀπόψεως ψυχικῆς καὶ ἠθικῆς,
2602διότι Κανονισμὸς συζητήσεως δὲν ὑπάρχει καὶ εἶχον τὴν
2603πεποίθησιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνουν δύο μεταθέσεις. Ἀλλὰ
2604νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριὰ νὰ ἐπιρρί-
2605πτετε, ὅπως ἐπιρρίπτετε σεῖς τὴν εὐθύνην κατὰ κύριον λό-
2606γον εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον. Οὐδεὶς ἔχει, ἐκ τῶν Μητρο-
2607πολιτῶν, τὴν κυρίαν καὶ μόνην εὐθύνην, οὔτε ὁ Ἀρχιεπί-
2608σκοπος, οὔτε οἱ ἄλλοι, ἁπλούστατα ἐδημιουργήθη ἓν ἐπει-
2609σόδιον. Ὁ προκαθήμενος, αἰφνιδιάσθη εἰς τὸ θέμα τῆς
2610ἐκλογῆς καὶ δὴ τῆς μεταθέσεως, ὅταν ἐγνώριζον ἅπαντες
2611οἱ Μητροπολῖται, ὅτι εἶναι σκέψις μας καὶ ἀπόφασις νὰ
2612θεσπίσωμεν τὸ ἀμετάθετον. Ἔγινε λοιπόν, αἰφνιδιαστικὴ
2613μετάθεσις καὶ ἐνδεχομένως κρίσις δικαία, ὡς πρὸς τὸ πρό-
2614σωπον, ἐνδεχομένως ἡ οὐσιαστικὴ κρίσις των, ὡς πρὸς τὴν
2615μετάθεσιν τῶν 2 Μητροπολιτῶν εἰς εὐρυτέρας δικαιοδοσίας
2616Μητροπόλεις νὰ ἦτο ὀρθή, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐφόσον ἦτο
2617γνωστόν, ὅτι βαίνομεν, καλῶς ἢ κακῶς, κατ’ ἐμὲ καλῶς, ἄρι-
2618στα, εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μεταθετοῦ, καλὸν ἦτο νὰ εἶχον
2619ἀποφύγει οἱ ἑπτὰ μητροπολῖται νὰ ζητήσωσι τὴν μετάθεσιν
2620τῶν δύο. Διατὶ οἱ δύο εἰδικῶς ἔπρεπε νὰ μετατεθοῦν καὶ
2621ὅλοι οἱ ἄλλοι θὰ ἔπρεπε νὰ μείνουν ἐσαεὶ ἐκεῖ ὅπου εὑρί-
2622σκονται;
2623Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ἄνθρωπος ἐξ ἴσου μεγάλου ἤθους,
2624ὅπως καὶ οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν ὁμάδα τῶν ἑπτά, ἐνόμισεν,
2625ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἐπιμονή των ἐφόσον τοὺς παρεκά-
2626λεσε, δηλώσας, ὅτι δὲν εἶναι προετοιμασμένος, νὰ ἀναβά-
2627λουν. Καὶ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Δὲν νομίζω, ἀξιότιμε
2628καὶ ἀγαπητὲ κ. Κύρκο, ὅτι περιέπεσεν εἰς ἁμάρτημα ὁ
2629Ἀρχιεπίσκοπος. Οὔτε οἱ ἑπτά, βεβαίως, προέβησαν εἰς
2630ἐνέργειαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἀδικαιολόγητος. Γνω-
2631ρίζομεν περιστατικὰ πολλά. Ἡ πλειοψηφία ἔχει τὴν ἐντύ-
2632πωσιν τῆς ὑπεροχῆς της. Ἔμειναν ἐκεῖ καὶ ἠθέλησαν νὰ
2633ἐπιβάλουν τὴν γνώμην τους. Πάντως τοῦτο ἔγεινεν ἀντι-
2634κανονικῶς, διότι ἀπόφασις δὲν εἶχε ληφθῆ, δὲν εἶχε γίνει
2635ἡ ἐκλογή. Καὶ δὲν ἔλυσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τὴν συνεδρία-
2636σιν κατόπιν τῆς ἐκδηλωθείσης γνώμης τῆς πλειοψηφίας ὡς
2637πρὸς τὴν μετάθεσιν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν 3. Ἡ
2638συζήτησις ἐπὶ τῶν προσώπων ἐπηκολούθησεν, ἔγινε μετὰ
2639τὴν ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου λύσιν τῆς συνεδριάσεως. Ἑπο-
2640μένως, ἀπόφασις δὲν εἶχε ληφθῆ καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἠ-
2641γέρθη καὶ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν.
2642Νομίζω, ὅτι οὔτε κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου πρέπει νὰ
2643στραφῶμεν, οὔτε κατὰ τῶν ἑπτά. Εἶναι ὀρθότερον νὰ μὴ
2644ἐπιμείνετε εἰς τὸ θέμα αὐτό. Κατηγορήσατε ὅσον θέλετε
2645τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐχειρίσθη τὸ θέμα καλῶς. Κατ’
2646ἐμὲ τὸ ἐχειρίσθη ἄριστα. Ἀπουσίαζα εἰς τὴν Ἀμερικήν,
2647δὲν ἐγνώριζον τὸ θέμα, δὲν εἶμαι οὐσιαστικῶς συνυπεύθυ-
2648νος. Ἐν τούτοις ἐκ τῶν ὑστέρων εἶδον, ὅτι ὁ χειρισμὸς
2649ἦτο ἄριστος. Δὲν ἐπετρέπετο ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶναι ὑπὲρ
2650ἢ κατὰ οὐδενός. Ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ προσπάθεια τοῦ κ.
2651ὑπουργοῦ περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησε. Προσεπάθησαν, ὁ
2652κ. ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμ-
2653βιβάσουν τὰ πράγματα, νὰ ἐξεύρουν μίαν λύσιν. Ἐλέχθη
2654ὑπὸ τοῦ ἀξ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος,
2655ὅτι ἔπρεπε νὰ προτείνωμεν συγκεκριμένην μέσην λύσιν.
2656Θὰ ἤθελα νὰ τὸν ἐρωτήσω ποίαν, ἐκτὸς ἐκείνης, τὴν
2657ὁποίαν ἐπρότεινον ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς
2658Παιδείας, δηλαδὴ νὰ περιμένωμεν μέχρι συγκλήσεως τῆς
2659Ἱεραρχίας. Ποίαν καλυτέραν αὐτῆς λύσιν ἠδύνατο ἡ Κυ-
2660βέρνησις νὰ ἐκλέξῃ; Διατὶ ἄρα γε δὲν πρέπει, κ. Κύρκο,
2661τὰ θέματα αὐτὰ νὰ ρυθμισθοῦν ὑπὸ τῆς Συνόδου ὁλοκλήρου
2662τῆς Ἱεραρχίας καὶ ἔπρεπε νὰ ρυθμισθοῦν ὑπὸ τοῦ περιω-
2663ρισμένου ἀριθμοῦ τῆς λεγομένης διαρκοῦς Συνόδου; Νο-
2664μίζω, ὅτι ὅταν ἀναφύωνται τοιαῦται ἀντιθέσεις ὀρθότερον
2665εἶναι νὰ συγκαλῆται ἡ Ἱεραρχία ὁλόκληρος. Αὐτὴ εἶναι ἡ
2666δημοκρατικὴ ἀρχή, ἀξ. κ. Κύρκο. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐχει-
2667ρίσθη τὸ θέμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐπεκύρωσε τὴν
2668παλαιὰν παράδοσιν, περὶ τῆς ὁποίας τόσον ὡραῖα ὡμιλή-
2669σατε, τὴν παράδοσιν τῆς δημοκρατικότητος εἰς τὴν Ἐκ-
2670κλησίαν μας.
2671Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔγινε τίποτε, τὸ
2672ὁποῖον εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὴν δημοκρατικότητα, ἡ ὁποία
2673πρέπει νὰ διέπῃ τὴν Ἐκκλησίαν μας, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις
2674ἀκριβῶς κατέληξεν εἰς τὸ ἔτι δημοκρατικώτερον σύστημα
2675τῆς ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας ἐν συνόλῳ ἀντιμετωπίσεως καὶ ἐπι-
2676λύσεως τοιούτων θεμάτων.
2677§127Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἀγαπητὲ κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνή-
2678σεως! Δὲν μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ παρακολουθήσητε τὴν
2679ἀγόρευσίν μου. Ἐὰν τὴν παρηκολουθούσατε, δὲν θὰ ὑπε-
2680βάλλεσθε εἰς τὸν κόπον νὰ εἴπητε ὅ,τι εἴπητε καὶ τὰ
2681ὁποῖα δὲν ἀνέτρεψαν οὐδὲν ἐκ τῶν σημείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων
2682ἐστήριξα τὰς ἀπόψεις μου. Ἠθέλησα, κύριε Ἀντιπρόε-
2683δρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑψώσω τὴν συζήτησιν καὶ πέ-
2684ραν τούτου νὰ ὑψώσω τὴν διαφωνίαν μεταξὺ τῶν Ἱεραρ-
2685χῶν, ἀπὸ τὰ ταπεινὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα τῆς ἀπέδωσε σχε-
2686δὸν σύσσωμος ὁ τύπος, ἐλατήρια τῶν ὁποίων δὲν εἶναι
2687ἄξιοι οἱ Ἕλληνες Ἱεράρχαι, εἰς τὸ ἀνώτερον ἐπίπεδον
2688τοῦ ὁποίου εἶναι ὅλοι ἄξιοι. Ἔθεσα τὸ θέμα τῆς συγκρού-
2689σεως ἐπὶ ἰδεολογικοῦ ἐπιπέδου, διότι εἶναι πράγματι ἡ διά-
2690στασις, διάστασις ἰδεολογική. Διότι εἶναι γνώρισμα τῆς
2691Ἐκκλησίας μας νὰ ἀγωνίζεται ἐπὶ ἰδεολογικοῦ καὶ πνευ-
2692ματικοῦ ἐπιπέδου. Λοιπόν, αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε, δὲν
2693αἴρουν τὴν ἰσχὺν οὐδενὸς ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα
2694ἐπεκαλέσθην. Εἶπον ὅτι, ὅταν ἐξεδηλώθη ἡ γνώμη τῆς
2695πλειοψηφίας, τότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἠγέρθη καὶ ἔλυσεν
2696αὐθαιρέτως τὴν συνεδρίασιν. Δὲν εἶπον, ὅτι ἐλήφθη ἀπό-
2697φασις.
2698§128Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
2699Ὅταν ἐξεδηλώθη ἡ γνώμη περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως γίνῃ
2700κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἡ ἐκλογή.
2701§129Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Μάλιστα. Τότε, λοιπόν, ἠγέρθη ὁ Ἀρχι-
2702επίσκοπος καὶ ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Δὲν εἶχε ληφθῆ ἀπό-
2703φασις. Καὶ εἶπον μάλιστα: Ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ πλειοψηφία,
2704παραμείνασα ἐν συνεδρίᾳ καὶ ὀρθότατα ἔπραξε νὰ λάβῃ
2705ἀποφάσεις. Ὄχι ἀποφάσεις χάριν αὐτῆς τῆς ἰδίας, χάριν
2706τῆς ἐξυπηρετήσεως ἰδίων βλέψεων, ἀλλ’ ἀποφάσεις χάριν
2707τοῦ κύρους τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον ἐκείνην τὴν στι-
2708γμὴν ἐξεπροσωπεῖτο ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἱερᾶς
2709Συνόδου. Καὶ ἠρώτησα μάλιστα τοὺς συναδέλφους: Τί θὰ
2710ἐκάμνατε, ἐάν, ἐκδηλωθείσης τῆς πλειοψηφίας τῆς Βου-
2711λῆς ὑπὲρ ἑνὸς νομοσχεδίου, ὑπὲρ μιᾶς ἀπόψεως, ὁ Πρόε-
2712δρος τῆς Βουλῆς...
2713§130Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
2714Ἐδῶ εἶναι ἡ διαφωνία μας, διότι ἐπαναλαμβάνετε τὰ ἴδια
2715ἐπιχειρήματα. Λέτε «ἐκδηλωθείσης τῆς πλειοψηφίας τῆς
2716Βουλῆς ὑπὲρ ἑνὸς νομοσχεδίου». Καὶ ἐπήρατε ἀμέσως τὴν
2717φράσιν πίσω. Αὐτὸ δὲν συνέβη εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον.
2718§131Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἡ πλειοψηφία, ἦτο ὑπὲρ τῆς συζητή-
2719σεως τοῦ θέματος.
2720§132Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
2721Δὲν ἐξεδηλώθη ὑπὲρ ὡρισμένης ἀποφάσεως. Ἐδῶ εἶναι
2722μία διαφωνία διατυπώσεως, ἡ ὁποία εἶναι καὶ διαφωνία
2723οὐσίας. Ἐὰν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἔλυε τὴν συνεδρίασιν μετὰ
2724τὴν ἐκλογὴν ἢ τὴν μετάθεσιν, ἀφοῦ θὰ ἐγένετο συζήτη-
2725σις, τότε τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο διαφορετικόν. Ἁπλούστατα, ὁ
2726Ἀρχιεπίσκοπος παρεκάλεσε νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις. Ἐπέμε-
2727νον οἱ ἑπτά. Καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, κατόπιν αὐτοῦ, ἐθεώ-
2728ρησεν ἀναγκαῖον, νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν.
2729§133Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ παράβασις τῆς δημοκρατι-
2730κῆς ἀρχῆς. Δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νὰ λύσῃ
2731λύσῃ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ πλειοψηφία ἦτο
2732ἀντίθετος. Διότι, ἐάν, ὡς λέγετε σεῖς, ὄχι ἐγώ, ἐλαμβά-
2733νετο καὶ ἀπόφασις, τότε πῶς θὰ ἔλυε τὴν συνεδρίασιν;
2734Καὶ ποίαν σημασίαν θὰ εἶχεν ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως,
2735μετὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως; Καὶ δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς
2736αὐτό. Διέταξε τὸ κλείσιμον τῶν ναῶν, διὰ νὰ μὴ ὁλοκλη-
2737ρωθοῦν αἱ ἀποφάσεις καὶ διὰ τῆς θρησκευτικῆς τελετῆς.
2738Ὅλα αὐτὰ εἶναι αὐθαιρεσίαι, εἶναι ἐκδηλώσεις δεσποτι-
2739σμοῦ, εἶναι παραβίασις τοῦ δημοκρατικοῦ πνεύματος.
2740§134Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
2741Βλέπετε ὅτι, ἀπὸ δύο ἡμερῶν, ὑπάρχει μία διάθεσις συμβι-
2742βασμοῦ καὶ ἕνα πνεῦμα κατανοήσεως. Διὰ τῆς ἀγορεύ-
2743σεώς σας, λαμβάνοντες ἀποκλειστικῶς τὸ μέρος τῶν μὲν
2744καὶ ἐπιτιθέμενος, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιτίθεσθε, ἐναντίον τοῦ
2745Ἀρχιεπισκόπου, ἐνεργεῖτε ἀντιθέτως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς
2746Ἐκκλησίας. Τὴν στιγμὴν αὐτήν, οἱ μετέχοντες τῆς Συνό-
2747δου, ἔχουν πνεῦμα συμφωνίας. Μὴ προβαίνετε εἰς αὐτὴν
2748τὴν ἔντονον ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τὴν ὁποίαν
2749θεωρῶ ἀπολύτως ἀδικαιολόγητον, ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας
2750καὶ σφάλμα ἀπὸ ἀπόψεως τακτικῆς. Μετὰ τὸ πλησίασμα
2751ποὺ ἐξεδηλώθη μεταξὺ τῶν πτερύγων, πρέπει νὰ βοηθή-
2752σωμεν καὶ ὄχι νὰ ρίπτωμεν ἔλαιον εἰς τὴν πυράν.
2753§135Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν βάλλω, ἀξιότιμε καὶ ἀγαπητὲ κύριε
2754Πρόεδρε καὶ Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν βάλλω
2755ἐναντίον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν
2756νὰ γνωρίζω οὐδὲ κατ’ ὄψιν. Βάλλω ἐναντίον τοῦ ἐπιδει-
2757χθέντος πνεύματος δεσποτισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξεδήλωσεν οὗτος
2758καὶ κατὰ τοῦτο συμβάλλω εἰς τὸν κατευνασμόν, ἀντί, ὡς
2759ἰσχυρίζεσθε, νὰ ρίπτω ἔλαιον ἐπὶ τῆς πυρᾶς.
2760§136Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως).
2761Σᾶς λέγω, ὅτι τὸ μόνον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον δὲν διέπει τὸν
2762Ἀρχιεπίσκοπον, εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ δεσποτισμοῦ.
2763§137Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ
2764ἐπεθύμουν σφόδρα νὰ ἀποδεχθῶ τὴν ἄποψίν σας, ἀλλ’ ὁ
2765Μακαριώτατος τὸ πνεῦμα αὐτὸ τὸ ἐξεδήλωσε καὶ διὰ τῶν
2766πράξεών του καὶ διὰ τῶν ἔργων του. Καὶ δὲν ἠμπορεῖτε
2767σεῖς νὰ ἀγνοῆτε τὰ πραγματικὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐπροκά-
2768λεσαν τὴν κρίσιν, τὰ αἴτια αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ εἴπωμεν.
2769Διότι τότε μόνον θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὴν
2770πληγήν, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἑλληνι-
2771κῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τίποτε δὲν ὠφελεῖ νὰ προσπαθῶμεν
2772νὰ ἐμφανίσωμεν τὰ πράγματα ὅπως τὰ θέλομεν. Εἶπον καὶ
2773ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμε-
2774ρον, ὅτι οἱ ἀσκοῦντες τὴν ἐξουσίαν, οἱ κατέχοντες προέ-
2775χουσαν θέσιν, εἶναι μοιραῖον, εἶναι ἀνθρώπινον, νὰ ρέ-
2776πουν πρὸς τὴν αὐθαιρεσίαν. Χρειάζεται μεγάλη δύναμις
2777αὐτοκυριαρχίας. Χρειάζεται βαθυτάτη συνείδησις εὐθύ-
2778νης, ὑποχρεώσεων καὶ καθήκοντος, ὥστε νὰ μὴ ἀχθῇ
2779κανεὶς ἀπὸ τὴν ἰδικήν του σκέψιν, ὡς τὴν ὀρθοτέραν καὶ
2780νὰ θελήσῃ νὰ τὴν ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς πολλούς, ἀλλὰ νὰ
2781δεχθῇ νὰ ἀκούσῃ καὶ τὰς ἀπόψεις τῶν ἄλλων καὶ νὰ συν-
2782ταχθῇ πρὸς τὰς ἀπόψεις καὶ τὰς γνώμας ποὺ θὰ δεχθῇ ἡ
2783πλειοψηφία.
2784Καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, εἴχομεν μίαν ἐκ-
2785δήλωσιν τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλά-
2786δος, πρὸς τὸν δεσποτισμὸν καὶ πρὸς τὴν αὐθαιρεσίαν.
2787Ἔτσι πρέπει ἐν τῷ συμφέροντι, ἐπαναλαμβάνω, τῆς
2788Ἐκκλησίας, ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς καὶ ἐν τῷ συμφέροντι
2789τῶν ἐκπροσώπων αὐτῆς καὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἱερᾶς
2790Συνόδου καὶ τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς, νὰ θελήσωμεν νὰ
2791ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ἐξερ-
2792ράγη εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Τὸ
2793ἀντίθετον, θὰ ἦτο ὑποτιμητικὸν καὶ διὰ τὸν Ἀρχιεπίσκο-
2794πον καὶ διὰ τοὺς διαφωνήσαντας Ἱεράρχας.
2795Ἀλλ’ ἡ διακοπή σας, ἀγαπητὲ κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυ-
2796βερνήσεως, ἔφερεν εἰς τὴν μνήμην μου περικοπὴν τοῦ
2797Εὐαγγελίου, καθ’ ἣν «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω
2798ὄρους κειμένη. Οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν
2799ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν καὶ φαίνει πᾶσι τοῖς
2800ἐν τῇ οἰκίᾳ». Εἰς τίποτε δὲν ὠφελεῖ ἡ ἀπόκρυψις τῆς ἀλη-
2801θείας, ὅταν μάλιστα αὕτη δὲν δύναται, ἐκ τῶν πραγμάτων
2802νὰ ἀποκρυβῇ, ὅπως ἡ πόλις ἡ κειμένη ἐπάνω ὄρους. Ἡ
2803ἀποκάλυψις τῆς ἀληθείας, αὐτὴ σώζει. Ἐὰν ἡ Κυβέρνη-
2804σις, ἀντὶ τῆς πολιτικῆς της τῆς μὴ ἐπεμβάσεως, ἔπραττεν
2805ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε καθῆκον νὰ πράξῃ, δηλαδὴ νὰ ζη-
2806τήσῃ, διὰ τοῦ ἐκπροσώπου της Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου
2807παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν νομιμότητα
2808ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκτραπῆ αὐτῆς, κρίσις δὲν θὰ
2809ἐξεδηλοῦτο, διότι θὰ εἶχεν ἀποτραπῆ ἀπὸ τῆς πρώτης στι-
2810γμῆς. Τοῦτο, ὅμως, δὲν τὸ ἔπραξε καὶ τὸ γεγονός, ὅτι δὲν
2811τὸ ἔπραξε, εἶναι μία ἠθικὴ ἐνίσχυσις ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ
2812ὁποῖοι παρενόμησαν καὶ ἔφερον τὰ πράγματα ἐκεῖ ὅπου
2813ἤχθησαν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ πλέον τὴν ἐκδή-
2814λωσιν τῆς κρίσεως, ἡ Κυβέρνησις ἤχθη εἰς τὸ συμπέρα-
2815σμα, ὅτι αὕτη δὲν θὰ ἐλύετο, ἐὰν δὲν ἐπενέβαινεν.
2816Τὸ θέμα τῆς Ἐκκλησίας, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἕνα
2817ἐκ τῶν σοβαρωτέρων τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν καὶ τὸν Ἑλ-
2818ληνικὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸν ὀρθόδοξον κόσμον.
2819Θὰ ἔπρεπε, ἑπομένως, νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις
2820μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς. Καὶ τοῦτο δὲν ἐγένετο
2821ἀτυχῶς, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἔχομεν,
2822ἐν προκειμένῳ, ὄχι ἕνα νομοσχέδιον, ἀλλὰ τρία νομοσχέδια
2823ἀλληλοδιαδόχως. Ἔρχεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας,
2824ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, μὲ ἕνα σχέ-
2825διον νόμου, τὸ ὁποῖον εἶχε διανεμηθῆ εἰς τὰ μέλη της.
2826Καί, πρὸ πάσης συζητήσεως, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζη-
2827τήσεως, ὑποβάλλει ὁ ἴδιος σοβαρωτάτας τροπολογίας, τὰς
2828ὁποίας θὰ ἀνεύρητε καὶ μόνοι, συγκρίνοντες τὸ πρῶτον
2829σχέδιον, πρὸς τὸ δεύτερον. «....... (ἀναγινώσκει τὰς
2830διαφοράς) .........».
2831Καὶ αἱ διαφοραὶ εἶναι λίαν σημαντικαί, διότι ἀφοροῦν
2832τὴν σύνθεσιν τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος
2833καὶ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς. Καὶ περαιτέρω τὴν σύνθεσιν
2834τῆς Διαρκοῦς Συνόδου καὶ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς. Καὶ
2835ὅλα αὐτὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα, θὰ τὰ καθορίζῃ ὁ κ. ὑπουρ-
2836γὸς τῆς Παιδείας, διὰ Β. Διαταγμάτων. Αὐτὸ εἶναι τὸ
2837δεύτερον νομοσχέδιον. Καὶ ἔρχεται καὶ τὸ τρίτον σχέδιον
2838νόμου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς
2839Βουλῆς καὶ τὸ ὁποῖον εἰσάγει θεμελιώδη, ἐπίσης, τροπο-
2840ποίησιν, τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τὴν
2841ἔκδοσιν τῶν Β. Διαταγμάτων καὶ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν.
2842Εἶπον εἰς τὸν κ. ὑπουργόν: Ἀρνοῦμαι νὰ σᾶς δώσω τό-
2843σον εὐρεῖαν ἐξουσιοδότησιν. Δὲν δέχομαι νὰ ἀποξενωθῶ
2844τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα μοῦ ἔχει ἐκχωρήσει ὁ Ἑλλη-
2845νικὸς λαὸς καὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα μοῦ ἔχει ἀνα-
2846θέσει. Ὑπεστήριξα, ὅτι ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήκει
2847ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποὺ θὰ παύσῃ
2848αὕτη νὰ τὴν ἀσκῇ, εἴτε ἐγκρίνουσα ἐκ τῶν ὑστέρων πρά-
2849ξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομοθετικοῦ περιεχομέ-
2850νου, εἴτε παραχωροῦσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιαύτην εὐ-
2851ρεῖαν ἐξουσιοδότησιν, οἵα ἡ ζητουμένη, ἡ ἰδία ἡ Βουλὴ
2852παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς εὐλόγου εἰς
2853τὸν Λαὸν γνώμης, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ ὕπαρξίς της.
2854Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπάρχῃ Βουλή, δὲν ὑπάρχει καὶ
2855Δημοκρατία, δὲν ὑπάρχει δημοκρατικὸν πολίτευμα. Μὴ
2856θέλετε, λοιπόν, νὰ σαλεύετε τὰς βάσεις τοῦ δημοκρατικοῦ
2857μας πολιτεύματος. Καὶ εἶπον, ἀκόμη, εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν
2858τῆς Παιδείας, ἀρνοῦμαι νὰ σᾶς δώσω ἰδιαιτέρως αὐτὴν
2859τὴν ἐξουσιοδότησιν, νὰ ρυθμίζετε κατὰ τὸ δοκοῦν ὑμῖν,
2860ὅλα ἐν γένει τὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ δι’ αὐτὸ
2861εἶμαι ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἀρνοῦμαι
2862νὰ σᾶς δώσω εἰδικώτερον τὴν ἐξουσιοδότησιν αὐτήν, διότι
2863εἰσάγετε ἕνα καινοφανῆ θεσμὸν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκ-
2864κλησίαν καὶ δὲν φαντάζεσθε ποῖον σάλον θὰ δημιουργή-
2865σητε εἰς τὸν λαόν, ὅταν προσπαθῆτε νὰ μεταβάλετε τοὺς
2866Ἱεράρχας εἰς ἕνα εἶδος ἀνδραπόδων.
2867Εἶμαι ἀκόμη ἀντίθετος, διότι βλέπω, ὅτι δὲν διαβλέ-
2868πετε ποῖον τεράστιον κίνδυνον δημιουργεῖτε, ὅταν ἀφαι-
2869ρέσητε ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν τὴν αὐτοτέλειαν
2870της; Διότι ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλη-
2871σία, ἀσκεῖ τὸν καθοδηγητικὸν ρόλον, τὸν ὁποῖον ἔχουν
2872ἀναγνωρίσει ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι λαοί, περὶ τοῦ ὁποίου ἤδη
2873ὡμίλησα. Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι, αἴροντες τὴν αὐτο-
2874τέλειαν τῆς Ἐκκλησίας, καθιστῶντες αὐτὴν θεραπαινίδα
2875τῆς Πολιτείας, ἀφαιρεῖτε τὴν βάσιν, ἀφαιρεῖτε τὸ θεμέ-
2876λιον, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδραζομένη ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία,
2877ἐπέτυχε νὰ τῆς ἀναγνωρισθῇ ἀπὸ αἰώνων, ἀπὸ τοὺς λοι-
2878ποὺς ὀρθοδόξους λαούς, ὁ καθοδηγητικός της ρόλος.
2879Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ἀκόμη ὅτι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρό-
2880πον, δημιουργεῖται τεραστία ἐθνικὴ ζημία, διότι ἐξανεμί-
2881ζεται αὐτὸ τὸ ἀνεκτίμητον ἐθνικὸν κεφάλαιον.
2882Ἡ φωνή μου δὲν ἴσχυσε, διὰ νὰ πείσῃ τὸν κ. ὑπουργὸν
2883εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Χαίρω, ὅμως, διότι
2884δὲν ἐπρόλαβε νὰ σβεσθῇ ἡ ἠχὼ τῶν λόγων μου καὶ συνήρ-
2885χετο ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Ἱεραρχίας,
2886μετὰ τῶν ἐκπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνετάσσετο
2887τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται σήμερον ἐνώπιον
2888ἡμῶν καὶ τὸ ὁποῖον καθορίζει, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ πλέον ἡ
2889Κυβέρνησις, ἡ οἱαδήποτε Κυβέρνησις, νὰ ἀποφασίζῃ αὐτο-
2890βούλως, ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ-
2891ται καὶ ἡ σύμφωνος γνώμη τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας.
2892Χαίρω, διότι ἐγκατελείφθησαν αἱ προηγούμεναι ἀπόψεις
2893καὶ πᾶν ὅ,τι θὰ γίνῃ μελλοντικῶς, θὰ γίνεται πάντοτε
2894μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρ-
2895χίας. Καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις. Θὰ γίνῃ δηλαδὴ ἐκεῖνο,
2896τὸ ὁποῖον ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος θὰ ὑποδείξῃ. Ἡ Κυ-
2897βέρνησις θὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποδείξῃ ἡ
2898Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θὰ θελήσῃ νὰ τὸ ἐκτελέσῃ,
2899διότι θὰ νομίσῃ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν; Τὸ ζήτημα θὰ ἐπαν-
2900έλθῃ τότε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διότι, ἢ θὰ ὑπάρξῃ σύμ-
2901φωνος γνώμη τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἱεραρχίας ἤ,
2902ἄλλως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἔκδοσις τῶν προβλε-
2903πομένων Β. Διαταγμάτων.
2904Αὐτὴ ἡ νέα μορφή, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐνεφανίσθη τὸ νο-
2905μοσχέδιον, πράγματι παρέχει μίαν ἐγγύησιν καὶ μίαν ἐξα-
2906σφάλισιν. Καὶ ἠπόρησα, ἀληθῶς, πῶς ὁ ἀξιότιμος Ἀντι-
2907πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Κανελλόπουλος δὲν ἐπρόσε-
2908ξε τὴν θεμελιώδη διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ
2909ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν σχεδίου νόμου καὶ τοῦ σχεδίου νόμου,
2910ὅπως ἀρχικῶς εἶχε κατατεθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Κοι-
2911νοβουλευτικὴν καὶ ὅπως ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευ-
2912τικὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ ἕνα μὲ τὸ
2913ἄλλο, διότι ἡ θεμελιώδης ἀξία, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νέον
2914νομοσχέδιον, εἶναι ὅτι καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν τῆς συμφώνου
2915γνώμης τῆς Ἐκκλησίας.
2916Αὐτάς, κύριοι συνάδελφοι, τὰς ἀπόψεις εἶχα νὰ ἐκθέσω
2917ἐνώπιον ὑμῶν. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν κατ’
2918ἄρθρον, τῶν διαφόρων παραγράφων τοῦ νομοσχεδίου, νὰ
2919εἴπω ὡρισμένας ἀπόψεις, ἐν σχέσει πρὸς μίαν ἑκάστην
2920τῶν παραγράφων τοῦ ἄρθρου μόνου.
2921Τερματίζων τὸν λόγον μου θέλω νὰ τονίσω, ὅτι ὀφείλε-
2922ται πράγματι ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἔθνους πρὸς τοὺς ἑπτὰ
2923Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐξεπροσώπησαν τὴν πλειοψηφίαν
2924τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὀφείλεται ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἔ-
2925θνους, διότι προήσπισαν τὴν δημοκρατικὴν ἀρχὴν τῆς διοι-
2926κήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀρχὴν συνυφασμένην πρὸς αὐτὴν
2927τὴν ὑπόστασιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὀφείλεται ἡ
2928εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἔθνους, διότι προήσπισαν τὸ κῦρος καὶ
2929τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἐκκλησίας. Ὀφείλεται ἡ εὐγνωμο-
2930σύνη τοῦ Ἔθνους, διότι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
2931συνετέλεσαν, ὥστε νὰ ἔλθῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν τὸ σχέ-
2932διον νόμου, ὑπὸ τὴν νέαν αὐτοῦ μορφήν. Ἔκαμε λάθος
2933καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. ὑπουρ-
2934γὸς τῆς Παιδείας, ἰσχυριζόμενοι ὅτι τὴν ἀνακοίνωσίν των
2935οἱ ἑπτὰ Μητροπολῖται τὴν ἐξέδωσαν μετὰ τὴν ἀρχικὴν
2936κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἀκριβὲς καὶ τὸ ὀρθὸν εἶναι,
2937ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας συνέτασ-
2938σε τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, εἶχεν ἀνὰ χεῖρας τὸ σχέδιον
2939τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον
2940ἐξεπόνησεν ἡ πολυμελὴς Ἐπιτροπή, ἡ ἐπὶ τούτῳ ἐνταλεῖ-
2941σα ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς
2942Ἑλλάδος.
2943§138Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων).
2944Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν τὸ ἔχω ἀκόμη.
2945§139Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ τὸ ἔχετε διαβάσει, ἀλλὰ
2946ὑπάρχει κατατεθειμένον εἰς σᾶς· προηγουμένως τὸ ἐκρά-
2947τει ἀνὰ χεῖρας ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου. Καὶ δὲν εἶναι
2948δυνατὸν νὰ τὸ ἔχῃ ὁ κ. Παπανδρέου καὶ νὰ μὴ τὸ ἔχετε
2949σεῖς.
2950§140Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων)
2951Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι δὲν τὸ ἔχω.
2952§141Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι οἱ Μητροπολῖται,
2953πιθανὸν ὀρρωδήσαντες ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχε-
2954δίου, ἔσπευσαν νὰ ἐκδώσουν τὴν ἀνακοίνωσίν των. Τὸ
2955ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὅταν εἶδον, ὅτι διὰ τοῦ νέου νομοσχε-
2956δίου κατοχυροῦται πλέον ἡ αὐτοτέλεια τῆς Ἐκκλησίας,
2957ὅτι διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου ἡ εὐθύνη τοῦ προσδιορισμοῦ
2958τοῦ τρόπου τῆς Διοικήσεως περιέρχεται εἰς χεῖρας τῆς
2959Ἱεραρχίας, τότε ἐξέδωσαν τὴν ἀνακοίνωσιν, ἡ ὁποία ἐδη-
2960μοσιεύθη σήμερον καὶ εἰς τὴν ὁποίαν λέγουν, ὅτι ἐμμένον-
2961τες εἰς τὰς ἀπόψεις των, δὲν θὰ ἐπιδιώξουν, ἐπὶ τοῦ πα-
2962ρόντος, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ληφθεισῶν ἀποφάσεων. Ἐν
2963πάσῃ περιπτώσει, αἱ ληφθεῖσαι ἀποφάσεις, ὀρθῶς ἐλήφθη-
2964σαν. Ὀρθῶς ὑπεστηρίχθη ἡ δημοκρατία ἐν τῇ διοικήσει
2965τῆς Ἐκκλησίας, ὀρθῶς κατεπολεμήθη τὸ πνεῦμα τοῦ δεσπο-
2966τισμοῦ. Ἀλλοῦ, ἀφοῦ τὸ ὅλον θέμα περιέρχεται εἰς τὴν
2967ἁρμοδιότητα τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας, τῆς Ὁλομελείας
2968τῆς Ἱεραρχίας, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων ἐναποθέτο-
2969μεν, λέγουν οἱ ἑπτὰ Ἀρχιερεῖς, εἰς τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρ-
2970χίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνακοίνωσις, τὴν ὁποίαν ἐξέδωσαν οἱ
2971ἑπτὰ Μητροπολῖται καὶ εἶναι πρὸς τιμήν των. Ἕνας με-
2972γάλος Πατριάρχης, ὁ Ἰωακεὶμ ὁ Γʹ, δὲν ἐθεώρησεν ὅτι
2973μειοῦται τὸ γόητρόν του καὶ τὸ κῦρος του, ὅταν συνετάσ-
2974σετο πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας, ὡς καὶ οἱ ἑπτὰ
2975Μητροπολῖται δὲν ἐθεώρησαν ὅτι μειοῦνται, προβαίνον-
2976τες, τὴν ὑστάτην στιγμήν, εἰς τὴν ὑποχώρησιν, περὶ ἧς ὁ
2977λόγος, χάριν τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς γαλήνης τῆς Ἐκ-
2978κλησίας, τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρον τὸ θέμα
2979τῆς ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς διοικήσεώς της
2980περιήρχετο πλέον εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἱεραρχίας.
2981Αὐταί, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι αἱ ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ
2982ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Εὐτύχημα θὰ ἦτο, νὰ μὴ ἔφθαναν
2983τὰ πράγματα ἐκεῖ ὅπου ἔφθασαν. Ἀλλ’ οὐδὲν κακόν, ἀμι-
2984γὲς καλοῦ. Καὶ τὸ καλὸν εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπα.
2985Ἐπλήγη τὸ πνεῦμα τοῦ δεσποτισμοῦ, ἐπλήγη τὸ πνεῦμα
2986τοῦ αὐταρχισμοῦ ἐν τῇ γενέσει του καὶ προησπίσθη καὶ
2987ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ τῆς λαϊκότητος καὶ τῆς δημοκρατι-
2988κότητος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν. (Χειροκροτή-
2989ματα).
2990§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μπουρνιᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
2991§143Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, κύριοι βου-
2992λευταί, δι’ ὀλίγων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ μόνον, καὶ
2993τοῦτο, διότι ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνά-
2994δελφος καὶ φίλος κ. Κύρκος, μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωσιν,
2995μὲ τὴν ἀγόρευσίν του, ὅτι δὲν ὡμίλει ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ
2996σχεδίου νόμου, ἀλλὰ ἀνέπτυσσεν ἐπερώτησιν κατὰ τοῦ
2997ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, μὲ στόχον τὸν Ἀρχιεπίσκοπον
2998Ἀθηνῶν.
2999Κύριοι βουλευταί, αἰσθάνομαι πάντοτε σεβασμὸν πρὸς
3000τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου κ. Παπανδρέου, ἀλλὰ
3001εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω σήμερον εἰς τὴν ἄπο-
3002ψιν, τὴν ὑποστηριχθεῖσαν καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέ-
3003δρου κ. Στεφανοπούλου, ὅτι ἀπεμπολοῦμεν δικαιώματά
3004μας ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία, διὰ τῆς διατάξεως τῆς παρα-
3005γράφου 2 τοῦ σχεδίου νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν, δι’ ἐφ’
3006ἅπαξ ἐκδοθησομένου Διατάγματος, θὰ ρυθμίζωνται ὡρι-
3007σμένα βασικὰ θέματα τῆς ἐκκλησίας. Καὶ ἂν εἶχον, κύριοι
3008συνάδελφοι, ἀνάγκην μαρτύρων ἐπὶ τῆς χρησιμότητος ἢ
3009μὴ μιᾶς συζητήσεως, μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Ἐθνικῆς
3010Ἀντιπροσωπείας, θεμάτων ἐξόχως λεπτῶν, θεμάτων κρι-
3011σίμων, ὅπως εἶναι τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, εἰς φάσεις,
3012ὅπως εἶναι ἡ σημερινή, τὴν ἀπόδειξιν μοῦ τὴν δίδει ἡ
3013ἀρξαμένη συζήτησις. Ἤκουσα, κύριοι βουλευταί, τὸν ἀξιό-
3014τιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας ὑπουργὸν νὰ μᾶς λέγῃ, «κάμνω
3015συστάσεις πρὸς τοὺς ἐκπροσώπους καὶ τῶν δύο παρατά-
3016ξεων», καὶ ἤκουσα ἐπίσης συναδέλφους ἀξίους, νὰ μᾶς
3017λέγουν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία νοσεῖ βαρύτατα. Λέγω, λοιπόν,
3018εἶναι ἀνάγκη νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ
3019εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρωμεν ἐδῶ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην
3020τῆς Ἐκκλησίας, μέσα εἰς ἕνα Σῶμα 300 ἀνθρώπων, μὲ
3021διαφορετικὰς ἀντιλήψεις, μὲ διαφορετικὰς πεποιθήσεις κι-
3022νουμένας ἀπὸ πολιτικὰς ἀντιθέσεις, διὰ νὰ πληροφορήσω-
3023μεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία πάσχει καὶ νο-
3024σεῖ καὶ ὅσα ἄλλα ἠκούσαμεν, λεγόμενα πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν
3025αἴθουσαν αὐτήν; Κύριοι βουλευταί, ὅταν ἤρχισεν ἡ σημε-
3026ρινὴ συνεδρίασις, τὰ θεωρεῖα ἦσαν κατάμεστα κόσμου,
3027ἦσαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι δι’ ἕνα ἄλλο σχέδιον νόμου, τὸ
3028ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν, ἦσαν οἱ σιδηροδρομικοὶ
3029καὶ οἱ ἔχοντες σχέσιν μὲ τὸ σχέδιον νόμου τῆς Η.Ε.Μ.
3030Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ
3031ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως, καὶ εἴχομεν ἐδῶ, εἰς τὴν αἴ-
3032θουσαν αὐτήν, τοὺς ἐνδιαφερομένους. Τί θέλετε, κύριοι;
3033Νὰ φέρωμεν καὶ τοὺς Ἱεράρχας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν,
3034διὰ νὰ μᾶς κυνηγᾶνε καὶ νὰ μᾶς λέγουν, ὅτι αὐτὴν τὴν
3035τροπολογίαν θέλομεν καὶ ἐκείνην τὴν διάταξιν δὲν θέλο-
3036μεν; Διότι ἐκεῖ θὰ καταλήξωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ συζη-
3037τῶμεν αὐτὸ τὸ θέμα μέσα εἰς τὴν Βουλήν, καθ’ ἣν στι-
3038γμὴν ἔχομεν ἐπανειλημμένας διακηρύξεις, ὅτι δὲν εἶναι
3039ἀκίνδυνος καὶ δὲν εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὴν Βουλὴν ἡ συζή-
3040τησις πολλῶν θεμάτων, καὶ πιστεύομεν, ὅτι χρειάζεται
3041μεταρρύθμισις καὶ τοῦ ἔργου τοῦ νομοθετικοῦ τοῦ ἰδικοῦ
3042μας, πρὸς καλυτέραν καὶ ταχυτέραν ἀπόδοσιν.
3043Ἰδού, λοιπόν, διατὶ πιστεύω ἐγώ, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ
3044Κυβέρνησις, ἐνεργήσασα κεραυνοβόλως καὶ ζητήσασα
3045UNO ACTO τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον,
3046δυστυχῶς, λόγῳ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ
3047τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, παρεπέμφθη εἰς τὴν τα-
3048κτικὴν διαδικασίαν. Πιστεύω, δηλαδή, ὅτι καὶ τοῦτο τὸ
3049γεγονὸς ἔβλαψε καὶ ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο, διὰ τῆς τα-
3050χείας καὶ συνοπτικῆς διαδικασίας, νὰ ἐτερματίζαμε τὸ θέμα
3051καὶ τὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἀπροσδοκήτως ἐξερράγη εἰς τοὺς
3052κόλπους τῆς Ἐκκλησίας.
3053Τὰ προβλήματα, κύριοι βουλευταί, τοῦ νομοσχεδίου,
3054εἶναι εἰς ὅλους γνωστά, μᾶς εἶναι δηλαδὴ γνωστόν, ὅτι
3055γενεσιουργοὶ λόγοι τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἀντίθεσις, ἡ
3056ὁποία ὑπῆρξεν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μετα-
3057ξὺ τῆς πλειοψηφίας καὶ τοῦ προκαθημένου αὐτῆς. Καί,
3058ἑπομένως, πρέπει, μακρὰν ἀντιθέσεων, ἔξω ἀπὸ τὰς πολι-
3059τικάς μας ἀντιθέσεις, νὰ δώσωμεν ταχέως λύσιν εἰς τὸ
3060θέμα. Ὅσα, κύριοι βουλευταί, λέγει τὸ σχέδιον νόμου καὶ
3061ἰδίᾳ ἡ διάταξίς του, ἡ ἀναφερομένη εἰς τὴν κατ’ ἔτος
3062ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπὶ δίμηνον,
3063δίδουν ἀφορμὴν εἰς ἐπικρίσεις σοβαράς, Αἱ αἰτιάσεις ἐναν-
3064τίον τοῦ σχεδίου νόμου, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν ὑποκατάστασιν
3065τῆς πολιτείας εἰς τὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, θὰ εὕρισκον
3066σοβαρὸν ἔρεισμα ἀντισυνταγματικότητος. Ἀλλὰ μετὰ τὴν
3067ἐπιστροφὴν τοῦ σχεδίου νόμου ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν
3068Ἐπιτροπήν, τὸ θέμα ἤδη εἶχε θεραπευθῆ, διότι ἡ ἀπόφα-
3069σις διὰ τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου θὰ
3070ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αἰτήσει εἴτε
3071τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, εἴτε τῆς πλειοψηφίας τῆς
3072Ἱερᾶς Συνόδου. Εἶχεν ἤδη, δηλαδή, θεραπευθῆ σοβαρῶς
3073ἡ αἰτία, ἐξ ἧς ἔπασχε συνταγματικῶς τὸ ἀρχικὸν σχέδιον
3074νόμου. Ἤδη, ὅμως, μετὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν
3075ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ τὴν παραχώρησιν, κατὰ τὴν
3076γνώμην μου, τοῦ δικαιώματος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, «συμ-
3077φώνου γνώμης», νομίζω, ὅτι οὐδεὶς πλέον λόγος ὑπάρχει,
3078καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ τὴν συνταγματι-
3079κότητα τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ.
3080Κύριοι βουλευταί, μοῦ ἐδόθη ἀφορμή, ἐκ μιᾶς διακοπῆς
3081εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, νὰ εἴπω τὴν ἄποψίν
3082μου, εἰς τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος. Διότι πιστεύω,
3083ὅτι ἔχει ἡ Πολιτεία δικαιώματα καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος
3084καὶ ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν παραδόσεων, ἔχει δι-
3085καιώματα εἰς τὰ θέματα ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως τῆς
3086Ἐκκλησίας. «Μόνον τὸ Δόγμα, ὡς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ κατελ-
3087θόν, παραμένει ἐσαεὶ ἄθικτον», διδάσκει ὁ Σαρίπολος. Τὰ
3088θέματα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλη-
3089σίας, ρυθμίζονται ἀνέκαθεν διὰ νόμων καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ
3090εἶναι συνταγματικοί, ἐφ’ ὅσον συνᾴδουν ὑπὸ τῶν διατά-
3091ξεων τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἄρθρου 43,
3092κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ὁρίζεται προστάτης τῆς ἐπι-
3093κρατούσης εἰς τὴν χώραν θρησκείας.
3094Ἰδού, λοιπόν, ὅτι συνταγματικὸν νόμον ἔχομεν, νόμον
3095ἐπιβληθέντα ἐκ τῶν πραγμάτων, νόμον, τὸν ὁποῖον ἐπι-
3096βάλλει ἡ ἀνάγκη ρυθμίσεως λεπτοῦ κατ’ ἐξοχὴν θέματος.
3097Κύριοι βουλευταί, ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἀντισυνταγματικὴ
3098εἶναι ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 3, καθ’ ὅσον δὲν εἶναι
3099δυνατὸν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Σύνοδος ἐκ τῆς δια-
3100τάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, νὰ τὰ ἐκχωρήσῃ,
3101ἔστω καὶ προσωρινῶς, ἔστω καὶ δι’ ἕνα μῆνα, εἰς τὸν
3102Ἀρχιεπίσκοπον. Ἀλλὰ περὶ ποίων δικαιωμάτων πρόκει-
3103ται; Κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ὑπάρχῃ
3104Σύνοδος, δὲν θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἁρμοδιότης Συνόδου. Ὁ Προ-
3105καθήμενος τῆς Ἐκκλησίας, θὰ περιορισθῇ εἰς ἐκεῖνα τὰ
3106δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὡς Ἀρχιεπίσκοπος. Δὲν εἶναι
3107δυνατὸν νὰ ἀσκήσῃ δικαιώματα καὶ ἁρμοδιότητας τῆς
3108Συνόδου. Εἶναι τόσον σαφὲς τὸ πρᾶγμα, ὥστε δὲν εἶναι
3109ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εὔλογον παρατήρησιν τοῦ ἀξιο-
3110τίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρ-
3111χουν διακοπαὶ καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν λει-
3112τουργεῖ ἡ Σύνοδος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι δικαιώματα καὶ
3113ἁρμοδιότητες τῆς Συνόδου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκη-
3114θοῦν ἀπὸ κανένα ἄλλο ὄργανον. Συνεπῶς, κατὰ τὸ διά-
3115στημα αὐτό, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφ’ ἅπαξ πλέον, ὡς ὁριστι-
3116κῶς ἔχει διαμορφωθῆ τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου νόμου, θὰ
3117ἀνασταλοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Διαρκοῦς Συνόδου μέχρι τῆς
311825ης Μαΐου, δὲν θὰ ὑπάρχουν καὶ ἁρμοδιότητες αὐτῆς.
3119Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις μου, ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου.
3120Γνωρίζετε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἐσεβάσθη πάντοτε
3121τὴν ὑπεροχὴν τῆς κοσμικῆς ἀρχῆς, ὅπως ἐσεβάσθη, ἐπί-
3122σης, καὶ ἡ Πολιτεία τὰ INTERA CORPUS τῆς Ἐκ-
3123κλησίας, τὰ ὁποῖα ἔχει κατοχυρώσει ἡ Πολιτεία, διὰ τοῦ
3124Συντάγματος. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅλοι πιστεύομεν, ὅτι ἀπὸ
3125τὴν ἀρχὴν αὐτὴν δὲν ἀπομακρύνεται τὸ σχέδιον νόμου,
3126ἀλλ’ ἀντιθέτως, ἐπιδεικνύει σεβασμὸν πρὸς τὴν Ἐκκλη-
3127σίαν. Καὶ παραχωρεῖ εἰς αὐτὴν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον, ἴσως,
3128μία ἄλλη Κυβέρνησις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ παραχωρήσῃ,
3129ἀλλά, δι’ ἄλλους σκοπούς, νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὴν τὴν
3130ὥραν τῆς διενέξεως τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς σκοποὺς ἄλλους.
3131Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Καραμανλῆ, ἀπέδειξε καὶ εἰς τὸ
3132θέμα αὐτὸ καὶ διὰ τῆς κεραυνοβόλου ἐνεργείας της καὶ
3133διὰ τὴν στάσεώς της, ὅτι σέβεται τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας.
3134(Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν κατα-
3135λαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βασιλικός).
3136§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
3137§145Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θὰ εἶμαι ἀπολύτως σύντομος,
3138κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεών μου,
3139ἐπὶ τοῦ συζητουμένου σχεδίου.
3140Κατὰ τὴν προσωπικήν μου ἀντίληψιν, κύριοι συνάδελ-
3141φοι, καὶ πιστεύω ὅτι ἐν τούτῳ ἐκφράζω τὸ κοινὸν αἴσθη-
3142μα, ἡ κρίσις, ἡ ὁποία ἐνεφανίσθη μέσα εἰς τοὺς κόλπους
3143τῆς Διαρκοῦς Συνόδου καὶ ἡ ὁποία ὑπῆρξεν, ἐν τῇ οὐσίᾳ,
3144κρίσις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς, δὲν ὑπῆρξε τυχαία,
3145οὔτε ὀφείλεται εἰς αἴτια, τὰ ὁποῖα αἰφνιδίως ἀνέκυψαν,
3146εἶναι κρίσις, τῆς ὁποίας τὰ αἴτια πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν
3147εἰς μίαν χρονικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ, δυστυ-
3148χῶς, μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι κρίσις,
3149ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἔκφρασιν μιᾶς νόσου, ἡ ὁποία,
3150δυστυχῶς, κατατρύχει τὴν Ἐκκλησίαν μας. Ἡ Κυβέρνη-
3151σις, ἡ σημερινή, ὀφείλω ἐν τούτῳ νὰ εἴπω εἰλικρινῶς τὴν
3152ἄποψίν μου, ὀρθῶς ἔπραξεν, ἀπὸ μηνῶν ἀντιμετωπίσασα
3153τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ Ὑπουρ-
3154γεῖον τῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων, ἀπὸ μηνῶν ἀπα-
3155σχολεῖται ἤδη μὲ τὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἦλθον εἰς
3156τὴν δημοσιότητα, πρό τινος χρόνου, αἱ ἐπὶ τοῦ προκει-
3157μένου ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουρ-
3158γοῦ καὶ νομίζω, ὅτι ἡ κρίσις, ἡ ὁποία ἐσημειώθη μέσα εἰς
3159τοὺς κόλπους τῆς Διαρκοῦς Συνόδου, δὲν εἶναι ἄσχετος
3160πρὸς τὴν ἐκπεφρασμένην ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς
3161πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀντιμετω-
3162πίσῃ πάγια καὶ βασικὰ προβλήματα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκ-
3163κλησίας. Κύριοι συνάδελφοι, σέβομαι καὶ τιμῶ καὶ ἐγὼ
3164τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως ὅλος ὁ πιστὸς Ἑλληνι-
3165κὸς λαός, πιστεύω, ὅμως, ὅτι χρέος μας εἶναι, ἐν ἀντιθέ-
3166σει πρὸς τὰς ἀπόψεις ἐνίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι διεφώ-
3167νησαν πρὸς τοῦτο, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, χρέος μας εἶναι
3168νὰ διατυπώσωμεν τὴν πραγματικότητα, διότι εἰς τὰς περι-
3169πτώσεις αὐτὰς ἡ ἀλήθεια σώζει καὶ μόνον, ὅταν ἀμέσως
3170δύναμαι νὰ εἴπω, ἀντιμετωπίσωμεν τὴν κατάστασιν, ὅταν
3171θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, τότε εἶναι
3172δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς συγκεκριμένα, ἀλλὰ καὶ εἰς
3173ὀρθὰ συμπεράσματα.
3174Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐξ ἀρχῆς νὰ
3175εἴπω, ὅτι ἡ κατευθυντήριος γραμμή, τὴν ὁποίαν ἀκολου-
3176θεῖ ἀπὸ μηνῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, εἰς τὴν
3177ἀντιμετώπισιν τῶν θεμάτων τῶν ἐκκρεμούντων τῆς Ἐκ-
3178κλησίας καὶ ἡ ὁποία εὑρίσκει τὴν ἔκφρασίν της εἰς τὴν
3179παράγραφον 1 τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου, μὲ εὑρί-
3180σκει ἀπολύτως σύμφωνον. Ὑποθέτω, ὅτι ὄχι μόνον ὁμο-
3181φώνως ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος, σήμερον πλέον, δὲν δύ-
3182ναμαι νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὸ πρόσφατον
3183παρελθόν, δέχεται τὴν κατάργησιν τοῦ μεταθετοῦ, ἀλλὰ
3184δύναμαι ἀδιαμαρτυρήτως νὰ εἴπω, ὅτι σύσσωμος ὁ Ἑλλη-
3185νικὸς λαὸς εὐχαρίστως ὑποδέχεται τὴν πρότασιν καταργή-
3186σεως τοῦ μεταθετοῦ, καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα τελικῶς διετυ-
3187πώθη, μὲ μοναδικὴν ἐξαίρεσιν πλέον τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν
3188Ἀθηνῶν καὶ τὴν Μητρόπολιν Θεσσαλονίκης, ὅπως, ἐπί-
3189σης, ὀρθοτάτη εἶναι ἡ ἄποψις καὶ εὐχαρίστως γίνεται
3190δεκτή, ὅπως ἡ ἐκλογὴ τῶν Μητροπολιτῶν γίνεται ἐφ’ ἑξῆς
3191ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας. Ἐπὶ τῶν δύο
3192αὐτῶν βασικῶν διατάξεων, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ
3193εὕρῃ σύμφωνον τὸ σύνολον τοῦ Σώματος, ἀλλὰ καὶ τὸ
3194σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ὅμως,
3195τὸ ἐν συνεχείᾳ περιεχόμενον τοῦ σχεδίου νόμου, δὲν νομί-
3196ζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς εὕρῃ ὅλους συμφώνους. Ἡ
3197Κυβέρνησις καυχᾶται καὶ δικαίως, ὅτι ἔχει πλήρη ἐργα-
3198σίαν ἀντιμετωπίσεως τῶν ἐκκρεμῶν προβλημάτων τῆς Ἐκ-
3199κλησίας, ὅτι ἔχει ἐσχηματισμένας ἀπόψεις, ὡς πρὸς τὸν
3200Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δι-
3201καιοῦμαι, κατὰ συνέπειαν, νὰ ἐκπλήσσωμαι, διότι, ἐφ’
3202ὅσον οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, ἔφερεν ἐνώπιον τοῦ Σώ-
3203ματος μίαν διάταξιν, τόσης εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεως. Ἡ
3204ἐξουσιοδότησις, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ
3205ἄρθρου μόνου τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου, εἶναι τό-
3206σον εὐρεῖα, ὥστε εἶναι, ἐὰν ὄχι τύποις, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ
3207ἀπαράδεκτος ἀπὸ ὁποιοδήποτε Κοινοβούλιον.
3208Κύριοι συνάδελφοι, ἐγένετο συζήτησις, ἐὰν ἀποτελῇ ἢ
3209ὄχι βελτίωσιν τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὅτι καθωρίσθη, ὅτι
3210τὰ Διατάγματα αὐτὰ θὰ ἐκδίδωνται ἀπὸ συμφώνου μὲ τὴν
3211Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Δὲν νομίζω, ὅτι
3212εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ
3213Κυβέρνησις κακῶς, κατὰ τὴν γνώμην μου, προέβη εἰς τὴν
3214τοιαύτην ἐξουσιοδότησιν, δικλεῖδα ἀσφαλείας, ἀλλὰ καὶ
3215ἀναγνώρισις τῶν προνομίων τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ ἡ
3216διατύπωσις, ὅτι διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν
3217ἀπαιτεῖται σύμφωνος ἡ γνώμη τῆς Ἱεραρχίας. Τὸ πρό-
3218βλημα εἶναι, διατὶ χρειάζεται αὐτὴ ἡ ἐξουσιοδότησις;
3219Νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, χρέος ἔχει
3220νὰ δώσῃ εἰς τὸ Σῶμα καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν δημοσίαν
3221γνώμην μίαν ἐξήγησιν. Τὸ σωστὸ θὰ ἦτο καὶ αὐτὸ θὰ
3222ἐπρόκειτο νὰ συμβῇ, μὲ ὅσα ἀνεγνώσαμεν εἰς τὰς ἐφημε-
3223ρίδας ἐπὶ τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ὀρθὸν θὰ
3224ἦτο, ἡ Κυβέρνησις νὰ κατήρτιζεν, ἀπὸ συμφώνου μετὰ
3225τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸν Καταστατικὸν Χάρτην
3226τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ τὸν φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος
3227πρὸς ψήφισιν. Οὕτω καὶ τὸ Κοινοβούλιον δὲν θὰ ἀπεμπό-
3228λει τὰ δικαιώματά του καὶ δὲν θὰ ἀπεξενοῦτο τῶν δικαιω-
3229μάτων της ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ
3230ἑνὸς τόσον βασικοῦ θέματος, ὅπως τὸ θέμα τῆς Ἐκκλησίας.
3231Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως, τὸ Κοινοβούλιον θὰ εἶχε τὴν δυνα-
3232τότητα νὰ μεταβάλῃ διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐγκρίνει,
3233ἔστω καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ σύμφωνον τὴν γνώμην τῆς Ἱεραρ-
3234χίας τῆς Ἑλλάδος. Ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν σεβώμεθα τὰς
3235ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι δυνατὸν
3236νὰ δεχθῶμεν, ὅτι εἶναι ἀλάθητος καὶ τὸ πρόσφατον παρελ-
3237θὸν πείθει περὶ τούτου. Τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ Νομοθε-
3238τικὴ Ἐξουσία ἔχει ὁπωσδήποτε τὸ δικαίωμα νὰ τροπο-
3239ποιήσῃ, ὁσάκις καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς κρίνῃ σκόπιμον, προτά-
3240σεις τῆς Ἱεραρχίας, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Καταστατικὸν Χάρ-
3241την τῆς Ἐκκλησίας.
3242Σήμερον δημιουργοῦνται δύο ἄτοπα, ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευ-
3243ρᾶς ἡ Κυβέρνησις θὰ νομοθετῇ κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ
3244Σώματος, χωρὶς τὸ Σῶμα νὰ λαμβάνῃ κἂν γνῶσιν καὶ
3245ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ὑποχρεω-
3246μένη νὰ ἔχῃ τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας τῆς
3247Ἑλλάδος. Ὑποθέτω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἐπείσθητε
3248ὅλοι σας, ὅτι ἡ κατεύθυνσις εἶναι κατὰ βάσιν ἐσφαλμένη
3249καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν
3250θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ.
3251Ἄλλωστε, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ ἐδάφιον 3, προ-
3252βλέπεται, ὅτι συγκαλεῖται διὰ τὴν 25ην Μαΐου. Εἶναι δυ-
3253νατὸν ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος τὰ τέλη τοῦ προσεχοῦς
3254μηνὸς νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος καὶ νὰ τὸ τερματίσῃ καὶ
3255εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ἀμέσως, ἐν συνεχείᾳ, νὰ μᾶς
3256φέρῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην πρὸς ψήφισιν. Καὶ ἡ
3257Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι εἰς θέσιν, ἀπερίσπαστος
3258νὰ χαράξῃ, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὴν ὀρθὴν γραμμὴν καὶ
3259νὰ ἐκφράσῃ τὸ Σῶμα μας τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας
3260τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
3261Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἤθελα νὰ λάβω θέσιν ἐπὶ
3262τῆς κρίσεως τῆς προσφάτου, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τὰς
3263γνωστὰς ἐξελίξεις καὶ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νό-
3264μου. Εἶμαι, ὅμως, ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὴν
3265ἰδικήν μου προσωπικὴν ἄποψιν, ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἔλαβε
3266προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κύρκος, εἶναι
3267ἀπολύτως ἰσχυρά. Δὲν θέλω νὰ ὑπεισέλθω εἰς τὴν συζή-
3268τησιν οὔτε θέλω νὰ συζητήσω διὰ τὰ συμβάντα εἰς τοὺς
3269κόλπους τῆς Ἱεραρχίας. Ἐκεῖνο ποὺ δύναμαι νὰ εἴπω,
3270καὶ ἡ ἀντίληψίς μου, ἐν προκειμένῳ, δὲν εἶναι περισσο-
3271τέρα ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν ἑνὸς ἁπλοῦ πολίτου, ἑνὸς ἁπλοῦ
3272πιστοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι εἶναι ἀκατανόη-
3273τον δι’ ἕνα ἁπλοῦν ἄνθρωπον, ὅτι ὁ προκαθήμενος τῆς Ἐκ-
3274κλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐσεβάσθη τὴν γνώμην τῆς πλειο-
3275ψηφίας τῆς Διαρκοῦς Συνόδου καὶ ἀσφαλῶς ἡ κυβερνη-
3276τικὴ ἄποψις, ἡ ὁποία ἦτο ἄποψις μὴ ἐπεμβάσεως, δὲν ἦτο
3277ἐπιτυχὴς καὶ ἀναμφισβητήτως ὡδήγησεν εἰς τὴν ἀνάγκην
3278ἐνεργοῦ παρεμβάσεως, ἀπροκαλύπτου καὶ ὠμῆς, μὲ τὴν ἀρ-
3279χικὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν πάσῃ περιπτώσει,
3280ἐνεργοῦ παρεμβάσεως κατὰ τὴν τελικὴν βελτιωμένην δια-
3281τύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἡ ἰδική
3282μας ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δύναται διὰ κἄτι νὰ καυ-
3283χᾶται, ἀναμφισβητήτως τοῦτο εἶναι ἡ δημοκρατικότης, ἡ
3284ἀληθὴς δημοκρατικότης, ἡ ὁποία διέπει τὴν λειτουργίαν
3285της καὶ ἐναντίον τῆς ἀληθοῦς δημοκρατικότητος δὲν εἶναι
3286ἐπιτετραμμένη εἰς οὐδένα καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὸν προκα-
3287θήμενον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει
3288νὰ εὑρεθῶμεν καὶ βουλευταὶ καὶ Κυβέρνησις σύμφωνοι,
3289διότι ναὶ μὲν ἡ κρίσις παρῆλθε καὶ ἀντιμετωπίσθη, ἀλλὰ
3290ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν, ἐν προκειμένῳ, θὰ λάβωμεν, θὰ ἀπο-
3291τελέσῃ κατευθυντήριον γραμμὴν διὰ τὸ μέλλον καὶ ἀπο-
3292τελεῖ πολύτιμον παρακαταθήκην τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθο-
3293δόξου Ἐκκλησίας ἡ δημοκρατικότης τῆς ὀργανώσεως,
3294ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει ν’ ἀποστῶμεν.
3295Κύριοι συνάδελφοι, τὰ ὅσα μέχρι τῆς στιγμῆς εἶπον,
3296ἀνάγονται περισσότερον εἰς τὸ διαδικαστικὸν μέρος καὶ
3297ὄχι εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων
3298τῆς Ἐκκλησίας. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸν νόμον,
3299τὸν ὁποῖον εἰσάγει δὲν ἀντιμετωπίζει οὐσιαστικῶς κανένα
3300θέμα πέραν τῶν δύο θεμάτων τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει μὲ
3301τὸ ἐδάφιον 1, φυσικὰ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ δὲν ἐπι-
3302θυμῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς εἰδικωτέρας λε-
3303πτομερείας.
3304Θὰ ἤθελα μόνον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. ὑπουργόν Παι-
3305δείας καὶ πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι δυστυχῶς,
3306μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἔχει δημιουργηθῆ
3307μία ἀναταραχή, ἡ ὁποία ἐν πολλοῖς ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνι-
3308σότητα τῶν Μητροπόλεων. Ὀρθῶς, ἡ Κυβέρνησις προ-
3309χωρεῖ εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ὁρίων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
3310Μητροπόλεων. Τοῦτο, ὅμως, ἐνδεχομένως δὲν εἶναι ἀρκε-
3311τόν. Ὁ κ. Ζορμπᾶς μὲ εἰλικρίνειαν καὶ παρρησίαν ἔθεσε
3312ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ στόμα τῶν περισσο-
3313τέρων Ἑλλήνων τὰς ἡμέρας αὐτάς. Πρέπει καὶ τὰ οἰκο-
3314νομικὰ θέματα τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὰς Μητροπόλεις
3315καὶ τοὺς Ἀρχιερεῖς νὰ λυθοῦν κατὰ τρόπον ἄμεσον καὶ
3316ἀποφασιστικὸν. Πρέπει τὰ ἔσοδα τῶν Μητροπόλεων, τὰ
3317ὁποῖα σήμερον ἀνέρχονται εἴς τινας περιπτώσεις εἰς σεβα-
3318στὰ ποσὰ νὰ περιέλθουν εἰς τὸ σύνολον τοῦ Ἐφημεριακοῦ
3319Κλήρου καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ διατίθεται ὑπὲρ τῶν
3320γενικωτέρων ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι ἐπιτε-
3321τραμμένον, διότι αὐτὸ κλονίζει τὰ θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας
3322καὶ κλονίζει τὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, νὰ συζητῶ-
3323μεν περὶ πτωχῶν καὶ πλουσίων Μητροπόλεων καὶ νὰ συν-
3324δέωμεν τὰς ἐσωτερικὰς ἀντιθέσεις μέσα εἰς τὴν ἱεραρχίαν,
3325νὰ τὰς συνδέωμεν μὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῶν μεγάλων
3326διαφορῶν μεταξὺ τῶν πλουσίων καὶ πτωχῶν Μητροπόλεων.
3327Ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλει ν’ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὸ πρό-
3328βλημα αὐτὸ καὶ ἐφ’ ὅσον, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ
3329ἔλθῃ συντόμως ἄλλη εὐκαιρία καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ κινηθῇ
3330μόνον διὰ Διαταγμάτων, χρέος ἔχομεν νὰ ἐπισημάνωμεν
3331τὸ θέμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον οὐσιώδη. Ὅ-
3332πως ἐπίσης, καὶ τὸ θέμα τῆς φορολογίας. Καὶ ἐφ’ ὅσον
3333τυχὸν θὰ διατηρηθῇ τὸ ὑφιστάμενον καθεστώς, πρέπει ν’
3334ἀποτελέσῃ ἕνα θέμα ποὺ θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν
3335καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ἅπαξ διὰ παντὸς
3336νὰ λυθῇ, ὥστε νὰ παύσῃ, ἐφ’ ὅσον παραδεχόμεθα, ὅτι αὐτὴ
3337εἶναι ἡ αἰτία, νὰ παύσουν αἱ ἀντιθέσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρ-
3338χουν μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας.
3339Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δυστυχῶς, γεγονός, ὅτι τὰ θέ-
3340ματα τὰ συνδεόμενα μὲ τὴν Ἐκκλησίαν δὲν εἶναι καινούρ-
3341για. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν εὐθέως, ὅτι ὑπάρχουν, ὄχι
3342μόνον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ
3343ὑπῆρχον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Δὲν ἔχει ἀντιμετωπισθῆ ἡ κρί-
3344σις, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλη-
3345σίας μας. Σήμερον μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία ν’ ἀντιμετωπί-
3346σωμεν ὡρισμένα προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ χρο-
3347νίζουν. Τὸ θέμα τοῦ Καταστατικοῦ χάρτου τῆς Ἐκκλησί-
3348ας τῆς Ἑλλάδος πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ τερματισθῇ.
3349Ὄχι διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν διαταγμάτων. Ἀποτελεῖ τοῦτο τὴν
3350χειροτέραν μέθοδον. Πρέπει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ν’
3351ἀποκτήσῃ τὸν Καταστατικόν της Χάρτην.
3352Καὶ ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ ἐκπροσωπῶ εἰδικώτερον τὴν
3353Κρήτην καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι σχετικόν, θὰ μοῦ ἐπι-
3354τρέψητε ἐδῶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ νὰ συστήσω, ὅπως καὶ ὁ Κα-
3355ταστατικὸς Χάρτης τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κρή-
3356της, ἔλθῃ καὶ αὐτὸς ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ ψηφισθῇ.
3357Ὅσον διατηροῦμεν τὴν ἐκκρεμότητα μέσα εἰς τοὺς κόλ-
3358πους τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅσον δὲν τολμοῦμε νὰ ἀντιμετωπί-
3359σωμεν εὐθαρσῶς καὶ ἀποφασιστικῶς τὰ θέματα ποὺ ἀνακύ-
3360πτουν, τόσο παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τῆς Ἐκκλη-
3361σίας καὶ τόσον περισσότερον δυσχεραίνομεν τὴν ἐπίλυσιν
3362τῶν προβλημάτων.
3363Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤμουν εὐτυχής, ἐὰν ἡ Κυβέρ-
3364νησις δὲν ἐπέμενεν εἰς τὴν εὐρεῖαν αὐτὴν ἐξουσιοδότη-
3365σιν. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Μπουρνιᾶς ἔχει δίκαιον, ὅταν
3366φοβῆται τὴν συζήτησιν τῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλησίας ἐνώ-
3367πιον τῆς Βουλῆς. Ἤδη, ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς
3368ὑψηλὸν τόνον, εἶναι ὠφέλιμος ἀσφαλῶς, διὰ τὴν Ἐκκλη-
3369σίαν, ὁσονδήποτε εἶναι δυσάρεστος εἴς τινας, οἱ ὁποῖοι
3370δὲν μένουν ἱκανοποιημένοι ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν. Ἡ συζή-
3371τησις, κύριοι, θὰ πρέπει νὰ γίνῃ πληρεστέρα, καὶ θὰ γίνῃ
3372ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποδεχθῇ τὴν ἄποψίν μας καὶ διαγρά-
3373ψῃ τὸ ἐδάφιον 2 καὶ εἰσαγάγῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην
3374τῆς Ἐκκλησίας πρὸς ψήφισιν ἐνώπιόν μας.
3375Εἴτε οὕτω πράξει εἴτε ἄλλως, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἡ ἀρχὴ
3376ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν θεμάτων τῆς
3377Ἐκκλησίας, ὡς τελικῶς διατυπώνεται τὸ νομοσχέδιον, εἶ-
3378ναι καλή. Τὰ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ ἀντι-
3379μετωπίζωνται ριζικῶς καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Ἐκκλησία
3380θὰ βοηθήσῃ εἰς τοῦτο καὶ ἐκ συμφώνου Ἐκκλησίας καὶ
3381Πολιτείας, πρέπει νὰ ἀναλάβουν μίαν προσπάθειαν διὰ
3382τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, διὰ νὰ ἀρχίσῃ μία
3383νέα περίοδος ἀνοδικῆς πορείας διὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς
3384Ἑλλάδος, διὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν.
3385§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος, ἔχει τὸν λόγον.
3386§147Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ εἶμαι σύντομος
3387διότι νομίζω, ὅτι ὅλα σχεδὸν τὰ σημεῖα ἐθίγησαν ἀπὸ τοὺς
3388ρήτορας, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν πρὸ ἐμοῦ.
3389Ὑπῆρξεν ἰδιαιτέρως δυσάρεστος ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία
3390ἐδημιουργήθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ Κυβέρνησις τὴν
3391ἀντιμετώπισεν ἐν μέρει ὀρθῶς. Ἐν ἀρχῇ, ἀπέφυγε νὰ
3392ἀναμιχθῇ, ἐν τῇ ἐλπίδι, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ
3393συμβιβασμὸς τῶν διϊσταμένων ἀπόψεων καὶ νὰ λυθῇ τὸ
3394πρόβλημα ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ ἀτυ-
3395χῶς δὲν κατέστη δυνατὸν καὶ τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας
3396ὑπέστη κλονισμόν. Τὸ ζήτημα τῶν Ἱεραρχῶν ἀπετέλεσε τὸ
3397κύριον θέμα τῶν γελοιογράφων τῶν ἐφημερίδων καὶ ἡ κα-
3398τάστασις δὲν ἀπέβη ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Κυβέρ-
3399νησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀδιάφορος. Ἔπρεπε νὰ
3400ἐπέμβῃ διὰ νὰ δώσῃ μίαν λύσιν. Νομίζω, ὅμως ὅτι κατὰ
3401τὴν ἐπέμβασιν κατελήφθη ἀπὸ μίαν νευρικότητα εἰς τὴν
3402ὁποίαν, ὀφείλεται καὶ ἡ σειρὰ τῶν λύσεων τὰς ὁποίας ἔδω-
3403σε καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ὁμοιάζουν ἡ μία μὲ τὴν ἄλλην.
3404Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ
3405ἐξετάσω ποῖαι ἐκ τῶν διϊσταμένων ἔχουν δίκαιον.
3406Τὸ πρόβλημα ἐδημιουργήθη ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῶν
3407ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ
3408κρίνωμεν ἀντικειμενικῶς τὰ προβλήματα, οὐδεμία τῶν
3409δύο παρατάξεων ἔχει δίκαιον. Ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρ-
3410χει ἡμερησία διάταξις εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, δὲν ση-
3411μαίνει, ὅτι δικαιοῦται ἕκαστος Ἱεράρχης νὰ φέρῃ πρὸς
3412συζήτησιν ὁποτεδήποτε, ἓν θέμα, καὶ μάλιστα σπουδαῖον.
3413Ἐὰν ὑπῆρχε Κανονισμός, ὁ ὁποῖος θὰ προέβλεπε τὴν
3414συζήτησιν τοιούτων, ἄνευ ἡμερησίας διατάξεως, τότε θὰ
3415ἠδύνατο κᾶθε ἱεράρχης νὰ ζητήσῃ ἀναβολὴν τῆς συζητή-
3416σεως δι’ ἄλλην συνεδρίασιν. Ὅταν ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἠδύ-
3417νατο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νὰ εἴπῃ δὲν εἶμαι ἕτοιμος διὰ σή-
3418μερον, οἱ ἑπτὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνουν καὶ ὤφειλε νὰ
3419ὁρισθῇ μία ἄλλη συνεδρίασις. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ λύσις, τὴν
3420ὁποίαν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν κατὰ κρίσιν ἀγαθοῦ
3421ἀνδρός.
3422Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, περιέχει διατάξεις διὰ τὰς ὁ-
3423ποίας οὐδεὶς διαφωνεῖ καὶ περιέχει καὶ διατάξεις, αἱ ὁ-
3424ποῖαι προεκάλεσαν ζωηρὰς ἀμφισβητήσεις. Συμφωνῶ ἐπὶ
3425τῆς διατάξεως τῆς καταργήσεως τοῦ μεταθετοῦ. Εἶναι ὀρ-
3426θὴ ἡ διάταξις καὶ ὀρθῶς ἐξαιροῦνται δύο Μητροπόλεις,
3427ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρθοῦν οἱ λόγοι οἱ
3428ὁποῖοι προκαλοῦν τὴν τάσιν πρὸς μετάθεσιν. Ἐπεκρίθη ἡ
3429διάταξις διὰ τῆς ὁποίας παρέχεται εὐρυτέρα ἐξουσιοδό-
3430τησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ρυθμίσῃ τὰ τοῦ Καταστα-
3431τικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω, ὅτι ἐὰν ἡ διάταξις
3432αὐτὴ δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συν)τος, ἀντίκειται
3433εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντ)τος, διότι εἰς τὰ θέματα τῆς Ἐκ-
3434κλησίας ἡ Πολιτεία ἔδωσεν ἐξέχουσαν σημασίαν καὶ αὐτὸ
3435ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν τῆς ἔδωσεν εἰς
3436τὸν Συντ)τικὸν Χάρτην. Ἐν προκειμένῳ, ὡρισμένα θέμα-
3437τα ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὸν ὁ συντακτικὸς νομοθέτης καὶ
3438ὡρισμένα ἄλλα θέματα, τὰ ἀφήνει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς
3439Βουλῆς. Θὰ ἀπετέλει, δὲ νομίζω, ὑπέρβασιν τῶν δικαιω-
3440μάτων τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου, ἐὰν ἐξεχώρει ὡρι-
3441σμένα τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του θεμάτων
3442εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ ἀπετέλει ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιω-
3443μάτων του, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν τὸ
3444Σύνταγμα ἀπεμπολοῦντες τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας,
3445διότι αὐτὸ σημαίνει τὸ «μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱε-
3446ραρχίας» τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν πε-
3447ρίπτωσιν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων. Ὁ κ. ὑπουργὸς
3448εἶπεν, ὅτι μὲ τὴν σύμφωνον γνώμην δὲν θὰ ἐπιβληθῇ ἀ-
3449πολύτως ἡ Ἐκκλησία ἐπὶ τῆς Πολιτείας, διότι δύναται
3450νὰ μὴ δημοσιεύσῃ τὸ Δ)γμα. Ἀλλὰ αὐτό, δὲν ἀποτελεῖ
3451ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀπορίαν.
3452Τὸ θέμα, θὰ ἐλύετο αὐτομάτως, ἐὰν ἀντὶ τῶν Β.Δ. ἀφή-
3453νατε τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην
3454τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε δὲν ἐτίθετο θέμα συμφώνου γνώμης
3455διότι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ ὡς κυρίαρχον Σῶμα. Νομί-
3456ζω, ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτὴ εἶναι μία ἐκδήλωσις ἑνὸς
3457νοσήματος τὸ ὁποῖον μαστίζει τὴν Κοινοβουλευτικήν μας
3458ζωήν. Ὑπάρχει μία τάσις, ὅτι τὰ σπουδαῖα θέματα δὲν
3459ἀποφασίζονται ἐδῶ, ἀλλὰ ἔξωθεν τῆς αἰθούσης αὐτῆς, εἴτε
3460ὑπὸ μορφὴν Β.Δ. εἴτε ὑπὸ μορφὴν Ν.Δ. καὶ ἀποτελεῖ αὐτὸ
3461τὴν ἐκδήλωσιν μιᾶς κρίσεως ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάσχει ἡ
3462Κοινοβουλευτική μας ζωή.
3463Ἴσως ἡ Κυβέρνησις διαισθάνεται, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον
3464ἔκαμε νὰ ἀναλάβῃ διὰ Δ)των νὰ ἐπιλύσῃ τὰ θέματα τῆς
3465Ἱεραρχίας εἶναι ἄτοπον καὶ δι’ αὐτὸ ἠθέλησε νὰ ὀχυρωθῇ
3466ὄπισθεν τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλὰ μίαν
3467τοιαύτην ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Πολιτείας
3468ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι
3469ὀρθὸν νὰ δεχθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία.
3470Κύριοι βουλευταί, ἕνα ἄλλο θέμα τὸ ὁποῖον προεκάλε-
3471σεν ἐπίσης συζήτησιν, εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀναβολῆς τῶν
3472ἐργασιῶν τῆς Ἱεραρχίας. Ἀλλὰ πρίν εἰσέλθω εἰς αὐτὸ
3473θὰ ἤθελα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ὑπουρ-
3474γοῦ τῶν Θρησκευμάτων καὶ τῆς Παιδείας, ὅτι τὰ θέματα
3475αὐτὰ καλύτερον θὰ συζητηθοῦν εἰς ἐπίπεδον Κυβερνήσε-
3476ως καὶ Ἱεραρχίας παρὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι εἶπεν,
3477ὅτι ἡμεῖς θὰ κάμωμεν παραχωρήσεις ἀμοιβαίας καὶ θὰ ἐπε-
3478τύχωμεν κἄποιον συμβιβασμόν. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ φρά-
3479σις ὑπῆρξεν ἀτυχής, διότι δὲν πρόκειται περὶ κτηματικῶν
3480διαφορῶν, οἰκονομικῆς φύσεως, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ συμβιβα-
3481σμός. Δὲν ἀντιδικεῖ τὸ Κράτος μὲ τὴν Ἱεραρχίαν, ὥστε νὰ
3482γίνουν ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις πρὸς ἐπίτευξιν συμφωνίας.
3483Ἐδῶ ἀναζητοῦμεν τὸ ὀρθὸν διὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλη-
3484σίας καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει στάδιον συμ-
3485βιβασμοῦ. Ἐγώ, φοβοῦμαι ὅτι, ἡ συζήτησις μεταξὺ κυβερ-
3486νήσεως καὶ Ἱεραρχίας ἐν κλειστῷ χώρῳ, εἶναι δυνατὸν
3487νὰ παρουσιάσῃ κώλυμα καὶ νὰ βλάψῃ τὸ κῦρος τῆς Ἐκ-
3488κλησίας. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπεφεύ-
3489γετο ἡ μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν Ἐκκλησια-
3490στικῶν, ἐὰν κατελήγομεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ φέρωμεν
3491τὸν Καταστατικὸν Χάρτην διὰ τῆς διαδικασίας τῶν κω-
3492δίκων. Τοῦτο εἶναι δυνατὸν ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν, ἐὰν ἡ
3493σχετικὴ προπαρασκευὴ ἐγένετο μὲ συμμετοχὴν διακομματι-
3494κῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλα
3495τὰ Κόμματα τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀναβολὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς
3496Ἱεραρχίας, ἡ ὁποία γίνεται διὰ νόμου, νομίζω, ὅτι ἀπο-
3497τελεῖ μίαν παράβασιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Διότι
3498ἐτονίσθη, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ὑπὸ Συνόδου Ἱεραρ-
3499χῶν. Αἱ ἐργασίαι αὐτῆς τῆς Συνόδου ἀναστέλλονται διὰ
3500τοῦ νόμου. Εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ἢ θὰ ὑπάρξῃ ἁρμοδιό-
3501της τοῦ Προκαθημένου ὁπότε ἔχομεν Παπισμόν, εἴτε δὲν
3502θὰ ὑπάρξῃ ἁρμοδιότης, ὁπότε δὲν ἔχομεν οὐσιαστικῶς,
3503διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ διάστημα τῶν δύο μη-
3504νῶν. Ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων καὶ τῆς
3505Παιδείας ὑπουργός, εἶπεν, ὅτι οὐδὲν τὸ ἄτοπον ὑπάρχει
3506εἰς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν, διότι τοιαύτη ὑπάρχει
3507καὶ εἰς τὸν Χάρτην τὸν ἤδη ἰσχύοντα, ὁ ὁποῖος προβλέπει
3508περὶ τῶν θερινῶν διακοπῶν. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐπεχείρημα
3509αὐτὸ στερεῖται σοβαρότητος, διότι αἱ θεριναὶ διακοπαὶ
3510προβλέπονται ἀπὸ τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐμποδίζει
3511τίποτε, ἐὰν παρουσιασθῇ ζήτημα κατὰ τὴν διάρκειαν αὐ-
3512τῶν νὰ γίνῃ ἔκτακτος σύγκλησις τῆς Ἱεραρχίας. Ἐδῶ πρό-
3513κειται περὶ βιαίας διακοπῆς, ἡ ὁποία ἐπέρχεται διὰ νὰ
3514ἀποφευχθῇ ἡ λῆψις ἀποφάσεως πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν συμ-
3515φωνεῖ ὡρισμένη μερὶς τῶν ἱεραρχῶν.
3516§148Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας καὶ Θρησκ.).
3517Ἤθελον νὰ ἀπαντήσω ἐν τῷ συνόλῳ εἰς ὡρισμένας πα-
3518ρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεφράσθησαν, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ εὐκαι-
3519ρίᾳ, θὰ ἤθελον νὰ διευκρινήσω ἕνα πρᾶγμα. Ὅταν εἰς
3520τὸ Σύνταγμα ἀναφέρεται, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ὑπὸ
3521Συνόδου Ἱεραρχῶν, δὲν ὁμιλεῖ ἐκεῖ περὶ τῆς διαρκοῦς Ἱ-
3522ερᾶς Συνόδου, ὁμιλεῖ περὶ Συνόδου τῶν Ἱεραρχῶν καὶ
3523εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην ἀναφέρεται, ὅτι ἡ διαρκὴς
3524Ἱερὰ Σύνοδος εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς Συνόδου τῶν Ἱ-
3525εραρχῶν, ἡ ὁποία κυβερνᾶ καὶ διοικεῖ τὴν Ἐκκλησίαν.
3526Ἑπομένως, τὸ ὄργανον αὐτὸ τῆς Ἱεραρχίας δὲν τὸ καταρ-
3527γοῦμεν, καταργοῦμεν τὸν ἀντιπρόσωπόν του. Δὲν ἀποκλεί-
3528ει δηλαδὴ κανεὶς νὰ συνέλθῃ ἡ Ἱεραρχία, ὅταν ἐξαφανι-
3529σθῇ ἕνα τεράστιον γεγονός, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτῇ τὴν οἱαν-
3530δήποτε λύσιν. Ἐντὸς τοῦ διαστήματος τῶν μηνῶν ποὺ ἀνε-
3531στάλησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνόδου ἡ διοίκησις παραμέ-
3532νει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας, ὅπως ἀνα-
3533φέρεται καὶ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
3534§149Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς ἕνα ἄλλο
3535ἐρώτημα. Μὲ αὐτὸ τὸ προηγούμενον σεῖς θὰ ἐμποδίσετε
3536ἕνα μέλλοντα συντεταγμένον νομοθέτην νὰ διακόψῃ βιαί-
3537ως, τὰς ἐργασίας διὰ δύο μῆνας, τῆς Ἱεραρχίας ἐν τῷ
3538συνόλῳ διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν συμφωνεῖ ἐπὶ ὡρισμένων
3539ἀποφάσεων τῶν ὁποίων ἡ λῆψις φαίνεται ἀπολύτως περιτ-
3540τή. Ἐγὼ μάχομαι ἐναντίον αὐτῶν τῶν προηγουμένων, διό-
3541τι ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως εἶναι αὐτή. Εἶχε συγκεντρωθῆ
3542πλειοψηφία, ἡ ὁποία ἐὰν ἀφήνετο, θὰ κατέληγεν εἰς μίαν
3543αʹ ἀπόφασιν. Ὑπῆρχον παράγοντες ἐναντίον τῆς ἀποφά-
3544σεως αὐτῆς καὶ οἱ παράγοντες αὐτοὶ ἐπέβαλλον τὴν βιαίαν
3545διακοπήν. Εἰς τὸ ἐπιχείρημά σας, ὅτι ὁμιλεῖ καὶ ὁ Κατα-
3546στατικὸς χάρτης περὶ θερινῶν διακοπῶν, θὰ σᾶς ἔλεγον,
3547ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ καὶ
3548ὑποψήφιος δικτάτωρ, ὁ ὁποῖος θὰ ἔστελε τὴν Βου-
3549λὴν εἰς ὁριστικὰς διακοπὰς καὶ θὰ μᾶς ἔλεγε. Διατὶ δια-
3550μαρτύρεσθε; Καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς γίνεται
3551λόγος περὶ θερινῶν διακοπῶν. Τὸ θέμα δὲν εἶναι νέον.
3552Τὸ θέμα εἶναι διὰ ποῖον λόγον γίνεται ἡ διακοπή. Ἐὰν
3553γίνεται πρὸς ἐπίτευξιν ὡρισμένου σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπε-
3554διώκει ἡ Κυβέρνησις ἢ βάσει τῶν ἰσχυουσῶν περὶ Ἱεραρ-
3555χίας διατάξεων.
3556§150Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων).
3557Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς τὴν σύσκεψιν τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς
3558Συνόδου συνέβαινον πράγματα τραγικά, χειρότερα ἀπὸ ἐ-
3559κεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο —ἐκλείοντο αἱ θύραι τῶν Ἐκκλη-
3560σιῶν, ἐγίνοντο ἀντεγκλήσεις μορφῆς, ἡ ὁποία κατέρ-
3561ριπτε τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας— τί θὰ ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ
3562Πολιτεία; Νὰ μείνῃ μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας;
3563§151Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἴχατε
3564ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον νὰ ἀντιμετωπίσετε
3565τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἀλλὰ ἰδοὺ τί θὰ ἔκαμνα ἐγώ. Τὸ
3566ἐπίδικον θέμα θὰ τὸ ἔλυον ὡς ἑξῆς. Θὰ ἔλεγον, ὅτι ἔχει
3567δικαίωμα ὁ Προκαθήμενος νὰ ἀποφύγῃ, νὰ ματαιώσῃ τὴν
3568συζήτησιν ἐξ ἀπήνης γενομένην, ἀλλὰ ἔχει καθῆκον νὰ
3569φέρῃ τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν μετὰ 1, 2, 3 ἡμέρας ἀφ’ ἧς
3570τοῦ τὸ ἐζήτησαν οἱ ἱεράρχαι. Ἐὰν τοιοῦτον νόμον ἐφέρατε
3571τὴν ἑπομένην τῆς κρίσεως, ἤδη, θὰ εἶχε συνέλθει ἡ Ἱεραρ-
3572χία, θὰ εἶχε προβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς κρίσεως καὶ δὲν
3573θὰ εἴχομεν τὸ πρόβλημα αὐτό. Σήμερον νομοθετοῦμεν διὰ
3574τὸ μέλλον.
3575Κύριε ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι
3576ὑπεβλήθησαν ὑπῆρξε μία πολὺ σωστή, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν
3577ὁ κ. Παπανδρέου. Θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ λύσωμεν σήμερον,
3578ὅσα ζητήματα δὲν δημιουργοῦν καμμίαν ἀντίθεσιν μετα-
3579ξύ μας καὶ μεταξὺ ἀκόμη τῶν Ἱεραρχῶν καὶ νὰ ἐπιφυλά-
3580ξωμε τὴν λύσιν τῶν ἄλλων εἰς ἀπώτερον χρόνον ἀφοῦ ὑπο-
3581βληθοῦν εἰς ἐνδελεχῆ μελέτην. Ἐάν, τελικῶς, ἐπιμείνετε
3582εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, παρὰ τὴν ἀντί-
3583θεσιν τὴν ὁποίαν διετύπωσα διὰ τὴν σύμφωνον γνώμην
3584τῆς Ἱεραρχίας, εἶμαι ὑποχρεωμένος...
3585§152Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων).
3586Ζητεῖτε τὴν κατάργησιν «τοῦ συμφώνου»;
3587§153Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὁμιλῶ. Παρὰ τὴν ἀντίρρησιν
3588τὴν ὁποίαν διετύπωσα ἐναντίον τῆς συμφώνου γνώμης τῆς
3589Ἱεραρχίας, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεμπολοῦνται δικαιώματα
3590τῆς Πολιτείας εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θε-
3591μάτων, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῶ τὴν διάταξιν ὡς ἔχει
3592καὶ νὰ ζητήσω τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας. Καὶ
3593θὰ σᾶς εἰπῶ, διότι προκειμένου περὶ Δ)των δὲν ἔχω ἐμπι-
3594στοσύνην εἰς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετωπίζετε
3595αὐτὰ τὰ προβλήματα. Δὲν ἐννοῶ ἀπὸ ἀπόψεως μεροληψίας
3596τῆς διοικήσεως. Δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν νευρικότη-
3597τα καὶ τὴν σπασμωδικότητα μὲ τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζετε
3598ἕνα τόσον σοβαρὸν θέμα διὰ τὸ ὁποῖον ἐντὸς τριῶν ἡμε-
3599ρῶν ὑπεδείξατε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τρεῖς
3600διαφόρους λύσεις.
3601§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρίου ἔχει τὸν λόγον.
3602§155ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
3603§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξαντλήσωμεν τὸν κατάλογον. Πρέ-
3604πει, ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὁ-
3605πωσδήποτε, διότι ὑπάρχει ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως,
3606καὶ ἐτονίσθη τοῦτο ἀπὸ Κυβερνητικῆς πλευρᾶς, διότι πρέ-
3607πει νὰ ἐπανέλθῃ ἡ γαλήνη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.
3608Κύριοι συνάδελφοι, ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας, ὑπο-
3609γεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν,
3610καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς:
3611Πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων
3612Οἱ ὑπογεγραμμένοι βουλευταί, προτείνομεν ἔνστασιν ἐλ-
3613λείψεως ἀπαρτίας.
3614Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἀπριλίου 1959
3615Οἱ ἐνιστάμενοι βουλευταὶ
3616Η. Ἠλιοῦ, Ι. Εὐαγγελίδης, Σ. Ἠλιόπουλος, Κ. Δεσπο-
3617τόπουλος, Ι. Κοντουδάκης, Ι. Δραγονέτης, Α. Λασκαρί-
3618δης, Δ. Γιαχνῆς, Ι. Ζαΐμης, Ι. Εὐαγγέλου.
3619Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ἠλιοῦ, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ κατ’
3620ἀρχὴν εἰς αὐτήν. Ἐὰν ὅμως παρ’ ἐλπίδα ἐπιμείνῃ θὰ πα-
3621ρεκάλουν νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον εἰς αʹ
3622ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν νὰ
3623λάβουν τὸν λόγον καὶ νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις των καὶ
3624οἱ λοιποὶ ἀγορηταί.
3625§157Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐὰν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, δὲν θὰ εἶχον
3626δυσχέρειαν εἰς τὴν δικονομίαν αὐτὴν ἐκ μέρους μου. Ἀλλὰ
3627ἐπειδὴ εἴμεθα ἐναντίον τῆς ἀρχῆς, ἐπιμένομεν ἐπὶ τῆς
3628ὑποβληθείσης ἐνστάσεως ἀπαρτίας.
3629§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ ἀποσύρετε τὴν πρό-
3630τασιν, διὰ νὰ διευκολύνετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν
3631ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
3632§159Η. ΗΛΙΟΥ. Χωρὶς αὐτὸ νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα ἀντιποί-
3633νων, ἀπὸ τῆς παρελθούσης Πέμπτης ἐζήτησεν ἡ παράτα-
3634ξις αὐτὴ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὴν Κυ-
3635βέρνησιν, διὰ τὴν πρόταξιν μιᾶς ἐπερωτήσεως ἐπὶ τῆς γε-
3636νικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Τὸ Προεδρεῖον
3637ἀρνεῖται οἱανδήποτε ἀπάντησιν. Δὲν δικαιοῦσθε νὰ ζητῆ-
3638τε διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εὐκολίας,
3639ὅταν δὲν ἐφαρμόζετε τὴν αὐτὴν τακτικὴν καὶ τὰ αὐτὰ
3640μέτρα καὶ σταθμὰ ἔναντι τοῦ δικαιώματος τῆς Ἀντιπολι-
3641τεύσεως, ὡς πρὸς τὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
3642§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας.
3643§161Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ὑπ. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων).
3644Κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ ὅλων τῶν ἀγορητῶν ἀνεγνωρίσθη,
3645ὅτι ὑπάρχει ἕνα θέμα κατεπεῖγον, ὁ δὲ κ. Κύρκος, ὁ ὁποῖ-
3646ος τόσον ὀρθῶς ἔθεσε τὸ θέμα καὶ ὡμίλησεν, ἐτόνισε τὴν
3647ἀνάγκην τῆς συντόμου λύσεως τοῦ θέματος αὐτοῦ. Θὰ πα-
3648ρεκάλουν συνεπῶς τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν συν-
3649αδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς αὐτήν. Ἐὰν ὅμως ἐπιμεί-
3650νουν θὰ παρεκάλουν τὸ Προεδρεῖον νὰ διακόψῃ τὴν συν-
3651εδρίασιν ἐπὶ δέκα λεπτὰ ὥστε νὰ δοθῇ ὁ χρόνος νὰ προσ-
3652έλθουν καὶ οἱ εἰς τὰ γραφεῖα εὑρισκόμενοι συνάδελφοι.
3653§162Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ὑπουργὸς ἔ-
3654χει δίκαιον. Νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις διὰ δέκα λεπτὰ
3655καὶ κατόπιν νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
3656§163Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἶ-
3657ναι παντελῶς ἀπαράδεκτον μετὰ τὴν ὑποβολὴν ἐνστάσεως
3658νὰ διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ παρασχεθῇ χρό-
3659νος εἰς βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας νὰ προσέλθουν καὶ
3660συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρχουν, βεβαίως μερικὰ φαυ-
3661λοκρατικὰ περιστατικὰ αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Λέγω τοῦτο, χω-
3662ρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω οὐδένα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ
3663περιστατικὰ αὐτὰ νὰ καθιερώσουν ἀρχὴν ἀπαράδεκτον διὰ
3664τὸ Κοινοβούλιον.
3665§164Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Κυβερ-
3666νήσεως εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχε ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος
3667ἐφηρμόζοντο αὐτὰ τὰ περιστατικά, ὡς τὰ ἐχαρακτήρισεν.
3668Ἐγὼ δὲν τὰ ἀποκαλῶ φαυλοκρατικά, ἀλλὰ τὰ ἐχαρακτή-
3669ρισα ὡς ἔθιμον καὶ παγίαν Κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν.
3670§165Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἤθελον
3671νὰ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν πρὸς τοὺς κυρίους βουλευ-
3672τάς. Σχεδὸν εἰς ὅλας τὰς βουλὰς τοῦ κόσμου, DE FACTO
3673ἔχει καταργηθῆ ἡ ὑποβολὴ ἐνστάσεων ἀπαρτίας. Δὲν νο-
3674εῖται ποτέ, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν ἐπιτελοῦν τὸ ἔργον των
3675καὶ δὲν ὑπάρχει ποτὲ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐκδηλοῦται αὐτὸ δη-
3676μοσίᾳ.
3677Κύριοι βουλευταί, ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ἀπόψε διὰ τὴν
3678Ἐκκλησίαν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν διὰ τῆς
3679λύσεως τῆς Συνεδριάσεως, ἐλλείψει ἀπαρτίας, ὅτι δὲν ἐπι-
3680τελοῦμεν καὶ ἡμεῖς τὸ καθῆκον μας. Διότι, ποῖον εἶναι
3681τὸ κέρδος; Διότι πράγματι, ὅταν ἡ πλειοψηφία νομοθετῇ
3682εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τότε ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας
3683ἀποτελεῖ ἓν νόμιμον ὅπλον. Ἀλλά, αὐτὴν τὴν στιγμήν,
3684ἐὰν ἀσχολούμεθα μὲ ἐνστάσεις ἀπαρτίας εἶναι ἀναχρονι-
3685σμὸς καὶ ἀκόμη, εἶναι ἀναχρονισμός, διότι εἰς οὐδεμίαν
3686Βουλὴν τοῦ κόσμου ὑποβάλλονται ἐνστάσεις ἀπαρτίας. Δὲν
3687ἠξεύρω ἐὰν ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Νότιον Ἀφρικήν. Εἰς
3688τὴν Γαλλίαν, παρηκολούθησα τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολο-
3689γισμοῦ μὲ παρόντας 7 βουλευτάς.
3690Δὲν εἶναι ἑπομένως, κύριοι, ὀρθὸν σήμερον ἡμεῖς, οἱ
3691ὁποῖοι ἐπελήφθημεν τῆς ἐπιλύσεως ἑνὸς τόσον σοβαρω-
3692τάτου ζητήματος νὰ λέγωμεν ἡμεῖς οἱ βουλευταί, ὅτι διὰ
3693νὰ συζητήσωμεν μᾶς χρειάζονται ἄλλοι 30. Δι’ αὐτὸ κά-
3694μνω τὴν ἔκκλησιν, ὅπως συνεχισθῇ ἡ Συνεδρίασις.
3695§166Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Προκειμένου περὶ τῆς Γαλλικῆς
3696Βουλῆς, ἡ ὁποία συζητεῖ τὸν Προϋπολογισμὸν παρόντων
36977 βουλευτῶν, ἡμεῖς ἔχομεν προοδεύσει, διότι δὲν συζητοῦ-
3698μεν τὸν Προϋπολογισμὸν παρόντος οὐδενὸς βουλευτοῦ, διό-
3699τι, ἁπλούστατα, δὲν συζητεῖται ὁ Προϋπολογισμός.
3700Ἀλλὰ ἤθελον νὰ εἴπω ἄλλο. Ἀπὸ τότε ποὺ ὑπάρχει Κοι-
3701νοβούλιον, ὑπάρχει ἔνστασις ἀπαρτίας, ὑποβαλλομένη ἑκά-
3702στοτε, χωρὶς νὰ παθαίνῃ τίποτε ὁ Κοινοβουλευτισμός. Εἶ-
3703μαι ὅμως, σύμφωνος, ὅτι εἶναι σωστόν, νὰ μὴ ὑποβάλλεται
3704ἔνστασις ἀπαρτίας. Εἶναι ἐπίσης σωστόν, νὰ συνεννοῆται
3705ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, προκειμένου περὶ
3706τῆς πορείας τῶν συζητήσεων. Καὶ εἶναι περιττὸν νὰ κα-
3707ταπονούμεθα διὰ μίαν ὑπόθεσιν, πέραν τοῦ μεσονυκτίου,
3708ἀφοῦ θὰ συζητηθῇ καὶ εἰς ἄλλην μίαν συνεδρίασιν.
3709§167Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἔτσι θὰ
3710γίνουν δύο συνεδριάσεις ἀκόμη. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ
3711καταπονούμεθα. Ἡ συνεδρίασις ἤρχισεν εἰς τὰ 7 καὶ τώρα
3712ἡ ὥρα εἶναι 12. Πεντάωρος ἐργασία, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι
3713τόσον ἐπίπονος. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀπο-
3714συρθῇ ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον
3715εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ εἰς τὴν δευτέραν, οἱοσδήποτε
3716θελήσῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσῃ ἐκτενέστερον.
3717§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, συμφωνεῖτε;
3718§169Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε.
3719§170Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατά-
3720λογος, κύριε Πρόεδρε.
3721§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐκφωνηθοῦν κατὰ ἀρχὴν τὰ ὀνόματα
3722τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἔντασιν ἀπαρτίας.
3723(Ἀναγινώσκονται τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλόντων τὴν
3724πρότασιν βουλευτῶν καὶ εὑρίσκονται ἅπαντες παρόντες)
3725Παρακαλῶ, ὅπως προσέλθουν ἐπὶ τοῦ καταλόγου, οἱ κ. κ.
3726Κ. Ράλλης καὶ Α. Κακογιάννης καὶ ἀναγνωσθῇ ὁ κατά-
3727λογος τῶν κ. κ. βουλευτῶν.
3728(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου καὶ τὴν διαλο-
3729γήν, εὑρέθησαν παρόντες 75, κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολ-
3730λον:)
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3731Δερτιλῆς Λεωνίδας
3732Κασιμάτης Γρηγόρ.
3733Τσαλδάρη Λίνα
3734Βρανόπουλος Δ.
3735Γκίκας Σόλων
3736Χρυσανθόπουλος Κων.
3737Μπαμπάκος Δημ. Π
3738Κιτσίκης Νικόλαος
3739Τσιριμῶκος Ἠλίας
3740Εὐαγγελίδης Ἰωάννης Π
3741Ζάκκας Ἀνδρέας
3742Μπρεδήμας Ἠλίας
3743Μερκούρης Σταμάτης
3744Μαῦρος Γεώργιος Π
3745Τούμπας Ἰωάννης
3746Μαρκεζίνης Σπύρ.
3747Σβώλου Μαρία
3748Αὐγερόπουλος Γερ.
3749Γιαχνῆς Δημήτριος Π
3750Πυρομάγλου Κομνην.
3751Ἠλιόπουλος Σταῦρος Π
3752Βαλοῦρδος Γεώργιος
3753Τσάτσος Κων)νος
3754Ράλλης Κων)νος Π
3755Δημητρᾶτος Ἀριστ. Π
3756Βενιζέλος Σοφοκλῆς
3757Σταυρόπουλος Παν.
3758Σταμάτης Γεώργιος Π
3759Ἰντζὲς Ἰωάννης Π
3760Στρᾶτος Ἀνδρέας
3761Χούτας Στυλιανὸς
3762Ἀθανασιάδης–Νόβας Γ.
3763Λεονάρδος Διονύσιος
3764Κακογιάννης Ἀθαν. Π
3765Οἰκονομόπουλος Γεώργιος
3766Κοντοβράκης Ἰωάννης Π
3767Παπαρτεμίου Ἰωάννης
3768Τριανταφυλλάκος Τρ.
3769Παπαηλιοῦ Ἠλίας
3770Ἀποσκίτης Κων)νος
3771Μίχας Ἀθανάσιος Π
3772Παυλόπουλος Ἀθαν.
3773Παπαδημητρίου Δημ. Π
3774Καλτεζιώτης Κων)νος Π
3775Μπακόπουλος Νικ. Π
3776Καρατζένης Δημήτρ.
3777Παπαδημητρίου Κων.
3778Γαρουφαλιᾶς Πέτρος
3779Φράγκος Ἀναστάσιος
3780Μαυρουκάκης Σπυρίδ.
3781Παπαχρήστου Ἀθαν.
3782Δοδόπουλος Θεόδωρος
3783Σωτηρίου Κων)νος
3784Παπαρρηγόπουλος Β. Π
3785Γεροκωστόπουλος Α.
3786Οἰκονομίδης Πολυζ.
3787Δρούλιας Ἀναστάσιος
3788Παπανδρέου Γεώργιος
3789Ζαΐμης Φωκίων Π
3790Κανελλόπουλος Παν.
3791Σπηλιόπουλος Γεώργ.
3792Παπαθανασόπουλος Δ. Π
3793Κονίτσας Θεμιστοκλῆς Π
3794Βουρδουμπᾶς Δημ. Π
3795Κορόζος Κων.
3796Κανιάρης Μελέτιος Π
3797Γρίβας Δημήτριος Π
3798Κάβδας Περικλῆς
3799Πινάτσης Πελοπίδας
3800Παπαδόπουλος Ἀριστ. Π
3801Εὐαγγέλου Γεώργιος
3802Παπαπαναγιώτου Θεοφ.
3803Κωτιάδης Στυλιανὸς
3804Παρθενιάδης Νικόλ. Π
3805Χαρῖτος Γαβριὴλ
3806Ζαννῆς Ἐμμανουὴλ
3807Ζίγδης Ἰωάννης
3808Γκαργκάνας Χρῆστος Π
3809Κλῆς Παναγιώτης
3810Ρηγόπουλος Νικόλαος
3811Τριανταφυλλίδης Ἰωάν.
3812Ἀντώνογλου Ὀρέσ. Π
3813Κεραμιτσιόγλου Θεοχ.
3814Βογιατζῆς Γεώργιος
3815Καλλίας Κων)τῖνος
3816Κακαρᾶς Ἀντώνιος
3817Στεφανίδης Μιχαὴλ
3818Ἀρβανιτάκης Εὐάγγ.
3819Καπνίσης Παναγιώτης
3820Καθαροσπόρης Νικόλ. Π
3821Καραπιπέρης Χρυσόστ.
3822Κόπανος Διονύσιος
3823Ρώμας Διονύσιος
3824Μυριδάκης Μιχαὴλ
3825Πολυζωγόπουλος Σ.
3826Πιπιλῆς Χρῆστος
3827Σπεντζάρης Νικόλ. Π
3828Σπηλιόπουλος Ἰω. Π
3829Γόντικας Δημήτριος
3830Γιαννόπουλος Ἰωάννης.
3831Στεφανόπουλος Στ. Π
3832Κοντογιαννόπουλος Ν.
3833Χατζηδημητρίου Δημ. Π
3834Τζαμπάζης Ἰωάννης Π
3835Περισσοράτης Φίλ.
3836Μαρῆς Κων)νος
3837Λουλακάκης Ἐμμ.
3838Κεφαλογιάννης Ἐμμ. Π
3839Γαλενιανὸς Ἐμαν. Π
3840Πωλιουδάκης Ἰωάννης
3841Ἀθητάκης Ἰωάννης
3842Πρωϊμάκης Ἐμμαν.
3843Ἀθανασίου Νικόλαος
3844Ἀθανασάκος Εὐστρ. Π
3845Πιτούλης Φώτιος
3846Πασσαλίδης Ἰωάννης
3847Ἐφραιμίδης Βασ.
3848Κύρκος Μιχαὴλ
3849Καλλιδόπουλος Ἀλ.
3850Γιαρένης Εὐτύχιος
3851Θεοδοσιάδης Ἀλέξ.
3852Ἀηδονᾶς Ἀπόστ.
3853Θεμελῆς Γεώργιος
3854Μπακατσέλος Γεώργ.
3855Τζιτζικώστας Κων.
3856Σπαθάρης Ἰωάννης
3857Βογιατζῆς Ἀλέξανδρ.
3858Τσιάρας Ἀναστ.
3859Γιαλώφας Ἰωάννης
3860Κελτεμλίδης Ἰωάν.
3861Ἀβέρωφ–Τοσίτσας Εὐάγγ.
3862Ἰωάννου Δημήτριος
3863Παληὸς Κων)νος Π
3864Φρόντζος Κων)νος
3865Δερδεμέζης Ἀνδρέας
3866Σκοπούλης Νικόλαος
3867Χριστογεῶργος Μιχ.
3868Θεολογίτης Αὔγουστος
3869Μάρτης Νικόλαος
3870Βενέτης Κωνσταντῖνος
3871Λασκαρίδης Ἄγγελος Π
3872Κωνσταντάρας Κωνστ.
3873Λυμπερίδης Θεόδωρος
3874Ταλιαδοῦρος Ἀθαν.
3875Θανόπουλος Δημήτρ. Π
3876Παπαευθυμίου Γεώργ. Π
3877Ἀλλαμανῆς Στυλιαν. Π
3878Φιλίππου Χρῆστος
3879Μπρακατσούλας Βασ.
3880Μπατρῖνος Λεωνίδας Π
3881Γυιόκας Παναγ. Π
3882Λιάκος Ἀριστ.
3883Θεοτόκης Σπυρίδων
3884Λύχνος Γεράσιμος
3885Δεσύλλας Θεόδωρος
3886Πρίφτης Γεράσιμος
3887Δραγονέτης Ἰωάννης Π
3888Μεταξᾶς Γεράσιμος Π
3889Πινιατῶρος Νικ.
3890Διβάρης Σπυρίδων
3891Παπαδόπουλος Κων.
3892Περτσινίδης Σωφρόν. Π
3893Τσορλίνης Χριστόφ.
3894Γαβριηλίδης Ἰωάν.
3895Μανέντης Διονύσιος Π
3896Τσακιρίδης Παῦλος Π
3897Βύζας Βασίλειος
3898Λαδᾶς Ἀλέξανδρος Π
3899Μπάρμπας Θωμᾶς Π
3900Γουλόπουλος Χρῆστ.
3901Ταλιαδούρης Κων.
3902Καρασάββας Σεραφεὶμ
3903Παπακωνσταντίνου Κ.
3904Ἀδαμόπουλος Κων.
3905Μανιαδάκης Κων.
3906Πανούσης Βασίλειος
3907Παπαληγούρας Παναγ.
3908Πρωτοπαπαδάκης Ἀρ.
3909Νομικὸς Μᾶρκος
3910Ἀλιπράντης Εὐστρ.
3911Μπίστης Λεωνίδας
3912Λιαροῦτσος Πάρις Π
3913Μπαρότσης Ἀντώνιος
3914Δαβάκης Δημήτριος
3915Βαρβιτσιώτης Νικήτ. ἢ Νικηταρᾶς
3916Λαμπρινάκος Νικόλαος
3917Βαρβιτσιώτης Γ. Νικ.
3918Λύρας Ἰωάννης
3919Παπαμιχαλόπουλος Δ.
3920Ροδόπουλος Κων. Π
3921Γραμματίδης Χρῆστ.
3922Εὐστρατιάδης Σοφ.
3923Κακαγιάννης Γεώργ.
3924Σκυλλάκος Ἠλίας
3925Χονδρονάσιος Ἀλ.
3926Παγώνης Χρῆστ.
3927Κοθρῆς Ἐμμανουὴλ Π
3928Κούνδουρος Στυλ. Π
3929Παπαγεωργίου Γεώργ.
3930Ἡλιοῦ Ἠλίας Π
3931Γαληνὸς Μιχ.–Μίμης
3932Γλιγλῆς Παναγιώτης
3933Λαζανᾶς Γεώργιος
3934Βιτούλιας Γεώργ. Π
3935Μακρῆς Κων)νος
3936Ξενοδοχειάρης Περίανδρ.
3937Καλκάνης Κων)νος
3938Τσιάντος Ἀναστ.
3939Σκούρας Εὐάγγ.
3940Σιαφλέκης Ἰωάν.
3941Ἰατρίδης Δημήτρ.
3942Παπαγεωργίου Νικ.
3943Μέρος Ἀλέξ.
3944Ψαρρέας Ἰωάννης
3945Καλλαντζάκος Ἀριστ.
3946Σαμαρᾶς Γεώργιος Π
3947Λαντζούνης Δημ.
3948Σχινᾶς Ἀπόστ.
3949Καμβύσης Ἄγγελ.
3950Κωστόπουλος Σ.
3951Κοκκέβης Ἀνδρ.
3952Μερλόπουλος Δημ.
3953Κολαμπᾶς Ἀναστ.
3954Μιχαηλίδης Τριαντ. Π
3955Δούκας Θεόδωρος
3956Φετᾶ Ὀγλοῦ Ὀσμὰν Νουρῆ
3957Μπαλτατζῆς Ἀλέξανδρος
3958Ἀνδριανόπουλος Γεώργιος
3959Ἀλιπράντης Δημήτριος
3960Σαββόπουλος Εὐάγγελος
3961Κατσαφᾶδος Γεώργιος
3962Μπριλλάκης Ἀντώνιος
3963Βουλόδημος Ἀναστάσιος
3964Ἀθανασιάδης Κωνσταντῖνος
3965Παινέζης Δημήτριος
3966Ὀρφανὸς Ἰωάννης
3967Μπουγᾶς Χρῆστος
3968Παπαδημητρίου Ἰωάννης
3969Μπενᾶ Ἑλένη
3970Καρακουλουξῆς Δημήτριος
3971Ἀράπης Γεώργιος
3972Καλλιγκάτσης Παρίσης
3973Προκοπίδης Ἰωάννης
3974Γκίλλας Ἀρίσταρχος
3975Τσιγάρας Κωνσταντῖνος
3976Παπαδημητρίου Νικόλαος
3977Παπαγεωργίου Κωνσταντῖνος Π
3978Δεληγιαννίδης Ἀλέξανδρος
3979Μπούσιος Χαρίλαος
3980Κοντογιάννης Ἀπόστολος Π
3981Αὐγερινὸς Ἀθανάσιος Π
3982Βαρδινογιάννης Παῦλος Π
3983Παπαδογιάννης Ἐμμανουὴλ
3984Κεφαλογιάννης Ἰωάννης Π
3985Χασὰν Ὀγλοῦ Γιουσοὺφ
3986Σιανίδης Χρῆστος
3987Οὐστουνὲρ Ὀσμὰν Π
3988Ζησιάδης Χάρης Π
3989Σπύρου Ἰωάννης
3990Κοτσώνης Μιχαὴλ
3991Ζαΐμης Ἱπποκράτης Π
3992Καραμανλῆς Κωνσταντῖνος
3993Λαυρεντίδης Ἰσαὰκ Π
3994Μητακίδης Ἀθανάσιος
3995Ψάρρης Ἀργύριος
3996Χατζηδῆμος Ἰωάννης
3997Σπυρίδης Δημήτριος
3998Παπαθανασίου Ἀθανάσιος
3999Πεταλωτῆς Κωνσταντῖνος
4000Ἰντζὲς Νικόλαος
4001Γιαννούσης Κλεόβουλος
4002Κατσιάμπας Φώτιος
4003Χατζηγάκης Δημήτριος
4004Ἔξαρχος Νικόλαος
4005Τσιπώρης Ἀλέξανδρος
4006Καλαντζῆς Εὐάγγελος
4007Πλατῆς Γεώργιος Π
4008Μακρόπουλος Στέφανος
4009Εὐταξίας Λάμπρος
4010Κωστῆς Δημήτριος
4011Θανασέκου Βάσω
4012Μακρῆς Δημήτριος
4013Ἀνδρεάδης Γεώργιος Π
4014Ζούγκας Ἀντώνιος Π
4015Κωστελίδης Εὐστάθιος Π
4016Λιανουλόπουλος Δημήτριος
4017Κρίκος Βασίλειος
4018Κατσίμπας Γεώργιος
4019Σαραφιανὸς Λυσίμαχος
4020Βασιλικὸς Βασίλειος Π
4021Ρήγας Ἐπαμεινώνδας
4022Πολυχρονίδης Πολυχρόνης
4023Μητσοτάκης Κωνσταντῖνος Π
4024Χιωτάκης Κωνσταντῖνος
4025Κοντουδάκης Ἰωάννης Π
4026Βολουδάκης Γεώργιος
4027Μπουρνιᾶς Λεωνίδας
4028Δεσποτόπουλος Κωνσταντῖνος Π
4029Ζορμπᾶς Νικόλαος Π
4030§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, διεπιστώθη ἔλλειψις
4031ἀπαρτίας καὶ ὡς ἐκ τούτου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λύσω
4032τὴν συνεδρίασιν.
4033Ἐλλείψει ἀπαρτίας, λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον
4034καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀνα-
4035φοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις.
4036(Ὥρα 1.15′ π.μ.).