1957.02.11
3.269 στίχοι · 24.037 λέξεις · 180 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44η
ΔΕΥΤΕΡΑ 11 Φεβρουαρίου 1957
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.45′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Κλῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΚΛΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Φ. Κατσιάμπας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§4Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Δ. Μανέντης (Ὑφυπουργὸς Γεωργίας), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ, 158)1.2. 1956 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Καλκάνης καὶ Α. Τσουκαλᾶς καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ ὀργανώσεως τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ ὀργανώσεως τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Χατζηδῆμος καὶ Α. Κοκκέβης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ συμβολαιογράφων καὶ ὑποθηκοφυλάκων διατάξεων, περὶ ἐξαλείψεως ὑποθηκῶν κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ συμβολαιογράφων καὶ ὑποθηκοφυλάκων, διατάξεων, περὶ ἐξαλείψεως ὑποθηκῶν κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Μεταξᾶς, Δ. Παπασπύρου, Δ. Πετροπουλάκος, Μ. Μυριδάκης, Ἰ. Λαμπρόπουλος, Ε. Σαββόπουλος, Α. Ἀηδονᾶς, Α. Δερδεμέζης, Γ. Γρηγορίου, Ε. Πέτσος, Ε. Κεφαλογιάννης, Π. Σταυρόπουλος, καὶ Δ. Θανόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Μήτρου, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προστασίας καὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων κτημάτων κειμένων διατάξεων, ὡς καὶ τῶν διεπουσῶν τὸν ἐν Δωδεκανήσῳ Ὀργανισμὸν ν. 2100)1952 κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Δερτιλῆς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως συνταξιοδοτικῶν διατάξεων εἰς προσωπικὸν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων Ν. Δ. 2592)53 κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Βαρβιτσιώτης, Γ. Ρουμάνης καὶ Ν. Λαμπρινάκος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελωνιστῶν, διασαφιστῶν καὶ βοηθῶν ἐκτελωνιστῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Παπαδόπετρος, καταθέτει ρτοπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελωνιστῶν, διασαφιστῶν καὶ βοηθῶν ἐκτελωνιστῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Ἀναστασάτος, Α. Παυλόπουλος, Μ. Γλύκας καὶ Ι. Λύρας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελωνιστῶν, διασαφιστῶν καὶ βοηθῶν ἐκτελωνιστῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Λαντζούνης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως κλινῶν Φιλανθρωπικῶν Ἱδρυμάτων πρὸς περίθαλψιν ἀπόρων καὶ ἀπροστατεύτων ἀτόμων δημοσίᾳ δαπάνῃ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Χαλικιόπουλος, Ε. Ἀθανασάκος καὶ Ι. Λαμπρόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως εἰδικοῦ ἐπιδόματος». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Βουδούρης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ ν. 2348) 1953 «περὶ τροποποιήσεως συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν φύλλων τοῦ καπνοῦ καὶ συγχωνεύσεως τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Καπνεργατῶν μετὰ τοῦ Ι.Κ.Α.», ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Τζαννετάκης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νομ. Διατάγματος 3627) 16.11.1956 «περὶ ὀργανώσεως τῆς Ἐθνικῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Θανασέκου καὶ Γ. Σπηλιόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῶν ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου, ζητοῦντος ἄμεσον κατάθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψήφισιν τῶν τριῶν νομοσχεδίων ἐπιλύσεως τῶν αἰτημάτων τῶν Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου νήσου Σαλαμῖνος, ζητοῦντος λῆψιν μέτρων στεγάσεως τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Σαλαμῖνος καὶ τῶν Σωματείων τῆς δυνάμεώς του. Μέλη Ἐπιτροπῆς Ἑλλήνων Δικηγόρων τῆς Φαμαγκούστα, διαμαρτύρονται ἐντόνως διὰ προσφάτους προπηλακισμοὺς (διώξεις) Τουρκικοῦ ὄχλου ἐναντίον ζωῆς καὶ περιουσίας ἀθώων Ἑλλήνων. Αἰτοῦνται ἄμεσον δημοσίαν ἀνάκρισιν ἐνόχων, λῆψιν δεόντων (ἐπαρκῶν) προληπτικῶν μέτρων εἰς τὸ μέλλον. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Στεφανίδης καὶ Ν. Ἔξαρχος, καταθέτουσι ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἀποστράτων Ἀξιωματικῶν Χαλκίδος, καὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πολιτικῶν Συνταξιούχων Τρικάλων, ζητούντων εὐνοϊκὴν ἐπίλυσιν τῶν συνταξιοδοτικῶν ζητημάτων των καὶ ἄρσιν τῶν διὰ τοῦ Ν. 1854) 1951 προσγενομένων αὐτοῖς ἀδικιῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Κακκαρᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Συνεταιρισμῶν Ψαχνῶν δι’ ἧς εὐχαριστεῖ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ἀμερικανικὸν Λαὸν διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀνεγέρσεως τῆς Νέας Λαχαναγορᾶς, ἥτις θὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς παραγωγούς. Οἱ βουλευταὶ Εὐβοίας κ. κ. Μ. Στεφανίδης, καὶ Ρεθύμνης κ. Π. Βαρδινογιάννης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Ἀναγκαστικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ἀμπελοκτημόνων Χαλκίδος, ζητοῦντος χορήγησιν βενζίνης ἀτελῶς καὶ εἰς τοὺς μὴ κατόχους σκαπτικῶν μηχανημάτων ἀμπελοκαλλιεργητάς. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Β. Πανούσης, καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Στομίου Κορινθίας, ζητοῦντος τὴν ταχίστην κατασκευὴν τοῦ ἐκ τῆς Κοινότητος διερχομένου τμήματος ὁδοῦ Ἀθηνῶν–Πατρῶν, λόγῳ τελείας καταστροφῆς του, ἐκ τῆς ὁποίας ἀπειλοῦνται δυστυχήματα καὶ κατάρρευσις οἰκιῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Κιτσίκης, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ὁδικῆς Ὁμοσπονδίας τῆς Ἑλλάδος, ζητούσης λῆψιν μέτρων χρηματοδοτήσεως τοῦ ὁδικοῦ δικτύου τῆς Χώρας, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, μετεκπαίδευσιν εἰς τὸ ἐξωτερικῶν εἰδικῶν τεχνικῶν πρὸς δημιουργίαν ἀρτίου Ἐθνικοῦ Τεχνικοῦ Ἐπιτελείου κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Β. Πανούσης, καταθέτει αἴτησιν τῶν Χρήστου Παπαδᾶ, Θεοδώρου Γκρούτση, Κωνσταντίνου Δούκα, Μιχαὴλ Πέππα, Γεωργίου Σακελλαρίου, Ἰωάννου Μπελεσιώτου, προσωρινῆς Ἐπιτροπῆς ἀναποκαταστάτων Ἀναπήρων Πολέμου Φυματικῶν, Νομοῦ Κορινθίας, ζητούντων χορήγησιν ἐπιδόματος καὶ ἰδιαιτέραν προστασίαν των, λόγῳ εἰδικῆς παθήσεώς των. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Θανασέκου καὶ Γ. Σπηλιόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Περιστερίου, ἐκφράζοντος τὴν ἀγανάκτησίν του διὰ τοὺς νέους βανδαλισμοὺς καὶ ἐμπρησμοὺς τῶν παρὰ τῶν Ἄγγλων ὑποκινουμένων Τούρκων, κατὰ τῶν Κυπρίων καὶ ζητοῦντος ἄμεσον ἀποστολὴν Ἀστυνομικῆς Δυνάμεως τοῦ Ο.Η.Ε. εἰς Κύπρον καὶ ἀπομάκρυνσιν τῶν στρατευμάτων Κατοχῆς, μέχρις οὗ ὁ Κυπριακὸς λαὸς ἀποφασίσῃ μόνος διὰ δημοψηφίσματος περὶ τῆς τύχης του. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνεταιρισμοῦ Ἀγοραστῶν Ἀγροκτημάτων Γλυφάδας, Εὐρυάλης, Ἄνω Τράχωνες, ζητοῦντος ἐπέκτασιν τοῦ σχεδίου πόλεως Δήμου Γλυφάδας καὶ ὑπαγωγὴν εἰς αὐτὸ καὶ τῶν ὡς ἄνω περιοχῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐξωραϊστικοῦ Συλλόγου Σεπολίων, «Ἡ Ἀναγέννησις», ζητοῦντος ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἐργοστασίου τσιμέντων «Ἄτλας» ἐκ τῆς κατῳκημένης περιοχῆς Σεπολίων, ἡ λειτουργία τοῦ ὁποίου καθιστᾷ ἐπικίνδυνον τὴν διαβίωσιν τῶν κατοίκων ἐκ τῶν ἐκπεμπομένων καπνῶν, κόνεως καὶ δυσοσμίας. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Ἐφραιμίδης, Κ. Τσιγάρας καὶ Γ. Εὐαγγέλου, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Παλαιοφύτου «Ἥλιος», ζητοῦντος ἄμεσον χορήγησιν εἰς τὰ μέλη του ἐπαρκοῦς ποσότητος ζωοτροφῶν, ἐαρινῶν δανείων κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰς γονέων καὶ κηδεμόνων, ὑποψηφίων φοιτητῶν Νομικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ζητούντων τὴν καθ’ ὑπέρβασιν εἰσαγωγὴν τῶν λαβόντων ἄνω τῶν 24 βαθμῶν ὑποψηφίων. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Προσωπικοῦ ΕΒΓΑ, ζητοῦντος ἐπαναπρόσληψιν τῶν ἀπολυθέντων παρὰ τῆς ἄνω ἐπιχειρήσεως συνδικαλιστικῶν στελεχῶν καὶ ματαίωσιν ἐν τῷ μέλλοντι πάσης ἀπολύσεως τῶν συνδικαλιστῶν ἐργατῶν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Κοθρῆς καὶ Σ. Τσιαπάρας, καταθέτουν ἀναφορὰν πολιτικῶν ἐξορίστων Ἁγίου Εὐστρατίου, καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Κερατσινίου, ζητούντων κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐκτοπίσεως καὶ χορήγησιν γενικῆς ἀμνηστίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δ. Παπασπύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Παμφθιωτικοῦ Κτηνοτροφικοῦ Συλλόγου Λαμίας, ζητοῦντος διάθεσιν ζωοτροφῶν διὰ τὰς ἀνάγκας κτηνοτροφίας Νομοῦ εἰς προσιτὰς τιμάς, ἐλάττωσιν μισθωμάτων τῶν λειβαδίων εἰς 350πλάσιον τοῦ βασικοῦ, τὴν κατάργησιν φόρου 3% ἐπὶ τῶν κτηνοτροφικῶν προϊόντων κ.λ.π. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Γόντικας, Μ. Στεφανίδης καὶ Ν. Ἔξαρχος, καταθέτουν ἀναφορὰς τῶν Συλλόγων Πολυτέκνων Ἀμαλιάδος, Χαλκίδος, Τρικάλων καὶ Καλαμπάκας, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων τῶν πολυτέκνων τῶν ταξιδευόντων διὰ λεωφορείων καὶ ζητούντων διατήρησιν αὐτῶν κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Β. Πανούσης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Βλασίου Γ. Γεωργίου καὶ Σοφίας, συζύγου Νικολάου Μοτακιρτζάκη, τὸ γένος Γεωργίου Γεωργίου, ζητούντων ὅπως μὴ ἀποκλεισθοῦν τοῦ παρεχομένου εἰς τοὺς ἀποστράτους ἀξιωματικοὺς βοηθήματος, αἱ οἰκογένειαι αἱ ἀποτελούμεναι ἐξ ἀρρένων ἀδελφῶν ἀγόντων ἡλικίαν πλέον τοῦ 21ου ἔτους καὶ τῶν ὑπάνδρων θηλέων ἀδελφῶν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Θανασέκου καὶ Γ. Αὐγερόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Πολυτέκνων Ὀρχομενοῦ, ζητοῦντος πλήρη ἀποκατάστασιν τῶν μελῶν του ἐπὶ τῶν ἐκτάσεων Κωπαΐδος, ἄρσιν τῆς προγενομένης ἀδικίας, περικοπῆς κατὰ 25% τοῦ κλήρου των κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Ἡρακλείου Κρήτης, ζητοῦντος τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς βομβοπλήκτους καὶ πυροπαθεῖς. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Κοθρῆς καὶ Δ. Βρανόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰς τοῦ Συνδέσμου Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν Εἰσπρακτόρων Ἑλλάδος, ζητοῦντος ἔνταξιν καὶ μονιμοποίησιν τῶν μελῶν του εἰς θέσεις τοῦ Δημοσίου κ.λ.π. Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ. κ. βουλευτῶν. Ι) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Τριανταφυλλίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 827) 440) 22.1.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡ κατατεθεῖσα ὑμῖν καὶ καταχωρηθεῖσα ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. βιβλ. 621, ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Τριανταφυλλίδη, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐπίλυσιν τῶν συνταξιοδοτικῶν ζητημάτων τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν μετὰ τὴν ὑποβολὴν ἡμῖν παρὰ τῆς συσταθείσης Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν μελέτην τῶν συνταξιοδοτικῶν ζητημάτων ἐν γένει τοῦ πορίσματός της, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι τὸ ὑποβληθὲν ἡμῖν πόρισμα τῆς ἐν λόγῳ Ἐπιτροπῆς θέλει ἐξετασθῇ συντόμως μετὰ τῶν λοιπῶν συνταξιοδοτικῶν ζητημάτων, δι’ ἃ μᾶς εἶχον ὑποβληθῆ παρὰ τῶν συνταξιούχων καὶ Ὀργανώσεων αὐτῶν σχετικὰ αἰτήματα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἐπὶ κατατεθείσης εἰς τὴν Βουλὴν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, ἀναφορικῶς μὲ τὰς χορηγηθείσας ἀδείας ἐλευθέρας κυκλοφορίας εἰς αὐτοκίνητα ἰδιωτικῆς χρήσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ἡ ἁρμοδία Ἐπιτροπὴ ἐρευνήσασα τοὺς προταθέντας παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων λόγους ἐξαιρέσεως καὶ ἐκτιμήσασα τὸ ἐπιτελούμενον ὑπὸ τοῦ αὐτοκινήτου ἔργον ἐπὶ ἑκάστης περιπτώσεως, ἐνέκρινε, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 93) 56 Ἀγορανομικῆς Διατάξεως καὶ κατὰ τὴν κρίσιν της τὰς ἐπιβαλλομένας ἐξαιρέσεις ἀπὸ τῶν περιοριστικῶν μέτρων κυκλοφορίας αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως διὰ τὰ ἐν τῇ συνημμένῃ καταστάσει ἀναφερόμενα ὀχήματα (αὐτοκίνητα καὶ μοτοσυκλέττες). Τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι μέχρι σήμερον τὸ ἀκόλουθον: Ἐπὶ ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν 1905 αἰτήσεων ἐνεκρίθησαν αἱ 309, ὡς ἀναλυτικώτερον ἐν τῇ συνημμένῃ καταστάσει ἐμφαίνεται. Εἰδικώτερον αἱ χορηγηθεῖσαι ἐγκρίσεις ἀναφέρονται εἰς αὐτοκίνητα ἀνήκοντα καὶ χρησιμοποιούμενα: 1) παρὰ Ὀργανισμῶν ἢ Ἐπιχειρήσεων κοινῆς ὠφελείας (Βασιλικὴ Πρόνοια, Τράπεζαι, Δ.Ε.Η., Η.Ε.Α.Π., Η.Ε.Μ., Σ.Ε.Κ., Ε.Ε. Σταυροῦ, Ο.Τ.Ε., Φωταερίου, Ε.Ε. Ὑδάτων κλπ.) 2) Παρ’ ἰατρῶν. 3) Παρὰ βουλευτῶν. 4) Παρ’ ἀναπήρων, (Πολέμου ἢ πολιτικῶν) καὶ 5 ἐπὶ περιπτώσεων καθ’ ἃς ἀκινητοποιεῖτο ἕτερον αὐτοκίνητον τοῦ ἰδίου προσώπου, λόγῳ συμπτώσεως ἀρτίων ἢ περιττῶν ἀριθμῶν κυκλοφορίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Φεβρουαρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. ΜΑΡΤΗΣ
ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Πατσιαντᾶ–Παπαδημητρίου–Εὐαγγέλου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 693 διεκπ. 349 ἀπὸ 19.1.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα ἐπὶ τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τῶν ἐν τῇ περιλήψει ἀναφερομένων κ. κ. βουλευτῶν, ὡς πρὸς τὸν συνταξιοῦχον Τ.Α.Κ. Νικάλαον Εὐαγγ. Παπαευαγγέλου. Οὗτος ἐτύγχανε καὶ προπολεμικῶς κομμουνιστής. Κατὰ τὴν κατοχὴν ἐνετάχθη εἰς τὰς ἐαμικὰς ὀργανώσεις καὶ εἰργάσθη διὰ τὴν ἐπικράτησίν των. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἐξηκολούθησε νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὰς κομμουνιστικὰς συγκεντρώσεις καὶ διαδηλώσεις μέχρι τῆς λήψεως τῶν ἐκτάκτων μέτρων ἀσφαλείας διὰ τοῦ Γʹ Ψηφίσματος 1946. Ἔκτοτε ἐσυνέχισε τὴν δρᾶσιν του ὑπὲρ τοῦ συμμοριακοῦ ἀγῶνος, χρησιμοποιῶν τὴν οἰκίαν του ὡς ΓΙΑΦΚΑΝ τῶν πρακτόρων τῶν Κ) Σ. Ἀποκαλυφθείσης τῆς τοιαύτης δράσεώς του συνελήφθη τὸ ἔτος 1951 καὶ κατεδικάσθη δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 15) 30.7.49 ἀποφάσεως τοῦ ἐκτάκτου Στρατοδικείου Λαρίσης εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, μετριασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου εἰς φυλάκισιν δύο (2) ἐτῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 395)51 ἀποφάσεώς του καὶ ἀπεφυλακίσθη τὴν 30.7.51. Κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 104810)55 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης ἐκδοθείσης εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ἀπὸ 14.10.1955 Β. Δ. ἀνηγγέλθη ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως Βόλου ἡ ἄρσις τῶν ἐκ τῆς καταδίκης ἀπορρεουσῶν συνεπειῶν. Κατόπιν τούτου, ὁ περὶ οὗ πρόκειται, δι’ αἰτήσεώς του ᾐτήσατο τὴν ἐπαναχορήγησιν τῆς διακοπείσης συντάξεώς του διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 862)52 ἀποφάσεως. Ἡ ἀκύρωσις, ὅμως, τῆς ἀποφάσεως ταύτης εἶναι νόμῳ ἀνέφικτος, διότι αὕτη δὲν εἶναι παρεπομένη ποινὴ ἢ συνέπεια ἐπερχομένη λόγῳ καταδίκης διὰ παράβασιν Κ.Π.Ν. ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἀνεξάρτητον καὶ ἄσχετον τελείως διοικητικὸν μέτρον λαμβανόμενον αὐτοτελῶς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν βάσει τοῦ ἀνωτέρω Ν. Δ. 617)1948, ὡς καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους ἔχει ἀποφανθῇ διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 655 (Πρωτ. 933)56 καὶ 1063 (Πρωτ. 2366)105 γνωμοδοτήσεών του καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 800)1954 ἀποφάσεώς του. Παρ’ ἡμῶν ἔχει γίνει εἰσήγησις πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. 617)1948 εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπαναχορηγηθῶσιν αἱ συντάξεις εἰς τοὺς ἀποφυλακισθέντας καὶ ἐπανακτήσαντας τὴν Ἑλληνικὴν Ἰθαγένειαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Φεβρουαρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΝΙΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημ. Ἔργων. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Μπριλλάκη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐν θέματι ἐρωτήσεως διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 582)18.1.57 ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι: Διὰ τὴν κατασκευὴν μικροῦ λιμένος εἰς χωρίον «Κόκκινο Χωριό», ἁρμόδιον τυγχάνει τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Χανίων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ὑπάγεται. Ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ ἔργου μικρᾶς ἀξίας ἁρμοδιότητα ἐγκρίσεως τῆς σχετικῆς μελέτης καὶ λοιπῶν σχετικῶν, ἔχει ὁ κ. Νομάρχης Χανίων, βάσει τῶν κειμένων διατάξεων. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ὑδρεύσεως ἁρμόδιον τυγχάνει τὸ Ὑπουργεῖον Κοιν. Προνοίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Φεβρουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Σαραφιανοῦ. Κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1228)815) 29.1.57 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 686)24.1.57 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Σαραφιανοῦ, σχετικῶς μὲ τὴν ἀνάγκην ἀποκαταστάσεως τῆς Τηλεφωνικῆς συνδέσεως τῶν ἀναφερομένων Κοινοτήτων Χαλκιδικῆς, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Εἰς τὸ Νομὸν Χαλκιδικῆς εὑρίσκοντο ἐν λειτουργίᾳ προπολεμικῶς 71 Κοινοτικὰ Τηλεφωνεῖα. Ἐξ αὐτῶν, μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, ἔχουσιν ἀποκατασταθῆ τὰ 63. Κατὰ συνέπειαν ὁ δείκτης ἀνασυγκροτήσεως τοῦ Κοινοτικοῦ δικτύου ἀνέρχεται διὰ τὸν Νομὸν τοῦτον εἰς 90 τοῖς ἑκατὸν περίπου, ἐνῷ ὁ γενικὸς μέσος ὅρος κυμαίνεται πέριξ τοῦ 70 τοῖς ἑκατόν. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι ὁ Νομὸς Χαλκιδικῆς εὑρίσκεται εἰς πλεονεκτικὴν θέσιν ἔναντι τῶν ἄλλων Νομῶν εἰς τοὺς ὁποίους ὁ δείκτης ἀποκαταστάσεως τοῦ Κοινοτικοῦ των δικτύου ὑστερεῖ κατὰ πολὺ τοῦ γενικοῦ μέσου ὅρου κυμαινόμενος εἰς ποσοστὸν ἔναντι τοῦ προπολεμικοῦ δικτύου κάτω τοῦ 50 τοῖς ἑκατόν. Εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ τρέχοντος ἔτους περιλαμβάνονται αἱ ὑφιστάμεναι καὶ προπολεμικῶς τηλεφωνικαὶ συνδέσεις τῶν Κοινοτήτων Παλιουρίου, Μεταγγιτσίου καὶ Ἁγίου Δημητρίου, αἱ δύο πρῶται μεταφερθεῖσαι ἐκ τοῦ Προγράμματος τοῦ παρελθόντος ἔτους, μὴ καταστάσης δυνατῆς τῆς συνδέσεως αὐτῶν ἐλλείψει ὑλικῶν καὶ κυρίως σύρματος. Ἐπίσης εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ τρέχοντος ἔτους περιλαμβάνεται ἡ σύστασις νέων τηλεφωνείων (μὴ ὑφισταμένων προπολεμικῶς) εἰς τὰς Κοινότητας Ἐλαιοχωρίων, Πετραλώνων, Παραλίας, Νικήτης καὶ Τορονίου Συκιᾶς. Οὕτως ἐκ τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν ἀνωτέρω ἐρώτησιν Κοινοτήτων μόνον ἡ τοιαύτη Νέας Σκιώνης δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ πρόγραμμα. Τέλος, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἡ πλήρης ἀποκατάστασις τοῦ προπολεμικῶς ὑφισταμένου Κοινοτικοῦ Τηλεφωνικοῦ δικτύου προβλέπεται νὰ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς διαστήματος δύο ἐτῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Φεβρουαρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΧΡ. ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ
Γ) Τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἐπὶ τοῦ ἐν ἐπικεφαλίδι ἐγγράφου σας δι’ οὗ διαβιβάζεται ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰακ. Διαμαντοπούλου, σχετικῶς μὲ τὴν ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἁλιείας εἰς τὴν νῆσον Μακρόνησον, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν ὅτι οὐδὲν ἀπαγορευτικὸν τῆς ἁλιείας μέτρον ἐλήφθη ποτὲ ὑφ’ ἡμῶν διὰ τὴν ἐν λόγῳ περιοχήν. Ἰσχύουσα τυχὸν ἀπαγόρευσις τῆς ἁλιείας εἰς τὴν περιοχὴν ταύτην θὰ ἐβασίσθη εἰς λόγους ἀσφαλείας, ὁπότε ἡ ἄρσις τῆς ἀπαγορεύσεως δέον νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Φεβρουαρίου 1957 Ἐντολῇ Ὑπουργοῦ
Ὁ Γεν. Γραμματεὺς
Κ. ΑΣΚΗΤΟΠΟΥΛΟΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 335) 178) 14.1.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ ἀριθ. 563 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανοπούλου, διὰ προκαλουμένας ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ ἐργοστασίου παραγωγῆς Φωταερίου, τῆς Δημοτικῆς Ἐπιχειρήσεως Φωταερίου Ἀθηνῶν, ἐνοχλήσεις εἰς τοὺς περιοίκους, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Τὸ ἐν λόγῳ ἐργοστάσιον ἱδρύθη καὶ λειτουργεῖ εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς ἀριθ. 100, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1870 περίπου καὶ εἰς περιοχὴν περιλαμβάνουσαν σήμερον κυρίως πεπαλαιωμένας οἰκίας, ἀποθήκας καὶ ἐργοστάσια. Ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία εἰς μεγάλην ἔκτασιν δὲν παρουσιάζει οἰκονομικὴν ἐξέλιξιν. Τὸ ὑπ’ ὄψιν ἐργοστάσιον ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς του δὲν ἔχει ὑποστῆ ἀξιολόγους ἐπεκτάσεις αἵτινες νὰ ἐπιδρῶσι δυσμενῶς διὰ τῆς δημιουργίας προσθέτων ἐνοχλήσεων. Αἱ ἐν λόγῳ ἐνοχλήσεις, συνιστάμεναι κυρίως εἰς τὴν διασπορὰν κόνεως κατὰ τὴν στοιβασίαν τοῦ γαιάνθρακος εἰς περίπτωσιν πνοῆς ἰσχυροῦ ἀνέμου, εἶναι αἱ συνθῆκαι διὰ τοιαύτης φύσεως ἐγκαταστάσεις. Ἡ αἰτουμένη μεταφορὰ ὁλοκλήρου τοῦ ἐργοστασιακοῦ συγκροτήματος εἰς ἄλλην θέσιν, τυγχάνει ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας ἀνέφικτος, λόγῳ τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς τοῦτο πολὺ μεγάλης δαπάνης ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ ὑπὸ τῆς Ἐπιχειρήσεως, ἥτις εἶναι Δημοτική, κοινωφελοῦς χαρακτῆρος, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἔχει κέρδη, ἀλλὰ τοὐναντίον παρουσιάζει ἐλλείμματα. Ἐπίσης ἡ προτεινομένη ἀποθήκευσις τοῦ γαιάνθρακος εἰς ἄλλην θέσιν μακρὰν τοῦ ἐργοστασίου δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι τοῦτο θὰ συνεπήγετο σημαντικὴν ἐπιβάρυνσιν τῶν δαπανῶν ἐκμεταλλεύσεως τῆς Ἐπιχειρήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ καθ’ ἡμᾶς Ὑπηρεσία ἐμελέτησε τὸ ὅλον θέμα καὶ προέβη εἰς τὰς ἀπαιτουμένας συστάσεις πρὸς τὴν Ἐπιχείρησιν, ἵνα ἡ στοιβασία τοῦ γαιάνθρακος γίνεται μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ μεθοδικότητος πρὸς μείωσιν τῶν ἐνοχλήσεων. Ἐπίσης θέλει ληφθῆ μέριμνα διὰ τὸν ἐφοδιασμὸν τῆς Ἐπιχειρήσεως διὰ μικροτέρων ποσοτήτων γαιάνθρακος κατὰ πυκνότατα χρονικὰ διαστήματα, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἑκάστοτε ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς εὑρισκομένη ποσότης γαιάνθρακος νὰ εἶναι μικροτέρα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀποφυγὴν τῶν αὐταναφλέξεων καὶ τὴν μείωσιν τῶν ἐκ τῆς κόνεως τοῦ γαιάνθρακος προκαλουμένων ἐνοχλήσεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Φεβρουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Πρίφτη καὶ Α. Πατσιαντᾶ. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9339) 18.12.56 ὑμετέρου ἐγγράφου, καὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἀπὸ 14. 12.56 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Πρίφτη καὶ Α. Πατσιαντᾶ, περὶ προαγωγῆς τοῦ Τοπικοῦ Ὑποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Κερκύρας εἰς Περιφερειακὸν τοιοῦτον, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Οἱ ἠσφαλισμένοι καὶ συνταξιοῦχοι τοῦ Ι.Κ.Α. Κερκύρας ἐξυπηρετοῦνται ἄριστα διὰ τοῦ ἐκεῖ τοπικοῦ Ὑποκαταστήματος, δὲν ὑπάρχει δὲ δικαιολογητικὸς λόγος προαγωγῆς του εἰς Περιφερειακὸν τῆς ὁποίας συνέπεια θὰ εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ Ἱδρύματος. Ἐπὶ πλέον δὲν δικαιολογεῖται μετατροπὴ τοῦ ἐν λόγῳ Ὑποκαταστήματος εἰς περιφερειακὸν ἐκ τοῦ λόγου ὅτι δὲν ὑπάρχουν τοπικὰ Ὑποκαταστήματα τὰ ὁποῖα νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτό. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Φεβρουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Μπακατσέλου, Ι. Παπαηλιάκη, Μ. Τοσουνίδη, Β. Μουράτογλου, Ν. Ἰντζὲ καὶ Φ. Παπαδοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9602) 7682) 1956 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς δι’ αὐτοῦ διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Μπακατσέλου, Ι. Παπαηλιάκη, Μ. Τοσουνίδη, Β. Μουράτογλου, Ν. Ἰντζὲ καὶ Φ. Παπαδοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι τὸ θέμα τῆς ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Κοινωνικῆς Προνοίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Φεβρουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ
γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Παπαδημητρίου, Α. Πατσιαντᾶ καὶ Γ. Εὐαγγέλου. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9229) 15.12.56 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἀπὸ 12.12. 1956 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Παπαδημητρίου, Α. Πατσιαντᾶ καὶ Γ. Εὐαγγέλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα: Τὰ ἐν τῷ ἀπὸ 10.10.56 ψηφίσματι τῆς Ἐθνικῆς Ὁμοσπονδίας Συνταξιούχων Ι.Κ.Α. διατυπούμενα αἰτήματα, ἀποτελοῦν ἀντικείμενον μελέτης ὑπὸ Ἐπιτροπῆς εἰς ἣν παρεπέμφθη πρὸς ἐπεξεργασίαν σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς διεπούσης τὸ Ἵδρυμα Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων νομοθεσίας». Τὸ σχέδιον τοῦτο, μετὰ τὴν τελικήν του ἐπεξεργασίαν, θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν, ἀφοῦ ἀκουσθοῦν αἱ ἀπόψεις τῶν ἐνδιαφερομένων. Εἰδικώτερον, ὡς πρὸς τὸ αἴτημα ἐξομοιώσεως τῶν ἐκ τοῦ Τ.Α.Κ. προερχομένων συνταξιούχων πρὸς τοὺς συνταξιούχους τοῦ Ι.Κ.Α., γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι τοῦτο ἱκανοποιεῖται διὰ διατάξεως νόμου περιληφθείσης εἰς σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον θὰ κατατεθῇ ἐντὸς τῶν ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν. Τὸ αἴτημα τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν συνταξιούχων εἰς τὰ συλλογικὰ ὄργανα τοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῇ καθ’ ὅσον αἱ ἀπόψεις καὶ τὰ συμφέροντα τῶν συνταξιούχων ἐκπροσωποῦνται ἐπαρκῶς διὰ τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν ἠσφαλισμένων, οἱ ὁποῖοι μετέχουν τῶν συλλογικῶν ὀργάνων τοῦ Ἱδρύματος. Ἄλλωστε, κατὰ γενικὴν ἀρχήν, ἀκολουθουμένην διεθνῶς, εἰς τὰ συλλογικὰ ὄργανα τῆς Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως ἐκπροσωποῦνται μόνον οἱ ἠσφαλισμένοι, οἱ ἐργοδόται, καὶ τὸ Κράτος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Φεβρουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ
δ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8991) 1956 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Διὰ τῆς συγχωνεύσεως τοῦ Ταμείου Μεταλλευτῶν εἰς τὸ Ἵδρυμα Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις τῶν συνταξιούχων τοῦ πρώτου, δοθέντος ὅτι αἱ συντάξεις των ηὐξήθησαν οὐσιωδῶς. Εἰδικώτερον, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἐπανεξετάσεως τῶν λόγῳ ἀναπηρίας συνταξιούχων, γνωρίζομεν ὅτι κατὰ γενικὴν ἀρχὴν ἐν τῇ κοινωνικῇ ἀσφαλίσει, ἀκολουθουμένην εἰς ὅλας τὰς χώρας, ἡ σύνταξις ἀναπηρίας εἶναι προσωρινή, καταβαλλομένη ἐφ’ ὅσον χρόνον συνεχίζεται ἡ πρὸς ἐργασίαν ἀνικανότης. Τὸ θέμα τῆς κρίσεως τοῦ ἠσφαλισμένου ὡς ἀνικάνου, δι’ ἓξ μῆνας, ἓν ἔτος ἢ περισσότερον, εἶναι θέμα τῶν Ὑγειονομικῶν Ἐπιτροπῶν, ἐξαρτᾶται δὲ ἑκάστοτε ἀπὸ τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν. Ὡς πρὸς τοὺς λόγους ἀναπηρίας συνταξιούχων μεταλλευτῶν Εὐβοίας, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Ὑποκαταστήματος τοῦ Ἱδρύματος, λειτουργεῖ Πρωτοβάθμιος Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπή, εἰς ἣν παραπέμπονται οἱ ἀνωτέρω πρὸς κρίσιν. Προκειμένου περὶ παραπομπῆς των εἰς τὴν Δευτεροβάθμιον Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν, τὸ Ἵδρυμα καταβάλλει καὶ εἰς τοὺς μεταλλευτὰς τὰ ἔξοδα κινήσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Φεβρουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ
ε) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαπαναγιώτου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9335) 7525) 1956 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς δι’ αὐτοῦ διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 466 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα: Κατὰ τὴν ἐκτελουμένην ἐπεξεργασίαν τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς διεπούσης τὸ Ἵδρυμα Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων νομοθεσίας», ἐξετάζεται τὸ θέμα θεσπίσεως εἰδικῶν διατάξεων διὰ τὴν ὑπὸ εὐνοϊκωτέρας προϋποθέσεις συνταξιοδότησιν τῶν ἐργατῶν οἰκοδόμων, ἐν σχέσει πρὸς τοὺς λοιποὺς ἠσφαλισμένους τόσον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν ἡμερῶν ἐργασίας ὅσον καὶ τὸ ὅριον ἡλικίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ αἴτημα περὶ ἐπικολλήσεως ἀσφαλιστικῶν ἐνσήμων εἰς περιπτώσεις ἐκτελουμένων Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ἔργων, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι, ἐὰν μὲν τὰ ἔργα ταῦτα ἐκτελοῦνται ἐντὸς ἀσφαλιστικῆς περιοχῆς τοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, οἱ εἰς αὐτὰ ἀπασχολούμενοι ὑπάγονται ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἀσφάλισιν τοῦ Ἱδρύματος. Ἐὰν τὰ περὶ ὧν πρόκειται ἔργα ἐκτελοῦνται ἐκτὸς ἀσφαλιστικῆς περιοχῆς τοῦ Ἱδρύματος, οἱ ἐργατοτεχνῖται οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦνται εἰς αὐτὰ ἀσφαλίζονται, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐκτὸς κέντρου ἀπασχόλησις εἶναι πρόσκαιρος καὶ ἔχουν ἤδη ὑπαχθῆ εἰς τὴν ἀσφάλισιν τοῦ Ἱδρύματος. Προκειμένου, ὅμως περὶ ἐργατῶν οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦνται μόνον εἰς τὰ ἐκτὸς ἀσφαλιστικῆς περιοχῆς ἐκτελούμενα ἔργα, οὗτοι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσφαλισθῶσιν εἰς τὸ Ι.Κ.Α. τὸ ὁποῖον ἀσφαλίζει μισθωτοὺς ἀπασχολουμένους ἐκεῖ ἔνθα ἐπεκτείνεται τὸ Ἵδρυμα. Ἐπὶ τοῦ αἰτήματος περὶ ἐπισπεύσεως τῆς ὑπογραφῆς συλλογικῆς συμβάσεως, γνωρίζομεν ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ὑπεδείξαμεν εἰς τὸ ἐνδιαφερόμενον Σωματεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 45671)31.7.56 ἐγγράφου μας, κοινοποιηθέντος καὶ πρὸς τὸ Γραφεῖον Ἐπιθεωρήσεως Ἐργασίας Δράμας, ὅτι δέον κατὰ τὸν νόμον 3239)55 νὰ προηγηθῶσιν διαπραγματεύσεις ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῶν Ὀργανώσεων τῶν ἐνδιαφερομένων ἐργοδοτῶν καὶ μισθωτῶν καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ τούτων νὰ ζητηθῇ ἡ μεσολάβησις τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου μας. Ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν, ὅμως, στοιχείων δὲν φαίνεται ἐὰν ἠκολουθήθη ἡ ὡς ἄνω ὑποδειχθεῖσα νόμιμος διαδικασία. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου 3464)55 προβλέπει τὴν μείωσιν ἀπὸ 125 εἰς 100 τῶν ἡμερῶν ἐργασίας, δι’ ὡρισμένας κατηγορίας μισθωτῶν, ἐφ’ ὅσον ἡ διαχείρισις τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἀπασχολήσεως καὶ Ἀσφαλείας Ἀνεργίας καταλείπει ὑπόλοιπα ἐπιτρέποντα τὴν ἐπιδότησιν τῶν ἀνέργων τῶν ἐχόντων κατά τι ὀλιγώτερα τῶν 100 ἡμερῶν ἐργασίας ἐν ἀσφαλίσει. Ἡ ἀνωτέρω διάταξις δὲν ἔτυχε μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς, διότι δὲν συντρέχει ἀκριβῶς ἡ ἄνω προϋπόθεσις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Φεβρουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ προηγηθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις Νομοθετικῆς Ἐργασίας — δεδομένου ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἀφορῶσα εἰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ αἰτήσεων διώξεως βουλευτῶν — καὶ ψηφισθῶσιν ὡρισμένα τυπικὰ νομοσχέδια ἐφ’ ὧν ἐνδεχομένως, δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα ὅθεν εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φορολογίας μεταβιβάσεως μεταλλείων».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ φορολογίας μεταβιβάσεως μεταλλείων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Μορφωτικῆς Συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αἰγύπτου ὑπογραφείσης ἐν Καΐρῳ τὴν 4ην Σεπτεμβρίου 1956».
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως Μορφωτικῆς Συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αἰγύπτου ὑπογραφείσης ἐν Καΐρῳ τὴν 4ην Σεπτεμβρίου 1956». αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 5 Ἰουνίου 1954 Συμφωνιῶν Ἐμπορίου καὶ Πληρωμῶν μεταξὺ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Λαϊκῆς Δημοκρατίας τῆς Οὐγγαρίας».
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 5 Ἰουνίου 1954 Συμφωνιῶν Ἐμπορίου καὶ Πληρωμῶν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Λαϊκῆς Δημοκρατίας τῆς Οὐγγαρίας». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπογραφέντος ἐν Ἀθήναις τὴν 13.4.1955 Παραρτήματος τῆς Ἀεροπορικῆς Συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου».
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, Δεκτόν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπογραφέντος ἐν Ἀθήναις τὴν 13.4.1955 Παραρτήματος τῆς Ἀεροπορικῆς Συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, τῆς Λαϊκῆς Δημοκρατίας τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ὁμοσπόνδου Λαϊκῆς Δημοκρατίας τῆς Γιουγκοσλαβίας, συνομολογηθείσης συμβάσεως ἀφορώσης εἰς τὴν πρόληψιν καὶ καταπολέμησιν τῶν λοιμωδῶν νόσων.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς Μεταξὺ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, τῆς Λαϊκῆς Δημοκρατίας τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ὁμοσπόνδου Λαϊκῆς Δημοκρατίας τῆς Γιουγκοσλαβίας, συνομολογηθείσης συμβάσεως ἀφορώσης εἰς τὴν πρόληψιν καὶ καταπολέμησιν τῶν λοιμωδῶν νόσων». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου περὶ κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἐν Ἀθήναις ὑπογραφεισῶν τὴν 15ην Μαΐου 1954 Συμφωνιῶν Ἐμπορίου καὶ πληρωμῶν μετὰ τῆς Ἱσπανίας καὶ τῶν προσηρτημένων εἰς τὴν Συμφωνίαν Ἐμπορίου πινάκων ἀνταλλαγῆς προϊόντων, ὡς καὶ τοῦ ἀπὸ 15.5.1954 προσθέτου πρωτοκόλλου».
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἐν Ἀθήναις ὑπογραφεισῶν τὴν 15ην Μαΐου 1954 Συμφωνιῶν Ἐμπορίου καὶ πληρωμῶν μετὰ τῆς Ἱσπανίας καὶ τῶν προσηρτημένων εἰς τὴν Συμφωνίαν Ἐμπορίου πινάκων ἀνταλλαγῆς προϊόντων, ὡς καὶ τοῦ ἀπὸ 15.5.1954 προσθέτου πρωτοκόλλου». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως κλινῶν Φιλανθρωπικῶν Ἱδρυμάτων πρὸς περίθαλψιν ἀπόρων καὶ ἀπροστατεύτων ἀτόμων δημοσίᾳ δαπάνῃ».
§22Β. ΠΑΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν πρὸς τὴν ἀξιότιμον Καν Ὑπουργὸν, ὅπως θελήσῃ καὶ δεχθῇ μίαν τροπολογίαν μου, ἀφορῶσαν καθαρῶς ὑπηρεσιακὴν μετάταξιν φαρμακοποιῶν, ὑπαλλήλων, ἀπὸ τὴν Κεντρικὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας εἰς τὰ Νοσηλευτικὰ Ἱδρύματα καὶ τἀνάπαλιν, μετὰ γνώμην τοῦ οἰκείου Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας. Ἡ τροπολογία ἔχει οὕτω: Ἐντὸς ἑξαμήνου ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ Κοινωνικῆς Προνοίας, δημοσιευομένης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ γνώμην τοῦ οἰκείου Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας, δύνανται νὰ μετατίθενται ἀμοιβαίως φαρμακοποιοὶ τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας εἰς Νοσηλευτικὰ Ἱδρύματα (Ν. Δ. 2592)1953) καὶ τἀνάπαλιν, ἐφ’ ὅσον οἱ μετατιθέμενοι κέκτηνται τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα διὰ τὴν εἰς ἣν μετατίθενται θέσιν».
§23ΛΙΝΑ Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗ (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐδήλωσα, κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι δὲν θὰ δεχθῶ καμμίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Δι’ αὐτὸ λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ καὶ τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου προτεινομένην τοιαύτην, ὡς μὴ ἔχουσαν σχέσιν μὲ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ρυθμίζεται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Ὑπόσχομαι, πάντως, νὰ ἐξετάσω τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ κ. συνάδελφος, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ἄλλου νομοσχεδίου.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον;
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διαθέσεως κλινῶν Φιλανθρωπικῶν Ἱδρυμάτων πρὸς περίθαλψιν ἀπόρων καὶ ἀπροστατεύτων ἀτόμων δημοσίᾳ δαπάνῃ». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 5101)31 «περὶ ἐνεργείας ἐράνων καὶ φιλανθρωπικῶν ἀγορῶν».
§27Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον ὁρισθῆ ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ θὰ ἤθελα, δι’ ἐλαχίστων νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, τὰς ἀντιλήψεις μου, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Ἂν δὲν εἰσηγήθην, κύριε Πρόεδρε, τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου πρέπει κἄποτε νὰ σταματήσουν οἱ ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀναγνωριζόμενοι ἔρανοι. Ἐὰν ἡ Πολιτεία φρονῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἐνισχύσεως ὡρισμένων Σωματείων, ἂς ἐγγράψῃ σχετικὸν κονδύλιον εἰς τὸν Κρατικὸν Προϋπολογισμόν. Πρέπει, πάντως, κἄποτε νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ τακτικὴ τῶν ἐπισήμων ἐράνων.
§28ΛΙΝΑ Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗ (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων κ.κ. Κακκαρᾶ καὶ Βογιατζῆ, ἔχει κατατεθῆ τροπολογία, ἀναφερομένη εἰς διενεργηθέντα εἰς τὴν περιφέρειαν Χαλκίδος ἔρανον ὑπὸ τῆς «Ἐκτελεστικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνεγέρσεως Σανατορίου ἐν Εὐβοίᾳ». Τὴν τροπολογίαν, ταύτην, δεδομένου ὅτι εἶναι ἀπολύτως συναφὴς μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, τὴν ἀποδέχομαι.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν τῶν κ.κ. συναδέλφων;
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ σχέδιον νόμου;
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. 5101) 31 «περὶ ἐνεργείας ἐράνων καὶ φιλανθρωπικῶν ἀγορῶν», ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ποινικῆς καὶ πειθαρχικῆς διώξεως τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Λιμενικὸν Σῶμα ἀνδρῶν».
§34Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, παράγρ. 1, στίχος 7, διαγραφῇ ἡ λέξις «Ὑποναύαρχον».
§35Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε. Δέχομαι ὅπως διαγραφῇ ἡ λέξις «Ὑποναύαρχον».
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
1) Ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Χανίων, περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Σ. Πιστολάκη κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει. 2) Ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν, περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Χανίων κ. Κ. Μητσοτάκη, κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει.
§37Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ εἶσθε σύντομος.
§39Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἐπαναλάβω μᾶλλον τὴν παράκλησιν, ὅπως δεχθῇ τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας. Διότι, τὸ ἀτύχημα, διὰ τὸ ὁποῖον ὁμιλοῦμεν, δηλαδὴ ἡ συκοφαντικὴ δυσφήμησις, εἶναι ἀναμφισβητήτως, ἓν ἀπὸ τὰ βαρύτερα κοινωνικὰ ἀδικήματα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀχθῇ εἰς τὸ δικαστήριον, διὰ νὰ δοθῇ ἡ λύσις, διὰ νὰ ἀποδείξω δηλαδή, ὅτι ἐγὼ ὑπέπεσα εἰς τὸ ἀδίκημα αὐτό, ἀλλὰ ὁ ὁμιλητὴς καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ παρεκάλουν καὶ τὸ Σῶμα, ὅπως μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀποσείσω τὴν κατηγορίαν αὐτήν, διότι, ἄλλως, δὲν δύναμαι νὰ παρακάθημαι εἰς τὴν Βουλήν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πιστολάκη, θὰ ὁμιλήσητε καὶ θὰ ἐξηγήσητε εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖτε τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας.
§41Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι ὁλόκληρος ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἐδημιουργήθη, διότι ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις τοῦ ν)δίου περὶ τῶν ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν καὶ ἐθίγην ἀπὸ συνάδελφον βουλευτήν, μὲ ἠδίκησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διότι δὲν μοῦ ἔδωκε τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ βαρυτάτης, τότε, ἐναντίον μου διατυπωθείσης κατηγορίας. Παρακαλῶ, λοιπόν, τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ εἶναι δίκαιος πρὸς ὅλους καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃ, νὰ ἀποσείσω, ὅπως εἶπον, βαρυτάτην κατηγορίαν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀφήσω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι σᾶς ἀπηγόρευσα νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος. Σᾶς ἔδωσα τὸν λόγον καὶ ὡμιλήσατε.
§43Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ συνεχίσω τὴν ἄμυνάν μου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ εἶσθε ἄδικος, ἀπέναντι τοῦ Προεδρείου.
§45Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα ὑπερασπίσεως, οὐδέποτε ἐπιτρέπεται νὰ περιορισθῇ, οὔτε ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Τί τοῦ συνιστᾶτε λοιπόν, περιορισμὸν τῆς ὁμιλίας;
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκαμον τὴν σύστασιν εἰς τὸν ἀγορητὴν νὰ εἴπῃ τοὺς λόγους ποὺ ἐζήτησε τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας.
§47Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Γνωρίζω πῶς θὰ ἀμυνθῶ. Δὲν δέχομαι ἐξηγήσεις εἰς αὐτὸ τὸ θέμα, διότι εἶναι θέμα τιμῆς καὶ δι’ ἐμέ, νομίζω δὲ ὅτι εἶναι θέμα τιμῆς καὶ διὰ τὸ Σῶμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προπηλακίζωνται οἱ βουλευταί, ἀδιαμαρτυρήτως, διότι τότε διαλύεται ἡ Βουλή. Ἡ ἔναρξις τῆς ἐναντίον μου ἐπιθέσεως ἔγινε τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τῆς ἀποδοχῆς τῆς συμβάσεως τῶν ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἐπειδὴ ἐδόθη ἐξαιρετικὴ σημασία εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν — εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ μέλλοντος, εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἀφήνωμεν τόσον εὔκολα νὰ περνᾷ — ἐζήτησα, κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετασθῇ ἡ σύμβασις, ὄχι μόνον καθ’ αὑτό, ἀλλὰ καὶ ἐν συνεχείᾳ μὲ τὸ ποία ὑπῆρξεν ἡ σχέσις κατὰ τὸ παρελθόν, διὰ νὰ προφυλαχθῶμεν, ἀκριβῶς, διὰ νὰ μὴ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐζήτησα, ἐπίσης, νὰ ἐξετασθῇ ἡ σύμβασις, ἐν συσχετίσει πρὸς τὸ μέλλον, δηλαδή, πρὸς τὰς προτάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν ἐπωφελεῖς διὰ τὸ Δημόσιον. Ἦτο φυσικόν, κατὰ συνέπειαν, τότε, νὰ προσφύγω εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ὅπως καὶ σεῖς, πρέπει νὰ ἠξεύρετε, διότι οἱ φάκελλοι εἶναι κατατεθειμένοι εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἐξονυχιστικῶς ἐμελέτησα τὴν ὑπόθεσιν τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν. Ἐμελέτησα καὶ εἶδον καὶ ἔδωσα τὸν χαρακτηρισμόν, τὸν ὁποῖον ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ κατάστασις δὲν ἦτο τότε καλή. Ἐπειδὴ εἶχον παρατηρήσει, ὅτι ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὁ ἐκ Χανίων βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸν φάκελλον, δηλαδὴ τὴν ἐμπιστευτικὴν ἔκθεσιν Παγουλάτου καὶ εἰς τὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον θὰ ἀνοίξω, τοῦ Ἐφέτου κ. Γεωργίου, φαίνεται ὑπεύθυνος τῆς καταστάσεως, ἐπειδή, λέγω, εἶδον ὅτι δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ μὴ ἀναφέρω τὸ ὄνομά του. Ἐὰν ἐνθυμῆσθε, ὅτι καὶ ἐκεῖθεν ἐπιμόνως μὲ παρεκάλουν νὰ κατονομάσω τὸν ὑπεύθυνον καὶ ἐντεῦθεν καὶ δὲν κατωνόμασα τὸ πρόσωπον. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὁ κ. ἐκ Χανίων βουλευτής, ἀγορεύων εἰς τὴν Βουλήν, μὲ ἀπεκάλεσεν Ὠνασικόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει δι’ ἕνα δημόσιον ἄνδρα, ὅτι εἶναι ἐξηρτημένος ἀπὸ ἕνα ἐπιχειρηματίαν. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐπρόκειτο οἱ δημόσιοι ἄνδρες νὰ ἀποκαλοῦνται ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ κινοῦντα καὶ ὑποκινούμενα ἐπιχειρηματιῶν. Διεμαρτυρήθην καὶ ἐδημιουργήθη ἐπεισόδιον ἀπὸ ἀγαπητοὺς φίλους. Διηρωτήθην πρὸς στιγμήν, διατὶ τόση ἐξέγερσις ἀπὸ τὴν πτέρυγα, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω. Δὲν ἀντελήφθην τὸ διατί. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐξηκολούθησα καὶ διετύπωσα τὰς ἀπόψεις μου καὶ ἐζήτησα τὸν σχηματισμὸν ἐξεταστικῆς τῆς ὑποθέσεως αὑτῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι, ὅπως τότε ἐτόνισα, ἀλλοίμονον, ἐὰν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐξαρτῶνται αἱ γνῶμαι τῶν ὁμιλούντων ἀπὸ συμπαθείας, τὰς ὁποίας εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχουν πρὸς τὴν παράταξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν ἢ εἰς τὴν ὁποίαν συμπαθοῦν. Ὁ κ. ἐκ Χανίων βουλευτής, λαβὼν τὸν λόγον, ἐσυνέχισε τὴν ἐναντίον μου ἐξύβρισιν, λέγων ὅτι ἀπεδοκιμάσθην ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν μου περιφέρειαν, ὅτι δὲν κατέρχεται εἰς τὸ ἐπίπεδόν μου κ.λ.π. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸν λόγον. Ὁ κ. Πρόεδρος μὲ ἠδίκησεν καὶ ἠδίκησε καὶ τὴν ὑπόθεσιν, δὲν μοῦ ἔδωκε τὸν λόγον. Ἐγὼ εὑρέθην ἐκτεθειμένος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶ τὴν βαρυτάτην αὐτὴν κατηγορίαν ἐναντίον μου καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ὅπως ἦτο φυσικόν, προσέφυγα εἰς τὸν Τύπον καὶ εἰς μίαν ἐπιστολήν μου, ἠθέλησα νὰ διαπιστώσω κἄτι, τὸ ὁποῖον εἶναι πασίδηλον εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, ὅτι, δηλαδή, κατὰ τὸ παρελθὸν ἐξελεγόμην τακτικὰ εἰς τὴν περιφέρειάν μου καὶ μάλιστα πρῶτος βουλευτὴς καὶ ὅτι, ἀντιθέτως, διὰ ραδιουργιῶν, τὰς ὁποίας γνωρίζομεν ὅλοι, πόθεν καὶ πῶς γίνονται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, δὲν μετέσχον τοῦ συνδυασμοῦ ἐκείνου καὶ προσέθετον εὐθαρσῶς καὶ ἐντίμως ὅτι, ἐὰν ἐκτιμήθην διὰ τῆς ψήφου ἄλλης παρατάξεως, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι συνετέλεσα εἰς τὴν συνένωσιν αὐτοῦ τοῦ κόσμου, εἰς τὴν συνένωσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τῆς πρωτοβουλίας μου καὶ συνεπῶς ἦτο φανερόν, διατὶ ἐγὼ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἔλαβον, ἐὰν ἔλαβον, ὡρισμένας ψήφους ἐκ τῆς παρατάξεως, τὴν ὁποίαν, ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Χανίων ἠθέλησε νὰ ἐπισημάνῃ, συκοφαντικῶς, καὶ δι’ αὐτὴν καὶ δι’ ἐμέ, μολονότι, διὰ τῶν ψήφων αὐτῆς ἐξελέγη. Εὑρέθην ὑποχρεωμένος, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν τίτλον, εὑρέθην ὑποχρεωμένος, καὶ δὲν μετενόησα δι’ αὐτό, διότι, πρέπει ὅλοι, ποὺ εὑρισκόμεθα εἰς τὸν χῶρον αὐτόν, νὰ ἔχωμεν τὴν εὐαισθησίαν ταύτην. Ὁ κ. ἐκ Χανίων βουλευτής, ἐνοχλήθη ἐξ αὐτοῦ καὶ ἀπαντᾷ τὴν 22αν Δεκεμβρίου: «Εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. Πιστολάκης θὰ ἀπέφευγε.... (ἀναγινώσκει)....». Κύριοι βουλευταί, ἦτο καθῆκον τιμῆς, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς βαρυτάτας αὐτὰς συκοφαντίας, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν ἐναντίον μου ἐν γνώσει. Βεβαίως, μὲ ὕφος εὐπρεπὲς καὶ ὄχι μὲ τὸν τρόπον τὸν ὑβριστικόν, ὁ ὁποῖος εἶναι γνώριμος εἰς τὸν δυναμικὸν αὐτὸν πολιτικόν. Πρῶτον, ἀπήντησα καὶ ἀπαντῶ σήμερον, διὰ νὰ κρίνετε ὑμᾶς, ἐὰν ὑπῆρξεν ἢ δὲν ὑπῆρξεν ἐναντίον μου συκοφαντία εἰς τὸ ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσα τὰς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις μου. Ἐδῶ ὑπάρχουν ἐπίσημα στοιχεῖα τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου, ὑπάρχει τὸ φύλλον πορείας. Ὅταν ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος, εὑρισκόμενος ἐν Ἀμερικῇ, ἐζήτησα νὰ στρατευθῶ, παρὰ τὴν ἡλικίαν μου, καὶ νὰ τεθῶ ἐπὶ κεφαλῆς ἐθελοντῶν Ἀμερικῆς. Καὶ αὐτό, τὸ πιστοποιεῖ ὁ ἴδιος ὁ Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ, κ. Νικόλαος Λέλης. Ἰδοὺ ἐπὶ λέξει τί λέγει: «.... (ἀναγινώσκει)....». Λυποῦμαι, κύριοι βουλευταί, διότι λέγω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔπρεπε ποτὲ νὰ εἴπω, ἀλλὰ ὄχι μόνον ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἀλλὰ οὔτε καὶ εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν ὁμιλίας. Ἀλλά, σήμερον, ἀμύνομαι καὶ δὲν θέλω νὰ ἐκληφθοῦν ὡς περιαυτολογίαι. Ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου, ὡς θὰ ἐκάμνατε καὶ σεῖς. Ὅταν ἐκόπασεν ὁ ἀγὼν εἰς τὴν Ἠπειρωτικὴν Ἑλλάδα καὶ εἶχε μείνει μόνον ἡ Κρήτη, καὶ τότε ἀπετάθην πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, διὰ τηλεγραφήματός μου, λέγων τὰ ἑξῆς: «.... (ἀναγινώσκει)....». Καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, μοῦ ἀπαντᾶ: «Εὐχαριστῶ θερμῶς.... (ἀναγινώσκει)....». Ὥστε, ὄχι μόνον ἐξεπλήρωσα τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκόν μου ὡς κληρωτός......
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπηρετήσατε, ὡς στρατιώτης, κύριε συνάδελφε;
§49Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Βεβαίως, ἔχω καὶ τὸ φύλλον πορείας. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§51Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ! Δέχομαι διακοπάς.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω ἐγώ, διακοπάς.
§53Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Ἐλέχθη ἐναντίον μου, ἐπίσης, κἄτι τὸ βαρύτατον, τὸ ἀνυπόφορον, ὅτι ἐβυσσοδόμουν κατὰ τῆς Πατρίδος μου, εὑρισκόμενος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ ὅμως, θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, καὶ γνωρίζει, ὅτι, εὑρισκόμενος ἐκεῖ, συνειργαζόμην μὲ τὸν κ. Σ. Βενιζέλον, τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Φ.Δ.Ε. Συνειργαζόμεθα τόσον στενῶς, ὥστε ἡ ἐναντίον μου προσβολὴ νὰ ἀντανακλᾷ εἰς τὸ πρόσωπόν του καὶ νὰ μὴ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιπολαιότης. Ἀλλά, ἀφήνω ὑμᾶς, νὰ κρίνητε. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, εἴδαμεν εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅτι ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος, τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν, ἦτο νὰ πᾶμε, μαζὶ μὲ τὸν κ. Σ. Βενιζέλον, εἰς τὸ Προξενεῖον. Ἀλλά, ἀναφέρω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἐμέ. Ὅταν ἐβλέπαμεν, ὅτι δὲν κατηρτίζοντο κατάλογοι ἐθελοντῶν, διότι ἔτσι ἔκρινε ἡ Κυβέρνησις, ἐθεωρήσαμεν ὑποχρέωσίν μας, νὰ ἀρχίσωμεν μίαν συνεργασίαν διὰ τὴν ἐπιβίωσιν τῆς Χώρας. Καὶ ἤρχισε ἡ συνεργασία αὐτή. Πάλιν θὰ ὑποχρεωθῶ, νὰ ὁμιλήσω διὰ τὸν ἑαυτόν μου, ὅτι ὑπῆρξα ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἐζήτησα τὸν σχηματισμὸν Ἐπιτροπῶν συλλογῆς ἐράνων καὶ ἔχω εἰς τὴν ἀγγλικὴν γλῶσσαν τηλεγράφημα τοῦ κ. Βάντερμέντε, ὁ ὁποῖος μὲ συγχαίρει, διὰ τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον. Λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, διότι λέγω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λέγωνται, ἀλλὰ ἀμύνομαι. Διότι ἐλέχθη, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ἀντιπατριωτικὴ δρᾶσις μου. Καὶ προχωρῶ εἰς τὰς 22 Μαρτίου 1942. Ὑπεγράψαμε, μὲ τὸν κ. Σ. Βενιζέλον, στενώτατος, τότε καὶ τώρα φίλος, μακροσκελῆ ἀναφορὰν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδοὺ ἡ δρᾶσις μας, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐκεῖ: «Ἀντὶ πολιτικῶν.... (ἀναγινώσκει)....». Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν περιεχόμενον τῶν σκέψεών μας, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν περικοπὴν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ: «Δι’ ἡμᾶς ἡ Ἑλλὰς.... (ἀναγινώσκει)....». Αὐτὰ λέγομεν ἐπισήμως.
§54Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Κύριε Πιστολάκη, πράγματι, αὐτὴ ἦτο μία διακήρυξίς σας ὑπὲρ τοῦ Ε.Α.Μ. Ἠγωνίσθητε σθεναρῶς, ἐν Ἀμερικῇ, ὑπὲρ τοῦ Ε.Α.Μ. Αὐτὸ εἶναι γεγονός. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι γεγονός, νομίζω, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ συκοφαντίαν τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Μητσοτάκη, ὅτι ἐβυσσοδομούσατε εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους. Ἐὰν δὲν ὑπήρξατε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν βοήθειαν τοῦ Ε.Α.Μ., ἐν Ἀμερικῇ, τότε, δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Μητσοτάκης. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, ὑπήρξατε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ἔχει δίκαιον ὁ κ. Μητσοτάκης.
§55Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε συνάδελφε, διὰ τὴν διακοπήν. Διότι, πρέπει νὰ δηλώσω, ὅτι ἡμεῖς, εὑρισκόμενοι εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν εἴχομεν, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δικαίωμα νὰ κάμνωμεν διακρίσεις μεταξὺ Ὀργανώσεων Ἀντιστάσεως. Εὑρισκόμενοι εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἠκούαμεν τὸν Σταθμὸν τοῦ Λονδίνου, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἑκάστην, μᾶς ὡμίλει καὶ μᾶς ἔλεγε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ σεῖς ἠκούατε ἐδῶ. Ἐκεῖ, ἠκούσαμεν ἡμεῖς πρῶτοι, ὅτι ἔγιναν αἱ μάχαι τοῦ Γοργοποτάμου ἀπὸ τὸ Ε.Α.Μ.
§56Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Οὔτε αἱ μάχαι τοῦ Γοργοποτάμου ἔγιναν ἀπὸ τὸ Ε.Α.Μ. Καὶ γνωρίζομεν ὅλοι μας, ὅτι, πλὴν τοῦ Ε.Α.Μ., ὑπῆρχον, ἐδῶ, αἱ Ἐθνικαὶ ὁμάδες Ἑλλήνων ἀνταρτῶν. Διότι ἠγωνίζοντο τὸν καλὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Ἀλλὰ σεῖς ἐτάχθητε ἐναντίον ἡμῶν, ἐναντίον τοῦ Ἔθνους καὶ ἐτάχθητε ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίζοντο ἐναντίον τοῦ Ἔθνους. Ἀπαντήσατε: Ναὶ ἢ ὄχι: Ἐτάχθητε καὶ εἰργάσθητε ὑπὲρ τοῦ Ε.Α.Μ.;
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Χούτα.... (Θόρυβος —κωδωνοκρουσίαι).
§58Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ἐπροξενήσατε μεγάλην ζημίαν εἰς ἡμᾶς, τοὺς μαχομένους Ἕλληνας, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
§59Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Θὰ ἀναφέρω ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν καταθέτω καὶ εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἦτο ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡμίλει ὁ κ. συνάδελφος».... (ἀναγινώσκει)...». Προχωρῶ. Εἶμαι κάτοχος, ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, τῆς ἀπὸ 29 Αὐγούστου ἐπιστολῆς, ἥτις λέγει τὰ ἑξῆς: «.... (ἀναγινώσκει)....». Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, δὲν μοῦ ἀρέσουν αἱ ἀντεγκλήσεις, οὔτε καὶ νὰ ἀναφέρωμαι εἰς τὸ παρελθόν. Ἐγὼ ἀμύνομαι διὰ τὴν τιμήν μου καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ μεμφθῇ δι’ αὐτό. Ἀλλὰ προχωρῶ, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε, ἐν Ἀμερικῇ, εἰδικὴν ἐργασίαν καὶ εἰδικὴν μελέτην εἰς μίαν Ὀργάνωσιν περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ δημιουργίας μεγάλης Ἑλλάδος, ἦτο καὶ πάλιν ὁ ὁμιλῶν αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§60Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ἕτερον, ἑκάτερον.
§61Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἕτερον, ἑκάτερον. Ἀναφέρω ὅλην τὴν δρᾶσιν μου. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, νομίζω, ὅτι θὰ ἀναγκάσῃ τὸν κ. συνάδελφον, νὰ μοῦ ζητήσῃ συγγνώμην, αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ ἀκούσητε, διότι, πιστεύω, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος καλῆς πίστεως. Λοιπόν, κατὰ τὰς ἡμέρας, ἀκριβῶς τοῦ κινήματος τοῦ Δεκεμβρίου, ἀπηύθυνα ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος, διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγον: «Τὰ δραματικὰ γεγονότα.... (ἀναγινώσκει)....» Ὁ δὲ κ. Πρέσβυς μοῦ ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: «Ἀξιότιμε κύριε.... (ἀναγινώσκει)....». Ἐγὼ ἔρχομαι καὶ πάλιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Πατρίδος μου καὶ ζητῶ νὰ προσφέρω τὰς ὑπηρεσίας μου... Τί ἀπαντᾶτε εἰς αὐτό, κύριε συνάδελφε; (Θόρυβος–κωδωνοκρουσίαι).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος εἶναι κατηγορούμενος.....
§63Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Εἶμαι κατηγορούμενος, ἀλλὰ καὶ κατήγορος. Αὐτὴ ἦτο ἡ δρᾶσις μου, ἐν Ἀμερικῇ. Τώρα, θὰ ἤθελον, νὰ ἐρωτήσω, ποία ἡ δρᾶσις τοῦ μηνυτοῦ μου καὶ θὰ ἤμην ὁ πρῶτος, εἰλικρινῶς, διότι, δὲν ἔχω τίποτε ἐναντίον του, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν ἐχειροκρότει. Ποία ὑπῆρξεν ἡ δρᾶσις του ἐν Ἑλλάδι; Ἐγὼ ἔλειπον καὶ δὲν γνωρίζω.
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ δὲν ἐφροντίσατε νὰ μάθετε;
§65Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ διαβάζω κείμενα.
§66Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Μὲ ἀλληλογραφίαν ἠσχολήθητε καὶ μὲ τηλεγραφήματα.
§67Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Γράφει ἐδῶ: «.... (ἀναγινώσει)....». Δὲν ἠμπορῶ νὰ διαβάσω περισσότερα.
§68Κ. ΜΑΡΗΣ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτὰ καὶ πότε ἐγράφησαν;
§69Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Εἰς τὰς 19 Ἰουλίου 1948.
§70Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Κύριε συνάδελφε, μᾶς εἴπατε ὅτι ὑπηρετήσατε εἰς τὸν στρατόν. Ἐδῶ, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι σᾶς γνωρίζουν καὶ προέρχονται ἐκ τῆς αὐτῆς περιφερείας μὲ ἡμᾶς, λέγουν, ὅτι οὐδέποτε ὑπηρετήσατε.
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν ἐκλήθητε, κύριε συνάδελφε, ἐπήγατε;..... (Θόρυβος–κωδωνοκρουσίαι).
§72Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Εἶναι ἐλεειναὶ συκοφαντίαι. Ἐφ’ ὅσον θέλετε νὰ συκοφαντήσητε, ἔχετε τὴν ἐλευθερίαν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλά, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ συκοφαντίας, ἐφ’ ὅσον θὰ καταθέσω ἐπίσημα κείμενα. Καὶ προχωρῶ. Κατηγορήθην, κύριοι βουλευταί, διὰ κἄτι τὸ ὁποῖον δι’ ἐσᾶς ἴσως νὰ μὴ ἦτο σοβαρόν, διότι δὲν γνωρίζω.... (Θόρυβος–κωδωνοκρουσίαι), δὲν γνωρίζω ἢ μᾶλλον γνωρίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς ὁλόκληρον τὸ Σῶμα καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἡ ἰδία ἀντίληψις, περὶ τοῦ κινήματος τοῦ 1935, οὔτε περὶ τῶν σκοπῶν, οὔτε περὶ τῶν Ἀρχηγῶν. Ἐν τούτοις, θὰ ὁμολογήσητε ὅλοι, ὅτι θὰ ἀποτελῇ πρᾶξιν ἐσχάτης ἀνανδρίας καὶ ἐσχάτης ἀτιμώσεως, ἐὰν εἰς τὴν δύσκολον στιγμὴν ἐγκατέλειπε κανεὶς τὸν Ἀρχηγόν του, ἔστω καὶ ἂν ἀπεδοκιμάζετο. Ὄχι, κύριοι βουλευταί. Μοῦ διετύπωσαν αὐτὴν τὴν βδελυρὰν κατηγορίαν καὶ σᾶς δίδω ἀπάντησιν διὰ τῶν ἐπισήμων κειμένων τῶν πρακτικῶν καὶ πάλιν τοῦ Στρατοδικείου: «Ὁ κάτωθι ὑπογεγραμμένος.... (ἀναγινώσκει)....». Αὐτὰ εἶπον ἐπὶ λέξει. Ἐὰν ἀπεδοκίμαζα, ἐὰν διέπραττον τὸ ἀνοσιούργημα νὰ ἀποδοκιμάσω τὸν Ε. Βενιζέλον, τὸν ὁποῖον, ὑμεῖς ὅλοι γνωρίζετε, δὲν θὰ ἐλάμβανον εὐθὺς μετὰ τὸ κίνημα, τέσσαρας ὁλοκλήρους ἐπιστολάς, 6)11, 5)12, 28)12 καὶ 15)1)1936. Ὅταν οἱ Ἀρχηγοὶ ἀποδοκιμάζωνται, δὲν γράφουν ἐπιστολὰς θερμάς, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σχέσιν καὶ μὲ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς Χώρας. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν ἀπὸ αὐτάς: «Φίλτατε Στέλιο, (ἀναγινώσκει)....»
§73Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς σᾶς ἀποκαλεῖ;
§74Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Φίλτατε, Στέλιο, ὅπως μὲ ἀπεκάλει καὶ εἰς ἄλλας ἐπιστολάς. Δὲν ἀναφέρω ἐπιστολάς, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ Γιάννη Χαλκοκονδύλη, τοῦ Μιχαλακοπούλου, τοῦ Κούνδουρου, τοῦ μακαρίτη Πλαστήρα, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔγραφε, μάλιστα, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἀποτυχία ὀφείλεται εἰς τὸ αἴτημα ποὺ ἀναφέρετε, διότι, ἡμεῖς ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἀναφέρομαι καὶ εἰς τὸν Ε. Βενιζέλον, ὅπως θὰ ἴδητε καὶ εἰς τὸν Στρατηγὸν Πλαστήραν, τὰ αἴτια τῆς ἀποτυχίας τοῦ κινήματος, τὰ ὁποῖα ἀναμφιβόλως δὲν ἦτο κίνημα Πλαστήρα, οὔτε Βενιζέλου, ὅπως τὰ γεγονότα ἀπέδειξαν. Καὶ προχωρῶ, ἀλλὰ βλέπω ἐδῶ μίαν ἐπιστολήν, φαιδράν, τοῦ Στρατηγοῦ Τσιγάντε. Βεβαίως, ὁ Στρατηγὸς Τσιγάντε, εἶχε λόγους, νὰ γράψῃ τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, διότι εἴχομεν συχνὰ ἐπεισόδια, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, μὲ τὸν Στρατηγὸν Τσιγάντε, διότι καθύβριζε τὸν Ε. Βενιζέλον, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
§75Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Αὐτὰ δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν.
§76Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ προκαλεῖτε. Ἐὰν εἶσθε εἰς τὴν θέσιν μου καὶ ἔγραφον δι’ ἐσᾶς, μὲ τὸν τρόπον, τὸν μειωτικόν, τὸν συκοφαντικόν, τὸν ἐξευτελιστικόν, ποὺ ἔγραψε ὁ Στρατηγός, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀμυνθῆτε, πρῶτον, εἰς τὸ Σῶμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε καὶ κατόπιν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Διότι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἀποκαλοῦν «.... (ἀναγινώσκει)....». Ἐδῶ εἶναι τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ βιβλίον, τί λέγει διὰ τὸν ἐπιφαινόμενον: «Διὰ τῆς ἐπιστολῆς μου.... (ἀναγινώσκει)....». Ἐντρέπομαι νὰ ἀναφέρω τοιαῦτα κείμενα, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ἐγκαλοῦμαι δι’ ἀνανδρίαν, ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὸν μηνύσητε.
§78Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ ζήτημα τῆς μηνύσεως καὶ κατέρχομαι εὐχαρίστως εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ δὲν μηνύω, ἐφ’ ὅσον ἔχω τὸν τίτλον τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Λαοῦ. Ὁ Λαὸς ἐζήτησε ἀπὸ ἡμᾶς ἐδῶ, ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ λύωμεν ὅλας τὰς ὑποθέσεις μας. Ἀλλὰ ἐπροχώρησεν ὁ κ. ἐκ Χανίων βουλευτής, νὰ μὲ ἐμφανίσῃ ἕνα πολιτικὸ ρετάλι, διότι δὲν ἤκουσα τὰ ὡραῖα, τὰ ὁποῖα ἔχει γράψει εἰς τὴν ἐφημερίδα. Λοιπόν, αὐτὸ τὸ πολιτικὸ ρετάλι, εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Ε. Βενιζέλος ἀναθέτει περίπου καὶ πάλιν τὰ σοβαρώτερα θέματα τῆς ἐποχῆς του. Ἐπιστολαί: «Φίλτατε Στέλιο, σὲ παρακαλῶ.... (ἀναγινώσκει)....». «Φίλτατε Στέλιο, σὲ περίμενα τὸ πρωΐ.... (ἀναγινώσκει)....». «Φίλτατε.... (ἀναγινώσκει)....». Ὁμιλεῖ περὶ εἰδικῶν Ταμείων, μοῦ ἀναθέτει τὴν μελέτην: «Παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα τῶν Τούρκων τῆς Θράκης.... (ἀναγινώσκει)....». Λοιπόν, καὶ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Κόμματος, τὴν ἐπιστολήν, ἐπειδὴ εὑρίσκονται ἐν ζωῇ πολλὰ ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθοῦν μὲ τὸν Ε. Βενιζέλον, δι’ αὐτὸ δὲν ἀναφέρω αὐτὴν τὴν ἐπιστολήν. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν ἐπιστολὴν θὰ ἐβλέπατε ποία ἡ θέσις τοῦ ρεταλιοῦ τοῦ πολιτικοῦ. Ἀλλὰ μοῦ λέγει καὶ περαιτέρω ὅτι εἶμαι καὶ ἰδιοτελής, ὅτι δὲν ἐκύτταξα τίποτε ἄλλο παρὰ τὰ ἑκατομμύριά μου. Ἀπὸ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφέρω μίαν μόνον παρατήρησιν ἀπὸ τὰς Βενιζελικάς, τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ἐφημερίδας τῆς ἐποχῆς: «Λέγει, ἢ ἀκατανόητος, ἢ ἀνερμάτιστος.... (ἀναγινώσκει)....». Εἶναι κολακευτικὰ τὰ ἑπόμενα. Ὥστε δὲν ὑπῆρξα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξεμεταλλεύθη περιστάσεις. Οὔτε, κἄν, ἐργαζόμενος, ἀπεδεχόμην μισθόν, διότι, ἔτσι ἐξετέλουν τὸ καθῆκον μου, λόγῳ ἰδιαιτέρως, τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν εἶχον ἀπέναντι τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Λέγει, ὅτι εἶμαι καὶ ἄστατος, πολιτικῶς, καὶ δι’ αὐτὸ ἔπαθα αὐτὰ ποὺ ἔπαθα. Τὸν ἔδιωξαν πὺξ–λὰξ ἀπὸ τὴν περιφέρειάν του. Καί, ὅμως, ἀπὸ τὸ 1946 στέκομαι πιστὰ πλάϊ εἰς τὸν Στρατηγὸν Πλαστήραν. Ἔχω ἄπειρες, καὶ αὐτοῦ, ἐπιστολές. Ἐδιάλεξα 1–2. Μοῦ λέγει τὸ 1946, μόλις ἦλθε ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν, ὅτι τὸ ἄρθρον μου ἦτο ἐμπνευσμένο καὶ περιέχει ὅ,τι χρειάζεται. Ἐπίσης, ὁ μακαρίτης ὁ Τσουδερὸς, καὶ ἐκεῖνος μοῦ ἔκαμε προτάσεις, καὶ ὅμως, ἐγὼ παρέμεινα εἰς τὸν Πλαστήραν. Ἐπίσης, μοῦ λέγει, ὅτι «Σὲ συγχαίρω εἰλικρινῶς». Ἐγώ, ὅμως, παρέμεινα εἰς τὸν Πλαστήραν. Θὰ προσθέσω κἄτι, κύριοι βουλευταί, τὸ ὁποῖον, ἴσως, σᾶς δώσῃ τὴν εἰκόνα τοῦ πῶς σκέπτομαι.
§79Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Τὸ ἠξεύρομεν.
§80Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Κύριε Μαλαμίδα, δὲν ἠξεύρετε. Τώρα, θὰ μάθετε. Ὅταν μοῦ εἶχε προταθῆ νὰ ἀναλάβω τὴν Διοίκησιν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, καὶ ἐδημιουργήθη ἀντίδρασις, ὁ μακαρίτης Κάντζιας, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐπεκαλέσθη ἓν ἄρθρον μου. Ἦτο τὸ ἄρθρον, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ Στρατηγὸς Πλαστήρας μὲ συνέχαιρε καὶ μοῦ ἔλεγε ὅτι μὲ τὰ δύο του χέρια θὰ τὸ ὑπέγραφε καὶ ἐκεῖνος. Ἀλλὰ εἶχα τὴν εὐπρέπειαν νὰ ἀναγνωρίσω τὴν θέσιν τοῦ Στρατηγοῦ Πλαστήρα καὶ νὰ μὴ φέρω εἰς τὴν δημοσιότητα τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν. Ἔμεινα εἰς τὴν συνείδησιν πολλῶν ἐξ ὑμῶν ἔνοχος. Ἔνοχος, ὅπως καὶ ὁ ἐκ Χανίων κ. βουλευτής, λέγει δι’ ἐμέ. Ἐπροτίμησα νὰ μείνω ὑπόλογος εἰς τὴν συνείδησίν σας, παρὰ νὰ φανῶ ἀχάριστος πρὸς ἕνα τοιοῦτον ἄνδρα, οἷος ἦτο ὁ Στρατηγὸς Πλαστήρας. Κύριοι βουλευταί, σέβομαι τὸν χρόνον σας, ἀλλὰ θέλω καὶ ἐγὼ νὰ καλύψω ὁλόκληρον τὴν ἄμυνάν μου. Ἐνῷ γνωρίζει τὰ πάντα ὁ κ. ἐκ Χανίων βουλευτής, ἐνῷ γνωρίζει τὴν δρᾶσιν μου, ἐνῷ γνωρίζει καὶ πολλὰ ἀκόμη καὶ ἄλλας μεταξύ μας σχέσεις, — ἀλλὰ δὲν ἔλεγε ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνωνται εἰς τὴν πολιτικὴν ὑπ’ ὄψει, ἀλλά, τοὐλάχιστον, κάποιαν εὐπρέπειαν ἐπιβάλλουν — ἰδοὺ τὶ γράφει δι’ ἐμέ: «Μία 25ετία πολιτικῆς δραστηριότητος .... (ἀναγινώσκει)...». Ἐγκάθετοι, κύριοι βουλευταί, εἰς ὅλον τὸν κόσμον, λέγονται τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μεσολαβοῦν μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καταρτίζουν τὰς συμβάσεις, ἐπὶ χρήμασιν. Ὥστε, ἐφαντάσθη ποτέ, ὅτι ἐπὶ χρήμασιν ἐγὼ ἀνεμίχθην εἰς τὴν ὑπόθεσιν; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι βαρυτάτη ἡ θέσις του. Λέγει: «Ἐξουθενωμένος ὁ θλιβερὸς αὐτὸς πρωταγωνιστής». Καὶ τώρα μοῦ λέγει, πάλιν, πὼς ἐγὼ ἐξ Ἀθηνῶν κ.λ.π. Προχωρεῖ, δὲν ἀφήνει τὴν ὑπόθεσιν. Προχωρεῖ καὶ λέγει: «Ὅλη ἡ δραστηριότης του, πάντοτε, συνίστατο.... (ἀναγινώσκει)....». Αὐτά, κύριοι βουλευταί, γράφει βουλευτὴς πρὸς βουλευτήν. Ἄν, ποτέ, εἶναι νοητόν, νὰ γράφωνται τοιαῦτα πράγματα. Ἐὰν ἐγράφοντο καὶ ὑπὸ μορφὴν ἐξυβρίσεως, θὰ ἦτο βαρύτατον τὸ ἀδίκημα καὶ θὰ προσέβαλε τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Πολλῷ μᾶλλον ὅταν πρόκειται περὶ συκοφαντίας. Εὑρέθην εἰς δύσκολον θέσιν, ὁμολογῶ, κύριοι βουλευταί, ὅταν ἔγραφε τὰ πράγματα αὐτὰ εἰς τὰ Χανιά, ὅπου, κατὰ σύμπτωσιν, καὶ ἐγὼ ἐκείνας τὰς ἡμέρας εὑρισκόμην. Εὑρέθην εἰς δύσκολον θέσιν. Τί νὰ κάμω; Πολλοὶ φίλοι μου ἐζήτησαν χειροδικίαν, διότι αὐτὰ δὲν λέγονται ἀτιμωρητί. Ἄλλοι μοῦ ἔλεγον: Δικαστήριον. Ἄλλοι μοῦ ἔλεγον: Νὰ τοῦ εἴπῃς καὶ σὺ τὴν ἀλήθειαν.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. .... (δὲν ἠκούσθη).....
§82Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Θὰ τὴν ἀκούσητε, κύριε Ἀρχηγέ.
§83Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε.
§84Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐνόμισα ὅτι σεῖς τὸ εἴπατε, ἐπειδὴ μοῦ εἴπατε, εἰς μίαν φιλικὴν συνομιλίαν «δὲν πηγαίνετε νὰ μονομαχήσητε;» Καὶ πάλιν μὲ συγχωρεῖτε. Ἐνόμισα ὅτι σεῖς ἐκάματε τὴν διακοπήν, τώρα. Εὑρέθην εἰς δύσκολον θέσιν. Δὲν ἤξευρα, πράγματι, τὶ νὰ κάμω. Εἰς τὴν Δικαιοσύνην, δὲν ἤθελον νὰ καταφύγω, διότι νομίζω ὅτι τὰ ἀκροατήρια τῶν δικαστηρίων δὲν εἶναι ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα λύονται αἱ πολιτικαὶ διαφοραί. Βεβαίως, τώρα θὰ πάω εἰς τὸ ἀκροατήριον καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε τὴν εὐκαιρίαν. Ἀλλά, ἐγὼ δὲν θὰ ἤθελον νὰ τὸ κάμω πρῶτος αὐτό. Τὸ ἔκαμα κατόπιν. Δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο ποὺ μοῦ ἀπέμενε, παρὰ νὰ τοῦ εἴπω, ἐπειδὴ εἶναι καὶ νέο παιδί, ὅτι: «Γιὰ κύτταξε, παιδάκι μου, ἐγὼ εἰς τὴν πολιτικὴν ἐθυσίασα περιουσίαν. Γιὰ κύτταξε σύ, ποὺ ἠξεύρομεν, διότι εἶναι πασίδηλον, πῶς ἐμπῆκες εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ πῶς εὑρίσκεσαι σήμερον». Δὲν θέλω, διὰ νὰ μὴ θίξω τὸ αἴσθημα τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπαναλάβω λέξεις. Αὐτὸ τὸ ἐθεώρησε συκοφαντικόν, προσβλητικόν, μὲ ἐμήνυσε. Δέχομαι εὐχαρίστως τὴν μήνυσιν καὶ θὰ ἀπαντήσω, ὅτι, ὡς ὑπεύθυνος δημόσιος ἄνθρωπος, θὰ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν αὐτῆς τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Διότι, κύριοι βουλευταί, πρέπει πλέον νὰ τεθῇ τέρμα εἰς μίαν περίεργον κατάστασιν, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ εἶναι δυνατὸν πολιτικοί, δῆθεν, ἔχοντες ἀοράτους δυνάμεις ὑποστηρικτάς, καὶ διαθέτοντες ἓν μικρὸν φύλλον ἐπαρχιακόν, νὰ καθυβρίζωσι τοὺς συμπολίτας των, νὰ τοὺς καθυβρίζουν, νὰ διασύρουν τὰς ὑπολήψεις των καὶ νὰ μένουν ἀτιμώρητοι. Διότι, ἁπλούστατα, ὅπως γράφει, ἰδιοκτήτης, διευθυντής, ἐν Ἀθήναις εὑρισκόμενος, συκοφαντεῖ, λοιδορεῖ, ὅπως ἠκούσατε. Ἔχω μίαν ἐπιστολὴν ποὺ σᾶς ἐνδιαφέρει. Ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος, συναισθανόμενος τὸ καθῆκον του, διετύπωσεν ἔλεγχον ἐναντίον σοβαρᾶς ἀτασθαλίας, ἡ ὁποία εἶχε γίνει εἰς τὴν ξυλείαν τοῦ Δημοσίου, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐμήνυσε καὶ ἐνῷ αὐτὸς ἐμήνυσε, ἐμηνύθη κατόπιν καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν ποὺ θὰ ἀκούσητε. Ἦτο, κατὰ σύμπτωσιν, ὑποψήφιος τῆς Ε.Ρ.Ε. κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς καὶ γράφει: «Φίλε κύριε Πιστολάκη.... (ἀναγινώσκει)....». Αὐτὸν τὸν κύριον μετεχειρίσθη διὰ τῆς περιφήμου ἐφημερίδος, ὅτι εἶναι φαιδρὸς καὶ ἀνόητος Δελαπατρίδης. Ἀλλά, κύριοι, θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ μίαν ἐπιστολήν, ἑτέρου πολιτευομένου Κρητός, ἡ ὁποία, νομίζω, ὅτι δίδει εἰκόνα τῆς καταστάσεως. Φυσικώτατα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχουν διαδικαστικὴν ἀξίαν δι’ ἐμέ, δὲν πρόκειται νὰ τὰ φέρω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ δὲν πιστεύω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ παρεξήγησις διὰ τοῦτο. «Ὑπηρέτησα εἰς τὰ Χανιὰ ὡς Νομάρχης.... (ἀναγινώσκει)....». Ἐν συνεχείᾳ ὑπάρχει ἀπόκτησις οἰκοπέδων εἰς τὸ τέταρτον τῆς ἀξίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐν σχέσει μὲ ἄλλα οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπίσης πωληθῆ εἰς τὰ Χανιὰ καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀξία, σήμερον, ἀνέρχεται εἰς τὸ 10πλάσιον. Τότε ἡ ἀγορὰ ἐγένετο πρὸς 126 δραχ. τὸν πῆχυν, ἐνῷ ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἠγόρασε πρὸς 675 δραχ. τὸν πῆχυν, ἡ σημερινὴ δὲ ἀξία τῶν οἰκοπέδων εἶναι 1800 δραχ. κατὰ πῆχυν. Αὐτὰ τὰ λέγω, διὰ νὰ δώσω μίαν εἰκόνα ὅτι δὲν εἶμαι συκοφάντης καὶ θὰ ἔχω στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιήσω ἐν ἐκτάσει, ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμή.
§85ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὰ ἀνακοινώσητε ὅλα.
§86Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος. Θὰ τὰ ἀκούσητε ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμή. Περαιτέρω, διὰ νὰ κρίνητε τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ διαχείρισις τῶν Ἐθνικῶν θεμάτων σᾶς ἀναφέρω ὅτι συνεστήθη μία Ἑταιρία πετρελαιοειδῶν ἀπὸ ἄσημον, ἀγράμματον πρόσωπον.
§87Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Ὡραία ψυχαγωγία!!
§88Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Δὲν πιστεύω ἀμυνόμενος, νὰ σᾶς δίδω τὴν εὐκαιρίαν ψυχαγωγίας.
§89Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Θλίβομαι βαθύτατα, δι’ ὅσα λέγετε.
§90Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Τότε, αὐτὸ δὲν εἶναι ψυχαγωγία. Συνεστήθη, λέγω, ἡ Ἑταιρία, ἀπὸ ἕνα ἄσημον φίλον τοῦ ἐκ Χανίων βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος παρέλαβε καὶ τεχνικὸν σύμβουλον, ἕνα πολὺ καλὸν μηχανικόν, μὲ τὸν ὁποῖον εὑρίσκετο στενὰ συνδεδεμένος κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς, ὁ ἐκ Χανίων βουλευτής. Ἐπίσης καὶ τρίτον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶναι παρακούμπαρος τοῦ κ. Μητσοτάκη. Εἰς τὴν Ἑταιρίαν αὐτὴν μετέχει ὡς τεχνικὸς σύμβουλος καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἐκ Χανίων βουλευτοῦ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι δυνατὸν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐλέγχουν ἐγκαταστάσεις, νὰ εἶναι ταὐτοχρόνως καὶ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι εἰς τὴν Ἑταιρίαν αὐτὴν μετεβιβάσθησαν ἅπαντα τὰ δικαιώματα τῆς ἀντιπροσωπεύσεως ἐν Ἑλλάδι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκλειστικῆς εἰσαγωγῆς πετρελαιοειδῶν ἐκ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως.
§91Δ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ πᾶτε εἰς τὰ δικαστήρια, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ προχωρήσητε.
§92Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς παρακαλῶ νὰ συνεχίσητε.
§93Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Εἶναι δι’ ἐμὲ δυσάρεστον καὶ ἄχαρι αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμνω. Αἴσθημα, ὅμως, ἀμύνης, μὲ ἀναγκάζει, νὰ πράξω τοῦτο. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελον νὰ τονίσω πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι ὅτι ὁ ἀγὼν τὸν ὁποῖον κάμνω, δὲν στρέφεται ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ ἐκ Χανίων βουλευτοῦ. Εἰς ἐμὲ πρὸ τῆς διατυπώσεως τῶν συκοφαντιῶν αὐτῶν ἦτο λίαν συμπαθής. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νὰ βλέπωμεν καὶ νὰ γνωρίζωμεν, ὅσα γνωρίζομεν, καὶ νὰ ἐρχώμεθα μὲ εὐπρέπειαν νὰ ἀναπτύξωμεν τὰς ἀπόψεις μας ἐπὶ σοβαρῶν θεμάτων, ὅπως τὸ ζήτημα τῶν ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν, καὶ κατόπιν νὰ γινώμεθα τὸ ἀντικείμενον τοῦ φοβεροῦ αὑτοῦ λιβέλλου, τὸν ὁποῖον ἠκούσατε, διότι δὲν συμπίπτουν αἱ ἀπόψεις μας. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνεκτόν, ὅπως δὲν εἶναι ἀνεκτὸν ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας νὰ φθείρεται μὲ ψιθύρους, οἱ ὁποῖοι γίνονται δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ δι’ ἀτασθαλίας τῶν πολιτικῶν. Πρέπει ἡ ὑπόθεσις σοβαρῶς νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἐὰν θέλωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὸ ἐλεύθερόν μας πολίτευμα. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον προεκρίθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κύριον συνάδελφον ἡ δικαστικὴ ὁδὸς θὰ μεταβῶμεν εἰς αὐτήν, ἀλλὰ δὲν λύεται ἡ ὑπόθεσις. Ὑπάρχει τὸ πολιτικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἀφορᾷ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Νομίζω ὅτι τελικῶς θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἀληθές, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἐξεφράσθην ἐναντίον τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν, διότι εἶπον μάλιστα ὅτι ὅλοι οἱ ξένοι δόκιμοι συγγραφεῖς, εἶναι ἐναντίον τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν. Ὅλοι προτιμοῦν, βεβαίως, τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, αἱ προθεσμίαι δὲν ἐτηρήθησαν, δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις. Ἡ μόνη λύσις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εἶναι ἡ συγκάλυψις ἀδικημάτων, ἢ ὁπωσδήποτε πραγμάτων τὰ ὁποῖα δὲν στέκουν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Αὐτὸ δὲν στέκεται, δὲν εἶναι νοητόν, δὲν εἶναι δυνατόν, διότι ὅπως εἶπον, διὰ νὰ τελειώσω μὲ τὸν Σωκράτην: «.... (ἀναγινώσκει)....». Εἶναι ταὐτόσημος ἀδικήματος ἡ συγκάλυψις, λόγῳ φιλίας, λόγῳ κομματικῆς τοποθετήσεως, πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ συμβαίνουν, εἶναι ἰσότιμα ἀδικήματος μὲ τὴν διάπραξιν τῶν ἀτασθαλιῶν αὐτῶν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προκειμένου νὰ ληφθῇ ἀπόφασις περὶ τῆς ἄρσεως ἀσυλίας διὰ τὸν κ. Μητσοτάκην, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μητσοτάκης.
§95Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος, συναδέλφου Ἀθηνῶν, μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου νὰ μακρηγορήσω. Ἡ ἐμπαθὴς προσωπικὴ ἐπίθεσις, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπῆρξε καὶ πρωτάκουστος καὶ ἀπαράδεκτος. Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἤλθομεν εἰς ἀντίθεσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ τὸν κ. Πιστολάκην, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τῶν Ἑλληνικῶν Ἀεροπορικῶν Γραμμῶν. Καὶ εἶναι ἀκριβὲς ὅτι, τότε, ἐδέχθην δύο φορὰς ἐν συνεχείᾳ τὸν αὐτὸν λίβελλον ἀπὸ τοῦ βήματος. Καὶ εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ὁ κ. Πιστολάκης συνέχισε τὸ εὐγενὲς αὐτὸ ἔργον τῆς συκοφαντήσεως ἀπὸ τῶν στηλῶν τῆς τοπικῆς ἐφημερίδος τῶν Χανίων, ὅπου μετέβη. Δὲν τὸν ἐμήνυσα, δι’ ὅσα ἐναντίον μου εἶπεν, ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ΤΑΕ καὶ πρὸς τὰ θέματα τὰ ὁποῖα κατ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν πολιτικήν. Εἰς τὸν σύντομον, σχετικῶς, πολιτικόν μου βίον, ἔχω διεξαγάγει σκληροὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων ποὺ διστάζουν νὰ εἴπουν εὐθαρσῶς τὴν γνώμην των, ἢ ἐξ ἐκείνων ποὺ φοβοῦνται νὰ ἔλθουν εἰς ἀντίθεσιν, ὑποστηρίζοντες τὴν ἄποψιν ποὺ πιστεύουν. Ἐδέχθην ἐπιθέσεις καὶ ἐπετέθην, ὁσάκις τὸ ἐθεώρησα ὀρθόν. Δὲν κατέφυγον ποτὲ εἰς τὰ δικαστήρια, οὔτε πιστεύω ὅτι τὰ δικαστήρια λύουν τὰς πολιτικὰς διαφορὰς μεταξὺ πολιτικῶν ἀνδρῶν ἐν ἐνεργείᾳ. Κατέφυγα εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἐμήνυσα τὸν κ. βουλευτὴν Ἀθηνῶν διὰ μίαν συγκεκριμένην κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπηύθυνε καὶ ἡ ὁποία θίγει τὴν προσωπικήν μου τιμήν, καὶ ἡ ὁποία μὲ ὑποχρεώνει νὰ καταφύγω εἰς τὰ δικαστήρια. Ὁ κ. Πιστολάκης ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τρόπον ἀσύνδετον ὀλίγον καὶ ἀσαφῆ, προσεπάθησε νὰ ἐμφανίσῃ τὸ ζήτημα ὡς ἄνευ ἀξίας. Εἶπεν ὅτι μὲ συμπαθεῖ, ὡς νέον, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ μοῦ εἴπῃ ὅτι πρόσεξε, διότι ἤσουν πτωχὸς ὅταν ἐμπῆκες εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ἀπέκτησες περιουσίαν. Ἡ κατηγορία τὴν ὁποίαν διετύπωσε ὁ κ. Πιστολάκης ἀπὸ τῶν στηλῶν τοπικῆς ἐφημερίδος τῶν Χανίων, ὑπῆρξε σαφής. Εἶπεν, ὅτι αὐτὸς ἐθυσίασε ὁλόκληρον περιουσίαν εἰς τὴν πολιτικὴν διὰ νὰ μείνῃ πάλλευκος καὶ ὅτι ἐγὼ συνεκέντρωσα τεραστίαν περιουσίαν εἰς τὴν πολιτικήν, διὰ πολυπλόκων καὶ πολυπλεύρων ἐνεργειῶν. Ἡ κατηγορία αὐτὴ θίγει τὴν προσωπικήν μου τιμὴν ὡς πολιτικοῦ ἀνδρὸς καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ καταφύγω εἰς τὰ δικαστήρια. Εἶναι γενικῶς παραδεδεγμένον εἰς τὸν πολιτικὸν βίον, ὅτι πολιτικοὶ ἄνδρες κατηγορούμενοι δι’ ἀτασθαλίας, περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ Δημοσίου χρήματος, ὡς ἐπιγραμματικῶς ἔχει διατυπώσει ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων κ. Παπανδρέου, ὄχι μόνον ὑποχρέωσιν ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἔχουν νὰ καταφεύγουν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ διὰ τοῦτο ἐμήνυσα τὸν κ. Πιστολάκην καὶ ἐζήτησα ὅπως διαβιβασθῇ ἡ δικογραφία εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Ὁ κ. Πιστολάκης ἐμφανίζεται ἐδῶ ὡς κατήγορος. Θὰ εἴχατε τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρακολουθήσητε τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ Τύπου. Προέβη εἰς δηλώσεις ἐπιβεβαιωτικὰς τῶν κατηγοριῶν τὰς ὁποίας διετύπωσε ἐναντίον μου καὶ ἠπείλησε ὅτι θὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν ἐναντίον μου. Μήνυσις δὲν ὑπεβλήθη, διότι, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος ἐδήλωσε, δὲν ἔχει συμπάθειαν πρὸς τὰ δικαστήρια. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι προεκλήθη καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶχε δηλώσει ὅτι θὰ ὑποβάλετο μήνυσις, μήνυσις δὲν ὑπεβλήθη παρὰ μόνον τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσῃ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Ἡ μήνυσις, ὑποβληθεῖσα τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, διεβιβάσθη ἐντὸς 24 ὡρῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐχρησιμοποιήθη ὡς ἀντιπερισπασμός, τρόπον τινά, τῆς μὴ ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς του ἀσυλίας. Ἐγώ, ἀντιθέτως, δι’ ὅσα ἐνυπογράφως ἔγραψα διὰ τὸν κ. Πιστολάκην, ἀναλαμβάνω ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀληθείας. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Θέλω, ὅμως, νὰ εἴπω, ἀνακεφαλαιώνων τὴν μόνην ἐνυπόγραφον ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἔχω γράψει εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἀντιδικίαν, ὅτι κατηγόρησα τὸν κ. Πιστολάκη, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ συνομήλικοί του ἐσκοτώνοντο εἰς τὰ ὑψίπεδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, αὐτὸς εἶχε φροντίσει νὰ εὑρίσκεται ἐν ἀσφαλείᾳ διὰ σπουδὰς εἰς τὴν Γερμανίαν. Τὸν κατηγόρησα, διότι, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κατοχῆς εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὅπου εὑρίσκετο ἐν ἀσφαλείᾳ παρίστανε τὸν ἑκατομμυριοῦχον ἐαμίτην τοῦ σαλονιοῦ. Ἐπιθυμῶ νὰ κάμω εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ μίαν διευκρίνισιν, διότι εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τιμοῦν τὴν ἀντίστασιν, τιμοῦν ὅλους τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι μετέσχον εἰς τὴν ἀντίστασιν, ἀσχέτως παρατάξεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν. Διότι ἀναμφισβητήτως καὶ μέσα εἰς τὴν ἐαμικὴν παράταξιν ὑπῆρξαν πολλοί, ἡ πλειοψηφία ἴσως, καλόπιστοι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι παρεκινήθησαν ἀπὸ μίαν πατριωτικὴν διάθεσιν διὰ νὰ ἀγωνισθοῦν ἐναντίον τοῦ κατακτητοῦ. Δὲν τιμῶ ὅμως, τὸν ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος εὑρισκόμενος εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὑπεκίνει ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς τὰ Ἑλληνικὰ πληρώματα εἰς στάσιν καὶ παρίστανε τὸν ἐαμίτην, εὑρισκόμενος ἐν ἀσφαλείᾳ ἐκεῖ. Κατηγόρησα ἐν συνεχείᾳ τὸν κ. Πιστολάκην ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ κινήματος τοῦ 1935 ἀπεκήρυξε τὸν Ἀρχηγὸν καὶ εὐεργέτην του Ἐλευθέριον Βενιζέλον. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω μίαν παρένθεσιν. Ὁ Στρατηγὸς Τσιγάντες, ὁ ὁποῖος ὑπέστη καὶ αὐτὸς ἐπίθεσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔγραψε μίαν ἐπιστολὴν εἰς ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν εἰς τὴν ὁποίαν διετύπωσε τὴν ἀντίληψίν του περὶ τῆς στάσεως τοῦ κ. Πιστολάκη εἰς τὴν δίκην διὰ τὸ κίνημα τοῦ 1935. Ὁ κ. Πιστολάκης ὤφειλεν, ἐὰν εἶχεν ἀνδρισμόν, καὶ θάρρος, ὅπως ἐπιθυμεῖ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς νὰ παριστάνῃ ἐκ τοῦ βήματος τούτου, ἐφ’ ὅσον προεκλήθη κατὰ τρόπον μάλιστα βίαιον καὶ ἔντονον ἀπὸ τὸν Στρατηγὸν Τσιγάντε, νὰ τὸν μηνύσῃ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ὄχι νὰ τὸν ὑβρίζῃ ἀπόντα, αὐτὸν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς ἐκ τοῦ βήματος τούτου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς ὁλόκληρον τὸν φιλελεύθερον κόσμον εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα, εἶναι ὅτι ὁ κ. Πιστολάκης ἐπρόδωσε τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον εἰς μίαν δύσκολον ὥραν καὶ προσέθεσα ὅτι αὐτὸ ἦτο ἐκεῖνο μαζὶ μὲ τὴν ὅλην πολιτικήν του σταδιοδρομίαν, τὴν ἀλλοπρόσαλλον καὶ ἀντιφατικήν, τὸ ὁποῖον τὸν κατεδίκασε εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τοῦ Νομοῦ Χανίων, εἰς σημεῖον ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἐκλεγῇ βουλευτής, ἀλλ’ οὔτε νὰ ἐκθέσῃ καὶ ὑποψηφιότητα. Καὶ τὴν πρώτην φορὰν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξέθεσε ὑποψηφιότητα εἰς τὸν συνδυασμὸν τοῦ ἀειμνήστου Στρατηγοῦ Πλαστήρα, καίτοι ὁ συνδυασμὸς ἐπλειοψήφισεν τοπικῶς, εἶχε τὸ προνόμιον τοῦ τελευταίου εἰς τὴν σειρὰν τῶν ψήφων. Ὁ κ. Πιστολάκης, ἀναμφισβητήτως καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου, τρέφει μίαν προσωπικὴν ἐμπάθειαν ἐναντίον μου, διότι πιστεύει ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸν ἐξετόπισα. Ἐπιθυμῶ, κύριοι, νὰ προσθέσω ὅτι τὸν ἔλεγχον αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἤσκησα διὰ τὸν κ. Πιστολάκην καὶ τὸν ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τὸν ὁποῖον εἶμαι ἕτοιμος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀποδείξω, δὲν τὸν ἤσκησα διὰ πρώτην φοράν. Ἀπὸ τοῦ 1950 ἐπανειλημμένως ἔχει γραφῆ τὸ ἴδιον πρᾶγμα εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας τῶν Χανίων καὶ ὁ κ. Πιστολάκης δὲν ἐθεώρησε ὅτι ἐθίγετο καὶ δὲν ἐθεώρησε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπολογηθῇ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα τῆς ἰδικῆς μου ἀσυλίας, ἐπαναλαμβάνω, καὶ πάλιν, ὅτι διατυπώνω θερμῶς τὴν παράκλησιν πρὸς τὸ Σῶμα, νὰ ἄρῃ τὴν ἀσυλίαν μου, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἀποδείξω ὅτι ὄχι μόνον συκοφαντικὰ καὶ δυσφημιστικὰ δὲν εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἐγράφησαν ἐναντίον του, ἀλλά, ἀντιθέτως, ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀλήθειαν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρέπει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ λησμονηθῇ ὅτι ἡ ὅλη ὑπόθεσις τῆς μηνύσεως τοῦ κ. Πιστολάκη εἶναι ὑπόθεσις ἀντιπερισπασμοῦ, ἡ ὁποία τείνει εἰς τὸ νὰ χαθῇ ἀπὸ τὸ μυαλὸ ἡ ἐντύπωσις τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι θὰ κρίνουν τὸ καίριον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν θέμα ἠθικῆς μορφῆς. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ κάμω μίαν διευκρίνισιν. Ὑποθέτω ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Σώματος, ὑποθέτω ὅτι ἀνταποκρίνομαι πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ Ἕλληνος πολιτικοῦ, ἐὰν δηλώσω ὅτι οἱοσδήποτε καὶ ἐὰν εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν μου αὐτὴν τὴν στιγμὴν, τὸ ἴδιον πρᾶγμα θὰ ἔκαμνε. Καὶ ἐφ’ ὅσον προεκλήθην, ἔστω καὶ ἅπαξ, ἔστω καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν ἐπαρχιακῆς ἐφημερίδος, μὲ μικρὰν κυκλοφορίαν, ὀφείλω νὰ ζητήσω αὐτὴν τὴν διευκρίνισιν καὶ αὐτὴν τὴν διευκρίνισιν μόνον τὰ δικαστήρια εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν δώσουν, μόνον ἡ ἀδέκαστος Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη, εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη. Διότι, κύριοι, θὰ ἀντέκειτο πρὸς τὴν παράδοσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ θὰ ἀντέκειτο πρὸς τὴν εὐαισθησίαν τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως ὅλοι ἔχομεν, ἐὰν ἐθεωρούσαμεν τὸ θέμα τοῦτο ὡς παρωνυχίδα, ὡς θέμα δευτέρας γραμμῆς. Διότι, ἓν ἐκ τῶν δύο εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ. Ἢ ὁ κ. Πιστολάκης ἔχει δίκαιον, ὁπότε ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀνήκω εἰς τὸν ἔντιμον πολιτικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, ἢ ὁ κ. Πιστολάκης εἶναι ταπεινὸς καὶ πρόστυχος συκοφάντης καὶ τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν καλύψῃ ἡ βουλευτική του ἀσυλία. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἀπὸ τὸ ἔντιμον Σῶμα τῶν Ἑλλήνων βουλευτῶν, νὰ βγῇ διαφορετικὴ ἀπόφασις. Ἡ ἀσυλία τοῦ κ. Πιστολάκη πρέπει νὰ ἀρθῇ. Παρακαλῶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, νὰ περιαχθῇ πρὸς στιγμὴν εἰς τὴν ἰδικήν μου θέσιν. Ὁ κ. Πιστολάκης ἐπανέλαβε καὶ ἀπόψε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κατηγορίας, ἀνυποστάτους, κατηγορίας συκοφαντικάς, κατηγορίας ψευδεῖς. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀποτελεῖ δικαστήριον, νὰ ἀπαντήσω διὰ μακρῶν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, ὅμως, μὲ τρία λόγια νὰ ἀπαντήσω εἰς ὡρισμένα. Πρῶτον, κύριοι συνάδελφοι, δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ ὁμιλῶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου, δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ περιαυτολογῶ. Ἔλαβον μέρος καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Ἀντίστασιν, ὅπως ἡ πλειονότης τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ πλειονότης τῶν κυρίων συναδέλφων. Ἔλαβον μέρος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ὀργάνωσιν Κρήτης καὶ ὑπῆρξα ἓν ἀπὸ τὰ ἡγετικὰ στελέχη, μέλος τῆς Κεντρικῆς της Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐπισήμως ἔχει ἀναγνωρισθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἔχω τιμηθῆ μὲ ἀγγλικὰ καὶ ἑλληνικὰ παράσημα, διὰ τὴν δρᾶσιν μου κατὰ τὴν κατοχήν. Καί, πρὸ παντός, κύριοι, παραπάνω ἀπὸ παράσημα καὶ παραπάνω ἀπὸ οἱασδήποτε ἠθικὲς ἀμοιβές, ἔχω εἰς τὸ ἐνεργητικόν μου τὸ γεγονὸς ὅτι κατεδικάσθην δύο φορὰς εἰς θάνατον ἀπὸ τὸ Γερμανικὸν στρατοδικεῖον. Καὶ ὅτι, ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἠλευθεροῦτο, ἐγὼ εὑρισκόμην κατάδικος εἰς θάνατον, εἰς τὰς Γερμανικὰς φυλακὰς τῆς Ἀγυιᾶς. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἔχω ἀκόμη εἰς τὸ ἐνεργητικόν μου τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐὰν ἐσώθην, ἐσώθην κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ καὶ ἀπίθανον. Ἐσώθην, διότι ἐγένετο μία πρωτοφανὴς εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ τελευταίου πολέμου, κατόπιν συνεννοήσεων τοῦ Ἀγγλικοῦ Στρατηγείου τῆς Ἰταλίας μὲ τὸ Γερμανικὸν Στρατηγεῖον, ἀνταλλαγή. Καὶ ἀντηλλάγην εἰς τὰ σύνορα τῆς κατεχομένης, τότε, περιοχῆς, μαζὶ μὲ ἄλλους συνεργάτας καὶ συναγωνιστάς μου, ἔναντι τριῶν Γερμανῶν, ἑνὸς ἀξιωματικοῦ καὶ δύο ὑπαξιωματικῶν. Καὶ ἠμπορῶ νὰ προσθέσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀπὸ τὰς περιπετείας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀπὸ τὰ ὅσα ἀντιμετώπισα, εἶχον καὶ τὴν θλιβερὰν περιπέτειαν νὰ χάσω καὶ τὸν πατέρα μου, ὁ ὁποῖος ὑπέκυψεν εἰς τὰς συγκινήσεις αὐτάς. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἔχετε μίαν τοιαύτην δεδηλωμένην Ἐθνικὴν δρᾶσιν καὶ βλέπετε τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἀθηνῶν νὰ ἔρχεται καὶ νὰ διαβάζῃ ἓν κείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς λέγει τί εἶναι, οὔτε ποῖος τὸ ἔγραψε ἢ τὸ ὑπογράφει, διὰ νὰ συκοφαντήσῃ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, νομίζω ὅτι δικαίως τοῦ ἀπονέμεται ὁ τίτλος τοῦ συκοφάντου. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, κύριοι, ἀνεκάτεψε δύο πρόσωπα. Ἀνεκάτεψε ἓν ἀπίθανον πρόσωπον, ἕνα πολιτευτὴν Χανίων, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ σκανδάλου περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς ξυλείας τῆς ἀνοικοδομήσεως. Κύριοι συνάδελφοι, περὶ τὸ θέμα τοῦτο ἔχει γίνει μακρὰ συζήτησις. Μετὰ τὴν ἄνοδον εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, τὸ 1952, διετάχθη ἀπὸ Ἐφέτην ἀνάκρισις διοικητικὴ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς ἀνακριτήν. Ὁ ἀνακριτὴς ἀπησχολήθη ἐπὶ μίαν τριετίαν, ἐκινητοποιήθησαν ὅλοι ὅσοι εἶχον συμφέρον πολιτικὸν — καὶ ἔχω ἐχθρούς.
§96Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Δὲν διετάχθη ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ Συναγερμοῦ, κύριε συνάδελφε. Διετάχθη δι’ ἐγγράφου ἰδικοῦ μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Ἀνοικοδομήσεως, τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1951. Ἀπὸ ἡμᾶς διετάχθη ἡ ἀνάκρισις.
§97Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν τὸ ἐγνώριζον, χαίρω ποὺ τὸ ἀκούω. Ἔγινε μία ἀνάκρισις, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τρία ἔτη καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ ἐκδοθῇ ἀπαλλακτικὸν βούλευμα, διότι οὐδαμοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῇ κατηγορία. Ὄχι ἐναντίον μου, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἐγώ, ὡς βουλευτής, ποίαν ἀνάμιξιν ἠμποροῦσα νὰ ἔχω; Ἐγὼ κατηγορήθην ὅτι χαριστικῶς καὶ διὰ πολιτικοὺς σκοποὺς διέθεσα τὴν ξυλείαν τοῦ Δημοσίου. Ἀπηλλάγησαν, λοιπόν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατηγορήθησαν καὶ οἱ ὁποῖοι, εὐλόγως, μετὰ τοῦτο, ὑπέβαλον μήνυσιν ἐναντίον τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιστολὴν ἠκούσατε. Καὶ ὁ ἀξιότιμος πολιτευτής, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν καταδίκην, προέβη εἰς ἐπανόρθωσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀναιροῦσε τὰ ὅσα προηγουμένως εἶχε κατηγορήσει. Ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, ἐπεστρατεύθη ἄλλος ἀπίθανος κύριος, τὸν ὁποῖον χρόνια ἔχω νὰ ἴδω, διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ἐχρησιμοποίησαν μηχανήματα τοῦ Δημοσίου, χωρὶς νὰ πληρώνω ἀποζημίωσιν. Τὴν ἱστορίαν, κύριοι συνάδελφοι, ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσητε μὲ δύο λόγια. Ἡ ἐφημερίς μου ἐν Κρήτῃ «Κῆρυξ Χανίων», μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἐπανεξεδόθη. Καὶ ὄντως, ἐπανεξεδόθη μὲ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς τὴν κατοχὴν ἐμοῦ καὶ συνεταίρου φίλου μου, κατὰ τὸ ἥμισυ μὲ μηχανήματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐξεδίδετο ἡ Γερμανικὴ ἐφημερὶς τῆς Κατοχῆς. Τὰ μηχανήματα αὐτὰ ἠγοράσθησαν ἀπὸ ἡμᾶς, ἐν μέρει μὲν ὡς λεία πολέμου, τηρηθείσης τῆς νομίμου διαδικασίας, ἀπὸ τὰς Δημοσίας Ἀρχάς, ἐν μέρει δὲ ἀπὸ τὸ Ἀγγλικὸν Στρατηγεῖον, διότι, δύο ἐξ αὐτῶν ἐθεωρήθησαν ὡς Γερμανικὴ λεία πολέμου. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι μὲ τὴν πάροδον τῶν ἐτῶν, δοθέντος ὅτι τὴν τύχην τῶν ἐπαρχιακῶν ἐφημερίδων τὴν γνωρίζετε, τὰ μηχανήματα αὐτὰ ἐπωλήθησαν σιγὰ–σιγὰ τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο καὶ σήμερον ἡ ἐφημερίς μου ἐκδίδεται πάλιν μὲ στοιχεῖα τῶν πρώτων παλαιῶν πιεστηρίων. Τέλος, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι εἶναι ἄτιμον καὶ κακόηθες ψεῦδος διὰ τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εἶναι τεχνικὸς σύμβουλος μιᾶς Ἑταιρίας πετρελαιοειδῶν. Ὁ ἀδελφός μου εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας καὶ ἡ Κυβέρνησις, δύνανται νὰ τὸ ἐλέγξουν καὶ νὰ τὸ βεβαιώσουν. Τὸ ψεῦδος εἶναι ἄτιμον καὶ κακόηθες, κατὰ τὴν συνήθειαν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. συνάδελφος. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ πρόθεσίς μου εἶναι, ἀπὸ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διετυπώθη αὐτὴ ἡ κατηγορία, νὰ διευκρινίσω τὰ θέματα πλήρως ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Πιστολάκης δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποφύγῃ τὴν λογοδοσίαν ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης.
§98Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Τὸ ἐζήτησα.
§99Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ ἐζητήσατε μέν, ἀλλὰ φροντίζετε νὰ μὴ τὸ πάρητε. Πιστεύω ὅτι ὁ Δημόσιος ἄνδρας δὲν ἔχει ἰδιωτικὸν βίον. Πιστεύω ὅτι ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται ὄχι μόνον εἰς τὴν Δημοσίαν μου δρᾶσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἰδιωτικήν μου δρᾶσιν, δύνανται νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον ἐλέγχου. Δὲν νομίζω, ὅμως, ποτὲ ὅτι εὐσταθεῖ ἡ περίεργος ἄποψις, ἡ ὁποία διετυπώθη ὑπό τινων ἐφημερίδων, ἡ ἄποψις δηλαδή, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον αὐτό. Εἶμαι ἀποφασισμένος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου ὅλα τὰ οἰκονομικά μου θέματα, τοὺς προσωπικούς μου καὶ τοὺς οἰκονομικούς μου λογαριασμοὺς καὶ τοὺς οἰκογενειακούς μου λογαριασμούς, διὰ νὰ διευκρινίσω καὶ νὰ ἀποσείσω τὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία διετυπώθη ἐναντίον μου. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι πρὶν τελειώσω, πρέπει νὰ κάμω καὶ μίαν τελευταίαν παρατήρησιν. Πολὺς κόσμος ἀπὸ καιρόν, ἀπὸ τότε ποὺ τὰς στήλας τοῦ Τύπου καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἀπασχολεῖ τὸ θέμα τῆς διενέξεως, ὅπως ἐμφανίζεται, τοῦ κ. Πιστολάκη μὲ ἐμέ, διερωτᾶται: Τί, ἄραγε, κρύπτει ἡ ὑπόθεσις αὐτή; Ἀναμφισβητήτως, κύριοι, εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν συμβαίνουν πολλὰ πράγματα πρωτοφανῆ καὶ ἀσυνήθη. Ἡ ὑπόθεσις τῆς Τ.Α.Ε., διὰ τὴν ὁποίαν ἤκουσα λιβέλλους καὶ ἡ ὁποία ἐνεφανίσθη ὡς Παναμᾶς, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν θέλουν καλὰ καὶ σώνει νὰ ἔχω ἐγώ, ὁ Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν εὐθύνην, ἐνῷ τὴν εὐθύνην κατὰ τὸν νόμον, ὀρθότατα ἐτονίσθη, τὴν ἔχει ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείης, τὴν ὑπόθεσιν τῆς Τ.Α.Ε. ἤθελαν νὰ τὴν παρουσιάσουν ὡς σκάνδαλον, καὶ τὴν ἀνεκίνησεν ἀντιπολιτευόμενος βουλευτής, 5½ χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος. Δὲν σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν, διατὶ ἀκριβῶς ὁ κ. Πιστολάκης εὑρέθη διὰ νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Τ.Α.Ε. 5½ χρόνια μετά, ἐνῷ αὐτὸς ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ἀντιπολιτευόμενος βουλευτής, ὅτι πολεμεῖ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἀνῆκεν, ἐπὶ τέλους, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἠσκήθη; Καὶ δὲν σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ καὶ ἀσυνήθη, μερὶς τοῦ Τύπου καὶ εἰδικώτερον δύο ἐφημερίδες, ἀνήκουσαι εἰς γνωστὸν δημοσιογραφικὸν συγκρότημα, ἀπησχολήθησαν μὲ τέσσαρα ἀρθρίδια, διὰ νὰ πείσουν τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπάρχει μία διαφορὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Πιστολάκη, πολιτικῆς μορφῆς, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν ὑπόθεσιν νὰ ὁδηγηθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου; Μέχρι σήμερον, κύριοι συνάδελφοι, συνηθίζεται νὰ κατηγοροῦνται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ἂν δὲν δεικνύουν τὴν ἐπιβαλλομένην εὐαισθησίαν ἔναντι κατηγοριῶν τὰς ὁποίας τοὺς διατυπώνουν. Μέχρι σήμερον εἴχομεν τὸ φαινόμενον πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι κατηγορήθησαν δι’ ἔλλειψιν πολιτικῆς εὐαισθησίας. Καὶ εἴχομεν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πολιτικοὶ ἄνδρες ἠναγκάσθησαν, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τοῦ τύπου, νὰ καταφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια. Περίπτωσιν ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἐπέταξε κατὰ τρόπον θαρραλέον καὶ ἀποφασιστικὸν τὸ γάντι καὶ ἐζήτησε διευκρινίσεις, μόλις ἠκούσθη ἡ ἄτιμος συκοφαντία, καὶ περίπτωσιν ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος νὰ κατηγορῆθῃ ἀπὸ τὸν τύπον, δὲν εἴχαμεν. Καὶ εἶναι εὔλογον νὰ διερωτᾶται ἡ Κοινὴ Γνώμη: Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὠθεῖ τὸν κ. Πιστολάκην νὰ δημιουργήσῃ αὐτὸν τὸν θόρυβον καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὠθεῖ ὡρισμένας ἐφημερίδας νὰ συντηρήσουν τὸν θόρυβον; Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ κάμω μίαν ἀποκάλυψιν πρὸς τὸ Σῶμα: Γνωρίζετε ὅτι ὁ νόμος περὶ ἀεροσυγκοινωνιῶν, περὶ συμβάσεως Ὠνάση, ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Καὶ γνωρίζετε ὅτι ἐν συνεχείᾳ μερὶς βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔφερε πρὸς ἐπανασυζήτησιν τὸν νόμον αὐτόν. Μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν πρὸς ἐπανασυζήτησιν, ἤμην καὶ ἐγώ. Ἐγένοντο ἐκείνην τὴν ἐποχὴν πρὸς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Φ.Δ.Ε. καὶ πρὸς ἐμέ, δῆθεν φιλικαὶ παραινέσεις, ἀπὸ πρόσωπα εὑρισκόμενα καὶ ἀνήκοντα εἰς τὸ περιβάλλον τοῦ κ. Ὠνάση, παραινέσεις ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπιτεθῶμεν ἐναντίον τῆς συμβάσεως, διότι ἄλλως θὰ ἔβγαιναν εἰς τὴν δημοσιότητα δῆθεν σκάνδαλα τῆς
Τ.Α.Ε.
Περιττὸν νὰ εἴπω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀπάντησις ἡ ὁποία ἐδόθη ἀπὸ τὸν κ. Σ. Βενιζέλον καὶ ἐμὲ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν οἱοσδήποτε ἄνθρωπος τίμιος θὰ ἔδιδε. Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἐγώ, καίτοι δὲν εἶχον παρακολουθήσει τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως καὶ δὲν τὴν εἶχον μελετήσει, τὴν ἐμελέτησα καὶ ἔλαβον γνῶσιν τοῦ περιεχομένου τῆς διεξοδικῶς καὶ διὰ μακρῶν. Διότι, φυσικά, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ νὰ γίνω ἀντικείμενον ἑνὸς τοιούτου ἐκβιασμοῦ. Εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι συνεζήτησε τὴν σύμβασιν αὐτὴν μὲ πνεῦμα ἀντικειμενικότητος, ἐν ὄψει τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος τοῦ Κράτους. Καὶ ἀπετέλεσε τὴν μόνην θλιβερὰν παραφωνίαν ἡ ἐμπαθὴς ἐπίθεσις τοῦ κ. Πιστολάκη, ἡ ὁποία μᾶς ὑπενθύμισε τὴν ἀπειλὴν τῶν Ὠνασικῶν κύκλων, ἡ ὁποία μᾶς εἶχεν προειδοποιήσει νὰ μὴ ὁμιλήσωμεν περὶ τῆς συμβάσεως Ὠνάση. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι τοῦτο σᾶς δίδει τὸν μίτον τοῦ αἰνίγματος καὶ θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ νὰ ἁπλουστεύσητε πολλὰ πράγματα εἰς τὴν συνείδησίν σας. Τὸ θέμα, ὅπως τίθεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν, δὲν εἶναι μόνον θέμα ἠθικῆς τάξεως, δὲν εἶναι μόνον θέμα στοιχειώδους ἠθικῆς καὶ πολιτικῆς εὐαισθησίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἔναντι μιᾶς κατηγορίας, ἡ ὁποία διετυπώθη ἐναντίον πολιτικοῦ ἀνδρός. Ἐπιπροσθέτως, εἶναι καὶ θέμα εἰσαγωγῆς ἀσυνήθων μεθόδων εἰς τὸν πολιτικόν μας βίον. Εἶναι θέμα εἰσαγωγῆς μεθόδων τὰς ὁποίας θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀποκαλέσω γκαγκστερικάς, καὶ τὰς ὁποίας μέχρι σήμερον ὁ τόπος μας δὲν εἶχε γνωρίσει. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς ὃ σημεῖον περιέστησαν τὰ πράγματα, νομίζω ὅτι διὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας μας, δὲν ἀπομένει παρὰ μία μόνη λύσις: ἡ λύσις τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας. Εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀσυλία δὲν θὰ ἤρετο, δὲν θὰ ἔμενε ἁπλῶς ἀνοικτὸν ἓν ἠθικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς χωρίζῃ, ἐμὲ μὲ τὸν κύριον ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφον. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸ Σῶμα, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ θὰ λύσω τὴν διαφοράν μου μὲ τὸν κ. Πιστολάκην ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ. Διότι, ἡ μήνυσίς μου ὑπεβλήθη, ἡ μήνυσίς μου δὲν παραγράφεται, ὁ κ. Πιστολάκης, νομίζω, ἀποτελεῖ παροδικὸν φαινόμενον εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν καὶ ἀσφαλῶς μετὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς, ὅταν ὁ λαὸς θὰ ἔχῃ ἀποφασίσει, θὰ συρθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ θὰ λογοδοτήσῃ ὡς συκοφάντης. Πέραν, ὅμως, τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἐμὲ προσωπικῶς, ἐναπόκειται εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας, ἐναπόκειται εἰς τὴν ἔντιμον Βουλήν, νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ καλύπτωμεν τοιαύτας ἀτίμους μεθόδους, μὲ τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν καὶ ἐὰν ἡ ἔννοια τῆς Συνταγματικῆς κατοχυρώσεως τῆς ἀσυλίας, ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ ἐξυπηρετοῦνται τοιαῦται ἐπιδιώξεις καὶ τοιαῦται μέθοδοι. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὴν ὑπόθεσιν. Θέσατε τὴν χεῖρα σας εἰς τὴν καρδίαν σας καὶ ἀποφασίσατε κατὰ συνείδησιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Πιστολάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§101Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἀντιπαρέλθω τὴν ὕβριν ἐπὶ συκοφαντίᾳ. Δηλαδὴ ὅτι εἶμαι ἐλεεινὸς συκοφάντης. Ἀποκαλῶ ἐκεῖνον δύο φορὰς τοιοῦτον. Ἀλλὰ θὰ ἔλθω εἰς τὸ θέμα. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξε καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν θέμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Τὸ θέμα δηλαδὴ τῶν σατανικῶν αὐτῶν ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται καὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ εἶμαι τὸ ἐπίκεντρον. Ἀποκαλῶ ἐλεεινὸν συκοφάντην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διενοήθη ὅτι ἦτο ποτὲ δυνατὸν ἐγὼ νὰ ἀσχολοῦμαι μὲ θέματα τοιαῦτα. Θὰ ἐθεώρουν ἀτιμωτικὸν ἐὰν εὑρίσκετο ἕνας καὶ ἤρχετο εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἢ δι’ ἐπιστολῆς ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ διεπίστωνε ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἦλθον κἂν εἰς ἐπαφὴν ἢ εἰς χαιρετισμὸν ἢ εὐχετήριον κάρταν, ἐὰν ἀντήλλαξα μὲ τὸν κύριον, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ συμβατοῦχος ἢ μὲ τοὺς ἀνθρώπους του. Ἡ ἱστορία μου εἶναι τόσον καθαρά, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι ἦτο δυνατὸν αὐτὸ τὸ μυστηριῶδες, τὸ ὁποῖον παρουσίασε, νὰ ἀφορᾷ τὸ πρόσωπόν μου. Ἠμπορεῖ νὰ ἀφορᾷ καὶ ἴσως ἀφορᾷ τὸ ἰδικόν του, διότι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Τ.Α.Ε. δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1951. Κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ὑπογράψαντες Ὑπουργοί. Αὐτὸς δὲ ὑπῆρξεν ὁ ὑπογράψας Ὑπουργός.
§102Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέγραψε τὸν νόμον.
§103Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τὸν ὑπέγραψε, ἀλλὰ τὴν εὐθύνην τὴν ἔχει ὁ ὑπογράψας Ὑπουργός, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συνέπηξε νέαν Ἑταιρίαν, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι μία νέα Ἑταιρία, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον λαμβάνει 10% καὶ 3 χρεωκοπημέναι Ἑταιρίαι τὸ 90%. Αὐτὴ εἶναι ἡ βαρυτάτη εὐθύνη, διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ λογοδοτήσῃ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ, δυστυχῶς, παρῆλθον αἱ προθεσμίαι. Δεύτερον θέμα, εἰς τὴν Τ.Α.Ε. τὴν εἶχεν ἐπανδρώσει ὁ ἐκ Χανίων βουλευτής. Εἶχε τοποθετήσει ὡς ἐκπρόσωπον τοῦ Δημοσίου ἕνα καταχραστήν, ὁ ὁποῖος συνελήφθη καὶ κατεδικάσθη διὰ καταχρήσεις, τὰς ὁποίας διέπραξεν εἰς τοὺς Σιδηροδρόμους Θεσσαλίας. Καὶ κατόπιν ἐπήνδρωσε τὴν Ἑταιρίαν αὐτὴν μὲ ἄλλα πρόσωπα τοῦ προσωπικοῦ του περιβάλλοντος, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον μεγάλα κονδύλια ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διὰ φιλοξενίας φίλων, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὰς ἐκθέσεις Παγουλάτου καὶ Γεωργίου δὲν συνέβαινον, διὰ διαφημίσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπῆρχε κανὲν δικαιολογητικόν. Ἔβαλε ἄνθρωπον ἰδικόν του νὰ ἐκτελῇ τὰ ἔργα τῆς Τ.Α.Ε., ἄνευ δημοπρασίας καὶ συγγραφῆς ὑποχρεώσεων. Δι’ αὐτὸ εἶναι καθῆκον τῆς Βουλῆς, τοὐλάχιστον διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Τ.Α.Ε., νὰ συστήσῃ Κοινοβουλευτικὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν. Οἱ φάκελλοι εὑρίσκονται εἰς τὸ Προεδρεῖον. Πᾶς τις ἐξ ὑμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ταπεινὴν συκοφαντίαν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπέτεινε καὶ ἐγὼ ἀναμένω μὲ χαρὰν νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ ἐὰν νομίζῃ ὅτι εὑρίσκεται σταθερὰ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀπατᾶται, διότι πολλοὶ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἠπατήθησαν. Βεβαίως, δὲν γνωρίζει οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, ἐὰν θὰ εὑρίσκεται καὶ πάλιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλὰ ἐγὼ μὲ τὴν ἰδίαν ὑπερηφάνειαν θὰ ὑποστηρίξω τὴν τιμήν μου καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς μὴ βουλευτής.
§104Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ πιθανώτερον.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ἀδαμόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§106Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει γενικευθῆ ἡ συζήτησις;
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ ὁ κ. Ἀδαμόπουλος ἐζήτησε τὸν λόγον ὡς Πρόεδρος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Κύριοι βουλευταί, ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ λάβῃ ἀπόφασιν καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ διεξαχθῇ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως. Νομίζω ὅτι πᾶς τις ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως κ.λ.π. Πῶς θὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις; Ἀσφαλῶς κατόπιν συζητήσεως.
§108Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ηὐχόμην ἡ μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων κ. συναδέλφων ὀξεῖα ἀντίθεσις νὰ μὴ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε. Δυστυχῶς, ἔφθασε εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, καὶ ὑπεύθυνος ἔν τινι μέτρῳ εἶναι καὶ ἡ Βουλή. Κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς 19ης καὶ 20ῆς Δεκεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς αἰτήσεως ἀκυρώσεως τοῦ Ν. Δ)τος περὶ Ἀεροπορικῶν Συγκοινωνιῶν, ἐκ μέρους ἀμφοτέρων τῶν συναδέλφων τῶν ἤδη ἀλληλοσυγκρουομένων, ἀπηυθύνθησαν καὶ ἐξετοξεύθησαν βαρεῖαι μομφαί. Δυστυχῶς, ἡ Βουλή, παρέτρεξε τὸ ζήτημα, καίτοι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χανίων βουλευτής, ὁ κ. Μητσοτάκης, εἰς ἓν σημεῖον τῆς ἀγορεύσεώς του, σχετικῶς μὲ τὴν διαχείρισιν τῆς Τ.Α.Ε., εἶπεν ὅτι τὸ θέμα εἶναι ποινικόν, εἶναι πολιτικὸν καὶ πρέπει νὰ ξεκαθαρισθῇ. Παρέτρεξεν ἡ Βουλὴ τὸ θέμα τῆς ἐξετάσεως τῶν μομφῶν καὶ τῶν κατηγοριῶν, καίτοι ἐδόθη ἡ νύξις καὶ παρ’ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι τὸ ἀξιολύπητον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασαν οἱ δύο κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβε τὰς δεούσας ἀποφάσεις ἐγκαίρως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, συμφέρον εἶναι δι’ ἀμφοτέρους τοὺς κυρίους συναδέλφους, συμφέρον καὶ ἐπιβεβλημένον εἶναι δι’ ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας τὸ θέμα νὰ ξεκαθαρισθῇ. Τὸ ζήτημα, ὅμως, εἶναι κατὰ τίνα τρόπον καὶ κατὰ ποίαν διαδικασίαν πρέπει νὰ ξεκαθαρισθῇ τὸ θέμα. Κύριοι, δὲν ἔχω μακρὸν κοινοβουλευτικὸν βίον, ἐξ ὅσων, ὅμως, γνωρίζω ἡ Βουλὴ διὰ πρώτην φορὰν ἀσχολεῖται ἐπὶ παρομοίου θέματος. Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ παρεξέκλινε τοῦ ἀρχικοῦ σκοποῦ τῆς διατάξεως αὐτῆς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος ἐθεσπίσθη πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἀποτρέπῃ τὴν δίωξιν ἕνεκεν πολιτικῶν καὶ κομματικῶν λόγων. Οὐχ’ ἧττον, ὅμως, ἡ Βουλὴ σχεδὸν εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, ἠρνήθη τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Ἐξ ὅσων ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, μόνον δὶς ἐχορήγησε τὴν ἄδειαν διώξεως βουλευτοῦ. Εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν, ὅταν ἡ κατηγορία ἦτο ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καὶ εἰς τὴν ἑτέραν περίπτωσιν, τὴν πρόσφατον, ὅταν ἡ κατηγορία ἦτο ἐπὶ ἀπιστίᾳ καὶ ἄλλοις συναφέσι ἀδικήμασιν, εἰς βάρος κοινωφελοῦς Ἱδρύματος. Εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις, δὲν ἐξητάσθη κἄν, ἐὰν τὰ ἀδικήματα ἦσαν πολιτικοῦ περιεχομένου. Ἐξητάσθη μόνον ἡ σοβαρότης τοῦ ἀδικήματος. Ἔχω, ὅμως, τὴν ἀντίληψιν, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δὲν εἶναι πρέπον μόνον ἡ σοβαρότης τοῦ ἀδικήματος νὰ εἶναι τὰ κριτήρια διὰ τὴν χορήγησιν ἢ μὴ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας. Πρέπει συγχρόνως νὰ ἐξετάζεται καὶ νὰ ἐρευνᾶται ἐὰν τὰ ἀδικήματα συνάπτωνται μὲ τὸν πολιτικὸν καὶ τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον τῶν ἀνδρῶν, εἰς οὓς ἀφοροῦν τὰ ἀδικήματα αὐτά. Διότι, ἐὰν δὲν πράξωμεν τοῦτο, τότε κατ’ ἀντίθετον φοράν, ἀπομακρυνόμεθα τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος. Ἡ συκοφαντικὴ δυσφήμησις εἶναι ἓν βαρύτατον ἀδίκημα, ὅταν διαπράττεται διὰ τοῦ Τύπου. Ἐν τούτοις, ὅμως, εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, καὶ ἦσαν πάμπολλαι αὐταὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἤχθη ἐνώπιον τόσον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅσον καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περίπτωσις χορηγήσεως ἀδείας διώξεως διὰ συκοφαντικὴν δυσφήμησιν, ἡ Βουλὴ ἠρνήθη τὴν χορήγησιν τοιούτων ἀδειῶν, ἀνεξαρτήτως τοῦ περιεχομένου τοῦ προσαπτομένου γεγονότος, τοῦ συκοφαντικοῦ, δηλαδή, ἐὰν τοῦτο συνείχετο μὲ τὸν πολιτικὸν ἢ μὴ βίον τοῦ παθόντος. Ἠρνήθη, ἀνεξαρτήτως ἐὰν ἡ δίωξις προήρχετο ἐκ πολιτικῶν ἢ κομματικῶν ἐλατηρίων, ἠρνήθη ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν ὁ παθὼν ἢ μᾶλλον τὸ προσάπτον γεγονὸς ἀφορᾷ τὸν δημόσιον βίον τοῦ παθόντος. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ ἐξέχουσα πολιτικὴ θέσις, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν τῇ πολιτικῇ, ὅτι βασανίζει τὴν σκέψιν μας, κατὰ πόσον πρέπει νὰ χορηγήσωμεν ἢ μὴ τὴν ἄδειαν, διὰ τὴν δίωξιν τῶν ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει. Ἀλλὰ ἐὰν διαγιγνώσκω ὀρθῶς, τὴν σκέψιν ὑμῶν, κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ σκέψις αὕτη δὲν εἶναι δημοκρατική, διότι, ἀπέναντι τοῦ νόμου εἴμεθα ἀπολύτως ἴσοι. Δὲν εἶναι ὀρθόν, προκειμένου περὶ οἱουδήποτε ἄλλου πολίτου, παθόντος, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον προσήχθη γεγονὸς συκοφαντικόν, νὰ ἀρνούμεθα τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας καὶ νὰ ἐρχώμεθα προκειμένου περὶ βουλευτῶν, ἐπειδὴ οἱ παθόντες εἶναι βουλευταί, νὰ χορηγήσωμεν τὴν ἄδειαν αὐτήν, ὡσὰν ἡ ὑπόληψις τῶν βουλευτῶν εἶναι μεγαλυτέρα τῆς ὑπολήψεως οἱουδήποτε ἄλλου πολίτου.
§109Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, σεῖς εἰς τὴν θέσιν μου θὰ ὑπεβάλατε μήνυσιν καὶ θὰ ἐζητούσατε ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, διὰ νὰ κάμετε δίκην; Διότι, πρέπει νὰ περιαχθῆτε εἰς τὴν θέσιν τὴν ἰδικήν μου, διὰ νὰ ἠμπορέσητε νὰ κρίνητε.
§110Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνῃ εὐθὺς ὡς ἐδόθη ἀφορμὴ καὶ ἡ ἀφορμὴ ἐδόθη, ὅπως εἶπον, κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς 19ης καὶ 20ῆς Δεκεμβρίου 1956.
§111Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Σᾶς ἐξήγησα, διότι εἶσθε Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κοινοβουλευτικῆς, ἡ μήνυσίς μου δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως σχέσιν μὲ τὸ θέμα τῆς Τ.Α.Ε... Ἐμήνυσα τὸν Πιστολάκην διὰ μίαν συγκεκριμένην κατηγορίαν. Ἐὰν νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει ὁ πολιτευόμενος νὰ ἔχῃ τόσον πολιτικὴν εὐαισθησίαν, διὰ νὰ μηνύῃ, τότε ἔχετε δίκαιον. Ἐὰν νομίζετε ὅτι ὁ συκοφάντης πρέπει νὰ καλύπτεται, τότε πάλιν ἔχετε δίκαιον.
§112Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἔπρεπε νὰ ζητήσητε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα κατὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν τρόπον καὶ κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Καὶ εἶπον ἐν συνεχείᾳ τῆς γνώμης μου, ὅτι ἔφθασε ἡ ὑπόθεσις εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασε, διότι ἡ Βουλὴ παρέτρεξε καὶ παρεγνώρισε τὴν σημασίαν καὶ τὴν σπουδαιότητα τῶν κατηγοριῶν τῶν ἐκτοξευθεισῶν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς 19ης καὶ 20ῆς Δεκεμβρίου.
§113Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν αὐτὸ μὲ τὴν μήνυσίν μου.
§114Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι ἔχει σχέσιν αὐτὸ μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπατε σεῖς.
§115Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Αὐτὴν τὴν πρότασιν διατί δὲν τὴν ἐκάματε ἀπὸ ἐκείνην τὴν ἡμέραν;
§116Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν πρότασιν ἔπρεπε νὰ τὴν κάμῃ ἡ Κυβέρνησις.
§117Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Δὲν εἶμαι κοινοβουλευτικός, οὔτε νομικός, ἀλλὰ ἐπειδὴ πιστεύω ὅτι εἶναι ὀρθὸν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ ἐμφανίζωνται ὅσον τὸ δυνατὸν ἄμεμπτοι καὶ ἀλώβητοι εἰς τὸν πολιτικὸν βίον καὶ ἐπειδὴ ἔχει τελευταίως δοθῆ ἡ ἐντύπωσις ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἶναι ἀνυπόληπτοι, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσέξωμεν τὸ ἑξῆς: Ἐπειδὴ εἴπατε ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες πολῖται ἔχουν ὡρισμένα δικαιώματα καὶ διατί θὰ ἐξαιρέσωμεν τοὺς βουλευτάς, τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, νομίζω ὅτι πρέπει, ἀντιστρόφως, νὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα καὶ συγκεκριμένως οἱοσδήποτε Ἕλλην πολίτης, τοῦ ὁποίου τραυματίζεται ἡ τιμή, ἔχει δικαίωμα νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Διὰ ποῖον λόγον οἱ βουλευταὶ θὰ εἶναι εἰς μειονεκτικὴν θέσιν, ὅταν τραυματίζεται ἡ προσωπική τους τιμὴ νὰ μὴ τοὺς δίδωμεν τὸ δικαίωμα νὰ καταφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια; Αὐταὶ εἶναι σκέψεις καὶ ἀπόψεις ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος πιστεύει ὅτι ὅλοι μας ἐδῶ μέσα πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ ὑψηλὰ καὶ νὰ εἴμεθα μέσα εἰς μίαν γυάλαν καὶ νὰ εἴμεθα ἀδιάβλητοι, ὅπως ἡ γυναῖκα τοῦ Καίσαρος.
§118Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ κανόνα, ἄνευ ἐξαιρέσεως ἀρνεῖται, κακῶς, κατ’ ἐμέ, ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης, ἀρνεῖται τὴν ἄδειαν διώξεως ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει καὶ εἶπον ὅτι εἶναι πάμπολλαι αἱ κατηγορίαι ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι πολῖται, ἄλλωστε, δὲν ἔχουν, ἐφ’ ὅσον ἀρνεῖται ἡ Βουλὴ τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως, δὲν ἔχουν τὸ μέσον τῆς ποινικῆς διώξεως, διὰ νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν ὑπόληψίν των. Καὶ ἐρωτῶ, ἐφ’ ὅσον κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια, πῶς ἀπέναντι τῶν βουλευτῶν θὰ ἔχωμεν ἀντίθετον τακτικήν, ὅταν μάλιστα διὰ τοὺς βουλευτὰς τοὺς θιγέντας ὑπάρχῃ τρόπος κοινοβουλευτικῶς νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ὑπόληψίς των. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ τακτικὴ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Ἐὰν δέ, κύριοι βουλευταί, ἡ σοβαρότης τοῦ ἀδικήματος εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐπηρεάζει τὴν σκέψιν ὑμῶν, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶναι κριτήριον διὰ τὴν ἀπόφασιν ὑμῶν, τῆς ἄρσεως ἢ μὴ τῆς ἀσυλίας. Πρέπει νὰ εἶναι κριτήριον καὶ τὸ ἐὰν τὰ γεγονότα τὰ ἀποδιδόμενα αὐτὰ γεγονότα, τὰ θεωρούμενα ὡς συκοφαντικά, συνδέονται μὲ τὸν δημόσιον καὶ τὸν πολιτικὸν βίον τῶν ἀνδρῶν, διότι ἐὰν δὲν λάβωμεν τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ἀφιστάμεθα τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος. Κύριοι συνάδελφοι, ὡς εἶπεν χθὲς ὁ κ. συνάδελφος, ἡ κατηγορία εἶναι συγκεκριμένη ἔναντι τοῦ κ. Πιστολάκη, εἶναι συγκεκριμένη κατὰ τὸ ἑξῆς σημεῖον, ὅτι τοῦ ἀπέδωσε ὅτι ἐπλούτισε μὲ τὴν πολιτικήν. Νομίζω, ὅμως, ὅπως καὶ σεῖς εἴπατε, ὅτι ἡ κατηγορία αὐτὴ εἶναι ἡ κορωνὶς τῶν διαμειφθέντων ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως τῶν Ἀεροπορικῶν Συγκοινωνιῶν. Νομίζω ὅτι, διὰ νὰ ἔχωμεν ἀσφαλῆ κρίσιν περὶ τοῦ ἐὰν ἡ κατηγορία αὐτὴ καὶ τὸ ἀποδιδόμενον γεγονὸς συνδέεται μὲ τὸν πολιτικὸν καὶ τὸν κοινοβουλευτικόν σας βίον, πρέπει νὰ ἴδωμεν τὰ προηγηθέντα, τῶν ὁποίων προηγηθέντων, ἐπαναλαμβάνω, ὅπως εἴπατε σεῖς, ἀποτελεῖ τὴν κορωνίδα καὶ τὴν καταστάλαξιν τὸ δημοσίευμα τὸ ἐπιλήψιμον.
§119Ι. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Αὐτὰ θὰ ἴδῃ ἡ Δικαιοσύνη.
§120Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ παρηκολουθήσατε ἴσως. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19)12 ὁ κ. Πιστολάκης λαβὼν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀκυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ Ἀεροπορικῶν Συγκοινωνιῶν, ἠσχολήθη μὲ τὴν διαχείρισιν τῆς Τ.Α.Ε. Ἐπεκαλέσθη ἔκθεσιν ἐλέγχου τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ Παγουλάτου καὶ τοῦ Ἐφέτου κ. Γεωργίου καὶ προέβη εἰς βαρυτάτους χαρακτηρισμούς, σχετικῶς μὲ τὴν διαχείρισιν τῆς Τ.Α.Ε., ὡς καὶ μὲ τὸ θέμα τῆς ἐκποιήσεως τῶν τριῶν ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν. Παναμᾶν ἐχαρακτήρισε τὴν διαχείρισιν τῆς Τ.Α.Ε. καθ’ ἣν κατηναλώθησαν ἑκατοντάδες χιλιάδες τοῦ Δημοσίου, ὡς περιεχούσας συνταρακτικὰς ἀποκαλύψεις, ἀνέφερεν τὰς ἄνω ἐκθέσεις, ἀποκαλύψεις σειρᾶς πλαστογραφιῶν: «... (ἀναγινώσκει)....» Καὶ εἰς ἄλλους βαρυτάτους χαρακτηρισμοὺς προέβη κατὰ τὴν ὁμιλίαν του, τῆς συνεδριάσεως τῆς 19)12. Εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ἐκείνην, τῆς 19)12 ὁ κ. Πιστολάκης δὲν ἔκαμε ὑπαινιγμόν τινα κατὰ τοῦ κ. Μητσοτάκη, μόνον εἰς ἓν σημεῖον τῆς ἀγορεύσεώς του, ὁπότε ἕνας ἀόριστος ὑπαινιγμὸς σχετικῶς μὲ τὴν ἐργολαβίαν τοῦ Ἰωάννου Κουτσουράκη, μηχανικοῦ. Γεννᾶται, εὐλόγως, τὸ ἐρώτημα, ἐὰν τὰ τεράστια αὐτὰ ποσὰ κατεβρόχθισαν μόνον οἱ ἐμφανιζόμενοι εἰς τὰ ἐπίσημα βιβλία ἢ καὶ ἄλλοι, ὄπισθεν αὐτῶν, κρυπτόμενοι ὑποστηρικταί; Καὶ κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν τῆς 20)12 ὁ κ. Μητσοτάκης λαβὼν καὶ ἐκεῖνος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῶν Ἀεροπορικῶν Συγκοινωνιῶν, ἐχαρακτήρισε τὸν κ. Πιστολάκην, ὡς Ὠνασικόν. Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς εἶχε γίνει προηγουμένως ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλιοῦ, πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἦτο ἐπίσης βαρύς.
§121Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶσθε ἀντικειμενικός, θὰ ἠμποροῦσα νὰ προσθέσω ὅτι ἡ φράσις μου, δὲν ἦτο «Ὠνασικός» ἀλλὰ ἦτο «Ὠνασικὸς κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Ἠλιοῦ» καὶ ἀπορῶ πῶς ὅταν τὸ λέγῃ ὁ κ. Ἠλιοῦ δὲν ἐνοχλεῖσθε καὶ ἐνοχλεῖσθε ὅταν τὸ λέγω ἐγώ. Διότι, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διατυπώνετε τὰς ἀπόψεις σας, πρέπει νὰ ὁδηγήσῃ μοιραίως εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐὰν λέγῃ τις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ διατυπώνει οἱανδήποτε συκοφαντίαν, θὰ πρέπει ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ γίνεται Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Σεῖς, κατὰ σύμπτωσιν, εἶσθε Κυβερνητικὸς βουλευτής, ὑπάρχει ἡ Κυβέρνησις, ὑπάρχει ἡ πλειοψηφία καὶ ἐὰν θέλουν νὰ γίνῃ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, θὰ πρέπει νὰ τὸ ζητήσουν. Δὲν θὰ ἀναζητήσωμεν τὸν κ. Πιστολάκην νὰ ἔλθῃ νὰ ἐξαπολύσῃ συκοφαντικὸν λίβελλον, διὰ νὰ γίνῃ ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή. Πρέπει εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον νὰ ὑπάρχῃ στοιχειῶδες πολιτικὸν θάρρος, ἐὰν νομίζουν ὅτι ὑπάρχει Παναμᾶς, θὰ τὸ εἴπουν τὰ δικαστήρια καὶ δὲν φθάνει ὁ κ. Πιστολάκης, νὰ ἀποδείξῃ ἂν λέγῃ ἀλήθειαν ἢ εἶναι συκοφάντης.
§122Σ. ΠΙΣΤΟΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, δὲν εἶναι δυνατόν... (ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεώς του δὲν ἠκούσθη).
§123Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πάλιν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὅτι τὸ λάθος ἦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ παρέβλεψε τὰς βαρυτάτας μομφὰς καὶ κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν, σχετικῶς μὲ τὴν διαχείρισιν τῆς Τ.Α.Ε., καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, ὑπῆρξε πρότασις, καίτοι ὑμεῖς αὐτός, κύριε Μητσοτάκη, εἴπατε ὅτι τὸ θέμα εἶναι καὶ πολιτικὸν εἶναι καὶ θέμα δηλαδὴ πολιτικῶν εὐθυνῶν καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ ξεκαθαρισθῇ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Μητσοτάκη, ὁ κ. Πιστολάκης ὑπῆρξεν πιὸ κατηγορηματικὸς εἰς τὰς κατηγορίας του καὶ λέγει ἐπὶ λέξει: «Δὲν τοῦ δίδω τὸ δικαίωμα — ἐννοεῖ τὸν κ. Μητσοτάκην — .... (ἀναγινώσκει)....., ἐπὶ τοῦ καταντήματος τῶν ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις ὄχι μόνον ποινικῶς, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐγὼ τὸν καταγγέλλω ὡς ὑπεύθυνον τῶν ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν». Μετὰ ταῦτα, κύριοι, εἰς τὸν Τύπον ἤρχισαν οἱ διαπληκτισμοί, τοὺς ὁποίους ἠκούσατε, τόσον ἐκ μέρους τοῦ κ. Πιστολάκη, ὅσον καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Μητσοτάκη καὶ κατέληξε τὸ δημοσίευμα εἰς τὸ δημοσίευμα, τόσον τοῦ κ. Πιστολάκη, ὅσον καὶ τοῦ κ. Μητσοτάκη. Βαρύτητα ἔχει τὸ δημοσίευμα τοῦ κ. Πιστολάκη. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, τὸ δημοσίευμα αὐτό, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπεδόθη εἰς τὸν κ. Μητσοτάκην ὅτι ἐπλούτισεν ἐκ τῆς πολιτικῆς, εἶχε συνέχειαν καὶ εἶναι ἡ κορωνὶς ὅλων αὐτῶν τῶν προηγηθέντων εἰς τὴν Βουλήν. Συνεπῶς, τὰ ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντα ἀποτελοῦν τὰ στοιχεῖα τῶν κατηγοριῶν. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀπομονώσητε τὸ θέμα. Εἰς μίαν δρᾶσιν καὶ εἰς τὸ δικαστήριον τὸ ποινικόν, ἐὰν πᾶτε εἰς τὴν ἀπόπειραν τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀληθείας, ἐκ μέρους τοῦ κ. Πιστολάκη θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψει τοῦ δικαστηρίου ὡρισμένα γεγονότα καὶ τὰ γεγονότα αὐτὰ τὰ ἔχομεν ἡμεῖς ὑπ’ ὄψιν, ὡς Βουλή, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς 19 καὶ 20) 12. Ὕστερα ἀπὸ αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, νομίζετε ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι κατὰ τὰ κυριώτερα σημεῖα, αἱ ἀφορῶσαι τὰ γεγονότα, τὰ ἀποδιδόμενα ἑκατέρωθεν, εἶναι πολιτικοῦ περιεχομένου; Καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι πολιτικοῦ περιεχομένου, ἐφ’ ὅσον, δηλαδή, προσάπτεται μομφὴ ἀφορῶσα τὸν κοινοβουλευτικὸν καὶ πολιτικὸν βίον τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων, νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποστῶμεν τῶν καθιερωμένων; Δυνάμεθα νὰ ἀποστῶμεν τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος τοῦ ἄρθρου 63 καὶ νὰ παραπέμψωμεν τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας τῶν γεγονότων, ἅτινα συνέστησαν, εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια; Ἐγὼ νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ κατὰ τὸν τρόπον καὶ μὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα δίδει τὸ Σύνταγμα καὶ τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Τὸ Σύνταγμα προβλέπει Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῆς δυσφημήσεως καὶ τῆς ἁπλῆς καὶ τῆς συκοφαντικῆς, ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας εἶναι δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ κυρίως διότι ὁ νόμος, δὲν ἤθελε νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ δημοσίου βίου καὶ τὸ ἐρώτημα εἶναι, ὁ ἔλεγχος τοῦ δημοσίου βίου τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, εἰς τίνα ἀνήκει; Δύναται νομίζετε, νὰ ὑπάρχῃ ἀντίθετος γνώμη ὅτι ὁ ἔλεγχος ἀνήκει εἰς τὸ Κοινοβούλιον; Πάρετε, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἑξῆς εἰκόνα: Εἷς βουλευτής, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀπευθύνει, προσάπτει, μομφὴν εἰς ἕνα ἄλλον συνάδελφον.
§124Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι διαφορετικόν, κύριε συνάδελφε, τὸ ἠξεύρετε ὅτι αὐτὸ καλύπτεται ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν ἀσυλίαν, διατὶ τὸ λέγετε, διὰ νὰ δημιουργῆτε ἐντύπωσιν ψευδῆ;
§125Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δημιουργῶ ἐντύπωσιν.
§126Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ Σύνταγμα λέγει δὲν διώκεταί τις δι’ ὅσα λέγει ἀπὸ τὸ βῆμα. Ἐγὼ δὲν μηνύω τὸν κ. Πιστολάκην δι’ ὅσα λέγει εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δι’ ὅσα γράφει εἰς τὸν Τύπον καὶ ἀπορῶ πῶς ἀγωνίζεσθε νὰ πείσητε δι’ αὐτὸ τὴν Βουλήν. Ἐὰν δὲν τὸ κάμῃ ἡ Βουλή, δύο τινὰ πρέπει νὰ συμβαίνουν, ἢ ὅτι δὲν ἐκτιμᾷ τὴν ἐθνικὴν εὐσυνειδησίαν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, πρᾶγμα ἀπαραίτητον διὰ τὸν δημόσιον βίον ἢ ἐπιθυμεῖ νὰ καλύψῃ συκοφάντην.
§127Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχετε ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε τὰς σκέψεις μου. Λάβετε τὴν ἑξῆς εἰκόνα: Ὅτι, ἕνας βουλευτής, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, προσάπτει γεγονότα συκοφαντικὰ εἰς ἕνα ἄλλο συνάδελφον. Διὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι ἀνεύθυνος ποινικῶς, διότι τὸ Σύνταγμα κατοχυρώνει τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς γνώμης ἐν τῇ Βουλῇ. Θὰ εἶναι ἀνεύθυνος ποινικῶς καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, καθ’ ἣν πάρῃ τὰ πρακτικὰ καὶ τὰ δώσῃ εἰς τὴν ἐφημερίδα πρὸς δημοσίευσιν; Σᾶς ἐρωτῶ κατὰ τί διαφέρει τὸ πρᾶγμα ἐὰν τὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔπειτα τὰ γράψῃ ἐνυπογράφως εἰς τὴν ἐφημερίδα;
§128Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἔχει τὸν ἀντίλογον εἰς τὴν Βουλήν.
§129Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀντίλογος ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ διὰ τοῦ καθιερωμένου ἐλέγχου ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ἐλέγχου τοῦ πολιτικοῦ βίου καὶ τοῦ δημοσίου βίου. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω καὶ εὔχομαι ὅπως ἡ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων ἀποδείξῃ ὅτι αἱ ἀποδοθεῖσαι κατηγορίαι εἶναι πράγματι συκοφαντικαί.
§130Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τί προτείνητε, ἄρσιν ἢ μὴ ἄρσιν τῆς ἀσυλίας;
§131Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμένετε, κύριε συνάδελφε. Νομίζω, ὅτι ἔχετε χάσει, ἔν τινι μέτρῳ, τὴν ψυχραιμίαν σας.
§132Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν νομίζω, κύριε συνάδελφε. Διετήρησα καὶ διατηρῶ τὴν ψυχραιμίαν μου καὶ σᾶς ἐρωτῶ τί προτείνετε.
§133Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω, κύριε συνάδελφε. Εὔχομαι, ἐξεταζομένων τῶν πραγμάτων, νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀναλήθεια τῶν μομφῶν καὶ τῶν κατηγοριῶν. Ἀλλά, κύριε συνάδελφε, δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἐξέτασις τῆς ἀληθείας πρέπει νὰ ἐκφύγῃ τοῦ φυσικοῦ κριτοῦ. Καὶ ὁ φυσικὸς κριτὴς εἶναι τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ὄχι τὸ ποινικὸν δικαστήριον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου.
§134Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπευθύνω δύο ἐρωτήσεις. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ συνιστᾷ Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἂς προεξοφλήσωμεν ὅτι ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν φθάνει εἰς κανένα ἀποτέλεσμα ἢ ὅτι δὲν ἐκδίδει ἕνα πόρισμα ἢ μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι εἰς βάρος τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ ἀντικειμενικὴ τῶν πραγμάτων ἐξέτασις τὴν ἔφερεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι οὐδὲν ἀντικείμενον ὑπάρχει καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπάρχει θέμα. Ἐρωτῶ, ἡ κατηγορία τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος ἐναντίον τοῦ ἐκ Χανίων συναδέλφου παραμένει ἢ ὄχι; Τὸ γεγονὸς δὲν συνεδέθη, κύριοι συνάδελφοι, μὲ οἱανδήποτε εἰδικὴν διαχείρισιν. Ὅπως καὶ σήμερον τὸ βράδυ ὁ κ. Πιστολάκης δὲν ὡμίλησε συγκεκριμένως περὶ τῆς Τ.Α.Ε. Ἀνέγνωσε ἐπιστολὰς διαφόρων συναδέλφων, μὴ συναδέλφων καὶ ἄλλων, αἱ ὁποῖαι ἐστρέφοντο πέριξ τελείως διαφορετικοῦ ἀντικειμένου. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ἡ ἐκ μέρους μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἐξέτασις εἰδικοῦ θέματος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὴν δυσφήμησιν ἀπὸ μίαν γενικωτάτην κατηγορίαν. Ἀπορῶ, λοιπόν, πῶς σεῖς τὴν στιγμὴν αὐτὴν ζητεῖτε νὰ μὴ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ τιμὴ τῶν δύο συναδέλφων καὶ θέλετε νὰ δημιουργήσητε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ ἐξετάσῃ τὰ γεγονότα τοῦ παρελθόντος.
§135Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐκδώσῃ ἀθωωτικὸν πόρισμα, ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι ἀναληθῆ καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προσήχθησαν.
§136Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ὁ κ. Πιστολάκης κατηγόρησε τὸν ἕτερον συνάδελφον ὅτι ἐπῆρε ἕνα τυπογραφεῖον καὶ διάφορα ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν.
§137Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτό, κύριε συνάδελφε, ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐξετάσεως ἐκ μέρους τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐδῶ, εἰς τὴν Βουλήν, ἐλέχθησαν συγκεκριμένα πράγματα. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ κατάληξις τῶν συγκεκριμένων πραγμάτων καὶ ἡ ἐκκίνησις ἦτο τὸ δημοσίευμα τοῦ κ. Πιστολάκη. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω πὼς δὲν ἔχετε δίκαιον, σᾶς λέγω τοῦτο: Ὑποτεθείσθω ὅτι πηγαίνουν εἰς τὸ ποινικὸν δικαστήριον καὶ ὁ κ. Πιστολάκης θὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας. Ἠμπορεῖ νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Πιστολάκης. Δὲν θὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν κ. Μητσοτάκην τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας κατ’ αὐτὸν ἔχει ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῆς
Τ.Α.Ε.;
§138Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Θὰ δώσῃ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχει διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν.
§139Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω, κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος. Ὅτι εἶναι γεγονὸς συνδεόμενον μὲ τὸν πολιτικὸν καὶ τὸν Κοινοβουλευτικὸν βίον καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν καὶ πρέπον νὰ ἐκκαθαρισθῇ κατὰ τρόπον τὸν ὁποῖον διαγράφει τὸ Σύνταγμα.
§140Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ὡς μὴ εὑρισκόμενος οὔτε ἐπὶ κεφαλῆς κόμματος, οὔτε εἰς ὡρισμένην παράταξιν, ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ συναγάγω ὡρισμένα συμπεράσματα, ὄχι συμπεράσματα οὐσίας, ἀλλὰ συμπεράσματα νομικὰ καὶ ἠθικά. Δύο συνάδελφοι, ἦλθον εἰς ὀξεῖαν πρὸς ἀλλήλους ἀντίθεσιν. Ἡ ὀξεῖα αὐτὴ ἀντίθεσις δὲν ἐμφανίζεται, ἔχουσα, τοὐλάχιστον εἰς ὅλας τὰς κατηγορίας αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν ἐναντίον ἀλλήλων, πολιτικὸν μόνον περιεχόμενον. Ἀλλ’ ἐμφανίζονται προεκτεινόμενα πέραν τοῦ πολιτικοῦ περιεχομένου. Ἐὰν τὸ περιεχόμενον τῆς ἀντιθέσεως καὶ τῶν μομφῶν αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν ἐναντίον ἀλλήλων ἦτο ὄχι μόνον πολιτικόν, ἀλλὰ καὶ ἀποκλειστικῶς συνδεδεμένον μὲ τὸν δημόσιον βίον καὶ μὲ τὴν ἄσκησιν πολιτικῆς ἐξουσίας, τότε θὰ ἔλεγον καὶ ἐγὼ ὅτι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον χρειάζεται εἶναι ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή. Ἀλλ’ αἱ ἐκτοξευθεῖσαι κατηγορίαι, ἐκ μέρους τοῦ ἑνὸς συναδέλφου ἐναντίον τοῦ ἄλλου, ὑπερβαίνουν κατὰ πολὺ τὰ ὅρια τοῦ δημοσίου βίου ἢ μᾶλλον εἰσέρχονται εἰς τὸν δημόσιον βίον μόνον κατὰ τοῦτο: Ὅτι οἱ φορεῖς τῶν ἐπιθέσεων αὐτῶν, τῶν μομφῶν αὐτῶν, εἶναι δημόσιοι ἄνδρες. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπηρέτησε εἰς τὸν Στρατὸν ἢ ὄχι, ἐὰν ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἄλλου εἶναι ἀναμεμιγμένος εἰς μίαν ἐπιχείρησιν, καλῶς ἢ κακῶς, αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ τὴν ἄσκησιν τοῦ δημοσίου βίου κατὰ τρόπον ἄμεσον. Ἀφορᾷ ἐμμέσως τὴν ἰδιότητα ἑκάστου ἐξ αὐτῶν τῶν δημοσίων ἀνδρῶν καὶ μόνον ἐμμέσως. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ νομολογήσωμεν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ μέλλον νὰ μᾶς ἀπαλλάσῃ τοῦ κόπου καὶ τῆς ψυχικῆς ὀδύνης νὰ ἐξετάζωμεν εἰς ἑκάστην περίπτωσιν ἐὰν πρέπει ἢ ὄχι νὰ αἴρωμεν τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος χορηγουμένην ἀσυλίαν. Θὰ ἴδατε μίαν, κάποιαν, κροῦσιν ἀρκετῶν ἐφημερίδων διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον χειριζόμεθα τὸ θέμα τῆς ἀσυλίας. Πολλαὶ ἐφημερίδες ἔγραψαν ὅτι κακῶς στεροῦμεν τὸν βουλευτὴν τοῦ δικαιώματος ἢ ἀπαλλάσσομεν τὸν βουλευτὴν τῆς ὑποχρεώσεως — διότι καὶ τὸ ἓν ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἄλλο — ὅπως ἐμφανισθῇ ἐνώπιον δικαστηρίου. Ὅπως κληθοῦν ὡς κατηγορούμενοι εἰς τὸ δικαστήριον. Καὶ ἔχουν δίκαιον αἱ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι προέβησαν εἰς τὴν διατύπωσιν καὶ ἔδωσαν τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν. Τὸ Σύνταγμα δὲν προβλέπει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ προτείνομεν συνήθως. Ἡμεῖς ἐδώσαμεν μόνον ἔκτασιν πολὺ μεγαλυτέραν εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀσυλίας καὶ εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς περιπτώσεις, ἐξαιρέσεις εἶναι πολὺ ὀλίγαι, ὅσαι εἶχον εἰδικὴν σημασίαν, εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις ἠρνήθημεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Κατ’ ἀρχήν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅπως τοῦ λοιποῦ δεχώμεθα τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, τὰς ὁποίας θὰ πρέπει μία Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ, ὄχι βεβαίως καὶ ὅλας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης θὰ ἠδυνάμεθα νὰ θεσπίσωμεν, ἠθικῶς νὰ θεσπίσωμεν, αὐτοδεσμευόμενοι, εἶναι τοῦτο: Ὁσάκις συνάδελφος ζητῇ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας του, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τοῦ χορηγοῦμεν τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ζητεῖ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν γνωρίζω αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς ποίαν μερίδα ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος τῶν συναδέλφων ἀνήκει.
§141Δ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ ὁσάκις δὲν ζητῆται πρέπει νὰ παρέχεται.
§142Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁσάκις δὲν ζητῆται μόνον κατόπιν μιᾶς ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν θὰ πρέπει νὰ κάμνῃ εἰδικὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπή. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν γνωρίζω ποῦ ἀνήκουν οἱ κύριοι βουλευταί. Λησμονῶ καὶ τὰ ὀνόματά των. Ὑποθέσατε ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, ὅτι εἶναι ἐκεῖνος περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ἂν τὸ ὑποθέσητε καὶ ἂν σκεφθῆτε ὅτι τὴν νομολογίαν τὴν ὁποίαν θεσπίζομεν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύσῃ δι’ οἱονδήποτε ἐξ ἡμῶν, τότε οἱαδήποτε ἐπιφύλαξις τὴν ὁποίαν ἔχετε θὰ ἀρθῇ καὶ θὰ σκεφθῆτε ὅτι πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι ὁ κ. Μητσοτάκης λέγεται Μητσοτάκης καὶ ὁ κ. Πιστολάκης, λέγεται Πιστολάκης. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ὀρθὴ εἰδικὴ τοποθέτησις, ὅταν βουλευταὶ ζητοῦν τὴν ἄρσιν τῆς ἰδίας αὐτῶν ἀσυλίας. Ἐὰν εἶναι ἀνάγκη θὰ πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τοὺς μεταπείσωμεν εἰς περίπτωσιν ποὺ νομίζομεν ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ εὐθιξία των. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν πεισθοῦν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας των. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ προσπάθεια νὰ πείσωμεν εἴτε τὸν κ. Πιστολάκην εἴτε τὸν κ. Μητσοτάκην, ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθοῦν τοῦ δικαιώματος τῆς εὐθιξίας των. Εἶναι ἀδύνατον, ἔπειτα ἀπὸ τὰς τόσας βαρείας μομφὰς τὰς ὁποίας ἐξετόξευσαν ἐναντίον ἀλλήλων νὰ τοὺς παρακαλέσωμεν νὰ δεχθοῦν ὅπως τὸ ἐπεισόδιον θεωρηθῇ λῆξαν. Τὸ ἐπεισόδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ λῆξαν. Ἡ ἄποψίς μου, ἐπαναλαμβάνω ταύτην, πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅπως ἄρωμεν τὴν ἀσυλίαν τῶν δύο συναδέλφων, οὕτως ὥστε ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου νὰ διεκδικήσῃ ἕκαστος ἐξ αὐτῶν τὸ δίκαιόν του. Κύριοι συνάδελφοι, οἱ βουλευταὶ δὲν παύουν νὰ εἶναι πολῖται καὶ ἔχει μεγίστην σημασίαν ἡ συνειδητοποίησις τῆς φράσεως αὐτῆς. Οἱ βουλευταὶ πρέπει μάλιστα νὰ μὴ παύουν νὰ εἶναι πολῖται, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πολῖται, καὶ ὅπως οἱ πολῖται ἔχουν ὡρισμένα δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων πρέπει νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κάμνουν χρῆσιν καὶ οἱ βουλευταὶ καὶ τῶν αὐτῶν ὑποχρεώσεων πρέπει νὰ εἶναι φορεῖς οἱ βουλευταί. Κύριοι συνάδελφοι, εἰσέρχομαι καὶ εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν μομφῶν αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Πιστολάκη ἐναντίον τοῦ κ. Μητσοτάκη, βασιζόμενος ἐπὶ τοῦ γενικοῦ καὶ κάπως ἀνευθύνου περιεχομένου τῶν κατηγοριῶν αὐτῶν, νὰ καταλήξω εἰς τὴν πρότασιν, ὅτι πρέπει νὰ καταρτισθῇ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Τὴν πρότασιν αὐτὴν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν κάμῃ ἢ ὁλόκληρον κόμμα, τοῦ ὁποίου μέλη ἔχουν μελετήσει τὸ θέμα, ἢ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν κάμῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ συγκεκριμένως νὰ τὴν κάμουν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ Οἰκονομικῶν καὶ Συγκοινωνιῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀσφαλῶς ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος, καὶ ἔχουν διαπιστώσει ἐὰν ὑπάρχῃ πράγματι ἀνάγκη ἐρεύνης κοινοβουλευτικῆς ἐκ μέρους Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Προσωπικῶς δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀνάγκη ἢ ὄχι. Ἤκουσα, λέγω, ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πιστολάκη, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ προβῶ εἰς τὴν διατύπωσιν τοιαύτης προτάσεως πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι πρέπει νὰ καταρτισθῇ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Ἐπαναλαμβάνω μόνον ἐὰν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ καὶ εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, μέλη ἢ καὶ οἱ ἴδιοι ἔχουν μελετήσει τὸ θέμα, καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν μοῦ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ τὸ μελετήσω, διότι δὲν εἶχον ἁρμοδιότητα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Ἄλλως, ἐὰν καταλήξωμεν εἰς τὴν νομολογίαν ἑνὸς πράγματος τὸ ὁποῖον, ὅμως, δὲν παραδέχομαι, θὰ κατελήγομεν νὰ νομολογήσωμεν τοῦτο. Ὅτι ὁσάκις εἷς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων θὰ ἐξετόξευε μίαν κατηγορίαν βαρεῖαν ἐναντίον ἄλλου, πρέπει νὰ καταρτισθῇ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Καὶ τότε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θίγεται διὰ τῆς ἐμπνεύσεως τῆς κακῆς ἑνὸς καὶ μόνον συναδέλφου ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις ἑνὸς ἄλλου συναδέλφου. Αὐτὸ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἐπιτετραμμένον νὰ τὸ νομολογήσωμεν. Τί εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν ἐὰν οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε τις ἐκ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ζητήσῃ τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς; Εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν τοῦτο. Νὰ ἀναμείνωμεν τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, αὐτονόητον εἶναι ὅτι πρέπει νὰ χορηγήσωμεν τὴν ἄδειαν, δηλαδὴ νὰ ἄρωμεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, νὰ ἀναμείνωμεν τὰς ἀποφάσεις. Καὶ ἂν τυχὸν αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις καὶ μία τούτων δικαιώσῃ κατά τινα τρόπον, ἔστω καὶ ἐμμέσως, τὰς μομφάς, τὰς ὁποίας ἐξετόξευσεν ὁ εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων ἐναντίον τοῦ ἄλλου, τότε, μετὰ τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ ἄνευ προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἢ οἱουδήποτε κόμματος, νὰ διαπιστωθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἔχοντες γνῶσιν τοῦ θέματος νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάρτισιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ἀπόψε, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὀφείλομεν, μὴ ἔχοντες δεδομένα, τὰ ὁποῖα νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάρτισιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας ἀμφοτέρων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. (Χειροκροτήματα).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος, ἔχει τὸν λόγον.
§144Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔλαβον τὸν λόγον, διότι, μὲ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἀπόψε πρόκειται νὰ λάβωμεν, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν δύο βουλευτῶν, δημιουργοῦμεν μίαν νομολογίαν, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην θὰ δεσμεύσῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Σώματος διὰ μακρὸ χρόνον εἰς τὸ μέλλον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀκολουθεῖ μίαν τακτικὴν ἀπορρίψεως τῶν ὑποβαλλομένων αἰτήσεων ἄρσεως ἀσυλίας βουλευτῶν, κατὰ κανόνα, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων. Καὶ τὸ θέμα σήμερον εἶναι, ἐὰν ἡ περίπτωσις περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, εἶναι περίπτωσις ἐκ τῶν ἐξαιρετικῶν, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία, ἢ πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἑκατοντάδων ἐκκρεμῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀπορρίπτει. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἡ Βουλὴ ἀκολουθεῖ αὐτὴν τὴν τακτικὴν καὶ ἀπορρίπτει κατὰ κανόνα τὰς ἐνώπιον αὐτῆς ἐρχομένας αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας. Διότι, ἡ ὀξύτης μὲ τὴν ὁποίαν διεξάγονται οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες εἰς τὴν χώραν αὐτὴν θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς μίαν συγκεκριμένην περίπτωσιν νὰ ὁδηγήσῃ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀσκήσωμεν τὰ καθήκοντά μας, διότι, ἐναντίον ὅλων ἡμῶν θὰ εἶχον ὑποβληθῆ αἰτήσεις ἄρσεως τῆς ἀσυλίας. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν περιπτώσεις εἰς τὰς ὁποίας ἔχομεν καθῆκον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, καὶ νομίζω, ὅτι μία ἀπὸ τὰς περιπτώσεις αὐτὰς εἶναι καὶ ἡ παροῦσα. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι μὲ ἔπεισαν καὶ οἱ δύο συνάδελφοι, οἱ ζητήσαντες τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας καὶ ἀντιθέτως δὲν μὲ ἔπεισεν ὁ συνάδελφος κ. Ἀδαμόπουλος, ὁ ὁποῖος ὡμίλησεν ἐναντίον τῆς ἄρσεως. Ὁ κ. Ἀδαμόπουλος εἶπεν ὅτι τὸ θέμα ἀνάγεται εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον. Τὸ θέμα δὲν εἶναι θέμα πολιτικοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ ἡ Βουλή. Αἱ κατηγορίαι αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν ὑπῆρξαν βαρύταται. Ὁ εἷς εἶπε περὶ τοῦ ἄλλου ὅτι εἶναι ταπεινὸς καὶ πρόστυχος συκοφάντης. Εἶναι πρωτοφανεῖς ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν εἰς τὸν Τύπον καὶ ἐπανελήφθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς σήμερον. Καὶ ὁ ἄλλος εἶπεν ὅτι ἐπλούτισεν ἐκ τῆς πολιτικῆς. Πῶς καὶ κατὰ ποῖον τρόπον, τὸ Σῶμα θὰ ἀποφασίσῃ καὶ θὰ πείσῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἀποφάσεώς της, ὅτι ὁ κ. Πιστολάκης δὲν εἶναι πρόστυχος καὶ ταπεινὸς συκοφάντης, ἢ ὅτι ὁ κ. Μητσοτάκης δὲν ἐπλούτισε ἀπὸ τὴν ἄσκησιν τῆς πολιτικῆς; Εἰς τὰ θέματα αὐτά, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἁρμόδια ὄργανα νὰ ἀποφασίσουν — καὶ αὐτὰ πείθουν τὴν Κοινὴν Γνώμην — εἶναι τὰ δικαστήρια. Διότι καὶ αἱ Ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπαὶ δὲν ἀποτελοῦν λύσιν, διότι, καὶ αὗται συγκροτοῦνται ἀπὸ ὡρισμένην πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἴσως θὰ παραστῇ ἀνάγκη, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ὡρισμένων Συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων, εἰς τὸ μέλλον δὲ θὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ θέμα αὐτό. Διότι, ὑπάρχει πάντοτε ὁ κίνδυνος μία συγκεκροτημένη πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, νὰ ἀποφαίνεται ὑπὲρ μιᾶς ἀπόψεως, ἐνῷ ἡ μειοψηφία νὰ ἀποφαίνεται ὑπὲρ τῆς ἄλλης. Ὑπάρχει μία τρανὴ ἐξουσία, ἡ δικαστική, ἡ ὁποία θὰ λύσῃ, κατὰ τρόπον ὁριστικὸν τὸ θέμα καὶ θὰ πείσῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην περὶ τοῦ ποία ὑπῆρξε πράγματι ἡ πολιτεία τῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Κύριοι βουλευταί, ἔχομεν καθῆκον νὰ ἄρωμεν τὴν ἀσυλίαν, διότι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένον τὸν κ. Πιστολάκην εἰς τὴν κατηγορίαν, ὅτι ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς ἀσυλίας, παραβιάζει τοὺς ποινικοὺς νόμους, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένον τὸν κ. Μητσοτάκην εἰς τὴν κατηγορίαν ὅτι ἐπλούτισε ἀσκῶν τὴν πολιτικήν. Ὁ πολιτικὸς ἔλεγχος, κύριοι βουλευταί, ἀφορᾷ μόνον τὴν ὀρθότητα μιᾶς πράξεως πολιτικῆς, δὲν ἀφορᾷ τὴν παραβίασιν τοῦ ποινικοῦ νόμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτοξεύωνται κατηγορίαι ἐναντίον πολιτικῶν ἀνδρῶν περὶ παραβάσεως ἄρθρων τοῦ Π. Ν. καὶ περὶ ἀνωμαλιῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῆς δημοσίας ἐξουσίας καὶ αὐτὰ νὰ θεωροῦνται ὡς ἀναγόμενα εἰς πολιτικὸν ἔλεγχον. Φαντασθῆτε τί θὰ ἐγίνετο μὲ τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀσκοῦν τὴν ἐξουσίαν, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν τὸ Κράτος, ὡς Κράτος παρεμβατικόν, διαχειρίζεται πελώρια συμφέροντα. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, εἶπεν χθὲς ὁ κ. Παπαληγούρας, ὑπέγραψε συμβάσεις μὲ ξένους οἴκους 100 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων δολλαρίων δι’ ἔργα ἀνασυγκροτήσεως. Ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ὑπέγραψε συμβάσεις 500 ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Σκεφθῆτε ἐὰν κάποιος ἰσχυρισθῇ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὰς συμβάσεις αὐτὰς ἐδωροδοκήθησαν ἀπὸ τοὺς ἀναδόχους, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ κατοχυρώσητε τὴν τιμὴν τῶν ἀσκούντων τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν καὶ ποῖος θὰ τολμήσῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων συμφερόντων, ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὰ δικαστήρια ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ τοῦ εἴπῃ ὅτι διεχειρίσθη κατὰ τρόπον ἰδιοτελῆ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος τοῦ ἐνεπιστεύθη, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος δὲν ἐμποδίζει ποσῶς τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις εἶναι προφανές. Χρειάζεται ἄδεια τῆς Βουλῆς. Καὶ τὸ σύνταγμα δὲν ἀπαγορεύει γενικῶς τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, ἀλλὰ ἀκριβῶς ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ μὴ ὁδηγοῦνται διὰ ψύλου πήδημα εἰς τὰ δικαστήρια οἱ βουλευταὶ καὶ διαταράσσεται ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι πᾶν ἄλλο ἀπὸ ψύλλου πήδημα. Ὁ κ. Κανελλόπουλος εἶπεν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ νομολογήσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ ἀσυλία πρέπει νὰ αἴρεται πάντοτε ὁσάκις τοῦτο ζητεῖται ἀπὸ τὸν βουλευτήν. Παρὰ τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸν Πρόεδρον κ. Κανελλόπουλον, διαφωνῶ πρὸς τὴν ἄποψίν του, διότι δὲν ἔδωσε τὴν δέουσαν σημασίαν εἰς τὴν εἰδικὴν ψυχολογίαν τῆς λεβεντιᾶς τὴν ὁποίαν ἔχουν ὅλοι οἱ Ἕλληνες. Δὲν ὑπῆρξε προηγούμενον βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐζήτησε τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Καὶ προχθὲς ἀκόμη, διότι ὁ σκύλος τοῦ κ. Βουδούρη ἔφαγε μίαν κόττα, ἐζητήθη καὶ τότε ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας. Ἐὰν ἐνομολογεῖτο τοιοῦτον τι τότε σήμερον θὰ ἔπρεπε 60 βουλευταὶ — τόσαι ἦσαν αἱ ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις — νὰ εὑρίσκοντο εἰς τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτή. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ζητήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ ἀπὸ τὸν πολίτην, ὁ ὁποῖος τὸν ἐμήνυσε ὅτι ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς ἀσυλίας παραβιάζει τὸν ποινικὸν νόμον ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Νομίζω ὅτι ὀρθοτέρα εἶναι ἡ ἄλλη πρότασις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Κανελλόπουλος. Νὰ ἐξετάζεται κἄπως ἡ οὐσία τῶν ὑποθέσεων καὶ κατόπιν ἐρεύνης ἡ Βουλὴ νὰ προβαίνῃ ἢ μὴ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας.
§145Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραδέχομαι ἀπολύτως ὡς ὀρθὴν τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε. Πράγματι, ἡ εὐθιξία τῶν κυρίων συναδέλφων ἀφ’ ἧς τυχὸν θὰ νομολογήσωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, θὰ ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς καμμίαν περίπτωσιν νὰ ὑπάρξῃ βουλευτής, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας του. Ἀλλὰ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς, ποὺ συνομολογεῖτε καὶ μαζὶ μου, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ εἰς ποίας περιπτώσεις θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κάποια παρέκκλισις ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπόλυτον γραμμὴν τῆς μὴ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας. Παρατηρεῖ ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅτι εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, ὅμως, ἐξετάζει ad hoc ἑκάστην περίπτωσιν, ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς ζητῇ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Ἐνῷ ἐγὼ λέγω ὅτι θὰ πρέπει ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἐνδεχομένως νὰ ἐξετασθῇ μήπως ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τροποποίησις, ἡ ὁποία νὰ προβλέπῃ περίπτωσιν ὅπου τὸ Σῶμα θὰ ἀποφασίζῃ ὁπωσδήποτε τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας.
§146Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις, δι’ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς ἔθιξεν ὁ κ. Πιστολάκης. Εἶπεν ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς πολιτικῆς εὐθύνης Ὑπουργῶν, διὰ πράξεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ἀπὸ ὄργανα συλλογικά, ὡς εἶναι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὴν εὐθύνην τὴν πολιτικὴν τὴν φέρει ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος διεξήγαγε τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις. Αὐτῆς τῆς θεωρίας, κύριε Πιστολάκη, ἐγένετο χρῆσις καὶ ἄλλοτε, διότι ὑπάρχει μία τάσις ἀπὸ τοῦ 1946 νὰ προσωποποιοῦνται οἱ νόμοι. Ἐγώ, ὡς Ὑφυπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐθεωρήθην ὑπεύθυνος διὰ τὸν νόμον τῆς ἀποσυμφορήσεως τῶν φυλακῶν, τὸν ὁποῖον ὑπέγραψεν ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας μετεῖχον πέντε πρώην Πρωθυπουργοὶ καὶ ἤμην κυριολεκτικῶς ὁ τελευταῖος τροχὸς τῆς ἁμάξης. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος καθιέρωσε τὴν θεωρίαν, δραχμὴ ἴσον δραχμή, ἐπὶ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν Σβώλου, θεωρεῖται νόμος τοῦ ἀειμνήστου Σβώλου, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ὑπεγράφη ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας μετεῖχον ὅλα τὰ Κόμματα, εἰς τὴν ὁποίαν Κυβέρνησιν, νομίζω, τὴν πλειοψηφίαν εἶχε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Πάντως μετεῖχον ἐπίλεκτα στελέχη τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ θέμα τῆς Τ.Α.Ε. ὑπάρχουν δύο ξεχωριστὰ θέματα. Ὑπάρχει ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον υἱοθέτησεν ἡ Κυβέρνησις, τοῦ 1951, ὡς νόμον ἀναγκαστικόν, τὸν ὁποῖον ἐκύρωσεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1952. Δι’ αὐτὸν τὸν νόμον, ἐὰν εἶναι καλὸς ἢ κακός, πολιτικὴν εὐθύνην ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὸν ἐψήφισε καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰσηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1952 τὴν κύρωσίν του.
§147Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐκεῖνος ὁ νόμος, φέρει καὶ τὴν ἰδικήν μου ὑπογραφήν, καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ δηλώσω ὅτι, διὰ πᾶν κείμενον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφήν μου, ὑπέχω πλήρη εὐθύνην.
§148Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐκεῖνος ὁ νόμος φέρῃ τὴν ἰδικήν μου ὑπογραφήν. Πιθανὸν δὲν τὴν φέρει, διότι δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον δὲν ὑπέγραψα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν μετέχω καὶ ἐγὼ τῶν εὐθυνῶν. Διότι, Ὑπουργὸς διαφωνῶν ὑποβάλλει τὴν παραίτησίν του καὶ δὲν ἀρκεῖται ἁπλῶς εἰς τὴν μὴ ὑπογραφὴν τοῦ νομοθετήματος. Εἰς τὴν Τ.Α.Ε. μόνον ὑπάρχουν δύο θέματα. Τὸ δεύτερον θέμα εἶναι, ἐὰν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Τ.Α.Ε. ὑπάρχουν πράγματι ἀνωμαλίαι. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, κύριοι βουλευταί, δὲν γνωρίζω τί συμβαίνει. Γνωρίζω μόνον τοῦτο, ὅτι διεξάγεται, ἀπὸ τριῶν ἐτῶν, ἀνάκρισις, ἡ ὁποία, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, εὑρίσκεται εἰς τὸ τέρμα της καί, ἴσως, ἐντὸς ἑνὸς μηνός, νὰ γνωρίζωμεν τί πράγματι, ἔγινεν εἰς τὴν Τ.Α.Ε. Αὐτὸ εἶναι θέμα διάφορον τοῦ προηγουμένου. Ἀλλὰ διὰ τὸ θέμα τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν, τὸ σχετιζόμενον μὲ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον υἱοθέτησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1951 καὶ τὸν ὁποῖον ἐκύρωσεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1952, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπευθύνωνται προσωπικαὶ κατηγορίαι καὶ νὰ καταλογίζωνται πολιτικαὶ εὐθῦναι εἰς ἓν μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ δὴ εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. (Χειροκροτήματα).
§149Β. ΑΝΑΣΤΑΣΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἔγινε κατὰ παράβασιν τῶν διατάξεων, καὶ ἐκτροπὴν ἀπὸ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς καὶ ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος. Διότι, προκειμένου νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, διὰ τὴν ἔκδοσιν ἀδείας ἄρσεως ἀσυλίας, ἀφορώσης τὸν οἱονδήποτε βουλευτήν, πρέπει ἡ ψηφοφορία, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν διάταξιν τῶν ἄρθρων 41 καὶ 42 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ γίνῃ μυστική. Ποία εἶναι ἡ σημασία τῆς διατάξεως ταύτης, οἱοσδήποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῇ, διότι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι προσωπικὸν καὶ ἀφορᾷ ὡρισμένα πρόσωπα, ἢ ὡρισμένα πρόσωπα καὶ δὴ βουλευτάς, εἶναι σκόπιμος ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ψηφοφορία νὰ γίνεται μυστική. Ὅταν, ὅμως, ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνεται συζήτησις, καὶ μάλιστα συζήτησις, τῆς ὁποίας εἶναι ἡ κατάληξις ἑκάστου ἐκ τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγορεύουν, ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία ἢ ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία, αὐτὸ ὑποθέτω, ὅτι προδικάζει τὴν γνώμην ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ. Ἐκτός, ὅμως, τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ρίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὰ ἔγγραφα τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα μᾶς εἰδοποιοῦν περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, βλέπομεν εἰς μὲν τὰ ἄλλα ζητήματα νὰ ἀναφέρεται ἡ λέξις «συζήτησις» π. χ. «μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς κ.λ.π.», «συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς κ.λ.π.», ἀλλὰ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἡ ὁποία μᾶς κοινοποιεῖται, δὲν ὁμιλεῖ ἡ Ἡμερησία Διάταξις περὶ συζητήσεως, οὔτε καὶ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ὁμιλεῖ περὶ συζητήσεως. «Ἀποφάσεις Βουλῆς», λέγει. «Ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως κ.λ.π. περὶ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ τάδε...». «Ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως κ.λ.π., διὰ τὸν βουλευτὴν τάδε...». Νομίζω, λοιπόν, ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως διὰ νὰ καταλήξῃ ἡ Βουλὴ εἰς μίαν ἀπόφασιν, εἶναι, καὶ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, ἔστω καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, ἐὰν θέλῃ τις νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂς ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ νὰ μὴ καταλήξῃ — προτείνω μίαν γνώμην — ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, διότι τοῦτο εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§150Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§152Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν ἔχει καθόλου δίκαιον. Ἐπὶ ὅλων τῶν προσωπικῶν ζητημάτων γίνεται μυστικὴ ψηφοφορία καὶ ἐπειδὴ ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας εἶναι προσωπικὸν θέμα, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν γνώμην τῶν βουλευτῶν ἐναντίον παραπόνων, τοὺς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζουν μυστικά. Οὐδεμία, ὅμως, διάταξις νόμου, οὐδεμία νομικὴ ὑποχρέωσις, οὐδεμία ἠθικὴ ὑποχρέωσις ὑπάρχει, ποὺ νὰ μὲ ἐμποδίζῃ νὰ εἴπω φανερὰ ὅτι ψηφίζω ἢ ὄχι. Ἐγώ, πρὸ ὀλίγου, διετύπωσα παράπονα, διὰ τὴν ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὰ ζητήματα τῆς ἄρσεως ἀσυλίας, διότι φέρει εἰς τὴν Βουλὴν μίαν τυπικὴν ἔκθεσιν — «προτείνω τὴν μὴ ἄρσιν τῆς ἀσυλίας» — ἐνῷ τὸ ἔργον της εἶναι, νὰ ἐξονυχίζῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ διαφωτίζῃ τὴν Βουλήν. Ἐφ’ ὅσον δέ, ἐν προκειμένῳ, δὲν εὑρισκόμεθα πρὸ λεπτομεροῦς ἐκθέσεως καὶ πρόκειται περὶ θέματος, κατ’ ἐξοχήν, σπουδαίου, λόγῳ τῆς φύσεώς του, νομίζω, ὅτι εὐλόγως ἐπετράπη ἡ συζήτησις καὶ νομίζω ὅτι εἶναι θέμα συζητήσεως, ὅπως ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι δικαίωμά μας εἶναι, νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ δικαίωμά μας εἶναι, νὰ εἴπωμεν, χωρὶς νὰ ὑπερασπίσωμεν κανένα, νὰ εἴπωμεν ἐὰν θὰ ψηφίσωμεν «ναὶ» ἢ «ὄχι».
§153Β. ΑΝΑΣΤΑΣΑΤΟΣ. Δὲν ὑπεστήριξα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταλήγῃ ὁ συζητῶν βουλευτὴς καὶ νὰ δίδῃ μίαν γνώμην.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἀναγράφει ρητῶς: «Ἀπόφασις ἐπὶ αἰτήσεως.... (ἀναγινώσκει)....». Συνεπῶς, διὰ νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις, ὑποτίθεται, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ μία συζήτησις. Καὶ ἐν προκειμένῳ, μάλιστα, ὑπάρχει τὸ ἕτερον αἴτημα τῶν ἀξιοτίμων κ. βουλευτῶν, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας. Διότι, θὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις, δικαίωμα παντὸς βουλευτοῦ εἶναι, νὰ ὁμιλήσῃ. Βεβαίως, ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Μπακόπουλος, εἶναι πολὺ ὀρθὴ καὶ σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§155Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι πρὶν προχωρήσωμεν εἰς τὴν λῆψιν τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως θὰ σημαίνῃ μίαν ἐγκατάλειψιν παγίας τακτικῆς, κρατούσης καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ἀλλὰ καὶ παντοῦ ὅπου παρόμοια πολιτεύματα ὑπάρχουν καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, καθ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ συμβουλευθῶ, προτοῦ ἀπολήξωμεν εἰς μίαν ἀλλαγὴν τακτικῆς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαντλήσωμεν τὸ θέμα, ἀπομονώνοντες αὐτὸ ἀπὸ τὰ αἰσθήματα προσωπικῆς συμπαθείας ἢ ἀποδοκιμασίας, τὴν ὁποίαν εἶναι ἐνδεχόμενον, νὰ ἔχωμεν, ἐν σχέσει πρὸς τὸν χειρισμὸν καὶ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ τῆς προεκτάσεώς της ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ Τύπου, ἐκ μέρους δύο συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι εἶναι παρόντες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπίλεκτα στελέχη τῆς Βουλῆς καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατόν, κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπον, διὰ τῆς παρουσίας των, εἴτε ὡς παθόντες, εἴτε ὡς δράσται, ἐγκαλουμένου τοῦ ἀδικήματος τῆς συκοφαντικῆς δυσφημήσεως, νὰ μᾶς ἀγάγουν εἰς σκέψεις ὄχι ἀνεπηρεάστους. Εἶναι τόσον μέγας ὁ κίνδυνος, ὥστε ὀφείλω, νὰ σημειώσω, ὅτι διαδέχομαι εἰς τὸ βῆμα δύο συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐλάμπρυναν τὴν νομικὴν ἐπιστήμην, καὶ οἱ ὁποῖοι, ἐν τούτοις, ἔφερον προτάσεις, τελείως ἀπεχούσας ἀπὸ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, τὴν παγίαν καὶ ἑνὸς θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος, εἴπομεν, δὲν εἶναι μόνον αὐτοφυής, ἀλλὰ εἶναι θεσμὸς εἰλημμένος, ἐξ ὅλων τῶν παρομοίων πολιτευμάτων. Ἔθεσαν εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν ἄποψιν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἡ ἀσυλία νὰ εἶναι ἓν δικαίωμα ἰδιωτικὸν καὶ ἀπαλλοτριωτόν, ἐνῷ τείνει εἰς προστασίαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου, ὅπως δι’ ὀλίγων θὰ σᾶς ἐκθέσω. Καὶ ὅταν αὐτὸ εὑρέθη, ὅτι εἶναι πάρα πολύ, ἐσταμάτησαν εἰς μίαν ἄλλην ἄποψιν, ἐπίσης — νομίζω — ὄχι ὀρθήν, ὅτι θὰ ὑποκατασταθῶμεν εἰς τὰς ἁρμοδιότητας καὶ εἰς τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν κρίσεως περὶ ἐνοχῆς ἢ ἀθωότητος, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Θὰ κρίνωμεν τὴν οὐσίαν καὶ ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς οὐσίας, θὰ καταλήξωμεν εἰς ἀπόφασιν ἄρσεως ἢ μὴ τῆς ἀσυλίας, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης εἶναι ὀρθόν, ὄχι μόνον διότι ἔτσι ἐρχόμεθα, νὰ οἰκειοποιηθῶμεν ἁρμοδιότητας μιᾶς ἄλλης διακεκριμένης ἐξουσίας, ἀλλὰ διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δημιουργοῦμεν βαρὺ πρόκριμα εἰς βάρος τοῦ συναδέλφου ἐκείνου, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ ὁποίου ἠθέλομεν εἰς ὡρισμένην περίπτωσιν ψηφίσει.
§156Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, μετὰ ἐκτίμησιν τῆς οὐσίας, ἀλλὰ μετὰ ἐκτίμησιν τῆς σημασίας.
§157Η. ΗΛΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος, κ. Κανελλόπουλος, εἶπεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ θεσμοθετήσωμεν, νὰ λάβωμεν γενικὴν ἀπόφασιν καὶ πρώτην ἐφαρμογήν, νὰ κάμωμεν σήμερον. Ἐπ’ αὐτοῦ, ἔχω, ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ, κατὰ τὴν παροῦσαν τοὐλάχιστον βουλευτικὴν περίοδον, οἱασδήποτε ἐξετάσεως ἀτομικῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, ἀκριβῶς, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ὑπόνοια προσωπικῆς μεταχειρίσεως, ἀναλόγως τοῦ προσώπου τοῦ ἐγκαλουμένου βουλευτοῦ, συνεζήτησε καὶ ἐθεσμοθέτησεν ἀρχάς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ρυθμίζει τὰς ἐργασίας της καὶ ὑποβάλλει τὰς προτάσεις της εἰς τὸ Σῶμα, αἱ δὲ ἀρχαὶ — νομίζω — εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς τοὺς συντάκτας τῶν Συνταγμάτων, τῶν περιεχόντων παρομοίας διατάξεις, ἔγιναν ἀποδεκταὶ καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἐφηρμόσθησαν, ὅτι δηλαδὴ ὁ βουλευτής, χωρὶς νὰ εἶναι διὰ τοῦτο ὑπεύθυνος, ἀνέλεγκτος, ἀσκεῖ λειτούργημα τοιαύτης σημασίας, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ὑπόνοια, ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς ἐκ μέρους του ἐντάξεως εἰς αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν παράταξιν, ἐξ αἰτίας τῆς ἐκ μέρους του ἀσκήσεως αὐτῆς ἢ ἐκείνης τῆς πολιτικῆς, ἐξ αἰτίας τῆς ἐκ μέρους του διατυπώσεως γνώμης, ἐλέγχου, ὀξέως ἐλέγχου, ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ὑπερέβη τὰ ἐσκαμμένα καὶ τὰ ὅρια ἔστω καὶ τῆς εὐπρεπείας καὶ τὰ ὅρια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ ὁ καλόπιστος δημόσιος ἔλεγχος, ἐὰν διὰ τοιούτους λόγους διώκεται, πρέπει νὰ προστατευθῇ ὄχι ὡς ἄτομον, ἀλλὰ νὰ προστατευθῇ ἡ Βουλή, νὰ προστατευθῇ ἡ ἐλευθερία ἀσκήσεως τοῦ ἐλέγχου. Καί, ἑπομένως, ἐνῷ ὁσάκις ὑπάρχει ἔγκλησις δι’ ἀδίκημα τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου, δι’ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἅπτεται τῆς πολιτικῆς δραστηριότητος τοῦ βουλευτοῦ, δι’ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον, τελούμενον εἰς οἱασδήποτε συνθήκας, τελικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν προέκτασιν, ἔστω καὶ κακῆς μορφῆς προέκτασιν, τῆς πολιτικῆς δραστηριότητος τοῦ βουλευτοῦ, πρέπει πάντοτε νὰ χορηγῆται ἡ ἄδεια τῆς διώξεως, χωρὶς ποτὲ νὰ ὑπεισερχώμεθα εἰς τὰς ἁρμοδιότητας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ νὰ γινώμεθα ἡμεῖς δικασταὶ περὶ τοῦ ἐὰν ὄντως ἐτελέσθη τὸ ἀδίκημα ἐκεῖνο τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου. Φυσικά, συγχρόνως ἀπεφασίσθη κατὰ τὰ παγίως ἰσχύοντα, νὰ μείνωμεν εἰς τὴν χαραχθεῖσαν νομολογίαν. Δηλαδή, ἐὰν τὸ ἀδίκημα χωρὶς νὰ εἶναι πολιτικόν, ἐν τούτοις δὲν εἶναι ἀτιμωτικόν, εἶναι ἥσσονος σημασίας, ὅπως ἐκεῖνα ποὺ δικάζουν οἱ πταισματοδίκαι, καὶ εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις δὲν αἴρεται ἡ ἀσυλία. Ὅπου, ὅμως, ἡ κατηγορία ἀναφέρεται εἰς ἄσκησιν δημοσίου ἐλέγχου, ἰδίως ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ Τύπου ἢ εἰς ἄλλα ἀδικήματα παρεμφερῆ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐκφράζουν παρὰ μίαν κακὴν χρῆσιν εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ βουλευτικοῦ λειτουργήματος, ἐκεῖ εἶναι τόσαι αἱ εὐκαιρίαι τῆς φιμώσεως τοῦ ἐλέγχου, ὥστε θὰ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι καλύτριον νὰ γίνῃ κατάχρησις τοῦ ἐλέγχου παρὰ νὰ παρεμποδισθῇ ὁ ἔλεγχος καὶ νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Καὶ αὐτὸ ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε.
§158Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ἠλιοῦ, δὲν εἶμαι νομικὸς καὶ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ σᾶς ἀντιμετωπίσω εἰς τὰ νομικὰ θέματα. Ὡς γνωστόν, ἐδῶ εἶναι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος κατηγορήθη καὶ κατέφυγεν εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ εὗρε τὸ δίκαιόν του, ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἀποκατεστάθη ἡ ὑπόληψίς του εἰς τὸν λαόν. Ἐρωτῶ, λοιπόν, διατὶ δὲν πρέπει καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν νὰ ἀποκατασταθοῦν τὰ πράγματα καθ’ ὅμοιον τρόπον;
§159Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν κατηγορήθη ποτέ!
§160Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι κατηγορήθη, καὶ ἀποκατεστάθη, κύριε συνάδελφε, καὶ λέγω ἐν συνεχείᾳ διατὶ νὰ μὴ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δύο συναδέλφους νὰ ἀποσείσουν τὰς εἰς βάρος των τυχὸν κατηγορίας.
§161Η. ΗΛΙΟΥ. Αὐτό, ἀκριβῶς, ἤθελον νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ προνόμιον προσωπικὸν ὑπὲρ τῶν ἐγκαλουμένων βουλευτῶν, ὡς ἐτόνισεν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀκόμη ὀλιγώτερον δὲν ὑπάρχει ὑπὲρ τῶν μηνυτῶν βουλευτῶν. Καὶ σᾶς θέτω πρὸ τοῦ ἑξῆς διλήμματος: Ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας καὶ αὔριον εἷς βουλευτής, ἀσκῶν πολιτικὸν ἔλεγχον, κρίνων ζητήματα κερδοσκοπικῆς τάσεως ἢ εἰς δημόσιον λόγον ὑποστηρίζων τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς παρατάξεώς του, δὲν ὁμιλῶ διὰ τὸν κ. Πιστολάκην ἢ τὸν κ. Μητσοτάκην, εἴπῃ διὰ τὸν δεῖνα παράγοντα τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς, ὅτι ἀσκεῖ τὴν ἐπιχείρησίν του εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου συμφέροντος κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀποτελῇ διακήρυξιν κακῆς πολιτικῆς προεκτεινομένης καὶ εἰς συγκεκριμένον πρόσωπον...
§162Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται, κύριε συνάδελφε, νὰ ὁμιλῆτε ἐναντίον τῆς πολιτικῆς τοῦ προσώπου....
§163Η. ΗΛΙΟΥ. Τί ἐπιτρέπεται καὶ τί δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγεται ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἀναπτύξεως τῶν οἰκονομικῶν, κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν προγραμμάτων τῶν διαφόρων Κομμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιμηθῇ πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπαινετῆς καὶ ἐν καλῇ συνειδήσει, πιστεύω, διδομένης ὑποδείξεως, ἐκ μέρους τοῦ κ. συναδέλφου. Γνωρίζομεν, ὅτι οἱ οἰκονομικοί, οἱ κοινωνικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἀγῶνες, πολλάκις διεξήχθησαν συμβολιζομένου τοῦ κακοῦ πέριξ ἑνὸς προσώπου μιᾶς ἐπιχειρήσεως, ἑνὸς Ἱδρύματος κ.λ.π. Ὅτι εἶναι δυνατὸν καλοπίστως καὶ ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Δημοσίου συμφέροντος, νὰ εἴπῃ ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐὰν εἴπωμεν ὅτι θὰ ἀχθοῦν πάντοτε εἰς τὸ ἀκροατήριον, τότε φθάνομεν εἰς τὸ σημεῖον ὅτι, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος καὶ πέραν τῆς ἀσυλίας τοῦ ἄρθρου 63 καθιεροῖ τὸ ἀνεξέλεγκτον διὰ τὸν βουλευτήν, ὁ ὁποῖος, ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ καθήκοντός του εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἀσκήσῃ τὸν πολιτικόν του ἔλεγχον καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὸ πολιτικόν του πρόγραμμα, κινδυνεύει, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, νὰ εὑρεθῇ ἐγκαλούμενος. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπίσης, νὰ ἰσχύσῃ ἡ θεωρία, ὅτι, ἐάν τις παραιτηθῇ τῆς ἀσυλίας, δέον νὰ χορηγῆται ἡ ἄρσις. Διὰ τὸν λόγον ὅτι, ὁσάκις τις δὲν θὰ παραιτηθῇ, θὰ δημιουργῆται ἓν δυσμενὲς τεκμήριον. Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον. Θὰ ἤθελον νὰ τονίσω, τελευτῶν, ὅτι κάποιαν ὑπερβολικὴν μαγικὴν σημασίαν δίδομεν, εἰς τὸ ὅτι θὰ ἐκκαθαρισθῇ, ἐνδεχομένως, τὸ ζήτημα, ἐὰν ἀχθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Κύριοι συνάδελφοι, κάλλιστα ἐμοῦ γνωρίζετε, ὅτι τὸ δεδικασμένον ἐκλαμβάνεται ὡς ἀλήθεια, δὲν εἶναι πάντοτε ἡ ἀλήθεια καὶ ὅταν ἔλθῃ μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν μαχητικότητα μὲ τὴν ὁποίαν ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ ἐπαρχιακοῦ ἐκείνου δικαστηρίου, ὅπου οἱ ἄνθρωποι εἶναι περισσότερον εὐερέθιστοι, εἰς τὸ τέλος, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἀπόφασις, θὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι πιστεύουν μίαν ἐκδοχὴν καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι πιστεύουν τὴν ἄλλην ἐκδοχήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ καὶ νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα πολιτικῶς. Δὲν φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα καλύπτεται διὰ μιᾶς Ἐπιτροπῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων, εἰς τὴν ὁποίαν, ὁ διατελέσας Ὑπουργὸς θὰ ἦτο ὑπόδικος. Ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοτε, πρὸ 20ετίας καὶ πλέον, περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐδημιουργήθη ἐξέτασις ζητήματος τοῦ ἀειμνήστου Καφαντάρη, ἐξενεγκόντος βαρυτάτην κατηγορίαν κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Καὶ τότε οὔτε εἰς τὴν Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν, οὔτε ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἤχθη τὸ ζήτημα, ἀλλὰ ἐπεδιώχθη ὅπως τὸ ζήτημα ρυθμισθῇ, καὶ δι’ ἑνὸς συμβουλίου τιμῆς, τὸ ὁποῖον προέτεινον ἀμφότεροι ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ διὰ συμμετοχῆς τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ἐὰν μεταγενεστέρως ἐτακτοποιήθη ἡ διαφορὰ καὶ δὲν εἶχε συνέχειαν. Δὲν νομίζω ὅτι πᾶμε νὰ κλείσωμεν μίαν κατάστασιν, δίδοντες τὴν ἄδειαν τῆς διενεργείας μιᾶς δίκης εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ἐκείνην πόλιν. Φοβοῦμαι ὅτι, ἐνδεχομένως, ἡ διεξαγωγὴ τῆς δίκης θὰ ἔχῃ ἐπακόλουθα, διὰ τὰ ὁποῖα, ἴσως, θὰ λυπούμεθα ὅλοι. Ἀνεξαρτήτως τῆς συμπαθείας ἢ ἀποδοκιμασίας τὴν ὁποίαν ἐμπνέουν, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, νὰ ἀποστῶμεν τῆς ἀρχῆς συμφωνίας, μὲ τὴν ὁποίαν, δι’ ἀδικήματα διὰ τοῦ Τύπου τελούμενα, δὲν δίδομεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἐξυπηρετεῖται περισσότερον τὸ Δημόσιον συμφέρον, ἂν ὑπάρχουν αἱ δυνατότητες ἐλέγχου ὁπότε καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ ἡ ὑπερβολὴ τοῦ ἐλέγχου εἰς ὡρισμένην στιγμήν. Γενικῶς, ὁ λαὸς κρίνει τοὺς ἐκπροσώπους του καὶ ὁ λαὸς ἀποφαίνεται κατὰ τρόπον κατηγορηματικὸν καὶ ἀποφασιστικόν.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοτόκης, ἔχει τὸν λόγον.
§165Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ διάστημα τῶν τελευταίων 10 ἡμερῶν δὶς ἦλθε πρὸς ἐξέτασιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸ θέμα τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας ὡρισμένων συναδέλφων, ἡ ὁποία ἐζητεῖτο ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀρθῇ, διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐκδίκασις ὡρισμένων ἀδικημάτων. Ἡ σύμπτωσις αὐτή, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι τυχαία. Σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει θέμα. Καὶ ὑπάρχει θέμα καὶ κατὰ τὴν θεωρητικὴν θεμελίωσίν του, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν πρακτικήν του ἐφαρμογήν. Ὁ θεσμὸς τῆς κατοχυρώσεως τοῦ βουλευτοῦ, διὰ τῆς Συνταγματικῆς ἀσυλίας, σκοπὸν — κατὰ κοινὴν ἀναγνώρισιν ἔχει — τὴν προστασίαν τοῦ βουλευτοῦ, διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων του, ἵνα διὰ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ προστατευθοῦν τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, κατὰ τῶν ἐνδεχομένων καταχρήσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦσαν νὰ ὁδηγήσουν καὶ εἰς ἄλλας πολιτικὰς ἀκόμη συνεπείας, ἐάν, κατὰ θεωρίαν, δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἀπόστασις τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι μικρά. Δι’ αὐτὸ ἐθεσπίσθη ὁ θεσμὸς καὶ ἐγένετο κοινὴ ἀναγνώρισις, ὡς κατάκτησις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα, τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα θεσπίζουν τὰς βάσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία, ἐὰν ἀποτελῇ προνόμιον τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἐθεσπίσθη δι’ αὐτὸν τὸν ἀντικειμενικὸν σκοπόν, δὲν ἠμπορεῖ ταὐτοχρόνως νὰ εἶναι προνόμιον ἐπαχθές, πριβιλέγκιουμ ὀνερόζουμ, ὅπως λέγουν εἰς τὴν Νομικὴν Ἐπιστήμην, διότι ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐξακολουθήσῃ ἡ πραγματικὴ παράδοσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν χορηγεῖται ἡ ἄρσις τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, τότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ὅτι ἡ ἄμυνα τῶν συναδέλφων καθίσταται δυσχερής, διότι δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑποστηρίξουν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τὴν ἀθωότητά των. Εἶναι δὲ παράδοξον τὸ σχῆμα, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σκεφθῆτε, ὅτι κατ’ ἐξοχὴν τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν ἔχουν τὴν εὐχέρειαν ποὺ ἔχει κάθε πολίτης Ἕλλην, τοῦ νὰ διεκδικήσῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος του, τὴν ἀποκατάστασιν ὡρισμένων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ ἔχουν καὶ ποινικὸν περιεχόμενον. Ἀλλὰ ἐάν, ἑπομένως, ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀρχῆς, τῆς μὴ ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας ἠμπορῇ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἀτόπημα καὶ τὸ ἀντίθετον, ἡ αἴτησις δηλαδὴ τοῦ βουλευτοῦ, διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας του, θὰ ἐδημιούργει, οὕτως εἰπεῖν, ἠθικὸν δικαίωμα τῆς Βουλῆς, νὰ τοῦ χορηγηθῇ ἡ ἄρσις τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, εἶναι καὶ αὐτὸ ἐσφαλμένον. Καὶ εἶναι ἐσφαλμένον, διότι, σᾶς ἐρωτῶ: Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς τὴν περίπτωσιν, νὰ ζητῆται ἡ δίωξις ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἑνὸς ἐξ ὑμῶν, νὰ ἔχῃ καθιερωθῆ ἡ ἀρχή, ὅταν ὁ βουλευτής, ὁ ἐνδιαφερόμενος, ζητήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας του ἀπὸ τὸ Σῶμα, τὸ Σῶμα νὰ τὴν χορηγῇ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις νὰ μὴ ζητήσῃ τις ἐξ ἡμῶν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας του; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀποκλείεται, διότι θὰ κατηγορηθῇ, ὅτι ὠχυροῦται ὄπισθεν τῆς Συνταγματικῆς ἀσυλίας, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν οὕτως εἰπεῖν λογοδοσίαν. Ἄρα, ἡ Συνταγματικὴ διάταξις, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον ἐφαρμογήν, οὔτε κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς χορηγήσεως τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, ὅταν ζητῆται ἀπὸ τὸν βουλευτήν, οὔτε καὶ ἀντιθέτως, ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὅ,τι ἔχει καθιερωθῆ ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τὴν πρᾶξιν δηλαδὴ ἡ συστηματικὴ ἄρνησις τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, διότι καὶ αὐτὸ ὁδηγεῖ εἰς κατάχρησιν. Καὶ δὲν εἶχον ὀλίγα παραδείγματα ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων, ἰδίᾳ προκειμένου περὶ ἀδικημάτων τοῦ τύπου, περιεχομένου συκοφαντικῆς δυσφημήσεως, ἢ καὶ ἁπλῶς δυσφημήσεως, ὄπισθεν τῶν ὁποίων κρύπτονται ἑκάστοτε πολιτικαὶ σκέψεις καὶ βλέψεις, τὰς ὁποίας καλύπτει ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία, διότι τυγχάνει ὁ ἐκδότης τῆς ἐφημερίδος νὰ εἶναι καὶ μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Καὶ θὰ ἠδυνάμην ἀκόμη νὰ προσθέσω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἰς τὸν τόπον ὅπου ἰσχύουν οἱ ἰδικοί μας θεσμοί, ὑπάρχει ὁ ἐλεύθερος ἀνταγωνισμὸς εἰς τὰ πολιτικὰ θέματα καὶ ἐὰν θέλετε καὶ εὐγενῆ ἅμιλλαν, ὅλοι ἔχομεν καὶ τοὺς ἐχθρούς μας. Θὰ ἦτο δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, κάθε ἕνας ἐξ ἡμῶν, κάθε χρόνον καὶ κατὰ πᾶσαν βουλευτικὴν Σύνοδον, νὰ ἔχῃ καὶ μερικὰς μηνύσεις ἐπὶ δυσφημήσει, ἐπὶ διαφόρων ἀδικημάτων, ἐκ μέρους ὡρισμένων ἀσπόνδων φίλων του.
§166Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὄχι, ὅλοι.
§167Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ διότι ὅλοι ἔχομεν ἀσπόνδους φίλους. Ἔστω, ὅτι δὲν εἶναι τόσον ἀπόλυτος ἡ σκέψις, εἶναι, ὅμως, τόσον πολὺ ἐντὸς τῶν πραγμάτων, ὥστε θὰ ἀπετέλει καὶ αὐτὸ μίαν πλάνην. Ὥστε τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ἐνῷ ἡ προνομία αὐτή, ἡ συνταγματική, ἔχει τὴν ἐξ ἀντικειμένου ἀξίαν της, ὁ ἀπολύτως πρὸς αὐτὴν καὶ διὰ πᾶσαν περίπτωσιν, σεβασμός, εἶναι ἐσφαλμένος, ὅπως καὶ ἡ ἄγνοια, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, εἶναι καὶ αὐτὴ ἐσφαλμένη. Συμπέρασμα: Τί δεῖ γενέσθαι; Ἡ Βουλή, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὰς προτάσεις ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, δὲν γνωρίζει τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, δὲν συζητεῖ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς — ἐὰν θέλετε — ἐκτεταμένης συζητήσεως ποὺ ἔγινεν τὴν ἑσπέραν αὐτήν, σχετικῶς μὲ τὴν διένεξιν τῶν δύο συναδέλφων, ἀλλὰ συνήθως ἔρχεται ἡ πρότασις περὶ ψηφοφορίας, καὶ μάλιστα μυστικῆς ψηφοφορίας, ὅπου ἀναφέρεται ὁ τίτλος τῆς κατηγορίας ποὺ στρέφεται κατὰ τοῦ βουλευτοῦ, ἀμφιβάλλω δὲ πέραν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι διαφωτισμένη ἐπὶ τῆς οὐσίας ἑκάστης ὑποθέσεως, ὥστε πράγματι νὰ δύναται νὰ ἀποφασίζῃ. Θὰ ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ κοινὴ συνείδησις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης καὶ μάλιστα εἰδικώτερον προκειμένου τῶν ἀδικημάτων τῆς δυσφημήσεως καὶ τῆς συκοφαντικῆς δυσφημήσεως ἐξονυχιστικὸς ἔλεγχος τῆς οὐσίας καὶ πόρισμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν, πρὶν ἔλθῃ ἡ πρότασις ἐνώπιον τοῦ Σώματος διὰ νὰ ἀποφασίσῃ. Θὰ ἦτο ἡ διαδικασία αὐτὴ ἕνας δρόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπέφευγε τὴν ἐκτεταμένην συζήτησιν καὶ θὰ ἐπέτρεπε τὴν κατὰ συνείδησιν κρίσιν. Εἶναι δὲ καὶ τοσούτῳ μᾶλλον οὕτω τὸ θέμα, διότι, ἐὰν φερ’ εἰπεῖν, εἰς περίπτωσιν ποὺ συζητῶμεν ἀπόψε, ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῶν δύο αὐτῶν μηνύσεων, νομίζουν, οἱ ἐνδιαφερόμενοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πολιτικῶς ἐτερματίσθη ἡ ὑπόθεσις, διότι ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη θὰ ἀποφανθῇ κατὰ τὸν α ἢ β τρόπον, ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου; Ὄχι, διότι τὰ πολιτικὰ προβλήματα, κύριοι συνάδελφοι, ἀναλύονται ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, διότι πολιτικὸν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν τὸ Σῶμα καὶ αὐτὸ θὰ κρίνῃ περὶ τῆς πολιτείας ἑνὸς ἑκάστου καὶ εἰς αὐτὸ πρέπει οἱ δημόσιοι ἄνδρες νὰ λογοδοτοῦν.
§168Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ὑπεστήριξεν οὐδεὶς τὸ ἀντίθετον. Αὐτὸ ποὺ λέγετε σεῖς καὶ ἐγὼ τὸ ὑπεστήριξα, ὅτι, δηλαδή, διὰ τὰ πολιτικὰ θέματα δὲν εἶναι ἁρμοδία ἡ δικαιοσύνη, διὰ τὰ θέματα, ὅμως, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν προσωπικὴν τιμὴν τοῦ πολιτευομένου, καὶ τὰ ὁποῖα συνεπάγονται ποινικὰς εὐθύνας ἁρμοδία εἶναι ἡ δικαιοσύνη.
§169Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἑπομένως, ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, εἶναι, ἴσως, τὸ καταλληλότερον ὄργανον, διὰ νὰ ρυθμίσῃ τὰ θέματα τῆς πολιτικῆς εὐθύνης. Ἀλλὰ καὶ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ δὲν πρέπει νὰ συνιστᾶται, κατόπιν μιᾶς συζητήσεως γενομένης κατὰ μίαν συνεδρίασιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Διότι, καὶ πάλιν, καὶ παίρνω παράδειγμα τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν ποὺ συζητῶμεν κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτήν, ὅπως καὶ ὁ Πρόεδρος κ. Κανελλόπουλος, οὕτω καὶ ἐγώ, δὲν κατωρθώσαμεν, τοὐλάχιστον τὸ ἐπ’ ἐμοί, νὰ διαμορφώσωμεν γνώμην περὶ τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν τῶν δύο συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς ὀξυτάτην ἀντίθεσιν. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν, ἠμπορεῖ νὰ μὴ ὑπάρχουν. Πῶς θὰ κρίνωμεν, ἂν θὰ πρέπει νὰ γίνῃ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, διὰ νὰ κατανείμῃ τὰς τυχὸν πολιτικὰς εὐθύνας καὶ οὐχὶ ποινικὰς τοιαύτας, χωρὶς νὰ ἔχῃ προηγουμένως ἐρευνηθῆ καὶ ἡ πλευρὰ αὐτή; Θὰ ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι μαζὶ μὲ τὴν ἔρευναν τῆς προτάσεως τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, διὰ τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας οἱουδήποτε συναδέλφου, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἔπρεπε νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν καθιερωμένην τάξιν, ὅτι δὲν χορηγοῦμεν ποτὲ ἢ κατὰ σπανιωτάτας περιπτώσεις, τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, θὰ ἔπρεπε, παραλλήλως, ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, ἐρευνῶσα τὴν οὐσίαν τῆς προτάσεως τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς, νὰ ἐρευνᾷ καὶ παραλλήλως καὶ εἰς τὸ πόρισμά της, νὰ προτείνῃ, ἐὰν πρέπει ἢ ἂν δὲν πρέπει, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς συστάσεως τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν κατανομὴν τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν. Δὲν λέγω ὅτι ἡ πρότασίς μου, κύριοι συνάδελφοι, ἠμπορεῖ νὰ καλύπτῃ πᾶσαν πλευράν. Τὸ θέμα εἶναι τόσον εὐρὺ καὶ ἀκανθῶδες, εἶναι δὲ ἡ ἀνάγκη τῆς προστασίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐν τῇ Χώρᾳ ταύτῃ τόσον ἐπιτακτική, ὥστε θὰ ἠδύνατο τὸ θέμα αὐτὸ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐξονυχιστικῶν συζητήσεων μεταξὺ πολλῶν συναδέλφων, ἐχόντων περισσοτέραν πεῖραν ἀπὸ ἐμὲ περὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀποτελεῖ μίαν ἀπαρχήν, ἀποτελεῖ μίαν, ἂν θέλετε, δοκιμαστικὴν διαδικασίαν καὶ ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων θὰ κριθῇ ἂν αὐτὴ ἡ διαδικασία καρποφορήσῃ καὶ ἄν, ἑπομένως, πρέπει νὰ γίνῃ τοὐλάχιστον κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, τὸ ὁποῖον νὰ σέβεται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἰς τὰς παρουσιαζομένας περιστάσεις. Ταῦτα, ἀπὸ τῆς γενικωτέρας πλευρᾶς τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας καὶ τοῦ θέματος τοῦ παραλλήλου, τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ εἰδικὸν θέμα, τῶν εὑρισκομένων ἐν ὀξυτάτῃ διενέξει, κυρίων συναδέλφων, φρονῶ, ὅτι, ὡς ἔφθασε τὸ θέμα, καὶ ἐκεῖ ποὺ ἔφθασε τὸ θέμα, πρέπει νὰ τοὺς δοθῇ ἡ ἄρσις τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας καὶ τοῦτο διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ αὐτὴ ἡ ἐκκρεμότης; Δηλαδή, ἐφ’ ὅσον εἶναι βουλευταί, δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ξεκαθαρίσῃ τὸ πρᾶγμα, λόγῳ τῆς ὑπάρξεως τῆς ἀσυλίας. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ξεκαθαρίσῃ, ἐὰν εἷς ἐξ αὐτῶν ἢ καὶ ἀμφότεροι, δὲν ἔχουν τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα εἰς τὸ μέλλον; Καὶ διατὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὄπισθεν αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρύπτεται ἐπιθυμία ἢ βλέψις, ὄχι, ἴσως, εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἀλλὰ εἰς ἄλλην, τοῦ νὰ μείνῃ ἡ ἐκκρεμότης τῆς κατηγορίας διὰ νὰ ἐπέρχεται καὶ ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος αὐτῆς ὡρισμένη πολιτικὴ συνέπεια ἐν τῇ ἐξελίξει αὐτῆς; Ἀλλὰ ἐάν, ὅμως, χορηγήσωμεν τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, μὴ νομίσητε ὅτι θὰ πρέπει αὐτὸ νὰ καθιερωθῇ ὡς κανών, διότι τότε θὰ ὑπάρξῃ τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Ἡ Κοινὴ Γνώμη θὰ λέγῃ ὅτι ὁ βουλευτὴς Κερκύρας τάδε δὲν ἐζήτησε τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς του ἀσυλίας καὶ θὰ θέτῃ τὸν ἑαυτόν του, δι’ ἄλλης ὁδοῦ, ὑπὸ πολιτικὴν κατηγορίαν, ὑπὸ κατηγορίαν ἰδιὰ πολιτικὰς πράξεις, ἐχούσας βλέψεις κομματικῆς καὶ ἐκλογικῆς ἐκμεταλλεύσεως. Κύριοι βουλευταί, αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Τάσσομαι, λοιπόν, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, λόγῳ τῆς ὑφῆς τοῦ προβλήματος, ὑπὲρ ἧς ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας ἀμφοτέρων τῶν κ. συναδέλφων. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθν. Ἀντιπροσωπείας. Εἰς παρόμοια θέματα θὰ πρέπει πρὶν συζητήσῃ ἡ Βουλή, νὰ ἐρευνᾶται μετὰ πάσης ἀντικειμενικότητος καὶ προσοχῆς ἡ οὐσία ἑκάστης περιπτώσεως, ἰδιαίτατα, προκειμένου περὶ αἰτήσεως τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας διὰ συκοφαντικὴν δυσφήμησιν. Καὶ θὰ ἔλεγον καὶ κἄτι ἄλλο. Κύριοι βουλευταί, ὅλων τῶν Κομμάτων, ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας, ἂν ὑφίσταται δοκιμασίαν, τὴν ὑφίσταται ἀπὸ τὴν ἀσυδοσίαν τοῦ Τύπου. Καὶ θὰ ἔλεγον, ὅτι θὰ πρέπει ἡ ἄρσις τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, προκειμένου νὰ ζητῆται διά τινας συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι συνδυάζουν ἐν τῷ προσώπῳ των τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ταὐτοχρόνως τοῦ ὑπευθύνου δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου, νὰ δίδεται πάντοτε. Διότι, δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι ἔχομεν τὴν κατοχύρωσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, αἱ δύο αὐταὶ ἰδιότητες νὰ ἔχουν πολιτικὴν κατεύθυνσιν καὶ πολιτικὸν περιεχόμενον, διότι, τὸ δημοσιογραφικὸν ὄργανον δὲν ὑπάρχει διὰ νὰ ἀσκῇ ἔρευναν φιλολογικήν, ἀλλὰ ὑφίσταται καὶ ζῇ καὶ κινεῖται διὰ νὰ ἀσκῇ πολιτικήν, δηλαδὴ διαφώτισιν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Καὶ ὅταν ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης τῶν κοινοβουλευτικῶν καὶ δημοκρατικῶν πολιτευμάτων, κύριοι συνάδελφοι, ἐθέσπισε τὸν θεσμὸν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, δὲν εἶχε κατὰ νοῦν ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο διὰ νὰ ὑπάρχῃ κατοχύρωσις, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς διατυπώσεως πολιτικῶν γνωμῶν, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐλέγχεται ὁ βουλευτής, κατοχύρωσις τοιαύτη, ὥστε ἡ διατύπωσις τῆς γνώμης νὰ μὴ γίνεται ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, ἀλλὰ νὰ γίνεται καθημερινῶς διὰ τοῦ Τύπου. Ἰδοὺ καὶ μία ἄλλη περίπτωσις, ἡ ὁποία θέλει ἔρευναν καὶ προσοχήν. Θέλω νὰ πιστεύω καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἰτήσεις ἄρσεως βουλευτικῆς ἀσυλίας ἐκ μέρους τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς, θὰ πηγαίνουν ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν πραγμάτων περιοριζόμεναι. Ἐάν, ὅμως, παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα, διαπιστωθῇ ὅτι τὸ ἀντίθετον συμβαίνει, τότε, κύριοι βουλευταί, θὰ πρέπει πάντοτε νὰ ἐξετάζεται, προηγουμένως, ἡ οὐσία καὶ νὰ ἀποφαινώμεθα κατὰ παράδοσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀναλόγως τῶν ἀδικημάτων. Νὰ εἴμεθα ἀπολύτως ἄτεγκτοι προκειμένου νὰ ζητῆται ἄρσις βουλευτικῆς ἀσυλίας δι’ ἀδίκημα τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου, περισσότερον, προκειμένου περὶ ἀδικημάτων διὰ τοῦ Τύπου, διότι, ὅταν μία ἐφημερὶς γράφῃ περὶ τῆς πολιτικῆς δράσεως ἢ τῶν πολιτικῶν σκέψεων ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, καθ’ ὃν τρόπον νομίζει ὁ ἐκδότης ὅτι πρέπει νὰ τὰ ἐμφανίζῃ εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην, ὁ ἐνδιαφερόμενος βουλευτὴς θὰ μηνύσῃ τὴν ἐφημερίδα, θὰ καταδικασθῇ, κατὰ θεωρίαν, ἡ ἐφημερὶς αὐτή, διότι ἐδυσφήμησε τὸν συνάδελφον, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ ὑπάρξουν 2–3 σειραὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα αὐτὴν ἢ εἰς ἄλλην τινὰ ἐφημερίδα, ἀφοῦ, ὅμως, ἐπὶ μακρότατον χρονικὸν διάστημα, μέχρις ὅτου ἐκδικασθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐτή, θὰ εἶναι ὑποκείμενος ὁ συνάδελφος καὶ μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὴν δημοσιογραφικὴν ἐκστρατείαν ἑνὸς ἐνδεχομένου πολιτικοῦ του ἀντιπάλου. Αὐτή, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ πραγματικότης καὶ θὰ ἤθελον νὰ προτείνω, σὺν τοῖς ἄλλοις, αὐταὶ αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἐνώπιον ἡμῶν, ἐξ ἀφορμῆς τῆς διενέξεως τῶν δύο κυρίων συναδέλφων, νὰ ἀποτελέσουν, ἐνδεχομένως, ἀντικείμενον ἀνταλλαγῆς ἀνεπισήμως σκέψεων, μεταξὺ τῶν βουλευτῶν τῶν διαφόρων Κομμάτων. Κοινόν εἶναι, κύριοι βουλευταί, καὶ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κοινοβουλίου. Νομίζω, ὅτι ὡρίμασεν ὁ καιρός, μαζὶ μὲ τὰς τροποποιήσεις τὰς λοιπάς, τὰς ὁποίας φρονῶ ὅτι πάντες πιστεύουν ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῇ ὁ Κανονισμός, νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ρυθμίζῃ τὰ θέματα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Χαβίνης, ἔχει τὸν λόγον.
§171Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διεξήχθη, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν αἰτήσεων ἄρσεως ἀσυλίας τῶν δύο συναδέλφων, μακρὰ συζήτησις, κατὰ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ λύωνται τὰ ζητήματα αὐτά. Τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ αἴρεται ἡ ἀσυλία, προκειμένου περὶ ἀδικημάτων μικρῶν καὶ ἄλλων νομικῶν παραβάσεων, ἐξυβρίσεων κ.λ.π. Προκειμένου, ὅμως, περὶ ζητημάτων ἠθικῆς φύσεως, πάντοτε τὸ Κοινοβούλιον τὸ Ἑλληνικόν, δίδει τὴν ἄδειαν διώξεως. Εἰς τὸ παρελθὸν ἡ εὐθιξία, κύριοι συνάδελφοι, ἦτο πολὺ μεγαλυτέρα. Ὁ Πρόεδρος κ. Κανελλόπουλος ἔθεσε τὴν βάσιν τοῦ ζητήματος, εἰπὼν ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαοῦ δὲν εἶναι μόνον βουλευταί, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πολῖται καὶ ὑπάρχουν ὅρια, πέραν τῶν ὁποίων τὰ διάφορα ἐπεισόδια, αἱ διάφοροι παραβάσεις ξεφεύγουν τῆς ἰδιότητος τοῦ πολιτικοῦ καὶ εἰσέρχονται εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου. Ὁ βουλευτὴς δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἄνθρωπος. Δὲν παύει νὰ εἶναι κύριος καὶ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ εἶναι κύριος. Εἰς τὸ παρελθὸν ἡ εὐθιξία τοῦ ἀτόμου ἦτο μεγαλυτέρα μεταξὺ τῶν πολιτευομένων καὶ θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ παλαιοὶ τὴν ἀνωτερότητα καὶ τὸ ἦθος τὸ ὁποῖον διέκρινε τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ἄνδρας. Ὅταν ἕνας μεγάλος πολιτικὸς μὲ ἦθος καὶ ἀξιοπρέπειαν, ὁ Γ. Θεοτόκης, ἐκάλεσεν εἰς μονομαχίαν τὸν Ι. Ζαβιτσιᾶνον, διότι τοῦ εἶπεν μίαν λέξιν εἰς τὴν συζήτησιν ἑνὸς νομοσχεδίου, ἀποκαλέσας αὐτὸν «γέρον», τοῦ εἶπεν, ὅτι «εἶμαι γέρων, ἀλλὰ ἡ χείρ μου δὲν τρέμει». Αὐτὸ ἀποδεικνύει, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὅταν πρόκειται περὶ ὕβρεων τοιαύτης σημασίας, ὅπως εἶναι αἱ ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν ἀπὸ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἐναντίον ἀλλήλων, ὅτι δὲν ὑπάρχει πολιτικὸν ζήτημα, ἀλλὰ ἀτομικόν. Δὲν δύναται ἡ τιμὴ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων, νὰ μένῃ ἐν ἐκκρεμότητι. Πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ τιμὴ τῶν κυρίων συναδέλφων. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικόν, ἀλλὰ πρόκειται διὰ τὴν τιμὴν τῶν συναδέλφων καὶ εἶναι ζήτημα τιμῆς δι’ ἡμᾶς νὰ κρίνωμεν ὡς ἄτομα καὶ ὄχι ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν α ἢ β παράταξιν καὶ ἀποβλέποντες εἰς τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα. Θὰ ἀπετέλει κατὰ τὴν γνώμην μου, κατάπτωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐὰν ἀποφαινώμεθα, εἰς περίπτωσιν ὡς ἡ προκειμένη, ἀρνητικῶς. Πρόκειται διὰ τὴν τιμὴν τῶν κυρίων συναδέλφων. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶμεν νὰ παρουσιασθοῦν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων νὰ ὑποστηρίξουν τὴν τιμήν των. (Χειροκροτήματα).
§172Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Χανίων ὁμιλῶν ἐπεκαλέσθη παλαιοτέραν μου δήλωσιν καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, δικαστήριον τῶν δημοσίων ἀνδρῶν εἶναι ἡ Κοινὴ Γνώμη, ἐκτὸς μιᾶς περιπτώσεως, ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν καταλογίζεται εἰς τοὺς δημοσίους ἄνδρας κατάχρησις δημοσίου χρήματος, εὐθύνη διαχειρίσεως. Διότι εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἡ Κοινὴ Γνώμη στερεῖται στοιχείων, διὰ νὰ κρίνῃ καὶ δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως, ἄλλος ἁρμόδιος κριτὴς ἀπὸ τὴν Δικαιοσύνην. Τὴν γνώμην αὐτὴν ὑπεστήριξα πάντοτε εἰς τὸ παρελθὸν καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν φρονῶ ὅτι οἱ δημόσιοι ἄνδρες δὲν ἔχουσιν ἁπλῶς δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην ἐμμένω πάντοτε.
§173Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ μετὰ τὰς λίαν διαφωτιστικὰς ἀγορεύσεις πολλῶν κυρίων συναδέλφων καὶ τὴν τελευταίαν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, τροποποιῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν διετύπωσα καὶ καταλήγω εἰς τὸ ἑξῆς: Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ θεσπίσωμεν τὴν ἀρχήν, διότι πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Μαῦρος, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἀμέσως μετ’ ἐμέ, ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο πρόκλησις ἀπέναντι τῆς εὐθιξίας τῶν βουλευτῶν· δὲν πρέπει νὰ θεσπίσωμεν τὴν ἀρχήν, ὅπως παρέχωμεν τὴν ἄδειαν ἄρσεως τῆς ἀσυλίας πάντοτε, ὁσάκις οἱ κ. βουλευταὶ τὸ ἐπιθυμοῦν. Δεύτερον, πρέπει εἰς ἑκάστην περίπτωσιν — προσχωρῶ ἀπολύτως, εἰς τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Θεοτόκης, τόσον εὐγλώττως — πρέπει, λέγει, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν οὐσίαν καὶ νὰ ἐξετάζῃ λεπτομερῶς τὰ θέματα. Ἡ μέχρι τοῦδε τακτικὴ τῆς ἐπιπολαίας ἀπορρίψεως ὅλων τῶν αἰτήσεων, ἂς εἴπωμεν, ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, ἡ τακτικὴ αὐτὴ βεβαίως πρέπει νὰ σταματήσῃ.
§174Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ὑπεστήριξα καὶ ἐγώ.
§175Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Τὸ ὑπεστηρίξατε καὶ σεῖς, κύριε Μπακόπουλε. Τρίτον, εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅπως ἐτόνισεν, ἐπαναλαμβάνων ἄποψιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναπτύξει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τίθεται ὑπὸ κρίσιν καὶ ἡ τιμὴ τοῦ βουλευτοῦ καὶ δὴ ἡ τιμὴ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν διαχείρισιν δημοσίου χρήματος, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι εὔκολος εἰς τὴν χορήγησιν τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας. Λέγω δὲ «εὔκολος», διότι, πράγματι θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸν νὰ τὸ θεσπίσωμεν εἰς τὸν Κανονισμόν, ὅτι θὰ παρέχηται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας. Ὁπωσδήποτε αὐτὸ δὲν δικαιούμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν, ἀλλά, ἁπλούστατα, θὰ νομολογήσωμεν, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ δίδηται ἄρσις ἀσυλίας. Συμπέρασμα: Πρέπει, εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις, νὰ παρέχηται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς κ. κ. συναδέλφους, ὅπως ἐπιδιώκουν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὑπολήψεώς των ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ρητόρων, προχωροῦμεν εἰς τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς αἰτήσεις διώξεως καὶ συνεπῶς ψηφίζοντες ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, θὰ ἀναγράφουν ἔναντι τοῦ ὀνόματος ἑκάστου τῶν περὶ ὧν πρόκειται κ. κ. βουλευτῶν, τὴν λέξιν ΝΑΙ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι ταύτας θὰ ἀναγράφουν τὴν λέξιν ΟΧΙ. Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται ἐπὶ μὲν τῆς ψηφοδόχου οἱ κ.κ. Δ. Λαντζούνης καὶ Π. Βαρδινογιάννης, ἐπὶ δὲ τοῦ καταλόγου, οἱ κ.κ. Α. Σχινᾶς καὶ Π. Ξενοδοχειάρης καὶ ἄρχεται ἡ μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία. (Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς, ἀνακοινοῦται ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα):
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν συνόλῳ 179. Ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ κ. Σ. Πιστολάκη 82. Κατὰ τῆς ἄρσεως 96. Ὑπὲρ δὲ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ κ. Κ. Μητσοτάκη 63. Κατὰ τῆς ἄρσεως 115. Εὑρέθη δὲ καὶ ἓν ψηφοδέλτιον ἄκυρον. Συνεπῶς, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς μὴ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν περὶ ὧν πρόκειται βουλευτῶν κ.κ. Σ. Πιστολάκη καὶ Κ. Μητσοτάκη. (Ἀκολούθως ἡ Βουλὴ ἐπανέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ γίνονται εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον δεκτὰ τὰ σχέδια νόμων): 1) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου «περὶ ὀργανώσεως τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων» καὶ 2) «Περὶ ἐπιχορηγήσεως σπουδαστῶν, τέκνων ἐργαζομένων». Ἐγένετο, ἐπίσης, δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Συμβολαιογράφων καὶ Ὑποθηκοφυλάκων διατάξεων, περὶ ἐξαλείψεως ὑποθηκῶν κ.λ.π.».
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.45′ μ. μ.)