1958.01.23
4,597 rows · 33,519 words · 271 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51η
ΠΕΜΠΤΗ 23 Ἰανουαρίου 1958
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.55′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναβάλλεται προσωρινῶς ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Ἀνδρεάδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§2Γ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Μπατρῖνος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Κονίτσας, Α. Παπαχρήστου, Δ. Πετροπουλάκης, Δ. Βρανόπουλος καὶ Σ. Λοϊζίδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Θανόπουλος, Δ. Καρατζένης, Π. Σταυρόπουλος καὶ Ν. Μήτρου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παραχωρήσεως Δημοσίων Δασῶν εἰς Κοινότητας, Συνδέσμους Κοινοτήτων, χωρικοὺς καὶ δασεργάτας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Βουδούρης καὶ Μ. Μυριδάκης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν κειμένων διατάξεων περὶ Ταμείου Συντάξεων Μηχανικῶν καὶ Ἐργοληπτῶν Δημοσίων Ἔργων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Πατσιαντᾶς, Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Εὐαγγέλου καὶ Γ. Σπηλιόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ἡμερομισθίων Ἐργατοτεχνιτῶν Δήμου Βόλου, ζητοῦντος τὴν χορήγησιν ἐπιδόματος ἀνθυγιεινῆς ἐργασίας διὰ τοὺς ἐργατοτεχνίτας ἀποκομιδῆς ἀπορριμμάτων, θνησκόντων ζώων, ὁδοκαθαριστάς, καθαριότητος Δημοτικῶν Ἀγορῶν καὶ γενικῶς διὰ τοὺς ἀπασχολουμένους μὲ τὸ ἔργον τοῦ καθαρισμοῦ ἀσκεπῶν χώρων, λόγῳ τῆς φύσεως τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἥτις τυγχάνει ἄκρως ἀνθυγιεινή. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης–Μαγνησίας κ. Γ. Κακαγιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Σιδηροδρομικῶν Θεσσαλίας, παραπονουμένων διὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν 22 ἐκτάκτων ἐργατῶν συντηρήσεως γραμμῶν, ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως περιφερείας Ἀθηνῶν καὶ ζητοῦντος ἐπαναπρόσληψιν αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Πετρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν εἰσπρακτόρων Ἀγραφυλακῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ζητούντων ἐπίλυσιν τοῦ αἰτήματος μονιμοποιήσεώς των κ.λ.π. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Τσιγάρας, Β. Ἐφραιμίδης καὶ Γ. Εὐαγγέλου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κουφαλίων Θεσσαλονίκης, ζητούντων ὅπως δοθῇ χάρις εἰς τὸν εἰς ἰσόβια καταδικασμένον συγχωριανόν των Ἀργύριον Πάντζιον. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Λύχνος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Ὁδοκαθαριστῶν Κερκύρας, ζητοῦντος χορήγησιν εἰς τὰ μέλη του ἐπιδόματος ἀνθυγιεινῆς ἐργασίας. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ὑπαλληλικοῦ Προσωπικοῦ Αὐτοκινήτων Ἑλλάδος, ζητούσης ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ κανονισμοῦ λειτουργίας τοῦ Ταμείου Συντάξεων Αὐτοκινητιστῶν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Αὐγερόπουλος καὶ Ε. Πρωϊμάκης, καταθέτουν ἀναφορὰν κατοίκων Ἀγρινίου, αἰτούντων τὴν ἀποφυλάκισιν τοῦ συνδημότου των Κ. Θ. Γεωργίου, κρατουμένου εἰς τὰς φυλακὰς Γυάρου. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Παν. Βαξεβάνη, ζητοῦντος ἄρσιν τῶν προσγενομένων εἰς τοὺς συνταξιούχους ἀδικιῶν κ.λ.π. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Πατσιαντᾶς, Κ. Τσιγάρας, καὶ Α. Λασκαρίδης, καταθέτουν ἀναφορὰς ἐκπροσώπων τῶν πληγέντων ἐκ τῆς κακοκαιρίας παραγωγῶν Ἄνω καὶ Κάτω Λεχωνίων, ὡς καὶ τῶν πέριξ Κοινοτήτων, ζητούντων ὅπως ληφθῇ μέριμνα ὑπὸ τοῦ Κράτους ἵνα διατεθοῦν πρὸς βιομηχανοποίησιν τὰ βεβλαμένα ἐκ τοῦ ψύχους προϊόντα των, ἐπίσης ὅπως χορηγηθοῦν παρὰ τῆς Α.Τ.Ε. ἐπαρκῆ μεσοπρόθεσμα καλλιεργητικὰ δάνεια, ἀναστολὴ ἢ εἴσπραξις τῶν παλαιῶν τοιούτων ἐπὶ πενταετίαν κ.λ.π. Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Ι) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Λαντζούνη. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13355) 11009) 19. 12.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Λαντζούνη, σχετικῶς μὲ τὴν χορήγησιν δανείου εἰς τὸν ἐν Μεσσήνῃ Συνεταιρισμὸν Ἀρτοποιῶν διὰ τὴν ἵδρυσιν ἀρτοποιείου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 283768) 24476) 21.12.1957 ἐγγράφου ἡμῶν πρὸς τὴν Δ)νσιν Πιστώσεων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, διεβιβάσαμεν ἀναφορὰν τοῦ ἀνωτέρω Συνεταιρισμοῦ καὶ ἐζητήσαμεν πληροφορίας περὶ τῆς τύχης τῆς ἀρχικῆς αἰτήσεώς του, περὶ χορηγήσεως δανείου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐγγράφου μας τούτου, ἐλάβομεν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 562563) 30.12.1057 ἔγγραφον τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, μετ’ ἀντιγράφου τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 554609) 23. 12.57 ἑτέρου τῆς Δ)νσεως Πιστώσεων πρὸς τὸ Ὑποκατάστημα Καλαμῶν, δι’ οὗ τοῦτο παρακαλεῖται ὅπως γνωρίσῃ πρὸς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος Συνεταιρισμὸν ὅτι δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ χορήγησις αὐτῷ τοῦ αἰτουμένου δανείου, βάσει τῶν ἐν ἰσχύϊ διατάξεων χρηματοδοτήσεως τῆς βιοτεχνίας, καθ’ ὅσον πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν κατασκευὴν ἐξ ἀρχῆς κτιρίου ἀρτοποιείου καὶ ἀγορὰν μηχανημάτων. Ἐπίσης ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει μόνη ἁρμοδία νὰ ἀποφασίσῃ εἶναι ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς ἣν δέον νὰ ὑποβληθῇ ἡ σχετικὴ αἴτησις, ὁπωσδήποτε ὅμως μέσῳ Ἐμπορικῆς τινος Τραπέζης διατεθειμένης νὰ χορηγήσῃ τὸ δάνειον. Συνημμένως διαβιβάζομεν ὑμῖν ἀντίγραφον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 283768) 24476) 57 ἐγγράφου ἡμῶν, ὡς καὶ τῶν ἀνωτέρω ἀναφερομένων ἐγγράφων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐπαναφέρομεν τὴν διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Δεκεμβρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΜΑΡΤΗΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Αὐγερινοῦ, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Η. Ἠλιοῦ. Ἔχομεν τὴν τιμήν, ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 129714 ἐ. ἔ. ἡμετέραν ἐντολὴν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Πειραιῶς ἀνακοινωθεῖσαν καὶ ὑμῖν, νὰ ἀποστείλωμεν ὑμῖν συνημμένως ἀντίγραφον τῶν ὑπ’ ἀριθ. 4481) ἐ. ἔ. πρακτικῶν καὶ ἀποφάσεως τοῦ Τριμελοῦς Πλημμελειοδικείου Πειραιῶς, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι ὁ αἰτησάμενος τὴν διακοπὴν ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς πάσχει ἐκ νόσου ἀνιάτου καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν νοεῖται διακοπή, ἥτις προβλέπεται ἀκριβῶς διὰ νὰ ὑποβληθῇ ὁ κατάδικος εἰς θεραπείαν πρὸς ἴασιν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Δεκεμβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Ἀριθ. 4481 Πρακτικὰ καὶ ἀπόφασις τοῦ Τριμελοῦς ἐν Πειραιεῖ Πλημμελειοδικείου Συνεδρίασις τῆς 24ης Ὀκτωβρίου 1957 Δικασταὶ κ.λ.π.: Νικ. Εὐστρατιάδης Προεδρεύων (κωλυομένων τῶν Προέδρων καὶ τῶν ἀρχαιοτέρων δικαστῶν), Δημ. Καμβύσης, Πρωτοδίκης καὶ Ἰωάν. Νικολόπουλος, ἔμμισθος Πάρεδρος (κωλυομένων τῶν λοιπῶν δικαστῶν), Ἀθ. Τρίπας, Ἀντεισαγγελεὺς (κωλυομένου τοῦ Εἰσαγγελέως), Κωνσταντῖνος Καμίνης Ὑπογραμματεὺς Αʹ. Αἰτῶν κατάδικος: Βασίλειος Κώτσαρης, κρατούμενος Δικαστικῆς Φυλακῆς Αἰγίνης. Ἀπών, ἀντιπροσωπευθεὶς διὰ συνηγόρου. Ἀντικείμενον: Αἴτησις διακοπῆς ἐκτιομένης ποινῆς ἰσοβίου καθείρξεως συνῳδὰ τοῖς ἄρθροις 557 καὶ 555 παρ. 2 Κ.Π.Δ., ἐπιβληθείσης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 194)1954 συγχωνευτικῆς ἀποφάσεως τοῦ Πενταμελοῦς Ἐφετείου Ἀθηνῶν ἐπὶ φόνοις. Ἔκθεσις Πρακτικῶν καὶ Ἀποφάσεως Ἐν τῇ σημερινῇ τοῦ Δικαστηρίου τούτου δημοσίᾳ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ συνεδριάσει ὁ κλητὴρ τοῦ ἀκροατηρίου τῇ ἐντολῇ τοῦ Προέδρου ἐξεφώνησε τὸ ὄνομα τοῦ αἰτοῦντος καταδίκου, ὅστις δὲν ἐνεφανίσθη, καίτοι νομίμως κλητευθείς. Ἐνταῦθα ἐνεφανίσθη ἡ δικηγόρος Ἀργυρὼ Δροσάκη καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι παρίσταται ὡς συνήγορος τοῦ ἄνω αἰτοῦντος δυνάμει ἐξουσιοδοτήσεως τούτου θεωρηθείσης ἀπὸ 24.10.1957 ἐξουσιοδοτήσεως τούτου θεωρηθείσης ἀπὸ 24. 10.1957 ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ἐγκληματικῶν Φυλακῶν Αἰγίνης, ἣν καὶ προσεκόμισε νομίμως. Ὁ Εἰσαγγελεὺς λαβὼν τὸν λόγον, ὅτι ἡ προκειμένη ὑπόθεσις εἰσάγεται μετ’ ἀναβολὴν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3500)57 ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου τούτου, προσθέσας ὅτι πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς ἐκλήτευσε τοὺς παρὰ πόδας τοῦ κατηγορητηρίου ἀναγραφομένους μάρτυρας ἀποδείξεως, ὧν τὰ ὀνόματα ὁ κλητὴρ τοῦ ἀκροατηρίου τῇ ἐντολῇ τοῦ Προέδρου ἐξεφώνησε καὶ εὑρέθησαν παρόντες. Ἀποχωρησάντων τοῦ ἀκροατηρίου, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 350 Κ. Π. Δικ., καὶ τῶν λοιπῶν μαρτύρων, παρέμεινεν ὁ πρῶτος μάρτυς, ὅστις ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου περὶ τῆς ταυτότητός του κ.λ.π., ἀπεκρίθη ὅτι ὀνομάζεται Ἀναστάσιος Συλλάνταβος, ἐγεννήθη ἐν Παρνασσίδι καὶ κατοικεῖ ἐν Ἀθήναις, ἐτῶν 49, ἰατροδικαστής, Ἕλλην καὶ Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος, γνωρίζει ἁπλῶς τὸν αἰτοῦντα καὶ δὲν συγγενεύει μετ’ αὐτοῦ, ἑπομένως ὡρκίσθη ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου κατὰ τὸ ἄρθρον 218 Κωδ. Ποινικῆς Δικονομίας καὶ ἐξετασθεὶς κατέθεσεν ὅτι: Τὸν ἔχω ἐξετάσει τὸν κατάδικον καὶ πάσχει ἀπὸ βαρεῖαν νόσον τῶν νεφρῶν. Φρονῶ ὅτι ἂν παραμείνῃ εἰς τὰς φυλακὰς αἱ συνθῆκαι θὰ ἐπιδεινώσουν τὴν κατάστασίν του. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις θεραπείας, ἀλλὰ παρατάσεως μόνον. Εἶναι συγγενὴς νόσος μὲ μοιραίαν ἔκβασιν. Δὲν ὑπάρχει νοσοκομεῖον εἰδικὸν διὰ τὴν θεραπείαν του. Πρόκειται περὶ χρονίας καὶ ἀνιάτου νόσου. Ἡ παραμονή του θὰ συντομεύσῃ τὸν θάνατον, ἤτοι αἱ συνθῆκαι τῶν φυλακῶν ἐπιταχύνουν τὸ μοιραῖον. Προσῆλθεν ἕτερος μάρτυς ἀποδείξεως, ὅστις ἐρωτηθεὶς ὡσαύτως ἀπεκρίθη ὅτι ὀνομάζεται Χαράλαμπος Ἐπαμ. Γρηγοράκης, ἐγεννήθη ἐν Πειραιεῖ καὶ κατοικεῖ ἐν Πειραιεῖ, ἐτῶν 55, οὐρολόγος ἰατρός, Ἕλλην καὶ Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος, γνωρίζει ἁπλῶς τὸν αἰτοῦντα καὶ δὲν συγγενεύει μετ’ αὐτοῦ, ἑπομένως ὡρκίσθη ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου κατὰ τὸ ἄρθρον 218 τοῦ Κώδικος Ποινικῆς Δικονομίας καὶ ἐξετασθεὶς κατέθεσεν ὅτι: Συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν συνάδελφόν μου Ἀν. Συλλάνταδον. Καὶ ἐγὼ ἐξήτασα τὸν κατάδικον, εἶμαι ἰατρὸς τῶν φυλακῶν. Πρόκειται περὶ νόσου χρονίας καὶ ἀθεραπεύτου καὶ δὲν φθάνει μέχρι τοῦ 50οῦ ἔτους ὁ ἀσθενής. Αἱ συνθῆκαι τῶν φυλακῶν θὰ ἐπιταχύνουν τὸ μοιραῖον. Ἡ δίαιτα ποὺ θὰ γίνῃ σπίτι του δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ εἰς τὰς φυλακάς. Ἐνταῦτα ὁ Γραμματεὺς τῇ προτάσει τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἐντολῇ τοῦ Προέδρου ἀνέγνω τὴν ὑπ’ ἀριθ. 739)610) 11.4.57 ἰατροδικαστικὴν ἔκθεσιν τοῦ ἰατροδικαστοῦ Πειραιῶς Ἀν. Συλλαντάδου καὶ Γεωργ. Συδέλη ἰατροῦ φυλακῶν Αἰγίνης. Ὁ Πρόεδρος ἠρώτησε τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὴν συνήγορον ἂν ἔχωσιν ἀνάγκην συμπληρωματικῆς ἐξετάσεως ἢ διασαφηνίσεως ἐν ἀρνητικῇ δὲ τούτων ἀπαντήσει ἐκήρυξε τὸ πέρας τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας. Ὁ Εἰσαγγελεὺς λαβὼν τὸν λόγον καὶ εὐθὺς ἀναπτύξας τὴν ὑπόθεσιν ἐπρότεινε τὴν ἀπόρριψιν τῆς αἰτήσεως τοῦ αἰτοῦντος–καταδίκου. Ἡ συνήγορος τοῦ καταδίκου λαβοῦσα τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξασα τὴν ὑπεράσπισιν ἐζήτησε τὴν παραδοχὴν τῆς αἰτήσεως τοῦ πελάτου της. Μεθ’ ὃ τὸ Δικαστήριον ἐν μυστικῇ διασκέψει παρόντος καὶ τοῦ Γραμματέως κατήρτισε καὶ διὰ τοῦ Προέδρου ἐδημοσίευεν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4481 ἐ. ἔ. ἀπόφασίν του ἔχουσαν οὕτω: Ἐπειδὴ νομίμως κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 560 παρ. 2 καὶ 551 παρ. 2 Κ.Π.Δ. ὁ αἰτῶν κατάδικος ἀντιπροσωπεύεται διὰ τῆς ἄνω συνηγόρου του. Ἐπειδὴ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 557 καὶ 555 παρ. 2 τοῦ Κ.Π.Δ. ἡ ἀρξαμένη ἐκτέλεσις τῆς στερητικῆς τῆς ἐλευθερίας ποινῆς διακόπτεται α) ἐὰν ὁ καταδικασθεὶς εὑρίσκεται ἕνεκα νόσου βαρείας εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἡ ἐκτέλεσις ἤθελεν ἐπιφέρει ἀνήκεστον βλάβην εἰς τὴν ὑγείαν του μέχρις οὗ παρέλθῃ ὁ κίνδυνος οὗτος, β) ἐὰν ὁ καταδικασθεὶς προσεβλήθη μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς καταδίκης ἐκ ψυχοπαθείας τοιαύτης, ὥστε ἕνεκα ταύτης νὰ μὴ ἔχῃ συνείδησιν τῆς ἐκτελουμένης ποινῆς. Ἵνα ὅθεν, διακοπῇ ἡ ποινὴ ἐν τῇ πρώτῃ τῶν ἄνω περιπτώσεων ἀπαιτεῖται νὰ ὑφίσταται νόσος βαρεῖα, ἤτοι τοιαύτη, ἧς δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ πρὸς ἀποτροπὴν ἀνηκέστου βλάβης τῆς ὑγείας τοῦ καταδικασθέντος νοσηλεία ἐν ταῖς φυλακαῖς ἢ ἐν εἰδικῷ διὰ τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένους ἱδρύματι, οἷον τὸ Νοσοκομεῖον Κρατουμένων, ἢ Φυλακὴ Σανατόριον κ.λ.π. ἢ καὶ ἐν νοσοκομείῳ ἄλλῳ κρατικῷ ἢ καὶ ἰδιωτικῷ ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς φυλακῆς λειτουργοῦντι. Ἐν ταὐτῷ ὅμως ἡ νόσος δέον νὰ εἶναι χρονία τοῦθ’ ὅπερ συνάγεται ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 560 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προϋποθετούσης δυνατότητα ἐμφανίσεως τοῦ αἰτοῦντος καταδίκου ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ὅλης διαδικασίας, μὴ συμβιβαζομένης πρὸς τὴν τυχὸν ἀνάγκην ἀμέσου νοσηλείας τοῦ νοσοῦντος νόσον ὀξεῖαν καταδίκου, ὡς καὶ ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 20 ἐδ. γʹ τοῦ ν. 2231)20 «περὶ φυλακῶν», προνοούσης καὶ περὶ ἀμέσου ἐν ἐπειγούσῃ ἀνάγκῃ μεταγωγῆς τοῦ καταδίκου ἀσθενοῦς εἰς τὸ ἐγγύτερον νοσοκομεῖον πρὸς νοσηλείαν, ὥστε δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ περὶ διακοπῆς τῆς ποινῆς διάταξις ἐπὶ ὀξείας νόσου. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς προδιαληφθείσης διατάξεως, ἀπαιτεῖται ὅπως ἡ νόσος μὴ εἶναι ἀνίατος, διότι ἄλλως ἡ διακοπὴ εἶναι ἄσκοπος, ταύτης, ὡς καὶ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου προκύπτει, ἀποσκοπούσης εἰς τὴν ἀποτροπὴν ἀνηκέστου βλάβης εἰς τὴν ὑγιείαν τοῦ καταδίκου (Ἄγγ. Μπουροπούλου Ἑρμ. Κώδ. Ποιν. Δικ. ὑπ’ ἄνω ἄρθρα, Ἐγκ. Ὑπ. Δικ. 6)1956 «Ποιν. Χρονικὰ» ΣΤʹ σ. 111). Ἐπειδὴ ἐκ τῆς ἐν γένει περὶ τὴν ἀπόδειξιν κυρίας διαδικασίας, τῶν καταθέσεων τῶν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τούτου ἐξετασθέντων ἐνόρκως μαρτύρων Ἀναστασίου Συλλαντάδου, ἰατροδικαστοῦ Πειραιῶς, Χαραλάμπους Γρηγοράκη, ἰατροῦ οὐρολόγου, τῆς ἀναγνωσθείσης ὑπ’ ἀριθ. 739) 610)1957 ἰατροδικαστικῆς ἐκθέσεως τοῦ ἰατροδικαστοῦ Ἀν. Συλλαντάδου, καὶ Γεωργ. Ξυδέα, ἰατροῦ Φυλακῶν Αἰγίνης, καὶ τῆς λοιπῆς ἐν γένει συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως προέκυψεν ὅτι ὁ αἰτῶν κατάδικος πάσχει ἐκ πολυκυστικῶν νεφρῶν, νόσου ἀνιάτου. Περὶ τῆς τοιαύτης φύσεως τῆς νόσου ὡς μὴ ἰασίμου καταθέτουν ἀμφότεροι οἱ ἐξετασθέντες μάρτυρες ἰατροί. Τῶν πραγματικῶν τούτων περιστατικῶν δεδομένων, δὲν ὑφίστανται ἐν προκειμένῳ πᾶσαι αἱ προϋποθέσεις ἐφαρμογῆς τῶν ἄνω διατάξεων περὶ διακοπῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς τοῦ αἰτοῦντος καταδίκου, ἐφ’ ὅσον ἀπεδείχθη καὶ ἐπείσθη τὸ Δικαστήριον, ὅτι ἡ νόσος ἐξ ἧς οὗτος πάσχει εἶναι ἀνίατος. Δέον, ὅθεν, ὅπως ἡ ὑπὸ κρίσιν αἴτησις ἀπορριφθῇ, ὡς οὐσία ἀβάσιμος κατὰ τὴν περὶ τούτου νόμιμον καὶ βάσιμον πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἐπιβληθῶσι τὰ ἔξοδα καὶ τέλη τῆς παρούσης εἰς βάρος τοῦ αἰτοῦντος. Διὰ ταῦτα Δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως ὡς νόμιμον. Ἀπορρίπτει τὴν ἀπὸ 15 Μαρτίου ἐ. ἔ. αἴτησιν τοῦ καταδίκου Φυλακῶν Αἰγίνης Βασιλείου Κώτσαρη περὶ διακοπῆς τῆς ἐκτιομένης ποινῆς ἰσοβίου καθείρξεως, τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 194)54 συγχωνευτικῆς ἀποφάσεως τοῦ Πενταμελοῦς Ἐφετείου Ἀθηνῶν ἐπὶ φόνοις. Ἐπιβάλλει τὰ ἔξοδα καὶ τέλη τῆς σημάνσεως τῷ Δημοσίῳ. Ἐκρίθη, ἀπεφασίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν Πειραιεῖ τῇ 24ῃ Ὀκτωβρίου 1957.
Ὁ Προεδρεύων
ΝΙΚ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ
Ὁ Ὑπογραμματεὺς
ΚΩΝ. ΚΑΜΙΝΗΣ
Ἀκριβὲς ὑπηρεσιακὸν ἀντίγραφον Ἐν Πειραιεῖ τῇ 30 Νοεμβρίου 1957 Ὁ Ὑπογραμματεὺς Αʹ.
(Τ. Σ.) Κ. ΚΑΜΙΝΗΣ
ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Πατσιαντᾶ καὶ Α. Μπριλλάκη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὡς ἄνω σημειουμένου ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 799 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Πατσιαντᾶ καὶ Α. Μπριλλάκη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι α) διὰ τὸ Ἐθνικὸν Στάδιον Βόλου διετέθησαν μέχρι σήμερον ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς του δρχ. ἓν ἑκατομμύριον τριακόσιαι εἴκοσι πέντε χιλιάδες (1.325.000), β) τὸ θέμα τῆς συνάψεως δανείου ἐκ μέρους τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων ἐκκρεμεῖ παρὰ τῷ Κυβερνητικῷ Οἰκονομικῷ Συμβουλίῳ οὗ ἐζητήθη ἡ σύμφωνος γνώμη συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Α. Ν. 747)45 καὶ τοῦ Ν. Δ. 150)46. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Λαντζούνη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13252) 17.12.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 722 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Λαντζούνη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐκ τοῦ 3ταξίου δημοτικοῦ Σχολείου Διοδίων ἀπεσπάσθη ἡ μία δημοδιδασκάλισσα εἰς 2τάξιον δημοτικὸν Σχολεῖον Στρέφι τὸ ὁποῖον ἐλειτουργοῦσε μὲ ἕνα δημοδιδάσκαλον καὶ μὲ 136 φοιτοῦντας μαθητάς. Ἤδη ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν Δημοτικῶν Σχολείων Μεσσήνης εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὁποίου ἀνήκει ἡ ἐνέργεια ἀποσπάσεων δημοδιδασκάλων ἐντὸς τῆς περιφερείας του διετάχθη ὅπως προβῇ εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας διὰ τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἀποσπάσεως τῆς περὶ ἧς πρόκειται δημοδιδασκαλίσσης ἐκ τοῦ δημοτικοῦ Σχολείου Διοδίων καὶ ἀποσπάσῃ ἕτερον δημοδιδάσκαλον διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ δημοτικοῦ Σχολείου Στρέφι ἐξ ἑτέρου πολυταξίου σχολείου ἔχοντος ὀλιγωτέρας ἀνάγκας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Β. Θανασέκου, Α. Πατσιαντᾶ καὶ Γ. Σπηλιοπούλου. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 803 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Β. Θανασέκου, Γ. Σπηλιοπούλου καὶ Α. Πατσιαντᾶ, σχετικῶς μὲ τὴν χορήγησιν πιστώσεως διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ διδακτηρίου τοῦ ἐν Βόλῳ ἀνεγειρομένου Κυπρίου Γυμνασίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι καταβάλλεται προσπάθεια, ἵνα χορηγηθῇ ποσὸν δραχ. 1.000.000 πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἐργασιῶν του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
δ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Πατσιαντᾶ, Γ. Σπηλιοπούλου καὶ Β. Θανασέκου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 21 ἐ. ἔ. ἡμετέρου ἐγγράφου καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ τῆς κατατεθείσης ἡμῖν καὶ καταχωρηθείσης ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. βιβλ. ἐρωτήσεων 784 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Πατσιαντᾶ, Γ. Σπηλιοπούλου καὶ Β. Θανασέκου, περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς ἐκπαιδευτικῆς εἰσφορᾶς τῶν μαθητῶν τοῦ Νομοῦ Μαγνησίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 113. 693)19.9.57 ἡμετέρου ἐγγράφου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὴν ἔγκρισιν ἀπαλλαγῆς τῶν μαθητῶν τοῦ Νομοῦ Μαγνησίας ἐκ τῆς ἐκπαιδευτικῆς εἰσφορᾶς τοῦ Ν. Δ. 3558)56 ἄνευ προσαγωγῆς τοῦ ἀπαιτουμένου πιστοποιητικοῦ ἀπορίας, τὸ ἀνωτέρω Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 237236)10.1057 ἐγγράφου του, δὲν συνεφώνησε διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ πιστοποιητικοῦ ἀπορίας, διότι οὕτω θὰ ἀπηλλάσσοντο πάντες οἱ μαθηταὶ εὔποροι καὶ ἄποροι τῆς σεισμοπλήκτου περιοχῆς τοῦ Νομοῦ Μαγνησίας καὶ οὕτω θὰ ἐδημιουργεῖτο ἀπαρχὴ καταργήσεως τοῦ πιστοποιητικοῦ ἀπορίας καὶ τῶν λοιπῶν περιπτώσεων. Δὲν παραλείπομεν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 46984) 59 κοινῆς ἀποφάσεως ἡμῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παράγραφος 5 ἄρθρον 2, προβλέπεται ἡ ὁλικὴ ἀπαλλαγὴ τῆς ἐκ τῆς ἐκπαιδευτικῆς εἰσφορᾶς τοῦ ἀνωτέρω Νομ. Διατάγματος τῶν μαθητῶν τῆς σεισμοπλήκτου ταύτης περιοχῆς, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι τυγχάνουσιν ἄποροι. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ε) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Πατσιαντᾶ, Γ. Σπηλιοπούλου καὶ Β. Θανασέκου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 58 ἐ. ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ τῆς κατατεθείσης ὑμῖν καὶ καταχωρηθείσης ὑπ’ αὔξ. ἀριθμὸν βιβλίου ἐρωτήσεων 796 ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Πατσιαντᾶ, Γ. Σπηλιοπούλου καὶ Β. Θανασέκου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ Γυμνασιακὸν Παράρτημα Βελεστίνου–Μαγνησίας ὅσον καὶ τῶν ὑφισταμένων Παραρτημάτων καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ἐνεκρίθη ἡ λειτουργία τῇ αἰτήσει τῶν Γονέων καὶ Κηδεμόνων πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν τέκνων των καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν καταβολῆς ὑπὸ τούτων πάντων τῶν ἐξόδων λειτουργίας. Εἰς τὰ ἐν λόγῳ Παραρτήματα παρὰ τὴν ἀνωτέρω προϋπόθεσιν τὸ ὑμέτερον Ὑπουργεῖον ἀποσπᾷ καθηγητὰς ἐκ τῶν Γυμνασίων διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν Παραρτημάτων καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τοῦτο ἀποβαίνει εἰς βάρος τῶν κεντρικῶν Γυμνασίων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΥ) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημ. Ἔργων. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Σχινᾶ. Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑμετέρου ὑπ’ ἀριθ. 13081) 14.12.57 ἐγγράφου διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθ. 673 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Σχινᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ὡς ἀνέφερεν ὁ Νομομηχανικὸς Λακωνίας εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς Διεύθυνσιν Γ3 διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7) 4.1.1958 ἀναφορᾶς του, ἡ μὴ σύνταξις τοῦ κτηματολογίου τῶν καταληφθέντων κτημάτων πρὸς διάνοιξιν τῆς ὁδοῦ Σπάρτης– Καλαμῶν ὀφείλεται εἰς ἔλλειψιν στοιχείων, δεδομένου ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ἐργασία ἐξετελέσθη κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ συμμοριτοπολέμου καὶ ἐντεῦθεν. Ἤδη εἰδοποιήθησαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ὑποβάλουν σχετικὰ πρὸς σύνταξιν τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Πατσιαντᾶ, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐν θέματι ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 805 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Πατσιαντᾶ, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Β. Ἐφραιμίδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: 1. Δὲν πρόκειται περὶ ἀπολυθέντων δύο ἰατρῶν τοῦ τέως Δικτύου Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, ἀλλ’ ἰδίᾳ βουλήσει ἀπομακρυνθέντων ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἤδη ἀπὸ 6.12.57 ἐγένετο ἀναπλήρωσις τοῦ ἑνὸς καὶ ἀπὸ 15.1.58 καὶ τοῦ ἑτέρου. 2. Οὐδεὶς ἐκ τῶν πλεοναζόντων εἴκοσι δύο ἐργατῶν τοῦ Τμήματος Βόλου ἀπελύθη. Οὗτοι συνεψηφίσθησαν μὲ κενὰ ὑπολοίπου δικτύου Σ.Ε.Κ. 3. Μονιμοποίησις εἰς βαθμὸν ἀνώτερον τοῦ εἰσαγωγικοῦ δὲν ἐπιτρέπεται καθ’ ὅσον ὑπὸ τοῦ ν. 1811)51 ὁρίζεται, ὅτι ἀνώτεροι τοῦ εἰσαγωγικοῦ βαθμοὶ καταλαμβάνονται μόνον διὰ προαγωγῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΧΡ. ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ
γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου. Κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 133)93) 7.1.58 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 822) 30.12.57 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χρ. Παπασταύρου, σχετικῶς μὲ τὸν τόπον ἐγκαταστάσεως τῶν Κοινοτικῶν τηλεφώνων τῶν Νομῶν Ἄρτης, Ἰωαννίνων καὶ Θεσπρωτίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν ὅτι ἐκ τῶν 304 Κοινοτικῶν Τηλεφωνείων τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν λειτουργείᾳ εἰς τοὺς προαναφερομένους Νομοὺς μόνον 59, ἤτοι εἰς ποσοστὸν 19,4 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν εἶναι ἐγκατεστημένα εἰς καταστήματα, τὰ δὲ ὑπόλοιπα εἶναι ἐγκατεστημένα εἰς Κοινοτικὰ γραφεῖα, Σχολεῖα, οἰκίας, Σταθμοὺς Χωροφυλακῆς κ.λ.π. Ἡ ἐπιλογὴ τῶν χώρων ἐγκαταστάσεως τῶν Κοινοτικῶν Τηλεφωνείων ὡς καὶ τῶν καταλλήλων προσώπων διὰ τὴν ἀνάθεσιν τῆς διευθύνσεως αὐτῶν γίνεται πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων καὶ μὲ κριτήριον τὴν ἐξασφάλισιν τῶν καλυτέρων δυνατῶν συνθηκῶν λειτουργίας τῶν τηλεφωνείων. Δέον ὅμως νὰ σημειωθῇ, ὅτι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ ἐγκατάστασις τῶν τηλεφωνείων εἰς δημοσίους χώρους (Κοινότητας, Σχολεῖα κ.λ.π.) εἴτε διότι δὲν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι εἰς ἅπαντα τὰ χωρία καὶ τοὺς συνοικισμούς, εἴτε διότι τὰ ἐνδιαφερόμενα πρόσωπα (Πρόεδροι, γραμματεῖς Κοινοτήτων, δημοδιδάσκαλοι) δὲν δέχονται ἢ δὲν εἶναι κατάλληλοι νὰ ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν τῶν τηλεφωνείων, τέλος δὲ διότι οἱ χῶροι τῶν οἰκείων καταστημάτων δὲν εἶναι προσιτοὶ εἰς τὸ κοινὸν δι’ ὅλας τὰς ἡμέρας. Συνημμένως διαβιβάζομεν ὑμῖν σχετικὸν πίνακα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΧΡ. ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ
δ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Σκυλλάκου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐν θέματι ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 700 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἡλ. Σκυλλάκου, περὶ χορηγήσεως ἀδειῶν κυκλοφορίας διὰ λεωφορεῖα ἢ ἐπιβατικὰ δημοσίας χρήσεως εἰς τοὺς καρραγωγεῖς καὶ ἁμαξηλάτας τοῦ Νομοῦ Λαρίσης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι αἱ ὡς ἄνω ἄδειαι χορηγοῦνται βάσει τῶν διατάξεων τῆς κειμένης νομοθεσίας. Πλὴν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον ἐξετάζει μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς τὸ θέμα τῶν καρραγωγέων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΧΡ. ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ
ε) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Γαρουφαλιᾶ. Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑμετέρου ὑπ’ ἀριθ. 13522)23.12.57 ἐγγράφου διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθ. 766 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Γαρουφαλιᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι: 1) Ἡ ὁδὸς Ἄρτης–Ραδοβυζίων–Καρδίτσης δὲν ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐθνικὴ ὁδὸς καθ’ ὅσον τότε θὰ εἴχομεν δύο ὁδοὺς ἐθνικὰς πρὸς τὴν αὐτὴν κατεύθυνσιν, τὴν χαρακτηρισθεῖσαν ὡς τοιαύτην Ἄρτης–Τρικάλων καὶ τὴν προτεινομένην. 2) Ἡ ὁδὸς Ἄρτης–Τζουμέρκων ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐπαρχιακὴ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ὁδοῦ τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Κωστῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐν θέματι ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 716 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Κωστῆ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι 1) ἡ ὁροθέτησις τῶν ἐκτάσεων τοῦ δικτύου Σ.Ε.Κ. — Δημοσίου ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων διαγραμμάτων ἀπαλλοτριώσεων. Τῶν ἐκτάσεων τούτων αἱ προσήκουσαι ἀποζημιώσεις κατεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. 2) Οἱ Σ.Ε.Κ. ἤγειρον διεκδικητικὰς ἀγωγὰς κατὰ ἰδιωτῶν οἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον κατεπάτησαν ἐλευθέρας ἐκτάσεις τοῦ Δικτύου–Δημοσίου παρὰ τὸν Σιδηροδρομικὸν Σταθμὸν Λαμίας καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἐκτάσεις κατεβλήθησαν αἱ προσήκουσαι ἀποζημιώσεις ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΧΡ. ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ
ζ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ταλιαδούρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐν θέματι ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 747 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Κωστ. Ταλιαδούρη, περὶ ἐπανδρώσεως τῶν συσταθέντων Ταχυδρομικῶν Γραφείων Κηπουργιοῦ καὶ Ἁγίου Γεωργίου Γρεβενῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς λειτουργίας των θὰ γίνῃ εὐθὺς ὡς χορηγηθῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ἡ αἰτηθεῖσα πρὸς τοῦτο πίστωσις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΧΡ. ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ
η) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Σπηλιοπούλου, Ι. Παπαδημητρίου Β. Θανασέκου καὶ Α. Πατσιαντᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐν θέματι ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 735 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Σπηλιοπούλου, Ι. Παπαδημητρίου, Β. Θανασέκου καὶ Α. Πατσιαντᾶ, περὶ χορηγήσεως πέντε ἀδειῶν κυκλοφορίας φορτηγῶν (ἀνατρεπομένων) αὐτοκινήτων δημοσίας χρήσεως κ.λ.π. εἰς τὸν Σύλλογον Φορτοεκφορτωτῶν καὶ Ἡνιόχων Διτρόχων Κάρρων Οἰκοδομησίμων Ὑλῶν «Ὁ Ἅγιος Νικόλαος», ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: 1) Διὰ τὰ ἐπιταχθέντα ζῶα κατὰ τὸν Ἑλληνοϊταλικὸν πόλεμον, δίδεται ἀποζημίωσις. 2) Ἄδειαι κυκλοφορίας διὰ φορτηγὰ αὐτοκίνητα δημοσίας χρήσεως δὲν χορηγοῦνται λόγῳ τοῦ ὑφισταμένου κορεσμοῦ, πλὴν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον ἐξετάζει μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς τὸ θέμα τῶν καρραγωγέων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΧΡ. ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ
Γ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Η. Ἡλιοῦ, Γ. Αὐγεροπούλου, Ι. Παπαδημητρίου Ε. Πρωϊμάκη καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 8.1.1958 ὑπ’ ἀριθ. 852 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Η. Ἡλιοῦ, Γ. Αὐγεροπούλου κ.λ.π., νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Α. Ν. 526)1947 περὶ νομιμοφροσύνης τῶν δημοσίων καὶ τῶν λοιπῶν εἰδικῶν νόμων, δι’ ὧν ἐθεσπίσθησαν βεβαιώσεις νομιμοφροσύνης διὰ τοὺς ἐπιδιώκοντας τὴν ἄσκησιν ἐνίων ἐπαγγελμάτων, ἐγένετο εὐρυτάτη συζήτησις κατὰ τὰς συνεδριάσεις 19–22–26 καὶ 29 Μαρτίου, καὶ 2–5 καὶ 9 Ἀπριλίου 1957 καθ’ ἃς συνεζητήθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 149 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Παπασπύρου, Ἀλλαμανῆ, Καλκάνη καὶ Ἡλιοῦ περὶ τῶν μέτρων ἐσωτερικῆς εἰρηνεύσεως κ.λ.π. Κατὰ τὰς ἐν λόγῳ συνεδριάσεις ἀνεπτύχθησαν ἐκτενῶς αἱ Κυβερνητικαὶ ἀπόψεις καὶ ἡ γραμμὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω θέματος. Εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν ἐν λόγῳ συνεδριάσεων παραπέμπομεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡμετέραν ἁρμοδιότητα, τοὺς ἐρωτῶντας κ. κ. βουλευτάς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Γ. Σπηλιοπούλου καὶ Ε. Πρωϊμάκη. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 253 ἀπὸ 9.1.58 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Γ. Σπηλιοπούλου καὶ Ε. Πρωϊμάκη, σχετικῶς μὲ τὸ ἐν περιλήψει θέμα, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἐν Ἁγίῳ Εὐστρατίῳ λειτουργεῖ πλήρης Ὑγειονομικὴ Ὑπηρεσία τοῦ Ε.Ε.Σ. καὶ Νοσηλευτήριον διὰ τοὺς ἐκτοπισμένους, διευθυνόμενα παρ’ ἰατροῦ. Οἱ ἐκ τῶν ἐκτοπισμένων ἀσθενοῦντες ἐξετάζονται παρὰ τοῦ ὡς ἄνω ἰατροῦ καὶ διαπιστουμένης τῆς ἀσθενείας των μετάγονται ἀμέσως πρὸς νοσηλείαν ἢ ἐγχείρησιν, ἂν τοιαύτης ἔχουσιν ἀνάγκην, εἰς τὰ πλησιέστερα Κρατικὰ Νοσοκομεῖα Λήμνου καὶ Μυτιλήνης. Εἰς περίπτωσιν δὲ ἀσθενειῶν, δι’ ἃς ἀπαιτεῖται εἰδικότης ἰατρική, μὴ ὑφισταμένη παρὰ τοῖς ὡς ἄνω Νοσοκομείοις, προωθοῦνται ἐνταῦθα καὶ εἰσάγονται εἰς τὰ Νοσοκομεῖα τῶν Ἀθηνῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Γ. Σπηλιοπούλου, Ε. Πρωϊμάκη καὶ Β. Θανασέκου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 260 ἀπὸ 5.1.58 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διαβιβάζετε ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Γ. Σπηλιοπούλου, Ε. Πρωϊμάκη καὶ Β. Θανασέκου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: 1. Κρατοῦνται σήμερον ἐν ἐκτοπίσει εἰς Ἅγιον Εὐστράτιον ἐν συνόλῳ 432 ἄτομα, ἐξ ὧν 419 ἄνδρες καὶ 13 γυναῖκες. Ταῦτα εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἡγετικὰ στελέχη τοῦ κομμουνισμοῦ, δράσαντα ἐνεργῶς κατὰ τὴν ἀνταρσίαν καὶ ἐκδηλωθέντα καὶ μετέπειτα κατὰ τρόπον δημιουργοῦντα κίνδυνον εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας. Ἅπαντες ἔχουσιν ἐκτοπισθῆ δυνάμει ἀποφάσεων τῶν οἰκείων Ε.Δ.Α. Νομῶν, ἀπαρτιζομένων κατὰ πλειοψηφίαν ὑπὸ δικαστικῶν λειτουργῶν, αἱ ἀποφάσεις τῶν ὁποίων ἐπικυροῦνται καὶ ὑπὸ τῶν παρ’ ἑκάστῳ Ἐφετείῳ λειτουργουσῶν Δευτεροβαθμίων Ἐπιτροπῶν. 2. Ὅσοι ἐκ τούτων ὑπόσχονται νομιμόφρονα διαβίωσιν λαμβάνουν ἄδειαν διὰ τὰς ἑστίας των καὶ ἐφ’ ὅσον μετέπειτα ἤθελε διαπιστωθῆ, ὅτι διαβιοῦσιν ἡσύχως καὶ νομοταγῶς, ἀπολύονται ὁριστικῶς, διακοπτομένου τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς ἐκτοπίσεώς των. 3. Ὁμαδικὴ ἀπόλυσίς των δὲν ἐνδείκνυται ἐκ λόγων προστασίας τῆς ἐθνικῆς ἀσφαλείας, καθ’ ὅσον θὰ ἐπακολουθήσῃ ἐνίσχυσις τῶν κατασκοπευτικῶν καὶ ἀνατρεπτικῶν ὀργανώσεων τοῦ κομμουνισμοῦ, αἵτινες, ὡς γνωστόν, ἰδιαιτέρως καὶ σοβαρῶς ἀπασχολοῦσι τὰς ὑπηρεσίας Ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Προσφάτως, ἄλλωστε, διεπιστώθη, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀπολυθέντων, καθοδηγούμενοι ὑπὸ τοῦ παρανόμου μηχανισμοῦ τοῦ Κ.Κ.Ε. ἐργάζονται ἀνατρεπτικῶς κατὰ τοῦ κρατοῦντος κοινωνικοῦ καθεστῶτος (σύλληψις ἀδειούχου ἐκτοπισμένου Κωσταράκου Πέτρου, δρῶντος εἰς ἀνακαλυφθὲν κατασκοπευτικὸν δίκτυον καὶ συνεργατῶν του). Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
VI) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ζάκκα. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10530)2.11.1957 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ἀπὸ 29.1.1958 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ζάκκα (ἀριθ. βιβλ. ἐρωτ. 227) σχετικῶς μὲ τὴν ἰατρικὴν περίθαλψιν τῶν ἠσφαλισμένων Ι.Κ.Α., τῆς συνοικίας Ἁγίου Φανουρίου Νέων Λιοσίων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, καθ’ ἃ ἀνέφερεν ἡμῖν τὸ Ι.Κ.Α., τὰ ἀκόλουθα: Διὰ τὴν ἀρτιωτέραν ἰατρικὴν περίθαλψιν τῶν ἠσφαλισμένων τοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ ἀνέθεσε ταύτην εἰς ἰατροὺς κατοικοῦντας εἰς τὸν τομέα ὃν ἐξυπηρετοῦν. Εἰς τὴν συνοικίαν Νέων Λιοσίων προσφέρει τὰς ὑπηρεσίας του εἰς ἠσφαλισμένους τοῦ Ἱδρύματος ὁ ἰατρὸς Ἀναστασάκης, κάτοικος τῆς συνοικίας ταύτης. Εἰς τὴν συνοικίαν Ἁγίου Φανουρίου δὲν κατοικεῖ ἰατρός, διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον ἀνετέθη ἡ ἰατρικὴ περίθαλψις τῶν ἠσφαλισμένων τῶν κατοικούντων εἰς τὴν συνοικίαν ταύτην εἰς τὸν ἰατρὸν Θεοδωράκην, ἐξ ἄλλης συνοικίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη, περὶ κυρώσεως ἀποφάσεων ἐπεκτάσεως Ἐπικουρικοῦ Ταμείου Ἐξόδου Γερόντων καὶ Ἀνικάνων Ἐργατῶν Μετάλλου. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 12539)5.12.57) 12. 761)3467)16.12.57 καὶ 13485)3675)31.12.57 ὑμετέρων ἐγγράφων καὶ τῆς ἀπὸ 2.12.1957 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 68)57 ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, κρινάσης ὅτι ἡ δι’ ὑπουργικῶν ἀποφάσεων ἐπέκτασις τοῦ Ἐπικουρικοῦ Ταμείου Ἐξόδου Γερόντων καὶ Ἀνικάνων Ἐργατῶν Μετάλλου, δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 11.11.1935 νομοθ. Διατάγματος, καθ’ ὅσον κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο ἡ ἐπέκτασις γίνεται διὰ Β. Διαταγμάτων, κατηρτίσαμεν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως ἀποφάσεών τινων τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς νομοθεσίας καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ «Ἐπικουρικοῦ Ταμείου Ἐξόδου Γερόντων καὶ Ἀνικάνων Ἐργατῶν Μετάλλου», τὸ ὁποῖον διεβιβάσαμεν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα Συντονισμοῦ καὶ Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Οἰκονομικῶν ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπήν. Ἤδη ἐλάβομεν τὰς ἐκθέσεις τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Οἰκονομικῆς ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπῆς, ἐντὸς δὲ τῶν προσεχῶν ἡμερῶν θέλομεν καταθέσει τὸ ὡς ἄνω σχέδιον νόμου εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν. Τὰ ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφερόμενα περὶ διακοπῆς τῆς συντάξεως τῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας συνταξιούχων τοῦ ὡς ἄνω Ταμείου μετεβιβάσθησαν ὑμῖν ἐσφαλμένως, καθ’ ὅσον ἐπὶ σχετικοῦ ἐρωτήματος τοῦ Ταμείου, διετάξαμεν τοῦτο, ὅπως ἐν ὄψει τῆς νομοθετικῆς ρυθμίσεως τοῦ θέματος, συνεχίσῃ τὴν καταβολὴν τῶν ὑπὸ τοῦ Δ. Σ. αὐτοῦ χορηγηθεισῶν συντάξεων, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ
VII) Τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Σκυλλάκου. Ἐπὶ τῆς διαβιβασθείσης διὰ τοῦ ὑπὸ τὰ ἐν ἐπικεφαλίδι στοιχεῖα ἐγγράφου σας ἐρωτήσεως ὑπ’ ἀριθ. 714 τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Σκυλλάκου, ἐν σχέσει πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ ἐργοστασίου χαρτομάζης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, ὡς ἐπληροφορήθημεν ἐκ τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. (ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. 3872) 23.12.57) τὸ Συμβούλιον τοῦ Ὀργανισμοῦ τούτου, κατόπιν μελέτης τῆς προσφορᾶς τοῦ Οἴκου PARSOUS καὶ WHITTENRORE καὶ ἁπασῶν τῶν τεχνικοοικονομικῶν λεπτομερειῶν τοῦ ὅλου θέματος ἀπεφάσισε τὴν προκήρυξιν διεθνοῦς διαγωνισμοῦ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν καὶ θέσιν εἰς παραγωγικὴν λειτουργίαν τοῦ ἐν Λαρίσῃ ἐργοστασίου χαρτομάζης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Γεωργίου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13516) 28.12.57 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 782 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τάκη Γεωργίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Ὁ προϋπολογισμὸς Δημοσίων Ἐπενδύσεων ἔχει πολλαπλοῦς σκοποὺς νὰ ἐξυπηρετήσῃ, τὸ συνολικὸν ὕψος τῶν διαθεσίμων πασῶν δι’ ἕκαστον ἔτος εἶναι περιωρισμένον. Ἐντὸς τῶν περιθωρίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου διατίθεται πρὸς τὴν Δημοσίαν Ἐπιχείρησιν Ἠλεκτρισμοῦ ποσὸν 100 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐτησίως ἐπὶ πέντε ἔτη ὡς Κρατικὴ συμβολὴ εἰς τὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐγκριθέντος Βʹ ἐνεργειακοῦ προγράμματος ἀνερχομένου διὰ τὴν πενταετίαν 1957–1961 εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4.000 ἑκατομμυρίων περίπου. Διὰ τοῦ ἐγκριθέντος ὡς ἄνω Βʹ Ἐνεργειακοῦ Προγράμματος προωθεῖται ὁ ἐξηλεκτρισμὸς τῆς χώρας μὲ τὸν ἐκ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τεχνικῶν δυνατοτήτων ἐπιτρεπόμενον ρυθμόν. Αὔξησις τῆς ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Δημοσίων Ἐπενδύσεων χορηγουμένης χρηματοδοτήσεως πρὸς τὴν Δ.Ε. Η. δὲν προβλέπεται ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ
VIII) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὡς ἄνω ἐγγράφου ἡμῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. Ε) 44762) 20.11.57 ἡμέτερον, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι, ἐν σχέσει μὲ τὸ ἐν περιλήψει θέμα περὶ οὗ ἡ ἀπὸ 11.11.57 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου. Τὸ λειβάδιον Ζαΐτσα διατεθὲν διὰ τῆς ὑπ, ἀριθ. Ε) 44134) 1954 ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Γεωργίας, βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 2185)52, πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἀνέρχεται, κατὰ τὰ στοιχεῖα καταμετρήσεως τῆς Τοπογραφικῆς Ὑπηρεσίας εἰς 1.335 περίπου στρέμματα. Ἐκ τῆς ὅλης ἐκτάσεως 360 στρέμμ. περίπου εἶναι ἀγροὶ δυνάμενοι νὰ διατεθοῦν πρὸς ἀποκατάστασιν γεωργῶν, τὰ δὲ ὑπόλοιπα 975 τοιαῦτα ἀποτελοῦνται α) ἀπὸ ἰδιοκτησίας Δημοτ. Σχολείου Παραμυθιᾶς 85 στρεμμ., β) ἀγροὺς τῆς Υ.Δ.Α.Μ.Κ. 23 στρεμμ., γ) ἀμφισβητουμένας ἰδιοκτησίας 85 στρεμμ., δ) ἀνεπιδέκτους καλλιεργείας ἐκτάσεις 464 στρεμμ., ε) γεννολείβαδα 70 στρεμμ. καὶ στ) ἐκτάσεις κατακλυζομένας συνεχῶς ὑπὸ τῶν ὑδάτων καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 250 στρέμμ. Τὸ ἀγρόκτημα Βαρδουνάρι, εἰς ὃ περιλαμβάνεται καὶ τὸ λειβάδιον Ζάϊτσα, ἐξεδικάσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀπαλλοτριώσεων Θεσπρωτίας καὶ ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 25) 1956 ἀπόφασίς της, δι’ ἧς διετέθη πρὸς ἀκτήμονας καὶ ἡ ὡς ἄνω κατάλληλος πρὸς καλλιέργειαν ἔκτασις τοῦ λειβαδίου Ζάϊτσα τῶν 450 στρεμμάτων. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὑπεβλήθησαν παρὰ τῶν ἀκτημόνων πολλαὶ ἐνστάσεις, αἵτινες δὲν ἐξεδικάσθησαν ὑπὸ τῆς ἄνω Ἐπιτροπῆς ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Ν. Δ. 2185)52 τασσομένης τριμήνου προθεσμίας, λόγῳ τοῦ ὑπερβολικοῦ φόρτου ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἔπρεπε νὰ ἐκδικάσῃ 15– 20 ἀγροκτήματα ἅτινα περιλαμβανόμενα εἰς τὸ πρόγραμμα Τοπογραφικῶν ἐργασιῶν 1957 ἔπρεπε ὁριστικῶς νὰ τακτοποιηθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀπαλλοτριώσεων, ὥστε νὰ ἐνεργηθῇ ἐν συνεχείᾳ ὑπὸ τῶν συνεργείων ἡ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους διανομή των. Ἤδη ἡ ἐν Θεσπρωτίᾳ Ὑπηρεσία ἡμῶν καταβάλλει προσπαθείας διὰ τὴν ἔκδοσιν ἀναπεμπτικῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Νομάρχου Θεσπρωτίας καὶ ἐλπίζεται ἡ ἔκδοσις ταύτης ὡς καὶ τῆς ἐν συνεχείᾳ ὁμοίας τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀπαλλοτριώσεων, ὥστε ἐντὸς τῆς θερινῆς περιόδου 1958 νὰ περατωθῇ καὶ ἡ ὁριστικὴ διανομὴ τοῦ ὅλου ἀγροκτήματος Βαρβουναρίου. Διὰ τὸ περὶ οὗ πρόκειται λειβάδιον Ζάϊτσα ἡ ὑπηρεσία προέβη εἰς τὰς νομίμους ἐνεργείας διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν θεμιτῶν μισθωμάτων εἰς τοὺς νεμομένους τοῦτο κτηνοτρόφους. Ὅσον ἀφορᾶ, τέλος, τὸ θέμα τῆς λίμνης Δράγανης Γκρίκας, οὐδεμία μελέτη περὶ ἀποστραγγίσεώς της ὑπάρχει μέχρι τοῦδε παρὰ δὲ τῆς Τεχνικῆς ὑπηρεσίας τῆς Α.Τ.Ε. ἔχει γίνει προμελέτη (ἄνευ χωροσταθμικῶν κ.λ.π. στοιχείων) δι’ ἧς προβλέπεται ἡ κατασκευὴ προστατευτικοῦ χάνδακος καὶ ἀκολούθως ἐγκατάστασις ἀντλιοστασίου. Πάντως πρόκειται περὶ ἔργου ὅπερ δύναται ὅπως ἐνταχθῇ εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν μικρῶν κοινωφελῶν ἔργων οἰκείας Νομαρχίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Σκυλλάκου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὡς ἄνω ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι δὲν ἐχορηγήθη ἄδεια ἐξασκήσεως ἐπαγγέλματος εἰς τὸν ἰδιώτην δασολόγον Ἀπόστ. Τότσιον, κατόπιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων καὶ τῶν ἐν αὐτοῖς λόγων τῶν οἰκείων ἀρχῶν Χωροφυλακῆς καὶ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, περὶ ὧν λόγος γίνεται εἰς τὸ κοινοποιηθὲν καὶ ὑμῖν ὑπ’ ἀριθ. 6)2095)36α) 24.12.57 ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ
ΙΧ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Πρωϊμάκη, Γ. Εὐαγγέλου, Α. Μπριλλάκη, Κ. Πετροπούλου, καὶ Α. Πατσιαντᾶ. Ἐπὶ ὑποβληθείσης καὶ ἡμῖν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 736 ἐρωτήσεως τῶν ἐν περιλήψει ἀξιοτίμων κ. κ. βουλευτῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: 1. Ἂν καὶ τὸ Υ.Ε.Ν. οὐδόλως ἐπεξειργάσθη ἢ προσυπέγραψε τὸ ἀπὸ 7.11.57 Βασιλικὸν Διάταγμα «περὶ μειώσεως τῶν ἐργοδοτικῶν εἰσφορῶν τῶν καταβαλλομένων ὑπὲρ τοῦ Ι.Κ.Α. καὶ ἑτέρων ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν δι’ ἐπισκευὰς πλοίων» (Φ.Ε.Κ. 239) Α 23.11.57) λόγῳ ἀναρμοδιότητός του, θεωρεῖ ὅτι τὸ ληφθὲν μέτρον ὑπῆρξεν ὀρθὸν καὶ ἐπιβεβλημένον, τεῖνον εἰς τὴν μείωσιν τοῦ κόστους ἐπισκευῶν πλοίων καὶ δὴ κατὰ περίοδον, καθ’ ἣν τὴν Ναυτιλίαν μαστίζει σοβαρὰ ναυτιλιακὴ κρίσις. 2. Κατ’ ἀρχὴν βεβαίως ἐξεταζόμενον τὸ ὑπὸ τοῦ μνησθέντος ὡς ἀνωτέρω Διατάγματος, ληφθὲν μέτρον, ἀφορᾷ κυρίως τὴν ἐλάφρυνσιν τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων ἐργοδοτικῶν εἰσφορῶν Ι.Κ.Α. τῶν σιδηροβιομηχανιῶν καὶ ἐργοστασίων ἐπισκευῆς πλοίων, ὅμως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐπηρεάζει ἀμέσως τὸ κόστος ἐπισκευῆς πλοίων, τὸ ὁποῖον ἄλλως θὰ ἦτο ηὐξημένον κατὰ ποσὸν ὅσον πρὸς τὸ ὑπὸ τοῦ Β. Διατάγματος θεσπισθέντος ποσοστοῦ μειώσεως τῆς ἐργοδοτικῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ Ι.Κ.Α. κ.λ.π. 3. Τοιαύτης μορφῆς μέτρα ὡς καὶ πᾶσα προσπάθεια ὁποθενδήποτε προερχομένη, τείνουσα εἰς τὴν μείωσιν τῶν ἐξόδων τῶν πλοίων κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τῆς ἀργίας τῶν σκαφῶν, συντείνει εἰς τὴν παρόρμησιν τούτων ὅπως προτιμῶσιν ἀγκυροβόλια εἰς Ἑλληνικοὺς λιμένας καὶ ἑπομένως τυγχάνει ἀσμένως ἀποδεκτὴ ὑπὸ τοῦ Υ.Ε.Ν. 4. Ἐπὶ τούτοις γνωρίζομεν, ὅτι προσπάθεια τοῦ Υ.Ε. Ν. κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον τῆς σοβαρᾶς ναυτιλιακῆς κρίσεως εἶναι ἡ ὅσον τὸ δυνατὸν συγκέντρωσις μεγαλυτέρου ἀριθμοῦ πλοίων Ἑλληνικῶν ἢ ὑπὸ ξένην σημαίαν ἀλλὰ Ἑλληνικῆς πλοιοκτησίας ἢ συμφερόντων εἰς Ἑλληνικοὺς λιμένας καὶ ὅρμους, διότι διὰ τῆς τοιαύτης προσελκύσεως τῶν σκαφῶν τούτων, πολλαπλῶς ἤθελεν ὠφεληθῆ ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία. Σημειοῦμεν κατωτέρω ἐνδεικτικῶς τὰ ὠφελήματα ταῦτα, ὅπως εὐαρεστούμενοι λάβητε γνῶσιν. α) Ἀπόλυσις πληρωμάτων ξένης ὑπηκοότητος καὶ ἀντ’ αὐτῶν πρόσληψις ὀλιγαρίθμων Ἑλληνικῆς τοιαύτης, ἀπαραιτήτων διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πλοίων. β) Πραγματοποίησις ὡρισμένων δαπανῶν συντηρήσεως τῶν πλοίων. γ) Κανονικαὶ ἐπισκευαὶ τῶν πλοίων πρὸ τοῦ ἀπόπλου αὐτῶν ἐξ Ἑλλάδος καὶ τὸ σημαντικώτερον. δ) Ἐπάνδρωσις τῶν πλοίων δι’ Ἑλληνικῶν πληρωμάτων πρὸ τοῦ ἀπόπλου αὐτῶν ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν λιμένων, ἵνα ἡ κρίσις παρέλθῃ. 5. Ἐπὶ τοῦ βʹ ἐρωτήματος τῶν ὡς ἄνω βουλευτῶν γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι τὸ ὕψος τῶν δαπανῶν δι’ ἐπισκευὰς πλοίων ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ εἴδους τῆς ἐπισκευῆς ἐὰν δηλονότι πρόκειται περὶ ἐπισκευῶν συντηρήσεως ἢ περὶ κανονικῆς ἐτησίας ἐπιθεωρήσεως (SURVEY). ὅτε ἡ δαπάνη τούτων ἀνέρχεται εἰς ὑψηλὰ ἐπίπεδα ὑπολογιζόμενα ὑφ’ ἡμῶν κατὰ προσέγγισιν εἰς λίρας οὐχὶ ὀλιγώτερον τῶν 55.000 κατὰ πλοῖον σχετικὰ δὲ στοιχεῖα πιθανῶς νὰ ὑπάρχουν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. Ἐν Πειραιεῖ τῇ 8 Ἰανουαρίου 1958
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ἀναγνώρισιν γάμων τινῶν τῶν στρατιωτικῶν ἐν γένει».
§4Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἐν λόγῳ σχέδιον νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι τοῦτο ἀφορᾷ καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς καθ’ ὃ μετόχους τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου Στρατοῦ.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς μόνην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ἀναγνώρισιν γάμων τινῶν τῶν στρατιωτικῶν ἐν γένει».
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 2765)1941 «περὶ ἐμπορικῶν ἀντιπροσώπων εἰσαγωγῆς».
§8Ν. ΜΑΡΤΗΣ (Ὑφυπ. Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνῃ δεκτόν, ἀλλὰ ἔχω μίαν τροποποίησιν νὰ κάμω.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἔχετε τροποποίησιν δὲν γίνεται δεκτόν.
§10Ν. ΜΑΡΤΗΣ (Ὑφυπ. Ἐμπορίου). Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περὶ ἐμπορικῶν ἀντιπροσώπων καταθέτω μίαν τροπολογίαν ὡς ἄρθρον 12. Πρόκειται περὶ διατάξεως καθαρῶς ὑπηρεσιακῆς. Ἀφορᾷ τὴν λειτουργίαν τῶν Ἐπιμελητηρίων, τὴν λειτουργίαν τοῦ Χρηματιστηρίου Ἐμπορευμάτων Πειραιῶς καὶ μίαν παράτασιν διὰ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, τῶν ὁποίων ἡ διάρκεια ἔχει λήξει. Εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακαὶ καὶ τυπικαὶ αἱ διατάξεις αὐταί.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Νὰ τὰς διαβάσητε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ τὰς ἀκούσωμεν.
§12Ν. ΜΑΡΤΗΣ (Ὑφυπ. Ἐμπορίου). Μάλιστα. Εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου 4 τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Α. Ν. 843 τοῦ 1948 προστίθενται τὰ ἑξῆς: «Ὡς καὶ ἡ κατὰ τὴν Ἐπιμελητηριακὴν νομοθεσίαν ἵδρυσις Ἐμποροβιομηχανικῶν καὶ Ἐπαγγελματοβιοτεχνικῶν Ἐπιμελητηρίων». Κύριοι βουλευταί, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 12 παρ. 4 τοῦ ἀν. νόμου 843 ἐξηρέθησαν ὡρισμένοι Ὀργανισμοὶ Δημοσίου Δικαίου τῆς διατάξεως αὐτῆς παρελείφθησαν τὰ Ἐπιμελητήρια καὶ προστίθεται διάταξις ὥστε νὰ ὑπάρχουν καὶ τὰ Ἐπιμελητήρια. Δεύτερον, ὡς συλλογικὸν ὄργανον πρὸς ἄσκησιν τῶν πειθαρχικῶν ἁρμοδιοτήτων ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἐμποροβιομηχανικῶν καὶ Ἐπαγγελματοβιοτεχνικῶν Ἐπιμελητηρίων ὁρίζονται ἐφεξῆς αἱ Ἐπιτροπαὶ ἀντὶ νὰ ἀσκῇ τὸ Δ. Συμβούλιον τὴν δικαιοδοσίαν αὐτὴν ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ἐπιμελητηρίων. Τρίτον, δι’ ἀποφάσεως τῶν Προέδρων τῶν Ἐμπορικῶν καὶ Βιομηχανικῶν Ἐπιμελητηρίων καὶ Ἐπαγγελματικῶν Ἐπιμελητηρίων ὡς καὶ τῶν Χρηματιστηρίων Ἐμπορευμάτων ἐκδιδομένης...
§13Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν τροποποιήσεις τοιαύτης ἐκτάσεως νὰ συζητοῦνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐκτυπωθοῦν αἱ τροπολογίαι, νὰ κυκλοφορήσουν καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Μοῦ φαίνεται ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι τόσον ἐπεῖγον.
§14Ν. ΜΑΡΤΗΣ (Ὑφυπ. Ἐμπορίου). Εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακαὶ αἱ προσθῆκαι αὗται.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κρατεῖται, ἐκτὸς ἐὰν θέλετε νὰ ψηφισθῇ χωρὶς τὰς τροπολογίας. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 195) 16.2.1951, 344) 29.3.52, 158) 27.2.54 καὶ 809) 8.3.1954 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀφορωσῶν τὸν διορισμὸν Βορειοηπειρωτῶν καὶ Κυπρίων εἰς δημοσίας θέσεις καὶ θέσεις Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου, ἐπεκτάσεως τοῦ μέτρου τούτου καὶ ἐπὶ τῶν ὁμογενῶν ἀλλοδαπῶν προερχομένων ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐκ νήσων Ἴμβρου καὶ Τενέδου καὶ μισθώσεως καταλλήλου χώρου πρὸς στέγασιν τῶν γραφείων τοῦ ἐν Ἑλλάδι κλιμακίου τῆς προσωρινῆς Διακυβερνητικῆς Ἐπιτροπῆς Μεταναστεύσεως ἐξ Εὐρώπης».
§16Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο...
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπασταύρου, ἐγώ, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἐνδιαφέρον διὰ κανένα νομοσχέδιον, ὁ τίτλος, ὅμως, τοῦ νομοσχεδίου μὲ συγκινεῖ. Ἐὰν ἔχετε καμμίαν ἀντίρρησιν, συνεννοηθῆτε μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι βλέπω ὅτι ἀφορᾷ τοὺς ἐκ τῶν νήσων Ἴμβρου Κύπρου κ.λ.π. καταγομένους, οἱ ὁποῖοι θὰ καταλάβουν μίαν θέσιν. Καιρὸς εἶναι νὰ εὑρεθῇ μία λύσις νὰ τὸ τακτοποιήσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό. Λοιπόν, συνεννοηθῆτε μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε νὰ εὑρεθῇ μία λύσις.
§18Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, προσετέθη μία διάταξις, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ἀνατυπωθὲν κείμενον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλᾶτε εἰς τὸ γραφεῖον μου καὶ συνεννοηθῆτε μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἐπιμένω νὰ ψηφισθῇ σήμερον, οὔτε ἐξ ἀπίνης, οὔτε δι’ ἀπαλείψεως διατάξεως, ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου ὁ τίτλος ἐν προκειμένῳ μὲ συγκινεῖ. Νὰ εἴμεθα δημιουργικοὶ ἐὰν εἶναι δυνατόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει κρατεῖται. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1, μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, καταργήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς».
§20Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον, κύριε Λυμπέρη.
§22Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤρχισε προχθὲς ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ καπνεργατικοῦ νομοσχεδίου. Ὡμίλησαν μόνον τέσσαρες ρήτορες, ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν. Προτοῦ νὰ τελειώσωμεν τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς συνεδριάσεις. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν αὐτὸ ἀπὸ τὸν Κανονισμόν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπαγορεύεται αὐτὸ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐξ ἄλλου, εἶναι ὁμόφωνος ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς, ἐν προκειμένῳ, ὅπως εἰσέλθωμεν σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, συντόμως θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ καπνεργατικὸν νομοσχέδιον. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Γ. Πλατῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§24Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, γενικὴ καὶ ἔκδηλος εἶναι ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ πλήρως σήμερον πρὸς τὰς καθ’ ἑκάστην πολλαπλασιαζομένας ἀνάγκας τῆς τε νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ τοῦ ἐλέγχου. Πράγματι ἡ μεταπολεμικὴ κατάστασις ἐδημιούργησε τεράστια ζητήματα, τὰ ὁποῖα χρήζουν τῆς ἀμέσου ἐπιλύσεως καὶ ὄχι μόνον ἀμέσου ἀλλὰ καὶ ὠφελίμου. Διάφορα ζητήματα ἐξωτερικά, ζητήματα φύσεως ἀσφαλείας τῆς Χώρας, ζητήματα ἀνασυγκροτήσεως αὐτῆς, ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους εἰς πᾶσαν ἐκδήλωσιν τῆς ζωῆς τοῦ πολίτου, καὶ ἐν γένει ζητήματα σοβαρώτατα, οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικά, ἐμφανίζουν πρὸ τῆς Βουλῆς τεράστια νομοθετήματα καὶ ἄλλα θέματα τὰ ὁποῖα καλεῖται νὰ ἐπιλύσῃ καὶ ταχέως καὶ ἐπωφελῶς, διότι οὕτω θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς τὸ Ἔθνος καὶ ζωὴν καὶ πρόοδον. Ἐντεῦθεν πληθώρα νομοσχεδίων, ὄγκος ἐρωτήσεων, σωρεία ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι βαρύνουν τὴν Βουλήν, ἥτις μὲ τὴν σημερινὴν δικονομίαν της ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ δώσῃ ταχέως λύσιν εἰς ὅλα τὰ τεράστια αὐτὰ ζητήματα, ἀλλὰ πολλάκις δὲν δύναται οὔτε ἕνα ἐξ αὐτῶν, νὰ ἐπιλύσῃ, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους καὶ πρὸς μείωσιν τοῦ κύρους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δὲν χρειάζεται, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τὸ ἐκτελεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος ἢ νὰ τονίσω ὅτι ἐλάχιστοι ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς λαμβάνουν ἕνα τέρμα. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἔχει τὴν ἐλαστικότητα ἐκείνην ἡ ὁποία θὰ δώσῃ μίαν ἄνεσιν καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τὸν διευθύνοντα τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς βουλευτάς, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάζωνται τὰ θέματα καὶ νὰ μελετῶνται κατὰ τρόπον μὴ δυσχεραίνοντα ἐν γένει τὴν ὅλην νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐπιτακτικὴ ὅθεν ἀνάγκη ἐπιβάλλει ὅπως ἀναπροσαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς συμφώνως πρὸς τὰς σημερινάς του λειτουργικὰς ἀνάγκας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς, χωρὶς βέβαια τὸ παράπαν νὰ παρεμποδίζεται καὶ ἡ ὅλη ἔννοια τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ πρὸ παντὸς ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Μὲ τὰς σκέψεις αὐτὰς καὶ μὲ τὰς ἐκ τῆς πείρας της παρατηρήσεις ἡ Ἐπιτροπὴ συνῆλθε καὶ ἐμελέτησε τὸ ὅλον θέμα τοῦ Κανονισμοῦ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἓν σχέδιον τὸ ὁποῖον συνέταξε μία Ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν συνέστησεν ὁ κ. Πρόεδρος ἐκ διαφόρων βουλευτῶν ἀνεξαρτήτως Κομμάτων καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ κατευθυντηρίους γραμμὰς τὰς ὁποίας ἐχάραξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Νομίζει ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι κατὰ τὸ δυνατὸν κατώρθωσε νὰ βελτιώσῃ ὡρισμένα ἐλαττώματα ἢ μειονεκτήματα τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐλπίζει ὅτι μὲ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καλυτερεύσῃ ἡ κατάστασις κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει καὶ ἐν τῷ κειμένῳ, εἴδατε τοὺς λόγους τῶν καθ’ ἕκαστα ἐπιβαλλομένων τροποποιήσεων. Ἐγὼ θὰ τονίσω τὰς κυριωτέρας ἐξ αὐτῶν, δεδομένου ἄλλωστε ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων θὰ ἐκτεθοῦν ἅπασαι αἱ ἀπόψεις. Τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ τροποποιούμενον, εἶναι τὸ ἄρθρον 7, τὸ καθορίζον τὴν ἔννοιαν τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν. Πρὶν ἢ ἐξηγήσω διατὶ γίνεται ἡ γνωστὴ μεταβολή, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ μεταβολὴ δὲν ἀφορᾷ ἁπάσας τὰς πολιτικὰς σχέσεις, ἀλλὰ μόνον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τὰ ἀπορρέοντα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ κανονίσῃ ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ὀνομασθῇ Ἀρχηγὸς ὡρισμένων πολιτῶν ἢ πολλῷ μᾶλλον ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ στερήσωμεν τοὺς βουλευτὰς τοῦ ἐνδεδειγμένου Ἀρχηγοῦ των. Ἐσκέφθη ἡ Ἐπιτροπή, ἐπειδὴ ὁ πολιτικὸς Ἀρχηγὸς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἔχει καὶ δικαιώματα καὶ διάφορα ἄλλα προνόμια συνεπείᾳ κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ἐσκέφθη, λέγω, ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ ἔννοια τοῦ Ἀρχηγοῦ νὰ δίδεται ἐκεῖ ὅπου οὗτος ἀκολουθεῖται ἀπὸ ἕνα σημαντικὸν ἀριθμὸν βουλευτῶν. Παλαιότερον ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἦτο 10 βουλευταί. Σήμερον, διότι ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, εἴπομεν ὅτι ἠμποροῦσε νὰ εἶναι 15. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῇ διατάξει ὑπάρχει καὶ ἀναδρομικότης, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ γίνῃ δεκτή, ὡς διάταξις ἀντιτιθεμένη εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις περὶ ἀναδρομικότητος τῶν νόμων. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Σήμερον θεωρεῖται πολιτικὸς Ἀρχηγὸς ὁ ἀκολουθούμενος ὑπὸ 10 βουλευτῶν. Ἤδη ὁρίζομεν 15. Ἐπίσης ἀνεγνωρίσθησαν ὡς πολιτικοὶ Ἀρχηγοὶ παλαιότερον οἱ ἀκολουθούμενοι ὑπὸ 10 βουλευτῶν. Μὲ τὴν τιθεμένην διάταξιν, δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς πολιτικοὶ Ἀρχηγοί, διότι ἔπρεπε νὰ εἶχον ἀκολουθηθῇ ὑπὸ 15 βουλευτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναδρομικότης τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§25Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ἐφαρμογὴν εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν;
§26Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ἐὰν ἰσχύσῃ ἀναδρομικῶς, θὰ ἔχῃ ἐφαρμογήν.
§27Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Δευτέρα σοβαρὰ τροποποίησις εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν ἀπαρτίαν τοῦ ἄρθρου 14. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν Ἑλλάδι καθιερώθη διὰ τοῦ Συντάγματος διάταξις, ἡ ὁποία ἀναφέρει ἕνα ὑπερβολικὸν ἀριθμὸν διὰ τὴν διαπίστωσιν τῆς ἀπαρτίας τοῦ Σώματος, ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλα πολιτεύματα, πλέον φιλελεύθερα, ἀπὸ τὸ ἡμέτερον. Κατὰ τὸ 1911, ὅταν ἐγένετο ἡ πρώτη τροποποίησις τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας, ἥτις ἦτο τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς καὶ ἔγινεν 100 βουλευταί. Ἡ ἀντίδρασις ὑπῆρξεν σφοδροτάτη ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἐθεωρήθη ὅτι θίγεται ὁ Κοινοβουλευτισμὸς καὶ δίδεται δικαίωμα εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ κάθηνται εἰς τὰ καφενεῖα καὶ νὰ μὴ προσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν. Τότε ἐπενέβη ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος εἶχε τονίσει ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μείωσις τοῦ ἀριθμοῦ διὰ τὴν ἀπαρτίαν, δεχθεὶς τότε συμβιβαστικῶς, διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία λαμβανομένη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ἰσχυρά, ἐὰν δὲν ἐλήφθη τοὐλάχιστον ὑπὸ τοῦ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Τότε ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἔκαμε τὴν ὑποχώρησιν διὰ νὰ κάμψῃ τὴν ἀντίδρασιν, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη λόγῳ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας. Εἰς τὰ συλλογικὰ Σώματα, κύριοι βουλευταί, δὲν σᾶς διαφεύγει, ὅτι μικρὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀσκούντων μίαν ἐπιρροήν, εἴτε ἐπὶ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, εἴτε ἐπὶ τῶν καθόλου ἀποφάσεων τοῦ Σώματος. Δὲν ἐπιτρέπεται ἄλλωστε ἀμέλεια βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον εἶναι ἐλεύθεροι νὰ προσέρχωνται, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεοῦνται πρὸς τοῦτο, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, λέγω, ἡ ἀμέλεια αὐτὴ νὰ γίνεται ἀφορμὴ ὥστε νὰ καθυστερῇ τὸ Σῶμα τὰς ἐργασίας του καὶ νὰ θίγωνται συμφέροντα τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ ὑφίσταται μίαν ἀπώλειαν τὸ γόητρον τοῦ Σώματος. Τούτῳ τῷ λόγῳ, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι θὰ ἠμποροῦσε νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν εἰς 25. Ἡ μεταβολὴ δὲν εἶναι μεγάλη, ἀρκεῖ νὰ ἀναλογισθῇ κανεὶς ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐπὶ συνόλου 600 βουλευτῶν τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ἡ ἀπαρτία εἶναι ἰσχυρὰ μὲ 40 μόνον βουλευτάς. Ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου, ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχει ἕνας ὀρθόδοξος κοινοβουλευτισμός, λόγῳ τῆς πληθώρας τῶν κομμάτων, ἐν Γαλλίᾳ, λέγω, ἐὰν πρὸ μιᾶς ψηφοφορίας δὲν ἐρωτηθῇ ὁ Πρόεδρος ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, ἡ ψηφοφορία εἶναι ἰσχυρά, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν. Ἐὰν ἐρωτηθῇ καὶ ἀπαντήσῃ ὅτι ὑφίσταται ἀπαρτία τότε, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ὁ ὁποῖος ἐμφαίνεται ἐκ τῆς ψηφοφορίας, πάλιν εἶναι ἔγκυρος ἡ ψηφοφορία. Ἐὰν δὲν ληφθῇ ἀπόφασις συνεπείᾳ ἐλλείψεως ἀπαρτίας, τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ εἶναι καὶ μετὰ μίαν ὥραν, εἶναι ἔγκυρος ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν. Πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουν ὅτι εἶναι δύσκολος γενικῶς ἡ ἐργασία εἰς τὰ συλλογικὰ σώματα καὶ τὰ φιλελεύθερα πολιτεύματα καθιέρωσαν διατάξεις διευκολυνούσας τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Ἑτέρα σοβαρωτάτη τροποποίησις εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῶν ὁμιλιῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἷς ἐκ τῶν μεγάλων ἐχθρῶν τῶν ἐργασιῶν ἑνὸς Σώματος καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ ἀπεραντολογία καὶ ἡ μακρὰ συζήτησις. Βεβαίως κατ’ ἀρχὴν εἷς περιορισμὸς τοῦ λόγου δίδει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι καταργεῖται ὁ Κοινοβουλευτισμός, καταργεῖται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι μὲ πολὺ δυσμενὲς οὖς ἀκούεται μία τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ. Μὴ λησμονῶμεν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ Ἕλλην εἶναι ἐκ φύσεως στωμύλος, ὅτι ἀρέσκεται εἰς τὸ ἐριστικὸν πνεῦμα, ὅτι ἀρέσκεται εἰς τὴν ὁμιλητικότητα γεγονότα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσέξωμεν καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ συναγάγωμεν ὡρισμένα συμπεράσματα. Ἡ ἀπεραντολογία δὲν βοηθεῖ ποτὲ μίαν ὑπόθεσιν. Τὰ νομικὰ ἰδίως μέλη ἐξ ἡμῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἠξεύρουν ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἓν προτέρημα διὰ μίαν ἀγόρευσιν τὸ καὶ σπουδαῖον, εἶναι ἡ συντομία. Δυστυχῶς, ὁ Ἕλλην γενικῶς αὐτὸ δὲν τὸ ἔχει ἀντιληφθῆ, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἂν ἐξαιρέσῃ κανεὶς ἐκτεταμένα καὶ σοβαρώτατα θέματα, μία ἀγόρευσις ἡμισείας ὥρας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ θέμα καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ οὐδὲν σημεῖον ἀνεξέταστον.
§28Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐλπίζομεν νὰ μὴ προχωρήσητε πέραν τῆς ἡμισείας ὥρας.
§29Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ὁμιλεῖ ἐπὶ ἑνὸς θέματος.
§30Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ὑπάρχει μία φυσικὴ ἀντίδρασις εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Ἀλλ’ ἂν σκεφθῇ κανεὶς μὲ μίαν καλὴν θέλησιν θὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν, θὰ εὕρῃ συνεπῶς τὸ μέτρον. Ἐάν, λοιπόν, γενικῶς εἰς μίαν συνέλευσιν ἡ συντομία ἐπιβάλλεται, κατὰ μείζονα λόγον εἰς τὴν σημερινὴν Βουλὴν ἐπιβάλλεται ἡ συντομία διότι, ὅπως προεῖπον, τεράστια εἶναι τὰ θέματα τὰ ὁποῖα χειρίζεται ἡ Βουλή. Τεράστια, καὶ σοβαρά. Θέματα τὰ ὁποῖα πολλάκις ἀφοροῦν αὐτὴν ταύτην τὴν ζωὴν τοῦ Ἔθνους. Δὲν εἶναι καινοφανὴς ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν προσπαθοῦμεν νὰ φέρωμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια ἔχει ληφθῆ μέριμνα, ὥστε ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς παρατάσεως τῶν συζητήσεων νὰ διακόπτεται. Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου νὰ περιορίζῃ τὸν ὁμιλοῦντα καὶ ἐν Ἀμερικῇ ὑπάρχει ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁρίζεται χρονικὸν διάστημα συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία κατανέμεται μεταξὺ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἐπίσης ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ θεσμὸς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ συζητήσεως, ἀφ’ ἑτέρου ἡ διάταξις διὰ τῆς ὁποίας καθορίζεται ὅτι εἶναι δυνατὸν ἂν δύο ἀγορηταὶ ὁμιλήσουν ἐπὶ ἑνὸς θέματος, ὁ εἷς ὑπέρ, ὁ εἷς ἐναντίον, ἡ συζήτησις νὰ θεωρῆται περαιωμένη. Ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύουν, ὅτι τὸ φαινόμενον αὐτὸ ὑπάρχει παντοῦ καὶ ὅλοι οἱ Κανονισμοί, ὅλα τὰ Πολιτεύματα, προσπαθοῦν νὰ τὰ περιορίσουν. Καὶ ὑπάρχει μὲν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κανονισμῷ διάταξις, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ περιορίσῃ κάπως τὸν λόγον. Εἶναι ἡ γνωστὴ διάταξις, περὶ ἐξαντλήσεως θέματος, ὁπότε δι’ ἀποφάσεως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ περιορίσῃ τὸν λόγον εἰς τὸ τέταρτον. Θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι, ὅμως, ὅτι σπανίως τὴν ἐφαρμόζομεν, διότι πάντοτε, ὁσάκις θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, εὑρέθη πρὸ μιᾶς ἐπαναστάσεως τῆς Βουλῆς, κραυγαζούσης, ὅτι στραγγαλίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Θέλω νὰ εἴπω μὲ αὐτό, ὅτι πρέπει νὰ συνηθίσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρωμεν τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας τὰς ὁποίας ὅλοι ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ προσφέρουν πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος, ἐὰν δὲν λάβωμεν τὰ μέτρα μας, ὥστε ταχέως καὶ ἐπιμελῶς καὶ ἐπιτυχῶς νὰ ἐπιλύωνται τὰ ζητήματα. Αἱ μακραὶ συζητήσεις δὲν ὠφελοῦν. Συσκοτίζουν μᾶλλον τὸ θέμα, προκαλοῦν κόπωσιν καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι πολλάκις κατελήξομεν εἰς τὸ νὰ ψηφίζωμεν νομοσχέδια ἐνώπιον ὀλίγων βουλευτῶν καὶ αὐτῶν ὄντων κατακόπων. Τοῦτο δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, οὔτε πρὸς τὸ συμφέρον ἡμῶν αὐτῶν. Διότι ἐμφανίζεται τὸ Κοινοβούλιον ὀκνηρόν, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει μὴ κηδόμενον τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Ἐσκέφθη ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ καθιερώσῃ διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας γενικῶς ὁ λόγος δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ πέραν τῆς ἡμισείας ὥρας, ἐκτὸς ἂν πρόκειται περὶ εἰσηγητοῦ ὁπότε, ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ παραταθῇ ὁ λόγος αὐτοῦ μέχρι μιᾶς ὥρας. Ἐπειδὴ τοῦτο ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀρκετὸν νὰ βελτιώσῃ τὸ μειονέκτημα τῶν μακρῶν συζητήσεων, ἐσκέφθη ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ καθιερώσῃ τὸν θεσμὸν τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν. Ὅπως θὰ εἴδατε εἰς τὸ διανεμηθὲν σχέδιον, ἕκαστον Κόμμα ἔχει τὸ δικαίωμα ἐπὶ ἑκάστου θέματος, νὰ ὁρίζῃ εἰδικὸν ἀγορητήν, ὁ ὁποῖος θὰ διεξέρχεται τὸ θέμα, τῶν ἄλλων ἀγορητῶν δικαιουμένων νὰ ὁμιλήσουν μόνον ἐπὶ δέκα λεπτά. Ἐὰν τοῦτο δὲν γίνῃ, ἐὰν δηλαδὴ τὰ Κόμματα δὲν θελήσουν νὰ ὁρίσουν εἰδικὸν ἀγορητήν, τότε ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ, τοῦ δικαιώματος ἀγορεύσεως ἀνερχομένου εἰς ἡμίσειαν ὥραν καὶ δικαιουμένης τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ νομίσῃ, ὅτι ἔχει ἐξαντληθῆ τὸ θέμα, νὰ ζητήσῃ τὴν περαίωσιν τῆς συζητήσεως, ὁπότε καὶ πάλιν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ μίαν εἰσέτι ὥραν, ὥστε νὰ κλεισθῇ ἡ συζήτησις μετὰ ἓν ὀκτάωρον διάστημα, τοὐλάχιστον ἐν συνόλῳ. Ὁ θεσμὸς τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν βεβαίως, προϋποθέτει Κόμματα ὠργανωμένα, κόμματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν στελέχη, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ δύνανται νὰ ἀναθέσουν τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἀποστολῶν των εἰς ὡρισμένα θέματα. Ἡ ἡμετέρα Βουλὴ δὲν στερεῖται τοιούτων στελεχῶν, οὐδὲ τὰ ἡμέτερα Κόμματα στεροῦνται τῆς ἱκανότητος τοῦ νὰ ἠμποροῦν νὰ χειρισθοῦν ἐπιτυχῶς τὴν διάταξιν ταύτην. Παραμένει βέβαια ἓν παράπονον εἰς τοὺς λοιποὺς βουλευτάς, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θάλπωνται ἀπὸ τὴν διάταξιν αὐτὴν μόνον ὡρισμένοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θὰ τυγχάνουν τῆς εὐνοίας τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος καὶ εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἀναθέτῃ τὸ Κόμμα τὴν ἐκπροσώπησίν του. Δὲν νομίζω, ἀπὸ ὅσην πεῖραν ἔχω ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι τοιαῦται περιπτώσεις θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνουν χώραν. Οἱ πολιτικοὶ Ἀρχηγοὶ καὶ οἱ βουλευταί, εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀντιληφθοῦν ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον των καὶ νὰ κατανέμουν ἐπιτυχῶς τὰ διάφορα θέματα εἰς τοὺς ἁρμοδίους βουλευτάς, διὰ νὰ εἰσηγηθοῦν. Βεβαίως, ὑπάρχουν ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ὡρισμένοι βουλευταὶ ἔχουν ἰδιαίτερον συμφέρον νὰ ὁμιλήσουν, διότι πιθανὸν νὰ ἀφοροῦν ζητήματα τῆς ἐπαρχίας των καὶ νὰ συμπλέκωνται μὲ ἓν νομοσχέδιον. Θὰ ἐρωτήσῃ κανείς: Ὥστε θὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς τὰς ἀπόψεις του, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν ἐπαρχίαν του; Ἢ, θὰ δυνηθῇ ὁ βουλευτὴς ἐντὸς 10λέπτου νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον του; Ἀπαντῶ ναί, διότι θὰ εἴπῃ εἰς τὸν Ἀρχηγόν του, πρῶτον ὅτι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θέλει νὰ ὁρισθῇ εἰσηγητής...
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ γίνωνται διακοπαί;
§32ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἂν εἶναι πολλοὶ καὶ συγκρούωνται τὰ συμφέροντά των;
§33Γ. ΠΛΑΤΗΣ. .. καὶ ὁ Ἀρχηγός του θὰ τὸν κρίνῃ καὶ θὰ τὸν ὁρίσῃ εἰδικὸν εἰσηγητήν. Οὕτω ὁ οἱοσδήποτε βουλευτὴς θὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἀπόψεις του. Τὸ ζήτημα, βεβαίως, ἐν Ἑλλάδι, εἶναι καινοφανὲς καὶ ἠμπορεῖ νὰ προκαλέσῃ ὡρισμένας ἀντιδράσεις, ἀλλὰ ἐκ τῆς συζητήσεως ποὺ θὰ ἀκολουθήσῃ καὶ ἐκ τῆς πείρας σας, νομίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ τρόπος, ἵνα καθιερωθῇ ἡ διάταξις αὐτή. Πιστεύω ὅτι ἡ συζήτησις, θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν παραδοχήν της. Εἰς συμπλήρωσιν ἀκριβῶς τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ τοῦ λόγου, καὶ ἐπειδὴ ὡς γνωρίζετε, πολλάκις καὶ μεγάλαι διακοπαὶ γίνονται καὶ πολλοὶ λαμβάνουν τὸν λόγον παρεμβαίνοντες, ἄνευ ἀδείας τοῦ Προέδρου, διατυποῦται διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν λάβῃ κανεὶς τὸν λόγον χωρὶς νὰ τοῦ δοθῇ, ἢ ἐξακολουθῇ νὰ ὁμιλῇ καὶ τοῦ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος, τὰ λεχθέντα δὲν θὰ ἀναγράφωνται εἰς τὰ πρακτικά, ἐπιμένοντος δὲ τούτου, νὰ ἀποφασίζῃ ἡ Βουλή, ὅπως μὴ λαμβάνῃ μέρος περαιτέρω εἰς τὸ συζητούμενον θέμα ὁ βουλευτὴς οὗτος.
§34Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Χρειάζονται χωροφύλακες τότε.
§35Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ὅπως ἠξεύρετε, εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς χωροφύλακες δὲν ὑπάρχουν.
§36Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς κυρώσεις, συνεζήτησα μὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν μελετήσει τοὺς Κανονισμοὺς καὶ ἄλλων Βουλῶν καὶ βλέπω ὅτι αἱ δικαιοδοσίαι ποὺ δίδονται σήμερον εἰς τὸ Προεδρεῖον — δὲν ἔχει σημασίαν ποῖος προεδρεύει — δὲν τὰς ἔχει κανὲν Προεδρεῖον καμμιᾶς Βουλῆς, καμμιᾶς χώρας, πλὴν τῆς χώρας τοῦ Μεντερές. Δηλαδή, τὸ νὰ χαρακτηρίζῃ ὁ Πρόεδρος, πότε ὕβρισεν ἕνας βουλευτής, τοῦτο δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν Κανονισμὸν καμμιᾶς Βουλῆς.
§37Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἴσως ἔχετε δίκαιον εἰς ἓν σημεῖον...
§38Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω τὸ ἑξῆς: Ἐπειδὴ ἀνεφέρθητε εἰς τοὺς Κανονισμοὺς ἄλλων Βουλῶν καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐδηλώσατε ὅτι ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τοὺς Κανονισμοὺς τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ τοῦ Ἀμερικανικοῦ Κοινοβουλίου, νὰ μᾶς φέρητε τὰς σχετικὰς διατάξεις τῶν Κανονισμῶν αὐτῶν, ποὺ δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀποβάλῃ βουλευτήν, νὰ κλείσῃ τὴν φωνὴν ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους ἐπὶ 10 ἡμέρας, διότι ἁπλῶς τὸ θέλει τὸ Προεδρεῖον. Αὐτὸ δὲν ὑπάρχει πουθενά. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, καὶ ἠξεύρετε ὅτι εἶναι ἐκεῖ ἡ κοιτὶς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἐκεῖ ἀκούονται καὶ ὕβρεις. Ἀπεκαλέσθη ὁ Πρωθυπουργός, μὲ μίαν λέξιν τὴν ὁποίαν ἐντρέπομαι νὰ εἴπω — τὸν ἀπεκάλεσαν γάϊδαρον — καὶ ἀνεκλήθη ὁ βουλευτὴς ἁπλῶς εἰς τὴν τάξιν.
§39Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Εἰς ἕνα σημεῖον ἔχετε δίκαιον καὶ θὰ σᾶς εἴπω εἰς ποῖον.
§40Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Φαντασθῆτε νὰ συνέβαινε τὸ ἴδιον ἐδῶ. Τί θὰ ἐκάμαμεν; Ἀλλοίμονον καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ ὑμᾶς, διότι ἡ κατάχρησις τοιούτων δικαιοδοσιῶν τοῦ Προεδρείου, καὶ δὲν ἐννοῶ τὸ σημερινὸν μόνον Προεδρεῖον, εἶναι ἀναπόφευκτος.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πλατῆ, μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν παρέμβασιν; Δὲν θέλω νὰ γίνωνται διακοπαί. Ἄλλωστε ἐγὼ θὰ κατέλθω τῆς ἕδρας καὶ θὰ συζητήσω τὸν Κανονισμὸν καθήμενος εἰς τὰ βουλευτικὰ ἑδώλια. Ἀλλὰ νὰ μὴ δημιουργοῦνται ἐντυπώσεις. Αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ κ. Χούτας δὲν εἶναι αὐθαίρετον δικαίωμα τοῦ Προέδρου. Ὅλα τὰ δικαιώματα ἡ Βουλὴ τὰ ἔχει, πλὴν τῆς περιπτώσεως τῆς βιαιοπραγίας. Ἐὰν ἕνας βουλευτὴς δείρῃ ἕνα ἄλλον βουλευτήν, τί θέλετε νὰ κάμῃ ὁ Πρόεδρος; Νὰ καθήσῃ νὰ κάμῃ διαδικασίαν; Θὰ τὴν βγάλῃ ἔξω. Ὅποιος ἠμπορεῖ νὰ Προεδρεύῃ χωρὶς αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἰδοὺ ἡ ἕδρα. Νὰ μὴ δημιουργοῦνται λοιπόν, ἐντυπώσεις. Τὰ πάντα ἀνήκουν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μόνον καὶ οὐχὶ εἰς τὸν Πρόεδρον. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω.) Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ, μὴ κάμνετε διακοπὰς ἐντυπωσιακάς. Ἀφήσατε. Μελετήσατε καλύτερον τὰς τροπολογίας καὶ θὰ ἴδητε. Μόνον ἐν περιπτώσει βιαιοπραγίας, ἐὰν δείρῃ ἕνας βουλευτὴς συνάδελφόν του, νὰ μὴ ἠμπορῇ ὁ Πρόεδρος νὰ τὸν ἀποβάλῃ τοῦ Σώματος; Ἀκόμη καὶ πρὸς προστασίαν τοῦ βιαιοπραγοῦντος ἐνίοτε.
§42Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Δὲν λέγει μόνον βιαιοπραγίας, ἀλλὰ λέγει καὶ περὶ ὕβρεως. Καὶ ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «ὕβρεως» ἀφήνεται ἐν λευκῷ, εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ τὸ χαρακτηρήσῃ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§44Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, γνωρίζετε πόσον δύσκολον εἶναι τὸ ἔργον τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως ἐν τῇ Βουλῇ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ βουλευταί, ὡς ἐκ τοῦ προνομίου τὸ ὁποῖον ἔχουν, θὰ πρέπει νὰ σκέπτωνται περισσότερον καὶ νὰ εἶναι ἐπιφυλακτικώτεροι εἰς ἐλευθεροστομίας, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν ζητήματα, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν ἐπεισόδια, συνήθη ἄλλωστε εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια, τὰ ὁποῖα μὲ κάθε τρόπον, ὅμως, πρέπει νὰ ἀποφεύγωνται, διότι δὲν δυσχεραίνουν μόνον τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δίδουν καὶ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶναι. Βεβαίως μία τοιαύτη κατάστασις δὲν εἶναι μόνον ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους. Δι’ αὐτὸ ὑπάρχουν πάντοτε αὐστηραὶ διατάξεις, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἀκριβῶς αἱ αὐστηραὶ αὗται διατάξεις, θὰ προφυλάξουν τοὺς βουλευτὰς ἀπὸ τοῦ νὰ δίδουν ἀφορμάς, νὰ παραβιάζωνται αἱ διατάξεις αὗται. Εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ὑπάρχει ὁ θεσμὸς αὐτός, δηλαδὴ αἱ περιπτώσεις ὕβρεως ἢ βιαιοπραγίας. Συνεζητήθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ τεθῇ «δεινὴ ὕβρις», ἀλλὰ ἐσκέφθημεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κάμωμεν τὴν διάκρισιν αὐτήν. Ἡ ὕβρις ἁπλῶς, ἀποτελεῖ ἀφορμὴν νὰ λειτουργήσῃ ἡ διαδικασία.
§45Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ὑπάρχει διάταξις; (Κωδωνοκρουσίαι).
§46Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν τὸ ἔχει ὁ Πρόεδρος, ἀλλὰ ἡ Βουλή.
§47Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ τοῦ Ἀμερικανικοῦ Κοινοβουλίου; Παρακαλῶ νὰ μᾶς δώσητε τὰ στοιχεῖα αὐτὰ διὰ νὰ ἠξεύρωμεν.
§48Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν Ἀγγλικὸν Κανονισμόν.
§49Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διαφωτίσω ἐγώ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χούτα, δὲν σᾶς ἐπιτρέπω διακοπάς, προκειμένου περὶ εἰσηγήσεως. Εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ ἄρθρον νὰ διατυπώσητε τὰς ἀντιρρήσεις σας! Αὐτὸ ποὺ κάμνετε εἶναι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ. Αὐτὸ ἐπιδιώκομεν διὰ τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων: Νὰ περιορίσωμεν αὐτὸ ποὺ κάμνετε τώρα.
§51Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν ἠμποροῦμεν νὰ ζητήσωμεν διευκρινίσεις.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω.
§53Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 107 ὁ Κανονισμὸς τοῦ Γαλλικοῦ Κοινοβουλίου λέγει: «Ἡ μομφὴ μετὰ προσωρινῆς ἀποβολῆς ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου ἐπιβάλλεται ἐναντίον παντὸς βουλευτοῦ. Πρῶτον, ἐὰν δὶς ἠλέγχθη διὰ μομφῆς, δεύτερον, ἐὰν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει προσέτρεξεν εἰς τὴν βίαν, τρίτον, ἐὰν ἔγινεν ἔνοχος ὕβρεων κ.λ.π.». Συνεπῶς, ὑπάρχει ὁ θεσμός, ὅπως καὶ εἰς ἄλλα Κοινοβούλια. Ἓν ζήτημα γεννᾶται, ἐὰν θὰ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον, ἐν περιπτώσει δεινῆς ὕβρεως, ἐν περιπτώσει βιαιοπραγίας, ἄνευ γνώμης τῆς Βουλῆς, νὰ διατάξῃ τὴν ἀποβολὴν βουλευτοῦ ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου προσωρινῶς δι’ ἐκείνην τὴν ὥραν ἢ θὰ ἀπαιτῆται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πρὸς τοῦτο.
§54Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω τὶ ἔχετε εἰς τὴν τροπολογίαν, ἀλλὰ ἐὰν ὑποχρεωθῇ ὁ βουλευτής, προτοῦ ἀποβληθῇ, νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν ἢ νὰ ζητήσῃ συγγνώμην ἀπὸ τὸν συνάδελφον τὸν ὁποῖον ἐξύβρισε, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετόν, ἐὰν δὲν δεχθῇ νὰ ζητήσῃ συγγνώμην, τότε νὰ λαμβάνωνται ἄλλα μέτρα. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχωμεν καὶ αὐτὸ τὸ στάδιον.
§55Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν ἄλλως τε, εἶναι τόσον λογικὸν καὶ πρέπον. Ἡμεῖς δὲν τὸ ἐθέσαμεν, διότι εἶναι φυσικόν, ἐὰν ὑβρίσῃ τις ἕνα συνάδελφον, ὁ Πρόεδρος νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ ἀνακαλέσῃ. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις του.
§56Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ λάβωμεν θέσιν ἐπὶ ἑκάστου θέματος. Δὲν θὰ τὰ λύσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§57Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγώ.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τοὺς κ. κ. βουλευτάς, νὰ μὴ κάμνουν διακοπάς. Γίνεται εἰσήγησις. Θὰ ὁμιλήσουν οἱ κ. κ. βουλευταὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατόπιν θὰ ὁμιλήσουν κατ’ ἄρθρον. Εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν δύναται νὰ γίνουν τροπολογίαι.
§59Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων. Ὅπως προεῖπον, κύριοι βουλευταί, ἡ παροῦσα Βουλή, μετὰ δυσκολίας κατορθώνει νὰ φέρῃ εἰς πέρας μίαν ἐπερώτησιν. Γνωρίζετε ὅτι ἔχουν κατατεθῆ ἑκατοντάδες ἐπερωτήσεων καὶ εἶναι ζήτημα ἐὰν ἔχουν συζητηθῆ δύο ἕως τρεῖς. Ποία εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς βραδύτητος αὐτῆς; Χρειάζεται ἆραγε νὰ σᾶς εἴπω; Τὸ γνωρίζετε ἄλλως. Πληθώρα βουλευτῶν ὁμιλητῶν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ μακρὰ διάρκεια ὁμιλιῶν. Ἀγνοεῖται, δυστυχῶς, τὸ χάρισμα τῆς συντομίας τοῦ λόγου ἀπὸ τὸν Ἕλληνα ὁμιλητήν. Ἀλλά, τέλος πάντων, ὑπάρχουν ὅρια, ἐκτὸς τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθῇ μία ἰδέα, ἕνα θέμα καὶ μέσα εἰς τὸ διάστημα τῆς ἡμισείας ὥρας τὰ πάντα λέγονται. Ἐν προκειμένῳ τί ἔχομεν; Δεκάδες ἀγορητῶν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ παράτασις τῆς ὁμιλίας ἐπὶ χρόνον μὴ ἐπιτρεπόμενον καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ πῶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ κανεὶς ἓν θέμα. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθησαν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ κάποια λύσις εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἡ γενικὴ ἐντύπωσις ἦτο ὅτι μία ἐπερώτησις, ὁσονδήποτε μεγάλη καὶ ἂν εἶναι, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διαρκῇ πέραν τῶν δύο συνεδριάσεων. Πράγματι, δύο συνεδριάσεις εἶναι ἀρκεταὶ διὰ νὰ φέρουν εἰς πέρας μίαν ἐπερώτησιν, ὁσονδήποτε σοβαρὸν θέμα καὶ μεγάλο ἐὰν ἔχῃ. Βάσει τῶν ἀνωτέρω, ἡ Ἐπιτροπὴ καθώρισε δύο συνεδριάσεις διὰ τὴν συζήτησιν μιᾶς ἐπερωτήσεως. Ἀλλὰ ἐγεννήθη τὸ ἑξῆς ζήτημα: Τί θὰ συνέβαινεν ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς δευτέρας συνεδριάσεως εἴτε ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει λόγους νὰ μὴ περατωθῇ ἡ συζήτησις καὶ οἱ βουλευταὶ ἀπέρχονται, ὑποβληθείσης ἐνστάσεως ἀπαρτίας; Τί θὰ γίνῃ τότε; Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν τρίτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Τότε ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ τὸ ἴδιον καὶ νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὴν τετάρτην. Εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ συμβοῦν καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα, μειώνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπαραιτήτων διὰ τὴν ὕπαρξιν ἀπαρτίας. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἀδύνατον, λόγῳ Συνταγματικοῦ κωλύματος. Ἐσκέφθημεν τότε ὅτι ὁ μόνος τρόπος διὰ νὰ μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι νὰ τεθῇ διάταξις, ἥτις νὰ θεσπίζῃ ὅτι ὁσάκις ὑποβάλλεται ἔνστασις ἀπαρτίας κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, αὕτη διὰ νὰ εἶναι ἔγκυρος, θὰ πρέπει νὰ εἶναι ὑπογεγραμμένη παρὰ 50 βουλευτῶν. Τὸ πρᾶγμα ἔκαμεν ἐντύπωσιν καὶ συνεζητήθη εἰς τὸν Τύπον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἀντιληφθῆ ὅτι πρόκειται περὶ εἰδικῆς περιπτώσεως καὶ ἐγένετο συζήτησις γενικῶς ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας. Ἀλλὰ οὐδεὶς ἄλλος τρόπος ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀποφύγωμεν τὴν αἰτίαν αὐτὴν τῆς παρελκύσεως τῶν ἐπερωτήσεων. Εἶναι πιθανὸν νὰ φαίνεται ὑπερβολικὸς ὁ ἀριθμός, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον θέλετε καὶ σεῖς καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Προεδρεῖον. Δὲν νομίζω, λοιπόν, ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα, ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν τῶν ἀπαραιτήτων διὰ τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιπτώσει. Τοῦτο ἄλλωστε εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ Ἔθνους, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος εἶναι ὠφελιμώτατος διὰ τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία ἔχει τὸν ρόλον αὐτόν, πρώτη ἀπὸ ὅλους ἔδωσε τὸ παράδειγμα ζητήσασα ὅπως αἱ συζητήσεις αὐταὶ περιορισθοῦν, ἀκριβῶς διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητοῦνται περισσότερα θέματα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῶν τροπολογιῶν καὶ τῶν προσθηκῶν. Εἶναι ἀνάγκη μήπως νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τί γίνεται κατὰ τὴν ψήφισιν ἑκάστου νομοσχεδίου; Ὅλοι τὰ ὑφιστάμεθα, καὶ ὅλοι τὰ πράττομεν, ἐκτὸς μερικῶν ἐξαιρέσεων. Τροπολογίαι, ὑπερτροπολογίαι, προσθῆκαι, προτάσεις νόμων, ὅλα συμπλέκονται, καὶ καταντᾷ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται μὲ τρία ἄρθρα καὶ ἀφορᾷ ἕνα θέμα, νὰ ἐμφανίζεται μὲ 20 ἄρθρα καὶ νὰ ἀφορᾷ 20 θέματα. Ὑπάρχει βέβαια διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε κατὰ πολὺ νὰ περιορίσῃ τὸ κακὸν αὐτό, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι: «ἡ τροπολογία ἢ προσθήκη μὴ συνδεομένη κυρίως μὲ τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου δὲν γίνεται δεκτή». Δυστυχῶς, ἐν τῇ πράξει δὲν ἐφαρμόζεται, ἀλλὰ καὶ πᾶσα προσπάθεια ἡ ὁποία γίνεται ὅπως δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς λυθῆ τὸ θέμα, ἐὰν δηλαδὴ μία τροπολογία ἢ προσθήκη συνδέεται μὲ τὸ κυρίως θέμα τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔφερε ἀποτέλεσμα. Ὅπως ἠξεύρετε, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐρευνᾷ ἐπιμόνως μὲ τὰς διόπτρας τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ προσέχῃ μήπως βουλευτής τις παραβιάζῃ διάταξίν τινα αὐτοῦ. Χρειάζεται ἐπὶ πλέον καὶ μία καλὴ πίστις καὶ μία καλὴ διάθεσις ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους διὰ τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Εἴπομεν, λοιπόν, νὰ καθορίσωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς τροπολογίας. Καὶ τὴν καθωρίσαμεν ὡς ἑξῆς: Τροπολογία θεωρεῖται ἡ πρότασις ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς σχέδιον νόμου κατὰ τρόπον διάφορον τοῦ ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου διατυπούμενον. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Ἐπιβάλλεται δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου εἰσφορὰ 5%. Τροπολογία εἶναι ἡ πρότασις νὰ μειωθῇ εἰς 3%. Εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία ρυθμίζει τὸ θέμα, ἄλλως ἢ ὡς ρυθμίζεται ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐάν, ὅμως, εἰς ἕνα νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, λόγου χάριν, προταθῇ ἡ τροπολογία: «Δύνανται οἱ ἐπιλαχόντες εἰς τὰς εἰσαγωγικὰς ἐξετάσεις νὰ φοιτήσουν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον», δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι τροπολογία, ἀλλὰ προσθήκη, ἀντισυνταγματικῶς προτεινομένη. Ἐν τούτοις, ὅπως γνωρίζετε, πολλάκις συμβαίνει νὰ γίνουν δεκταὶ τοιαῦται προσθῆκαι. Κατελήξαμεν, λοιπόν, εἰς τὸ νὰ διαχωρίσωμεν τὴν τροπολογίαν ἀπὸ τὴν προσθήκην. Τροπολογία εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον. Ὁρισμὸν τῆς προσθήκης δὲν ἔχομεν κάμει διὰ νὰ ἀφήσωμεν νὰ θεωρῆται πᾶσα ἄλλη τροπολογία ὡς προσθήκη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη, ὅτι καλὸν θὰ εἶναι, πρῶτον νὰ γίνῃ ὁρισμὸς τῆς τροπολογίας, ὥστε πᾶσα ἄλλη νὰ εἶναι προσθήκη. Ποία διαδικασία θὰ τηρῆται εἰς τὰς προσθήκας; Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα ἢ νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν ἤ, ἂν θέλῃ, νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, τὴν ἁρμοδίαν, καὶ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ νὰ ἔχῃ τὴν γνωμάτευσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐξακολουθούσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔλθουν αἱ ἄνω ἐκθέσεις, ἡ προσθήκη παραπέμπεται ὡς πρότασις νόμου εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν.
§60Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. Δηλαδή, καταργοῦνται αἱ προσθῆκαι;
§61Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Δὲν καταργοῦνται, δὲν γίνονται δεκταὶ πρὸς συζήτησιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Εἴπομεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι σκοπὸς τῶν τροπολογιῶν τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ διευκολύνωμεν τὸ Σῶμα εἰς τὸ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον του, τὸ ὁποῖον εἶναι βαρὺ καὶ πολυποίκιλον. Τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι σοβαρὸν καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἔχουν τεραστίας συνεπείας. Συνεπῶς, πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸ Σῶμα ὅλην τὴν ἐλαστικότητα, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀποφασίζῃ καὶ ἀνέτως καὶ καλῶς. Τοῦτο θὰ γίνῃ μόνον, ἐὰν ἡ Βουλὴ μετὰ ἠρεμίας, ἡσυχίας καὶ μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὴν ἐπιμέλειαν, ἐξετάζει τὰ ὑπὸ τὴν κρίσιν της θέματα. Συναφὴς ἐξ ἄλλου πρὸς τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὴν ἀπαρτίαν, εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον, τὸ ἀφορῶν τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν. Κύριοι βουλευταί, γνωρίζετε, ὅτι ἀπαιτοῦνται αἱ ὑπογραφαὶ 15 βουλευτῶν, διὰ τὴν ἐνέργειαν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας. Ἐφ’ ὅσον ηὐξήσαμεν τὸ ὅριον ἀπαρτίας, εἰς 25 βουλευτάς, ἔκρινεν ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι διὰ τὴν πρότασιν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας δέον νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς ἀπὸ 15 εἰς 25, ὅσον εἶναι καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀναγκαιούντων διὰ τὴν ὑποβολὴν ἐνστάσεως ἀπαρτίας. Καινοφανὴς διάταξις, εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, πῶς ἐσκέφθη ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία προτείνει μίαν καθαρῶς νέαν διάταξιν. Γνωρίζομεν ὅλοι τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα ἔχετε γενικῶς κατὰ τῶν περιεχομένων τῶν πρακτικῶν. Εἰς κάθε ἐπικύρωσιν πρακτικῶν, ὑπάρχουν παράπονα ὅτι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο δὲν ἐλέχθη ἢ δὲν διετυπώθη καλῶς. Μερικὰ τῶν παραπόνων εἶναι βάσιμα, ὅπως ἐξ ἀντιθέτου εἶναι βάσιμος καὶ ἡ δικαιολογία τῶν πρακτικογράφων. Δὲν ὑπάρχει, πράγματι, κύριοι βουλευταί, δυσχερέστερον ἔργον ἀπὸ τὴν σύνταξιν πρακτικῶν Κοινοβουλίου. Ἡ ἐργασία αὕτη ἀπαιτεῖ ἐκτὸς τῆς εὐφυΐας, τῆς γραμματικῆς μορφώσεως, τῆς εἰδικῆς ἀσκήσεως, καὶ μόρφωσιν ἐγκυκλοπαιδικὴν καὶ ἀντίληψιν ἰσχυράν, λόγῳ τῆς ποικιλίας καὶ τῆς σημαντικότητος τῶν ἀνακινουμένων ἐν τῇ Βουλῇ ζητημάτων. Ἡ ἐργασία τοῦ πρακτικογράφου δὲν εἶναι μόνον σωματική ἀλλὰ καὶ λίαν πνευματική, ἐν ταὐτῷ, θέτουσα εἰς ἀδιάσπαστον κίνησιν ὅλας τὰς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ὑπόχρεος ὁ πρακτικογράφος νὰ ἀποδώσῃ πιστῶς καὶ ἀρτίως τὰς ὁμιλίας, νὰ εἰσέλθῃ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς τὸ θέμα, νὰ παρακολουθῇ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, νὰ κατεργάζεται ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ του τὴν συνόψισιν τούτου, χωρὶς νὰ ἀδικήσῃ καὶ τὴν οὐσίαν καὶ τὴν ὕλην αὐτοῦ, καὶ ἐν ταὐτῷ νὰ ἀποτυπώνῃ αὐτὸ διὰ τῆς γραφίδος ἐπὶ τοῦ χάρτου. Ἐὰν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει τὴν ἰδιορρυθμίαν ὡρισμένων ὁμιλητῶν, τὰς διασπάσεις τῶν ὁμιλιῶν ὑπὸ διακοπῶν, αἵτινες ἀνατρέπουν τὴν συγκέντρωσιν τοῦ πρακτικογράφου εὐκόλως ἀντιλαμβάνεται τὸ δυσχερέστατον τοῦ ἔργου τούτου. Διὰ τὴν λεπτομερῆ καὶ πιστὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, ἐσκέφθη ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ἔδει νὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς τοῦτο τὴν πράγματι ἱκανὴν καὶ ἀρίστην στενογραφικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐργάζεται ἐκ παραλλήλου μὲ τοὺς πρακτικογράφους. Πράγματι εἶναι δυνατὸν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἑκάστης συζητήσεως νὰ ἀποστενογραφοῦνται, νὰ τυπώνωνται καὶ τὸ ἀπόγευμα τῆς ἑπομένης νὰ διανέμωνται πλέον ἐστενογραφημένα πρακτικά. Τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ βεβαίως, μὲ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν στενογράφων. Ἓν ζήτημα μόνον ἐγεννήθη. Θὰ χρειασθῇ νὰ ὑπάρχῃ καὶ μία συντομωτάτη ἔκθεσις τῶν ἐν τῇ Βουλῇ γεγονότων. Ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη ὅτι, ἐφ’ ὅσον θὰ διανέμωνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ διανέμωνται καὶ πρακτικὰ ἐν συντομίᾳ, ἀποφευγομένης οὕτω διπλῆς δαπάνης. Βεβαίως προϋποθέτει ἔμπειρον καὶ γεγυμνασμένον προσωπικόν. Τὸ προσωπικὸν ὅμως, τῶν στενογράφων ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι ἄριστον καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ καινοτομία. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ Ἐπιτροπὴ, ἐπειδὴ ἐσκέφθη, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία προεργασία μεγάλη, προτείνει ὅπως ἡ ἐκτέλεσις καὶ ἐφαρμογὴ τῆς καινοτομίας αὐτῆς, ἀφεθῇ εἴτε εἰς τὴν νέαν Σύνοδον, εἴτε μετὰ δίμηνον, εἴτε, ἐὰν θέλετε, εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ κ. Προέδρου, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ ἐὰν καὶ πότε ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς. Αὐταί, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἐν γενικαῖς γραμμαῖς αἱ κυριώτεραι τροποποιήσεις. Βεβαίως ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν διατείνεται, ὅτι πᾶν τὸ κακῶς κείμενον ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἐρρυθμίσθη. Ὑπάρχουν διατάξεις καὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι θὰ τροποποιηθοῦν καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐν καιρῷ θὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν σας. Τό γε νῦν ἔχον, ἐλπίζει ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι διὰ τῶν τροποποιήσεων αὐτῶν διευκολύνονται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, πρέπει δὲ νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι ψηφίζοντες τοὺς περιορισμοὺς αὐτούς, προσφέρετε μίαν ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς τοὺς ἑαυτούς σας, καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος, ἡ δὲ ἐγκριτικὴ ψῆφος σας ἔχει τόσον μεγαλυτέραν σημασίαν, ὅσον πρόκειται σεῖς νὰ αὐτοπεριορίσητε τὰ δικαιώματά σας. Εἰσηγοῦμαι συνεπῶς, ὅπως πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, πρὸς τὸ συμφέρον ὑμῶν, προβῆτε εἰς τὴν ἔγκρισιν τῶν προτεινομένων τροπολογιῶν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γ. Μαῦρος, ἔχει τὸν λόγον.
§63Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ μοῦ ἐξηγήσητε ποῖος θὰ κρίνῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς προσθήκης ἢ τῆς τροπολογίας;
§64Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὑπάρχῃ διαφωνία, ἀποφαίνεται ἡ Βουλή.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδιαβάσατε τὸ σχέδιον, κύριοι βουλευταί;
§66Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑποβάλλεται εἰς τὸν Πρόεδρον μία πρότασις ὡς τροπολογία;
§67Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ὁ Πρόεδρος θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι αὐτὸ ἦταν προσθήκη καὶ ὄχι τροπολογία. Σεῖς θὰ ὑποστηρίζετε τὸ ἀντίθετον, τὴν διαφοράν σας θὰ λύῃ ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Μαῦρε.
§69Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, προκειμένου περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, εἴθισται νὰ μὴ ὑπάρχῃ πειθαρχία κομματικὴ τῶν βουλευτῶν, ὅπως καὶ ἐπὶ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸ Σύνταγμα. Ὅσα, συνεπῶς, πρόκειται νὰ εἴπω αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, εἶναι ἰδικαί μου ἀπόψεις καὶ ὄχι ἀπόψεις τοῦ Κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω.
§70Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπὶ τοῦ θέματος ὑπάρχουν δύο γνῶμαι τῶν κ. κ. βουλευτῶν.
§71Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ, ἐπίσης, νὰ συμβάλω εἰς τὴν διάλυσιν μιᾶς ἀτμοσφαίρας ἀντιδικίας, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη μεταξὺ μερικῶν ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὰς τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν ὡρισμένας προτάσεις. Δὲν ὀφείλονται ὅλαι εἰς ὁμόφωνον ἀπόφασιν αὐτῆς. Πολλαὶ μεταρρυθμίσεις ἐψηφίσθησαν κατὰ πλειοψηφίαν. Ἡ πλειοψηφία δὲν συνεκροτεῖτο πάντοτε ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς – μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Κομμάτων τῆς πλειοψηφίας. Πολλάκις συνέβη ἐγὼ νὰ συμφωνήσω μὲ βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ νὰ γίνῃ πλειοψηφία μὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν Συμπολίτευσιν...
§72Δ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀκριβῶς τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἔργον τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὄχι τῆς Κυβερνήσεως.
§73Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἡ ἐμφανιζομένη αὐτὴ κατάστασις κατέστησεν ἀναγκαίας τὰς μεταρρυθμίσεις εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο εἶναι ἀπόρροια μιᾶς γενικωτέρας πεποιθήσεως ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν λειτουργεῖ κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικόν. Αὐτὴ ἡ διαπίστωσις δὲν ἐγένετο μόνον εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, ἐγένετο εἰς ὅλας τὰς κοινοβουλευτικὰς χώρας τοῦ κόσμου συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Ἀγγλίας, τῆς ὁποίας τὸ Κοινοβούλιον καὶ σήμερον λειτουργεῖ κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον. Ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον δύναται νὰ διαπιστωθῇ ὅτι λειτουργεῖ κατὰ τὸν χειρότερον τρόπον τῶν ἄλλων καὶ τοῦτο διότι εἴμεθα ἡ μόνη Βουλή, ἡ ὁποία δὲν ψηφίζει τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ὅσα θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω δὲν ἀποτελοῦν μομφὴν ἔναντι οἱασδήποτε Κυβερνήσεως ἢ ἔστω οἱουδήποτε πολιτικοῦ Κόμματος ἂν θέλετε, ἀλλὰ ἀποτελοῦν αὐτοκριτικὴν τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω ὡς μέλος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας καὶ τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι ἂν θελήσωμεν νὰ τὴν κάμωμεν, θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τὸ πολίτευμα εὑρίσκεται ἐν κινδύνῳ. Ὁ θεσμὸς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας εὑρίσκεται ἐν κινδύνῳ. Ὑποστηρίζεται ὅτι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀκράτου ἀτομικισμοῦ καὶ τῆς ἀνεξελέγκτου ἀτομικῆς πρωτοβουλίας καὶ συνεπῶς, λέγουν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ προβλήματα τῆς σημερινῆς δυναμικῆς τεχνοκρατικῆς ἐποχῆς. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι σήμερον αἱ δυνάμεις αἱ μαχόμεναι διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας δὲν εὑρίσκονται καθόλου εἰς ὑποχώρησιν, ἀντιλαμβάνεσθε ποῖοι εἶναι οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους διατρέχουν τὰ Κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα καὶ ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ἂν αἱ ἀδυναμίαι εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθοῦν. Πρὸ 25 ἡμερῶν εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν ὁ διάσημος ἀπὸ τὴν δίκην τῆς Νυρεμβέργης Εἰσαγγελεὺς καὶ μετέπειτα πρῶτος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῆς Ἐργατικῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἀγγλίας, μετὰ ἀπὸ τὸ 1945 Σῶκρος ἐξεστόμισε μίαν φράσιν ἡ ὁποία προὐκάλεσε καὶ προκαλεῖ ἀκόμη σάλον εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν, Εἶπεν: «Ἐὰν οἱαδήποτε ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις διῳκεῖτο καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς διοικοῦμεν τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, αὐτὴ ἡ ἐπιχείρησις θὰ εἶχε χρεωκοπήσει εἰς διάστημα μιᾶς ἑβδομάδος». Ἐὰν αὐτὰ ἐλέχθησαν διὰ τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, ἀντιλαμβάνεσθε πόσον πρέπει νὰ συντμηθοῦν αἱ προθεσμίαι τῆς χρεωκοπίας, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς λειτουργίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Κύριοι βουλευταί, ἡ θεραπεία τῶν προβλημάτων τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦν θὰ ἦτο πλάνη νὰ πιστευθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ μεταρρυθμίσεων εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐξετάζωμεν τὰ φαινόμενα τῆς παρακμῆς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, πρέπει νὰ κάμωμεν τομὴν τῶν αἰτίων ποὺ προεκάλεσαν αὐτὴν τὴν παρακμήν, καὶ νὰ ἴδωμεν ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθοῦν. Ἡ Βουλὴ ὅπως εἶπον, ἀπέτυχε καὶ ὡς ὄργανον τὸ ὁποῖον κανονίζει τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς ὄργανον διὰ τοῦ ὁποίου ἀσκεῖται ἡ νομοθετικὴ λειτουργία. Ἀπέτυχεν ἀκόμη καὶ ὡς ὄργανον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν παρακολουθεῖ τακτικὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τὰς παρακολουθοῦν μόνον ὁσάκις ἔχουν ἐρώτησιν ἢ ἐπερώτησιν ἢ νομοσχέδιον τῆς ἁρμοδιότητός των. Ἐσημειώθη καὶ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Βουδούρη ὅτι συζητουμένου τοῦ θέματος τοῦ καπνοῦ, οἱ τελευταῖοι τῶν ρητόρων ὡμίλουν ἐνώπιον 15 βουλευτῶν καὶ παρουσίᾳ ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Βεβαίως διὰ τὴν συστηματικὴν αὐτὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ὑπεύθυνος εἶναι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διότι διαπιστώνων τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας, δὲν λύει τὴν συνεδρίασιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ διεκπεραιώσῃ πλέον τοῦ 3–5% τῆς καθόλου νομοθετικῆς αὐτῆς ἐργασίας. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλῶ, εὑρίσκονται ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην 314 ἐπερωτήσεις καὶ 967 ἐρωτήσεις. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῆς χθές, σήμερον πιθανῶς θὰ ἔχῃ αὐξηθῆ. Τί εἶναι δυνατὸν νὰ διεκπεραιώσῃ ἡ Βουλὴ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων; Εἰς μίαν προηγουμένην Σύνοδον ἡ Βουλὴ διεκπεραίωσε μόνον τρεῖς ἐπερωτήσεις. Περιῆλθεν ἐπίσης εἰς ἀχρηστίαν ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος ποὺ ἀφορᾶ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὑπάρχουν ἀκόμη ἐνώπιόν σας ἐκκρεμῆ Νομ. Διατάγματα τῆς πρώτης Ἐπιτροπῆς τῆς προηγουμένης Συνόδου τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶχον ἔλθει πρὸς συζήτησιν κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα ἀφοῦ τὸ ἐζήτησαν 15 βουλευταί. Ἐνώπιον αὐτῆς τῆς καταστάσεως θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι θὰ ἀνεμένετο πρωτοβουλία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν βαρυτάτην εὐθύνην ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Πλειοψηφίας καὶ ὁ ὁποῖος κατευθύνει τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος νὰ ζητήσῃ ὅπως ἡ Βουλὴ συνεδριάζῃ δὶς τῆς ἡμέρας καὶ εἰ δυνατὸν αἱ συνεδριάσεις νὰ παρατείνωνται μέχρι πρωΐας. Ἀντὶ τούτου τί γίνεται; Ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἔχει τοιαύτας ἐκκρεμότητας στέλλεται εἰς 7μηνον ἀναγκαστικὴν διακοπήν. Τί σημαίνει τοῦτο;
§74Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρ. Κυβερνήσεως). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ἐμνημονεύσατε δύο περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὴν ἔννοιαν τῆς μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ὑπευθύνου διὰ τὴν κακὴν λειτουργίαν τῆς Βουλῆς. Ἡ πρώτη, κατὰ τὴν ὁποίαν εἴπατε ὅτι πολλάκις ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ πόσον βαρεῖα καὶ ἐπίπονος εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εὑρίσκεται κατὰ κανόνα, ὅπως ἐγώ, εἰς τὸ γραφεῖόν μου μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰ πολλαπλᾶ καθήκοντά του. Δεύτερον, ἐμνημονεύσατε τὴν μακρὰν θερινὴν διακοπὴν τῆς Βουλῆς ὡς ἀφορμὴν καθυστερήσεως τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου αὐτῆς. Αὐτὸ δὲν ἔχεται ἀληθείας. Ἡ Κυβέρνησις, ὅπως γνωρίζετε, ἔχει συμφέρον νὰ ἐπισπεύδῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἰδίᾳ εἰς τὸ νομοθετικόν της ἔργον. Συνεπῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι λογικῶς ἀβάσιμον. Τὰ αἴτια εἶναι γενικώτερα καὶ ἀνάγονται εἰς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ τὸ Σῶμα καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι μας συνεφωνήσαμεν ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ αἴτια αὐτὰ καὶ νὰ ἀναζητήσωμεν τὸν τρόπον τῆς θεραπείας των.
§75Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος δὲν ἀπουσίαζε ποτὲ ἀπὸ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§76Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Ἀφήσατε τὰς συγκρίσεις. Εἰς τὴν ἐποχήν μας οἱ καιροὶ μετεβλήθησαν. Σήμερον ἔχουν διευρυνθῆ τόσον αἱ ἁρμοδιότητες καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Κράτους ὥστε αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἀντιμετωπίζουν ἀφόρητην στενότητα χρόνου. Γνωρίζετε ὅτι ὑποστηρίζεται τὸν τελευταῖον καιρὸν ἀπὸ πολλοὺς ἡ θεωρία ὅτι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Δημοκρατία ὅπως αὕτη διεμορφώθη κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα εἶναι ἐκτὸς τῆς ἐποχῆς μας καὶ ὑποστηρίζουν τὴν ἀνάγκην καὶ τῆς προσαρμογῆς της. Τὴν θεωρίαν αὐτὴν τὴν στηρίζουν κυρίως εἰς δύο ἐπιχειρήματα: Πρῶτον ὅτι τὸ Κοινοβούλιον λειτουργεῖ μὲ βραδὺν ρυθμὸν καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι τὸ Κράτος ὑποχρεωμένον λόγῳ τῶν ἀπείρων καὶ πολυπλόκων προβλημάτων τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ ἡ σύγχρονος ζωὴ νὰ κινῆται μὲ γοργὸν ρυθμόν. Καὶ δεύτερον ὅτι ὁ κομμουνισμὸς μεταπολεμικῶς, ἐδημιούργησε μίαν πραγματικότητα, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν ἀναθεώρησιν τῶν προπολεμικῶν ἀντιλήψεων περὶ Κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας.
§77Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον εἴπει ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τὴν ὁποίαν θὰ κάμω ἐνώπιον τοῦ Σώματος, δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν μομφῆς, ἀλλὰ ἔχει τὴν ἔννοιαν μιᾶς γενικῆς κριτικῆς τῶν συμβαινόντων ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Ἀναντιρρήτως ἡ πρωτοβουλία καὶ συνεπῶς ἡ εὐθύνη διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν συζητήσεων ἀνήκει κατ’ ἐξοχήν, δὲν εἶπον ἐξ ὁλοκλήρου, εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, ὡς Ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας κατευθύνει τὰς Κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Ὡς δικαιολογίαν διὰ τὴν ἑπτάμηνον διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος εἴπατε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπισπεύδῃ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Αὐτὸς εἶναι λόγος παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διότι σήμερον ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἐπεκυρώθησαν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος θὰ ἐπανέλθουν καὶ συνεπῶς θὰ ἔχωμεν διπλασίαν ἀπασχόλησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσε συνάδελφος διακόπτων, ὅτι ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος παρίστατο εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ σεῖς, κύριε Πρόεδρε, εἴπατε ὅτι ἦτο ἄλλη ἐποχή. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν μελέτην, τὴν ὁποίαν ἔκαμα τῶν τελευταίων 40 ἐτῶν, δὲν ἐπείσθην ὅτι ὁ δημιουργὸς τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος εἶχεν ὀλιγωτέρας ἀπασχολήσεις ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον Πρωθυπουργόν. (Χειροκροτήματα). Ὁ λόγος, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν παρίστασθε εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος, εἰς τὰς ὁποίας ἐν τούτοις παρίσταται πάντοτε ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, εἶναι ὅτι δὲν αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην συνεργασίας μὲ τὸ Σῶμα. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλέον ἐπίκεντρον τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῆς χώρας. Τὰ θέματα δὲν λύονται ἐδῶ, ἀλλὰ ἀλλαχοῦ. Ἡ Βουλὴ καλεῖται ἅπαξ τοῦ ἔτους, μὲ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, νὰ δώσῃ ἔγκρισιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δι’ ὅ,τι ἔπραξε. Ἡ Βουλὴ καλεῖται μὲ νομοθετήματα νὰ ἐγκρίνῃ ἐκ τῶν ὑστέρων τετελεσμένας πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως καί, ἀκόμη πρὸ ἡμισείας ὥρας, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἠσχολούμεθα μὲ τὴν ἐπικύρωσιν 100 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀκόμη πράξεων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, τινὲς τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν νομοθετικοῦ περιεχομένου, καθ’ ἣν στιγμὴν συνεδρίαζε τὸ Σῶμα.
§78Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Μαῦρος μολονότι ἐξ ἀρχῆς ἐδήλωσεν ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ δοθῇ πολιτικὴ χροιά, παρεσύρθη ὁ ἴδιος εἰς πολιτικὴν κριτικὴν καὶ ἀσκεῖ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, Αὐτὸ μὲ ἀναγκάζει νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ βραδύτης εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Σώματος, αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀσκεῖ τὰ καθήκοντά της. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον συνεζητήθησαν τέσσαρες ἕως πέντε ἐπερωτήσεις. Ἀλλὰ ποῖος εὐθύνεται δι’ αὐτό; Τὴν πρωτοβουλίαν, προκειμένου περὶ ἐλέγχου, τὴν ἔχει, ὡς γνωστόν, ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἐὰν αὕτη διαπράττῃ τὸ σφάλμα νὰ ἀπασχολῇ τὸ Σῶμα μὲ μίαν ἐπερώτησιν, ἐπὶ ἕνα καὶ δύο μῆνας πολλάκις, εὐθύνεται δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις; Ἐὰν πάλιν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπὸ τὰ 100 περίπου Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐψήφισε κατὰ τὸ θέρος ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ἐπανέφερε τὰ περισσότερα πρὸς ἐπανασυζήτησιν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν, εὐθύνεται δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις; Καὶ τοῦτο ἀδικαιολογήτως, κατ’ ἐμέ, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀντιπολίτευσις μετέχουσα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, μὲ μεγαλυτέραν ἀναλογίαν ἀπὸ ὅ,τι εἰς τὸ Σῶμα, διετύπωσεν ἐπ’ αὐτῶν τὰς ἀπόψεις της. Τὰ ἀνωτέρω ἀποδεικνύουν ἐφ’ ὅσον θέλετε νὰ κάμωμεν πολιτικὴν κριτικήν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὄχι ἡ Κυβέρνησις εὐθύνεται διὰ τὴν βραδύτητα τῆς λειτουργίας τοῦ Σώματος. Δὲν ἤθελον νὰ κάμω αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, διότι τὸ συζητούμενον σχέδιον ἐγένετο ἀπὸ μίαν Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις συμφωνοῦν ὅπως τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς καὶ ληφθοῦν ὡρισμένα μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψουν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ μὲ γοργότερον ρυθμὸν νὰ λειτουργήσῃ καὶ ἀρτιότερον ἔργον νὰ ἀποδώσῃ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐπεχειρήσατε νὰ κάμητε ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἠναγκάσατε νὰ προβῶ εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα.
§79Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ ἐπεκταθῶ εἰς τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐθίξατε, ἀλλὰ μὲ ἀναγκάζετε. Εἴπατε ὅτι τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου τὴν ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἕνεκα τούτου, χωλαίνει. Ἀλλὰ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐὰν εἴπητε ὅτι ἡ Βουλή, ἐν Ὁλομελείᾳ, ἐπιτελεῖ πλήρως τὸ νομοθετικόν της ἔργον, τότε θὰ ἤμην ἕτοιμος νὰ δεχθῶ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις πταίει διὰ τὴν καθυστέρησιν τοῦ ἐλέγχου. Ἐν τούτοις, τὰ 9)10 τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, δὲν γίνονται ἀπὸ τὴν Ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Εἴπατε, ἐπίσης, ὅτι οἱ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐπαναφέρουν τὰ Ν. Διατάγματα τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, τὸ πράττουν ἁπλῶς διὰ νὰ καταπονήσουν τὴν Βουλήν! Τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε....
§80Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρ. Κυβερνήσεως). Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πολλάκις ἀνάγκη, ἐφ’ ὅσον ἀντιπροσωπεύεται ἐπαρκῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐπαναφέρει πρὸς συζήτησιν ψηφισθέντα νομοσχέδια καὶ ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ δημιουργεῖ πρόσθετον ἐργασίαν εἰς τὸ Σῶμα. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς βραδύτητος τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Καὶ οὐδεὶς ἀρνεῖται, βεβαίως, εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸ δικαίωμα αὐτό, διότι εἶναι Συνταγματικὸν δικαίωμα, ἀλλά, ὅταν ἐξετάζωμεν τὰ αἴτια ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὁποίων λειτουργεῖ βραδέως τὸ Σῶμα, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ κάμωμεν αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις.
§81Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐὰν ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς εἶναι βάσιμος, τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, εἶναι περιττόν.
§82Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρ. Κυβερνήσεως). Διὰ νὰ μὴ παρατείνωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ὡς γνωρίζετε, ἡ μόνη πρακτικὴ τροπολογία, ἡ μόνη πρακτικὴ μεταρρύθμισις, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1952, ἦτο ἡ δημιουργία αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, διότι ἔκτοτε διεπιστώθη ὅτι πράγματι ὁ ρυθμὸς τῆς συγχρόνου ζωῆς μὲ τὰ πολλαπλᾶ καὶ πολύμορφα προβλήματα, ἐπέβαλε ταχύτερον ρυθμὸν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Σώματος. Λοιπόν, κατὰ ἕνα τρόπον φαλκιδεύεται, κατὰ ἕνα τρόπον ἀχρηστεύεται, ἄλλο ἐὰν γίνεται νόμος ὁ θεσμός, τὸν ὁποῖον ἐδημιουργήσαμεν διὰ νὰ λειτουργῇ ταχύτερον τὸ Σῶμα, διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἀθρόας ἐπαναφορᾶς τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν.
§83Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, εἰς ἐντελῶς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἐπὶ τοῦ σχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Σᾶς παρακαλῶ, νὰ τελειώνωμεν.
§85Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐφαρμόζει τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος ἀποτελεῖ κατάφωρον παραβίασιν αὐτοῦ. Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ, περὶ ἐξαιρετικῶς ἐπειγουσῶν περιπτώσεων, τὰ δὲ 9)10 τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας γίνονται ὑπὸ τὸ πρόσχημα δῆθεν ἐκτάκτως ἐπειγούσης ἀνάγκης, προφανῶς πρόκειται περὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγοροῦνται οἱ 15 βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐπανέφερον τὸ θέμα εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος, ὅτι πράττουν τοῦτο διὰ νὰ ταλαιπωρήσουν τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι διὰ νὰ διαφυλάξουν τὰ δικαιώματα τῆς Ὁλομελείας. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὴν πενταετῆ ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1952 προέκυψαν διάφορα ζητήματα, ὡς καὶ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸ ἄρθρον 35 καὶ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ δὲν νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὰς Κοινοβουλευτικὰς Δημοκρατίας, εἶναι δυνατὸν νὰ λυθοῦν μόνον μὲ τὸν Κανονισμόν. Ἴσως εἶναι ἡ ἐποχὴ νὰ ἀρχίσουν τὰ Κόμματα, τὰ ἐν τῇ Βουλῇ εὑρισκόμενα, νὰ συζητοῦν τὸ ἐνδεχόμενον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, εἰς τὰς δευτερευούσας αὐτὰς διατάξεις. Ἴσως νὰ ἐπεβάλλετο νὰ ἐξητάζετο ἐκ νέου τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος. Ἐγώ, ἐνδεικτικῶς, σημειῶ τὰς περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην ἀντιμετωπίσεως ἀμέσως... Ἕνα ἐξ αὐτῶν εἶναι τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἔχει σχέσιν μὲ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται ποτὲ Προϋπολογισμὸς νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἂν ἔλθῃ δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ καὶ ἐὰν συζητηθῇ δὲν θὰ ἔχῃ ποτὲ περατωθῆ πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους ἡ συζήτησις. Θὰ ἔχῃ ἐκτελεσθῆ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ἡμεῖς ἐδῶ θὰ συζητοῦμεν περὶ ἄρθρων καὶ κεφαλαίων τῶν διαφόρων κονδυλίων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Μία μεταρρύθμισις ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰς τὸ Σύνταγμα εἶναι ἡ συγκρότησις μονίμου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνεδριάζουσα καθ’ ὅλον τὸ ἔτος νὰ παρακολουθῇ τὸν Προϋπολογισμόν, νὰ τὸν ψηφίζῃ καὶ νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐκτέλεσίν του, ἡ δὲ Βουλὴ εἰς διάστημα μιᾶς–δύο ἑβδομάδων νὰ κυροῖ τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτὸν γενικῶς. Ἔχομεν νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ αὐτοῦ τὸ ὁποῖον θὰ πράξωμεν εἰς ἐνδεχομένην ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς σημερινῆς αὐτῆς καταστάσεως κατὰ τὴν ὁποίαν σεῖς δὲν ἔχετε γνῶσιν τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον χειρίζονται τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Ἕνα ἄλλο θέμα τὸ ὁποῖον δὲν λύεται μὲ τὸν Κανονισμὸν καὶ ἔχει ἀνάγκην συνταγματικῆς μεταρρυθμίσεως εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀπαρτίας καὶ τῆς πλειοψηφίας. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνα Σῶμα πολυμελὲς ὅπως ἡ Βουλὴ νὰ λειτουργῇ μὲ παρουσίαν ὅλων τῶν βουλευτῶν. Δι’ αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἡ διάταξις περὶ ἀπαρτίας. Ἡ Ἀγγλικὴ Βουλὴ μὲ 630 βουλευτὰς ἔχει 250 καρέκλες. Δὲν προβλέπεται κἂν δυνατότης παρουσίας ὅλων τῶν βουλευτῶν. Αὐτὸ συμβαίνει σπανίως ὁσάκις ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη ὁπότε οἱ βουλευταὶ εἶναι ὄρθιοι. Ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία καὶ νὰ λειτουργῇ τὸ Σῶμα. Εἶναι ἄγνωστος ὁ θεσμὸς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς ἄλλας Βουλὰς τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως ἐλλείψει ἀπαρτίας. Δύο τρόποι ὑπάρχουν νὰ ἐπιτύχετε τὴν συγκρότησιν ἀπαρτίας. Εἴτε αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν μὲ τὸ ὑπάρχον σύστημα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ προτείνουν τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας, εἴτε ἐλαττοῦντες τὸν ἀριθμὸν εἰς τὸ ἐλάχιστον. Καὶ μὲ τοὺς δύο τρόπους ἀναγκάζονται νὰ προσέλθουν οἱ βουλευταὶ διότι ὅταν ἕνας βουλευτὴς εἶναι δυνατὸν νὰ ματαιώσῃ τὴν συνεδρίασιν, θὰ ὑπάρχῃ πίεσις πρὸς προσέλκυσιν περισσοτέρων βουλευτῶν μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ἀπαρτίαν. Εἰς ἄλλας Βουλὰς γίνεται τοῦτο. Γίνεται μία συνεννόησις καὶ τηρεῖται μία ἀναλογία μεταξὺ τῶν παρισταμένων βουλευτῶν. Καὶ ὅταν ὑπάρχουν 100 βουλευταὶ τοῦ κρατοῦντος κόμματος θὰ ὑπάρχουν 95 βουλευταὶ τοῦ Κόμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραπονούμεθα διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ προτείνουν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Αὐτὸ μοῦ ἐνθυμίζει τὸν κατηγορούμενον πατροκτόνον νέον, ὁ ὁποῖος ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς ἐνόρκους ἐζήτησε τὴν ἐπιείκειάν του διότι εἶναι ὀρφανός, ἐνῷ εἶχε ἐκτελέσει τὸν πατέρα του ὁ ἴδιος. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπειδὴ δὲν ἐρχόμεθα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραπονούμεθα διότι ἀπαιτεῖται μεγάλος ἀριθμὸς διὰ τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἐρχώμεθα. Ὑπάρχουν συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται μήπως ἡ Κυβέρνησις παρουσίᾳ 15 βουλευτῶν περάσῃ 100 νομοσχέδια. Δὲν ἀπομένει παρὰ νὰ εἴμεθα παρόντες, ὁπότε τὸ θέμα δὲν ὑπάρχει. Ἕνα τρίτον θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ εἰς ἕνα πρόγραμμα τὸ ὁποῖον θὰ κάμωμεν ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος θὰ εἶναι καὶ τὸ θέμα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἐν τῇ ἐννοίᾳ ὄχι τῆς ψηφίσεως νόμου ηὐξημένης τυπικῆς ἰσχύος ὁ ὁποῖος δεσμεύει τὸν νομοθέτην, ἀλλὰ ἐν τῇ ἐννοίᾳ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὸ βαρύτατα ἀνήθικον καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἔχει προκαλέσει ἠθικὴν ἐξάρθρωσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, δηλαδὴ τοῦ δικαιώματος κάθε Κυβερνήσεως νὰ μεταβάλῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἀναλόγως τῶν ἐκλογικῶν καὶ κομματικῶν αὐτῆς συμφερόντων. Ἕνα τέταρτο θέμα, τὸ ὁποῖον ἐνδεικτικῶς προσθέτω εἰς τὰς μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ γίνουν εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι τὸ θέμα τῆς χρήσεως τοῦ ραδιοφώνου καὶ τῆς ἀπειλουμένης τηλεοράσεως. Διότι, ἀφ’ ἧς, κύριοι βουλευταί, αὐταὶ αἱ δύο ἐφευρέσεις κατέστησαν δυνατὴν διὰ φοβερῶν τεχνικῶν μέσων τὴν μετάδοσιν εἰδήσεων, κατηργήθησαν αἱ διατάξεις περὶ ἐλευθεροτυπίας οὐσιαστικῶς τοῦ Συντάγματος καὶ κατηργήθη καὶ ἡ δυνατότης τῆς δημοσιότητος τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Κύριοι βουλευταί, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ τὸ ραδιόφωνον, ἀποτελεῖ ἐντροπὴν διὰ μίαν δημοκρατικὴν χώραν. Εἶναι ἓν ὄργανον κομματικὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐφ’ ὅσον ἀποτελεῖ κρατικὸν μονοπώλιον, εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξις, τοιαύτη ὥστε νὰ ἐξασφαλίζεται ἡ ἀκομμάτιστος λειτουργία αὐτοῦ. Ἀπὸ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκφωνοῦνται αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐὰν ἀνοίξητε τὸ κουμπὶ τοῦ ραδιοφώνου μετὰ 2 ὥρας, θὰ ἀκούσετε δύο μόνον λέξεις ἀπὸ ὅσα λέγω ἐγὼ καὶ θὰ ἀκούσετε ὅλα ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἄλλος κυβερνητικὸς βουλευτὴς ἢ Ὑπουργός. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔχουν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος δὲν τὰ καταγγέλλω ἐγώ. Τὸ ἐγκυρότερον κυβερνητικὸν ὄργανον ἡ ἐφημερὶς «Καθημερινὴ» ἔγραψε εἰς τὴν πρώτην σελίδα ὅτι: «.... (Ἀναγινώσκει) ...». Εἶναι διαπίστωσις ἰδική σας καὶ ὄχι ἰδική μου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ ἐγγὺς τὰς ἐκπομπὰς τοῦ ραδιοφώνου.
§86Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Εἶμαι τόσον ἀπησχολημένος, ὥστε δὲν ἔχω ποτὲ τὸν καιρὸν οὔτε χρῆσιν τοῦ ραδιοφώνου νὰ κάμω, οὔτε καὶ νὰ παρακολουθήσω.
§87Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον, ἐὰν εἴχατε παρακολουθήσῃ τὰς ἐκπομπὰς τοῦ ραδιοφώνου νὰ μὴ εἴχατε θέσει τέρμα εἰς αὐτάς.
§88Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν ἔχω τὸν καιρὸν νὰ παρακολουθῶ τὸ ραδιόφωνον, ἀλλὰ ἐὰν συμβαίνῃ νὰ ἀναφέρεται περισσότερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο εἶναι φυσικόν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει δρᾶσιν. Αἱ ἀνακοινώσεις ποὺ γίνονται ἀφοροῦν, συνήθως, τὰς κυβερνητικὰς πράξεις. Θὰ ἦτο ἐπίμεμπτον, ἐὰν ἔκαμε πολιτικὴν κριτικήν. Τὸ νὰ ἀναφέρῃ ὅμως εἰδησεογραφικῶς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδεται καὶ εἰς τὸν τύπον, εἶναι φυσικὸν καὶ πολλάκις ἀναγκαῖον.
§89Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἑνὸς κρισίμου θέματος. Ἀπὸ τὴν ἀπάντησίν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιθυμεῖ νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν πρόθεσίν του ἡ κομματικὴ χρῆσις τοῦ ραδιοφώνου. Ἐὰν περὶ τούτου πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόψε ἀπόφασις ὀργανώσεως ἀκομματίστου διαχειρίσεως τοῦ ραδιοφώνου, διὰ νὰ τιμᾶται ἡ δημοκρατία εἰς αὐτὴν τὴν Χώραν.
§90Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἔχω δώσει ἀπείρους ἀποδείξεις, ὅτι δὲν κομματίζομαι. Ἄλλο ἐὰν αὐτὸ δὲν ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Συνεπῶς εἶμαι ὁ τελευταῖος ποὺ θὰ εἶχε ἀντίρρησιν νὰ ληφθοῦν μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἐὰν ὑπάρχῃ. Ἄλλο νὰ κάμῃ κριτικὴν τὸ ραδιόφωνον καὶ ἄλλο νὰ κάμῃ εἰδησεογραφίαν: Ἐὰν ὅλας τὰς εἰδήσεις τὰς ὁποίας παίρνουν αἱ ἐφημερίδες, τὰς μνημονεύῃ τὸ ραδιόφωνον εἶναι φυσικὸν νὰ μνημονεύῃ καὶ....
§91Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, χαίρω διὰ τὴν ἀπάντησίν σας. Ἐφ’ ὅσον εἶσθε σύμφωνος θὰ παρεκάλουν νὰ ληφθῇ μία ἀπὸ αὐτὰς τὰς δύο ἀποφάσεις, ἢ νὰ καταρτισθῇ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς μία Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς μελέτην τοῦ θέματος τοῦ ραδιοφώνου, ἢ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος. Ἐκλέξατε μεταξὺ τῶν δύο προτάσεων.
§92Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ δύο ἔτη ὡς ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἀκούω τὰ ἀόριστα παράπονα, ὅτι τὸ ραδιόφωνον κομματίζεται. Συγκεκριμένον παράπονον διετύπωσε μία ἢ δύο φορὰς εἰς εἰδικὴν περίπτωσιν μία ἐφημερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ ραδιόφωνον κάμει ὡρισμένας πολιτικὰς ἐπισκοπήσεις, καμμία ἀπὸ αὐτὰς τὰς πολιτικὰς ἐπισκοπήσεις δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Τὸ ραδιόφωνον δίδει εἰδήσεις, κάμει δελτίον εἰδήσεων. Εἰς τὰς εἰδήσεις ἀναφέρονται ἐπίσημοι ἀνακοινώσεις καί, μοιραίως, ἀναφέρεται καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀλλὰ ἀνακοινοῦνται καὶ αἱ δηλώσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ ραδιόφωνον, ἐπίσης δίδει περίληψιν τοῦ Τύπου. Ὅτε ἐγένετο πρὸ ἔτους παρατήρησις ὅτι παραλείπετο ἢ δὲν ἐτοποθετεῖτο εἰς κατάλληλον θέσιν μία ἐφημερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐδόθησαν ὁδηγίαι, ὥστε ὅλων τῶν ἐφημερίδων αἱ ἀπόψεις ἐν περιλήψει νὰ ἀνακοινώνωνται ἀπὸ ραδιοφώνου. Πέραν τούτου δὲ ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι οἱ καταρτίζοντες αὐτὰ τὰ δελτία εἶναι, ἐὰν ὄχι κατὰ πλειοψηφίαν, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἥμισυ περίπου δημοσιογράφοι ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, οἱ ὁποῖοι καὶ διετηρήθησαν ὅλοι ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα).
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ἐπιβεβαιοῦται καὶ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν αὐτὴ ἡ καλὴ θέλησις ἐπαναλαμβάνω τὴν πρότασιν τῆς συστάσεως Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην καὶ χρῆσιν τοῦ ραδιοφώνου. Τοιουτοτρόπως τίθεται τέρμα εἰς τὴν ραδιοφωνίαν. (Θόρυβος). Ἦλθε ἕνα μέγα θέμα πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπῆλθε συμφωνία. Διατὶ τώρα ἡ ὑπεκφυγή;
§94Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, ἀλλ’ ἡ παρεμβολή του εἰς τὴν συζήτησιν ἀποτελεῖ ἤδη παρεκτροπήν.
§95Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εὑρίσκετο εἰς τὰς προθέσεις μας νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὐτὸ τὸ κρίσιμον θέμα τῆς Ἐλευθερίας καὶ τῆς Δημοκρατίας. Ἐπωφελήθημεν σήμερον τῆς εὐκαιρίας ὅταν διεπιστώθη, ὅτι μεταξὺ ἡμῶν δὲν ὑπάρχει διαφωνία ἀλλὰ ταὐτότης ἀπόψεων, ὅταν καὶ σεῖς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἐβεβαιώσατε ὅτι δὲν ὑπάρχει κομματικὴ πρόθεσις καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖτε νὰ εἶναι ἀκομμάτιστος ἡ κρίσις τοῦ ραδιοφώνου, ἐπωφελήθημεν τῆς εὐκαιρίας πρὸς ἄμεσον ρύθμισιν τοῦ ζητήματος. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπροτείναμε καὶ ἐπαναλαμβάνομεν τὴν πρότασιν συστάσεως εἰδικῆς διακομματικῆς ἐπιτροπῆς.
§96Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν διὰ νὰ τερματισθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠμπορεῖτε ὅποτε θέλετε νὰ τὸ φέρετε τὸ ζήτημα.
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΕΩΣ. Ὄχι ἔτσι.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ φωνάζετε.
§100Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν ἐννοῶ διατί, ἐφόσον συνεφωνήσαμε, νὰ παρατείνωμε τὴν συζήτησιν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντως εἶναι κἄπως ὀξύμωρον νὰ ἔχωμεν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ παρεμβάλλεται τὸ θέμα τοῦτο τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§102Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, διότι θίγων τὸ θέμα διὰ τὴν μετάδοσιν τῶν συμβάντων ἀπὸ τοῦ ραδιοφώνου κατὰ τρόπον οὐχὶ ἐξασφαλίζοντα τὴν ἀκριβῆ πληροφορίαν τοῦ κοινοῦ, ἐδημιούργησα ὡρισμένας παρεξηγήσεις. Ἐγὼ εἶπα, ὅτι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν παρακολουθεῖ τὸ ραδιόφωνον, διότι θὰ ἐξανίστατο ὅταν ἤκουε νὰ μνημονεύεται 300 φορὲς τὸ ὄνομά του ἡμερησίως.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μαῦρε, ὁ Κανονισμὸς ἐπιβάλλει νὰ ὁμιλήσετε ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§104Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, διότι οὔτε ὁ Ὑπουργὸς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως παρακολουθεῖ τὸ ραδιόφωνον. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι μόνον δύο ἐφημερίδες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως....
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωρεῖτε ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, πλέον, κύριε Μαῦρε. Δὲν σᾶς ἔθιξε κανείς. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ 100%.
§106Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ βάσει ποίου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ θὰ μὲ ἐμποδίσητε νὰ ἀπαντήσω εἰς κἄτι τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δηλαδὴ μόνον δύο Ἐφημερίδες παρεπονέθησαν διὰ τὸ ραδιόφωνον. Ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ κυριώτερον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως ἔγραφεν ὅτι εἰς οἱονδήποτε κῦμα καὶ ἂν ἀκούσητε τὸ ραδιόφωνον, θὰ ἀκούσητε μὲ στόμφον καὶ θαυμασμὸν τὸ ὄνομα τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§107Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, ἔχετε πολλάκις τὴν συνήθειαν ἀπὸ τὴν πλευρὰν ἐκείνην νὰ ἐπικαλεῖσθε διάφορα ἀνεύθυνα δημοσιεύματα προκειμένου νὰ κάμετε κριτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐφημερίδας ἀνηκούσας εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ αἱ ὁποῖαι ἀσκοῦν κριτικὴν δι’ ὡρισμένας πράξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὅταν ζῶμεν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον καὶ παριστάμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν 300 ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν καὶ παρακολουθοῦμεν τὸ ραδιόφωνον πῶς λειτουργεῖ καὶ πῶς δὲν λειτουργεῖ, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσκομίζωμεν δημοσιεύματα διαφόρων ἐφημερίδων διὰ νὰ πείσωμεν τὸ Σῶμα; Καὶ ἐφημερίδες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἔκριναν κατὰ τρόπον ἄδικον τὴν ἡγεσίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ τὰς προσκομίσω καὶ νὰ στηρίξω ἐπ’ αὐτῶν συμπεράσματα. Δὲν εἶναι τρόπος αὐτὸς τῆς συζητήσεως. Ὅλοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἔχουν γνώμην ἐπὶ τοῦ τρόπου λειτουργίας τοῦ ραδιοφώνου. Κατ’ ἀρχὴν κακῶς ἀνεφέρθητε εἰς αὐτὸ τὸ θέμα ἀλλὰ ἅπαξ καὶ ἀνεφέρθητε...
§108Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀπὸ ποῦ τὸ θέμα ξεκινᾶ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ 10 μηνῶν εἶχον καταγγείλει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἔχει ὑποεκτιμήσει τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ—καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοῦ ἀπήντησεν ὅτι δημοκοπῶ. Τὸ ραδιόφωνον ἔδωσε τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ 10 φορὲς καὶ παρέστη ἀνάγκη νὰ ἐπικοινωνήσω μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ λεχθοῦν δυὸ λόγια ἰδικά μας κατὰ τὸ κλείσιμον τοῦ προγράμματος. Κύριοι βουλευταί, τὰ εἰδικὰ θέματα τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἐξετέθησαν ἤδη ἀπὸ τὸν κ. Πλατῆν. Ἐγὼ θὰ προσθέσω μόνον ὡρισμένας λέξεις διὰ νὰ δικαιολογήσω τὰς διατάξεις ἐκείνας ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως τῶν ὁποίων ἐψήφισα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, ἀμφιβολία ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἀπεραντολογία. Ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ληφθοῦν μέτρα ἐναντίον αὐτῆς τῆς τακτικῆς. Ἴσως θὰ ἐνεδείκνυετο — τὸ ἐπρότεινα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὸ ἀπέρριψε — ἀκόμη καὶ ἡ κατάργησις τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἴσως εἶναι ὀρθὴ μία ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν ἔχω σχηματίσει ἀπὸ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν Κοινοβουλίων εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Ἀμερικὴν ἐν σχέσει μὲ τὴν ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην. Εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπάρχουν βήματα. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Ἀμερικὴν δὲν ὑπάρχει βῆμα. Πάντες ὁμιλοῦν ἀπὸ τῆς θέσεώς των. Ὅταν ἀνεβῆτε εἰς τὸ βῆμα αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπασχολήσητε τὴν Βουλὴν περισσότερον. Αὐτὸ τὸ θέμα δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι θέμα ὥριμον νὰ τὸ λύσωμεν σήμερον, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ μᾶς ἐμβάλλῃ εἰς σοβαρὰν σκέψιν διότι ἴσως θὰ ἐπετυγχάνετο κατὰ τὸ ἥμισυ ἡ σύντμησις τοῦ χρόνου ποὺ ἀπασχολοῦν αἱ ἀγορεύσεις, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε βῆμα, ἀλλὰ διεξήγοντο αἱ ὁμιλίαι ἀπὸ τῆς θέσεως τῶν βουλευτῶν. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει ἐπίσης ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ θεραπεύσῃ ὁ θεσμὸς τὸν ὁποῖον εἰσάγει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ, τῶν εἰδικῶν, ἂς εἴπωμεν, ἐντεταλμένων ἀγορητῶν. Ἡ ἀνάγκη τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ θεραπεύσῃ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἐπὶ πολλῶν θεμάτων μεγίστου ἐνδιαφέροντος ὁμιλεῖ ὁ ἐπερωτῶν ἢ ὁ εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον βουλευτής. Ἀκολουθεῖ ἀπάντησις μακρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Συνέβη αὐτὸ πολλάκις ἐδῶ, καὶ ὅταν ὁ ἐπερωτῶν βουλευτὴς ἢ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται ὅτι ἔχει μελετήσει τὸν φάκελλον καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργόν, ζητήσῃ νὰ δευτερολογήσῃ, καλεῖται νὰ περιμείνῃ τὴν σειράν του. Ἔχει συμβῆ εἰς σπουδαῖα νομοθετήματα ἡ δευτερολογία τοῦ εἰσηγητοῦ, τὴν ὁποίαν ἀναμένει ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἐλέγξῃ ἐὰν εἶναι ἀληθῆ τὰ ἐπιχειρήματα ἢ ἐὰν εἶναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἐγένετο μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τριάκοντα ἢ τεσσαράκοντα ἐγγεγραμμένων βουλευτῶν, δηλ. μετὰ 4 ἢ 5 ἡμέρας. Ἀλλὰ ἐν τῷ μεταξὺ ὑπάρχει διακοπὴ τῆς συνεχείας. Τὸ κοινὸν δὲν παρακολουθεῖ καὶ δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν ἡ δευτερολογία. Τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, στηρίζεται εἰς τὸν πολιτικὸν διάλογον ὁ ὁποῖος διεξάγεται μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς. Ὁ διάλογος δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ διεξάγεται μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς. Ὁ διάλογος δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ διεξάγεται μεταξὺ 300 βουλευτῶν καὶ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἀνάγκην εἰς εἰδικὰ θέματα θὰ περιορισθῇ μεταξὺ τινῶν οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν μελετήσει τὸ πρόβλημα καὶ τοὺς φακέλλους, φυσικὰ καὶ τῶν ἄλλων βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι θὰ κάμουν τὰς παρατηρήσεις των. Ἀλλὰ διάλογος πολιτικὸς μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως ὑπὸ τὸν ὑπάρχοντα σήμερον Κανονισμὸν εἶναι ἀδύνατος.
§109Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ διαλόγου ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν παράταξις ἀγορεύσεων καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ διορθωθῇ.
§110Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἢ παράταξις μονολόγων.
§111Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, διηρωτήθημεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ, πῶς θὰ ἐξασφαλίσωμεν, ἐπὶ θεμάτων τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν ἢ ὡρισμένας περιφερείας, πῶς θὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐντὸς τῶν περιορισμῶν τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ψηφίσῃ, τὴν διατύπωσιν τῶν ἀπόψεων τῶν βουλευτῶν, διατύπωσιν ἀπόψεων ἡ ὁποία πρέπει νὰ γνωσθῇ εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις. Τὸ θέμα αὐτὸ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ἐντοπίζει εἰς τὸ δεκάλεπτον. Τὸ δεκάλεπτον δὲν θὰ εἶναι πάντοτε ἐπαρκές. Ρίπτω τὴν ἰδέαν τῆς ἐξετάσεως ἑνὸς συστήματος μὲ τὸ ὁποῖον τὸ θέμα τὸ ἀντιμετώπισαν εἰς ἄλλας Βουλάς, εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, δὲν γνωρίζω ἐὰν καὶ εἰς τὴν ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην. Ἐπὶ εἰδικῶν θεμάτων εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσουν 100 βουλευταὶ λ.χ. ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ἢ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ πρέπον νὰ μὴ ἀκουσθοῦν αἱ ἀπόψεις τῶν βουλευτῶν, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν τρίμηνον ἢ τετράμηνον παράτασιν τῆς ἐπερωτήσεως ἢ τῆς συζητήσεως νομοσχεδίου, ἰδοὺ τί γίνεται εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ὁ βουλευτὴς ὁ μὴ ἐπιθυμῶν νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ ἕνα μῆνα ὡς 60ὸς βουλευτής, καταθέτει ἐγγράφως τὰς ἀπόψεις του, τυποῦνται εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ἀγόρευσις, ἀποστέλλονται τὰ πρακτικὰ εἰς τὴν περιφέρειαν διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ πολίτης ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἀπόψεων τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς ἐξέθεσε καὶ ἔτσι ἀντιμετωπίζεται ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα. (Γέλωτες). Δὲν τὸ προτείνομεν αὐτό. Δὲν ἀποτελεῖ πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἁπλῶς σᾶς παρέσχον μίαν πληροφορίαν περὶ τοῦ τί γίνεται εἰς ἀναλόγους περιπτώσεις εἰς ἄλλας χώρας. Σκεφθῆτε το καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα εἶναι δυνατὸν καὶ αὐτὸ νὰ τὸ συζητήσωμεν. Μίαν σημαντικὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν εἰσάγει ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὰ πρακτικά. Εἶμαι ὑποχρεωμένος πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν κριτικὴν τοῦ ἀκολουθουμένου συστήματος, νὰ ἐξάρω τὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἐπιτελεῖ τὸ Στενογραφικὸν Τμῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ταλαιπωρεῖται μάλιστα μὲ τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ διακόπτωμεν ἄνευ ἀδείας τοῦ Προέδρου. Ἀλλὰ τὰ λεγόμενα Ἐπίσημα Πρακτικὰ εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ ἐπίσημα. Σήμερον ἔχομεν τριῶν εἰδῶν πρακτικὰ δημοσιευόμενα, ἐξερχόμενα ἀπὸ τὴν Βουλήν. Τὸ Δελτίον Τύπου, τὰ Ἐπίσημα Πρακτικὰ καὶ τὰ μετὰ ἔτη κυκλοφοροῦντα ἐστενογραφημένα πρακτικά. Εἰσηγήθημεν τὴν κατάργησιν τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπεικονίζουν πιστῶς τὰ λεγόμενα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἀπόδοσις ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Δεύτερον, διὰ λόγους ἰσότητος μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Πολλαὶ τῶν ἀγορεύσεων αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικὰ εἶναι ἤδη ἐστενογραφημέναι. Εἶναι αἱ ἀγορεύσεις ὅλων τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων καὶ βουλευτῶν τινων οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τοῦτο ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ οὗτος συγκατατίθεται εἰς τὴν στενογράφησιν.
§112Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς χάριν.
§113Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κανονικῶς τὸ ⅔ τοῦ κειμένου εἶναι ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§114ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. Πόσοι εἶναι αὐτοί;
§115Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Πέντε ἕως ἕξ. Ὁ κύριος Πρόεδρος πάντως δὲν ἀρνεῖται νὰ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν του. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ ⅔ τοῦ κειμένου εἶναι ἐστενογραφημένα. Ἀλλά, ὅταν, κύριοι βουλευταί, λάβητε ἀνὰ χεῖρας τὸ κείμενον τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀναγνώσητε τὸ κείμενον τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατανοήσητε τὶ συμβαίνει, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι ἀποδίδεται διάλογος Ὑπουργοῦ καὶ βουλευτοῦ καὶ τοῦ μὲν Ὑπουργοῦ τὸ κείμενον εἶναι ἐστενογραφημένον, τοῦ δὲ βουλευτοῦ μία περίληψις, ὡς τὴν ἀντελήφθη ὁ πρακτικογράφος. Χρονικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὴν ἑπομένην τὰ πρακτικὰ πρὸς κύρωσιν; Ἀπολύτως. Ἴσως θὰ χρειασθῇ μερικὴ ἐνίσχυσις τῆς στενογραφικῆς ὑπηρεσίας. Τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ἡ ὁποία ἀφεώρα τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ ἡ ὁποία παρετάθη μέχρι τῆς 2ας πρωϊνῆς καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλα ἐστενογραφημένα, κατέστη δυνατὸν νὰ κυκλοφορήσουν τὴν ἑπομένην, καὶ εἶναι ἐστενογραφημένα διότι πρόκειται περὶ ὁμιλιῶν Ἀρχηγῶν κομμάτων καὶ Ὑπουργῶν. Ἐὰν ὅμως συνέβαινε νὰ ὑπάρχῃ πάρα πολὺ ὕλη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν τὴν ἑπομένην νὰ ἔλθουν πρὸς κύρωσιν, τίποτε δὲν βλάπτει νὰ ἔλθουν πρὸς κύρωσιν τὴν μεθεπομένην. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ κυρώσῃ τὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἑπομένην, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἀπόσπασμα — τὸ περιλαμβάνει ἡ τροπολογία τοῦ Κανονισμοῦ — περιέχον τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἢ τὸ κείμενον νόμου. Ἐν περιπτώσει ψηφίσεως ἐπείγοντος νόμου, αὐτὸς εἶναι δυνατὸν νὰ κυρωθῇ ἀμέσως καὶ νὰ ἀναβληθῇ, τοῦ ὅλου κειμένου τῶν συζητήσεων ἡ κύρωσις διὰ μίαν ἡμέραν βραδύτερον. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει ἀκόμη ἀνάγκη ρυθμίσεως τοῦ θέματος τῶν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως συζητήσεων τῆς Βουλῆς, διὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει κενόν. Ἡ ἔννοια τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δὲν εἶναι ἔννοια νομική, εἶναι ἔννοια οὐσιαστικὴ πρὸ παντός. Θέμα ἐντὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ εἰπῇ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι πληροφορημένος ὅτι θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς ὅσα εἶπον πρὸ ἡμερῶν, ὅταν εἴχομεν τὸ θέμα τῆς Ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Εἶχεν ἀναγγελθῆ καὶ ἐπὶ 15 ἡμέρας ἀνεβάλλετο λόγῳ ἀσθενείας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Παρηκολούθημεν ὅλοι τὴν πορείαν τῆς ἀσθενείας του, καὶ ὅταν ἦλθεν ἐδῶ, ἐγένετο λόγος δῆθεν περὶ θέματος ἐκτὸς ἡμερησίας διατάξεως, παρεμπιπτόντως ἐρχομένου, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἡ ρύθμισις τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἰσηγοῦμαι, δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὰς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἡ ἑξῆς: Οἱοσδήποτε ἀρχηγὸς κόμματος θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα εἰδοποιῶν τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τῆς μεσημβρίας τῆς ἡμέρας νὰ φέρῃ τὸ ἴδιον ἀπόγευμα ἢ αἰτήσει τῆς Κυβερνήσεως, τὸ πολὺ τὸ ἑπόμενον ἀπόγευμα, οἱονδήποτε ζήτημα καὶ νὰ ἀπασχολήσῃ τὸ Σῶμα λαμβανόντων τὸν λόγον τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν ἐπὶ ἡμισείαν τὸ πολὺ ὥραν, δυναμένην νὰ παραταθῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, εἰς μίαν ὥραν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς τὸν Κανονισμὸν μία τοιαύτη διάταξις διότι αὐτὴ μόνη θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπικαιρότητα τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἐὰν ἔχωμεν κἄτι ἔκτακτον, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κινηθῇ ἡ διαδικασία τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ ἡ διαδικασία τῶν συζητήσεων πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἔπρεπεν ἐπίσης, νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα τῆς δημοσιεύσεως διὰ τοῦ Τύπου, περιλήψεως τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς δι’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων. Αὐτὸ εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον θέλει μελέτην. Σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν τῶν διευθυντῶν τῶν ἐφημερίδων εἴτε τῆς δραστηριότητος ὡρισμένων βουλευτῶν, δημοσιεύονται περιλήψεις μακραὶ ἢ βραχεῖαι, ἢ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀποσιωπῶνται ἀγορεύσεις σημαντικαί. Τὸ κοινὸν ὀφείλει νὰ πληροφορῆται τὶ συμβαίνει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Καὶ αὐτὸ θὰ ἐπιτευχθῇ, ἐὰν ἐξασφαλισθῇ ἡ διὰ τοῦ τύπου δημοσίευσις ὡρισμένου δελτίου, τὸ ὁποῖον ὅμως, ἀπαραιτήτως θὰ συντάσσεται ἀπὸ διακομματικὴν ἐπιτροπήν, ἀπὸ ἓν ὄργανον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μετέχουσι καὶ τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κύριοι βουλευταί, αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας προτείνει ἡ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, δὲν πρόκειται νὰ λύσουν, ἐὰν γίνουν δεκταὶ ὅλαι ἢ τινὲς ἐξ αὐτῶν, βασικὰ προβλήματα τοῦ Κοινοβουλίου αὐτοῦ. Διὰ νὰ λυθοῦν τὰ προβλήματα αὐτά, χρειάζεται πειθαρχία καὶ τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἶναι ἀνάγκη μιᾶς περισσοτέρας πρωτοβουλίας τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Κύριοι βουλευταί, ἀρχίζομεν τὰς ἐργασίας εἰς τὰς 7 ἢ 7.30′ καὶ τὸ ἀπόγευμα. Αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ λειτουργοῦν κατὰ τρόπον ἄθλιον. Αἱ συνεδριάσεις των ὁρίζονται ὀλίγην ὥραν πρὸ τῆς Συνεδριάσεως τοῦ Σώματος καὶ ἕως ὅτου συγκροτηθῇ ἀπαρτία, εἰσερχόμεθα εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν νομοσχεδίων, μὲ τὴν ὑπόκρουσιν τοῦ βομβητοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἤρχισεν ἡ Συνεδρίασις τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῶσι τὰ ἑξῆς μέτρα. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ἡμέραι ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἀπὸ 5 ἑβδομαδιαίως εἰς 4 — ὑπάρχει σχετικὴ πρότασις εἰς ξένας Βουλὰς — καὶ ἡ 5η ἡμέρα νὰ κρατηθῇ ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι θὰ συνεδριάζουν ἀπὸ τῆς 9ης πρωϊνῆς κανονικῶς. Αἱ Ἐπιτροπαί, κύριοι βουλευταί, εἰς ἄλλας Βουλὰς εἶναι πολὺ σπουδαιότερα ὄργανα ἀπὸ τὴν Ὁλομέλειαν καὶ ἔχουν μεγαλυτέραν ἐξουσίαν ἀπὸ αὐτήν. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ αὐτὸ καὶ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐργασία τῶν ἐπιτροπῶν τὴν 5ην ἡμέραν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἀπαρτία ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὴν λειτουργίαν των, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ὁ φόβος τῶν μὴ προσερχομένων βουλευτῶν νὰ συγκροτηθῇ αὕτη ὑπὸ ὀλίγην πλειοψηφίαν καὶ νὰ ἐγκρίνῃ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων αὐτοὶ διαφωνοῦν. Ἐπίσης θὰ ἦτο δυνατὸν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος κατὰ τὰς τέσσαρας ἡμέρας νὰ ἀρχίζουν τὴν 5ην ἀπογευματινήν, ἀλλὰ νὰ ἀρχίζουν μὲ ἀκρίβειαν χρονομέτρου. Καὶ αὐτὸ εἶναι θέμα τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας. Ἐὰν εἰς μίαν μόνον συνεδρίασιν ἐπιτευχθῇ τοῦτο καὶ ἀπούσης τυχὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περαιωθῇ ἕνα τμῆμα νομοθετικῆς ἐργασίας ἢ ἄλλης, θὰ ἴδητε ὅτι ἀμέσως θὰ ὑπάρξῃ προθυμία διὰ τὴν προσέλευσιν καὶ τὸ ἔργον αὐτὸ θὰ εἶναι ἀποτελεσματικόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ μόνον ἢ τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας ἐνδεικτικῶς ἐμνημόνευσα, νὰ θεραπευθοῦν τὰ ἐλαττώματα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, ὡς ἀσκεῖται σήμερον εἰς τὴν χώραν μας. Εἶναι συμφέρον ὅλων ἡμῶν, νὰ συμβάλλωμεν εἰς τὴν ἀποτελεσματικὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν, διότι κρίνονται οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ καὶ νομίζω, ὅτι ἡ διαφύλαξις αὐτῶν, εἶναι ἔργον καὶ ἀποστολὴ ὅλων, ὅσοι εὑρίσκονται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. (Χειροκροτήματα).
§116Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Συζητοῦμεν τὸν Κανονισμόν. Θέμα ἀρχῆς εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, διότι ἡ κατ’ ἀρχὴν ἀποδοχὴ τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι δεδομένη. Αἱ ἀρχαὶ τοῦ Κανονισμοῦ ὑπάρχουν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἑπομένως ἡ συζήτησις, ἀφοῦ ἠκούσαμεν τοὺς δύο εἰσηγητάς, πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Δὲν βλέπω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητοῦμεν κατ’ ἀρχήν, ἐκτὸς ἐὰν ἕκαστος βουλευτὴς θὰ θεωρήσῃ ὡς κατ’ ἀρχὴν τὸ νὰ συζητῇ ὅλα τὰ ἄρθρα μαζί.
§117Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ παρατήρησις τοῦ ἀγαπητοῦ Ὑπουργοῦ κυρίου Τσάτσου, ἔχει βεβαίως μίαν βάσιν. Ἐὰν πρόκειται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβουν τὸν λόγον, νὰ ὁμιλήσουν περὶ ἑκάστου τῶν ἄρθρων πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, βεβαίως θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Θὰ ὑπάρχουν ὅμως βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ ὁμιλήσουν γενικῶς περὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν κατευθύνσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ πρέπει νὰ διέπουν τὸν Κανονισμόν, ὡς καὶ περὶ τῆς συσχετίσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς κρίσεως τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, βάσει τοῦ μέχρι τοῦδε Κανονισμοῦ. Ἐὰν ὑπάρχουν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν θέλουν νὰ ὁμιλήσουν, νομίζω ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ ὁμιλήσουν, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§118Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὁπωσδήποτε, ὅμως, ἡ συζήτησις θὰ πρέπει νὰ διεξαχθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι εἰλικρινῶς καὶ σοβαρῶς ἐπελήφθημεν τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν θὰ ὑποδείξωμεν δὲ ὅτι ἔχομεν εἰλικρινῶς τοιαύτην πρόθεσιν, ἐὰν διαρκέσῃ ἡ συζήτησις δύο ἢ τρεῖς ἑβδομάδας.
§119Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ γενικωτέρα ἀρχή, ὅτι ἐπιβάλλεται μία βελτίωσις τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, εἶναι γενικῶς δεκτή. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, εἶναι ποῖαι τροποποιήσεις ἐπιβάλλονται διὰ τὴν βελτίωσιν αὐτῆς τῆς λειτουργίας. Ἑπομένως τὸ πρὸς συζήτησιν εἶναι τὸ θέμα τῶν ἄρθρων. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν νομίζω ὅτι ἔχει καλῶς ἡ πρότασις. Ἄλλωστε δι’ ὅσους θὰ ἤθελον νὰ ἀναπτύξουν καὶ εὐρυτέρας ἀπόψεις, τίποτε δὲν ἐμποδίζει, ἐπωφελούμενοι τοῦ πρώτου ἄρθρου, νὰ τὰ ἀναπτύξουν.
§120Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι, βεβαίως πρέπει νὰ συμβάλλωμεν εἰς τὸ νὰ βελτιωθῇ ὁ Κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ ἡ εὔρυθμος λειτουργία του. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν τὸ πρᾶγμα, ὥστε νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἀρχὴ ἔχει ἐξαντληθῆ ὑπὸ τὴν ἀκόλουθον ἔννοιαν: Ὅτι ἡ Βουλή, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει χειραγωγεῖται ὑπὸ τοῦ σχεδίου. Πᾶσα ἄλλη σκέψις εὐρυτέρα, πέραν τοῦ σχεδίου, ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Κανονισμοῦ, πᾶσα γενικωτέρα τοποθέτησις καὶ πρότασις ἐνδεχομένως χρήσιμος, ἴσως χρησιμωτέρα ἀπὸ τὰς διατυπουμένας εἰς τὴν πρότασιν, ἀποκλείεται. Συρόμεθα ὄπισθεν τοῦ σχεδίου καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἐπὶ τῇ βάσει καὶ τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, νὰ ὁμιλοῦμεν ἐπὶ 5λεπτον ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου, δεδομένου ὅτι κακῶς κατ’ ἐμὲ γίνεται πρότασις νὰ καθιερωθῇ ὅτι αἱ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ θὰ συζητοῦνται ἐφ’ ἅπαξ, ἐνῷ πρόκειται περὶ βασικοῦ ὀργανωτικοῦ νόμου τῆς ἀσκήσεως τῆς κυριωτέρας τῶν λειτουργιῶν τοῦ Κράτους. Σύμφωνα μὲ τοὺς ξένους Κανονισμοὺς τοὺς ὁποίους ἔχω ὑπ’ ὄψει μου εἶναι ἐκ τῶν θεμάτων ποὺ ἐξαιροῦνται ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς ἐφ’ ἅπαξ συζητήσεως. Εἶναι τὸ μοναδικὸν ἴσως θέμα ποὺ ἐξαιρεῖται τῆς συνοπτικῆς συζητήσεως. Ἂν προχωρήσωμεν περαιτέρω, ἂν καταργήσωμεν καὶ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, τότε νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι πάρα πολὺ τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον πολλαὶ ἀπὸ τὰς προτεινομένας τροπολογίας εἶναι ἐποικοδομητικαὶ καὶ θὰ βοηθήσουν εἰς τὴν καλυτέραν λειτουργίαν. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ μερικαὶ αἱ ὁποῖαι ἐνδεχομένως δὲν τείνουν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς λειτουργίας, ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρεμποδίσουν τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν γνησιότητα ἀκόμη τῆς συζητήσεως καὶ τῶν ἀποφάσεων.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι μία μέση λύσις θὰ ἦτο νὰ ἐξαντλήσωμεν ἀπόψε τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην Συνεδρίασιν νὰ τὸ συζητήσωμεν κατ’ ἄρθρον. Διότι ἐὰν προβῶμεν εἰς 5–6 Συνεδριάσεις, διότι ὁ ρυθμὸς ὁ ὁποῖος ἐδόθη νὰ ὁμιλῶμεν περὶ πολλῶν θεμάτων ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ. Ἂν θέλουν μερικοὶ τῶν κ.κ. βουλευτῶν νὰ κάμουν γενικωτέρας τινὰς παρατηρήσεις ἂς ὁμιλήσουν ἀπόψε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἰς δὲ τὴν προσεχῆ Συνεδρίασιν νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον. Νομίζω ὅτι δίδω μίαν μέσην λύσιν διότι τώρα κινδυνεύομεν νὰ χάσωμεν μίαν Συνεδρίασιν διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν θὰ συζητήσωμεν ἢ ὄχι.
§122Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει καὶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ὅπως ὑπάρχει καὶ ἐπὶ οἱουδήποτε νόμου. Καὶ τὸ θέμα τῆς ἀρχῆς ἀνάγεται εἰς τοῦτο: Ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον διέπει τὰς τροπολογίας αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ; Εἶναι σύμφωνον τὸ πνεῦμα αὐτὸ μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς δημοκρατικῆς ἐλευθερίας καὶ μὲ τὴν κοινοβουλευτικὴν δημοκρατίαν; Καὶ ἂν μὲν εἶναι σύμφωνον, ὅσοι ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι εἶναι σύμφωνον, θὰ ἐκδηλώσουν τὴν γνώμην αὐτήν, ἢ ἀντιτίθεται πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς κοινοβουλευτικῆς δημοκρατίας. Ὑπάρχει θέμα ἀρχῆς σοβαρώτατον ὅπως παρετήρησεν ὁ κύριος Ἠλιοῦ. Ὑπενθυμίζω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι καὶ ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 περιείχετο διάταξις σχετικὴ μὲ τὸν Κανονισμὸν ἡ ὁποία ὥριζε τάδε. Ὅτι ὁ Κανονισμὸς συζητεῖται πάντοτε δὶς κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Συνεπῶς ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀρχὴ ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή. Ὑπάρχει ἀρχὴ καὶ ἀρχὴ ἀναγομένη εἰς σοβαρώτατον θέμα, τὴν λειτουργίαν τῆς κοινοβουλευτικῆς δημοκρατίας.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ λύσις αὐτὴ εἶναι πρακτικωτέρα.
§124Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποθέτω ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι τὸ συζητούμενον σχέδιον τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει μίαν ἐξαιρετικὴν σοβαρότητα καὶ θὰ ἦτο περίεργον ἂν ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς κρίνωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔδαφος συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Τί συμβαίνει συνήθως ὅταν συζητῆται ἡ ἀρχὴ νομοσχεδίου; Ἡ ἔρευνα τῶν βασικῶν διατάξεων ἑνὸς νομοσχεδίου καὶ φυσικὰ δὲν πρέπει εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ νὰ ὑπεισερχώμεθα εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ συζήτησις τῶν βασικῶν διατάξεων ἑνὸς νομοσχεδίου καὶ δὴ σοβαροῦ, αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§125Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Αἱ βασικαὶ διατάξεις ὑπάρχουν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§126Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἀπετέλει μείωσιν τῆς σημασίας τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἂν κατελήγομεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δὲν συμφωνοῦμεν μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπρότεινα μίαν μέσην λύσιν, γίνεται δεκτὴ νομίζω, νὰ ἐξαντληθῇ ὁ πίναξ τῶν βουλευτῶν ποὺ θέλουν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ συνεχίσωμεν κατ’ ἄρθρον.
§128Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτυχὴς ἡ πρότασίς σας ἐφ’ ὅσον διατυποῦται ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ ἀπόψεις ἀρχῆς νὰ διατεθῇ ἡ συνεδρίασις πρὸς ἐξάντλησιν τῆς ἀρχῆς.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γόντικας ὁ ὁποῖος ἦτο Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει τὸν λόγον.
§130Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις θὰ ἤθελα μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν νὰ εἴπω διὰ νὰ ἐξάρω ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μας πλευρᾶς τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ προσωπικοῦ τῆς Στενογραφικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς ὡς καὶ τῆς Ὑπηρεσίας τῶν Πρακτικῶν καὶ τοῦ Δελτίου Τύπου διότι ἔχομεν διαπιστώσει ὅτι καὶ ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ ἱκανότης εἶναι ἐξαίρετοι. Καὶ μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν τῶν συζητήσεων ἀπόψε νὰ τοὺς ἀπονείμω αὐτὸν τὸν δίκαιον ἔπαινον. (Χειροκροτήματα).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§132Δ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀπὸ τοὺς κυρίους εἰσηγητάς, κύριοι συνάδελφοι, ἀνεπτύχθησαν ἐπαρκῶς τὰ θέματα τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ θὰ ἐπερίττευεν ἐντελῶς ἡ ἰδική μου ἐνόχλησις πρὸς ὑμᾶς. Διότι, ὅπως παρετήρησα κατὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ πρώτου εἰσηγητοῦ, τοῦ κ. Πλατῆ, μίαν ἀναταραχὴν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, καὶ κατὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ δευτέρου εἰσηγητοῦ, τοῦ κ. Μαύρου, μίαν κἄποιαν δυστροπίαν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, θὰ εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὅτι ἡ ἐργασία τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι ἔργον Κυβερνητικὸν καθαρῶς, εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς. Κατ’ ἐπανάληψιν τόσον ὁ συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων κ. Παπανδρέου καὶ δημοσίᾳ καὶ ἰδιαιτέρως ἐζήτησε τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν καλυτέρευσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὅσον καὶ ὁ κ. Κανελλόπουλος, καὶ ἄλλα διάφορα πρόσωπα τῆς Βουλῆς κατ’ ἐπανάληψιν ὡμίλησαν καὶ ἐζήτησαν. Μὲ παρεκάλεσεν ἡμέραν τινὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ δεχθῶ νὰ Προεδρεύσω μιᾶς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Πρὶν ἀποδεχθῶ συνεννοήθην μὲ τοὺς κ. κ. Ἀρχηγοὺς τοῦ Κόμματός μου, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον συνεφώνησαν ἀλλὰ καὶ μὲ παρώτρυναν νὰ ἀποδεχθῶ. Μετὰ τὴν ἰδικήν μου ἀποδοχήν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατήρτισε τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ Διακομματικὴ αὐτὴ Ἐπιτροπὴ ἀπετελεῖτο ἀπὸ ὅλα τὰ Κόμματα τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπὸ πολλὰ καλὰ πρόσωπα συναδέλφων. Ἐπελήφθημεν τῆς ἐργασίας τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ θέλω νὰ πιστεύσητε ὅτι ἀπησχολήθημεν μὲ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἐπὶ διάστημα 4–5 ὁλοκλήρων μηνῶν. Δὲν εἶναι ἁπλῆ ἐργασία τροποποιήσεως, εἶναι μία σπουδαία μελέτη, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ὅταν μάλιστα, κατὰ σύμπτωσιν βλέπω τώρα ἐδῶ τὸν Ὑπουργὸν κ. Ἀδαμόπουλον, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὅταν ἠσθένησεν ἐπὶ ἕνα μῆνα περίπου ὁ κ. Ἀδαμόπουλος, ἐσταμάτησεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὰς ἐργασίας της, διὰ νὰ μὴ λείψῃ κανὲν μέλος ἀπὸ τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ὅταν δέ, κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς του ὁ ἀγαπητὸς κ. Καλλίας μοῦ ἐδήλωσεν ὅτι ἀποχωρεῖ τῆς Ἐπιτροπῆς καίτοι εἶχε λήξει τὸ ἔργον της καὶ πάλιν ὁλόκληρος ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξέφρασε τὴν λύπην της διὰ τὴν ἐπιστολὴν ποὺ μᾶς ἔστειλεν ὁ κ. Καλλίας. Θέλω, κύριοι βουλευταί, νὰ εἴπω μὲ ὅλα αὐτὰ ὅτι ἡ ἐργασία αὐτὴ ἦτο ἐργασία, λέγω καὶ πάλιν Διακομματική, δὲν ἦτο πολιτικῆς μορφῆς ἐργασία, δὲν ἦτο οὔτε ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἐργασία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἦτο μία ἐργασία, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ ὡρισμένα μέλη τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα εἰσερχόμενα εἰς τὴν αἴθουσαν ἐκείνην τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ἐπάνω, ἀπέβαλον τὴν μορφὴν τοῦ πολιτευομένου, ἀπέβαλον τὴν μορφὴν τοῦ προσώπου τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ Α ἢ Β Κόμμα καὶ ὅλοι μὲ μίαν προσπάθειαν, μὲ μίαν θέλησιν, μὲ μίαν ἐπιθυμίαν προσεπαθήσαμεν νὰ βελτιώσωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν καλύτερον τὸν ὑπάρχοντα Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἤθελον, λοιπόν, νὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀποκρυσταλλώσητε μίαν γνώμην ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ ὑπάρχοντος Κανονισμοῦ, θὰ πρέπει καὶ σεῖς νὰ ἀσχοληθῆτε ἐπ’ ἀρκετὰς ἡμέρας, ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον, διὰ νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν οὐσίαν τῶν σκέψεων αὐτῶν. Ἡμεῖς λέγω, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰργάσθημεν ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι φέρομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἐργασίαν μιᾶς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὄχι ἐργασίαν ἄλλης μορφῆς πολιτικῆς, ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ μετὰ προσοχῆς τῆς τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἂν εἶναι δυνατόν, καὶ ἂν θελήσῃ, βεβαίως ἡ Βουλή, δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ τὸ ζητήσω αὐτὸ ἀπολύτως, νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς τροποποιήσεις ὅπως τὰς ἀπεδέχθη ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ μὲ τὰς μικρὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἤκουσα τὸν κ. Ἡλιοῦ διαμαρτυρόμενον ὅτι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ γίνουν συζητήσεις μακραί, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Δὲν ὑπάρχει ἀρχὴ Κανονισμοῦ, κύριοι συνάδελφοι, τροποποίησις Κανονισμοῦ ὑπάρχει. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀρχήν, δὲν πρόκειται διὰ πρώτην φορὰν νὰ ἐφαρμοσθῇ κανεὶς Κανονισμὸς εἰς τὴν Βουλήν. Ἐδῶ τροποποιοῦμεν τὸν ὑπάρχοντα Κανονισμόν. Καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἐκείνων τῆς τροποποιήσεως τὰ ὁποῖα προτείνομεν, νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἕκαστος ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων νὰ ἀναπτύξῃ εὐχερῶς καὶ εὐθαρσῶς τὰς γνώμας τὰς ἰδικάς του. Ἐπαναλαμβάνω, ὅμως, ὅτι αἱ γνῶμαι αἱ εἰδικαί μας ἐξεμαιεύθησαν μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἐργασίας καὶ μετὰ πολλοῦ κόπου ἐγένετο. Ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διότι ἀρκετὰ σᾶς ἀπησχόλησαν οἱ εἰσηγηταὶ καὶ θὰ ἀπασχοληθῆτε καὶ μεθαύριον ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν ἀπὸ τοὺς διαφόρους ὁμιλητάς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω εἶναι, ἐὰν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μὲ πιστεύετε, ὅτι ἔχει γίνει μία ἐργασία πραγματικὰ σοβαρά, πολύμηνος ἐργασία καὶ ἐργασία μὲ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ἐμφάνισιν τὴν ἀξιοπρεπῆ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἥτις τώρα τελευταίως, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω ἐγώ, ὡς μεγαλύτερός σας, δὲν ἐμφανίζεται καλῶς. Οὔτε προθυμίαν βλέπω εἰς τοὺς κ. κ. συναδέλφους καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον πρῶτον, διὰ νὰ μὴ κάμω διακρίσεις. Μετὰ τὴν 9ην ἑσπερινὴν τὰ 70% ἀπερχόμεθα ἐκ τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Οὐδεμία σοβαρὰ ἐργασία γίνεται ἐκ μέρους ἡμῶν, κύριοι βουλευταί, καὶ κατόπιν παραπονούμεθα ἡμεῖς κατὰ τῶν Ἀρχηγῶν μας καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τῶν ἄλλων προσώπων, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν καλὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Πρὸς τακτοποίησιν ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων περιορίζονται καὶ αἱ ὧραι τῆς ὁμιλίας, περιορίζονται καὶ αἱ ἀγορεύσεις τῶν βουλευτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐκτὸς τῶν εἰσηγητῶν ὅλοι οἱ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι θὰ ὁμιλοῦν ἀπὸ τῆς θέσεώς των καὶ θὰ ὁρίζωνται εἰς διάφορα θέματα εἰδικοὶ ἀγορηταὶ ἀπὸ τοὺς κ. κ. Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅσοι ἄλλοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν θὰ ὁμιλοῦν καὶ ἐκεῖνοι ἐπὶ 10 λεπτὰ τῆς ὥρας ἢ τὸ πολὺ ἓν τέταρτον, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἤκουσα καὶ μίαν διαμαρτυρίαν τοῦ κ. Χούτα, προηγουμένως, καὶ ἐστρέφετο μάλιστα κατὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος νὰ φέρεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κατὰ τῶν βουλευτῶν καὶ νὰ τοὺς ἀποβάλλῃ τῆς αἰθούσης καὶ νὰ τοὺς κάμνῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο; Δὲν εἶναι καὶ αὐτὸ πραγματικόν, δὲν λέγει τέτοιο πρᾶγμα ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Μόνον μία περίπτωσις ὑπάρχει. Ἐὰν μᾶς ραπίσῃ κανεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων κ.κ. βουλευτῶν, ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἢ μᾶς ὑβρίσῃ, θὰ ἔχουν τὴν ὑπομονὴν οἱ κ.κ. συνάδελφοι νὰ τὸν βλέπουν ἐντὸς τῆς αἰθούσης, τὸν συνάδελφον αὐτόν. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, δὲν θὰ εἶχον τὴν ὑπομονὴν καὶ δι’ αὐτὸ ἐπέμεινα καὶ ἐζήτησα εἰς τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ καταργεῖται τὴν ἑπομένην πρωΐαν κατόπιν αἰτήσεως τῶν βουλευτῶν ἢ καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ ἐκβληθέντος βουλευτοῦ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον καὶ νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ἐφ’ ὅσον ζητήσῃ συγγνώμην δὲν ὑπάρχει καμμία παρεξήγησις, οὔτε κανένα ἀδίκημα. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἐν ὀλίγοις, τὰ περὶ τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ. Κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ ἀσχοληθῶ περισσότερον ἐπὶ τῶν διαφόρων θεμάτων. Μόνον παρακαλῶ νὰ προσέλθητε, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ ὁρίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὥστε ὑπευθύνως ἕκαστος νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ἀλλὰ καὶ νὰ λάβωμεν μίαν ἀπόφασιν διὰ νὰ λειτουργήσῃ καλῶς ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. (Χειροκροτήματα).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Δ. Παπαδημητρίου, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§134Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ κ. Θ. Χαβίνης, ἔχει τὸν λόγον.
§136Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ διαπίστωσις ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν λειτουργεῖ καλῶς καὶ ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν διεξάγονται ὁμαλῶς καὶ ἀποδοτικῶς, εἶναι γενικὴ καὶ πρὸς τοῦτο συνεκροτήθη ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἵνα ἐπιφέρῃ τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις, ὥστε ἡ διεξαγωγὴ τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ νὰ εἶναι ὁμαλωτέρα, ἀποδοτικωτέρα, ἀλλὰ καὶ σοβαρωτέρα, νὰ ἐμπνέῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν λαὸν ὅτι ἐδῶ μέσα κἄτι σοβαρὸν ψηφίζεται. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, πρὸς τὰς ὁποίας συμφωνῶ πλὴν δύο ἢ τριῶν, εἰς τὰς ὁποίας θὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις μου, δὲν θὰ φέρουν μεγάλην βελτίωσιν τῆς καταστάσεως. Τὸ τί ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ θὰ τὸ εἴπω. Εἰς τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει ἡ Ἐπιτροπή, διαφωνῶ εἰς τὰ ἑξῆς: Πρῶτον, εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπαρτίας. Κύριοι βουλευταί, εἰς ὅλον μου τὸν πολιτικὸν βίον οὔτε ἅπαξ ὑπέγραψα ἔνστασιν ἀπαρτίας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας πρέπει νὰ ἀνήκῃ καὶ εἰς τὸν ἕνα βουλευτήν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ ἐνώπιον 20 καὶ 30 βουλευτῶν, νὰ ψηφίζῃ σπουδαιοτάτους νόμους, νὰ παρακολουθῇ ὁ λαὸς ἀπὸ τὰ θεωρεῖα καὶ τοῦτο πρὸς βλάβην τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐν συνόλῳ καὶ προσωπικῶς ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν. Ἐὰν τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ νὰ ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον 25 ὑπογραφαὶ διὰ τὴν ἀπαρτίαν, εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς θέαμα: Νὰ ὑπάρχουν 10 βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἕνας τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ἕνας Ὑπουργὸς καὶ νὰ ψηφίζωνται ἄπειρα νομοσχέδια, διότι δυστυχῶς, οἱ Πρόεδροι τῆς Βουλῆς δὲν διαπιστώνουν τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀπαρτίας ὡς ἔχουν καθῆκον. Ἐπιβάλλεται, λοιπόν, νὰ μείνῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν 10 βουλευτῶν διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐνστάσεως τῆς ἀπαρτίας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδέποτε ὑπέγραψα ἔνστασιν ἀπαρτίας, οὔτε θὰ ὑπογράψω ποτέ.
§137Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κακῶς, πρέπει νὰ ὑπογράφετε.
§138Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δεύτερον, ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀποβάλῃ τῆς αἰθούσης τὸν βουλευτήν. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐὰν ὁ βουλευτὴς ὁ παρεκτραπεὶς εἰς ὕβρεις ἢ βιαίας πράξεις ὑποχρεωθῇ νὰ ἀνακαλέσῃ ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἀναλόγως τῆς ὕβρεως ἢ τῆς παρεκτροπῆς ὑποχρεωθῇ νὰ ζητήσῃ καὶ συγγνώμην, εἶναι ὑπεραρκετὸν τοῦτο. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποβάλλωμεν τὸν βουλευτήν, τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἔθνους, ὡς λῃστὴν διὰ τῶν κλητήρων ἔξω τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ρητὴ διάταξις εἰς τὸν Κανονισμόν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καλεῖ τὸν βουλευτήν, ἀναλόγως τῆς βαρύτητος τῆς παρεκτροπῆς του, νὰ ἀνακαλέσῃ καὶ ἐὰν εἶναι βαρεῖα ἡ ὕβρις καὶ ἡ χειροδικία νὰ ζητήσῃ συγγνώμην ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι, γενναιότερον καὶ ὡραιότερον πρᾶγμα ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος διαπράττει μίαν παρεκτροπὴν ἐν στιγμῇ ὀργῆς, νὰ ζητῇ συγγνώμην. Εἶναι ἀνδρικώτατον καὶ γενναιότατον. Τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καὶ δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ συνάδελφος, ὁ ὁποῖος θὰ παρεκτραπῇ ἐναντίον ἄλλου συναδέλφου καὶ δὲν θὰ ζητήσῃ συγγνώμην ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνδρικώτατον, εἶναι καὶ γενναιότατον. Κύριοι βουλευταί, ὁ Κανονισμὸς προβλέπει περὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Αἱ ἀναφοραί, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, διαρκοῦν πολὺ ὀλίγον. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οἱ τῶν ἐπαρχιῶν πολῖται παρακολουθοῦν μετὰ μεγίστου ἐνδιαφέροντος τὰς συζητήσεις τῶν ἀναφορῶν. Ἄλλοτε, εἶχον προτείνει τὸ 5λεπτον τῆς διαρκείας τῆς ὁμιλίας ἑκάστου βουλευτοῦ νὰ γίνῃ 10 λεπτά. Τώρα, θὰ κάμω μίαν ἄλλην πρότασιν, κύριοι συνάδελφοι. Κάμνω τὴν πρότασιν, μετὰ τὸ 48 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ προστεθῇ εἰδικὸν ἄρθρον περὶ συστάσεων. Διότι, τί γίνεται σήμερον; Οἱ κύριοι βουλευταὶ ἐγγράφουν συνεχῶς ἐπερωτήσεις διὰ μικροπαρατυπίας τῆς Κυβερνήσεως, παρατυπίας, τὰς ὁποίας πᾶσα Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ διαπράξῃ. Δὲν εἶναι δὲ καὶ ὀρθὸν αὐτό, διὰ τὸ κάθε πρᾶγμα νὰ ἐλέγχωνται αἱ Κυβερνήσεις καὶ νὰ στραπατσάρωνται ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἐπερώτησις εἶναι σοβαρὸν πρᾶγμα. Ἐπερώτησις θὰ γίνῃ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως διὰ παρανομίαν σοβαρὰν ἢ διὰ παρεκτροπὴν σοβαράν, διὰ παράλειψιν σοβαράν. Τὰ ¾ τῶν ἐπερωτήσεων δὲν εἶναι ἐπερωτήσεις, κύριοι συνάδελφοι. Θὰ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα. Τὸ ζήτημα τοῦ ἐλαίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ συζήτησις κάθε χρόνον διαρκεῖ 2 μῆνας. Διατὶ δὲν κάμνει τὴν συγκέντρωσιν τοῦ ἐλαίου ἡ Κυβέρνησις μὲ 20 δραχμὰς καὶ τὴν κάμνει μὲ 18; Πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ εἰς κάθε νομοσχέδιον σχετικόν. Ἀλλὰ τί γίνεται; Ἀρχίζει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ἀναπτύσσῃ πρόγραμμα ἐλαίου καὶ συγκεντρώσεως, καταπολεμήσεως τοῦ δάκου, διὰ τὰς τιμάς, τὰς ἐξαγωγὰς καὶ παρουσιάζομεν ἓν θέαμα ἀξιοθρήνητον. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος). Εἶναι ζήτημα αὐτοσεβασμοῦ τῶν βουλευτῶν νὰ φέρουν ἐπερωτήσεις μόνον διὰ σοβαρώτατα ζητήματα, ὁπότε δὲν θὰ ὑπάρχουν 450 ἀλλὰ 50 ἐπερωτήσεις καὶ τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν. Αἱ ἄλλαι, αἱ λεγόμεναι ἐπερωτήσεις, θὰ θεραπεύωνται διὰ τῆς τροπολογίας τῆς προβλεπομένης, περὶ δημιουργίας ἄρθρου περὶ συστάσεων. Ὁ βουλευτὴς θὰ ὁμιλῇ, ἓν τέταρτον, νὰ θεσπισθῇ πρὸς τοῦτο δὲ μία ἐκ τῶν τριῶν ἡμερῶν τῆς ἑβδομάδος, εἰς τὰς ὁποίας συζητοῦνται αἱ ἀναφοραί. Αἱ ἀναφοραὶ εἶναι ἑκάστην Τρίτην, Τετάρτην καὶ Παρασκευήν. Μία ἐξ αὐτῶν τῶν τριῶν ἡμερῶν, δύναται νὰ γίνῃ διὰ συστάσεως. Τὸ ζήτημα τῶν συστάσεων εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὸν λαόν. Νὰ ὁμιλῇ περισσότερον ὁ βουλευτής. Εἶναι μία ἐπέκτασις τῶν ἀναφορῶν. Ἄν ἔχω καὶ ἄλλας παρατηρήσεις, κύριοι συνάδελφοι, θὰ τὰς κάμω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἀλλ’ ὅπως εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, αἱ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ πολὺ μικρὴν βελτίωσιν θὰ φέρουν εἰς τὴν κατάστασιν. Πιστεύω εἰλικρινῶς ὅτι, ἂν ἡμεῖς οἱ βουλευταί, δὲν δώσωμεν τὸ παράδειγμα τοῦ αὐτοσεβασμοῦ καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸν λαόν, δὲν διορθώνονται τὰ πράγματα μὲ τὰ τέταρτα καὶ τὰς ἡμισείας ὥρας τῆς ἀγορεύσεως τῶν βουλευτῶν. Οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ εἶναι παρόντες καὶ πρὸς τοῦτο προτείνω ὅπως ἀναγινώσκεται καθ’ ἑκάστην ὁ κατάλογος τῶν ὀνομάτων, ὅπως ἐγένετο εἰς τὰς ἄλλας Βουλὰς καὶ νὰ δημοσιεύεται εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ὑποστηρίζεται ἀπὸ ὅλους σας, πλὴν ἐμοῦ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 35 ηὐδοκίμησε καὶ ὅτι μὲ αὐτὴν ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια. Διατὶ ψηφίζονται μὲ αὐτὴν τὰ νομοσχέδια, σᾶς ἐρωτῶ: Διότι εἶναι ὅλοι παρόντες. Διατὶ εἶναι παρόντες, τὸ ἠξεύρετε, κύριε Ὑπουργέ. Ἄν θέλωμεν νὰ αἰσθάνεται σεβασμὸν ὁ λαὸς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, πρέπει νὰ εἴμεθα παρόντες, καθ’ ὅλας τὰς συνεδριάσεις καὶ συνεχῶς. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι παρόντες ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ κ. κ. Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατευθύνει τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ τέως Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὁ μακαρίτης Νέβιλ Τσάμπερλαιν ὅταν παρῃτήθη τῆς πολιτικῆς, εἰς ἡλικίαν 72 ἐτῶν, ἐρωτηθεὶς ἀπήντησεν ὅτι «δὲν δύναμαι νὰ διευθύνω Κυβέρνησιν, Κόμμα καὶ Βουλήν, διότι τὴν Βουλὴν τὴν διευθύνει ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας». Ἐνθυμοῦμαι τοὺς ἀειμνήστους Ἐλευθέριον Βενιζέλον καὶ Παναγῆν Τσαλδάρην νὰ κάθηνται ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῶν συνεδριάσεων, καὶ οἱ βουλευταὶ νὰ πειθαρχοῦν καὶ νὰ ὁμιλοῦν σοβαρὰ καὶ νὰ μὴ λέγουν πάρα πολλά, διότι ἐγύριζεν ὁ Πρόεδρος τοὺς ἔρριπτεν ἕνα βλέμμα καὶ ἐσταμάτουν. Δὲν βελτιώνεται, λοιπόν, ἡ κατάστασις μὲ τὰς τροπολογίας αὐτάς, κύριοι συνάδελφοι. Ἐλάχιστα. Πρῶτον, πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε παρὼν ὁ Πρωθυπουργός. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι σήμερον ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει μεγάλας ὑποχρεώσεις, δὲν εὐσταθεῖ, διότι αὐτὸ συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Ὁ Μὰκ Μίλλαν καὶ ὁ Γκαγιὰρ εἶναι πάντοτε παρόντες εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Τὸ καθῆκον τοῦ νὰ παρίσταται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ὁ Πρωθυπουργός, εἶναι τὸ ἱερώτερον καθῆκον. Ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ καὶ ὀφείλει νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐργασίαν. Ἐπίσης, πρέπει νὰ παρίσταται εἰς τὴν Βουλήν, ὁ σημερινὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ δύναται νὰ παρακολουθῇ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς βουλευτάς του, νὰ ἐκτιμᾷ τὴν ἱκανότητα καὶ τὸ ἦθος των. Δὲν γνωρίζει οὔτε τοὺς Ὑπουργούς, οὔτε τοὺς βουλευτάς του, διότι δὲν τοὺς παρακολουθεῖ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων των. Αὐτοῦ τοῦ προνομίου στερεῖται ὁ σημερινὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Μαῦρος προτείνει ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε εἶχον προτείνει ἐγώ: Τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ βήματος. Τὸ βῆμα αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, παρασύρει εἰς πολυλογίαν. Ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης θὰ λέγῃ ὀλιγώτερα. Ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης οἱ βουλευταὶ ὁμιλοῦν οὐσιαστικῶς, λέγουν ὅ,τι ἔχουν νὰ εἴπουν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ θεσπισθῇ ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλοῦν μόνον οἱ εἰσηγηταὶ καὶ οἱ κ.κ. Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων. Ὅλοι οἱ ἄλλοι βουλευταὶ νὰ ὁμιλοῦν ἀπὸ τῆς θέσεώς των. Αὐτὸ θὰ ἐπιφέρῃ μίαν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 35, ἐλέχθη ὅτι ἐργάζεται καλῶς. Μήπως, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων εἶναι καὶ διότι ὁ ἀριθμὸς εἶναι ὀλίγος; Πράγματι, καὶ αὐτὸ συμβαίνει, κύριοι βουλευταί. Δι’ αὐτό, ἐὰν θέλωμεν νὰ βελτιώσωμεν καὶ νὰ στηρίξωμεν τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον διατρέχει τεραστίους κινδύνους, πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, κάτω τῶν 200. Τοῦτο θὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῆς χώρας. Ἂν δὲν γίνῃ ἡ μείωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν κάτω τῶν 200, τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα θὰ χρεωκοπήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§140Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὶν ἐκθέσω ὡρισμένας γενικωτέρας σκέψεις ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ, ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν φίλον Πρόεδρον κ. Γόντικαν, ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε παράπονον διὰ τὴν ἀποχώρησίν μου ἀπὸ τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἰδοὺ ἡ ἐξήγησις: Δυστυχῶς δὲν κατώρθωσα νὰ παρευρεθῶ εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης· ἐπέκειτο ἡ διατύπωσις ἡ τελικὴ καὶ ἦτο ζήτημα εὐσυνειδησίας ἡ μὴ συμμετοχή μου εἰς αὐτήν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς μίαν συνεδρίασιν νὰ λάβω γνῶσιν καὶ νὰ ἐπιδοκιμάσω ἢ νὰ μὴ ἐπιδοκιμάσω τὰς τροποποιήσεις αἱ ὁποῖαι εἶχον γίνει. Τοῦτο λυποῦμαι διότι προεκάλεσε κάποιαν παρεξήγησιν εἰς τὸν φίλον Πρόεδρον κ. Γόντικαν. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι αἱ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ τὰς ὁποίας προέτεινε τόσον ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ ὅσον καί, κατὰ τὴν τελικὴν αὐτῶν διατύπωσιν, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ, πρέπει νὰ ἐνταχθοῦν εἰς ἕνα γενικώτερον πλαίσιον, διὰ νὰ κριθῇ ἡ σημασία καὶ ἡ ἀποδοτικότης αὐτῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ μορφαὶ τῆς δημοκρατικῆς διακυβερνήσεως μιᾶς χώρας εἶναι τρεῖς. Εἶναι ἡ μορφὴ τῆς Κυβερνώσης Βουλῆς, ἡ μορφὴ τῆς ἀνεξαρτήτου Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ ἡ μορφὴ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἔχομεν καὶ ἡ ὁποία πιστεύομεν ὅτι εἶναι τὸ ἀρτιώτερον τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν πολιτευμάτων. Τὸ πολίτευμα τοῦτο εἶναι πολίτευμα ἰσορροπήσεως καὶ ἰσοσταθμίσεως, πολίτευμα ὅμως εὐπαθές, τὸ ὁποῖον πράγματι διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἀποδοτικῶς ἔχει ἀνάγκην ὄχι μόνον εὐστόχων γραπτῶν διατάξεων, ἀλλὰ καὶ ἑνὸς κλίματος, τὸ ὁποῖον νὰ εὐνοῇ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν του. Τὸ σύστημα τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως ἔχει εἰς ἡμᾶς καθιερωθῆ ρητῶς διὰ τοῦ ἄρθρου 78 τοῦ Συντάγματος, ἡ δὲ λειτουργία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔχει τόσην σημασίαν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διέπεται καὶ ὑπὸ διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ ὑπὸ διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων καὶ παραδόσεων. Τὸ ζήτημα τῆς κοινοβουλευτικῆς παραδόσεως θὰ ἐξετάσω βραδύτερον. Ὀφείλω, ὅμως, ἀπὸ τοῦδε νὰ σημειώσω ὅτι ἡ παράδοσις ἀποτελεῖ πολύτιμον ὁδηγὸν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τότε μόνον δικαιούμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὴν παράδοσιν, ὅταν γνωρίζωμεν αὐτὴν καὶ ἐν συνειδήσει κρίνωμεν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μεταβληθῇ. Ὄχι ὅταν προβαίνωμεν εἰς ἐπιπολαίαν ἐξέτασιν ἑνὸς θέματος καὶ ἔχομεν ἄγνοιαν τοῦ τὶ προηγήθη. Βεβαίως δὲν εἶναι στατικὴ ἡ ζωὴ καὶ δὴ ἡ σημερινὴ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένουν ἀμετάβλητα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μακρὰ πεῖρα καθιέρωσεν. Ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ πρέπει νὰ γίνεται μετὰ πλήρους γνώσεως καὶ σταθμίσεως καὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὴν παράδοσιν καὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὴν μεταβολήν. Ποῖαι εἶναι αἱ βασικαὶ ἀρχαί, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ στηρίζεται ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου; Νὰ ἐξασφαλίζεται πλήρως ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ συγχρόνως ἔργον ἀποδοτικόν. Δὲν πρέπει τὸ ἓν νὰ ἀποκλείῃ τὸ ἄλλο, ἢ μᾶλλον δὲν πρέπει ἡ δῆθεν προσήλωσις πρὸς τὸ ἓν νὰ ἀποκλείῃ τὸ ἄλλο. Ὅταν λέγωμεν, ὅμως, ὅτι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ ἐλευθέρως πρέπει νὰ ἀσκῆται καὶ ἀποδοτικὸν νὰ εἶναι, τὶ ἐννοοῦμεν; Ἂς τὸ ἐξετάσωμεν ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα. Ἂς ἔλθωμεν πρῶτον εἰς τὴν σχέσιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐννοῶ αὐτὴν τὴν οὐσίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τὴν ἐμπιστοσύνην ἢ τὴν δυσπιστίαν τοῦ Σώματος. Ἡ σχέσις αὕτη καθορίζεται ὑπὸ ρητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἤτοι τοῦ ἄρθρου 78 καὶ ὅσον ἀφορᾷ ἀκόμη τὴν διάρκειαν τῆς σχετικῆς συζητήσεως. Ἀπομένουν ὅμως, πλὴν τῆς προτάσεως δυσπιστίας ἢ ἐκφράσεως ἐμπιστοσύνης, αἱ ἑκάστοτε ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γίνωνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλήν. Ὑπῆρξεν ἐντελῶς πρόσφατον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, διὰ νὰ μὴ προκαλέσω διαίρεσιν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν θὰ εἴπω τὶ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι αἱ ἀνακοινώσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεραι, διὰ νὰ μὴ πληροφοροῦνται ἐκ τῶν ἐφημερίδων οἱ βουλευταὶ σπουδαῖα ἐθνικὰ ἢ πολιτικὰ γεγονότα, δὲν πρέπει νὰ συνοδεύωνται ἀπὸ μακρὰς συζητήσεις, ἀλλὰ μόνον, διὰ νὰ μὴ καταλήγουν εἰς μονόλογον, νὰ συνοδεύωνται ἀπὸ μίαν σύντομον παραχρῆμα συζήτησιν, ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ λόγος μακροτέρας συζητήσεως νὰ κινῆται ἡ διαδικασία τοῦ Κανονισμοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου προβλέπονται τρεῖς τρόποι. Ἡ πρότασις ἐκφράσεως δυσπιστίας, ἡ θέσις ζητήματος ἐμπιστοσύνης καὶ ἡ διαδικασία τῆς ἐπερωτήσεως. Ἐάν, εἰς τοὺς τρεῖς αὐτοὺς τρόπους, νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τέταρτος, ὁ τέταρτος αὐτὸς δὲν θὰ ἦτο ποτὲ ἡ παραχρῆμα μακρὰ συζήτησις πρὸς διακοπὴν τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου, βάσει τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀλλ’ ἡ παραπομπὴ τῆς συζητήσεως πρὸς συνέχισιν εἰς τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων. Διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς δὲν τίθεται πολιτικὸν θέμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νεκρώνεται ἡ νομοθετικὴ λειτουργία τῆς Βουλῆς. Μόνον εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὑπάρχει εἴτε πρότασις ἐκφράσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἴτε πρότασις ἐκφράσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι δικαιολογημένον νὰ διακόπτεται ἡ σειρὰ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, καὶ νὰ γίνεται τότε συζήτησις προηγουμένη παντὸς ἄλλου θέματος. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὸν τομέα τῆς νομοθεσίας. Εἰς τὴν νομοθεσίαν αὐτὸς οὗτος ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἔχει προβλέψει καὶ ἔχει τεθῆ διάταξις ἀπαγορεύουσα προσθήκας ἢ τροπολογίας ἀσχέτους πρὸς τὸ κύριον περιεχόμενον τοῦ νόμου. Πέραν, ὅμως, τῶν ἀσχέτων τροπολογιῶν καὶ προσθηκῶν, ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι μὲ κἄποιαν ἐλαστικότητα θὰ ἠδύναντο νὰ θεωρηθοῦν σχετικαί, αἱ ὁποῖαι ὅμως θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ λείπουν, διότι δὲν συνδέονται κατ’ ἀνάγκην μὲ τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου. Αὐταὶ κατὰ κανόνα εἶναι διατάξεις συμπαθεῖς εἰς μάζας ἐνδιαφερομένων, διὰ τοῦτο καταλήγουν καὶ εἰς ὀνομαστικὰς ψηφοφορίας, αἱ ὁποῖαι ἀδικαιολογήτως παρακωλύουν τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Αἱ προσθῆκαι αὗται εἶναι σχεδὸν πάντοτε ἐπιβλαβεῖς, σπανιώτατα δὲ ψηφίζονται. Ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἐτέθη πρὸς ἀποτροπὴν τῆς κωλυσιεργίας ἐξ εὐνοήτων λόγων εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν ὀξύνοιαν καὶ τὴν νομικὴν λεπτολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἤδη κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας καὶ τότε μέλους τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτυχής. Δηλαδὴ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν προτείνεται νὰ γίνεται περίπου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προβλέπει ἤδη τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 56 περὶ τῶν τροπολογιῶν, νὰ διαχωρίζωνται δηλαδὴ αἱ προσθῆκαι καὶ νὰ παραπέμπωνται τόσον εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὅσον καὶ πρὸς τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Βεβαίως τὸ τελευταῖον μόνον προκειμένου περὶ προσθηκῶν. Εἶναι προφανὴς ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως, ἐὰν δὲν ἀκολουθῇ μακρὰ συζήτησις, ἀλλὰ πρόκειται περὶ συνήθους νομοσχεδίου, δὲν θὰ προλαβαίνουν νὰ ἐπανέλθουν καὶ νὰ συζητηθοῦν αἱ προσθῆκαι, ὁπότε θὰ συζητῶνται ὡς αὐτοτελεῖς προτάσεις νόμου. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι, κανεὶς ἄλλος τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποβῇ ἀποδοτικωτέρα ἡ νομοθετικὴ λειτουργία τῆς Βουλῆς. Βεβαίως, ὁ παραμερισμὸς τῶν προσθηκῶν, στερεῖ ἐν μέρει τοὺς βουλευτὰς τῆς νομοθετικῆς πρωτοβουλίας των. Ἀλλ’ ἐπιτάχυνσις βάσει ὑγιῶν ἀρχῶν καὶ συγχρόνως διευκόλυνσις ὑποβολῆς προσθηκῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβιβασθοῦν. Ἐρχόμεθα μετὰ ταῦτα, εἰς τὸ τρίτον ἔργον τῆς Βουλῆς, τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου, εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Καὶ ἐν τούτῳ νομίζω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς ὀρθὴν ὑπόδειξιν. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ θὰ ἐξετασθῇ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἂν θὰ πρέπῃ ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως νὰ διαρκῇ δύο συνεδριάσεις, ὅπως θέλει τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ τρεῖς. Πάντως, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράδεκτον, ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον, δηλαδή, ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ ἐλέγχου ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἶναι ἡ μετατροπὴ μιᾶς ἐπερωτήσεως εἰς ἐπιφυλλίδα, ἀπασχολοῦσαν ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν. Οὕτω παρεμποδίζεται τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἄλλως θὰ ἠδύνατο νὰ ἀσκῇ ἔλεγχον ἐπὶ πλειόνων κυβερνητικῶν πράξεων. Μὲ τὸν περιορισμὸν τῶν συνεδριάσεων, τῶν ἀφιερουμένων εἰς τὴν συζήτησιν ἑκάστης ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νόμων, συνδέεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς διαρκείας τῶν ἀγορεύσεων. Ὁ περιορισμὸς εἰς ἡμίσειαν ὥραν, δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ὀδυνηρός. Ἀντιθέτως, θὰ πρέπει ὅλοι νὰ συνηθίσωμεν εἰς τὸν χρόνον αὐτὸν νὰ διατυπώνωμεν ὅλας μας τὰς σκέψεις, Ἄλλωστε οἱ εἰσηγηταὶ δύνανται νὰ τύχουν ὑπὸ τοῦ Προεδρείου καὶ διπλασιασμοῦ τοῦ χρόνου. Ἐκείνη ἐκ τῶν προτάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἔχω ἐνδοιασμούς, εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν, ὄχι διότι ἀποκρούω τὸν θεσμόν, ἀλλὰ διότι συνδυάζεται μὲ ἕνα ἀτυχῆ μηχανισμόν, κινοῦντα τὴν διαδικασίαν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἓν Κόμμα, τὸ μικρότερον ἴσως τῆς Βουλῆς, ὥρισεν εἰδικὸν εἰσηγητήν, νὰ κινηθῇ εἰδικὴ διαδικασία μὲ συνέπειαν τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ἀγορεύσεως τῶν λοιπῶν ἀγορητῶν εἰς δέκα λεπτά. Πιστεύω ὅτι εἶναι χρησιμώτερος ὁ ἐλαστικώτερος θεσμὸς τῆς ὠργανωμένης συζητήσεως, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλας Βουλὰς καὶ ὁ ὁποῖος συνίσταται εἰς τὸν ἐκ τῶν προτέρων καθορισμὸν τῆς διαρκείας, τόσον τῆς ἀγορεύσεως ἑκάστου ὁμιλητοῦ, ὅσον καὶ ὁλοκλήρου τῆς συζητήσεως κατόπιν συνεννοήσεως τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, πρωτοβουλίᾳ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ πιστεύω περισσότερον, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸν ἐλαστικώτερον θεσμὸν τῆς ὠργανωμένης συζητήσεως. Κύριοι βουλευταί, καὶ ἐμὲ ἐξένισε κατ’ ἀρχήν, πρὶν δὲ τελικῶς ἀποφασίσω τὶ θὰ ψηφίσω, θὰ ἀκούσω ὅλας τὰς ἀπόψεις, ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ὑποβολὴν αἰτήσεως ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἢ ἐνστάσεως ἀπαρτίας. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, ὅτι, εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κοινοβούλια, αἱ συζητήσεις γίνονται χωρὶς τὴν παρουσίαν τόσων βουλευτῶν, ὅσους ἀπαιτεῖ τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα. Εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς αὐστηρᾶς περὶ ἀπαρτίας διατάξεως ἔχω συμπράξει καὶ ἐγώ, διότι ἠνωχλούμην, καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσετο τὸ Σύνταγμα, ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβάλλοντο εἰς τὰς νομοθετικὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἐγίνετο μία συναλλαγὴ μεταξὺ τῶν παρόντων ὀλίγων βουλευτῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλησα διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ νὰ ἐξασφαλισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλύτερον ποσοστὸν παρόντων βουλευτῶν, ὡς προϋπόθεσις τῆς ἀπαρτίας. Οὕτως, ὅμως, ἐδυσχεράναμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἄς ἴδωμεν ἤδη τί συμβαίνει εἰς ἄλλας χώρας. Ὑπάρχουν Βουλαί, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἀπαιτεῖται ἀπαρτία, οὔτε διὰ τὴν συζήτησιν, οὔτε διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως. Τοῦτο συμβαίνει εἰς τὴν Σουηδικὴν Βουλήν. Ὑπάρχουν Βουλαί, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουν μὲν προϋποθέσεις διὰ τὴν ἀπαρτίαν, ἀλλὰ εἶναι ἐλάχιστος ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς παρόντων, τόσον διὰ τὰς συζητήσεις, ὅσον καὶ διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως. Τοιαύτη εἶναι ἡ Ἀγγλικὴ Βουλή, ὅπου ἐπὶ 630 βουλευτῶν, ἡ ἀπαρτία εἶναι 40. Ὑπάρχουν ἄλλαι Βουλαί, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἀπαιτεῖται ὡρισμένος ἀριθμὸς παρόντων διὰ τὴν συζήτησιν, ἀπαιτεῖται, ὅμως, ἰσχυρὰ ἀπαρτία, προκειμένου περὶ λήψεως ἀποφάσεως. Τοιαῦται εἶναι αἱ Βουλαὶ τῆς Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας, τῆς Δανίας κ.λ.π. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν γίνεται συχνὰ χρῆσις ἐνστάσεως ἀπαρτίας καὶ ἐπαφίεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Προέδρου ἡ διαπίστωσις ὑπάρξεως ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ βουλευτῶν διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως. Ὅταν, λοιπόν, ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἐπιβάλλῃ καὶ διὰ τὴν συζήτησιν ἀκόμη τόσον ἀριθμὸν παρόντων, δὲν πρέπει νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ κίνησις τοῦ μηχανισμοῦ τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, διὰ νὰ μὴ παρακωλύεται ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐκεῖ εἶναι τὸ ζήτημα· δηλώνω παρὰ ταῦτα, ὅτι θὰ ἀκούσω μετὰ προσοχῆς οἱασδήποτε ἀντιρρήσεις. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐπὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἡ ὁποία κρίνει τοὺς Κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, διότι ἡ τυχὸν ἀνεπάρκεια τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δὲν δύναται, παρὰ νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ.
§141Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν φοβεῖσθε, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ εἰς 25 θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς; Ὅταν θὰ εἶναι 40–50 βουλευταί, θὰ ἠμπορῇ νὰ γίνῃ ἔνστασις ἀπαρτίας, ὅταν, ὅμως, θὰ εἶναι 24, ὅπερ συνήθως συμβαίνει, δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ ὑποβληθῇ ἔνστασις.
§142Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον μειονέκτημα. Αὐτὴ ἡ ὑποθετικὴ σκέψις.
§143Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐξύψωσις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἔγκειται καὶ εἰς τὴν παρακολούθησίν του ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην. Παρακολουθεῖ τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ Τύπος. Φαντασθῆτε, λοιπόν, νὰ συζητῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ προχωρῇ εἰς λῆψιν ἀποφάσεων, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καλλία, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ ἄρθρον, κατ’ ἀνάγκην θὰ εἴπῃ τὰς ἀπορίας του ὁ κ. συνάδελφος. Ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν τώρα εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, καὶ αὐτὸ εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§145Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τῶν γενικῶν γραμμῶν ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐντάσσονται τὰ ἄρθρα. Ἄλλως τε ἐπισημαίνω ὀλίγας περιπτώσεις, ἐνῷ τὰ ἄρθρα εἶναι πολλά.
§146Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Καὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§147Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Αὐτός, λέγω, εἶναι ὁ μόνος, ὑποθετικός, ἐλπίζω, κίνδυνος, ὁ λεχθεὶς ἀπὸ τὸν κ. Γιαννόπουλον. Τὸ παράδειγμα, ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. Μαῦρος, ὅτι εἰς τὴν κοιτίδα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ δὲν ὑπάρχουν θέσεις καθημένων πέραν τοῦ ⅓ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἐκτίθεται ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν ἀπόντων ἕνα Κοινοβούλιον. Ὅσοι δὲν εἶναι παρόντες, κατὰ κανόνα, συμφωνοῦν. Ὁσάκις ὑπάρχουν ὀξεῖαι ἀντιθέσεις ἢ ἀντιγνωμίαι ὑπάρχουν καὶ παρόντες. Τότε καὶ μία ψῆφος συγκινεῖ, τόσον τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅσον καὶ τὴν Κυβερνητικὴν παράταξιν.
§148Ν. ΕΞΑΡΧΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§149Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ λεχθὲν μειονέκτημα, δὲν θὰ ἔλεγα, ὅτι θὰ ἀναμείνω νὰ ἀκούσω καὶ τὰς ἄλλας ἀπόψεις. Ἄλλωστε, οἱ ἀπέχοντες καὶ οἱ ἀδιαφοροῦντες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονίζουν τὴν τύχην καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν· αὐτὸ δὲ ἀποτελεῖ καὶ ἀπάντησιν εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν τῶν διακοψάντων με. Κύριοι βουλευταί, εἶχον πρὸ 10ετίας προτείνει δι’ ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς — καὶ τὴν πρότασιν αὐτὴν ἐπανέλαβα ἔκτοτε δὶς ἢ τρὶς — χαίρω δὲ διότι περιελήφθη εἰς τὰς τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν σύνταξιν ἐπιστημονικοῦ εὑρετηρίου τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἧς ὑπάρχει Κοινοβούλιον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ ἁπλοῦ εὑρετηρίου, περὶ ἀλφαβητικῆς ταξινομήσεως ὀνομάτων καὶ ἀντιστοίχων γνωμῶν, πρόκειται αὐτόχρημα περὶ διασώσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς παραδόσεως. Εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν εὐγνωμόνως βλέπομεν ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη μερικοὶ παλαιότεροι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι διασώζουν τὴν παράδοσιν, ἐὰν ἡμεῖς, οἱ εἰσελθόντες εἰς τὴν Βουλὴν τὸ 1946, δυνάμεθα νὰ θεωρηθῶμεν, ὅτι ἄγομεν τὴν μέσην Κοινοβουλευτικὴν ἡλικίαν. Αὐτοί, ὅμως, σιγὰ–σιγὰ ἐκλείπουν. Δὲν θὰ λησμονήσω ποτὲ τὰς ἀγορεύσεις ἐπὶ πολιτικῶν θεμάτων τοῦ ἀειμνήστου Σοφούλη, ὁ ὁποῖος κατώρθωνεν ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ ἀνεβοκατεβάσματος τοῦ τόνου τῆς φωνῆς, νὰ ἀλλάξῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῶν λέξεων ἀκόμη. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνέπτυξα ἤδη τὴν ἀξίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς παραδόσεως καὶ πιστεύω ὅτι διὰ τῆς συντάξεως τοῦ εὑρετηρίου θὰ ἐπιτευχθῇ πράγματι ἡ διδασκαλία τῶν ἀρχαιοτέρων καὶ τῶν ἀπελθόντων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν καί τινες ἀληθῶς μεγάλοι πολιτικοὶ ἄνδρες, πρὸς τοὺς νεωτέρους ἰδιὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπωφεληθοῦν τῶν διδαγμάτων τοῦ παρελθόντος. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον εἶχον προτείνει νὰ ἐκδοθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ αἱ σημαντικώτεραι ἀγορεύσεις τῶν μεγάλων Κοινοβουλευτικῶν ἀνδρῶν. Βεβαίως, προσφάτως μία καθημερινὴ ἐφημερίς, ὁ «Ἐθνικὸς Κῆρυξ», ἀναδημοσιεύει σειρὰν ἀγορεύσεων ἢ καὶ ὁλοκλήρους ἐνδιαφερούσας Κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις. Τὸ ἔργον εἶναι χρησιμώτατον, ὅταν δὲ ἀποπερατωθῇ θὰ κριθῇ ἂν θὰ εἶναι ἀναγκαία ἡ ἔκδοσις καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν χαρακτηριστικωτέρων ἀγορεύσεων τῶν μεγάλων πολιτικῶν ἀνδρῶν. Πάντως, τὸ ἐπιστημονικὸν εὑρετήριον τῆς πρώτης ἑκατονταετίας, καὶ ἐπὶ πλέον, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀναζωογόνησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς παραδόσεως ἐν τῇ Χώρᾳ. Προεκάλεσαν ζωηρὰς ἀντιρρήσεις καὶ ἄλλαι τροποποιήσεις διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δώσω πληροφορίας καὶ περὶ τῶν διατάξεων αὐτῶν. Πρόκειται περὶ τῶν πειθαρχικῶν διατάξεων. Τὰς περισσοτέρας ἀντιρρήσεις διετύπωσεν ὁ κ. Χούτας, τοῦ ἀνέγνωσε δὲ ὁ συνάδελφος κ. Πλατῆς τὰς διατάξεις τὰς ἰσχυούσας ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ ἐζήτησε, τότε, ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος νὰ πληροφορηθῇ τὶ συμβαίνει εἰς τὴν κοιτίδα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν. Ἔχω μαζί μου ἕνα ἐγχειρίδιον Κοινοβουλευτικῆς δικονομίας τῶν Εὐρωπαϊκῶν χωρῶν, συντεταγμένον ἀπὸ τὸν Λόρδον Κάμπιον, ὁ ὁποῖος διετέλεσεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων καὶ ἀπὸ τὸν κ. Λίντερνταλ, ὁ ὁποῖος εἶναι Διευθυντὴς εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων. Εἰς τὸ ἐγχειρίδιον αὐτὸ ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει τὴν περικοπὴν ἐν ᾗ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων δύναται νὰ διατάξῃ νὰ ἀποσυρθῇ παραβάτης βουλευτὴς ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ ἐπιβάλῃ ὡς κύρωσιν τὸν ἀποκλεισμὸν ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις ἐπὶ διάστημα ἀκόμη καὶ μέχρι λήξεως τῆς Συνόδου). Εὔχομαι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν μας περίπτωσις ἀποβολῆς συναδέλφου ἐκ συνεδριάσεως, δηλαδὴ περίπτωσις βιαιοπραγιῶν. Ἐγώ, προσωπικῶς, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῆς προτεινομένης διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ περὶ ἀποβολῆς ἐκ συνεδριάσεως ἢ συνεδριάσεων καὶ διὰ τοῦτο διστάζω ἂν θὰ πρέπει νὰ δεχθῶμεν νὰ τὴν περιλάβωμεν εἰς τὸν Κανονισμόν. Ὄχι, βεβαίως, διότι εἶναι πρωτοφανής, ἀλλὰ διότι εὐελπιστῶ ὅτι εἶναι περιττή. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγένετο μνεία τοῦ ὅτι ἡ Βουλὴ χωλαίνει καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Εἶχον συμμετάσχει εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς. Παρακαλῶ νὰ προσέξητε ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος δὲν ἀναφέρει συζήτησιν κατὰ προτίμησιν τῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα ψηφίζονται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ὁμιλεῖ μόνον περὶ ἐγγραφῆς κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, διὰ νὰ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ, ἂν τὸ ἐπιθυμῇ, ἡ Ὁλομέλεια. Δὲν εἶναι διάταξις ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶναι διάταξις χάριν τῶν ἀπόντων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι, διὰ τῆς ἐγγραφῆς τοῦ νομοθετήματος εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Ὁλομελείας, δύνανται νὰ ἐπαναφέρουν καὶ νὰ συζητήσουν τὸ θέμα. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία δὲν ἐπιθυμῇ νὰ τὸ συζητήσῃ ἐν Ὁλομελείᾳ, δὲν συντρέχει λόγος, κατὰ τὸ ἄρθρον 35, νὰ γίνῃ συζήτησις. Δηλαδὴ ἡ διάταξις χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ρυθμίσῃ ἄλλως ἓν θέμα ἐν Ὁλομελείᾳ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν αὕτη εὑρίσκεται ἐν δυσαρμονίᾳ πρὸς τὸ τμῆμα της, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἡ διάταξις ἐτέθη καὶ διὰ λόγους πρακτικούς, ἀλλὰ καὶ πρὸς μερικὴν ἱκανοποίησιν τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀδιαιρέτως καὶ ἐν Ὁλομελείᾳ, ἀσκεῖ τὰ κυριαρχικά της δικαιώματα. Δὲν νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὑπάρχει κἄτι τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σαφές. Αὐτὰς τὰς γενικὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, ἀγαπητοὶ κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ εὔχομαι ὅπως αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ψηφισθοῦν ἀποβοῦν ἐπωφελεῖς διὰ τὴν ὁμαλωτέραν καὶ ἀποδοτικωτέραν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ καὶ καθ’ ὑμᾶς, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι τὸ ἄριστον ἐκ τῶν γνωστῶν πολιτευμάτων, ἀλλ’ εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν τῆς ταχύτητος εἰς ρυθμὸν νευρικότητος, τῆς πυρηνικῆς ἐνεργείας καὶ τῆς εὐρυτάτης ἁρμοδιότητος τοῦ Κράτους, ἔχει ἀνάγκην προσαρμογῆς πρὸς τὰς νέας συνθήκας τῆς ζωῆς. (Χειροκροτήματα).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. συναδέλφους, νὰ μὴ παρατείνωσιν ἐπὶ μακρὸν τὸν λόγον τους εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, διότι ἔχουν ὅλην τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις των. Ὁ κ. Κ. Βουδούρης, ἔχει τὸν λόγον.
§151Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πρὸ ἑνὸς ἀκριβῶς ἔτους ἀπησχόλησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ἐτόνισα τὸ θλιβερὸν κατάντημα τῆς λειτουργίας αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶχε μεταβληθῆ εἰς ἕνα διακοσμητικὸν τύπον, μοναδικὸν ἔργον τοῦ ὁποίου ἦτο νὰ ψηφίζῃ καὶ νὰ καταψηφίζῃ, νὰ χειροκροτῇ καὶ νὰ ἀποδοκιμάζῃ. Ἐτόνισα τοὺς σοβαροὺς καὶ ἀμέσους κινδύνους οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν καὶ τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ τὴν Δημοκρατίαν εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν συνεχίζετο ἡ κατάστασις αὐτή. Καὶ ἔκαμα ἔκκλησιν πρὸς τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ τοὺς ἁρμοδίους διὰ τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν λῆψιν τῶν ἀπαιτουμένων μέτρων. Ἐνῷ, ὅμως, οὐδεμίαν ἤκουσα διαφωνίαν τότε ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ πολλοὶ μάλιστα ἐζήτησαν νὰ ὁρισθῇ εἰδικὴ συνεδρίασις διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου θέματος, ἐν τούτοις ὅλα αὐτὰ ἐλησμονήθησαν τὴν ἰδίαν ἑσπέραν. Οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη καὶ ἡ κατάστασις συνεχίζετο μὲ τὸν αὐτὸν ρυθμόν. Ὅ,τι, ὅμως, δὲν ἐγένετο μέχρι σήμερον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ τώρα, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη νὰ ἀνταποκριθῇ πλήρως εἰς τὰς ἐπιβαλλομένας ἀνάγκας τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ βάσει τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν, τῆς σημερινῆς νοοτροπίας καὶ τῆς κτηθείσης πείρας. Θὰ ἔπρεπε, ὅμως, νὰ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀφελής, ἢ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ βαρυτέραν λέξιν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐπίστευεν ὅτι οἱαιδήποτε καὶ ὁσονδήποτε σοφαὶ τροποποιήσεις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παίξουν ρόλον ἀσπιρίνης ἔστω διὰ τὴν θεραπείαν τοῦ τόσον βαρέως νοσοῦντος κοινοβουλευτισμοῦ. Θὰ ἦτο ἀνακριβὲς καὶ ἄδικον, κύριοι βουλευταί, νὰ ὑποστηρίζεται ὅτι τὸ θλιβερὸν τοῦτο φαινόμενον βαρύνει μόνον τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἀκριβὲς καὶ ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι ἡ βαρεῖα αὐτὴ νόσος ἀπὸ μακροῦ χρονολογουμένη, ἐπεδεινώθη τὴν τελευταίαν δεκαετίαν εἰς ἐξαιρετικὸν βαθμόν, ὥστε νὰ προκαλῇ καὶ τοῦ τελευταίου Ἕλληνος τὰς εὐλόγους ἀνησυχίας. Δὲν ἀγνοῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς τοὺς σημερινοὺς καιροὺς δὲν ὑφίσταται μόνον κρίσις τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ὅπως δὲν ἀγνοῶ ἐπίσης, ὅτι διατρέχομεν μίαν σοβαρωτάτην καμπὴν τῆς πανανθρωπίνης ἱστορίας, ὅτι ἠθικὴν κρίσιν διατρέχουν τὰ βάθρα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο μέχρι σήμερον ἡ κοινωνία καὶ ὅτι ἀντιμετωπίζαμεν ἕνα εὐρύτατον καὶ καθολικὸν κοινωνικὸν ξεπεσμόν, ἡ ἐκδήλωσις τοῦ ὁποίου φυσικὸν καὶ ἑπόμενον ἦτο νὰ εἶναι ἐντονωτάτη εἰς τὴν πολιτικήν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀποτελεῖ τὴν ἐντονωτέραν ἐκδήλωσιν τῆς ζωῆς. Θὰ ἀπῄτει ὅμως, πολὺν χρόνον, κύριοι βουλευταί, ἡ ἔρευνα τῶν αἰτίων εἰς τὰ ὁποῖα παγκοσμίως ὀφείλεται ἡ κρίσις τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ νομίζω ὅτι ἐφ’ ὅσον ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Κοινοβουλευτισμὸς νοσεῖ βαθύτατα καὶ ὅσοι πιστεύομεν ὅτι μόνον ἡ ὁμαλή του λειτουργία δύναται νὰ ἀποτελέσῃ τὸ μοναδικὸν βάθρον τῆς Δημοκρατίας, ἱερὰν καὶ ἐπιβεβλημένην ὑποχρέωσιν ἔχομεν νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος ὅλας τὰς θεωρίας καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῶν αἰτίων εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλεται ὁ ξεπεσμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, νὰ θέσωμεν ὠμὰ τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ νὰ ὑποδείξωμεν τὰ θεραπευτικὰ φάρμακα διὰ τὴν θεραπείαν του. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι καὶ τὰ φάρμακα ὑπάρχουν καὶ ἡ λῆψις αὐτῶν εἶναι ἀνώδυνος. Ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡγετικὸν στέλεχος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἰς ἰδικήν μου ἀγόρευσιν ἐπὶ θέματος συγγενοῦς μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἀνέπτυξε τὴν θεωρίαν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποτελεῖ τὴν συνισταμένην καὶ τὴν ἔκφρασιν τῆς δυναμικότητος καὶ τῆς ψυχικῆς ὁλκῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ προσέθεσεν ὅτι τὰς γενομένας παρεκτροπὰς θὰ ἠκολούθουν ἴσως καὶ σοβαρώτεραι, ἐὰν ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς ἦτο τοιαύτη οἵαν ἐγὼ ἐφαντάσθην, ὡς εἶπεν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι Βουλὴ Ἑλληνικὴ καὶ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περιλαμβάνῃ μόνον ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐκλέγει ὁ Ἑλληνικὸς λαός! Εὑρισκόμεθα, εἶπεν, εἰς περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅ,τι ἔχει νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν πολιτικήν, εἰς τὰ Πανεπιστήμια, εἰς τὸν Στρατόν, εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, τὸ ἀποδίδει διὰ τῶν προσώπων του, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν κόλπων του προέκυψαν καὶ ἀνεδείχθησαν. Αὐτὰ εἶναι τὰ πρόσωπα, αὐτὸς εἶναι ὁ λαός. Λυποῦμαι βαθύτατα, κύριοι βουλευταί, καὶ διαμαρτύρομαι ἐντονώτατα κατὰ τῶν ἀνωτέρω, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑποστηρίξουν μόνον ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐγκλωβισμένοι ἀεροστεγῶς εἰς ἕνα ἀπολύτως θεωρητικὸν κόσμον, ἐλησμόνησαν τὴν ἱστορίαν τῆς δυστυχοῦς αὐτῆς χώρας, καὶ πρὸ παντὸς ἐλησμόνησαν τὴν ἱστορίαν τῆς τελευταίας πεντηκονταετίας, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ πλέον πολυτάραχος περίοδος τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κύριοι βουλευταί, τόσον κατὰ τὸ παρελθόν, ὅσον καὶ κατὰ τὴν περίοδον αὐτήν, ἐπέδειξε τὴν μεγάλην του ἱκανότητα καὶ τὰ προσόντα, καὶ πολλὲς φορὲς ἐστάθη πολὺ ἀνώτερος τῶν ἡγετῶν του! Ἡ ψυχικὴ καὶ πνευματικὴ στάθμη τοῦ λαοῦ αὐτοῦ εἶναι ἀρίστη, καὶ ὅπως γνωρίζομεν ὅλοι ἐπετέλεσε πραγματικῶς θαύματα, προκαλέσαντα τὴν προσοχὴν ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ὅταν εἶχεν ἀξίους καὶ ἱκανοὺς ὁδηγούς. Αἱ γενόμεναι παρεκτροπαὶ καὶ τὰ κατὰ τῆς Χώρας ἐπενεχθέντα πλήγματα, ὀφείλονται κατὰ μεγίστην πλειοψηφίαν, εἰς τὴν ἡγεσίαν καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν πολιτικὴν ἡγεσίαν, καὶ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ὅταν κἄποτε γραφῇ ἡ ἱστορία τῆς τελευταίας αὐτῆς πεντηκονταετίας οἱ ἀπόγονοί μας θὰ παύσουν νὰ ἔχουν εὐλαβῆ μνήμην πρὸς τοὺς περισσοτέρους πολιτικοὺς ἡγέτας τῆς περιόδου αὐτῆς. Οὐδείς, συνεπῶς, κύριοι βουλευταί, ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τόσον ἡ πολιτικὴ ἡγεσία ὅσον καὶ ἡ ἡγεσία εἰς τοὺς ἄλλους τομεῖς τῆς δημοσίας ζωῆς εἶναι εἰς τὸ μάξιμουμ τῆς δυναμικότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἰδιαιτέρως δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία κατὰ τὰ τελευταῖα τοὐλάχιστον ἔτη, ἦτο προϊὸν τῆς ἐλευθέρας καὶ γνησίας θελήσεως τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. Ὑπεστηρίχθη εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἄλλοτε ὅτι τὸ φαινόμενον τοῦ παγκοσμίου Κοινοβουλευτικοῦ ξεπεσμοῦ εἶναι γενικὸν καὶ συνεπῶς οἱαδήποτε κριτικὴ κατὰ τοῦ ἰδικοῦ μας Κοινοβουλευτισμοῦ θὰ ἀπετέλει αὐτοδιαφήμισιν. Διαφωνῶ ἐπίσης καὶ θλίβομαι βαθύτατα μὲ τὰ ἀνωτέρω, καὶ πιστεύω, κύριοι βουλευταί, ὅτι οἱαδήποτε κριτική, ὁσονδήποτε αὐστηρὰ καὶ ἔντονος, ὄχι μόνον δὲν ἀποτελεῖ αὐτοδιαφήμισιν, ἀλλὰ τοὐναντίον παρέχει μίαν ἐξαιρετικὴν ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ πρὸς τὴν Δημοκρατίαν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον δὲν φοβεῖται τὴν συζήτησιν καὶ τὴν κριτικήν, ἀλλὰ τὴν ἐπιζητεῖ, διότι ἡ συζήτησις καὶ ἡ κριτικὴ ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν ἐγγύησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ μόνον τὰ ὁλοκληρωτικὰ πολιτεύματα ἀπαγορεύουν κάθε εἴδους συζήτησιν, καὶ κάθε εἴδους κριτικήν, διότι θέλουν νὰ ἀπαγορεύσουν τὸ ὑπέρτατον τοῦτο ἀγαθὸν καὶ νὰ κυβερνήσουν ἀνενόχλητα. Καὶ ἤδη, ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι βουλευταί, τὸν τρόπον τῆς συνθέσεως τοῦ Σώματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας κατὰ τὰ τελευταῖα τοὐλάχιστον χρόνια. Καὶ πιστεύω καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, μόνον ἄνθρωποι ἀγνοοῦντες τὴν ἱστορίαν ἢ διαστροφεῖς τῆς ἱστορίας δύνανται νὰ ὑποστηρίξουν ὅτι αἱ περισσότεραι Βουλαὶ τῆς τελευταίας πεντηκονταετίας ἦσαν προϊόν τῆς ἐλευθέρας καὶ γνησίας θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ σύνθεσις τῶν περισσοτέρων Βουλῶν κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, διότι κατὰ τὴν προηγουμένην ἐπεκράτει ἡ ἔννοια τοῦ καθαρῶς Κομματικοῦ Κράτους, ἦτο προϊὸν ἀνωμάλων περιστάσεων. Αἱ πλεῖσται βουλευτικαὶ ἐκλογαί, αἵτινες διεξήχθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, διεξήχθησαν εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν μισαλλοδοξίας, ψυχονευρώσεων καὶ ἐντόνων παθολογικῶν συναισθηματισμῶν, αἱ ὁποῖαι δίδουν τὴν εἰκόνα ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀγωνίζεται διὰ νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἱκανωτέρους νὰ τὸν κυβερνήσουν, ἀλλὰ ἐνεφάνιζεν ἕνα τραγικὸν καὶ θλιβερὸν θέαμα ἑνὸς τμήματος τοῦ λαοῦ ἀγωνιζομένου διὰ τὴν προσωπικὴν ἐξόντωσιν τοῦ ἄλλου, μὲ σύνθημα καὶ αἰτιολογίαν ὅτι ἡ ἐπικράτησις τῆς ἀντιπάλου παρατάξεως θὰ ὡδήγει τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν ὄλεθρον. Καὶ εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν, δυστυχῶς, ἐπέτεινεν ὄχι μόνον τὸ ἀσύνηθες καὶ ἀχαρακτήριστον φαινόμενον, ἀλλὰ καὶ τὸ καταλυτικὸν κάθε Δημοκρατικῆς ἀρχῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, ἐφιλοτέχνουν καὶ ἐπέβαλον ἕνα νέον ἐκλογικὸν σύστημα, ὄχι διὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐλευθέραν ἐκδήλωσιν τῆς βουλήσεως τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν διὰ μηχανικοῦ τρόπου συντριβὴν τῶν ἀντιπάλων. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς κατέστη καὶ καθίσταται ἀδύνατος ἡ εἴσοδος εἰς τὴν Βουλὴν νέων πνευματικῶν καὶ ἠθικῶν δυνάμεων, ἀναγκαίων διὰ τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐπίλυσιν τῶν τεραστίων οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζομεν. Καὶ αἵτινες δυνάμεις οὐδεμίαν εἶχον ἐλπίδα ἐπιτυχίας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξησφάλιζον μίαν θέσιν εἰς τοὺς τόσον πολλοὺς κομματικοὺς συνδυασμούς, τῶν ὁποίων ἡ συγκρότησις ἐτέλει ὑπὸ τὴν αὐθαίρετον καὶ ἀνεξέλεγκτον κρίσιν τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, τῶν ἰσχυρῶν πέριξ τῶν Κομμάτων παραγόντων καὶ πολλὲς φορὲς καὶ ἐξωπολιτικῶν παραγόντων ἰσχυροτέρων καὶ ἐχόντων μεγαλυτέραν ἐπιρροήν. Δυστυχῶς, οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, σπανιώτατα κάμνουν χρῆσιν τῆς δυνάμεώς των αὐτῆς διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρίστων, οὕτως ὥστε νὰ ἀνυψωθῇ ἡ στάθμη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ εἴσοδος νέων πνευματικῶν ἐπιστημόνων καὶ ἠθικῶν δυνάμεων ἀπαραιτήτων διὰ τὴν συνεχῆ ἀνανέωσιν τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας, ἱκανῶν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ προβλήματα καὶ νὰ δώσουν εἰς αὐτὰ μίαν ὀρθὴν καὶ δικαίαν λύσιν, ἐξυπηρετοῦσαν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἔτσι ὁ ὀλιγώτερον συμμετέχων εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων του, ἦτο ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἀποτελεῖ τὸ κυρίαρχον ὄργανον τῆς Πολιτείας. Ὑπεύθυνοι, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπεύθυνοι, διὰ τὸν ξεπεσμὸν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους διατρέχει ἡ Δημοκρατία, εἶναι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους, τὸ Σύνταγμα ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν διατήρησιν καὶ ἐξύψωσίν του καὶ ἰδιαιτέρως ὁ πολιτικὸς κόσμος, εἰδικώτερον δὲ ἀκόμη, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἰς οὐδεμίαν χώραν, κύριοι βουλευταί, παρετηρήθη τόση ἀδιαφορία, τόση ραθυμία καὶ μακαριότης, τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ὅστις οὔτε τόσον ἁγνός, οὔτε τόσον ἐνάρετος εἶναι, οὕτως ὥστε νὰ ἀντέχῃ συνεχῶς εἰς τὰς ἀδικαιολογήτους ἔστω ἐπιθέσεις ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄλλους λόγους ἐπιδιώκουν. Καὶ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην χώραν παρατηρεῖται, κύριοι βουλευταί, τὸ ἀχαρακτήριστον φαινόμενον, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τοὺς νόμους καὶ ἀξιοῦσα τὴν πιστὴν τούτων ἐφαρμογὴν καὶ τὸν ἀπόλυτον σεβασμὸν καὶ παρὰ τοῦ τελευταίου πολίτου νὰ μὴ ἐπιβάλῃ αὐστηροτάτας κυρώσεις εἰς τοὺς παραβάτας καὶ νὰ παραβιάζῃ ἀνενοχλήτως καὶ ἀσυνειδήτως σωρείαν ὅλων συνταγματικῶν διατάξεων, τῶν ὁποίων ἡ τήρησις ἀνετέθη εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Καὶ παραβιάζει τὰς διατάξεις αὐτάς, ὄχι διότι ἀντιμετωπίζει μεμονωμένας καὶ ἀπροβλέπτους περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος ἀποτελεῖ τὸν ὕψιστον νόμον, ἀλλὰ κατὰ παράδοσιν συνεχῶς καὶ ἀνενοχλήτως. Ὅπως γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, καὶ ὅπως ἐξέθεσαν καὶ ἄλλοι ὁμιλήσαντες, κατὰ τὸ ἄρθρον 50 τοῦ Συντάγματος, ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν δύο μῆνας πρὸ τῆς λήξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, ἥτις τὸν συζητεῖ καὶ τὸν ψηφίζει. Εἰς τὸ ἴδιον ἄρθρον ἀναφέρεται καὶ διάταξις περὶ τοῦ Ἰσολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ψηφίζεται ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος, ὅμως, παραβιάζεται κατὰ τὸν πλέον ἀσύστολον τρόπον ἐπὶ μίαν 10ετίαν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ Κοινοβουλίου θὰ ἐδικαιολογεῖτο καὶ μόνον διὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ καὶ τὸ σοβαρώτερον καὶ τὸ χαρακτηριστικώτερον νομοθέτημα τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ ὁ ὁποῖος μὲ ἀριθμοὺς δίδει ὅλην τὴν εἰκόνα τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς καὶ ἐν γένει τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος, ὅπως γνωρίζετε, οἱ Ἕλληνες πολῖται ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἰς τὰς Ἀρχάς, αἵτινες ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ δίδουν ἀπάντησιν. Ὅλοι, ὅμως, γνωρίζομεν, κύριοι βουλευταί, τὴν θλιβερὰν τύχην τῶν περισσοτέρων αὐτῶν ἀναφορῶν καὶ ὅλοι, δυστυχῶς, ἀσχολούμεθα εἰς τὸ νὰ ἀνασύρωμεν ταύτας ἀπὸ τὰ κονιορτοβριθῆ ἀρχεῖα τῶν Ὑπουργείων καὶ νὰ παρακαλοῦμεν τοὺς ἁρμοδίους ὅπως δώσουν μίαν λύσιν ὀρθήν, πολλὲς φορὲς δέ, δὲν τὸ ἀποκρύπτω, καὶ παράνομον, ἢ τοὐλάχιστον νὰ δώσουν μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον. Καὶ ἐρωτῶ, ποῖαι ποτὲ ἔλαβον χώραν κυρώσεις κατὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ τῶν μανδαρίνων αὐτῆς τῆς γραφειοκρατίας, τῶν παραβατῶν, τῶν περιφρονητῶν μιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως, ἥτις ἠθέλησε νὰ θεσπίσῃ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐξαιρετικώτερα δικαιώματα τοῦ Δημοκρατικοῦ πολίτου; (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος, κ. Ι. Λαυρεντίδης). Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 57 οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτὴ ἐὰν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ δὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς διαφόρους συνεδριάσεις καὶ ἀπεχούσας ἀλλήλων κ.λ.π. Ἡ διάταξις αὐτὴ παραβιάζεται κατὰ κανόνα, ἀδιάφορον ἐὰν ἔχῃ κἄποιαν τροπολογίαν καὶ ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι τὰ 9)10 τῶν νομοσχεδίων ψηφίζονται ἐνώπιον βουλευτῶν δακτυλομετρουμένων, εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν καὶ χωρὶς νὰ ὑποστοῦν οὐδεμίαν βάσανον. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀναφέρεται ὅτι οὐδεμία προσθήκη ἢ τροπολογία γίνεται δεκτὴ ἐὰν δὲν σχετίζεται ἀμέσως πρὸς τὸ κύριον περιεχόμενον τῶν προτάσεων καὶ πολὺ ὀρθῶς. Καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος παραβιάζεται κατ’ ἐπαίσχυντον λέγω τρόπον, καὶ ἔτσι ἔχει δημιουργηθῆ ἕνα κενὸν καὶ ἕνα χάος πρὸ τοῦ ὁποίου ὁ νομικὸς κόσμος καὶ οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὴν δικαιοσύνην εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσουν.
§152Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Εἶσθε κατὰ τῶν τροπολογιῶν;
§153Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατὰ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν σχετίζονται μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι εἶναι ὄχι μόνον κωμικόν, ἀλλὰ καὶ ἀναίσχυντον, εἰς μίαν τροπολογίαν περὶ τῆς ἱδρύσεως ἑνὸς Νοσοκομείου νὰ ὑπάρχῃ διάταξις περὶ ἁλυκῶν ὅπως ὑπάρχει εἰς πολλὰς περιπτώσεις. Ὑπάρχει ἐπίσης Συνταγματικὴ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρότασις νόμου σκοποῦσα τὴν τροποποίησιν διατάξεως προηγουμένου νόμου, δὲν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, ἐὰν εἰς μὲν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν δὲν καταχωρίζεται ὁλόκληρον τὸ περιεχόμενον τῆς τροποποιήσεως διατάξεως, εἰς δὲ τὸ κείμενον τῆς προτάσεως ὁλόκληρος ἡ νέα διάταξις, ὡς διαμορφοῦται μετὰ τὴν τροποποίησιν, Ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος εἶναι σοφωτάτη. Δυστυχῶς, ὅμως, παραβιάζεται ἠθελημένως ἐκ μέρους τῶν ὑποβαλλόντων τὰ νομοσχέδια, ἵνα μὴ δύνανται οἱ περισσότεροι τῶν βουλευτῶν, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἡ μεγαλυτέρα πλειοψηφία, νὰ παρακολουθῇ τὴν ἀλχημείαν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται εἰς τὰς τροποποιήσεις καὶ νὰ φέρουν τὰς ἀντιρρήσεις των. Ἀτυχῶς, αἱ διατάξεις αὗται τοῦ Συντάγματος οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν, οὔτε παρὰ τοῦ εἰσηγουμένου τὰ νομοσχέδια Ὑπουργοῦ, οὔτε παρὰ τοῦ ἑκάστοτε Προέδρου τῆς Βουλῆς, οἵτινες ἐτάχθησαν διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων, αἵτινες διέπουν τὴν λειτουργίαν τούτου. Πλὴν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἐξαιρετικῶς βλαβερὸν καὶ ἀπογοητευτικὸν φαινόμενον τὸ ὁποῖον μεγεθύνει τὴν διαρκῶς αὐξανομένην ἀνυποληψίαν τοῦ λαοῦ, εἶναι καὶ ἡ ὠμὴ παράβασις τῶν περὶ ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς διατάξεων. Τὸ ἄρθρον 50 τοῦ Συντάγματος καθορίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ ⅓, 100 δηλαδὴ καὶ δὲν λαμβάνει ἀπόφασιν ἐὰν δὲν τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως 76. Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι κανεὶς ἱκανὸς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχουν δακτυλοδεικτούμενα νομοσχέδια, τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ σωρεία τῶν νομοσχεδίων ψηφίζεται ἐνώπιον ὀλίγων βουλευτῶν ἄνευ συζητήσεως.
§154Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Αὐτὸ θὰ γίνῃ καὶ ἀπόψε μὲ τὸ συζητούμενον.
§155Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ γίνῃ καὶ χειρότερον. Εἰς οὐδεμίαν δημοκρατικὴν χώραν, κύριοι βουλευταί, τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν προεκάλεσε τὴν προσοχὴν καὶ τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἁρμοδίων. Μεγάλος ἀριθμὸς βουλευτῶν σπανιώτατα ἐμφανίζεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Μέγας δὲ ἐπίσης ἀριθμὸς βουλευτῶν, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων φιλοδοξοῦν τὸν ρόλον μελλοντικοῦ πολιτικοῦ ἡγέτου, σήμερον, ἐνόμισαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς κάμουν τὴν τιμὴν διὰ τῆς παρουσίας των εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμφανίζονται σπανιώτατα καὶ τότε, ὅταν παρακάθηνται μόνον εἰς τὰ Ὑπουργικὰ ἑδώλια. Καὶ ἐρωτῶ: Ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τῶν ἀξιοτίμων αὐτῶν κυρίων οἱ ὁποῖοι παρεγνώρισαν καὶ παραβίασαν ἓν ἐξαιρετικὸν καθῆκον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐτίμησε διὰ τῆς ψήφου του καὶ τοὺς ἀνεβίβασε εἰς τὸ ὑψηλότερον λειτούργημα τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀντιπροσώπου; Ἐν τούτοις, κύριοι βουλευταί, τὸ Σύνταγμα περιέχει διάταξιν ἡ ὁποία θέτει τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ τὴν ὁποίαν, ὁμολογῶ, ὅτι, μετ’ ἐκπλήξεως παρηκολούθησα, οὐδεὶς τῶν ὁμιλησάντων τὴν ἑσπέραν αὐτὴν ἠθέλησε νὰ ἀναφέρῃ.
§156Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, κύριε συνάδελφε;
§157Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εὐχαρίστως, κύριε Πρόεδρε.
§158Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Πολλὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Συντάγματος καὶ φέρω βέβαια εὐθύνην διὰ τὴν ψήφισιν αὐτῆς. Κατὰ πρῶτον βέβαια, δὲν ἠθέλησα νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκ λόγων ἁβρότητος καὶ συναδελφικῆς ἀλληλεγγύης, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ κἄτι ἄλλο. Δὲν ὑπάρχει ἡ δικονομία τῆς διαπιστώσεως τῶν ἀπουσιῶν τῶν βουλευτῶν. Χαίρω, διότι ἐκάματε αὐτὴν τὴν κριτικήν. Ἐλπίζω ὅτι θὰ θελήσητε νὰ τὴν οὐσιαστικοποιήσητε διὰ τῆς ὑποβολῆς σχετικῆς τροπολογίας ἥτις νὰ κυρωθῇ διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ Πρόεδρος νὰ διαπιστώσῃ ποῖοι ἀπουσιάζουν εἰς 5 συνεδριάσεις. Διότι τό γε νῦν ἔχον δὲν ἔχει τὰ μέσα ὁ Πρόεδρος νὰ κάμῃ τὴν διαπίστωσιν αὐτήν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ μοῦ ἐπιτρέπετε ἀκόμη δύο λεπτά.
§159Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε.
§160Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Διότι εἶμαι κατὰ τῶν διακοπῶν εἰς τὰς ἀγορεύσεις. Θὰ ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο. Ἄλλοτε ἐλάμβανον μέρος περισσότερον εἰς Διεθνεῖς Διασκέψεις, εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Εὐρώπης. Παρεκαθήμην δὲ λόγῳ τοῦ ὀνόματός μου, Ροδόπουλος–Ρενώ. Μετεῖχεν καὶ ὁ Γάλλος Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ Στρασβοῦργον, ὁ ὁποῖος καὶ ἔβαζε τὴν ὑπογραφήν του. Διήρχοντο κλητῆρες φρακοφορεμένοι καὶ μᾶς ἔλεγαν. Ὑπογράψατε παρακαλῶ, ὅτι εἶσθε παρόντες. Δίπλα μας ἦτο ὁ Τσῶρτσιλ, ὁ ὁποῖος ὑπέγραφε καὶ αὐτός. Σᾶς ἐρωτῶ εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐφαρμόσῃ τοιοῦτον σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν περιλαμβάνει ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐτόλμησε μέχρι τοῦδε νὰ εἰσηγηθῇ ὅπως περιληφθῇ; Χαίρω, διότι τὸ διατυπώνετε καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ Τσῶρτσιλ, ὁ Ρενὼ καὶ ὁ Σπάακ ὑπέγραφον ἐνώπιόν μου ὅτι ἦσαν παρόντες. Ὅταν δὲ ἐδημοσιεύοντο τὰ πρακτικὰ τὸ ἀπόγευμα, διότι εἴχομεν συνεδρίασιν καὶ τὸ πρωΐ καὶ τὸ ἀπόγευμα, εἰς τὰ πρακτικὰ ἀνεφέρετο ὅτι ἦσαν ἀπόντες καὶ ἔλεγον: «Οἱ κ. κ. τάδε ἐζήτησαν συγγνώμην, διότι δὲν παρέστησαν εἰς τὴν συνεδρίασιν». Ἀλλὰ ἐπιθυμοῦν οἱ κύριοι βουλευταὶ τὴν δικονομίαν αὐτήν; Ἐὰν τὴν εἰσηγηθῆτε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὴν διατυπώσητε εἰς τροπολογίαν, διότι οὕτω θὰ λύσητε καὶ τὰς χεῖρας τοῦ Προέδρου.
§161Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, χωρὶς νὰ θέλω νὰ μειώσω τὴν εἰλικρίνειαν τῶν ὅσων εἴπατε, ὅτι μόνον ἡ τεχνικὴ ἀδυναμία τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως σᾶς κάμνει, τόσον ὑμᾶς, ὅσον καὶ τοὺς προστατευομένους σας, νὰ μὴ θελήσητε νὰ τὴν ἐφαρμόσητε τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἡ πιστὴ καὶ μόνον ἐφαρμογὴ τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως θὰ ἐξησφάλιζε κατὰ μέγιστον ποσοστὸν τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ θὰ προσέφερε μίαν ἐπίσης ἐξαιρετικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὁποῖον θὰ ἀπαλλάσσῃ ἀπὸ τὸ βάρος τῆς καταβολῆς ἑνὸς ἡγεμονικοῦ ἐπιδόματος ἀνεργίας. Θὰ προσπαθήσω...
§162Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς ἀνεργίας θὰ ἤθελον ἰδίᾳ νὰ ἀντιληφθῶμεν ἐὰν εἴμεθα ἄνεργοι καὶ μισθοδοτούμενοι. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§163Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§164Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐξήγησα τὶ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἐλευθερία βήματος, νομίζω ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω, ὅσοι δυσφοροῦν δὲν ἔχουν παρὰ νὰ μὴ τὰ πιστεύσουν καὶ νὰ ἀποχωρήσουν.
§165Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν).
§166Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οὐδεμίαν διακοπὴν ἐπιτρέπω. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαγεωργίου, παρακαλῶ μὴ διακόπτετε.
§168Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί... (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§169Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. .. (Θόρυβος).
§170Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οὕτω θὰ συζητήσωμεν, κύριε Πρόεδρε, τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς; Ἔλεγον, λοιπόν, μὲ ποῖον δικαίωμα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν ἐφαρμόζει τὴν τόσον ρητήν, σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ σὰν νὰ μὴ ἦσαν ἀρκετὰ τὰ ὅσα ἀνέφερον διὰ τὸν θεσμὸν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ οὕτω κατέφερε τὸ πλέον θανάσιμον πλῆγμα κατὰ τοῦ κυρίου ἔργου της διὰ τῆς ἠθελημένης...
§171Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Διὰ τὸ καπνικὸν ὡμιλήσατε ἐπὶ 2½ ὥρας. (Κωδωνοκρουσίαι).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμίαν διακοπὴν ἐπιτρέπω.
§173Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ τελευταῖον καὶ θανάσιμον πλῆγμα, τὸ ὁποῖον κατεφέρθη κατὰ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, τὸ κατέφερεν αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἥτις ἐξεχώρησε τὸ νομοθετικόν της ἔργον διὰ μιᾶς καταφώρου καὶ ἠθελημένης ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν πόσον εὐδοκίμως ἐλειτούργησεν ἡ βιομηχανία τῆς ἐκδόσεως ἀναγκαστικῶν νόμων ἐκ μέρους τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, κατὰ τὰ διαστήματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν μορφὴν δῆθεν τοῦ ἐπείγοντος κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Εἰς περίπτωσιν διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὁ Βασιλεὺς ἀναθέτει εἰς ὀλιγομελῆ Ἐπιτροπὴν τὴν ρύθμισιν συζητήσεων καὶ ψήφισιν ὄχι ἐπειγόντων ἁπλῶς, ἀλλὰ ἐξαιρετικῶς ἐπειγόντων ζητημάτων. Κατὰ πόσον ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀπασχοληθῶ καὶ πάλιν, διότι ἀρκεῖ μία ἀνάγνωσις τῶν ψηφισθέντων νομοθετημάτων. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθησαν παρ’ ἡμῶν 25 νομοθετήματα καὶ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς 104. Κατὰ τὴν δευτέραν δὲ Σύνοδον ὑπὸ μὲν τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθησαν 57 νομοσχέδια, ὑπὸ δὲ τῆς Ἐπιτροπῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως 85. Ἐκ τῶν 187 νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, δακτυλομετρούμενα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φέρουν τὴν μορφὴν τοῦ ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντος. Τὰ πλεῖστα ἀφοροῦν τὸν διακανονισμὸν ἱκανοποιήσεως κομματικῶν συμφερόντων, εἰς μέγα δὲ ἀριθμὸν εἶναι σοβαρώτατα νομοσχέδια τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ συζητηθοῦν ἐξονυχιστικῶς ἀπὸ τὴν Ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, λόγῳ τῆς σοβαρότητός των, ἐψηφίσθησαν παρουσίᾳ δακτυλομετρουμένων βουλευτῶν, χωρὶς κἂν τὴν βάσανον τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένων Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, χωρὶς ἔκθεσιν, εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, οἵτινες διὰ τῆς παρουσίας των θὰ συνετέλουν εἰς τὴν ἀρτιωτέραν διαμόρφωσιν τῶν νομοσχεδίων διότι θὰ ἐλάμβανον θέσιν ὡς Ἀρχηγοὶ Κομμάτων ἐναντίον τῶν ψηφιζομένων νομοσχεδίων καὶ θὰ ἀνελάμβανον καὶ τὰς εὐθύνας των ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ τὴν θλιβερὰν αὐτὴν εἰκόνα ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, κατέστησεν ἔτι θλιβερωτέραν ὁ τρόπος τῆς συνθέσεώς της, ἥτις ἔγινεν ἐπίσης παραβιαζομένης ρητῆς καὶ σαφοῦς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς κανονισμοὺς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης Συνόδου θὰ ἀποτελέσῃ... (ἀναγινώσκει)... εἰς τὸ ἄρθρον δὲ 8 τοῦ Κανονισμοῦ ἀναφέρεται ὅτι «μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν ἀντικαθίστανται.... (ἀναγινώσκει)...». Ἡ διάταξις αὐτή, ἐπαναλαμβάνω, παραβιάζεται συνεχῶς κατὰ τὸν πλέον αὐθαίρετον τρόπον καὶ ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς μεταβάλλεται ὁμαδικῶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ κατὰ τρόπον μὴ ἐξασφαλίζοντα τὴν συμμετοχὴν ὅλων τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς εἰς τὰς ἐν λόγῳ Ἐπιτροπὰς διὰ λόγους οὐχὶ ἀγνώστους ἐλάχιστα συμβάλλοντας εἰς τὴν ἀρτιωτέραν διαμόρφωσιν τῶν νομοσχεδίων καὶ ἐλάχιστα ἐποικοδομητικοὺς διὰ τὸ κῦρος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§174Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Κύριε Βουδούρη, μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν; Δὲν παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, διότι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων μοῦ διαβιβάζουν ἔγγραφον ὅτι παρῃτήθησαν τῆς Ἐπιτροπῆς οἱ κ.κ. τάδε, καὶ μοῦ προτείνουν νὰ διορισθοῦν εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν ἄλλοι. Τί θέλετε νὰ κάμῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν προκειμένῳ;
§175Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅπως γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς τοὺς κυριωτέρους λόγους, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλεται ἡ καινοτομία τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐφηρμόσθη, κύριοι βουλευταί, καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ θεσμὸς τῆς ἐκ περιτροπῆς ἐργασίας ἢ μᾶλλον ὁ θεσμὸς τῆς βάρδιας, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται εἰς τὰ βιομηχανικὰ ἐργοστάσια. Ἀποτέλεσμα τῆς καταστάσεως αὐτῆς ὑπῆρξεν ὅτι πολλὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, δυνάμενα εἰς ὡρισμένα νομοσχέδια νὰ προσφέρουν τὰ φῶτα των καὶ νὰ συμβάλλουν εἰς τὴν καλυτέραν διαμόρφωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των αὐτὰς διότι δὲν ἀποτελοῦν μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν, ἐνώπιον τῶν ὁποίων συζητοῦνται τὰ νομοσχέδια αὐτά, ἐνῷ ἀποτελοῦν μέλη ἄλλης βάρδιας εἰς τὴν ὁποίαν συζητοῦνται νομοσχέδια, εἰς τὰ ὁποῖα αὐτοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀναρμόδιοι νὰ ἐκφέρουν γνώμην.
§176Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ (Κωδωνοκρουσίαι). (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§177Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ κάμω ἕνα ἐπικήδειον ἑνὸς νεκροῦ. Γνωρίζετε ὅτι ὑπῆρξε μάντις κακῶν.... (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§178Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐὰν σεῖς ὄζετε πτωμαΐνην καὶ νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἀποθάνητε, νὰ ἀποθάνητε. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§179Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπιβάλλητε τὴν τάξιν. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§180Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. .. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§181Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατὰ τὴν μακρὰν Κοινοβουλευτικήν μου θητείαν καὶ τὴν δημοσίαν ζωήν, κύριοι βουλευταί, ἐξαιρετικόν μοῦ προεκάλεσεν ἐνδιαφέρον ὁ θεσμὸς τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων καὶ τόσον ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὅσον καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, διὰ τοῦ Τύπου καὶ ἰδίᾳ τῆς μακρᾶς μου ὑπηρεσίας ὡς ἐκπροσώπου τῆς Βουλῆς εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων ἐκ τῆς τιμῆς ἡ ὁποία μοῦ ἀνετέθη νὰ διοικήσω τὸ Ἵδρυμα, ἐπὶ μακρὸν ἠνάλωσα ὅλας μου τὰς δυνάμεις διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀπασχολήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους διατρέχει ὁ θεσμὸς αὐτὸς καὶ διὰ τοὺς ὁποίους, πρὸς τιμήν του, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ἑνὸς ἔτους εἰς Χαλκίδα ἔκαμε δηλώσεις ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἀποτελεῖ καρκίνωμα διὰ τὴν Χώραν. Ἐνέγραψα ἐπερώτησιν καὶ τοῦτο διὰ νὰ μοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἀπόψεις μου. Λόγῳ τοῦ ὅτι ὅμως, ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἔχει καταργηθῇ, ἡ ἀτυχὴς αὐτὴ ἐπερώτησις οὐδέποτε συνεζητήθη, καὶ μίαν ὡραίαν πρωΐαν ἐπληροφορήθην ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας ὅτι τὴν προηγουμένην ἑσπέραν ἐψηφίσθη ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν Ν. Δ. ἄνευ μακρᾶς συζητήσεως καὶ ἀπασχολήσεως τῶν ἁρμοδίων καὶ δι’ ὀλιγολόγων διατάξεων τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, θεραπεύονται ὅλαι αἱ νόσοι ἀπὸ τὰς ὁποίας ἔπασχεν ὁ τόσον βαρειὰ ἄρρωστος θεσμός. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὅπως καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν θὰ ἐδοκιμάσατε μεγάλην πικρίαν.
§182Γ. ΚΑΤΣΑΦΑΔΟΣ. Ὅσοι τὸ ἀνέγνωσαν ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας.
§183Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ εἰς τὰς ἐφημερίδας τὸ ἀνέγνωσα. Πάντως πρὸς δικαιολογίαν τῆς θλιβερᾶς αὐτῆς εἰκόνος, πολλαὶ ἠκούσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν θεωρίαι μὴ στηριζόμεναι εἰς τὴν πραγματικότητα καὶ πολλοὶ ἀκόμη λόγοι ἐξαίροντες τὸ γόνιμον ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Εἶπον οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι συμβαίνει αὐτὸ διότι τὰ νομοσχέδια ψηφίζονται ὑπὸ ὀλιγομελοῦς Ἐπιτροπῆς ἐνῷ καλῶς γνωρίζουν ὅτι καὶ τὰ ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας ψηφιζόμενα νομοσχέδια δὲν ψηφίζονται μὲ μεγαλύτερον ἀριθμὸν τῶν 40 βουλευτῶν. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ νοσηρὸν φαινόμενον τοῦ ὁποίου τὴν θεραπείαν ἐπικαλούμεθα, εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφορμὴ δικαιολογοῦσα ἕνα ἄλλον νομοθετικὸν ὄργανον περισσότερον νοσηρόν. Καὶ ἐὰν ὑπάρχουν πολιτικοὶ ἄνδρες οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο γονιμώτερον, ἐὰν αὐτὴ ἦτο ἡ ὀλιγομελεστέρα, ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις των αὐτάς. Θὰ εὕρισκον πολλοὺς ἐξ ἡμῶν συμφώνους καὶ πρὸ παντὸς τὸν ὁμιλοῦντα αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅστις ὑπεστήριξεν ὅτι τὸ ἔργον μιᾶς ὀλιγομελεστέρας Βουλῆς θὰ ἦτο ἐπωφελέστερον τοῦ προσφερομένου ἀπὸ τὴν σημερινὴν Βουλήν. Εἰς ἀπάντησιν ἤκουσα ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶπον τὰ ἀντίθετα, ὅτι τὰ προβλήματα τὰ Ἑλληνικὰ εἶναι τόσον μεγάλα καὶ τεράστια, ὥστε χρήζουν ποιοτικῆς βελτιώσεως. Δυστυχῶς, κύριοι βουλευταί, δὲν ἀσκεῖται ἐξ ὁλοκλήρου τὸ νομοθετικὸν ἔργον διὰ τῶν νόμων καὶ τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, ἀλλὰ ἀσκεῖται ἐπίσης ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πολλὰς φορὰς δὲ καὶ ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ὑπουργῶν, ἀποφάσεις νομοθετικοῦ περιεχομένου. Καὶ συνασκεῖται τὸ νομοθετικὸν ἔργον καὶ ἀπὸ ἄλλους ἀγνώστους παράγοντας διότι ὅσοι ἐξ ὑμῶν παρακολουθεῖτε τὴν λειτουργίαν τῆς Βουλῆς, θὰ ἀνεγνώσατε εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευομένους νόμους, οἵτινες περιέχουν διατάξεις αἱ ὁποῖαι οὔτε εἰς τὰ κυβερνητικὰ νομοσχέδια περιλαμβάνονται, οὔτε ὑπεστηρίχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ συναδέλφων.
§184Θ. ΜΠΑΡΜΠΑΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί; Νὰ τοὺς ἀναφέρητε συγκεκριμένως, διότι ἄλλως δὲν δύνασθε νὰ γίνετε πιστευτός.
§185Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κύριε Πρόεδρε, διατάξεις αἱ ὁποῖαι οὔτε εἰς τὰ νομοσχέδια τῶν Ὑπουργῶν περιελαμβάνοντο, οὔτε ἐπροτάθησαν ὑπὸ τῶν κ. κ. συναδέλφων εἰς τὴν Βουλήν.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσάπτετε μομφὴν κατὰ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς. Αἱ τροπολογίαι προσάγονται ὑπὸ τῶν βουλευτῶν, παραδίδονται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλή. Εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ — δὲν δύναμαι νὰ εἴπω λέξιν τινὰ — νὰ γίνῃ κἄτι τι, ὥστε νὰ ψηφισθῇ μία τροπολογία, τῆς ὁποίας δὲν ἔλαβε γνῶσιν ἡ Βουλή, ὁ Ὑπουργὸς καί, πρὸ παντὸς αἱ ὑπηρεσίαι. Δὲν μοὶ κατηγγέλθη ἀπὸ κανένα τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ τὸ διαψεύδω κατηγορηματικῶς.
§187Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ἐπειδὴ ἔχω τὴν «παλαβομάρα» νὰ παρακολουθῶ τοιούτου εἴδους περιπτώσεις θὰ σᾶς φέρω διατάξεις τὰς ὁποίας δὲν θὰ εὕρητε περιλαμβανομένας οὔτε εἰς τὰ νομοσχέδια τῶν Ὑπουργῶν, οὔτε εἰς τροπολογίας τῶν βουλευτῶν. Θὰ τὸ ἠξεύρετε καὶ σεῖς ἄλλως τε ἀλλὰ τί νὰ κάμητε; Καὶ ἔτσι, κύριοι βουλευταί, μόνον ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ τονίσῃ ὅτι περισσότερον βεβαρυμένη καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων καὶ ἀπὸ τὰς Βουλὰς τῶν ἄλλων πεπολιτισμένων χωρῶν ἐνώπιον τῶν ὁποίων κανεὶς Ὑπουργὸς καὶ Πρωθυπουργὸς δὲν ἐτόλμησε νὰ παραβιάσῃ ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι θὰ ἐγνώριζε καλῶς ὅτι τὴν ἑπομένην θὰ εὑρίσκετο ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ὡς κατηγορούμενος. Πόσον εἶναι ἀκριβὲς τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύεται κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον ἀπὸ τὸ ἑξῆς: Οἱ ἀποπειραθέντες νὰ δικαιολογήσουν κάπως τὴν θεωρίαν αὐτὴν ἀφοῦ δὲν κατώρθωσαν νὰ εὕρουν ἀνάλογον παράδειγμα εἰς τὰς δημοκρατικὰς χώρας τοῦ νέου καὶ παλαιοῦ κόσμου, ἐξεστράτευσαν εἰς τὴν Ἄπω Ἀνατολὴν καὶ ἀνεκάλυψαν ὅτι εἰς τὴν Κίναν ἡ ἐκ 2.000 βουλευτῶν ἀπαρτιζομένη Βουλὴ ἀνέθεσεν εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ νομοθετικὸν ἔργον τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ὑπῆρξε γόνιμον καὶ ἀποδοτικόν. Καὶ δὲν ἐδίστασαν νὰ ὑποστηρίξουν ὅτι τὸ ἀξιομίμητον αὐτὸ παράδειγμα, ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν, διότι, ἄκουσον!—ἐτόνισαν, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι προϊὸν τῆς μακραίωνος καὶ φιλοσοφημένης συγκροτήσεως τοῦ μυστικοπαθοῦς Κινεζικοῦ λαοῦ!... Ἀφήνω, κύριοι βουλευταί, νὰ κρίνητε κατὰ πόσον τὸ παράδειγμα τοῦτο τοῦ Κινεζικοῦ λαοῦ πρέπει νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν ἡμεῖς.
§188ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι τὰ εἶπον αὐτά;
§189Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὰ εἶπον ἐπιφανεῖς ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦν τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ πλέον θανάσιμον πλῆγμα τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ σοβαρώτατον ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ σοβαρότερον ὅπλον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐκ τῶν ἑκατοντάδων ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν κατὰ τὰς δύο ληξάσας Συνόδους, εἶναι ζήτημα ἐὰν συνεζητήθησαν αἱ δέκα. Μέγα δὲ μέρος τῶν μὴ συζητηθεισῶν ἐπερωτήσεων ἦσαν σπουδαιόταται καὶ ἡ ἔγκαιρος συζήτησίς των πολλὰς θὰ προελάμβανε παρεκτροπὰς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ πολλὰς θὰ προελάμβανε ζημίας καὶ σκάνδαλα μὲ καταστρεπτικοὺς συγκλονισμούς. Διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως μένει ἀνεξέλεγκτον, ὅπως συμβαίνει εἰς τὰ ὀλιγαρχούμενα κράτη. Ὡς δὲ καὶ ἄλλοτε ἐτόνισα, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀνωτέρω, ἡ κατάργησις τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ δημιουργεῖ καὶ ἓν τεράστιον κακὸν εἰς βάρος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, πρὸς τοὺς ὁποίους οἱ ἐκλογεῖς των, ἀγνοοῦντες τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, τρέφουν ἀπόλυτον κατ’ αὐτῶν ἀνυποληψίαν καὶ τοὺς θεωροῦν ἀνικάνους ὄχι διὰ τὴν ὀρθὴν λύσιν τῶν ἀπασχολούντων αὐτοὺς προβλημάτων, ἀλλὰ ἀκόμη ἀνικάνους καὶ διὰ νὰ μεταφέρουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸν πόνον καὶ τὴν διαμαρτυρίαν των διὰ τὴν ἄνισον μεταχείρισιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἢ τὴ ἐγκατάλειψίν των. Τὸ σύνθημα τῆς περιφρονήσεως πρὸς τὸν Κοινοβουλευτικὸν θεσμὸν καὶ τὸ ἔργον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἔδωσαν οἱ βουλευταί, τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπὸ μακροῦ, ἐπαναλαμβάνω, ὄχι μόνον τώρα, διὰ τῆς ἀπουσίας των ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος. Εἰς δακτυλομετρουμένας περιπτώσεις ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν τελευταίαν 5ετίαν οἱ Πρόεδροι τῶν Κυβερνήσεων — καὶ οὗτοι δι’ ὀλίγας μόνον στιγμάς,— κατὰ δὲ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς μόλις παρίστανται εἷς ἢ δύο Ὑπουργοί, διότι θεωροῦν τὴν Βουλήν, ὡς ἕνα ὀχληρὸν συνοδοιπόρον καὶ τροχοπέδην διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μεγαλοπνόων καὶ δημιουργικῶν των προγραμμάτων. Ἀπήντησεν εἰς αὐτό, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡμίλησε περὶ τῶν τεραστίων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα τὸν ἀπασχολοῦν. Δὲν παραγνωρίζω, κύριοι βουλευταί, τὰ σοβαρὰ προβλήματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀπασχολεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἓν ἐκ τῶν σοβαρωτέρων, ἂν μὴ τὸ σοβαρώτερον ὅλων, εἶναι καὶ ἡ παρακολούθησις κἄποτε καὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Κανεὶς δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ ἀπουσία τῶν περισσοτέρων τοὐλάχιστον Ὑπουργῶν, ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἀπασχολοῦνται μὲ τὰ ζητήματα τῆς ἁρμοδιότητός των, διότι ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὅλοι διαθέτουν χρόνον καὶ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κομματικῶν των συμφερόντων καὶ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ Κόμματός των, ὡς καὶ πόσον διαθέτουν χρόνον, οἱ περισσότεροι τοὐλάχιστον εἰς ἄλλας ἀπασχολήσεις περισσότερον τερπνάς. Ἡμεῖς οἱ παλαιότεροι γνωρίζομεν ὅτι σπανιώτατα ἀπουσίασαν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρόεδρος καὶ τὰ Μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ κ. κ. Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων. Καὶ σπανιώτατα δὲν ἔλαβον τὶς περισσότερες φορὲς μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Ὅπως ἐπίσης γνωρίζομεν ὅτι ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἀπησχολήθη ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου Κυβερνήτου, ὁσάκις εὑρίσκετο εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδέποτε ἀπουσίαζε ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ σπανιώτατα δὲν ἔλαβε προσωπικὸν μέρος εἰς τὰς γενομένας συζητήσεις. Ὅλοι γνωρίζομεν, ἐπίσης, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ Μέγας Τσῶρτσιλ ὅταν κατὰ τὸν δεύτερον παγκόσμιον πόλεμον ἐκράτει εἰς τὰ χέρια του τὰς τύχας καὶ τὴν ζωὴν τῶν ἐλευθέρων λαῶν τοῦ κόσμου, καὶ ἀντιμετώπιζε τὰ σοβαρώτερα προβλήματα τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας πάντοτε παρευρίσκετο εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς ὁποίας οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ σκεφθῇ. Ἡ ἀπὸ πολλοῦ ἐκδηλουμένη ἀντικοινοβουλευτικὴ τακτικὴ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὀφείλεται ἀσφαλῶς εἰς αὐτὸ ποὺ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Μαῦρος, ἀπαντῶν εἰς τόν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ τὰ μέλη αὐτῆς, ἐκτὸς ἐλαχίστων — ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις — ἔχασαν τὸν ὀφειλόμενον δεσμὸν μὲ τὴν Βουλήν. Καὶ τὸν ἔχασαν, διότι, ὅπως ἐν ἀρχῇ ἐτόνισα, ἡ Βουλὴ δὲν ἀποτελεῖ γνησίαν ἔκφρασιν τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ διότι διὰ τὴν κατάκτησιν τῶν Ὑπουργικῶν ἀξιωμάτων δὲν χρησιμοποιοῦνται τώρα τὰ τεκμήρια τοῦ ἐχρησιμοποιούντο κατὰ τὸ παρελθόν. Εἰς ὅλας τὰς δημοκρατουμένας χώρας, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποτελεῖ τὸν στέφανον τῆς δάφνης, ὅστις ἀπονέμεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖον ἠγωνίσθησαν εὐδοκίμως ἐνώπιον τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, αἵτινες ἀποτελοῦν τὸ φυτώριον τῶν νέων πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ ἐνώπιον τῶν ὁποίων συζητοῦνται τὰ νομοσχέδια ἐκ μέρους τῶν εἰδικωτέρων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ συντάσσονται πεφωτισμέναι ἐκθέσεις. Ἐκεῖ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἀναδεικνύονται ὅτι ἔχουν τὰς ἀπαιτουμένας ἱκανότητας καὶ προσόντα διὰ νὰ παίξουν τὸν ρόλον τοῦ πρωταθλητοῦ εἰς τὴν δημοσίαν ζωὴν τῆς χώρας. Αἱ Κοινοβουλευτικαί, ὅμως Ἐπιτροπαί, πρὸ πολλοῦ ἔχουν καταργηθῆ, ἡ δὲ συζήτησις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν γίνεται καθ’ ὃν τρόπον ἀνέφερα. Καὶ μοιραία συνέπεια τῆς καταστάσεως αὐτῆς, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ πρὸ πολλοῦ ἔπαυσε νὰ ἀποτελῇ τὸ κέντρον τῆς δημοσίας ζωῆς, τὸ ὁποῖον μετετοπίσθη εἰς τὰ Ὑπουργικὰ γραφεῖα, εἰς τοὺς Ὑπουργικοὺς προθαλάμους καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ καὶ ἐξωπολιτικὰ ἐν γένει παρασκήνια. Τὰ πολιτικὰ παρασκήνια εἰς τὴν Ἑλλάδα μὲ τὰς ἀνωμαλίας καὶ τὰς διενέξεις ποὺ τὰς διακρίνουν, ρυθμίζουν τὴν ὅλην πολιτικὴν ζωήν, ἀντὶ νὰ συμβαίνῃ τὸ ἀντίθετον. Ἀντί, δηλαδή, τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τὰ προβλήματα, αἱ ἀνάγκαι καὶ αἱ ἐπιδιώξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ρυθμίζουν τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας καὶ τὰς ἐκδηλώσεις της. Ἐνῷ, κύριοι βουλευταί, ἡ ἐπιλογὴ τῶν Ὑπουργῶν οἱ ὁποῖοι κυβερνοῦν καὶ πρέπει νὰ κυβερνοῦν ἐκ τῆς συμβολῆς τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ ἐπιτυχία ἢ ἡ χρεωκοπία τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου ἔπρεπε νὰ γίνεται μεταξὺ τῶν ἀρίστων δυστυχῶς κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν γίνεται μεταξὺ Ἑλλήνων οἵτινες εἶναι συμπαθεῖς πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς πλειοψηφίας, πρὸς τοὺς ἰσχυρούς.
§190Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Ἐντυπωσιάζετε, κύριε συνάδελφε.
§191Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐντυπωσιάζω κανένα. Καὶ ἔτσι εἰς τὸν μακάριον αὐτὸν τόπον συμβαίνει καὶ ἀκόμη ἕνα παράδοξον. Βουλευταὶ ἐκλεγέντες διὰ πρώτην φοράν, καὶ μὴ ἔχοντες γνωρίσει κἂν τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀνέρχονται εἰς τὰ Ὑπουργικὰ ἀξιώματα. Ὅπως ἐπίσης βλέπομεν εἰς τὴν ἱστορίαν ἄλλους συναδέλφους μας θητεύσαντας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἐπανειλημμένως ἀνελθόντας καὶ ἐκείνους εἰς τοὺς Ὑπουργικοὺς θώκους...
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ τὸν Κανονισμὸν αὐτὰ τί σχέσιν ἔχουν;
§193Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πῶς δὲν ἔχουν; Εἶναι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Σεῖς λέγετε ποῖα εἶναι τὰ αἴτια εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλεται ἡ κακοδαιμονία τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἐγὼ διαφωνῶ καὶ σᾶς λέγω, ποῖα εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὰ πραγματικὰ αἴτια τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν. Καὶ προϊὸν τῆς καταστάσεως αὐτῆς δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀποσύνθεσις τῆς κρατικῆς μηχανῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπογοήτευσις καὶ οὐχὶ ἀδικαιολογήτως δημιουργηθεῖσα νοοτροπία εἰς τοὺς περισσοτέρους τῶν κυρίων συναδέλφων, οἵτινες αἰσθάνονται ὅπως ἀμέσως ἀναλάβουν Ὑπουργικὸν ἀξίωμα ὄχι διότι πιστεύουν ὅτι ἔχουν τὰς πρὸς τοῦτο ἱκανότητας, ἀλλὰ διότι βλέπουν ἄλλους, μὲ ὀλιγωτέρας ἱκανότητας, ἀνελθόντας εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτό. Ἡ δημιουργηθεῖσα αὐτὴ κατάστασις, ἐπαναλαμβάνω, δημιουργεῖ εἰς τοὺς κ. κ. Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλουν ἕνα πρωτοφανὲς ἐπίσης σύστημα, τὴν καθιέρωσιν τῆς ἐκ περιτροπῆς ἱκανοποιήσεως ὅλων τῶν φιλοδοξιῶν, δικαιουμένων καὶ μή, τῶν βουλευτῶν τοῦ Κόμματος. Τὸ φαινόμενον αὐτό, κύριοι βουλευταί, ἀποτελεῖ, κατ’ ἐμέ, τὸ κυριώτερον αἴτιον τοῦ ξεπεσμοῦ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τὴν κυριωτέραν ἂν μὴ μοναδικὴν αἰτίαν τῆς ἐξαρθρώσεως τῆς Κρατικῆς μηχανῆς. Εἰς τὴν πολιτικήν, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπιτρέπεται, διότι μοῦ ὡμιλήσατε περὶ ἁβρότητος, εἰς τὴν πολιτικὴν δὲν γίνεται μὲ τὴν αὐτὴν σκληρότητα μὲ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ ἐπιλογὴ τῶν πολιτικῶν ἐγίνετο, γίνεται καὶ πρέπει νὰ γίνεται μὲ τὴν αὐτὴν σκληρότητα μὲ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ ἐπιλογὴ τῶν ἡγετῶν τοῦ πολέμου. Διότι ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας μεγαλύτεραι συσσωρεύονται συμφοραὶ ἀπὸ τὴν κακὴν ἢ ἀνίκανον ἡγεσίαν παρὰ ἀπὸ ἕνα ἀτυχῆ πόλεμον. Ἂν τοὐλάχιστον, κύριοι βουλευταί, ἡ βαρυτάτη αὕτη εὐθύνη τοῦ Ὑπουργικοῦ ἀξιώματος ἀνετίθετο μεταξὺ ἐκείνων οἵτινες κατὰ κανόνα ὁμολογουμένως ἔδειξαν δείγματα καὶ ἱκανότητα διαγωγῆς καὶ τοῦ ἤθους των, οὐδεμία παράλογος ἀξίωσις θὰ ἠγείρετο. Ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Ὑπουργείων θὰ ἦσαν οἱ ἄριστοι καὶ ἡ κρατικὴ μηχανὴ θὰ ἐλειτούργει κατὰ τρόπον ζηλευτὸν ἱκανοποιοῦντα καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ θεραπεύοντα καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Θὰ ἀποκαθίστα συγχρόνως καὶ τὸ κῦρος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ θὰ ἐπανήρχετο ἡ πρὸ πολλοῦ φυγαδευθεῖσα ἐκτίμησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς βουλευτὰς καὶ θὰ ἐπαύομεν, κύριοι νὰ παίζωμεν τὸν θλιβερὸν καὶ ἄχαριν ρόλον τοῦ διεκπεραιωτοῦ ὑποθέσεων διὰ τὰς ὁποίας θὰ ἠσχολοῦντο οἱ γραφεῖς τῶν Ὑπουργείων καὶ θὰ ἠσχολούμεθα ἡμεῖς. Καὶ θὰ ἠσχολούμεθα μόνον εἰς τὴν μελέτην καὶ ἐπίλυσιν τῶν μεγάλων προβλημάτων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε πάντοτε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ κατὰ τὸ παρὸν διακαῆ πόθον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§194Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. .. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος) ... δὲν εἴμεθα διεκπεραιωταὶ ὑποθέσεως ...
§195Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οἱ περισσότεροι κάμνομεν αὐτὴν τὴν δουλειά. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ποὺ εἶμαι παλαιότερος κατὰ τὰ ¾, ἀσχολοῦμαι μὲ αὐτὲς τὶς δουλειές, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω ἄλλως.
§196Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Ὡμιλήσατε προηγουμένως, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν ἀπολαμβάνουν τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, νομίζω, δὲν πρέπει νὰ λέγεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Τοὐλάχιστον ὅλοι οἱ παρόντες καὶ οἱ ἀπόντες εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀφοῦ ἔλαβον τὴν ψῆφον του.
§197Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸν πόθον αὐτόν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν κατάργησιν δηλαδὴ τοῦ Κράτους τοῦ Κομματικοῦ καὶ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς Κράτους δικαίου, ἐξέφρασε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ εἰς οὐδένα παραμένει ἄγνωστος ἡ περίοδος κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλάχιστοι βουλευταὶ καὶ ἐλάχιστοι πολιτευταὶ ἀνήρχοντο τὰς κλίμακας τῶν Ὑπουργείων καὶ τῶν ἄλλων δημοσίων ὑπηρεσιῶν διὰ τὴν ἐπίλυσιν μικροϋποθέσεων ἢ μὲ τὸ αἴτημα ἀξιώσεως ὑποθέσεων ὑπόπτων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον.
§198Θ. ΜΠΑΡΜΠΑΣ. Αὐτὸ πάει πολύ.
§199Μ. ΜΥΡΙΔΑΚΗΣ. Ὄχι ὑπόπτων ... (Διαμαρτυρίαι).
§200Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι αἱ μὲν νόμιμοι ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν λύονται ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, οὐδεμία δὲ ἀξίωσίς των ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή, ἐφ’ ὅσον ἀντετίθετο πρὸς τοὺς γραπτοὺς καὶ ἀγράφους ἠθικοὺς νόμους. Καὶ ὅλοι γνωρίζομεν, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἄλλην περίοδον ἐμεγαλούργησεν ἡ Ἑλλὰς τόσον, ὅσον ἐμεγαλούργησεν κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην. Ὅπως ἐπίσης ὅλοι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τοὐλάχιστον ὅτι οὐδέποτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιέβαλε μὲ μεγάλην ἐμπιστοσύνην καὶ μὲ μεγαλυτέραν δύναμιν Κυβερνήτην μὲ ὅσην ἐμπιστοσύνην καὶ μὲ ὅσην δύναμιν περιέβαλε τὸν Κυβερνήτην τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀλλὰ καὶ ὅταν καὶ κατὰ τὸ ἐγγὺς παρελθὸν ἐντονώτατα ἐπίσης ἐξεδήλωσε τὸν διακαῆ αὐτοῦ πόθον ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅταν, κύριοι βουλευταί, πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἰς τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα κατῆλθον οἱ ἀείμνηστοι Στρατηγὸς Πλαστήρας καὶ ὁ Στρατάρχης Παπάγος μὲ σύνθημα τὴν ἀλλαγήν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐγοητεύθη, καὶ ἐγαλβανίσθη μὲ τὸ σύνθημα αὐτὸ καὶ τοὺς περιέβαλε μὲ ἐξαιρετικὴν ἐμπιστοσύνην, ἰδίως τὸν δεύτερον, καὶ τοὺς ἀνέθεσε τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας ὄχι μόνον διότι ὑπῆρχε κανεὶς ὁ ὁποῖος ἐπίστευε εἰς τὸ πολιτικόν των δαιμόνιον, ἀλλὰ διότι ἐπίστευσαν ὅτι εἶναι ἄνθρωποι δυναμικοὶ καὶ ἐξαιρετικὰς προσενεγκόντες ὑπηρεσίας εἰς τὴν χώραν, ξένοι πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας κομματικοὺς σχηματισμοὺς καὶ εἰς τὰς δυσμὰς τοῦ βίου των, ἐπερίμενε ὅτι θὰ παρεῖχον εἰς τὴν χώραν καὶ μίαν πολύτιμον πολιτικὴν ὑπηρεσίαν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συνθήματος τῆς ἀλλαγῆς, τὸ ὁποῖον κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ, κύριοι συνάδελφοι, καὶ οἱ πλέον εὐέξαπτοι, ὅτι δὲν ἠννόει ἀλλαγὴν κυβερνητικῶν προσώπων, ἀλλὰ ἀλλαγὴν κρατουσῶν πολιτικῶν μεθόδων. Δυστυχῶς, αἱ ἐλπίδες του, δὲν θέλω νὰ κρίνω διὰ ποίους λόγους διεψεύσθησαν καὶ ἔκτοτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔπαυσε, κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον ὡς ἱκανὸν διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ἀπασχολούντων αὐτὸν προβλημάτων καὶ ἕκαστος Ἕλλην χωριστὰ ἀγωνίζεται ὅπως διὰ παντὸς θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου μέσου λύσῃ τὸ ἴδιον αὑτοῦ πρόβλημα, ἐπικαλούμενος πάντοτε καὶ τὴν παρέμβασιν καὶ συνδρομὴν τῶν ἑκάστοτε ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας εἰς τοὺς ὁποίους δὲν διστάζουν νὰ ἐκφράσουν τὸν βαθύν των σεβασμὸν καὶ τὴν βαθυτάτην των ἐκτίμησιν καὶ ἀφοσίωσιν. Αἱ μεγάλαι λαϊκαὶ μᾶζαι.
§201Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἴπατε ὅτι πρέπει ἀπόψε νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐδῶ συζητοῦνται θέματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν Κανονισμόν.
§202Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ κάμω φροντιστήριον, κύριε Πρόεδρε.
§203Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶπε τίποτε ὁ κ. συνάδελφος.
§204Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αἱ μεγάλαι λαϊκαὶ μᾶζαι, κύριοι βουλευταί, οἱ ἄγνωστοι αὐτοὶ στρατιῶται, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν δύναμιν τῶν κομμάτων καὶ αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουν τὴν νίκην, τρέφουν ἀπόλυτον ἀδιαφορίαν διὰ τὴν πολιτικήν, μὲ τὴν ὁποίαν ἀσχολοῦνται μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν ἰδίων συμφερόντων. Ἡ ἀδιαφορία, ὅμως, τῶν λαϊκῶν μαζῶν διὰ τὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία, δυστυχῶς, ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους τῶν κυβερνώντων τοὐλάχιστον καὶ ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, θεωρεῖται ὡς ἓν φαινόμενον ἐκδηλώσεως τῆς γαλήνης, ἡ ὁποία τὸν κατέχει, ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, τὸ βαρύτερον πλῆγμα κατὰ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ὅστις βαλλόμενος, κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως χρόνια κατὰ τύπους μόνον ὑπάρχει εἰς τὴν ζωήν, ὄχι εὑρίσκεται ἐν κινδύνῳ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Μαῦρος, κατὰ τύπους εὑρίσκεται εἰς τὴν ζωήν, ἐνῷ πράγματι εἶναι νεκρός. Καὶ ὅπως ἐτόνισα εἰς τὴν ἀρχήν, θὰ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀφελής, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ πιστεύσῃ ὅτι ὁ Κοινοβουλευτισμὸς θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ζωὴν μὲ τὰ γιατροσόφια τὰ ὁποῖα προτείνονται ἀπὸ τὴν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ Ἑλληνικὸς Κοινοβουλευτισμὸς θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ζωήν, ὅταν ὁ πολιτικὸς κόσμος, ὁ πιστεύων πράγματι εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμόν, καὶ τὴν Δημοκρατίαν, ἀνανήψῃ τὴν τελευταίαν, ἔστω, στιγμήν, καὶ κάμνοντας στροφὴν 180 μοιρῶν ἀντιμετωπίσῃ τὰ τεράστια οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν σήμερον καὶ ἀπὸ τὴν ὀρθὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ὁποίων καὶ τὴν ὀρθὴν λύσιν των θὰ κριθῇ διὰ τρίτην φορὰν ἐντὸς τῆς αὐτῆς γενεᾶς ἡ τύχη καὶ ἡ ζωὴ τῆς χώρας. Κάθε ἀντίθετος τακτική, κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποστηρίξω ὅτι θὰ ἀπετέλει ἀσύγγνωστον παράλειψιν ἐκτελέσεως καὶ καθήκοντος ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ βαρύτατον κατ’ αὐτοῦ ἔγκλημα τὰς καταστρεπτικὰς συνεπείας τοῦ ὁποίου θὰ δοκιμάσῃ πρῶτος ὁ πολιτικὸς κόσμος. Διότι, ὁ πολιτικὸς κόσμος συνετέλεσεν εἰς τὴν ὑπονόμευσιν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τοῦ Δημοκρατικοῦ καθεστῶτος καὶ ὑπὸ τὰ θεμέλια τοῦ ὁποίου ἀσφαλῶς θὰ ταφῇ, καὶ πολὺ δικαίως.
§205Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουδούρη μοῦ ἐνεθύμισε μίαν λαϊκὴν σοφὴν παροιμίαν, «διδάσκαλε ποὺ δίδασκες καὶ νόμον δὲν ἐκράτεις».
§206Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. συνάδελφος;
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§208Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκφράζω τὸ παράπονον καὶ τὴν λύπην μου, ὅτι τὸ Προεδρεῖον...
§209Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν, ὀφείλετε νὰ ἐφαρμόζητε τὸν Κανονισμόν.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τζαννετάκη, θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν καὶ νὰ ὁμιλῆτε καλύτερον.
§211Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόζητε τὸν Κανονισμὸν κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, πρὸς ὅλας τὰς πλευράς.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαγεωργίου, θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ εἴπητε ἐπὶ τίνος ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ ἐζητήσατε τὸν λόγον.
§213Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διατὶ αὐτὴ ἡ ἄνισος μεταχείρισις; Διατὶ δὲν ἀφήνετε νὰ ἀκουσθῇ μία φωνὴ τιμία, ὅπως εἶναι ὅλοι οἱ συνάδελφοι τίμιοι ἐδῶ μέσα, πλὴν τοῦ κ. Βουδούρη; Ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου καὶ τὸ παράπονον κατὰ τοῦ Προεδρείου, διότι δὲν ἐπροστάτευσεν τὸ Σῶμα, διότι ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. Βουδούρην νὰ δώσῃ βαρυτάτους χαρακτηρισμοὺς διὰ τοὺς παρόντας καὶ ἀπόντας βουλευτάς. Δὲν εἶναι ἀργόμισθοι οἱ βουλευταί, οὔτε χρηματίζονται, οὔτε εἶναι ἀνέντιμοι. Δὲν χρηματίζονται οἱ βουλευταί. Ἐὰν χρηματίζεται ὁ ἴδιος ἀπὸ τοὺς καπνεμπόρους, αὐτὸν τὸν ἴδιον ἀφορᾷ καὶ ὄχι τοὺς Ἕλληνας βουλευτάς. Εὑρισκόμεθα ἅπαντες εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν μὲ τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, δὲν εἴμεθα ἐδῶ ἐλέῳ Θεοῦ. Τολμῶ, ὅμως, νὰ τονίσω ὅτι πολλοὶ συνάδελφοι εὑρίσκονται καθημερινῶς ἐν τῇ Βουλῇ ἐνῷ ὁ κ. Βουδούρης περιφέρεται ὅπου τοῦ ἀρέσει. Πολὺ σωστὰ εἶναι τὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα ἔθιξεν εἰς τὸν ἐπίλογόν του, ὁ κ. Βουδούρης, ὁ ἐπίλογός του ἦτο ὀρθός, ἀλλὰ ὄχι ὡλοκληρωμένος. Τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον δὲν διεμαρτυρήθη, δὲν θὰ εὕρισκε καλύτερον πράκτορα διὰ νὰ βάλῃ τὴν μῆνιν του εἰς τὰ θεμέλια τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Μὴ νομίζετε ὅτι τὰ λόγια τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βουδούρης, δὲν ἔχουν σημασίαν. Αὔριον θὰ ἀκούσητε τὸ παίξιμον ποὺ ἔκαμεν ὁ Χότζας ὅταν διερρήγνυε τὸ κατάστημα τοῦ ἄλλου. Τί διαμαρτύρεσθε, κύριε Παπαγεωργίου, θὰ μοῦ εἴπουν, ἀλλὰ ἕως ὅτου νὰ σκεφθῇ ὁ λογικός, ὁ τρελλὸς ἔκαμε τὴν δουλειά του. Κύριε Πρόεδρε, νὰ καλέσητε τὸν κ. Βουδούρην νὰ ἀνακαλέσῃ ὅσα εἶπε, διὰ τὸ Σῶμα. Τουλάχιστον δι’ ἐμὲ εἶναι ἀπαράδεκτα, διότι εἰσῆλθον εἰς τὸ ἱερὸν τοῦτο τέμενος μὲ τὴν πίστιν ὅτι θὰ προσφέρω τὰς ὑπηρεσίας μου καὶ μὲ καθαρὰν τὴν συνείδησίν μου, καὶ τὴν καρδίαν μου, ὅτι ἐπιτελῶ ἕνα καθῆκον. Διότι, τὸ ἀξίωμα τὸ βουλευτικὸν δὲν εἶναι ἐπάγγελμα, εἶναι ἀξίωμα, ὁ δὲ λαὸς ἐνεπιστεύθη τὰς τύχας του εἰς τὸν βουλευτὴν διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν λαόν. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ἀνακληθῇ ὁ κ. Βουδούρης εἰς τὴν τάξιν. Ὑπενθυμίζω τὸ ἄρθρον τοῦ κ. Βουδούρη, πρὸ ἑνὸς ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἔγραφεν ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ παίρνουν παχυλὸν μισθόν. Ἐὰν εἴχατε ἀναγνώσει τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ κ. Βουδούρη, καὶ ἂν εἴχομεν τὴν εὐθιξίαν, ποὺ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν, τότε ἔπρεπε νὰ τοῦ ἀπαντήσωμεν. Σέβομαι τὸν κ. Βουδούρην, ἀλλὰ ἀπόψε δὲν τὸν ἐκτιμῶ, διότι εἶπε μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τίμια, οὔτε ἀνδρικά, οὔτε ἠθικά. Δὲν εἶναι Ἑλληνικὰ τὰ πράγματα ποὺ εἶπε, δὲν ἦτο Ἑλληνοπρεπὴς ἡ ἀγόρευσίς του. Κύριε Πρόεδρε, μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ τηρήσητε τὸν Κανονισμόν, παρακαλῶ νὰ καλέσητε τὸν κ. Βουδούρην νὰ ἀνακαλέσῃ τὰ ὅσα εἶπεν.
§214Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀπευθύνω μομφὴν ἐναντίον τοῦ Προεδρείου.
§215Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶπεν εἰς τὸν ἐπίλογόν του ὁ κ. Βουδούρης κἄτι ποὺ εἶχε σημασίαν. Δι’ ἐμὲ τὸν ταπεινὸν καὶ τὸν μικρὸν μία εἶναι ἡ οὐσία. Χίλιους Κανονισμοὺς νὰ κάμωμεν τελείους, ἐὰν δὲν πιστεύωμεν καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν ἐνστερνισθῆ ἐκεῖνα ποὺ μόνοι μας ἐπελέξαμεν καὶ μᾶς ἔδωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τὴν πίστιν καὶ τὴν θέλησιν, δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ κάμωμεν ποτὲ τίποτε.
§216Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, διότι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸν παρακολουθήσω ἀπαντῶν, διότι νομίζω ὅτι ἐκτὸς τοῦ κυρίου συναδέλφου, οὐδεὶς πιστεύει τὰ ὅσα εἶπε. Μέλος ἀρχαιότερον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἄνθρωπος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀπετέλει καὶ ἀποτελεῖ ἀκόμη ἠλαττωμένην ἔστω εἰκόνα πραγματικῆς ἐκκλησίας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκφέρῃ ὕβρεις κατὰ τῆς Βουλῆς. Ἤμουν ὑποχρεωμένος, διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς καὶ σὰν τελευταῖος στρατιώτης τῆς Δημοκρατίας διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἔβαλα ἕνα μικρὸ λιθαράκι καὶ ἡ ὁποία πιστεύω ὅτι μὲ ὅλα τὰ ἐλαττώματα τὰ ὁποῖα συγκεντρώνει καὶ μὲ ὅλα τὰ μειονεκτήματα εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε δὲν τὸ θέλομεν, ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸν πολίτευμα δι’ ἐλευθέρους ἀνθρώπους, διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, ἐπαναλαμβάνω, ἠθέλησα νὰ ἐπιτελέσω μίαν ἀκόμη φορὰν τὸ καθῆκον μου καὶ νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ αἴτια εἰς τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὀφείλεται ἡ κρίσις τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ καὶ νὰ ὑποδείξω τὰ κατάλληλα, κατὰ τὴν γνώμην μου, μέτρα. Δὲν ἀπήντησα εἰς τὸν κ. συνάδελφον. Θὰ περιορισθῶ νὰ ἀπευθυνθῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἁρμοδίους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἰς τοὺς ὁποίους εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ νίψω τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους θὰ δρέψουν κατόπιν τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν τόσων ἐξαιρετικῶν καὶ σαφῶν τροποποιήσεων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ ἔργον τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ.
§217Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπαγεωργίου, δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἀπευθύνῃ τὰς παραινέσεις του πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον. (Θόρυβος ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ;
§219Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ!... Διότι, ὁ συνάδελφος κ. Παπαγεωργίου ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος διδάξας τὴν μέθοδον τῆς συκοφαντήσεως, καὶ τῆς κατασπιλώσεως τῶν ὑπολήψεων τῶν προσωπικοτήτων τῆς χώρας.
§220Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαγεωργίου, κάμετέ μου τὴν χάριν!...
§222Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἀνακαλῶ αὐτὸ ποὺ σᾶς εἶπαν. Κύριε Πρόεδρε, καὶ κύριοι συνάδελφοι, ἠξεύρετε πόσον σᾶς σέβομαι...
§223Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγώ, διότι ἀτόπως ὁ κ. Μπρεδήμας ἀνεκίνησεν ἓν θέμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θίξῃ καὶ ἄτομα μὴ εὑρισκόμενα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ μάλιστα ὁριστικῶς ἀπελθόντα, τὰ ὁποῖα τιμῶμεν. Κάμνω ἔκκλησιν, κύριε Παπαγεωργίου, νὰ σταματήσητε. Ἐκεῖνος δὲ ὁ ὁποῖος θὰ μετανοήσῃ πικρότερον, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐκίνησε τὸ ζήτημα. Σᾶς παρακαλῶ.
§224Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐπιτρέψατέ μου, κύριε Πρόεδρε, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν ποὺ τρέφω, σέβομαι καὶ τοὺς νεκροὺς καὶ τοὺς ζῶντας. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἤθελον κἂν νὰ ζητήσω τὸν λόγον, διότι ἀρκετὰ εἶπον τὰ ὅσα πιστεύω. Ἀλλ’ ὅταν θίγεται τὸ πρόσωπόν μου ἐὰν εἶμαι συκοφάντης ἢ οὔ, τὸ θέμα αὐτὸ ἀπέδειξα καὶ ἡ Βουλὴ μὲ ἐδικαίωσε καὶ μὲ ἀποκατέστησε πλήρως!
§225Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Δὲν σᾶς ἠμφισβητήθη αὐτό.
§226Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡ πολιτεία μου εἶναι γνωστὴ εἰς τὸ Πανελλήνιον καὶ διὰ τὴν ἐθνικήν μου δρᾶσιν καὶ διὰ τὴν ἠθικήν μου ὑπόστασιν. Ἐγὼ ἀνέντιμος ὡς ὁ κ. Μπρεδήμας, δὲν εἶμαι! (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§227Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἠμφισβήτησα τὴν ἠθικὴν ἀκεραιότητα τοῦ κ. συναδέλφου, ἀλλ’ ἁπλῶς ἔκαμα μίαν διαπίστωσιν ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ κάμῃ τὰ παρατηρήσεις πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, ὅπως εἶπον, ἐπὶ λέξει, ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος διδάξας τὴν μέθοδον τῆς συκοφαντήσεως καὶ τῆς κατασπιλώσεως τῶν δημοσίων ἀνδρῶν τῆς χώρας.
§228Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τὴν προσωπικήν μου ἀξίαν περὶ ἠθικῆς, δὲν δίδω δικαίωμα εἰς οὐδένα νὰ τὴν ἀμφισβητήσῃ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Μπρεδῆμαν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐθνικῶς ἀνάξιος (θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι), λέγω, ὅτι οἱ προδόται δὲν δικαιοῦνται νὰ ὁμιλοῦν.
§229Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπιτρέπετε αὐτὰς τὰς ὕβρεις; Δὲν ξεύρετε νὰ ἐφαρμόζετε τὸν Κανονισμόν; Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἶχα ἀπὸ σᾶς τὴν ἀξίωσιν, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ὁμιλήσετε.
§231Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἀκριβῶς διὰ νὰ σᾶς εἴπω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι νέος εἶσθε, βεβαίως συναντᾶτε δυσκολίας, ἀλλὰ σᾶς ὑπεδείχθη ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ὅτι ὑπάρχει κατάλογος ἐγγεγραμμένων βουλευτῶν τὸν ὁποῖον ὀφείλετε νὰ τηρήσετε. Ὁ κύριος συνάδελφος εἶχε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐφάνη ἐξ ἀρχῆς ὅτι δὲν ἤθελε νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουδούρη. Δικαίωμά του ἦτο νὰ ὁμιλήσῃ ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ καὶ νὰ ὁμιλήσῃ μὲ τὴν σειράν του. Αὐτὸ ποὺ ἔγινε, νὰ τοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ὁμιλήσῃ, ἦτο σαφὴς παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἡμεῖς εἴχομεν δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶμεν. Ἠκούσθη μία βαρυτάτη ὕβρις καὶ σεῖς δὲν ἠσθάνθητε τὴν ἀνάγκην νὰ τοῦ ζητήσητε νὰ ἀνακαλέσῃ.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀλλαμανῆ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον μὲ θρησκευτικὴν εὐλάβειαν προσπαθεῖ νὰ τηρήσῃ τὸν Κανονισμόν, διὰ νὰ τὸν τηρήσῃ ἀπολύτως ἔχει ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς ὅλων σας. Ὁ κύριος Βουδούρης, ὁμιλῶν, ὡς ὡμίλει, καὶ ἀπορῶ, πῶς τὸ ἔπραξεν ὁ κύριος Βουδούρης, ἔθιξε τοὺς πάντας.
§233Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κρίσεις κάμνετε, κύριε Πρόεδρε;
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀλλαμανῆ, θέλετε νὰ ἀκούσετε καὶ τὴν γνώμην τοῦ Προεδρείου τὸ ὁποῖον κατηγορήσατε; Κατὰ τὸ ἄρθρον 19, τὸ ὁποῖον κάλλιον ἐμοῦ ἔχετε μελετήσει «θεωρεῖται προσωπικὸν ζήτημα πᾶσα μομφὴ κατά τινος βουλευτοῦ» καὶ αἱ φράσεις αὐταὶ αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν ἀπὸ τὸν κ. Βουδούρην, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κυρίου Παπαγεωργίου ἀπέδιδον μομφὴν καὶ κατ’ αὐτοῦ καὶ κατ’ ἄλλων συναδέλφων. Τὸ νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον ὁ κύριος Παπαγεωργίου δὲν ἀπετέλεσε παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ ὥστε νὰ ἀπαντήσητε...
§235Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Τόσον ὀλίγον δίκαιον ἔχετε, ὥστε καὶ ὁ ἴδιος δὲν τὸ ἐπεκαλέσθη αὐτὸ ἀλλ’ ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§236Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. ...... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τζαννετάκη θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§238Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Νὰ μὲ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν, κύριε Πρόεδρε. Καλὸν δικολάβον εὑρῆκεν ὁ κύριος Παπαγεωργίου.
§239Δ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποκαλεῖτε τὸν Πρόεδρον δικολάβον;
§240Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Μάλιστα, καὶ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσετε τὴν φράσιν σας.
§242Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Δὲν τὴν ἀνακαλῶ.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην, κύριε συνάδελφε, νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν.
§244Δ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τὰ γεγονότα μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μας.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, κύριε Τζαννετάκη.
§246Δ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ τηρήσητε τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ ἀνακαλέσητε τὸν παρεκτραπέντα συνάδελφον εἰς τὴν τάξιν.
§247Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς πρέπει νὰ ἐφαρμόζετε πρὸς ὅλας τὰς κατευθύνσεις.
§248Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, ἔχετε τὸν λόγον.
§250Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ἦτο πρέπον νὰ διεξαχθῇ εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν ἠρεμίας καὶ νομίζω ὅτι ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας ἡ συνέχισις τῆς συζητήσεως εἶναι ματαία. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπεισόδιον τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη, θὰ εἶχα νὰ παρατηρήσω ὅτι πράγματι ὁ κύριος Παπαγεωργίου, ἀντικρούων ἀπόψεις τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, μετεχειρίσθη ὡς πρὸς ἕνα ἐκ τῶν συναδέλφων φράσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν ἐπιτετραμμέναι. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ συστήσητε εἰς τὸν κύριον Παπαγεωργίου νὰ ἀνακαλέσῃ, ὁπότε νομίζω ὅτι ὅλα τὰ λεχθέντα πέραν τῶν συνήθως ἐπιτρεπομένων ἐντόνων ἐκφράσεων, αἴρονται. Νὰ συνεχίσωμεν δὲ τὴν συνεδρίασιν αὔριον εἰς ἀτμόσφαιραν ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ προαχθῇ τὸ ζήτημα.
§251Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐπειδή, κύριε Πρόεδρε, εὑρέθην εἰς τὴν ἕδραν εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐγώ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἄσκοπος οἱοσδήποτε προγραμματισμὸς πρὸς βελτίωσιν τοῦ Κανονισμοῦ ἐὰν οἱ ἐντεταλμένοι εἰς τὴν ἐφαρμογήν του ἐξακολουθοῦν νὰ τὸν ἐφαρμόζουν κατὰ τρόπον ἄνισον. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ὅρον τὸν ὁποῖον ἐχρησιμοποίησεν ὁ ἀνακληθεὶς εἰς τὴν τάξιν συνάδελφος τοῦ Πειραιῶς καὶ φίλος μου κύριος Τζαννετάκης. Πρὸ αὐτοῦ ὅμως ἠκούσθη ὁ βαρύτατος ὑβριστικὸς χαρακτηρισμὸς τοῦ προδότου.
§252Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Χωρὶς νὰ ἐνοχληθῇ τὸ Προεδρεῖον.
§253Η. ΗΛΙΟΥ. Καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος ὀχληθεὶς ἀπὸ τὸν ἐκπρόσωπον τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ ὑβριστὴς ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸ παρίδῃ. Ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας ἀνισότητος νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν καὶ καλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ πράξῃ τὰ κατὰ τὸν Κανονισμόν, διὰ νὰ μὴ τερματισθῇ ἡ συνεδρίασις ἡ ἀποψινὴ μενούσης αἰωρουμένης αὐτῆς τῆς βαρυτάτης καὶ ἀπαραδέκτου ὕβρεως ἐναντίον συναδέλφου.
§254Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διότι ἐχρησιμοποίησα φράσιν ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ οὔτε ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, οὔτε καὶ εἶναι ἐκ τῶν φράσεων ἐκείνων τὰς ὁποίας συνηθίζω νὰ χρησιμοποιῶ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅταν ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ συνάδελφος κύριος Παπαγεωργίου, ἐπέστησα κατ’ ἐπανάληψιν τὴν προσοχὴν τοῦ Προεδρείου ὅτι παραβιάζεται καταφώρως ὁ Κανονισμός. Καὶ πρὸ τῆς διαμορφωθείσης ἀτμοσφαίρας παρεσύρθην εἰς τὴν ἐκστόμισιν τῆς φράσεως, διὰ τὴν ὁποίαν λυποῦμαι ἰδιαιτέρως.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι πάρα πολύ, κύριοι συνάδελφοι, διότι λόγῳ τῆς συγχύσεως ἡ ὁποία ἐπεκράτησε, τὴν φράσιν αὐτὴν τὴν βαρυτάτην, τὴν ὁποίαν εἴπατε ὅτι ἠκούσατε ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἐγὼ δὲν τὴν ἤκουσα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν τὴν ἤκουσα, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλει ὁ κύριος Παπαγεωργίου καὶ προσεπάθουν νὰ ἐπιβάλω τὴν τάξιν, ἠκούοντο φωναὶ πολλαί. Ἐὰν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἐλέχθη ἡ φράσις αὐτή, τὴν ὁποίαν σεῖς ἠκούσατε καὶ ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ ἀνακληθῇ, τὸ Προεδρεῖον δὲν τὴν ἀντελήφθη. Παρεκάλεσα καὶ παρακαλῶ πάντοτε νὰ βοηθήσητε εἰς τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ ἀπόψε μὲ ἐξένισε τὸ γεγονὸς ὅτι, Κοινοβουλευτικοὶ ἄνδρες τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Ἀλλαμανῆ καὶ τῶν ἄλλων, ἐφώναζον ὅλοι μαζί. Εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ τοιουτοτρόπως ὁ Κοινοβουλευτισμός. Καὶ ἀπορῶ πῶς συνέβησαν αἱ παρεκτροπαὶ αὗται συζητουμένου τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Παπαγεωργίου καὶ τὸν κύριον Μπρεδήμαν, νὰ ἀνακαλέσουν ὅσα εἶπον. Τὸν κύριον Τζαννετάκην, μετὰ τὴν δήλωσίν του, θεωρῶ ὡς ἀνακαλέσαντα τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα.
§256Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἀντελήφθην, κύριε Πρόεδρε, τί θέλετε ἀπὸ ἐμέ.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετεχειρίσθητε τὴν βαρυτάτην φράσιν ἀποκαλέσαντες συνάδελφον προδότην. Σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ τὴν ἀνακαλέσητε.
§258Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπήντησα εἰς τὰς ὕβρεις καὶ μάλιστα εἰς τὰς δεινὰς ὕβρεις τὰς ὁποίας ἐξεστόμισεν ὁ κύριος Μπρεδήμας ἐναντίον μου.
§259Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ὁ κύριος Παπαγεωργίου δὲν ἀνεκάλεσε τὴν βαρυτάτην ὕβριν ἐναντίον μου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τοῦτο: ὅτι ὀφείλει νὰ προσκομίσῃ τὰς ἀποδείξεις τῆς ἐθνικῆς μου ἀναξιότητος διότι ἄλλως δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι καὶ διὰ δευτέραν φορὰν μεταβάλλεται εἰς συκοφάντην καὶ συκοφάντην ταπεινὸν ἐναντίον ἑνὸς συναδέλφου του ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριε Μπρεδήμα, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἰδική σας φράσις προεκάλεσε τὸ ἐπεισόδιον.
§261Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔθιξα τὴν ἠθικὴν ἀκεραιότητα τοῦ κυρίου συναδέλφου. Ἁπλῶς παρεπονέθην καὶ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπευθύνῃ παρατηρήσεις πρὸς τὸν κύριον συνάδελφον, ἐφ’ ὅσον καὶ αὐτὸς κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου μετεχειρίσθη παρομοίας φράσεις ἐναντίον δημοσίου ἀνδρὸς τῆς χώρας. Καὶ ἔναντι τῶν παρατηρήσεών μου αὐτῶν ἐδέχθην τὴν βαρυτάτην ὕβριν τοῦ κυρίου συναδέλφου.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις......
§263Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὅταν δίδωμεν ἕνα χαρακτηρισμόν, δίδομεν ἕνα χαρακτηρισμόν. Δὲν θὰ ἐπανέλθω. Μὲ ἀπεκάλεσεν ὁ κύριος συνάδελφος συκοφάντην καὶ μὲ προεκάλεσε νὰ προσκομίσω τὴν ἀπόδειξιν. Καὶ ἐγὼ τὸν προκαλῶ νὰ προσκομίσῃ τὰς ἀποδείξεις ὅτι εἶμαι συκοφάντης.
§264Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὅταν ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Προεδρείου εἶπα καὶ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὑπάρχει γενναιότερον πρᾶγμα, δὲν ὑπάρχει ἀνδρικώτερον πρᾶγμα, ἀπὸ τὸ νὰ ζητῇ κανεὶς συγγνώμην καὶ νὰ ἀνακαλῇ ὅταν ἕνας βουλευτὴς ἐκστομίσῃ μίαν φράσιν ἐναντίον ἑνὸς συναδέλφου του. Ἀπορῶ πῶς καὶ οἱ δύο κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀνακαλοῦν. Προσβάλλουν τὴν Βουλὴν καὶ οἱ δύο. Πρέπει νὰ ἀνακαλέσουν καὶ οἱ δύο, διότι τότε, κύριε Πρόεδρε, ὅσους Κανονισμοὺς καὶ ἂν κάμωμεν δὲν γίνεται τίποτε. Καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι ὑπὸ τὴν ἀτμόσφαιραν αὐτὴν δὲν ἠμπορεῖ νὰ διεξαχθῇ συζήτησις. Νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀνακαλέσουν καὶ οἱ δύο, ἄλλως θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἀνακαλέσω καὶ τοὺς δύο εἰς τὴν τάξιν.
§266Ε. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θέλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι παρηκολούθησα τὰ ἐπεισόδια ἐν πνεύματι ἀμεροληψίας καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἀδιστάκτως καὶ ἀνεπηρεάστως. Τόσον ἀπὸ τὸν κύριον Μπρεδήμαν, κατ’ ἀρχήν, ὅσον καὶ ἀπὸ τὸν κύριον Παπαγεωργίου ἐλέχθησαν φράσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν καμμίαν θέσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦμεν τὸν λαόν, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἐτόνισεν ὁ κύριος Παπαγεωργίου, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ μεταξύ μας νὰ φερώμεθα ἀνταξίως πρὸς τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος λαὸς ὑπεράνω ὅλων θέτει τὴν ἀλληλεγγύην καὶ τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἀμοιβαίαν ἐκτίμησιν ὅλων μας. Λέγω ἀνδρικὸν καὶ τίμιον εἶναι ὁ κύριος Μπρεδήμας νὰ ἀνακαλέσῃ καὶ συγχρόνως νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κύριος Παπαγεωργίου, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς ἔχει ἐπιδείξει τίτλους τιμῆς εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν. (Χειροκροτήματα).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπρεδήμα, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσετε.
§268Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἡ προσπάθειά σας ἔπρεπε νὰ στραφῇ πρὸς τὴν πλευρὰν αὐτήν, διότι ὅπως σᾶς ἐξήγησα ἐγὼ δὲν ὕβρισα τὸν κ. συνάδελφον. Ἐγὼ εἶπον καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἶπον καὶ ὑπέμνησα ἕνα περιστατικόν. Τὸ ἀμφισβητεῖ ὁ κύριος συνάδελφος. Ἔναντι αὐτῆς τῆς ὑπομνήσεως ἑνὸς περιστατικοῦ ἐδέχθην τὴν προσωπικὴν ὕβριν τοῦ κυρίου συναδέλφου. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐναπόκειται νὰ κρίνῃ περὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ κυρίου συναδέλφου. Ἐὰν ὁ κύριος συνάδελφος ἀμφισβητήσῃ τὸ περιστατικὸν αὐτὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§270ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ συνεχισθῇ τὴν προσεχῆ Πέμπτην. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.50′ μ. μ.).