| 688 | 121 | ἄφ. | 9.15 | ἀναχ. | 9.20 | |
| 689 | 103 | » | 17.24 | » | 17.25 | |
| 690 | 105 | » | 20.04 | » | 20.05 | |
| 691 | 123 ἕκαστον Σάββατον | ἄφ. | 23.21 | ἀναχ. | 23.25. |
1957.01.31
1.682 στίχοι · 11.512 λέξεις · 1 πίνακας · 77 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37η
ΠΕΜΠΤΗ 31 Ἰανουαρίου 1957
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Κλῆς ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΚΛΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Γιαννιδάκης αἰτεῖται δίμηνον ἄδειαν ἀπουσίας διὰ τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ἔγκρισίν της διὰ τὴν χορήγησιν ἀδείας εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ι. Γιαννιδάκην. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Φ. Κατσιάμπας ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§6Φ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΑΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Δ. Δαβάκης (Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Α. Ν. 1324) 49 «περὶ προστασίας καὶ ἀποκαταστάσεως ἀναπήρων ὁπλιτῶν καὶ θυμάτων πολέμου». Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 3492) 1956». Οἱ κ. κ. Ν. Ἀθανασίου (Ὑφυπουργὸς Ἐσωτερικῶν) καὶ Κ. Παπακωνσταντίνου (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 858) 1937 Α. Ν. καὶ ταῦ ὑπ’ ἀριθ. 598) 1948 Νομοθετ. Διατάγματος». Ὁ κ. Χ. Θηβαῖος, (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους διατάξεων». 2) «Περὶ Κωδικοποιήσεως Νομοθεσίας περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου» καὶ 3) «Περὶ συμπληρώσεως διατάξεων νομοθεσίας περὶ τῶν ἐχθρικῶν περιουσιῶν». Ὁ κ. Δ. Ἀλιπράντης (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν) καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ προστασίας καὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων κτημάτων κειμένων διατάξεων, ὡς καὶ τῶν διεπουσῶν τὸν ἐν Δωδεκανήσῳ Ὀργανισμὸν Ν. 2100) 52 κ.λ.π.» καὶ 2) «Περὶ διαθέσεως τοῦ εἰς τὸ Νοσοκομεῖον–Σανατόριον ἡ «Σωτηρία» καταλειφθέντος κληροδοτήματος Μιχαὴλ Μικὲ Χριστοδουλάκη, ὑπὲρ παρεμφεροῦς σκοποῦ». Ὁ κ. Δ. Ἀλιπράντης (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν) καὶ ἡ κ. Λίνα Π. Τσαλδάρη (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως διαθέσεως τῶν εἰσοδημάτων τῆς περιουσίας τοῦ κληροδοτήματος Πέτρου Χρυσοχόου, ὑπὲρ ἀποκαταστάσεως ὀρφανῶν κορασίδων τοῦ τελευταίου παγκοσμίου πολέμου καὶ τοῦ συμμοριτοπολέμου». Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2054) 1955, 349)1956 καὶ 999)1956 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐγκρίσεως γενομένης διαθέσεως 1.605 τόννων ἀραβοσίτου». Οἱ κ. κ. Ν. Μάρτης (Ὑφυπ. Ἐμπορίου), Χ. Θηβαῖος (Ὑπ. Οἰκονομικῶν), Α. Πρωτοπαπαδάκης (Ὑπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης) καὶ Β. Παπαρρηγόπουλος (Ὑπ. Βορείου Ἑλλάδος) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 378)1955 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14)1955 Πρακτικοῦ τῆς Διοικητικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, περὶ παραχωρήσεως χώρου πρὸς ἐπέκτασιν τῆς Διεθνοῦς Ἐκθέσεως Θεσσαλονίκης (Δ.Ε.Θ.)». Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 127) 26.1.1955 καὶ 1850)24.9.1955 Πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ὁ κ. Γ. Ράλλης (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν καὶ Δημ. Ἔργων) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως Συγγραφῆς Ὑποχρεώσεων κ.λ.π. διὰ τὴν κατασκευὴν Ὑδραυλικῶν Ἔργων εἰς Θεσσαλίαν, Ἤπειρον καὶ πεδιάδας Ἀλιάκμονος, Ἀξιοῦ καὶ Ἀχελώου». Ὁ κ. Δ. Μανέντης (Ὑφυπ. Γεωργίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 27)55, 612)55, 2311)55 καὶ 1197) 56 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ προσλήψεως ἡμερομισθίου Κτηνιατρικοῦ καὶ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ διὰ τὴν καταπολέμησιν βαρειῶν ἐπιζωοτιῶν». Ἡ κ. Λίνα Π. Τσαλδάρη (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας) καὶ ὁ κ. Χ. Θηβαῖος (Ὑπ. Οἰκονομικῶν) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 740 ἀπὸ 4 Μαΐου 1955 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ὁ κ. Λ. Μπουρνιᾶς (Ὑπουργὸς Ἐργασίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιχορηγήσεως σπουδαστῶν τέκνων ἐργαζομένων». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει: 1) Πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 5802)1933 καὶ Α. Ν. 953)1937 «περὶ Παιδαγωγικῶν Ἀκαδημιῶν» καὶ 2) Τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως ποινικῶν τινων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ἐργαζάκης, Θ. Λυμπερίδης, Ι. Σεργάκης, Τ. Βουλόδημος, Ι. Ριζιώτης, Π. Ξενοδοχειάρης, Λ. Λυμπέρης, Α. Μπαρότσης, Ε. Κεφαλογιάννης καὶ Α. Ἀηδονᾶς, διὰ δηλώσεώς των γνωρίζουν ὅτι δὲν υἱοθετοῦν τὴν παρ’ αὐτῶν ὑπογραφεῖσαν καὶ κατατεθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 14ην Ἰανουαρίου 1957 πρότασιν νόμου «περὶ ἀκυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν.Δ. 1616 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Ν.Δ. 406)1947 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Ντεντιδάκης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1812) 1951 «περὶ Ἱστορικοῦ Ἀρχείου Ὕδρας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ἀναγνωστόπουλος, Ι. Τριανταφυλλίδης καὶ Δ. Θανόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 1756) 51». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Δερτιλῆς, Κ. Καλκάνης, Ι. Σεργάκης, Π. Βαρδινογιάννης, Α. Αὐγερινός, Ε. Βενιζέλος, Ι. Ριζιώτης, Β. Φιλοσοφόπουλος, Ε. Κοθρῆς, Ν. Κρασαδάκης, Π. Πετροπουλάκης, Κ. Μαρῆς, Α. Μπριλλάκης, Γ. Γρηγορίου, Π. Πολυχρονίδης, Γ. Σπηλιόπουλος, Δ. Στρατῆς, Κ. Μητσοτάκης, Α. Ἀηδονᾶς, Τ. Βουλόδημος, Η. Τζαννετάκης, Γ. Ταρμπάζης, Δ. Βρανόπουλος καὶ Δ. Πετροπουλάκος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 1756) 51». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Πέτσος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Ἀνδρεάδης καὶ Ν. Παπαδημητρίου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Κακκαρᾶς καὶ Γ. Βογιατζῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 5101) 1931 «περὶ ἐνεργείας ἐράνων καὶ λαχειοφόρων ἀγορῶν». Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Γ. Λύχνος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ κρατικοποιηθέντος Ἀστικοῦ Νοσοκομείου Κερκύρας, ζητοῦντος ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀναγνωρίζοντος τὴν προϋπηρεσίαν καὶ τὴν συνταξιοδότησιν τῶν ὑπαλλήλων τῶν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων τῶν ὑπαχθέντων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ν. Δ. 2592) 53, τὸ ὁποῖον ἐκκρεμεῖ ἀπὸ πολλῶν μηνῶν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Εὐαγγέλου καὶ Α. Πατσιαντᾶς, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ 2ου Πανελλαδικοῦ Πανοικοδομικοῦ Συνεδρίου, αἰτοῦντος κατάργησιν τοῦ ν. 3239, βελτίωσιν τῶν συνθηκῶν ἐργασίας καὶ τῶν ἡμερομισθίων τῶν μελῶν του, συνεχῆ ἐπιδότησιν τῶν ἀνέργων οἰκοδόμων κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνεταιρισμοῦ Ἑσπεριδοειδῶν Καλαμῶν, ζητοῦντος ἀναστολὴν πληρωμῆς τῶν πρὸς τὴν Α.Τ.Ε. χρεῶν τῶν παραγωγῶν, συνεπεία καταστροφῆς τῆς πορτοκαλοπαραγωγῆς ἐκ θυέλλης. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης–Πρεβέζης–Λευκάδος κ. Λ. Σπαῆς, καταθέτει ἀναφορὰν γενικῆς συνελεύσεως Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Λευκάδος, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν παρὰ τοῦ Νομαρχοῦντος Λευκάδος ἀπόλυσιν τεσσάρων διοικητικῶν καὶ ἑνὸς ἐποπτικοῦ μέλους τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑνώσεως καὶ ζητούσης ἀκύρωσιν τῆς ἐν λόγῳ ἀποφάσεως καὶ παραμονὴν εἰς τὰ ἀξιώματα τῶν αἱρετῶν συμβούλων τῆς Ἑνώσεως. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου Πειραιῶς, διαμαρτυρομένου διὰ τὸν παράνομον διορισμὸν εἰς ἐμμίσθους θέσεις τῆς περιοχῆς τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου Πειραιῶς, ἰατρῶν ἐξ ἄλλων περιφερειῶν καὶ ζητοῦντος ματαίωσιν παντὸς τοιούτου διορισμοῦ ἐν τῷ μέλλοντι. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Οἰνοπωλῶν Ἀθηνῶν, ζητοῦντος ἐξαίρεσιν τῶν οἰνομαγειρείων, οἰνοεστιατορίων, οἰνοπωλείων κατηγοριῶν Βʹ, Γʹ καὶ Δʹ ἐκ τοῦ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 10039)37 Υ. Δ. χαρακτηρισμοῦ των ὡς τουριστικῶν ἐπαγγελμάτων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Κλινομεταλλουργῶν καὶ Χαλυβδουργῶν Ἐλαφρᾶς καὶ Βαρείας Βιομηχανίας Πειραιῶς–Ἀθηνῶν, ζητούσης λῆψιν μέτρων προστασίας ἐγχωρίου παραγωγῆς σιδηροφύλλων. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Θεμελῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κωνσταντίνου Σταματιάδου, ζητοῦντος ἀναγνώρισιν τῆς προϋπηρεσίας αὑτοῦ ὡς δημοδιδασκάλου εἰς σχολεῖα τῆς Μ. Ἀσίας καὶ χορήγησιν συντάξεως ὡς κοινοτικοῦ γραμματέως. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν 40 θηλέων ὑπαλλήλων Βασιλικοῦ Ναυστάθμου, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἀπόλυσίν των καὶ ζητουσῶν ἄμεσον ἀνάκλησιν ἀπολύσεών των. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Ι. Γιαννόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰς τῶν Σωματείων Καρραγωγέων Πύργου–Κρεσταίνων καὶ Πειραιῶς, ζητούντων λῆψιν μέτρων ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν των ἐκτοπισθέντων ἐκ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ αὐτοκινήτου κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Β. Πανούσης, καταθέτει τηλεγράφημα διαμαρτυρίας τοῦ Προέδρου τῶν Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ἐκήρυξαν ἀπεργίαν πείνης καὶ ζητοῦν νὰ ἱκανοποιηθοῦν ἄνευ ἀναβολῆς τὰ αἰτήματά των, βάσει τοῦ ψηφίσματος τῆς τελευταίας Πανελληνίου Γενικῆς Συνελεύσεώς των. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας καὶ Εὐρυτανίας κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰς τῶν Συνεταιρισμῶν Ματαράγκας–Παπαδατῶν καὶ Γαβαλοῦς, ζητούντων χορήγησιν συμπληρωματικοῦ πλασματικοῦ δανείου καπνῶν, τριῶν δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Καραγκιόζης, καταθέτει ἀναφορὰν δημοσίων ὑπαλλήλων Θεσσαλονίκης, ζητούντων κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Ν. Δ. 2500)1953 τοῦ ἀφορῶντος τὸ ὅριον ἡλικίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐπαναφορὰν ἐν ἰσχύϊ τῶν ἀρχικῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 199 τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, τοῦ καθορίζοντος ὡς ὅριον ἡλικίας τὸ 65ον ἔτος. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας–Ἰωαννίνων κ. Χ. Παπασταύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Ἠπείρου, ζητούσης ὅπως περιληφθῶσιν εἰς τοὺς ἀπαλλασσομένους ἐκ τῆς στρατιωτικῆς θητείας καὶ τέκνα ἀναπήρων. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας–Ἰωαννίνων κ. Χ. Παπασταύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Τουριστικῆς Ἐπιτροπῆς Ἰωαννίνων, διαμαρτυρομένης διὰ σκαιὰς ὕβρεις τοῦ περιοδικοῦ «Ξενία» ὡς καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Ξενοδοχειακοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀθηνῶν εἰς βάρος Ἠπείρου καὶ Ἠπειρωτῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Κ. Χριστόπουλος, διὰ τηλεγραφήματός του διαμαρτύρεται διότι εἰς τὸ συνελθὸν ἐν Ἀθήναις πρωτοβουλίᾳ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας Συνέδριον ΑΣΕΒ δὲν ἐκλήθη ἵνα ἐκπροσωπήσῃ τὴν ἀξιωματικὴν ἀντιπολίτευσιν κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γ. Σπηλιόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Πυροπαθῶν Ἐμπόρων καὶ Ἐπαγγελματιῶν Καλαβρύτων, ζητούσης ἐνίσχυσιν τῶν μελῶν της διὰ τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας ὑπέστησαν ἐκ τῆς ὁλοκληρωτικῆς καταστροφῆς τῶν Καλαβρύτων. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας–Ἰωαννίνων κ. Χ. Παπασταύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις Συλλόγου «Τὸ Ἀργυρὸ Κάστρον», αἰτοῦντος ὅπως οἱ ἐξ Ἀλβανίας πολεμοπαθεῖς Ἕλληνες ὑπήκοοι περιληφθοῦν εἰς τὸν νόμον περὶ βομβοπλήκτων καὶ τύχωσιν τῶν αὐτῶν μέτρων προνοίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γ. Σπηλιόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Πύργου Ἠλείας, ζητούντων ὅπως καὶ ὁ Πύργος συμπεριληφθῇ εἰς τὸ δίκτυον διανομῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος ἐκ τοῦ ἐργοστασίου Λάδωνος. Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης–Τρικάλων κ. Ν. Ἔξαρχος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Γ.Π.Σ. Ἀμπελοκτημόνων Μουζακίου, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ὑπὸ τοῦ ἐν Τρικάλοις Ὑποκαταστήματος τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἀναγκαστικῶν μέτρων πρὸς εἴσπραξιν παλαιῶν χρεῶν καὶ ζητούντων ἀναστολὴν εἰσπράξεως αὐτῶν μέχρι νέας ἐσοδείας. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Ι. Προκοπίδης, καταθέτει ἀναφορὰς τῶν Προέδρων Κοινοτήτων καὶ Συνεταιρισμῶν Πολυκάρπης καὶ Ἀψάλου, ζητούντων καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας καπνοῦ καὶ χρόνου λήξεως ἀγορῶν. Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ σχετικῶν ἐρωτήσεων κ. κ. βουλευτῶν: 1) Τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Ἠλιοῦ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἐν ἐπικεφαλίδι ἐρώτησις, ἀφορῶσα τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα κεφάλαια ἐκτὸς τῶν βάσει τοῦ ν. 2687 εἰσαγομένων τοιούτων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Τὰ κατὰ τὸ ἔτος 1955 εἰσαχθέντα κεφάλαια ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, πλὴν ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἰσάγονται βάσει τοῦ Ν. Δ. 2687)53, ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 18,1 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, τὰ κατὰ τὸ διάστημα Ἰανουαρίου μέχρι καὶ Νοεμβρίου 1956, εἰσαχθέντα ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 16,6 ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Εἰς τὰ ποσὰ ταῦτα περιλαμβάνονται καὶ ἐπαναπατριζόμενα ἑλληνικὰ κεφάλαια. β) Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον χρησιμοποιήσεώς των, δὲν εἶναι εὐχερὴς ἡ ἀνάλυσις, διότι διὰ τὴν εἰσαγωγὴν δὲν ζητεῖται δήλωσις. Πάντως, ἐπειδὴ ἡ ἐξαγωγὴ συναλλάγματος ἐλέγχεται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ συναλλαγματικὸν πρόβλημα, λόγῳ μαζικῆς ἐξαγωγῆς των, πολλῷ μᾶλλον, καθ’ ὅσον μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων τούτων ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ ὑστέρημα τῶν ἐπανερχομένων εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΧΕΛΜΗΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Ἠλιοῦ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡ ἐν ἐπικεφαλίδι ἐρώτησις, ἀφορῶσα τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ συγκεντρωθέντος συναλλαγματικοῦ ἀποθέματος δι’ ἐκτέλεσιν παραγωγικῶν ἔργων κ.λ.π., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Ἐν σχέσει μὲν πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν παραγωγικῶν ἔργων ἐκ τοῦ συναλλαγματικοῦ ἀποθέματος, μελετῶνται αἱ λεπτομέρειαι σχεδίου νόμου ὑποβληθησομένου εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τὴν ἔκδοσιν ἐντόκων γραμματίων τοῦ Δημοσίου, τὸ προϊὸν τῶν ὁποίων θέλει χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν ἀγορὰν συναλλάγματος, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν εἰς συνάλλαγμα δαπανῶν τῶν ἔργων τοῦ Κρατικοῦ Προγράμματος Ἐπενδύσεων. β) Ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρησιμοποίησιν ἄλλων συναλλαγματικῶν πόρων, ἡ βάσει συμφωνηθέντος ὕψους δαπανῶν καταβολὴ τῶν εἰσφορῶν τῶν Χωρῶν–μελῶν τοῦ ΝΑΤΟ ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ παρακολούθησις ἀφ’ ἑτέρου τοῦ ρυθμοῦ τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων ὑποδομῆς, ἀπομακρύνουν τὸν κίνδυνον οἱασδήποτε νομισματικῆς διαταραχῆς. Πάντως τὸ ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης εἰσπραττόμενον συνάλλαγμα συντελεῖ, οὐχὶ βεβαίως κατὰ τὸ σύνολον τοῦ εἰς πραγματικὴν καὶ οὐχὶ φαινομενικὴν μείωσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἰσοζυγίου πληρωμῶν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει πρόκειται περὶ ἔργων ἐνισχυόντων τὴν ἄμυναν τῆς χώρας καὶ χρηματοδοτουμένων σχεδὸν ἀποκλειστικῶς οὐχὶ ἐκ τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ. γ) Τέλος, ὡς πρὸς τὰς δραχμὰς ἐκ τῆς βοηθείας, αἱ ὁποῖαι διατίθενται ὑπὲρ τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως, δέον νὰ σημειωθῇ, ὅτι αὗται δὲν χρησιμοποιοῦνται ἰδιὰ τὴν χρηματοδότησιν ἀμυντικῶν ἔργων ἰδιὰ λογαριασμὸν τοῦ ΝΑΤΟ, τῆς σχετικῆς ἀμερικανικῆς εἰσφορᾶς καταβαλλομένης εἰς δολλάρια. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΧΕΛΜΗΣ
γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Τσιγάρα, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Γ. Εὐαγγέλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἐν ἐπικεφαλίδι ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Τσιγάρα, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Γ. Εὐαγγέλου, ἀφορῶσα τὴν ἵδρυσιν ἐργοστασίου κονσερβοποιίας τοματοπολτοῦ εἰς ἐπαρχίαν Λαγκαδᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, βάσει στοιχείων παρασχεθέντων ἡμῖν ὑπὸ τῆς Α.Τ.Ε., ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κέντρον Παραγωγικότητος ἐνέκρινε, κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον 1956, τὴν χορήγησιν δανείου ἐκ δραχ. 4.200.000 ὑπὲρ τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Λαγκαδᾶ, πρὸς τὸν σκοπὸν ἱδρύσεως εἰς τὴν ἐν λόγῳ περιοχὴν τοῦ ἀναφερομένου ἐργοστασίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΧΕΛΜΗΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Δ. Βρανοπούλου καὶ Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8994) 11.12.56 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 414 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Δ. Βρανοπούλου καὶ Δ. Παπαδημητρίου, δι’ ἧς ἐρωτώμεθα ἂν ὑπάρχῃ σκέψις νὰ ληφθοῦν μέτρα περὶ βελτιώσεως τῶν παρὰ τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Ἐμπόρων, χορηγουμένων συντάξεων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Τὸ θέμα τῆς βελτιώσεως τῶν χορηγουμένων συντάξεων παρὰ τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Ἐμπόρων, ὡς καὶ παρὰ τῶν λοιπῶν Ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν, ἀπασχολεῖ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας. Ἤδη ὑπεβλήθη ἡμῖν πρότασις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Ἐμπόρων περὶ τροποποιήσεως τοῦ Καταστατικοῦ του, διὰ τῆς ὁποίας προβλέπεται σημαντικὴ βελτίωσις τῶν ὑπὸ τοῦ Ταμείου παρεχομένων συντάξεων, ἐν συνδυασμῷ πρὸς σχετικὴν αὔξησιν τῶν ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν. Ἡ ἀνωτέρω πρότασις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ρηθέντος Ταμείου ὑπεβλήθη ἤδη εἰς ἐπεξεργασίαν κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένην διαδικασίαν. Βάσει τῶν πορισμάτων τῆς συντελεσθησομένης ὡς ἄνω ἐπεξεργασίας θέλει ρυθμισθῇ τὸ θέμα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ ὕψους μέχρι τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέλθῃ ἡ αὔξησις τῶν ὑπὸ τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Ἐμπόρων χορηγουμένων συντάξεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοῦ χρόνου ἐνάρξεως καταβολῆς τῶν ηὐξημένων συντάξεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Η. Ἠλιοῦ, Π. Γλιγλῆ καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Ἔχομεν τὴν τιμὴν εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9205) 15.12.56 ἐγγράφου ὑμῶν σχετικῶς μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 431 ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ἠλ. Ἠλιοῦ, Π. Γλιγλῆ καὶ Ι. Παπαδημητρίου, νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι ἐπὶ τῆς ἐν περιλήψει ὑποθέσεως. Ἡ παρέμβασις τῶν ὀργάνων τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ἀναφυομένων συλλογικῶν διαφορῶν Ἐργασίας ἐνεργεῖται κατ’ ἀρχὴν κατόπιν αἰτήσεως τῶν ἐνδιαφερομένων (ἄρθρ. 2, παρ. 4, τοῦ νόμου 3239) 55). Ἐν προκειμένῳ οἱ ὑποδηματεργάται Μυτιλήνης ἀπέφυγον μέχρι τοῦδε νὰ ζητήσουν τὴν μεσολάβησιν ἡμῶν. Πρὸς τούτοις σημειωθήτω ὅτι ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας τῆς μεσολαβητικῆς προσπαθείας τοῦ ἡμετέρου ὀργάνου, ἡ διένεξις παραπέμπεται κατὰ νόμον, ὑποχρεωτικῶς εἰς διαιτησίαν, ἥτις ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀναστολὴν τῆς ἀπεργίας καὶ πάσης ἑτέρας προσπαθείας τῶν ἐνδιαφερομένων πρὸς ἐκβιασμὸν εὐνοϊκῆς ὑπὲρ αὐτοῦ λύσεως ἐπὶ τῆς ἐκδηλωθείσης διενέξεως (ἄρθρ. 18 παράγρ. 2 τοῦ ν. 3239) 55). Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ
ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Σκυλλάκου. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας διαβιβασθέντος ὑμῖν ὑπ’ ἀριθ. 9669) 29.12.56 ἐγγράφου σας καὶ τῆς ἀπὸ 29.12.56 ἐρωτήσεως (αὔξ. ἀριθ. 511) τοῦ βουλευτοῦ κ. Η. Σκυλλάκου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Αἱ ἄδειαι ἱδρύσεως ἐκκοκκιστηρίων βάμβακος δὲν χορηγοῦνται ἀπεριορίστως, ἀλλ’ ἐντὸς περιθωρίων τοιούτων, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζεται ἡ ταχεῖα (ὡς ἐπιβάλλουν αἱ ἐξαγωγαί μας κ.λ.π.) ὑπὸ συνθήκας ὅμως ὑγιοῦς συναγωνισμοῦ, ἐκκόκκισις τῆς παραγωγῆς τοῦ βάμβακος. Πρὸς τοῦτο ἐν ἑκάστῃ βαμβακοπαραγωγικῇ περιφερείᾳ, χορηγοῦνται ἄδειαι ἱδρύσεως ἐκκοκκιστηρίων, ὥστε ἡ δυναμικότης των, ὑπολογιζομένη μὲ 16ωρον λειτουργίαν ἡμερησίως καὶ 25θήμερον μηνιαίως, νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν ἐντὸς πέντε μηνῶν ἐκκόκκισιν τῆς ἐν τῇ περιφερείᾳ παραγωγῆς βάμβακος πλέον 30%. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Γαρουφαλιᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8381) 2611.56 ἐγγράφου σας καὶ ἐπὶ τῆς ἐν θέματι ἀναφερομένης ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Γαρουφαλιᾶ, ἀφορῶσαν παράπονα τῶν ἀγροτῶν περιφερείας Ἄρτης, διὰ τὴν τηρουμένην τακτικὴν ὑπὸ τοῦ ἐκεῖσε Ὑποκαταστήματος Α.Τ.Ε., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ὅλου θέματος ἐκ τῆς Διοικήσεως τῆς Α.Τ.Ε. προκύπτει τὸ ἑξῆς: 1) Δύο ἐκ τῶν βασικῶν καλλιεργειῶν τῆς περιφερείας, αἵτινες κατ’ ἔτος ἐνισχύονται ὑπὸ τοῦ Ὑποκαταστήματος καὶ διὰ τοῦ ἐκχρηματισμοῦ τῶν προϊόντων τῶν ὁποίων τακτοποιοῦνται αἱ πλεῖσται τῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν ὑποχρεώσεων τῶν παραγωγῶν, πλὴν τῶν ἑσπεριδοειδῶν, εἶναι αἱ τοῦ βάμβακος καὶ τῆς ὀρύζης. 2) Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν χρῆσιν (1954–55) οἱ παραγωγοὶ τῆς ἀνωτέρω περιφερείας ἐνισχύθησαν ἐπαρκῶς διὰ τὰς δύο αὐτὰς καλλιεργείας, πλὴν ὅμως, ἐπειδὴ αἱ ἀποδόσεις λόγῳ τῶν καιρικῶν δυσμενειῶν ὑπῆρξαν πενιχραί, αἱ ἀντίστοιχοι ὀφειλαὶ τῶν ἐν λόγῳ παραγωγῶν ἐτηρήθησαν ἐν σιωπηρᾷ καθυστερήσει μέχρι τῆς νέας ἐσοδείας, χωρὶς νὰ ληφθῇ κατ’ αὐτῶν οὐδὲν πιεστικὸν μέτρον. 3) Κατὰ τὴν τρέχουσαν περίοδον (1955–56) οἱ ἴδιοι παραγωγοὶ ἐνισχύθησαν ἐκ νέου, συμφώνως πρὸς τὴν παγίως τηρουμένην ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἀρχὴν (καθ’ ἣν οἱ δεδικαιολογημένως καθυστεροῦντες ἐπανενισχύονται διὰ τὴν συνέχισιν τῶν καλλιεργειῶν των) καὶ συνεπῶς ἐκ τῶν προϊόντων τῶν ἀντιστοίχων καλλιεργειῶν θὰ ὤφειλον ἐφ’ ὅσον αἱ ἀποδόσεις ὑπῆρξαν ἀποδεδειγμένως ἱκανοποιητικαὶ καὶ αἱ τιμαὶ διαθέσεως τῶν προϊόντων ἔφθασαν εἰς σημαντικὰ ἐπίπεδα, νὰ τακτοποιήσουν, ἐν τῷ μέτρῳ τῆς δυναμικότητός των τὰς συναφεῖς ὀφειλάς των. 4) Παρὰ τὰ ὡς ἄνω, ὅμως, ὡς διεπιστώθη, πλεῖστοι τῶν παραγωγῶν τῆς ἀνωτέρω κατηγορίας προέβησαν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν συγκομισθεισῶν ποσοτήτων ὀρύζης καὶ βάμβακος, χωρὶς νὰ προθυμοποιηθοῦν νὰ καταβάλουν εἰς τὴν Τράπεζαν οὐδὲν ἀπολύτως ποσόν. 5) Κατ’ ἐνίων παραγωγῶν τῆς κατηγορίας αὐτῆς τὸ Ὑποκατάστημα εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἀφοῦ προηγουμένως ἐκάλεσεν τούτους ὅπως ἐξοφλήσουν ἔστω καὶ μέρος τῶν ὀφειλῶν των, καθ’ ὃ ἐννοεῖται ποσοστὸν ἀποδεδειγμένως εἶχον τὴν δυνατότητα καὶ ἀφοῦ ἐβεβαιώθη ὅτι ὄντως διέθεσαν τὴν συγκομισθεῖσαν παραγωγήν των, νὰ λάβῃ πιεστικὰ κατ’ αὐτῶν μέτρα. Τὰ μέτρα πάντως ταῦτα ὑπῆρξαν, ἐκ τῶν τεθέντων ὑπ’ ὄψει μας στοιχείων ἀριθμητικῶς περιωρισμένα καὶ ἐλήφθησαν κατ’ ἀντιπροσωπευτικῶν περιπτώσεων παραγωγῶν οἵτινες καθυστεροῦντες, ὡς προελέχθη, ὀφειλὰς παρελθουσῶν χρήσεων, ἠρνοῦντο ἔστω καὶ τὴν μερικὴν αὐτῶν τακτοποίησιν, παρ’ ὅ,τι ἡ πρὸς τοῦτο εὐχέρειά των ἦτο ἀναμφισβήτητος, ἐπικαλούμενοι τὰς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ζημίας, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι προφανῶς τῆς γενικῆς ἀναστολῆς τῶν χρεῶν των πρὸς τὴν Τράπεζαν. 6) Εἰς ὅσους ἐκ τῶν παραγωγῶν τῆς ἀνωτέρω κατηγορίας κατέθεσαν οἱονδήποτε ποσὸν ἐκ τῶν ἐκποιηθέντων προϊόντων των ἢ ὑπέγραψαν δήλωσιν ὅτι θὰ τακτοποιήσουν μερικῶς τὰς ὀφειλάς των, παρεσχέθη ὑπὸ τοῦ Ὑποκαταστήματος, ἐπὶ τῇ αἰτήσει των, ἀνάλογος προθεσμία. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο καὶ δι’ ὅσους ἐκ τῶν ὀφειλετῶν προσεκόμισαν τὴν ὄρυζάν των εἰς τοὺς ὀρυζομύλους ΑΓΡΕΞ Ἄρτης ἢ καὶ ἀπέδειξαν ὅτι λόγῳ τῶν καιρικῶν δυσμενειῶν μέρος τῆς παραγωγῆς τοῦ βάμβακος δὲν εἶχεν εἰσέτι συλλεγῆ. Οὕτω, ὡς ἐγνώρισεν ἡμῖν τὸ Ὑποκατάστημα σήμερον κρατεῖται διὰ χρέη μόνον εἷς ὀφειλέτης (ὀνόματι Χριστόφορος Ντίνος ὀφείλων δραχ. 10.670 ἀπὸ τοῦ ἔτους 1954 ἄνευ οὐδεμιᾶς καταβολῆς, ἐπαγγελλόμενος νῦν τὸν μικροπωλητὴν καὶ μεσίτην) ὅστις ἔχει ἐγκαταλείψει τὰς καλλιεργείας του καὶ τοῦτο ἐγένετο ἵνα πειθαναγκασθῇ οὗτος καὶ προσκομίσῃ φερέγγυον τινὰ ἐγγυητὴν διὰ τὴν τμηματικὴν ἔστω τακτοποίησιν τοῦ χρέους του. 7) Μὲ τὴν τηρουμένην τακτικὴν τοῦ ἐν λόγῳ Ὑποκαταστήματος συμφωνεῖ καὶ ἡ Ἕνωσις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ἄρτης–Φιλιππιάδος, ἥτις διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2606) 1186) 13.12.56 ἀναφορᾶς της πρὸς τὸν κ. Διοικητὴν Α.Τ.Ε. μεταξὺ ἄλλων γράφει καὶ τὰ ἑξῆς: Ἐὰν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐπιστεύαμεν ὅτι τὰ λαμβανόμενα μέτρα εἶναι ἄδικα καὶ δὲν ἀφοροῦν περιπτώσεις ὀφειλετῶν οἵτινες παρέσυραν τὴν Τράπεζαν εἰς πλουσίαν ἐνίσχυσίν των καὶ ἠδιαφόρησαν ἐντελῶς διὰ τὴν τακτοποίησιν ἔστω καὶ μέρους τῶν ὀφειλῶν των, θὰ ὑψώνωμεν ἡμεῖς πρῶτοι φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ τοῦ Ὑποκαταστήματος, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐπράξαμεν τοῦτο. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ
γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Τσιγάρα, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Γ. Εὐαγγέλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀνωτέρω ὑμετέρου, ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 559) 5.157 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Τσιγάρα, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Γ. Εὐαγγέλου, περὶ τοῦ ἐν θέματι, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν ὅτι μετὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἀπαιτουμένης προδιαδικασίας μεταξὺ Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Λαγκαδᾶ, ΑΤΕ καὶ ΕΛΚΕΠΑ, τὸ τελευταῖον ἐνέκρινεν, κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον, ὁριστικῶς δάνειον 4.200.000 δραχμῶν ὑπὲρ τῆς ἐν λόγῳ Ἑνώσεως διὰ τὴν διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ τῆς συμμετοχῆς ταύτης δι’ ἵδρυσιν εἰς Λαγκαδᾶ Κονσερβοποιείου, δυναμικότητος 150 τόννων νωπῆς τομάτας ἀνὰ 24ωρον. Ἤδη, κατὰ τηλεφωνικὴν πληροφορίαν παρασχεθεῖσαν χθὲς εἰς τὴν Α.Τ.Ε. ὑπὸ τοῦ Δ)ντοῦ τῆς Ἑνώσεως, ὑπογράφεται τὸ δανειστικὸν συμβόλαιον διὰ τὸ ὡς ἄνω δάνειον, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὁποίου θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ προμήθεια τῶν μηχανημάτων καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν λοιπῶν ἐργασιῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Σπηλιοπούλου. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 264) 56 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Σπηλιοπούλου, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8403) 56 ὑμετέρου ἐγγράφου, «περὶ τοῦ ἐπιβληθέντος εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὑπομνήματος», περὶ μισθοδοσίας τοῦ Ὀρθοδόξου Ἐφημεριακοῦ Κλήρου, ὑπὸ τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Νικάδρου Παπαϊωάννου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα χρήζει νομοθετικῆς ρυθμίσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Ἰανουαρίου 1957 Ἐντολῇ Ὑπουργοῦ
Ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς
Κ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ
καὶ β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Τσιγάρα. Ἀπαντῶντες εἰς τὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 334) 14.1.1957 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Τσιγάρα, περὶ λήψεως μέτρων διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Ἀνωτάτης Παιδείας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἀπησχόλησε καὶ ἀπασχολεῖ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἔχομεν ἤδη καταλήξει εἰς συμπεράσματα ἅτινα θὰ τεθῶσιν ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ἐν καιρῷ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
Γ) Τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Σχινᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9202) 15.12.56 ὑμετέρου ἐγγράφου, διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθ. 428) 1956 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Σχινᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πέμψωμεν, συνημμένως, ἀντίγραφον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3813) 12. 1.57 ἐγγράφου τῆς Δ.Ε.Η. δι’ οὗ παρέχονται αἱ διὰ τῆς ὡς ἄνω ἐρωτήσεως αἰτούμεναι πληροφορίαι. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Ἰανουαρίου 1957 Ἐντολῇ Ὑπουργοῦ
Ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς
Κ. ΑΣΚΗΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ
Ἀριθ. πρωτ. 3813) 6021. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Ἰανουαρίου 1957 Πρὸς Τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας Ἐνταῦθα Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 919087) 18002) 28.12.1956 ὑμετέρου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπισυνάπτεται ἀντίγραφον τῆς κατατεθείσης ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἑλλήνων ἐπερωτήσεως ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀπ. Σχινᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ἠλεκτροδότησις τῶν μὴ ἐξυπηρετουμένων περιοχῶν τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν καὶ Μεσσηνίας, ἀντιμετωπίζεται ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς γενικωτέρας μελέτης ἐξυπηρετήσεως τῶν διαφόρων περιοχῶν τῆς Ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος καὶ Εὐβοίας ὑπὸ τῆς Δ.Ε.Η. Βάσει τοῦ πορίσματος τῆς μελέτης ταύτης, ἥτις σημειωτέον εὑρίσκεται ἐν τῷ περατοῦσθαι, θέλει πραγματοποιηθῆ καὶ ἡ χρονικὴ ἔνταξις τῶν ὡς εἴρηται περιοχῶν, ἐν τῷ προγράμματι ἔργων διανομῆς.
Μετὰ τιμῆς
Κ. Α. ΑΠΕΡΓΗΣ
Δ)ντὴς Ἐκμεταλλεύσεως Διανομῆς VI) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπουρδάρα. Ἔχομεν τὴν τιμὴν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8409) 6782 ἀπὸ 27.11.1956 ὑμετέρου ἐγγράφου διὰ τοῦ ὁποίου διεβιβάσθη ἡμῖν ἐν ἀντιγράφῳ ἡ ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. βιβλίου ἐρωτήσεων 810 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπουρδάρα, νὰ γνωρίσωμεν ὅτι τὴν 14.12.1956 μετεκινήθη ὁ Ἀνθυπασπιστῆς Ἀντώνης Χριστόφορος τοῦ Ἀθανασίου, ἐκ τοῦ Σ. Χ. Φουρνᾶ–Εὐρυτανίας, εἰς τὸν τοιοῦτον Ἀσωπείας, εἰς ὃν καὶ παρουσιάσθη καὶ ὅτι, ἡ μετακίνησις τούτου, δὲν ἀνεκλήθη ἀλλ’ ἐτροποποιήθη, ἐξ ὑπηρεσιακῶν λόγων, οὓς πρὸς τὸν τόπον τῆς μεταθέσεώς του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς Ἐσωτερικῶν
ΝΙΚ. Β. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Μπριλλάκη καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 93) 57 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 545 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Μπριλλάκη καὶ Ι. Παπαδημητρίου, περὶ ἀνοικοδομήσεως δημοτικῶν θεάτρων διὰ κρατικῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως κ.λ.π., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Οἱ Δῆμοι μεταπολεμικῶς ἀντιμετωπίζουν ηὐξημένας ἀνάγκας ἐκτελέσεως ζωτικωτάτων διὰ τοὺς δημότας κοινωφελῶν ἔργων, ὡς εἶναι τὰ τῆς ὑδρεύσεως, ὑπονόμων, ἐξυγιάνσεως, ἠλεκτροφωτισμοῦ κ.λ.π., δι’ ἃ δὲν παρουσιάζουσι τὴν ἀπαιτουμένην οἰκονομικὴν δυνατότητα. Ἐξ ἴσου τοὺς ἀπασχολεῖ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς ἀνεγέρσεως ἢ ἀνοικοδομήσεως τῶν δημοτικῶν θεάτρων ἐντὸς τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν δυνατοτήτων. Γενικώτερον, τὸ ὅλον οἰκονομικὸν τῶν Ὀργανισμῶν τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἐξετάζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ δὲ τὴν ἐπίλυσίν του ἀναμφιβόλως θὰ ἐκπληρωθῇ καὶ ἡ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη τῆς ἀνεγέρσεως ἢ ἀνοικοδομήσεως τῶν δημοτικῶν θεάτρων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
VII) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπασπύρου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 339) 14.1.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 567 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπασπύρου περὶ σταθμεύσεως εἰς Σταθμὸν Αὐλίδος τῆς ἁμαξοστοιχίας 101 Ἀθηνῶν–Χαλκίδος καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ κοινοποιηθέντος καὶ ὑμῖν ὑπ’ ἀριθ. Υ 3462) 16.1.57 ἡμετέρου ἐγγράφου πρὸς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν Σ.Ε.Κ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσωμεν συνημμένως ἐν ἀντιγράφῳ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 53507) 18.1.1957 ἔγγραφον τῶν Σ.Ε.Κ. δι’ οὗ παρέχονται πληροφορίαι ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω θέματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΧΡ. ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ
ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝ. ΚΡΑΤΟΥΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ
Ἀριθ. πρωτ. 53507) ΔΕ. Τ.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ Δ. ΕΡΓΩΝ
Γραφεῖον κ. Ὑπουργοῦ Ἐνταῦθα Ἐπὶ Υ. 3462) 16.1.1957. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι εἰς σταθμὸν Αὐλίδος σταθμεύουν αἱ ἑξῆς ἁμαξοστοιχίαι προερχόμεναι ἐξ Ἀθηνῶν:
| 121 | ἄφ. | 9.15 | ἀναχ. | 9.20 |
| 103 | » | 17.24 | » | 17.25 |
| 105 | » | 20.04 | » | 20.05 |
| 123 ἕκαστον Σάββατον | ἄφ. | 23.21 | ἀναχ. | 23.25. |
Κατὰ συνέπειαν φρονοῦμεν ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία καὶ ἡ στάθμευσις τῆς ἁμαξ. 101 διερχομένης ἐκεῖθεν ὥραν 10. 18′ οὐδὲ σκόπιμος ἡ ἐπιβράδυνσις τῆς πορείας ταύτης. Ὅλως τοὐναντίον οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἐζήτησαν τὴν στάθμευσιν τῆς ἀντιστοίχου 106, καὶ ἐγένετο, ἔστω καὶ μετὰ δυσκολίας δεκτὴ ἡ αἴτησίς των ἐπειδὴ ἡ ὥρα διελεύσεώς της ἦτο 12.05′ πόρρω ἀπέχουσα ἀπὸ τὴν 16.36′ τῆς 124. Παρακαλοῦμεν, ὅθεν θερμῶς ὅπως εὐαρεστούμενοι μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν πρότασίν σας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Ἰανουαρίου 1957 Ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς καὶ ἀ. α.
ΕΥΘ. ΒΕΡΡΟΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Βαχλιώτη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 822)22.1.1957 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 616 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Βαχλιώτη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ συνημμένου ἐν ἀντιγράφῳ ὑπ’ ἀριθ. 1)61)62η)26.6.1956 ἐγγράφου τῆς Ἀνωτέρας Διοικήσεως Χωροφυλακῆς Πελοποννήσου, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 20.1. 425)24.5.55 βεβαίωσις τῆς Ὑποδιοικήσεως Χωροφυλακῆς Τροπαίων τυγχάνει ἔγκυρος καὶ ἀληθὴς καὶ κατὰ συνέπειαν νομίμως ἔχει χορηγηθῆ ἡ ἄδεια ἐπιβατικοῦ αὐτοκινήτου δημοσίας χρήσεως μὲ ἕδραν τὸ Μοναστηράκιον Γορτυνίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἰανουαρίου 1957
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΧΡ. ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ
ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΧΩΡ)ΚΗΣ ΤΡΟΠΑΙΩΝ
Ἀριθ. πρωτ. 20.1.425
ΒΕΒΑΙΩΣΙΣ
Βεβαιοῦμεν ὅτι ὁ Καραπᾶνος Σταῦρος τοῦ Θεοδώρου καὶ τῆς Φωτεινῆς γεννηθεὶς ἐν Λειὰ Φιλιατῶν τὸ ἔτος 1930 ἐπαγγέλματος ὁδηγὸς αὐτοκινήτου τυγχάνει μόνιμος κάτοικος Βουτσίου τῆς Ἐπαρχίας Γορτυνίας τοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας. Τῇ ἐγγράφῳ αἰτήσει τοῦ ἐνδιαφερομένου χορηγεῖται ἡ παροῦσα ἵνα τῷ χρησιμεύσῃ παρὰ τῇ Νομαρχίᾳ Ἀρκαδίας πρὸς χορήγησιν ἀδείας ἀγοραίου ἐπιβατικοῦ αὐτοκινήτου. Ἐν Τροπαίοις τῇ 24 Μαΐου 1955
Ὁ Διοικητὴς Ὑποδιοικήσεως
ΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
Ὑπομοίραρχος
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ
ΑΝΩΤΕΡΑ Δ. Χ. ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ
ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΥ
Ἀριθ. πρωτ. 1)61)62η Πρὸς Τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ Δημ. Ἔργων Διεύθυνσιν Μεταφορῶν Διεύθυνσιν Ἐκμεταλλεύσεως Αὐτοκινήτων Τμῆμα Ἐπιβατικῶν Δ. Χ. Εἰς Ἀθήνας «Ὑποβολὴ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 20.1.425 ἀπὸ 24.5.1956 βεβαιώσεως τῆς Ὑποδιοικήσεως Χωροφυλακῆς Τροπαίων». Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, τὴν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1696 ὑμετέρας διαταγῆς ἀποσταλεῖσαν μοι ὑπ’ ἀριθ. 20.1. 425 ἀπὸ 24)5)1955 βεβαίωσιν τῆς Ὑποδιοικήσεως Χωροφυλακῆς Τροπαίων, ἥτις εἶναι ἔγκυρος, ὡς ἐκδοθεῖσα ἁρμοδίως ὑπὸ τῆς Ὑποδιοικήσεως ταύτης. Συνυποβάλλω καὶ ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 20.1.425 ἀπὸ 19.6.1956 ἀναφορᾶς τῆς Ὑ. Χ. Τροπαίων μετ’ ἀντιγράφου τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 50)1955 πιστοποιητικοῦ τοῦ Προέδρου Κοινότητος Βουτσίου ἐξ ὧν ἐξάγεται ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς βεβαιώσεως εἶναι ἀληθές. Ἐν Τριπόλει τῇ 26 Ἰουνίου 1956
Ὁ Ἀνώτερος Διοικητὴς
ΧΑΝΤΖΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ
Συνταγματάρχης
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ἀμυλοσιροπίου», ὡς ἐτροποποιήθη.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ἀμυλοσιροπίου» ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων τοῦ κληροδοτήματος Ἀναστασίου Στεργίου καὶ διαθέσεως τοῦ τιμήματος τούτων δι’ ἀνέγερσιν Νοσοκομείου ἐν Ἄργει».
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «Περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων τοῦ Κληροδοτήματος Ἀναστασίου Στεργίου καὶ διαθέσεως τοῦ τιμήματος τούτων δι’ ἀνέγερσιν Νοσοκομείου ἐν Ἄργει». Αʹ Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1812)51 περὶ Ἱστορικοῦ Ἀρχείου Ὕδρας».
§12Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπάρχει τροπολογία ἀφορῶσα τὴν ἀναγνώρισιν ὡς Προτύπου, τοῦ Αʹ Γυμνασίου Πειραιῶς, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑπογράψει καὶ ἀποδεχθῆ ὁ κ. Ὑπουργός, κατόπιν ἀποδοχῆς αὐτῆς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅστις τὴν διεβίβασεν ἁρμοδίως διὰ νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Αὕτη, ὡς προσυπογεγραμμένη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἔχει ὡς ἀκολούθως: «Τὸ ἐδάφιον στʹ τῆς παραγρ. 4 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομ. Διατάγματος 3379)1955 «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως», ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς: «Οἱ Διευθυνταὶ τῆς Βαρβακείου Προτύπου Σχολῆς, τῶν Πειραματικῶν Σχολείων τῶν Πανεπιστημίων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, ὡς καὶ τοῦ Αʹ Προτύπου Γυμνασίου Ἀρρένων Πειραιῶς, ἔχουν τὸν βαθμὸν καὶ μισθὸν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἐντάσσονται αὐτοδικαίως ἄνευ ἄλλης διατυπώσεως. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, ἐν ἑκάστῃ τάξει ἢ τμήματι τάξεως τοῦ Αʹ Προτύπου Γυμνασίου Ἀρρένων Πειραιῶς, ὁρίζεται εἰς 46 κατ’ ἀνώτατον ὅριον, τὸ δὲ προσωπικὸν αὑτοῦ προσλαμβάνεται διὰ μεταθέσεως, ἀπομακρύνεται καὶ προάγεται κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου, στηριζομένης ἐπὶ ἐγγράφου προτάσεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γυμνασίου, ὅστις ἀσκεῖ, ἐπὶ τῶν διδασκόντων καὶ τοῦ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ, χρέη Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως». (Ὑπὲρ τῆς τροπολογίας ταύτης συνηγοροῦν καὶ οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Τζαννετάκης, Τ. Βουλόδημος, Π. Ντεντιδάκης, Ε. Σαββόπουλος, Δ. Πετροπουλάκος καὶ Ε. Σκορδίλης).
§13Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὴν τροπολογίαν αὐτὴν τὴν ἔχει ἀποδεχθῆ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἀποδεκτή.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ σχέδιον νόμου, ὡς ἐτροπολογήθη;
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1812)51 «περὶ Ἱστορικοῦ Ἀρχείου Ὕδρας» μὲ τὴν ἀνωτέρω τροπολογίαν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἤτοι τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τῶν αἰτήσεων ἄρσεως τῆς ἀσυλίας βουλευτῶν.
§17Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπικειμένης ψηφοφορίας διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας συναδέλφων τινῶν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργόν, διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν των ἐπὶ τοῦ γεγονότος ὅτι, ἐξ ἀφορμῆς τῶν αἰτήσεων τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας βουλευτῶν, γίνεται μία ἀπαράδεκτος διαπόμπευσις αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὅταν ἐπανῆλθον ἐξ Ἀμερικῆς οἱ κ.κ. Μπαμπάκος καὶ Ζίγδης μᾶς ἐπληροφόρησαν ὅτι ἐζητοῦντο παρὰ τούτων πληροφορίαι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν, ἐὰν οἱ Ἕλληνες βουλευταὶ εἶναι κακοποιοί, καὶ τοῦτο διότι, δι’ ὅλας τὰς αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν, ἐτηλεγραφοῦντο σχετικαὶ πληροφορίαι ἐντεῦθεν ὑπὸ τῶν ἀνταποκριτῶν ἐφημερίδων καὶ ἐδημοσιεύοντο εἰς τὸν τύπον τῆς Ἀμερικῆς. Θὰ μοῦ παρατηρηθῇ, ὅτι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διαφοροτρόπως, δοθέντος ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι ὑποχρεωμένος, προκειμένου νὰ προβῇ εἰς δίωξιν βουλευτοῦ, νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ Σώματος. Νομίζω, ὅμως, ὅτι τὰ πράγματα θὰ διηυκολύνοντο, ἐὰν ἐφηρμόζετο τὸ ἄρθρον 31 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ προανακριτικὴν ἐξέτασιν, ἵνα κρίνῃ ἂν συντρέχῃ περίπτωσις ποινικῆς διώξεως. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, ἐτύγχανεν ἐφαρμογῆς καὶ διὰ τοὺς Ἕλληνας βουλευτὰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους πολίτας, τότε οὔτε ἡ μήνυσις κατὰ τοῦ κ. Βουδούρη θὰ ἔφθανεν ἐδῶ, οὔτε καὶ ἡ μήνυσις κατ’ ἄλλου συναδέλφου, τοῦ ὁποίου τὸ φοβερὸν ἀδίκημα συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ὡς διευθυντὴς ἐφημερίδος ἐπέτρεψε καὶ κατεχωρήθη ἐν αὐτῇ ἐρώτησις συναδέλφων. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, ἐγίνετο μία προκαταρκτικὴ ἐξέτασις, θέλω νὰ πιστεύω ὅτι ποσοστὸν ὑπερβαῖνον τὰ ¾ τοῦ συνόλου τῶν μηνύσεων, θὰ ἐπήγαινεν εἰς τὸ ἀρχεῖον καὶ τοιουτοτρόπως οὔτε τὸ Σῶμα θὰ ἠσχολεῖτο μὲ ἀσήμαντα πράγματα, οὔτε θὰ ἐδίδετο ἡ ἐντύπωσις εἰς τὸ κοινὸν ὅτι οἱ Ἕλληνες βουλευταὶ παραβιάζουν συνεχῶς τὸν ποινικὸν νόμον. Ἐλπίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ πρὸ πάντων ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, θὰ δώσουν τὰς ἀναγκαίας κατευθύνσεις πρὸς τὰς Εἰσαγγελίας τοῦ Κράτους διὰ τὴν προστασίαν καὶ τὴν περιφρούρησιν τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν Ἑλλήνων βουλευτῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Καλαντζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§19Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ἐπροτιθέμην, κύριε Πρόεδρε, νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀνεξαρτήτως τῆς ὁμιλίας τοῦ συναδέλφου κ. Παπασπύρου, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον μου, τὴν ὁποίαν ἐν συνεχείᾳ θὰ κληθῶ νὰ δώσω ἐπὶ τῶν αἰτήσεων ἄρσεως τῆς ἀσυλίας συναδέλφων τινῶν. Ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Παπασπύρου μὲ διευκολύνει ἀληθῶς εἰς τὴν τοποθέτησιν τῆς προσωπικῆς μου γνώμης, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν θέματος. Τὸ Σύνταγμα καθιερώνει τὴν ἀσυλίαν τοῦ βουλευτοῦ, διὰ νὰ τὸν προστατεύσῃ εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων. Ὁ βουλευτής, δηλαδή, κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν πρέπει νὰ διώκεται διὰ ψῆφον ἢ γνώμην, τὰς ὁποίας δίδει κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων. Ἐν συνεχείᾳ τὸ Σύνταγμα, θέτει τὸν κανόνα, ὅτι διὰ τὴν κίνησιν τῆς διώξεως τοῦ βουλευτοῦ ἀπαιτεῖται συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς. Ἔχει γίνει δὲ γενικῶς ἀποδεκτόν, ὅτι ἡ συνταγματικὴ αὐτὴ διάταξις ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν βουλευτὴν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τοὺς ἐντολεῖς του καὶ νὰ τὸν ἀφήσῃ ἐλεύθερον νὰ ἐκτελέσῃ τὸ νομοθετικόν του καθῆκον κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον νομίζει καλλίτερον. Αἱ διατάξεις, βεβαίως, αὗται τοῦ Συντάγματος εἶναι ξηραί, πλὴν ὅμως ἡ κρατήσασα ἑρμηνεία δικαιολογεῖ ἀπολύτως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰς γνώμας τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, οὔτε νὰ κάμω σύγκρισιν περὶ τοῦ τὶ συμβαίνει ἐδῶ καὶ τὶ συμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα κράτη. Θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ μνημονεύσω τὸν μέγα νομοδιδάσκαλον ἀείμνηστον Σαρίπολον ὁ ὁποῖος, εἰς τὸ δόκιμον αὐτοῦ σύγγραμμα ἀναφέρει, ὅτι ἡ σχετικὴ συνταγματικὴ διάταξις ἀποσκοπεῖ νὰ προστατεύσῃ τὸν βουλευτὴν μόνον διὰ τὴν ψῆφον ἢ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας δίδει καὶ ἐκφράζει κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων του. Μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν μὴ δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ. Προκειμένου, ὅμως, περὶ πράξεων τῶν βουλευτῶν, γενομένων ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ μάλιστα διὰ πράξεις τινὰς αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον λάβει χώραν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅπως παραδείγματος χάριν διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς χειροδικίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἠθέλησε καὶ διὰ τὰς περιπτώσεις αὐτὰς νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀσυλίαν τοῦ βουλευτοῦ καὶ νὰ ἀναγνωρίσῃ, συνεπῶς, εἰς τὸν βουλευτὴν περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζει καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς Ἕλληνας πολίτας. Ὁ κ. Παπασπύρου εἶπεν, ὅτι διὰ τῶν αἰτήσεων ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν ἐκτίθεται τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Θὰ ἔλεγον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον θὰ πρέπει νὰ συμβαίνῃ. Ἡ τάσις νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἀντίληψις ὅτι τὸ Σῶμα δὲν πρέπει νὰ ἰδίδῃ τὴν ἄδειαν διώξεως τῶν βουλευτῶν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθή. Ἡ διάκρισις ἡμῶν τῶν βουλευτῶν, ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἐν συγκρίσει μὲ τοὺς λοιποὺς πολίτας, δημιουργεῖ καὶ κίνδυνον ἔτι τραυματισμοῦ τοῦ ἠθικοῦ κύρους τῶν βουλευτῶν. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν θὰ πρέπει νὰ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας εἰς ἑκάστην περίπτωσιν. Ὑποχρεοῦται, ὅμως, νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν δίωξιν, ὁσάκις δὲν πρόκειται περὶ πράξεων γενομένων ὑπὸ τῶν βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων των. Τοιουτοτρόπως θὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχήν, ὅτι ὁ βουλευτής, θὰ εἶναι ἰσότιμος μὲ οἱονδήποτε ἄλλον πολίτην. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ κατ’ ἰδίαν ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν αἱ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει αἰτήσεις. Θέλω νὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις, διὰ δύο περιπτώσεις ἐξ αὐτῶν. Ὁ συνάδελφος κ. Ἐφραιμίδης....
§20Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, κύριε συνάδελφε, τῆς μακρᾶς προκαταρκτικῆς σας ἀγορεύσεως.
§21Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Δὲν κατηγορεῖται ἁπλῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ἐφραιμίδης, διότι ἐδημοσίευσε τὴν κατατεθεῖσαν ἐρώτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον τὴν παρουσίασε, τὸν τίτλον καὶ τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησεν. Ἐξ ὅλων αὐτῶν ἀποδεικνύεται, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἀρθρογραφίας τῆς ἐφημερίδος «Αὐγὴ» ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ λεξιλόγιον ἄγνωστον εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν Ἑλλήνων, καὶ τὸ ὁποῖον ἔγινε γνωστὸν ἀπὸ τὴν περίοδον τῆς ξενικῆς κατοχῆς, τὰ Δεκεμβριανὰ καὶ τὸν συμμοριτοπόλεμον. (Ἀναγινώσκει). Εἶναι ἀπαράδεκτον τοιοῦτον λεξιλόγιον νὰ εἰσέρχεται ὑπὸ τύπον ἐρωτήσεων εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Πέραν αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τοῦ συναδέλφου κ. Τζαννετάκη.
§22Α. ΒΟΥΛΟΔΗΜΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ λέγωνται τοιαῦτα πράγματα ἀπὸ Βουλήν.
§23Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Μὴ ταράσσεσθε, κύριε συνάδελφε.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀφήσατε τὸν ρήτορα νὰ τελειώσῃ. Ὡς γνωστόν, πάντοτε γίνεται συζήτησις προκειμένου περὶ τοιούτων περιπτώσεων.
§25Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ἔλεγον, λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Τζαννετάκης πέραν τῆς βουλευτικῆς του ἰδιότητος ἔχει καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ διευθυντοῦ μιᾶς ἐφημερίδος. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ θεσπισθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι ὁ βουλευτὴς οὗτος ὢν βουλευτής, δὲν καταδιώκεται καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν ὁ νόμος πρέπει νὰ ἀτονῇ, προκειμένου περὶ βουλευτῶν, τότε θὰ κατελήγομεν εἰς τὸ θλιβερὸν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖται εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, εἰς τὰς τρομερὰς ἀμφιβολίας, ἐὰν εὑρισκώμεθα ἢ ὄχι εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς μας. Ὁ βουλευτής, κύριε Πρόεδρε, διὰ τῆς συνταγματικῆς κατοχυρώσεως τῆς ἀσυλίας του δημιουργεῖ κατάστασιν ἀσυδοσίας ἔναντι τῶν λοιπῶν δημοσιογράφων, ἐφ’ ὅσον, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσιογράφου ἢ τοῦ διευθυντοῦ μιᾶς ἐφημερίδος. Κύριοι συνάδελφοι, ἐρωτῶ ὑμᾶς ὅλους καὶ ἀνεξαρτήτως παρατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀνήκει, ἐρωτῶ, ἐπαναλαμβάνω, δημιουργεῖται ναὶ ἢ ὄχι προνομιοῦχος θέσις πρὸς τὸν βουλευτὴν δημοσιογράφον, διαθέτοντα ἐφημερίδα, ἔναντι τῶν ἄλλων δημοσιογράφων; Καὶ περαιτέρω δημιουργεῖται ναὶ ἢ ὄχι κατάστασις ἀνευθύνου διὰ μίαν ἐφημερίδα, ἐὰν ἡ ἐφημερὶς αὕτη ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσίν της εἰς βουλευτήν; Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἀπουσιάζων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μου ἀνεζήτησα τὰ φύλλα τῆς ἐφημερίδος τοῦ κ. Τζαννετάκη «Ὥρα» καὶ εἶδον νὰ ἀναγράφεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἑλλήνων, ὁ Διγενῆς καὶ ὁ Ἐθνάρχης ἐπρόδωσαν τὸν ἀγῶνα τῆς Κύπρου. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, κύριοι βουλευταί, καὶ συνεπῶς ἢ θὰ εἶναι κανεὶς βουλευτής, σύμφωνα μὲ τὰς παραδόσεις τὰς κοινοβουλευτικάς, ἢ θὰ εἶναι διευθυντὴς ἐφημερίδος, ὁπότε θὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ αὐτὰ δικαιώματα ἔναντι τῶν νόμων, ποὺ ἔχουν ὅλοι οἱ δημοσιογράφοι. Κάμνω, λοιπόν, ἔκκλησιν εἰς ὅλους τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ συναδέλφους νὰ δώσουν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους, ὅτι πρῶτον, δὲν ἐπιζητοῦν περισσότερα δικαιώματα καὶ ὅτι δεύτερον, εἶναι πρόθυμοι νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας.
§26Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, κύριε Πρόεδρε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τζαννετάκης ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§28Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Κατ’ ἀρχήν, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤθελον νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι μαθήματα ἀπὸ τὸν κ. Καλαντζῆν δὲν δέχομαι. Συμφωνῶ, ὅμως, μαζί του ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου. Πράγματι σήμερον εἰς τὸ φύλλον Ἡμερησίας Διατάξεως, τὸ ὁποῖον διενεμήθη, ὑπάρχουν, νομίζω, 5 ἢ 6 περιπτώσεις διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας μου. Ἔχω ἐδῶ τὴν ἔκθεσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ πρώτη περίπτωσις ἀφορᾷ διασπορὰν ψευδῶν εἰδήσεων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἐπιχειρήσεων τῆς εἰσβολῆς τοῦ Σουὲζ ἔγραφεν ἡ ἐφημερὶς ὅπως καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι, ὅτι διετάχθησαν ὡρισμέναι μετακινήσεις μονάδων τοῦ Ἑλληνικοῦ Στόλου. Ἡ δίκη ἔγινε διὰ τὸν διευθυντὴν τοῦ τυπογραφείου καὶ ἀπηλλάγη. Ἐκκρεμεῖ ἡ δίκη ἐναντίον μου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἄρῃ τὴν ἀσυλίαν μου διὰ νὰ δώσω λόγον ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Ἡ δευτέρα περίπτωσις ἀφορᾷ μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει τοῦ κυβερνητικοῦ βουλευτοῦ Δωδεκανήσου Παπαεμμανουήλ. Ζητῶ καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου. (Χειροκροτήματα). Διότι ἡ ἐφημερὶς ποὺ ἔβγαζα ἦτο ἡ πρώτη ἡ ὁποία ἔφερεν εἰς τὴν δημοσιότητα τὸ τεράστιον αὐτὸ σκάνδαλον τοῦ Σισμανογλείου. Ἡ ἄλλη περίπτωσις ἀφορᾷ ἐπίσης μήνυσιν ἐπὶ δυσφημήσει τοῦ βουλευτοῦ Παπαεμμανουὴλ καὶ δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τοὺς ἰδίους λόγους ζητῶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου. Ἡ ἄλλη περίπτωσις ἀφορᾷ ἐπίσης μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει τοῦ Γ. Λαδᾶ, βιομηχάνου, ἰδιοκτήτου τῆς Ἑταιρίας «Μέλισσα». (Χειροκροτήματα). Ἡ ὑπόθεσις δὲ αὐτὴ σᾶς εἶναι γνωστή, ἀπὸ πολλὰς συζητήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Ζητῶ, κύριοι βουλευταί, ὅλων τῶν πτερύγων, τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου. Καὶ ἡ τελευταία αἴτησις ἀφορᾷ ἀνάλογον περίπτωσιν, καὶ δι’ αὐτὴν ζητῶ νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ καὶ νὰ δοθῇ ἄρσις τῆς ἀσυλίας μου. (Χειροκροτήματα).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§30Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι καὶ ἐγὼ κατηγορούμενος μαζὶ μὲ τὸν κ. Τζαννετάκην ἐπὶ δυσφημήσει νομίζω διὰ τοῦ Τύπου. Διὰ νὰ ἱκανοποιήσω τὸν κ. Καλαντζῆν, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως ἐζήτησεν καὶ ἐψήφισεν ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας ὅλων τῶν βουλευτῶν μέχρι τοῦδε, ζητῶ καὶ παρακαλῶ ἐπιμόνως νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία μου διὰ τὸ ἀδίκημα. Καὶ παρακαλῶ νὰ ζητήσητε ὅλοι οἱ συνάδελφοι τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας σας δι’ οἱονδήποτε ἀδίκημα ἔχετε κάμει. (Χειροκροτήματα). Ἠγέρθη ποτὲ κυβερνητικὸς βουλευτὴς ὁ ὁποῖος νὰ ἐζήτησεν τὴν ἄρσιν τῆς ἰδικῆς του ἀσυλίας; Οὐδέποτε.
§31Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§32Κ. ΜΑΡΗΣ. Ὁ κ. Γιαννούσης, ναί.
§33Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος ἀνέφερε προσωπικῶς ἐμένα καὶ εἶπεν ὅτι εἶναι βέβαιος ὅτι δὲν ἐψήφισα ποτέ.
§34Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Μάλιστα, εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου.
§35Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Μολονότι λυποῦμαι πάρα πολὺ διότι δὲν εἶναι εἰς τὰς συνηθείας μου νὰ διαψεύδω Ἀρχηγοὺς Κομμάτων, εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ εἴπω ὅτι διαψεύδω κατηγορηματικῶς τὸν κ. Καρτάλην διὰ νὰ μὴ εἴπω ὅτι ψεύδεται ὁ κ. Καρτάλης.
§36Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Νὰ διαψεύσητε τὴν πτέρυγα ἐκείνην καὶ ὄχι ἡμᾶς.
§37Ι. ΛΥΡΑΣ. Ὁ κ. Καρτάλης διακρινόμενος διὰ τὴν εὐαισθησίαν του ἐζήτησεν τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας του, τοῦτο τὸν τιμᾷ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι πρὸ πολλοῦ χρόνου ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν ἐζήτησεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας τοῦ κ. Καρτάλη διὰ παράλειψιν φορολογικῆς ὑποχρεώσεως. Εἶναι τοῦτο ἀληθές;
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Βουλὴν τέτοιο πρᾶγμα, τὸ διαψεύδω.
§39Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὀφείλετε αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐφ’ ὅσον ἔχετε πληροφορίας τοιαύτας, νὰ ζητήσητε τὴν κατάθεσιν τῶν φακέλλων, διότι δὲν δύνασθε εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν νὰ ὁμιλῆτε ἀνευθύνως. Οἱ φάκελλοι κατατίθενται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Εἰσηγητὴς ὑπάρχει. Ἐρωτῶ ποῖος εἶναι ὁ Εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος κατέθεσε τέτοιο πρᾶγμα;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρχηγέ, τὸ διαψεύδω, ἐδήλωσα ὅτι τέτοια δικογραφία δὲν ὑπάρχει, συνεπῶς δὲν ὑπάρχει ἀπάντησις.
§41Ι. ΛΥΡΑΣ. Πληροφορίαν ἐζήτησα.
§42Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁμιλεῖτε ἄνευ στοιχείων, ὀφείλετε, ὡς δημόσιος ἄνδρας, νὰ ζητήσητε συγγνώμην ἐντὸς τῆς αἰθούσης.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδήλωσα ὅτι τοιαύτη δικογραφία δὲν κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§44Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Λύρας.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λύρα, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος ζητεῖ νὰ ἀνακαλέσητε.
§46Ι. ΛΥΡΑΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν τοιαύτην εὐαισθησίαν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι — ὁ κ. Λύρας ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λύρα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἶσθε σαφέστερος.
§48Ι. ΛΥΡΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ζητήσω συγγνώμην, διότι ἔχω ὡς ἀρχὴν ὅ,τι λέγω νὰ μὴ τὸ ἀνακαλῶ.
§49Γ. ΠΑΛΛΑΣΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα βουλευτὴν νὰ συκοφαντῇ ἕνα Ἀρχηγὸν Κόμματος. (Θόρυβος—κωδωνοκρουσίαι).
§50Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε Λύρα, περᾶστε εἰς τὸ βῆμα νὰ τὸ εἴπητε. (Θόρυβος).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη δικογραφία διότι ὁσάκις ἔρχονται δικογραφίαι ἀνακοινοῦνται εἰς τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἑδωλίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου ἔχει τὸν λόγον.
§52Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, προὐκάλεσα μίαν ψῆφον ἀθώαν ἐπὶ ἀνωτέρου ἐπιπέδου, κηδόμενος τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν Ἑλλήνων βουλευτῶν. Κύριοι συνάδελφοι, χιλιάδες μηνύσεων ὑποβάλλονται. Εἰς τὴν δημοσιότητα δὲν ἔρχεται καμμία. Ὁ οἱοσδήποτε ἀνεύθυνος, ὁ οἱοσδήποτε κακοήθης, ὁ οἱοσδήποτε ἀνώμαλος ἄνθρωπος ἐὰν ὑποβάλῃ μήνυσιν κατὰ βουλευτοῦ, θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα, θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰς ἐφημερίδας, θὰ προκληθῇ ψηφοφορία διὰ τὴν πλέον ἀσύστατον καὶ ἀσήμαντον κατηγορίαν. Ἐξ αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, ἐλαυνόμενος, ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θὰ ὤφειλον νὰ κάμουν μίαν σύστασιν πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς: νὰ κάμουν χρῆσιν τῆς δικονομικῆς διατάξεως περὶ προκαταρκτικῆς ἐξετάσεως καὶ νὰ μπαίνουν εἰς τὸ Ἀρχεῖον αἱ μηνύσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀβάσιμοι. Δυστυχῶς, ἐδόθη εὐκαιρία εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Φθιωτιδοφωκίδος βουλευτὴν νὰ μεταφέρῃ ἐπὶ ἄλλου ἐπιπέδου τὴν συζήτησιν. Καί, ἐν πρώτοις, εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συνταγματικὴ δοξασία τὴν ὁποίαν ἐξέφερε ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς. Τὸ Σύνταγμα εἶναι σαφὲς εἰς τὴν διάταξίν του, κύριε συνάδελφε. Λέγει: «Βουλευτής, διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς περιόδου, δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος. Τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματα». Καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίξατε εἶναι ἀπαράδεκτον, δὲν ἀντέχει κἂν εἰς δημοσίαν συζήτησιν καὶ δὲν προχωρῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Διότι, οἱ συνάδελφοι, εἴτε νομικοί, εἴτε μὴ νομικοί, ἔχουν πλήρη κατανόησιν τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἔχει κατοχυρώσει τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν.
§53Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ποίαν ἀσυλίαν, κ. Παπασπύρου;
§54Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Δι’ οἱονδήποτε ἀδίκημα ἐκτὸς τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος. Εἶναι σαφέστατον τὸ πρᾶγμα. Ἀλλά, πέραν αὐτοῦ, μεταφέρατε, κύριε συνάδελφε, εἰς ἕνα χαμηλὸν ἐπίπεδον μίαν συζήτησιν ἀπολύτως θεωρητικήν, ἀποβλέπουσαν καὶ ἀποσκοποῦσαν εἰς τὴν περιφρούρησιν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Διότι εὑρήκατε τὴν εὐκαιρίαν, κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει σημειωθῆ ἄλλοτε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν εἰς ὅλας τὰς ἐποχάς, εἰς ὅλας τὰς κοινοβουλευτικὰς περιόδους, ἐπισείοντες φύλλα ἐφημερίδων ἢ ἄλλα στοιχεῖα καὶ ἔγγραφα, νὰ στραφῆτε ἐναντίον συναδέλφων σας, διότι, κατὰ σύμπτωσιν, ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας των, κατὰ συναδέλφων σας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§55Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Νὰ εἶσθε εὐπρεπέστερος καὶ πρὸς... (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι — ὁ κ. Καλαντζῆς συνεχίζει μὴ ἀκουόμενος)...
§56Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἡ στάσις σας δὲν ἦτο... (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§57Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἶσθε εὐπρεπέστερος... (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§58Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἦτο πολὺ ἀτυχὴς ἡ στάσις τὴν ὁποίαν ἐτηρήσατε εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἐξήγησα τὴν φράσιν μου καὶ σᾶς λέγω ὅτι ὑπῆρξεν ἀτυχής, τοὐλάχιστον— καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ δώσω ἄλλον χαρακτηρισμὸν — ἡ γραμμὴ τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσατε. Καί, ἑνὸς κακοῦ δοθέντος, ἐδημιουργήθη κάτι ἄλλο ἀπαράδεκτον. Καὶ τί εἶναι, πρὸς ὑμᾶς, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι τῶν κυβερνητικῶν ἑδωλίων, νὰ προσάψῃ μίαν μομφὴν εἰς βάρος ἡγέτου κόμματος, μομφὴν ἡ ὁποία διεψεύσθη ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον. Διότι, ὁ κ. Λύρας, νομικός, γνωρίζει ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς, εὐθὺς ὡς ὑποβληθῆ μία μήνυσις, τὴν διαβιβάζουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Εἶναι μία τυπικὴ διαδικασία ἡ ὁποία.... (Θόρυβος).
§59Ι. ΛΥΡΑΣ. (Ἐν μέσῳ τοῦ θορύβου ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος)...
§60Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἦτο πάρα πολὺ εὔκολον νὰ τὸ πληροφορηθῆτε, διότι εἶσθε καὶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐρρίψατε ἕνα σπίλον εἰς βάρος συναδέλφου σας.... (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).... Ἐπεχειρήθη ἀπὸ τὰ κυβερνητικὰ ἑδώλια ἕνας ἀντιπερισπασμός. Ἀλλ’ ὁ ἀντιπερισπασμὸς αὐτὸς ὑπῆρξεν ἄνευ ἀποτελέσματος. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὡρισμέναι ἀταξίαι, διὰ τὰς ὁποίας σύσσωμος ἡ Βουλή, ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν Παπαεμμανουήλ, σύσσωμος ἡ Βουλή, ἀπεδέχθη τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσοφαρισθοῦν μὲ τοὺς ὑπαινιγμοὺς καὶ μὲ τὴν προσπάθειαν τῆς κατασυκοφαντήσεως συναδέλφων. Λυποῦμαι, διότι ἐξετράπη ἡ συζήτησις καὶ ἐκφράζω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τὴν βαθυτάτην μου λύπην διότι ἀπὸ μίαν ἀθώαν παρατήρησίν μου ἐξετράπη ἡ συζήτησις καὶ ἔφθασεν εἰς ἐπίπεδον πολὺ χαμηλόν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§62Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, προκειμένου περὶ ὑπευθύνου ἀσκήσεως μιᾶς διαδικασίας τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα μᾶς ἐπιβάλλει ὡς καθῆκον, νὰ ἐξάπτεται τὸ πνεῦμα καὶ αἱ συζητήσεις νὰ λαμβάνουν τοιαύτην τροπήν, ὥστε αἱ ἀποφάσεις αἱ σημεριναὶ καὶ τὸ μέλλον τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ νὰ λάβουν μίαν οὐσιώδη ἀλλοίωσιν τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλησε τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν συμφέρει διὰ τὸν λαὸν καθ’ ὅσον θὰ παρεμποδίζῃ τὸν Δημόσιον ἔλεγχον. Ἄς ἐπαναφέρωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἐπιστημονικοῦ ἐπιπέδου. Ὁ κ. συνάδελφος Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος μὲ τὸν ὁποῖον ἔχομεν βαθυτάτην ἀντίθεσιν γνωμῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην δημιουργίας ἑνὸς κλίματος ἠρέμων πολιτικῶν ἠθῶν, διότι αὐτὸς προτιμᾷ τὸν ἐμπρησμὸν καὶ τὴν ἀνάφλεξιν τοῦ φανατισμοῦ, ὡμολόγησε ὅτι περὶ τὰ συνταγματικὰ θέματα δὲν εἶναι εἰδικός, ἀλλ’ ἐπεκαλέσθη ἑρμηνείας τελείως ἀνεπιτυχεῖς καὶ ἔξω τοῦ συζητουμένου θέματος, διότι ἐπεκαλέσθη τὴν διάταξιν καθ’ ἣν βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται ἕνεκα γνώμης ἢ ψήφου δοθείσης παρ’ αὐτοῦ εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς καὶ λοιπὰς Ἐπιτροπὰς τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων. Ἀλλὰ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν τίθεται ζήτημα αἰτήσεως ἄρσεως ἀσυλίας. Τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ κατοχυρώσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν βουλευτῶν εἶπεν ὅτι δὲν καταδιώκεται, οὔτε ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται διὰ τὰς ἐκφραζομένας γνώμας κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων. Δηλ. δὲν ὑπάρχει ἀδίκημα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἕν. Πέραν τούτου, ὅμως, ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἠθέλησε βάσει κανόνων ποὺ ὑπάρχουν εἰς ὅλα τὰ πολιτεύματα τοῦ κόσμου νὰ κατοχυρώσῃ τὸν βουλευτὴν ἀπὸ διώξεις τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων καὶ ἰδίως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἴτε δικαστικῶν ἐχόντων γνώμας διαφόρους καὶ ἐθέσπισε νὰ μὴ γίνεται δίωξις ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματος. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς καὶ παρ’ ὅλων παραδεδεγμένον. Ἐπ’ αὐτοῦ πρῶτον δὲν ἠθέλησε νὰ μετατρέψῃ τὴν Βουλὴν εἰς δικαστήριον. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἡ χορήγησις τῆς ἀδείας πρόκριμα τοῦ ὅτι ἡ Βουλὴ κρίνει τὸν συνάδελφον ἔνοχον ἢ ἀθῶον. Δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπεισέλθωμεν εἰς τὰς ἐξουσίας τῆς δικαστικῆς λειτουργίας. Αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὰ δικαστήρια. Δεύτερον ὅτι δὲν προσέθεσε μίαν δικονομικὴν διατύπωσιν, δηλαδὴ δὲν μᾶς μετέβαλεν εἰς ἕνα αὐτόματον μηχανισμὸν παροχῆς ἀδείας, ὁσάκις τοῦτο ζητηθῇ, ἀλλὰ ἐζήτησε νὰ ὑπάρχῃ πολιτικὴ κρίσις, ἡ δὲ πολιτικὴ κρίσις περὶ τοῦ ἐὰν εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν ἐπιτρέπεται ἢ ὄχι δίωξις ἐφαρμοσθεῖσα ἐπὶ μακρὸν καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον καὶ εἰς τὰ ξένα Κοινοβούλια, ἐπῆρε περίπου ἕνα συγκεκριμένον καὶ πάγιον περιεχόμενον ὅτι ὁσάκις ἐγκαλεῖται τις δι’ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον καθεαυτὸ ἔχει χαρακτῆρα ἀτιμωτικόν, παραβάσεως κανόνος τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ Δικαίου, δι’ ἀδίκημα κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον σοβαρόν, ὄχι ἕνα πταῖσμα ἢ ἡ κατασπάραξις τῆς ὄρνιθος τοῦ γείτονος ὑπό τινος κυνὸς ἑνὸς συναδέλφου, ὁσάκις ὑπάρχει ἓν τοιοῦτον ἀδίκημα, χωρὶς ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς νὰ σημαίνῃ πρόκριμα περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ ἐγκαλουμένου συναδέλφου, νὰ χορηγῆται ἡ ἄδεια. Ὁσάκις, ὅμως, ἐγκαλεῖται τις δι’ ἀδίκημα τοῦ Τύπου ἢ πολιτικὸν ἐν γένει, δι’ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον καὶ ἐὰν δὲν ἐτελέσθη ἐν τῇ ἐνασκήσει τῇ ἀμέσῳ τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, ὁπωσδήποτε ἐμπίπτει εἰς τὸν κύκλον τῆς πολιτικῆς δραστηριότητος τοῦ ἐγκαλουμένου, ἀπηχεῖ γνώμας τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς θὰ ἠδύνατο κάλλιστα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκθέσῃ, καθιερώθη παγίως ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρνεῖται τὴν χορήγησιν ἀδείας διώξεως, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἔμμεσον ἀλλὰ σαφῆ περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας ἀσκήσεως τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου. Εἶναι δὲ βέβαιον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ μοῖρα ἡ ἐκλογικὴ εἶναι παλίνδρομος καὶ ἄλλοτε εὑρίσκεταί τις εἰς τὰ ἑδώλια τῆς συμπολιτεύσεως καὶ ἄλλοτε εἰς τὰ ἑδώλια τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν ἔχει νὰ κινδυνεύσῃ τὸ Ἔθνος καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ ἀπὸ μίαν ὑπερβολὴν ἐλέγχου. Ἔχουν, ὅμως, πάντοτε νὰ κινδυνεύσουν ἀπὸ τὴν φίμωσιν τοῦ ἐλέγχου, ὡς θὰ συνέβαινεν ἐὰν λ.χ. ὁ συνάδελφος κ. Τζαννετάκης δὲν ἀπεκάλυπτεν τὰ ὅσα ἀπεκάλυψεν ἀπὸ τῶν στηλῶν τῆς ἐφημερίδος του καὶ τὰ ὁποῖα πράγματι ὠφέλησαν τὸ δημόσιον συμφέρον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποκρυστάλλωμα μιᾶς παγίας ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῶν κειμένων ἀπὸ τὰς Βουλάς, καὶ τὰς προηγουμένας καὶ τὴν παροῦσαν, ἀπὸ τῆς καθιερώσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀσυλίας.
§63Α. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ τὸ ὁποῖον ὁμοφώνως υἱοθέτησεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης.
§64Η. ΗΛΙΟΥ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Ὅταν ἠρχίσαμεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάζωμεν αἰτήσεις ἄρσεως τῆς ἀσυλίας ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποτραπῇ τὸ ἐνδεχόμενον ἡ κρίσις, ἡ γνωμοδότησις, τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν τοποθέτησιν τὴν πολιτικήν, ὁμοφώνως ἀπεφασίσαμεν — καὶ εἶναι τοῦτο πρὸς τιμὴν καὶ τῆς πλειοψηφίας — νὰ ἐμμείνωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον καὶ τὰ ξένα Κοινοβούλια παγίως ἐνομολόγησαν καὶ ἐφήρμοσαν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν μάλιστα, ὅσον καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ εἶμαι δυσάρεστος καὶ εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος καὶ εἰς τὸν συνάδελφον ἐκ Πειραιῶς κ. Τζαννετάκην, ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀσυλία δὲν εἶναι κανενὸς εἴδους προνόμιον προσωπικόν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου νὰ δύναταί τις νὰ παραιτῆται. Ἀλλ’ εἶναι κατοχύρωσις τῶν θεσμῶν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος καὶ ὅσον καὶ ἐὰν συνάδελφος ζητῇ νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὴν ἀσυλίαν ἐπὶ διώξει δι’ ἀδίκημα τοῦ Τύπου, δι’ ἀδίκημα πολιτικοῦ περιεχομένου, πρέπει ἡ Βουλή, συνεχίζουσα μίαν παράδοσιν παγίαν καὶ σώφρονα νὰ ἀρνηθῇ τὴν χορήγησιν τῆς ἀδείας. Εἶναι πρὸς τιμὴν καὶ τοῦ συναδέλφου ὁ ὁποῖος προεκάλεσε ἀπροκλήτως ἕνα θέμα ἁπτόμενον τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, εἶναι πρὸς τιμήν του ὅτι ὡς Εἰσηγητὴς τῶν περισσοτέρων ἐπὶ τῶν συζητουμένων αἰτήσεων ἄρσεως τῆς ἀσυλίας, προέτεινε τὴν μὴ χορήγησιν τῆς ἀδείας, διότι, ἐξαιρέσει ἑνὸς ἀσημάντου μικροῦ ἀδικήματος κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου, ὅλαι αἱ ἄλλαι αἰτήσεις ἀφοροῦν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας δι’ ἀδικήματα Τύπου, δι’ ἀδικήματα σαφῶς πολιτικά, δι’ ἀδικήματα ποὺ καὶ ἐὰν εἶναι ἀδικήματα, ἀποτελοῦν προέκτασιν τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου καὶ θὰ εἶναι μεγαλύτερος κίνδυνος ἐὰν φιμωθῇ ὁ πολιτικὸς ἔλεγχος, παρὰ ἐὰν ὑπάρξῃ ἐνδεχομένως ὑπέρβασις τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ὑγιεῖς ἀρχάς. Αἱ ἄλλαι ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι ὑπεστηρίχθησαν εἶναι μία νοοτροπία τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν παραδέχομαι καὶ ἡ ὁποία νοοτροπία χαρακτηρίζει τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Νοοτροπία δὲ ἡ ὁποία τείνει εἰς τὸ νὰ ἐξαφθοῦν τὰ πάθη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ ὑπάρξῃ ἐκ νέου διχασμὸς καὶ διαίρεσις. Νομίζω ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ὀρθὴν τοῦ Συντάγματος ἑρμηνείαν καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμείνῃ κανεὶς τοιαύτην ἀπὸ τὸν συνάδελφον, ὁ ὁποῖος συνέπραξεν εἰς Κυβέρνησιν καταλύσασαν τὸ Σύνταγμα καὶ δικτατορικῶς διακυβερνήσασαν τὴν Χώραν. (Χειροκροτήματα).
§65Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, κύριος συνάδελφος, ἀγκιστρωθεὶς ἀπὸ μίαν δήλωσίν μου, ὅτι δὲν εἶμαι εἰδικὸς περὶ τὰ συνταγματικά, ἐξέθεσεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος μερικοὺς Συνταγματικοὺς ἀκροβατισμοὺς τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν ἀνάγκην. Πάντως τὰ ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος ἔρχονται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰ ὅσα ἐδίδαξεν ὁ σοφὸς νομοδιδάσκαλος Σαρίπολος. Ὁ κ. Ἠλιοῦ καταλήγων ἐδήλωσεν ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν τὴν ἀνάφλεξιν τῶν παθῶν καὶ διαιώνισιν τοῦ μίσους εἰς τὸν λαόν. Πλανᾶται ὁ κ. συνάδελφος πλάνην οἰκτράν, φρονῶν ὅτι μὲ ἕνα τοιοῦτον ἀφορισμὸν ἐναντίον μου ἐλαφρύνει τὴν θέσιν τὴν ἰδικήν του καὶ τῆς παρατάξεώς του. Εἴμεθα πάντοτε, καὶ ἠγωνίσθημεν πρὸς τοῦτο ὑπὲρ τῆς ἐσωτερικῆς εἰρηνεύσεως καὶ γαλήνης. Ἐκεῖνοι μὲ τὰ συνθήματά των τροφοδοτοῦν τὴν διχόνοιαν καὶ ἀποτρέπουν τὴν ἐσωτερικὴν εἰρήνευσιν. Ἐκεῖνοι εἶναι οἱ στρεφόμενοι ἐναντίον τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος καὶ ἀποτελοῦν ἐκτροπὴν ἐκ τῆς Ἐθνικῆς πορείας. Εἰς τὸν συνάδελφον κ. Παπασπύρου ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλω τὴν ἐρώτησιν, δεδομένου ὅτι πρόκειται περὶ ἐγκρίτου νομικοῦ, διατελέσαντος καὶ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης: εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ Συνταγματικὸς Νομοθέτης ὅταν ἐθέσπιζε τὴν διάταξιν περὶ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον βουλευτὴς νὰ εὑρίσκεται ἐπὶ κεφαλῆς ἐφημερίδος διὰ τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν καὶ μόνον τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῆς ἐφημερίδος;
§66Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος, κ. Παπασπύρου, ἐξαπέλυσε μίαν συζήτησιν ἐκ τοῦ μὴ ὄντως καὶ μᾶς ἔρριψε, χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν, μέσα εἰς μίαν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔχει καὶ τὰ καλά της καὶ τὰ κακά της. Τὸ καλὸν εἶναι ὅτι ἠκούσαμεν ὡρισμένα οὐσιώδη καὶ σημαντικὰ ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως πράγματα σχετικῶς μὲ τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν καὶ ἐπ’ αὐτῶν διὰ νὰ ξεκαθαρίσῃ κάπως τὸ ζήτημα, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα τινά. Ἤθελον ἐν πρώτοις νὰ δημιουργήσω ἕνα κλῖμα κατευνασμοῦ. Αὐτὸ ἐλπίζω ὅτι ἤδη θὰ ἐπιτευχθῇ. Τί σημαίνει τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιόν μας; Ἐρωτώμεθα ἂν θέλωμεν νὰ ἀρθῇ ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία ἑνὸς βουλευτοῦ. Ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἐλέχθη, δὲν πρόκειται ἡμεῖς νὰ ὑποκαταστῶμεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ. Δὲν θὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὁ βουλευτὴς εἶναι ἔνοχος ἢ ὄχι. Ὅταν ἡμεῖς αἴρωμεν τὴν ἀσυλίαν ἑνὸς συναδέλφου δὲν τὸν καταδικάζομεν. Ἐξετάζομεν μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιτάσσει ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης. Ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης δὲν ἤθελε νὰ δημιουργήσῃ μίαν τάξιν προνομιούχων ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἰσχυροτέρα ἀπέναντι τῆς σπάθης τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοὺς κοινοὺς πολίτας. Ἤθελεν ἁπλῶς ἀπέναντι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἢ καὶ τῆς δικαστικῆς, ἡ ὁποία θὰ ἤθελε νὰ διώξῃ μέλη τῶν Κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων, νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐγγύησις ὅτι εἰς τὴν δίωξιν ἑνὸς βουλευτοῦ κρατεῖ μόνον ἡ πρόθεσις τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ποινικοῦ νόμου, καὶ ὄχι πνεῦμα πολιτικῆς σκοπιμότητος, νὰ προστατευθῇ τοὐτέστιν τὸ μέλος τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος ἀπὸ ἐνεργείας ἀποβλεπούσας εἰς πολιτικὴν δίωξιν ἑνὸς βουλευτοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ ἐνεργείας ἀποβλεπούσας τὸν κολασμὸν ἀδικοπραξίας του. Δὲν ἤθελε νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν βουλευτὴν ἀπὸ τὸ χρέος νὰ τιμωρῆται ὅταν διαπράττῃ ἕνα οἱονδήποτε ἀδίκημα κολαζόμενον ἀπὸ τὸν νόμον. Ἡ βούλησις τοῦ νομοθέτου ἑπομένως δὲν εἶναι βούλησις ἐπεμβάσεως εἰς τὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ δικαστικῆς κρίσεως, ἀλλὰ πνεῦμα κατοχυρώσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐφ’ ὅσον διώκεται ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα ἢ μέσῳ τοῦ Εἰσαγγελέως ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν μὲ κάποιαν αἰχμὴν πολιτικήν. Ὅταν ἐρωτᾶται, λοιπόν, ἡ Βουλὴ ἐὰν θὰ διωχθῇ ὁ αʹ ἢ ὁ βʹ βουλευτής, τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον θὰ θέσωμεν εἰς τὴν συνείδησίν μας εἶναι τὸ ἑξῆς: Αὐτὴ ἡ δίωξις διατὶ γίνεται; Γίνεται διότι ἀποτελεῖ προέκτασιν τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ βουλευτοῦ νὰ ἐλέγχῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; Ἐὰν τοῦτο διαπιστώσωμεν, ὀφείλομεν νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Ἀλλὰ ἐὰν πρόκειται περὶ μιᾶς διώξεως εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει καμμία αἰχμὴ πολιτική, ἐὰν πρόκειται περὶ μιᾶς διώξεως τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ὁ βουλευτὴς ἀσχέτως τελείως πρὸς πᾶσαν πολιτικὴν πρόθεσιν, διὰ ποῖον λόγον καὶ ἐν τίνι δικαιώματι ὁ βουλευτὴς θὰ ἔχῃ προνόμιον ἀσυδοσίας ἔναντι οἱουδήποτε ἄλλου; Οὔτε θέλει τὸ Σύνταγμα τοιαύτας προνομίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ τοποθέτησις τοῦ ζητήματος. Πλὴν αὐτοῦ ἐθίγησαν καὶ δύο ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι σοβαρὰ καὶ τὰ ὁποῖα χωρὶς νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ λύσωμεν ἀπόψε, πρέπει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ τὰ σκεφθῇ, διότι κάποτε θὰ τὰ συναντήσωμεν εἰς τὸν δρόμον μας. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, ἐδῶ πέρα διὰ ψύλλου πήδημα διώκονται βουλευταὶ καὶ δημιουργεῖται ἕνα εἶδος μειώσεως τοῦ κύρους ἑκάστου βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται ὡς δικαστικῶς διωκόμενος. Δημιουργεῖται οὕτω μία παρεξήγησις εἰς βάρος τοῦ βουλευτοῦ. Λέγει, λοιπόν, ὁ κ. Παπασπύρου νὰ γίνεται ἓν εἶδος προκαταρκτικῆς ἐξετάσεως τῆς μηνύσεως καὶ ἔπειτα νὰ διαβιβάζεται αὕτη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ θεωρίαν δέχομαι καὶ ἐγὼ τοῦτο ὡς ὀρθόν, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
§67Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Τὸ ἐπιτρέπει ἡ Δικονομία.
§68Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Τὸ Σύνταγμα τί λέγει; Πᾶσα ἐνέργεια δικαστικὴ ἐναντίον βουλευτοῦ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, ἐὰν δὲν εἴπῃ τὸ ναὶ ἡ Βουλή. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, δὲ ἔχομεν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, φοβοῦμαι ὅτι κάθε ἐνέργεια οἱασδήποτε φύσεως θὰ ἦτο ἀντισυνταγματική. Ἡ ἐπιφύλαξίς μου εἶναι μόνον νομική.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω καὶ ἐγὼ μίαν διακοπήν. Παρεκάλεσα τὸν κ. Εἰσαγγελέα νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ εἰς τὸ γραφεῖον μου, μετὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο προχθές, καὶ εἶχον μίαν μακρὰν συζήτησιν μετ’ αὐτοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν τοῦ ἐξέφρασα τὰς ἀπόψεις μου, αἱ ὁποῖαι καὶ συμπίπτουν μὲ τὰς ἀπόψεις τοῦ Σώματος. Ἠρώτησα τὸν κ. Εἰσαγγελέα διατὶ δὲν ἔκαμε χρῆσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ μοῦ ἀπήντησεν ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν προκειμένῳ, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει καὶ αὐτὸ ἀκόμη, ὡς ἐνέργειαν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἑπομένως πρέπει προηγουμένως νὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία, διὰ νὰ γίνῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἐνέργεια. Αὐτὰ μοῦ εἶπεν ὁ κ. Εἰσαγγελεύς. Καὶ ὡς βλέπετε, τὸ Προεδρεῖον ἔκαμεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ.
§70Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρέχω καὶ εἰς Ὑμᾶς καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν πληροφορίαν, ὅτι οἱ ἑρμηνευταὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἀποδέχονται ἄνευ ἀντιρρήσεως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διώξεως, ὅτι ἡ προκαταρκτικὴ ἐξέτασις δὲν ἀποτελεῖ δίωξιν. Παρέχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἰς τὸ 1952, ἐπὶ 10 τοὐλάχιστον περιπτώσεων ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς ἐπελήφθη προκαταρκτικῆς ἐξετάσεως καὶ διαπιστώσας τὸ ἀβάσιμον τῆς κατηγορίας κατὰ τῶν βουλευτῶν καὶ Ὑπουργῶν, τὰς ἔθεσεν εἰς τὸ ἀρχεῖον. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, θὰ δώσω καὶ μίαν ἄλλην πληροφορίαν ἐπὶ γενικωτέρας ὑποθέσεως. Ὅταν ἐδημιουργήθη ὁ θόρυβος ὁ δημοσιογραφικὸς διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ συναλλάγματος, δὲν ἔφθασε τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπῆρχε βούλευμα καὶ τὰς ἀνακρίσεις τὰς ἐπώπτευσεν ὁ μετέπειτα Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ χωρὶς νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ ἐξεδόθη βούλευμα ἀπαλλακτικὸν καὶ ἀποκατεστάθησαν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες. Βλέπετε ὅτι ἔχομεν σαφέστατα δεδομένα τοῦ παρελθόντος. Πῶς εἶναι δυνατὸν τώρα νὰ ἀποφύγωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψιν καὶ νὰ πᾶμε ἀλλοῦ;
§71Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερν.). Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχετε καὶ ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀντίθετον μὲ τὴν ἄποψίν σας, καθ’ ἣν στιγμὴν ἄλλοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συμφωνοῦν μὲ τὴν ἄποψιν αὐτὴν θεωρητικῶς, κύριε Παπασπύρου, διότι εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ἐγὼ θὰ φθάσω εἰς τὸν σκοπόν, εἰς ὃν θέλετε νὰ φθάσητε καὶ σεῖς, τὸ ζήτημα ὑπάρχει. Τονίζω, ὅτι ὁ δισταγμός μου εἶναι καθαρῶς συνταγματικός. Πέραν τούτου, δημιουργεῖται καὶ ἕνα ἄλλο οὐσιῶδες ζήτημα. Ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος κ. Καλαντζῆς, ἕν ἐρώτημα. Δημιουργεῖται μεταξὺ τῶν βουλευτῶν μία τάξις προνομιοῦχος, ἡ τάξις τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι συμβαίνει νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ διευθυνταὶ ἐφημερίδων. Καὶ ναὶ μὲν δὲν δύναται κανεὶς νὰ τοὺς ἀμφισβητήσῃ ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὅλοι οἱ ἄλλοι βουλευταί, ἀλλὰ ἐδῶ, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ἀκτινοβολεῖ, πέραν τῆς βουλευτικῆς των δράσεως, τὸ μέγα ἀγαθὸν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας εἰς τὸν χῶρον τῆς δράσεως αὐτῶν ὡς δημοσιογράφων. Καὶ ἔθεσε τὸ ἐρώτημα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ὅταν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης κατοχυρώνει τὸν βουλευτὴν διὰ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, ἤθελε νὰ δημιουργήσῃ συγχρόνως καὶ μίαν κατηγορίαν προνομιούχων δημοσιογράφων, μὴ ὑπαγομένων εἰς τὸν νόμον, διότι συμβαίνει ταὐτοχρόνως νὰ εἶναι καὶ βουλευταί; Μίαν κατηγορίαν προνομιούχων ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι μένουν ἀκαταδίωκτοι; Δὲν θέλω νὰ κάμω μίαν κρίσιν οὐσίας συγκεκριμένην αὐτὴν τὴν στιγμήν, κάμνω καθαρῶς θεωρητικὴν συζήτησιν. Εἶναι, ὅμως, ἐν τῷ πνεύματι τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου αὐτὴ ἡ ἀνισότης; Θὰ μοῦ εἴπητε, ποίαν λύσιν δίδεις. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δώσω λύσιν. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶμαι ἕτοιμος.
§72Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἕτερος ὑπεύθυνος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαγορεύσητε εἰς τὸν βουλευτήν, τὸν κατ’ ἐξοχὴν ἁρμόδιον, νὰ ἐκδίδῃ ἐφημερίδα.
§73Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερν.). Οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ ἐκδίδῃ ἐφημερίδα. Ἀλλὰ πολὺ ὀρθῶς, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Χανίων κ. Μητσοτάκης, κάμνει μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν διὰ πρώτην φορὰν ἀντιμετωπίζω, ἀλλὰ μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν Νομίζω ὅτι θὰ ἠδύνατο αὕτη νὰ ἀποτελέσῃ μίαν ἐνδεχομένην λύσιν. Πάντως αὐτὸ εἶναι σοβαρὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέκυψεν ἀπὸ τὴν συζήτησιν καὶ πρέπει ὅλοι νὰ τὸ σκεφθῶμεν.
§74Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Παρὰ τὴν διάθεσίν μου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικοβοιωτίας συναδέλφου, διότι προεκλήθη καὶ ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ τοῦ ἀνευθύνου, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα, διὰ τὰς πράξεις καὶ τοὺς λόγους τοῦ βουλευτοῦ, τοὺς σχετιζομένους μὲ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, καὶ τῆς ἀσυλίας, τὴν ὁποίαν ἔχει καθιερώσει τὸ Σύνταγμα, διὰ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν τὸ Σύνταγμα καθιστᾷ ἀνεύθυνον τὸν βουλευτήν, εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν τὸ Σύνταγμα προσπαθεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν βουλευτὴν ἀπὸ τὴν ἄδικον καταδίωξιν, ἡ ὁποία θὰ ὠφείλετο εἰς πολιτικοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων θὰ ἐπεδιώκετο νὰ μὴ ἀκούεται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ φωνὴ τοῦ ἀντιπολιτευομένου κατὰ κανόνα βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος στερούμενος τῆς ἀσυλίας του, θὰ ὡδηγεῖτο ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχει καθιερωθῆ ἡ ἀσυλία εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα. Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι καὶ εἰς τὸ θέμα αὐτό, ἔγινε κατάχρησις εἰς τὸν τόπον μας. Διότι καὶ τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα, τοῦ 1864, περιελάμβανε τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία κατωχύρωνε τὸν βουλευτὴν κατὰ τὴν περίοδον τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς. Καὶ ὥριζε, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, καὶ μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911, καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς Δημοκρατίας τοῦ 1927, καὶ τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ἴσχυσεν ἀπὸ τοῦ 1935 μέχρι τοῦ 1952, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἔχει τὴν ἀσυλίαν ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἀντιθέτως, ἐφ’ ὅσον διαρκοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, διαρκούσης δηλαδὴ τῆς βουλευτικῆς Συνόδου· ἐστερεῖτο δὲ τῆς ἀσυλίας μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπε εἰς τὴν δικαιοσύνην νὰ ἐπιλαμβάνεται καὶ τῶν ἀδικημάτων, τῶν ὁποίων ἔνοχοι καθίσταντο οἱ βουλευταί. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1952, δὲν ἠξεύρω ἐὰν εὐστόχως, ὑποθέτω, ὅμως, ἀστόχως, ἤθελε νὰ καταστήσῃ τὸν βουλευτήν, τρόπον τινά, ἀσύδοτον διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας, ὄχι ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλ’ ὡς πολίτης, ἐνεργεῖ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς βουλευτικῆς περιόδου. Καὶ εἶναι, νομίζω, μοναδικὸν Σύνταγμα εἰς τὸν κόσμον, τὸ ὁποῖον ἔχει καθιερώσει ἀσυλίαν τοῦ βουλευτοῦ διαρκούσης ὁλοκλήρου τῆς βουλευτικῆς περιόδου. Νομίζω, ὅμως, ὅτι μία διάταξις, ὄχι τόσον εὔστοχος τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαβάλῃ, ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης, τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ δίδεται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι οἱ βουλευταί, ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Συντάγματος, εἶναι δυνατὸν νὰ παραβιάζουν οἱανδήποτε διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, καὶ νὰ ὀχυροῦνται ὄπισθεν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, θὰ ἔπρεπε, καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας Βουλήν, νὰ παρέχεται ἡ ἄδεια τῆς διώξεως, ἡ ὁποία δὲν χρειάζεται εἰς τὰς ἄλλας Βουλάς, διότι ἐκεῖ, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, ἡ δικαιοσύνη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιλαμβάνεται τῆς διώξεως τῶν βουλευτῶν. Καὶ θὰ πρέπει, ὅπως ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασίν της ἡ Βουλή, νὰ ἐξετάσῃ, μόνον ἐὰν ἡ δίωξις τοῦ βουλευτοῦ, δι’ οἱονδήποτε ἀδίκημα τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐπιδιώκῃ πολιτικοὺς σκοποὺς καὶ ἀποτελεῖ προσπάθειαν νὰ μὴ ἀκούεται ἡ φωνὴ καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἀντιπολιτευομένου βουλευτοῦ, ἐλέγχοντος τὰς κυβερνητικὰς πράξεις. Θὰ ἔπρεπε οἱ βουλευταί, οἱ συνάδελφοι, μόνοι των, ὁσάκις διώκονται διὰ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας κάθε ἄλλος κοινὸς πολίτης θὰ ἔδιδε λόγον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, θὰ πρέπει μόνοι των νὰ ζητήσουν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, διότι δὲν θὰ πρέπει νὰ δημιουργῆται ἡ ἐντύπωσις ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν θὰ ἦτο ἀκριβὴς ἢ ὄχι, εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι οἱ βουλευταὶ ἀποτελοῦν προνομιοῦχον Σῶμα, ὅμιλον, ὁ ὁποῖος δὲν δίδει λόγον τῶν πράξεών του εἰς τὴν δικαιοσύνην. Βεβαίως, διὰ τοὺς βουλευτάς, ὑπάρχει τὸ δυσμενὲς προνόμιον, ὅτι περὶ τὸ ὄνομά των, ἐφ’ ὅσον συνδεθῆ μὲ τὴν ἀπόδοσιν μιᾶς οἱασδήποτε κατηγορίας, θὰ δημιουργηθῇ θόρυβος, ὁ ὁποῖος δὲν δημιουργεῖται διὰ τὸν κοινὸν πολίτην, κατηγορούμενον δι’ οἱανδήποτε παράβασιν. Ἀλλά, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν καὶ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ προνόμιον αὐτὸ εἶναι συνυφασμένον μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρός, τοῦ δημοσίου ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκπροσωπῇ τὸ Ἔθνος καὶ ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νὰ εὑρίσκεται ταγὸς τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ ἀφάνεια, ἂν μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, ἐξασφαλίζει εἰς τὸν κοινὸν πολίτην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐπιζητήσῃ ὁ βουλευτής, καὶ εἶναι γνωστή, ἀπὸ αἰώνων, ἡ ἔκφρασις ὅτι αἱ πράξεις τοῦ δημοσίου ἀνδρὸς πρέπει νὰ ἐλέγχωνται, ὄχι μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν δημόσιον, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἰδιωτικόν του βίον. Δὲν θὰ πρέπει, λοιπόν, νὰ ἀποτελῇ παράπονον τῶν βουλευτῶν ὅτι γύρω ἀπὸ τὸ ὄνομά των, δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν, θὰ δημιουργηθῇ θόρυβος. Τοὐναντίον μάλιστα ὁ θόρυβος αὐτὸς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ τίτλον τιμῆς τοῦ βουλευτοῦ, ἐμφανιζομένου ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ, ἐὰν πρέπει νὰ καταλογισθῇ εὐθύνη διὰ τὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὸν βουλευτήν. Νομίζω, ὅτι οἱ Ἕλληνες βουλευταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φοβοῦνται σύγκρισιν εἰς τὸ πεδίον αὐτὸ τῆς ἐντιμότητος καὶ τῆς προσαγωγῆς πρὸς τὸν νόμον μὲ τοὺς βουλευτὰς οἱασδήποτε ἄλλης Βουλῆς καὶ κατὰ συνέπειαν, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ βουλευταὶ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, νὰ ἐπιδιώκουν κατοχύρωσιν μείζονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὰ ξένα Συντάγματα ἔχουν καθιερώσει διὰ τοὺς βουλευτάς, τοὺς ξένους. Διότι, ἀναγκάζομαι, νὰ ἐπαναλάβω, διὰ τοὺς ξένους βουλευτάς, ὑπάρχει κατοχύρωσις μόνον, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς βουλευτικῆς συνόδου καὶ ὄχι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς βουλευτικῆς περιόδου. Ἐθίγη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον Ἀττικοβοιωτίας καὶ ἓν ἄλλο θέμα, σχετιζόμενον μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 31 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Συμμερίζομαι τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχή, ὁ Εἰσαγγελεύς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῇ ὁποιασδήποτε ὑποθέσεως, ἡ ὁποία καταλογίζεται ὁπωσδήποτε εἰς βάρος ἑνὸς βουλευτοῦ καὶ εἶναι ἠναγκασμένος ὁ Εἰσαγγελεύς, πρὸ πάσης οἱασδήποτε ἐνεργείας, νὰ ζητήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Δεδομένου μάλιστα, ὅτι αὐτὴ ἡ προκαταρκτικὴ ἐξέτασις, τὴν ὁποίαν καθιερώνει τὸ ἄρθρον 31 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, θὰ πρέπει νὰ καταλήξῃ μὲ μίαν δικαστικὴν βεβαίωσιν, περὶ τοῦ ἐὰν εἶναι ἔνοχος ὁ κατηγορηθεὶς ἢ δὲν εἶναι, παρέχει ἀφ’ ἑαυτῆς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ προκαταρκτικὴ ἐξέτασις ἐνέχει δίωξιν ἐναντίον τοῦ βουλευτοῦ καὶ τὴν δίωξιν αὐτὴν ἀπαγορεύει τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Συντάγματος, ἐὰν δὲν ἔχῃ παρασχεθῆ προηγουμένως ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς. Νομίζω, λοιπόν, παρὰ τὴν θύελλαν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, ἐξ Ἀττικοβοιωτίας, νομίζω, ὅτι ὑπῆρξε χρήσιμος ἡ συζήτησις καὶ χρήσιμα καὶ πολύτιμα ὅσα ἐλέχθησαν, ἰδιαιτέρως δὲ ὅσα προηγουμένως ἐξέθεσεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, διότι παρέχεται ἡ εὐκαιρία, διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, εἰς τὴν Βουλήν, νὰ διατρανώσῃ, ὅτι δὲν θέλουν οἱ Ἕλληνες βουλευταὶ προνόμια καὶ διακρίσεις ἔναντι τῶν ἄλλων πολιτῶν καὶ ὅτι, τοὐναντίον, αἰσθάνονται ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην, νὰ προσέρχωνται καὶ νὰ δίδουν λόγον τῶν πράξεών των, ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται ἐπὶ τῆς ψηφοδόχου οἱ κ. κ. Π. Ξενοδοχειάρης καὶ Θ. Μπάρμπας καὶ ἐπὶ τοῦ καταλόγου οἱ κ. κ. Ι. Διαμαντόπουλος καὶ Κ. Ἀποσκίτης. (Διεξαχθείσης μυστικῆς διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς, ἀνακοινοῦται ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα: Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 183. 1) Διὰ τὸν κ. Βουδούρην Κ., κατηγορούμενον ἐπὶ παραβάσει ἀστυνομικῆς διατάξεως καὶ τοῦ ἄρθρου 435 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 21, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 158. 2) Διὰ τὸν κ. Ἐφραιμίδην Β., κατηγορούμενον ἐπὶ περιϋβρίσει τῆς Ἀρχῆς, διασπορᾷ ψευδῶν εἰδήσεων διὰ τοῦ Τύπου καὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 85, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 97. 3) Διὰ τὸν κ. Ἐφραιμίδην Β., κατηγορούμενον ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει καὶ περιϋβρίσει τῆς Ἀρχῆς, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 83, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 99. 4) Διὰ τὸν κ. Ἐφραιμίδην Β., κατηγορούμενον ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 81, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 100. 5) Διὰ τὸν κ. Τζαννετάκην Π., κατηγορούμενον ἐπὶ διασπορᾷ ψευδῶν εἰδήσεων, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 82, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 100. 6) Διὰ τὸν κ. Τζαννετάκην Π., κατηγορούμενον ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 191 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος (διασπορᾷ ψευδῶν εἰδήσεων), ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 82, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 97. 7) Διὰ τὸν κ. Τζαννετάκην Π., κατηγορούμενον ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 77, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 106. 8) Διὰ τὸν κ. Τζαννετάκην Π., κατηγορούμενον ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 76, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 106. 9) Διὰ τὸν κ. Τζαννετάκην Π., κατηγορούμενον ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 78, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 104. 10) Διὰ τοὺς κ. κ. Τζαννετάκην Π. καὶ Καρτάλην Γ., κατηγορουμένους ἐπὶ συκοφαντικῇ διὰ τοῦ Τύπου δυσφημήσει, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας των 77, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας των 104. 11) Διὰ τὸν κ. Τριανταφυλλίδην Ι., κατηγορούμενον ἐπὶ καθυστερήσει ἀγορᾶς ἐνσήμων διὰ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρετοῦντας μισθωτούς, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 31, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 149. 12) Διὰ τὸν κ. Χασὰν Γιουσούφ, κατηγορούμενον ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 29, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 154. 13) Διὰ τὸν κ. Γουδελῆν Σ., κατηγορούμενον ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει, ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 28, ἐναντίον τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας του 154. Συνεπῶς, δὲν ἐχορηγήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἄδεια διώξεως εἰς οὐδένα ἐκ τῶν ἀνωτέρω κ.κ. βουλευτῶν διὰ τὰ ἀδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγοροῦνται. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 10.40′ μ.μ.)