1957.04.08
2.877 στίχοι · 20.935 λέξεις · 286 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76η
ΔΕΥΤΕΡΑ 8 Ἀπριλίου 1957
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.45′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Λύρας αἰτεῖται 10ήμερον ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Τσάτσος, αἰτεῖται ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου οὗτος ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Δ. Λαντζούνης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§6Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ Διαρκὴς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει πρότασιν «περὶ συμπληρώσεως ἐνίων ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ὁ κ. Ι. Ψαρρέας (Ὑφυπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1949 τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1956 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ὁ κ. Δ. Μακρῆς (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπικυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφορωσῶν δαπάνας νοσηλείας». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων ταῦ Α. Ν. 560) 1937 «περὶ σπογγαλιείας». 2) «Περὶ Ταμείου Προνοίας Ἀξιωματικῶν Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ» καὶ 3) «Περὶ Ταμείου Προνοίας Πληρωμάτων Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ Στρατολογίας τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων». 2) «Περὶ τεχνικοῦ μισθολογίου τοῦ προσωπικοῦ τῶν τεχνικῶν κλάδων τῆς Ὑπηρεσίας Πολιτικῆς Ἀεροπορίας τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων» καὶ 3) «Περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἐντάξεως προσωπικοῦ κατέχοντος προσωρινὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Δ. «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500) 1953 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας» καὶ τακτοποιήσεως ἑτέρων τινῶν κατηγοριῶν προσωπικοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Λαμπρόπουλος καὶ Δ. Λαντζούνης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3379) 1955 «περὶ προσωπικοῦ Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως» ἐπὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἀναμορφωτικῶν Καταστημάτων Ἀνηλίκων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Σκορδίλης, Γ. Ἀνδριανόπουλος καὶ Μ. Γλύκας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰς τοὺς ἐξερχομένους καθηγητὰς τῆς Παντείου Ἀνωτάτης Σχολῆς Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν παρεχομένου βοηθήματος καὶ περὶ καταστάσεως τῶν βοηθῶν τῆς Σχολῆς ταύτης». Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Δερτιλῆς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου προσλήψεως φορολογικῶν δικαστῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Τούμπας, καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ τρόπου προσλήψεως φορολογικῶν δικαστῶν» καὶ 2) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως συνταξιοδοτικῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Ζάκκας, Τ. Κολοκυθᾶς, Π. Τζαννετάκης καὶ Γ. Παλλάσκας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς ἰσχύος ἄρθρων 94 ἕως καὶ 114 νόμου 1811)1951, ἀναδιαρθρώσεως τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Πλατῆς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς ἰσχύος ἄρθρων 94 ἕως καὶ 114 νόμου 1811) 1951, ἀναδιαρθρώσεως τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Πετρόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς ἰσχύος ἄρθρων 94 ἕως καὶ 114 νόμου 1811)1951, ἀναδιαρθρώσεως τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Γιαννούσης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων ἀφορώντων εἰς τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ρευστοποιήσεως τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας καὶ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Κοντοβράκης καὶ Α. Μίχας καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Ὀργανισμοῦ Ἀστικῶν Συγκοινωνιῶν Θεσσαλονίκης (Ο.Α.Σ.Θ.)». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Λαμπρόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 179)56, 286)56 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 287)56 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δημιουργίας πνευματικοῦ καὶ καλλιτεχνικοῦ κέντρου ἐν Ἀθήναις κειμένων διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ σχεδίων πόλεων κειμένων διατάξεων» καὶ 2) «περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς Διευθύνσεως Τοπογραφικῆς Ὑπηρεσίας Ὑπουργείου Γεωργίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας καὶ ἄλλων τινῶν ἀφορωσῶν αὐτὴν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Λαμπρόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παραχωρήσεως δημοσίων δασῶν εἰς Κοινότητας, Συνδέσμους Κοινοτήτων, χωρικοὺς καὶ δασεργάτας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Βασιλικός, Ι. Λαμπρόπουλος καὶ Ι. Λαυρεντίδης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παραχωρήσεως δημοσίων δασῶν εἰς Κοινότητας, Συνδέσμους Κοινοτήτων, χωρικοὺς καὶ δασεργάτας». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Ἀποσκίτης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς Διευθύνσεως Τοπογραφικῆς Ὑπηρεσίας Ὑπουργείου Γεωργίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας καὶ ἄλλων τινῶν ἀφορωσῶν αὐτὴν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Κάβδας, Ε. Πέτσος, Σ. Μακρόπουλος, Θ. Κονίτσας καὶ Π. Τσακιρίδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς Διευθύνσεως Τοπογραφικῆς Ὑπηρεσίας Ὑπουργείου Γεωργίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας καὶ ἄλλων τινῶν ἀφορωσῶν αὐτὴν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Ἀναστασᾶτος, Ι. Ἰντζές, Ι. Μποῦτος, Γ. Παλλάσκας, Σ. Ἀλλαμανῆς, Δ. Θανόπουλος καὶ Ι. Γιαννόπουλος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς Διευθύνσεως Τοπογραφικῆς Ὑπηρεσίας Ὑπουργείου Γεωργίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας καὶ ἄλλων τινῶν ἀφορωσῶν αὐτὴν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Βρανόπουλος καὶ Δ. Παπαδημητρίου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατηρήσεως ἐν ἰσχύϊ ρυμοτομικῶν διαγραμμάτων τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας ἐπὶ ἐκτάσεων ἀπαλλοτριωθεισῶν δι’ ἀστικὴν ἀποκατάστασιν προσφύγων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Ἐφραιμίδης, Ι. Παπαρτεμίου, Δ. Στρατῆς, Α. Πατσιαντᾶς, Γ. Εὐαγγέλου, Α. Λασκαρίδης, Κ. Τσιγάρας, Β. Παπαβασιλείου καὶ Α. Αὐγερινὸς καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 2348)1953 «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν φύλλων τοῦ καπνοῦ καὶ συγχωνεύσεως τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Καπνεργατῶν μετὰ τοῦ Ι.Κ.Α.», ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως». (Ἀκολούθως καλοῦνται ὑπὸ τοῦ Προέδρου ὡς ψηφολέκται ἐπὶ μὲν τοῦ καταλόγου οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Ἀποσκίτης καὶ Κ. Χριστόπουλος, ἐπὶ δὲ τῆς ψηφοδόχου οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Χατζηδῆμος καὶ Ν. Ἰντζές, καὶ διεξάγεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία ἐπὶ αἰτήσεων ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ε. Ἀθανασάκου, Ε. Μπακλατζῆ, Λ. Μπατρίνου καὶ Σ. Παπαεμμανουήλ. Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς ἀνακοινοῦται τὸ κατωτέρω ἀποτέλεσμα):
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 161. Ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Ε. Ἀθανασάκου 14 κατὰ τῆς ἄρσεως 144. Ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Μπακλατζῆ 9 κατὰ τῆς ἄρσεως 145. Ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Μπατρίνου 6 κατὰ τῆς ἄρσεως 148. Ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Παπαεμμανουὴλ 154 κατὰ τῆς ἄρσεως 3. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Παπαεμμανουήλ.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς καὶ μειώσεως ἐνίων εἰδῶν γενικῆς καταναλώσεως καὶ τροποποιήσεως δασμολογικῶν καὶ τελωνειακῶν τινων διατάξεων».
§8Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν ὅπως γίνουν μερικαὶ διορθώσεις τυπογραφικῶν λαθῶν τὰ ὁποῖα παρεισέφρυσαν εἰς τὸ κείμενον. Συγκεκριμένως εἰς τὸ ἄρθρον 11 παρ. 2 ἀντὶ τῆς λέξεως «ἀβουτυρωμένου» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἀποβουτυρωμένου». Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 21 ὁ ἀριθμὸς 12 νὰ γίνῃ 19. Ὁμοίως εἰς τὸ ἄρθρον 23, παράγραφος 1 ἐδάφ. 1, νὰ προστεθοῦν αἱ παραλειφθεῖσαι λέξεις «ἀσθενοφόρα αὐτοκίνητα», εἰς τὸν τέταρτον στίχον, μετὰ τὴν λέξιν «εἰσαγόμενα» διαγραφομένης τῆς λέξεως «καί». Ὁμοίως εἰς τὸ ἄρθρον 25 εἰς τὸν 6ον στίχον τῆς παραγρ. 1 ἡ λέξις «δίσκων» νὰ γίνῃ «τύπων». Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 32 παρ. 5 νὰ γραφῇ «ὑπεδάφιον» 4 ὄχι «ἐδάφιον» ὡς ἀναφέρεται. Εἰς τὸ ἄρθρον 33 ἐν ἀρχῇ τῆς παραγρ. 6 νὰ τεθοῦν τὰ ἑξῆς: 6. Τὸ βʹ ἐδάφιον τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Α. Ν. 660)37 «περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ κύκλου ἐργασιῶν» ὡς τοῦτο ἐτέθη διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Ν. Δ. 1211)1949 ἀντικαθίσταται ὡς ἀκολούθως: ... (ἀναγινώσκει) ...
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ σχέδιον νόμου, ὡς διωρθώθη;
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον, ὡς φραστικῶς διωρθώθη, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς ἐνίων εἰδῶν γενικῆς καταναλώσεως καὶ τροποποιήσεως δασμολογικῶν καὶ τελωνειακῶν τινων διατάξεων». Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῆς Νομοθεσίας περὶ Πρεβαντορίων καὶ Παιδικῶν ἐξοχῶν».
§12ΛΙΝΑ Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗ (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς διόρθωσις εἰς τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 2. Ἐκεῖ ποὺ λέγει «ἐπιτρέπεται ὅπως διὰ τοῦ αὐτοῦ Β. Διατάγματος» νὰ τεθῇ «διὰ Β. Διατάγματος». Ἐπίσης εἰς τὸ τέλος, παρακαλῶ, νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς προσθήκη: «.... (ἀναγινώσκει)....».
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ προσθήκη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου.
§14ΛΙΝΑ Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗ (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Ὅπως νομίζετε, κύριε Πρόεδρε.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίρρησις, γίνεται δεκτὸν ὡς διωρθώθη ὑπὸ τῆς κ. Ὑπουργοῦ.
§17Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Τί ἐγένετο, κύριε Πρόεδρε; Ἐψηφίσθη καὶ ἡ προσθήκη;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔφερα τὰς ἀντιρρήσεις μου, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ ἄλλως ἀπεφάσισεν. Συνεπῶς, δὲν ἔχω νὰ δώσω ἄλλην ἀπάντησιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§19Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μόνον εἰς περίπτωσιν ἀπολύτου ὁμοφωνίας τῆς Βουλῆς ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἡ συγκατάβασις αὐτὴ καὶ ἡ κατ’ οἰκονομίαν ψήφισις. Ἀφ’ ἧς διετυπώθη ἀντίρρησις, εἶναι ἀδύνατον τοῦτο.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ ἄνευ τῆς προσθήκης. Πάντως, ἐν ἀρχῇ διετύπωσα τὰς ἀντιρρήσεις μου ἐπ’ αὐτοῦ.
§21Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Πέραν αὐτοῦ, ὑπάρχει καὶ ἕτερον ζήτημα. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ κρατηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ δὲν ἐλάβατε, κύριε Πρόεδρε, ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησίν μου αὐτήν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό. Εἶσθε ἐν ἀπολύτῳ ἀνακριβείᾳ καὶ ἀμφισβητῶ τὴν καλήν σας πίστιν. Διότι, οὐδέποτε ἐζητήθη, νὰ κρατηθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ νομοσχέδιον, ἔστω καὶ ἀπὸ ἕνα βουλευτήν, καὶ ἔφερε τὸ Προεδρεῖον ἀντίρρησιν. Εἶναι ἀνακριβὲς αὐτὸ καὶ σᾶς διαψεύδω κατηγορηματικῶς.
§23Γ. ΚΑΤΣΑΦΑΔΟΣ. Ὅταν ἦλθεν ἡ σειρὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπουσίαζεν ὁ κ. συνάδελφος.
§24Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Μὴ μοῦ κουνᾶτε τὸ χέρι, κύριε Πρόεδρε, διότι ἐγὼ δὲν δέχομαι νὰ μοῦ κουνοῦν τὸ χέρι, πολὺ περισσότερον ἀπὸ σᾶς. Γνωριζόμεθα πολὺ καλά.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολόν του, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῆς νομοθεσίας «περὶ Πρεβαντορίων καὶ Παιδικῶν Ἐξοχῶν». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως ποινικῶν τινων διατάξεων.
§26Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσ.). Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔκαμα ἀνατύπωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιέλαβα τὰς τροπολογίας ἐκείνας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ δεκτόν.
§27Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἀποδέχεσθε τὴν τροπολογίαν μου;
§28Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικ.). Ἀφήνω τὴν διατύπωσιν τὴν ἰδικήν μου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ὡς ἄνω σχέδιον νόμου;
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως ποινικῶν τινων διατάξεων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2054) 1955, 349) 1956 καὶ 999) 1956 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐγκρίσεως γενομένης διαθέσεως 1.600 τόννων ἀραβοσίτου».
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2054) 1955, 349) 1956 καὶ 999) 1956 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐγκρίσεως γενομένης διαθέσεως 1.600 τόννων ἀραβοσίτου». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 3455) 55 «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2341) 53 «περὶ λήψεως μέτρων διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν πληττομένων ἰδιαιτέρως ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ δελτίου γενικῶν διανομῶν πληθυσμῶν καὶ καθορισμοῦ τρόπου πληρωμῆς εἰς τοὺς Ἀλευρομύλους τῆς διαφορᾶς τιμῆς ἀλεύρων τύπου 90 κ.λ.π.».
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 3455) 55 «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2341) 53 «περὶ λήψεως μέτρων διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν πληττομένων ἰδιαιτέρως ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ δελτίου γενικῶν διανομῶν πληθυσμῶν καὶ καθορισμοῦ τρόπου πληρωμῆς εἰς τοὺς ἀλευρομύλους τῆς διαφορᾶς τιμῆς ἀλεύρων τύπου 90 κ.λ.π.». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ ὀργανώσεως τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων».
§36Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικ.). Ὑπάρχουν κεναὶ θέσεις γραφέων εἰς τὰ δικαστήρια καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσουν ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου. Ὁ ἰσχύων νόμος προβλέπει τὴν ἐνέργειαν διαγωνισμοῦ πρὸς πλήρωσιν τῶν θέσεων αὐτῶν. Ἤδη ἐξησφάλισα πίστωσιν πρὸς συμπλήρωσιν 70 θέσεων καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνεργηθῇ ὁ διαγωνισμὸς τοῦ ὁποίου τὴν διεξαγωγὴν ρυθμίζει τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Συνεπῶς ἐπείγει ἡ ψήφισίς του. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἀντιρρήσεις, θὰ παρεκάλουν νὰ διαγραφοῦν ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις καὶ νὰ παραμείνουν μόνον αἱ ἀφορῶσαι τὸν διαγωνισμόν, διότι ἄλλως δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ἀπόψε. Διὰ τὰς λοιπὰς δὲ διατάξεις θὰ φέρω ἄλλο νομοσχέδιον.
§37Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Ἀπὸ τοιαύτας ὑποσχέσεις, ἔχομεν πικρὰν πεῖραν. Ἀκόμη ἀναμένομεν τὴν κατάθεσιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ καιροῦ μᾶς ὑπεσχέθησαν.
§38Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικ.). Σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν θὰ συζητηθοῦν αἱ προτάσεις νόμου διὰ τὴν κύρωσιν ἢ τὴν κατάργησιν νομοθετικῶν διαταγμάτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Τετάρτη, νὰ χρησιμοποιηθῇ δι’ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν. Νομίζω, ὅτι πέραν αὐτοῦ καὶ πέραν τῆς ἀνάγκης ἱκανοποιήσεως ὡρισμένων ἀδικιῶν προέχει ἡ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως τῶν θέσεων τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων.
§39Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Θὰ παρεκάλουν, ὅπως δεχθῆτε καὶ συζητήσητε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρῶτον τὴν Τετάρτην.
§40Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὅπως προτείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπομονωθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ τὸ ἄλλο μέρος, νὰ ἀποτελέσῃ ἄλλο νομοσχέδιον.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναβάλλεται ἐπὶ ἡμίωρον, ἵνα διατυπωθῇ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Φιλανθρωπικοῦ Ταμείου Ἀστυπαλαίας».
§42Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακὸν καὶ ρυθμίζει ἕνα θέμα σχετιζόμενον μὲ τὴν νῆσον ταύτην τῆς Δωδεκανήσου. Ὑπάρχει, ὅμως, μία τροπολογία τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ διὰ τῆς ὁποίας διευκρινίζεται τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δύο σημεῖα. Ἡ τροπολογία εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακή, ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀποδέχεται καὶ θὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω: «.... (ἀναγινώσκει) ....». Καὶ προστίθεται ἐπίσης μία παράγραφος, ἡ ὁποία καθορίζει τὴν ἐπιδότησιν ὡρισμένων σχολείων ἐκ κληροδοτημάτων τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀφεθῆ εἰς τὸ εἰδικὸν αὐτὸ Ταμεῖον: «.... (ἀναγινώσκει) ....».
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτόν;
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Φιλανθρωπικοῦ Ταμείου Ἀστυπαλαίας».
§46Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐζητήσαμεν ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως ἐθνικοῦ ὀργανισμοῦ καπνοῦ» λόγῳ τοῦ κατεπείγοντος χαρακτῆρος του. Αἱ ἀγοραπωλησίαι προχωροῦν καὶ οἱ ἀγορασταὶ καπνῶν εἰς ὡρισμένας περιοχὰς συνεννοούμενοι μεταξὺ των προσφέρουν ἐκτὸς πάσης ἐννοίας ἠθικῆς, τιμὰς ἀπαραδέκτους εἰς τοὺς παραγωγούς. Κατὰ τὴν ὥραν αὐτὴν τῆς δοκιμασίας του ὁ καπνοπαραγωγικὸς κόσμος ἔχει ἐστραμμένα πρὸς ἡμᾶς τὰ βλέμματά του καὶ ζητεῖ τὴν προστασίαν μας. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ προταχθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πράγματι μοῦ ὑπεβλήθη πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ ὡς ἄνω νομοσχεδίου. Εἶμαι σύμφωνος, ἀλλὰ διὰ τὴν συζήτησίν του θὰ χρειασθοῦν 2–3 συνεδριάσεις, ὁπότε δὲν ἔχομεν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον μέχρι τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα.
§48Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐκτὸς αὐτοῦ, εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ παρεμβολὴ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι ἤρχισεν ἀπὸ ἡμερῶν ἡ συζήτησις καὶ διεκόπη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναστολῆς ἰσχύος τῶν ἄρθρων 94 ἕως καὶ 114 νόμου 1811) 1951 κ.λ.π.».
§49Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤρχισεν κἂν ἡ συζήτησις.
§50Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὡμίλησαν δύο συνάδελφοι ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἐγώ, τρεῖς.
§51Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤρχισεν ἡ συζήτησις, κύριε Ὑπουργέ.
§52Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶσθε καλὰ πληροφορημένος, ὡμίλησαν τρεῖς μέχρι τώρα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Σταυρόπουλε, νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Μίαν συνεδρίασιν ἔχομεν ἀκόμη. Τὴν Τετάρτην ἔχομεν τὰ διατάγματα τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Συνεπῶς ἀπομένει ἡ Πέμπτη, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατόν, βεβαίως, νὰ ψηφισθῇ.
§54Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἀπόψε.
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§56Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι σπουδαιότατον, ἀφορᾷ τὰ ¾ τῶν παραγωγῶν καὶ πρέπει νὰ προταχθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοιοῦτον νομοθέτημα νὰ μείνῃ εἰς τὰς καλένδας καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ παντὸς ἄλλου.
§57Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι, νομοσχέδιον αὐτῆς τῆς σπουδαιότητος ποὺ διατυμπανίζεται εἶναι δυνατὸν νὰ περάσῃ εἰς μίαν ἢ δύο συνεδριάσεις, διότι διατυποῦνται ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀφήνω δὲ τὰς λεπτομερείας. Συνεπῶς πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἄνεσιν νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§58Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ Ὀργανισμοῦ Καπνοῦ ἐβράδυνεν πάρα πολύ. Εἶναι 4 μῆνες ποὺ ἐκκρεμεῖ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρέπει πλέον νὰ συζητηθῇ. Προτείνω νὰ ὁρισθῇ ἡ Πέμπτη ὡς ἡμέρα συζητήσεως.
§59Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ὀργανισμοῦ Καπνοῦ εἶναι πράγματι σπουδαιότατον καὶ ἐπεῖγον. Νομίζω, ὅμως, ὅτι δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ συζητηθῇ διὰ λόγους οἰκονομίας, ἐφ’ ὅσον ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἄλλου νομοσχεδίου. Ἀπουσιάζει ἄλλωστε ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Θὰ παρεκάλουν λοιπόν, ἐὰν μὲν εἶναι δυνατόν, νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔλθῃ κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν, ὁπότε θὰ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ἐὰν ὄχι, τοὐλάχιστον νὰ παρακληθῇ νὰ ἔλθῃ αὔριον τὸ βράδυ ὁ κ. Ὑπουργός, ὥστε νὰ συζητήσωμεν τὸ σοβαρὸν αὐτὸ νομοσχέδιον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἔχομεν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Τὴν Τετάρτην εἶναι αἱ προτάσεις νόμων ἐπὶ ν. διαταγμάτων τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἠμπορῶ, λοιπόν, νὰ ἀλλάξω τὴν σειράν, διότι ἔχω εὐθύνας.
§61Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Πάντως, θεωρῶ καὶ ἐγὼ ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, πρὸ τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κάμωμεν ἕνα συμβιβασμόν. Θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3 νομοσχεδίου τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἔχει ἀρχίσει, καὶ εἶναι ἐπεῖγον, καὶ ὅταν τελειώσῃ τοῦτο καὶ ἔλθῃ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ ἴδωμεν τί θὰ γίνῃ μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ καπνοῦ.
§63Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὁρίσωμεν τὴν Πέμπτην ὡς ἡμέραν συζητήσεως.
§64Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βομβαρδιζόμεθα συνεχῶς ἀπὸ τροπολογίας ἐπὶ νομοσχεδίων συζητουμένων εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε ἐτέθη τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ πεῖρα ἔχουν ἀποδείξει ὅτι ὅλαι αἱ τροπολογίαι πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἡ συνήθεια τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίζῃ ἀσυζητητὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὰ νομοσχέδια δὲν εἶναι πρᾶγμα καθόλου πρακτικὸν καὶ συντελεῖ εἰς τὸ νὰ μὴ ψηφίζωνται καλῶς τὰ νομοσχέδια. Ἐὰν αἱ τροπολογίαι ὑποβάλλωνται εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν θὰ εἶναι εἰς θέσιν οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ ἀποφαίνωνται ποίας δέχονται καὶ ποίας ὄχι. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ θεσπισθῇ ἀπαραιτήτως ὅτι τροπολογίαι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ ὑποβάλλωνται μόνον ὅταν εἶναι ἐξαιρετικῆς σημασίας.
§65ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὔτε καὶ αὐτό.
§66Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Συμφωνῶ, οὔτε καὶ αὐτό. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὐτὴ καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ἐπιβάλετε. Μόνον εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται τροπολογίαι, εἰς τὴν δευτέραν θὰ ἀπαντοῦν οἱ κ. κ. Ὑπουργοί. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ δὲν γνωρίζουν τὰς τροπολογίας καὶ ἀναγκάζονται νὰ συμβουλεύωνται τοὺς ὑπαλλήλους. Καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ ὡραῖον οἱ Ὑπουργοὶ νὰ συνεργάζωνται μὲ τοὺς ὑπαλλήλους ἐνταῦθα, ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα στοιχειώδους τάξεως καὶ ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς καὶ συμφέρον ἰδιὰ τὴν καλλιτέραν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἡ συζήτησις νὰ γίνεται πρὸς παντὸς εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ αἱ τροπολογίαι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον εἶναι ἀποκαρδιωτικόν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς ἰσχύος ἄρθρων 94 ἕως καὶ 114 νόμου 1811) 1951 ἀναδιαρθρώσεως τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων».
§68Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι βουλευταί, ἔχουν ὑποβληθῆ ἐν συνόλῳ 28 τροπολογίαι. Τινὲς ἐξ αὐτῶν εἶναι πράγματι δίκαιοι καὶ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τὰς ἀποδεχθῶ, πλὴν ὅμως ὄχι εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς ἓν συγκεκριμένον θέμα καὶ εἶναι ὑπηρεσιακόν, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπιψηφίσεως ἄλλου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προσεχῶς θὰ φέρω πρὸς ψήφισιν. Παρακαλῶ, λοιπόν, τοὺς κ. κ. συναδέλφους, τοὺς ὑποβαλόντας τὰς τροπολογίας, νὰ μὴ ἐπιμείνουν, ἵνα μὴ ματαιοπονῶμεν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, κ. Ἀναστασᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§70Β. ΑΝΑΣΤΑΣΑΤΟΣ. Τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἓν νομοσχέδιον ὑπηρεσιακὸν καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως. Ἐὰν ἰσχύσῃ ὁ Κῶδιξ περὶ Δημοσίων Ὑπαλλήλων, αἱ προαγωγαὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων θὰ πρέπει νὰ γίνουν μετὰ τὸν Μάρτιον τοῦ ἔτους 1958, διότι τὰ προβλεπόμενα ὑπὸ τοῦ Κώδικος Συμβούλια συνέρχονται κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον καὶ μετὰ ταῦτα διὰ τὰς προαγωγὰς ἀκολουθεῖ μία διαδικασία ἡ ὁποία τελειώνει κατὰ μῆνα Φεβρουάριον. Αἱ προθεσμίαι ὅλαι αὗται ἔχουν ἤδη παρέλθει καί, ἐὰν ἰσχύῃ ὁ Κῶδιξ, θὰ πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν τὸν Μάρτιον τοῦ 1958 διὰ νὰ γίνουν αἱ προαγωγαὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, νὰ παραταθῇ μέχρι τέλους 1957 ἡ ἰσχύουσα σήμερον κατάστασις, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ γίνουν αἱ ἀπὸ πολλοῦ ἐκκρεμοῦσαι προαγωγαὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Αὐτὰ προβλέπει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 αὐτοῦ, ρυθμίζονται ὡρισμέναι περιπτώσεις ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι προήχθησαν ἤδη Οὐδὲν ἄλλο διαλαμβάνει τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τοῦτο εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ὑπηρεσιακὸν, συνάμα δὲ καὶ ἐπεῖγον καὶ προτείνω νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς ἔχει.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, κ. Σπηλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§72Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν πρὸ 6 ἐτῶν, κύριοι βουλευταί, ἐψηφίσθη ὁ Κῶδιξ περὶ Δημοσίων Ὑπαλλήλων, τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐχαιρετίσθη ὡς ἓν ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἐπιτεύγματα, ὄχι μόνον τῆς τάξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ Κώδικος περὶ Δημοσίων Ὑπαλλήλων ἐτίθετο τέρμα εἰς τοὺς ἀγῶνας τῆς τάξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ δὲ γεγονὸς τοῦτο ἀπετέλεσεν ἕνα ἱστορικὸν σταθμὸν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς δημοσίας ἡμῶν ζωῆς. Διὰ τοῦ Κώδικος τούτου οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐξησφαλίσθησαν ἀπὸ πᾶσαν κομματικὴν ἐπιρροήν. Ὀρθῶς, λοιπόν, ἐθεωρήθη ἡ ψήφισις τοῦ Κώδικος περὶ Δημοσίων Ὑπαλλήλων ὡς ἡ μεγαλυτέρα κατάκτησις τῆς ὑπαλληλικῆς τάξεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τοῦ Κώδικος περὶ Δημοσίων Ὑπαλλήλων προηγήθη ὁ θεσμὸς τῆς μονιμότητος αὐτῶν, ὁ ὁποῖος μάλιστα κατωχυρώθη καὶ συνταγματικῶς. Παρὰ ταῦτα, ὅμως, ὁ δημόσιος ὑπάλληλος δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποδεσμευθῇ πλήρως ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴν τοῦ Κόμματος. Τὸν θεσμὸν τῆς νομιμότητος ἦλθε νὰ τὸν συμπληρώσῃ ὁ Κῶδιξ περὶ Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Εἰς τὰ ἄρθρα 13 μέχρι 43 αὐτοῦ ἀναγράφονται ὅλαι αἱ προϋποθέσεις εἰσόδου τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου εἰς τὴν Κρατικὴν μηχανήν. Διὰ τῶν ἄρθρων 94 μέχρι 114 θεσμοθετοῦνται ὡρισμέναι ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἐξέλιξιν καὶ τὴν σταδιοδρομίαν γενικῶς τοῦ ὑπαλλήλου. Ἀπαιτεῖται π. χ. σύμφωνος γνώμη τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου προκειμένου περὶ μεταθέσεως τοῦ ὑπαλλήλου. Ἐπίσης διὰ τὴν τοποθέτησιν τοῦ ὑπαλλήλου ἀπαιτεῖται σύμφωνος γνώμη τοῦ ἁρμοδίου Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου. Περαιτέρω ὁρίζεται ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐπὶ μίαν 3ετίαν δὲν δύναται νὰ μετατεθῇ παρὰ μόνον εἰς ὡρισμένας ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις. Μετὰ τὴν τριετίαν καὶ μέχρι τῆς συμπληρώσεως 6ετίας ἡ μετάθεσις τοῦ ὑπαλλήλου γίνεται ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, μετὰ δὲ τὴν 6ετίαν ἡ μετάθεσις εἶναι ὑποχρεωτική. Ἡ σταδιοδρομία δηλαδὴ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀνατίθεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὑπηρεσιακοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ γνώμη τοῦ ὁποίου εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν.
§73Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Βλέπω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι προσῆλθεν ὁ κ. ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου Ὑπουργός, καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου 3645) 56 κ.λ.π., ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δεχθῇ νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἀναστολὴν καὶ οἱ ἐγγυηταί.
§74Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας). Δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀτομικὰς ἐπιχειρήσεις, αὗται περιλαμβάνονται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἐγγυητῶν, ἔχω νὰ εἴπω ὅτι πράγματι εἶναι κἄπως παράδοξον νὰ δίδωμεν ἀναστολὴν εἰς τὸν πρωτοφειλέτην καὶ νὰ μὴ δίδωμεν ἀναστολὴν εἰς τὸν ἐγγυητήν. Βέβαια τοῦτο παρατηρεῖται καὶ εἰς τὴν πτωχευτικὴν διαδικασίαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀφήνω τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§75Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ παρεκάλουν, κύριε Πρόεδρε, τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ ἀναμείνῃ τὸ πέρας τῆς ὁμιλίας τοῦ ρήτορος, ποὺ εἶναι εἰς τὸ βῆμα καὶ μετὰ δίδει τὰς ἐξηγήσεις ποὺ νομίζει διὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον παρενεβλήθη. Ἡ τάξις ἐπιβάλλει αὐτό. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ ἄλλου θέματος εἰς τὸ μέσον τῆς ὁμιλίας ἑνὸς συναδέλφου.
§76Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὅσων ἐξέθεσα, κύριοι βουλευταί, εἶναι φανερὸν ὅτι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 93–114 τοῦ Κώδικος περὶ Δημοσίων Ὑπαλλήλων, ἀποτελοῦσαι ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τοῦ καὶ συνταγματικῶς κατωχυρωμένου θεσμοῦ τῆς μονιμότητος, διασφαλίζουν ἀπολύτως τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀπὸ τὴν παρέμβασιν τοῦ Κόμματος. Πρόκειται συνεπῶς περὶ διατάξεων ἐξεχούσης σημασίας. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βύζας). Καὶ ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, ἔρχομαι εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1 ἀναστέλλεται διὰ τετάρτην ἤδη φορὰν ἡ ἰσχὺς τῶν ἄρθρων 94–114 τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος. Ὡς δικαιολογητικὸς λόγος τῆς ἀναβολῆς προβάλλεται ἡ ἀνάγκη τῆς ταχυτέρας πληρώσεως κενῶν ὑφισταμένων ὀργανικῶν θέσεων διὰ προαγωγῶν καὶ ἡ πλήρωσις κενῶν θέσεων εἰς τὰς περιφερειακὰς ὑπηρεσίας. Ἡ δικαιολογία αὐτὴ δὲν εἶναι οὔτε ἐπαρκὴς οὔτε πειστική. Διότι, πέραν τῶν ὀρθῶν παρατηρήσεων τοῦ Α.Σ.Δ.Υ. καθ’ ἃς οἱ λόγοι αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ ἀγάγουν εἰς λῆξιν καὶ ὄχι εἰς παράτασιν τῆς ἀναστολῆς, ἐπὶ πλέον διὰ τῶν πινάκων τῶν προαγωγῶν ἐπιτυγχάνονται οἱ ἐπιδιωκόμενοι σκοποί. Νομίζω ὅτι χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Πολιτείας ἐπιβάλλεται νὰ σταματήσῃ ἡ ἀναστολὴ θεμελιωδῶν διατάξεων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζεται ἡ ὀργάνωσις αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας. Τοιαύτη τακτικὴ ἄγει εἰς τὴν ἐπικίνδυνον ἀντίληψιν ὅτι τὸ Σῶμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρὶν ἀλέκτωρ φωνήσῃ οὐδὲν ἄλλο σημαίνει παρὰ ὅτι ὁ Κῶδιξ τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ἀπαραίτητος. Ἄλλως ἐὰν τὸν θεωροῦμεν ἀπαραίτητον πρέπει νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἀναστολὴ εἶναι ἀνεπίτρεπτος πολιτικῶς καὶ ἠθικῶς καὶ ἡ ἐπίδειξις τοιαύτης ἀνακολουθίας παραλύει τὸ αἴσθημα τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν ἐπὶ τὴν σοβαρότητα τῆς ἀποστολῆς μας καὶ ἐκθέτει εἰς κίνδυνον διαβολῆς ἐκ μέρους τῶν ἐχθρῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Βεβαίως ἡ νομοθεσία δὲν εἶναι μονολιθικὴ καὶ ὑπόκειται εἰς τὸν ἐπηρεασμὸν τῶν ἐξελίξεων τῆς ζωῆς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ διατάξεων αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν καταστατικὸν χάρτην πρέπει νὰ βαίνωμεν εἰς τροποποίησιν ἢ κατάργησίν των μετὰ μεγάλης περισκέψεως. Ἄλλωστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργῶμεν ἢ τροποποιῶμεν κἄτι τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πρὶν τύχῃ ἐφαρμογῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκτιμήσωμεν ἐὰν ὁ κῶδιξ εἶναι ἀπαραίτητος ἢ ὄχι. Ἐὰν μὲν εἶναι ἀπαραίτητος, τότε πᾶσα ἀναστολὴ εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἐὰν δὲν εἶναι ἀπαραίτητος, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος, νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸν καταργοῦμεν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ἐλπίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισίν της, τόσον μᾶλλον, ὅσον ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ Α.Σ.Δ.Υ, ἥτις προτείνεται ὡς μεταβατικὴ διάταξις καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς τῶν προαγωγῶν καὶ τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν εἰς τὰς περιφερειακὰς ὑπηρεσίας. Ἐὰν παρ’ ἐλπίδα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς διατάξεως, θὰ πρέπει τοὐλάχιστον νὰ δεχθῇ τὴν σύντμησιν τῆς προθεσμίας εἰς 4μηνον χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπεραρκετόν.
§77Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ συντμηθῇ ἡ προθεσμία. Ὁ σκοπὸς εἶναι, νὰ συντελεσθοῦν αἱ προαγωγαὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν ἐναγωνίως...
§78Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξασφαλισθῇ.
§79Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αἱ ἐγγυήσεις τοῦ προϋπάρχοντος δικαίου εἶναι πλέον ἐπαχθεῖς καὶ συνεχῶς βάλλουν αἱ ὑπαλληλικαὶ ὀργανώσεις. Καὶ δι’ αὐτὸ ἔγινεν Ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὴν Α.Δ.Ε.Δ.Υ, ἡ ὁποία μελετᾷ ἐξ ὑπαρχῆς πάλιν τὸν Κώδικα καὶ κατέληξε τὸν Κώδικα νὰ τὸν θέλουν οἱ μὴ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ὑπάλληλοι νὰ βάλλουν κατ’ αὐτοῦ. Ἐξ ὀνόματος, λοιπόν, τῶν ὑπαλλήλων γίνεται τὸ νομοθέτημα.
§80Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ δίς, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ψήφισιν τῆς ὑπὸ κρίσιν διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ πραγματοποιήσῃ ἐπειγόντως τὰς προαγωγὰς τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἡ Βουλὴ ἐφάνη πρόθυμος νὰ τῷ παράσχῃ τὸ δικαίωμα αὐτό, μὲ σφιγμένην, ὅμως, καρδίαν. Διότι, διὰ νὰ γίνῃ αὐτό, ἀναστέλλονται αἱ διατάξεις τοῦ ὀργανικοῦ νόμου, πρᾶγμα ἀνώμαλον ἀπὸ πολλῶν πλευρῶν. Θὰ εἴμεθα διατεθειμένοι καὶ ἡμεῖς νὰ συμφωνήσωμεν, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως, διὰ νὰ ἐπιταχυνθῇ καὶ ἴσως–ἴσως, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἄμεσος προαγωγή, νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ ἐπέκτασις μέχρι τέλους Δεκεμβρίου εἶναι ὑπερβολική.
§81Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δέχομαι νὰ εἶναι βραχύτερος ὁ χρόνος, ἀλλὰ νὰ εἶναι τόσος, ποὺ ἡ συνήθης βραδύτης τῶν ὑπηρεσιῶν νὰ καλυφθῇ. Δὲν εἶναι καὶ τόσον ταχῆ τὰ Συμβούλια. Μὴ τυχὸν ἀποτύχωμεν τοῦ σκοποῦ μας. Νὰ τὸ βάλωμεν 6μηνον.
§82Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κρατοῦμεν τοὺς ὑπαλλήλους ὑπὸ τὴν σπάθην τοῦ Δαμοκλέους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ 8μηνον.
§83Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι σπάθη.
§84Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ — μὴ κρυβώμεθα — εἶναι ρουσφέτι. Θὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅ,τι θέλει. Νὰ βοηθήσωμεν, νὰ προαχθοῦν οἱ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ ὄχι καὶ νὰ εἶναι ἔκθετοι μέχρι τέλους Δεκεμβρίου.
§85Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Συμφωνῶ μαζί σας, νὰ βάλωμεν ὀλιγώτερον χρόνον, τόσον ὅμως, ὥστε λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς δυσκινησίας τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων, νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦ σκοποῦ μας. Νὰ βάλωμεν μέχρι τέλους Αὐγούστου.
§86Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰουλίου.
§87Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέχει, εἶναι νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ δικαία κρίσις τῶν ὑπαλλήλων.
§88Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν ἐξασφαλίζει ὁ Κῶδιξ.
§89Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Σεῖς, ὡς εἰσηγητής, νὰ εἴπητε μὲ δύο λέξεις εἰς τὴν Βουλήν, τί πρέπει νὰ γίνῃ μὲ τὸν Κώδικα καὶ τὶ γίνεται τώρα διὰ νὰ ἀντιληφθῇ αὕτη, ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ ἐξασφάλισις δικαίας κρίσεως τῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν πρόκειται νὰ προαχθοῦν μετὰ δύο μῆνας ἢ ἀργότερον, δὲν ἔχει σημασίαν. Διότι εἶναι τόσον περιληπτικὴ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ποὺ δὲν λέγει τίποτε. Ὁ εἰσηγητὴς πρέπει νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν.
§90Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον προηγουμένως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προαγωγάς, ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ ἐκτίμησις τῶν ὅρων καὶ τῶν προϋποθέσεων ἀνήκει κατὰ τὸν Κώδικα, εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος συντάσσει τοὺς πίνακας προαγωγῶν, ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν τὸ πρῶτον εἰσάγει ὁ Κῶδιξ. Οἱ πίνακες ὑποχρεωτικῶς κοινοποιοῦνται εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπαλλήλους καὶ ἐκ τῶν ὁποίων πινάκων οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἐντὸς μιᾶς προθεσμίας, ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως. Μετὰ τὴν πάροδον τῆς προθεσμίας αὐτῆς καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἐνστάσεως καθίστανται ὁριστικοὶ οἱ πίνακες. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πίνακες κατέστησαν ὁριστικοὶ εἶναι ὑποχρεωτικοὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν, δικαιούμενον νὰ ἐλέγξῃ μόνον τὴν νομιμότητα τῆς καταργήσεώς των.
§91Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τώρα, τί θεσπίζεται;
§92Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαιτεῖται ἁπλῆ γνώμη ᾐτιολογημένη.
§93Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχουν ὑπάλληλοι 4ου καὶ 5ου βαθμοῦ, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ προαχθοῦν, πρέπει νὰ τοποθετηθοῦν μετὰ τὴν προαγωγὴν των εἰς περιφερειακὰς ὑπηρεσίας καὶ αὐτὸ ἐπιδιώκουν νὰ ἀποφύγουν μὲ τὴν ἀναστολήν.
§94Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πῶς θὰ γίνουν οἱ πίνακες καὶ πῶς θὰ ἐφαρμοσθοῦν;
§95Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Βάσει τῶν προϊσχυόντων διατάξεων, μὲ τὰ συμβούλια τοῦ ν. 2500.
§96Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὰ Συμβούλια ἀρχικῶς ὅπως τὰ εἶχε διαμορφώσει ὁ Κῶδιξ, περιελάμβανον τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῆς ὑπηρεσίας. Τώρα ἀπεκλείσθη ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς καὶ εἶναι οἱ Διευθυνταί. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά.
§97Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ποῖος τὸν ἀπέκλεισε;
§98Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ νόμος 2500 ἠλλοίωσε τὴν σύνθεσιν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀντὶ τῶν Γενικῶν Διευθυντῶν, εἶναι οἱ Διευθυνταί. Τώρα ὑπάρχει μία διαμάχη, οἱ ὑπάλληλοι ἀντὶ τῶν Διευθυντῶν θέλουν τοὺς Γενικοὺς Διευθυντάς. Ἐὰν τώρα ἐπηγαίναμεν σύμφωνα μὲ τὸν Κώδικα, θὰ ἔπρεπε νὰ συνταχθοῦν πίνακες καὶ διὰ νὰ συνταχθοῦν πίνακες ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωμεν καὶ νὰ κάμωμεν τὰς προαγωγὰς τὸ ἑπόμενον ἔτος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ ἓν ἔτος; Τώρα πῶς θὰ γίνουν; Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περιεχομένου τῶν φακέλλων. Ὁ πίναξ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐμφάνισις τῶν φακέλλων.
§99Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι ἡ ἰδία σύνθεσις καὶ κατὰ τὸν Κώδικα;
§100Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀντὶ τῶν Γενικῶν Διευθυντῶν, εἶναι οἱ Διευθυνταί. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι ἔχουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι οἱ Γενικοὶ Διευθυνταὶ δὲν τοὺς συμπαθοῦν ὅπως οἱ Διευθυνταί τους. Πρέπει τώρα νὰ γίνουν αἱ προαγωγαὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ ἴδωμεν τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὸν Κώδικα. Σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως ὅτι τὸν Κώδικα δὲν τὸν θέλουν οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ ὑπάλληλοι. Ἐπελήφθη ἡ ἰδία ἡ Α.Δ.Ε.Δ.Υ. διὰ νὰ ἴδωμεν τί θὰ κάμωμεν μὲ τὸν Κώδικα.
§101Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νομίζω ὅτι τὸ Α.Σ.Δ.Υ. σᾶς προτείνει μίαν μεταβατικὴν διάταξιν.
§102Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι ταύτῃ λύσις, ἡ λύσις τοῦ Α.Σ.Δ.Υ.
§103Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. .. διότι προβλέπει ὅτι μέχρι τέλους Μαΐου θὰ ἔχῃ λήξει.
§104Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἠμπορεῖτε νὰ λάβητε θέσιν ἔναντι τῆς προτάσεως τοῦ Α.Σ.Δ.Υ.;
§105Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένω ἐπὶ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμεν τὸ Α.Σ.Δ.Υ., τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἐπειδὴ δὲν δύνανται νὰ ἰσχύσουν πίνακες, νὰ ἰσχύσῃ μία μεταβατικὴ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας προτείνει τὰ ἑξῆς: «Οἱ πίνακες .... (ἀναγινώσκει)....». Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ Α.Σ.Δ.Υ. ἐπιμένει καὶ λέγει ὅτι μέχρι δύο μηνῶν πρέπει νὰ ἔχῃ συντελεσθῇ ὁ καταρτισμὸς τῶν πινάκων, μέχρι δὲ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν πινάκων αὐτῶν, τὰ Ὑπηρεσιακὰ Συμβούλια νὰ διέπωνται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 3 τῶν συζητουμένων διατάξεων. Αὐτὰς τὰς προτάσεις κάμνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ συμβιβάσωμεν τὰ διεστῶτα.
§106Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ πρότασις τοῦ Α.Σ.Δ.Υ. ἔχει ληφθῆ, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι λυσιτελής, διότι σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν τὰς προαγωγὰς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὸν ἀγωνιοῦν. Ἀλλὰ ἀφοῦ αἱ ὀργανώσεις τῶν ὑπαλλήλων τὸ ζητοῦν, δὲν καταλαβαίνω διατὶ ἡμεῖς θὰ γίνωμεν ὑπαλληλικώτεροι τῶν ὑπαλλήλων.
§107Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Θὰ κρίνουν καὶ θὰ συντάξουν τοὺς πίνακας τὰ Συμβούλια τοῦ νόμου 2500; Ἐὰν πρόκειται νὰ κρίνουν τὰ Συμβούλια τοῦ νόμου 2500, δὲν συμφωνοῦμεν.
§108Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀναμένω τὸ συμπέρασμα τοῦ λόγου σας.
§109Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένω εἰς τὸ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ αἰτουμένη ἀναστολή. Ἐὰν δὲ ψηφισθῇ ἡ αἰτουμένη ἀναστολὴ θὰ πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ Α.Σ.Δ.Υ. τὴν ὁποίαν, νομίζω, ὅτι θὰ ἔχουν λάβει καὶ οἱ κ.κ. συνάδελφοι. Λέγει δὲ ἡ πρότασις τοῦ Α. Σ.Δ. Υ: «Οἱ πίνακες .... (ἀναγινώσκει) ....». Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Α.Σ.Δ.Υ., ἡ μεταβατικὴ διάταξις. Συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ Α.Σ.Δ.Υ. καὶ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ χωρίσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς αἰτουμένης ἀναστολῆς, δηλαδὴ νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐν ἰσχύϊ τὰ ἄρθρα 94–114.
§110Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τρίμηνος προθεσμία καὶ σύμφωνος γνώμη.
§111Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς συμφωνεῖ μὲ τὴν προθεσμίαν, ἀλλὰ δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν «σύμφωνον γνώμην».
§112Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δηλαδὴ αἱ προαγωγαὶ θὰ γίνωνται ἄνευ συμφώνου γνώμης;
§113Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸ Σύνταγμα αἱ προαγωγαὶ ἐγίνοντο ἄνευ γνωμοδοτήσεως καὶ ἄνευ συμφώνου γνώμης. Ἀλλὰ ἦλθεν ὁ Ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ καὶ ἐπροχώρησε περαιτέρω καὶ ὥρισεν ὄχι γνωμοδότησιν ἀλλὰ «σύμφωνον γνώμην» ἀλλὰ οὐδέποτε ἐφηρμόσθη τοῦτο. Τώρα προτείνω νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ ἴδωμεν τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὸν Κώδικα διότι ὅπως σᾶς εἶπον ἐπελήφθη καὶ τὸ Α.Σ.Δ.Υ. τοῦ ζητήματος.
§114Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαφορά μας εἶναι, ὅτι εἰς μὲν τὴν περίπτωσιν ἐκείνην ὑπάρχει νομικὴ δέσμευσις, ἐνῷ μὲ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν δὲν ἔχετε τοιαύτην.
§115Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι τώρα δὲν ἠμπορῶ νὰ διαφωνήσω, ἐνῷ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν ἠμπορῶ νὰ διαφωνήσω.
§116Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐκ τῆς πορείας τῆς συζητήσεως διαπιστοῦται, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος ὑφίσταται ζήτημα ἀρχῆς. Ἤτοι «μετὰ συμφώνου γνώμης ἢ συμφώνου γνώμης». Ἑπομένως δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ μιᾶς χρονικῆς διευκολύνσεως, ἀλλὰ περὶ ἀποδοχῆς ἢ παραβιάσεως μιᾶς θεμελιώδους ἀρχῆς. Ἡ Βουλή, ἑπομένως, τίθεται ἐνώπιον ἑνὸς θέματος ἀρχῆς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλεῖται νὰ λάβῃ θέσιν.
§117Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀσχέτως τῆς ὀρθῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ κ. συναρχηγός, ὑπάρχει καὶ θέμα οὐσίας. Καὶ ὅταν ἀπαιτεῖται ἁπλῶς γνώμη παγία παράδοσις εἶχε ἐπιβάλει νὰ γίνεται δεκτὴ ὁριστικῶς ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὑπουργοὺς ἡ εἰσήγησις τῶν Συμβουλίων. Συμβαίνει σήμερον, ὁ κ. Θηβαῖος νὰ πρωτοτυπῇ καὶ νὰ καινοτομῇ καὶ ἐν τούτῳ εἶναι ὁ μόνος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον γνωρίζω, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἀνωμάλους προαγωγάς.
§118Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διεφώνησα διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Ὑπῆρχον 2 κατάλογοι. Ἐνῷ ὑπῆρχον οἱ ὑπάλληλοι ἔχοντες βαθμὸν 19 καὶ δίπλωμα δὲν προήγοντο, ἐνῷ ἄλλοι ὑπάλληλοι μὲ βαθμὸν 15 προήγοντο. Ἔθεσα, λοιπόν, ἕνα κανόνα καὶ εἶπον, ὅτι ὅσοι ἔχουν 17½ καὶ δίπλωμα νὰ προαχθοῦν. Καὶ ὅσοι ἔχουν βαθμὸν κάτω τοῦ 17½ νὰ ἀπορριφθοῦν. Ἡ διαφωνία μου, λοιπόν, ἦτο ἡ ἑξῆς: Ἐνῷ ἦσαν πολὺ χαμηλότερα ἀπὸ τοὺς ἔχοντας δίπλωμα, προήγοντο. Αὐτὸ ἦτο μία ἀδικία καὶ ἠθέλησα νὰ τὴν ἄρω.
§119Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἢ ἐμπιστευόμεθα εἰς τὰ Συμβούλια ἢ δὲν ἐμπιστευόμεθα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον σεῖς συνεκροτήσατε καὶ τοὺς μετέχοντας εἰς αὐτὸ διευθυντὰς σεῖς διαλέξατε.
§120Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἡ θέσις τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν εἶναι θέσις ἀρχῆς, ἀνεξαρτήτως μιᾶς συγκεκριμένης περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦμεν νὰ τακτοποιήσωμεν. Πάντως αὐτὴ ἡ διαρκὴς ἀναστολὴ τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων πρέπει νὰ σταματήσῃ. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ ἄρθρον 2. Τὸ ἄρθρον 2 διεγράφη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡμεῖς εἴχομεν ἀντιταχθῆ εἰς τὴν διαγραφὴν αὐτοῦ, διότι ἡ ὕπαρξις Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων παρέχει μεγαλυτέρας ἐγγυήσεις. Θὰ πρέπει, ὅμως, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀποστολῆς αἱ διατάξεις 7 καὶ 8 τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος νὰ ἐπανέλθουν ὁπωσδήποτε διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἓν καθεστὼς νομιμότητος. Εἰς τὸ ἄρθρον 3, παράγραφος 3 εὑρίσκω ἀπαράδεκτον τὴν κατάργησιν τῶν τελεσιδίκων δικαστικῶν ἀποφάσεων, διότι αὕτη ἀποτελεῖ κατάλυσιν τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους Δικαίου. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν αὐτήν, αἱ δὲ δικαστικαὶ ἀποφάσεις νὰ ἐκτελεσθοῦν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχω νὰ εἴπω περισσότερα. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω. Ἐὰν ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν ὑπερψήφισιν τοῦ παρόντος τὸ πράττω ὄχι ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ διότι πιστεύω ὅτι οὔτε τὸ συμφέρον τῶν ὑπαλλήλων οὔτε τὸ δημόσιον τοιοῦτον, θὰ ἐξυπηρετηθοῦν. Νομίζω, λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἐὰν ἠθέλατε νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του, θὰ εἶσθε σύμφωνος καὶ συνεπὴς πρὸς τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, περὶ χρηστῆς διοικήσεως. (Χειροκροτήματα).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας παρακαλεῖ ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις τῆς ψηφίσεως τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 3562) 1956 «περὶ ὑπαγωγῆς ἀνωνύμων ἑταιριῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῶν πιστωτῶν».
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως εἰσερχόμεθα εἰς τὴν μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ ἐν λόγῳ σχεδίου νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας ἔχει τὸν λόγον.
§124Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Προκύπτωσιν, εἶπον, δύο θέματα. Τὸ ἓν ἀφορᾶ εἰς τὸ ἐὰν καταλαμβάνωνται ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ αἱ ἀτομικαὶ ἐπιχειρήσεις. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει συζήτησις καὶ προέβην εἰς σχετικὰς δηλώσεις. Καὶ τὸ δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον προκύπτει, εἶναι ἐὰν ναὶ ἢ οὔ, πρόκειται νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ μέτρον τὸ ἀνασταλτικὸν καὶ εἰς τοὺς ἐγγυητάς. Ἐξεφράσθη προηγουμένως, ὑπὸ μερίδος τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπιθυμία, νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον καὶ εἰς τοὺς ἐγγυητάς. Ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, δύο τινά. Πρῶτον μέν, ὅτι δὲν περιελαμβάνοντο οἱ ἐγγυηταὶ εἰς τὴν πρώτην δοθεῖσαν παράτασιν καὶ δεύτερον ὅτι κατὰ τὸ σύνηθες πτωχευτικὸν δίκαιον, οἱ ἐγγυηταὶ τοῦ πτωχοῦ, καλοῦνται νὰ πληρώσουν κατὰ τὴν συνήθη διαδικασίαν. Ὑπάρχει καὶ ἕνα τρίτον θέμα, μιᾶς τροπολογίας ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Κοντοβράκη, ἀφορώσης εἰς τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας μετατροπῆς τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν εἰς ἑταιρίας περιωρισμένης εὐθύνης. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐχορηγήθη ἡ ἄδεια τῆς ἀτελοῦς μετατροπῆς συνίσταται εἰς τὸ ἑξῆς, εἰς τὸ ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ τὸ Δημόσιον νὰ ὑπάρχουν μικραὶ ἑταιρίαι λειτουργοῦσαι ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἔθεσε δὲ ὅριον, καταβεβλημένου κεφαλαίου, ὡρισμένου ποσοῦ, ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Τὴν τροπολογίαν αὐτήν, τὴν δευτέραν, τὴν ἀποδέχομαι.
§125Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Πόσον καιρόν;
§126Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Μέχρι τέλους τοῦ 1957.
§127Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Διὰ τοὺς ἐγγυητὰς ἤθελον νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀπόλυτος συσχετισμὸς τοῦ πτωχευτικοῦ δικαίου μὲ τὴν συγκεκριμένην διαδικασίαν, Εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἡ ἀναγκαστικὴ διαχείρισις οὐδένα προδικάζει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ὠφεληθοῦν οἱ ὀφειλέται. Κατὰ συνέπειαν εἶναι ἄτοπον καὶ ἄδικον καὶ συνεπῶς ἀπαράδεκτον τὸ νὰ διώκεται ὁ ἐγγυητής, ἐνῷ ὁ ὀφειλέτης νὰ μὴ διώκεται. Θὰ παρακαλέσω, ἐπειδὴ καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει ἐκπεφρασμένην ἄποψιν νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ τροπολογία αὐτή.
§128Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ σύνολον τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων ἔχει ὑποστῆ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μίαν γενικὴν ἐξάρθρωσιν καὶ μὲ μεγάλον κόπον προχωροῦμεν εἰς τὴν ἀνασύνθεσιν τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων. Ἡ ἐγγύησις ἔχει μίαν οὐσίαν καὶ ἕνα περιεχόμενο. Ἐὰν ἔλθωμεν καὶ κλονίσωμεν τὴν ἐγγύησιν ὡς μίαν μορφὴν οἰκονομικοῦ θεσμοῦ, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ δημιουργοῦμεν τὰς προϋποθέσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον, νὰ προχωρήσῃ ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ καὶ αἱ σχέσεις μας εἰς τὴν οἰκονομίαν. Ἔχομεν ἕνα ἰδιόρυθμον θεσμὸν τὸν θεσμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως, διότι διεπιστώσαμεν, ὅτι ὑπάρχει ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς πρωτοφειλετῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται, νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Πολιτεία ὀφείλει, νὰ προχωρήσῃ εἴτε πτωχεύσῃ ἡ ἑταιρία αὐτή, εἴτε ἐὰν ἔλθῃ εἰς διάλυσιν καὶ ἐὰν δημιουργήσῃ ἕνα κοινωνικὸν θέμα. Καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ ὡρισμένα μέτρα κατ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ πρωτοφειλέτου. Πάντως, τὸ ὅτι ἕνας πρωτοφειλέτης κάμνει χρῆσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως σημαίνει, ὅτι ἔπαυσε ὡς οἰκονομικὴ μονὰς νὰ ἔχῃ ἐκτόπισμα μέσα εἰς τὸν οἰκονομικὸν χῶρον. Ἡ πίστις του ἔπαυσε ὑφισταμένη. Ἐὰν ἔλθωμεν τώρα καὶ ἐπεκτείνωμεν τὴν εὐεργετικὴν μεταχείρισιν τοῦ πρωτοφειλέτου, ὁ ὁποῖος ντὲ φάκτο διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς αὐτὴν τὴν εὐνοϊκὴν διαχείρισιν, πρέπει, νὰ εἶναι μειωμένης οἰκονομικῆς ἰσχύος καὶ ὑπολήψεως, ἔρχομαι εἰς τὸν ἐγγυητήν, ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε, ἀκριβῶς, τὴν ἀφορμὴν διὰ νὰ δημιουργηθοῦν αἱ οἰκονομικαὶ σχέσεις καὶ ὁ ὁποῖος ἐγγυητὴς δὲν εἰσέρχεται εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτὴν μεταχείρισιν τοῦ ἀναγκαστικοῦ πρωτοφειλέτου, ἀλλὰ εἶναι πρόσωπον κυκλοφοροῦν μέσα εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν κατὰ τρόπον ἄνετον, τότε τί κάμνομεν; Ἐρχόμεθα, νὰ κλονίσωμεν αὐτὸν τοῦτον τὸν θεσμὸν τῆς ἐγγυήσεως καὶ συνεπῶς ἐνδεχομένως θὰ προλάβωμεν ὡρισμένας μεμονωμένας καταστάσεις ἐὰν μεταχειρισθῶμεν εὐνοϊκῶς ὡρισμένους ἐγγυητάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀνάγκην. Ἀλλὰ ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως θὰ δημιουργηθοῦν πολλὰ δεινά, εἰς τὴν οἰκονομίαν μας καὶ θὰ ἀναστείλωμεν κατὰ ἕνα τρόπον τὸν δρόμον τῆς ἐξυγιάνσεως...
§129Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Μίαν τρίμηνον παράτασιν δίδομεν μὴ ἐκτελέσεως εἰς τὰς περιπτώσεις ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως. Ἐγὼ λέγω εἶναι ἄτοπον καὶ ἀπαράδεκτον, νὰ γίνῃ ἐκτέλεσις κατὰ τοῦ ἐγγυητοῦ καὶ νὰ μὴ γίνῃ κατὰ τοῦ πρωτοφειλέτου.
§130Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑπὸ τὸν τύπον αὐτὸν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτή.
§131Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Ἐμπ. καὶ Βιομηχαν.). Σύμφωνοι. Τότε θὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσητε νὰ κάμω τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ὡς ἐτροποποιήθη τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 3645) 1956 περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Διατάγματος 3562) 1956, περὶ ὑπαγωγῆς Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῶν πιστωτῶν καὶ θέσεως αὐτῶν ὑπὸ εἰδικὴν ἐκκαθάρισιν». Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν ἄρθρων 94 ἕως καὶ 114 τοῦ Ν. 1811)51». Ὁ κ. Κ. Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§134Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρὰ τὴν ζωηρὰν διαφωνίαν μου πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας μοῦ παρέχει τὴν μοναδικὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον αὐτῆς, τὰς ἀντιλήψεις μου δι’ ἓν ζήτημα σοβαρώτατον καὶ φλέγον καὶ οὐχὶ ἄσημον καὶ ἐπουσιῶδες, ὅπως ἐχαρακτηρίσθη ἀπὸ πολλοὺς συναδέλφους, καὶ ὅπως, δυστυχῶς, ἐκδηλώνεται διὰ τῆς λιτῆς ἐκθέσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι πρόκειται περὶ τοῦ μεγαλυτέρου Ἑλληνικοῦ προβλήματος καὶ διότι διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους πρὸ ἡμερῶν ἀνέπτυξα, ὁ δρόμος τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἔχει καταστῆ ἀπρόσιτος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, κύριοι βουλευταί, δίδει ἀνάγλυφον τὴν εἰκόνα τῆς προχειρολογίας καὶ ἐμπρηστικῆς τακτικῆς μὲ τὴν ὁποίαν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις συνεχίζουσα τὸ ἔργον τῆς προκατόχου της, μεταχειρίζεται καὶ ἀντιμετωπίζει τὸ σοβαρώτερον καὶ μᾶλλον φλέγον, ἐπαναλαμβάνω, ζήτημα οἷον τὸ δημοσιοϋπαλληλικόν. Εἰς κανένα δὲν παραμένει ἄγνωστον καὶ ἂς μὴ τὸ κρύψῃ κανείς, ὅτι ἀπὸ μιᾶς 40ετίας καθολικὴ εἶναι ἡ διαπίστωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ὁ Κρατικὸς μηχανισμὸς λειτουργεῖ κατὰ τρόπον ἀνάπηρον ἀπὸ τοῦ ἑνὸς δὲ ἄκρου εἰς τὸ ἄλλον τῆς Ἑλλάδος ἐκδηλώνεται καθημερινῶς ἡ δυσφορία καὶ ἡ ἀγανάκτησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τὴν κακὴν λειτουργίαν τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἀφ’ ἑτέρου, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, τὰ τελευταῖα χρόνια καταφεύγουν εἰς βιαίας ἐνεργείας, δικαιολογημένως, διότι αἱ ἀποδοχαί, τὰς ὁποίας εἰσπράττουν πολλὰς φοράς, δὲν δύνανται νὰ ἱκανοποιήσουν οὔτε τὰς στοιχειώδεις των ἀνάγκας, ἐνῷ ταὐτοχρόνως, δικαιολογημένα, καὶ ὁ ἀτυχὴς προϋπολογισμὸς στενάζει ὑπὸ τὸ βαρὺ φορτίον τῶν ἀποδοχῶν καὶ τῶν συντάξεων τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ἡ ἀγωνία τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀγωνία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἤρχισε νὰ γνωρίζῃ ὅτι τὰ 65% τοῦ Προϋπολογισμοῦ καλύπτονται διὰ μισθοδοσίαν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ στρατιωτικῶν. Τὰ 20% διὰ στρατιωτικὰς ἀνάγκας καὶ τὰ 5% δι’ ἐξυπηρέτησιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἄλλων τινῶν. Καὶ συνεπῶς, δὲν ἐναπομένουν διὰ τὰς τόσας ἄλλας ἀμειλίκτους ἀνάγκας τοῦ δυσμοίρου αὐτοῦ λαοῦ, παρὰ ψιχία τινὰ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Παρ’ ὅλα ταῦτα, καὶ ἐνῷ ὅλοι εἴμεθα ἐν γνώσει τῆς βαρείας αὐτῆς ἀρρώστειας, οὐδεμία κατεβλήθη ἐνέργεια εἰς τὰ τελευταῖα χρόνια, ἐνῷ πολὺ συχνὰ εἰς τὰς τόσας συχνὰς ὑπουργικὰς μεταβολὰς ποὺ ἔγιναν εἰς τὸν τόπον μας, παίζεται μία πανομοιότυπος καὶ εὔθυμος κωμῳδία. Εἰς κάθε Ὑπουργικὴν μεταβολήν, συγκεντρώνονται εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ οἱ ὑπάλληλοι καὶ μὲ ὄψιν τεθλιμμένου συγγενοῦς, παρακολουθοῦν τὸν ἀποχαιρετιστήριον δεκάλογον τοῦ ἀπερχομένου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἀφ’ ἑτέρου, ἀπὸ ἱπποτικὴν εὐγένειαν πλέκει τὸ ἐγκώμιον τοῦ διαδόχου του, ἐκθέτων τὸ ἐπιτελεσθὲν παρ’ αὐτοῦ ἔργον, τὸ ὁποῖον, λόγῳ μετριοφροσύνης, ἀποδίδει εἰς τὴν ἱκανότητα καὶ προσόντα τοῦ προσωπικοῦ, εἰς τὴν ἀκατάβλητον φιλοπονίαν του, εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον καλεῖ μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του. Ἐπακολουθεῖ ὁ δεύτερος δεκάλογος, τοῦ ἀναλαμβάνοντος Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος τονίζει ὅτι ἂν δὲν εἶχεν ἐξασφαλίσει τὴν συνεργασίαν τόσον ἐπιλέκτων συνεργατῶν, οὐδέποτε θὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ συνεχίσῃ τὸ τόσον γόνιμον ἔργον τοῦ ἀποχωροῦντος συναδέλφου, διὰ τὸ καλὸν τῆς δόλιας Πατρίδος. Καὶ τέλος, ἀκολουθεῖ ὁ τρίτος δεκάλογος ἐκ μέρους τοῦ εὐφραδεστέρου ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων ὑπαλλήλων, ὅστις, συγκεκινημένος, ἐκφράζει τὴν ὀδύνην, ὄχι τοῦ προσωπικοῦ, ἀλλὰ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τὸ τραῦμα τὸ ὁποῖον ὑπέστη ἡ διοίκησις διὰ τῆς ἀποχωρήσεως ἑνὸς τόσον διαπρεποῦς Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ὀδύνην ἀμβλύνουν αἱ ἱκανότητες καὶ τὰ προσόντα τοῦ διαδόχου του. Καὶ ἔτσι τελειώνει, κύριοι βουλευταί, ἡ εὔθυμος αὐτὴ κωμῳδία, ἐνῷ τὸ ἀπερχόμενον τοῦ Ὑπουργικοῦ Γραφείου προσωπικὸν ξεσπᾷ εἰς μειδιάματα καὶ κοτσομπολιά, ἐνῷ οἱ περισσότεροι τῶν Ὑπουργῶν, ἀπερχομένων καὶ ἐγκαθισταμένων, ἀρχίζουν νὰ σκέπτωνται μήπως εἶναι ἀληθῆ αὐτὰ ποὺ εἶπον καὶ ἤκουσαν. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἡ εὔθυμος αὐτὴ κωμῳδία, κύριοι βουλευταί, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, εἰς οὐδένα εἶναι ἄγνωστη, μεταβάλλεται, κατόπιν τῶν συχνῶν δημοσιοϋπαλληλικῶν ἀπεργιῶν, εἰς μίαν καθαρὰν τραγῳδίαν, διότι τραγικὰς συνεπείας ἔχει μία, ὁσονδήποτε δικαιολογημένη, ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἥτις ἐμφανίζει, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν κατάλυσιν τοῦ ἀναπήρου αὐτοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου τὴν χρεωκοπίαν τοῦ καθεστῶτος. Πρὸ 40 ἐτῶν, κύριοι βουλευταί, ὅταν ἤρχισεν ἐκδηλουμένη ἡ νοσηρότης τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὁ μέγας ἐκεῖνος πολιτικός, ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, καίτοι ἀντιμετώπιζεν ὀξυτάτας ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς περιπετείας, καίτοι ἀπησχολεῖτο ἐξ ὁλοκλήρου μὲ τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, διεῖδεν ὅτι αἱ ἡρωϊκαί του προσπάθειαι διὰ τὴν δημιουργίαν μιᾶς μεγαλυτέρας Ἑλλάδος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν μετὰ τὸ 1912–13, θὰ ἀνετινάσσοντο εἰς τὸν ἀέρα, ἂν δὲν κατώρθωνε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀπρόσκοπτον καὶ ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Καὶ εὗρεν, ἐν τούτοις, καιρόν, τὸν ὁποῖον δὲν εὗρε κανεὶς ἐκ τῶν τελευταίων ἡγετῶν, νὰ ἀσχοληθῇ ἐξαιρετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ κατὰ τὸ 1917 συνέστησεν Ἐπιτροπὴν ἐκ διακεκριμένων πολιτικῶν καὶ ἐπιστημόνων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθεσε τὴν σύνταξιν τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰς στοιχειώδεις ἐγγυήσεις κατὰ τῶν παραβάσεων τῆς διοικήσεως καὶ μαζὶ μὲ τὴν προστασίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὴν ὁμαλὴν καὶ ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Τὴν ἰδίαν ἀπόπειραν ἔκαμεν ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος πολιτικὸς κατὰ τὸ 1931. Δυστυχῶς, ὅμως, καὶ αἱ δύο αὐταὶ ἀπόπειραι παρέμειναν ἄνευ ἀποτελέσματος, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ὅλοι γνωρίζομεν, καὶ τοὺς ὁποίους δὲν κρίνω σκόπιμον νὰ ἐκθέσω τὴν στιγμὴν αὐτήν. Μετὰ ταῦτα, ἐπηκολούθησεν νέα ἐσωτερικὴ καὶ ὀξυτέρα ἀνωμαλία. Διεδέχθη ἡ δικτατορία τὴν κατάστασιν αὐτήν, κατόπιν ἡ κατοχὴ καὶ συνεπῶς ἡ ἐκτέλεσις ἑνὸς τοιούτου ἔργου ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατος, διότι ἀπῃτεῖτο καὶ πολιτικὴ ὁμαλότης καὶ ἠρεμία ψυχικὴ καὶ πνευμάτων. Ἐν τῷ μεταξύ, ὅμως, ἡ νοσηρότης τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ ἡ κακὴ λειτουργία τῆς μηχανῆς ὑπερέβη πᾶν ὅριον καὶ κατέστη ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς συντάξεως τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, καὶ τὸ 1947 ἡ τότε Κυβέρνησις συνέστησεν πάλιν Ἐπιτροπὴν ἐξ ἐπιστημόνων καὶ βουλευτῶν, διακομματικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθεσεν τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς πέρας ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, καὶ τὸ ὁποῖον, ὅμως, δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν, λόγῳ τυπικῶν λόγων. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, κύριοι βουλευταί, ὅταν τὴν 6ην Ἀπριλίου 1951, Παρασκευὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, λόγῳ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ἀπεστάλη εἰς τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ Κώδικος τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων καὶ συνεκλήθη εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν ἡ Βουλή, τὴν ἑπομένην ἡμέραν, Σάββατον, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅπως ἠξεύρετε, οὐδέποτε συνεδριάζει ἡ Βουλή. Ἡ αἰφνιδιαστικὴ καὶ ὅλως περίεργος αὐτὴ τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἥτις ὡδήγησε ἐξ ἀρχῆς ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν διαδικασίαν περὶ Κωδίκων καὶ συνεπῶς οὐδεμία ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ τροπολογία, προεκάλεσεν τὴν δυσφορίαν μεγάλου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ἀνεξαρτήτως κομμάτων καὶ παρατάξεων, οἵτινες, ὅλως ἀπροόπτως, εὑρέθησαν πρὸ ἑνὸς σκληροῦ διλήμματος: Ἢ νὰ ἀπέρριπτον τὸν Κώδικα, ὡς σύνολον, ἢ νὰ τὸν ψηφίσουν, ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν διατάξεών του. Ἠξιώσαμεν, εὐλόγως, ὅπως τὸ νομοσχέδιον συζητηθῇ μετὰ τὴν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τὰ πορίσματα αὐτῆς νὰ σταλοῦν εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπὶ τοῦ Κώδικος Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ υἱοθετήσῃ ὅσας τροπολογίας ἔκρινεν ὀρθὰς καὶ κατόπιν νὰ ἐπανέλθῃ πρὸς τελικὴν καὶ ὁριστικὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ τόσον, ὅμως, εὔλογος ἀξίωσις τῶν διαμαρτυρηθέντων κ. κ. συναδέλφων, ἥτις καθίστατο ἐπιτακτική, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Κώδικος θὰ ἐφηρμόζετο μετὰ ὀκτὼ μῆνας ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς του, κατὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1952 καὶ συνεπῶς εἶχε ἀρκετὸν διάστημα, ὥστε νὰ μὴ ἀπειλοῦνται τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ της νὰ τερματίσῃ τὴν συζήτησιν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ βαρέως πυροβολικοῦ, δηλώσασα ὅτι ἡ ἄμεσος ψήφισις τοῦ Κώδικος εἶναι ἐπιθυμία τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς. Ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ συναρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων κ. Σ. Βενιζέλος, ἐπιθυμῶν νὰ ἀμβλύνῃ τὴν ὀξύτητα τῶν ἀντιθέσεων, ἐδήλωσεν, εἰς ἀπάντησιν τῶν διαμαρτυριῶν τὰ ἑξῆς: «Ἤθελον.... (ἀναγινώσκει)...». Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Βενιζέλου, οἱ βουλευταὶ ἔκριναν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμουν μίαν ὑποχώρησιν καὶ ὄχι νὰ προβοῦν εἰς τὴν καταψήφισιν τοῦ Κώδικος. Καὶ ἔτσι τὸ σοβαρώτερον καὶ πλέον πολύπλευρον ζήτημα, τοῦ ὁποίου σοβαρώτερον κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶχε τεθῆ ποτὲ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἧς ὑπῆρξε, ἐψηφίσθη ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν διατάξεων ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δυστυχῶς, ὅμως, αἱ δηλώσεις αὗται τοῦ κ. Βενιζέλου ἐλησμονήθησαν, ὅπως συμβαίνει πάντοτε εἰς τὸν περίεργον αὐτὸν τόπον. Αἱ τροπολογίαι τῶν βουλευτῶν παρεπέμφθησαν εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων καὶ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1952 ἐτέθη δῆθεν ὁ κῶδιξ εἰς ἐφαρμογήν. Ἐνῷ, ὅμως, τοιαύτη ἐπεδείχθη σπουδὴ εἰς τὴν ὅπως–ὅπως καὶ ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας ψήφισιν τοῦ Κώδικος, ὄχι μόνον δὲν ἐπηκολούθησεν ὁμοία σπουδὴ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεών του, ἅμα τῇ ἰσχύϊ των, ἀλλὰ τοὐναντίον κατεβλήθη κάθε προσπάθεια διὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Κώδικος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Ἔχομεν, κύριοι βουλευταί, 4 ἀναστολὰς καὶ πέμπτη ἡ περὶ οὗ ἡ συζήτησις. Ἡ πρώτη ἀναστολὴ τοῦ Κώδικος ἔγινε διὰ τοῦ ἐπαισχύντου καὶ ἀχαρακτηρίστου νόμου 2500, ἡ δευτέρα διὰ τοῦ νόμου 2980 τοῦ 1953, ἡ τρίτη ἀναστολὴ διὰ τοῦ νόμου 2927 τοῦ 1955, ἡ τετάρτη διὰ τοῦ νόμου 3470 τοῦ 1956 καὶ ἡ πέμπτη ἀναστολὴ ζητεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἡμῶν ταύτην τὴν στιγμὴν σχεδίου νόμου. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀνεστάλησαν αἱ διατάξεις τοῦ σοβαροτέρου τομέως τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, αἱ ὁποῖαι καθορίζουν τὴν προαγωγήν, τὴν μετάθεσιν, ἔνταξιν κ.λ.π. Αἱ διατάξεις περὶ Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων 7–8–9 τοῦ Κώδικος δι’ ὧν καθωρίζετο ἡ σύνθεσις καὶ ἡ λειτουργία τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων κατηργήθησαν διὰ τοῦ νόμου 2500. Αἱ διατάξεις αἱ καθορίζουσαι τὰς ἀποδοχὰς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἔχουν τεθῆ ἐν ἀχρηστίᾳ, διότι μετὰ τὸν νόμον 195)52 καθ’ ὃν αἱ ἀποδοχαὶ καθωρίσθησαν κατὰ ἕνα τρόπον ὅσον τὸ δυνατὸν δίκαιον, ἀνετράπησαν ἄρδην αἱ δὲ μετέπειτα αὐξήσεις ἔγιναν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, χωρὶς νὰ προσαχθοῦν οὐδέποτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 22, καθ’ ἣν οὐδεὶς διορίζεται ὑπάλληλος ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐπιτύχει εἰς διαγωνισμόν, ὡς καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 62 καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται ὁ διορισμὸς ὑπαλλήλων εἰς ἐκτάκτους θέσεις, ἢ ἐπὶ συμβάσει διετηρήθησαν τυπικῶς ἐν ἰσχύϊ. Καὶ αἱ δύο αὐταὶ διατάξεις εἶναι τόσον ἰσχυραί, καὶ μόνον δι’ αὐτὰς ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κῶδιξ περὶ Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Δὲν ἀνεστάλησαν, ἐσφαγιάσθησαν ὅμως, ἐντελῶς κατ’ οὐσίαν διὰ κουτοπονήρων καὶ ἀχαρακτηρίστων μεθόδων. Διὰ καταφώρου παρερμηνείας τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Κώδικος διωρίσθη ἀπειρία ἐκτάκτων ὑπαλλήλων λόγῳ εἰδικῶν, ἢ ἐξαιρετικῶν συνθηκῶν κατὰ τὴν ἑκάστοτε κρίσιν τῶν κυβερνώντων. Ἀπειρία ἐπίσης τακτικῶν θέσεων δημοσίων ὑπαλλήλων συνεπληρώθη διὰ τῆς μεθόδου τῆς βάσει εἰδικῶν νόμων μονιμοποιήσεως καὶ ἐντάξεως παντὸς εἴδους ἡμερομισθίων διὰ τῆς ὁποίας δὲν παραβιάζεται μόνον ὁ κανὼν τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰ προσόντα, τὸ ὅριον ἡλικίας καὶ πολλὰ ἄλλα. Τὸ ἄρθρον 62 ἀπαγορεύει τὸν διορισμὸν ὑπαλλήλων ἐκτάκτων, ἢ ἐπὶ συμβάσει. Παρὰ ταῦτα ὅμως, διωρίσθη ἀπειρία τοιούτων. Διότι ἐνῷ τὸ 1940 οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι ἀνήρχοντο εἰς 348 κατὰ τὸ 1952 ἀνῆλθον εἰς 3.300 καὶ τὸ 1956 εἰς 9.819.
§135Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὡς γνωστόν, ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς δὲν διώρισε κανένα.
§136Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὰ λέγουν οἱ ἀριθμοί. Δὲν ἠξεύρω ποιὸς τοὺς διώρισε. Ἐγὼ πάντως δὲν τοὺς διώρισα. Τὸ ζήτημα τῶν ἡμερομισθίων ὑπαλλήλων καλύπτει σκοτεινὸς πέπλος. Κύριοι βουλευταὶ διότι οὐδεὶς γνωρίζει, οὐδὲ κἂν οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ζήτημα τῶν διορισμῶν εἰς πόσον ἀριθμὸν ἀνέρχονται αὐτῆς τῆς ἰδιότητος οἱ ὑπάλληλοι. Τὸ μόνον ποὺ εἶναι γνωστὸν εἶναι, ὅτι μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὑπάρχουν 18.000 καὶ πλέον ἡμερομίσθιοι ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐργατοτεχνίτου. Ἀλλὰ τὸ πλεῖστον τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, τὸ μεγαλύτερον μέρος ἀπασχολοῦνται μὲ καθαρῶς ὑπαλληλικὰ ἔργα. Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Κώδικος ὁ δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι ὑποχρεωμένος ἅμα τῷ διορισμῷ του νὰ δηλώσῃ καὶ τὴν περιουσιακήν του κατάστασιν καὶ τὴν ἑκάστοτε ἐναλλαγὴν ταύτης. Ἡ σοφωτάτη ὅμως, αὐτὴ διάταξις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ παντὸς ἐνασκοῦντος δημόσιον λειτούργημα εἰς τὸν τόπον αὐτόν, καίτοι δὲν κατηργήθη, δὲν γνωρίζω μὲ ποῖον δικαίωμα ἐτέθη ἐν πλήρει ἀχρηστίᾳ, ἐνῷ ἐφαρμοζομένη πολλὰς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκλείσῃ παρεκτροπὰς καὶ καταχρήσεις, αἵτινες εἰς ὅλους μας εἶναι γνωσταί.
§137Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ πόθεν ἔσχες τὸ εἴχομεν προτείνει εἰς τὸ 1926 ὄχι μόνον διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς πολιτευομένους.
§138Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δι’ ὅλους, κύριε συνάδελφε.
§139Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν χωρὶς περιουσίαν καὶ νὰ ἐξέρχωνται μὲ περιουσίαν. Τὸ 1926–1927 διὰ πάντα ὑπάλληλον καὶ διὰ πάντα πολιτευόμενον εἶχον ζητήσει τοῦτο.
§140Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ὑπῆρχεν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφηρμόσθη. Καὶ ἐρωτῶ: μὲ ποῖον δικαίωμα δὲν ἐφηρμόσθη. Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κώδικος περιελαμβάνετο καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου, ἡ ὁποία, ὅμως, διάταξις δὲν ἐφηρμόσθη καὶ ἅμα ὡς ἐπλημμύρισαν οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ Ὀργανισμοὶ ἀπὸ χιλιάδας προσωπικοῦ, ἐξεδόθη ἐπὶ τέλους, τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1956 τὸ περίφημον καὶ προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῶν νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου περιλαμβάνονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κώδικος. Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 85 τὸ Κράτος παρέχει εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νοσοκομειακήν, ἰατρικὴν καὶ φαρμακευτικὴν περίθαλψιν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκθέσω κἄτι εὔθυμον, ἀλλὰ καὶ τραγικὸν συγχρόνως, τὸ ὁποῖον δίδει τὴν ἐντονωτέραν εἰκόνα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐτσιθελισμοῦ καὶ τῆς ἀδιαντροπίας τοῦ περιφήμου αὐτοῦ Κράτους, κράτους δικαίου. Πρὸ τινων μηνῶν φίλος μου δημόσιος ὑπάλληλος, ὑπηρετῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἔστειλε τὴν ἐνήλικον ἀδελφήν του πρὸς νοσηλείαν εἰς τὰς Ἀθήνας, μὲ παρεκάλεσε δὲ νὰ φροντίσω διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀπαιτουμένων διατυπώσεων, τὸ ὁποῖον καὶ ἔπραξα καὶ ἡ ἀνήλικος ἀδελφὴ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου εἰσήχθη εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Μετὰ ἕνα μῆνα ἄλλος φίλος μου, ἐπίσης δημόσιος ὑπάλληλος, ἐν ἐπαρχίᾳ ὑπηρετῶν, ἔστειλε τὴν ἀνήλικον κόρην του καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ ἐπιτελέσω τὸ αὐτὸ ἔργον. Ἡ κατάστασις, ὅμως, τῆς ἀσθενοῦς ἦτο βαρυτάτη καὶ εὑρέθην εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ ἀναμείνω τὴν ἐπὶ 2, 3, 4 ἡμέρας ἔκδοσιν τῶν ἀπαιτουμένων ἐγγράφων καὶ στοιχείων ἐκ μέρους τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας διὰ τὴν εἰσαγωγήν της εἰς τὸ νοσοκομεῖον, διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον διέτρεχε τὸν κίνδυνον τοῦ θανάτου, ἢ ἔπρεπε νὰ προστρέξω εἰς μίαν ἐκ τῶν μετὰ τοῦ Κράτους συμβεβλημένων κλινικῶν νὰ καταθέσω ἐξ ἰδίων τὰ νοσήλεια τὰ ὁποῖα ἤμην βέβαιος ὅτι θὰ εἰσέπραττα ἀπὸ τὸ Κράτος. Ἐπροτίμησα, ὡς εἶχον καθῆκον, τὸ δεύτερον. Ὁποία ὅμως ἦτο, κύριοι βουλευταί, ἡ ἔκπληξίς μου καὶ ἡ ὀδύνη μου, ὅταν μετὰ 10 ἡμέρας τὸ περίφημον αὐτὸ Κράτος μοῦ ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νοσηλείων ἡ ἀσθενής. Ἔμεινα ἄναυδος. Ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ ἐξέλθῃ ἡ ἀσθενὴς τοῦ νοσοκομείου, διότι οὔτε ὁ δυστυχισμένος πατέρας της ἦτο εἰς θέσιν νὰ συνεχίσῃ τὴν καταβολὴν τῶν νοσηλείων, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ἡ ἰδιωτικὴ κλινική, οὔτε ἐγὼ νὰ συνεχίσω τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ ἐπετιμήθην μάλιστα ἐκ μέρους τοῦ πατρὸς δημοσίου ὑπαλλήλου, διότι τὸν ὡδήγησα εἰς μίαν περιπέτειαν, λόγῳ τοῦ ὅτι ἠγνόουν τοὺς νόμους. Καὶ βεβαίως ἦτο θανάσιμον ἁμάρτημα δι’ ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ νὰ ἀγνοῇ τοὺς νόμους τῆς Χώρας, τοὺς ὁποίους κατὰ τὸ Σύνταγμα οὐδεὶς πρέπει νὰ ἀγνοῇ. Τί εἶχε συμβῆ, κύριοι συνάδελφοι; Κατὰ τὸ ἄρθρον 85 τοῦ Κώδικος ὁ καθορισμὸς τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας τοῦ ὑπαλλήλου τῶν δικαιουμένων περιθάλψεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, καθορίζεται διὰ διατάγματος προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδιδομένου. Ἐξεδόθη τὸ διάταγμα αὐτὸ καὶ καθώρισεν ὅτι νοσηλείας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους δικαιοῦνται ὑπάλληλοι, ἡ σύζυγος καὶ τὰ ἀνήλικα τέκνα του. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως, ἄγνωστον ποῖος παράγων ἀπὸ πολλοὺς παράγοντας οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἐνδιεφέρθη διὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἐνηλίκου ἀδελφῆς δημοσίου ὑπαλλήλου. Μὴ δυνάμενος δέ, λόγῳ τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων, νὰ τὴν εἰσαγάγῃ εἰς κλινικὴν δαπάναις τοῦ Κράτους, ἔσπευσε εἰς ἕνα καλύτερον καὶ εὐκολώτερον ἔργον καὶ ἅμ ἔπος ἅμ ἔργον, ἐξέδωκεν ἕνα νέον διάταγμα προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ δωρεὰν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους νοσηλεία τῶν ἐνηλίκων ἀδελφῶν. Καὶ ἔτσι, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ περίφημον αὐτὸ Κράτος δικαίου, μὲ τὸ ἰσχῦον καὶ σήμερον καθεστώς, τὰ μὲν ἐνήλικα τέκνα τοῦ ὑπαλλήλου δὲν δικαιοῦνται περιθάλψεως, δικαιοῦνται, ὅμως, αἱ ἐνήλικοι ἀδελφαί, αἱ πλεῖσται τῶν ὁποίων, ἀναμφισβητήτως, δὲν ἔχουν καμμίαν ἐξάρτησιν, οὔτε καμμίαν προστασίαν ἐκ μέρους τοῦ ὑπαλλήλου. Ἀποφεύγω τὴν κριτικὴν ἐπὶ τοῦ φαινομένου τούτου, ἀφήνων εἰς ὑμᾶς τὸ σκληρόν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι ἀληθέστερον, αὐτὸ ἔργον. Ὡσὰν νὰ μὴ ἤρκουν, ὅμως, κύριοι βουλευταί, τὰ τόσα θανατηφόρα τραύματα κατὰ τοῦ Κώδικος, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθεσα, ἀπειρία νόμων καὶ ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργικῶν τοιούτων ἐξεδόθησαν κατὰ τὴν διαδραμοῦσαν ἑξαετίαν ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κώδικος αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα κατέστησαν τοῦτον ὄχι μόνον ἀγνώριστον, ἀλλὰ ἁπλοῦν κουρελόχαρτον. Καὶ ἐδημιουργήθη τοιαύτη ἀναρχία ὥστε νὰ καθίσταται προβληματικὴ καὶ ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ. Καὶ δὲν ἀποτελεῖ ὑπερβολήν, κύριοι βουλευταί, τὸ νὰ εἴπω ὅτι ὅπως ἕκαστος στρατιώτης τῆς μεγάλης στρατιᾶς τοῦ Ναπολέοντος ἔφερεν εἰς τὸ σακκίδιόν του τὴν στραταρχικὴν ράβδον, ἔτσι καὶ σήμερον εἰς τὸ περίφημον αὐτὸ Κράτος ὁ κάθε ὑπάλληλος φέρει εἰς τὰ θυλάκιά του ἕνα ἢ περισσοτέρους νόμους, διὰ τῶν ὁποίων καθορίζεται ὁ διορισμός, ἡ παραγωγή, ἡ μετάθεσις, ἡ ἔνταξις καὶ οἱονδήποτε πρᾶγμα. Δὲν εἶναι ὑπερβολή, κύριοι βουλευταί, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐξασφαλίζουν τὸ ὀλιγώτερον εἰς τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τὰς ἀποδοχὰς τοὐλάχιστον καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ. Ἐλέχθη ἐπανειλημμένως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἐλέχθη καὶ ἀπόψε ὅτι ὁ δημοσιοϋπαλληλικὸς Κῶδιξ εἶναι ἀπόκτημα τῶν ἀγώνων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὄχι, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀπόκτημα τῶν ἀγώνων τοῦ δυσφοροῦντος Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ἀντιμετώπιζε καὶ εἶναι ἀπόκτημα τῶν ἀγώνων τῶν τιμίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν δημιουργίαν μιᾶς κρατικῆς μηχανῆς, ὁμαλῶς καὶ ἀπροσκόπτως λειτουργούσης. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἡ ταχυτέρα προαγωγὴ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς συμπλήρωσιν κενῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν διὰ τοῦ Ν. Δ)τος 3605)56 καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐβράδυνον λόγῳ τῆς καθυστερήσεως τοῦ παρὰ τοῦ νόμου τούτου προβλεπομένου Β. Δ)τος. Καὶ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναστείλῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κώδικος, διότι ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, ἢ ἕνας ἐκ τῶν δύο χιλιάδων διευθυντῶν, δὲν ἐσκέφθη νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τονίσω ὅτι οὔτε αὐτὸ εἶναι ἀκριβές. Πρῶτον ἂς ἔλθωμεν εἰς τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι προσκάλεσαν τὸ Ν. Δ)γμα 3605)56 διὰ τοῦ ὁποίου ηὐξήθησαν αἱ θέσεις τῶν περιφερειακῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων εἰς ἑξακοσίους καὶ πλέον. Ἦτο, κύριοι βουλευταί, ἀποτέλεσμα τῶν κενῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐπαισχύντου νόμου 2500 διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 171 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδοθείσης προεκλογικῶς, δι’ ἧς ἐπανασυνιστῶνται αἱ καταργηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ νόμου 2500, θέσεις κατωτέρων καὶ ἀνωτέρων, ἐνῷ διὰ τοῦ Ν. Δ)τος 3605)56 ἐπανασυνιστῶνται αἱ θέσεις μόνον τῶν ἀνωτέρων ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ τμηματάρχου καὶ ἄνω. Ἐρωτῶ, ὅμως, τὸν κ. Ὑπουργόν, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι τὸν ἠμπόδισαν νὰ προβῇ εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν περὶ οὗ πρόκειται ὑπαλλήλων, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κώδικος, κατὰ τὰ ἄρθρα 102, 104, 109 τοῦ ὁποίου καθορίζονται σαφῶς ὅτι «τὸ πρῶτον δεκαπενθήμερον ... (ἀναγινώσκει) ...». Συνεπῶς καμμία τροχοπέδη δὲν ὑπῆρχεν ἐκ μέρους τοῦ Κώδικος διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. Ὑπῆρχε μόνον ἡ τροχοπέδη ὅπως οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ προαχθοῦν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τοῦ νόμου 2500 καὶ ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναστείλῃ μίαν φορὰν ἀκόμη τὰς διατάξεις τοῦ Κώδικος. Καὶ ὅπως λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ Α.Σ.Δ.Υ ἦτο δυνατὴ ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου ἡ προαγωγὴ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Κώδικος. Οὕτω θὰ εἶχον ἤδη προαχθῆ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ καὶ θὰ εἶχον καταλάβει τοὺς βαθμούς των. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐνόμισε ὅτι ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ καὶ δύο ἕως τρεῖς διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων διορθώνονται ἀδικίαι τινὲς εἰς βάρος ὡρισμένων δημοσιοϋπαλληλικῶν τάξεων. Ἐπίσης πολλαὶ τροπολογίαι ὑπεβλήθησαν ἐκ μέρους τῶν κ. κ. συναδέλφων καὶ ἄλλαι ἐκ μέρους τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἡ λιτότης τῆς ἐκθέσεως τῆς ὁποίας μοῦ ἐπροξένησε κατάπληξιν. Δὲν εἰσηγήθη οὔτε μὲ δύο γραμμὰς εἰς τὴν εἰσηγητικήν της ἔκθεσιν καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ρίψῃ ὀλίγα τοὐλάχιστον νεκρολούλουδα εἰς τὸν νεκρὸν τοῦ διὰ πέμπτην φορὰν ἐκτελεσθέντος Κώδικος περὶ ὑπαλλήλων.
§141Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ συνεζήτησε διὰ μακρῶν εἰς δύο ἐν συνεχείᾳ συνεδριάσεις.
§142Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διὰ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν ἀποδίδεται δικαιοσύνη εἰς σωρείαν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι μᾶς συνεκίνησαν. Οὐδείς, ὅμως, δὲν συνεκινήθη ἀπὸ τὸ διαπραχθὲν ἀχαρακτήριστον ἔγκλημα τοῦ νόμου 2500, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἐξεδιώχθησαν ἑκατοντάδες τιμίων ὑπαλλήλων διὰ λόγους οἰκονομικούς, ἐνῷ τὴν ἑπομένην αἱ κενωθεῖσαι θέσεις ἐδιπλασιάσθησαν, καὶ ἐνῷ διὰ τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν ἐδημιουργήθησαν κενὰ οὕτως ὥστε νὰ προαχθοῦν οἱ ἄλλοι, διὰ τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια καὶ οὐδεὶς συνεκινήθη. Τὸ νομοσχέδιον εἶχε καὶ μίαν ὀρθὴν διάταξιν, εἰς τὸ ἄρθρον 2, διὰ τῆς ὁποίας ἐπανεφέροντο ἐν λειτουργίᾳ τὰ Συμβούλια τοῦ Κώδικος. Ἀλλὰ διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν διέγραψε. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Α.Σ.Δ.Υ. βλέπω ὅτι ὁμιλεῖ περὶ τοῦ νόμου 2500 καὶ τῶν ὁρίων ἡλικίας τὰ ὁποῖα καθορίζει ὁ νόμος αὐτός. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 3 ὡς διατυποῦται εἶναι ἐντελῶς ξένον πρὸς τὴν κρίσιν τῆς γνωμοδοτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Α.Σ.Δ.Υ. Καὶ διερωτῶμαι. Τί συνέβη; Ὁμιλεῖ τὸ Α.Σ.Δ.Υ. περὶ ἀνυπάρκτου ἄρθρου; Φαίνεται ὅτι κἄτι θὰ ὑπῆρχεν εἰς τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Α.Σ.Δ.Υ νομοσχέδιον. Καὶ εὑρισκόμεθα εἰς ἕνα ἄλλο κωμικὸν καὶ τραγικὸν συνάμα θέμα. Ὁ νόμος 2500 διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἀθρόαν ἔξοδον τῶν ὑπαλλήλων περιορίζει τὰ ὅρια τῆς ἡλικίας. Δύο μῆνας, ὅμως, πρὸ τῶν ἐκλογῶν, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεστάλησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου 2500 καὶ ὅσοι μὲν ἀπελύθησαν μέχρι τότε ἔχει καλῶς, ἐνῷ οἱ ἄλλοι παρέμειναν εἰς τὰς θέσεις των χωρὶς ὅμως νὰ νομιμοποιηθοῦν, χωρὶς νὰ εἶναι ὑπάλληλοι, παρὰ μόνον μισθολῆπται καὶ χωρὶς ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας των νὰ ὑπολογίζεται διὰ τὴν σύνταξίν των. Καὶ ἐρωτῶ, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν λαμβάνει ἕνα μέτρον, ἢ νὰ ἐπικυρώσῃ τὸν νόμον 2500, ἢ νὰ ἐξακολουθήσουν αἱ διατάξεις αὐταί, περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἢ νὰ καταργήσῃ τὰς διατάξεις αὐτὰς ὥστε κἄθε ὑπάλληλος νὰ μὴ ἔχῃ ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς του τὴν Δαμόκλειον σπάθην; Καὶ ἐρωτῶ ἀκόμη τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ψηφιζομένου τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου τί θὰ κάμῃ τὸ 1958 ὁπότε θὰ προκύψῃ καὶ πάλιν ζήτημα προαγωγῆς; Θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναστείλῃ καὶ πάλιν τὰς διατάξεις καὶ ἔτσι πηγαίνει ἡ δουλειὰ σερτσέντο. Κύριοι βουλευταί, ὡς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ἐτόνισα, σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου μου εἰς τὸ θέμα δὲν ἦτο νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Σκοπός μου ἦτο δι’ ὀλίγων νὰ ἐκθέσω τὸ θλιβερὸν κατάντημα τῆς κρατικῆς μηχανῆς αὐτοῦ, δηλαδὴ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδένα δὲν παραμένει ἄγνωστον καὶ νὰ τονίσω τοὺς πολυπλεύρους ἀνεπανορθώτους κινδύνους ποὺ ἐγκυμονεῖ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν λάβωμεν τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα καὶ νὰ κάμω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μετὰ τὸ Πάσχα, νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν Κώδικα, ὁ ὁποῖος νὰ συζητηθῇ καὶ τὰ πορίσματα αὐτὰ τῆς συζητήσεως ἐνισχυόμενα μὲ ὅσα στοιχεῖα ἔχομεν κατὰ τὴν ἑπταετίαν ἐφαρμόσει νὰ σταλοῦν εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπὶ τοῦ Κώδικος Ἐπιτροπήν, ἵνα ἐκτελέσῃ τὸ τεχνικὸν ἔργον καὶ τελειώσῃ ὁ Κῶδιξ καὶ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς. Κύριοι βουλευταί, εἶναι καιρὸς νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς στρουθοκαμήλου καὶ νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν τύπων τῶν ἥλων καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας του. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ἐξαιρετικὰ ὑπερβολικὸς καὶ συνεπῶς ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνίκανος νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς δικαίας καὶ στοιχειώδεις ἀνάγκας των καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτὸν μίαν στοιχειώδη ἄνετον ζωήν, ἡ δὲ ποιότης — τὸ τονίζω τοῦτο δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦν στενώτερον τὴν λειτουργίαν τῆς Κρατικῆς μηχανῆς — ἡ δὲ ποιότης εἶναι πολὺ κατωτέρα ἔναντι τῶν ἐπιστημονικῶν νικῶν καὶ τεχνικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς σημερινοὺς καιροὺς διαχειρίζονται αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι. Συνεπῶς πρέπει νὰ κανονισθῇ μιὰ διὰ πάντα τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ ἐπιδοθοῦν οἱ ὑπάλληλοι εἰς τὸ ἔργον των. Οἱ ἐρασιτέχναι καὶ οἱ ἀλεξιπτωτισταὶ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποσυρθοῦν ἀντὶ πάσης θυσίας, πρέπει ἐπίσης νὰ καθορισθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ κατόπιν ὁμοφώνου γνώμης τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ὑπάλληλος θὰ προάγεται, θὰ διορίζεται, θὰ μετατίθεται, κατὰ τρόπον ποὺ καμμία Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ οὔτε τὸ δικαίωμα οὔτε τὴν εὐχέρειαν νὰ παραβιάζῃ. Κύριοι βουλευταί, πρέπει ἐφ’ ὅσον ἀκόμη ὑπάρχει καιρός, ν’ ἀναλάβωμεν, ἐπαναλαμβάνω, ἕκαστος τὰς εὐθύνας του ἔναντι τοῦ σοβαρωτέρου αὐτοῦ ἑλληνικοῦ προβλήματος. Ἡ μὴ ταχεῖα, δικαία καὶ ὁριστικὴ ρύθμισις τοῦ ζητήματος, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, δὲν θὰ ἀφήσῃ τίποτε ὄρθιον εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἐφ’ ὅσον καὶ ἐὰν ἀκόμη αἱ ἐθνικαί μας διεκδικήσεις ἱκανοποιηθοῦν κατὰ τὸν πλέον αἰσιοδοξώτερον τρόπον, ὥστε ἀκόμη καὶ ἐὰν αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς ἔθετον εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μέγα μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ θλιβερὸν αὐτὸ κατάντημα τῆς Κρατικῆς μηχανῆς. Κανεὶς δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην ἔχει ὁ πολιτικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος ἐνῷ ἀπὸ μακροῦ ἔχει διαπιστώσει τὴν βαθεῖαν νοσηρότητα ὄχι μόνον δὲν λαμβάνει τὰ προσήκοντα θεραπευτικὰ μέτρα, ἀλλὰ τοὐναντίον διὰ τῆς ἐκδόσεως ἀπειρίας νόμων καὶ πολλῶν χιλιάδων αὐθαιρέτων διοικητικῶν πράξεων καὶ ἐνεργείας συντελέσεως εἰς τὴν πλήρη ἀποσύνθεσιν τοῦ Κρατικοῦ μηχανισμοῦ νομίζω, ὅτι εἶναι καιρός, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν ὥραν, ὁ πολιτικὸς κόσμος νὰ θελήσῃ νὰ διορθώσῃ τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος καὶ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του ν’ ἀποτρέψῃ τοὺς ἀπειλοῦντας τὴν χώραν ἀνυπερθέτους καὶ ἐξαιρετικοὺς κινδύνους. (Χειροκροτήματα).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῆς Γεωργίας παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς Διευθύνσεως Τοπογραφικῆς Ὑπηρεσίας Ὑπουργείου Γεωργίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας καὶ ἄλλων τινῶν ἀφορωσῶν αὐτὴν διατάξεων» ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐν ἀρχῇ ἀντιρρήσεις ὁ κ. Χριστόπουλος, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπηρεσιακὸν καὶ ἐπεῖγον.
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§145Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Γεωργίας). Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ εἰς τὸ τέλος Ἀπριλίου παρίσταται ἀνάγκη τὰ τεχνικὰ συνεργεῖα τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας νὰ ἐξαπολυθοῦν εἰς τὴν ὕπαιθρον θὰ παρακαλέσω νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον μὲ ὡρισμένας τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθην. Ἐπαναλαμβάνω, τὴν θερμὴν παράκλησιν ὅπως τὸ ψηφίσωμεν, διότι ἀναμένουν τὰ συνεργεῖα διὰ νὰ ἐξέλθουν εἰς τὴν ὕπαιθρον.
§146Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἕνας τρόπος μόνον ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει, ἐφ’ ὅσον τροπολογίαι προστίθενται: Θὰ πρέπει νὰ τὸ ἀνατυπώσητε μὲ τὰς τροπολογίας, νὰ τὸ ἐγγράψητε εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν πρώτην ἡμέραν νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ νὰ τὸ περάσωμεν εὐχαρίστως. Ἄλλως θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀναγνώσητε τὰς τροπολογίας νὰ τὰς ἀκούσωμεν καὶ νὰ τὰς δεχθῶμεν, ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ γίνουν δεκταί.
§147Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Γεωργίας). Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε τὰς τροπολογίας. Ὑπάρχει ἡ τροπολογία τῶν συναδέλφων κ. κ. Κάβδα καὶ Τσακιρίδη, τὴν ὁποίαν δέχομαι, καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «... (ἀναγινώσκει) ....». Ἐπίσης ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 5 παράγραφος 3: «... (ἀναγινώσκει) ...».
§148Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Αὐτὴν τὴν τροπολογίαν τὴν δέχεσθε, ἀνεξαρτήτως χρόνου ὑπηρεσίας, μετὰ δύο μῆνας νὰ ἐνταχθοῦν;
§149Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ (Ὑφ. Γεωργίας). Κύριε Χαβίνη, παρέχεται εὐκαιρία προσλήψεως ἐμπειροτεχνῶν. Ἀσφαλῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑπηρεσίαν ὡς ἐμπειροτέχναι πρέπει νὰ προτιμηθοῦν.
§150Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας λέγετε ὅτι ἐντάσσονται κ.λ.π. Καὶ ὅποιος ἔχει ἕνα μῆνα, θὰ γίνῃ ὑπάλληλος;
§151Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Γεωργίας). Προτιμῶνται, κ. συνάδελφε.
§152Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχῃ κάποια ὁμοιομορφία. Ὅταν ἔχετε εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα ἡμερομισθίους μὲ πολλὰ ἔτη ὑπηρεσίας, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μονιμοποιηθοῦν ἐκεῖνοι. Δὲν πρέπει νὰ παραμερίζωνται οἱ ἔχοντες ὑπηρεσίαν 5 καὶ 10 ἐτῶν.
§153Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐντάξεως ὑπαλλήλων, κύριε Ὑπουργέ. Μὴ ἀπατώμεθα.
§154Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Γεωργίας). Δὲν πρόκειται περὶ ὁριστικῆς προσλήψεως, οὔτε περὶ μονιμοποιήσεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐποχιακῆς προσλήψεως διὰ τὴν ἐπάνδρωσιν τῶν συνεργείων τῆς ὑπαίθρου.
§155Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ τοπογράφων ἐμπειροτεχνῶν.
§156Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ διὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀναστασάτου. Πρόκειται περὶ ἐντάξεως ὑπαλλήλων. Θὰ ἐνταχθῇ ἕνας ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἕνα μῆνα καὶ δὲν θὰ ἐνταχθοῦν ἄλλοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ τοῦ νόμου 751; Τί σημαίνει ἡ τροπολογία αὐτή;
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία, κύριε Χαβίνη;
§158Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Θέλω ἀλλὰ νὰ τεθῇ ἓν ὅριον.
§159Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Γεωργίας). Θὰ παρακαλέσω καίτοι ἡ τροπολογία εἶναι ἄσχετος μὲ τὸ νομοσχέδιον νὰ τὴν ἀκούσητε, διότι εἶναι ἐπείγουσα καὶ διότι πρόκειται περὶ κυρώσεως πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ πρᾶξις λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον λαβὸν ὑπ’ ὄψει ... (ἀναγινώσκει) ...». Διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ κατόπιν αἰτήσεως τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας παρεχωρήθη ἓν αὐτοκίνητον τῆς Κερκύρας, διὰ νὰ κτισθῇ παράρτημα τῆς ἐν Ἀθήναις Γαλλικῆς Σχολῆς. Ἐπειδὴ ἔληξεν ἡ προθεσμία, θὰ πρέπει νὰ κυρωθῇ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις διὰ νὰ μὴ δημιουργήσωμεν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ζημίαν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Π. Οἰκονομίδης).
§160Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἔχει σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον; Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν.
§161Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Γεωργίας). Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ ὅπως σᾶς εἶπον τοῦτο γίνεται διὰ νὰ μὴ δημιουργήσωμεν ζημίας εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Τυπικῶς ἔχετε δίκαιον.
§162Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διαμαρτύρομαι ἐντονώτατα.
§163Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Γεωργίας). Δὲν πρόκειται περὶ χαριστικῆς διατάξεως. Εἶναι καθαρῶς κύρωσις πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ δι’ αὐτὸ ζητῶ τὴν ψήφισίν της.
§164ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὴν ψηφίσωμεν.
§165Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πρόκειται περὶ τυπικῆς βεβαίως ἀνωμαλίας, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη θὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ μεταβληθῇ ὁ τίτλος κάπως τοῦ σχεδίου νόμου. Διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ ὥστε νὰ μὴ σημειωθῇ ἔστω καὶ τυπικῶς ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν πολὺ ὀρθῶς ἔκαμεν ὁ κ. Χαβίνης, περὶ ἀντισυνταγματικότητος. Βεβαίως, δὲν εἶχε καὶ συνεπείας ἡ θεωρητικὴ αὐτὴ κρίσις περὶ ἀντισυνταγματικότητος, ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν αὐτήν.
§166Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Γεωργίας). Ὁ συνάδελφος κ. Χριστόπουλος ἔχει ὑποβάλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἀποδέχομαι: «Τοπογράφοι.... (ἀναγινώσκει)...».
§167Γ. ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΣ. Κύριοι, ἡ τροπολογία ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν παράτασιν τοῦ βίου τῶν ἐφεδρικῶν ταμείων Κρήτης παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ, διότι εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον;
§169Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι. Νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμός. Διεκόψαμεν τὴν συζήτησιν καὶ παρεμβάλαμε ἄλλο νομοσχέδιον.
§170Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, κύριε Πρόεδρε, ἢ ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπιτρέψητε τὴν παρεμβολὴν ἢ τώρα ποὺ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέρμα νὰ τελειώσωμεν. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἐνόμισεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, ὑπάρχουν τροπολογίαι, ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν.
§172Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν εἶναι θέαμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε.
§173Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Γεωργίας). Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει ἐπείγουσα ἀνάγκη διὰ τὴν παράτασιν τῶν ἐφεδρικῶν Ταμείων Κρήτης, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν κατωρθώθη ἡ ψήφισις τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ἐπομένως ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν περὶ παρατάσεως ἐπὶ ἓν τετράμηνον τῶν ἐφεδρικῶν Ταμείων Κρήτης. Ἄλλας τροπολογίας δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ. (Θόρυβος).
§174Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρεμβάλλεται πρὸς συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ νὰ ὑποβάλλωνται ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίαι.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεμβλήθη τὸ νομοσχέδιον, διότι ἦτο ἐπεῖγον. Ἀποδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ πολλοὶ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διαμαρτύρονται διότι δὲν τοὺς δίδεται ὁ λόγος. Κωδωνοκρουσίαι).
§176Θ. ΛΥΜΠΕΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι καὶ ἤθελα νὰ πληροφορηθῶ ἐὰν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον.
§177Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σημειώσατε ὅτι ὑπάρχει σοβαρὸς ἀριθμὸς συναδέλφων διαμαρτυρομένων διότι δὲν τοὺς ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσουν διὰ νὰ ἀναπτύξουν τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὡρισμέναι τροπολογίαι ἐγένοντο δεκταὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πέραν τούτων πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ὅμως, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι θὰ περιλάβῃ εἰς ἄλλον νομοσχέδιον. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐὰν δέχεται τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν συζήτησιν ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Θόρυβος–κωδωνοκρουσίαι. Πολλοὶ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διαμαρτυρόμενοι ζητοῦν τὸν λόγον).
§180Θ. ΛΥΜΠΕΡΙΔΗΣ. Ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, ἢ ὄχι;
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη μὲ τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§182Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐψηφίσθη, κύριε Πρόεδρε, ἐξ ὑφαρπαγῆς καὶ κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Σεῖς, ὡς Πρόεδρος, δὲν ἀντελήφθητε τὰς ἀντιρρήσεις ὡρισμένων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ὁμιλήσουν διὰ νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις των ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Δικαίως παραπονοῦνται οἱ κύριοι συνάδελφοι, καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον παρετηρήθη εἶναι ἄηθες καὶ προσβάλει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ νομοθετικόν της ἔργον.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀναμείνατε διὰ νὰ ἀκούσητε καὶ τὸ Προεδρεῖον. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον ἦτο ἄκρως ἐπεῖγον ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του, ἣν καθ’ ἣν στιγμὴν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πρᾶγμα εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συγκατετέθη. Ἀνεφύη, ὅμως, τὸ θέμα τῆς ὑποβολῆς ὡρισμένων τροπολογιῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Γεωργίας, ἀπεδέχθη ὡρισμένας ἐξ αὐτῶν, τὰς ὁποίας καὶ ἀνέγνωσε. Ἐν συνεχείᾳ παρ’ ἄλλων συναδέλφων ὑπεβλήθησαν καὶ ἄλλαι τροπολογίαι. Ἀλλ’ ὡς εἶναι γνωστόν, ἀπειρία τροπολογιῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθοῦν εἰς κάθε νομοσχέδιον, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἀκούσῃ, χωρὶς νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ νὰ τὰς ἀποδεχθῇ. Ἐδήλωσε δέ, ἐπαναλαμβάνω, ποίας ἀποδέχεται.
§184Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ψηφίζω εὐχαρίστως. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ κάμω καὶ ἐγὼ τὴν δήλωσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν νὰ ψηφίζωνται νομοσχέδια.
§185Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Γεωργίας). Κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἶναι ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος ἐκάκισε τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Νομίζω, ὅμως, ὅτι δὲν ἦτο παρὼν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεώς του, ἐνῷ θὰ ὤφειλε νὰ εὑρίσκετο ἐδῶ καὶ νὰ συντελέσῃ καὶ ἐκεῖνος εἰς τὴν ταχεῖαν ψήφισίν του, διότι γνωρίζει περισσότερον παντὸς ἄλλου τὴν ἀνάγκην νὰ βγοῦν τὰ συνεργεῖα καὶ νὰ ἐπιτελέσουν τὸ ἔργον των. Οὐδεμία ὑποκλοπὴ διατάξεώς τινος ἐγένετο, ὥστε νὰ προκαλῇ τὴν ὀργὴν τῶν κ. κ. συναδέλφων. Ἡ μόνη ἴσως τυπικὴ κἄπως παράλειψις ἦτο ἡ τροπολογία διὰ τὴν κύρωσιν τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀφορώσης τὸ Γαλλικὸν Ἰνστιτοῦτον Κερκύρας. Ἐν προκειμένῳ, ὅμως, ἐτόνισα, τὴν ἀνάγκην τοῦ ἐπείγοντος πρὸς ἀποφυγὴν ζημιῶν διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ὑπάρχει βεβαίως μία πληθὺς τροπολογιῶν τὰς ὁποίας ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἀποδέχομαι, διότι εἶναι προσωπικαὶ καὶ χαριστικαί. Ὅσας ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὰς ἀνέγνωσα καὶ τὰς ἀπεδέχθην. Ἑπομένως νομίζω ὅτι οὐδόλως δικαιολογεῖται ὁ προκληθεὶς θόρυβος καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἔπρεπε νὰ τονισθῇ περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. συναδέλφους, παρὰ ἀπὸ ἐμέ.
§186Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω ὅτι εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι πράγματι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐξαιρετικῶς κατεπεῖγον καὶ πρέπει ἐντὸς τῆς ἀποψινῆς συνεδριάσεως νὰ ψηφισθῇ, διὰ νὰ δώσωμεν τὴν εὐχέρειαν εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, νὰ προχωρήσουν εἰς τὸ ἔργον των κατὰ τοῦτο τὸ σημαντικόν. Ἀλλὰ πέραν τούτου τὸ νὰ ἐμποδίσωμεν ὡρισμένους συναδέλφους, ὥστε νὰ ὑποστηρίξουν τὰς ἀπόψεις των, δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ αὐτὸ εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ τὸ καταγγείλω.
§187Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ, ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως Κανονισμοῦ καὶ τύπων δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ ὅσα συνέβησαν. Ἐφ’ ὅσον ἔστω καὶ κακῶς διεκόπη ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσητε οἱονδήποτε τῶν κ. κ. συναδέλφων νὰ εἴπῃ ὅσας λέξεις θέλει πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τροπολογίας του. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ θεωρηθῇ ψηφισθὲν ἐφ’ ὅσον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ὁμιλήσουν δὲν ὡμίλησαν. Ἐδημιουργήθη, ὅμως, ἕνας ἐκνευρισμὸς διὰ τὸν λόγον ὅτι δικαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠγέρθη διαμαρτυρόμενος, μὴ φανταζόμενος ὅτι συμφωνήσας εἰς τὸ νὰ γίνῃ ἡ διακοπὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι θὰ προεβάλλοντο τόσαι ἀξιώσεις τροπολογιῶν καὶ ἀγορεύσεων. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ εἴπουν τὰς ἀπόψεις των. Ἀκούω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν φωνὴν φίλου συναδέλφου, λέγοντος ὅτι τελείωσε τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ ἐὰν τελείωσε, τελείωσε ἀντισυνταγματικῶς, διότι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ὁμιλήσουν, ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι τελείωσεν ἡ συζήτησις.
§188Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς ἀπόλυτον διαφωνίαν μὲ τὰ ὅσα ἐξετέθησαν. Τὰ πάντα ὑπάγονται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς σχετικότητος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας συζητεῖται εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγωμεν ὅτι ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ ἀποδεικνύωμεν. Ἐγὼ λυποῦμαι, διότι οἱ βουλευταὶ τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος ἠθέλησαν νὰ ἐπιβραδύνουν, ἔστω, τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ψηφισθῇ ἐπειγόντως, εἶναι ζήτημα ἐὰν ψηφισθῇ πρὸ τῶν διακοπῶν. Δὲν ἔχουν κανένα μονοπώλιον οἱ βουλευταὶ τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος νὰ λέγουν ὅτι αὐτοὶ μόνον ἐνδιαφέρονται διὰ τοὺς ἀγρότας. Καὶ ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα, κατὰ πρῶτον λόγον ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς τῶν περιφερειακῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Συνιστῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δείξῃ καὶ ἐκείνη διὰ τῶν πράξεών της, τὸ ἀμέριστον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου καὶ χωρὶς διακοπὴν τῆς ἀρξαμένης συζητήσεως νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἡ περαιτέρω συζήτησις πιθανὸν νὰ ἐκπληροῖ τὸν τύπον, ἀλλὰ ζημιώνει τὴν οὐσίαν, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι δὲν δέχεται καμμίαν ἄλλην τροπολογίαν. Πρὸς τί ἡ ἀνάπτυξις τῶν τροπολογιῶν; Δὲν εἶναι τίποτε ὅλα αὐτὰ παρὰ ἀπώλεια χρόνου εἰς βάρος τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου.
§189Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἠσχολήθη μὲ τὸ Ἀγροτικὸν Κόμμα καὶ τοὺς βουλευτάς του. Οἱ βουλευταὶ τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος ἀντιπαρέρχονται τὰς συστάσεις τοῦ κ. Μπακοπούλου, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ γίνουν πρὸς ἄλλας κατευθύνσεις.
§190Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤλεγξα ἁπλῶς τὴν στάσιν των.
§191Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Αὐτὸς ὁ τρόπος τῶν συζητήσεων δι’ ἡμᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτος καὶ ἀπορῶ κατὰ ποῖον τρόπον ἀπασχολεῖτε συνεχῶς τὴν Βουλήν, διεκδικοῦντες προνόμια. Δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ κανεὶς τοιαῦτα προνόμια. Ἔρχεται συνάδελφος νὰ ἐκφράσῃ ἀδίκους μομφάς, ὄχι μόνον ἐναντίον συναδέλφων, ἀλλὰ καὶ Κομμάτων. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι οἱ βουλευταὶ τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος ἀντιπαρέρχονται τὰς μομφὰς αὐτὰς καὶ δὲν παρακολουθοῦν τὴν σκέψιν τοῦ κ. Μπακοπούλου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ὅτι θέλομεν νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐξυπηρετεῖται μὲ τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὅτι δὲν δέχεται καμμίαν ἄλλην τροπολογίαν. Ἐφ’ ὅσον προέβη εἰς αὐτὴν τὴν δήλωσιν καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ συμφωνήσουν καὶ οἱ κ. κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ ὑποστηρίξουν τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν πρόθεσιν κωλυσιεργίας εἶχον, νὰ μὴ ἀναπτύξουν τὰς τροπολογίας, θεραπεύονται καὶ αἱ δύο πλευραί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει γνῶσιν τῶν τροπολογιῶν, οἱ δὲ κ. κ. συνάδελφοι δὲν ἔχουν σκοπὸν νὰ συνεχίσουν.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πλέον θέμα, ὥστε νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον;
§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς Διευθύνσεως Τοπογραφικῆς Ὑπηρεσίας Ὑπουργείου Γεωργίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας καὶ ἄλλων τινῶν ἀφορωσῶν αὐτὴν διατάξεων». Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν διακοπεῖσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Λ. Δερτιλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§195Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Ἐπρόκειτο νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τούτοις ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουδούρη μὲ ὑποχρεώνει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς ὁ Ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ δὲν πρέπει νὰ ἐμφανίζεται καὶ νὰ ἀποτελῇ διὰ τὴν Βουλὴν κοράνιον. Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος συνάγεται, ὅτι εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς δὲν ἔπρεπε νὰ ὑφίσταται ὁ Ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ ἐν τῷ συνόλῳ του. Ὅταν ἐψηφίσθη, κύριοι συνάδελφοι, ὁ βασικὸς αὐτὸς νόμος, δὲν ἐδόθη ὁ καιρὸς νὰ τὸν ἀναγνώσῃ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία τὸν ἐψήφισεν.
§196Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πῶς τὸ φαντάζεσθε αὐτό, κύριε συνάδελφε;
§197Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Αὐτὸ τοὐλάχιστον μᾶς εἶπεν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος. Συνῆλθεν ἐκτάκτως ἡ Βουλὴ καὶ δὲν τῆς ἐδόθη οὔτε κἂν ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναγνώσῃ τὸν βασικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον, ὅμως, αἱ ἀγορεύσεις πολλῶν συναδέλφων τὸν ἐμφανίζουν ὡς κοράνιον καὶ μὴ δυνάμενον τάχα, νὰ τύχῃ οὔτε κἂν τροπολογιῶν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς.
§198Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν τὰ εἶπον ἐγὼ αὐτά. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον, τὰ εἶπον σαφῶς.
§199Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Ἔτσι τὸ ἀντελήφθην καὶ νομίζω ὅτι σαφῶς ἀντελήφθην. Δεύτερον γεγονός, ποὺ ὡδήγησεν εἰς τὸ νὰ μὴ ἵσταται εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς ὁ νόμος αὐτός, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος δὲν ἔχουν τεθῆ ἀκόμη εἰς ἐφαρμογήν, παρ’ ὅλον ὅτι οὐδεμία πρὸς τοῦτο νομικὴ ἐνέργεια ἔλαβε χώραν καὶ οὐδεμία διαμαρτυρία ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐξεδηλώθη. Γεγονὸς ὅτι πρέπει νὰ ἵσταται εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς, ἀσχέτως τοῦ περιεχομένου του, διότι ὡς ἀπεκαλύφθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουδούρη, ὑπὸ τοῦ κ. συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, τότε Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐζητήθη τότε ἡ ἐν τάχει ἐπιψήφισις τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, διότι τὸ ἠξίωσεν ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολή. Ἐγὼ δὲν ὑποθέτω τίποτε, ἀλλὰ ἁπλῶς ἤκουσα ταῦτα. Ἀσχέτως τοῦ περιεχομένου τοῦ Κώδικος, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν ἰδικήν μου συνείδησιν δὲν ἵσταται, ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς ἐμφανίσεως καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἀποτελεῖ βανδαλισμὸν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας τὸ νὰ θελήσῃ νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ Κώδικος; Δύο τρόποι ἐκδηλώσεως τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ὑπάρχουν. Πρῶτον ἡ διὰ παγίας τροπολογίας καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ ν. 2500, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀτυχὴς εἰς ἔμπνευσιν καὶ ἀτυχέστατος εἰς ἐφαρμογήν, ἐν προκειμένῳ, ὀρθῶς ἐτροπολόγησε, κατὰ τρόπον πάγιον, τὸν Ὑπαλληλικὸν Κώδικα. Ἡ τροπολογία αὕτη ἠλλοίωσε τὴν μορφὴν τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων. Τὸ δεύτερον σκέλος εἶναι ἡ ἀναστολὴ ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος. Ἡ κυρίαρχος νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξεδηλώθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, διότι ἐκρίθη, ὅτι ὁ Ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ δὲν δύναται, πρὸς τὸ παρόν, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν τῷ συνόλῳ του. Πάλιν μὲ ἐκδήλωσιν τῆς κυριάρχου νομοθετικῆς ἐξουσίας ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος δὲν τίθενται εἰς ἐφαρμογήν. Νομίζω, ὅτι πρέπει μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ ὡρισμένας διευκρινίσεις, διότι δὲν ἐφαρμόζονται ἄρθρα τοῦ Κώδικος, τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο ἀναστολή. Ὅταν, ὅμως, ἡ Βουλὴ ἀναστείλῃ ὡρισμένας διατάξεις, δὲν διαπράττει παρανομίαν. Ἔπρεπε νὰ μελετήσῃ τὸν Ὑπαλληλικὸν Κώδικα ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ νὰ ἴδῃ, ποῖαι διατάξεις εἶναι ἐφαρμόσιμοι, ποῖαι ὄχι καὶ ποῖαι χρήζουν τροποποιήσεως. Καὶ ἄλλας νὰ ἀναστείλῃ καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ μεταγενεστέρως, μετὰ ὡρίμανσιν τῶν συνθηκῶν. Ἠγέρθησαν, ὅμως, ὡρισμέναι ἀπορίαι καὶ σκέψεις ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἐν σχέσει μὲ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων. Ἂν δηλαδὴ θὰ ἀπαιτῆται σύμφωνος γνώμη τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων ἢ ὄχι. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, προσωπικῶς οὐδεμίαν δυσπιστίαν τρέφω πρὸς τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν. Πιστεύω, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ ἔχῃ ἀποφασιστικὴν γνώμην ἐπί μιᾶς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ ἡ ὑπηρεσία καὶ νὰ δύναται, διαπιστώνουσα μίαν αὐθαιρεσίαν, τῆς ὑπηρεσιακῆς ἡγεσίας, νὰ τὴν διορθώνῃ. Ἐγώ, φοβοῦμαι περισσότερον τὴν ὑπηρεσιακὴν ἡγεσίαν, τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ μονίμου παράγοντος ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ μετακλητοῦ πολιτικοῦ τοιούτου. Διηύθυνα, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὸ παρελθόν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ μόνη ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἔδωσα πρὸς τοὺς εἰσηγητὰς τῶν Συμβουλίων, ἦτο ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός των νὰ προσπαθήσουν νὰ συναντήσουν τὴν συνείδησίν των. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, τοὺς εἶπον, ὅτι θὰ ἐπιβάλω κυρώσεις. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι βουλευταί, οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχήν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ θὰ πρέπει νὰ εἶναι διεκπεραιωταὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου. Σκεφθῆτε, κύριοι βουλευταί, εἰς ποίαν δύσκολον κατάστασιν εἶναι δυνατὸν νὰ περιέλθῃ εἷς ὑπάλληλος, ὅταν τελῇ ὑπὸ τὴν συνεχῆ αὐθαίρετον ἐξουσίαν τοῦ μονίμου ὑπηρεσιακοῦ παράγοντος. Ὁ ὑπάλληλος αὐτός, θὰ πρέπει νὰ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν του. Νὰ σταδιοδρομήσῃ, εἶναι ἀδύνατον. Περαιτέρω, κύριοι βουλευταί, θὰ ἔλεγον, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι θεωροῦμεν τοὺς ἑαυτούς μας ἀνικάνους καὶ δεχόμεθα ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἀσκοῦμεν, παρὰ ἓν φθοροποιὸν ἔργον.
§200Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω, κύριε συνάδελφε, τί ἀπεκομίσατε ἀπὸ τὴν ἀνωτάτην ἡγεσίαν τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τὴν διέλευσίν σας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Διότι ἡμεῖς γνωρίζομεν ὅτι εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Ὑπουργεῖα ὑπάρχουν κλίκες ὑπαλλήλων ἀλληλοσυγκρουόμεναι, αἱ ὁποῖαι ἀναλόγως μὲ τὰ ἰδικά των συμφέροντα ἑρμηνεύουν καὶ ἐφαρμόζουν τὰς κειμένας διατάξεις. Ἐγώ, προσωπικῶς, δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ θίξω ὑπάλληλόν τινα. Ἔχω σχηματίσει ὅμως, τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ ἀνώτατοι κρατικοὶ λειτουργοὶ εἶναι ἀσυνείδητοι καὶ ὅτι ἀναλόγως μὲ τὰ ἰδικά των συμφέροντα κατευθύνουν τὴν κρατικὴν μηχανήν.
§201Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μὲ ἀναγκάζετε, κύριε συνάδελφε, νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα λέγετε.
§202Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δι’ ἡμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἡ γενίκευσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι ἀπαράδεκτος.
§203Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνωτάτους κρατικοὺς λειτουργούς. Ἐννοῶ μερικοὺς ἐξ αὐτῶν. Ὑπάρχει Γενικὸς Διευθυντὴς.... (Φωναί — κωδωνοκρουσίαι).
§204Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Σᾶς ἐπέτρεψα, κύριε συνάδελφε, νὰ κάμητε μίαν διακοπήν, ὄχι καὶ νὰ ἀγορεύσητε.
§205Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ ἓν μέγιστον ποσοστὸν ἡ σημερινὴ κοινωνικὴ ἀπαθλίωσις ὀφείλεται εἰς τὴν ἀσυνειδησίαν ὡρισμένων ἐκ τῶν ἀνωτάτων κρατικῶν λειτουργῶν.
§206Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Ἐπρόκειτο, κύριοι βουλευταί, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, νὰ ἀναφερθῶ καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς ὑπηρεσιακῆς ἡγεσίας τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, καὶ πιστεύσατε, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰ ὅσα θὰ εἴπω, ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν πεποίθησίν μου, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλω, λέγω, νὰ ὁμολογήσω ὅτι οἱ Γενικοὶ Διευθυνταὶ τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ συνόλῳ των, στέκουν εἰς τὸ ὕψος τῆς εὐθύνης των καὶ τῆς ἀποστολῆς των. Ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ σημερινὴ ἡγεσία τοῦ ὑπηρεσιακοῦ παράγοντος τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν νὰ μείνῃ ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὴν θέσιν της, ὁμολογῶ ὅτι δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησίν τινα διὰ τὸ σύμφωνον τῆς γνώμης τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων εἰς τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐπειδή, ὅμως, τὰ πρόσωπα παρέρχονται, εἶπον ὅσα ἀνωτέρω εἶπον, διὰ τὸ σύμφωνον ἢ μὴ τῆς γνώμης τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων, εἰς τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ. Κατὰ συνέπειαν δὲν μὲ ὡδήγησε εἰς τὰς σκέψεις αὐτάς, τὰς ὁποίας διετύπωσα ἡ σημερινὴ ἡγεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν τοὐλάχιστον ἐγὼ ἐκτιμῶ ἀπολύτως.
§207Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐκατηγόρησεν κανεὶς τὰς ὑπηρεσίας, τῶν ὁποίων ἐμφανίζεσθε ἀπρόσκλητος συνήγορος. Ὑπάρχουν, εἶπον, ἐγώ, καὶ καλοὶ καὶ κακοὶ ὑπάλληλοι, ὅπως ὑπάρχουν καὶ καλοὶ καὶ κακοὶ βουλευταί, ὅπως ὑπάρχουν καὶ καλοὶ καὶ κακοὶ Δεσποτάδες καὶ Ὑπουργοὶ καὶ Πρωθυπουργοί.
§208Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Ἐκφράζω ἓν βαθύτατον παράπονον καὶ λυποῦμαι, διότι τὸ ἐκφράζω διότι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἐκφράσω εἰς σᾶς ποὺ ἔχετε πράγματι πολὺ μεγαλυτέρας προαγωγὰς ἀπὸ ἐμέ. Ἐκφράζω τὸ ἑξῆς παράπονον, ἐνῷ εἶχον ἀντιθέτους ἀπόψεις πρὸς τὰς ἰδικάς σας, δὲν σᾶς διέκοψα. Σᾶς ἄφησα νὰ συνεχίσητε. Θὰ ἀναμείνωμεν, λοιπόν, τὴν ἀνταπόδοσιν ἀπὸ σᾶς. Τὰ ὅσα εἶπον περὶ τῆς ὑπηρεσιακῆς ἡγεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀποτελοῦν ἀπάντησιν εἰς σᾶς, ἀλλὰ εἰς τὸν συνάδελφον κ. Ἰντζέν. Καταλήγων, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ νομοσχέδιον δὲν περιέχει τίποτε καὶ δὲν ζητεῖ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον τὴν ἀναστολὴν ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, αἱ ὁποῖαι ἐν συνεχείᾳ ἀναστέλλονται διότι ἐπὶ τέλους δὲν ἦτο λογικὸν δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ ἐν τῷ συνόλῳ του νὰ ἰσχύσῃ εὐθὺς ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ του, ἀφοῦ ἄλλωστε, δὲν ἐλήφθη πρόνοια νὰ προσαρμοσθῇ πλήρως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα. Καὶ δεύτερον ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη ὡς παγίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος εἰς τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ 9, διότι θὰ ἦτο πράγματι ἀφόρητον νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι εἷς Ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη ὡς εἰσήχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τὸν θεωρήσῃ καταστατικὴν διάταξιν συντακτικῆς, τρόπον τινά, ἰσχύος καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχει τὴν εὐχέρειαν καὶ τὴν δύναμιν νὰ τὴν τροποποιῇ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου.
§209Ε. ΠΕΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἐμπεριστατωμένη ἀγόρευσις τοῦ συναδέλφου κ. Βουδούρη ἔχει θίξει ὡρισμένα καίρια σημεῖα ἐπάνω εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Κρατικῆς μηχανῆς. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα τελειώνων, ὅτι θὰ πρέπει κἄποτε καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ θέμα εἶναι λογικὴ καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή. Ἂς μοῦ ἐπιτρέψητε, ὅμως ν’ ἀσχοληθῶ δι’ ὀλίγον μὲ κριτικὴν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, κύριοι συνάδελφοι ἐπιδιώκεται ὅπως ρητῶς τονίζεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἡ διὰ προαγωγῆς πλήρωσις κενῶν θέσεων καὶ δὴ τῶν κενῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου 3605. Τὸ αἰτιολογικόν, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι, ὅτι πρέπει ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἰσχὺς ὡρισμένων διατάξεων, διότι ἄνευ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ προαγωγή. Ἐὰν πράγματι ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὴν πραγματικότητα ἡ σκέψις αὐτή, δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ προτείνωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ σχεδίου νόμου. Λυποῦμαι διότι ὅπως ὑπεστήριξα καὶ ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐφαρμογῆς ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως σχέσιν μὲ τὰς προαγωγὰς τῶν ὑπαλλήλων. Συγκεκριμένως, κύριοι συνάδελφοι, ζητεῖται ἡ ἀναστολὴ τῶν διατάξεων 94 ἕως 97. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ διατάξεις αὐταὶ ἁπλούστατα ὁμιλοῦν περὶ μεταβολῆς, περὶ τοποθετήσεως, περὶ μετακινήσεως, περὶ μετατοπίσεως καὶ ἀποσπάσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διατὶ ἐπιζητεῖται ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μὲ τὰς προαγωγὰς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; Ἐν συνεχείᾳ ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἰσχὺς τῶν ἄρθρων 100 καὶ 101, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον σκοπὸν νὰ κατοχυρωθοῦν αἱ θέσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν καὶ ἀπὸ τὰς αὐθαιρεσίας τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἡ διακριτικὴ αὐτὴ ἐξουσία, ὅπως ἐδέχθη καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ τὰ ἀνώτατα δικαστήρια, εἶναι ἀνέλεγκτος. Κατὰ συνέπειαν ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀφαιροῦμεν τὴν μοναδικὴν προστασίαν ποὺ ἔχουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ἐπιζητοῦν τὴν προσφυγήν των εἰς τὰ ἀνώτατα δικαστήρια διότι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 100 καὶ 101 θέτουν ὡρισμένα ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων εἶναι ὑποχρεωμένα τὰ Ὑπηρεσιακὰ Συμβούλια νὰ κρίνουν καὶ ἡ ὑπέρβασις, τῶν ὁποίων δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἐπιζητοῦν τὴν ἀκύρωσιν τῶν πράξεων. Συνεπῶς δὲν δέχομαι ὡς ὀρθὴν καὶ ὡς ἀνταποκρινομένην πρὸς τὰ πράγματα τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι διὰ τῆς ἀναστολῆς τῶν ἄρθρων 94 ἕως 97 καὶ 100 καὶ 101 ἐπιτυγχάνεται ἡ προαγωγὴ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀντιθέτως ὑποστηρίζω, ὅτι διὰ τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων αὐτῶν κατοχυρώνομεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Σκοπός μας δὲ ἀναμφισβητήτως εἶναι ὄχι πῶς θὰ προαγάγωμεν τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ πῶς θὰ τοὺς κατοχυρώσωμεν καὶ ἀπὸ τὰς αὐθαιρεσίας τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προέτεινεν τὴν ἀναστολὴν τοῦ ἄρθρου 94. Τὸ ἄρθρον 94 ὁμιλεῖ περὶ ὑποχρεωτικῆς μεταθέσεως τῶν ὑπαλλήλων, ὅταν παρέμειναν ἐπὶ πενταετίαν εἰς τὸν αὐτὸν τόπον. Δὲν ἐξετάζω τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, κύριε Ὑπουργέ, διότι δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, ὅτι εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, ἀλλὰ ἐρωτῶ διὰ ποῖον λόγον ἐφ’ ὅσον ὑποστηρίζετε, ὅτι σκοπὸν ἔχετε νὰ ἐπιτυγχάνετε τὴν προαγωγήν, ἀναστέλλετε τὴν διάταξιν αὐτήν, τῆς ὁποίας σκοπὸς εἶναι ἁπλούστατα νὰ ἀποτρέπεται ἡ ὑποχρεωτικὴ μετάθεσις. Ἐὰν θέλετε νὰ καταργήσητε τὴν διάταξιν αὐτὴν ἠμπορούσατε νὰ φέρητε ἕνα νόμον καὶ νὰ ζητήσητε τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἀπόψεις σας. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ νὰ ὑποστηρίζετε, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ἐπιτυγχάνεται ἡ προαγωγὴ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι τελείως ἀπαράδεκτον. Ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει καὶ τὸ ἄρθρον 98, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ εἷς δημόσιος ὑπάλληλος εἰς τὸν πέμπτον βαθμὸν ἐὰν δὲν ἔχῃ συμπληρώσει ὑπηρεσίαν «.... (ἀναγινώσκει)....». Αὐτὰ λέγει. Ἀλλ’ ἡ ἰσχὺς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, κύριε Ὑπουργέ, ἄρχεται ἀπὸ τῆς λήξεως διετίας, ἀφ’ ἧς ἴσχυσε. Καὶ διερωτᾶται, διὰ ποῖον λόγον ἀναστέλλετε αὐτὴν τὴν διάταξιν, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ ἰσχύσουν, παρὰ μετὰ δύο χρόνια. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπορία. Ἐπειδή, ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ξεκινῶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψιν, ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ δοθῇ εὐχέρεια εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν προαγωγήν, δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἔχω κάμει μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἀναστέλλω τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι καὶ μόνον προάγουν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νὰ προωθήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Αἱ διατάξεις αὗται εἶναι αἱ παράγραφοι τῶν ἄρθρων 104, 106 καὶ 108. Διὰ τῶν διατάξεων αὐτῶν, πράγματι, ἂν δὲν ἀνασταλοῦν αἱ διατάξεις αὗται, παρέχεται ἡ προθεσμία νὰ ἀσκήσουν ἀναστολήν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ ἐγὼ ζητῶ τὴν ἀναστολὴν τῶν διατάξεων αὐτῶν. Ἀλλὰ κρίνω ἐντελῶς ἀπαράδεκτον τὴν ἀναστολὴν τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν ἀπολύτως μὲ τὰς προαγωγάς. Κατ’ ἀρχήν, ὑποστηρίζω, ὅτι σκοπὸς εἶναι αἱ προαγωγαὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Δέχομαι τὴν ἄποψιν αὐτήν. Ἔχει δημιουργηθῆ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θέλουν τὴν προαγωγὴν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κακῶς ἐπὶ τόσα χρόνια δὲν προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος αὐτοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος, ἂν θέλετε νὰ τοὺς προαγάγητε, ἔχετε τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀφήσητε ἐν ἰσχύϊ τὰς διατάξεις ἐκείνας τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, ἀσχολοῦνται μὲ τὴν κατοχύρωσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§210Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐδῶ ἔχομεν ἓν καθεστὼς καὶ ἢ θὰ πρέπει νὰ ἀναστείλωμεν τὸν Κώδικα, ὁ ὁποῖος προβλέπει μίαν διαδικασίαν, ἢ θὰ μείνωμεν εἰς τὸ καθεστὼς ποὺ ὑπάρχει. Σεῖς μᾶς προτείνετε μίαν τρίτην λύσιν. Νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουν, μέχρις ὅτου ἠμπορέσωμεν νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸν Κώδικα. Ἔδωσα τὴν πληροφορίαν, ὅτι καὶ εἰς τὸ Α.Σ.Δ.Υ. καὶ εἰς τὴν Α.Δ. Ε.Δ.Υ., αἱ ὁποῖαι ἐκπροσωποῦν ὅλον τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον, τὸν μελετοῦν καὶ θὰ ἔλθῃ κἄποτε, διὰ νὰ τύχῃ τῆς ὁμοθύμου κυρώσεως. Ἐπίσης σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Ὑπαλληλικὸς κόσμος δὲν τὸν θέλει. Τὸν θέλουν μόνον ὡρισμένοι ὑπάλληλοι. Τὸν θέλουν αἱ ἀνώτεραι τάξεις τῶν ὑπαλλήλων, δὲν τὸν θέλουν αἱ παρακάτω.
§211Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τότε καταργήσατέ τον καὶ νὰ βγάλῃ τὴν ἀπόφασιν ἡ Α.Δ.Ε.Δ.Υ.
§212Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ τὸν καταργήσωμεν θὰ πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὸν Κώδικα καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησίν του, διότι ἐὰν δὲν τὸν ἀναθεωρήσωμεν δὲν κάμνομεν τίποτε.
§213Ε. ΠΕΤΣΟΣ. Χαίρω, διότι τοποθετεῖτε τὸ θέμα ἐκεῖ ὅπου ὠφείλατε νὰ τὸ εἴχατε τοποθετήσει ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμήν, ἐνῷ νομίζετε ὅτι σκοπός σας εἶναι, νὰ ἀναστείλητε....
§214Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑποστηρίζω αὐτό. Ὑποστηρίζω, νὰ συνεχίσωμεν αὐτὸ τὸ καθεστὼς μέχρις ὅτου δοθῇ ἡ εὐκαιρία, νὰ μελετηθῇ τὸ πρόβλημα ἀπὸ ὅλας τὰς πλευρὰς καὶ νὰ ἔλθῃ ἕνας Κῶδιξ καινούργιος, νὰ ψηφισθῇ.
§215Ε. ΠΕΤΣΟΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσιν λέγει, ὅτι σκοπὸς τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι, νὰ ἐπιτύχῃ τὴν προώθησιν καὶ τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων καὶ σᾶς λέγω, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν διαφοράν.....
§216Β. ΑΝΑΣΤΑΣΑΤΟΣ. Διὰ τῶν ἄρθρων 94–118, ὅπως γνωρίζετε, θὰ ἔπρεπε, ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον, νὰ εἶχαν καταρτίσει τὰ Συμβούλια τοὺς πίνακας νὰ ἐκοινοποιοῦντο μετὰ τὴν 15ην τοῦ μηνὸς εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, νὰ εἶχαν ὑποβληθῇ αἱ ἐνστάσεις καὶ νὰ εἶχε γίνει ἡ προαγωγή. Αἱ προθεσμίαι διέρρευσαν.
§217Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶχεν ὅλον τὸν χρόνον ἡ Κυβέρνησις, νὰ κάμῃ ὅλα αὐτὰ ποὺ λέγετε.
§218Β. ΑΝΑΣΤΑΣΑΤΟΣ. Παρ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν ποὺ σᾶς τρέφω σᾶς λέγω, ὅτι δὲν πταίει οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ὁ Ὑπουργός. Ὅσοι δὲν ἔχετε κάμει Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν τὸ ἠξεύρετε καλά, ὅτι δυστυχῶς ὁ Κῶδιξ ποὺ ἤθελε Ἀρεοπαγίτην Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου τί κάμνει; Ὑποβάλλει ἐρωτήματα καὶ κάμνει 3 μῆνας νὰ προαγάγῃ 30 ὑπαλλήλους, διότι ἔχει τὴν γνώμην του καὶ λέγει, ὅτι θὰ κρίνω. Καὶ μετὰ ζητεῖ τὴν ἔκθεσιν ἐκείνων ποὺ συνέταξαν τὴν ἔκθεσιν τῶν ὑπαλλήλων.
§219Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ ἴδιος λέγει εἰς τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν, ὅτι αἱ προαγωγαὶ βραδύνουν λόγῳ βραδείας ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος 3605. Κἄτι ἠξεύρομεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ ὑπαλληλικά. Καὶ τὰ ἠξεύρομεν πολὺ ἀμερόληπτα.
§220Ε. ΠΕΤΣΟΣ. Κύριε Ἀναστασᾶτε, λυποῦμαι, διότι δὲν ἐγενόμην ἀντιληπτὸς καὶ ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν ἀναστολὴν τῶν διατάξεων ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων ἀποφεύγεται ἡ συγκρότησις πινάκων κ.λ.π. Καὶ λέγω ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι. Δὲν ἠμπορῶ, νὰ καταλάβω διὰ ποῖον λόγον ζητεῖτε τὴν ἀναστολὴν τῶν ἄρθρων 100 καὶ 101 διὰ τῶν ὁποίων κατοχυροῦται 100% ἡ θέσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦ ἄρθρου 100 ρητῶς καθορίζεται ποῖοι θεωροῦνται κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν προακτέοι «.... (ἀναγινώσκει)....». Κατὰ τὸ ἄρθρον 101 ποῖα στοιχεῖα πρέπει, νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει διὰ νὰ μορφωθῇ ἡ κρίσις τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων; Καὶ λέγω, ὅτι ἐὰν ἰσχύσουν αἱ διατάξεις ὡς ἔχουν ἡ ἐξουσία τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων εἶναι διοικητική. Δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον κανενὸς δικαστηρίου καὶ συνεπῶς δὲν προστατεύει τὸ Δημόσιον τοὺς ὑπαλλήλους, ἐνῷ ἐὰν ἰσχύσουν αἱ διατάξεις αὐταί, διὰ τῶν ὁποίων περιορίζονται μέσα εἰς ὡρισμένα πλαίσια τὰ δικαιώματα τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων εἴχατε τὸ μοναδικὸν δικαίωμα, νὰ ἐλέγξητε τὴν νομιμότητα τῶν πράξεων τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων καὶ ἀναστείλλετε καὶ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 109. Αὐτὸ εἶναι καταπληκτικόν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 109 παρέχεται τὸ μοναδικὸν δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ κρίνῃ τὴν νομιμότητα τῶν πράξεων τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου. Καὶ σᾶς λέγω τοῦτο. Ὅτι αἱ πράξεις τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ σᾶς.
§221Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐκ τῶν 2 στοιχείων, τὰ ὁποῖα συγκροτοῦν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας αὐτῆς ἀπὸ τὴν μίαν μεριὰ καὶ ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος ἀπὸ τὴν ἄλλην, ποῖος ἐκ τῶν 2 κυβερνᾷ αὐτὸν τὸν τόπον;
§222Ε. ΠΕΤΣΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις.
§223Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Λάθος κάμνετε.
§224Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Εἶναι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§225Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀφήσατε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ μίαν ἀνωτάτην ἐποπτείαν. Εὑρισκόμεθα εἰς μίαν περίοδον ὑπαλληλοκρατίας. Τὴν ἀπεθεώσαμε εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ εἴμεθα σήμερον ὑποχείριοι τῶν ὑπαλλήλων. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἀπετέλει ἕνα συγκερασμὸν τοῦ πολιτικοῦ καὶ ὑπαλληλικοῦ κόσμου. Ἀλλὰ σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς περίοδον ὑπαλληλοκρατίας, τὶ δικαίωμα ἔχει ἕνας Ὑπουργός; Κανένα δικαίωμα, ἁπλῶς ὑπογράφει. Λοιπόν, τοὺς ὑπαλλήλους θὰ προστατεύσωμεν, ἢ τὸν πολιτικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ σηκώσῃ κεφάλι;
§226Ε. ΠΕΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀναστείλατε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 109, τὸ ὁποῖον σᾶς δίδει δικαίωμα νὰ κάμητε αὐτὸ ποὺ λέγετε καὶ τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι δὲν ἔχετε. Τὸ ἄρθρον 109 λέγει: «.... (ἀναγινώσκει)....». Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, διατὶ ἀνεστείλατε τὴν διάταξιν αὐτήν;
§227Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σᾶς ἀπήντησα, ὅτι εἶναι δημιουργημένον καθεστὼς ἀναστολῶν. Ὁ Κῶδιξ σήμερον, οὐσιαστικῶς δὲν ἰσχύει. Συνεπῶς μοῦ λέγετε νὰ ἀναστείλω τὸν ἥμισυ καὶ τὸν ἕτερον ἥμισυ νὰ τὸν κρατήσω. Ἐγὼ ἁπλῶς διατηρῶ τὸ καθεστὼς ὡς ἔχει.
§228Ε. ΠΕΤΣΟΣ. Πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός. Ὑποστηρίζω ὅτι ναί, ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι πράγματι ἐξυπηρετοῦν τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθετήματος, δηλαδὴ τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων. Ἀντιθέτως, αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι κατοχυρώνουν τὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων δὲν πρέπει νὰ ἀνασταλοῦν τὸ παράπαν. Διότι αἱ διατάξεις αὗται δὲν παρεμποδίζουν τὸν Ὑπουργὸν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων, διὰ τοὺς ὁποίους γίνεται τόσος θόρυβος. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶπον τὰ ὅσα εἶπον.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§230Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἶμαι σύντομος, διότι ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας καὶ ὁ κ. Βουδούρης, ὁ ὁποῖος ἐπηκολούθησε, ἔκαμε μίαν πράγματι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὀρθὴν πολιτικὴν τοποθέτησιν τοῦ θέματος. Ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διετύπωσα κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν τοῦ Σώματος, ὅτι θὰ ψηφισθῇ καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι συμφωνῶ ἀπὸ μιᾶς πλευρᾶς μὲ τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς ὑφισταμένης καταστάσεως καὶ ὅτι ἔχει δημιουργηθῆ μία νομολογία. Ἡ δὲ, μὴ ἐπιψήφισις, κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν τοῦ Κώδικος, θὰ δημιουργήσῃ μεγαλυτέραν ἀνωμαλίαν τῆς ὑφισταμένης. Ὑπάρχει ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος ἔχει δημιουργήσει ἤδη κεκτημένα δικαιώματα, βάσει τῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῇ προόψει τῆς κυρώσεως τοῦ διατάγματος περὶ ἀναστολῆς τοῦ Κώδικος καὶ αἱ ὁποῖαι φέρουν τὴν κύρωσίν του διὰ νὰ ἴδουν τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς ἐχούσας ἰσχύν. Ἐὰν πράγματι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν προετοιμάσει μίαν προεργασίαν εἰς τὸ θέμα αὐτὸ ὥστε ἐντὸς συντομωτάτου χρονικοῦ διαστήματος νὰ ἀντιμετώπιζε τὸ ὅλον θέμα, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι τὶ θὰ εἶχον νὰ χάσουν οἱ ὑπάλληλοι, ὅταν ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν θὰ ἀντιμετωπίζετο ὁλοσχερῶς τὸ θέμα, βάσει παγίων διατάξεων περὶ καταστάσεως δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τοῦτο θὰ ἔφερε μίαν μεγαλυτέραν διασφάλισιν καὶ ἱκανοποίησιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, ἔχομεν τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, ἡ ὁποία ἱστορία τοῦ παρελθόντος διδάσκει ὅτι ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀνῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, ὄχι μόνον δὲν ἀντιμετώπισε τὸ θέμα αὐτὸ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, τοῦ Κώδικος τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων μετὰ σοβαρότητος καὶ προσοχῆς, ἀλλά, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἠνέχθη ἐπὶ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου 2500, ποὺ εἶναι πασίγνωστον πόσον ἐζημίωσεν τὰς Δημοσίας Ὑπηρεσίας, εἰς σημεῖον μάλιστα, ποὺ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἀποδοκιμάσει ἐπανειλημμένως καὶ διὰ νομοθετημάτων καὶ διὰ δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἐνῷ εἶχε ὅλον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, διὰ νὰ ἔχῃ μελετήσει καὶ ὁλοκληρώσει τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀντιμετωπίζετο τὸ θέμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ τὸ πράξῃ. Ὅπως δὲ γνωρίζομεν ὅλοι μας, τὸ θέμα τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους, ἀφορᾷ τὸ Κράτος, ἀφορᾷ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ τοῦ Κράτους καὶ ἔχει ἐπίδρασιν εἰς ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Καὶ ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ δηλώσεών του, προεκλογικῶς, καὶ μετεκλογικῶς, διεπίστωσε τὴν ὑφισταμένην ἀνωμαλίαν καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα αὐτό. Δὲν τὸ ἀντιμετώπισεν. Ἐν προκειμένῳ πρέπει νὰ τοποθετηθῇ τὸ θέμα ὡς ἑξῆς: Διὰ μὲν τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν ὑφισταμένην κατάστασιν, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ ἔχομεν νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον αὕτη νὰ φέρῃ ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζει μίαν ἀνωμαλίαν καὶ δὲν μᾶς ἔφερεν, ἐφ’ ὅσον εἶχε ὅλον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀντιμετωπίζετο ἐν τῷ συνόλῳ του τὸ θέμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ ἔχω νὰ εἴπω καὶ ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῆς ἱστορίας τοῦ Κώδικος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν χάριτας εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία μᾶς ἔφερε τὸν Κώδικα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου, ἡ ὁποία προσεκόμισε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν Κώδικα τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων, εἶχε μίαν ἀσταθῆ πλειοψηφίαν καὶ ἦτο ἐν ὄψει τῶν ἐκλογῶν. Εἶχεν, ὅμως, τὸ θάρρος νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕνα Κώδικα, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἦτο μία πρόοδος, ἦτο ἓν νομοθέτημα ἀρτίως μελετημένον. Ἦτο ἓν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον προῆλθε, ὄχι ἀπὸ τυχαίαν καὶ ἐπιπολαίαν ἐργασίαν ὡρισμένων εἰδικῶν καὶ συναδέλφων, ἀλλὰ προηγήθησαν συστηματικαὶ ἐργασίαι μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ διακεκριμένους νομικοὺς καὶ δικαστικούς, ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ τότε Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας κ. Στασινοπούλου, καὶ κατόπιν ἀπὸ μίαν Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ κ. Βαμβέτσου, καὶ κατόπιν ὑπὸ μιᾶς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἦτο ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ κ. Νικολαΐδη. Νομίζω, ὅμως, ὅτι πράγματι θαρραλέα πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ φέρῃ πρὸς ψήφισιν καὶ νὰ ψηφίσῃ τὸν Κώδικα αὐτόν. Μίαν μόνον ὑποχρέωσιν εἶχε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διεδέχθη τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κέντρου καὶ ἡ ὁποία διέθετε μεγάλην πλειοψηφίαν καὶ εἶχε κῦρος λόγῳ τῆς προσωπικότητος τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, ἀντὶ νὰ ἐξαρθρώσῃ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας μὲ τὸν νόμον 2500 νὰ φέρῃ ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ συμπληροῖ τὰς διατάξεις τοῦ Κώδικος. Ἀλλὰ πολλὰ ἦσαν τὰ ἐλαττώματα, ποὺ παρεμποδίζουν καὶ μέχρι σήμερον τὴν ὀρθὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ προκάτοχος αὐτῆς δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς διοικήσεως τὸ κομματικὸν πνεῦμα. Ὁ τότε Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ εἶχε δηλώσει, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπετύγχανε τὴν ἐξυγίανσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν δημιουργίαν οἰκονομίας, διὰ νὰ ἐνισχυθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ποῦ ἐφθάσαμεν, κύριοι συνάδελφοι; Εἰς τοὺς ἀριθμοὺς ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. Βουδούρης, νὰ ἔχωμεν πολλαπλασίους ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ ἐπηκολούθησαν καὶ πλεῖστα ὅσα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐξαρθρώσει τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ ἔχουν δημιουργήσει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἕνα αἴσθημα ἀνασφαλείας, τὸ ὁποῖον δὲν τοὺς ἐπιτρέπει νὰ γνωρίζουν ἐὰν εἶναι μόνιμοι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἢ εἶναι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπόκεινται εἰς τὴν δίωξιν ἑνὸς κομματικοῦ των ἀντιπάλου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ἔπρεπε νὰ ρυθμίσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν πράγματι θέλῃ νὰ ἐξυψώσῃ τοὺς ὑπαλλήλους εἶναι νὰ ἐπικρατήσῃ μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων ἕνα αἴσθημα ἀσφαλείας καὶ ἀνεξαρτησίας. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας, τὸ αἴσθημα τῆς ἀνεξαρτησίας, εἴτε ὑπάρχῃ σύμφωνος γνώμη, εἴτε δὲν ὑπάρχῃ σύμφωνος γνώμη, τὰ Συμβούλια θὰ ὑποκύπτουν εἰς τὴν πίεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐάν, λοιπόν, πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ ἐξυγιάνῃ τὴν δημοσιοϋπαλληλικὴν ἱεραρχίαν, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ ἐξυψώσῃ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα αὐτὸ ἀπὸ τῆς οὐσιαστικῆς του πλευρᾶς, τῆς ὑπερκομματικῆς, κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος πράγματι θὰ ἐπιβάλῃ εἰς ὅλους μας σεβασμὸν πρὸς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Αὐτὸ μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὰ ἔχει ἐγκολπωθῆ, οὔτε καὶ ὅτι συντόμως θὰ τὰ ἐγκολπωθῇ.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§232Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω δι’ ἐλαχίστων νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀπόψε συζητοῦμεν ἀποτελεῖ ἀκόμη μίαν πρόσθετον ἐπιβεβαίωσιν τῆς θλιβερᾶς πορείας καὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ θέματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη θλιβερὸν σταθμὸν εἰς τὴν πορείαν αὐτὴν τῆς ἀποσυνθέσεως καὶ τῆς καταπτώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τὴν ὁποίαν ἐνεκαινίασεν ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ μὲ τὸν νόμον 2500 καὶ τὴν ὁποίαν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, δυστυχῶς, ἀκολουθεῖ παρὰ τὰς προεκλογικάς της ἐπαγγελίας καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀναμφισβητήτως ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἐνέργειαι αἱ ὁποῖαι τὴν ἐμφανίζουν τουλάχιστον ἀντιφάσκουσαν. Σήμερον τὴν στιγμὴν αὐτὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, βέβαιον εἶναι ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀναμένουν τὴν προαγωγήν των καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, τὸ γεγονός, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ζητεῖτε ἄρον–ἄρον τὴν ψήφισιν ἑνὸς νομοθετήματος, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἔχετε πολιτικὴν οὔτε εἰς τὰ θέματα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Δὲν θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν περὶ τοῦ Κώδικος θὰ εἴπω μόνον ὅτι ὁ Κῶδιξ ἐψηφίσθη τὸ 1951, συμφωνούντων ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν πολιτικῶν Κομμάτων. Ἐὰν συνέβη τινὲς ἐκ τῶν βουλευτῶν νὰ μὴ ἀναγνώσουν τὸν Κώδικα, ὁ ὁποῖος φυσικὰ διενεμήθη καὶ ἐψηφίσθη κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ Κώδικος, αὐτὸ ἀφορᾷ ἐκείνους ποὺ δὲν τὸν ἀνέγνωσαν. Ἄλλωστε, εἶναι κοινὸν μυστικόν, ὅτι πλεῖστα ὅσα νομοσχέδια δὲν τὰ διαβάζουν πλεῖστοι ὅσοι βουλευταί. Ὁ Κῶδιξ ἐψηφίσθη, ἔγινε καὶ συζήτησις, ὁ κ. Μαῦρος θὰ σᾶς εἴπῃ περισσοτέρας λεπτομερείας ἐπ’ αὐτοῦ. Βέβαιον εἶναι πάντως, ὅτι οὐδεὶς βουλευτὴς διετύπωσεν ἀντίρρησιν καὶ βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ δεξιὰ κατὰ τὴν πενταετίαν ποὺ κυβερνᾷ τὴν χώραν, εἴτε ὡς Συναγερμός, εἴτε ὡς Ε.Ρ.Ε., δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ ἐναντίον τοῦ Κώδικος τίποτε, δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κώδικος, ἐπιδίδεται, ὅμως, εἰς τὴν θεάρεστον προσπάθειαν τῆς δημιουργίας κομματικοῦ Κράτους, ἀναστέλλουσα ἑκάστοτε τὰς διατάξεις τοῦ Κώδικος. Εἴτε εἶσθε ὑπὲρ τοῦ Κώδικος, εἴτε ἐναντίον αὐτοῦ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπὶ ἕξ ἔτη ἀναστέλλομεν ἕνα νομοθέτημα, ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν. Ἐὰν εἶναι ἀνυπόληπτος ὁ Κῶδιξ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τότε, κύριε Ὑπουργέ, καταργεῖται ὁ Κῶδιξ, δὲν ἀναστέλλεται συνεχῶς καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν περίεργον τρόπον, ὅπως σήμερον. Κατὰ συνέπειαν, κατὰ βάσιν ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ ἀνωμαλίαν καὶ διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον εἰς τὸ σύνολόν του τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἀντιμετωπίζει εἰς τὴν βάσιν του τὸ πρόβλημα καὶ ὅτι εὑρίσκεται ἑκάστοτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναστέλῃ τὰ ἄρθρα τοῦ Δημοσιοϋπαλληλικοῦ Κώδικος. Τὸ συγκεκριμένον νομοθέτημα πέραν τούτου ἀντιμετωπίζει καὶ τὸ θέμα τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ἐδημιουργήθη τὸ θέμα αὐτὸ ἀπὸ ποῖα Συμβούλια θὰ προαχθοῦν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Τὰ περὶ τῶν Συμβουλίων τοῦ νόμου 2500 νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε σήμερον πλέον νὰ ἔχωμεν ἐκπεφρασμένην γνώμην. Ὑπῆρξαν ἐν πολλοῖς οἱ σφαγιασταὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας των διὰ λόγους κομματικούς, ὑπῆρξαν συχνότατα οἱ ὑπηρέται τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδιδαν κατευθύνσεις καὶ ἐπέβαλαν τὰς ἀπόψεις των καὶ ὑπῆρξαν εἰς πολλὰς ἄλλας περιπτώσεις οἱ εἰσηγηταὶ ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι παταγωδῶς ἠκυρώθησαν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ πεῖρα ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τῶν Συμβουλίων αὐτῶν μᾶς ἔκανε νὰ θεωροῦμεν τὰ Συμβούλια αὐτὰ τελείως ἀνυπόληπτα. Προτιμῶ τὰ Συμβούλια τοῦ Κώδικος καὶ θὰ προτιμοῦσα τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἀρχικῶς εἶχε διατυπωθῆ, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει εἶπα καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ λέγω καὶ ἐδῶ ὅτι ἦτο ἀπαράδεκτος ἡ προσπάθεια τοῦ διπλοῦ καθεστῶτος κρίσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐπίσης, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, εἶναι ἐπίσης ἀπαράδεκτος ἡ ἀνάγκη εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ νομιμοποιήσῃ πράξεις τῆς διοικήσεως, νὰ νομιμοποιήσῃ παρανόμους τοὐτέστι προαγωγάς. Οὐδεὶς λόγος συνέτρεχε νὰ περιμένωμεν τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ λήξαντος ἔτους διὰ νὰ καλέσωμεν ἐσπευσμένως τὰ Συμβούλια αὐτά, τὰ περίφημα Συμβούλια τοῦ νόμου 2500 καὶ νὰ κάμωμεν προαγωγάς. Καὶ οὐδεὶς λόγος συνέτρεχε, ἀφοῦ θὰ ἀποφασίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κάμῃ διὰ πρώτην φοράν, καθ’ ὅσον γνωρίζω, νὰ λάβῃ τὴν ἡρωϊκὴν ἀπόφασιν νὰ κάμῃ ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτὸς ὁ ἴδιος τὰς προαγωγάς, ἀφοῦ, φυσικά, ἔχει δικαίωμα ἀπὸ τὸν νόμον. Ἐγὼ δὲν λαμβάνω θέσιν εἰς αὐτὴν τὴν ὑποτιθεμένην ἀντίθεσιν μεταξὺ δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ πολιτικοῦ κόσμου. Ὁ πολιτικὸς κόσμος δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν οὔτε εἰς ἀντιδικίαν πρὸς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ὁ πολιτικὸς κόσμος μὲ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας συνθέτουν τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἡ προσωπική μας φιλοτιμία πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγῇ εἰς τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι ὁ πολιτικός, ὁ Ὑπουργός, δηλαδή, ὁ ὑπεύθυνος, πρέπει πάντοτε νὰ ἔχῃ τὴν κυρίαρχον καὶ ἀποφασιστικὴν γνώμην. Ἐγώ, ἀντιθέτως, πρὸς ὅσα ἠκούσθησαν, δηλώνω ὅτι εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν διὰ λόγους ἔστω καὶ στοιχειώδους φρονήσεως, ἐὰν θέλετε, δὲν θὰ ἀνεμιγνυόμην εἰς κρίσιν προαγωγῆς ὑπαλλήλων, διότι δὲν θὰ εἶχα οὔτε ἐγώ, οὔτε κανεὶς ἄλλος Ὑπουργὸς οὔτε ἔχει καὶ ὁ κ. Θηβαῖος τὴν δυνατότητα νὰ μελετήσῃ ὅλους τοὺς φακέλλους διὰ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην. Ἡμεῖς ἔχομεν χρέος καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἔχει χρέος, ὅταν συνθέτῃ τὸ Συμβούλιον ἢ ἡμεῖς ὅταν ψηφίζωμεν τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι προβλέπουν τὴν σύνθεσιν αὐτῶν, νὰ ἀποφασίσωμεν κατὰ ποῖον καλύτερον τρόπον θὰ λειτουργήσουν τὰ Συμβούλια αὐτὰ διὰ νὰ ἐπιλέξουν τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι θὰ προαχθοῦν. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ, κύριοι, ἀλλοίμονον ἐὰν καθιερωθῇ ἡ τακτικὴ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπιλέγῃ τοὺς ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι θὰ προάγωνται. Δὲν φθάνει ἡ διάλυσις τῶν ὑπηρεσιῶν ἀπὸ τὸν νόμον 2500, δὲν φθάνει ὁ κομματισμός, δὲν φθάνει τὸ ἀπαράδεκτον γεγονὸς ὅτι διαψεύδουσα τὰς προεκλογικὰς ὑποσχέσεις ἡ Κυβέρνησις, διατηρεῖ τὰ Συμβούλια τοῦ νόμου 2500, δὲν φθάνουν ὅλα αὐτά, ἀλλὰ φθάνομεν εἰς τὸ σημεῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μόνος του νὰ κάμνῃ προαγωγὰς μὲ κριτήρια τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἐνδεχομένως θεωρεῖ ἀνεπίληπτα, ἀλλὰ πάντως οἱ παραπονούμενοι δὲν θὰ θεωρήσουν ἀνεπίληπτα καὶ θὰ ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ προαγάγητε τοὺς ἰδικούς σας εὐνοουμένους.
§233Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ πᾶνε εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§234Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Βεβαίως θὰ πᾶνε εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ θέμα εἶναι, εἶναι σωστό, ἐπιτετραμμένον καὶ σκόπιμον νὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰς προαγωγάς.
§235Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι παραδεκτὸν διπλωματοῦχος μὲ 19 ἐτῶν ὑπηρεσίαν νὰ παραλείπεται καὶ νὰ προάγεται μὴ διπλωματοῦχος μὲ 15ετῆ ὑπηρεσίαν;
§236Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ παρασύρετε εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν τῶν λεπτομερειῶν. Θὰ ἠμποροῦσα νὰ σᾶς ἀπαντήσω πολλά, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὸ πράξω αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐκεῖνο ποὺ ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω εἶναι ὅτι κατ’ ἐμὲ κάμνετε μέγιστον λάθος καὶ δημιουργεῖτε χείριστα προηγούμενα ἀναμιγνυόμενος προσωπικῶς εἰς προαγωγὰς ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Μέχρι σήμερον κανεὶς ἀπὸ τοὺς προκατόχους σας ἀπὸ τὸ 1945 καὶ μέχρι σήμερον, ὄχι μόνον δὲ τὸ ἔκαμε ἀλλ’ οὔτε κἂν τὸ διενοήθη. Κατὰ συνέπειαν, τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ὡς ἐμφανίζεται ἐνέχει βεβαίως τὸν χαρακτῆρα μιᾶς ἐπειγούσης ἀνάγκης, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τραγικὴν ἐπιβεβαίωσιν τῆς θλιβερᾶς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν κατώρθωσαν αἱ Κυβερνήσεις σας νὰ περιάγουν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι ὁ Κῶδιξ δὲν εἶναι καλὸς νὰ τὸν τροποποιήσῃ. Νὰ φέρῃ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀντιμετωπίσουν εἰς τὴν βάσιν των τὸ μέγα αὐτὸ πρόβλημα. Νὰ συζητηθοῦν ἐδῶ τὰ νομοθετήματα αὐτὰ καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς παγίας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ρυθμίζουν κατὰ πάγιον τρόπον, τὴν τύχην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς χώρας. Ἀλλοίμονον διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τὸ Κράτος ἐὰν τὸ καθεστὼς αὐτὸ διατηρηθῇ ἀκόμη ἐπὶ μακρόν.
§237Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι βέβαιον ὅτι ἐξ ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διαφωνία, διότι ἐὰν ὁ νόμος παρουσίαζεν ἀτελείας θὰ ἔπρεπε κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἑξαετίας νὰ εἶχον διορθωθῆ, διότι ὁ νόμος αὐτὸς πεντάκις ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ διορθωθῇ. Βεβαίως, ὁ νόμος αὐτὸς ἦλθε νὰ συμπληρώσῃ ἓν καθεστὼς ποὺ δὲν ὑπῆρχε προηγουμένως. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον μὲ ποίαν ἀγωνίαν ἀναμένει ὁ δημόσιος ὑπάλληλος τὴν προαγωγήν του ὡς ἐπιβράβευσιν τῶν ὑπηρεσιῶν του καὶ ὡς μίαν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσίν του. Κατὰ ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, μὲ πλήρη ἀντίληψιν τῶν δικαιωμάτων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι προτιμοτέρα μία μικρὰ καθυστέρησις τῶν ἀναμενόντων τὰς προαγωγὰς τῶν ὑπαλλήλων παρὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σφαγιαστικὸν καθεστώς. Ἡ ἄποψις τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου κ. Βουδούρη προτείναντος νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον εἶναι βασικῶς ὀρθή. Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ ἡ ἀναγκαιότης τῶν προαγωγῶν τῶν ἐναγωνίως ἀναμενόντων ὑπαλλήλων. Ὑπάρχει ἕνα μίνιμουμ δι’ ἡμᾶς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Νὰ διατηρηθῇ τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἀρχικῶς διετυπώθη, διότι δι’ αὐτοῦ παρέχεται ἡ ἐγγύησις ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δὲν θὰ στερηθοῦν τῶν φυσικῶν κριτῶν των.
§238Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ μόνη δικαιολογία διὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι ἡ τῶν προαγωγῶν, τὰς ὁποίας μὲ τόσην ἀγωνίαν ἀναμένουν οἱ δικαιούμενοι αὐτῶν. Ἐγὼ θὰ προέτεινον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ προβάλλεται ἡ ἀνωτέρω δικαιολογία νὰ περιωρίζετο ἡ ἀναστολὴ τοῦ Κώδικος μόνον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἤθελε νὰ δεχθῇ τὴν ἄποψίν μου τότε θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ ἀποδεχθῇ ὅπως ἰσχύσουν αἱ ἐκθέσεις αἱ γενόμεναι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κώδικος, αἱ δὲ προαγωγαὶ νὰ γίνουν βάσει τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν. Ὑπάρχουν τάξεις ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προήγοντο κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογήν. Σήμερον, ὅμως, δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ προαχθοῦν π. χ. οἱ τεχνικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ προαχθοῦν κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογήν. Καὶ διερωτῶνται μὲ ὅλον τὸ δίκαιόν των, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει καὶ ἰσχύει ὁ Κῶδιξ διατὶ νὰ μὴ προαχθῶμεν καὶ ἡμεῖς; Καὶ ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὴν σειράν μου διατὶ νὰ παραμερίζωνται οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ καὶ νὰ ἀποκλείωνται τῶν προαγωγῶν;
§239Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διατὶ δὲν δύνανται νὰ προαχθοῦν;
§240Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Οἱ τεχνικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων δὲν δύνανται νὰ προαχθοῦν. Μόνον οἱ διοικητικοὶ προάγονται εἰς ἀνωτέρους βαθμοὺς κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογήν.
§241Β. ΑΝΑΣΤΑΣΑΤΟΣ. Ὑπάρχουν διατάξεις τοῦ Κώδικος, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν.
§242Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς αἱ διατάξεις τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος δὲν ἐπιτρέπουν τὴν ἀπόλυτον ἐκλογήν. Καὶ διερωτῶνται οἱ ὑπάλληλοι ἐφ’ ὅσον ὁ Κῶδιξ ἰσχύει διατὶ ἐγὼ νὰ μὴ προαχθῶ κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογήν; Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συμπαθεῖ τὴν α κατηγορίαν ὑπαλλήλων καὶ ὄχι τὴν β. Δὲν νομίζω, ὅτι ἀπονέμει δίκαιον ὅταν δίδῃ τὴν εὐχέρειαν προαγωγῆς εἰς μίαν κατηγορίαν ὑπαλλήλων καὶ ἀποξενώνει τὴν β κατηγορίαν. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἠμποροῦσε νὰ ἀμβλυνθῇ τὸ Κόμμα ἐὰν ἐδέχετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν πρότασίν μου νὰ περιορίσῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καραγκιώζης ἔχει τὸν λόγον.
§244Γ. ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ Βουλὴ εἶναι ὁ ἐργοδότης τῶν ὑπαλλήλων καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι εἰς καλὸς ἐργοδότης. Βλέπω γεμᾶτα τὰ θεωρεῖα ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ περιμένουν προαγωγάς. Ὁ Κῶδιξ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ καταστατικὸς χάρτης τῶν ὑπαλλήλων καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τελειώσει ἡ συζήτησις εἰς τὸ θέμα αὐτό. Ἄνευ ἀποδοχῶν ἱκανοποιητικῶν τί ἀξίωσιν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον; Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπεύθυνοι διὰ τὸ κατάντημα τῶν ὑπαλλήλων. Ἑπομένως πρέπει νὰ καθίσετε ὅλοι νὰ κάμετε τὸν Κώδικα μιὰ ποὺ εἶσθε νομικοί, διότι ἐὰν καθόμουν ἐγὼ ποὺ εἶμαι χωριάτης, θὰ τὸν εἶχα κάμει τὸν Κώδικα χίλιες φορὲς καλύτερον, ἀπὸ ὅ,τι εἶναι σήμερον. Πρέπει νὰ λυθῇ τὸ θέμα διότι αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ ἠθικὴ ἱκανοποίησις τοῦ ὑπαλλήλου. Ὅταν ὁ ὑπάλληλος δουλεύῃ ἔχει ἀξιώσεις ἀπὸ τὸν ἐργοδότην. Αὐτὰ τὰ λόγια εἶχα νὰ εἴπω καὶ εὔχομαι νὰ λυθῇ τὸ θέμα τοῦ Κώδικος.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος, ἔχει τὸν λόγον.
§246Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον καὶ θὰ εἶχε τερματισθῆ ἡ συζήτησις ἐὰν δὲν εἶχον λεχθῆ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀθηνῶν κ. Δερτιλῆν, ὁ ὁποῖος στηριχθεὶς ὡς εἰς σωσίβιον ἐπάνω εἰς μίαν φράσιν τοῦ κ. Βουδούρη, εἶπεν, ὅτι ὁ Κῶδιξ ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν διότι ἦτο ἐπιθυμία τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς. Κύριοι βουλευταί, τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1951 ἐν ὄψει τοῦ καθορισμοῦ τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας, διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ὑπῆρχεν ἕνας σωρὸς ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔναντι τῆς Ἀμερικανικῆς ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν, τῶν ὁποίων ἐξηρτᾶτο ὁ καθορισμὸς τοῦ ὕψους τῆς βοηθείας, ὅπως γνωρίζετε ὁ μηχανισμός, μὲ τὸν ὁποῖον καθωρίζετο ἡ βοήθεια ἦτο ὁ ἑξῆς: Ἐξηκρίδωνε τὸ Κράτος τὶ ἀνάγκας εἶχεν εἰσαγωγῶν καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον προέκυπτεν ἀπὸ τὸν ὑπολογισμὸν αὐτὸν ἐζητεῖτο ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν. Ἀλλὰ οἱ προϋπολογισμοὶ εἶχον μετὰ τὸν τερματισμὸν τῆς ἀνταρσίας, ἐλλείμματα τεράστια. Τὸ Κράτος παρουσίαζεν εἰς τοὺς ἐμπειρογνώμονας Ἀμερικανοὺς τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐγένετο ἐργασία μηνῶν διὰ νὰ εὑρεθοῦν τὰ δύο αὐτὰ ποσὰ καὶ διὰ τὸν καθορισμὸν ἀνελαμβάνοντο ὡρισμέναι ὑποχρεώσεις. Ἔλεγον οἱ Ἀμερικανοὶ θὰ σᾶς δώσωμεν τόσα ἑκατομ. δολλάρια ἀλλὰ θὰ κάμητε αὐτὸ διὰ τὴν βιομηχανίαν, αὐτὸ διὰ τὴν γεωργίαν, αὐτὸ διὰ τοὺς ἄλλους τομεῖς. Ὅταν ἦλθε τὸ θέμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων οἱ μισθοὶ καὶ αἱ συντάξεις καλύπτουν ἕνα μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἦτο ἤδη ἕτοιμος ὁ Κῶδιξ, ὁ ὁποῖος εἶχε γίνει ἀπὸ κορυφὰς ἐπιστημονικάς, Συμβούλους Ἐπικρατείας κ.λ.π. Ὁ Κῶδιξ, λοιπόν, ἦτο ἕτοιμος. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς μίαν κατάστασιν χαώδη τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἐλάβομεν, λοιπόν μεταξὺ ἄλλων, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ τὸν νόμον αὐτόν. Λοιπόν, τὸ 1951 οὐδεμία ἠκούσθη ἀντίρρησις διότι ἐθεωρήθη τόσον φυσικόν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων δέκα μέτρων ποὺ ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἦτο καὶ τὸ μέτρον αὐτό, διὰ νὰ καθορισθῇ ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια. Ὅλοι αὐτοὶ ἐψήφισαν προθύμως τὸν νόμον αὐτὸν καὶ ὅσοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. συναδέλφων εἶπον τότε, ὅτι κάπως βιαστικὸν ἔρχεται τὸ νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἐτόνισαν οἱ ἴδιοι καὶ τὰ πρακτικὰ εἶναι πρόσφατα εἰς πάντας, ὅτι ἀποτελεῖ σταθμὸν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ ὁ Κῶδιξ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ φράσις εἶναι τοῦ ἀειμνήστου Β. Στεφανοπούλου. Ὥστε πρέπει νὰ τὸν ψηφίσωμεν ἐὰν δὲ τυχὸν ὑπάρχουν ἀτέλειαι τινὲς εἶναι δυνατὸν τὸ νομοθέτημα νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος μέχρι τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου, διότι ἡ ἰσχὺς θὰ ἤρχιζεν τὴν πρώτην Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους. Δὲν ὑπῆρξεν οὐδαμόθεν οὐδεμία ἀντίρρησις καὶ ὁ κ. Βουδούρης, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε πρὸ τῆς σήμερον εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς προθύμως ἐψήφισε, εἶναι φράσις ἰδική του. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Δερτιλῆς προσφυγὼν ὡς εἰς σωσίβιον εἰς τὴν φράσιν αὐτὴν τοῦ κ. Βουδούρη, ἤγαγεν ἑαυτὸν εἰς κατάστασιν ἐξοργισμοῦ διότι δὲν πιστεύω, ὅτι εἰς τὸν κώδικα αὐτὸν μετέσχον ἐπιφανεῖς προσωπικότητες τοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει. Ἀλλὰ ὁ κ. Δερτιλῆς ἔχει τύψεις συνειδήσεως δι’ ὅσα ὁ ἴδιος ἔπραξε, βάσει τοῦ ἐξαναγκαστικοῦ νόμου 2500, ὁ ὁποῖος ἐξεχαρβάλωσε τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ ἔρχεται σήμερον καὶ λέγει ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἔγινεν διὰ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν. Λησμονεῖ, ὅτι πρὸ πέντε ἡμερῶν ἐψηφίσθη νόμος ὅπως ἡ σύμβασις τῶν ἐναερίων συγκοινωνιῶν καὶ τοῦ κενεκότ, ποὺ ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ τοὺς Ἀμερικανούς. Καὶ εἶναι φυσικὸν τὸ Κράτος νὰ διαπραγματεύεται μὲ ξένην Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξεγειρώμεθα τεχνητῶς διὰ νὰ καλύψωμεν ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ὅταν σεῖς διηυθύνατε τὸ Κράτος. Κατὰ πόσον εἶναι αὐτὸ ἀληθὲς ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν πρώτην λέξιν τοῦ κειμένου τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσε, ὅταν ἐσχημάτισε τὴν πρώτην Κυβέρνησίν του ὁ σημερινὸς Πρωθυπουργὸς διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰ αἴσχη ποὺ ἔλαβον χώραν ἀπὸ τὸν νόμον 2500.
§247Β. ΑΝΑΣΤΑΣΑΤΟΣ. Ἀναστέλλει τὰς συνεπείας.
§248Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τί σημαίνει αὐτό; Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι ὁ Κῶδιξ πάσχει δῆθεν διότι δὲν ἐξητάσθη καὶ δὲν ἐψηφίσθη ἄρθρον πρὸς ἄρθρον καὶ παράγραφος πρὸς παράγραφον ἀπὸ τὴν Βουλήν. Κύριοι βουλευταί, οἱ κώδικες ἐν γένει, κατ’ ἐξοχὴν δὲ αὐτὸς ὁ Κῶδιξ, εἶναι συστήματα κανόνων δικαίου, τὰ ὁποῖα παρασκευάζουν εἰδικαὶ τεχνικαὶ Ἐπιτροπαί. Ἐὰν εἰς ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἀναστέλλει ἁπλῶς τὴν ἰσχὺν ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Κώδικος, ὑπάρχουν 40 τροπολογίαι, φαντασθῆτε τὶ θὰ ἐγίνετο ἐὰν τὰ ἄρθρα τοῦ Κώδικος ἐτίθεντο ἐνώπιον ἡμῶν κατὰ τὴν ψήφισιν ἓν πρὸς ἕν. Θὰ ὑπῆρχεν ἴδιον δίκαιον διὰ κάθε ὑπάλληλον.
§249Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν πόσα χρόνια εἶχον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι διὰ νὰ ἀποκτήσουν Κώδικα; Ἠγωνίσθησαν 11 ὁλόκληρα χρόνια, ἐνῷ ἐδῶ ὁ Κῶδιξ, ὁ ὁποῖος εἶναι προϊὸν μιᾶς τεχνικῆς Ἐπιτροπῆς ἄνευ συμμετοχῆς τῶν ὑπαλλήλων, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐξυπηρετεῖ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἕνα φραγμόν. Παντοῦ οἱ Κώδικες ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον ἀγώνων.
§250Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Συμμετεῖχε καὶ ἡ Α.Δ.Ε.Δ.Υ.
§251Β. ΑΝΑΣΤΑΣΑΤΟΣ. Ἐπισήμως εἶχε μετάσχει καὶ ἡ Α.Δ.Ε.Δ.Υ. Καὶ μάλιστα ἐγὼ τότε, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Α. Δ.Ε.Δ.Υ., εἶχον μετάσχει εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Κώδικος.
§252Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πόσοι ἐξ ἡμῶν ἀνέγνωσαν τὸν Κώδικα, πόσοι τὸν Ἀστικὸν Κώδικα καὶ πόσοι θὰ ἀναγνώσουν τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον θὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργός; Αὐτὰ τὰ νομοθετήματα γίνονται δεκτὰ ὡς σύνολα ἢ ἀπορρίπτονται. Ἀφοῦ δὲ γίνουν δεκτά, μετὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κινηθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ τὴν μεταρρύθμισιν ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος, τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἢ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Κύριοι βουλευταί, ὁ Κῶδιξ δὲν ἐφηρμόσθη διότι ἀπετέλει ἐμπόδιον εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προῆλθε ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1952, τῆς ὁποίας τὸ πρόγραμμα ἦτο ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἐξόντωσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀφ’ ἑτέρου ἡ ὑποταγὴ τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸ Κόμμα. Αὐτὸ ἦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀρχὴ τῆς πρώτης Κυβερνήσεως. Ὅταν ἀνέλαβε τὴν Ἀρχὴν ἡ πρώτη Κυβέρνησις ἠξεύρετε ποία ἦτο ἡ πρώτη πρᾶξις της; Ἐπαίσχυντος ὅπως ἡ ἱστορία θὰ τὴν κρίνῃ. Διετάραξε τὴν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων. Ἀπέσπασεν Ἐφέτας εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἐκινήθησαν ὅλοι οἱ χαφιέδες. Ἠρωτῶντο κλητῆρες, ἠρωτῶντο καθαρίστριαι, διὰ νὰ εὕρουν τὰ σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα εἶχον διαπράξει αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις, διὰ νὰ παραπέμψῃ ἀνθρώπους εἰς εἰδικὰ δικαστήρια. Τὶ ἔγινε μὲ τοὺς Ἐφέτας καὶ τὰς Ἐπιτροπὰς αὐτάς, δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο συμπεριελαμβάνετο ἡ ἐξάρθρωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, διὰ τοῦ νόμου 2500, ὁ ὁποῖος ἕνα μόνον εἶχε σκοπόν, νὰ μεταβάλῃ τὸ Κόμμα εἰς Κράτος καὶ τὸ Κράτος εἰς Κόμμα. Μετὰ τὴν παράθεσιν αὐτῶν, θὰ εἴπω μίαν λέξιν διὰ τὸ νομοσχέδιον. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε νὰ ἀποδείξῃ ὅτι κατέχεται πράγματι ἀπὸ καλὰς διαθέσεις τοῦ ἦτο πολὺ εὔκολον. Θὰ ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Α. Σ.Δ.Υ. ὄργανον, τὸ ὁποῖον εἶναι τεθειμένον διὰ νὰ συμβουλεύῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ παρομοίων θεμάτων. Ὅσον μακρύτερα ἀπὸ τὰ ὑπαλληλικὰ θέματα εὑρίσκονται οἱ Ὑπουργοί, τόσον καλύτερον διοικεῖται τὸ Σῶμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀπεκρούσαμεν μίαν τροπολογίαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐγένετο ἀπόπειρα εἰσαγωγῆς εἰς τὰ Συμβούλια καὶ τῶν Γενικῶν Γραμματέων. Δηλαδή, δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ μετέχουν τῶν Συμβουλίων καὶ οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς ὡς φορεῖς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ τί γνωρίζουν οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς περὶ τῆς ποιότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀφοῦ ἔρχονται καὶ παρέρχονται οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς; Καὶ τὶ γνωρίζετε σεῖς, κύριε Ὑπουργέ; Ἔχω διευθύνει καὶ ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπ’ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, ὅσον καὶ ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, ἂν ὄχι περισσότερον, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι δὲν ἐγνώριζον τίποτε περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑφισταμένων, τότε, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ μοῦ εἴπητε μήπως κάμνουν ρουσφέτια οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι; Καὶ αὐτὸ εἶναι πιθανόν. Ἀλλὰ ὑπάρχουν τὰ δικαστήρια καὶ προτιμῶ, ἐὰν γίνωνται παραπτώματα, νὰ παραπέμπωνται εἰς αὐτὰ οἱ ὑπάλληλοι.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἀγορητῶν, κηρύσσομεν κατ’ ἀρχὴν τὴν συζήτησιν περαιωμένην. Δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον;
§254ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὡς ἄνω σχέδιον νόμου ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτόν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἄρθρον 1. Ὁ κ. Γ. Βογιατζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§256Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 1 λέγει ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος διὰ τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως ἀνατρέχει ἀπὸ 1.1.1957. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἀφορᾶ καὶ τὰς ἤδη γενομένας ὑπὸ τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων προαγωγάς. Ἐὰν τὰς ἀφορᾷ, θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ τῆς παραγράφου αὐτῆς διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Πρῶτον, ἐν τάχει ἐν μηνὶ Δεκεμβρίῳ καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἑορτῶν διετάχθησαν τὰ Ὑπηρεσιακὰ Συμβούλια νὰ κάμουν προαγωγὰς καὶ ἤρχισαν αἱ προαγωγαὶ χωρὶς νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αἱ προϋποθέσεις, ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω. Δεύτερον, δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐκθέσεις τῶν Ὑπηρεσιακῶν παραγόντων καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ.....
§257Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δέχομαι νὰ διαγραφῇ.
§258ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ δεχθῇ τροπολογίας;
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν, ὡς ἐτροπολογήθη.
§260Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Οὐδεμία τροπολογία.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη. Τὸ ἄρθρον 2 διεγράφη. Ἄρθρον 3.
§262Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅλο τὸ νομοσχέδιον θὰ γίνῃ δεκτὸν ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3, ἀναφέρεται βαθμῷ 6ῳ. Νὰ τεθῇ βαθμῷ 7ῳ.
§263Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, παράγραφος 2, σχετικῶς μὲ τὴν αὔξησιν τῶν θέσεων Ἐφοριῶν Καπνοῦ, κατὰ 5. Εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἐὰν σᾶς ἐπερίσσευεν ὀλίγος χρόνος ἀπὸ τὰς τόσον μεγάλας καὶ ὀδυνηρὰς ἀπασχολήσεις σας καὶ συνεννοῆσθε μὲ τοὺς ἁρμοδίους συμβούλους σας, τοὺς ἀξίους λόγου, θὰ σᾶς εἰσηγοῦντο ἄνευ συζητήσεως τὴν κατάργησιν ὅλων τῶν Ἐφοριῶν Καπνοῦ.
§264Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὄχι δά.
§265Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντύπωσις ὅλων, διότι δὲν ἐπιτελοῦν κανένα εἰδικὸν σκοπόν. Δὲν ἐπιμένω ἀλλὰ νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθοῦν αἱ θέσεις κατὰ 5; Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὰ 1940 αἱ θέσεις τῶν ὑπαλλήλων Ἐφοριῶν Καπνοῦ ἦσαν 140 καὶ σήμερον εἶναι 350. Ἡ δὲ σύνθεσις τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ἐφοριῶν Καπνοῦ τὸ 1940 ἦτο ἕνας ἀνώτερος πρὸς 13 κατωτέρους, ἐνῷ σήμερον εἶναι 1 ἀνώτερος πρὸς 4 κατωτέρους. Δὲν νομίζω ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ.... (δὲν ἠκούσθη....) τοῦ κώδικος περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐξ Ἀθηνῶν κ. βουλευτὴς εἶπε τὰ ὅσα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ. Σᾶς παρακαλῶ, κάμετε καὶ σεῖς κἄτι τι, διὰ νὰ ἀποδείξητε, ὅτι κἄτι ἄλλο ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπομεν.
§266Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 171 Ὑπουργικῆς πράξεως δίδονται ὅλαι αἱ θέσεις, αἱ καταργηθεῖσαι διὰ τοῦ ν. 2500, κατόπιν διαπραγματεύσεων μὲ τὰς ὀργανώσεις. Ἔπρεπε νὰ πάρουν 5 οἱ Ἐφοριακοί, καὶ δὲν τὰς ἐδώσαμεν. Καὶ δι’ αὐτὸ θέλομεν νὰ τὰς περάσωμεν ἐδῶ, διὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν μίαν ἀνωμαλίαν.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτὸν καὶ λαμβάνει ἀριθμὸν 2.
§268Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νὰ προστεθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ Γενικοῦ Χημείου τοῦ Κράτους. Ὅπως εἶναι γνωστὸν ἔδωσαν ἐξετάσεις διάφοροι χημικοὶ καὶ ἐπέτυχον. Ἐξ αὐτῶν προσέλαβε τὸ Χημεῖον 20, διότι ὑπῆρχον μεγάλα κενά. Εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων νὰ προσληφθοῦν 25. Νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§269ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§270Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Περαιτέρω δηλῶ, ὅτι δὲν δέχομαι καμμίαν τροπολογίαν. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀλλάξῃ ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ διαγραφοῦν αἱ λέξεις «περὶ ἀναδιαρθρώσεως τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων». Ἐπίσης ἡ ἡμερομηνία τῆς ἀναστολῆς τοῦ ἄρθρου 1, θὰ γίνῃ μέχρι 31.8.57 ἀντὶ τοῦ 31.12.57.
§271ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ σχέδιον εἰς μόνην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον;
§273ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀναστολῆς ἰσχύος ἄρθρων 94 ἕως καὶ 114 νόμου 1811)1954».
§275Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, θὰ σᾶς παρακαλέσωμεν νὰ μᾶς εἴπητε, εἰς ποῖον στάδιον εὑρίσκεται τὸ νομοσχέδιον διὰ τοὺς ἐκτάκτους ὑπαλλήλους.
§276Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει, κύριε συνάδελφε, νομοσχέδιον ἐν σχεδίῳ. Διεβιβάσθη δὲ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, νὰ ἐκφέρουν τὰς ἀπόψεις των.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 179)1956, 286)1956 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 287) 56 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δημιουργίας πνευματικοῦ καὶ καλλιτεχνικοῦ κέντρου ἐν Ἀθήναις κειμένων διατάξεων». Ὑπεβλήθη, ὅμως, ἔνστασις ἀπαρτίας. Θέλω νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν ἔνστασιν, ἂν ἔχουν τὴν καλωσύνην νὰ τὴν ἀποσύρουν, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων ἔχει μορφὴν ἐπείγουσαν. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα ἀντιθέσεων μεταξὺ τῶν πτερύγων τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν σήμερον τὴν ἐπιψήφισίν του.
§278Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν διατυποῦμεν καὶ ἡμεῖς. Νὰ γίνῃ δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν καὶ θὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ δευτέρα.
§279Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Οἱ ὑπογράψαντες τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας ἐπιμένομεν, διότι τὸ νομοσχέδιον ἔχει κρατηθῆ.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς πρώτην συζήτησιν δέχονται οἱ ὑπογράψαντες νὰ γίνῃ δεκτόν; Νὰ γίνῃ δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν διὰ νὰ συζητηθοῦν αἱ τροπολογίαι εἰς δευτέραν συζήτησιν. Ἄλλως, ἐὰν πρόκειται νὰ διεξαχθῇ συζήτησις, θὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Θὰ κάμω δεκτὴν τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ τροπολογιῶν;
§281ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§282Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι τῆς Ἐπιτροπῆς γίνονται δεκταί.
§283Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑφυπ. Οἰκ.). Πλὴν τῆς τελευταίας, ἡ ὁποία δὲν γίνεται δεκτὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, πλὴν τῆς τροπολογίας τῆς ἀφορώσης τὸ ἄρθρον 10, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 179) 1956, 286) 1956 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 287) 56 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δημιουργίας πνευματικοῦ καὶ καλλιτεχνικοῦ κέντρου ἐν Ἀθήναις κειμένων διατάξεων». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§285ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 0.10′ π. μ.)