1959.02.27
4,586 rows · 34,684 words · 196 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62α
Παρασκευὴ 27 Φεβρουαρίου 1959
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.10′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Καλαντζάκος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρελείφθη ἀπὸ τὰ πρακτικὰ μία ἰδική μου φράσις, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπειδὴ ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου εἶναι ἄνευ ἀντικειμένου, δι’ αὐτὸ παρακαλῶ, νὰ συμπληρωθοῦν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγόρευσις ἦτο ἢ διακοπή;
§5Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἰς ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον...
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία δυσχέρεια εἰς τὰς διακοπάς. Οἱ πρακτικογράφοι δὲν ἠμποροῦν εὔκολα νὰ συλλαμβάνουν.
§7Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὑπῆρχεν εἰς τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα εἶδον, καὶ ἀφηρέθη.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφηρέθη; Ἀπὸ ποῖον;
§9Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶδον τὰ χειρόγραφα τῶν πρακτικογράφων καὶ ὑπῆρχεν ἡ φράσις καὶ κατόπιν ἀπηλείφθη.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ γραφοῦν αὐτὰ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ θὰ διαταχθοῦν ἀνακρίσεις.
§11Α. ΖΑΚΚΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, εἰς μίαν στιγμήν, διέκοψα τὸν κ. Κανελλόπουλον...
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγόρευσις ἦτο ἢ διακοπή;
§13Α. ΖΑΚΚΑΣ. Διακοπή.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δρᾶμα τῶν διακοπῶν.
§15Α. ΖΑΚΚΑΣ. Τώρα θὰ ἴδητε, ποῖον εἶναι τὸ δρᾶμα. Λέγω εἰς τὸν κ. Κανελλόπουλον, ὅτι τὸ παρελθόν του δὲν ἐπιτρέπει νὰ δίδῃ διδάγματα· καὶ ὁ κ. Κανελλόπουλος λέγει: Μὴ διακόπτετε. Σεῖς, κύριε Πρόεδρε, λέγετε: Κύριε Ζάκκα, ἔχετε ἀναλάβει ἐργολαβικῶς τὸ ἔργον αὐτό; Καὶ σᾶς ἀπήντησα, ὅτι τὸ ἐργολαβικῶς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ταιριάζῃ εἰς παρατήρησιν ἢ εἰς ὑπόδειξιν Προέδρου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὸ βάλετε αὐτό, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, μετὰ ἀπὸ αὐτὰς τὰς διασαφηνίσεις.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν προτάσεων ἐκφράσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου, ἔχει τὸν λόγον.
§17Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, τὰ κείμενα τῶν συμφωνιῶν εἶναι γνωστὰ εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν κριτικήν των. Ἱδρύεται ἀνεξάρτητος Δημοκρατία τῆς Κύπρου. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα καὶ ἐτέθη ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος: Εἶναι πράγματι Ἀνεξάρτητος; Καὶ εἶναι πράγματι Δημοκρατία; Ἀπὸ τοῦ βήματος, ὑπεστηρίχθησαν καὶ αἱ δύο ἀκραῖαι ἀπόψεις. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι εἶναι περιωρισμένη Ἀνεξαρτησία καὶ περιωρισμένη Δημοκρατία. Θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πλεονεκτημάτων καὶ τῶν μειονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν αἱ συμφωνίαι τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Ποῖα εἶναι τὰ πλεονεκτήματα; Τὸ πρῶτον καὶ κύριον πλεονέκτημα εἶναι, ὅτι καθίσταται ἡ Κύπρος κυρίαρχον Κράτος. Ἐπίσης, μέγα πλεονέκτημα εἶναι, ὅτι ἀποκαθίσταται εἰς τὴν Μεγαλόνησον ἡ εἰρήνη, ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἐλευθερία, τὰ μεγάλα ἀγαθὰ τῶν ἀνθρώπων. Ἄλλο πλεονέκτημα εἶναι, ὅτι ἀποκαθίστανται αἱ ἑλληνικαὶ συμμαχίαι, διότι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀγῶνος, διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ τὴν αὐτοδιάθεσιν τῆς Μεγαλονήσου, εἶχον δηλητηριασθῆ αἱ συμμαχικαὶ σχέσεις μας. Καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, εἰς ἄλλην μου ὁμιλίαν, διεκήρυξα, ὅτι εἶχον εἰς τόσον βαθμὸν δηλητηριασθῆ, ὥστε, ἐὰν ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Κράτους ὑπῆρχεν εἰς τὸ ΝΑΤΟ, ὅμως ἡ ψυχὴ τοῦ λαοῦ εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Ἄλλο πλεονέκτημα εἶναι ἡ ἐλπίς, ὅτι ἡ εἰρήνευσις τῆς Κύπρου θὰ ἔχῃ αἴσιον ἀντίκτυπον διὰ τὸν ἑλληνισμὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος συχνάκις ὑπετιμήθη καὶ τοῦ ὁποίου ἡ σημασία εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἑλληνισμοῦ εἶναι πάντοτε ἀξιόλογος. Καὶ ἔχει, ἐπίσης, καὶ τὸ ἄλλο πλεονέκτημα, ὅτι ἐπιτρέπει εἰς τὴν ἐλευθέραν Πατρίδα νὰ συγκεντρωθῇ ἀπερίσπαστος εἰς τὴν μεγάλην ἐσωτερικήν της ἀποστολήν, εἰς τὴν ἐξύψωσιν τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ἔχει, δυστυχῶς, καὶ βαρύτατα μειονεκτήματα. Ἐὰν κατελύθη ἡ κυριαρχία τῆς ἀποικιοκρατίας, δὲν καθιεροῦται κυριαρχία τῆς πλειοψηφίας, καθιεροῦται τριπλῆ συγκυριαρχία. Καὶ ἐὰν ἀπεφεύχθη ἡ ἐδαφικὴ διχοτόμησις, ὅμως, ἐφαρμόζεται, ὅπως προσδιορίζει ὁ τουρκικὸς τύπος, ἡ νομικὴ διχοτόμησις τῆς κυριαρχίας καὶ τῆς διοικήσεως. Καθιεροῦται προνομιακὴ θέσις εἰς τὴν Τουρκικὴν μειονότητα, ἐνῷ ἡ σχέσις τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι 18 πρὸς 80, ἡ σχέσις τῆς δυνάμεως εἶναι περίπου ἴση. Εἰς τὰ καίρια θέματα καθίσταται ἰσοδύναμος. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὠνόμασα τὴν νέαν Κυπριακὴν Πολιτείαν, ὄχι μόνον περιωρισμένην Ἀνεξαρτησίαν, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ περιωρισμένην Δημοκρατίαν. Ὑπάρχει καὶ ἄλλος κίνδυνος, ὁ ὁποῖος περικλείεται εἰς τὰς συμφωνίας, εἶναι ὁ κίνδυνος τῆς ἐμπλοκῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς ἐξωτερικὸν προσανατολισμόν, πέραν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν ἰδικήν της αὐτόβουλον θέλησιν. Δὲν εἶναι διάταξις τῶν συμφωνιῶν, εἶναι κίνδυνος. Καὶ ὑπάρχει, περαιτέρω καὶ ἄλλος κίνδυνος, κίνδυνος ἐξηρτημένος καὶ ἀπὸ τὰς περιστάσεις καὶ ἀπὸ τὴν ἱκανότητα τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων τοῦ μέλλοντος, κίνδυνος ἐμπλοκῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς περιπετείας, πέραν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀμέσως θὰ ἐπρόκειτο νὰ τὴν ἐνδιαφέρουν. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἀκόμη βαρύτερα μειονεκτήματα, ὑπάρχουν σκληρόταται θυσίαι. Εἶναι, πρὸ παντός, ἡ ἀπάρνησις τῆς ἑνώσεως διὰ παντός. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἐπανειλημμένως εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ διακηρύξω, ὅτι ἡ μὴ πραγματοποίησις τῆς ἑνώσεως, εἶναι πολιτική. Διότι, πιθανὸν νὰ εὑρίσκεται πέραν ἀπὸ τὰς δυνατότητας τῶν περιστάσεων. Ἀλλά, ἡ ἀπάρνησις τῆς ἑνώσεως, εἶναι βαρυτάτη ὀδύνη. Καὶ εἰς τὰς ὑπαρχούσας συμφωνίας, δὲν ὑφίσταται μόνον ἀπάρνησις τῆς ἑνώσεως, ὑφίσταται ὀργάνωσις ἐνόπλων ἐγγυήσεων πρὸς ἀπαγόρευσιν οἱασδήποτε ἐπιδιώξεως τῆς ἑνώσεως. Καὶ εἶναι φυσικόν, ὅτι εἰς τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ πατριωτισμοῦ, αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευσις, δημιουργεῖ βαρὺ τραῦμα. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο, ἐπίσης, σημαντικὸν μειονέκτημα. Ἡ Τουρκία, ὡς Κράτος, ἐπανέρχεται εἰς τὴν Κύπρον. Εἶχεν ἡ Τουρκία ὑπογράψει τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴν αὐτὴν εἶχε παραιτηθῆ παντὸς δικαιώματος εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ κατὰ παράβασιν αὐτῆς τῆς συνθήκης, ἐπανέρχεται εἰς τὴν Κύπρον. Εἶχεν, ἐπίσης, καθιερωθῆ πολιτικὴ παράδοσις εἰς τὸν ἐλεύθερον καὶ χριστιανικὸν κόσμον, ὅτι χῶραι ἀπελευθερούμεναι ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, οὐδέποτε ἐπανέρχονται ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν της. Καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτή, ἡ γενικῶς καθιερουμένη, ὡς κανὼν ἠθικός, ἐπίσης παραβιάζεται. Ἡ Τουρκία, ὡς Κράτος, ἐπανέρχεται εἰς τὴν Κύπρον. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο βαρύτερα μειονεκτήματα τῶν νέων συμφωνιῶν. Καὶ τώρα τίθενται τὰ ἐρωτήματα, διότι εἴμεθα Σῶμα πολιτικὸν καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ χρησιμοποιοῦμεν, διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν γεγονότων καὶ διὰ τὴν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων, κριτήρια πολιτικά, τίθενται τὰ ἐρωτήματα. Πρῶτον: Τὰ ἰδεώδη, ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων ἡ Κύπρος ἀπεδύθη εἰς τὸν ἀγῶνα, ἱκανοποιοῦνται μὲ τὰς συμφωνίας τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου; Ἐρώτημα, δεύτερον: Μήπως εἰς τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν εὐκαιρίαι, μὴ χείρονος λύσεως; Καὶ ὑπάρχει τρίτον ἐρώτημα: Ὅταν ἐλήφθησαν ἐσχάτως αὗται αἱ ἀποφάσεις, μήπως ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφευχθοῦν καὶ νὰ ὑπάρξουν καλύτεραι; Αὐτὰ εἶναι τρία κρίσιμα πολιτικὰ καὶ ἐθνικὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν σήμερον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους καὶ θὰ ὑπάρξουν αὔριον ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. Εἰς τὸ πρῶτον ἐρώτημα, ἡ ἀπάντησις εἶναι δεδομένη. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἄλλα ἦσαν τὰ ἰδεώδη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεκίνησαν εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἐλευθερίας, οἱ ὡραῖοι ἔφηβοι, οἱ ὁποῖοι, ἀνερχόμενοι εἰς τὴν ἀγχόνην, ἐζητωκραύγαζον τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ: Οἱ ἀγῶνες διεξάγονται ἐν ὀνόματι τῶν ἰδεωδῶν. Ἡ ζωὴ πραγματοποιεῖ τὰ δυνατὰ γενέσθαι. Καὶ ἡ ἀπάντησις ἔχει τὴν θέσιν της εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν, ἡ ὁποία εἶναι Σῶμα πολιτικόν. Καὶ διὰ τοῦτο εἰσερχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ἐρώτημα. Μήπως εἰς τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν εὐκαιρίαι, μὴ χείρονος λύσεως; Γνωρίζομεν, ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν αἱ βρεταννικαὶ προτάσεις τοῦ Χάρτινγκ, τοῦ Ράντκλιφ, τοῦ Μὰκ Μίλλαν. Καὶ ἐρωτᾶται, ὑπῆρξε καμμία ἐξ αὐτῶν μὴ χείρων, ἀπὸ τὰς σημερινὰς συμφωνίας; Ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, ἡ σύγκρισις εἶναι πράγματι δύσκολος, διότι σήμερον ὑπάρχει λύσις ὁριστικὴ καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι προτάσεις ἦσαν προτάσεις προσωριναί. Καὶ αὐτὴ ἡ διαφορὰ εἶναι θεμελιώδης, ἐμποδίζει τὴν δικαίαν σύγκρισιν. Ἀλλά, ἐὰν παρακάμψωμεν αὐτὴν τὴν βασικὴν δυσχέρειαν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν, ὅτι κατὰ τὴν περιοχὴν τῆς αὐτοκυβερνήσεως, ἡ πρότασις Χάρτινγκ καὶ ἡ πρότασις Ράντκλιφ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὑπῆρξαν ἀσφαλῶς μὴ χείρονες. Θὰ ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἀντιταχθῇ, ὅτι διετηρεῖτο ἡ Βρεταννικὴ κυριαρχία καὶ δὲν γνωρίζομεν, ἐὰν καὶ πότε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρθῇ. Καὶ ἡ ἀπάντησις θὰ εἶναι βάσιμος, διότι, ἐξετάζοντες θέματα μὴ συμβάντα, κατ’ ἀνάγκην προστρέχομεν εἰς ὑποθέσεις. Ἀλλὰ ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν ἐπικαλούμεθα, ἔχει ἱστορικὴν δικαίωσιν. Διότι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ πορεία τῆς ἱστορίας ἀπομακρύνει τὰς ἀποικιοκρατίας. Καὶ ἐὰν ἡ λειτουργία τῆς ἱστορίας ἀπέδιδεν αὐτοὺς τοὺς σκοπούς, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπελείπετο, ἡ αὐτοκυβέρνησις, καθ’ ὃν τρόπον ἐπρόκειτο νὰ λειτουργήσῃ, ἀποτελεῖ πράγματι μίαν ἱκανοποίησιν τῶν ἑλληνικῶν, ἐθνικῶν καὶ δημοκρατικῶν αἰτημάτων. Ἐπανειλημμένως, ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀνεφέρθησαν αἱ προτάσεις Χάρτιγκ καὶ αἱ προτάσεις Ράντκλιφ, ἀλλὰ χωρὶς νὰ γίνῃ συγκεκριμένη ἐξέτασις τοῦ περιεχομένου των. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ προβῶ εἰς ἀνάγνωσιν. Γνωρίζω πόσον εἶναι ἀχάριστος διὰ τὸν ὁμιλητὴν ἡ ἀνάγνωσις, ἀλλὰ ὑφίσταμαι αὐτὴν τὴν δοκιμασίαν προθύμως, διότι θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ συμπεράνωμεν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων. Ἡ πρότασις Χάρτινγκ, αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῆς ὁποίας ἤρχισαν κατ’ Ὀκτώβριον 1955 καὶ διήρκεσαν περίπου ἐπὶ πεντάμηνον, συνωψίσθησαν τελικῶς εἰς τὸ ἀκόλουθον κείμενον (28 Ἰανουαρίου 1956) : «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μ. μετέχει τῶν ἀρχῶν, αἵτινες ἐνσωματώθησαν εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τὸν Χάρτην τοῦ Πότομακ καὶ τὸν Χάρτην τοῦ Εἰρηνικοῦ, τοὺς ὁποίους ἔχει προσυπογράψει. Δὲν εἶναι, ὅθεν, θέσις τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως τὸ ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς αὐτοδιαθέσεως οὐδέποτε δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Κύπρον. Ἡ ἄποψίς της εἶναι, ὅτι τώρα ἡ ἀρχὴ αὐτὴ δὲν εἶναι πρότασις, δυναμένη νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἕνεκεν τῆς παρούσης καταστάσεως εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μεσόγειον. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μ. ἔχει τώρα προσφέρει μέτρα εὐρείας αὐτοκυβερνήσεως. Ἐὰν ὁ Κυπριακὸς λαὸς συμμετάσχῃ εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐξέλιξιν, ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μ. προτίθεται νὰ ἐργασθῇ διὰ μίαν τελικὴν λύσιν, ἡ ὁποία θὰ ἱκανοποίει τοὺς πόθους τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, θὰ συνῇδε πρὸς τὰ στρατηγικὰ συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως τῆς Α. Μεγαλειότητος καὶ τῶν συμμάχων της καὶ θὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑπαρχούσας συμμαχίας, εἰς τὰς ὁποίας μετέχει ἡ Κυβέρνησις τῆς Α.Μ.». Συνάγεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ κειμένου, ὅτι ἀναγνωρίζεται ἀνεπιφυλάκτως ἡ ἀρχὴ τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ ἁπλῶς ἀναβάλλεται ἡ ἐφαρμογή της. Συνάγεται, ἐπίσης, ὅτι προσφέρεται ὑπόσχεσις δημοκρατικῆς αὐτοκυβερνήσεως. ἀλλὰ ὑπόσχεσις ἀόριστος. Ἡ ἀόριστος αὐτὴ ὑπόσχεσις, καθίσταται, ἔν τινι μέτρῳ, περισσότερον συγκεκριμένη ἀπὸ βραδύτερον κείμενον τοῦ Χάρτινγκ, πρὸς Μακάριον, τὴν 14ην Φεβρουαρίου, ὀλίγας ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἀπελάσεως τοῦ Μακαρίου. Ὁ Χάρτινγκ, ἀπηύθυνε τότε τὴν ἀκόλουθον ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον: «Ἐν σχέσει μὲ τὴν παράκλησιν τῆς Ὑμετέρας Μακαριότητος περὶ διευκρινήσεων ὡρισμένων σημείων, ἐπὶ τῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος, περὶ τοῦ συντάγματος διὰ τὴν Κύπρον, πρέπει νὰ καταστήσω σαφές, ὅτι ἡ μορφὴ οἱουδήποτε συντάγματος δέον νὰ προέλθῃ ἐκ διεξοδικῶν συζητήσεων μετ’ ἀντιπροσώπων ὅλων τῶν Κοινοτήτων». Αὐτοὶ ὑπῆρξαν οἱ βασικοὶ ὅροι τῆς τελικῆς προτάσεως Χάρτινγκ. Εἶμαι πρόθυμος νὰ συνομολογήσω, ὅτι καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ κεφάλαιον τῆς αὐτοκυβερνήσεως καὶ μετὰ τὴν ἀποσαφήνισιν, δὲν ὑπάρχει πλήρης ἀκρίβεια. Ἀλλ’ ὅ,τι ἔλειπεν ἀπὸ τὴν πρότασιν Χάρτινγκ τὸν Φεβρουάριον, προσεφέρθη τὸν Δεκέμβριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἀπὸ τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ. Καὶ ἐρχόμεθα μὲ πλήρη ἀντικειμενικότητα, μὲ πλήρη καλὴν πίστιν, θὰ ἔλεγον, ἐὰν ὁ λόγος δὲν ἦτο βαρύς, μὲ συνείδησιν ἱστορικῆς εὐθύνης, ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Συντάγματος Ράντκλιφ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶπε προχθὲς καὶ εἶπε δικαίως, ὅτι ὑπάρχουν δύο παρατηρήσεις σημαντικαί, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ. Ὑπάρχει, πρῶτον, ἡ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι διακριτικὴν ἐξουσίαν διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν ἁρμοδιότητος ἐπὶ ἑκάστου θέματος, θὰ ἔχῃ ὁ Κυβερνήτης. Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπανέλαβε, πάλιν προχθές, παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν εἰς προγενεστέραν συνεδρίασιν εἶχε κάμει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ Λένοξ Μπόϋντ, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἀποικιῶν, μετὰ τὴν προσφορὰν τοῦ Συντάγματος Ράντκλιφ, εἶχε δώσει εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων καὶ ἴσως ἐπανέλαβε καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅτι ἐὰν ἀξιωθῇ ἡ αὐτοδιάθεσις, τότε θὰ ὑπάρξῃ αὐτοδιάθεσις καὶ διὰ τὰς δύο Κοινότητας. Θὰ ὑπάρξῃ, ἑπομένως, διχοτόμησις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν δευτέραν παρατήρησιν, ἀπήντησα ἔκτοτε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὐτὴ ἡ δήλωσις τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει ἐνσωματωθῆ εἰς τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ. Ἀπετέλει, ἁπλῶς, δήλωσιν Κυβερνήσεως. Ἐάν, ἑπομένως, ἐγένετο δεκτὸν τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ, δὲν θὰ εἶχε γίνει δεκτή, ἐπίσης, δὲν ἀποτέλει ὑποχρέωσιν νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ δήλωσις αὐτὴ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εὑρίσκετο ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου, ἐκείνη ἡ δήλωσις ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἀκίνδυνος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἄλλην παρατήρησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι, πράγματι, βάσιμος. Εἰς τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ, ὑπάρχει ἡ διάταξις, ἀλλὰ διὰ ποίαν περίπτωσιν; Ἀναγνωρίζει τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ, ὅτι τὰ θέματα τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, τῆς ἀμύνης καὶ τῆς ἀσφαλείας, ἀνήκουν εἰς τὸν Κυβερνήτην καὶ ἐὰν ἐπὶ τοιούτων θεμάτων ὑπάρξῃ διαφωνία, τότε τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ἔχει ὁ Κυβερνήτης. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ, ἑπομένως, τὴν σχέσιν τῆς δυαρχίας, ὅπως ὀνομάζει ὁ Ράντκλιφ τὰς σχέσεις Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὰς σχέσεις τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ πρὸς τὴν ἀγγλικὴν κυριαρχίαν, πράγματι, ὁ Κυβερνήτης ἀσκεῖ αὐτὴν τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ δὲν ἀσκεῖ καμμίαν διακριτικὴν ἐξουσίαν, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὰς σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς πλειοψηφίας πρὸς τὴν Τουρκικὴν μειονότητα. Καὶ εἶναι αὐτό, κύριοι βουλευταί, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ἐκ τοῦ Συντάγματος Ράντκλιφ. Χθές, ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπε μὲ μίαν ἔξαρσιν, ἡ ὁποία γνωρίζει, ὅτι πάντοτε εὑρίσκει εἰς τὴν ψυχικήν μου ἀνταπόκρισιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς μειοψηφίας, πρόκειται περὶ μειονότητος καὶ χρειάζεται γενναιότης.
§18Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀντιστρόφως.
§19Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι. Δὲν εἶναι μειοψηφία τοῦ αὐτοῦ λαοῦ. Διότι, ἐὰν ἦτο μειοψηφία τοῦ αὐτοῦ λαοῦ, θὰ ἐλειτούργουν οἱ συνήθεις κανόνες τῆς Δημοκρατίας. Μόνον διότι εἶναι ἐθνικὴ μειονότης, ὑπάρχει ἀνάγκη εἰδικῶν ἐγγυήσεων. Καὶ εἶπεν ἀκριβῶς, ὅταν ὑπάρχῃ ἐθνικὴ μειονότης, ἐπιβάλλονται ἐπηυξημέναι ἐγγυήσεις, διὰ νὰ μὴ γίνεται κατάχρησις τῆς ἐξουσίας εἰς βάρος τῆς φυλετικῆς ἐθνικῆς μειονότητος. Καὶ εἶναι αὐτὴ ἄποψις βάσιμος Καὶ ἔθεσεν ἐπίσης, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χθὲς τὸ ἐρώτημα: Κατὰ ποῖον τρόπον, ἐκτὸς τῶν προβλεπομένων εἰς τὰς σημερινὰς συμφωνίας, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρασχεθοῦν ὀλιγώτεραι ἐγγυήσεις εἰς τὴν Τουρκικὴν μειονότητα; Ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, πράγματι, τὸ θέμα ἦτο δυσχερές. Πράγματι, εἰς πᾶσαν ἑλληνικὴν ἐνέργειαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δίδεται μία ἀπάντησις, ὅτι αἱ προσφερόμεναι ἐγγυήσεις εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Ἀλλὰ ἐὰν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις λέγωμεν, ὅτι υἱοθετοῦμεν εἰς ἀκέραιον τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος Ράντκλιφ, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ μεροληπτικόν, ἄλλο θὰ ἦτο σήμερον τὸ περιεχόμενον τῶν συμφωνιῶν. Θὰ ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν ἄρθρον καὶ ἐκφράζω εἰλικρινῶς τὴν λύπην μου, διότι δὲν ἐγένετο ἐπίκλησις αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἠλάττωνε τὰς ἐγγυήσεις, διὰ τὴν προστασίαν τῆς Τουρκικῆς μειονότητος. Θὰ ἠλάττωνε ἁπλῶς τοὺς κινδύνους τῶν προστριβῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ προκληθοῦν ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς ἰσοδυνάμεώς του εἰς τὰ καίρια θέματα, ὅπως προσδιορίζονται ἀπὸ τὰς συμφωνίας τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Εἶναι τὰ ἄρθρα 29 καὶ 30 τοῦ Συντάγματος Ράντκλιφ. Γράφει ὁ Λόρδος Ράντκλιφ, ὁ ἐγκυρότατος Βρεταννὸς δημοσιολόγος, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις ἐνεπιστεύθη τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος: «Τὸ νὰ δοθῇ εἰς μίαν Πολιτείαν ἴση πολιτικὴ δύναμις εἰς δύο Κοινότητας, αἵτινες ἔχουν τόσην σεσημασμένην ἀνισότητα εἰς ἀριθμοὺς —ἀνισότητα ἡ ὁποία, ἐφ’ ὅσον δεικνύουν τὰ σημεῖα, εἶναι πιθανὸν νὰ αὐξηθῇ— ἀποτελεῖ ἄρνησιν, εἰς τὴν πλειονότητα τοῦ πληθυσμοῦ, τῆς ἐξουσίας νὰ ἔχῃ τὴν θέλησίν της νὰ ἀντανακλᾶται ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ πεδίου τῆς αὐτοκυβερνήσεως». Καὶ ἀναγράφει εἰς τὸ ἄρθρον 30: «α) Θὰ ὑπάρχουν ἓξ ἕδραι ἐν τῇ Νομοθετικῇ Συνελεύσει, αἵτινες θὰ ἐπιφυλάσσωνται διὰ μέλη ἐκλεγόμενα ὑπὸ Τούρκων Κυπρίων ψηφοφόρων, ἐπὶ χωριστοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ὀφείλει νὰ παραβληθῇ μὲ 24 ἕδρας, διὰ μέλη ἐκλεγόμενα ἐκ τοῦ γενικοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, εἰς τὴν πραγματικότητα καταλόγου Ἑλλήνων Κυπρίων ψηφοφόρων. Καὶ εἶναι κατά τι περιπλέον ἐκείνου, ὅστις θὰ ἀνελόγει εἰς τὸν σχετικὸν ἀριθμὸν τῶν δύο Κοινοτήτων». Εἶναι πράγματι συγκινητικὴ ἡ δημοκρατικὴ εὐαισθησία τοῦ Συνταγματολόγου, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς τὴν σχέσιν ἓξ πρὸς εἴκοσι τέσσαρα, εὑρίσκει ὅτι κατά τι, μ’ ὅλα ταῦτα, ἐξακολουθεῖ νὰ πλεονεκτῇ ἡ Τουρκικὴ Κοινότης. «β) Ἡ συγκατάθεσις τῶν δύο τρίτων τῶν Τουρκικῶν Κυπριακῶν μελῶν, θὰ εἶναι ἀναγκαία, πρὶν ἡ Νομοθετικὴ Συνέλευσις δυνηθῇ νὰ ψηφίσῃ οἱονδήποτε νόμον, ὅστις τροποποιεῖ τοὺς ὑφισταμένους νόμους τῆς Κύπρου, τοὺς κανονίζοντας Τουρκικὰς Κυπριακὰς ὑποθέσεις, γάμον, διαζύγιον, ἢ ὅστις ἀφορᾷ τὰ ἐκπαιδευτικά, θρησκευτικά, φιλανθρωπικὰ καὶ μορφωτικὰ ἱδρύματα». Δὲν ὑπάρχει ἄλλη Βουλή, ἀλλὰ χρειάζεται μία ηὐξημένη Τουρκικὴ πλειοψηφία, διὰ τὰ εἰδικὰ οἰκογενειακὰ θέματα καὶ θέματα προσωπικῆς καταστάσεως τῶν Τούρκων τῆς Κύπρου. γ) «Θὰ ὑπάρξῃ κλάδος τῆς μονίμου διοικήσεως, ὅστις θὰ ὀνομάζεται «Γραφεῖον Τουρκικῶν Κυπριακῶν ὑποθέσεων» ὑπὸ ὑπουργὸν διοριζόμενον ὑπὸ τοῦ Κυβερνήτου καὶ τῶν Τούρκων Κυπρίων μελῶν τῆς Συνελεύσεως. Αὐτὸς θὰ εἶναι ὄργανον τοῦ Κυβερνήτου, διὰ τὴν διαχείρισιν ὅλων τῶν εἰδικῶν ὑποθέσεων τῆς Κοινότητος». Τέταρτον: «Ὁ ὑπουργὸς διὰ τὰς Τουρκικὰς Κυπριακὰς ὑποθέσεις θὰ ἔχῃ EX OFFICIO θέσιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ θὰ εἶναι μέλος τοῦ μικτοῦ Συμβουλίου τῆς Κύπρου». Ἕνας μόνον ὑπουργὸς τῶν Τουρκικῶν Κυπριακῶν ὑποθέσεων! Καὶ ἐπάγεται ὁ Λόρδος Ράντκλιφ: «Αὐτὰ εἶναι αἱ κύριαι πρόνοιαι, τὰς ὁποίας ἔχω προτείνει, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς θέσεως τῆς Τουρκικῆς Κυπριακῆς Κοινότητος. Ὅλαι ὁμοῦ δικαιολογοῦν τὴν ἄποψιν, ὅτι ἀκόμη καὶ ὑπὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρέχει ἐκλογικὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Νομοθετικῇ Συνελεύσει εἰς τοὺς Ἕλληνας Κυπρίους, τὰ συμφέροντα τῆς μικροτέρας Κοινότητος δύνανται ἀποτελεσματικῶς νὰ προστατευθοῦν». Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐζήτουν ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλῃ ὅρους, διότι ἀναγνωρίζω τὴν δυσχέρειαν τοῦ θέματος. Εἶναι δύσκολος ἡ εὕρεσις ἐγγυήσεων, ὑπὲρ τῆς μειονότητος, ὅταν λειτουργῇ τὸ δημοκρατικὸν σύστημα τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλὰ παρείχετο ἕνα ἰδεῶδες ἐπιχείρημα μὲ τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ καὶ ἀπέναντι τῶν Βρεταννῶν καὶ ἀπέναντι τῶν Τούρκων. Καὶ εἰλικρινῶς λυποῦμαι, διότι αὐταὶ αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προσεφέρθησαν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, δὲν ἐπεδιώχθη νὰ ἐπαναληφθοῦν εἰς τὸ νέον Σύνταγμα τῆς ἀνεξαρτήτου Κύπρου.
§20Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ, ἦτο συνδεδεμένον μὲ τὴν δήλωσιν περὶ διχοτομήσεως. Ὅταν μᾶς ἀνεκοινώθη ἐδῶ τὸ Σύνταγμα, μᾶς ἐδηλώθη, ὅτι ἀνακοινούμενον εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, θὰ συνοδεύεται ἀπὸ ταὐτόχρονον δήλωσιν ὅτι, ὅταν θὰ προκύψῃ, καὶ ἐὰν προκύψῃ, περίπτωσις αὐτοδιαθέσεως, τότε ἑκάστη Κοινότης χωριστὰ θὰ ἀποφασίζῃ δι’ ἑαυτήν. Ἐδηλώθη σαφῶς, ὅτι τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ δεκτὸν καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Τουρκίας, ἐὰν δὲν καθίστατο ἰσχυρὰ καὶ δὲν συνεδέετο μὲ αὐτὸ ἡ δήλωσις περὶ διχοτομήσεως. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθίστα τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ ἀπαράδεκτον καὶ ὄχι τόσον αἱ λεπτομερειακαί του διατάξεις.
§21Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐτίθετο ὡς ὅρος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἀποδοχὴ τῆς δηλώσεως αὐτῆς;
§22Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐδηλώθη, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἑνιαίου συνόλου. Διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅταν προσεκομίσθη τὸ σχέδιον Ράντκλιφ, ἐζήτησε νὰ διευκρινίσῃ τὸ ζήτημα. Τὴν συζήτησιν τὴν ἔκαμον ἐγώ, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἠρώτησα τὸν κ. Μπόϋντ: «Τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον προσκομίζετε, ἀποτελεῖ τὸ σύνολον τῆς λύσεως ἢ μέρος τῆς λύσεως;». Καὶ μοῦ ἀπήντησε: «Τί ἐννοεῖτε;». Τοῦ εἶπον: «Τί θὰ γίνῃ, προκειμένου περὶ τῆς αὐτοδιαθέσεως;». Καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, τὸ Σύνταγμα αὐτό, τὸ συνδέει μὲ δήλωσιν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κάμῃ ἐντὸς δύο ἡμερῶν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλήν. Συνεπῶς, ἦτο αὐτονόητον, ὅτι θά ἔπρεπε ἡ δήλωσις ἐκείνη νὰ ἰσχύσῃ διὰ τὸ μέλλον. Τὸ Σύνταγμα, λοιπόν, συνωδεύετο μὲ τὴν δήλωσιν αὐτήν. Θὰ ἔπρεπε, ἑπομένως, ἢ ἀμφότερα νὰ τὰ ἀποδεχθῶμεν, ἢ ἀμφότερα νὰ τὰ ἀποκρούσωμεν. Αὐτὸ δὲν ἐγένετο διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Τουρκικὴ πλευρὰ ἀπέκρουε τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐγγύησις, ἡ διαβεβαίωσις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἔκαμνε τὴν δήλωσιν αὐτὴν περὶ αὐτοδιαθέσεως. Συνεπῶς, ἡ γενομένη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σύνδεσις τῆς δηλώσεως περὶ αὐτοδιαθέσεως, μὲ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον προσεφέρετο, καθίστα, ἀπὸ ἑλληνικῆς πλευρᾶς, ἀδύνατον τὴν ἀποδοχήν του.
§23Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διατηρῶ αὐτὴν τὴν διαφορὰν γνώμης. Εἶσθε, βεβαίως, ἁρμοδιώτερος, διότι τὸ διεχειρίσθητε, ἀλλὰ ἀποκομίζω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠρκεῖτο εἰς τὸ προσωρινὸν καθεστὼς καὶ δὲν ἔθετε αὐτὴ ζήτημα μέλλοντος, ἀναμένουσα νὰ παρέλθῃ ὁ κ. Μπόϋντ καὶ νὰ ἀντικατασταθῇ ἀπὸ ἄλλους εἰς τὴν πορείαν τοῦ χρόνου, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ υἱοθετήσουν αὐτὴν τὴν δήλωσιν, ἐάν, λοιπόν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠρκεῖτο εἰς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν ἔθετε περαιτέρω θέμα μέλλοντος, διερωτῶμαι, πῶς θὰ ἠσχολεῖτο ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις μὲ τὸ μέλλον, ὅταν ἡμεῖς ἐστέργομεν νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ παρόν; Καὶ ἀποκομίζω τὴν ἐντύπωσιν, ἐπίσης, ἀπὸ τὴν ἀπάντησίν σας, ὅτι, σεῖς ἐθέσατε τὸ θέμα τοῦ μέλλοντος. Ἀναγινώσκω εἰς αὐτὸ τὸ βιβλίον τὰ ἀκόλουθα: «Ὁ Λένοξ Μπόϋντ προσέθεσε καὶ τὴν ἀπειλὴν τοῦ διαμελισμοῦ, ἰσχυρισθεὶς ὅτι εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως εἰς τοὺς Ἕλληνας τῆς Κύπρου, θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ τοῦτο κεχωρισμένως καὶ εἰς τοὺς Τούρκους τῆς Κύπρου».
§24Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐπρόκειτο περὶ σαφοῦς δηλώσεως, ὅτι μετὰ διήμερον ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ προβῇ εἰς ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων καὶ αἱ ἀνακοινώσεις αὗται, ἐκτὸς τοῦ παρόντος Συντάγματος, θὰ περιέχουν καὶ τὴν δήλωσιν. Ἐθεώρησεν, ὅμως, ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις, σκόπιμον, πρὶν κάμῃ τὴν δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, νὰ ἐνημερώσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Συνεπῶς, ἦσαν συνδεδυασμένα τὰ δύο αὐτὰ κείμενα.
§25Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διατηρῶ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διχοτόμησις ἀπετέλει πολιτικὴν τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ μέλλον. Ἐάν, ὅμως, ἡ Ἑλλάς, ἐκτιμῶσα πολιτικῶς τὰς περιστάσεις, ἠρκεῖτο εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἀπεσιώπα τὸ θέμα τοῦ μέλλοντας, ἀναμένουσα καλλιτέρας ἐξελίξεις, τότε, δὲν θὰ ὑπεχρεοῦτο, ἀποδεχομένη τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ, νὰ κάμῃ καὶ δήλωσιν ἀποδοχῆς τῆς διχοτομήσεως. Μένομεν, ἑπομένως, ἕκαστος μὲ τὴν γνώμην του. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ περίπτωσις τοῦ Συντάγματος Ράντκλιφ. Ἔρχεται κατόπιν ἡ πρότασις Μὰκ Μίλλαν. Κύριοι βουλευταί, ἡ πρότασις Μὰκ Μίλλαν εἶναι καὶ δι’ ἐμὲ ἀπαράδεκτος, διότι κατ’ οὐσίαν ἀποτελεῖ διχοτόμησιν. Ἀλλὰ ἡ πρότασις Μὰκ Μίλλαν, περιέχεται ὁλόκληρος εἰς τὰς σημερινὰς συμφωνίας. Ἰδοὺ τὸ κείμενον τῆς δηλώσεως τοῦ Μὰκ Μίλλαν, εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων: «Ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ἡ Μεγάλη Βρεταννία θὰ δυνηθῇ νὰ διαφυλάξῃ δι’ ἑαυτὴν τὴν χρησιμοποίησιν τῶν βάσεων, ὡς καὶ ὡρισμένων μέσων ἀναγκαίων, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν διεθνῶν ὑποχρεώσεων, θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ διαμοιρασθῇ τὴν κυριαρχίαν τῆς νήσου μὲ τοὺς Ἕλληνας καὶ Τούρκους συμμάχους της, πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως, συντελέσῃ εἰς ἕνα μόνιμον διακανονισμόν». Ἑπομένως, ὁ σκοπὸς τοῦ σχεδίου Μὰκ Μίλλαν, διαγράφει σαφῶς τριπλῆν συγκυριαρχίαν. Καί, ὅπως σήμερον βλέπωμεν δυσαρέστως τὰς συμφωνίας τῆς Ζυρίχης, καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ τὴν πρότασιν Μὰκ Μίλλαν, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐγκρίνωμεν. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἀπὸ τὰς τελικὰς συμφωνίας, ἴσως, θὰ ἦτο προτιμοτέρα ἡ διχοτόμησις. Ἡ διαφωνία μου εἶναι ἀπόλυτος. Διχοτόμησις, ἐφαρμογὴ διχοτομήσεως εἰς τὴν Κύπρον, μὲ παραπλεύρως ἑλληνικὴν καὶ τουρκικὴν κυριαρχίαν, θὰ ὡδήγει ἀναποφεύκτως εἰς ρήξεις, εἰς θανασίμους ἐθνικοὺς κινδύνους. Αὐταὶ αἱ παρατηρήσεις μου ἀφοροῦν τὸ παρελθόν, τὰς προτάσεις Χάρτινγκ, Ράντκλιφ, Μὰκ Μίλλαν. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὰς σημερινὰς συμφωνίας. Κανείς, ὑποθέτω, καὶ πρώτη ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσθάνεται ἀπόλυτον ἱκανοποίησιν ἀπὸ τὰς συμφωνίας. Τὸ κύριον ἐπιχείρημα τῶν συμφωνιῶν εἶναι ἡ ἀνάγκη. Εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Δήμαρχος Λευκωσίας: «Δὲν εἶναι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν ἠθέλαμεν, ἀλλὰ εἶναι ἡ μόνη δυνατὴ λύσις». Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα. Ὑπὸ τὰς διαμορφωθείσας συνθήκας, ἦτο πράγματι ἡ λύσις αὐτὴ ἀναπόφευκτος; Διότι ἐὰν ἐπρόκειτο ὄντως νὰ διαπιστωθῇ, ὅτι αἱ προβλέψεις τοῦ μέλλοντος ὑπῆρχον δυσμενέσταται καὶ οἱ ἐθνικοὶ κίνδυνοι ἠπείλουν τὴν χώραν ἀπὸ τὴν παράτασιν τοῦ Κυπριακοῦ καὶ αὐταὶ αἱ συμφωνίαι μὲ ὅλα τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα περιέχουν θὰ ἀπετέλουν μὴ χείρονα λύσιν ἀπὸ τὸ χεῖρον, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν θὰ ἐπήρχετο. Κύριοι βουλευταί, δὲν γνωρίζω ὅσα γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὡμίλησε δι’ ἐνδεχομένους ἐθνικοὺς κινδύνους. Περὶ αὐτῶν ὡμίλησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅταν ἀνεκοίνωσε τὰς συμφωνίας εἰς τὴν Βουλήν, εἰπών, ὅτι αἱ ταλαντεύσεις καὶ ἡ τελικὴ ἔκβασις τοῦ Κυπριακοῦ θὰ ὡδήγουν εἰς θανασίμους ἐθνικοὺς κινδύνους.
§26Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὅτι αἱ ταλαντεύσεις αὐταὶ ἦτο δυνατὸν νὰ βλάψουν θανασίμως.
§27Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγὼ εἶπον νὰ «ὁδηγήσουν», σεῖς εἴπατε νὰ «βλάψουν». Εἶναι ἠπιώτερον τὸ ἰδικόν μου....
§28Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Πάντως ἐγὼ εἶπον, ἦτο δυνατὸν νὰ βλάψουν.
§29Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγὼ εἶπον «νὰ ὁδηγήσουν». Ἦτο ἠπιώτερον. Ἀπὸ ὅσα ὅμως περιέχονται εἰς τὰς δημοσιεύσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἡ μόνη πηγὴ τῶν ἰδικῶν μας πληροφοριῶν, δὲν βλέπομεν, ὅτι θανάσιμοι κίνδυνοι θὰ ἦσαν ἐπικείμενοι. Περὶ τοῦ ἀπωτέρου μέλλοντος, ὅλα ἐνδεχομένως θὰ ἦσαν δυνατά, αἱ διαπιστώσεις ὅμως, αἱ ὁποῖαι ἐπανελήφθησαν καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἦσαν, ὅτι καὶ ἡ Τουρκία ἐχρειάζετο λύσιν καὶ ἡ Μεγάλη Βρεταννία ἐχρειάζετο λύσιν καὶ αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι εἶχον δηλώσει, ὅτι θεωροῦν τὴν διχοτόμησιν παραλογισμόν. Καὶ εἰς τὴν Κύπρον ὑπῆρχεν ἠθικὸν ἀκμαῖον. Ἐὰν αὐτὰ τὰ δεδομένα εἶναι ἀκριβῆ, τότε διερωτῶμαι, δὲν θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μία παράτασις, μία ἐκεχειρία τῆς ΕΟΚΑ εἰς τὴν Κύπρον, ὅπου πράγματι ὑπερεπληρώθη τὸ ποτήριον τῶν πικριῶν καὶ τῶν θυσιῶν; Θὰ μᾶς ἐτίθετο τὸ ἐρώτημα: Διὰ ν’ ἀναμείνωμεν τί; Ἀλλὰ ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναμείνωμεν μεγαλειτέρας δυσχερείας τῶν ἀντιπάλων μας, ὥστε νὰ ἐπείγωνται ἐκεῖνοι περισσότερον διὰ μίαν λύσιν. Θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν ν’ ἀναμείνωμεν καὶ τὰς βρεταννικὰς ἐκλογάς. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠρώτησε χθές: Πῶς προεξοφλεῖτε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα νὰ παρακάμψῃ τὰς Τουρκικὰς ἀξιώσεις; Ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, οὐδέποτε ἀνέμενον ἀπὸ τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα φιλελληνισμόν, ὁ ὁποῖος νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰ ἰδικά μας συμφέροντα καὶ νὰ παραβλέψῃ τὰ ἰδικά του Βρεταννικὰ συμφέροντα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα μὲ γνώμονα τὰ συμφέροντα τῆς ἰδίας αὐτοῦ πατρίδος καὶ τὰς γενικωτέρας ἰδεολογικὰς πεποιθήσεις εἶχε διακηρύξει, ὅτι ἀπεδέχθη εἰς ἀκέραιον τὸ τελικὸν σχέδιον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὸ σχέδιον τῆς Ἀνεξαρτησίας. Καὶ βεβαίως δὲν θὰ ἤμην συνεπὴς πρὸς τὴν ἐθνικήν μου εὐθύνην, ἐὰν ὑπεστήριζα, ὅτι ὡς ἐσχάτως διεμορφώθησαν τὰ πράγματα, θὰ ἦτο δυνατὴ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας ἡ πραγματοποίησις τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ ἑνώσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω εἶναι, ὅτι ἡ νέα πολιτική, τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνάγκης ἐχάραξε καὶ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος καὶ ἡ Κυβέρνησις, τῆς ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Καὶ εἶναι, ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, θεμελιωδῶς διάφορος ἀπὸ τὴν «ἀνεξαρτησίαν», τὴν ὁποίαν περιέχουν αἱ συμφωνίαι τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Καὶ θὰ ἐξηγήσω τὰς διαφοράς. Εἰς τὴν ἠγγυημένην ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν 13ην Δεκεμβρίου 1958, ἐλέγετο, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς δεσμεύσεως τῆς Κυπριακῆς ἀνεξαρτήτου Πολιτείας εἶναι, ὅτι δὲν θὰ δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸ καθεστώς, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Καὶ μὲ τὴν διατύπωσιν αὐτήν, ὑπῆρξα σύμφωνος. Καὶ διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13ης Δεκεμβρίου, ὁπότε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν νέαν πολιτικήν, δὲν ἔφερα καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, τὸ ἰδεῶδες τῆς αὐτοδιαθέσεως τῆς ἑνώσεως παραμένει. Ἠμπορεῖ νὰ ἀπομακρύνεται, νὰ καθίσταται δυσχερεστάτη ἡ πραγματοποίησις, ἀλλὰ τὸ ἰδεῶδες, ἡ ἐλπὶς παραμένει. Σήμερον, μὲ τὴν νέαν ἠγγυημένην ἀνεξαρτησίαν, ὄχι μόνον γίνεται ἀπάρνησις τῆς ἑνώσεως, ἀλλὰ ὀργανοῦται στρατιωτικῶς καὶ ὄχι μόνον μὲ τὰς ἰδικάς μας δυνάμεις, μὲ συμμαχικὰς δυνάμεις, ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἑνώσεως εἰς τὸ διηνεκές. Ἐπίσης, ἡ ἄλλη μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τότε ἐξήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ μὲ τὴν ὁποίαν ὑπῆρξα καὶ εἶμαι σύμφωνος, διότι αἱ περιστάσεις, αἱ νέαι, τὴν ὑπηγόρευον πλέον, παρείχετο, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Τουρκικὴν μειονότητα, ἡ ὑπόσχεσις ἐγγυήσεων, ἀλλὰ δὲν προσδιωρίζετο ἡ ἔκτασις τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα παρέχονται, ἡ οὐσιαστικὴ ἰσοδυναμία τοῦ 18% πρὸς τὸ 80%. Αὐταὶ εἶναι αἱ θεμελιώδεις διαφοραί. Τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα, ἑπομένως, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν Μακαρίου, τὴν εἶχεν υἱοθετήσει ὡς ἰδίαν πολιτικὴν καὶ θὰ ἐπρόκειτο νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ, ὄχι χάριν τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ διότι ἐκεῖνο ἐπίστευεν ὅτι ὑπηρετεῖ καὶ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς Βρεταννικῆς του πατρίδος καὶ τὰς γενικωτέρας ἰδεολογικὰς πεποιθήσεις του. Καὶ δι’ αὐτὸ διερωτῶμαι, μήπως θὰ ἦτο ἴσως δυνατόν, μὲ μίαν ἐκεχειρίαν εἰς τὴν Κύπρον, νὰ ἀναμείνωμεν ἀκόμη, ἐνδεχομένως μέχρι καὶ τῶν Βραταννικῶν ἐκλογῶν, μήπως ἤρχετο τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοιαύτην πολιτικὴν ἀσφαλῶς θὰ ἦτο ἄνετον νὰ ἐφήρμοζε. Διότι, ἐὰν ἡ αὐτοδιάθεσις καὶ ἡ ἕνωσις ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἰδεῶδες, τὸ ὁποῖον διακηρύσσεται εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ πραγματοποιεῖται δυσκόλως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅμως αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀνεξαρτησίας, τὸ ὁποῖον ἐζητεῖτο, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συναντήσῃ ἀντιστάσεις καὶ νὰ ἐγκαταλειφθῇ, ὅπως πολλοὶ ὑπεστήριζον, ἀπὸ τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν διατυπώνω. Στερούμενος πλήρων στοιχείων, εἶναι δύσκολον νὰ ἀπαντήσω ὑπευθύνως. Ἐάν, ὅμως, οὐδὲν ἄλλο ὑπάρχῃ καὶ εἰς τοὺς φακέλλους, πέραν ὅσων εἶναι γνωστὰ εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων συνάγω τὰ συμπεράσματά μου, κρίνω, ὅτι ὑπῆρξε σπουδή, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν. Οἱ ἀγῶνες τῆς ἐλευθερίας εἶναι μακροπρόθεσμοι. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν ὀλίγους μῆνας, διὰ νὰ πραγματοποιήσωμεν ἀκριβῶς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, τὸν Δεκέμβριον, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνάγκης, εἶχεν ἐξαγγείλει. Καὶ τώρα, ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, εἰσερχόμεθα εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν εὐθυνῶν. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξετάσω τὰς εὐθύνας καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθναρχίας καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν Συμμάχων. Ποία εἶναι ἡ δικαία κρίσις τῶν Κυβερνήσεων; Δικαία κρίσις τῶν Κυβερνήσεων, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἡ σύγκρισις τῶν ἐπαγγελιῶν πρὸς τὰς πραγματοποιήσεις καὶ ἡ σύγκρισις τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν παραλαμβάνουν μὲ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁδηγοῦν. Καὶ ἐρωτᾶται: Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ποίας ἐπαγγελίας εἶχε προσφέρει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἐὰν τὰς ἐπαγγελίας αὐτὰς τὰς ἐπραγματοποίησεν. Ὄχι μόνον εἰς τὸ παρελθόν, ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, ἀλλὰ εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογάς, εἰς τὰς παραμονὰς τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, ἐπαγγελία ὑπῆρξε καὶ πάλιν ἡ αὐτοδιάθεσις. Καὶ ὄχι μόνον πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Καὶ μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, ἐκφωνῶν τὸν Βασιλικὸν λόγον, τὸν ὁποῖον συντάσσει ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, διεκήρυξεν ἀνενδότως τὸ αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Καὶ ἡ αὐτοδιάθεσις, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη, ὄχι μόνον δὲν ἔχει πραγματοποιηθῆ, ἔχει ὁριστικῶς ἀποκλεισθῆ ἐσαεὶ διὰ διεθνῶν, δι’ ἐνόπλων ἐγγυήσεων. Ὑπάρχει, ἐπίσης τὸ δεύτερον κριτήριον. Ποία ἦτο ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν παρέλαβεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ποία εἶναι ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν ὁδηγεῖ. Παρέλαβεν, ὅπως εἴπομεν, τὰς προτάσεις Χάρτινγκ. Ποία εἶναι ἡ κατάστσαις, εἰς τὴν ὁποίαν ὁδηγεῖ; Αἱ συμφωνίαι τῆς Ζυρίχης. Ὑπάρχει σύγκρισις; Ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχει μία ποιοτικὴ διαφορά, διότι ἡ μία εἶναι προσωρινὴ λύσις καὶ ἡ ἄλλη ὁριστική. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἀναμφιβόλως, μία σημαντικὴ διαφορά, ὄχι δι’ ὅσα περιέχονται, ἀλλὰ δι’ ὅσα παραλείπονται εἰς τὰς προτάσεις Χάρντιγκ. Εἰς τὰς προτάσεις Χάρντιγκ δὲν λύεται τὸ θέμα τῆς κυριαρχίας, παραμένει τὸ θέμα τῆς κυριαρχίας εἰς τὴν Μ. Βρεταννίαν, ἀλλὰ δὲν περιέχεται οὔτε ἡ ἀπάρνησις τῆς ἑνώσεως, οὔτε ἡ ἰσοδυναμία τῆς Τουρκικῆς μειονότητος. Ὅτι ἄλλως τε αἱ προτάσεις Χάρντιγκ ἀπετέλουν μίαν λύσιν ἀνεκτὴν ἀπὸ τὸ Ἔθνος, ἔχει ἤδη ἀναγνωρίσει καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Τὴν 15ην Ὀκτωβρίου 1958 εἶχε προβῆ εἰς τὴν ἀκόλουθον ἀνακοίνωσιν: «Εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ γενόμεναι τότε προτάσεις ὑπὸ τοῦ στρατάρχου Χάρντιγκ ἦσαν λογικαὶ καὶ ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσουν ἀφετηρίαν διὰ μίαν ἀσφαλῆ σταδιακὴν προώθησιν τοῦ Κυπριακοῦ, ἀλλὰ αἱ προτάσεις Χάρντιγκ ἀπερρίφθησαν ὑπὸ τῆς Κυπριακῆς Ἐθναρχίας μετὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνον διεπραγματεύετο ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἐπιμένουσα νὰ θεωρῇ τὸ Κυπριακὸν ὡς ἐσωτερικόν της ζήτημα». Ἑπομένως, ἐὰν ἀναδρομικῶς, μὲ ἠρεμίαν, μὲ ἀντικειμενικότητα, μὲ ἀπόλυτον καλὴν πίστιν συγκρίνωμεν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν σήμερον, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐδεχόμεθα τὰς προτάσεις Χάρτιγκ, μιᾶς σχετικῆς αὐτοκυβερνήσεως καὶ νὰ ἐνεπιστευώμεθα εἰς τὴν πορείαν τῆς ἱστορίας, ὅπως θὰ ἔλεγεν ὁ φίλος μου Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁριστικὴν διευθέτησιν τῆς κυριαρχίας τῆς Ἑλληνικῆς πλειοψηφίας εἰς τὴν νῆσον. Αὐταὶ εἶναι αἱ εὐθῦναι, τὰς ὁποίας καταλογίζομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν Ἐθναρχίαν. Κύριοι βουλευταί, ἀνήκει μεγάλη τιμὴ εἰς τὴν ἡγεσίαν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Εἰς τὴν ἔμπνευσιν αὐτῆς τῆς ἡγεσίας καὶ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τοῦ λαοῦ, ὀφείλεται ἡ πρωτοβουλία τῆς ἀνακινήσεως τοῦ κυπριακοῦ θέματος. Ἀπὸ τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ Ἰανουαρίου 1950 μέχρι τοῦ 1954, ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη νὰ υἱοθετήσῃ τὴν προσφυγήν, μάχεται ἡ Κυπριακὴ ἡγεσία ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς Κύπρου. Τῆς ἀνήκει μεγάλη τιμὴ δι’ αὐτὴν τὴν μεγάλην πατριωτικὴν της ὑπηρεσίαν. Καὶ ἡ τιμὴ ἀνήκει ὄχι μόνον εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μακάριον, ὁ ὁποῖος κατέστη προσωπικότης διεθνής, ἀνήκει ἐπίσης καὶ εἰς τοὺς συνεργάτας του καὶ εἰς τοὺς ἄλλους συνεξορίστους τῶν Σεϋχελλῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἐὰν ἠμπορῇ νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ πολιτικότης, ὅμως εἶναι ἄξιος πάσης τιμῆς ὁ ἀνένδοτος ἰδεαλισμός: Ἀλλὰ ἐὰν ἀνήκῃ μεγάλη τιμὴ εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν θρησκευτικὴν ἡγεσίαν τοῦ λαοῦ τῆς Κύπρου, ἀπεριόριστος εἶναι ὁ θαυμασμὸς τοῦ Ἔθνους πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἡγεσίαν. Καὶ ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ γενναιότης τοῦ συνταγματάρχου Γρίβα ἦσαν ἔκτοτε γνωστά. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπεκαλύφθη εἰς τὴν Κύπρον, ὑπῆρξεν ἡ ὀργανωτικὴ καὶ συνωμοτικὴ ἱκανότης του ἡ ὁποία πράγματι, ἔγινε μῦθος. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τοὺς μύθους τῆς Κυπριακῆς ἱστορίας θὰ ἀναφέρεται εἰς τὸ μέλλον, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος μόνος εἰς τὴν Κύπρον κατώρθωσεν νὰ νικήσῃ μίαν μεγάλην Αὐτοκρατορίαν. (Χειροκροτήματα). Ἀφ’ ὅτου ἡ Κυπριακὴ Ἐθναρχία συνεφώνησε μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὸ αἴτημα τῆς προσφυγῆς, ἔκτοτε δὲν ἐχάρασσεν ἰδίαν πολιτικήν, δὲν ὑπόκειτο ἑπομένως εἰς χωριστὴν κρίσιν. Ἐπιθυμῶ νὰ προσδιορίσω, ὅτι ἡ Κυπριακὴ Ἐθναρχία ἔχει διπλῆν ἰδιότητα, εἶναι ἐθνικὸν σύμβολον καὶ εἶναι ταὐτοχρόνως πολιτική. Καθ’ ὃ μέτρον εἶναι ἐθνικὸν σύμβολον, εἶναι ἀπαραβίαστος. Καθ’ ὃ μέτρον ἀσκεῖ πολιτικὴν ὑπόκειται εἰς κριτικήν. Ἐκεῖνο μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεθύμουν νὰ παρατηρήσω διὰ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἤσκησεν ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος εἶναι δηλώσεις τῆς ἀνεξαρτησίας, εἰς τὰς ὁποίας εἶχε προβῆ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1958 καὶ εἰς τὴν συνέντευξιν τῆς Μπάρμπαρα Κὰσλ καὶ εἰς τὴν συνέντευξιν τῶν «Νέων Χρονικῶν» τοῦ Λονδίνου. Δὲν πρόκειται νὰ ὑπενθυμίσω μίαν ἰδικήν μας στιχομυθίαν τὴν ὁποίαν ἀμέσως εἶχεν διευθετήσει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἁπλῶς θέλω νὰ τονίσω, εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ μὲν πολιτικὴ τῆς ἀνεξαρτησίας τὴν ὁποίαν τότε ἐπρότεινεν ὄντως ἐπεβάλλετο ἀπὸ τὰ πράγματα, ἡ τακτικὴ ὅμως τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε, νὰ προσφέρῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν χωρὶς προηγουμένην ἐξασφάλισιν ἀποδοχῆς, ἦτο κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐσφαλμένη. Ἐξησθένησε τὴν ἑλληνικὴν θέσιν. Διότι ὅταν πρὸς ἀντίπαλον προβαίνῃς εἰς ὑποχωρήσεις χωρὶς προκαταβολικὴν ἐξασφάλισιν ἀποδοχῆς, τότε εἰς πᾶσαν περαιτέρω περίπτωσιν ἡ συζήτησις ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἰδικήν σου πρότασιν ὡς μάξιμουμ τῶν ἰδικῶν σου ἀξιώσεων. Καὶ φοβοῦμαι, ὅτι ἐκείνη ἡ προσφορὰ τῆς ἀνεξαρτησίας, ἀπετέλεσεν σημεῖον ἐκκινήσεως διὰ τὴν ὑποχώρησιν εἰς τὴν σημερινὴν ἀνεξαρτησίαν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπρόκειτο νὰ ἀναφέρω οὔτε καὶ τοῦτο ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἄλλο σημαντικὸν γεγονὸς τὸ ὁποῖον θέλω νὰ συζητήσω φιλικῶς μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μακάριον: Τὴν περιπέτειαν τοῦ Λονδίνου. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ προσωπικοῦ θέματος, περὶ θέματος προσωπικῆς φθορᾶς, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο δευτερεῦον, διότι τὰ πρόσωπα παρέρχονται. Ἀλλὰ τὸ θέμα κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι σοβαρώτερον. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ἦτο ἀπολύτως ἐνήμερος ὅλων τῶν ἀποφάσεων τῆς Ζυρίχης. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ δεχθῶμεν ὡς ἀκριβές, θέτει εἰς τὴν συνείδησιν τὸ ἐρώτημα: Πῶς ἦτο δυνατόν, ὁ ἡγέτης τοῦ λαοῦ τῆς Κύπρου, πλήρως ἐνημερωμένος καὶ σύμφωνος πρὸς τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, μεταβαίνων εἰς τὸ Λονδῖνον, πρὸς τυπικὴν ὑπογραφὴν ὑφισταμένων συμφωνιῶν νὰ δημιουργήσῃ ἐκεῖ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὑφίστανται θεμελιώδεις διαφωνίαι; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη λεχθῇ, ὅτι ἐπικοινωνήσας μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Κύπρου ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραβιάσῃ τὸ τυπικὸν χρέος τῆς ὑποσχέσεώς του διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, καὶ ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπαναχωρήσῃ, τότε ἔπρεπε νὰ ὑπαναχωρήσῃ μέχρι τέλους. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ εἰκών; Νὰ ἀναχωρήσῃ ἐξ Ἀθηνῶν ἐν πλήρει συμφωνίᾳ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ φθάσῃ εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ νὰ ἐμφανισθῇ ὡς βασικῶς διαφωνῶν καὶ τελικῶς νὰ μείνῃ καὶ πάλιν ἀπολύτως σύμφωνος; Ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἐὰν τονίζω αὐτὸ τὸ θέμα, εἶναι, διότι φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀπόλυτος διευκρίνησις καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν Ἐθνάρχην τῆς Κύπρου. Διότι, ἐὰν παραμείνῃ αὐτὸ τὸ σημεῖον ἀδιευκρίνηστον, αἱ συμφωνίαι τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου κινδυνεύουν νὰ βαρύνουν εἰς τὸν μέλλον μὲ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, ὅτι ὁ Κυπριακὸς λαὸς δὲν ἐδέχθη τὰς συμφωνίας ἐλευθέρως, ἀλλὰ ἐξεβιάσθη ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τοιαύτη ἐντύπωσις θὰ ἦτο βαρύτατα ἐπικίνδυνος διὰ τὴν ἐθνικὴν μας ὑπόθεσιν. Θέλω νὰ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὑπῆρξαν δευτερεύουσαι διαφωνίαι ἐπὶ τῶν ὁποίων εὐλόγως ἠδύνατο νὰ διαφωνήσῃ. Ἀλλά, τότε, ἔπρεπε νὰ εἶχεν καταστῆ ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἡμέρας παγκοσμίως γνωστόν, ὅτι αἱ διαφωνίαι ἦσαν δευτερεύουσαι καὶ εὐλόγως κατόπιν ἤρθησαν. Μόνον μὲ τοιαύτην διαπίστωσιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλάξωμεν τὰς συμφωνίας τῆς Ζυρίχης ἀπὸ τὴν παραξήγησιν μὲ τὴν ὁποίαν κινδυνεύουν νὰ παραδοθοῦν εἰς τὸ μέλλον. Θὰ πρέπει νὰ καταστῇ βέβαιον, ὅπως καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Κυπριακὸς λαὸς ἐδέχθη αὐτοβούλως καὶ ὄχι πιεζόμενος ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὰς συμφωνίας. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, εἰς τὰς εὐθύνας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διότι ὅπως ὑπάρχουν καλαὶ καὶ κακαὶ Κυβερνήσεις, ὑπάρχουν ἐπίσης καλαὶ καὶ κακαὶ Ἀντιπολιτεύσεις. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ κόμματα τοῦ Κέντρου κατὰ τὴν 2ετίαν 1950–1952 δὲν ἐδέχθησαν νὰ κάμουν προσφυγὴν εἰς Ἡνωμ. Ἔθνη. Ἐφρόνουν, ὅτι ἀπὸ τὰς περιστάσεις ἐκείνας ἐπεβάλλετο ἡ ἐπιδίωξις διπλωματικῶν συνεννοήσεων ἐντὸς τῆς συμμαχικῆς οἰκογενείας. Ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπεμνήσθη αὐτὴ ἡ πολιτικὴ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Κέντρου. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διαρκῶς ὑπενθυμίζων αὐτὴν τὴν πολιτικήν μας, ἔσπευδε πάντοτε νὰ προσθέτῃ, ὅτι τὴν ὑπενθυμίζει «ὄχι διότι θέλει νὰ ἐπικρίνῃ». Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἔδωκα καὶ τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, διότι ἐπιθυμῶ ἡ σημερινὴ ἱστορικὴ συζήτησις νὰ ἔχῃ πληρότητα, ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι δὲν συμβαίνει νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἐπικρίνῃ. Κατὰ τὴν γνώμην μας, δὲν δύναται νὰ ἐπικρίνῃ. Καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπικρίνῃ, διότι τὴν αὐτὴν πολιτικὴν τῆς μὴ προσφυγῆς εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ τῆς ἀνασυζητήσεως λύσεως διὰ διπλωματικῶν μέσων ἐντὸς τῆς συμμαχικῆς οἰκογενείας ἠκολούθησε καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ ἐπὶ δύο ἔτη μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἀρχῆς. Ἐφόσον, ἑπομένως, δύο ἔτη μετὰ τὰς Κυβερνήσεις τοῦ Κέντρου, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ, ἐκτιμῶσα τὰς γενικωτέρας ἐθνικὰς καταστάσεις, ἔκρινε, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται προσφυγή, ἀλλὰ μόνον ἐπιδίωξις διπλωματικῆς λύσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Συναγερμοῦ ἐπίκρισις τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Κέντρου. Μετὰ τὸ 1954, ὁ Στρατάρχης Παπάγος ἀπεφάσισε τὴν προσφυγήν. Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤσκησεν ἔλεγχον. Διὰ τὸν ἔλεγχον τὸν ὁποῖον ἤσκει ἡ Ἀντιπολίτευσις —καὶ τὸν ἔλεγχον αὐτὸν ἤσκησα ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς ἡγέτου τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐπὶ μίαν πενταετίαν— ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤσκησεν ἔλεγχον καὶ διὰ τὸν ἔλεγχον αὐτὸν ἔχει διατυπωθῆ κατ’ αὐτῆς ἡ ἐπίκρισις. Καὶ ἐλέχθη: «Ἀφοῦ σεῖς δὲν εἴχατε ἀνακινήσει τὸ θέμα, ἀφοῦ σεῖς τὸ θεωρεῖτε δυσχερέστατον, διατὶ ἀσκεῖτε ἔλεγχον;» Ἡ ἀπάντησις εἶναι, πρῶτον, ὅτι ἡμεῖς δὲν τὸ ἀνεκινήσαμεν, διότι εἰς τὰ 1950 καὶ εἰς τὰ 1951 δὲν τὸ ἐθεωρούσαμεν ἐπίκαιρον. Δὲν εἴπομεν, ὅτι δὲν τὸ ἐθεωροῦμεν ἐπίκαιρον διὰ παντός. Καί, δεύτερον, ἀφ’ ἧς σεῖς ὡς Συναγερμὸς ἀνεκινήσατε τὸ θέμα, σημαίνει, ὅτι ὑπευθύνως σταθμίσαντες τὰς ἐθνικὰς καὶ τὰς διεθνεῖς συνθήκας, ἐκρίνατε, ὅτι ἡ ἀνακίνησις ἦτο ἐπίκαιρος καὶ ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα. Διότι, ἐὰν δὲν κατείχεσθε ἀπὸ αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, εἶσθε βαρύτατα ἔνοχοι ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους. Ἀφ’ ἧς λοιπόν, σεῖς, ἀνακινήσαντες τὸ θέμα, ἀνελάβατε ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους τὴν εὐθύνην τῆς εὐοδώσεως, εἴτε ὁλοκληρωτικῆς, εἴτε μερικῆς, ὅπως συμβαίνει εἰς τοὺς ἀγῶνας, εἶναι ἀδύνατον νὰ λέγετε εἰς ἡμᾶς, ὅτι, διότι δὲν τὸ ἀνεκινήσαμεν κατὰ τὴν πρώτην διετίαν 1950–1952, ἔκτοτε στερούμεθα δικαιώματος νὰ ἀσκῶμεν τὸν ἔλεγχον. Ἀλλά, πέραν αὐτοῦ, λέγουν συνήθως καὶ περισσότερον γράφουν τὰ κυβερνητικὰ φύλλα: Ἡ Ἀντιπολίτευσις —καὶ ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι δὲν ἔχω νομιμοποίησιν νὰ ὁμιλῶ διὰ τὴν ἄλλην ἀντιπολίτευσιν, ὡμίλουν ἄλλοτε ὡς Φιλελεύθερος καὶ σήμερον ὡς Ἐλεύθερος (γέλωτες—χειροκροτήματα)— ἡ Ἀντιπολίτευσις, λέγουν, ἀσκεῖ δημαγωγίαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει αἴσθημα εὐθύνης εἰς τὴν ἄσκησιν κριτικῆς ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ θέματος. Δικαιοῦμαι νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ αὐτὴν τὴν ἄδικον μομφήν. Κύριοι βουλευταί, ποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἔκτοτε ἐπαγγέλλονται αἱ Κυβερνήσεις ἀφότου ἔγινεν ἡ προσφυγή; Ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε ἐπαγγέλλονται, εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς αὐτοδιαθέσεως, μὲ προσωρινὴν ἐφαρμογὴν αὐτοκυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων. Αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ὑποστηρίζει ἀνέκαθεν καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἐξ ἄλλου, ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Νὰ μάχεται ὁ Κυπριακὸς λαὸς καὶ νὰ ὑποβάλλεται εἰς σκληροτάτας θυσίας ἐν ὀνόματι τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ τῆς ἑνώσεως, νὰ λέγῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν καὶ εἰς τὰς διεθνεῖς Συνελεύσεις, ὅτι μάχεται διὰ τὴν αὐτοδιάθεσιν καὶ τὴν προσωρινὴν αὐτοκυβέρνησιν, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπολίτευσις νὰ ὑπονομεύῃ τὸν ἀγῶνα καὶ νὰ ζητῇ ὀλιγώτερα; Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν σημαίαν τοῦ ἀγῶνος; Μὲ καταπλήσσει, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅλαι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, αὐτὴν τὴν δημοσίαν ἐπαγγελίαν εἶχον, μολαταῦτα νὰ καταγγέλλεται ἡ Ἀντιπολίτευσις διότι ὑποστηρίζει ἀνενδότως τὸ αἴτημα τῆς Κυβερνήσεως. Μήπως ἡ Κυβέρνησις ὑπέστειλε ποτὲ τὴν σημαίαν τῆς αὐτοδιαθέσεως ἐπισήμως, ὑπευθύνως, δημοσίᾳ; Ἔκτοτε, μέχρι τῶν ἐκλογῶν, ἀκόμη καὶ μετὰ τὰς ἐκλογάς, μὲ τὸν βασιλικὸν λόγον, ὡς αἴτημα τῆς Ἑλλάδος, διεκηρύχθη ἡ αὐτοδιάθεσις. Καὶ ἀγὼν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπῆρξεν ἐπίσης ἡ αὐτοδιάθεσις. Συμπαραστάται ὑπήρξαμεν καὶ τῶν ἀγωνιζομένων Κυπρίων, καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων. Καὶ ἀρνούμεθα οἱανδήποτε μομφήν, ὅτι ἠσκήσαμεν ποτὲ εἰς τὸ μέγα ἐθνικὸν θέμα δημοκοπικὸν καὶ κακόπιστον ἔλεγχον. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ὅταν ἡ Κυβέρνησις μετέβαλε πολιτικὴν τὴν παρηκολουθήσαμεν. Ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὸν Σεπτέμβριον, ἐδήλωσεν, ὅτι διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν, χαράσσει πλέον πορείαν ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας. Καὶ ἀνήγγειλεν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 13ην Δεκεμβρίου. Εἰς τὴν ἰδίαν συνεδρίασιν, ὁμιλῶν ἐγώ, εἶπον ποία πρέπει νὰ εἶναι τοῦ λοιποῦ ἡ πολιτική μας εἰς τὸ Κυπριακόν. Εἶπον, ὅτι θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀνένδοτον τὸ αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Καὶ πότε ἐπιτρέπεται νὰ ὑποσταλῇ ἡ σημαία τῆς αὐτοδιαθέσεως; Ὅταν ὑπάρξῃ ἐκ μέρους τῶν ἀντιπάλων προσφορὰ μορφῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸν κυπριακὸν λαόν. Ἰδού, ὅτι τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, ὑπευθύνως ἐκτιμῶσα τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἑλλάδος, ἔκρινεν, ὅτι ἐπιβάλλετο ἀλλαγὴ γραμμῆς καὶ ὅταν καὶ ἐγὼ ἔκρινα, ὅτι αἱ περιστάσεις ὄντως ὑπηγόρευον αὐτὴν τὴν μεταβολήν, δὲν ἐδίστασα εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν νὰ διακηρύξω, ὅτι βεβαίως πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὴν σημαίαν τῆς αὐτοδιαθέσεως, διότι ὁ ἀγὼν ἐξακολουθεῖ καὶ οἱαδήποτε προκαταβολικὴ ἡττοπάθεια θὰ ἐτραυμάτιζε τὸ ἠθικὸν τοῦ ἀγῶνος. Ἀλλὰ προσέθεσα, ὅτι ἡ σημαία τῆς αὐτοδιαθέσεως θὰ ὑποσταλῇ ὅταν προσφερθῇ μορφὴ ἐλευθερίας ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸν Κυπριακὸν λαόν. Ἰδού, ὅτι μόλις ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κρίνουσα τὰς περιστάσεις, μετέβαλε γραμμήν, δὲν ἐδιστάσαμεν, καίτοι ἐστερούμεθα στοιχείων, νὰ τὴν παρακολουθήσωμεν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει εὐθύνας. Ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους θὰ εὕρῃ δικαίωσιν. Παράπονα ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἐδικαιοῦτο νὰ συμμετέχῃ τῶν πληροφοριῶν τῆς Κυβερνήσεως. Κατειχόμεθα καὶ ἡμεῖς ἀπὸ βαθεῖαν συνείδησιν εὐθύνης διὰ τὸ ἐθνικὸν θέμα. Καὶ ἐκφράζομεν λύπην, ὅτι ἐπὶ ἔτη μακρὰ ἐμείνομεν ξένοι πρὸς τὰς ἀπορρήτους πληροφορίας τῶν φακέλλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπραγματοποίει Συμβούλιον Στέμματος, Συμβούλιον Πολιτικῶν Ἀρχηγῶν, ἢ ἐμπιστευτικὴν προσωπικὴν ἐπικοινωνίαν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἐγκαιρότερον καὶ ὁμοφώνως νὰ χαράξωμεν πορείαν, ἡ ὁποία ἴσως θὰ εἶχε προλάβει τὰς δυσμενεῖς συνεπείας, ἐνώπιον τῶν ὁποίων σήμερον εὑρισκόμεθα. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὰς εὐθύνας τῶν Συμμάχων. Κύριοι βουλευταί, ὁ Πρόεδρος τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως προχθές, ἀναγγέλων εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων τὴν συμφωνίαν τοῦ Λονδίνου, ἐπανηγύρισε. Καὶ ἀπηύθυνε συγχαρητήρια πρὸς τοὺς ὑπουργούς του τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Ἀποικιῶν. Καὶ ἡ πλειοψηφία τὸν ἐχειροκρότησεν. Καὶ προσθέτουν τὰ πρακτικά: (Γέλωτες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Τιμῶ ἐξαιρέτως τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, μὲ τὸν ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν μακρᾶς συνεργασίας, εἰς τὰς μεγάλας ἡμέρας τῆς ἑλληνικῆς ἀπελευθερώσεως καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἔκαμε λάθος εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν συγχαρητηρίων. Δὲν ἀνῆκον εἰς τοὺς ὑπουργούς του. Ἀγαπητοί μου φίλοι, διαφωνῶ πρὸς τὸ σύνολον τῶν ὁμιλητῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνεφέρθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ εἰς τὸ θέμα. Ἐξήρθη ἀπὸ ὅλους, ἡ δολιότης, ἡ καταχθονιότης, ἡ ἱκανότης βυσοδομήσεως τῆς Ἀγγλικῆς διπλωματίας. Δὲν κατορθώνω νὰ τὴν ἀντιληφθῶ. Ἄς ἐξετάσωμεν τὸ ἐνεργητικὸν καὶ τὸ παθητικὸν τῆς Κυπριακῆς ἱστορίας, τῆς Κυπριακῆς πολιτικῆς τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως. Ποῖον εἶναι τὸ ἐνεργητικόν της: Ὅτι ἐκράτησαν βάσεις. Ἐρωτῶ: Εὐθὺς ἀπαρχῆς, ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ Δημοψηφίσματος, αἱ βάσεις αὐταὶ δὲν τῆς προσεφέροντο ἀπὸ ὅλους; Ἀπὸ τὴν Κυπριακὴν Ἑλληνικὴν πλειοψηφίαν, ἀπὸ ὅλας τὰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις; Καὶ τί συνέβαινε μάλιστα; Προσεφέροντο αἱ ἐδαφικαὶ βάσεις εἰς τὴν Κύπρον καὶ αἱ ψυχικαὶ βάσεις ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Τῆς Ἀριστερᾶς) Ὄχι ὁλοκλήρου, κ. Πρόεδρε.
§31Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ κάμω τὴν διάκρισιν. Σεῖς τὴν ἐπεσημάνατε. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Δεξιᾶς). Ποῖον, λοιπόν, εἶναι τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Βρεταννικῆς Πολιτικῆς; Αἱ βάσεις. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ παθητικόν; Εἶναι ὄχι μόνον αἱ ἀπώλειαι εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν Κυπρίων. Εἶναι ὁ διεθνὴς διασυρμὸς τῆς Βρεταννικῆς πολιτικῆς, ὡς ἀποικιοκρατίας, ὡς τυραννίας, ὡς ἀναξίας ἡγέτιδος τοῦ ἐλευθέρου κόσμου. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑβρίζεται εἰς ὅλους τοὺς διεθνεῖς Ὀργανισμούς, ὡς Κυβέρνησις, ὡς λαὸς τυράννων. Αὐτὸ εἶναι τὸ παθητικὸν τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ δολιότης, ἡ βυσσοδομωτικὴ ἱκανότης τῆς Βρεταννικῆς διπλωματίας. Ἐὰν δολιότης σημαίνῃ, νὰ μεριμνᾶς διὰ τὴν βλάβην τῶν ἰδίων σου συμφερόντων, διὰ τὸν ἠθικόν σου διασυρμόν, τότε πράγματι τῆς ἀνήκει ὁ τίτλος. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι μόνον εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποδεικνύεται πόσον ἐσφαλμένη εἶναι διὰ τὰ ἰδικά των συμφέροντα ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν. Τὸ ἴδιον σφάλμα διαπράττει καὶ ἡ πολιτικὴ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Ἀντὶ νὰ ρυμουλκήσῃ τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν πρὸς τὸ μέλλον, ἀφέθη νὰ ρυμουλκηθῇ ἀπὸ τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν πρὸς τὸ παρελθόν. Ὁ ἐλεύθερος κόσμος ἀνέμενε καὶ ἀναμένει ἀπὸ τὰς Ἡνωμ. Πολιτείας, νὰ πραγματοποιήσουν τὰ ἰδεώδη ἐν ὀνόματι, τῶν ὁποίων διεξήχθη ὁ μέγας πόλεμος. Ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀκόμη νοηθῆ, ὅτι ἡ πραγματοποίησις τῆς ἐλευθερίας δὲν εἶναι μόνον ρωμαντισμός. Ἡ πραγματοποίησις τῆς ἐλευθερίας σήμερον εἶναι ρεαλισμός. Διότι, ὅταν ὁ Δυτικὸς κόσμος καὶ οἱ ἡγέται του ἐγκαταλείπουν τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας, ἐπιτρέπουν εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἐλευθερίας νὰ ἐμφανίζωνται σημαιοφόροι τῆς ἐλευθερίας (Χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, καὶ ἄλλοτε διεκήρυξα, ὅτι ὁ Κομμουνισμὸς σήμερον ἦτο ὥριμος νὰ γίνῃ παρελθόν, ἐὰν οἱ ἡγέται τῆς Δύσεως εἶχον τὴν ἱκανότητα νὰ κάμουν τὴν Δημοκρατίαν μέλλον, μέλλον ἀκόμη καὶ διὰ τὸν κομμουνισμόν. Ἀλλά, δυστυχῶς δὲν ἀπεδείχθησαν ἄξιοι. Εὔχομαι, ἡ μικρὰ δι’ αὐτοὺς περιπέτεια τῆς Κύπρου, νὰ ἀποτελέσῃ μάθημα, διὰ νὰ πεισθοῦν, ὅτι αἱ τυραννίαι δὲν ἐπιζοῦν. Εἶναι ραγδαῖα τὰ βήματα τῆς ἱστορίας. Καὶ πρέπει νὰ συμβαδίσουν μὲ τὴν πορείαν τῆς ἱστορίας, διὰ νὰ προλαμβάνουν καὶ νὰ φαίνωνται νικηταί. Διότι, ἐὰν βραδύνουν γίνονται οὐραγοὶ καὶ ἐμφανίζονται ἡττημένοι. Εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς Κύπρου. Καὶ τώρα, ἐπανερχόμεθα, Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν ἐνώπιον ἡμῶν δύο θέματα, ἡ δυσπιστία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ ἐπικύρωσις τῶν συμφωνιῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρεμβαίνων προχθές, ἐδήλωσε, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἑνιαῖον. Εἶναι ἡ γνώμη του. Ἕκαστος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ τὴν ἰδικήν του ψῆφον. Ἀπὸ ὅσα ἐξέθεσα εἶναι προφανές, ὅτι θὰ δώσω ψῆφον δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν γενικὴν διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ θέμα τῆς ἐγκρίσεως τῶν συμφωνιῶν. Ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐτονίσθη μάλιστα κατὰ τὸν πλέον ἐμφαντικὸν τρόπον, ὅτι αἱ συμφωνίαι πρέπει νὰ καταργηθοῦν. Ποία εἶναι ἡ γνώμη μου, διὰ τὸ περιεχόμενον τῶν Συμφωνιῶν, ἐξέθεσα διὰ μακρῶν. Ὅμως, ἄλλο εἶναι τὸ θέμα, ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον καὶ ἄλλο ποῖα πρέπει νὰ εἶναι εἰς τὸ μέλλον ἡ πολιτική μας. Καθ’ ὅσον μὲ ἀφορᾷ, ὑποστηρίζεται, ὅτι αἱ συμφωνίαι ἀποτελοῦν πλέον πραγματικὸν γεγονός. Αἱ συμφωνίαι αἱ ὁποῖαι ὑπεγράφησαν ἀπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ ἤρχισαν ἐφαρμοζόμεναι, δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι ἐθνικῶς συμφέρον νὰ ἀκυρωθοῦν. Καὶ θὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους. Ὁ πρῶτος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον διαφωνῶ πρὸς τὰς προτάσεις τῆς ἀκυρώσεως, εἶναι, ὅτι — κατὰ τὴν γνώμην μου — τοιαύτη ἀπόφασις θὰ ἐσήμαινεν ἀποδοκιμασίαν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Καὶ δὲν ἀναγνωρίζω ἐγὼ εἰς τὸν ἑαυτόν μου τὸ δικαίωμα νὰ δώσω μαθήματα πατριωτισμοῦ εἰς τοὺς Κυπρίους. Ἀπέδειξαν, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν, ὄχι νὰ λάβουν, ἀλλὰ νὰ δώσουν τοιαῦτα μαθήματα. Ὁ δεύτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κρίνω, ὅτι δὲν δύναμαι, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Μακαρίου καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς των εἰς τὴν Κύπρον, δὲν δύναμαι νὰ ἐγκρίνω τὴν ἀκύρωσιν, εἶναι διότι πρωτοβουλία τοῦ ἀγῶνος ὑπῆρξε Κυπριακή. Ὁ ρόλος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε ρόλος συμπαραστάσεως. Καὶ ὅταν ὁ Κυπριακὸς λαός, διὰ τῆς ὑπευθύνου ἡγεσίας του, ἀπεδέχθη τὰς συμφωνίας, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται καὶ δὲν δικαιοῦται νὰ ἀντιταχθῇ. Καὶ ὁ τρίτος λόγος, ὁ κρισιμώτερος, εἶναι, ὅτι, ἐὰν ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας ἀπεφασίζετο εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἡ ἀκύρωσις τῶν συνθηκῶν, εἰς ποίας συνεπείας θὰ ὡδήγει; Ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν ἀκύρωσιν τῶν Συμφωνιῶν, μὲ τὸ χάος εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὡδήγει ἡ ἀκύρωσις, ὑπάρχει κανεὶς ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐγγυᾶται, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, μόνος ἐναντίον ὅλων, μόνος ἐναντίον τῶν Κυπρίων θὰ ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου καὶ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἑλλάδος εἰς βελτίωσιν; Ὅσοι τὸ φρονοῦν, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυρώσουν τὰς συμφωνίας. Ἐγώ, ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους δὲν δύναμαι νὰ δώσω αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν καὶ νὰ ἀναλάβω αὐτὴν τὴν εὐθύνην. Τὴν Κυριακήν—μεθαύριον— ἐπανέρχεται ὁ Μακάριος εἰς τὴν Κύπρον καὶ ὅλαι αἱ πληροφορίαι βεβαιώνουν, ὅτι ἑτοιμάζεται πάνδημος ὑποδοχή. Καὶ εἶναι πιθανόν, ὅπως γράφεται σήμερον, νὰ τὸν δεξιωθῇ καὶ ὁ Διγενῆς. Φαντάζεσθε —ὅσοι προτείνετε τὴν ἀκύρωσιν τῶν συμφωνιῶν—τὴν ἐντύπωσιν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ τὴν ὥραν τῆς ἀφίξεως τοῦ Μακαρίου —διότι συμπίπτει καὶ ὁ χρόνος— ἐὰν φθάσουν εἰδήσεις ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, ὅτι ἐδῶ, εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν, ἠκυρώσαμεν τὰς συμφωνίας; Θὰ ἐπαναλάβῃ, βεβαίως, ὅσα εἶπε καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Λονδίνου ὁ Μακάριος διὰ τὰς συμφωνίας, ὅτι ἦσαν μία αὐγὴ χαρᾶς, ἐλευθερίας, καὶ εὐημερίας διὰ τὸν Κυπριακὸν λαόν. (Χειροκροτήματα). Εἴμεθα, κύριοι βουλευταί, Σῶμα πολιτικὸν καὶ ὀφείλομεν νὰ λαμβάνωμεν πολιτικὰς ἀποφάσεις μὲ πλῆρες τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης. Ἰδοὺ διατὶ ὑπεστήριξα, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας καὶ τὴν διαμορφωθεῖσαν κατάστασιν καὶ ἐκεῖνοι ὅσοι πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῶν Συμφωνιῶν ἀπὸ τοὺς Κυπρίους ἡγέτας θὰ εἶχον ἀντιρρήσεις, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμφωνιῶν, μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς των δὲν δύνανται νὰ ζητήσουν ἀκύρωσιν. Διότι δὲν δύνανται νὰ ὑποσχεθοῦν εἰς Ἔθνος, ὅτι μὲ τὴν ἀκύρωσιν θὰ φθάσωμεν εἰς βελτίωσιν. Διότι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον εἶναι ἀκριβές. Θὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν ἄβυσσον. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον νὰ κάμω δύο παρατηρήσεις. Ἡ πρώτη, εἶναι, ὅτι ἐφ’ ὅσον αἱ συμφωνίαι τοῦ Λονδίνου πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθοῦν, ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν σύστασιν, ὅπως μεριμνήσῃ σοβαρῶς διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς διαρθρώσεως τοῦ Κυπριακοῦ Συντάγματος. Διότι ὅπως ἔχει διαμορφωθῆ εἶναι πλῆρες ἀτελειῶν, καὶ ὑπάρχει φόβος νὰ ὁδηγῇ εἰς ἀδιέξοδον. Χρειάζεται νὰ καταβληθῇ προσπάθεια ἐλαστικῆς, αὐτομάτου λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, διότι ἐνδεχομένη δημιουργία ἀδιεξόδων θὰ ἔχῃ ἐπιπτώσεις καὶ ἐπὶ τῆς Κύπρου καὶ ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ προχωρῶ εἰς τὴν δευτέραν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμῶ νὰ διατυπώσω ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος καθ’ ἣν ὥραν αἱ συμφωνίαι τοῦ Λονδίνου πρόκειται νὰ συγκροτήσουν τὴν Κυπριακὴν Πολιτείαν. Ἐπιθυμῶ νὰ διακηρύξω τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν εὐχήν, ὅτι εἰς τὴν πάροδον τοῦ χρόνου θὰ γίνῃ ἐπανεξέτασις καὶ αὐτῶν τῶν βασικῶν διατάξεων τῶν Συμφωνιῶν, διὰ νὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ εἰς τὴν Κύπρον τὰ ἰδεώδη τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Γνωρίζω τὰς ἀντιρρήσεις, ἀλλὰ ὑπάρχει ἀπάντησις. Ὑπάρχει καὶ σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν μία συνθήκη, ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης. Ἄλλα γράφει καὶ ἄλλα γίνονται. Κύριοι βουλευταί, ἔρχομαι τώρα εἰς ἄλλο καίριον θέμα. Ἀπὸ τοῦ βήματος, ἔγινε πρότασις δημοψηφίσματος καὶ εἰς τὴν Κύπρον καὶ τὴν Ἑλλάδα. Τὸ θέμα εἶναι σημαντικὸν καὶ ἐπιθυμῶ καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ νὰ λάβω θέσιν. Ὅσοι ὑπεστήριξαν τὴν ἀνάγκην δημοψηφίσματος εἰς τὴν Κύπρον ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀγνοῆται ὁ λαὸς καὶ νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις διὰ τὴν τύχην του ἄνευ αὐτοῦ. Καὶ ἔχουν ἀπολύτως δίκαιον. Ἀλλὰ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ περίπτωσις σήμερον διὰ τὸν Κυπριακὸν λαόν; Ἀλλὰ εἰς τὴν Κύπρον συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Ὅλαι αἱ πληροφορίαι αἱ ὁποῖαι ἔρχονται ἀπὸ τὴν Κύπρον, ἐπιβεβαιώνουν ὅτι δὲν ὑπῆρξε ἄλλη ἱστορικὴ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν τόσον ἀπόλυτος καὶ τόσον καθολικὴ νὰ εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς ἕνα ἡγέτην, ὅπως ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μακάριον. Καὶ ὅταν εἶναι τόσον ἀπόλυτος ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κυπριακοῦ πρὸς τὸν ἡγέτην καὶ τὰς ἀποφάσεις του, ποίαν ἔννοιαν θὰ εἶχεν ἡ διενέργεια δημοψηφίσματος; Ἄλλωστε, ὑποθέτω, ἐὰν συμβῇ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ τύπος, ἡ πάνδημος δεξίωσις τῆς Κυριακῆς θὰ εἶναι εἶδος δημοψηφίσματος διὰ τὴν ἱκανοποίησιν καὶ ὅσων θὰ τὸ ἐπεθύμουν. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ τὸ ἄλλο ἐρώτημα, διατὶ νὰ μὴ γίνῃ δημοψήφισμα εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ὑφίσταται μία νομικὴ ἀντίρρησις, ὅτι δὲν προβλέπεται ἀπὸ τὸ πολίτευμα. Ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐὰν ἐπροκηρύσσετο δημοψήφισμα διὰ νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς ἐὰν ἐγκρίνῃ τὴν ὑποστολὴν τῆς ἑνώσεως καὶ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους εἰς τὴν Κύπρον καὶ τὴν προνομιακὴν ἱκανοποίησιν τῆς Τουρκικῆς μειονότητος —ὄχι ἁπλῶς ἡ πλειοψηφία— ἀλλὰ τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ ἀπήντα ἀρνητικῶς διότι τοῦτο ὑπαγορεύει καὶ τὸ αἴσθημα καὶ τὸ καθῆκον τοῦ Ἑλληνικοῦ Πατριωτισμοῦ. Ἐὰν ὅμως ἐτίθετο ὡς ἐρώτημα τοῦ δημοψηφίσματος, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, μετὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν συμφωνιῶν, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, μετὰ τὴν ἔναρξιν ἐφαρμογῆς τῶν συμφωνιῶν εἰς τὴν Κύπρον ἐγκρίνῃ νέαν ἀνακίνησιν τοῦ Κυπριακοῦ καὶ μάλιστα καὶ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ἐναντίον τῶν πάντων, ἐναντίον ἀκόμη καὶ αὐτῶν τῶν Κυπρίων, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι ἡ μεγίστη πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ ἀπέρριπτε τὸ ἐρώτημα. Κύριοι βουλευταί, ὅταν εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν εἶχον προσλάβει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος τὸ ΕΑΜ, εὑρισκόμενος εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἔλαβον τηλεγράφημα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Στρατηγεῖον τοῦ Καΐρου εἰς τὸ ὁποῖον φίλοι μου στρατηγοὶ διεμαρτύροντο διὰ τὴν ἀπόφασίν μου. Καὶ τοὺς ἀπήντησα —προσδιορίζων μὲ ἄλλας λέξεις τὴν πολιτικήν μου— Ἐτηλεγράφησα: «Γνωρίζω τοὺς κινδύνους τῆς συνεργασίας μὲ τὸ ΕΑΜ, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι οἱ κίνδυνοι τῆς μὴ συνεργασίας εἶναι μεγαλύτεροι». Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν δίδω σήμερον καὶ ἐν σχέσει μὲ τὰς συμφωνίας. «Γνωρίζω καὶ τὰς θυσίας καὶ τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους περιέχουν αἱ Συμφωνίαι. Ἀλλὰ γνωρίζω ἐπίσης ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, οἱ κίνδυνοι τῆς μὴ ἐφαρμογῆς των εἶναι μεγαλύτεροι». Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τὴν ὁποίαν μὲ πλῆρες αἴσθημα εὐθύνης, λαμβάνω ἀπέναντι τῶν συμφωνιῶν. (Χειροκροτήματα).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§33Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις ἔχει ἤδη προχωρήσει, ἔχει ἤδη ὡριμάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε πράγματι νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ κανεὶς μίαν γενικὴν εἰκόνα ὅλων τῶν ἀπόψεων τῶν ὑποστηριχθεισῶν τόσον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς συμπολιτεύσεως, ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Εἶναι ἑπομένως δυνατὸν νὰ κάμῃ κανεὶς σήμερον μίαν συνθετικωτέραν ἐξέτασιν τοῦ ὅλου ζητήματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ἐπεθύμουν νὰ κάμω μερικὰς γενικὰς παρατηρήσεις, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὰ κατ’ ἰδίαν θέματα τῆς ὁμιλίας μου. Ἔκαμα μίαν διαπίστωσιν τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς ἔχετε κάμει καὶ ὅλοι σας, ὅτι εἰς τὰ ἐπὶ μέρους ζητήματα, εἰς τὴν κριτικὴν τῶν ἄρθρων τοῦ πολιτεύματος ὑπάρχει μία καθολικὴ σχεδὸν ὁμοφωνία τῶν ἀγορητῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπὶ τῶν βασικῶν ὅμως θέσεων ἐπὶ τῶν ἀφετηριῶν ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀναχωρεῖ ἕνας ἕκαστος ἐκ τῶν προλαλησάντων ὁμιλητῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκεῖ προκύπτουν οὐσιώδεις διαφοραί. Καὶ αὐταὶ αἱ διαφοραὶ ἐπὶ τῶν βασικῶν θεμάτων εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι πρωτίστως πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν. Ἡ ἄκρα ἀριστερὰ μὲ ἀπόλυτον συνέπειαν ὑποστηρίζει ἀνέκαθεν, ὅτι θὰ πρέπει ἀνενδότως νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ αὐτοδιάθεσις ἢ μᾶλλον ἡ Ἕνωσις, διότι ἡ λέξις τῆς αὐτοδιαθέσεως συμπίπτει μὲ τὴν λέξιν τῆς Ἑνώσεως, θὰ πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ Ἕνωσις καὶ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ θὰ πρέπει νὰ μὴ ὀρρωδήσῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ νὰ φθάσῃ εἰς ρῆξιν τῶν συμμαχιῶν της. Ἄλλοι ἀρχηγοί, οὐχὶ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ὑπεστήριξαν ἐπίσης, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν ἀνενδότως εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς ρήξεως τῶν συμμαχιῶν διαστέλλουν τὰς ἀπόψεις των ἀπὸ τὰς ἀπόψεις τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς. Ἕτερος ἀρχηγός, ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ἀξιότιμος κ. Βενιζέλος, καὶ παλαιότερον ὑπεστήριξεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς λύσις τοῦ Κυπριακοῦ ἡ ἀνεξαρτησία. Ἀλλ’ ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν; Ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν γίνεται λόγος περὶ ἀνεξαρτησίας ἀπ’ ὅσους τὴν ὑποστηρίζουν; Ἐὰν μὲν γίνεται ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας, τῆς δημιουργίας μίας ἑνιαίας πολιτείας, ἡ ὁποία ἀδέσμευτος δύναται νὰ ρυθμίζῃ τὰ τῆς τύχης της, τότε ἡ ἔννοια τῆς ἀνεξαρτησίας εἶναι συνώνυμος μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοδιαθέσεως, καὶ ἑπομένως συνώνυμος μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς Ἑνώσεως. Καὶ δὲν θὰ ἀπετέλει μίαν καινοτομίαν ἡ πρότασις αὐτή. Θὰ ἦτο μία πρότασις περὶ ἐπιδιώξεως τῆς Ἑνώσεως ὑπὸ ἄλλην ὀνομασίαν. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ μάλιστα αὐτῆς τῆς ἀπόψεως τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, θὰ ἤθελα καὶ ἐγὼ νὰ ἐπισημάνω κἄτι τὸ ὁποῖον ἐπεσήμανε καὶ ὁ κ. Παπανδρέου. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔκαμε τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν θὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ κόμμα του, ἐφ’ ὅσον ἔλθει εἰς τὴν ἀρχήν, αὐτὰς τὰς συμφωνίας. Ἀσφαλῶς δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς δηλώσεως, ἡ ὁποία ἔχει νομικὴν συνέπειαν, διότι αἱ συνθῆκαι συνομολογοῦνται ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ δὲν δύναται νέος φορεὺς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ ἀναιρέσῃ μονομερῶς μίαν τοιαύτην διεθνῆ συμφωνίαν, ἀλλ’ ἔχει βεβαίως πολιτικὴν βαρύτητα.
§34Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ σᾶς κάμω μίαν διακοπήν, διότι ἂν διαβάσετε τὸ κείμενον τοῦ λόγου μου, εἶπον, ὅτι αἱ συμφωνίαι αὗται δὲν θὰ θεωρηθοῦν δεσμευτικαὶ διὰ τὸ Ἔθνος.
§35Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Δὲν γνωρίζω ἂν διαφέρῃ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον, κ. Πρόεδρε.
§36Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προχωρῶ: Καὶ εἶπον ἐὰν ποτὲ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν πλήρη ἐλευθερίαν τῆς Κύπρου καὶ τὴν δημιουργίαν πραγματικῶς ἀνεξαρτήτου Κράτους, ἀδεσμεύτου οἱασδήποτε ὑποχρεώσεως. Καὶ ἐτελείωσα, ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι αἱ ὑπογραφεῖσαι συμφωνίαι εἶναι ἀνεφάρμοστοι καὶ θὰ προκαλέσουν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ των νέας ἐθνικὰς συμφοράς.
§37Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Εἶναι πολὺ σημαντικὴ ἡ διευκρίνησις τὴν ὁποίαν ἐκάματε, κ. Πρόεδρε, κατὰ τοῦτο: Αἱ ἰδικαί σας δηλώσεις —ὁσονδήποτε οὐσιώδεις καὶ σημαντικαὶ ἂν εἶναι αἱ δηλώσεις ὅλων τῶν ἄλλων συναδέλφων— αἱ ἰδικαί σας αἱ δηλώσεις, ὡς πρώην Πρωθυπουργοῦ καὶ ὡς ἀρχηγοῦ μεγάλου κόμματος, ἔχουν βαρύτητα μεγαλυτέραν καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ φράσις αὐτή, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν ἐδῶ καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν περισσότερον διάλογον μεταξὺ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, αὐτὴ ἡ φράσις ἔχει μίαν διεθνῆ ἐπίπτωσιν καὶ σημασίαν. Καὶ τώρα μὲ τὰς διευκρινήσεις αὐτάς...
§38Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν τὰς κάμνω τώρα. Τὰ πρακτικὰ λέγουν αὐτὰ ποὺ εἶπα.
§39Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Μὲ τὴν ἀποσαφήνισιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν μοῦ δίδετε —δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὰ ὅσα μοῦ λέγετε— ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δηλώσεων, καθ’ ἃς θὰ καταργούσατε τὰς συνθήκας αὐτάς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ προβλέψεως, ὅτι αὐταὶ αἱ συνθῆκαι θὰ καταρρεύσουν εἰς τὸ μέλλον. Αὐτὸ εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμά σας νὰ τὸ ὑποστηρίξετε. Εἶμαι εὐτυχής, λέγω, ὅτι ἐπλανήθην ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τῶν λόγων σας, διότι οὕτω ἐδόθη ἡ εὐκαιρία καὶ εἰς ἐμὲ ἀλλὰ καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸ Σῶμα νὰ ἀποσαφηνισθῇ ἓν σημαντικὸν γεγονός. Δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω ποσῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρίσεως τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς συμφωνίας, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ μὴ ὑπάρξουν δηλώσεις αἱ ὁποῖαι ὑπὸ οὐδεμίαν ἐκδοχὴν δὲν συμφέρουν διεθνῶς. Καὶ αὐτὸ νομίζω, ὅτι τώρα ἀποσαφηνίζεται πλήρως. Αὐτὰ τὰ ἀνέφερα, κύριοι, ὡς παραδείγματα τῆς διαφορᾶς τῶν βασικῶν ἀφετηριῶν τῶν διαφόρων προλαλησάντων ρητόρων. Δὲν πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κρυβώμαστε πίσω ἀπὸ τὸ δάκτυλο. Τὰ καθ’ ἕκαστον θέματα μὲ τὰ ὁποῖα ἠσχολήθη ἐπὶ πολὺ ἡ Βουλή, δὲν ἠμποροῦν νὰ γίνουν ἀντικείμενα σοβαρᾶς κριτικῆς ἂν δὲν θεωρηθοῦν καὶ δὲν ἐξετασθοῦν ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς τῶν βασικῶν ἀρχῶν, βάσει τῶν ὁποίων ἐδημιουργήθησαν. Ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Πολιτεύματος εἶναι συνέπειαι ἀναγκαῖαι ὡρισμένων ἀφετηριῶν. Ἡ κριτική, ἑπομένως, πρέπει νὰ στραφῇ εἰς τὴν ρίζαν τῶν προβλημάτων. Ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατήρτισαν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα; Ποῖοι εἶναι οἱ σκοποὶ τοὺς ὁποίους θεωροῦν ὀρθοὺς οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Μία βασικὴ λύσις εἶναι ἡ λύσις τῆς ἑνώσεως, τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἡ λύσις τῆς ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας. Ὅλα αὐτὰ εἶναι συνώνυμα. Ἄμεσος ἐπιδίωξις τῆς ἑνώσεως δὲν συζητεῖται ἀπὸ οὐδένα. Ἀκόμη καὶ ἂν συνετρίβετο ἡ Τουρκία, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελῇ κώλυμα, θὰ τὴν ἐδημιούργει ἐκ νέου ἡ Μεγάλη Βρεταννία, ὥστε νὰ τὴν ἔχῃ ὡς μέσον ματαιώσεως τῆς ἑνώσεως. Ἡ ἀρχὴ τοῦ «ντίβιντε ἔτ ἴμπερα» δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ εἶναι ἀρχὴ τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς, τοὐλάχιστον ὡρισμένων χωρῶν. Ἀλλά, βεβαίως, ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ λύσις τῆς ἑνώσεως εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον. Κύριοι, τί θὰ γίνῃ εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον, μετὰ 20, 25 χρόνια, εἰς ἕνα κόσμον ποὺ ἔχομεν τόσον ραγδαίας ἐξελίξεις δὲν τὸ ξεύρω. Ἠμπορεῖ σήμερον, ποὺ ἔχομεν συνηθίσει νὰ σκεπτώμεθα μὲ ἕνα παραπέτασμα τὸ ὁποῖον χωρίζει τὴν Ρωσίαν καὶ ὡρισμένους δορυφόρους ἀπὸ τὴν Δύσιν, αὐτὸ τὸ παραπέτασμα νὰ μεταφερθῇ εἰς τὴν Ἀσίαν καὶ νὰ ἔχωμεν συμμαχίαν τῆς Εὐρώπης μὲ τὴν Ρωσίαν ἐναντίον ἄλλων ἐχθρῶν εἰς ἄλλας Ἠπείρους. Αἱ προβλέψεις διὰ τὸ μέλλον εἶναι ἄπειροι καὶ δὲν δύναται σοβαρῶς κανεὶς νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ μέλλον τὸ ἀπώτερον θὰ ἐξελιχθῇ οὕτως ἢ ἄλλως ἐπὶ καλῷ ἢ ἐπὶ κακῷ. Πάντως, ἓν γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιδίωξις, ἡ ἀνένδοτος τῆς ἑνώσεως, μὲ προοπτικήν, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον, προϋποθέτει μακρὰν περίοδον ἀναμονῆς. Τί θὰ ἐγίνετο διαρκούσης αὐτῆς τῆς ἀναμονῆς; Θὰ ἰδοῦμε ποῖα εἶναι τὸ δεδομένα. Δὲν ἔχομε μίαν ὁμαλὴν κατάστασιν, ὅπως τὴν εἴχαμε τὸ 1950 ἢ τὸ 1945 ἢ ἀκόμη παλαιότερα, τὸ 1938. Εἴχομεν μίαν ἔνοπλον ρῆξιν δημιουργημένην. Ἕνα ἔνοπλον ἀγῶνα εἰς τὴν Κύπρον. Ἐξ αὐτοῦ προέκυπτε μία ὀξυτάτη ἀντίθεσις τῶν δύο στοιχείων. Ὁ τερματισμὸς αὐτοῦ τοῦ ἐνόπλου ἀγῶνος ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ τῇ Ἑλληνικῇ πρωτοβουλίᾳ. Πλάνη. Δὲν ἦτο εἰς τὰ χέρια μας νὰ τελειώσωμεν τὸν ἀγῶνα, ἐὰν οἱ ἄλλοι εἶχον συμφέρον νὰ τὸν συνεχίσουν. Θὰ εἴχομεν, ἑπομένως, μίαν βεβαίαν πρόβλεψιν, μίαν μικρὰν συνέχισιν διακοινοτικοῦ ἀγῶνος, ἐντὸς τῆς νήσου μὲ ἀπροβλέπτους συνεπείας καὶ ἐπὶ πλέον, θὰ εἴχομεν μίαν διαρκῶς αὔξουσαν ἀντίθεσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας. Αὐτὰ ὅλα θὰ συνέβαινον, διότι ὑπηρέτουν τόσον τὰς ἀπόψεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ παραμείνουν εἰς τὴν νῆσον ὅσον καὶ τὰς ἀπόψεις τῆς Τουρκίας. Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὴν τὴν λύσιν τῆς μακρᾶς ἀναμονῆς. Ἡ λύσις, ἡ προσωρινή, μόνον ὑπὸ ὅρους ἦτο δυνατή. Ἐὰν ὑπῆρχεν εἰς τὴν νῆσον ἀπόλυτος ἀποικιοκρατία, ἀπόλυτος κυριαρχία τῆς Βρεταννίας, ἡ ὁποία θὰ κατέστειλε πᾶσα προσπάθειαν ρήξεως τῶν δύο κοινοτήτων, τότε ἠμποροῦσε νὰ διαρκέσῃ ἡ κατάστασις. Ἐὰν δηλ. ἀπεφασίζαμεν διὰ πολλὰ ἔτη νὰ καταδικάσωμεν τὴν Κύπρον, πάλιν εἰς τὸ ἀποικιακὸν καθεστώς. Ἄλλως, θὰ ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἶναι ἀνεκτή, δυνατὴ καὶ ἀσφαλὴς ἡ ἐπιτυχὴς συνέχισις τοῦ ἐνόπλου ἀγῶνος. Ἀλλὰ οὐδεὶς σοβαρῶς σκεπτόμενος δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι εἰς τὴν διάρκειαν τοῦ χρόνου ἡ σύγκρουσις ἠδύνατο νὰ ἀποβῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Οὔτε, ἑπομένως, ἡ Μεγάλη Βρεταννία, οὔτε ἡ Τουρκία μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν προθέσεων τῶν Ἑλλήνων Κυπρίων, τὴν ἔμπρακτον, διὰ τοῦ ἀγῶνος τὸν ὁποῖον διεξήγαγον, ὅτι βαδίζουν πρὸς τὴν ἕνωσιν, δὲν θὰ ἐδέχοντο ποτὲ ἕνα καθεστὼς μακρᾶς προσδοκίας, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει ἐν τῇ οὐσίᾳ ὁδὸν ἄγουσαν πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον αὐτὴ δὲν ἤθελεν. Ἀπεναντίας θὰ ἔκαμνον, ὅ,τι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ δημιουργήσουν κατάστασιν ἀφόρητον ἐν τῇ νήσῳ. Οὐδεὶς θὰ ἐδέχετο μίαν πολιτικὴν δουρείου ἵππου, ἐναντίον τῶν ἰδίων του συμφερόντων. Βεβαίως, πολὺ συχνὰ γίνεται σύγκρισις μὲ ἄλλας χώρας, μὲ ἄλλας ἀποικίας τῆς Μ. Βρεταννίας, αἱ ὁποῖαι σταδιακῶς ἀπέκτησαν τὴν ἐλευθερίαν των. Θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω τοῦτο. Δὲν ὑπάρχει καμμία περίπτωσις, ἀπολύτως καμμία περίπτωσις, δυναμένη νὰ συγκριθῇ μὲ τὴν περίπτωσιν τῆς Κύπρου. Ἡ περίπτωσις τῆς Κύπρου εἶναι ἀπολύτως ἰδιότυπος, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀγῶνος ἀποικιακοῦ. Δηλαδὴ λαοῦ δούλου, ἀγωνιζομένου διὰ τὴν ἐλευθερίαν του. Πρόκειται περὶ ἀγῶνος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον καὶ τὴν δυνατότητα καὶ τὴν θέλησιν τρίτοι παράγοντες νὰ παρεμβαίνουν διὰ νὰ ματαιώσουν ὡρισμένους σκοπούς. Ἑπομένως, ὅλη αὐτὴ ἡ θεωρία τῆς μακρᾶς ἀναμονῆς, θὰ ἐδημιούργει μίαν κατάστασιν τραγικὴν τῆς ὁποίας θὰ ἐπωφελεῖτο ἡ κυβερνῶσα Χώρα ἢ ἡ κυριαρχοῦσα Χώρα, ἡ ὁποία διὰ νὰ βοηθῇ δῆθεν τοὺς ἀσθενεστέρους, θὰ ἐγκαθίστατο ἐπὶ μακροὺς χρόνους ὡς ἐπιδιαιτητὴς καὶ δὲν θὰ ἐγκατέλειπε ποτὲ αὐτὴν τὴν εὐνοϊκωτάτην θέσιν της. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν, ὀρθῶς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα κ. Παπανδρέου ἐνεκρίθη, διότι τὸ σχέδιον Μὰκ μίλλαν ἦτο ἡ ἔμπρακτος ἐκδήλωσις τῆς ἀρχῆς «ντίβιντε ἔτ ἴμπερα», τοῦ διαίρει καὶ βασίλευε, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ἀποτελέσῃ τύποις μὲν προσωρινόν, οὐσίᾳ δέ, μακρᾶς διαρκείας καθεστὼς ἐν τῇ νήσῳ. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπεν, ὅτι ἐνώπιον αὐτῆς τῆς καταστάσεως ὅπως ἤδη ἐδημιουργήθη, ἐγὼ θὰ προετίμουν τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ ἀγῶνος. Καὶ θὰ ἔκαμε καὶ τὴν σύστασιν νὰ σταματήσῃ ὁ ἔνοπλος ἀγών. Αὐτὸ βεβαίως, εἶναι μία σκέψις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐξετασθῇ. Ἀλλὰ θὰ ἦτο βάσιμος, ἐὰν αὐτὸ τὸ ἐλέγαμεν πρὶν ξεκινήσωμεν. Αὐτὸ θὰ ἦτο εὔκολον, ἐὰν δὲν εἶχε ξεκινήσει ὁ ἀγὼν αὐτός, χωρὶς ἴσως τὴν ὀφειλομένην προπαρασκευήν. Θὰ ἦτο εὔκολον καὶ ἐὰν εἶχε ξεκινήσει, ἀλλὰ εἶχε περιορισθῆ ἐκεῖ ποὺ τὸν περιώρισε κατ’ ἐμὲ ὀρθῶς, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Εἰς μίαν προσπάθειαν διπλωματικῶν συνεννοήσεων μὲ τὴν κατέχουσαν. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐξεκίνησεν, ἀφ’ ἧς ἐχύθη αἷμα, ἀφ’ ἧς ὠξύνθη ἡ σχέσις Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ ἀγῶνος θὰ ἐσήμαινεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, διὰ τὴν ἰδικήν μας λύσιν, ἐνταφιασμὸν ὁριστικὸν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι...
§40Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν ἔχει συμβῆ εἰς τὴν ἱστορίαν νὰ ἔχουν ἐγκαταλειφθῆ ἀγῶνες καὶ νὰ μὴ ὑπῆρξεν ἐνταφιασμός; Πολλὰς φορὰς ἔγιναν ἀγῶνες, ἔφθασαν εἰς ἕνα ὡρισμένον σημεῖον, ἐγκατελείφθη ὁ ἀγὼν αὐτὸς καὶ ἀργότερα ἐπανελήφθη νικηφόρος. Εἴπατε τὴν λέξιν ἐνταφιασμός, δι’ αὐτὸ σᾶς διέκοψα. Ἐὰν δὲν ἐλέγατε δὲν θὰ σᾶς διέκοπτα. Εἴπατε μίαν ἀπόλυτον λέξιν.
§41Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Παράδειγμα ἡ Κρήτη ἡ ὁποία ἐπὶ αἰῶνες...
§42Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Εἰς τὴν ἱστορίαν ἠμπορεῖτε νὰ εὕρετε παραδείγματα δι’ ὅλα τὰ πράγματα. Ἀλλὰ ἡ πρόβλεψις τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν εἶναι, ὅτι ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐγένετο μία τοιαύτη δήλωσις, αὕτη —δὲν θέλετε τὴν λέξιν ἐνταφιασμὸς— θὰ ἔλεγα, θὰ ἐσήμαινε θανάσιμον τραυματισμὸν τῆς ὑποθέσεως.
§43Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, δὲν θὰ σᾶς διακόψω περαιτέρω. Ὅ,τι ὑπεστήριξα χθές, τὸ ὑπεστήριξα σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται. Δὲν τὸ συγκρίνω μὲ τὸ ἀπόλυτον καὶ λέγω, ὅτι καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν ὅταν ἐπαναλαμβάνωνται τοιαῦται λέξεις ἀγώνων εἶναι καλλίτερον νὰ ἀποδειχθοῦν εἰς τὸ μέλλον παρὰ ἀπὸ τοὺς φόβους οἱ ὁποῖοι θὰ παρουσιασθοῦν...
§44Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ὅλαι αἱ καταστάσεις....
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσάτσο, δὲν συμπαθῶ τὰς διακοπάς.
§46Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Καὶ ἐγὼ δὲν τὰς συμπαθῶ καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. συναδέλφους νὰ μὴ μὲ διακόπτουν διότι δὲν θὰ τοὺς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ. Αὐτὴ ἡ πολιτικὴ τῆς ἐγκαταλείψεως εἶναι κατ’ ἐμὲ κακή, πολὺ κακή, διότι θὰ ὡδήγει ὁπωσδήποτε εἰς μίαν μακρὰν περίοδον νεκράν, ἡ ὁποία θὰ ἐδημιούργει πάρα πολλὰ ζητήματα. Ἀλλὰ καὶ ἂς ἀφήσωμεν ἀκόμη αὐτὴν τὴν λέξιν τῆς ἐγκαταλείψεως. Ἂς εἴπωμεν, ὅτι θὰ κρατήσωμεν τὸ θέμα ἐκκρεμὲς καὶ ὅπως εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου, ἂν ἐλέγαμεν μὴ βιασθῆτε. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς ἕνα τοιοῦτον ἀγῶνα, τοῦ ὁποίου αἱ φάσεις καὶ αἱ ἐξελίξεις ἦσαν ἄδηλοι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὔτε κανεὶς οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ ἀγωνισταὶ ἐὰν αὐτὸς ὁ ἀγὼν ἐβάδιζε πρὸς ἐπιτυχίαν ἢ πρὸς ἀποτυχίαν. Ὁ ἀγὼν ἦτο ἔνοπλος. Πῶς ἦτο δυνατὸν μὲ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα καὶ τὰ μίση ποὺ ἐδημιουργήθησαν καὶ ἐντὸς τῆς Κύπρου καὶ περὶ τὴν Κύπρον, πῶς εἰς μίαν κατάστασιν ὅπου ἀσφαλὲς δεδομένον ἦτο μόνον ἡ πρόθεσις ἰσχυροτάτων παραγόντων νὰ καταπνίξουν τὸ πρόβλημα αὐτό, νὰ τὸ ἀναστείλουν διὰ πολλὰ ἔτη, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὁδηγήσουν εἰς μίαν εὐτυχῆ λύσιν. Ὡρισμένοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων ἀγορητῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὁ κ. Παπανδρέου ἢ ἄλλος τις, εἶπον: Καλά, θὰ ἤρχετο τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὸ ὁποῖον καὶ θὰ ἔδιδε ἄλλην ἴσως λύσιν. Κύριοι συνάδελφοι, λησμονοῦμεν δύο πράγματα. Ἕνα συγκεκριμένον καὶ ἕνα γενικόν. Τὸ συγκεκριμένον εἶναι, ὅτι τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα ἐνέκρινε τὴν δήλωσιν περὶ ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας. Τὴν υἱοθέτησε. Καὶ κατὰ τὴν ἀναγγελίαν τῶν συμφωνιῶν Ζυρίχης καὶ Λονδίνου εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλήν, ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶπεν, ὅτι καλῶς ἔχουν τὰ συμπεφωνημένα. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον. Τὸ δεύτερον εἶναι, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλικὴν πολιτικὴν ὑπάρχει κἄτι ποὺ δὲν τὸ ἔχουν ἄλλαι χῶραι. Ὑπάρχει μία μακρὰ παράδοσις. Εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν λέγουν τὰ κόμματα πολλά. Ἀλλὰ ὅταν ἔρχωνται εἰς τὴν ἐξουσίαν ὡς Κυβέρνησις, ἀκολουθοῦν ὡρισμένας βασικὰς γραμμὰς ἀναλλοιώτους, χάρις εἰς τὰς ὁποίας ἄλλωστε καὶ διετήρησεν ἐπὶ τρεῖς αἰώνας ἡ Μεγ. Βρεταννία τὸ μεγαλεῖον της. Τὸ συμπέρασμα ἀπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς σκέψεις εἶναι, ὅτι αἱ πολιτικαί, ὅπως τῆς ἐμμονῆς εἰς τὴν Ἕνωσιν ἢ τὴν Αὐτοδιάθεσιν ἢ τῆς πολιτικῆς διὰ τῆς ἐγκαταλείψεως ἢ τῆς ἐκκρεμότητος, ὅλαι αὐταὶ αἱ πολιτικαὶ ἀπεκλείοντο, διότι θὰ ἐδημιουργεῖτο ἐθνικὸς κίνδυνος, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ἐδικαιοῦτο νὰ ἀναλάβῃ. Συμπέρασμα ἑπομένως εἶναι, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ πολιτικαὶ ἔπρεπε νὰ ἀποκλεισθοῦν καὶ ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν ὑπολειπομένων λύσεων ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀναζητήσῃ τὴν καλυτέραν. Αὐτὸ ἔπραξεν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠγωνίσθη ἐπὶ 5ετίαν διότι (καὶ πρὸ τῆς Κυβερνήσεως Καραμανλῆ διεξήχθη ἀγὼν ἀπὸ τὸν Συναγερμὸν) διὰ νὰ εὕρῃ τὴν καλυτέραν δυνατὴν λύσιν. Ἠγωνίσθη διὰ νὰ δώσῃ ὅ,τι περισσότερον ἠδύνατο. Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπός της, ἀλλὰ καθ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔτη οὐδέποτε τῆς ἐδόθη εὐκαιρία ἐξευρέσεως μιᾶς ἱκανοποιητικῆς λύσεως. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ λύσις Χάρντιγκ ἦτο μία λύσις καλυτέρα τῆς σημερινῆς. Εἶναι σύνηθες εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν νὰ κάμνωμεν τοὺς ἐπιμηθεῖς. Ὅλοι οἱ ἱστορικοὶ ποὺ κρίνουν τοὺς πολιτικούς, ἐπιμηθεῖς εἶναι. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ, τὰ πράγματα δὲν ἔχουν οὕτω. Διότι ἡ σύγκρισις τοῦ σχεδίου Χάρντιγκ μετὰ τοῦ σημερινοῦ σχεδίου δὲν εἶναι λογικῶς δυνατή. Διότι ἀποτελοῦν πράγματα ἀσύγκριτα. Ἡ πρότασις Χάρντιγκ ἦτο ἕνα ἀόριστον χαρτί, καὶ ὅλαι του αἱ προοπτικαὶ ἦσαν ἀόριστοι. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀοριστία προεκάλει καὶ τὴν δυσπιστίαν τοῦ Μακαρίου. Διότι ὁσάκις ἐζήτησε νὰ τοῦ δοθοῦν διασαφήσεις τῶν ἀορίστων ἐκφράσεων, οὐδέποτε τοῦ ἐδόθησαν. Συνεπείᾳ τούτου ἐδικαιοῦτο ἡ Κυπριακὴ Ἐθναρχία νὰ πιστεύῃ, ὅτι αἱ ἀοριστίαι αὐταὶ θὰ ἀπέβαινον ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλωστε δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ τότε καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐπέκρινε δριμύτατα καὶ τὸν Χάρντιγκ καὶ τὰ σχέδιά του. Τί ἐπηκολούθησε, κ. συνάδελφοι; Τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ, τοῦ ὁποίου τὸ βασικὸν χαρακτηριστικὸν ἐλάττωμα εἶναι, ὅτι ἐδημιουργοῦσε μίαν ἐξουσίαν ἐκτελεστικὴν καὶ νομοθετικὴν ταὐτοχρόνως. Ἐδημιουργοῦσεν ἕνα ἀπόλυτον μονάρχην, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀποικιακοῦ γκοβερνόρ, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ προσδιορίζῃ μόνος του ὅλας του τὰς ἁρμοδιότητας. Δηλαδὴ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ: «Ἐγὼ εἶμαι ἁρμόδιος δι’ ὅ,τι θέλω». Δὲν ἀνῆκεν εἰς οὐδένα νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰ θέματα τῆς ἁρμοδιότητός του. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους δὲν ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ συγκροτημένου Συντάγματος. Ἀλλά, ὡς ἐλέχθη, κ. βουλευταί, καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ μᾶς προσεφέρθη ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν γνωστὴν δήλωσιν τοῦ Λένοξ Μπόϋντ, περὶ διχοτομήσεως. Ἠρώτησεν ὁ κ. Παπανδρέου τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διατί, ἀφοῦ δὲν περιείχετο εἰς τὸ κείμενον, καὶ ἀφοῦ σᾶς ἐγένετο μία δήλωσις, δὲν ἐδέχεσθο τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ, ἀποκρούοντες τὴν δήλωσιν; Ἀφ’ ἧς ἐδεχόμεθα τὴν δήλωσιν τῶν Βρεταννῶν, ὅτι τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ ἀπετέλει συνάρτησιν τῆς δηλώσεως αὐτῆς, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Συντάγματος Ράντκλιφ ἐσήμαινε κατ’ ἀνάγκην ἀποδοχὴν κατ’ ἀρχὰς καὶ τῆς λύσεως τῆς διχοτομήσεως καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποδεκτόν.
§47Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινήν μου ὁμιλίαν δὲν προέβην εἰς πλήρη ἀνάλυσιν τοῦ συντάγματος Ράντκλιφ, ἀλλ’ ἁπλῶς δύο μόνον σημεῖα αὐτοῦ ἐπεσήμανα. Ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐπισημάνω ἕνα ἀκόμη σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπεδείκνυε τὴν ἀδυναμίαν τοῦ συντάγματος ἐκείνου. Ὑπῆρχεν ἕνα ἄρθρον τοῦ συντάγματος ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ κηρύξῃ τὴν νῆσον εἰς κατάστασιν ἀνάγκης καὶ νὰ ἀναστείλῃ τὸ σύνταγμα. Βλέπετε, λοιπόν, ποῦ ἠδύνατο νὰ καταλήξῃ τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο.
§48Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, αὐταὶ ἦσαν αἱ δύο κυριώτεραι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ ἀγγλικῆς πλευρᾶς, πρὸ τοῦ σχεδίου Μὰκ Μίλλαν. Ἄλλαι προτάσεις δὲν ἐγένοντο. Ἀρνήσεις εἴχομεν. Προτάσεις δὲν εἴχομεν ἄλλας. Κατὰ τὴν πάροδον, ὅμως, τοῦ χρόνου, ἐγένετο καὶ ἡ πρότασις Μὰκ Μίλλαν. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἀπετέλει σαφῆ ἐκδήλωσιν τῆς Βρεταννικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία τοῦτο εἶχεν ὡς περιεχόμενον. Ἐδημιούργει μίαν αὐτοκυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ἐν αὐτῇ σαφῶς τὰς προϋποθέσεις τῆς διχοτομήσεως, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν τὰ πράγματα ἐξειλίσσοντο πρὸς ἄλλην λύσιν, θὰ ἀπετέλουν τὴν βάσιν τῆς ὁριστικῆς πολιτικῆς διχοτομήσεως τῆς νήσου. Αὐτὸ ἦτο τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν τοῦ σχεδίου Μὰκ Μίλλαν. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ διχοτόμησις, ἴσως, νὰ ἦτο ἡ καλυτέρα λύσις ἀπὸ τὴν σημερινήν. Δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἐλέχθη σοβαρῶς. Ἀπετέλει μᾶλλον ἕνα σχῆμα λόγου, διότι ἐπὶ τῆς αὐτῆς νήσου ἡ ὕπαρξις Τουρκικοῦ καὶ Ἑλληνικοῦ Κράτους θὰ ἐσήμαινε συνεχεῖς προστριβάς, συνεχῆ ἀγῶνα, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς ψυχολογικῆς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὰ δύο αὐτὰ τμήματα θὰ εἶχον δημιουργηθῆ. Κύριοι, τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν ἦτο, ὅπως σᾶς εἶπον, ἡ ζωηροτέρα ἔκφρασις τῆς ἀρχῆς τοῦ διήρει καὶ βασίλευε. Ὅταν, ὅμως, τὰ πράγματα εἶχον φθάσει εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἔλαβον χώραν δύο σημαντικὰ γεγονότα. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ δήλωσις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, ὅτι προτείνει τὴν λύσιν τῆς ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας. Καὶ ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι, ἀσφαλῶς, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, ὅταν ἔκαμε τὴν δήλωσιν αὐτήν, δὲν ἤθελε νὰ ἐμπαίξῃ τοὺς Βρεταννούς, οὔτε νὰ στήσῃ Δούρειον Ἵππον. Ὅταν μετέβαλε τὴν γραμμήν, ἀπὸ τὴν Ἕνωσιν εἰς τὴν ἠγγυημένην ἀνεξαρτησίαν, καὶ ὡμίλει περὶ αὐτῆς, ἠννόει κἄτι ποὺ διέφερεν ἀπὸ τὴν ἕνωσιν. Ἐπακόλουθον αὐτῆς τῆς δηλώσεως ὑπῆρξεν, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐγκατέλειψαν τὴν ἀρχὴν τῆς διχοτομήσεως καὶ οὕτως ἐδημιουργήθη ἡ προϋπόθεσις, ἡ μόνη δυνατὴ προϋπόθεσις νὰ ὑπάρξῃ συνεννόησις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Δηλαδή, ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς, αἱ δύο αὐταὶ χῶραι ἐγκατέλειψαν τὰς ἀκραίας αὐτῶν θέσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξεκίνησεν ἡ συμφωνία τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ συμφωνία, τῆς μὲν Ζυρίχης, εἶναι τριμερής, τοῦ δὲ Λονδίνου εἶναι πενταμερής. Θὰ ἤθελον νὰ ὑπομνήσω —καὶ νὰ μὲ συγχωρήσητε διότι κάμνω αὐτὴν τὴν ὑπόμνησιν— νὰ ὑπομνήσω, ὅτι εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας συζητῶμεν ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν, ὡς ἐὰν τὰς συμφωνίας αὐτὰς νὰ τὰς εἶχεν ὑπογράψει ἡ Ἑλλάς, ἡ Μεγάλη Βρεταννία καὶ ἡ Τουρκία, χωρὶς τὴν θέλησιν τῶν Κυπρίων.
§49Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα ποὺ τίθεται.
§50Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Αὐτὸ δὲν εἶναι θέμα, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ, παρὰ μόνον ἐὰν ἀμφισβητήσητε σεῖς τὴν ἀξίαν τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Μακαρίου.
§51Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἤθελον, αὐτὴν τὴν στιγμήν, νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον θίγεται τὸ θέμα, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀπ’ ὅ,τι ἐδιάβασα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος ἐκρατεῖτο ἐνήμερος εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς τῶν διαπραγματεύσεων τῆς Ζυρίχης. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανῆλθεν ἐκ Ζυρίχης, ἔθεσεν ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τὰ κείμενα ἢ ἔλαβε, διὰ πρώτην φοράν, γνῶσιν τῶν κειμένων εἰς τὸ Λονδῖνον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος;
§52Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, ἐτηρήθη ἐνήμερος καθ’ ὅλας τὰς φάσεις τῶν διαπραγματεύσεων. Καί, δύο ἡμέρας πρὶν ἀναχωρήσω διὰ τὴν Ζυρίχην, εἶχον συνεργασίαν μαζί του καὶ μὲ τὸν Μητροπολίτην Ἄνθιμον, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐπὶ τούτῳ ἐκ Κύπρου. Εἶχε καθορισθῆ ἡ γραμμή, ἡ ὁποία θὰ ἠκολουθεῖτο. Δεύτερον, ὅταν ἐπανῆλθον ἀπὸ τὴν Ζυρίχην, τὴν πρώτην ἑσπέραν τὸν ἐνημέρωσα προφορικῶς καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι ἱκανοποιημένος. Τὴν δὲ ἐπαύριον τὸν ἐκάλεσα, παρισταμένων τριῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἔθεσα ὑπ’ ὄψιν του τὰ κείμενα καὶ ἐλέχθη ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, ὅτι εἶναι σύμφωνος ἐπὶ τῶν κειμένων. Τότε ἐπροχώρησα εἰς τὴν πενταμερῆ, διότι δὲν εἶχον καμμίαν διάθεσιν νὰ πάω, εἰς περίπτωσιν μὴ συμφωνίας. Μετὰ τὴν συζήτησιν, εἶπεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, ὅτι τὰς δέχομαι, ἠμπορεῖ, βεβαίως, ἐκεῖ νὰ κάμω μίαν προσπάθειαν εἰς τὰ παρασκήνια ἀκόμα, νὰ ἐπιδιώξω βελτίωσιν, ἀλλὰ δηλῶ, ὅτι τὰς δέχομαι. Αὐτὰ σᾶς δηλώνω ἐπισήμως, εἶναι ἱστορικὰ καὶ εἶναι διατυπωμένα εἰς τὰ πρακτικά. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἐζήτησε μίαν διευκρίνησιν. Καὶ ἦτο ἀναγκαῖον, πράγματι, νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διευκρίνησις, τόσον διὰ τὴν ἐνημέρωσιν τῆς Βουλῆς, ὅσον καὶ εἰς ἀπάντησιν ὅλων τῶν ὁμιλησάντων χθὲς καὶ σήμερον.
§53Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἡ ἐρώτησίς μου, εἶναι ἡ ἑξῆς. (Θόρυβος).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Δὲν δέχεται ἄλλας διακοπάς, ὁ κ. ὑπουργός.
§55Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Θὰ σᾶς διηυκόλυνα, κύριε ὑπουργέ...
§56Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι δὲν ὑφίσταται θέμα.
§57Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δι’ ἐμένα παραμένει ἀνοικτὸν τὸ θέμα. Θέλομεν νὰ διευκρινισθῇ, διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§58Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν περὶ πιέσεων ἐπὶ τῆς Ἐθναρχίας. Ἐφ’ ὅσον ὁ Κυπριακὸς λαὸς ἔχει ἀναγνωρίσει αὐτὰς τὰς συμφωνίας καὶ τὰς ἀποδέχεται, ποῖος δύναται νὰ τὰς ἀμφισβητήσῃ; (Χειροκροτήματα).
§59Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Εἰς τὸ Ἔθνος, εἰς τὴν Ἑλλάδα. (Θόρυβος).
§60Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ἐτόνισα ἐξ ἀρχῆς, ὅτι αἱ συζητήσεις διὰ τὰς ἐπὶ μέρους διαφωνίας, εἰς τὰς ὁποίας παρετηρήθη μία σύμπτωσις γνωμῶν ὅλων τῶν ἀξιοτίμων ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔπρεπε νὰ γίνουν, ἀφοῦ εἶχε προηγηθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν βασικῶν ἀρχῶν. Αἱ συμφωνίαι τὰς ὁποίας ὑπεγράψαμεν, ἔχουν ὡρισμένα θεμέλια, τὰ ὁποῖα σεῖς θὰ κρίνετε, ἐὰν εἶναι καλὰ ἢ κακά. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ καθορίσωμεν. Πρῶτον θεμέλιον καὶ πρώτη ἀρχὴ εἶναι, ὅτι ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, τὴν λύσιν τῆς ἀνεξαρτησίας, ὡς ἐδόθη, ὡς μίαν καλὴν λύσιν. Ἑπομένως, ἐπροχωρήσαμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν αὐτῶν τῶν συμφωνιῶν, μὲ τὴν εἰλικρινῆ πρόθεσιν νὰ σταθῶμεν εἰς τὴν λύσιν τῆς ἀνεξαρτησίας. Ὅσοι δὲν ἤθελον, πράγματι, τὴν ἀνεξαρτησίαν, λόγῳ τῆς πολιτικῆς των τοποθετήσεως καὶ τῶν γενικωτέρων ἀντιλήψεών των καὶ τὴν ἤθελον, μόνον, διὰ νὰ τὴν θέσουν ὡς Δούρειον Ἵππον καὶ διὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν, δι’ αὐτῆς εἰς τὴν ἕνωσιν, ἀσφαλῶς πρέπει νὰ διαφωνήσουν μαζί μας. Ἀλλὰ τόσον ἀφελεῖς εἶναι καὶ οἱ Τοῦρκοι καὶ οἱ Βρεταννοί, ὥστε νὰ μᾶς ἀφήνουν νὰ συζητῶμεν περὶ λύσεως ἀνεξαρτησίας, ἡ ὁποία ἀπετέλει τὸν προθάλαμον τῆς ἑνώσεως, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἀπέκρουον; Εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς φαντασθῆτε τόσον ἀφελεῖς, ὥστε νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἀνεξαρτησίας, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνεξαρτησίας, ὡς συνωνύμου μὲ τὴν ἕνωσιν καὶ αὐτοὶ νὰ μᾶς παρακολουθοῦν; Ὅσοι, ἑπομένως, ἐδέχοντο, ὅτι ἡ λύσις τῆς ἀνεξαρτησίας εἶναι κἄτι διαφορετικὸν ἀπὸ τὴν λύσιν τῆς ἑνώσεως, τότε αὐτοὶ ὤφειλον, ἐν καλῇ πίστει, τιμίως καὶ εἰλικρινῶς νὰ συμφωνήσουν καὶ εἰς τὰς συμφωνηθείσας ἐγγυήσεις. Τὴν λύσιν τῆς ἀνεξαρτησίας, δεδικαιολογημένως τὴν ἐγγυᾶται τὸ πολίτευμα τῆς Κύπρου. Αἱ ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὰς ὁποίας ὅλοι οἱ προλαλήσαντες βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐτόνισαν ὡς μίαν παραβίασιν τῆς ἐλευθερίας, ὡς κἄτι τὸ ἀπαράδεκτον, εἶναι ἡ λογικὴ συνέπεια τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀρχῆς τῆς ἀνεξαρτησίας. Δὲν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνεξαρτησίας —ἐὰν θέλετε τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνεξαρτησίας ὡς Δούρειον Ἵππον— διὰ νὰ ὁδηγηθῆτε εἰς τὴν ἕνωσιν. Ἔχετε δίκαιον νὰ διαφωνῆτε καὶ μὲ τὰς ἐγγυήσεις. Ὅσοι δέχονται, ὅμως, καὶ ἐνδιαφέρονται τιμίως καὶ εἰλικρινῶς, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διὰ τὴν λύσιν αὐτὴν τῆς ἀνεξαρτησίας, τότε δι’ αὐτοὺς αἱ παρεχόμεναι ἐγγυήσεις διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ἀνεξαρτησίας, δὲν ἀποτελοῦν ἀντίφασιν, ἀποτελοῦν συνέπειαν. Ἡ δευτέρα ἀρχή, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ πολίτευμα τῆς Κύπρου, εἶναι ἡ ἀρχή, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ δημοκρατικὴ ἰσότιμος μεταχείρισις παντὸς ἀτόμου, παντὸς πολίτου ἐν Κύπρῳ, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐθνικότητος εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ ἀρχὴ πρέπει νὰ διαφυλαχθῇ. Γνωρίζω πολὺ καλά, ὅτι οὔτε ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ποτὲ ἠμφισβητήθη ὅτι, ἐὰν ἐγένετο ποτὲ ἐλευθέρα κυπριακὴ πολιτεία, ἀκόμη καὶ ἀπολύτως Ἑλληνική, θὰ ἠμφισβήτει τις τὴν ἀξίωσιν τῶν ἐκεῖ διαβιούντων Τούρκων καὶ Μαρωνιτῶν, νὰ ἀπολαύουν ἴσης μεταχειρίσεως καὶ ἴσης προστασίας ἔναντι τοῦ νόμου. Ἑπομένως, ἐὰν σήμερον, μετὰ τὸν πόλεμον, ὁ ὁποῖος προεκλήθη, μετὰ τὴν δυσπιστίαν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη δι’ αὐτὴν τὴν ἄνισον μεταχείρισιν, ἐζητήθησαν ἔμπρακτοι ἐγγυήσεις, αὐτὸ ἀποτελεῖ συνεπῆ καὶ φυσικὴν ἐξέλιξιν τῶν πραγμάτων.
§61Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ διακόψω, διὰ νὰ εἶναι νοηταὶ καὶ αἱ ἀντιρρήσεις μας. Ὑπάρχει πάντοτε ἕνα σημεῖον, πέραν τοῦ ὁποίου ἡ ποσότης μεταβάλλεται εἰς ποιότητα. Αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι δίδονται εἰς τὰς μειονότητας, εἶναι παγκοίνως γνωσταί, διότι μειονότητες δὲν ὑπάρχουν μόνον εἰς τὴν Κύπρον. Ἀλλὰ ἐδῶ, διὰ νὰ δώσητε τάχα ἐγγυήσεις, ἐδώσατε τὴν ἰσοτιμίαν καὶ τὸ
ΒΕΤΟ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐρώτησις, εἶναι κρίσις. Προχωρήσατε, κύριε ὑπουργέ, παρακαλῶ.
§63Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Μὴ μοῦ καταπατῆτε τὰ φιλοσοφικά μου οἰκόπεδα. Ἡ ἀλλαγὴ τῆς ποσότητος εἰς ποιότητα, εἶναι μέγα θέμα καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ τὴν συζητοῦμεν ἐδῶ. Τρίτη βάσις, εἶναι ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ συνεργασία καὶ φιλία. Ἡ λύσις μας, πράγματι θεμελιοῦται ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶπεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι ἡ βάσις αὐτὴ εἶναι σαθρά. Εἰς αὐτὸ νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ, νὰ ἐκφράσω ἀπόλυτον διαφωνίαν. Πιστεύω, ὅτι μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ὑπὸ τὰς σημερινὰς πράγματι συνθήκας, ὑπάρχουν κοινὰ οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ συμφέροντα ὑψίστης σημασίας, ὅτι ἡ σχέσις καὶ ἡ συνεργασία αὐτὴ τῶν λαῶν ἀποτελεῖ μίαν ἀναγκαιότητα, ἡ ὁποία, ἀπὸ 30ετίας, ἐπιβεβαιώνεται συνεχῶς, παρ’ ὅλας τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας εἶχεν αὐτὴ ἡ συνεργασία καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι πλὴν τοῦ Κόμματος τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, τὸ ὁποῖον, λόγῳ τῆς γενικῆς του πολιτικῆς τοποθετήσεως, θὰ διαφωνῇ εἰς αὐτήν, οὐδὲν ἄλλο κόμμα τῆς ἐθνικόφρονος ἀντιπολιτεύσεως, αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς φιλίας, τὴν ἀμφισβητεῖ. Γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ὡς μόνιμον στοιχεῖον τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς, θεμελιώνομεν αὐτὸ τὸ περίφημον πολίτευμα τῆς Κύπρου. Ὅσοι τὴν φιλίαν αὐτὴν τὴν ἐπιδοκιμάζουν, δὲν δύνανται νὰ μᾶς μεμφθοῦν, διότι ἐστηρίξαμεν τὸ πολίτευμα τῆς Κύπρου ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως. Δύνανται νὰ μᾶς μεμφθοῦν, οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἔχουν μίαν διάφορον ἀντίληψιν. Ἐάν, κύριοι, αὐταὶ αἱ τρεῖς ἀρχαί, ἡ ἀρχὴ τῆς εἰλικρινοῦς ἀποδοχῆς τῆς ἀνεξαρτησίας, ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοτίμου προστασίας παντὸς πολίτου καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς φιλίας, γίνουν δεκταί, πιστεύσατέ με, ὅτι ὅλα τὰ ἐν τῷ Συντάγματι ἀποτελοῦν μίαν λογικὴν συνέπειαν. Ἤκουσα πολλὰς κρίσεις διὰ τὰς λεπτομερείας τοῦ Συντάγματος. Ὑπὸ τὸ φῶς αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶπον μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, δὲν θὰ ἐξετάσω ὅλας τὰς ἐπικρίσεις, διότι δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω. Θέλω, ὅμως, νὰ ἐξάρω μερικὰ παραδείγματα. Φερ’ εἰπεῖν, ὁ ἀξιότιμος ἀντιπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὑπεστήριξεν, ὅτι αὐτὸς ὁ οὐδέτερος, ὁ ὁποῖος εἶναι Πρόεδρος τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαστηρίου, θὰ εἶναι αὐτοκράτωρ τῆς Κύπρου, παντός. Τὸ ἰσχυρότερον πρόσωπον, μέσα εἰς τὴν ὅλην διάρθρωσιν τῆς Κυπριακῆς πολιτείας.
§64Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ. Θὰ εἶναι ὁ Ἀβδοὺλ Χαμίτ.
§65Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ὅσον ὁ ἀγαπητός μας Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὁ κ. Σουλιώτης, εἶναι Ἀβδοὺλ Χαμίτ, ἄλλο τόσο θὰ εἶναι καὶ αὐτὸς διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Ἐδῶ ὑπῆρχεν ἕνα δικαστήριον ἀκυρωτικόν, ὡρισμένων πράξεων τῆς Διοικήσεως ἢ ὡρισμένων νόμων ἀντισυνταγματικῶν. Καὶ ὁρίζει αὐτὴ ἡ διάταξις, ὅτι λόγοι ἀκυρώσεων εἶναι δύο, περιοριστικῶς ὁ εἷς εἶναι ἡ σύγκρουσις ἁρμοδιοτήτων τῶν Κοινοτικῶν Βουλῶν καὶ τῆς Μεγάλης Βουλῆς καὶ ὁ δεύτερος εἶναι ἡ δυσμενὴς μεταχείρισις τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης Κοινότητος. Πρότασις καὶ αἴτησις ἀκυρώσεως, βάσει αὐτοῦ τοῦ νόμου, θεωρητικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν πολλὰς — ἐγὼ πιστεύω, ὅτι, ἐν τοῖς πράγμασι, θὰ ἔχωμεν ὀλίγας. Ἐάν, ὅμως, τηρηθῇ τὸ πνεῦμα τῶν συμφωνιῶν, θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως περιωρισμένη ἡ ἁρμοδιότης τοῦ ἀκυρωτικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ καὶ θὰ πρέπει μόνον τότε νὰ ἐπεμβαίνῃ, ὅταν πράγματι ὑπάρχῃ μία δυσμενὴς μεταχείρισις, εἴτε τοῦ Ἑλληνικοῦ, εἴτε τοῦ Τουρκικοῦ στοιχείου. Φέρ’ εἰπεῖν, ἐπιβάλλεται φόρος 100% εἰς τοὺς Τούρκους καὶ 50% εἰς τοὺς Ἕλληνας, τότε θὰ ἐπεμβαίνῃ τὸ ἀκυρωτικόν. Καὶ τί θὰ κάμῃ; Θὰ ἀκυρώσῃ τὸν νόμον ἢ τὴν πρᾶξιν διοικήσεως, ὅπως κάμνει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τίποτε ἄλλο. Διατί, λοιπόν, κάμνομεν λόγον περὶ αὐτοκρατορίας, κύριε Ἠλιοῦ;
§66Η. ΗΛΙΟΥ. Αὐτὸ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθητε, εἶναι, νομίζομεν, ἀτυχές, διότι διὰ νὰ ἐπιβληθῇ ἕνας οἱοσδήποτε φόρος, χρειάζεται χωριστὴ πλειοψηφία Ἑλλήνων καὶ χωριστὴ πλειοψηφία Τούρκων. Διότι δὲν θὰ ἠμπορῇ τότε νὰ ἐπιβληθῇ ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαστηρίου.
§67Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐγὼ ἤθελον νὰ τονίσω τὸ περιωρισμένον αὐτοῦ τοῦ οὐδετέρου, ὁ ὁποῖος, ἄλλωστε, οὐδέτερος, ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν θὰ εἶναι κανένας ἐχθρὸς τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος, ἐπιβεβλημένος ἄλλοθεν. Ἡμεῖς θὰ συναινέσωμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσώπου αὐτοῦ. Θὰ εἶναι, ἑπομένως, πρόσωπον τῆς ἰδικῆς μας ἐγκρίσεως.
§68Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ. Ἔχετε καταλήξει.
§69Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Βεβαίως, ὄχι.
§70Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πιστεύω, συμφωνῶν ἀπολύτως μαζί σας, ὅτι θὰ εἶναι ἐλάχιστοι αἱ περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διαπιστωθῇ μεροληψία. Καὶ ἐὰν ἀκόμη εἰς τὴν ἀρχὴν θὰ εἶναι πολλαί, δεδομένου ὅτι τὸ Ἀνώτατον αὐτὸ Δικαστήριον δὲν θὰ τὰς κάμῃ δεκτὰς καὶ θὰ ὑπάρξῃ σχετικὴ νομολογία, ἔπειτα θὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς εἰς τὸ ἐλάχιστον. Καὶ μόνον τὸ γεγονός, ὅτι δὲν εὑρίσκετε σεῖς, ὁ ἴδιος κ. Τσάτσο, ἄλλην περίπτωσιν, παρὰ μόνον ἐκείνην, τὴν ὁποίαν, ὀρθῶς ἀπέκρουσεν ὁ κ. Ἠλιοῦ, ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς, τὴν περίπτωσιν τῆς φορολογίας καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι δυσμενὴς καὶ ἂν σκεφθῇ κανεὶς περιπτώσεις μεροληψίας εὐκόλως, ἀλλὰ μόνον εἰς περίπτωσιν μεροληψίας θὰ εἶναι δυνατὸν τὸ δικαστήριον αὐτὸ νὰ κινηθῇ.
§71Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Στεφανόπουλον, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν θὰ τὸν ἀποφασίζῃ αὐτὸς ὁ οὐδέτερος. Μά, κύριοι, διατὶ τὰ λέγομεν αὐτά; Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἕνας τυπικὸς νόμος. Ἐὰν αὐτὸς ὁ τυπικὸς νόμος πράγματι περιέχῃ, εἴτε παράβασιν τοῦ κύκλου ἁρμοδιότητος τῆς ἑνιαίας Βουλῆς ἢ μίαν δυσμενῆ μεταχείρισιν κἄποιας Κοινότητος, τότε δύναται αὐτὸ τὸ εἰδικὸν ἄρθρον ἢ τὸ εἰδικὸν σημεῖον τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἀκυρωθῇ. Εἶναι αὐτὸ τόσον τρομερόν; Μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν, ὄχι ὅτι τὸ ἐπικρίνετε, διότι ἠμπορεῖ νὰ τὸ θεωρῆτε σφάλμα καὶ ἡ ἄποψίς σας εἶναι σεβαστή, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δίδετε τὴν ἐντύπωσιν διὰ τῶν λόγων σας, ὅτι αὐτὴ ἡ ἁρμοδιότης του οὐδέποτε εἶναι τόσον μεγάλη, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν εἶναι σαφῶς προσδιωρισμένη καὶ περιωρισμένη. Ὁ ἀγαπητὸς κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, εἶπεν, ὅτι ἡ πλειοψηφία εἶναι ὁμότιμος τῆς μειοψηφίας. Ἐγὼ εἶμαι βραδύνους ρήτωρ καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμνω χτυπητὰς φράσεις, πρέπει νὰ εἶμαι πολὺ ἁπλοῦς. Ἰδού, ποῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια, κύριε Τρισιμῶκο. Ὁμότιμος εἶναι ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία εἰς τὰ κοινοτικὰ ζητήματα, διότι αὐτὰ τὰ ἀποφασίζουν χωριστὰ καὶ τὰ ψηφίζουν ἀπολύτως. Ἑπομένως, τύποις εἶναι ὁμότιμος. Ἀφήνω ἐάν, ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς, θὰ εἶναι ὁμότιμοι. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Θὰ ἴδωμεν τώρα, ποία εἶναι ἡ σχέσις τῆς πλειοψηφίας καὶ ποία τῆς μειοψηφίας. Ἡ θετικῶς ἐνεργοῦσα βούλησις τῆς Πολιτείας, εἶναι μόνον ἡ πλειοψηφία. Ἡ μειοψηφία εἶναι ἡ ἀρνητικῶς ἐνεργοῦσα βούλησις εἰς ὡρισμένας περιωρισμένας περιπτώσεις καὶ μόνον.
§72Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Οὔτε εἰς τὰς Κοινοτικὰς Βουλὰς θὰ εἶναι ὁμότιμος. Ἡ Κοινοτικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων θὰ ἐπιλύῃ τὰ 80% τῶν περιπτώσεων, ἡ δὲ Κοινοτικὴ Βουλὴ τῶν Τούρκων θὰ ἐπιλύῃ τὰ 20% τῶν περιπτώσεων.
§73Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Πάντως ἀπορῶ, πῶς, ἔγκριτοι νομομαθεῖς, δὲν ἐσκέφθησαν τοῦτο. Ἐδῶ ὑπάρχει κάθε εὐχέρεια νὰ γίνῃ ἀντιπολίτευσις, χωρὶς νὰ ξεχνῶμεν καὶ τὰ νομικά μας. Εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν, ἡ πλειοψηφία δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ δαμασθῇ ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν. Ἡ πλειοψηφία δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της, ἀπολύτως μὲν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, εἰς ἄλλας δὲ περιπτώσεις ἔχει ἡ μειοψηφία τὴν εὐχέρειαν ἁπλῶς νὰ ἀνατρέψῃ τὴν βούλησιν τῆς πλειοψηφίας, χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἰδικήν της.
§74Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ συγκροτηθῇ, ἔχει ἀριθμὸν 500 βουλευτῶν καὶ 8 ἐξ αὐτῶν, Τοῦρκοι βουλευταί, εἴπουν ὄχι, δύνανται νὰ ματαιώσουν ἐπ’ ἄπειρον τὴν ψήφισιν οἱουδήποτε οἰκονομικοῦ νόμου, ναὶ ἢ ὄχι;
§75Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου, θὰ ἀπαντήσω μετ’ ὀλίγον, διότι, ἐὰν ἀπαντήσω τώρα, θὰ διακόψω τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών μου. Εἰς ποίας ἀποφάσεις ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀνασταλῇ ἡ βούλησις τῆς πλειοψηφίας. Ἅμα τὴν ἐξετάσητε, θὰ ἴδητε, ὅτι ἔχει τρία χαρακτηριστικά. Αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι προβάλλουν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνεξαρτησίας, αἱ ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι προσβάλλουν τὴν ἀρχὴν τῆς δικαίας μεταχειρίσεως τῶν δύο Κοινοτήτων καὶ αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν πράγματα εἰς τὴν ἑλληνοτουρκοκυπριακὴν συμμαχίαν. Ἐκεῖ ὑπάρχει μία δυνατότης νὰ λάβῃ χώραν ἄσκησις τῆς θελήσεως τῆς ἀρνητικῆς τῆς μειοψηφίας, ἔναντι τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλὰ ἔρχομαι τώρα εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μαῦρος. Ὑπάρχουν ὡρισμέναι περιπτώσεις, λέγουν οἱ ἀμφισβητοῦντες αὐτὰς τὰς συμφωνίας, ὅπου θὰ ὑπάρξῃ δυσχέρεια λειτουργίας τοῦ Κράτους, διότι ἑπτὰ Τοῦρκοι βουλευταὶ θὰ σταματοῦν τὴν ψήφισιν οἱουδήποτε νόμου. Τί θὰ γίνῃ τότε; Ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν. Ἐὰν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ Τουρκικοῦ στοιχείου ὑπάρξῃ καλὴ πίστις καὶ συνεργασία, τότε ὅλα αὐτά, τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ εἴπατε, δὲν εὐσταθοῦν. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ καλὴ πίστις, ἀλλὰ κακή, τότε οὔτε αὐτὸ τὸ Πολίτευμα, ἀλλὰ οὔτε κανένα Πολίτευμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ, καὶ ἑπομένως ἡ κριτικὴ δὲν ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ Πολίτευμα, ἀφορᾷ ὅλα τὰ Πολιτεύματα, ὅπου θὰ ὑπάρχῃ συνεργασία τῶν δύο Κοινοτήτων.
§76Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἡ διάταξις εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτήν, ἀποτελεῖ μίαν νάρκην εἰς τὸ νέον Πολίτευμα καὶ ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ κατὰ τὴν τελικὴν διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος. Ὑποθέσατε, ὅτι εἰς τὴν Κύπρον θὰ λειτουργήσουν, βεβαίως, καὶ θὰ ὑπάρξουν Κόμματα καὶ ὅτι οἱ ἑπτὰ αὐτοὶ Τοῦρκοι βουλευταί, εἶναι κομμουνισταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ ἀνατρέψουν τὸ Πολίτευμα. Ἐὰν θὰ δύνανται αὐτοὶ οἱ ἑπτὰ βουλευταὶ νὰ πράξουν τοῦτο, εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθοῦν μέτρα, κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§77Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ σημερινὴ κάθετος τομὴ μεταξὺ τῶν δύο Κοινοτήτων ὑποχωρήσῃ εἰς ἄλλου εἴδους τομάς, μέσα εἰς τὴν σύνθεσιν τῆς κοινωνικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς ἐν Κύπρῳ, εἶναι ἄπειρα τὰ θέματα ποὺ θὰ δημιουργηθοῦν μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τότε, τὰ ὅσα ἐπικρίνετε, θὰ χάσουν τὴν σημασίαν των.
§78Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁ ἀγαπητός μου κ. ὑπουργὸς μὲ προκαλεῖ αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τοῦ ἀπαντήσω. Ἤθελα νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Μία ἀπὸ τὰς χειροτέρας σκέψεις τῶν κατασκευαστῶν τοῦ Συντάγματος, εἶναι καὶ αὐτή, τὴν ὁποίαν, ἐνῷ σεῖς, προηγουμένως, εἴπατε ὅτι, ἐὰν δὲν θὰ ὑπάρξῃ καλὴ πίστις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καὶ Πολίτευμα. Ὄχι, κύριε ὑπουργέ. Ἐδῶ, εἰς τὸν τόπον αὐτόν, μεταξὺ Ἑλλήνων, ἔχει ἐπανειλημμένως ἀποδειχθῆ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ συνεργασία κομμάτων, συναρχηγία εἰς τὸ ἴδιον Κόμμα, Κυβέρνησις οἰκουμενική, ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως ὑπονομεύονται, καὶ τὸ Κράτος προχωρεῖ, ἐκτὸς ἐὰν δεχθῆτε, ὅτι οἱ Κύπριοι δὲν εἶναι Ἕλληνες. Πάντως εἶναι γεγονός, ὅτι θὰ ἔχωμεν περιστατικὰ καὶ περιπτώσεις διαφωνιῶν καὶ διενέξεων μὲ τὸ Τουρκικὸν στοιχεῖον. Διότι ἀναφέρατε προηγουμένως, ὅτι ἐὰν εἶναι ἐκ τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι θὰ φέρουν ἀντίρρησιν, θὰ εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον θὰ δείξῃ τὴν ἔλλειψιν καλῆς πίστεως. Ἕλληνες ἀπὸ ἐδῶ, Τοῦρκοι ἀπὸ ἐκεῖ. Ἀσφαλῶς θὰ παρατηροῦνται τοιαῦτα πράγματα. Ἡμεῖς, χωρὶς νὰ εἴμεθα ὑπερβολικοί, εἴμεθα πάντως ρεαλισταί, κύριε ὑπουργέ.
§79Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Δὲν σᾶς λέγω πλέον ρεαλιστήν, σᾶς λέγω κρυπτορεαλιστήν, διότι ἀνεπτύξατε ἰδεολογίας, τὰς ὁποίας ἄλλοτε δὲν ἀνεπτύσσατε. Ἡ κακὴ θέλησις τῶν δύο Κοινοτήτων, ἔχει αὐτὴν τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι δὲν θὰ ἔχουν συμφέρον οἱ ἐν Κύπρῳ διαβιοῦντες Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι νὰ προοδεύσῃ καὶ νὰ ζήσῃ αὐτὸς ὁ τόπος. Ἐὰν αὐτὸ τὸ συμφέρον δὲν ὑπάρξῃ, τότε ἀσφαλῶς κανένα Πολίτευμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ σώσῃ τὴν Κύπρον ἀπὸ τὰ ὅσα προλέγετε.
§80Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς κάμω κἄποιαν ἐρώτησιν, ἐπειδὴ ἔχω κἄποιαν πεῖραν, διότι ἔζησα εἰς καθεστὼς αὐτονομίας, εἰς τὴν Κρήτην. Ἐκεῖ, οἱ Τοῦρκοι μὲ τοὺς Ἕλληνας, ἔζησαν χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθοῦν αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις. Εἰς τὸν λόγον μου τῆς παρελθούσης Τετάρτης, εἶπον, ὅτι καὶ μόνον ἡ παρουσία τῶν ἀγγλικῶν στρατευμάτων θὰ ἦτο ἐγγύησις. Πῶς, λοιπόν, λέγετε, ὅτι χρειάζονται αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις; Καὶ τὸ τέταρτον, ἐὰν ὑπῆρχε, ἦτο ἀρκετόν.
§81Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν διακοπήν, διότι καὶ ἐγὼ προβλέπω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξουν δυσχέρειαι, καὶ ὅπως εἰς τὴν Κρήτην, θὰ διαβιώσουν καὶ ἐκεῖ Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι ὁμαλῶς. Ἤθελον νὰ κάμω μερικὰς παρατηρήσεις. Καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἀγορεύσεων τῶν ρητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διεπίστωσα, ὅτι ἐγένετο κἄποια σύγχυσις, ἡ ὁποία πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀκουσία. Ἐγένετο σύγχυσις ἐκείνων τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι συγγενῆ καὶ συμφυῆ μὲ τὴν διάρθρωσιν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, μὲ ἐκεῖνα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς τὴν σύνταξιν τῆς Κυπριακῆς Πολιτείας. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ἐπικρίνετε διὰ τὰ δεύτερα, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ἐπικρίνετε διὰ τὰ πρῶτα. Ἠμπορεῖτε, ὡς ἀντιπολίτευσις, νὰ κάμετε καὶ κἄποιαν σύγχυσιν, ἀλλὰ ἠμποροῦμεν καὶ ἡμεῖς νὰ σᾶς ἀποδείξωμεν, ὅτι ἄλλα ἐλαττώματα εἶναι συμφυῆ καὶ ἄλλα πρόσθετα, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀφοῦ ἔκαμεν αὐτὴν τὴν σύγχυσιν, ἐξῆρε καὶ τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν οἱ Τοῦρκοι καὶ οἱ Βρεταννοὶ ἀπὸ αὐτὰς τὰς συμφωνίας. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἡ ἀντιπολίτευσις, προσφέρει δι’ αὐτοῦ μίαν ὑπηρεσίαν, διότι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα λέγονται, θὰ βοηθήσουν τὰς Κυβερνήσεις τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας νὰ ἐπιτύχουν αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλουν. Δηλαδή, νὰ εἴπουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὰ Κοινοβούλιά των, ὅτι ἐπετύχομεν πλεονεκτήματα καὶ πρέπει νὰ ἐγκρίνετε τὰς συμφωνίας. Μάλιστα, μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν μία ἀρθρογραφία αὐτῶν τῶν ἡμερῶν τοῦ Τουρκικοῦ τύπου. Ἡ «Τζουμχουριέτ», ἡ «Οὐλοὺς» καὶ ἡ «Βατάν», πρόκειται περὶ τῶν ἐγκυροτέρων ἐφημερίδων τῆς Τουρκίας, κάμνουν αὐστηρὰν κριτικήν, διότι ἀπὸ τὰ σύμφωνα ὠφελοῦνται οἱ Ἕλληνες.
§82Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Ὑπάρχει ἐλευθεροτυπία ἐκεῖ; Ὑπῆρξα μαθητής σας καὶ ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ μοῦ ἀπαντήσητε, κύριε ὑπουργέ.
§83Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Τιμῶ ὅλους τοὺς συναδέλφους καὶ ἂν δὲν ἀπαντῶ εἰς διακοπάς, δὲν εἶναι διότι δὲν τοὺς τιμῶ, ἀλλὰ διότι θέλω νὰ περάνω τὸν λόγον μου τὸ ταχύτερον. Ἂς ἐξετάσωμεν τὶ ἐκέρδισαν οἱ Ἄγγλοι ἢ τί ἔχασαν οἱ Ἄγγλοι ἀπὸ αὐτὰς τὰς συμφωνίας. Μὲ ἐπρόλαβεν ὁ κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν γλαφυρότητα, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, μᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ Ἄγγλοι δὲν ἐξῆλθον ὠφελημένοι ἀπὸ αὐτὴν τὴν λύσιν, καὶ ὥρισε κατὰ τὸν ἰδικόν του τρόπον, τὰ ὅσα ἔχασαν ἀπὸ αὐτὰς τὰς συμφωνίας οἱ Ἄγγλοι. Ἐγώ, θὰ διετύπωνον κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ θέμα. Ἡ Ἀγγλία εἶχε τὴν κυριαρχίαν τῆς Κύπρου καὶ εἶχε εἰς τὰ χέρια της τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν, εἶχε ἑπομένως εἰς τὰ χέρια της δύο ἰσχυρὰ ὅπλα καὶ ἠμποροῦσε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικήν της. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχουν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν νικηταὶ καὶ ἡττημένοι. Ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ μὴ ὑπάρξῃ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν κανεὶς νικητὴς καὶ κανεὶς ἡττημένος. Ἀλλὰ τὸ ὅτι αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα δὲν τὰ ἔχει πλέον ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, εἶναι πραγματικότης. Ἂς ἴδωμεν τί κερδίζουν οἱ Τοῦρκοι. Ἐν συνεργασίᾳ μὲ τοὺς Βρεταννούς, ἡ Τουρκία εἶχε φθάσει νὰ ἔχῃ μίαν λύσιν συγκυριαρχίας, συγκυριαρχίας ἡ ὁποία, ἐφαρμοζομένου τοῦ σχεδίου Λένοξ Μπόϋντ, θὰ ὡδήγει εἰς διχοτόμησιν. Αὐτὰ τὰ ἐγκατέλειπεν ἡ Τουρκία, διὰ γενικωτέρους λόγους. Ἑπομένως, πῶς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ μόνον ὠφεληθέντες; Ἡ πραγματικότης εἶναι, ὅτι ὅλοι ἔχασαν καὶ ὅλοι ὠφελήθησαν, ἐκ τῆς κοινῆς συμφωνίας. Λέγουν, ὅτι ἡ Τουρκία ἀπέκτησε κυριαρχικὰ δικαιώματα, διότι ἁπλούστατα δημιουργεῖται τὸ κοινὸν στρατηγεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ κυριαρχίαν διὰ τῆς ἐπανόδου τῶν Τούρκων μὲ ἄνδρας.
§84Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Καὶ μὲ ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§85Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Καὶ ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ παράγοντος, εἰς τὸν στρατὸν καὶ παντοῦ, δὲν ἀποτελεῖ διαπίστωσιν ἀντίστροφον;
§86Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Εἶναι σοβαρὰ αὐτά...;
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαδημητρίου, δὲν εἶναι τρόπος αὐτὸς διακοπῆς εἰς τὸν κ. ὑπουργόν. Ἀνακαλεῖσθε εἰς τὴν τάξιν.
§88Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν πρέπει μὲ κάθε ἀντικειμενικότητα νὰ διαπιστώσῃ κανείς, τὶ ἐκέρδισαν καὶ τὶ ἔχασαν οἱ Ἕλληνες, ἐγὼ θὰ κάμω τὴν ἑξῆς διατύπωσιν: Ἡ Ἑλλὰς ἔχασεν ὅ,τι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κερδίσῃ πλέον ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας καὶ ἐκέρδισε τὰ περισσότερα ποὺ ἠδύνατο ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας. Δὲν ἐκέρδισε τὸ πᾶν, ἀλλὰ ἐδημιουργήθη μία ἐλευθέρα Κυπριακὴ πολιτεία, μὲ προέχοντα Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, ἡ ὁποία, ἂν καλῶς λειτουργήσῃ τὸ πολίτευμα, θὰ ζήσῃ μὲ τὴν προοπτικὴν μιᾶς πραγματικῆς εὐημερίας καὶ προκοπῆς. Βεβαίως, ἡ λύσις αὐτὴ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τοὺς ὁραματισμοὺς τῶν νέων, τῆς ἀνωρίμου νεότητος, τῆς ἐνθουσιώδους νεότητος καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα μειονέκτημα, τὸ ὁποῖον ἐπεσήμανεν ὁ κ. Μαρκεζίνης καὶ ὀρθῶς τὸ ἐπεσήμανεν. Ἀλλὰ δὲν ἐπεσήμανε καὶ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι εἶναι μία λύσις, ποὺ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ψύχραιμον στάθμισιν τῶν συμφερόντων, ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας. Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική, κύριοι, γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι εἶναι ὁ πικρότερος καρπὸς διὰ κᾶθε ἀσκοῦντα δημόσιον λειτούργημα. Πρέπει κανεὶς νὰ εἶναι ψύχραιμος, νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ἀντιστάσεως εἰς πολλοὺς πειρασμούς. Εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον δὲν προσιδιάζει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Δήμου — δυστυχῶς — καὶ δι’ αὐτὸ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν μεγάλην ἔκαμον ἐλάχιστοι Χῶραι καὶ ἐλάχιστα ὄργανα κρατικά. Ἡ Ρωμαϊκὴ Σύγκλητος, τὸ Βατικανόν, ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις καὶ ἴσως ἡ ἑπτασφράγιστος Κυβέρνησις τῆς Μόσχας. Κύριοι συνάδελφοι, πρὸ 62 ἐτῶν, ἀκριβῶς, αὐτὴν τὴν ἐποχήν, ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας...
§89Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Πότε ἐγεννήθητε;
§90Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Πρὸ 62, λοιπόν, ἐτῶν, ἐδονεῖτο ὁλόκληρος ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, ἀπὸ φωνήν: Ἕνωσις διὰ τὴν Κρήτην. Ὅσοι ἐτόλμουν τότε νὰ ἀρνηθοῦν τὴν ἕνωσιν, ἦσαν προδόται. Ἐδιώκοντο. Ὑπῆρχε, τότε εἰς τὴν ἐξουσίαν μία ἀσθενικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐσύρθη ἀπὸ τὸ πεζοδρόμιον καὶ παρασυρθεῖσα ἀπὸ τὸ πεζοδρόμιον, ὡδήγησε τελικῶς εἰς τὴν ταπείνωσιν 1897. Ἐὰν τότε ὑπῆρχε μία ἀτρόμητος ἡγεσία, ἐὰν ἡ ἡγεσία ἐκείνη εἶχε τὴν δύναμιν τῆς ἀντιστάσεως, ἐὰν ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ ἱστορικὰς εὐθύνας καὶ ἦτο ἱκανὴ νὰ πειθαρχήσῃ καὶ νὰ δαμάσῃ τὴν κατάστασιν, τότε, ἴσως, τὸ 1897, θὰ ἀπετρέπετο. Δὲν θέλω νὰ κάμω σύγκρισιν καὶ δὲν θέλω νὰ θίξω πρόσωπα. Ἀλλὰ ἀποτελεῖ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, εὐτυχῆ συγκυρίαν, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν κρίσιμον καμπὴν τῆς ἱστορίας μας καὶ ἡ Κυπριακὴ ἡγεσία καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἔδειξαν δύναμιν ἀντιστάσεως ἀπέναντι ὅλων ἐκείνων τῶν δεδικαιολογημένων μέν, ἀλλὰ ἐθνικῶς ἐπικινδύνων παρορμήσεων τοῦ πεζοδρομίου. Κατώρθωσεν, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, νὰ πειθαρχήσῃ τὴν κατάστασιν καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσῃ εἰς τὸν μόνον δρόμον, ὁ ὁποῖος προσφέρει ἀξιοπρεπῆ καὶ ἱκανοποιητικὴν διέξοδον ἀπὸ τὴν δύσκολον περίστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη. Κύριοι βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας, σεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ καταψηφίσητε τὰς προτάσεις μομφῆς, νὰ εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι καὶ ἱστάμενοι παράπλευρα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἐπιτελέσητε ἕνα ἔργον καλόν, θὰ ἀρθῆτε καὶ σεῖς καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ πράξετε, θὰ ἀρθῆτε ὑπεράνω τῶν ἀδυναμιῶν καὶ τῶν πειρασμῶν καὶ θὰ συμβάλλετε καὶ σεῖς εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν μιᾶς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὰ καλῶς νοούμενα συμφέροντα τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα).
§91Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐρωτῶν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν εἶναι ὥριμος, σήμερον, διὰ νὰ διευκρινίσω τὸ ὑπ’ ἐμοῦ χθὲς τεθὲν πρὸς αὐτὸν ἐρώτημα...
§92Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα, κύριε συνάδελφε, τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον ἐπεσημάνατε, ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἑλληνικοῦ καὶ γαλλικοῦ, εἶναι λάθος τυπογραφικόν. Ὡς πρὸς τὴν ἡμερομηνίαν τῆς δηλώσεως, εἶναι δήλωσις τῶν δύο ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν, κατόπιν τῶν συνεννοήσεων, τὰς ὁποίας εἴχομεν κάμει καθ’ ὅλον τὸ διάστημα μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μακάριον καὶ μὲ τὸν Μητροπολίτην Κιτίου Ἄνθιμον. Καὶ κατόπιν τῶν κειμένων τῆς Ζυρίχης, τὰ ὁποῖα εἴδατε, ἐκάμομεν ἡμεῖς εἰς τὸ Λονδῖνον τὴν δήλωσιν τὴν 17ην. Κατόπιν συνεννοήσεων, ἐκάμομε τὴν δήλωσιν τὴν 17ην. Ἡ δήλωσις ἐπανελήφθη ἐπισήμως καὶ ὑπογράφεται τὴν 19ην. Δι’ αὐτὸ εἰς ὡρισμένα κείμενα, ὅπως θὰ ἴδητε, μνημονεύεται ἡ δήλωσις τῶν δύο ὑπουργῶν μὲ τὴν ἡμερομηνίαν τῆς 17ης, ἡ δὲ κοινὴ δήλωσις, ἡ ὑπογραφεῖσα, διότι τότε ὑπεγράφη τὸ πρῶτον ἀπὸ τὰ πέντε μέλη, εἶναι τὴν 19ην.
§93Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Αἱ συμφωνίαι τῆς Ζυρίχης ὑπεγράφησαν τὴν 11ην Φεβρουαρίου. Ἡ 17η Φεβρουαρίου εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι ἡμέρα Τρίτη, τῆς διασκέψεως τοῦ Λονδίνου καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς τῆς δηλώσεως τὴν 17ην Φεβρουαρίου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀρχίζει ἡ διάσκεψις μὲ τὴν ἀποδοχὴν τῆς Βρεταννικῆς δηλώσεως. Τὸ γεγονὸς εἶναι βαρυσήμαντον, διότι εἰς τὴν Ζυρίχην διεπραγματεύοντο αἱ δύο Κυβερνήσεις, εἰς ὄφελος, ἢ εἰς βάρος δύο ἄλλων, αἱ ὁποῖαι δὲν συμμετεῖχον εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Ζυρίχης. Ὁ εἷς ἐκ τῶν ἄλλων ἦτο ἡ μεγάλη Βρεταννία —ἡ κατέχουσα δύναμις— καὶ ὁ ἄλλος ὁ Κυπριακὸς λαός. Εἰς τὸ Λονδῖνον ἀρχίζει ἡ διάσκεψις, ὅταν συμμετεῖχον ὅλοι. Καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς διασκέψεως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προσυπογράφει —δηλ. ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς— τὴν βαρυσήμαντον δήλωσιν τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, προσαρτωμένη εἰς τὰ Σώματα τῆς Ζυρίχης, συνιστᾷ διὰ πρώτην φορὰν τὴν συνθήκην. Δύο ἡμέρας μετὰ ταῦτα ὑπογράφει ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου. Ἐπειδὴ δὲ ἀκριβῶς ἐνεφιλοχώρησαν τὰ ὅσα ἠκούσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι δηλ. αἱ δύο αὐταὶ ἡμέραι ἦσαν κρίσιμοι, ἢ ἡμέραι μὴ συμφωνίας μεταξὺ Μακαρίου καὶ Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ νομίζω ὡσαύτως, ὅτι εἶναι παράδοξον καὶ πρωτότυπον νὰ ἀρχίζῃ διάσκεψις μὲ ἀμέσως τὴν ὑπογραφὴν τῶν σχετικῶν δηλώσεων ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν καὶ νὰ περαιοῦται μετὰ διήμερον, ὅτε καὶ μόνον ὑπογράφη ὁ Μακάριος. (Ἀλλὰ τότε τί σκοπὸν εἶχεν ἡ διάσκεψις;). Δι’ ὅλα ταῦτα φρονῶ, ὅτι ἡ χθεσινή μου παρατήρησις δὲν ὑπῆρξε λεπτολόγος τυπογραφική, ἀλλὰ οὐσιαστική.
§94Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπῆρξε λεπτολόγος τυπική, ἀλλὰ οὐσιαστικὴ ἐντελῶς ἡ παρατήρησίς σας. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι εἴπατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἰς τὴν Ζυρίχην συνήφθησαν ὑπὸ δύο, Συμφωνίαι εἰς βάρος, ἢ εἰς ὄφελος ἄλλων τριῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβές. Διότι, ὅπως εἶχα τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὸ Σῶμα προχθές, καὶ ὅπως ἐπανελήφθη καὶ σήμερον ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐτελούσαμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἐν πλήρει ὁμοφωνίᾳ καὶ συνεργασίᾳ στενῇ μὲ τὸν ἀνεγνωρισμένον ἐκπρόσωπον τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Αἱ συμφωνίαι τῆς Ζυρίχης συνεζητήθησαν μὲ πλήρη γνῶσιν τῆς οὐσίας των ἀπὸ τὴν Κυπριακὴν ἡγεσίαν. Αὕτη ἁπλῶς δὲν εἶχε γνῶσιν τῶν κειμένων μέχρι τῆς ὥρας ποὺ συνετάγησαν τὰ κείμενα, διότι τοῦτο ἦτο ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων ἀδύνατον. Ἐνημέρωσις ἔγινε προφορικῶς μὲν τὴν ἰδίαν ἑσπέραν τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβ)σεως, τὴν ἑπομένην δὲ αὐτὰ ταῦτα τὰ κείμενα ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, παρόντων δύο ἀνωτάτων διπλωματικῶν ὑπαλλήλων οἵτινες τὰ ἐπεξήγησαν. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι εἰς τὴν Ζυρίχην, ἔγινε συμφωνία ἐν ἀγνοίᾳ τριῶν. Ἀντιθέτως. Πέραν αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, εἴχομεν προειδοποιήσει αὐτὴν ὅταν εἴδωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἔδαφος συμπτώσεως γνωμῶν. Τῆς εἴπομεν τότε: Ἐὰν συμπέσουν αἱ γνῶμαι μας θὰ δεχθῆτε νὰ ἄρετε τὴν κυριαρχίαν; Ἡ δὲ δήλωσις τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως περιλαμβάνει τὸ μέγα, τὸ βασικὸν γεγονὸς τῆς ἄρσεως τῆς κυριαρχίας. Καὶ ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις ἰδική μας: Δεχόμεθα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θὰ ἤθελον νὰ ἐπισημάνω, καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ πολλὴ συζήτησις γίνεται, διατὶ ἡ Ἀγγλία ἐκράτησε τὰς δύο βάσεις. Ἡ Μεγάλη Βρεταννία ἔχει σήμερον ἕξη σημαντικὰς βάσεις καὶ πολλὰς ἄλλας μικροτέρας εἰς τὴν Κύπρον. Αἱ μεγάλαι της βάσεις εἶναι ἕξ. Κατόπιν συνεννοήσεως καὶ διαπραγματεύσεων συγκεντρώνει ἤδη τὰς τέσσαρας βάσεις εἰς τὰς ὑπολοίπους δύο καὶ διατηρεῖ τὴν κυριαρχίαν μόνον εἰς τὰς δύο. Περισσότερα, κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν. Αὐτὸ δυνάμεθα καὶ αὐτὸ φέρομεν εἰς τὴν κρίσιν σας. Ἀλλὰ εἴχομεν τὴν παγίαν πολιτικὴν ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἰδικήν μας, ὅτι τὰς βάσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς πάρωμεν καὶ ἂν ζητήσῃ νὰ τὰς κρατήσῃ θὰ τὰς ἀφήσωμεν. Καὶ ὅταν εὑρέθημεν πρὸ τῆς δηλώσεως, ἀντὶ τῆς κυριαρχίας ἐπὶ τοῦ συνόλου νὰ διατηρήσῃ τὰς δύο, ἐσπεύσαμεν νὰ ἀποδεχθῶμεν.
§95Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὸ κύριον Σῶμα βασικῆς διαρθρώσεως τῆς δημοκρατίας τῆς Κύπρου τῆς Ζυρίχης, ὑπάρχει μόνον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἕνα ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὑπαινίσσεται τὴν περίπτωσιν παραχωρήσεως βάσεων εἰς τὸ Ἡνωμένον Βασίλειον. Εἶναι ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 23. Ἡ διάταξις αὐτή, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ διάταξις αὕτη, δὲν περιλαμβάνει τὰ σύμφωνα μεταξὺ τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου καὶ τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς βάσεις καὶ στρατιωτικὰς εὐκολίας, τὰς παραχωρουμένας εἰς τὸ Ἡνωμένον Βασίλειον». Ὑποτίθεται, λοιπόν, ἀξιότιμε κύριε ὑπουργέ, ὅτι αὐτὸ τὸ κείμενον ἀνέγνωσε καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου. Μὲ τὸ κείμενον αὐτό, τί συνεφωνήθη εἰς τὴν Ζυρίχην; Νὰ παραχωρηθοῦν ὡρισμέναι βάσεις καὶ εὐκολίαι εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν. Ἄρα, ἀφέθη ἐλευθερία, ὡς πρὸς τὴν διαπραγμάτευσιν τῶν ὅρων, μὲ τοὺς ὁποίους θὰ ἐγίνετο ἡ παραχώρησις. Εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν, εὑρέθητε πρὸ μιᾶς δηλώσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Λονδίνῳ καὶ ἡ ὁποία δήλωσις δὲν ὡμίλει περὶ παραχωρήσεως, ὡμίλει περὶ «παρακρατήσεως». Ὀρθῶς. Εἰς τὸ Λονδῖνον, λοιπόν, ὑποτίθεται, ὅτι μετέβαινεν ὁ Μακάριος, μὲ τὴν ἰδέαν νὰ διαπραγματευθῇ παραχώρησιν βάσεων, ἀνέκαθεν ἀληθῶς, ὡς πρὸς τοῦτο, πολιτικὴ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων. Νὰ παραχωρήσουν βάσεις, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους. Εὑρέθητε, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν μὲ δήλωσιν, ὀρθῶς, «παρακρατήσεως» βάσεων —ἀφοῦ αὐτοὶ ἦσαν οἱ κατέχοντες— μὲ τοὺς βαρυτάτους, ὅμως, ὅρους των. Τοὺς ἐδέχθητε καὶ τοὺς ὑπεγράψατε, μόλις ἤρχισεν ἡ διάσκεψις, δηλαδὴ τὴν 17ην Φεβρουαρίου, περιέργως δέ, μόνον μετὰ 48 ὥρας ὁ Μακάριος.
§96Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, πρῶτον, λησμονῆτε, ὅτι πρὶν ἀρχίσῃ ἡ πενταμερὴς διάσκεψις, ὁ Τοῦρκος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐγὼ εἴχομεν ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ εἴχομεν συζητήσει πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν σύμφωνα μὲ ὅσα εἴχομεν συζητήσει εἰς τὰς Ἀθήνας μὲ τοὺς Κυπρίους. Δὲν εὑρέθημεν, λοιπόν, ἐξ ἀπίνης, τὴν 17ην, ἀλλ’ εἴχομεν ἤδη συζητήσει. Ἐδῶ ὀφείλω, ὅμως, καὶ μίαν ἄλλην ἐξήγησιν, διότι δικαίως, ἴσως, διερωτᾶσθε, τί νόημα ἔχει ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 23. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἦτο δυνατόν, ἡ Ἑλληνικὴ καὶ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, νὰ συζητήσωμεν, κατὰ τρόπον λεπτομερῆ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς βάσεις, ἐφ’ ὅσον πρόδηλον ἦτο, ὅτι τοῦτο θὰ ἐρρυθμίζετο ἐν Λονδίνῳ καὶ δὲν ἀπεκλείετο, ὅτι Βρεταννοὶ καὶ Κύπριοι ν’ ἀπεφάσισαν νὰ μὴ ρυθμισθῇ, ὡς ἐρρυθμίσθη, ἀλλὰ διὰ συμβάσεως παραχωρήσεως τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου πρὸς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον 23 ὁμιλεῖ περὶ τῆς ρήτρας τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Τοῦρκον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ τὸ ἄρθρον αὐτό. Διότι, ἐὰν ἐλύετο τὸ ζήτημα διὰ παραχωρήσεως, ἦτο δυνατόν, μὲ διάφορα ἐπιχειρήματα, βάσει τῆς ρήτρας τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους, νὰ ζητηθῇ βάσις καὶ ἀπὸ τὴν Τουρκίαν καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ὁ δὲ Τοῦρκος συνάδελφός μου, εὐχαρίστως ἐδέχθη νὰ γίνῃ ἡ διευκρίνησις καὶ νὰ περιλάβωμεν διάταξιν, καθ’ ἣν αὐτὴ ἡ ρήτρα δὲν θὰ ἰσχύσῃ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς συμβάσεως, ποὺ θὰ κάμῃ ἡ Κύπρος μὲ τὴν Ἀγγλίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ πράγματος καὶ δὲν ἔχει τίποτε τὸ μυστηριῶδες. Ὁ δὲ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, ἐγνώριζεν ὅτι ἡ παράγραφος αὐτὴ ἐτέθη διὰ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ ἐκ τοῦ ἐνδεχομένου αἰτήσεως βάσεων καὶ ὑπὸ ἄλλων.
§97Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, ἐὰν ὄχι καὶ ὑμεῖς, ἐγνωρίζατε, ὅταν ἀνεχωρήσατε ἀπὸ τὴν Ζυρίχην διὰ τὸ Λονδῖνον, τὸ κείμενον τῆς δηλώσεως, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς παρουσίαζεν ἡ Μεγάλη Βρεταννία, ὅταν μετεβαίνατε εἰς τὴν Ἀγγλίαν; Τὸ ἐγνωρίζατε; Πότε ἔλαβε γνῶσιν αὐτῆς τῆς δηλώσεως ὁ Μακάριος; Καὶ διατί, ἀρχομένης τῆς διασκέψεως καὶ ὄχι περαιουμένης, ὑπεγράφη ἀπὸ τοὺς δύο ὑπουργούς, ἐνῷ ἀπὸ τὸν Μακάριον ὑπεγράφη ὅταν ἐπερατώθη ἡ διάσκεψις, δηλαδὴ τὴν 19ην; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπορία.
§98Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἡμεῖς εἴχομεν συμφωνήσει, τόσον μὲ τοὺς Κυπρίους, ὅσον καὶ μὲ τοὺς Τούρκους, ὅτι δὲν θὰ συζητήσωμεν λεπτομερῶς τὸ θέμα τῶν βάσεων τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, δεδομένου, ὅτι ἡ ἀναγνώρισις αὐτῶν ὑπῆρξε πάντοτε παγὶς πολιτικὴ ὅλων. Ἐκεῖνο ποὺ συνεφωνήσαμεν, εἶναι μόνον ὅτι, ὅταν τὸ συζητήσωμεν, θὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὸ περιορίσωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον. Αὐτό, ὅμως, δὲν ἀπετέλει ἀντικείμενον τῶν συνεννοήσεών μας. Ἐπηγαίναμεν εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν καὶ Ζυρίχην, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὴν δήλωσιν ποὺ θὰ παρουσιάσῃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις. Πρὶν γίνῃ ἡ δήλωσις, μᾶς ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν, ἐν πνεύματι ἀγαστῆς συνεργασίας, ἡ πρόθεσις ἡ ὁποία ὑπῆρχε. Καὶ ἐκεῖ ἔγιναν διαπραγματεύσεις καὶ περιωρίσθησαν αἱ βάσεις εἰς δύο, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ κυριαρχία εἰς πολλὰ σημεῖα καὶ μάλιστα σημεῖα εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς νήσου. Ἡ διαφορὰ συνίστατο εἰς τὸ ὅτι ὑπεγράψαμεν τὴν 19ην. Διότι τότε ἦτο ἡ πανηγυρικὴ συνεδρίασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμονογραφήθησαν ὅλα τὰ κείμενα. Τὴν 17ην ἀνεγνώσαμεν τὴν δήλωσιν εἰς τοὺς Βρεταννούς, ὅτι ἀποδεχόμεθα. Συνεπῶς, εἶναι δήλωσις τῆς 17ης καὶ ἔχει καταχωρηθῆ εἰς τὰ πρακτικά, ὡς ἀνεγνώσθησαν ἀπὸ τὸν Τοῦρκον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀπὸ ἐμέ.
§99Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εἴχατε δικαίωμα νὰ ἀλλάξετε γνώμην; Ἡ δέσμευσις ὑπῆρχεν ἀπὸ τῆς 17ης τοῦ μηνός. Πῶς συμβαίνει, κύριε ὑπουργέ, νὰ ἀρχίζῃ ἡ διάσκεψις καὶ νὰ ὑπογράψετε σεῖς πρῶτος, ἐπὶ τοῦ οὐσιωδεστάτου αὐτοῦ θέματος καὶ συνεπῶς νὰ δεσμεύητε τὴν Ἑλλάδα καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νὰ ὑπογράφῃ μόνον μετὰ δύο ἡμέρας;
§100Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Διότι, ἁπλούστατα, ἀπεδέχθημεν τὴν δήλωσιν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, διὰ τῆς ὁποίας αἴρεται ἡ κυριαρχία, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διατηρήσεως τῶν βάσεων. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὸ ἀποτελοῦσε παγίαν πολιτικὴν καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ὑπέγραψαν καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Κυπρίων.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τούμπας, ἔχει τὸν λόγον.
§102Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα μὲ πλῆρες τὸ αἴσθημα, ὅτι, κατὰ τὴν ἱστορικὴν αὐτὴν στιγμήν, πρέπει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας του ἔναντι τοῦ τόπου. Ἀνεπτύχθησαν λεπτομερῶς καὶ ἐκτενῶς τὰ μειονεκτήματα καὶ ἐλαττώματα τῶν συνθηκῶν Ζυρίχης, Λονδίνου. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα οἱ προλαλήσαντες ἀγορηταὶ ἐξέθεσαν. Ἄλλως τε, ταῦτα ἐξετέθησαν τόσον ἀρτίως καὶ πλήρως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Προοδευτικοῦ Κόμματος ὡς καὶ τῶν λοιπῶν Ἀρχηγῶν, ὥστε νὰ περιττεύῃ πλέον πᾶσα περαιτέρω ἀνάπτυξις. Θὰ περιορισθῶ νὰ θίξω μερικὰ μόνον σημεῖα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἀνεπτύχθησαν ἢ ἀνεπτύχθησαν ἀνεπαρκῶς. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἕνα τῶν κυρίων χαρακτηριστικῶν τῶν Συμφωνιῶν Ζυρίχης–Λονδίνου, εἶναι ἡ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπίδειξις πλήρους ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Τουρκίαν. Διατί ὅμως αὐτὴ ἡ ἐμπιστοσύνη; Μὲ ποῖον δικαίωμα, ἀγνοοῦντες τὴν πραγματικότητα ἐδείχθημεν τόσον εὔπιστα πρὸς μίαν Χώραν, ἡ ὁποία συνεχῶς καὶ εἰς τὸ διεθνὲς πεδίον ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν μεταχείρισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου ἐπέδειξε πολιτικὴν κακόπιστον, ἐχθρικὴν καὶ ἀνέντιμον; Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἀνέπτυξε χθὲς τὴν ἐν πλήρει ἰσχύϊ τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς φιλίας δολίαν διαγωγὴν καὶ συμπεριφορὰν τῆς Τουρκίας ἀπέναντί μας. Εἰς αὐτὰ θὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ἓν περιστατικόν, σχεδὸν ἄγνωστον, διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Βουλὴ τὰς ἀπέναντί μας διαθέσεις τῆς Τουρκίας. Ὅτε κατὰ τὸ 1944 ὑπηρέτουν ὡς Ἀρχιεπιστολεὺς (Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου) τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Στόλου, ἔλαβα τὴν διαταγὴν ὅπως ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ Ἀρχιεπιστολέως τοῦ Ἄγγλου Ναυάρχου, ὀργανώσωμεν τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ Β.Ν. εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ ἔργον μας συνίστατο κυρίως εἰς τὴν ὀργάνωσιν Ναυτικῶν Διοικήσεων καὶ βάσεων, δέκα ἐν ὅλῳ, εἰς διαφόρους λιμένας τῆς χώρας, μὲ τὸν κύριον ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν διοχέτευσιν ἐφοδίων καὶ ἀγαθῶν εἰς τὴν λιμοκτονοῦσαν τότε χώραν καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν θαλασσίων συγκοινωνιῶν καὶ τηλεπικοινωνιῶν. Αἱ βάσεις αὐταὶ θὰ ἐπηνδροῦντο πολὺ πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἐφωδιάζοντο καὶ θὰ ἐξεπαιδεύοντο ἐγκαίρως, ὥστε ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἀπελευθερώσεως νὰ δυνηθοῦν νὰ ἀρχίσουν τὴν ἀποστολήν των. Τὸ Ἐπιτελεῖόν μου, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ τὸ κύριον ἔργον τῆς ὀργανώσεως αὐτῆς, ἐπροχώρει εἰς τὴν ἐργασίαν του ταχέως καὶ ἀποδοτικῶς, ὅταν αἰφνιδίως εἰδοποιούμεθα παρὰ τῶν Ἄγγλων, ὅτι ἐπὶ πλέον τῶν 10 αὐτῶν βάσεων, ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν καὶ διὰ τὴν κατὰ τὸ ἥμισυ ἐπάνδρωσιν καὶ τριῶν ἄλλων βάσεων εἰς λιμένας Ἑλληνικούς, τῶν ὁποίων ὅμως, παραδόξως, δὲν μᾶς ἐδίδοντο τὰ ὀνόματα, ἀλλὰ τὰς ἐσημείωναν ὑπὸ τὰ στοιχεῖα Χ1, Χ2, Χ3. Προσέθεταν δέ, ὅτι κατὰ τὸ ὑπόλοιπον ἥμισυ θὰ ἐπηνδροῦντο ὑπὸ μονάδων ἄλλης δυνάμεως, τῆς ὁποίας τὰ τμήματα θὰ ὕψωναν καὶ τὴν ἐθνικήν των σημαίαν ἐπὶ τῶν βάσεων αὐτῶν. Ἀφοῦ ἐξηκρίβωσα, ὅτι αἱ μονάδες αὐταὶ δὲν θὰ ἦσαν βρεταννικαί, ἀνησύχησα καὶ ἀνέφερα ἀμέσως σχετικῶς εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Στόλου, τὸν ἀείμνηστον Ναύαρχον Βούλγαρην, ὁ ὁποῖος μοῦ συνέστησε πᾶσαν προσοχὴν καὶ ἐπιφυλακτικότητα περὶ τὸ θέμα τῶν τριῶν αὐτῶν βάσεων. Διὰ νὰ εἶμαι σύντομος, θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἀπεκαλύπτετο, ὅτι αἱ τρεῖς βάσεις αὐταὶ ἀφεώρων τὰς νήσους Χίον–Σάμον–Μυτιλήνην καὶ ὅτι αἱ μονάδες αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπήνδρουν αὐτὰς κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ ἔστηνον καὶ τὴν σημαίαν των, ἦσαν τουρκικαί. Ἀμέσως ὁ Ναύαρχος Βούλγαρης εἰδοποίησε τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ νομίζω, ὅτι χάρις εἰς τὰ διαβήματα αὐτῶν ἀπεφεύχθη ἡ ἵδρυσις τῶν τριῶν αὐτῶν βάσεων. Πῶς θέλετε, λοιπόν, ὅταν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν αἰσχρὰν αὐτὴν στάσιν τῆς τουρκικῆς κυβερνήσεως ἔναντι ἑνὸς Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ὑφίστατο τὰ πάνδεινα, ἀγωνιζόμενον ὑπὲρ τῶν ἰδεωδῶν τῆς Ἐλευθερίας καὶ τὸ ὁποῖον ἐνῷ ἦτο καθημαγμένον, προσεπάθει αὕτη νὰ τὸ κτυπήσῃ ἐκ τῶν ὄπισθεν μὲ στιλέτο, πῶς θέλετε, λέγω, νὰ δικαιολογῶ τὴν ἐπιδειχθεῖσαν σήμερον εὐπιστίαν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Τουρκικήν; Καὶ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι εἶναι συμφέρον διὰ τὴν ἡσυχίαν τοῦ χώρου, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑπάρχῃ μία φιλικὴ κατάστασις μεταξὺ τῶν λαῶν ποὺ κατοικοῦν τὰς ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἀκτὰς τοῦ Αἰγαίου. Ἀλλ’ ἡ φιλία αὐτὴ πρέπει ἀποδεδειγμένως νὰ εἶναι εἰλικρινὴς καὶ νὰ ἀποδεικνύεται εἰλικρινὴς καὶ ἀπὸ τὰς δύο πλευράς. Τί εἶναι λοιπόν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπαγορεύει καὶ τὸ ἐλάχιστον ἀκόμη ὅριον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας αὐτῆς; Καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπέτρεψε νὰ διανοηθῶμεν τὴν ἐπαναφορὰν τῆς Τουρκίας εἰς τὴν Κύπρον; Μήπως ἡ γραμμὴ τῆς πολιτικῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐφικτοῦ; Ἀλλὰ τὴν γραμμὴν αὐτὴν ἀτυχῶς οὐδέποτε τὴν ἠκολουθήσαμεν εἰς τὸ παρελθόν. Εἴδατε καὶ ἀπόρριψιν κατὰ συνέπειαν τῶν συμφωνιῶν Χάρντιγκ–Συντάγματος Ράντκλιφ καὶ τέλος Μὰκ Μίλλαν. Μήπως ἡ ἀνάγκη τοῦ ΝΑΤΟ; Εἶμαι ἐξ ἐκείνων ποὺ πιστεύουν εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ συμμετοχή μας εἰς αὐτὸ συμφέρει εἰς τὴν Χώραν μας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν δηλαδὴ ποὺ ἐνεργεῖ ἡ Ἰσλανδία ὡς μέλος τοῦ ΝΑΤΟ εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἁλιείας καὶ ἡ Γαλλία εἰς τὰ ζητήματα τῶν ὅπλων τῆς Τύνιδος καὶ τῆς Ἀλγερίας. Ἀρνοῦμαι, ὅμως διαρρήδην νὰ δεχθῶ, ὅτι ἡ προσήλωσις πρὸς τὸ ΝΑΤΟ πρέπει νὰ ὑπερκεράσῃ τὴν προσήλωσιν εἰς τὰ ἐθνικά μας συμφέροντα. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι φοβοῦμαι, ὅτι ἐσχάτως, πολλοὶ εἰς τὴν Χώραν αὐτὴν ἔχουν ὑποστῆ τοιαύτην καὶ τοσαύτην σύγχυσιν, ὥστε νὰ θεωροῦν, ὅτι τὸ ΝΑΤΟ ἐνσαρκώνει τὰς ἐθνικάς μας πεποιθήσεις καὶ ἰδέας. Ἀλλὰ καταγγέλλω τοῦτο μὲ ὅλην μου τὴν δύναμιν, διότι ἐπικράτησις τυχὸν μιᾶς τοιαύτης ἀπόψεως θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ὑπονόμευσιν καὶ φθορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ μας φρονήματος. Καὶ φοβοῦμαι, ὅτι μὲ τὰ δικαιώματα ποὺ ἐδέχθημεν διὰ τὴν Τουρκίαν εἰς τὴν Κύπρον πέραν τῶν μειονεκτημάτων τῶν ἐκτεθέντων καὶ παρὰ ἄλλων ἀγορητῶν εἰσήλθομεν εἰς ἕνα ἐπικίνδυνον δρόμον, διότι ἡ παρουσία τῆς Τουρκίας ἐκεῖ θὰ δημιουργήσῃ ἄμεσον ἀνταγωνισμὸν ὄχι πλέον μεταξὺ τῶν δύο κοινοτήτων τῆς νήσου, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν. Καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς αὐτὸς πᾶν ἄλλο ἢ θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ἑδραίωσιν τῆς θλιβερᾶς Ἑλληνοτουρκικῆς φιλίας καὶ εἰς τὴν ἁρμονίαν τῆς Νοτιοανατολικῆς πτέρυγος τοῦ ΝΑΤΟ. Πέραν τούτων ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐπιπτώσεις ἐκ τῆς Συμφωνίας αὐτῆς. Διότι φοβοῦμαι, ὅτι αὗται θὰ εἶναι ὀλέθριαι. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Ἀνήκω εἰς τὴν γενεὰν ἐκείνην, ἡ ὁποία, ἀτυχῶς, ἐπρόφθασε νὰ ἴδῃ τὸν ὀλέθριον διὰ τὸν Τόπον Ἐθνικὸν Διχασμὸν καὶ ἡ ὁποία βραδύτερον ἔζησε τὰς καταστρεπτικὰς συνεπείας του. Καὶ πρέπει νὰ ἀναμνησθῶμεν, ὅτι ὁ τρομερὸς αὐτὸς ἐθνικὸς διχασμὸς ἤρχισε καὶ ἐθεμελιώθη ἐπὶ τῶν διαφορῶν ἀντιλήψεων ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς χώρας. Δὲν μᾶς ἐδίχασαν τότε, οὔτε διαφοραὶ κοινωνικῶν ἀρχῶν οὔτε διαφοραὶ ἰδεολογικαί. Μᾶς ἐδίχασεν ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική. Αἱ τρομεραὶ συνέπειαι ποὺ ἐπέφερεν εἰς τὸν Τόπον ὁ διχασμὸς συνεκλόνισαν ἐπὶ τέλους κἄποτε τοὺς Ἕλληνας καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς πολιτικοὺς ἡγέτας των μὲ ἀποτέλεσμα νὰ θεσπισθῇ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1926, ἡ διακομματικὴ πολιτικὴ ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἀμέσως κατόπιν κατὰ τὴν τετραετίαν 1928–1932, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, παρ’ ὅτι διέθετε συντριπτικὴν πλειοψηφίαν, ἀποκτηθεῖσαν ὄχι διὰ ἐπινοηθέντος ἐκλογικοῦ συστήματος, ἐν τούτοις, πάντοτε ὄχι μόνον ἐνημέρωνε τὴν μειοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπρόσεχε τὰς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων ἀπόψεις τοῦ ἀειμνήστου ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος Παναγῆ Τσαλδάρη. Καὶ ἡ ἀκολουθηθεῖσα αὐτὴ παρὰ τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας τοῦ τόπου γραμμή, συνεχίσθη καὶ μεταπολεμικῶς παρ’ ὅλων τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Καὶ ἐπὶ Κυβερνήσεως Συναγερμοῦ ἐτηρήθη τοῦτο. Αἰφνιδίως, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς πρώτης Κυβερνήσεως τῆς ΕΡΕ, ἡ ἀρχὴ τῆς διακομματικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς διεκόπη. Καὶ διεκόπη κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ τὸ Ἐθνικὸν θέμα τῆς Κύπρου εἶχε τεθῆ, ἀλλὰ καὶ ὁ ψυχρὸς πόλεμος μεταξὺ τῶν δύο κόσμων εὑρίσκετο ἐν πλήρει δράσει. Καὶ ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀκολουθηθείσης αὐτῆς γραμμῆς. Νὰ ὑπάρχῃ σήμερον ἕνας διχασμὸς μεταξὺ τῶν ἐθνικοφρόνων κομμάτων ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ὁ διχασμὸς αὐτὸς ἐξεδηλώθη ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης διὰ τῶν δηλώσεων κατὰ τῶν Συμφωνιῶν Ζυρίχης–Λονδίνου τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν. Κύριοι βουλευταί, ἔχετε συνειδητοποιήσει ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ γεγονὸς αὐτὸ διὰ τὸν Τόπον; Δύνασθε νὰ ἀναμετρήσητε τὰς συνεπείας; Ποῦ ὑπάγομεν; καὶ ἐρωτῶ: Μὲ ποῖον δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις ἤσκησε μονοκομματικὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν; Πῶς ἀπεφάσισε καὶ ἐτόλμησε νὰ δεσμεύσῃ μονομερῶς τὴν χώραν διὰ διεθνῶν συνθηκῶν ἐρήμην τῶν λοιπῶν πολιτικῶν κομμάτων; Μὲ ποῖον δικαίωμα ριψοκινδυνεύει τὴν πολιτικὴν γαλήνην τοῦ Τόπου αὐτοῦ; Ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Κανελλόπουλος μᾶς ἀνέγνωσε χθὲς γραπτὰ κείμενα ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται ἡ ἀκολουθηθεῖσα ἀντεθνικὴ γραμμὴ εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν Κυπρίων παρὰ τοῦ Κ.Κ. τῆς Κύπρου. Συγχρόνως χθὲς ἐφημερίδες τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως ἀνέγραψαν, ὅτι πᾶς ὅστις ἀντιτίθεται πρὸς τὰς συμφωνίας Ζυρίχης–Λονδίνου, εὐθυγραμμίζεται πρὸς τοὺς κομμουνιστάς. Μὲ ποῖον δικαίωμα ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς μονοκομματικῆς πολιτικῆς της ὠθεῖ εἰς τὴν δημιουργίαν τοιούτων καταστρεπτικῶν διὰ τὸν τόπον ἐντυπώσεων; Θέλει μήπως τὴν πόλωσιν; Κύριοι βουλευταί, γνωρίζετε, ὅτι δὲν διαπνέομαι ἀπὸ κανένα φανατισμὸν καὶ ὅτι ἀσκῶ τὴν πολιτικὴν μακρὰν παντὸς πάθους καὶ φθοροποιοῦ ὀξύτητος ὡς καὶ ὅτι προσπαθῶ πάντοτε νὰ κρίνω τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως μὲ πλήρη ἀντικειμενικότητα καὶ νὰ ἀσκήσω πάντοτε ἐποικοδομητικὴν ἀντιπολίτευσιν. Καὶ σήμερον, μὲ αὐτὰς τὰς ἀρχὰς καὶ τὰ αὐτὰ συναισθήματα διέπομαι. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὅμως κατὰ τὰς ἱστορικὰς αὐτὰς διὰ τὴν χώραν στιγμάς, καὶ συνεπὴς πρὸς τὸ καθῆκόν μου πρὸς τὴν Πατρίδα, νὰ κατηγορήσω καὶ νὰ καταγγείλω τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου Βήματος. Κατηγορῶ καὶ καταγγέλλω τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τῶν συνθηκῶν αὐτῶν ἐταπείνωσε τὸν τόπον καὶ κατέφερεν ἰσχυρὸν πλῆγμα εἰς τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα τῶν Ἑλλήνων καὶ ἰδίως ἐτραυμάτισε τὰ ἰδανικὰ τῆς νεολαίας. Κατηγορῶ καὶ καταγγέλλω τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τῆς πολιτικῆς της ὠθεῖ τὸν τόπον εἰς διχασμόν. Κύριοι βουλευταί, ὡς Ἕλλην μέχρι μυελοῦ ὀστῶν καὶ ὡς ἐλεύθερος καὶ ὑπερήφανος ἄνθρωπος, ἀρνοῦμαι νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν συμφωνιῶν Ζυρίχης– Λονδίνου. (Χειροκροτήματα). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βασιλικός).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κασιμάτης.
§104Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς προσδιορίσῃ τὸ Προεδρεῖον, πῶς καθορίζεται ἡ σειρὰ τῶν ρητόρων, διότι, καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἐγὼ ἤμουν ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὸν κατελθόντα ἐκ τοῦ βήματος συνάδελφον κ. Τούμπαν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον ἐφαρμόζει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, βάσει τοῦ ὁποίου τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκόμενον ρήτορα διαδέχεται ὁ ἀντιλέγων.
§106Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐρωτῶ ἁπλῶς διὰ τὴν τάξιν. Τὸ Προεδρεῖον θὰ κάμῃ τὴν δουλειά του. Ἡμεῖς πάντως ἔχομεν σχηματίσει ἀπὸ παλαιότερον τὴν γνώμην διὰ τὸν κομματισμὸν τοῦ Προεδρείου.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἐφαρμόζει τὸν Κανονισμόν.
§108Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Οὐδείς, κύριε Πρόεδρε, δύναται νὰ μᾶς ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα νὰ διαδηλώσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἐτονίσαμεν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον θὰ πρέπει κάποτε νὰ εἶναι καὶ Προεδρεῖον ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος. Δὲν πρέπει, κύριε Πρόεδρε, νὰ δίδεται ὁ λόγος εἰς τοὺς ὁμιλητὰς ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν τοῦ Προεδρείου.
§109Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Λυποῦμαι, κύριε συνάδελφε, διότι νομίζετε, ὅτι λαμβάνω τὸν λόγον χάρις εἰς τὴν συμπάθειαν τοῦ Προεδρείου.
§110Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κάθε ἄλλο, κύριε συνάδελφε, δὲν ἐννοῶ σᾶς.
§111Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι πράγματι κρίσιμον τὸ θέμα ποὺ συζητεῖται ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Εἶναι τόσο κρίσιμον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται νὰ αἰσθάνεται κανείς, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα δεσμευμένος ἀπὸ καμμίαν κομματικὴν ἐξάρτησιν. Πρόκειται, πράγματι, περὶ θέματος ἐθνικοῦ, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἔχομεν ὅλοι ὑποχρέωσιν, ὄχι μόνον νὰ ἀναλάβωμεν τὰς εὐθύνας μας διὰ τὰ ὑπὸ κρίσιν γεγονότα, ἀλλὰ καὶ νὰ καθορίσωμεν τὴν γραμμὴν πορείας ποὺ βλέπομεν, ὅτι πρέπει νὰ χαραχθῇ διὰ τὸ μέλλον εἰς τὸ Ἔθνος μας. Δὲν ἐπιτρέπεται, λοιπόν, ἐνώπιον τοῦ καθήκοντος τούτου νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ τὸν κομματικόν μας διαχωρισμόν. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ποία εἶναι ἡ κατάστασις ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη. Τί θὰ κάμωμεν ἀπέναντι τῆς καταστάσεως αὐτῆς; Πῶς ἐφθάσαμεν ἕως ἐκεῖ ποῦ ἐφθάσαμε καὶ τί πρέπει νὰ γίνῃ διὰ τὸ μέλλον; Πρὶν ὅμως ἐξετάσω τὰ θέματα αὐτά, μὲ ἀπόλυτον ἠρεμίαν καὶ μὲ ἀπόλυτον ἀντικειμενικότητα, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ φέρω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸν ἀντίλαλον τοῦ αἰσθήματος πικρίας, τὸ ὁποῖον κατέχει τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν δέχεται ἢ δὲν δέχεται τὰς συμφωνίας τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου, αἰσθήματος πικρίας διὰ τὰ χαμένα ἰδανικά του, διὰ τὰς διαψευσθείσας ἐλπίδας του καὶ διὰ τοὺς μὴ δικαιωθέντας ἀγῶνας του. Δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ αἴσθημα πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν νὰ λανθάνῃ, πολὺ ὀλιγώτερον νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὸ συμπιέσωμεν. Ἀπὸ τὸ συμπιεζόμενον ἄγχος τῆς λαϊκῆς ψυχῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ξεπηδήσουν προβλήματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ δαμάσωμεν, διότι, δὲν θὰ εἶναι πλέον ὁ καιρός. Τοῦ ψεύδους καρπὸς εἶναι πάντοτε ἡ θύελλα. Οὔτε ἔχει καμμίαν σημασίαν, οὔτε ἔχει καμμίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς λύσεως τὴν ὁποίαν θὰ δεχθῶμεν τὸ γεγονὸς τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτῆς τῆς ψυχικῆς καταστάσεως τοῦ Ἔθνους. Τὴν πικρίαν τοῦ Ἔθνους τὴν ἀναγνωρίζω καὶ τὴν δικαιολογῶ, διότι οἱ ἀγῶνες μας ὑπὲρ τῆς Κύπρου κατέληξαν εἰς τὴν λύσιν ποὺ ἔχομεν ὑπὸ κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθημεν μὲν ἀλλὰ ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐκείνη ποὺ ἀνέμενε τὸ Ἔθνος. Αὐτὸ εἶναι ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν. Καὶ νὰ ἐξετάσωμεν πῶς εἰς τὸ Ἔθνος αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐκαλέσαμεν ἐπὶ τόσα ἔτη, νὰ ἀναλάβῃ ἕνα ἀγῶνα βάσει τῶν ἰδανικῶν διὰ τὰ ὁποῖα ἐπολεμήσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὅλος ὁ ἐλεύθερος κόσμος, πῶς εἰς τὸ Ἔθνος αὐτὸ θὰ δώσωμεν μίαν διέξοδον σήμερον ποὺ αἰσθάνεται τραυματισμένον. Δὲν νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ ἡ διέξοδος, ὅτι ἡ Κύπρος ἐδέχθη ἡ ἰδία τὰς συμφωνίας — περὶ τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κρίνωμεν. Πρέπει νὰ δώσωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι μίαν διέξοδον καὶ νὰ διακηρύξωμεν ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποδείξωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ἐγὼ τοὐλάχιστον πιστεύω, ὅτι εἶναι ἡ πραγματικότης, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, πολλάκις δὲν ἐπέτυχε εἰς τοὺς ἀγῶνας του, πολλάκις ἡττήθη, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἀπέθανε. Πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἀτενίζωμεν μὲ αἰσιοδοξίαν τὸ μέλλον, πρέπει νὰ εὕρωμεν νέας διεξόδους. Εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ὁ Ἀνταῖος, ἀκατάβλητος καὶ ἰσχυρός, ἀντλῶν τὴν δύναμίν του ἀπὸ τὸ παρελθόν του, παρελθὸν ἀγώνων καὶ δημιουργιῶν. Ὁ Ἑλληνικὸς Ἀετὸς ἀναγκάζεται πολλὲς φορὲς νὰ διπλώσῃ τὰ φτερά του. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει, ὅτι εἶναι ὁριστικῶς ἀνίκανος διὰ νέας πτώσεις. Δὲν πρέπει νὰ εἶναι. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα προβάλλουν μὲ τὴν πρότασιν δυσπιστίας, ποὺ συζητεῖται σήμερον, εἶναι τρία. Εἶναι πρῶτον τὸ θέμα τῆς τύχης τῶν Συμφωνιῶν τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Εἶναι δεύτερον τὸ θέμα τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς συμφωνίας αὐτὰς καὶ εἶναι τέλος, τρίτον, τὸ θέμα τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Ὑπάρχουν, πράγματι, δύο προτάσεις δυσπιστίας ἐξ ὧν ἡ μία μὲν ἀναφέρεται μόνον εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς συμφωνίας, ἐνῷ ἡ ἄλλη, ἡ τῆς ΕΔΑ, ἀφορᾷ καὶ τὴν καθόλου ἐξωτερικήν μας πολιτικήν. Θὰ ἐξετάσω τὰ τρία αὐτὰ σημεῖα χωριστά. Αἱ συμφωνίαι τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου εἶναι ἕνα τετελεσμένον γεγονός, μία πραγματικότης. Καὶ ἡ πραγματικότης αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατραπῇ. Ὅταν λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατραπῇ, δὲν ἐννοῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο συνταγματικῶς. Συνταγματικῶς, εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ ἀνατραποῦν αἱ συμφωνίαι, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ καταψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ δώσῃ εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν τὴν ἐντολὴν νὰ μὴ τηρήσῃ τὰς συμφωνίας αὐτάς. Τίποτε δὲν ἰσχύει χωρὶς τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐάν, ὅμως εἶναι συνταγματικῶς δυνατή, ἡ ἀνατροπὴ τῶν συμφωνιῶν, εἶναι ἐθνικῶς καὶ πολιτικῶς ἀδύνατος. Εἶναι, πράγματι, τόσον μεγάλοι οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ διατρέξῃ τὸ Ἔθνος ἐκ τῆς ἀποτόμου ὑπαναχωρήσεως, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν παρὰ ἑκόντες ἢ ἄκοντες νὰ δεχθῶμεν τὰς Συμφωνίας αὐτάς. Ὁ μεγαλύτερος δι’ ἐμέ, κίνδυνος, εἶναι, ὅτι ὑπάρχει πιθανότης ἀπὸ αὐτὴν τὴν φανατικὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ κρισίμου προβλήματος τῆς τύχης τῶν Συμφωνιῶν αὐτῶν νὰ ἀνακύψῃ ὄχι ἴσως διὰ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ἀσφαλῶς διὰ τὴν Κύπρον, ἕνας βαθὺς διχασμός, ὁ ὁποῖος, καὶ ἤδη μὲν δὲν εἶναι καθόλου βέβαιον, ὅτι θὰ ἀποφευχθῇ λόγῳ τῶν διαχωρισμῶν ποὺ ὑπάρχουν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου της, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος, εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι θεμελιούμενος ἐπὶ τῆς καταψηφίσεως τῶν Συμφωνιῶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, θὰ ὁδηγήσῃ εἰς μίαν κατάστασιν τραγικῆς διαλύσεως, ἐκμηδενίζουσαν τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα συνειδήσεως καὶ ἀπειλοῦσαν καὶ αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου τῆς Κύπρου. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ μόνον, καθιστᾷ, κατ’ ἐμέ, ἀδύνατον τὴν ἀνατροπὴν τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν. Καὶ δὲν εἶναι βέβαια, μόνον αὐτὸς ὁ κίνδυνος. Ἀνέγνωσα τὰς συμφωνίας, κύριοι βουλευταί, μετὰ προσοχῆς καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ πολλὰς ἀμφιβολίας, ἐὰν αἱ συμφωνίαι αὐταί, ὅπως εἶναι σήμερον κατηρτισμέναι, εἶναι δυνατὸν νὰ τύχουν ὁμαλῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς. Πράγματι, αἱ συμφωνίαι αὐταί, περιέχουν τὴν σφραγίδα τῆς βίας, διότι ἐν βίᾳ κατηρτίσθησαν, ἡ δὲ διατύπωσίς των, καὶ ἀπὸ νομικῆς καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, εἶναι, διὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὸν ἐπιεικέστερον ὅρον, χαλαρά. Διότι, ὅμως, ὑπάρχουν οἱ κίνδυνοι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου καὶ διότι διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ στραφῶμεν πρὸς τὰ ὀπίσω, πρέπει νὰ καταβάλλωμεν κάθε προσπάθειαν κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν ὁριστικῶν συμφωνιῶν, διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος, περὶ σχεδίων καὶ γενικῶν γραμμῶν πρόκειται, ὥστε νὰ εὑρεθοῦν αἱ λύσεις αἱ ὁποῖαι θὰ βοηθήσουν τὴν ἐπιτυχῆ ἐφαρμογὴν τοῦ πειράματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμένωμεν ἄλλην λύσιν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, παρὰ τὴν λύσιν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν Ζυρίχην καὶ τὸ Λονδῖνον, ἡ λύσις αὐτὴ ἔχει, κατὰ βάσιν, ἕνα μέγα μειονέκτημα. Ὅτι καθιερώνει τὸ καθεστὼς τῆς δυαρχίας, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Σχεδίου Συντάγματος, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας ἀσκεῖται ἀπὸ κοινοῦ, ἀπὸ δύο πρόσωπα, ἕνα Ἕλληνα καὶ ἕνα Τοῦρκον, τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Ἀντιπρόεδρον, κατὰ τοῦτο δὲ δὲν εἶναι Προεδρικὴ Δημοκρατία, ὅσον καὶ ἂν μὲ ἀντεπιστημονικὴν προχειρότητα λέγει τοῦτο τὸ ἄρθρον 1: Τὸ ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἀσκεῖται ἀπὸ δύο ἀνθρώπους ἀπὸ κοινοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἠμπορεῖ νὰ ἐμποδίσῃ οἱανδήποτε ἀπόφασιν, ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος, δημιουργεῖ ἀφαντάστους κινδύνους, οἱ ὁποῖοι πρέπει ἐξ ὑπαρχῆς νὰ ἀποσοβηθοῦν καὶ πρέπει ὅλοι μας νὰ δηλώσωμεν, ὅτι θὰ καταβάλλωμεν κἄθε προσπάθειαν διὰ τὴν ἀποσόβησιν τῶν κινδύνων αὐτῶν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Συμφωνιῶν. Διότι διὰ τῶν Συμφωνιῶν, ἡ εὐθύνη τῆς Ἑλλάδος μειοῦται μὲν καὶ τὸ μέγα βάρος πίπτει εἰς τοὺς ὤμους τῶν Κυπρίων. Δὲν θὰ εἶναι ὅμως καὶ τῆς ἐλευθέρας πατρίδος μικρὰ ἡ δυνατότης βοηθείας. Δημιουργοῦνται, πράγματι, δύο Ἐπιτροπαί, διὰ τὸ ἔργον τῶν ὁποίων τυπικῶς εἶναι περιωρισμένος ὁ ρόλος τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ οὐσιαστικῶς, εἶναι μεγάλος. Δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὰς συμφωνίας ὡς τὸν ἀκραῖον σταθμὸν τῶν εὐθυνῶν μας. Τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, ἐτερματίσθη μόνον κατὰ μίαν φάσιν. Ἡ ἄλλη φάσις, ἡ ἀνοικοδόμησις τοῦ καθεστῶτος τῆς Κύπρου θὰ ἀρχίσῃ τώρα καὶ κατὰ τὴν φάσιν αὐτήν, τὸ ἔργον τῆς Ἑλλάδος εἶναι βαρὺ καὶ ἡ προσοχὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως θὰ πρέπει νὰ εἶναι μεγάλη. Δὲν θέλω νὰ τελειώσω τὸ θέμα αὐτό, χωρὶς νὰ τονίσω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔχει πλήρη συνείδησιν τοῦ γεγονότος, ὅτι αἱ θυσίαι εἰς τὰς ὁποίας ἔστερξεν ἡ Ἑλλὰς εἶναι συνέπειαι τοῦ διλήμματος ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εὑρέθη, τοῦ διλήμματος νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν συμμάχων της καὶ τῶν ἰδανικῶν της, μεταξὺ τῆς Δύσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει καὶ τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἰδικῶν της καὶ τῶν Κυπρίων ἀδελφῶν μας. Τὸ δίλημμα, εἰς τὴν πραγματικότητα, ἦτο ψευδές, ἀνύπαρκτον. Διότι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς ἔθεσε τὸ Κυπριακόν, ὡς προϋπόθεσιν τῆς παραμονῆς της εἰς τὴν Δύσιν. Τὸ ἔθεσε εἰς τὸ πλαίσιον τῆς Δύσεως καὶ ὡς ἐπιταγὴν τῶν δυτικῶν ἰδανικῶν. Τὸ δίλημμα δὲν ἐτέθη ἀπὸ ἡμᾶς. Καὶ εἶναι μεγάλη ἡ πικρία μας, διότι ἀπὸ τοὺς φίλους καὶ συμμάχους μας, ὀρθώθη ἐμπρὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ δίλημμα αὐτὸ τὸ ψευδές, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει, καὶ μόνον διότι ἐτίθετο, ἄρνησιν τῶν ἀρχῶν διὰ τὰς ὁποίας ἐπολέμησεν ὁ ἐλεύθερος κόσμος. Ἡ θυσία συνετελέσθη. Ἄς μὴ ἐπιμένωμεν. Ἀκριβῶς, ὅμως, διότι ἔχομεν πλήρη συνείδησιν τοῦ μεγέθους τῆς θυσίας, πρέπει νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι ἐφόσον ἐγένοντο πλέον αἱ συμφωνίαι, πρέπει νὰ ἐπιτύχουν. Εἴμεθα ἀπολύτως εἰλικρινεῖς εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν λύσεων ποὺ ἐδόθησαν, ἀλλὰ ἡ προσπάθειά μας καὶ ἡ ἐπιθυμία μας ἀκριβῶς νὰ ἐπιτύχῃ ἡ λύσις, ὀφείλει νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ νὰ ὑποδείξωμεν τὰς λογικὰς μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπός, δηλαδὴ ἡ σταθεροποίησις τῆς θέσεως τῆς Δύσεως εἰς τὴν Μεσόγειον, διὰ τῆς θεμελιώσεως τοῦ πειράματος τῆς Κυπριακῆς Πολιτείας εἰς τὴν σύνθεσιν τῆς πραγματικότητος, τῆς ἀνάγκης, τῆς λογικῆς καὶ τοῦ ἰδεώδους! Τὸ δεύτερον θέμα τὸ ὁποῖον θέτει ἡ πρότασις δυσπιστίας, εἶναι τὸ θέμα τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω, ὅτι δικαιούμεθα νὰ ἀποδώσωμεν εἰς μόνην τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν λύσιν ἡ ὁποία ἐδόθη. Ἡ ἱστορία τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἱστορία τῶν χαμένων εὐκαιριῶν. Εἶναι ἡ ἱστορία τῶν λαθῶν μας. Τὸν Μάϊον τοῦ 1948, εἰς μίαν συνάντησίν μου μὲ τὸν κ. Δέρβην, τοῦ συνέστησα καὶ ἐγὼ νὰ μὴ ἀποδεχθῇ ἡ Κύπρος τὴν λύσιν τῆς περιωρισμένης αὐτοκυβερνήσεως τὴν ὁποίαν ἐπρότειναν οἱ Ἄγγλοι, αὐτοκυβερνήσεως ἡ ὁποία προέβλεπε Βουλὴν ἀπὸ 18 Ἕλληνας, 4 Τούρκους καὶ 4 Ἄγγλους. Ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῶν προτάσεων αὐτῶν ἦτο τὸ πρῶτον μας λάθος. Διότι ἐὰν τὸν Μάϊον τοῦ 1948 ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τῶν Ἄγγλων, θὰ ἐτοποθετεῖτο ἡ Κύπρος μέσα εἰς τὸ πλαίσιον τῆς σταδιακῆς ἐξελίξεως ὅλων τῶν ὑποδούλων εἰς τὴν βρεταννικὴν αὐτοκρατορίαν λαῶν, θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸ σύστημα τῆς βαθμιαίας χειραφετήσεως καὶ εἶναι μᾶλλον πιθανόν, ὅτι σήμερον ἡ Κύπρος θὰ ἦτο πράγματι ἀνεξάρτητος. Τότε, ὅμως, ἐφοβούμεθα ὅλοι —καὶ πρῶτοι οἱ Κύπριοι— ὅτι κἄθε εἴδους αὐτοκυβέρνησις θὰ ἐμάραινε τὸν ζῆλον τῆς Κύπρου διὰ τὴν Ἕνωσιν. Ἡ ἐθνικὴ ἀντίστασις ποὺ ἔδειξεν ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Κύπρου, ἀπέδειξε πόσον εἴχαμεν τότε ὅλοι πλανηθῆ! Δεύτερον, νομίζω, ὅτι ἦτο σφάλμα, τὸ γεγονός, ὅτι ἐνῷ εἴχαμε ἀποφασίσει τὴν ἀνακίνησιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος καθ’ ὃν χρόνον προσεχωρήσαμεν εἰς τὸ Βαλκανικὸν Σύμφωνον, δὲν ἐξηγήθημεν σαφῶς μὲ τοὺς συμμάχους μας, πρὶν δεσμευθῶμεν εἰς αὐτό. Ἦτο τότε σπουδαία εὐκαιρία τὴν ὁποίαν ἐχάσαμεν. Τὸ τρίτον λάθος ἦτο, ὅταν κατεθέσαμεν τὴν πρώτην προσφυγήν μας εἰς τὸν ΟΗΕ, τὴν ἐτραυματίσαμεν μὲ τὸ εἰσαγωγικόν της ἔγγραφον, διότι ἐπροβάλαμεν τὸ αἴτημα τῆς ἑνώσεως, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδημιούργησε τὴν ἀντίδρασιν τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα ἔτρεμον πρὸ τῆς ἰδέας οἱασδήποτε ἐδαφικῆς μεταρρυθμίσεως, διότι εἶχον ἐκκρεμῆ εἰς βάρος των ζητήματα. Τὸ τέταρτον σφάλμα ἦτο, ὅτι εἰς τὴν τριμερῆ διάσκεψιν τοῦ Λονδίνου, δὲν ἐδέχθημεν τὰς προτάσεις τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας κ. Μὰκ–Μίλλαν. Αἱ προτάσεις αὗται μετήγαγον τὸ θέμα ἀπὸ τῆς αὐτοδιαθέσεως εἰς τὴν αὐτοκυβέρνησιν, ἀλλὰ περιεῖχον καὶ μίαν ἀναγνώρισιν, ἄνευ ὅμως προθεσμίας, τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως. Τὰς προτάσεις αὐτὰς δὲν τὰς ἐδέχθημεν, ἐνῷ ἤδη ἐν τῇ πορείᾳ τοῦ χρόνου, εἴχομεν ἐγκαταλείψει κατ’ οὐσίαν τὸ αἴτημα τῆς ἀμέσου αὐτοδιαθέσεως, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἠμπορεῖ νὰ προβληθῇ εἰς τὸν ΟΗΕ καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνδυασθῇ μὲ μεταβατικὴν περίοδον αὐτοκυβερνήσεως. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποὺ τὸ αἴτημά μας ἔπαυε νὰ εἶναι —τὸ ἐτόνισα πρὸ τριετίας εἰς τὴν Βουλὴν— ἡ «ἄμεσος» αὐτοδιάθεσις, ἡ βασική μας ἐπιδίωξις ἦτο τραυματισμένη καὶ περιωρίζετο κατ’ οὐσίαν εἰς τὴν μεταβατικὴν αὐτοκυβέρνησιν. Ἐκρεμάσαμεν ὅλην μας τὴν πολιτικήν, ἀπὸ μίαν φράσιν, ἀπὸ τὴν φράσιν «τακτὴ καὶ εὔλογος προθεσμία». Καὶ ἡ φράσις αὐτὴ ἐπαναλαμβανομένη κατὰ κόρον ἐδημιούργησε μίαν ἀχλὺν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐκαλύφθη ἡ προοπτικὴ τῶν δυνατοτήτων τῆς λύσεως τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Πέμπτον σφάλμα μας, εἶναι, ὅτι ἐχάσαμεν τὴν μοναδικὴν εὐκαιρίαν ποὺ μᾶς παρεῖχεν ἡ δημιουργηθεῖσα ἐκτάκτως εὐνοϊκὴ ἀτμόσφαιρα εἰς αὐτόν, ὅταν, μετὰ τὴν ἐπιδρομὴν κατὰ τοῦ Σουέζ, εἶχε πνεύσει εἰς τὸν ΟΗΕ καὶ γενικῶς εἰς ὅλον τὸν κόσμον, παρὰ τὰ γεγονότα τῆς Οὑγγαρίας, ἔντονος ἄνεμος ἐλευθερίας καὶ ἀντιαποικιασμοῦ. Ἔπνεε τότε ἕνας ἄνεμος καινούργιος, ὁ ὁποῖος ἀπεμάκρυνε κατὰ πολὺ τὴν πολιτικὴν τῶν Κρατῶν ἀπὸ τὸν τοπολατρικὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον δίδουν εἰς τὰς συζητήσεις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν αἱ ὑστεροβουλίαι τῶν Καγκελλαριῶν. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἐτολμήσαμεν νὰ κάμωμεν τὸ βῆμα ποὺ ἔκαμεν ὁ Μακάριος τῇ συγκαταθέσει τῆς Ἑλλάδος, πρὸ ὀλίγων μόλις μηνῶν. Τότε ἦτο ἡ στιγμὴ τῆς ἀνεξαρτησίας, ἡ στιγμὴ νὰ προβληθῇ τὸ θέμα τῆς ἀνεξαρτησίας. Ἀλλὰ τότε εἰς τὴν ἰδίαν αὐτὴν Βουλήν, ἐτονίζετο, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία εἶναι παραποίησις τοῦ θέματος τῆς αὐτοδιαθέσεως. Δὲν εὕρομεν τότε τὸ θάρρος νὰ ρίψωμεν εἰς τὸν στίβον τὴν συγκατάθεσίν μας εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κρίσνα Μέννον, προτείνοντος τὴν ἵδρυσιν ἀνεξαρτήτου Κυπριακοῦ Κράτους. Τὸ ὅτι ὅμως, δὲν εἶχε τὸ θάρρος ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ὁποίαν τότε μετεῖχον, δὲν σημαίνει, ὅτι ἡμεῖς μόνον εἴχομεν τὴν εὐθύνην δι’ αὐτὸ. Δυστυχῶς, ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία, ὅλος αὐτὸς ὁ περὶ Κύπρου διχασμός, εἰς τὴν πραγματικότητα ἦτο ἕνας τεχνητὸς διχασμός, διότι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸν σκοπόν, ἀλλὰ ὑπῆρχον αἱ ἐσωτερικαί μας ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐχώριζον ἀπὸ τοῦ νὰ δώσωμεν τὰ χέρια. Τὸ Κυπριακόν, ἦτο μία εὐκαιρία διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἑνότης τῶν Ἑλλήνων. Τὸ ὑπεστήριξα ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, καὶ ἀκριβῶς, διότι δὲν ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ ἑνότης ὑπέστημεν τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστημεν.
§112Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Πότε ἐζητήθη ἀπὸ ἡμᾶς;
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κ. συνάδελφε.
§114Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ ὁμιλητὴς δὲν ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ καλύψῃ, οὔτε νὰ ὑποστηρίξῃ κανένα. Ὁ ὁμιλητὴς ἀκριβῶς ἀναγνωρίζει πρῶτος καὶ τὰ ἰδικά του σφάλματα, μολονότι τὰ σφάλματα τὰ ἰδικά μου εἶναι τὰ μικρότερα. Διότι ἐγὼ προεκάλεσα τὴν Ἰνδικὴν πρότασιν, κατὰ τὴν συνάντησίν μου μὲ τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἰνδίας, καὶ ἐγὼ συνέστησα νὰ στέρξωμεν εἰς αὐτήν, διότι ἔβλεπα τοὺς κινδύνους ἀπὸ τὴν μόλις διαγραφομένην τότε ἀπειλὴν τῆς διχοτομήσεως καὶ ἐγὼ κατήρτισα σχέδιον Συντάγματος μιᾶς πράγματι ἀνεξαρτήτου Κυπριακῆς Πολιτείας, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Τότε, ἐὰν ἐπιτυγχάναμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν μὲ οἱανδήποτε δέσμευσιν καὶ μὲ τὰς δεσμεύσεις ἀκόμη τὰς ὁποίας ἐδέχθη ὁ κ. Ἀβέρωφ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, δηλαδὴ καὶ μὲ τὴν παραίτησιν τῆς Ἑλλάδος —μόνης τῆς Ἑλλάδος, ὄχι καὶ τῆς Κύπρου— ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑνώσεως, καὶ τὴν ἐξάρτησιν ἔστω τῆς μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος ἀπὸ ἀπόφασιν τοῦ Ο.Η.Ε., πάλιν θὰ ἦτο μία λίαν ἐπιτυχὴς λύσις, διότι δι’ αὐτῆς θὰ ἐδημιουργεῖτο ἕνα δεύτερον Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον καὶ ἂν δὲν ἡνώνετο μὲ τὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ ὑπέκειτο εἰς δυαρχικὴν διοίκησιν, οὔτε θὰ ἔκυπτε ὑπὸ τὴν παρουσίαν Τουρκικῶν στρατευμάτων εἰς τὸ ἔδαφός του. Δι’ ὅλα αὐτά, κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι πταίει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον μόνον ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Μολονότι ἡ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν τελευταίαν της σύνθεσιν, δηλαδή, μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958, προσέθεσε καὶ ἄλλα λάθη καὶ πρὸ παντὸς ὑπέκυψεν εἰς τὸν πανικόν, ὁ ὁποῖος κατέλαβε καὶ ὅλην τὴν Βουλήν, μετὰ τὰς τελευταίας προσπαθείας Μὰκ Μίλλαν, πταίομεν ὅλοι. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ Μακάριος καὶ ἡ Ἐθναρχία, δὲν πταίει μόνον ὁ Διγενὴς καὶ ἡ ΕΟΚΑ. Τὸ τρίτον θέμα, κύριοι, εἶναι τὸ θέμα τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ἠλιοῦ δὲν μὲ διεφώτισεν, ὡς πρὸς τὸ ἂν τὸ θέμα τοῦτο διὰ τὴν ΕΔΑ ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα ποὺ —μόνον αὐτὸν— ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ τοῦ δώσω ἢ ἔχῃ εὐρύτερον φάσμα. Δηλαδὴ δὲν μὲ διεφώτισε στὸ ἂν κατηγορῆται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι μετέβαλε τὴν ἐξωτερικήν μας πολιτικὴν διὰ τῶν συμφωνιῶν τοῦ Λονδίνου καὶ τῆς Ζυρίχης ἢ, ἐὰν κατηγορῆται διὰ τὸ καθόλου περιεχόμενον τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Ἐὰν ἀναφέρεται εἰς τὸ δεύτερον, νομίζω, ὅτι τὸ θέμα ἔχει λυθῆ. Νομίζω, ὅτι οἱ πλεῖστοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀμφιβολίαν καὶ τὸ ἐτονίσαμεν, ὅλοι, πάντοτε, ὅτι ἡ θέσις μας εἶναι εἰς τὸν δυτικὸν κόσμον καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγωνιζώμεθα παρὰ μόνον ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ δυτικοῦ κόσμου, διὰ τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντά μας, προσπαθοῦντες νὰ ἔχωμεν ὅσο τὸ δυνατὸν περισσοτέραν ἀνεξαρτησίαν εἰς τὰς κινήσεις μας, διότι σήμερον ὅλα τὰ κράτη τοῦ δυτικοῦ κόσμου αὐτὸ προσπαθοῦν, νὰ εἶναι ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερον ἀνεξάρτητα κράτη, χωρὶς νὰ ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τὰς συμμαχίας των. Δὲν πταίομεν ἡμεῖς, ἐὰν ὁ κόσμος ἐχωρίσθη εἰς δύο, κατὰ τρόπον δέ, ποὺ ὅπως εἶπα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ πρὸ (9) ἐννέα ἐτῶν, ἀπαντῶν εἰς τὸν μακαρίτην Σοφιανόπουλον, νὰ μὴ ὑπάρχῃ θέσις διὰ πράγματι οὐδέτερα Κράτη. Δὲν νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ κρίσιν τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἡ ὅλη μας ἐξωτερικὴ πολιτική. Ἡ ἐξωτερική μας πολιτική, ἔχει κριθῆ καὶ εἶναι ἄσκοπος ἐπανάληψις ἢ ἐπαναφορὰ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀλλοῦ τοποθετεῖται σήμερον τὸ ζήτημα. Εἰς τὸ νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν διὰ τῶν συμφωνιῶν τῆς Ζυρίχης καὶ διὰ τῶν συνεπειῶν εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὁδηγήσουν αὗται, μεταβάλλεται αὐτὴ ἡ παγία γραμμή μας, ἡ γραμμὴ ἡ ὁποία εἶναι, ὅτι ἀνήκομεν μὲν εἰς τὸν δυτικὸν κόσμον, ὅτι ἀναλαμβάνομεν τὰς ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι πηγάζουν ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῆς ἀμύνης αὐτοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ δεσμευώμεθα μὲ περισσοτέρας ὑποχρεώσεις καὶ χωρὶς νὰ παραιτούμεθα τοῦ δικαιώματος νὰ ἔχωμεν μίαν ἰδικήν μας πολιτικήν, ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἄμυνα τοῦ δυτικοῦ κόσμου δὲν ἐπιβάλλει τὴν προσαρμογήν μας πρὸς τὴν γενικὴν πολιτικὴν τοῦ συνόλου. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν καθησυχαστικὰς διαβεβαιώσεις, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι νοητὴ οἱαδήποτε μεταβολὴ εἰς τὴν ἐξωτερικήν μας πολιτικήν, μετὰ τὰς συμφωνίας καὶ συνεπείᾳ αὐτῶν. Δὲν εἶναι νοητὸν καὶ οὔτε νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν σκέψιν τῶν Ἑλλήνων ποὺ ὑπέγραψαν τὰς συμφωνίας ἄλλη ὑπόθεσις. Νομίζω, συγκεκριμένως, ὅτι δὲν εἶναι νοητὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι τὰ δύο χαρακτηριστικὰ σημεῖα τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς, τὰ ὁποῖα βαίνουν, παραλλήλως μὲ τὴν θέσιν μας, ἐντὸς τῆς Ἀτλαντικῆς συμμαχίας καὶ τοῦ δυτικοῦ κόσμου, ἡ πολιτική μας δηλαδὴ μὲ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν καὶ ἡ πίστις μας περὶ τοῦ δεσμοῦ μας μὲ τὰς Ἀραβικὰς χώρας καὶ μὲ τὴν Μέσην Ἀνατολὴν γενικώτερον, δὲν θὰ ὑποστοῦν καμμίαν ἀπολύτως μεταβολήν.
§115Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουρ. Ἐξωτερικῶν). Τὸ ζήτημα τὸ ἔθιξα κατὰ τὴν προχθεσινήν μου ἀγόρευσιν. Εἶπον, ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἀλλαγὴ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος. Καὶ προσέθεσα τὴν φράσιν εἰς τὸν λόγον μου ἐκεῖνον, ὅτι θὰ διατηρήσῃ ἕκαστος τοὺς ἰδιαιτέρους φίλους του. Καὶ ὅταν εἶπον τὴν φράσιν, ὑπενόουν αὐτὰς ἀκριβῶς, εἰδικῶς τὰς χώρας τὰς ὁποίας ἐμνημονεύσατε.
§116Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο, οἵα τὴν ἀνέμενον. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ εἴπω ἀκόμη, ὅτι τὸ γεγονός, ὅτι ὑπεγράψαμεν τὰς συμφωνίας τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δὲν πρέπει ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν σχέσεών μας μὲ τοὺς ἄλλους φίλους μας, ἀφ’ ἑτέρου, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ καὶ εἰς ἐμπλοκάς, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ ἀναφέρωνται εἰς ἄλλους λαοὺς καὶ πιθανὸν νὰ ἐνδιαφέρουν ἄλλους συμμάχους μας, ἀλλὰ δὲν ἐνδιαφέρουν ἡμᾶς. Τὸ σύμφωνον τῆς Βαγδάτης καὶ αἱ ἐκ τούτου πηγάζουσαι δι’ ἄλλους συμμάχους μας ὑποχρεώσεις εἶναι καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ξένον πρὸς ἡμᾶς.
§117Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Διὰ τὴν Κύπρον ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ ξένον;
§118Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Βεβαίως.
§119Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πῶς;
§120Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουρ. Ἐξωτερικῶν). Καὶ αὐτὸ δέχομαι νὰ σᾶς τὸ ἐπιβεβαιώσω. Ἀποτελεῖ παγίαν πολιτικήν μας. Καὶ χαίρω, διότι μοῦ δίδεται ἡ εὐκαιρία, νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι καὶ πρὸς τὰς χώρας τοῦ ἀνατολικοῦ συνασπισμοῦ, πρὸς τὰς ὁποίας κατὰ τὰ τρία ἔτη, καθ’ ἃ εἶμαι ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰργάσθην, διὰ νὰ ἐπέλθῃ μεγάλη βελτίωσις τῶν σχέσεων, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ προσπάθεια, ὑπὸ τὸν ρητὸν καὶ ἀπαράβατον ὅρον, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάμιξις εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς χώρας μας. Ἐὰν ὁ ὅρος αὐτὸς πληροῦται, θὰ καταβάλλεται ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας πλευρὰν σοβαρὰ προσπάθεια, ὅπως καὶ μὲ αὐτὰς ἀκόμη τὰς χώρας βελτιοῦνται ἀκόμη περισσότερον αἱ σχέσεις μας.
§121Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Χαίρω καὶ διὰ τὴν τελευταίαν δήλωσιν. Διότι ἀναμφισβητήτως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ τηρήσῃ ἐχθρικὴν στάσιν, ἔναντι τῶν χωρῶν τοῦ ἀνατολικοῦ συνασπισμοῦ. Τὸν δυτικὸν συνασπισμὸν τὸν θεωροῦμεν ὡς ἕνα ἀμυντικὸν δεσμόν, ὁ ὁποῖος δὲν μᾶς ἀποκλείει τὰς ἀγαθὰς σχέσεις μὲ οὐδένα.
§122Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Τότε, ἀπὸ ποῦ κινδυνεύομεν;
§123Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὅταν ἀνεκοινώθησαν αἱ συμφωνίαι, ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ μία συμμαχία τετραμερής, Ἀγγλίας, Ἑλλάδος, Τουρκίας καὶ Κύπρου. Ἐὰν τοῦτο συνέβαινε, θὰ ἤμην πολὺ ἀνήσυχος διὰ τοὺς κινδύνους ποὺ θὰ περιέκλειεν ἡ ἐμπλοκὴ τῆς Ἑλλάδος, εἰς αὐτήν, διότι τότε, θὰ ἐκινδύνευε νὰ μεταβληθῇ ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἐναντίον τοῦ συμφώνου τῆς Βαγδάτης. Ἀπαντῶν εἰς ὑμᾶς, κύριε Μητσοτάκη, τὸ ὅτι δὲν συνέβη αὐτό, νομίζω, ὅτι δικαιούμεθα νὰ τὸ ἑρμηνεύσωμεν, ὡς ἀπομακρῦνον τὸν κίνδυνον ἐμπλοκῆς. Βέβαια, ὁ κίνδυνος ἐμπλοκῆς δὲν ὑπάρχει, ἐφ’ ὅσον δὲν τὸν θέλομεν, κύριε Ζαννῆ. Δὲν ἠμπορῶ ὅμως νὰ δεχθῶ, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ θελήσῃ τὸν κίνδυνον αὐτόν. Ἐὰν ὑπῆρχε τοιαύτη Κυβέρνησις, βέβαια δὲν θὰ ἐξυπηρέτει τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Εἶμαι βέβαιος καὶ μᾶς τὸ ἐδήλωσεν ὁ κ. Ἀβέρωφ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως.
§124Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡμεῖς, τὸ πιστεύομεν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τὸ πιστεύει;
§125Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουρ. Ἐξωτερικῶν). Μοῦ ἐπιτρέπετε; Ἐνῷ δὲν συνηντήθημεν πάρα πολὺ χρόνον, ὁμιλεῖτε σχεδὸν ὡσὰν νὰ ἔχετε προσωπικὴν ἐνημέρωσιν ἀπὸ ἐμέ. Διότι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπατε, περὶ τοῦ ὅτι ἡ συμμαχία δὲν εἶναι τετραμερής, ἀλλὰ εἶναι ἁπλῶς τριμερής, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ σύμπτωσιν καὶ δὲν ἀποτελεῖ σύμπτωσιν διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἴπατε.
§126Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐγώ, ἀνέγνωσα μόνον τὰς ἐφημερίδας. Μένει ἤδη εἰς τὸ θέμα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἓν ἄλλο σπουδαῖον σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ὑπὸ σκιάν, τὸ σημεῖον τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς φιλίας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω σαφῶς ἐπ’ αὐτῆς τὴν γνώμην μου. Βεβαίως, ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ φιλία εἶναι ἀπαραίτητος. Τὸ κοινὸν συμφέρον ἐπιβάλλει τὴν ἄδολον φιλίαν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει σήμερον ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ φιλία τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν εἶχεν, ὅταν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, κύπτων εἰς τὴν πραγματικότητα, τὴν καθιέρωσε. Διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δὲν ὑπῆρχε δυτικὸς κόσμος. Δὲν ὑπῆρχεν εὐρύτερος συνασπισμός. Ὑπῆρχεν ὁρμαθὸς ἀσταθῶν ἐπὶ μέρους συνασπισμῶν, χωρὶς ἡγεσίαν καὶ χωρὶς συνοχήν. Σήμερον, ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν εὐρυτέρων συνασπισμῶν ἡ ἰδιαιτέρα Ἑλληνοτουρκικὴ φιλία ἔχει βέβαια τὴν σημασίαν της καὶ ἔχει περισσοτέραν ἴσως σημασίαν διὰ τὴν συμμαχίαν παρὰ δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα ἐκεῖνον τῆς ἀπολύτου ἀναγκαιότητος, τὸν ὁποῖον εἶχεν, ὅταν δὲν ὑπῆρχε τὸ ΝΑΤΟ καὶ ὅταν δὲν ἐνδιεφέροντο αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι διὰ τὴν Εὐρώπην καὶ διὰ τὸν κόσμον ὁλόκληρον, ὡς σήμερον. Τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ ὑποτιμήσωμεν τὴν σημασίαν τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς φιλίας. Μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ ἡ ἰδέα αὐτή. Πρέπει μόνον, νὰ μὴ ἐπηρεαζώμεθα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς φυλῆς μας, ποὺ εἶναι νὰ πηγαίνωμεν ἑκάστοτε εἰς τὰ ἄκρα καὶ νὰ λέγωμεν ἄλλοτε ἡ φιλία αὐτὴ δὲν μᾶς χρειάζεται καὶ ἄλλοτε, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ζήσωμεν χωρὶς αὐτήν. Μᾶς χρειάζεται, ἀλλὰ δὲν σημαίνει μὲ αὐτό, ὅτι πρέπει νὰ διατηρῆται ἑκάστοτε ἐπὶ θυσίᾳ τῶν συμφερόντων μας καὶ νὰ εἶναι διαρκῶς ἑτεροβαρής. Τὸ λέγω αὐτό, ὄχι διότι ὑπάρχει καμμία πρόθεσις εἰς κανένα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ φιλία, ἡ ἀνάγκη νὰ ἀναπτυχθῇ, ἡ ἀνάγκη νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ μεταβληθῇ εἰς πραγματικὴν συνεργασίαν, ἐνῷ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἦτο τυπικὴ μόνον καὶ ἐπιφανειακή. Ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη αὐτή. Ἀλλά, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό, χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια καὶ προσπάθεια καὶ ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἀλλὰ χρειάζεται καὶ εἰς τὸ θέμα αὐτὸ καὶ εἰς ὅλα προσπάθεια, πρὸ παντὸς ἐσωτερικὴ ἰδική μας. Θὰ εἴμεθα, κύριοι, εἰς θέσιν καὶ τὸ κυπριακὸν πρόβλημα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν εἰς τὸ μέλλον, ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς εἰλικρινοῦς ἀναγνωρίσεως τῶν ὑπογραφεισῶν συμφωνιῶν, τὴν Ἑλληνοτουρκικὴν φιλίαν καὶ τὰς Ἑλληνοτουρκικὰς σχέσεις καὶ τὰς οἱασδήποτε ἄλλας σχέσεις νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἐπιτυχῶς καὶ χωρὶς θυσίας τῶν παγίων συμφερόντων τῆς φυλῆς μας μόνον, ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ ἀνασυγκροτήσωμεν τὸν τόπον μας, νὰ ἀποκτήσωμεν ὄχι ἁπλῶς, τὴν ἔννοιαν τῆς σταθερότητος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κυρίως τὴν πραγματικότητα τῆς σταθερότητος τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ τῆς κρατικῆς μας ζωῆς, τὴν ἔννοιαν τῆς προόδου, ἡ ὁποία —ἂς μὴ κρυπτώμεθα ἀπὸ τοὺς ἰδίους τοὺς ἑαυτούς μας— μᾶς λείπει. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἡ πολιτεία, τὴν ὁποίαν δημιουργοῦν αἱ συμφωνίαι τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου διὰ τὴν Κύπρον, δὲν εἶναι ἡ ἰδανικὴ πολιτεία τοῦ Πλάτωνος. Εὐτυχῶς. Ἡ Πολιτεία τοῦ Πλάτωνος εἶναι προϊὸν τοῦ καμάτου τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου. Εἶναι πολιτεία στατικὴ καὶ ἀμετακίνητος, ἀπραγματοποίητον κατασκεύασμα τῆς ἀπογοητεύσεως. Ὁ κόσμος κινεῖται καὶ ἡ Κυπριακὴ Πολιτεία πρέπει νὰ γίνῃ πολιτεία ζωντανή. Θὰ χρησιμοποιήσω ὅμως καὶ ἐγὼ μίαν ἄλλην εἰκόνα ἀπὸ τὸν Πλάτωνα, τὸν γνωστὸν μῦθον τοῦ Σπηλαίου. Ἡ πολιτεία, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη εἰς τὴν Κύπρον ὁμοιάζει πάρα πολὺ μὲ τὴν εἰκόνα, ποὺ δίδει ὁ Πλάτων διὰ τὰς ἰδέας, τὴν εἰκόνα ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ὁ εὑρισκόμενος εἰς τὸ βάθος ἑνὸς σκοτεινοῦ σπηλαίου μὲ τὰ νῶτα ἐστραμμένα πρὸς τὴν εἴσοδόν του καὶ ὁ ὁποῖος βλέπει μόνον τὴν σκιάν, τὴν ὁποίαν τὸ φῶς καὶ τὸ πνεῦμα του τοῦ δίδει περὶ τῆς πραγματικότητος, ἡ ὁποία εἶναι ἔξω τοῦ σπηλαίου. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν πρέπει αὐτὴ ἡ εἰκών, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ δικαιολογῶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν τὸν φίλον κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὴν εὑρίσκει ἰδεώδη — περὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ Πλάτωνος πρόκειται— αὐτὴν τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δὲν εὑρίσκω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀγωνισθῶμεν, διὰ νὰ τὴν καταστήσωμεν πραγματικότητα, ὑπὸ μίαν ὅμως ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν, ὅτι θὰ προσαρμόσωμεν αὐτὴν πρὸς τὴν πραγματικότητα καὶ ὄχι τὴν πραγματικότητα πρὸς αὐτήν. Διότι τότε, φερόμεθα εἰς τὸ ναυάγιον. Εἴμεθα εἰς ἕν κρίσιμον σημεῖον τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου. Τὸ πείραμα τῆς λύσεως τοῦ Κυπριακοῦ αὐτὴν τὴν στιγμὴν οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ, ἐὰν θὰ ἐπιτύχῃ ἢ ὄχι. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐργασθῶμεν, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ χωρὶς πλέον μεμψιμοιρίας καὶ χωρὶς ἐπιφυλάξεις. Ἀλλ’ εἴμεθα ἀκόμη περισσότερον ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ οἴκου μας καὶ νὰ φροντίσωμεν, ὅπως ἐπέλθῃ μία μεταβολὴ διὰ νὰ μᾶς καταστήσῃ Κράτος, δυνάμενον μὲ περισσότερον κῦρος νὰ ὁμιλῶμεν διεθνῶς, Κράτος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὴν βοήθειαν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὴν ἱκανότητα, μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς περιωρισμένης ἀλλὰ μεγάλης ἀποστολῆς του, μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῶν περιωρισμένων ἀλλὰ μεγάλων δυνατοτήτων του, νὰ κινῆται ὡς ἐλεύθερον κράτος εἰς τὸν κόσμον. Φοβοῦμαι, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἔργα καὶ μακρᾶς πνοῆς καὶ μεγάλου μόχθου, ἔργα τὰ ὁποῖα διὰ τοῦτο χρειάζονται μεγαλυτέραν ἑνότητα. Χάριν τῆς ἑνότητος αὐτῆς θὰ ἔπρεπεν ἡ συζήτησις ἡ σημερινὴ νὰ μὴ προσλάβῃ τὸν φανατισμὸν ποὺ προσέλαβε. Ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ σκοποῦ νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθῇ ταχέως ἡ ὕπαρξις μιᾶς μεγαλυτέρας καὶ εὐρυτέρας προσπαθείας, πρὸς ἀνόρθωσιν τοῦ τόπου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§128Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Συζητουμένης προτάσεως δυσπιστίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐφαρμόζεται....
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλύθη αὐτὸ τὸ θέμα καὶ προχωροῦμεν.
§130Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον 53 τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἄρθρον ἔχουν ἐφαρμογὴν προκειμένου περὶ ψηφίσεως προτάσεως δυσπιστίας αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ μετὰ τὸ ἄρθρον 36. Σεῖς, κ. Πρόεδρε, ἐφαρμόζετε τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 19, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἐφαρμογὴν ἔχουν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν προτάσεων δυσπιστίας καὶ ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ τηρήσετε τὴν σειρὰν τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὴν πρότασιν δυσπιστίας, ἄλλως παραβαίνετε τὸν Κανονισμόν.
§131Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ δέχεσθε;
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19.
§133Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ κάνετε ὅ,τι θέλετε καὶ ὅ,τι νομίζετε.
§134Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀσχέτως τῆς νομικῆς τοποθετήσεως τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβωμεν ἀπέναντι τοῦ θέματος, ὁ κ. Πρόεδρος, λέγει, ὅτι ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19, ὑπάρχει ἡ ἠθικὴ πλευρὰ τοῦ ζητήματος καὶ ἡ...
§135Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καταπατατεῖτε τὸν Κανονισμόν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γαληνέ, σεβασθῆτε τὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ.
§137Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, οἱοσδήποτε καὶ ἐὰν ὡμίλει, ὄχι μόνον ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καλὸν θὰ ἦτο, ὁ κ. Γαληνὸς νὰ μὴ τὸν διακόπτῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ, ὅπως θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς οἱονδήποτε συνάδελφον νὰ συμπληρώσῃ τὴν φράσιν του καὶ ἔπειτα νὰ ἐξεγερθῇ, ἐὰν τὸ ἐπεθύμει. Διετύπωνα τὴν ἑξῆς φράσιν: Ὅτι ἀσχέτως τῆς νομικῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν ἔναντι τοῦ προβλήματος, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ συνεννόησις νὰ ἐναλλάσσωνται οἱ ρήτορες κατὰ τὸ δυνατόν, διότι, ἄλλως τε, ἐγγεγραμμένοι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως εἶναι ἐλάχιστοι. Δὲν νομίζω, ὅτι συμφέρει καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ γίνωνται αἱ ἀγορεύσεις της ἕνας μονόλογος, ἕνα κομπολόϊ ἄνευ κἄποιας διακοπῆς. Ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἀπόψεως γραφικότητος τῆς συζητήσεως εἶναι τοῦτο ἀπαραίτητον.
§138Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω εἰς τὸν σεβαστόν μου κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ πᾶμε σιγὰ–σιγὰ τὸ πρᾶγμα, ὅπως τὸ ἐπήγατε μὲ τὴν συμφωνίαν τῆς Ζυρίχης, ὑποχωρῶντας οἱ Ἕλληνες εἰς τοὺς Τούρκους νὰ ὑποχωροῦμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἡττημένοι, σεῖς εἶσθε οἱ νικηταί. Νὰ μᾶς δώσετε δύο ἡμέρας ἀκόμη νὰ ὁμιλήσωμεν ἔστω καὶ ἐὰν ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει πενθήμερον. Οἱ ὑπουργοὶ ὁμιλοῦν ὁπόταν θέλουν ἀπὸ δύο ὥρας ὁ καθένας καὶ ἔτσι ἡμεῖς δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσωμεν ποτέ. Ὅταν γράφωμαι, δὲν καταφέρω ποτὲ νὰ ὁμιλήσω. Τώρα ἔχομε τὸν Κανονισμὸν μὲ τὸ μέρος μας καὶ ἔρχεται ὁ κ. Πρόεδρος καὶ παραβιάζει τὸν Κανονισμόν.
§139Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀλλάξωμεν μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἐλήφθη...
§140Α. ΖΑΚΚΑΣ. Δὲν ἐλήφθη.
§141Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπὶ τέλους, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄτοπον αὐτὸ ποὺ κάματε, κ. Ζάκκα, κατ’ ἐξοχὴν ἀπέναντί μου. Εἴμεθα 30 χρόνια φίλοι καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ τὸ κάμετε, ἀσχέτως τοῦ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνεται. Ὑπάρχει ἀπόφασις. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, διετύπωσε τὴν φράσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὰ πρακτικά, τὴν διετύπωσεν ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Βεβαίως, νομικὴν δέσμευσιν δὲν προκαλεῖ ἡ φράσις αὐτὴ καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει ὅμως πολιτικὴ καὶ ἠθικὴ δέσμευσις νὰ τελειώσωμεν αὔριον. Γνωρίζετε δέ, κ. Ἀρβανιτάκη, τοὺς εἰδικοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν πρὸς τοῦτο.
§142Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι συνεφωνήσαμεν ὅλοι νὰ τελειώσωμεν αὔριον Σάββατον. Τὸ ὅτι ὅμως τὸ Σύνταγμα προβλέπει, ὅτι ἐπὶ προτάσεως δυσπιστίας διαρκοῦν αἱ συζητήσεις τὸ πολὺ ἐπὶ πέντε ἡμέρας, σημαίνει, ὅτι προβλέπεται, ὅτι δὲν λαμβάνουν μέρος μόνον οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, ἀλλὰ καὶ οἱ βουλευταί, τοὐλάχιστον ὅσοι ἔχουν ὑπογράψει τὴν πρότασιν δυσπιστίας εἰς τὴν συζήτησιν. Τί ἔχει συμβῆ ἐν προκειμένῳ; Ἐν προκειμένῳ, δὲν κατωρθώθη νὰ ὁμιλήσουν παρὰ 2–3 βουλευταί, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπειγομένη νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ἔχει ἤδη λάβει τὸν λόγον διὰ διαφόρων προσώπων τετράκις, πεντάκις καὶ ἑξάκις.
§143Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, νομίζω, ὅτι ὑπερβάλλετε.
§144Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡμίλησε δὶς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας.
§145Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, ὡμίλησαν πολλοὶ περισσότεροι ἐκ τῶν βουλευτῶν. Δεύτερον, δὲν πταίω ἐγὼ ἐὰν εἶναι πολλοὶ οἱ ἀρχηγοί. Ἐγὼ ἔπαυσα νὰ εἶμαι ἀρχηγὸς ἀκριβῶς σὺν τοῖς ἄλλοις διὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν πολλοὶ Ἀρχηγοὶ εἰς τὴν αἴθουσαν. Ὡμίλησαν χθὲς ἀρκετοὶ βουλευταὶ καὶ ὁμιλοῦν καὶ σήμερον. Μὴ παρατείνομεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν τὴν παρεμπίπτουσαν διὰ νὰ ἔχουν περισσότεροι βουλευταὶ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσουν ἀπόψε.
§146Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θέλω νὰ καταλήξω εἰς μίαν πρότασιν πρακτικήν, κ. Πρόεδρε. Οὔτε ἡ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ δύναται νὰ δίδεται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν ἑκάστοτε κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἐδῶ ἐφαρμόζεται, ὅ,τι ἐφαρμόζεται ἐπὶ πάσης προτάσεως καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ὁμιλήσουν οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν. Δέχομαι τὴν παρεμβολὴν 1–2 ρητόρων τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως διὰ λόγους γραφικότητος, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πᾶμε μὲ τὸν ρυθμὸν ποὺ πηγαίνομεν ἢ νὰ φθάσωμεν περὶ λύχνων ἁφὰς διὰ νὰ τελειώσωμεν. Προτείνω, νὰ ἐξακολουθήσωμεν σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ συζητήσωμεν καὶ αὔριον τὸ πρωΐ, τερματίζοντες τὴν συζήτησιν εἰς λογικὴν ὥραν, ὥστε νὰ ὁμιλήσουν οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν δυσπιστίας.
§147Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἐμμένει εἰς τὴν ἄποψίν του καὶ φρονεῖ, ὅτι καλῶς ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμός. Διότι τὸ ἄρθρον 53 τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Κοθρῆς, λέγει τὰ ἑξῆς: «...... (Ἀναγινώσκει) ......». Τὸ δὲ ἄρθρον 78, λέγει ἐπίσης τὰ ἑξῆς:
§149Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγνώσατε παρακαλῶ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 53, διότι τοῦτο παρακατιὼν λέγει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......»
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ διατάξεις αὗται εἶναι γενικαί. Εἶχε καθορισθῆ ἡ γραμμή, ἡ ὁποία θὰ ἠκολουθεῖτο.
§151Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποστηρίζετε, ὅτι ἔχει ἐφαρμογὴν ἐν προκειμένῳ τὸ ἄρθρον 19, ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἔχουν ἐφαρμογὴν τὰ ἄρθρα 36 καὶ ἐπέκεινα. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσε καλῶς τὸ θέμα. Ἐδῶ εἰς ἕνα ζήτημα τόσης σημασίας εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀντίλογος. Ἀλλὰ εἴμεθα ἐγγεγραμμένοι ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τοὺς 25. Συνέβη ἕνα ἄτοπον, διότι μετεβλήθη ἡ σειρὰ ἐγγραφῆς τῶν ρητόρων. Ἔρχεται ἕνας συνάδελφος τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ παίρνει τὴν σειρὰν ἑνὸς ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν δυσπιστίας. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Τσιριμῶκος. Νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν αὔριον τὴν πρωΐαν, διότι ἐὰν δὲν ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσι θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ ζητήσωμεν παράτασιν τῆς συζητήσεως, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ εἴμεθα συνεπεῖς νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις τὸ Σάββατον, ὅπως ἔχει προαποφασισθῆ. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τσιριμώκου διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ περατωθῇ αὕτη, ὅπως ἔχει ἀποφασισθῆ, αὔριον τὸ ἑσπέρας.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἐπιφυλάσσεται ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Τσιριμώκου. Τοῦτο ὅμως θέλει ἐξαρτηθῆ ἀπὸ τὴν πορείαν τῆς συζητήσεως.
§153Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θὰ ἐνόμιζα, καὶ τοῦτο πρὸς ὄφελος ὅλων τῶν κυρίων συναδέλφων ποὺ ἐπιθυμοῦν καὶ εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ λάβουν τὸν λόγον, νὰ συνεχίσωμεν ἀπόψε ἕως ἀργά, νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον τὴν πρωΐαν καὶ νὰ τελειώσωμεν μέχρι τῆς 3ης ἀπογευματινῆς. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἰδίᾳ νὰ ὑπάρξῃ ἡ δυνατότης ἐξυπηρετήσεως ὅλων τῶν συναδέλφων ποὺ θὰ ὁμιλήσουν, δεδομένου, ὅτι αἱ ἐφημερίδες τὸ Σάββατον κλείνουν τὴν 6ην ἢ 7ην ἀπογευματινήν. Ἐὰν γίνῃ συνεπῶς, συνεδρίασις αὔριον τὴν πρωΐαν, θὰ ἔχουν πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι τὴν αὐτὴν δυνατότητα νὰ ἐπωφεληθοῦν τῶν πρωϊνῶν ἐφημερίδων τῆς Κυριακῆς.
§154Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Πάντως, θὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος, καὶ θὰ ἤθελα ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ἀκούσω ποῖον τὸ νόημα τῆς Κυβερνήσεως.
§155Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὅτι θὰ τελειώσωμεν αὔριον τὸ μεσονύκτιον ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν. Ἐλπίζω, ὅμως ὅτι μὲ τὴν συνεδρίασιν ἡ ὁποία θὰ γίνῃ αὔριον τὴν πρωΐαν θὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος τῶν ρητόρων.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Σῶμα δέχεται νὰ ἔχωμεν αὔριον τὴν πρωΐαν, ὥραν 10.30, συνεδρίασιν καὶ νὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος, ἔστω καὶ μέχρι πέραν τῆς 3ης ἀπογευματινῆς καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ ἐπακολουθήσῃ ψηφοφορία;
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§158Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ προσπάθεια νὰ τελειώσωμεν εἰς τὰς 2–3 τὸ ἀπόγευμα. Τὸ ὅτι θὰ ἀρχίσωμεν τὸ πρωΐ, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι θὰ τελειώσουν καὶ οἱ ρήτορες. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ τηρηθῇ ἡ συμφωνία καὶ θὰ τελειώσωμεν τὸ μεσονύκτιον.
§159Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἀπέβη εἰς βάρος τοῦ χρόνου τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκομένου συναδέλφου κ. Μητσοτάκη.
§160Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως δυσπιστίας ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως συνεχίζεται διὰ τρίτην κατὰ σειρὰν ἑσπέραν καὶ εἶναι ἀκριβῶς ἡ διαπίστωσις ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπόψε, ὅτι ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὸ θέμα ἔχει ἐξαντληθῆ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχουν συναγάγει κατὰ βάσιν τὰ συμπεράσματά των. Πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, ἐν πρώτοις, νὰ τονισθῇ, καὶ εἶναι τοῦτο ἀπολύτως χαρακτηριστικόν, ὅτι τὸν τόνον τῆς θριαμβολογίας τῶν πρώτων ἡμερῶν μετὰ τὴν Ζυρίχην, διεδέχθη ἄλλος τόνος, τόνος ἠπιώτερος καὶ ἡ περὶ «εὐτυχεστέρα ἡμέρα» τῆς ζωῆς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπανελήφθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις ἀγωνίζεται τώρα νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐνίκησε μέν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἡττήθη. Ἀνεπιτυχὴς ἡ προσπάθειά της καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς. Διότι ἀναμφισβητήτως, πιστεύω, ὅτι ἡ γενικὴ κατακλεὶς τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν μέχρι τῆς στιγμῆς, ὑπῆρξεν ἡ διαπίστωσις, ὅτι ἡ λύσις, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸ Κυπριακὸν θέμα, μὲ τὰς συμφωνίας τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου, ὑπῆρξε λύσις ἀτυχής, ὑπῆρξεν ἴσως ἡ χειροτέρα ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι εἶχον συζητηθῆ καὶ αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν νὰ δοθοῦν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν προτίθεμαι οὔτε νὰ κάμω μακρὰν ἀνάλυσιν τῶν συμφωνιῶν, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα ἐλέχθησαν, οὔτε καὶ πλήρη ἱστορικὴν ἀνασκόπησιν νὰ κάμω, διὰ νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εἰκόνα τῶν φάσεων ἀπὸ τὰς ὁποίας διῆλθε τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, μέχρις ὅτου φθάσῃ εἰς τὴν μοιραίαν του κατακλεῖδα τῶν συμφωνιῶν τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Ἐπιθυμῶ, ὅμως νὰ προβῶ εἰς ὡρισμένας γενικάς, βασικὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ βοηθήσουν εἰς τὴν συναγωγὴν συμπερασμάτων καὶ εἰς τὴν λῆψιν θέσεως. Πρέπει, ἐν πρώτοις, νὰ ὑπομνησθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐτοποθέτησε τὴν ὅλην της πολιτικὴν ἔναντι τοῦ Κυπριακοῦ ἐπὶ τῆς ἑξῆς βάσεως: Ὅτι δὲν θὰ ἀναλάβῃ, ὡς Κυβέρνησις τῆς Ἐλευθέρας Ἑλλάδος, πρωτοβουλίαν, δὲν θὰ ἐπιδιώξῃ λύσιν, ἀλλὰ θὰ συμπαρασταθῇ ὁλοψύχως εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν Κυπρίων. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ βασικὴ τοποθέτησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτήν, εἰς τὴν τοποθέτησιν αὐτὴν ὑποτίθεται, ὅτι ἔμεινε μέχρι τέλους πιστός. Καί, ὄντως, οὕτως ἐξεκίνησεν ἡ Κυβέρνησις τῆς ΕΡΕ, ὡς συμπαραστάτης θερμὸς τῶν Κυπρίων, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν Ζυρίχην καὶ τὸ Λονδῖνον, εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν Κυπρίων, μιᾶς συμφωνίας, διὰ τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ ἐνδόσημα ὑπάρχουν καὶ ὅλαι αἱ πληροφορίαι δεικνύουν, ὅτι ὑπῆρξε βαθυτάτη ἡ ἀποτυχία των καὶ ἐντονωτάτη ἡ ἐκδηλωθεῖσα ἀντίδρασίς των. Ἡ συμπαράστασις, κ. συνάδελφοι, κατέληξεν εἰς τὸ νὰ θέσῃ τελικῶς, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν χαρακτηριστικὴν φράσιν, τὸ πιστόλι εἰς τὸν κρόταφον τοῦ Ἐθνάρχου εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ νὰ τὸν ὑποχρεώσῃ νὰ ὑπογράψῃ τὴν συνθήκην ἡ ὁποία εἶχε συνομολογηθῆ εἰς τὴν Ζυρίχην. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Καὶ βεβαίως, ἀμέσως γεννᾶται τὸ ἐρώτημα. Ἦτο δικαίωμα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἀπόφασιν καὶ ἦτο τοῦτο συνεπὲς πρὸς ὅσα μέχρι σήμερον εἶχεν ἐπαγγελθῆ καὶ πρὸς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν εἶχε δηλώσει, ὅτι θὰ ἀκολουθήσῃ; Κύριοι συνάδελφοι, πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος ἐτηρήθη ἐνήμερος ὅλων τῶν συνομιλιῶν αἱ ὁποῖαι διεξήγοντο καὶ προηγουμένως καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συνομιλιῶν τῆς Ζυρίχης μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως...
§161Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐὰν τὸ πιστεύετε ἀκραδάντως...
§162Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ὁλοκληρώσω τὸν συλλογισμόν μου. Οὐδεὶς ὅμως δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι τὴν περίοδον αὐτὴν τὴν πρωτοβουλίαν τὴν ἐνεργὸν εἶχεν ἀναλάβει πλέον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ὅτι εἰς οὐσιώδη καὶ ἀποφασιστικὴν πίεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὀφείλεται ἡ τελικὴ ὑπογραφὴ τοῦ Μακαρίου ἐπὶ τῶν ἀποφασισθέντων εἰς τὴν Ζυρίχην. Ἄλλωστε, κύριοι συνάδελφοι, διεξήχθη ἀπόψε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, μία λίαν ἐνδιαφέρουσα στιχομυθία μεταξὺ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Ὑπῆρχε ἕνα «τυπογραφικὸν λάθος» ἕνα «λάθος μεταφράσεως» εἰς τὸ ἑλληνικὸν κείμενον τῶν συμφωνιῶν αἱ ὁποῖαι ὑπεγράφησαν ὑπὸ τῶν κ.κ. Καραμανλῆ, Μὰκ Μίλλαν καὶ Μεντερές. Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρεδέχθη ἀπόψε ὅτι ἡ ἡμερομηνία τὴν ὁποίαν κατὰ σύμπτωσιν σφαλερῶς περιέλαβε ὡς τὴν 19ην Φεβρουαρίου εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον, ἦτο εἰς τὴν πραγματικότητα ἡ 17η Φεβρουαρίου. Καὶ ἦτο τοῦτο ἐξ ἀρχῆς σαφές, διότι ἡ δήλωσις τοῦ Μακαρίου καὶ ἡ δήλωσις τοῦ Κιουτσούκ, ἀναφέρονται ρητῶς εἰς τὴν 17ην Φεβρουαρίου ὡς ἡμερομηνίαν ὑπογραφῆς τῆς δηλώσεως τῶν τριῶν Πρωθυπουργῶν. Κατὰ συνέπειαν ἀπεδείχθη, ὅτι ἐνῷ ὁ Μακάριος μετέβαινεν εἰς τὸ Λονδῖνον, τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς τριμεροῦς συνδιασκέψεως τοῦ Λονδίνου, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μὲ τὴν Ἀγγλικὴν καὶ τὴν Τουρκικὴν εἶχον ἤδη ὑπογράψει τὰς συμφωνίας εἰς Ζυρίχην. Καὶ ἀπεδείχθη, κατὰ συνέπειαν, ὅτι, πέραν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, αἱ ὁποῖαι μετεδόθησαν εἰς τὸν παγκόσμιον τύπον, πέραν τῶν ἀπειλῶν, πέραν τῶν τελεσιγράφων, πέραν ὅλων τῶν πιέσεων αἱ ὁποῖαι ἠσκήθησαν ἐπὶ τοῦ Μακαρίου, ἐτέθη οὗτος ἐνώπιον τετελεσμένου γεγονότος. Καὶ τὶ σημαίνει, κ. συνάδελφε, τὸ τετελεσμένον γεγονός, τὸ ἀπέδειξαν καλύτερον παντὸς ἄλλου αἱ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν ἀπόψε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ θέματος ἐὰν θὰ ἐγκρίνωμεν ἢ δὲν θὰ ἐγκρίνωμεν τὰς συμφωνίας τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Διότι ἠκούσθησαν καὶ ἀπὸ πλευρᾶς Κυβερνητικῆς καὶ ἀπὸ πλευρᾶς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι αἰτιολογοῦν λῆψιν θέσεως ἔναντι τῶν συμφωνιῶν μόνον ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι αἱ συμφωνίαι αὗται ἔχουν ὑπογραφῆ. Ἑπομένως, τὸ τετελεσμένον γεγονός, μαζὶ μὲ τὸ τελεσίγραφον καὶ τὰς ἀσκηθείσας πιέσεις ἐπὶ τοῦ Μακαρίου, ὑπῆρξαν οἱ παράγοντες, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὸν Μακάριον εἰς τὸ νὰ ὑπογράψῃ τὰς συμφωνίας.
§163Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ. Δηλαδή, εὑρέθη πρὸ τετελεσμένου γεγονότος ὁ Μακάριος;
§164Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ ὡμολόγησεν, κ. συνάδελφε, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπόψε. Ἀναγνώσατε...
§165Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Διατὶ ἀναφέρετε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον. Σᾶς εἶπον, ὅτι Ἐθνάρχης Μακάριος ἐτέλει ἐν γνώσει ὅλων τῶν διαπραγματεύσεων καὶ ὅλων τῶν συμφωνιῶν. Σᾶς εἶπον, ἐπίσης, ὅτι εἴχομεν συζητήσει μαζί του καὶ τὸ ζήτημα τῶν βάσεων, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐτίθετο κἂν ζήτημα, διότι αὐτὸ ἀπετέλει παγίαν πολιτικὴν ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων καὶ ὅλων τῶν Κυπρίων, ὅτι δὲν θὰ τεθῇ ἀπὸ ἡμᾶς ζήτημα ματαιώσεως τῶν συμφωνιῶν λόγῳ βάσεων. Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει θέμα βάσεων, ὥστε νὰ εὑρεθῇ ἐξ ἀπίνης ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος καὶ νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ δεχθῇ κἄτι.
§166Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε ὑπουργέ τῶν Ἐξωτερικῶν, γνωρίζετε καὶ σεῖς, ὅπως καὶ ἡμεῖς ἀλλὰ καὶ ἡ παγκόσμιος κοινὴ γνώμη τοὺς δισταγμοὺς τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου, οἱ ὁποῖοι διήρκεσαν ἐπὶ δύο εἰκοσιτετράωρα, διὰ νὰ ὑπογράψῃ τὰς συμφωνίας. Καὶ ὑποθέτομεν, ὅτι ὁ Μακάριος εἶχε σοβαροὺς λόγους διὰ νὰ διστάζῃ. Καὶ γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι τὸ τετελεσμένον γεγονός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου τὸν ἐφέρατε —καὶ αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω ἀπόψε— ἀπετέλεσε μίαν πρόσθετον πίεσιν εἰς τὸ νὰ ἀποδεχθῇ συμφωνίας, μὲ τὰς ὁποίας ἐνδεχομένως δὲν συνεφώνει εἰς τὸ σύνολόν των.
§167Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Μητσοτάκη, ἐπαναλαμβάνετε, διότι εἶναι προδιαγεγραμμένη, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό, ἡ σκέψις σας, ὅτι ἤχθη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος ἐνώπιον τετελεσμένου γεγονότος. Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπανειλημμένως ἐτόνισαν, ὅτι πρὶν ἢ μεταβοῦν εἰς Ζυρίχην, δὲν ὑπῆρχε τετελεσμένον γεγονὸς καὶ εἶχε κατατοπισθῆ ὁ Ἐθνάρχης ἐφ’ ὅλων τῶν σημείων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἤδη ἀποτελέσει σημεῖα διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ ταῦτα, ὅταν ἐπέστρεψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπέστρεψε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τὴν Ζυρίχην, κατετοπίσθη καὶ τὴν αὐτὴν ἑσπέραν, τὴν δὲ ἑπομένην εἶδε τὰ κείμενα. Τὰ κείμενα δὲ αὐτά, δὲν ἀπετέλουν τετελεσμένον γεγονός, παρὰ μόνον σχετικόν, διότι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ διάσκεψις τοῦ Λονδίνου, ἡ 5μερής, ἡ ὁποία θὰ καθίστα τὰ κείμενα τῆς Ζυρίχης τελεσίδικα. Δὲν ἤχθη, λοιπόν, οὔτε τότε ἐνώπιον τετελεσμένου γεγονότος. Τὰ εἶδε, τὰ ἐμελέτησεν. Ὅταν μετέβη εἰς τὸν Λονδῖνον, ὁλόκληρος ἡ ὑπόθεσις τῶν συμφωνιῶν Ζυρίχης ἀπετέλει —ἐὰν θέλετε— τετελεσμένον γεγονός, τῇ συγκαταθέσει τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου. Εἰς τὸ Λονδῖνον, τὶ ἀπέμεινε; Σᾶς παρακαλῶ νὰ διευκρινίσητε, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν σκέψιν σας, τί ἀπέμεινε; Τὸ θέμα τῶν βάσεων. Ἀλλὰ τὸ θέμα τῶν βάσεων, τὸ ὁποῖον ἀπέμενε, δὲν ἀπέμεινε κατ’ οὐσίαν, διότι ἦτο ἀπὸ ἐτῶν καθωρισμένον. Καὶ ἀκούσατε ἀπόψε καὶ τὸν Πρόεδρον κ. Παπανδρέου λέγοντα —διότι ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπῃ, ἐπὶ τέλους, καὶ ἀρχηγὸς ἀνήκων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ὁμιλῶν κατὰ τρόπον ἀντικειμενικὸν — ὅτι οὐδέποτε ἠμφισβητήθη τὸ θέμα τῶν βάσεων. Ἐνώπιον, λοιπόν, τίνος τετελεσμένου γεγονότος ἤχθη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος; Ἐὰν πράγματι ἤγετο —γνωρίζετε πόσον σᾶς ἐκτιμῶ καὶ διὰ τὴν εὐθυκρισίαν σας καὶ διὰ τὴν ψυχικήν σας δύναμιν, ἑπομένως πρέπει νὰ κρίνετε ἀναλόγως καὶ τὴν ψυχικὴν δύναμιν τῶν ἄλλων— ἐὰν πράγματι ἤγετο ἐνώπιον τετελεσμένου γεγονότος, ὁ μέγας αὐτὸς ἀγωνιστής, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, δὲν θὰ ὑπέκυπτε. Δυνατὸν νὰ ἐπέρασε ἀπὸ μίαν στιγμιαίαν κρίσιν δισταγμοῦ, ὡς πρὸς ἐλάχιστα σημεῖα, δυνατὸν νὰ ἤσκησε ἐκείνην τὴν στιγμὴν πολιτικήν, νὰ ἠκολούθησε τακτικήν, ἀλλὰ δὲν ὑπέκυψεν εἰς γεγονὸς τετελεσμένον, διότι οὐδέποτε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος θὰ κατεδέχετο νὰ ἀχθῇ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τετελεσμένου γεγονότος.
§168Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμολογῶ, ὅτι δυσκολεύεται πᾶς τις καὶ ἀσφαλῶς θὰ δυσκολευθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ δώσῃ μίαν οἱανδήποτε λογικὴν ἐξήγησιν τοῦ γεγονότος, ὅτι τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχιζεν ἡ διάσκεψις, εἶχεν ἤδη ὑπογραφῆ μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων Ἑλλάδος, Ἀγγλίας καὶ Τουρκίας ἡ συμφωνία. Καὶ ἐὰν θέλετε νὰ σᾶς ἀντιστρέψω τὸ ἐρώτημα: Ποία εἶναι, κατὰ τὴν ἄποψίν σας, ἡ ἐξήγησις τοῦ γεγονότος τούτου; Εἶναι διαπιστωμένον ἀντικειμενικῶς, ὅτι ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος ἐδίστασε καὶ ἐταλαντεύθη τὰς δύο πρώτας ἡμέρας τῆς διασκέψεως τοῦ Λονδίνου, καὶ ὅτι συνέβη, τοῦτο, ἐνῷ προηγουμένως εἶχεν ὑπογραφῆ ἡ συμφωνία τῶν τριῶν Κυβερνήσεων. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ τετελεσμένον γεγονός, νομίζω, ὅτι δὲν ἀνάγεται εἰς τὸ ἦθος, ἢ εἰς τὸ σθένος, ἢ εἰς τὴν μαχητικότητα τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐκτιμῶ, ὅπως καὶ σεῖς καὶ ἀσφαλῶς ὁλόκληρος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἡ παρατήρησίς μου ἦτο, ὅτι τὸ τετελεσμένον γεγονός, ἔχει ἀφ’ ἑαυτοῦ δύναμιν; Καὶ τοῦτο, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ. Ἄλλωστε τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔφερε, καὶ μὲ αὐτὸ ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν βασικὴν παρατήρησίν μου, τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἐνώπιον ὑπογεγραμμένων συμφωνιῶν, ἔχει, ἢ ὄχι, οὐσιαστικὴν —ἐὰν θέλετε— ἀξίαν διὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς κρίσεως ἑνὸς ἑκάστου, ἢ τοὐλάχιστον τινὸς ἐξ ἡμῶν; Δὲν ἔχω, παρὰ νὰ φέρω τὸ παράδειγμα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἠγόρευσεν ἐναντίον τῶν συμφωνιῶν, ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὰς καταψηφίσῃ, διότι ἀποτελοῦν τετελεσμένον γεγονός. Κύριοι συνάδελφοι, οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ ἀντικρούσῃ καὶ ἀποδίδω μὲ ἀκρίβειαν τὰ πραγματικὰ περιστατικά, ἐὰν κάμω τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ὁ κ. Καραμανλῆς ἐξεκίνησε συμπαραστάτης τῶν Κυπρίων, διὰ νὰ τοὺς ὠθήσῃ εἰς μίαν λύσιν, διὰ τὴν ὁποίαν οὗτος εἶχε, τοὐλάχιστον, πλείστας ὅσας ἐπιφυλάξεις.
§169Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πράγματι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συμφωνούντων ἁπάντων τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεφάσισε νὰ ἀναλάβῃ πρωτοβουλίαν. Ἐξεκίνησε τὸ 1955 ὡς συμπαραστάτης, ἀλλὰ ἡ ἐξέλιξις τῶν γεγονότων τὸν ἔπεισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναλάβῃ, κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν φάσιν, πρωτοβουλίαν. Ἀλλὰ τῆς πρωτοβουλίας αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι μεγίστης ἱστορικῆς σημασίας, ἡ ἐκδήλωσις συνυφάνθη διαρκῶς μὲ ἐνημέρωσιν καὶ συγκατάθεσιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου. Ἐὰν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος ἔλεγεν, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἐσταματοῦσεν ἀμέσως κάθε ἐνέργειαν.
§170Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Χαίρω, ἐπὶ τέλους, διότι συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ ἀνέλαβε πρωτοβουλίαν, εἰς τὴν τελευταίαν φάσιν καὶ θὰ ἐπιτρέψετε εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον νὰ ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐσταμάτα εἰς τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐπιλέξει, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος θὰ διετύπωνεν ἀντιρρήσεις. Ἀλλά, παρακαλῶ, ἐπιτρέψατέ μου, νὰ προχωρήσω, χωρὶς περαιτέρω ἀνάλυσιν τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, διὰ νὰ προλάβω νὰ διατυπώσω ὡρισμένας ἐξ ἴσου βασικὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας προτίθεμαι νὰ κάμω ἐν συνεχείᾳ. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔφερεν ἐνώπιον τετελεσμένου γεγονότος μόνον τοὺς Κυπρίους, ἔφερε καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐνώπιον τετελεσμένου γεγονότος. Καὶ εἶπον προηγουμένως καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ νομίζω, ὅτι ἔχει βασικὴν σημασίαν, ὅτι ἄλλη ἀσφαλῶς θὰ ἦτο ἡ κρίσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τυχὸν θὰ ψηφίσουν τὴν συμφωνίαν, ἐὰν δὲν εὑρίσκοντο ἐνώπιον ὑπογεγραμμένων συμφωνιῶν. Καὶ ἀμέσως ἀνακύπτει τὸ ἐρώτημα: Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὶς εἶχεν ὑποσχεθῆ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ἐθνικὸν θέμα τῆς Κύπρου, τὸ ὁποῖον ἀδιαμφισβητήτως εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 ἐθνικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζει ἡ χώρα μας μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ μετὰ τὴν κατοχήν, δίς, λοιπόν, εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι δὲν θὰ τὴν ἔφερε πρὸ τετελεσμένου γεγονότος καὶ δὲν θὰ προέβαινεν εἰς τίποτε τὸ ὁριστικὸν καὶ τελεσίδικον, ἐὰν δὲν ἔπαιρνε προηγουμένως τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Κύριοι συνάδελφοι, πῶς ὀνομάζεται τοῦτο; Κατὰ τὸν μετριοπαθέστερον χαρακτηρισμόν, τοῦτο λέγεται ἀπόλυτος περιφρόνησις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ πρὸς τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα. Καὶ δὲν εἶναι μόνον περιφρόνησις πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ἐσκεμμένως καὶ εἶχεν πιθανῶς τοὺς λόγους της νὰ κρατήσῃ ἔξω τοῦ ὅλου χειρισμοῦ τοῦ Κυπριακοῦ, ἀλλὰ περιφρόνησιν καὶ πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, πρὸς τὴν ὁποίαν, ἐπίσης, εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι σοβαρωτάτη παράλειψις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν δὲν τηρῇ τὴν ὑπόσχεσίν του καὶ φέρῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τοὺς Κυπρίους ἐνώπιον τετελεσμένου γεγονότος. (Χειροκροτήματα). Καὶ εἶναι ἀκόμη βαρυτέρα ἡ εὐθύνη, ὅταν συμβαίνῃ ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προΐσταται, νὰ εἶναι Κυβέρνησις τῆς μειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὸ 41% τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα). Καί, ἐν τούτοις, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἐχειρίσθη κατὰ τρόπον δικτατορικὸν καὶ κατὰ τρόπον μυστικὸν τὸ ἐθνικὸν θέμα τῆς Κύπρου. Ἐπροχώρησεν εἰς λύσιν, ἔφερεν ἐνώπιον τετελεσμένου γεγονότος τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ἀπόψε διεξάγεται συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως μομφῆς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὅσα ἔπραξεν, ἐνώπιον ὅμως τοῦ τετελεσμένου γεγονότος τῆς συμφωνίας τῆς Κύπρου. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, διὰ νὰ ἐνθυμηθῶ τὴν «συμπαράστασιν» τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ κάμω μίαν μόνον σύντομον ἀναδρομὴν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἐνθυμηθῶ τὰς προτάσεις Χάρτινγκ. Δὲν θὰ κάμω ἀνάλυσιν τῶν προτάσεων Χάρτινγκ, οὔτε τοῦ Συντάγματος Ράντκλιφ, οὔτε τῶν ἄλλων εὐκαιριῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ Ἑλλάς, ἐὰν ἐπεθύμει νὰ τερματίσωμεν τὸ Κυπριακὸν θέμα, διὰ συμβιβασμοῦ. Θὰ σημειώσω μόνον, ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ θέσιν. Ἄφησεν εἰς τὸν Ἐθνάρχην Μακάριον τὴν εὐθύνην τῆς ἀποφάσεως, αὐτὸς δέ, καθ’ ἃ ὁ ἴδιος ὑπερηφάνως διεκήρυξε κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1956, ἀπηύθυνεν ὑπόμνημα εἰς τοὺς Ἄγγλους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους — συμφωνῶν πρὸς τὸν Μακάριον — ἐζήτει τὴν αὐτοκυβέρνησιν καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως ἐντὸς τῆς τακτῆς προθεσμίας, καθ’ ἃ ὡμολόγησεν. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Ἀφοῦ εἶχε σκοπὸν ν’ ἀποδεχθῇ συμβιβαστικὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ, διατὶ ἀπέρριψε τὰς προτάσεις Χάρντιγκ, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καλύτεραι, ἀναμφισβητήτως, κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν, ἀπὸ τὴν συμφωνίαν τῆς Ζυρίχης; Φοβοῦμαι, ὅτι τὰς ἀπέρριψε, διότι, ὡς ἀπεδείχθη ἀπὸ τὰς συζητήσεις ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ἐπέκειντο τότε αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1956 καὶ δὲν ἐτόλμα νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν ὑστέρων, τρία χρόνια ἀργότερα, ὑπὸ πολὺ χειροτέρας συνθήκας διὰ τὸ Κυπριακὸν θέμα, ἀπεφάσισε νὰ λάβῃ.
§171Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος διὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, τῶν διαπραγματεύσεων Χάρτινγκ–Μακαρίου. Ἐπισημαίνω μόνον, ὅτι ὅλαι αἱ ἐπικρίσεις, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, συνίσταντο εἰς τὸ ὅτι ἐπίεσεν ἡ Κυβέρνησις τὸν Μακάριον, διὰ νὰ ἀποδεχθῇ τὰς συμφωνίας Χάρντιγκ– Μακαρίου.
§172Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θὰ ἤθελε νὰ εὕρῃ λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, σύμφωνον πρὸς τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν, ὅπως ἀποδεικνύουν τὰ πράγματα, ἔκτοτε ἠκολούθησεν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀπέδειξαν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψει τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐκείνην τὴν ἐποχήν, διότι συνέβη ἡ Ἀντιπολίτευσις μέχρις ἑνὸς ὡρισμένου χρονικοῦ σημείου, κατὰ κακὴν τύχην διὰ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἔχῃ λάβει γνῶσιν ὡρισμένων φακέλλων, ἐνδιαφέρετο, κατ’ ἐξοχήν, διὰ τὰς ἐπικειμένας ἐκλογὰς καὶ ἤθελε νὰ μὴ τραυματισθῇ τὸ λαϊκὸν αἴσθημα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι συνάδελφοι, βέβαιον εἶναι, ὅτι εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ Κυπριακοῦ, καὶ εἰς αὐτὸ ὀφείλω νὰ εἶμαι καὶ εἰλικρινὴς καὶ σαφής, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκολουθηθοῦν δύο διάφοροι, κατὰ βάσιν, πολιτικαί. Ἡ μία πολιτικὴ ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἔτεινε σταδιακῶς εἰς τὸν τελικὸν ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Κύπρου, ἐφ’ ὅσον θὰ τὸ ἐπεθύμει ἡ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ της μὲ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἡ ἄλλη πολιτικὴ ἦτο ἡ πολιτικὴ τοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος μόνον, ἐν ὀνόματι τῆς ἀμέσου αὐτοδιαθέσεως, ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ νοητός. Καὶ ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1954 καὶ ὁ Κυπριακὸς λαός, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ τὸ ζήτημά του καὶ νὰ ἀρχίσῃ τὸν ἀγῶνα του, φυσικὰ ἐπεδίωξε καὶ ἐζήτησε τὴν αὐτοδιάθεσιν, τὴν ἄμεσον αὐτοδιάθεσιν, διότι ἑνὸς ἀπελευθερωτικοῦ κινήματος ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλος, ἀπὸ τὴν ἄμεσον αὐτοδιάθεσιν. Ἐάν, ὅμως, ἐπρόκειτο νὰ ἀκολουθηθῇ μία ἄλλη πολιτική, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἦτο ἡ ἀκραία, ἡ ἀνένδοτος ἀγωνιστικὴ πολιτική, ἡ ὁποία ἔτεινεν εἰς τὴν αὐτοδιάθεσιν, ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ ἀκολουθηθῇ μία ἄλλη πολιτική, ἡ ὁποία νὰ προβλέπῃ εἰς τὴν σταδιακὴν ἐξέλιξιν μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Κοινοπολιτείας, ὥστε ὡς τελικὴ ἐπίτευξις νὰ ἔλθῃ ἡ αὐτοδιάθεσις μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν παγίαν παράδοσιν τῆς Βρεταννικῆς Κοινοπολιτείας καὶ αὐτὴ ἡ πολιτικὴ θὰ ἦτο νοητή. Κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι ἐνθυμοῦνται τὰς συζητήσεις εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1956, πρέπει νὰ ὁμολογήσουν, ὅτι ὁ προκάτοχος τοῦ σημερινοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ βουλευτὴς Κερκύρας καὶ τέως ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Θεοτόκης, ὑπῆρξεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μὲ συνέπειαν ἠκολούθησε, καθ’ ἃ ἀποδεικνύουν τὰ πράγματα, τὴν δευτέραν πολιτικήν. Ὑπῆρξεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θάρρος νὰ θέσῃ τὸ πρόβλημα καὶ ὑπῆρξεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπεπέμφθη ὡς ἀπόβλητος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε τὸ ἐξιλαστήριον θῦμα τῆς ἐξεγέρσεως τῶν Κυπρίων καὶ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέβαλεν, ἐνῷ φυσικὰ συνεφώνει μὲ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἠκολούθει, ὅταν ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἐπρόκειτο νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποφασιστικόν της σημεῖον. Τὰ λέγω, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὰ μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι, δυστυχῶς, ἡ Κυβέρνησις τῆς ΕΡΕ, καθ’ ὅλα τὰ χρόνια, τὰ ὁποῖα προηγήθησαν, κατὰ τὰ χρόνια ποὺ εἶχεν ἀνακινηθῆ τὸ Κυπριακόν, δὲν κατώρθωσε ποτὲ νὰ ξεκαθαρίσῃ μίαν σαφῆ πολιτικὴν γραμμήν, δὲν κατώρθωσε νὰ ξεκαθαρίσῃ τί ἐπεδίωκε καὶ ποῖος ἦτο ὁ ἀντικειμενικός της σκοπός. Ὑπῆρξεν ἡ πολιτική της παραπαίουσα, ὑπῆρξε πολιτική, ἡ ὁποία ἐπηρεάζετο ἀπὸ ἐσωτερικὰ κριτήρια, ἀπὸ κριτήρια ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν κατάστασιν, ὑπῆρξε μία πολιτικὴ ἀσυνάρτητος, ἀντιφατική, τῆς ὁποίας ἡ μοιραία κατακλεὶς ἦτο ἡ συμφωνία τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου.
§173Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἔχετε τὴν γνώμην σας. Ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι ἐκάμομεν τὸν καλλίτερον δυνατὸν ἀγῶνα καὶ τὸν ἐκάμομεν μὲ συνέπειαν. Δὲν θέλω νὰ ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν εἴπατε καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέβαλε τὸν προκάτοχόν μου. Τοῦτο εἶναι ἀνακριβές. Ὁ προκάτοχός μου παρῃτήθη. Ὑπάρχει τεραστία διαφορά. Ἡ πραγματικότης εἶναι, ὅτι ὁ προκάτοχός μου παρῃτήθη, δὲν τὸν ἀπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§174Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μὲ τὴν διακοπήν του, δὲν προσέθεσε τίποτε τὸ νέον. Εἴθισται, κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, οἱ ὑπουργοὶ νὰ παραιτοῦνται. Τὸ πρόβλημα εἶναι, διατὶ παραιτοῦνται καὶ ὅλοι, ὅσοι ἔζησαν τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἐνθυμοῦνται τὴν σαφεστάτην ἀποστροφὴν τοῦ κυρίου Θεοτόκη. Ἀκόμη ἠχοῦν εἰς τ’ αὐτιά μου τὰ λόγια του ὅταν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐτόνιζεν, ὅτι ἡμέρα καὶ νύκτα, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεξειργάζετο τὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία θὰ ἠκολουθεῖτο εἰς τὸ Κυπριακόν. Καὶ διὰ νὰ ἐνθυμηθῶμεν καὶ ὀλίγα παλαιότερα γεγονότα, θὰ πρέπει νὰ σᾶς θυμίσω, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε τότε εἴπει, ὅτι θὰ ἦτο ἡ ἐσχάτη ἀνανδρία, ἐὰν τὸν ἐγκατέλειπεν ὡς αὐτὸν καὶ μόνον ὑπεύθυνον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Καὶ ὅμως συνέβη. Ὁ κ. Θεοτόκης «παρῃτήθη». Ἔτσι συνηθίζομεν νὰ λέγωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἀλλὰ διατὶ παρῃτήθη; Παρῃτήθη ἁπλούστατον, διότι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἠκολούθει, ἐδημιούργησε τὴν ἀντίδρασιν τῶν Κυπρίων καὶ δὲν ἐτόλμησε τελικῶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν αὐτήν. Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι πρόθεσίς μου νὰ κάμω πλήρη ἱστορικὴν ἀναδρομήν, θὰ κάμω μόνον μίαν τελευταίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς τοὺς τελευταίους μῆνας. Ὅταν τὸ Κυπριακὸν θέμα συνεζητεῖτο εἰς τὸ ΝΑΤΟ καὶ ὅταν ὁ κ. Σπὰκ εἶχεν ἀναλάβει τὴν προσπάθειαν διὰ νὰ συγκροτηθῇ διάσκεψις διὰ τὸ Κυπριακόν, θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ ἐπιχειρήματα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου δὲν ἤθελε νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν συνδιάσκεψιν, τὴν ὁποίαν τὸ ΝΑΤΟ ἐπρότεινε καὶ ἡ ὁποία τελικῶς ἐματαιώθη, ἦτο ὅτι ἡ συνδιάσκεψις θὰ ἐγίνετο μὲ συμμετοχὴν μόνον τεσσάρων κρατῶν, τῶν τριῶν ἐνδιαφερομένων καὶ ἑνὸς ἄλλου, ἐνῷ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐζήτει πλείονας συμμετέχοντας, ὥστε ἡ συμμετοχὴ τῆς Τουρκίας μέσα εἰς τοὺς πλείονας παράγοντας, οἱ ὁποῖοι θὰ μετεῖχον εἰς τὴν διάσκεψιν, νὰ μὴ εἶχε τὴν αὐτὴν βαρύτητα, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν εἰς μίαν τετραμερῆ διάσκεψιν. Ἔχω ἐνώπιόν μου, μίαν ἀνακοίνωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὸν ΟΗΕ, ἀναφορικῶς πρὸς τὰς εὐθύνας διὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς συνδιασκέψεως διὰ τὸ Κυπριακόν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται, μεταξὺ ἄλλων, ἐπὶ λέξει τὸ ἑξῆς: «Ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις —ἀποτελεῖ αὐτὸ δικαιολογίαν, διατὶ ἡ Ἑλλὰς ἠρνήθη νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν συνδιάσκεψιν ἐκείνην— ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν πραγματικότητα ἐματαίωσεν ἑλληνικὸν αἴτημα περὶ διευρύνσεως τῆς Διασκέψεως. Οἱ διαδικαστικοὶ καὶ ἄλλοι περιορισμοί, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλον, τόσον ἡ Ἀγγλία, ὅσον καὶ ἡ Τουρκία, εἰς τὴν συμμετοχὴν καὶ τὸν ρόλον τῶν τρίτων αὐτῶν, συνομιλητῶν, οὐδεμίαν ἀφῆκαν ἀμφιβολίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρόθεσίν των νὰ διαφυλάξουν τὸ τριμελὲς πλαίσιον τῶν διαπραγματεύσεων, πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως ἀπομονώσουν τὴν Ἑλλάδα καὶ ὑποχρεώσουν αὐτὴν καὶ τοὺς Κυπρίους νὰ παραδοθοῦν εἰς τὸ κοινὸν Ἀγγλοτουρκικὸν μέτωπον). Βλέπετε, ὅτι τὸ παράπονον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦτο ὅτι τὸ ΝΑΤΟ ἤθελε συμμετοχὴν 4 δυνάμεων, ἐξ ὧν ἡ μία ἡ Τουρκία. Αὐτὸ συνέβη τὴν 5.11.1958 καὶ δὲν παρῆλθον δύο μῆνες καὶ ἔσπευσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ συναντήσῃ μόνον τὸν κ. Ζορλοῦ εἰς τὴν Ζυρίχην καὶ νὰ προβῇ εἰς διμερεῖς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐτερμάτισαν τὸ Κυπριακόν. Θέλω νὰ εἴπω, ὡς πρὸς τὴν συνέπειαν, ἡ ὁποία ἐπιδεικνύεται.
§175Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἀπορῶ, πῶς μὲ τὴν ὀξυδέρκειαν τὴν ἰδικήν σας, προβαίνετε εἰς αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Δὲν ἐδέχθημεν νὰ πᾶμε εἰς ἄλλας διασκέψεις, διότι δὲν ἐγνωρίζαμεν ποῖον θὰ ἦτο τὸ περιεχόμενον εἰς αὐτάς. Ἐκαλούμεθα, χωρὶς νὰ εἶναι γνωστὸν ποία θὰ εἶναι ἡ κατεύθυνσις τῆς οὐσίας τῆς συζητήσεως. Ἐνῷ ἀντιθέτως, ἐπήγαμε εἰς διμερῆ καὶ μετὰ εἰς πενταμελῆ, διότι εἶχον γίνει ἐπαρκεῖς συνεννοήσεις καὶ ἐπηγαίναμεν εἰς ἕνα ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν θεωρεῖτε καλόν, ἡμεῖς δὲ θεωροῦμεν ὡς ἱστορικῆς σπουδαιότητος ἐπίτευγμα.
§176Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν μπαίνω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνέπειαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις ἔναντι τοῦ θέματος τῆς συμμετοχῆς τῆς Τουρκίας εἰς τὰς διαπραγματεύσεις. Ἕτερον βασικὸν χαρακτηριστικὸν τοῦ χειρισμοῦ τοῦ κυπριακοῦ, κατὰ τὰ 4 τελευταῖα ἔτη —κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ βίου τῶν Κυβερνήσεων Καραμανλῆ— ὑπῆρξεν ἡ ἀπόλυτος μυστικότης, ἡ ὁποία ἐτηρήθη ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ταὐτοχρόνως τὸ γεγονός, ὅτι συστηματικῶς παρεπλανᾶτο ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὡς πρὸς τὴν ἑκάστοτε θέσιν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ θέματος. Δὲν θέλω νὰ εἴπω πολλά, ἀλλὰ θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ κύριοι συνάδελφοι τὰς θριαμβολογίας, ὁσάκις ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπέστρεφεν ἀπὸ τὸν ΟΗΕ. Πόσες φορὲς ἠκούσαμεν, ὅτι προωθεῖται τὸ Κυπριακόν, πόσες φορὲς ἠκούσαμεν ὅτι ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀρχὴ τῆς αὐτοδιαθέσεως, διὰ νὰ μὴ ἐνθυμηθῶ τοὺς προεκλογικοὺς λόγους τοῦ κ. Καραμανλῆ, τὸ 1956, ὅταν ἐβεβαίου τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἐπέτυχε τὴν πλήρη αὐτοδιοίκησιν καὶ ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἀνεγνωρίσθη καὶ ἡ αὐτοδιάθεσις. Κύριοι συνάδελφοι, συστηματικῶς ἀπὸ τὴν μία μεριὰ τηρεῖται ἀπόλυτος μυστικότης, ὡς μὴ ὤφειλεν, ὡς πρὸς τὸν χειρισμὸν τοῦ ἐθνικοῦ θέματος, μυστικότης, διευκρινίζω, φυσικά, ὄχι ἔναντι τῆς δημοσίας γνώμης, ἔναντι τοῦ τύπου, διότι τοιαύτη μυστικότης εἶναι φυσικὸν πάντοτε νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ ἀπόλυτος μυστικότης ἔναντι τῶν ὑπολοίπων πολιτικῶν κομμάτων, ἔναντι τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν, καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ καινοφανῆ χειρισμόν, τὸν ὁποῖον πρώτη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ ἐγκαινίασε, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρεπλανᾶτο. Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἑνὸς Κράτους, ἠμπορεῖ νὰ πηγαίνῃ καλὰ ἢ κακά, ὁ λαὸς ὅμως ἑκάστης δημοκρατικῆς χώρας, ἔχει τὸ δικαίωμα ἑκάστοτε νὰ πληροφορῆται ἐγκύρως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν του, ποία εἶναι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἡ θέσις τῶν ἐθνικῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα τὸν ἐνδιαφέρουν καὶ νὰ μὴ ἐμπαίζεται καὶ νὰ μὴ παραπλανᾶται, διότι, ἄλλωστε, τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνδεχομένως ἀποκρύπτονται ἐξ ἀντικειμένου δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν, δημιουργεῖ βαρύτερα ψυχικὰ τραύματα, ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα νὰ ἐμφανισθῇ ἡ ὠμὴ πραγματικότης, ὅπως συνέβη τώρα εἰς τὴν Ζυρίχην καὶ τὸ Λονδῖνον. Κύριοι συνάδελφοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον τῶν συμφωνιῶν, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς ἁπλοῦν: Ἡ Κυβέρνησις, ὑπερηφάνως ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐδημιούργησε τὴν ἀνεξάρτητον Δημοκρατίαν τῆς Κύπρου. Λυποῦμαι, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαπιστώσω, ὅτι οὔτε ἀνεξάρτητος, οὔτε Δημοκρατία εἶναι αὐτὴ ἡ νέα Πολιτεία, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ ἐφευρετικότης τῶν κ.κ. Καραμανλῆ καὶ Μεντερές. Ἀνεξάρτητος δὲν εἶναι κατ’ οὐδεμίαν ἔννοιαν, ὄχι μόνον, διότι ἐμποδίζεται εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἀνεξάρτητος δὲν εἶναι καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ, ὅτι μέσα εἰς τὸ Σύνταγμά της, ὡς καταστατικὴ διάταξις περιλαμβάνεται, ὅπως ὀρθῶς τὸ παρετήρησεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, ἡ συμμαχία μὲ τὴν Τουρκίαν καὶ μὲ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ Δημοκρατία δὲν εἶναι, δυστυχῶς, διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον: Ἐγένετο συζήτησις ἐδῶ περὶ τοῦ ΒΕΤΟ, περὶ τῶν χωριστῶν πλειοψηφιῶν καὶ τῶν παντείων ἐγγυήσεων τῆς μειοψηφίας. Ὑπάρχουν πολλαὶ περιπτώσεις ποὺ ἰσχύει τὸ ΒΕΤΟ, ὑπάρχει περίπτωσις χωριστῆς πλειοψηφίας, ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἀπόφασις τῶν δύο συμπροέδρων, τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ κοινοῦ ἐκφράζουν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει οὔτε μία περίπτωσις καὶ προκαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἐὰν τυχὸν μοῦ διαφεύγῃ καμμία, δὲν ὑπάρχει καμμία περίπτωσις, ὅπου εἰς αὐτὴν τὴν ἰδιότυπον Δημοκρατίαν τῆς Κύπρου, ἡ πλειοψηφία νὰ λαμβάνῃ μίαν ἀφ’ ἑαυτῆς ἰσχυρὰν ἀπόφασιν. Ὑπάρχει ἕνα θέμα, ὅπου νὰ μὴν ὑπάρχῃ τὸ ΒΕΤΟ ἢ χωριστὴ πλειοψηφία τοῦ δικαιώματος ἀναπομπῆς ἢ ἄλλο;
§177Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἄπειρα θέματα.
§178Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εἴπατέ μου ἕνα. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ΒΕΤΟ...
§179Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὅλα τὰ θέματα καὶ νὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως, πρῶτον, εἰς τὰ θέματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἀποφασίζει ἡ πλειοψηφία, χωρὶς καμμίαν δυνατότητα, οἱασδήποτε φύσεως ΒΕΤΟ, διὰ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὸν ΟΗΕ, εἰς τὸ ΝΑΤΟ, εἰς ὅλους τοὺς Διεθνεῖς Ὀργανισμούς.
§180Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας οὐδενὸς ὀργάνου. Αὐτὸ ὑπάρχει διατυπωμένον μέσα εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ διὰ τὰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας ὑπεγράψατε.
§181Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν δὲν εἶναι ἀπόφασις, τὸ νὰ συμμετάσχῃ μία Πολιτεία εἰς ἕνα διεθνῆ ὀργανισμόν, τότε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ἀποφάσεις, πλὴν τῶν σαφῶς κατονομαζομένων, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ μειοψηφία, εἶναι νὰ ζητήσῃ νὰ ξαναεξετασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιμείνῃ, ἐντὸς 15 ἡμερῶν, δημοσιεύεται ἡ ἐκ νέου ληφθεῖσα ἀπόφασις. Αὐτὸ δὲν ἰσχύει δι’ ὅλα τὰ θέματα, πλὴν τῶν σαφῶς κατονομαζομένων, δηλαδὴ θέματα οἰκονομικά, ἐμπορίου, δημοσίων ἔργων, ὑγείας. Ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα ἀκόμη, δύναται ἡ μειοψηφία νὰ εἴπῃ: Ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφρασθῇ ἐκ νέου ἡ Βουλὴ καὶ τοῦτο ἐντὸς 15 ἡμερῶν. Αὐτὸ εἶναι κατάργησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας;
§182Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργός, δὲν μὲ παρηκολούθησεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὸ ΝΑΤΟ, δὲν εἶπον, ὅτι εἶναι ἀπόφασις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει σημασίαν, ἀλλὰ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀπόφασις τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τῶν συμφωνιῶν ὀργάνων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσίν μου, αὕτη εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἄνευ ἑτέρου ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας νὰ εἶναι ἰσχυρὰ ἀφ’ ἑαυτῆς, διότι τὸ ὀλιγώτερον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑπάρξῃ, εἶναι τὸ ΒΕΤΟ τοῦ Τούρκου Ἀντιπροέδρου. Κατὰ συνέπειαν, Δημοκρατία ἰδιόρρυθμος εἶναι. Δημοκρατία, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς, ἀπὸ ἀπόψεως μὲν διεθνοῦς, ἀποτελεῖ συγκυριαρχίαν τῶν τριῶν Δυνάμεων, ἀπὸ ἀπόψεως δὲ ἐσωτερικῆς διοικητικῆς, ἀποτελεῖ οὐσιαστικῶς διχοτόμησιν. Ἀλλὰ ὑπάρχει, ἐπὶ πλέον, τὸ πρόβλημα τῆς λειτουργίας ἑνὸς τοιούτου ἰδιορρύθμου πολιτειακοῦ καθεστῶτος, ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἀνεύρω οὐδαμοῦ. Ἀνήκει εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, μαζὺ μὲ τοὺς συναδέλφους των τῆς Τουρκίας καὶ Ἀγγλίας, ἡ τιμή, ὅτι ἐφεῦρον ἕνα πολίτευμα, παρόμοιον τοῦ ὁποίου δὲν ἐγνώρισεν ἡ ἀνθρωπότης. Τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι τὸ πολίτευμα αὐτὸ δὲν ἐλπίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ὁμαλῶς, εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας δὲν θὰ εἶναι ἀπολύτως φιλικαί. Ὅλον τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ζυρίχην, στηρίζεται εἰς μίαν βασικὴν προϋπόθεσιν, εἰς τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ σταθερά, εἰλικρινὴς καὶ πλήρης Ἑλληνοτουρκικὴ συμμαχία καὶ φιλία. Οὐδείς, κύριοι, ἀπὸ ἡμᾶς δὲν εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν Ἑλληνοτουρκικὴν φιλίαν, ἀλλὰ πιστεύετε, ὅτι εἶναι δυνατόν, ὅταν δημιουργοῦμεν πολιτειακὰ πλαίσια, διὰ τὸ νέον ἀνεξάρτητον Κράτος, νὰ οἰκοδομῶμεν ἐπάνω εἰς μίαν προϋπόθεσιν, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως εἶναι ρευστὴ καὶ ἐπισφαλής; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι μόνον ἀνιστόρητοι ἦτο δυνατὸν νὰ λάβουν μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν καὶ ὅτι ἀποτελεῖ πρᾶξιν πολιτικῆς ἀφροσύνης τὸ νὰ συνδέωμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ νέου αὐτοῦ Κράτους καὶ ταὐτοχρόνως τὰς Ἑλληνοτουρκικὰς σχέσεις καὶ γενικώτερον τὴν Ἑλληνικὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν μὲ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ τοῦ κατασκευάσματος. Καὶ διὰ νὰ κάμω τοῦτο πλέον ἐναργές, θὰ προχωρήσω εἰς μίαν ἀφαίρεσιν, θὰ ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο χαρακτηριστικόν. Ἄς λησμονήσωμεν πρὸς στιγμὴν τὴν Κύπρον, ἂς λησμονήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι καὶ ἂς κάμωμεν μίαν μεταφορὰν τοῦ πολιτεύματος εἰς τὴν ἰδικήν μας χώραν, ὅπου δὲν ὑπάρχουν μειονότητες καὶ προβλήματα μεταξὺ τῶν τμημάτων τοῦ πληθυσμοῦ. Φαντάζεσθε ποτέ, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ αὐτὸ τὸ πολίτευμα εἰς τὴν Ἑλλάδα; Φαντάζεσθε, τὶ θὰ συνέβαινεν, ἐὰν ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως μὲ 4ετῆ κατωχυρωμένην θητείαν καὶ δικαίωμα τοῦ ΒΕΤΟ ἦτο, ὄχι ὁ κ. Ἀποστολίδης, ἀλλὰ ὁ νῦν Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν νομιμοφροσύνην!! Φοβοῦμαι ὅτι, ὅλη ἡ ὑπόθεσις αὐτή, οἰκοδομεῖται χωρὶς θεμέλια καὶ φοβοῦμαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην διέπραξε μίαν ἐπικίνδυνον ἀφροσύνην καὶ ἠγνόησε τὴν πραγματικότητα. Ἐστηρίχθη εἰς τὰ σημερινὰ δεδομένα καὶ εἰς τὰς σημερινὰς ἐπιδιώξεις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος. Μὲ τὴν Τουρκίαν, εὔχομαι νὰ ζήσωμεν πολὺ φιλικὰ καὶ συμμαχικά, ἀλλὰ τίποτα δὲν μᾶς ἐξασφαλίζει, ὅτι αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἡ Τουρκία ἔχει τὴν ἰδικήν της ἐξωτερικὴν πολιτικήν, τοὺς ἰδικούς της προσανατολισμούς. Ὁ Τουρκικὸς λαὸς ἔχει τὰς ἰδικάς του ἐσωτερικὰς πολιτικὰς κατευθύνσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συμπίπτουν μὲ τὰς κατευθύνσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τί μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι αὔριον, οἱονδήποτε θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνακύψῃ, δὲν θὰ μεταβάλῃ τὴν Κύπρον εἰς πυριτιδαποθήκην, ἡ ὁποία θὰ προκαλέσῃ συμφορὰς εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου, εἰς τὸν ὁποῖον κεῖται; Πιστεύω, ὅτι ἀπετέλεσε βαρύτατον λάθος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὡς πρὸς τὸ ἐπιβληθὲν καθεστὼς τῆς Κύπρου. Πιστεύω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν χειροτέραν δυνατὴν λύσιν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν, ἐπεκαλέσθη τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι εἶχον ἐπικαλεσθῆ. Τί ἦτο, ἐπὶ τέλους, ἄλλο δυνατὸν νὰ συμβῇ, ἐν ὄψει τῶν γεγονότων, ὡς ταῦτα εἶχον διαμορφωθῆ; Δὲν γνωρίζω τὰ πραγματικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετώπιζε. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, νὰ ἔχω τὴν συνολικὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἀντιμετώπιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ τερματίσῃ τὸ Κυπριακόν, ὡς τὸ ἐτερμάτισεν. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πιστεύω, εἶναι ὅτι, ὅ,τιδήποτε ἄλλο ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ὁριστικὸν ἐνταφιασμὸν τοῦ αἰτήματος τῶν Κυπρίων διὰ τὴν αὐτοδιάθεσιν. Ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, τὸ παράδειγμα τῆς Κρήτης. Ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρίς, ἔζησεν ἐπὶ αἰῶνας ὑπόδουλος. Συχνάκις ἐγένοντο ἐπαναστάσεις καὶ ἐπνίγοντο εἰς τὸ αἷμα. Οὐδέποτε, ὅμως, διενοήθη, οὔτε ὁ λαὸς τῆς Κρήτης, οὔτε ἡ μικρὰ Ἑλλὰς τοῦ 19ου αἰῶνος, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς συμφωνίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐνεταφίαζεν εἰς τὸ διηνεκὲς τὸ δικαίωμα τῆς Κρήτης, νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν. Καὶ ἐπειδή, κύριοι συνάδελφοι, περὶ Κρήτης ὁ λόγος, θέλω νὰ σᾶς παράσχω ὡρισμένας πληροφορίας, περὶ τοῦ τὶ ἐγένετο εἰς τὴν Κρήτην ἀναφορικῶς πρὸς τὸ θέμα τῆς διατηρήσεώς της ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς αὐτονομίας καὶ τῆς Ἀνεξαρτήτου Κρητικῆς Πολιτείας. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει ἐν πρώτοις νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν Κρήτην ἐνεφανίζετο τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον ὑπὸ δυσμενεστέραν θέσιν ἀπὸ ἀπόψεως ἀριθμοῦ. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1881, εἰς τὴν Κρήτην ὑπῆρχον 205.000 Ὀρθόδοξοι καὶ 43.000 Ὀθωμανοί. Δηλαδή, οἱ Ὀθωμανοὶ ἀντιπροσώπευαν τὸ 26% τοῦ συνολικοῦ πληθυσμοῦ. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω, ὅτι εἰς τὰς 3 μεγάλας πόλεις, τὸ Ρέθυμνον, τὸ Ἡράκλειον καὶ τὰ Χανιά, οἱ Ὀθωμανοὶ Τοῦρκοι, ὄχι ἁπλῶς εἶχον τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ ἦσαν τριπλάσιοι περίπου ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς. Οἱ Χριστιανοὶ εἰς τὰς τρεῖς μεγάλας πόλεις ποὺ ἀνέφερον ἀνήρχοντο εἰς τὸ 25–28% τοῦ συνόλου τοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ Κρήτη ἀπέκτησε διὰ πρώτην φορὰν αὐτονομίαν μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας τὸ 1878, μὲ τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο γνωστὴ ὡς σύμβασις τῆς Χαλέπας. Τότε ἀπέκτησε τὴν πρώτην Ἐθνοσυνέλευσιν. Καὶ εἰς τὴν πρώτην Ἐθνοσυνέλευσιν ὡρίζετο, ὅτι θὰ ὑπάρχουν 49 Χριστιανοὶ καὶ 31 Μουσουλμάνοι βουλευταί. Δηλαδή, οἱ Μουσουλμᾶνοι μὲ τὸ 26% εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κρήτη ἀπετέλει τμῆμα τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ἔπαιρναν τὸ 38,7% τοῦ συνόλου τῶν ἑδρῶν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἔπαιρναν δηλαδὴ ἀναλογίαν πολὺ μικροτέραν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν παίρνουν σήμερον οἱ Τοῦρκοι τῆς Κύπρου. Καὶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅταν ἔγινε τὸ Σύνταγμα τῆς Κρητικῆς Πολιτείας τὸ 1899 τὸν Ἀπρίλιον καὶ ὅταν ἡ Κρήτη καθ’ ἃ ἀναφέρει τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 1, ἀπετέλεσεν ἐντελῶς αὐτόνομον Πολιτείαν, κατόπιν ἀποφάσεως τῶν τεσσάρων μεγάλων δυνάμεων, ἐδημιουργήθη ὄντως αὐτόνομος Πολιτεία, χωρὶς τοὺς ὅρους καὶ τοὺς δεσμοὺς τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις συνεφώνησε νὰ ἰσχύσουν εἰς τὴν ἀτυχῆ Κύπρον. Ἦσαν ἄγνωστα αὐτὰ τότε. Τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, λέγει τὸ ἄρθρον 41 τοῦ Κρητικοῦ Συντάγματος, ἐκλέγονται κατὰ Νομόν, διὰ τοῦ ἑνιαίου τῆς ψηφοφορίας κατ’ ἀναλογίαν ἕνας βουλευτὴς πρὸς 5.000 κατοίκους καὶ διὰ συστήματος ἐξασφαλίζοντος ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερον ἀντιπροσώπευσιν τῆς μειοψηφίας. Δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀναλογία. Δὲν ὑπῆρχε διάταξις ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἐκλογὴν Μουσουλμάνων βουλευτῶν. Θὰ ἐξελέγοντο ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλεγοῦν ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχον Τοῦρκοι ψηφοφόροι. Εἰς τὴν Χωροφυλακήν, εἰς τὸν Στρατόν, εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, δὲν ἐγένετο καμμία διάκρισις. VETO δὲν ὑπῆρχε. Ἡ διακυβέρνησις ἐγένετο ἀπὸ κοινοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ὡρίζετο ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ διωρίζετο ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα καὶ ἀπελάμβανε τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Δὲν ἐγένετο διάκρισις Ὑπουργείων. Εἰς τὰς μεγάλας πόλεις τῆς Κρήτης, ὅπου οἱ Τοῦρκοι ἀντιπροσώπευαν τὸ 70–78% δὲν ὑπῆρξε ποτὲ θέμα χωρισμοῦ τῶν Δήμων. Ἑνιαῖοι ἦσαν οἱ Δῆμοι. Συνέβη εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου Πατρίδα νὰ ἐκλεγῇ Τοῦρκος Δήμαρχος. Οὐδέποτε κανεὶς διενοήθη νὰ χωρίσῃ τὸν Δῆμον Χανίων εἰς Ἑλληνικὸν καὶ Τουρκικόν. Αὐτὰ ὅλα συνέβαινον, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν Κρήτην εἰς τὴν Κρήτην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως τὸ Χριστιανικὸν στοιχεῖον μὲ τὸ Τουρκικὸν ἔζη ἐν ἁρμονίᾳ. Πλειστάκις, ὅμως, ἐγένοντο αἱματηραὶ ἐπαναστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔφερον εἰς θανάσιμον ἀντίθεσιν καὶ ἀνταγωνισμὸν τὸ Χριστιανικὸν στοιχεῖον κατὰ τοῦ τουρκικοῦ. Διότι κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐπαναστάσεων, οἱ ἐπαναστάται Κρῆτες ἐμάχοντο ἐναντίον Τουρκοκρητῶν, οἱ ὁποῖοι, ἴσως διότι ἦσαν τῆς αὐτῆς προελεύσεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως αἵματος, ἦσαν ἀνδρεῖοι, ἦσαν πολεμισταὶ καὶ ἠγωνίζοντο καὶ αὐτοὶ ἐρρωμένως ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν ἐπαναστατῶν. Μετὰ τοὺς χειμάρρους καὶ τοὺς ποταμοὺς τῶν αἱμάτων καὶ τὰς ἐπαναστάσεις δὲν ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ καμμία οὐσιώδης ἐξασφάλισις εἰς τὴν Τουρκικὴν μειονότητα ἀνάλογος μὲ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ εἰς τὴν Τουρκικὴν μειονότητα τῆς Κύπρου. Ἐδόθη ἡ ἐγγύησις τῶν μεγάλων δυνάμεων καὶ ἀνελήφθη ὑποχρέωσις νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ Ἕνωσις καὶ δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ Ἕνωσις ἡ τυπικὴ τῆς Κρήτης μὲ τὴν Ἑλλάδα παρὰ μόνον τὴν ἑπομένην τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων διὰ τῆς συνθήκης ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε. Καὶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅλα αὐτὰ συνέβαινον, ἐνῷ ἡ Κρήτη ἐτέλει ἀκόμη ὑπὸ τὴν ὑψηλὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου. Ἐπικυρίαρχος τῆς Κρήτης ἦτο ἀκόμη ὁ Σουλτάνος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἡ Τουρκικὴ σημαία ἐκυμάτιζε εἰς ἕνα σημεῖον τῆς Κρήτης εἰς τὴν νησίδα τοῦ λιμένος τῆς Σούδας. Πῶς εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν ἐν ὄψει αὐτοῦ τοῦ παραδείγματος ἀπὸ τὸ πρόσφατον παρελθόν, νὰ παραδεχθῇ κανείς, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον αὐτὸ ποὺ ἔγινε διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ Τουρκικὴ μειοψηφία τῆς Κύπρου; Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ εἰλικρινῶς πιστεύω, ὅτι ἀποτελεῖ γεγονός, ὅτι οἱ Τοῦρκοι καὶ οἱ Χριστιανοὶ τῆς Κύπρου ἔζησαν ἁρμονικώτατα κατὰ τὴν διάρκειαν μακρῶν αἰώνων καὶ ἀναμφισβητήτως εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς Τουρκικῆς μειοψηφίας εἰς τὴν Κύπρον θὰ ἐγένοντο σεβαστά, οἱαδήποτε λύσις καὶ ἐὰν ἐδίδετο, ἀπὸ τὸν Χριστιανικὸν πληθυσμὸν καὶ ἀναμφισβητήτως οὐδεὶς Κύπριος θὰ διενοεῖτο νὰ θίξῃ τὰ δικαιώματα τῆς τουρκικῆς μειοψηφίας. Ἀφοῦ αὐτὸ ἦτο τὸ δεδομένον καθεστὼς διὰ ν’ ἀντιστρέψω τὸ ἐρώτημα ποὺ θέτει ἡ Κυβέρνησις, ποῖος ὑπῆρξε ὁ λόγος νὰ δώσωμεν τόσον ἐξωφρενικῶς ἐκτεταμένα δικαιώματα εἰς τὴν τουρκικὴν μειονότητα τῆς Κύπρου; Κύριοι συνάδελφοι, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐκ τῶν συνήθων προβλημάτων μειονοτήτων. Ἄπειρα τοιαῦτα ἐγνώρισεν ἡ Εὐρώπη κατὰ τὰς τελευταίας 10ετίας. Δὲν ἐκινήθησαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰς ἀποφάσεις εἰς τὴν Ζυρίχην καὶ εἰς τὸ Λονδῖνον ἀπὸ τὴν σκέψιν νὰ προστατεύσουν τὴν μειονότητα. Δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τῶν κ. Μεντερὲς καὶ Ζουρλοῦ. Ὁ κ. Μεντερὲς καὶ ὁ κ. Ζουρλοῦ, ἐγνώριζον, ὅτι οἱ Τοῦρκοι τῆς Κύπρου θὰ ἐκινδύνευον, ἀλλὰ οἱ Τοῦρκοι ἠθέλησαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἐπανέλθουν καὶ δυστυχῶς τὸ ἐπέτυχον, ὡς οὐσιαστικῶς συγκυρίαρχοι εἰς τὴν Κύπρον, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶχον ἐθελουσίως παραιτηθῆ διὰ τῆς συνθήκης τῆς Λωζάνης. Καὶ ἀποτελεῖ σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι διότι ἔδωσε ἐγγυήσεις εἰς τὴν μειονότητα, καὶ δικαιώματα, ἀλλὰ διότι ὑπὸ τὴν ἐπίφασιν, ὅτι ἐξασφαλίζει τὴν μειονότητα, ἐπέτρεψε εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ ἐπανέλθῃ συγκυρίαρχος εἰς τὴν Κύπρον. Κύριοι συνάδελφοι, εἶπον προηγουμένως περὶ τῆς μυστικότητος ἡ ὁποία ἐτηρήθη κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν τελευταίων ἐτῶν ὡς πρὸς τὸν χειρισμὸν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος. Καὶ εἶπον περὶ τῆς μονοπλεύρου ἀντιμετωπίσεως τοῦ θέματος τούτου ἀπὸ τὴν κυβερνῶσαν πλειοψηφίαν, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Καραμανλῆ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἤκουσα μὲ ἰδιαιτέραν προσοχὴν τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Γρ. Κασιμάτη. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐξεύρω ἐὰν καὶ εἰς σᾶς ἐγεννήθη ἡ ἰδία ἐντύπωσις. Ὁμολογῶ, μοῦ ἐδημιουργήθη ἡ ἐντύπωσις ὅτι τὸ κομματικὸν αἰσθητήριον τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Σώματός μας, ἴσως ἐπλανήθη, ὅταν τὸν περιέλαβεν εἰς τοὺς «ἀντιλέγοντας». Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοῦ ἔκαμεν ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν, ἦτο ἡ ἐμμονή του εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι τὸ Κυπριακὸν ἦτο ἡ εὐκαιρία νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἑνότης τῶν Ἑλλήνων. Τὸ θέμα, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ὄντως σοβαρὸν καὶ εἶναι ὄντως μέγα. Διότι ἐὰν τὸ Κυπριακὸν ἐδεινοπάθησεν, ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὴν τὴν θλιβερὰν κατακλεῖδα τοῦτο ἀδιαμφισβητήτως πρέπει κατὰ ἕνα σημαντικὸν ποσοστὸν νὰ ἀποδοθῇ καὶ εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ὁ χειρισμὸς ἀπὸ ἑλληνικῆς πλευρᾶς δὲν ὑπῆρξεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ εἶναι, διότι ὑπῆρξε μονόπλευρος καὶ διότι τὸ Κυπριακὸν ἐνεπλάκη τὰ τελευταῖα χρόνια μέσα εἰς τὰς ἐσωτερικὰς πολιτικάς μας ἀντιθέσεις. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἀπέθνησκεν ὁ Στρατάρχης Παπάγος, ὁ ὁποῖος καὶ εἶχε πρῶτος ἀνακινήσει τὸ Κυπριακὸν καὶ ὅταν ὁ κ. Καραμανλῆς ἀνήρχετο εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἡ στιγμὴ διὰ τὸ Κυπριακὸν θέμα ἦτο κρίσιμος. Εἴχομεν ἤδη μεταβῆ εἰς τὴν τριμερῆ τοῦ Λονδίνου, εἶχον λάβει χώραν τὰ τρομακτικὰ γεγονότα τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Σμύρνης καὶ τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἐτίθετο ἐνώπιον τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος ἦτο δυσχερέστατον. Πρέπει, διὰ τὴν ἀκρίβειαν καὶ τάξιν νὰ τονισθῇ, ὅτι, ὅταν ὁ κ. Καραμανλῆς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὡς Πρωθυπουργὸς, ἡ ἀνένδοτος ἀγωνιστικὴ γραμμή, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἄμεσον αὐτοδιάθεσιν, εἶχεν ἤδη νοθευθῆ. Διότι καὶ ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν τριμερῆ τοῦ Λονδίνου μαζὶ μὲ τὴν Τουρκίαν, ἀσχέτως οἱωνδήποτε ἐπιφυλάξεων, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν, ὑπῆρξεν ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν γραμμὴν αὐτήν. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἄμεσος αὐτοδιάθεσις ἀντικατεστάθη ἀπὸ τὴν ἐπιδίωξιν αὐτοδιαθέσεως, ἐντὸς εὐλόγου καὶ τακτῆς προθεσμίας καὶ αὐτὸ ἀπετέλει ὑποχώρησιν ἀπὸ τὴν ἀρχικὴν ἀπόλυτον ἀγωνιστικὴν θέσιν. Ἡ τριμερὴς εἶχεν ἤδη πραγματοποιηθῆ. Ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἐξέπληξεν ὁ διάλογος, τὸν ὁποῖον ἤκουσα προχθές, μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Στεφανοπούλου, ὡς πρὸς τὰ διαδραματισθέντα εἰς τὴν Τριμερῆ. Σήμερον ἐδιάβασα ἐπιστολὴν τοῦ τότε πρεσβευτοῦ εἰς τὸ Λονδῖνον κ. Μόστρα, ὁ ὁποῖος τοποθετεῖ —φαντάζομαι— ἀντικειμενικῶς τὸ θέμα ἀπὸ ἀπόψεως πραγματικῶν περιστατικῶν. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ τότε Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Στεφανόπουλος, δὲν εἶχεν ὁμιλήσει διὰ τὰ ἐγκλήματα τῆς Κύπρου καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸ Λονδῖνον, δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὁ ἀξιότιμος παρὼν τότε καὶ νῦν Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶχεν ὁμιλήσει καὶ αὐτὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐνθυμοῦμαι τὴν φράσιν του: «Ἐσιώπησεν ὁ συνάδελφός μου εἰς τὸ Λονδῖνον, ἐσιώπησα καὶ ἐγὼ ἐδῶ», καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν ἐθνικὴν σκοπιμότητα, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν ἄποψίν του, ἐπέβαλεν ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ σιωπήσῃ.
§183Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Γεγονὸς εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε. Ἀλλὰ περὶ ἄλλης σιωπῆς εἶχον κάμει λόγον ἐγὼ τότε καὶ ἄλλη σιωπὴ ἐσημειώθη εἰς τὸ Λονδῖνον. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δημοσίᾳ ἐκείνην τὴν στιγμὴν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εὑρισκόμενος ἐν Λονδίνῳ. Ἀλλὰ κάτοχος τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον περιεῖχεν ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Σμύρνης, ὤφειλεν εἰς τὸ Φόρεϊν Ὄφφις, ὅπου εἶχε συνάντησιν μετὰ τῶν δύο ὑπουργῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ ὁμιλήσῃ. Δὲν εἶπον ἐγὼ ποτέ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Στεφανόπουλος εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Τουρκίας καὶ ὅτι ἔπρεπε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν νὰ ἀνεχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν Σμύρνην καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν, χωρὶς νὰ ἀντιδράσῃ. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Στεφανόπουλος θὰ ἀντέδρα, διότι γνωρίζω τὴν ψυχήν του. Ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀναγνώσει τὸ τηλεγράφημα, ἐνῷ τὸ τηλεγράφημα εἶχε φθάσει τέσσαρας ὥρας, προτοῦ μεταβῇ ὁ κ. Στεφανόπουλος εἰς τὸ ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν.
§184Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ ὅσα εἴπατε. Βεβαίως δὲν ἦτο τὸ νόημά σας, ὅτι δὲν ἔπρεπε ὁ κ. Στεφανόπουλος νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὴν Τριμερῆ τοῦ Λονδίνου. Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς δηλώσεως καταγγελίας τοῦ γεγονότος καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὸ ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς Τριμεροῦς εἴχομεν μπῆ εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναζητήσεως συμβιβαστικῶν λύσεων. Καὶ μάλιστα ὑπῆρχεν ἀκόμη καὶ προθεσμία καὶ ἑτοιμότης τῆς ἀποδοχῆς δυσαρέστων διὰ τὴν Ἑλλάδα περιπλοκῶν, χάριν τῆς γενικωτέρας σκοπιμότητος, ὡς τὴν ἀντελαμβάνετο ἡ τότε Κυβέρνησις, ἀναλόγου πρὸς ἐκείνην, ἡ ὁποία ὡδήγησε σήμερον εἰς τὰς συμφωνίας τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου.
§185Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος ἐν μέσῳ κωδωνοκρουσιῶν).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§187Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὴν στιγμὴν ἐκείνην τοῦ θανάτου τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, ἐδίδετο ἡ δυνατότης ἐκ τοῦ φυσικοῦ τούτου γεγονότος, νὰ εὑρεθῇ μία διέξοδος ἐσωτερική, ἡ ὁποία θὰ ἦτο πολιτικῶς ὑγιὴς καὶ ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπε τὴν ἀντιμετώπισιν ἐπὶ εὐρυτέρας βάσεως, τὴν ἀναθεώρησιν, ἐὰν τοῦτο ἐκρίνετο ἀναγκαῖον, ἢ τὴν ἐξ ἀντικειμένου ἐπανεκτίμησιν τῶν περιστάσεων, ἐν ὄψει τοῦ τεθειμένου, τοῦ ὑπάρχοντος ἐκείνην τὴν ἐποχὴν προβλήματος. Ἡ εὐκαιρία ἐκείνη, ὡς ὅλοι γνωρίζετε καὶ ὡς ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, δὲν ἐχρησιμοποιήθη διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπιθυμῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσω. Ἐπανειλημμένως εἰς τὸ παρελθὸν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἔχω ἀναφερθῆ εἰς τὸ θέμα αὐτό. Ἐσχηματίσθη μονόπλευρος Κυβέρνησις, ὠθήθη ἡ χώρα εἰς ἓν καθεστὼς οὐσιαστικῆς πολιτικῆς ἀνωμαλίας, ἀπὸ τὸ ὁποῖον καὶ ἔκτοτε, κατὰ τὴν προσωπικήν μου πεποίθησιν, δὲν ἔχει ἐξέλθει. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Κυπριακόν, βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκάμαμεν δύο ἐκλογάς, τὴν ἐκλογὴν τοῦ 1956 καὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ 1958 μὲ ἀνοικτὸν τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα. Ὄχι μόνον δὲν ἔγινεν εὐρυτέρα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νὰ πραγματοποιηθῇ, ἀλλ’ οὔτε κἂν εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν κρίσεως ἐπὶ τοῦ προβλήματος τῆς Κύπρου δὲν συνεκλήθη Συμβούλιον τοῦ Στέμματος, διὰ νὰ συζητηθῇ ἡ γνώμη οἱουδήποτε ἐκ τῶν ὑπολοίπων πολιτικῶν ἀρχηγῶν. Καὶ ὀρθότατα ὁ κ. Μαρκεζίνης εἶπεν, ὅτι οἱ πολιτικοὶ Ἀρχηγοί, καλούμενοι εἰς ἓν Συμβούλιον τοῦ Στέμματος καὶ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα θὰ κατετόπιζον ἐπὶ τῶν ἀπόψεών των μὲ ὑπεύθυνον γνώμην, ἀφοῦ ὅμως θὰ ἐλάμβανον γνῶσιν τῶν πραγματικῶν δεδομένων, θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ διατυπώσουν. Διότι, ἐὰν σήμερον, κατὰ τὴν οἱανδήποτε κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν, ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐρωτηθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τί εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἐνδέχεται νὰ εὑρίσκεται εἰς δυσχέρειαν νὰ χαράξῃ συγκεκριμένην γραμμὴν ἐπὶ συγκεκριμένου θέματος τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, διότι δὲν γνωρίζει πλήρως τὰ πραγματικὰ δεδομένα. Εἰς ἓν Συμβούλιον τοῦ Στέμματος ὑποχρεωτικῶς θὰ ὑπῆρχεν ὑπεύθυνος θέσις τῆς ἑλληνικῆς πολιτικῆς ἡγεσίας καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἦτο δυνατὸν πιθανώτατα νὰ πραγματοποιηθῇ ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ἡ εὐρυτέρα αὐτὴ ἑνότης τῶν Ἑλλήνων, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Κασιμάτης τόσον εὐφραδῶς. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὴν κρίσιμον, δὲν ἐλειτούργησε τὸ πολίτευμα τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, οὔτε αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας παρέχει, οὔτε αἱ διέξοδοι, αἱ ἀσφαλιστικαὶ δικλεῖδες τὰς ὁποίας διαθέτει. Ἡ Βασιλευομένη Δημοκρατία ἀποτελεῖ ἕνα πολίτευμα τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ εὐελιξίαν καὶ ἄνεσιν εἰς τὴν λειτουργίαν της καὶ δυνατότητας προσαρμογῆς εἰς τὰς περιστάσεις. Ὅλα αὐτὰ ἔλλειψαν τὴν ὥραν ἀκριβῶς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐχρειάζοντο. Νομίζω, ὅτι μία ἀπὸ τὰς βασικὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Καραμανλῆ, εἶναι, ὅτι ἐπέτυχε νὰ ἐμφανίσῃ διὰ τῶν συμβουλῶν του καὶ τῶν κατευθύνσεών του τὸ Στέμμα ὡς φατριάζον καὶ εὑρισκόμενον μακρὰν τοῦ λαϊκοῦ αἰσθήματος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐθνικὸν θέμα τῆς Κύπρου. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πιστεύει, ὅτι τὸ Στέμμα ἦτο προσανατολισμένον πρὸς τὸ κλείσιμον τοῦ Κυπριακοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη εἰς τὴν Ζυρίχην καὶ διὰ νὰ ἀποδειχθῇ τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές καὶ διὰ νὰ πεισθῇ καὶ ὁ τελευταῖος ἐκ τῶν ἀμφιβαλλόντων ἦλθεν ὁ πρόσφατος λόγος τοῦ Βασιλέως εἰς τὰ Ἰωάννινα, ὁ ὁποῖος ἐπεβεβαίωσε τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές.
§188Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναθεωρήσετε τὴν σκέψιν τὴν ὁποίαν διετυπώσατε. Εἶμαι δὲ βέβαιος, βασιζόμενος ἐπὶ τῆς μεγάλης τιμιότητος τὴν ὁποίαν ἔχετε, ὅτι θὰ εἶσθε διατεθειμένος νὰ τὸ πράξητε κατόπιν βεβαιώσεως τὴν ὁποίαν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως δίδω, ὅτι ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεὺς οὐδεμίαν προσωπικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ πρωτοβουλίαν ἀνέλαβεν ἢ σκέψιν διετύπωσεν ἀλλὰ πᾶσα ἐκδήλωσίς του ἐβασίσθη ἐπὶ τῆς ὑπευθύνου πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως.
§189Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀμφισβητῶ διόλου αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε καὶ αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα —ὑπῆρξαν ἄλλωστε σαφέστατα τὰ λόγια ποὺ διετύπωσα— δὲν στρέφονται φυσικὰ πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, ἀλλὰ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν εὐθύνην. Καὶ ἡ διατύπωσίς μου ὑπῆρξεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατώρθωσε διὰ τῶν ἀστόχων χειρισμῶν της νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν αὐτὴν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ δώσει, προκειμένου περὶ ἐθνικοῦ θέματος, ὡς τὸ θέμα τῆς Κύπρου. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Ἑλλὰς ἔχει κατὰ τὴν πρόσφατον ἱστορίαν της ἀντιμετωπίσει πολλὲς φορὲς ἀνάλογα θέματα ἀπελευθερώσεως τμημάτων ὑποδούλων ἐδαφῶν τῆς ὅπως ἦτο τὸ θέμα τῆς Κύπρου. Εἶχα τὴν εὐκαιρίαν προηγουμένως νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Κρήτης, ὅπου ὑπῆρξεν ἀνάλογον προηγούμενον. Ἡ πτωχὴ καὶ περιφρονημένη Ἑλλὰς τῆς Μελούνας συνέβη εἰς πολλὰς περιπτώσεις νὰ ἐγκαταλείψῃ —διότι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως — ἀβοηθήτους ὑποδούλους ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίζοντο διὰ τὴν ἐλευθερίαν των. Συνέβη πολλὲς φορὲς καὶ ἴσως τοῦτο εἶναι ἐπιβεβλημένον ἐνίοτε, διότι τὰ κριτήρια τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος εἶναι τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς ἐλευθέρας πατρίδος. Ἀλλ’ οὐδέποτε μέχρι σήμερον ἐζήσαμεν ἀνάλογον προηγούμενον, μὲ πρωτοβουλίαν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος νὰ σφαγιασθῇ ὁ ἀπελευθερωτικὸς ἀγὼν τμήματος τοῦ ὑποδούλου ἔθνους καὶ νὰ τεθῇ ἡ τελειωτικὴ σφραγὶς εἰς τὴν ληξιαρχικὴν πρᾶξιν τοῦ θανάτου ἑνὸς ἀπελευθερωτικοῦ ὀνείρου, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχουν χυθῆ ποταμοὶ αἵματος καὶ ἔχει θυσιασθῆ τὸ τμῆμα αὐτὸ τοῦ ὑποδούλου ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀποτελεῖ χρέος νὰ εἴπω, ὅτι ἡ σημερινὴ Ἑλλὰς εἰς ὅλα τὰ κλιμάκια τῆς πολιτειακῆς, τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς διαρθρώσεως, εἰς ὅλον τὸ ὕψος τῆς πυραμίδος αὐτῆς τῆς κορυφῆς μέχρι τῆς βάσεως ὑπῆρξεν εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος κατωτέρα ἀπὸ τὴν μικρὰν καὶ περιφρονημένην Ἑλλάδα τῆς Μελούνας. Κύριοι συνάδελφοι, ἐτερμάτισα τὰς βασικὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχα νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς περαιτέρω λεπτομερείας. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἀποτελεῖ ἕνα θλιβερὸν κεφάλαιον τῆς συγχρόνου Ἑλληνικῆς ἱστορίας, ὅλη αὐτὴ ἡ περιπέτεια περὶ τὴν Κύπρον καὶ ἀποτελεῖ ἔτι θλιβερωτέραν κατακλεῖδα ἡ κατάληξις τὴν ὁποίαν ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ εἶχεν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ, ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις καὶ προσωπικῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνέλαβε βαρυτάτην εὐθύνην ἔναντι τῆς ἱστορίας καὶ ἔναντι τοῦ Ἔθνους. Ἔλαβον ἀποφάσεις τὰς ὁποίας ἡ ἐθνικὴ συνείδησις κατὰ τὴν μεγάλην της πλειοψηφίαν εἶμαι βέβαιος δὲν ἐγκρίνει. Ὀρθῶς ὑπεμνήσθη, ὅτι ἡ προσωρινὴ κόπωσις, ἡ ὁποία ἴσως ἀποτελεῖ πραγματικὸν γεγονός, ὅσον ἀφορᾷ ἕνα τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ἀποτελεῖ γεγονὸς πραγματικὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ στηριχθῇ μία ὁποιαδήποτε πολιτικὴ ἐπὶ ἐθνικοῦ, μάλιστα, θέματος. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὴν μεγάλην του πλειοψηφίαν ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρῇ ἀκεραίαν τὴν ἐθνικὴν εὐαισθησίαν καὶ ἀσφαλῶς αἰσθάνεται βαθύτατα τὸ πλῆγμα τὸ ὁποῖον ἡ ἐθνική μας ὑπόθεσις ὑπέστη. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἐν ὀνόματι τῆς μικρᾶς μειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν ὁποίαν ἐκφράζει καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι ἀκόμη μικροτέρα εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι μὲ σύνθημα τὴν αὐτοδιάθεσιν τῆς Κύπρου κατῆλθε καὶ εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς καὶ ἔλαβε τὰς ψήφους ποὺ ἔλαβε, ἐν ὀνόματι δὲ αὐτῆς τῆς μικρᾶς μειοψηφίας ἔλαβε τὴν σφαλερὰν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβε. Ἡμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκρίνωμεν τὰς συμφωνίας τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Αἱ εὐθῦναι ἀνήκουν ἀκέραιαι εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν καὶ ὡδήγησαν τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου ἐκεῖ ὅπου τὴν ὡδήγησαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Κοντοβράκης).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Γυιόκας, ἔχει τὸν λόγον.
§191Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν αὔριον τὸ πρωΐ εἰς τὰς 10 συνεδρίασιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίσωμεν, εἶναι μεσονύκτιον ἤδη.
§192Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν ψήφισιν προτάσεως ἐμπιστοσύνης, διαρκοῦν μέχρι τῆς 7ης πρωϊνῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακόψωμεν ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου. Τοὐλάχιστον νὰ συνεχίσωμεν μέχρι τῆς 1.30 πρωϊνῆς.
§193Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἱστορικὸν τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως τῆς Κύπρου εἶναι ἀρκετὰ γνωστὸν καὶ ἐξετέθη ὑπὸ πολλῶν ρητόρων. Ἡ ἑλληνικὴ αὐτὴ μεγαλόνησος, Ἑλληνικὴ ἀπὸ τῶν μυθολογικῶν χρόνων, δυστυχῶς ἠκολούθησε τὴν κακὴν μοῖραν τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τῆς πρώτης ὑποδουλώσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς σταυροφόρους. Ἔκτοτε ἐκυβερνήθη ἀπὸ τὸν Γαλλικὸν οἶκον Λουσινιάν, τελείως ἐξελληνισθέντα, κατόπιν περιῆλθεν εἰς τοὺς Βενετοὺς καὶ τέλος εἰς τοὺς Τούρκους μέχρι τοῦ 1878, ὁπότε ἐπωλήθη εἰς τὴν Μ. Βρεταννίαν. Δι’ αὐτὸ ὁ μέγας ἐθνικὸς ποιητὴς ὁ Παλαμᾶς εἶπε δι’ αὐτήν, ὅτι «πολλοὺς ἀφέντες ἄλλαξε, ἀλλὰ δὲν ἄλλαξε καρδιά», ἡ ὁποία θὰ εἶναι πάντοτε ἑλληνική. Ὅταν ἡ Κύπρος περιῆλθεν εἰς τὴν Βρεταννικὴν αὐτοκρατορίαν ἤλπισεν ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμὸς τῆς Νήσου, ὅτι εἶχεν ἐγγίσει ἡ ἡμέρα τῆς ἀπελευθερώσεώς της διότι εἶχε τὸ προηγούμενον τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ὁποῖον τῆς ἔδιδε τὸ ἐχέγγυον, ὅτι ἡ Μεγάλη Βρεταννία θὰ ἠκολούθει τὴν τακτικήν της αὐτὴν καὶ ἐπὶ τῆς περιπτώσεως τῆς Κύπρου. Δυστυχῶς αὐτὸ δὲν ἔγινε. Τὸ 1914 προσηρτήθη ἡ Κύπρος εἰς τὴν Μ. Βρεταννίαν ὡς κτῆσις καὶ τὸ 1931 εἴχομεν τὴν πρώτην ἐξέγερσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τῆς Νήσου, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς ἀποτυχίαν, προσκρούσασα εἰς τὴν πείσμονα ἀντίδρασιν τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ 1951 ἔγινε δημοψήφισμα καὶ ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος περιερχόμενος τότε τὰς πρωτευούσας τῶν φίλων καὶ συμμάχων χωρῶν προσεπάθησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν διπλωματικὴν συμπαράστασίν των εἰς τὸν δίκαιον ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως των ἀγῶνα, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις λόγῳ τῶν περιπετειῶν τοῦ συμμοριτοπολέμου δὲν ἐτόλμα νὰ ἀναλάβῃ διπλωματικὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἀγῶνος τῶν Κυπρίων. Βραδύτερον ἐν ἔτει 1953 εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, ἡ ὁποία ἐθεώρησεν ἑαυτὴν ἱκανὴν νὰ φέρῃ τὸ βάρος τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἀπὸ πολλὰς πλευρὰς κατακρίνεται τώρα ἡ πρωτοβουλία τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, διότι θεωρεῖται, ὅτι αὕτη ὑπῆρξεν ὑπερβολικὰ αἰσιόδοξος. Κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι δικαία ἐπίκρισις αὐτή, διότι εἶναι πάντοτε δύσκολον νὰ σφυγμομετρήσῃ κανεὶς τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην καὶ τὰς ἑκάστοτε μεταβαλλομένας διαθέσεις τῶν κρατῶν. Ἀλλὰ ἡ τότε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀπολαύουσα τῆς ἀμερίστου ὑποστηρίξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔχουσα ἐπικεφαλῆς τὸν ἔνδοξον Στρατάρχην Παπάγον μὲ τὸ μέγα διεθνὲς κῦρος του, ἦτο εἰς θέσιν καλύτερον πάσης ἄλλης, νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἐθνικὸν τοῦτο βάρος. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἐφέρετο ὑπὸ ἐκείνης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὑπὸ μιᾶς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν χωρῶν τοῦ παραπετάσματος, τὸ θέμα τῆς αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ εἰς τὸν Ο. Η.Ε., ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος; Θὰ κατεψήφιζε τὸ αἴτημα τῆς ἐλευθερίας τῶν Κυπρίων; Εἶναι εὔκολον, λοιπόν, νὰ ἐπικρίνῃ κανεὶς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, διότι ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων ἠνάγκασε νὰ ἐπωμισθῇ τὸ βάρος τῆς διπλωματικῆς συμπαραστάσεως τῶν ἀδελφῶν μας Κυπρίων εἰς τὸν ἀπελευθερωτικόν των ἀγῶνα. Ἐγώ, ἀνήκων εἰς τὸν Συναγερμὸν καὶ τὴν ΕΡΕ, εἶμαι ὑπερήφανος διότι αἱ Κυβερνήσεις μας ἀνέλαβον τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος. Οἱ Κύπριοι, κατ’ ἀρχὴν ἐνόμισαν, ὅτι ἔχουν νὰ κάμουν μὲ φιλικὴν χώραν, ἥτις θὰ τοὺς ἀνεγνώριζεν εὐχαρίστως τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἀτυχῶς, προσέκρουσαν εἰς τὴν πείσμονα ἀντίδρασιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συντηρητικοῦ Κόμματος τῆς Μεγάλης Βρεταννίας. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἀντὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ αἴτημα τῶν Κυπρίων καὶ τὰς ἐπιμόνους συστάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καθὼς καὶ τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἥτις ἀπορρίψασα τὴν πρώτην προσφυγήν μας, συνέστησεν ἐν ἔτει 1954 τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος δι’ ἀπευθείας διαπραγματεύσεων, τοὐναντίον ἐφήρμοσε κατασταλτικὰ μέτρα κατὰ πάσης ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας μαχητικῆς ἐν τῇ νήσῳ ἐκδηλώσεως τῶν ἀδελφῶν μας Κυπρίων. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἠναγκάσθησαν οἱ Ἕλληνες τῆς Κύπρου ν’ ἀποδυθοῦν εἰς ἔνοπλον ἀγῶνα πρὸς ἀπόκτησιν τῆς ἐλευθερίας των! Ὁ ἔνοπλος ἀγὼν τῶν Κυπρίων καὶ ἡ προσπάθεια τῆς διπλωματικῆς συμπαραστάσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διῆλθεν ἀπὸ διάφορα στάδια, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστά. Ἐνῷ ἐπανειλημμένως ἀνεφέρθημεν εἰς τὸν Ο.Η.Ε., δέν εὑρήκαμεν εἰς αὐτὸν τὴν δυνατότητα ἐπιλύσεως τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἔνοπλος ἀγὼν ἐσυνεχίζετο μὲ μεγάλας καὶ ὑπερανθρώπους θυσίας. Ἡ λύσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προωθηθῇ παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, ὁ ὁποῖος καθημερινῶς ἐπὶ 3ωρον, ὡς ἐδήλωσεν, ἠσχολεῖτο μὲ τὴν διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Τὰ διάφορα στάδια, τὰ ὁποῖα διῆλθε τὸ ζήτημα, ἀντὶ νὰ δίδουν ἐλπίδα καλυτέρας λύσεως, τοὐναντίον ἐμείωναν τὴν πιθανότητα ἐπιτεύξεως λύσεως ἐξασφαλιζούσης τὴν αὐτοδιάθεσιν. Δι’ αὐτὸ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος ἠναγκάσθη πρὸ τῆς ἐντονωτάτης ἀπειλῆς τῆς Βρεταννικῆς καὶ Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐφαρμόσουν τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν, δηλαδὴ τὴν διχοτόμησιν, ἠναγκάσθη, λέγω, ὁ ἀτρόμητος αὐτὸς ἱεράρχης νὰ κάμῃ χωρὶς προηγουμένην συνεννόησιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν προτάσεις περὶ ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας. Ἀπεδέχθη καὶ ἐπρότεινε τὴν λύσιν αὐτὴν ὡς ὀλιγώτερον ὀδυνηρὰν ἀπὸ τὴν λύσιν τῆς διχοτομήσεως. Ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἐθνάρχου λύσις ἦτο ἀσφαλῶς ὀλιγώτερον ὀδυνηρὰ ἀπὸ τὴν ἄλλην τῆς διχοτομήσεως, ἡ ὁποία ὡδήγει εἰς ματαίωσιν τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλληνικῆς νήσου καὶ εἰς δημιουργίαν ἰσχυροτάτης προστριβῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ἐπίσης ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν μεσολαβητικὴν προσπάθειαν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ ΝΑ-ΤὉ κ. PAUL HENRI SPAAK πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος εἰς τὸν Ὀργανισμὸν τοῦ Ἀτλαντικοῦ Συμφώνου. Ἐδέχθη τὴν μεσολάβησιν διὰ νὰ ἀποφύγῃ καὶ αὕτη τὴν λύσιν τῆς διχοτομήσεως, ἡ ὁποία εἶχε προβληθῆ καὶ εἶχε τεθῆ εἰς ἐφαρμογὴν ἀπὸ τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὅπως εἶναι γνωστόν, εἰς τὸ ΝΑΤΟ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ καμμία ἀπόφασις, ἄνευ ὁμοφωνίας ὅλων τῶν μελῶν τοῦ Ὀργανισμοῦ αὐτοῦ. Δηλαδή, ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας τοῦ ΟΗΕ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ VETO, τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ἀλλὰ ἡ προσπάθεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιδιώξῃ ἐκεῖ λύσιν δυνατὴν καὶ ἱκανοποιοῦσαν διὰ τὸ αἴτημα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ δὲν ηὐδοκίμησεν. Ἠναγκάσθη τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν ΟΗΕ, ὄχι ἀσφαλῶς μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ λύσιν ἐκτελεστήν, διότι οἱ Ὀργανισμοὶ αὐτοὶ δὲν δίδουν λύσεις, ἀλλ’ ἐκφράζουν εὐχὰς αἱ ὁποῖαι μόνον ἠθικῶς δύνανται νὰ ἐπηρεάσουν τὰς Κυβερνήσεις τῶν χωρῶν–μελῶν των. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὡρισμένοι ὁμιληταὶ μᾶς εἶπον, διὰ ποῖον λόγον, ἀφοῦ τὰ πράγματα ἔβαινον οὕτως, ἀφοῦ λύσις ἱκανοποιοῦσα τοὺς Κυπρίους οὐδεμία ἐνεφανίζετο εἰς τὸν ὁρίζοντα, διὰ ποῖον λόγον ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε διαπραγματεύσεις διμερεῖς μὲ τὴν Τουρκίαν καὶ διὰ ποῖον λόγον κατέληξεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ Λονδίνου. Νομίζω, ὅτι εἰς αὐτὸ ἀπήντησε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν ὅσων οὗτος ἀνέπτυξεν εἶναι εὔκολον νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι ὁ διεθνὴς ὁρίζων θολοῦται τελευταίως ἐξ ἀφορμῆς τῶν χειρισμῶν τῆς Ρωσίας εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Βερολίνου. Ἐπίσης ὡρισμένα γεγονότα ἀνησυχητικὰ ἐσημειώθησαν εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν καὶ δὴ εἰς τὸ Ἰράκ. Εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ἔπεισαν τὴν Τουρκίαν νὰ εἶναι ὀλιγώτερον ἀδιάλλακτος ἢ πρότερον εἰς τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Ἐπίσης τὸ θέμα τοῦ Βερολίνου πιθανῶς νὰ ἔπεισε τοὺς συμμάχους μας Ἄγγλους νὰ εἶναι περισσότερον προσεκτικοὶ ἔναντι τῶν ἀξιώσεων τῶν Κυπρίων. Βεβαίως ἐφύγομεν ἀπὸ τὴν αὐτοδιάθεσιν καὶ ἐδέχθημεν τὴν δεσμευμένην ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ; Ἀλλ’ ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἦτο ὀρθὴ ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Προέδρου αὐτῆς, νὰ τερματίσῃ ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργήσει κατάστασιν ἐκτάκτως κρίσιμον εἰς τὴν ἡρωϊκὴν καὶ αἱματοβαμμένην Κύπρον. Ὁ Κυπριακὸς λαὸς βεβαίως ἀγογγύστως ὑπέφερε τὸ μαρτύριόν του καὶ ὑπερηφάνως διεξήγαγε τὸν ἡρωϊκὸν καὶ τραχύτατον ἀγῶνα του. Ἐν τούτοις, ὅμως, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶχε καὶ αὐτὸς τὴν ἐπιθυμίαν κἄποτε νὰ φθάσῃ εἰς ἕνα τέρμα, τὸ ὁποῖον ἐὰν δὲν ἱκανοποιοῦσε πλήρως τὰς ἀξιώσεις του, ἐν τούτοις ὅμως θὰ παρεῖχεν εἰς αὐτὸν τὴν δυνατότητα νὰ ζήσῃ ἐλεύθερος. Ἡ πρότασις τῆς ἀνεξαρτησίας δὲν εἶναι πρότασις ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ πρωτοβουλίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ πρωτοβουλίας τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Κυπρίων Μακαρίου. Διότι εἰς τὴν πρώτην συνέντευξίν του μὲ τὴν βουλευτίδα τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος Μπάρμπαρα Κάσλ, ὡμίλησε περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Κύπρου, ὅταν δὲ προεκλήθη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτην Κυρηνείας κ. Κυπριανὸν ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν πρότασιν, ἀπήντησεν ὅτι: «ἐκεῖνος γνωρίζει τὰ ἰδικά του καὶ ἐγὼ ἔχω τὰς εὐθύνας μου, διότι φοβοῦμαι τὴν διχοτόμησιν», πρὸς τὴν ὁποίαν ἔβαινον καὶ ἡ Ἀγγλικὴ καὶ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ὁλοταχῶς. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἀποτελεῖ μὴ ἐπιτρεπομένην μομφήν, ἐναντίον τῶν ἡρωϊκῶν ἡγετῶν τοῦ κυπριακοῦ ἀγῶνος ἕνας ὑπαινιγμὸς ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπίεσεν εἴτε τὸν Ἐθνάρχην Μακάριον, εἴτε οἱονδήποτε ἄλλον ἐκ τῆς πολιτικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἡγεσίας τῆς Κύπρου, διὰ νὰ ἀποδεχθοῦν τὰς ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος συμφωνίας. Οἱ ἀγωνισταὶ οὗτοι, κύριοι βουλευταί, δὲν ἐδειλίασαν καὶ δὲν ἐκάμφθησαν οὔτε ἐνώπιον τῶν στρατοδικείων, οὔτε ἐμπρὸς εἰς τὰς ἀγχόνας τὰς ὁποίας τοὺς εἶχον στήσει οἱ τύραννοι καὶ δὲν εἶναι νοητόν, ὅτι θὰ ἐκάμπτοντο πρὸ οἱασδήποτε πιέσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι παρηκολούθησαν τὰς διαπραγματεύσεις καὶ εὑρέθησαν σύμφωνοι εἰς τὸ ὅτι διὰ τῆς ἐπιτευχθείσης συμφωνίας ἱκανοποιεῖται ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας ἐν τῷ μεγαλυτέρῳ δυνατῷ μέτρῳ ἡ ἀξίωσις τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ. Λαβὼν μέρος, κύριοι βουλευταί, εἰς τὰς Διασκέψεις τὰς κοινοβουλευτικὰς τοῦ ΝΑΤΟ καὶ μετασχὼν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος κατ’ ἐπανάληψιν εἰς αὐτὰς εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ σφυγμομετρήσω τὰς σκέψεις καὶ τὰς γνώμας ὡρισμένων συμμάχων μας σχετικῶς μὲ τὸ Κυπριακὸν θέμα. Πολλὰ Κράτη ἐξεφράζοντο μὲ συμπάθειαν διὰ τὸν Κυπριακὸν ἀγῶνα, εἰς σχετικὰς ὅμως ψηφοφορίας ἀπέφευγον νὰ ταχθοῦν ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκ τοῦ φόβου, ὅτι θὰ δυσηρέστουν οὕτω τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Τουρκίαν. Ἐδικαιολογοῦντο, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ καταλήξουν εἰς ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι θὰ συνετέλουν εἰς τὴν δημιουργίαν ἐρίδων μεταξὺ τῶν Συμμάχων. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι βουλευταί, ὅτι καὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ὁδὸν διαλυτικὴν τῶν συμμαχιῶν της, ὁδὸν ἡ ὁποία θὰ τὴν ἔφερεν εἰς τὴν ἀπομόνωσιν καὶ ἀσφαλῶς εἰς τὴν καταστροφήν. Πρόσφατος, ἐξ ἄλλου, εἶναι ἡ ἀπειλὴ κατὰ τῆς ἐλευθερίας της, τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασεν ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὸν Βʹ Παγκόσμιον Πόλεμον. Ἔξοδος ἀπὸ τὰς συμμαχίας θὰ ἐσήμαινε κίνδυνον τῆς ἐλευθερίας μας καὶ τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους θὰ ἔπρεπε καὶ ἡ Ἑλλάς, διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος νὰ κινῆται πάντοτε ἐντὸς τῶν πλαισίων τῶν συμμαχιῶν καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔπραξαν οἱ ἡγέται τῆς Κύπρου, συνεπικουρούμενοι πάντοτε ἀπὸ τὴν διπλωματίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὑπὸ τὰ σημερινά, λοιπόν, δεδομένα, μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ. Καὶ ἐπετεύχθη, κ. βουλευταί, ἡ πλήρης ἀνεξαρτησία τῆς Κύπρου, ὑπό τινας περιορισμοὺς καὶ δεσμεύσεις. Ὁ ἕνας περιορισμὸς ἀφορᾷ τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μὲ τὴν Μητέρα Ἑλλάδα καὶ ὁ δεύτερος περιορισμὸς ἀφορᾷ ὡρισμένας ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι καθιερώθησαν διὰ τὴν διαφύλαξιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Τουρκικῆς μειονότητος. Ἐρωτῶ, ὅμως, μήπως ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ ρηταὶ αὐταὶ ἐγγυήσεις δὲν θὰ ἀπήλαυον οἱ Τοῦρκοι τῆς νήσου τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι τώρα ἐξασφαλίζονται διὰ θετικῶν διατάξεων περιληφθεισῶν εἰς τὰς συμφωνίας; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ναί, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὰς Τουρκικὰς μειονότητας τῆς Θράκης καὶ τῆς Δωδεκανήσου. Τὸ δικαίωμα τοῦ ΒΕΤΟ ἀνεγνωρίσθη εἰς τοὺς Τούρκους ὡς ἓν εἶδος ἀμύνης διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία θὰ ἔκανε κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς της εἰς βάρος τῆς Τουρκικῆς μειοψηφίας. Πιστεύω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ περιορισμοὶ καὶ αἱ ἐγγυήσεις ὑπῆρξαν ὑπερβολικαί, καθιστοῦν δυσχερῆ τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως καὶ ἀσφαλῶς οἱ ἴδιοι οἱ Τοῦρκοι θὰ ζητήσουν τὴν κατάργησίν των, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ ἀνεξάρτητος Πολιτεία τῆς Κύπρου νὰ κινηθῇ ἀνετώτερον. Ἡ μακραίων συμβίωσις τῶν δύο Κοινοτήτων εἰς τὴν Κύπρον ἐγγυᾶται τὴν εἰρηνικὴν αὐτῶν συνύπαρξιν διὰ τὸ μέλλον καὶ συνεπῶς, τὴν κατάργησιν ὅλων αὐτῶν τῶν δεσμεύσεων καὶ περιορισμῶν ἢ τῶν περισσοτέρων ἐξ αὐτῶν καὶ δὴ ἐκείνων οἵτινες ἐνεπνεύσθησαν ἀπὸ πνεῦμα δυσπιστίας καὶ καχυποψίας ὡς πρὸς τὰς προθέσεις τῆς Ἑλληνικῆς πλειοψηφίας τῆς νήσου ἔναντι τῶν δικαιωμάτων τῆς Τουρκικῆς μειονότητος. Πάντως, αἱ δύο αὐταὶ δεσμεύσεις μᾶς ἐπεβλήθησαν καὶ τὰς ἀπεδέχθημεν ἐκ τοῦ φόβου χειροτέρας λύσεως καὶ ἀναμφισβητήτως χειροτέρα λύσις ἦτο εἴτε ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος μετὰ τόσας θυσίας, εἴτε ἡ διχοτόμησις, ἥτις ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐκ συμφώνου εἶχε τεθῆ εἰς ἐφαρμογὴν ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ τῆς Τουρκίας. Ἡ Κύπρος, μὲ πληθυσμὸν 500.000 περίπου κατοίκων θὰ ζήσῃ ὡς Πολιτεία ἀνεξάρτητος ἀντὶ νὰ ἐνσωματωθῇ, ὡς θὰ ἐπεθύμει πᾶς Ἕλλην, μὲ τὴν Μητέρα Ἑλλάδα, ἀλλ’ αὐτὸ ἦτο τὸ μόνον δυνατὸν γενέσθαι καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ δεχθῶμεν μὲ μεγαλοψυχίαν καὶ ἐντιμότητα. Ὑπάρχουν, βεβαίως, καὶ ἄλλαι τινὲς δεσμεύσεις, ἀπότοκοι τῆς ἐκ συμβιβασμοῦ προελεύσεως τῆς λύσεως. Προβλέπεται διὰ τῶν συμφωνιῶν ἡ ὕπαρξις συμμαχικῶν δεσμῶν μεταξὺ τῆς Κυπριακῆς Πολιτείας ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς Ἑλλάδος–Ἀγγλίας–Τουρκίας. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Διότι αἱ συμφωνίαι ἐγένοντο ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπῆρχον αἱ συμμαχίαι. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ συμμαχίαι, δὲν θὰ κατελήγομεν ποτὲ εἰς συμφωνίαν. Χάρις εἰς τοὺς συμμαχικοὺς δεσμοὺς καὶ τὴν διατήρησιν καὶ ἐνίσχυσιν αὐτῶν κατελήξαμεν εἰς τὴν εὐτυχῆ αὐτὴν λύσιν. Ἐὰν αἱ σχέσεις αὐταὶ εὐωδοθοῦν, ὑπάρχει ἐλπὶς καὶ αἱ ὑπάρχουσαι πολύπλοκοι ἐγγυητικαὶ διατάξεις νὰ ἁπλοποιηθοῦν καὶ νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς ἀγαθὴν συμβίωσιν. Ἐάν, παρὰ ταῦτα, εἰς τὸ μέλλον προκύψουν δυσχέρειαι εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἐνδιαφερομένων χωρῶν καὶ διαρρηχθοῦν αἱ συμμαχίαι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβλεφθῇ ἀπὸ τοῦδε τὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ. Πάντως δὲν θὰ γίνῃ τίποτε χειρότερον ἀπὸ ὅ,τι θὰ συνέβαινεν ἐὰν εὑρίσκετο ἡ Κύπρος ὑπὸ τὸ βρεταννικὸν ἀποικιακὸν καθεστώς. Ἄλλη δέσμευσις, εἶναι ἡ δέσμευσις τῶν βάσεων. Τὸ θέμα τῶν βάσεων τὸ ἀνέλυσαν προηγούμενοι ρήτορες καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανέλθω. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κύπρος ἦτο κτῆσις τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ δὲν εἴχομεν οὐδὲν μέσον διὰ νὰ καθυποτάξωμεν τὴν θέλησιν τῶν Κυβερνήσεων τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ τῆς Τουρκίας εἰς τὰς ἐπιδιώξεις μας, ὀρθῶς ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπεδέχθη τὴν λύσιν αὐτὴν τῆς διατηρήσεως τῶν ἐλαχίστων δυνατῶν βάσεων. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐπιθυμῇ τὴν Ἕνωσιν τῆς Κύπρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν ὅμως ἡ Μεγάλη Βρεταννία εἶχε τὸ σύνολον τῆς νήσου καὶ διετήρησεν τώρα τὸ ἐλάχιστον, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ τὸ ἀποδεχθῇ καὶ ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὸ ἀπεδέχθη. Φρονῶ, λοιπόν, κατόπιν ὅλων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς εὐτυχῆ λύσιν μὲ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἀποφασιστικότητα τοῦ Ἀρχηγοῦ αὐτῆς κ. Κ. Καραμανλῆ, μὲ τὸν ἐπιδέξιον καὶ μαχητικὸν χειρισμὸν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξ)κῶν κ. Ἀβέρωφ, μὲ τὴν ὁμόθυμον καὶ τὴν ἀκλόνητον πίστιν εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν ἀδελφῶν μας Κυπρίων, καὶ τῆς Στρατιωτικῆς καὶ τῆς Πολιτικῆς ἡγεσίας των. Ἀπέναντι τῶν τελευταίων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωμεν ἕνα αἴσθημα θαυμασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης, διότι κατώρθωσαν διὰ τῶν ἀγώνων καὶ τῶν θυσιῶν των, νὰ δώσουν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἠθικὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησε διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν Ἐθνικῶς ὠφέλιμον ταύτην λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Ἐπίσης, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἀποτίσω τιμὴν καὶ νὰ κλίνω εὐλαβῶς τὸ γόνυ εἰς τὴν μνήμην τῶν ἡρώων ἐκείνων καὶ τῶν μαρτύρων τῆς μεγαλονήσου Κύπρου, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν τὴν ζωήν των εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἐλευθερίας. Ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι αἱ θυσίαι αὐταὶ δὲν ἀπέβησαν ἐπὶ ματαίῳ, ἀλλὰ ὑπῆρξαν τὸ βάθρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ἡ ἐπιτευχθεῖσα λύσις καὶ ἴσως θὰ ἀποτελέσῃ τὸ βάθρον, διὰ τὴν εἰς τὸ μέλλον ἐπιτυχεστέραν λύσιν. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ στρέψωμεν τὴν μνήμην μας μὲ θαυμασμὸν πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς θρυλικῆς ΕΟΚΑ, τὸν ἡρωϊκὸν Συνταγματάρχην Γρίβαν καὶ νὰ τοῦ εὐχηθῶμεν, ὅπως εἰς τοὺς ἀγῶνας αὐτοὺς τοὺς ἡρωϊκούς, τοὺς ὁποίους διεξήγαγεν εἰς τὴν μεγαλόνησον, τὸν μιμηθοῦν ἄλλοι ἄξιοι —καὶ ἔχει πληθώρα ἀξίων τοιούτων στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν ἡγετῶν ἡ Ἑλλάς— ἵνα μεταφέρουν τὸν ἀπελευθερωτικὸν ἀγῶνα εἰς μίαν ἄλλην γωνίαν τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἡ ὁποία στενάζει ὑπὸ βαρύν, σκληρόν, καὶ βάρβαρον ζυγὸν καὶ κινδυνεύει ἀπὸ ὁλοκληρωτικὴν ἐξόντωσιν. Ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον, ἡ ἄκρα Ἀριστερά, θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν, τὴν ὁποίαν χάνει τώρα, μετὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, διὰ νὰ ἀσκῆται εἰς ἐκδηλώσεις ἀντιπολιτευτικάς, καὶ νὰ πλειοδοτῇ εἰς ἀγωνιστικότητα πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς ἡρωϊκῆς μας Β. Ἠπείρου. Δι’ αὐτὴν ἂς ἐκδηλώσῃ ὅλην τὴν θέρμην της, τὴν ἀγωνιστικήν της διάθεσιν καὶ τὴν ἀγάπην της πρὸς τὴν ἐλευθερίαν. Φρονῶ, ὅτι ἔπαινος καὶ οὐχὶ ἐπίκρισις ὀφείλεται πρὸς ὅλους ὅσους ἠγωνίσθησαν διὰ τὴν λύσιν αὐτήν, τὴν καλήν, τὴν ὁποίαν ὁμοφώνως θὰ ψηφίσῃ ἡ πλειοψηφία τοῦ Σώματος καὶ θὰ πανηγυρίσωμεν καὶ ἡμεῖς, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἐν διαφωνίᾳ καὶ παραχορδίᾳ πρὸς τὸν γενικὸν ἑορτασμὸν καὶ πανηγυρισμὸν τῆς κυπριακῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν τὴν προσεχῆ Κυριακὴν θὰ ἑορτάσῃ καὶ δικαίως, σύμπας ὁ ἡρωϊκὸς καὶ μαρτυρικὸς λαὸς τῆς μεγαλονήσου Κύπρου. (Χειροκροτήματα).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§195ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 10.30 π.μ. μὲ θέμα συνέχειαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν προτάσεων δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Ὥρα 0.1 π. μ.).