1957.11.06
4,327 rows · 33,641 words · 149 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13η
ΤΕΤΑΡΤΗ 6 Νοεμβρίου 1957
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.45′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Ἀνδρεάδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Δ. Παπαπαδημητρίου, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§4Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ κ. κ. Π. Παπαληγούρας (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας) καὶ Δ. Ἀλιπράντης (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ν. 3215)55 «περὶ προτιμήσεως τῶν προϊόντων τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας καὶ βιοτεχνίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Πανούσης Π. Ντεντιδάκης, Α. Τριανταφυλλίδης, Χ. Ἀβραμίδης, Ι. Σπηλιόπουλος, Ι. Ὀρφανός, Θ. Χαβίνης, Ν. Μαλλιάκας, Ι. Παπαηλιάκης, Π. Ξενοδοχειάρης, Μ. Τοσουνίδης, Π. Πολυχρονίδης, Β. Παπαζήσης, Ι. Γωνιάδης, Α. Αὐγερινός, Ν. Ἰντζές, Φ. Παπαδόπουλος, Γ. Μπακατσέλος καὶ Σ. Νικολαΐδης, καταθέτουσι, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 35, τοῦ Συντάγματος, πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ Ν. Δ. 3738)57 «περὶ προστασίας Φυματικῶν Ναυτικῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Καλκάνης, Ι. Λαυρεντίδης, Χ. Παπασταύρου, Ν. Ἔξαρχος, Α. Μίχας, Α. Τσουκαλᾶς, Α. Κοκκέβης, Δ. Παπασπύρου, Ι. Λύρας, καὶ Κ. Χριστόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3713) 1928 «περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας», ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Κακαγιάννης, Σ. Εὐστρατιάδης, καὶ Θ. Μπάλλας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ προστασίας καὶ διοικήσεως τῶν Δημοσίων κτημάτων κειμένων διατάξεων ὡς καὶ τῶν διεπουσῶν τὸν ἐν Δωδεκανήσῳ Ὀργανισμὸν ν. 2100)1952 κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Παπαδημητρίου Θ. Μπάλλας, Μ. Μυριδάκης, Ι. Μεταξᾶς, Ε. Κεφαλογιάννης, καὶ Ι. Λύρας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινων. Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Ἰωάννου, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινων. Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Ἀθανασάκος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινων. Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Σταυρόπουλος καὶ Α. Καρατζένης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινων. Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Παυλόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινων. Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινων. Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Γλύκας Α. Λαιμὸς καὶ Ἐμμαν. Σκορδίλης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινων. Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Σκορδίλης, Α. Παυλόπουλος, Π. Κάβδας καὶ Ε. Γαλενιανὸς καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινων. Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Σκορδίλης, Π. Κάβδας, Π. Σταυρόπουλος καὶ Α. Παυλόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινων. Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Κρασαδάκης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινων. Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ. κ. βουλευτῶν. I) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9901 ἐ. ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἀντίγραφον κατατεθείσης ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, σχετικῶς μὲ τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν τελῶν κυκλοφορίας αὐτοκινήτων τεθέντων εἰς ἀκινησίαν συνεπεία σοβαρᾶς βλάβης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν θέμα ἔχει μελετηθῆ καὶ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία περιέλαβε σχετικὴν διάταξιν εἰς καταρτισθὲν νομοθέτημα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Ὀκτωβρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν κ. κ. Κ. Τσιγάρα, Α. Λασκαρίδη, Ι. Παπαδημητρίου. Περὶ ἀποζημιώσεως δι’ ἐπιταχθέντα ὑποζύγια 1940– 41. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ἀνωτέρω ἐγγράφου σας ἀποσταλείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Τσιγάρα, Α. Λασκαρίδη καὶ Ι. Παπαδημητρίου, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 25.7.57 ὡς καὶ κατατεθείσης παρ’ αὐτῶν αἰτήσεως κατοίκων Κοινότητος Παλαιοχωρίου Παγγαίου, ἐν σχέσει μὲ θέματα ἀφορῶντα τὴν ἀποζημίωσιν δι’ ἐπιταχθέντα κατὰ τὸ 1940–41 ὑποζύγια, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως γνωρίσητε εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς τὰ κάτωθι: α) Ἡ τροποποίησις τοῦ ἀπὸ 11.12.56 Β. Δ. περὶ ἀποζημιώσεως κ.λ.π. ἐπὶ τῷ τέλει προσδιορισμοῦ τῆς γενομένης ἐπιτάξεως καὶ καθορισμοῦ τοῦ πληρωτέου ποσοῦ βάσει μόνον ἐνόρκων καταθέσεων, δὲν καθίσταται δυνατή, λόγῳ τῶν προφανῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους ἐνέχει ἡ ἀποδοχὴ τοῦ αἰτήματος. β) Ἐν σχέσει μὲ τὴν περίπτωσιν ἐλλείψεως ληξιαρχικῆς πράξεως θανάτου, τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης (Γ. Ε.Σ. Κλάδος Ζʹ) ἐξέδωκεν ὁδηγίας πρὸς τὰς ὑπ’ αὐτὸ ὑπηρεσίας, διὰ τὴν ρύθμισιν ταύτης, βάσει τῶν κειμένων διατάξεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ὀκτωβρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
II) Τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Μπακοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10173) 24.10.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διαβιβάζεται ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Μπακοπούλου, καταχωρηθεῖσα ὑπ’ αὔξ. ἀριθμὸν βιβλίου ἐρωτήσεων 148, σχετικῶς μὲ τὸ ἐν περιλήψει θέμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἐπὶ τῆς παρεχομένης ἀσφαλίσεως ὑπὸ τοῦ Ι.Κ.Α. ἢ καὶ τῆς ἐπεκτάσεως ταύτης, τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἔχει, δεδομένου ὅτι τὸ Ι.Κ.Α. ὑπάγεται ὡς γνωστόν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ὀκτωβρίου 1957
Ἡ Ὑπουργὸς
ΛΙΝΑ Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Νάκη Αὐγερινοῦ. Ἐπὶ ὑπ’ ἀριθ. 10131) 22.10.57 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡ παρ’ ὑμῖν κατατεθεῖσα ὑπ’ ἀριθ. 175 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ Ἠλείας κ. Νάκη Αὐγερινοῦ, ἀναφορικῶς μὲ τὸν οἰκισμὸν Γαστούνης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν σχετικῶς τὰ κάτωθι: Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν παρὰ τῆς καθ’ ἡμᾶς ὑπηρεσίας τῶν στεγαστικῶν προγραμμάτων, εἰδικώτερον ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν οἰκισμῶν τῆς Χώρας εἰς ἀστικοὺς καὶ ἀγροτικούς, ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 359 740) 6810) 19.12.49 σχετικῆς ἀποφάσεως τοῦ πρώην Ὑπουργείου Οἰκισμοῦ καὶ Ἀνοικοδομήσεως. Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας ὁ οἰκισμὸς Γαστούνη–Ἠλείας χαρακτηρίζεται ὡς ἀγροτικός. Αἱ διατάξεις αὗται μέχρι τοῦδε δὲν ἐτροποποιήθησαν, οὐδ’ ἐγένετο ἐνέργειά τις σχετικὴ παρὰ τῆς καθ’ ἡμᾶς ὑπηρεσίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ὀκτωβρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Παπαστεργίου. Εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 118 ἐ. ἔ. ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γρ. Παπαστεργίου, σχετικῶς μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ μουσείου Ἁλμυροῦ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ ὡς ἄνω μουσεῖον ἱδρύθη ἐν ἔτει 1910 μερίμνῃ τῆς Φιλαρχαίου Ἑταιρίας «Ὄθρυς» καὶ δαπάναις τοῦ Δήμου Ἁλμυροῦ καὶ τῶν Κοινοτήτων τῆς ὁμωνύμου ἐπαρχίας. Ψυχὴ ὅμως τοῦ Συλλόγου ἐκείνου ἦτο ὁ ἄριστος ἀρχαιολογικὸς ὑπάλληλος Νικόλαος Γιαννόπουλος, οὗ ἀποθανόντος ἠτόνισε πᾶσα περὶ τὸ μουσεῖον ἐκεῖνο μέριμνα. Ἐν τῷ μουσείῳ ὑπηρέτει μέχρι τοῦ ἔτους 1952, ὡς φύλαξ ἀρχαιοτήτων ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γιαννοπούλου. Μετὰ δὲ τὸν θάνατον τούτου δὲν διωρίσθη ἄλλος εἰς τὴν θέσιν ταύτην λόγῳ τῶν μεγάλων κενῶν, ἅτινα ὑπάρχουσι εἰς τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τῆς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τῆς φυλάξεως σημαντικωτέρων μουσείων. Ἐπειδὴ α) αἱ ἐν αὐτῷ ἀρχαιότητες δὲν ἦσαν ἀξιόλογοι, ἐν συγκρίσει πρὸς ἐκείνας ἄλλων μουσείων, ὁ δὲ Διευθυντὴς Ἀρχαιοτήτων ἐπιθεωρήσας τοῦτο προπολεμικῶς διεπίστωσεν ὅτι ἐχρησιμοποιεῖτο περισσότερον ὡς κατοικία καὶ ἀποθήκη τροφίμων τοῦ φύλακος, παρὰ μουσεῖον καὶ ὅτι ἐκέκτητο ἐλάχιστα ἀρχαῖα, ὧν τινὰ κίβδηλα, ἐνῷ συγχρόνως διαρκῶς ἐζητοῦντο πιστώσεις ἰδιὰ τὴν συντήρησιν. β) τὸ κτίριον δὲν ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ Δημόσιον, ἡ δὲ ὡς ἄνω Φιλάρχαιος Ἑταιρία ᾐτήσατο κατὰ καιροὺς τὴν χρησιμοποίησιν τούτου διὰ σκοποὺς ἄλλους τοῦ κυρίως προορισμοῦ του (ὀργάνωσιν συναυλιῶν ἐν τῇ κυρίᾳ αἰθούσῃ του) κατὰ τὴν κατοχὴν μάλιστα παρ’ ὀλίγον νὰ ἐγκαθίστατο τὸ Γυμνάσιον ἐν αὐτῷ καὶ θὰ ἀπεβάλλοντο ἐξ αὐτοῦ αἱ ἀρχαιότητες, αἵτινες ἀσφαλῶς θὰ κατεστρέφοντο, γ) ἐπειδὴ λόγῳ ἀτελοῦς φυλάξεως ἐπαρχιακῶν μουσείων καὶ συλλογῶν ἀρχαιοτήτων ἐσημειώθησαν, διαρκούσης τῆς κατοχῆς καὶ μετ’ αὐτήν, κλοπαὶ ἀρχαιοτήτων καὶ δὴ καὶ ἐν τῷ μουσείῳ Ἁλμυροῦ, τὸ Ἀρχαιολογικὸν Συμβούλιον προῆλθεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς καταργήσεως τοῦ μουσείου Ἁλμυροῦ καὶ τῆς μεταφορᾶς τοῦ περιεχομένου του εἰς γειτονικῶν πόλεων μουσεῖα. Παρὰ ταῦτα τὸ Ἀρχαιολογικὸν Συμβούλιον, εἰς ὃ εἰσήχθη ἐκ νέου τὸ ζήτημα, εἶναι διατεθειμένον νὰ ἐπανεξετάσῃ τὸ θέμα, ἀρκεῖ τὸ κτίριον νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὸ Δημόσιον κατὰ πλήρη κυριότητα πρὸς ἀποκλειστικὴν χρῆσιν του διὰ Μουσεῖον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ὀκτωβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Μπούτου. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 120 ἐρωτήσεως (ἡμ. Διατ. συνεδρ. Δ. ἀριθ.7) τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Μπούτου, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9511) 7858) 24.9.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀδιορίστων δημοδιδασκάλων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν εὑρισκομένων νομίμως ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος ὡς ἀπαλλαγέντων (προστατῶν οἰκογενείας) ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον ἐπανειλημμένων ἐνεργειῶν μας παρὰ ταῖς ἁρμοδίαις στρατιωτικαῖς Ἀρχαῖς, ἤδη δὲ ρυθμίζεται διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τελοῦντος σχεδίου νόμου «περὶ στρατολογίας τῶν ἐνόπλων δυνάμεων». Ἐν Ἀθήναις ᾗ 25 Ὀκτωβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 167 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μιχ. Στεφανίδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι διετέθησαν καὶ ἀπεστάλησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Ταμεῖον τοῦ Νομοῦ Εὐβοίας δραχμαὶ 810.000 διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἐννέα μονοταξίων διδακτηρίων τοῦ Νομοῦ καὶ ὅτι μεταξὺ τούτων συμπεριελήφθη καὶ ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Κυπαρισσίας Χαλκίδος, διὰ τοῦ ποσοῦ δραχ. 90.000. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ὀκτωβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
δ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10127) 8264) 22.10.1957 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 171 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Μιχαὴλ Στεφανίδη ἀφορῶσα εἰς τὴν τοποθέτησιν καθηγητοῦ Μαθηματικῶν εἰς τὸ Γυμνασιακὸν Παράρτημα Σκύρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα βουλευτήν, ὅτι εἰς τὸ διτάξιον Γυμνασιακὸν Παράρτημα Σκύρου, εἰς ὃ φοιτῶσι τεσσαράκοντα τρεῖς (43) ἐν ὅλῳ μαθηταὶ ἔχει διατεθῆ εἷς Φιλόλογος καθηγητὴς καθίσταται δὲ λίαν δυσχερὴς ἡ τοποθέτησις καθηγητοῦ Μαθηματικῶν ἢ Φυσικῶν, λόγῳ τῆς ὑφισταμένης ἐλλείψεως καθηγητῶν τῶν εἰδικοτήτων τούτων. Ἄλλωστε τὰ Γυμνασιακὰ Παραρτήματα ἱδρύθησαν ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐκ μέρους τῶν Συλλόγων Γονέων καὶ Κηδεμόνων τῶν μαθητῶν προσλήψεως ἀδιορίστων καθηγητῶν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δέον ὅπως αἱ οἰκεῖαι Ὀργανώσεις τῆς νήσου μεριμνήσωσι διὰ τὴν ἐξεύρεσιν ἑνὸς καθηγητοῦ Μαθηματικῶν ἢ Φυσικῶν, ἀμειβομένου ὑπ’ αὐτῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ὀκτωβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ε) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη. Ἐκ τῆς ἀνωτέρω ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ αἴτημα διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ δικαστηρίου Νέων Στύρων θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ παρὰ τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου εἰς τὸ ὁποῖον μετεβιβάσθη πρὸς κατανομὴν ποσὸν δραχμῶν 460.000 ἐκ τοῦ κεφαλαίου Δημοσίων Ἐπενδύσεων. Τὸ αἴτημα τῆς Κοινότητος διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ διδακτηρίου Στύρων ἀνάγεται ἐπίσης εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ αὐτοῦ Ταμείου τὸ ὁποῖον, ἐὰν ὑφίσταται ἀνάγκη, δύναται νὰ ἐνισχύσῃ τοῦτο ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 225.000 ὅπερ μετεβιβάσθη αὐτῷ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6150 χρηματικοῦ ἐντάλματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ὀκτωβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
στ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 106)1957 (ἡμερ. διάτ. συνεδρ. Δ. ἀριθ. 62) ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα, διαβιβασθείσης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9219)10.9.1957 ἐγγράφου τοῦ Τμήματος Νομοθετικῆς Ἐργασίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἅπαντες οἱ καταγόμενοι ἐκ Βορ. Ἠπείρου καὶ ἀπολυθέντες βάσει τῆς 59)1945 Συντ. Πράξεως ἐπαναδιωρίσθησαν πλὴν τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ ἐρωτήσει ὀκτὼ δημοδιδασκάλων οἵτινες ἀπεκλείσθησαν δι’ ἔλλειψιν τυπικῶν καὶ οὐσιαστικῶν προσόντων δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 33141)2.5.47 ὑπουργικῆς ἀποφάσεως. Διὰ τοῦ Α. Ν. 2130) 1952 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθοῦν διότι λόγῳ τῆς ἰδιότητός των ὡς Βορειοηπειρωτῶν δὲν εἶχον ὑπηρετήσει ὑπὲρ τοὺς 6 μῆνας ὑπὸ τὰ ὅπλα κατὰ τὸν συμμοριτοπόλεμον ὡς προέβλεπεν ὁ νόμος οὗτος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ὀκτωβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΓ) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπουρδάρα. Ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω ὑμετέρου δι’ οὗ διαβιβάζεται ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γεωργ. Μπουρδάρα, διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ψήφισιν σχετικῆς διατάξεως νόμου δι’ ἧς νὰ παρέχεται εἰς τὰς Κοινότητας Κοινοτικὸς φόρος 2% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς ξυλείας τῆς διατιθεμένης πρὸς ἐμπορίαν ὑπὸ τῆς Κρατικῆς Ἐκμεταλλεύσεως δασῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι τοιαύτη διάταξις ἔχει καταρτισθῆ καὶ καταχωρηθῆ εἰς σχετικὸν ὑπὸ ψήφισιν σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Δασικοῦ Κώδικος καὶ προσθήκης νέων τοιούτων» τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπήν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ὀκτωβρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Γεωργιάδη. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9516) 7864) 24.9.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσατε ἡμῖν τὴν παρ’ ὑμῖν κατατεθεῖσαν ὑπ’ ἀριθ. 125 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Γωνιάδη ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Τὸ σύνολον τῶν πιστώσεων τῶν τεθεισῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Α.Τ.Ε. κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, διὰ τὴν χορήγησιν δανείου εἰς τοὺς παραγωγούς, διὰ τὴν παρὰ ταύτων ἀγορὰν ζώων ἐργασίας καὶ παραγωγικῶν τοιούτων ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 65 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἔναντι 44 ἑκατομμυρίων παρελθ. ἔτους. Ἐκ τούτου ποσὸν 480.000 δραχμῶν ἀπεστάλη ἐγκαίρως εἰς τὸ ὑποκατάστημα Α.Τ.Ε. Κιλκίς, διὰ τὸν ἀνωτέρω σκοπόν. Διὰ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου ἱκανοποιήθησαν κατὰ τὸ μεγαλύτερον μέρος αἱ εἰς ζῶα ἀνάγκαι τῶν παραγωγῶν τῆς περιφερείας. Ἐκ τοῦ τεθησομένου διὰ τὴν διάθεσιν τῆς Α.Τ.Ε. ποσοῦ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νέου προγράμματος αὐτῆς χορηγήσεως μεσοπροθέσμων δανείων θέλει ληφθῆ μέριμνα, ὥστε τὸ διατεθησόμενον διὰ τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν ποσόν, καλύψῃ τὰς πρὸς τοῦτο ὑπολοίπους ἀνάγκας τῶν παραγωγῶν τῆς περιφερείας Κιλκίς.
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ
γ) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημ. Ἔργων (Οἰκισμοῦ). α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Παπαστεργίου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐν θέματι ἐρωτήσεως, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9685) 4.10.1957 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων ἀπὸ μακροῦ ἐνδιαφερόμενον διὰ τὴν κατὰ πολιτισμένον τρόπον ἐπιβίβασιν καὶ ἀποβίβασιν τοῦ κοινοῦ ἀπὸ τῶν ἀτμοπλοίων τῶν ἐκτελούντων τὴν συγκοινωνίαν μετὰ τῆς λουτροπόλεως Αἰδηψοῦ καὶ τοῦ Βόλου, διέταξε τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον νὰ προχωρήσῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν κατασκευὴν προβλῆτος ἐπὶ τῆς Βοιωτικῆς ἀκτῆς. Οἱ ἐπαγγελματίαι ὅμως τῆς Χαλκίδος, προβλέποντες μαρασμὸν τῶν ἐργασιῶν των ἐκ τῆς κατασκευῆς τῆς προβλῆτος εἰς τὴν ἀπέναντι Βοιωτικὴν ἀκτήν, ἐζήτησαν ἐπιμόνως τὴν προσέγγισιν τοῦ πλοίου εἰς τὰ κρηπιδώματα τῆς Εὐβοϊκῆς ἀκτῆς, ὡς ἐγένετο καὶ προπολεμικῶς. Κατόπιν τούτου ἐβυθομετρήθη ὁ πυθμὴν καὶ διεπιστώθη ἐπαρκὲς βάθος διὰ τὴν πλεύρισιν τῶν πλοίων. Ὁ πλοίαρχος, ὅμως τοῦ ἐκτελοῦντος τὴν συγκοινωνίαν ἀτμοπλοίου «Κύκνος», ἐκφράζει φόβους τῆς δυνατότητος πλευρίσεως λόγῳ τῆς μεγάλης ἐντάσεως τοῦ παλιρροιακοῦ ρεύματος τοῦ προσβάλλοντος ἀμέσως τὴν Εὐβοϊκὴν ἀκτήν. Ἐὰν ἐκ τῆς ἐρεύνης τοῦ θέματος ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Λιμενικῶν Ἀρχῶν ἀποδειχθοῦν βάσιμοι οἱ φόβοι τοῦ ὡς ἄνω πλοιάρχου, τότε θὰ διαταχθῇ ὁπωσδήποτε ἡ κατασκευὴ τῆς προβλῆτος ἐπιβιβάσεως τῶν ἐπιβατῶν τῶν πλοίων εἰς τὴν Βοιωτικὴν ἀκτήν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ὀκτωβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
ΤΡ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Τσιγάρα, Β. Ἐφραιμίδη, καὶ Γ. Εὐαγγέλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐν θέματι ἐρωτήσεως, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9512)24.9.1957 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ἡμῖν τὰ κάτωθι: Ὁ Δῆμος Θεσσαλονίκης συνέταξε κτηματολογικὰ διαγράμματα διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἐκ τῆς κατασκευῆς τῆς περιφερειακῆς τάφρου Θεσσαλονίκης, ὑποστάντων ζημίας ἀγροτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ οἱ ἀγρόται Πυλαίας. Τὰ ἐν λόγῳ διαγράμματα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, ἵνα μεριμνήσῃ διὰ τὴν καταβολὴν τῆς σχετικῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς δικαιούχους. Αἱ περὶ ἀπαλλοτριώσεως διατάξεις δὲν ἐτηρήθησαν ἐγκαίρως, λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντος τοῦ ἔργου. Πάντως, ὁ Δῆμος Θεσσαλονικέων οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχει διὰ τὴν καταβολὴν τῆς καθορισθησομένης ἀποζημιώσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ὀκτωβρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
ΤΡ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων τοῦ μεταλλείου Βάβδου ἐκηρύχθη περαιωμένη, ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἐπερωτώντων βουλευτῶν. Τὸν λόγον ἐζήτησεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ, δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἀμέσως. Τὸν λόγον ἐπίσης ἐζήτησεν ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος ὁ κ. Β. Βασιλικός, διὰ νὰ εἴπῃ ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ὀλίγας λέξεις, ἐὰν δέχεσθε σεῖς, κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων. Θὰ εἶναι παραχώρησις ἰδική σας.
§6Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐὰν ὑπάρχῃ προσωπικὸν ζήτημα καὶ πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ἀπὸ τῆς θέσεώς του ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ θέματος, τὸ ἀποδέχομαι. Ἐὰν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, δὲν τὸ ἀποδέχομαι.
§7Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ εἴπω ὀλίγας μόνον λέξεις.
§8Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι. Πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος.
§9Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Δικαιοῦμαι ἄλλωστε νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι τὸ συζητούμενον θέμα συνδέεται καὶ μὲ τὴν ἰδικήν μου εὐθύνην, ὡς προκατόχου τοῦ σημερινοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Βιομηχανίας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἀκόμη, διότι ἀντιπροσωπεύων μίαν ἐπαρχίαν τῆς περιοχῆς τοῦ μεταλλείου Βάβδου εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ κατ’ οἰκονομίαν, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει σέβομαι τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων κ. Παπανδρέου καὶ ἐὰν ἔχῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ὁμιλήσω εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὸν κ. Παπανδρέου.
§10Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κινδυνεύει νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἐγὼ ἀρνοῦμαι εἰς τὸν κ. συνάδελφον καὶ πρῴην Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου. Πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως. Ὁ κ. Βασιλικὸς ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ὅπως ὅλοι οἱ κ. κ. συνάδελφοι, κατὰ τὸν Κανονισμόν, συμφώνως πρὸς τὸν ὁποῖον λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Δὲν ὑπῆρξεν ἐκ μέρους μου καμμία πρόθεσις ἀρνήσεως αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἐπιθυμῶ καθόλου νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐγὼ σᾶς ἠμπόδισα νὰ ὁμιλήσητε. Θὰ ἀσκήσητε τὰ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δικαιώματά σας καὶ θὰ σᾶς ἀκούσωμεν μὲ μεγάλην συμπάθειαν.
§11Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Μάλιστα.
§12Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, συζητεῖται ἀπὸ ἡμερῶν μία ἐπερώτησις ἡ ὁποία ἔχει εὐρυτέραν πολιτικὴν σημασίαν καὶ ὅμως οὔτε κατὰ τὸ στάδιον αὐτῶν τῶν συζητήσεων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκρινεν, ὅτι ὤφειλε νὰ παρίσταται εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ εὑρίσκεται. Καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως δικαιολογία διὰ τὴν ἀπουσίαν του. Βεβαίως δὲν θὰ τὸν ὑβρίσωμεν ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἡ ἀπουσία του ἀποτελεῖ περιφρόνησιν πρὸς τὸ Σῶμα, διότι οὐδεὶς ἔχει τὸ ἀνάστημα νὰ περιφρονῇ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Δὲν ἐπιθυμοῦμεν ἐπίσης νὰ τὸν ταπεινώσωμεν ἰσχυριζόμενοι ὅτι φοβεῖται τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἔχει μακρὸν κοινοβουλευτικὸν βίον καὶ δὲν ἔχει λόγους ἀνησυχίας. Δὲν δυνάμεθα, ἑπομένως, νὰ εὕρωμεν ἄλλην ἐξήγησιν, παρὰ μόνον ὅτι διατηρεῖ ἀκόμη ὁ σημερινὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ψυχολογίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος παρίσταται μόνον εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν ἐπερωτήσεων του καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν ψηφοφοριῶν. Διότι τὸ ἐπιχείρημα τῶν ἀπασχολήσεων εἶναι ἀνύπαρκτον. Πλήρεις ἀπασχολήσεων ἦσαν καὶ ὅλοι οἱ προκάτοχοί του καὶ οἱ Μεγάλοι Πρόεδροι τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων. Πλήρης ἀπασχολήσεων ἦτο καὶ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ὁ ὁποῖος ἐθεώρει καὶ χαρὰν καὶ τιμήν του νὰ εἶναι πάντοτε εἰς τὴν θέσιν του καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὅταν ἐγίνοντο συζητήσεις ἐπὶ σοβαρῶν πολιτικῶν θεμάτων. Δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως, ἐξήγησις ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν. Κύριοι βουλευταί, εἶναι σήμερον ἡ 4η ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν συνεχίζεται ἡ ἐπερώτησις καὶ αὐτὸ τὸ περιστατικόν, ἡ μακρὰ παράτασις, εἶναι μία πρόσθετος ἀκόμη ἀπόδειξις ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ ἐπείγει ἡ ψήφισις τοῦ νέου Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον μία ἐπερώτησις νὰ διαρκῇ πέραν τῶν δύο συνεδριάσεων. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁ ὁποῖος ἀνέλαβεν ἀπέναντι τοῦ Σώματος αὐτὸ τὸ χρέος, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ σχεδίου τοῦ νέου Κανονισμοῦ, εἰς τρόπον ὥστε πρὸ τῶν ἑορτῶν νὰ ἔχῃ ψηφισθῆ διὰ νὰ θεμελιωθῇ ἕνας περισσότερον εὔρυθμος Κοινοβουλευτικὸς βίος διὰ τὸ μέλλον. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως. Τὸ θέμα ἔχει περίπου ὁλοσχερῶς ἐξαντληθῆ, διότι ὡμίλησαν κατὰ τρόπον ἐξαίρετον οἱ ἐπερωτήσαντες καὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας, μὲ τὴν μακρὰν ὁμιλίαν του καὶ μὲ τὰς ἐπανειλημμένας διακοπάς του. Ἐκεῖνο, ἑπομένως, τὸ ὁποῖον μοῦ ὑπολείπεται, εἶναι νὰ συναγάγω μερικὰ γενικὰ συμπεράσματα ἀπὸ τὴν συζήτησιν. Καὶ θὰ τὰ συναγάγω ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων. Γνωρίζω πόσον ἀχάριστος διὰ τὸν ρήτορα εἶναι ἡ ἀνάγνωσις ἐγγράφων ἀπὸ τοῦ βήματος. Εἶναι, ὅμως, τόσον εὐπαθὲς τὸ θέμα καὶ ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι εἰς τόσον πλήρη βαθμὸν ἀντικειμενικός, ὥστε προτιμῶ νὰ προκαλέσω τὴν πλῆξιν ἀλλὰ νὰ ὑπηρετήσω τὴν ἀλήθειαν. Ἡ προϊστορία τῆς συμβάσεως τοῦ μεταλλείου Βάβδου εἶναι γνωστή. Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰς τὰ 1932, ὑπεγράφη ἡ σύμβασις 50 ἐτῶν μὲ τὸν Βρυώνην. Εἰς τὰ 1950 καὶ 51 ἐπῆρε δύο δάνεια ἀπὸ τὴν Κεντρικὴν Ἐπιτροπὴν Δανείων τὰ ὁποῖα περίπου ἀνήρχοντο εἰς 400.000 δολλάρια. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ δάνεια ἐδόθησαν ὀρθῶς, ἐπειδὴ τὸ μεταλλεῖον ἦτο πράγματι ἐξαίρετον, ἡ πορεία τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπῆρξεν ἀπολύτως ἀτυχής. Καὶ ἔχομεν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν μίαν πλήρη, δυστυχῶς, ἐπιβεβαίωσιν τῆς ἀνυπαρξίας τοῦ τεχνικοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐξοπλισμοῦ καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς μας ζωῆς. Ἔλλειψεν ἡ ἐπαρκὴς τεχνικὴ καὶ οἰκονομικὴ παρακολούθησις. Ὁ Βρυώνης εἶχεν ἤδη διαθέσει ὑπὲρ τοῦ μεταλλείου αὑτοῦ, ποσὸν σημαντικόν, ἴσως πέραν τῶν 150.000 δολλαρίων. Ἐὰν παρηκολουθεῖτο, ἐὰν καθωδηγεῖτο καὶ τεχνικῶς καὶ οἰκονομικῶς, ἐὰν τυχὸν ὑπολειπόμενα ὀλίγα κεφάλαια τοῦ ἐξησφαλίζοντο, εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ εἶχεν εὐδοκιμήσει καὶ τὸ μεταλλεῖον καὶ ὁ Βρυώνης. Ἀλλὰ ἔσφαλεν ὁ ἴδιος, ἀπουσίαζε τὸ Κράτος καὶ ἀπουσίαζαν αἱ Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ τὸν παρακολουθοῦν. Καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν καταστροφήν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς εὐλόγως ἔκρινεν, ὅτι ἡ κατάστασις ἔπρεπε νὰ τερματισθῇ, καὶ τὴν 2αν Δεκεμβρίου 1955 ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεταλλείων ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Μεταλλείων γνωμοδότησιν, πρὸς ἔκπτωσίν του. Ἀλλὰ ἡ πρότασις αὕτη τοῦ Ὑπουργοῦ Βιομηχανίας πρὸς τὸ Συμβούλιον Μεταλλείων ἔμεινε ἀνενέργητος, διότι ἀμέσως κατόπιν τὴν μεθεπομένην, εἰς τὰς 5.12.55 ὁ Βρυώνης ὑπέβαλεν αἴτησιν ὑπεκμισθώσεως τοῦ μεταλλείου εἰς μίαν μεγάλην ξένην ἑταιρίαν. Τὸ οὐσιῶδες περιεχόμενον αὐτῆς τῆς αἰτήσεως, τῆς 5.12.1955 ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀδιεξόδου εἰς τὸ ὁποῖον περιῆλθεν ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ μεταλλείου, προῆλθον εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Ραντεντάϊν τῆς Αὐστριακῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ μὲ ἐνισχύσῃ οἰκονομικῶς, πρὸς πλήρη ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου. Προκειμένου, ὅμως, ἡ ἄνω ἑταιρία νὰ διαθέσῃ μεγάλα κεφάλαια πρὸς ἀξιοποίησιν τοῦ μεταλλείου, ἀπῄτησεν ὅπως προηγηθῇ πάσης ὁριστικῆς συμφωνίας μία ἐκμετάλλευσις δοκιμαστικὴ 9–12 μηνῶν, ὑπὸ τοὺς ἀκολούθους ὅρους: «Τὸ ἐξαχθησόμενον μετάλλευμα κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, θὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ὡς ἄνω ἑταιρίαν, ἥτις θὰ δύναται νὰ διαθέσῃ τοῦτο ἐλευθέρως». Αὐτὴν τὴν πρότασιν εἶχον ὑπ’ ὄψει, ὅταν προχθὲς εἰς μίαν διακοπήν, ὑπεστήριξα, ὅτι ἦτο ἀπεριόριστον, τὸ δικαίωμα τῆς ξένης ἑταιρίας πρὸς ἐξαγωγὴν μεταλλεύματος. Ἦτο ἀπεριόριστον κατὰ τὴν ἀρχικὴν πρότασιν τοῦ Βρυώνη, ἡ ὁποία κατόπιν περιωρίσθη. «Τὸ ἐξαχθησόμενον, λοιπόν, μετάλλευμα, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, θὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἥτις θὰ δύναται νὰ διαθέσῃ τοῦτο ἐλευθέρως καὶ ἔπειτα θὰ ἀγοράσῃ τὸ ὑπάρχον μετάλλευμα διὰ νὰ ἐξοφλήσῃ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἐργατῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας διεβίβασεν αὐτὴν τὴν αἴτησιν πρὸς τὸ Συμβούλιον Μεταλλείων διὰ γνωμοδότησιν. Ἀμέσως κατόπιν ἡ ξένη ἑταιρία ὑπέβαλεν ἰδικήν της πρότασιν, ἐπικουρικὴν τῆς ἀρχικῆς προτάσεως τοῦ Βρυώνη, εἰς τὰς 12.12.1955, ἐπειδὴ ἐβεβαιώθη, ὅτι τὸ μετάλλευμα δυνατὸν νὰ εἶναι ἐξαίρετον καὶ προτείνει. «Κατὰ τὸ στάδιον τῶν δοκιμῶν, ἡ ἑταιρία ἐπιθυμεῖ νὰ χορηγηθῇ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσίν της τὸ μεταλλεῖον, διὰ νὰ προβῇ εἰς ἐρεύνας κατὰ τὸ διάστημα 9–12 μηνῶν. Νὰ δεσμευθῇ κατόπιν ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργείου ὁ κ. Βρυώνης, ὅπως μὴ προέλθῃ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐρευνῶν εἰς συμφωνίαν μετ’ ἄλλων». Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν κυρίων συναδέλφων ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ὅρου. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ὑπεκμισθώσεως ὁ Βρυώνης γίνεται αἰχμάλωτος. Δὲν ἐδικαιοῦτο πλέον εἰς οὐδεμίαν ἄλλην διαπραγμάτευσιν ἢ συμφωνίαν. Καὶ θὰ ἴδητε βραδύτερον. Τοῦ ζητοῦνται εὐθῦναι, διότι δὲν ἐνήργησε κατ’ ἄλλον τρόπον ἐνῷ ἔκτοτε κατέστη αἰχμάλωτος καὶ δὲν ἐδικαιοῦτο πλέον νὰ ἐνεργήσῃ καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον». Καὶ συνεχίζει τὸ ἔγγραφον τῆς ἑταιρίας: «Ἐν ἐπιτυχίᾳ τῶν δοκιμῶν....». Ἑπομένως ἐκ τῶν προτέρων ἡ ἑταιρία ἐὰν ἐπιτύχουν αἱ δοκιμαί, προσδιορίζει τοὺς ὅρους τῆς. Δεσμεύεται ἑπομένως ἔκτοτε ἡ ἑταιρία «αὐτοδεσμεύεται» διὰ τὴν περίπτωσιν ἐπιτυχίας τῶν δοκιμῶν. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ δοκιμαὶ ὑπερεπέτυχαν. Ποῖοι, λοιπόν, εἶναι οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους θέτει εἰς ἑαυτήν, αὐτοδεσμευομένη ἡ ἑταιρία διὰ τὴν περίπτωσιν ἐπιτυχίας τῶν δοκιμῶν; «Ἡ ἑταιρία δέχεται ὅπως ἐν ἐπιτυχίᾳ τῶν δοκιμῶν κατόπιν ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργείου, πρῶτον, ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν καὶ συνάψῃ σύμβασιν μὲ τὸν Βρυώνην πρὸς ἀξιοποίησιν τοῦ μεταλλείου». Εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καθορίζεται ὅτι ἐὰν ἐπιτύχουν αἱ δοκιμαὶ ἔκβασις θὰ εἶναι ἡ σύμβασις τοῦ Βρυώνη μὲ τὴν ἑταιρίαν. Καὶ αὐτὴ εἶναι πρότασις τῆς ἑταιρίας, ὅτι ὁ Βρυώνης θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ συνάψῃ σύμβασιν μὲ τὴν ἑταιρίαν, δεσμευόμενος ἐν τῷ μεταξύ, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα πρὸς ἀποφυγὴν οἱασδήποτε συνεννοήσεως καὶ συμβάσεως ἀπέναντι οἱουδήποτε ἄλλου τρίτου. Δεύτερον: «Νὰ καταβάλῃ τὸ πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. χρέος τοῦ Βρυώνη, κατὰ τοὺς συνήθεις ὅρους, οὓς οὗτος χορηγεῖ πρὸς τοὺς ὀφειλέτας του». Ἡ διατύπωσις εἶναι ἀπολύτως σαφής. Θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτήν. Ἐπισημαίνω ὅμως, τὴν διατύπωσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεπιφύλακτος. «Νὰ καταβάλῃ τὸ πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. χρέος τοῦ Βρυώνη κατὰ τοὺς συνήθεις ὅρους. Προσθέτει δὲ ἡ ἑταιρία: «Εἰς τὰς προτάσεις ταύτας ὁ Βρυώνης ἀπήντησεν, ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ προέλθῃ εἰς συμφωνίαν ἄνευ τῶν ἑξῆς ὅρων: Πρῶτον, ὅπως ἡ ἑταιρία ἡμῶν ἀγοράζῃ ἀμέσως τὸ ὑπάρχον μετάλλευμα ἐπὶ τιμῇ καθορισθησομένῃ μὲ καλὴν πίστιν, ἵνα διὰ τοῦ τιμήματος ἐξοφληθῇ κατὰ μέγα μέρος τὸ εἰς τοὺς ἐργατοϋπαλλήλους ὀφειλόμενον ποσόν». Μία ἀληθὴς εὐγενὴς πρότασις τοῦ Βρυώνη. Τὸ ἰδικόν του μετάλλευμα νὰ πωληθῇ εἰς τιμὴν καλῆς πίστεως διὰ νὰ πληρωθοῦν οἱ ἐργάται. Εἰς ὅλην τὴν διαδρομὴν τῶν κειμένων, δὲν θὰ εὕρητε ἐκ μέρους τοῦ Βρυώνη οὐδένα κακόπιστον ὅρον. Φαίνεται ὅτι, ἦτο ἄνθρωπος καλῆς θελήσεως καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ὀνομάζεται — νομίζω — μόνον «μεταλλευτὴς» καὶ ὁ ρόλος τοῦ «ἐκμεταλλευτοῦ» νὰ ἀφεθῇ δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους.... Ἄλλος ὅρος: «Νὰ διαπραγματευθῇ μετὰ τοῦ Βρυώνη ἡ ἑταιρία — λέγει — διὰ τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεως ἢ μισθώματος εἰς αὐτὸν ὥστε οὗτος νὰ ἐξοφλήσῃ πάντα τὰ χρέη του». Ὁ Βρυώνης, λοιπόν, ζητεῖ νὰ ἀγορασθῇ τὸ ἰδικόν του μετάλλευμα, διὰ νὰ πληρωθοῦν οἱ ἐργάται καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῶν 9–12 μηνῶν τῶν δοκιμῶν, ἡ ἑταιρία νὰ ἀπασχολήσῃ ἀριθμὸν ἐργατῶν ὁριζόμενον κατ’ ἐλάχιστον ὅριον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διατυπώνει ὁ Βρυώνης ὅρους, τοὺς ὁποίους θὰ ἀνέμενε κανεὶς ἀπὸ δημοσίαν Ἀρχήν, χάριν τοῦ γενικωτέρου κοινωνικοῦ συμφέροντος. Τὸ Συμβούλιον τῶν Μεταλλείων ἀσχολεῖται μὲ τὸ θέμα καὶ καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα «ἀποφαίνεται ὁμοφώνως ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου αἰτήσεως τοῦ Βρυώνη ὑπὸ τοὺς ἀνωτέρω ὅρους τῆς συμφωνίας». Καὶ τοὺς ὅρους αὐτοὺς ἐπαναλαμβάνει ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω: «16η Δεκεμβρίου 1955. Ἀποφασίζομεν ἐγκρίνομεν, — τὸ Ὑπουργεῖον — ὅπως ὁ μισθωτὴς τοῦ Δημοσίου μεταλλείου Βάβδου Βρυώνης, ἐκχωρήσῃ τὰ μισθωτικά του δικαιώματα εἰς τὴν ξένην ἑταιρίαν, ὑπὸ τοὺς κάτωθι ὅρους: 1) Νὰ προβῇ ἡ ἑταιρία εἰς ἐρεύνας καὶ δοκιμασίας, ἐντὸς 10μήνου ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς παρούσης. 2) Νὰ ἀναληφθῇ ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἑταιρίας ὅπως μετὰ τὴν παρέλευσιν μηνὸς ἀπασχολήσῃ 200 ἐργάτας. 3) Νὰ ἀγοράσῃ ἡ ἑταιρία τὸ ὑπάρχον μετάλλευμα μὲ διεθνεῖς τιμὰς καὶ τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων νὰ διατεθῇ ὁλοσχερῶς πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ὀφειλομένων ἡμερομισθίων. 4) Νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξόρυξις καὶ ἀποκόμισις — ἐντὸς τῆς ἐν λόγῳ 10μήνου προθεσμίας μέχρι 12.000 τόννων μεταλλεύματος. 5) Νὰ ὑποβληθῇ πλήρης ἔκθεσις τῶν πορισμάτων τῶν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας γενησομένων δοκιμῶν καὶ γενικῶν ἐξετάσεων, ἀναφορικῶς πρὸς τὸν λευκόλιθον τοῦ μεταλλείου Βάβδου». Ὁ ὅρος αὐτὸς ἐπαναλαμβάνεται βραδύτερον καὶ εἰς τὴν τρίμηνον παράτασιν καὶ ὅμως δὲν ἐτηρήθη οὔτε κατὰ τὰ διαστήματα ταῦτα οὔτε κατὰ τὴν σύναψιν τῆς ὁριστικῆς μισθώσεως. Καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἔχει ἀκόμη τηρηθῆ, ἐνῷ ἀπετέλει οὐσιῶδες στοιχεῖον διὰ τὴν ἐνημέρωσιν τοῦ Κράτους ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ μεταλλεύματος καὶ τὰς οἰκονομικὰς καὶ ἄλλας συνεπείας αἱ ὁποῖαι θὰ προέκυπτον ἀπὸ τὴν ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς ποιότητος τοῦ ἐξαιρέτου μεταλλεύματος. 6) «Τὸ ὁριστικὸν μισθωτήριον συμβόλαιον μεταξὺ Βρυώνη καὶ τῆς ἑταιρίας τὸ ὁποῖον θέλει καταρτισθῇ εἰς τὴν περίπτωσιν ἐπιτυχίας τῶν δοκιμῶν...». Ἰδοὺ ἡ γραμμή: Ἐὰν καταλήξουν εἰς εὐνοϊκὰ ἀποτελέσματα αἱ δοκιμαί, συμπέρασμα εἶναι τὸ μισθωτήριον συμβόλαιον τοῦ Βρυώνη καὶ τῆς ἑταιρίας. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, τοῦ Κράτους. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ προϋπόθεσις ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐγκρίνει τὴν 10– μηνον μίσθωσιν καὶ δεσμεύει, καθιστᾷ αἰχμάλωτον τὸν Βρυώνην, ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρόνου.
§13Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτοδεσμεύεται ἡ Διοίκησις.
§14Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Βεβαίως. Διότι ἔχει νομικὰς συνεπείας, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐτονίσατε. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 6 (Ἀναγινώσκει): «Τὸ ὁριστικὸν μισθωτήριον συμβόλαιον, μεταξὺ Βρυώνη καὶ ἑταιρίας, τὸ ὁποῖον θέλει καταρτισθῇ, εἰς τὴν περίπτωσιν ἐπιτυχίας τῶν δοκιμῶν, δέον νὰ ἀφορᾷ τὴν συστηματικὴν κατὰ τοὺς κανόνας τῆς τέχνης καὶ τῆς ἐπιστήμης ἐκμετάλλευσιν τοῦ μισθίου καὶ τὴν ἀξιοποίησιν αὐτοῦ». 7) (Ἀναγινώσκει): «Γίνεται ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τῆς ἑταιρίας, ὅπως κατὰ τὸ διάστημα τὸ 10μηνον δεσμευθῇ ὁ Βρυώνης καὶ μὴ προβῇ εἰς ἑτέραν σύμβασιν μὲ τρίτον. Τοῦτο, δέον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ Βρυώνη καὶ τῆς ἑταιρίας συνταχθησομένῳ συμβολαίῳ. Τὸ δὲ Δημόσιον, ἀναλαμβάνει, ὁπωσδήποτε, τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ χορηγήσῃ ἔγκρισιν ὑπομισθώσεως πρὸς τρίτον, κατὰ τὸ ἐν λόγῳ χρονικὸν διάστημα». Αἰχμάλωτος ὁ Βρυώνης. 8) (Ἀναγινώσκει): «Κατὰ τό, μετὰ τὰς δοκιμάς, στάδιον, καὶ ἐντὸς τοῦ τελευταίου μηνὸς τοῦ 10μήνου χρονικοῦ διαστήματος ἡ ἑταιρία καὶ ὁ Βρυώνης: «Ὑποχρεοῦνται νὰ ὑποβάλουν ὁριστικὸν μισθωτήριον συμβόλαιον, οἱ ὅροι τοῦ ὁποίου θὰ ἐγκριθοῦν ὑφ’ ἡμῶν». Αὐτὸς πλέον εἶναι ὁ καταστατικὸς χάρτης τοῦ μέλλοντος. Ὅλα τὰ ἄλλα, γίνονται προϊστορία, ἀνάγονται εἰς τὴν μυθολογίαν. Αὐτὸ εἶναι ἀφετηρία, νέας πραγματικῆς καταστάσεως. 9) (Ἀναγινώσκει): «Ὡς πρὸς τὰς σχέσεις Ο.Χ.Ο.Α. καὶ τρίτων, πᾶσα διαφορὰ μεταξὺ των, ὡς καὶ τυχὸν δάνειον, πλὴν τῶν προβλεπομένων ἀπαιτήσεων ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων, οἵτινες θέλουσιν ἐξοφληθῆ ὁλοσχερῶς, κατὰ τὸ 10μηνον διάστημα τῶν δοκιμῶν, συμφώνως πρὸς τὰ ὡς ἄνω ἐκτεθειμένα θὰ λυθῇ ὑπὸ τῆς ἑταιρίας κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας μετ’ αὐτῆς συμφωνίας, χωρὶς νὰ παραβλάπτωνται, τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου». 10) (Ἀναγινώσκει): «Τὸ Δημόσιον δέχεται, ὅπως δι’ ἐγγράφου του συστήσῃ εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α., πᾶσαν δυνατὴν καὶ νόμιμον διευκόλυνσιν, πρὸς ἐξόφλησιν τῆς ὀφειλῆς τοῦ Βρυώνη». Ἰδοὺ ὁ καταστατικὸς χάρτης τοῦ μέλλοντος, διὰ τὸ μεταλλεῖον Βάβδου. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐχάραξε μίαν γραμμὴν πορείας, κατέστησε αἰχμάλωτον τὸν Βρυώνην, ἀνέθεσε 10μηνον ἔρευναν εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ εἰς περίπτωσιν ἐπιτυχίας τῶν δοκιμῶν, εἶχε προδιαγράψει τὸ μέλλον καὶ εὑρίσκετο ἐν ἀναμονῇ τῆς ἐκβάσεως τῶν ἐρευνῶν τοῦ 10μήνου. Καὶ ἔρχεται τὸ τέλος τοῦ δεκάτου μηνός. Εἰς τὸ τέλος τοῦ 10μήνου ἡ ἑταιρία ζητεῖ τρίμηνον παράτασιν. Αἱ ἔρευναι ἔχουν πλέον εὐδοκιμήσει καὶ ζητεῖ τὴν παράτασιν, ὄχι πλέον διὰ συνέχισιν τῶν ἐρευνῶν περὶ τῆς ἐκβάσεως τῶν ὁποίων, δὲν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία, ἀλλὰ διὰ νὰ ὀργανώσῃ αὐτὴν τὴν μεταπολίτευσιν, εἰς τρόπον, ὥστε ἀπὸ καθεστὼς συμβάσεως Βρυώνη, νὰ μεταβληθῇ εἰς καθεστὼς συμβάσεως ξένης ἑταιρίας, διευθετουμένων τῶν μεταξὺ αὐτῶν σχέσεων καθὼς καὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ Βρυώνη καὶ Ο.Χ.Ο.Α. Τὴν 25ην Σεπτεμβρίου 1956 — τὸ 10μηνον ἔληγεν εἰς τὰς 16 Ὀκτωβρίου 1956, ἑπομένως 20 ἡμέρας πρὸ τοῦ πέρατος τοῦ 10μήνου, ἡ ἑταιρία ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ζητεῖ τὴν τρίμηνον παράτασιν. Τὸ κείμενον ἔχει ὡς ἑξῆς: «.... (Ἀναγινώσκει)....». «Οἱ ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως ὑμῶν τεθέντες ὅροι, ἐξεπληρώθησαν ὑφ’ ἡμῶν (ὑπὸ τῆς ἑταιρίας): «Ὑπολείπεται δὲ πρὸς ἐκπλήρωσιν ὁ πέμπτος ὅρος, ὁ περὶ ἀνακοινώσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δοκιμῶν τούτων, ἐν σχέσει πρὸς τὸν λευκόλιθον». Αὐτὸς καθυστερεῖ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ καθυστερῇ. Καὶ προθέτει: «Εἴμεθα βέβαιοι διὰ τὰ ἀποτελέσματα ὅτι εἶναι θετικά, ἐπιτρέποντα πλέον τὴν κατάρτισιν ὁριστικῆς συμβάσεως, ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους ἔθεσεν, ἡ προηγουμένη ἀπόφασις ὑμῶν». Ἰδού. Ἡ ἑταιρία εἰς τὰς 25 Σεπτεμβρίου 1956, 20 ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως τοῦ δεκαμήνου λέγει ὅτι ὅλα εὐοδώθησαν, μόνον δὲν σᾶς ἔδωσα δεῖγμα δοκιμῶν — καὶ αὐτὸ θὰ καθυστερήσῃ μέχρι τέλους — ἀλλὰ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἐν τάξει καὶ ἐπιτρέπουν πλέον τὴν κατάρτισιν τῆς ὁριστικῆς συμβάσεως, ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους ἔθεσεν ἡ περυσινὴ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου. Κατ’ ἀκολουθίαν: «Ἐν ὄψει πλέον τῆς καταρτίσεως τῆς ὁριστικῆς συμβάσεως μεταξὺ ἑταιρίας καὶ Βρυώνη (τὴν ὁποίαν θὰ ἐνέκρινε πλέον ἡ Πολιτεία, κατὰ τὴν ὑπόδειξιν καὶ δέσμευσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ δεκαμήνου, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1955) ἡ ἑταιρία ὑποβάλλει τὸ ἑξῆς αἴτημα: «Ὅπως χορηγηθῇ τρίμηνος παράτασις πρὸς τακτοποίησιν τοῦ πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. χρέους τοῦ Βρυώνη, ἥτις θὰ ἀπαιτήσῃ χρόνον τινὰ διαπραγματεύσεων....». Περὶ ἐλαττώσεως χρέους οὐδεὶς λόγος. Καὶ τέταρτον: «Πρὸς ρύθμισιν τῶν σχέσεών μας μὲ τὸν Βρυώνην». Ὁ Βρυώνης ἐξακολουθεῖ διὰ τὴν ἑταιρίαν νὰ εἶναι ὑπαρκτὸν πρόσωπον καὶ νὰ ἔχῃ δικαιώματα. Ζῇ ὁ Βρυώνης καὶ θεωρεῖται πηγὴ τῶν ἰδικῶν της δικαιωμάτων καὶ προτίθεται ἡ ἑταιρία νὰ ρυθμίσῃ τὰς πρὸς αὐτὸν σχέσεις. Καὶ προσθέτει ἡ ἑταιρία: «Νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως ἡ ὁριστικὴ σύμβασις καταρτισθῇ ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ ἡμῶν ἄνευ παρεμβολῆς τοῦ κ. Βρυώνη. Τοῦτο ζητοῦμεν, ὄχι διὰ νὰ περικόψωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ κ. Βρυώνη, οὐδαμοῦ ἀμφισβητούμενα, μετὰ τοῦ ὁποίου ἄλλωστε θὰ ἔλθωμεν εἰς διαπραγματεύσεις, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ παρεμβάλλεται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ ἡμῶν ὁ κ. Βρυώνης, ὅστις ἀτυχῶς ἀγνοοῦμεν διὰ ποίους λόγους ἐδημιούργησεν ἔκρυθμον κατάστασιν ἐν τῷ μεταλλείῳ, ἣν δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπωμισθῶμεν». Τὸ Ὑπουργεῖον παραπέμπει τὴν αἴτησιν αὐτὴν τῆς τριμήνου παρατάσεως εἰς τὸ Συμβούλιον Μεταλλείων καὶ τὸ Συμβούλιον Μεταλλείων τὴν ἐγκρίνει. Τὸ συμπέρασμα τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Μεταλλείων, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸ Συμβούλιον δέχεται ὅπως ἡ προθεσμία τῶν 10 μηνῶν παραταθῇ ἐπὶ 3 εἰσέτι μῆνας, οὐχὶ πρὸς ἐνέργειαν δοκιμῶν, ἀλλὰ πρὸς συγκέντρωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δοκιμῶν τούτων, τακτοποίησιν τοῦ πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. καὶ λοιποὺς πιστωτὰς χρέους τοῦ Βρυώνη καὶ τερματισμὸν τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τοῦ ἐν λόγῳ μισθωτοῦ πρὸς κατάρτισιν τῆς ὁριστικῆς συμβάσεως τῶν μεταλλείων». Ἐπὶ τοῦ δευτέρου αἰτήματος τῆς ἑταιρίας, τοὐτέστιν τῆς καταρτίσεως τῆς συμβάσεως ἀπ’ εὐθείας μετὰ τοῦ Δημοσίου καὶ οὐχὶ μετὰ τοῦ νῦν μισθωτοῦ Βρυώνη. «Τὸ Συμβούλιον ἀπεφάνθη ὅτι τὸ θέμα τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ, διότι ὑφίσταται ἤδη ἡ μετὰ τοῦ Βρυώνη μισθωτικὴ σχέσις τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως, νομικῶς εἶναι δυσχερὲς διὰ τὸ Συμβούλιον νὰ εὕρῃ τὸν τύπον τῆς νέας μισθωτικῆς σχέσεως τῶν δύο, ἐφ’ ὅσον διατηρεῖται πλήρως τὸ μισθωτικὸν δικαίωμα τοῦ Βρυώνη, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς εἶχε προβῆ εἰς μίαν ὑπεκμίσθωσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας εἶχεν ἐπανειλημμένως ὑποστηρίξει ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι οὐδὲν ἔγγραφον ὑπῆρχε, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ ὅτι ἡ ἑταιρία ἀναλαμβάνει ὁλόκληρον τὸ χρέος. Ὑπάρχουν τρία ἔγγραφα τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., δύο πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἓν πρὸς τὴν ἑταιρίαν, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Διοίκησις τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ὑπενθυμίζει εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς ἑταιρίας, ὅτι ἐπανειλημμένως εἶχε συμφωνήσει, νὰ καταβάλῃ τὸ χρέος ὁλόκληρον. Θὰ ἀναγνώσω τὰ σχετικὰ κείμενα. Ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ἀπευθύνεται, τὴν 18.12.1956, πρὸς τὴν ξένην ἑταιρίαν, μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ Βρυώνη, ἀνεκάλεσε τὴν προθυμίαν της καὶ μετεβλήθη εἰς ἐκβιαστήν, θέτουσα πλέον νέους ὅρους, καὶ ἀνακαλοῦσα τὰς παλαιὰς δεσμευτικὰς ὑποσχέσεις της. Λέγει, λοιπόν, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς ἑταιρίας: «Διὰ τῆς ἀπὸ 19) 11 ὑμετέρας αἰτήσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας, δι’ ἧς ἐπροτείνατε τὴν μίσθωσιν τοῦ μεταλλείου, ἀνελάβατε τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀναδρομικῆς ἐξοφλήσεως τοῦ πρὸς ἡμᾶς χρέους τοῦ τέως μισθωτοῦ Βρυώνη, οὗτινος τὸ χρέος ἐγνωρίζατε, ὡς ἄλλως τε καὶ ὑμεῖς ὁ ἴδιος καὶ ὁ πληρεξούσιος ὑμῶν δικηγόρος ὡς ρητῶς ἐδηλώσατε κατὰ τὴν λαβοῦσαν χώραν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Βιομηχανίας, ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ σύσκεψιν». Ἐὰν τὸ ἔγγραφον ψεύδεται, νὰ παραπέμψητε τὸν συντάκτην του εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον ἔχει σταλῆ πρὸς τὴν ἑταιρίαν καὶ ὑπάρχει...
§15Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Τί λέγει αὐτὸ τὸ ἔγγραφον;
§16Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ τὸ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον; Ἀλλὰ αὐτὸ ἀκριβῶς κάμνω, διότι ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι ἀπολύτως ἀντικειμενικός...
§17Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Ποῖον ἔγγραφον εἶναι αὐτό;
§18Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. τῆς 18.12.56 πρὸς τὴν ἑταιρίαν καὶ τὸ ἄλλο εἶναι πρακτικὸν τοῦ Συμβουλίου. Λοιπόν, λέγω, ἀναφέρεται εἰς τὸ ἔγγραφον: «...οὗτινος τὸ χρέος γνωρίζετε, ἄλλωστε! καὶ ὑμεῖς ὁ ἴδιος καὶ ὁ πληρεξούσιος δικηγόρος ρητῶς ἐδηλώσατε κατὰ τὴν λαβοῦσαν χώραν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Βιομηχανίας ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ σύσκεψιν». Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. τὸ βεβαιοῖ. Συνεπῶς, προσθέτει ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἑταιρίας: «Ἡ διὰ τῆς εἰρημένης ἐπιστολῆς σας, ἐπιχειρουμένη νῦν τὸ πρῶτον κριτικὴ τῆς ἀξίας τῶν ἐγκαταστάσεων τῶν μεταλλείων καὶ ἡ διαφαινομένη ἐπιθυμία σας πρὸς συζήτησιν θέματος, ἐνδεχομένου περιορισμοῦ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. τυγχάνουν ἀπαράδεκτοι, πολλῷ μᾶλλον, ἐφ’ ὅσον καὶ τὸ εἰς χεῖρας σας ἀπὸ 27.11.56 ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου, δι’ οὗ κατ’ ἀρχὴν συγκατατίθεται τοῦτο ὅπως μισθωθῇ ὑμῖν τὸ ἐν λόγῳ μεταλλεῖον, θέτει προϋποθέσεις, ὧν πρωτίστη εἶναι ἡ ὑφ’ ὑμῶν ἀναδοχὴ τῶν πρὸς ἡμᾶς ὑποχρεώσεων τοῦ τέως μισθωτοῦ». Ἐπίσης τὴν 23.1.57 ἡ σύμβασις ἔχει ὑπογραφῆ τὴν 21.2.1957 — τὴν 24.1.1957 γίνεται πρακτικὸν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. καὶ ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς ἀνακοινοῖ εἰς τὸ Συμβούλιον: «Κατὰ τὰς προκαταρκτικὰς συζητήσεις, ἃς εἴχομεν μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἐν λόγῳ Οἴκου, μηχανικοῦ κ. Τσίρη, κατ’ ἀρχὴν μὲν διεπιστώσαμεν διάθεσιν ἀμέσου ἐξοφλήσεως τοῦ συνόλου τοῦ χρέους». Εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι διατύπωσις περισσότερον κατηγορηματική;
§19Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Διαβάσατε παρακάτω, διότι τὸ ἐξηγεῖ τὸ ἴδιον τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. πρὸς τὸ Συμβούλιον. Ἁπλούστατα, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. διηγούμενος τὰς διαπραγματεύσεις ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου, λέγει ὅτι μίαν στιγμὴν ἐφάνη ὅτι ἦτο διατεθειμένος, ὄχι ὅτι ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν καὶ θὰ ἴδητε σωρείαν ἐγγράφων, μετά, ὅτι κατόπιν ὑπανεχώρησε. Γεγονὸς εἶναι, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. δέχεται καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἔγγραφον τοῦ Συμβουλίου καὶ εἰς τὰ ἑπόμενα ἔγγραφα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πάρωμεν, δι’ οὓς λόγους ἀναφέρει, παραπάνω ἀπὸ 400.000 δολλάρια καὶ ὅτι πρέπει νὰ κλείσωμεν μὲ 400.000 δολλάρια.
§20Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ φθάσω καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Βλέπετε ὅτι ἀκολουθῶ χρονολογικὴν πορείαν, χωρὶς καμμίαν παράλειψιν. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸν χρόνον πρὸ τῆς ἐκπτώσεως, ὁπότε ἡ ἑταιρία ἦτο πρόθυμος εἰς ὅλας τὰς ὑποσχέσεις. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα καὶ προχθές. Ὅτι ἡ ἑταιρία κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον καὶ ἐγγράφως καὶ προφορικῶς ὑπέσχετο πλήρη ἐξόφλησιν τοῦ χρέους. Καὶ ὅταν ἔγινε ἡ ἔκπτωσις, αἰσθανομένη ὅτι κινεῖται ἀσφαλῶς ἐντὸς μιᾶς προκαταβολικῆς ἀναγνωρίσεως καὶ εὐνοίας, ἤρχισε νὰ ἀνακαλῇ τὰς ἀρχικὰς ὑποσχέσεις της. Καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύω μὲ ἀνάγνωσιν ἐγγράφων ἰδικῶν της. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, τὴν σχετικὴν περικοπήν: Ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. λέγει πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., ὡς προκύπτει ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς 23.1.57: «Ἐκ τῶν προκαταρκτικῶν συζητήσεων ἃς εἴχομεν μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρίας, κατ’ ἀρχὰς μὲν διεπιστώσαμεν διάθεσιν ἀμέσου ἐξοφλήσεως τοῦ συνόλου τοῦ χρέους, ὅπερ σήμερον συνυπολογιζομένων καὶ τῶν τόκων καὶ λοιπῶν ἐξόδων ἀνέρχεται εἰς 550.000 δολλάρια περίπου». Ἰδοὺ ἡ ἐπιβεβαίωσις ἐκείνου τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ἐπερωτῶντες, ὑπεστήριξαν, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα. Αἱ δηλώσεις, ἔγγραφοι καὶ προφορικαὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρίας, ἀρχικῶς, παρεῖχον ὑπόσχεσιν πλήρους ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους καὶ μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ Βρυώνη ἤρχισαν νὰ ἀντανακλῶνται. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίξαμεν, ἐπιβεβαιοῦται ἀπὸ τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσαμεν. Ἐπίσης εἶχα δηλώσει ὅτι ἀμφισβητῶ ἐὰν ἀποτελῇ δικαίωμα τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ὁ χαρισμὸς τόκων. Τόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας καθὼς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἐξεπλάγησαν καὶ διεμαρτυρήθησαν. Ἰδού, ὅμως, κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ἡ ἀκόλουθος περικοπή: «Ἐρωτητέον — λέγει ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α.— ἐὰν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν καταστατικῶν διατάξεων τοῦ Ὀργανισμοῦ νὰ ἐρχώμεθα εἰς συμβιβασμὸν διὰ μείωσιν τῶν ὑφισταμένων ἀπαιτήσεών μας, χωρὶς νὰ ἀσκοῦμεν τὰ ἐκ τῶν δανειστικῶν συμβολαίων ἀπορρέοντα δικαιώματά μας. Καὶ τὸ Συμβούλιον συμπεραίνει: «Τὸ Συμβούλιον μετὰ συζήτησιν ἀποφασίζει ὁμοφώνως ὅπως ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς ἐξουσιοδοτηθῇ νὰ συνεχίσῃ τὰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω βάσεων. Ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ δικαιώματος πρὸς συμβιβασμόν, ἀποφασίζεται ὅπως παραλλήλως πρὸς τὴν διεξαγωγὴν διαπραγματεύσεων, ὁ Γενικὸς Διευθυντής, ἐξετάσῃ τοῦτο ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἀπὸ νομικῆς πλευρᾶς, εἰσηγηθῇ δὲ ἀναλόγως εἰς τὸ Συμβούλιον κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν». Δηλαδὴ μέχρι τῆς 23ης Ἰανουαρίου 1957 καὶ ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς καὶ τὸ Συμβούλιον τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. δὲν ἦσαν καθόλου βέβαιοι, ἐὰν εἶναι νομικῶς βάσιμον νὰ προβοῦν εἰς τὴν χαριστικὴν αὐτὴν πρᾶξιν. Δὲν εἶναι περίεργον, ἑπομένως, ἐὰν καὶ ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μας πλευρᾶς ἐξεδηλώθη ἡ αὐτὴ ἀπορία ἀφοῦ αἱ κατ’ ἐξοχὴν ἁρμόδιοι μέχρι καὶ τῆς 23ης Ἰανουαρίου, ἠγνόουν καὶ ἠμφισβήτουν ἐὰν ἔχουν αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ ἀναθέτουν εἰς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν περαιτέρω νομικὰς μελέτας ἐπὶ τοῦ θέματος... Τὴν 15ην Ὀκτωβρίου τὸ Ὑπουργεῖον προβαίνει εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν ὅτι ἐγκρίνει τὴν τρίμηνον παράτασιν. Ἡ ἔγκρισις τῆς τριμήνου παρατάσεως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον διατυποῦται ὡς ἑξῆς: «Εἰς ἀπάντησιν τῆς αἰτήσεώς σας πρὸς ἡμᾶς ἀνακοινοῦμεν ὅτι ἐγκρίναμεν κατόπιν ὁμοφώνου γνώμης τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεταλλείων ὅπως παραταθῇ ἐπὶ τρεῖς εἰσέτι μῆνας ἡ 10μηνος προθεσμία. Καὶ συνεχίζει τὸ Ὑπουργεῖον: «Ἡ παράτασις αὕτη παρέχεται ὑμῖν οὐχὶ πρὸς ἐκτέλεσιν δοκιμῶν τοῦ μεταλλεύματος, ἀλλὰ πρὸς συγκέντρωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἤδη γενομένων ὑφ’ ὑμῶν δοκιμῶν.... τακτοποιουμένου τοῦ πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. χρέους τοῦ Βρυώνη καὶ τῶν λοιπῶν πιστωτῶν αὐτοῦ καὶ τερματισμὸν τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῶν μισθωτῶν τούτου πρὸς κατάρτισιν τῆς ὁριστικῆς συμβάσεως». Τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὰς 15 Ὀκτωβρίου ἐγκρίνει τὴν 3μηνον παράτασιν καὶ δίδει ἐντολὴν εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐντὸς τῆς 3μήνου αὐτῆς προθεσμίας νὰ τερματίσῃ τὰς διαπραγματεύσεις μὲ τὸν μισθωτὴν πρὸς κατάρτισιν τῆς ὁριστικῆς συμβάσεως. Ἐπειδή, εἶχε ζητήσει ἡ ξένη ἑταιρία νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς παρουσίας τοῦ μισθωτοῦ Βρυώνη, μήπως ἐμπλακῇ εἰς τὰς ἰδικάς του ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις, τὸ Ὑπουργεῖον εὑρίσκει ὅτι τὸ αἴτημα εἶναι ἀδικαιολόγητον, διότι εἶναι δυνατὸν ἄριστα, κατὰ τὸ Ὑπουργεῖον, νομικῶς νὰ γίνῃ ἡ μεταβίβασις τῶν μισθωτικῶν δικαιωμάτων, χωρὶς κανένα κίνδυνον ἐμπλοκῆς τῆς ξένης ἑταιρίας. Ἑπομένως καὶ τὸ νομικὸν αὐτὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἦτο πράγματι, ἄξιον ἐξετάσεως καὶ διὰ τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἡ ἑταιρία διετύπωσε παρατηρήσεις, διότι εὐλόγως δὲν ἤθελε νὰ ἐμπλακῇ εἰς ὑποχρεώσεις τοῦ μισθωτοῦ, διευθετεῖται ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργείου. Λέγει τὸ Ὑπουργεῖον: «Ἐπὶ τοῦ δευτέρου αἰτήματος ὑμῶν ὅπως συναφθῇ ἀπ’ εὐθείας ἡ σύμβασις μετὰ τοῦ Δημοσίου, ἀνακοινοῦμεν ὑμῖν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἤθελε παραιτηθῇ ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἐκχωρήσῃ εἰς ὑμᾶς τὰ ἐκ τῆς συμβάσεως δικαιώματά του, ἡ δὲ πρᾶξις αὕτη ἤθελε ἐγκριθῇ παρ’ ἡμῶν, αὐτονόητον εἶναι ὅτι καθίστασθε ὑμεῖς πλέον μισθωτὴς τοῦ μεταλλείου τοῦ ἐκδοχέως οὐδεμίαν δυναμένου πλέον νὰ ἔχῃ ἀνάμιξιν εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου». Κατὰ συνέπειαν, νομικῶς, καθοδηγεῖ πλήρως τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ξένην ἑταιρίαν καὶ τὴν καθησυχάζει ὅτι, μὲ αὐτὸν τὸν τύπον τῆς νομικῆς σχέσεως, προφυλάσσεται πλήρως καὶ ἀπολύτως, διευθετοῦσα τὰς σχέσεις της μὲ τὸν Βρυώνην καὶ εἶναι ἐλευθέρα πρὸς ἀνεμπόδιστον συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν της. Αὐτὸ εἶναι τὸ κείμενον τῆς 15.10.56. — Ἔγκρισις τριμήνου παρατάσεως. — Ἀπὸ τῆς 15.10.56 μέχρι τῆς 14.11.56 ὑπάρχει ἀπόστασις ἑνὸς μηνός. Οὐδὲν συνέβη κατὰ τὸν μῆνα αὐτόν. Καὶ εἰς τὰς 14 Νοεμβρίου, ἐν αἰθρίᾳ πίπτει ὁ κεραυνὸς τῆς ἐκπτώσεως! Ἀπροόπτως τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας ἀπευθύνει ἔγγραφον καὶ ζητεῖ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ Βρυώνη.— Διατί; Εἶναι ἀνεξήγητον. Ἀνεζήτησα ὅλα τὰ κείμενα, ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Βιομηχανίας, δὲν κατώρθωσα νὰ ἔχω ἀπάντησιν. Τὸ κείμενον ἔχει ὡς ἑξῆς, πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ, διότι εἶναι βαρυσήμαντον. «Τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, γράφει τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν Μεταλλείων, ἔχει μισθώσει εἰς τὸν Βρυώνην, εἰς τὴν περιφέρειαν Βάβδου, τῆς Χαλκιδικῆς, μεταλλεῖον λευκολίθου. Ὡς ἐκ τῶν ἐγγράφων προκύπτει — ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς ἔκπτωσιν — εἶναι ταῦτα τοῦ 1953, τοῦ 1954, ἐλάχιστα τοῦ 1955 καὶ ἓν τοῦ 1956, ἕνα μόνον, τῆς Χωροφυλακῆς Γαλατίστης.
§21Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Ὀρθῶς, κύριε Πρόεδρε.
§22Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὀρθότατα. Διατί διακόπτετε, ἀφοῦ εἶναι ὀρθότατα καὶ διὰ σᾶς καὶ δι’ ἐμέ; Διότι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρὸν ἔχει ἤδη ἐπέλθει ἡ τάξις, αἱ ἀταξίαι ἀνήκουν εἰς τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἔχει διευθετηθῆ διὰ τῆς νέας συμβάσεως. Καὶ γίνεται ἓν εἶδος ἀρχαιολογικῆς ἐρεύνης καὶ ἀναζητοῦνται ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα αἱ εὐθῦναι τοῦ παρελθόντος! Καὶ λέγει ἡ ἀπόφασις: «Ἤδη ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 231) 16.10.1954, 2) 11) 1954, 4) 9) 1954, 27) 10) 1953, — διότι δὲν ὑπάρχουν ἄλλα — καὶ ὑπ’ ἀριθ. 1 τῆς Χωροφυλακῆς Γαλατίστης τοῦ 1956...». Εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ τὴν ἀναζητήσω, διὰ νὰ εὕρω ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ ἀποφασιστικὸν νέον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπηρέασε τὴν λῆψιν ἀποφάσεως. Εἶναι ὅτι ἡ Χωροφυλακὴ ἀπαντᾷ ἐπὶ ἐρωτήματος τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ὁ Βρυώνης εἰς μίαν ἀποθήκην εἶχε ἐπιτρέψει προσωρινὴν ἀποθήκευσιν σανοῦ διὰ νὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ τὴν καταστροφὴν καὶ μετ’ ὀλίγας ἑβδομάδας ἐξεκενώθη. Αὐτὸ ἦτο τὸ στοιχεῖον τῆς εὐθύνης τοῦ 1956. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι στοιχεῖα ἀρχαιολογικά. Καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἱστορίας τοῦ παρελθόντος κηρύσσεται ἔκπτωτος. Τί σημαίνει τοῦτο, κύριοι βουλευταί; Σημαίνει ὅτι τὸ σύνολον τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ Ἕλληνος, περιέρχεται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου, δηλαδὴ ἐκτελεῖται οἰκονομικῶς. Πότε; Ὅταν ἔχῃ ὁ ἴδιος εὕρει τὴν ξένην ἑταιρίαν, ὅταν ἀφ’ ἧς τὴν εὗρε ἐδεσμεύθη διὰ νὰ μὴ συνεννοηθῇ μὲ κανένα ἄλλον, μὲ τὸν ὁποῖον νὰ διευθετήσῃ τὰς οἰκονομικάς του σχέσεις, καὶ ὅταν ἔχῃ ἐξηγηθῆ μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὅταν εὐδοκιμήσουν αἱ ἔρευναι θὰ καταρτισθῇ σύμβασις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία θὰ τακτοποιήσῃ τὰς σχέσεις των. Ἐρωτῶ, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ποῖος ἔχει ἀνάγκην «πολιτικῆς ἀγωγῆς», ὁ Βρυώνης ἢ τὸ Κράτος; (Χειροκροτήματα).
§23Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Εἶναι ἐρώτημα, θέλετε ἀπάντησιν;
§24Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαντᾶτε, εἰς κάθε περικοπήν, διότι τότε πλέον εἶναι διάλογος, ὄχι ἀγόρευσις. Λέγει, λοιπόν, τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ἐρώτημά του πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν Μεταλλείων. «Ὁ ρηθεὶς μισθωτὴς — ἀναφέρει τὸ ἱστορικὸν — ὁ ρηθεὶς μισθωτὴς τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος δημοσίου μεταλλείου, Βρυώνης, ἔπαυσε νὰ ἐργάζεται εἰς τὸ μίσθιον ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑπερβάντος τὴν 3ετίαν πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ Δημοσίου». Κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος ἔχει παύσει διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐνέκρινε τὸ Ὑπουργεῖον. Ἑπομένως, θὰ εἶναι ἐντελῶς περίεργον νὰ τοῦ καταλογίζῃ εὐθύνην διὰ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἐνέκρινε καὶ διὰ τῆς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τὸν ἐδέσμευσε. «Ἐπειδὴ αἱ ὡς ἄνω πράξεις καὶ παραλείψεις τοῦ ρηθέντος μισθωτοῦ — συνεχίζει τὸ ἔγγραφον — ἀντιβαίνουν εἰς τὸν σκοπὸν τῆς μισθωτικῆς συμβάσεως, ζητοῦμεν ὅπως γνωμοτεύσητε ἐπὶ τῆς ἐκπτώσεως...». Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Μεταλλείου κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἱστορεῖ τὸ παρελθόν, καὶ λέγει: «Ἡ ὑπηρεσία εἶχε καταλήξει εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐκπτώσεως, ἀπευθύνασα τὸ ἀπὸ 2.12.55 ἔγγραφον ἐρώτημα πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν Μεταλλείων περὶ ἐπιβολῆς κατ’ αὑτοῦ τῶν ἐκ τῆς συμβάσεως προβλεπομένων κυρώσεων — εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου —τὸ ἐρώτημα ὅμως, τοῦτο, δὲν συνεζητήθη τότε, λόγῳ ἐμφανίσεως, ὡς γνωστόν, τῆς ἀλλοδαπῆς ἑταιρίας, αἰτησαμένης προσωρινὴν ἐκχώρησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Βρυώνη, ἀπέχοντος καὶ ἐξακολουθοῦντος νὰ ἐπιδεικνύῃ πλήρη ἀδιαφορίαν...». Σᾶς ἐρωτῶ: Εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διατύπωσις ἐντὸς ἑνὸς κειμένου τοῦ Συμβουλίου Μεταλλείων, ὅταν εἶναι δεδομένον ὅτι εἶχε μισθώσει ἐπὶ ἓν ἔτος τὸ μεταλλεῖον, ὅτι ὁ μισθωτής, ὑπεχρεώθη νὰ μὴ προβῇ εἰς ὑπομίσθωσιν πρὸς οὐδένα καὶ ὅτι ὑπεχρεώθη ἀντιθέτως νὰ ἀναμείνῃ τὸ ἀποτέλεσμα; Καί, ἐν τούτοις, αὐτὸ τὸ ψεῦδος δὲν διστάζει τὸ Συμβούλιον Μεταλλείων νὰ τὸ περιλάβῃ εἰς τὴν ἐπίσημον ἔκθεσίν του...». Λέγει, λοιπόν: «Τὸ ἐρώτημα δὲν συνεζητήθη λόγῳ ἐμφανίσεως τῆς ἀλλοδαπῆς ἑταιρίας. Ἤδη, ἐπειδὴ ἡ κατάστασις αὐτὴ ἐν τῷ μισθίῳ συνεχίζεται τοῦ μισθωτοῦ Βρυώνη, ἀπέχοντος καὶ ἐξακολουθοῦντος νὰ ἐπιδεικνύῃ πλήρη ἀδιαφορίαν, διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου, κατόπιν τούτου γνωμοδοτοῦμεν ὑπὲρ τῆς ἐκπτώσεως». Τὸ Ὑπουργεῖον κατόπιν αὐτῆς τῆς γνωμοδοτήσεως ἐπαναλαμβάνει τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα, ὅτι ὁ Βρυώνης ἐγκατέλειψε τὸ μίσθιον... διέκοψε τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου, ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον μέχρι σήμερον καὶ κατόπιν αὐτῶν — τὸ διατακτικὸν τῆς ἀποφάσεως: «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει σύμφωνον καὶ ὁμόφωνον γνώμην τοῦ Συμβουλίου Μεταλλείων, κηρύσσομεν ἔκπτωτον τὸν ρηθέντα μισθωτὴν τοῦ δημοσίου μεταλλείου Βάβδου–Χαλκιδικῆς, καὶ διατάσσομεν τὴν ἔκπτωσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πάσης ἐγγυήσεως. Ἅπασαι αἱ ὑπὸ τοῦ μισθωτοῦ γενόμεναι ἐγκαταστάσεις τοῦ μεταλλείου καὶ ἔργα περιέρχονται συμφώνως τῷ ἐνάτῳ ὅρῳ τῆς συμβάσεως, εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου, ἄνευ ἀποζημιώσεώς τινος». Πλήρης ἐκτέλεσις! Καὶ ἐρωτᾶται: Διατί; Τί παρενεβλήθη μεταξὺ τῆς 15 Ὀκτωβρίου, ὁπότε ἐδόθη ἡ τρίμηνος παράτασις καὶ προσδιωρίσθη ὅτι ἐντὸς αὐτῆς πρέπει νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ σύμβασις Βρυώνη καὶ ἑταιρίας, ὥστε ἕνα μῆνα βραδύτερον, ἐντὸς τῆς τριμήνου αὐτῆς προθεσμίας, ἀνεξηγήτως, ἀναιτιολογήτως, μὲ τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἱστορίας, μὲ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ παρελθόντος, νὰ κηρύσσεται ἀπροόπτως ἔκπτωτος; Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα θέμα, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι. Διατί; Θὰ πρέπει νὰ δώσω καὶ μίαν πληροφορίαν εἰς τὸ Σῶμα, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀπὸ ἀσφαλῆ πηγήν: Ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτοῦ τοῦ δεκαμήνου ἢ ἑνδεκαμήνου, ὁ Βρυώνης ἠμείβετο ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν. Ἐλάμβανε 500 δολλάρια μηνιαίως. Εὐλόγως, διότι καὶ μισθωτικὰ δικαιώματα εἶχε καὶ ἰδίαν περιουσίαν εἶχε ἐπὶ τοῦ μεταλλείου, ἡ ὁποία προσετίθετο εἰς ὅσα ἀπεκτήθησαν ἐκ τοῦ δανείου. Καὶ ὅταν ὁ ἀτυχὴς ἔλαβε τὴν κοινοποίησιν τῆς ἐκπτώσεως προέβη εἰς μίαν διαμαρτυρίαν τὴν 31.12.56, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληγε: «Προσκαλῶ ὑμᾶς» — πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Βιομηχανίας — «νὰ ἀνακαλέσητε τὴν ἀπόφασίν σας περὶ κηρύξεώς μου ἐκπτώτου ἐκ τῆς μισθώσεως τοῦ μεταλλείου, ἄλλως διαμαρτύρομαι καὶ δηλῶ, ὅτι θέλω ἐπιδιώξει τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀκυρότητος τῆς ἀποφάσεως ταύτης». Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐπερώτησις αὐτὴ τῆς συμβάσεως τοῦ μεταλλείου Βάβδου περιέχει δύο πράξεις: Ἡ πρώτη πρᾶξις καταλήγει εἰς τὴν ἔκπτωσιν. Ἡ δευτέρα πρᾶξις περιέχει τὴν σύμβασιν καὶ ὡς σύναψιν καὶ ὡς ἐκτέλεσιν. Καὶ εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἐκπτώσεως τὴν ὁποίαν τώρα ἔπειτα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα ἠμποροῦμε νὰ κρίνωμεν, νὰ χαρακτηρίσωμεν. Ἡ ἀπόφασις τῆς ἐκπτώσεως πρῶτον, παραβιάζει τὰ χρηστὰ ἤθη τῶν συναλλαγῶν. Ἐβεβαιώθη καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Διότι τὸ Δημόσιον συμβάλλεται μὲ τὴν ἑταιρίαν τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ Βρυώνης. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν πρῶτον ὁμιλητήν, καὶ τὸ συνωμολόγησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας, ὅτι εἰς τὰς ἰδιωτικὰς συναλλαγὰς αὐτὸ θὰ ἐθεωρεῖτο ἀθέμιτον.
§25Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Ὄχι ἀθέμιτον. Ἐπειδὴ μὲ ἀνεφέρατε, εἶπον ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Ἂν ἐδιώκουν ἰδικήν μου περιουσίαν, θὰ ἠδυνάμην νὰ μὴ διατάξω τὴν ἔκπτωσιν τοῦ Βρυώνη, καὶ πράγματι οὕτω θὰ ἔπραττον. Ἐπειδή, ὅμως, ἤμην διαχειριστὴς τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου, ὅπως θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅταν θὰ ὁμιλήσω, εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ δαμάσω τὰ οἱαδήποτε φιλάνθρωπα αἰσθήματά μου ἀπέναντι τοῦ καλοῦ, πράγματι, κατὰ τὸ παρελθόν, αὐτοῦ μισθωτοῦ καὶ νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον μου, τὸ ὁποῖον συνίστατο εἰς τὸ νὰ διαφυλάσσω τὴν λειτουργίαν τοῦ μεταλλείου, δηλαδὴ τὸν βίον ἑκατοντάδων ἐργατῶν, καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς οἰκονομίας, τὰ ὁποῖα πάντα, ὅπως θὰ σᾶς ἀποδείξω, δὲν ἠδυνάμην, κύριε Πρόεδρε, νὰ διασφαλίσω, παρὰ μόνον διὰ τῆς ἐκπτώσεως ἡ ὁποία, ὅπως θὰ σᾶς ἐξηγήσω, καὶ νομιμωτάτη ὑπῆρξε καὶ ἠθικῶς ἐπιβεβλημένη. Ἡ θέσις ἡ ἰδική μου εἶναι ὅτι εὔνοιαν θὰ ἔκαμνον ἂν δὲν προέβαινον εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς ἐκπτώσεως ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐτέλουν. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ Συμβούλιον, τῶν Μεταλλείων, τὸ ὁποῖον εἶχε πρὸ μηνὸς καὶ ὀλίγων ἡμερῶν ἐγκρίνει τὴν παράτασιν, τὸ ἴδιον Συμβούλιον τῶν Μεταλλείων ἐνέκρινε καὶ τὴν ἔκπτωσιν, προεδρευόμενον μάλιστα ἀπὸ ἀνεπίληπτον ἀνώτατον δικαστήν, καὶ ἐνέκρινε καὶ τὴν παράτασιν καὶ τὴν ἔκπτωσιν ὁμοφώνως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§26Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι διακοπὴ αὐτή;
§27Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Σᾶς ζητῶ συγγνώμην, κύριε Πρόεδρε.
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅταν, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, τὸ Ὑπουργεῖον πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἔχει ἐγκρίνει τρίμηνον παράτασιν, ἐντὸς τῆς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τῇ μερίμνῃ του περὶ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς Χώρας, τῶν οἰκονομικῶν, ὁρίζει ὅτι δίδει τὴν τρίμηνον παράτασιν διὰ νὰ γίνῃ σύμβασις Βρυώνη καὶ ἑταιρίας, ὅταν ἡ ἑταιρία ζητῇ τὴν τρίμηνον παράτασιν διὰ νὰ κάμῃ τὴν σύμβασιν Βρυώνη, καὶ ἑταιρίας, ἡ ἠθικὴ τάξις ἐπιβάλλει εἰς Κράτος ἔντιμον νὰ τηρήσῃ τὸν λόγον του. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως)... Διότι δὲν ὑπερασπίζει συμφέροντα τῆς ἑταιρίας. Ἂν ἐνόμισεν ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας παρεβιάζοντο καὶ μόνον ἡ ἔκπτωσις τὰ σώζει, δὲν ἐδικαιοῦτο οὔτε νὰ δώσῃ ἀρχικῶς τὴν 10μηνον προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁρίζει ὅτι θὰ λήξῃ μὲ σύμβασιν Βρυώνη καὶ ἑταιρίας, οὔτε νὰ δώσῃ τὴν τρίμηνον παράτασιν, ἐντὸς τῆς ὁποίας, καὶ πάλιν ὁρίζει, ὅτι αὕτη θὰ λήξῃ μὲ σύμβασιν Βρυώνη καὶ ἑταιρίας. Ἂν τὸ Κράτος δὲν ἐγνώριζε τὶ τῷ ἐγίνετο καὶ ἔδιδεν αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν καὶ τότε εὐθύνεται δι’ ἀνεπάρκειαν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς καταστάσεως. Ἢ γνωρίζει τὶ ὑπογράφει καὶ τί διατάσσει καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ συνέπειαν πρὸς ὅ,τι ἀρχικῶς ὑπέγραψε καὶ διέταξε ἢ δὲν γνωρίζει. Παρεβίασε τὴν ἠθικὴν τάξιν ὄχι ἁπλῶς διότι ζημιοῖ τὸν Βρυώνην, ἀλλὰ διότι ἀνακαλεῖ τὸν ἰδικόν του λόγον καὶ τὴν ἰδικήν του ὑπογραφήν. Καὶ θέλομεν ἡ Πολιτεία νὰ τιμᾷ τὴν ἰδικήν της ὑπογραφήν. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος τοῦ ἐντίμου Κράτους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον παραβίασις ἠθικῆς τάξεως, εἶναι καὶ πρᾶξις ἄδικος. Εἶναι πρᾶξις ἄδικος, διότι ὁ Βρυώνης ἦτο καλῆς πίστεως, διέθεσεν ὅσα ἠδύνατο ἐξ ἰδίων, εὗρεν αὑτὸς τὴν ξένην ἑταιρίαν καὶ ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ στοργή, μὲ ὅλα ταῦτα τὸν ἀδικεῖ τὸ Κράτος μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐκπτώσεως. Δὲν παραβιάζει μόνον τὴν ἠθικὴν τάξιν καὶ τὸν λόγον του τὸ Κράτος, δὲν διαπράττει μόνον ἀδικίαν, ἀλλὰ ἐπίσης, παρανομεῖ, παραβιάζει τὸν νόμον. Παραβιάζει δὲ τὸν νόμον, διότι ἐκδίδει ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ χρόνου ἀντιφατικὰς ἀποφάσεις. Ἐκδίδει τὴν ἀπόφασιν τῆς τριμήνου παρατάσεως καὶ προτοῦ λήξῃ τὸ τρίμηνον, μετὰ ἕνα μῆνα, καταργεῖ αὐτὴν τὴν παράτασιν καὶ κηρύσσει τὴν ἔκπτωσιν. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τὸ Κράτος, διαπράττει παρανομίαν. Καὶ ἐπίσης ἐπιχειρεῖ πρᾶξιν δυναμένην νὰ ἀχθῇ ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, δεδομένου ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, καὶ αἱ προθέσεις τὰς ὁποίας ἐπικαλεῖται, καθόσον ἀφορᾷ τὸν τελευταῖον χρόνον, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι κατὰ τὸν τελευταῖον χρόνον δὲν εἶναι ἐξ οἰκείας ὑπαιτιότητος ὁ Βρυώνης μακρὰν τῶν ἐργασιῶν του, εἶναι κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τὴν ξένην ἑταιρίαν καὶ μὲ τὴν ἔγκρισιν τῆς Πολιτείας. Καὶ δὲν ἠδύνατο, ἐφ’ ὅσον αὐτὰ προηγήθησαν, νὰ θεωρῆται ἐκεῖνος ὑπεύθυνος. Καὶ διαπιστοῦται ἀπὸ τὰ κείμενα μία βαρεῖα νομικὴ πλάνη τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. Εἰς ἀπάντησιν, πρὸς ἔγγραφον τῆς ἑταιρίας, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναγνώσω ἐν συνεχείᾳ, λέγει: «Ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθωμεν εἰς συνεννόησιν μέχρις ὅτου ὁριστικοποιηθῇ ἡ ἔκπτωσις». Αὐτὸ προφανῶς σημαίνει ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ ἡ δίμηνος προθεσμία τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Αὐτὸ εἶναι πλήρης παρεξήγησις τῆς νομικῆς σχέσεως, ἡ ὁποία ὑφίστατο. Ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν εἶναι ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις προσφυγῆς τοῦ Βρυώνη εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκπτώσεως εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας δὲν τὸ ἤντλησεν ἀπὸ τὸ ΙΜΠΕΡΙΟΥΜ τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι πρᾶξις Διοικήσεως. Τὸ ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν σύμβασιν, ἀπὸ τὴν σύμβασιν ἰδιωτικοῦ δικαίου. Καὶ ἑπομένως δικαιοῦται ὁ πολίτης νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, καὶ ἐπικαλούμενος τὴν τελευταίαν 10μηνον παράτασιν, τὴν τελευταίαν τρίμηνον παράτασιν, τὴν ἀντίφασιν τοῦ Κράτους πρὸς ἑαυτό, τὴν ἐπίκλησιν ἀνακριβῶν ἰσχυρισμῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τελευταῖον χρόνον, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας. Καὶ εἰς αὐτὸν τὸν κίνδυνον εἴμεθα ἐκτεθειμένοι, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἐκ τῶν ὑστέρων συνεννόησις ἑταιρίας καὶ κληρονόμων, ἢ τοῦ Νοσοκομείου Ἀργοστολίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ τελικὸς κληρονόμος. Αὐτὰ εἶναι τὰ συμπεράσματα ἀπὸ τὴν πρώτην πρᾶξιν. Εἶναι ὅτι ἀπρόοπτος, ἀνεξήγητος εἶναι ἡ ἔκπτωσις ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς μετὰ τὴν τρίμηνον παράτασιν. Καὶ ἡ ἔκπτωσις αὐτὴ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα, πρῶτον, παραβιάζει τὴν ἠθικὴν τάξιν, διότι τὸ Κράτος παραβαίνει τὸν λόγον του καὶ τὴν καλὴν πίστιν τῶν συναλλαγῶν. Δεύτερον, εἶναι ἄδικος, διότι ἐκτελεῖ ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου ἕνα ἔντιμον Ἕλληνα ἐπιχειρηματίαν, χάριν τῆς ξένης ἑταιρίας. Γνωρίζω ὅτι εἰς τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις αἱ διακρίσεις εἶναι ἀχάριστοι, ἀλλὰ ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ ἠδύνατο νὰ μείνῃ ὁ Βρυώνης διὰ νὰ τὸν ἀποζημιώσῃ ἡ ξένη ἑταιρία καὶ αὐτὸς ὁ ὑπερέλλην ἀντιπρόσωπός της ἐφ’ ὅσον ἠδύναντο νὰ τοῦ δώσουν τὰ μισθωτικά του δικαιώματα, ἦτο ἀνάγκη ἀπὸ ὑμᾶς νὰ ἐκτελεσθῇ; Εἶναι ἐπίσης παράνομος ἡ ἔκπτωσις, διότι ἐντὸς τριμήνου, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἐχορήγησεν, ἀντιφάσκει πρὸς ἑαυτό, ἀνακαλεῖ τὴν ἀπόφασίν του καὶ κηρύττει τὴν ἔκπτωσιν μετὰ ἕνα μῆνα. Καὶ εἶναι τελικῶς, ἐνδεχομένη ἡ ἀκύρωσις, διότι τὴν ἀκυρότητα, θὰ κρίνουν τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συμβάσεως ἰδιωτικοῦ δικαίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μας κριτικὴ διὰ τὴν περιπέτειαν τῆς ἐκπτώσεως. Καὶ τώρα θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν δευτέραν πρᾶξιν. Κύριοι βουλευταί, ἐτέθη τὸ ἐρώτημα ἐὰν θὰ ἔπρεπε ἴσως νὰ ἐνεργηθῇ διαγωνισμός. Τὸ θέμα εἶναι πράγματι ἐπίμαχον. Εὐτύχημα θὰ ἦτο νὰ εἴχομεν μίαν τεχνικὴν συγκρότησιν εἰς τὴν χώραν, ἡ ὁποία νὰ συμπληρώνεται μὲ μετάκλησιν ἴσως ἑκάστοτε ὀλίγων τεχνικῶν ἐξαιρετικῆς εἰδικότητος, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ὅλος ὁ πλοῦτος τῆς χώρας νὰ τελῇ ὑπὸ ἰδικήν μας ἐκμετάλλευσιν. Δὲν εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας ἔχομεν αὐτὴν τὴν τεχνικὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν. Θὰ τὸ ηὐχόμην ὅμως, ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ νομίζω ὅτι εἰς αὐτὸ πάντοτε θὰ ἔπρεπε νὰ κατατείνωμεν, ἐκτιμῶντες τὰς δυνατότητες, αἱ ὁποῖαι ἑκάστοτε προσφέρονται. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ θέμα τῆς προκηρύξεως διαγωνισμοῦ ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ θέμα ἐπίμαχον, παραμένει ἄλλο ἐρώτημα: Διατὶ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἑταιρίας, αἱ ὁποῖαι ὑπέβαλον σχετικὰς αἰτήσεις, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔδωσε καμμίαν προσοχὴν καὶ καμμίαν ἀπάντησιν; Γνωρίζω τὰς ἀπαντήσεις αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ὑποστηρίζει ὅτι δὲν εἶχον μεγάλην ἐπιφάνειαν, ὅτι δὲν εἶχον οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν, διότι ἤδη ὀφείλουν εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. Τὰ ἐρωτήματα, ὅμως, τὰ ὁποῖα τίθενται εἶναι τὰ ἀκόλουθα: Πρῶτον, ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ Βαλταζάνος, ὑποβάλλει αἴτησιν τὴν πρώτην Δεκεμβρίου, δηλαδὴ τέσσαρας ἡμέρας μετὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν Τσίρην, δι’ οὗ ἀνεκοινώθησαν οἱ προκαταρκτικοὶ ὅροι, διότι ἡ σύμβασις ὑπεγράφεται τὴν 21ην Φεβρουαρίου. Ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον τοῦ Ὑπουργείου; Νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Καὶ ὅμως δὲν δίδει ἀπάντησιν. Παραβιάζει τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ὑποχρεώνει τὸ Κράτος νὰ δίδῃ ἀπάντησιν εἰς τὰς ἀναφοράς. Θὰ λεχθῇ ἡ ἀντίρρησις, ὅτι δὲν τηρεῖται πάντοτε αὐτὸ τὸ χρέος. Ἀνήκει, ὅμως, αὐτὴ ἡ περίπτωσις εἰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν ἀπάντησιν. Καὶ τί ζητεῖ ὁ Ἕλλην πολίτης; Ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ποῖοι εἶναι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως. Μὲ ποῖον δικαίωμα τὸ Ἑλληνικὸν Ὑπουργεῖον εἰς τὸν Ἕλληνα πολίτην ἀρνεῖται αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν; Ὤφειλε νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Δὲν εἶναι μυστικὰ τοῦ Κράτους. Ἡ δημοσιότης, ἰδίως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων εἶναι ἀπαραίτητος. Δὲν εἶναι ἀπόρρητα τοῦ Κράτους οἱ ὅροι τῶν μισθώσεων. Καὶ θὰ παρείχετο ἡ εὐκαιρία ἐνδεχομένως νὰ ὑπάρξῃ ἅμιλλα. Ἅμιλλα ἐπιχειρημάτων ἐκ τοῦ παρελθόντος ὅτι ὡς πρὸς τὸ παρελθόν, δὲν εἶχεν ἐκδηλωθῆ προθυμία ξένων σοβαρῶν ἑταιριῶν. Ἀλλὰ εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἦτο γνωστὴ ἡ ποιότης τοῦ μετάλλου. Ἀφ’ ἧς ὅμως, ἐβεβαιώθη ἡ ἔξοχος ποιότης τοῦ μετάλλου, ὅλα ἦσαν ἐνδεχόμενα. Καὶ οἱ ἄλλοι, ὅσοι ἀσχολοῦνται ἀποκλειστικῶς μὲ τὰ μεταλλεῖα, εἶναι εὔλογον ὅτι θὰ ἀνεζήτουν εὐκαιρίαν διὰ νὰ γίνουν ἀνταγωνισταί. Μὲ ποῖον δικαίωμα, λοιπόν, τὸ Ὑπουργεῖον ἀρνεῖται ἀπάντησιν; Αὐτὸ εἶναι ἕνα καίριον ἐρώτημα, εἰς τὸ ὁποῖον λυποῦμαι ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν εὗρον ἀπάντησιν. Καὶ ὁ Βαλταζάνος, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω οὔτε κατ’ ὄψιν, μόλις τώρα ἀκούω τὸ ὄνομά του, ἐκ τῶν στοιχείων ποὺ ἔχω ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι ἀξιόλογος εἰς τὸ εἶδος του, διότι εἶναι τέταρτος εἰς τὸν πίνακα τῶν μεταλλευτῶν καὶ ἀπὸ ἕνα πίνακα τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Μεταλλείων Θεσσαλονίκης, διαπιστοῦται, ὅτι ἔχει 240 ἐργάτας καὶ ἀπὸ ἕνα ἄλλο πίνακα, ὅτι εἰσάγει κατ’ ἔτος ἀπὸ τὰς ἐξαγωγὰς μεταλλεύματος 250–300.000 δολλάρια. Εἶναι ἑπομένως ἀξιόλογος. Ἀναγκάζεται τὸν Ἀπρίλιον νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ ἀπευθύνῃ τὸ ἀκόλουθον ἐρώτημα, ἀφοῦ εἰς τὸ πρῶτον, τὴν 1ην Δεκεμβρίου, δὲν ἔλαβε καμμίαν ἀπάντησιν. Τὸ ἀρχικὸν ἔγγραφον τῆς 1ης Δεκεμβρίου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας. Πληροφορηθέντες ὅτι ὁ μισθωτὴς τοῦ μεταλλείου Βάβδου Βρυώνης ἐξέπεσε τοῦ δικαιώματός του ἐκμεταλλεύσεώς του ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω μεταλλείου καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς τυγχάνομεν κυρίως κατ’ ἐπάγγελμα καὶ κατὰ σκοπὸν ἐκμεταλλευταὶ μεταλλείων λευκολίθου καὶ παραγωγῆς καυστικῆς μαγνησίας, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως εὐαρεστούμενοι μᾶς γνωρίσητε τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους δέον νὰ γίνῃ ἡ νέα μίσθωσις, διότι προτιθέμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας τῆς ἐκμισθώσεως τοῦ μεταλλείου τούτου ὑφ’ ἡμῶν». Οὐδεμία ἀπάντησις. Κατὰ τὸν Ἀπρίλιον ἐπανέρχεται ὁ Ἕλλην πολίτης. Ἀπευθύνει νέαν αἴτησιν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 15 Ἀπριλίου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας. «Καίτοι δὲν ἐτύχομεν μέχρι στιγμῆς οἱασδήποτε ἀπαντήσεώς σας εἰς τὴν ἀπὸ 1.12.56 ἐπιστολήν μας, πληροφορηθέντες τοὺς ὅρους τῆς ὑπογραφείσης μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῆς ἑταιρίας συμβάσεως, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς τὸ ἀνωτέρω μεταλλεῖον, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς κυρίως ὅρους, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλέον μὲ τὰς κάτωθι εὐνοϊκωτέρας διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν τροποποιήσεις. Καὶ προσδιορίζει ὡρισμένας τροποποιήσεις. Καὶ ἐπάγεται εἰς τὸ τέλος: «Ἐὰν ἡ παροῦσα μας γίνῃ δεκτή, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ὑποβάλωμεν αἴτησιν εἰσαγωγῆς ξένων κεφαλαίων, ὑπὸ τύπον δανείου, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐπενδύσεων καὶ προστασίας ξένων κεφαλαίων, βέβαιοι ὄντες, ὅτι θὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν παροῦσαν μας πρὶν εἰσαχθῇ ἡ ὑπογραφεῖσα σύμβασις εἰς τὴν Βουλήν». Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, μετὰ ἕνα μῆνα, δίδει τὴν ἀκόλουθον ἀπάντησιν: «Ἀνακοινοῦμεν ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἡ αἴτησίς σας αὕτη δὲν συνοδεύεται ὑπὸ ἀναλόγου ἐγγυήσεως διασφαλίσεως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τῶν προτάσεών σας». Ἐδῶ, εἰς τὰ κείμενα, τῶν ὁποίων ἐλάβομεν γνῶσιν, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ξένης ἑταιρίας, ὁ εὐγενὴς αὐτὸς Ἕλλην, διαρκῶς ἀρχίζει μὲν τὴν δήλωσιν: «Κατόπιν τῆς προφορικῆς μας συνεννοήσεως, σᾶς λέγω αὐτὰ καὶ ἐκεῖνα». Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον καὶ εἰς ἕνα μετριώτερον Ἕλληνα νὰ ἐπικοινωνήσῃ προσωπικῶς, εἰς τρόπον ὥστε προφορικῶς νὰ γίνῃ ἑκατέρωθεν ἡ διευκρίνισις τῶν ἀπόψεων. «Ἡ αἴτησίς σας δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι τὸ Δημόσιον ὑπέγραψε μετὰ τῆς ἀνωτέρω ἑταιρίας σχετικὴν σύμβασιν». Ἐν τούτοις τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὑπέγραψε μόνον, ἀλλὰ δὲν εἶχε κυρώσει ἡ Βουλή. Ἐδήλωσε μάλιστα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι καὶ μέχρις ἐκείνης ἀκριβῶς τῆς ὥρας θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ ἐδέχθη προτάσεις, φθάνει νὰ ἐπείθετο, ὅτι ἦσαν καλύτεραι. Ἡ πληροφορία, λοιπόν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὸν Ἕλληνα πολίτην, δὲν συμπίπτει μὲ τὴν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἐνώπιον τῆς Νομοθετικῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι ὑπέγραψε μέν, ἀλλὰ εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἀποστῇ μέχρι τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως. Καὶ ἡ κύρωσις δὲν εἶχεν ἐπέλθει. Καὶ συνεχίζει τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου: «Ἐπίσης, ἡ ἀπὸ 1ης Δεκεμβρίου 1956 προηγουμένη αἴτησίς σας δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ὡς ὑποβληθεῖσα μετὰ τὴν πρὸς τὴν ἄνω ἑταιρίαν γενομένην παρ’ ἡμῶν ἀνακοίνωσιν, περὶ ἐγκρίσεως τῆς μισθώσεως». Ταῦτα λέγει τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον, διότι ἡ σύμβασις ὑπεγράφη τὴν 21ην Φεβρουαρίου, χωρὶς ἐν τούτοις, νὰ εἶναι ἔγκυρος, διότι δὲν εἶχεν ἐπικυρωθῆ, ἐνῷ τὴν 1ην Δεκεμβρίου, διότι ἔγινε τὴν 27ην Νοεμβρίου ἡ ἀνακοίνωσις, ἦτο καὶ πάλιν ἀργά!... Διὰ τὸν Ἕλληνα πολίτην δὲν ὑπάρχει ἀτμοσφαιρικὸς ἀὴρ πρὸς ἀναπνοήν. Τέσσαρας ἡμέρας μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ὅρων εἰς τὴν ξένην Ἑταιρίαν ἐμποδίζετο ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως!... Τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς κυρώσεως ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἠμποδίζετο ἀπὸ τὴν προϋπογραφήν, ἡ ὁποία δὲν εἶχε ἀκόμη κυρωθῆ! Αὐτὴ ἦτο ἡ τύχη τοῦ Ἕλληνος πολίτου ὁ ὁποῖος ἐζήτησεν, ὄχι προτίμησιν, ἀλλὰ δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν ἄλλων προτάσεων, διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω τὴν αἴτησιν τοῦ Λαμπριανίδη, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε προκήρυξιν διαγωνισμοῦ. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν δευτέραν πρᾶξιν, εἰς τὴν σύναψιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως μὲ τὴν ξένην ἑταιρίαν. Τὴν 19ην Νοεμβρίου ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ξένης ἑταιρίας, ἀπηύθυνε ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας καὶ γράφει τὰ ἑξῆς: «Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι κατόπιν τῆς ὑμετέρας ἀποφάσεως, ἐνηργήσαμεν ἐπὶ δεκάμηνον δοκιμαστικὰς ἐρεύνας ἐν τῷ Δημοσίῳ μεταλλείῳ, δαπανήσαντες περίπου 250.000 δολλάρια καὶ διεπιστώσαμεν ὅτι τοῦτο πληροῖ τὰς προϋποθέσεις ὑφ’ ἃς ἠδύνατο ἡ ἡμετέρα ἑταιρία νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ. Ὅθεν, συμφώνως καὶ μὲ τὴν προφορικὴν μεθ’ ὑμῶν προσυνεννόησιν», περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμα λόγον διὰ τὴν ἀντίθετον μεταχείρισιν εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄλλου Ἕλληνος πολίτου, «ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, ὅπως μᾶς γνωρίσητε ἐὰν ἀποδέχεσθε καὶ ἐκμισθώσητε εἰς ἡμᾶς τὸ μεταλλεῖον τοῦτο διὰ χρονικὸν διάστημα 40 ἐτῶν, δι’ ἀπ’ εὐθείας μεθ’ ἡμῶν συμβάσεως ἄνευ δημοπρασίας, ὑφ’ οὓς ὅρους διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 55 ἀποφάσεώς σας ἔχετε ἐγκρίνει τὴν πρὸς ὑμᾶς ὑπομίσθωσιν ἐκ μέρους τοῦ ἐκπεσόντος ἤδη μισθωτοῦ τοῦ Μεταλλείου Βρυώνη». Ἀλλὰ ὁ Βρυώνης δὲν εἶχεν ἐκπέσει ἀκόμη, διότι ἡ σχετικὴ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου περὶ ἐκπτώσεως, δὲν εἶχεν ἀκόμη δημοσιευθῆ. Ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προφορικῶν συνεννοήσεων ὁ ἐξαίρετος αὐτὸς Ἕλλην ἀπὸ τῆς 19ης Νοεμβρίου 1956 ὁμιλεῖ πλέον περὶ τέως μισθωτοῦ, ἐνῷ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐκπτώσεως εἶναι 27 Νοεμβρίου. Θὰ τὴν ἀναγνώσω. Ἔρχομαι πάλιν εἰς τὰς 19 Νοεμβρίου. Κινούμενος ἀπὸ ἀσφαλῆ προαισθήματα ὁ εὐγενὴς Ἕλλην ὀνομάζει τὸν Βρυώνην «τέως» μισθωτήν, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐκπτώσεως ἡ ὁποία τὸν καθίστα τέως μισθωτὴν ἐκδίδεται τὴν 27 Νοεμβρίου, δηλαδὴ μετὰ 8 ἡμέρας! «Οἴκοθεν νοεῖται, γράφει ὁ Τσίρης, ὅτι θὰ ἀναλάβωμεν καὶ θὰ διακανονίσωμεν ἡμεῖς ὅσα ὁ τέως μισθωτὴς Βρυώνης ὀφείλει εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. δι’ ἀπ’ εὐθείας συνεννοήσεως». Εἶναι, λοιπόν, πλήρης αὐτοπεποιθήσεως καὶ ἀσφαλῶν προαισθήσεων ὁ νέος ἀνάδοχος. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν 27ην Νοεμβρίου. Τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὰς 27 Νοεμβρίου ἀπηύθυνε ἔγγραφον πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον καὶ λέγει: «Ἀποδέχομαι ὅπως ἐκμισθωθῇ πρὸς ὑμᾶς τὸ ἐν λόγῳ δημόσιον μεταλλεῖον, δι’ ἀπ’ εὐθείας συμβάσεως κυρωθησομένης διὰ νόμου καὶ ὑφ’ οὓς ὅρους ἤθελε καθορίσει τὸ Συμβούλιον Μεταλλείων, εὐθὺς ὡς πληρωθῶσιν αἱ κάτωθι προϋποθέσεις. Πρῶτον, ὁριστικοποιηθῇ ἡ ἀπαγγελθεῖσα ὑφ’ ἡμῶν ἔκπτωσις τοῦ τέως μισθωτοῦ Βρυώνη». Εἶναι ἡ παρεξήγησις περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα ὅτι ἁρμοδιότητα ἔχει τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. «Καὶ δεύτερον δεχθῆτε τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ τέως μισθωτοῦ Βρυώνη πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. δι’ ἀπ’ εὐθείας συνεννοήσεις». Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁ Τμηματάρχης Χατζάκης διεφώνησε καὶ γράφει: «Διαφωνῶ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀπ’ εὐθείας συμβάσεως πρὸς μίσθωσιν τοῦ πλουσίου μεταλλείου λευκολίθου, διότι πιστεύω ἀπολύτως ὅτι διὰ τῆς διὰ δημοπρασίας ἐκμισθώσεως τούτου θὰ ἐπιτευχθοῦν πολὺ εὐνοϊκώτεροι ὅροι διὰ τὸ Δημόσιον». Ἐπὶ τῆς διαφωνίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσημείωσε ὅτι: «Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ Τμηματάρχου», διότι δὲν φρονῶ ὅτι θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ὑπὸ συμφερωτέρους ὅρους μίσθωσις καὶ ταχεῖα ἔναρξις τῆς ἐργασίας. Αἱ πληροφορίαι τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. περὶ τῆς Αὐστριακῆς Ἑταιρίας εἶναι ἄριστοι. Δὲν δύναμαι νὰ διακινδυνεύσω δημοπρασίαν. Ὁ Ὑπουργὸς Παπαπαληγούρας». Καὶ τώρα ἀρχίζουν αἱ ὑπαναχωρήσεις τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρίας. Ἡ μεγάλη προθυμία ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται κατὰ τὴν πρώτην πρᾶξιν ἐκλείπει. Καὶ ἀρχίζουν οἱ περιορισμοὶ τῶν ὑποσχέσεων. Τὴν 24ην Δεκεμβρίου ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρίας ἀπευθύνει τὸ ἀκόλουθον ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον: «Ὡς πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α., γράφει ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρίας, ὡς καὶ προφορικῶς ἐδέχθημεν, ἀναλαμβάνομεν νὰ καταβάλλωμεν πάντα τὰ ποσὰ ἅτινα πράγματι ἐδαπανήθησαν εἴτε δι’ ἀγορᾶς μηχανημάτων, εἴτε δι’ ἐγκαταστάσεις σχετικὰς πρὸς τὸν περιστρεφόμενον κλίβανον. Ἐν τούτοις προέκυψε διαφωνία μὲ τὸν Ο.Χ.Ο.Α., τούτου ἀξιοῦντος νὰ καταβληθοῦν ὅλα τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ὀφείλει ὁ ἐκπεσὼν μισθωτὴς Βρυώνης». Ἐνῷ εἰς ὅλα τὰ προηγούμενα κείμενα δηλώνει ὅτι θὰ τακτοποιηθῇ τὸ χρέος. Ἐνῷ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. βεβαιώνει ἐπίσης ὅτι καὶ κατὰ τὰς προφορικὰς συνεννοήσεις ἐγένετο λόγος περὶ ὁλοκληρωτικῆς καταβολῆς τοῦ χρέους, τώρα ἀρχίζει νὰ ὁμιλῇ περὶ ἐκτιμήσεως μηχανικῶν ἐγκαταστάσεων καὶ καταβολῆς μόνον τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην του ἐκπροσωπεῖ τὴν ἀξίαν αὐτῶν τῶν περιωρισμένων μηχανικῶν ἐγκαταστάσεων! Εἰς τὰς 28 Δεκεμβρίου, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., διαπιστῶν καὶ αὐτὸς τὰς ἀδιακόπους ὑπαναχωρήσεις τοῦ κ. Τσίρη, ἀπευθύνει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας τὸ ἀκόλουθον ἔγγραφον: «Ὁ κ. Τσίρης, καθὼς καὶ ὁ πληρεξούσιος δικηγόρος του γνωρίζουν καλῶς ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Βρυώνη καὶ ὅμως ἀρχίζουν ὑπαναχωρήσεις. Φέροντες εἰς γνῶσιν ὑμῶν πάντα τὰ ἀνωτέρω πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Βιομηχανίας...
§29Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Πρὸς τὴν Διεύθυνσιν Μεταλλείων.
§30Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐφιστῶμεν καὶ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν εἰς τὴν μετὰ τῶν ἐκπροσώπων τῆς ἑταιρίας συνεννόησιν τῶν ὑπηρεσιῶν σας, δεδομένου ὅτι ἡ ὑπαναχώρησις αὐτὴ καὶ δὴ καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἐπιβάλλεται ἰδιαιτέρα προσοχὴ καὶ ἐπιφυλακτικότης». — Καὶ προσθέτει: Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐπιθυμοῦμεν ἔτι νὰ τονίσωμεν ὅτι ὁ ὑμέτερος Ὀργανισμὸς οὐδεμίαν μείωσιν τῆς ἐκ τοῦ δανείου ἀπαιτήσεώς του δύναται νὰ ἀποδεχθῇ ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ἡ μετὰ τοῦ κ. Τσίρη καὶ τῆς ἑταιρίας ἣν οὗτος ἐκπροσωπεῖ ἐξήγησίς μας ἦτο σαφής, οὐδεμία δὲ ὑπαναχώρησις ἀπέναντί των καὶ ἐπιβράβευσις τοῦ ἀήθους τρόπου των ἐπιτρέπεται, ἀφ’ ἑτέρου καὶ διότι καὶ ἄλλοθεν ἐκδηλοῦται ἐνδιαφέρον διὰ τὸ μεταλλεῖον Βάβδου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ παραβλέψωμεν». Καὶ τότε, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀνταλλαγὴν αὐτῶν τῶν ἐγγράφων φθάνομεν εἰς τὴν γόνιμον ἡμέραν τῆς 29ης Ἰανουαρίου διὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἔτεκε τὰ τρίδυμα ἔγγραφα...
§31Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Προηγεῖται ταύτης μίαν ἡμέραν ὀλιγώτερον ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσθε σεῖς αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ. Ο.Α. ἀνέφερεν εἰς τὸ Διοικητικὸν αὐτοῦ Συμβούλιον τὴν 23 Ἰανουαρίου τὰ τῆς πορείας τῶν διαπραγματεύσεων, καὶ τὰ ὁποῖα περιέχονται ἐν τῷ σχετικῷ πρακτικῷ τοῦ συμβουλίου τὸ ὁποῖον ἐπίσης περιλαμβάνεται εἰς τὸν φάκελλον. Καὶ λέγει ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς ὅτι, ἐνῷ εἰς τὰς ἀρχὰς μᾶς ἔλεγε καὶ φυσικὸν ἦτο νὰ ἔλεγεν ἀλλὰ χωρὶς νὰ δεσμευθῇ ὅτι θὰ πληρώσῃ 500.000 δολλάρια, μετὰ ὑπαναχώρησε. Καὶ ἀναφέρει ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τὴν 23ην Ἰανουαρίου εἰς τὸ Συμβούλιόν του ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη δυνατότης, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν ὅ,τι ἠμποροῦμεν διὰ νὰ ἐπωφεληθῶμεν αὑτῆς τῆς εὐκαιρίας καὶ μάλιστα νὰ ἐξετάσωμεν τὸ νομικὸν ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων κ. Παπανδρέου. Ὥστε ὁ γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ἀναφερόμενος εἰς αὐτὰς τὰς συνομιλίας λέγει ὅτι, αἱ συνομιλίαι, δυστυχῶς, δὲν ὑπῆρξαν καρποφόροι καὶ προτείνει ὁ ἴδιος εἰς τὸ Συμβούλιον τὴν 23ην Ἰανουαρίου, ἡ ὁποία εἶναι ἡμερομηνία προγενεστέρα τῆς 28ης Ἰανουαρίου, μείωσιν τοῦ ποσοῦ, καὶ γίνεται ἡ νομικὴ συζήτησις εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεφέρθη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος. Ὅταν θὰ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ μὲ τὴν σειράν μου, θὰ σᾶς ἐξηγήσω ποία εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ ἔννοια τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ο.Χ. Ο.Α. πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας.
§32Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ μὲν ἔγγραφον τῆς 23ης Ἰανουαρίου τὸ ἀνέγνωσα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε, ὅτι ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς ἔλεγε τότε «ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμνωμεν ὑπαναχωρήσεις» αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα τῆς ἰδικῆς μας ἐπερωτήσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα τοῦ ἰδικοῦ μας ἐλέγχου, ὅτι ἐνῷ ὑπῆρχε ἀνειλημμένη ὑποχρέωσις τῆς ἑταιρίας μέχρι τῆς ἐκπτώσεως, ἐπέρχεται ἡ ἔκπτωσις, καὶ βαθμιαίως συντελεῖται γενικὴ ὑπαναχώρησις καὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας καὶ ἀπὸ τὸν Ο.Χ.Ο.Α. Καὶ ὁ κ. ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρίας κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ τοὺς νέους ἠλαττωμένους ὅρους του. Καὶ διὰ τοῦτο καταλογίζομεν εὐθύνας ταὐτοχρόνως, ὅπως εἶπον καὶ προχθές, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Διότι καὶ ἐκείνης τὴν ὑπαναχώρησιν ἔπειτα ἀπὸ τὴν διαπίστωσιν ὅτι ὑπῆρχε ἀνειλημμένη ὑποχρέωσις σαφῶς, δὲν πρόκειται νὰ συγχωρήσωμεν. Πᾶσαν ὑπαναχώρησιν ἔπειτα ἀπὸ τὴν σαφῆ ἐξήγησιν ἡ ὁποία προϋπῆρξε, δὲν πρόκειται ἡμεῖς νὰ τὴν συγχωρήσωμεν διότι τὴν ἑρμηνεύομεν ὡς ἐκβιασμὸν τοῦ τρίτου καὶ ὡς ἀδικαιολόγητον παλινδρόμησιν. Ἐφ’ ὅσον εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν, ὤφειλε νὰ τὴν τηρήσῃ.
§33Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον, δὲν εἶχεν ἀναλάβει ἐγγράφως οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν. Ἁπλῶς, προκύπτουν ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων τὰ ἀντίθετα. Ἐξ οὐδενὸς ἐγγράφου προκύπτει ὅτι ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν ἐγγράφως.
§34Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, φοβεῖσθε ὅτι δὲν θὰ ἐνθυμηθῆτε εἰς τὴν ὥραν τῆς ὁμιλίας σας, σημειώσατέ το, κατέχεσθε ἀπὸ ἐκνευρισμόν, ὁ ὁποῖος ἐμποδίζει τὴν ἤρεμον συνέχειαν τοῦ λόγου. Ἀνέγνωσα προηγουμένως ἔγγραφα τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. πρὸς τὴν ἑταιρίαν καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καθὼς καὶ πρὸς τὸ ἰδικόν του Συμβούλιον, ὅπου ἐπιβεβαιοῦται ὑπευθύνως ὅτι ἡ ἑταιρία εἶχε παράσχει τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ εἶναι ὁλοκληρωτικὴ ἡ ἐξόφλησις τοῦ δανείου. Τὸ λέγει ἡ Διεύθυνσις τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. καὶ ἀπευθυνομένη πρὸς τὴν ἑταιρίαν καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας καὶ πρὸς τὸ ἰδικόν της Συμβούλιον.
§35Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, εἰς τὸν βʹ ὅρον λέγει ἡ ἑταιρία ἡ ἰδία ἐπὶ λέξει «ἀναλαμβάνομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλωμεν πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. τὸ χρέος τοῦ Βρυώνη».
§36Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αὐτό, τὸ ἐπεκαλέσθην ἤδη. Σᾶς ἀνέγνωσα προηγουμένως, τὸ ἔγγραφον ὅπου ὁ κ. Λοβέρδος, Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., λέγει: «Ἐκ τῶν προκαταρκτικῶν συζητήσεων ἃς εἴχομεν μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἐν λόγῳ Οἴκου, διεπιστώσαμεν διάθεσιν ἀμέσου ἐξοφλήσεως τοῦ συνολικοῦ χρέους, ὅπερ σήμερον ὑπολογίζεται εἰς 550.000 δολλαρίων». Κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἐδήλωσεν ὅτι «ὁ Αὐστριακὸς Οἶκος εἶναι διατεθειμένος νὰ δεχθῇ τὴν ἐξόφλησιν τῆς ὀφειλῆς». Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον. Καὶ ἐξ αὐτοῦ συνάγεται, ὅτι εἶχεν ἀναληφθῆ ἀπὸ τὸν ξένον ἀνάδοχον ἡ ὑποχρέωσις τῆς ὁλοκληρωτικῆς ὀφειλῆς. Ὁ ἴδιος ἔδωσεν ἑρμηνείαν προφορικὴν — ὑπεύθυνον τῶν ἰδικῶν του προτάσεων. Καὶ τὸ ἁρμοδιώτερον πρόσωπον, ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., ὁ ὁποῖος εἶχε διαπραγματευθῆ μὲ τὸν ἴδιον, ἐπιβεβαιώνει καὶ ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἀπέναντι τῆς ἑταιρίας καὶ ἀπέναντι τοῦ Συμβουλίου του, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια καὶ τοῦ κειμένου τῆς ἑταιρίας καὶ τῶν προφορικῶν της συνομιλιῶν, ὅτι δηλαδὴ θὰ ἐπλήρωνε ὁλόκληρον τὸ χρέος. Ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως, ὑπαναχωρεῖ. Καὶ ὁ Ο.Χ.Ο.Α. ἐνδίδει ἐπίσης εἰς αὐτὴν τὴν ὑπαναχώρησιν! Καὶ ἡ εὐθύνη τὴν ὁποίαν καταλογίζομεν καὶ εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ὅτι ἀπεδέχθησαν αὐτὴν τὴν ἐκ τῶν ὑστέρων ὑπαναχώρησιν τῆς ἑταιρίας.
§37Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Παρακαλῶ μίαν διακοπήν.
§38Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παρακαλῶ εἰς τὸ τέλος. Καὶ ἔρχεται ἡ γόνιμος ἡμέρα τῶν τριδύμων ἐγγράφων, ὅπως τὰ ὠνόμασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς Βιομηχανίας, διότι ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας διεκπεραιώνονται τρία ἔγγραφα. Τὸ ἔγγραφον τῆς ἑταιρίας πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α., τοῦ Ο.Χ.Ο.Α πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α.
§39Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν ἑταιρίαν.
§40Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν ἑταιρίαν. Τὴν 29ην Ἰανουαρίου, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρίας ἀπευθύνει πλέον ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. Ἔχει ἐπέλθει πλέον ἡ ὑπαναχώρησις τοῦ Ὑπουργείου ἀποδεχομένου τὴν ὑπαναχώρησιν τοῦ ἀναδόχου. Ἔχει ἐπέλθει πλέον ἡ συμφωνία, νὰ πληρωθῇ μόνον τὸ κεφάλαιον, δηλαδὴ 401.000 δολλάρια ἐκ τῶν ὁποίων αἱ 300.000 εἰς δόσεις. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ σᾶς διηγηθῶ ἕνα ἱστορικὸν — τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἀσφαλῶς γνωρίζω, διατί εἶναι 401.000 — καὶ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἄτοκα. Καθ’ ὅσον ἔχω πληροφορηθῆ, ἀρχικῶς ὁ Ο.Χ.Ο.Α. ἔσφαλε καὶ ἐνόμισε, ὅτι τὸ συνολικὸν κεφάλαιον εἶναι 377.000 δολλάρια. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἀνεκάλυψεν — εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα θαῦμα ἐνημερότητος — ὅτι εἶναι 401.000, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔξω εἰς τὴν ἑταιρίαν εἶχε τηλεγραφηθῆ ὅτι εἶναι 377.000, ἀνεζητήθησαν λογιστικοὶ τρόποι, μὲ τοὺς ὁποίους νὰ διευθετηθῇ τὸ θέμα καὶ νὰ ἐμφανισθῇ, ὅτι κατεβάλλετο ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον. Ὡς συνολικὸν χρηματικὸν ποσὸν εἶναι τὸ ἴδιον. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐπιμένω ἐπὶ τῆς ἀληθείας τούτου. Ἡ πηγὴ ποὺ ἔχω, εἶναι ἔγκυρος. Ἀλλὰ τὸ παρεμβάλλω ὡς εἶδος ἀνεκδότου εἰς αὐτὴν τὴν ἱστορίαν. Τὰ τρίδυμα, λοιπόν, αὐτά, ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐπιβεβαιώνουν ὅτι θὰ γίνῃ ἡ καταβολὴ μόνον τοῦ κεφαλαίου τῶν 401.000 καὶ εἰς δόσεις 100 καὶ 301, κυκλοφοροῦν ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας. Ἔχομεν ἔγγραφον τῆς ἑταιρίας πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α., τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν ἑταιρίαν. Ἐνδιαφέρει ἴσως τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: «8) Ἡ μισθώτρια ἑταιρία ἀποδέχεται τὴν ἐξόφλησιν τῆς ὑπὸ τοῦ τέως μισθωτοῦ Π. Βρυώνη ὀφειλῆς πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. κατὰ τοὺς ἑξῆς ὅρους προθεσμίας: α) Ἐκ τῆς πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. ὀφειλῆς τοῦ Π. Βρυώνη ἡ μισθώτρια ἀναδέχεται μέρος ταύτης καὶ δὴ ποσὸν τετρακοσίων μιᾶς χιλιάδων (401.000) δολλαρίων. β) Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δολλάρια 100.000 θέλουσι καταβληθῆ εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. ἀμέσως τοῖς μετρητοῖς, ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τοῦ μισθωτηρίου μετὰ τοῦ Δημοσίου συμβολαίου. γ) Τὸ ὑπόλοιπον, ἤτοι δολλάρια 301.000, θέλει καταβληθῆ εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. εἰς ὀκτὼ ἑξαμηνιαίας δόσεις τῆς πρώτης δόσεως οὔσης καταβλητέας ἀτόκως ἓν ἔτος τὸ βραδύτερον ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὡς ἄνω μισθωτηρίου συμβολαίου, τῶν δὲ ὑπολοίπων ἑπτὰ δόσεων ἐντόκως πρὸς 6% ἐτησίως, τοῦ τόκου τούτων ἀρχομένου ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ μισθωτηρίου συμβολαίου». Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς συμφωνίας, τῆς τμηματικῆς καταβολῆς, ἐγράφη ἡ Σύμβασις τῆς 21ης τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου καὶ καταρτίζει ἐπίσης ὁ Ο.Χ.Ο.Α. τὸ προσύμφωνον μὲ τὴν ἑταιρίαν. Καὶ ἐνῷ ἐκεῖ, τὴν 29ην Ἰανουαρίου, ἡ ἐναρμόνισις, εἶναι ἀπόλυτος, ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας ἐκπορεύονται ταυτόσημα σήματα πρὸς ὅλας τὰς κατευθύνσεις, ἀπροόπτως τὴν 21ην Φεβρουαρίου γεννᾶται ἡ πλήρης δυσαρμονία. Ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν ὑπογράφει ὁ Ὑπουργός, εἶναι διάφορος πρὸς τὸ προσύμφωνον, τὸ ὁποῖον ὑπογράφει ὁ
Ο.Χ.Ο.Α.
Καὶ εὑρισκόμεθα πλέον ἐνώπιον πλήρους ἀποσυνθέσεως. Πύργος Βαβέλ εἶχεν ὀνομασθῆ ἡ παλαιὰ περιπέτεια τῶν Βαβυλώνων, ἀπὸ τὴν Βίβλον Γενέσεως. «Σύμβασις Βαβέλ» εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ὑπέγραφον. Καὶ τότε μὲν ὑπῆρξε θέλημα Θεοῦ ἡ σύγχυσις τῶν γλωσσῶν. Σήμερον δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπῆρξε Θεῖον, ἐπίσης θέλημα... Τίθεται τὸ ἐρώτημα: Κύριοι τοῦ Ὑπουργείου, ἀπὸ τὰς 29 Ἰανουαρίου, μέχρι τῆς 21ης Φεβρουαρίου, κάμνετε τὴν σύμβασιν καὶ ἐτροποποιήσατε τὸ ἄρθρον 17, μὲ ποῖον συνωμιλήσατε, μὲ ποῖον συνεννοήθητε; Καμμία ἀπάντησις!!...
§41Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Ὄχι, καμμία ἀπάντησις.
§42Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἰς τὰ πρακτικὰ ὑπάρχει μία δήλωσίς σας ὅτι οὐδεμία συνεννόησις ἔγινε ἀπὸ τῆς 29ης Ἰανουαρίου.
§43Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Ἀντιθέτως εἶπον, καὶ εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ τὸ ἐνθυμῆται ἡ Βουλή, ὅτι ὁλόκληρος ἡ σύμβασις —οὐδὲ εἶναι λογικῶς δυνατὸν νὰ ἔχῃ γίνει ἄλλως—ἐγράφη ὡς κείμενον μεταξὺ τῆς 29ης Ἰανουαρίου ποὺ ἀπεστάλησαν τὰ τρίδυμα ἢ τετράδυμα ἔγγραφα καθὼς ὑμεῖς λέγετε καὶ τῆς 21ης Φεβρουαρίου. Ἑπομένως, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα ἡ ὑπηρεσία διατυπώνει τὴν σύμβασιν καὶ βεβαίως δὲν τὴν διατυπώνει ὑπὸ μορφὴν τελεσιγραφικὴν οὐδὲ τὴν ἐπέδωσε τελεσιγραφικῶς. Φυσικόν, λοιπόν, εἶναι ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νὰ ἔγιναν καὶ ἔγιναν συζητήσεις εἰς τὴν Διεύθυνσιν Μεταλλείων μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων μελῶν. Πῶς ἄλλωστε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ἡ σύμβασις, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν αἱ τροποποιήσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν τῶν προηγουμένων συμφωνηθέντων εἰς πολλὰ σημεῖα;
§44Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἕως τώρα ἐγίνετο λόγος περὶ ἰδικῆς σας πρωτοβουλίας πρὸς βελτίωσιν καὶ περὶ ἰδικῶν σας συνεννοήσεων. Τώρα μᾶς μεταθέτετε εἰς τὴν Διεύθυνσιν Μεταλλείων, χωρὶς καὶ ἡ Διεύθυνσις Μεταλλείων νὰ ἔχῃ ἀνακοινώσει μὲ ποίους ἔκαμεν αὐτὰς τὰς συνεννοήσεις, διότι μέχρι τοῦδε ὅλοι καὶ ἡ ἑταιρία καὶ ὁ Ο.Χ.Ο. Α. ἀρνοῦνται ὅτι ἔχουν ποτὲ κάμει τοιαύτας συνεννοήσεις. Μέχρι τῆς στιγμῆς καὶ οἱ δύο συνομιληταί, μὲ τοὺς ὁποίους, ὑποτίθεται ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ συνεννοηθῆ, βεβαιώνουν ἐγγράφως, δημοσίᾳ, διὰ κραυγῶν, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξαν τοιαῦται συνεννοήσεις. Ἔχομεν, λοιπόν, αὐτὴν τὴν βεβαίωσιν, ὅτι ἀπὸ τῆς 29ης Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 21ης Φεβρουαρίου, οὐδέποτε συνωμίλησαν. Ἂν ὑποτεθῇ, ὅμως, ὅτι ἔγινε ἡ ἐπικοινωνία μετὰ τῆς ἑταιρίας, τῆς ὁποίας μάλιστα ὁ ἀντιπρόσωπος, καθὼς ἐπληροφορήθην, καθ’ ὅλον αὐτὸν τὸν χρόνον, ἐκτὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ἀπουσίαζεν ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ὅτι συνεφωνήθη αὐτὴ ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 17. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: Μία τροποποίησις τόσον οὐσιώδης, διατὶ δὲν ἀνακοινοῦται εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α.; Διατί; Ἔχει κανεὶς τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐγένοντο συνεννοήσεις κωφαλάλων. Οὐδεὶς ὡμίλει, οὐδεὶς ἠννόει. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν γνωρίζει γραφήν, διότι δὲν ἔκαμεν ἔγγραφον ἀνακοίνωσιν ἐγκαίρως, εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. Ὁ Ο.Χ.Ο.Α. δὲν γνωρίζει ἀνάγνωσιν, διότι βλέπει τὸ ἄρθρον 17 ὅτι εἶναι διάφορον καὶ τὸ μονογράφει. Πῶς θέλετε, λοιπόν, νὰ παραμείνουν εἰς τὸ σχολεῖον ἀγνοοῦντες γραφὴν οἱ μὲν καὶ ἀνάγνωσιν οἱ ἄλλοι; Βέβαιον εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἀπορριφθοῦν... Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὑπάρξῃ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιβεβαιώνεται τόση ἀποσύνθεσις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας, ἐξηγῶν προχθὲς τὸ οὐσιαστικὸν οἰκονομικὸν περιεχόμενον τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν μετρητῶν 401.000 δολλαρίων καὶ τῆς τμηματικῆς καταβολῆς τῶν 100 καὶ τῶν 300.000, εἶπεν ὅτι τοῦτο μὲν εἶναι περίπου ἀσήμαντον, ὑπάρχει ὅμως μία ἄλλη πλευρά, οὐσιώδης. Καὶ ἡ ἄλλη πλευρὰ εἶναι ὅτι στερεῖται ὁ Ο.Χ.Ο.Α. κεφαλαίων ἀνασυγκροτήσεως διὰ τὰς ἐσωτερικὰς ἐπενδύσεις. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἡ ζημία εἶναι μεγάλη. Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Βιομηχανίας, μία ἀπείρως βαρυτέρα σημασία αὐτῆς τῆς διαφορᾶς τῶν 100 καὶ 300.000 ἢ τῶν 400.000 δολλαρίων. Εἶναι ἡ ἀποκάλυψις τῆς ἀνυπαρξίας, τῆς ἀναξιότητος, τῆς ἀποσυνθέσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Αὐτὴ ἡ σημασία εἶναι βαρυτέρα ὅλων τῶν ἄλλων. Διότι ἡ περιπέτεια αὐτὴ ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι πλήρης ἡ διάλυσις τοῦ Κράτους, πλήρης ἡ ἀδυναμία συνεννοήσεως. Καὶ ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ δυστύχημα. Ἀρχίζει μία ἀντιδικία μεταξὺ Δημοσίου καὶ ὑπηρεσιῶν περίπου Κρατικῶν. Εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας καὶ ὁ Ο.Χ.Ο.Α., ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται δημόσια χρήματα. Καὶ ἔγινε ἀγὼν ἐπιρρίψεως ἀμοιβαίων εὐθυνῶν ἐνώπιον τῆς δημοσιότητος. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκὼν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ βαρυτέρα εὐθύνη ἀπὸ ὅλας ὅσας περιέχει, ὅσας ἐπιβεβαιώνει ἡ περιπέτεια αὐτῆς τῆς διαφορᾶς. Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῆς μικρᾶς αὐτῆς οὐσιαστικῶς οἰκονομικῆς διαφορᾶς, δὲν θὰ ἤξιζεν αὐτὴν τὴν μάχην. Ἀξίζει, ὅμως, διότι ἔχομεν τὴν ἐπιβεβαίωσιν ὅτι ὑπάρχει διάλυσις τοῦ Κράτους, ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀδυναμία συνεννοήσεως, ὅτι οὐδεὶς γνωρίζει τὶ πράττει ὁ ἄλλος. Καὶ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀνασυγκροτήσεως!. Ἰδοὺ τὸ δυστύχημα καὶ ἰδοὺ τὸ θέμα δὲν εἶναι λεπτομέρεια. Εἶναι βαρυτάτη εὐθύνη καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἔρευνα εἰς βάθος τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐπιβάλλεται, διὰ νὰ ὑπάρξουν πλήρεις κυρώσεις καὶ διὰ νὰ γνωρίζουν ὅλοι, ὅσοι ὑπηρετοῦν τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, ὅτι ὀφείλουν νὰ εἶναι ἄγρυπνοι, νὰ ἐπιτελοῦν πλήρως τὸ καθῆκον των. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τεχνάσματα, μὲ ταχυδακτυλουργίας εἰς τὰ πρωτόκολλα, μὲ μεταβολὴν χρονολογιῶν νὰ ἐπιδιώκωμεν ὑπεκφυγάς. Ἰδοὺ τὸ δυστύχημα καὶ ἰδοὺ τὸ θέμα δὲν εἶναι λεπτομερειῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀντιδικιῶν. Μοῦ ἀρκεῖ ἡ ἐπιβεβαίωσις τοῦ γεγονότος ὅτι καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν περιπέτειαν ὑπῆρξεν ἐκβιασμὸς τῆς ξένης ἑταιρίας. Ὑπῆρξε κατόπιν ὑπαναχώρησις ἀπέναντι τῆς ξένης ἑταιρίας. Καὶ ὑπῆρξε, τέλος, πλήρης ἀποσύνθεσις, πλήρης ἀδυναμία συνεννοήσεως. Ἄλλοι ὑπογράφουν ἄλλα προσύμφωνα καὶ ἄλλοι ὑπογράφουν ἄλλας συμβάσεις. Ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ Ο.Χ.Ο.Α. θὰ πληρωθῇ τοῖς μετρητοῖς καὶ τὸ ἄρθρον 17 ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν καὶ ὅτι ἔχει τὰ τσὲκ εἰς τὴν τσέπην του. Καὶ δὲν ἦλθεν ἕνας ἀπὸ τὸν Ο. Χ.Ο.Α. νὰ τοῦ εἴπῃ: «Κύριε Ὑπουργέ, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., δὲν διαβάζουν ἐφημερίδας; Δὲν παρακολουθοῦν, ἐπὶ τέλους, ἕνα δι’ αὐτοὺς καιριώτατον θέμα, τὴν τύχην τοῦ δανείου τῶν 400.000 δολλαρίων; Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται σφοδροτάτη συζήτησις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, αἱ ἐφημερίδες νὰ εἶναι πλήρεις ἀπὸ τὴν συζήτησιν καὶ νὰ μένῃ ἀδιατάρακτος ἡ μακαριότης τῶν ἀνθρώπων τοῦ Ο.Χ.Ο.Α.; Καὶ εἶναι δυνατὸν ἐπίσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις, νὰ τροποποιοῦνται βασικῶς αἱ συμφωνίαι τῆς 29ης Ἰανουαρίου, αἱ ὁποῖαι ἑκατέρωθεν ἐπεβεβαιώθησαν, αἱ συμφωνίαι τὰς ὁποίας τὸ ἴδιον τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει ὑπογράψει καὶ ἔχει ἀνακοινώσει καὶ εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. καὶ νὰ μὴ αἰσθάνεται τὸ καθῆκον νὰ τὰς κοινοποιήσῃ εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. ὑπευθύνως καὶ ἐγκαίρως, ὥστε νὰ γνωρίζουν καὶ οἱ ἄλλοι ποίαν συμφωνίαν νὰ ὑπογράψουν; Εἶναι αὐτὸ Κράτος; Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμα τῆς συζητήσεως: Κατὰ τὴν πρώτην πρᾶξιν, κατὰ τὴν πρᾶξιν τῆς ἐκπτώσεως, ὑπάρχει τὸ θέμα μιᾶς παραβιάσεως τῶν χρηστῶν ἠθῶν, μία ἄδικος ἐκτέλεσις ἑνὸς καλοῦ Ἕλληνος, μία παράνομος ἐνέργεια καὶ μία περίπου ἄκυρος ἀπόφασις. Εἰς τὴν δευτέραν πρᾶξιν ὑπάρχει ἡ ἀποκάλυψις τῆς ἀποσυνθέσεως τοῦ Κράτους, τῆς ἀποσυνθέσεως τοῦ Κράτους εἰς τὰς ἡμέρας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν, πρῶτον, τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀκύρωσις θὰ γίνῃ ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς ἐπανεξετάσεως, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐκεῖ, ἐξετάζοντες, θὰ κρίνωμεν ποῖος εἶναι ὁ ἀσφαλέστερος καὶ ὁ ἀβλαβέστερος διὰ τὸ Δημόσιον τρόπος ἀκυρώσεως. Πέραν, ὅμως, τοῦ θέματος τῆς ἀκυρώσεως, ζητοῦμεν νὰ ὑπάρξῃ περαιτέρω ἐξέτασις τοῦ θέματος. Ἡ δικαιοσύνη ἐπιτελεῖ τὸ καθῆκον της. Θὰ ἀναζητήσῃ ἐὰν ὑπάρχῃ δόλος. Εἶναι ὑπόθεσις ἰδική της. Καθ’ ὅλον, ὅμως τὸ ἄλλο περιεχόμενον τῶν εὐθυνῶν, τῶν διοικητικῶν, τῶν πολιτικῶν, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ὑποχρέωσιν νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐνώπιον τῆς ἀποκαλύψεως αὐτῆς τῆς ἀποσυνθέσεως. Καὶ ὀφείλομεν νὰ συστήσωμεν μίαν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ ἀναζητήσῃ καὶ διὰ νὰ καταλογίσῃ τὰς βαρείας αὐτὰς εὐθύνας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§45Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ λάβω θέσιν, ὡς ἔχω καθῆκον, ἀπέναντι τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Προτιμῶ ὅμως, νὰ ἀπαντήσῃ προηγουμένως, ἄλλωστε ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ἐὰν δὲν τὸ προτιμοῦσα νὰ τὸ πράξῃ, νὰ ἀπαντήσῃ προηγουμένως ὁ κ. Ὑπουργός.
§46Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Καὶ τοῦτο, διότι νομίζει ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἶναι πεπεισμένη καὶ θὰ πεισθῇ ἀκόμη περισσότερον, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι οὐδεμία προκύπτει εὐθύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ οὐδεὶς συνεπῶς ὑπάρχει λόγος περὶ συγκροτήσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ἐπιφυλάσσομαι καὶ ὁ ἴδιος, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ ὁμιλήσω ἀναλυτικῶς, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Βασιλικός, ἔχει τὸν λόγον.
§48Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Θὰ εἶμαι συντομώτατος, σᾶς ὑπόσχομαι, κύριοι συνάδελφοι, διότι καὶ τὸ θέμα ἐξηντλήθη καὶ ἡ Βουλὴ ἐπαρκῶς ἐπ’ αὐτοῦ διεφωτίσθη. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ τονίσω, ἐν πρώτοις, ὅτι ἐκηρύχθην καὶ ἐγώ, κατὰ τήν, ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως σχετικὴν συζήτησιν, ὑπὲρ τῆς κυρώσεως ἐκμισθώσεως τοῦ Δημοσίου Μεταλλείου Βάβδου Χαλκιδικῆς, διότι ἐπίστευον καὶ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅτι οἱ ὅροι αὐτῆς εἶναι ἐπωφελεῖς διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ἐκηρύχθην ἀκόμη ὑπὲρ τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως, διότι τοῦτο ὑπηγόρευεν, ἐκτὸς τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ συμφέρον μιᾶς ὁλοκλήρου περιοχῆς τῆς Χαλκιδικῆς, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας τόσον ἐδεινοπάθησαν συνεπεία τῆς ἀδρανείας τοῦ ἀτυχοῦς τούτου μεταλλείου. Παρακολουθήσας μετὰ προσοχῆς, κύριοι συνάδελφοι, τὰς ἀγορεύσεις τῶν κυρίων ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁμολογῶ ὅτι λυποῦμαι διὰ τὰς ἀδίκους ἐπικρίσεις των ἐναντίον τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας κ. Ὑπουργοῦ, ἐπικρίσεις, αἵτινες δὲν εἶναι ἱκαναὶ νὰ μειώσουν τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐντιμότητα τοῦ κ. Παπαληγούρα, γνωστοῦ, εὐτυχῶς, καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, διὰ τὸ ἦθος, τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς τόσας ἄλλας ἀρετὰς καὶ ἱκανότητάς του. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτήν, ὅτι δὲν εἶναι ἐποικοδομητικός, τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐλέγχεται ὁ κ. Ὑπουργός, τῆς Βιομηχανίας, ὅστις, μὲ μοναδικὸν γνώμονα, τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, εἰσηγήθη καὶ ἐπέτυχε τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως. Ἡ παρατήρησίς μου αὕτη, δὲν ἀφορᾷ, κύριοι συνάδελφοι, μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Βιομηχανίας. Ἰσχύει δι’ ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἀνεξαρτήτως πτερύγων καὶ πολιτικῶν τοποθετήσεων, ὅστις παράδοσιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ μας Πολιτεύματος συνεχίζων, ὁλόκληρον τὸ καθῆκον του πάντοτε ἔπραξε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ πράττῃ διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ τόπου. Ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος δὲν νομίζω ὅτι προάγει τὰ πολιτικά μας ἤθη. Ἀντιθέτως συντελεῖ εἰς τὴν μείωσιν τῆς πολιτικῆς στάθμης. Ἐπανερχόμενος ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι μετὰ τὴν σημειωθεῖσαν ἐμπλοκὴν τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., δημιουργοῦνται διάφορα θέματα ἀρχῆς καὶ ἠθικὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα μοιραίως θὰ ἐπιδράσουν ἐπὶ τῆς μελλοντικῆς τύχης τοῦ μεταλλείου, καὶ τῶν πτωχῶν μεταλλωρύχων, οἵτινες μὲ εὔλογον συγκίνησιν καὶ ἀνησυχίαν παρακολουθοῦν τὴν ἔκβασιν, τοῦ, ζωτικῆς δι’ αὐτοὺς σημασίας, θέματος τοῦ μεταλλείου Βάβδου. Παρακαλῶ, μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτήν, τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅπως σκεφθοῦν καὶ τοὺς ἀτυχεῖς αὐτοὺς ἀνθρώπους, ἀρκετὰ δοκιμασθέντας κατὰ τὸ παρελθόν. Ἀνεξαρτήτως τῶν κυρώσεων αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβληθοῦν ἐναντίον τῶν τυχὸν ὑπευθύνων, διὰ τὴν σημειωθεῖσαν ἐμπλοκήν, πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος συνεχίσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ μεταλλείου Βάβδου. Ἡ περαιτέρω ἀξιοποίησις τοῦ μεταλλευτικοῦ αὐτοῦ πλούτου ἐπιβάλλεται διὰ πολλοὺς λόγους, λόγους κοινωνικοὺς καὶ ἐθνικούς, κύριοι συνάδελφοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόφασίν μου, διὰ τῆς ὁποίας, ὡς προκάτοχος τοῦ σημερινοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Βιομηχανίας, ἐνέκρινα τὴν ἐκχώρησιν τῶν μισθωτικῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀειμνήστου Βρυώνη εἰς τὴν Αὐστροαμερικανικὴν ἑταιρίαν, πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως προβῇ αὕτη εἰς ἐρεύνας καὶ δοκιμὰς ἐντὸς δεκαμήνου χρονικοῦ διαστήματος, ἔχω ἤρεμον τὴν συνείδησιν ὅτι ἐπετέλεσα ἀκέραιον τὸ καθῆκον μου ἀπέναντι τοῦ τόπου. Διὰ τῆς ἀποφάσεώς μου ἐκείνης, πιστεύω, ὅτι ἐπληρώθησαν αἱ προϋποθέσεις διὰ τὴν κατάρτισιν τῆς ὁριστικῆς συμβάσεως ἐκμισθώσεως τοῦ Δημοσίου μεταλλείου Βάβδου, ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ζημίᾳ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, ἀδρανήσαντος. Καταλήγων, παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Βιομηχανίας, ὅπως ἐκδηλώσῃ τὴν μέριμνάν του πρὸς τοὺς μεταλλωρύχους Βάβδου καὶ τῆς περιοχῆς αὐτοῦ, λαμβάνων ὅλα τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα, καὶ διὰ τὴν καταβολήν, τῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Βρυώνη, ὀφειλομένων ἡμερομισθίων, πρὸς τοὺς ἐργάτας καὶ ὑπαλλήλους, τῶν ὁποίων ἡ ὁλοσχερὴς ἐξόφλησις δὲν ἐπραγματοποιήθη, δυστυχῶς, μέχρι τοῦδε.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ 10′ λεπτά.
(Ὥρα 8.50′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 9.10′ μ. μ.)
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας. Κύριοι βουλευταί, ἤθελον νὰ κάμω μίαν παράκλησιν. Ὅπως ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὡμίλησεν ἄνευ διακοπῆς ἢ σχολίων ἐκ μέρους τῆς πτέρυγος αὐτῆς, νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ θέμα ἀλληλεγγύης συναδελφικῆς νὰ συμβῇ τοῦτο καὶ κατὰ τὸν λόγον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ παρακαλῶ ἐπιπροσθέτως τοὺς κ.κ. ἡγέτας τῶν Κομμάτων νὰ κάμουν τὰς δεούσας συστάσεις εἰς τοὺς βουλευτάς των.
§51Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀκουσίας διακοπῆς.
§52Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, κύριοι βουλευταί, εἶχε πάντως τοῦτο τὸ μέγα προσόν, ὅτι ὑπῆρξε σαφὴς καὶ ὅτι διὰ ταύτης ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων προσεπάθησε νὰ καθορίσῃ καὶ νὰ ἐντοπίσῃ τὰς κατ’ αὐτὸν ὑφισταμένας πολιτικὰς ἢ ἄλλας εὐθύνας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, ὁ κύριος συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων διευκολύνει τὸ ἔργον μου, διότι ἐπὶ τῶν συγκεκριμένων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν, ἐπὶ τῶν συγκεκριμένων στοιχείων, τὰ ὁποῖα προσεκόμισε, θὰ δώσω συγκεκριμένην, καὶ διὰ στοιχείων, μὲ τὴν σειράν μου ἀπάντησιν. Διότι, πράγματι, ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἠνοίχθη εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ μύθου. Ἴσως συνετέλεσε καὶ ἡ κατασκευή, ἀπὸ ἀπόψεως ὀνοματοποιΐας τῆς λέξεως «Βάβδος» καὶ συντελούσης καὶ αὐτῆς ἐδημιουργήθη περὶ τὴν ὑπόθεσιν μία ἀτμόσφαιρα ἀσαφείας, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἀποσαφηνίσῃ ὁ μεταξὺ τοῦ κ. συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐμοῦ διάλογος. Διότι, νομίζω, ὅτι εἰς ὅλα του τὰ ἐρωτήματα θὰ λάβῃ ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων συγκεκριμένην καὶ βάσει στοιχείων ἀπάντησιν. Ἀνεφέρθη ὁ κ. Παπανδρέου εἰς τὴν προϊστορίαν τῆς συμβάσεως. Πράγματι, ἡ ἀσκηθεῖσα ἐναντίον μου ἐπίθεσις τῶν τελευταίων ἡμερῶν μετετοπίσθη καὶ ἀπὸ τὸ ἀρχικόν της σημεῖον, τὸ ὁποῖον, ἀφεώρα, κυρίως, εἰς τὴν σημειωθεῖσαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως ἐμπλοκήν. Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ κατόπιν εἰς τὴν προϊστορίαν τῆς συμβάσεως, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐμπλοκὴ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορήθην, καὶ ἐξ ἀντικειμένου, δὲν ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀποκληθῇ, ὅπως ἀπεκλήθη ὑπό τινων, διὰ τῆς βαρείας λέξεως σκανδαλώδης, διότι ἁπλούστατα δὲν ἔχει οἰκονομικὸν ἀντικείμενον, καὶ δι’ ἕνα ἀκόμη λόγον, διότι ἁπλούστατα ἡ ἐμπλοκὴ αὐτὴ δὲν θὰ ἐσημειοῦτο, ἐὰν ἐνόμιζεν ὁ Ὑπουργός, ἐὰν ἐπίστευεν ὁ Ὑπουργός, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 17 δὲν ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τῆς ἀπέδιδεν ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις καὶ δὲν ἦτο ἐκείνη τὴν ὁποίαν τῆς ἀπέδωσεν πολὺ μετὰ ταῦτα, αὐτὸ τοῦτο τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους. Ἐπειδή, λοιπόν, δὲν ὑπῆρχεν ἀντικείμενον καὶ δὲν ἐστηρίζετο κατηγορία ἐπὶ τῆς βάσεως αὐτῆς, μετετοπίσθη ἡ ὑπόθεσις καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς συμβάσεως. Εἶναι δικαίωμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐλέγξῃ τὴν προϊστορίαν τῆς συμβάσεως καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὰς συγκεκριμένας αἰτιάσεις τοῦ κ. συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Εἶπεν ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἡ ἔκπτωσις, ἡ σημειωθεῖσα, τοῦ Βρυώνη ἔπασχε καὶ ἐκ νομικοῦ ἁμαρτήματος καὶ ἐξ ἠθικοῦ οἱονεὶ ἀτοπήματος. Ἀλλά, ἂς ἀρχίσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως ἤρχισε καὶ ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Τί συνέβη; Τὸ μεταλλεῖον εὑρίσκετο ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀργοῦν. Ὁ τότε ἐκμισθωτὴς τοῦ μεταλλείου δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποπληρώσῃ τὰ χρέη του πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α., δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποπληρώσῃ τὰ χρέη του πρὸς τὸ ἐργατικὸν καὶ ὑπαλληλικὸν προσωπικὸν καὶ εἶχε δημιουργηθῆ κοινωνικὸν ζήτημα εἰς τὴν περιοχήν. Ὁ προκάτοχός μου ἀπεφάσισε νὰ τὸν κηρύξῃ ἔκπτωτον. Πρίν, ὅμως, ἐκτελέσῃ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, ὁ προκάτοχός μου, ἦλθεν ὁ Βρυώνης καὶ εἶπε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον: Ἐγὼ σᾶς παρουσιάζω μίαν λύσιν, τὴν λύσιν τῆς συνεργασίας μου κατὰ ἕνα ἰδιάζοντα τύπον μὲ μίαν μεγάλην Αὐστριακὴν ἑταιρίαν καὶ ἡ ἑταιρία αὐτὴ ζητεῖ ἕνα ὡρισμένον, κυμαινόμενον μεταξὺ 9 καὶ 12 μηνῶν, δοκιμαστικὸν στάδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρησιμοποίει διὰ τὰς ἐρεύνας καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο διὰ νὰ συναφθῇ ἡ μεταξὺ τοῦ Βρυώνη καὶ τῆς ἑταιρίας ταύτης σύμβασις, πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ συμφωνήσῃ κατὰ νόμον καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας. Τί συνέβη, δηλαδή, ἐκείνην τὴν στιγμήν; Ἁπλούστατα, τὸ Κράτος, ἐφ’ ὅσον προσέφερε λύσιν ὁ Βρυώνης, ἢ μᾶλλον διὰ νὰ εἴμεθα ἀκριβέστεροι, ἐλπίδα λύσεως, παρέσχεν εἰς τὸν Βρυώνην αὐτὴν τὴν διέξοδον. Ὑπὸ ποίους ὅρους τὴν παρέσχε; Τὴν παρέσχε, κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ τὸν κάτωθι σαφῆ ὅρον: Ὅρος 15 πράξεως ἐγκρίσεως τῆς ὑπομισθώσεως τῆς ὑπογραφείσης ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ. Ἀναγινώσκω ἐπὶ λέξει: «Διευκρινίζεται ὅτι διὰ τῆς παρούσης ἀποφάσεώς μας ἐκμισθώσεως τῶν μισθωτικῶν δικαιωμάτων τοῦ Βρυώνη πρὸς τὴν ἑταιρίαν, οὐδόλως νοεῖται ὅτι τὸ Δημόσιον παραιτεῖται τῶν δικαιωμάτων του ἐπιβολῆς κατὰ τοῦ Βρυώνη τῶν συμβατικῶν κυρώσεων διὰ τὰς παραβάσεις ὑπὸ τούτου τῶν ὅρων τοῦ ἀρχικοῦ μισθωτηρίου συμβολαίου. Καὶ ρητῶς τονίζεται ὅτι «διατηρεῖ ἀκέραια τὰ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δικαιώματά του». Αὐτὸς εἶναι ὁ ὅρος τῆς ὑπομισθώσεως τῆς πρώτης, τῆς ἀρχικῆς, καὶ ὁ ὅρος αὐτὸς εὐλόγως ἐτέθη τότε. Διότι τὸ Συμβούλιον Μεταλλείων συζητῆσαν τὸ θέμα εἶπε: «Ἐὰν μὲν ἐπιτύχῃ ἡ ὑπόθεσις ἔχει καλῶς, ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον ἀποτύχῃ ἡ ὑπόθεσις, δύναται τὸ Δημόσιον νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τῶν γεγεννημένων ἤδη δικαιωμάτων του τῆς ἐκπτώσεως; Βεβαίως ὄχι. Διότι ἐὰν παρῃτεῖτο θὰ ἔπρεπε νὰ χάσωμεν ἄλλα δύο ἢ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη, νὰ μείνῃ πάλιν τὸ μεταλλεῖον ἀνεκμετάλλευτον, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀπαγγελθῇ ἡ ἔκπτωσις. Καὶ ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Συμβουλίῳ Μεταλλείων, τότε, ἐπὶ τοῦ προκατόχου μου ὁ ἑξῆς διάλογος μεταξὺ τοῦ Εἰσηγητοῦ καὶ τοῦ Προέδρου: «Ὁ Εἰσηγητής, ἀνακεφαλαιώνων τὴν εἰσήγησίν του προτείνει, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι τὸ Δημόσιον διὰ τῆς διδομένης λύσεως δὲν σκοπεῖ παράτασιν τῶν δικαιωμάτων του, ἐπιβολῆς τοὐτέστιν ἐκ τῆς συμβάσεως νομίμων κυρώσεων. Ἐπ’ αὐτοῦ — λέγει τὸ πρακτικὸν — ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Μεταλλείων λέγει, ὅτι «βεβαίως τὸ Δημόσιον θὰ διατηρήσῃ ὑπὲρ αὑτοῦ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκπτώσεως». Αὐτὰ ἀναγράφονται εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεταλλείων.
§53Α. ΑΝΩΓΕΙΑΝΑΚΗΣ. Εἰς περίπτωσιν ἀποτυχίας.
§54Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Θὰ φθάσωμεν καὶ ἐκεῖ. Εἶπεν ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὅτι κατέστη αἰχμάλωτος ὁ Βρυώνης τῆς ἑταιρίας διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης. Αἰχμάλωτος κατέστη ἢ τὸ Κράτος τοῦ παρέσχε μίαν δυνατότητα νὰ σωθῇ, ἐφ’ ὅσον ἡ ἰδική του διάσωσις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συνδυασθῇ πρὸς τὴν διάσωσιν τοῦ μεταλλείου; Τὸ ὅτι, κύριοι συνάδελφοι, ἦσαν γεγεννημένα ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, τὰ θεμελιοῦντα τὴν ἔκπτωσιν, προκύπτει ἐκ τῶν ἐν τοῖς φακέλλοις ἐγγράφων οὐχὶ ἐξ ἑνός, ἀλλ’ ἐξ ὑπερτριάκοντα, καὶ ἀμέσως ἐκ τῆς ἐκθέσεως Ζάχου καὶ Σίδερη, τῶν ἐκθέσεων τούτων γεγεννημένην πρὸ ἱκανοῦ χρόνου, καὶ ἐκ διαφόρων ἀναφορῶν καὶ ἐκ τῆς καταστάσεως καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ σχέσις του πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. ἦτο οἵα τὴν γνωρίζετε καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι δὲν ἐπλήρωνε τὸ ἐργατικὸν καὶ ὑπαλληλικὸν προσωπικόν, καὶ ἐξ ὁμολογίας αὐτοῦ τούτου τοῦ ἰδίου Βρυώνη. Διότι ὅταν ὁ Βρυώνης ᾐτήσατο αὐτὴν τὴν οἱονεὶ ὑπεκμίσθωσιν πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἀπὸ τὸν προκάτοχόν μου, λέγει ὁ ἴδιος, ὅτι ἔφθασεν εἰς ἀδιέξοδον καὶ διὰ νὰ ἐξέλθῃ τοῦ ἀδιεξόδου προτείνει τὴν ὑπομίσθωσιν. Ἡ ὑπομίσθωσις, λοιπόν, ἐγένετο πρὸς τὸ συμφέρον κυρίως αὐτοῦ τούτου τοῦ μεταλλείου, δηλαδὴ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, καὶ δευτερευόντως, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ συνδυασθῇ βεβαίως, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Βρυώνη, ὁ ὁποῖος ὄντως εἶχε προπολεμικῶς ἄριστον παρελθόν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἐνεπλάκη, προφανῶς λόγῳ τῆς ἡλικίας του, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, εἰς μίαν περιπέτειαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν τοῦ ἐπέτρεπον αἱ φυσικαὶ του δυνάμεις νὰ ἐξέλθῃ. Ἐγένετο ἡ αἴτησις, ἐπὶ τῶν ἰδικῶν μου πλέον ἡμερῶν, τῆς παρατάσεως ἐπὶ τρίμηνον, τῆς ὑπομισθώσεως. Ἡ ἔννοια τῆς αἰτήσεως εἶναι σαφής. Δὲν χορηγεῖται ἄδεια ὑπομισθώσεως δι’ ἀορίστους σκοπούς, δὲν χορηγεῖται ἡ παράτασις πρὸς ἀορίστους σκοπούς, ἀλλὰ περιορίζονται καὶ τὰ δικαιώματα ἐξορύξεως διὰ τῆς νέας ἀποφάσεως καὶ σαφῶς καθορίζεται ὅτι σκοπὸς τῆς νέας παρατάσεως εἶναι ἡ συγκέντρωσις τῶν στοιχείων καὶ πρὸ πάντων ἡ σύναψις μεταξὺ τῶν δύο μερῶν συμβάσεως ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς ἐξηγήσω ἀργότερον. Ἡ σύμβασις αὕτη δὲν συνήφθη, καὶ θὰ ἴδωμεν διατὶ δὲν συνήφθη καὶ πόθεν προκύπτει ἐξ ἐγγράφων ὅτι δὲν συνήφθη. Εὐθὺς ὡς τὸ Ὑπουργεῖον διεπίστωσε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συναφθῇ, ποίαν ὑποχρέωσιν εἶχε; Ἢ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀφήσῃ νὰ χαθῇ ἡ εὐκαιρία — καὶ θὰ ἴδωμεν ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ εὐκαιρίας — ἢ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῇ τοὺς ἐργάτας οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο εἰς τὸ μεταλλεῖον, τὰ ἐθνικὰ χρήματα τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. τὰ ὁποῖα κἄποτε ἔπρεπε νὰ ἀποδοθοῦν εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον αὐτοῦ τοῦ μεταλλείου. Ἦτο ὑποχρεωμένον, ἑπομένως, τὸ Ὑπουργεῖον, μὲ σφιγμένην, ἂν θέλετε, τὴν καρδιά, νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του, τὸ ὁποῖον συνίστατο εἰς τὸ νὰ τὸν κηρύξῃ ἔκπτωτον, διότι ἄλλως ἐκινδύνευε νὰ μὴ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς εἰρημένης ἑταιρίας. Διότι δὲν συνέπεσαν αἱ ἀπόψεις τοῦ Βρυώνη μὲ τὰς ἀπόψεις τῆς ἑταιρίας καί, ἐπελθούσης τῆς διαστάσεως ὑφ’ ἃς συνθήκας θὰ σᾶς ἐξηγήσω, δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη διέξοδος. Ἀνέκαθεν, κύριοι συνάδελφοι — ὅταν λέγω ἀνέκαθεν, ἐννοῶ ἀπὸ 2 ἕως 3 ἐτῶν — ἐθεωρεῖτο ὁ Βρυώνης, ὡς τελῶν εἰς παραμονὰς ἐκπτώσεως. Ἤδη ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1955, πολὺ πρὶν ἀρχίσῃ ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία, ὁ τότε Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν τοῖς φακέλλοις, καὶ λέγει ὅτι ἐδῶ ἐνεφανίσθη μία ἑταιρία. Πρόκειται περὶ τῆς «ΒΑΣΙΚ ΡΕΦΡΑΚΤΟΡΙΕΣ», μιᾶς Ἀμερικανικῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἐκείνην τὴν ἐποχήν, τὸ 1955, εἶχε δείξει ἐνδιαφέρον διὰ τὸ μεταλλεῖον καὶ κατόπιν ἔπαυσε νὰ ἔχῃ ἐνδιαφέρον ἡ ἑταιρία αὕτη διὰ τὸ μεταλλεῖον. Καὶ γράφει ἤδη ἀπὸ τότε ὁ Ο.Χ.Ο.Α. «ἐφ’ ὅσον ἤθελον τελικῶς εὐοδωθῆ αἱ σχετικαὶ διαπραγματεύσεις, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν εἰρημένον Οἶκον ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ μεταλλείου, εἴτε ὑπὸ μορφὴν ὑπεκμισθώσεως τούτου ὑπὸ τοῦ Βρυώνη, ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργείου, εἴτε ἄλλως, κηρυσσομένου ἐκπτώτου τοῦ Βρυώνη». Ἦσαν, κύριοι συνάδελφοι, γεγεννημένα τὰ δικαιώματα ταῦτα. Οὐδέποτε δικαίωμα ἐκπτώσεως ἦτο περισσότερον γεγεννημένον ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκπτώσεως, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου γεγεννημένον εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἤδη ἀπὸ τοῦ 1955. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ο.Χ.Ο.Α. ἐπὶ τῶν ἰδικῶν μου ἡμερῶν γράφει, τὴν 26ην Ὀκτωβρίου 1956, ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν παράτασιν: «Οἱαδήποτε λύσις δοθῇ, δηλαδὴ εἴτε δι’ ἐκπτώσεως τοῦ Βρυώνη καὶ ἐκμισθώσεως ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ἑταιρίαν, εἴτε δι’ ὑπεκμισθώσεως, δέον νὰ διαφυλαχθοῦν τὰ δικαιώματα τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., συμφώνως πρὸς τὰς μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ συνεννοήσεις μας». Ὅλος ὁ κόσμος ἐγνώριζε, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὁ ἴδιος ὁ Βρυώνης καὶ ἡ ἑταιρία καὶ ἡμεῖς πάντες, ὅτι ἡ πραγματικὴ κατάστασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε, ἐὰν μὲν ἀπετύγχανον αἱ διαπραγματεύσεις τὸ πρᾶγμα εἶχε καλῶς, ἐὰν δὲ δὲν ἐπετύγχανον, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐβαδίζαμεν πρὸς ἔκπτωσιν. Ἐν τούτοις, τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ προστατεύσῃ, ὅσον ἠδύνατο, τὰ συμφέροντα τοῦ Βρυώνη, παρέχον τὴν παράτασιν, ὅταν τὴν παρέσχε, δι’ ἐγγράφου του λέγει, νὰ κυττάξητε νὰ κάμητε, ὅ,τι ἠμπορεῖτε διὰ νὰ συνεννοηθῆτε μὲ τὸν Βρυώνην, δηλαδὴ νὰ κυττάξητε νὰ συμβιβασθῆτε. Ἀπὸ ἀπόψεως, λοιπόν, νομικῆς, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι σᾶς ἀνέγνωσα καὶ τὸ ἄρθρον 15, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν Βρυώνην ὑφίστατο. Θὰ ἔλθωμεν μετὰ εἰς τὰ οὐσιαστικὰ αἴτια. Καὶ ὑφίστατο, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐκρίθη ὅτι ὑφίστατο, ἀπὸ ἁρμοδιώτατα πρόσωπα. Διότι καὶ ἡ παράτασις καὶ ἡ ἔκπτωσις ἐγένοντο μετὰ σύμφωνον καὶ ὁμόφωνον γνώμην τοῦ Συμβουλίου Μεταλλείων, προεδρευομένου ἀπὸ Ἀρεοπαγίτην. Θὰ μοῦ εἴπητε, διὰ ποῖον λόγον εἴπατε πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ὅτι δὲν δέχεσθε ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκπτωσιν νὰ συναλλαγῆτε μετ’ αὐτῆς, ἂν θέλετε νὰ ὁριστικοποιηθῇ, ὅπως λέγει τὸ ἔγγραφον ἡ ἔκπτωσις τοῦ Βρυώνη, ἀφοῦ, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἁρμόδιον δικαστήριον δὲν εἶναι εἰς περίπτωσιν, ἂς εἴπωμεν, τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς ἐκπτώσεως, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ τὰ τακτικὰ δικαστήρια; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλῆ: Ἡ ἔκπτωσις εἶναι περιβεβλημένη τὸ τύπον πράξεως τῆς Διοικήσεως. Βέβαιον εἶναι ὅτι ἐὰν προσέφευγεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τουλάχιστον κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε νομολογίαν, τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας θὰ ἀπέρριπτε τὴν προσφυγήν, τοῦ Βρυώνη, ἀλλὰ δὲν ἐδικαιοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προεξοφλήσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἐὰν εἶχε δίκαιον. Διότι ἡ ἔκπτωσις, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι μία περίπτωσις μονομεροῦς καταγγελίας τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία, ἐὰν μὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως καὶ ἐπὶ ἀντιστοίχων πραγματικῶν περιστατικῶν, εἶναι δικαιολογημένη ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, ἐὰν δὲ δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως καὶ ἐπὶ πραγματικῶν περιστατικῶν, ἀντιστοιχούντων εἰς τοὺς ὅρους τοῦ κειμένου, βεβαίως εἶναι ἄδικος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς. Σᾶς ἐξήγησα, ὅμως, ὅτι ἦτο ἀπολύτως δεδικαιολογημένη ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς. Εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἀνεφέρετο εἰς τὸ πρακτικὸν τοῦ Συμβουλίου Μεταλλείων καὶ ἡ πρᾶξις τῆς ἐκπτώσεως εἰς γεγονότα, κυρίως λαβόντα χώραν πρὸ τῆς ὑπομισθώσεως. Βεβαιότατα, κύριοι συνάδελφοι, ἀνεφέρετο εἰς γεγονότα λαβόντα χώραν πρὸ τῆς ὑπομισθώσεως. Ἀκριβῶς, αὐτοῦ τούτου τοῦ δικαιώματος δὲν εἶχε παραιτηθῆ τὸ Δημόσιον, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ εἶχε παραιτηθῆ, διότι ἐὰν παρῃτεῖτο θὰ εἶχε ὡς σκοπὸν νὰ εὐνοήσῃ τὸν Βρυώνην. Εἶχε καθῆκον τὸ Δημόσιον ἕνα ἀτυχήσαντα πολίτην του νὰ τὸν προστατεύσῃ, ὅσον τοῦτο τοῦ ἦτο ἐπιτετραμμένον. Ἀλλὰ εἶχε ταυτοχρόνως καθῆκον τὸ Κράτος, νὰ δώσῃ μίαν πρακτικὴν καὶ ὑπεύθυνον λύσιν εἰς τὸ ἀνακῦψαν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἦτο, ὅτι τὸ μεταλλεῖον ἦτο ἀργοῦν, ὅτι οἱ ἐργάται του εἶχον ἡμερομίσθια ἀπλήρωτα καὶ ὅτι ὑπῆρξε χρέος, ὡς γνωρίζετε, πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. Ὁ Ο.Χ.Ο.Α. μάλιστα, δι’ ἑτέρου ἐγγράφου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας, λέγει, ὅτι ὁ Βρυώνης, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιχείρησις εὑρίσκεται, κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ ἀναγκαστικὴν διαχείρισιν, δὲν εἶναι εἰς θέσιν λόγῳ τῆς ἀδυναμίας του καὶ τῆς καταστάσεως εἰς ἣν ἔχει περιέλθει, νὰ διεξαγάγῃ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς ἑταιρίας τῆς Αὐστροαμερικανικῆς. Εἰς παλαιότερον ἔγγραφον τὰ λέγει αὐτὰ ὁ Ο.Χ.Ο.Α. Καὶ πρέπει, ἑπομένως, νὰ γίνουν τριμερεῖς, γράφει ὁ Ο.Χ.Ο.Α., συνομιλίαι μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ Ο.Χ.Ο. Α. καὶ τῆς ἑταιρίας. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα δὲν περιορίζεται εἰς τοῦτο. Νομίζω, ὅτι θὰ ἤξιζε τὸν κόπον νὰ ἴδῃ κανεὶς πῶς ἐξηγεῖ ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. (ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων εἶχεν ἀποστείλει αὐτὰ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Παπανδρέου) πρὸς τὸ Συμβούλιόν του, πῶς ἐξηγεῖ, τὴν 23ην Ἰανουαρίου, τὴν ἀνάγκην τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως. Λέγει μεταξὺ τῶν ἄλλων — τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα λέγει θὰ τὰ ἐξετάσωμεν κατόπιν — ὅτι ἐπείγει ἡ κατάρτισις τῆς συμβάσεως διότι ἡ ἑταιρία ἀπειλεῖ νὰ φύγῃ καὶ νὰ πάῃ στὴν Τουρκία. Λέγει ἀκόμη ὁ Γενικὸς Διευθυντής, περιγράφων πρὸς τὸ Συμβούλιόν του ὑπευθύνως τὴν ἀξίαν τῶν ἐγκαταστάσεων, τὴν ἐμπορικὴν καὶ τὴν ἀντικειμενικήν, ὅτι εἶναι ἄκρως συμφέρον νὰ δοθῇ ἡ λύσις καὶ ἐπείγεται. Αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω ἐπὶ λέξει: «Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω εἰς τὰς 23 Ἰανουαρίου, πρὸ τῆς 29ης Ἰανουαρίου καθ’ ἣν ἐγένοντο τὰ τριμερῆ ἔγγραφα, ἀναφέρει εἰς τὸ Διοικητικόν του Συμβούλιον ὁ κ. Διευθυντής, ὅτι, ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω διεξάγομεν ἐπανειλημμένας συνεννοήσεις μετὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου Βιομηχανίας, ὅπερ ἐδέχθη ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν Βρυώνην, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ παραχωρήσῃ τὸ μισθωτικὸν δικαίωμα εἰς τὴν ἑταιρίαν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι αὕτη θὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. ὑφισταμένου χρέους τοῦ Βρυώνη». Καὶ λέγει παρακάτω, ἀλλὰ αὐτὰ θὰ εἴπωμεν, ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 400.000 δολλαρίων. Λέγει παρακάτω τὸ ἔγγραφον, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας συζητήσεις ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἑταιρίας ἐδήλωσεν, ὅτι, εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἐξόφλησιν μόνον τοῦ κεφαλαίου, ἐνῷ προηγουμένως ἐφαίνετο ὅτι εἶχε δεχθῆ ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβής, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω. Κατὰ τὰς προκαταρκτικὰς συζητήσεις, ἃς εἴχομεν μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου, κατ’ ἀρχὰς μὲν διεπιστώσαμεν διάθεσιν ἀμέσου ἐξοφλήσεως τῆς ὑποχρεώσεως, ἀμέσου ἐξοφλήσεως ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο εἰς 550.000 δολλάρια. Κατὰ τὴν τελευταίαν, ὅμως, συζήτησιν, ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ δεχθῇ παρὰ μόνον τὴν ἐξόφλησιν τοῦ κεφαλαίου τῆς ὀφειλῆς καὶ τοῦτο ἔγινε κατόπιν ἐκτιμήσεως τῆς πραγματικῆς αὐτοῦ ἀξίας, ἥτις, κατὰ τὴν ἑταιρίαν, ἀνέρχεται εἰς 300–350.000 δολλάρια περίπου. Αὐτὰ λέγει ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς πρὸς τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐπειδὴ ἀπειλεῖ ὅτι θὰ φύγῃ διὰ τὴν Τουρκίαν, ἐπειδὴ εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ ἐν προκειμένῳ μεταλλεῖον καὶ αἱ ἐν αὐτῷ ἐγκαταστάσεις ἔχουν θεωρητικὴν ἀξίαν ἐξηρτημένην ἀπὸ τοῦ ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ ἢ δὲν θὰ ὑπάρξῃ συγκεκριμένον ἐνδιαφέρον, διὰ τοῦτο ζητεῖ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον νὰ διεξαγάγῃ διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κεφαλαίου καὶ ὄχι τῶν τόκων. Αὐτὰ λέγει τὸ ἔγγραφον τῆς 23ης Ἰανουαρίου, τὸ ὁποῖον, νομίζω, ὅτι φωτίζει ὑπευθύνως, διότι αὐτὰ ἀναφέρει εἰς τὸ Συμβούλιόν του ὁ κ. Διευθυντὴς καὶ αὐτὰ ἀπεδέξατο τὸ Συμβούλιον ὁμοφώνως. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς οὐδὲν θέμα ὑπάρχει, ἐὰν εἶναι θεμελιωμένη ἡ ἔκπτωσις τοῦ Βρυώνη. Εἶναι ἀπολύτως. Ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς, καὶ τὸ λέγω καὶ σήμερον ἀκόμη μὲ πόνον, ἦτο ἐπιβεβλημένη, διότι τὸ Ὑπουργεῖον εὑρίσκετο πρὸ τοῦ διλήμματος ἢ νὰ προχωρήσῃ πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν, ἀφοῦ δὲν ἐπῆλθε συμφωνία καὶ ἀφοῦ ἐκινδύνευε — κατὰ τὸν Ο.Χ.Ο.Α. καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὸ Ὑπουργεῖον — ἡ ἑταιρία αὐτὴ νὰ φύγῃ ὅπως ἔφυγε καὶ ἡ προηγουμένη καὶ ἀφοῦ ὅπως πολὺ ὀρθῶς σᾶς εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Λαμπρόπουλος, βουλευτὴς Χαλκιδικῆς, καὶ γνωρίζων τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἐκδεδηλωμένον σοβαρὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὸ μεταλλεῖόν αὐτὸ ἀπὸ κανένα, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην νὰ ἀφήσῃ ἀνεκμετάλλευτον τὸ μεταλλεῖον. Εἶχε νὰ ἐπιλέξῃ μεταξὺ δύο ὁδῶν τῆς ἐκπτώσεως καὶ ἀποπομπῆς τῆς ἑταιρίας, καὶ ἠναγκάσθη νὰ προκρίνῃ τὴν ἔκπτωσιν. Ἐὰν δὲ προέκρινε τὴν ἔκπτωσιν, θὰ ἦτο βαρύτατα ὑπεύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τότε θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος περὶ εὐνοίας. Εὔνοια δὲν γίνεται ὅταν τὸ Κράτος κάμνῃ χρῆσιν γεγεννημένων δικαιωμάτων, εὔνοια σημειοῦται, ὅταν τὸ Κράτος, ἔστω ἐξ ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας τοῦ φορέως τῆς Κρατικῆς ἐξουσίας, παραιτῆται αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων καὶ δὲν ἐπιτυγχάνῃ μίαν σύμβασιν, ἡ ὁποία κρινομένη κατὰ τὰ κριτήρια τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦτο κατὰ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἐπαϊόντων ἄκρως συμφέρουσα. Ἀλλὰ ἐλέχθη, ἀκόμη, ὅτι τὸ ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον ἐγένετο συμβιβασμός, ἦτο ποσὸν ἀνεπαρκές. Ἂς ἔλθωμεν εἰς αὐτὸ τὸ θέμα. Ἐλέχθη ἀκόμη, ὅτι προκύπτει τάχα ἐξ ἐγγράφων, ὅτι ὑπάρχει προηγουμένη συμφωνία, νὰ καταβληθῇ μεγαλύτερον ποσόν. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ὑπάρχουν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα καὶ μόνον. Ἔγγραφον τῆς ἑταιρίας ἀπὸ 12.12.55, ἐπὶ τοῦ προκατόχου μου, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὅπου λέγει: «Ὑποστηρίζω τὴν περίπτωσιν τῆς ὑπομισθώσεως, ὅτι ἕνας ἐκ τῶν σκοπῶν τῆς ὑπομισθώσεως θὰ ἦτο νὰ καταβάλῃ τὸ πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. χρέος τοῦ Βρυώνη, κατὰ τοὺς συνήθεις ὅρους, οὓς αὕτη χορηγεῖ εἰς τοὺς ὀφειλέτας της». Σᾶς ἀνέγνωσα ἀκόμη ὡς εἶναι γραμμένη μὲ τὰ λάθη της ἡ φράσις. Θὰ εἴπῃ αὐτό, ὅτι θέλει νὰ κάμῃ ἄμεσον καταβολὴν ἢ θὰ εἴπῃ ὅτι θέλει νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ μακροπροθέσμως ὀφείλοντος πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α.; Ἀλλὰ καὶ τὸ Συμβούλιον Μεταλλείων τότε, τὸ 1955, λέγει, ὅτι ὡς πρὸς τὰς σχέσεις Βρυώνη μὲ τὸν Ο.Χ.Ο.Α., τὸ Συμβούλιον ἀποφαίνεται ὅπως πᾶσα διαφορὰ μεταξὺ Βρυώνη καὶ Ο.Χ. Ο.Α. καὶ λοιπῶν δανειστῶν, πλὴν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων οἵτινες θέλουσιν ἐξοφληθῆ ὁλοσχερῶς κατὰ τὸ 10μηνον τῆς μισθώσεως, θὰ λυθῇ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῆς ἑταιρίας κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., δηλαδὴ καὶ τῶν λοιπῶν δανειστῶν, συμφωνίας. Ταῦτα ἐγράφοντο τὸ 1955 ἐπὶ τοῦ προκατόχου μου. Καὶ εἰς ἐκτέλεσιν ἐξέδωκε ἔγγραφον τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α., τὸ ὁποῖον συνίστα τὰ ἑξῆς, καὶ ὀρθῶς τὰ συνίστα, τότε. «Προκειμένου νὰ διευκολυνθῇ — λέγει — ἡ ἑταιρία καὶ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας, κρίνομεν σκόπιμον νὰ συστήσωμεν ὅπως παράσχητε πᾶσαν δυνατὴν καὶ νόμιμον εὐκολίαν πρὸς πληρωμὴν τοῦ πρὸς ἡμᾶς χρέους τοῦ Βρυώνη». Τὴν 25ην Σεπτεμβρίου 1956 εἶναι τὸ πρῶτον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἶναι τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου, ἡ ἑταιρία ζητεῖ τὴν παράτασιν τῆς μισθώσεως ἐπὶ 3μηνον. Καὶ ἔχει τὴν ἑξῆς φράσιν: Ὅτι τὴν παράτασιν τὴν ζητεῖ πρὸς τακτοποίησιν τοῦ πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. χρέους τοῦ Βρυώνη, ἥτις θὰ ἀπαιτήσῃ χρόνον τινὰ διαπραγματεύσεων. Εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ φράσις αὐτὴ σημαίνει ὅτι ἀναλαμβάνει καταβολὴν τοῖς μετρητοῖς; Ἡ φράσις λέγει «πρὸς τακτοποίησιν τοῦ χρέους». Ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ἐλάχιστα πῶς διεξάγονται αἱ τραπεζιτικαὶ ἐργασίαι, ὁ ὁποῖος νὰ θεωρῇ ἰσοδύναμον τὴν λέξιν «τακτοποίησιν χρέους», ἡ ὁποία μάλιστα τακτοποίησις θὰ ἀπαιτήσῃ χρόνον διὰ νὰ γίνουν διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν ἄμεσον καταβολὴν ὁλοκλήρου τῆς ὀφειλῆς; Τί χρόνος καὶ τί διαπραγματεύσεις θὰ ἀπητοῦντο, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ πάῃ νὰ πληρώσῃ τὸ σύνολον τοῖς μετρητοῖς; Ἀλλά, περαιτέρω, τὴν 19ην Νοεμβρίου, ἄλλο ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον — ὅλα αὐτὰ περιέχονται ἐν τῷ φακέλλῳ — οἴκοθεν νοεῖται — γράφει ἡ ἑταιρία — ὅτι θὰ ἀναλάβωμεν προηγουμένως νὰ διακανονίσωμεν — ἀκόμη γενικωτέρα ἔκφρασις, οὔτε κἄν νὰ τακτοποιήσωμεν — τὰ ὅσα ὁ Βρυώνης ὀφείλει πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α., δι’ ἀπ’ εὐθείας συνεννοήσεων μετ’ αὐτοῦ. Καὶ ἐγώ, τὴν 27.11.56, τί τοῦ γράφω; Ἐγώ, τοῦ λέγω, νὰ ἀναδεχθῆτε τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Βρυώνη πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. δι’ ἀπ’ εὐθείας συμφωνίας μετὰ τούτου. Διατὶ τὸ γράφω αὐτό; Τοῦ λέγω, ἔχε ὑπ’ ὄψει σου, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις, ἐὰν δὲν ρυθμίσης τὰς σχέσεις τοῦ Βρυώνη μὲ τὸν Ο.Χ.Ο.Α. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ Ο.Χ.Ο.Α. εἶναι ἕνας οἱονεὶ τραπεζιτικὸς Ὀργανισμός. Ὁ Ὀργανισμὸς αὐτὸς διοικεῖται ἀπὸ ἕνα Συμβούλιον, ἕνα Συμβούλιον ὄντως περιωπῆς, ἡ περιουσία αὐτοῦ, ἐθνικὴ ὄντως περιουσία, εἶναι ἐμπεπιστευμένη εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον μετέχουν οἱ διοικηταὶ ὅλων τῶν ἐν Ἑλλάδι μεγάλων Τραπεζῶν, ἤ, τούτων κωλυομένων, οἱ ὑποδιοικηταὶ ὅλων τῶν ἐν Ἑλλάδι μεγάλων Τραπεζῶν, ἁρμοδιότατα πρόσωπα, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. καὶ ὁ Ἀμερικανὸς Σύμβουλος. Αὐτοί, λοιπόν, κρίνουν, κύριοι ἐπὶ τοῦ δανείου καὶ αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ ἀφήσω κυριαρχικῶς νὰ κρίνουν. Ἦτο ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Βιομηχανίας νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἀσφαλοῦς ἢ ἐπισφαλοῦς μιᾶς ἀπαιτήσεως τοῦ Ο.Χ.Ο.Α.; Ἦτο ἔργον ἐκ τοῦ νόμου; Ἦτο ὑποχρέωσίς του οἱαδήποτε ἠθική; Ἐγνώριζα ἐγὼ καλλίτερον ἀπὸ ὅ,τι γνωρίζει ὁ Σύλλογος τῶν Διοικητῶν τῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν, ἢ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῶν τῶν Ὑποδιοικητῶν, πῶς πρέπει νὰ ρυθμισθῇ μία ὀφειλὴ πρὸς μίαν Τράπεζαν; Καὶ ποῖος εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος, ὁ συμφερώτερος καὶ ὁ πρακτικώτερος τοῦ διακανονισμοῦ; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μακροπρόθεσμος πίστις, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἕνα Συμβούλιον ὑπευθύνων, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν δικαίωμα νὰ προβαίνουν εἰς ρύθμισιν; Καὶ πρέπει τὴν ρύθμισιν ταύτην νὰ τὴν ὑπαγορεύῃ κυριαρχικῶς ὁ Ὑπουργός; Τί δύναται νὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργός; Νὰ κάμῃ μίαν ὡρισμένην ρύθμισιν, ἐὰν ἠμπορῇ ἔτι καλυτέραν, ἀλλὰ τὴν προκειμένην ὑποχώρησιν δὲν τὴν καθώρισεν ὁ κ. Ὑπουργός, τὴν καθώρισεν ὁ Ο.Χ.Ο.Α., κυριαρχικῶς, ὅπως ἐδήλωσα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, μόλις εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ κυρωτικὸν τῆς συμβάσεως αὑτῆς. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν περαιτέρω, τί λέγουν τὰ ἔγγραφα. Ἐγώ, λοιπόν, τοὺς εἶπα νὰ ἀναδεχθῆτε τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Βρυώνη δι’ ἀπ’ εὐθείας συμφωνίας μετὰ τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. Εἰς τὸ αὐτὸ ἔγγραφον — εἶναι ἀληθὲς — εἰς τὸ ὁποῖον λέγω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἔλθω εἰς ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεις μὲ τὴν ἑταιρίαν, διεφώνησεν μόνον ὁ τμηματάρχης ἐξ ὅλων τῶν ὑπηρεσιακῶν προσώπων. Σέβομαι τὴν γνώμην του. Σέβομαι, ὅμως, καὶ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν διεφώνησαν καὶ εἶμαι Ὑπουργὸς διὰ νὰ ἀναλαμβάνω εὐθύνας. Καὶ ἔγραψα ἀπὸ κάτω, ὅτι δὲν θεωρῶ ὅτι θὰ καταστῇ δυνατὸν ἡ ὑπὸ συμφερωτέρους ὅρους ἐκμίσθωσις καὶ ἡ ταχεῖα ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν, διότι ὑπάρχουν ἐργάται ἀπλήρωτοι, αἱ πληροφορίαι τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. περὶ τῆς ἑταιρίας καὶ τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἄρισται καὶ δὲν δύναμαι νὰ διακινδυνεύσω διαγωνισμόν. Καὶ ὑπέγραψα τὸ ἔγγραφον, συμφωνούντων ὅλων τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ τὸ θέμα αὐτό. Ἕως τώρα, εἴδατε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἑταιρίας, εἰς ὅλας τὰς ἐγγράφους δηλώσεις — καὶ ἔχομεν ἔγγραφον δήλωσιν μέχρι καὶ τῆς 19ης Νοεμβρίου — δὲν ὁμιλεῖ ποτέ, δὲν γράφει, δὲν δεσμεύεται διὰ τυχὸν μεγαλύτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τελικῶς ἐπετεύχθη. Ἀντιθέτως, εἴδατε, ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων, προκύπτει ὅτι παζαρεύει διὰ μικρότερον ποσόν. Καὶ ὑπάρχει, πράγματι, ἕνα ἔγγραφον, τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., τῆς 28ης Δεκεμβρίου, τὸ ὁποῖον παραδόξως, ἐνῷ εἶναι εἰς τὸν φάκελλον τοῦ Ὑπουργείου, δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸν φάκελλον τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ὁ ὁποῖος ἔχει ἀκόμη καὶ τὸ ἀγγελτήριον τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Βρυώνη, συμπεριλάβει εἰς τὰ ἔγγραφά του, ἕνα ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὄντως εἶναι ἄξιον προσοχῆς. Εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτό, λέγει ὁ Ο.Χ.Ο.Α. πρὸς τὴν Διεύθυνσιν Μεταλλείων τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ὁ Τσίρης ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρίας, σᾶς ἔστειλε μίαν μακροσκελῆ ἐπιστολήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνῷ αὐτὸς βεβαίως, ξεύρει ποία εἶναι ἡ ἀξία τῶν μηχανημάτων, μᾶς κάμνει κουβέντα περὶ τῆς ἀξίας τῶν μηχανημάτων καὶ ἡμεῖς βεβαίως, δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ὑποχωρήσωμεν, διότι ἠξεύρομεν καὶ τὴν ἀξίαν τῶν μηχανημάτων καὶ ποῖον εἶναι τὸ συνολικὸν χρέος τοῦ Βρυώνη καὶ ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν τῶν ὑπηρεσιῶν σας, δεδομένου ὅτι ἡ ὑποχώρησις αὐτή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὑποχώρησις ἀπὸ μακροῦ χρόνου, διότι κατὰ τὴν 19ην Νοεμβρίου προκύπτει ἐξ ἐγγράφων, ὅτι δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοιούτων ποσῶν ὁ Τσίρης, δεδομένου ὅτι ἡ ὑποχώρησις αὕτη εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἑπομένως, μεταξὺ τῆς 19ης Νοεμβρίου τοῦ τελευταίου ἐγγράφου τοῦ Τσίρη καὶ τῆς ἡμερομηνίας αὐτῆς, ἴσως διὰ νὰ ἐνθαρρύνῃ τὸν Ο.Χ.Ο.Α., διὰ τὸν α ἢ β λόγον, εἶπε ὡρισμένες κουβέντες, χωρὶς νὰ γράψῃ οὔτε μίαν σειράν. Ἀλλὰ μετὰ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ὁ Ο.Χ.Ο.Α. καὶ πρὸ τῆς συσκέψεως τῆς 29ης Ἰανουαρίου, ἡ σύσκεψις τῆς 29ης Ἰανουαρίου εἶναι ἡ σύσκεψις καθ’ ἣν ἐξεδόθησαν, ὑφ’ ἃς συνθήκας ἐξεδόθησαν, τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο. Α., τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. πρὸς τὴν ἑταιρίαν καὶ τῆς ἑταιρίας πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. Πρὸ τῆς συσκέψεως αὐτῆς ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. εἰσηγεῖται εἰς τὸ Συμβούλιον ὅσα σᾶς εἶπον προηγουμένως καὶ λέγει, πρὸς Θεοῦ, νὰ μὴ χάσωμεν τὴν εὐκαιρίαν. Ἐζήτησε μάλιστα ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ νομικὸν θέμα, τὸ ἐὰν δύναται κατ’ ἀρχὴν ὁ Ο.Χ.Ο.Α. νὰ χαρίσῃ τόκους, εἶναι βέβαιον, διότι δύναται ἐκ τοῦ νόμου, τὸ θέμα εἶναι ἐὰν ἠδύνατο νὰ τοὺς χαρίσῃ πρὶν νὰ ἀσκήσῃ τὰς ἀγωγάς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐναντίον τοῦ ὀφειλέτου, καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη καταφατικῶς ὑπὸ τῶν Νομικῶν Συμβούλων τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. καὶ ὄχι ὑπὲρ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἠσχολήθην μὲ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἐλύθη δὲ καταφατικῶς καὶ ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., τὸ ὁποῖον κρίνει τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεως, ἀπὸ ἀπόψεως νομιμότητος. Λοιπόν, εἰς τὰς 23 Ἰανουαρίου, ὁ Ο.Χ.Ο.Α. λέγει ὅτι εἶναι ἄκρως συμφέρουσα ἡ σύμβασις, διότι ἐκινδύνευε νὰ φύγῃ εἰς τὴν Τουρκίαν ἡ ἑταιρία καὶ νὰ χάσουν καὶ τὰ μηχανήματα τὴν ἀξίαν των, διότι θὰ ἔχανον τὴν ἀξίαν των, ἐὰν δὲν προσεφέρετο κάποιος νὰ τὰ ἐκμεταλλευθῇ. Καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, τὴν 13ην Φεβρουαρίου, νέα συνεδρίασις, τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. Καὶ τί λέγεται κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου; Κατ’ αὐτὴν τὴν συνεδρίασιν πλέον γίνεται ἀνάλυσις ὅλης τῆς καταστάσεως καὶ λέγει ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς καὶ ἀποδέχεται ὁμοφώνως τὸ Συμβούλιον. Σημειωτέον ὅτι κατὰ τὴν γενομένην τὸ 1954 ἐκτίμησιν τῶν στοιχείων τοῦ ἐνεργητικοῦ τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., πολὺ πρὶν ἐμφανισθῇ ἡ ἑταιρία, στοιχεῖα τοῦ ἐνεργητικοῦ τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ἦσαν κυρίως τὰ μηχανήματα καὶ τὰ διάφορα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἶχον κατασκευασθῆ, εἴτε κτίσματα ἢ ἄλλα τινὰ διὰ χρημάτων τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., εἴτε διὰ συμβολῆς χρημάτων τοῦ Βρυώνη· σημειωτέον ὅτι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐνεργητικοῦ τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., τὸ δάνειον ἐκρίθη κατὰ 50% ἐπισφαλές. Ἐκρατήθη πρόβλεψις δὲ τότε, 230.000 δολλαρίων, ἀνελθοῦσα μὲ τὰς προσφάτους προβλέψεις τῶν τόκων, εἰς 245.000 δολλάρια. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὸν ἀριθμόν, εἶναι ἕνα ἐλαφρῶς μεγαλύτερον ποσόν. Ἔκτοτε ἡ θέσις τοῦ δανείου ἐπεδεινώθη, ἡ δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὑπὸ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. γενομένη νέα ἐκτίμησις τῶν δανείων, ἀναβιβάζει τὴν πιθανὴν ζημίαν εἰς μέγα ὕψος, μέχρι 90%, λόγῳ τῆς σημερινῆς ἀξίας τῶν ληφθεισῶν ἐμπραγμάτων ἀσφαλειῶν. Συνεπῶς ἡ κάλυψις ὁλοκλήρου τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου ὑπὸ τῆς ἑταιρίας, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξαιρετικῶς ἐπιτυχής, ἐξασφαλίζουσα κεφάλαια, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐὰν μὴ κατὰ τὸ ὅλον, ἐπιτυχῶς. Παρακαλῶ, προσέξατε τί λέγει: «Ἥτις ἐπιτυχία ἐπετεύχθη, διότι ἡ ὑπὸ τῆς ἐν λόγῳ ἑταιρίας καταβολὴ τοῦ πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. ὀφειλομένου κεφαλαίου τῶν 400.000 δολλαρίων ἐτέθη ὡς ὅρος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας διὰ τὴν ἐκμίσθωσιν τοῦ μεταλλείου». Εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ποὺ σᾶς ἐδιάβασα, εἶναι ἡ εἰσήγησις τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ καὶ παρακάτω λέγει «ὅτι τὸ Συμβούλιον ἀποφασίζει ὁμοφώνως, ὅπως κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ἐξουσιοδοτηθῇ ὁ Γεν. Διευθυντὴς καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς σχετικῆς συμβάσεως». Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ λέγει ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐπέμενε μετὰ πείσματος διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλά, κύριε συνάδελφε, καὶ εἰς πρόσφατον συνεδρίασιν, ὅταν ἀνέκυψεν ἡ ἐμπλοκὴ καὶ ἠσχολήθη μὲ ταύτην τὸ Διοικ. Συμβούλιον τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., ἀναγνωρίζει τὸ Συμβούλιον ὅτι ὑπῆρξεν «ἱκανοποιητικὴ καὶ ὠφέλιμος» διὰ τὸν Ο.Χ. Ο.Α. ἡ ἐπιτευχθεῖσα ρευστοποίησις τοῦ δανείου. Θὰ μοῦ εἴπητε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔγινε κἄποιος συμβιβασμὸς τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἑταιρία ἀφοῦ ἐπέτυχε τὴν ἔκπτωσιν, δεχθεῖσα ὅτι θὰ συνάψῃ σύμβασιν, μετὰ δὲν προσέφερε περίπου τίποτε εἰς τὸν Βρυώνην; Αὐτὸς εἶναι ὁ συλλογισμός, ὁ ὁποῖος μέχρις ἑνὸς ὡρισμένου σημείου δύναται νὰ εὐσταθήσῃ. Ἐδῶ τὸ θέμα ἦτο τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ τὸ Κράτος διὰ νὰ ἀποφύγῃ αὐτὸν τὸν ἐκβιασμὸν εἰς βάρος ἑνὸς ἰδιώτου, Θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῇ ἐνδεχομένως αὐτὸν τὸν ἐκβιασμόν, ἢ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀφήσῃ αὐτόν, τὸν ἰδιώτην, νὰ κάμῃ τὸν ἀντίστροφον ἐκβιασμὸν καὶ νὰ χαθῇ ἡ εὐκαιρία ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ τοῦ μεταλλείου ἀπὸ μίαν ἑταιρίαν καὶ νὰ χαθῇ ἡ εὐκαιρία ἀπασχολήσεως ἑκατοντάδων ἀνθρώπων καὶ νὰ μείνῃ ἀνεκμετάλλευτος αὐτὸς ὁ μικρὸς ἐθνικὸς πλοῦτος, ποὺ εἶναι αὐτὸ τὸ μεταλλεῖον. Ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν νὰ ὑποστῇ εἷς ἄνθρωπος τὸν ἐκβιασμὸν ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν νὰ ὑποστοῦν τὸν ἐκβιασμὸν ἑκατοντάδες ἄνθρωποι καὶ τὸ σύνολον τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἔλαβε χώραν ἐκβιασμὸς τοῦ Βρυώνη. Ἀλλὰ δὲν ἐδικαιούμην διὰ νὰ τὸν προστατεύσω ἀπὸ τοῦ ἐκβιασμοῦ, νὰ ἐπιτρέψω εἰς τὸν ἴδιον, μὴ ἔχοντα κανένα οὐσιαστικὸν δικαίωμα, νὰ ἐκβιάζῃ, καὶ πάντως δὲν ἐδικαιούμην, διὰ νὰ μὴ ἐκβιασθῇ ὁ Βρυώνης, νὰ ἐπιτρέψω νὰ ἐκβιασθῇ τὸ Κράτος, ὁ Ο.Χ.Ο.Α. καὶ οἱ ἐργάται. Τί ἔπρεπε νὰ κάμω; Ὅταν διοικοῦμεν τὴν ἰδικήν μας περιουσίαν καὶ ἐὰν θέλωμεν τὴν χαρίζωμεν, ὅταν διοικοῦμεν ὅμως τὴν περιουσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου; Ποῖον ἦτο ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὸ κριτήριον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ Ὑπουργός; Θὰ σᾶς εἴπω ὅτι, εὑρισκόμενος εἰς ἀγωνιώδη κατάστασιν ἀπὸ ἐτῶν ὁ Βρυώνης, εἶχεν ἐπιχειρήσει νὰ φέρῃ ἄλλους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνδιεφέροντο διὰ τὸ μεταλλεῖον καὶ δὲν τὸ ἐπεχείρησε μόνον ὁ Βρυώνης, ὡς προκύπτει ἐξ ἐγγράφων κατατεθειμένων ἐν τοῖς φακέλλοις, ὅτι εἶχεν ἐπιχειρήσει καὶ ὁ Ο.Χ.Ο.Α. νὰ φέρῃ καὶ δὲν εὑρέθησαν ἐνδιαφερόμενοι, τοὐλάχιστον πρὸ τῶν γεγονότων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον. Δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνεφανίσθησαν μετὰ τὰ γεγονότα, θὰ ὁμιλήσω παρακατιών. Τί ἔπρεπε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργός; Νὰ μὴ διεπραγματεύετο, νὰ κινδυνεύσῃ νὰ ξανασυμβοῦν ἐκεῖνα ποὺ συνέβησαν μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία εἶχεν ἔλθει τὸ 1954, νὰ τὰ ξανακινδυνεύσῃ καὶ μὲ τὴν Αὐστριακήν; Ἐγώ, αὐτὴν τὴν εὐθύνην, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἤμην διατεθειμένος νὰ τὴν ἀναλάβω καὶ δὲν τὴν ἀνέλαβον. Εἶχον δικαίωμα νὰ κηρύξω τὴν ἔκπτωσιν καὶ τὴν ἐκήρυξα. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα περὶ τίνος ἐκβιασμοῦ ὁμιλοῦμεν; Θὰ μοῦ εἴπητε, τὸν ὑπέστη ὁ Ο.Χ.Ο.Α. Μὰ ὁ Ο.Χ.Ο.Α. δὲν εὑρίσκετο ὁ ἴδιος εἰς δύσκολον οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὅπως ἐνδεχομένως εὑρίσκετο ἕνα φυσικὸν πρόσωπον ἢ ἕνας ἰδιώτης, ὥστε νὰ ὑποστῇ ἐκβιασμόν. Ὁ Ο.Χ.Ο.Α. ὅσον ἠδύνατο νὰ ἀμυνθῇ, ὑπαρχούσης τῆς μισθώσεως, ἠδύνατο νὰ ἀμυνθῇ καὶ μὴ ὑπαρχούσης τῆς μισθώσεως. Διατὶ κατέστησε θρασυτέραν ἀπέναντι τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. τὴν ἑταιρίαν, τὸ γεγονὸς τῆς ἐκπτώσεως; Μήπως εἴπομεν εἰς τὴν ἑταιρίαν ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅτι ἡμεῖς δεχόμεθα μὲ 400 χιλιάδες δολλάρια; Δὲν τὸ εἴπομεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἀντιθέτως τῆς εἴπομεν: «πηγαίνετε εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. καὶ συνεννοηθῆτε». Πότε εἴπαμε διὰ 400.000 χιλιάδας δολλάρια; Ἀφοῦ ὁ Γεν. Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. εἶχεν εἰσηγηθῆ οὕτως εἰς τὸ Συμβούλιον. Καὶ ἀφοῦ πράγματι, ἐγένετο, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ Γραφεῖον μου μία συζήτησις, ἐὰν θὰ εἶναι 375 χιλιάδες ἢ 400 χιλιάδες δολλάρια — δὲν ἠμπορῶ νὰ ὁρκισθῶ ὅτι ὁ λόγος ἦτο περὶ 375 ἢ 370 χιλιάδες δολλάρια, ἀλλ’ αὐτὴ ἦτο ἡ τάξις μεγέθους.
§55Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οὔτε ἐγώ, σᾶς ἐπάγω ὅρκον, δι’ αὐτὸ τὸ θέμα.
§56Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ συνέβη πράγματι, ἦτο τὸ ἑξῆς: Ἐκείνην τὴν στιγμήν, ἀκόμη δὲν εἶχον κἄν φθάσει αἱ 400.000 δολλάρια. Καὶ αὐτὸ εἶχε συμβῆ μετὰ τὴν εἰσήγησιν τῆς 23ης Ἰανουαρίου τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ πρὸς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., τὸ ὁποῖον εἶχε δεχθῆ συμβιβασμὸν μέχρι τοῦ ὁρίου τοῦ κεφαλαίου, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ φακέλλου. Κατ’ ἀρχήν, λοιπόν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀστήρικτος ἡ κατηγορία κατὰ τῆς ἐκπτώσεως καὶ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, διότι πασιδήλως δὲν στέκεται. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐπειδὴ δύναται νὰ ἀσκήσῃ τις ἀγωγὴν εἰς τακτικὰ δικαστήρια ὅταν ἐγκρίνῃ ὁ Ὑπουργὸς μίαν ἔκπτωσιν, ἀπὸ οἱουδήποτε δημοσίου μεταλλείου, ἀγωγὴν ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν ἀκύρωσιν τῆς πράξεως, ἀλλὰ τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλοίμονον ἐὰν ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν νὰ καταστῇ ἡ σχετικὴ ἀπόφασις, ἄν ποτὲ ἐκδοθῇ, ἀμετάκλητος διὰ νὰ ἐνοικιάσωμεν τὸ μεταλλεῖον. Ἀρκεῖ νὰ εἴπῃ τὸ Συμβούλιον Μεταλλείων ὅτι εἶναι νόμιμος ἡ ἔκπτωσις, τὸ ὁποῖον προεδρεύεται ἀπὸ Ἀρεοπαγίτην, ὁ ὁποῖος προκειμένου περὶ ἀστικῆς φύσεως θεμάτων πιὸ πολλὰ ἠξεύρει ἀπὸ ἐμέ.
§57Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κανεὶς δὲν εἶπε τέτοιο πρᾶγμα.
§58Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Τί θὰ εἴπῃ, κύριε συνάδελφε, «δὲν εἶπε»; Ἐδῶ εἰσήχθη καὶ τὸ θέμα τῆς ἐκπτώσεως καὶ τῆς παρατάσεως εἰς τὸ Συμβούλιον Μεταλλείων. Καὶ τὸ Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον μετέχουν διακεκριμένοι νομικοί, εἷς Ἀρεοπαγίτης καὶ νομικὸς σύμβουλος, λέγει εἰς τὸ πρακτικόν του, ὑπογεγραμμένον παρὰ τοῦ Προέδρου, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη ὁμοφώνως. Τί θὰ εἰπῇ; Λοιπόν, δὲν εἶπε;
§59Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει ἡ ἀπόφασις;
§60Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Ὅτι πρέπει νὰ ἀπαγγελθῇ ἡ ἔκπτωσις διὰ τοὺς ἐν τῇ ἀποφάσει ταύτῃ λόγους. Τὸ νομικὸν θέμα, λοιπόν, δὲν ὑπάρχει. Τὸ ἠθικὸν ἢ τὸ οἰκονομικὸν θέμα; Μά, κύριοι συνάδελφοι, ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχα δύο δρόμους, ὁ ἕνας ἦτο νὰ συμπεριφερθῶ κατὰ τρόπον οὐδέτερον καὶ ἀνεύθυνον, ὁπότε οὔτε αὐτὴ ἡ φασαρία θὰ ἐγίνετο, οὔτε τίποτε ἀπολύτως. Ὁ δεύτερος ἦτο ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ εἴπω ὅτι, δι’ αὐτὸ ὑπάρχει Ὑπουργὸς καὶ νὰ ἀναλάβω τὰς εὐθύνας. Ὅταν λέγῃ ὁ Ο.Χ.Ο.Α. ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε καὶ ὅταν βλέπω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε δεδομένων — διότι δὲν ὑπῆρχε, κύριοι, μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὔτε ἔνδειξις πόρρωθεν ἐνδιαφέροντος, μολονότι ὁ Βρυώνης ἀνεζήτει λύσιν καὶ ἑπομένως συνεργάτας καὶ μονολότι ὁ Ο.Χ.Ο.Α. ἀνεζήτει λύσεις, διότι ἐγνώριζεν ὁ Ο.Χ.Ο.Α., ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω ἐκ τοῦ ἐγγράφου τῆς 22.6.55, ὅτι ἠδύνατο ὅποτε ἤθελε νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ, κύριοι, συνέβαινον ὅλα αὐτά, ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον μου; Νομίζω ὅτι ὁ ἔλεγχος περὶ τοῦ ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς ἐκπτώσεως ὑπῆρξε παράνομος εἴτε, ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς τάξεως, ἄτοπος, δὲν εἶναι βάσιμος. Ἔπρεπε νὰ συμβοῦν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνέβησαν, διότι δὲν ὑπῆρχε ἄλλη διέξοδος. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα ἐὰν ἔπρεπε ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ διεθνὴς διαγωνισμός. Ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν ἔπρεπε. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπαναλάβω τὴν πρᾶξιν, τελῶν ὑφ’ ἃς συνθήκας ἐτέλουν τότε καὶ γνωρίζων ἐκεῖνα τὰ πραγματικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἐγνώριζα τότε θὰ ἐπανελάμβανα τὴν πρᾶξιν. Διατί; Σᾶς τὸ εἶπα καὶ προχθές, διαγωνισμοὶ γίνονται ὅταν προβλέπῃ κανεὶς ὅτι ὑπάρχουν διαγωνιζόμενοι. Καὶ ἐγὼ προέβλεπα ὅτι δὲν ὑπάρχουν διαγωνιζόμενοι. Καὶ δὲν τὸ προέβλεπα αὐθαιρέτως. Εἶπεν ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὅτι μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ μεταλλείου, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ Αὐστριακὴ ἑταιρία, ὑπῆρχον πολλοὶ ἐνδιαφερόμενοι. Ἡ Αὐστριακὴ ἑταιρία ἔκαμε ὡρισμένας δειγματοληψίας τοῦ μεταλλείου, τὰς ὁποίας ὑποθέτω τὰς ἔστειλεν ἐκεῖ ποὺ ἔπρεπε νὰ τὰς στείλῃ. Τὸ μεταλλεῖον Βάβδου δὲν ἦτο ἄγνωστον μεταλλεῖον καὶ προηγουμένως. Εἰργάζοντο ἐκεῖ ἐπὶ ἔτη μακρά. Ἁπλῶς εἶχε σημειωθῆ ἐμπλοκή, εἰς τὸ μεταλλεῖον ἀπὸ ἐτῶν. Εἶναι δυνατὸν ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐπὶ οὐδεμιᾶς βάσεως ἐρειδομένης προϋποθέσεως νὰ μοῦ εἴπητε ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω διαγωνισμόν; Ὅταν εἶχα δεδομένον ὅτι πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ πλέον εἶχεν ἐμφανισθῆ ἄλλη μεγάλη ἑταιρία, ἡ ὁποία ἔπαυσε ἐνδιαφερομένη; Ὅτι, ἄλλος τις δυνάμενος ἐκμεταλλευτὴς δὲν ὑπῆρχε; Καὶ ὅταν ἔκρινα, διότι ἔκρινα ὑπευθύνως — καὶ δὲν τὸ ἔκρινα μόνον ἐγώ, τὸ ἔκριναν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἠσχολήθησαν μὲ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, πλὴν ἑνὸς ἐκ τῶν τμηματαρχῶν — ὅτι συνέφερεν εἰς τὸν τόπον νὰ φέρω αὐτὴν τὴν Αὐστριακὴν ἑταιρίαν; Διότι ἐὰν θέλωμεν νὰ φύγῃ ἡ κατεργασία τοῦ λευκολίθου ἀπὸ τὸν τρόπον τὸν σχεδὸν πρωτόγονον εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται, καὶ νὰ μεταστῇ εἰς ἕνα στάδιον περισσότερον ἐξελιγμένον, εἶναι ἀνάγκη κἄτι νὰ γίνῃ. Τί νὰ γίνῃ; Προσεφέρετο αὐτὴ ἡ λύσις, ἡ ὁποία καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ζάχου, μεταβάντος εἰς ἀνύποπτον χρόνον καὶ ἐπιθεωρήσαντος τὸ μεταλλεῖον, εἶναι ἡ καλυτέρα καὶ ἡ πλέον ἐνδεδειγμένη, νὰ ἔλθῃ μία μεγάλη ἑταιρία. Ἄλλωστε, κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνοι ἐκ τῶν ἐκμεταλλευτῶν, οἱ ὁποῖοι τάχα ἐνδιεφέρθησαν διὰ τὸ μεταλλεῖον καὶ οἱ ὁποῖοι εἶπαν: «Καλύτερα νὰ ἔλθῃ εἰς τὰ ἰδικά μας τὰ χέρια διὰ νὰ φύγῃ ὁ Ἑλληνικὸς λευκόλιθος καὶ νὰ πάῃ —ἄκουσον!— εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ γίνῃ ἀντικείμενον βιομηχανικῆς ἐκμεταλλεύσεως» οἱ ἴδιοι κύριοι ἐκεῖνοι, τὴν ἰδίαν περίπου ἐποχήν, μὲ διαφορὰν 3–4 ἡμερῶν, ἔστειλαν τηλεγράφημα πρὸς τὴν Ραντεντάϊν, πρὸς τὴν Αὐστριακὴν ἑταιρίαν, καὶ δείγματα τῶν ἰδικῶν των ὀρυχείων, προφανῶς εἴτε διὰ νὰ πωλήσουν ὠμὸν λευκόλιθον εἰς τὴν Αὐστρίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θεωροῦν ἔγκλημα, εἴτε διὰ νὰ μὴ τὸν πωλήσουν ἀλλὰ νὰ κινήσουν τὸ ἐνδιαφέρον τῆς ἑταιρίας αὐτῆς, διὰ νὰ συνεργασθῇ μαζί των εἰς τὰ ἰδικά των ὀρυχεῖα. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς ὑποθέσεως καὶ περὶ συμφερόντων ἰδιωτικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ βλάψω, δὲν καταθέτω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Βεβαίως, εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προσωπικῶς τὰ ἐμπιστεύομαι. Δὲν ὑπῆρχε, λοιπόν, ἡ πρώτη προϋπόθεσις, δὲν ὑπῆρχε διαγωνιζόμενος καὶ θὰ τὸ ἔκανε, κύριοι, ἡ Αὐστριακὴ ἑταιρία, τὸ μεταλλεῖον πρὸς δόξαν ἡμῶν τῶν μελωδούντων, ἀντὶ πινακίου φακῆς, ἂν ἐγένετο διαγωνισμός. Διότι ἔστω καὶ ἂν ἐγράφομεν, ὅτι θέλομεν 500.000 δολλάρια ἢ ἕνα ἑκατομμύριον δολλάρια, ἡ ἑταιρία θὰ ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ δίδω 250.000, διότι, ἐγνώριζεν, ὅτι οὐδεὶς ἐν Ἑλλάδι ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ δώσῃ 250.000 δολλάρια διὰ νὰ πάρῃ τὸ μεταλλεῖον. Αἱ δὲ ἑταιρίαι λευκολίθου, αἱ μεγάλαι τοῦ ἐξωτερικοῦ, αἱ ὁποῖαι, ἐνδεχομένως, νὰ ἐνδιεφέροντο, δὲν εἶναι τόσαι, ὥστε νὰ ἐσημειοῦτο συνωστισμός, κατὰ τὴν κρίσιν οἱουδήποτε ἀσχοληθέντος μὲ τὸ θέμα. Ἄλλως θὰ εἶχεν εὕρει ὁ Βρυώνης ἢ ὁ Ο.Χ.Ο.Α. λύσεις τὰς ὁποίας ἀνεζήτουν καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος. Ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ ἕνας ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ διαγωνισμός, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχε καλὴ λύσις, τὴν ὁποίαν σᾶς περιέγραψα πῶς τὴν εἶπε ὁ Ο.Χ.Ο.Α. καὶ λύσις ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ λευκολίθου ἐν Ἑλλάδι καλή. Ὁ λόγος εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐὰν ἐγένοντο ὅλα αὐτά, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ μία μεγάλη, ἀδήλου διαρκείας διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν, διότι ἡ ἑταιρία κατὰ τὸ διάστημα τῆς μεσοβασιλείας εἶχε ἀπὸ τὸν προκάτοχόν μου Ὑπουργὸν ἐγκατασταθῇ προσωρινῶς καὶ εἶχεν ἀναλάβει ὡρισμένας ὑποχρεώσεις ἀπέναντι ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων καὶ εἶχεν ἀναλάβει νὰ διατηρήσῃ ὡρισμένον προσωπικόν. Θὰ ἔφευγε, λοιπόν, τὸ προσωπικὸν αὐτὸ καὶ θὰ πηγαίναμεν μὲ βάρκα τὴν ἐλπίδα καὶ θὰ παθαίναμε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον ὅτι ἔπαθον δυστυχῶς, εἰς τὴν Κίρκαν. Οἱ κύριοι βουλευταὶ τῆς περιοχῆς Ἕβρου γνωρίζουν τὶ ἐπάθαμεν ἐκεῖ καὶ θὰ τὸ ἐπαθαίναμεν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὅπου εἴχομεν συγκεκριμένην λύσιν. Ἐγὼ φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐὰν ὑπῆρχε μία περίπτωσις ὅπου ἔπρεπε κανεὶς νὰ δώσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν ἄνευ διαγωνισμοῦ, εἶναι αὐτή. Διατί; Διότι ἡ ἑταιρία ἦτο ἐγκατεστημένη καὶ εἶχε κάμει ἐρεύνας, διότι ὑπῆρχε ἡ ἐκκρεμότης τοῦ Ο.Χ. Ο.Α., διότι ἦτο δύσκολον νὰ προκηρύξῃ διαγωνισμὸν εἰς τὸν ὁποῖον νὰ λέγῃ, ἐλᾶτε νὰ δώσετε τόσα διὰ τὸν Ο.Χ.Ο.Α., ἐλᾶτε νὰ δώσετε τόσα διὰ τοὺς ἐργάτας, ἐλᾶτε νὰ δώσετε τόσα διὰ τὸ Ι.Κ.Α. Πῶς θὰ ἐγένοντο αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν εἶμαι βέβαιος ὅτι διὰ τῆς λύσεώς μου καὶ οἱ ἐργάται ἱκανοποιοῦνται καὶ ὁ Ο.Χ.Ο.Α. ἱκανοποιεῖται καὶ μεγάλη ἑταιρία ἔρχεται; Εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι καλὰ εἰς τὸ πρῶτον στάδιον δὲν ὑπῆρχε συναγωνιστής, μετά, ὅμως, ἤρχισαν νὰ ἐμφανίζωνται, καὶ ἐνεφανίσθησαν τὸν Δεκέμβριον, ἀφοῦ εἶχε στείλει τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἔγγραφον ὅτι δέχεται νὰ κάμῃ ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεις, ἐνεφανίσθη κἄποιος καλὸς μεταλλευτής, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἐγὼ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπητε ὑπὸ ποίους ὅρους θὰ ἐδέχεσθε νὰ συνάψητε σύμβασιν μετ’ ἐμοῦ. Αὐτὰ εἶπεν εἰς τὸ πρῶτον του ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶναι κατὰ τὸν Δεκέμβριον. Ἐδῶ θὰ σᾶς εἴπω, κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι κακῶς, κάκιστα, δὲν ἔστειλε ἀπάντησιν τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς 1ης Δεκεμβρίου καὶ ἐὰν δι’ αὐτὰ μὲ ἠλέγχατε θὰ εἴχατε δίκαιον. Ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας ἀναλαμβάνω νὰ βροντοφωνήσω, καὶ ἂς μὲ κρίνῃ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σύγκρισις μεταξὺ τῆς Αὐστριακῆς ἑταιρίας καὶ τῶν προϋποθέσεων τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν τεχνικῶν αὐτοῦ τοῦ καλοῦ μεταλλευτοῦ. Καί, ἑπομένως, εὑρισκόμενος πρὸ αὐτῆς τῆς καταστάσεως καὶ πρὸ μιᾶς κλεισμένης πράξεως, ἡ ὁποία δὲν ἦτο καὶ διαβλητή, κύριοι, διότι ἦτο κλεισμένη, διότι δὲν τὴν ἔκλεισε ὁ Ὑπουργός, εἶχε φυσιολογικῶς προκύψει τὸ κλείσιμόν της, διότι ἀπὸ μακροῦ ἦτο ἐγκατεστημένη ἡ ἑταιρία εἰς τὸ μεταλλεῖον, ἔπραξα τοῦτο: Αὐτὰ εἶναι τὰ πραγματικὰ δεδομένα. Δὲν δύναμαι, λοιπόν, νὰ συγκρίνω μεταξὺ αὐτῆς τῆς Αὐστριακῆς ἑταιρίας καὶ μιᾶς μικρᾶς, καλῆς, νοικοκυρευμένης, ἔστω Ἑλληνικῆς μεταλλευτικῆς ἐπιχειρήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία πάσης τιμῆς, ἀλλά, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ θαυματουργήσῃ εἰς τὸν Βάβδον, διότι δὲν ἐθαυματούργησε εἰς τὸ ἴδιον αὐτῆς μεταλλεῖον, πρῶτα, καὶ διατὶ δὲν ἐφρόντιζε νὰ ἐξελιχθῇ πρῶτα τὸ ἰδικόν της μεταλλεῖον καὶ μετὰ νὰ ἔλθῃ νὰ ἀναλάβῃ καὶ μεταλλεῖον μεγαλύτερον; Ἦτο δυνατὸν ἐπ’ αὐτῶν τῶν προϋποθέσεων ἐρειδόμενος καὶ ἐπὶ μιᾶς αἰτήσεως ἄλλου μεταλλευτοῦ, ὁ ὁποῖος χρεωστοῦσε 200 ἢ 250.000 δολλάρια, νομίζω, εἰς τὸν Ο.Χ.Ο. Α. — καὶ ὁ ὁποῖος ζητοῦσε νὰ διορθώσῃ τὰ τοῦ Βάβδου χρεωστῶν 250.000 δολλ. εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α. Νὰ κάμω διαγωνισμὸν καὶ νὰ ἐκινδύνευον νὰ χάσω τὴν ὑπόθεσιν; (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι ὑποστὰς αὐτὴν τὴν ἐποχήν, αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα, τὴν ἄδικον, νομίζω, ἐπίθεσιν τὴν ὁποίαν ὑπέστην ἐξ αἰτίας, αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, μερικὲς φορὲς ἐκάμφθην μέσα μου καὶ εἶπον: Ἂν ξανασυνέβαινε αὐτό, θὰ τὸ ἐπανελάμβανες; Δὲν θὰ τὸ ἐπανελάμβανες, θὰ ἔκαμες καὶ σὺ τὰ συνήθη. Ἔ, ὄχι, κύριοι συνάδελφοι, θὰ τὸ ἐπανελάμβανα. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Θὰ ὁμολογήσω, ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἴς τινα σημεῖα πράγματι, διότι κανεὶς πρέπει ἀνδρικῶς νὰ ἀναλαμβάνῃ τὰς εὐθύνας, ἠδύνατο νὰ γίνῃ καλύτερος χειρισμὸς ὡρισμένου ἀντικειμένου καὶ θὰ σᾶς εἴπω ποίου. Διότι δὲν ἐψεύσθην ποτὲ ἐνώπιόν σας καὶ δὲν πρόκειται, βεβαίως, νὰ ἀρχίσω ψευδόμενος, ὅταν ὁμιλῶ δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἀσήμαντος οὖσα διωγκώθη κατὰ ἕνα περίεργον, παράδοξον καὶ ἀπαράδεκτον, νομίζω, τρόπον. Καὶ ὀφείλω χάριτας, νομίζω, εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, διότι καθώρισεν ἐπὶ τέλους, ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα τὰ συγκεκριμένα διὰ νὰ δώσω ἐπὶ συγκεκριμένων σημείων ἀπάντησιν καὶ ὄχι ἐπὶ ἀνευθύνων ἀοριστολογιῶν. Νομίζω, ὅτι ἀπήντησα διατὶ δὲν διέταξα τὴν ἐνέργειαν διεθνοῦς διαγωνισμοῦ. Θὰ προσθέσω καὶ τοῦτο: Ὅτι διεθνὴς διαγωνισμός, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ καταστατικοῦ νόμου τῆς περὶ μεταλλείων νομοθεσίας, δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένος. Ὑπάρχει μόνον εἰς τὸν τομέα τῶν μεταλλείων αὐτὴ ἡ εἰδικὴ ἐκ τοῦ νόμου ἐξαίρεσις. Διατί; Διότι ὁ νομοθέτης ἠξεύρει πόσον ἡ φύσις τῆς μεταλλείας εἶναι περίεργος, καὶ ὅτι πολλὲς φορὲς συμφέρει νὰ γίνῃ ἡ διαχείρισις μιᾶς ὑποθέσεως οὐχὶ κατὰ τὸν ὀρθόδοξον τρόπον τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὸν παγίως προβλεπόμενον τρόπον τοῦ καθορισμοῦ τῶν βασικῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Μεταλλείων, τῆς ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεως καὶ τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων κυρώσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διότι ἡ μεταλλεία εἶναι συνδυασμένη πρὸς πολλὰς ἀερώδεις καὶ ἀνευθύνους ἀπὸ πολλὰς κατευθύνσεις προερχομένας προτάσεις. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ Διοίκησις, γενικώτερον, τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ κἄποιαν διακριτικὴν ἐξουσίαν. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καὶ διαγωνιζόμενοι δὲν ὑπῆρχον καὶ ἐπεβάλλετο ἐκ κοινωνικῶν λόγων νὰ γίνῃ ταχεῖα ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ μεταλλείου διὰ νὰ μὴ διαλυθῇ τὸ ἐργατικὸν καὶ ὑπαλληλικὸν προσωπικόν. Ὁ λόγος τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. τῆς ἐξοφλήσεως αὐτοῦ τοῦ δανείου συνέτρεχεν, ἐπίσης καὶ ἦτο οὐσιωδέστατος. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι μολονότι ἔπρεπε νὰ γίνεται διαγωνισμὸς καὶ κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ γίνεται, εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ μὴ γίνῃ διαγωνισμὸς καὶ δὲν ἔγινε. Ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι, τὸ περίφημον θέμα τοῦ ἄρθρου 17. Βέβαιον εἶναι, ὅτι τὴν 29ην Ἰανουαρίου, εἶχε δεχθῆ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὁ Ο.Χ.Ο.Α. τὴν εἰς δόσεις καταβολὴν καὶ βέβαιον ἦτο, ὅτι τὸ ἄρθρον 17 δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῆς καταβολῆς εἰς δόσεις, ἀλλὰ ὁμιλεῖ περὶ τῆς καταβολῆς τοῖς μετρητοῖς. Αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ἔδωσε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους εἰς τὸ ἄρθρον 17 καὶ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν, νομίζω, δίδει καὶ ἡ κοινὴ λογική. Ἀλλὰ εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἢ μᾶλλον ἀπηύθυνε τρία ἐρωτήματα: 1) Πότε ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ καὶ πῶς ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ μεταβολὴ μεταξὺ 29ης Ἰανουαρίου, ὅπου ἀναμφισβητήτως τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε στέρξει εἰς τὴν εἰς δόσεις καταβολήν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε στέρξει ὁ Ο.Χ.Ο.Α. καὶ πῶς ἀποδεικνύεται, ὅτι πράγματι ἔγιναν διαπραγματεύσεις καὶ πῶς τῶν διαπραγματεύσεων αὐτῶν ἔλαβε γνῶσιν ὁ Ο.Χ.Ο.Α. καὶ ἡ ἑταιρία. Κύριοι συνάδελφοι, μέχρι τῆς 29ης Ἰανουαρίου δὲν ὑπῆρχε κείμενον συμβάσεως, διότι ἀκόμη τὴν ἡμέραν τῆς 29ης Ἰανουαρίου δὲν ἐγνωρίζαμεν ποῖοι θὰ εἶναι οἱ ὅροι καὶ ἐὰν θὰ ἐπέλθῃ σύμπτωσις βουλήσεων. Δι’ αὐτὸ ἔγινε καὶ σύσκεψις ὅλων τῶν παραγόντων διὰ νὰ τελειώνῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία. Ἐπομένως ἡ σύμβασις ἤρχισε νὰ γράφεται μετὰ τὴν 29ην Ἰανουαρίου. Μετὰ τὴν 29ην Ἰανουαρίου μετεβλήθησαν καὶ ἄλλοι βασικοὶ ὅροι, ὅπως ἀναφέρει ἐν τῇ γνωμοδοτήσει της ἡ ὁλομέλεια τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω μόνον ἕνα. Ἔγινε μεταβολή, ὡς πρὸς τὸ μίσθωμα, διότι ἡ ἑταιρία ἐδήλωσεν, ὅτι δύναται νὰ παραγάγῃ καὶ δίπυρον μαγνησίαν ὑπὸ μορφὴν ΖΙΝΤΕΡ–ΜΑΓΝΕΖΙΤ. Ὅπως καταλαβαίνετε, βεβαίως, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ἡ Διοικητική, δὲν ἐγνώριζεν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ὁ ΖΙΝΤΕΡ–ΜΑΓΝΕΖΙΤ, οὔτε εἶχε προβλέψει μόνη της νὰ κάμῃ τὴν προσθήκην αὐτήν. Ἔγιναν διαπραγματεύσεις καὶ περὶ τοῦ τιμήματος καὶ περὶ τοῦ τί θὰ ἐτίθετο καὶ συνεβουλεύθην τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου, ὁ ὁποῖος, κατὰ σύμπτωσιν, εἶναι τεχνικός. Συνέβησαν, λοιπόν, μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι ἐμφαίνονται ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως. Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύετε, ὅτι δὲν ἐγράφη ποτὲ αὐτὴ ἡ σύμβασις, ἀλλὰ ἀνέβλυσε μόνη της; Ὅλα τὰ ἀνθρώπινα ἔργα κἄποιος τὰ πραγματοποιεῖ μέσα εἰς τὸν χῶρον καὶ τὸν χρόνον. Μόνον ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ἀσχολούμενος μὲ τὴν ἀγαλματοποιΐαν, μίαν νύκτα κατελήφθη ὑπὸ ἐξάρσεως καὶ ἀποτόμως ἐκοιμήθη καὶ τὴν ἑπομένην τὸ πρωῒ εὗρε τὸ ἄγαλμα τοῦ Κυρίου Ἡμῶν καὶ Σωτῆρος. Ἀλλά, πλὴν αὐτῆς τῆς ἐξαιρέσεως, δὲν γνωρίζω ἄλλο ἔργον ἀνθρώπινον εἰς τὸν τρισδιάστατον χῶρον ὑπάρχον καὶ προσδιοριζόμενον εἰς κἄποιαν χρονικὴν περίοδον, τὸ ὁποῖον κἄποτε νὰ μὴ ἐπετελέσθη ὡς γεγονός. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποδεικνύεται ἐξ ἄλλου ἐγγράφου, ἢ ἀπὸ τὸ ἴδιον τὸ ἔγγραφον; Λοιπόν, βέβαιον εἶναι, ὅτι μεταξὺ 29 Ἰανουαρίου καὶ 21 Φεβρουαρίου αὐτὰ ἐγράφησαν καὶ ὑπεγράφησαν. Καὶ ἡ μὲν ἑταιρία ἐγνώριζε τὸ ἄρθρον 17, διότι τὸ ὑπέγραψεν, ὁ δὲ Ο.Χ.Ο.Α. ὑπὸ ἄλλας συνθήκας τὸ ἐπληροφορήθη, διότι δὲν τὸ ὑπέγραψε μέν, τὸ ἐμονόγραψε δέ. Οὐδὲ ἐξεβιάσθη τις, κατὰ τὴν γραφὴν τοῦ ἄρθρου 17, διότι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἀπόδειξις, οὔτε κατὰ τὴν ὑπογραφήν. Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς εἴπω ποία εἶναι ἡ ἰδική μου γνώμη, θὰ σᾶς εἴπω ποία εἶναι ἡ γνώμη μέλους τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι κατὰ πάντα ὁ Ο. Χ.Ο.Α., ὡς αὐτόνομος ὀργανισμός, χειριζόμενος τραπεζικὴν περιουσίαν, ἐνήργησε νομίμως. Νὰ σᾶς εἴπω, ὅμως, τί εἶπεν ὁ διακεκριμένος αὐτὸς νομικός, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἐπὶ λέξει, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερον καὶ τὸ στρογγυλότερον ἐπιχείρημα: «Ἀληθῶς ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 17 εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ καταβολὴ τοῖς μετρητοῖς καὶ οὐχὶ ὁ διακανονισμὸς εἰς δόσεις». Βλέπετε, ὅτι ἡ λέξις «διακανονισμὸς» καὶ ἀπὸ τοὺς νομικοὺς ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν. Διατί; Δι’ οὓς λόγους ἐπικαλεῖται καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, λέγει ὁ κ. Μπαρμπάτης, μέλος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. καὶ Νομικὸς Σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ ἰδίᾳ διότι δὲν καθίσταται νοητὴ κατ’ ἄλλην ἔννοιαν ἡ μὴ διάφορος διατύπωσις τοῦ ἄρθρου καὶ ὁ μὴ καθορισμὸς ἐν αὐτῷ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ θὰ κατεβάλλετο εἰς δόσεις, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δόσεων, χωρὶς νὰ γίνῃ περὶ αὐτῶν καὶ ἁπλῆ μνεία, εἴτε διὰ ρητῆς παραπομπῆς εἰς τὴν κατὰ τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων πρότασιν τῆς ἑταιρίας καὶ τὴν τοιαύτην ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ ἐπάγεται ὁ κ. Μπαρμπάτης: «Τοιαύτη πλημμέλεια θὰ ἔδει κατὰ κοινὴν λογικὴν νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἐνδιαφερομένης ἑταιρίας καὶ θὰ ἔδει αὕτη νὰ ζητήσῃ τὴν κατάλληλον συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως». Ὁ κ. Μπαρμπάτης δέχεται, ὅτι ὁ Ο.Χ.Ο.Α. ἠδύνατο, τελῶν ἐν καλῇ πίστει, νὰ παρανομήσῃ καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δέχεται, ὅτι δὲν παρενόμησεν, ἀλλὰ δέχεται, ὅτι συνέβησαν διοικητικαὶ ἀταξίαι. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία ὑπέγραψε, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἶσθε σεῖς ἐδῶ, οὐκ ὀλίγοι δικηγόροι. Ἐὰν σεῖς εἶσθε δικηγόροι τῆς ἑταιρίας, θὰ ἐδέχεσθε τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 17, ὅταν εἴχατε εἰς τὴν τσέπην σας ἑτοίμην γραμμένην ἄλλην διατύπωσιν, τὴν διατύπωσιν τῆς 29ης Ἰανουαρίου; Διατὶ δὲν θὰ ἐλέγατε, τί γράφει ἐδῶ; «Νὰ καταβάλῃ ἐντὸς 10 ἡμερῶν τὸ ποσόν;» Γράψε νὰ τὸ καταβάλῃ εἰς δόσεις. Τοῦτο δὲν συνέβη. Ἑπομένως, πιστεύω ὅτι ἡ ἑταιρία πράγματι ἐγνώριζε τὸ ἄρθρον 17, ἀφοῦ τὸ ὑπέγραψε. Καὶ ἐγὼ ἐγνώριζα, ὅτι ἐπέμεινα καὶ ἐπέτυχα τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 17 ὡς ἔχει, τὸ ὁποῖον διετυπώθη κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἶναι γραμμένον. Χρείαν τίνων μαρτύρων ἔχομεν, μεταξὺ ποίων ἔγιναν αἱ διαπραγματεύσεις; Μεταξὺ τῆς Διευθύνσεως Μεταλλείων καὶ τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ὑπέγραψε τὸ χαρτί. Διατὶ ἡ ἰδική μου ἐπιμονή; Διότι σᾶς εἶπον, ὅπως ἐνθυμεῖται ἀκόμη τώρα ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, ὅτι συνηθίζω νὰ στέλλω ὡρισμένα μικρὰ σημειώματα πρὸς τὰς ὑπηρεσίας καὶ λέγω ἐπὶ ὑποθέσεως τάδε, νὰ γίνῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, καὶ μία μονογραφή. Καὶ ἐνθυμεῖται, σημείωμά μου, ἐπὶ Βάβδου, ὅταν μεταξὺ ἄλλων ἔγραφα: μετρητοῖς. Βεβαίως, ἡ μαρτυρία αὐτὴ εἶναι τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀπέστειλα τοιοῦτον σημείωμα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔδωσα τοιαύτας ὁδηγίας καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι μοῦ ἔφερεν ἡ ὑπηρεσία τὸ ἄρθρον 17 καὶ μοῦ εἶπεν, ἰδού. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ἀποδεικνύει ἁπλῶς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἄλλωστε δὲν ἠμφισβητήθη ἀπὸ κανένα ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων, δὲν εἶπε κανεὶς ὅτι ἐγὼ κακοπίστως ἔγραψα εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ὅτι εἶναι «τοῖς μετρητοῖς», ἐνῷ δὲν εἶναι, διότι τότε θὰ μὲ ἐξελάμβανον ὡς πολὺ μωρόν. Ἀλλὰ ἐλέχθησαν, δικαιολογημένα ἢ ἀδικαιολόγητα, ἐγὼ φρονῶ ἀδικαιολόγητα.— Ἐδῶ, εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ὁμολογῶ ὅτι πράγματι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιδειχθῇ μεγαλυτέρα προσοχή. Ἐδῶ, ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ κάμνετε, ἐὰν θέλετε, κριτικήν. Καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλους σας ἠμπορεῖ νὰ μοῦ κάμῃ τὴν κριτικὴν ὁ κ. Κιτσίκης, ὁ ὁποῖος εἶπε, δὲν τὴν ἀλλάζομεν αὐτὴν τὴν λέξιν; Ἂν ἀλλάζομεν αὐτὴν τὴν λέξιν, θὰ ἤλλασσεν ἡ ἔννοια, τῆς παραγράφου 2, ὅπως τὴν εἶπεν ὁ κ. Κιτσίκης. Ἀλλ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐγώ, ἂν τὸ ἀντελαμβανόμην, ἔπρεπε νὰ προσθέσω πρὸς ἀποσαφήνισιν μίαν φράσιν. Ἀλλὰ βέβαιος ὢν καὶ πεπεισμένος — σᾶς ὁμιλῶ μὲ εἰλικρίνειαν — καὶ ἐπειγόμενος, ὅπως πᾶς Ὑπουργός, νὰ περάσῃ τὸ νομοσχέδιόν του, ἀπήντησα ἔχω τὸ τσέκ, ἔχει τὸ τσὲκ ὁ Ο.Χ.Ο.Α. Καὶ πράγματι ἐνόμιζα ὅτι τὸ ἔχει, διότι οὕτω μοῦ ἀνέφερον. Δὲν ἐγνώριζα, ὅτι εἶχεν ὑπογράψει τὸ ἀπόγευμα τῆς ἰδίας ἡμέρας ὁ Ο.Χ.Ο.Α. αὐτὴν τὴν σύμβασιν. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ οἱονδήποτε, διότι δὲν εἶναι, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἔργον ἰδικόν μου, νὰ ἐπιρρίψω εὐθύνας εἰς ἄλλους. Θὰ ὁμολογήσητε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐὰν εἰς ἄλλα σημεῖα μὲ ἠδίκησεν ὀλίγον τι ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, εἰς ἓν σημεῖον μὲ ἠδίκησεν καταφώρως. Διότι εἶπεν, ὅτι ἐπεχειρήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου — ἄρα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ — νὰ ἐπιρριφθοῦν αἱ εὐθύναι εἰς ἄλλους. Νομίζω, ὅτι ἔδωσα παράδειγμα ἀνθρώπου, ἀναλαμβάνοντος ὅλην τὴν εὐθύνην (χειροκροτήματα), μέχρις ὅτου γίνῃ ἁρμοδίως ὁ προσδιορισμὸς καὶ ἡ ἐπιμέτρησις τῶν οἱασδήποτε φύσεως εὐθυνῶν. Καὶ ἔλαβον αὐτὴν τὴν θέσιν, μολονότι, κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι πολιτευόμενος καὶ μολονότι ἔχω ἐπαρκῆ πεῖραν, ὥστε νὰ γνωρίζω ὅτι δὲν ἀρκεῖ κανεὶς νὰ ἔχῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν — ὅπως ἔχω ἐγὼ ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μου σκοπιᾶς — δίκαιον, διὰ νὰ μὴ ὑποστῶ ζημίαν πολιτικήν. Καὶ ἐν τούτοις ἐπροτίμησα καὶ προτιμῶ νὰ ἀναλάβω τὰς εὐθύνας καὶ νὰ μὴ ἀρχίσω νὰ ἐπιβαρύνω τὸν α ἢ β, διότι δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἐπιβαρύνῃ. Εἶναι ἔργον ἄλλου νὰ προσδιορίσῃ. Καὶ ἔργον ἐνδεχομένως τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ καταλογίσῃ συγκεκριμένως τὰς πειθαρχικὰς εὐθύνας. Δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ὁμιλῇ δημοσίως περὶ εὐθυνῶν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, καὶ δι’ αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, ὄχι διότι εἶμαι ἀλληλέγγυος μὲ τὴν ὑπηρεσίαν ἢ μὲ οἱονδήποτε ἄλλον καὶ διότι εἶμαι ὑπεύθυνον πολιτικὸν πρόσωπον, διότι ὡς ἀφῃρημένη ἔννοια καὶ ὁ Ο.Χ. Ο.Α. καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, εἶναι ὀργανισμοὶ ἀξιοσέβαστοι. Εἶναι ὀργανισμοὶ πάγιοι καὶ εἶναι ἔργον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ προβάλλουν τὸ στῆθος των, τὸ ὄνομά των, ὅταν εἶναι ἀνάγκη, νὰ καλύψουν τοὺς θεσμούς. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ προσδιορισθοῦν αἱ εὐθῦναι — ὁπότε πλέον δὲν θὰ γίνῃ λόγος περὶ τοῦ Ὑπουργείου ἢ περὶ τοῦ Ο.Χ.Ο Α. ἢ περὶ οἱουδήποτε ἄλλου ὀργανισμοῦ — διότι ὑπὸ ἁρμοδίων ὀργάνων θὰ γίνῃ λόγος περὶ εὐθυνῶν ὡρισμένων, προσώπων, τότε δύναται ἀκινδύνως νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτὸ ὑπηρετεῖ εἰς τὴν τάδε ὑπηρεσίαν ἢ εἰς τὴν τάδε Τράπεζαν, χωρὶς νὰ κινδυνεύσωμεν τὴν φήμην τοῦ Ὑπουργείου, ὡς συνόλου ἢ τῆς Τραπέζης ὡς συνόλου. Ἔτσι ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἀποστολήν μου ὡς Ὑπουργοῦ καὶ ἐπειδὴ τὴν ἀντελήφθην ἔτσι καὶ ἐπειδὴ ἐναντίον οὐδενὸς ἐξεστόμισα λέξιν, ἐπειδὴ δὲν ἐπέτρεψα καθ’ ὅλην τὴν περίοδον κρίσις νὰ ἐκφύγῃ ἐκ τῶν χειλέων μου καταδικαστική, δι’ αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, ὑπέστην μίαν ζημίαν. Ἡ ἀλήθεια λάμπει καὶ θὰ λάμψῃ καὶ ἐγὼ νομίζω ἐπαρκῶς ἀπέδειξα μέχρι τοῦδε ποῖος εἶμαι, ὥστε νὰ ἠμπορῶ αὐτὴν τὴν ζημίαν, χάριν τῶν θεσμῶν, νὰ τὴν ὑποστῶ. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ μήπως τυχόν, κύριοι συνάδελφοι, ἐξετοξεύθη μομφὴ κατὰ τῆς οὐσίας, κατὰ τοῦ περιεχομένου τῆς συμβάσεως; Εἰς τὴν ἀρχὴν ἐχάλασεν ὁ κόσμος καὶ σᾶς εἶπον διατί. Ἐκ λόγων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ μὲν συμπαθεῖς, τὸ δὲ ἀπαράδεκτοι. Συμπαθεῖς, διότι τότε ἐφοβοῦντο οἱ μικροὶ μεταλλευταί, ὅτι ἡ μεγάλη ἑταιρία θὰ εἶναι ἐπιβλαβής, διότι θὰ εἶναι δυσάρεστος ὁ μετ’ αὐτῆς συναγωνισμός. Αὐτὸν τὸν φόβον τὸν κατανοῶ καὶ τὸν σέβομαι. Ὁ ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπεχειρήθη πάσῃ θυσίᾳ τορπιλλισμὸς τῆς συμβάσεως, εἶναι, ὅτι ἤθελον διάφοροι κύριοι — δὲν ἀναφέρομαι εἰς τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν, διότι καμμίαν δὲν ἔχω περὶ αὐτοῦ ἀπόδειξιν — ἤθελον κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον νὰ ματαιωθῇ ἡ σύμβασις μὲ τὴν Αὐστριακὴν ἑταιρίαν διὰ νὰ ἠμπορέσουν ἀργότερον, ὑπὸ εὐνοϊκωτέρας προϋποθέσεις, νὰ ἀναλάβουν αὐτοὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν ἢ τὸ φλοτάρισμα. Αὐτὰ συμβαίνουν εἰς τὰ μεταλλεῖα, ὅπως γνωρίζει ὁ πᾶς τις καὶ συνέβησαν καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τοῦ θορύβου. Μετά, βεβαιότατα, ἐσημειώθη ἀταξία. Δὲν θέλω, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τῆς σημερινῆς μου ὁμιλίας νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως δὲν ἐσημειώθησαν ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄξιαι καὶ σημειώσεως καὶ προσοχῆς. Καὶ διὰ τὰς ἀνωμαλίας αὐτὰς κἄποιος πρέπει νὰ εἶναι ὑπεύθυνος. Ἀσυζητητὶ συνέβησαν ἀνωμαλίαι. Ἐὰν δὲν τὸ ἐπίστευον αὐτό, δὲν θὰ ἔστελλαν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἀλλὰ ἡ οὐσία τῆς συμβάσεως, κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρξε — διότι ἐξεκινήσαμεν ἀπὸ καλὴν ἀρχὴν καὶ διότι ἐσημειώθη μὲ τὴν συνεργασίαν ὅλων ἡ σύμβασις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν — ὅτι ἀναμφισβητήτως δὲν εἴχομεν μέχρι σήμερον δημιουργήσει τὰς προϋποθέσεις τῆς κατὰ τρόπον ὀρθολογικώτερον ἐκμεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων λευκολίθου. Πράγματι, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, μετὰ τὴν μονογράφησιν τοῦ ἄρθρου 17 ἀπὸ τὸν Ο.Χ.Ο.Α., φαίνεται ὅτι εἶχεν ἐμφυλλοχωρήσει κἄποια διάστασις, ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν. Ἀναφέρω τὸ γεγονὸς ἀντικειμενικῶς, διότι δὲν εἶναι ἡ ὥρα τῆς κατανομῆς εὐθυνῶν. Ἀλλὰ μεταξὺ Ο.Χ.Ο.Α. καὶ Ὑπουργείου εἶναι βέβαιον, βέβαιον, βεβαιότατον, εἶναι, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀπεστάλη καὶ ἐλήφθη ἐκεῖνο τὸ περίφημον ἔγγραφον τὸ βεβαιωτικὸν τριῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα καὶ τὰ τρία δὲν ἔλαβον χώραν. Εἶναι τὸ ἔγγραφον τῆς 2ας Αὐγούστου τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνῷ ἐβεβαιοῦτο, πρῶτον ὅτι τὸ συμφωνητικὸν τὸ ἀρχικὸν προέβλεπε τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοῦ, δεύτερον, ὅτι τὸ δεύτερον συμφωνητικὸν προέβλεπε τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοῦ ὑπὸ τῆς θυγατρὸς ἑταιρίας καὶ τρίτον καὶ τελευταῖον ὅτι εἰσεπράχθη τὸ ποσὸν κατὰ τὸν ἐν τῷ συμφωνητικῷ καθωρισμένον τρόπον. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν θέλετε, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι ἐδῶ ἦτο μία σύμβασις ἰδιάζουσα. Διὰ ποῖον λόγον δὲν ἐζήτησες νὰ ἴδῃς τὰ διάφορα ἔγγραφα; Διότι δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀπητήθη διὰ νὰ ἐγκατασταθῇ ἡ ἑταιρία, ἀπητήθησαν πολλὰ ἔγγραφα κατὰ τὸν κυρωτικὸν τῆς συμβάσεως νόμον. Διατί, λοιπόν, δὲν ἐζήτησες νὰ τὰ ἴδῃς, σὺ ὁ ἴδιος, αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, πρὶν ἀφήσῃ ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐγκατασταθῇ ἡ ἑταιρία; Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὅσοι ἀπὸ σᾶς ἔχετε διατελέσει Ὑπουργοὶ ἔστω καὶ διὰ μίαν ἡμέραν, θὰ γνωρίζετε, ὅτι ἐὰν ἔκαμον αὐτὴν τὴν δουλειὰν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κάμω καμμίαν ἄλλην. Καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ εἴπητε, ἐὰν κανεὶς ἀπὸ σᾶς ποὺ ἐχρηματίσατε Ὑπουργοί, ἐὰν ἐζήτησε ποτὲ κανεὶς νὰ τοῦ φέρουν αἱ ὑπηρεσίαι ἔγγραφα, καὶ δὴ τραπεζιτικά, ἀποδεικτικὰ καταθέσεων, χρηματικῶν ἐγγυήσεων κ.λ.π. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν ἀσχολοῦνται οἱ Ὑπουργοὶ μὲ τὰ 10.000 ἔγγραφα τὰ εἰσερχόμενα καθ’ ἡμέραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ἦτο καθαρῶς ὑπηρεσιακὴ καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακή. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ ἔχω ἰδιαζούσας ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Τσὲκ εἶχον ἀκούσει, παρ’ ἁρμοδίων, ὅτι ὑπῆρχε καὶ δὴ εἰς τὴν τσέπην τραπεζιτῶν. Τίνα λόγον εἶχα νὰ σκεφθῶ πλέον; Ἐγὼ δὲν εἶχον πλέον ξανασκεφθῆ τὸν Βάβδον — εἶχον ἀρκετὰ πράγματα νὰ σκεφθῶ — ἀπὸ τὴν ἡμέραν ποὺ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος ἐψήφισε τὴν σύμβασιν. Ἔκτοτε τὶ νὰ σκεφθῶ ἐγὼ περὶ Βάβδου; Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα παρέδωσα τὴν σύμβασιν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἠρκέσθη νὰ ἐλέγξῃ ἐμὲ μόνον. Ἤλεγξε καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ προέβη εἰς ὡρισμένας διαπιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν γενικῶς τὴν λειτουργίαν τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Κρατικὸς καὶ τραπεζιτικὸς ὀργανισμὸς δὲν εἶναι ὁ ἄριστος δυνατός, ἀλλὰ ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἐπιτελοῦνται βήματα προόδου πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην. Ἐπίσης, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία ἰδιάζουσα νοοτροπία καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐὰν θέλωμεν νὰ ὀργανωθοῦν αἱ ὑπηρεσίαι καὶ οἱ διάφοροι τραπεζικοὶ ὀργανισμοὶ ἢ ἡμικρατικοὶ καὶ ἐὰν θέλωμεν ὠργανούμενοι νὰ ἐκτελέσωσι τὸ ἔργον των. Εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, — πρὸς Θεοῦ — νὰ πιστεύσωμεν ὅτι θὰ ὑπάρξουν πολλοὶ ἄνθρωποι εἰς τὸν τόπον αὐτόν, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ ἀναλάβουν εὐθύνας διὰ νὰ γίνουν ἐπενδύσεις καὶ μάλιστα δημόσιοι, ἐὰν ἀκολουθῆται, ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν ἀνεύθυνον τύπον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἡμᾶς ἐδῶ τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπευθύνους, μία τακτικὴ — θὰ ἔλεγον — ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος στηρίζεται εἰς ἀορίστους συλλογισμούς, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν ὅτι θὰ ὑπάρξουν, ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, δυνατότητες ἀνασυγκροτήσεως; Ἐδῶ, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν πρόκειται νὰ γίνουν ἐπενδύσεις καὶ δὴ δημόσιαι, θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ ἀναλάβητε καὶ σεῖς, ὅπως ἀνέλαβον καὶ ἐγώ, εὐθύνας σημαντικάς, πρὸ τῶν ὁποίων ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ἡ ὁποία ταλαιπωρεῖ καὶ ὑμᾶς καὶ ἐμὲ κατὰ τὴν τελευταίαν ἑβδομάδα, εἶναι ἀστειότης. Καὶ πιστεύετε ὅτι θὰ ἀνελαμβάνοντο αἱ εὐθῦναι αὐταί, ἐὰν ὁ ἔλεγχος δὲν ἠσκεῖτο ἀπὸ μιᾶς σκοπιᾶς τοιαύτης, ὥστε νὰ κρίνωνται τὰ πράγματα, ὄχι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐξ ἀτυχήματος, οἱουδήποτε, ἀλλὰ ὅπως ἦλθον μὲ τὴν ἱστορικήν, μὲ τὴν φυσικήν των σειράν, καὶ μάλιστα νὰ γενικεύεται ἡ κριτικὴ καὶ νὰ μὴ πταίῃ μόνον ὁ Ὑπουργός, ἀλλὰ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις; Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αὐτὴ ἡ κατεύθυνσις τῆς κριτικῆς καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἶναι βλαπτικὴ αὐτοῦ τούτου τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον θέλει νὰ ἐξυπηρετήσῃ, τοῦ σκοποῦ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν, ἐπὶ τῷ τέλει τῆς προσαρμογῆς των πρὸς τὴν νέαν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἔχουν αἱ ὑπηρεσίαι αὐταὶ ἐν ὄψει τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς χώρας. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ σύμβασις αὐτὴ καὶ ἡ ὅλη περιπέτεια, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δημιουργήσει ὡς πρὸς ἐμὲ εὐθύνας διὰ τὸ τὶ θὰ συνέβαινε ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα. Ἀλλὰ αὐτὸ θὰ ἦτο σωστὸ ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν. Ἐὰν δὲν εἶχα φροντίσει μέσα εἰς τὴν σύμβασιν νὰ προβλέψω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προέβλεψα. Διότι ἡ σύμβασις αὐτὴ προβλέπει διαιτησίαν Ἑλληνικὴν καὶ ἔκπτωσιν ἀπαγγελλομένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ Συμβουλίου Μεταλλείων, διὰ σωρείαν παρατυπιῶν καὶ παραβάσεων καὶ γενικῶς εἶναι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου κατὰ τρόπον ἀντικειμενικὸν καὶ ἀπόλυτον ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ κατωχυρωμένα. Ἔτσι, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ἔχουν τὰ πράγματα. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν πιστεύω, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ κριτικὴ ἡ ἀσκηθεῖσα τὰς ἡμέρας αὐτάς, τὴν ὁποίαν συνώψισε ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀδικαιολόγητος καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκπτωσιν, διότι ἦτο καὶ νομικῶς θεμελιωμένη καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς ἐπιβεβλημένη, διότι ἄλλως θὰ ἀφήναμεν τὸ μεταλλεῖον νὰ ἀργῇ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ὅτι συνήφθη ἡ σύμβασις ἄνευ διαγωνισμοῦ καὶ πάλιν ἡ κριτικὴ δὲν εἶναι θεμελιωμένη, διότι καὶ συναγωνισταὶ δὲν ὑπῆρχον καὶ ἡ ρύθμισις τοῦ χρέους τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ἦτο ἐπείγουσα καὶ ἡ ρύθμισις τῶν χρεῶν πρὸς τοὺς ἐργάτας καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἀπησχολοῦντο ἐκεῖ εἰς τὸ μεταλλεῖον ἦτο ἐπείγουσα. Ἀπὸ ἀπόψεως συντάξεως τοῦ ἄρθρου 17 τῆς συμβάσεως ἐγὼ ὁ ἴδιος σᾶς ἔκαμα τὰς παρατηρήσεις μου. Ἀπὸ πλευρᾶς τῆς περαιτέρω ἐξελίξεως τῆς ὑποθέσεως; Μὰ ἡ περαιτέρω ἐξέλιξις τῆς ὑποθέσεως εἶναι ἐμπεπιστευμένη εἰς τὰς πλέον ἀντικειμενικὰς χεῖρας τὰς ὁποίας διαθέτει ἡ Πολιτεία εἰς τὰς χεῖρας τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Διὰ δὲ τὴν ἐπίλυσιν μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἑταιρίας διαφορᾶς εἰς τὰς χεῖρας τῆς διαιτησίας, προεδρευομένης ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὅστις καὶ θὰ κρίνῃ τὴν νομικὴν διαφοράν, τὴν ὑφισταμένην μεταξὺ τῆς ἑταιρίας καὶ ἡμῶν, ζητούντων τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως καὶ νομίζω δικαίως. Ἐπομένως, δὲν ἀντιλαμβάνομαι καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ποῦ δύναται νὰ εὐσταθήσῃ εὐρύτερος πολιτικὸς ἔλεγχος. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὰ εἶχον ἐν εἰλικρινείᾳ νὰ σᾶς εἴπω καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅταν θὰ τελειώσουν τὸ ἔργον των ἄλλαι Ἀρχαί, θὰ δυνηθῶ καὶ πάλιν, ἐγὼ πλέον προκαλῶν, νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τῷ βήματι τούτῳ καὶ νὰ ὁμιλήσω πάλιν μὲ πρωτοβουλίαν ἰδικήν μου περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος, περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῶν Κυβερνητικῶν ἑδωλίων).
§61Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ δώσω μίαν σύντομον ἀπάντησιν.
§62Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπευθύνομαι εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον ἐπὶ θέματος Κανονισμοῦ. Θὰ ἐδεχόμην νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ θὰ ἀνέμενα ὅτι δὲν θὰ τὸ ἐθεώρει αὐτονόητον. Διότι δὲν νομίζω ὅτι κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραμερίζῃ τὸν ἔχοντα προηγούμενον δικαίωμα. (Χειροκροτήματα). Ἐγὼ εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, χωρὶς νὰ κάμω τὴν χειρονομίαν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνέλθω ἐγὼ εἰς τὸ βῆμα, νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὲ παρακαλέσῃ διὰ τοῦτο.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ ἀπόψεως Κανονισμοῦ, ὁ κ. Κανελλόπουλος ἔχει δίκαιον.
§64Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀποτελεῖ παγίαν προσωπικήν μου συνήθειαν ἡ ἁβρότης εἰς τὴν κοινοβουλευτικήν μου ζωήν. Καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὸ γνωρίζει ὁ Πρόεδρος κ. Κανελλόπουλος. Καὶ οὔτε σήμερον ἀπεμακρύνθην ἀπὸ τὸ χρέος αὐτὸ τῆς ἁβρότητος. Διὰ τοῦτο λυποῦμαι διὰ τὴν παρεξήγησιν. Οὐδέποτε θὰ ἐπέμενα νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, ἐὰν δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ τάξις ἐπέβαλεν ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας ἀπήντησεν εἰς τὸν λόγον μου καὶ εἶχον νὰ δώσω μίαν, ὀλιγόλογον ἀπάντησιν, ὅτι ἐδικαιούμην νὰ ἐπιτελέσω αὐτὸ τὸ χρέος. Καὶ νὰ ἀφήσω ἔπειτα ἐλεύθερον τὸ βῆμα διὰ τὴν ἀνεμπόδιστον συνέχισιν τῆς συζητήσεως.
§65Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἁπλῶς ὅτι δὲν ἐθεώρουν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ θεωρήσητε αὐτονόητον. Μὲ μίαν χειρονομίαν νὰ παραμερίσητε συνάδελφον. Νομίζω ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν.
§66Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οὐδέποτε ὑπῆρξεν εἰς τὴν πρόθεσίν μου νὰ παραμερίσω οἱονδήποτε καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅλους ὑμᾶς, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε πόσον τιμῶ. Ἀλλ’ ἡ κοινοβουλευτικὴ τάξις, ἡ κοινοβουλευτικὴ παράδοσις εἶναι, ὅτι ὅταν ὡμίλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαντᾷ ἡ Ἀντιπολίτευσις.
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Διακόπτει μὴ ἀκουσθείς).
§68Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅποιος ἐνοχλεῖται νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν αἴθουσαν.
§69Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἠρνούμην, ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς, εἰς ὑμᾶς, τὸν ὁποῖον ἐπίσης βαθύτατα ἐκτιμῶ, τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε, Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ τύχω κἄποιας ἐκ μέρους σας ἐκείνην τὴν στιγμήν, προσοχῆς.
§70Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Λυποῦμαι, ὅτι παρηρμηνεύσατε ὡρισμένην μου κίνησιν. Οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε. Δὲν θὰ ἦτο δυνατόν, ἀπέναντι οἱουδήποτε συναδέλφου καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἀπέναντι ὑμῶν, τὸν ὁποῖον γνωρίζητε πόσον προσωπικῶς ἐκτιμῶ. Κύριοι βουλευταί, ἤκουσα τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Βιομηχανίας. Λυποῦμαι, διότι δὲν κατώρθωσα νὰ ἀνεύρω εἰς τὴν ὁμιλίαν του οὔτε ἓν ἐπὶ πλέον ἐπιχείρημα διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν θέσιν του. (Ψίθυροι εἰς τὰ κυβερνητικὰ ἑδώλια).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ, κύριοι, ὄχι διακοπὰς καὶ σχόλια.
§72Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἐπιστρατεύεται ὁ ψίθυρος ὑπάρχει ἀνησυχία.
§73ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λογοπαίγνια.
§74Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Λογοπαίγνιον ἰδικόν μου καὶ ἀνησυχία ἰδική σας. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει διατηρήσει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκπτώσεως. Οὐδέποτε ὑπεστήριξα ἀντίθετον. Ἀλλ’ ἔχει παραιτηθῆ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος ἐντὸς 10μήνου προθεσμίας καὶ τῆς 3μήνου παρατάσεως. Διότι αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἀνακοίνωσις. Καὶ ἡ παρανομία ἔγκειται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι πρὸ τῆς παρόδου τῆς 3μήνου παρατάσεως, ἕνα μῆνα μετὰ τὴν παροχὴν τῆς προθεσμίας, ἐπῆλθεν ἡ ἔκπτωσις. Τοιουτοτρόπως, ὑπῆρξεν ἀντίφασις, παράβασις τῶν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων καὶ τῶν κανόνων καλῆς πίστεως. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἀποτελεῖ πρᾶξιν παράνομον. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα καὶ παραμένει ἀμετακίνητος.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Διακόπτει μὴ ἀκουόμενος).
§76Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἰδοποιήσατε τὴν πλειοψηφίαν ὅτι μὲ διακοπὰς δὲν ἠμπορεῖ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Παρακαλῶ ἡσυχίαν. Ὅποιος διακόψῃ θὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§78Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Προσωπικῶς ἐγὼ δὲν ἔκαμα καμμίαν διακοπήν. Καὶ οἱ ψίθυροι καὶ αἱ διακοπαὶ ἀποτελοῦν ὁμολογίαν ἀνησυχίας τῆς πλειοψηφίας.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἀπόλυτον ἡσυχίαν. Αἱ διακοπαὶ δὲν ὠφελοῦν εἰς τίποτε καὶ μὲ αὐτὰς δὲν προάγεται τὸ θέμα.
§80Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἰς αὐτό, λοιπόν, τὸ σημεῖον, ἔγκειται ἡ πρώτη βαρεῖα εὐθύνη. Ὅτι ἡ ἔκπτωσις ἔγινε ἐντὸς τοῦ τριμήνου, ὅτι ἔγινε εἰς τὴν ὥραν τῆς εὐδοκιμήσεως καὶ ὅτι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἡ ἔκπτωσις ἀποτελεῖ εὔνοιαν πρὸς τὸν ἀνάδοχον. Διότι χωρὶς τὴν ἔκπτωσιν ὁ ἀνάδοχος ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ ἀποζημίωσιν εἰς τὸν μισθωτήν. Καὶ καθ’ ὅσον γνωρίζω ἀπὸ ἐξωδίκους πληροφορίας — καὶ γνωρίζετε ὅτι ἐπὶ τοῦ βήματος οὐδέποτε ἔχω φέρει ἀνευθύνους πληροφορίας — τὸ ἐλάχιστον τῆς ἀποζημιώσεως ἡ ὁποία συνεζητεῖτο, ἀνήρχετο εἰς 150 χιλ. δολλάρια. Καὶ τῆς καταβολῆς αὐτῶν τῶν 150.000 δολλαρίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἡ ἐλαχίστη ἀποζημίωσις, διὰ τῆς ἐκπτώσεως ἀπηλλάγη ὁ ἀνάδοχος. Εἶναι ἡ πρώτη εὔνοια. Διότι ἐὰν ὑπεχρεοῦτο νὰ τηρήσῃ τὴν ἐντολὴν τῆς κυβερνητικῆς ἀποφάσεως, θὰ ὤφειλε ἀποζημίωσιν τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔχει ἐκεῖ ὁ Βρυώνης. Ἰδοὺ ἡ πρώτη εὔνοια. Ἀπαλλάσσεται ὁ ἀνάδοχος ἀποζημιώσεως πρὸς τὸν ἀρχικὸν μισθωτήν. Ὁ Βρυώνης παύει νὰ ὑπάρχῃ. Ὁλόκληρα τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα περιέρχονται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ δευτέρα ἐκδήλωσις τῆς εὐνοίας εἶναι ὅτι ἐνῷ εἰς τὰ δύο κείμενα τῆς ἑταιρίας γίνεται γενικῶς λόγος περὶ «τακτοποιήσεως τοῦ χρέους» ἐνῷ εἰς τρία ἔγγραφά του ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ἐπιβεβαιώνει ὅτι κατὰ τὰς συνεννοήσεις των ἡ ἑταιρία ὑπέσχετο ὁλοκληρωτικὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους, ἐν τούτοις ἡ εὔνοια ἐκδηλοῦται μὲ τὴν ἀπότομον γενικὴν ὑπαναχώρησιν ἀκόμη καὶ τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. Ἀρχικῶς ὁ Ο.Χ.Ο.Α. ἦτο ἀνένδοτος καὶ εἰδοποίει τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι «οὐδέποτε θὰ ὑπαναχωρήσωμεν» ἀποτόμως, ὅμως, γίνεται καὶ οὗτος ὑποχωρητικός, διότι «ἀπειλούμεθα μὲ ἀναχώρησιν τῆς ἑταιρίας εἰς τὴν Τουρκίαν». Καὶ ἐνώπιον τοῦ δῆθεν κινδύνου νὰ φύγῃ ἡ ἑταιρία γίνεται πλήρης ὑποχώρησις. Θυσιάζονται τὰ 150.000 δολλάρια τῶν τόκων τοῦ δανείου. Ἔχομεν διπλῆν εὔνοιαν τοῦ ἀναδόχου. Τοὐλάχιστον 150.000 δολλαρίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπαιρνε ὁ Βρυώνης καὶ σήμερον τὸ Νοσοκομεῖον Ἀργοστολίου ὡς κληρονόμος καὶ ἐπίσης δολλαρίων 150.000 ἐκ τόκων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔπαιρνε ὁ Ο.Χ.Ο.Α. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα. Ἐφ’ ὅσον ὁ ἀνάδοχος ἤθελε νὰ ἐκβιάσῃ τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἡ Πολιτεία; Ἡ ἀπάντησις εἶναι σαφής. Πρῶτον ἔπρεπε νὰ εἶχε πεισθῇ ὁ ἀνάδοχος, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν δέχεται ἐκβιασμούς. Διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐὰν εἶχε πεισθῆ δὲν θὰ τοὺς ἐπεχείρει. Καὶ ἐὰν τοὺς ἐπεχείρει δὲν θὰ ἐπέμενε. Ἀλλὰ ἐὰν τυχόν, μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπέμενε εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἡ διαφωνία μου μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἶναι ἀπόλυτος. Διότι ἐπὶ τέλους, δὲν θὰ ἤρχετο ἡ καταστροφή. Θὰ ὑπῆρχε πάντοτε μία λύσις. Ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς διεθνῆ διαγωνισμόν. Ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τοῦ διεθνοῦς διαγωνισμοῦ; Ὑπάρχει μία θεμελιώδης διαφορὰ καταστάσεως τοῦ μεταλλείου προγενεστέρας καὶ μεταγενεστέρας. Μετὰ τὸ δεκάμηνον καὶ μετὰ τὸ τρίμηνον ὑπάρχει πλέον ἡ ἐπιβεβαίωσις ἐκ τῶν ἐρευνῶν τῆς ἀρίστης ποιότητος τοῦ μεταλλεύματος. Εἶπεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας, ὅτι ἦτο γνωστὸν τὸ μετάλλευμα. Ἀλλὰ ἐὰν ἦτο γνωστὸν τὸ μετάλλευμα, διατὶ ἐχρειάζοντο εἰς τὴν ἑταιρίαν οἱ 10 μῆνες τῆς ἐρεύνης; Ἄρα δὲν ἦτο γνωστὸν τὸ μετάλλευμα καὶ ἐπεβεβαιώθη μὲ τὰς ἐρεύνας ἡ ἀρίστη ποιότης του. Μετὰ τὰς ἐρεύνας, ἑπομένως καθίστατο δυνατὴ ἡ διεξαγωγὴ διεθνοῦς διαγωνισμοῦ. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν ἐπρόκειτο νὰ μετάσχῃ ἁπλῶς ὁ Βαλταζάνος. Λέγει εἰς τὴν αἴτησίν του, ἂς γνωρίσω τοὺς ὅρους καὶ τότε θὰ συμβληθῶ διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ ξένον κεφάλαιον. Πῶς ἠμπορεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας νὰ προεξοφλῇ, ὅτι οὐδεὶς θὰ ἤρχετο, οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ κινήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον ξένων ἑταιριῶν; Μὲ ποῖον δικαίωμα τὸ προεξοφλεῖ, ἀντλῶν ἐκ τοῦ παρελθόντος τῆς παρακμῆς τοῦ μεταλλείου, ἐπιχειρήματα; Ἰδοὺ διατὶ ἐνώπιον τοῦ ἐκβιασμοῦ τῆς ἑταιρίας δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ ὑποχώρησις. Κατόπιν τῆς διαφωνίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τῆς συμβάσεως, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ ἐὰν φύγῃ ἡ ἑταιρία διὰ τὴν Τουρκίαν, πῶς θ’ ἀντιμετωπίσητε τὴν καταστροφήν; Διατί, λοιπόν, χρησιμοποιεῖτε διάφορα κριτήρια; Διατὶ τότε ὑπεκύψατε εἰς τὸν ἐκβιασμόν, καὶ σήμερον, ἐπὶ διαφωνίας, τὴν ὁποίαν θεωρεῖτε οἰκονομικῶς ἀσήμαντον, ἀδιαφορεῖτε διὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως καὶ τὴν ἀποπομπὴν τῆς ἑταιρίας; Διατὶ δὲν εἴχατε ἀντιταχθῆ καὶ τότε, ὅταν ἐπεχείρει τὸν ἐκβιασμὸν καὶ πρὸς τὰς δύο κατευθύνσεις καὶ πρὸς τὸν πιστωτήν, καὶ πρὸς τὸν Ο.Χ.Ο.Α.; (Χειροκροτήματα). Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμα: Λέγετε, κύριε Ὑπουργέ, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Θὰ ἀκυρώσω τὴν σύμβασιν διότι δὲν συγχωρῶ τὴν ὑπαναχώρησιν τῆς ἑταιρίας ἀπὸ τὸ ἄρθρον 17. Ἔπρεπε ἐπίσης νὰ εἴχατε εἴπει δὲν συγχωρῶ τοὺς ἐκβιασμοὺς τῆς ἔκτοτε! Καὶ ὅπως σήμερον, ἐὰν ἡ σύμβασις ἀκυρωθῇ, θὰ καταφύγητε εἰς μίαν λύσιν, εἰς αὐτὴν τὴν λύσιν ποὺ θὰ καταφύγητε σήμερον, μετὰ τὴν ἀκύρωσιν, εἰς αὐτὴν ἠδύνασθο καὶ τότε νὰ καταφύγητε. Καὶ γνωρίζετε ποία εἶναι ἡ λύσις. Θὰ ἦτο πρῶτον ὁ διεθνὴς διαγωνισμός. Ἀλλὰ καὶ ἂν συνέβαινε εἰς τὸ θέμα τοῦ διεθνοῦς διαγωνισμοῦ, εἴτε συνωμοσία, εἴτε ἀδιαφορία τῶν ξένων ἑταιριῶν, ὑπάρχει ἡ λύσις. Ἡ δημοσία ἐπιχείρησις. Καὶ ὁ Ζάχος τὴν συνιστᾷ. Τοιουτοτρόπως θὰ ἐματαιοῦντο οἱ ἐκβιασμοὶ τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἐξετέλεσε τὸν Βρυώνην μὲ 150.000 δολλάρια καὶ ἐκέρδισεν ἐπίσης ἀπὸ τὸν Ο. Χ.Ο.Α. καὶ ἄλλα 150.000 δολλάρια, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχῃ 300.000 τοὐλάχιστον κέρδος πρὸς ἄνετον κίνησιν... Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μας ἀπάντησις. Μόνον αὐτὴ ἦτο ἡ πρέπουσα ἀντιμετώπισις τοῦ θέματος. (Χειροκροτήματα). Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας ὅτι εἶχε κριθῆ τὸ δάνειον τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ἄλλοτε ἐπισφαλὲς κατὰ 50% καὶ βραδύτερον κατὰ 90%. Εἶναι βέβαιον, ἀλλὰ πότε; Εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς παρακμῆς καὶ τῆς ἐγκαταλείψεως. Ὅταν, ὅμως, ἡ ἑταιρία τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ Βρυώνης καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονῶμεν ἠξιοποίησεν αὐτὸ τὸ μεταλλεῖον, ὄχι μόνον ἔπαυσε νὰ εἶναι ἐπισφαλὲς τὸ δάνειον, ἀλλὰ καθίσταται ἀπολύτως ἀσφαλὲς διὰ τὸ μέλλον διότι ἐδημιουργήθη νέα πράγματι κατάστασις ἀπὸ πρωτοβουλίαν αὐτοῦ τοῦ μισθωτοῦ. Ἰδοὺ διατὶ τὸ παλαιὸν ἐπιχείρημα τοῦ ἐπισφαλοῦς τοῦ δανείου κατὰ 50% ἢ 90%, παύει νὰ ἔχῃ ἀξίαν ὑπὸ τὰς νέας συνθήκας, αἱ ὁποῖαι διεμορφώθησαν εἰς τὸ μεταλλεῖον. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας ὅτι ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἀναλαμβάνῃ προσωπικῶς τὰς εὐθύνας. Ἀποτελεῖ πράγματι ἀρετὴν τῶν δημοσίων ἀνδρῶν αὐτὸ τὸ θάρρος τῆς ἀναλήψεως τῶν εὐθυνῶν. Ἀλλὰ δὲν κατορθώσαμεν νὰ διαπιστώσωμεν εἰς ποίαν περίπτωσιν αὐτὸ συνέβη. Διότι, καθ’ ὅσον γνωρίζω, ὅταν ἀνέκυψε τὸ θέμα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας τὸ παρέδωκεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὀρθῶς ποιῶν. Αὐτὸ ὅμως, δὲν ἐννοῶ διατὶ ἀποτελεῖ θάρρος ἀναλήψεως εὐθυνῶν; Ἀποτελεῖ ἁπλῶς θάρρος δικαιοσύνης. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν πρᾶξιν, ἐπεβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας ὅτι αὐτὴ ἡ σύμβασις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ στάδιον τῆς συνάψεως καὶ τῆς ἐκτελέσεως εἶναι πράγματι «σύμβασις Βαβέλ». Ὑπάρχει πλήρης ἀναρχία καὶ ἀποσύνθεσις. Ὁ ἴδιος εἶχε βεβαιώσει ὅτι δὲν ἐγνώριζε μὲν τοὺς ὑπευθύνους, ὑπάρχουν, ὅμως, εὐθῦναι. Ὁ ἴδιος ἐκάλεσε τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τοῦ παρέδωσε τὴν ὑπόθεσιν. Ἑπομένως καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν ὑπάρχουν εὐθῦναι. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς ποινικὰς εὐθύνας, ἀνήκουν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ἀλλὰ αἱ διοικητικαὶ καὶ αἱ πολιτικαὶ εὐθῦναι εἶναι ὑπόθεσις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Καὶ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας εὑρισκόμενος εἰς ἀντιδικίαν πρὸ ὡρισμένας ἄλλας ὑπηρεσίας, θὰ αἰσθάνεται ὁ ἴδιος ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοικητικὴν ἐκκαθάρισιν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Ἰδοὺ διατὶ ὑπεστηρίξαμεν ὅτι παραλλήλως πρὸς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία ἐπιτελεῖ τὸ ἰδικόν της καθῆκον, παραλλήλως πρὸς τὴν ἐπιδίωξιν τῆς ἀκυρώσεως, ἡ ὁποία θὰ συζητηθῇ συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, ὁπότε θὰ κριθῇ ποῖος εἶναι ὁ ἀσφαλέστερος τρόπος διὰ νὰ μὴ βλαβοῦν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐπίσης ὑπεστηρίξαμεν ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἠκούσαμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδέχεται τὴν πρότασίν μας. Ἡμεῖς ἐπετελέσαμεν τὸ καθῆκον μας καὶ λυπούμεθα διότι ἡ Κυβέρνησις φοβεῖται τὸ φῶς καὶ ἀρνεῖται τὴν ἐξέτασιν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν. (Χειροκροτήματα).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ τέως Πρωθυπουργὸς κ. Π. Κανελλόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§82Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, παρηκολούθησα μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὰ ὅσα οἱ ὁμιληταὶ ἀνέπτυξαν κατὰ τὰς τρεῖς ἐκ τῶν τεσσάρων συνεδριάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀφιερώθησαν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, ἀνέγνωσα δέ, διότι ἀπουσίαζον τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, τὰ πρακτικὰ τῆς μιᾶς τῶν συνεδριάσεων. Πρέπει, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, πρὶν ἢ ἀχθῇ τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅταν ἤρχισεν ὁ Τύπος νὰ δημιουργῇ ζήτημα, εἶχον ἤδη περίπου σχηματίσει, ἂν ὄχι ἀποκρυσταλλώσει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὡρισμένα τυπικὰ ἐλαττώματα, σφάλματα ἀσήμαντα, ἀδιάφορον ἂν θὰ ἔχουν σημαντικὰ ἀποτελέσματα καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ἡ ἀκύρωσις τῆς συμβάσεως ἐνδεχομένως, ἀνήχθησαν εἰς περιωπήν, δημιουργηθέντος ζητήματος κατ’ οὐσίαν ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς καὶ πολιτικῆς ἐκ τοῦ μηδενός. Εἶμαι βέβαιος, ἀξιότιμοι καὶ ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ὅτι ὅσοι μὲ παρηκολουθήσατε ἐπὶ τόσας περιόδους τῆς Βουλῆς, κινούμενον καὶ ὁμιλοῦντα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, θὰ διεπιστώσατε ὅτι ὁσάκις εὑρέθην εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, δὲν ἔκαμα ποτὲ τόσον εὔκολον χρῆσιν τῆς διατυπώσεως κατηγοριῶν καὶ μάλιστα κατηγοριῶν συνοδευομένων μὲ ἀμφισβήτησιν τοῦ ἠθικοῦ κύρους Ὑπουργοῦ, ὅση ὑπῆρξεν ἡ εὐκολία μὲ τὴν ὁποίαν τοῦτο ἔγινε εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Σέβομαι βαθύτατα τοὺς ἀσκοῦντας εὐθύνας, διότι γνωρίζω τί σημαίνει ἄσκησις εὐθύνης καὶ ἐπειδὴ γνωρίζω ὅτι πᾶς ἀσκῶν εὐθύνην καὶ ὁ ἄριστος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν κίνδυνον πλάνης, νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸ κίνδυνον μιᾶς, χωρὶς νὰ σημειωθῇ κἂν πλάνη, ἀτυχοῦς ἐκβάσεως εἰς τὴν διαχείρισιν ὑποθέσεώς τινος, δὲν εἶναι εὔκολος, ὅπως κατεδείχθη, ἀπόψε, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ὁμολογῶ καθαρά, ὅτι μὲ ἐλύπησεν ὅτι εἶναι εὔκολος ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὴν διατύπωσιν τόσων ἐντόνων κατηγοριῶν ἐναντίον Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἔτη διεχειρίσθη παμμέγιστα ζητήματα καὶ εἰς βάρος τοῦ ὁποίου, ἐπὶ ἔτη, δὲν ἐλέχθη τι. Ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας, ὑπῆρξε δι’ ἐμὲ ἀπολύτως ἐπαρκής, καὶ ὑπῆρξε τοσούτῳ μᾶλλον ἐπαρκής, καθ’ ὅσον ὁ κ. Παπαληγούρας ὡμολόγησε καὶ ὡρισμένα σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὴν διαχείρισιν, εἴτε ἐν γνώσει, εἴτε, — ὅπερ πιθανώτερον — χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν, ἀλλ’ ἡ εὐπρέπεια ἀπῄτει νὰ μὴ εἴπῃ ἐὰν ἔλαβεν ἢ ὄχι γνῶσιν, ἐγκαίρως τῶν σφαλμάτων αὐτῶν ἢ τῶν παραλείψεων, τοσούτῳ μᾶλλον λέγω, θεωρῶ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ἀποψινὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Παπαληγούρα, ἡ ὁποία ὑπῆρξε μία τῶν μεγαλυτέρων του ἀγορεύσεων, ἐπαρκῆ, καθ’ ὅσον ὡμολόγησε καὶ ὡρισμένα σφάλματα, περὶ τὴν διαχείρισιν, τὰ ὁποῖα θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ διαπιστώσω ἐὰν δὲν προέβαινε ὁ ἴδιος εἰς τὴν διαπίστωσίν των. Πρῶτον, εἶναι τὸ θέμα τῆς ἐκπτώσεως. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὸ θέμα τῆς ἐκπτώσεως, ἐδόθη δραματικὸς χαρακτήρ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπολύτως, ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν πραγματικότητα, ἐνώπιον τῆς ὁποίας εὑρέθη τὸ Ὑπουργεῖον, εὑρέθη τὸ Κράτος. Εἶμαι πάντοτε, ἐναντίον τῶν δραματικῶν ὑπερεξάρσεων. Ἐδῶ, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐνεφανίσθη ὁ ἀποθανὼν ἄριστος πρὸ τοῦ πολέμου μεταλλευτὴς Βρυώνης, ὡς ἐκτελεσθείς, ὡς μέγα θῦμα, καθ’ ἣν στιγμὴν μέγα θῦμα εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὑπῆρξε τὸ Κράτος, μεγάλα θύματα ὑπῆρξαν, ἐπὶ ἔτη, οἱ ἐργάται, οἱ ὑπάλληλοι εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ἀπεσιωπήθη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται, ὅταν ἐπιτιθέμεθα ἐναντίον Ὑπουργῶν καὶ μάλιστα Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι, νέοι, ἔχουν τοιαύτην μέχρι τοῦδε ἐπιδείξει δραστηριότητα, ἀπεσιωπήθη τὸ γεγονός, ὅτι ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον ἐδέχθη — διότι, βεβαίως, ἔπρεπε νὰ δεχθῇ καὶ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἐκ μέρους τοῦ Βρυώνη ἀνάθεσιν εἰς τὴν Αὐστροαμερικανικὴν ἑταιρίαν τῆς διενεργείας ἐρευνῶν — ἐδηλώθη εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν Βρυώνην — καὶ αὐτὴ ἡ ἀποσιώπησις, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ — ἐδηλώθη εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν Βρυώνην, ὅτι τὸ Κράτος ἐπεφύλασσεν εἰς ἑαυτὸ τὰ δικαιώματα τὰ προκύπτοντα ἐκ τῆς συμβάσεως καὶ τὰ προβλέποντα κυρώσεις, συγκεκριμένως τὴν ἔκπτωσιν. Δὲν νομίζω, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἕνας Ὑπουργὸς παραδίδῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, παραδίδει εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παραδίδει εἰς ὅλους, ὅλα τὰ ἔγγραφα, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται ἐπιλογὴ ἐγγράφων. Αὐτὸ εἶναι τοὐλάχιστον ἰδική μου ἀρχὴ καὶ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τηρῆται καὶ πρέπει νὰ τηρῆται ἀπαρεγκλήτως. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ἠμφισβητήθη νομικῶς, τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους, νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν Βρυώνην. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐγὼ λυποῦμαι, διότι ἐκηρύχθη ἔκπτωτος καὶ πιθανὸν ἐὰν ἤμην ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Βιομηχανίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου νὰ μὴ ἐκήρυσσα τοῦτον ἔκπτωτον, παρασυρόμενος ἀπὸ αἰσθήματα ἀνθρωπισμοῦ καὶ ἐπίσης, ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ αἰσθήματα ἀνθρωπισμοῦ παρασυρόμενος, ἀλλὰ καὶ ἐκτιμῶν τὴν παλαιάν του ὑπὲρ τοῦ τόπου, ὑπὲρ τῶν μεταλλείων, δρᾶσιν του. Ἀλλ’ ὅταν ρητῶς γίνεται μνεία εἰς τὸ ἔγγραφον, τὸ πρὸς τὸν Βρυώνην ἀπευθυνόμενον, τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ Κράτος ἂν καὶ τοῦ δίδῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν τὴν διενέργειαν, ἐπὶ δεκάμηνον, ἐρευνῶν, ἐπεφύλλασσεν εἰς αὐτὸ τὸ δικαίωμα διὰ τοὺς παλαιοὺς λόγους — ἄρα δὲν ἀποτελοῦν προϊστορίαν, διότι ἐδηλώθη ἐντίμως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους πρὸς αὐτὸν ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ ἰσχύουν — ὅταν ἐδηλώθη ὅτι ἐπεφύλασσεν εἰς ἑαυτὸ τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα διὰ τοὺς παλαιοὺς λόγους νὰ τὸν κηρύξῃ ἔκπτωτον, ὑπάρχει θέμα νομικόν; Καὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἰσχυριζώμεθα τοιοῦτόν τι εἰς βάρος τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, ὅταν αὐταὶ αὗται αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς — δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦτο ὁ κ. Παπαληγούρας, ἢ ποῖος δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ πρόσωπον — προέβησαν εἰς τὴν ρητὴν ἐπιφύλαξιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκπτώσεως, δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπέλθει ἤδη ἀπὸ μακροῦ χρόνου, δικαίωμα τοῦ ὁποίου παρῃτήθη, προσωρινῶς, τὸ Κράτος δηλῶσαν ἐντίμως, ἀλλὰ μὴ ἐκτελέσαν, κατὰ τρόπον ἀνήθικον, ὅπως ἠθέλησεν ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ καταλήξῃ καὶ εἰς τὴν ἔκπτωσιν μετὰ τοὺς δέκα μῆνας; Ἐπειδὴ ἐπέδειξεν αὐτὴν τὴν διάθεσιν νὰ τὸν σώσῃ ἢ δυνατὸν ἐπειδὴ ἐπέδειξεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν εὔνοιαν, ἡ ὁποία δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ τέλος καὶ εἰς ἀπόλυτον εὔνοιαν, ὅπως ἐζήτησαν ὡρισμένοι ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, δι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ συναγάγωμεν τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ Κράτος τὸν συνεγχώρησε, διότι ἐπὶ ἔτη δὲν ἐπλήρωνε εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α., διότι ἐπὶ ἔτη ἢ ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα δὲν ἐξεπλήρου τὰς ὑποχρεώσεις του ἀπέναντι τῶν ἐργατῶν, διότι ἐπὶ ἔτη εἶχεν ἀφήσει τὸ μεταλλεῖον αὐτὸ ἀνεκμετάλλευτον; Κύριοι, εἶπεν ὁ κ. Παπαληγούρας ὅτι, ὡς ἄνθρωπος δικαιοῦται κανείς, ἐὰν πρόκειται περὶ τῆς ἰδιωτικῆς του περιουσίας νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶπε. Ἀλλ’ ὅταν διαχειρίζεται κανεὶς δημόσια πράγματα δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἐκδηλώνῃ εὔνοιαν πρὸς κἄποιον, ὁ ὁποῖος κατ’ οὐσίαν καὶ τύποις εἶχεν ἤδη πέσει. Καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἴτε ἦτο, εἴτε δὲν ἦτο ὀρθόν, δὲν νομίζω ὅτι προβαίνοντες εἰς μίαν κριτικὴν καὶ εἰς μίαν ἐπίθεσιν πρέπει νὰ ἀγνοῶμεν καὶ νὰ ἀποσιωπῶμεν αὐτὸ τὸ οὐσιῶδες ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνατρέπει οἱανδήποτε ἐπιχειρηματολογίαν ἀντίθετον καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἠθικῶς ἔχει οὐσιώδη σημασίαν, διότι σημαίνει ὅτι τὸ Κράτος ἐντίμως προειδοποίησεν, εἰδοποίησε τὸν περὶ οὗ πρόκειται, τὸν κ. Βρυώνην. Ἤκουσα ἀπόψε ἀναγινωσκόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Παπαληγούρα τὸ κείμενον αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς πρὸς Βρυώνην.
§83Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Δὲν εἶναι ἐπιστολὴ εἶναι ἀπόφασις.
§84Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀπόφασις, κοινοποιηθεῖσα πρὸς Βρυώνην. Οἱ κ. κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἤσκησαν τὸν ἔλεγχον, δὲν ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε αὐτὸ τὸ κείμενον νὰ τὸ χρησιμοποιήσουν. Καὶ ἐὰν ὡμίλουν πρὸ τῆς ἀναγνώσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Παπαληγούρα, τοῦ κειμένου θὰ ἐκάκιζον τὸ Κράτος ἐγὼ συμφωνῶν μὲ τὸν κ. συναρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, θὰ ἔλεγον ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν εἶχον προειδοποιήσει. Δεύτερον θέμα. Δὲν ὑπεισέρχομαι εἰς λεπτομερείας διότι ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας, ἀλλὰ ἀρκοῦμαι εἰς τὰ βασικὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα ἔχουν οὐσιώδη σημασίαν καὶ διὰ τὴν ἰδικήν μου συνείδησιν, προκειμένου νὰ κρίνω μίαν ὑπόθεσιν ἀφορῶσαν εὐθύνας Ὑπουργοῦ, ὑπόθεσιν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει ὑποβληθῆ μέχρι τῆς στιγμῆς ἡ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ προβλεπομένη αἴτησις, περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, διετυπώθη, ὅμως, ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἐκπροσωποῦντας μέγα ἀριθμὸν βουλευτῶν, ἡ ἀπαίτησις αὐτή. Θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἐὰν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, προεξάρχοντος τοῦ κ. συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, δὲν προχωρήσῃ κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν καὶ κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν καὶ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἀπεκαλύφθησαν, εἰς τὴν ἀπαίτησιν ὅπως σχηματισθῇ καὶ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ δεύτερον θέμα εἶναι τὸ θέμα τῆς προσφορᾶς ἢ μᾶλλον τῆς ἐπιστολῆς ἡ ὁποία ἀπεστάλη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1956, ὑπὸ Ἕλληνος μεταλλευτοῦ, ἔχοντος ὄνομα τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον τιμῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου συνωμολόγησε μὲ τὸν κ. συναρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἦτο παράλειψις, προχωρῶ πέραν αὐτοῦ, ἦτο πράγματι μέγα ἄτοπον νὰ μὴ δοθῇ ἀπάντησις. Ἀπάντησις ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ δοθῇ. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου, εἰσερχόμενος εἰς τὴν οὐσίαν ἐρωτῶ, καὶ ἐρωτῶ καλῇ τῇ πίστει ἅπαντας ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι τὸ θέμα τὸ ἀντιμετωπίζετε ἐπίσης καλῇ τῇ πίστει, εἴτε ἔχετε λάβει τὴν θέσιν τὴν θετικήν, εἴτε τὴν ἀρνητικὴν ἐν προκειμένῳ: Δὲν ἐγνώριζεν ὁ περὶ οὗ πρόκειται μεταλλευτής, τοὐλάχιστον ἕνα ὅρον, περὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ κάμῃ λόγον εἰς τὴν ἐπιστολήν του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον; Δὲν ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὅτι ὁ Βρυώνης ὀφείλει μέγα ποσὸν εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α.; Δὲν ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ τὸ σημεῖον αὐτό; Τί ἐζήτει ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ὅρους ἄλλους; Τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό, δὲν ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ ἀμέσως κἄτι συγκεκριμένον; Διότι μόνον αὐτὸ ἐὰν ἐδήλωνε, θὰ καθίστα τὴν ἐπιστολήν του σοβαράν. Ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ συζητήσῃ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους τοῦ Βρυώνη ἔναντι τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. Νὰ συζητήσῃ τὴν ἐξόφλησιν ἢ νὰ δηλώσῃ μέχρι τίνος ποσοῦ εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους αὐτοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀπάντησις ἔπρεπε νὰ εἶχε δοθῇ. Καὶ εἶναι ἕνα σφάλμα τοῦ Ὑπουργείου, διότι δὲν ἔδωσεν ἀπάντησιν. Τὸ περὶ οὗ πρόσωπον εἶναι ἄξιον τιμῆς ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπέστειλεν ἐπιστολήν, ἔπρεπε νὰ τύχῃ ἀπαντήσεως. Ἐὰν ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς δὲν ὑπάρχῃ θέμα, ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πολίτας ὑπάρχει. Πάντως, ἐσημειώθη παράλειψις, τὴν ὁποίαν ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας. Ἀλλὰ διαπραγματεύσεις, ἐπὶ τίνος ἀντικειμένου ἔπρεπε νὰ γίνουν; Ὁ διατυπώσας τὴν ἐπιστολὴν ἐζήτει ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τοῦ ἀνακοινωθοῦν οἱ ὅροι. Ἀλλὰ οἱ ὅροι ἦσαν γνωστοὶ καὶ πρῶτος καὶ κύριος ὅρος ἦτο ἡ ἐξόφλησις τοῦ χρέους ἔναντι τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν ἔπρεπε διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἰδικήν του ὑπόθεσιν, ἐὰν ἐνδιεφέρετο πράγματι νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὸ μεταλλεῖον δὲν ἔπρεπε νὰ γράψῃ δύο λέξεις; Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει τοιοῦτόν τι.
§85Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἐπιστολὴν ὑπάρχει.
§86Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς δευτέρας ἐπιστολῆς. Αὐτὴ ἐστάλη μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως. Διατὶ δὲν ἐδόθη ἀπάντησις; Πράγματι εἶναι ἄτοπος ἡ στάσις τοῦ Ὑπουργείου διότι δὲν ἔδωσε ἀπάντησιν. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν ἐγνώριζεν ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται μεταλλευτὴς ἐὰν εἶχε πράγματι τὴν δυνατότητα νὰ δώσῃ ὄχι 400 χιλ. ἀλλὰ ἔστω 150 χιλιάδας δολλάρια, θὰ ἔστελλε δευτέραν ἐπιστολὴν καὶ θὰ ἔλεγεν. Διότι αὐτὸ κάμνει ἕνας ἐπιχειρηματίας καὶ δὲν ἐξαφανίζεται ἐπὶ 5μηνον, ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον μέχρι τὸν Ἀπρίλιον. Ἐὰν εἶχε κἄποιον, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ τὸν βοηθήσῃ, θὰ ἐδήλωνε ρητῶς ὅτι ἔχει χρήματα διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Ο. Χ.Ο.Α. καὶ ὅτι ἔχει τὰς δυνατότητας διὰ τὴν ἀξιοποίησιν τοῦ μεταλλείου. Εἶπεν ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὅτι ὁ Βρυώνης ἐξετελέσθη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι, κηρυχθεὶς ἔκπτωτος ἐστερήθη τοῦ δικαιώματος νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν. Ποίαν ἀποζημίωσιν νὰ λάβῃ; Ἀποζημίωσιν διὰ χρεωκοπῆσαν κατάστημα; Ὁμολογῶ ὅτι κατὰ τὴν δευτερολογίαν του ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων παρ’ ὀλίγον νὰ μὲ κάμῃ νὰ τὸν διακόψω ἂν καὶ δὲν θέλω νὰ τὸν διακόπτω, καὶ δὲν μοῦ ἤρεσε νὰ τὸν διακόψω ἐπειδὴ εἶχε λάβει χώραν προηγουμένως τὸ αὐτὸ ἀθῶον μικρὸν ἐπεισόδιον καὶ δὲν ἤθελα νὰ τὸν στενοχωρήσω, μολονότι μὲ κατέλαβεν ὁ πειρασμὸς διὰ νὰ εἴπω τί ἀποζημίωσις νὰ δοθῇ εἰς τὸν Βρυώνην; Νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις διὰ τὸ χρεωκοπῆσαν μεταλλεῖον; Ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις προηγουμένη εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς οἰκονομίας;
§87Α. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ λέγει ἡ ἑταιρία.
§88Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ Ὑπουργεῖον.
§89Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἡ ἑταιρία, εἴτε λόγῳ ὑπαιτιότητος ἰδικῆς της, εἴτε λόγῳ τῆς νοοτροπίας τοῦ ἀντιπροσώπου της, ἔκαμε καὶ πράξεις, ὡς φαίνεται ἐκβιασμοῦ. Δὲν γνωρίζω. Πιθανὸν νὰ τοῦ τὸ εἶπε. Ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπὶ 10 μῆνας τοῦ ἔδιδε 500 δολλάρια κατὰ μῆνα, καὶ αὐτὸ εἶναι ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία δὲν δίδεται, ἀξιότιμε κύριε συναρχηγὲ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἀξιότιμε κύριε Τσουκαλᾶ, εἰς κανένα ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, φερ’ εἰπεῖν, ὅταν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑπεισέρχεται εἰς ἐπιχειρήσεις. Ὅταν ἀναλάβῃ οἱανδήποτε κλονιζομένην ἐπιχείρησιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ πρώτη της δουλειὰ ποὺ κάμνει εἶναι νὰ ἐκτοπίζῃ ὀρθῶς, τοὺς ἐπὶ κεφαλῆς. Τοῦτο, κατὰ τρόπον σκληρὸν τὸ ἔπραξεν ἡ Τράπεζα εἰς συμπολίτας καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ Τράπεζα ἔδιωξε τοὺς ἐπὶ κεφαλῆς καὶ δὲν τοὺς ἔδωσε πεντάρα. Τοὺς ἀπεστέρησε καὶ τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπισκέπτωνται καὶ τὰ γραφεῖα τῆς ἐπιχειρήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐδικαιοῦντο διὰ νὰ παρακολουθήσουν τὴν ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία ἀργότερον, πιθανόν, νὰ ἐσώζετο καὶ θὰ εἶχον συμφέρον ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Τράπεζα διὰ λόγους ἀναφερομένους εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, νὰ ἐπιδεικνύῃ σκληρότητα, σκληρότητα ἡ ὁποία δὲν ἀπεδείχθη εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἀλλὰ τὸν χρεωκοπήσαντα, τὸν κατ’ οὐσίαν ἐκπεσόντα, τὸν ἐπλήρωσεν. Θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις μεγαλυτέρα; Θὰ ἔπρεπε ἡ ἑταιρία δηλαδὴ ἡ ὁποία θὰ ἐπλήρωνε τὸ χρέος τοῦ Βρυώνη εἰς τὸν Ο.Χ. Ο.Α. νὰ πληρώσῃ καὶ ἀποζημίωσιν εἰς τὸν Βρυώνην, διότι ἀνέλαβε τὸ χρέος αὐτοῦ; Ἔπρεπε νὰ τὸν ἀμείψῃ, νὰ τὸν βραβεύσῃ, διότι ἀνέλαβεν ἕνα κατεστραμμένον ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν κτιριακὴν ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ οἰκονομικῆς ὑποστάσεως μεταλλεῖον; Βεβαίως ἠμπορεῖ νὰ τὸ ὑπεσχέθη. Βεβαίως ἠμπορεῖ ὁ ἀντιπρόσωπός της, δὲν γνωρίζω τὸ ὄνομά του, διὰ πρώτην φορὰν τὸ ἤκουσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἠμπορεῖ νὰ ἔδωσεν ὑπόσχεσιν, ὡς ἔδωσεν εἰς τὸν Ο.Χ.Ο.Α., ὅτι θὰ ἐπλήρωνε τὸ σύνολον τοῦ χρέους, δηλαδὴ 550.000 δολλαρίων; Ἠμπορεῖ νὰ εἶπεν εἰς τὸν Βρυώνην ὅτι θὰ τοῦ δώσῃ 100–150 χιλιάδες δολλαρίων; Αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐγράφη ποτὲ καὶ δὲν ἀπετέλεσε ποτὲ παρὰ μόνον μίαν τακτικὴν καὶ μία μέθοδος τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρίας. Ἐλπίζω ὅτι αὐτὴ ἡ ἑταιρία θὰ ἐγνώριζε τὰς τοιαύτας πράξεις τοῦ ἀντιπροσώπου της. Αὐτή, λοιπόν, ὑπῆρξεν ἡ μέθοδος τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἑπόμενον θέμα, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου θεωρῶ καθῆκον μου νὰ λάβω θέσιν, εἶναι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὸ ἄρθρον 17. Ὁλόκληρος ἡ πολιτικὴ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας, τὸ γεγονὸς ὅτι ἔδωσε ἐντολὴν νὰ μπῇ τὸ ἄρθρον 17, τὸ γεγονὸς ὅτι ἐμπῆκε τὸ ἄρθρον 17, τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ὑπεστήριξεν ὑφ’ ἣν ἔννοιαν καὶ σήμερον τὸ ὑποστηρίζει τὸ ἄρθρον 17, ὄχι μόνον ἀπαλλάσσει τὸν κ. Ὑπουργὸν πάσης πολιτικῆς εὐθύνης καὶ πάσης, φυσικά, ἠθικῆς εὐθύνης, διότι ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Δ.Α. ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε ἐπὶ δίωρον νὰ ὁμιλῇ περὶ σκανδάλου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μίαν κατάχρησιν τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἄλλος ἐν τῇ αἰθούσῃ διαπράττει, ἀλλὰ τὸν ἀπαλλάσσει καὶ τῆς κατηγορίας ὅτι, ὑπέπεσεν εἰς ἁπλῆν παράλειψιν. Ἁπλούστατα δὲν τοῦ ἀνεφέρθη κἄτι κακῶς ἀπὸ κἄποιαν ὑπηρεσίαν, Δι’ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ἕνας Ὑπουργὸς ὑπεύθυνος; Βεβαίως εἶναι ἀτυχία του, τὴν ἐχρησιμοποίησε καὶ ὁ ἴδιος τὴν λέξιν καὶ νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἔπραξε νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ, διότι οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ γνωρίζουν πότε ἔχουν ἀτυχίας. Ἐπρόκειτο πράγματι περὶ ἀτυχίας, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει εὐθύνη. Ὁ κ. Παπαληγούρας ἐγνώριζε τὸ ἄρθρον 17, ὁ κ. Παπαληγούρας ἐτόνισεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὅτι θὰ εἶναι ἡ πληρωμὴ τοῖς μετρητοῖς. Ἡ σύμβασις αὐτὴ συνεζητήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως κατὰ τρόπον ἀνοικτόν, λίαν ἀνοικτόν, καὶ αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἶναι ἐπίσης ἐπαρκὲς ὄχι μόνον νὰ καλύψῃ τὸν Ὑπουργόν, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀποκαλύψῃ καὶ νὰ τὸν ξεσκεπάσῃ, δὲν εἶχε ἀνάγκην καλύψεως, ἀπεκαλύφθη ὁ ἴδιος καὶ εἶπε πρὸ τεσσάρων μηνῶν τὰ πάντα, ὅπως εἶχον σημειωθῆ ἢ ὅπως ἐνόμιζε......
§90Α. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ἀπέκρυπτον πολλὰ πράγματα.
§91Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τοῦ ἀπέκρυψεν ἡ ὑπηρεσία του τὶ καὶ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα. Δὲν εἶναι, ὅμως, δυνατόν, μὲ τόσην εὐκολίαν νὰ συμμερισθῶ τὴν ἄποψίν σας. Μόνον ἐὰν αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς διαπιστώσῃ εὐθύνην τινὰ ὑφισταμένης ὑπηρεσίας, τότε θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ περὶ εὐθύνης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζω ἐὰν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ ὑπηρεσία καὶ ἐὰν τοῦ ἀπέκρυψέ τι ἢ ἐὰν τὸν ὤθησεν. Ἄλλωστε δὲν βλέπω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἐσημειώθη ἀπόκρυψις οὐσιώδους πράγματος. Ἀπεκρύβη ἐνδεχομένως ἢ ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἐλησμονήθη ἡ ἐπιστολὴ τοῦ μεταλλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν πρότασιν τοῦ Δεκεμβρίου. Ἐλπίζω νὰ μὴ ἀπεκρύβη καὶ ἐλπίζω, ἂν καὶ αὐτὸ εἶναι περισσότερον εἰς βάρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος ὅτι αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν θέλει νὰ δώσῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ τοῦ τὴν ἔδειξαν μίαν ἡμέραν, θὰ τὴν ἐδιάβασε καὶ θὰ εἶδεν ὅτι δὲν ἔχει οὐσίαν καὶ ἐλησμόνησε δυστυχῶς, νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ, καὶ τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος, παράπτωμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 17, ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας, ἔκαμεν ὅ,τι ἔπρεπε καὶ συναφθείσης τῆς συμβάσεως ἐθεωρήθη τὸ ἄρθρον 17 ὡς ἰσχῦον, κυρωθείσης δὲ τῆς συμβάσεως ἐθεωρήθη τὸ ἄρθρον 17 ἔτι μᾶλλον ἰσχῦον, καθ’ ὅσον εἶχε κυρωθῆ καὶ καθ’ ὅσον εἶχε συζητηθῆ καὶ ἦτο λογικὸν καὶ φυσικὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ἀπόψε ὅτι πῶς δὲν ἦλθεν ἡ ἑταιρία νὰ διαμαρτυρηθῇ ὅταν προέβη εἰς αὐτὰς τὰς δηλώσεις ἢ ὅταν τῆς ἔστειλα τὸ κείμενον μὲ τὸ ἄρθρον 17, πῶς δὲν ἦλθε νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἀναλαμβάνω, διότι ἔχει ἤδη, ὁ Ο.Χ. Ο.Α. δεσμευθῆ ἀπέναντι ἐμοῦ, δι’ ἑνὸς προσυμφώνου, ὅπως καταβάλω τὰς τρεῖς δόσεις ἐκτὸς τῆς πρώτης καὶ μιᾶς κατ’ ἄλλον τρόπον. Πιστεύω, ὅτι μὲ τὸν μεταγενέστερον ἰσχυρισμόν της, ὅτι ἰσχύει ἕνα προσύμφωνον καὶ δὲν ἰσχύει τὸ ἄρθρον 17, μιᾶς συμβάσεως ἡ ὁποία καὶ ὑπεγράφη καὶ μετὰ ταῦτα ἐκυρώθη, μὲ τὸν ἰσχυρισμόν της αὐτόν, ἡ ἑταιρία παρουσιάζεται ἐκδηλοῦσα κακὴν πίστιν ἔναντι τοῦ Δημοσίου. Ἐάν, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἑπόμενον θέμα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου εἶχε καὶ τὸ παραμικρὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ἑταιρίαν καὶ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα τὴν ἀπαρτίζουν ἢ διὰ τὸν ἐδῶ ἀντιπρόσωπόν της, διότι καὶ αὐτὸ γράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ κλονίζει τὸ κῦρος ὅλων μας καὶ ὄχι μόνον τοῦ Α ἢ Β Ὑπουργοῦ, ἐὰν εἶχε τὸ παραμικρὸν ἐνδιαφέρον δὲν θὰ ἐπέτρεπε εἰς τὸν ἑαυτόν του τὸν φορέα ἐνδιαφέροντος καὶ συμφέροντος νὰ ἐξεγερθῇ ὅπως ἐξηγέρθη, ἀλλὰ καὶ νὰ ζητήσῃ ἀμέσως τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως, νὰ ζητήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ πᾶν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ ὅσα ἀφοροῦν αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Παπαληγούραν. Ἐὰν εἶχε καὶ τὴν παραμικρὰν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἠθικῆς ἐν τῷ προκειμένῳ στάσεώς του, θὰ ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ζητήσῃ ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα ἐπέμβασιν; Κύριοι, πρέπει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τοὐλάχιστον, ἂν ὄχι καὶ ἔξω, ἂν ὄχι καὶ παντοῦ εἰς τὸν Τύπον καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, νὰ ὀνομάζωνται τὰ πράγματα μὲ τὰς λέξεις αἱ ὁποῖαι ἀντιστοιχοῦν εἰς αὐτὰ καὶ ὄχι μὲ βάσιν τὴν φαντασίαν μας καὶ τὴν κακὴν ἀπέναντι ἑνὸς προσώπου διάθεσίν μας. Εἰσῆλθον, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀπροετοίμαστος καὶ ἀδιάφορος. Ἐὰν ἄλλοτε ὁ κ. Παπαληγούρας ὑπῆρξε μαθητής μου, ἢ ὑπῆρξεν ὀπαδὸς εἰς τὸ παλαιὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα καὶ ἐγὼ ὑπῆρξα ὁ βαπτίσας αὐτὸν εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος τὸν διώρισα Ὑπουργὸν τὸ 1945, αὐτὰ δὲν ἔχουν σημασίαν. Ἀδιαφορῶν δι’ ὅλα αὐτά, εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν ἀπηλλαγμένος πάσης προκαταλήψεως. Σᾶς εἶπον ὅτι ἀφ’ ἧς ἐγεννήθη τὸ ζήτημα εἶχον μίαν περίεργον ἀμέσως ἐντύπωσιν ὅτι μεγαλοποιεῖται καὶ ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἠθικὴν σημασίαν διὰ τὸν Ὑπουργὸν καὶ οὔτε κἂν σημασίαν πολιτικῆς εὐθύνης. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν πρώτην ἐντύπωσιν τὴν ἀπέβαλον καὶ εἰσῆλθον ἐδῶ μὲ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν σκέψεως καὶ εἶπον ἐὰν ἔκαμε λάθη οὐσιώδη, ἐὰν κατεδεικνύετο ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἔκπτωσιν, ἂν τὸ ἔλεγα ἀπόψε ἀκόμη μέσα μου δι’ αὐτὸ ἤμην ἐπιφυλακτικός, δι’ ὅσα κατηγγέλθησαν ὑπὸ τοῦ κ. συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ὅτι τὸ Κράτος ἐπέδειξεν ἔλλειψιν ἐντιμότητος ἀπέναντι τοῦ Βρυώνη. Ἐὰν δηλαδὴ δὲν τὸν εἶχε προειδοποιήσει ἤδη ὅτι ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις ὅπως τοῦ ἐπιτρέψῃ τὴν ὑπομίσθωσιν, διότι ἔκτοτε ἐγένετο κατ’ οὐσίαν ἡ ὑπομίσθωσις δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, τῆς ἐπιχειρήσεώς του, λέγω ὅτι ἐὰν δὲν τὸ εἶχε κάμει αὐτό, θὰ εἶχε περιπέσει εἰς οὐσιῶδες πολιτικὸν λάθος καὶ ἐπίσης ἠθικὸν ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ σκανδάλου, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ὑπερβολικῆς ἀδιαφορίας καὶ τῆς ὑπερβολικῆς σκληρότητος, ἡ ὁποία δὲν μοῦ ἀρέσει ἀπέναντι τοῦ προσώπου αὐτοῦ. Διότι γίνεται πράγματι πολλάκις εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγάλην δραστηριότητα, ἡ σύγχυσις μεταξὺ δυναμισμοῦ καὶ πρωτοβουλίας καὶ ἀναλήψεως εὐθυνῶν. Δὲν χρειάζεται πολὺς καὶ ὑπερβολικὸς δυναμισμός. Χρειάζεται ἀνάληψις πρωτοβουλίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει αὐτὴν τὴν δευτέραν ἀρετὴν πολλάκις ὅμως, τὴν συγχέει μὲ τὸν δυναμισμὸν ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ ἄλλους. Κύριοι συνάδελφοι, καταλήγω. Καὶ ἀπόψε ἀκόμη εἶχον αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν. Εἶχον, δηλαδή, τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, εἶχε περιπέσει εἰς οὐσιῶδες σφάλμα, καὶ ἠθικόν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀδιαφορίας καὶ τῆς ὑπερβολικῆς σκληρότητος ἀπέναντι ἑνὸς ἐντίμου πολίτου, ὁ ὁποῖος εἶχε πράξει ἄλλοτε τὸ καθῆκον του. Ἀλλὰ ἀπεκαλύφθη αἰφνιδίως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπεκρύβη παρὰ τῶν ἀσκησάντων τὴν κριτικήν, ὅτι εἶχε προειδοποιηθῆ ὁ Βρυώνης καὶ ὅτι τὸ Κράτος εἶχε ἐπιφυλάξει εἰς αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀκυρώσεως, ἄρα καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκπτώσεως.
§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπὸ ὅρους.
§93Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Ὑπὸ οὐδένα ὅρον.
§94Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ πλήρεις ὅρους. Ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς παρόδου τῆς προθεσμίας τοῦ 10μήνου.
§95Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ τριμήνου, θέλετε νὰ εἴπητε.
§96Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου.
§97Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνα τελευταῖον θέμα, τὸ ὁποῖον προέκυψε καὶ ὑπάρχει ἀναμφισβητήτως μετὰ τὴν δευτερολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, εἶναι ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, μὲ τὴν ἐξαίρετον εὐφράδειαν ἡ ὁποία τὸν διακρίνει καὶ μὲ τὴν μεγάλην εὐστροφίαν τῆς ὁποίας εἶναι φορεὺς καὶ τῆς ὁποίας εἶναι ἄριστος χειριστής, διότι δὲν φθάνει νὰ ἔχῃ εὐστροφίαν τις, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ τὴν χειρίζεται, ἀπὸ ἀπόψεως λόγου, προέβαλε. Εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ἀπόψε ὁ κ. Παπανδρέου, κατὰ τὴν δευτερολογίαν του. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων: Ἀφοῦ, κύριε Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας, φθάνεις αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀδιαφορῶν διὰ τὸ συμφέρον τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων τῆς Χαλκιδικῆς καὶ διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ἔστω καὶ εἰς τὸν τομέα αὐτόν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι φυσικὰ καὶ παμμέγιστος, ἀφοῦ φθάνεις αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ καταγγείλῃς τὴν σύμβασιν καὶ νὰ στείλῃς τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν διαιτησίαν, ἡ ὁποία εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι διὰ πρώτην φορὰν εἶναι σχεδὸν διαιτησία Ἑλληνικὴ καὶ ὄχι ξένη, ὅπως ζητοῦν πάντοτε αἱ ἑταιρίαι, διατὶ δὲν τὸ ἔκαμες αὐτὸ τότε, ποὺ ἐξεδήλωσε ὡρισμένας πονηρὰς καὶ ἐκβιαστικὰς διαθέσεις καὶ μάλιστα τότε, ὅταν αὐτὸς οὗτος ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. κ. Λοβέρδος ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνον ἐκβιασμῶν. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι ἀνύπαρκτον. Διατὶ εἶναι ἀνύπαρκτον: Δὲν ἀπέκλειε κανεὶς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς μίαν λύσιν εὐνοϊκὴν διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, μία λύσιν εὐνοϊκήν, διὰ τοὺς ἐργάτας καὶ ὑπαλλήλους τῆς Χαλκιδικῆς, ἀλλὰ μόνον ὅταν κατὰ τὴν ἔκφρασιν τὴν λαϊκὴν «ἐμπούχτισεν», μόνον ὅταν ἐξεδηλώθη ἅπαξ δίς, τρὶς ἡ κακὴ πίστις, ἐκείνου μὲ τὸν ὁποῖον συμβάλλεται τὸ Κράτος, μὲ τὸν ὁποῖον συνενοεῖται μόνον τότε κατήγγειλεν. Διότι, σκοπὸς δὲν ἦτο νὰ μὴ δοθῇ τὸ μεταλλεῖον εἰς μίαν ἑταιρίαν ἡ ὁποία θὰ ἐχρησιμοποίει τὸ προσωπικὸν καὶ ἡ ὁποία θὰ τὸ ἐξεμεταλλεύετο καλῶς, σκοπὸς ἦτο νὰ τὸ δώσῃ καὶ μόνον ὅταν ἀπεδείχθη διὰ παντοίων ἐνεργειῶν καὶ δεδομένων ἐνεργειῶν ἡ τελευταία τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν αὐτή, ὅτι ἡ ἑταιρία καὶ ὁ ἐδῶ ἀντιπρόσωπόν της ἀπέβλεπον εἰς τὸ νὰ ἐκβιάσουν τὸ Κράτος μόνον τότε φυσικὰ κατέληξεν εἰς τὴν καταγγελίαν τῆς συμβάσεως. Πρόθεσις συνάψεως τῆς συμβάσεως ὑπῆρξε καὶ τὴν συνῆψε, πρόθεσις πραγματοποιήσεως τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψουν ἐκ τῆς συμβάσεως, ὑπῆρξε καὶ ἡ πρόθεσις αὐτὴ κατεδείχθη διότι ἔφερε τὴν σύμβασιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Μόνον ὅταν εἰς τὸ τρίτον πλέον στάδιον διεπίστωσε τὴν κακοπιστίαν, καὶ τὴν διεπίστωσε εἰς ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον οἰκονομικῶς δὲν εἶναι οὐσιῶδες, ἠθικῶς ὅμως, εἶναι, διότι ἡ ἑταιρία ὑπέγραψεν τὸ ἄρθρον 17 καὶ εἶχε ὑποχρέωσιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ χρέος, μόνον τότε ἐξηγέρθη καὶ ἐζήτησε τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ τελευταῖον θέμα ἀλλὰ ὑπάρχουν δύο ἀκόμη θέματα τὰ ὁποῖα παρέλειψα καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω θέσιν. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ τῆς διενεργείας διαγωνισμοῦ, ἢ τῆς μὴ διενεργείας αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀποδεικνύουν κατὰ τρόπον ἀπολύτως πειστικὸν δι’ ἐμέ, ὅτι διαγωνισμὸς δὲν ἦτο ἀναγκαῖος καὶ ὅτι διὰ τῆς παρατάσεως θὰ ἦτο βλαπτικός. Μὴ κρίνωμεν ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς ἀποτελέσματος, ἐκ τῆς ἀτυχοῦς ἐκβάσεως τὴν πρᾶξιν καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐὰν ἡ ἑταιρία δὲν ἐπεδείκνυε αὐτὴν τὴν κακοπιστίαν σήμερον ἀρνουμένη νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς προκυπτούσας ἐκ τοῦ ἄρθρου 17 θὰ ἐλέγαμεν καλῶς ἔπραξεν. Βεβαίως εἶναι εὔκολον νὰ εἴπωμεν σήμερον ὅτι κακῶς ἔπραξεν διότι σήμερον κηρυσσομένης ἐκπτώτου τῆς ἑταιρίας ὑπὸ τῆς διαιτησίας καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον πάλιν θὰ μείνῃ ἀνεκμετάλλευτον τὸ μεταλλεῖον. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ βλάψῃ κανείς. Εἶναι μία ἀτυχία τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἶναι μία ἀτυχία τοῦ Δημοσίου. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸ εἶναι τὸ ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιῶδες, διότι οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει κατ’ ἐμὲ νὰ ἀναλαμβάνουν εὐθύνας καὶ δὲν πρέπει νὰ προκηρύσσουν διαγωνισμοὺς ὑπὸ ὅρους οἱ ὁποῖοι διεθνῶς θὰ ἦσαν ἀπαράδεκτοι. Διότι, δὲν δύνασαι νὰ κάμνῃς διεθνεῖς διαγωνισμοὺς καὶ νὰ λέγῃς ὅτι ἔχεις χρέος νὰ πληρώσῃς ἕνα χρέος εἰς τὸν Ο.Χ. Ο.Α., ὅτι νὰ πληρώσῃς 2–3 ἐτῶν μισθοὺς ἐργατῶν κ.λ.π. Τοῦτο θὰ ἀπετέλει καὶ ἕνα ἐξευτελισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν δύνασαι νὰ κάμῃς ἕνα τοιούτου εἴδους διεθνῆ διαγωνισμὸν διότι εἴθισθαι κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον νὰ γίνωνται τοιούτου εἴδους διεθνεῖς διαγωνισμοί, ἐκτὸς τούτου εἶχε τὴν βεβαιότητα ὁ Ὑπουργὸς καὶ χωρὶς νὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τὴν συμμερίζομαι, πιστεύω, ὅτι, τὴν εἶχε ὅτι δὲν θὰ εὑρίσκετο ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα κανεὶς ἄλλος σοβαρὸς νὰ ἀνταγωνισθῇ τὴν περὶ ἧς πρόκειται ἑταιρίαν καὶ ὑπῆρχεν ἀκόμη ὁ κίνδυνος — ἔτσι τὸ ἐξετίμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ πρέπει οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἔχουν πρωτοβουλίαν νὰ ἀναλαμβάνουν εὐθύνας — ὑπῆρχε ὁ κίνδυνος ὅτι ἡ ἑταιρία ἐὰν ἐγίνετο διαγωνισμὸς θὰ μᾶς ἐξεβίαζε πολὺ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι μᾶς ἐξεβίασεν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Διότι — καὶ ἔτσι ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον παρέλειψα — ὁ δανεισμὸς τῶν 400.000 ὕστερα ἀπὸ τὴν δήλωσιν καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. πρὸς τὸ Συμβούλιον τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὕστερα ἀπὸ ὅσα ἄλλα ἀνεγνώσθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὁ διακανονισμὸς αὐτὸς δὲν ἀπετέλει τὸν χειρότερον δυνατόν, ἀπετέλει ἕνα σχετικῶς καλὸν διακανονισμόν. Ὁ Ο.Χ.Ο.Α. μάλιστα ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ διακανονισμὸς ὑπῆρξεν ἄριστος.
§98Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Εἷς τῶν καλυτέρων.
§99Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω — διότι δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος ὅπως σεῖς καὶ δὲν ἐξήτασα ὅλας τὰς λεπτομερείας — λέγω ἁπλῶς ὅτι τὸν θεωρῶ ὡς ἕνα συμβιβασμὸν ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ὁ χειρότερος. Σεῖς φθάνετε μέχρι τοῦ σημείου, γνωρίζοντες τὰ στοιχεῖα νὰ λέγετε ὅτι ὑπῆρξεν ἄριστος.
§100Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Ὄχι ἐγώ. Δὲν εἶναι ἰδική μου δουλειὰ νὰ κάμω ἐγὼ τὴν ἐκτίμησιν.
§101Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ο.Χ.Ο.Α. Πράγματι ὁ Ο.Χ.Ο.Α. λέγει τοῦτο καὶ διὰ νὰ τὸ λέγῃ τὸ λέγει βεβαίως μετὰ λόγου καὶ ὄχι ἄνευ λόγου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ υἱοθετήσω μὴ γνωρίζων ὅλα τὰ στοιχεῖα 100%. Τὸ ὑποθέτω, ὅμως, ὡς ἀκριβές, καὶ ὡς ἐξηκριβωμένον μόνον, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι λέγει τὴν ἀλήθειαν ὁ Ο.Χ.Ο.Α., ὅπως εἶμαι βέβαιος ὅτι λέγετε τὴν ἀλήθειαν καὶ σεῖς. Διότι, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ΟΧ.Ο.Α., νομίζω τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ, ὅ,τι ἐλέχθη ἐλέχθη κατὰ τρόπον ἀνοικτὸν καὶ σαφῆ καὶ εἰλικρινῆ. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ἰδικήν σας ὅ,τι ἐλέχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἢ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, τὸ καλοκαῖρι, ἐλέχθη κατὰ τρόπον σαφῆ καὶ ἀπολύτως εἰλικρινῆ. Βασίζομαι, λοιπόν, ἐπ’ αὐτῆς τῆς δηλώσεως εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνετε καὶ πιστεύω καὶ ἐγὼ βασιζόμενος ἐπ’ αὐτῆς, ὅτι δὲν θὰ εἶχε νόημα ἡ προσπάθεια τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. νὰ πιέσῃ περαιτέρω τὴν ἑταιρίαν νὰ δώσῃ περισσότερα τῶν 400 καὶ 1 χιλιάδων δολλαρίων, καθ’ ἣν στιγμὴν ὀλίγους μῆνας προηγουμένως ἐθεωρήθη κατὰ 50% ἐπισφαλὲς τὸ δάνειον. Θὰ εἶχε δίκαιον ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὁ κ. Τσουκαλᾶς, καὶ ὁ κ. Λυμπέρης, ἐὰν ὑπῆρχαν ἄλλαι περιπτώσεις εἰς τὸ παρελθὸν ἐξοφλήσεως ἐκ μέρους τῶν ὑπεισερχομένων εἰς τὸ χρέος τρίτου ὁλοκλήρου τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ. Βεβαίως δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ στοιχεῖα ὅλων τῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ λογικῶς σκεπτόμενοι νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἐξοφλήσεως ὁλοκλήρου τοῦ χρέους ὑπὸ τρίτου ὑπεισερχομένου εἰς μίαν ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία ἔχει καταστραφῆ οἰκονομικῶς. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐφ’ ὅσον αὐτὸ τὸ θέμα τὸ ἐφέρατε εἰς περιωπήν, πρόκειται περὶ 150.000 δολλαρίων, τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία, ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀσφαλῶς καὶ οὔτε θὰ ἐπάθαινε τίποτε ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιμείνῃ νὰ μὴ τὰ δώσῃ, ἢ ἔκαμεν ἐκβιασμόν, ὁ ἀντιπρόσωπός της, τὸν ὁποῖον ἐκβιασμὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ἐπαρκῆ διὰ νὰ τὸν πετάξῃ ἔξω...
§102Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Ὄχι ἐγώ, ὁ Ο.Χ.Ο.Α.
§103Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἢ δὲν ἔκαμεν ἐκβιασμὸν ὁ ἀντιπρόσωπος, καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ ἑταιρία ἐκτιμῶσα τὴν ἀξίαν τῆς ἐπιχειρήσεως δὲν ἀνελάμβανε νὰ πληρώσῃ ὄχι τὰ σπασμένα τοῦ Βρυώνη. Κανεὶς ὅταν ὑπεισέρχεται εἰς μίαν χρεωκοπημένην ἑταιρίαν δὲν πληρώνει τὰ σπασμένα εἰς τὸ σύνολον. Αὐτὰ λέγει ἡ λογική, ἡ ὁποία δὲν εἶναι οὔτε Συμπολιτευτική, οὔτε Ἀντιπολιτευτική, διότι ὑπάρχει δι’ ἐμὲ ὁ ὁποῖος εὑρίσκομαι ὡς ἀνεξάρτητος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἡ λογικὴ ἐκείνη καὶ ἡ ὁποία ἵσταται πέραν καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§104Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς δύο σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκηρύχθη περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἀπὸ χθές, τὸ ἑσπέρας. Ἀπομένουν νὰ ὁμιλήσουν μόνον οἱ δικαιούμενοι κατὰ τὸν Κανονισμὸν Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ Ὑπουργοί. Συνεπῶς δὲν δύνασθε κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ ἔχετε τὸν λόγον. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἔχει τὸν λόγον.
§106Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις, μόνον εἰς ἀπάντησιν τοῦ Προέδρου κ. Κανελλοπούλου. Κατέχομαι ἀπὸ τὴν ὑποψίαν ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἀναγνώσει τὸν φάκελλον, διότι, ἐὰν τοῦτο συνέβαινε, ἀσφαλῶς θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ὑπερασπίσῃ, καθ’ ὃν τρόπον ὑπερήσπισε δύο ἀπόψεις, Πρῶτον, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκπτώσεως ἦτο ἀπόλυτον ἀφ’ ἧς διετυπώθη ἡ ἐπιφύλαξις, καὶ δεύτερον, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἀποζημιώσεως τοῦ Βρυώνη. Ἐὰν ὁ Βρυώνης ἐκηρύσσετο ἔκπτωτος πρὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς ξένης ἑταιρίας δὲν θὰ ὑπῆρχεν οἱαδήποτε ἐκδήλωσις διαφωνίας. Διότι τὸ συμφέρον τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας ἐπέβαλεν νὰ ὑπάρξῃ μία λύσις. Καὶ ὅπως συμβαίνει καὶ εἰς τὰς ἄλλας χρεωκοπούσας ἑταιρίας ἔπρεπε καὶ ἐκείνη νὰ ἐκκαθαρισθῇ. Αὐτὸ εἶνι αὐτονόητον, δὲν ἠμφισβητήθη ἀπὸ κανένα. Ἑπομένως ἡ συναισθηματικότης δὲν ὀφείλεται εἰς αὐτὸ τὸ γεγονός. Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα. Ὁ Βρυώνης ἐπρόκειτο νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος καὶ ἐστάλη, τότε, ἐρώτημα εἰς τὸ Συμβούλιον ἀπὸ τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν τῆς Βιομηχανίας εἰς τὰς 2 Δεκεμβρίου 1955. Τότε, ὅμως, ὀλίγας ἡμέρας κατόπιν, κατώρθωσε νὰ συμβληθῇ μὲ τὴν ξένην ἑταιρίαν καὶ ἐδημιουργήθη κατάστασις τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Πολιτείας. Ὁ Ὑπουργὸς ἐγκρίνει δεκάμηνον προθεσμίαν πρὸς ἐνέργειαν ἐρευνῶν. Ὑπὸ ποίαν προϋπόθεσιν; Βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς διατηρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκπτώσεως τοῦ μισθωτοῦ διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπηκολούθει ἀποτυχία τῶν δοκιμῶν. Διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εὐλόγως ὁ Διευθυντὴς τῶν Μεταλλείων συνιστᾷ ὅπως τὸ Δημόσιον ἐπιφυλάξῃ τὰ δικαιώματά του. Διὰ τὴν περίπτωσιν, ὅμως, τῆς ἐπιτυχίας, δημιουργεῖται ὅπως εἶπεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεταλλείων νέα κατάστασις, ἡ ὁποία καὶ ὁδηγεῖ συμφώνως πρὸς ἄλλον ὅρον τῆς Ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, εἰς νέον μισθωτήριον συμβόλαιον μεταξὺ Βρυώνη καὶ ἑταιρίας. Ὁ κ. Κανελλόπουλος ἐπεστράτευσε, εἶπε, τὴν λογικὴν ὡς ἀποφασιστικὸν ὅπλον ἐναντίον μου. Θὰ τὴν ἐπιστρατεύσω καὶ ἐγὼ πρὸς ἄμυναν καὶ ἴσως ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ ἀντεπίθεσις. Διότι, ἀφ’ ἧς παρέχεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον 10μηνος προθεσμία, ἐξάγονται δύο συμπεράσματα. Πρῶτον, ὅτι ἐντὸς αὐτῆς τῆς 10μήνου προθεσμίας, ἢ τῆς 3μήνου παρατάσεως ἡ καλὴ πίστις δὲν ἐπιτρέπει παραβίασιν αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κράτους, ὅπως συνέβη. Καὶ δεύτερον, ἡ ἔννοια τῆς προθεσμίας εἶναι ὅτι ἐὰν ἀποτύχουν αἱ δοκιμαί, τὸ Δημόσιον διατηρεῖ ἔκτοτε τὸ δικαίωμα πρὸς ἔκπτωσιν. Καὶ δὲν ἠμπορεῖ ὁ Βρυώνης νὰ εἴπῃ ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐνομιμοποιήθη καὶ πρέπει νὰ τρέξουν νέαι προθεσμίαι διὰ νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος. Εἰς περίπτωσιν, ὅμως, ἐπιτυχίας, ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ λογικὴ ἑρμηνεία ὁδηγοῦν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ νέον συμφωνητικὸν τοῦ Βρυώνη μὲ τὴν ἑταιρίαν ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς θὰ συνεχισθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις εἰς τὸ μέλλον.
§107Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρξεν ἐπιτυχία. Διότι ἡ ἑταιρία οὕτως ἐκβιάζουσα διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου της, ἀφοῦ ἐπὶ 10μηνον ἀνέλαβε τὸ ἔργον δὲν ἠθέλησε νὰ καταλήξῃ εἰς συμφωνίαν ὁριστικὴν μὲ τὸν Βρυώνην.
§108Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐν ὀνόματι καὶ τῆς λογικῆς καὶ τῆς καλῆς πίστεως, δὲν θὰ ἠδύνατο, νὰ ἀρνηθῇ τὴν συμφωνίαν μὲ τὸν Βρυώνην. Διότι αὐτὸ σημαίνει, ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἐδέχετο νὰ ἐμπαίζεται καὶ νὰ ἐμπαίζῃ. Δηλαδὴ νὰ λέγῃ, ὅτι εἰς περίπτωσιν ἐπιτυχίας θὰ κάμουν μισθωτήριον συμβόλαιον ὁ μισθωτὴς καὶ ἡ ἑταιρία. Ἐάν, ὅμως, ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν — καὶ βεβαίως ἡ ἑταιρία — θελήσῃ νὰ διαφωνήσῃ, ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἡ συμφωνία ματαιοῦται καὶ τὸ Κράτος δέχεται ὡς καλῶς ἔχον τὸ αὐτὸ συμπέρασμα. Εἰς τὴν ἀπόφασιν ἀναγράφεται ὅτι τὸ «Δημόσιον δὲν παραιτεῖται τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐπιβολῆς κατὰ τοῦ Βρυώνη τῶν συμβατικῶν κυρώσεων». Ἐπίσης, ὅπως ἀναγράφεται ὅτι, «τὸ ὁριστικὸν μισθωτήριον συμβόλαιον μεταξὺ Βρυώνη καὶ ἑταιρίας τὸ ὁποῖον θέλει καταρτισθῇ εἰς περίπτωσιν ἐπιτυχίας τῶν δοκιμῶν....
§109Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Καὶ τῶν διαπραγματεύσεων.
§110Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διατὶ διακόπτετε; Εἶναι κατὰ τῆς ἀναγνώσεως ἡ διακοπή σας; Λοιπόν, τὸ μισθωτήριον συμβόλαιον μεταξὺ Βρυώνη καὶ ἑταιρίας, θέλει καταρτισθῇ εἰς περίπτωσιν ἐπιτυχίας τῶν δοκιμῶν. Ἐπίσης γίνεται ἀποδεκτὴ πρότασις τῆς ἑταιρίας ὅπως κατὰ τὸ διάστημα τῶν δοκιμῶν δεσμευθῇ ὁ Βρυώνης καὶ μὴ προβῇ εἰς ἑτέραν σύμβασιν μὲ τρίτον. Δικαιώνει τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν ὁποῖον ἔδωκαν, ὅτι ἦτο αἰχμάλωτος, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἦτο αἰχμάλωτος αὐτῆς μόνον τῆς λύσεως, διότι, ἄλλη λύσις δὲν τοῦ ἐπετρέπετο. Καὶ προσθέτει ἡ ἀπόφασις. Τὸ μετὰ τὰς δοκιμὰς στάδιον κατὰ τὸ τέλος τοῦ τελευταίου μηνὸς τοῦ 10μήνου χρονικοῦ διαστήματος, ἡ ἑταιρία καὶ ὁ Βρυώνης, ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλουν τὸ ὁριστικὸν μισθωτήριον συμβόλαιον, οἱ ὅροι τοῦ ὁποίου θὰ συγκριθοῦν ὑφ’ ἡμῶν». Ἰδοὺ τὸ ἀληθὲς πνεῦμα, ἡ λογικὴ καὶ ἡ καλὴ πίστις. Διὰ τὴν περίπτωσιν ἀποτυχίας ὀρθῶς τὸ Κράτος ἐπιφυλάσσει τὰ δικαιώματα τῆς ἐκπτώσεως τὰ ἀποκτηθέντα ἐκ τοῦ παρελθόντος. Διὰ τὴν περίπτωσιν ἐπιτυχίας καλεῖ τὸν Βρυώνην καὶ τὴν ἑταιρίαν νὰ ὑπογράψουν μισθωτήριον συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος θὰ ἐγκρίνῃ. Ἰδοὺ ἡ πλήρης ἐπιβεβαίωσις τῶν ἀπόψεων τὰς ὁποίας ὑπεστηρίξαμεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§112Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς τὸν δώσω τώρα. Μετὰ θὰ τὸν λάβητε.
§114Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Μετὰ τὴν λαμπρὰν ἀγόρευσιν τοῦ συναδέλφου ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας καὶ τὴν συμπληρωματικὴν ἀγόρευσιν τοῦ Προέδρου κ. Κανελλοπούλου, θὰ ἦτο περιττὴ ἡ ἀγόρευσις ἡ ἰδική μου. Ἐν τούτοις, ὑπῆρξαν κενὰ ἐν τῇ ἐπιχειρηματολογία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε ὁ ἀξιότ. κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, εἰδικῶς διὰ τὸ θέμα τῆς ἐκπτώσεως. Τὰ κενὰ αὐτὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ τὰ ἐπισημάνω. Εἶναι δύο. Τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι κατήρτισε μίαν σύμβασιν — ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων — ἡ ξένη ἑταιρία μετὰ τοῦ Βρυώνη, διὰ τῆς ὁποίας ἐπετρέπετο ἐπὶ 9 μῆνας νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐρεύνας του καὶ μόνον ἐν περιπτώσει ἐπιτυχίας αὐτοῦ νὰ προέλθῃ κατόπιν εἰς ὁριστικὴν μισθωτικὴν σύμβασιν ὑπὸ μερικοὺς βασικοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους προέβλεπε τὸ ἀρχικὸν μισθωτήριον συμβόλαιον ἐγκριθέντας κατόπιν καὶ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεταλλείων. Εἰς τὸ μισθωτήριον τοῦτο συμβόλαιον ἐπεφυλάχθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐκπτώσεως εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ δὲν θὰ ἐπραγματοποιοῦντο οἱ ὅροι τοῦ συμβολαίου. Ποῖοι ἦσαν αὐτοί; Ὁ κ. Παπανδρέου ἐντοπίζει τὸ θέμα μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπεκαλύπτοντο κοιτάσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐθεώρει ἡ ξένη ἑταιρία ὡς ἱκανοποιητικά, καὶ δὲν ὁμιλεῖ διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ σύμβασις λόγῳ διαφωνίας, ἡ ὁποία μεταγενεστέρως θὰ ἐδημιουργεῖτο μεταξὺ Βρυώνη καὶ τῆς ξένης ἑταιρίας. Διότι, ὑπῆρχε καὶ ἡ περίπτωσις αὐτή, ἡ ξένη ἑταιρία νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς τελικὴν συμφωνίαν μὲ τὸν Βρυώνην. Τὰ ἐν τῷ ἀρχικῷ μισθωτηρίῳ διαληφθέντα ἦσαν ἁπλῶς ὅροι διαπραγματεύσεων μεταξὺ ξένης ἑταιρίας καὶ τοῦ Βρυώνη. Θὰ ἠδύνατο, συνεπῶς, κατὰ τὸ στάδιον τῶν ὁριστικῶν διαπραγματεύσεων νὰ ματαιωθοῦν ἢ νὰ μὴ ἐπιτύχουν αἱ διαπραγματεύσεις.
§115Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτήσατε κατὰ τρόπον ἔτι μᾶλλον συγκεκριμένον. Ἐὰν δὲν εὐοδοῦνται αἱ διαπραγματεύσεις, θὰ ἔπρεπε, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, νὰ κρατήσητε τὸν Βρυώνην καὶ νὰ μὴ τὸν κηρύξητε ἔκπτωτον;
§116Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Θὰ ἔπρεπε τότε τὸ μεταλλεῖον νὰ πενθῇ;
§117Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Φοβοῦμαι ὅτι αὐτὴ ἡ σύμβασις Βαβέλ, ἐπεκτείνει τὴν ἁρμοδιότητά της τώρα καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Διότι τέσσαρες ἄνθρωποι, λέγουν, ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῶν ἰδικῶν μου λόγων, τοὺς ὁποίους ἑρμηνεύουν μὲ διάφορον ἄποψιν! Φαίνεται ὅτι εἶναι μεταδοτικὴ ἡ σύμβασις Βαβέλ!! (Γέλωτες).
§118Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Σεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐστηρίξατε τὴν ἐπιχειρηματολογίαν σας εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπῆρξε μία ἀρχικὴ μίσθωσις εἰς περίπτωσιν δὲ ποὺ θὰ ἀνεκαλύπτετο ὅτι τὰ κοιτάσματα θὰ ἦσαν ἐπαρκῆ, θὰ ὑποχρεοῦται ἡ ξένη ἑταιρία νὰ καταρτίσῃ ὁριστικὴν σύμβασιν μισθώσεως. Καὶ ἂν μὲν τὴν σύμβασιν τὴν ἐδέχοντο ἀμφότεροι, τότε, θὰ ἦτο ἐπιτυχία. Ἐάν, ὅμως, δὲν τὴν ἐδέχοντο ἢ ἂν τὰ κοιτάσματα δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ, τότε τί θὰ ἐγίνετο; Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ Βρυώνης; Ἄν, δηλαδή, δὲν συνεφώνουν οἱ δύο των, ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἀμέτοχον τὸ Κράτος καὶ νὰ μὴ ἀναλάβῃ τὰ δικαιώματά του, ὥστε νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου; Δὲν κάμνω ἑρμηνείας παραλόγους. Λέγω τὸ ἑξῆς: Εἰς περίπτωσιν ποὺ δὲν θὰ συνενοοῦντο οἱ δύο, ὁ Βρυώνης καὶ ἡ ἑταιρία καὶ ἔχετε τὸ δεδομένον αὐτό, διότι εἰς τὴν παράτασιν τὴν τρίμηνον, ποὺ ἐζήτει ἡ ἑταιρία, ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, λέγει ὅτι δὲν θὰ ἤθελα νὰ συνεχίσῃ τὰς συζητήσεις καὶ διαπραγματεύσεις διὰ τὸν Βρυώνην, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ συνεννοηθῶ μαζί του.
§119Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν λέγει αὐτό, δὲν τὸ ἐδιαβάσατε.
§120Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Τί λέγει;
§121Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ σᾶς βοηθήσω. Λέγει ὅτι ἐπειδὴ φοβοῦμαι ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἠμπορεῖ νὰ ἐμπλακῶ εἰς ἄλλας ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις τοῦ Βρυώνη, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀποζημιώσω τὸν Βρυώνην διὰ τὰ μισθωτικά του δικαιώματα, ἀλλὰ νὰ ἔχω ἀπ’ εὐθείας συμβληθῆ μὲ τὸ Κράτος. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ ἀπαντᾷ: Ὑπάρχει νομικὸν σχῆμα, τὸ ὁποῖον σᾶς κατασφαλίζει. Ἠμπορεῖ, ἑπομένως, νὰ γίνῃ ἐκχώρησις τῶν μισθωτικῶν δικαιωμάτων τοῦ Βρυώνη καὶ νὰ συμβληθῶμεν ἡμεῖς ἀπ’ εὐθείας. Κανονίσατε σεῖς τὰς μισθωτικάς σας σχέσεις μὲ τὸν Βρυώνην... Σᾶς ἀπαντῶ, ἐπίσης, ὅτι ὡμίλησα μόνον ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ἐπιτυχίας τῶν διαπραγματεύσεων, διότι εἰς τὸ κείμενον τῆς Ὑπουργικῆς ἀποφάσεως μόνον περὶ αὐτοῦ πρόκειται καὶ δὲν προσέθεσα ἰδικάς μου ἀπόψεις.
§122Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ φακέλλου πληροφορεῖ, ὅτι μεταξὺ τῆς ἐνάρξεως τοῦ τριμήνου καὶ τῆς ἐκπτώσεως οὐδὲν ἀναφέρεται περὶ διαφωνίας Βρυώνη καὶ ἑταιρίας. Ἡ ἔκπτωσις εἶναι κεραυνοβόλος. Δὲν ἀναφέρεται οὐδεμία, οὔτε συμφωνία, οὔτε διαφωνία. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, εἶναι ἄσχετος πρὸς ὑποτιθεμένην διαφωνίαν, εἶναι πλήρης εὔνοια...
§123Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Κύριε Πρόεδρε, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ φακέλλῳ ἔγγραφον, ἀφορῶν εἰς σχέσεις δύο ἰδιωτῶν; Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ἔγγραφον εἰς τὸν φάκελλον.
§124Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία καθημερινῶς ἀλληλογραφεῖ καὶ κάμνει διὰ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ προφορικὰς συνεννοήσεις, ἦτο δύσκολον νὰ γράψῃ ποῦ διαφωνεῖ μὲ τὸν Βρυώνην;
§125Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος νὰ γράψῃ, τότε, διότι τὰ γράφει εἰς τὸ ἔγγραφόν του ἀπὸ 23 Ἰανουαρίου ὁ ἴδιος ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. Ἀλλὰ ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ διὰ μιᾶς καὶ μόνης φράσεως. Παρακαλῶ ἂν ἔχετε τὴν καλωσύνην, κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων, νὰ μοῦ εἴπητε, κατὰ τί κατέστη ἰσχυροτέρα ἡ θέσις τῆς ἑταιρίας διὰ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ Βρυώνη, ἔναντι τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. Διότι εἴπατε, ὅτι ὑπεχώρησεν ἐκ τῆς αἰτίας αὐτῆς ὁ Ο.Χ.Ο.Α. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν δέχομαι κανένα ἀριθμὸν ποὺ δὲν θὰ δεχθῇ ὁ Ο.Χ.Ο.Α. Καὶ τὸ ἀναγνωρίζει τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. καὶ ὁλόκληρος ὁ Ο.Χ. Ο.Α., ἑκατοντάκις ἐν τῷ φακέλλῳ. Λοιπόν, ἐρωτῶ, ἀφοῦ ἐγὼ ὑποστηρίζω 100% τὸν Ο.Χ.Ο.Α., ποῖος ἔκαμεν ὑποχώρησιν; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἔκπτωσις τοῦ Βρυώνη νὰ κατέστησε τὴν θέσιν τοῦ Ο.Χ.Ο.Α. ἀσθενεστέραν; Αὐτὰ ἐρωτῶ. Καὶ ἑπομένως τὰ 150.000 δολλάρια, κύριε Πρόεδρε, — νομίζω ὅτι κάμνετε ἕνα μικρὸ λάθος — δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν.
§126Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Παπαληγούρα, ἐρωτήσατε τὸ ἑξῆς: Ἀσφαλίζει ὁ Βρυώνης περισσότερον τὸν Ο.Χ.Ο.Α., ὥστε ἡ ἔκπτωσίς του νὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία κατέστησε περισσότερον δυσχερῆ τὴν θέσιν τοῦ Ο.Χ.Ο.Α.;
§127Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀπαντοῦν ἄλλοι, ἀντ’ ἄλλων....
§128Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἀπήντησα, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἐπιχειρηματολογίαν τὴν ἰδικήν σας, καὶ εἶπον τοῦτο: Ὅτι ἐπειδὴ παρενεβλήθη ὡς γεγονὸς ἀναμφισβήτητον ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν δύο, αὐτὸς ἦτο λόγος ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε τὴν ἔκπτωσιν τοῦ Βρυώνη. Τὸ πρᾶγμα ἀπεσιωπήθη. Τὸ ὑπεστήριξε μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας, ἀλλὰ δὲν ἐξήρθη ὅσον ἔπρεπε, διὰ νὰ γίνῃ σαφῶς νοητὸν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπῆρχε μόνον τὸ θέμα τῆς ὑπάρξεως τοῦ μεταλλεύματος, ἀλλὰ καὶ τὸ θέμα τῆς συμφωνίας ἐν περιπτώσει δὲ διαφωνίας θὰ ἔπρεπε, μοιραίως καὶ κατ’ ἀνάγκην, νὰ γίνῃ ἡ ἔκπτωσις, διότι ἄλλως δὲν ὑπῆρχε τρόπος νὰ προστατευθοῦν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Αὐτά, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκπτωσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο θέμα τῶν ἄρθρων 2 καὶ 17, νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις ἦτο περιττή, διότι ὅπως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας, δὲν ὑπάρχει θέμα, δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον, δὲν ὑπάρχει διαφορὰ εἴτε ἑρμηνεύσητε τὰ ἄρθρα ὡς ἀφορῶντα τοῖς μετρητοῖς, εἴτε ἐγγύησιν τραπεζιτικὴν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν. Οὐσιαστικὴ σημασία δὲν ὑπάρχει διότι δὲν ὑπάρχει ζημία τοῦ Δημοσίου, οὔτε τοῦ Ο.Χ.Ο.Α., οὔτε ὑπάρχει σκάνδαλον, ὅπως ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξουν μερικοὶ ἐκ τῶν ὁμιλητῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ἄρθρων 17 καὶ 2, διότι δὲν ὑπάρχει ζημία τοῦ Δημοσίου, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ σκάνδαλον καὶ νὰ ἀποδοθῇ συνεπῶς, εὐθύνη εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ἐκπτώσεως, ἐπειδὴ παρεσιωπήθη τὸ γεγονὸς τῆς λαβούσης χώραν, αἱ διαφωνίαι μεταξὺ τῶν δύο, τὸ Δημόσιον ἤχθη εἰς τὴν θέσιν νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν Βρυώνην. Νομίζω ὅτι καὶ ἐκεῖ ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναλαβὼν τὴν εὐθύνην του νὰ κάμῃ κατ’ εὐθεῖαν τὴν μίσθωσιν εἰς τὴν μεγάλην ἑταιρίαν, διότι πράγματι ἡ ἑταιρία αὐτὴ εἶναι μία ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας τοῦ κόσμου ἡ ὁποία θὰ ἐξησφάλιζεν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τὰ κεφάλαια καὶ τὴν τεχνικὴν ἡ ὁποία χρειάζεται διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου. Καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπαναλαμβάνω, δι’ ἄλλην μίαν φοράν, νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἰδικήν σας πρότασιν περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Λυμπέρης, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§130Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀπαντήσω, ὡς ἐπερωτῶν βουλευτής, δι’ ὀλίγων εἰς τὰ ὅσα μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς καὶ ὁ Πρόεδρος κ. Κανελλόπουλος, ὁ ὁποῖος καὶ προεκάλεσε εἰς ἕνα σημεῖον νὰ τοῦ δώσωμεν ἀπάντησιν. Μοῦ ἐδώσατε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀπάντησιν, ὅτι χθὲς ἐξηντλήθη ὁ κατάλογος τῶν ἐπερωτώντων βουλευτῶν. Σωστὸν αὐτό, ἡ συζήτησις, ὅμως, δὲν ἐπεραιώθη διότι δὲν εἴχομεν κἂν πάρει τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀνεδίφησα ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ τὰ σχετικὰ μὲ τὰς ἐπερωτήσεις καὶ δὲν εὑρῆκα πουθενὰ νὰ λέγῃ ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ ἐπερωτῶν βουλευτὴς νὰ ἀνταπαντήσῃ εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ὑποδείξητε τὸ σχετικὸν ἄρθρον ποὺ τὰ λέγει αὐτὰ καὶ ποὺ ἀπαγορεύει εἰς συζήτησιν ἐπὶ ἐπερωτήσεως βουλευτῶν νὰ λάβουν τὸν λόγον οἱ ἐπερωτῶντες βουλευταὶ καὶ νὰ δώσουν ἀπάντησιν δευτερολογοῦντες, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ 7ωρον ἀκόμη.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, εἶχε γίνει συμφωνία μετὰ τῶν κ. κ. Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, ὅπως εἴχομεν συνεννοηθῆ, ὅπως διαρκέσῃ δύο συνεδριάσεις ἡ συζήτησις καὶ ἡ τελευταία συνεδρίασις εἶναι μόνον διὰ τοὺς κ. κ. Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων καὶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργούς. Ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ δι’ αὐτὸ χθὲς ἐκάλεσα ὅλους νὰ ὁμιλήσουν.
§132Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡμιλήσατε περὶ συμφωνίας μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν. Οὐδεμία συμφωνία μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν ἔγινε. Καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἐγὼ γνωρίζω — ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ἐκηρύσσετο περαιωμένη — καὶ οἱ ἐπερωτῶντες δὲν θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ δευτερολογήσουν. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ ἀκούω διὰ πρώτην φοράν. Ἂν ὑπῆρξε συμφωνία μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο χθὲς ἡ συνεννόησις μὲ τοὺς κ. κ. Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων.
§134Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Εἰσάγομεν, κύριε Πρόεδρε, καινὰ δαιμόνια ἀνατρέποντες τὰ μέχρι σήμερον ἰσχύοντα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν μοῦ ὑπεβλήθη τυπικῶς πρότασις περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Κατόπιν τῆς ἀρνήσεως τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι τὸ θέμα λύεται οὐσιαστικῶς.
§136Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν μοῦ ἐδώσατε ἀπάντησιν.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἔδωσα τὴν ἀπάντησιν.
§138Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ποῖον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ μοῦ ἀπαγορεύει νὰ δευτερολογήσω; Ἄλλως, παραβιάζετε τὸν Κανονισμὸν καταφώρως.
§139Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μὲ συγχωρήσητε ἐὰν ἐπέμβω εἰς τὸ θέμα, διότι, ἀσχέτως τοῦ ἐὰν εἶναι καταπεπονημένη ἡ Βουλή, πρέπει ὁ Κανονισμὸς νὰ τηρῆται ὑπὸ μόνην τὴν προϋπόθεσιν ἢ μᾶλλον μὲ μόνην τὴν ἐξαίρεσιν ἡ ὁποία θεσπίζεται μὲ συμφωνίαν ὅλων τῶν Ἀρχηγῶν. Ὅταν ὑπάρχῃ ἐπερώτησις, δικαιοῦνται δὶς νὰ ὁμιλήσουν οἱ ἐπερωτῶντες. Ἑπομένως, ἐὰν ὁ κ. Λυμπέρης ὡμίλησε μόνον ἅπαξ καὶ θέλει νὰ ἀπαντήσῃ, δὲν δικαιούμεθα νὰ τοῦ ἀρνηθῶμεν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἐὰν θέλῃ· τοῦ εἶπαν μόνον ὅτι αὐτὴ ἡ συμφωνία ἐγένετο. Πάντως, δικαίωμά του εἶναι νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§141Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, νὰ εἴπῃ ἐὰν πράγματι ἔγινε ἡ συμφωνία αὐτὴ καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ τὸν λόγον προστατεύων ἀκριβῶς τὸν Κανονισμόν.
§142Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ὁ Κανονισμός, καὶ εἶναι πράγματι βάσιμον τὸ γενικὸν αἴτημα νὰ τηρῆται αὐστηρῶς. Ταὐτοχρόνως ἀποτελεῖ παράδοσιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ γίνεται ἐνίοτε συμφωνία διὰ τὴν συζήτησιν ὡρισμένων ἐπερωτήσεων, ὅταν συμβῇ ὑπέρμετρος παράτασις. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποφασίζεται εἰς μίαν συνεδρίασιν νὰ ὁμιλήσουν ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ἐὰν οἱ ἐπερωτῶντες ζητήσουν νὰ ὁμιλήσουν, ἔχουν αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὸ ἔχουν.
§144Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Λυμπέρη.
§146Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πράγματι ἡ Βουλὴ κατεπονήθη, δὲν κατεπονήθη ἀπὸ ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι ὡμιλήσαμεν ἅπαξ καὶ διακοπτόμενοι συνεχῶς ἐπὶ πολλὴν ὥραν καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. συναρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ σήμερον νομίζω, ὅτι δὲν θὰ κατεπονούσαμεν κἂν τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐδίδαμε μίαν πεντάλεπτον ἀπάντησιν. Τὸ γεγονὸς ὅτι τόσην ὥραν συζητοῦμεν διὰ ζήτημα Κανονισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν δίκαιον καὶ ἠγέρθησαν οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. συνάδελφοι νὰ φύγουν, νομίζω ὅτι πλέον περιττεύει καὶ κάθε ἀπάντησις ἰδική μας.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἥτις πρότασις, ἄλλωστε, τυπικῶς δὲν ὑφίσταται, καθ’ ὅσον δὲν ὑπεβλήθη τοιαύτη εἰς τὸ Προεδρεῖον κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ μόνον ἔκαμε περὶ αὐτῆς μνείαν ἐν τῇ ἀγορεύσει του ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, νομίζω ὅτι δὲν τίθεται θέμα διὰ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλή. Συνεπῶς ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ Βάβδου, ἐτερματίσθη. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 0.45′ π. μ.)