1955.12.13
4.558 στίχοι · 32.857 λέξεις · 281 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16η.
Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 1955
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6,30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Ἡλιόπουλος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Λ. Δερτιλῆς (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν τοῦ Νόμου 3274)1955 καὶ συμπληρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 3303)1955». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Λόντος καὶ Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ ἀντικαταστάσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Βουδούρης καὶ Δ. Λόντος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ ἀντικαταστάσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ρουμάνης, Θ. Κιζάνης, Χ. Παναγιωτίλιας, Ι. Λαμπρόπουλος, Δ. Κουτσιμπός, Γ. Τζατζάνης, Π. Πολυχρονίδης, Ν. Ζορμπᾶς, Σ. Γουδελῆς, Σ. Κωτιάδης, Ι. Ψαρρέας, Γ. Γρηγορίου, Ι. Ριζιώτης καὶ Ε. Κοθρῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ ἀντικαταστάσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ κ. κ. Γ. Πλατῆς, Ε. Σαββόπουλος καὶ Ι. Ζίγδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ ἀντικαταστάσεως, τροποποιήσως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Χλουβεράκης, Ε. Μπακλατζῆς, Κ. Παπαδόπουλος, Κ. Μουρατίδης, Α. Παπαχριστοδούλου, Γ. Τζαμαλούκας, Χ. Ντινίδης καὶ Ι. Λαμπρόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ ἀντικαταστάσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Ντεντιδάκης, Δ. Παπασπύρου, Ε. Κοθρῆς, Α. Ἀντωνίου, Δ. Ζησόπουλος, Ν. Κρασαδάκης καὶ Λ. Κίκας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ ἀντικαταστάσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Κοτσώνης, Θ. Διακουμόπουλος καὶ Λ. Βαμπούλης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ ἀντικαταστάσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Τσοῦρνος, Β. Βραχνός, Α. Λαμπρόπουλος, Ν. Ράπτης, Π. Βουδούρης, Μ. Κοτσώνης, Α. Φράγκος, Λ. Παπασταύρου, Δ. Ζησόπουλος, Ι. Λύρας, Θ. Καλκάνης, Π. Μόντζαλας, Η. Παπαηλιοῦ, Ν. Σταθόπουλος, Γ. Μεταξᾶς, Ν. Βαρβιτσιώτης, Ε. Μπακλατζῆς, Θ. Μανωλόπουλος, Δ. Μπερδελῆς, Λ. Οἰκονομόπουλος, Ι. Ψαρρέας, Ν. Κάρτσωνας, Π. Λιαροῦτσος, Ν. Ἔξαρχος, Ι. Παππαπέτρου καὶ Ε. Ἀλιπράντης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ ἀντικαταστάσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Ζαννῆς, Μ. Καροῦσος, Ι. Λαμπρόπουλος, Λ. Βαμπούλης, Ν. Ζορμπᾶς καὶ Ε. Κοθρῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ ἀντικαταστάσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Τζουβάρας καὶ Γ. Μόδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς Ἀξιωματικοὺς Γραφείου». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Λύχνος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τοῦ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Διακουμόπουλος, Ν. Γκαργκάνας, Β. Μητσόπουλος, Ν. Γιμουρτατζῆς, Τ. Μιχαηλίδης, Α. Λεονταρίδης καὶ Φ. Νουρῆ, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τοῦ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Κάβδας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν δήμους καὶ κοινότητας». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Πλατῆς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν δήμους καὶ κοινότητας». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν δήμους καὶ κοινότητας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Μεταξᾶς καὶ Μ. Καροῦσος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων ἀναφερομένων εἰς τὴν εἴσπραξιν Δημοσίων Ἐσόδων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἀναστασόπουλος, Ν. Ρηγόπουλος, Μ. Ταμβακᾶς, Ν. Γιμουρτατζῆς, Ι. Λαμπρόπουλος, Α. Δόκος, Π. Βουδούρης, Γ. Ρουμάνης, Τ. Μιχαηλίδης, Κ. Λαμπριανίδης, Α. Λεονταρίδης, Δ. Περάκης, Δ. Πετροπουλάκος, Ι. Ἰντζές καὶ Θ. Καλκάνης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Ν. 2289)1952 «περὶ ἱδρύσεως φορολογικῶν Δικαστηρίων». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Πλαγιάννης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Ν. 2289)1952 «περὶ ἱδρύσεως Φορολογικῶν Δικαστηρίων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Βαμπούλης, Λ. Κουτσοπέταλος, Θ. Διακουμόπουλος, Ν. Ζορμπᾶς, Γ. Γρηγορίου, Ε. Ζαννῆς, Χ. Κόρακας, Λ. Κίκας, Μ. Χλουβεράκης, Σ. Κωτιάδης, Χ. Παπασταύρου, Ν. Βαρβιτσιώτης, Δ. Ἡρακλείδης, Ι. Δούμπας, Γ. Κοσμᾶς, Κ. Ποντίδης, Μ. Κοτσώνης, Β. Μητσόπουλος, Ν. Γιμουρτατζῆς, Π. Σταμούλης, Κ. Σαμαρᾶς, Ι. Λαυρεντίδης, Χ. Ντινίδης, Γ. Τζηρίδης, Α. Παπαβαλσάμης, Ν. Ρηγόπουλος, Κ. Θεοφανόπουλος, Λ. Οἰκονομόπουλος, Α. Τσιρώνης, Ι. Κοντολέων, Δ. Παπαδημητρίου, Π. Τριαντόπουλος, Α. Λεονταρίδης καὶ Γ. Βούλγαρης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς δώρου ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς Χριστουγέννων καὶ Πάσχα εἰς τοὺς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς συνταξιούχους τοῦ Δημοσίου κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Κάβδας καὶ Χ. Ντινίδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς δώρου ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς Χριστουγέννων καὶ Πάσχα εἰς τοὺς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς συνταξιούχους τοῦ Δημοσίου κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Σαμαρᾶς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 2413)53 «περὶ καταπολεμήσεως τοῦ δάκου τῆς ἐλαίας» ὡς ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη διὰ τῶν Ν. Δ. 2939)54 καὶ 3004)54 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Παμπούκας, Θ. Καλκάνης καὶ Κ. Σαμαρᾶς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 2413)53 «περὶ καταπολεμήσεως τοῦ δάκου τῆς ἐλαίας» ὡς ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη διὰ τῶν Ν.Δ. 2939)54 καὶ 3004)54 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Καροῦσος, Ν. Ἔξαρχος, Γ. Μεταξᾶς, Κ. Παπαδόπουλος, Χ. Παπασταύρου, Ι. Κοντοβράκης, Δ. Ἰωάννου καὶ Ι. Παπαπέτρου καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διεπουσῶν τὴν Ὑγειονομικὴν Σχολὴν Ἀθηνῶν διατάξεων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας». (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ὡς φραστικῶς διωρθώθησαν κατόπιν παρατηρήσεων τοῦ κ. Θ. Χαβίνη, ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Καναβαριώτης αἰτεῖται 15θήμερον ἀπουσίας ἄδειαν, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ γραμματεὺς κ. Γ. Μεταξᾶς ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§6Γ. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Χαλκιδικῆς κ. Ι. Λαμπρόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν Ἐπιτροπῆς Γονέων Μαθητῶν Γυμνασίου Ἀρναίας–Χαλκιδικῆς, ζητούσης ἀνάκλησιν τῶν ἀπεσπασμένων εἰς ἄλλα Γυμνάσια καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου των καὶ συμπλήρωσιν τοῦ καθηγητικοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Χαλκιδικῆς κ. Ι. Λαμπρόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς κοινότητος Καρκαρᾶς–Χαλκιδικῆς ζητοῦντος ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων τῆς κοινότητός του. Οἱ βουλευταὶ Μεσολογγίου κ.κ. Π. Σταυρόπουλος καὶ Χ. Εὐαγγελάτος καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Προέδρων Κοινότητος καὶ Γ. Συνεταιρισμοῦ Τρύφου, ζητούντων ἄμεσον καταβολὴν εἰς τοὺς καπνοπαραγωγοὺς Τρύφου, τῆς καθυστερουμένης πρώτης δόσεως πλασματικοῦ δανείου. Ὁ βουλευτὴς Τριχωνίδος κ. Ἀθ. Παπαθανάσης καταθέτει ἀναφορὰν πληγέντων ἐκ πλημμυρῶν παραγωγῶν Ἀγρινίου, ζητούντων καταβολὴν ἀποζημιώσεως διὰ τὰς ζημίας ἃς ὑπέστησαν ἐκ τῶν ὕπερθεν πλημμυρισάντων ὀρυζοκαλλιεργειῶν. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Δ. Ζησόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων, 22 ΚΤΕΛ καί τοῦ Σωματείου Λεωφορειούχων «Ἴκαρος» Κοζάνης, ζητούντων κατάργησιν τῆς ἐκπτώσεως τῶν πολυτέκνων ἐπὶ τῶν ὑπεραστικῶν λεωφορείων. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Α. Πασσάδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Βροντάδου–Χίου, ζητοῦντος μετατροπὴν τοῦ Γυμνασιακοῦ Παραρτήματος Βροντάδου, εἰς αὐτοτελὲς Γυμνάσιον. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Γ. Κακαγιάννης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ τοῦ Συλλόγου Πολυτέκνων Φαρσάλων, ζητούντων τοποθέτησιν καθηγητοῦ Φυσικῶν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γυμνασίου τῆς πόλεώς των. Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Ι) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. 1) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Π. Σταμούλη καί Ν. Μήτρου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 754)4266)12.9.55 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἐν σχέσει μὲ νεωτέραν ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σταμούλη καὶ Μήτρου, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἐπεξεργαστῶν χάρτου, θέμα περὶ τοῦ ὁποίου τὸ πρὸς ὑμᾶς ὑπ’ ἀριθ. 43962)3386)8.7.55 ἡμέτερον ἐπὶ προγενεστέρας ἐρωτήσεως ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος τῶν αὐτῶν κ.κ. βουλευτῶν, ἔχομεν τὴν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Διὰ τῶν ἐν τῇ ἄνω ἀπὸ 10.9.55 ἐρωτήσει ἀναφερομένων ἐγγράφων πρὸς ὑμᾶς ὑπ’ ἀριθ. 43962)3386)8.7.55 καί τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπ’ ἀριθ. 54679)4648 ἀπὸ 31.8.55 ἐξεθέσαμεν τὰς ἀπόψεις ἡμῶν γενικώτερον ἐπί τοῦ θέματος τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ τῆς τεχνικῆς προόδου πληττομένων ἑκάστοτε ἐπαγγελμάτων καί εἰδικώτερον ἐπί τοῦ θέματος τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἐπεξεργαστῶν χάρτου, τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὁποίου ἐξηρτήσαμεν τόσον ἐκ τοῦ δυνατοῦ τῆς συλλογῆς τῶν σχετικῶν σχεδίων περί τῶν δικαιούχων κλπ. ὅσον καί ἐκ τῆς ἀξίας αὐτῶν, πέραν τῆς διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ τελικῆς ρυθμίσεως τοῦ θέματος, ἐφ’ ὅσον ἤθελε κριθῇ ὅτι παρίσταται ἀνάγκη τακτοποιήσεώς του, κατ’ ἐξαίρεσιν ἰδίᾳ ἀπὸ τῆς οἰκονομικῆς του πλευρᾶς διὰ τῆς ἐπιβολῆς εἰδικῆς εἰσφορᾶς πρὸς σχηματισμὸν τοῦ ἀπαιτουμένου κεφαλαίου διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται, ἡμέτερον ὑπ’ ἀριθ. 54679)4648)30.8.55 πρὸς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον ὡς ἀνωτέρω. Ἐξετασθὲν τὸ ἀνωτέρω θέμα μετὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν στοιχείων περὶ ὧν τὰ ἀνωτέρω ἔγγραφα ἡμῶν, φρονοῦμεν ὅτι δὲν ἐνδείκνυται ἐπ’ αὐτῶν νὰ βασισθῶμεν, διὰ τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεων ἐπί δικασθεισῶν πρὸ μιᾶς δεκαπενταετίας τοσοῦτο μᾶλλον καθ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ στοιχείων ἐπισήμων ἐν τῇ ὁλότητί των, ἐφ’ ὧν θὰ ἠδύνατο νὰ θεμελιωθῇ δικαίωμα ἀπολήψεως ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ὁποίαν ἄλλωστε ἐξεθέσαμεν γενικωτέρας τὰς ἀπόψεις ἡμῶν παρὰ τὸ ὅτι τοῦτο ἐξαρτᾶται κατὰ κύριον λόγον ἐκ τῆς ἐπιβολῆς εἰδικῆς εἰσφορᾶς διὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἀπαιτουμένων κεφαλαίων, θέμα ἐκφεῦγον τῆς ἁρμοδιότητος ἡμῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Ὀκτωβρίου 1955
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΤ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ
2) Ἐπί ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Ταμβακᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7537)12.9.55 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 81)8.9.55 ἐρωτήσεως καί αἰτήσεως καταθέσεως ἐγγράφων τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Ταμβακᾶ. Καθ’ ἅ ἀνέφερεν ἡμῖν τὸ Ἵδρυμα Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, ἡ μεταξὺ τοῦ Ὑποκ)τος αὐτοῦ Χαλκίδος καί τῆς Κλινικῆς Παπαστρατῆ σύμβασις ἐστηρίχθη εἰς τὰ ἀκόλουθα: 1) Εἰς ἔκθεσιν τοῦ προϊσταμένου Ὑγειονομικῆς Ὑπηρεσίας (μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ Δ)τοῦ τοῦ Ὑποκαταστήματος), ἐν ᾗ ἀναφέρονται: «ἀπὸ ἐπιστημονικῆς καὶ κτιριακῆς ἀπόψεως ἡ Κλινικὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀρτία, ἀνταποκρινομένη εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἠσφαλισμένων ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ὑπὸ τῆς Κλινικῆς διατιθεμένων μέσων». 2) Εἰς σχόλιον τῆς ἐφημερίδος «Ἐθνικὸς Κῆρυξ» μετὰ τὴν δίκην εἰς ὅ ἀναφέρονται: Μὲ πολὺ ἐλαφρὰν τὴν καρδίαν ἔγινε ἀπὸ τὴν δημοσιογραφικὴν δημαγωγίαν τόσος θόρυβος καὶ ἐντελῶς ἀδίκως ἀπεδόθη ὁ θάνατος τῆς ἀτυχοῦς ἐργατρίας εἰς τοὺς δύο ἰατροὺς» (τὸν τοῦ Νοσοκομείου καὶ Παπαστρατῆν). 3) Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 489)1955 ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Χαλκίδι Πλημμελειοδικῶν συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ὁ Παπαστρατῆς κηρύσσεται ἔνοχος (20ήμερος κράτησις) διότι δὲν μετέβη εἰς τὴν κλινικήν του πρὸς παροχὴν ἀμέσου βοηθείας εἰς τὴν θανοῦσαν Κυπριτζῆ. Κηρύσσεται ὅμως ἀθῶος διὰ τὸν θάνατον τῆς ὡς ἄνω ἠσφαλισμένης. 4) Εἰς τὸ ὅτι ἡ ἐν λόγῳ Κλινικὴ προσέφερε τὰς ὑπηρεσίας της εἰς τὸ ΙΚΑ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ὑπ)τος αὐτοῦ Χαλκίδος χωρὶς οὐδέποτε νὰ δημιουργηθῇ παράπονον ἠσφαλισμένου τινός. 5) Εἰς τὴν κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 11)10.5.55 συνεδρίασιν τῆς Δ.Τ.Ε. τοῦ Ὑπ)τος Χαλκίδος ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζεται ὅτι ἡ Χειρουργικὴ Κλινικὴ τοῦ ὡς ἄνω Κλινικάρχου ἀπὸ ἐπιστημονικῆς καὶ κτιριακῆς ἀπόψεως εἶναι ἀρτιωτάτη. Ἐὰν τὰ ἀνωτέρω δὲν κριθῶσιν ἐπαρκῆ ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 81)8.9.55 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ταμβακᾶ, παρακαλοῦμεν ὅπως γνωρίσητε ἡμῖν τοῦτο ἵνα θέσωμεν ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. βουλευτοῦ τὸν φάκελλον τῆς περὶ ἧς πρόκειται συμβάσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Νοεμβρίου 1955
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΤ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ
3) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Διακουμοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 6.9.55 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ξάνθης Θ. Διακουμοπούλου, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7538)12.9.55 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα: Δι’ ἀποφάσεως τοῦ Δ)κοῦ Συμβουλίου τοῦ Ι.Κ.Α. κατεβλήθησαν καὶ αἱ συντάξεις τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. εἰς τοὺς τέως συνταξιούχους τοῦ Τ.Α.Κ. Ἐξ ἄλλου διὰ διατάξεως περιληφθείσης εἰς κατατεθὲν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως σχέδιον Νομ. Δ)τος ἡ ἐκ 3% εἰσφορὰ ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐξαγομένων καπνῶν ὑπὲρ τοῦ Εἰδ. Λογ)σμοῦ Καπνεργατῶν ἐπεκτείνεται καὶ διὰ τὰ καπνὰ ἐσοδειῶν 1955 καὶ 1956. Μετὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ ἐκ τῆς ἀνωτέρω εἰσφορᾶς ποσοῦ θέλει ἐξετασθῆ τὸ δυνατὸν τῆς ἐξομοιώσεως τῶν συνταξιούχων καπνεργατῶν πρὸς τοὺς συνταξιούχους τοῦ ΙΚΑ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Σεπτεμβρίου 1955
Ὁ Γεν. Γραμματεὺς
Κ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
4) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἀθανασίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5555)18.6.55 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 721 ἐρώτημα τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἀθανασίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἐκ τῆς διενεργηθείσης ἐν ἔτει 1953 ἀπογραφῆς τῶν εἰς τὴν κωμόπολιν τῆς Ἡγουμενίτσης ἀπασχολουμένων μισθωτῶν, προέκυψεν ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος δὲν ἐδικαιολόγει τὴν ἐκεῖ ἐπέκτασιν τῆς ἀσφαλίσεως τοῦ Ι.Κ.Α., λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς σημαντικῆς ἀποστάσεως τῆς κωμοπόλεως ταύτης ἀπὸ τοῦ πλησιεστέρου ἀσφαλιστικοῦ Κέντρου τοῦ Ἱδρύματος καὶ τῆς δυσχεροῦς μεταξὺ τούτων συγκοινωνίας. Ἤδη εἰς τὴν ὡς ἄνω κωμόπολιν διενεργήθη νέα ἀπογραφὴ κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα, ἐξ ἧς προέκυψεν αὔξησίς τις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀπασχολουμένων μισθωτῶν καὶ βελτίωσις τῆς ἐπικοινωνίας τῆς κωμοπόλεως μετὰ τῆς πόλεως τῆς Κερκύρας. Κατόπιν τούτου, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Ἱδρύματος πρόκειται κατ’ αὐτὰς νὰ ἐξετάσῃ ἐκ νέου τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἀσφαλίσεως εἰς τὴν ἀνωτέρω κωμόπολιν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Αὐγούστου 1955
Ὁ Γεν. Γραμματεὺς
Κ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
5) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6641)3747)30.7.55 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἐν σχέσει μὲ ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ, ἀναφερομένην εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν ἐκ τῆς καπνεργασίας ὡρισμένων καπνεργατῶν Ἀγρινίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ὡς ἀνέφερεν ἡμῖν ἡ Δ)σις Χωροφυλακῆς Ἀκαρνανίας διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Ε.Π. 5)18) 26 ἐγγράφου, τόσον οἱ ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφερόμενοι καπνεργάται, ὅσον καὶ ἄλλοι, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν εἰς τοὺς ἐγκρινομένους πίνακας ἐργασίας, καθ’ ὅσον ἐκ τῶν ὑπαρχόντων διὰ τούτους σαφῶν καὶ ὑπευθύνων στοιχείων, ἡ χορήγησις εἰς τούτους δικαιώματος ἐργασίας θὰ ἐδημιούργει ἀνωμαλίας εἰς τὴν ἐργασίαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Σεπτεμβρίου 1955
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
6) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6123)5.7.55 ὑμετέρου ἐγγράφου, περὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ κοινοποιήσωμεν ὑμῖν, συνημμένως ἐν ἀντιγράφῳ, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 59110)2703)29.8.55 ἀναφορὰν τοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, καὶ νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι μὲ τὰς ἀπόψεις τούτου συμφωνοῦμεν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Σεπτεμβρίου 1955
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
ΙΔΡΥΜΑ
ΚΟΙΝ. ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
ΚΛΑΔΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΠΑΡΟΧΩΝ
ΤΜΗΜΑ Συντάξεων Ἀριθ. Πρωτ. 59110)2703. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Αὐγούστου 1955 Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας Δ)νσιν Εʹ Τμῆμα Ι. Γραφεῖον 2. Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 45785)Β.865)55 ὑμετέρου ἐγγράφου νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ διὰ τούτου διαβιβασθεῖσα ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ζορμπᾶ, ἀναφέρεται προφανῶς εἰς αἴτημα τῶν ἐκ τοῦ Εἰδικοῦ Λογ)σμοῦ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Ν. 2348)53, ἐξυπηρετουμένων συν)χων καπνεργατῶν, οἵτινες μὴ πληροῦντες κατὰ τὸν χρόνον συγχωνεύσεως τοῦ Τ.Α.Κ. εἰς τὸ Ι. Κ.Α. τὰς προϋποθέσεις τῆς παρ. 4 τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Α.Ν. 1846)51, δὲν θὰ λάβουν συμφώνως πρὸς τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ ὑπὸ ἔκδοσιν Β. Δ. «περὶ αὐξήσεως τῶν ὑπὸ τοῦ ΙΚΑ χορηγουμένων συντάξεων» τὸ διὰ τοὺς λοιποὺς συν)χους τοῦ Ἱδρύματος ἑκάστοτε ἰσχῦον κατώτατον ὅριον συντάξεως. Σχετικῶς σημειοῦμεν ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρω Β. Διατάγματος ἀποφασισθεῖσα ἐξομοίωσις τῶν ποσῶν τῆς συντάξεως τῶν ἐκ τοῦ Εἰδικοῦ λ)σμοῦ ἐξυπηρετουμένων καπνεργατῶν τῶν πληρούντων τὰς προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 56 παρ. 4 τοῦ Α.Ν. 1846)51 πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ ΙΚΑ καταβαλλόμενα ἑκάστοτε κατώτατα ὅρια συντάξεως ὑπαγορευθεῖσα ἐκ λόγων ἄκρας ἐπιεικείας καὶ παρὰ τὰς εἰδικὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. 2348)53, φρονοῦμεν ὅτι δὲν ἐνδείκνυται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν περὶ ὧν ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. βουλευτοῦ προσώπων. Συνημμένως ἐπιστρέφομεν τὴν διαβιβασθεῖσαν ἐρώτησιν.
Ὁ Διοικητὴς
Α. ΡΙΚΑΚΗΣ
7) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7330)4144)2.9.55 ὑμετέρου ἐγγράφου, διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ (αὔξ. ἀριθ. βιβλ. καταχ. ἐρωτ. 66)30.8.55), ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι δι’ ἀποφάσεως ἡμῶν ἀνετέθη εἰς ἀνώτερον ὑπάλληλον τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου ἡ διενέργεια ἐμπεριστατωμένου ἐλέγχου εἰς ΤΕΒΕ πρὸς διαπίστωσιν τῶν καταγγελλομένων, μετὰ δὲ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πορίσματος θέλομεν προβῆ εἰς τὰς ἐνδεικνυομένας ἐνεργείας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Σεπτεμβρίου 1955
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
8) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Τζατζάνη. Εἰς ἀπάντησιν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Τζατζάνη διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7822 ἐ.ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου, περὶ ἐξαπολυθέντος ἀγρίου κύματος διώξεως, συλλήψεως, ταλαιπωριῶν καὶ ἐξορίας πλείστων συνδικαλιστικῶν στελεχῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐξ ὅσων δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν οὐδεμία τοιαύτη δίωξις μέχρι σήμερον κατηγγέλθη ἡμῖν ἢ ἄλλως πως περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν περίπτωσις διώξεως οἱουδήποτε Ἐργατικοῦ στελέχους. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Αὐγούστου 1955
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
9) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Τζατζάνη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6597)3695 ἐ. ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διαβιβάζεται συνημμένως ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Τζατζάνη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ ὑπὸ τοῦ Ν. Δ)τος 2963)54 «περὶ Αὐτονομ. Ὀργαν. Ἐργατικῆς Κατοικίας» προβλεπομένη εἰσφορὰ ὑπὸ τούτου ἐκ τοῦ ⅙ τῶν μηνιαίων εἰσπράξεων τῶν Ταμείων Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως, ἀποτελεῖ τὴν γενικὴν διάταξιν καὶ οὐχὶ εἰδικὴν τοιαύτην διὰ τὸ Ταμεῖον Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ὑπαλλήλων Ἐμπορικῆς Τραπέζης. Οἱ ἠσφαλισμένοι τῶν ἐν λόγῳ Ταμείων, ἀπαλλάσσονται τῆς καταβολῆς 1% ὡς τὸ ὡς ἄνω Ν. Δ. προβλέπει ἐπὶ τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων τὸ ὁποῖον πάντες οἱ λοιποὶ ἐργαζόμενοι καταβάλλουν. Πάντως, τὸ ὅλον θέμα τοῦ τρόπου χρηματοδοτήσεως τοῦ Ο.Ε.Κ. μελετᾶται, ὡς ἐπίσης ἀντιμετωπίζεται καὶ ἡ περίπτωσις καταργήσεως τῆς εἰσφορᾶς τῆς καταβαλλομένης ὑπὸ τῶν Ὀργαν. Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Αὐγούστου 1955
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
10) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Κατσαφάδου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3994)7.5.55 ἐγγράφου σας δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 6.5.55 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Κατσαφάδου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: 1) Οἱ ἐν τῷ ΙΚΑ ὑπηρετοῦντες θεραπευταὶ ἰατροί, ἀμείβονται μὲ μισθὸν Τμηματάρχου αʹ τάξεως ἔναντι τῆς παρ’ αὐτῶν παρεχομένης τετραώρου ἡμερησίας ἀπασχολήσεως, δὲν θεωροῦνται δὲ τακτικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Ἱδρύματος, ἀλλὰ τελοῦν μετ’ αὐτοῦ εἰς συμβατικὴν σχέσιν ἐμμίσθου ἐντολῆς. Τὸ Ἵδρυμα μελετᾷ ἤδη ὡς μᾶς ἀνέφερε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 42753)21.6.55 ἀναφορᾶς του, τὸ ὑπὸ τῆς τέως Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, προταθὲν σύστημα σχετικῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς τοῦ ἰατροῦ παρὰ τοῦ ἠσφαλισμένου, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον Προνοίας, καταρτίζει νομοσχέδιον ἐν τῷ ὁποίῳ λαμβάνονται μέτρα ὑπὲρ τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος γενικῶς. 2) Τὸ θέμα τῶν μετὰ τῶν ἰδιωτικῶν κλινικῶν συμβάσεων ἐν τῷ συνόλῳ του μελετᾶται παρ’ εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τοῦ Δ. Σ. τοῦ Ἱδρύματος, μεταξὺ δὲ τῶν ὑπὸ μελέτην θεμάτων περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀντιμετώπισις αὐξήσεως τῶν νοσηλείων ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς τιμαριθμικῆς προσαρμογῆς καὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνατοτήτων τοῦ ΙΚΑ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Ἰουλίου 1955
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
11) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4981)2.6.55 ἐγγράφου σας, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 638 ἐρώτημα τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, διὰ τῆς ἀπὸ 1.7.55 ἀποφάσεώς του, ληφθείσης κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 36 Συνεδρίασιν αὐτοῦ, ἀπεφάσισε τὴν ἐπέκτασιν τῆς παρ’ αὐτῷ ἀσφαλίσεως ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1956, εἰς Πολυχνίτον Λέσβου, ἡ σχετικὴ δὲ ἀπόφασις τούτου ἀποστέλλεται ἤδη πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Αὐγούστου 1955
Ὁ Γεν. Γραμματεὺς
Κ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
12) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Πινάτση. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5606)20.6.1955 ἀναφορᾶς σας, δι’ ἧς διεβιβάσθη ὑμῖν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 725 ἐρώτημα τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Πινάτση, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἀπὸ τῆς συγχωνεύσεως τοῦ ΤΑΚ εἰς τὸ ΙΚΑ, δυνάμει τῶν ἄρθρων 4 παρ. 7 καὶ 5 τοῦ νόμου 2348)1953 οἱ συνταξιοῦχοι καὶ ἠσφαλισμένοι τοῦ ΤΑΚ ἐξομοιοῦνται διὰ τὴν χορήγησιν τῶν παροχῶν πρὸς τοὺς συνταξιούχους καὶ ἠσφαλισμένους τοῦ ΙΚΑ, δι’ οὓς δὲν προβλέπεται ὑπὸ τοῦ Ν. 1846)51 ἐπίδομα ἀεροθεραπείας, χορηγεῖται δὲ τοῦτο ἐκτάκτως μόνον κατόπιν εἰδικῶν ἀποφάσεων τῶν ὑπουργῶν Ἐργασίας καὶ Οἰκονομικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Αὐγούστου 1955
Ὁ Γεν. Γραμματεὺς
Κ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
13) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5606)20.6.1955 ἐγγράφου σας, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 725 ἐρώτημα τοῦ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου, κατατεθείσης ὑπ’ ἀριθ. 632 ἐρωτήσεως διὰ τὸν κ. ὑπουργὸν Ἐργασίας σχετικῶς μὲ τὴν αἴτησιν τοῦ Συνδέσμου Ὑπαλλήλων Κρεοπωλῶν Πειραιῶς, περὶ καθιερώσεως 9ώρου ἐργασίας εἰς τὸν κλάδον των, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ἡ ὑποβληθεῖσα ἡμῖν αἴτησις τοῦ ὡς εἴρηται Συνδέσμου περὶ μειώσεως τῶν ὡρῶν ἐργασίας τοῦ κλάδου των ἀπὸ 10 εἰς 9 ὥρας ἡμερησίως, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 24423)1619) 13.4.1955 ὑμετέρου ἐγγράφου, διεβιβάσθη εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐργασίας διὰ τὴν κατὰ νόμον ἀπαιτουμένην γνωμοδότησιν. Ἡ παρατηρηθεῖσα μικρὰ καθυστέρησις γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐργασίας, ὀφείλεται εἰς τὴν μὴ λειτουργίαν αὐτοῦ, λόγῳ λήξεως τῆς θητείας τῶν μελῶν του. Ἅμα τῇ δημοσιεύσει τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως τοῦ διορισμοῦ τῶν νέων μελῶν αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 16.6.1955 εἰσήχθη πρὸς συζήτησιν τὸ ἐν λόγῳ αἴτημα, ἀλλὰ τῇ αἰτήσει τῶν μελῶν αὐτοῦ ἀνεβλήθη αὕτη, ἵνα ἐξετασθῇ πρῶτον παρ’ αὐτῶν καὶ ἐπαναφερθῇ εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Ἰουλίου 1955
Ὁ Γεν. Γραμματεὺς
Κ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
14) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5500)16.6.55 ὑμετέρου ἐγγράφου, διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Εὐαγγ. Σαββοπούλου (αὔξ. ἀριθ. βιβλ. καταχ. ἐρωτ. 702)15.6.55), ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, ἡ δημιουργία εἰδικοῦ Κλάδου Ὑγείας διὰ τὴν χορήγησιν Ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως εἰς μικρὸν ἀριθμὸν ἠσφαλισμένων καὶ δὴ διεσκορπισμένων ἀνὰ τὴν ὕπαιθρον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἦτο ἄκρως ἀντιοικονομικὴ καὶ ἀμφιβόλου ἀποτελεσματικότητος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ προσέκοπτεν εἰς σοβαρωτάτας τεχνικὰς δυσχερείας. Ἐπὶ τούτοις, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἡ ἱκανοποίησις τοῦ αἰτήματος ἐμφανίζεται ὡς δυνατὴ μόνον ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ μελετωμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας γενικωτέρου προγράμματος ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως καὶ ἐπὶ τῶν ἀγροτῶν.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
15) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Πινάτση. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5717)3122 ἀπὸ 23.6.1955 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἐν σχέσει μὲ ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Πινάτση, ἀφορῶσαν τὴν μὴ ὑπαγωγὴν εἰς τὴν ἀσφάλισιν ἀνεργίας τῶν μισθωτῶν τῆς μηχανικῆς καλλιεργείας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι κατὰ σχετικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Ν. Δ. 2961)1954 περὶ συστάσεως ὀργανισμοῦ ἀπασχολήσεως καὶ ἀσφαλίσεως ἀνεργίας, οἱ μισθωτοὶ τῶν γεωργικῶν ἐκμεταλλεύσεων ἐξαιροῦνται τῆς ἀφαλίσεως τῆς ἀνεργίας. Συνεπῶς ἡ ὑπαγωγὴ ἢ μὴ τῶν ἄλλων μισθωτῶν εἰς τὴν ἀσφάλισιν τῆς ἀνεργίας δὲν ἀπόκειται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ ὑπουργοῦ Ἐργασίας, ἀλλ’ ἀποκλείεται κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ διέποντος τὰ τῆς ἀσφαλίσεως τῆς ἀνεργίας τῶν μισθωτῶν νόμου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Ἰουλίου 1955
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
16) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Π. Σταμούλη, Ν. Μήτρου, Κ. Σαμαρᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2963)1.4.55 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἐν σχέσει μὲ ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σταμούλη, Μήτρου καὶ Σαμαρᾶ, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἐπεξεργαστῶν χάρτου, περὶ ἧς ὁ Α. Ν. 2037) 1939, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Διὰ τοῦ νόμου προεβλέπετο ἡ ἀποζημίωσις κατὰ τὸ 1939 τῶν ἐπεξεργαστῶν χάρτου, ἐκ κεφαλαίου σχηματισθησομένου ἐξ εἰδικῆς εἰσφορᾶς ἐπὶ τῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένης χαρτομάζης. Οὕτω δυνάμει τοῦ ἀνωτέρω νόμου οἱ πληγέντες ἐπεξεργασταὶ χάρτου ὑπέβαλον εἰς τὴν ὑπ’ αὐτοῦ προβλεπομένην Ἐπιτροπὴν σχετικὰς αἰτήσεις ἀποζημιώσεώς των ἡ ὁποία ἐκδικάσασα τὰς πρὸς αὐτὴν ὑποβληθείσας αἰτήσεις ἐπεδίκασε διάφορα ποσὰ εἰς τοὺς δικαιούχους δώσασα ἅμα καὶ σχετικὰς ἐντολὰς διὰ τὴν καταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῶν εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, παρ’ ᾗ ἐλειτούργει ὁ ἐκ τῆς ἄνω εἰσφορᾶς εἰδικὸς λογαριασμὸς ἀποζημιώσεως ἐπεξεργαστῶν χάρτου. Λόγῳ ὅμως τῆς μεσολαβησάσης κατοχῆς δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ ὁλοκλήρωσις τῆς καταβολῆς τῶν ἐπιδικασθεισῶν ἀποζημιώσεων καὶ ἀφ’ ἑτέρου λόγῳ τῆς διακοπῆς εἰσαγωγῆς τῆς χαρτομάζης, ἥτις ἐπανελήφθη μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, πλὴν ὅμως λόγῳ τῆς διαφορᾶς τῆς ἀξίας τῆς πολεμικῆς δραχμῆς μὲ τὴν σημερινὴν τὸ ἔσοδον τοῦ ἄνω λογαριασμοῦ ἀνέρχεται σήμερον εἰς τὸ μηδαμηνὸν ποσὸν τῶν δραχμῶν 68.000 περίπου ἐν συγκρίσει μὲ τὸ ἐπιδικασθὲν εἰς τοὺς δικαιούχους πολεμικῶς τοιοῦτον τῶν δραχμ. 13.000.000. Ἤδη κατόπιν ἐντολῆς ἡμῶν τὸ θέμα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀνωτέρω μελετᾶται ὑπὸ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας ἐπὶ σκοπῷ ἐξακριβώσεως τῆς ὑπάρξεως δυνατότητος ὁλοκληρώσεως τῆς ἀποζημιώσεώς των, ἥτις ἐκτὸς τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἐπιδικασθεισῶν ἀποζημιώσεων καὶ τῶν πόρων πρὸς σχηματισμὸν τοῦ ἀναγκαίου κεφαλαίου, προσκρούει μέχρι ὥρας εἰς τὸ ἀνυπέρβλητον καθ’ ἡμᾶς ἐμπόδιον τῆς ἀπωλείας τοῦ ἀρχείου τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς ὃ ἐφυλάσσοντο αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς δι’ ὧν καθορίζονται αἱ ἀποζημιώσεις τῶν δικαιούχων. Τὸ ἀρχεῖον τῆς Ἐπιτροπῆς, παρὰ τὰς πρὸς τοῦτο ἐρεύνας, δὲν ἀνευρέθη εἰσέτι. Ὑπάρχει πιθανότης μεγάλη νὰ κατεστράφη κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς ἢ τὸ πιθανώτατον κατὰ τὸ κίνημα τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1944, ὅτε τὸ κατάστημα τοῦ Ὑπουργείου κατελήφθη ὑπὸ τῶν κινηματιῶν καὶ ἐλεηλατήθη ἐν πολλοῖς. Ὡς εἶναι ὅθεν εὐνόητον, ἄνευ ἀρχείου ἢ σχετικῶν στοιχείων περὶ τῶν τότε δικαιούχων καὶ τῶν ἐπιδικασθέντων αὐτοῖς ποσῶν δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ καταβολὴ ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς περὶ ὧν πρόκειται οὔτε καὶ ἡ ἐξ ὑπαρχῆς δημιουργία Ἐπιτροπῆς Ἀποζημιώσεως καὶ ἡ ὑποβολὴ αὐτῇ αἰτήσεων ἀπὸ μέρους τῶν δικαιούχων, πολλοὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ εὑρίσκωνται σήμερον ἐν ζωῇ ἢ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαθέτουν τὰ σχετικὰ δικαιολογητικὰ ἅτινα θὰ εἶναι δύσκολον ἂν μὴ ἀδύνατον νὰ ἐλεγχθῶσιν ὡς καὶ οἱ τυχὸν σήμερον προβάλλοντες ἀξίωσιν ἀποζημιώσεώς των λόγῳ τῆς διαρρευσάσης ἀπὸ τότε μιᾶς ὁλοκλήρου 15ετίας πλήρους ἀνωμαλιῶν καὶ ταραχῶν. Διὰ τοὺς ἄνω κυρίως λόγους ἡ ὑπηρεσία ἔχει στραφῆ εἰς τὴν συλλογὴν διαφόρων σχετικῶν στοιχείων κυρίως ἐκ τοῦ ἀρχείου τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, πρὸς ἥν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς δίδονται αἱ σχετικαὶ ἐντολαὶ καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς δικαιούχους. Ἐκ τοῦ δυνατοῦ συλλογῆς τῶν στοιχείων τούτων ἐκ τῆς ἀξίας αὐτῶν θὰ ἐξαρτηθῇ καθ’ ἡμᾶς τὸ δυνατὸν τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ αἰτήματος τῶν περὶ ὧν ἡ σχετικὴ ἐρώτησις τῶν κ. κ. βουλευτῶν, διὰ τῆς περαιτέρω προωθήσεως τοῦ ἐν λόγῳ θέματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Ἰουλίου 1955
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
17) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Δημοπούλου καὶ Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5444)2992)16.6.55 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 704 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Δημοπούλου καὶ Ν. Ζορμπᾶ, καὶ σὺν τῇ ἐπιστροφῇ διαβιβασθέντος ἡμῖν ὑπομνήματος Σωματείου Καπνεργατῶν Κατερίνης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Παρελθούσης τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Ν. 3239)55 τασσομένης 15θημέρου προθεσμίας, ἐξεδόθη ἤδη ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου προβλεπομένη πρᾶξις τοῦ κ. ὑπουργοῦ Ἐργασίας διὰ τὴν δημοσίευσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀπὸ 28.5.55 ὑπογραφείσης Συλλογικῆς Συμβάσεως Ἐργασίας Καπνεργατῶν, ἥτις σημειωτέον κατετέθη παρ’ ἡμῖν, συνταχθέντος σχετικοῦ πρακτικοῦ καταθέσεως τὴν 31.5.1955. Ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω Συλλογικὴ Σύμβασις Ἐργασίας, μετὰ τὴν δημοσίευσίν της, θέλει κοινοποιηθῇ δι’ ἐγκυκλίου ἡμῶν πρὸς τὰ κατὰ τόπους Γραφεῖα Ἐπιθεωρήσεως Ἐργασίας, ἵνα παρακολουθήσωσι τὴν ἐφαρμογὴν ταύτης. Ἡ μνησθεῖσα Συλλογικὴ Σύμβασις θέλει ἰσχύσει ἀναδρομικῶς ἀπὸ 18.5.55, ὡς ἐν αὐτῇ ρητῶς ὁρίζεται καὶ ὡς προβλέπει τὸ ἄρθρον 20, παράγρ. 3, τοῦ Ν. 3239)55. Συνεπῶς ἐργοδόται μὴ καταβαλόντες ἀπὸ 28.5.55 καὶ ἐντεῦθεν τὰς ἐκ τῆς ὡς ἄνω Συλλογικῆς Συμβάσεως εἰσφορὰς ἡμερομισθίων, θέλουσιν ὑποχρεωθῇ, μετὰ τὴν κοινοποίησιν ταύτης, εἰς τὴν καταβολὴν τούτων, ὑποκείμενοι ἐν ἀντιθέτῳ περιπτώσει καὶ ἐπὶ τῇ μηνύσει τῆς ἁρμοδίας Ἐπιθεωρήσεως Ἐργασίας ἢ Ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ Α. Ν. 690)45 προβλεπομένας κυρώσεις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Ἰουνίου 1955
Ὁ Γεν. Γραμματεὺς
Κ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
18) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Τζατζάνη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4954)1.6.55 ὑμετέρου ἐγγράφου, διαβιβασθείσης ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Τζατζάνη (αὔξ. ἀριθ. βιβλ. ἐρωτ. 636)31.5.55), ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὰ ἀκόλουθα: Ὑπὸ τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου ἐλήφθη σειρὰ μέτρων διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ ΤΕΒΕ ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ πληρέστερον εἰς τὸν σκοπόν του διὰ τῆς παροχῆς ἱκανοποιητικῶν συντάξεων καὶ περιθάλψεως. Εἰδικώτερον χάρις εἰς μέτρα διοικητικῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ ΤΕΒΕ ἐπετεύχθη ἡ ἐξέτασις ἐκκρεμουσῶν ἀπὸ μακροῦ χρόνου αἰτήσεων συνταξιοδοτήσεως. Περαιτέρω ἐπετεύχθη ἡ ἀρτιωτέρα ὀργάνωσις καὶ λειτουργία τῶν ὑπηρεσιῶν ἐσόδων αὐτοῦ ὡς καὶ ἡ βελτίωσις τῶν παρεχομένων συντάξεων διὰ τοῦ δημοσιευθέντος προσφάτως νέου κανονισμοῦ παροχῶν ὅστις βασίζεται ἐπὶ ὑγιῶν ἀσφαλιστικῶν βάσεων. Ἡ Διοίκησις τοῦ ΤΕΒΕ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της τὰς οἰκονομικὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς διατελοῦν οἱ ἐπαγγελματίαι καὶ βιοτέχναι παρέσχεν εἰς τούτους κατ’ ἐπανάληψιν τὴν δυνατότητα ὅπως ἐξοφλήσωσι τὰς καθυστερουμένας εἰσφορὰς τμηματικῶς. Ἤδη κατηρτίσθη σχέδιον Β. Δ)τος παρέχοντος ἐκ νέου διευκολύνσεις ἐξοφλήσεως τῶν καθυστερουμένων εἰσφορῶν. Παρ’ ὅλα ὅμως τ’ ἀνωτέρω μέτρα τὰ μηνιαῖα ἔσοδα τοῦ ΤΕΒΕ παρέμειναν εἰς χαμηλὰ ἐπίπεδα ἀφ’ ἑνὸς μὲν λόγῳ ἀρνήσεως ἐνίων ἠσφαλισμένων νὰ ἐκπληρώσουν κανονικῶς τὰς πρὸς τὸν ἀσφαλιστικόν των ὀργανισμόν, ὅστις τυγχάνει ὁ μεγαλύτερος μετὰ τὸ ΙΚΑ, ὑποχρεώσεις των ἀφ’ ἑτέρου δὲ λόγῳ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ ΤΕΒΕ ἐκ τῆς εὐχερείας πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων του διὰ τῶν Δημοσίων Ταμείων. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω τὸ ΤΕΒΕ ἀπώλεσε σημαντικοὺς πόρους διὰ τοῦ νόμου περὶ καταργήσεως τῶν ὑπὲρ τρίτων φόρων. Ἐκ τῆς ὅλης προσπαθείας πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς ὁριστικῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν συνταξιούχων κατεδείχθη ὅτι αὕτη θὰ καθίστατο δυνατὴ μόνον διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων του. Πρὸ τῆς τοιαύτης καταστάσεως τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον ὡς τεταγμένον ἀμέσως μὲ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐν τῇ χώρᾳ κοινωνικῆς πολιτικῆς καὶ ἔχον ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἰδιάζουσαν θέσιν τοῦ ἐπαγγελματίου καὶ βιοτέχνου ἐν τῇ κοινωνίᾳ προέβη προσφάτως ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν τόσον εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ὑπὸ τοῦ ΤΕΒΕ παρεχομένων συντάξεων ὅσον καὶ εἰς τὴν αὔξησιν μηνιαίων ἀτομικῶν εἰσφορῶν τῶν ἠσφαλισμένων. Ἡ ρύθμισις αὕτη κρίνεται ὀρθὴ διότι ἡ αὔξησις τῶν εἰσφορῶν δὲν εἶναι ἐπαχθὴς ἔναντι τῆς ὑπὸ τοῦ ΤΕΒΕ παρεχομένης προστασίας εἰς 14 χιλιάδας περίπου συνταξιούχους πολλῷ δὲ μᾶλλον μετὰ τὴν ἐσχάτως συντελεσθεῖσαν ἐπέκτασιν τῆς περιθάλψεως τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν καὶ εἰς τὸν νοσοκομειακὸν τομέα. Ἐπὶ τούτοις δὲν παραλείπομεν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ σχετικοῦ ἐγγράφου ἡμῶν διετάχθη τὸ ΤΕΒΕ ὅπως ἀναφέρῃ ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων παρὰ τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν Πειραιῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἰουλίου 1955.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
19) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7119)23.8.55 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 22.8.55 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα ἐπὶ τῶν ἐν τῇ ἀνωτέρω ἐρωτήσει διατυπουμένων: Αἱ ὑπὲρ τοῦ ΙΚΑ εἰσφοραὶ ἠσφαλισμένου καὶ ἐργοδότου δέον ὅπως κατατίθενται παρὰ τοῦ ἐργοδότου μέχρι τέλους τοῦ ἑπομένου μηνὸς εἰς ὃν ἀναφέρονται. Εἰσφοραὶ μὴ καταβληθεῖσαι ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας ἐπιβαρύνονται διὰ προσθέτου τέλους ἴσου πρὸς 20% τούτων ἐκτὸς ἐὰν ὁ ὑπόχρεως διὰ τὴν καταβολὴν τούτων ἐργοδότης προβῇ εἰς ἐξόφλησιν τῶν καθυστερουμένων εἰσφορῶν πρὸ πάσης καταλογιστικῆς πράξεως ἢ καὶ τὸ βραδύτερον ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν κοινοποιήσεως τῆς σχετικῆς καταλογιστικῆς πράξεως ὅτε τὸ πρόσθετον τέλος περιορίζεται εἰς 10%. Ἡ καθυστέρησις καταβολῆς τῶν εἰσφορῶν δι’ ἕκαστον συμπληρούμενον τρίμηνον ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ ἑπομένου μηνὸς ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐβεβαιώθησαν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἵνα εἰσπραχθοῦν ἀναγκαστικῶς συνεπάγεται ἐπιβάρυνσιν τοῦ ἐργοδότου δι’ ἑτέρου προσθέτου τέλους 10%. Ἡ τοιαύτη κατὰ 3μηνον ἐπιβάρυνσις τοῦ ἐργοδότου διὰ προσθέτων τελῶν δὲν δύναται πάντως νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσοστὸν 100% τῆς ἀρχικῆς βεβαιωθείσης ὀφειλῆς (ἄρθρον
27 Α. Ν. 1846)51).
Ἡ ὑπὸ τοῦ ἐρωτῶντος βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ προτεινομένη ἀπαλλαγὴ τῶν καθυστερούντων ἀσφαλιστικὰς εἰσφορὰς ἐργοδοτῶν ἀπὸ τῶν προσθέτων τελῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ καθ’ ὅσον ἀποδοχὴ ταύτης θὰ εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν καθολικὴν ἄρνησιν τῶν ἐργοδοτῶν ὅπως καταβάλλωσι τακτικῶς τὰς ὑπὲρ τοῦ ΙΚΑ ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεωτικὰς εἰσφοράς. Κεφαλαιοποίησις τῶν πρὸς τὸ ΙΚΑ καὶ λοιποὺς Ἀσφαλιστικοὺς Ὀργανισμοὺς ὀφειλομένων ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν καὶ ἐξόφλησις τούτων εἰς δόσεις ἐγένετο διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς βιομηχανίας καὶ βιοτεχνίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Ὀκτωβρίου 1955.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΣΤΡΑΤΟΣ
ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Ἀμύνης. Α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Πινάτση. 1) Ἡ ἀπὸ Μαΐου 1954 συσταθεῖσα εἰδικὴ Μονὰς ἐκκαθαρίσεως Ν)Π (Δ.Ε.Ν.Ξ.) ἀσχολεῖται συνεχῶς μὲ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀνὰ τὴν χώραν ὑφισταμένων Ν)Π (Κατοχῆς–Συμμοριτῶν καὶ Ἐθν. Δυνάμεων). 2) Οὕτω μέχρι σήμερον ἐπερατώθη κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ ἐκκαθάρισις τῶν περιοχῶν Ἠπείρου–Ἀττικοβοιωτίας– Ἰσθμοῦ Κορίνθου. Ἤδη ἐπιτελεῖται ἡ ἐκκαθάρισις ἁπάντων τῶν Ν)Π Πελοποννήσου–Χαλκιδικῆς–Θάσου– Δωδεκανήσου καὶ νήσων Αἰγαίου ἥτις προβλέπεται νὰ περατωθῇ ἐντὸς τοῦ θέρους. Διὰ τῆς μέχρι τοῦδε συντελεσθείσης ἐργασίας ἀπεδόθησαν σημαντικαὶ καλλιεργήσιμοι ἐκτάσεις πρὸς ἐκμετάλλευσιν. 3) Κατόπιν τῆς ἐνισχύσεως τῆς (Δ.Ε.Ν.Ξ.) διὰ τῆς προσλήψεως ἐθελοντῶν ἰδιωτικῶν αἱ ἐκκαθαρίσεις τῶν Ν)Π θὰ προσλάβουν γοργότερον ρυθμόν. Ἐπιδίωξις τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ὑπαίθρου μέχρι τέλους τοῦ 1956. 4) Τὰ γνωστὰ Ν)Π Κατοχῆς καὶ ἡμέτερα ἔχουν περιφραχθῆ καὶ σημανθῆ. Τὰ συμβαίνοντα ἀτυχήματα ὀφείλονται εἰς ἔλλειψιν πειθαρχίας ἐκ μέρους τοῦ πληθυσμοῦ. Τοῦτο βεβαίως δὲν ἰσχύει διὰ τὰς μεμονωμένας νάρκας ἢ βλήματα κλπ. δι’ ἃς δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα πρὸς λῆψιν τῶν ἀπαραιτήτων μέτρων ἀσφαλείας. Β.Σ.Τ. 902 τῇ 4 Ἰουλίου 1955 Ἡ Δ)νσις Μηχ)κοῦ Γ.Ε.Σ.
ΛΑΜΠΙΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ὑποστράτηγος
Τὸ Στρατ. Γραφεῖον Ὑφυπουργοῦ
ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ὑπολ)γὸς Μηχ)κοῦ 2) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ 32α ΕΣΣΟ Πεζικοῦ θ’ ἀπολυθῇ μεταξὺ 3ης καὶ 8ης Σεπτεμβρίου, ἐκδοθείσης ἤδη καὶ τῆς σχετικῆς Διαταγῆς.
Β.Σ.Τ. 902 τῇ 27 Αὐγούστου 1955
ΤΖΑΒΑΡΑΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ
Ἀντ)ρχης Δ)ντὴς Γραφείου 3) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν σχετικοῦ ὑμετέρου ἔχομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀποστείλωμεν συνημμένως ἅπασαν τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν περὶ τοῦ ἐν θέματι ἀντικειμένου. Β.Σ.Τ. 902 τῇ 13 Σεπτεμβρίου 1955.
ΤΖΑΒΑΡΑΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ
Ἀντ)ρχης Δ)ντὴς Γραφείου
ΠΡΟΣ ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ
ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ
Κοιν. 2)1)ΓΕΣ
ΓΕΝ. ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΝ ΣΤΡΑΤΟΥ
Δ)σις Στρατολογίας)1 Ἀριθ. Φ. 17592)667559)15.6.1955 Συν. τῷ ἐγγ. 2. Θέμα: Ἐρώτησις βουλευτοῦ. 1. Ἐπαναφέρεται μὲ τὴν πληροφορίαν, ὅτι λίαν προσεχῶς κατατίθεται τὸ νομοσχέδιον «περὶ Στρατολογίας τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων» δι’ οὗ παρέχεται ἡ εὐχέρεια ἐξαγορᾶς τῶν ὑποχρεώσεων εἰς κατηγορίας στρατευσίμων μὴ δυναμένας νὰ κληθῶσι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των, τῇ προτάσει τοῦ ΓΕΣ. 2. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἐρωτήματος διὰ τοὺς μὴ προστάτας οἰκογενείας γνωρίζεται ὅτι εὐεργέτημα 8μήνου θητείας δὲν παρεσχέθη εἰς τοὺς ὑποχρέους ὁλοκλήρου θητείας κλ. 1949.
Σ. ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ
Ὑποστράτηγος
Α.Κ.Β.
4) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ὑπ’ ὄψιν σχέδιον νόμου κατετέθη ἐν τῇ Γεν. Γραμματείᾳ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Γ.Ε.Σ., τὴν 7ην Μαΐου 1955.
Ἐντολῇ Ὑφυπουργοῦ
ΤΖΑΒΑΡΑΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ
Ἀντ)ρχης Δ)ντὴς Γραφείου
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων καὶ κατόπιν τῶν ἐπερωτήσεων, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὰ ζητήματα τῶν ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν. Ἐν πρώτοις, ὁ κ. Γεωργούλης, πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἀφορώσης τὰς πιστοδοτήσεις πρὸς τὴν Καπνοβιομηχανίαν, μὲ ἐπεσκέφθη καὶ μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν συνεδριάζει, ἐλλείψει ἀπαρτίας. Ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅσα δὲν ἔχουν καιρὸν ἢ δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ λαμβάνουν μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ δηλώσουν τοῦτο εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι δὲν θὰ ἤθελα νὰ προβαίνω εἰς ἀντικαταστάσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ παρεξηγήσιμοι θὰ ἦσαν, ἂν καὶ βεβαίως, ἔχω τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ τοὺς διαρκῶς ἀπουσιάζοντας, ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Δεύτερον, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν —αὕτη δὲν εἶναι ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, εἶναι ἁπλῶς Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ— κληθεῖσα τετράκις, δὲν συνεδρίασε διὰ νὰ συζητήσῃ ὡρισμένα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐγκριθῆ εἰς τὴν προηγουμένην Σύνοδον. Τάσσω εἰς αὐτὴν 24ωρον προθεσμίαν, συμφώνως πρὸς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα συνέλθῃ καὶ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ἔργον της, ἄλλως θὰ προχωρήσω εἰς τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία προβλέπεται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐκλήθη, ἐπαναλαμβάνω, τετράκις καὶ δὲν συνεδρίασεν. Αὐτὸ δὲν συμβάλλει εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Τρίτον, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἰταλικῶν ἐπανορθώσεων παρακαλεῖται νὰ ὑποβάλῃ τὸ βραδύτερον μέχρι τῆς Δευτέρας τὸ πόρισμά της, διότι τὴν Τρίτην ἴσως νὰ εἶναι ἡ τελευταία συνεδρίασις πρὸ τῶν ἑορτῶν. Πρέπει, λοιπόν, τὴν προσεχῆ Δευτέραν νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αἱ ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ νὰ μὴ ἀποδώσουν τὸ ἔργον των καὶ νὰ δημιουργῆται εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ὅτι εἶναι CALENDAE. Ἐν τέλει, ἔχω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατετέθη τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων. Μοὶ παρεδόθη πρὸ 3–4 ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς κ. Ρίζου. Μετ’ ὀλίγον ὅμως, μοὶ παρεδόθη μία ἐπιστολή, περιέχουσα ὡρισμένας αἰτιάσεις ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν μέρος, διότι τὸ οὐσιαστικὸν μέρος δὲν ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸν Πρόεδρον, ἀπὸ μέρους τῶν κ. κ. Παπαγιάννη καὶ Βασιλάτου. Παρέδωσα, ὡς ὤφειλα τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ρίζον, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ἑαυτὸν θιγόμενον καὶ ἐζήτησε νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, κατὰ τὴν ἀναγγελίαν τῆς καταθέσεως τοῦ πορίσματος. Ἐγώ, κ. βουλευταί, θὰ ἔλεγον ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ὁρισθῇ μία ἄλλη ἡμέρα συζητήσεως, διότι τὸ προσωπικὸν ζήτημα ἴσως μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς συζήτησιν καὶ ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος ἐκθέσεως μόλις κατατεθείσης εἰς τὸ Προεδρεῖον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καμμία συζήτησις, διότι οἱ κ.κ. βουλευταὶ δὲν ἔχουν γνῶσιν οὐδενὸς στοιχείου. Συνεπῶς, ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὸν κ. Ρίζον, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ μὴ λάβητε τὸν λόγον. Δὲν δικαιοῦμαι, βεβαίως, νὰ τὸν ἐμποδίσω. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ ὅρια τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος καὶ τὰ τοῦ δικονομικοῦ τοιούτου νὰ μὴ ἐγγίσουν μοιραίως καὶ οὐσιαστικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ χωρὶς νὰ ἔχουν ἐκτυπωθῇ καὶ χωρὶς νὰ ἔχουν διανεμηθῇ, νὰ συζητηθοῦν. Κύριε Ρίζο, παλαιὸς κοινοβουλευτικὸς εἶσθε καὶ ποιοῦμαι τὴν ἔκκλησιν αὐτήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δικαίωμα ὑμῶν εἶναι νὰ περιφρουρήσετε ἑαυτὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος.
§8Χ. ΡΙΖΟΣ. Ἐὰν πρόκειται κ. βουλευταί, νὰ ὁρισθῇ συντόμως ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπεράτωσε τὰς ἐργασίας της. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πορίσματος ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Παπαγιάννη καὶ τοῦ κ. Βασιλάτου, μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, μία ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐναντίον μου. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς θέλω νὰ ἀπαντήσω καὶ νομίζω ὅτι πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μοῦ τὸ ἐπιτρέψῃ. Ἐὰν νομίζῃ ὅτι θὰ πρέπει νὰ γίνῃ συντόμως ὁλικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πορίσματος, τότε νὰ ὁρισθῇ ἡ προσεχὴς Παρασκευὴ — διότι βεβαίως ἴσως ἡ συζήτησις εἶναι μακρά, ἴσως νὰ θελήσουν νὰ λάβουν τὸν λόγον καὶ ἄλλοι, ἴσως νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ εἰσέλθωμεν καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως— δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις σήμερον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁρισθῇ συντόμως καὶ μάλιστα τὴν προσεχῆ Παρασκευήν.
§9Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐὰν μὲν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, δὲν εἶναι δυνατόν, ἐὰν δὲν τυπωθοῦν τὰ πρακτικά, ὅπως ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν ἰδικήν σας προεδρίαν, τὰ πρακτικὰ τῆς ἀποφάσεως καὶ τοῦ πορίσματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς διαφωνοῦμεν. Συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν Παρασκευήν. Ἢ θὰ γίνῃ ἀπόψε ἢ ὅταν θὰ τυπωθοῦν καὶ θὰ διανεμηθοῦν ὅλα τὰ πρακτικά, ὁπότε νὰ γίνῃ καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας ἡ συζήτησις.
§10Χ. ΡΙΖΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας, κ. βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, διότι δὲν ἐξετυπώθησαν τὰ πρακτικά. Μόνον ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις.
§12Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.....
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ ἀλήθεια ὅτι τὸ ἔγγραφόν σας πρὸς ἐμὲ ὑπῆρξε δριμὺ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ φυσικὸν εἶναι ὁ κ. Ρίζος νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν θιγόμενον καὶ ἐπιμένει νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸ θέμα. Μοῦ προκαλεῖ ἔκπληξιν διὰ τὸν κ. Ρῖζον, τὸν ὁποῖον ἐγνώριζον καὶ ἐθεώρουν ὡς ἄνθρωπον ἤρεμον καὶ συμβιβαστικόν. Ἤδη βλέπω αὐτὸν ἄκαμπτον καὶ ἀδιάλλακτον. Ἐννοῶ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος. Συμβαίνει αὐτὸ ὅταν νομίζῃ τις ἑαυτὸν θιγόμενον.
§14Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ρίζος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ καὶ πρέπει νὰ τὸν ἀκούσωμεν. Ἀλλά, δυστυχῶς ἀπὸ τῆς Παρασκευῆς τὸ πρωΐ θὰ λείπω καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Βασιλᾶτος. Ὅπως ἠξεύρετε, ἔχει ἀναγγελθῆ ἡ περιοδεία ἡ ἰδική μας, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναβληθῇ. Ἑπομένως, θὰ παρακαλέσω, ἐφ’ ὅσον θέλετε νὰ γίνῃ πρὸ τῶν ἑορτῶν, νὰ γίνῃ σήμερον ἡ συζήτησις.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ.
§16Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τοῦ ἰδικοῦ μας πορίσματος ἡ κατάθεσις ἀνηγγέλθη;
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτο, ὅ,τι παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ εἰδικώτερον εἰς τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρυβῇ οὔτε νὰ γίνῃ ἄλλο τί. Μοῦ ἐστάλη σήμερον τὸ μεσημέρι. Τὸ ἐκράτησα καὶ τὸ ἔχω ἐδῶ, μήπως γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ καὶ χρειασθῇ. Μόλις τελειώσῃ ἡ συζήτησις, θὰ τὸ ἀποστείλω εἰς τὸ Τυπογραφεῖον. Φαντάζεσθε ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄλλο τὶ διάφορον ἀπὸ αὐτό;
§18Χ. ΡΙΖΟΣ. Θὰ προσπαθήσω, κ. βουλευταί, νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης ἐναντίον μου ἀναφορᾶς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον καὶ κατόπιν θὰ δώσω τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν. Τὸν προπαρελθόντα Νοέμβριον συνέστη ἐξεταστικὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ πρὸς διερεύνησιν τοῦ ὅλου θέματος τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων πρὸς διαπίστωσιν τυχὸν ὑπαρχουσῶν πολιτικῶν καὶ ἄλλων εὐθυνῶν. Ὁμοθύμως ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἐξελέγην ὑπὸ τῶν μελῶν της Πρόεδρος καὶ διηύθυνα τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς μέχρι τῆς παρελθούσης Πέμπτης. Κατέβαλον ἀόκνους προσπαθείας ἵνα φέρω εἰς πέρας τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τρόπον, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μου, ἀντικειμενικόν, ἀμερόληπτον, εὐσυνείδητον, νὰ ἀκουσθοῦν ὅλαι αἱ ἀπόψεις, νὰ ἐρευνηθῇ τὸ θέμα, δεδομένου ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἥπτετο ὡρισμένων πολιτικῶν προσώπων καὶ ἀφεώρα τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας. Τὸ ἔργον μου, κύριοι, ἐπεράτωσα τὴν περασμένην Πέμπτην, ἡ ὁποία ἦτο ἡ τελευταία συνεδρίασις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὡρίσθη νὰ διατυπώσῃ καὶ ἐγκρίνῃ τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον συνέταξα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποφάσεων τῶν ληφθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23ης καὶ 24ης Νοεμβρίου, ἔλαβεν ἀπόφασιν, ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ δὲν ὑπελείπετο τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ διατύπωσις τοῦ πορίσματος, ἡ ὁποία εἶχεν ἀνατεθῆ ὁμοθύμως ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς ἐμέ. Συνέταξα τὸ πόρισμα, τὸ ἐκοινοποίησα εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν Πέμπτην ἐγένετο ἡ σχετικὴ συζήτησις. Ἡ συζήτησις διήρκεσεν ἐπὶ 4ωρον, ὄχι διότι ὑπῆρχε καμμία ἀντίρρησις εἰς τὴν διατύπωσιν, ἀλλὰ διότι οἱ κ.κ. Παπαγιάννης καὶ Ρασιλᾶτος, ἤθελον νὰ ἐτίθεντο καὶ ὅλαι αἱ δικαιολογίαι, τὰς ὁποίας εἶχον ἀναπτύξει αὐτοὶ κατὰ τὰς ἡμέρας καθ’ ἃς ἐλαμβάνοντο αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπιτέλους, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔφθασεν εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ πορίσματος, ὑπελείπετο ἕνα τελευταῖον, ὄχι ἐλάττωμα, ἀλλὰ μία τελευταία διατύπωσις. Παρόντες τότε εἴμεθα ἑπτὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι τὰ ἄλλα παρόντα μέλη ἤρχισαν νὰ ἀποχωροῦν, δηλοῦντες, ὅτι εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον εἶχον διατυπώσει, διότι ἡ συνεδρίασις διήρκεσεν ἐπὶ 4ωρον καὶ δυστυχῶς ἐταλαιπωρήθημεν μὲ διαφόρους ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἔκρινον παραλόγους. Ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διεφώνησαν οἱ κ.κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος, ὅτι ἦτο περιττή, δεδομένου ὅτι προηγουμένως εἶχον διατυπωθῆ ὅλαι αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸ πόρισμα δὲν ἀνέφερεν τίποτε ἄλλο παρὰ τί ἀπεφάσισεν ἡ Ἐπιτροπή. Νομίζω, ὅτι κάθε ἀπόφασις ἔχει ἕνα σκεπτικόν, μίαν αἰτιολογίαν. Ἐθεώρησα καλόν, σύμφωνα μὲ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ εἴπω ὅτι αὐτὸ ἀπεφάνθη ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν. Εἰς τὸ τέλος ἀναφέρονται αἱ γνῶμαι ὅλων. Ἀπεχώρησαν οἱ κ.κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος. Τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔμειναν καὶ αἱ ἐργασίαι ἐπερατώθησαν καὶ τὸ πόρισμα τὸ ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Παραδόξως, ἐπληροφορήθην τὴν ἑπομένην, ὅτι ὑπεβλήθη μία ἀναφορὰ ἐναντίον μου, ἔχουσα οὕτω: «....... .............. (ἀναγινώσκει)............». Κύριοι, σᾶς εἶπον προηγουμένως, κατὰ ποῖον τρόπον προσεπάθησα νὰ διεξαγάγω τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς ποῖον ὕψος τὰς ἐτήρησα καὶ δὲν θὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων, θὰ σᾶς ἀπαντήσω μόνον τί λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας κ. Κοντογιαννοπούλου.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ρίζο, ἐὰν διαβάσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν.
§20Χ. ΡΙΖΟΣ. Περικοπὴν μόνον. «Εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς κ. Χριστόδουλος Ρίζος, ἀόκνως εἰργάσθη καὶ ἐμόχθησε διὰ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον της ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸν συντομώτερον χρόνον. Διηύθυνε τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς μὲ λεπτὴν εὐγένειαν καὶ τάκτ, μὲ ἀρίστην δεξιοτεχνίαν, μὲ προσοχὴν καὶ ἠρεμίαν καὶ σχολαστικὴν ἀντικειμενικότητα. Παρέκβασις ἐγένετο εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν κ.κ. Μαρκεζίνη καὶ Καψάλη. Ἀπὸ περισσὴν εὐγένειαν καὶ καλωσύνην καὶ διὰ νὰ ἀποκλείσῃ οἱανδήποτε σκέψιν καὶ ἐπίκρισιν προκαταλήψεως ἢ παγίδων ἢ ἀνακριτικῶν τεχνασμάτων, ἀφῆκε τούτους σιωπηρῶς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς συναινούσης, νὰ σκεφθοῦν καὶ νὰ ἀποφασίσουν, πότε κρίνουν εὔλογον νὰ ἐξετασθοῦν καὶ τίνι τρόπῳ ἐπεθύμουν νὰ ἐξετασθοῦν. Αἱ ὡς ἄνω προθέσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, ἠγνοήθησαν καὶ δεινὴ κατάχρησις τῆς παρασχεθείσης εὐνοίας ἐγένετο ὑπὸ τῶν κ. κ. Μαρκεζίνη καὶ Καψάλη». Ἐπεσκέφθην δὶς τὸν κ. Μαρκεζίνην καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις. Ἐζήτησε νὰ ἐξετασθῇ τελευταῖος, ἔμεινα σύμφωνος εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν, καὶ ἐζήτησεν ἐπίσης νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλων τῶν καταθέσεων καὶ ἐγγράφων καὶ τοῦτο τὸ θεώρησα λογικὸν καὶ ὀρθὸν καὶ διέταξα τὸν γραμματέα τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ κάμῃ ἀντίγραφα καὶ νὰ τὰ στείλῃ εἰς τὸν κ. Μαρκεζίνην. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐχθρότης μὲ τὴν ὁποίαν ἐμπνεόμην ἐναντίον τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, τί λέγει, ὄχι προσωπικός μου φίλος ἢ κομματικὸς φίλος, ὁ κ. Ζίγδης. Λυποῦμαι ποὺ δὲν εἶναι παρών. «Εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Νοεμβρίου ....... ἀναγινώσκει)». «Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Πρὶν λήξῃ ἡ συζήτησις, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, νομίζω δέ, ὅτι διερμηνεύω ἐν τούτῳ τὴν γνώμην ὅλων σας, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος, ἐστάθη εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του». Αὐτὰ ἐλέχθησαν, κύριοι, ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ᾐσθάνθην μεγάλην ἔκπληξιν, ὅταν οἱ κ. κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος ὑπέβαλον ἐναντίον μου τὴν ἀναφοράν. Ἀπορῶ, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ νὰ σᾶς εἴπω διατί ἐγένετο αὐτά. Δὲν ἐστράφησαν ἐναντίον μου, ἐστράφησαν ἐναντίον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ γνώμη των ἦτο ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ πόρισμα. Εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἀναφοράν, οἱ κ.κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος, ἀναφέρουν τὰ ἑξῆς: «Ἀλλὰ καὶ μετὰ τήν....». ἀναγινώσκει). Ἀντίγραφον τῆς ἐπιστολῆς ταύτης ἐπισυνάπτομεν τῇ παρούσῃ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ἐγγράφων εἰς τὰ ἑρμάρια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ἰδία τακτικὴ ἐτηρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, προσπαθοῦντος δι’ ἀπαραδέκτων ἐνεργειῶν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐξουδετέρωσιν τῆς τεραστίας ἐντυπώσεως, ἡ ὁποία δεδικαιολογημένως ἐδημιουργήθη ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ τόσον διατυμπανισθεῖσα ἀπόκρυψις διεψεύδετο ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ οὕτω κατέρρεεν ἡ ὅλη κατηγορία, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσης ἐλλείψεως στοιχειώδους αἰσθήματος εὐθύνης ἔθαλπεν ὁ κ. Πρόεδρος. Ἡ αὐτὴ μεροληπτικὴ στάσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς ἐσημειώθη κατὰ τὴν γενομένην ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν τεθέντων θεμάτων ........ (ἀναγινώσκει). Εἴδατε ἐκφράσεις; Ἡ ἀναφορὰ ὑπεβλήθη τὴν Παρασκευήν, δηλαδὴ εἰς τὰς 9. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν, κύριοι, ἀνεγράφετο τὸ ἑξῆς εἰς τὴν Ἑστίαν: «Ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, ἥτις ἠσχολήθη μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῶν δῆθεν «ἀποκρυβεισῶν» ἐπιστολῶν Ἔρχαρτ, ἐτερμάτισε τὸ ἔργον της. Παρὰ τὴν ἐν τῷ μεταξὺ γελοιοποίησιν τῆς ὑποθέσεως, ἐκ τῆς ἀνακαλύψεως τῶν ἐπιστολῶν, ἡ κομματιζομένη προεδρία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπέμεινεν ὅπως καταρτίσῃ «πόρισμα» καὶ τὸ καταθέσῃ εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς». Βλέπετε τὸν συσχετισμὸν τῆς περικοπῆς ἐκείνης καὶ τῆς εἰδήσεως, ἥτις ἀνεγράφετο ἐν τῇ Ἑστίᾳ. Ἡ ματαίωσις τοῦ πορίσματος. Ἀλλ’ αὕτη δὲν ἐγένετο. Κατόπιν τούτου ὅμως παρουσιάζεται μία ἄλλη προσπάθεια, κ. συνάδελφοι. Παρουσιάζεται ἡ προσπάθεια τῆς ἀναβολῆς τοῦ πορίσματος, δι’ αὐτὸ καὶ ὑποβάλλονται ὅλαι αἱ σχετικαὶ ἀναφοραί. Καὶ συνεχίζουν οἱ κ. κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος εἰς τὴν ἀναφοράν: «Ὁ κ. Πρόεδρος ἠρνήθη νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ..... (ἀναγινώσκει).....». Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τί λέγει ὁ κ. Βασιλᾶτος εἰς μίαν συνεδρίασιν. Εἶπεν ὁ κ. Βασιλᾶτος: Ἐὰν μείνωμεν σύμφωνοι, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ποινικαὶ εὐθῦναι, ἀναφέρομαι εἰς τὴν εἰσήγησίν μου, τότε παύουν αἱ ἀπειλαὶ τῆς καταδυναστεύσεως τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τῶν πολυώρων ἀγορεύσεων τοῦ κ. Βασιλάτου, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐταλαιπωρήθη ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους καὶ τὴν ταλαιπωρίαν αὐτὴν τὴν προεκάλεσεν ὁ κ. Βασιλᾶτος. Συνεχίζουν οἱ ὑποβαλόντες τὴν ἀναφοράν, διότι σᾶς εἶπον ποῖον σκοπὸν ἐπιδιώκει ἡ ὑποβολὴ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς: «Εἶναι ἀνακριβῆ καὶ τὰ συμπεράσματα ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα πρὸς τὰς καταθέσεις ὅλων τῶν ἐξετασθέντων... .... (ἀναγινώσκει).......». Θίγονται δηλαδή οἱ εἰσηγηταί, ὅτι ἔβγαλον συμπεράσματα ἀντίθετα πρὸς τὰ ἐκ τῆς διαδικασίας βεβαιωθέντα. Θὰ σᾶς ἀναπτύξω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τὴν ἄποψίν μου, ἀναφερόμενος εἰς ὅσα ὑπεστήριξα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Στρατάρχου Παπάγου καὶ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ἐπιστολῶν εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ προηγουμένη μας συνεδρίασις ἐλύθη λόγῳ ἐλλείψεως ἀπαρτίας, λόγῳ τοῦ θανάτου τοῦ Στρατάρχου καὶ τῆς κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην γενικῆς συνελεύσεως τοῦ κόμματος τοῦ Συναγερμοῦ. Συνεδρίασις 22 Σεπτεμβρίου. Εἶναι ἡ προηγουμένη τῆς λυθείσης ἐλλείψει ἀπαρτίας. Μοῦ εἶχεν ἀνατεθῆ νὰ ὑποβάλω τὰ ἐρωτήματα, τὰ προκύπτοντα ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν κυρίων εἰσηγητῶν. Ἡ προηγουμένη μας συνεδρίασις ἐλύθη ἐλλείψει ἀπαρτίας καὶ λόγῳ τοῦ θανάτου τοῦ Στρατάρχου καὶ τῆς κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην Γεν. Συνελεύσεως τοῦ Κόμματος τοῦ Συναγερμοῦ. Ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται εἰς τὸ ἑξῆς σημεῖον: Κατὰ τὴν Συνεδρίασιν τῆς 22ας Σεπτεμβρίου τὴν πρὸ τῆς τελευταίας δηλαδή, τῆς λυθείσης ἐλλείψει ἀπαρτίας, μοῦ εἶχεν ἀνατεθῆ νὰ σᾶς ὑποβάλω τὰ ἐρωτήματα, τὰ προκύπτοντα ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν κ.κ. Εἰσηγητῶν. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν αὐτὴν κατήρτισα τὰ ἐρωτήματα, 14 ἐν ὅλῳ, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐγένετο ψηφοφορία καὶ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Πρὸ 2–3 ἡμερῶν ὅμως παρενέπεσε τὸ ἑξῆς γεγονός: Εἶδα εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνακοίνωσιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν — συγχρόνως δὲ μοῦ τὸ ἀνήγγειλε τηλ)κῶς, ὁ κ. Λιάτης, ὁ ἐξετασθεὶς ἐδῶ — ὅτι μερικὰ ἔγγραφα, 6 ἐν ὅλῳ ἀνευρέθησαν εἰς τι ἑρμάριον τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, 4 τῶν συμφωνιῶν τῆς Βόννης καὶ 2 τῶν ἐπιστολῶν, ὡς εἶδα εἰς τὰς ἐφημερίδας. Τὸ γεγονὸς αὐτό, κατ’ ἐμέ, ἅπτεται τοῦ τεθέντος ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπ’ ἀριθ. 5 ἐρωτήματος. Ὁ κ. Παλαμᾶς ἐξεταζόμενος ἐδῶ κατέθεσεν ὅτι οὐδέποτε τὰ ἔγγραφα εἰσήχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, ρητῶς τὸ λέγει αὐτό, συγχρόνως ὁ κ. Λιάτης κατέθεσεν ὅτι, ὅταν παρέλαβεν εἰς τὰς 10 Μαΐου, τὴν Δ)σιν τῶν Οἰκονομικῶν Ὑποθέσεων παρὰ τοῦ κ. Παλαμᾶ, δὲν ἀνεῦρεν ἔγγραφόν τι. Ὁ κ. Μαρκεζίνης κατέθεσεν ὅτι κατὰ τὸν Ἰούνιον παρέλαβε τὸν φάκελλον τῶν συμφωνιῶν τῆς Βόννης παρὰ τοῦ κ. Παλαμᾶ ἵνα ἐνημερώσῃ τὸ ἰδιωτικόν του ἀρχεῖον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον διέψευσεν ὁ κ. Παλαμᾶς. Ἐπειδὴ ἐκ τῶν 20 ἐγγράφων τῶν Συμφωνιῶν τῆς Βόννης τὰ 10 ἔχουν ἀποσταλῆ δι’ ἐγγράφου τοῦ κ. Τριανταφύλλη πρὸς τὸν κ. Παπαληγούραν, τὰ 6 ἀνευρέθησαν ἤδη καὶ ὑπολείπονται ἄλλα 4, ἡ γνώμη μου εἶναι ἐπὶ τοῦ 5 ἐρωτήματος νὰ μὴ ληφθῇ ἀπόφασις, ἀλλὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν πρὸς διαπίστωσιν τοῦ ὑπευθύνου τῆς ἐξαφανίσεως τῶν ἐγγράφων, μὲ ἐνδείξεις κατὰ τοῦ κ. Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἔχῃ τὰ ἔγγραφα αὐτά. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐρωτημάτων δυνάμεθα, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ προχωρήσωμεν. Βλέπετε, ὅτι οὐδεμία μομφὴ ἢ ὑπόνοια ἐπερρίπτετο ἐναντίον τοῦ κ. Μαρκεζίνη ἀπὸ ἐμὲ τὸν ἄσπονδον ἐχθρόν του, ὅπως λέγουν οἱ κ.κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος. Κύριοι, πολλὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐζήτησαν νὰ ἔλθῃ προσωπικῶς ὁ κ. Παλαμᾶς. Εἰς τὴν ἄποψιν αὐτὴν δὲν ἦσαν ἀντίθετοι καὶ οἱ κ.κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον νὰ εἰδοποιηθῇ νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Παλαμᾶς, διὰ νὰ δώσῃ συγκεκριμένην ἀπάντησιν. Ἠναγκάσθην τότε νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπηύθυνα, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ σχετικὸν ἔγγραφον, νὰ καλέσῃ τὸν κ. Παλαμᾶν, ὅστις καὶ πράγματι ἐκλήθη. Ὅλα αὐτὰ ὑπάρχουν εἰς τὸ Ἀρχεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ὁ καθεὶς δύναται νὰ τὰ ἀναζητήσῃ καὶ νὰ σχηματίσῃ, μόνος του, πλήρη πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς: «..... ........... (ἀναγινώσκει)......................». Κύριοι, ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε λάβει τὰς ἀποφάσεις της, κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς 23ης καὶ 24ης Νοεμβρίου. Μ’ ὅλα ταῦτα, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, διετύπωσα, κατὰ τρόπον πράγματι συνοπτικόν, τοῦτο. Εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναφέρωνται ὅλαι αἱ ἀντιλογίαι. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βασιλᾶτος. Ἦτο μία κατάστασις, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ἀφόρητος. Ἡ συνεδρίασις παρετείνετο ἐπὶ ὥρας.......... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§21Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁμιλοῦμεν συνεχῶς περὶ αὐτοῦ τοῦ πορίσματος, τὸ πόρισμα εἶναι πέντε σελίδες, ἂς ἀναγνωσθῇ, διὰ νὰ τὸ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλή.
§22Χ. ΡΙΖΟΣ. Δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου. Εἶναι ἔργον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐγώ, ὅπως σᾶς εἶπον, ἐπεράτωσα, κύριοι βουλευταί, τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν σεῖς μοῦ ἀνεθέσατε, ἐργασθεὶς ἀόκνως. «Ἵνα πεισθῆτε, κ. Πρόεδρε,............ (ἀναγινώσκει)................». Ἔφερα, κύριοι βουλευταί, ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν, διὰ νὰ ἴδητε τὰς διαδικαστικὰς ἀνωμαλίας, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ. Βασιλᾶτος, ἵνα προσωπικῶς κρίνητε ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν ἐναντίον μου. «Ἀναφέρομαι ἐνδεικτικῶς.......... (ἀναγινώσκει)......».
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ρίζο, δὲν ἀκούεσθε. Σᾶς παρακαλῶ, ὅπως ὁμιλῆτε εὐκρινέστερον, διότι οἱ πρακτικογράφοι παραπονοῦνται.
§24Χ. ΡΙΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, οὐδέποτε ἐγνώρισα καὶ οὐδέποτε εἶδον τὸν Βουλπιώτην, παρὰ μόνον ὅταν προσῆλθε νὰ ἐξετασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§25Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἴπομεν τοιοῦτον πρᾶγμα.
§26Χ. ΡΙΖΟΣ. Ὄχι, δὲν τὸ εἴπατε. Τὸν ἐκάλεσα, πάντοτε ἐγγράφως, καὶ διέταξα τὸν Γραμματέα τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὑπάλληλον τῆς Βουλῆς, κ. Ζόγκαν, νὰ συνεννοηθῇ τηλεφωνικῶς, ὥστε νὰ ἔλθῃ, διὰ νὰ μὴ χάσωμεν καμμίαν συνεδρίασιν, διότι ἐθεώρουν, πάντοτε, ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπές, νὰ καλοῦνται 20 βουλευταὶ νὰ συνεδριάσουν καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἀπουσιάζῃ καὶ νὰ χάνουν τὴν ὥραν των. Προσῆλθεν ὁ Βουλπιώτης καὶ ἐξητάσθη ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀνέκυψε τὸ ἑξῆς θέμα: Ποῖος ὁ τρόπος τῆς ἐξετάσεως τοῦ Βουλπιώτη; Ὑπεστηρίχθη τότε καὶ ἐλήφθη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως πάντες οἱ ἰδιῶται ἐξετασθοῦν ἐνόρκως. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ εἴτε ἐνόρκως, εἴτε ἀνωμοτὶ ἢ καὶ νὰ συλλέγῃ πληροφορίας εἴτε παρὰ δημοσίων ἀρχῶν, εἴτε παρὰ πολιτῶν. Ἀλλὰ τῶν ἰδιωτῶν, ἐλήφθη ἀπόφασις, ἡ κατάθεσις νὰ λαμβάνεται ἐνόρκως, διότι δὲν παρέχουν πλήρη ἐμπιστοσύνην διὰ τὴν ἀνώματον κατάθεσιν. Ὁ Βουλπιώτης, ὅπως ἐνθυμοῦμαι, ἐζήτησεν ἐν ἀρχῇ, νὰ μᾶς ἐκθέσῃ προφορικῶς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν, ὅπως ἰσχυρίζεται αὐτός. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔγινε μακρὰ συζήτησις, ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο εἰς τὸν Βουλπιώτην ἢ ὄχι. Τελικῶς, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισεν, ἀφ’ οὗ μᾶς ἀναπτύξῃ δι’ ὀλίγων τὴν ὑπόθεσιν, νὰ ὑπαγορεύσῃ εἰς τὸν Γραμματέα τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν ὑπόθεσίν του. Τοῦτο ἦτο τυπικώτατον, νομιμώτατον καὶ κανονικώτατον καὶ συχνάκις γίνεται ἐνώπιον τῶν Ἀνακριτῶν — ὅσοι εἶσθε ἐξ ὑμῶν δικηγόροι, τὸ γνωρίζετε — διὰ τοὺς κατηγορουμένους, οἱ ὁποῖοι προσάγονται ἐνώπιον τοῦ Ἀνακριτοῦ. Ὁ Βουλπιώτης δὲν ἐτελείωσεν. Ἐξητάσθη ἐκ δευτέρου καὶ τὸν ἐκάλεσα καὶ τρίτην φορὰν, διὰ προσκλήσεως, ἀλλ’ ἀνεχώρησε διὰ τὴν Γερμανίαν. Δὲν ἠθέλησα ποτὲ νὰ δικαιολογήσω, οὔτε αὐτόν, οὔτε κανένα. Ἐγὼ ἐξεπλήρωσα εἰς τὸ ἀκέραιον τὸ καθῆκόν μου καὶ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν εἶχον παρ’ ὑμῶν. Ὅλα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἔκθεσιν, εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβῆ, ὅτι προσεπάθησα νὰ δικαιολογήσω τὸν Βουλπιώτην ἢ ἀφῆκα εἰς αὐτὸν νὰ ἐξετασθῇ, ὅπως ἤθελε. Προχωρῶ περαιτέρω. (Ἀναγινώσκει). «Περαιτέρω ἀπομένουν νὰ ἐξετασθοῦν, ὅτι προεκάλεσα ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ μὴ ἐξετασθῇ, ὡς μάρτυς, ὁ μακαρίτης Γεώργιος Ματζαβῖνος». Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, κ. βουλευταί, ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται ἡ ἐξέτασις τοῦ μακαρίτου Ματζαβίνου, διότι οὗτος δὲν ἦτο οὐσιώδης. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγὼ ἐγνώριζον ὅτι ὁ Ματζαβῖνος εἶχεν ἀποστείλει ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Στρατάρχην ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν. Τοῦτο μοῦ τὸ εἶχεν ἀνακοινώσει ὁ ἴδιος ὁ Στρατάρχης ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἀσθενείας του, ὅταν τὸν ἠρώτησα. Ἀλλὰ μοῦ προσέθεσεν ὅτι δὲν λέγει τίποτε καὶ δεύτερον ὅτι δὲν ἠξεύρει ποῖος τὴν ἔχει. Ἀνεζήτησα τὴν ἐπιστολήν. Ἀπετάθην εἰς διαφόρους ὑπουργοὺς καὶ τέλος μοῦ ἐγνώρισεν ὁ κ. Παπαληγούρας ὅτι τὴν ἔχει. Τὸν παρεκάλεσα νὰ μοῦ τὴν δώσῃ. Μάλιστα, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐν τῇ Βουλῇ συνήντησα τὸν κ. Παπαληγούραν. Παρεκάλεσα τὸν γραμματέα τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν κ. Παπαληγούραν, ὁ ὁποῖος καὶ τοῦ τὴν ἔδωσε. Λέγει ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε. Συγχρόνως ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὡς εἰσηγητής, ἀπηύθυνεν ἐπιστολήν, δὲν γνωρίζω πότε, εἰς τὸν Ματζαβῖνον, μὲ ὡρισμένα ἐρωτήματα. Ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων αὐτῶν ἀπήντησεν ὁ Ματζαβῖνος καὶ εἶναι εἰς τὰ πρακτικά, εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς Βουλῆς, ἡ ἀπάντησις αὐτοῦ. Καίτοι ἐγὼ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ τοῦ κ. Βασιλάτου δὲν ἦτο νόμιμος, διότι δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ εἰσηγητὴς νὰ ἀπευθύνῃ ἐπιστολὰς εἰς διάφορα πρόσωπα, μετὰ ληφθεῖσαν μάλιστα ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν τούτοις ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ρητῶς ἀκόμη ἀναφέρεται εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἥτις ἐλήφθη, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατηγορία, ὅτι ἐγὼ προεκάλεσα ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ μὴ ἐξετασθῇ ὁ οὐσιώδης μάρτυς, ὁ μακαρίτης Γ. Ματζαβῖνος. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη αἰτίασις, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐνῷ ἐζητήθη, ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ μὴ ἐξετασθῇ ὁ τέως Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου Ν. Γρηγοριάδης. Θὰ σᾶς εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Ν. Γρηγοριάδης, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὁμιλῶν εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ ἀπηύθυνε τηλεγράφημα, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου μία σειρὰ ἐγγράφων τῶν Συμφωνιῶν τῆς Βόννης εἰς τὴν Διεύθυνσιν Συμβατικοῦ. Διευθυντὴς τοῦ Συμβατικοῦ ἦτο ὁ κ. Κονίτσας. Τοῦτον ἐκάλεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετασθῇ. Θὰ σᾶς ἀναφέρω τί λέγει, ἔχω τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Κονίτσα. Ἀλλὰ μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Κονίτσα, ὁ ὁποῖος εἶχε μίαν σειρὰν εἰς τὴν Γερμανικὴν τῶν κειμένων τῶν Συμφωνιῶν τῆς Βόννης, ἦτο ἐντελῶς περιττὴ ἡ κατάθεσις τοῦ κ. Γρηγοριάδη. Αὐταὶ εἶναι αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιρρίπτονται ἐναντίον μου, ὑπὸ τῶν κ.κ. Παπαγιάννη καὶ Βασιλάτου. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 28ης Ἀπριλίου ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ ἐξετασθῇ ὁ κ. Στεφανόπουλος. Πράγματι τὸν ἐξήτασε καὶ μάλιστα ἐν ἀπουσίᾳ τῶν κ.κ. Παπαγιάννη καὶ Βασιλάτου. Ἔχω τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βλέπω εἶναι ὅτι ὅλοι ζητοῦν, ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἐξετασθῇ ὁ κ. Στεφανόπουλος, τέως Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀσχοληθῆ ἐν μέρει ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἐπιπροσθέτως ἀνεῦρον εἰς τὸν φάκελλόν μου καὶ μίαν πρόσκλησιν πρὸς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸ δύο τοὐλάχιστον ἡμερῶν. Τὴν ἔχω ἐδῶ, κύριοι καὶ φέρει χρονολογίαν 21 Ἰουνίου. «Παρακαλῶ ὅπως τὴν 23ην τρέχοντος..... (ἀναγινώσκει)........». Ἐκάλεσα εἰς συνεδρίασιν καὶ τὸ ἀπόγευμα, διότι, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὁ κ. Στεφανόπουλος δὲν ηὐκαίρει τὴν πρωΐαν νὰ ἐξητάζετο, διότι συνήθως ἐδέχετο τοὺς Πρεσβευτάς. Δι’ αὐτὸ τὸν ἐκάλεσα τὸ ἀπόγευμα. Καὶ δὲν ἀπησχόλησε παρὰ ἡμίσειαν μόνον ὥραν τὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Παπαληγούρας μᾶς ἀπησχόλησε μόνον ἐπὶ μίαν ὥραν τὴν πρωΐαν. Ἡ πρόσκλησις ἐκοινοποιήθη. Οἱ κ.κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος, τὸ ἀπόγευμα δὲν ἐννόουν νὰ ἔλθουν. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ κάμω; Νὰ ματαιώσω τὴν συνεδρίασιν, ἐνῷ ἔφερα τὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ματαιοῦται ἡ συζήτησις, διότι οἱ κ. κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος δὲν ἦλθον; Ἦτο παρατυπία αὐτὴ ἢ ἦτο ἔλλειψις εὐπρεπείας πρὸς τὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ ἂν ἀπουσίαζον, εἶχε τοῦτο καμμίαν σημασίαν διὰ τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία τὸν ἐξήτασεν ἐν πλήρει ἀπαρτίᾳ νομοτύπως, ἀπολύτως, διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ ἔλθουν οἱ κ.κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος; Ἄλλωστε τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων διενέμοντο τακτικὰ εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ θὰ ἐλάμβανον γνῶσιν τῶν καταθέσεων αὐτῶν. (Ἐν συνεχείᾳ ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν εἰσηγητικῶν ἐκθέσεων ὁ κ. Ρῖζος συνέχισε τὰς αὐθαιρεσίας καὶ ἠναγκάθη ὁ ἐξ ἡμῶν Γ. Βασιλᾶτος νὰ τοῦ ἀποστείλῃ τὴν ἀπὸ 15 ἐπιστολὴν..... (ἀναγινώσκει)..........». Πράγματι μοῦ ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν ὁ κ. Βασιλᾶτος, ἀφοῦ μὲ ἐκάλεσε προηγουμένως τηλεφωνικῶς εἰς τὸ γραφεῖον μου καὶ μοῦ εἶπε: Τί ὥρα καὶ ποῦ θὰ σᾶς παραδώσω τὴν ἔκθεσιν; Τοῦ ἀπήντησα ὅτι τὴν ἔκθεσίν του θὰ τὴν δώσῃ εἰς τὸν γραμματέα τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν εἶχον καμμίαν θέσιν ἐγὼ διὰ τὴν παραλαβὴν τῶν ἐκθέσεων, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε γραμματέα. Ὁ κ. Βασιλᾶτος, παρὼν εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐζήτησε δεκαπενθήμερον προθεσμίαν διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς του. Ἡ προθεσμία ἡ ὁποία εἶχε τεθῆ, ἦτο μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Καὶ παρεσχέθη αὕτη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Βασιλᾶτος ἐνόμισεν, ὅτι συγχρόνως ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ κατάθεσις τῶν εἰσηγητικῶν ἐκθέσεων. Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ἐννοήσω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Παρεσχέθησαν εἰς τὸν κ. Βασιλᾶτον, ἄλλαι 15 ἡμέραι ἀκόμη, διὰ νὰ ἑτοιμάσῃ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν. Οἱ κ.κ. Κοντογιαννόπουλος καὶ Σαββόπουλος, εἶχον ἑτοιμάσει τὴν ἔκθεσίν των, τὴν ὑπέβαλον καὶ διετάχθη ἡ δακτυλογράφησίς της. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητικὴ τοῦ κ. Κοντογιαννοπούλου, ἦτο μακρὰ ἐξ 140 σελίδων, τοῦ κ. Βασιλάτου μάλιστα, ὑπερέβαινε τὰς 170 σελίδας. Νὰ ἴδητε τί ἐτράβηξεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ κυρίως τί ἐτράβηξα ἐγὼ νὰ διευθύνω τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαβάζω ὅλας αὐτὰς τὰς ἐκθέσεις καὶ νὰ παρακολουθῶ τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους. Δὲν ξεύρω, κύριοι, πῶς συνέβη, ἀλλὰ εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, ὅτι ἡ δακτυλογράφησις ἐγένετο καὶ ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μὲ δακτυλογράφους μὴ ὑπαγομένας εἰς τὴν Βουλὴν ἀπ’ εὐθείας. Φαίνεται, ὅτι ἐπεκαλέσθη ἡ Βουλὴ —ἀγνοῶ τὸ πρᾶγμα— ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν καὶ ἄλλων δακτυλογράφων ὑπαγομένων εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον. Εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Ἐπῆγα μάλιστα, μόνος μίαν ἡμέραν νὰ ἴδω, ἐὰν ἐγένετο ἐπὶ τέλους ἡ δακτυλογράφησις, διότι ἔπρεπε νὰ γίνουν πολλαπλᾶ ἀντίγραφα καὶ νὰ διανεμηθοῦν εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ μελετηθοῦν καὶ νὰ συζητηθοῦν κατόπιν. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων, σᾶς ὡμίλησα προηγουμένως καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανέλθω. Εἶναι περίπου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ἡ «Ἑστία», ὅτι ἐγὼ ἠρνήθην νὰ μὴ ἐκδώσω πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἐγὼ ἤθελον νὰ ἐκπληρώσω τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀνεθέσατε.
§27Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μου. Νομίζω, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἀκούει συνεχῶς ὅλας αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς δι’ ἕνα πόρισμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἤκουσεν. Ἑπτὰ σελίδες εἶναι. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ πόρισμα ἐφ’ ὅσον κατετέθη, νὰ τὸ ἀκούσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ νὰ ἀκούσωμεν τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Προέδρου, διότι, ἄλλως, πῶς θὰ ἀντιληφθῶμεν τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Προέδρου;
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ταμβακᾶ, τὸ πόρισμα θὰ ἐκτυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ.κ. βουλευτάς.
§29Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Ἀφοῦ κατετέθη;
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα κατετέθη. Ἔτσι γίνεται. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαβάσω τὸ πόρισμα, νὰ σχηματίσω τὴν γνώμην μὲ τὴν ἁπλῆν ἀνάγνωσίν του καὶ νὰ εἰσέλθωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας μιᾶς ὑποθέσεως τοιαύτης, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Τὸ εὑρίσκω, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης.
§31Χ. ΡΙΖΟΣ. Ἐγὼ ἀναπτύσσω τὰς μομφὰς καὶ τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἐναντίον μου, ἐγγράφως, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ σᾶς ἀναπτύσσω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη κανονικῶς, νομίμως, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. «Εἰς τὴν σελίδα 27 τῶν Πρακτικῶν..... (ἀναγινώσκει) .........». Πράγματι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τότε, ὁ κ. Σαββόπουλος, εἶπεν εἰς μίαν ὀξεῖαν συζήτησιν: «Μὴ φωνάζετε, διότι ἴσως ἔξω ὑπάρχουν πληροφοριοδόται». Κύριοι σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένοντο πάντοτε εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ ἀναγνωστηρίου τῶν βουλευτῶν τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Ὅταν ἡ πόρτα εἶναι κλειστή, δὲν ἀκούει κανεὶς ἔξω τὶ λέγεται. Ἡ δὲ πόρτα, ὅταν συνεδρίαζεν ἡ Ἐπιτροπή, ἦτο πάντοτε κλειστὴ καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀκούσῃ. Ἐὰν ὑπῆρχον ἴσως ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι προσεπάθουν νὰ ἀκούσουν τί ἀποφασίζει καὶ τί λέγει ἡ Ἐπιτροπή, νομίζω ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου νὰ παρακολουθῶ, δεδομένου ὅτι αἱ συνεδριάσεις ἐγένοντο ἀπολύτως μυστικαί, ὥστε οὐδεὶς νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τί λέγεται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐκτὸς τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀκόμη καὶ ὅταν ἤρχετο ὁ καφετζῆς, ὁσάκις μᾶς προσέφερε κανένα καφέ, διότι αἱ συνεδριάσεις συνεχίζοντο τοὐλάχιστον μέχρι τὰς 2 μ.μ., ἔπαυεν ἡ συζήτησις διὰ νὰ μὴ ἀκούσῃ κανεὶς τί λέγεται. «Ἡ αὐτὴ μεροληπτικὴ στάσις.... (ἀναγινώσκει) ....». Τὸ ζήτημα, κύριοι, ἐὰν ἀναζητοῦνται πολιτικαὶ εὐθῦναι κατὰ τέως ὑπουργῶν, εἶχε συζητηθῆ ἐπανειλημμένως. Ὁ κ. Βασιλᾶτος ἐπέμεινε νὰ τὸ ἀναπτύξῃ πάλιν. Εἶχε συζητηθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν μας. Ἀρκετὴ ἦτο, κύριοι, ἡ ταλαιπωρία. Τὸν παρεκάλεσα, προκειμένου μάλιστα περὶ νομικῶν ζητημάτων, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι καὶ νομικὸν κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸν παρεκάλεσα τότε νὰ δώσῃ σύντομον σημείωμα καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά. Κατὰ τέως ὑπουργῶν κατ’ ἐμὲ ζητοῦνται πολιτικαὶ εὐθῦναι. Δὲν ὑπάρχουν κυρώσεις, μόνον, διότι κυρώσεις πολιτικαὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπιβληθοῦν, ὅταν ἔπαυσε νὰ εἶναι ὑπουργός. Κυρώσεις κατὰ ὑπουργῶν ἐν ἐνεργείᾳ εἶναι, εἴτε νὰ παυθῇ, εἴτε νὰ ἀναγκασθῇ εἰς παραίτησιν. Ἑπομένως, ἐκτὸς τούτου, ὡς ἀπεφάνθη ὀρθῶς ἡ Ἐπιτροπή, τοιαύτη ἦτο ἡ ἐκλογὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ἀναζήτησις πολιτικῶν εὐθυνῶν ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἐὰν πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν πολιτικὰς εὐθύνας ἢ ὄχι, εἶναι ζήτημα ἡμῶν, εἶναι ζήτημα τῆς Βουλῆς, ὄχι ζήτημα τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία τοιαύτην ἐντολὴν εἶχε λάβει παρ’ ἡμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Κύριοι, συνεχίζω, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἔγινα καὶ ἀρχηγὸς κόμματος: «Ἔχων μονίμους συνεργάτας........... ............(ἀναγινώσκει) ............». Κύριοι, δὲν συνεννοούμεθα ποτὲ μὲ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ καθένας ἐξέφερε τὴν γνώμην ἀνεπηρεάστως καὶ ἐλευθέρως. Ὡς ἁπλοῦν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐξέφερον καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν διαφόρων θεμάτων. Οὐδέποτε ἐζήτησα νὰ ἐπηρεάσω τὴν γνώμην οἱουδήποτε ἀλλά, δυστυχῶς, οἱ κ.κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος νομίζουν καὶ ἐσχημάτισαν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐγὼ ἐπηρέαζον τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ὅ,τι ἔλεγον ἐγώ, ὅ,τι γνώμην διετύπωνον, αὐτὴν ἠσπάζετο ἡ Ἐπιτροπή. «Διὰ τὴν κάλυψιν βαρυτάτων εὐθυνῶν τῶν αὐτουργῶν τῆς ἐλεεινῆς σκευωρίας». Ἐδῶ δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμένα νὰ δώσω ἐξηγήσεις. Ἄς δώσῃ ἐξηγήσεις ὁ κ. Παπαγιάννης καὶ ὁ κ. Βασιλᾶτος, ποίους ἐννοεῖ ὅτι εἶναι αὐτουργοὶ τῆς ἐλεεινῆς σκευωρίας. Μήπως ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης Παπάγος; Δὲν ἠξεύρω. «Τέλος κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, ὁ κ. Πρόεδρος ἀπέβαλε πάντα χαλινόν...... (ἀναγινώσκει)........». Τὸ πόρισμα συνέταξα ἀπὸ τὴν προηγουμένην ἑβδομάδα, τὸ ἔδωσα εἰς τὴν γραμματείαν τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ δακτυλογραφηθῇ, τὰ ἀντίτυπα νὰ διανεμηθοῦν εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ τί χρειάζονται αὐτά; Αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς εἶχον ληφθῆ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 καὶ 24 Νοεμβρίου. Μία ἁπλῆ διατύπωσις, μία εἰσαγωγὴ τοῦ ἀνακύψαντος ζητήματος, αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, αὐτὸ ἦτο τὸ συνταχθὲν παρ’ ἐμοῦ σχέδιον πορίσματος. Πράγματι εἰς μίαν ἐφημερίδα τοῦ Βορρᾶ ἀνεγράφη τὸ πόρισμα αὐτό, πρὸ τῆς ἀνακοινώσεως. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶμαι ἀμέτοχος τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς. Οὔτε εἰς τὴν ἐφημερίδα αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐκδίδει ὁ κ. Λεβαντῆς, οὔτε εἰς κανένα τὸ εἶχον ἐγὼ δώσει: «...... (ἀναγινώσκει) ........». Νομίζω, ὅτι δὲν χρήζει ἀπαντήσεως τὸ ἐρώτημα αὐτό, διότι ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσεπάθησε νὰ καταστείλῃ πᾶσαν προστριβὴν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἀποφύγῃ κάθε ἐπεισόδιον, κάθε ἀντέγκλησιν καὶ νὰ ὑψωθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἁρμόζον εἰς αὐτὴν ὕψος. Τέλος, γράφουν εἰς τὴν ἀναφοράν των: «Τὸ καταπληκτικώτερον εἶναι, ὅτι ἐνῷ εἶχε λάβει ἐντολὴν τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ συντάξῃ τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον θὰ περιελάμβανε μίαν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν ἀπόφασιν, προσέθεσε γʹ κεφάλαιον, ὑπὸ τὸν τίτλον πόρισμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνακεφαλαίωσις τῆς ἀποφάσεως». Εἶναι τό ζήτημα τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν ρῆξιν, ἂς τὴν ὀνομάσω ἔτσι, τῶν κ.κ. Παπαγιάννη καὶ Καψάλη. Τὸ πόρισμα τὸ ὁποῖον συνέταξα ἐγώ, τὸ εἶχα διαιρέσει εἰς 3 κεφάλαια. Τὸ πρῶτον εἰσαγωγή. Τὸ δεύτερον ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸ τρίτον, πόρισμα, Αὐτοί, εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι ὡς κεφάλαιον ἡ εἰσαγωγὴ δὲν χρειάζεται, ἀλλὰ ἀρκεῖ: Κεφάλαιον Αʹ αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸ ὁποῖον περιέχονται αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ αἱ γνῶμαι τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας καὶ εἰς τὸ τέλος τὸ πόρισμα, ἡ τελικὴ ἀπόφασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγράφεται, ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτιολογίας, τί ἀκριβῶς ἀπεφάσισεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Κύριοι, αἱ ἀποφάσεις ἔχουν ἕνα δικαιολογητικόν, ἕνα διατακτικόν. Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ καμμία εἰς τὴν οὐσίαν. Ἦτο μόνον μία συνοπτικὴ διατύπωσις τῶν ἀποφασισθέντων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§32Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἐπανάληψις.
§33Χ. ΡΙΖΟΣ. Εἴμεθα παρόντες ἐκείνην τὴν στιγμὴν 7. Εὑρισκόμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. Μερικοὶ ὅπως ὁ κ. Ταμβακᾶς, ἠθέλησαν νὰ ἀποχωρήσουν, δηλώσαντες ὅτι συμφωνοῦν ἀπολύτως πρὸς τὸ πόρισμα. Δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ταλαιπωρηθοῦν ἐπὶ πλέον. Οἱ λοιποὶ ἀνέπτυξαν τὴν ἄποψίν των, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ φύγουν. Ἑπομένως πῶς ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἔγινεν ἡ ἐλαχίστη παρατυπία ἀπὸ ἐμέ; Κατόπιν τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν ἐναντίον μου, νομίζω, ὅτι κατώρθωσα νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀπεφάσισε νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως τοῦ θέματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον διηρεύνησεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος, τότε θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν. Σήμερον ἡ οὐσία εἶναι μόνον τὸ προσωπικόν μας ζήτημα. Ὅτι ἑπομένως, ἐξετοξεύθη ἐναντίον μου ἀπὸ τὸν κ. Παπαγιάννην καὶ Βασιλᾶτον, ἦτο ἀβάσιμον, διότι ἐπιδιώκει ὡρισμένον σκοπόν. Ἡ προσπάθειά των, κύριοι, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἦτο, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διατυπώσω αὐτὴν τὴν μομφήν, ἦτο νὰ ἀποφύγουν τὴν ἔκδοσιν πορίσματος πρῶτον καὶ δεύτερον νὰ διαβάλουν τὸ πόρισμα, βάλλοντες ἐναντίον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐναντίον τοῦ Προέδρου αὐτῆς. Κύριοι βουλευταί, εἰργάσθην ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος διὰ νὰ ἀνεύρω τὴν ἀλήθειαν, εὐσυνειδήτως καὶ ἀντικειμενικῶς. Ἐκράτησα τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὸ ὕψος αὐτῆς, ὅπως ἔπρεπε, νὰ εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁρισθεῖσα ὑφ’ ὑμῶν. Καὶ τώρα κρίνατέ με, ἀφοῦ ἀκούσετε καὶ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτε, ἔχετε τὸν λόγον, ἀλλὰ μίαν παράκλησιν ἤθελα νὰ σᾶς κάμω: Νὰ προσπαθήσητε νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν ἀπάντησίν σας ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ. Καὶ μίαν δευτέραν παράκλησιν. Νὰ μὴ δημιουργηθῇ δεύτερον προσωπικὸν ζήτημα, ἂν εἶναι δυνατόν, διὰ νὰ τελειώνωμεν. Διότι ἄλλως θὰ γίνῃ μία ἅλυσις προσωπικῶν ζητημάτων, καὶ θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, ἐνῷ δὲν ἔχομεν ἐκτυπώσει ἀκόμη τὴν ἔκθεσιν. Ἐγὼ σᾶς κάμνω καὶ τὸν δικηγόρον, ἂν θέλετε, εἰς τὴν ὑπόθεσιν.
§35Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐλάμβανε χώραν ἡ παροῦσα συζήτησις, διότι, ἀληθῶς, τόσον ὁ προλαλήσας συνάδελφος κ. Ρῖζος, Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅσον καὶ ἐγώ, εἴμεθα οἱ δύο κυρίως, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ οὐδεμίαν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἀπουσιάσαμεν καὶ οἴκοθεν νοεῖται ὅτι εἴμεθα οἱ περισσότερον ὅλων κοπιάσαντες. Εἶναι δὲ αἱ συνεδριάσεις 32. Ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ὑπεύθυνοι διὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Ξηρῶς θὰ ἐκθέσω ὡρισμένα γεγονότα, καὶ θὰ ἀφήσω ὑμᾶς νὰ ἐξαγάγητε τὰ συμπεράσματα. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ προλαλήσας κατήρτισε τὴν ἀπόφασιν καὶ ρητῶς προκύπτει ἐκ τῶν πρακτικῶν ὅτι ὁ ἴδιος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν εἰσηγήθη ὅτι ἡ ἀπόφασίς του, θὰ ἔχῃ δύο μέρη, τὴν εἰσήγησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν, ὅταν ἀκοῦτε σήμερον ὅτι κατετέθη ἕνα πόρισμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἢ πόρισμα τοῦ πορίσματος ἢ ἀνακεφαλαίωσις τῆς ἀποφάσεως, θὰ ἀντιληφθῇ πᾶς τις, ὅτι κάτι τὸ ἄτακτον συμβαίνει. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δικηγορῶν 32 ἔτη, καὶ ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. Ρῖζος ἄλλα 40, δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει παράδειγμα οὔτε δικαστικοῦ οὔτε διοικητικοῦ δικαστηρίου οὔτε οἱασδήποτε Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅταν ἐκδοθῇ μία ἀπόφασις γίνεται καὶ ἕνα πόρισμα τῆς ἀποφάσεως ἢ ἀνακεφαλαίωσις αὐτῆς. Καὶ τὸ σπουδαιότερον, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι, ὅτι ἐνῷ ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἔχει εἰς ὅλα τὰ κεφάλαια ἐντονωτάτας μειοψηφίας, ἀλλοῦ δύο, ἀλλοῦ τρεῖς, ἀλλοῦ τέσσαρας, ἀλλοῦ πέντε καὶ ἀλλοῦ ἓξ μὲ ἑπτά, τὸ πόρισμα, ὅπως θὰ δημοσιευθῇ, ἐμφανίζει τὴν Ἐπιτροπὴν ἄνευ μειοψηφιῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ διερευνήσασα τὸ ὅλον θέμα, δέχεται πρῶτον, δεύτερον, τρίτον. Ἐκεῖ, λοιπόν, εἶναι ἡ αἰτία τῆς διενέξεως, διότι τουλάχιστον ἀφ’ ἑνὸς καθ’ ἡμᾶς δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐκδοθῇ πόρισμα τοῦ πορίσματος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ πόρισμα αὐτὸ ἐμφανίζει τὴν Ἐπιτροπὴν μὴ ἔχουσαν οὐδεμίαν διαφωνίαν. Εἰς τοιούτου εἴδους πορίσματα τὴν σύνταξιν ἦτο ἀδύνατον νὰ συμπράξωμεν καὶ ἐνῷ ὑπέστημεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως θὰ ἀκούσετε, ἀναγινώσκων περικοπὰς τῶν πρακτικῶν, ἀληθῶς στυγνὴν λογοκρισίαν κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης μας ἢ τὴν δικαιολόγησιν τῆς ψήφου ἡμῶν. Παρεμείναμεν, καίτοι ἀποδιωκόμενοι, καίτοι ἠκούσθη ἀπὸ τὸν κ. προλαλήσαντα, ἀτυχῶς ἀπολέσαντα τὴν ψυχραιμίαν του, νὰ φύγετε, νὰ φύγετε, νὰ φύγετε, παρεμείναμεν καὶ ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις. Ἀλλ’ ὅταν πλέον εἴδομεν ὅτι γίνεται καὶ αὐτὸ τὸ παράνομον, τὸ ὁποῖον καθ’ ἡμᾶς οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχεν ἢ νὰ γίνῃ χρῆσις πολιτικὴ καὶ διὰ τοῦ τύπου λόγῳ τῆς συντομίας, τὸ ψευδοπόρισμα ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνωμεν ἀπαθεῖς καὶ ἐγράψαμεν μὲ τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον κ. Παπαγιάννην τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, τὴν ὁποίαν καταθέτω διὰ νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ἵνα ὀψέποτε, κύριοι συνάδελφοι, λάβετε γνῶσιν τοῦ ὅλου φακέλλου, λάβετε γνῶσιν καὶ αὐτῆς καὶ νὰ εἶσθε εἰς θέσιν ἀντικειμενικῶς κρίνοντες, νὰ σταθμίσητε καὶ νὰ κρίνητε ἐὰν ἡμεῖς ἀδίκως διεμαρτυρήθημεν ἢ ἀδίκως κατηγορήσαμεν τὸν κ. Πρόεδρον ἢ ἐὰν ἐξηναγκάσθημεν καὶ εἴχομεν ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πράξωμεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅταν κατήρτισε τὰ ἐρωτήματα, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἐκ τῶν ἰδικῶν μου ἐρωτημάτων ἔθεσε, πλὴν ἑνὸς καὶ τὸ ὁποῖον ἐν τέλει διεγράφη, καίτοι ἐν τῇ εἰσηγητικῇ μου ἐκθέσει ἀναγράφονται δώδεκα ὅλα ἐρωτήματα, ἔθεσε καὶ ἓν τελευταῖον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι θὰ σᾶς προκαλέσῃ κάποιαν ἔκπληξιν. Τὸ ἐρώτημα τὸ ἰδικόν μου, τὸ μοναδικόν, τὸ ὁποῖον περιέλαβεν, ἦτο ἐὰν ἦσαν χρήσιμοι αἱ Γερμανικαὶ πιστώσεις. Καὶ κατόπιν διεγράφη, ὥστε νὰ μὴ κρίνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐὰν ἦσαν ὠφέλιμοι καὶ τὸ ἔργον τῆς ἀποστολῆς ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. Μαρκεζίνη εἰς τὴν Γερμανίαν ἐπέτυχε. Διεγράφη τὸ ἐρώτημα τὸ μοναδικόν. Τὸ ἐρώτημα λοιπόν, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς προκαλέσῃ ἔκπληξιν ἦτο ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε δικαίως καὶ ἀντικειμενικῶς τὴν ἀποστολήν της. Ἐξενίσθημεν καὶ ἡμεῖς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, διότι δὲν ἠκούσθη ποτὲ ἕνα δικαστήριον νὰ ἔρχεται καὶ νὰ λαμβάνῃ ἀπόφασιν ἐὰν καλῶς ἐξεπλήρωσε τὸ ἔργον αὐτοῦ. Καὶ πράγματι ἠναγκάσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος νὰ τὸ ἀποσύρῃ, διότι καὶ ἄλλοι ὑπέδειξαν τὸ ἄτοπον. Ἀλλὰ διατὶ ἐτέθη τὸ ἐρώτημα αὐτό; Τὸ ἐρώτημα ἠναγκάσθην νὰ τὸ θέσω, διότι πράγματι διὰ τῆς εἰσηγήσεώς μου, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν, ὡς ἐλέχθη πολυσέλιδος,—εἶναι αὐτὴ ἡ εἰσήγησις— ὑπάρχει εἰδικὸν κεφάλαιον ὑπ’ ἀριθ. 3 ἀπὸ σελίδας 22 ἔνθα παρατάσσονται κατ’ ἀντιγραφὴν ἐπὶ λέξει ἐκ τῶν σχετικῶν πρακτικῶν διάφοροι δικονομικαὶ ἀταξίαι, αἱ ὁποῖαι ἀτυχῶς δίδουν τὴν εἰκόνα, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ κατώρθωσε νὰ ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της, νὰ κρίνῃ τουτέστιν ἀντικειμενικῶς καὶ ἀκομμάτιστα, αὐτὸ ἦτο τὸ παράπονόν μας, ἀλλὰ παρεσύρθη εἰς κομματικὰς ἀντιδικίας. Ἡ φράσις «παρεσύρθη εἰς κομματικὰς ἀντιδικίας» εἶναι φράσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦ κ. Ρίζου, εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 πρακτικόν. Ὅταν ἤρχισεν ἡ συζήτησις μέχρι ποῦ θὰ ἐπεκταθῇ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν θὰ σταματήσῃ μέχρι τῆς ἡμέρας ποὺ ἐγένοντο ἐδῶ αἱ συζητήσεις ἢ θὰ περιληφθοῦν καὶ αἱ ἐν Ἀθήναις συμφωνίαι μετὰ τῶν Γερμανῶν, ἐκεῖ ἠγέρθη θόρυβος καὶ ἀμέσως ἐχωρίσθη ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς κομματικὰ στρατόπεδα, ὥστε ὁ κ. Ρίζος εἶπε: κύριοι, πρὸς Θεοῦ, δημιουργεῖται ἐδῶ μία κομματικὴ ἀντιδικία. Καὶ ἀκούσατε, κύριοι, ποῦ νὰ τὰ ἀναφέρω ὅλα, διότι πρέπει νὰ συντομεύωμεν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, διότι καὶ πεῖραν ἔχετε καὶ οἱ περισσότεροι εἶσθε νομομαθεῖς, ἀλλὰ εἶσθε καὶ ἐπίλεκτα μέλη καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἠκούσθη ποτὲ νὰ μὴ δεχθῇ ἡ πλειοψηφία τὴν ἐξέτασιν ἔστω καὶ ἑνὸς μάρτυρος, τὸν ὁποῖον προετείναμεν ἡμεῖς; Κύριοι, βεβαίως κατηγορία δὲν ὑπῆρχεν, οὔτε κατηγορουμένους εἴχομεν, οὔτε τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο νὰ ἀποδώσῃ κατηγορίαν καὶ νὰ δημιουργήσῃ κατηγορουμένους, καίτοι, ὅπως θὰ ἴδητε, ἀναρμοδίως καὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα ἐξητάσθησαν καὶ ποινικαὶ εὐθῦναι καὶ εὐτυχῶς εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι οὔτε δόλος ὑπῆρξεν, οὔτε ὄφελος καὶ οὐδεμία ποινικὴ εὐθύνη δύναται νὰ ἀναζητηθῇ. Αὐτὸ ποὺ ἔπραξεν ἡ Ἐπιτροπή, κατ’ ἐμέ, ὡς θὰ ἀκούσετε μετ’ ὀλίγον, ἦτο παράνομον καὶ ἀντισυνταγματικόν, διότι καταργεῖ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον διαγράφει τὴν διαδικασίαν τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν καὶ ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν τὴν διαδικασίαν αὐτήν, διότι τὸ ἤθελεν ἡ ἑκάστοτε πλειοψηφία. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἐπροχωρήσαμεν τόσον πολὺ καὶ ἡμεῖς ἐπροτείναμεν 3 μάρτυρας, κύριοι, τὸν Ἀθανασιάδην Μποδοσάκην, τὸν μακαρίτην Μαντζαβῖνον καὶ τὸν ἄλλοτε γενικὸν γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, τὸ κ. Γρηγοριάδην, ὑπῆρξε τοιαύτη ἡ ἀντίρασις ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς πλειοψηφίας, ὥστε τελικῶς ἠναγκάσθημεν νὰ τὸ ἐντοπίσωμεν μόνον εἰς τὸν μακαρίτην Μαντζαβῖνον. Καὶ εἴπομεν, ὁ Μαντζαβῖνος, ὁ ὁποῖος συμμετεῖχεν εἰς ὅλας τὰς ἀποστολάς, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ μέλος τῆς ἀποστολῆς ἐν Γερμανίᾳ, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς μέχρι τέλους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐξετασθῇ. Ἀρχίζει λοιπὸν τὴν 28ην Ἀπριλίου, κ. συνάδελφοι μία ὁλόκληρος συνεδρίασις, ἡ ὁποία κατηναλώθη, ποὺ κατηγορήθημεν ἡμεῖς ὅτι ἐλέγομεν πολλά, ἐὰν θὰ ἐξετασθῇ ὁ Μαντζαβῖνος. Καὶ θὰ ἴδητε διὰ νὰ μὴ σᾶς διαβάσω οὔτε περικοπὰς τὰ πλέον παράλογα πράγματα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὁ Μαντζαβῖνος, ὅτι εἶναι παρέλκον, ὅτι ἀφοῦ ἐξητάσθη ὁ Τριανταφύλλης, δὲν χρειάζεται ὁ Μαντζαβῖνος, ὁπότε, θεωρῶ ἐγὼ προσωπικῶς ὡς οὐσιωδέστατον μάρτυρα τὸν μακαρίτην Μαντζαβῖνον, ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ τοῦ ἀπευθύνω μίαν ἐπιστολὴν μὲ συγκεκριμένα ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα διετύπωσα καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ. Καὶ πράγματι ὁ μακαρίτης ἐκεῖνος ἄλλοτε Διοικητὴς καὶ ἀείμνηστος Μαντζαβῖνος μοῦ ἀπήντησεν ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων, δὲν λέγω τί, οὐσίαν δὲν θίγω. Ἀλλά, κύριοι, ἔμεινα κατάπληκτος, διότι ἐν αὐτῷ μὲ ἐπληροφόρει ὅτι ἀπὸ τῆς 12ης Δεκεμβρίου εἶχε στείλει ἐπιστολὴν ἐν σχέσει μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἐπιστολῶν ἐντοπίζων αὐτό. Καὶ εἶχε προκληθῆ ἀτυχῶς ἀπὸ πρόσωπον ξένον πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν, καὶ ὅταν κατέθεσα τὰς ἐπιστολὰς ὁ κ. Πρόεδρος μὲ ἤλεγξε δριμύτατα, διότι ἐζήτησα ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν μακαρίτην Μαντζαβῖνον. Δὲν εἶχα δικαίωμα, λέγει, νὰ τὸ κάμω. Καὶ ἐγὼ ἀπήντησα ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐνέργειά μου ἔτεινε πρὸς διαλεύκανσιν τῆς ἀληθείας, εἶχα ὑποχρέωσιν νὰ τὸ κάμω καὶ ἰδού, ὅτι τὸ περιεχόμενον συντελεῖ εἰς τὴν διαλεύκανσιν τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ ποία ἡ ἔκπληξίς μου, κύριοι, ὅταν μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μαντζαβίνου, ἡ πρώτη ἐπιστολή του κατετέθη ἀπὸ ἕνα κύριον ὁ ὁποῖος κατεκράτει τὴν ἐπιστολὴν καὶ ὁ ὁποῖος ἐνῷ ἐξητάσθη, κ. βουλευταί, τὸ παρεσιώπησε, δὲν εἶπεν ἔχω καὶ αὐτὴν τὴν ἐπιστολήν, ἀλλὰ τὴν παρουσίασε μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μαντζαβίνου ὅταν ἤχθη τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἤκουσα κατάπληκτος τὸν κ. Ρίζον νὰ λέγῃ: «Κύριε Βασιλᾶτε, δι’ αὐτὸ δὲν ἔστεργα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Μαντζαβίνου, διότι ἀπὸ τὴν ἐπιστολήν, ποὺ εἶχε στείλει εἰς τὸν Στρατάρχην ἐγνώριζον, ὅτι δὲν ἔλεγε τίποτε». Ἐγνωρίζατε, κ. Πρόεδρε, τὴν ἐπιστολὴν καὶ ὅταν κατηναλώθη μία ὁλόκληρος συνεδρίασις περὶ τοῦ ἐὰν θὰ ἐξετασθῇ ὁ Γ. Ματζαβῖνος, τὴν παρεσιωπήσατε; Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀνέμενον τοιοῦτόν τι. Καὶ ἐπὶ πλέον, ὅταν συνεζητήσαμεν ποῖοι μάρτυρες θὰ ἐξετασθοῦν καὶ ἐπροτάθη ὁ ἀξιότιμος τ. Ἀντιπρόεδρος κ. Στεφανόπουλος, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε τὸ αἴτημα καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ἀπέμεινε νὰ ἐξετασθῇ οὐδεὶς ἄλλος, εἰμὴ μόνον, ὁ κ. Μαρκεζίνης καὶ ὁ κ. Παπαληγούρας.
§36Χ. ΡΙΖΟΣ. Ποῦ τὸ βλέπετε αὐτό;
§37Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην αὐτῶν ποὺ λέγω, διότι ἐὰν τὸ ἀναζητήσω τώρα, θὰ χάσωμεν πολλὴν ὥραν. Καὶ τί ἐπηκολούθησεν ἐν συνεχείᾳ; Ἔχομεν τὰ πρακτικὰ τῆς 22)6)55. Παρόντες ἦσαν ἓξ μόνον καὶ γίνεται πρότασις ὄχι ἐὰν θὰ ἐξετασθῇ ὁ κ. Στεφανόπουλος, ἀλλὰ πότε θὰ ἐξετασθῇ; Καὶ λέγω ἐγὼ τότε: «Ἔμεινα μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ ὁ κ. Στεφανόπουλος». Ταῦτα εἶπον διότι αἰφνιδιασθεὶς ἐνεθυμούμην ὅτι εἶχεν ἀπορριφθῆ ἡ πρότασις ἐξετάσεως τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ἀλλὰ ἀπὸ μνήμης δὲν ἤμην βέβαιος. Τὴν ἑπομένην ὡρίσθη διὰ τὴν πρωΐαν ἡ ἐξέτασις τοῦ κ. Παπαληγούρα καὶ τὸ ἀπόγευμα τοῦ κ. Στεφανοπούλου. Ἐνῷ δὲ ὁ κ. Βουλπιώτης ἐκρίθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ πρῶτος, δὲν προσήρχετο, συνεχῶς ἀνέβαλλε καὶ ὡς προκύπτει ἀπὸ τὰ πρακτικά, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τὸν ἐδικαιολόγει ὅτι λείπει εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἢ ὅτι εἶναι ἀσθενής καὶ προέκυψεν ἀπὸ τὴν δίκην τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου ὅτι ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Μαΐου οὐδόλως ἀπεμακρύνθη τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ὅταν προσῆλθεν ὁ Ι. Βουλπιώτης, ἀνετράπη ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικονομίαν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐξετάσεως τῶν μαρτύρων, διότι εἶχε ληφθῆ ἡ ἀπόφασις, οἱ ἀνώτατοι ὑπάλληλοι μὲν νὰ μὴ ἐξετάζωνται ἐνόρκως, οἱ ἄλλοι ὅμως ἐνόρκως. Καὶ πρῶτος ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ὁ κ. Βουλπιώτης ἐνόρκως. Ὅταν λοιπὸν ἦλθεν οὗτος εἶπε, πρῶτον θὰ σᾶς ἀφηγηθῶ καὶ ἔπειτα μοῦ παίρνετε τὴν κατάθεσιν. Καίτοι ὅμως ἐγὼ διεμαρτυρήθην, διότι κατ’ ἀξίωσιν τοῦ Βουλπιώτη μετεβάλομεν σύστημα, παρὰ ταῦτα, ἡ πλειοψηφία ἔλαβεν ἀπόφασιν νὰ ἐξετασθῇ ὅπως ἐκεῖνος ἤθελε. Καὶ ὑπέστημεν τὸν Ι. Βουλπιώτην δὶς ἐκείνην τὴν ἡμέραν μὲ τὸ ὕφος του τὸ προπετὲς σὰν τὸν Ροκαμβὸλ ὅπως τὸν ἀπεκάλεσεν ὁ κ. Νικολαΐδης. Δὲν νομίζω ὅτι αὐτὰ τὰ εὑρίσκετε ὅτι ἦσαν δικονομικῶς ἐν τάξει. Ἀλλὰ καὶ κάτι σοβαρώτερον. Ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης, τὴν ἐπίθεσίν του κατὰ τοῦ κ. Μαρκεζίνη, τὴν ἐβάσισεν εἰς δύο ἐπιστολὰς τοῦ Βουλπιώτη, ἡ μία κατετέθη, τῆς ἄλλης ἀνέγνωσε περικοπάς. Παρὰ τὸ ὅτι ὅμως ὁ κ. Μαρκεζίνης ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν ἀμέσως, ἡ μία δὲν κατετέθη ἀκόμη μέχρι σήμερον. Ὅταν ἐξητάζετο ὁ Ι. Βουλπιώτης, ἠρωτήθη τί ἄλλο ἔλεγεν ἡ ἐπιστολὴ ἡ ὁποία δὲν κατετέθη καὶ τότε τί προέκυψεν; Ὅτι ἔβαλε καὶ κατ’ ἑνὸς ἄλλου ὑπουργοῦ καὶ δι’ αὐτὸ κατὰ μείζονα λόγον γεννᾶται ἡ ἀξίωσις νὰ κατατεθῇ ἡ ἐπιστολή, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ι. Βουλπιώτης, ὅταν μὲν κατηγορῇ τὸν κ. Μαρκεζίνην νὰ εἶναι ἀξιόπιστος, ἐνῷ ὅταν κατηγορῇ ἄλλον ὑπουργὸν νὰ εἶναι ἀναξιόπιστος. Παρὰ ταῦτα ὅμως κύριοι, ἡ ἐπιστολὴ δὲν κατετέθη εἰσέτι. Ἐγὼ ὅλα αὐτὰ τὰ εὑρίσκω δικονομικῶς ἄτακτα. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐξετάσεως τῶν μαρτύρων καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν. Ἤμουν ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνεκίνησε τὸ ζήτημα τῆς Μερκαντίλε καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ τὴν μελέτην τῶν ἐγγράφων εἶχον ἐπηρεασθῆ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν γενομένην ἐξονυχιστικὴν ἔρευναν, ἐθεώρησα ἑαυτὸν εὐτυχῆ, διότι μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἐξάρω τὰς ἀρετὰς τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου. Καὶ ἤμην εὐτυχής, διότι ὁμοφώνως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀρθεῖσα ὑπεράνω κομματικῶν προκαταλήψεων καὶ μὲ ἀντικειμενικότητα, ἡ ὁποία τιμᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετεῖχον αὐτῆς, διελάλησε τὴν ἀρετὴν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν περίφημον αὐτὴν ὑπόθεσιν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κ. Βασιλᾶτε.
§39Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἰδοὺ διατὶ ἡ παρέκβασις. Ἤλπιζα, κ. συνάδελφοι, μετὰ τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ἐγγράφων......
§40Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§41Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Ταμβακᾶ, ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω. Κύριοι συνάδελφοι, εἶχον ἐλπίσει μετὰ τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ἐγγράφων—διότι καθὼς ἐνθυμῆσθε, ἡ κατηγορία ἦτο ἡ δέσμευσις, καὶ οὐδεὶς νομικὸς ἐν τῇ Ἑλληνικῇ χώρα, πλὴν τοῦ κ. Ρίζου, τὸν ὁποῖον ὅταν ἐκάλεσα νὰ μοῦ κατονομάσῃ ἕνα διεθνολόγον εἴτε Ἕλληνα, εἴτε ἀλλοδαπόν, εἴτε καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι ἐδέχετο τὴν δέσμευσιν, οὐδένα ἄλλον ἐπεκαλέσθη παρὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὰ 40 χρόνια τῆς δικηγορίας του— εἴχομεν καταλήξει εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς ἀποκρύψεως. Ὅταν ἀνευρέθησαν τὰ ἔγγραφα, ὁμολογῶ, ὅτι εἶχον θωπεύσει τὴν φρούδαν ἐλπίδα, ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐτελείωσε καὶ θὰ ἐπανελαμβάνετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Μερκαντίλε κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος εἶναι ἐκτὸς πάσης ὑπονοίας. Ἀλλὰ δὲν συνέβη τοῦτο, συνέβησαν τὰ ἑξῆς ἀντιθέτως. Ἀφοῦ ἐξητάσαμεν ὅλον τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ἔφθασαν οἱ πληροφοριοδόται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ μετέφερον —προκύπτει ἐκ τοῦ πρακτικοῦ, δὲν λέγω λόγια— ὅτι ὁ αʹ μάρτυς λέγει ἔτσι καὶ εἶναι τέτοιος, ὁ ἄλλος ἀνυπόληπτος. Διεμαρτυρήθημεν. Τέλος πάντων ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέλος καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα πῶς θὰ βγάλωμεν τὸ πόρισμα καὶ τότε ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρόεδρος, εἶπε: «Θὰ καταρτίσω τὰ ἐρωτήματα ἐγὼ καὶ θὰ ἀπαντήσετε». Καὶ κατήρτισε τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ἤδη πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς σημερινῆς ἔχουν δημοσιευθῆ εἰς ἐφημερίδα τῆς Β. Ἑλλάδος καὶ θὰ εἶναι γνωστά. Αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν τὰ διαπνέει πνεῦμα ἀντικειμενικότητος καὶ ἀμεροληψίας, ἀλλὰ εἶναι σαφὴς ἡ προκατάληψις κατὰ τῶν δύο τέως ὑπουργῶν τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ Καψάλη. Ἀνεγράφετο, ὑπέχουν εὐθύνας; Ὑπέχουν εὐθύνας; Καὶ πάρα κάτω, ὅταν ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ θέσωμεν τὰ ἀντίστροφα ἐρωτήματα διὰ τοὺς διαχειρισθέντας τὰς ἐν Ἀθήναις συμφωνίας, κατὰ παραχώρησιν ἐτέθησαν 2 μόνον ἐρωτήματα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ μὲ τόσον γάντι, τὸ πολυτελέστερον ποὺ ὑπάρχει: «Ὀρθῶς ἐχειρίσθησαν κλπ.», διὰ τοὺς ἄλλους ἐτέθη «ὑπέχουν σωρείας ἢ βαρυτάτας εὐθύνας;». Ἰδοὺ τὰ δύο μέτρα καὶ τὰ δύο σταθμὰ καὶ θὰ κρίνετε ἐὰν ἡ ἐπιστολὴ ἔχῃ περιεχόμενον ἢ ὄχι καὶ ἐὰν δικαίως ἢ ἀδίκως ἐγράφη. Ἔγιναν πολλαὶ συζητήσεις καὶ ἐν τέλει καταλήξαμεν ὅπως καὶ πάλιν τῇ προτάσει τοῦ κ. Προέδρου, συνταχθῇ τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Προέδρου θὰ ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τὴν ἀπόφασιν καὶ κατετέθη καὶ ἐδημοσιεύθη ἀπὸ τὸν Ἑλ. Βορρᾶν. Σημειῶ πρὶν ἢ τὸ λάβω ἐγώ. Ἦτο τοῦτο δεύτερον κροῦσμα, διότι ὅταν ἀπὸ σύμπτωσιν τῶν πραγμάτων μοῦ ἐτάσσετο προθεσμία 4 ἡμερῶν καὶ 5 ἡμερῶν, κατόπιν παρακλήσεως καὶ ἐπεμβάσεως συναδέλφων μοῦ ἐτάχθη 15 ἡμερῶν προθεσμία, διὰ νὰ συντάξω τὴν ἔκθεσιν ποὺ δὲν εἶναι ἀντιγραφὴ οὔτε ἐφημερίδος, οὔτε δηλώσεων εἰς τὸν τύπον, ἀλλὰ εἶναι μία εὐσυνείδητος ἐργασία, ἡ ὁποία ὅπως θὰ ἴδετε βασίζεται ἐπὶ ἀδιασείστων στοιχείων καὶ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικρούσῃ κανείς, τότε ἐπληροφορήθην τὰ ἑξῆς καταπληκτικά. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐξεπλάγην καὶ ἐγὼ ἀπόψε, ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Ρίζον, νὰ λέγῃ, ὅτι ἐξεπλάγη ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴν ποὺ ἔλαβε, ὅτι καίτοι εἴχομεν δεσμευθῆ μὲ ἀπόρρητον, αἱ εἰσηγήσεις εἶχον δοθῆ εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον καὶ ἐκεῖ ἐδακτυλογραφοῦντο καὶ διενέμοντο καὶ ἦτο εὔκολον νὰ διαρρεύσουν τὰ ἀπόρρητα, ὅπως δὲν ἀποκλείεται καὶ σήμερον νὰ συνέβη. Δὲν ἔχω στοιχεῖα διὰ νὰ καταλογίσω εὐθύνας. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, ὅταν κατέθεσα τὴν εἰσήγησίν μου, ἐζήτησα νὰ λάβω γνῶσιν τῶν εἰσηγήσεων τῶν κ. συναδέλφων. Ὁ κ. Ρίζος μοῦ τὸ ἀπηγόρευσε. Διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο, λέγει, νὰ πολυγραφηθοῦν καὶ αἱ 4 μαζὶ καὶ νὰ διανεμηθοῦν μαζί. Ἀλλὰ τὴν ἰδίαν ἑσπέραν μοῦ ἔφεραν τὰς δύο πολυγραφημένας, ἐπληροφορήθην δέ, ὅτι ἡ ἰδική μου εἶχε διαλυθῆ, ἐνῷ ἦτο βιβλιοδετημένη, εἶχον ἐπιστρατευθῆ ὅλες οἱ γραφομηχανὲς καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου καὶ συγχρόνως ὁ κ. Ρίζος, εἰς συζήτησιν ποὺ εἶχα μαζί του, μοῦ εἶπεν, ὅτι ἐντὸς 3–4 ἡμερῶν θὰ πολυγραφηθοῦν καὶ θὰ κληθῶμεν εἰς σύσκεψιν. Τοῦ εἶπον «πρὸς Θεοῦ, ἔχω ὑποστῆ κατάθλιψιν διὰ νὰ γράψω τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν καὶ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 4 ἡμερῶν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ διαβάσουν τὰς ὀγκώδεις εἰσηγήσεις αὐτάς;». Καὶ ὅταν ἔλαβα τὴν ἰδίαν ἑσπέραν τὰς δύο ἐκείνας ἐκθέσεις καὶ εἶδον, ὅτι τίποτε δὲν τηρεῖται, τοῦ ἔστειλα τότε μίαν ἐπιστολὴν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 16 Σεπτεμβρίου, ἐ. ἔ. μὲ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε ἀπόψε. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐρωτημάτων προέκυψαν οἷαι ἀποφάσεις προέκυψαν περὶ τῆς οὐσίας τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἀσχοληθῶ. Μετὰ τὴν διατύπωσιν τῆς ἀποφάσεως, καίτοι ὑπῆρχον γνῶμαι, ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ τὰ πρακτικὰ αὐτὰ νὰ τὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ὀρθὴ νομικὴ τοποθέτησις τοῦ ζητήματος, ὁ κ. Πρόεδρος ἐπέμενε νὰ συντάξῃ τὴν ἀπόφασιν. Ἐδῶ ἔχω καὶ ἕνα ἄλλο παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε προηγουμένως νὰ τονίσω. Ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναπτύξω ἕνα πελώριον νομικὸν θέμα. Ἐπειδὴ ἔβλεπα, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἀσχολεῖται καὶ μὲ ποινικὰς εὐθύνας, κατὰ τὴν κρατοῦσαν γνώμην ἀναρμοδίως, ἠναγκάσθην νὰ ἀνέλθω εἰς τὴν βιβλιοθήκην, τὴν ὁποίαν «ἐξεσκόνισα». Εὗρον τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου, ἐπὶ τοῦ βασικοῦ νόμου τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν. Εἶδον τὰς συζητήσεις εἰς τὴν Βουλὴν καί, ἐπὶ πλέον, ἐμελέτησα τὸν Σαρίπολον καὶ ἀγόρευσιν τοῦ κ. Σβώλου καὶ εἶδον, ὅτι αἱ Ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπαὶ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνας σκληρὸς πολιτικὸς ἔλεγχος καὶ πάντοτε κατὰ ἓν ἐνεργείᾳ ὑπουργοῦ. Ἐζήτησα τὸν λόγον νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα καὶ δὲν μοὶ ἐπετράπη. Ἀντιθέτως, ὁ κ. Ρίζος ἀνέπτυξε τοὺς ἀντιθέτους ἰσχυρισμούς. Καὶ κατ’ οἰκονομίαν καὶ κατὰ παραχώρησιν μοῦ ἐπέτρεψε νὰ καταθέσω ἕνα σύντομον, συντομώτατον σημείωμα ἐπὶ τῶν νομικῶν ἀπόψεων, τὸ ὁποῖον ἐνεσωματώθη εἰς τὰ πρακτικά. Ὑπῆρξε, λοιπόν, ἡ ἄποψις, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συντάξωμεν ἀπόφασιν, ἀλλὰ μόνον αἱ διατυπωθεῖσαι εἰς τὰ πρακτικὰ ἀπόψεις τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας νὰ θεωρηθῇ ἀπόφασις. Ὁ κ. Ρίζος ἐπέμεινε νὰ συντάξωμεν ἀπόφασιν. Καὶ ἐν προκειμένῳ μᾶς εἶπε· καὶ πῶς σκέπτεται νὰ ἔχῃ τὴν ἀρχιτεκτονικήν της ἡ ἀπόφασις αὕτη. Εἰσαγωγὴ καὶ ἀπόφασις. Πράγματι, μᾶς ἐκοινοποίησε τὸ σχέδιον. Θὰ ἴδητε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἕνδεκα ὁλόκληραι σελίδες εἶναι ἡ εἰσαγωγή. Καὶ ἡ εἰσαγωγὴ αὐτὴ εἶναι ἀντιγραφὴ ἐκ τοῦ ἡμερησίου τύπου, ὅλων δηλαδὴ τῶν δηλώσεων καὶ ἀνακοινώσεων, τόσον τοῦ μακαρίτου Στρατάρχου καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ κ. Μαρκεζίνη, τοῦ κ. Καψάλη καὶ ὅλων ὅσοι ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν συζήτησιν, ὅταν τὸ πρῶτον ἐνεφανίσθη ἡ ὑπόθεσις. Πέραν αὐτοῦ, ἡ κυρία ἀπόφασις εἶναι ἐννέα σελίδες καὶ τελικῶς προσκολλᾶται καὶ ἕνα πόρισμα. Ἡμεῖς ὑπεδείξαμεν ἄλλο τι. «Τί τὴν θέλετε τὴν εἰσαγωγὴν ἐξ ἕνδεκα σελίδων, μὲ πράγματα χιλιοειπωμένα καὶ ἀναγραφέντα εἰς τὸν τύπον; Ἐὰν ἐδημοσίευσε τὰς ἐπιστολάς, διατί ἔκαμε τὴν νόταν, ποῖος τὸν προεκάλεσεν. Ἄς κάμωμεν μίαν μικρὰν εἰσαγωγὴν καὶ ἄς εἰσέλθωμεν εἰς τὸ θέμα». Ἐπέμενεν ὁ κ. Πρόεδρος. Ὑπεχωρήσαμεν. Ἤρχισε πλέον ἡ συζήτησις, ἐὰν τὰ ἐρωτήματα εἶχον καλῶς διατυπωθῆ. Κύριοι, ἐδῶ δὲν θὰ κάμω χαρακτηρισμούς. Θὰ σᾶς διαβάσω ἐνίας περικοπὰς τοῦ πρακτικοῦ τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Εἰς τὴν σελίδα 5 τοῦ πρακτικοῦ λέγω ἐγὼ εἰς τὴν ἀπόφασιν δὲν ὑπάρχει ἡ μειοψηφία μας καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ τεθῇ: «Ἡ μειοψηφία ἐδέχθη....». Τὸ ζήτημα ἦτο ἐὰν τὰ 200 ἑκατομμύρια δολλάρια ἦσαν ἐντὸς ἢ ἐκτός. «Ὅπως σεῖς ἐδέχθητε, α, β, γ, ὀφείλετε νὰ δεχθῆτε καὶ ὑμᾶς, ὡς μειοψηφίαν, διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφον», Ὁ κ. Πρόεδρος ἠρνήθη. Ἐν συνεχείᾳ «εἶναι πολλά, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ βάλωμεν», ἀπαντᾷ ὁ Πρόεδρος. Παπαγιάννης. Ἠμπορεῖτε νὰ ἀπαγορεύσετε νὰ γράψῃ κανεὶς διατὶ μειοψηφεῖ;». Ἐν συνεχείᾳ παράπονα κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ κ. Παπαγιάννη. «Πρόεδρος: Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ βάλετε ὅ,τι θέλετε». Ἐκεῖνος εἶχε δικαίωμα νὰ γράψῃ ἕνδεκα (11) σελίδας ἀντιγράφων τὸν τύπον καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς τοῦ ὑπεδείξαμεν ὅτι πρέπει νὰ συντομευθῇ, τὸ ἐπῆρεν ὡς ἐπιχείρημα διὰ νὰ συντομεύσῃ τὴν μειοψηφίαν, ἢ μᾶλλον νὰ μὴ μᾶς ἐπιτρέψῃ κἂν νὰ αἰτιολογήσωμεν τὴν ψῆφόν μας. Καὶ παρακατιών. «Βασιλᾶτος: Τὴν ἰδικήν μου γνώμην, θὰ τὴν δικαιολογήσω. Θὰ σᾶς τὴν εἴπω καὶ ἀπορρίψατέ την. Ἄλλος κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, παρὰ ἐγώ. Ἐγὼ ἔχω τὴν εὐθύνην τῆς ψήφου μου». Ὁ κ. Κίκας παρεμβαίνει καὶ λέγει: «Ὅταν ἡ πλειοψηφία δικαιολογῇ τὴν γνώμην της μὲ α, β, γ, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιτρέψωμεν καὶ εἰς τοὺς μειοψηφοῦντας νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἰδικήν των γνώμην... Κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον πρέπει νὰ γίνῃ καὶ μὲ τὴν μειοψηφίαν». «Βασιλᾶτος: Εἰς τὴν ἰδικήν σας δικαιολόγησιν τῆς ψήφου σας δὲν παρεμβαίνω καὶ δὲν ζητῶ οὔτε μίαν κεραίαν νὰ ἀλλάξητε, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ἐγὼ στηρίζω τὴν γνώμην μου, εἰς 1, 2 κλπ.». Ἕνας συνάδελφος παρεμβαίνει καὶ κάτι λέγει. «Βασιλᾶτος: Νὰ τεθοῦν —κάμνω μίαν ὑποχώρησιν— ἔστω τέσσαρες λέξεις, ἀφοῦ σεῖς ἐβάλατε 4 σειράς».
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτε...
§43Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὁ Πρόεδρος ἀπαντᾷ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ βάλῃ οὔτε αὐτό. «Βασιλᾶτος: Τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου ἐγὼ θὰ τὴν δικαιολογήσω. Παπαγιάννης: ἄδικα κάμνετε τόσον θόρυβον, κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις θὰ εἴπῃ ὁ κ. Βασιλᾶτος». Κάτι λέγει, μίαν γνώμην ἕνας συνάδελφος. «Πρόεδρος: Εἶναι αὐτὰ πρακτικά. Μὰ τὰ πρακτικὰ λέγω ἐγὼ— δὲν εἶναι ἑνιαῖα. Διατὶ δὲν τὸ βάζετε ἐδῶ». Κατόπιν ὁ κ. Πρόεδρος ἀναπτύσσει τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, 1, 2. Ἐκεῖ, εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα λέγει ὁ κ. Παπαγιάννης: «Θὰ βγάλωμεν νέαν ἀπόφασιν. Βασιλᾶτος: Ἀφοῦ τὰ γράφετε διατί τὰ ἐπαναλαμβάνετε;». Διότι ἐγένετο ἐπανάληψις τῶν προηγουμένων, ἀδικαιολογήτως πρὸς ἔμφασιν. «Βασιλᾶτος: Ἐγὼ θὰ εἴπω 1, 2. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ἀρνηθῆτε αὐτὸ τὸ δικαίωμα». Πρόεδρος: Ἐρχόμεθα εἰς τὸ τρίτον ἐρώτημα. «Βασιλᾶτος: Τὸ λόγον, κύριε Πρόεδρε. Ἐγὼ θὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Πρόεδρος. Οὔτε δίδω τὸν λόγον, (ἐν ἐκνευρισμῷ γράφει τὰ πρακτικά). Ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Νὰ φύγετε». Νὰ φύγωμεν. Κύριοι δὲν ἐφύγομεν. Ἐτηρήσαμεν τὴν ψυχραιμίαν μας. Καὶ λέγει ὁ κ. Παπαγιάννης: «Δὲν θὰ φύγωμεν, κύριε Πρόεδρε. Πρόεδρος: Ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα μὲ ἐταλανίσατε». Ἠκούσατε ποῖαι ἦσαν αἱ μειοψηφίαι. Λέγω ἐγώ: «Μᾶς ἐδέχθητε κατὰ παραχώρησιν; Πρόεδρος: Ἐτελείωσε τὸ ζήτημα. Βασιλᾶτος. Ἐγὼ θὰ εἴπω διατὶ ἐμειοψήφησα». Παρεμβαίνει ἕνας συνάδελφος καὶ ζητεῖ τὴν διακοπήν, διότι πράγματι εἶχε φθάσει εἰς τὸ ἀποκορύφωμα ἡ συζήτησις καὶ ἡ ὀργή. Διακοπή. Ἡ συζήτησις ἐπανήρχισε μὲ τὴν ἐπιβολὴν αὐστηροτάτης λογοκρισίας. Δὲν ἐπέτρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ διατυπώνωμεν τὴν μειοψηφίαν μας. Συνεχῶς μᾶς περιώριζεν εἰς δύο λέξεις, ἢ τρεῖς λέξεις. Ἐὰν ἴδητε τὸ 9ον ἐρώτημα, θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ δικαιολόγησις τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας εἶναι 1½ σελίδα. Εἰς ἡμᾶς δὲν ἐπετράπη οὔτε 1½ σειρά. Τέλος, ὅταν καὶ ἡμεῖς εἴπομεν: «Διατί τὸ 9ον θέμα, ἀφοῦ τὸ ἐλύσαμεν προηγουμένως— ἐπανελαμβάνετο διὰ δευτέραν φοράν. Ἐγένετο μία ἐπανάληψις, πρὸς ἔμφασιν τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας, ἀπαντᾷ ὁ κ. Πρόεδρος: «Ἀορίστως θὰ τὸ εἴπωμεν;». Ἀπηχθάνετο τὴν ἀοριστίαν προκειμένου περὶ τῆς πλειοψηφίας. Προκειμένου ὅμως περὶ ἡμῶν τὴν ἐδέχετο καὶ τὴν ἐπέβαλλε. Συνεχίσθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ συζήτησις μὲ μίαν στυγνὴν λογοκρισίαν —δὲν ἐπέτρεπεν εἰς ἡμᾶς οὔτε τὴν γνώμην μας νὰ δικαιολογήσωμεν— ὁπότε, εἰς ἕνα σημεῖον εἴχομεν μείνει μόνον 4. Καὶ λέγει ὁ κ. Παπαγιάννης: «Κύριε Πρόεδρε, 4 ἔχομεν μείνει ὅλοι κι’ ὅλοι. Δὲν διακόπτομεν;» Ἀπαντᾷ ὁ κ. Πρόεδρος: «Εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ». Ἔξω εἶναι καὶ ἄλλοι καὶ θὰ ἔλθουν». Ἔξω ἦσαν, ἴσως καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγένετο ἡ ἀπαρτία. Ἐτελείωσαν τὰ ἐρωτήματα καὶ εἴπομεν: «Δόξα τῷ Θεῷ». Ὑπέστημεν πράγματι μίαν μεγάλην κατάθλιψιν, διότι καταδυναστευόμεθα ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, τόσον, ὥστε νὰ ἔχωμεν πλέον ἀπαυδήσει. Μᾶς εἶπον τότε, ὅτι εἴχομεν νὰ κάμωμεν τὸ πόρισμα, ἀφοῦ εἶχεν ὁλοκληρωθῆ ἡ ἀπόφασις. Τότε ἠγέρθην καὶ εἶπον, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπράξωμεν εἰς μίαν τοιαύτην παρανομίαν, ἐφ’ ὅσον δηλ. ἐξεδόθη ἀπόφασις νὰ ἐκδίδεται ἐν συνεχείᾳ πόρισμα, πρὸς ἀνακεφαλαίωσιν τῆς ἀποφάσεως καὶ ἐδηλώσαμεν, ὅτι, ἐὰν τὸ ἐγκρίνετε, ἀποχωροῦντες θὰ καταρτίσωμεν ἰδικόν μας πόρισμα. Καὶ ἀπεχωρήσαμεν. Ἔμειναν 4 καὶ ὁ Πρόεδρος. Καὶ ἐλήφθη ἀπόφασις, ἐπὶ 20 μελῶν, τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐλήφθη ἀπόφασις ἀπὸ 5 μόνον μέλη. Καί ἠκούσθη ὁ κ. Λεκαρᾶκος συμφωνῶν μὲ τὸ πόρισμα. Ἡ Ἐπιτροπὴ δέχεται καὶ τὸ ὑπόλοιπον μέρος τοῦ πορίσματος, διαγραφομένης τῆς λέξεως ... (δὲν ἠκούσθη)... Καὶ ὁ κ. Κοντογιαννόπουλος ζητεῖ καὶ ἔκαμε διόρθωσιν τῆς ἀγορεύσεώς του. Καὶ ἐλύθη ἡ συνεδρίασις. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ νομίζω, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν δικαίῳ διαμαρτυρηθέντες. Δὲν ἐπίστευον ποτέ, νέοι βουλευταὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τόση κατάχρησις τῆς ἰσχύος τῆς πλειοψηφίας. Εἰς ἕνα σημεῖον τῶν πρακτικῶν ἀπηύδησα, ἀπέκαμον καὶ εἶπον: Ἀφοῦ εἶσθε περισσότεροι, βέβαια πάντοτε ἔχετε τὸ δίκαιον μὲ τὸ μέρος σας, διότι πάντοτε ἡ πλειοψηφία λαμβάνει τὴν ἀπόφασιν. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν καὶ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤρθησαν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των καὶ ὅταν ἀναγνώσετε τὰ πρακτικά, θὰ αἰσθανθῆτε ἱκανοποίησιν καὶ εὐχαρίστησιν, ὅτι συνάδελφοί τινες κατώρθωσαν νὰ σπάσουν τοὺς κομματικούς των δεσμοὺς καὶ νὰ ἀναγνωρίσουν τὸ δίκαιον. Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι ὅπως εἰργάσθη ἡ Ἐπιτροπή, μὲ τὰ ὀλίγα αὐτά, ποὺ ἠκούσατε, διότι εἶναι καὶ ἄλλα ἄπειρα, δὲν εἰργάσθη ἀντικειμενικῶς, ἰδίως τὸ πραξικόπημα, τὸ ὁποῖον διεπράχθη ἐν κατακλεῖδι κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τὴν πραξικοπηματικήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἄνευ διαμαρτυρίας τοὐλάχιστον. Διότι ἀλλοίμονον ἐὰν πλήσσεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε· νὰ φύγετε. Δὲν τὸ ἤκουσα αὐτὸ ποτὲ καὶ αὐτὸ πρὸς τιμὴν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ἐπέπρωτο νὰ τὸ ἀκούσω εἰς μίαν Ἐπιτροπήν. Δι’ αὐτὸ εἶπον εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ μὴ εἶχε γίνει ἡ συζήτησις τὴν ἑσπέραν ταύτην. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἀδιαμαρτυρήτως τοιαύτη στέρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ καταδυνάστευσις τῆς μειοψηφίας, στραγγαλισμὸς τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ δικαίου. Ἡ ὑποβληθεῖσα ἀναφορὰ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπιμένομεν καὶ ἐμμένομεν, παρακαλοῦμεν ὅπως περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Κύριοι συνάδελφοι, ἐτελείωσα, ἀλλὰ δὲν ἀντέχω νὰ μὴ εἴπω ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν ὡραῖον μας οὐρανὸν ὅπου ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἡ Δημοκρατία ἐλατρεύθησαν ὡς θεαί, δὲν ἔπρεπε νὰ παρατηρηθοῦν τόσαι αὐθαιρεσίαι, τοιαύτη κατάχρησις ἐξουσίας, οἵα διεπράχθη ἀτυχῶς.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα θὰ περιληφθοῦν. Καὶ ἡ ἔκθεσις καὶ ὅλα τὰ λοιπὰ στοιχεῖα. Τώρα, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσωμεν ἐδῶ.
§45Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, διότι ἤκουσα τὸ ὄνομά μου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα.
§47Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ...... (λόγῳ τοῦ μεγάλου θορύβου δὲν ἀκούεται).
§48Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. ..... (ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος). (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Νουλέλη, σᾶς παρακαλῶ ...
§50Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ τότε.
§51Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Διατὶ γίνεται τόσος θόρυβος, διὰ νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἕνα μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία κατηγορήθη τόσον δεινῶς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Βασιλᾶτον.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα διὰ σᾶς.
§53Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ προσωπικόν σας ζήτημα;
§55Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Ὅταν διέκοψα τὸν κ. Βασιλᾶτον, μοῦ εἶπεν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδεινοπάθησεν ἀπὸ ἐμέ. Ἑπομένως εἶναι καθαρῶς προσωπικὸν ζήτημα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἴπατε αὐτό, κ. Βασιλᾶτε;
§57Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον.
§58Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω διὰ ποῖον λόγον γίνεται ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ πόρισμα λέγει, ὅτι ὁ τέως ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, κ. Μαρκεζίνης, ὑπέχει βαρυτάτας εὐθύνας. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ὅσον καὶ ἂν φωνάζετε, θὰ ἀκουσθῇ ἡ ἀλήθεια.
§59Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶσθε ἀνάξιος νὰ ὁμιλῆτε διὰ τὸν κ. Μαρκεζίνην.
§60Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, νὰ διαφωτίσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Καταθέτω τὸ πόρισμα διὰ νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ 5′.
(Ὥρα 8.10′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.30′ μ.μ.)
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§63Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἡ ἰδία κατάστασις, ἡ ὁποία εἶναι χαρακτηριστικὴ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τὴν ἀλήθειαν, καταθέτω τὸ πόρισμα διὰ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πόρισμα θὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§65Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Κακῶς ὁ κ. Ταμβακᾶς ἀνεκοίνωσε τὸ πόρισμα. Αὐτὸ εἶναι ἰδικόν σας καθῆκον, κ. Πρόεδρε.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοίνωσα ἤδη ὅτι κατετέθη τὸ πόρισμα καὶ παρακαλῶ νὰ καταχωρισθῇ ὁλόκληρον εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. (Καταχωρίζεται τὸ πόρισμα τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων, ἔχον
οὕτω:)
ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
ΕΠΙ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ
Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τὴν 11 Νοεμβρίου 1954, ὁ τέως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀείμνηστος Στρατάρχης Ἀλέξανδρος Παπάγος προέβη διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ τύπου εἰς τὴν κάτωθι ἀνακοίνωσιν: Τὴν 11 Νοεμβρίου 1953, ὁ τότε ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σπῦρος Μαρκεζίνης εὑρισκόμενος ἐν Βόννῃ πρὸς διενέργειαν ἐμπορικῶν διαπραγματεύσεων ἀντήλλαξε μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Γερμανίας τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Ἔρχαρτ ἐπιστολὴν ἀναφερομένην εἰς τὴν ὑπὸ τῶν Οἴκων Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ἐκτέλεσιν ὡρισμένων ἐργασιῶν. Ὁ ἐν Ἀθήναις Γερμανὸς Πρεσβευτὴς προέβη εἰς ἔγγραφον πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Στ. Στεφανόπουλον διακοίνωσιν καθ’ ἣν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὅτι διὰ τῆς ὡς ἄνω ἐπιστολῆς ἐδεσμεύθη ἡ Ἑλλὰς κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ Διεθνοῦς δικαίου. Κατόπιν τούτου δηλῶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ σεβασθῇ τὴν οὕτω ἀναληφθεῖσαν ὑποχρέωσιν ἔστω καὶ ἐὰν αὕτη συνωμολογήθη ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀπεκρύβη ἀπ’ αὐτὸν ἐπὶ μακροὺς μῆνας. Ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἀνωτέρω συμφωνίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκφρασθῇ σήμερον, καθ’ ὅσον ἀναμένεται ἐνταῦθα τὴν προσεχῆ Δευτέραν ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Ἔρχαρτ μετὰ τοῦ ὁποίου θὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα. Ἡ Ἑλλὰς ἀποβλέπει εἰς τὴν στενὴν μετὰ τῆς Γερμανίας οἰκονομικὴν συνεργασίαν ὑπολογίζουσα ἐπὶ τῆς οὐσιαστικῆς συμβολῆς της εἴς τινα τομέα τῶν ἐπενδύσεων. Ἡ ἔλευσις ἄλλωστε διεθνοῦς προσωπικότητος τοῦ κύρους τοῦ κ. Ἔρχαρτ θὰ συντελέσῃ, εἶμαι βέβαιος, εἰς τὴν περαιτέρω σύσφιγξιν τῶν μετὰ τῆς Γερμανίας οἰκονομικῶν μας δεσμῶν. Ταὐτοχρόνως ἐδόθησαν εἰς τὴν δημοσιότητα τὰ κείμενα τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν τῶν κ.κ. Ἔρχαρτ καὶ Μαρκεζίνη ἔχοντα οὕτω: Ὁ Πρόεδρος τῆς Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας Βόννῃ τῇ 11.11.1953.
ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΗ
Ἐξοχώτατε, Μοὶ ἐγνωστοποιήσατε τὴν Ὑμετέραν καλὴν διάθεσιν, ὅπως λάβητε φροντίδα, ἵνα ἀντιμετωπισθῇ ἡ ἀνάθεσις εἰς τὸν Οἶκον Ζῆμενς τῆς τεχνικῆς ἐπιμελείας ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Τηλεφωνικοῦ δικτύου, ὡς καὶ τῆς ἐπεκτάσεώς του, ἐπίσης ἡ κατάρτισις μετὰ τοῦ Οἴκου Τελεφοῦνκεν Συμβάσεως παραχωρήσεως ἀφορώσης τὴν Ραδιοφωνίαν, ὡς καὶ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ραδιοφωνικοῦ δικτύου. Λαβὼν εὐχαρίστως γνῶσιν τῆς διαθέσεως ταύτης διαπιστώνω μεθ’ ἱκανοποιήσεως ὅτι τοιουτοτρόπως ἐπανασυνδέονται αἱ παλαιαὶ καὶ δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη καρποφόροι σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν δύο ρηθέντων παγκοσμίως γνωστῶν Γερμανικῶν Οἴκων. Δέξασθε, Ἐξοχώτατε, τὴν ἔκφρασιν τῆς ἐξόχου ὑπολήψεώς μου.
ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΕΡΧΑΡΤ
Πρὸς Τὸν Κύριον Σπῦρον Μαρκεζίνην Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, Ἀρχηγὸν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας Ἐνταῦθα. (Τὸ κείμενον τοῦτο εἶναι πιστὸν ἀντίγραφον τοῦ ἀνευρεθέντος τὴν 20ὴν Ὀκτωβρίου 1955 πρωτοτύπου εἰς Ἑλληνικὴν κειμένου τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν). Εἰς τὴν ὡς ἄνω ἐπιστολὴν τοῦ Γερμανοῦ ὑπουργοῦ, ὁ τέως ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Μαρκεζίνης, ἀπήντησεν ὡς κατωτέρω: Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας Βόννη 11.11.1953. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ βεβαιώσω τὴν λῆψιν Ὑμετέρας ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν ἐπιστολῆς ἐχούσης ὡς κάτωθι: (Ἕπεται τὸ κείμενον τῆς ὡς ἄνω ἐπιστολῆς τοῦ κ. Ἔρχαρτ). Πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς ταύτης συμφωνῶ. Παρακαλῶ δεχθῆτε, ἐξοχώτατε τὴν ἔκφρασιν τῆς ἐξαιρέτου μου ὑπολήψεως.
ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ
(Τὸ πρωτότυπον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κείμενον δὲν ἀνευρέθη). Ἐπίσης ἐδόθη εἰς τὴν δημοσιότητα ἡ διακοίνωσις τὴν ὁποίαν ἔδωσε τὴν 9ην Νοεμβρίου 1954 ὁ Γερμανὸς Πρεσβευτὴς πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Στ. Στεφανόπουλον ἔχουσα ὡς ἑξῆς: Κύριε Ὑπουργέ, Ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὴν συνομιλίαν τὴν ὁποίαν εἴχομεν σήμερον τὴν ἑσπέραν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ βεβαιώσω τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα ὅτι: Συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ὁμοσπόνδου Γερμανικῆς Κυβερνήσεως οἱ ὅροι οἱ περιεχόμενοι εἰς τὰ ἀνταλλαγέντα σημειώματα τῆς 11 Νοεμβρίου 1953 οἱ ἀφορῶντες τοὺς Οἴκους «Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν» συνιστοῦν ὑποχρέωσιν διεθνοῦς δικαίου. Δέξασθε κ. ὑπουργὲ τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ὑψίστης ἐκτιμήσεώς μου.
Πρεσβευτὴς
ΚΟΡΝΤ
Τὴν ἀνωτέρω ἀνακοίνωσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπηκολούθησε τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἡ παραίτησις τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ Θ. Καψάλη, τὸ ἔγγραφον τῆς ὁποίας ἀναγράφει τὰ ἑξῆς: «Ἡ αἰφνιδία μεταστροφὴ τῶν ἀπόψεων τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν προτάσεων τῶν Γερμανικῶν Οἴκων Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν μὲ ἀναγκάζει νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου. Ὁ Στρατάρχης ὄχι μόνον πρὸ μηνὸς καὶ πλέον εἶχεν ἀποδεχθῆ ὅτι οὐδεμία δέσμευσις εἶχεν ἀναληφθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Μαρκεζίνη διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατὰ τὴν διάρκειαν Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, ἀσχοληθέντος μὲ τὸ θέμα ἐπανέλαβε κατηγορηματικῶς ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἐδέχετο ὡς ὑφισταμένην διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Κατόπιν τῆς σημερινῆς ἀνακοινώσεως μὲ τὸ περιεχόμενον τῆς ὁποίας εὑρίσκομαι εἰς πλήρη ἀντίθεσιν, ἡ παραμονή μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἀδύνατος». Ὁ ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας Κυβερνήσεως κ. Γ. Ράλλης, ὑπ’ ὄψιν τοῦ ὁποίου ἐτέθησαν αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Καψάλη ἐδήλωσεν ἀργὰ τὴν νύκτα τὰ ἑξῆς: «Ὁ Στρατάρχης Παπάγος ἔλαβε τὸ πρῶτον γνῶσιν ὑπάρξεως τῶν ἐπιστολῶν Ἔρχαρτ–Μαρκεζίνη μόλις τὰς παραμονὰς τῆς ἀναχωρήσεώς του εἰς Ἱσπανίαν. Ὁ κ. Καψάλης διεβεβαίωσε τότε τὸν Στρατάρχην ὅτι οὐδεμία εἶχεν ἀναληφθῆ ὑποχρέωσις ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Μαρκεζίνη ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἄνευ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου. Εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον τῆς παρελθούσης Δευτέρας, ὁ κ. Καψάλης ἐπανέλαβε τὴν ἄποψίν του ταύτην, ἠναγκάσθη ἐν τέλει νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ ἀκόμη ἐὰν ἀπέδιδον οἱ Γερμανοὶ εἰς ἐπιστολὴν σημασίαν τινὰ τὸ θέμα θὰ ἐρρυθμίζετο πλήρως ἅμα τῇ ἀφίξει ἐνταῦθα τοῦ κ. Ἔρχαρτ. Δυστυχῶς τὰ πράγματα διέψευσαν τὸν κ. Καψάλην διὰ τῆς ἐπιδοθείσης σήμερον διακοινώσεως τοῦ Γερμανοῦ Πρεσβευτοῦ». Μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὁ κ. Σ. Μαρκεζίνης ἔδωσεν εἰς τὸν τύπον τὰς ἀκολούθους ἀνακοινώσεις: Εἰλικρινῶς λυποῦμαι διὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρῶτον: διότι εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβὲς ὅτι, κατὰ τὰς ἐν Γερμανίᾳ διαπραγματεύσεις, ἐδέσμευσα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐν σχέσει μὲ τοὺς Οἴκους Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν. Δεύτερον: Διότι εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές, ὅτι δὲν ἐτηρήθη ἐνήμερος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῶν διεξαχθεισῶν ἐν Γερμανίᾳ διαπραγματεύσεων καθ’ ὅσον ἅμα τῇ ἐπιστροφῇ μου ἐπὶ 2ωρον τοὐλάχιστον εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἀνέφερα ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ὅλα τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς διεξαχθείσας ἐν Γερμανίᾳ συζητήσεις, ὡς καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσιν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 3ης Νοεμβρίου 1953, ὅπου καὶ εἰδικῶς ἐμνημόνευσα τὰς προτάσεις Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν, δηλώσας ὅτι, εὐχέρειαν ἀπεκτήσαμεν, δὲν ἀνελάβομεν δεσμεύσεις. Τρίτον: Διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περιλαμβάνει εἰς τὴν ἀνακοίνωσίν του τὸ κείμενον τῆς ὑπογραφείσης ἐπιστολῆς χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν (διότι κάλλιστα τὸ γνωρίζει) πῶς εἶχε τὸ ἀρχικὸν κείμενον τῆς ἐπιστολῆς τὸ ὁποῖον μοὶ ἐδόθη πρὸς ὑπογραφὴν καὶ πῶς κατόπιν τῶν ἰδιοχείρων διορθώσεων τοῦ κ. Ἔρχαρτ, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν τῇ ἀξιώσει μου ἀπηλείφθη πᾶσα λέξις ἢ φράσις δυναμένη ὁπωσδήποτε νὰ δεσμεύσῃ ἤ ἔστω καὶ νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δεσμεύει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Παραθέτω αὐτούσιον τὸ ἀρχικὸν κείμενον, τὸ ὁποῖον μοῦ ἐζητήθη νὰ ὑπογράψω καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Μοὶ ἐγνωστοποιήσατε τὴν προθυμίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἀναθέσῃ εἰς τὸν Οἶκον Ζῆμενς τὴν τεχνικὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν διεύρυνσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ τηλεφωνικοῦ δικτύου καὶ ὅπως προβλέψῃ τὴν σύναψιν συμφωνίας μετὰ τοῦ Οἴκου ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ διὰ τὴν χορήγησιν ἀδείας ἐκμεταλλεύσεως τοῦ Ραδιοφώνου καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ραδιοφωνικοῦ Δικτύου. Ἔλαβον μεθ’ ἱκανοποιήσεως γνῶσιν τῆς προθυμίας ταύτης καὶ διαπιστῶ μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι οὕτω ἀνασυνδέονται καὶ πάλιν αἱ παλαιαὶ καὶ δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη καρποφόροι σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν δύο τούτων γνωστῶν γερμανικῶν Οἴκων παγκοσμίου κύρους. Δέξασθε ἐξοχώτατε τὴν ἔκφρασιν τῆς ἐξόχου ὑπολήψεώς μου. Ὑπογρ. ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΕΡΧΑΡΤ Πρὸς Τὸν Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας Αὐτοῦ Ἐξοχότητα Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ Κύριον Σπῦρον Μαρκεζίνην, προσωρινῶς ἐν Βόννῃ. Τὴν 13ην Νοεμβρίου 1954 ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὸν τύπον αἱ κάτωθι διευκρινιστικαὶ ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ δι’ εὐνοήτους λόγους, σκοπίμως ὑπό τινων παρηρμηνεύθησαν αἱ τελευταῖαι δηλώσεις μου ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἶπον: 1) Δὲν εὑρισκόμεθα μετὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως εἰς ἀντιδικίαν. Τὸ θέμα συνδεόμενον μὲ τὴν πίστιν τῆς χώραν ἀντιμετωπίζεται κυρίως ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς. 2) Χωρὶς οἱανδήποτε πίεσιν καὶ μὲ γνώρισμα τὴν καλὴν πίστιν ἀνεγνώρισα ὅτι ἡ ἐπιστολὴ Μαρκεζίνη–Ἔρχαρτ μολονότι ὑπεγράφη ἐν ἀγνοίᾳ μου καὶ μοὶ ἀπεκρύβη ἡ ὕπαρξίς της ἐπὶ μακροὺς μῆνας, εἶναι ἐπιστολὴ οὐχὶ ἰδιώτου ἀλλὰ ἀρχηγοῦ Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ὡς τοιαύτην ἡ Κυβέρνησις θὰ τὴν σεβασθῇ. 3) Οὐδὲν ἐδήλωσα ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς συμφωνίας. Τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον φιλικῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τοῦ κ. Ἔρχαρτ. Ὅ,τιδήποτε ἄλλο σχετικῶς ἀνεγράφη, εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. 4) Πλήρης ἐνημέρωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ λάβῃ χώραν μετὰ τὸ τέρμα τῶν μετὰ τοῦ κ. Ἔρχαρτ συνομιλιῶν. Τὴν 14ην Νοεμβρίου 1954 τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον προέβη διὰ τοῦ τύπου εἰς τὴν κάτωθι ἀνακοίνωσιν: Ὁ κ. Μαρκεζίνης ἐδήλωσε χθὲς ἐπὶ λέξει: «Τὰ πάντα εἶπον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἕνα μόνον δὲν εἶπον, ὅτι ἐδέσμευσα τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν τὴν ἐδέσμευσα. Περὶ τοῦ τί εἶπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον δὲν ὑπάρχει ἔγγραφος ἀπόδειξις. Ἅπαντα ὅμως τὰ μέλη τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου δηλοῦμεν, ὅτι οὐδὲν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Μαρκεζίνης περὶ ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν. Ὑπάρχουν ἄλλωστε τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν ὁποίαν ὡς δηλοῖ ὁ κ. Μαρκεζίνης εἶπε τὰ πάντα καὶ ὅπου ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς: Ἡ Ζῆμενς–Χάλσκε ὑπέβαλε προτάσεις διὰ τὴν ἐγκατάστασιν 75.000 νέων τηλεφώνων καὶ τεχνικὰς ἐργασίας μέχρι ποσοῦ 13 ἑκατομμυρίων δολλαρίων μὲ χρόνον πιστώσεως τὴν 8ετίαν, ἔναρξιν πληρωμῆς μετὰ μίαν διετίαν καὶ τόκον 6%. Ἡ Ζῆμενς–Ζοῦκερτ ὑπέβαλε προτάσεις διὰ ποσὸν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων δολλαρίων, σπουδαῖον μέρος τῆς ὁποίας προτίθεται νὰ δώσῃ αὕτη ἔξω τοῦ κρατικοῦ ποσοῦ μὲ τόκον ἐπίσης 6%. Ἔχω ἐπίσης ἀξιολογωτάτας προτάσεις τῆς Τελεφοῦνκεν καὶ ταύτης διατιθεμένης νὰ προσφέρῃ ἔξω τῶν κρατικῶν πιστώσεων. Καὶ αἱ προτάσεις δὲν σταματοῦν ἕως ἐδῶ. Ἀφόβως δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ὑπολογίζῃ ἐπὶ ἑκατὸν τοὐλάχιστον ἑκατομμυρίων μάρκων ἐπὶ πλέον. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξετάσῃ ἁπάσας τὰς ὑποβληθείσας ἢ μελλούσας νὰ ὑποβληθοῦν προτάσεις ἀπὸ πάσης πλευρᾶς προκειμένου νὰ ἀποφασίσῃ διότι καὶ τοῦτο εἶναι ἄξιον ἐξάρσεως. Εὐχέρειαν ἀπεκτήσαμεν, δὲν ἀνελάβομεν δεσμεύσεις. Ὥστε εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Μαρκεζίνης ὡμίλησε περὶ προσφορῶν τῶν ἑταιρειῶν Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ἐνῷ περὶ τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν μεταξὺ τοῦ κ. Ἔρχαρτ καὶ αὐτοῦ ὡς Ἀρχηγῶν τῶν ἑκατέρωθεν Ἀντιπροσωπειῶν, δι’ ὧν ἀκριβῶς ἐδεσμεύετο, ὡς ἐπίσημος ἐκπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως οὐδὲν ἀπολύτως εἶπεν. Ἀλλὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν ἐπιμελῶς ἀπέκρυψε καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἀπὸ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον καὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν.
Στρατάρχης Α. ΠΑΠΑΓΟΣ
Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ
Μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ κ. Θ. Καψάλη, ἀνέλαβε τοῦτο ὁ ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου κ. Π. Παπαληγούρας. Οὗτος διεξήγαγε μετὰ τῆς ἀφιχθείσης μετά τινας ἡμέρας Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας οἰκονομικὰς διαπραγματεύσεις μεταξὺ τούτου δὲ ὡς Ἀρχηγοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς Γερμανίας κ. Ἔρχαρτ, ὡς Ἀρχηγοῦ τῆς Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας σχετικῶς μὲ τὰς ἑταιρείας Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν, ἀντηλλάγησαν αἱ κάτωθι ἐπιστολαί:
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
ΤΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, ΩΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑ-
ΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ
Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Νοεμβρίου 1954 Πρὸς τὸν Κύριον Παναγιώτην Παπαληγούραν Ὑπουργὸν Συντονισμοῦ καὶ Ἐμπορίου Ἐνταῦθα Ἐξοχώτατε, Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας ἔχει κατ’ ἐπανάληψιν δηλώσει ὅτι αἱ ἀνταλλαγεῖσαι ἐπιστολαὶ ὑπὸ χρονολογίαν 11ης Νοεμβρίου 1953 μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Γερμανικῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐν σχέσει πρὸς τοὺς Οἴκους Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ἔχουν δεσμευτικὴν ἰσχὺν κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον. Κατόπιν τῶν μεθ’ ὑμῶν διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων κατὰ τὴν 17ην καὶ 18ην Νοεμβρίου 1954 καὶ εἰς ἀναγνώρισιν τῶν ἐκτεθέντων μοι λόγων ὡς καὶ ἐκ τῶν φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν μας, παραιτοῦμαι τῶν ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν ὑπὲρ τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας ἀπορρεόντων δικαιωμάτων. Δέξασθε, παρακαλῶ, ἐξοχώτατε, τὴν ἔκφρασιν τῆς ἐξόχου πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου.
(Ὑπογρ.) ΛΟΥΤΒΙΧ ΕΡΧΑΡΤ
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
ΩΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ
Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Νοεμβρίου 1954 Πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας Καθηγητὴν Κύριον Δρ. Λοῦτβιχ Ἔρχαρτ Προσωρινῶς ἐν Ἀθήναις Ἐξοχώτατε, Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ βεβαιώσω τὴν λῆψιν τῆς ἀπὸ 19ης τρέχοντος μηνὸς ἐπιστολῆς σας ἐχούσης ὡς κάτωθι: «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας ἔχει κατ’ ἐπανάληψιν δηλώσει ὅτι αἱ ἀνταλλαγεῖσαι ἐπιστολαὶ ὑπὸ χρονολογίαν 11ης Νοεμβρίου 1953 μεταξὺ τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Γερμανικῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐν σχέσει πρὸς τοὺς Οἴκους Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ἔχουν δεσμευτικὴν ἰσχὺν κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον. Κατόπιν τῶν μεθ’ ὑμῶν διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων κατὰ τὴν 17ην καὶ 18ην Νοεμβρίου 1954 καὶ εἰς ἀναγνώρισιν τῶν ἐκτεθέντων μοι λόγων ὡς καὶ ἐκ τῶν φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν μας, παραιτοῦμαι τῶν ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν ὑπὲρ τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας ἀπορρεόντων δικαιωμάτων». Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει ὁμοίως ἀνακοινώσει δημοσίᾳ ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἰδικῆς της πλευρᾶς ἀναγνωρίζει τὰς παρ’ ὑμῶν μνημονευθείσας ἐπιστολὰς ὡς δεσμευτικὰς κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον. Σᾶς ἀνέπτυξα κατὰ τὰς μεταξὺ ὑμῶν διαπραγματεύσεις τὴν ἰδιάζουσαν σπουδαιότητα τῶν ἐκ τῶν ἐπιστολῶν τούτων προκυπτουσῶν συνεπειῶν. Εἶμαι ὡς ἐκ τούτου εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσω ἔτι περισσότερον τὸ ὅτι ἀπηλλάξατε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν προμνησθεισῶν νομικῶν ὑποχρεώσεων διεθνοῦς δικαίου. Δηλῶ, ἐν τούτοις, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ διαπραγματευθῶ μετὰ τοῦ Οἴκου Ζῆμενς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως περί προμηθείας τηλεφωνικοῦ ὑλικοῦ καὶ παροχῆς τεχνικῶν συμβουλῶν, ὑπὸ ὅρους διεθνοῦς ἀνταγωνισμοῦ. Ἡ ἐν λόγῳ σύμβασις μετὰ τοῦ Οἴκου Ζῆμενς θέλει ὑποβληθῆ πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Δέξασθε, παρακαλῶ, Ἐξοχώτατε, τὴν ἔκφρασιν τῆς ἐξόχου πρὸς Ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου. (Ὑπ.) Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, ὡς Πρόεδρος τῆς Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας. Πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ καί Ἐμπορίου Κύριον Παναγιώτην Παπαληγούραν Ἀθήνας Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Νοεμβρίου 1954 Ἐξοχώτατε, Βεβαιῶ τὴν λῆψιν τῆς ὑμετέρας ἐπιστολῆς εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπὸ σημερινὴν χρονολογίαν ἰδικῆς μου ἐν σχέσει πρὸς τοὺς Οἴκους Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν εἰς τὴν ὁποίαν ἐκθέτετε τὰ κάτωθι. «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει ὁμοίως ἀνακοινώσει δημοσίᾳ ὅτι καί ἀπὸ τῆς ἰδικῆς της πλευρᾶς ἀναγνωρίζει τὰς παρ’ ὑμῶν μνημονευθείσας ἐπιστολὰς ὡς δεσμευτικὰς κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον. Σᾶς ἀνέπτυξα κατὰ τὰς μεταξὺ ὑμῶν διαπραγματεύσεις τὴν ἰδιάζουσαν σπουδαιότητα τῶν ἐκ τῶν ἐπιστολῶν τούτων προκυπτουσῶν συνεπειῶν. Εἶμαι ὡς ἐκ τούτου εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσω ἔτι περισσότερον τὸ ὅτι ἀπηλλάξατε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν προμνησθεισῶν νομικῶν ὑποχρεώσεων διεθνοῦς δικαίου. Δηλῶ, ἐν τούτοις, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ διαπραγματευθῶ μετὰ τοῦ Οἴκου Ζῆμενς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως περί προμηθείας τηλεφωνικοῦ ὑλικοῦ καὶ παροχῆς τεχνικῶν συμβουλῶν, ὑπὸ ὅρους διεθνοῦς ἀνταγωνισμοῦ. Ἡ ἐν λόγῳ σύμβασις μετὰ τοῦ Οἴκου Ζῆμενς θέλει ὑποβληθῆ πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν». Συμφωνῶ πρὸς τὰ παρ’ ὑμῶν ἐκτεθέντα. Δέξασθε, παρακαλῶ, Ἐξοχώτατε, τὴν ἔκφρασιν τῆς ἐξόχου πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου. (Ὑπ.) ΛΟΥΤΒΙΧ ΕΡΧΑΡΤ Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐξ Ἑλλάδος, διεξήχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς 24, 25, 26 καί 30ῆς Νοεμβρίου 1954 μακραί συζητήσεις ἐπί τοῦ θέματος τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐν Βόννῃ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1953 ἐπιστολῶν, κατέληξαν δὲ αὗται εἰς τὴν παροχὴν ψήφου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ ψήφων 205 ὑπὲρ ἔναντι 70 κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 30 Νοεμβρίου. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν τῆς 30 Νοεμβρίου 1954 ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως ἀπεφάσισε τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς τῶν Πραγμάτων Ἐπιτροπῆς πρὸς διερεύνησιν τοῦ ὅλου θέματος τῆς συνομολογήσεως καί χρησιμοποιήσεως τῶν Γερμανικῶν Πιστώσεων πρὸς διαπίστωσιν τυχὸν ὑπαρχουσῶν πολιτικῶν καὶ ἄλλων εὐθυνῶν. Ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν Πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ἀπηρτίσθη ἐκ τῶν ἑξῆς κ.κ. βουλευτῶν: 1) Χρ. Ρίζου, 2) Ν. Κοντογιαννοπούλου, 3) Ε. Σαββοπούλου, 4) Γ. Βασιλάτου, 5) Α. Βουλοδήμου, 6) Δ. Λαντζούνη, 7) Π. Τριαντοπούλου, 8) Β. Καραμπίλια, 9) Ἰωάν. Κοντοβράκη, 10) Ν. Μπόμπολα, 11) Σ. Τζουβάρα, 12) Α. Αὐγερινοῦ, 13) Θ. Ταμβακᾶ, 14) Λ. Κίκκα, 15) Π. Λυκουρέζου, ἀντικατασταθέντος ἀπὸ τῆς 9ης συνεδριάσεως τῆς 16 Μαρτίου 1955 διὰ τοῦ Κ. Παπαγιάννη, 16) Ἰωάν. Ζίγδη, 17) Ν. Βαρβιτσιώτη, 18) Χ. Καραπιπέρη, 19) Δ. Λεκαράκου καὶ 20) Β. Μουράτογλου. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατηρτίσθη εἰς Σῶμα τὴν 14 Ἰανουαρίου 1955. Ἐξέλεξε Πρόεδρον τὸν κ. Χριστόδουλον Ρίζον, Ἀντιπρόεδρον τὸν κ. Ἰωάν. Κοντοβράκην καὶ Γραμματέα τὸν κ. Στ. Τζουβάραν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν της τὴν 20ὴν Ἰανουαρίου 1955 Εἰσηγηταὶ δὲ ὡρίσθησαν οἱ κ.κ. Ν. Κοντογιαννόπουλος, Εὐάγ. Σαββόπουλος, Α. Βουλόδημος καὶ Π. Λυκουρέζος ἀντικατασταθεὶς βραδύτερον διὰ τοῦ κ. Γ. Βασιλάτου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Αʹ
Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της τὰς ἐν τῇ Βουλῇ γενομένας συζητήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν Γερμανικῶν Πιστώσεων καί τὰς εἰς τὸν τύπον γενομένας ἀνωτέρω ἀνακοινώσεις, προέβη ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις Ἐξωτερικῶν ἰδίως, Συντονισμοῦ καί Ἐμπορίου ὑπαρχόντων σχετικῶν ἐγγράφων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἑξῆς: Α. Τριανταφύλλη, Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, Ι. Δ. Στεφάνου Πληρεξουσίου Ὑπουργοῦ καὶ Πρεσβευτοῦ ἐν Βόννῃ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ὑπογραφῆς τῶν ἐπιστολῶν τῶν ἀφορωσῶν τὰς ἑταιρείας ΖΗΜΕΝΣ καί ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ, Ε. Γονῆ πρώην Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, Ἰωάν. Κομίτσα Διευθυντοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, Θ. Καψάλη, πρώην Ὑπουργοῦ Ἐμπορίου καί Συντονισμοῦ καί βουλευτοῦ Ἀθηνῶν, Χ. Ξανθοπούλου– Παλαμᾶ Μονίμου Ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῷ Ο.Η.Ε, πρώην Διευθυντοῦ Οἰκονομικῶν Ὑποθέσεων Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν ἐπίσημον δὲ μέλος τῆς ὑπὸ τὸν κ. Σ. Μαρκεζίνην Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐν Γερμανίᾳ κατὰ τὸν Νοέμβριον 1953, Λ. Νικολαΐδη, Καθηγητοῦ Μετσοβίου Πολυτεχνείου καὶ μονίμου ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῷ Ὀργανισμῷ Εὐρωπαϊκῆς Συνεργασίας ἐπισήμου δὲ μέλους τῆς αὐτῆς ὡς ἄνω Ἀντιπροσωπείας, Α. Τσιμικάλη ἐμπορικοῦ Συμβούλου τῆς ἐν Βόννῃ Ἑλλην. Πρεσβείας Ἰω. Βουλπιώτη, πληρεξουσίου τῆς Ἑταιρ. Ζῆμενς καί Διευθυντοῦ τῆς Ἑταιρείας Τελεφοῦνκεν, Α. Λιάτη, Διευθυντοῦ Οἰκονομικῶν Ὑποθέσεων Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, Π. Παπαληγούρα τέως Ὑπουργοῦ Ἐμπορίου καί Συντονισμοῦ, Στ. Στεφανοπούλου τέως Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καί Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν καί Σ. Μαρκεζίνη τέως Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν καί βουλευτοῦ Ἀθηνῶν. Ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὴν ἐξέτασιν καί τῶν κάτωθι ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Πρεσβευτοῦ κ. Κούστα Διευθυντοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑποθέσεων τοῦ Ὑπουργείου, Παπαδοπούλου καὶ Μπίτσιου τμηματαρχῶν, Σακελλαρίου Ἀρχειοφύλακος καὶ Χέλμη ἐκτάκτου ὑπαλλήλου τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου. Ἡ Ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ ὅτι τὸ ἀνέφικτον τῆς ἐξετάσεως τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, Βάϊνχαρτ τῶν κ.κ. Λ. Ἔρχαρτ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου καί Κόρντ Πρεσβευτοῦ ἐν Ἑλλάδι τῆς Κυβερνήσεως ταύτης ἀποτελεῖ ἔλλειψιν διὰ τὴν διερεύνησιν τοῦ ὅλου θέματος τῶν Γερμανικῶν Πιστώσεων, ἥτις ὅμως ἀναπληροῦται ἐν μέρει διὰ τῶν γενομένων ἐπισήμων δηλώσεων καί ἀνακοινώσεων τούτων. Ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε κατὰ πλειοψηφίαν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ τέως Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀειμνήστου Γ. Ματζαβίνου προταθεῖσαν παρὰ μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, μὴ κρίνουσα ταύτην οὐσιώδη. Ἔλαβεν ἐν τούτοις γνῶσιν ἡ Ἐπιτροπὴ δύο ἐπιστολῶν τοῦ Γ. Ματζαβίνου ἀπευθυνθεισῶν πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ 12 Δεκεμβρίου 1954 καί πρὸς τὸν Εἰσηγητὴν κ. Γερ. Βασιλᾶτον, ἀπὸ 22 Μαΐου 1955... Ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἀνωτέρω στοιχείων, διερευνήσασα τὸ ὅλον θέμα τῶν Γερμανικῶν Πιστώσεων ἡ Ἐπιτροπὴ, συνήγαγε τὰ ἀκόλουθα συμπεράσματα ἐπὶ τῶν ἑξῆς καταρτισθέντων παρ’ αὐτῆς δώδεκα ἐρωτημάτων.
ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
(Ὡς διετυπώθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν πρωινὴν καί ἀπογευματινὴν συνεδρίασιν τῆς 17ης Μαρτίου 1955). 1. Αἱ Γερμανικαὶ Πιστώσεις, αἱ συνομολογηθεῖσαι διὰ τῶν συμφωνιῶν τῆς Βόννης τῆς 11 Νοεμβρίου 1953, ἦσαν Κρατικαί πιστώσεις; 2. Αἱ ὑπὸ τῶν ἑταιρειῶν Ζῆμενς–Χάλσκε, Ζῆμενς– Σοῦκαρτ, καί τῆς Τελεφοῦνκεν προσφερθεῖσαι πιστώσεις ἦσαν ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῶν μετὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως συμφωνηθεισῶν πιστώσεων τῶν 200 ἑκατομμυρίων μάρκων; 3. Διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν γερμανικῶν πιστώσεων ἐχρησιμοποιήθη ὁ ἀντιπρόσωπος ἢ διευθυντὴς τῶν ἑταιρειῶν Ζῆμενς–Τελεφοῦνκεν ὡς καὶ δι’ ἄλλας μεταγενεστέρας ἐνεργείας; 4. Αἱ ἀνταλλαγεῖσαι ἐν Βόννῃ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1953 ἐπιστολαί, αἱ ἀφορῶσαι τὰς ἑταιρείας Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν, προσήχθησαν αἰφνιδιαστικῶς πρὸς ὑπογραφὴν ἢ ἦσαν συνέπεια προηγουμένων συνεννοήσεων; 5. Διὰ τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐν Βόννῃ τὴν 11 Νοεμβρίου 1953 ἐπιστολῶν μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας καί Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη καί τοῦ Προέδρου τῆς Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας καί Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας κ. Λοῦντβιχ Ἔρχαρτ διὰ τὰς γερμανικὰς ἑταιρείας Ζῆμενς καί Τελεφοῦνκεν α) ἐδεσμεύθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔναντι τῆς Γερμανικῆς καί β) ποίας φύσεως ἦτο ἡ δέσμευσις αὕτη; 6. α) Ἀπέκρυψε τὰς ἐν λόγῳ ἐπιστολὰς ὁ τέως Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνης ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν; β) Ὁμοίως ἀπέκρυψε ταύτας ὁ τέως Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Θ. Καψάλης; καί γ) οἱ τέως Ὑπουργοί τοῦ Συντονισμοῦ κ.κ. Σπ. Μαρκεζίνης καί Θ. Καψάλης ἐνημέρωσαν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἀναληφθείσας ὡς πρὸς τὰς ἑταιρείας Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ὑποχρεώσεις; 7. Οἱ τέως Ὑπουργοί τοῦ Συντονισμοῦ κ.κ. Σπ. Μαρκεζίνης καὶ Θ. Καψάλης ἐμερίμνησαν διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων μετὰ τὴν ἀπόρριψιν ὑπὸ τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου τῶν προτάσεων τῆς ἑταιρείας Ζῆμενς ὡς ἀσυμφόρων, διὰ διακοινώσεως πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν; 8. Αἱ ἀναληφθεῖσαι διὰ τῶν ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1953 ἐπιστολῶν ὑποχρεώσεις ἐδημιούργησαν ζήτημα ἀφορῶν εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος καί εἰς τὴν διεθνῆ πίστιν αὐτῆς; 9. Ἐκ τῶν γενομένων δεκτῶν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς λαβουσῶν χώραν πράξεων ἢ παραλείψεων προκύπτουν α) ποινικαί, β) πολιτικαί καὶ γ) ἄλλαι εὐθῦναι καί κατὰ τίνων; 10. Ὑπέχει εὐθύνην — καὶ ποίαν—ὁ τέως Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Θ. Καψάλης διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἀπὸ 7 καί 9 Νοεμβρίου 1953 προτάσεων τῆς ἑταιρείας Ζῆμενς εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1954, διὰ τὴν προμήθειαν 75.000 τηλεφωνικῶν συνδέσεων, ἐκ τῆς ἐγκρίσεως τῶν ὁποίων θὰ προέκυπτε ζημία διὰ τὸ Δημόσιον; 11. Ὀρθῶς ἐχειρίσθη τὸ ζήτημα ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίσασα τὴν ἐκ τῶν ἐπιστολῶν Μαρκεζίνη–Ἔρχαρτ προκύπτουσαν δέσμευσιν; 12. Ὀρθῶς ἐχειρίσθη τὸ ζήτημα τῶν ἑταιρειῶν Ζῆμενς καί Τελεφοῦνκεν ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Π. Παπαληγούρας διὰ τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐν Ἀθήναις ἀπὸ 19 Νοεμβρίου 1954, ἐπιστολῶν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας τῆς Γερμανίας κ. Ἔρχαρτ, δι’ ὧν ἀνελήφθη ὑποχρέωσις προμηθείας τῶν τηλεφωνικῶν συνδέσεων παρὰ τῆς ἑταιρείας Ζῆμενς ἄνευ διαγωνισμοῦ, γενομένης ὡσαύτως δεκτῆς ρήτρας συμμετοχῆς Γερμανῶν τεχνικῶν εἰς μικτὴν Ἐπιτροπήν, ἥτις καταρτίζει τὰ σχέδια ἐπενδύσεων; Ἐπί τοῦ πρώτου ἐρωτήματος ἂν αἱ γερμανικαὶ πιστώσεις αἱ συνομολογηθεῖσαι διὰ τῶν συμφωνιῶν τῆς Βόννης τῆς 11 Νοεμβρίου 1953 ἦσαν κρατικαὶ πιστώσεις: Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται παμψηφεὶ ἀρνητικῶς, μὲ δήλωσιν τῶν κ.κ. Παπαγιάννη καί Βασιλάτου ὅτι οὐδεὶς ἰσχυρίσθη ποτὲ ὅτι πρόκειται περί Κρατικῶν πιστώσεων, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι προέρχονται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Γερμανικοῦ Κράτους. Ἡ Ἐπιτροπή προέβη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος τούτου λαβοῦσα ἀφορμὴν ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς 24ης, 25ης, 26ης καὶ 30ῆς τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου 1954 καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν 23ην Νοεμβρίου 1953 καθ’ ἣν ἐγένετο χρῆσις τῶν λέξεων «Κυβερνητικῶν καὶ κρατικῶν πιστώσεων». Κατὰ τὸ πρωτόκολλον περὶ οἰκονομικῆς συνεργασίας μεταξὺ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας τὸ ὑπογραφὲν ἐν Βόννῃ τὴν 11ην Νοεμβρίου 1953 μεταξὺ τῶν κ.κ. Λοῦντβιχ Ἔρχαρτ καὶ Σπ. Μαρκεζίνη, ἡ Γερμανικὴ Ἀντιπροσωπεία συμφωνεῖ ὅπως ἡ Γερμανικὴ Βιομηχανία μετάσχῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν πρόγραμμα ἀνασυγκροτήσεως διὰ τῆς προμηθείας κεφαλαιουχικῶν ἀγαθῶν ἀξίας μέχρι 200 ἑκατομμυρίων μάρκων. Εἰς πρῶτον τμῆμα ἐκτελέσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Οἰκονομικοῦ Προγράμματος δύναται νὰ τοποθετηθοῦν ἀμέσως παραγγελίαι τοιούτων ἀγαθῶν ἀξίας μέχρις ἑκατὸν ἑκατομμυρίων μάρκων. Ἡ Γερμανικὴ Ἀντιπροσωπεία διευκρινίζει ὅτι κατὰ τὸ κρατοῦν ἐν Γερμανίᾳ οἰκονομικὸν σύστημα οἱ συμβαλλόμενοι ἰδιῶται μετέχοντες εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἀπολαύουν πλήρους ἐλευθερίας κατὰ τὰς μεταξὺ των διαπραγματεύσεις. Οὐχ’ ἧττον, θὰ δύναται νὰ παρασχεθῇ ἡ κυβερνητικὴ ἐγγύησις δι’ ἀπαιτήσεις ἐκ τῶν ἐξαγωγικῶν ἐργασιῶν ἁπλῆ ἢ πλήρης. Αἱ ἐγγυήσεις αὗται θὰ ἀπαλλάσσουν τὸν ἐξαγωγέα μερικῶν τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν κινδύνων καὶ θὰ καταστήσουν ἐφικτὴν τὴν μακροπρόθεσμον χρηματοδότησιν. Διὰ τὴν τελευταίαν ὑφίστανται, κατὰ δήλωσιν τῆς Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἰς τὴν διάθεσιν εἰδικοῦ ὀργανισμοῦ. Ὡρισμέναι πιστωτικαὶ εὐκολίαι μὴ ἀντλούμεναι ἐκ χρημάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Ὁμοσπονδίας, αἱ ὁποῖαι θὰ διευκολύνουν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐπὶ πιστώσει ἐξαγωγικῶν ἐργασιῶν, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι αὗται ἤθελον ἐξοφληθῆ ἐντὸς ἐννεαετοῦς χρονικῆς περιόδου ἀπὸ τῆς τοποθετήσεως τῆς παραγγελίας. Ἡ χορήγησις μακροτέρων πιστωτικῶν προθεσμιῶν εἶναι δυνατὴ ὡς περαιτέρω ἐδήλωσεν ἡ Γερμανικὴ Ἀντιπροσωπεία, τῇ βοηθείᾳ Τραπεζιτικοῦ συνδικάτου ἀναλόγως πρὸς ἑκάστην περίπτωσιν. Ἡ Ὁμοσπονδιακὴ Κυβέρνησις θέλει καταβάλλει προσπαθείας ὅπως ὑποβοηθήσῃ τοιαύτας συμφωνίας μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων. Τοιουτοτρόπως παρέχεται ἡ δυνατότης χορηγήσεως μακροτέρων πιστωτικῶν προθεσμιῶν μέχρις ὀκτὼ ἐτῶν εἰς εἰδικὰς περιπτώσεις ἐνδεχομένως καὶ μακροτέρων. Προϋπόθεσις τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἀνωτέρω πιστωτικῶν προθεσμιῶν ὡς δηλοῖ ἡ Γερμανικὴ Ἀντιπροσωπεία εἶναι ὁ καθορισμὸς τῶν ὅρων πληρωμῶν συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς ἰσχυούσας ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν προμηθείας μονίμων ἐγκαταστάσεων. Κατ’ ἀρχὰς μακροπρόθεσμοι ἀπαιτήσεις ἐξοφλοῦνται κατὰ δόσεις καὶ ἐν ἐφαρμογῇ πρὸς τὸν ἐν Γερμανίᾳ δι’ ἐξαγωγὰς τοιούτων εἰδῶν, συνήθη ρυθμὸν πληρωμῶν. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία δηλοῖ ὅτι θὰ καταβάλῃ φροντίδας ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἢ ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἐγγυᾶται τὴν ἐκπρόθεσμον ἐξώφλησιν τῶν πιστώσεων.
Βʹ
Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐρωτήματος ἂν αἱ ὑπὸ τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς–Χάλσκε–Ζῆμενς–Σοῦκερτ καὶ Τελεφοῦγκεν προσφερθεῖσαι πιστώσεις ἦσαν ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῶν μετὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως συμφωνηθεισῶν πιστώσεων τῶν 200 ἑκατ. μάρκων. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται κατὰ πλειοψηφίαν ὅτι, αἱ πιστώσεις αὗται ἦσαν ἐντὸς τῶν μετὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως συμφωνηθεισῶν πιστώσεων τῶν 200 ἑκατ. μάρκων, στηριζομένη πρῶτον εἰς τὸ ἀνωτέρω πρωτόκολλον περὶ Οἰκονομικῆς συνεργασίας μεταξὺ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας. Δεύτερον: Εἰς τὴν ρητὴν δήλωσιν ἐν Ἀθήναις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς Γερμανίας κ. Λ. Ἔρχαρτ, δηλώσαντος ὅτι αἱ πιστώσεις Ζῆμενς ἦσαν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐντὸς τῶν 200 ἑκατ. μάρκων καὶ τρίτον εἰς τὴν ἔλλειψιν μνείας ἐν ταῖς προτάσεσι τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς–Χάλσκε καὶ Ζῆμενς Σοῦκερτ περὶ χορηγήσεως πιστώσεων ἔξω τῶν γενομένων συμφωνιῶν τὴν 11 Νοεμβρίου 1953 ἐν Βόννῃ. Μειοψηφοῦν οἱ κ.κ. Γερ. Βασιλᾶτος καὶ Κ. Παπαγιάννης ὑποστηρίζοντες ὅτι αἱ πιστώσεις τῶν ἀνωτέρω Ἑταιρειῶν ἦσαν ἐκτὸς τῶν μετὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως συμφωνηθέντων 200 ἑκατ. μάρκων. Στηριζόμενοι μεταξὺ ἄλλων α) εἰς τὴν ἐπίσημον ἀνακοίνωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν 23ην Νοεμβρίου 1953 τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη καὶ εἰς τὴν 8 μῆνας ἀπὸ τότε ἀνακοίνωσιν διὰ τοῦ τύπου τοῦ κ. Καψάλη ὅτι αἱ πιστώσεις τῶν Ἑταιρειῶν τούτων ἦσαν ἐκτὸς τῶν συμφωνηθέντων 200 ἑκατ. μάρκων καὶ αἵτινες δηλώσεις δὲν διεψεύσθησαν οὔτε ὑπὸ τῶν ἀνωτέρω Ἑταιρειῶν οὔτε ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ β) εἰς τὴν ἐπίκλησιν παρὰ τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς τῆς προστασίας τοῦ νόμου τῶν ξένων κεφαλαίων. Ἐπίσης ὁ κ. Ξανθόπουλος–Παλαμᾶς μέλος τῆς ὑπὸ τὸν κ. Σπ. Μαρκεζίνην ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐν Γερμανίᾳ ρητῶς ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ ἀπὸ 18.11.54 ἐκθέσει του ἀναφέρει δήλωσιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἑταιρειῶν ὅτι αἱ πιστώσεις αὐτῶν θὰ ἦσαν ἐκτὸς τῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως γενησομένων συμφωνιῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ, ὅτι δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Παλαμᾶ δήλωσιν τῶν Ἑταιρειῶν, ἀναφερομένην εἰς προγενεστέραν τῆς ὑπογραφῆς τῶν ἐν Βόννῃ ἐπιστολῶν φάσιν τῶν διαπραγματεύσεων, ἡ δὲ ἐπίκλησις τοῦ νόμου περὶ προστασίας ξένων κεφαλαίων δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἐγγύησιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, φρονοῦσα μόνον ὅτι αὕτη ἐγένετο, ἵνα καταστήσῃ τὰς προτάσεις της ἑλκυστικωτέρας.
Γʹ
Ἐπὶ τοῦ τρίτου ἐρωτήματος ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται κατὰ πλειοψηφίαν ὅτι διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν Γερμανικῶν Πιστώσεων ἐκ τῆς γενομένης ἐξετάσεως ἀπεδείχθη ὅτι διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων ἐχρησιμοποιήθη ὁ Ἀντιπρόσωπος ἢ Δ)ντὴς τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ὡς καὶ δι’ ἄλλας μεταγενεστέρας ἐνεργείας ὁ Ἰωάννης Βουλπιώτης. Μειοψηφοῦν οἱ κ.κ. Γερ. Βασιλᾶτος, Κ. Παπαγιάννης καὶ Α. Βουλόδημος, ὑποστηρίζοντες ὅτι δὲν ἐχρησιμοποιήθη διὰ τοὺς εἰς τὰ Πρακτικὰ ἐκτιθεμένους λόγους.
Δʹ
Ἐπὶ τοῦ τετάρτου ἐρωτήματος, ἐὰν αἱ ἀνταλλαγεῖσαι ἐν Βόννῃ ἀπὸ 11.11.53 ἐπιστολαί, αἱ ἀφορῶσαι τὰς Ἑταιρείας Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν, προσήχθησαν αἰφνιδιαστικῶς ἢ ἦσαν συνέπεια προηγουμένων συνεννοήσεων, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται κατὰ πλειοψηφίαν, ὅτι αὗται δὲν προσήχθησαν αἰφνιδιαστικῶς, ἀλλὰ ἦσαν συνέπεια προηγουμένων συνεννοήσεων. Οἱ κ.κ. Κ. Παπαγιάννης καὶ Γερ. Βασιλᾶτος μειοψηφοῦν ὑποστηρίζοντες ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ προσήχθησαν αἰφνιδιαστικῶς. Οἱ κ.κ. Α. Αὐγερινὸς καὶ Ι. Κοντοβράκης δηλοῦν ὅτι δὲν ἐπείσθησαν ὅτι προσυνεφωνήθη μετὰ τοῦ κ. Ἔχαρτ ἡ ὑπογραφὴ ἐπιστολῶν, εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος περὶ οὗ αἱ ἐπιστολαὶ ὑπῆρχε προσυνεννόησις καὶ τῆς προσυνεννοήσεως ταύτης συνέπεια ἦσαν αἱ ἐπιστολαί.
Εʹ
Ἐπὶ τοῦ πέμπτου ἐρωτήματος, ἐὰν αἱ ἀνταλλαγεῖσαι ἐν Βόννῃ τὴν 11.11.53 ἐπιστολαὶ μεταξὺ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σ. Μαρκεζίνη καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Λ. Ἔχαρτ, ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν ἀποφαίνεται ὅτι ἐδεσμεύθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ οὐχὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Μαρκεζίνης, διότι ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ δὲν εἶναι τί, τὸ διάφορον τῆς Κυβερνήσεως ὡς παρετήρησεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς Γερμανίας κ. Λ. Ἔρχαρτ κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν ἐπιστολῶν καὶ ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. Μαρκεζίνης κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ἐν τῇ Βουλῇ εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 29ης Νοεμβρίου 1954. Μειοψηφοῦν οἱ κ.κ. Κ. Παπαγιάννης, Γερ. Βασιλᾶτος, ὑποστηρίζοντες ὅτι μετὰ τὴν διαγραφὴν τῶν λέξεων «Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις» ἀνελήφθη προσωπικὴ ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Ἐπίσης μειοψηφοῦν οἱ κ.κ. Ι. Κοντοβράκης καὶ Α. Βουλόδημος. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ὅτι ἡ δέσμευσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι νομικῆς φύσεως συνισταμένη εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτης νὰ δεχθῇ τὰς προτάσεις τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ἄνευ διαγωνισμοῦ, ἐφ’ ὅσον αὗται ἦσαν συμφέρουσαι. Μειοψηφοῦν οἱ κ.κ. Κ. Παπαγιάννης, Γερ. Βασιλᾶτος, Ἰωάν. Κοντοβράκης καὶ Α. Βουλόδημος. μὴ δεχόμενοι τὴν ὕπαρξιν δεσμεύσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
ΣΤʹ
α) Ἐπὶ τοῦ ἕκτου ἐρωτήματος ἂν ἀπέκρυψε τὰς ἐπιστολὰς ὁ τέως ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνης, ἡ Ἐπιτροπὴ δέχεται ὅτι δὲν ἀπέκρυψε ταύτας. Οἱ κ.κ. Κ. Παπαγιάννης καὶ Γερ. Βασιλᾶτος ἀποφαίνονται ἀρνητικῶς, οἱ κ. κ. Λ. Κίκας καὶ Α. Βουλόδημος, Ι. Ζίγδης, Εὐάγγ. Σαββόπουλος καὶ Ἰωάν. Κοντοβράκης ἀμφιβάλλουν ἐπὶ τῆς ἀποκρύψεως. Οἱ κ.κ. Χρ. Ρίζος, Ἀθ. Αὐγερινὸς Ν. Κοντογιαννόπουλος, Β. Καραμπίλιας, Θ. Ταμβακᾶς καὶ Ν. Μπόμπολας δέχονται ὅτι ἔλαβε χώραν ἀπόκρυψις. β) Ὁμοίως ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ὅτι δὲν ἀπέκρυψεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὁ τέως Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου καὶ Συντονισμοῦ κ. Θ. Καψάλης. Οἱ κ.κ. Κίκας, Βουλόδημος, Ζίγδης καὶ Σαββόπουλος ἀμφιβάλλουν, οἱ κ.κ. Κ. Παπαγιάννης. Γ. Βασιλᾶτος, Α. Αὐγερινὸς, Ι. Κοντοβράκης καὶ Β. Καραμπίλιας ἀποφαίνονται ἀρνητικῶς. Οἱ κ.κ. Χρ. Ρῖζος, Θ. Ταμβακᾶς, Ν. Μπόμπολας καὶ Ν. Κοντογιαννόπουλος ψηφίζουν ναί. γ) Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ὅτι οἱ τέως Ὑπουργοὶ τοῦ Συντονισμοῦ κ.κ. Σπ. Μαρκεζίνης καὶ Θ. Καψάλης δὲν ἐνημέρωσαν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἀναληφθείσας ὡς πρὸς τὰς Ἑταιρείας Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ὑποχρεώσεις. Μειοψηφοῦν οἱ κ.κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος, ὁ δὲ κ. Βουλόδημος ἀρνεῖται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτηροῦντο τότε πρακτικὰ τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου.
Ζʹ.
Ἐπὶ τοῦ ἑβδόμου ἐρωτήματος ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ὅτι οἱ τέως ὑπουργοὶ κ.κ. Σπ. Μαρκεζίνης καὶ Θ. Καψάλης δὲν ἐμερίμνησαν διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων μετὰ τὴν μὴ ἀποδοχὴν ὑπὸ τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου τῶν προτάσεων Ζῆμενς ὡς ἀσυμφόρων διὰ διακοινώσεως πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Μειοψηφοῦν οἱ κ.κ. Παπαγιάννης, Βασιλᾶτος καὶ Βουλόδημος, ὑποστηρίζοντες ὅτι, ἐφ’ ὅσον δέν ὑπῆρχε δέσμευσις οὐδεὶς λόγος συνέτρεχε νὰ γίνῃ τοῦτο.
Ηʹ.
Ἐπὶ τοῦ ὀγδόου ἐρωτήματος, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται κατὰ πλειοψηφίαν, ὅτι αἱ ἀναληφθεῖσαι διὰ τῶν ὑπογραφεισῶν ἐν Βόννῃ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1953 ἐπιστολῶν ὑποχρεώσεις, ἐδημιούργησαν ζήτημα ἀφορῶν εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν διεθνῆ πίστιν αὐτῆς. Οἱ κ.κ. Χρ. Ρῖζος, Ν. Κοντογιαννόπουλος, Α. Αὐγερινὸς Β. Καραμπίλιας, Ε. Σαββόπουλος, Θ. Ταμβακᾶς καὶ Ν. Μπόμπολας ἀποφαίνονται ὅτι μόνον ἡ τιμία καὶ εὐθαρσὴς ἀνάληψις τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἀνεγνώρισεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀείμνηστος Στρατάρχης Ἀλέξανδρος Παπάγος μὲ τὴν Κυβέρνησίν του, ἀπεσόβησαν τὸν κλονισμὸν τῆς διεθνοῦς πίστεως τῆς χώρας καὶ τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῶν ἑλληνογερμανικῶν οἰκονομικῶν σχέσεων καὶ συμφερόντων. Οἱ κ.κ. Ι. Ζίγδης καὶ Λ. Κίκας παραδέχονται ὅτι ἐδημιουργήθη πράγματι ζήτημα ὀφειλόμενον εἰς τὴν παράλειψιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῶν κ.κ. Σπ. Μαρκεζίνη καὶ Θ. Καψάλη νὰ ἐνημερώσουν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων καὶ νὰ προβοῦν εἰς τὰς ἐνδεδειγμένας ἐνεργείας παρὰ τῇ Γερμανικῇ Κυβερνήσει πρὸς ἀποδέσμευσιν τῆς Ἑλληνικῆς μετὰ τὴν διαπίστωσιν τοῦ ἀσυμφόρου τῶν προτάσεων τῆς Ζῆμενς ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὸν κακὸν χειρισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ πρὸ αὐτῆς τεθέντος ζητήματος τῆς δεσμεύσεως. Οἱ κ.κ. Παπαγιάννης, Βασιλᾶτος καὶ Κοντοβράκης παραδέχονται ὅτι οὐδὲν ζήτημα ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ ἐφ’ ὅσον, ὡς παρεδέχθησαν δὲν ἐδεσμεύθη διὰ τῶν ἐν λόγῳ ἐπιστολῶν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ δὲ ἀντιγνωμία μεταξὺ ταύτης καὶ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὴν νομικὴν ἔννοιαν ἑνὸς κειμένου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διακόψῃ τὰς διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων καὶ νὰ ἐπιφέρῃ ψυχρότητα εἰς τὰς μεταξὺ αὐτῶν σχέσεις. Ὁ κ. Βουλόδημος ἀποφαίνεται ὅτι ἐκ τοῦ κακοῦ καὶ ἀστόχου χειρισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐδημιουργήθη μία πνιγηρὰ ἀτμόσφαιρα εἰς τὰς ἑλληνογερμανικὰς σχέσεις.
Θʹ.
Ἐπὶ τοῦ ἐνάτου ἐρωτήματος καὶ τῶν γενομένων δεκτῶν διὰ τῶν ἐπί τῶν προηγουμένων ἐρωτημάτων ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, τῶν λαβουσῶν χώραν πράξεων ἢ παραλείψεων αὕτη ἀποφαίνεται: Πρῶτον: ὅτι δὲν διεπίστωσε ποινικὰς εὐθύνας κατὰ τὰς διατάξεις τῶν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμων κατὰ τῶν τέως Ὑπουργῶν κ.κ. Σ. Μαρκεζίνη καὶ Θ. Καψάλη. Οἱ κ.κ. Ι. Ζίγδης καὶ Λ. Κίκας ἀμφιβάλλουν. Δεύτερον: Ἡ Ἐπιτροπὴ διαπιστώνει κατὰ πλειοψηφίαν βαρυτάτας πολιτικὰς εὐθύνας κατὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη καὶ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ Ἐμπορίου καὶ Συντονισμοῦ κ. Θ. Καψάλη. α) Διότι ὁ τέως Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σ. Μαρκεζίνης ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτῆς τῆς 23 Νοεμβρίου 1953 ὅτι αἱ ὑπὸ τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς Χάλσκε, Ζῆμενς Σοῦκερτ καὶ Τελεφοῦνκεν προσφερθεῖσαι πιστώσεις ἦσαν ἐκτὸς τῶν μετὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως συμφωνηθεισῶν πιστώσεων τῶν 200 ἑκατομμυρίων μάρκων, ἐνῶ ἦσαν αὗται ἐντός. β) Κατὰ τῶν τέως Ὑπουργῶν κ.κ. Σπ. Μαρκεζίνη καὶ Θ. Καψάλη, διότι διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν γερμανικῶν πιστώσεων ἐχρησιμοποιήθη ὁ Ἀντιπρόσωπος ἢ Διευθυντὴς τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ὡς καὶ δι’ ἄλλας μεταγενεστέρας ἐνεργείας, Ἰω. Βουλπιώτης. γ) Κατὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνη, διότι διὰ τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐν Βόννῃ τὴν 11 Νοεμβρίου 1953 ἐπιστολῶν μεταξὺ τούτου ὡς Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Λ. Ἔρχαρτ διὰ τὰς Γερμανικὰς Ἑταιρείας Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν, αἵτινες δὲν προσήχθησαν αἰφνιδιαστικῶς πρὸς ὑπογραφήν, ἐδεσμεύθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔναντι τῆς Γερμανικῆς, ἡ δὲ δέσμευσις αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἦτο νομικῆς φύσεως συνισταμένη εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτης νὰ δεχθῇ τὰς προτάσεις τῶν Ἑταιρειῶν τούτων ἄνευ διαγωνισμοῦ, ἐφ’ ὅσον αὗται ἦσαν συμφέρουσαι. δ) Διότι οἱ τέως Ὑπουργοὶ κ.κ. Σπ. Μαρκεζίνης καὶ Θ. Καψάλης δὲν ἐνημέρωσαν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἀναληφθείσας, ὡς πρὸς τὰς Ἑταιρείας Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ὑποχρεώσεις. ε) Διότι οἱ αὐτοὶ ὡς ἄνω τέως Ὑπουργοὶ δὲν ἐμερίμνησαν διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων μετὰ τὴν μὴ ἀποδοχὴν ὑπὸ τοῦ Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου κατὰ Ἰανουάριον 1954 τῶν προτάσεων τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ὡς ἀσυμφόρων, διὰ διακοινώσεως πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. στ) Διότι οἱ αὐτοί ὡς ἄνω Ὑπουργοί διὰ τῶν ἀναληφθεισῶν ὑπὸ τῶν ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1953 ἐπιστολῶν ὑποχρεώσεων, ἐδημιούργησε ζήτημα ἀφορῶν εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος καί τὴν διεθνῆ πίστιν αὐτῆς. Μειοψηφοῦν οἱ κ.κ. Κ. Παπαγιάννης καί Γ. Βασιλᾶτος, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦντες ἐπὶ τῶν διαπιστώσεων τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πραγματικὰ γεγονότα καί ἀναφερόμενοι εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 23.11.55 ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξιν πολιτικῶν εὐθυνῶν ὁπωσδήποτε. Οἱ αὐτοί κ.κ. Παπαγιάννης καί Βασιλᾶτος ὡς καί οἱ κ.κ. Κοντοβράκης καί Βουλόδημος δέχονται ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναζητηθῶσι πολιτικαί εὐθῦναι κατὰ τῶν τέως ὑπουργῶν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δὲν ὑφίστανται κυρώσεις. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπορρίπτει τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον ἐπί τῷ λόγῳ ὅτι ἡ ἐντολὴ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἦτο κυρίως ἡ ἀναζήτησις καί διαπίστωσις πολιτικῶν εὐθυνῶν κατὰ παντὸς διαχειρισθέντος τὴν συνομολόγησιν καί χρησιμοποίησιν τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων Ὑπουργοῦ καί ἑπομένως τὸ ζήτημα τῆς ἀναζητήσεως πολιτικῶν εὐθυνῶν ἢ μὴ παρὰ τέως Ὑπουργῶν εἶναι τῆς ἀποκλειστικῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς. Τρίτον: Ἡ Ἐπιτροπὴ διαπιστώνει, οἱ τέως Ὑπουργοί κ.κ. Σπ. Μαρκεζίνης καὶ Θ. Καψάλης, φέρουν καὶ ἠθικὰς εὐθύνας ἀπέναντι τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἐνημέρωσαν τούτους, περὶ τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων, ὅσον ἀφορᾷ εἴς τὰς Ἑταιρείας Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν. Οἱ κ.κ. Ζίγδης καί Κίκας δέχονται ὅτι ἐντὸς τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἀνωτέρω. Ὁ δὲ κ. Ι. Κοντοβράκης δέχεται ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ καταλογίσῃ ἄλλας εὐθύνας πλὴν ποινικῶν. Οἱ κ.κ. Παπαγιάννης, Βασιλᾶτος καὶ Βουλόδημος δὲν δέχονται τὴν ὕπαρξιν ἠθικῶν εὐθυνῶν.
Ιʹ.
Ἐπὶ τοῦ δεκάτου ἐρωτήματος ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ὅτι δὲν ὑπέχει εὐθύνην ὁ τέως Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου καὶ Συντονισμοῦ κ. Θ. Καψάλης διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἀπὸ 7 καὶ 9 Νοεμβρίου 1953 ὡς καὶ τὰς μεταγενεστέρας τοιούτων προτάσεων τῆς Ἑταιρείας Ζῆμενς εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον κατὰ Ἰανουάριον 1954 διὰ τὴν προμήθειαν 75.000 τηλεφωνικῶν συνδέσεων ἐκ τῆς ἐγκρίσεως τῶν ὁποίων θὰ προέκυπτε ζημία εἰς τὸ Δημόσιον. Οἱ κ.κ. Α. Αὐγερινός, Κ. Παπαγιάννης, Γ. Βασιλᾶτος Β. Καραμπίλιας, Ι. Κοντοβράκης, Α. Βουλόδημος καὶ Λ. Κίκας δέχονται ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ εὐθύνη, διότι ὁ κ. Καψάλης εἰσήγαγε τὰς προτάσεις τῆς Ἑταιρείας Ζῆμενς εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον πρὸς ἐξέτασιν, αἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν αὗται, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη ὅτι διὰ τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἀνωτέρω ἐπιστολῶν, ἀνελήφθη ἡ ὑποχρέωσις ἵνα ἄνευ διαγωνισμοῦ ἐξετασθοῦν αἱ προτάσεις τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ἂν ἦσαν συμφέρουσαι. Μειοψηφοῦν οἱ κ.κ. Χ. Ρῖζος, Ν. Κοντογιαννόπουλος, Ε. Σαββόπουλος, Θ. Ταμβακᾶς, Ν. Μπόμπολας καί Ι. Ζίγδης, δεχόμενοι ὅτι ἂν καὶ ὁ κ. Καψάλης δὲν φέρῃ εὐθύνην διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν ἐπιστολῶν τῶν ἀφορωσῶν τὰς Ἑταιρείας Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν, ἦτο ὅμως ἀναμφισβητήτως ἐν γνώσει τῶν ἀναληφθεισῶν διὰ τῶν ἐπιστολῶν Μαρκεζίνη–Ἔρχαρτ ὑποχρεώσεων. Ἡ εἰσαγωγὴ δὲ τῶν προτάσεων τῆς Ἑταιρείας Ζῆμενς εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἄνευ ἐνημερώσεως τούτου περὶ τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων καὶ ἂν ἡ εἰσαγωγὴ τῶν προτάσεων ἦτο συνέπεια τῆς ἀνειλημμένης ὑποχρεώσεως ταύτης δημιουργεῖ ἰδίας πολιτικὰς εὐθύνας διὰ τὸν κ. Θ. Καψάλην.
ΙΑʹ.
Ἐπὶ τοῦ ἑνδεκάτου ἐρωτήματος, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ὅτι ὀρθῶς ἐχειρίσθη τὸ ζήτημα ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίσασα τὴν ἐκ τῶν ἐπιστολῶν Μαρκεζίνη–Ἔρχαρτ προκύπτουσαν δέσμευσιν, διότι διὰ ταύτης ἡδραιώθη ἡ πίστις τῆς Χώρας καὶ διηυκολύνθησαν αἱ μετὰ τῆς ἀναμενομένης Γερμανικῆς Ἀποστολῆς ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Λ. Ἔρχαρτ νέαι διαπραγματεύσεις. Μειοψηφεῖ ὁ κ. Α. Βουλόδημος, δεχόμενος ὅτι κακῶς ἐχειρίσθη τὸ ζήτημα ἡ Κυβέρνησις, διότι ἀνεγνώρισε δέσμευσιν ἐνῷ κατ’ αὐτὸν δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη. Ἐπίσης μειοψηφοῦν οἱ κ.κ. Ζίγδης καὶ Κίκας, δεχόμενοι ναὶ μὲν ὀρθῶς ἀνεγνώρισεν ἡ Κυβέρνησις τὴν δέσμευσιν, ὁ τρόπος ὅμως ὃν μετεχειρίσθη ὑπῆρξεν ἀνώμαλος, πρὸς δέ, ἐφ’ ὅσον διεπίστωσεν ὅτι αἱ προτάσεις τῆς Ἑταιρείας Ζῆμενς δὲν ἦσαν συμφέρουσαι, ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπαλλαγὴν της ἐκ τῆς ἀναληφθείσης ὑποχρεώσεώς της διὰ διακοινώσεως πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Μειοψηφοῦν οἱ κ. κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος, δεχόμενοι ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς ἐχειρίσθη τὸ ζήτημα ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἐκάλεσε α) τὸν κ. Μαρκεζίνην νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. β) Διότι προεκάλεσε τὴν ἐπίδοσιν ἐγγράφου διακοινώσεως τοῦ Γερμανοῦ Πρεσβευτοῦ καὶ γ) ἀπεδέχθη τὴν δέσμευσιν, ἐνῷ ἀνεμένετο ἡ ἄφιξις μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ὡς ἐκ τούτου δὲ ὑπέχουν βαρείας πολιτικὰς καὶ ἠθικὰς εὐθύνας οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει ὑπεύθυνοι.
ΙΒʹ
Ἐπὶ τοῦ δωδεκάτου ἐρωτήματος ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ὅτι, ὀρθῶς ἐχειρίσθη τὸ ζήτημα τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ὁ τότε ὑπουργὸς Ἐμπορίου καὶ Συντονισμοῦ κ. Παπαληγούρας, διὰ τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐν Ἀθήναις ἀπὸ 19 Νοεμβρίου 1954 ἐπιστολῶν, μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς Γερμανίας κ. Ἔρχαρτ. Μειοψηφοῦν οἱ κ.κ. Παπαγιάννης καὶ Βασιλᾶτος, δεχόμενοι ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς ἐχειρίσθη τὸ ζήτημα τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ὁ κ. Παπαληγούρας, διότι καὶ τὴν δέσμευσιν ὡς πρὸς τὴν Ἑταιρείαν Ζῆμενς ἀνεγνώρισε καὶ τὴν ρήτραν τῆς μικτῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐμπειρογνωμόνων ἥτις ἐλέγχει τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν σχέδια ἀνασυγκροτήσεως ἐδέχθη, ὑπέχων ὡς ἐκ τούτου βαρείας πολιτικὰς καὶ ἠθικὰς εὐθύνας. Ἐπίσης μειοψηφοῦν οἱ κ.κ. Ζίγδης καὶ Κίκας, δεχόμενοι ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς ἐχειρίσθη τὸ ζήτημα ὁ κ. Παπαληγούρας καίτοι οὐδεμίαν πολιτικὴν εὐθύνην ἀποδίδουν αὐτῷ διότι ἐνεργῶν κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεώς του ἐδέχθη νέαν δέσμευσιν ἔναντι τῆς Ἑταιρείας Ζῆμενς, καταλογίζουν ὅμως βαρυτάτας εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἀνεγνώρισε τὴν ἀρχικὴν δέσμευσιν ἐκ τῶν ἐπιστολῶν Ἔρχαρτ–Μαρκεζίνη, καταρρακώσασα οὕτω τὸ διεθνὲς κῦρος τῆς Χώρας ὡς καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ πολιτικοῦ Κόσμου. Ἐπίσης μειοψηφεῖ καὶ ὁ κ. Βουλόδημος, δεχόμενος ὅτι δὲν ἐχειρίσθη ὀρθῶς τὸ ζήτημα ὁ κ. Παπαληγούρας, διότι διὰ τῶν ὑπογραφεισῶν νέων ἐπιστολῶν μεταξὺ τούτου καὶ τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ἐδεσμεύθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ.
ΠΟΡΙΣΜΑ
Ἡ Ἐπιτροπὴ διερευνήσασα τὸ ὅλον θέμα τῆς συνομολογήσεως καὶ χρησιμοποίησεως τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων πρὸς διαπίστωσιν τῶν τυχὸν ὑπαρχουσῶν πολιτικῶν καὶ ἄλλων εὐθυνῶν, διεπίστωσεν ὅτι ὁ τέως Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνης, ὑπέχει βαρυτάτας πολιτικὰς εὐθύνας διότι α) διὰ τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐν Βόννῃ μεταξὺ τούτου ὡς Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς Γερμανίας, ὡς Προέδρου τῆς Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας κ. Λ. Ἔρχαρτ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1953 ἐπιστολῶν, αἵτινες δὲν προσήχθησαν αἰφνιδιαστικῶς, ἀλλ’ ἦσαν συνέπεια προηγουμένων συνεννοήσεων, ἐδέσμευσε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. β) Διότι ὁ αὐτὸς ὡς ἄνω τέως Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 Νοεμβρίου 1953, ὅτι αἱ ὑπὸ τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς Χάλσκε καὶ Ζῆμενς Σοῦκερτ καὶ Τελεφοῦνκεν προσφερθεῖσαι πιστώσεις ἦσαν ἐκτὸς τῶν μετὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως συμφωνηθεισῶν πιστώσεων τῶν 200 ἑκατομμυρίων μάρκων, ἐνῷ αὗται ἦσαν ἐντὸς τοῦ ποσοῦ τούτου. Βʹ Ὅτι ὁ αὐτὸς ὡς ἄνω τέως Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνης καὶ ὁ τέως Ὑπουργὸς Ἐμπορίου καὶ Συντονισμοῦ κ. Θ. Καψάλης, ὑπέχουν βαρυτάτας πολιτικὰς εὐθύνας, διότι α) διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων ἐχρησιμοποίησαν τὸν Ἀντιπρόσωπον ἢ Δ)ντὴν τῶν Ἑταιρειῶν Ζῆμενς–Τελεφοῦνκεν, ὡς καὶ δι’ ἄλλας μεταγενεστέρας ἐνεργείας. β) Διότι δὲν ἐνημέρωσαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἀναληφθείσας ἐν Βόννῃ τὴν 11 Νοεμβρίου 1953 ὡς πρὸς τὰς Ἑταιρείας Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ὑποχρεώσεις. γ) Διότι οἱ αὐτοὶ ὡς ἄνω Ὑπουργοὶ δὲν ἐμερίμνησαν διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν ἀναληφθεισῶν ὡς πρὸς τὴν Ἑταιρείαν Ζῆμενς ὑποχρεώσεων, μετὰ τὴν μὴ ἀποδοχὴν κατὰ Ἰανουάριον 1954 ὡς καὶ μεταγενεστέρως ὑπὸ τοῦ Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου τῶν προτάσεων τῆς Ἑταιρείας ταύτης, ὡς ἀσυμφόρων διὰ διακοινώσεων πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. δ) Διότι διὰ τῶν ἀναληφθεισῶν διὰ τῶν ἀνωτέρω ἐπιστολῶν ὑποχρεώσεων, ἐδημιούργησαν ζήτημα ἀφορῶν εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὴν διεθνῆ πίστιν αὐτῆς. Ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ διεπίστωσεν ὅτι ὁ τέως Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σπ. Μαρκεζίνης καὶ ὁ τέως Ὑπουργὸς Ἐμπορίου καὶ Συντονισμοῦ κ. Θ. Καψάλης ὑπέχουν καὶ ἠθικὰς εὐθύνας ἔναντι τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως Στρατάρχου Ἀλεξάνδρου Παπάγου, ὡς καὶ τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἐνημέρωσαν τούτους περὶ τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων ὡς πρὸς τὰς Ἑταιρείας Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8ῃ Δεκεμβρίου 1955
Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΡΙΖΟΣ
Ἐπίσης καταχωρίζεται ἡ Εἰσηγητικὴ Ἔκθεσις τῶν κ.κ. Κ. Παπαγιάννη καὶ Γ. Βασιλάτου, ἔχουσα οὕτω: Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Βάσει τοῦ, μετὰ πολύμηνον ἐργασίαν ὑπὸ τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν Πραγμάτων Ἐπιτροπῆς τῶν Γερμανικῶν Πιστώσεων, συγκεντρωθέντος ἀποδεικτικοῦ ὑλικοῦ, κατηρτίσθησαν 4 ἐκθέσεις τῶν Εἰσηγητῶν κ.κ. Α. Βουλοδήμου, Γ. Βασιλάτου, Ν. Κοντογιαννοπούλου καὶ Εὐαγγ. Σαββοπούλου. Ἐκ τούτων οἱ δύο πρῶτοι ἀπέρριψαν τὴν ὕπαρξιν οἱασδήποτε δεσμεύσεως τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως ὡς καὶ ἀποκρύψεως τῶν ἐπιστολῶν, ἐνῷ ἀντιθέτως κατελόγισαν βαρείας εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ κυρίως τοὺς Ὑπουργοὺς κ.κ. Στεφανόπουλον καὶ Παπαληγούραν. Οἱ κ.κ. Κοντογιαννόπουλος καὶ Σαββόπουλος, δεχόμενοι δέσμευσιν καὶ ἀπόκρυψιν, ἀπέδωσαν εὐθύνας εἰς τοὺς κ.κ. Μαρκεζίνην καὶ Καψάλην. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν Εἰσηγήσεων, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, βουλευτὴς Ἄρτης, κ. Ρίζος, βασιζόμενος εἰς τὴν ἐξησφαλισμένην πλειοψηφίαν, ἠρνήθη νὰ ἐπιτρέψῃ συζήτησιν καὶ ἔλεγχον τῶν δεινῶς συγκρουομένων εἰς συμπεράσματα ἐκθέσεων τῶν κ.κ. Εἰσηγητῶν. Καταρτίσας δι’ ἓν ταὐτῷ πίνακα ἐρωτημάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐκαλεῖτο νὰ ἀποφανθῇ ἡ Ἐπιτροπή, ἐρωτημάτων προδιδόντων τὴν μεροληψίαν του, ἠξίωσε τὴν ἀποδοχήν των χωρὶς νὰ ἐπιτρέψῃ οὐσιαστικῶς καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ θέσωμεν τὰ ἐπιβαλλόμενα ἐρωτήματα. Ἡ ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου θέματος διάσκεψις ὑπῆρξεν ἀπαραδέκτως συνοπτική, ἐντοπισθεῖσα σχεδὸν μόνον ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων τοῦ κ. Προέδρου. Ἐν συνεχείᾳ κατηρτίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ρίζου σχέδιον ἀποφάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ μὲν γνώμη τῆς πλειοψηφίας δικαιολογεῖται ἐπαρκῶς, ἐνῷ εἰς τοὺς μειοψηφοῦντας δὲν ἐπέτρεπεν οὔτε συζήτησιν, οὔτε τῆς ψήφου αἰτιολόγησιν ἔτι. Καὶ μὴ ἀρκούμενος εἰς ταῦτα κατήρτισε καὶ πόρισμα τοῦ πορίσματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδίστασε νὰ ἐπικυρώσῃ ὅταν ἡμεῖς ἀπεσύρθημεν διαμαρτυρόμενοι, χωρὶς κἂν νὰ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Ἐπιτροπὴ διότι ἐκ τῶν 20 μελῶν συμμετέσχον μόνον τὰ 5. Διαφωνοῦντες ριζικῶς πρὸς τὸ τοιοῦτον πόρισμα, ὅπερ εὑρίσκεται εἰς δεινὴν ἀντίθεσιν πρὸς τὰς καταθέσεις πάντων τῶν ἐξετασθέντων Ἀνωτάτων Κρατικῶν Λειτουργῶν καὶ τὰ ὑπάρχοντα ἔγγραφα, καὶ ὅπερ πόρισμα μόνον πρὸς τὴν κατάθεσιν τοῦ Ι. Βουλπιώτη ἐναρμονίζεται, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παραθέσωμεν καὶ τὰ ἰδικά μας βασικὰ συμπεράσματα. 1) Διεπιστώθη πλήρως ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Μαρκεζίνη ἀποστολὴ ἐν Γερμανίᾳ, ἐσημείωσε λαμπρὰν ἐπιτυχίαν. 2. α) Ἀπεδείχθη κατὰ πανηγυρικὸν τρόπον (καταθέσεις ἁπάντων τῶν Μελῶν τῆς Ἀποστολῆς. Ἔκθεσις Παλαμᾶ Ν)βριος 1953. Περιεχόμενον προσφορῶν ἐνδιαφερομένων Ἑταιρειῶν. Δημόσιαι ἀνακοινώσεις. Ἐπιστολὴ ἀντιπροσώπου Ἑταιρειῶν Ἰανουάριος 1954 κλπ.) ὅτι αἱ προσφοραὶ Ζῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν ἦσαν ἄσχετοι καὶ πέραν τῶν ἐπιτευχθεισῶν πιστώσεων τῶν 200 ἑκατ. μάρκων. β) Διεπιστώθη ἀπολύτως ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶχε δοθῆ ἐντολὴ εἰς τὸν Βουλπιώτην ἀναμίξεώς του διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν Γερμ. πιστώσεων, ἀλλὰ ἀντιθέτως διετάχθη ἀπὸ τὸν κ. Μαρκεζίνην κατὰ Σεπτέμβριον 1953 ὁ ἐν Βόννῃ ἐμπορικὸς ἀκόλουθος κ. Τσιμικάλης, ὡς ὁ ἴδιος κατέθεσε, νὰ εἰδοποιήσῃ τὰς Γερμανικὰς Ἀρχάς, ὅτι οὐδεμίαν ἐξουσιοδότησιν εἶχεν ὁ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἐμφανισθεὶς ἐκεῖ Ι. Βουλπιώτης. 3) Ἐβεβαιώθη ὅτι αἱ γνωσταὶ ἐπιστολαὶ παρουσιάσθησαν ὑπὸ τῶν Γερμανῶν τὰς τελευταίας ὥρας πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῶν συμφωνιῶν. Κατετέθη ὑπὸ πάντων τῶν μαρτύρων ὅτι ὁ Μαρκεζίνης ἠρνήθη νὰ ἀναλάβῃ δέσμευσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι μετὰ ζωηρὰν στιχομυθίαν αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ὁ τελευταῖος ἰδιοχείρως διέγραψε τὸ «Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις» καὶ ἐδέχθη καὶ ἄλλας οὐσιώδεις μεταβολάς. 4. Ἀπεδείχθη ὅτι ὁλόκληρος ὁ θόρυβος περὶ δεσμεύσεως ὑπῆρξε μία ἐλεεινὴ σκευωρία κατὰ τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ἡ ὁποία ἐστηρίχθη εἰς τὸν Ἰωάν. Βουλπιώτην, διὰ παρ’ αὐτοῦ προσαχθὲν πλαστὸν κείμενον καὶ εἶτα εἰς τὴν νόταν τοῦ Γερμανοῦ Πρεσβευτοῦ. Τὸ καταπληκτικὸν εἶναι ὅτι τὴν νόταν ταύτην ἐξεμαίευσεν αὐτὸς οὗτος ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Στεφανόπουλος ἔχων σύμφωνον τὴν γνώμην τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. 5. Ἀστήρικτος ἐπίσης ἀπεδείχθη καὶ ἡ ἐφευρεθεῖσα, μετὰ τὴν κατάρρευσιν τοῦ ρυθμοῦ περὶ ἀποκρύψεως, κατηγορία ὅτι ὁ κ. Μαρκεζίνης δὲν ἐνημέρωσε τὸν Στρατάρχην περὶ τῶν προσφορῶν τῆς Ζῆμενς, ἀφοῦ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κατὰ Νοέμβριον 1953 ἐξέθεσε διὰ μακρῶν τὰ ἀφορῶντα τὴν προσφορὰν τῆς Ἑταιρείας. 6. Ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ἐλειτούργησε κατὰ τρόπον ἐκδήλως μεροληπτικόν, διότι ὡρισμένα ἐκ τῶν μελῶν της καὶ ἰδίᾳ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς δὲν ἀντελήφθησαν ὅτι ἀποστολὴν εἶχον τὴν μετ’ ἀντικειμενικότητος διαπίστωσιν τῆς ἀληθείας καὶ οὐχὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν κομματικῆς σκοπιμότητος. Τὰ πάντα ὑπέκειντο κατὰ τὴν πρωτοφανῆ θεωρίαν τοῦ κ. Προέδρου εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας, ἥτις ἐδικαιοῦτο ν’ ἀσκῇ κατ’ αὐτόν, καὶ τὴν ἤσκησε κατὰ τρόπον ἀδίστακτον, λογοκρισίαν ἐπὶ τῶν λεγομένων μας καὶ οὕτω ἡ πλειοψηφία κυριολεκτικῶς κατεδυνάστευσε τὴν μειοψηφίαν. Σημειοῦμεν ἁπλῶς, ὅτι μάρτυρες ἐξητάσαμεν μόνον ὅσους ὑπέδειξεν ἡ πλειοψηφία, ἥτις δὲν ἔστερξε νὰ ἐξετασθῇ οὐδὲ εἷς ἐκ τῶν ὑφ’ ἡμῶν προταθέντων, καίτοι ἦσαν οὗτοι οὐσιωδέστατοι ὡς ὁ Γ. Ματζαβῖνος, μέλος τῆς εἰς Γερμανίαν Ἀποστολῆς. Εἰς μάτην ἀπέβησαν αἱ ἐπὶ ἑπτάμηνον συνεχεῖς αἰτήσεις ἡμῶν ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος ἀναζητήσῃ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἐπιστολὴν Βουλπιώτη, ἀποσπάσματα τῆς ὁποίας ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἀναγνώσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς ἔληξαν ἀλλ’ ἡ ἐπιστολὴ δὲν κατετέθη. Καὶ ταῦτα διότι διὰ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης ὁ Ι. Βουλπιώτης κατηγόρει, πλὴν τῶν κ. κ. Μαρκεζίνη καὶ Καψάλη, καὶ τὸν κ. Γεώργιον Ράλλην. Ἡ κατάθεσις τῆς ἐπιστολῆς θ’ ἀπεδείκνυεν ὅτι διὰ τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Βουλπιώτης ἦτο ἀξιόπιστος μὲν ὅταν κατηγόρει τοὺς κ.κ. Μαρκεζίνην καὶ Καψάλην, ἀναξιόπιστος δὲ ὅταν κατηγόρει ἐν τῇ ἐπιστολῇ τὸν κ. Ράλλην. 7. Βαρύταται προέκυψαν πολιτικαὶ καὶ ἠθικαὶ εὐθῦναι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν τέως Ὑπουργῶν κ.κ. Στεφανοπούλου καὶ Παπαληγούρα, εἰδικώτερον, διότι ἔσπευσαν νὰ ἀναγνωρίσουν δημοσίᾳ ἀνύπαρκτον δέσμευσιν καταρρακώσαντες καὶ τὸ διεθνὲς κῦρος τῆς Χώρας, ἀποσκοποῦντες νὰ ἀποκομίσουν πολιτικὰ ὀφέλη εἰς βάρος τοῦ κ. Μαρκεζίνη. 8. Βαρείας εὐθύνας ὑπέχει ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις διότι κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1954 ἀνέλαβε νομικὴν δέσμευσιν διὰ τὴν Ἑταιρείαν Ζῆμενς δεχθεῖσα νὰ συζητήσῃ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν τιμῶν μὲ τὸν Ι. Βουλπιώτην καίτοι εἶχεν ἀποκαλυφθῆ οὗτος ἀδίστακτος καὶ πλαστὰ κείμενα χρησιμοποιῶν. Τὸ θλιβερὸν δὲ εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει τὸν ἐν λόγῳ Βουλπιώτην ὡς «περσόνα γκράτα» οὗτος δὲ ἐνθαρρυνθεὶς ἐκ τῆς καθημερινῆς συναναστροφῆς του μετὰ τοῦ στενοῦ περιβάλλοντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως μετὰ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπετόλμησε τὴν γνωστὴν κατὰ τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου συκοφαντικὴν ἐπίθεσιν, καὶ 9. Βαρεῖαι εἶναι ἐπίσης αἱ εὐθῦναι τῶν διαχειρισθέντων ὑπευθύνως ἐν τῇ Κυβερνήσει τὰς μετὰ τῶν Γερμανῶν διαπραγματεύσεις ἐν Ἀθήναις τὸν Νοέμβριον τοῦ 1954, διότι ἀπεδέχθησαν τὴν ρήτραν συμμετοχῆς Γερμανῶν εἰς μικτὴν ἐπιτροπήν, ἥτις θὰ καταρτίζῃ τὰ σχέδια τῆς ἀνασυγκροτήσεως, καίτοι ἐγνώριζον ὅτι τοιοῦτον αἴτημα τῶν Γερμανῶν εἶχεν ἀπορρίψει ἐν Βόννῃ ὁ κ. Μαρκεζίνης.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Δεκεμβρίου 1955
Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ
Βουλευτὴς Ἀθηνῶν
Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ
Βουλευτὴς Σάμης Κεφ)νίας
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβαλλομένης τῆς συζητήσεως τῶν ἀ-
ναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Σακαλῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του στρεφομένης κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργοῦ τῶν Συγκοινωνιῶν καὶ Δημ. Ἔργων, σχετικῶς μὲ διαφόρους ὑπερβασίας κλπ. τοῦ Ο.Λ.Π.
§68Γ. ΤΖΑΤΖΑΝΗΣ. Εἶναι σχετικὴ καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 67.
§69Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι ἰδιαιτέρως, διότι διὰ δευτέραν κατὰ σειρὰν φορὰν ἀπουσιάζει ὁ ἁρμοδιώτερος, ὁ ἀπαραίτητος ἀκροατὴς ἀπὸ συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὸν λόγον καὶ ἀφορῶσαν τὸν Ο.Λ.Π. Ὁ ἀπαραίτητος ἀκροατὴς, κ. συνάδελφοι, εἶναι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ καὶ εἰσηγητὴς τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως Ν. Διατάγματος 3398)55.
§70Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Συγκοινωνιῶν). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων, ὁ ὁποῖος εἶναι κυρίως ἐπερωτώμενος, μετέβη εἰς Παρισίους, διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν σύσκεψιν τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὴν ἀναχώρησίν του εἶναι σημαντικωτέρα ἀπὸ τὴν ἐπερώτησίν σας.
§71Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Χαίρω ἰδιαιτέρως διὰ τὴν πληροφορίαν σας. Ἐπίσης χαίρω διότι σεῖς, συμπαθέστατε καὶ ἀγαπητὲ κ. Ὑπουργὲ τῶν Συγκοινωνιῶν, θὰ ἔχητε τὰ μελήματα του νὰ ἀπαντᾶτε εἰς τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ κάμω εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρ’ ὅλον ὅτι σεῖς, κ. Δαβάκη, εἶσθε ἀθῶος τοῦ ἁμαρτήματος.
§72Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Συγκοιν.). Δὲν ὑπάρχει ἐνοχή, κ. συνάδελφε. Ἀλλ’ ἐὰν εἶμαι ἐγὼ ἔνοχος, εἶσθε καὶ σεῖς, διότι ὅταν ἐψηφίζετο τὸ Ν. Δ. 3398)65, ἐψηφίσατε εἰς τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν καὶ δὲν ἐφέρατε ἀντιρρήσεις (χειροκροτήματα).
§73Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι πρόθυμος, ἐπειδὴ μοῦ ἀρέσει νὰ ξεκαθαρίσῃ ἡ κατάστασις, νὰ ἐπιτρέψω οἱανδήποτε διακοπήν. Ἄλλωστε, κατέχω τὸ θέμα τόσον, ὥστε δὲν φοβοῦμαι τὰς διακοπάς. Κατόπιν τῆς παρεμβάσεως τοῦ ἀγαπητοῦ κ. ὑφυπουργοῦ, προηγουμένως σᾶς εἶπον τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν πρώτην φορὰν δὲν παρέστη εἰς τὴν συνεδρίασιν, διότι μετὰ λύπης μου ἀναφέρω ὅτι τὴν 4ην Ὀκτωβρίου ἐκλαύσαμε τὸν ἀείμνηστον Στρατάρχην Παπάγον καὶ εἶχεν ἤδη διαφανῆ ἡ βασιλικὴ εὔνοια. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Καραμανλῆς ἀνέμενε νὰ ἱδρύσῃ τὸ ἀπὸ τόσον καιρὸν ἐλλεῖπον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα φιλοβασιλικὸν κόμμα. (Θόρυβος—κωδωνοκρουσίαι).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ κ. Σακκαλῆ, μὴ ἀναμιγνύετε τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς.
§75Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἡ δευτέρα ἀπουσία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἐκπλήσσει περισσότερον, διότι ἀνέμενον ὅτι θὰ παρίστατο ἐφ’ ὅσον τὸν εἶχα προειδοποιήσει ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀποδείξω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ἐγένετο ἀπόπειρα παραπλανήσεώς του, ἢ παραπλάνησίς του. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Δαβάκης ὅτι καὶ ἐγὼ εἶπον «ναὶ» ὅταν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον, θὰ τοῦ ἐξηγήσω ἀμέσως πῶς ἔχει τὸ θέμα καὶ εἰς σᾶς ἐναπόκειται ἂν μὲ δικαιολογήσετε ἢ ὄχι. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοῦ εἶχε κάμει τὴν τιμὴν νὰ μὲ ὁρίσῃ εἰσηγητήν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγὼ ἀπὸ ἠθικοὺς λόγους, ἐπειδὴ δὲν ἔστεργον τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐπεσκέφθην τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς δὲν τὸν συνήντησα καὶ συνεννοήθην μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας καὶ ἠρνήθην ν’ ἀναλάβω τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἐπεβαρύνθη ὁ φίλτατος κ. Μακρόπουλος καὶ ἔγινε ἐκεῖνος εἰσηγητής, ἀντὶ ἐμοῦ. Τώρα, διατὶ εἶπον «ναί», καὶ αὐτὸ θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω κ. συνάδελφοι. Ὑπάρχει κάποια διαφορὰ εἰς τὸν Πειραιᾶ μεταξὺ τοῦ Δήμου Πειραιῶς καὶ τοῦ Ο.Λ.Π. Ἡ διαφορὰ αὐτὴ ἔγκειται εἰς τοῦτο: Εἶχεν ἀγωνισθῆ ἡ Κυβερνητικὴ πτέρυξ καὶ εἶχεν ἐπιτύχει τὴν ψήφισιν νομοθετήματος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ Ο.Λ.Π., ὁ ὄντως αὐτὸς εὔρωστος οἰκονομικὸς Ὀργανισμὸς ὁ ὁποῖος εἶναι ὄντως, ἓν ἀπὸ τὰ λαμπρότερα ἐπιτεύγματα τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, εἶχεν ἀναλάβει νὰ δώσῃ εἰς τὸν πτωχὸν συγγενῆ του, τὸν Δῆμον Πειραιῶς, 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ πράγματα ἤλλαξαν, οἱ Δήμαρχοι ἤλλαξαν, τὰ πράγματα ἐπῆγαν κομματικὰ καὶ προσωπικά. Διατὶ νὰ δώσωμεν 2 ἑκατομμύρια εἰς τὸν Δῆμον Πειραιῶς; Νὰ κάμωμεν ἡμεῖς τὰ ἔργα. Σκοπός μου ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἦτο νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν καὶ νὰ πείσω τόσον τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῶν Δ. Ἔργων, νῦν κ. Πρόεδρον Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ τὴν δεχθῇ, δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ ὑπεχρεοῦτο ὁ Ο.Λ.Π. νὰ καταβάλῃ τὰ δύο αὐτὰ ἑκατομμύρια ἐφ’ ὅσον ὁ προϋπολογισμός του ἀνήρχετο εἰς 236 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐνῷ τοῦ πτωχοῦ Δήμου ἀνήρχετο μόνον εἰς 45 κατὰ βάσιν, καὶ εἶναι ζήτημα ἂν τὸ σκέλος τῶν εἰσπράξεων θὰ πραγματοποιηθῇ.
§76Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Συγκ.). Λέγετε ὅτι ὁ Ο.Λ.Π. ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ κατ’ ἔτος 2 ἑκατομμύρια εἰς τὸν Δῆμον Πειραιῶς. Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε ἐὰν τὸ 1952–53 εὑρίσκετο εἰς τὴν εὐχάριστον κατάστασιν ὁ ΟΛΠ, νὰ δύναται νὰ δανείζῃ ἢ νὰ ἐκτελῇ ἔργα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δήμου Πειραιῶς, παρ’ ἐκτὸς τὰ τεράστια ἔργα τὰ ὁποῖα ἐξετέλεσεν;
§77Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, εὐχαρίστως, ἂν καὶ σεῖς ἐπήγατε εἰς τὸ 1952–53, ἐνῷ ἐγὼ σᾶς ὁμιλῶ διὰ τὸ 1955.
§78Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Συγκ.). Ἐπ’ αὐτοῦ κ. συνάδελφε θὰ ἤθελα μίαν ἀπάντησιν. Μέχρι τοῦ 1953 ποὺ ἀνέλαβεν ἡ νέα διοίκησις εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκετο ὁ Ο.Λ.Π.;
§79Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Τὸ εἶπον ὅτι εἶναι ἐκ τῶν λαμπροτέρων ἐπιτευγμάτων τοῦ ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρου Παπάγου. Ὅταν ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις Ἀλ. Παπάγου, ὁ Ο.Λ.Π. ἦτο πτωχευμένος. Μετὰ τὴν νέαν διοίκησιν ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον ποὺ εὑρίσκεται σήμερον.
§80Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Πρέπει νὰ διευκρινισθῇ ὅτι ὁ Ο.Λ.Π. ἦτο πτωχευμένος τὸ 950 καὶ ἤρχισε νὰ ἐξυγιαίνεται τὸ 1951–52.
§81Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Μάλιστα. Ἡ προσπάθεια ἤρχισε νὰ γίνεται ἀπὸ τότε. Εἶναι σωστὸν αὐτό.
§82Δ. ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Εἴπατε, πολὺ ὀρθῶς, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης Παπάγος, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξυγίανε τὸν Ο.Λ.Π., σᾶς ἐρωτῶ λοιπόν, ποιός ἦτο ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, τὸν ὁποῖον —ἂς εἴπωμεν— ἐχρησιμοποίησεν ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης Παπάγος, διὰ νὰ ἐξυγιάνῃ τὸν Ο.Λ.Π.;
§83Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Διατί θέλετε νὰ ψαρεύετε κοπλιμέντα; Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐγένοντο αὐτά. Δὲν τὸ ἀποκρύπτω. Ἐξέφρασα μάλιστα τὴν λύπην μου, ὅταν ἤρχισα τὸν λόγον μου, διότι θὰ ἐπεθύμουν νὰ παρίσταται ἐδῶ, διότι αὐτὰ δὲν εἶναι γνωστὰ οὔτε εἰς τὸν κ. Παπαρρηγόπουλον, οὔτε εἰς τὸν κ. Δαβάκην. Τὸ θέμα ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ Ο.Λ.Π., ὅταν πλέον ἀπέκτησε τὰ περισσεύματα καὶ ἤρχισε τὰ μεγάλα ἔργα, ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ 1.000.000 δραχμῶν εἰς τὸν Δῆμον Πειραιῶς. Ἔκτοτε ἤλλαξαν τὰ πράγματα καὶ ἐσταμάτησεν ἡ χορήγησις. Συνεπῶς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ νὰ δημιουργηθῇ μία διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ὀργανισμῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε καὶ ὡς Δημοτικὸν Σύμβουλον, διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ τὴν πόλιν μου καὶ ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ, νὰ φέρω εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως τροπολογίαν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐζήτησα, ἡ εἰσφορά, ἐφ’ ὅσον ὁ Ο.Λ.Π. ἔχει χρήματα, νὰ γίνῃ ὑποχρεωτική. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ μόνον ἐδέχθην κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον ἀλλὰ καὶ διότι ἡ διάταξις τῶν ἐργατῶν, ὡς καὶ ἄλλαι τινές, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ρυθμίσουν διάφορα ζητήματα, δὲν ἠμποροῦμε τὰ καλὰ νὰ τὰ ἀγνοήσωμεν, διότι δὲν θὰ εἴμεθα ἀμερόληπτοι, ἐν πάσῃ περιπτώσει. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ὅσους εὑρίσκοντο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων, ἡ ἀντίδρασίς μου, ἦτο τεραστία, ἠμπορῶ νὰ εἴπω. Εἶχον φέρει ἀντιρρήσεις τόσας, ὥστε προσεπάθησα νὰ πείσω κατὰ κάποιον εὔσχημον τρόπον, τὸν ἀγαπητὸν κ. Παπαρρηγόπουλον, νὰ ἀποφύγῃ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τί ἐπὶ λέξει εἶπον καὶ τί ἀναφέρεται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 3. «Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τελείως ἀπαράδεκτον —δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 3— Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκηρύξωμεν διαγωνισμόν....................... ........ (Ἀναγινώσκει)...........................»
§84Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Καὶ σᾶς ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὁ διαγωνισμὸς ἐγένετο δι’ ὡρισμένον σκοπόν.
§85Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Καὶ ἡ τροπολογία ἐκείνη ἔλεγε: «Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος ....................... ...... (Ἀναγιγνώσκει)........................
§86Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Συγκ.). Κύριε συνάδελφε, ὅπως διέγνωσα ἀπὸ τὴν ἐπερώτησίν σας, τῆς ὁποίας πρὸ ὥρας ἔλαβον γνῶσιν καὶ ἐκτάκτως ἔλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκπροσωπήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἀποκαλύπτεται ἀπὸ τὴν ἀγόρευσίν σας, τὸ ὅλον θέμα τὸ τοποθετεῖται εἰς τὸ ὅτι εἰς τὰς θέσεις αὐτὰς τῆς μονιμοποιήσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν σημειωτῶν, δὲν ἐπροτιμήθησαν ἢ δὲν τὰς ἔλαβον κατ’ ἀποκλειστικὴν κυριότητα οἱ διαγωνισθέντες δι’ ὑπολογιστάς, ἀλλὰ τὰς ἔλαβον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὰ καθήκοντα τοῦ σημειωτοῦ καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον ἅπαντα τὰ προσόντα, κριθέντες παρ’ Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων καὶ γνωρίζοντες καὶ τὴν ἐργασίαν νὰ ἐκτελοῦν, ἀλλὰ καί συντελέσαντες τὰ μέγιστα, ὥστε ἀπὸ 20 δισεκατομμύρια παλαιῶν καὶ σημερινῶν 20.000.000, ποὺ ἐδαπάνα δι’ αὐτὰς ὁ Ο.Λ.Π. νὰ διατίθενται ἐπί τῶν ἡμερῶν τῶν 170 ἀνθρώπων αὐτῶν μόνον 4 καὶ διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος, ποὺ ἐψηφίσθη μόνον 1½. Δὲν μοῦ λέγετε, σᾶς παρακαλῶ, κατὰ ποίαν λογικὴν καὶ μὲ ποῖον δικαίωμα καὶ ἀρχὴν δὲν ἔπρεπε νὰ προτιμηθοῦν εἰς τὸν διαγωνισμὸν ἐκεῖνοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐξεπληρώθη ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον προεκηρύχθη; Ἔλεγεν ἡ προκήρυξις ὅτι προκηρύσσεται διαγωνισμὸς διὰ 80 θέσεις ὑπολογιστῶν. Πέραν αὐτοῦ εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἔρχεται θέμα πάντα ἐπιλαχόντων καὶ εἰς τὰς Ἀνωτάτας Σχολὰς καί εἰς τὰς Στρατιωτικὰς Σχολὰς καὶ παντοῦ, καὶ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως καὶ ἐψήφισεν ὅτι πρέπει νὰ κλείσῃ τὸ θέμα αὐτὸ. Ἐπειδὴ ἔγινε ἕνας διαγωνισμὸς αὐταὶ αἱ θέσεις θὰ ἔπρεπε νὰ καλυφθοῦν ἀπὸ τὸν διαγωνισμὸν αὐτόν; Μὲ ποίαν λογικὴν καὶ μὲ ποῖον δίκαιον; Καὶ δὲν θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται, οἱ ὁποῖοι ἀπεστερήθησαν τῆς ἐργασίας των, οἱ ὁποῖοι ἐβελτίωσαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Ο.Λ.Π.; ἀπὸ 20.000.000, ποὺ διετίθεντο δι’ αὐτὰς διετέθησαν σήμερον 1.500.000 ἐτησίως; Θὰ παραγνωρισθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν; Καὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι διηγωνίσθησαν ἦσαν καλοὶ Ἕλληνες καὶ δι’ αὐτοὺς δὲν ἔπρεπε νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Διοίκησις τοῦ Ο.Λ.Π.;
§87Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω μόνον εἰς δύο σημεῖα καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου, διότι ἀκόμη δὲν εἰσῆλθον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν. Πρῶτον, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἀποκαλύπτεται ὅτι ὁ ΟΛΠ ἔκαμεν οἰκονομίας 20.000.000.000. Ἀπὸ τοὺς λογαριασμοὺς ποὺ θὰ σᾶς κάμω προκύπτει ὅτι ἔκαμε 2.400.000, ὡς ἄλλως τε ἰσχυρίζεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ἡ ὁποία ἔχει ὑπογραφῆ ὑπὸ τοῦ κ. Καραμανλῆ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς 80 θέσεις, τὸ μέγα σφάλμα τοῦ Ο.Λ.Π. εἶναι ὅτι ἀνεκάλεσε τόσους ἐπιτυχόντας, χωρὶς νὰ ἔχῃ εἴπει διὰ πόσας θέσεις γίνεται ὁ διαγωνισμός.
§88Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Συγκ.). Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ὁ διαγωνισμὸς τῶν ὑπολογιστῶν μὲ τὰς θέσεις τῶν σημειωτῶν. Κρίνεται ὁ θεσμὸς τῶν μονίμων σημειωτῶν, ἀπὸ ἐκτάκτων ποὺ ἦσαν. Κρίνεται αὐτὸς ὁ θεσμός. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν διενεργηθέντα διαγωνισμὸν τῶν ὑπολογιστῶν. Εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τοῦ πνεύματος τῆς ἐπερωτήσεως, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ καταθέσετε ἐπερώτησιν ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο διαγωνισμὸς δι’ ὑπολογιστάς.
§89Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Δέν μέ ἀφίνετε νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου; Σᾶς παρακαλῶ θερμῶς νὰ μὴ προχωρῆτε, ἀφίσατέ με νὰ ὁμιλήσω.
§90Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§92Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τοῦ ἀγορητοῦ ἀναπτύσσοντος τὴν ἐπερώτησίν του. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι αἰσθάνομαι ἕνα αἴσθημα ξενισμοῦ, ἄν θέλετε, διὰ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον συζητεῖ. Τὸ θέμα τοῦτο ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον ἀποφάσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, ἐν τῇ μικρᾷ συνθέσει. Εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον ἐξητάσθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως τὸ θέμα τοῦτο εἴτε ὑπὸ τὴν μίαν μορφὴν εἴτε ὑπὸ τὴν ἄλλην, ἀποτελεῖ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον. Τοῦτο μόνον ἤθελα νὰ εἴπω: Ἄν ὁ κ. ἀγορητὴς ἤθελε νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς συζήτησιν τὸ θέμα, μόνον δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἂν ἤθελε νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς συζήτησιν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου, εἴτε ὀρθῶς εἴτε ὄχι ἐκαλύφθη ὁπωσδήποτε ἡ παρανομία ἢ ἂν θέλετε, πλάνη τῆς Ἀνωτάτης Διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, εἶχει μίαν εὐκαιρίαν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς οἰκείας διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ τὸ ἐπαναφέρῃ πρὸς συζήτησιν. Νὰ κάμῃ πρότασιν πρὸς ἐπανασυζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν νομίζω ὅτι προκύπτει θέμα ἐπερωτήσεως, ἐπὶ θέματος τὸ ὁποῖον ἐνέκρινεν ὁμοθύμως ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως.
§93Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἓν ἐκ τῶν σημείων τῆς ἐπερωτήσεώς μου εἶναι νὰ προλάβω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον 3. Τὸ εἴδατε αὐτὸ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου;
§94Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶδον, ἀλλὰ ἀφήσατε νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ προηγουμένως.
§95Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ὄχι. Διατὶ νὰ μὴ τὸ εἴπω πρὶν τὸ ἐφαρμόσητε;
§96Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μέμφεσθε πρᾶξιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Καὶ ἕνας μόνον τρόπος ὑπάρχει ἂν θέλετε νὰ τὸ ἐπαναφέρετε κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ Συντάγματος.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ θέμα τίθεται ὡς ἀνεπτύχθη ὑπὸ τοῦ κ. Μακροπούλου. Ἐπερωτᾶται δηλαδή, ἡ Κυβέρνησις διὰ νόμον ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. ἐπερωτῶν θίγει καὶ ἄλλα θέματα καὶ ἴσως νομίζει ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, δι’ αὐτὸ τὸν παρακαλῶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν οὐσίαν.
§98Ι. ΙΝΤΖΕΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, δὲν ἀνέπτυξε κἂν τὴν ἐπερώτησίν του. Ἡ ἀνάγνωσις λέγει τοῦτο: «Ὅτι μετὰ τὴν διενέργειαν τοῦ διαγωνισμοῦ ........... ................ (ἀναγινώσκει)...................». Ἄν λοιπόν, ἔχετε δεδομένον ὅτι μετὰ τὸν νόμον ἔγινε καταστρατήγησις, τότε ὁμιλήσατε. Ἄν ὅμως θέλετε, ὡς θέλετε, ἡ ἐπερώτησίς σας νὰ συντείνῃ εἰς τὴν κατάργησιν νόμου, δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἐκάματε.
§99Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι τῶν ὅσων εἰσηγήθησαν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ πῶς κατὰ τὴν εἰσήγησιν ἄλλα ἐζήτησαν καὶ ἄλλα εἰς τὸ ἄρθρον ἔπραξαν.
§100Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος, σύστασιν ποιεῖται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὸν ὑπουργόν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν παρατήρησίν του καὶ νὰ διορθώσῃ τὸ πρᾶγμα, ἂν ἔστω καὶ ἐνομοθετήθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Νομίζω ὅτι σύστασιν ποιεῖται.
§101Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ, κ. συνάδελφε, διὰ τὴν συμβουλήν σας, ἀλλὰ καταγγέλω καὶ ὡρισμένην νοοτροπίαν, ἡ ὁποία θὰ ἀποδειχθῇ καὶ συνιστῶ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις διεξάγεται μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ ὑπουργοῦ. Συνεπῶς, ἐπειδὴ ἔλαβον ἔκτασιν αἱ διακοπαί, σᾶς παρακαλῶ νὰ προχωρήσητε καὶ νὰ ἀπαντᾶτε μόνον εἰς τὸν κ. ὑπουργόν.
§103Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Δυστυχῶς αἱ ἀπόψεις μου κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην δὲν εἰσηκούσθησαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Παπαρρηγόπουλον. Ὁ μὲν βουλευτὴς τῆς Συμπολιτεύσεως ἠγωνίζετο εὐσχήμως νὰ τοῦ ὑποδείξῃ νὰ ἀπορρίψῃ τὸ ἄρθρον ἢ νὰ τὸ τροποποιήσῃ ἐξ ὑπαρχῆς, οἱ δὲ Σύμβουλοί του τὸν ἔπειθον εἰς τὸ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ οὕτω ἔγινεν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου 3, τὸ ὁποῖον γέμει παρανομιῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ ἐνομιμοποιήθησαν. Καὶ αὐτὰς τὰς παρανομίας νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ τὰς χαρακτηρίσω ὅτι εἶναι τρία μεγάλα ἁμαρτήματα.
§104Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Συγκ.). Κύριε συνάδελφε, ἐξακολουθῆτε, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ εἶσθε ἐκτὸς τοῦ πνεύματος τοῦ ἄρθρου, ἐπαναλαμβάνω. Καὶ εἰς αὐτὸ ἴσως ἔχετε παραπλανηθῆ ἀπὸ μίαν ἄποψιν τὴν ὁποίαν δὲν τὴν κρίνω οὔτε λέγω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἄστοχος. Ἀλλὰ ἡ ἄποψις τοῦ τότε ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπερῃσπίσθη τὸ νομοσχέδιον ἦτο νὰ ἐξασφαλίσῃ ἕνα μόνιμον θεσμὸν Σημειωτῶν εἰς τὸν ΟΛΠ, καὶ ἔκρινεν ὅτι διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν πρέπει νὰ προτιμηθοῦν κατὰ πρώτιστον λόγον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξετέλουν τὰ καθήκοντα αὐτά.
§105Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Μὰ τὰ εἴπατε αὐτά, κ. ὑπουργέ.
§106Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Συγκ.). Σεῖς ἐπιμένετε ὅτι σώνει καὶ καλὰ ἔπρεπε νὰ προτιμηθοῦν οἱ τοῦ διαγωνισμοῦ. Διὰ τῆς ἀπόψεώς σας ἐπιμένετε ὅτι ἐγένοντο σκάνδαλα.
§107Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Μὰ ἀφοῦ δὲν μὲ ἀκούσατε, πῶς νὰ τὸ κάνωμεν; Λοιπόν, κύριοι, τὸ πρῶτον ἔγινε μία παραπλάνησις, τὸ δεύτερον ἔγινε μία καταστρατήγησις τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ τρίτον ἔγιναν παράνομοι διορισμοί, οἱ ὁποῖοι ἐν συνεχείᾳ διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ ἐνομιμοποιήθησαν.
§108Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Συγκ.). Ἰσχυρίζεσθε σοβαρῶς ὅτι παρεπλανήθη ἡ Ἐπιτροπή, ὅταν ἀνεπτύξατε ὁλόκληρον τρολογίαν καὶ ἀπερρίφθη; Εἶναι λογικὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; (Θόρυβος).
§109Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀρχίσωμεν τώρα νὰ ἐπερωτῶμεν, διατὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ἕνα νομοσχέδιον;
§111ΔΙΟΝ. ΚΑΡΡΕΡ. Ὁμιλεῖτε μίαν ὥραν καὶ δὲν μᾶς εἴπατε τί θέλετε.
§112Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Μὰ δὲν μὲ ἀφίσατε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, σκοπίμως ἐδημιουργήθη μία σύγχυσις ἐπὶ ὑπαρχόντων καὶ καταργουμένων δικαιωμάτων, διὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦν, ἐν συνεχείᾳ, ἀνύπαρκτα δικαιώματα. Καὶ αὐτό, διὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐντέχνως προπαρεσκευάσθη ὅπως ἱκανοποιηθοῦν. Ἐξηγοῦμαι: Λέγει, δηλαδή, ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ὅτι προβλέπει τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς Σώματος μονίμων Σημειωτῶν. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅπως πάρα κάτω θὰ σᾶς ἐξηγήσω. Διότι ἐνῷ ἐδῶ καταργεῖται τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Σημειωτοῦ ἀπὸ τὸν Λιμένα Πειραιῶς τῆς ἐλευθέρας ἐργασίας, τοῦτο εἶναι σαφέστατον εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν καὶ θὰ παρατηρήσετε ἐν συνεχείᾳ, ὅτι ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ διεκδικοῦν τὴν θέσιν καὶ ὄχι οἱ σημειωταί, ποὺ γράφει μέσα ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Δηλαδὴ ἐνῷ ἐπεριμέναμε τὰς θέσεις τῶν σημειωτῶν νὰ τὰς πάρουν καὶ νὰ τὰς καταλάβουν αὐτοὶ οἱ καταργούμενοι, αἱ θέσεις καταργοῦνται καὶ τὰς καταλαμβάνουν ἄλλοι. Ἐν συνεχείᾳ δέ, ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις μᾶς παρουσιάζει καὶ ἐσφαλμένους λογαριασμούς. Θὰ σᾶς παρακαλέσω εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὅταν θὰ φθάσωμεν, νὰ μὲ παρακολουθήσητε. Δεύτερον ἁμάρτημα, εἶναι ἡ καταστρατήγησις τοῦ διαγωνισμοῦ, λέγω δὲ καταστρατήγησιν, διότι ὁ διαγωνισμὸς αὐτὸς προσεβλήθη καὶ πρὸ τῆς διενεργείας του καὶ μετὰ τὴν διενέργειαν. Ὅταν ὁ Ὀργανισμὸς τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ο.Λ.Π. ἐψηφίσθη εἰς τὰς 3.12.1955 καὶ πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπιψήφισίν του, οἱ διοικοῦντες τὸν Ο.Λ.Π., εἶχον ἀντιληφθῆ, ὁποῖαι ἦσαν αἱ ἀνάγκαι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῶν Σημειωτῶν καὶ θὰ ἀποδειχθῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ὅτι ἦτο ἀναγκαία ἡ μονιμοποίησις, δι’ ὅσων θὰ ἀκούσητε περαιτέρω. Συνεπῶς, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία ἔγινε μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ μείνῃ ἕνα παραθυράκι ἀνοικτόν, διὰ νὰ γίνῃ ἐκεῖνο ποὺ ἐπιθυμοῦμεν ἐν συνεχείᾳ νὰ κάμωμεν. Ἔτσι ἤρχισαν αἱ προσωριναὶ προσλήψεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον σκοπὸν νὰ συνεχισθοῦν καὶ τέλος ἀπὸ προσωριναὶ νὰ καταλήξουν εἰς μονίμους. Καὶ ἔγινεν ὁ διαγωνισμὸς καὶ παρὰ ταῦτα, αἱ προσλήψεις συνεχίσθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ὑπάρχει μία σύγχυσις, ἡ ὁποία ἐντέχνως ἔχει δημιουργηθῇ. Δηλαδὴ εἰς τὸ ἄρθρον 3 καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἀναφέρεται, ὅτι εἰσάγεται νέον αἷμα, δηλαδὴ τὸ νέον αἷμα ἀναγνωρίζεται τώρα ὅτι καλῶς πρέπει νὰ μποῦν μεταξὺ τῶν σημειωτῶν, 40 ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὸν διαγωνισμόν. Αὐτὸ ἐγένετο ἀσφαλῶς διὰ νὰ δοθῇ ἡ νομιμότης εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Διότι δὲν ἦτο ἀνάγκη καμμία, ἐὰν ἤθελον νὰ αὐξήσουν τὰς ὀργανικὰς θέσεις, δὲν ἦτο καμμία ἀνάγκη νὰ ἀναφέρωμεν ὅτι διὰ τὰς θέσεις αὐτὰς θὰ πρέπει νὰ πάρωμεν σημειωτάς. Θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι αὐτὰς τὰς 80, τὰς κάμνομεν 120 ἢ 160, χωρὶς νὰ ἀναφέρωμεν τοὺς λόγους. Αὐτὴ ἦτο ἡ καταστρατήγησις, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησα. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ τρίτον ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι οἱ παράνομοι διορισμοί. Περὶ αὐτῶν ὁμιλεῖ μόνον τὸ ἄρθρον 3. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις σιωπᾶ. Κάμνει κάποιαν ἔτσι προειδοποίησιν καὶ λέγει, ὅτι θὰ γίνῃ μία φορολογία, ἀνεξαρτήτως ἐὰν οἱ πόροι εἶναι καθυστερημένοι ἀπὸ ὡρισμένους ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ φορολογηθοῦν. Καὶ τώρα θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν λεπτομερειῶν καὶ εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῶν ὅσων λέγω, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ ἀποδείξω κατὰ τὸν δυνατώτερον τρόπον, αὐτὰ τὰ ὁποῖα πιστεύω καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀνατρέψετε τοὺς ἰσχυρισμούς μου. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ προσέξετε, διότι αὐτὴν τὴν στιγμήν, καίτοι τὸ θέμα εἶναι ὀλίγον τι ἀνιαρόν, ἀλλά, ἐν πάσῃ, περιπτώσει, εἶναι ἐνδιαφέρον. Μὲ ὀλίγην προσοχὴν θὰ δώσωμεν τὴν πρέπουσαν λύσιν, καὶ ὁ ἕνας θὰ παραδεχθῇ ἐὰν ἔχῃ δίκαιον ἔναντι τοῦ ἄλλου. Ἐπερωτῶ, ὡς ἑξῆς, τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: «Κατὰ πόσον τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Ν. Δ..... ..... (ἀναγινώσκει).....».
§113Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Λέγετε εἰς τὴν ἐπερώτησίν σας, ὅτι τὸ ἄρθρον 3, γέμει παρανομιῶν. Νομίζω, ὅτι ἀφοῦ ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ εἶναι νόμος, εἶναι ἕνα σχῆμα ἐντελῶς ὀξύμορον.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρανομία θὰ εἶναι, ἐὰν δὲν ἔχει ψηφισθῇ.
§115Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἂς μὴ παίζωμεν μὲ λόγια.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησίς σας, εἶναι πρωτότυπος. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Δὲν ἔγινεν ἄλλην φορὰν αὐτό.
§117Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Μὲ ὅλην τὴν συμπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίζετε ἕνα ἄρθρον, ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ εἶναι νόμος τοῦ Κράτους, ὡς παράνομον. Ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐψηφίσθη, αὐτὸ εἶναι ἄλλος λόγος, ἀλλὰ τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι εἶναι παράνομον, αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν.
§118Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Νὰ σᾶς τὸ εἴπω πλέον ἐπεξηγηματικά. Καλύπτει παρανομίαν. Ἐφ’ ὅσον, κύριοι συνάδελφοι, προσῆλθον εἰς τὸ ἁρμόδιον Γραφεῖον καὶ ἐζήτησα ἀπάντησιν καὶ δὲν μοῦ ἐδόθη οὐδεμία ἀπάντησις καὶ συνεπῶς ἐγὼ θὰ προχωρήσω καὶ δὲν χρειάζονται στοιχεῖα, διότι τὰ πράγματα εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν καὶ τὸν νόμον ὁμιλοῦν μόνα των. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3, λύεται......
§119Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Δηλαδὴ εἶσθε ἐναντίον τοῦ νόμου αὐτοῦ καί, ὅμως, κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐμείνατε μέχρι τέλους καὶ ὑπεβάλατε καὶ τροπολογίας καὶ ἐγένοντο δεκταὶ αἱ τροπολογίαι σας.
§120Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3, λύεται ὁριστικὰ ἕνα ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ο.Λ.Π. ἐκκρεμὲς ζήτημα, ἐνῷ συγχρόνως κλείεται «...... (ἀναγινώσκει)........». Ὁμολογοῦμεν περὶ διασαλεύσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Ὀργανισμοῦ, δηλαδὴ δὲν παραλείπει νὰ λέγῃ εἰς τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν κάμνει καὶ ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα νὰ δικαιολογοῦν ὅτι ὑπάρχει μία ἀόριστος συκοφαντία ἐναντίον τῶν πτωχῶν βιοπαλαιστῶν τοῦ Λιμένος, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα ἔτη διαχειρίζονται τὸ ζήτημα τῶν σημειωτῶν. Καὶ συνεχίζει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις: «Ἡ παραλαβὴ τῶν ἐμπορευμάτων ...... (ἀναγινώσκει)........». Εἶπον προηγουμένως ὅταν ὡμίλησα περὶ διαγωνισμοῦ, ὅτι θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἀνάγκη θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε ἔκτοτε διαπιστωθῆ, δηλαδὴ πρὸ δύο καὶ ἡμίσεως ἐτῶν, ποὺ ἦλθεν ἡ παροῦσα Διοίκησις, ὅτι ὅλα αὐτὰ ποὺ μᾶς λέγει τώρα, θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ εἶχον θεραπεύσει διὰ προσλήψεως μονίμων ὑπαλλήλων.
§121Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ὥστε ἐπεκρίνετε, ὅτι ἐφήρμοσεν ἕνα ὀρθὸν μέτρον μὲ κάποιαν καθυστέρησιν.
§122Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Μὲ μεγάλην καθυστέρησιν.
§123Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ἡ Διοίκησις διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν, τὸν ὁποῖον καὶ σεῖς ἀνεγνωρίσατε, εἶναι ἀξία συγχαρητηρίων, διότι πρέπει νὰ τὸ γνωρίζετε, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ γνωρίζετε, καθ’ ὅτι σεῖς εἶσθε γηγενὴς Πειραιώτης, ὅτι πρὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1953 εἰς τὸν ΟΛΠ, διότι θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου ἄνθρωπον καλῆς πίστεως, ὅπως καὶ σεῖς καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀμφισβητῶ, διότι ἀσφαλῶς τὸ λιμάνι τοῦ Πειραιῶς τὸ ξεύρετε ἀσυγκρίτως καλλίτερα ἀπὸ τὸν ὑποφαινόμενον, θὰ πρέπει, λέγω, νὰ γνωρίζετε, ὅτι πρὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1953 εἰς τὸν Ο.Λ.Π. εἰργάζοντο περὶ τοὺς 1000 σημειωταί, ὡς ἀσύντακτα στίφη, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπεβάρυναν μόνον τὸν Ὀργανισμὸν μὲ 20 ἑκατομμύρια καὶ πλέον δι’ ἀποδοχάς των.....
§124Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω αὐτό.
§125Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπηρεσία διεξήγετο κατὰ τοιοῦτον ἀνώμαλον τρόπον, ὥστε, μὴ ὑπάρχοντος ἐπαρκοῦς ἐλέγχου καὶ εὐθύνης ἐκ μέρους τῶν ἐργαζομένων, ἐπήρχοντο καὶ πάλιν βάρη οἰκονομικὰ εἰς τὸν Ὀργανισμόν, διότι ἦτο δυνατόν, φερ’ εἰπεῖν, ἕνα ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον εἰσήγετο εἰς τὸν Ὀργανισμὸν ἐν κακῇ καταστάσει, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ διὰ οἱουσδήποτε λόγους νὰ τὸ θεωροῦσαν ὅτι εἰσήχθη ἐν καλῇ καταστάσει καὶ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν νὰ ἐπλήρωνεν ὁ Ὀργανισμός, διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν, προσθέτους ἐπιβαρύνσεις. Καὶ ἐκτὸς τῶν 20.000.000 πολλὰ ἄλλα ἑκατομμύρια κατεβάλοντο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Καὶ ἐντεῦθεν, λοιπόν, προῆλθεν ἡ ἀνάγκη, ἡ κατηγορία τῶν Σημειωτῶν κατὰ ἕναν τρόπον νὰ κατοχυρωθῇ. Προῆλθεν ἐκ τοῦ ληφθέντος μέτρου οἰκονομία ἐκ 16 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ ποσοῦ 20 ἑκατομμυρίων μόνον ἀπὸ τὰς ἀποδοχάς των καὶ ἀπὸ τὸν περιορισμὸν τῆς σπατάλης, ἡ ὁποία ἐγένετο. Ἀπεφασίσθη, λοιπόν, νὰ κατοχυρωθοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀκόμη περισσότερον, συγχρόνως ὅμως νὰ τοὺς καταστήσωμεν ὑπευθύνους, νὰ αἰσθανθοῦν καὶ αὐτοὶ κάποιαν νομιμότητα καὶ κατοχύρωσιν διὰ νὰ ἀσκήσουν τὸ ἔργον των κάπως καλλίτερον. Ὁ σκοπός, λοιπόν, τοῦ ἄρθρου 3, ἦτο νὰ δημιουργήσῃ κατηγορίαν Σημειωτῶν καὶ κυρίως ἐξ αὐτῶν ποὺ ὑπηρέτουν εἰς τὸν Ὀργανισμόν.
§126Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Εἴμεθα εἰς ὅλα σύμφωνοι. Εἰς ἕνα σημεῖον διαφωνοῦμεν. Ἐχρειάζοντο δυόμισυ χρόνια πρὸς τοῦτο;
§127Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ἐμπρὸς εἰς τὸ χάος ποὺ παρελάβαμεν, δὲν καθυστερήσαμεν διόλου.
§128Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημαντικώτερον σημεῖον.
§129Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ἔρχεσθε σεῖς καὶ ἐπεκρίνετε τὸ μέτρον; Ἐὰν τὸ ἐπεκρίνατε, ὅτι μὲ καθυστέρησιν ἐφηρμόσθη τοῦτο, ἴσως–ἴσως ὑπῆρχε θέμα. Ἀλλὰ τὸ ἐπικρίνετε ὡς μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν. Ἑπομένως, ἐὰν δὲν διευκρινήσητε τὴν σκέψιν σας, εὑρίσκεσθε εἰς ἀντίφασιν.
§130Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Πότε διωρίσθησαν οἱ χίλιοι Σημειωταί;
§131Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ἐγὼ δὲν ἐλέγχομαι διὰ τὸ καθεστὼς τοῦ 1953.
§132Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Παρακαλῶ, δὲν εἶναι ἐρώτησις τοῦ κ. Ζορμπᾶ διὰ τὸν κ. Δαβάκην. Λέγει, λοιπόν, ἡ ἔκθεσις: «....... (ἀναγινώσκει) ......». Καταργεῖται δηλαδὴ ἡ ἐλευθέρα ἐργασία. Ὑπῆρχον προηγουμένως 700 ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο πότε–πότε καὶ ἔπαιρνον τὸ ἡμερομίσθιόν των, κακῶς, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔπαιρναν μεροκάματο, καταβιβάζομεν ὅμως τοὺς 700 εἰς 100 καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπὸ τοὺς λογαριασμοὺς ποὺ κάμαμε, τοὺς βγάζομεν 170 καὶ αὐτοὶ διεκδικοῦν 80 θέσεις; Ποῖοι; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Σημειωτοῦ καὶ καταργοῦνται.
§133Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Σημειωτοῦ ἦτο γνωστὸν ποῖοι καὶ πόσοι τὸ εἶχον. Ἦσαν 170 Σημειωταί. Τὸ ἐπάγγελμα αὐτὸ τὸ εἶχον κατόπιν ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, εἰς ἐκτέλεσιν νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τὸ 1953 ἀπὸ τὴν Βουλήν. Καὶ οἱ ἐπὶ συμβάσει ἦσαν ὡρισμένοι, 40. Δὲν ἠμποροῦσαν νὰ εἶναι οὔτε 41. Εἶναι γνωστόν, λοιπόν, πόσοι ἦσαν αὐτοί.
§134Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. «Ἐνισχύεται διὰ τὸ προσωπικὸν ... ... (ἀναγινώσκει) .......». Αὐτὸ δὲν τὸ καταλαβαίνω τί θέλει νὰ εἴπῃ. Ὁμιλεῖ περὶ τῶν 80 κατ’ ἐπάγγελμα Σημειωτῶν. Οἱ λοιποὶ τί θὰ γίνουν; Εἰς τοὺς δρόμους. Δὲν πειράζει, ἂς μὴ ἔχουν δουλειά.
§135Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Δὲν ξεύρουν ποία εἶναι ἡ πρύμνη καὶ ποία ἡ πλώρη τοῦ καραβιοῦ.
§136Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Αὐτὸ ἠμπορεῖ μία ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ νὰ τὸ λύσῃ.
§137Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Ντεντιδάκη, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κατώρθωσαν τόσον τεραστίως νὰ ὠφελήσουν τὸν Ὀργανισμὸν ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των; Καὶ πῶς ἀπὸ 20.000.000, τὰ ἐφθάσαμεν εἰς 4.000.000.
§138Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Ἂς μὴ ἐπεβαρύναμε τὰ καύσιμα μὲ τὴν φορολογίαν ποὺ ἐπεβάλαμε καὶ θὰ τὰ βλέπαμε.
§139Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ὅλο τὸ ἔσοδον τοῦ Ὀργανισμοῦ, ἀπὸ τὰ καύσιμα, εἶναι 15.000.000.
§140Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Δὲν σᾶς ἔχει πληροφορήσει καλῶς ἡ Ὑπηρεσίας σας. Οἱ 170, ποὺ ἀνεφέρατε, ἀπέχουν ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι πεπερασμένοι. Περιμένετε καὶ θὰ ἀκούσετε.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εὑρίσκεσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Νὰ ἐλέγχετε τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐψήφισε νόμον εἰς τὸ παρελθόν, τί νὰ σᾶς εἴπω;
§142Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἀποδεικνύεται ἡ κακὴ πρόθεσις. Περὶ αὐτοῦ, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω παρακάτω. Ἂς ἴδωμεν, ὅμως, τί λέγει τὸ νομοσχέδιον, νομοσχέδιον διὰ τὸ ὁποῖον ἀνήκουν πράγματι συγχαρητήρια εἰς τοὺς συντάκτας του, παρακάτω. «Συγχρόνως ...... (ἀναγινώσκει) ......».
§143Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, κρίνεται τὸ νομοσχέδιον;
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραβιάζω τὸν Κανονισμόν, ἀφήνων τὸν κ. Σακκαλῆν νὰ λέγῃ αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἐπερώτησις εἶναι αὐτή;
§145Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Δηλαδὴ ἡ ἐπερώτησις τίθεται ἐντὸς ὡρισμένων ὁρίων ἀπόψε;
§146Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ὁ κ. συνάδελφος εἶναι καλὸς καὶ ὁ φίλτατος Ὑπουργὸς εἶναι καλός. Καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἔπρεπε νὰ διατυπώσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὴν ἐπερώτησίν του καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, τὸν ὁποῖον τόσον ἐκτιμῶ, νὰ μὴ διακόπτῃ συνεχῶς. Δὲν ἠμπορεῖ, κάθε 5 λεπτὰ νὰ σηκώνεται καὶ νὰ ἀγορεύῃ.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ξεύρετε τί εἶναι νὰ γίνεται ἐπερώτησις ἐν τῇ ἀναγνώσει τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ἑνὸς νόμου;
§148Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Αὐτὴν τὴν στιγμὴν κρίνεται ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ὄχι πρᾶξις τῆς Διοικήσεως. Εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τοῦ πνεύματος τῆς ἐπερωτήσεως.
§149Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ αὐτὰ ἠμπορεῖτε νὰ τὰ εἴπητε εἰς τὸ τέλος.
§150Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ αὐτό, ἀλλὰ πιστεύσατε, ὅτι μὲ καλὴν πίστιν εἶπον τὰ ὅσα εἶπον εἰς τὸν κύριον συνάδελφον.
§151Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἅμα σηκώνεσθε κάθε πέντε λεπτὰ καὶ τὸν διακόπτετε, δὲν θὰ τελειώσῃ ποτέ.
§152Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, οἱ 40 ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ, διὰ τοὺς ὁποίους σᾶς ὡμίλησα, εἶναι τὸ ρίξιμο τῆς στάχτης στὰ μάτια μας, ὅτι δὲν ἀγνοεῖται δῆθεν ὁ διαγωνισμός. Οὗτοι ἐτέθησαν ὡς γέφυρα διὰ νὰ συνδέσουν τὴν νομιμότητα μὲ τὴν παρανομίαν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τοιαῦται προθέσεις αἱ 120 θέσεις, αἱ ὁποῖαι διετέθησαν διὰ τὸ σῶμα τὸ νεοσύστατον τῶν Σημειωτῶν, θὰ ἔπρεπε νὰ καταληφθοῦν πρῶτον, ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὄντως καὶ ἀποδεδειγμένως ἦσαν ἐπαγγελματίαι Σημειωταὶ καὶ ἐξαντλουμένου τοῦ πίνακος θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ἐκ τοῦ πίνακος τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τόν διαγωνισμόν, ἐφ’ ὅσον ὁ πίναξ αὐτὸς ἴσχυσε καὶ ἰσχύει.
§153Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν. Ἀπὸ τοὺς 250 Σημειωτάς, ἐδέχθησαν νὰ μονιμοποιηθοῦν μόνον 17.
§154Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, διότι σᾶς ἀμφισβητῶ ὡρισμένα πράγματα, ἀλλὰ ἡ ἡλικία ἀπετέλεσεν ἕνα φραγμόν.
§155Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ τεθῇ ὅριον ἡλικίας, εἰς ὑπηρεσίαν δημοσίαν σχεδόν;
§156Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι συνάδελφοι, φθάνω εἰς τὸ ψητό, διότι εἰς τὸ ψητὸ αὐτὸ ζητοῦν μερτικὸ ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἶναι Σημειωταί. Πέστε μου, κ. Ὑπουργέ, ἐὰν εἶναι οἱ βοηθοὶ Σημειωταὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀδείας ἐξασκήσεως ἐπαγγέλματος.
§157Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Οἱ βοηθοὶ Σημειωταὶ ἔχουν.
§158Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Δὲν ἔχουν ποτέ.
§159Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὁ ὁμιλῶν κ. συνάδελφος, ἀποτείνεται πρὸς τὴν Βουλήν. Δὲν πρέπει νὰ τὸν διακόπτετε συνεχῶς.
§160Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Οἱ ἡμερομίσθιοι παίρνουν θέσιν καὶ θέλουν νὰ εἰσπράξουν καὶ αὐτοὶ καὶ ἐν συνεχείᾳ καὶ οἱ ἐπὶ συμβάσει ὑπάλληλοι θέλουν καὶ αὐτοὶ νὰ πάρουν μερτικό. Ἔτσι συμβαίνει ὅταν τὰ νομοσχέδια ψηφίζωνται ἐπιτροχάδην.
§161Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Διατί ἐπιτροχάδην, κ. συνάδελφε, διατὶ μᾶς προσβάλλετε;
§162Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἀκούσατε καὶ τοὺς λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους ἔθεσα ὑπ’ ὄψιν τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐδαμοῦ ἀναφέρονται τὰ 20 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν: «Ἐκ γενομένης οἰκονομικῆς μελέτης τοῦ ζητήματος συνάγεται ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων πρόκειται μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν νὰ ἐπενεχθοῦν σημαντικαὶ οἰκονομίαι εἰς τὸν Ὀργανισμόν, διότι σήμερον προσλαμβάνει πλέον τῶν 100 Σημειωτῶν ἡμερησίως μὲ ἀμοιβὴν ὑπερβαίνουσαν τὰς δραχ. 2.000 δι’ ἕκαστον κατὰ μῆνα, ἐνῷ οἱ ἀντ’ αὐτῶν μονιμοποιούμενοι ὑπάλληλοι θὰ λαμβάνουν δραχ. 1000 περίπου μηνιαίως». Λοιπόν, ὑποστηρίζει ἡ ἔκθεσις τὰ ἑξῆς, ὅτι ὁ Ὀργανισμὸς ἀπασχολεῖ ἡμέραν μὲ τὴν ἡμέραν καὶ δι’ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα ἀπὸ 100 Σημειωτάς, εἰς τοὺς ὁποίους ἔδιδε 2.000 δραχ. κατὰ μῆνα. Δηλαδὴ ἔχομεν 100Χ12Χ2.000 μᾶς κάμνουν 2.400.000 τὸ ἔτος. Μᾶς λέγει, πάρα κάτω, ὅτι αὐτοὶ θὰ ἀντικατασταθοῦν ἀπὸ 120, οἱ ὁποῖοι θὰ λαμβάνουν 1.000 δραχ. τὸν μῆνα ἐπὶ 120 ἐπὶ 13½ μῆνας μᾶς κάμνουν δρχ. 1.620.000. Δηλαδὴ λέγει ἡ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν δὲν θέλετε νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω, ὅτι ἔκαμεν οἰκονομίας 780.000 δραχ. καὶ ὄχι 20 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα αὐτὴν τὴν στιγμὴν μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔκαμεν οἰκονομίας, ἀλλὰ ἐπεβάρυνεν ἐπὶ πλέον καὶ νὰ μὴ σᾶς φανῇ παράξενον καὶ περίεργον, ὅτι τὸ ψέμμα, ποὺ γράφεται ἐδῶ μέσα, στοιχίζει 2½ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν διὰ νὰ δημιουργηθῇ μία ἐντύπωσις ψευδῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων. Συνεπῶς, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὰ νὰ τὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (Κυβερνητικός). Διατὶ δὲν τὰ ἐλέγατε τότε;
§164Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Διότι δὲν ἠμποροῦσα νὰ μελετήσω τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας. Ἄλλωστε ἠρνήθην νὰ κάμω εἰσήγησιν.
§165Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφ. Συγκοινωνιῶν). Ἐν πρώτοις, κάμνετε τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τῆς καταστάσεως τῶν Σημειωτῶν τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ διοίκησις τοῦ Ο.Λ.Π. καὶ τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλε τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν κάμνετε τὴν σύγκρισιν τοῦ θεσμοῦ τῶν Σημειωτῶν ποὺ ὑπηρετοῦν κατὰ ἑκατοντάδας προηγουμένως. Δεύτερον, παραγνωρίζετε ὅ,τι σᾶς εἶπα πρὸ ὀλίγου, ὅτι αἱ ζημίαι τοῦ Ο.Λ.Π. ἀπὸ τὸν παλαιὸν θεσμὸν τῶν Σημειωτῶν ἦσαν τεράστιαι καὶ κυρίως ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι οὔτε νὰ διορίσῃ ἀνθρώπους, οὔτε νὰ μονιμοποιήσῃ πρόσωπα, ἀλλὰ κυρίως νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ ΟΛΠ. Μὴ κάμνετε σύγχυσιν τῶν ἀπολύσεων, ποὺ ἦσαν ἐλάχισται.
§166Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἄς μὴ τὸ ἀνοίξωμεν αὐτὸ τὸ θέμα, διότι εἶναι μεγάλη σελίς, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ἀναφερθῇ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Τὰ ἔξοδα εἶναι 949.000 ἐπὶ πλέον ἀπὸ τὰ 2.400.000, (ποὺ στοιχίζουν οἱ 500 σημειωταὶ καὶ 1.700.000 περισσότερα ἀπὸ ὅσα προκύπτουν ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Ἰδοὺ οἱ ἀριθμοί: «Ὑπολογισμοὶ κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, Σημειωταὶ 100 πρὸς δρχ. 2.000 κατὰ μῆνα ἐπὶ 12 μῆνας, ἤτοι 2.400.000». Αὐτὰ θὰ τὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος, διὰ νὰ ἐλεγχθοῦν. Πληροφορίαι ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὀργανισμοῦ καὶ ὑπολογισμοὶ βάσει τοῦ ἰσχύοντος μισθολογίου, «Νομοθετικὸν Διάταγμα 3012 τοῦ 1954, ἄρθρον 23, παράγραφοι 8, 9 καὶ 10. 10ος βαθμός, βασικὸς μισθὸς 1045 δρχ., ὁδοιπορικὰ 18%.... (ἀναγινώσκει).......».
§167Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ὑπερωρίαι πληρώνονται ἀπὸ τὸν πελάτην καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ Ταμεῖον.
§168Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐξεταστέον.
§169Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ὁ Κανονισμὸς τοῦ Ὀργανισμοῦ, λέγει αὐτὸ ποὺ σᾶς ἀνέφερον.
§170Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. «11ος βαθμὸς.......(ἀναγινώσκει) ......». Τώρα, ἐὰν τὰς ὑπερωρίας τὰς πληρώνῃ ὁ Ο.Λ. Π. ἢ τὸ ἐμπόρευμα. «Ἤτοι 80 Ὑπάλληλοι....(ἀναγινώσκει)......». Ἔχομεν, λοιπόν, 3.000.000 καὶ κάτι, περίπου 3.849.700. Ἀλλὰ ὅπως γνωρίζετε, εἰς τὸν Ο.Λ. Π. παρέχεται καὶ ἰατρικὴ περίθαλψις ἐν μεγάλῃ ἐκτάσει καὶ εἰς τοὺς ἰδίους καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας των, ἐπίσης καὶ εἰς τοὺς συνταξιούχους. Ἀκόμη καὶ τὰ ἔξοδα τῶν κηδειῶν τοὺς πληρώνει. Συνεπῶς, βλέπομεν, ὅτι ὑπάρχει, ἀσφαλῶς, κάποια ἐντυπωσιακὴ δήλωσις πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς τὸ Σῶμα αὐτὸ γίνεται κατὰ κάποιον τρόπον μία ἐνίσχυσις τῶν λύσεων διαβιώσεώς του. Ἐγὼ κατέθεσα τοὺς λογαριασμούς μου καὶ ἀναμένω, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὴν ἀπάντησιν ἐπ’ αὐτῶν.
§171Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ λογαριασμοῦ ποὺ κατεθέσατε. Εἶναι ἀξιόπιστος, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν ἐλέγξω καὶ ἐγώ.
§172Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Αὐτὴν τὴν δικαιολογίαν παρουσιάζουν οἱ διοικοῦντες. Ὅλα αὐτὰ ὅμως, ὑπεγράφησαν ἀπὸ τὸν τέως Ὑπουργὸν Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων κ. Καραμανλῆν. Θέλω νὰ μοῦ εἴπητε, ἐὰν ἔζη ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης Παπάγος, ὁ αὐστηρὸς αὐτὸς Κυβερνήτης, τί θὰ ἔπραττε διὰ τὸν Ὑπουργόν του, ὁ ὁποῖος ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα τοιοῦτον νομοθέτημα; Ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀπαντήσω, διότι ἡ περίπτωσις εἶναι περίεργος.
§173Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐπετέλεσεν ὁ Ὑπουργὸς Δημοσίων Ἔργων τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργός, κατὰ τὸ τριετὲς χρονικὸν διάστημα ποὺ διώκησε τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, εἶναι καὶ ἡ ἀνασυγκρότησις τοῦ Ο.Λ.Π.
§174Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Σᾶς ἐπρόλαβα. Τὸ εἶπον ἐγὼ πιὸ μπροστά.
§175Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διατὶ ὁ Στρατάρχης Παπάγος θὰ ἐλάμβανε μέτρα ἐναντίον του;
§176Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Διότι δὲν τὸ ἤξευρεν. Ὅταν ἦτο εἰς τὸ κρεββάτι, ἔγιναν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§177Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Θέλετε νὰ ὑποστηρίξητε σοβαρῶς, ὅτι μία Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, μὲ 60 τακτικὰ μέλη καὶ 30 ἀναπληρωματικά, παρῆλθε τὸ πρᾶγμα, ὅταν σεῖς ἀγορεύατε ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους;
§178Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Πρὶν προχωρήσωμεν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἰς τὴν ἔρευναν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν κάπως εἰς τὸν τρόπον διενεργείας τοῦ διαγωνισμοῦ. Αἱ προσλήψεις, βάσει τοῦ νόμου 3012)1954, γίνονται μόνον βάσει διαγωνισμοῦ. Παρὰ ταῦτα, ὑπὸ τύπον προσωρινότητος, ἔχουν γίνει πολλαὶ προσλήψεις μὲ τὸν σκοπὸν τῆς μονιμοποιήσεως. Ἰδοὺ ἡ παρανομία.
§179Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Πέραν τῶν 40, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἄλλοι.
§180Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Καταθέτω εἰς τὰ Πρακτικά, διὰ νὰ ἴδητε πῶς σκέπτεται ἡ Διοίκησις τοῦ Ο.Λ.Π., μίαν ἀπόφασιν τοῦ Συμβοιλίου Ἐπικρατείας. Πρόκειται περὶ τῆς προϊστορίας, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τὴν ὄρεξιν νὰ γίνωνται αὐτὰ ποὺ ἔγιναν. Εἰς τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Ν. Δ. 3012)1954 λέγεται, ὅτι δύνανται νὰ γίνουν ἐντάξεις. Ἔγιναν, λοιπόν, ἐντάξεις ὑπαλλήλων. Ἔφθασεν ἡ σειρὰ νὰ γίνουν προαγωγαὶ καὶ οἱ κύριοι αὐτοὶ ἐπῆραν τὰς θέσεις τῶν παλαιοτέρων. Οἱ παλαιότεροι ὅμως προσέφυγον εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἠκύρωσε τὴν πρᾶξιν τοῦ Ο.Λ.Π. Τὸ λέγω αὐτὸ διὰ νὰ ἴδητε πῶς σκέπτεται.
§181Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Αὐτοὶ ποὺ ἐμονιμοποιήθησαν τότε, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἦσαν φίλοι τοῦ σήμερον Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;
§182Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰ ὀνόματα καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§183Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Ὅταν ὁ κ. Καραμανλῆς ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, εὗρεν 600 ὑπαλλήλους ἐπὶ συμβάσει. Ἀπέλυσε 300, ὁπότε ἔμειναν 300. Ἀπέλυσεν ἐν συνεχείᾳ καὶ ἄλλους 150 καὶ ἔμειναν 150. Αὐτοὶ ἦσαν ἐπὶ συμβάσει ἀπὸ τοῦ 1950, προσληφθέντες ἀπὸ τὴν προηγουμένην Διοίκησιν τοῦ Ο.Λ.Π.
§184Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχετε γνῶσιν, ὅτι ἔχουν διορισθῆ 22 γυναῖκες βοηθοὶ Σημειωταί;
§185Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Αὐτὸ τὸ θεωρεῖτε σκάνδαλον; Αὐτὸ τὸ θεωρεῖτε πρᾶξιν χαριστικήν; Δὲν ἠμποροῦν αἱ γυναῖκες νὰ ἐκτελέσουν καθήκοντα Σημειωτοῦ εἰς ἀποθήκας; Γίνεται διάκρισις εἰς κανέναν διαγωνισμόν;
§186Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Αἱ γυναῖκες φοροῦν φουστάνια καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ κατέβουν μὲ ἀνεμόσκαλα εἰς τὰ ἀμπάρια.
§187Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κάμετε ὀλίγην ὑπομονὴν καὶ θὰ σᾶς διαφωτίσω ἐν προκειμένῳ. Ἂς ἴδωμεν τί λέγει τὸ ἄρθρον 3 «....... (ἀναγινώσκει)........». Καὶ μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, κ. συνάδελφοι, δηλαδὴ μέχρι τῆς στιγμῆς ποὺ θὰ κατεχωρεῖτο εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὸ ψηφισθὲν νομοθέτημα, ὁ Ο.Λ.Π. ἤθελε νὰ ἔχῃ τὴν πόρτα ἀνοικτὴ διὰ νὰ κάνῃ τὰς προσλήψεις τῶν προσωρινῶν αὐτῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους προώριζε διά, ἐν συνεχείᾳ, μονιμοποίησιν. Δηλαδή, μέχρι τῆς 8ης Ὀκτωβρίου 1955 ἴσχυον αὐταὶ αἱ δυνητικαὶ διατάξεις τῆς προσλήψεως. Αὐτὸ ποὺ δὲν καταλαβαίνω εἶναι, ὅτι οἱ βοηθοὶ Σημειωταὶ πῶς παραμένουν μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς νὰ προσλαμβάνωνται. Καὶ συνεχίζει τὸ ἄρθρον «........ (ἀναγινώσκει)......».
§188Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν. Ἔναντι τῶν 40 ἐπὶ συμβάσει, ποὺ εἶχε δικαίωμα ἡ Διοίκησις τοῦ Ο.Λ.Π. κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου νὰ προσλαμβάνῃ, ὑπηρέτουν 38 καὶ 2 ἔμεναν κεναί. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάχρησις.
§189Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ἴδωμεν εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ἐπὶ συμβάσει.
§190Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Ἔχομεν ὀνομαστικὴν κατάστασιν 61 βοηθῶν Σημειωτῶν.
§191Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). 38 εὑρέθησαν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου καὶ ἐμονιμοποιήθησαν.
§192Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἐὰν γίνῃ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, τότε θὰ ἀποδειχθῇ τί ἐγένετο. Τὸ ἄρθρον 3, λέγει:.... (ἀναγινώσκει).......». Τί θέλουν ἐδῶ οἱ βοηθοὶ Σημειωταί, οἱ ἡμερομίσθιοι καὶ οἱ ἐπὶ συμβάσει;
§193Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ὁ Ὀργανισμὸς αὐτός, ἀπεφάσισε νὰ τακτοποιήσῃ ἓν θέμα καὶ ἠθέλησε νὰ μονιμοποιήσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Εἶναι ἐπικριτέον αὐτό;
§194Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, τὴν χαρακτηρίζω ὡς παράνομον, διότι ὁ Ὀργανισμὸς δὲν ὁμιλεῖ περὶ προσλήψεως, τοιούτων ὑπαλλήλων. Τὰς 80 θέσεις τῶν Σημειωτῶν, κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, πρέπει νὰ τὰς καταλάβουν οἱ 80 ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὄντως Σημειωταί. Ἀλλὰ ποῖοι θὰ πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἔχοντες ἄδειαν ἀσκήσεως ἐπαγγέλματος; Νομίζω ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ἀπὸ τὸ 1946 εἰς τὸν Λιμένα.
§195Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Οὐδεὶς ἐπέδειξεν, ἐν προκειμένῳ, προθυμίαν.
§196Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Θὰ καταθέσω τὸ ἑξῆς ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετὰ κατατοπιστικόν. «....... (ἀναγινώσκει).......». Ἐξ αὐτῶν, θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰ ἔτη 1951–1953 εἶχον εἰς χεῖρας των ἄδειαν ἀσκήσεως ἐπαγγέλματος.
§197Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ἐξ αὐτῶν, μόνον οἱ 7 ἐδέχθησαν.
§198Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Αὐτό εἶναι ζήτημα ἀποδείξεων. Πάντως μεταξὺ τῶν συμπεριληφθέντων, ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι ἡλικίας 55–56 ἐτῶν, λέγεται μάλιστα, ὅτι εἷς εἶναι καὶ συνταξιοῦχος τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Οἱ περισσότεροι κατάγονται ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας καὶ ὑπάρχει ἡ γνώμη, ὅτι εἰς τὸν Ο.Λ.Π. αὐτὴν τὴν στιγμὴν καλλιεργεῖται ἐκλογικὸν φυτώριον.
§199Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Τί προϋπηρεσίαν εἶχον οἱ μονιμοποιηθέντες;
§200Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Σᾶς εἶπα, ὅτι ὑπῆρχεν ἀπροθυμία. Δὲν ἐδέχοντο νὰ μονιμοποιηθῶσιν.
§201Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κατ’ ἐπιείκειαν ἠμποροῦμε νὰ δεχθῶμεν ὅτι αὐτοὶ οἱ Σημειωταὶ οἱ παλαιοὶ μαζὶ μὲ τοὺς δοκίμους, πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐπιλογὴ διὰ τὰς 80 θέσεις.
§202Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Παραγνωρίζετε, ὅτι ἐπὶ Κυβερνήσεως Κέντρου ὑπῆρχον εἰς τὸν Ὀργανισμὸν 700 ὑπάλληλοι ἐπὶ συμβάσει;
§203Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Λάθος κάμνετε. Τελευταῖος Κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργὸς ἤμην ἐγὼ καὶ Γενικὸς Διευθυντὴς ἦτο ὁ κ. Μαρῆς, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν οἰκονομίας τεραστίας καὶ ἀπέλυσεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶχον διορισθῆ πιὸ μπροστά. Οὐδεὶς διωρίσθη. Νὰ πάῃ οἱοσδήποτε νὰ ἐρευνήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ ἰδῇ ἐὰν ἐπὶ τῆς Ὑπουργίας μου διωρίσθη κανείς.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπεν ὅτι σεῖς διωρίσατε τοὺς 700.
§205Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ, τῆς ὁποίας ἡ παροῦσα εἶναι συνέχεια, μὲ ὑπουργὸν τὸν σημερινὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ξεκαθάρισε τὴν κατάστασιν.
§206Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Ντεντιδάκη, πράγματι, δὲν ἐδιωρίσθη οὔτε ἕνας εἰς τὸν Ὀργανισμόν. Ὅταν ἀνέλαβεν ὁ κ. Ντεντιδάκης, εἶχον διορισθῆ 650 ὑπάλληλοι. Οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἠλαττώθησαν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Καραμανλῆ, Γενικοῦ Διευθυντοῦ ὄντος τοῦ κ. Μαρῆ, ὁ ὁποῖος ἐξετέλει τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὸν Ὀργανισμὸν ἀπὸ τὰς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι τὸ πρῶτον ἐπετεύχθησαν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐπὶ συμβάσει ὑπηρετούντων ὑπαλλήλων.
§207Γ. ΤΖΑΤΖΑΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν συνάδελφον ἐκ Πειραιῶς, νὰ μοῦ δώσῃ μίαν πληροφορίαν. Ἀπὸ τοὺς 650 ποὺ εἶχον διορισθῆ καὶ ἀπελύθησαν ἐπὶ ὑπουργίας τοῦ κ. Καραμανλῆ, πόσοι ἦσαν προσωπικῶς ἰδικοί του, τοὺς ὁποίους εἶχε διορίσει ὁ κ. Γεννηματᾶς;
§208Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Κανείς. Ὅλοι οἱ ἐπὶ συμβάσει, διωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Μπουζάνη. Σᾶς προκαλῶ ὅλους τοὺς Πειραιεῖς, νὰ μοῦ ἀποδείξετε ὅτι ἐπὶ συμβάσει εἶχε διορισθῆ ἔστω καὶ ἕνας ἐπὶ Γεννηματᾶ.
§209Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Ἐπὶ Μπουζάνη ἔγιναν οἰκονομίαι καὶ ἐπὶ Μαρῆ ἔγιναν ἀκόμη περισσότεραι, ὁ ὁποῖος ἄφησε φεύγων 10 δισεκατομμύρια. Ὁμιλεῖτε ἀνευθύνως.
§210Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Ὁμιλῶ ὑπευθύνως, διότι ἤμουν Σύμβουλος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
§211Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δέ’ ἐμὲ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἂν πρόκειται περὶ 800 ἢ περὶ 80 ἢ περὶ 1. Τοὺς Ἕλληνας πρέπει νὰ τοὺς μεταχειριζόμεθα κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐκ τῶν 110 θὰ πρέπει νὰ ἐνταχθοῦν ποῖοι; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον διορισθῆ πρὸ τοῦ 1951. Ἀλλὰ ἐρωτᾶται: Θὰ ἐνταχθοῦν; Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι θὰ προηγηθοῦν ἐκεῖνοι, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ γίνῃ ὑπόδειξις. Σᾶς καταθέτω μίαν κατάστασιν 34, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑποβάλει αἰτήσεις καὶ ζητοῦν νὰ ἐνταχθοῦν. Περιμένουν οἱ ἄνθρωποι τὴν ἀπάντησιν. Κατὰ μίαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω, αἱ μισαὶ ἀπερρίφθησαν καὶ αἱ ἄλλαι μισαὶ ἔγιναν δεκταί.
§212Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ἐξεκαθαρίσθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν τὰ προσόντα. Δηλαδὴ ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἀπολυτήριον Γυμνασίου, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ κάμῃ τὸν Σημειωτήν;
§213Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Μεταξὺ τῶν 80 αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀντικατέστησαν αὐτοὺς ποὺ λέγετε, εἶναι καί τινες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Ἐπίσης ἄλλος ἕνας δὲν εἶχεν. Εἶναι ἕνας ἄλλος, ὁ ὁποῖος εἶναι συνταξιοῦχος τοῦ Δήμου Πειραιῶς.
§214Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ἀφοῦ τὸ Συμβούλιον δὲν ἔχει ἀποφανθῆ ἀκόμη, ποὺ τὰ ἠξεύρετε αὐτά;
§215Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. 30 δόκιμοι ἔχουν προτιμηθῆ καὶ ἀσφαλῶς δὲν ἔχουν ἐνταχθῆ.
§216Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Δὲν ἔχει τελειώσει ἀκόμη τὸ ζήτημα.
§217Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Καλύτερα διότι ἡ παρέμβασίς μου ἴσως σώσῃ τὴν κατάστασιν. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τοὺς βοηθοὺς σημειωτάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναφέρονται πουθενὰ εἰς τὸν νόμον. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 55 τοῦ νόμου 312)1954. «Τὸ προσωπικὸν τοῦ Ο.Λ.Π. διαιρεῖται εἰς μόνιμον καὶ ἐπὶ συμβάσει..... (ἀναγινώσκει).......». Δηλαδὴ εἶναι σαφὲς ὅτι δύο κατηγορίαι ὑπαλλήλων εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν. Οἱ μόνιμοι καὶ οἱ ἐπὶ συμβάσει. Σημειωταὶ δὲν ὑπάρχουν πουθενά.
§218Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Νομίζω, ὅτι χωρὶς νὰ εἶναι νομικός, ἐὰν ἡ διοίκησις, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου, δὲν τὸν ἐφαρμόσῃ καλῶς καὶ ὑπάρξουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀδικηθοῦν, ὑπάρχει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἰς τὸ ὁποῖον ἠμποροῦν νὰ προσφύγουν οἱ ἀδικημένοι καὶ νὰ δικαιωθοῦν. Ἡμεῖς ἐλεγχόμεθα πρὸ τῆς πράξεως.
§219Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Εἶναι παράνομον νὰ προσλαμβάνωνται Σημειωταὶ ἡμερομίσθιοι.
§220Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Τοὺς καλύπτει ὁ νόμος.
§221Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν γεννῶνται οἱ βοηθοὶ Σημειωταὶ καὶ τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἀποθνήσκουν.
§222Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Διὰ νὰ ἀκούσῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ σᾶς διαβάσω τὰ ὀνόματα, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ τὸ ἐξετάσῃ.
§223Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ διαβασθοῦν τὰ ὀνόματα.
§224Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Διατί; Παρὰ τὸν νόμον, ἔγινε διορισμὸς ὡς βοηθῶν Σημειωτῶν, γυναικῶν.
§225Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ καταθέσω τὸν πίνακα εἰς τὴν Βουλήν. «......... (ἀναγινώσκει) .....».
§226Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Τὰ ὅσα εἴπατε, ὅτι πληρώνονται παρανόμως, νομίζω, ὅτι ἀποτελοῦν σπερμολογίας τῶν τριόδων καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ μεταφέρετε ἐδῶ.
§227Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Αὐτὸ ποὺ κρατῶ εἰς τὰ χέρια μου, εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος προβλέπει τὴν ἐξ ὑπαρχῆς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Ο.Λ.Π., ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὁ ὁποῖος καταργεῖ πάντα προηγούμενον, εἶναι τοῦ 1954. Λυποῦμαι κ. Ὑπουργέ, διότι ἐμφανίζετε ὡς ἐπιχείρημα τὸν νόμον τοῦ 1953. Νομίζω, ὅτι δὲν ἰσχύει αὐτὸς ὁ νόμος.
§228Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Αὐτὸ δὲν εἶναι νόμος, εἶναι Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 2 Δεκεμβρίου 1954.
§229Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν ἀναφέρονται, κύριοι συνάδελφοι, καὶ συγγενεῖς ἰσχυρῶν ποὺ εἶχον ἀποτύχει εἰς τοὺς διαγωνισμοὺς καὶ φαντάζεσθε πῶς αὐτοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελοῦν τὰ καθήκοντα τοῦ βοηθοῦ σημειωτοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι αὐτὰ παράνομοι διορισμοὶ ἢ δὲν εἶναι; Εἶναι νομιμοποίησις, διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ τῆς παρανομίας ἢ ὄχι;
§230Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Ὑπηρετοῦν καὶ γυναῖκες ὡς βοηθοὶ σημειωταί.
§231Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία παρανομία. Καὶ μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Ντεντιδάκην, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ὑπηρετοῦν καὶ γυναῖκες ὡς Σημειωταί. Ἐφ’ ὅσον ὑπηρετοῦν αἱ γυναῖκες ὡς διοικητικοὶ ὑπάλληλοι διατὶ νὰ μὴ ὑπηρετοῦν καὶ ὡς βοηθοὶ Σημειωταί;
§232Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ μένω μονίμως εἰς τὸν Πειραιᾶ, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατεβαίνουν γυναῖκες εἰς τὰ ἀμπάρια.
§233Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Εἶναι βοηθοὶ Σημειωτῶν εἰς τὰς ἀποθήκας.
§234Η. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἠρεύνησα τὸν νόμον καὶ εἶδον, ὅτι προβλέπει περὶ ἡμερομισθίων, διότι σᾶς ἀνέγνωσα ὅτι διεκδικοῦν τὰς 80 θέσεις καὶ ἡμερομίσθιοι ὑπάλληλοι.
§235Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Δὲν ὑπάρχει βαθμὸς ἡμερομισθίου.
§236Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Τὸ γράφει ὁ νόμος.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλέγχετε τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ δὲν ἐφήρμοσε μίαν διάταξιν τοῦ νόμου;
§238Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἀπεδείχθη περιτράνως, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 3, ἐγεννήθησαν οἱ βοηθοὶ Σημειωταὶ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 3 ἀπέθανον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ οἱ 20 ἐπὶ συμβάσει ὑπάλληλοι, δὲν ἔχουν καμμίαν θέσιν μὲ τὴν ἔνταξιν, διότι οὗτοι εἶχον νὰ ἐκτελέσουν ὡρισμένην ὑπηρεσίαν καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀπολυθοῦν. Ἔπρεπε νὰ ἐνταχθοῦν μόνον οἱ κατ’ ἐπάγγελμα Σημειωταί, ἀλλά, δυστυχῶς, ἐν τῶν πραγματικῶν Σημειωτῶν ἐλάχιστοι θὰ προσληφθοῦν.
§239Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ἅπαντες θὰ προσληφθοῦν, ἐκτὸς ἐκείνων ποὺ δὲν θὰ δεχθοῦν.
§240Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν κάτω ἀπὸ τὴ μύτη μας, διορίζονται οἱ ἀνίκανοι καὶ ἀγνοοῦνται οἱ ἐπιτυχόντες ἱκανοί. Τὸ ἄρθρον 3 περαιτέρω λέγει τὰ ἑξῆς: «Αἱ ὑπόλοιποι θέσεις συμπληροῦνται ........... (ἀναγινώσκει) ..........». Αὐτὸ εἶναι τὸ νέον αἷμα ποὺ εἰσάγεται εἰς τοὺς Σημειωτάς. Ἐντέχνως εἰσήχθη ἡ διάταξις αὕτη τῆς προσλήψεως τῶν 40 ἐπιτυχόντων εἰς τὸν διαγωνισμόν, διὰ νὰ προσδοθῇ κάποια νομιμότης εἰς τοὺς παρανόμους διορισμούς. Οὕτω ἐπέρχεται σύγχυσις, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν καλύπτεται ἡ παρανομία.
§241Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὸν διαγωνισμόν, ἦσαν ἐκ πάσης τῆς Ἑλλάδος.
§242Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Καὶ τώρα, κύριοι συνάδελφοι, ἀκούσατε τὸ κυριώτερον σημεῖον: «Ἐκ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς παρούσης παραγράφου ....... (ἀναγινώσκει) ......».
§243Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ (Ὑφυπ. Συγκοινωνιῶν). Ἀντὶ νὰ προσληφθοῦν ἐν συνεχείᾳ καὶ οἱ 20 αὐτοί, ἐκαλύφθησαν αἱ 40 θέσεις ἀπὸ τοὺς διαγωνισθέντας.
§244Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ὑπέρβασιν τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους εἶχον κάμει οἱ διοικοῦντες τὸν Ο.Λ. Π., ὅταν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν των πόσοι ἔπρεπε νὰ μονιμοποιηθοῦν. Ἐπῆραν περισσοτέρους, καὶ ἀφοῦ ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν διὰ τοὺς περισσοτέρους, ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν ἔναντι αὐτῶν νὰ τοὺς διατηρήσουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Τοὺς διετήρησαν ὡς ὑπεραρίθμους, ἐνῷ θὰ ἠμποροῦσαν νὰ πάρουν ἀπὸ τὸν πίνακα τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὸν διαγωνισμόν. Τὸ ρουσφέτι, κύριοι συνάδελφοι εἶναι ἐξόφθαλμον καὶ ὁ κομματισμὸς ἐξέρχεται τῶν ὁρίων, διότι τὰς θέσεις τοῦ δεκάτου βαθμοῦ δὲν θὰ δύνανται νὰ τὰς καταλάβουν οἱ ἐπιτυχόντες, ὅταν θὰ κενωθοῦν. Ὑπάρχει καὶ μία ἀγαθὴ διάθεσις, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν ἐξετάσεων τοῦ ΟΛΠ. Ἡ διάθεσις αὐτὴ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὑπάρχουν οἱ λεγόμενοι σημειωταὶ ἐπὶ τῶν πλοίων, οἱ ὁποῖοι πληρώνονται ἀπὸ τὰ Πρακτορεῖα καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν ΟΛΠ. Εἶναι μία ὁμάς, διὰ τὴν ὁποίαν ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ παρέμβῃ κάποια ἄλλη ἀρχὴ καὶ διὰ τὸ ποιόν των, καὶ τὸ ἦθος των, τὴν συμπεριφοράν των, ὄχι ὁ ΟΛΠ. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δικαιοῦνται νὰ πᾶνε εἰς τὰ καράβια μέσα κατ’ ἐπιλογὴν ἀπὸ τὰ πρακτορεῖα καὶ νὰ ἐργασθοῦν διὰ λογαριασμὸν τοῦ πρακτορείου καὶ νὰ πληρωθοῦν ἀπὸ αὐτά. Ὅταν ἔγινεν ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ γνωρίζω ὅτι ὅταν τὰ ντὸκ εἶναι γεμᾶτα καθημερινῶς εἰς τὸν λιμένα, χρειάζονται 35, ἐγὼ εἶχα ζητήσει 50. Τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν δὲν τὸν ἀπεδέχθη ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ λέγῃ ὅτι τὸν ταλαιπωρῶ. Ἄφησα λοιπὸν τὸ παράθυρον ἀνοικτόν, ὥστε ἀντὶ νὰ φᾶνε ψωμὶ 35, νὰ πάρουν ὀλιγώτερα καὶ νὰ φᾶνε 50.
§245Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Συγκ.). Αὐτὸ θὰ τὸ καθορίσῃ τὸ Συμβούλιον τοῦ Ο.Λ.Π.
§246Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Νὰ καθορισθῇ συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ λιμένος. Τελείωσαν αἱ παραπλανήσεις. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι χίλιοι καὶ πλέον νέοι εἰς τὸν διαγωνισμὸν αὐτὸν δὲν ἔτυχον καλῆς μεταχειρίσεως. Νέοι πολῖται αὐτοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους περιμένει τὸ Ἔθνος τὴν καλὴν αὔριον. Κύριοι συνάδελφοι, ὡς βουλευταί, ἀλλὰ καὶ ὡς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐσπουδάσατε τὰ παιδιὰ σας, γνωρίζετε πόσους κόπους καταβάλλουν καὶ ποία εἶναι ἡ ἀναπτυσσομένη ἅμιλλα μεταξὺ των, καὶ γνωρίζετε τί σημασίαν ἔχει καὶ διὰ τὰ παιδιὰ σας καὶ δι’ ὑμᾶς τοὺς ἰδίους μία ἐπιτυχία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν.
§247Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Εἶναι αὐθαίρετος ὁ συλλογισμός σας.
§248Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν, κύριοι, αὐτὴν τὴν κατάστασιν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, νὰ ζητήσῃ τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἠμπορεῖ αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ παραμείνουν ἀτιμώρητα.
§249Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου;
§250Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Δι’ αὐτά, ποὺ ἔγιναν. Ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, ὅτι θὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ δικαίως ἐξωργισμένον πανελλήνιον αἴσθημα. Ὁ καλπάζων αὐτὸς νεποτισμὸς πρέπει νὰ κτυπηθῇ κατακέφαλα καὶ νὰ ἀποδοθῇ ἡ δικαιοσύνη εἰς τοὺς ἀδικηθέντας καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν.
§251Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Συγκ.). Ὁμιλεῖτε περὶ ἀπόψεως καὶ ὄχι περὶ ἀδικίας.
§252Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν κάμνῃ τίποτε δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, νομίζω ὅτι θὰ θεωρηθῇ ὡς πολὺ εὐθηνὸν τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸν ΟΛΠ, ποὺ εἶναι ὁ διορισμὸς ἑνὸς δικηγόρου, ὁ ὁποῖος ἔγινε μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὴν 29ην Ὀκτωβρίου 1955.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑφυπουργὸς Συγκ. καὶ Δημοσίων Ἔργων, ἔχει τὸν λόγον.
§254Γ. ΤΖΑΤΖΑΝΗΣ. Θὰ ἀπαντήσετε σεῖς, κύριε ὑπουργέ, πρὶν ἢ ἀκούσετε καὶ τὴν ἰδικήν μου ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἔχει ἐνσωματωθῆ μὲ τὴν τοῦ κ. Σακκαλῆ;
§255Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Συγκ.). Διὰ πρώτην φορὰν ἀκούω ὅτι καὶ σεῖς εἶσθε ἐπερωτῶν. Βλέπω εἰς τὴν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ἐπερωτῶν βουλευτὴς εἶναι ὁ κ. Ἡρακλῆς Σακκαλῆς.
§256Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Συνήθως, ὅταν ὑπάρχουν 2 ἢ 3 τῆς αὐτῆς φύσεως, ἐνσωματώνονται. Ἀλλὰ ἐγὼ κάμνω μίαν πρότασιν, ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε. Ἤδη καὶ ἡ ὥρα παρῆλθε, νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ δεχθῆτε, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ καὶ δευτέρα ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος, νὰ συνεχίσωμεν τὴν Παρασκευὴν καὶ νὰ ἀπαντήσετε καὶ ἐπὶ τῶν δύο.
§257Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Συγκ.). Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε, ὅταν ἐτέθη ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ἡ πρότασις τῶν βουλευτῶν περὶ τῆς προτάξεως τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Σακκαλῆ, ὁ κ. Τζατζάνης νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι, τὴν αὐτὴν ἐπερώτησιν ἔχω καὶ ἐγώ.
§258Γ. ΤΖΑΤΖΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 67, ἀναφέρεται ρητῶς εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Σακκαλῆ καὶ πρὶν ἢ ἀρχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. συνάδελφος, σᾶς εἶπον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι σχετικὴ καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 67. Ἑπομένως, πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ συνεχισθῇ τὴν Παρασκευήν. Ἄλλως τε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§259Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Σακκαλῆν καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς ὑμᾶς.
§260Γ. ΤΖΑΤΖΑΝΗΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμνει ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι πρωτοφανές. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ καὶ ἄλλη ἐπερώτησις σχετική, ὀφείλει νὰ ἀκούσῃ καὶ αὐτὴν καὶ μετὰ νὰ ἀπαντήσῃ.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συζητηθῇ τὴν ἐρχομένην Παρασκευήν. Ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἐπερωτῶντα ὁ κ. ὑπουργός.
§262Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Συγκοιν.). Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πειραιῶς συνάδελφος, εὗρεν ἀτυχῆ τρόπον καὶ αἰτίαν νὰ ἐπικρίνῃ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, κ. Κωνσταντῖνον Καραμανλῆν. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὸν σημερινὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι καὶ ὁ ἆθλος, τὸν ὁποῖον ἐπραγματοποίησεν ὡς ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων εἰς τὸν Ο.Λ.Π. Καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν, ὅτι οἱ Πειραιῶτες, ὅταν διεπίστωσαν ὅτι οἱ δρόμοι τοῦ Δήμου Πειραιῶς, κατασκευάζονται διὰ χρημάτων τοῦ Ο.Λ.Π., ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ, ἀπήντησαν ὅτι, ἔπρεπε καὶ ἐδῶ νὰ ἔλθῃ νὰ βάλῃ τὸ χέρι του ὁ Καραμανλῆς, διότι, ἄλλως, ἔργα δὲν θὰ ἐγένοντο. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἔχει γίνει σύνθημα, ὅτι ἔργα σημαίνει Καραμανλῆς καὶ Καραμανλῆς ἔργα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ ἦτο ἀρκετὴ μία καὶ μόνον ἀπάντησις νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἐπερωτῶντα. Ὅτι δηλαδή, ἀποτελῶν τότε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ὅπως καὶ ὁ ὑποφαινόμενος, ὅταν ἐψηφίσθη τὸ Ν. Διάταγμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἀνεφέρθη καὶ κυβερνητικὸς ὤν, τότε, βουλευτής, δὲν παρετήρησε τίποτε ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ ὄχι μόνον δὲν παρετήρησεν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπερεψήφισε καὶ εἰς ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως τῆς ἡμέρας ἐκείνης τῆς 4ης Ὀκτωβρίου. Δὲν νομίζω αὐτὸ νὰ ἀμφισβητῆται ἀπὸ τὸν κ. Σακκαλῆν, ὅτι εἰς ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν ὑπερεψήφισε τὸ νομοσχέδιον.
§263Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἀπευθύνεσθε πρὸς ἐμέ, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὡς καὶ προηγουμένως, ὅτι ἐγὼ ἐψήφισα τὸ νομοσχέδιον.
§264Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Συγκοιν.). Δὲν θεωρῶ ἐπαρκῆ τὴν ἀπάντησίν σας.
§265Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ ἐψήφισα ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν ὡμίλησα ἐναντίον του, διότι ἤθελον, κατὰ κάποιον τρόπον, νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ὑποχρεωτικὴ εἰσφορὰ εἰς τὸν Ο.Λ.Π. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἐψήφισα, ἦτο, διότι ἤθελον νὰ βάλω τὴν τροπολογίαν μου ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ ὑπεχρέωνε τὸν Ὀργανισμόν, νὰ δίδῃ εἰς τὸν Δῆμον Πειραιῶς τὰ 2.000.000 ἐτησίως. Νὰ σταματήσῃ δηλαδὴ ὁ φενακισμὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο καὶ ἔλεγεν ὁ Ὀργανισμὸς δὲν ἔχομεν μετρητά, διὰ νὰ δώσωμεν εἰς σέ, ἀλλὰ ἔχομεν μετρητά, διὰ νὰ δώσωμεν εἰς τό Ταμεῖον τῶν Μονίμων Ὁδοστρωμάτων, διὰ νὰ διαφημίσωμεν ὅπως εἴπατε προηγουμένως, τὸν κ. Καραμανλῆν. Ἐὰν ἠξεύρατε ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν δρόμων τοῦ Πειραιῶς, δὲν θὰ μᾶς ἐλέγατε αὐτά, τὰ ὁποῖα μᾶς λέγετε.
§266Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Δημ. Ἔργων). Παραγνωρίζετε οὐσιαστικῶς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, νὰ τὸ ἐπικρίνετε.
§267Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι σαφέστατον, ὅτι τροπολογία ἑνὸς ἄρθρου σημαίνει καταψήφισιν. Οἱ λόγοι δὲ ὅτι δὲν θὰ ἔχω πρόσωπον νὰ κατέβω εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, σημαίνουν ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τὸ κατεψήφισα.
§268Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Δημ. Ἔργων). Ἑπομένως, ἐξ ὅσων εἴπατε, δύο πράγματα συνάγονται. Πρῶτον, ὅτι ἔναντι παζαρευμάτων παρεγνωρίσατε οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας ἔρχεσθε νὰ καταγγείλετε ὡς σκάνδαλον καὶ δεύτερον, ὅτι ὅλη ἡ ἀντιδικία ἐξικνεῖται, ἐὰν οἱ δρόμοι τοῦ Πειραιῶς θὰ κατεσκευάζοντο διὰ τοῦ Δήμου ἢ τοῦ Ταμείου Μονίμων Ὁδοστρωμάτων, ἀλλὰ διὰ χρημάτων τοῦ Ο.Λ.Π. Ἐπὶ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Καραμανλῆς ἐπροτίμησε νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα ὁδοποιΐας τοῦ Πειραιῶς διὰ τοῦ Ταμείου Μονίμων Ὁδοστρωμάτων εἶναι, ὅτι τὸ Ταμεῖον τοῦτο εἶναι ὄργανον ἐξαρτώμενον ἀπολύτως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διετήρει ὁ ἴδιος τὴν πρωτοβουλίαν καὶ θὰ κατηύθυνε τὰς ἐργασίας μὲ τὸν γνωστὸν τοῖς πᾶσι δραστήριον καὶ ἀποφασιστικὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐξετέλεσε πλεῖστα ὅσα ἔργα. Ἐγὼ θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν εὑρίσκετο κάποιος, ὁ ὁποῖος νὰ διορθώσῃ τὴν Σπάρτην καὶ ὄχι νὰ ἐξετάζω, ἐὰν θὰ τὴν διορθώσῃ ὁ Α ἢ ὁ Β.
§269Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Τὸ Ταμεῖον Ὁδοστρωμάτων χρηματοδοτεῖται ἀπὸ τὸ Κράτος, δὲν ἐφτιάξαμεν τὸν Ο.Λ.Π. διὰ νὰ χρηματοδοτῇ τὸ Ταμεῖον Ὁδοστρωμάτων.
§270Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Δημ. Ἔργων). Ὡς εἶπον, ὅλη ἡ ἐπερώτησίς σας στρέφεται εἰς τὴν προστασίαν τῶν ἐπιλαχόντων ἐκ τῶν διαγωνισθέντων ὑπολογιστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν προσελήφθησαν κατ’ ἀποκλειστικὴν προτεραιότητα εἰς τὰς θέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος.
§271Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Καὶ διὰ τὴν ἀδικίαν πρὸς τοὺς σημειωτάς.
§272Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Δημ. Ἔργων). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἄποψίς σας εἶναι ἐσφαλμένη, διότι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἦτο νὰ καλύψῃ τοὺς ἐπιλαχόντας τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀλλὰ νὰ δημιουργήσῃ ἕνα θεσμὸν Σημειωτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐβελτίωνον τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ ΟΛΠ καὶ θὰ ἐπροστάτευε τὰ συμφέροντά του καὶ τῶν συναλλασσομένων, ὡς ἐκ τοῦ προσφάτου παρελθόντος ἀπεδείχθη. Πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἀνάγκη αὐτὴ προῆλθεν ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι πρὸ τοῦ 1953 εἰς τὸν Ο.Λ.Π., ὑπηρέτουν ὑπὲρ τοὺς χιλίους σημειωταί, οἱ ὁποῖοι κατὰ ἀσύντακτα στίφη ἐξετέλουν τὴν ὑπηρεσίαν των πλημμελῶς καὶ διὰ τὰς ἀποδοχάς των κατεβάλλοντο περίπου 20 ἑκατομμύρια παλ. δραχμῶν ἐτησίως, τεράστια δὲ ποσὰ ἐζημιοῦτο ὁ ΟΛΠ ἀπὸ ἀκατάστατον ὑπηρεσίαν. Ἡ σημερινὴ διοίκησις τοῦ ΟΛΠ ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἀπὸ τὸ 1953 διαπιστώσασα μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρίσκεται τὸ κακόν, τί ἔκαμε; Ἀνεδημιούργησεν ἕνα θεσμὸν σημειωτῶν —170 σημειωτὰς καὶ βοηθοὺς — εἰς τοὺς ὁποίους ἀνέθεσε τὸ ἔργον αὐτό. Καὶ ἐκ τοῦ ἐλέγχου τὸν ὁποῖον ἔκαμε, καὶ παρακολουθήσασα τὰς ὑπηρεσίας των αὐτάς, διεπίστωσεν ὅτι ἀπὸ 20 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανῶντο, διὰ τὴν στρατιὰν τῶν προηγουμένων σημειωτῶν, ἠδύναντο νὰ ἐκτελέσουν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν μόνον 170 ἄνθρωποι καὶ διεπίστωσεν ὅτι μόνον ἀπὸ τὰς ἀποδοχὰς προκύπτει κέρδος 16 ἑκατομμυρίων ἐπὶ συνολικοῦ ποσοῦ 20 ἑκατομμυρίων. Ἐκτὸς τούτων, διεπίστωσεν, ὅτι ἦτο εἷς παράγων αὐτός, ὁ ὁποῖος συνετέλεσεν εἰς τὴν μείωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Ο.Λ.Π. ἀπὸ τὴν ἀκατάστατον ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσέφερον οἱ προηγούμενοι σημειωταί. Καὶ ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὸν θεσμὸν νὰ τὸν κατοχυρώσῃ ἀκόμη περισσότερον καὶ δι’ αὐτὸ εἰσηγήθη ἡ Διοίκησις τοῦ ΟΛΠ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως τὸ ἄρθρον 3, περὶ τοῦ ὁποίου σεῖς κατὰ κόρον ὡμιλήσατε. Ὁ συσχετισμὸς τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, μὲ τοὺς ἐπιλαχόντας τοῦ διαγωνισμοῦ εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος καὶ δὲν ἐπικρίνω τὴν ἄποψίν σας, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι ἡ ἰδική μου ἄποψις, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἰσχυροτέραν, ἦτο περισσότερον ἠθικῶς δεσμευμένος ὁ Ο.Λ.Π. πρὸς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλουν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ σημειωτοῦ καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπέδωσαν τόσον καλὰ ἀποτελέσματα, ἔναντι αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι διηγωνίσθησαν εἰς τὸν διαγωνισμὸν τῶν ὑπολογιστῶν. Ἐξεπληρώθη ὁ σκοπὸς αὐτὸς καὶ πέραν αὐτοῦ δὲν εἶχε καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ προσλάβῃ πέραν τοῦ καθορισθέντος ἀριθμοῦ. Παρὰ ταῦτα, ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ μία χαριστικωτάτη προνομία ὑπὲρ τῶν ἐπιλαχόντων τοῦ διαγωνισμοῦ ὑπολογιστῶν, ἡ ὁποία ὁρίζει, τὰ μὲν ⅔ θὰ προσλαμβάνωνται ἐκ τῆς κατηγορίας τῶν παλαιῶν σημειωτῶν, τὸ δὲ ⅓ ἀπὸ τοὺς ἐπιλαχόντας ὑπολογιστάς. Ἑπομένως, ἐπειδὴ ὅλη ἡ ἐπίκρισίς σας ἦτο κυρίως εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ κατὰ τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν μου καὶ νομίζω πολλῶν ἀξιοτίμων ἄλλων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐνέκριναν τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ ἐψήφισαν, ἡ διοίκησις τοῦ ΟΛΠ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶχον μεγαλυτέραν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσουν αὐτούς, οἱ ὁποῖοι συνέτεινον εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Ὀργανισμοῦ, παρὰ νὰ πάρουν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ ἦλθον ἐπιλαχόντες εἰς τὸν διαγωνισμόν, ἔπρεπε ὅλα τὰ δημιουργούμενα ἑκάστοτε κενὰ καὶ εἰς οἱανδήποτε θέσιν νὰ τὰ καταλάβουν αὐτοί. Οὐδεμία ὑποχρέωσις ἐδημιουργήθη, οὔτε ἠθική, οὔτε νόμιμος. Ἐνῷ ἀντιθέτως, ἐὰν παρεγνωρίζετο ἡ κατηγορία τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐβελτίωσαν διὰ τῆς ἐργασίας των τὴν κατάστασιν τοῦ Ο.Λ.Π. θὰ διεπράττετο ἀδικία εἰς βάρος των. Γενικῶς ἡ ἐπίκρισίς σας ἐστράφη ἐναντίον τοῦ Ν. Δ)τος. Τοῦτο ὅμως, νομίζω, δὲν εἶναι θέμα ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ ἐὰν εἴχατε τὴν γνώμην αὐτήν, ἔπρεπε νὰ ζητήσητε ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας, ὡς ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχετε δικαίωμα, νὰ φέρετε τὸ Ν. Δ. ἐνώπιον τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς, ὁπότε ἦτο πιθανόν, ὁλόκληρον τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς νὰ κρίνῃ διαφόρως, ἀπὸ ὅ,τι ἔκρινεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ 60 ἀξιοτίμους συναδέλφους. Ἡ ἐπίκρισίς σας κυρίως εἰς τὰ δύο αὐτὰ σημεῖα ἀνεφέρθη. Ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐὰν οἱ σημειωταὶ τῆς Αʹ ἢ Βʹ κατηγορίας ἔπρεπε νὰ προτιμηθοῦν ἢ ὄχι, ἐγὼ παραμένω ἀδιάφορος, καθ’ ὅσον ὁ θεσμὸς ἀποδεικνύεται ὅτι διὰ τὸν ΟΛΠ εἶναι σωτήριος. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν σημερινὴν διοίκησιν τοῦ ΟΛΠ καὶ εἰς τὸν σημερινὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κυρίως ὀφείλει ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι τὸν Μάϊον τοῦ 1953 παρέλαβον ταμιακὸν ἔλλειμμα 11.000.000.000 παλαιῶν δραχμῶν καὶ ὑποχρεώσεων ὤφειλεν ἐκ διαφόρων χρεῶν 35.000.000.000 παλ. δραχμῶν, σύνολον δηλαδὴ 46.000.000.000. Σήμερον ἐκαλύφθησαν τὰ 46 ἐκεῖνα δισεκατομμύρια, ἐξετελέσθησαν ἔργα εἰς τὸν ΟΛΠ καὶ εἰς τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς, ἀξίας 6 ἑκατομμυρίων, προεγραμματίσθησαν ἔργα 130.000.000 καὶ σήμερον ὑπάρχει ταμιακὸν ὑπόλοιπον περὶ τὰ 90 ἑκατομμύρια εἰς τὸν ΟΛΠ. Αὐτὴ καὶ μόνον εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπίκρισίν σας περὶ κακῆς διοικήσεως τοῦ ΟΛΠ, διότι σεῖς ἠσχολήθητε μὲ τὰ πρόσωπα, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ δι’ ἔργων καὶ δι’ ἀριθμῶν, κύριε συνάδελφε. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ὑπῆρξε σφάλμα, ὅτι ἔρχεσθε σεῖς, ὡς βουλευτὴς Πειραιῶς, νὰ ἐπικρίνετε τὸν σημερινὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἓν ἔργον τεράστιον, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν εἰς τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ὁμολογία σας ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων δι’ ὅ,τι ἔκαμεν εἰς τὸν Πειραιᾶ, μὲ ἱκανοποιεῖ ἀπολύτως καὶ σᾶς συγχαίρω διὰ τὸν ἀνδρισμόν, τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν παρρησίαν, ἡ ὁποία σᾶς διακρίνει.
§273Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τοὺς τελευταίους σας λόγους. Δὲν ἀμφέβαλλον, ὅτι ἡ ἀπάντησίς σας θὰ ἦτο αὐτή, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐδώσατε. Δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ. Μᾶς ἐδώσατε νὰ καταλάβωμεν κάτι, τὸ ὁποῖον ἐγνωρίζαμεν. Ὅτι ὄντως ὁ Στρατάρχης Παπάγος, μὲ τὸν ὑπουργὸν Δημοσίων Ἔργων, ἀξιότιμον κ. Καραμανλῆν, τὸν ὁποῖον καθωδήγει, κατώρθωσαν νὰ ἔχωμεν ἕν ἐκ τῶν λαμπροτέρων του ἔργων, τοῦ Ο. Ο.Π. Τὸν ἐξυγίανεν οἰκονομικῶς. Εἶναι γνωστόν.
§274Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Τὸν ἐξυγίαναν οἱ πόροι τοῦ λαοῦ.
§275Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐδικαιοῦτο ἡ διοίκησις τοῦ Ο.Λ.Π., ἐπειδὴ ἔκαμε τὰ ἔργα αὐτά, νὰ ζητεῖ ἀντάλλαγμα διορισμῶν; Αὐτό, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐπερίμενα νὰ τὸ ἀκούσω.
§276Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Δημ. Ἔργων). Ἐπειδὴ σᾶς διακρίνει, καὶ τοῦτο πρὸς τιμήν σας, καλὴ πίστις, εἶμαι ὑποχρεωμένος τοῦτο νὰ τὸ συζητήσω καὶ νὰ τὸ ἐξάρω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἀμφισβητεῖτε τὴν συμβολὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ ἐπειδὴ αἱ ἐπικρίσεις σας στρέφονται ἐναντίον τῆς διοικήσεως τοῦ ΟΛΠ, ἐγὼ θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἐὰν καταγγείλετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ πρὸς ἐμὲ ἢ τὸν κ. Εὐταξίαν συγκεκριμένας πράξεις παρανόμους τῆς διοικήσεως τοῦ Ο.Λ.Π., νὰ τὰς ἐλέγξωμεν καὶ νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι θὰ ληφθοῦν τὰ κατάλληλα δι’ ἑκάστην περίπτωσιν μέτρα. Ἐξ ὅσων κατηγγείλατε εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας ἐπὶ τοῦ θέματος ἐὰν ἔπρεπε νὰ προσληφθοῦν ἢ ἀπὸ τοὺς ἐπιλαχόντας εἰς τὸν διαγωνισμὸν ἢ ἀπὸ τοὺς ὑπηρετοῦντας, συζητοῦντες, δὲν διεπίστωσα οὐδεμίαν παρανομίαν.
§277Η. ΣΑΚΚΑΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει παρανομία. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀποτυχόντας εἰς τὸν διαγωνισμόν, προσελήφθησαν μεταξὺ τῶν σημειωτῶν.
§278Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Δημ. Ἔργων). Νομίζω ὅτι ἡ διοίκησις, διὰ τὸ τεράστιον αὐτὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσεν ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν καὶ καθοδήγησιν τοῦ ἀξιοτίμου σημερινοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ὡς ὑπουργοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων, εἶναι ἀξία συγχαρητηρίων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι τῆς ἀνήκουν τοιαῦτα συγχαρητήρια, ἀφοῦ εἶναι τὸ ὄργανον ἐκεῖνο, δι’ οὗ ὁ κ. Καραμανλῆς ἐξετέλεσε τὰ ἔργα ταῦτα.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως κηρύσσεται περαιωμένη. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§280ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 11 μ.μ.)