1958.12.11
3.019 στίχοι · 22.607 λέξεις · 202 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28η
Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 1958
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Καλαντζάκος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 127078) 9.12.58 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θράκης μετὰ τῆς σχετικῆς κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἕβρου κ. Θεοχάρους Κεραμιτσόγλου, ποινικῆς δικογραφίας, αἰτοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν). Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 127981) 9.12.58 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ τῆς σχετικῆς κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Μητσοτάκη δικογραφίας, αἰτοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν). Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Χαροκόπι Εὐβοίας, διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην ἀπαλλοτρίωσιν ὁλοκλήρου τοῦ κατῳκημένου χωρίου των δι’ ἐκμετάλλευσιν λιγνίτου ὑπὸ τῆς Α. Ε. Ἐπιχειρήσεων ἐν Ἑλλάδι καὶ αἰτούντων τὴν ἀναστολὴν ταύτης. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἰδιοκτητῶν κτηματικῶν ἀγροτικῶν ἐκτάσεων περιοχῆς Μαντουδίου–Εὐβοίας, ζητούντων ἀναδασμὸν τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐν Γαργαλιάνοις Τριφυλλίας Συλλόγου Τυφωνοπλήκτων «ὁ Ἀγρότης», αἰτοῦντος τὴν μετατροπὴν τῶν μεσοπροθέσμων δανείων εἰς μακροπρόθεσμα τοιαῦτα διαρκείας 20 ἐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνταξιούχων Ἀποστράτων καὶ παθόντων ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς Καλαμῶν, αἰτούντων τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἐν πολέμῳ ἐτῶν ὑπηρεσίας συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν τῆς Κατοχῆς, εἰς διπλοῦν ἐπαναχορήγησιν τῶν δύο ἐτῶν τῶν Νέων Χωρῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κληρούχων κατοίκων τοῦ χωρίου Προκοπίου Εὐβοίας, ζητούντων ἀνακαθορισμὸν τῶν ὁρίων κλήρων καὶ οἰκοπέδων τοῦ ἐν μέρει ἀπαλλοτριωθέντος ἀγροκτήματος Νόελ Μπαῖκερ. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργ. Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ἀμαρύνθου Εὐβοίας, ζητοῦντος μετατροπὴν τῶν πρὸς τὴν Α.Τ.Ε. ληξιπροθέσμων χρεῶν εἰς μακροπρόθεσμα τοιαῦτα. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Ὑγείας Βουλευτῶν».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§6Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὴν τελευταίαν προσπάθειαν, ἡ ὁποία κατεβλήθη εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἡ Κυβέρνησις ἐπεθύμει νὰ ἐνημερώσῃ τὸ ταχύτερον τὸ Σῶμα ἐπὶ τῶν προσφάτων ἐξελίξεων τῆς μεγάλης ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Οὕτω, πρὶν ἀκόμη παρέλθῃ ἑβδομὰς ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν συζητήσεων εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, εὑρίσκομαι ἐνώπιόν σας διὰ νὰ ἐκθέσω τὰς ἐξελίξεις αὐτάς. Ὅπως εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω καὶ εἰς ἄλλας ὁμιλίας ἐνώπιόν σας, σταθμόν, καὶ δὴ σταθμὸν οὐχὶ εὐχάριστον, εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς ὑποθέσεως ἀπετέλεσεν ἡ ἐξαγγελία τοῦ νέου Βρεταννικοῦ σχεδίου, τοῦ γνωστοῦ ὑπὸ ὄνομα σχέδιον Μὰκ Μίλλαν. Τὸ σχέδιον αὐτὸ ἀπέρριψεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως τὸ ἀπέρριψαν καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Κύπριοι, διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ συνοψισθοῦν εἰς τὰ ἑξῆς: Πρῶτον ἀναμιγνύει δύο Κυβερνήσεις εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς νήσου ὅπερ εἶναι πολλαπλῶς ἀπαράδεκτον καὶ δεύτερον τὸ σχέδιον ἦτο μεστὸν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἐχώριζον τὸν πληθυσμόν, ἀντὶ νὰ τὸν ἑνώνουν. Ἔκτοτε κατεβάλομεν κάθε δυνατὴν προσπάθειαν διὰ νὰ μεταπείσωμεν τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου αὐτοῦ. Τὸ ἴδιον ἔπραξαν καὶ οἱ Κύπριοι, ἡ δὲ μαχητική των ὀργάνωσις ἐπωφεληθεῖσα κἄποιας ἀκτίδος φωτός, ἡ ὁποία διεφαίνετο, ἐκήρυξεν ἀνακωχήν, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ θνησιγενοῦς σχεδίου της. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὅμως ἐπέμεινεν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ἐκείνου καὶ αἱ τροποποιήσεις, εἰς τὰς ὁποίας κατέληξαν, ἦσαν τροποποιήσεις ὄχι ἐπαρκεῖς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν ἦσαν οὐσιαστικαὶ καὶ ἦσαν εὐμενεῖς. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν ὑπῆρξε μία τροποποίησις δυσμενεστάτη, ἐκείνη τῶν δύο κοινοτήτων εἰς κάθε χωρίον ὅπου τοῦτο θὰ ἐκρίνετο σκόπιμον, καὶ πρὸ παντὸς διετηροῦντο αἱ βάσεις τοῦ σχεδίου αἵτινες δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τοὺς Κυπρίους εἶναι ἀπαράδεκτον. Δὲν παρημελήσαμεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν πᾶν μέσον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ μεταπείσῃ τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν. Αἱ πλεῖσται τῶν Κυβερνήσεων, τὰς ὁποίας ἐνημερώσαμεν, ἤκουσαν συμπαθῶς τὰς ἀπόψεις μας καὶ τινὲς εἶπον τὴν γνώμην των πρὸς τὴν Βρετ. Κυβέρνησιν. Καὶ ὁ ἴδιος, κατὰ τὴν ἐγγραφὴν τῆς προσφυγῆς συνήντησα τὸν Ἄγγλον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ καὶ τοῦ εἶπον τὰς ἀπόψεις μας. Ὅλα ὅμως αὐτὰ καὶ ὅλαι αἱ προσπάθειαι, τὰς ὁποίας κατεβάλομεν ἀπέβησαν ἐπὶ ματαίῳ, διότι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐπέμεινεν ὅπως μὲ βάσιν, τὸ σχέδιον αὐτὸ ἀντιμετωπίσῃ τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν. Εἰς τὰς ἐξελίξεις αὐτάς, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν προσπαθειῶν μας, ἐνημερώσαμεν καὶ τὴν Ἀτλαντικὴν συμμαχίαν ἐπὶ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους περικλείει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Βρεταννικοῦ σχεδίου. Τέλος, πρὸ τῆς ἡμερομηνίας τῆς ἀρχῆς τῆς ἐφαρμογῆς, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔστειλε μήνυμα πρὸς τὸν Γενικὸν Γραμματέα, ἐπισημαίνων, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ δυσχερῆ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἐντὸς τῆς συμμαχίας. Ὁ διαπρεπὴς Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ ΝΑΤΟ ἀνησύχησεν καὶ ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐμελέτησε τὴν κατάστασιν καὶ παρουσίασεν ἰδικόν του σχέδιον. Τὸ Σχέδιον ἐκεῖνο διετήρει ὡρισμένας τῶν γραμμῶν τοῦ σχεδίου Μὰκ Μίλλαν, ἀλλὰ ἐγκατέλειψεν ὅλας τὰς βασικὰς ἐκείνας γραμμάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν παραδεκταὶ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν τῆς Κύπρου. Συγκεκριμένως προέβλεπε κατάργησιν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δύο Κυβερνήσεων, περιορισμὸν καὶ διασάφησιν τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν δύο τοπικῶν Βουλῶν, καὶ δημιουργίαν ἑνιαίας Βουλῆς ὑπεράνω αὐτῶν. Ἐζήτει ἐπὶ πλέον ὅπως οὐδὲν προδικάζει τὸ μέλλον. Προϋπόθεσιν ἐπίσης ἀπετέλει τὸ ὅτι, ἐν ἀναμονῇ τῆς συζητήσεως τοῦ σχεδίου αὐτοῦ, θ’ ἀνεβάλετο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Βρεταννικοῦ σχεδίου. Τόσον ἡ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ οἱ Κύπριοι ἀπεδέχθησαν νὰ συμμετάσχουν εἰς διάσκεψιν, ἡ ὁποία θὰ συνεκαλεῖτο ὑπὸ τὴν αἰγίδαν τοῦ ΝΑΤΟ, διὰ νὰ συζητήσῃ τὸ νέον αὐτὸ σχέδιον τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως. Ἐσημειώθη ὅμως ὀξυτάτη ἀντίδρασις, ἀντίδρασις τῆς ὁποίας αἱ λεπτομέρειαι δὲν θὰ γίνουν ἴσως ποτὲ γνωσταί, ὀξυτάτη ἀντίδρασις, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὸ νὰ ἀσχοληθῇ ἐπανειλημμένως τὸ μόνιμον Συμβούλιον τοῦ ΝΑΤΟ διὰ τὴν σύγκλησιν διασκέψεως, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ συνεζητοῦντο ἀμφότερα τὰ σχέδια. Ἡ στάσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐκπροσώπων τῶν Κυπρίων, δὲν ὑπῆρξε καὶ τότε ἀδιάλλακτος. Ἐζητήσαμεν, διὰ νὰ συμμετάσχωμεν εἰς τοιαύτην διάσκεψιν, διαφόρους διευκρινίσεις, ὅπως ἦτο ἐπὶ παραδείγματι τὸ θέμα τοῦ ποῖος θὰ προεδρεύῃ, τοῦ ποῖος θὰ ἐκπροσωπήσῃ τοὺς Κυπρίους. Ἀλλὰ πρωτίστως ἐζητήσαμεν ὅπως κατὰ τὴν διάσκεψιν ἐκείνην, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν προσωρινὴν λύσιν, συζητηθῇ καὶ ἡ ὁριστικὴ λύσις καὶ ὅπως διευρυνθῇ ἡ διάσκεψις, διότι ἡ τριμερὴς διάσκεψις εἶχε θλιβερὰν ἀνάμνησιν δι’ ἡμᾶς. Ὅπως γνωρίζετε, διεξήχθησαν τότε συνεννοήσεις διὰ τὰς προϋποθέσεις συγκλήσεως τῆς διασκέψεως καὶ ἐχρειάσθη νὰ μεταβῶ καὶ ὁ ἴδιος εἰς τὸ Παρίσι. Ἐνῷ ὅμως διεξήγοντο αὐταὶ αἱ συνεννοήσεις, αἱ ὁποῖαι, ἐν τῷ συνόλῳ, ὀφείλω νὰ εἴπω, δὲν ἐπήγαιναν ἄσχημα, μᾶς ἐγεννήθησαν σοβαρώταται ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ ἂν ἦτο δυνατὸν ἡ διάσκεψις αὕτη νὰ δώσῃ ἀποτελέσματα. Πρῶτον ἡ μικροψυχία, ἡ ὁποία ἐσημειώθη εἰς τὰς διαπραγματεύσεις καὶ ἡ ὁποία μᾶς ἐγέννα ὑποψίας, ὡς πρὸς τὸ ὅτι θὰ ἐγίνοντο ἀποδεκτὰ διάφορα αἰτήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν λογικὰ καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀπόρριψις δὲν ἐδικαιολογεῖτο. Δεύτερον καὶ πρὸ παντὸς δηλώσεις πρωτοφανεῖς, ὅπως ἐκεῖναι τοῦ Ἄγγλου ὑπουργοῦ τῶν Ἀποικιῶν, αἱ ὁποῖαι κατεβλήθη προσπάθεια νὰ μειωθοῦν ἀπὸ ἄλλους παράγοντας τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἀπετέλουν μίαν διακήρυξιν θέσεως ἐντελῶς ἀπαράδεκτον δι’ ἡμᾶς. Τέλος δηλώσεις προερχόμεναι ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς, ὡς πρὸς τὸ ὅτι ἡ διχοτόμησις ἀπετέλει τὴν μοναδικὴν λύσιν, μᾶς ἔκαμαν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ διάσκεψις ἐκείνη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀποτέλεσμα καὶ ὅτι ἦτο προτιμοτέρα ἡ ἀποχὴ ἀπὸ μίαν διάσκεψιν, παρὰ ἡ διάσκεψις νὰ καταλήξῃ εἰς ἀποτυχίαν. Ἠγέρθη τότε ἐν Ἑλλάδι καὶ κἄποια βοή, ὅτι ἠπειλήσαμεν, ὅτι θὰ ἀποχωρήσωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, καὶ ὅτι δὲν ἀντεπεκρίθημεν εἰς τὴν ἀπειλήν. Πόσαι βοαί, κύριοι, δὲν ἠγέρθησαν τοιαύτης φύσεως εἰς τὸν τόπον μας, πόσας φορὰς δὲν κατηγορήθημεν ἄλλοτε ἐπὶ ἀδιαλλαξίᾳ καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐπὶ διαλλακτικότητι. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ θίξω καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖον, διότι τότε διετυπώθη ἡ κατηγορία, ὅτι ἠπειλήσαμεν, ὅτι θὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Ἐπιθυμῶ νὰ κάμω μίαν παρένθεσιν, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἠπειλήσαμεν, ὅτι θὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Ἡ θέσις μας, ὡς πρὸς τὴν Ἀτλαντικὴν συμμαχίαν ὑπῆρξε πάντοτε σαφὴς καὶ εἰλικρινὴς καὶ μετὰ παρρησίας εἴπομεν πάντοτε πρὸς τοὺς συμμάχους μας τὴν ἀλήθειαν, ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησιν τῆς χώρας μας, εἰς αὐτήν. Θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναγνώσω πρακτικὰ πρὸ ἑξαμήνου ἢ πρὸ ἑνὸς ἔτους, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἐβλέπατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλεγε καὶ ἐξακολουθεῖ πάντοτε νὰ λέγῃ: Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ὁδηγήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἔξω ἀπὸ τὴν ἀμυντικὴν ἀτλαντικὴν συμμαχίαν, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἐπισημαίνει, ὅτι ὁ συνεχὴς τραυματισμὸς τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς, ὡς πρὸς τὸ Κυπριακόν, δύναται νὰ δημιουργήσῃ δυσχερείας, διὰ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς συμμαχίας. Αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις μας πάντοτε. Ἐπίσης εἶναι ἀληθές, ὅτι εἴχομεν διαφωνίας μὲ διάφορα μέλη τοῦ ΝΑΤΟ, ὅταν ἐτηρήσαμεν, ἀνεξαρτήτως τοῦ Κυπριακοῦ, ἰδίαν στάσιν ἐπὶ διαφόρων θεμάτων, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἀπετέλει ἀπειλήν. Βεβαίως εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἡ ἀνεξάρτητος γραμμή, τὴν ὁποίαν τηροῦμεν, εἶναι βασικῶς διάφορος ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τηροῦν τὰ περισσότερα μέλη τῆς ἀτλαντικῆς συμμαχίας. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ προνόμιον καὶ τὴν ὡραιότητα τῆς συμμαχίας, ἐλευθέρων λαῶν. Τοῦτο ἀποτελεῖ προνόμιον ὅπερ χρησιμοποιεῖ μία χώρα μικρά, ἀλλὰ ὑπερήφανος, ὅπως ἡ Ἑλλάς, καὶ οὕτω ἀσκῆ μίαν πολιτικὴν σύμφωνον μὲ τὰς πεποιθήσεις της, διαφωνοῦσα ἐνίοτε καὶ μὲ ὅλους, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ, ὅτι ἀπειλεῖ τοὺς ἄλλους. Ἐὰν ἐχρειαζόμην νὰ μνημονεύσω παραδείγματα διὰ τὴν ἀνεξάρτητον αὐτὴν πολιτικήν, θὰ ἠδυνάμην νὰ μνημονεύσω πάμπολλα. Ἀνεξάρτητον καὶ ἐντελῶς ἀντίθετον πολιτικὴν ἐτήρησεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν μεγάλην κρίσιν τοῦ Σουέζ. Ἦλθεν ἐκεῖ εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν γνώμην καὶ μὲ τὰς πράξεις ἄλλων. Ἀνεξάρτητον πρᾶξιν ἀποτελεῖ ἡ συμμετοχή μας εἰς τὰς συνομιλίας τοῦ Μπριόνι, εἰς τὰς ὁποίας ἐκλήθημεν, ἀπὸ χώρας μὴ συμμετεχούσας εἰς τὸ ΝΑΤΟ, ἀπὸ χώρας, τὰς ὁποίας ἴσως τὸ ΝΑΤΟ βλέπει κατὰ τρόπον ἐντελῶς διάφορον ἀπὸ ἡμᾶς. Ἀνεξάρτητον ἐπίσης πρᾶξιν ἐσημείωσεν ἡ ἀναγνώρισις τοῦ Ἰράκ, ἡ ὁποία ἔγινεν ἀπὸ ἡμᾶς, ἡμᾶς πρώτους μεταξὺ ὅλων τῶν ἀτλαντικῶν συμμάχων. Ἀνεξάρτητον ἀκόμη πρᾶξιν ἐσημείωσεν ἡ ἀποχή μας ἐκ τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς εἰσδοχῆς τῆς Κίνας εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Ἀλλὰ αὐτά, κύριοι, ἀποτελοῦν ἐκδηλώσεις ἀνεξαρτήτου πολιτικῆς, συμφώνως πρὸς τὰς πεποιθήσεις μας, δὲν ἀποτελοῦν βασικὰς διαφωνίας μὲ μίαν συμμαχίαν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ θεωρεῖται ἀπὸ ἡμᾶς ἀμυντικὴ καὶ θεωρεῖται χρήσιμος διὰ νὰ μὴ καταστῶμεν μίαν ἡμέραν ἐνδεχομένως ἁπλοῖ ἀποδέκται τελεσιγράφων. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτό, τῆς φιλίας πρὸς ὅλους, ἀλλὰ καὶ τῆς παραμονῆς εἰς τὴν ἀτλαντικὴν συμμαχίαν, ἐπισημαίνομεν ἐπίσης, ὅτι οὐδὲν χειρότερον κακὸν ὑπάρχει διὰ μίαν χώραν ἀπὸ τοῦ νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησίς της εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν γενικὴν πεποίθησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἐφοβήθημεν, ὅτι ἡ συνεχὴς παραγνώρισις τῶν δικαίων τῶν Κυπρίων, ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ εἰς μίαν διαφωνίαν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τοῦ λαοῦ, ἐπεσημάναμεν τοῦτο εἰς τοὺς συμμάχους, χωρὶς τοῦτο νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ἀπειλῆς. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι πεπεισμένη, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς της, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ οὐδεμίαν διαφωνίαν ἔχει μὲ τὴν μεγίστην πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νομίζει, ὅτι πολιτευομένη ὡς πολιτεύεται, τόσον ὡς πρὸς τὴν Ἀτλαντικὴν Συμμαχίαν, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὸ Κυπριακόν, εὑρίσκεται εἰς ἀπόλυτον εὐθυγράμμισιν μὲ τὴν θέλησιν τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τῶν Ἑλλήνων. Κλείω αὐτὴν τὴν παρένθεσιν, διὰ νὰ θίξω ἕνα ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ μοῦ εἶναι χρήσιμον εἰς τὴν ἐξιστόρησιν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν, τὸ θέμα τῆς προτάσεως περὶ λύσεως τοῦ Κυπριακοῦ διὰ τῆς ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας. Ἡ λύσις αὐτὴ εἶχε συζητηθῆ ἀπὸ μακροῦ. Ἐμὲ τὸν ἴδιον μὲ ἐπεσκέφθησαν ἐπανειλημμένως εἰς τὸ γραφεῖον μου σημαίνοντες παράγοντες τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως, σημαίνοντες ἐν Κύπρῳ, παραμένοντες ἐν Κύπρῳ, οἱ ὁποῖοι ἐπανειλημμένως μὲ εἶχον ἐρωτήσει, διατὶ δὲν υἱοθετοῦμεν αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν. Ἀλλὰ ἐνῶ αὐτὰ συνεζητοῦντο μεταξὺ μας, τὴν 23ην Σεπτεμβρίου, ἀνεκοινοῦτο διὰ τοῦ τύπου, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, εἶχεν ἐπισήμως δι’ Ἀγγλίδος βουλευτίδος, ὑποβάλει τὴν πρότασιν αὐτὴν πρὸς τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, παράγοντες κυπριακοί, ἐκλεγόμενοι ὑπὸ τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, διὰ τηλεγραφημάτων καὶ διὰ δηλώσεων, ἐνέκριναν τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου. Καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πιστὴ εἰς τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς εἴπῃ εὐθὺς ἀμέσως, υἱοθέτησε τὴν πρότασιν ταύτην. Ἡ γραμμὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, ἐν προκειμένῳ, ὅτι αὐτὴ καθορίζει τὰ μέσα τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος. Ἐκτὸς τῆς ἐξωτερικῆς της πολιτικῆς, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἡ μόνη ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, καθορίζει ἐπίσης ποίαν θέσιν καὶ ποίαν μορφὴν ἔχει ἡ μεγάλη ἐθνική μας ὑπόθεσις. Ἀλλὰ τὰς ἐπιδιώξεις τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τὰς καθορίζουν οἱ ἴδιοι οἱ Κύπριοι καὶ δι’ αὐτὸ ἐξ ἀρχῆς ἐδηλώσαμεν, ὅτι οἱονδήποτε καὶ ἐὰν ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα, ἑνὸς δημοψηφίσματος, ἔστω καὶ δυσάρεστον δι’ ἡμᾶς, ἡ Ἑλλὰς θὰ τὸ ἀπεδέχετο. Ἀπεδέχθημεν, λοιπόν, υἱοθετήσαμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν περὶ ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας, πρῶτον, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Δεύτερον, διότι, ὅπως ἔχουν ἐξελιχθῇ τὰ πράγματα καὶ ἐνώπιον τῶν μεγάλων δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας παρουσιάζει τὸ πρόβλημα καὶ τὰς ὁποίας ὅλοι γνωρίζουν, ἦτο μία ρεαλιστικωτέρα ἀντιμετώπισις τοῦ ζητήματος. Καὶ τὴν υἱοθετήσαμεν, ἐπίσης, καὶ δι’ ἕνα τρίτον λόγον καὶ αὐτὸν βασικόν. Ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ θέμα αὐτὸ τῆς Κύπρου, οὐδεμίαν ἐδαφικὴν διεκδίκησιν ἔχει. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἐπιτακτικὰς βλέψεις. Εἰς τὸ θέμα τῆς Κύπρου, ἡ Ἑλλάς, ἐκπληρώνει ἕνα ἠθικὸν καθῆκον, μίαν ἱστορικὴν ἀποστολήν, ἐκείνην τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Καὶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, τῆς ἐγγυημένης ἀνεξαρτησίας, ὁ σκοπὸς οὗτος ἐκπληροῦται πλήρως, διότι οἱ Κύπριοι θὰ εἶναι κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ των, κύριοι τῆς νήσου. Οὕτω καὶ ἀφοῦ ἴδωμεν τὴν ἀδυναμίαν νὰ προχωρήσωμεν δι’ ἄλλων ὁδῶν, ἐβασίσαμεν τὴν προσφυγήν μας εἰς τὸν ΟΗΕ, ἥτις ἤδη εἶχε κατατεθῆ, ἐπὶ τῆς λύσεως τῆς ἀνεξαρτησίας. Ἔρχομαι, ἤδη, εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν προσφυγήν. Θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ἀπὸ καλόπιστον, ἀλλὰ ἀγνοοῦντα τὰ πράγματα, πρόσωπον: Ἐφ’ ὅσον ἐγνωρίζατε, ὅτι δὲν εἴχατε τὰ ⅔ διὰ τὴν λύσιν τῆς ἀνεξαρτησίας ἢ καὶ δι’ ἄλλην λύσιν ἀνεκτήν, διατὶ ἐπήγατε εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη; Ὅπως εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω καὶ εἰς ἄλλας ὁμιλίας μου, ὅλαι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, ἀφ’ ἧς ἀπεφάσισαν νὰ ὑποστηρίξουν τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν, προσέφυγον εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, διότι, πρῶτον: Οὐδεὶς ἄλλος δρόμος ἐπιτεύξεως ἀποτελέσματος ὑπῆρχε. Δεύτερον, διότι εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἐὰν εἶναι δύσκολον νὰ πάρῃς τὰ ⅔, εἶναι εὔκολον, ἐὰν ἔχῃς δίκαιον, νὰ διεξαγάγῃς μίαν καλὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔχει μεγάλην σημασίαν. Ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι δι’ αὐτῆς διαφωτίζεται ἡ παγκόσμιος κοινὴ γνώμη, προβάλλεται παγκοσμίως ἡ ὑπόθεσις καὶ πολλαὶ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται παροῦσαι, αἰσθάνονται τὴν πίεσιν τῆς συζητήσεως αὐτῆς. Πόσον τοῦτο εἶναι ἀληθές, θὰ ἤθελον νὰ τὸ ἀποδείξω ἀναγινώσκων ἀπὸ τοὺς «TIMES OF N.Y.» τῆς 7ης Δεκεμβρίου, ἐφημερίδος μὲ κυκλοφορίαν 5,5 ἑκατομμυρίων φύλλα καὶ μέγα κῦρος. Εἰς ἕνα ὁλοσέλιδον ἀπολογισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, μιᾶς χαρακτηριστικῆς περικοπῆς. Λέγουν οἱ «Τάϊμς»:
§7Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια εἴπατε, κύριε ὑπουργέ;
§8Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε.
§9Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σφάλλετε.
§10Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Πιθανόν, νὰ σφάλλω, αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν ὅμως ἤκουσα. Πάντως, μερικὰ ἑκατομμύρια. Κύριοι, δὲν ἔχει ἰδιαιτέραν σημασίαν ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Προέδρου, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἶναι ἐφημερὶς παγκοσμίου κύρους, μὲ τὴν πρώτην κυκλοφορίαν, ἐν Ἀμερικῇ.
§11Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§12Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Λέγει, λοιπόν, ἡ ἔρευνα αὐτὴ ἡ ὁλοσέλιδος τῆς ἐφημερίδος, διὰ τὸν Ο.Η.Ε.: (Ἀναγινώσκει): «Εἰς κάθε περίπτωσιν ὁ βασικὸς σκοπὸς τῶν κομμουνιστικῶν καὶ τῶν Δυτικῶν χωρῶν, εἶναι ἁπλῶς νὰ χρησιμοποιήσουν τὰς συζητήσεις τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ κερδίσουν δημοσίαν ὑποστήρηξιν διὰ τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουν εἰς ἔξω τοῦ ΟΗΕ διαπραγματεύσεις. Τοῦτο προεξῆχε καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως». Εἶναι, λοιπόν, παγκοίνως γνωστὸν καὶ παραδεκτὸν ἀπὸ ὅλους, ὅτι αἱ προσφυγαὶ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ὅπου τὰ ⅔ πιθανώτατα ἐπιτυγχάνονται, γίνονται ἐν πολλοῖς ἵνα καὶ διὰ τῆς συζητήσεως προβληθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ ἐπηρεασθοῦν, ὑποστοῦν μίαν πίεσιν αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐφέτος προσεφέρθη μία ἀναμφισβήτητος ὑπηρεσία εἰς τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν. Δὲν λέγω τοῦτο, διότι τὴν συζήτησιν νομίζω, ὅτι διεξηγάγομεν καλῶς καὶ μὲ ἀπόλυτον ἀξιοπρέπειαν. Ὅταν ἐνσαρκώνῃς τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εἶσαι ἀξιοπρεπής. Εἶπον αὐτὸ διὰ τὸ κέρδος ἐκ τῆς συζητήσεως, διότι διὰ τοῦ τόνου, τὸν ὁποῖον ἐδώσαμεν καὶ κυρίως διὰ τῶν ἀκλονήτων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάσαμε, κατορθώσαμε νὰ στηρίξωμεν τὰς ἰδικάς μας θέσεις καὶ νὰ κλονίσωμεν τὰς ἀντιθέτους θέσεις. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐπὶ τῶν 10 ὁμιλητῶν, τοὐλάχιστον οἱ 8, πιθανῶς περισσότεροι καὶ τῶν 8, κατεδίκασαν τὴν διχοτόμησιν καὶ ὑπεστήριξαν τὴν ἀνεξαρτησίαν, ὡς τελικὸν σκοπόν. Εἰς λαμπρὰς ἀγορεύσεις, μεστὰς ἐπιχειρημάτων καὶ μεστὰς παλμοῦ, τοὐλάχιστον, 8 ἐπὶ τῶν 10 ἀγορητῶν, ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ διχοτόμησις εἶναι ἀνεφάρμοστος, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος, ὑπὸ πᾶσαν ἔννοιαν καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνεξαρτησίας. Διὰ τῶν ἀγορεύσεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι καταχωρημέναι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ καὶ ἀποτελοῦν λῆψιν θέσεων Κυβερνήσεων, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ὅσους ἐμελέτησαν τὸ θέμα καὶ ἔλαβον δημοσίᾳ τοιαύτην θέσιν. Θὰ μοῦ εἴπητε: Διατὶ τότε δὲν ἐπήραμεν τὰ ⅔ ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μας προτάσεως; Διατὶ ἀντιθέτως τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐξέλιξις τῶν ψηφοφοριῶν; Ὅπως εἶπε διακεκριμένος ἀρχηγὸς ἀντιπροσωπείας χώρας τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ καλλιτέρα συζήτησις ἀλλάζει γνώμας, ἀλλὰ δὲν ἀλλάζει ψήφους. Τὸ πῶς δὲν συνεκεντρώσαμε τὰς ψήφους, θὰ τὸ εἴπω μετ’ ὀλίγον. Ἤδη, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, πῶς ἐξηλίχθη ἡ ὑπόθεσις, ἀπὸ ἀπόψεως καταθέσεως σχεδίων ἀποφάσεως. Γνωρίζετε ἐκ τῶν δημοσιογραφικῶν τηλεγραφημάτων, ὅτι ἀρχικῶς κατετέθησαν 3 σχέδια ἀποφάσεως. Τὸ Ἀγγλικόν, τὸ ὁποῖον μετέφρασα ἐνώπιον τῶν Η. Ε., ὡς ζητοῦν νὰ καταδικάσουν τὰ Η. Ε. τὴν ἀντίστασιν τῶν Κυπρίων καὶ νὰ ἐπαινέσουν τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐχειρίσθη τὸ Κυπριακόν, πέραν αὐτοῦ νὰ τὴν συγχαροῦν καὶ νὰ εὐχηθοῦν νὰ συνεχίσῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Αὐτά, μὲ ἄλλα λόγια, ἔλεγε τὸ Βρεταννικὸν σχέδιον. Τὸ Τουρκικὸν σχέδιον, ὡδήγει εὐθέως εἰς διχοτόμησιν. Τὸ ἰδικόν μας σχέδιον, ἐζήτει τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν σύστασιν μιᾶς Ἐπιτροπῆς τῶν Η. Ε. Ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας, κατέστη σαφές, ὅτι οὐδὲν τῶν σχεδίων τούτων ἠδύνατο νὰ συγκεντρώσῃ τὰ ⅔ τῶν ψήφων. Ἐπεθύμουν, ὅμως, αὐτὴν τὴν φορὰν νὰ μὴ ἔχωμεν μόνον τὸ κέρδος τῶν συζητήσεων, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν καὶ ἕνα οὐσιαστικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πρακτικῶς νὰ προωθήσῃ τὸ θέμα. Ἐμελετήσαμεν ἄλλας λύσεις, ἄλλα σχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ συγκεντρώσουν τὰ ⅔, ἀλλὰ νὰ περιέχουν στοιχεῖα οὐσίας. Μᾶς ἐβοήθησεν εἰς τοῦτο ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς μεγάλης χώρας τῶν Ἰνδιῶν Κρίσνα Μένον, ὁ ὁποῖος ἀνέκαθεν ἦτο κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας. Τὸ κῦρος καὶ αἱ ἱκανότητες τοῦ ἀνδρός, συνετέλεσαν, ὥστε νὰ συσπειρωθοῦν περὶ αὐτὸν 9 ἄλλαι χῶραι, καὶ μὲ προτείνοντας 10 νὰ ὑποβληθῇ τὸ σχέδιον, τὸ ὠνομασθὲν τῶν 10 δυνάμεων. Τὸ σχέδιον ἐκεῖνο, εἶχε διάφορα πλεονεκτήματα δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ πρωτίστως μεταξὺ αὐτῶν εἶχε 3. Τὸ πρῶτον, ἦτο, ὅτι ἐζήτει πλήρη κάλυψιν τῶν δικαιωμάτων τῆς μειοψηφίας. Τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ σχέδιον, ἀπετέλει δι’ ἡμᾶς εὐχάριστον παράγραφον, διότι πάντοτε διεκηρύξαμεν, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν Τούρκων τῆς νήσου, εἰς πᾶσαν λύσιν, πρέπει νὰ κατοχυρωθοῦν. Ἐπὶ πλέον, ἡ παράγραφος αὐτή, εἶχε καὶ τὴν χρησιμότητα, ὅτι ἔλυε καὶ δι’ ἀποφάσεως τῶν Η. Ε., τὴν διαφορὰν περὶ ὑπάρξεως δύο λαῶν ἐν Κύπρῳ καὶ ἐλάμβανε θέσιν περὶ τοῦ ὅτι ὑπάρχει πλειοψηφία καὶ μειοψηφία. Ἐπίσης, ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἐξησφάλιζε τὴν ἀκεραιότητα τῆς νήσου, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο ρητῶς μνεία. Καὶ τέλος, διὰ διαφόρων ἐκφράσεων περὶ προοδευτικῆς αὐτοκυβερνήσεως, περὶ αὐτοκυβερνήσεως πλήρως ἀποκτωμένης, ὡδήγει ἀσφαλῶς εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν. Αἱ προβλέψεις διὰ τὸ σχέδιον τοῦτο ἦσαν ἄριστοι. Αἱ περισσότεραι τῶν ἀντιπροσωπειῶν καὶ ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη δὲν θὰ μᾶς ἐψήφιζον, ἐβεβαίουν, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο θὰ συνεκέντρωνε πλέον τῶν διπλασίων ψήφων ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐψήφιζον ἐναντίον. Ἐπαναλαμβάνω, αἱ προβλέψεις ἦσαν, ὅτι θὰ συνεκέντρωνε πλέον τῶν διπλασίων. Οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μαζί μου ἐκεῖ καὶ οἱ ὁποῖοι ἀμφότεροι τόσον μὲ ἐβοήθησαν εἰς τὰς δραματικὰς ἐκείνας φάσεις τοῦ ἀγῶνος, γνωρίζουν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀντιπροσωπειῶν, αἱ ὁποῖαι ἔκαμαν τὰς προβλέψεις αὐτὰς καὶ τὰς ὁποίας δὲν δικαιοῦμαι νὰ μνημονεύσω. Βοηθούσης, λοιπόν, καὶ τῆς ἀρίστης ἐκβάσεως τῆς συζητήσεως, ἡ θέσις μας ἦτο πολὺ ἰσχυρά. Ἀλλὰ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἦτο πολὺ ἰσχυρὰ διὰ τὸ σχέδιον τῶν 10, ἤρχισε μία ὀξυτάτη ἀντίδρασις ἐναντίον του, τόσον ὀξεῖα, ὥστε ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρεταννίας ἔφθασεν εἰς τὴν ἐξωφρενικὴν ἐκείνην δήλωσιν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, καθ’ ἣν τυχὸν ὑπερψήφισις αὐτοῦ τοῦ σχεδίου, θὰ ἐσήμαινε ἀναμφισβητήτως αἱματοκύλισμα εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἴσως καὶ ἐκτὸς τῆς Κύπρου. Ἦτο τόση ἡ ὑποστήριξις, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ σχέδιον αὐτό, ὥστε προεκάλεσεν αὐτὴν τὴν καταπληκτικὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔσπευσα νὰ καταγγείλω ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ὡς ἀποτελοῦσαν ἀπειλὴν πολέμου, διὰ νὰ μὴ λάβουν ἐλευθέρως τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη μίαν ἀπόφασιν. Βεβαίως εἰς ἕνα πολιτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἰδίως ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν εἰρήνην ἐν τῷ κόσμῳ, μία τοιαύτη δήλωσις, ὅσον καὶ ἐὰν ἀντεκρούσθη ἀπὸ ἡμᾶς, ὅσον καὶ ἂν ἐπεσημάνθη τὸ καταπληκτικὸν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον περιεῖχεν, εἰς ἕνα τοιοῦτον πολιτικὸν Σῶμα, μία τοιαύτη δήλωσις ἦτο μοιραῖον νὰ προκαλέσῃ ἐντύπωσιν καὶ νὰ ἀρχίζουν πολλοὶ νὰ διερωτῶνται μήπως διὰ τῆς ταχυτέρας τοῦ δέοντος προωθήσεως τοῦ ζητήματος, δύναται νὰ προκληθῇ ἰδίᾳ ἐν τῇ νήσῳ αἱματοκύλισμα. Δὲν νομίζω, ἐν τούτοις, ὅτι ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία προεκλήθη ἦτο τόσον ἀποφασιστικὴ ὥστε νὰ κλονισθῇ ἀποφασιστικῶς ἡ θέσις μας. Εἶχε ἐλαφρῶς κλονισθῇ, ἀλλὰ τὸ σχέδιον τῶν 10 ἐξακολουθοῦσε νὰ ἔχῃ τὴν ὑποστήριξιν πολλῶν. Ἀλλὰ ἡ ἄποψις αὐτὴ τῶν βεβαίων κινδύνων καὶ αἱματηρῶν ταραχῶν ἐκαλλιεργεῖτο εἰς τὰ παρασκήνια μετ’ ἐπιτάσεως. Ζωηροτάτη πολιτικὴ ἐκστρατεία ἐξαπελύθη πρὸς ὅλας τὰς κατευθύνσεις, πρὸς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις διὰ νὰ τὰς ἐπηρεάσῃ νὰ μὴ ψηφίσουν τὴν πρότασιν τῶν 10. Τέλος ὡς σανὶς σωτηρίας ἐφευρέθη τὸ Ἰρανικὸν σχέδιον. Ἀπὸ τὴν μίαν, λοιπόν, πλευρὰν ἠσκήθη μία φοβερὰ καὶ ποικιλόμορφος πίεσις καὶ ἐνεφανίσθη ἕνα σχέδιον ἐγκαταλειπομένων τῶν ἄλλων, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ συγκεντρώσῃ τὰς συμπαθείας τῶν ἀντιπροσώπων καὶ πρὸ παντὸς νὰ θέσῃ πολλοὺς ἐξ αὐτῶν εἰς δυσχερῆ θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ τὸ καταψηφίσουν. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἐξακολουθοῦμεν νὰ μαχώμεθα μὲ ἐπιτυχίαν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, εἶναι ὅτι καὶ ἀφοῦ κατετέθη τὸ Ἰρανικόν, ὑπέστη ἀλλεπαλλήλους τροποποιήσεις, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ συγκεντρώσῃ ψήφους, ἢ νὰ ὁδηγήσῃ πρὸς ἀποχάς. Καὶ πράγματι τὴν πρώτην ἡμέραν ὑπεβλήθη, τὴν δευτέραν ἀπεσύρθη καὶ ὑπεβλήθη ἕτερον τροποποιημένον καὶ τὴν τρίτην ὑπεβλήθη νέον, τρίτον σχέδιον, πλέον ἄτονον τοῦ προηγουμένου. Ἡ διαφορὰ τοῦ πρώτου μὲ τὸ τρίτον ἦτο ἐμφανής. Προσεπάθησαν νὰ βγάλουν ἀπὸ αὐτὸ πᾶσαν φράσιν, ἡ ὁποία διὰ τοὺς φίλους μας θὰ ἀπετέλει αἰτίαν καταψηφίσεως μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἔβγαλαν καὶ τὴν φράσιν, καθ’ ἣν ἡ Συνέλευσις ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν μετὰ λύπης, ὅτι ἐξακολουθοῦν αἱ ταραχαὶ ἐν τῇ νήσῳ. Ἡμεῖς, κύριοι, ὅταν ὁ Ἄγγλος βοηθὸς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχε καταγγείλει τὴν ΕΟΚΑ καὶ δή, διὰ βαρυτάτων ἐκφράσεων, ἐλάβομεν πάραυτα τὸν λόγον καὶ δηλοῦντες, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχομεν μὲ τὴν μαχητικὴν αὐτὴν ὀργάνωσιν, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχωμεν, ἐψάλαμεν τὸν ὕμνον τῆς ὀργανώσεως αὐτῆς, καὶ ἐπροκαλέσαμεν ὅλους τοὺς ἀντιπροσώπους νὰ μᾶς εἴπουν, πόσοι ἐξ αὐτῶν θὰ παρεκάθηντο εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἐὰν εἰς τὸν τόπον των δὲν εἶχε λάβει χώραν ἀγών, ὅμοιος μὲ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔκαμνε ἡ ΕΟΚΑ εἰς τὴν Κύπρον. (Χειροκροτήματα). Καὶ εἴχομεν καταστήσει σαφές, ὅτι οὐδεμίαν ἀπόφασιν θὰ ἐδεχόμεθα, ὅσον καλὴ καὶ ἂν ἦτο, ἐὰν κατὰ οἱονδήποτε τρόπον ἀπεδοκίμαζε τὸν ἀπελευθερωτικὸν ἀγῶνα τῶν Κυπρίων. Ἔφθασε λοιπόν, ἡ τρίτη καὶ τελευταία Ἰρανικὴ πρότασις, καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν φράσιν νὰ ἀπαλείψῃ περὶ λύπης, διότι ἐξακολουθεῖ ὁ ἀγὼν ἐν Κύπρῳ. Ἀπήλειψεν ἐπίσης φράσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξεφράζετο λύπη, διότι αἱ μέχρι τοῦδε διαπραγματεύσεις δὲν ἐκαρποφόρησαν, καὶ τοῦτο διότι εἴχομεν εἴπει, ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς δι’ αὐτό, καὶ δὲν ἤθελον ἐμμέσως νὰ συνάγεται τὸ ἀντίθετον. Γενικῶς ἂν σᾶς κάμω τὴν ἀνάλυσιν τοῦ πρώτου καὶ τοῦ τρίτου σχεδίου, θὰ ἐβλέπατε, ὅτι τὸ τρίτον ἦτο ἕνα σχέδιον ἄτονον, τελείως διάφορον ἀπὸ τὰ προηγούμενα σχέδια, τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις ἡμεῖς δὲν ἠθέλαμεν νὰ ἀποδεχθῶμεν, ἀφ’ ἑνὸς διότι κατ’ ἀρχὴν ἦτο συνέχεια τῶν προηγουμένων ἀφ’ ἑτέρου διότι ὑπῆρχον ὡρισμέναι φράσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠθέλαμεν νὰ παραδεχθῶμεν. Εἶχον βεβαίως φύγει αἱ φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἔδιδον ἑρμηνείαν διχοτομήσεως. Τὸ πρῶτον σχέδιον ἔλεγεν, ὅτι ἡ λύσις θὰ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ «βασικὰ δικαιώματα τῶν δύο κοινοτήτων καὶ τὰς εἰδικὰς συνθήκας τοῦ ἐδάφους τῆς νήσου». Αὐταὶ αἱ φράσεις εἶχον βεβαίως ἐξαλειφθῆ. Ἐν τούτοις ἡμᾶς δὲν μᾶς ἱκανοποίει τὸ σχέδιον ἐκεῖνο. Ἀλλὰ διὰ τοὺς περισσοτέρους τῶν ἀντιπροσώπων πολλοί, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων εὑρίσκοντο εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν καὶ μὲ τὰς Κυβερνήσεις των, τὸ σχέδιον αὐτὸ δὲν περιεῖχε πλέον ἐννοίας ἢ λέξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐδικαιολόγουν τὴν καταψήφισιν ἢ τὴν ἀποχήν. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ τακτική, ἡ ὁποία ἐχρησιμοποιήθη διὰ νὰ διαλυθῇ ἡ μεγάλη πλειοψηφία, ἡ ὁποία εἶχε συγκεντρωθῆ περὶ τὸ σχέδιον ἀποφάσεως τῶν 10. Ἡ πρότασις ἡ Ἰρανική, ἐνεφανίζετο ὑπὸ μορφὴν συμπαθῆ, διότι δὲν ὑπεισήρχετο πλέον εἰς τὴν οὐσίαν οὔτε κἂν καθ’ ἑρμηνείαν, καὶ διότι συνίστα κἄτι τὸ συμπαθές, δηλ. συνεννόησιν τῶν τριῶν ἐνδιαφερομένων. Ἡ φράσις «τῶν τριῶν ἐνδιαφερομένων καὶ τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ», δὲν ἠνώχλει τοὺς περισσοτέρους ἀντιπροσώπους, διότι τὰ ἐν Κύπρῳ διαδραματισθέντα γεγονότα, τὸ παρελθὸν τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως, ἡ θέσις τὴν ὁποίαν πάντοτε ἐλάμβανε διεθνῶς ἡ Τουρκία, δὲν ἄφινε ζωηρὰν διὰ τοὺς τρίτους τὴν ἄποψιν, ὅτι ἠνώχλει νὰ μνημονευθοῦν αἱ τρεῖς Κυβερνήσεις. Παρὰ ταῦτα, ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν ἐπιμόνως τὰς θέσεις μας καὶ ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι μνεία τριῶν Κυβερνήσεων, δὲν ἔχει ἔννοιαν, διότι ἐπρόκειτο περὶ ὑποθέσεως ἑνὸς λαοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ θεωρηθῇ κυρίαρχος εἰς τὴν νῆσον του καὶ ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ διαπραγματευθῇ μόνον μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διὰ τῆς βίας ἔχει τὴν κυριαρχίαν ἐπ’ αὐτοῦ. Ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος νὰ ἐνδιαφερθοῦν καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἄλλα ἐντελῶς εἰδικὰ συμφέροντα. Ὑπεστηρίξαμεν ἐπίσης καὶ θὰ τὸ ὑποστηρίξω καὶ περαιτέρω ἐνώπιόν σας, ὅτι ἦτο ματαία ἡ σύστασις διὰ διαπραγματεύσεις. Διότι εἶναι ἄχρηστοι αἱ διαπραγματεύσεις ἐφ’ ὅσον κατὰ κἄποιον τρόπον δὲν καθορίζεται ἡ οὐσία αὐτῶν καὶ δι’ αὐτὸ ἐζητοῦμεν ἐπιμόνως ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη νὰ μᾶς δώσουν τὴν γραμμὴν τῆς οὐσίας, νὰ καθορίσουν τὰ πλαίσια, ὁπότε ἐδηλώνομεν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις θὰ ἦσαν εὔκολοι. Ἀγωνιζόμενοι ἐπὶ τῶν θέσεων αὐτῶν καὶ ἀσφαλῶς μὲ κλονισμένας τὰς δυνάμεις ἀπὸ ἀπόψεως ψήφων, ἦλθε τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ ἐκδηλωθῇ καὶ δημοσίᾳ ἡ θέσις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἡ ὁποία ἤδη ἦτο γνωστὴ εἰς τὰ παρασκήνια. Ἡ θέσις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν.......
§13Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§14Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁμιλεῖ διὰ λογαριασμόν σας.
§15Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐκάματε τόσας φορὰς σεῖς νὰ ὁμιλῆτε διὰ λογαριασμόν των, ὥστε ἂς ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ μίαν φοράν.
§16Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οὐδέποτε ὡμίλησα διὰ λογαριασμὸν τῆς ΕΔΑ. Καὶ ὅταν ὑπῆρξε συνεργασία ἦσαν ἰδικά μου τὰ κείμενα καὶ ὄχι ἰδικά των, βάσει, τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ συζήτησις. Ἐκάματε λάθος νὰ τὸ εἴπητε, θὰ τὸ πάρετε πίσω.
§17Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἂν ἔκαμα λάθος, εἶναι λάθος, τὸ ὁποῖον κάμνει σχεδὸν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§18Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι εὐκαιρία διαφωτίσεως. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν εὐκαιρίαν διαφωτίσεως καὶ ἡμῶν καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§19Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι, ἡ θέσις τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἦτο ἤδη γνωστή. Ἀπὸ ἀρκετῶν ἡμερῶν εἶχεν ἐκδηλωθῆ κατὰ διαφόρους τρόπους καὶ διὰ μιᾶς συντόμου ἀγορεύσεως τοῦ ἀντιπροσώπου καὶ εἶχεν ἐκδηλωθῆ ὡς θέσις ὑποστηρίξεως σχεδίων ἀποφάσεων, τὰ ὁποῖα θὰ συνίστων διαπραγματεύσεις. Ἤδη αὐτὸ μᾶς εἶχεν ἐξασθενίσει καὶ ἤδη αὐτὸ εἶχε καταστήσει σαφὲς καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς 10 ὑποστηρικτὰς τῆς προτάσεως ἐκείνης, ὅτι τυχὸν αἴτησις προτεραιότητος διὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς ἰδικῆς των προτάσεως, θὰ ἀπερρίπτετο, διότι δὲν θὰ εἶχε τὴν εὔνοιαν τῶν Ἡν. Πολιτειῶν καὶ τῶν φίλων των. Ἡ θέσις τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐξεδηλώθη σαφέστερον διὰ δηλώσεως κατηγορηματικῆς καὶ τόσον σαφοῦς, ὅσον σπανίως ἔχει γίνει εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἀπὸ τὴν Ἀντιπροσωπείαν αὐτήν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ λῆψις τῆς θέσεως αὐτῆς ἦτο εὐχερεστέρα διὰ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἶχε καταστῆ ἄτονο τὸ Ἰρανικὸν σχέδιον ἀποφάσεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ Ἰρανικὸν σχέδιον ἀποφάσεως δὲν ὑπεισήρχετο εἰς τὴν οὐσίαν καὶ δὲν ἠνώχλει, ἦτο πολὺ εὐχερέστερον νὰ ξεσπαθώσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις ἔδωσε τὴν ἐντολὴν αὐτὴν πρὸς μίαν ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία πάντοτε συμπαθῶς ἔβλεπε τὴν ἰδικήν μας τοποθέτησιν, δὲν δύναμαι νὰ τὸ γνωρίζω καὶ δὲν θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω. Διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε ὅμως μέσα εἰς ποῖα πλαίσια πολιτικῶν προσπαθειῶν τοποθετοῦνται αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις, θὰ σᾶς διαβάσω μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ ἕνα κύριον ἄρθρον τῶν «Τάϊμς τῆς Νέας Ὑόρκης», τοῦ ἐγκυροτέρου ὀργάνου τῆς Ἀμερικαν. δημοσιογραφίας. Δὲν ξεύρω ἂν ἀνεγράφει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν τύπον, ὅτι τὴν 6ην Δεκεμβρίου ἢ μᾶλλον τὴν 5ην Δεκεμβρίου τὸ ἑσπέρας, τὴν ἰδίαν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγινεν ἡ ψηφοφορία εἰς τὴν Πολιτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δι’ ἐπισήμων δηλώσεων ἐνέκρινε τὴν πολιτικὴν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἔναντι τῆς Κίνας. Καὶ γράφουν οἱ «Τάϊμς τῆς Νέας Ὑόρκης»: «Τοῦτο ἦτο σύμφωνον μὲ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Βρεττανοῦ Πρωθυπουργοῦ περὶ ἀλληλεξαρτήσεως μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν. Πράξας τὸ καλλίτερον ἐνώπιον δυσχεροῦς πολιτικῆς καταστάσεως ἵνα ὑποστηρίξῃ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ὅσον τοῦ ἦτο δυνατόν. Εἶναι πιθανόν, ὅτι ὁ κ. Μὰκ Μίλλαν θὰ ἀναμένῃ ἀνάλογον ὑποστήριξιν καὶ ἐκ μέρους τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἐν περιπτώσει πιέσεως ἐπὶ τοῦ Χὸγκ–Κόγκ. Ὑπάρχουν 3 στοιχεῖα τῆς ἔναντι τῆς Κίνας, Ἀμερικανικῆς Πολιτικῆς, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀγγλία δέχεται τώρα διατηροῦσα ταυτοχρόνως ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις». Καὶ περαιτέρω εἰς ἄλλο σημεῖον: «Ὑπάρχει ἀριθμὸς λόγων συντελεσάντων ὥστε ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ τὴν Ἀμερικανικὴν πολιτικήν. Ὑπεράνω ὅλων εἶναι ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ ἀλληλεξάρτησις σημαίνει καὶ παραδοχὴν διαφόρου πολιτικῆς ἐντὸς τῆς συμμαχίας καὶ ἐλπίς, ὅτι ἡ στάσις αὕτη θὰ ἀνταμειφθῇ δι’ ἀναλόγου σεβασμοῦ τῆς παραδοχῆς τῆς Βρεταννικῆς πολιτικῆς ἰδίως ἐν Μέσῃ Ἀνατολῇ». Ὅταν, λοιπόν, μία τοποθέτησις ἔναντι τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως τίθεται μέσα εἰς πλαίσια τόσον μεγάλων πολιτικῶν γραμμῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἀνατρέψωμεν πολιτικὴν χωρῶν καὶ δὴ χωρῶν ἰσχυρῶν, ὅπως εἶναι αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, χωρῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεξαρτήτως τῆς στάσεώς των εἰς αὐτὸ τὸ θέμα, ἔχουν πράξει τόσα ὑπὲρ ἡμῶν, ὥστε νὰ ἔχουν δικαίωμα ἐπὶ τῆς φιλίας μας καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης μας. Φιλίας καὶ εὐγνωμοσύνης, ἡ ὁποία δὲν μᾶς ἐμποδίζει καὶ δὲν θὰ μᾶς ἐμποδίσῃ ποτὲ νὰ ἀκολουθήσωμεν γραμμὴν ἀνεξάρτητον ὅταν τὸ ἐπιβάλλουν τὰ συμφέροντά μας καὶ νὰ λέγωμεν πρὸς αὐτοὺς τὴν ἀλήθειαν ὅταν τοῦτο ἐπιβάλλεται. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ὅμως αὐτάς, κύριοι, πολλοὶ τῶν σταθερωτέρων ὑποστηρικτῶν τῆς Ἑλληνικῆς θέσεως εὑρέθησαν εἰς ἀδυναμίαν νὰ καταψηφίσουν τὴν Ἰρανικὴν πρότασιν καὶ ἡ ἀδυναμία αὕτη ὡδήγησε τοὺς περισσοτέρους εἰς τὴν ἀποχήν. Οὕτως ἐχάσαμεν τὴν ψηφοφορίαν εἰς τὴν Πολιτικὴν Ἐπιτροπήν. Τὴν ἐχάσαμεν, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἰδίας ἐκείνης στιγμῆς ἦτο δι’ ὅλους φανερόν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἧττα εὑρίσκετο πρὸς τὴν ἄλλην πλευράν, διότι ἐὰν ἡ ἧττα τῶν ἀριθμῶν εὑρίσκετο πρὸς τὴν ἰδικήν μας πλευράν, ἡ πολιτικὴ ἧττα, ἡ σημασία τῆς ἥττης εὑρίσκετο ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν. Διότι ὅταν μάχεται μόνη ἡ Ἑλλὰς ἐναντίον τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Τουρκίας ὑποστηριζομένας ἀπὸ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας καὶ ἡ θέσις τῶν τελευταίων συγκεντρώνει μόνον 31 ψήφους ἐπὶ 81 ψήφων, εἶναι φανερόν, ὅτι ἔπρεπε μὲ θλιβερὰς σκέψεις νὰ ἀντιμετωπίζουν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Χαρακτηριστικὸν εἶναι, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῶν 20 Λατινοαμερικανικῶν χωρῶν, αἱ ὁποῖαι ἀκολουθοῦν τὴν πολιτικὴν κατὰ γενικὴν γραμμὴν τοῦ ἐλευθέρου κόσμου, 3 ἐψήφισαν ἐνατίον τῆς Ἰρανικῆς προτάσεως καὶ 11 ἀπέσχον. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἀπὸ ἀπόψεως Λατινοαμερικανικῶν χωρῶν, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι προεκάλεσε μεγάλην ἐντύπωσιν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ προεκάλεσεν αἴσθησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπελόγιζον εἰς τὰς ψήφους των. Ἦτο δὲ τοιαύτη ἡ μορφὴ τῆς νίκης τῶν ἄλλων, ὥστε μερικοὶ τῶν ψηφισάντων ὑπὲρ τῆς Ἰρανικῆς προτάσεως ἠγανάκτησαν καὶ ἔλαβον τὴν πρωτοβουλίαν, διὰ νὰ μὴ προχωρήσῃ αὐτὴ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τῆς Συνελεύσεως. Μερικοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ψηφίσουν αὐτὴν τὴν ἄτονον πρότασιν, δὲν ἐδέχθησαν ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων εἶχε καταφανῆ, ὅτι εἶχε δίκαιον, νὰ εὑρεθῇ ἐκείνη μὲ μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία δὲν τῆς ἦτο ἀρεστή. Καὶ οὕτως, ἐνῷ εἶχεν ἀρχίσει αὐθωρεὶ μία ἐκστρατεία ζωηροτάτη καὶ εὐρεῖα, διὰ νὰ συγκεντρωθοῦν τὰ ⅔ ἢ τοὐλάχιστον, διὰ νὰ αὐξηθοῦν αἱ ψῆφοι τῆς πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ δύναται νὰ προβληθῇ ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι δὲν συνεκεντρώθησαν μὲν τὰ ⅔, ἀλλὰ ἡ Ὁλομέλεια ἐνίσχυσεν ἠθικῶς τὴν ἄποψιν τῆς Πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνῷ διεξήγετο ὀξυτάτη ἐκστρατεία δι’ αὐτό, εἴδομεν οὐδετέρους ἔναντι τῆς ὑποθέσεως καὶ δὴ ψηφίσαντας ὑπὲρ τῆς Ἰρανικῆς προτάσεως, νὰ λαμβάνουν τὴν πρωτοβουλίαν, διὰ νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις κατόπιν κοινῆς συνεννοήσεως. Βεβαίως ἡμεῖς οὐδένα λόγον εἴχομεν νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν τὴν προσπάθειαν αὐτήν. Διότι ἂν μή τι ἄλλο, ἡ αὔξησις τῶν ψήφων εἰς τὴν Ὁλομέλειαν μὲ τὰ μέσα πιέσεως, τὰ ὁποῖα εἶχον ἄλλαι καὶ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν εἴχομεν, ἡ αὔξησις τοὐλάχιστον τῶν ψήφων ἦτο πιθανή. Πέραν αὐτοῦ, τὸ γεγονός, ὅτι φίλοι, ἀνήκοντες εἰς τὴν Νοτιοαμερικανικὴν ὁμάδα, τὴν διαθέτουσαν εἴκοσι ψήφους, ἐπῆραν αὐτὴν τὴν πρωτοβουλίαν, μᾶς ἔκαμε νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς ἀρνούμεθα, ἠδυνάμεθα νὰ τοὺς δυσαρεστήσωμεν καὶ νὰ ἔχωμεν πράγματι μίαν αὔξησιν τῶν ψήφων τῆς Ἰρανικῆς εἰς τὴν Ὁλομέλειαν. Δι’ αὐτὸ καὶ ἀπεδέχθημεν τὴν συνάντησιν τῶν τριῶν ἀντιπροσωπειῶν καὶ κατελήξαμεν κατόπιν ἀρκετῆς συζητήσεως, εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς παλαιᾶς ἀποφάσεως, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1013, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε. Ποία ἡ σημασία αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, κύριοι; Ἀπὸ ἀπόψεως ἀρνητικῆς, ἡ ἀπόφασις αὐτὴ εἶναι ἴση δι’ ὅλους. Ἡ Μεγάλη Βρεταννία προσῆλθεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη μὲ σαφῆ πρόθεσιν, νὰ πάρῃ κἄποιον ἔμμεσον ἔπαινον διὰ τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν, νὰ πάρῃ κἄποιαν φράσιν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς ἐπιτρέπουσαν τὴν ἐπ’ ἀόριστον παράτασιν βρεταννικῆς κυριαρχίας, ἐν τῇ νήσῳ. Ἡ Τουρκία ἦλθε μὲ σαφεστέραν πρόθεσιν, νὰ πάρῃ μίαν ἀπόφασιν, εὐνοοῦσαν τὴν διχοτόμησιν. Ἡμεῖς ἐπήγαμεν ἐπίσης μὲ σαφῆ πρόθεσιν, νὰ πάρωμεν μίαν ἀπόφασιν, εὐνοοῦσαν τὴν ἀνεξαρτησίαν. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐπέτυχε νὰ πάρῃ ἀπόφασιν, ἡ ὁποία νὰ εὐνοῇ τὴν ἰδικήν του θέσιν. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι, ἀπὸ ἀπόψεως ἀρνητικῆς, ἡ ἀπόφασις εἶναι ἴση δι’ ὅλους. Δύναται ὅμως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἀφῆκεν ἕνα μικρὸν — ἐπιμένω, ἕνα μικρὸν— κέρδος διὰ τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν, συνιστάμενον εἰς δύο σημεῖα. Τὸ ἕνα εἶναι, ὅτι τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, χωρὶς νὰ δεχθοῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, ἐπεβεβαίωσαν τὸ ἐνεργὸν ἐνδιαφέρον αὐτῶν, διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ Κυπριακοῦ. Εἶπον, ὅτι εἶναι μικρὸν τὸ κέρδος, διότι μικρὰν ἠθικὴν πίεσιν ἀσκεῖ τοῦτο. Ἀλλὰ πάντως, εἶναι προτιμότερον αὐτό, ἀπὸ τὸ ἂν ἔχωμεν μίαν ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος, μίαν ἐκδήλωσιν ἀδιαφορίας τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν εἰς τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν.
§20Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πῶς θὰ ἐξεδηλοῦτο ἡ ἀδιαφορία, κύριε ὑπουργέ;
§21Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Διὰ τῆς ἀρνήσεως λήψεως οἱασδήποτε ἀποφάσεως. Τοῦτο πέρυσιν, ἀπετέλεσε τὴν θέσιν διαφόρων ἀντιπροσωπειῶν, αἱ ὁποῖαι εἶπον, δὲν θὰ ὑποστηρίξωμεν οὐδένα καὶ νομίζομεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ οὐδεμία ἀπόφασις. Τὸ δεύτερον μικρὸν κέρδος εἶναι, ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς — πιστεύω, ὅτι — ἐὰν ὁ κ. Μὰκ Μίλλαν κάμῃ μίαν προσεκτικὴν αὐτοκριτικήν, θὰ ἴδῃ, ὅτι τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ὄχι μόνον δὲν ἐδέχθησαν, νὰ εἴπουν τι τὸ καλὸν διὰ τὸ σχέδιόν του, ἀλλὰ δι’ ἀποφάσεως, ἐμμέσως παρεδέχθησαν, ὅτι δὲν ἔχει ἐπέλθει τακτοποίησις εἰς τὸ αἱματηρὸν δρᾶμα τῆς Κύπρου. Αὐτὴ εἶναι — νομίζω —, κύριοι, ἡ ἀντικειμενικὴ κριτικὴ τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως. Ἐν συμπεράσματι, ἡ ὅλη προσπάθεια αὐτῆς τῆς προσφυγῆς, κατέληξεν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς μίαν ἀπόφασιν, μὴ ὑπεισερχομένην εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ ἐπιβεβαιοῦσαν τὸ ἐνδιαφέρον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου, εἰς μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ὑπῆρξε καὶ θὰ εἶναι καὶ εἰς τὸ μέλλον πολλαπλῶς χρήσιμος. Ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς, προέκυψε, πρὸς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως — ἡ ἀρχὴ ἦτο ὅλως διάφορος — μία ὕφεσις τοῦ τόνου τῆς Τουρκικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αὕτη ἐπηρεάσθη ἐκ τῆς συζητήσεως. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐπηρεάσθη ἐξ ἄλλων παραγόντων ἢ ἐὰν εἶναι βαρυτέρα πρόθεσις ὑφέσεως. Αἱ ἰδιαίτεραι συνομιλίαι, τὰς ὁποίας εἶχον μὲ τὸν Τοῦρκον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ συναγάγω ἀσφαλῆ περὶ τούτου συμπεράσματα, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Εἰς τὴν ὕφεσιν ὅμως αὐτήν, ἐὰν εἶναι βαθυτέρα καὶ ἐὰν εἶναι πραγματική, δύνανται ὅλοι νὰ εἶναι βέβαιοι, ὅτι θὰ εὕρουν, ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μας πλευρᾶς, καὶ τοῦτο διὰ λόγον ἁπλούστατον. Διότι πάντοτε, ἡ πολιτική μας ὑπῆρξε πολιτικὴ ὑφέσεως, ἔναντι ὅλων, φιλίας ἔναντι ὅλων. Ἡμεῖς, ὄχι μόνον εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συζητήσεως, εἴχομεν ἕνα τόνον ἀξιοπρεπῆ καὶ ἤρεμον, ἐπεσημαίναμεν δὲ καὶ ἀπηντούσαμεν εἰς τὰς προκλήσεις, ἀλλὰ οὐδένα προεκαλούσαμεν. Ἡ Ἑλλὰς πάντοτε φιλειρηνικὴν πολιτικὴν ἠκολούθησεν ἔναντι ὅλων. Χαρακτηριστικὸν αὐτῆς τῆς πολιτικῆς, εἶναι ἡ πολιτικὴ μὲ τὰς δύο χώρας, μὲ τὰς ὁποίας χθὲς μόλις συνηντήθημεν εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν. Δὲν εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅτι μὲ τὴν Γερμανίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐνόπλως συνεκρούσθημεν, εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς ἐκτάκτως καλὰς σχέσεις, τόσον, ὥστε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν τελευταίαν ἐπίσκεψίν του εἰς Μπόν, νὰ ἀποκομίσῃ τόσον χρήσιμα ἀποτελέσματα διὰ τὴν Ἑλλάδα. Χαρακτηριστικὸν ἐπίσης εἶναι, ὅτι καὶ μὲ τὴν Ἰταλίαν διατηροῦμεν ἀρίστας σχέσεις καὶ ὅτι ἡ Ἰταλία, εἰς τὴν ἄτονον αὐτὴν πρότασιν, τὴν Ἰρανικήν, εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ὑπῆρξεν ἡ μόνη μεταξὺ ὅλων τῶν μελῶν τοῦ ΝΑΤΟ, ἡ ὁποία, ἁπλῶς διὰ φιλίαν πρὸς ἡμᾶς, ἀπέσχε τῆς ψηφοφορίας.
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Ἰσλανδία;
§23Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἡ φίλη Ἰσλανδία, εἶναι πασίγνωστον ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ὑπεστήριξεν ἡμᾶς εἰς ὅλην τὴν γραμμήν. Ἀλλὰ ἐξ ὅλων τῶν χωρῶν τοῦ ΝΑΤΟ, ἡ Ἰταλία ὑπῆρξεν ἡ μόνη, ἡ ὁποία ἀπέσχεν. Ἐπίσης χαρακτηριστικὸν τῆς γενικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, εἶναι αἱ σχέσεις, τὰς ὁποίας διατηρῶμεν μὲ τὸν Ἀνατολικὸν Συνασπισμόν. Δὲν μᾶς χωρίζουν, παρὰ 10 ἔτη, ἀπὸ τὸν συμμοριτοπόλεμον καὶ ἐν τούτοις, ἐφ’ ὅσον γίνεται σεβαστὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ ὅτι θὰ σέβωνται τὴν ἀνεξαρτησίαν μας καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν μας, τοῦ ὅτι δὲν θὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ ἐσωτερικά μας, αἱ σχέσεις μας θὰ βελτιοῦνται συνεχῶς περισσότερον. Καὶ εἶμαι εὐτυχής, διότι ἀνήκω εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της, ἀποκατέστησε τὰς σχέσεις μὲ ὅλας σχεδὸν τὰς χώρας τοῦ Ἀνατολικοῦ Συνασπισμοῦ. Ἐφ’ ὅσον τοιαύτην θέσιν, τοιαύτην πολιτικὴν ἐτηρήσαμεν, μὲ χώρας, μὲ τὰς ὁποίας εἴχομεν πόλεμον ἢ μὲ χώρας, μὲ τὰς ὁποίας εἴχομεν τόσα παράπονα, διατὶ ἄλλην πολιτικὴν θὰ τηρήσωμεν μὲ τὴν Τουρκίαν; Εἴμεθα γείτονες. Ἔχομεν κοινὰ προβλήματα καὶ οὐδὲν ζητοῦμεν καλλίτερον, ἀπὸ τοῦ ν’ ἀποκαταστήσωμεν σχέσεις καὶ νὰ συνεργασθῶμεν εἰρηνικά. Ἄλλωστε, πράττοντες τοῦτο, θ’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξαν, οἱ κατ’ ἐμὲ δύο μεγαλύτεροι ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας τῶν τελευταίων χρόνων, ὁ Βενιζέλος καὶ ὁ Ἀτατούρκ, οἱ ὁποῖοι ἐγεφύρωσαν τὸ μέγα ἐκεῖνο χάσμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν δύο Ἐθνῶν. Ὑπήρξαμεν, λοιπόν, πάντοτε ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς τῆς ὑφέσεως καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς συνεργασίας. Βεβαίως, ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἐσταμάτησε καὶ εἰσήλθομεν εἰς μίαν φάσιν κακῶν σχέσεων, διότι ἡ Τουρκία ἀντετάχθη εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν Κυπρίων, ἀπὸ τὸν ἀποικιακὸν ζυγόν. Ἐκφράζομεν, ὅμως, τὴν ἐλπίδα καὶ εὐχήν, ὅπως ἡ Τουρκία ἀντιληφθῇ ὅτι, ἐντὸς μιᾶς νέας προσπαθείας μιμήσεως τοῦ Βενιζέλου καὶ τοῦ Ἀτατούρκ, μιᾶς νέας προσπαθείας συνεργασίας, πρέπει νὰ λυθῇ καὶ τὸ Κυπριακόν, κατὰ τρόπον σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος καὶ δή, ἐφ’ ὅσον πᾶν ἀντικειμενικὸν συμφέρον εἴμεθα πρόθυμοι νὰ καλύψωμεν, τόσον ἡμεῖς, ὅσον καὶ οἱ Κύπριοι. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, υἱοθετοῦσα εἰλικρινῶς τὴν λύσιν μιᾶς ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας, δὲν βλέπει αὐτήν, ὡς ὑπεστηρίχθη, εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ὡς μίαν πολιτικὴν διὰ τῆς ὁποίας οἱ Τοῦρκοι τῆς Κύπρου θὰ ὑποδουλωθοῦν εἰς τοὺς Ἕλληνας τῆς Κύπρου. Οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Τοῦρκοι τῆς Κύπρου, ἔζησαν εἰρηνικῶς ἐπὶ αἰῶνας. Ἔζησαν εἰρηνικῶς καὶ ἀδελφικῶς, ὑπὸ καθεστὼς ἀποικιοκρατίας. Δὲν βλέπομεν, διατὶ δὲν θὰ ζήσουν εἰρηνικὰ καὶ ἀδελφικὰ ὑπὸ καθεστὼς ἐλευθερίας, ἐλευθερίας ἰδικῆς των, ὑπὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοοῦμεν ν’ ἀνήκῃ εἰς τὸν ἕνα καὶ ὄχι εἰς τὸν ἄλλον, ἀλλὰ ἐννοοῦμεν ν’ ἀνήκῃ, κατὰ τρόπον βεβαίως δίκαιον καὶ δημοκρατικόν, εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Κύπρου. Διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, δὲν θέλει εἰς τὴν Κύπρον νὰ μείνῃ ἡ κόλασις, εἰς τὴν ὁποίαν ταλαιπωρεῖται ὁλόκληρος ὁ πληθυσμός της καὶ εἰς τὴν ὁποίαν κινδυνεύουν νὰ θραυσθοῦν φιλίαι καὶ συμμαχίαι. Ἡ Ἑλλ. Κυβ)σις, ἐπιθυμεῖ νὰ δημιουργηθῇ μία Κύπρος, εἰς τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ὁ πληθυσμός της, καὶ τὸ τονίζω ὁλόκληρος, ὁλόκληρος ὁ πληθυσμός της, θὰ ζῇ ἐν ἐλευθερίᾳ καὶ εἰρήνῃ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν θὰ σφυρηλατοῦνται φιλίαι καὶ δεσμοί, μὲ τὰς ἄλλας χώρας, μὲ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωμεν συνεργασίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ βαθυτέρα ἐπιθυμία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική της. Τὴν πολιτικὴν αὐτὴν διακαῶς εὐχόμεθα, ὅπως ἀκολουθήσουν καὶ ἄλλοι. Διακαῶς εὐχόμεθα, ὅπως τὴν συμμερισθοῦν καὶ μὴ ἐπιμείνουν, ὅπως, διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ Κυπριακοῦ, ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέτει αὐτὴ αὕτη ἡ φύσις τῆς ὑποθέσεως. Τὰ ὅρια αὐτά, ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ τὰ ὑπερβῇ ποτέ, ὁσοιδήποτε κίνδυνοι καὶ ἂν τὴν ἀπειλήσουν, ὁσαιδήποτε πιέσεις καὶ ἂν ἐξασκηθοῦν. Ἡ Ἑλλάς, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, θὰ δείξῃ συμβιβαστικὸν πνεῦμα καὶ ὡς πρὸς τὴν μεταβατικὴν περίοδον τῆς Κύπρου καὶ ὡς πρὸς κάλυψιν παντὸς συμφέροντος τρίτου, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀποστῇ ποτὲ τῆς ἐπιταγῆς τῆς ἱστορίας της, ἥτις εἶναι ἐπιταγὴ ἐλευθερίας. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτό, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι ἡ λύσις πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ὡς ὁριστικὴ λύσις, μὲ τὴν συντομωτέραν μεταβατικὴν περίοδον. Αὐτὴ εἶναι ἡ τοποθέτησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι φρονεῖ αὕτη, ὅτι μόνον διὰ τῆς συμφωνίας ἐπὶ μιᾶς ὁριστικῆς λύσεως, θὰ σταματήσουν αἱ ταλαιπωρίαι τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Κύπρου καὶ οἱ πολιτικοὶ κλυδωνισμοὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἐάν, παρ’ ἐλπίδα, ἀνυπέρβλητα πολιτικὰ ἐμπόδια, δὲν καταστήσουν δυνατὴν μίαν ὁριστικὴν λύσιν, τότε, ἐὰν ἀντιμετωπισθῇ προσωρινὴ λύσις, αὕτη θὰ εἶναι ἀπαραίτητον, πρῶτον, νὰ εἶναι εἰλικρινῶς δημοκρατικὴ καὶ δικαία καί, δεύτερον, κατ’ οὐδὲν νὰ μὴ προδικάζῃ τὸ μέλλον. Ἄλλως, προσωρινὴ λύσις, μὴ ἀνταποκρινομένη εἰς αὐτά, εἶναι μοιραῖον, ὅτι θὰ συνεχίσῃ τοὺς ἀνταγωνισμοὺς καὶ τὰς ταλαιπωρίας ἐν Κύπρῳ καὶ τὰς διεθνεῖς πολιτικὰς διαμάχας. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀποφύγωμεν ὅλα αὐτά, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ τὸ ταχύτερον ἡ ὁριστικὴ λύσις καὶ δὴ ἐκείνη τῆς ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας, τὴν ὁποίαν εἰλικρινῶς υἱοθέτησε, τὴν ὁποίαν μὲ ἀπόλυτον εἰλικρίνειαν προβάλλει καὶ ὄπισθεν τῆς ὁποίας οὐδεμία, τὸ τονίζω, οὐδεμία ὑστεροβουλία κρύπτεται. Εἶναι αὐτονόητον ὅτι, ἐὰν προτιμηθῇ ἡ προσωρινὴ λύσις, ἡ δημοκρατικὴ καὶ δικαία καὶ μὴ προδικάζουσα τὸ μέλλον, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, δὲν θὰ προδικάζεται καὶ ἡ λύσις τῆς ἀνεπιφυλάκτου αὐτοδιαθέσεως. Διότι δὲν εἶναι νοητόν, νὰ ὑπάρξῃ προσωρινὴ λύσις, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὴν μία ἀκραίαν τοποθέτησιν καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν ἄλλην. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν προτιμηθῇ μία προσωρινὴ λύσις δικαία, δημοκρατικὴ καὶ μὴ ἐπιβαρύνουσα τὸ μέλλον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω σαφῶς, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ εἶναι ἀδέσμευτος καὶ ἡ λύσις τῆς ἀνεπιφυλάκτου αὐτοδιαθέσεως. Πιστεύομεν, κύριοι, ὅτι ταῦτα λέγουσα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀκολουθεῖ τὴν πλέον ἐποικοδομητικὴν γραμμήν, τὴν γραμμὴν τὴν ὁδηγοῦσαν εἰς τὰς καλλιτέρας καὶ ταχυτέρας ἐξελίξεις. Ἀτυχῶς, ἡ χρονικῶς τελευταία ἐνέργεια εἰς τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν, δὲν μᾶς ἐνθαρρύνει ἰδιαιτέρως. Πράγματι, αἱ προχθεσιναὶ δηλώσεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μᾶς ἐνθαρρύνουν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Μ. Βρεταννίας, εἰς τὰς δηλώσεις του ἐκείνας εἶπεν, ὅτι θὰ ἐδέχετο νὰ γίνουν τροποποιήσεις εἰς τὸ σχέδιόν του. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὸ ἀγνοήσω. Ἀλλὰ ὀφείλω, ἐπίσης, νὰ ἐπισημάνω, ὅτι ὁλόκληρον τὸ κείμενον τῶν δηλώσεών του, στηρίζεται εἰς τὴν ἰδέαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Βρεταννικοῦ σχεδίου, καὶ ἐπὶ συνδιασκέψεως, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ χώραν αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἐπιθυμῶ νὰ καταστήσω σαφές, ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι, πρῶτον, πιστεύομεν, ὅτι πᾶσα διάσκεψις, οἱασδήποτε μορφῆς, ἐὰν δὲν ἔχῃ προετοιμασθῆ καὶ ἐὰν δὲν ἔχουν καθορισθῆ ὡρισμένα πλαίσια λύσεων, εἶναι ἄχρηστος, τονίζω ἄχρηστος, καί, ἴσως, καὶ ἐπικίνδυνος, διότι μία ἀποτυγχάνουσα διάσκεψις, δύναται νὰ ἔχῃ δυσαρέστους συνεπείας. Δεύτερον, οἱασδήποτε μορφῆς διάσκεψις, δὲν μᾶς ἐνοχλεῖ καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ μεταβῶμεν εἰς αὐτήν, ἐφ’ ὅσον αὕτη θὰ προετοιμασθῇ καὶ θὰ καθορισθοῦν τὰ πλαίσια, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα. Εἶναι περιττὸν ὡρισμένοι, ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Χώρας, νὰ παίζουν μὲ τὰς λέξεις καὶ νὰ μᾶς λέγουν, ὅτι μᾶς ἐνοχλεῖ ἡ διμερὴς διάσκεψις ἢ ἡ τριμερής. Οὐδεμία διάσκεψις μᾶς ἐνοχλεῖ, ἀρκεῖ νὰ ἔχουν καθορισθῆ αἱ προϋποθέσεις, ὥστε νὰ ὑπάρχουν βάσιμοι ἐλπίδες, ἂν μὴ καὶ ἡ βεβαιότης, ὅτι ἡ διάσκεψις αὕτη θὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα. Τρίτον σημεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελον, ἐπίσης, νὰ καταστήσω σαφές, εἶναι, ὅτι τὸ Βρεταννικὸν σχέδιον συνεταιρισμοῦ ἄνευ συνεταίρων, εἶναι δι’ ἡμᾶς θνησιγενές, ἐξ ἀρχῆς. Τὸ Βρεταννικὸν σχέδιον, δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ βάσιν συζητήσεως. Δύναται νὰ ἀποτελέσῃ βάσιν συζητήσεως τὸ σχέδιον τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ ΝΑΤΟ, τὸ ὁποῖον διετήρησεν ὡρισμένας γραμμὰς ἀπὸ τὸ βρεταννικόν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἀπέβαλεν ὅλας τὰς βασικὰς γραμμάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντίθετοι πρὸς πᾶσαν δημοκρατικὴν ἔννοιαν. Ἦτο ἀνάγκη νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δήλωσιν αὐτήν, ἦτο ἀνάγκη νὰ προβῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν δήλωσιν αὐτήν, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἀφήσωμεν εἰς πλάνας σεβαστοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι, πιθανὸν καλοπίστως, νομίζουν, ὅτι δύνανται νὰ συζητοῦν μαζί μας, ὅταν ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον συζητήσεως ἤ, τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν εἶναι ὥριμον τὸ ἀντικείμενον πρὸς συζήτησιν. Οὔτε ἡ πολιτικὴ τῶν μειδιαμάτων, ἡ ὁποία εἶδον νὰ ἀναφέρεται σήμερον τὸ ἀπόγευμα εἰς τὰς ἐφημερίδας, οὔτε ἡ πολιτικὴ τῶν πιέσεων, δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μίαν πολιτικὴν σταθερὰν ἐπὶ τοῦ θέματος αὑτοῦ. Κατὰ βάσιν, δὲν παρεξέκλινεν αὑτῆς, οὐδέποτε δὲ θὰ παρεκκλίνῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Λυπούμεθα, διότι, λέγοντες αὐτά, διαφωνοῦμεν μὲ ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνάγκη νὰ συνεννοηθῶμεν, διὰ νὰ εὕρωμεν μίαν λύσιν εἰς τὸ Κυπριακόν. Πιστεύομεν, ὅμως, καὶ πιστεύομεν ἀκλονήτως, ὅτι ἐπεδείξαμεν πάντοτε καλὴν διάθεσιν καὶ ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, διὰ τῶν διασαφήσεων τὰς ὁποίας διετύπωσα προηγουμένως, ἐπιδεικνύομεν ἕνα πολιτικὸν ρεαλισμὸν διαυγέστατον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀγνοήσῃ κανεὶς πολιτικὸς ἀνήρ, οἱασδήποτε Χώρας. Τὸν ρεαλισμὸν αὐτόν, θὰ τὸν ἐπιδείξωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Τὴν καλὴν θέλησιν καὶ τὸ συμβιβαστικόν μας πνεῦμα, θὰ ἐπιδείξωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον, διότι ὁ σκοπός μας δὲν εἶναι νὰ παρατείνωμεν τὸ Κυπριακόν, οὔτε νὰ δημοκοποῦμεν δι’ αὐτοῦ. Ὁ σκοπός μας εἶναι καὶ θὰ παραμείνῃ, νὰ τὸ ὁδηγήσωμεν εἰς λύσιν ρεαλιστικήν, πρακτικήν, ἀλλὰ σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχάς, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ σύγχρονος διεθνὴς κοινωνία. Ἐὰν δὲν εὕρωμεν ἀνταπόκρισιν, θὰ συνεχίσωμεν τὸν ἀγῶνα. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, εἶμαι βέβαιος, τὸ γνωρίζει καὶ πρέπει νὰ τὸ γνωρίζουν καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐὰν δὲν εὕρωμεν ἀνταπόκρισιν, θὰ συνεχίσωμεν τὸν ἀγῶνα καί, ἐν ἀνάγκῃ, θὰ ἀποδυθῶμεν καὶ θὰ διεξαγάγωμεν ἕνα ἀγῶνα μακρᾶς διαρκείας. Καὶ τοῦτο, διότι οὐδέποτε θὰ προδώσωμεν, ἔναντι τῶν ἀδελφῶν Κυπρίων, τὴν ἐπιταγὴν τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιταγὴ ἐλευθερίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ε.Δ.Α., κ. Ι. Πασαλίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§25Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὕστερα ἀπὸ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰς μελετήσωμεν καὶ νὰ ἀγορεύσωμεν αὔριον. Ἀλλὰ θέλω μία ἐρώτησιν νὰ κάμω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ διευκρινισθῇ ἕνα θέμα, ὥστε νὰ ἠμπορῶ πληρέστερα νὰ ἀπαντήσω αὔριον. Ποία εἶναι, ἐπὶ τέλους, ἡ κυβερνητικὴ γραμμή; Ἐγκαταλείπει ἡ Κυβέρνησις τὴν αὐτοδιάθεσιν, ναὶ ἢ ὄχι;
§26Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, θὰ πρέπει, πρὸς παντὸς ἄλλου, νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος καὶ ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως. Ἀφοῦ καθορίσωμεν αὐτό, εἶναι δυνατὸν ὁ κ. συνάδελφος, εἴτε λαμβάνων τὸν λόγον ἀπόψε, εἴτε αὔριον, νὰ κάμῃ τὴν κριτικήν του, νὰ ἀπευθύνῃ ἐρωτήσεις καὶ νὰ λάβῃ ἀπάντησιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει, εἶναι νὰ καθορίσωμεν τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσωμεν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Κυπριακοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὁσάκις τὸ Κυπριακὸν ἦλθε πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀντιμετωπίσαμεν πάντοτε τὸ ἴδιον πρόβλημα, τὸ πρόβλημα τῆς δικονομίας. Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, δεδομένου ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἐλέγχεται ἡ συζήτησις, τόσον ἀπὸ ἀπόψεως χρόνου, ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως Κανονισμοῦ, νὰ καθορίσωμεν πρῶτον τὸ θέμα αὐτὸ καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ ὁμιλήσουν ἀπόψε ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅσοι ἐπιθυμοῦν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προῆλθον εἰς συνεννόησιν ἐγὼ μὲ τὰ Κόμματα καὶ πρέπει νὰ λάβετε γνῶσιν αὐτῆς.
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μήπως πρόκειται νὰ ὁμιλήσητε καὶ σᾶς διακόπτω;
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω νὰ ἀναγγείλω τὴν συνεννόησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο.
§30Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤθελον νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω, κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμω μίαν ἀνακοίνωσιν. Συνεννοήθην μὲ τὴν ΕΔΑ, μὲ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ μὲ τὸ Κόμμα τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, εἶχον δὲ προηγουμένως τηλεφωνήσει καὶ εἰς τοὺς κυρίους Μαρκεζίνην καὶ Στεφανόπουλον. Ἐὰν εἶναι δυνατόν, βεβαίως, νὰ συνεχισθῇ ἀπόψε ἡ συζήτησις, ὑπὸ τῶν κυρίων Ἀρχηγῶν, ἐφ’ ὅσον οὗτοι ἐζήτησαν τότε νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε, ἄλλως νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις αὔριον καὶ μεθαύριον. Κατ’ οἰκονομίαν δέ, θὰ ἠδύναντο νὰ ὁμιλήσουν καί τινες βουλευταί, ἀφοῦ λήξουν αἱ ἀγορεύσεις τῶν κυρίων Ἀρχηγῶν, διὰ τῆς προτάσεως ἐπερωτήσεως, ὑπογραφομένης ὑπὸ δύο βουλευτῶν ἐξ ἑκάστου κόμματος, οἵτινες θὰ εἶναι καὶ οἱ μόνοι ὁμιληταί, νὰ ὁμιλήσουν 5–6 βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ ὁμιλήσουν, εἰς τρόπον ὥστε τὸ Σάββατον τὸ ἑσπέρας ἡ συζήτησις νὰ λήξῃ, διότι τὴν Κυριακήν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ Παρισίους. Αὐτὴ ἡ συμφωνία ἔχει γίνει εἰς γενικὰς γραμμάς. Συνεπῶς, ἔχετε τώρα τὸν λόγον, ἐὰν ἔχετε ἄλλο τι νὰ εἴπητε.
§32Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνήκω εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀγωνίζονται ἐναντίον τῆς ἀπεραντολογίας καὶ ὑπῆρξαν ἐπανειλημμένως καὶ ἐπιμόνως ἰδικαί μου αἱ προτάσεις, νὰ περιορίζεται ὁ χρόνος τῶν ἐπερωτήσεων. Εἶχον ὑποστηρίξει, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διαρκοῦν πέραν τῶν δύο ἡμερῶν, τὸ πολὺ πέραν τῶν τριῶν ἡμερῶν, διότι πιστεύω πράγματι, ὅτι ὁ Κοινοβουλευτισμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ τάξις καὶ περιορισμὸς εἰς τὸν λόγον. Ὑπάρχουν 300 βουλευταί. Ἐὰν ὅλοι ἀσκοῦν ἀπεριορίστως τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου, ὁλόκληρος ὁ χρόνος εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ δι’ ἕνα μόνον θέμα. Ὡς ἐκ τῆς φύσεως, ἑπομένως, τῆς συνθέσεως τῆς Βουλῆς, τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ἐπιβάλλεται ἀσφαλῶς τάξις, περιορισμὸς εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ λόγου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, ἐὰν αὐτὸς εἶναι ὁ γενικὸς κανών, ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν τὴν ἀποφυγὴν παντὸς περιορισμοῦ καὶ ἀνήκει αὐτὴ ἡ περίπτωσις εἰς τὰς ἐξαιρέσεις. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἓξ μηνῶν, ἔγινεν εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν ἡ συζήτησις τοῦ Κυπριακοῦ. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, συνέβησαν βαρυσήμαντα γεγονότα, σχετικὰ μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Κατ’ αὐτὴν τὴν περίοδον, ἐπανειλημμένως, ἄλλαι Βουλαὶ καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων ἐπανειλημμένως ἔχουν ἀσχοληθῆ, καὶ ἐσίγα μόνον ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Ἔρχεται σήμερον πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα καὶ ἔρχεται πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὅταν ἐκτάκτως συζητῆται θέμα καὶ μάλιστα τὸ ἐθνικὸν θέμα, τότε εὐλόγως ἔρχεται πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ εὐλόγως ὁ λόγος περιορίζεται μόνον μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν, ὁ ἀριθμὸς ἄλλωστε τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ὀλίγος. Ἀλλὰ σήμερον, δὲν πρόκειται περὶ ἐκτάκτου συζητήσεως τοῦ Κυπριακοῦ. Εἶναι ἡ τακτική, εἶναι ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ θέματος. Μετὰ τὸ ΝΑΤΟ, μετὰ τὸν ΟΗΕ, μετὰ τὴν ἀλλαγὴν πολιτικῆς, ἡ ὁποία συνετελέσθη μετὰ τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσε μὲ τόσην ἱκανοποίησιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ἀδύνατον εἰς αὐτὴν τὴν Βουλήν, νὰ τεθοῦν περιορισμοί. Βεβαίως, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ τὰ Κόμματα καὶ οἱ βουλευταὶ θὰ ἀντιληφθοῦν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάμνουν κατάχρησιν καὶ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συμβάλουν εἰς τὴν καλὴν διαχείρισιν τοῦ θέματος, λαμβάνοντες ὅλοι τὸν λόγον καὶ ἀπεραντολογοῦντες. Ἐκεῖνο, ἐναντίον τοῦ ὁποίου διαμαρτύρομαι, εἶναι ὅτι, εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἡ λῆξις τῆς συζητήσεως καὶ νὰ λεχθῇ, ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον, τὸ Σάββατον δηλαδή, πρέπει νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρέπει νὰ ἀναχωρήσῃ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα ἢ τὸ χρέος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀναχωρήσῃ, ἀλλὰ ἐὰν αὐτὸ εἶναι ἀναπόφευκτον, πρέπει νὰ συνδυασθῇ μὲ ἀντίστοιχον λειτουργίαν τῆς Βουλῆς. Πρέπει, ἢ ἡ συζήτησις νὰ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς ἐπιστροφῆς του, διὰ νὰ διεξαχθῇ τότε ἀδιάσπαστος, ἢ αὔριον καὶ μεθαύριον θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ δώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπάντησιν καὶ νὰ ἀναχωρήσῃ τὴν Κυριακὴν καὶ ἡ συζήτησις νὰ συνεχισθῆ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εὐλόγως εἶναι καὶ ἐνήμερος καὶ ἐπηυξημένως ὑπεύθυνος, διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ θέματος. Ὑποστηρίζω, λοιπόν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, νὰ τεθῇ χρονικὸς περιορισμός. Ὑποστηρίζω, μάλιστα, ὅτι θὰ ἔπρεπε ἐλάχισται ἡμέραι νὰ μᾶς εἶχον δοθῆ πρὸς ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ἀποδίδω, ἀσφαλῶς, ἐξαιρετικὴν σημασίαν εἰς αὐτὰ τὰ πρακτικά, διότι, ἔν τινι μέτρω, ἔχουν δημοσιευθῆ εἰς τὸν τύπον καὶ ἡ πραγματικὴ γνῶσις τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ κείμενον τῶν πρακτικῶν, ἀλλοῦ εὑρίσκεται. Ἐν πάση περιπτώσει, λόγοι τάξεως ἐπιβάλλουν νὰ ὑπάρξουν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Ἀρχηγῶν τὰ πρακτικὰ καὶ ὄχι ἓν ἀντίτυπον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ ἀναγκασθοῦν νὰ κάμνουν οὐρὰν οἱ Ἀρχηγοὶ καὶ νὰ χρειασθοῦν ὥραν πρὸς ἀνάγνωσίν των. Ἐν πάση περιπτώσει, ἀφοῦ ἡ συζήτησις ἤρχισε, νομίζω πρῶτον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῆ ἀπόψε, διότι εὐλόγως ἤκουσα καὶ ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους Ἀρχηγοὺς νὰ ὑποστηρίζεται, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἕνας χρόνος μελέτης τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἂν συνεχισθῇ αὔριον καὶ ἂν συμφωνηθῇ, συμφώνως πρὸς ἕνα τεχνικὸν τρόπον, ἡ κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἦλθε πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, συνέχισις τῆς συζητήσεως ἢ ἄν πρόκειται νὰ εἴμεθα ὀρθόδοξοι συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, νὰ ἀποφασισθῇ ἀπόψε ἡ πρόταξις μιᾶς ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία αὔριον νὰ γενικευθῇ καὶ νὰ καταστῇ δυνατὴ κατόπιν ἡ συνέχεια τῆς συζητήσεως. Μόνον τοιουτοτρόπως, νομίζω, ἡ Βουλὴ ἐπιβεβαιώνει τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης καὶ τῆς σοβαρότητος τοῦ συζητουμένου θέματος. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ εὕρω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καλὴν θέλησιν, διότι εἶναι ἀδύνατον ἡ Κυβέρνησις νὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἀσκεῖ βίαν μὲ τὴν δύναμιν τῆς Συμπολιτεύσεως, ὥστε νὰ συμπιεσθῇ, νὰ στραγγαλισθῇ ἡ συζήτησις ἐντὸς διημέρου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἠδίκει ἑαυτὴν καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι καλοπροαιρέτως θὰ ἔλθῃ εἰς μίαν συνεννόησιν μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ μὲ τὸ Προεδρεῖον, ὥστε νὰ ἐπιβεβαιωθῇ ὁ ἀβίαστος τρόπος τῆς συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ποῖος ἀκριβῶς θὰ εἶναι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ποίας δικονομίας. Ἐὰν αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα γίνουν δεκταὶ εἶναι εὔκολον νὰ εὑρεθῇ ἡ δικονομία.
§33Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ μοῦ ἐτηλεφωνήσατε διὰ νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΔΑ, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ ἐζήτει ἀναβολὴν τῆς ἀπαντήσεως δι’ αὔριον, καὶ μὲ ἠρωτήσατε ἐὰν θὰ ἤμουν ἕτοιμος νὰ λάβω τὸν λόγον, σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ὁμιλήσω ἀπόψε. Νομίζω, ὅτι κατόπιν τῆς συμφωνίας τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν, ἡ συζήτησις θὰ εἶναι προτιμότερον νὰ συνεχισθῇ αὔριον. Προτείνω καὶ ἐγώ, ὅπως ὀρθῶς εἶπε καὶ ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν διεξάγεται διὰ πρώτην φορὰν συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ συμπιεσθῇ ἡ Βουλὴ μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρόκειται νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ τὴν συνδιάσκεψιν τοῦ ΝΑΤΟ. Ὁ ἴδιος ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπὸ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε πρὸς τὸν τύπον, πρὸ τῆς ἀφίξεώς του ἐδῶ, εἶπεν, ὅτι τὸ Κυπριακὸν δὲν εἶναι ὥριμον νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον τοῦ ΝΑΤΟ. Κατὰ συνέπειαν, τόσον σοβαρὸς λόγος ὑπάρχει νὰ μεταβῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὥστε δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλου ὑπουργοῦ; Ἐπίσης, νομίζω, ὅτι ἐὰν ἐκεῖνος ἐκτιμᾷ, ὅτι ἡ παρουσία του εἶναι ἀπαραίτητος, τότε θὰ ἐπρότεινα νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις αὔριον καὶ μετὰ τὴν ἐπάνοδόν του ἐκ τῆς συνδιασκέψεως τοῦ ΝΑΤΟ νὰ ὁμιλήσουν καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ λάβουν τὸν λόγον. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι αἱ ὁμιλίαι πρέπει νὰ περιορισθοῦν εἰς τὸ ἐλάχιστον, διότι εἶναι θέμα ἀρκετὰ λεπτὸν καὶ τὸ ὁποῖον οἱ διαχειριζόμενοι πρέπει νὰ τὸ χειρίζωνται μὲ τὴν ἀπαιτουμένην ἀντικειμενικότητα καὶ εὐθύνην. Δι’ αὐτό, θὰ παρακαλέσω, ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ μὴ συμπιεσθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐντὸς διημέρου ἐξάντλησιν τοῦ θέματος, δοθέντος, ὅτι μεσολαβεῖ τὸ Σάββατον, ποὺ δὲν συνεδριάζει ἡ Βουλή.
§34Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἡ συζήτησις διεξάγεται μὲ πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Συνεπῶς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐρωτηθοῦν οἱ ἀξιότιμοι Ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ποῖοι ἐξ αὐτῶν θέλουν νὰ ὁμιλήσουν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξουν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι πρόθυμοι νὰ ὁμιλήσουν ἀπόψε. Ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ πρόθυμος νὰ ὁμιλήσῃ κανεὶς ἀρχηγὸς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις πῶς ἀντιλαμβάνεται τὴν περαιτέρω συζήτησιν.
§35Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν εἴχατε τὴν καλωσύνην χθὲς νὰ ἐπιδιώξετε ἐπαφὴν μετ’ ἐμοῦ, λόγῳ τῆς ἀσθενείας μου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλήσω μεθ’ ὑμῶν. Ἐὰν ὡμίλουν καὶ ἐὰν εἶχεν ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπικοινωνία, θὰ σᾶς ἔλεγον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι εἶμαι διατεθειμένος νὰ λάβω τὸν λόγον ἀπόψε. Σέβομαι ἀπολύτως τὴν ἄποψιν ἐκείνων ἐκ τῶν κυρίων Ἀρχηγῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλουν τὴν ἀγόρευσίν των δι’ αὔριον, μελετῶντες ἔτι μᾶλλον τὸ κείμενον τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅπως ὅμως ἤκουσα πρὸ ὀλίγου, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Βενιζέλος εἶναι ἐπίσης πρόθυμος νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἀπόψε. Θὰ ἐνόμιζα, αὐτὸ εἴθισται εἰς ὅλας τὰς Βουλάς, ἐκτὸς ὅτι ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων ζητοῦν τὴν ἀναβολήν, θὰ ἐνόμιζα, ὅτι θὰ ἔπρεπε ἡ συνεδρίασις νὰ συνεχισθῇ. Μεταξὺ τῆς ἀπόψεως, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀπόψεως, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου ὑπάρχει μία μέση λύσις καὶ ὁδός. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ τερματισθῇ τὸ Σάββατον τὸ βράδυ, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἀναχωρήσῃ εἰς Παρισίους. Ὁ κ. Παπανδρέου εἶπεν, ὅτι μολονότι εἶναι —καὶ εἶναι, πράγματι, ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀπεραντολογίαν καὶ δὴ ὅταν τοιαῦτα θέματα εἶναι ὑπὸ κρίσιν, αὐτὸ τὸ εἶπεν καὶ ὁ κ. Βενιζέλος, συμφωνῶν μὲ τὸν κ. Παπανδρέου— μολονότι εἶναι ἐναντίον τῆς ἀπεραντολογίας, εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὅριον χρονικὸν εἰς τὴν συζήτησιν. Εὐχὴ ὅλων μας εἶναι νὰ μὴ παραταθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ μακρόν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἂν ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν, θὰ εἶναι δυνατὸν τὸ Σάββατον τὸ βράδυ νὰ ἔχωμεν τελειώσει, χωρὶς νὰ ὁρίσωμεν προθεσμίαν, ὡς προθεσμίαν λήξεως τῆς συζητήσεως. Ἑπομένως, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἐὰν ὁ κ. Βενιζέλος εἶναι πρόθυμος καὶ ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσῃ, δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βενιζέλον νὰ προηγηθῇ ἐμοῦ καὶ νὰ ὁμιλήσῃ. Ἐὰν ὁ κ. Βενιζέλος δὲν ἐπιθυμῇ νὰ ὁμιλήσῃ ἀπόψε, εἶμαι πρόθυμος νὰ ὁμιλήσω πρῶτος.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις, θέλω νὰ εἴπω τοῦτο: Ἐγὼ συνεννοήθην μὲ τὰ τρία Κόμματα καὶ ἐδέχθησαν τὰ κόμματα, ὁ κ. Ἠλιοῦ ἐκ μέρους τοῦ κ. Πασαλίδη, ὁ κ. Γόντικας, ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος ἐκ μέρους τῆς Δ. Ἑνώσεως, ὅπως ὁμιλήσουν οἱ ἀρχηγοὶ εἴτε ἀπόψε, εἴτε αὔριον, κατὰ ἐλευθέραν κρίσιν, τὸ δὲ Σάββατον νὰ προταχθῇ μία ἐπερώτησις ὑποβληθησομένη ἀπὸ 5–6 βουλευτάς, δύο ἀπὸ κάθε κόμμα, οἵτινες καὶ μόνοι νὰ ὁμιλήσουν. Συνεπῶς, θὰ ἠμποροῦσε νὰ μὴ λάβῃ χώραν αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§37Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Νομίζω, δὲν εἶναι καὶ τόσον οὐσιῶδες, ἂν θὰ ὁμιλήσῃ ἀπόψε ὁ κ. Κανελλόπουλος. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι ἀφοῦ ὅλοι συμφωνήσαμεν νὰ μελετήσωμεν τὸν λόγον τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ νὰ ἔχωμεν καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς συζητήσεως εἰς τὸν Ὀργανισμὸν Ἡνωμένων Ἐθνῶν αὔριον νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν θὰ κάμωμεν οὐδεμίαν ἀπεραντολογίαν. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἡ συμφωνία νὰ τηρηθῇ, διότι ἀλλοίμονον ἐάν, συζητουμένων τοιούτων σοβαρῶν ζητημάτων, ἀσχολούμεθα μὲ τὸ πότε θὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἕνας καὶ πότε ὁ ἄλλος.
§38Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συμφωνία δὲν δεσμεύει ἐμένα.
§39Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ἡ συμφωνία ἦτο, ὅτι θὰ πρέπει νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις τὸ Σάββατον. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει, ὅτι ἀποκλείεται, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Κανελλόπουλος, εἰς ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ λάβουν τὸν λόγον νὰ τὸ πράξουν. Πάντως, κ. συνάδελφοι, πρὶν ἢ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, θὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως διευκρινισθῇ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον θὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις. Διότι ὅπως εἶπον καὶ ἄλλοτε, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, πάντοτε γνωρίζομεν πῶς ἀρχίζομεν μίαν συζήτησιν, ἀλλὰ ποτὲ δὲν γνωρίζομεν πότε καὶ πῶς θὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις καὶ ἀποβαίνει εἰς βάρος τῶν συζητουμένων θεμάτων καὶ εἰς βάρος τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι ἀνάγκη, ἐφ’ ὅσον ἐκτάκτως ἔρχεται τὸ θέμα καὶ συζητεῖται πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, νὰ καθορίσωμεν τὸν τρόπον καὶ τὴν διαδικασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συζητηθῇ τὸ θέμα. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει ἐπ’ αὐτοῦ διὰ δύο λόγους. Ὁ πρῶτος εἶναι οὐσιαστικὸς καὶ ὁ δεύτερος τυπικός. Ὁ οὐσιαστικὸς λόγος εἶναι, ὅτι πιστεύει, ὅτι αἱ τρεῖς συνεδριάσεις ἐπαρκοῦν διὰ νὰ ἐξαντληθῇ καὶ τὸ σοβαρώτερον τῶν θεμάτων, ὅπως γίνεται εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου καὶ διότι τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀποστείλῃ τρεῖς ὑπουργοὺς εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ὁ τυπικὸς λόγος εἶναι, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα προδιαγεγραμμένη διαδικασία ἐν σχέσει πρὸς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν προβλέπεται ὁ τρόπος συζητήσεως πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει μία παράδοσις δημιουργημένη, τὴν παράδοσιν αὐτὴν σέβεται τὸ Κοινοβούλιον, ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἡ παράδοσις αὐτὴ καθιερώθη οὕτως ὥστε ὅταν χρησιμοποιῆται ὁ τρόπος τῆς πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως συζητήσεως, ἡ συζήτησις νὰ διεξάγεται μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων. Ἄλλος τρόπος εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ τρίτος τρόπος εἶναι ἡ θέσις πολιτικοῦ ζητήματος. Συνεπῶς ἡ ἀνάγκη τῆς συμμορφώσεως πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα, ἐπιβάλλει νὰ καθορίσωμεν κατὰ ποῖον ἐκ τῶν τριῶν αὐτῶν τρόπων διαδικασίας θὰ γίνῃ ἡ παροῦσα συζήτησις. Ἀφήνω, τὸ ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ ἀπὸ ἀπόψεως χρόνου νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις. Ἡ Κυβέρνησις προτείνει νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ νομίζει, ὅτι αἱ τρεῖς παρατεταμέναι συνεδριάσεις μέχρι καὶ τῆς ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν διὰ νὰ γίνῃ ἐξαντλητικὴ καὶ παρατεταμένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, εἰς τρόπον ὥστε καὶ οἱ ἀξιότιμοι Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων νὰ διατυπώσουν τὰς ἀπόψεις των καὶ ἕνας σημαντικὸς ἀριθμὸς βουλευτῶν νὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Ἀντιπολίτευσις συμφωνῇ ἐπὶ τῆς διαδικασίας αὐτῆς, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν, ἢ ἐὰν προτιμᾷ, ἐνδεχομένως, αὔριον δι’ ἐπερωτήσεως νὰ συνεχισθῇ ὑπὸ ἄλλην μορφὴν ἡ συζήτησις, μὲ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δέχεται τὴν πρόταξιν. Ἄλλως θὰ παρεκάλουν τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα τῆς παρέχει ὁ Κανονισμός, διὰ νὰ κάμῃ τὴν συζήτησιν ὅπως τὴν ἐπιθυμεῖ. Δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὰς ἀπόψεις της, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐπιβάλῃ, παρὰ τὸν Κανονισμόν, τὰς ἀπόψεις της ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως. Συνεπῶς, ἢ θὰ συμφωνήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς τῆς διαδικασίας ἢ ἄλλως ἂς κάμῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις χρῆσιν τῶν μέσων τὰ ὁποῖα τῆς παρέχει ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα. (Χειροκροτήματα).
§40Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶμεν τοῦτο, ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι στραγγαλίζεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Βουλή.
§41Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Εἴπατε, καὶ τὸ ἐπανέλαβε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Παπανδρέου, ὅτι δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι στραγγαλίζεται ἡ Βουλή. Οὐδεὶς ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ στραγγαλίσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ὅπως ἡ συζήτησις διεξαχθῇ βάσει τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§42Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀντιδικῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν μαζί σας. Δὲν θέλομεν νὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι θέλετε νὰ στραγγαλίσητε τὴν Βουλήν. Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ Σάββατον τὸ βράδυ νὰ μὴ ἔχουν τελειώσει αἱ ἀγορεύσεις τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων. Τί θὰ κάμετε εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν; Ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ καὶ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα.
§43Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐὰν θέλωμεν, μέχρι τῆς ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγορεύσουν 30–40 ρήτορες.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί τόση βία;
§45Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Δὲν πρόκειται περὶ βίας. Σᾶς ἀνέπτυξα καὶ τοὺς τυπικοὺς καὶ τοὺς οὐσιαστικοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιμένομεν νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως.
§46Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ κάμω μίαν συγκεκριμένην πρότασιν. Ἐπειδὴ ἡ συνεδρίασις ἤρχισεν ἀπόψε εἰς τὰς 7, θὰ ἐπρότεινον νὰ ἀρχίσῃ αὔριον ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς 6 ἀκριβῶς, ὥστε νὰ δοθῇ περισσότερος χρόνος, νὰ ἐξαντληθοῦν αἱ ἀγορεύσεις καὶ νὰ τελειώσωμεν ἐντὸς τοῦ Σαββάτου, ἐὰν εἶναι δυνατόν.
§47Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυξε τὴν οὐσιαστικὴν καὶ τὴν τυπικὴν ἄποψιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς οὐσίας, κατὰ τὴν γνώμην μας, ἐπιβάλλεται ἡ ἀβίαστος συζήτησις τοῦ θέματος. Εἶναι ἀδύνατον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην, ὅτι ἐπὶ τόσον μεγάλου ἐθνικοῦ θέματος, κατὰ τὴν κρίσιμον ὥραν, ἔπειτα ἀπὸ ἓξ μῆνας σιωπῆς, δὲν ἐπιβάλλεται ἀβίαστος συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις οὐσίας. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπουσιάζει, κατὰ τὴν γνώμην μας καὶ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ συμφωνῇ, ἡ παρουσία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀπολύτως ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἐκπροσώπησιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συζήτησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μας ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ θέμα τὸ τυπικόν. Ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τονίζει, ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ ὁ πρέπων τρόπος. Ἀλλὰ ἤδη ἔχει παραβιασθῆ ὁ τύπος. Διατί; Διότι ἡ Κυβέρνησις ἔφερε τὸ θέμα πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ μέχρι τοῦδε παράδοσις εἶναι, ὅτι, ὅταν τὸ θέμα ἔρχεται πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὁμιλοῦν μόνον οἱ ἀρχηγοὶ καὶ τὸ θέμα ἐξαντλεῖται, διότι εἶναι ἁπλῶς πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐκείνης τῆς ἡμέρας. Ἤδη προεκτείνομεν αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν τῆς παραδόσεως καὶ ἔχομεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ἀλλά.....
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§49Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ εἰσέλθω, διατί ἐπιμένετε νὰ εἰσέλθετε; Ἑπομένως, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐπαναλήψεως, περὶ ἐφαρμογῆς τῆς ὑφισταμένης παραδόσεως, ἤδη διὰ τῶν δηλώσεων καὶ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προεδρείου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει παραβίασις. Διότι τὸ γεγονός, ὅτι θὰ συνεχισθῇ αὔριον ἡ συζήτησις καὶ τὸ γεγονός, ὅτι καὶ βουλευταὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συμμετάσχουν εἰς αὐτήν, ἀποτελεῖ ἤδη παραβίασιν τῆς μέχρι τοῦδε παραδόσεως. Δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα παραβίασις εἶναι ἀπαραβίαστος, κάθε ἄλλο. Αἱ ἀποφάσεις δημιουργοῦνται ἀκριβῶς ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς ἀνάγκης, δὲν δημιουργοῦνται αὐθαιρέτως καὶ αὐτοβούλως. Ἀνάγκαι, ἑκάστοτε πρακτικαί, ὑπαγορεύουν τὴν δημιουργίαν ἀγράφων νόμων, εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ ὑπάρχουν μάλιστα Βουλαί, ὅπου οἱ ἄγραφοι νόμοι εἶναι περισσότεροι καὶ ἐπικρατέστεροι ἀπὸ τοὺς γραπτούς. Σήμερον παρέχεται ἡ εὐκαιρία μιᾶς νέας ἑρμηνείας αὐτῆς τῆς παραδόσεως τοῦ, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, μία συζήτησις νὰ παρατείνεται πέραν τῆς μιᾶς συνεδριάσεως καὶ νὰ ἐπιτρέπεται καὶ συμμετοχὴ τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀφ’ ἧς ἐξήλθομεν ἀπὸ τὴν παλαιὰν παράδοσιν καὶ δημιουργοῦμεν ἑρμηνείαν καὶ προβαίνομεν εἰς καθαρῶς νέου τύπου παραδόσεις, οὐδεὶς μᾶς ἐμποδίζει τυπικῶς νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ λήξῃ, ὅταν ἀφ’ ἑαυτῆς λήξῃ καὶ θὰ λήξῃ ἀφ’ ἑαυτῆς, εἶμαι βέβαιος, εἰς τὴν ὥραν της μὲ τὴν πλήρη ἐπίγνωσιν καὶ τῶν Κομμάτων καὶ τῶν βουλευτῶν, ὅτι διαχειρίζονται θέμα εὐθύνης. Νομίζω, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἠμποροῦμεν νὰ μείνωμεν σύμφωνοι.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται τὴν συμφωνίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ Προέδρου καὶ τῶν τριῶν Κομμάτων.
§51Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ ἐπερωτήσεως βουλευτῶν, τῆς ὁποίας τὴν πρόταξιν δέχεται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν αὐτὸ —παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς εἴπῃ— ἐὰν αὐτὸ τὸ ἀποδέχεται, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν καὶ εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ ὁμιλήσουν, διότι ἡ ἄλλη διαδικασία δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς βουλευτάς.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔκαμον τὴν συμφωνίαν μὲ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν τριῶν Κομμάτων, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι θὰ ὁμιλήσουν ἀπὸ κἄθε Κόμμα δύο βουλευταί.
§53Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐδήλωσα, διὰ νὰ περιορίσω τὴν ἔκτασιν τῆς παραβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐτόνισεν καὶ ὁ κ. Παπανδρέου. Διότι, πράγματι, ἡ συνέχισις τῆς συζητήσεως, αὔριον καὶ μεθαύριον, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, θὰ ἀπετέλει μίαν ἀνωμαλίαν. Διὰ νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὴν κατάστασιν καὶ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐπρότεινον αὐτὴν τὴν λύσιν, τοῦ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ὑπὸ τὴν μορφὴν κατατεθειμένης καὶ προτασσομένης ἐπερωτήσεως καὶ αὔριον καὶ τὸ Σάββατον.
§54Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ποὺ θὰ ὑπογράψουν καὶ ὁ χρόνος τῶν ἀγορεύσεών των...
§55Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐὰν δεχθῶμεν πρόταξιν ἐπερωτήσεως καὶ γενικευθῇ ἡ ἐπερώτησις, τότε, κατὰ τὸν Κανονισμόν, θὰ πρέπει νὰ συζητοῦμεν ἑκάστην Τρίτην καὶ Παρασκευήν. Ἐκεῖ θὰ καταλήξωμεν, ἐὰν δὲν τελειώσωμεν τὸ Σάββατον καὶ ἐὰν δεχθῶμεν τὴν πρόταξιν ἐπερωτήσεως, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχωμεν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως. Ἔτσι θὰ συζητοῦμεν τὸ Κυπριακὸν ἐπὶ δύο μῆνας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντιληφθῆτε, ὅτι ἡ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς προτάξεως τῆς ἐπερωτήσεως, ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι συμπληροῦται ἡ διαδικασία τῆς πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζητήσεως, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν μέχρι τοῦ Σαββάτου, εἰς δύο–τρεῖς μακρὰς συνεδριάσεις, νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις αὐτή. Θὰ ἠδυνάμεθα, ἴσως, νὰ κάμωμεν καὶ τὸ πρωΐ τοῦ Σαββάτου καὶ τὴν ἑσπέραν τοῦ Σαββάτου. Ἐὰν ὡρισμένοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Ἀρχηγῶν ἀγορεύσουν ἀπόψε καὶ οἱ ὑπόλοιποι αὔριον, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν κάμωμεν δύο συνεδριάσεις τὸ Σάββατον, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοικονομηθῇ ἡ κατάστασις.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι οὕτω θὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις;
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§58Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, εἶπον, ὅτι ἐὰν ἐρωτηθοῦν ὅλοι οἱ ἀξιότιμοι Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ δηλώσουν ἀπροθυμίαν νὰ λάβουν τὸν λόγον, τότε ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Φρονῶ, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐρωτηθοῦν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξουν Ἀρχηγοὶ Κομμάτων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλήσουν ἀπόψε. Ἐὰν ὅλοι δηλώσουν, ὅτι δὲν θέλουν νὰ ὁμιλήσουν, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον μὲ τὸν κ. Κανελλόπουλον δὲν συνεννοήθην, λόγῳ ἀσθενείας του. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος, ἔχει τὸν λόγον.
§60Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ θέμα τῶν ὁμιλιῶν τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, δὲν εἶναι θέμα προθυμίας ἢ ἀπροθυμίας. Ὑπάρχει θέμα συμφωνίας καὶ ρητῆς δηλώσεως τῶν περισσοτέρων, ὅτι θὰ ὁμιλήσουν αὔριον καὶ τὸ ἐθεωρήσαμεν αὐτὸ ὡς τετελεσμένον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κανελλόπουλος, δικαιοῦται νὰ ὁμιλήσῃ ἀπόψε, διότι, λόγῳ ἀσθενείας του, δὲν συνεννοήθην μαζύ του.
§62Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον, πρὶν ἢ ἀποφασίσετε σεῖς, ἐὰν θὰ ὁμιλήσω ἢ ὄχι, νὰ εἴπω καὶ εἰς τὸν κ. Τσιριμῶκον καὶ εἰς τὸν κ. Πασαλίδην, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν χρησιμοποιοῦν. Συμφωνίαι γίνονται πάντοτε, ἀποτελοῦν παράδοσιν, δεσμεύουν ὅμως μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συμφωνοῦν. Δὲν δεσμεύουν κανένα ἄλλον.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδήλωσα, ὅτι ἦλθον εἰς συμφωνίαν μὲ τοὺς κυρίους Πασαλίδην, Τσιριμῶκον καὶ Γόντικαν.
§64Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως, δὲν εἶναι σωστό, οὔτε κἂν μία συμφωνία μὲ τὴν πλειοψηφίαν τῶν Ἀρχηγῶν, διότι, ὅπως εἶπε πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Παπανδρέου, εἶναι μεγάλος ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρχηγῶν ἢ τῶν ἐχόντων δικαίωμα Ἀρχηγοῦ...
§65Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Λαὸς Ἀρχηγῶν.
§66Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. ... οὔτε ἡ πλειοψηφία τῶν Ἀρχηγῶν δεσμεύει τοὺς ὑπολοίπους, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεφώνησαν. Ἑπομένως, ἐὰν δὲν ἔχετε ἀντίρρησιν, ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν ἡ Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συνεδριάσεως, θὰ λάβω τὸν λόγον ἀπόψε.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ συνεφώνησα μὲ τοὺς τρεῖς Ἀρχηγούς, μὲ τὸν κ. Πασαλίδην, μὲ τὸν κ. Τσιριμῶκον καὶ μὲ τὸν κ. Γόντικαν.
§68Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Δὲν γνωρίζω, ἂν θέλουν καὶ ἄλλοι, ἀλλὰ ἐὰν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ μόνον ὁ κ. Κανελλόπουλος, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, διὰ τὸν λόγον, ὅτι θὰ ἀξιοποιηθῇ ἡ Συνεδρίασις, ὅταν θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀντίρρησιν, οὔτε ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν θέλετε ὁμιλεῖτε ἀπόψε, ἐὰν θέλετε ὁμιλεῖτε αὔριον. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠρωτήσατε τοὺς ἄλλους Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, διὰ νὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἄλλος ὁμιλητής.
§69Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω λόγον, οὔτε νὰ ὁμιλήσω ἀπόψε, οὔτε νὰ ζητήσω νὰ ὁμιλήσω αὔριον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ τὸ θέμα ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον συζητήσεως, προτιμῶ, κατόπιν νεωτέρας ἀποφάσεως, νὰ λάβω τὸν λόγον αὔριον μὲ τὴν σειράν μου, διὰ νὰ ἀκούσω τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας θὰ ἀναπτύξουν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ μὲ διευκολύνῃ. Διότι θὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις του ὁ ἀρχηγὸς τῆς ΕΔΑ καὶ φίλος κ. Πασαλίδης καὶ ἤθελον νὰ ἀποφύγω τὴν μετ’ αὐτοῦ ἀντιδικίαν καὶ νὰ ὁμιλήσω πρὸ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἐπιμένῃ νὰ τηρηθῇ ἡ συμφωνία (χειροκροτήματα) καὶ νὰ ὁμιλήσῃ πρὸ ἐμοῦ, θὰ ἀντιδικήσω μαζί του, ὁμιλῶν μετ’ αὐτόν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, μένομεν σύμφωνοι, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ λήξῃ ὁπωσδήποτε τὸ ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βασιλικός).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ὑπουργείων καὶ τῶν Ὀργανισμῶν τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπηρεσιῶν».
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν δι’ ὀλίγα λεπτά.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ πέντε λεπτά. (Ὥρα 9.30′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 9.40′ μ.μ.).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ὑπουργείων καὶ Ὀργανισμῶν τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπηρεσιῶν». Ἄρθρον 1. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§76Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 1, οὐσιαστικῶς περιλαμβάνει τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοθετήματος καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς δὲν προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω ἀπόψε, διότι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Θέλω, ὅμως, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργὸν Προεδρίας Κυβερνήσεως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἄρθρον 1, ἀλλὰ πρὸ παντὸς καὶ εἰς τὰ ἐν συνεχείᾳ ἄρθρα, θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διατύπωσιν τόσον εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεως, οἵα καθορίζεται ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν ἄρθρων τοῦ νομοθετήματος, ἢ θὰ εἶναι κατ’ ἀρχὴν διατεθειμένη ν’ ἀποδεχθῇ πρότασιν, ἡ ὁποία, ὄχι νὰ τὴν περιορίζῃ, ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ καθορίζῃ κάπως ἀκριβέστερον τὰ πλαίσια, μέσα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ δυνηθῇ νὰ κινῆται. Διότι, ἄλλως, κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοθέτημα αὐτό, ὡς τελικῶς ἐψηφίσθη, οὐσιαστικῶς δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀφαιρῇ ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ διηνεκὲς ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Ἐπιθυμῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδεμίαν πρόθεσιν ἔχω ν’ ἀνατρέψω τὰς σχετικὰς μὲ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, διατάξεις. Οὔτε ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ ἴδιοι οἱ βουλευταὶ ὑπεβάλαμεν, εἶναι καλλίτεραι ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν σχετικῶν Ν. Διαταγμάτων καὶ τῶν σχετικῶν σχεδίων Ν. Διαταγμάτων. Ἀντιθέτως, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι συνήθως ἀποτελεῖ κίνδυνον δι’ οἱονδήποτε νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον περιέχει διατάξεις ἀφορώσας τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀποτελεῖ κίνδυνον ἡ ψήφισίς του ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Τοῦτο, ὅμως, κύριε Πρόεδρε, οὐδόλως δύναται νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρον πρέπει νὰ μεταπηδήσωμεν εἰς τὸ ἄλλο. Καὶ τὸ γνωρίζουν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ποὺ παρακάθηνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Συνέβη, ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ν’ ἀπασχολῆται ἐπὶ ὁλόκληρον νύκτα δι’ ἕνα καὶ μόνον θέμα προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μίαν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Δι’ ἕνα τεχνικόν, δι’ ἕνα Γενικὸν Διευθυντήν. Τοῦτο, ἀναμφισβητήτως, ἀποτελεῖ ὑπερβολὴν καί, ἐπαναλαμβάνω, ἴσως, ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς, εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, δὲν εἶναι ἡ καλλιτέρα. Εἶναι ἀνάγκη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅλα νὰ γίνωνται κατὰ τρόπον αὐτόματον. Ἐὰν μεταπηδῶμεν ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρον εἰς τὸ ἄλλο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ μία λύσις, ἡ ὁποία νὰ ὁδηγήσῃ εἰς κἄτι τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν πραγμάτων καθίσταται ἀναγκαῖον. Πρέπει, κύριε ὑπουργέ, νὰ γίνωνται, χωρὶς νὰ στερηθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον εἰς τὸ διηνεκές, τῆς δυνατότητος νὰ ἐπιλαμβάνεται αὐτῶν τῶν θεμάτων. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἕνα βασικὸν ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ θέσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως, διότι ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ, θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§78Η. ΗΛΙΟΥ. Εἰς ὅσα ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω καὶ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν καὶ τὴν ἀκόλουθον διευκρίνισιν. Ἡ Κυβέρνησις, ἐν ὄψει μιᾶς δεδομένης σήμερον καταστάσεως καὶ ἐν ὄψει ἀρχῶν τινῶν, ποὺ διατυπώνονται εἰς τὴν παράγραφον 2, ζητεῖ ἐξουσιοδότησιν νὰ ρυθμίσῃ ὡρισμένα ὑπαλληλικὰ θέματα διὰ Β. Διαταγμάτων κατ’ ἐξουσιοδότησιν. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου 2 καὶ κατοχυρώσεις τινὲς τοῦ ἄρθρου 5, περὶ μὴ καταργήσεως θέσεων, περὶ προσλήψεων, ἢ προβιβασμοῦ, δύναται νὰ γίνουν δεκταί, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἀποτελοῦν ἕνα πλαίσιον ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο νοητὴ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ πρώτου τούτου σκέλους. Πέραν, ὅμως, τούτου, ὑπάρχει τὸ δεύτερον σκέλος, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος, ἐνεργεῖται ἡ διαμόρφωσις τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὰς ἑκάστοτε ἀνάγκας. Ἐκτὸς τῶν οὐσιαστικῶν λόγων ποὺ ἐξέθεσεν ὁ κ. Μητσοτάκης, ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω, ὅτι δημιουργεῖται ἕνα γενικώτερον αἴσθημα ἀνασφαλείας, τὸ ὁποῖον θὰ κατέχῃ πάντα ἐργαζόμενον εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὅσον θὰ δυνάμεθα ἑκάστοτε διὰ Β. Διατάγματος, νὰ μεταβάλωμεν τὴν ὑπηρεσιακήν του κατάστασιν. Ἐκτός, λοιπόν, τῶν οὐσιαστικῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσουν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἕρμαια πιέσεων, κινδυνεύομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς κατάστασιν ὁμοίαν ἐκείνης, ἡ ὁποία ὡδήγει τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς τὴν Πλατεῖαν Κλαυθμῶνος, πότε τοὺς μὲν καὶ πότε τοὺς δέ, ἀναλόγως τῶν ἐκβάσεων τῶν ἐκλογικῶν μαχῶν, ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι ἀπὸ στενῶς νομικῆς ἀπόψεως, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ Καθηγητὴς τοῦ Δικαίου, θὰ συνομολογήσῃ, ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις διὰ τὸ παρὸν καὶ ἐντὸς συγκεκριμένου πλαισίου, εἶναι νομικῶς καὶ Συνταγματικῶς θεμιτή. Ἡ ἐξουσιοδότησις διὰ τὸ μέλλον, ἄνευ πλαισίων πλέον, εἶναι μία ἐξουσιοδότησις τόσον γενικὴ καὶ ἀόριστος, ὥστε θέλουσα τυχὸν νὰ ἐπιτύχῃ εὐχέρειαν εἰς τὰς μελλοντικὰς Κυβερνήσεις, ταχυτέρας ρυθμίσεως ὑπαλληλικῶν θεμάτων, θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Διότι, βεβαιῶ, τὴν Βουλήν, ὅτι, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ Διάταγμα, τόσον εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεως καὶ αἱ κατ’ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ διοικητικαὶ πράξεις, νὰ θεωρηθοῦν ἔγκυροι ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Ἑπομένως, ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε κριτικῆς ἐπὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν, διὰ Β. Διαταγμάτων, ἀμέσως πρόκειται νὰ χωρήσῃ εἰς τὴν ἀναδιάρθρωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν περὶ τίνος διαρθρώσεως πρόκειται. Τὸ δεύτερον σημεῖον, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἐξουσιοδότησις, ἀφορῶσα ὕλην καθαρῶς νομοθετικήν, ἀφαιρουμένη ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ὑπαγομένη εἰς τὴν ἐκτελεστικήν, εἶναι πολλαπλῶς ἀπαράδεκτος. Θὰ ὁδηγήσῃ δὲ εἰς τὴν ἐξαφάνισιν τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς νομοθετικοῦ ὀργάνου, εἰς τὴν κατάλυσιν τῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀλλαμανῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§80Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, πρῶτον, ὅτι συμφωνῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ γίνῃ ἀναδιάρθρωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, ἢ ἐκτὸς αὐτῆς, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι νοσεῖ καὶ νοσεῖ βαρύτατα ἡ κρατική μας μηχανή. Μία ἐκ τῶν αἰτιῶν αὐτῆς τῆς βαρείας νόσου, εἶναι ἡ ἐλαττωματική, ἡ μὴ ὀρθολογιστικὴ διάρθωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ ἔχομεν, ἐν τούτοις, διαφωνίας μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς πρὸς τὸν τρόπον ποὺ ἀντιμετωπίζει τὴν ρύθμισιν αὐτοῦ τοῦ σοβαρωτάτου θέματος. Ἀποτελεῖ παγίαν παράδοσιν τοῦ δημοσίου βίου τῆς Χώρας, ὅτι διὰ τὰ θέματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς διοικήσεως ὑπάρχει ἀποκλειστικὴ ἁρμοδιότης τοῦ Κοινοβουλίου. Ὀρθῶς τὸ ὑπέμνησεν ὁ συνάδελφος ἐκ Χανίων κ. Μητσοτάκης. Τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἔρχεται ἁπλῶς νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως ἢ δημιουργίας ἢ προαγωγῆς μιᾶς θέσεως γραφέως. Θίγει σοβαρώτατα θέματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τὸ Σῶμα ν’ ἀπεμπολήσῃ δικαιώματα Συνταγματικῶς κατοχυρωμένα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐσκέφθη ποτὲ κανένα Κοινοβούλιον νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Θὰ ὑπενθυμίσω, κύριε Πρόεδρε, τὴν περίπτωσιν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος. Σοβαρώτατα θέματα ἀντιμετώπιζε τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο. Μακρὰ ὑπῆρξεν ἡ ἐπεξεργασία, ἀπὸ σοφοὺς πράγματι ἐγκεφάλους, ὅμως, ἡ τελευταία λέξις ἀφέθη εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ δεχθῶ, ὅπως, τὸ Σῶμα, τὸ κυρίαρχον, πληροφορεῖται, περὶ τοῦ πῶς θὰ διοικῆται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας. Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ προωθήσῃ, καὶ καλῶς πράττει, τὸ ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν κατὰ Ὑπουργεῖα Ἐπιτροπῶν. Δὲν βλέπω, διατὶ φοβεῖται τὰ πορίσματα νὰ τὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐσκέφθη κανεὶς βουλευτὴς νὰ φέρῃ τροπολογίαν, ὅταν ἦλθεν ὁ κῶδιξ δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἴπομεν, ἢ Ναί, ἢ Ὄχι. Συνοψίζων, λέγω, ὅτι ἀποτελεῖ παγίαν παράδοσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ρυθμίζῃ, διὰ τῆς νομοθετικῆς διαδικασίας, τὰ θέματα, τ’ ἀναγόμενα εἰς τὴν διάρθρωσιν τῆς διοικήσεως. Ἀποτελεῖ καινοτομίαν ἐπαναστατικὴν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπιχειρεῖται μὲ τὸ ἄρθρον 1, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Πῶς εἶναι νοητόν, τὸ σύνολον τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ προβλήματος τῆς διαρθρώσεως τῆς κρατικῆς μηχανῆς, νὰ γίνῃ ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἐρήμην τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος; Κύριε Πρόεδρε, τερματίζων, λέγω, ὅτι πάρα πολλοὶ λόγοι, ἕως τώρα, συνετέλεσαν, ὥστε τὸ βάρος τῆς ἐπιρροῆς καὶ τῶν ἐξελίξεων τῆς δημοσίας ζωῆς τῆς Χώρας, νὰ μεταφερθῇ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Καλούμεθα νὰ συνεργήσωμεν, ὅπως, ἔτι μᾶλλον, μειωθῇ ἡ ἐπιρροὴ τοῦ Σώματος ἐπὶ βασικοῦ προβλήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἴμεθα ἐντεταλμένοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, νὰ ἐνεργῶμεν, νὰ παρακολουθῶμεν καὶ νὰ ἀποφασίζωμεν, πῶς θὰ ἀντιμετωπίζωνται τὰ σοβαρά του προβλήματα. Τὸ σοβαρώτερον ὅλων εἶναι, πῶς θὰ διοικῆται. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, δὲν εἶμαι διατεθειμένος, προδίδων τὴν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων μου, ν’ ἀναθέσω εἰς ἀνευθύνους τὴν ρύθμισιν αὐτοῦ τοῦ σοβαροῦ προβλήματος.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ζάκκας, ἔχει τὸν λόγον.
§82Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, τὰς γνώμας μου, κατ’ ἀρχήν, τὰς ἐξέφρασα. Τὰ εἶπον, ἴσως, εἰς κάπως ζωηρὸν τόνον, διότι μοῦ ἐπροκάλεσεν ἐξανάστασιν ἡ ἀξίωσις, νὰ ἀπαλλοτριωθῇ ἡ Βουλὴ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διὰ παροχῆς εὐρυτάτης ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἤδη ἐδέχθητε κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, θὰ παρακαλέσω τοὺς δύο ὑπουργούς, νὰ προσέξουν τὴν ἑξῆς λύσιν. Νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰ πράγματα. Ἀπὸ ὅλους, ἔχω τὴν μείζονα διοικητικὴν πεῖραν, λόγῳ πολυετοῦς ὑπηρεσίας εἰς τὴν διακονίαν τῆς διοικήσεως. Προτείνω, λοιπόν, τὸ ἑξῆς: Ὀφείλομεν, ὁπωσδήποτε, νὰ σεβασθῶμεν τὴν νομοθετικὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τῶν Διοικητικῶν καὶ ὀργανωτικῶν τῆς Διοικήσεως προβλημάτων. Ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, εἰς τὸ ἄρθρον 102, ὅτι: «Οὐδεὶς διορίζεται εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν», τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ, διὰ διορισμοῦ ὑπαλλήλων, ἐπιβάρυνσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς καὶ εἶναι ἀπαραίτητος ἡ σύμπραξίς της. Τώρα ὑπάρχει καὶ ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία ἐξετέθη ἀπὸ τὸν κ. Μητσοτάκην, τὴν ὁποίαν ἀντιλαμβάνομαι καὶ ἐγώ, διότι, ἄλλοτε, ὡς διευθυντὴς ὑπηρεσίας, εἶχον ἀρκετὰ ταλαιπωρηθῆ, ἐπιδιώκων βελτίωσιν τῆς συνθέσεως τῆς ὑπηρεσίας, ποὺ διηύθυνα. Καὶ κατὰ τὴν ἄποψιν αὐτήν, εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον βασικῶς, ὥστε διὰ νόμου νὰ καθορίζωνται αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ κάθε Ὑπουργείου καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων, ὡς καὶ καὶ κατὰ κατηγορίας τούτων, ἡ διαβάθμισίς των. Θὰ ἀφίεται δὲ ἐλευθερία εἰς τὴν διοίκησιν, νὰ ρυθμίζῃ αὐτὴ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ κατανέμεται τὸ προσωπικὸν εἰς τὰς ἐπὶ μέρους ὑπηρεσίας τοῦ κάθε Ὑπουργείου. Ἔτσι καὶ ἡ Βουλὴ συμπράττει, εἰς τὰς γενικὰς γραμμάς, εἰς τὸ νὰ ἀναδιαρθρωθῇ ἡ διοίκησις τῆς Χώρας καὶ εἰς τὴν ἐκ ταύτης ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν, ἐντὸς τοῦ πλαισίου τούτου, νὰ συνθέτῃ, κατὰ τὸν κατὰ τὴν γνώμην της σκοπιμώτερον τρόπον, ἑκάστην ὑπηρεσίαν. Αὐτὸς θὰ ἦτο ὁ καλλίτερος τρόπος. Διότι ἡ ζητουμένη εὐρυτάτη ἐξουσιοδότησις, μαρτυρεῖ πρόθεσιν νὰ ἀποξενωθῇ ἡ Βουλὴ σημαντικωτάτης ἁρμοδιότητος κατ’ ἀπαράδεκτον τρόπον ἀχρηστεύσεως βαθμιαίως τοῦ Σώματος, ἐπὶ ἐξαιρετικῶν σημαντικῶν θεμάτων, ὅπως τὰ τῆς ὀργανώσεως τῆς Διοικήσεως. Ὅπως, ὀρθότατα, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ πληροφορῆται ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Τύπου, πῶς οἱ ὑπουργοὶ διαθέτουν τὸ μέγα μέρος τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ποὺ διατίθεται διὰ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μετέχῃ, εἰς τὸ πῶς ἡ Κυβέρνησις θὰ τὰς καθιστᾶ οἰκονομικωτέρας καὶ καλλίτερον ὠργανωμένας καὶ πρὸς τοῦτο ἀπαραίτητος ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις τῶν Ὀργανισμῶν τῶν Ὑπουργείων, ἐν πλαισίῳ, ὅπως προεξέθεσα. Αὐτὸ νομίζω, εἶναι τὸ σωστὸν καὶ τὸ συνταγματικῶς πρέπον. Ὅποιος κήδεται τοῦ Κοινοβουλίου, ὅποιος σέβεται τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν χρησιμότητά της, ὅποιος εἶναι προσηλωμένος εἰς τὰς συνταγματικὰς ἐπιταγάς, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, Νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, Καθηγητὴς τῆς Φιλοσοφίας τοῦ Δικαίου καὶ ρεαλιστής, δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζῃ, τὰ ὅσα ὑπεστήριξεν. Καὶ νὰ μὴ λησμονῇ ποτέ, ὅτι τὰ Ὑπουργικὰ Συμβούλια δὲν συγκεντρώνουν πάντοτε τὸ ἄνθος τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, οὔτε δὲ καὶ τὸ ἄνθος τῶν Κοινοβουλευτικῶν πλειοψηφιῶν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§84Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 1 ὁρίζει, ὅτι διὰ τῶν Διαταγμάτων θὰ ἐπιδιώκεται ἡ ἀναδιοργάνωσις τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπηρεσιῶν. Φαντάζομαι, ὅτι πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὰς ὑπηρεσίας τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, διότι, βεβαίως, πολιτικαὶ ὑπηρεσίαι εἶναι ἐντεταγμέναι καὶ λειτουργοῦν καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα, ὅπως εἶναι αἱ τεχνικαὶ ὑπηρεσίαι. Θὰ ἤθελα, λοιπόν, νὰ δηλωθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν εἰς τὴν ὀργάνωσιν θὰ περιληφθοῦν καὶ αἱ δημόσιαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνσωματωμέναι καὶ ὑπάγονται εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα ἢ θὰ μείνουν ἔξω τῆς ρυθμίσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τὴν ὀργάνωσιν τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων. Αὐτὰς τὰς διευκρινήσεις θὰ ἤθελον νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μέρος, ἔχει τὸν λόγον.
§86Α. ΜΕΡΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐπωμίσθη ἡ Κυβέρνησις μεγάλας εὐθύνας διὰ τὴν ἀποκλειστικὴν παρ’ αὐτῆς ἀναδιοργάνωσιν τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Καὶ θὰ ὑπάρχῃ μὲν Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ὑποβοηθῇ τὸ ἔργον κατὰ Ὑπουργεῖα, ἀλλὰ ὁ ρόλος τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου συμβουλευτικὸς καὶ ἑπομένως εὐχὰς μόνον θὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους τῆς Κυβερνήσεως, φερούσης εἰς τὸ ἀκέραιον τὴν εὐθύνην. Ἡ ἀναδιοργάνωσις ἐν τούτοις τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν εἶναι ἐπιβεβλημένη, δοθέντος, ὅτι οἱ ὀργανισμοὶ πολλῶν Ὑπουργείων ὡς κατηρτισμένοι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν σημερινὴν πραγματικότητα καὶ διὰ νὰ συγχρονισθοῦν πρέπει νὰ ἐπέλθουν εἰς αὐτοὺς μεταβολαί. Παρέχονται ἀξιόλογοι ὑποσχέσεις. Καὶ εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι προερχόμεθα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, προκαλεῖ εὐμενῆ ἐντύπωσιν ἡ ἐπαγγελία, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ ἄλλων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπακολουθήσουν, ἐπιδιώκεται ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀποκεντρώσεως ἐννοεῖται οὐσιαστικῆς. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μας, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἡ Διοίκησις νὰ εἶναι ἱκανοποιητικὴ διὰ τὸν λαὸν καὶ ἀνταξία τοῦ προορισμοῦ της, ἐὰν δὲν πραγματοποιηθῇ ἡ ἀποκέντρωσις εἰς εὐρυτάτην μάλιστα κλίμακα. Τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα ἔχει σημειώσει ἀποτυχίαν καὶ δίδει καθημερινῶς ἀφορμὰς εἰς δίκαια ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ παράπονα. Ἔχομεν περὶ τούτου ὅλοι καὶ πρὸ παντὸς οἱ πολιτευόμενοι, πικρὰν πεῖραν. Πόσοι κόποι δὲν καταβάλλονται διὰ διεκπεραίωσιν μικροϋποθέσεων, αἱ ὁποῖαι, ἂν καὶ νόμιμοι, λιμνάζουν εἰς τὰ Δημόσια γραφεῖα. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συνεχισθῇ, διότι προκαλεῖ μεγάλην δυσφορίαν, ἰδίως εἰς τὸν ἐπαρχιακὸν κόσμον, προστρέχοντα εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του. Καὶ θὰ θεραπευθῇ τὸ κακὸν ἐάν, ἐπαναλαμβάνομεν, ἰσχύσῃ ἡ ἀποκέντρωσις. Ὡς πρὸς τὸν τρόπον ἐφαρμογῆς της, τασσόμεθα μὲ ὅσα ἔχει ὑποδείξει ὁ συνάδελφος κ. Μίχας, ἔχων ἐπὶ τοῦ θέματος ἀρκετὴν πεῖραν. Πρέπει δηλαδή, νὰ συσταθοῦν κατὰ εὐρείας περιφερείας Γενικαὶ Διοικήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀσκοῦν ἔλεγχον εἰς ὅλα τὰ εἰς αὐτὰς ὑπαχθησόμενα Δημόσια ὄργανα. Ἀλλ’ ἂν τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν θέλῃ προκριθῆ, τότε δύναται καὶ πρέπει, τὸ Κράτος νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τοὺς προϊσταμένους τῶν ἐπαρχιακῶν ὑπηρεσιῶν, δικαιοδοσίας τοιαύτας, ὥστε οὗτοι νὰ ἀσκοῦν πραγματικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων των καὶ νὰ δίδουν λύσεις εἰς ζητήματα τῶν ἐπαρχιῶν, κοινοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ ἐνδεχομένως καὶ προσωπικοῦ τοιούτου. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐφαρμογῆς μιᾶς πλήρους ἀποκεντρώσεως ἔχει καταστῆ κοινὴ συνείδησις καὶ ὅλοι καὶ πρὸ παντὸς οἱ πολιτευόμενοι πρέπει νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῆς γενικῆς αὐτῆς ἀπαιτήσεως. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀποκεντρώσεως. Αὕτη πρέπει νὰ παραλληλισθῇ καὶ μὲ ἐφαρμογὴν τῆς αὐτοδιοικήσεως.
§87Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, συζητοῦμεν τὸ ἄρθρον 1. Ὁ κ. συνάδελφος ἀναφέρεται εἰς θέματα ποὺ δὲν συσχετίζονται μὲ αὐτό.
§88Α. ΜΕΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ὁμιλεῖ περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ. Τονίζομεν λοιπόν, τὸ χρέος νὰ θεσπισθῇ ἡ εὐρυτάτη ἀποκέντρωσις ἐν παραλληλισμῷ καὶ μὲ τὴν αὐτοδιοίκησιν, δηλαδὴ μὲ συμβούλια αἱρετά, τὰ ὁποῖα θὰ πλαισιώνουν τὰ κρατικὰ ὄργανα τῆς ἀποκεντρώσεως εἰς τρόπον ὥστε καὶ παράγοντες τοπικοὶ ν’ ἀναλαμβάνουν τὰς εὐθύνας των διὰ τὴν προώθησιν τῶν ζητημάτων τοῦ τόπου καὶ νὰ συντελοῦν εἰς τὴν πρόοδον αὐτοῦ. Ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποδώσῃ ἡ ἀποκέντρωσις καὶ αὐτοδιοίκησις πρέπει νὰ ἔχουν εἰς τὴν διάθεσίν των καὶ τὰ ἀπαιτούμενα οἰκονομικὰ μέσα, ὥστε νὰ ἠμποροῦν νὰ ἐπιλαμβάνωνται καὶ τῆς ἐκτελέσεως ἔργων ὠφελίμων, ἔργων ἐκπολιτισμοῦ. Ἐν συνεχείᾳ τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ καὶ περὶ περιορισμοῦ τῶν συμβουλίων, εἰς τὰ ὁποῖα μετέχουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὡς καὶ περιορισμοῦ τῶν Ἐπιτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐπίσης συμμετέχουν οἱ κρατικοὶ ὑπάλληλοι. Ὁ περιορισμὸς τούτων εἶναι ἐνδεδειγμένος, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἡ ἐπ’ ἀμοιβῇ συμμετοχὴ ἐνίων δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς συμβούλια καὶ Ἐπιτροπὰς γίνεται ἀφορμὴ εἰς δυσαρεσκείας καὶ παράπονα μέσα εἰς αὐτὴν τὴν δημοσιοϋπαλληλικὴν τάξιν, δυσφοροῦσαν διὰ τοὺς θεωρουμένους ὡς προνομιούχους. Ἂς μὴ τὸ ἀποκρύπτωμεν. Ὑπάρχουν δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὀλίγοι βέβαια, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς μεθόδου τῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Ἐπιτροπῶν ἔχουν ἐξ αὐτῶν ἀποδοχὰς τόσας ὅσον καὶ ὁ κανονικός των μισθός, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, ἐξ ἴσου ἐργατικοὶ καὶ τίμιοι καὶ μὲ προσήλωσιν εἰς τὸ καθῆκόν των δὲν ἔχουν οὐδεμίαν πρόσθετον ἀπολαβὴν καὶ ὑποφέρουν. Ἐνδεδειγμένον ὅθεν εἶναι νὰ καταργηθοῦν ἢ νὰ περιορισθοῦν τὰ Συμβούλια καὶ αἱ Ἐπιτροπαὶ ἢ ἐπὶ τέλους οἱ μετέχοντες εἰς αὐτὰ κρατικοὶ λειτουργοὶ νὰ μὴ ἔχουν ἰδιαιτέρας ἀμοιβάς, θεωρουμένης τῆς τοιαύτης των ἀπασχολήσεως ὡς μέρος τῆς καθημερινῆς των ἐργασίας. Πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀποκατασταθῇ καλυτέρα τάξις πραγμάτων καὶ νὰ λείψουν αἱ αἰχμαὶ ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἴσης μεταχειρίσεως. Σήμερον εἰς τὸν δημοσιοϋπαλληλικὸν κόσμον ὑπάρχουν μαχαραγιάδες καὶ πληβεῖοι. Προχωρῶν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δημιουργεῖ καὶ πληθώραν θέσεων καὶ συνεπῶς ἄγει εἰς ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἶναι ἀνεκτὸν εἰς μίαν ἐποχήν, καθ’ ἣν τόσος κόσμος πάσχει, νὰ ἱδρύωμεν Ὑπουργεῖα, νὰ δημιουργοῦμεν Ὑφυπουργεῖα καὶ νὰ ἐπαυξάνωμεν τὰς θέσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, θέσεις ποὺ θὰ δύναται νὰ πληρώσῃ κατὰ τὴν ἀρέσκειάν της ἡ Κυβέρνησις.
§89Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκ.). Παρακολουθῶ μὲ προσοχὴν τὸν κ. συνάδελφον, ἀνάλογον μὲ ἐκείνην ποὺ τὸν παρηκολούθησα καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἔχει ἐκφύγει ἀπὸ τὸ θέμα. Συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 νὰ γίνεται λόγος περὶ Ὑπουργείων καὶ περὶ σπατάλης. Ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον, θὰ τὰ εἴπωμεν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ βιάζεται τόσον πολὺ ὁ κ. συνάδελφος. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν.
§90Α. ΜΕΡΟΣ. Πρόκειται περὶ στοιχειωδῶν ὑποδείξεων. Ὑπάρχει ἐπιβάρυνσις τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὴν δημιουργίαν νέων θέσεων. Βλέπω ἐπίσης, ὅτι καθιερώνεται ἡ πρόσληψις ὡρισμένων ὑπαλλήλων ἀνεξελέγκτως καὶ μὲ ἀμοιβάς, τὰς ὁποίας θὰ προσδιορίζῃ τὸ Πολιτικὸν γραφεῖον. Ὑπογραμμίζω τὰς νέας ἐπιβαρύνσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τονίζω, ὅτι αὗται εἶναι ἀπαράδεκτοι.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μίχας, ἔχει τὸν λόγον.
§92Α. ΜΙΧΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 1 καὶ εἰδικώτερον ἡ παράγραφος 2 ἐδάφιον εʹ ὁρίζει, ὅτι διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προβλεπομένων Διαταγμάτων, ἐπιδιώκεται ἡ ὀργάνωσις ὀρθολογιστικώτερον κλπ. τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἤδη διὰ τοῦ καθορισμοῦ τῆς κατὰ τόπον ἁρμοδιότητος τῶν περιφερειακῶν ἀρχῶν, προβλέπεται, ὅτι τὰ ὅρια αὐτῶν θὰ συμπίπτουν κατὰ τὸ δυνατὸν μὲ τὰ ὅρια τῶν Νομῶν καὶ Ἐπαρχιῶν. Εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὀρθὴ ἡ διάταξις. Θὰ ἤθελα μόνον νὰ γίνῃ μία διευκρίνησις καὶ ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ. Διότι ὁ νόμος χαράσσει κατευθυντηρίους γραμμάς, αἱ ὁποῖαι θὰ πρέπει νὰ τηρηθοῦν. Οὕτω, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι ὑπάρχουν προϊστάμενοι περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἁρμοδιότητα ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν πλειόνων τοῦ ἑνὸς Νομῶν. Ἐκεῖ βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἡ ἐξαίρεσις. Ὅπου δηλ., δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπέσῃ ἡ ἕδρα τοῦ Νομοῦ μὲ τὴν ἕδραν π.χ. ἑνὸς Ἐπιθεωρητοῦ, διότι δὲν ὑπάρχει εἷς Ἐπιθεωρητὴς δι’ ἕνα Νομόν, ἀλλὰ διὰ δύο, τρεῖς ἢ καὶ περισσοτέρους. Ὅπου ὅμως δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μοναδικὴ ἐξαίρεσις, πρέπει νὰ τεθῇ ὡς κανών, ὅτι οἱ προϊστάμενοι πρέπει νὰ ἔχουν τὴν ἕδραν των ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Νομάρχου καὶ νὰ ἔχουν ὡς περιφέρειαν τὴν περιφέρειαν τοῦ Νομοῦ. Ὑπάρχουν παραδείγματα, τὰ ὁποῖα πείθουν, ὅτι ἡ ρύθμισις ἢ μᾶλλον ὁ καθορισμὸς ἑδρῶν καὶ περιφερειῶν ἔγιναν συμπτωματικῶς. Ὁ Ἐπιθεωρητὴς Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν, φέρ’ εἰπεῖν, τῆς Ἀρκαδίας, δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν τοῦ Ἄστρους καὶ τοῦ Λεωνιδίου. Ἀντιθέτως αὗται ὑπάγονται εἰς τὴν Κορινθίαν. Ὁ Ἐπιθεωρητὴς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ἔχων ἕδραν τὴν Τρίπολιν δὲν ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα ἐπὶ τῶν Γυμνασίων ὁλοκλήρου τοῦ Νομοῦ, ἀντιθέτως δὲ ἔχει ἁρμοδιότητα ἐπὶ πολλῶν Γυμνασίων ἄλλων Νομῶν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ πάγιον καὶ ἀνεξαίρετον κανόνα ἡ ἕδρα τοῦ οἱουδήποτε ἀνωτάτου περιφερειακοῦ ὀργάνου νὰ συμπίπτῃ μὲ τὴν ἕδραν τοῦ Νομάρχου πλὴν ἐκεῖ ὅπου εἷς προϊστάμενος ὑπηρεσίας ἔχει ἁρμοδιότητα ἐπὶ ὑπαλλήλων ἢ περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν περισσοτέρων τοῦ ἑνὸς Νομῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1. Δευτέρα παρατήρησις, εἶναι ἡ σκέψις τὴν ὁποίαν κατ’ ἐπανάληψιν ἀνέπτυξα καὶ τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω. Εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ θεσμοῦ τῶν Γενικῶν Διοικήσεων. Θὰ παρεκάλουν ἁπλῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὴν Εἰδικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἤδη ἐπεξεργάζεται τὰ σχέδια τῶν μελλόντων νὰ κατατεθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων, νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ θέμα τῆς Δ)κῆς Ὀργανώσεως τῆς χώρας βάσει τοῦ θεσμοῦ τῶν Γ. Διοικήσεων. Καὶ τρίτον ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν στʹ, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται, ὅτι ἡ ὀργάνωσις θὰ γίνῃ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Ἐπιτροπῶν ἢ τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῶν. Δὲν πρόκειται περὶ παρατηρήσεως, ἁπλῶς περὶ εὐχῆς ὅπως καὶ ἐκεῖ δοθῇ ἡ κατεύθυνσις τοῦ ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέρου περιορισμοῦ τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῶν Συμβουλίων αὐτῶν. Ἀνέφερον καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι εἰς Συνέδριον Νομαρχῶν τοῦ 1956 ἀνεφέρθη, ὅτι εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Νομοῦ λειτουργοῦν 147 Συμβούλια καὶ Ἐπιτροπαί. Εἰς τὴν προσπάθειαν ὀργανώσεως τῆς Διοικήσεως, νομίζω, βασικὴ ἀρχὴ θὰ εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν εἰς τὸ ἐλάχιστον.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§94Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ἐπιμένῃ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 1, ὅπως εἶναι εἰς τὸ νομοσχέδιον. Διότι ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον 1, διατηρεῖ τὸ δικαίωμα ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς συνεχῶς καὶ ὅταν θελήσῃ νὰ ἐκδίδῃ Β. Δ. καὶ νὰ τροποποιῇ τοὺς ἰσχύοντας Ὀργανισμούς. Τοῦτο θὰ προκαλέσῃ μίαν ἐναλλαγὴν καὶ ἕνα μέσον τορπιλλισμοῦ τῆς μονιμότητος τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Μήπως θὰ ἦτο ὀρθότερον, κ. ὑπουργέ, νὰ δεχθῆτε, δι’ ἐφ’ ἅπαξ ἐκδιδομένου Διατάγματος, ὁπότε θὰ ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἔχετε νὰ ἐφαρμόσητε καὶ μίαν παγίαν πολιτικὴν εἰς τὸ θέμα αὐτό; Πῶς εἶναι δυνατὸν δι’ ἑκάστην ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἐκδίδετε Β. Δ. Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μία ἀναταραχὴ καὶ μία ἀναστάτωσις, ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος;
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γόντικας, ἔχει τὸν λόγον.
§96Δ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, κατ’ ἐπανάληψιν ἠσχολήθημεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν, ἂν πρέπει νὰ ἐπικυρωθοῦν ἢ ὄχι ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ διάφορα Νομοθετικὰ Διατάγματα. Πολλαὶ φωναὶ ἠκούσθησαν, ἐκ μέρους τῶν κυρίων συναδέλφων, καὶ παλλὰ δίκαια πολλάκις ἐλέχθησαν ἐκ μέρους αὐτῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐβεβαίωσε τότε, ὅτι φροντίζει νὰ ἐπικυρώσῃ αὐτὰ τὰ μὴ ἐπικυρωθέντα καὶ ὅτι θὰ παύσῃ τοῦ λοιποῦ νὰ λαμβάνωνται τοιαῦτα μέτρα. Τώρα εἰσάγεται ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν λέγει τίποτε, ἄλλο, παρὰ περὶ Ν. Δ. Τότε, ποίαν θέσιν ἔχει, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ὅταν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα, διὰ κάθε πρᾶξιν, νὰ ἐκδίδουν ἁπλῶς ἕνα Διάταγμα καὶ νὰ κάμνουν ὅ,τι θέλουν, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν κυρίων βουλευτῶν; Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὰς προσφυγὰς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὸν θόρυβον ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ ἀποσύρετε τὸ ἄρθρον αὐτό, τοὐλάχιστον, τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅ,τι θέλετε νὰ κάμνετε καὶ ὅ,τι θέλετε νὰ ἀποφασίσητε, φέρετε ἕνα νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ψηφίσωμεν εὐχαρίστως. Ὄχι ὅμως, πρὸς Θεοῦ, μὲ Β. Διατάγματα καὶ Ν. Διατάγματα, νὰ παίρνῃ ἕκαστος τῶν κυρίων ὑπουργῶν τὴν πρωτοβουλίαν, νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει, διότι θὰ καταντήσωμεν σὰν Ναστραδὶν Χότζας καὶ ὄχι σὰν Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κύρκος, ἔχει τὸν λόγον.
§98Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, χθές, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἑνὸς νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ παρ’ ἡμῶν ἔγκρισις ὡρισμένων πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐκδοθῆ πρὸ 3 ἐτῶν, μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία καὶ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιόν σας ὡρισμένας σκέψεις, περὶ τοῦ ποῦ ἄγει τὸ σύστημα τῆς διὰ Πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, πόσον ἐπικίνδυνος εἶναι ἡ ὁδὸς αὐτὴ καὶ διὰ τὸ Πολίτευμα καὶ διὰ τὸν λαόν. Ἀπόψε εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἑνὸς ἄλλου νομοσχεδίου, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ πλέον εὐρεῖα νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν, εἰς ἐποχὴν ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος, ἴσως, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῇ μία Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Κύριοι, ὅσοι ἐξ ὑμῶν εἶχον τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐθύνην νὰ ἀσκήσουν τὴν ἐξουσίαν, θὰ γνωρίζουν, ὅτι ἡ ροπὴ πρὸς τὴν αὐθαιρεσίαν εἶναι συμφυὴς πρὸς τὴν ἄσκησιν τῆς ἐξουσίας καὶ χρειάζεται, πράγματι, μεγάλη εὐσυνειδησία καὶ βαθεῖα συναίσθησις τῆς εὐθύνης, διὰ νὰ μὴ παρασυρθῇ ὁ ἀσκῶν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ ὀλίσθημα, νὰ αὐθαιρετήσῃ. Σήμερον ζητεῖται νὰ ἀνοίξωμεν ἡμεῖς τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου πρὸς πᾶσαν ἀνεξέλεγκτον κυβερνητικὴν αὐθαιρεσίαν, διότι ἐκεῖ θὰ καταλήξῃ τὸ πρᾶγμα. Ἐφ’ ὅσον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ θὰ δύνανται, διὰ Β. Διαταγμάτων, νὰ ρυθμίζουν τὴν ὀργάνωσιν κάθε Ὑπουργείου, τὰς θέσεις καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, εἶναι τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον νὰ μὴ παρασυρθοῦν εἰς τὸ ὀλίσθημα, νὰ μὴ αὐθαιρετήσουν, νὰ μὴ ἀγνοήσουν καὶ νὰ μὴ καταπατήσουν κεκτημένα δικαιώματα. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ἐπεδιώχθη καὶ πάλιν αὐτό, τὸ ὁποῖον τίθεται ὡς βάσις τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου. Εἶχε δώσει ἡ τότε Κυβέρνησις, κατηγορηματικὴν ὑπόσχεσιν πρὸς τοὺς ἀγωνιῶντας δημοσίους ὑπαλλήλους, ὅτι θὰ περιστείλῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν καὶ τὴν οἰκονομίαν ποὺ θὰ προέκυπτεν ἐκεῖθεν, θὰ τὴν διέθετεν ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες, πράγματι, χρειάζονται εἰς τὸ Κράτος. Καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος 2500, διὰ νὰ ἐξαρθρωθῇ ἐκ βάθρων ὁλόκληρος ὁ κρατικὸς μηχανισμὸς καὶ νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἀνορθώσωμεν τὰ ἐρείπια, ἅτινα ἐπέφερεν ὁ νόμος ἐκεῖνος. Καὶ προχθὲς ἀκόμη, εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἔφερε σχέδιον Ν. Δ., διὰ τοῦ ὁποίου ηὔξανον αἱ Πανεπιστημιακαὶ ὀργανικαὶ θέσεις τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, αἱ ὁποῖαι εἶχον καταργηθῆ διὰ τοῦ νόμου 2500. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, νὰ ἀποξενωθῶμεν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνέθεσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Προσέξατε. Εἰσήλθομεν εἰς ἕνα δρόμον τοιαύτης ἀνωμαλίας, ὥστε νὰ σείεται, ἐκ τῶν ἰδίων μας πράξεων, τὸ βάθρον τοῦ Πολιτεύματός μας. Μία ἐκ τῶν κυριωτέρων λειτουργιῶν τῆς Βουλῆς, ἦτο νὰ συζητῇ καὶ νὰ ψηφίζῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ ὑπάρχει ἡ σχετικὴ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα. Ποῖον προϋπολογισμὸν ἐψηφίσαμεν, κύριοι συνάδελφοι; Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὅστις μετὰ 20 ἡμέρας λήγει, κατετέθη πρὸ τινος χρόνου, δὲν πρόκειται ὅμως νὰ συζητηθῇ. Ἄλλως τε καὶ ἐὰν συνεζητεῖτο, οὐδεμίαν ἀξίαν θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα, διότι θὰ συνεζητῶμεν, ὄχι προϋπολογισμόν, ἀλλὰ ἀπολογισμόν. Καὶ οὕτω λύονται σπουδαιοτάτης οἰκονομικῆς σημασίας θέματα, διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως δωδεκατημορίων. Ἰδού, λοιπόν, μία θεμελιωδεστάτη ἀνωμαλία, συγκλονίζουσα ἐκ βάθρων τὸ δημοκρατικόν μας Πολίτευμα. Ἔχομεν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν, αὐτὴν τὴν ἀκατάσχετον ροπὴν —δὲν κάμνω ἀντιπολίτευσιν καὶ δὲν ἐννοῶ μόνον αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν— τοῦ νομοθετεῖν ἡ Κυβέρνησις διὰ πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν ροπὴν τοῦ μὴ συναισθάνεσθαι κἂν τὴν ἀνάγκην τῆς εἰσαγωγῆς τῶν πράξεων αὐτῶν πρὸς κύρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἅμα τῇ ἐκδόσει, ἀλλὰ τῆς παραμονῆς των εἰς τὰ ὑπουργικὰ χρονοντούλαπα καὶ κατὰ τύχην, ἴσως, τῆς προσκομίσεώς των πρὸς ἔγκρισιν. Ἐρχόμεθα τώρα καὶ ζητοῦμεν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εὐρυτάτην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἐὰν τὴν δώσητε, ποίαν ἐγγύησιν ἔχετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αὔριον δὲν θὰ μᾶς προσκομίσουν ἕνα ἄλλο νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ζητῆται πάλιν εὐρυτάτη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, διὰ νὰ ρυθμισθοῦν ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα, ἐπίσης, θὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι εἶναι ἐπείγοντα, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν σοβαρωτάτων θεμάτων, τὰ ὁποῖα τάχα δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν λεπτομερείᾳ νὰ συζητηθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Λέγω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὸ ἴδιον αὑτῆς συμφέρον, νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον. Διότι, ἄλλως, θὰ δημιουργήσῃ τοιοῦτον σάλον καὶ θὰ προσκρούσῃ ἐνώπιον τοιούτων δυσχερειῶν, ὥστε νὰ ἀναθεματίζῃ τὴν ὥραν καὶ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν χειρίστην αὐτὴν ἔμπνευσιν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ νὰ τὸ ψηφίσῃ. Διότι, θὰ ὑποστῇ τοιαύτην πίεσιν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀνοιχθῇ ὁ δρόμος πλέον, πρὸς τὸ νὰ νομοθετῇ ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις. Θὰ διεγείρῃ τοιαύτας ὀρέξεις, ὥστε θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰς ἱκανοποιήσῃ, θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς πιέσεις καὶ ἢ θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχῃ ψηφίσει ἤ, ἐὰν θελήσῃ νὰ προχωρήσῃ, θὰ προσφέρῃ τὴν χειροτέραν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν της καὶ εἰς τὸν τόπον. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν ἐφ’ ἅπαξ, ἐὰν καλῶς τὸ ἀντελήφθην. Ζητεῖ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸ διηνεκές. Δηλαδή, νὰ δύναται νὰ προβαίνῃ εἰς ἀναδιάρθρωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τροποποιοῦσα ἑκάστοτε, κατὰ τὴν μεταβαλλομένην κρίσιν της, τοὺς παρ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας καθισταμένους ὀργανισμούς. Ἀλλὰ ποῦ πηγαίνομεν, κύριοι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Ἀπὸ ἀναδιάρθρωσιν εἰς ἀναδιάρθρωσιν καὶ ἀπὸ ὀρθολογιστικωτέραν ρύθμισιν εἰς ὀρθολογιστικωτέραν ρύθμισιν, δὲν θὰ ἀφήσωμεν νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ὡργανωμένη ὑπηρεσία. Δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω τὴν ἔκκλησιν μου πρὸς ὑμᾶς, νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ψῆφόν σας εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πρίφτης, ἔχει τὸν λόγον.
§100Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Πολλὰ ἐλέχθησαν, ὑπὸ τῶν προλαλησάντων κυρίων συναδέλφων. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος, νὰ ἐπισημάνω τοὺς κινδύνους τοῦ ἄρθρου 1. Ἡ Βουλή, βάσει αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, ἀποξενοῦται παντὸς ἐλέγχου καὶ κρίσεως ἐπὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Νομίζω, ὅτι πρέπει αἱ λέξεις «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7», αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὴν πρώτην παράγραφον, νὰ διαγραφοῦν. Διότι, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ὁδηγεῖται εἰς τὸ διηνεκές. Δὲν πρέπει, ἐξ ἄλλου, ἡ σύνταξις τῶν Ὀργανισμῶν νὰ γίνεται ἐρήμην τῆς κρίσεως τοῦ Α.Σ.Δ.Υ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τραυματίζομεν τὸν κώδικα, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Τὸ ἔτος 1956–57, ἔχομεν μέσον ὅρον 1200 πράξεις διοικήσεως, αἱ ὁποῖαι ἠκυρώθησαν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Ὥστε, δικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν ἀμφιβολίας, διὰ τὴν εὐρυτάτην ἐξουσιοδότησιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ σήμερον ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν δώσωμεν αὐτὴν τὴν εὐρυτάτην ἐξουσιοδότησιν, εἶναι, ὡς νὰ ἀπαλλοτριώνῃ ἡ Βουλὴ ὡρισμένα δικαιώματά της. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ φράσις, ἡ ὁποία παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον 7, διὰ τὴν διηνεκῆ ἐξουσιοδότησιν, πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Στεφανίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§102Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατέστη ἰδιαιτέρως προσφιλὴς καὶ παγία πλέον ἡ τακτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, νὰ νομοθετῇ ἀνεξελέγκτως καὶ αὐθαιρέτως, εἴτε διὰ πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ρυθμιζουσῶν κολοσσιαίας σημασίας θέματα, εἴτε δι’ ὑποβολῆς νομοσχεδίων ἢ σχεδίων Ν. Δ., περιεχόντων εὐρυτάτην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν.
§103Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Γνωρίζετε ποία Κυβέρνησις, εἶχε τὸν μεγαλύτερον ἀριθμὸν πράξεων; Ὑπάρχουν πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παλαιοτέρων Κυβερνήσεων, τὰς ὁποίας φέρομεν πρὸς κύρωσιν κατ’ ἀνάγκην. Κατὰ συνέπειαν, ἡ κρίσις σας, δὲν εἶναι βάσιμος.
§104Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὐθὺς ὡς ἤρχισα νὰ διατυπώνω τὴν γνώμην μου, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, μὲ διέκοψε, χωρὶς νὰ μὲ ἀφίσῃ νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου. Ὀφείλω, ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ τοῦ ἀπαντήσω, ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον συζητεῖ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὀρθῶς καὶ βασίμως, ἐπικρίνει τὴν τακτικὴν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀγνοῇ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ρύθμισιν κεφαλαιωδῶν θεμάτων, ἄνευ γνώμης τῆς κυριάρχου Βουλῆς. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ὅλαι αἱ προγενέστεραι Κυβερνήσεις ἔκαμον χρῆσιν τῆς ἀπαραδέκτου αὐτῆς μεθόδου νομοθετεῖν, κατηγοροῦμεν, ὅμως τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κάμνει κατάχρησιν αὐτῆς. Εἶναι γνωστόν, ὅτι, τόσον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, ὅσον καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἤχθησαν πρὸς ψήφισιν σχέδια Ν. Δ. καὶ νομοσχέδια, ὄχι μόνον κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν δύο προκατόχων της τοῦ ἰδίου Κόμματος, διαφορετικῆς συνθέσεως, ἀλλὰ καὶ παροχῆς εὐρυτάτης νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλά, καὶ ἐάν, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι, αἱ πρὸς κύρωσιν φερόμεναι, πράξεις τῆς Κυβερνήσεώς σας, πάλιν εὐθύνεται αὕτη, διότι, ἐνῷ κυβερνᾶτε τὴν Χώραν ἐπὶ τριετίαν, δὲν τὰς ἐφέρατε ἀμέσως πρὸς κύρωσιν, ἀλλὰ ἀφίσατε καὶ παρῆλθον τρία καὶ περισσότερα ἔτη. Χθὲς τὸ ἑσπέρας ἀκόμη, εἰς τὴν Βουλήν, ἀντετάχθην ἀπολύτως εἰς τὴν προσπάθειαν τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπιτύχῃ κύρωσιν πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἔτους 1955, εἴς τινας διατάξεις τῆς ὁποίας δὲν ἐπέφερε μόνον τροποποιήσεις, ἀλλὰ καὶ προσέδωσεν ἐν τῷ σχεδίῳ ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Εἶναι στοιχειῶδες χρέος τῶν βουλευτῶν, ὡς ἐκπροσώπων τοῦ Ἔθνους, νὰ διαμαρτύρωνται, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκῃ ἀνεπίτρεπτον ἀπαλλοτρίωσιν καὶ ἀπεμπόλησιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων των. Δι’ αὐτὸ καὶ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων κ. Δ. Γόντικας, ἐπέκρινε τὰς ἐνεργείας αὐτὰς τῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον, ἔρχεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἕνα ἄλλο σοβαρὸν νομοσχέδιον, εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὁποίου παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐρυτάτη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, ἵνα διὰ Β. Διαταγμάτων ρυθμίζῃ ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος θέμα, τῆς ἀναδιαρθρώσεως ὅλων τῶν δημοσίων πολιτικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ νὰ ἀναθεωρήσῃ ὅλους τοὺς ὀργανισμούς. Εἰδικώτερον, εἰς τὴν παράγραφον 2, διαγράφονται τὰ ὅρια τοῦ γενομένου πλαισίου νόμου καὶ γίνεται ἐκ τῆς ἀπογνώσεώς της ἀντιληπτόν, ὅτι πρόκειται, κατ’ ἐλευθέραν καὶ αὐθαίρετον κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποιασδήποτε Κυβερνήσεως, νὰ ρυθμισθοῦν κεφαλαιώδη θέματα, ὡς τῆς καταργήσεως καὶ συγχωνεύσεως ὑπηρεσιῶν, τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, τοῦ καθορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ κεντρικῶν καὶ περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν. Συνεπῶς, δὲν πρόκειται περὶ δευτερευούσης σημασίας θεμάτων, ἡ ρύθμισις τῶν ὁποίων θὰ συνεπαγάγῃ ἀναστάτωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν καὶ κακομεταχείρισιν πολλῶν ὑπαλλήλων, μὴ φίλα προσκειμένων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον εἶμαι πεπεισμένος, κρίνων τὴν μέχρι σήμερον πολιτείαν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὕτη θὰ ρυθμίσῃ τὰ συναφῆ ζητήματα, κατὰ τρόπον στενῶς κομματικὸν καὶ ὄχι ἀντικειμενικὸν καὶ ἀμερόληπτον. Ἐξ ἄλλου, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ὄχι μόνον ἐνεργεῖ κατὰ τρόπον παραβιάζοντα καταφώρως τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ ἀνατρέπει παγίαν κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν, καθ’ ἣν σπανιώτατα ἐρρυθμίζοντο θέματα διὰ πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ὁσάκις ἐξεδίδοντο, ἤγοντο ἀμέσως πρὸς κύρωσιν καὶ ἐπὶ πλέον εἰς τὰ ψηφιζόμενα νομοσχέδια περιελαμβάνοντο αἱ βασικαὶ διατάξεις ρυθμίσεως ἑνὸς θέματος καὶ μόνον διὰ δευτερεύοντα καὶ λεπτομερειακὰ ζητήματα συμπληροῦντα ταύτας, παρείχετο εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα ἐκδόσεως Β. Διατάγματος. Ἐπὶ πλέον, ἐνῷ ἄλλοτε παρείχετο ἡ ἐξουσιοδότησις δι’ ἐφ’ ἅπαξ ἔκδοσιν Β. Δ., ἤδη παρέχεται ἡ εὐχέρεια ἐκδόσεως Β. Δ. εἰς τὸ διηνεκὲς καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, κάμνει κατάχρησιν ἐξουσίας καὶ ζητεῖ τόσον εὐρεῖαν ἐξουσιοδότησιν. Δι’ αὐτὸ τὴν κατηγοροῦμεν καὶ ζητοῦμεν νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια ρυθμίζοντα τὴν ἀναδιάρθρωσιν τοῦ ὅλου κρατικοῦ ὀργανισμοῦ, ὁπότε ἡ ἀντιπολίτευσις θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, καὶ νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ἀρτιωτέραν ἐμφάνισιν καὶ κατάρτισιν τῶν συναφῶν νομοθετημάτων. Ὀφείλω ἐπίσης, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπισημάνω καὶ ἕνα ἄλλον πρόσθετον κίνδυνον ποὺ παραβλέπει ἡ Κυβέρνησις, τῆς ἀκυρώσεως ὡς ἀντισυνταγματικῶν πολλῶν ἐξ αὐτῶν τῶν ἐκδοθησομένων Β. Διαταγμάτων, ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὅπερ πλειστάκις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἠκύρωσε παρόμοια Β. Διατάγματα κριθέντα ὡς ἀντιβαίνοντα τὸ Σύνταγμα, ὅπερ καθιεροῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα ὡς φορεῖς τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Τέλος, ἡ Κυβέρνησις πρέπει ἐπὶ τέλους, νὰ ἀντιληφθῇ προκειμένης τῆς ρυθμίσεως τοιαύτης σπουδαιότητος σημασίας θεμάτων, ἀφορώντων τὴν λειτουργίαν τῆς κρατικῆς μηχανῆς, ὅτι δὲν εἶναι παντοδύναμος καὶ ἂν διαθέτῃ, λόγῳ τοῦ ἰσχύσαντος ἐκλογικοῦ συστήματος, τὴν κακὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δὲν διαθέτει ὅμως τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ τὴν μειοψηφίαν αὐτοῦ εἰς ποσοστὸν 40% περίπου. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἐπιβάλλεται τοὐλάχιστον νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ θέματα αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις διὰ νομοσχεδίων καὶ ὄχι νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν διὰ τῆς ἀνωμάλου ὁδοῦ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ρύθμισίν των, κατ’ ἀνεξέλεγκτον τρόπον, ἵνα δυνηθῇ οὕτω καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπευθύνως καὶ ἐπωφελῶς διὰ τὴν Χώραν νὰ ἐκφράσῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην της καὶ νὰ καταστήσῃ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς γόνιμον. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λεονάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§106Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου πῶς ὁ κ. Τσάτσος, καθηγητὴς τοῦ δικαίου, ἔφερεν αὐτὸς νὰ ὑποστηρίξῃ ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀντισυνταγματικόν. Τί γυρεύει διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις; Νὰ ἀπεμπολήσῃ ἡ Βουλὴ τὰ δικαιώματά της καὶ νὰ τὰ μεταθέσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δηλαδή, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀσκῇ μόνη της τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Καὶ ἐρωτᾶται: Εἶναι τοῦτο δικαίωμα τῆς Βουλῆς, τὸ ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα; Ὄχι. Τὸ Σύνταγμα καθορίζει μέχρι ποίου σημείου δύναται νὰ νομοθετῇ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει πῶς δύναται νὰ ἀπαλλοτριώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν δικαιοδοσίαν της. Διὰ νὰ ἐκδώσητε Νομοθετικὰ Διατάγματα, θὰ τὰ ἐκδώσητε ἐνώπιον Ἐπιτροπῆς κατόπιν συζητήσεως. Ὄχι ὅμως νὰ περιβληθῆτε σεῖς ὁλόκληρον τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς. Καὶ θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Τσάτσον ὅταν κατὰ τὸ 1946–1950 ὑπῆρχε μία ἔκρυθμος κατάστασις, ἐζητήθη νὰ κηρυχθῇ ὁ στρατιωτικὸς νόμος. Τότε ὁ κ. Τσάτσος ἀντέλεξε, διότι δὲν ἐστηρίζετο τὸ πρᾶγμα αὐτὸ εἰς τὸ Σύνταγμα. Στηρίζεται τὸ νομοσχέδιόν σας αὐτὸ εἰς τὸ Σύνταγμα; Περιμένομεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἰδικήν σας γνώμην, τοῦ νομικοῦ πλέον.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§108Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβ.). Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, νὰ ἀκούσουν ὀλίγας ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας θὰ δώσω ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἄλλωστε καὶ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶχον τὴν καλωσύνην οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, νὰ τοῦ δώσουν τοιαύτην εὐρύτητα, ὥστε ἐλπίζω, ὅτι ἡ συζήτησις εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα νὰ καταστῇ τελείως περιττὴ καὶ τοῦτο διότι τὰ θέματα ὅλα κατ’ οὐσίαν συνεζητήθησαν καὶ ἐνεσωματώθησαν εἰς τὸ ἄρθρον 1. Μὲ ἐκπλήσσει μόνον διότι ἔγκριτοι συνάδελφοι τοποθετοῦν τὸ ζήτημα εἰς μίαν πολὺ ὑψηλὴν βάσιν, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν πραγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ διετύπωσεν ἴσως σαφέστερον ἐξ ὅλων ὁ τελευταῖος προλαλήσας. Ἐπέκρινε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀγνοεῖ τὰ ὅρια τῆς νομοθετικῆς καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀφαιροῦνται ἁρμοδιότητες κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἀνήκουσαι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παραδίδονται αὗται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν αὐτὸ συνέβαινε θὰ εἴχομεν τὴν παρήγορον σκέψιν, θὰ τὴν εἴχατε ἀκόμη καὶ σεῖς, ὅτι ὅ,τι κάνομεν ἐδῶ θὰ ἐκυρώνετο ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ θὰ εἴχατε ἀπόλυτον τὴν βεβαιότητα, ὅτι οὐδὲν τὸ κακὸν πρόκειται νὰ συμβῇ. Ἀλλὰ ἐπειδὴ γνωρίζετε, ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ συμβῇ, διότι ἡ ἔννοια τῆς ἐξουσιοδοτήσεως οὔτε ἀντισυνταγματικὴ εἶναι, οὔτε ὅταν εἶναι εἰδικὴ ἐπὶ εὐρυτάτων θεμάτων, ἀλλὰ εἰδικὴ καὶ ὄχι ἀόριστος, εἶναι παραδεκτὸν ἀπὸ τὴν νομολογίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας νὰ θεωρῆται θεμιτὴ καὶ νόμιμος.
§109Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁλόκληρον τὸ ἐνοικιοστάσιον βγαίνει μὲ τὴν ἐξουσιοδότησιν.
§110Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Οὐδεμία ἀχρήστευσις τοῦ Σώματος γίνεται. Τὸ ἴδιον τὸ Σῶμα μὲ τὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα νόμιμον πλειοψηφίαν παρέχει ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαρρυθμίσῃ ὡρισμένα ζητήματα. Αὐτὸ εἶναι ἀπολύτως συνταγματικὸν καὶ ἀπολύτως νόμιμον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας ἀπολύτως ὀρθόν. Πρῶτον, πρὶν ἔλθω εἰς τὴν οὐσίαν, θέλω νὰ ἀποσαφηνίσω τὰ ἑξῆς πράγματα. Ἐὰν κανεὶς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων εἶχε εἰς χεῖρας του τὸ νομοσχέδιον καὶ ἤκουε τὰς γνώμας τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων συναδέλφων, θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ δύναται ἡ Κυβέρνησις— καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς ὅλους τοὺς συναδέλφους καὶ τῆς πλειοψηφίας, οἱ ὁποῖοι τυχὸν νὰ ἔχουν ἀνησυχήσει ὕστερα ἀπὸ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον ἔγκριτοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως— ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ δημιουργήσῃ νέας θέσεις, νὰ κάμῃ νέους διορισμούς, ἐνῷ τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει πουθενά. Θέλουν νὰ δημιουργήσωμεν διοικητικὰς μονάδας. Νὰ σᾶς εἴπω διατί συμπεραίνω, ὅτι ὡρισμένοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶχον αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν. Ὅταν μοῦ λέγουν, ὅτι ἔρχεται ὁ νόμος αὐτὸς εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα, σημαίνει, ὅτι κἄποια διάταξις ἐκδιδομένη κατ’ ἐξουσιοδότησιν αὐτοῦ τοῦ νόμου, θὰ ἠδύνατο νὰ θίξῃ δικαιώματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κατωχυρωμένα ἀπὸ τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα. Οὐδεμία τοιαύτη διάταξις ὑπάρχει. Μία μόνον διάταξις ὑπάρχει, ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν νόμον 1811, ἡ διάταξις περὶ μετατάξεως, τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσωμεν εἰς τὸ εἰδικὸν ἄρθρον καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐπ’ αὐτῆς θὰ συμφωνήσῃ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Οὐδεμία ἄλλη διάταξις θίγει τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα. Ζητοῦμεν ἐξουσιοδότησιν διὰ ὀργανωτικὰς διατάξεις. Λέγετε, ὅτι εἰς τὸ διηνεκὲς θὰ δημιουργοῦμεν νέας ὑπηρεσίας. Ἀνακριβέστατον. Μόνον δι’ ἐφ’ ἅπαξ ἐκδιδομένων διαταγμάτων ἐντὸς ἔτους δυνάμεθα νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Δηλαδή, καὶ πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήκει, τὰ ἐφ’ ἅπαξ ταῦτα ἐκδιδόμενα Διατάγματα νὰ τὰ τροποποιήσῃ διὰ νεωτέρου νόμου, διὰ νὰ μὴ εἴπωμεν, ὅτι οὐδέποτε δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀπεμπολήσῃ τὸ δικαίωμα ἕνα Διάταγμα ἢ ἕνα νόμον νὰ τὰ τροποποιήσῃ διὰ μέλλοντος νόμου. Ἑπομένως οὐδὲν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θίγονται ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἢ ὁ ὑπαλληλικὸς κῶδιξ, οὐδεμία ὑπέρβασις ἐξουσιοδοτήσεως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς εὐρύτητος, τὴν ὁποίαν περιέγραψαν οἱ κ.κ. συνάδελφοι. Διότι διὰ μὲν τὰ βασικὰ θέματα τὰ ὀργανωτικά, ἀποφασίζεται διὰ Διατάγματος ἐφ’ ἅπαξ ἐκδιδομένου, τὸ δὲ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον ἔθιξαν ὅλοι οἱ προλαλήσαντες ἀναφέρεται εἰς ἀσημάντους περιπτώσεις. Παρέχεται διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τὸ δικαίωμα διὰ Διατάγματος οὐχὶ ἐφ’ ἅπαξ ἐκδίδομνου νὰ ἀναδιαρθροῦνται ὄχι γενικαὶ διευθύνσεις, ὄχι διευθύνσεις, ἀλλὰ τμήματα ὑπηρεσιῶν. Καὶ ἐρωτῶ: Μία τοιαύτη ἐξουσιοδότησις, τόσον περιωρισμένη, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὁπωσδήποτε θίγουσα εἴτε τὰ δικαιώματα εἴτε τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος; Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς ἐκεῖνα ποὺ εἶπον ὅταν συνεζήτουν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Γνωρίζετε ἐὰν εἰς καμμίαν ἄλλην χώραν τὰ Κοινοβούλια εἰσέρχωνται εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτάς; Γνωρίζετε ἐὰν φέρουν οἱ ὑπουργοὶ εἰς ἄλλα Κοινοβούλια νομοσχέδια ὀργανωτικὰ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ ταῦτα εἰσέρχονται μὲ μίαν μορφὴν καὶ μοιραίως ἐξέρχονται μὲ μίαν ἄλλην; Εἶπεν ὁ κ. Κύρκος, ὅτι πᾶς ἀσκῶν ἐξουσίαν δὲν ἀντέχει εἰς πειρασμούς. Παραδέχομαι τοὺς πειρασμοὺς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ νὰ παραδεχθῆτε καὶ σεῖς τοὺς πειρασμοὺς τῆς νομοθετικῆς.
§111Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὴν Βουλὴν τὴν κατευθύνετε σεῖς, διότι σεῖς κατευθύνετε τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Μὴ ἐπιρρίπτετε εὐθύνας ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν εἴπητε, ὅτι δὲν δέχεσθε μίαν τροπολογίαν, ἡ τροπολογία δὲν γίνεται δεκτή. Ἐὰν ἑπομένως τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσάγετε, ἐξέρχονται δι’ ἄλλης θύρας καὶ εἶναι τελείως διάφορα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται, τὴν εὐθύνην τὴν ἔχετε ἀκεραίαν σεῖς.
§112Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἀναφέρομαι οὔτε εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, οὔτε μόνον εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Ἡ πεῖρα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ βίου ὅλων τῶν χωρῶν εἶναι, ὅτι ὁσάκις τὸ Κοινοβούλιον κατέρχεται εἰς τὰς λεπτομερείας, μοιραίως δημιουργοῦνται καὶ ἐκεῖ ὑπερβασίαι καὶ σφάλματα ἀκόμη λαμβάνουν χώραν. Ἤθελα νὰ ἀπαντήσω εἰς μίαν παρατήρησιν τοῦ κ. Ζάκκα. Ἔλεγεν ὁ κ. Ζάκκας νὰ ὁρισθῇ ὁ συνολικὸς ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ νὰ ἡ παρεξήγησις. Δὲν ὑπάρχει θέμα, κύριε Ζάκκα, αὐξομειώσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν σχέσει μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καθόλου.
§113Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ἐπειδὴ μὲ ἀνεφέρατε, μοῦ δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ διασαφηνίσω αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπροσέξατε, διότι σᾶς ἀπησχόλουν. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει πρωτίστως εἶναι ἡ διάρθρωσις τῶν Ὑπουργείων, ἀπὸ ἀπόψεως ἁρμοδιοτήτων καὶ δαπανῶν. Τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ κανονίζῃ ποῦ θὰ μπῇ τὸ μέρος αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ πάῃ δι’ αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν ἁρμοδιότητα;
§114Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἔκαμα πρότασιν περὶ ἀριθμοῦ ὑπαλλήλων δι’ ἕκαστον Ὑπουργεῖον.
§115Α. ΖΑΚΚΑΣ. Θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς φέρετε κατὰ Ὑπουργεῖον νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νὰ διαγράφουν τὴν ἁρμοδιότητα κατὰ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν συνολικὴν δαπάνην καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν θέσεων. Ποῦ θὰ τὰς θέλετε τὰς θέσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἰδικός σας λογαριασμός. Κατ’ ἀρχήν, τὸ Σύνταγμα δὲν τὸ ἐπιτρέπει αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἀλλοιώσωμεν τὸ Σύνταγμά μας μὲ τὴν πρακτικήν, ἡ ὁποία γίνεται ἀλλοῦ καὶ οὔτε νὰ ἀφήσωμεν εἰς σᾶς νὰ κανονίζετε τὰ διάφορα ζητήματα μὲ Διατάγματα καὶ ἐπὶ μέρους θέματα, τὰ ὁποῖα πιθανῶς νὰ ἤγαγον εἰς τὸ νὰ ἀναγκάζωνται οἱ ὑπάλληλοι νὰ παραιτοῦνται ἀπὸ τὰς μεταθέσεις. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, μὴ μὲ ἀναγκάσετε νὰ σᾶς εἴπω πόσοι ὑπάλληλοι εἶναι ἀχρηστευμένοι ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς σας.
§116Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψε τοῦτο σαφῶς. Πρῶτον, δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις εἶναι ἀπεριόριστος. Εἶναι κατ’ ἐξοχὴν περιωρισμένη. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ γίνῃ ἀναδιοργάνωσις διοικήσεων εἰς τὸ διηνεκὲς μὲ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, διότι παρέχεται ἐξουσιοδότησις δι’ ἔκδοσιν μόνον Διαταγμάτων ἐφ’ ἅπαξ ἐκδιδομένων καὶ ἀποφασίζονται τὰ βασικὰ θέματα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα αὐτὴν τὴν βάσιν καὶ ἀναχωροῦσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐμμένει εἰς τὴν ἀτροποποίητον ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 1. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Κοντοβράκης).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ δέχεται τὸ ἄρθρον 1;
§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§119Β. ΜΠΡΑΚΑΤΣΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη πρότασις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη, ἀλλὰ δὲν ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 1, ἀφορᾶ τὸ ἄρθρον 7.
§121Β. ΜΠΡΑΚΑΤΣΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 7, πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 1. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ τὸ διορθώσωμεν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ πρότασις ἀναφέρεται εἰς τὴν διεξαγωγὴν ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ διόρθωσις. Ἐὰν θέλετε, δύνασθε νὰ ὑποβάλετε νέαν πρότασιν ψηφοφορίας ἐπὶ οἱουδήποτε ἄλλου ἄρθρου.
§123Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται, ὅταν ὑποβάλεται ὑπὸ βουλευτῶν μία πρότασις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου καὶ οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ζητοῦν τὴν διόρθωσιν τυχὸν λάθους, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σωστὸν νὰ μὴ τοὺς χορηγηθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§124Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀντίληψις, ὅτι βουλευταὶ ὑποβαλόντες μίαν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, δὲν εἶχον ἐπίγνωσιν τοῦ τί ζητοῦν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ὑπενόουν τὸ ἄρθρον 1, ἐνῷ ἔγραφον τὸ ἄρθρον 7. Δικαίωμά των εἶναι νὰ ὑποβάλουν ἄλλην πρότασιν δι’ οἱονδήποτε ἄλλο ἄρθρον, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον, ὅμως, κ. Πρόεδρε, διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 1 δὲν ὑπάρχει πρότασις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ὀρθῶς ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1;
§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐγένετο δεκτόν. (Ἐπίσης ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2).
§128Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐκφράσω τὴν κατάπληξίν μου διὰ τὰ συμβαίνοντα. Ἡ πλειοψηφία εἶναι πλειοψηφία καὶ πᾶσαν πρότασιν δύναται νὰ τὴν ἀπορρίψῃ ἀλλὰ εἶναι καταπληκτικὸν νὰ στηριζώμεθα καὶ ἰδίως τὸ Προεδρεῖον ἐπὶ ἔστω μιᾶς γραφικῆς παραδρομῆς. Ὅταν οἱ βουλευταὶ εἶναι παρόντες καὶ δηλοῦν ὅτι ὑπέβαλον πρότασιν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, ἐν καιρῷ, διότι δὲν τὸ εἶπον μετὰ τὴν ψήφισιν, τὸ εἶπον πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 1, εἶναι καταπληκτικὸν αὐτὸ ποὺ γίνεται ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου.
§129Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι καταπληκτικόν, εἶναι νὰ θέλῃ ὁ κ. Τσιριμῶκος, εἰς ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ἄρθρον 7 νὰ ἰσχυρίζεται ἐκ τῶν ὑστέρων, διότι ἤδη συμφέρει ἄλλους ἡ διεξαγωγὴ τῆς συζητήσεως, ὅτι τὸ 7 σημαίνει 1. Αὐτὸ εἶναι καταπληκτικόν.
§130Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καθόλου. Ἐφ’ ὅσον οἱ βουλευταὶ τὸ θελήσουν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 1. Ἀποτελεῖ νέαν πρότασιν ἐὰν θέλετε.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσιριμῶκο, ἡ Βουλὴ ἠρωτήθη ἤδη καὶ ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ 2. Ἤδη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§132Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἔχομεν ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν μὲ τὸν κ. Τούμπαν καὶ παρακαλοῦμεν, ὅπως αἱ θέσεις τῶν ὑφυπουργῶν τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων παραμείνουν ἀδιατάρακτοι ὡς μέχρι τοῦδε. Νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν εὐχέρειαν νὰ διορίζῃ 3 ἢ καὶ 1 ὑφυπουργόν. Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ διορίζῃ 3 ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας τὸ ἐπιβάλλουν.
§133Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων μεταπολεμικῶς εἶναι τεράστιαι καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ εἷς ὑφυπουργὸς νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν αἱ σύγχρονοι περιστάσεις καὶ ἐπειδὴ γνωρίζομεν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι ὁ ἤδη ὑφιστάμενος ὑφυπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἶναι δυνατὸν νὰ διεκπεραιώσῃ τὰς ὑποθέσεις του, ἔναντι τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, διότι ὁ ὑπουργὸς δὲν εἶναι μόνον διὰ νὰ ὑπογράφῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐπανάληψιν καθυστεροῦν, ἀλλὰ ἔχει ἀνάγκην τῆς αὐτοπροσώπου παρακολουθήσεως τῶν διαφόρων ζητημάτων, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ παρακαλέσω, ὅπως τὸ ἄρθρον 3 ἢ διαγραφῇ, ἢ τὸ πολὺ–πολὺ νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ Β. Δ)τος προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Ὑφυπουργείων.
§134Θ. ΛΥΜΠΕΡΙΔΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοῦ προξενεῖ κατάπληξιν καὶ μὲ πικρίαν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ σημειώσω, εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον εἰς πλείστας περιπτώσεις, ὄχι εἰς ὅλας, ψηφίζονται οἱ νόμοι. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 4 κατὰ ποῖον τρόπον; Ἐρωτᾷ ὁ κ. Πρόεδρος: «Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3;», χωρὶς νὰ σηκώσῃ τὸ κεφάλι νὰ ἴδῃ ποῖος ζητεῖ τὸν λόγον καὶ τὸ ἄρθρον ἔτσι ψηφίζεται. Τὸ παρετήρησα καὶ ἄλλοτε αὐτὸ καὶ νομίζω, ὅτι προτοῦ ἐκφωνήσῃ τὸ Προεδρεῖον τὴν ἀποδοχὴν ἑνὸς ἄρθρου, ὀφείλει νὰ ἀναμείνῃ ἐπὶ 30 δευτερόλεπτα διὰ νὰ ἴδῃ ἐάν τις ἐκ τῶν συναδέλφων ἐζήτησε τὸν λόγον.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάθος κάμνετε, κ. συνάδελφε, διότι πάντοτε τὸ Προεδρεῖον τηρεῖ τὴν διαδικασίαν αὐτήν. Ὁ κ. ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§137Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἄποψις, πράγματι, τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο νὰ καταργηθοῦν τὰ Ὑφυπουργεῖα Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἤκουσα ὅμως ἀπὸ πολλὰς πλευρὰς καὶ εἰδικῶς ἀπὸ τὸν κ. Τούμπαν, ἔμπειρον εἰς αὐτά, ἄλλην ἄποψιν καὶ οὕτω μὲ ἐκλόνισε. Θέλω, λοιπόν, νὰ προτείνω τὴν ἑξῆς μέσην λύσιν: Νὰ παρέχεται ἁπλῶς ἡ δύναμις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταργῇ τὰ 3 Ὑφυπουργεῖα καὶ νὰ τὰ ἀντικαθιστᾷ δι’ ἑνός. Θὰ ἐπρότεινα, λοιπόν, ἡ ὑπάρχουσα διάταξις νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς: «........... (ἀναγινώσκει) .............».
§138Γ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διατὶ νὰ δώσωμεν τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καταργήσεως τῶν Ὑφυπουργείων, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐὰν θέλῃ δὲν τὰ συμπληρώνει. Νὰ ἀφήσωμεν τὴν κατάστασιν ὡς ἔχει.
§139Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἐρευνᾷ τὸ θέμα τῆς Διοικήσεως, νὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν διὰ Διαταγμάτων νὰ δύναται νὰ ἱδρύῃ καὶ νὰ καταργῇ Ὑπουργεῖα. Ἁπλῶς δυνητικὴ θὰ εἶναι ἡ διάταξις.
§140Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1954 δὲν συνεπληροῦντο τὰ 3 Ὑφυπουργεῖα καὶ ὑπῆρχε μόνον ἕνας ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἡ δὲ ὑπηρεσία διεξήγετο ἐντελῶς ἀπροσκόπτως. Ἐκ πείρας τὸ γνωρίζω αὐτό. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι καλῶς ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν χρειάζεται ἡ τροπολογία αὐτή.
§141Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπὶ ἡμέρας πολλὰς ἀναμένουν εἰς τὸν προθάλαμον διὰ νὰ ὑπογράψουν ἐπείγοντα ἔγγραφα. Εἶναι, λοιπόν, ἐπιβεβλημένη ἡ διατήρησις τῶν τριῶν Ὑφυπουργείων.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν, κ. συνάδελφε. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροπολογήθη;
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἄρθρον 4. Ὁ κ. Α. Μίχας ἔχει τὸν λόγον.
§145Α. ΜΙΧΑΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, εἶχον παρακαλέσει νὰ περιληφθῇ διάταξις ἢ νὰ ἐξετάσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ καθορίζωνται διὰ τῶν διαταγμάτων αἱ ἁρμοδιότητες τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν ὑφυπουργῶν, ὅπου ὑπάρχουν Ὑφυπουργεῖα. Νὰ προστεθῇ λοιπόν, μετὰ τὸ ἐδάφιον 1 ἡ ἑξῆς φράσις: «Αἱ ἁρμοδιότητες μεταξὺ ὑπουργοῦ καὶ ὑφυπουργοῦ καθορίζονται διὰ τοῦ Β. Δ)τος». Ἢ τοὐλάχιστον νὰ παρέχεται ἡ δυνατότης αὐτή. Διότι πολλάκις δημιουργοῦνται προβλήματα εἰς βάρος τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου.
§146Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐγὼ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Μίχαν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἐπὶ τοῦ θέματος. Διότι εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον ἐπίμαχα θέματα ὁ καθορισμὸς τῶν ὁρίων μεταξὺ ὑπουργοῦ καὶ ὑφυπουργοῦ.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4;
§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4, ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. Ἄρθρον 5. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§150Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον μίαν ἀπάντησιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: Πῶς συμβιβάζεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι τὰ προσόντα τῶν διοικητικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων ὁρίζονται διὰ νόμου, μὲ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παρέχει ἐξουσιοδότησιν ἵνα διὰ Δ)των καθορίζωνται τὰ εἰδικὰ τυπικὰ προσόντα κατὰ κλάδους ἢ θέσεις; Φοβοῦμαι, ὅτι τοῦτο ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν θὰ πρέπει νὰ τὸ ψηφίσωμεν διὰ νὰ μὴ δημιουργήσωμεν ζητήματα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§151Α. ΜΙΧΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 5 περίοδος γʹ τῆς παραγράφου 1, ὁρίζεται, ὅτι: «...... (ἀναγινώσκει) .....». Ἀπὸ τὸ ὅλον πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου προκύπτει, ὅτι σκοπεῖται ἡ ἐνίσχυσις τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως πολλάκις εἰς τὴν πρᾶξιν συμβαίνει μία ὡρισμένη διάταξις νὰ παρέχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ γίνεται τὸ ἀντίθετον, θὰ ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι χρήσιμον νὰ προστεθῇ, ὅτι οὐδεμία θέσις περιφερειακὴ θὰ δύναται νὰ καταστῇ κεντρικὴ διὰ τῶν ἐκδοθησομένων Διαταγμάτων.
§152Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ λέγει πάρα κάτω.
§153Α. ΜΙΧΑΣ. Ὁμιλεῖ διὰ τὰ ἐφ’ ἅπαξ ἐκδιδόμενα Δ)τα.
§154Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν ποὺ θὰ γίνῃ ἡ γενικὴ ὀργάνωσις τῶν ὑπηρεσιῶν, ὑπάρχει ὁ περιορισμὸς αὐτός.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5;
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. Ἄρθρον 6. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§158Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαλείψῃ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 6 τὴν διάταξιν περὶ προσωπικοτήτων, αἱ ὁποῖαι θὰ ρυθμίζουν τὴν τύχην ὅλου τοῦ διοικητικοῦ μας συστήματος, ὅλων τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν τῆς χώρας. Αὐταὶ αἱ προσωπικότητες ἀπὸ τὴν ἑπομένην τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, θὰ συγκεντρώνωνται ἔξωθι τῶν πολιτικῶν γραφείων καθημερινῶς καὶ θὰ πιέζουν τοὺς πάντας. Ἢ θὰ βάλωμεν προσόντα, ἢ θὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν ἢ θὰ ἀπαλείψωμεν τὴν διάταξιν.
§159Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία συγκροτεῖται μὲ τὴν παράγραφον 1 τοῦ ἄρθρου 6 δὲν ἔχει ἀποφασιστικὴν ἁρμοδιότητα. Εἶναι γνωμοδοτικὸν ὄργανον, τὰ πορίσματα τοῦ ὁποίου θὰ παραδίδωνται εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ παράγραφος 2. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ὀργάνου, τὸ ὁποῖον θὰ συγκεντρώνῃ καὶ θὰ παρασκευάζῃ ὕλην, τὴν ὁποίαν θὰ παραδίδῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς παραγράφου 2. Ἀπὸ τὰς προσωπικότητας χρησιμοποιοῦμεν τώρα δύο καθηγητὰς Πανεπιστημίου, ἕνα τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἕνα τῆς ΑΣΟΕΕ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ δὲν ἔχει ἀποφασιστικὴν ἁρμοδιότητα. Συγκεντρώνει τὴν ὕλην, τὴν ἐπεξεργάζεται, δίδει κατευθυντηρίους γραμμὰς καὶ ἀποφασίζουν εἰδικαὶ Ἐπιτροπαί.
§160Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, καὶ ἐμὲ σκανδαλίζει ἡ λέξις «προσωπικοτήτων», διότι εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν πολλὰ ζητήματα. Τὸ ζήτημα ἀντιμετωπίζεται καλύτερον ἐὰν ἀντὶ τῆς λέξεως «προσωπικοτήτων», βάλωμεν τὴν λέξιν «προσώπων». Ἐφόσον λέγομεν ἐγνωσμένης πείρας.
§161Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, τὸ ἄρθρον 6, γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη;
§163ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6, ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη. Ἄρθρον 7. Ὁ κ. Κ. Δεσποτόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§165Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ὑπουργός, θέλει νὰ καθησυχάσῃ τὴν ἀνησυχίαν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνταγματικότητα τοῦ ὅλου νομοθετήματος, τοῦ ὑπὸ κρίσιν. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία τὸ ἐπεξειργάσθη μετεῖχον καὶ δύο Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας, οἱ ὁποῖοι εἰδικώτερον τὸ εἰσηγήθησαν ὥστε αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου νὰ μὴ προσκρούσουν εἰς τὴν ἀντισυνταγματικότητα καὶ μὴ ἀκυρωθῇ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐνδεχομένως. Βεβαίως καὶ οἱ δύο αὐτοὶ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἄριστοι δικασταί, ἔχουν πολλὴν πεῖραν καὶ ὀξύτητα ἀντιλήψεως. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐν τῷ συνόλῳ ἐνέκριναν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐν τῷ συνόλῳ καὶ ὑπὸ τὴν διατύπωσιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπάρχουν καὶ διάφοροι γνῶμαι ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τὰς κρατούσας ἀρχὰς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως δημοσιεύονται εἰς τὴν Ἐπιθεώρησιν τοῦ Δημοσίου καὶ Διοικητικοῦ Δικαίου: «Πολλοὶ εἶναι οἱ λόγοι οἵτινες...... (ἀναγινώσκει)...............». Ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὸ ἀγόμενον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας σχέδιον νόμου, γίνεται μία προσπάθεια νὰ καταστῇ περισσότερον συγκεκριμένον οὐχ ἧττον καὶ ὅπως εἶναι, ἔχω πολλὰς ἀμφιβολίας, ἐὰν θὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχει ὑπ’ ὄψιν του πάντοτε τὴν γνώμην τῶν κ.κ. Καρβελᾶ καὶ Μαραγκοπούλου, ἀλλὰ δὲν εἶναι οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅσον ἀφορᾷ εἰδικώτερον τὸ ἄρθρον 7, φοβοῦμαι, ὅτι τοὐλάχιστον, ἂν ὄχι ὁλόκληρον, τοὐλάχιστον ἡ περίπτωσις 7 εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ προσκρούσῃ εἰς ἀντισυνταγματικότητα. Λέγει: «Νὰ ρυθμίζωνται κατὰ τροποποίησιν τῶν κειμένων... (ἀναγινώσκει)......». Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι τόσον γενικὴ καὶ ἀόριστος, ὥστε ἀσφαλῶς θὰ προσκρούσῃ εἰς ἀντισυνταγματικότητα. Δι’ αὐτὸ καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργός, νὰ εἰσηγηθῶ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτή. Θὰ ἤθελον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι καὶ δι’ ἄλλα νομοθετήματα, ὅπως ὁ ποινικὸς κῶδιξ καὶ ὁ ἀστικὸς κῶδιξ, ἀφέθη ἕνα χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ ἐκφέρῃ ἡ ἐπιστήμων κοινὴ γνώμη τὰς ἀπόψεις της. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, δὲν ὑπάρχουν ἄλλα εἰδικώτερα πλαίσια, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κινηθοῦν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ μελετήσουν τοὺς ὀργανισμοὺς αὐτούς, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἕνα χρονικὸν διάστημα, διὰ ν’ ἀκουσθῇ ἡ ἐπιστήμων δημοσία γνώμη, ἄλλως θὰ ἔχωμεν συνεχεῖς προσφυγὰς ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Δι’ αὐτό, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ν’ ἀκολουθήσῃ τοὐλάχιστον, τὴν ἄλλην ὁδόν, τὴν δημοκρατικὴν ὁδόν, παρέχουσα εἰς τὴν ἐπιστήμονα κοινὴν γνώμην τὰ χρονικὰ περιθώρια, διὰ νὰ λάβῃ αὕτη γνῶσιν τῶν σχεδίων τῶν ὀργανισμῶν αὐτῶν. Ὁ κῶδιξ ἀναδιαρθρώσεως τοῦ διοικητικοῦ μηχανισμοῦ τῆς Πολιτείας, εἶναι σοβαρὸν θέμα, κύριοι συνάδελφοι, καὶ πρέπει πολὺ νὰ τὸ προσέξωμεν. Εἰδικώτερον ἐγώ, προσωπικῶς, εἰσηγοῦμαι τὴν ἀπάλειψιν τῆς παραγράφου 7 τοῦ ἄρθρου 7, ὡς ἀντισυνταγματικῆς, λόγῳ τῆς γενικότητός της. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βασιλικός).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πρίφτης, ἔχει τὸν λόγον.
§167Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ὑπουργὸς ἠθέλησε, διὰ τῆς ὁμιλίας του, νὰ περιστείλῃ τὴν σημασίαν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 7. Θὰ ἤθελον, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑπογραμμίσω τὰ ἑξῆς: Αἱ προθεσμίαι τῶν παραγράφων 1 καὶ 3 τοῦ ἄρθρου 5, καθορίζουν τὰ χρονικὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἀναδιάρθρωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ ὑποτίθεται, ὅτι οἱ ὀργανισμοὶ αὐτοί, θὰ πρέπει νὰ ἔχουν κἄποιαν χρονικὴν ἀντοχήν. Διὰ τοῦ ἄρθρου ὅμως 7, αὐτὴ ἡ χρονικὴ ἀντοχὴ καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ, ἐξαφανίζεται. Διὰ νὰ λείψῃ, λοιπόν, ἡ ὑπόνοια, ἂς δεχθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 7, κατὰ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄμεσος ἀνάγκη τροποποιήσεως ἢ μεταβολῆς. Χάριν, λοιπόν, τῆς σταθερότητος τῶν Ὀργανισμῶν καὶ πρὸς ἄρσιν πάσης παρεξηγήσεως, ἐπιβάλλεται, ὁ κ. ὑπουργός, νὰ δεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 7.
§168Α. ΜΙΧΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν, εἰς τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον κ. Πρίφτην. Ὡς ἐτόνισεν ὁ κ. ὑπουργός, αἱ περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 7, εἶναι τελείως λεπτομερειακαί, ὥστε δὲν ὑπάρχει θέμα συζητήσεως, διότι δὲν ἀναφέρονται οἱ βαθμοί, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐπέρχεται οὐδεμία μεταβολή. Ἀντιθέτως, ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι χρήσιμον ὅπως, διὰ Β. Διατάγματος καὶ χωρὶς τὴν ἀνάγκην νόμου, δύναται νὰ συγχωνευθῇ ἕνα τμῆμα ἢ ἕνα γραφεῖον μὲ ἕνα ἄλλον. Ἐπὶ πλέον, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤθελον νὰ τονίσω, εἰς ἐποχὴν ποὺ ἡ ζωὴ ρέει γοργῶς, δὲν πρέπει κἄθε λεπτομερειακὸν θέμα νὰ ἔρχεται εἰς τὴν Βουλήν. Περαιτέρω, θὰ ἤθελον νὰ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα εἶπον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1 καὶ θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργόν, ὅπως δεχθῇ καὶ ὁρισθῇ ὡς ἕδρα τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν, ἡ πόλις ποὺ θὰ ἔχῃ τὴν ἕδραν του ὁ Νομάρχης, πλὴν τῶν περιπτώσεων ἐκείνων, ποὺ θὰ ἔχῃ εὐρυτέραν δικαιοδοσίαν ὁ περιφερειακὸς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου.
§169Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἀντιμετωπίσθη, κύριε συνάδελφε, τὸ θέμα, ποὺ θίγετε, εἰς τὸ ἄρθρον.
§170Α. ΜΙΧΑΣ. Εἶπον, κύριε ὑπουργέ, ὅτι δὲν ἐγένετο δεκτόν, ὅταν τὸ ἐπρότεινον, εἰς τὸ ἄρθρον 1 καὶ τὸ θέτω ἐκ νέου εἰς τὸ συζητούμενον ἄρθρον 7, ὅπου εἶναι καὶ ἡ θέσις του.
§171Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε συνάδελφε, νὰ καθορισθῇ αὐτό, ἐκ τῶν προτέρων. Ἄλλωστε, ὑπάρχει καθιερωμένη γραμμὴ εἰς τὸ ἄρθρον 6 παράγραφος 1.
§172Α. ΜΙΧΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, ὁμιλῶ ἐκ πείρας, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ ἀντιμετωπίσω τεραστίας δυσχερείας ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἡ ἄλλη παρατήρησίς μου, ἀφορᾷ τὴν παράγραφον 5. Ὅπως εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, ἔδωσε μίαν διεύρυνσιν, ἀλλὰ ὄχι πλήρη. Μὲ τὸ ἐδάφιον γʹ, θὰ ἠδύνατο νὰ συμβῇ τὸ ἀντίθετον. Θὰ ἠδύνατο, λοιπόν, εἰς τὸ ἄρθρον 5, νὰ τεθῇ, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ μεταφορὰ ὑπηρεσιῶν εἰς τὸ Κέντρον, οὐχὶ ὅμως καὶ τὸ ἀντίθετον.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχει ὑποβληθῆ τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, ἐπὶ τῆς ὁποίας ζητεῖται καὶ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.
§174Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει καὶ ἀντίθετος τροπολογία, τοῦ κ. Δεσποτοπούλου. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, τί λέγει τὸ ἄρθρον 7; Τὸ ἄρθρον 7, θίγει δύο θέματα. Πρῶτον, συγχωνεύει καὶ καταργεῖ μονάδας τῆς διοικήσεως, πλὴν τῶν γενικῶν διευκολύνσεων. Ἐάν, δηλαδή, μία ὑπηρεσία ἔχῃ δύο τμήματα, νὰ δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ καταργῇ τὸ ἕνα ἢ νὰ συγχωνεύῃ καὶ τὰ δύο εἰς ἕνα, χωρὶς νὰ θίγεται κανεὶς ἐκ τοῦ ὑπηρετοῦντος εἰς τὰ τμήματα αὐτά, ἀπὸ τὸ προσωπικόν. Δεύτερον, λέγει τὸ ἄρθρον 7, ἡ ὀργάνωσις τῶν ἁρμοδιοτήτων δὲν γίνεται χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νόμου. Αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, θὰ πρέπει νὰ γίνεται δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεως. Τὸ πολὺ–πολύ, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς ἔπρεπε νὰ τὸ κάμνῃ, οὔτε κἂν ὁ ὑπουργός. Τρίτον, νὰ ὁρίζεται ἡ ἕδρα τῶν περιφερειακῶν διοικητικῶν μονάδων, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπεται ἡ μεταφορὰ εἰς τὴν Πρωτεύουσαν. Τέταρτον, νὰ καθορίζεται ἡ κατανομὴ τῶν τακτικῶν θέσεων, ἀπὸ τοῦ 7ου βαθμοῦ καὶ κάτω. Πέμπτον, νὰ καταργοῦνται τὰ Συμβούλια, πλὴν τῶν ὑπηρεσιακῶν, καὶ αἱ Ἐπιτροπαί. Αὐτὰ εἶναι, ποὺ ζητῶμεν ἐξουσιοδότησιν, διὰ Διατάγματος νὰ γίνουν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν παράγραφον 3, τὴν ὁποίαν ἔθιξεν ὁ κ. Δεσποτόπουλος. Αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὅταν τὴν ἐδιάβασα καὶ ἐγώ, εἶπον, ὅτι εἶναι πολὺ γενικὰ διατυπωμένη. Μοῦ ἐδόθη δέ, ἀπὸ τοὺς συντάξαντας, ἐξήγησις, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις ἐτέθη διὰ τὴν ρύθμισιν καθαρῶς δευτερευούσης σημασίας ζητημάτων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως, δημιουργεῖται ἡ ἀνησυχία, μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, σᾶς προτείνω τὴν ἑξῆς λύσιν: Νὰ ρυθμίζωνται κατὰ τρόπον τῶν κειμένων διατάξεων καὶ οἱαδήποτε ἄλλα θέματα, οὐσιαστικοῦ διοικητικοῦ περιεχομένου, μὴ ἀναφερόμενα εἰς τὰ ἀντικείμενα τῶν ἄρθρων 4 καὶ 5, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ μεγάλα θέματα καὶ ἀφοροῦν τὴν ἐσωτερικὴν λειτουργίαν τῶν ὑπηρεσιῶν. Μέσα εἰς τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5, εἶναι ὅλα τὰ μεγάλα θέματα. Συνεπῶς, ἀποσαφηνίζεται πλήρως, ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις, ἀφορᾷ ἐντελῶς δευτερευούσης σημασίας διοικητικὰ θέματα.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένουν οἱ κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν πρότασιν, περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας;
§176Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, δὲν ἐπιμένομεν.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7;
§178ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 7, ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ. Ἄρθρον 8. Ὁ κ. Γ. Πρίφτης, ἔχει τὸν λόγον.
§180Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Μίαν μόνον παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω, ἐπὶ τῆς παρ. 4 τοῦ ἄρθρου 8. Ἡ παρ. 4 τοῦ ἄρθρου 8, περιορίζει τὰς περιπτώσεις τῆς γνωμοδοτικῆς ἐπεμβάσεως τοῦ ΑΣΔΥ. Νομίζω, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἄρθρων 4 καὶ 5, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι περισσότεραι αἱ περιπτώσεις, τὰς ὁποίας νὰ χρειάζεται ἡ γνωμοδοτικὴ ἔκθεσις τοῦ ΑΣΔΥ. Λέγω, δηλαδή, ὅτι θὰ εἶναι καὶ ἄλλαι περιπτώσεις, ποὺ θὰ χρειάζωνται τὴν γνωμοδοτικὴν ἔκθεσιν τοῦ ΑΣΔΥ.
§181Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, πρόκειται περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ΑΣΔΥ, ὄχι περὶ περιορισμοῦ. Δὲν συνάγεται, ὅτι ἐξ ἀντιδιαστολῆς πρὸς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, παύουν οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἔχουν κατοχύρωσιν.
§182Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Ἐπέχει θέσιν ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, ἡ δήλωσις αὐτή;
§183Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Μάλιστα.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8, δεκτόν;
§185ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8, ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 9. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§187Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τὸ ἄρθρον 9, θὰ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν του, διότι λέγει: «Ἁρμοδιότητας ........ (ἀναγινώσκει) ........». Θὰ συμβῇ δέ, νὰ ἔχουν, διὰ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον, ἁρμοδιότητας καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός. Νομίζω δέ, ὅτι αἱ φράσεις: «Αἱ μεταβιβαζόμεναι ἁρμοδιότητες ....... (ἀναγινώσκει) .......», ἠμποροῦν νὰ ἀπαλειφθοῦν.
§188Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Ἀκριβῶς, ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος, ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, διὰ νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου, προτοῦ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 9. Διότι, ἐδῶ ἐμφανίζονται δύο παράλληλοι ἁρμοδιότητες, ἢ ὑπάρχουν ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λόγῳ φόρτου ἐργασίας, δὲν δύναται νὰ παρακολουθήσῃ, ὁπότε θὰ πρέπει νὰ τὰς μεταβιβάσῃ δι’ ἀποφάσεώς του εἰς ἕνα ἢ δύο ὑπουργούς, ἢ ὑπάρχουν ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας δύναται αὐτοπροσώπως νὰ παρακολουθῇ, ὁπότε θὰ τὰς παρακολουθῇ ὑπευθύνως ὁ ἴδιος. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἀποφασίζεται διὰ τοῦ ἄρθρου 9 ἡ εὐχέρεια, ὅπως δι’ ἀποφάσεώς του, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μεταφέρῃ τὰς εὐθύνας, διὰ τὴν παρακολούθησιν ὡρισμένων ἁρμοδιοτήτων εἰς ὑπουργόν, δὲν εἶναι δυνατὸν παραλλήλως νὰ ψηφίζωμεν ἡμεῖς, ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν εὐθύνην. Διότι, πρῶτον, πρακτικῶς, θὰ ὑπάρξῃ ὁπωσδήποτε σύγχυσις καὶ σύγκρουσις ἁρμοδιοτήτων καί δεύτερον, δὲν θὰ εἶναι ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πραγματοποιήσιμος, διότι ἡ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι θὰ κάμνῃ ἀναδιάρθρωσιν ὑπηρεσιῶν διὰ τὴν ὁμαλωτέραν διεξαγωγὴν τῶν ὑπηρεσιῶν, ἐνῷ ἐδῶ παρουσιάζεται τὸ ἀντίθετον φαινόμενον. Δι’ αὐτὸ νομίζομεν καὶ παρακαλοῦμεν τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ κάμῃ μίαν διευκρίνισιν σαφεστέραν, τῆς μεταβιβάσεως αὐτῶν τῶν ἁρμοδιοτήτων.
§189Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ διάταξις αὐτή, δὲν καθιερώνει διαρχίαν. Ἡ ἁρμοδιότης παραμένει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀναθέσῃ καὶ εἰς ἄλλον ὑπουργόν. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ εἰς τὰς ἁρμοδιότητας μεταξὺ ὑπουργοῦ καὶ ὑφυπουργοῦ, διότι μὲ τὸν 1761 καὶ μὲ τὸν συμπληρωματικὸν νόμον 1854, ἐκχωρεῖται ὡρισμένη ἁρμοδιότης εἰς τὸν κ. ὑφυπουργόν, ἀλλά, πάντως, ὁ ὑπουργὸς παρακολουθεῖ καὶ τὸν ἄλλον τομέα. Ὁ ὑπουργός, διὰ Διατάγματος, ἐπιτρέπει εἰς τοὺς Γενικοὺς Διευθυντάς, νὰ ἀσκοῦν ὡρισμένας ἁρμοδιότητας, αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει, ὅτι ἀπεκλείσθη τῆς ἁρμοδιότητος ὁ ὑπουργός. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ ἐδῶ. Ὅπως ὁ ὑπουργὸς διατηρεῖ τὴν ἁρμοδιότητά του, παρὰ τὸ ὅτι διὰ διαταγῆς του ἐπιτρέπει τὴν ὑπογραφὴν ὡρισμένων ἀποφάσεων εἰς ὑπηρεσιακοὺς παράγοντας, οὕτω καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς θὰ εἶναι δυνατὸν παραλλήλως νὰ ἀσκήσῃ τὰς ἁρμοδιότητάς του. Δηλαδή, ἡ ἁρμοδιότης παραμένει εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ἐπιτρέπει εἰς ἄλλο ὄργανον νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἁρμοδιότητά του.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9;
§191ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 9, ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 10. Ὁ κ. Ι. Σιαφλέκης, ἔχει τὸν λόγον.
§193Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Παρὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν δημιουργοῦνται νέαι θέσεις καὶ δὲν ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμός, ἐν τούτοις, διὰ τοῦ ἄρθρου 10, καθίσταται δυνατὴ ἡ πρόσληψις καὶ ἄλλων 10 ὑπαλλήλων εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον καὶ μὲ μεγάλους μάλιστα μισθούς. Ἀλλὰ καὶ πέραν τῆς διατάξεως αὐτῆς, διὰ τῆς παραγράφου 4 παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσλαμβάνῃ εἰδικὰ πρόσωπα διὰ μελέτας, ἐρεύνας κλπ. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν: Δὲν διαθέτει ὁ κρατικὸς μηχανισμὸς τῆς Χώρας εἰδικοὺς καὶ προσωπικότητας, ἱκανοὺς διὰ τὴν μελέτην καὶ ἔρευναν τῶν προβλημάτων τῆς Χώρας; Καὶ ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ πρόσληψις ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰδικῶν προσώπων; Ἔχομεν Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα διαθέτουν εἰδικοὺς ἐπιστήμονας, διὰ τὴν μελέτην τῶν γενικῶν προβλημάτων τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου, βάσει τῶν κειμένων νόμων, δύνανται νὰ προσληφθοῦν εἰδικοὶ ἐπιστήμονες, διὰ τὴν μελέτην ὡρισμένων θεμάτων, ὥστε νὰ περιττεύῃ ἡ ἐπιψήφισις τῆς διατάξεως ταύτης. Διὰ τῆς ψηφιζομένης διατάξεως, ἀντιθέτως, θὰ χορηγηθῇ ἡ δυνατότης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προσλάβῃ ἀπεριόριστον ἀριθμὸν εἰδικῶν προσώπων, χωρὶς νὰ καθορίζωνται, διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, οὔτε τὰ προσόντα, οὔτε τὸ ὕψος τοῦ μισθοῦ. Οὕτω θὰ δοθῇ ἡ δυνατότης εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁλοκληρώσῃ τὰ μέτρα τῆς εὐνοιοκρατίας της, εἰς βάρος τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπίσης, ἡ Κυβέρνησις, ἔχει τὴν δυνατότητα, τοὺς εἰδικοὺς ἐπιστήμονας, τοὺς ὁποίους διαθέτει ὁ κρατικὸς μηχανισμός, νὰ τοὺς στείλῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, πρὸς μετεκπαίδευσιν, δι’ ἐμπλουτισμὸν τοῦ ἐπιστημονικοῦ προσωπικοῦ τοῦ κρατικοῦ μας μηχανισμοῦ. Νομίζω, ὅτι ψηφίζοντες τὴν διάταξιν αὐτήν, δίδομεν τὴν δυνατότητα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δημιουργήσῃ παρ’ αὐτῇ ἕνα εἶδος ἄλλης Κυβερνήσεως, γεγονὸς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν συνταγματικὴν τάξιν. Ἡ ἐπιψήφισις τῆς διατάξεως ταύτης, θὰ εἶναι καὶ μία ἀναγνώρισις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν περιέχει εἰς τοὺς κόλπους της ἱκανὰ πρόσωπα νὰ κατευθύνουν καὶ νὰ ὀργανώσουν τὴν μελέτην καὶ τὴν ἔρευναν τῶν προβλημάτων καὶ ἔχει ἀνάγκην εἰδικῶν ἐγκεφάλων. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀπορρίψωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, διὰ νὰ περιφρουρήσωμεν τὸ δημόσιον χρῆμα, ἀπὸ ἐπενδύσεις καθαρῶς κομματικοῦ χαρακτῆρος.
§194Κ. ΜΑΡΗΣ. Διαφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα καὶ προτείνω τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θέσεων τῆς παραγράφου 2 εἰς 13. Εἴθισται, νὰ ἀποσπῶνται παρὰ τοῖς Ἀρχηγοῖς τῶν Κομμάτων, οἵτινες διετέλεσαν Πρόεδροι Κυβερνήσεων, ὑπάλληλοι ἀπὸ δημοσίας ὑπηρεσίας. Διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θέσεων εἰς 13, θὰ δύνανται οἱ 3 ὑπάλληλοι, νὰ διορίζωνται εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῶν τριῶν τέως Πρωθυπουργῶν, ὡς γραμματεῖς, ἀντὶ νὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ δημοσίας ὑπηρεσίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν.
§195Θ. ΛΥΜΠΕΡΙΔΗΣ. Ἡ διάταξις λέγει: «......... (ἀναγινώσκει) .........». Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἀνάγκη, οἱ προσλαμβανόμενοι νὰ εἶναι μόνον ἐπιστήμονες ἢ καὶ προσωπικότητες, ὑπὸ τὴν γνωστὴν ἔννοιαν, ὥστε νὰ συγχωρῆται, ἐπὶ τέλους, ἡ καθ’ ὑπέρβασιν πρόσληψίς των εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον, ἀλλὰ ἡ διάταξις ὁμιλεῖ περὶ προσώπων, ἐχόντων καὶ ἐπαγγελματικὴν κατάρτισιν ἢ εἰδικὴν πεῖραν κλπ. Ἀλλὰ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ κρατικὸς μας μηχανισμὸς ἔχει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του ὑπαλλήλους ὅλων τῶν εἰδικοτήτων. Διὰ τίνα λόγον, νὰ μὴ ἀποσπῶνται εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον ὑπάλληλοι, ἐκ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν; Ἡ διάταξις, ὅπως διατυποῦται, προκαλεῖ εὐλόγους ὑπονοίας. Ποῖα πρόσωπα εἶναι αὐτά, ὥστε νὰ προσληφθοῦν καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ἤδη ὑπαρχόντων δημοσίων ὑπαλλήλων;
§196Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 4 τοῦ ἄρθρου 10, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι καταπληκτική. Καὶ διερωτῶμαι, ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι τὴν εἰσηγοῦνται, ἔχουν πράγματι συνείδησιν τοῦ τί ἀκριβῶς διαλαμβάνεται εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἐπιτρέπεται ἡ δι’ ἀποφάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως χρησιμοποίησις, ὡς εἰδικῶν συνεργατῶν, προσώπων κλπ. Μέχρι ποίου ἀριθμοῦ; Ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἀπεριόριστος. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ, μίαν τοιαύτην διάταξιν; Νὰ δοθῇ δηλαδὴ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα, δὲν πρόκειται διὰ τὸν σημερινὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρόκειται διὰ πάντα Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διορίζῃ στρατιὰν ὁλόκληρον συμβούλων; Ἐπὶ ποίῳ τίτλῳ; Ἐπὶ τῷ τίτλῳ, ὅτι οἱ διοριζόμενοι ἔχουν εἰδικὴν ἐπαγγελματικὴν ἀπασχόλησιν καὶ κατάρτισιν; Καὶ θὰ διορίζωνται, χωρὶς κἂν νὰ προδιαγράφωνται τὰ ὅρια περίπου τῆς δικαιοδοσίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ κινοῦνται οἱ διοριζόμενοι; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ μία τοιαύτη διάταξις; Θὰ παρεκάλουν, νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις εἰς τὴν Βουλήν, σχετικῶς μὲ τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ εἶναι ἔτσι τὸ πρᾶγμα, ὡς τὸ ἀντιλαμβάνομαι ἐγώ. Λέγει ἡ διάταξις: «........... (ἀναγινώσκει) ...........». Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι εἰσηγοῦνται τὸ νομοσχέδιον, νὰ μᾶς εἴπουν: Πρόκειται περὶ ἀπεριορίστου ἀριθμοῦ ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους θὰ δύναται νὰ διορίζῃ ὁ ἑκάστοτε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ καθορίζῃ καὶ τοὺς μισθούς των καὶ τὰς λοιπὰς ἀπολαυάς των;
§197Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἡ πρόθεσις ἦτο, νὰ παρασχεθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἡ εὐχέρεια, νὰ προσλάβῃ ὡρισμένους συνεργάτας ἐπιτελικούς, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν βοηθοῦν εἰς τὸ προσωπικόν του ἔργον, εἰς τὴν προσωπικήν του ἐνημέρωσιν. Αὐτὴ ἦτο ἡ πρόθεσις. Ἐπειδὴ βλέπω, κύριε συνάδελφε, νὰ σᾶς γεννᾶται, ὡς καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ἀπορία καὶ γίνεται λόγος περὶ στρατιᾶς, κάμνω τὴν ἑξῆς πρότασιν, διὰ νὰ περιορίσωμεν τὴν στρατιάν, ὅπως εἴπατε, ἡ ὁποία οὐδέποτε θὰ φθάσῃ εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτόν, νὰ εἴπωμεν «ὅτι δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔχῃ τόσους εἰδικοὺς συνεργάτας, ὅσα εἶναι τὰ Ὑπουργεῖα». Ὁπότε ἐπιλύεται ἡ ἀπορία σας, ὡς πρὸς τὸν ἀριθμόν. Νὰ τὸν περιορίσωμεν, εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν Ὑπουργείων.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δέχεται τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ;
§199ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου. Δέχεται ἡ Βουλή, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§201ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 11.15′ μ.μ.).