1955.02.07
4.858 στίχοι · 38.266 λέξεις · 89 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39η
Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 1955
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκελεστάθης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΓΚΕΛΕΣΤΑΘΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Β. Καραμπίλιας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Β. ΚΑΡΑΜΠΙΛΙΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Λ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτει μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1954–55 γενομένας ἀπὸ τῆς καταθέσεως του τὴν 16ην Ὀκτωβρίου 1954 μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1954. Οἱ κ. κ. Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ) καὶ Λ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως συνάψεως δανείου παρὰ τῆς EXPORT–IMPORT BANK τῶν Η.Π.Α. ποσοῦ δολλαρίων 10.000. 000». Ὁ κ. Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Α. Ν. 25.1.1936, «περὶ καταστάσεως τῶν Ἀξ)κῶν τοῦ κατὰ Ξηρὰν Στρατοῦ», καὶ διατάξεων τοῦ Α. Ν. 3102) 1942, «περὶ ἱεραρχίας, προβιβασμῶν καὶ καταστάσεων τῶν Ἀξ)κῶν τῆς Β. Ἀεροπορίας». Ὁ κ. Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 80)1946, «περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου». Οἱ κ.κ. Λ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) καὶ Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως), καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1954 ὑπογραφείσης συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Ἑλλάδος καὶ Ἀθηνῶν Α. Ε. καὶ τῆς Ἑταιρίας «Ἀστὴρ Ἀνώνυμος Ἀσφαλιστικὴ καὶ Ξενοδοχειακὴ Ἑταιρία», περὶ παραχωρήσεως τῆς παραλιακῆς περιοχῆς Γλυφάδας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Τζηρίδης, Π. Σταμούλης, Σ. Περεσινίδης, Λ. Σαραφιανός, Χ. Ντινίδης, Ι. Λαυρεντίδης, Λ. Μπατρῖνος, Κ. Τζιτζικώστας κ. ἄ., καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως, μετατροπῆς, συμπτύξεως καὶ μετονομασίας ἑδρῶν τινῶν τῶν Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Τζαμαλούκας, Γ. Καρότσης, Χ. Βόσκογλου, Ι. Λαυρεντίδης, κ.ἄ., καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως, μετατροπῆς, συμπτύξεως καὶ μετονομασίας ἑδρῶν τινῶν τῶν Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Πλαγιάννης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Ἀλιπράντης, Ι. Λύρας, Ι. Κοντοβράκης, Α. Λαμπρόπουλος, Δ. Δαβάκης, Ν. Βαρβιτσιώτης, Κ. Ποντίδης, Η. Ἀναστασόπουλος, Ν. Διγενόπουλος, καὶ Γ. Κατσαφᾶδος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2948)1954 Ν. Δ. παραταθεισῶν προθεσμιῶν καὶ ρυθμίσεως ζητημάτων Δημ. Χρέους». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Οἰκονομίδης, Ἀλ. Παπαθανάσης, Ν. Κωνσταντόπουλος, Ἀθ. Παπαθανάσης καὶ Σ. Μακρόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. 2066)1952, «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Ἀρωγῆς καὶ Ὑγείας Οἰκονομικῶν Ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Βενέτης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Ταμείου Ἐφέδρων Πολεμιστῶν Κρήτης, κειμένης νομοθεσίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Λαμπρόπουλος, Γ. Πλατῆς, Ι. Ἰντζές, Χ. Παναγιούλας, Ν. Ζορμπᾶς, Φ. Γεροθανάσης, Θ. Ἀνδρεάδης, Β. Βύζας, Φ. Πιτούλης, Π. Ντεντιδάκης, Ε. Κοθρῆς, Ε. Λουλακάκης, Ι. Τσαντίρης, Α. Πασσάδης καὶ Λ. Κίκας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Ταμείων Ἐφέδρων Πολεμιστῶν Κρήτης, κειμένης νομοθεσίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Τσούτσουρας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 2367)1953, «περὶ τίτλων κυριότητος ταξινομίσεως ἀδειῶν κυκλοφορίας καὶ φορολογίας αὐτοκινήτων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Τριανταφύλλης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνταξιοδοτήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ι.Κ.Α.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Μπίρης καὶ Α. Πασσάδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνταξιοδοτήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ι.Κ.Α.». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Πλατῆς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνταξιοδοτήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ι.Κ.Α.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Ράπτης καὶ Ε. Σαββόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «περὶ συνταξιοδοτήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ι.Κ.Α.» καὶ 2) «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 2066)1952, «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Ἀρωγῆς καὶ Ὑγείας Οἰκονομικῶν Ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§6Α. ΠΑΠΑΓΟΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῶν ἐκλογῶν, ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐστράφη πρὸς τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ ἔχει συναίσθησιν τῆς ἱστορικῆς εὐθύνης της ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ζήτημα. Τὴν 4ην Δεκεμβρίου 1952, ἀπαντῶν εἰς συγχαρητήριον τηλεγράφημα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, τοῦ ἔλεγα καὶ τὸν διεβεβαίωνα, αὐτὸν καὶ δι’ αὐτοῦ τὸν Κυπριακὸν Λαόν, ὅτι τόσον ἐγώ, ὅσον καὶ ἡ ὑπ’ ἐμὲ Κυβέρνησις θὰ πράξωμεν τὸ πᾶν, ὥστε τὸ Κυπριακὸν ζήτημα νὰ λάβῃ τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν καὶ λύσιν ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς σημερινῆς πραγματικότητος. Ὁμοίως, εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς γενομένας τὴν 17ην Δεκεμβρίου 1952, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀνεφέρετο, ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ Κυπριακὸν ζήτημα τὸ ὁποῖον συνέχει τὰς καρδίας καὶ τὰς ψυχὰς ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς σημερινῆς πραγματικότητος. Εἰς διαφόρους συνομιλίας, κύριοι βουλευταί, τὰς ὁποίας εἶχον μὲ τὸν ἐνταῦθα πρέσβυν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τὸν Σὲρ Τσάρλς Πήκ, τοῦ ἐτόνιζον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις Ἑλληνική, ἡ ὁποία νὰ ἀδιαφορήσῃ διὰ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ ἀδιαφορήσῃ διὰ τὴν τύχην 400 χιλιάδων Ἑλλήνων, καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῇ μία λύσις, λύσις τοιαύτη, ἡ ὁποία ἱκανοποιοῦσα τοὺς Κυπρίους, νὰ μὴ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν διαταραχὴν τῶν σχέσεων καὶ τῆς φιλίας μὲ τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν φιλίαν, τόσον ἐγώ, ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησίς μου, ἀποδίδομεν μεγάλην σημασίαν καὶ θεωροῦμεν αὐτὴν ὡς ἕνα ἀκρογωνιαῖον λίθον τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Χώρας. Τοῦ ἔλεγον, ὅτι μία συζητητέα λύσις θὰ ἦτο ἡ παραχώρησις ἑνὸς φιλελευθέρου Συντάγματος, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν διενεργείας δημοψηφίσματος ἐντὸς 2 ἢ 3 ἐτῶν. Καὶ προσέθετον ὅτι διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν στρατηγικῶν συμφερόντων καὶ ἀπαιτήσεων τῆς Βρεττανικῆς στρατιωτικῆς πολιτικῆς ἐν τῇ Μέσῃ Ἀνατολῇ θὰ εἴμεθα διατεθειμένοι ὄχι μόνον βάσεις νὰ παραχωρήσωμεν τῆς Μεγαλονήσου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἠπειρωτικὴν καὶ νησιωτικὴν Ἑλλάδα. Ὁ Πρέσβυς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας μὲ ἤκουε πάντοτε μετὰ προσοχῆς καὶ μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν εὐγένειαν μὲ διεβεβαίωνεν, ὅτι ὅσα τοῦ ἔλεγον διεβιβάζοντο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ἀλλὰ ὅτι αὐτὸς δὲν ἐθεώρει εὔθετον τὴν στιγμὴν διὰ τὴν ἀνακίνησιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, κύριοι βουλευταί, διεφώνουν ἀπολύτως, διότι ὁλοὲν μᾶς ἤρχοντο καὶ δυσάρεστα νέα ἀπὸ τὴν Κύπρον. Αἱ ἐκεῖ Βρεττανικαὶ Ἀρχαὶ ἐλάμβανον σειρὰν μέτρων ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα ἀπέβλεπον εἰς τὸν ἀφελληνισμὸν τῆς Νήσου. Ἡ ὕπαιθρος ἐστέναζεν ἀπὸ μέτρα οἰκονομικῆς πιέσεως, ἀποσκοποῦντα εἰς τὴν ἀποθάρρυνσιν καὶ τὴν ἠθικὴν ὑποδούλωσιν τῶν κατοίκων. Τὴν 27ην Ἀπριλίου 1953, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, ἐνεργῶν ἐν ὀνόματι τῆς Ἐθναρχίας τῆς Κύπρου, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ἁρμοστὴν τῆς Νήσου, ὅπως προαγάγῃ πρὸς πραγματοποίησιν τὸ πρὸς αὐτοδιάθεσιν δικαίωμα τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ, κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν τῆς 10 Δεκεμβρίου 1952 καὶ τὸ προσαγάγῃ πρὸς πραγματοποίησιν, εἴτε διὰ τῆς ἀξιοποιήσεως τοῦ ἐνεργηθέντος κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1950 δημοψηφίσματος, εἴτε καὶ διὰ διενεργείας νέου. Τὸν Μάϊον τοῦ 1953, ὁ Κυβερνήτης τῆς Κύπρου ἀπήντησεν, ὅτι ἡ Βρεττανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀντιμετωπίζει μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος εἰς τὴν Κύπρον, ἑπομένως τὸ ζήτημα εἶναι κλειστόν. Δύνασθε νὰ ἀντιληφθῆτε, κύριοι βουλευταί, τὴν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἐπροξένησεν ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ Κυβερνήτου τόσον ἐν Κύπρῳ, ὅσον καὶ ἐν Ἑλλάδι. Εἰς τὰς 10 Αὐγούστου 1953, ἡ Ἐθναρχία Κύπρου προσέφυγεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ζητοῦσα ὅπως ταῦτα συστήσουν εἰς τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν νὰ σεβασθῇ τὸ πρὸς αὐτὴν τιθέμενον δικαίωμα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Συγχρόνως ὁ Μακάριος, δι’ ἐπιστολῆς του πρὸς ἐμέ, ἐζήτησε νὰ υἱοθετήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν προσφυγὴν ταύτην καὶ νὰ σταθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Παρὰ τὴν ἀδυσώπητον πίεσιν τῶν γεγονότων, δὲν ἠθέλησα, κύριοι βουλευταί, νὰ συμμερισθῶ τότε τὴν ἄποψιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, δὲν ἠθέλησα νὰ προσφύγω εἰς τὸν Ὀργανισμὸν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, διότι ἐθεώρουν ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ διὰ διμερῶν συνομιλιῶν. Δὲν ἤθελα εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη νὰ γίνουν συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς παρίστανον ὡς διϊσταμένους πρὸς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν. Καὶ ἐπειδὴ τότε εἶχον πληροφορηθῆ ὅτι θὰ ἤρχετο εἰς τὴν Ἑλλάδα δι’ ἀνάρρωσιν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἤντεν, ἀπεφάσισα νὰ συναντηθῶ μαζί του καὶ νὰ ὁμιλήσω. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐκλήθη ἀπὸ τὴν Ν. Ὑόρκην ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος κ. Κύρου καὶ εἰς μίαν σύσκεψιν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐδῶ, ἀπεφασίσθη νὰ ἀποτρέψωμεν τὸν Μακάριον, νὰ μεταβῇ εἰς Ἀμερικὴν διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν προσφυγὴν τὴν ὁποίαν εἶχεν κάμει. Ὁ δὲ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος κ. Κύρου ὁμιλῶν εἰς τὴν Γεν. Συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν τῆς 21 Δεκεμβρίου 1953, προέβη εἰς τὰς ἑξῆς δηλώσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω. «Ὁ Πνευματικὸς καὶ Ἐθνικὸς Ἀρχηγὸς τῶν τεσσάρων πέμπτων τοῦ Ἐθνικοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα νὰ ἐγγραφῇ τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐζήτησε νὰ συστήσῃ ὁ Ὀργανισμὸς εἰς τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν ὅπως παραδεχθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ πρὸς αὐτοδιάθεσιν, συμφώνως πρὸς ἀπόφασιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν τῆς 16 Δεκεμβρίου 1952. Ἐν τούτοις τὸ Κυπριακὸν ζήτημα δὲν εἶναι μεταξὺ τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, παρ’ ὅλην τὴν ἰσχυρὰν πίεσιν τῆς Ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης, δὲν ἐδέχθη νὰ υἱοθετήσῃ τὴν αἴτησιν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἀναλάβῃ πρωτοβουλίαν, διότι ἐπιθυμεῖ, πρὶν προσφύγῃ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν μέθοδον τῶν φιλικῶν διμερῶν συνομιλιῶν. Πρὶν καταφύγει κανεὶς εἰς τὴν διαιτησίαν ἢ τὴν Δικαιοσύνην, ἐξαντλεῖ κάθε δυνατότητα ἀπ’ εὐθείας συνεννοήσεως ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ δύο χωρῶν, τὰς ὁποίας συνδέουν μακραὶ ἐγκάρδιαι σχέσεις. Ὑπάρχει πάντοτε ἀνοικτὴ ὁδὸς νὰ καταφύγῃ κανεὶς εἰς τὸν δικαστήν, ὅταν ὁ συνήθης τρόπος τῆς φιλικῆς συνεννοήσεως δὲν ἀποδώσῃ». Τὴν ἑπομένην ἀκριβῶς, ἤτοι τὴν 22 Δεκεμβρίου τοῦ 1953, μετέβην εἰς τὴν Βρεταννικὴν Πρεσβείαν καὶ συνηντήθην μὲ τὸν κ. Ἤντεν, τὸν ὁποῖον ἐγνώριζον ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου. Παρίστατο καὶ ὁ πρεσβευτὴς τῆς Μ. Βρεταννίας. Ἐν ἀρχῇ ὁ κ. Ἤντεν μοὶ διεβίβασεν ἐπίσημον πρόσκλησιν τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπισκεφθῶ τὸ Λονδῖνον. Εἶτα, εἰσερχόμενος εἰς τὸ θέμα, τοῦ ἀνέπτυξα πῶς ἔχει τὸ Κυπριακόν, εἰς ποίαν δύσκολον θέσιν εὑρίσκετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, κατόπιν τῆς προσφυγῆς τῆς Ἐθναρχίας, διατὶ δὲν υἱοθέτησε αὐτὴν καὶ ἐπέμεινα ἐπὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἐξευρεθῇ μία λύσις τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος διὰ διμέρων φιλικῶν συνομιλιῶν, αἱ ὁποῖαι διμερεῖς συνομιλίαι ἰδίως δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐκτράχυσιν τῶν καλῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν μὲ τὴν Μ. Βρεταννίαν. Ὁ κ. Ἤντεν, μὲ ἤκουσε μὲ προσοχήν, ἐν τούτοις ξηρῶς μοῦ ἀπήντησεν ὅτι «θὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπα καὶ ἄλλοτε, δηλαδὴ διὰ τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑφίσταται Κυπριακὸν ζήτημα οὔτε εἰς τὸ παρόν, οὔτε εἰς τὸ μέλλον». Τοῦ ἀπήντησα τότε, ὅτι κατόπιν τῆς κατηγορηματικῆς ταύτης δηλώσεως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ χειρισθῇ πλέον τὸ ζήτημα αὐτὸ ὅπως κρίνῃ καλύτερον καὶ λυσιτελέστερον καὶ ὅτι ἀποκτᾶ πλέον πλήρη καὶ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν ἐνεργείας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Μετά τινα καιρὸν καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Ἤντεν εἶχεν ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μ. Βρεταννίας, διότι, ὅταν εἶχεν ἔλθει ἐδῶ εὑρίσκετο ἐν ἀναρρώσει, ἐκάλεσα τὸν πρεσβευτὴν τῆς Μ. Βρεταννίας καὶ τοῦ εἶπον, ἀφοῦ τὸν εὐχαρίστησα διὰ τὴν διαβιβασθεῖσαν πρόσκλησιν τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ μετέβαινον εὐχαρίστως εἰς Λονδῖνον ἐν τῇ περιπτώσει καθ’ ἥν, μεταξὺ τῶν ἄλλων θεμάτων τῶν συνομιλιῶν, θὰ ἦτο καὶ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως καθ’ ἥν θὰ ἀπεκλείετο οἱαδήποτε συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ἐθεώρουν ἐμαυτὸν στοιχειωδῶς ὑποχρεωμένον νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τὴν πρόσκλησιν. (Χειροκροτήματα). Ὁ Βρεταννὸς πρέσβυς, διεβίβασε τ’ ἀνωτέρω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μετά τινα καιρὸν ἔλαβεν ἔγγραφον ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἤντεν, ἡ ὁποία ἐπὶ λέξει ἦτο ἡ ἑξῆς: «Ἐλπίζω, ἔλεγε, νὰ συναντήσω τὸν Στρατάρχην Παπάγον εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ θὰ ἐλυπούμην πολύ, ἐὰν τὸ Κυπριακὸν ζήτημα τὸν ἠμπόδιζε νὰ ἔλθῃ. Δὲν δύναμαι παρὰ ταῦτα, νὰ μεταβάλλω τὴν στάσιν μου ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ». Κατόπιν τούτου, κύριοι βουλευταί, ἐλήφθη πλέον ἡ ἀπόφασις νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Κατὰ τὴν 22αν Δεκεμβρίου 1954, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, ἐνετάλη ἐκ μέρους μου ὁ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτής μας κ. Μόστρας, νὰ ἴδῃ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ, ὅτι εἶναι εἰλημμένη ἡ ἀπόφασις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἀλλά, ὅτι μέχρι τῆς τελευταίας διὰ τὴν ἐγγραφὴν προθεσμίας, θὰ εἴμεθα πάντοτε ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν φιλικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, μὲ τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπῆρξεν ἀπολύτως ἀρνητική. Καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ κ. Μόστρας, μᾶς ἐτηλεγράφησε καὶ τὰς ἑξῆς ἐντυπώσεις του: «Δὲν διέκρινα οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν κάμψιν εἰς τὴν ἀπόλυτον σταθερότητα τῶν λόγων τοῦ Ἄγγλου ὑπουργοῦ. Δὲν θὰ ἀποφύγωμεν τὴν διατάραξιν τῶν σχέσεών μας, μοῦ εἶπεν οὗτος. Ἔχομεν τὰ μέσα νὰ ἀποκρούσωμεν ἐνδεχομένην προσφυγήν, ἐν ἀνάγκῃ, θὰ ἀποχωρήσωμεν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ τὴν συζητήσῃ». Κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, ὁ ὑφυπουργὸς τῶν Ἀποικιῶν κ. Μίνστερ, ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις, δὲν ἀντιμετωπίζει μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος εἰς τὴν Κύπρον. Ἀξίζει νὰ πληροφορηθῆτε, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὴν ἰδίαν ἡμέραν, ὁ ἴδιος ὑπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, ὅτι ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις, ἀπεφάσισε νὰ παράσχῃ αὐτοδιάθεσιν εἰς τοὺς ἰθαγενεῖς τῆς Οὐγκάντα. (Φωναί: Αἶσχος, αἶσχος. Κίνησις τοῦ Στρατάρχου, ζητοῦσα ἀπὸ τὴν Βουλὴν σιωπήν). Εἰς τὰς 15 Μαρτίου 1954, ὁ κ. Ἤντεν, ὁμιλῶν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων καὶ ὑπαινισσόμενος τὴν συνάντησιν τὴν ὁποίαν εἶχε μετ’ ἐμοῦ ἐν Ἑλλάδι εἰς τὴν Βρεταννικὴν πρεσβείαν, εἶπε τὰ ἑξῆς: «Κατέστησα σαφὲς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μεγαλειότητος, δὲν συμφωνεῖ νὰ συζητήσῃ τὸ καθεστὼς τῆς Κύπρου». Τὴν 18ην Μαρτίου 1954, ἐδήλωσα εἰς τὸν τύπον, κ. βουλευταί, τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω. «Ἡ ἐπὶ τῆς Κύπρου γραμμὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, παραμένει καὶ θὰ παραμείνῃ ἀμετάτρεπτος, οἵα ἐχαράχθη καὶ ἀνεκοινώθη. Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ συνδυάζουσα τὴν διαλλακτικότητα πρὸς τὴν ἀποφασιστικότητα, ἀποτελεῖ τὴν καλυτέραν δυνατὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν κατοχύρωσιν τῆς ἀσφαλείας εἰς τὴν Νοτιοανατολικὴν λεκάνην τῆς Μεσογείου εἰς τὴν διατήρησιν ἑνότητος τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως καὶ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν πατροπαραδότων Ἑλληνοαγγλικῶν σχέσεων, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, θέτουσα ἐν ἐνεργείᾳ τὴν ἐντὸς τῆς Κύπρου πολιτείαν της, οὐδὲν θὰ παραλείψῃ καὶ οὐδὲν θὰ πράξῃ, ὅπερ θὰ ἠδύνατο νὰ προσδώσῃ εἰς ταύτην ἀντιβρεταννικὴν αἰχμήν. Αὐτὴ ἡ νεωτέρα πρᾶξις ἐπιβεβαιοῖ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Τὴν 30ὴν Μαρτίου 1954, ὁ κ. Ἤντεν ἐκάλεσε τὸν ἐν Λονδίνῳ πρέσβυν μας, τὸν κ. Μόστραν, καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι ἀπορεῖ, διατί ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διακινδυνεύει τὸ κῦρος της εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου, ἐνῶ γνωρίζει ὅτι οὐδὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, ἐκτὸς τῆς ἐκτραχύνσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ Μ. Βρεταννίας καὶ Ἑλλάδος. Τὴν 6ην Ἀπριλίου, ὁ Ἕλλην πρεσβευτής, ἐπέδωκεν ἔγγραφον ἀπάντησίν μου εἰς τὸ κ. Ἤντεν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐξήγει πάλιν, διατὶ θὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ ὅτι εἴμεθα πάντοτε ἕτοιμοι διὰ φιλικὰς συνεννοήσεις πρὸς διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος, πρὸς ἐξεύρεσιν μιᾶς λύσεως ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Εἰς τὰς 7 Ἀπριλίου 1954, ἐκάλεσα τὸν ἐν Ἀθήναις πρέσβυν τῆς Μ. Βρεταννίας καὶ τοῦ ἔδωσα ἀντίγραφον τοῦ ἐπιδοθέντος ἀπὸ τὸν κ. Μόστραν ἐγγράφου μου πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μ. Βρεταννίας. Τὴν 20ὴν Ἀπριλίου 1954, ὁ Βρεταννὸς βοηθὸς ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν κ. Χάρισσον, ἐδήλωσε πάλιν εἰς τὸν ἐν Λονδίνῳ πρέσβυν μας, ὅτι ἡ Βρεταννικὴ πολιτικὴ ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου, παραμένει ἀμετάβλητος. Καὶ τὴν 13ην Μαΐου 1954, προέβην εἰς τὰς ἑξῆς νέας δηλώσεις διὰ τὴν Κύπρον. «Ἡ Ἑλλάς, ἀκολουθήσασα ἐξ ἀρχῆς τὴν ὁδὸν τῆς συνέσεως καὶ τῆς μετριοπαθείας, ἐπεζήτησεν, ὅπως τὸ Κυπριακὸν ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον διακανονισμοῦ φιλικοῦ μετὰ χώρας, μεθ’ ἧς ἡ ἰδική μας συνδέεται διὰ πατροπαραδότου φιλίας. Εἰς τὴν ἐπίμονον αὐτὴν προσπάθειάν μας, ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις ἀπαντᾶ διὰ ξηρῶν «ὄχι». Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, κατὰ συνέπειαν, εἰς ἣν περίπτωσιν συνεχισθῇ ἡ τοιαύτη ἀρνητικὴ στάσις τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμία ἄλλη ὁδὸς ἀπομένει ἐκτὸς τῆς προσφυγῆς εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Ἐμμένουσα εἰς τὴν μετριοπαθῆ της πολιτικήν, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀφήσῃ νὰ ἐξαντληθῇ καὶ τὸ τελευταῖον χρονικὸν περιθώριον, τὸ ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τῆς διαδικασίας τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ εἰς τὰς 22 προσεχοῦς Αὐγούστου θὰ ζητήσῃ τὴν ἐγγραφὴν τοῦ Κυπριακοῦ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, διὰ τὴν 21ην Σεπτεμβρίου 1954. Ἡ διὰ τοῦτο εὐθύνη ἀσφαλῶς δὲν θὰ βαρύνῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν». Εἰς τὰς 14 Μαΐου 1954, ὁ Βρεταννὸς κοινοβουλευτικὸς ὑφυπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐκάλεσε πάλιν τὸν ἐν Λονδίνῳ πρέσβυν μας καὶ τοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θὰ εὑρίσκετο Βρεταννικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ συζητήσῃ μὲ οἱανδήποτε ἄλλην Κυβέρνησιν, ὁσονδήποτε φιλικὴ καὶ ἐὰν ἦτο αὕτη, ζήτημα σχετιζόμενον καθ’ οἱονδήποτε τρόπον μὲ ἐκχώρησιν ἐδάφους τοῦ Στέμματος. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὁπόσας προσπαθείας κατέβαλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ ἐξευρεθῇ φιλικὴ λύσις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, ἀλλὰ προσέκρουε πάντοτε εἰς τὴν αὐτὴν χαρακτηριστικὴν ἀκαμψίαν καὶ ἀδιαλλαξίαν τῆς Βρεταννικῆς πολιτικῆς. Εἶναι ἄσκοπον, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀναφέρω καὶ ἄλλας ὑπερφιάλους δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι τόσον ἐκ μέρους τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως ἐγένοντο εἰς τὰς δύο Ἀγγλικὰς Βουλάς, δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἤρχοντο καὶ ἔρριπταν ἔλαιον εἰς τὴν πυράν. Ἀναφέρω μόνον τὰς δηλώσεις τῆς 23 Ἰουλίου 1954, τοῦ κ. Χόπκινσον, ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν ὅτι πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχουν ἐδάφη τῆς Κοινοπολιτείας, τὰ ὁποῖα, λόγῳ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦσιν, οὐδέποτε θὰ τύχωσιν ἀνεξαρτησίας. Καὶ τὰς δηλώσεις αὐτὰς ἦλθεν ἀμέσως νὰ συμπληρώσῃ ὁ Λύτλεστον, ὁ ὁποῖος ἐχαρακτήριζε τὴν Ἑλλάδα, ὡς χώραν φιλικὴν μέν, ἀλλ’ ἀσταθῆ. Δηλώσεις ἀτυχεῖς, κύριοι βουλευταί, δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐτραυμάτιζον τὰ αἰσθήματα τῶν Κυπρίων, αἱ ὁποῖαι ἐτραυμάτιζον τὰ αἰσθήματα τῶν Ἑλλήνων καὶ ἰδίως ἐτραυμάτιζον τὴν Ἑλληνοβρεταννικὴν φιλίαν, εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ὁποίας τόσην σημασίαν ἀπεδίδομεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἀποδίδωμεν. Οὕτω τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Ἡ ἐγγραφὴ ἐγένετο τὴν 20ὴν Αὐγούστου, τὴν τελευταίαν ἐπιτρεπομένην ἡμερομηνίαν. Ἀπὸ ὅλα ὅσα σᾶς εἶπον, προκύπτει ὅτι, δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος, ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος. Δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ θεωρήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο κλειστόν. Ἡ προσφυγή, ἡ ὁποία κατετέθη ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, ἐβασίζετο εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ χάρτου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ εἶχεν ὡς τίτλον «Ἐφαρμογὴ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν, διὰ τὸν πληθυσμὸν τῆς Κύπρου». Τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἡγήθη ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς ἐκθέσῃ τὰ τῶν διεξαχθεισῶν ἐκεῖ συζητήσεων. Ἐγὼ θέλω νὰ τονίσω, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῆς 17ης Δεκεμβρίου τοῦ 1954, ἡ ὁποία ἐπιβεβαιοῖ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐπιληφθῇ τῆς προσφυγῆς ἀλλὰ δὲν θεωρεῖ σκόπιμον, πρὸς τὸ παρόν, νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἐπ’ αὐτῆς, εἶναι μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία χωρὶς νὰ εἶναι ἰδεώδης δι’ ἡμᾶς, ἐν τούτοις εἶναι μία λύσις εὐνοϊκὴ διότι τὸ ζήτημα, τὸ Κυπριακόν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν ἀφάνειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο. Ἔγινεν ἕνα ζήτημα διεθνές, δὲν εἶναι πλέον ἐσωτερικὴ ὑπόθεσις τῆς Μ. Βρεταννίας. Τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη δύνανται νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἀνέβαλον ἁπλῶς τὴν ἀπόφασίν των. Τὰ ἑξήκοντα μέλη τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ ἡ διεθνὴς κοινὴ γνώμη ἐνημερώθησαν ἐπὶ τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως, ἐνημερώθησαν ἐπὶ τοῦ πόθου τῶν ἀδελφῶν Κυπρίων. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ ἀπόφασις αὕτη δέον νὰ θεωρηθῇ ὡς ἕνας εὐοίωνος ἱστορικὸς σταθμὸς διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. (Χειροκροτήματα). Ὅσον ἀφορᾶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι μετὰ πίστεως καὶ ἀποφασιστικότητος θὰ συνεχίσῃ τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ εὐγενὴς αὐτὸς ἀγών, τελικῶς θὰ δικαιωθῇ. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης. Οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως χειροκροτοῦν ὄρθιοι. Φωναί: Ἕνωσις, ἕνωσις).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κ. Στεφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§8Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ τὸ Κυπριακὸν ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης, ἐγνώριζε, καλῶς, ποῖαι ἦσαν αἱ ἐπικρατοῦσαι διεθνεῖς περιστάσεις, ἐγνώριζε τὴν ὑφισταμένην γενικώτερον ἐμπλοκήν, ὅπως ἐπίσης ἐγνώριζε καὶ τὰς ὑφισταμένας, τότε, δυσμενεῖς συνθήκας. Οὐχ’ ἧττον, ὅμως, ἐκ παραλλήλου, ἐγνώριζε, καλῶς, ὅτι αἱ δυσμενεῖς αὗται καὶ κρίσιμοι συνθῆκαι, εἶχον ὡς ἀφετηρίαν καὶ ὡς σκοπόν, τὴν προάσπισιν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας. Ἐγνώριζεν, ἀκόμη, ὅτι δι’ αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἀνεξαρτησίαν, εἴχομεν, ἤδη, ἀγωνισθῆ, ὡς ἀποκαλούμενα ἐλεύθερα ἔθνη, ἐναντίον τῶν ὀρδῶν τῶν μηχανοκινήτων τοῦ χιτλερισμοῦ. Ἐγνώριζεν ἀκόμη, ὅτι διὰ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν, μεταπολεμικῶς, εἶχον συνασπισθῆ, ἅπαντα τὰ Ἐλεύθερα Κράτη, διὰ νὰ κατορθώσωμεν, διὰ τοῦ συνασπισμοῦ αὐτοῦ, τὴν ἐλευθερίαν νὰ τὴν παγιώσωμεν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν νὰ τὴν καταστήσωμεν ἀπρόσβλητον. Δι’ αὐτό, τὸ θέμα τὸ Κυπριακόν, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ὡς θέμα ἐλευθερίας, συνυφασμένον ἀπολύτως μὲ τὸ θέμα τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἦτο θέμα σύμφωνον μὲ τὸ νόημα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀγῶνος καὶ τῶν ἐπιδιώξεων τῶν καλουμένων ἐλευθέρων ἐθνῶν, ἦτο θέμα σύμφωνον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν προμετωπίδα τοῦ Καταστατικοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, διότι τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἔχουν θέσει ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Καταστατικοῦ αὐτῶν, τὴν προάσπισιν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας ἁπάντων τῶν λαῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν οἱ προσφεύγοντες ἐκεῖ —ὅπως ὑποτίθεται— εὑρίσκουν δικαιοσύνην καὶ ἱκανοποίησιν. Διὰ τοῦτο, πρὸ τῶν δυσχερειῶν καὶ τῶν περιπλοκῶν τῶν διεθνῶν περιστάσεων, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως Στρατάρχης Παπάγος, σταθμίσας, καλῶς, τὰς διεθνεῖς περιστάσεις, ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ λάβῃ ἀποφασιστικὴν θέσιν, ἔναντι τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο οὐδενὸς εἴδους, ἐπίσης, δισταγμός, ὅταν θὰ ἐπρόκειτο νὰ παραμερισθῇ ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας, ἡ ἰδέα τῆς ἀνεξαρτησίας. Ἡ θέσις, ἑπομένως, τοῦ αἰτήματος τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, ἦτο, λέγομεν, ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὸ νόημα καὶ μὲ τὰς ἐπιδιώξεις τῶν ἐλευθέρων λαῶν. Ἐπεδίωκον, ὡς ἔλεγον, νὰ ὀργανώσουν ἕνα κόσμον, βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐλευθερίας. Ἔλεγον, ὅτι ἐπεζήτουν νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν διεθνῆ εἰρήνην καὶ ὡς μέσον διὰ τὴν ἐξασφάλισιν αὐτῆς, εἰσηγοῦντο, πάλιν, τὴν ἐλευθερίαν, εἰσηγοῦντο τὴν δικαιοσύνην. Εἴμεθα, ἐν τάξει, λοιπόν, σύμφωνοι μὲ τὸ διεθνὲς αὐτὸ πνεῦμα, ὅταν ἐφέρομεν ἐνώπιον αὐτῶν, τὸ αἴτημα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ αἴτημα τῆς ἐλευθερίας, τὸ ἀρρήκτως συνδεδεμένον μὲ τὸ αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἔκτοτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐθεώρησεν ὑποχρέωσίν της, νὰ χαράξῃ σταθερῶς τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν θὰ ἠκολούθει ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, καὶ θὰ τὴν ἠκολούθει καὶ θὰ τὴν συνέχιζε, χωρὶς ὑπαναχωρήσεις καὶ χωρὶς δισταγμούς. Ἤδη ἡ προηγουμένη τῆς παρούσης Κυβέρνησις, κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1952, εἶχε θέσει τὸ Κυπριακὸν ἐνώπιον τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ σχετικοῦ ὑπομνήματος εἶχε τότε ἐκθέσει τὴν πίεσιν, τὴν ὁποίαν ὑφίστατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἐξέθετε ταὐτοχρόνως τοὺς φόβους αὐτῆς, εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συνεχίζετο ἡ ἐκκρεμότης τοῦ Κυπριακοῦ καὶ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἐξ αὐτῆς θὰ προέκυπτον. Ἡ ἀπάντησις ὅμως τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρξε ξηρὰ καὶ κατηγορηματική. Μετὰ τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τότε, ὑπανεχώρησε καὶ δὲν ἐπανῆλθε πλέον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ὅταν ὁ Στρατάρχης Παπάγος, ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, κατόπιν τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς τῆς 16ης Νοεμβρίου, ἀμέσως ἔλαβε σαφῆ θέσιν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Εἰς τὰς προγραμματικὰς αὐτοῦ δηλώσεις, ἐνώπιόν σας, ἔλεγεν: «Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶναι φυσικόν, συνέχει τὰς ψυχὰς καὶ τὰς καρδίας ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ἡ Κυβέρνησις θὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς σημερινῆς πραγματικότητος». Ἤδη ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1953, εἶχε τὰς πρώτας σχετικὰς ἐπαφάς, ὅπως καὶ προηγουμένως ἐξέθεσε, μὲ τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας. Διακαὴς πόθος τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, ἦτο, ὅπως τὸ Κυπριακὸν θέμα, ρυθμισθῇ διὰ διμερῶν συνομιλιῶν, μετὰ τῆς φίλης καὶ συμμάχου Μεγάλης Βρεταννίας. «Ἐὰν τὸ Κυπριακόν, ἔλεγε τότε ὁ Στρατάρχης Παπάγος, ἐλύετο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δηλαδὴ διὰ διμερῶν συνομιλιῶν, δὲν θὰ ἦτο ἡ Κύπρος, ἡ ὁποία θὰ προσηρτᾶτο εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Μεγάλη Βρεταννία θὰ προσήρτα τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον». Παρὰ τὴν ἔλλειψιν, οἱασδήποτε ἀνταποκρίσεως, ἐκ μέρους τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τὰ δυσάρεστα νέα, τὰ ὁποῖα συνεχῶς ἤρχοντο ἀπὸ τὴν μαρτυρικὴν Μεγαλόνησον, ἔνθα διὰ σειρᾶς ἀνελευθέρων μέτρων ἐκπαιδευτικῶν καὶ οἰκονομικῶν, ἐπεδιώκετο ἡ κάμψις καὶ ἀφελληνισμὸς τοῦ ἐκεῖ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, ὁ Στρατάρχης Παπάγος, μὴ λησμονῶν τοὺς μακροὺς καὶ στενοὺς δεσμούς, οἱ ὁποῖοι μᾶς συνδέουν μὲ τὴν Μ. Βρεταννίαν, ἐπέμενε πάντοτε ἐπὶ τῆς φιλικῆς διευθετήσεως, μετ’ αὐτῆς, τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Καὶ ὅταν, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος σᾶς εἶπε, κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1953, ἡ Ἐθναρχία, ἀπεφάσισε νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ ἐζήτησε τὴν συμπαράστασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ πάλιν ὁ Στρατάρχης Παπάγος, ἀψηφῶν τὸν κίνδυνον, ἐνδεχομένης παρεξηγήσεως, ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀντιδικίαν, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι οἱαδήποτε προσφυγὴ καὶ συζήτησις, ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ δυσαρέστους συνεπείας, διότι θὰ παρίστα τὴν Ἑλλάδα ὡς εὑρισκομένην εἰς διάστασιν, μὲ τὴν φίλην καὶ σύμμαχον Μ. Βρεταννίαν. Μετ’ ὀλίγον, ἦλθε πρὸς ἀνάρρωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μ. Βρεταννίας, ὁ κ. Ἄντονυ Ἤντεν καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συναντήσας αὐτὸν κατὰ τὴν 22 Σεπτεμβρίου, ἐξέθηκε τὰς δυσχερείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως συνεπείᾳ τῆς ὁλονὲν ὀγκουμένης πιέσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐπὶ πλέον ὡμίλει εἰς αὐτὸν περὶ τῶν δυνατῶν λύσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ θέμα τοῦτο, νὰ ἐπέλθουν χωρὶς νὰ διαταραχθοῦν, αἱ μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν πατροπαράδοτοι σχέσεις. Οὐδεμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐτόνισεν ὁ Στρατάρχης Παπάγος, εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλέψῃ τὸν πόθον τῶν 400.000 Ἑλλήνων τῆς Κύπρου. Ἡ ἀπάντησις, ὅπως σᾶς εἶπεν, ἦτο ξηρὰ καὶ κατηγορηματική: «Θὰ σᾶς ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον καὶ εἰς τὴν προηγουμένην Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ζήτημα Κύπρου διὰ τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὸ παρόν, οὔτε εἰς τὸ μέλλον». Καὶ ὁ Στρατάρχης Παπάγος ἀπήντησεν, ὅτι κατόπιν τῆς στάσεως ταύτης τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ πλέον ἑαυτὴν ἀδέσμευτον καὶ ὅτι θὰ ἀκολουθήσῃ τὸν λυσιτελέστερον καὶ ἐπωφελέστερον δρόμον διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ δικαίου αὐτοῦ αἰτήματος. Ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς ἀκολουθητέας πολιτικῆς γραμμῆς, ἐλήφθη τότε ὁριστικὴ καὶ ἀμετάκλητος χωρὶς σπουδὴν καὶ χωρὶς βίαν, ἀλλὰ μὲ ἠρεμίαν καὶ ἀποφασιστικότητα. Τὸ Κυπριακὸν θὰ προωθεῖτο πρὸς τὴν φυσικήν του λύσιν, διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μᾶς παρεῖχεν ἡ διεθνὴς Δικαιοσύνη καὶ οἱ διεθνεῖς Ὀργανισμοί. Ἡ πολιτική, ἡ ὁποία ἔκτοτε ἐχαράχθη σαφῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως, εἶναι γνωστή, εἰς ἡμᾶς. Θὰ ἀνεμένομεν διμερεῖς διαπραγματεύσεις, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν λύσιν ἀνεκτὴν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος καὶ θὰ ἀνεμένομεν μέχρι τῆς τελευταίας προθεσμίας, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπέτρεπε τὸ Καταστατικὸν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἐὰν παρέλθῃ τὸ διάστημα αὐτό, χωρὶς νὰ λάβουν χώραν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται, τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Ο.Η.Ε. Πάντως, προσέθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χαράσσων τὴν πολιτικὴν αὐτήν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέτουσα εἰς ἐφαρμογὴν τὴν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ πολιτικήν της, οὐδὲν θὰ παραλείψῃ καὶ οὐδὲν θὰ πράξῃ ὅπερ θὰ ἠδύνατο νὰ προσδώσῃ ἀντιαγγλικὴν αἰχμήν. Εἴμεθα τότε ὅπως εἴμεθα καὶ πάντοτε ἀποφασισμένοι ὅπως ἡ διαφορά μας μὲ τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν, ἐφ’ ὅσον βέβαια τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, οὐδαμῶς ἐπηρεάσει τὰς σχέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὸν Βρεταννικὸν λαόν, ζητοῦντες ἀπὸ ἕνα διεθνὲς δικαστήριον δικαιοσύνην, ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου θέματος. Εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν, ἐφόσον βεβαίως ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, ὅπως ἐπηρεασθοῦν οἱ μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας ὑφιστάμενοι πατροπαράδοτοι δεσμοί. Φείδομαι, κύριοι βουλευταί, τοῦ χρόνου σας διὰ νὰ ἐπαναλάβω ἐνώπιόν σας ὅσα ἄλλωστε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προηγουμένως σᾶς ἐξέθεσε σχετικῶς μὲ τὰς ἐνεργείας εἰς τὰς ὁποίας ἐν τῷ μεταξὺ προέβη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ φείδομαι καὶ τῆς ψυχικῆς σας ἠρεμίας μὴ ἐπαναφέρων εἰς τὴν μνήμην σας ὅσα ἐκ μέρους τῆς Βρεταννικῆς πλευρᾶς ἐλέχθησαν καὶ ἐπράχθησαν κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Δὲν ἐπιθυμῶ, νὰ ὑπενθυμίσω, πρὸς ὑμᾶς τὴν καταπληκτικὴν δήλωσιν, καθ’ ἣν μόνη ἡ Κύπρος, εἰδικῶς καὶ ἐξαιρετικῶς ἐξ ὅλων τῶν ἐδαφῶν τῆς Κοινοπολιτείας, δὲν θὰ ἀποκτήσῃ ποτὲ τὴν ἀνεξαρτησίαν της, οὔτε τὴν θλιβερὰν φράσιν, ὅτι ἡ Ἑλλάς, εἶναι μία ἀσταθής, ἂν καὶ φιλικὴ χώρα. Οἱ λόγοι αὐτοὶ ὅσον καὶ ἐὰν μεταγενεστέρως κατεβλήθη προσπάθεια διὰ νὰ μειωθῇ ἡ ἐξ αὐτῶν ἐντύπωσις, τραυματίζουν βαθύτατα τὴν εὐαίσθητον Ἑλληνικὴν ψυχήν. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον, εἴμεθα ὑπεράνω τοιούτων κρίσεων, ἀλλὰ ταυτοχρόνως διὰ τὸ δίκαιον τοῦ αἰτήματος θὰ συνεχίσωμεν τὸν ἀγῶνα μας ὑπὲρ τῆς δικαιώσεως χωρὶς ἐν τούτοις νὰ ἐκτρέψωμεν διὰ ἀδικαιολογήτου ὀξύτητος τὸν ἀγῶνα τοῦτον, τὸν δίκαιον, τὸν εὐγενῆ ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς πεδίου, εἰς ἀγῶνα ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεταννίας. Τοιουτοτρόπως ἐφθάσαμεν εἰς τὴν προσφυγήν. Ἀπετέλει αὕτη, καθ’ ἡμᾶς, ὑπὸ τὰς δημιουργηθείσας ἀπὸ τὴν Βρεταννικὴν ἀδιαλλαξίαν συνθήκας, δι’ ἡμᾶς τὸ μόνον δυνατὸν εἰρηνικὸν μέσον πρὸς ἐπίλυσιν τῆς μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως διαφορᾶς. Ὑπεβάλαμεν τὴν προσφυγὴν αὐτὴν τὴν 20ὴν Αὐγούστου, τελευταίαν ἡμέραν ποὺ ἐπέτρεπον αἱ προθεσμίαι. Ὁ τίτλος ὑπὸ τὸν ὁποῖον κατετέθη, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει καὶ τὸν σκοπὸν τῆς προσφυγῆς αὐτῆς: Ἐφαρμογὴ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν εἰς τὸν πληθυσμὸν τῆς Νήσου Κύπρου. Ἡ συζήτησις ἤρχισε τὴν 23ην Σεπτεμβρίου ἐνώπιον τῆς Πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν 25ην Σεπτεμβρίου ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως. Ὁ ἀγὼν ὑπῆρξε σκληρὸς καὶ τραχύς, ἰδιαιτέρως ἐκ μέρους τῆς ἀντιπάλου παρατάξεως, διότι ἐγνώριζεν αὕτη, ὅτι ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἡ ἐγγραφή, τότε τὸ Κυπριακὸν θέμα παύει νὰ ἀποτελῇ ἐσωτερικὸν Βρεταννικὸν θέμα, ὡς μέχρι τοῦδε μετ’ ἐπιμονῆς ὑπεστηρίζετο καὶ ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ ἐφεξῆς διεθνὲς θέμα. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὁλόκληρος, ἀντεμετώπισε τὸν ἀγῶνα μὲ πίστιν καὶ ἀποφασιστικότητα, ἀλλὰ καὶ μὲ εὐπρέπειαν καὶ κοσμιότητα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Χαβίνης, ὁ ὁποῖος ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετέσχε τότε πολύτιμος συμπαραστάτης τῆς ἀποστολῆς εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ ἀγῶνες, ἀλλὰ καὶ ποία ἡ ἀγωνία τῆς Ἑλληνικῆς ἀποστολῆς κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐγγραφῆς. Ἡ Ἑλληνικὴ θέσις ἐθριάμβευσε καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ ἐκτιμήσητε ἀμερολήπτως τὸ ἐπιτευχθὲν ἀποτέλεσμα τῆς ἐγγραφῆς, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἀναμετρήσητε ποῖα ἦσαν τὰ μέσα καὶ ποῖαι ἦσαν αἱ δυνατότητες, τὰς ὁποίας ἑκατέρα τῶν ἀντιθέτων παρατάξεων διέθετε, διότι ἀναμφιβόλως πολλὰ ἔθνη ἔχουν πίστιν εἰς ἀρχὰς φιλελευθέρας, ἀλλὰ ὀλίγα ἔθνη εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀντιστοῦν εἰς πολιτικὰς καὶ οἰκονομικὰς πιέσεις. Ὁπωσδήποτε μετὰ τὸ ἐπελθὸν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀποτέλεσμα εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεώς μας ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος νὰ χαιρετίσωμεν ὅλα τὰ ἐλεύθερα Ἔθνη τὰ ὁποῖα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον συνέβαλον εἰς τὴν ἐγγραφὴν τῆς δικαίας ὑποθέσεώς μας εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τοῦ Ο.Η.Ε. (Χειροκροτήματα). Ἡ συγκίνησις καὶ ἡ ἀνησυχία, τὰς ὁποίας προεκάλεσεν ἡ ἐγγραφὴ καὶ ἐξ αὐτῆς ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος ὡς διεθνοῦς, ὅπως ἦτο ἑπόμενον, ἐπολλαπλασίασε τὰς ἐπεμβάσεις καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως. Ἡ Ἑλλὰς μὲ μόνον ὅπλον τὴν πίστιν αὐτῆς, εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἐλευθερίαν, κατέβαλεν συντόνους προσπαθείας πρὸς διαφώτισιν καὶ ἐνημέρωσιν τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα μετέχουν τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν νομίζω, ὅτι ἦτο, κύριοι, τὸ πλέον ἀποτελεσματικὸν καὶ τὸ πλέον συμφέρον. Δηλαδή, προηγουμένως προσεπαθήσαμεν διὰ φυλλαδίων καὶ ὑπομνημάτων Πρεσβευτῶν ξένων καὶ ἰδικῶν μας νὰ κατατοπίσωμεν καὶ ἐνημερώσωμεν τὰς Κυβερνήσεις τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα μετέχουν τῶν Ἡν. Ἐθνῶν καὶ μετὰ ταῦτα διὰ τῆς ἐν Ν. Ὑόρκῃ Ἀντιπροσωπείας, προσεπαθήσαμεν νὰ ἐλέγξωμεν, νὰ ἐξακριβώσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν μας πλησίον τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν. Ἡ τακτική, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη, ἦτο ἡ λογικῶς καλυτέρα, διότι ὡς γνωστόν, δὲν εἶναι αἱ ἀντιπροσωπεῖαι, αἱ ὁποῖαι καθορίζουν τὴν τακτικήν. Συνήθως, τὰ περιθώρια, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς αὐτάς, εἶναι περιωρισμένα. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι χαράσσουν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, εἶναι αἱ Κυβερνήσεις καὶ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπαρριθμίσω, ποῖαι ἦσαν αἱ χῶραι πρὸς τὰς ὁποίας ἀπηυθύνθημεν, οὔτε θὰ ὁμιλήσω πρὸς ὑμᾶς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν. Τοῦτο ἄλλωστε ἔχει ἠλαττωμένην σημασίαν σήμερον, δεδομένου, ὅτι ἡ μάχη συνεχίζεται καὶ εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ὁριστικοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος ἀκόμη δὲν ἔχει φθάσει. Ἄς ὁμιλήσω τώρα, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἐπὶ τῆς στάσεως αὐτῶν, τῶν ὁποίων εἶναι γνωστὴ ἡ βαρύτης, ἐντὸς τῶν κόλπων τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, μᾶς ἀπέτρεψαν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἀποφευγομένων, οὕτω διενέξεων καὶ ἐρίδων μεταξὺ τῶν συμμάχων Κρατῶν. Ὅταν ὁ Στρατάρχης Παπάγος, μετὰ τὸ ταξείδιον τῆς Ἱσπανίας εὑρέθη εἰς Παρισίους τὴν 23ην Ὀκτωβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, συνηντήθη μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν κ. Ντάλλες καὶ ἐξέθηκε πρὸς αὐτὸν τὰς ἀπόψεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐζήτησε δὲ ἐπεδώσας σχετικὸν ὑπόμνημα καὶ ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀμερικανικῆς Δημοκρατίας, τὴν οὐδετερότητα τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως. Παρὰ τὴν προσοχήν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ντάλλες, ἤκουσε τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρὰ τὴν κατανόησιν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν, οὐχ’ ἧττον ὅμως εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπιστολῆς καὶ τοῦ ὑπομνήματος καὶ ἐκ μέρους τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου, τὴν 16ην Νοεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους ἔγραφεν τὰ ἑξῆς: «Λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι ὑπῆρξε παρανόησις τῆς στάσεώς μου, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Ὀφείλωμεν νὰ ἀντιταχθῶμεν κατὰ τῆς ἐγγραφῆς τοῦ θέματος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, λόγῳ φιλίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι ἐκ πεποιθήσεως ὑποστηρίζομεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθέρας συζητήσεως ἐν τῇ γενικῇ συνελεύσει. Οὐχ’ ἧττον ὅμως εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ θέματος κατὰ τὸν παρόντα χρόνον καὶ ἡ υἱοθέτησις οἱασδήποτε ἀποφάσεως θὰ βλάψῃ τὰς καλὰς σχέσεις μεταξὺ ὡρισμένων φίλων καὶ συμμάχων. Τοῦτο ἀποτελεῖ δι’ ἡμᾶς τὴν σπουδαιοτέραν ἄποψιν τοῦ ὅλου ζητήματος. Οὕτω δέ, ἐνῷ δὲν ἀντιτιθέμεθα εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἀντιταχθῶμεν κατὰ τῆς ψηφίσεως οἱασδήποτε οὐσιαστικῆς ἀποφάσεως. Οὐχ’ ἧττον, θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς νὰ ἐρευνήσωμεν τρόπον τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν θέτει τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ κλῖμα διὰ τὴν προσπάθειαν ἐρεύνης τοιαύτης λύσεως, φαίνεται βελτιωμένον». Αὐτὴ ἦτο ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἡ ὁποία ἐχαράχθη ἀπὸ τῆς 16ης Νοεμβρίου 1954 καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἔκτοτε ἐνέμεινεν. Ἐξηκολουθήσαμεν βεβαίως τὰ διαβήματα, καθ’ ἣν εἴχομεν ὑποχρέωσιν, ὅπως μεταβάλωμεν τὴν στάσιν ταύτην τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Αὐτὴ ὅμως, παρὰ τὸ ζωηρὸν ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ὑπὲρ τῶν ἀπόψεών μας, τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ, τὸ δίκαιον, παρέμεινε κατὰ βάσιν ἀμετάβλητος μέχρι τέλους καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μόνον ἐδέχθη νὰ ὑποσχεθῇ ἦτο νὰ ἐξαρτήσῃ τὴν τελικήν των ψῆφον ἀπὸ τὸ σχέδιον προτάσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπεβάλομεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Ἀλλ’ ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ προσθέσῃ: Ἐφ’ ὅσον τὸ σχέδιον τοῦτο θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν, δηλ. τὸ σχέδιον προτάσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ περιεῖχε τί οὐσιαστικόν, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ περιεῖχε τί, τὸ ὁποῖον θὰ ἔθιγε τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι κατ’ οὐσίαν, δὲν ὑπέσχετο τίποτε, ἢ σχεδὸν τίποτε, εἰς τὴν πραγματικότητα. Αὐτὴ εἶναι ἡ στάσις, ἡ ὁποία ἔκτοτε ἐχαράχθη καὶ ἐτηρήθη, ἐπαναλαμβάνω, ἀπαρεγκλίτως, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Τότε πλέον, ἐνετοπίσαμεν τὴν ἀξίωσίν μας. Δὲν ζητοῦμεν ἀπὸ ὑμᾶς νὰ μεταβάλητε τὴν ἀρνητικήν σας ψῆφον εἰς θετικήν. Ζητοῦμεν μόνον νὰ κρατήσητε μυστικὸν καὶ ἀπόρρητον τὴν ἀπόφασίν σας καὶ νὰ μὴ ἐκδηλώσητε ταύτην, παρὰ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας. Διότι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θ’ ἀποφύγωμεν τὴν ἄμεσον ἢ ἔμμεσον ἐπίδρασιν, ἐπιρροὴν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἐπὶ τῶν λοιπῶν Κρατῶν–μελῶν τοῦ Ο.Η.Ε. Καὶ ἐνομίσαμεν, κύριοι, ὅτι ἐπετύχομεν θετικήν, καταφατικὴν διαβεβαίωσιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν εἰς τὸ αἴτημα ἡμῶν αὐτό. Ἐπ’ αὐτοῦ ὅμως—θὰ ἐπανέλθω ὀλίγον μετὰ ταῦτα. Τὴν 4ην Δεκεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐνεχειρίσαμεν εἰς τὸν Πρέσβυν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τὸ σχέδιον προτάσεώς μας πρὸς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, τὸ ὁποῖον, ὅπως τοὺς ἐξηγήσαμεν, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας, δὲν ἦτο παρὰ ἐλάχιστα οὐσιαστικόν, δεδομένου, ὅτι δὲν περιεῖχε παρὰ μίαν ἁπλῆν εὐχὴν πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Ἐπὶ πλέον δέ, ἐζητήσαμεν ἀπὸ αὐτάς, ὅπως εἰ δυνατὸν ἡ Κυβέρνησίς των μᾶς ὑποδείξῃ τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ καθίστων δυνατὴν καὶ ἐκ μέρους αὐτῶν τὴν ἀποδοχὴν καὶ ἔγκρισιν τῆς προτάσεώς μας. Καὶ εἰδοποιήσαμεν ταυτοχρόνως αὐτόν, ὅτι εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρξουν τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις νὰ ὑποδείξῃ, νὰ ἀπευθυνθῇ καὶ νὰ συνεννοηθῇ κατ’ εὐθεῖαν μὲ τὸν ἀντιπρόσωπόν μας ἐν Ν. Ὑόρκῃ. Τὴν 11ην ὅμως Δεκεμβρίου καὶ ἡμέραν Σάββατον, μὲ ἐπεσκέφθη ὁ ἐδῶ Πρέσβυς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, διὰ νὰ εἰδοποιήσῃ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεώς του, ὅτι αὕτη ἀντιτίθεται εἰς τὸ σχέδιον τῆς προτάσεώς μας καὶ μάλιστα, ὅτι θὰ τὸ καταψηφίσῃ ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὸ κοινοποιηθὲν καὶ πρὸς ἡμᾶς ἀπόσπασμα διαταγῆς πρὸς τὸν Ἀμερικανὸν ἀντιπρόσωπον παρὰ τῷ Ο.Η.Ε. Ἀμέσως μετὰ ταῦτα, ἀφοῦ ἐπεκοινώνησα μὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνέφερα εἰς αὐτὸν τὸ δυσάρεστον νέον, συνέταξα τὸ σχετικὸν τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνημέρωσα τὸν ἐν Ν. Ὑόρκῃ ἀντιπρόσωπόν μας. Εἶναι, κύριοι, τὸ περίφημον τηλεγράφημα—φάντασμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ παντοῦ ἀπέδρα καὶ πουθενὰ δὲν ἔφθασε, διότι ἀκριβῶς, εἶχε φθάσει ἐκεῖ ποὺ ἔπρεπε νὰ φθάσῃ. Ἰδοὺ τὸ κείμενον τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ περίπου: «Ὁ Πρεσβευτής, κ. Κάννον, μοῦ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι κατὰ τὰς ὁδηγίας τοῦ ὑπουργοῦ του, αἵτινες, ἐν τούτοις, δὲν ἀπετέλουν ἀπάντησιν εἰς τὸ τελευταῖον διάβημά μας, ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις εὑρίσκει τὸ σχέδιόν μας οὐσιαστικόν, καὶ συνεπῶς, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ υἱοθετήσῃ. Θὰ τὸ καταψηφίσῃ δέ, μάλιστα, ὅπως συνάγεται ἀπὸ τὰς διαβιβασθείσας εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ο.Η.Ε. ὁδηγίας. Φρονεῖ, προσέθεσεν ὁ κ. Κάννον, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ λάβει χώραν ἀνάλογος συζήτησις μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐν Ν. Ὑόρκῃ καὶ τῶν ἐκεῖ Ἀμερικανῶν ἁρμοδίων. Ἀπήντησα εἰς αὐτόν, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἔχωμεν σχετικὰς πληροφορίας. Μοῦ προσέθεσεν ἐπὶ πλέον ὁ κ. Πρεσβευτής, ὅτι ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις δὲν πρόκειται νὰ ἀσκήσῃ πίεσιν ἐπὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν ἐναντίον τῆς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως». Παρ’ ὅλα τὰ ἐκτεθέντα, τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ ἔφθασεν εἰς τὸν προορισμόν του καὶ ἔφθασεν ἐγκαίρως, ὅπως, κύριοι, ἀποδεικνύεται, ὅπως βεβαιώνει ὁ κ. Παλαμᾶς, ἐρωτηθεὶς σχετικῶς. «Δὲν δύναμαι», ἀπαντᾷ ὁ κ. Παλαμᾶς, «νὰ σᾶς ἐξηγήσω, πῶς ὑπάρχει ἡ ἀμφισβήτησις περὶ μὴ λήψεως τοῦ ἡμετέρου τηλεγραφήματος, ἐφ’ ὅσον ἀπήντησα εἰς τοῦτο αὐθημερόν, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4509 τηλεγραφήματος. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνημερώθη ἐγκαίρως καὶ ἐνημέρωσεν ἐγκαίρως τὴν ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ ἀντιπροσωπείαν, ἐπὶ τοῦ διαβήματος τοῦ Ἀμερικανοῦ Πρέσβεως τῆς 11ης Δεκεμβρίου». Δὲν θὰ ἤξιζε τὸν κόπον, νὰ ἀναφέρω ἐνώπιόν σας, μίαν τοιαύτην παρεξήγησιν, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν, γνωστοῦ ὄντος τοῦ φόρτου τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία ἐπεκράτει τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὴν Ἀποστολὴν ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ. Ἐὰν ἀναφέρω τοῦτο, εἶναι διότι ἡ μὴ δῆθεν ἐνημέρωσις αὐτῆς, ἡ ὁποία οὐχ ἧττον ἀνεγνωρίσθη, ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν σημασίαν, ὡς πρὸς τὴν πορείαν καὶ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, ἐγένετο ἀφορμὴ εἰς μίαν ἀνοίκειον, εἰς μίαν ὑβριστικὴν ἐπίθεσιν, ἐναντίον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠδύνατο τὴν στιγμὴν ἐκείνην, οὔτε νὰ ἀπαντήσῃ, οὔτε νὰ δικαιολογηθῇ. Καὶ τὸ παράπονόν μου, εἶναι, ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, συμμετεῖχεν εἰς διεθνεῖς ὀργανισμούς, ἀντιπροσωπεύων τὴν πατρίδα του. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν, κύριοι, εἰς τὰ γεγονότα. Τὴν ἑπομένην ἑσπέραν, 12 Δεκεμβρίου, ὁ Πρέσβυς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἐπεσκέφθη τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπέδωσεν εἰς αὐτὸν προσωπικὸν μήνυμα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, κ. Φ. Ντάλλες, ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Θὰ ἐνθυμεῖσθε», λέγει τὸ μήνυμα, «ὅτι εἰς τὴν ἐπιστολὴν τῆς 16ης Νοεμβρίου, διελάμβανον, ὅτι ἐνῷ αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, θὰ ἀντετάσσοντο ἐν τῇ Γενικῇ Συνελεύσει, κατὰ οἱασδήποτε οὐσιαστικῆς ἀποφάσεως, ἐπὶ τῆς Κύπρου, θὰ καταβάλωμεν προσπάθειαν, διὰ τὴν ἐξεύρεσιν ἄλλου τρόπου, μειώσεως τῆς ἐντάσεως, ἥτις ἔχει δημιουργηθῆ λόγῳ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ». Αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ Ἀντιπροσωπείας, ἀναφέρουν, ὅτι ἀπόφασις τοιαύτη, ὡς ἡ προστατευομένη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τύχῃ τῆς ἀναγκαίας πλειοψηφίας. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ἴδιοι, θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντιταχθῶμεν ἐναντίον τοιαύτης ἀποφάσεως, διότι δὲν πιστεύομεν, ὅτι ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, ἡ μεσολάβησις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, θὰ ἦτο χρήσιμος. Καλυτέρα διέξοδος, διὰ τὴν ἑνότητα τῆς Δύσεως καὶ διὰ τὴν διαφύλαξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ γοήτρου, θὰ ἦτο νὰ ὑποστηρίξωμεν, ἀπόφασιν τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ὅπως μὴ συζητηθῇ τὸ Κυπριακόν. Εἶναι αὐτονόητον, ὅτι αἱ μελλοντικαὶ Συνελεύσεις, δὲν θὰ ἐδεσμεύοντο ὑπὸ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως. Κάμνω τὴν ἀνωτέρω ὑπόδειξιν ἐν ὄψει τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας μοῦ ἐκάμετε εἰς τὸ Παρίσι τὴν 23ην παρελθόντος Ὀκτωβρίου ἃς ἡρμήνευσα, ὅτι εἶχον τὴν ἔννοιαν, ὅτι θὰ ἐπροτιμᾶτε τὴν λύσιν ταύτην εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι δὲν ἠδύναντο νὰ παραμείνουν αὐστηρῶς οὐδέτεραι». Ὅπως βλέπετε τὸ μήνυμα τῆς 12ης Δεκεμβρίου ἀποτελεῖ συνέχειαν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐχάραξε τὴν 16ην Νοεμβρίου, καὶ τὴν ὁποίαν μετὰ ταῦτα ἐπανέλαβεν εἰς τὸ διάστημα τῆς 11ης Δεκεμβρίου ὁ κ. Κάννον. Θὰ ἀντιτιθέμεθα, λέγει ἡ πρότασις αὐτή, ἐναντίον πάσης προτάσεως, ἡ ὁποία θὰ περιεῖχεν οὐσιαστικὴν λύσιν. Ἡ πρότασίς σας εἶναι οὐσιαστικὴ καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ κατὰ συνέπειαν ἀντιτασσόμεθα πρὸς αὐτήν. Εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ὁποία ἐχαράχθη τὴν 16ην Νοεμβρίου. Εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπανελήφθη τὴν 11ην Δεκεμβρίου καὶ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπεβεβαιώθη κατὰ τὴν 12ην Δεκεμβρίου διὰ τοῦ νέου μηνύματος τοῦ Φόστερ Ντάλλες. Ἐπὶ πλέον ὁ κ. Πρέσβυς ἐπληροφόρησε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ ἐν λόγῳ μηνύματος ἀνακοινοῦται εἰς τὸν ἐν Οὐασιγκτῶνι Πρεσβευτήν μας, καὶ ὅτι ἐνημεροῦται ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἡ ἐν Ν. Ὑόρκῃ Ἀντιπροσωπεία μας. Πράγματι ὅπως λέγει ὁ ἐν Οὐασιγκτῶνι Πρεσβευτής μας εἰς τὸ σχετικὸν τηλεγράφημά του, «τὸ μήνυμα τοῦ κ. Ντάλλες μοὶ ἀνεκοινώθη αὐτούσιον διὰ διακοινώσεως τῆς 13ης Δεκεμβρίου ἐπιδοθείσης μοι αὐθημερὸν καὶ ὅτι αὐθημερὸν πάλιν τὸ κείμενον αὐτὸ ἐτηλεφώνησα ἀμέσως, ἵνα μὴ ἀπωλεσθῇ πολύτιμος στιγμὴ καὶ κατόπιν τὸ ἀπέστειλα ταχυδρομικῶς εἰς Ν. Ὑόρκην ὅπου ἔφθασε τὴν ἑπομένην». Τὴν ἑπομένην 13ην Δεκεμβρίου, πρὸ μεσημβρίας, ἀνεχώρησα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ νὰ μεταβῶ εἰς Παρισίους ἀφοῦ προηγουμένως ἀπέστειλα τηλεφωνικὴν πρόσκλησιν πρὸς τὴν Ἀντιπροσωπείαν μας ἐν Ν. Ὑόρκῃ διὰ τὴν ἰδίαν ἑσπέραν. Τὴν ἑσπέραν τῆς 13ης Δεκεμβρίου πρῶτος ἐπεκοινώνησε μαζί μου, εἰς τὸ τηλέφωνον ὁ Πρεσβευτής μας κ. Μελᾶς, ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε τὴν σκέψιν, ὅτι κατόπιν τῆς ἐκδηλωθείσης πλέον ἀντιθέσεως τῶν Ἡν. Πολιτειῶν πρὸς τὴν πρότασιν ἡμῶν —διότι ὅπως γνωρίζετε τὴν ἰδίαν ἡμέραν εἰς τοὺς NEW YORK TIMES μὲ μεγάλους τίτλους καὶ ἐντυπωσιακὰς εἰδήσεις τὸ μήνυμα, περὶ τοῦ ὁποίου προηγουμένως σᾶς ὡμίλησα, εἶχε καταστῆ πλέον δημόσιον— δὲν θὰ ἔπρεπεν ἴσως λέγει ὁ κ. Μελᾶς νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεώς μας ὁσονδήποτε καὶ ἂν αὕτη ἦτο ἠπία καὶ ἀνώδυνος, διότι τὰ περισσότερα τῶν φιλικῶν Κρατῶν μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς στάσεως τῶν Ἡν. Πολιτειῶν θὰ ἐστρέφοντο πλέον ἐναντίον μας. Ἐπὶ πλέον προσέθετον, ὅτι ἴσως θὰ ἦτο προτιμότερον, κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τὸ Ἀμερικανικὸν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ φθάσωμεν εἰς νέαν κοινὴν πρότασιν καὶ ὅτι ἀκόμη εἶχε προβῆ εἰς σχετικὰς βολιδοσκοπήσεις τῶν ἁρμοδίων παραγόντων μεταξὺ τῶν ὁποίων συνήντησε κατανόησιν χωρὶς βέβαια νὰ ἀναλάβουν καμμίαν δέσμευσιν. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Μελᾶν, ὅτι ὀφείλω προηγουμένως νὰ ἀκούσω καὶ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ μετὰ ταῦτα θὰ δώσω τὰς ἀναγκαιούσας κατευθύνσεις. Μετ’ ὀλίγον ἐπεκοινώνησα μὲ τὸν κ. Κύρου, ὁ ὁποῖος παρὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς Ἀμερικανικῆς ἀντιθέσεως ἐπέμεινεν ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεώς μας. Διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω μὲ τὰς λεπτομερείας θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐκ Παρισίων συνέταξα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς χαρακτέας πολιτικῆς καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Χωρὶς νὰ ἔχω εἰσέτι εἰς χεῖρας μου τηλεγράφημα καὶ εἰσηγήσεις τῶν κ.κ. Μελᾶ καὶ Κύρου καὶ βάσει τηλεφωνικῆς μετ’ αὐτῶν ἐπικοινωνίας, ἐσχημάτισα τὴν ἀντίληψιν καὶ εἰσηγοῦμαι, ὅπως ὁ κ. Κύρου προχωρήσῃ μέχρι τῆς ψηφοφορίας ἐνώπιον τῆς Πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἔνθα ἀπαιτεῖται ἁπλῆ πλειοψηφία, ἥτις κατ’ αὐτὸν εἶναι ἐξησφαλισμένη καὶ βάσει ὅσον τὸ δυνατὸν ἠπιωτέρου σχεδίου ἀποφάσεως. Ἐνώπιον ὅμως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, ἔνθα ἀπαιτεῖται πλειοψηφία δύο τρίτων, νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος διεξόδου χωρὶς ἀποτυχίαν, ἐκτὸς ἐὰν σαφῶς καταδειχθῇ, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Κύρου, ὅτι καὶ ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως διὰ τοιούτου εἴδους ἀπόφασιν, θὰ ἤρκει διπλῆ πλειοψηφία. Οὕτως, ὠθοῦντες τὸ ζήτημα μέχρι ψηφοφορίας μὲν ἐνώπιον τῆς Πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ἀποφεύγοντες ἀποτυχίαν ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, ἐξασφαλίζομεν τὰ κτηθέντα πλεονεκτήματα καὶ διατηροῦμεν τὸ θέμα ἀνοικτὸν ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης μέχρι καλυτέρας εὐκαιρίας». Αὐτὴ εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἡ γραμμὴ τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν ἡ Κυβέρνησις ἐν σχέσει μὲ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, ἐνώπιον τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἐφήρμοσε κατὰ γράμμα ἡ ἀντιπροσωπεία μας. Τῆς πολιτικῆς αὐτῆς φέρομεν ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Πιστεύει ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἀκραδάντως, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἦτο ἡ ὀρθοτέρα, ἦτο ἡ πλέον σύμφωνος μὲ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον καὶ μὲ τὸ συμφέρον τοῦ Κυπριακοῦ αἰτήματος. Διότι ἐπὶ τέλους ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελῇ ἀντικείμενον συμβιβασμοῦ καὶ παζαρευμάτων. Ἡ ἐλευθερία χρειάζεται ἀγῶνα, καὶ ἡ ἐλευθερία κατακτᾶται. Καὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἀγὼν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ, πρὸ παντός, ἀγωνιστικὸν πνεῦμα. Ἐὰν ὑπάρξουν καὶ πρόσκαιροι ἧτται εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀγωνιστικὸν πνεῦμα διατηρεῖται ἀκέραιον, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία περὶ τοῦ τελικοῦ τέρματος. Ἀντιστρόφως, ἀποτελοῦν ὑπονόμευσιν τοῦ ἀγῶνος τῆς ἐλευθερίας τοιαῦται ὑπαναχωρήσεις καὶ τοιοῦτοι συμβιβασμοί, οἱ ὁποῖοι καταδεικνύουν ἔλλειψιν ἁπλῶς ἀγωνιστικοῦ πνεύματος καὶ δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσι σαφῶς ὡς καθαρὰ λιποταξία. Πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς μέχρι τέλους διεξαγωγῆς τῆς μάχης ταύτης ἦτο ἀπολύτως σύμφωνος ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ σύνεγγυς παρηκολούθει τὰ πράγματα καὶ ὁ ὁποῖος συνέστησεν ὅπως ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν πρότασίν μας. Ἡ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐδικαίωσε τὴν πολιτικὴν γραμμὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἑπομένην 14ην Δεκεμβρίου, τὸ Κυπριακὸν ἦλθε πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐκεῖ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Νεοζηλανδίας, ὑπέβαλε πρότασιν καθ’ ἣν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ ἐξήταζε περαιτέρω τὴν προσφυγὴν τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψηφοφορία ἐπ’ αὐτῆς θὰ εἶχε σοβαρὰς πολιτικὰς συνεπείας. Μετὰ σφοδρὰν ὅμως διαδικαστικοῦ χαρακτῆρος συζήτησιν, ἀπεφασίσθη ἡ πρόταξις τῆς Νεοζηλανδικῆς προτάσεως διὰ ψήφων 28 καὶ 15 μὲ 16 ἀποχάς. Διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Νεοζηλανδίας ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ μὴ γίνῃ ἀμέσως ψηφοφορία καὶ νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις διὰ νὰ παρεμποδισθῇ τοιουτοτρόπως ἡ ἀνάπτυξις τοῦ Κυπριακοῦ θέματος ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης. Ὅπως βλέπετε, εἶχε πλήρη συνείδησιν τῆς ἀδυναμίας καὶ σαθρότητος τῆς γραμμῆς, τῆς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποστήριξιν καὶ δι’ αὐτὸ ἐφοβεῖτο καὶ ἀπέφευγε καὶ τὴν βάσανον τῆς συζητήσεως καὶ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας. Ἡ θέσις ἡ ἰδική μας ἦτο ἐντελῶς ἀντίθετος. Ἡ θέσις μας ἦτο νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τοῦ πολιτισμένου κόσμου τὸν πόνον καὶ τὴν φωνὴν τῆς μαρτυρικῆς μεγαλονήσου διὰ νὰ πληροφορηθοῦν οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι, ὅτι ἐν πλήρει 20ῷ αἰῶνι, ἐν μέσῃ Μεσογείῳ, ὑπάρχει ἀκόμη λαὸς λευκός, λαὸς πολιτισμένος, τὸν ὁποῖον ἐν τούτοις μεταχειρίζονται ὡς λαὸν ἀποικιακόν. Ἡ Ἑλληνικὴ ἄποψις τελικῶς ἐπεκράτησε. Πράγματι ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας κ. Κύρου, ἐπέτυχε καὶ κατώρθωσε νὰ ἀναπτύξῃ διὰ μακρῶν καὶ διεξοδικῶς τὸ σύνολον τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος καὶ νὰ ἀντικρούσῃ ριζικῶς τὰ Βρεταννικὰ ἐπιχειρήματα. Ἐξετιμήθησαν ἐπὶ πλέον ἡ σεμνότης καὶ ἡ εὐπρέπεια τοῦ ὕφους, τὸ ὁποῖον ἐτήρησε καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν εὗρεν ἀνταπόκρισιν καὶ ἀπὸ τὴν ἑτέραν πλευράν. Ἐκ παραλλήλου κατόπιν μακρᾶς καὶ ἐπιπόνου διαπραγματεύσεως ἐπετεύχθη ἡ ὑποβολὴ ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κολομβίας καὶ Σαλβατὼρ τροπολογίας εἰς τὴν Νεοζηλανδικὴν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐτροποποιοῦντο ριζικῶς οἱ σκοποὶ καὶ αἱ ἐπιδιώξεις αὐτῆς. Διὰ τῆς νέας διατυπώσεως ἡ Γεν. Συνέλευσις ἐπεβεβαίωνε τὴν ἁρμοδιότητά της ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς προσφυγῆς, ἀλλὰ δὲν ἐνόμιζε, ὅτι εἶναι σκόπιμον «πρὸς τὸ παρὸν» νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτῆς ἀπεφάσιζε νὰ μὴ ἐξετάσῃ περαιτέρω τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου. Ἡ πρότασις αὐτὴ ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ ψήφων 49 ἔναντι 11 ἀποχῶν καὶ τὴν ἑπομένην ἐνεκρίθη ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τῆς συνελεύσεως διὰ ψήφων 50 ἔναντι 8 ἀποχῶν. Ἀσφαλῶς τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠλπίζαμεν καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεμέναμεν. Οὐχ’ ἧττον ὅμως εἶναι λίαν ἱκανοποιητικόν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τῶν τότε διεθνῶν περιστάσεων, ὅπως ἔσπευσα τότε νὰ δηλώσω. Βεβαίως δὲν κατωρθώσαμεν νὰ συζητήσωμεν τὴν πρότασίν μας καὶ νὰ δώσωμεν ἐπ’ αὐτῆς τὴν μάχην. Ἐπετύχαμεν ὅμως ἐγκαίρως καὶ ἐπιδεξίως κινηθέντες νὰ εὕρωμεν ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς Νεοζηλανδικῆς προτάσεως, νὰ εὕρωμεν διέξοδον χάρις εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀπωλέσαμεν τὰ προηγουμένως κτηθέντα πλεονεκτήματα. Καὶ πράγματι διὰ τῆς ψηφισθείσης ἀποφάσεως, τὸ Κυπριακὸν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν ἀφάνειαν εἰς τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε εὑρίσκετο καὶ κατέστη ἐφεξῆς, ὄχι πλέον ἐσωτερικόν, ἀλλὰ διεθνὲς ζήτημα. Χάρις εἰς τὴν ἰδίαν ἀπόφασιν ἀναγνωρίζεται, πλέον ἀναμφισβητήτως, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὰς ἀρχὰς διημφισβητεῖτο, τοὐτέστιν ἡ ἁρμοδιότης τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Καὶ τέλος τὸ ὅλον θέμα παραμένει ἀνοικτὸν ἐνώπιον τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, διὰ νὰ ἐπανασυζητηθῇ, ὅταν ὄχι μόνον ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ καὶ οἱονδήποτε ἄλλο Κράτος, θὰ ζητήσῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς συζητήσεως, σύμφωνα μὲ τὴν γνωστὴν διαδικασίαν. Εἶναι σημαντικὰ τὰ ἐπιτεύγματα αὐτὰ διὰ τὴν μελλοντικὴν ἐξέλιξιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος καὶ ρητῶς ἀναγνωρίζει τοῦτο ὁ ἁρμοδιώτερος κριτὴς ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἐθνάρχης. «Ἀνέκαθεν εἶχον τὴν γνώμην», ἐδήλωσεν ὁ σεβαστὸς Ἐθνάρχης, «ὅτι τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἀποτελοῦν στάδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ διέλθῃ τὸ Κυπριακόν. Ἐδοκιμάσαμεν πικρίαν, διότι δὲν εἴχομεν ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀνεμέναμεν». Ἔχομεν ὅμως τὸ ἠθικὸν κέρδος τῆς διεθνοῦς προβολῆς τοῦ Κυπριακοῦ. Ἡ ἐγγραφὴ καὶ ἡ συζήτησις αὐτοῦ, ἀποτελεῖ καθ’ ἑαυτῷ κέρδος διὰ τὴν ὑπόθεσίν μας. Τὸ Κυπριακὸν προεβλήθη εἰς τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην. Διὰ δὲ τοῦ ἐγκριθέντος ψηφίσματος, ἀναγνωρίζεται ἐπισήμως εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἡ ἁρμοδιότης νὰ συζητήσουν καὶ ἀποφασίσουν ἐπ’ αὐτοῦ. Οὕτω ἀνετράπη ἡ Βρεταννικὴ ἄποψις, καθ’ ἣν τὸ Κυπριακὸν ζήτημα εἶναι ἐσωτερικὴ ὑπόθεσις. Διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἀποτελέσματος αὐτοῦ εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐμόχθησεν ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία μὲ φανατισμὸν —ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω— ἠγωνίσθη διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Οὐδεμίαν παρέλειπον εὐκαιρίαν τὰ μέλη της, ὅπως εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ ἀνὰ πᾶν ζήτημα φέρουν ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης τὴν οὐσίαν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Ἡ κ. Λίνα Τσαλδάρη, κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν τρίτην Ἐπιτροπήν, ἐπὶ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ὁ κ. Τριανταφυλλάκος εἰς τὴν τετάρτην Ἐπιτροπήν, ὁ κ. Παλαμᾶς εἰς τὴν Γενικὴν Ἐπιτροπήν, μὲ τὸ θέμα τῶν Ἰνδιῶν καὶ τῆς Ν. Ἀφρικανικῆς Ἑνώσεως, ἐνημέρωσαν καὶ διεφώτισαν τὰς ξένας Ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ αἰτήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ἀκριβοῦς του σημασίας. Ὅταν ἀνεχώρησα τὴν 13ην Δεκεμβρίου διὰ Παρισίους, κατόπιν τῆς δημοσίᾳ ἐκδηλώσεως τῆς ἀντιθέσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν πρὸς τὸ Κυπριακὸν θέμα, εἶχον ἐντολὴν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μεταβῶ ἐν Ν. Ὑόρκῃ, ἀφοῦ παραμείνω εἰς Παρισίους καὶ ἐπικοινωνήσω μὲ τὸν Πρέσβυν μας ἐν Ἡνωμέναις Πολιτείαις καὶ μὲ τὸν ἀντιπρόσωπόν μας ἐν Ν. Ὑόρκῃ τηλεφωνικῶς. Εἰς Παρισίους ὅμως, εὐθὺς τὸ ἴδιον ἑσπέρας, ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τοῦ κ. Φόστερ Ντάλλες, τοῦ ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, καὶ ἐπληροφορήθην ἀπὸ τὸν Ἀμερικανὸν πρέσβυν ἐν Παρισίοις, ὅτι καὶ ὁ κ. Φ. Ντάλλες θὰ ἀνεχώρει ἐντὸς τῆς ἑπομένης, ἤτοι τῆς Τρίτης, διὰ νὰ εὑρίσκεται εἰς Παρισίους τὸ ἀπόγευμα τῆς μεθεπομένης, ἤτοι τῆς Τετάρτης. Τότε ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν νὰ διακόψω τὸ ταξείδιόν μου καὶ νὰ ἔλθω εἰς προσωπικὴν ἐπαφὴν μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Ἡ στάσις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐδημιούργει δυσχερείας διὰ τὴν ὑπόθεσίν μας. Ὁ ρυθμιστὴς τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν θὰ εὑρίσκετο ἐντὸς ὀλίγου εἰς Παρισίους. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι ἦτο προτιμότερον καὶ ὠφελιμότερον διὰ τὴν ὑπόθεσίν μας, νὰ ἀναμείνω ἐκεῖ, εἰς Παρισίους δηλαδή, ἵνα ἔλθω εἰς προσωπικὴν ἐπαφὴν μὲ αὐτόν. Φέρω ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς διακοπῆς τοῦ ταξειδίου καὶ τῆς συναντήσεως μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, τὸν κ. Φόστερ Ντάλλες. Ἐν τῷ μεταξύ, τὸ ἀπόγευμα τῆς 14ης Δεκεμβρίου, ἔλαβε χώραν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα προηγουμένως, ἐνώπιον τῆς Πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς. Κατ’ αὐτὴν ὑπεβλήθη καὶ προετάχθη ἡ Νεοζηλανδικὴ πρότασις. Μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἀνέμενον τηλεφωνικῶς τὴν πληροφορίαν σχετικῶς μὲ τὴν τύχην τῆς ὑποθέσεώς μας, ἀπὸ τὴν ἐκεῖ Ἀντιπροσωπείαν μας. Ἀτυχῶς ἡ τηλεφωνικὴ ἐπικοινωνία τὴν ἑσπέραν ἐκείνην διεκόπη. Καὶ τὴν ἑπομένην, πρωΐαν τῆς 14ης Δεκεμβρίου, ἅπαντα τὰ ξένα Πρακτορεῖα εἰδήσεων, ὡς ἐκ συνθήματος ὡμίλουν περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς Νεοζηλανδικῆς προτάσεως, περὶ ὁριστικοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος καὶ περὶ ὁριστικοῦ τερματισμοῦ τῆς συζητήσεως ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἀντιλαμβάνεσθε ποία ἦτο ἡ δύναμις τῆς ξένης προπαγάνδας. Ἐγὼ δέ, στερούμενος οἱωνδήποτε ἐπισήμων πληροφοριῶν, ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπροσωπείας μας, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δηλῶν, ὅτι ὑποβάλλω ταύτην εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας, ἐνώπιον τῆς καταφώρου παραβιάσεως τῶν βασικῶν ἀρχῶν τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ τῆς ἀδιστάκτου καταπατήσεως τῶν ἱερῶν καὶ ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων ἑνὸς μικροῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐνῷ συνέβαινον ταῦτα, ἔφθασαν τὰ τηλεγραφήματα τῆς Ἀντιπροσωπείας μας, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεδεικνύετο πόσον διεστραμμένη καὶ πόσον ψευδὴς ἦτο ἡ εἴδησις ποὺ μετέδωσεν ἡ ξένη προπαγάνδα. Κατόπιν αὐτῶν, ἡ παραίτησίς μου δὲν εἶχε κανένα λόγον, ἐφ’ ὅσον ἡ μάχη συνεχίζετο. Τὸ ἀπόγευμα τῆς 15ης Δεκεμβρίου ἔφθασεν εἰς Παρισίους ὁ κ. Φόστερ Ντάλλες. Ἐζήτησα ἀμέσως νὰ ἐπικοινωνήσω μαζί του καὶ μὲ ἐδέχθη προθυμότατα εἰς τὸ μέγαρον τῆς Ἀμερικανικῆς Πρεσβείας. Προτιμῶ τὰ τῆς συναντήσεως νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω ἐκ τῆς τηλεγραφικῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν συνέταξα καὶ ἀπέστειλα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. «Σήμερον τὸ ἀπόγευμα —ἔλεγον— συνηντήθην μὲ τὸν κ. Φόστερ Ντάλλες μεθ’ οὗ συνωμίλησα διὰ μακρῶν, διαμαρτυρηθεὶς διὰ τὴν στάσιν τῆς Ἀμερικῆς, ἡ ὁποία κατέστησε δυσχερῆ τὴν θέσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ προβληματικὴν τὴν Ἑλληνοαμερικανικὴν συνεργασίαν». Μετὰ μίαν ἔντονον συζήτησιν, τῆς ὁποίας αἱ λεπτομέρειαι ἀναφέρονται εἰς τὸ τηλεγράφημα, μὲ τὰς ὁποίας δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς κουράσω, συνεχίζω ὡς ἑξῆς: «Καταφανῶς ἐπηρεασμένος μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι θλίβεται, διότι μᾶς περιήγαγεν εἰς δύσκολον θέσιν, καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ εἰλικρινῶς νὰ μᾶς βοηθήσῃ. Τότε ἐζήτησα, ὅπως, δι’ ἀμέσου ἐπεμβάσεώς του, ἀποτρέψῃ τὴν ὑπερψήφισιν τῆς Νεοζηλανδικῆς προτάσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐδημιούργει τρομακτικὸν ἀντίκτυπον, διότι ἐνταφιάζει κατ’ οὐσίαν τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, καὶ ἐπίσης, ὅπως προβῇ εἰς δηλώσεις πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐξηγούσας τὴν Ἀμερικανικὴν στάσιν καὶ παρεχούσας τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι τὸ θέμα παραμένει ἀνοικτόν, ἵνα ἐν εὐθέτῳ καιρῷ εὕρῃ τὴν φυσικήν του λύσιν. Μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι, χωρὶς νὰ ἀναλαμβάνῃ ρητὴν ὑποχρέωσιν, θὰ συσκεφθῇ μετὰ τῶν ὑπηρεσιῶν του, ἵνα εὕρῃ διέξοδον, καθησυχάζουσαν τὴν ἐξεγερθεῖσαν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην». Γνωρίζετε τὰ ὑπόλοιπα ὅπως γνωρίζετε καὶ τὸ ἀνακοινωθέν, τὸ ὁποῖον ἐξέδωσεν ὁ κ. Φόστερ Ντάλλες. Δὲν πρόκειται βεβαίως ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ σχολιάσω τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς τοῦτο: Ὅτι, ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ Σαλβατὼρ καὶ τῆς Κολομβίας εἶναι πραγματικῶς ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως ὅπως καὶ ἦτο, τότε πρὸς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, αἱ ὁποῖαι ἐψήφισαν τὴν πρότασιν αὐτήν, παρὰ τὴν πικρίαν, ποὺ μᾶς ἐπότισαν μὲ τὴν ὑπόλοιπον στάσιν των, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, νὰ ἐκφράσωμεν τὰς θερμάς μας εὐχαριστίας, ὅπως πρέπει ἐπίσης νὰ εὐχαριστήσωμεν ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅλα τὰ ἐλεύθερα Ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἐψήφισαν τὴν πρότασιν τοῦ Σαλβατὼρ καὶ τῆς Κολομβίας καὶ ἰδιαιτέρως τὰς ἀντιπροσωπείας τῶν δύο αὐτῶν χωρῶν, αἱ ὁποῖαι ἔσχον τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως. (Χειροκροτήματα). Ἂς ἐπανέλθω τώρα ἐπὶ τῆς στάσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Ἐγράφη καὶ ἐλέχθη ἐπιμόνως, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῆς πραγματικῆς στάσεως τῶν Η. Πολιτειῶν εἴχομεν παραμείνει ἀπληροφόρητοι καὶ ὅτι δὲν ἐπληροφορήσαμεν τὴν ἐν Ν. Ὑόρκῃ ἀντιπροσωπείαν μας, ὅτι περίπου αἰφνηδιάσθημεν ἀπὸ τὴν στάσιν αὐτῶν κατὰ τὴν δευτέραν φάσιν τῆς συζητήσεως ἐνώπιον τοῦ Ο.Η.Ε. Οὐδὲν τούτου κύριοι ἀνακριβέστερον, ὅπως καὶ προηγουμένως ἐξήγησα πρὸς ὑμᾶς, δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε νὰ αἰφνιδιασθῶμεν, οὔτε νὰ μείνωμεν ἀπληροφόρητοι. Ἀντιθέτως εἴχομεν ἐγκαίρως ἐνημερωθῆ καὶ ἐγκαίρως ἐνημερώσαμεν τὴν ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ ἀντιπροσωπείαν μας. Προηγουμένως σᾶς ἀνέφερα, ὅτι ἀπὸ τῆς 16ης Νοεμβρίου ἐγνωρίζαμεν ἤδη, ποία θὰ ἦτο ἡ στάσις τῶν Η. Πολιτειῶν καὶ τοῦτο ἐπανελήφθη μετὰ ταῦτα, παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατεβάλαμεν, ὅπως μεταβάλουν τὴν στάσιν των, ἐπανελήφθη μετὰ ταῦτα διὰ τὴν 11ην Δεκεμβρίου καὶ τὴν 12ην Δεκεμβρίου. Βεβαίως ἐπεμείναμεν ὅπως ἐπιτύχωμεν μίαν μετατροπήν, οὐχ’ ἧττον ὅμως οὐδέποτε συνελάβομεν καὶ οὐδέποτε ἐσχηματίσαμεν αὐταπάτας καὶ ψευδαισθήσεις ἐπὶ τῆς ὁριστικῆς στάσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν καὶ τελικῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητήσαμεν, ὅταν ἐπείσθημεν, ὅτι ἦτο ἀδύνατος ἡ μεταβολὴ τῆς στάσεως αὐτῶν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητήσαμεν ἦτο ὅπως παραμείνῃ μυστικὴ καὶ ἀπόρρητος ἡ ἀρνητικὴ αὐτὴ ἀπόφασις, ἐκδηλωθῇ δὲ μόνον κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπηρεάσῃ τὰ ὑπόλοιπα Κράτη—μέλη τοῦ Ο.Η.Ε. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἐνομίσαμεν, κύριοι, ὅτι εἴχομεν πραγματικῶς ἐπιτύχει, σχετικὴν διαβεβαίωσιν τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἄλλωστε ἐξάγεται καὶ ἀπὸ τὸ διάβημα τῆς 11ης Δεκεμβρίου τοῦ Ἀμερικανοῦ Πρεσβευτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ἀνέφερον προηγουμένως. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις τῶν ὅσων σᾶς λέγω: Ἡ ἔκθεσις Παλαμᾶ εἰς σελίδας 21 καὶ 48 γράφει, σχετικῶς τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ στάσις τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀντιπροσωπείας ἦτο τοὐλάχιστον σύμφωνος, πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Φόστερ Ντάλλες τῆς 16ης Νοεμβρίου. Δὲν συμβαίνει, ὅμως τὸ αὐτὸ μὲ τὸν τρόπον τῆς ἐκδηλώσεως τῆς Ἀμερικανικῆς ἀντιθέσεως. Διότι εἴχομεν ζητήσει τοῦτο τὸ ἐλάχιστον: Νὰ τηρήσουν δηλαδή, μυστικὴν τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν, νὰ καταψηφίσουν μίαν δικαίαν ὑπόθεσιν καὶ νὰ τὴν καταψηφίσουν χωρὶς νὰ τὸ εἴπουν, διὰ νὰ ἀφήσουν τοὺς ἄλλους ἀνεπηρεάστους. Αὐτὸ λοιπόν, κύριοι, εἴχομεν ζητήσει. Εἴχομεν ζητήσει ὄχι μεταβολήν, διότι αὐτὸ ἐπείσθημεν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον, ἀπὸ ἀρνητικὴν εἰς θετικήν, εἴχομεν ζητήσει ἁπλῶς τὸ ἀπόρρητον, καὶ τὴν ἀποφυγὴν πράγματι, ἀμέσου ἢ ἡμιαμέσου ἐπηρεασμοῦ τῶν ἄλλων Ἐθνῶν. Οὕτω καὶ ὁ κ. Κύρου, συμφώνως μὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα, εἰς ἐπανειλημμένα τηλεγραφήματά του, τῆς 18ης Νοεμβρίου, τῆς 4 Δεκεμβρίου καὶ τῆς 11ης Δεκεμβρίου, ἐξεδήλωσε τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν θὰ ἐκδηλωθῇ ἡ Ἀμερικανικὴ ἀρνητικὴ ἀπόφασις καὶ ὅτι θὰ τηρηθῇ μυστικὴ μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας. Ἂν καὶ οὐδόλως καὶ αὐτὸς ἀμφέβαλλε περὶ τῆς στάσεως τῶν Η.Π.Α, διότι καὶ εἰς ἄλλο τηλεγράφημα του τῆς 22 Δεκεμβρίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὡμίλει περὶ τῆς ὑποτιθεμένης κατανομῆς τῶν ψήφων τῶν μελῶν–Κρατῶν, ὅταν ἀπηρίθμει τὰς ψήφους, τὰς ἐναντίον τῆς θέσεως ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κυπριακοῦ, ὑπελόγιζε ταύτας εἰς 16–17 ἀρνητικὰς ψήφους, μεταξὺ τῶν ὁποίων, ὡς ἔλεγε συμπεριελαμβάνοντο καὶ αἱ Η.Π.Α. Δὲν εἶχε λοιπὸν δημιουργηθῆ, οὐδεμία αὐταπάτη, οὐδεμία ψευδαίσθησις, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀντιπροσωπείαν, σχετικῶς μὲ τὴν στάσιν τῶν Η.Π.Α. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἀνεμένομεν ἀπὸ αὐτὰς ἦτο, ὅπως ἡ ἀπόφασις τηρηθῇ μυστικὴ μέχρι τέλους. Αὐτὴ ἦτο ἡ παράκλησίς μας καὶ ἡ παράκλησίς μας αὕτη διετυπώθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀμέσως, τὴν ἑπομένην μετὰ τὴν ἐπιστολὴν τῆς 16ης Νοεμβρίου, ἡ ὁποία ἐγνώριζε τὴν πολιτικὴν τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος. Μὲ αὐτὴν ὁ κ. Κύρου ἐζήτει ὅπως τηρηθῇ ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς τῆς 16ης Νοεμβρίου αὐστηρὰ ἐχεμύθεια. Καὶ ἐλάβομεν τότε ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ οὐδεμία διαρροὴ καὶ οὐδεμία ἀκριτομυθεία. Ἡμεῖς ἐτηρήσαμεν πρῶτοι τὸ μυστικόν, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ τὸ τηρήσουν καὶ οἱ ἄλλοι. Ἀντιλαμβάνεσθε τώρα, κ.κ. συνάδελφοι, τὸ δρᾶμα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖται, ὅτι ἠφνιδιάσθη καὶ δὲν ἐγνώριζε τὴν πραγματικότητα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγνώριζε ἀκριβῶς, τὸ τί συμβαίνει, ἀλλὰ ἦτο ὑποχρεωμένος, διὰ λόγους γενικωτέρου συμφέροντος νὰ σιωπᾷ. Θὰ ἦτο δυνατὸν τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ ἐπικαλεσθῇ, ὅπως εἰς τοιαύτης φύσεως λεπτότατα ζητήματα, ὡς εἶναι τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, μὴ ὑπάρχῃ ἐξαιρετικὴ σπουδὴ εἰς τὰς ἐπικρίσεις, προτοῦ δυνηθῇ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς νὰ λύσῃ τὴν σιωπήν του. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τοιαύτη ἔκκλησις δὲν πρόκειται νὰ εὕρῃ ἀπήχησιν. Πάντοτε ἡ ἀντιπολιτευτικὴ ἐμπάθεια θὰ παρασύρῃ καὶ τὴν λογικὴν καὶ τὸν ἐθνικὸν συμφέρον. (Φωναὶ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ὄχι, ὄχι.
§9Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Διαφωνεῖτε;
§10Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Διαφωνοῦμεν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Διὰ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ποτέ, κύριε ὑπουργέ.
§11Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Θὰ σᾶς ἀκούσωμεν.
§12Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δηλαδή, διατηρεῖτε τὸν χαρακτηρισμὸν διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν;
§13Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὄχι. Δι’ ὡρισμένην μερίδα τοῦ τύπου. Δι’ αὐτὴν ὁμιλῶ. Μὲ συγχωρεῖτε. Λέγω τοῦτο, ὅτι ὡρισμένη μερὶς τοῦ τύπου, καὶ αὐτὴν ἀφοροῦν καὶ ὁ διασυρμὸς καὶ αἱ ὕβρεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα προηγουμένως, ὅτι ἐκυκλοφόρησε, δὲν ἠξεύρω κατὰ τίνα τρόπον, ὅτι δὲν ἐνημερώσαμεν ἐγκαίρως τὴν Ἑλληνικὴν ἀντιπροσωπείαν μας. Πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ζητῶ συγγνώμην, ἐὰν δὲν ἔγινα ἀντιληπτός, πρόκειται περὶ ὡρισμένης μερίδος τοῦ τύπου καὶ τίποτε πλέον αὐτοῦ. Ἀλλοίμονον. Ἡ πολιτικὴ ὑπῆρξε κοινὴ καὶ αὐτὸ θὰ τὸ ἐπικαλεσθῶμεν μετ’ ὀλίγον, ὅταν θὰ χαράξωμεν τὴν πολιτικὴν τοῦ μέλλοντος. Κύριοι, ἐζητήσαμεν, ὅπως εἴπωμεν, ὅπως ἡ στάσις ἡ ἀρνητική, ὅπως ἡ ἀπόφασις ἡ ἀρνητική, τηρηθῇ μέχρι τῆς ψηφοφορίας μυστική, τηρηθῇ ἀπόρρητος. Καὶ ἐκεῖ ὑπέστημεν τὸν αἰφνιδιασμόν. Ἐκεῖ ὁμολογῶ, ὅτι ἠφνιδιάσθημεν καὶ ἐκεῖ ἐποτίσθημεν διὰ πικρίας, διότι ἡμεῖς ἀνεμέναμεν, σύμφωνα μὲ παρασχεθείσας διαβεβαιώσεις, ὅτι τῷ ὄντι ἡ στάσις, ἡ ἀπόφασις, θὰ ἐτηρεῖτο μέχρι τέλους μυστική. Οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἐγὼ ὀφείλω νὰ τὸ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἐπιστεύαμεν, ὅτι ὑπῆρξαν οἱ διευθύνοντες τὸ Στέητ Ντιπάρτμεντ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διέπραξαν τὴν ἀκριτομύθειαν αὐτήν, ὅπως μὲ διεβεβαίωσαν καὶ ἐπιστεύσαμεν εἰς τὰς σχετικὰς διαβεβαιώσεις τοῦ διαμαρτυρηθέντος Πρεσβευτοῦ μας ἐν Οὐασιγκτῶνι. Οὐχ’ ἧττον, ὅμως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παραμένει βέβαιον εἶναι, ὅτι κατώτατα ὄργανα, ἐπιλαθόμενα τῶν ὑποχρεώσεών των καὶ ἀδιαφορήσαντα διὰ τὸ κῦρος τοῦ ὑπουργοῦ των, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν εἰς τοὺς «Τάϊμς τῆς Ν. Ὑόρκης», τὸ μήνυμα πρὸς τὸν Στρατάρχην Παπάγον, ὀλίγας μόνον ὥρας μετὰ τὴν ἐπίδοσιν αὐτοῦ. Γνωρίζετε τί ἀκριβῶς συνέβη τὴν ἑπομένην, τὴν Δευτέραν. Ἐὰν δὲ λάβετε ὑπ’ ὄψει σας καὶ τὴν διαφορὰν τῆς ὥρας, περίπου, καθ’ ἣν ὥραν ἐπεδίδετο τὸ μήνυμα εἰς τὸν Στρατάρχην Παπάγον, ταὐτοχρόνως παρεδίδετο τοῦτο εἰς τὰ Τυπογραφεῖα τῶν «Τάϊμς τῆς Ν. Ὑόρκης». Καὶ δύο ὁλοκλήρους ἡμέρας ἀπὸ τὴν ἑπομένην, τὴν Δευτέραν, πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς προσφυγῆς μας ἐνεφανίζετο ἡ ἔγκυρος κατὰ τὰ ἄλλα ἐφημερίς, ἐνεφανίζετο μὲ πηχυαίους τίτλους καὶ ἐντυπωσιακὰς πληροφορίας διὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν στάσιν τῶν λοιπῶν Κρατῶν–μελῶν ἔναντι τῆς Ἑλληνικῆς ὑποθέσεως. Ἐπεκρίθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, διότι δῆθεν ὁ Πρόεδρος αὐτῆς προέβη εἰς δημοσιογραφικὰς δηλώσεις, προτοῦ ἀκόμη προβῇ εἰς διάβημα παρὰ τῇ Βρεταννικῇ Κυβερνήσει τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς ἐπικρίναντας ἔλαβε χώραν μόνον τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1954. Οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Ὅπως πρὸ ὀλίγου σᾶς ἐξέθεσεν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πολὺ προηγουμένως, ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1953, καὶ μετὰ ταῦτα τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1953, εἶχεν ἤδη θέσει τὸ ζήτημα τῶν διμερῶν συμφωνιῶν μετὰ τῆς Ἀγγλίας, κατὰ τὴν ἐντεῦθεν διάβασιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μ. Βρεταννίας. Ἐπεκρίθη, ὡσαύτως, ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἐξεμεταλλεύθη τὸ θέμα τῆς τριμεροῦς Βαλκανικῆς Συμμαχίας, διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Τουρκίαν εἰς οὐδετερότητα ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Κύριοι, τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν ἀξίζει οὔτε κἂν ἀπαντήσεως. Ἔχει τὴν ἰδίαν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι θὰ ἔπρεπε, προτοῦ εἰσέλθῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ Βαλκανικὸν Σύμφωνον, νὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ τὴν Μ. Βρεταννίαν, ὅπως παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων της ἐπὶ τῆς Κύπρου. Καὶ ἡ Ἑλλὰς ὅταν προέβαινεν εἰς τὴν σύναψιν τῆς Τριμεροῦς Συμμαχίας, οὔτε ἐξεβίασεν, οὔτε ἐσκέφθη ποτὲ νὰ ἐκβιάσῃ. Ἡ Συμμαχία αὐτὴ εἶναι ἀποτέλεσμα λογικόν, φυσικόν, τῆς κοινῆς συνειδήσεως τῶν τριῶν μελῶν ἐπὶ τῆς κοινότητος τῶν συμφερόντων καὶ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συνεργασίας των ὅπως ἐξασφαλίσουν τὴν ἐλευθερίαν τῶν λαῶν καὶ τὴν εἰρήνην εἰς τὴν γωνίαν αὐτὴν τῆς Μεσογείου. Κοινή, ἄλλωστε, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἦτο ἡ ἐπιθυμία καὶ τῆς Τουρκικῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅπως τὸ Κυπριακόν, ἐπιλυόμενον κατὰ νόμιμον τρόπον, οὐδαμῶς διαταράξῃ δι’ ἀδικαιολογήτων ὀξυτήτων τὰς σχέσεις ἐκ τῆς συμμαχίας μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας. Καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ὅτι ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος παρὰ τῷ Ο.Η.Ε., ἐτήρησε γλῶσσαν συνετὴν καὶ μετρημένην, τῆς ὁποίας τὸ ὕφος εὑρίσκετο εἰς τὸ ὕψος καὶ τοῦ κρινομένου θέματος καὶ τῆς αἰθούσης, εἰς τὴν ὁποίαν συνεζητεῖτο, ἀλλά, δυστυχῶς, δὲν εὗρον ἀνταπόκρισιν εἰς τὴν ἀντίμαχον παράταξιν. Καὶ δὲν ἦτο τοῦτο, μόνον ἡ ἐντόπισις τοῦ ὁμιλοῦντος Ἕλληνος ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔκρινεν ἀντικειμενικὰ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν. Ὀφείλω νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι εἶναι τοιαύτη ἡ ἐντύπωσις καὶ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρηκολούθησαν τὴν σχετικὴν διαδικασίαν καὶ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ κρίνουν ἀντικειμενικῶς καὶ ἀμερολήπτως. Οὐχ’ ἧττον ὅμως εἴμεθα, ὁπωσδήποτε, ἀποφασισμένοι ὅπως καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κυπριακὸν ἠκολούθει τὴν εἰρηνικὴν αὐτὴν διαδικασίαν, ὅπως διατηρήσωμεν εἰλικρινῆ καὶ ἀδιατάρακτον τὴν φιλίαν καὶ τὴν συμμαχίαν μας μὲ τὸ Τουρκικὸν Ἔθνος, χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Τοιαύτη δὲ εἶναι καὶ ἡ ἀντίληψις τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μᾶς ἐγνώρισε διὰ τελευταίας ἐκθέσεώς του ὁ ἐν Ἀγκύρᾳ Πρεσβευτής μας. Τὸ αὐτὸ θὰ εἴπωμεν καὶ προκειμένου περὶ τῶν σχέσεών μας μὲ τὴν Μ. Βρεταννίαν. Ἔχομεν συνείδησιν τῆς ἰσχυρότητος τῶν δεσμῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς συνδέουν μὲ τὴν μεγάλην αὐτὴν Δύναμιν. Εἶναι δεσμοὶ ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ κοινοὺς ἀγῶνας καὶ κοινὰς θυσίας εἰς τὸ παρελθόν, εἶναι δεσμοί, οἱ ὁποῖοι συνάπτονται καὶ δημιουργοῦνται ἀπὸ κοινὰς ἐπιδιώξεις ἐν τῷ μέλλοντι. Θὰ προσπαθήσωμεν ὅσον τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, ὅπως ἡ διαφορά μας μὲ τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν ἀφίσῃ ἀνεπηρεάστους τὰς σχέσεις μεταξὺ τοῦ Βρεταννικοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπεκρίθη τέλος ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, διότι ἠγνόησε καὶ ἠδιαφόρησε πρὸς τὴν προειδοποίησιν τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ὁ τίτλος τιμῆς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ καὶ πρὸ παντὸς τοῦ Προέδρου αὐτῆς. Καὶ εἶναι ὁ τίτλος τιμῆς, τὸ ὅτι παρὰ τὰς ἀντιδράσεις, παρὰ τὰς προειδοποιήσεις, παρὰ τὰς ἀντιξοότητας, εἶχε τὸ θάρρος καὶ τὴν δύναμιν, (χειροκροτήματα), νὰ θέσῃ ἐνώπιον τοῦ διεθνοῦς κριτηρίου τὸ Κυπριακὸν ζήτημα καὶ μὴ παραμελήσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ χρέους της ἐνώπιον τοῦ ἀδελφοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, ὅσον καὶ ἐνώπιον τῶν ὑψηλῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ καταστατικοῦ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, Καταστατικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπογράψει καὶ ἡ Ἑλλὰς μαζὶ μὲ τὰ λοιπὰ ἐλεύθερα Κράτη. Ἐπὶ τέλους ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς νὰ θέσῃ μίαν ἡμέραν τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς συνειδήσεως, διότι οὐδεὶς ἠγνόει οὐδὲ ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ ἐπίλυσις αὐτοῦ δὲν θὰ προέλθῃ κατ’ ἀρχὴν ἀπὸ καμμίαν δικαστικὴν ἀπόφασιν, δὲν θὰ προέλθῃ ἀπὸ κανένα Ὀργανισμόν, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἠθικὸν αὐτοῦ περιεχόμενον. Εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ὅτι ἐτόλμησε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ διεθνοῦς αὐτοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπῆρχον τοιαῦται ἀντιδράσεις καὶ τόσαι ἀντιξοότητες. Ποία θὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ μέλλον ἔναντι τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος; Ἠκούσατε σαφῶς πῶς τὴν ἐχάραξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω τοῦτο νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ μάχη, ἡ ὁποία ἤρχισεν ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς πεδίου θὰ συνεχισθῇ μὲ πίστιν καὶ ἀποφασιστικότητα. (Χειροκροτήματα). Καίτοι ἡ ἀπόφασις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν δὲν ἦτο οἵα τὴν ἀνεμέναμεν, ἐν τούτοις, ὅπως λέγει ὁ καλύτερος καὶ ὁ ἁρμοδιώτερος τῶν κριτῶν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος–Ἐθνάρχης, ἀποτελεῖ μίαν πρώτην νίκην, δεδομένου, ὅτι ἀνεγνωρίσθη πλέον διεθνῶς, ὅτι ὑφίσταται Κυπριακὸν πρόβλημα, ἀναμένον τὴν ὁριστικήν του λύσιν. Καὶ πρὸς τὴν ὁριστικὴν αὐτὴν λύσιν, διὰ τὴν ὁποίαν πρώτην ἐγγύησιν παρέχει ὁ εἰρηνικὸς καὶ ἄκαμπτος ἀγὼν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρὸς τὴν ὁριστικὴν αὐτὴν λύσιν θὰ συνεχίσωμεν ἀνενδότως τὰς προσπαθείας μας ἐπικουρούμενοι ἀπὸ τὴν συμπαράστασιν τὴν ὁμόθυμον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἀγνοοῦμεν, ὅτι τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη δὲν εἶναι δικαστήριον, ἀλλὰ εἶναι πολιτικὸς Ὀργανισμός. Γνωρίζομεν ὅμως κάλλιστα, ὅτι ὁ πολιτικὸς αὐτὸς Ὀργανισμὸς ἔταξεν ὡς προορισμόν του τὴν κατοχύρωσιν τῆς διεθνοῦς ἀσφαλείας καὶ τῆς διεθνοῦς εἰρήνης διὰ τοῦ σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως ἁπάντων τῶν λαῶν. Ὀρθῶς λοιπόν, ἀπευθυνόμεθα πρὸς τὸν Ὀργανισμὸν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ ζητοῦμεν ἀπὸ αὐτὸν ὅπως ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολήν του καὶ ὀρθῶς διαμαρτυρόμεθα ὁσάκις νομίζομεν, ὅτι παρεκκλίνει ἢ ὑπολείπεται τοῦ προορισμοῦ του. Δὲν ἀναμένομεν ὅπως ἐτονίσαμεν καὶ ἄλλοτε, ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ νομικὰς ὑποχρεώσεις, νομικὰς συνεπείας. Μόνον εἰς τὸ ἠθικὸν κῦρος τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἀποβλέψαμεν καὶ ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ὅπως ἐτόνισε καὶ ὁ Ἐθνάρχης τῆς Κύπρου, ἦτο ἀπαραίτητος καὶ ἐπιβεβλημένη διὰ νὰ φθάσῃ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα μέχρι τῆς ἐλευθέρας συνειδήσεως τῶν πεπολιτισμένων χωρῶν καὶ νὰ προωθηθῇ εἰς τὸν διεθνῆ κόσμον. Διότι ἡμεῖς, τοὐλάχιστον, διότι οἱ Ἕλληνες ὅλοι, ἀναμένομεν πρὸ παντὸς τὴν φυσικὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, χάρις εἰς τὸ ἠθικόν του περιεχόμενον καὶ προσδοκῶμεν τὴν δικαίωσιν τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρὸ παντός, ἀπὸ τὴν ἀκαταγώνιστον δύναμιν τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία γιγαντουμένη καὶ χαλυβδομένη εἰς τὴν φλόγα τῆς πίστεως καὶ εἰς τὴν δοκιμασίαν τῶν διωγμῶν, ἀσφαλῶς, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, θὰ κατακτήσῃ τὰς ἐλευθέρας συνειδήσεις τῶν λαῶν καὶ τελικῶς θὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ πιστεύομεν εἰλικρινῶς, ὅτι πρῶτον θὰ κατακτήσῃ τὴν δημοσίαν γνώμην τοῦ ἀληθῶς φιλελευθέρου Βρεταννικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου εἶναι γνωστὴ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν ἐλευθερίαν καὶ γνωστοὶ οἱ ἀγῶνες του ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλὰ ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας, διὰ νὰ καταστῇ ἀκαταμάχητος, θὰ πρέπει νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς συνειδήσεως τῶν ἐλευθέρων ἀνθρώπων καὶ τῶν ἐλευθέρων λαῶν. Καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, ἐνόμισεν ὡς πρώτην προϋπόθεσιν, διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, τὴν ἐπέκτασιν τῆς θεωρίας αὐτῆς, διὰ μέσου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς συνειδήσεως, ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς κρίσεως. Κύριοι βουλευταί, τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, ἔχει εἰσέλθει πλέον, εἰς τὴν φυσικὴν αὐτοῦ ὁδόν. Διὰ νὰ φθάσῃ ὅμως εἰς τὸ φυσικόν του τέρμα, εἰς τὴν φυσικήν του λύσιν, θὰ χρειασθοῦν ἀκόμη μακροὶ ἀγῶνες καὶ μεγάλοι μόχθοι. Θὰ διέλθῃ κατ’ ἀνάγκην ἀπὸ πολλὰ στάδια, ἀπὸ πολλὰς φάσεις, μία τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ φάσις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Μὴ ἀναμένετε ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ὁριστικῶς θὰ λύῃ τὸ ζήτημα. Θὰ ἀποκομισθῇ ἐκ τῆς κρίσεώς των, μόνον ἠθικὸν κέρδος, ἀπαραίτητον ὅμως προϋπόθεσιν, διὰ τὴν φυσικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος κατὰ τὸ μέλλον. Θὰ εὕρῃ ὅμως ἀσφαλῶς τὸ Κυπριακὸν ζήτημα τὴν λύσιν του μίαν ἡμέραν. Εἶναι ζήτημα χρόνου, ἀφ’ οὗ ἤδη ἐτέθη ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς συνειδήσεως. Καὶ ὅταν εἰς τὸ μέλλον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τὴν τύχην νὰ προΐστανται τῶν τυχῶν τῆς χώρας, θὰ εὑρεθοῦν κατὰ τὴν ὡραίαν καὶ εὐτυχῆ ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκπληρωθοῦν οἱ πόθοι τοῦ Κυπριακοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τότε αὐτοὶ θὰ πρέπει νὰ μὴ λησμονήσουν, ὅτι ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν Στρατάρχην Παπάγον, (ζωηρὰ καὶ ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα), ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θάρρος καὶ τὴν δύναμιν νὰ θέσῃ ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς συνειδήσεως, ἐνώπιον τῆς παγκοσμίου συνειδήσεως τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Οὐδέποτε ἄλλοτε τὸ γνωστὸν ρητόν, ὅτι ἡ ἀρχὴ ἀποτελεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ παντὸς εὑρῆκε τὴν καλυτέραν του θέσιν. (Χειροκροτήματα).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Χαβίνης.
§15Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις ἔφερε τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀφ’ ἑνὸς διὰ νὰ διαφωτισθῇ ὁ λαὸς περὶ τῆς ἐξελίξεως αὐτοῦ καὶ τῆς προόδου, τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ νὰ πληροφορηθῇ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος καὶ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ τὸ συγκινῇ μέχρις ὅτου λάβει τὴν ὁριστικήν του λύσιν, δηλαδή, τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Κύπρου. Γνωρίζετε, ὅτι ἀπὸ τὸ 1878, ὅτε ἡ Κύπρος, κατόπιν συμφωνίας Βρεταννο–Τουρκικῆς, παρεχωρήθη εἰς τὴν Μ. Βρεταννίαν, δὲν ἔπαυσεν ὁ Κυπριακὸς λαὸς νὰ ζητῇ τὴν ἕνωσίν του μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ὅτε ὁ πρῶτος Ἄγγλος κυβερνήτης ἀπεβιβάσθη εἰς τὴν Κύπρον, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κύπρου προσφωνῶν αὐτὸν δὲν παρέλειψε νὰ τονίσῃ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ λαοῦ πρὸς ἕνωσιν μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἀντιπροσωπεῖαι ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Λονδῖνον διὰ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Νήσου, ἀλλὰ εἰς μάτην, διότι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔδωσε σημασίαν, ὁπότε τὸ 1931 ἐγένετο μία ἐθνικὴ ἐξέγερσις εἰς τὴν Κύπρον. Ἐπηκολούθησαν διώξεις, φυλακίσεις καὶ ἐξορίαι καὶ αὐτὸς ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κύπρου ἐξωρίσθη. Κατόπιν ἦλθεν ὁ τελευταῖος μεγάλος πόλεμος καὶ ὁ Κυπριακὸς λαὸς ἐπολέμησε καὶ πάλιν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εὕρῃ τὴν ἀπελευθέρωσίν του, διότι καὶ ὁ πόλεμος αὐτὸς κατὰ τὰς δηλώσεις ὅλων τῶν Ἄγγλων ὑπουργῶν καὶ Πρωθυπουργῶν ἐγένετο διὰ τὴν ἐλευθερίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν τῶν λαῶν. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ τελευταίου πολέμου, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Τσουδερὸς ὑπέμνησε τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου, εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, κ. Ἦντεν. Τότε ὁ κ. Ἦντεν εἶπεν, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον θὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα. Παρὰ τὴν ὑπόσχεσίν του, κ. βουλευταί, οὐδεμίαν συζήτησιν ἐδέχθη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις μετὰ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων. Ἔκτοτε, ὅλαι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἐζήτησαν, διὰ διμερῶν συνομιλιῶν μὲ τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν, νὰ λύσουν τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου. Πρῶτον τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ 1950, προκληθὲν ἀπὸ τὸν κ. Κανελλόπουλον, ἐδήλωσε διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου, κ. Βενιζέλου, ὅτι ὑπάρχει Κυπριακὸν ζήτημα, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ παύσῃ νὰ ἐνδιαφέρεται δι’ αὐτό. Ἐν συνεχείᾳ ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἐπεζήτησαν συνομιλίας διμερεῖς μετὰ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπηξίωσε καὶ ν’ ἀπαντήσῃ. Ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρεθεῖσα πρὸ τῆς τελικῆς ἀρνήσεως τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸ τῆς πιέσεως τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο ν’ ἀνεχθῇ νὰ ἀπελευθερώνωνται λαοὶ Ἀσιατικοὶ καὶ Ἀφρικανικοὶ μετὰ τὸν πόλεμον, ὅπως αἱ Ἰνδίαι, τὸ Πακιστάν, ἡ Βιρμανία, τὸ Σουδὰν καὶ ἡ Χρυσῆ Ἀκτή, καὶ νὰ μὴ ἀπελευθερώνεται καὶ ἡ Κύπρος, κατοικουμένη ἀπὸ Ἕλληνας, τουτέστιν πολιτισμένους ἀνθρώπους. Διὰ τοῦτο, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀρθῶς ἔπραξε καὶ ἔκαμε προσφυγὴν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ᾐσθάνθη ἐθνικὴν ἱκανοποίησιν διὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, ὡρίσθην ὡς μέλος τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἐπεσκέφθην τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου, κ. Κύρου, καὶ ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τῆς πορείας τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος καὶ ποῖαι εἶναι αἱ προβλέψεις των. Μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι καὶ οἱ δύο εἶχον πλήρη πεποίθησιν διὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς συζητήσεως. Ἀφοῦ μοῦ ἐξέθεσαν ὅλας τὰς ἐνεργείας, τὰς ὁποίας εἶχον κάμει, μοῦ ἐδήλωσαν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν 15μελῆ Ἐπιτροπὴν θὰ ἔχωμεν ἀσφαλῶς 7 ἢ 9 ψήφους ὑπέρ, 3–4 κατά, καὶ 3–4 ἀποχάς, καὶ ὅτι, συνεπῶς, ἡ πλειοψηφία ἦτο βεβαιοτάτη, διότι αἱ ψῆφοι ἀποχῆς δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Ὁμολογῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἶχον δισταγμοὺς νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ ψηφοφορία θὰ ἦτο τοιαύτη. Καὶ εἶχον μίαν ἔντονον περιέργειαν νὰ ἴδω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πρώτης Ἐπιτροπῆς, τῆς 15μελοῦς καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον καὶ διότι αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ κρίσις διὰ τὰς μελλούσας ψηφοφορίας. Τὴν 23ην Σεπτεμβρίου συνῆλθεν ἡ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσηγητὴς ἦτο ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς κ. Κύρου, ὁ ὁποῖος μὲ ἀντικειμενικότητα καὶ μὲ πλήρη ἠρεμίαν, ὅπως ἁρμόζει καὶ συμβαίνει μὲ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν ἠθικὴν καὶ τὸ δίκαιον, ἀνέπτυξε τὰ ἐπιχειρήματα τῆς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως. Ἀντιθέτως, ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Βρεταννίας, κατεχόμενος ἀπὸ νευρικότητα ὡς ὑποστηρίζων ἀτυχῆ ὑπόθεσιν παρουσίαζεν ἐπιχειρήματα οὐχὶ σοβαρά. Ἠμφισβήτησε κατ’ ἀρχὴν καὶ αὐτὴν τὴν Ἑλληνικότητα τῆς Κύπρου. Δὲν ἐνεθυμήθη ἐκείνην τὴν στιγμήν, ὅτι τὸ 1915 ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις προσέφερε τὴν Κύπρον εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἀμέσως ἀπὸ τὴν οὐδετερότητα παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν συμμάχων καὶ κατὰ τῆς Γερμανίας. Τοῦτο ἦτο μία ἀπόδειξις, ὅτι ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὴν Ἑλληνικότητα τῆς Κύπρου. Ἐλησμόνησεν ἐπίσης ὁ ἀρχηγὸς τῆς Βρεταννικῆς ἀντιπροσωπείας, ὅτι ὁ κ. Τσῶρτσιλ, ὡς ὑφυπουργὸς τῶν Ἀποικιῶν τὸ 1907, ὅταν μετέβη εἰς τὴν Κύπρον, ὅτι εὑρέθη πρὸ ζωηρῶν ἐκδηλώσεων τῶν Κυπρίων αἰτούντων τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐδήλωσε δέ, ὅτι τὰ αἰσθήματα τῶν Κυπρίων ὑπὲρ τῆς Ἑνώσεως ἀποτελοῦν παράδειγμα τῆς πατριωτικῆς ἀφοσιώσεως, ἡ ὁποία τόσον εὐγενῶς χαρακτηρίζει τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος καὶ ὅτι τὰ μόνα Ἑλληνικὰ ποὺ ἐδιδάχθη ἦσαν: «Ζήτω ἡ Ἕνωσις, ζήτω ἡ ἕνωσις μετὰ τῆς Ἑλλάδος». Ὅπως γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, τὸ 1950 ἔγινεν ἕνα δημοψήφισμα εἰς τὴν Κύπρον, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου γνωρίζετε, ὅτι ἦτο κατὰ μεγίστην πλειοψηφίαν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως. Τὰ ἀντίγραφα τοῦ δημοψηφίσματος αὐτοῦ κατετέθησαν εἰς τὴν Γενικὴν Γραμματείαν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν 15μελῆ Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν συνεζητήθη, τὸ ζήτημα τῆς ἐγγραφῆς τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ὅπως εἶπον, ὁ κ. Κύρου ἀνέπτυξε τὸ θέμα μὲ ἠρεμίαν καὶ ἀντικειμενικότητα. Κατειχόμεθα ἀπὸ μεγάλην συγκίνησιν καὶ ἀγωνίαν, διότι ὅπως εἶπον ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος αὐτοῦ θὰ κατεφαίνετο ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἄλλων ψηφοφοριῶν θὰ ἦσαν ἀνάλογα. Καὶ ὅταν τὸ ἀποτέλεσμα ἀνεκοινώθη, μὲ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον, ᾐσθάνθημεν χαρὰν καὶ ἀγαλίασιν, διότι ἐφανταζόμεθα, ὅτι μέχρι τέλους θὰ ἐξηκολούθει νὰ εἶναι ἡ αὐτὴ περίπου ἀναλογία. Μετὰ ταῦτα ἡ συζήτησις ἐγένετο εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν, ὅπου εἰσηγητὴς ἦτο ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα σᾶς εἶναι γνωστά. Πράγματι ἡ ψηφοφορία αὐτὴ δὲν ἦτο ἀνάλογος μὲ τὴν ψηφοφορίαν τῆς 15μελοῦς Ἐπιτροπῆς. Εἴχομεν ὅμως τὴν πεποίθησιν, τὴν μεγάλην ἐλπίδα ὅλοι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι παρηκολούθησαν τὴν κατάστασιν ἐκεῖ ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον θὰ ἐμεσολάβει μεταξὺ τῆς συζητήσεως κατ’ ἀρχὴν τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ζητήματος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐγένετο συζήτησις κατ’ οὐσίαν εἰς τὴν πρώτην πολιτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι τὰ πράγματα θὰ μετεβάλλοντο ὑπὲρ ἡμῶν. Διότι, κύριοι βουλευταί, εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἐπεκράτη ἕνα πνεῦμα ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας, ἕνα πνεῦμα ἀντιαποικιακόν. Ἐνθυμοῦμαι τὴν συγκίνησιν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς μικρᾶς καὶ γενναίας Ἰσλανδίας, ὑποστηρίζοντος τὴν Ἑλληνικὴν ἄποψιν. Δυστυχῶς κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν εἰς τὴν πρώτην πολιτικὴν Ἐπιτροπὴν ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις μετέβαλεν ἐντελῶς γνώμην, καὶ ἀπὸ τὴν στάσιν τῆς οὐδετερότητος μετεφέρθη εἰς στάσιν ἀντίθετον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ἄποψιν. Τοῦτο, κύριοι βουλευταί, ἐγένετο, διότι καὶ αὐτὴ ἡ Βρεταννικὴ Ἀποστολὴ εἶχε πεισθῆ, ὅτι εἰς τὴν τελικὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ ἡ πλειοψηφία τῶν ⅔ καὶ διὰ τοῦτο μετεχειρίσθη τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ πιεστικά, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε καὶ τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἠναγκάσθη ἡ Ἀποστολὴ ἡ Ἀμερικανική, τῆς ὁποίας ὅλα τὰ μέλη ἀνεγνώριζον τὸ δίκαιον τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Δι’ ἐμὲ ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν ἡ μεταστροφὴ αὐτή, τῆς τελευταίας ἡμέρας, τῆς Ἀμερικῆς, ὅτι ἡ Ἀποστολὴ ἡ Βρεταννική, ἐπίστευεν, ὅτι θὰ συνεκέντρωνεν ἡ Ἑλληνικὴ ἄποψις τὰ ⅔ εἰς τὴν τελικὴν ψηφοφορίαν. Καὶ ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις ἡ γνωστή, κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν προσθήκην πρὸς τὸ παρόν, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι εἰς πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι βουλευταί, νὰ πιστεύω, ὅτι ὅταν πρόκειται περὶ ζητήματος ἀπελευθερώσεως ἑνὸς λαοῦ καὶ μάλιστα ἑνὸς λαοῦ πολιτισμένου, δὲν ὑπάρχει κανὲν ἐμπόδιον νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ αἴτημα τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. Διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, κύριοι βουλευταί, τῆς τελικῆς αὐτῆς ἀποφάσεως, ὅλοι οἱ λαοὶ τοῦ κόσμου γνωρίζουν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου εἶναι ἐκκρεμὲς καὶ δύναται νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν. Ἡ συζήτησις τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν εἶχεν εὐχάριστον ἀποτέλεσμα. Ὅλοι οἱ λαοί, ὄχι μόνον οἱ λαοὶ τῶν 60 Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸν Ὀργανισμόν, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ λαοί, ὅσοι ἔλαβον γνῶσιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, ἔχουν πεισθῆ, ὅτι τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἠθικὴ εἶναι ὑπὲρ τῶν Κυπρίων καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ κανείς, ὅτι ἐν μέσῳ 20ῷ αἰῶνι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀποικία Εὐρωπαϊκοῦ λαοῦ πολιτισμένου, τοὐλάχιστον, ὅσον καὶ ὁ Ἀγγλικὸς λαός. Ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, κύριοι βουλευταί, κατοικοῦντες εἰς τὴν χώραν αὐτήν, ἡ ὁποία ἦτο κοιτὶς τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, ἔχομεν πολὺ ἀνεπτυγμένον τὸ αἴσθημα τῆς ἐλευθερίας καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδιστάσαμεν ποτὲ καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα καὶ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους νὰ ἔλθωμεν εἰς σύγκρουσιν μὲ μεγάλας δυνάμεις, χάριν τῆς ἐλευθερίας μας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας μας, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας θὰ ὑφιστάμεθα. Διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀποτελεῖ προσβολὴν νὰ ὑπάρχῃ τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὑπόδουλον, ἔστω καὶ ὑπὸ τὸν φιλελεύθερον Ἀγγλικὸν λαόν. Θέλομεν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐτοῦ τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ μεγάλη πλειοψηφία ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως —διότι ὡς εἶναι γνωστὸν καὶ τὸ ἐργατικὸν κόμμα καὶ τὸ φιλελεύθερον κόμμα καὶ μεγάλη μερὶς τοῦ Συντηρητικοῦ Κόμματος, ἐκηρύχθη κατὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ Συντηρητικοῦ Κόμματος— θέλομεν νὰ πιστεύωμεν, λέγω, ὅτι εὑρισκομένη ὑπὸ τὴν πίεσιν καὶ τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Ἀγγλίας, θὰ ἀλλάξῃ πολιτικὴν καὶ θὰ δεχθῇ νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως εἰς τὸν Κυπριακὸν λαόν. Ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀρνητικὴν αὐτὴν στάσιν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι θὰ εἶναι μόνη αὐτὴ ὑπεύθυνος δι’ ὅλας τὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἤθελον συμβῆ. Τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἠθικὴ εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Κύπρου. Πιστεύομεν, ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κύπρου θὰ γίνῃ γεγονὸς τετελεσμένον. Ἤδη εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων τῶν λαῶν ἔχει ἐγκριθῆ ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κύπρου. Δὲν ἀπομένει, κύριοι βουλευταί, παρὰ νὰ ἐγκριθῇ καὶ τυπικῶς αὕτη, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ, ὡς εἶμαι βέβαιος, λίαν συντόμως. (Χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐπίτιμος Πρόεδρος τῶν Φιλελευθέρων κ. Σ. Βενιζέλος ἔχει τὸν λόγον.
§17Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ κάμω ὡρισμένας παρατηρήσεις, μὲ ὅλην τὴν ἀντικειμενικότητα, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ σοβαρότης τοῦ ζητήματος καὶ ἡ εὐθύνη, ὅτι ἐπὶ ζητημάτων ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἰδιαιτέρως δὲ τοῦ Κυπριακοῦ, ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα οἱανδήποτε ἀντιπολιτευτικὴν διάθεσιν. Ἡ ὑπόθεσις Κύπρου εἶναι ἐθνικὴ καὶ εἶναι καθῆκον ὅλων μας νὰ ἀγωνισθῶμεν ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὸν διακαῆ πόθον ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Εἶναι ἐκπληκτικὸν, ὅτι ὁ ΟΗΕ ἠρνήθη νὰ συζητήσῃ τὸ αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως ἑνὸς λαοῦ, ἀπαρνούμενος τοιουτοτρόπως τὴν βάσιν καὶ τὸν προορισμὸν τῆς ὑπάρξεώς του. Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω πόσον βαθεῖα εἶναι ἡ ἀπογοήτευσις, ὄχι μόνον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους λαούς, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν εἰς τὰς ἀρχὰς ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐθεμελιώθη ὁ Ο.Η.Ε., καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπαυσαν νὰ διακηρύσσωνται πανηγυρικῶς ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἔχουν τὴν εὐθύνην τῶν τυχῶν τοῦ κόσμου. Τοιαύτη ἄδικος μεταχείρισις, κλονίζει τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν λαῶν εἰς τὸν Ο.Η.Ε. καὶ χαλαρώνει τοὺς δεσμοὺς μεταξὺ φίλων καὶ συμμάχων Κρατῶν καὶ νομίζω, ὅτι στοιχειώδης εἰλικρίνεια ἐπιβάλλει τὴν διαπίστωσιν τῆς θλιβερᾶς αὐτῆς πραγματικότητος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν διστάζω ὅμως ἐξ ἄλλου, νὰ διακηρύξω, ὅτι ὁ τρόπος τῆς διαχειρίσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἀτυχής, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνουσα τὴν εὐθύνην τῆς προσφυγῆς εἰς τὸν Ο.Η.Ε., ὤφειλε νὰ σταθμίσῃ ὅλους τοὺς παράγοντας καὶ νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ ἔδαφος, οὕτως ὥστε νὰ μὴ καταλήξῃ ἡ ἱερὰ αὐτὴ ὑπόθεσις, εἰς τὴν οἰκτρὰν αὐτὴν ἀποτυχίαν, ἡ ὁποία ἐπεσφράγισε τὴν ὅλην διαδικασίαν. Ἀτυχῶς οὐδὲν τούτων ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προώθησε τὸ ζήτημα παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ὅλαι αἱ συνθῆκαι ἀπ’ ἀρχῆς διεγράφοντο ἐξόχως δυσμενεῖς. Ἦτο γνωστὸν εἰς ὅλους μας, ὅτι ἡ στάσις Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας, διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω παρὰ τὰς Μ. Δυνάμεις, θὰ ἦτο ἐχθρική, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν στάσιν τῆς Ἀμερικῆς δὲν ἔπρεπε νὰ μᾶς μένῃ καμμία ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἦτο περίπου ἡ αὐτή. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ μακρὸν ἐχρημάτισα ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀνέκαθεν, ἡ στάσις τῶν φίλων μας Ἀμερικανῶν, ὑπῆρξε σταθερὰ ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, ὁσάκις δὲ ἐπανειλημμένως μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἀνακινήσω τὸ ζήτημα εἰς τὸν ἐκπρόσωπον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, πάντοτε ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξεν ἀμετάβλητος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀμερικῆς δὲν παραγνωρίζει τὸ δίκαιον τοῦ ἐθνικοῦ μας αὐτοῦ αἰτήματος, ἀλλ’ ὅτι ἡ στιγμὴ δὲν ἦτο κατάλληλος, διὰ νὰ δημιουργηθοῦν μοιραίως προστριβαὶ μεταξὺ φίλων καὶ συμμάχων χωρῶν, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς κρισίμου διεθνοῦς καταστάσεως. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἔλαβε τὴν παραμικρὰν ἐνθάρρυνσιν, ἐὰν δὲ αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς πρὸ ἓξ καὶ πλέον μηνῶν ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ Πρεσβευτοῦ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν διάβημα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ὑποστηρίξῃ Ἑλληνικὸν αἴτημα καὶ συνεβούλευσε ν’ ἀποφευχθῇ ἡ προσφυγή. Τὴν 28ην Ἰουλίου 1954 ἔφθασε προσωπικὸν μήνυμα τοῦ κ. Ντάλλες πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκφράζει φόβους δι’ ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος, ἣν θεωρεῖ ἄκαιρον, πιστεύει δέ, ὅτι τὸ Κυπριακὸν θὰ προωθεῖτο καλύτερον ἔξω τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Τὴν 16ην Ὀκτωβρίου ὁ κ. Κάννον ἀνακοινοῖ εἰς τὸν κ. Κανελλόπουλον, ὅτι αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι θὰ δώσουν ἀρνητικὴν ψῆφον. Τὴν 24ην Ὀκτωβρίου ἐν Παρισίοις ὁ Στρατάρχης Παπάγος ἐπιδίδει ὑπόμνημα εἰς τὸν κ. Ντάλλες, ὁ ὁποῖος ἠμφισβήτησεν ἐπηρεασμὸν ξένων ἀντιπροσωπειῶν ὑπὸ Ἀμερικῆς καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι ἐπανερχόμενος εἰς Ἀμερικὴν θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα. Οὐδέποτε ὅμως εἶπεν, ὅτι αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι θὰ τηρήσουν οὐδετερότητα. Τὴν 16ην Νοεμβρίου ὁ κ. Ντάλλες ἐπιδίδει εἰς πρεσβευτήν μας ἐπιστολὴν διὰ τὸν Στρατάρχην εἰς ἀπάντησιν τοῦ εἰς Παρισίους ἐπιδοθέντος ὑπομνήματός του. Ἐν αὐτῇ ἐκφράζει τὴν γνώμην ὅτι καλυτέρα λύσις θὰ ἦτο ἀπ’ εὐθείας συνεννόησις Ἄγγλων καὶ Κυπρίων καὶ γνωστοποιεῖ ἀπόφασιν Ἀμερικῆς ὅπως καταψηφίσῃ τὸ σχέδιον τῆς Ἑλληνικῆς ἀποφάσεως. Ὑπόσχεται, ὅτι τοῦτο θὰ τηρηθῇ μυστικὸν καὶ ὅτι ἡ Ἀμερικὴ δὲν θὰ προβῇ εἰς παρασκηνιακὰς ἐνεργείας ἐναντίον μας. Παιδαριώδης ἰσχυρισμὸς εἰς τὴν μυστικότητα τῆς Ἀμερικανικῆς ἀντιθέσεως 1ον) διὰ τὰς χώρας, τῶν ὁποίων ἡ πολιτικὴ ἐπηρεάζεται ὑπὸ τῶν μεγάλων, ἡ ἀποχὴ καὶ ἡ σιωπὴ εἶναι ἀρκετὰ εὔλογος διὰ νὰ καθοδηγήσουν αὐτάς. 2ον) Πῶς ἡ Κυβέρνησις ὑπέθεσεν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Ἀμερικανικὴ διπλωματία νὰ ἀποκρύψῃ τὴν στάσιν της καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς μακρᾶς διαδικασίας. Κατόπιν ὅλων τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθέντων ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ εἴμεθα ἐντὸς τῆς πραγματικότητος ἔπρεπε νὰ συναγάγωμεν τὸ λογικὸν συμπέρασμα, ὅτι ἀπὸ μέρους τῆς Ἀμερικῆς, δὲν ἔπρεπε ὄχι μόνον νὰ μὴ περιμένωμεν οὐδετερότητα, ἀλλὰ μᾶλλον δυσμενῆ στάσιν ἐφ’ ὅσον ὅλαι αἱ φιλικαὶ ἐπικλήσεις τοῦ Στέϊτ Ντιπάρτμεντ ἔμειναν ἄνευ ἀποτελέσματος ἀντὶ νὰ βαυκαλιζώμεθα μὲ ἀνεδαφικὰς ἐλπίδας. Εὑρισκόμενος ἰδιωτικῶς ἐν Ἀμερικῇ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον σχηματίσει σαφῶς τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ὑφιστάμεθα ἧτταν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας ἐνώπιον τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἐκ πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι μοῦ περιῆλθον, ἐνῷ μέλη τινὰ τῆς ἀντιπροσωπείας μας κατείχοντο ἀπὸ μίαν ἀδικαιολόγητον αἰσιοδοξίαν ὡς πρὸς τὴν ἔκβασιν τῆς προσφυγῆς. Τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς μου ἐκ Νέας Ὑόρκης συνέφαγον μὲ ἕνα ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἀντιπροσωπείας εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσα τοὺς φόβους μου λόγῳ, τῆς μεγάλης πιέσεως, ἡ ὁποία ἠσκεῖτο ἐπὶ τῶν Κρατῶν τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς, διὰ τὴν καταψήφισιν τῆς προτάσεώς μας. Ὁ συνομιλητής μου μὲ καθησύχασεν, ὅτι καὶ ἐὰν δὲν ἐπετυγχάνετο ἡ ἀπαιτουμένη πλειοψηφία τῶν ⅔, πάντως μία ἰσχυρὰ πλειοψηφία θὰ ἐτάσσετο ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως. Τοῦ παρετήρησα, ὅτι ὄχι μόνον δὲν πιστεύω εἰς τὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσεν, ἀλλ’ ἀντιθέτως φοβοῦμαι, ὅτι τελικῶς θὰ εὑρεθῶμεν ἐν μειοψηφίᾳ καὶ λέγω αὐτὰ διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ποίαν πλάνην ἐτέλει ἡ Ἀντιπροσωπεία μας καὶ νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους ἕνεκεν τῶν ὁποίων ὡδηγήθημεν εἰς μίαν θλιβερὰν ἀποτυχίαν. Οἱ φόβοι μου δυστυχῶς ἐπραγματοποιήθησαν ἡ δὲ Νεοζηλανδικὴ πρότασις ἐπεσφράγισε τὴν ἀποτυχίαν μας. Ἐνῷ ἡ προσφυγὴ ὤφειλε νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ζήτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἐνεφανίσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἔδωσε λαβὴν εἰς τοὺς ἀντιπάλους μας νὰ τὴν χαρακτηρίσουν ὡς ἐδαφικὴν διεκδίκησιν, μὲ ἀπροσδόκητον ἀποτέλεσμα νὰ καταψηφίσουν ἢ νὰ ἀπόσχουν κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ ἐγγραφῆς, ὡρισμένα ἀντιαποικιακὰ Κράτη εὑρόντα εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν ἐδαφικῆς προσαρτήσεως ἓν εἶδος τακτοποιήσεως τῆς συνειδήσεώς των. Μετὰ τὴν συσσώρευσιν τόσων σφαλμάτων ἦτο μαθηματικῶς βέβαιον, ὅτι ἀγόμεθα πρὸς μίαν ἀποτυχίαν. Καὶ ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Νεοζηλανδικὴν πρότασιν. Εἶναι θλιβερὸν τὸ γεγονός, ὅτι μία πρότασις, ἡ ὁποία κατ’ οὐσίαν ἀπεδοκίμαζε τὴν Ἑλληνικὴν ἐνέργειαν ἔκρινε σκόπιμον ἡ Κυβέρνησις εἰς βάρος τῆς ἀξιοπρεπείας μας νὰ προσυπογράψῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι προσετέθησαν εἰς αὐτὴν τρεῖς λέξεις «πρὸς τὸ παρόν», αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐδὲν μετέβαλον τὴν οὐσίαν τῆς Νεοζηλανδικῆς προτάσεως καὶ εἶναι ἔτι θλιβερώτερον τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπαίρετο διὰ τὴν προσθήκην αὐτήν, διεκδικῶν μάλιστα ἐν ἀντιδικίᾳ πρὸς τὴν ἀντιπροσωπείαν μας τὸ βραβεῖον τῆς εὑρεσιτεχνίας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς ἐκλαμβάνει διὰ πολὺ ἀφελεῖς προσπαθῶν νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς τὸ ζήτημα παραμένει ἀνοικτὸν διότι καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐψηφίζετο ἡ Νεοζηλανδικὴ πρότασις ὡς εἶχε, τὸ δικαίωμα νέας προσφυγῆς εἶναι ἀναφαίρετον, ἡ δὲ διαδικασία πρὸς ἐπαναφορὰν τοῦ ζητήματος καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις θὰ ἦτο ἐντελῶς ἡ ἰδία, διότι ἡ προσθήκη τῶν τριῶν αὐτῶν λέξεων, δὲν σημαίνει, ὅτι ἀναγνωρίζεται ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, οὔτε τὸ ζήτημα ὡς ἀφίνει ἡ Κυβέρνησις νὰ πιστεύεται ἐπανέρχεται αὐτομάτως. Ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύουν, ὅτι πλήρης σύγχυσις ἐπεκράτει εἰς τοὺς διαχειρισθέντας τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία σύγχυσις ἐνετάθη λόγῳ ἐλλείψεως οἱουδήποτε συντονισμοῦ. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐδήλου διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θεωρεῖ τὸ Κυπριακὸν ὡς πρωταρχικὸν ζήτημα τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς, δὲν εἶναι νοητὸν νὰ ἀπουσιάζῃ κατὰ τὴν κρίσιμον ὥραν τῆς μάχης, ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τῆς χώρας, καὶ δὴ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, καὶ νὰ ἀφίνεται ἡ διαχείρισις τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς ὑποθέσεως εἰς τὰ ὑπηρεσιακὰ μέλη. Δὲν διστάζω νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ὁ κ. Κύρου ἔκαμεν ὅ,τι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ μίαν χαμένην ὑπόθεσιν καὶ ὑπῆρξεν ἄδικος ἡ κακομεταχείρισίς του ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδίαν παρρησίαν καταλογίζω εἰς τὸν κ. Κύρου βαρυτάτην εὐθύνην, διότι αὐτὸς κατὰ κύριον λόγον παρέσυρε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν θλιβερὰν αὐτὴν περιπέτειαν. Βλέπει κανεὶς εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κύρου, ὅτι ἐτέλει ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς συναγερμικῆς θεωρίας περὶ ὑποκυβερνήσεων. Εἶμαι ἐν τούτοις ὑποχρεωμένος νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ Συναγερμὸς ἀπεκάλει ὑποκυβερνήσεις καὶ τὰς ὁποίας ἀνέτρεψε διὰ νὰ ἀναστηλώσῃ τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῶν ὑποκυβερνήσεων λέγω ἐκείνων τὸ κῦρος τῆς Ἑλλάδος ἦτο τοιοῦτον ὥστε: 1. Τὰς σχέσεις μὲ τὴν γείτονα Γιουγκοσλαυΐαν ἀποκατέστησαν μετατρέψασαι τὴν μέχρι τότε ἔχθραν εἰς φιλίαν καὶ ἑδραίωσαν αὐτὴν κατὰ τρόπον ὥστε ἔκτοτε, αἱ δύο χῶραι συνεχῶς δρέπουν τοὺς καρποὺς τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. 2. Ἐπὶ τῶν ὑποκυβερνήσεων τοῦ Κέντρου, ἐπετεύχθη ἡ εἰσδοχὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἀτλαντικὴν συμμαχίαν καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ἰδιαιτέρως τιμητικὸν διὰ τὸ γόητρον τῆς χώρας. 3. Ἐπὶ τῶν ὑποκυβερνήσεων ἐκείνων ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἰς τὸν Ο.Η.Ε. κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1950 ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. Πολίτη ἔθεσεν ὁριστικὸν τέρμα, εἰς τὰς γνωστὰς συκοφαντίας τῶν χωρῶν τοῦ Παραπετάσματος, μὲ τὰς ὁποίας ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τόσον ἐταλαιπωρήθημεν. 4. Τέλος ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. Πολίτη εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1951 ἐπέτυχε διὰ πρώτην φορὰν τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας καὶ τοῦτο παρὰ τὴν ὑποβολιμιαίαν ἀντίδρασιν ὁλοκλήρου τοῦ συναγερμικοῦ τύπου συνεχῶς βάλλοντος κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ταῦτα καὶ ἄλλα θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω εἰς ἀπάντησιν τῆς συναγερμικῆς θεωρίας περὶ ἀσταθῶν Κυβερνήσεων διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πόσην ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ κακοῦ χειρισμοῦ ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς ὑποθέσεως ἔσχεν ἡ κομματικὴ προκατάληψις. Ἐξ ὅλων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα κατέχομεν προκύπτει, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν περίοδον ἀφ’ ὅτου ἡ Κυβέρνησις τὸ πρῶτον ἀνεκοίνωσε δημοσίᾳ τὴν πρόθεσιν νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ μέχρι τῆς συζητήσεως τῆς προσφυγῆς μας, εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως στιγμὴν οἱ οἰωνοὶ ὑπῆρξαν ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον εὐνοϊκοί. Οὐδέποτε αἱ συνθῆκαι ἦσαν τοιαῦται ὥστε νὰ ἐπιτρέπεται ἡ προεξόφλησις εὐτυχοῦς ἐκβάσεως τῆς Ἑλληνικῆς προσφυγῆς. Καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ προβλέψεις ἦσαν τόσον ἀπαισιόδοξοι, προστίθεται εἰς τὰς ἄλλας εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν κακὸν χειρισμὸν τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς ὑποθέσεως καὶ ἡ εὐθύνη, ὅτι ἀφῆκε νὰ πυκνωθῇ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν μία ἀτμόσφαιρα δεδικαιολογημένης ἐξάψεως καὶ πάθους χωρὶς νὰ ὑπολογίσῃ τοὺς πολλαπλοὺς ἀντικτύπους της. Οὕτως ἐγκατέλειψε τὸν λαὸν βυθισμένον εἰς τὰ αἰσθήματα τῆς πικρίας καὶ τῆς ἀγανακτήσεως. Κύριοι βουλευταί, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις, ἐν γνώσει τῶν ἀντιξοοτήτων ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ὀργανισμοῦ κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἓν ρωμαλέον σχέδιον ἀποφάσεως ἔστω καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μείνωμεν μόνοι, διότι θὰ εἴχομεν τοὐλάχιστον τὴν τιμὴν ὡς ἐπράξαμεν καὶ κατὰ τὸ 1940, ὅτι ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἀνέκαθεν ἐθυσιάσθημεν καθ’ ὅλην τὴν μακραίωνα ἱστορίαν μας. (Χειροκροτήματα ζωηρά).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν κ. Μαρκεζίνης ἔχει τὸν λόγον.
§19Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, σκοπὸς τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως ἦτο, νὰ διαδηλωθῇ ἀκόμη μίαν φοράν, ὅτι τὸ αἴτημα τῶν Κυπρίων εἶναι καθολικὸν Ἑλληνικὸν αἴτημα, ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἐπετεύχθη, ἀλλὰ ἦτο περιττός. Διότι ὅπου ὑπάρχει Ἕλλην καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν Ἕλληνες, αἰσθάνονται καὶ θὰ αἰσθάνωνται καὶ εἰς τὸ μέλλον τὸ αἴτημα τῶν Κυπρίων, ὡς αἴτημα ἰδικόν των. Συνεπῶς ὁ σκοπὸς τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως ἔπρεπε νὰ ἦτο ἄλλος. Δηλαδή, ἡ πλήρης διαφώτισις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τῆς ὑψίστης σημασίας τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ θέματος, τοῦ Κυπριακοῦ καὶ ἡ ἐπὶ τῆς διαφωτίσεως δυνατότης ἀσκήσεως, λεπτομερεστέρας κριτικῆς, ἵνα ἀκριβῶς ἐξ αὐτῆς ὠφεληθῶμεν διὰ τὴν περαιτέρω πορείαν καὶ τὸν περαιτέρω χειρισμὸν τοῦ ζητήματος. Ἐὰν ἐνδεχομένως ὑπάρχουν λόγοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠμπόδιζον ἵνα ἡ διαφώτισις αὐτὴ προχωρήσῃ περαιτέρω, τότε αὐτοὶ οἱ λόγοι θὰ ἦσαν ἀποχρῶντες διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἡ συζήτησις αὕτη. Διότι ἐὰν ἄλλως, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συνεδριάσεως ἦτο ἁπλῶς νὰ διαφωτισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ δι’ αὐτῆς ὁ λαός, δύο μῆνας μετὰ τὰ δραματικώτερα γεγονότα τῆς νεωτέρας διπλωματικῆς ἱστορίας, διὰ θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγκαιρότερον καὶ πληρέστερον εἶχε φροντίσει ὁ τύπος νὰ διαφωτίσῃ τὴν κοινὴν γνώμην, νομίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως θὰ ἦτο περιττός. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν προσετέθησαν νεώτερα στοιχεῖα, ἀλλὰ τόσον ἀσήμαντα, ὥστε καθίστανται ἄχρηστα διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ νὰ ἐξαγάγωμεν ὅλοι πλήρη συμπεράσματα, ὡς πρὸς τὴν ἀκολουθηθεῖσαν πολιτικήν. Εἶναι βεβαίως ἐνδεχόμενον νὰ ὑπῆρχον θέματα, τὰ ὁποῖα νὰ ἐκρίνοντο ὡς ἀπόρρητα. Δηλῶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διέθεσεν εἰς ἐμὲ πᾶν αἰτηθὲν στοιχεῖον καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Διπλωματικοῦ του Γραφείου κ. Σωσίδης μὲ ἐξυπηρέτησεν εἰς ὅ,τι τοῦ ἐζήτησα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, νομίζω, νὰ διαφωτίζωνται οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων. Τὸ θέμα εἶναι ἂν πρόκειται νὰ διαφωτισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἐὰν κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπάρχουν ἀπόρρητα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἐκτεθοῦν δημοσίᾳ, τότε τίθεται διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὸ ζήτημα τοῦ τί ἐστὶν ἐθνικῶς ἀπόρρητον. Ἐὰν δηλαδή, εἶναι πράγματι ἢ δὲν εἶναι. Ἂν ὑπάρχῃ ἀντικειμενικὸν κριτήριον. Ἐὰν κύριοι, συνήρχετο ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω διατὶ ἔχει ἀτονήσει, δέον τότε οἱ συνερχόμενοι νὰ κρίνουν τὰ ὅρια ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα σταματᾶ τὸ ἀπόρρητον καὶ ἀρχίζει ἡ δημοσιότης. Ἄλλως, δὲν ἀποκλείεται, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀπορρήτου, νὰ κρύπτεται μέρος τῆς πολιτικῆς εὐθύνης καὶ νὰ παραμένῃ ἀκάλυπτος διὰ τὸ μέλλον ἡ ἱστορικὴ εὐθύνη. Μετὰ τὴν μικρὰν αὐτὴν εἰσαγωγήν, εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, κύριοι, πρῶτον, ποῖος ἦτο ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον προσεφύγαμεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ἐὰν ἐπετύχομεν. Καὶ κατόπιν, συνδυάζοντες ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζομεν ὅτι ἐπετύχομεν, μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδεχομένως ἀπωλέσαμεν, νὰ κάμωμεν ἰσολογισμόν, διὰ τὸ τελικὸν συμπέρασμα. Καὶ τὸ ὅτι ἡ προσφυγή μας εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη δὲν ἦτο σκοπός, ἀλλὰ μέσον, εἶναι τοῦτο ἀναμφισβήτητον ἐπανειλημμένως δὲ καὶ ἐπισήμως ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐτόνισε, καίτοι ἠτύχησεν, ἐν τούτοις εἰς τὸ νὰ διαφωτίσῃ πλήρως τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, μέρος τοῦ ὁποίου τοὐλάχιστον, δὲν εἶχε μέχρι τέλους ἀντιληφθῆ, ποῖος ἦτο ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τῆς προσφυγῆς μας εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Εἴπομεν, λοιπόν, ὅτι ἡ προσφυγή μας ἦτο μέσον, ἀλλὰ ἕνα μέσον πρὸς κάποιον σκοπόν. Ἐὰν ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἦτο ἡ ἐξασφάλισις μιᾶς ἀποφάσεως ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἀποφάσεως ἀρχῆς καὶ οὐσίας —μεταχειρίζομαι τὴν φρασεολογίαν τοῦ κ. Παλαμᾶ— τότε ὁ σκοπὸς αὐτὸς δὲν ἐπετεύχθη. Ἐὰν ἦτο ὁ σκοπός μας νὰ διατηρήσωμεν τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἀνοικτά, τότε ὁ σκοπὸς ἐπετεύχθη. Ἀλλὰ διερωτᾶται τις, ποία ἦτο ἡ διαφορὰ ἀπὸ πρίν; Τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἦσαν πάντοτε ἀνοικτά. Μοῦ ἐνθυμίζει αὐτό, τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀγοραστοῦ λαχείου, ὁ ὁποῖος δὲν κερδίζει οὐδένα λαχνόν, παρὰ μόνον τὸ ἄρτιον, καὶ εἶναι εὐτυχὴς διότι δύναται διὰ τοῦ ἀρτίου νὰ ἐπαναγοράσῃ λαχεῖον. Θὰ μοῦ ἀπαντήσητε, ὅτι δὲν εἶναι ἔτσι, διότι ἀνεγνωρίσθη ἡ ἁρμοδιότης τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι ἀπολύτως, ἀλλὰ δὲν τὸ δέχομαι πλήρως, διότι ἀκριβῶς εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη δὲν δημιουργεῖται δεδικασμένον. Συνεπῶς, καὶ αὐτὸ ἐνδεχομένως ἐξεταστέον ἐκ τοῦ χρόνου, ἐκ τῆς πολιτικῆς πραγματικότητος τοῦ ἑπομένου ἔτους ἢ τοῦ μεθεπομένου ἔτους κ.ο.κ. Ὡς πρὸς δὲ τὴν εἰδικὴν διατύπωσιν «πρὸς τὸ παρόν», αὐτὸ δυνατὸν νὰ ἀποβῇ μᾶλλον ἐπιβαρυντικὸν στοιχεῖον παρὰ ἐλαφρυντικόν, διὰ τὸν λόγον ὅτι προσφεύγομεν πάντοτε ἐλευθέρως εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ τώρα ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἀντιταχθῇ ἔνστασις χρόνου, ἀκαταλληλότητος ἐποχῆς — ἔνστασις ἄγνωστος πρίν. Δὲν ἀποδίδω καὶ εἰς τὰ δύο οὐδεμίαν σημασίαν, διότι εἰλικρινῶς πιστεύω, ὅτι εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, τὸ κύριον θέμα εἶναι πάντοτε πολιτικόν, καὶ κυρίας σημασίας, εἶναι ὁ πολιτικὸς χειρισμός. Ἀλλὰ τὸ ἐτόνισα ἐν προλόγῳ, διότι προεβλήθη ὡς ἐπιτυχία ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὅμως ὁ σκοπὸς τῆς προσφυγῆς εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἦτο νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν δημοσίαν προβολὴν τοῦ ζητήματος, ἐκεῖ νομίζω, ὅτι ἐπετύχομεν πλήρως καὶ ὡς ἀντικειμενικὸς κριτὴς ἀναγνωρίζω πανηγυρικῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν εἶναι μικρὸν ἐπίτευγμα αὐτό. Τὸ ἐπετύχομεν δὲ ὄχι μόνον χάρις εἰς τὴν κοπιώδη ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἔγινε τῆς διαφωτίσεως μὲ ὅσα δυνατὰ μέσα ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ χάρις καὶ εἰς τὰς δραματικὰς δύο ἡμέρας τῆς συζητήσεως, ὅπου πράγματι διὰ διαφόρων μεθόδων καὶ τρόπων ἐὰν θέλετε καὶ ὑποκριτικῶν ἐπετεύχθη, ἡ συζήτησις διαδικασίας νὰ μετατεθῇ εἰς συζήτησιν οὐσίας καὶ νὰ ἀναπτυχθοῦν ὅλαι αἱ ἀπόψεις τοῦ Κυπριακοῦ καὶ νὰ γίνουν κτῆμα τῶν ἀντιπροσώπων τῶν παρισταμένων λαῶν καί, δι’ αὐτῶν, καὶ τῶν λαῶν των. Πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ κάτι τὶ ἄλλο: ὅτι ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἐβοήθησεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαφώτισιν, ἦτο καὶ ὁ ἀντίπαλος, διότι ἀκριβῶς ἀμυνόμενος εἰς τὴν ὑπόθεσίν του, διεφώτιζε καλύτερον ἀπὸ ἡμᾶς τὴν ὑπόθεσίν μας. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι τὸ ὑπεστήριξεν αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν μόνον χάριν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, νὰ προσεφεύγαμεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἀδιαφοροῦντες διὰ ἐνδεχομένας ἄλλας θυσίας. Καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἕνα ἄλλο θέμα: ὅτι προσεφύγαμεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, διότι, κύριοι βουλευταί, λέγει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὀρθῶς, κάποτε ἔπρεπε νὰ περάσωμεν ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἵνα ἐπὶ τέλους τὸ Κυπριακὸν ζήτημα γίνῃ πράγματι διεθνές. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν αὐτήν, τῆς Κυβερνήσεως, ἐξεταστέα ἀμέσως ἡ ἐκτίμησις τοῦ χρόνου. Διατὶ ἔπρεπε νὰ περάσωμεν κατὰ τὴν ἐννάτην σύνοδον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ ὄχι κατὰ τὴν ὀγδόην σύνοδον ἢ τὴν δεκάτην; Ὁμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν ὅσον ἠδυνήθην νὰ κάμω ἐνδελεχεστέραν μελέτην τῶν φακέλλων τοὺς ὁποίους μοῦ διέθεσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀντελήφθην, ὅτι ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον προεκρίθη ἐφέτος ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἦτο ὁ παράγων τῆς κυβερνητικῆς σταθερότητος. Τῆς ἰσχυρᾶς καὶ σταθερᾶς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ κάμνω καὶ μίαν ὑπόθεσιν τὸ πρῶτον ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι προσωπικῶς πιστεύω, ὅτι δὲν ἀπεδόθη πολὺ σημασία εἰς τὸν παράγοντα χρόνον καὶ αὐτὸ δικαιολογεῖ πολὺ τὰ μετὰ ταῦτα γεγονότα. Καὶ τοῦτο διότι, αὐτὰ εἶναι προσωπικὴ ὑπόθεσις, νομίζω, ὅτι πράγματι ἡ Κυβέρνησις κατείχετο ἀπὸ τὸν εἰλικρινέστατον πόθον τοῦ νὰ ἐπιτύχῃ διμερεῖς συνομιλίας μετὰ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχει μίαν ἱστορικὴν προέλευσιν μακράν, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς δικαιολογημένον νομίζω, ὅτι κατέστη ἕνα εἶδος βιώματος, τὸ ὁποῖον κατηύθυνε τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε ἀφετηρίαν τῆς ἀνακινήσεως τοῦ Κυπριακοῦ νὰ ἔχῃ τὰς διμερεῖς συνομιλίας καὶ τελικὸν σκοπὸν νὰ ἐλπίζῃ τὰς διμερεῖς συνομιλίας καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Καὶ ὡς ἐκ τούτου, βασισθεῖσα πλέον εἰς τὴν πεῖραν δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὸν παράγοντα χρόνον. Καὶ ὅμως κατ’ οὐδένα λόγον ἐπετρέπετο νὰ ἠγνοεῖτο ὁ παράγων αὐτός. Διότι τὶ σημαίνει παράγων χρόνος; Προσφεύγομεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Εἶναι γνωστόν, ὅτι θὰ εἴχομεν ἐντελῶς πανίσχυρον ἀντίπαλον, τὴν Μ. Βρεταννίαν, μὲ μακρὰν ἐθνικὴν παράδοσιν, μὲ ἐξαιρετικὴν ἱκανότητα καὶ μὲ ἀφάνταστα μέσα καὶ μὲ ἕνα ἡγέτην, ὅπως ὁ Τσῶρτσιλ, ἀποφασισμένον νὰ δώσῃ τὴν μάχην μέχρι τέλους μὲ πιθανότητα ἐπιτυχίας. Εἴχομεν ἀντιθέτως, ἕνα, ἐφόσον ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Κυπριακοῦ, συμπαθέστατον ἀλλὰ πάντως ἀκούσιον συνοδοιπόρον τὴν Ρωσίαν μὲ τὰς χώρας τοῦ παραπετάσματος, Μᾶς ἔμενε διὰ νὰ δώσωμεν μάχην, νὰ ἐξετάσωμεν τὸν παράγοντα Ἀμερική. Καὶ ὅταν ἀρχίζαμεν νὰ ἐξετάζωμεν τὸν παράγοντα Ἀμερική, θὰ ἐβλέπαμεν, ὅτι τὸ Κυπριακὸν θέμα, δὲν εἶναι θέμα θεωρητικὸν μόνον, ἀλλὰ πρωτίστως, πολιτικὸν ἰδίως διὰ μίαν χώραν, ἡ ὁποία σήμερον εἶναι ἡγέτις τοῦ κόσμου. Κατὰ συνέπειαν ἐὰν ἦτο μόνη νὰ κρίνῃ ἡ Ἀμερικὴ ὑπὲρ τῆς αὐτοδιαθέσεως τῆς Κύπρου, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἠμφισβήτει, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ δὲν θὰ ἐτάσσετο ὁλοψύχως ὑπὲρ ἡμῶν. Ἐάν, ὅμως, ἐπρόκειτο αὐτὴ ὡς ἰθύνουσα δύναμις, νὰ κατευθύνῃ τὴν στρατηγικὴν μιᾶς ἐποχῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ποῖον θέμα ἔχει τὴν Α ἢ τὴν Β ἢ τὴν Γ προτεραιότητα καὶ συνεπῶς διὰ τὴν 9ην σύνοδον δὲν ὑπάρχει προτεραιότης τοῦ Κυπριακοῦ ὅσον καὶ αὐτὸ νὰ εἶναι σκληρόν. Διότι καὶ εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1940, ὅπου οἱ Βρεταννοὶ δὲν ἔστελλον ἐδῶ μεγάλην ἀεροπορίαν, εἶναι διότι εἶχον τὴν μάχην τῆς ἐρήμου, ἐπὶ Οὐέϊβελ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι τὰ ὀλίγα μέσα της ἡ Μ. Βρεταννία ἔπρεπε νὰ τὰ διαθέσῃ εἰς τὸν πρῶτον ἀντικειμενικὸν σκοπόν. Καὶ ἦτο θέμα μας νὰ διαφωτίσωμεν ἐγκαίρως καὶ ἐξαντλητικῶς τὴν Ἀμερικήν, ὅτι πράγματι ἦτο δυνατὸν τὸ Κυπριακὸν νὰ εἶναι πρώτης προτεραιότητος στρατηγικὴ καὶ ὄχι δευτέρας ἢ τρίτης ἢ τετάρτης. Ἀντὶ τούτου, ἠκούσαμεν, κύριοι συνάδελφοι, τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιμόνως νὰ μᾶς ἐκθέτῃ ποσάκις ἀπεπειράθη νὰ ἐπιτύχῃ διμερεῖς συνομιλίας μὲ τὴν Μ. Βρεταννίαν καὶ ἴσως ἀναφέρων ταύτας ἀπὸ μνήμης θὰ ἀνέφερεν ὀλιγωτέρας ἀπὸ ὅσας πράγματι ἦσαν, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἦσαν πάρα πολλαί, ὥστε δὲν ἠμποροῦσε καὶ νὰ τὰς ἐνθυμῆται! Καὶ ὅμως, οὔτε ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μᾶς ἀνέφερεν, οὔτε ἕνα παράδειγμα πέραν τοῦ τὶ ἄλλο ἔκαμεν ἐκτὸς τῶν ἀπ’ εὐθείας ἐπαφῶν μὲ τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Μ. Βρεταννίας ἢ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἄντονυ Ἤντεν καὶ μὲ τὸν ἰδικόν μας Πρέσβυν εἰς Λονδῖνον, ὥστε ἐγκαίρως νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον ἦτο δυνατὸν ἡ Ἀγγλία νὰ μεταβάλῃ γνώμην καὶ νὰ δεχθῇ τὰς ἀπόψεις μας. Ἀντιθέτως, προκειμένου περὶ τοῦ Ἀμερικανικοῦ παράγοντος εἰδικώτερον ἐὰν ἐπείσθη εἰς τὸ μόνον στοιχεῖον τοῦ φακέλλου, τὸ ὁποῖον θίγει τὸ θέμα, δηλαδή, εἰς ἔκθεσιν τοῦ τέως Γεν. Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπροσωπείας μας εἰς Ἀμερικήν, κ. Ἀλ. Κύρου, ὅταν κατελήξαμεν πλέον εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη χωρὶς αὐτὸ νὰ ἐκδηλωθῇ ἀπολύτως δημοσίᾳ πάντως τοῦτο ὑπῆρξε στοιχεῖον θεωρούμενον ὑπὲρ ἡμῶν ὡς πρὸς τὴν Ἀμερικήν. Διότι πράγματι διὰ τὴν ἀμερικανικὴν στάσιν δύο μόνον στοιχεῖα διαφωτίσεως ὑπῆρχον. Μία ἐπιφυλακτικὴ συζήτησις τοῦ κ. Ντάλλες μετὰ τοῦ Κύρου τὴν 20.1.54, ἡμέραν καθ’ ἣν ὁ κ. Κύρου μετέβη διὰ νὰ ἀποχαιρετήσῃ τὸν κ. Ντάλλες, προκειμένου νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν του εἰς τὸν Ο.Η.Ε. καὶ ἓν ἄλλο ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ὡς ἐν παρόδῳ ἀναφέρει καὶ δὲν ἤξιζε τόσης σημασίας, ὥστε νὰ ληφθῇ ὡς βασικὸν στοιχεῖον. Δεχόμεθα, ὅτι ἀντιμετωπίζαμεν τὴν περίπτωσιν προσφυγῆς, μὲ κρίσιν ἀπὸ Ἀμερικανικῆς πλευρᾶς, τοῦ κ. Ντάλλες ἀκούγοντος μὲ ἐπιφυλακτικότητα τὰς δικαίας παρατηρήσεις τοῦ κ. Κύρου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι μέχρι τοῦ Μαΐου, ἐπανειλημμένως ἐπεχείρει τὰ διαβήματα αὐτά, ἵνα πεισθοῦν οἱ Ἄγγλοι νὰ προσέλθουν εἰς διμερεῖς διαπραγματεύσεις, καὶ μόνον ἀπὸ τοῦ Μαΐου προέβη εἰς δημοσίας δηλώσεις, ὅτι ἐὰν τελικῶς ἀποτύχουν αἱ διμερεῖς διαπραγματεύσεις, τότε θὰ ἠναγκαζόμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς ὅλα τὰ ἄλλα νόμιμα μέσα καὶ δὴ εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐκεῖ ἐξηντλήθη ἡ ὑπομονὴ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ἀφ’ ἧς προέβη εἰς τὰς δηλώσεις αὐτάς, δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι ἀναβάλλει τὴν κατάθεσιν τῆς προσφυγῆς, ἵνα οὕτω δείξῃ τὴν διαλλακτικότητά του, διότι ἡ διαλλακτικότης, εἶναι ὄχι ἡ κατάθεσις, ἀλλὰ ἡ δημοσίευσις. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ Μαΐου, ὅτε προέβη εἰς τὰς δημοσίας δηλώσεις, πράγματι προσεπάθησε νὰ καταβάλῃ κάθε προσπάθειαν, ἵνα μὴ ἐκτεθῇ ἡ Ἀγγλία δημοσίᾳ. Ἀπὸ τοῦ Μαΐου ὅμως μέχρι τοῦ Αὐγούστου, ὑπάρχει ἓν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ πόλεμος γίνεται ἀνοικτός. Θὰ εἴπητε ἔχει σημασίαν αὐτό; Οὐδεμίαν. Ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ἐχρειάσθη τόσος καιρός, διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἄγνωστον διατί, δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ δεχθῇ διμερεῖς διαπραγματεύσεις. Τὸ ἀναφέρω διότι, τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς στοιχεῖον διαλλακτικότητος. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἰδίου τοῦ κ. Κύρου, προκύπτει ὅτι ἐν τῇ πορείᾳ τῆς ὑποθέσεως καὶ ὅσον ἐπλησίαζεν ὁ καιρὸς τῆς προσφυγῆς ἤρχισαν αἱ ἀνησυχίαι. Ἐνῶ ἡ ἐπιφυλακτικότης τοῦ κ. Φόστερ Ντάλλες ἐκρίνετο αἰσιοδόξως, αἰφνιδίως τὰ πράγματα ἤλλαξαν καὶ ἠρχίσαμεν νὰ γινώμεθα σκεπτικοί, διότι προκύπτουν δῆθεν προβλήματα μεγάλης σημασίας, τὰ ὁποῖα φοβούμεθα, ὅτι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσουν τὴν Ἀμερικήν, τὴν τελευταίαν στιγμήν. Καὶ ὀρθῶς φοβούμεθα. Ἀλλὰ καὶ ὀρθῶς, κ. βουλευταί, διερωτῶμαι: Εἰς τὴν πολιτικὴν πρέπει νὰ συμβῇ τὸ γεγονὸς διὰ νὰ τὸ ἀντιληφθῶμεν ἢ πρέπει νὰ τὸ προβλέψωμεν πρὶν συμβῇ; Δηλαδὴ πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ μεγάλοι πολιτικοὶ καὶ διπλωμάται ἐξαιρετικῆς πολιτικῆς διανοίας, διὰ νὰ σκεφθῶμεν, π.χ. ὅτι ὑπάρχουν σήμερον ἐκκρεμῆ σοβαρώτατα διεθνῆ προβλήματα, πότε εἰς τὴν Ἀσίαν, καὶ πότε εἰς τὴν Εὐρώπην; Δὲν εἶναι ὅπως τὸ 1916, ὅταν ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθ. Βενιζέλος ἐπροφήτευσε τὴν ἔξοδον τῆς Ἀμερικῆς εἰς τὸν πόλεμον. Ὁ Βενιζέλος ἦτο μία μεγάλη πολιτικὴ διάνοια, προβλέψας πρὶν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους τὸ μέγα αὐτὸ γεγονὸς τῆς ἐξόδου τῆς Ἀμερικῆς εἰς τὸν πόλεμον. Ἐδῶ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ εἶναι τόσον μεγάλος διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ Ἀσία ὅλη καίεται καὶ ὅτι ἡ Εὐρώπη κάθε ἡμέραν δημιουργεῖ καὶ ἓν ζήτημα. Συνεπῶς αὐτὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ἐπηρεάσουν ἐξ ὑπαρχῆς. Ἐν τούτοις τὸ ἀντιλαμβανόμεθα ὀλίγον βραδύτερον, καὶ ἀρχίζομεν ἐπανειλημμένα διαβήματα διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν τοὐλάχιστον εὐμενῆ οὐδετερότητα, Οὐδετερότητα εὐμενῆ καὶ οὐχὶ ὡς ἐν παρενθέσει. Τὰ διαβήματα αὐτὰ εἶναι διαβήματα πρὸς τὸν ἐδῶ Πρέσβυν. Εἶναι τὰ συνήθη διαβήματα, τὰ ὁποῖα ἑκάστη Κυβέρνησις κάμνει διὰ σωρείαν θεμάτων εἰς τὸν ἐδῶ Πρέσβυν. Οὐδεμία διαφορά. Καὶ ἐνῷ οὕτως εἶχον τὰ πράγματα καὶ ὅλοι προητοιμάζοντο διὰ τὴν προσφυγήν, ἔρχεται τὸ πρῶτον βαρὺ διάβημα τῆς 28ης Ἰουλίου ἀπὸ τὸν κ. Ντάλλες, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν ὑπουργόν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ μήνυμα αὐτό, κύριοι βουλευταί, ἦτο σαφέστατον. Ἦτο ὄχι μόνον σαφέστατον, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ διεφώνει διὰ τὴν τοποθέτησιν τοῦ ζητήματος. Ἦτο ἐπίσης σαφές, ὅτι συνεπάθη πολὺ πρὸς τὰς ἀπόψεις τὰς συζητουμένας τότε ἀπὸ παράγοντας, πάντως μὴ προερχομένους ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Ἕλλην ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησε τὴν 8ην Αὐγούστου, δι’ ἑνὸς ὑπομνήματος, διὰ μιᾶς ἀπαντήσεως πράγματι δριμείας καὶ ἐντόνου, εἰς τὴν ὁποίαν ὅμως οὐδεμίαν ἀνταπάντησιν, ἔλαβεν. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι πάλιν διερωτῶμαι, διατί ἀνεμένετο ἡ ἀνταπάντησις. Ἐν τούτοις εἰς τὰ περαιτέρω διαβήματα μέχρι τῆς 15ης Νοεμβρίου ἐρωτᾷ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διατὶ δὲν ἔλαβε καμμίαν ἀνταπάντησιν, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ντάλες, ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ ἀπάντησις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἰς τὰς 16 Αὐγούστου ὁ κ. Κύρου συνομιλεῖ μὲ τὸν Ἀμερικανὸν Πρέσβυν, καὶ ὁ κ. Κύρου τὸν ἐνημερώνει, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ κατατεθῇ ἡ προσφυγὴ καὶ ἐπιδεικνύει τὸ κείμενον καὶ διεξάγεται βαρυσήμαντος συνομιλία. Εἰς τὴν συνομιλίαν αὐτὴν καθορίζονται θέματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν ἐγγραφὴν καὶ ἐνδεχομένως, τὰ μετὰ τὴν ἐγγραφήν. Εἰς τὰς 20 Αὐγούστου κατατίθεται ἡ προσφυγή. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἐπίσημον στοιχεῖον ἐκ τῆς Ἀμερικῆς, παρὰ μόνον τὸ σαφὲς μήνυμα τοῦ κ. Ντάλλες καὶ ἡ συνομιλία, ἡ μήπω ἀκόμη ἐπιβεβαιωθεῖσα μεταξὺ τοῦ κ. Κάννον καὶ τοῦ κ. Κύρου. Ἐπροχωρήσαμεν, λοιπόν, εἰς τὴν προσφυγήν, ἐν γνώσει πράγματι, ὅτι ἐπηγαίναμεν μόνοι καὶ οὐδὲν πράξαντες ὅπως ἀπὸ τῆς Ἀμερικανικῆς πλευρᾶς ἐπιτύχομεν, πάντως κάτι διευκολυντικὸν τῆς καταστάσεως. Θὰ ὁμιλήσω περαιτέρω ἐὰν καλῶς ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις ἢ ὄχι. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐξιστορῶ τὰ γεγονότα ἁπλῶς, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τὰ ἐξιστορήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν.
§20Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ἡ Βουλὴ θὰ ἐπείσθη, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ Ἀμερικὴ μᾶς ἀπέτρεπε νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ ἔκτοτε ἐνέμεινεν εἰς τὴν στάσιν αὐτήν. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο χρειάζεται νὰ ἐξηγηθῇ καὶ πάλιν καὶ ὑποθέτω, ὅτι οἱ κ. κ. βουλευταί, θὰ εἶναι σύμφωνοι, ὅτι ἐπαρκῶς τὸ ἐνόησαν. Τὸ πρᾶγμα ἦτο σαφές, ὅτι ἐπροχωρήσαμεν μὲ τὰς ἀντιρρήσεις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν καὶ μὲ ἐμμονὴν εἰς τὴν στάσιν αὑτὴν. Τὸ ἐπανέλαβα 10 φορές. Ἐνόμισα, ὅτι μοῦ κάμετε τὴν τιμὴν νὰ μὲ προσέχετε.
§21Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Σᾶς προσέχω πάντοτε καὶ ἰδιαιτέρως προσέχω σᾶς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶσθε πολὺ σαφής. Διότι ἀρχίσατε ἀπὸ τὴν 16ην Νοεμβρίου ἐνῶ τὰ βαρυσήμαντα γεγονότα εἶναι πολὺ πρίν. Ἐδημιουργήσατε, λοιπόν, ψευδεῖς ἐντυπώσεις ἢ ἐσφαλμένας ἐντυπώσεις. Καὶ ἔπρεπε νὰ μὲ εὐχαριστήσετε δι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμα: Νὰ εἴπω, ὅ,τι εἶπον καὶ νὰ σᾶς βοηθήσω εἰς τὴν ἀτελῆ ἐξιστόρησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εὐτυχῶς τὴν 16ην Σεπτεμβρίου, ἤτοι ἕνα μῆνα μετὰ τὴν συνομιλίαν τοῦ κ. Κάννον καὶ τοῦ κ. Κύρου, ὁ κ. Μπάξτερ, ἁρμόδιος ὑπάλληλος τοῦ Στέϊτ Ντηπάρτμεντ ἐκάλεσε τὸν Ἕλληνα ἐπιτετραμμένον κ. Καβαλιεράτον καὶ τοῦ ἀνεκοίνωσε τὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως, θέματα περίπου τελείως συμπίπτοντα μὲ ὅσα συνωμίλησεν ὁ κ. Κύρου μὲ τὸν κ. Κάννον ἐν Ἀθήναις. Καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζουν αἱ παρεξηγήσεις, τὰ θέματα ἦσαν ἀποχὴ ἀπὸ τὴν ψηφοφορίαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐγγραφῆς καὶ λῆψις ἀποφάσεως εἰς τὴν ὁλομέλειαν ἀναλόγως καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ πλέον σαφὴς δήλωσις τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἀπέφευγε συστηματικῶς νὰ ἐπηρεάσῃ οἱανδήποτε ἄλλην Ἀντιπροσωπείαν. Νομίζω, κ.κ. συνάδελφοι, καὶ εἰς αὐτὸ ἠμπορεῖ πράγματι νὰ μὴ ἐπρόσεξα τὸν κ. ὑπουργόν, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐμνημόνευσε τὸ κεφάλαιον, ἐκτὸς τῆς ἐχεμυθείας, καὶ τὸ τῆς μὴ ψηφοθηρίας. Δὲν θὰ τὸ ἐτόνιζον δὲ τὸ ζήτημα τῆς ψηφοθηρίας, ἐὰν ἁπλῶς ἀνεφέρετο ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ καὶ δὲν ἐμνημονεύετο τὸ ἴδιον θέμα εἰς ἐπίσημον τηλεγράφημα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν, δηλαδή, ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος δὲν ἠσπάζετο τὴν ὕπαρξιν τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔκτοτε τὰ πράγματα ἐβάδιζον, κατὰ τὸν α ἢ β τρόπον μὲ τοὺς Ἀμερικανοὺς ἀμέμπτως μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐγγραφῆς τοῦ θέματος ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐκεῖ ἡ πρόβλεψις τοῦ κ. Κύρου ἦτο ὀρθή, ἐνῷ εἰς ἄλλα θέματα ἦτο ἐνίοτε ὑπὲρ τὸ δέον αἰσιόδοξος. Εἰς αὐτὸ συμφωνῶ μὲ τὸν ἐπίτιμον ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων κ. Βενιζέλον. Νομίζω ὅμως, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἐγγραφῆς, ὅτι ὑπελόγιζε τὰς ψήφους εἰς 10 καὶ ἐπήραμε 9, πλήν, δηλαδή, τῆς Κολομβίας. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐγγραφῆς ὑπὸ τῆς πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ θέματος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, γεγονὸς διὰ τὸ ὁποῖον δικαιολογημένως ὑπερηφανεύεται ἡ Κυβέρνησις, ἀδικαιολογήτως ὅμως τὸ ὑπερετόνισε μὲ δηλώσεις, κατ’ ἐμὲ ἀδεξίους καὶ μὲ ἀνταλλαγὴν ἀνοικτῶν τηλεγραφημάτων μὲ τὴν Α.Μ. τὸν Βασιλέα, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τῆς ὑπὸ τῆς ὁλομελείας ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ θέματος συνέβησαν γεγονότα προαναγγέλοντα τὰ γεγονότα τοῦ μέλλοντος, διότι ἐκεῖ αἱ προβλέψεις ἀπέτυχον, ἀλλὰ καὶ ἐπιζητοῦνται ἔρευναι διατὶ ἀπέτυχον. Πάντως εἶναι γεγονός, ὅτι ἀποφασιστικὴ στιγμὴ ἦτο ἡ ἐγγραφὴ καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤρχισεν ἡ ἀτμόσφαιρα νὰ μεταβάλλεται. Ἐμμόνως, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας κ. Κύρου, ἀρχίζει πλέον νὰ ἀνησυχῇ καὶ ἀφοῦ ἐξηγῇ εἰς τὴν ἔκθεσίν του λεπτομερῶς ποῖα γεγονότα τὸν κάμνουν νὰ ἀνησυχῇ ὡς πρὸς τὴν στάσιν τῆς Ἀμερικῆς προσθέτει ἀκόμη καὶ ἄλλα γεγονότα, ὅπως τὴν ἀναβολὴν ταξειδίου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀμερικὴν πρὸ τοῦ πέρατος τῶν συζητήσεων τοῦ Κυπριακοῦ. Καὶ ἀγωνιῶν πλέον ἐζήτησε νὰ ἐπικοινωνήσῃ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς Παρισίους κατὰ τὴν ἐκεῖθεν διέλευσίν του εἰς τὸ μεσολαβοῦν διάστημα τῶν δύο του ἐπισκέψεων εἰς Μαδρίτην καὶ Λισσαβῶνα. Καθ’ ἣν στιγμὴν συμβαίνουν αὐτὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα αὐξάνουν τὰς ἀνησυχίας τῆς Ἀντιπροσωπείας μας εἰς Ἀμερικὴν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εὑρίσκονται ἀμφότεροι εἴτε εἰς Ἱσπανίαν εἴτε εἰς Λισσαβῶνα, εἴτε εἰς Παρισίους, ἐμφιλοχωρεῖ ἄλλο βαρυσήμαντον γεγονός. Γίνεται συνομιλία μεταξὺ τοῦ τότε ὑπουργεύοντος τῶν Ἐξωτερικῶν ἀξιοτίμου κ. Κανελλοπούλου καὶ τοῦ Ἀμερικανοῦ Πρεσβευτοῦ κ. Κάννον καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν κύριοι, ὅτι ὅσα δυσάρεστα εἶπε τότε ὁ κ. Κάννον εἰς τὸν κ. Κανελλόπουλον ἐπηλήθευσαν ὅλα. Μὲ τοιαύτην βαρεῖαν ἀτμόσφαιραν συναντῶνται εἰς Παρισίους ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος καὶ ὁ κ. Κύρου. Πράγματι ἐπιτυγχάνεται εἰς ἓν πρόγευμα τοῦ Ἀμερικανοῦ Ἀντιπροσώπου κ. Χιούζ, νὰ συναντηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸν κ. Ντάλλες. Εἶναι ἀτύχημα, ὅτι δὲν προσεκλήθη ἐκεῖ εἰς τὸ γεῦμα καὶ ὁ κ. Κύρου, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἄμεσον γνῶσιν ὅλων τῶν στοιχείων διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν θέσιν καὶ νὰ βοηθήσῃ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἐπίσης ἀτύχημα, ὅτι δὲν παρέστη καὶ ὁ κ. ὑπουργός τῶν Ἐξωτερικῶν, δεδικαιολογημένως, διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι εἶχε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην γεῦμα εἰς τὸν Γάλλον πρωθυπουργὸν. Ἔμεινε μόνος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος συνωμίλησεν ὀλίγα λεπτά, κατὰ τὸ γεῦμα, μετὰ τοῦ κ. Ντάλες, ἐξέθεσε τὰς ἀντιλήψεις του, καὶ ἐξέφρασε τὰ παράπονά του. Ἀλλά, κύριοι, πρέπει νὰ εἴπω καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμη. Διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τότε μέσα εἰς προφανῶς κατάστασιν διαμαρτυρίας, καὶ ἀγωνίας ἀνακινεῖ τὸ θέμα τῆς ἐνδεχομένης καὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τῆς προσφυγῆς διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Καὶ τοῦτο εἶδε τὸ φῶς εἰς Ἑλληνικὴν ἐφημερίδα. Διότι ἡ «Καθημερινὴ» τῆς 31ης Ὀκτωβρίου 1954 σαφῶς λέγει ὅτι «ἐνδεχομένως μελετᾶται μεταβολὴ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτικῆς ὡς πρὸς τὸ Κυπριακόν». Ἰδοὺ δὲ τὶ ἔγραφεν ἡ «Καθημερινή»: «Ἀντιμετωπίζεται νέος χειρισμὸς τοῦ Κυπριακοῦ ἅμα τῇ ἐπιστροφῇ τοῦ Στρατάρχου εἰς Ἀθήνας. Πρὸς Ἀμερικανικὴν προσπάθειαν μεσολαβήσεως. Παρίσιοι 30 Ὀκτωβρίου. Τοῦ ἀνταποκριτοῦ μας. Κατ’ ἐγκύρου πηγῆς πληροφορίας ἡ Ἑλληνικὴ πολιτικὴ ἀντιμετωπίζει καὶ μελετᾷ νέον χειρισμὸν τοῦ Κυπριακοῦ. Οὕτω λέγεται, ὅτι ὁ κ. Παπάγος, ἅμα τῇ ἐπιστροφῇ του αὔριον εἰς Ἀθήνας, προτίθεται νὰ δώσῃ νέαν κατεύθυνσιν εἰς τὸν τρόπον ἀντιμετωπίσεως τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος. Πλέον συγκεκριμένως ἀναφέρεται, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ ἀποδεχθῇ ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ Κυπριακοῦ εἰς τὸν Ο.Η.Ε., ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀμερικανικὴ μεσολάβησις ἐπιτύχῃ τὴν ἀπόσπασιν ὑποσχέσεως ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας, ὅτι αὕτη θὰ χορηγήσῃ ἀμέσως εἰς τὴν Κύπρον Φιλελεύθερον Σύνταγμα». Ταῦτα λέγει ἐδῶ εἰς τὸ τηλεγράφημα. Ἡ ἀνακοίνωσις τῆς «Καθημερινῆς» εἶναι κατὰ τοῦτο σπουδαία, διότι προεκάλεσε τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κ. Κύρου. Μεταξὺ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα μετῆλθε προφανῶς ἡ ξένη προπαγάνδα, μία εἰκόνα τῶν ὁποίων ἔδωσε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρξε καὶ τοῦτο νὰ παρουσιασθῇ εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Κυπριακοῦ ὑπῆρξε κυρίως ὑπόθεσις τοῦ κ. Κύρου. Καὶ ὅτι αὐτὸς παρέσυρε τὴν Κυβέρνησιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διανοηθῶμεν, διότι καὶ ἐγὼ ἔχω ἰδίαν προσωπικὴν γνῶσιν, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐφλέγετο, καὶ αὐτὸ εἶναι πράγματι πρὸς τιμὴν τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, νὰ συνδέσῃ τὸ ὄνομά του πρὸς τὴν Κύπρον. Διότι ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Κύπρου ἐπιτυχῶς ὁλοκληρουμένης ἠμπορεῖ νὰ ἐπαναλάβῃ κανείς, τὸ «νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου δέσποτα». Συνεπῶς δὲν ἀνήκει ἀποκλειστικῶς ἡ τιμὴ εἰς τὸν κ. Κύρου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐδίδετο αὐτὴ ἡ γενικὴ ἐντύπωσις, λίαν ἐπικίνδυνος ὅμως, διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἀτμόσφαιρα καὶ παρὰ τὰς διαμαρτυρίας ὅπως λέγει ὁ κ. Κύρου εἰς τὴν ἔκθεσίν του, μόλις πλέον ἐδημοσιεύθη τὸ περίφημον δημοσίευμα τῶν «Τάϊμς» εἰς τὰς 11 τοῦ μηνός, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ δημοσίας δηλώσεώς του, δι’ ὑστάτης δηλώσεώς του, λέγει ὅτι ἡ ὑπόθεσις Κύπρου δὲν εἶναι ὑπόθεσις οἱουδήποτε κ. Κύρου, ἀλλὰ εἶναι ὑπόθεσις τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου. Καὶ ἐπὶ πλέον πρέπει νὰ εἴπω ὅτι τόσην ἀναταραχὴν εἶχε ἐπιφέρει τὸ ζήτημα, ὥστε καὶ ὁ νέος Πρέσβυς εἰς τὴν Ἀμερικὴν κ. Μελᾶς μετὰ ταραχῆς ἠναγκάσθη νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τρόπον δριμύτατον πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Στέϊτ–Ντηπάρτμεντ, οἱ ὁποῖοι ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ κ. Μελᾶς, δὲν ἐτόλμησαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει μετὰ τὴν συνομιλίαν αὐτὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸν κ. Ντάλλες, ἐπεδόθη καὶ ὑπόμνημα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν κ. Ντάλλες καὶ ἀπεστάλη καὶ εἰδικὸν μήνυμα εἰς τὴν Ἀμερικὴν διὰ τὸν Πρόεδρον Ἀϊζενχάουερ. Παρῆλθε καιρὸς καὶ ἐν τῷ μεταξὺ συμβαίνουν καὶ ἄλλα παράδοξα. Ὅσον περισσότερον ἐντρυφεῖτε εἰς τοὺς φακέλλους τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, τόσον καὶ σεῖς ἀρχίζετε νὰ τὰ χάνετε. Ὑπάρχουν τοιαῦται μεταπτώσεις αἰσιοδοξίας καὶ ἀπαισιοδοξίας ποὺ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ βγάλετε ἄκρην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὰς 16 Νοεμβρίου ὁ κ. Ντάλλες ἀπαντᾷ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Ἀμερικανικῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ καὶ ἐκθέτω, τὰς ἰδικάς του ἀπόψεις ἐπὶ τοῦ τεθέντος θέματος. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν τὰ ἐξήγησε σαφῶς ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Συνεπῶς, κύριοι βουλευταί, τὸ μέγα θέμα τὸ ὁποῖον ἀνεκινήθη, τὸ θέμα τῆς ἀθετήσεως τῶν ὑπεσχημένων, ὡς ἐλέχθη κατὰ κόρον καὶ κακῶς, ἀφορᾷ ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει τὰς δύο μόνον αὐτὰς περιπτώσεις τῆς ἀκριτομυθίας τῶν «Τάϊμς», ὅτι ἔγινε μυστικὰ μία συμφωνία, ἀλλὰ δὲν ἐτηρήθη ἡ συμφωνηθεῖσα ἐχεμύθεια. Καὶ ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς συμφωνῶ καὶ ἐγὼ πάλιν μὲ τὸν κ. Βενιζέλον, ὅτι δὲν καταλαβαίνω διατὶ ἔγινε τόση μάχη διὰ τὴν μυστικότητα. Νομίζω ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις διαθέτει τόσα μέσα, ὥστε εἶναι δύσκολον νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐγκαίρως ἐνήμερος, ἔστω καὶ ἐὰν ὁ κ. Ντάλλες δὲν τὴν εἶχε ἐνημερώσει. Καὶ τότε ἐὰν ἦτο ἐνημερωμένη, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, νομίζετε ὅτι θὰ ἀνέμενε τὴν τελευταίαν στιγμὴν διὰ νὰ διαφωτίσῃ τοὺς Ἄγγλους καὶ διὰ νὰ καταταράξῃ τὸ ἀντίπαλον στρατόπεδον; Αὐτὸ ἦτο τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀθετήσεως. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀθετήσεως ἦτο ἡ μὴ διενέργεια ψηφοθηρίας τὴν ὁποίαν οἱ μὲν ἰδικοί μας ἀντιπρόσωποι, λέγουν ὅτι διεπίστωσαν, οἱ δὲ Ἀμερικανοὶ βεβαίως τὴν ἀρνοῦνται. Θὰ ἦτο ἄπορον ἂν τὴν ἐδέχοντο. Τὸ δυστύχημα δι’ ἡμᾶς εἶναι ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν εἴχομεν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Διότι καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ τραγικώτερον, κύριοι, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος εἰς τὰς κρισιμωτέρας στιγμὰς ἔλλειψεν ἡ πολιτικὴ πλευρά. Ἠξεύρομεν τὴν διπλωματικὴν πλευράν, ἠξεύρομεν τί ἔλεγαν οἱ Ἀμερικανοί, ἀλλὰ ἄμεσον ἀντίληψιν τῆς πολιτικῆς πλευρᾶς δὲν ἔχομεν. Εἴχομεν μίαν καὶ μόνην. Κατὰ τὰς ὀλίγας ὥρας ποὺ εὑρέθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ Παρίσι. Ἀλλὰ ἐκεῖ νομίζομεν ὅτι ἐτάχθη ὑπὲρ τῶν διπλωματῶν, διότι ἂν δὲν εἶχε μορφώσει τοιαύτην γνώμην δὲν θὰ ἐπηκολούθουν διαβήματα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διαμαρτυρομένου διὰ τὰς τοιαύτας παραλείψεις καὶ ἀθετήσεις. Ἀλλ’ ἐπειδή, κύριοι, ἐτονίσθη τοῦτο ἀπό πλευρᾶς Ἀμερικανικῆς ἔχω νὰ ἀναφέρω καὶ τὸ ἑξῆς: ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει καὶ ἄλλη κατηγορία κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι πολλάκις ἠκούσθη ἂν ἐγένετο ἢ δὲν ἐγένετο καλὴ διαφώτισις εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι μὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα εἴχομεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ μεγαλυτέρα προσπάθεια. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωμεν κάτι διὰ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὴν θαυμάσωμεν διὰ τὴν τόλμην μὲ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἐντὸς τόσου χρονικοῦ διαστήματος μὴ διαθέτουσα μέσον ὑλικόν, μὴ διαθέτουσα ἀνθρώπους, νὰ διαφωτίσῃ ἐπὶ ἑνὸς θέματος ὅπως τὸ Κυπριακόν, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὅπου ἡ διαφώτισις χρειάζεται συστηματικὴν καὶ μακρὰν δρᾶσιν, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ κατατοπισθῇ ἡ ἀμερικανικὴ κοινὴ γνώμη. Συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατόν, ἀφ’ ἧς δεχθῶμεν ὅτι καλῶς ἐπῆγε ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη νὰ μὴ εἴμεθα ἐπιεικεῖς ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα ἐπιεικεῖς ἀπὸ ἐσωτερικῆς πλευρᾶς, διότι εἶναι γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ πλευρὰ ὑπῆρξεν ἀθλία. Ὑπῆρξαν ραδιοφωνικὰ μηνύματα, καὶ τὸ λέγω εἰδικῶς διὰ τὸ ραδιόφωνον, τὸ ὁποῖον ἔχει καταντήσει τὸν τελευταῖον καιρὸν ἀπερίγραπτον, ὑπῆρξαν μηνύματα, τὰ ὁποῖα ἤρχοντο εἰς τελείαν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἐπισήμως δηλουμένην τακτικὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἔπειτα, ὅπως εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, τὸ μέγιστον μέρος τῆς κοινῆς γνώμης ἐκινδύνευε νὰ παρεμβάλῃ ἐμπόδια εἰς τὴν ὀρθὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, διότι ἔβλεπε τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὡς ὑπόθεσιν ἑνώσεως, ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικότητα εἶναι ὑπόθεσις ἐλευθερίας καὶ αὐτοδιαθέσεως. Ἀλλά, κύριοι, ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐδημιουργοῦμεν δυσαρέσκειαν μὲ τοὺς Ἀμερικανούς, ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐλέγομεν, ὅτι διὰ τὰ στρατιωτικὰ καὶ ἐξωτερικά μας θέματα πταίουν οἱ Ἀμερικανοὶ καὶ ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις κάμνει τὸ πᾶν σήμερον, ἀλλὰ πάντως γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἐπέτρεψεν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην νὰ διαμορφωθῇ μία κατάστασις ἐπικίνδυνος. Ἐπικίνδυνος δὲ κατὰ τοῦτο: Διότι εὔκολον εἶναι νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν αʹ ἢ βʹ Ἕλληνα νὰ κάμῃ κάτι παρὰ τὸ συμφέρον του καὶ εὐκόλως θὰ καταλάβῃ διατί ἡ Γαλλία δὲν παρουσιάζεται μαζί, διότι εἶναι χώρα ἀποικιακή, ἀλλὰ δυσκόλως θὰ ἀντιληφθῇ πῶς μία χώρα, ἡ ὁποία εἶναι χώρα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς Δημοκρατίας, δὲν ἐντάσσεται μαζί μας. Τοῦτο δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ καὶ ἀπογοήτευσιν, ἡ ὁποία ἀπογοήτευσις τὰς κρισίμους ὥρας δύναται νὰ εἶναι πολὺ κακὸς ὁδηγὸς καὶ διδάσκαλος. Εἰς τὰ θέματα αὐτά, κύριοι, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιμείνῃ κάπως περισσότερον ἀπὸ τὴν ὅλην προπαρασκευήν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς ὅλας τὰς ἄλλας χώρας. Εἶναι πράγματι συγκινητικὸν νὰ θαυμάζῃ κανεὶς πῶς ἀνέλαβε τὴν προσπάθειαν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ μέσα εἰς αὐτὴν τὴν συγκίνησιν ὑπάρχουν καὶ πολλὰ ἐρωτηματικά. Θὰ σταματήσω εἰδικώτερον εἰς τὴν Τουρκίαν. Δὲν πρόκειται νὰ θίξω τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ διὰ τὴν Τουρκίαν καὶ διὰ τὸ Βαλκανικὸν Σύμφωνον. Ἔχει ἀπόλυτον δίκαιον. Ἀλλὰ ὑπάρχουν ἀπορίαι. Ἐπεδιώχθη καὶ προητοιμάσθη ἐδῶ κατὰ πολὺ λαμπρὸν τρόπον, μία προσωπικὴ συνομιλία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ τὸν Τοῦρκον Πρωθυπουργὸν κ. Μεντερὲς καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν παρεμβάσει τοῦ Τούρκου Πρέσβεως ἐματαιώθη. Καὶ ἐρωτῶ, διατί; Εἶναι περιπτώσεις ποὺ δημιουργοῦν ἀπορίας. Ἔπειτα—ἐδῶ εἶναι τὸ σπουδαῖον, τέλος πάντων—ἀπεφασίσαμεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Τί διαθέτομεν ὡς ὅπλα; Τὸ εἴπομεν εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνομεν. Ἐκτὸς τῆς πίστεώς μας εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει πάντοτε πολὺν πέρασιν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, διαθέτομεν τὴν ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν καὶ τὴν σταθερὰν Κυβέρνησιν. Τί σημαίνει ὅμως ἰσχυρὰ Κυβέρνησις; Σημαίνει Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ Στρατάρχης Παπάγος. Μία δηλαδὴ—τὸ πιστεύομεν—διεθνὴς προσωπικότης, μὲ τίτλους μεγάλους τῆς Ἀλβανίας καὶ προχθὲς ἀκόμη τοῦ ἀνταρτοπολέμου. Καὶ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τὸ ἀχρηστεύομεν. Καὶ λέγομεν, ὅτι ἐνῷ ἐρχόμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν Θερμοπύλας, ὁ Λεωνίδας μένει εἰς τὴν Σπάρτην. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον. (Γέλωτες). Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸν παράγοντα σταθερότης τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἑνότητος τοῦ Ἔθνους καὶ σταθερότητος Κυβερνητικῆς. Εἴπομεν καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνομεν, διὰ τὸ Κυπριακὸν ὑπῆρχε καὶ θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε καὶ ὑπάρχει ἑνότης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὡδήγησε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν μεγάλην ἀπόφασιν. Εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη εἰς τὸν ἑαυτόν της, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἔχῃ κάθε Κυβέρνησις, διότι πράγματι Κυβέρνησις μιᾶς ψήφου ἢ μία Κυβέρνησις συνεργασίας ἢ μία Κυβέρνησις ἀδυναμίας ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ κουράγιον νὰ διακυβεύῃ τὰ πάντα. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ στοιχείου τῆς σταθερότητος ὑμεῖς ἤδη συστηματικῶς βάλλετε. Πότε ἐνεργεῖτε δημοτικὰς ἐκλογάς; Διότι βέβαια δὲν πιστεύω νὰ πιστεύῃ κανεὶς ἀπὸ σᾶς αὐτό, τὸ ὁποῖον προπαγανδίζει τὸ Ὑπουργεῖον Τύπου, ὅτι ἐπειδὴ 25 Δῆμοι ἐχάθησαν, αὐτὸ δὲν σημαίνει μεταβολήν. Ὅταν, ποῖοι εἶναι οἱ 25 αὐτοὶ Δῆμοι; Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει διὰ ποῖον λόγον. Μὲ ἐνδιαφέρει ὅμως ὅτι εἰς τὴν κρίσιμον ὥραν δίδομεν ἐπιχειρήματα εἰς τὴν προπαγάνδαν. Ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τηλεγραφεῖ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀγωνιῶν, τὴν 17ην Νοεμβρίου, διὰ νὰ πληροφορηθῇ μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ντάλλες, ἐὰν θὰ ἠκολουθοῦμεν τὴν ἰδίαν πολιτικὴν ἢ ἐνδεχομένως θὰ τὴν μεταβάλωμεν. Καὶ ἀπαντᾷ ἡ Κυβέρνησις τὴν 28ην Νοεμβρίου, μετὰ ἡμέρας 11, δὲν γνωρίζω διατί. Ὑπάρχουν ἄλλα χειρότερα, κύριοι. Κατὰ τὴν κρισιμωτέραν ὥραν τοῦ ἀγῶνος ἡ «Καθημερινὴ» μὲ πηχυαίους τίτλους ἔλεγε: «Μικρὰ καὶ μόνη ἔναντι γιγάντων ἡ Ἑλλὰς ἔδωσε χθὲς τὴν μάχην εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ὑπερασπιζομένη τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν τιμὴν τῶν ὑποδούλων, ποὺ ἐμυκτήρησαν οἱ μεγάλοι». Καὶ ἀπὸ κάτω οἱ δεύτεροι τίτλοι: «Τὴν μεσημβρίαν ὁρκίζονται ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως οἱ νέοι Ὑπουργοὶ καὶ Ὑφυπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως». Καὶ αὐτό, κύριοι, λέγεται ἀγών. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ὁρκωμοσία ὀλίγας ἡμέρας, δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀντὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Γαλλίαν τὴν 12ην Δεκεμβρίου, νὰ εἶναι ἀπὸ τὴν 12ην Νοεμβρίου εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅπως εἶπον προηγουμένως; Τὸ παρασκήνιον τὸ διπλωματικὸν εἶναι ἀπαραίτητον, κύριοι αὐτὸ δὲν γίνεται τὴν ὑστάτην ὥραν. Γίνεται ἡμέρας καὶ μῆνας πρίν. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἔμεινε τετράμηνον καὶ πεντάμηνον καὶ ἑπτάμηνον εἰς τὴν Γαλλίαν, ἔστω καὶ ἂν ἔχανε κατόπιν τὰς ἐκλογάς. Διαβάζει κανεὶς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κύρου καὶ νομίζει ὅτι εἶναι μαγικὴ εἰκών. Ἀναζητεῖ νὰ εὕρῃ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ δὲν εὑρίσκει πουθενά. Ἐν τούτοις, μᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι κατὰ τὴν κρίσιμον ὥραν θὰ εὑρίσκετο ἐκεῖ. Καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ πάῃ κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἐσταμάτησεν εἰς Παρισίους. Λοιπόν, ἀκούσατε, κύριοι: Μοῦ φαίνεται ὅτι κατὰ τὰς 25 ἕως 27 Νοεμβρίου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τηλεγραφεῖ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ὅτι παρὰ τὴν διακαῆ του ἐπιθυμίαν νὰ εὑρίσκεται ἐκεῖ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ ἀγῶνος, ἐν τούτοις δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποστερηθῇ τῆς διπλῆς προεδρίας τοῦ ΝΑΤΟ καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης καὶ παρακαλεῖ ὡς ἐκ τούτου ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μετὰ τὴν 23 Δεκεμβρίου, ὅτε ἐπερατοῦτο τὸ ἔργον του τῆς προεδρίας. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κύριοι, ὅτι ἠμποροῦσεν—ἄλλως τε αὐτὸ εἶπε καὶ ὁ κ. Ντάλλες—νὰ χάσῃ καὶ τὸ ΝΑΤΟ καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Εὐρώπης ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τῆς προεδρίας τοῦ κ. Στεφανοπούλου. Ἀλλὰ ἀναμφισβητήτως θὰ ἐκέρδιζεν ἡ ὑπόθεσις Κύπρου. Ἐπανερχόμεθα νῦν εἰς τὴν κρίσιμον ὥραν. Ὁ κ. Στεφανόπουλος, εὑρίσκεται εἰς Παρισίους. Καὶ δὲν εὑρίσκεται ἐκεῖ ὅπου, κατὰ τὴν ἄποψίν του, θὰ ἦτο κρίσιμος ἡ συμβολή του. Ἐγώ, κύριοι, παρ’ ὅλον ὅτι θὰ ἔτεινον νὰ πιστεύω περισσότερον τὴν συμφωνοῦσαν ἐπὶ τούτου ἀντιπροσωπείαν μας εἰς Νέαν Ὑόρκην, τὴν ζήσασαν τὰ γεγονότα τῆς στιγμῆς, τὴν γνωρίσασαν πότε ὑπεβλήθησαν αἱ τροπολογίαι, ποῖαι ἀντιδράσεις ὑπῆρξαν καὶ ποῖοι παράγοντες ἐπηρέαζον τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, δι’ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τὴν τόσον σημαίνουσαν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἔτεινον νὰ πιστεύσω τὴν ἀντιπροσωπείαν, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον καὶ αἱ ὧραι καὶ ὁ τρόπος τῶν ἐν Παρισίοις συνομιλιῶν, αἱ ἐντὸς τῆς μιᾶς ἡμέρας διάφοροι διατυπώσεις τηλεγραφημάτων, πότε ἐπεδιώχθη παρὰ τοῦ κ. Στεφανοπούλου νὰ πεισθῇ ὁ κ. Φόστερ Ντάλλες διὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως καὶ πότε ἐπεδιώχθη ἡ τροπολογία της, ὅταν πλέον εἶχεν υἱοθετηθῆ αὕτη, ἐν τούτοις εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀναγνωρίσω ὅλον τὸν θρίαμβον εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Διερωτῶμαι ὅμως, πῶς ἡ Κυβέρνησις τὸ δέχεται αὐτό. Διότι, ἐὰν πράγματι ἀπὸ τὴν δραματικὴν προσπάθειαν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, νὰ σωθῇ τὴν ὑστάτην στιγμὴν τὸ Κυπριακόν, τοῦτο σώζεται, τότε ὅπως ἔγραφεν ἡ «Καθημερινή», καὶ οὐδέποτε διεψεύσθη, ἔλεγεν ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὸν κ. Ντάλλες: «Ἔχετε ἀκόμη 2 ὥρας—ποιητικῇ ἀδείᾳ—ἐνῷ ἦσαν 8 ἢ 6, 2 ὥρας ἐνώπιόν σας, κύριε Ντάλλες, διὰ νὰ ἐπιτύχετε». Δηλαδή, τὴν ἀπόρριψιν ἢ τὴν τροπολογίαν, διότι ἔτσι ἔλεγε, τὴν ἀπόρριψιν ἢ τὴν τροπολογίαν. Ἐάν, λέγω κατάπληκτος ἀπὸ τὴν ἐπιχειρηματολογίαν καὶ τὴν συγκίνησιν τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ κ. Φόστερ Ντάλλες μετέβαλεν γνώμην καὶ ὑπέβαλεν τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, θὰ μᾶς ἱκανοποίει. Ἐὰν ταῦτα πάντα συνέβησαν, τότε αὐτὸ σημαίνει ὅτι πράγματι, τήν λαμπρὰν αὐτὴν ἀπόφασιν τὴν ὀφείλομεν εἰς τὸν κ. Στεφανόπουλον καὶ πρωτίστως εἰς τὸν κ. Φόστερ Ντάλλες. Ἄνευ αὐτῆς τῆς παρεμβάσεως τὸ πᾶν θὰ εἶχεν ἀπολεσθῆ. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν τότε πῶς προσέφυγεν εἰς τὰ Ἡν. Ἔθνη; Πῶς ἔπαιξε τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου, κορώνα ἢ γράμματα; Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν τῆς Ἀντιπροσωπείας, τότε δίδομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ πανηγυρίσῃ: ὅτι παρ’ ὅλας τὰς δυσκολίας μόνη ἐπέτυχεν ὅσα ἐπέτυχεν. Ἀφίνω ὅτι καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς μετατοπίσῃ. Ἀντιλαμβάνεσθε δὲ ὅτι ἀφοῦ τόσα ἐπέτυχεν εἰς 1 ὥραν εἰς Παρισίους, τί θὰ ἐπετύγχανεν ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἂν μετέβαινεν εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην; Τὶ θέλετε νὰ σᾶς, εἴπω κ. βουλευταί; Δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον. Θὰ σᾶς εἴπω μόνον ὅτι εἶμαι ἱκανοποιημένος ἀπὸ ὅσα συνέβησαν, διότι ἀπεφεύχθησαν βαρύταται συμφοραὶ ἔστω καὶ τὴν ὑστάτην ὥραν.
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ ἀπόψεις Κύρου.
§23Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν εἶμαι φορεύς, κ. συνάδελφοι ἀντιλήψεων τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου. Δὲν εἶμαι συνήγορος οὔτε κατήγορος, ἀλλὰ ἦλθον ἐδῶ διὰ νὰ ὑποστηρίξω, ὅπως ὅλοι, μίαν ὑπόθεσιν τὴν ὁποίαν πιστεύω ὡς δικαίαν καὶ τὴν ὁποίαν προάγομεν, ὅταν λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν. Λοιπόν, συνεχίζω καὶ λέγω ὅτι, πράγματι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τιμοῦν τὸ θάρρος τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀντιμετώπισεν ὅλους τοὺς κινδύνους, ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἐνῷ τόσον θαρραλέος ὑπῆρξε, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ὅσων συνέβησαν, κατόπιν κατὰ τὰς κρισιμωτέρας ὥρας, περιέπεσεν εἰς μεταπτώσεις ἀδυναμίας. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι ὑπῆρξαν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δραματικώτατα, ἐπετίμα μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι δὲν ἐπέδειξε τὴν ἐνδεικνυομένην ἔντονον στάσιν καὶ ὑπεδείκνυεν εἰς αὐτὸ ποία ἔπρεπε νὰ ἦτο ἡ συμπεριφορά του ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Καὶ ἐν τούτοις ὁ ἴδιος μετ’ ὀλίγον ὡμίλει μὲ διάφορον τόνον εἰς τὸν Ντάλλες. Ὑπάρχουν πολλαὶ τοιαῦται μεταπτώσεις, δικαιολογούμεναι, λόγῳ τῆς ἀγωνίας. Ἀλλὰ ἔπρεπεν ὅλα αὐτὰ νὰ εἶχον προβλεφθῆ. Καὶ ἐπειδὴ πράγματι τὸ Κυπριακὸν τώρα ἀρχίζει, θὰ εἴμεθα εὐχαριστημένοι, νὰ προχωρήσῃ μὲ τὴν αὐτὴν ἀποφασιστικότητα καὶ θάρρος. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ νὰ χειροκροτοῦμεν οἱονδήποτε ρήτορα, ὁ ὁποῖος ἐπαναλαμβάνει τοὺς ἰδίους ὡραίους λόγους διὰ τὴν Κύπρον. Ὄχι κύριοι! Πρέπει ἐπὶ τέλους ἡ κοινὴ πολιτικὴ αὐτή, ἡ ἑνιαία ἐθνικὴ πολιτικὴ νὰ εἶναι εὐρεῖα καὶ νὰ ἀξιοποιηθῇ. Καὶ διὰ νὰ ἀξιοποιηθῇ, πρέπει νὰ ἀποκτήσῃ τὸ Ἔθνος καὶ κοινὸν πρόγραμμα καὶ ἑνιαίαν γραμμήν. Νομίζω κύριοι, ὅτι ἂν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν συντρέχῃ λόγος νὰ κληθῇ ἢ ἕνα εἶδος Συμβούλιον Στέμματος ἢ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ποία θὰ ἦτο ἡ περίπτωσις τῆς συγκλήσεώς της. Ἐκεῖ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐν κλειστῷ χώρῳ καὶ ἀντιδικοῦντων ἢ ἀντιλεγόντων τῶν μελῶν αὐτῆς, θὰ συνεζητεῖτο τὸ κοινὸν Ἐθνικὸν πρόγραμμα καὶ ἡ κοινὴ πορεία. Διότι δὲν προάγεται ἡ ὑπόθεσις μόνον μὲ ὡραίους λόγους. Καὶ ἴσως ἀντὶ νὰ ἀξιοποιηθῇ ὅ,τι ἐπετεύχθη θὰ ἀπωλεσθῇ. Ἀντετάχθη ὅτι τοιαύτη πρότασις εἶναι περιττή, διότι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Ἀληθές. Τὸ Συμβούλιον δὲν γίνεται διὰ τὴν συμφωνίαν ἐπὶ τῆς ὅλης ὑποθέσεως, ἀλλὰ διὰ τὴν συμφωνίαν ἐπὶ τῆς τακτικῆς. Ἄλλο ἂν ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις διατηρῇ πάντοτε ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην................. Ἄλλως ἡ ἐνημέρωσις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὀλίγον πρὸ τῆς προσφυγῆς τί ἐσήμαινε; Τίποτε. Εἰς γεγονότα ὀλιγωτέρας σημασίας ὑπάρχουν τοιαῦτα πάντοτε προηγούμενα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1949, ὅτε προήδρευεν αὐτῆς ὁ ἀείμνηστος Σοφούλης καθ’ ἣν ἐποχὴν ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Κυβερνήσεως, τότε ὁ ἀείμνηστος ἀντιπρόεδρος Διομήδης, μᾶς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ ἐζήτουν διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, νὰ χρησιμοποιήσουν χερσαῖα μέρη τῆς Κρήτης, ὄχι ἁπλῶς τὰ παράλια καὶ τοὺς λιμένας τῆς Κρήτης, ὅπως εἶναι παλαιὰ παράδοσις καὶ διὰ τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν. Ὁ τότε, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι ὑφυπουργὸς κ. Πιπινέλης εἶχε συντάξει κάποιο σχέδιον καὶ ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ εἰδικὴ σύσκεψις. Παρεκλήθη ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεὺς νὰ προεδρεύσῃ τῆς συσκέψεως αὐτῆς καὶ παρίσταντο, ὁ Σοφούλης, ὁ Διομήδης, ὁ κ. Κανελλόπουλος, ὁ ὑποφαινόμενος, νομίζω δὲ ὅτι εἶχε κληθῆ καὶ ὁ τότε Ἀντιστράτηγος καὶ ὁ μόνιμος ὑφυπουργός. Ἀπεφασίσθη νὰ παρασχεθῇ αὐτὴ ἡ ἄδεια τῆς χρησιμοποίησεως τῶν χερσαίων τμημάτων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν διατί δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ χρησιμοποίησις αὐτὴ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην π.χ., διότι ἦτο ἀκόμη ὁ ἀνταρτοπόλεμος ἐν πλήρει ἀκμῇ. Καὶ, τότε, ὑπεγράφη ἀπὸ ὅλους μας πρακτικόν. Μετὰ ταῦτα, συνέβη ἀνάλογον εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἔγινεν εἰς τὰ ἀνάκτορα σύσκεψις καὶ ἐχαράχθη τότε μία γραμμή, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη, παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τὰς ἰδικάς μας, ὡς ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατί θὰ ἔβλαπτε νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτον προηγούμενον, προκειμένου περὶ τοῦ Κυπριακοῦ καὶ ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος, ἐὰν ἦτο δυνατόν, ἀντὶ νὰ κάμῃ ἐπιδοκιμασίας ἢ αʹ ἢ βʹ ψηφίσματα νὰ καθώριζεν τὴν γραμμὴν ἡ ὁποία θὰ ἀπετέλει ἱερὰν παρακαταθήκην δι’ ὅλους μας καὶ τίτλον ἐπιτυχίας διὰ τὸν τελευταῖον ἐκεῖνον, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτευχθῇ τὸ αἴσιον καὶ λαμπρὸν ἀποτέλεσμα. Μὲ μίαν τοιαύτην πορείαν, Κύριοι, ἀναγνωρίζοντες πάντως τὴν ἀπόλυτα καλὴν πρόθεσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀγωνισθέντος τὸν ἀγῶνα τὸν καλόν, ἂν καὶ ὄχι κατὰ τὴν κρίσιν μας ἀπολύτως ἐπιτυχῶς, καὶ μὲ τὴν διαδήλωσιν τῆς ἰδικῆς μας κοινῆς ἀποφάσεως διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ Κυπριακόν, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς διαδικασίαν, ὄχι αὐτὸ ποὺ συνηθίζεται νὰ λέγεται σήμερον ρεαλιστικήν, ἀλλά, περισσότερον ἐφαρμόσιμον καί, πρὸ παντός, μὲ ἀπόλυτον συνοχὴν καὶ συνέπειαν, τότε, ἐπαναλαμβάνω, θὰ προαγάγωμεν τὸ Κυπριακόν. Καί, κύριοι συνάδελφοι, ὄχι μόνον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, πιστεύομεν ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἐλεύθερος ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλῃ ὅτι κάποτε ἡ Κύπρος θὰ εὕρῃ τὴν λύτρωσίν της. Τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι τὸ Πανελλήνιον αἴτημα, καὶ τὸ πανανθρώπινον αὐτὸ αἴτημα, πρέπει γρήγορα νὰ πραγματοποιηθῇ. Τὸ θέμα εἶναι πῶς τὸ ταχύτερον δυνατὸν ἡ Κύπρος θὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της. (Χειροκροτήματα).
§24Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβ. Ὑπ. Ἐξ.). Ἀναμφιβόλως, κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ τὴν διακήρυξιν τῆς ἑνότητος τῆς πολιτικῆς εἰς τὴν ἔρευναν καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, διετυπώθησαν ὡρισμένα ἐρωτήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσω τὴν ἐξήγησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῶν Φιλελευθέρων, συμφωνῶν καὶ αὐτὸς ὅτι ἔπρεπε νὰ λυθῇ ἢ νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, καίτοι καθ’ ἡμᾶς ἡ λύσις τοῦ ζητήματος χωρὶς τὴν θέσιν του ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ, ὁμιλῶν εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μεταβαίνουσα ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ θέτουσα ἐκεῖ τὸ ζήτημα, ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ ἀποτυχία ἦτο ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένη. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἔθεσεν, ἀλλὰ εἰς τὴν θέσιν ὑπάρχει ἡ ἀντίθεσις, ὑπάρχει κατ’ ἀνάγκην τὸ συμπέρασμα, ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐξαγάγῃ ἀπὸ τὴν θέσιν αὐτήν. Ἐάν, δηλαδή, πιστεύετε, ὅτι θὰ ἐχάνετο ἐκ τῶν προτέρων ἡ προσφυγή, τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον κάθε λογικὸς ἄνθρωπος θὰ ἐξῆγεν εἶναι ὅτι, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ φθάσῃ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐξήγησις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ δοθῇ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῶν Φιλελευθέρων. Διότι ἠμπορεῖ νὰ λέγωμεν νὰ λυθῇ τὸ Κυπριακόν, νὰ ἔλθῃ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, ἀλλὰ τὸ νὰ ἀναβάλλωμεν συνεχῶς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος εἶναι τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ λέγωμεν ὅτι ἀναβάλλομεν τὴν λύσιν αὐτοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἢ νομίζετε ὅτι ἡ θέσις καὶ ἡ προώθησις τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς γενικῆς συνειδήσεως, ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης ἀποτελεῖ τὴν ἀναγκαίαν ἀπαρχὴν καὶ τὴν ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν πρὸς ἐπίλυσιν αὐτοῦ, ὁπότε συμφωνοῦμεν, ἢ, νομίζετε ὅτι ἑκάστοτε πρέπει νὰ καιροσκοποῦμεν καὶ νὰ ἀντιλαμβανώμεθα πῶς ἔχει ἡ αʹ ἢ ἡ βʹ διεθνὴς περίστασις καὶ ἐὰν αἱ διεθνεῖς περιστάσεις εἶναι ἢ ὄχι περιπεπλεγμέναι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅμως δὲν ἐπιζητεῖται τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀναβάλετε καὶ αὐτὴν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ὁ ὑγιῶς σκεπτόμενος πολιτικὸς κόσμος καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ συνεφώνησαν ὅτι ἔπρεπε τὸ θέμα αὐτὸ νὰ τεθῇ ἐνώπιον τῆς γενικῆς συνειδήσεως, διότι καθ’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ὑποχρεωτικὸν νομικὸν κῦρος. Ὅταν ἐπηγαίναμεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη εἴπομεν καὶ ἐπανελάβομεν, διότι ἠθέλαμεν νὰ προφυλάξωμεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἀπὸ ψευδαισθήσεις καὶ αὐταπάτας, εἴπομεν ὅτι θὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ Ἡν. Ἔθνη, κατ’ ἀνάγκην, χωρὶς νὰ ἀναμένωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου μόνον τὸ προωθοῦμεν ἐνώπιον τῆς γενικῆς συνειδήσεως. Καὶ ὀφείλετε νὰ μᾶς εἴπητε ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλος τρόπος καὶ ἄλλο μέσον, πρακτικόν, ἢ ἐὰν ἔχετε ἄλλον Ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς δώσῃ μίαν νομικὴν ἀπόφασιν. Τοιοῦτος ὀργανισμὸς δὲν ὑπάρχει. Καί, κατ’ ἀνάγκην, ἡ γραμμή, τὴν ὁποίαν ἐχαράξαμεν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη σύμφωνος ὁ πολιτικὸς κόσμος, τὰ κόμματα τὰ πολιτικά, τὰ εὑρισκόμενα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἶναι ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν προβολὴν τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς συνειδήσεως ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. Διότι συνεχῶς ἀναβάλλοντες ὑπὸ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην πρόφασιν τοῦτο κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀναβάλωμεν τὴν λύσιν αὐτοῦ.
§25Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω δὲν σᾶς κατηγόρησα διὰ τὴν προσφυγὴν ἀλλὰ διότι δὲν ἐξησφαλίσατε τὰς προϋποθέσεις καὶ δὲν ἐκάματε ὅλην τὴν προπαγάνδαν, ἡ ὁποία ἀπῃτεῖτο διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Ἀμερικῆς, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπηρεάσετε τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὴν προπαγάνδαν, ἀλλὰ τὴν κοινὴν γνώμην. Καὶ σᾶς κατηγόρησα ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπροχωρήσατε εἰς τὴν προσφυγὴν θὰ ἔπρεπε νὰ δώσετε τὴν μάχην καὶ ὄχι νὰ ὑπογράψετε τὰς τρεῖς λέξεις «τὸ πρὸς τὸ παρόν», αἱ ὁποῖαι ἐπηρεάζουν εἰς τίποτε τὴν προαγωγὴν τοῦ Κυπριακοῦ.
§26Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἡ θέσις τοῦ ζητήματος ὅπως ἐτέθη ἀπὸ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῶν Φιλελευθέρων, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἀφοῦ ἐγνωρίζαμεν, ὅτι θὰ ἀποτύχωμεν.... Συμπέρασμα..... δὲν ἔπρεπε νὰ μεταβῶμεν: Καὶ τώρα λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι σᾶς κατηγορῶ, διότι δὲν προέβητε εἰς τὴν ἀναγκαίαν προπαρασκευήν. Ἐπιμένομεν, ὅμως, ὅτι μέσον προπαρασκευῆς καὶ μέσον διαφωτίσεως εἶναι ἀκριβῶς ἡ θέσις ἐνώπιον τῶν Ἡν. Ἐθνῶν καὶ ἡ ἐκεῖ προβολὴ ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς συνειδήσεως. Καὶ αὐτὸ ἔρχεται καὶ τὸ βεβαιώνει ὁ ἁρμοδιώτερος ὅλων, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἐθνάρχης. Μᾶς εἴπατε, κ. Πρόεδρε τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἀφοῦ ἐφθάσατε ἕως ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐσύρθημεν —δὲν ἐσύρθημεν ἀλλὰ μετέβημεν— διότι ἀποτελεῖ ἕνα στάδιον μίαν ἀνάγκην καὶ ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν ἕως ἐκεῖ, μᾶς εἴπατε μόλις ἐφθάσατε μέχρις ἐκεῖ, ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνετε νὰ ἀγωνισθῆτε, ἔστω καὶ μόνοι. Ἀναμφισβητήτως, μὲ τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἔχετε, ἐὰν τὸ ἐχειρίζεσθο ἐσεῖς, θὰ ἀπεμένατε μόνοι ἐνώπιον τοῦ Ο.Η.Ε.
§27Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι ἐρήμην.
§28Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐνῷ ἡμεῖς ἐπροσπαθούσαμεν πάντοτε νὰ συμβιβάζωμεν καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη ποὺ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ συμβιβασθοῦν. Ἀκόμη εἴχομεν ὑπ’ ὄψει τὰς διεθνεῖς περιπλοκὰς καὶ τὰς σχέσεις μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσωμεν μίαν ἡμέραν τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἀρχίσῃ τιθέμενον ἐνώπιον τῆς κοινῆς συνειδήσεως καὶ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔπρεπε νὰ διστάσωμεν. Ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν, διότι αὐτὸ ἀπετέλει τὸ πρῶτον βῆμα καὶ τὴν πρώτην ἀρχήν. Ἦλθε κατόπιν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὁ ὁποῖος ἀναδιφήσας φακέλλους, δὲν κατώρθωσε νὰ ἴδῃ ποῖον ἦτο τὸ κριτήριον τοῦ ἀπορρήτου. Καὶ ἦλθεν ἐδῶ καὶ ἀπόρρητα καὶ μὴ τὰ ἐνεφάνισεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Τὸ κριτήριον τοῦ ἀπορρήτου εἶναι τοῦτο. Ἡ μάχη ἤρχισεν, ἡ μάχη συνεχίζεται, εἴδατε τὰς ἐπαφὰς ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔδωσα, εἴδατε ποῖα Κράτη ἐτήρησαν τὸν λόγον των καὶ ποῖα ὄχι. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶπα ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ σιωπήσω ἐφ’ ὅσον ἡ μάχη συνεχίζεται, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ μέλλον καὶ ὄχι τὸ παρόν. (Χειροκροτήματα). Εἴπατε ἀκόμη: «Ἰδοὺ ἡ παράλειψις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν: Ἀντὶ νὰ εὑρίσκεται μὲ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἀντὶ νὰ εὑρίσκεται, ὡς ἄλλοτε ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, εἰς τὰ διεθνῆ Συνέδρια, αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς τὰς Ἀθήνας, ἢ καὶ ἀκόμη εἰς τὴν προεδρίαν τοῦ ΝΑΤΟ». Χωρὶς ἀμφιβολίαν δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶχε διάθεσιν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ΝΑΤΟ καὶ χωρὶς ἐμένα θὰ ἐξηκολούθει τὰς ἐργασίας του, διότι δὲν ἀνήκει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μέ κατηγόρησαν, ὅτι μετέβην εἰς τὸ ΝΑΤΟ ἐν γνώσει, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς τυπικῆς συνεδριάσεως, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως ἤθελον τὸ ΝΑΤΟ νὰ εἶναι τυπικὸς ὀργανισμός, διότι αὐτὸ συνέφερεν εἰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἐπεκαλοῦντο τὴν συνδρομήν, διὰ νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι ἐπροτιμήσαμεν νὰ μεταβῶμεν εἰς Παρισίους, ἀντὶ νὰ μεταβῶμεν εἰς Ν. Ὑόρκην. Ἀπορροφημένος ἀπὸ τὴν ἀναδίφησιν τῶν φακέλλων, δὲν ἐπρόσεξεν ὅσα ἐνταῦθα εἶπον. Εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ συνήθεια εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ὡς εἰς τὸ παρελθόν, εἰς τὰ Διεθνῆ Συνέδρια, ὅπου μετέβαινον οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ οἱ Πρωθυπουργοί. Εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ὑπάρχουν μόνον ἀντιπροσωπεῖαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν παρὰ περιωρισμένην πρωτοβουλίαν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, δὲν εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ χαράσσουν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Ἡ πολιτική, θὰ χαραχθῇ ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις καὶ τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιφέρεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνὰ τὰς Πρωτευούσας, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ χαράξουν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Δι’ αὐτὸ ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παραμείνωμεν ἐδῶ καὶ νὰ ἐρχώμεθα εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰς Κυβερνήσεις καὶ τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τῶν Πρεσβευτῶν των, καὶ κατόπιν διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας μας, νὰ ἐπιβεβαιώναμεν ἐὰν πραγματικῶς τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν τοιαῦτα οἷα ἡμεῖς ἐνομίζομεν. Δι’ αὐτὸ δὲν ἦτο δυνατόν, οὔτε ὑπῆρχε λόγος νὰ γίνῃ σύγκρισις μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο εἰς τὰ 1915 καὶ 1920 καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα συμβαίνουν σήμερον. Ἀσφαλῶς δὲν ἔχει ἄμεσον γνῶσιν αὐτῶν ὁ κ. Μαρκεζίνης καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι συγγνωστὸς εἰς τοὺς παραλληλισμοὺς καὶ τὰς συγκρίσεις τὰς ὁποίας κάμνει. (Χειροκροτήματα). Ἔπρεπε λοιπόν, κατὰ πρῶτον λόγον, νὰ προσπαθήσωμεν νὰ διαφωτίσωμεν τὰς Κυβερνήσεις καὶ νὰ δώσωμεν τὴν ἐντολὴν αὐτὴν εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν μας. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠσχολεῖτο εἰς ἐπαφὰς καὶ ἐὰν ἠσχολεῖτο εἰς ἐπικοινωνίας, νὰ εἶσθε βέβαιοι τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν πάρα πολὺ πενιχρά. Ἐνῶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἠργάσθημεν, νομίζω ὅτι ὑπήρξαμεν ἀποτελεσματικώτεροι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τῶν μελῶν Ἐθνῶν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ὡμίλησεν ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς μυστικότητος, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθημεν ἐκ μέρους τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως. Παρεξήγησεν ἀναμφισβητήτως καὶ ἐδῶ τὸ θέμα. Ἡ μυστικότης εἶναι ἀπολύτως συνδυασμένη μὲ ἡμᾶς, μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη κατ’ ἄλλον τρόπον, μὲ τὴν ἀποφυγὴν οἱουδήποτε ἀμέσου ἢ ἐμμέσου ἐπηρεασμοῦ τῶν διαφόρων Κρατῶν–Μελῶν. Ἀναμφισβητήτως αἱ συστάσεις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν θὰ ἐγίνοντο ὁπωσδήποτε δεκταί. Οὐδεὶς ἰσχυρίζεται τὸ ἀντίθετον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλαμεν ὑπὲρ ἡμῶν ἦτο ὄχι νὰ μὴ ψηφίσουν ἀρνητικῶς, αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐπηρεάσουν πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν καὶ τὰ ἄλλα Ἔθνη. Καὶ διὰ νὰ εἴμεθα ἀπολύτως ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἐξησφαλισμένοι ἐλέγομεν ὅτι «κρατήσατε τὴν ἔννοιαν τοῦ μυστικοῦ, διότι μᾶς δίδετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ δικαίωμα νὰ λέγωμεν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπηρεάζονται, ὅτι πιθανὸν αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι νὰ εἶναι ἀντίθετοι. Αὐτὸ θὰ καθορισθῇ τὴν τελευταίαν στιγμήν. Ἀλλὰ δὲν ἐνδιαφέρονται μέχρι σημείου, ὥστε νὰ ἐπηρεάσουν τὰ ἄλλα Ἔθνη». Καὶ ἐὰν ἐδιαβάζατε μὲ περισσοτέραν ἐπιμέλειαν, ἀντὶ νὰ φροντίζητε νὰ φέρετε αὐτὰ ποὺ εἴπατε εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἐβλέπατε τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Κύρου, αἱ ὁποῖαι λέγουν: «Δώσατέ μου τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν νὰ νομίζουν, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ θὰ ἔχῃ ἀρνητικὴν τὴν ψῆφον της. Δώσατέ μου τὸ δικαίωμα νὰ λέγω εἰς τὰ διάφορα Κράτη, ὅτι πιθανῶς ἡ Ἀμερικὴ νὰ εἶναι ἀντίθετος, ἀλλὰ τὸ ἐνδιαφέρον της δὲν φθάνει μέχρι ἐπηρεασμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς μυστικότητος, ἡ ὁποία εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ψηφοθηρίαν. Καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι ἐβεβαίωσαν, ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος τῆς ἀποφυγῆς τῆς ψηφοθηρίας, θὰ ἦτο ἡ αἴτησις τῆς μυστικότητος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ περιορίζεται μόνον εἰς τὴν ἀρνητικὴν ἀπόφασιν, εἰς τὴν καταψήφισιν, καὶ δὲν ἐνδιαφέρεται νὰ ἐπηρεάσῃ καὶ τὰ λοιπὰ Κράτη–Μέλη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς περιφήμου μυστικότητος, τοῦ περιφήμου ἀπορρήτου, ἡ ὁποία εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν ψηφοθηρίαν. Καὶ σεῖς δὲν ἀντελήφθητε τὴν ὀρθὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Εἴπατε ἀκόμη «εἰς τὸ θέμα αὐτὸ —διότι δὲν ἔχω φυσικὰ εἰς τὸν νοῦν ὅλας τὰς ἡμερομηνίας ἀπ’ ἔξω— ἀλλ’ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ μηνύματος τοῦ κ. Ντάλλες τῆς 16.11.54, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἂν δὲν ἀπατῶμαι δὲν καθώρισεν ἐφεξῆς τὴν πολιτικήν της παρὰ μετὰ τὴν πάροδον 11 ἡμερῶν.
§29Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, εἶπον διὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Κύρου τῆς 17ης μὲ ἀπάντησιν τῆς 18ης Νοεμβρίου.
§30Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Καὶ εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἀοριστίας καὶ ἀσαφείας. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐνοχλεῖται δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§31Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐὰν δὲν προσέχητε, δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Βουλὴ διεφωτίσθη ἢ ὄχι. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προεξοφλῆτε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Μὴ προχωρῆτε εἰς τὴν διευκρίνισιν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠκούσατε καλά. Πάρετε τὰ πρακτικά, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖος ἔχει δίκαιον.
§32Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Σεῖς βεβαίως ἔχετε τὰς ἀπόψεις σας. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Τὸ ζήτημα εἶναι εἰς τὸ μήνυμα τοῦ κ. Ντάλλες τῆς 16 τοῦ μηνός, διὰ τοῦ ὁποίου λέγει «ὅτι ἡμεῖς θὰ καταψηφίσωμεν, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ πρότασίς σας εἶναι οὐσιαστικὴ», ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν εὐθὺς ἀμέσως θέσιν; Κατ’ ἐμὲ ἡ θέσις ἐλήφθη ἀμέσως τὴν ἑπομένην, ἀδιαφόρως τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβον αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἐπεκοινώνησε μὲ τὸν κ. Κύρου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε καὶ αὐτὸς «πρὸς Θεοῦ, τὸ ἀπόρρητον», νὰ μὴ κυκλοφορήσῃ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Ντάλλες. Καὶ πραγματικῶς ἐλάβομεν τοιαῦτα μέτρα, ὥστε ἐζητήσαμεν νὰ δοθῇ πίναξ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐπιστολῆς, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ διαφυγή. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ὑπάρχει συνέχεια εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐδῶ ἔχετε μίαν πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἀπὸ 60 Κράτη εἰς μίαν ἐποχὴν ρευστότητος. Ὅλοι πιστεύομεν εἰς τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν, ἀλλ’ ὅλοι ἀνθιστάμεθα εἰς τὰς οἰκονομικὰς καὶ πολιτικὰς πιέσεις. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ αἰωνίως, νὰ ὑπάρχῃ παγία πολιτική. Αἱ Κυβερνήσεις προσαρμόζουν ἑκάστοτε τὴν πολιτικήν, διότι περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο. Ὅταν ἐβλέπαμεν ὅτι ὡρισμέναι χῶραι, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἔλεγον τὴν μεσημβρίαν ὅτι ἦσαν παρὰ τὸ πλευρόν μας, τὴν ἑσπέραν νὰ ἐμφανίζωνται εἴτε ἀπέχουσαι, εἴτε καταψηφίζουσαι, πῶς σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ κανόνων παγίων, τοὺς ὁποίους νὰ θέσετε ἀμεταθέτως, χωρὶς νὰ κινδυνεύουν νὰ μεταβάλλωνται ἀπὸ τὰ γεγονότα τὰ σύγχρονα, τὰ τόσον ρευστά, τὰ τόσον πολύπλοκα. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ὡραίαν λύσιν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μίαν κατεύθυνσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἀφίστανται. Εἰς μίαν πολιτικὴν τοιαύτης ρευστότητος, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ. Ὅπως βλέπετε, τὰ γεγονότα καὶ τὰ πράγματα, μεταβάλλονται ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν: Μία μεγάλη δύναμις, τὴν μίαν ἡμέραν λέγει, ὅτι δὲν θὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ πράγματα τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς καὶ τὴν ἑπομένην ἀλλάσσει γνώμην. Ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι τοιούτου εἴδους θέσφατα καὶ τοιαύτη πολιτικὴ ἀμετάθετος, ἡ ὁποία δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι πολιτική, μὲ τὴν ὁποίαν ἠμπορῶ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ ἀσχοληθῶ. Κύριε ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, εἴπατε ἀκόμη, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐξένισεν, εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς πολιτικῆς πλευρᾶς τοῦ θέματος καὶ εἴπατε ἀκόμη, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κεφάλαιον διεθνοῦς σημασίας, ἔπρεπε νὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν μάχην, εἰς τὸν ΟΗΕ, προκειμένου περὶ τοῦ Κυπριακοῦ, καὶ παρωμοιάσατε τὸν ΟΗΕ μὲ τὰς Θερμοπύλας, ὅπου ἔπεσεν ὁ Λεωνίδας; Ἔτσι ἔπρεπε νὰ πέσῃ καὶ ὁ Παπάγος εἰς τὸν ΟΗΕ. Ὀφείλω, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐὰν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συναγάγετε συμπεράσματα περὶ τῶν κατευθύνσεών σας, δὲν μᾶς ἱκανοποιήσατε ἀπόψε. Κύριε ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, ἐλέγχοντες τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κύπρου, δὲν μᾶς εἴπατε, ναὶ ἢ ὄχι, θὰ ἔπρεπε νὰ φέρωμεν τὸ θέμα ἐνώπιον τοῦ ΟΗΕ ἔστω καὶ ἐὰν ἐνομίζαμεν, ὅτι εἶναι ἀποτυχημένον; Ἀπαντῶ ἀδιστάκτως ναί, ὄχι διότι ἔπρεπε νὰ διαφωνήσωμεν καὶ νὰ προπαρασκευάσωμεν τὸν δρόμον τῆς διαφωτίσεως, ἀλλὰ διότι ἐπὶ πλέον ἡ ἐνώπιον τοῦ ΟΗΕ θέσις τοῦ ζητήματος ἀποτελεῖ αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν προπαρασκευὴν καὶ διαφώτισιν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Πιστεύομεν εἰς τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν καὶ δὲν θὰ ἀποστῶμεν αὐτῆς, διότι ὅσα μέχρι τῆς στιγμῆς συνέβησαν δὲν ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ μεταβάλουν τὴν πολιτικήν μας γραμμήν, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος. (Χειροκροτήματα).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς ΕΠΕΚ, ἔχει τὸν λόγον.
§34Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, διὰ ν’ ἀπαντήσω. Θὰ μοῦ τὸν δώσητε; Εἶπε τόσα ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπαντήσω.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δευτερολογήσετε, πρὶν ἢ ὁμιλήσουν οἱ ἡγέται ὅλων τῶν κομμάτων. Αὐτὸ εἶναι τὸ κοινοβουλευτικῶς ἁρμόζον. Βεβαίως, ὡς ἀρχηγὸς δικαιοῦσθε νὰ ὁμιλῆτε ὁσάκις ζητεῖτε τὸν λόγον, ἀλλὰ ἡ πρακτικὴ καὶ ἡ ἀλληλεγγύη ἐπιβάλλῃ νὰ ὁμιλήσουν ὅλοι τὰ κόμματα καὶ νὰ ἐπακολουθήσουν αἱ δευτερολογίαι.
§36Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁμιλίας, τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, τὸν παρεκάλεσα νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν διακόψω καὶ μοῦ εἶπεν εἰς τὸ τέλος. Διατί μοῦ ἀφαιρεῖτε τὸν λόγον; Δὲν δύνασθε νὰ τὸ πράξετε. Πρῶτον, ἐπιθυμῶ, νὰ σᾶς δηλώσω, ἀξιότιμε κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐὰν ἡ ὁμιλία μου σᾶς εἶχεν ἱκανοποιήσει, δὲν θὰ ᾐσθανόμην καὶ ἐγὼ ἱκανοποίησιν. Δὲν θὰ περίμενα ἀπὸ σᾶς τὸ εὔσημον. Δεύτερον, ἐθίξατε τὸ ἀπόρρητον, ὄπισθεν τῆς ἐννοίας τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος καὶ τοῦ ἀπορρήτου, κρύπτονται πάρα πολλὰ πράγματα. Δι’ αὐτὸ εἴπομεν, ἂς ὑπάρχῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, θὰ ἠμποροῦν νὰ κρίνουν —καὶ ὄχι σεῖς νὰ κρίνετε— ποῖον εἶναι ἀπόρρητον καὶ ποῖον ὄχι. Τρίτον, διὰ τὸ Παρίσι. Σᾶς κατηγόρησα, ὅτι δὲν μετέβητε εἰς Ν. Ὑόρκην καὶ εἴπατε, ὅτι ὑπάρχει τεραστία διαφορά, ἀπὸ ἐκείνην τῆς Γαλλίας, καὶ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, τὴν ὁποίαν ἀτυχῶς ἐγώ, ἄπειρος καὶ μὴ φοιτήσας εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν γνωρίζω, καίτοι ἐν τούτοις εἶναι ἁπλοῦν ἱστορικὸν θέμα καὶ τὸ γνωρίζω. Γνωρίζω τὴν διαφορὰν ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν συζητήσεων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν καὶ τῶν συζητήσεων εἰς τὸν ΟΗΕ. Τὸ γράφουν ἄλλωστε καὶ αἱ ἐκθέσεις αἱ ἴδιαι. Ὑπάρχει μία μικρὰ διαφορά. Ἀντὶ νὰ ἀγωνιᾶτε μεταξὺ ὡρῶν καὶ δευτερολέπτων διὰ νὰ εὕρητε τὸν κ. Ντάλλες, ἐὰν τὴν πρώτην Δεκεμβρίου εὑρίσκεσθε εἰς Οὐάσιγκτων, θὰ ἠμπορούσατε ἀνέτως νὰ ὁμιλῆτε. Καὶ, ἐάν, ἀντὶ νὰ εὑρίσκεσθε ἐν ἀπορίᾳ ποῖος ἔχει δίκαιον, ὁ κ. Μελᾶς, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ἔκθεσίν του ἀπασχολεῖται εἰς ἓξ σελίδας περὶ τοῦ τί εἶπεν αὐτὸς, καὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Ντάλλες μονολεκτικῶς: «Θὰ ἴδωμεν» καὶ εἰς ἄλλας 4 σελίδας, διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τί σημαίνει τὸ «θὰ ἴδωμεν» ἢ ὁ κ. Κύρου, ὁ ὁποῖος λέγει ἄλλα πράγματα, ἐάν, λέγω, εἴχατε μεταβῆ ὁ ἴδιος ἐκεῖ μὲ τὴν εὐφυΐαν σας καὶ τὴν ἱκανότητά σας καὶ μὲ τὸ κῦρός σας, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ ὑπῆρχεν ἡ ἐλπίς, ὅτι θὰ εἴχατε ὁ ἴδιος καὶ ἡμεῖς ἐγκυρότερα διαφωτισθῆ καὶ τὸ θέμα θὰ προήγετο καὶ εἰς καλύτερα ἀποτελέσματα θὰ εἴχομεν φθάσει, παρὰ τὴν ὑστάτην ὥραν. Ὁμιλήσατε καὶ διὰ τὸ θέμα τῆς ἐχεμυθείας. Ἐκεῖ μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσητε διὰ μακρῶν. Σᾶς ἔδωσε μίαν ἀπάντησιν ὁ ἐπίτιμος Πρόεδρος τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Λοιπὸν ἡμεῖς ἐτονίσαμεν, ὅτι ἡ ἐχεμύθεια, ἡ μυστικότης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκρυβῇ ἀπὸ τὴν Μεγ. Βρεταννίαν, τοὐλάχιστον αὐτὸ ἐπιστεύομεν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς λοιπόν, τὸ ἐγνώριζεν ἡ Μεγ. Βρεταννία, ἦτο εἰς θέσιν νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ καθ’ ὅλην του τὴν ἔκτασιν. Δὲν γνωρίζομεν λοιπόν, διατί αὐτὴ ἡ ἀγωνία, νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ἐπιφυλακτικότητα, νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν εὐμενῆ οὐδετερότητα, νὰ φθάσωμεν κατόπιν εἰς τὴν ἀνοχὴν καὶ εἰς τὸ τέλος νὰ καταψηφισθῶμεν. Διατί ὅλη αὐτὴ ἡ ἀγωνία δι’ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζεν ἄλλωστε ἡ Μεγ. Βρεταννία καὶ τὸ διωχέτευσεν ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε. Ἀκόμη εἰς τὸ θέμα τοῦ μηνύματος τοῦ κ. Ντάλλες, τὰ ἐμπερδέψατε. Ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἑξῆς: Ἐγὼ δὲν ἀνέφερον ἀπάντησιν εἰς τὸ μήνυμα, ἀνέφερον, ὅτι ὑπῆρχεν ἕνα τηλεγράφημα τοῦ κ. Κύρου τῆς 17ης Νοεμβρίου, εὐθὺς μετὰ τὸ μήνυμα, εἰς τὸ ὁποῖον τηλεγράφημα, ὁ κ. Κύρου, ἐκφράζει μεγίστην ἀγωνίαν καὶ ἐρωτᾶ τὴν Κυβέρνησιν, ποία θὰ ἀκολουθηθῇ πορεία μετὰ τὸ μήνυμα. Καὶ ἡ ἀπάντησις δίδεται τὴν 26ην καὶ λαμβάνεται εἰς Ἀμερικήν, ὅπως λέγει ὁ κ. Κύρου, τὴν 28ην, καὶ ἐρωτῶ: Πῶς δικαιολογεῖται 10 ἡμερῶν καθυστέρησις; Διὰ τὴν ἐνημέρωσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐπὶ ἑνὸς τόσον κεφαλαιώδους θέματος; Ἐκτὸς ἂν λέγῃ ἀνακριβείας, ὁ κ. Κύρου καὶ ὑπῆρχον ἄλλα ἐνδεχομένως τηλεγραφήματα, τῶν ὁποίων ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν. Ἀνέφερα ὅτι τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Κύρου, ἀποσταλὲν τὴν 17ην τοῦ μηνὸς ἀπηντήθη εἰς τὰς 28 καὶ μάλιστα ἀπηντήθη εἰς μίαν στιγμὴν ποὺ ἐνημεροῦτο ὁ κ. Κύρου, διὰ τὴν πρόσθετον βοήθειαν τῶν 8½ ἑκατομμυρίων δολλαρίων βοηθείας εἰς εἴδη ποὺ ἐδίδοντο ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν ταυτοχρόνως μὲ τὴν μελαγχολικὴν ἀγγελίαν διὰ τὸ θέμα τῆς Κύπρου. Τέλος ἐθίξατε τὸ ζήτημα τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν ὁποίαν τόσον εἰρωνεύθητε, νομίζω, ὅτι εἶναι θεσμὸς, ὁ ὁποῖος τόσα ἀπέδωκε, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι τυχαῖος. Δέν εἶπον ἐγὼ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος θὰ καθώριζεν ἕνα εἶδος Συντάγματος ἐπὶ τῆς Κύπρου, δηλαδή, παγίαν πολιτικήν. Οὐδεὶς ἐμποδίζει ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ συνέρχεται ἑκάστοτε ὅταν προκύπτῃ θέμα καὶ νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ὑποθέσεως. Εἶπον μόνον, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐν τῇ πράξει ἠμπορεῖτε νὰ ἔχετε ἀναμεμιγμένον τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ὄχι, ὅπως π.χ. τὴν 20ὴν Αὐγούστου νὰ καταθέτητε εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη τὴν προσφυγὴν καὶ μόλις τὴν 14ην ἢ 15ην τοῦ ἑπομένου μηνὸς νὰ καλῆτε τὸν κ. Παπανδρέου καὶ τὸν ἐκπρόσωπον τῆς ΕΠΕΚ νὰ τοὺς ἐνημερώσητε καὶ νὰ σᾶς εἰποῦν τί; Νὰ μὴ καταθέσητε τὴν προσφυγήν; Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπίσης, μὲ τὴν ψύχραιμον ἀντιμετώπισιν ὅλων τῶν γεγονότων εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ χαράξῃ μίαν πολιτικήν, ἡ ὁποία εἶναι πράγματι ἐθνικὴ πολιτική, ὄχι μόνον συμβολικῶς καὶ τυπικῶς, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς. Τέλος ἀνεφέρατε τὰς Θερμοπύλας. Πρῶτον, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Λεωνίδας εἶναι παράδειγμα αἰωνίως τιμητικὸν καὶ δὲν προσάπτεται εἰς οὐδένα προσβολή, μὲ τὸ νὰ παραλληλίζεται πρὸς τὸν Λεωνίδαν. Δεύτερον, ἐὰν εἶπα διὰ τὴν μάχην τῶν Θερμοπυλῶν, ἔπρεπε σεῖς νὰ κολακευθῆτε, διότι ἐτόνιζα ἀκριβῶς τὴν τεραστίαν σημασίαν, ὅτι ἐπηγαίνατε μόνος εἰς ἕνα ἀγῶνα ἄπελπιν καὶ ὅμως ἐφέρατε αὐτὸ τὸ ὡς ἰσχυρίζεσθε καλὸν ἀποτέλεσμα. Τρίτον, εἶπον, ὅτι δὲν ἐπεδίωκα νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ πέσῃ, τοὐναντίον —δὲν τὸ ἀντελήφθητε σεῖς— εἶπον ὅτι θὰ ἀνήρχετο, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι λαὸς εὐγενής, καὶ συνηθίζει νὰ ἐκτιμᾷ οἱονδήποτε μαχητήν, ἔστω καὶ πίπτοντα ἐντίμως εἰς ἕνα ἀγῶνα, ἔστω καὶ χάνοντα τὴν μάχην. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δέχεται ὁ λαός εἶναι ὅταν ὁ ἡγέτης δὲν δίδῃ τὴν μάχην. (Χειροκροτήματα).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Μπακλατζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§38Ε. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Ἕνωσις τῆς Κύπρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὑπῆρξε καὶ εἶναι καθολικὸν αἴτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι ὁ πόθος καὶ τὸ ὄνειρον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ἐκπεφρασμένη θέλησίς του. Τὸ αἴτημα τοῦτο ἠρνήθη νὰ ἱκανοποιήσῃ ἡ μεγάλη σύμμαχος ἡ Ἀγγλία καὶ ἀντὶ νὰ τὸ ἱκανοποιήσῃ ἐφέρθη κατὰ τρόπον σκληρὸν πρὸς τὴν σύμμαχον ἐκείνην τὴν μοναδικήν, ἡ ὁποία εἰς τὰς κρισιμωτέρας στιγμὰς τῆς ἱστορίας της, ὅταν ἐμάχετο μόνη ἐτάχθη εἰς τὸ πλευρόν της. Δυστυχῶς ἐνῷ ἐζητήθη ἡ ἀπόδοσις τοῦ δικαίου, ἡ Ἑλλάς, προβάλλουσα τοὺς τίτλους της, ὁ δὲ Κυπριακὸς λαὸς προβάλλει τὴν καταγωγήν του, καὶ τὸ δίκαιόν του, εἶδε τὸ δίκαιον αὐτὸ νὰ στραγγαλίζεται καὶ νὰ ποδοπατῆται. Οὕτω, κύριοι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ποὺ ἀντετάχθη ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας ἡ ἄρνησις νὰ ἐπιλύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ Κυπριακὴ ὑπόθεσις διῆλθε πολλὰ στάδια. Ἀπὸ τὸ στάδιον τῆς σιωπῆς, ἀπὸ τὸ στάδιον τῆς ἐλπίδος, ἀπὸ τὸ στάδιον τῆς ἠρεμίας, ἀπὸ τὸ στάδιον τῆς διακυμάνσεως, διὰ νὰ φθάσῃ τέλος ἐνώπιον τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ὁ ὁποῖος προέκυψεν ἀπὸ τὸν δεύτερον παγκόσμιον πόλεμον, ὡς θεσμὸς ὑψηλῶν ἐννοιῶν καὶ διὰ τὸν ὁποῖον πραγματικῶς ἐγέμισεν ἡ γῆ ἀπὸ τάφους καὶ δὲν ἔμεινεν οἰκογένεια ποὺ νὰ μὴ βαρυπενθήσῃ. Καὶ ὁ Ὀργανισμὸς αὐτός, ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ἡ Ἑλλάς, ἔδωσε τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸς τὴν Κύπρον, ὅτι δὲν τὸν συγκινεῖ τὸν ὀργανισμὸν ἡ παράτασις τῆς δουλείας τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ συζητήσῃ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἑλλάδος, διότι ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ μὲ ἄλλα ζητήματα. Καὶ μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, κ. βουλευταί, εἶδεν ἡ Ἑλλὰς νὰ κατακρημνίζεται ἡ πίστις καὶ ἡ πεποίθησις ποὺ εἶχε στηρίξει εἰς τὸν θεσμὸν αὐτόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐθυσιάσθη καὶ προσέφερεν ὅ,τι ἠδύνατο. Καὶ εἶδε νὰ στραγγαλίζεται τὸ δίκαιόν της ἡ Ἑλλάς, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροῦ. Καὶ ἦλθεν ἡ Ἑλλὰς καὶ ἠδικήθη ἀπὸ τὸν Ὀργανισμὸν αὐτόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐθυσιάσθη καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐπίστευε. Καὶ ἐξεδόθη ἡ γνωστὴ ἀπόφασις. Ἡ Κυβέρνησις, κ. βουλευταί, καυχᾶται διὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Ἡμεῖς, χωρὶς νὰ ἀμφισβητοῦμεν τὰς προθέσεις τὰς ἁγνάς, ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ σοβαροῦ τούτου θέματος, διεπράχθησαν σφάλματα καὶ ἡ Κυβέρνησις περιέπεσεν εἰς ὀλισθήματα. Ἐρωτᾶται ὁ χειρισμὸς τῆς ὅλης ὑποθέσεως ἔγινεν ὅπως ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Καὶ τί ἔγινε; Καὶ τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Κύριοι βουλευταί, δύο ἦσαν αἱ ὁδοί, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διὰ τὴν ὀρθὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἦτο πρῶτον ἡ ὁδὸς τῶν διμερῶν συνομιλιῶν καὶ δεύτερον ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος προσωπικῶς ἀνέλαβε τὸν χειρισμόν, μᾶς ἀνέφερεν, ὅτι ἔκαμεν, ὅ,τι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ ἐπιτύχουν οἱ διμερεῖς συνεννοήσεις. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν γεγονότων, ὅπως τὰ ἀνέφερα, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν καὶ ἀμφισβήτησιν. Διαπιστοῦμεν μόνον ἕνα γεγονός: Ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος προσωπικῶς ἀνέλαβε τὸν χειρισμὸν τοῦ ζητήματος τῆς Κύπρου, μίαν ἐπαφὴν μόνον εἶχε μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, τὸν κ. Ἤντεν, ὡς ἐὰν ἡ Ἀγγλία ὁλόκληρος, ἡ Ἀγγλικὴ κοινὴ γνώμη καὶ ὁ Ἀγγλικὸς λαός, ἡ χώρα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξεπήδησαν τόσα δείγματα φιλελληνισμοῦ καὶ ἀνωτερότητος, ὡς ἐὰν μόνον ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας ἐξεπροσώπει ὁλόκληρον τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος καὶ τὴν Ἀγγλικὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Μ. Βρεταννίας, ὁ Τσῶρτσιλ, ὁ ὁποῖος πολλάκις εἶχε δείξει φιλελληνισμὸν καὶ ἀγάπην πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὁ ὁποῖος τὸ 1907 εἶχε διακηρύξει, ὅτι ἡ Ἑλλάς, πρέπει νὰ πάρῃ τὴν Κύπρον καὶ πρέπει ὁ Κυπριακὸς λαὸς νὰ ἀνακτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του. Πέραν λοιπόν, τῶν ἐπαφῶν μὲ τὸν κ. Ἤντεν, εἰς οὐδεμίαν ἐνέργειαν προέβη. Ἔπρεπεν ὅμως, νὰ ἐπιδιωχθοῦν αἱ διμερεῖς συνομιλίαι, διότι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος ἀπὸ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ δοθῇ. Κύριοι βουλευταί, ἂς μὴ θελήσωμεν νὰ εἴμεθα συναισθηματικοί. Νὰ εἴμεθα καὶ ὀλίγον ρεαλισταί. Ἐὰν ἡ σημερινὴ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ἤντεν ἀρνοῦνται νὰ δώσουν τὸ δίκαιον εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν πρέπει νὰ ἀπελπιζώμεθα καὶ νὰ στρεφώμεθα ἐναντίον τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἀγγλίας, διότι ἔχομεν ἁπτὰ δείγματα ὅτι καὶ τώρα ἀκριβῶς, ποὺ συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα αὐτό, ἠκούσθησαν ἐν Ἀγγλίᾳ φωναὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα ἐτάχθη ὑπὲρ τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως, ὅπως καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἴσως αὔριον φύγει, θὰ τὴν διαδεχθοῦν ἄλλαι καὶ ἐὰν δὲν ἐκρίθη τὸ θέμα ἀπὸ τὸν Ο.Η.Ε., εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις αὐτὰς θὰ ἀποδοθῇ ἡ ἐλευθερία εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ εἰς τὰς διμερεῖς συνομιλίας, κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο. Καὶ ἐρωτᾶται: Διατὶ δὲν ἐπεκαλέσθη τὴν μεσολάβησιν τῆς Ἀμερικῆς διὰ τὴν ἐπιδίωξιν τῶν διμερῶν συνομιλιῶν μὲ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν; Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ γίνῃ ἡ ἐνέργεια αὕτη, ὥστε πραγματικῶς νὰ κινητοποιηθῇ καὶ ἡ Ἀγγλικὴ κοινὴ γνώμη καὶ νὰ πιστεύσῃ εἰς τὸ δίκαιον τῆς Ἑλλάδος, ὁπότε θὰ ἐπετυγχάνομεν νὰ ἐπηρεάσωμεν ἀποτελεσματικῶς καὶ τὴν σημερινὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν. Ταῦτα ὅμως δὲν ἐγένοντο, κύριοι βουλευταί, καὶ ἔτσι τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου, κατὰ τρόπον, ἂς εἴπωμεν στρατιωτικόν, χωρὶς πολλὴν–πολλὴν διπλωματίαν καὶ χωρὶς τὴν δρᾶσιν τῶν παρασκηνίων, ὅπως ἐλέχθη, ἡ ὁποία παίζει τὸν σπουδαιότερον ρόλον εἰς τὴν πολιτικήν, κυρίως τὴν ἐξωτερικήν, ἐφέραμεν τὸ ζήτημα εἰς τὸν Ο.Η.Ε. καὶ ἐδώσαμεν τὴν μάχην καὶ ἐχάσαμεν τὴν μάχην.
§39Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Δὲν ἐχάσαμεν τὴν μάχην. Ἐκτὸς ἐὰν συμφωνῆτε μὲ τὴν Ἰντέλιντζες Σέρβις.
§40Ε. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Ἡ προσφυγή μας εἰς τὸν Ο.Η.Ε. δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν διαφήμισιν.
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν προβολὴν τοῦ ζητήματος.
§42Ε. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Τὴν προβολὴν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν κάμῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, πρὶν προσφύγῃ εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Δὲν ἐπήγαμεν ἐκεῖ διὰ διαφήμισιν, σκοπός μας ἦτο νὰ μᾶς ἀναγνωρίσουν τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς ἀναγνωρίζουν. Ἰδοὺ διατὶ ὑποστηρίζω, ὅτι πραγματικῶς ἐδώσαμεν τὴν μάχην καὶ τὴν ἐχάσαμεν, χωρὶς νὰ ὑποστηρίζω, ὅτι ἐχάθη καὶ ἡ ὑπόθεσις τῆς Κύπρου. Διότι ἡ ὑπόθεσις τῆς Κύπρου θὰ κερδηθῇ, εἶμαι βέβαιος. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἡ Κύπρος νὰ ἀποκτήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Δὲν λέγω, ὅτι ἐχάσαμεν τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου, ἀλλ’ ἐχάσαμεν τὴν μάχην τῆς ἡμέρας αὐτῆς.
§43Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὸ ὅτι ἐπετύχαμεν τὴν διεθνῆ προβολὴν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, τὸ ὅτι ἐπετύχομεν τὰς ἐκδηλώσεις ὅλων ἐκείνων τῶν ἀντιδράσεων, ὅπως εἶναι, ἡ ἐκδήλωσις τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος, τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὅτι παρέμεινε τὸ θέμα ἀνοικτόν, εἶναι μικραὶ αἱ ἐπιτυχίαι αὐταὶ τῆς Κυβερνήσεως;
§44Ε. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Δὲν ἐπήγαμεν μὲ τὴν προσφυγήν μας εἰς τὸν Ο.Η.Ε. διὰ νὰ γίνῃ διαφήμισις τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Διότι αὐτὸ θέλετε νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ νὰ δεχθῶμεν. Σκοπὸς τῆς προσφυγῆς μας εἰς τὸν Ο.Η.Ε., ἦτο νὰ μᾶς ἀποδοθῇ τὸ δίκαιόν μας, δηλαδή, νὰ δοθῇ ἐλευθερία εἰς τὴν Κύπρον. Τὴν διαφήμισιν καὶ τὴν προβολήν, ὤφειλε νὰ τὴν κάμῃ προηγουμένως ἡ Κυβέρνησις.
§45Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Γνωρίζετε, κ. συνάδελφε, ὅτι ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Ἡνωμένων, δὲν εἶναι δικαστήριον. Ἐκφράζει εὐχήν.
§46Ε. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Ἐκφράζει εὐχήν, κ. ὑπουργέ, ἀλλὰ πρέπει ἡ εὐχὴ αὐτὴ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμά μας. Αὐτὴν φοβεῖται ἡ Ἀγγλία. Φοβεῖται τὴν κοινὴν γνώμην. Ὅταν ἡ ἀπόφασις ἐξέφραζε τὴν εὐχὴν αὐτὴν τὶ θὰ ἐγίνετο; Τὸ Κυπριακὸν θὰ ἐκερδίζετο. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἡ προσφυγὴ ἔγινεν ἄνευ τῶν ἀναγκαίων προϋποθέσεων. Πρωτίστως δὲν ἠρευνήθη ἡ νομικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος. Δηλαδή, νὰ ἐξευρεθῇ ἡ νομικὴ βάσις, ἡ ὁποία θὰ ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ο.Η.Ε. Ἡ προσφυγή μας, κύριοι βουλευταί, ἐστηρίχθη εἰς δύο σκέλη. Τὸ ἕνα ἦτο ἡ αὐτοδιάθεσις, δικαιοτάτη αἴτησις καὶ τὸ ἄλλο ἐστηρίζετο εἰς τὴν διαφορὰν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας διὰ τὴν Ἕνωσιν τῆς Κύπρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
§47Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐνώπιον τοῦ Ο.Η.Ε. δὲν ἐζητήσαμεν ἐπέκτασιν ἐδαφικήν, ἐζητήσαμεν ἀναγνώρισιν τῆς αὐτοδιαθέσεως τῆς Κύπρου.
§48Ε. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς τὸν Ο.Η.Ε. καὶ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Στρατάρχου Παπάγου τί ἀναφέρει;
§49Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Αὐτὸ ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως δοθῇ καὶ εἰς τὸν λαὸν τῆς Κύπρου τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Διὰ τίνα λόγον! Διότι τοιαύτη εἶναι ἡ σύνθεσις ἡ ἐθνικὴ τῆς Κύπρου, διότι ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ δημοψηφίσματος ἐξάγεται ἡ θέλησις τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Πέραν αὐτοῦ τίποτε ἄλλο δὲν ἐζητήσαμεν. Ὑπέστημεν ἐπίθεσιν ὅπως γνωρίζετε. Ἐζητήσαμεν νὰ δοθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδόθη καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους λαοὺς νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὸν Κυπριακὸν λαόν, δηλαδή, νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς τύχης του. Ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἑλλὰς δὲν πρόκειται πλέον νὰ ἀνακινήσῃ τὸ ζήτημα.
§50Ε. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Τὸ ἔγγραφον τῆς προσφυγῆς ἀναφέρει ὅσα ἐλέχθησαν καὶ δι’ αὐτὸ ἠκούσθησαν ὅσα ἐλέχθησαν ἐναντίον αὐτῆς.
§51Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἡ προπαγάνδα αὐτὴ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπαναλαμβάνεται εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ κάμετε τοιαύτας παρατηρήσεις. Γνωρίζω τὴν συμβολήν σας εἰς τὸ θέμα αὐτό.
§52Ε. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Ἐπίσης διὰ τὴν προσφυγὴν δὲν παρεσκευάσθη διπλωματικῶς τὸ ἔδαφος εἰς τὰ Κράτη μέλη τοῦ Ο.Η.Ε. Ἀπεδείχθη, ὅτι εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν της ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐκπροσωπεῖται ἐπαξίως. Ἀπὸ τὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον ἀνέγνωσα ἐπείσθην, ὅτι εἰς τὰ Κράτη τὰ Λατινικὰ τῆς Ν. Ἀμερικῆς, δὲν ὑπάρχει ἐκπροσώπησις καὶ ὅτι διὰ νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ περιφέρεια αὐτὴ τῆς Ἀμερικῆς ἐστάλη ὁ Πρεσβευτὴς κ. Πολίτης καὶ ἐκάθησεν ἐκεῖ ἐπ’ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα χωρὶς νὰ φέρῃ κανὲν ἀποτέλεσμα. Γνωρίζετε, ὅτι αἱ χῶραι αὐταὶ τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς ἔπαιξαν σπουδαῖον ρόλον καὶ θὰ ἔπαιζον ἀκόμη περισσότερον, ἐὰν ἐγένετο ἡ κατάλληλος διαφώτισις αὐτῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔγινε τίποτε. Ἐπίσης δὲν ἐξητάσθη ἡ διεθνὴς κατάστασις. Γνωρίζετε ποῖαι ἦσαν αἱ σχέσεις μεταξὺ Ἀμερικῆς καὶ Ἀγγλίας σχετικῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σουέζ. Αἱ σχέσεις αὗται δὲν ἔχουν ἐξομαλυνθῆ. Ἐπίσης ἡ ἀμφιταλάντευσις καὶ ἡ στάσις τῆς Γαλλίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰς Συνθήκας τῶν Παρισίων, ἔκαμε τοὺς Ἀγγλοσάξωνας νὰ εὐθυγραμμίσουν τὴν πολιτικήν των εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἔπειτα, τὰ ζητήματα ποὺ προέκυψαν εἰς τὴν Μ. Ἀνατολήν, ὅλα αὐτά, ὑπεχρέωσαν τοὺς Ἀγγλοσάξωνας νὰ ὑποστηρίξουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ἦτο δυνατὸν ποτέ, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καὶ τοιαύτας προϋποθέσεις, ἡ Ἀμερικὴ νὰ στενοχωρήσῃ τὴν Ἀγγλίαν; Δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν ἀπόσυρσιν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γίνῃ προετοιμασία, καὶ νὰ γίνῃ ἡ μελέτη καὶ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὁ χρόνος ἦτο κατάλληλος διὰ τὴν προσφυγήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, ἡμεῖς, χωρὶς νὰ θέλωμεν νὰ ἐνθυμηθῶμεν καὶ νὰ ἐπεκταθῶμεν εἰς ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑποθέσεως, διότι, πιστεύομεν, ὅτι δὲν πρέπει πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ νὰ ἔρχωνται εἰς φῶς, καὶ νὰ συζητοῦνται, ἡμεῖς, δηλοῦμεν, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου, θὰ εἴμεθα συμπαραστάται εἰς τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διεξαγάγῃ ἡ Ἑλλάς, διὰ νὰ ἀπελευθερωθῇ ἡ Κύπρος. Ἔγιναν πολλὰ κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος τούτου καὶ τὸ θλιβερώτερον εἶναι, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἑλληνικὴ νεολαία καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἠγωνίζετο διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου καὶ ἐξεδήλου τὴν ἀγανάκτησίν του, δυστυχῶς, ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεδιώχθη νὰ δοθῇ χρῶμα, τὸ ὁποῖον, δὲν στέκεται εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν Ἑλληνικήν, νὰ χαρακτηρίσουν, ὅτι αἱ ἐνέργειαι, αἱ ἐκδηλώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς νεολαίας, παρακινοῦνται ἀπὸ ἀντιπατριωτικὰ στοιχεῖα, ἀπὸ κομμουνιστικά, συγκεκριμένως, στοιχεῖα. Δηλοῦμεν, παρ’ ὅλα αὐτά, ὅτι διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου, τὸ Κόμμα μας συμπαρίσταται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν καταλλήλως τὸ χειρισθῇ. (Χειροκροτήματα).
§53Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ποία ἀπόφασις ἐλήφθη, διὰ τὴν συνέχειαν τῆς συζητήσεως;
§54Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις μέχρις ἐξαντλήσεως, διότι, νομίζω, ὅτι οἱ ἔχοντες τὰ στοιχεῖα, δηλ. οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, ἐκεῖνοι δύνανται νὰ ὁμιλήσουν ἐγκύρως. Δὲν ἀρνούμεθα νὰ δώσωμεν λόγον, ἐὰν ὑποβληθῇ ἐπερώτησις.
§55Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἠρώτησα, ἂν θὰ συνεχισθῇ αὔριον.
§56Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Θὰ τελειώσῃ ἀπόψε.
§57Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αὐτὸ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, διὰ νὰ γνωρίζω.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀλλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§59Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὀρθῶς διεκηρύχθη καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς, ὅτι τὸ Κυπριακὸν θέμα εἶναι θέμα ποὺ ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Καὶ ὑπῆρξε πράγματι συγκινητικὴ ἡ συμπαράστασις ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ χειρισμοῦ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Ο. Η.Ε. Τὸ ἐθνικὸν αὐτὸ θέμα, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του, δὲν εἶναι δεκτικόν, οὔτε κομματικῆς διαχειρίσεως, οὔτε ἀντιπολιτευτικῆς ἐκμεταλλεύσεως. Πιστεύω καὶ θέλω ἐκ προοιμίων νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐπανάληψιν ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπόψε, ὅτι ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις προσέφυγεν ἐνώπιον τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ ὀρθῶς, ἔφερεν ἐνώπιον τοῦ διεθνοῦς Ὀργανισμοῦ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Νομίζω, ὅτι πράγματι μετὰ καὶ τὸν δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον, κατὰ τὴν διάρκειαν, τοῦ ὁποίου ἑκατομμύρια ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων καθηγίασαν μὲ τὸ αἷμα των τὰ ὡραῖα ἰδανικὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, κατενίκησαν καὶ κατέβαλον τὰς δυνάμεις τοῦ σκότους καὶ τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ, ἀναμφισβητήτως ἐδημιουργήθη τὸ κλῖμα ἐκεῖνο, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἦτο δυνατὸν ἐπιτυχῶς καὶ νικηφόρως νὰ προβληθῇ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὸ γεγονός, ὅτι τὰς τύχας τῆς χώρας διηύθυνε μία Κυβέρνησις Κοινοβουλευτικῶς ἰσχυρὰ καὶ σταθερά, ἐπὶ κεφαλῆς, τῆς ὁποίας ἀκόμη εὑρίσκετο Πρωθυπουργὸς τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος ὑπερέβαινε τὰ ὅρια τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, ἀπετέλει ἕνα ἀκόμη λόγον διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προσφυγῆς εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Τέλος, νομίζω, ὅτι αἱ μεμψίμοιροι ἀντιρρήσεις περὶ τοῦ ὅτι τὸ διεθνὲς κλῖμα δὲν καθίστα πάρα πολὺ πιθανὴν τὴν ἐπιτυχῆ ἔκβασιν τῆς προσφυγῆς μας εἰς τὸν Ο.Η.Ε. δὲν ἔχουν ἔρεισμα, διότι διερωτᾶται κανείς, ἕως πότε οἱ Κύπριοι ἀδελφοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμένουν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πλήρους, τῆς ὀνειρώδους αἰθρίας τοῦ διεθνοῦς ὁρίζοντος διὰ νὰ διεκδικήσουν τὸ ἱερὸν δικαίωμα των. Πιστεύω ἀκόμη, ὅτι ἡ ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ ἀναβολὴ τῆς προβολῆς τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς συνειδήσεως, θὰ ἦτο ἕνα πρόσχημα ἴσως διὰ νὰ μεταφέρωμεν ἀπαραδέκτως εἰς τοὺς ὤμους των ἐπερχομένων γενεῶν, ἕνα καθῆκον καὶ μίαν εὐθύνην ἡ ὁποία ἐβάρυνε τὴν ἰδικήν μας γενεάν. Ἀλλὰ ἀναμφισβητήτως, οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων τοὐλάχιστον οἱ ὁποῖοι στοιχειωδῶς γνωρίζουν τὸν μηχανισμὸν καὶ τοὺς κανόνας λειτουργίας τοῦ διεθνοῦς αὐτοῦ Ὀργανισμοῦ, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου προσεφύγομεν, οὐδεὶς εἶχε τὴν προαίσθησιν οὐδ’ ἀνέμενεν, ὅτι εἰς τὸ τέρμα αὐτῆς τῆς διαδικασίας, συνεπείᾳ τῆς προσφυγῆς μας, θὰ εἴχομεν ὡς καρπὸν τῆς προσπαθείας μας ἕνα πρωτόκολλον προσαρτήσεως τῆς Κύπρου εἰς τὴν μητέρα Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ἀνεμένομεν ὅλοι καὶ νομίζω πὼς καὶ ἡ Κυβέρνησις πρὸ παντὸς βασίμως ἐπίστευε τοῦτο, ἀνεμένομεν ὅλοι, ὅτι ἡ ἔκβασις αὐτῆς τῆς προσφυγῆς θὰ ἦτο τοὐλάχιστον μία ἀναγνώρισις κατ’ ἀρχὴν ἐκ μέρους τοῦ διεθνοῦς Ὀργανισμοῦ τοῦ στοιχειώδους αὐτοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μίαν ἐκ τῶν βασικῶν διακηρύξεων τοῦ διεθνοῦς Ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἤγουν τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς, δὲν ὑπῆρξεν εὐτυχὲς τὸ τέρμα τῆς διαδικασίας αὐτῆς ἐνώπιον τοῦ Ο.Η.Ε. Καὶ μοιραίως κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν θὰ πρέπει νὰ ἀνασυζητηθῶσι τὰ αἴτια, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων τὸ τέρμα ὑπῆρξεν ἀτυχές. Ἡ κριτική, ἡ ὁποία ἠσκήθη καὶ θὰ ἀσκηθῇ ἐν συνεχείᾳ δὲν ἔχει μόνον τὸν σκοπὸν νὰ καταλογίσῃ εὐθύνας μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ κριτική, ἡ ὁποία ἀσκεῖται, πρέπει κυρίως νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν συναγωγὴν χρησίμων καὶ ἀναγκαίων διδαγμάτων ἐκ τῶν παραλείψεων καὶ σφαλμάτων, ποὺ ἔλαβον τυχὸν χώραν, ὥστε ὑπὸ τὸ φῶς τῆς πείρας αὐτῆς νὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ αἱ διάδοχοι Κυβερνήσεις νὰ χειρισθοῦν τὸ θέμα κατὰ τρόπον πλέον εὔστοχον, ὥστε νὰ τὸ ὁδηγήσουν εἰς αἴσιον πέρας. Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι, ὅτι, ἐξ ὅσων ἀνεπισήμων ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν μου στοιχείων, ἐπεκράτησεν ἐξ ἀρχῆς ἕνα πνεῦμα ἀμέτρου αἰσιοδοξίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπίστευεν αὕτη, φαίνεται, ὅτι ἦτο τόσον δίκαιος ὁ ἀγὼν τῶν Κυπρίων καὶ τόσον σύμφωνος μὲ τὸ Καταστατικὸν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τὸ αἴτημα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ διανοηθῇ κανείς, ὅτι θὰ ἀπεκρούετο κατ’ αὐτὸν τὸν βάναυσον τρόπον ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Ο.Η.Ε. Καὶ πράγματι συνέβη, ὥστε τὸ πνεῦμα τῆς αἰσιοδοξίας νὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε αὕτη τὸ μέγα αὐτὸ θέμα νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ κατ’ οὐσίαν εἰς χεῖρας ἑνὸς ἱκανωτάτου βεβαίως, ἀλλὰ πάντως ἑνὸς ἀνωτάτου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ὅμως τὸ θέμα δὲν ἦτο θέμα εἰδικότητος, ἦτο κατ’ ἐξοχὴν θέμα πολιτικόν, τὸ ὁποῖον προϋπέθετε διὰ νὰ ἀχθῇ εἰς αἴσιον τέρμα καὶ γόητρον καὶ ἐπιβολὴν πολιτικήν. Καὶ ὅμως, τόσον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπουσίασαν ἐπιδεικτικῶς ἀπὸ τὸ πεδίον τῆς μάχης. Πιστεύω περαιτέρω, ὅτι δὲν ὑπῆρξε συστηματικὴ ἡ προπαρασκευὴ τῶν συνθηκῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέτρεπον μίαν καλυτέραν ἀπόφασιν, ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία τελικῶς ἐξεδόθη. Ἐνδεικτικῶς θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω δύο χαρακτηριστικὰ τῆς προχειρότητος χειρισμοῦ τοῦ θέματος. Ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ μεγαλυτέρα δύναμις τῶν Ἰνδιῶν ἦτο ἐπικεφαλῆς τοῦ Παγκοσμίου ἀντιαποικιακοῦ ἀγῶνος, καὶ ὅτι αἱ ἀντιαποικιακαὶ δυνάμεις τῆς Ἀφρικῆς καὶ Ἀσίας, μὲ τὰς ὑπὸ ἀνάλογον πνεῦμα διαπνεομένας δυνάμεις τῆς Ν. Ἀμερικῆς συγκεντρώνουσι 35 ψήφους ὅταν συζητῆται τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ ὑποστηρίξουν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ποὺ πιστεύουν. Καὶ ὅμως, ἐνῷ τοῦτο ἦτο γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συνέβη ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ πληροφορηθῇ τὸ πρῶτον τὴν ἀπροσδοκήτως ἐχθρικὴν στάσιν τῶν Ἰνδιῶν ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφασισθῇ ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἡ ἐγγραφὴ τοῦ θέματος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καὶ τότε ἔσπευσεν, ἀλλὰ καθυστερημένως, νὰ διατάξῃ τὸν Πρεσβευτήν μας ἐν Αὐστραλίᾳ, κ. Λάμπρου, νὰ κατευθυνθῇ πρὸς Ν. Δελχὶ διὰ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Ἰνδιῶν καὶ νὰ τὴν πείσῃ νὰ μεταβάλῃ στάσιν. Ἕν ἀκόμη χαρακτηριστικὸν περιστατικὸν τῆς προχειρότητος μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀντεμετώπισε τὴν παρασκευὴν τῶν καταλλήλων συνθηκῶν διὰ τὴν νικηφόρον διεξαγωγὴν τοῦ ἀγῶνος, εἶναι —καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὸ ἐπιβεβαιώσῃ ἢ νὰ τὸ διαψεύσῃ, διότι εἶναι ἀνεπίσημος ἡ πληροφορία μου— ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὅταν εἶχε διεξαχθῆ ἡ πρώτη φάσις τοῦ ἀγῶνος, ἀπεφάσισε νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἐπίσημον βίβλον, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παρετίθεντο ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀπεκρούοντο οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς Ἀγγλικῆς Ἀντιπροσωπείας. Πράγματι ἡ βίβλος αὐτὴ ἐξετυπώθη, ἀλλὰ ἐκ τῶν ὑστέρων διεπιστώθη, ὅτι τόσον πρόχειρος ὑπῆρξεν ὁ τρόπος τῆς διατυπώσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἐπιχειρημάτων. Ἐπεκρίθη ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις καὶ συμμερίζομαι τὴν ἐπίκρισιν αὐτήν, ὅτι ἡ θεωρητικὴ θεμελίωσις τῆς προσφυγῆς δὲν ἦτο οἵα ἔπρεπε νὰ εἶναι. Βεβαίως καὶ εἰς τὸν τίτλον τῆς προσφυγῆς καὶ εἴς τινα σημεῖα τοῦ περιεχομένου αὐτῆς ἀνεφέρετο τὸ δόγμα τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι τὸ βάρος ἐρρίφθη περισσότερον εἰς τὴν ὕπαρξιν διενέξεως μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἄρσιν τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ παρέμβῃ ὁ διεθνὴς Ὀργανισμός. Καὶ καθίσταται τοῦτο φανερόν, ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ προσφυγὴ ἀνεφέρθη εἰς τὰ ἄρθρα 10 καὶ 14 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τοῦ Ὀργανισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν διατήρησιν φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ Κρατῶν–Μελῶν τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἐνῷ παρελείπετο ἐντελῶς νὰ γίνῃ μνεία εἰς τὸ κείμενον τῆς προσφυγῆς τοῦ 11ου κεφαλαίου τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου. Ἐπίσης ἀποφεύγεται νὰ γίνῃ μνεία εἰς τὴν προσφυγήν μας τῆς σημαντικωτάτης ἀποφάσεως ὑπ’ ἀριθ. 637 τῆς 16.12.52 τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Ο.Η.Ε., ἡ ὁποία συνιστᾷ εἰς ὅλα τὰ Κράτη–Μέλη τοῦ Ο.Η.Ε., ὅπως ἀναγνωρίσουν καὶ προωθήσουν τὴν πραγματοποίησιν τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν. Τέλος τὸ ἄρθρον 73 τοῦ 11ου κεφαλαίου τοῦ Καταστατικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπίσης δὲν ἐμνημονεύθη καὶ ἡ ἀνωτέρω ἀπόφασις ἐπίσης ἀποτελοῦν μίαν μεγάλην νίκην τῆς φιλελευθέρας ἀνθρωπότητος καὶ βίβλον πίστεως δι’ ὅλας τὰς ἀντιαποικιακὰς δυνάμεις καὶ τοὺς ὑποδούλους λαούς. Καὶ ὅμως, ἡ προσφυγή μας ὡς μὴ ἔδει πάντα ταῦτα τὰ ἠγνόησε. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἐχρειάσθη πολὺ κακὴ πίστις, διὰ νὰ ἑρμηνευθῇ ἡ οὕτω πως ἀστόχως διατυπωθεῖσα προσφυγή μας, ὡς ἔχουσα τὴν ἔννοιαν ἐπεκτατικῆς τάχα πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ κατατείνουσα εὐθέως εἰς τὴν προσάρτισιν τοῦ ἐδάφους τῆς Κύπρου εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν. Ἀλλ’ ὅμως, ἀγαπητὲ κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ διατύπωσις αὐτὴ διέθεσε δυσμενῶς καὶ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον οὐδεμίαν προκατάληψιν καὶ πρόθεσιν νὰ στραφοῦν ἐναντίον μας. Ἀναφέρομαι εἰς μίαν περικοπὴν τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀντιπροσώπου τῶν Ἰνδιῶν, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ Κυβέρνησίς μου καὶ ἡ χώρα μου ὑποστηρίζουν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν Ἐθνῶν. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν ἐνταῦθα, δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ Κυπριακὸν Ἔθνος. Εἶναι ζήτημα διαφορᾶς μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, ἀφ’ ἑτέρου, ἐπιθυμούντων τὴν κατοχὴν τῆς Νήσου ταύτης». Καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, τὸ βαρύγδουπο, τὸ ἐπικαλεῖται ποία χώρα; Ἐκείνη ποὺ ἡγεῖται ἀκριβῶς τῶν ἀντιαποικιακῶν δυνάμεων, πρὸς τὰς ὁποίας κυρίως ἔπρεπε νὰ στραφῶμεν προκειμένου ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς μίαν νικηφόρον ἔκβασιν τῆς προσφυγῆς μας. Ἀλλ’ ἀκόμη ὁ ἐκπρόσωπος τῆς φίλης καὶ τόσον φιλελευθέρας χώρας, τῆς Νέας Ζηλανδίας, ὁ κ. Μονρό, ὑπεστήριξε καὶ οὗτος ἀναφερόμενος εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς προσφυγῆς, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ σαφῆ ἰσχυρισμόν, ὅτι ἡ Κύπρος εἶναι Ἑλληνικὸν ἔδαφος καὶ ὅτι, πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ Ἑλληνικὴν διοίκησιν καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἔλαβεν ἐχθρικὴν θέσιν ἀπέναντι τῆς προσφυγῆς μας. Δὲν ἐπικαλοῦμαι τὰς ὁμιλίας τῶν ἀντιπάλων, ποὺ εἶχον συμφέρον, ἀλλὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐκπροσώπου τῶν Ἰνδιῶν, ποὺ ἡγοῦνται τοῦ ἀντιαποικιακοῦ ἀγῶνος.
§60Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριε συνάδελφε, ἐὰν ἦσθε παρών, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Χαβίνης, θὰ εἴχατε σχηματίσει διαφορετικὴν γνώμην. Δὲν συμφέρει νὰ γίνῃ συζήτησις, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ μάχη συνεχίζεται καὶ ἐντὸς ὀλίγου, θὰ ἀπευθυνθῶμεν πρὸς αὐτούς. Συνεπῶς, δὲν ἤθελον νὰ ὁμιλήσω πῶς ἐδικαιολογήθη ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κάθε χώρας διὰ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον του.
§61Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ καὶ περιέρχονται εἰς τὴν δημοσιότητα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἀγνοήσῃ ἡ μελλοντικὴ Γενικὴ Συνέλευσις.
§62Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν θέλω νὰ εἴπω τί ἀπάντησις ἐδόθη, ἐὰν ἠκούατε τὴν ἀπάντησιν θὰ ἐμένατε ἱκανοποιημένοι. Δὲν θὰ ἐμένατε ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὴν ἐξήγησιν τῆς ψήφου ποὺ ἔδωσαν.
§63Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Περαιτέρω νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετώπισε κατὰ τρόπον μυωπικὸν τὴν πολιτικὴν σημασίαν τοῦ Τουρκικοῦ παράγοντος εἰς τὴν διεθνῆ προβολὴν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1953 ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος εἰς τὸν Ο.Η.Ε. ἐπισήμως ἀνέφερε τὸ Κυπριακὸν θέμα ὡς θέμα ἐνδιαφέρον ζωηρῶς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1953 δὲν ὑπάρχει διπλωματικὴ ἐπαφὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς Τουρκίας, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ συζητήσῃ μαζί της τὸ Κυπριακὸν ζήτημα καὶ νὰ ἐπιδιωχθῇ ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν συμμαχικῶν δεσμῶν καὶ ἀμοιβαίας κατανοήσεως νὰ εὑρεθῇ μία λύσις εὐνοοῦσα τὰς ἀπόψεις μας. Τὸ πρῶτον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅταν διήρχετο ἐντεῦθεν ἐπιστρέφων ἐξ Ἀμερικῆς κατ’ Ἰούνιον 1954 ὁ Τοῦρκος Πρωθυπουργός, τὸ πρῶτον τότε ἐγένετο σχετικὴ κροῦσις, ἀπὸ τὸν Ἕλληνα Πρωθυπουργόν. Ἤκουσα τὸν κ. Μαρκεζίνην νὰ λέγῃ, ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκόμη ἀκριβές, ὅτι ἔγινεν. Ἀλλὰ τότε ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀκόμη βαρυτέρα. Πιστεύω, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ γίνῃ κανένας ἐκβιασμὸς πρὸς τὴν Τουρκίαν. Νομίζω, ὅτι, ἐν τῷ πλαισίῳ μιᾶς φιλίας μακρᾶς, ἐν τῷ πλαισίῳ ἀκόμη μιᾶς προσφάτου συμμαχίας θὰ ἦτο δυνατὸν ἐγκαίρως νὰ ἐξηγηθῶμεν μὲ τὴν φίλην Τουρκίαν ὥστε νὰ λάβῃ θέσιν εὐνοϊκὴν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Τὸ Κυπριακὸν ζήτημα δὲν ἔχει μόνον νομικὴν πλευράν, ἔχει καὶ πολιτικὴν τοιαύτην καὶ ἦτο βάσιμον τὸ αἴτημα τῆς Τουρκίας νὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὴν ἐν Κύπρῳ μειονότητά της. Νομίζω, λοιπόν, καὶ πιστεύω, ὅτι, ἐὰν ἐγκαίρως ἐγένετο ἡ προσήκουσα ἐπαφὴ καὶ ὁ κατάλληλος χειρισμὸς ἔναντι τῆς φίλης καὶ συμμάχου Τουρκίας, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴχομεν ἐξασφαλίσει τὴν συμπαράστασιν τῆς Τουρκίας καὶ νὰ μὴ τὴν ἀφίσωμεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἀγγλικῆς διπλωματίας, ἡ ὁποία ἐρήμην ἡμῶν, τὴν κατηύθυνεν εἰς τὴν γνωστὴν ἐχθρικὴν στάσιν ἀπέναντί μας μὲ δεύτερον δυσάρεστον ἐπακόλουθον νὰ δημιουργηθῇ μία ψυχρότης εἰς τὰς Ἑλληνοτουρκικὰς σχέσεις. Ἐλπίζω καὶ πιστεύω, ὅτι, ἡ Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐνεργήσῃ δραστηρίως διὰ νὰ ἄρῃ ἀμφότερα τὰ ἐπιζήμια ἀποτελέσματα, διότι πολύτιμος εἶναι καὶ ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ φιλία καὶ ἡ συμπαράστασις τῆς Τουρκίας ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ πλέον οὐσιῶδες σημεῖον. Πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔδει καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ εἶχεν ἐξασφαλίσει τὴν συμπαράστασιν τῆς μεγάλης καὶ φίλης Ἀμερικανικῆς Δημοκρατίας. Καὶ αὐτὸ, τί θὰ ἐσήμαινεν, εἶναι ἀρκετὰ εὐνόητον, ὥστε νὰ μὴ χρειασθῇ νὰ τὸ σχολιάσω περισσότερον. Ἦλθε, κ. συνάδελφοι, κάποια στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις τῆς χώρας, ἔκρινεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προέλθῃ εἰς συμφωνίαν μετὰ τῆς μεγάλης καὶ φίλης Ἀμερικανικῆς Δημοκρατίας, ἐπὶ τῷ τέλει, νὰ παραχωρήσῃ εἰς ταύτην βάσεις ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς, νὰ σχολιασθῇ τὸ ὀρθὸν ἢ μὴ τῆς τοιαύτης κυβερνητικῆς ἀποφάσεως. Εἰς τὴν Βουλήν, ἔγινε μακρὰ συζήτησις καὶ ὑπῆρξαν σημεῖα καὶ ὅροι τῆς συμβάσεως ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι συνήντησαν ὁλοκλήρου τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὴν ἀντίθεσιν. Ἀλλὰ ὑπῆρξε —καὶ ἡ Κυβερνητικὴ ἄποψις, ἐκεῖ ἐστηρίχθη— μία θεωρητικὴ θεμελίωσις αὐτῆς τῆς θυσίας, ἡ ὁποία ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ λέγω θυσία, διότι πράγματι, ἐπρόκειτο περὶ παραχωρήσεως, περὶ ἀπεμπολήσεως, μέρους τῆς ἐθνικῆς μας ἀνεξαρτησίας. Ἡ Κυβέρνησις εἶπε τότε, ὅτι ἐν ὀνόματι τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιτακτικῆς τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἀμυντικῆς προσπαθείας τοῦ ἐλευθέρου κόσμου, πρὸς κατοχύρωσιν τῶν ἐλευθεριῶν καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν ὡραίων ἰδανικῶν τῆς εἰρήνης καὶ δικαιοσύνης, πρὸς προάσπισιν τῶν ὁποίων ἔγινεν ὁ δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, θὰ ἔδει ἡ Ἑλλὰς νὰ προβῇ εἰς τὴν ζητηθεῖσαν θυσίαν τῆς ἀνεξαρτησίας της. Καὶ διερωτῶμαι, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν δὲν θὰ ἥρμοζε τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἐν ὀνόματι τῶν ἰδίων αὐτῶν ἰδανικῶν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἐλέγατε πρὸς τὴν Ἀμερικανικὴν Δημοκρατίαν: Μάλιστα, ἡ Ἑλλὰς νὰ προβῇ εἰς τὴν θυσίαν αὐτήν, διὰ νὰ κατασφαλισθοῦν καὶ εἰς τὸ μέλλον τὰ ὡραῖα αὐτὰ ἰδανικά, ἀλλὰ ἆραγε ἐν ὀνόματι αὐτῶν τῶν ἰδανικῶν, δὲν δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὴν συμπαράστασίν σου, δι’ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν ἅπτεται αὐτῶν τῶν ἰδανικῶν, ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων ζητεῖτε θυσίας ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν; Πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ εἶχε τὴν ἔννοιαν κανενὸς ἐκβιασμοῦ, ἀλλὰ ἀντιθέτως, θὰ ἀπετέλει μίαν πρᾶξιν ρεαλισμοῦ, τὸ νὰ ἐκλέξῃ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς τὰς ἰδίας αὐτάς, παγκοσμίως καθιερουμένας ἀρχάς, ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων, ἐπαναλαμβάνω, ἐζητεῖτο ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα παραχώρησις βάσεων, εἰς τὴν Ἀμερικήν, νὰ ζητηθῇ ἡ ἀνεπιφύλακτος συνδρομή, τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν εἰς τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Ὑπεστηρίχθη, ὅτι θὰ πρέπει νὰ θεωρηθῇ, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀπόφασις τοῦ ΟΗΕ, ὡς ἕνας εὐοίωνος ἱστορικὸς σταθμὸς διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐζητήθη νὰ πανηγυρίσωμεν ὡς λίαν ἱκανοποιητικὸν τὸ ἐπιτευχθὲν ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ, κ. συνάδελφοι, προσεφύγαμεν εἰς τὸν Διεθνῆ Ὀργανισμόν, καὶ νὰ εἰσπράξωμεν ὡς ἀπόφασιν, τὴν διαπίστωσιν αὐτοῦ, ὅτι ἀκαίρως προσεφύγαμεν; Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ, τί εἴδους ἱκανοποίησιν πρέπει νὰ δοκιμάσωμεν. Διότι περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς πρόκειται. Ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἀπήντησεν εἰς τὴν προσφυγήν μας, ὅτι ἀκαίρως εἴχομεν προσφύγει. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, τόσον ἡ ὁμιλία τοῦ σχόντος τὴν πρωτοβουλίαν, διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία μετεβλήθη εἰς ἀπόφασιν, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Νεαζηλανδίας, ὅσον καὶ ἡ ὁμιλία τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κολομβίας, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὸν συνάδελφόν του τοῦ Σαλβατώρ, εἶχον τὴν πρωτοβουλίαν, διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς τροπολογίας ἀμφότεραι αἱ ὁμιλίαι αὐταί —καὶ ἔχω εἰς τὸν φάκελλόν μου τὰ κείμενα αὐτῶν— προδίδουν ὅτι ἡ προσθήκη τῶν δύο λέξεων καὶ ἡ ἔννοια ἐν γένει τῆς ἀποφάσεως, εἶναι ὅτι, πρῶτον, λόγῳ τῆς στρατηγικῆς θέσεως τῆς Κύπρου καὶ δεύτερον, λόγῳ τῶν συνθηκῶν τῆς παγκοσμίου καταστάσεως, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀνακινηθῇ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Φοβοῦμαι πάρα πολύ, ὅτι ἡ προσθήκη τῶν λέξεων «πρὸς τὸ παρόν», διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις πανηγυρίζει εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ βλάψει, διότι ἀντιλαμβάνομαι τὴν δυσχέρειαν ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσητε, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑμεῖς ἢ ὁ διάδοχός σας, ὅταν θὰ θελήσητε, προσεχῶς νὰ ἐπαναφέρητε τὸ θέμα εἰς τὸν ΟΗΕ. Τότε θὰ σᾶς ἀντιταχθῇ —καὶ δυστυχῶς ἡ ἀπόφασις ἔχει καὶ τὴν ἰδικήν μας ὑπογραφήν— ὅτι ἡ στρατηγικὴ σημασία τῆς Κύπρου, παραμένει οἵα ἦτο καὶ πρὸ ὀλίγων μηνῶν καὶ ὅτι αἱ παγκόσμιαι συνθῆκαι δὲν ἔχουν μεταβληθῇ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ταπεινὴν ἀντίληψίν μου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο ἄλλως δυνατὸν νὰ γίνῃ θὰ ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν ἔκδοσιν αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ ποτὲ νὰ μὴ συνυπογράψωμεν, ψηφίζοντες ὑπὲρ αὐτῆς. Δὲν εἶχε καμμίαν θέσιν ἡ ὑπογραφή μας κάτω ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν. Οὔτε, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ἡ ἁρμοδιότης τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, διότι σεῖς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, ἔσπευσε μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως νὰ προβῇ εἰς μίαν σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν δήλωσιν καὶ εἶπε μετὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1954, ὅτι ἡ Ἀντιπροσωπεία ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν τῆς Κολομβίας καὶ τοῦ Σαλβατώρ, διότι θεωρεῖ, ὅτι αὐτὴ δὲν ἐξησθένισε καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον τὴν θέσιν της καὶ προσέθεσεν, ὅτι ἀποδεχθεῖσα ταύτην, βεβαίως, δὲν ἀπεδέχθη τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γεν. Συνελεύσεως ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου θέματος καὶ εἶναι εὐτυχής, διότι πρακτικαὶ ἀντιλήψεις ἐπεκράτησαν εἰς ἕνα πρόβλημα πολιτικὸν ἐκτάκτως περίπλοκον.
§64Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Τότε ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀναγνώσετε, τὶ εἶπεν ὁ ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν ἀντιπρόσωπος τοῦ Σαλβατὼρ ἐπὶ τοῦ θέματος. Διότι ἐκ τῶν ὑστέρων ἦλθε καὶ ὑπεστήριξεν αὐτὰ ὁ ἀντιπρόσωπος Ἀγγλίας. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ τὸ κρύψω Σήμερον εἶναι γενικῶς ἀποδεκτόν, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ ΟΗΕ ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον παύει νὰ εἶναι κλειστόν, ἀλλὰ εἶναι διεθνές. Ἐρωτᾶται, τὶ ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ μελλοντικῶς εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας μᾶς εἴπουν, ὅτι ὑπάρχουν αἱ ἴδιαι περιστάσεις ἢ ὄχι; Ὅπως προκειμένου περὶ τοῦ θέματος τῆς στρατηγικῆς σημασίας τῆς Κύπρου; Αὐτὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ παίξουν τὸν ρόλον των. Δέν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Τὸ οὐσιῶδες ἐν προκειμένῳ εἶναι τοῦτο, ἔπρεπεν, ἢ ὄχι νὰ τὸ φέρωμεν ἐνώπιον τοῦ ΟΗΕ ἀσχέτως τοῦ ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι πολὺ περιπεπλεγμέναι. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ θέματος.
§65Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἔσπευσα ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου ἀνεπιφυλάκτως, νὰ εἴπω, ὅτι ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις προσέφυγεν εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Ὑπεστήριξα ὅμως ἐν συνεχείᾳ, ὅτι δὲν ἔπραξεν, ὅ,τι ἐπεβάλετο νὰ πράξῃ διὰ νὰ διαμορφώσῃ τὰς συνθήκας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέτρεπον ἕνα εὐτυχέστερον ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ὁ ἀγὼν θὰ συνεχισθῇ καὶ πρέπει νὰ αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν μελλοντικὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος, ὅτι ὄπισθεν αὐτῆς παραμένει ἡνωμένος καὶ ἀδιάσπαστος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ νὰ δημιουργηθῇ κοινὴ συνείδησις εἰς ὅλα τὰ Κράτη–Μέλη τοῦ ΟΗΕ, ὅτι ἡ Ἑλλάς, οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἐὰν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν πρόκειται οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὁ Κυπριακὸς λαός, εἶναι ἕτοιμοι νὰ συνεχίσουν τὸν ἀγῶνα ἀντὶ πάσης θυσίας, μέχρις ὅτου συντελεσθῇ ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κύπρου. Ἀλλὰ θὰ πρέπει καὶ ἡ Κυβέρνησις, συναισθανομένη τὴν βαρεῖαν καὶ ἱστορικὴν εὐθύνην της, νὰ μὴ ἀρκῆται εἰς ἁπλᾶς διακηρύξεις τῶν προθέσεών της, ἀλλὰ νὰ προσπαθήσῃ νὰ καταστρώσῃ ἐπιμελῶς μελετημένον σχέδιον δράσεως. Ἐξ ἄλλου δὲν μὲ εὑρίσκει ἀντίθετον ἡ ὑποστηριχθεῖσα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν ἄποψις, ὅτι εἰς ἕνα τοιοῦτον θέμα, θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ χαραχθῇ εἰς γενικὰς γραμμὰς μία διακομματικὴ πολιτική, εἰς τρόπον, ὥστε ἡ ἰδική σας, κ. ὑπουργέ τῶν Ἐξωτερικῶν, πολιτικὴ νὰ συνεχισθῇ καὶ ὑπὸ τῶν διαδόχων Κυβερνήσεων. Ἀναμφισβητήτως εἰς τὰς λεπτομερείας θὰ ἦτο δυνατὸν κάθε Κυβέρνησις νὰ προσαρμόζῃ τὴν στρατηγικήν της, εἰς τὰς ἑκάστοτε διαμορφωμένας συνθήκας. Ἀλλὰ τὸ νὰ ὑπάρχῃ μία κοινὴ γραμμή, μία κοινὴ διακομματικὴ πολιτικὴ ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, ἀναμφισβητήτως εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον θὰ βοηθήσῃ εἰς τὴν καλυτέραν διεξαγωγὴν τοῦ ἀγῶνος. Ἐπιθυμῶ, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, νὰ ἀπευθύνω χαιρετισμὸν ἀλληλεγγύης καὶ πίστεως πρὸς τὸν μαρτυρικὸν λαόν, πίστεως, ὅτι συντόμως ὁ ἀγὼν ὁ ἱερός, τὸν ὁποῖον διεξάγει θὰ ἀχθῇ εἰς εὐτυχὲς πέρας. (Χειροκροτήματα).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔχει τὸν λόγον.
§67Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἶναι ὄντως μέγα Ἐθνικὸν θέμα. Ἀλλὰ εἶναι προφανῶς δυσχερὴς ἡ συζήτησις, διότι τὸ θέμα εὑρίσκεται ἐν ἐξελίξει καὶ καθίσταται ἀδύνατον νὰ ἀναπτυχθοῦν αἱ ἀπόψεις κατὰ τρόπον ἀνεπιφύλακτον, καὶ ἀδιαφόρως πρὸς τοὺς ἀντικτύπους, τοὺς ὁποίους ἐνδέχεται νὰ ἔχουν εἰς τὴν περαιτέρω πορείαν του. Καὶ ἦτο πράγματι βάσιμος ἡ ἐπανάληψις προτάσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς παλαιότερον εἴχομεν προβῆ, ὅτι ἡ φύσις αὐτῶν τῶν θεμάτων ὑπαγορεύει τὴν συζήτησίν των εἰς συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἢ εἰς συμβούλιον Στέμματος, διότι ἐκεῖ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθοῦν ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθοῦν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος, διὰ νὰ μὴ βλάψουν. Καὶ νομίζω, ὅτι ἡ παράδοσις τὴν ὁποίαν διέκοψεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ, ἡ παράδοσις τῶν συσκέψεων τῶν Συνταγματικῶν Ἐπιτροπῶν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἐνέργειαν. Ἡ λειτουργία μιᾶς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν σημαίνει μετάθεσιν εὐθυνῶν. Ἡ εὐθύνη ἀνήκει πάντοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις διατυπώνει γνώμας. Ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίζει. Ἀλλὰ εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς τὸ κλῖμα μιᾶς Ἐθνικῆς συζητήσεως ἠμποροῦν νὰ γίνωνται ἀμοιβαῖαι διαφωτίσεις καὶ νὰ ὁδηγοῦν εἰς ἀσφαλεστέραν εὐόδωσιν τῶν ἐθνικῶν μας θεμάτων. Κύριοι συνάδελφοι. Δύο εἶναι τὰ κεφάλαια τοῦ θέματος, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, Εἶναι πρῶτον τὸ ἰδεολογικόν, καὶ εἶναι κατόπιν τὸ πολιτικὸν θέμα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἰδεολογικὸν θέμα, ἀκόμη μίαν φοράν, ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ βήματος, θὰ ἀκουσθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ στοιχειῶδες καθῆκον τοῦ ΟΗΕ καὶ ἀποτελεῖ στοιχειῶδες καθῆκον τῶν μεγάλων συμμάχων μας, νὰ σεβασθοῦν τὴν σημαίαν, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας διεξήχθη καὶ ἐκερδήθη ὁ μέγας πόλεμος... (Χειροκροτήματα). Κλονίζει τὰ θεμέλια τοῦ ΟΗΕ, ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐλήφθη, καὶ ἡ ὁποία ἀνέβαλε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ αἰτήματος τῆς αὐτοδιαθέσεως ἑνὸς λαοῦ μακραίωνος πολιτισμοῦ. Καὶ θὰ ἔπρεπεν ἐπίσης ὁ ἐλεύθερος κόσμος, οἱ φίλοι καὶ σύμμαχοί μας, οἱ ὁποῖοι ἡγοῦνται τοῦ ἐλευθέρου κόσμου, νὰ γνωρίζουν ἐπίσης, ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν κρίσιμον ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος διεξάγεται εἰς τὰς ἡμέρας μας, δὲν ἀντιμετωπίζονται μόνον ὑλικαὶ δυνάμεις, ἀντιμετωπίζονται κατ’ ἐξοχὴν ἠθικαὶ δυνάμεις, ἀντιμετωπίζονται ἰδέαι. Καὶ ἀφοπλίζεται ὁ ἐλεύθερος κόσμος ἀπὸ τὴν δύναμιν τῶν ἰδεῶν, ὅταν ὑποστέλλεται εἰς τὸν ἐπίσημον Ὀργανισμὸν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἡ σημαία τῆς Ἐλευθερίας... (Χειροκροτήματα). Καὶ θὰ πρέπει ἐπίσης, ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ βήματος, νὰ ἀκουσθῇ πάλιν, ὅτι ἐπὶ τῆς ἰδεολογικῆς, τῆς ἐθνικῆς θέσεως τοῦ θέματος, ἡ ἀλληλεγγύη καὶ σήμερον καὶ πάντοτε καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, θὰ εἶναι ἀπόλυτος. (Χειροκροτήματα). Ἰδού, διατί, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, εἶναι δυσχερὴς ἡ μετάβασις εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ θέματος. (Χειροκρότηματα). Διότι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ θέματος θὰ καταλογισθοῦν εὐθῦναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ παρασχεθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι τοιουτοτρόπως ἐλαττώνονται αἱ εὐθῦναι καὶ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ τῶν μεγάλων συμμάχων μας. (Χειροκροτήματα). Μὲ αὐτὴν τὴν προκαταβολικὴν ἐξήγησιν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πολιτικοῦ θέματος, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτικῆς διαχειρίσεως τοῦ θέματος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, σπανίως ἐνώπιον Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔχει εὑρεθῆ δυσχερέστερον θέμα, καὶ ὀνομάζω ὄχι μόνον τὴν σημερινήν, ἀλλὰ καὶ τὰς προκατόχους Κυβερνήσεις. Διότι πρέπει εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ τοῦ θέματος νὰ συνδυάσῃ δύο μεγάλους σκοπούς: Πρῶτον, ὅτι τὸ αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως, ὅπως ὀνομάζεται ἐκτὸς τῶν συνόρων, τὸ αἴτημα τῆς ἑνώσεως, ὅπως ὀνομάζεται ἐντὸς τῶν συνόρων, εἶναι ἀνένδοτον. Καὶ ταὐτοχρόνως, ὅτι ἡ εὐόδωσις αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ σκοποῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ συντελεσθῇ παρὰ μόνον ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν συμμαχιῶν μας. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα πρόβλημα καὶ ἡ μεγίστη εὐθύνη. Διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ ἐπιδίωξις τοῦ ἐθνικοῦ αἰτήματος τῆς Κύπρου νὰ γίνῃ μὲ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνει τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοὺς φυσικούς της συμμάχους, τότε, ἐν ὀνόματι τῆς Κύπρου, θὰ ἐχάνετο ἡ Ἑλλάς. Καὶ ἡμεῖς θέλομεν Ἑλληνικὴν τὴν Κύπρον. Καὶ διὰ νὰ γίνῃ Ἑλληνικὴ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ Ἑλλάς... (Χειροκροτήματα). Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρίσκεται ἡ δυσχερεστάτη θέσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τίθεται ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν θέλησιν τῶν μεγάλων συμμάχων μας, εἰς τὸ πλευρὸν τῶν ὁποίων ἐν τούτοις ἐξασφαλίζομεν τὰ πάγια συμφέροντα τῆς Πατρίδος μας. Ἀκριβῶς, ὅμως, διότι τὸ θέμα εἶναι δυσχερέστατον, εἰς αὐτὸ κρίνεται ἡ πολιτικὴ ἀξία τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ λυποῦμαι διαπιστῶν, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, τεθεῖσα ἐνώπιον τῆς μεγάλης αὐτῆς δυσχερείας, δὲν ἔχει παράσχει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εὑρέθη εἰς τὸ ὕψος τῶν εὐθυνῶν της. Ἀρχίζομεν ἀπὸ τὰς προβλέψεις της. Μία Κυβέρνησις, ἀξία τοῦ ὀνόματός της, ὤφειλε νὰ ἔχῃ προβλέψει μὲ ἀσφάλειαν, ἢ τοὐλάχιστον, μὲ μεγίστην πιθανότητα τὸ ἀποτέλεσμα. Τί ὅμως ἔχει συμβῆ μὲ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν; Αἱ προβλέψεις της εἰς τὰ βασικὰ θέματα διεψεύσθησαν. Ἐπικαλεῖται τὴν ἐγγραφήν, ὡς δικαίωσιν τῶν προβλέψεων. Ἀλλὰ τὰ μεγάλα θέματα ἦταν πρῶτον ἡ πολιτικὴ τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας, ἡ ὁποία θὰ ἤσκει ἀποφασιστικὴν ἐπίδρασιν καὶ ταὐτοχρόνως ἡ τελικὴ ἀπόφασις τοῦ Ο.Η.Ε. Καὶ εἰς τὰ δύο αὐτὰ μεγάλα κεφάλαια, αἱ προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως διεψεύθησαν. Ἤλπιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Η.Π.Α., μέχρι τέλους θὰ ἔμενεν εἰς πλήρη οὐδετερότητα. Καὶ συνέβη τὸ ἀντίθετον. Καὶ ἤλπιζεν, ἐπίσης, ὅτι θὰ εἶχε μίαν εὐμενῆ ἀπόφασιν τοῦ Ο.Η.Ε., ἡ ὁποία βεβαίως δὲν θὰ ἀπετέλει νομικὴν δέσμευσιν, θὰ ἀπετέλει ὅμως ἠθικὴν δύναμιν διὰ τὸ μέλλον. Καὶ ἐπλανήθη καὶ εἰς τὰς δύο προβλέψεις της. Ἰδοὺ τὸ κριτήριον τῶν ἀληθῶν Κυβερνητῶν ἡ ἀσφάλεια τῶν προβλέψεων. Καὶ εἰς τὰς δύο αὐτὰς κρισίμους προβλέψεις της, διεψεύσθη. Ἔχομεν ἔπειτα τὸ θέμα τῆς προπαρασκευῆς. Ὀρθῶς ὑπεμνήσθη τὸ παράδειγμα τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ἦτο ἀκάματος εἰς τὴν προπαρασκευὴν καὶ ἐνῷ ἐφαίνετο ἀπρόοπτος ἡ ἐπιτυχία, εἶχε προηγηθῆ μέγας ἀγών, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ, εἰς τὸν σύντομον πράγματι χρόνον, ὁ ὁποῖος τῆς παρείχετο, παρεσκεύασεν ὅπως ὤφειλε καὶ ὅπως ἠδύνατο, τὴν εὐόδωσιν τῆς ὑποθέσεως. Ἔχομεν ἀποδείξεις. Μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἀποστολῆς, χωρὶς προκατάληψιν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, βεβαιώνει, «ὅτι διεπιστώσαμεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ προπαρασκευή, τὴν ὁποίαν ἀνέμενεν. Ἐπίστευεν, ὅτι κάτι σοβαρώτερον θὰ εἶχε πραγματοποιηθῇ». Πέραν αὐτῆς τῆς ὁμολογίας εἰς φιλικὸν ὄργανον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνεφέρθη ἡ περίπτωσις τῆς Κολομβίας, ἡ ὁποία, «ἐνῷ παρεσύρθη ἐν ἀρχῇ ἀπὸ τὴν ἀπατηλὴν ἐπιχειρηματολογίαν τοῦ Λόϋδ καὶ ἐψήφισε κατὰ τῆς ἐγγραφῆς τοῦ Κυπριακοῦ, μετεβλήθη, κατὰ τὰς μεταγενεστέρας συζητήσεις τῆς πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς ἐνθουσιώδη ὑπέρμαχον τῶν δικαίων μας». Καὶ πέραν αὐτῶν τῶν 2 περιστατικῶν, ἔχομεν τὸ θέμα τῆς συμμάχου Τουρκίας. Ἐβεβαιώθη, ὅτι δὲν εἶχε προηγηθῆ καμμία προσπάθεια. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπανέλαβε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι πρὸ ἡμερῶν εἶχεν ἀναγραφῆ ὡς «ἔγκυρος» δήλωσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ, δὲν καταδέχεται νὰ ἀσκήσῃ ἐκβιασμὸν εἰς τοὺς συμμάχους της». Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν μία σύμμαχος χώρα, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, πραγματοποιοῦσα συμμαχίας φέρῃ πρὸς συζήτησιν τὰ ἐνδεχόμενα ἐπίμαχα θέματα καὶ προσπαθῇ νὰ ἐπιτύχῃ μίαν προκαταβολικὴν ἐναρμόνισιν, εἶναι δυνατὸν ἡ προσπάθεια αὐτὴ νὰ ὀνομάζεται ἀπόπειρα ἐκβιασμοῦ; Μὲ αὐτὴν τὴν νοοτροπίαν, ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ εὐόδωσις ἐξωτερικῆς πολιτικῆς; (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν κριτικὴν τῆς προσφυγῆς. Θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ὡς παράγων καὶ ἡ ψυχολογία τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, διότι ἡ ψυχολογία του δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι ἀδιάφορος. Ἐκεῖνος μάχεται, ἐκεῖνος διαμορφώνει μίαν ἀγωνιστικὴν ψυχολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν τελικὴν εὐόδωσιν καὶ ἡ ὁποία θὰ πρέπει νὰ εὑρίσκῃ συμπαράστασιν εἰς τὴν ἐλευθέραν Πατρίδα, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ διαρκέσῃ. Καὶ ἐὰν ἔπειτα ἀπὸ τὸ δημοψήφισμα ἐγκατελείπετο ἀπὸ τὴν προσπάθειαν τῆς ἐλευθέρας Πατρίδος, δὲν γνωρίζω ποῖος θὰ ἦτο ὁ ψυχολογικὸς ἀντίκτυπος. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὅτι ἀπὸ τὸν Ο.Η.Ε., θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν ἠθικὰς μόνον δυνάμεις, ἀλλὰ τελικῶς ἡ θέλησις, ἡ ἀνένδοτος θέλησις τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, μὲ τὴν συμπαράστασιν τῆς ἐλευθέρας Πατρίδος, θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἐλευθερίαν. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐδόθη συνέχεια εἰς τὴν προσφυγήν, ἔχει προκαλέσει γενικὴν ἔκπληξιν. Ἐπανηγυρίσθη κατ’ ἀρχὰς ἡ ἐγγραφὴ καὶ κατόπιν ὅλοι ἀπεκομίσαμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι οἱ ἡγέται τῆς Κυβερνήσεως ἀποφεύγουν τὸ ἀχάριστον θέμα καὶ ἐπιφορτίζουν τὰς ὑπηρεσίας διὰ τὴν συνέχισιν τοῦ ἀγῶνος. Ὀρθότατα ἐλέχθη, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὅτι τὸ Κυπριακὸν θέμα, δὲν εἶναι τὸ μοναδικὸν θέμα τῆς Ἑλλάδος, διότι τὸ κύριον, τὸ πρῶτον θέμα τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἡ Ἑλλάς. Ἀμέσως, ὅμως, μετὰ τὴν Ἑλλάδα ὡς ἔννοιαν καὶ ὡς σύνολον, ἔρχεται τὸ Κυπριακόν. Καὶ τὸ καθῆκον τῶν ἡγετῶν τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι κομπάζουν διὰ τὴν γενναιότητα μὲ τὴν ὁποίαν ἔθεσαν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ο.Η.Ε., τὸ καθῆκόν των ἦτο, μὲ τὸ κῦρος των, μὲ τὸ βάρος τῆς εὐθύνης των, νὰ εἶναι παρόντες μέχρις ἐσχάτων. Ἠκούσαμεν τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἐδῶ ἐγίνετο ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Πρεσβευτὰς διὰ τὰς χώρας των. Ἀλλά, διατί, ἡ ἔμμεσος ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Πρεσβευτὰς εἰς Ἀθήνας, θὰ εἶχε μεγαλύτερον ἀποτέλεσμα καὶ ὄχι ἡ ἄμεσος ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν χωρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τέλους καὶ θὰ ἐψήφιζον; Καὶ πέραν ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀμέσους προκαταβολικὰς ἐπικοινωνίας, τὸ κῦρος τῶν ἡγετῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι βέβαιον καὶ ὁμολογεῖται καὶ ἀπὸ τὰ ὑπηρεσιακὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα φιλοτίμως ἠγωνίσθησαν, θὰ εἶχεν ἀσφαλῶς μεγαλυτέραν ἀπόδοσιν. Θὰ εἶχεν ἐπίσης βεβαιώσει τὴν ἐπιτέλεσιν ἑνὸς ἐπιβαλλομένου ἐθνικοῦ καθήκοντος. Καί, ὅμως, ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, ἔχει ἀποκομίσει τὴν ἐντύπωσιν μιᾶς παθητικῆς στάσεως, μιᾶς ἀπουσίας ἀπὸ τὸν στίβον τῆς μάχης. Ἐπανηγυρίζετο ὡς γενναιότης, ὡς ἡρωϊσμός, ἡ πορεία πρὸς τὸν Ο.Η.Ε. καὶ ὅμως δὲν εἰσήρχοντο εἰς τὸν στίβον οἱ ἡγέται τοῦ ἀγῶνος. Διὰ πρώτην φορὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ἀπόντες ἀπὸ μέγα ἐθνικὸν ἀγῶνα. Καὶ ἠκούσαμεν, ὅτι ἡ προσφυγὴ ἔγινεν ἀδιαφόρως πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ ἐὰν ἦτο τόσον ἡρωϊκὴ ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, πῶς συμβαίνει ἡ ἀφετηρία νὰ εἶναι ἡρωϊκὴ καὶ τὸ τέλος νὰ εἶναι δειλόν; Διότι, τοιοῦτον ὑπῆρξε τὸ τέλος. Ἡ συνυπογραφή, ὅτι καὶ ἡ Ἑλλὰς θεωρεῖ ἄκαιρον τὴν ἐγγραφὴν τοῦ θέματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία ἐλήφθη. Καὶ ἐπαιρόμεθα διότι ἐλήφθη ἀπόφασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ὁμολογεῖ, μὲ ἔμπρακτον περίπου μετάνοιαν, ὅτι θεωρεῖ ἄκαιρον τὴν ἐγγραφήν, τὴν ὁποίαν ἐπέτυχε. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι πολιτικαὶ σκέψεις ἠμπορεῖ νὰ ὡδήγησαν εἰς τὴν ἀποδοχὴν καὶ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ταὐτοχρόνως νὰ ἐξαίρεται ὁ ἡρωϊσμὸς τῆς ἐγγραφῆς καὶ ταὐτοχρόνως νὰ συμβαίνῃ ἡ ὁμολογία τῆς μετανοίας!... Καὶ τώρα, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἠμποροῦμεν μὲ καλὴν πίστιν, μὲ ἀντικειμενικότητα μὲ ὅλον τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ὁ ἐθνικὸς χαρακτὴρ τοῦ μεγάλου θέματος, νὰ προβῶμεν εἰς ἕνα ἀπολογισμὸν ἐνεργητικοῦ καὶ ζημιῶν. Ποῖον εἶναι τὸ ἐνεργητικόν, ὅπως ἐμφανίζεται καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν; Εἶναι, πρῶτον, τὸ θάρρος τῆς ὑποβολῆς τῆς προσφυγῆς. Εἶναι δεύτερον ἐγγραφὴ τῆς προσφυγῆς. Καὶ εἶναι, κατόπιν, ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἁρμοδιότητος. Ἀλλὰ ὑπάρχει πράγματι νομικὴ ἀναγνώρισις ἁρμοδιότητος; Δὲν ὑπάρχει ἐὰν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον ἡ Ἑλλὰς θελήσῃ νὰ κάμῃ προσφυγήν, θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Βεβαίως, θὰ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ἡ προσφυγὴ καὶ εἶχεν ἐγγραφῆ, νομικῶς, ὅμως, θὰ πρέπει νὰ ἐπαναλάβῃ τὸν ἀγῶνα. Καὶ τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὴν ALTERA PARS. Ἡ Ἑλλάς, ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ προσφύγῃ ἐκ νέου εἰς τὸν Ο.Η.Ε., θὰ ὀφείλῃ ἐπὶ πλέον νὰ ἀποδείξῃ, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἐφέτος ὑποχρέωσιν, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἀπόφασις κατέστη ἐπίκαιρος. Διότι ἡ προσθήκη τῆς παραγράφου «διὰ τὸν παρόντα χρόνον», σημαίνει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀναγνωρίζει τὴν ἀκαιρότητα διὰ τὸν παρόντα χρόνον καὶ ὅταν, ἑπομένως, ὑποβάλῃ νέαν προσφυγήν, θεωρεῖ, ὅτι παρῆλθον οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐφέτος εἶχον καταστήσει ἄκαιρον τὴν προσφυγὴν καὶ ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ, διατὶ ὑπὸ νέας συνθήκας ἡ συζήτησις τῆς προσφυγῆς ἔχει καταστῆ ἐπίκαιρος. Προσέθεσεν, ἑπομένως, οὐσιώδη δυσχέρειαν διὰ τὸ μέλλον. Καὶ πέραν αὐτῶν, διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι εἰς τὰς κρίσεις μας, θὰ πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διαπίστωσιν καὶ ἄλλων ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθησαν. Τὰς εὐθύνας διὰ τὰς ζημίας τὰς ὑπέχουν ὁ Ὀργανισμὸς Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ οἱ φίλοι καὶ σύμμαχοί μας, ἀλλὰ αἱ ζημίαι, δυστυχῶς, εἶναι κοιναί. Πρώτη ζημία εἶναι ἡ διπλωματική μας ἀπομόνωσις ἀπὸ ὅλους τοὺς συμμάχους καὶ φίλους μας. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν διπλωματικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας μας προηγούμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἑνὸς μεγάλου ἐθνικοῦ θέματος νὰ εὑρεθῶμεν, ὄχι ἁπλῶς μόνοι, ἀλλ’ ἀντιμέτωποι ὅλων τῶν πατροπαραδότων συμμάχων καὶ φίλων μας. Δεύτερον, ἐπῆλθε δηλητηρίασις τῶν ψυχικῶν σχέσεων τῶν λαῶν μας. Καὶ τὸ θέμα εἶναι πολὺ σημαντικώτερον ἀπὸ τὴν ψυχρότητα τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ ὑπάρχει καὶ μία τρίτη μεγάλη ἀπώλεια, κατέστη δυνατόν, δυστυχῶς, εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν νὰ ἐμφανισθῇ ὡς σημαιοφόρος τῆς Ἐλευθερίας! Ποῖος εὐθύνεται; Καὶ ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ οἱ μεγάλοι μας σύμμαχοι. Ἀλλὰ ποῖος κινδυνεύει; Καὶ ἡμεῖς, δυστυχῶς... Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον προβαίνομεν εἰς αὐτὰς τὰς διαπιστώσεις, μὲ βαθεῖαν θλῖψιν. Ποῖα εἶναι τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ καταλήξωμεν, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους; Τὸ πρῶτον ἰδεολογικὸν συμπέρασμα εἶναι, ὅτι τὸ Ἔθνος παραμένει ἡνωμένον καὶ ἀνένδοτον μὲ ὑψωμένην τὴν σημαίαν τῆς Αὐτοδιαθέσεως τοῦ λαοῦ τῆς Κύπρου. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ τὸ ἑπόμενον συμπέρασμα, εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διεχειρίσθη πολιτικῶς τὸ θέμα καὶ ἡ ὁποία ἐπὶ τῆς εὐρείας ἐθνικῆς του βάσεως γνωρίζει, ὅτι ἔχει τὴν συμπαράστασιν ὁλοκλήρου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀποκτήσῃ τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια, ἡ ὁποία διεπιστώθη κατ’ αὐτὴν τὴν περίοδον, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συνεχισθῇ. Θὰ πρέπει νὰ ἐκτιμήσῃ τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον μὲ αἴσθημα ὑπερτάτης εὐθύνης. Παρεσχέθη, δυστυχῶς, καὶ κατὰ τὴν πολιτικὴν διαχείρισιν αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ θέματος, ἐπανελήφθη ἡ θλιβερὰ ἐντύπωσις, ὅτι ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ, ὑπάρχουν πάντοτε, δύο ἀντιμαχόμεναι μερίδες. Τὸ διεπιστώσαμεν εἰς τὸ θέμα τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων. Ἐπανελήφθη κατόπιν εἰς τὸ θέμα τῆς Ἀεροπορίας. Καὶ σήμερον, τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπετέλει διαμάχην πρὸς τὸν πρῶτον του συνεργάτην. Αὐτὸ εἶναι τὸ κατάντημα τῆς ἰσχυρᾶς, τῆς μονολιθικῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ!... Ἀλλὰ εἴμεθα, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, εἴμεθα εἰλικρινῶς αἰσιόδοξοι διὰ τὸ μέλλον. Κατηγγείλαμεν δικαίως τὸν Ο.Η.Ε., κατηγγείλαμεν τὴν ψῆφον καὶ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ τῆς Μεγάλης Ἀμερικῆς. Ἀλλ’ ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ἀναγνώσωμεν καὶ τὴν ἄλλην σελίδα. Ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἐπεβεβαίωσεν, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ δίκαιον τοῦ αἰτήματος, καὶ ἠμφισβήτησε μόνον τὴν ἐπικαιρότητα. Καὶ εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δημοσίᾳ, ἐπισήμως, ὑπευθύνως, ἀνεκοίνωσαν, ὅτι ἀποδέχονται τὸ ἱερὸν αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἀκόμη καὶ συντηρητικοὶ βουλευταὶ ὕψωσαν τὴν φωνήν των, διὰ νὰ τὴν ὑπερασπίσουν. Ἀποδεικνύουν αὐτὰ τὰ γεγονότα, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην διὰ τὸ μέλλον. Ἐὰν ἡ Μεγάλη Ἀμερική, διὰ λόγους προσωρινῆς ἐπικαιρότητος, δὲν ἐπετέλεσε χθὲς τὴν μεγάλην ἀποστολήν της, ὡς ἡγέτιδος τοῦ ἐλευθέρου κόσμου, ἐὰν ἡ σημερινὴ συντηρητικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὸ ἰδικόν της καθῆκον, ὅμως εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἀμερικῆς καὶ κατὰ βάρος καὶ ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις, καθὼς καὶ ἡ πλειοψηφία τῶν Κομμάτων καὶ ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι τῆς Μεγάλης Βρεταννίας ἀναγνωρίζουν τὸ δίκαιον. Καὶ μίαν ἡμέραν, περισσότερον σύντομα παρὰ ἀργά, θὰ γίνουν συμπαραστάται τοῦ ἀγῶνος μας. Φθάνει ἡ σημαία τοῦ ἀγῶνος νὰ κυματίζῃ ἀναπεπταμένη εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Κύπρον. Ἠκούσθη ἀπὸ ἐπίσημα χείλη τῆς Μ. Βρεταννίας, ὅτι ἡ Κύπρος «οὐδέποτε» θὰ γίνῃ Ἑλληνικὴ... ὅτι «οὐδέποτε» θὰ τῆς ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως.... Εἰς αὐτὸ τὸ «οὐδέποτε» ἀπαντῶμεν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς μας Ἀντιπροσωπείας μὲ ἓν ἄλλο τίμιον ὅμως καὶ ὑπερήφανον «οὐδέποτε»: Οὐδέποτε, εἰς τὴν Ἀκρόπολιν θὰ ὑποσταλῇ ἡ σημαία τῆς ἐλευθερίας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Σ. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§69Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσω χωρὶς ἀπάντησιν δύο παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δύο παρατηρήσεις διατυπωθείσας μὲ τὸ γνωστὸν δογματικόν του ὕφος, λαμβάνοντος ἀφορμὴν καὶ πιστεύοντος ὀρθῶς, ὅτι τὸ Κυπριακὸν θέμα εἶναι θέμα ἐθνικόν, ἀλλὰ θέμα κατ’ ἐξοχὴν δύσκολον. Ὅταν πρόκειται ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς νὰ ἱκανοποιήσωμεν ἕνα δίκαιον ἐθνικὸν αἴτημα, εἴμεθα ὅμως ὑποχρεωμένοι ἀπὸ τῆς ἄλλης νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὸ αἴτημα αὐτὸ ἐντὸς τῶν συμμαχιῶν μας, ἐντὸς τῶν συνασπισμῶν μας, διὰ τῶν ὁποίων ἔχει κατοχυρωθῆ καὶ ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ εἰρήνη εἰς τὸν κόσμον. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὅπως εἶπεν ὀρθῶς καὶ ἐπιγραμματικῶς, νὰ κερδίσωμεν τὴν Κύπρον παρὰ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἀναχωρῶν ὅμως ἀπὸ τὴν ὀρθὴν αὐτὴν διαπίστωσιν κατέληξεν εἰς ἕνα συμπέρασμα, ὅτι, ἀσφαλῶς, εἰς τὰ κρίσιμα, εἰς τὰ μεγάλα αὐτὰ θέματα, ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ κρίσις περὶ τῆς ἀξίας ἢ ὄχι τῆς Κυβερνήσεως, ἐκεῖ ἐμφανίζονται αἱ μεγάλαι ἢ αἱ μικραὶ Κυβερνήσεις. Καὶ ἐξήγαγε τὸ συμπέρασμα, ὅτι πράγματι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων. Βεβαίως, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐθέσαμεν ἕνα ζήτημα δυσχερὲς καὶ ὅτι ἐπροχωρήσαμεν εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν καὶ λύσιν αὐτοῦ, ἐξήγαγε τὸ συμπέρασμα, ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔχομεν δημιουργήσει, ἔχομεν ἐμφανίσει τὴν ἀνικανότητα ἡμῶν. Αὐτὸς εὗρεν τὸν καλύτερον τρόπον κατὰ τὸ παρελθόν, διὰ νὰ μὴ ἀποδείξῃ τὴν ἀνικανότητα αὐτοῦ καὶ νὰ εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, ἔκρινε καλὸν νὰ μὴ τὸ ἀνακινήσῃ. Καὶ ἐφόσον τὸ θέμα θὰ παραμείνῃ κάθευδον δὲν θὰ ὑπάρχῃ τὸ κριτήριον κατὰ τὸ ὁποῖον, θὰ ἐκρίνετο ἡ Κυβέρνησίς του, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐκρίνετο ἡ ἀξία τῆς πολιτικῆς του. Εἶναι, ἀναμφιβόλως, ὁ καλύτερος τρόπος, κατ’ αὐτόν, νὰ μὴ ἀνακινῇ κανεὶς ἕνα θέμα ἀπὸ φόβον μήπως κατὰ τὴν πορείαν τῆς μάχης θὰ ὑποστῇ ἴσως ὡρισμένα πρόσκαιρα ἀτυχήματα. Ἀλλ’ ὅταν ἀποβλέπῃ εἰς τὸν σκοπόν, ἀναμφιβόλως καὶ τὰ ἀτυχήματα αὐτὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ δεχθῇ. Νὰ τὰ δεχθῇ, ὅταν μάλιστα χειρίζεται, μέσα εἰς μίαν διεθνῆ κατάστασιν, τόσον περίπλοκον, θέμα τοιαύτης ἐξαιρετικῆς σημασίας. Ἀλλὰ καὶ ἕνα δεύτερον λόγον ἀνέπτυξε λαμβάνων ἀφορμὴν ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι προκειμένου περὶ τῆς Τουρκίας ἐφθάσαμεν εἰς τὴν τριμερῆ συμμαχίαν χωρὶς προηγουμένως νὰ θέσωμεν τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου. Καὶ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸν ἀφορισμόν, ὅτι, προκειμένου νὰ συνάψωμεν συμμαχίαν, πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν τὰ συμφέροντά μας. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ἐξωτερικὴ πολιτικὴ καὶ δύναμαι νὰ ἐπιστρέψω τὸ ἐπιχείρημα καὶ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του εἰσήλθομεν εἰς τὴν συμμαχίαν τοῦ Ἀτλαντικοῦ εἰς ἣν μετέχουν καὶ οἱ Ἄγγλοι, διατὶ δὲν ἐζητήσατε τότε νὰ ἐναρμονίσητε τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς Κύπρου; Τοιοῦτοι ἀφορισμοί, κύριε ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων....
§70Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ὑπάρχει ἀναλογία.
§71Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὑπάρχει: Ἢ πρέπει νὰ ἐναρμονίζατε τὰ συμφέροντά μας ἢ τότε τὸ δόγμα σας παύει νὰ εἶναι δόγμα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τοιαῦτα θέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος δυνατότης νὰ ὁμιλήσωμεν ἐν πλάτει καὶ νὰ ὁμιλήσωμεν χρησιμοποιοῦντας ὅλα τὰ ἔγγραφα δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε πλήρης ἀπάντησις νὰ δοθῇ, οὔτε νὰ δοθῇ πλήρης ἀπάντησις ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἰδιαιτέρως μάλιστα ὅταν τὸ θέμα εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐξελίξει του, ὅταν ἡ μάχη συνεχίζεται καὶ ὅταν αὔριον θὰ παρουσιασθῶμεν εἰς τοὺς ἰδίους κριτὰς εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους καὶ χθὲς παρουσιάσθημεν. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφιβόλως τὸ μειονέκτημα. Ἀλλὰ ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος δὲν θὰ ἔπρεπε κανεὶς νὰ ἐπωφεληθῇ διὰ νὰ ἀμφισβητήσῃ ὡρισμένα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ θέσῃ τὸ Κυπριακὸν ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἀναμφιβόλως δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε περὶ καλῆς ἢ κακῆς προπαρασκευῆς. Ἐὰν ὅμως εἴχατε ὑπ’ ὄψιν ὅσα διημείφθησαν, τὴν προεργασίαν, ἡ ὁποία κατεβλήθη, τὴν διάψευσιν ἐλπίδων ἥτις ὑφίστατο ἀπὸ τῆς πρωΐας μέχρι τῆς ἑσπέρας θὰ ἀντελαμβάνεσθο, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἰδεολογικὴ προσήλωσις διὰ νὰ ἔλθῃ καὶ ἐπιλυθῇ τὸ αἴτημα τῆς Κύπρου, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα συμφέροντα καὶ ἄλλαι πιέσεις οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς φύσεως, αἱ ὁποῖαι ὑπερίσχυσαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὰς κρισίμους περιπτώσεις ὑπερίσχυσαν τῶν ἰδεολογικῶν ἀρχῶν. Καὶ αὐτό, νομίζω, ὅτι ἐξάγεται σαφέστερον ἀπὸ τοὺς φακέλλους τοὺς ὁποίους ἔθεσα ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν. Εἴπατε ἀκόμη καὶ ἐκάματε ἀπολογισμὸν τῶν ζημιῶν καὶ τῶν κερδῶν. Τὸ γεγονός, ὅτι ἐτέθη ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης, τὸ θέμα ἀποτελεῖ ἀναμφιβόλως ἠθικὸν κέρδος, ἀποτελεῖ ἀπόκτημα. Ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν εἴπατε, ὅτι αἱ ζημίαι εἶναι πολὺ μεγάλαι, διότι κατελήξαμεν νὰ ἀπομονωθῶμεν. Ἀναμφισβητήτως αἱ περισσότεραι τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κυβερνήσεων εἶναι Κυβερνήσεις Κρατῶν, ἅτινα ἔχουσι ζωτικὰ ἀποικιακὰ συμφέροντα καὶ δὲν θὰ εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν ὅπως θυσιάσουν τὰ συμφέροντά των καὶ ψηφίσουν ὑπὲρ τοῦ αἰτήματος τῆς Κύπρου. Ἦτο φυσικὸν τὸ ἀποτέλεσμα καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τὸ μεταβάλῃ. Καὶ πάλιν ὅμως ἐρωτῶ: Ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀναμφισβητήτως ἔπρεπε νὰ τὸ θέσωμεν, διότι καὶ σεῖς ὁμιλήσατε καὶ δι’ ἕνα ἀκόμη λόγον, εἰς τὸν ὁποῖον διαφαίνεται ἡ ἀντίφασις, εἰς τὴν ὁποίαν περιεπέσατε καὶ ὑμεῖς, διότι εἴπατε, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ἱστορίαν της ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη μακρὰν ἀπὸ τοὺς συμμάχους της ἐγκαταλελειμμένη καὶ μὲ δηλητηριασμένας τὰς σχέσεις μὲ ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους χθὲς ἀκόμη συνεδέετο φιλικῶς. Εἴπατε ὅμως ἐξ αὐτοῦ ὁ καθεὶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαγάγῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμφανισθῇ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καὶ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις τὸ θέμα τῆς Κύπρου ἐνώπιον τοῦ Ο.Η.Ε. Ἀλλὰ σεῖς εἴπατε ἀναιροῦντες ὅσα προηγουμένως εἴπατε, ὅτι δὲν εἶναι κέρδος καὶ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἴπατε ὅτι: Εἴδατε τὴν ἐκτελουμένην εἰς τὴν Ἀγγλίαν μεταβολήν, εἴπατε τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἴπατε τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κόμματος τοῦ Ἐργατικοῦ! Καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν ἡμεῖς δὲν ἐθέτομεν τὸ θέμα ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, θὰ ὑπῆρχεν ἄραγε ἡ ἀφορμή, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἡ μεταβολὴ αὐτή, ἡ ὁποία ἐπῆλθε, μέσα εἰς τοὺς κόλπους τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων κομμάτων εἰς τὴν Ἀγγλίαν; (Χειροκροτήματα). Βλέπετε λοιπόν, ποῖον εἶναι τὸ κέρδος ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνον τοῦ γεγονότος τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Εἶναι αὐτό, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κατ’ ἐξοχὴν ἐπιμένω. Εἴπατε, ὅτι ἡ διαφώτισις τῆς διεθνοῦς γνώμης ἦτο ἀνεπαρκής. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν σεῖς ἢ ἄλλος τις τὸ εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάλογος, ἦτο κατωτέρα τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διεθέσαμεν. Ἀσφαλῶς ὁ κύριος αὐτὸς ἀγνοεῖ ποῖαι εἶναι αἱ δυνατότητες τῆς Ἑλλάδος. Γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς κρισίμους οἰκονομικὰς συνθήκας, νὰ ἐγκαταστήσωμεν Πρεσβείας εἰς ὅλα τὰ Κράτη τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς διὰ νὰ καθίσταται δυνατὸν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ ὥραν νὰ ἀντιμετωπίζωμεν τὰς ἐπεμβάσεις καὶ τὰς πιέσεις μεγάλων δυνάμεων. Ἀναμφιβόλως τελοῦμεν ἐν καταστάσει μειονεκτικῇ. Κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον θὰ ἴδωμεν τί δυνάμεθα ἐλάχιστα ἐξ αὐτῶν νὰ ἐπανορθώσωμεν. Διότι ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθῶμεν ἀπὸ ἀπόψεως μέσων καὶ δυνατοτήτων μὲ τὰς μεγάλας δυνάμεις, μὲ τὰ μεγάλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζομεν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐὰν ἡμεῖς δὲν εἴχομεν θέσει ὀρθῶς, ὅπως ἐθέσαμεν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῶν Ἡν. Ἐθνῶν αὐτὴ ἡ κατεργασία, ἡ μεταβολή, εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τῶν λαῶν δὲν θὰ εἶχεν ἐπέλθει. Καὶ αὐτὸ τὸ μεγάλο κέρδος, τὸ ὁποῖον ἀποκομίζομεν εἶναι μεταξὺ τοῦ ἐνεργητικοῦ, ὅπως ἀποφεύγετε σεῖς νὰ τὸ εἴπητε, τῆς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀναμφιβόλως κάθε πρᾶξις ἀνθρωπίνη ἔχει τὰ μειονεκτήματά της, κυρίως, ὅταν μία μικρὰ χώρα εὑρεθῇ μόνη της ἐναντίον ἑνὸς ἀγῶνος ἢ μιᾶς μεγάλης δυνάμεως. Πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἂν ὁ ἀγὼν αὐτὸς δὲν προσπορίζει, ὅπως ἰσχυρίζεσθε, εἰς τὴν Ἑλλάδα πλεονεκτήματα ἀντιθέτως θὰ δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν προσπορίζει ὡρισμένα μειονεκτήματα. Διότι ἐὰν ἐθέσαμεν ἡμεῖς τὴν ὑπογραφήν μας κάτωθι τῆς ἀποφάσεως, ὅτι ἀκόμη δὲν συμφέρει ὄχι ἡ ἐγγραφή, ἀλλὰ ἡ συζήτησις, μὴ λησμονῆτε, ὅτι καὶ ἡ Ἀγγλία ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν της κάτωθι αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν ὅπως ἐδήλωσε προκαταβολικῶς ὁ ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν Ἀντιπρόσωπος, τοῦ Σαλβαδώρ, μὴ λησμονῆτε ὅτι αὐτὴ ἡ Ἀγγλία ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν της κάτωθι τῆς ἀποφάσεως ἡ ὁποία λέγει ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ διὰ τὸ ὁποῖον σεῖς, οἱ Ἄγγλοι, ἰσχυρίζεσθε ἐπιμόνως ὅτι εἶναι θέμα ἐσωτερικὸν σας. Τὸ θέμα αὐτὸ δὲν εἶναι ἰδικόν σας, ἀλλὰ εἶναι θέμα διεθνές, εἶναι θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου, δύναται νὰ ἀποφανθῇ οἱοσδήποτε ἐλεύθερος ἄνθρωπος καὶ οἱονδήποτε ἐλεύθερον Κράτος. Τὸ γεγονὸς ὅτι διηυρύνομεν τοὺς κριτὰς ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Κύπρου, νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι περισσοτέραν ὠφέλειαν ἀποκομίσαμεν παρὰ ζημίας ὑπέστημεν. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλωστε νὰ πράξωμεν καὶ διαφορετικὰ διότι ἡ ἀφετηρία ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀνεχωρήσαμεν παραμένει ἀμετάβλητος ὅτι ἔπρεπε νὰ διέλθωμεν διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Ἡν. Ἐθνῶν. Δὲν ἀνεμένομεν ὅμως ἀπὸ αὐτὸν οὔτε ἀπόφασιν, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ὑποχρεωτικὸν κῦρος καὶ νομικὴν δέσμευσιν· ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀντιστρόφως ἀνεμένομεν ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος. Εἶναι ἕνας σταθμὸς ἀναγκαστικὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ διέλθωμεν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν κατενοήσαμεν ἐπαρκῶς εἶναι ὅτι κινούμενα ἐντὸς τῶν κόλπων ἑνὸς Ὀργανισμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον τὰ πάντα διέπονται ὄχι ἀπὸ νομικοὺς τύπους, ἀλλὰ ἀπὸ ἠθικοὺς κανόνας. Καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ὅταν ἐπεκαλέσθητε ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἠθικὴν βαρύτητα τῆς ἀποφάσεως καὶ ὄχι τὴν νομικὴν δέσμευσιν, θὰ ἔπρεπε καὶ ἀνάλογα ἐπιχειρήματα νὰ μεταχειρισθῆτε ὅταν ὡμιλήσατε περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ ζητήματος καὶ εἴπατε, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία νομικὴ δέσμευσις ὅταν θὰ ἐπαναφερθῇ τὸ θέμα, ἐὰν ἰσχυρισθῇ ἡ Μεγάλη Βρεταννία ὅτι εἶναι θέμα ἐσωτερικόν. Εἴπομεν ὅτι κινούμεθα ἐντὸς ἠθικῶν ἀρχῶν καὶ αἱ ἠθικαὶ ἀρχαὶ εἶναι ἐκεῖναι ποὺ ἐπιτρέπουν εἰς ἡμᾶς νὰ ἀξιώσωμεν νὰ μὴ ἐπανέλθῃ πλέον ἡ Μεγάλη Βρεταννία ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Καὶ τὸ κέρδος δὲν εἶναι μικρόν. Ἄλλωστε ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ θριαμβολογίας τῆς Κυβερνήσεως, ἡμεῖς ἐσπουδάσαμεν νὰ εἴπωμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι, δὲν ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνεμέναμεν, ἦτο ἕνας σταθμός, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐοίωνος διὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ θέματος. Πέραν αὐτοῦ οὐδεμίαν θριαμβολογία ἠκούσθη.
§72Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντ. Κυβ. Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ὑπενθυμίσατε τὴν δήλωσίν σας κατὰ τὴν ἐπιστροφήν ἐξ Ἡνωμένων Πολιτειῶν.
§73Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντ. Κυβ. Ὑπ. Ἐξωτερ.). Οὐδεμίαν θριαμβολογίαν. Εἴπομεν ὅτι ἐθέσαμεν τὸ θέμα ἐνώπιον τοῦ Ο.Η.Ε., ἀλλὰ νὰ μὴ δημιουργῆται ἡ ψευδαίσθησις ὅτι βαίνομεν πρὸς ἐπίλυσιν ἐὰν πᾶμε εἰς ἀπόφασιν, διότι ἐὰν πᾶμε εἰς ἀπόφασιν, ὄχι εὐχήν, ὅπως εἴπομεν, ἡ ἀπόφασις αὐτὴ δὲν εἶναι ἀπόφασις δεσμευτική. Ἐπρόκειτο λοιπόν, περὶ εὐχῆς ἡ ὁποία εὐχὴ δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή, διότι ἀνεβλήθη δι’ εὐθετώτερον χρόνον. Ἐλήφθη ἀπόφασις ὅπως γνωρίζετε, ἀφορῶσα ἄλλην σύμμαχον χώραν τὴν Ὁλλανδίαν, ἡ ὁποία ἀπήντησεν ὅτι ἡμεῖς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει κανένα νομικὸν κῦρος δὲν τὴν ἀναγνωρίζομεν. Καὶ τώρα καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ σκέπτωμαι καὶ λέγω, ὅτι τί θὰ ἦτο ἴσως προτιμότερον, νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν μιᾶς ἁπλῆς εὐχῆς ἡ ὁποία θὰ ἐσταμάτα οἱανδήποτε διπλωματικὴν κίνησιν ἐντὸς τοῦ Ο.Η.Ε. ἢ ἀντιθέτως νὰ κρατήσωμεν ἀνοικτὸν τὸ θέμα εἰς τρόπον ὥστε, ὅταν αἱ διεθνεῖς περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψουν, διότι κανεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ ὅτι τὸ θέμα εἶναι συνυφασμένον μὲ τὰς διεθνεῖς περιστάσεις, ὅταν αἱ διεθνεῖς περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψουν νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐπίλυσιν τοῦ θέματος. Βλέπετε, ὅτι δὲν ἐπετεύχθησαν ὀλίγα καὶ ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλωστε δὲν εἶναι μόνον ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ ἐνεργητικοῦ ἐκ τῆς πρώτης ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Εἶναι αὐτὸς ὁ ἁρμοδιώτερος κριτής, ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ εἰς δήλωσίν του καὶ ἐδῶ καὶ εἰς τὴν Κύπρον ποία εἶναι ἡ ὀρθὴ κατ’ αὐτὸν ἔννοια τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως. Ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ἀναγνωρίσετε ὅτι δὲν εἴμεθα μόνοι οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτό. Εἶναι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐξ ἴσου μὲ ἡμᾶς ἁρμοδιότητα καὶ ἴσως μεγαλυτέραν, διότι αὐτοὶ φέρουν κατὰ μέγα μέρος τὸ βάρος τοῦ ἀγῶνος. Δὲν εἶναι δυνατόν, παρασυρόμενοι ἀπὸ μίαν κριτικὴν διάθεσιν, νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι ἐπετελέσθη κάτι πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῆτε ὅταν Σεῖς ὅπως καὶ ἡμεῖς πιστεύωμεν ὅτι τὸ θέμα τὸ Κυπριακόν, θὰ εὕρῃ τὴν λύσιν του χάρις εἰς τὸ ἠθικόν του περιεχόμενον, ὅτι διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ κόσμος τοῦ ζητήματος τῆς ἐλευθερίας τῆς αὐτοδιαθέσεως, ὅπως τίθεται τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου, ἔπρεπε νὰ φθάσῃ τὸ θέμα αὐτὸ μέχρι τῶν ἐλευθέρων συνειδήσεων καὶ μέχρι τῶν ἐλευθέρων λαῶν. Καὶ ἔφθασε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐνῶ ἂν δὲν τὸ εἴχομεν θέσει εἴτε λόγῳ τῶν διεθνῶν περιστάσεων εἴτε διότι, συνομολογῶ, δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαία προπαρασκευὴ διότι ἀντιλαμβάνεσθε κ. Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὔτε αὐτὴ ἡ μεταβολὴ εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἀγγλίας, δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὔτε ἡ διαφώτισις ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὰς ξένας ἀντιπροσωπείας καὶ δι’ αὐτῶν εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη. Εἶναι δυνατὸν ὡς ἀντιπολιτευόμενοι νὰ ἐπικρίνετε τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρετε τὰς παραλείψεις αὐτῆς καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ὑπάρχουν παραλείψεις εἰς ἕνα τεράστιον θέμα τὸ ὁποῖον ἔπειτα ἀπὸ 130 χρόνια ἐλευθέρας ζωῆς ἐτέθη διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὸν διεθνῆ στίβον, οὐχ’ ἧττον ὅμως διὰ νὰ εἶναι δημιουργικὴ ἡ ἀντιπολίτευσίς σας ἔπρεπε εἰς τὸν ἀπολογισμὸν νὰ εἶσθε δικαιότεροι, περισσότερον εἰλικρινεῖς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτῆς θὰ συνομολογήσετε, ὅπως συνομολογεῖ καὶ ὁ ἡγέτης τῆς Κύπρου, ὅτι ἐπετελέσθη κἄτι πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος τῆς Κύπρου, ἐνῶ ἐπὶ τόσας δεκαετηρίδας δὲν εἶχε τίποτε ἐπιτελεσθῆ εἰς τὸν τομέα αὐτόν. (Χειροκροτήματα).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα δὲν ἔχει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἦλθεν εἰς συζήτησιν ἐξ ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀποτελεῖ ἐπερώτησιν, οὔτε ἐτέθη πολιτικὸν θέμα. Ὡμίλησαν ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ περατωθῇ, τοῦ κανονισμοῦ μὴ ἔχοντες ἐφαρμογὴν εἰς τὴν sui generis αὐτὴν συζήτησιν. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχουν 2–3 μόνον ἐγγεγραμμένοι, θὰ παρεκάλουν νὰ παραμείνετε, ὅπως ἐπίσης θὰ παρεκάλουν καὶ αὐτοὶ νὰ εἶναι σύντομοι, διὰ νὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ συζήτησις, διότι αὔριον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Ἤδη ἐκυκλοφόρησεν ἡ ἡμερησία διάταξις, μὲ θέμα «Νομοθετικὴ Ἐργασία». Ὁ κ. Ζίγδης ἔχει τὸν λόγον.
§75Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντ. Κυβ. Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἤθελον νὰ γραφῇ, εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι εἰς τὴν προσπάθειαν διαφωτίσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ἰδιαίτερος ἀξίζει ἔπαινος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία μετέβη εἰς Ἀμερικὴν ἐκπροσωποῦσα ὅλας τὰς μερίδας τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ὁποία ἐπετέλεσε μεγάλον ἐθνικὸν ἔργον. Ὁμολογῶ, ὅτι παρέλειψα νὰ ἀναγνωρίσω τὸ ἔργον της καὶ νὰ συγχαρῶ τὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ τὸ κάμνω τώρα εὐχαρίστως.
§76Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐκ μέρους τῶν ἀγροτικῶν βουλευτῶν καὶ ἐκ μέρους τῶν.... Ὀρθοδόξων Ἀνεξαρτήτων τῆς Βουλῆς, θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ συμβάλω δι’ ὀλίγων ἐπὶ τοῦ μεγάλου τούτου ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Τὸ ἱερὸν αἴτημα τῶν Κυπρίων, τὸ αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως, δὲν πρέπει νὰ εἶναι αἴτημα μόνον Ἑλληνικόν. Πρέπει νὰ εἶναι αἴτημα παντὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐπῆρε μέρος εἰς τὸν τελευταῖον πόλεμον καὶ διὰ τοῦ αἵματος, διὰ τοῦ μόχθου καὶ τῶν δακρύων του συνετέλεσεν ὥστε νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν μετώπην τοῦ νέου Διεθνοῦς Ὀργανισμοῦ ἡ Ἀρχὴ τῆς αὐτοδιαθέσεως, ὡς θεμέλιον τῆς νέας τάξεως πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦμεν νὰ δημιουργήσωμεν εἰς τὴν διεθνῆ Κοινωνίαν. Βεβαίως, διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ τοὺς Ἕλληνας, τὸ αἴτημα τοῦτο ἀποτελεῖ κἄτι περισσότερον ἀπὸ μία ἰδεολογικὴν διεκδίκησιν, διότι ἡ Κύπρος ἀποτελεῖ σάρκα ἐκ τῆς σαρκός της καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων τῆς Ἑλλάδος, εἶναι διακήρυξις συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν της, ὡς ἔθνος καὶ κράτος ἄξιον νὰ διαβιοῖ ἐλεύθερον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις κύριοι, συμμετέχουσα τῆς συζητήσεως αὐτῆς, δὲν ἄγεται ἀπὸ πρόθεσιν νὰ ἀντλήσῃ Κομματικὰ ὠφέλη. Ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι Ἀρχηγοὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐπέκρινον τὴν Κυβέρνησιν καὶ διετύπωσαν ὡρισμένας ἀπόψεις, ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ζητήματος, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν πρόθεσίν των νὰ διαφωτίσουν τὰς Κυβερνήσεις, διὰ τῆς ἀποστολῆς δημιουργικῶν ἀπόψεων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μελλοντικὴν ἀντιμετώπισιν του. Ἄλλωστε, τὸ μέγα συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξαχθῇ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι, ὅτι σύσσωμος ὁ πολιτικὸς κόσμος ἐνέκρινε τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ ἐθεώρησεν ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα ταύτης εἶναι πράγματι ἱκανοποιητικὸν ἀπὸ Ἐθνικῆς ἀπόψεως. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν κύριοι, δι’ ὀλίγων ἀσκήσω τὸ καθῆκον μου, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλὰ καὶ ὡς Ἕλλην καὶ προβῶ εἰς τὴν διατύπωσιν ὡρισμένων ἐπικρίσεων ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ θέματος, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς θὰ διανοηθῇ, ὅτι κάμνω στεῖραν κριτικήν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὴν στιγμὴν αὐτὴν πρέπει νὰ εἰπωθοῦν ὡρισμένα πράγματα καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ. Ἐν πρώτοις θεωρῶ καθῆκον μου νὰ ὑπογραμμίσω τὸ γεγονός, ὅτι εἰς ὅλας τὰς Δημοκρατουμένας χώρας, μετὰ τὸν πόλεμον ἀνέκυψεν ὡς φυσικὴ ἀνάγκη καὶ συνέπεια τῶν διεθνῶν συνθηκῶν ὁ διακομματικὸς καθορισμὸς τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Εἰς ὅλα τὰ δημοκρατικὰ Κράτη καὶ δὴ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Ἀμερικήν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐκ τοῦ Συντάγματος ὑποχρέωσις ἐπεβλήθη αὐτομάτως ἐκ τῆς ἀνάγκης ἡ διακομματικὴ συνεργασία. Ὁ πανίσχυρος Ροῦζβελτ, καὶ σήμερον ὁ Ἀϊζενχάουερ, εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ Ἄτλυ χθές, σήμερον ὁ Οὐΐστων Τσῶρτσιλ, αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην, τὴν χάραξιν τῆς γενικῆς πολιτικῆς νὰ τὴν κάμουν ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν κομμάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἰδίων κομμάτων νὰ προβαίνουν εἰς τὴ ἄσκησιν αὐτῆς. Μὴ λησμονῆτε ὅτι ὁ κ. Ντάλλες ὑπῆρξε, κατὰ τὴν περίοδον τοῦ Τροῦμαν, τὸν ὁποῖον τόσον πολὺ ἀντεπολιτεύοντο οἱ Ρεμπουμπλικάνοι ὁ διπλωματικὸς σύμβουλος τῆς Κυβερνήσεώς του, καὶ ὅτι αὐτὴν ἀκόμη τὴν συνθήκην μὲ τὴν Ἰαπωνίαν τὴν ἐνεπιστεύθησαν οἱ δημοκρατικοὶ εἰς τὸν ρεπουμπλικάνον Ντάλλες, τὸν βέβαιον, ἐὰν ἐνικοῦσε τὸ κόμμα του εἰς τὰς ἐκλογάς, ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Τοῦτο δὲ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον διὰ νὰ ἐμφανίσῃ ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτὴ εἶναι πολιτικὴ τοῦ ἀμερικανικοῦ Λαοῦ, καὶ ὅτι οὐδεμία ὑποψία ἐπετρέπετο νὰ ὑπάρχῃ περὶ μεταβολῆς τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἐὰν ἤλλαζεν ἡ Κυβέρνησις. Δυστυχῶς εἰς τὸν τόπον μας τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχομεν τὴν συνταγματικὴν δυνατότητα τῆς ἐπὶ Ἐξωτερικῆς Ἐπιτροπῆς ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ ἐθεώρησεν ὑποχρέωσιν της ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ ἀναλάβῃ ἀποκλειστικὴν τὴν εὐθύνην τῆς χαράξεως τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἀρκουμένη ἁπλῶς ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, νὰ ἀνακοινώνῃ τὰς ἀποφάσεις της ἢ νὰ ζητῇ τὴν συνδρομὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε ἀνακυπτόντων θεμάτων. Νομίζω σφάλμα τὴν τακτικὴν αὐτὴν, σφάλμα μέγα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Κύπρου εἶχε τὰ δυσμενῆ του ἀποτελέσματα. Πρέπει δὲ νὰ τονισθῇ ἀπὸ ἀπόψεως ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι οὐδέποτε αὕτη ἠρνήθη τὴν συμπαράστασίν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε εἰς τὴν χάραξιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, εἴτε εἰς τὴν ἄσκησιν αὐτῆς. Ἄς μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἀναφέρω ὅτι καίτοι καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Κύπρου δὲν συνεβουλεύθη ἡ Κυβέρνησις τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐν τούτοις, ὅταν ἐζητήθη ἡ γνώμη τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, αὐτοὶ τὴν προσέφερον πολὺ προθύμως. Ὅταν ἐζητήθη ἀπὸ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπήγαινεν εἰς τὸν Ο.Η.Ε. ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ἐδέχθη προθύμως νὰ στείλῃ ἀντιπρόσωπον. Ἄς μοῦ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω καὶ τὸ ταπεινόν μου παράδειγμα, ὅτι ὅταν ἐκλήθην ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμμετάσχω τῆς ἐπιτροπῆς Διαφωτίσεως, δὲν ἐδίστασα καθόλου νὰ δεχθῶ τὴν ἀποστολὴν αὐτήν, ἐν πλήρει συνειδήσει ὅτι ἐπιτελῶ ἐθνικὸν καθῆκον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπαναχωρήσω. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι βασικὸν διὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Διότι, κύριοι, ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ δὲν εἶναι πολιτική, οἵα ἡ ἀσκουμένη, ἐπὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ τομέως. Δὲν δύνασθε νὰ διαγράψητε πολιτικὴν ἐπὶ μέρους χωρὶς ὀργανικὴν αὐτῆς σύνδεσιν. Ἡ στρατηγικὴ ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς πρέπει νὰ διατηρῆται ἀμετάβλητος καὶ πέραν τοῦ βίου τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων καὶ ἡ στρατηγικὴ αὐτὴ πρέπει ἑπομένως νὰ καθορίζεται τῇ ἐνεργῷ συμμετοχῇ ὅλων τῶν παραγόντων τοῦ Ἔθνους. Ἐὰν ἡ στρατηγικὴ ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καθωρίζετο κατὰ τὸν τρόπον αὑτὸν νομίζω, ὅτι ἀσφαλῶς ἀφ’ ἧς εἰσήλθομεν εἰς τὸ ΝΑΤΟ καὶ ἀφ’ ἧς ὡρίμασε πλέον τὸ θέμα τῆς Κύπρου, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐμφανίσωμεν τὸ κυπριακὸν ὡς ζήτημα κεντρικὸν τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς καὶ νὰ ἐναρμονίσωμεν ὅλας μας τὰς ἐνεργείας καὶ ὅλας μας τὰς προσπαθείας ἐπὶ τοῦ αἰτήματος τῆς ἱκανοποιήσεώς του. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δὲν θὰ ἦτο ἐκβιασμὸς, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν σύναψιν τῆς Βαλκανικῆς Συμμαχίας, νὰ τεθῇ εἰς τοὺς συμμάχους μας τὸ ζήτημα τὸ κυπριακόν, διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ αὐτὴ ἡ χασμωδία, διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ ἄλλην λέξιν, ἡ ὁποία παρουσιάσθη κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Ἀλλ’ ἐπίσης νομίζω ὅτι καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς παραχωρήσεως βάσεων εἰς τὴν Ἀμερικὴν θὰ ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα, διότι ἦτο ἐξαιρετικὴ πράγματι ἡ εὐκαιρία πρὸς προώθησιν τοῦ Κυπριακοῦ. Οὕτω δὲ θὰ ἀπεφεύγετο καὶ τὸ ἄλλο θλιβερὸν θέαμα κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὸν Ο.Η.Ε., τῆς πλήρους ἀδιαφορίας ἢ μᾶλλον τῆς ψυχρότητος μὲ τὴν ὁποίαν ὁ σπουδαιότερος τῶν συμμάχων μας ἀντιμετώπισε τὴν προσφυγήν μας. Κύριοι, ἐὰν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ὑπῆρξεν ἐσφαλμένη, νομίζω ὅτι ὑπῆρξε περισσότερον ἐσφαλμένη ἡ ἀκολουθηθεῖσα τακτική. Ἀλλὰ ἐλησμόνησα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ καὶ πρέπει νὰ μὴ τὸ παραλείψω δὲν εἶχε ἄλλην δυνατότητα παρὰ νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Καὶ ὀφείλω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ὑπογραμμίσω καὶ νὰ ἐξάρω τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ θάρρος τῆς πρωτοβουλίας αὐτῆς. Καὶ θὰ εἶναι πάντοτε συνδεδεμένον τὸ ὄνομά της μὲ τὴν προώθησιν τοῦ θέματος εἰς τὸ μεγάλο βῆμα τῶν Ἐθνῶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πράγματι διὰ πρώτην φορὰν ἠκούσθη μέχρι τῆς τελευταίας καλύβης τῶν ὑποδούλων καὶ τῶν ἐλευθέρων ἀνθρώπων, ὅτι ὑπάρχει μία γωνιὰ τῆς Μεσογείου κατοικουμένη ἀπὸ Ἕλληνας ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν πολιτισμένην φυλὴν τῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία τελεῖ ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἀποικίας. Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς προσέφυγεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, διότι ἐὰν δὲν ἐπροχώρει τί θὰ συνέβαινεν; Τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἡ Ἀγγλία διὰ λόγους πολὺ γνωστούς, ἀπὸ δύο ἐτῶν, προτίθεται νὰ μεταβάλῃ τὴν Κύπρον εἰς μίαν βάσιν στρατιωτικὴν, δὲν γνωρίζω ποίας σημασίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως ἐὰν ἀδιαμαρτυρήτως ἐδέχετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν μεταβολὴν αὐτήν, ἐνῷ ἦτο σαφὲς ὅτι ἡ Ἀγγλία ἦτο ἀποφασισμένη ἐπὶ τούτου ν’ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως εἰς τοὺς Κυπρίους, τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἦτο ἔνοχος διὰ τὴν ἀπεμπόλησιν ἑνὸς μεγίστης σημασίας ἐθνικοῦ ζητήματος, θὰ ἦτο ἔνοχος διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν βασικωτάτου πρὸς τὸ Ἔθνος καθήκοντος. Ἑπομένως ἐπὶ τῆς προσφυγῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη. Ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις ἐπροχώρησεν. Ἀλλά, κύριοι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαφωνήσω ἐπὶ τῆς τακτικῆς τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ὑπάρχει ἡ ὁμὰς τῶν 35 ἀντιαποικιακῶν Κρατῶν καὶ ἡ ἄλλη ὁμὰς ἡ λεγομένη ἀποικιακή. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπεν ἐὰν μὲν εἶχε, τὴν συνδρομὴν τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν προσφυγὴν μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν πολὺ τί θὰ ἔλεγον οἱ ἀντιαποικιακοί. Ἐὰν ὅμως δὲν ἦτο βεβαία διὰ τὴν στάσιν τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ἀντιαποικιακῆς ὁμάδος καὶ ἑπομένως νὰ στηρίξῃ τὴν προσφυγήν της ἐπὶ ἄλλης νομικῆς βάσεως. Εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ προσφυγή μας στηριζομένη νομικῶς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 καὶ 14, τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Ο.Η.Ε. προϋπέθετε τὴν εὐνοϊκὴν στάσιν τῆς Ἀμερικῆς καὶ πολλῶν ἄλλων ἀποικιακῶν χωρῶν, διότι δὲν θὰ ἐνεφανίζετο σαφῶς ὡς ἀποικιακὸν τὸ θέμα. Ἤλπιζεν ἑπομένως ὅτι θὰ ἐπήγαινεν εἰς τὴν πρώτην πολιτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἔπερνε, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσετε κ. ὑπουργέ, μίαν οὐσιαστικὴν ἀπόφασιν, ἔστω ἠθικῆς φύσεως. Ἐὰν ἀντιθέτως ἡ Κυβέρνησις, ὅπως εἶπον, δὲν ἦτο βεβαία ἐπὶ τῆς στάσεως τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν ἀντιαποικιακῶν καὶ τότε θὰ ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὴν προσφυγήν της καὶ νὰ τὴν στηρίξῃ καθαρῶς ἐπὶ ἀντιαποικιακῆς φύσεως χρησιμοποιμοῦσα τὸ ἄρθρον 73 τοῦ κεφαλαίου 11 καὶ τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Ο.Η.Ε. τῆς γνωστῆς ἀποφάσεως 637)52 τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως. Εἰς τὴν δευτέραν αὐτὴν περίπτωσιν ἐὰν δὲν τὸ ἤθελον τὰ μεγάλα ἔθνη, τὸ θέμα βεβαίως θὰ ἐνεγράφετο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δὲν θὰ προέκυπτε ζήτημα ἁρμοδιότητος τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Θὰ παρέμενε δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ διὰ τὰς ἑπομένας Γενικὰς Συνελεύσεως. Πιθανῶς δὲν θὰ εἴχομεν αὐταπάτας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ τὸ θέμα θὰ ἔμενεν ἀναγεγραμμένον. Καὶ ὅταν θὰ ἤρχετο ὁ κατάλληλος χρόνος θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἀπόφασιν οὐσιαστικωτέρου περιεχομένου, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἤλπιζεν ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θὰ δεχθῇ τελικῶς διμερεῖς συζητήσεις, διότι τὴν προσφυγὴν εἰς τὸν Ο.Η.Ε. ἐθεώρει ἐν τῇ οὐσίᾳ ὡς ἀπειλήν. Ἡ Κυβέρνησις, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι τελικῶς, δὲν θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν Ο.Η.Ε. καὶ ὅτι ἡ Ἀμερικὴ θὰ ἐπενέβαινε, διὰ νὰ πείσῃ τοὺς ἄλλους νὰ δεχθοῦν διμερεῖς συνομιλίας, ἐπροτίμησε νὰ πάρῃ τὸν ἄλλον δρόμον, τὸν δρόμον τῆς στηρίξεως τῆς προσφυγῆς μας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 10 καὶ 14. Τώρα, προϋπόθεσις ἐπιτυχίας τῆς τοιαύτης προσφυγῆς, ὡς ἤδη ἀνέφερα, ἦτο ἡ εὐνοϊκὴ στάσις τῆς Ἀμερικῆς. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. ὑπουργός, ἀπηλπίσθη τελικῶς μόλις κατὰ Νοέμβριον ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν δὲν θὰ ἐλάμβανε εὐνοϊκὴν στάσιν, 3 μῆνας δηλαδὴ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προσφυγῆς. Τὸ σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως ἦτο μέγα. Εὐελπιστοῦσα δὲν ἐφρόντισε νὰ κατατοπίσῃ τὴν Ἀμερικανικὴν Κυβέρνησιν οὔτε ἐπὶ τῆς φύσεως τοῦ προβλήματος οὔτε ἐπὶ τῆς ἀνάγκης νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Δὲν θὰ χρησιμοποιήσω ἐπίσημα ἔγγραφα, οὔτε θὰ ἀναφερθῶ εἰς ἄλλας πηγάς, διότι μέχρις ἑνὸς σημείου ἔχω προσωπικὴν ἀντίληψιν τοῦ ζητήματος. Ὅπως γνωρίζετε ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς Διαφωτίσεως μετὰ τοῦ κ. Μελᾶ, τοῦ νῦν Πρεσβευτοῦ ἐν Οὐασιγκτῶνι, ἦλθον εἰς μακρὰς ἐπαφὰς μὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀμερικῆς ὅπως καὶ μὲ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Τὰ συμπεράσματά μου, καὶ τοῦτο ἔχει σημασίαν, ἦσαν τὰ ἀκόλουθα: Οἱ Ἀμερικανικοὶ παράγοντες, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν συγκεκριμένως μᾶς εἶπεν ὅτι τὸ θέμα, δὲν ἦτο Ἑλληνικόν, ἦτο ὑπόθεσις τῆς Κυβερνήσεως Παπάγου. Κατὰ δεύτερον λόγον μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ προσφυγὴ ἦτο ἄκαιρος. Καὶ τὸ τρίτον, ὑπεστηρίζετο ὅτι δὲν εἶχε ἐπαρκῆ νομικὴν θεμελίωσιν. Εὑρέθημεν πράγματι κατάπληκτοι πρὸ τοιούτων κατηγορηματικῶν ἀπόψεων τῆς ἐπισήμου Ἀμερικανικῆς Ἀρχῆς καὶ ἐχρειάσθη βεβαίως ἐπίμονος ἐκ μέρους μας προσπάθεια διὰ νὰ ἀνασκευάσωμεν τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς. Τὸ ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ δὲν ἦτο ἁπλῆ ὑπόθεσις τῆς Κυβερνήσεως Παπάγου τὸ ἀπεδείκνυε καὶ ἡ παρουσία μας καὶ μόνη διότι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Μελᾶς ἀνήκομεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἀλλὰ ἐπὶ τῶν ἄλλων σημείων τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο τόσον εὐχερές. Ἐν τούτοις τὴν 16ην Σ)βρίου τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀμερικῆς ἐπέδωσε μίαν «νόταν», εἰς τὸν ἐπιτετραμμένον κ. Καβαλλιερᾶτον διὰ τῆς ὁποίας ὑπέσχετο νὰ μείνῃ οὐδέτερον, ὀλίγας ὥρας μετὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσκεψιν ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Μελᾶ εἰς αὐτήν, νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἐντελῶς ἄσχετος μὲ τὴν προσπάθειάν μας. Ἀτυχῶς ἡ ἀπόφασις, αὐτὴ τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως γνωρίζετε, ἀνετράπη ὀλίγον βραδύτερον, συγκεκριμένως μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως περὶ ἐγγραφῆς τοῦ θέματος εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Ἐλέχθησαν ἀρκετὰ ἐπὶ τῆς μὴ μεταβάσεως εἰς Ἀμερικὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω τὸ ἑξῆς: τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἐνεφανίσθη ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸν Ο.Η.Ε. διὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν προσφυγήν, συνετέλεσεν ὥστε νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι καὶ ἐὰν ἡ ὑπόθεσις δὲν ἦτο προσωπικὴ ὑπόθεσις τοῦ κ. Παπάγου ἦτο ἀσφαλῶς ὑπόθεσις προσωπικὴ τοῦ κ. Κύρου. Γνωρίζετε τί σημασίαν ἔχουν αἱ ἐντυπώσεις αὐταί, καταλλήλως καλλιεργούμεναι ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους τῆς διεθνοῦς διασκέψεως καὶ εἰς Ὀργανισμούς, οἷος ὁ τοῦ Ο.Η.Ε. Βεβαίως θὰ πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι τὸ ἀτυχὲς ἐπεισόδιον τῆς δημοσίας διαμάχης μεταξὺ τοῦ ὑπευθύνου ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀποστολῆς μας τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ο.Η.Ε., εἶναι ἕνα ἀτύχημα τὸ ὁποῖον ταχύτατα θὰ πρέπει νὰ κλείσῃ διότι ἐκθέτει καὶ τὴν σοβαρότητα τῆς χώρας μας ἀλλὰ θέτει ἐν κινδύνῳ τοὺς κρυπτογραφικοὺς κώδικας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§77Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντ. Κυβ. Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐὰν αὐτὸ ἀπετέλεσε διαφωνίαν, δὲν ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ θέματος, ἀφορᾷ ὡρισμένα ἄλλα θέματα δευτερεύοντα. Δεύτερον, πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν εἶναι, ἀναμφιβόλως, ἀπολύτως τροποποιημένα.
§78Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἰς αὐτὸ δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω μεγάλην σημασίαν. Παρενθετικῶς τὸ ἀνέφερα.
§79Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντ. Κυβ. Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὁ ὑπουργὸς ἐκλέγει ἐλευθέρως τοὺς συνεργάτας του καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς.
§80Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ εἶπον ὅτι εἶναι θλιβερὸν αὐτὸ τὸ θέαμα.
§81Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντ. Κυβ. Ὑπ. Ἐξωτ.). Εἰς τὴν πολιτικὴν εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Ἡ πολιτικὴ εἶναι πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Συνεπῶς παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ ὁμιλήσητε.
§82Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶπα ὅτι δὲν μοῦ ἤρεσεν αὐτὴ ἡ δημοσία διένεξις. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐκθέσω παρὰ ἁπλῶς μίαν σκέψιν, ὅτι δὲν εἶναι εὐχάριστον τὸ θέαμα τὴν ἑπομένην μιᾶς διεθνοῦς διασκέψεως νὰ ἐμφανίζεται διαπληκτιζόμενος, ὁ μέχρι χθὲς ὑπευθύνως διαχειρισθεὶς τὸ θέμα μὲ τὸν ὑπουργόν του. Κύριοι, ἐπίσης θὰ εἶμαι πολὺ βραχὺς ἐπὶ τῶν σὺν καὶ τῶν πλὴν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Τὸ ὅτι ὑπῆρξε μία ἐπιδείνωσις τῶν σχέσεών μας μὲ τοὺς μεγάλους συμμάχους, εἶναι προφανὲς καὶ εἶναι περιττὸν νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὸ ἀποκρύψωμεν ἢ νὰ τὸ ὑποτιμήσωμεν. Ἐγὼ ἐλπίζω ὅτι ἡ ἐπιδείνωσις αὐτὴ τῶν σχέσεών μας θὰ εἶναι παροδική. Ὁ κ. Παπανδρέου εἶπε τὸ ἑξῆς, ὀρθόν, ὅτι δηλαδὴ ὑπεχρεώθημεν εἰς τὸ τέλος νὰ ὁμιλήσωμεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐπίκαιρος ἡ προσφυγή μας εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Ἀλλά, τὰ θέματα αὐτὰ δὲν κρίνονται μὲ τέτοια κριτήρια. Τὸ ὅτι συνεζητήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ Ο.Η.Ε. ἀρκετὰ διεξοδικὰ ἡ ὑπόθεσίς μας, τὸ ὅτι ἔγινε κοινὸν κτῆμα τῆς παγκοσμίου κοινῆς γνώμης εἶναι ἕνα θετικὸν ἐπίτευγμα τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Τὸ θέμα ὑπάρχει ἀνοικτὸν πρὸς τὸν ὑπέρτατον τῶν πάντων κριτήν, τὴν παγκόσμιον κοινὴν γνώμην. Εἰς τὰ δημοκρατικὰ κράτη, ἰδίως ἐν Ἀμερικῇ καὶ Ἀγγλίᾳ, ὁ ὑπέρτατος κριτὴς ὁ καθορίζων τελικῶς τὴν πολιτικὴν τῶν κυβερνήσεων, εἶναι ὁ λαός. Διὰ τοῦτο, καὶ ἴσως αὐτὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τὴν προχωρημένην αὐτὴν ὥραν, παρὰ τὴν πικρίαν τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθημεν ἀπὸ τὴν πράγματι ἄδικον αὐτὴν στάσιν, τῶν δύο μεγάλων συμμάχων μας, δὲν πρέπει καὶ νὰ προχωροῦμεν εἰς συμπεράσματα τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ δηλητηριάσουν τὰς σχέσεις μας μὲ τοὺς Λαοὺς τῶν δύο αὐτῶν χωρῶν, διότι οἱ Λαοὶ αὐτοὶ παραμένουν πάντοτε πιστοὶ φρουροὶ τῶν ἀρχῶν τῆς Ἐλευθερίας καὶ τῆς Δημοκρατίας καὶ πιστοὶ φίλοι τῆς Ἑλλάδος ἐν εἰρήνῃ καὶ πολέμῳ. Κύριοι βουλευταί, τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον πιθανῶς αὔριον νὰ εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐτάχθησαν ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα. Τὸ ὅτι εἰς κάθε Ἀγγλικὴν ἐφημερίδα δημοσιεύονται καθημερινῶς ἐπιστολαὶ ἐπὶ ἐπιστολῶν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ δὲν εἶναι ἐπίσης μικρὸν πρᾶγμα. Εἶναι ὁ μηχανισμὸς τῆς Κοινῆς πανισχύρου γνώμης, διὰ τοῦ ὁποίου αὕτη λαμβάνει σιγὰ–σιγὰ διαστάσεις διὰ νὰ μεταβληθῇ εἰς χιονοστιβάδα καὶ νὰ καλύψῃ τὰς ὑστεροβουλίας τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Μοῦ ἐνθυμίζουν αἱ ἐκδηλώσεις αὐταὶ ἀνάλογα συμπτώματα, τῆς ἐποχῆς ὅπου ἤμουν φοιτητὴς εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅταν ὁ κ. Τσῶρτσιλ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὐδέποτε αἱ Ἰνδίαι θὰ παύσουν νὰ εἶναι Ἀγγλικαί. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τὰ Κόμματα τότε τῶν Ἐργατικῶν καὶ τῶν Φιλελευθέρων, ἔλεγον ὅτι θὰ εἶναι ὑψηλῆς τιμῆς διὰ τὴν Ἀγγλίαν ἡ χειραφέτησις τῶν Ἰνδιῶν νὰ γίνῃ πρωτοβουλία τῆς Ἀγγλίας καὶ ὄχι ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν πραγμάτων. Τότε ἐφαίνοντο ἀνεδαφικαὶ καὶ ὑποκριτικαὶ αἱ ἀπόψεις αὐταὶ καὶ ὅμως κάποτε ἐπραγματοποιήθησαν. Βλέπω ἀνάλογα συμπτώματα νὰ λαμβάνουν σήμερον χώραν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Ἄλλωστε δὲν πιστεύω, ὅτι παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτὶ ἡ γενεὰ τῶν πολιτικῶν ὡς τοῦ Γλάδστωνος, τοῦ Κάνιγκ κλπ. οἱ ὁποῖοι ἐνεσάρκωσαν τὸ φιλελληνικὸν πνεῦμα, τὸν Φιλελευθερισμὸν καὶ ἂν θέλετε τὸν οὐμανισμὸν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν δημοσίαν ζωήν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἀπὸ αὐτὴν ταύτην τὴν Ἀγγλίαν θὰ ἐκκινήσῃ ἕνας νέος Γλάδστων, ὁ ὁποῖος θὰ πῇ ὅτι ἡ Κύπρος εἶναι Ἑλληνικὴ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὴν δώσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἔτσι θὰ ἔχωμεν τὴν Ἑλλάδα αἰωνίως φίλην, ὡς ἄλλωστε ὑπῆρξε μέχρι σήμερον. Ἀλλὰ κύριοι, τὸ ἴδιον ἰσχύει καὶ διὰ τὴν Ἀμερικήν. Ὑπῆρξα μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς διαφωτίσεως, ἡ ὁποία τὴν παραμονὴν τῆς συζητήσεως εἰς τὸν Ο.Η.Ε. ἐστάλη ἐκεῖ διὰ νὰ διαφωτίσῃ τὸν λαὸν της ἐπὶ τοῦ ζητήματός μας. Θὰ ἦτο πράγματι ἄδικον, ἐὰν δὲν ἐγένετο ἕνας μικρὸς ἀπολογισμὸς τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς. Διότι τοῦτο ὄχι μόνον θὰ ἦτο ἄδικον ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ἐπιζήμιον διὰ τὴν χώραν, ὡς ἀπόρριψις ἑνὸς τίτλου τὸν ὁποῖον διεπιστώσαμεν καὶ διαθέτομεν παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ τῆς χώρας αὐτῆς. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν, μετὰ τοῦ κ. Μελᾶ ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ καὶ μετ’ ἄλλων ἐπιλέκτων μελῶν τῆς Ἀποστολῆς γενικώτερον, ἤλθομεν εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς ἡγέτας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Πρῶτον, μὲ τὸν τύπον, δεύτερον μὲ Ὀργανώσεις παναμερικανικῆς σημασίας ὡς τὰ Ἐργατικὰ Συνδικᾶτα, ἡ Ἀμερικανικὴ Λεγεὼν τρίτον, καὶ μὲ τοὺς λαμπροὺς Ἀμερικανοὺς Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, οἱ ὁποῖοι ὅσον καὶ ἂν εἶναι πιστοὶ εἰς τὴν ἀμερικανικὴν τους πατρίδα, δὲν παύουν νὰ τρέφουν τὴν λατρείαν τῶν προγόνων των πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἀνέφερον ἤδη ὅτι ἐκ τῶν ἐπαφῶν μου μὲ τὴν ἐπίσημον ἐκπροσώπησιν τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως ἀπεκόμισα ὡρισμένας ἐντυπώσεις, ἐπὶ τῶν δυνατοτήτων τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐὰν κατεβάλλετο ἡ δέουσα προσπάθεια ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐγκαίρου ἐνημερώσεώς των. Αἱ ἐπαφαί μου, ἐξ ἄλλου μὲ ὑπευθύνους πολιτικοὺς ἄνδρας τόσον τοῦ Δημοκρατικοῦ, ὅσον καὶ τοῦ Ρεπουμπλικανικοῦ κόμματος μοῦ δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ διαβεβαιώσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι τὸ αἴτημα τῆς Κύπρου, ἀποτελεῖ αἴτημα, τὸ ὁποῖον ἔναντι τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ὑπεύθυνος Ἀμερικανὸς δύναται νὰ λάβῃ ἐχθρικὴν ἢ καὶ ψυχρὰν ἀκόμη, ἔστω θέσιν, ἂν ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς στιγμῆς εἶναι ὑποχρεωμένος διαφορετικὰ νὰ ἐκδηλωθῇ δημοσία. Τὶ εἶναι ἡ Ἀμερική, κύριοι; Ὀφείλει τὴν δημιουργίαν της ἀκριβῶς εἰς αὐτὸ τὸ ἀντιαποικιακὸν πνεῦμα. Θὰ προδώσῃ τὸν ἑαυτόν της ἐὰν ἡ καμπάνα τῆς ἐλευθερίας τοῦ χὼλ τῆς Φιλαδελφείας θὰ σιγήσῃ ὁριστικὰ ἐὰν ἡ Ἀμερικὴ μίαν ἡμέραν καταστῇ Κράτος ἀποικιακὸν τοῦ τύπου τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ τῶν ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν Χωρῶν, αἱ ὁποῖαι δι’ ἄλλους, ἱστορικοὺς λόγους εἶχον αὐτὴν τὴν ἐξέλιξιν. Ὀφείλω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου καὶ πιστεύω τὴν εὐγνωμοσύνην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς πρὸς τοὺς Γερουσιαστὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἀμερικανικῆς Γερουσίας ἐβροντοφώνησαν τὴν ἱερότητα τοῦ αἰτήματος τῆς Κύπρου καὶ εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἐπικρίνουν τὴν Κυβέρνησίν των διὰ τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ἐτήρησε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Ο.Η.Ε. Ἐπίσης θὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τοὺς Γερουσιαστὰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν σήμερον νὰ πάρουν ἀπόφασιν τῆς Γερουσίας ὑπὲρ τῆς Κύπρου. Ἦλθον ἐπίσης εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς ἡγέτας τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος καὶ μὲ ὅλους τοὺς ὑπευθύνους παράγοντας τῆς Ἀμερικῆς. Καὶ ἡ ἐντύπωσίς μου ἦτο ἐξαιρετικῶς ἱκανοποιητική. Ἀλλὰ δι’ ἕνα θὰ κάμω ἐξαίρεσιν, διότι πράγματι μοῦ ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀναφέρω δημοσία. Εἶναι ὁ κ. Χάρρυ Τρούμαν, ὁ τέως Πρόεδρος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Ἀφοῦ ἐπὶ μακρὸν μᾶς ἤκουσε καὶ ἀφοῦ ὑπέμνησεν ὅτι ὑπῆρξεν ἐκδήλωσις πολιτικῆς σωφροσύνης ὅτι ἡ Ἀγγλία ἐδέχθη τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως διὰ τὰς Ἰνδίας καὶ τὴν Βούρμαν ἀντιθέτως πρὸς ὅτι ἔκαμε ἡ Γαλλία διὰ τὴν Ἰνδοκίναν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ ἀνθρωπότης ἐσώθη ἀπὸ μίαν φοβερὰν περιπέτειαν καὶ ἡ Ἀγγλία ἀπὸ μίαν ἐξευτελιστικὴν ταπείνωσιν, ὅταν τὸν ἠρώτησαμεν ἐὰν ἠμποροῦμεν τὰς ἰδέας του αὐτὰς νὰ τὰς χρησιμοποιήσωμεν δημοσία μᾶς εἶπεν. Πέστε εἰς τοὺς Ἕλληνας ὅτι ὅπως πάντοτε, καὶ τὴν φορὰν αὐτὴν εἶμαι μαζί τους. Ὅταν, κύριοι, ἡγέται αὐτοῦ τοῦ κύρους καὶ αὐτῆς τῆς ὁλκῆς λαμβάνουν τοιαύτην θέσιν, νομίζω ὅτι δικαίως δυνάμεθα νὰ ἀχθῶμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ταχέως πρέπει νὰ ἀναμένωμεν ἀποτελεσματικὴν των ἀντίδρασιν τῆς κοινῆς γνώμης πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ αἰτήματος τῆς Ἑνώσεως τῆς Κύπρου, τὸ ὁποῖον ἐντὸς τῶν ἱστορικῶν παραδόσεων καὶ τῆς καλῆς εὐδρομήσεως διεθνοῦς τοποθετήσεως πρέπει νὰ ἀποτελῇ καὶ αἴτημα τοῦ Ἀμερικανικοῦ Λαοῦ. Κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τελειώσω, ὄχι ὅμως χωρὶς νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἐκ τῆς συζητήσεως εἰς τὸν ΟΗΕ ἀντελήφθην ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐξετίμησεν ποσῶς τὴν προσπάθειαν τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων ὅπως συγκρατήσουν τὸν Κυπριακὸν λαὸν ἐν τῇ ὑποστηρίξει τοῦ αἰτήματός του περὶ αὐτοδιαθέσεως. Ἐπομένως ματαίως αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις προσεπάθουν νὰ προσφέρουν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν καὶ πρὸς τὴν Ἀγγλίαν καὶ πρὸς τὸν ἐλεύθερον κόσμον. Νομίζω ἐπομένως ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρέπει πλέον νὰ παύσῃ νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς Κυπρίους νὰ διεξαγάγουν τὸν ἀγῶνα των ὅπως αὐτοὶ νομίζουν καλύτερον. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Ἑλλήνων, πῶς διεξάγονται οἱ ἀγῶνες τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ πῶς εἰς τὸ τέλος ἐπιτυγχάνουσιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπέστη ὁ καιρὸς οἱ Κύπριοι ὑπευθύνως νὰ ἀντιληφθοῦν τὸ διεθνὲς κλῖμα καὶ νὰ ἐνεργήσουν κατὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ τίθενται λεγκαλιστικὰ ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς προσφυγῆς των εἰς τὸν ΟΗΕ, οἱ φίλοι μας οἱ Ἄγγλοι ἔχουν φθάσει ἀτυχῶς μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ παραγνωρίζουν τὴν ἐξόχως ὑψηλόφρονα προσπάθειαν τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων καὶ νὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι ἠμποροῦν νὰ ὁμιλοῦν ὅλα τὰ ἔθνη περὶ αὐτοδιαθέσεως καὶ μόνον οἱ Ἕλληνες δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὅταν πρόκειται περὶ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Ἐκ τούτου νομίζω ὅτι ἐπέστη ὁ καιρὸς ὅπως οἱ Κύπριοι διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον νομίζουν καλύτερον συνεχίσουν τὸν ἀγῶνα των ἀπερίσπαστοι ἀπὸ τὰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις, καὶ ἂς φροντίσουν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις μὲ τὴν σειράν των νὰ παίξουν ἀνασταλτικὸν ρόλον εἰς τὸν ἀγῶνα των, ἐφ’ ὅσον αὐτὸς δὲν ἐκτιμᾶται ἀλλ’ ἀποβαίνει ἐναντίον των καὶ ἐναντίον τῆς Κύπρου. Κύριοι, ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ αἰσιοδοξιῶν. Συμμερίζομαι τὴν αἰσιοδοξίαν καὶ τὴν στηρίζω καὶ ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Λότζ ὅταν κατεψήφισε τὴν Ἑλληνικὴν προσφυγήν. Διότι αὗται ἀποδεικνύουν ὅτι πράγματι ἡ Ἀμερικὴ ἀνεγνώρισεν ἐν τῇ οὐσίᾳ τὸ δίκαιον τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς Κύπρου, ἀλλὰ διὰ λόγους σκοπιμότητος ὑπεστήριξεν ὅτι δὲν ἦτο ἡ ὥρα νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν συζήτησιν εἰς τὸν ΟΗΕ. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅσους μᾶς κατεψήφισαν, ἐλάχιστοι ἐπεκαλέσθησαν τὸ ἄρθρον 2 παράγραφος 7 τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ
ΟΗΕ.
Ὅλαι αἱ χῶραι κατὰ βάσιν, ἐδέχθησαν ὅτι δικαίως ἀπευθύνθημεν εἰς τὸν ΟΗΕ καὶ ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς στιγμῆς μόνον καθιστᾷ τὴν προσφυγήν μας ἀπρόσφορον πρὸς συζήτησιν. Ἄν ποτὲ ὑπῆρξε περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ «θαρσεῖν χρὴ τάχ’ αὔριον ἔσετ’ ἄμεινον» νομίζω ὅτι εἶναι αὐτή. Ἐλπίζω ὅτι μέσα εἰς αὐτὴν τὴν συνεχῶς μεταβαλλομένην διεθνῆ κατάστασιν, μία καλῶς ἐπαγρυπνοῦσα Κυβέρνησις θὰ εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν συντόμως διὰ νὰ τὸ ἐμφανίσῃ καὶ νὰ πεισθῇ ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῶν μελῶν τοῦ ΟΗΕ ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι παράκαιρον ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη διὰ τὴν διατήρησιν ὄχι μόνον ἑνὸς τῶν ὑψηλοτέρων ἰδεωδῶν τῶν Ἡν. Ἐθνῶν ἀλλὰ καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς περιοχῆς μας τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς γενικῆς εἰρήνης. (Χειροκροτήματα).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιβαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§84Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον διὰ τὸ ἐθνικὸν θέμα τῆς Κύπρου, διότι τοῦτο ἐξηντλήθη ἐκ τῶν μακρῶν ἀγορεύσεων τῶν προλαλησάντων. Ὡρισμένοι ὅμως ἐκ τῶν κ.κ. ρητόρων ἦσαν ἐπικριταὶ τοῦ τρόπου διαχειρίσεως. Ὅπως τὸ 1940–41 ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ σύσσωμος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐπολέμησεν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ἀγγλίας, οὕτω καὶ σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶναι παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ αἰτήματος τῶν Κυπρίων. Μετὰ τὸ ἔτος 1940– 41 ἐπηκολούθησαν αἱ μαῦραι ἡμέραι τῆς Κατοχῆς καὶ τοῦ ΕΑΜ. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις εἴτε ἀνώτεραι εἴτε κατώτεραι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἔλεγον τὰ ἑξῆς: (ἀναγιγνώσκει ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς 2ας Φεβρουαρίου 1949).
§85Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἄνευ ἐνδιαφέροντος διὰ τὰ Κοινοβουλευτικά μας ἤθη νὰ ἀναφερθοῦν καὶ μερικὰ ἀπὸ τὰ προηγηθέντα τοῦ σημερινοῦ σχηματισμοῦ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Οὕτω εἴδομεν νὰ διαφημίζεται, παρὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος μετὰ κάποιου κομπασμοῦ, πρὸς κατάπληξιν ἴσως τῆς κοινῆς γνώμης, ὅτι προτοῦ μεταβῇ εἰς ὡρισμένην πολιτικὴν σύσκεψιν προκειμένου νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διῆλθεν ἀπὸ κάποιαν Πρεσβείαν, ὅπου παρέμεινεν πλέον τῆς ὥρας. Ἀλλὰ καὶ τοῦ ἄλλου Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΠΕΚ (κ. Βενιζέλου) αἱ ἐπαφαὶ μετὰ τῶν Πρεσβειῶν ἐὰν δὲν εἶναι τόσον πομπώδεις δὲν ὑπῆρξαν ὀλιγώτερον συχναί, κατὰ τὴν διαμόρφωσιν τῆς πολιτικῆς. Δὲν θὰ συνίστα ἀκόμη βεβαίως κανείς, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλείωνται αἱ κοινωνικαί, αἱ φιλικαί, καὶ αἱ πολιτικαὶ σχέσεις μετὰ τῶν Πρεσβειῶν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον, κατὰ τὰ βραχέα διαστήματα τῶν κυβερνητικῶν κρίσεων θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφεύγωνται. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι, ἀπὸ ἐθνικῆς ἀπόψεως ὁρμώμενοι, εἴμεθα ὀλιγώτερον οἱουδήποτε ἄλλου φίλοι τῆς Μ. Βρεταννίας καὶ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, οὔτε ὀλιγώτερον εὐγνώμονες διὰ τὴν παρασχεθεῖσαν καὶ παρεχομένην πρὸς τὴν Πατρίδα μας βοήθειαν ἐκ μέρους αὐτῶν, ἀλλὰ τὴν φιλίαν μας καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην μας τὴν ἐκδηλοῦμεν κατὰ τρόπον καὶ χρόνον, μὴ μειοῦντα τὴν ἐθνικήν μας ἀξιοπρέπειαν καὶ μὴ ἐκθέτοντα καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν φίλων Δυνάμεων, ὡς ἀναμιγνυομένους εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν κυβερνητικῶν μας ζητημάτων». Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἔρχωνται οἱ κ.κ. Βενιζέλος καὶ Παπανδρέου καὶ νὰ ψέγουν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἦλθεν εἰς παγκόσμιον συζήτησιν τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου. Κύριοι συνάδελφοι, οἷον καὶ ἂν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, τελικῶς θὰ ἐπικρατήσῃ τὸ δίκαιον καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τῶν Λαῶν. Ἔχομεν ὅπλα: Τὸ δίκαιον τῆς ὑποθέσεως, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ τὸ αἴτημα τῆς Ἑλλάδος χωρὶς τὴν εὐόδωσίν του, διότι τοῦτο εἶναι αἴτημα ὅλων τῶν Λαῶν οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται διὰ τὴν ἐλευθερίαν των.
§86Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον. Ἀτυχῶς, ἡ ὥρα ἐπροχώρησε καὶ τὰ ἑδώλια εἶναι κενά. Λυποῦμαι ἑπομένως, διότι ἀδυνατῶ νὰ ὁμιλήσω, ὡς θὰ ἐπεθύμουν. Βεβαίως, τὸ θέμα ἀνεπτύχθη καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν Ἀντιπρόεδρον καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἀποτελεῖ ἀναφαίρετον τίτλον τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ὅλας τὰς ἐξεζητημένας ἐπικρίσεις, ὅτι τὸ ἱερὸν θέμα τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ, ἐτέθη δημοσίᾳ. Ἤχθη πρὸ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ ἀνεγνωρίσθη ὡς θέμα Διεθνές. Ἀλλὰ μεταξὺ ἄλλων θὰ μοὶ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκθέσω καὶ νὰ ἐξάρω οὐ μόνον τὴν ζωηρὰν συμπαράστασιν τοῦ θαυμασίου Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἀμερικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς καθόλου Ἀμερικανικῆς κοινῆς γνώμης, ὡς τὴν ἀντελήφθην ὁ ἴδιος, ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς Διαφωτίσεως. Καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς συσταθεῖσαν μεγάλην Ἐπιτροπὴν ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ ὑπὸ τὸ ὄνομα «Δικαιοσύνη διὰ τὴν Κύπρον» μετέσχον προθύμως ἑκατὸν ὀγδόντα περίπου Γερουσιασταί, Κυβερνῆται, Βουλευταί, Δήμαρχοι καὶ ἄλλαι διακεκριμέναι προσωπικότητες τῆς μεγάλης αὐτῆς χώρας τῶν Ἐλευθέρων Ἀνθρώπων καὶ τῶν Ἐλευθέρων θεσμῶν, προκαλεῖ βαθεῖαν τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Τονώνει τὴν πίστιν, ὅτι παρὰ τὴν ἀπαράδεκτον πολιτικὴν τῶν συμβιβασμῶν τῶν Κυβερνήσεων, αἱ μεγάλαι ἀρχαὶ διὰ τὰς ὁποίας τόσον αἷμα ἐχύθη, ζοῦν εἰς τὰς ἐλευθέρας συνειδήσεις τῶν Ἐλευθέρων Λαῶν. Καὶ καθιστᾶ βέβαιον, ὅτι ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς φωνῆς τοῦ δικαίου τὸ ἱερὸν αἴτημα ἑνὸς ἀρχαίου πολιτισμένου καὶ ἱστορικοῦ, ὅσον καὶ ἡ Ἑλλάς, Λαοῦ, τοῦ Κυπριακοῦ, ν’ ἀποφασίσῃ μόνος διὰ τὴν τύχην του καὶ νὰ ζήσῃ ἐλεύθερος, θὰ εὕρῃ δικαίωσιν. Δι’ αὐτὸ λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ λάβω τὸν λόγον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀγορητοῦ, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον;
§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30 μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 1.30 π.μ.)