1955.01.27
3.857 στίχοι · 29.652 λέξεις · 224 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32α
Πέμπτη 27 Ἰανουαρίου 1955
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Β. Καραμπίλιας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Β. ΚΑΡΑΜΠΙΛΙΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεύς, κ. Α. Γκελεστάθης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΓΚΕΛΕΣΤΑΘΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Π. Πινάτσης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Συνεταιρισμῶν Ἐξοχῆς καὶ Ἀχλαδιᾶς Νευροκοπίου, διαμαρτυρομένων διότι τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας διὰ διαταγῶν του πρὸς τὰ Δασαρχεῖα ἀπηγόρευσε τοὺς δασικοὺς συνεταιρισμοὺς νὰ προβαίνουν εἰς προπωλήσεις τῶν προϊόντων των εἰς πωλήσεις ἄνευ δημοπρασιῶν, καὶ εἰς πωλήσεις ἐπὶ πιστώσει, ἐνῷ ἀντιθέτως εἰς οὐδένα περιορισμὸν ὑπόκεινται οἱ ἔμποροι ὑλοτόμοι. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ν. Ἀθανασίου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου καὶ προέδρων τῶν ὀργανώσεων Ἰωαννίνων διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην κατάργησιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Ἠπείρου καὶ ζητούντων διατήρησιν αὐτῆς. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Δ. Ζησόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν Γραμματέων Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης, ζητούντων ἐπίλυσιν τῶν αἰτημάτων των ἤτοι καθορισμὸν 3 θέσεων ἀντισυνταγματαρχῶν εἰς τὸ Σῶμα Γραμματέων Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης, προαγωγὴν τῶν ἤδη ὑπηρετούντων ἀνθυπασπιστῶν τοῦ ἐν λόγῳ Σώματος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σάμου κ. Μ. Κοτσώνης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἀνδρέου Παπαγεωργίου, πατρὸς τοῦ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος φονευθέντος καὶ ἀπανθρακωθέντος τὴν 15.10.1955 ἀνθυποσμηναγοῦ Ἠλία Παπαγεωργίου, ζητοῦντος ψήφισιν εἰδικοῦ νόμου «περὶ συνταξιοδοτήσεως θυμάτων ἀεροπορικῶν ἀτυχημάτων» ἐπὶ σκοπῷ συνταξιοδοτήσεως τῶν γονέων τῶν ἐν διατεταγμένῃ ὑπηρεσίᾳ καὶ πτήσει φονευομένων ἀεροπόρων, ἄνευ τῶν περιορισμῶν τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ Ν. 1854)1951 περὶ ὁρίου ἡλικίας αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Δ. Ζησόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Πανοικοδομικοῦ Συνδέσμου Σαλαμῖνος ζητοῦντος ἐπιστροφὴν τῶν ὑπὲρ τοῦ Ν.Α.Τ. κρατηθεισῶν ἀπὸ τοῦ 1951 εἰσφορῶν τῶν ἐργατοτεχνιτῶν Β. Ν. καὶ παῦσιν τῶν περαιτέρω κρατήσεων. Ξυλέμποροι Φαρσάλων ζητοῦν μείωσιν τοῦ ποσοστοῦ κέρδους οἰκοδομησίμων ὑλικῶν, λόγῳ περιορισμοῦ τῶν ἐργασιῶν των μετὰ τὴν περάτωσιν στεγάσεως σεισμοπλήκτων. Ἡ Ἕνωσις Ἀναπήρων Πολέμου Βεροίας 1940–1949 καὶ οἱ Ἔφεδροι Ἀξιωματικοὶ Μακεδονίας–Θρᾴκης διαμαρτύρονται ἐντόνως κατὰ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, διότι παρὰ τὰς διακηρύξεις περὶ αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν ἀρνεῖται τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἐλευθερίας εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Κυπρίους καὶ ἐκφράζουν τὴν ἀλληλεγγύην των πρὸς τὸν Κυπριακὸν λαόν, διαβεβαιοῦντες αὐτόν, ὅτι θὰ συνεχίσουν παρὰ τὸ πλευρόν των τὸν δίκαιον καὶ ἱερὸν ἀγῶνα τῆς Ἑνώσεως τῆς Κύπρου μετὰ τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 23 Ἀπριλίου 1948 Συμφωνίας μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως κεφαλαίων διατεθέντων συμφώνως πρὸς τὰς περὶ παροχῆς Πιστώσεως Συμφωνίας αἵτινες ὑπεγράφησαν τῇ 16ῃ Μαΐου 1946, 25ῃ Σεπτεμβρίου 1946, 4ῃ Ὀκτωβρίου 1946 καὶ 6ῃ Ἰανουαρίου 1948 μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Βασιλείου τοῦ Βελγίου Συμφωνίας «περὶ ἀμοιβαίας φορολογικῆς ἀπαλλαγῆς τῶν προσόδων τῶν πραγματοποιουμένων κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς θαλασσίας ναυσιπλοΐας καὶ ἀεροπλοΐας». Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Παπασταύρου καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Ταμείων Ἐφέδρων Πολεμιστῶν Κρήτης κειμένης νομοθεσίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Φράγκος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ Ταμείων Ἐφέδρων Πολεμιστῶν Κρήτης κειμένης νομοθεσίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Καναβαριώτης καὶ Ἡ. Σακαλῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Χαβίνης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1388 ἀπὸ 31 Αὐγούστου 1954 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄλλων σχετικῶν διατάξεων».
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1388 ἀπὸ 31 Αὐγούστου 1954 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄλλων σχετικῶν διατάξεων». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως Στρατιωτικῶν ἔργων (Στρατοῦ, Ναυτικοῦ Ἀεροπορίας)», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐκτελέσεως Στρατιωτικῶν ἔργων (Στρατοῦ, Ναυτικοῦ, Ἀεροπορίας)», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ Κυβέρνησις προτείνει ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διατάξεων». Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπεβλήθη ἡ ἑξῆς πρότασις: Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Οἱ κάτωθι ὑπογεγραμμένοι βουλευταὶ αἰτούμεθα ὅπως τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διατάξεων» συζητηθῇ κατὰ τὴν κανονικὴν διαδικασίαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Ἰανουαρίου 1955 Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Ε. Μπακλατζῆς, Δ. Παπασπύρου, Π. Πολυχρονίδης, Γ. Γρηγορίου, Λ. Κουτσοπέταλος, Θ. Χαβίνης, Κ. Μητσοτάκης, Κ. Μπαροῦνος, Γ. Τζατζάνης, Π. Ντεντιδάκης, Μ. Χλουβεράκης, Κ. Βοβολίνης, Κ. Βοῦλτζος, Ε. Ζαννῆς, Ν. Ζορμπᾶς, Α. Βαμπούλης, Λ. Κίκας, Ν. Μαλλιάκας, Σ. Κωτιάδης, Μ. Ζερβᾶνος, Α. Ἀντωνίου, Κ. Παπαγιάννης. Συνεπῶς, συμφώνως πρὸς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ τὸ νομοσχέδιον θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν.
§10Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἐξυπηρετεῖται οὐδεὶς σκοπὸς μὲ τὴν πρόταξιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Νὰ συζητηθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον καὶ προηγεῖται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ρυθμισθῇ διὰ νὰ τεθῇ εἰς ἰσχύν, διὰ νὰ μὴ δημιουργηθοῦν ἀνωμαλίαι, διότι πρέπει νὰ λάβῃ ἰσχὺν νόμου μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου 1955. Δὲν θὰ διαρκέσῃ ἐξ ἄλλου ἡ συζήτησις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Παπασπύρου, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή: Δέχεται τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλλομένην πρότασιν, περὶ προτάξεως τοῦ ὡς ἄνω νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλή παρεδέχθη.
§13Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε. Διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἕνα προηγούμενον, τὸ ὁποῖον νὰ δεσμεύῃ καὶ τὰς μελλοντικὰς συνεδριάσεις, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ τὴν πρόταξιν, παρακαλῶ ὅπως παραδεχθῆτε, ὅτι κατ’ οὐσίαν καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸν τύπον τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῇ ἕνα νομοσχέδιόν της περισσότερον ἐπεῖγον ἑνὸς ἄλλου. Παρακαλῶ ὅπως τοῦ λοιποῦ, ἡ ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως θεωρηθῇ ἐπικρατοῦσα.
§14Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό.
§15Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ σειρὰ τῶν νομοσχεδίων, εἶναι θέμα τῆς Βουλῆς, κ. Πρόεδρε.
§16Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὰ νομοσχέδια, πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ἡ Βουλή. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα καὶ νὰ ἀποσύρῃ ἀκόμη νομοσχέδιον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς προτάξεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται σχεδίου νόμου καὶ κατὰ συνέπειαν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διατάξεων». Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, κ. Δ. Λόντος ἔχει τὸν λόγον.
§18Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τερματίζεται ὁ χρόνος, διὰ τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁρισθῆ ἡ σημερινὴ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, καὶ καθορίζεται ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκλεγῇ νέα Διοίκησις. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως εἶναι ἡ ἀσυμφωνία, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως καὶ τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης. Ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐντολεὺς τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀσκεῖ ὑπευθύνως τὴν ὅλην οἰκονομικὴν πολιτικήν, καὶ λαμβάνει τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐφαρμόσῃ ταύτην. Ἐξ ἄλλου τὸ πιστωτικὸν καὶ ἐκδοτικὸν ἵδρυμα τῆς χώρας, ἔχει οὐσιαστικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς καθόλου ἀσκουμένης πιστωτικῆς πολιτικῆς καὶ ἐπηρεάζει τὴν ἐφαρμογὴν καὶ ἐπιτυχίαν της. Ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ἱδρύματος, τῆς δικαιοδοσίας, τὴν ὁποίαν καθορίζουν οἱ διάφοροι νόμοι, εἶναι ἐν πολλοῖς ὁ ἀναγκαῖος συμπαραστάτης καὶ συνεργάτης τοῦ Κράτους. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, διότι δὲν θὰ μακρυγορήσω, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι καὶ ἐγὼ προσωπικῶς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήχθη τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, εὕρομεν τοῦτο ὡς ὀρθόν. Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει κατὰ πλειοψηφίαν, ἢ μᾶλλον κατὰ τὴν μεγίστην πλειοψηφίαν της, τὴν παρὰ τῆς Βουλῆς ἀποδοχὴν καὶ ἐπιψήφισιν τούτου. Καὶ νομίζω, ὀρθῶς προτείνεται τοῦτο. Οὐδεὶς σοβαρῶς σκεπτόμενος εἶναι δυνατὸν βασίμως νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον ὁ πρῶτος οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος ἔχει ὁπλισθῆ μὲ τόσα δικαιώματα καὶ τόσην δύναμιν ἀπὸ τὸ Κράτος, καὶ τοῦ ὁποίου ὡς προεῖπον ἡ συμπαράστασις εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς καθόλου πίστεως, καὶ ἡ συμβολή του διὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἄσκησιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς του, οὐδεὶς σοβαρῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τίθεται ἀντιμέτωπος τούτου. Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ, ὅτι μία ἄλλη δύναμις δημιουργουμένη μάλιστα κυρίως ὑπὸ τοῦ Κράτους εἶναι δυνατὸν νὰ ἵσταται ἀντίθετος πρὸς τὴν ὑπευθύνως ἀσκουμένην Κυβερνητικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ ἀποτελῇ τροχοπέδην εἰς ἐκείνην τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως. Ἐὰν λοιπόν, ὅσα διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ἡ Κυβέρνησις ἀνέφερε καὶ ἀναφέρει πρὸς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀκριβῆ, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐγὼ πιστεύομεν, ὅτι εἶναι ἀκριβῆ, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἔχει καλῶς. Πιστεύω ἄλλως, ὅτι ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, ἀφοῦ ἀκούσῃ βεβαίως τὰς πιθανὰς ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθοῦν, δὲν γνωρίζω ἐκ μέρους τίνων μελῶν τοῦ Σώματος, θὰ ἔλθῃ διὰ νὰ ἀναλύσῃ καὶ νὰ δώσῃ πληρεστέρας εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις, ἐπὶ τῆς ὑφισταμένης διαφορᾶς καὶ ἐπὶ τῶν λόγων οἵτινες ὡδήγησαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ εἰσηγηθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ὁμιλῶ ὅμως οὐχὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Καὶ ἡ ἀρχὴ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εὕρῃ σύμφωνον ὄχι μόνον τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Δὲν εἶναι ἄλλωστε ξένον τὸ μέτρον πρὸς τὴν ἐν Ἑλλάδι παράδοσιν. Δὲν εἶναι ξένον τὸ νομοσχέδιον πρὸς τὴν ἀκολουθηθεῖσαν ἐπὶ παρομοίων περιπτώσεων καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν τακτικὴν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ξένον πρὸς τὰ ἰσχύοντα καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἐλεύθερα καὶ μὴ ἐλεύθερα, δημοκρατικὰ καὶ μὴ δημοκρατικὰ Κράτη. Ὅμοιον μέτρον, μὲ τὸ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἐλήφθη τὸ πρῶτον εἰς μίαν πολὺ παλαιοτέραν ἐποχήν, πρὸ 40ετίας σχεδόν, τὸ 1914, ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ἐστρέφετο κατὰ τῆς τότε Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μεθ’ ἧς εὑρέθη ἡ τότε Κυβέρνησις ἐν διαφωνίᾳ. Καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἂς σημειωθῇ, δὲν ἦτο τότε καθαρῶς ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἀλλὰ ἦτο ταυτοχρόνως καὶ Τράπεζα ἐμπορική, περισσότερον ἰδιωτικὸς τραπεζιτικὸς ὀργανισμός. Διεπιστώθη καὶ τότε διαφωνία γνώμης μεταξὺ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς ἀσκούσης τὴν ὑπεύθυνον πολιτικήν, τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὁ ἀνήρ, ὁ ὁποῖος προΐστατο τότε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐδίστασε νὰ φέρῃ ὅμοιον νομοσχέδιον πρὸ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ζητήσῃ ὅπως ἀνακληθῇ ἡ Διοίκησις τοῦ πρώτου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πιστωτικοῦ ἱδρύματος. Ἔπραξε τοῦτο, μολονότι τότε Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἦτο ἀνὴρ ἔξοχος, διακεκριμμένος, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ Ἰωάννης Εὐταξίας. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἦτο σχεδὸν ὅμοιον πρὸς τὸ σήμερον κατατεθειμένον ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἔχει ἰδιαιτέραν σημασίαν, ὅτι τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἥτις ἔλαβε τὸ πρῶτον ὅμοιον μέτρον μετεῖχον ἐπιφανεῖς ἄνδρες, κατ’ ἐξοχὴν νομομαθεῖς, κατ’ ἐξοχὴν ἔμπειροι τῆς πολιτικῆς. Μετεῖχον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, οἱ Ρακτιβάν, Ρέπουλης, Τσιριμῶκος, Διομήδης, Μιχαλακόπουλος. Τὰ ὀνόματα καὶ οἱ ἄνδρες εἶναι γνωστοί. Διακεκριμένοι, ἐπαναλαμβάνω, πολιτικοὶ τῆς χώρας, διακεκριμένοι ἰδίᾳ νομομαθεῖς. Τὸ ἀναφέρω διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὸ νόμιμον, τὸ ὀρθόν, τὸ ἐπιβεβλημένον τοῦ μέτρου. Δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι διὰ μέτρων νομοθετικῶν νὰ παρεμβαίνῃ, ὁσάκις ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι αὕτη ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης, διὰ τὴν χειραγώγησιν τῆς πίστεως, διὰ τὴν καθόλου οἰκονομικὴν πολιτικήν της καὶ ὀφείλει πᾶσα Κυβέρνησις ἔχουσα τὸ συναίσθημα τῆς εὐθύνης νὰ ἄρῃ πᾶν ἐμπόδιον διὰ τὴν πραγματοποίησίν της, ἐξ ἧς ἀναμένει τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ. Ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνεγνωρίζετο εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος δὲν εἶχε τὴν σημερινὴν εὐρεῖαν ἀνάμιξιν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον οἰκονομικὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὴν καθόλου οἰκονομικὴν δρᾶσιν τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν παραγόντων τῆς χώρας, πολὺ περισσότερον σήμερον ὁπότε τὸ Κράτος ἔχει ἐπωμισθῆ μὲ περισσότερα δικαιώματα καὶ μὲ περισσοτέρας ἁρμοδιότητας καὶ εὐθύνας, σήμερον ὅπου εὐρέως συζητεῖται καὶ εἰς ἄλλα Κράτη σχεδὸν τελεῖ ἐν ἐφαρμογῇ καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ κρατικοποίησις, ὄχι ἁπλῶς τῶν πρώτων ἱδρυμάτων, τῶν ἐκδοτικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν καθόλου Τραπεζῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ, ὅτι προκειμένου περὶ ἱδρύματος ἐκδοτικοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ συμπαράστασις εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν καλὴν καὶ ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ὅτι δύναται ἡ Διοίκησίς του νὰ διχογνωμῇ καὶ νὰ ἵσταται ἀντίθετος πρὸς τὴν πολιτικὴν τὴν ἐφαρμοζομένην παρὰ τοῦ Κράτους.
§19Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἰς τί συνίσταται, ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης;
§20Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐὰν μὲ ἐπροσέχατε, δὲν θὰ διατυπώνατε τὴν ἐρώτησιν. Εἶπα, ὅτι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι πιστεύω εἰς τὰ ὅσα διατυπώνει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις καὶ θὰ ἀφίσω τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργός, νομίσῃ, ὅτι ἐπέστη ὁ χρόνος, νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν συζήτησιν, θὰ ἐπέμβῃ διὰ νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ὡς εἰσηγητὴς ἀναφέρομαι εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Δι’ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ἀναφέρει, ὅτι ὑφίσταται δυσαρμονία μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Τραπέζης. Λαμβάνω ἑπομένως ὡς δεδομένον τοῦτο καὶ λέγω: Ἐὰν ὑπάρχῃ δυσαρμονία, δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις διὰ νομοθετικοῦ μέτρου νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἁρμονίαν, διότι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον κατ’ ἐμέ, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς καθόλου πολιτικῆς της, ἡ ὁποία ἔχει ἄμεσον σχέσιν μὲ τὴν πρόοδον τῆς οἰκονομίας καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ.
§21Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. Εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, δὲν ἀναφέρεται τί περὶ δυσαρμονίας.
§22Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Προκύπτει ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως σαφῶς, ὅτι ὑφίσταται δυσαρμονία. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἁρμονία, δὲν θὰ ὑπῆρχε τότε λόγος νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν τοιοῦτον νομοσχέδιον. Θὰ εἶχεν ἄλλως ὑπ’ ὄψει της ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἠρωτᾶτο σχετικῶς καὶ ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Ὡς προανέφερα, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅμοιον νομοσχέδιον ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καὶ μάλιστα ὄχι ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος. Ἀνεγνωρίσθη καὶ ἄλλοτε ἀπὸ διακεκριμένους ἄνδρας, κατέχοντας διακεκριμένας θέσεις, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, εἰς οἱανδήποτε στιγμήν, εὑρεθῇ ἀντιμέτωπον τὸ ἐκδοτικὸν ἵδρυμα μὲ τὴν ἀσκουμένην ὑπ’ αὐτῆς οἰκονομικὴν πολιτικήν, νὰ παρέμβῃ καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐναρμοσθῇ ἡ Διοίκησις τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης, πρὸς τὴν ἀσκουμένην ὑπ’ αὐτῆς πολιτικήν. Ὁ πρῶτος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη εἶναι ὁ νόμος 356)14, περὶ Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀνέγραφεν ἀκριβῶς τὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει καὶ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Ἡ ἀντίρρησις, ἡ ὁποία παγίως προβάλλεται ὑπὸ τῶν ἀντιλεγόντων εἶναι ἀνάλογος μὲ ἐκείνην, ἡ ὁποία προεβλήθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συγχωνεύσεως τῶν Τραπεζῶν καὶ ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἴσως δυνατὸν νὰ προβληθῇ καὶ πάλιν σήμερον, εἶναι, ὅτι διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ τῶν Τραπεζῶν, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ κλονισθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ κοινοῦ καὶ νὰ τραυματισθῇ ἡ τόσον ἀπαραίτητος πίστις. Οἱ ἰσχυρισμοὶ ὅμως οὗτοι ἀπεδείχθησαν ἀβάσιμοι ἐκ τῶν πραγμάτων οὐ μόνον τὸ 1914, ἀλλὰ καὶ βραδύτερον ὅτε διὰ κυβερνητικῶν παρεμβάσεων μετεβλήθη ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐν τούτοις καὶ ἡ πίστις, ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη καὶ ἡ Τράπεζα αὐτὴ οὐδόλως ἐθίγησαν. Παρέμεινεν ἀντιθέτως ἀκεραία. Καὶ ἡ Τράπεζα ἐσταδιοδρόμησε λαμπρῶς, καὶ ἔφθασεν εἰς ἀκμήν, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζομεν. Ἀλλὰ καὶ προσφάτως, ὅτε διὰ παρεμβάσεως τοῦ Κράτους, ἐγένετο ἡ συγχώνευσις τῶν δύο Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Ἀθηνῶν καὶ ἀπεκατέστη νέα Διοίκησις, οὐδόλως ἐκλονίσθη ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας καὶ ἡ πίστις. Περὶ τούτου ὁμιλεῖ εὐγλώττως τὸ ὕψος τῶν καταθέσεων, τῆς τελευταίας διετίας. Ἐὰν θὰ εἴχατε ὑπομονήν, ἠμποροῦσα νὰ σᾶς δώσω ὀλίγους ἀριθμοὺς διὰ νὰ τὸ ἀντιληφθῆτε. Αἱ καταθέσεις κατὰ τὸ 1953 ἀνήρχοντο εἰς 2.136,4 ἑκατ. ἐνῷ σήμερον ἀνέρχονται εἰς 4 ἑκατ.......
§23Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἐὰν κάμετε ἀναγωγὴν εἰς δραχμὰς τοῦ 1950 θὰ βγῇ τὸ ἴδιον ποσόν.
§24Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ὄχι ἀκριβῶς. Διότι ἐν σχέσει πρὸς τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀνάλογος ἡ αὔξησις τῶν καταθέσεων ἀλλὰ εἶναι ἐπηυξημένη. Ἐξ ἐπισήμων πινάκων, τοὺς ὁποίους ἔχω εἰς χεῖρας μου ἀποδεικνύεται, ὅτι παρουσιάζεται αὔξησις κατὰ 15%. Ἐνῷ πρὸ τῆς κρατικῆς παρεμβάσεως αἱ καταθέσεις ἐν σχέσει πρὸς τὸ χαρτονόμισμα ἀνήρχοντο εἰς 90,3, σήμερον ἀνεβιβάσθησαν εἰς 105,5. Ἑπομένως ἐν προκειμένῳ, ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι οὐδόλως ἐπηρεάσθη ἡ πίστις, ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὰ τραπεζικὰ ἱδρύματα τῆς χώρας, εἰς τὰ ὁποῖα ἀμέριστος στρέφεται ὄχι μόνον ἡ ἐμπιστοσύνη ἡμῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου. Οὐδεμία ἄλλως, Κυβέρνησις, οὔτε ἡ σημερινὴ θὰ ἤσκει, οὔτε εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀσκήσῃ ἐναργεστέραν παρέμβασιν εἰς τὰ τῶν Τραπεζῶν. Πᾶσα Κυβέρνησις καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ σήμερον ἀντιθέτως ἐξασφαλίζει κατὰ τ’ ἄλλα πλήρη τὴν αὐτοτέλειάν των ἐκτὸς τῆς ἀπαραιτήτου ἐποπτείας των. Καὶ ἐν γνώσει τῆς σημαντικῆς ἀποστολῆς των εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ὅλης οἰκονομίας ἵσταται οὐ μόνον ἐπόπτης ἀλλὰ καὶ παραστάτης των. Δὲν γνωρίζω ποῖον ἄλλο ἀντίθετον ἐπιχείρημα θὰ παρεμβληθῇ. Ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν ὑποβληθῇ τοιοῦτον καὶ παραστῇ ἀνάγκη, νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ἀποκρούσω τὸ ἐπιχείρημα δευτερολογῶν. Ἤδη, κατόπιν τῶν ὅσων ἀνέπτυξα, δεδομένου, ὅτι οὐχὶ ἅπαξ, ὡς ἀνέφερον, ἀλλὰ κατ’ ἐπανάληψιν τὸ Κράτος εὑρεθὲν εἰς ὁμοίαν ἀνάγκην ἔφερεν νομοσχέδια ἀνάλογα διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τοὺς σκοπούς του καὶ τὴν ὑπεθύνως ἀσκουμένην παρ’ αὐτοῦ πολιτικήν, εἴτε οἰκονομικήν, εἴτε νομισματικήν, εἴτε τὴν καθόλου πιστωτικήν, νομίζω, ὅτι καὶ σήμερον, διαπιστουμένης αὐτῆς τῆς δυσαρμονίας, διαπιστουμένου, ὅτι ἡ Διοίκησις δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος της, δὲν εὑρίσκεται εἰς πλήρη συμπαράστασιν πρὸς τὸ ἔργον τὸ κυβερνητικόν, νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις εἰσάγει τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ ὀρθῶς ζητεῖ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ τὸ κυρώσῃ διὰ τῆς ψήφου της. Δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ὀρρωδῇ οἱαδήποτε Κυβέρνησις πρὸς τοῦτο. Δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της ἐὰν θὰ ἐπέτρεπε διαφωνίας, οἱονεὶ ἀντίδρασιν ἐπὶ τοῦ ἀσκουμένου παρ’ αὐτῆς ἔργου, ἥτις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρεμβάλῃ δυσχερείας ἂν μὴ καὶ νὰ ματαιώσῃ τοῦτο. Δὲν θὰ ἦτο σύμφωνος πρὸς τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐτόνισε τοῦτο ἄλλοτε ὁ ἀρχηγὸς μιᾶς παλαιᾶς Κυβερνήσεως, τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων κατὰ τὸ 1914, ὅστις ἔλαβε τὸ ὅμοιον μέτρον καὶ μάλιστα κατ’ ἐπανάληψιν. Δὲν θὰ ἐδίσταζε βέβαια, ὁ ἡγέτης τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, στρατάρχης Παπάγος, ὁ ἔχων πλήρη τὴν συναίσθησιν, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθη ἀνασυγκρότησιν, ἀνάπτυξιν τῆς ὅλης οἰκονομίας καὶ τὴν καθοδήγησιν τῆς χώρας εἰς ἡμέρας πληρεστέρας εὐημερίας. Ἐν γνώσει τῶν εὐθυνῶν του, δὲν ἐδίστασε νὰ φέρῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον πρὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὥστε ν’ ἀποκαθιστᾷ τὴν πρέπουσαν ἁρμονίαν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τοῦ πρώτου ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ ἄρῃ οὕτω ἓν ἐμπόδιον διὰ νὰ προχωρήσῃ εὐθὺς πρὸς τὸ ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς ὅλης οἰκονομίας αὐτῆς ταύτης τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν δικαίως ἀναμένει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τὸ ὑπεσχέθη καὶ πιστεύομεν ὅτι θὰ τὴν φέρῃ εἰς πέρας ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. (Χειροκροτήματα).
§25Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Παιδ.). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου μου, δεδομένου, ὅτι οὐδεμία πτέρυξ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἔχει ἀντίρρησιν διὰ τὴν ψήφισίν του. Εἶναι καθαρῶς τυπικὸν νομοσχέδιον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας;
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ νομιμοποιήσεως δαπάνης διὰ τὴν νοσηλείαν δημοσίου ὑπαλλήλου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ».
§29Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ πρόσωπον εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι ἄξιον πάσης συνδρομῆς.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δέχεται τὸ νομοσχέδιον;
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτόν, εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ νομιμοποιήσεως δαπάνης διὰ τὴν νοσηλείαν δημοσίου ὑπαλλήλου ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ». Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διατάξεων». Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας κ. Γ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον.
§33Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριοι βουλευταί, συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διατάξεων», ἀλλὰ εἰς μάτην θὰ ἐρευνήσητε τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ εὕρητε τὴν ἀρχὴν διὰ τὴν ὁποίαν καὶ συζητοῦμεν. Ἐκτὸς τῆς κομματικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία διαφαίνεται εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἄλλη ἀρχὴ δὲν ὑπάρχει. Περὶ αὐτοῦ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ θὰ μᾶς ἀναλύσῃ λεπτομερῶς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ βάσει τῆς ἀρχῆς τοῦ πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα, δὲν ἠρεύνησεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι αὐτοὶ διὰ νὰ μᾶς τοὺς ἀναπτύξῃ καὶ διαφωτίσῃ τὸ Σῶμα ὡς εἰσηγητής. Ἀλλὰ θὰ ἀναμείνωμεν ὅλοι τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ νὰ μᾶς ἀναφέρῃ τοὺς λόγους τούτους καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ κρίνωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα εἰσηγηταί, ἐὰν θὰ ἔπρεπεν ἢ ὄχι ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζωμεν τοὺς λόγους!
§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἴσαστε παρὼν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§35Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν ἤμην πράγματι παρών, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς δήλωσιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει τοὺς λόγους, καὶ ὅτι θὰ τοὺς ἀναφέρῃ ὁ κ. ὑπουργός, τί ἄλλο θέλετε ἀπὸ αὐτό;
§36Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Εἶπα ἁπλῶς, ὅτι ἀφήνω αὐτὸ τὸ θέμα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ.
§37Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, τοιοῦτο θέμα νὰ ἀγνοῆται; Εἶπεν ἐπίσης ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὅτι πρὸ 40ετίας εἶχεν ἐφαρμοσθῆ παρόμοιον μέτρον λόγῳ διαφωνίας τοῦ τότε Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὸν ἀείμνηστον Βενιζέλον. Κύριοι συνάδελφοι, τότε ὑπῆρξαν διαφωνίαι. Ἐνῷ σήμερον δὲν βλέπομεν διαφωνίας παρὰ μόνον τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι οὕτω θὰ διοικηθῇ ἡ Τράπεζα καλύτερον.
§38Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει, οὔτε εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ τότε νομοσχεδίου καμμία δικαιολογία.
§39Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τότε προέκυψαν διαφωνίαι μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Διοικήσεως τῆς Τραπέζης καὶ δι’ αὐτὸ ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Διοικητοῦ. Τώρα δὲν ἀναφέρονται διαφωνίαι, ἡ διαφορὰ εἶναι σαφής. Εἶπεν ἐπίσης, ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὅτι καὶ ἄλλην φοράν, τὸ 1931 λόγῳ διαφωνιῶν ἤλλαξεν ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ πάλιν ὑπῆρξαν διαφωνίαι. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ ἴδιος διεφώνησε πρῶτα καὶ ὁ ἴδιος ἐδήλωσε τὴν διαφωνίαν του καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ ἴδιος διέταξε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν προκειμένῳ δὲν ἔχομεν τίποτε ἀπολύτως ἀπὸ πλευρᾶς Πρωθυπουργοῦ. Ἔχομεν μόνον ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ δήλωσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι προέκυψαν διαφωνίαι καὶ συνεπεία τῶν διαφωνιῶν αὐτῶν, ἔρχεται πρὸς ψήφισιν τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον. Ἔπειτα, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν εἰς τὸ παρελθὸν, ἅπαξ ἢ δίς, ἐγένετο παρόμοιον πρᾶγμα, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ δεδικασμένον ὥστε καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀλλάσσωμεν τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἐὰν διαβάσῃ κανείς, κύριοι συνάδελφοι, τὴν πτωχὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου, νομίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸ ἡμερῶν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅτι ἐπὶ 27 μῆνας, δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ ὅτι τώρα μόλις θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ οἰκονομικόν της πρόγραμμα. Λέγεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν: «Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς προϋπόθεσιν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ οἰκονομικοῦ της προγράμματος τὴν στενὴν καὶ ἀπρόσκοπτον μετὰ τῆς κατευθυνούσης τὸ ὅλον τραπεζιτικὸν τῆς χώρας σύστημα διοικήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος, συνεργασίας». Δηλαδή, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ 27 μῆνας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, δὲν εἶχεν οἰκονομικὸν πρόγραμμα; Καὶ ἐὰν πάλιν εἶχεν οἰκονομικὸν πρόγραμμα, πῶς διατηροῦσεν αὐτὸν τὸν Διοικητὴν καὶ 27 μῆνας μετὰ ἀνεκάλυψεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ συνεργασθῇ μὲ τὸν Διοικητὴν τῆς Ταπέζης τῆς Ἑλλάδος; Καὶ ἐξ οὗ πρέπει νὰ ἀλλάξῃ ἡ Διοίκησις. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν συμπαθοῦμεν τὸν κ. Μαντζαβῖνον κατόπιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Μαντζαβῖνος, ἐνῷ ἦτο πρόσωπον ἐμπιστοσύνης τῆς εἰδικῆς μας Κυβερνήσεως, συνηργάσθη ἐν τούτοις διὰ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ διὰ τὴν περίπτωσιν ἀνόδου του εἰς τὴν ἐξουσίαν. Συνεπῶς τὸ προσωπικὸν θέμα, δὲν μᾶς κάμνει νὰ εἴμεθα ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπομένως ἐπὶ 27 μῆνας ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸν κ. Μαντζαβῖνον, τὰ πήγαινε πολὺ ὡραῖα καὶ μέσα σὲ 27 μῆνας ἀνακαλύπτει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁρμονία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐπομένως ὑπῆρχεν ἢ δὲν ὑπῆρχεν οἰκονομικὸν πρόγραμμα; Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τότε πρὸς τὶ εἶναι ὑπεύθυνος ὁ κ. Μαντζαβῖνος; Θὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ νέον οἰκονομικὸν πρόγραμμα. Ποῖον; Ὅτι ὑπεβίβασε τὸν τόκον ἀπὸ 10% εἰς 9%, ὅπως ἐδήλωσεν εἰς τὰς νέας προγραμματικὰς δηλώσεις της, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ, ὅτι τόσον εὐτυχῆ ἡ χώρα μας, ὥστε τὸ ἐπιτόκιον κατῆλθε κάτω τοῦ 12% ποὺ εὑρίσκετο προπολεμικῶς! Ἐνῷ ὅσοι ζοῦν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἠξεύρουν, ὅτι εἰς τὸ 9% προστιθέμεναι αἱ διάφοραι ἐπιβαρύνσεις φθάνουν εἰς τὸ 20%. Καὶ πάλιν ὁ τόκος εἶναι 20%. Καὶ δὲν εἶναι ἀφελεῖς οἱ τραπεζῖται εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅσοι τοκίζουν νὰ ἀκολουθοῦν τὸν ἐπίσημον τόκον τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ τόκοι δὲν ρυθμίζονται διὰ Διαταγμάτων, τὸν τόκον τὸν ρυθμίζει ἡ «πιάτσα». Ἡ προσφορὰ καὶ ζήτησις χρήματος. Ὅταν ὑπάρχει προσφορὰ χρήματος ὁ τόκος εἶναι χαμηλός, ὅταν σπανίζει τὸ χρῆμα ὁ τόκος εἶναι ὑψηλός. Ὁ τόκος ἀκολουθεῖ τὸ χρῆμα. Καὶ ἐπειδὴ τὸ χρῆμα σπανίζει, ὅσοι νόμοι καὶ ἂν ψηφισθοῦν, οἱ τόκοι θὰ εἶναι ὑψηλοί. Ποῖα ἄλλα μέτρα ἀποτελοῦν τὸ νέον οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως; Μήπως διὰ τοὺς γεωργοὺς ποῦ εἶναι τὸ 60%; Δὲν ἀνέφερεν ὡς γνωστὸν τίποτε ἡ Κυβέρνησις. Μήπως διὰ τοὺς ἐργαζομένους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὰ 20% τοῦ πληθυσμοῦ; Δὲν ἀναφέρει τίποτε ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις. Ἐπομένως διὰ τὸ 80% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ νέον οἰκονομικὸν πρόγραμμα δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὸ παραμικρόν. Τὸ μόνον ποὺ λέγει εἶναι, ὅτι τὰ χρήματα τῆς συγκεντρώσεως θὰ τὰ λαμβάνουν οἱ σιτοπαραγωγοὶ εἰς γραμμάτια! Ἐπομένως τὸ 20% τοῦ νέου προγραμματισμοῦ, ὠφελεῖ τοὺς εὐπόρους, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἡ πτῶσις τοῦ τόκου τοὺς εὐπόρους διευκολύνει. Διότι διὰ τοὺς μικροβιοτέχνας καὶ ἐπαγγελματίας ποὺ δανείζονται 3–5 χιλιάδας δραχμὰς ἡ πτῶσις τοῦ τόκου εἶναι ἀστεῖα ὑπόθεσις. Εἰς ἐκείνους ποὺ πῆραν τὰ πολλά, εἰς ἐκείνους παίζει ρόλον τὸ 1% ποὺ ὑπεβιβάσθη ὁ τόκος. Καὶ τὰ λοιπὰ μέτρα, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι οἰκονομικὰ μέτρα τοὺς εὐπόρους ὠφελοῦν. Ποῖον νέον μεγαλεπίβολον οἰκονομικὸν πρόγραμμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ νέα Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ, ὥστε θὰ πρέπει νὰ ἀλλάξωμεν τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἁρμονία συνεργασίας Διοικήσεως καὶ Κυβερνήσεως; Διότι φαίνεται ἐκ τῶν δηλώσεων καὶ ὁμολογιῶν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν εἰς τοὺς 27 μῆνας οἰκονομικὸν πρόγραμμα, θὰ ὑπάρξῃ δὲ τοιοῦτον εἰς τὸ ὑπόλοιπον χρονικὸν διάστημα τοῦ βίου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἰς τὸ κάτω– κάτω δὲν γνωρίζει ἐὰν θὰ εἶναι διετὲς ἢ μικρότερον. Ὄχι διότι τοῦτο ἰσχυριζόμεθα ἡμεῖς, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς Κυβερνητικοὺς κύκλους. Εἰς τὰ ἐνδοκομματικὰ παρασκήνια γίνεται διαμάχη περὶ ἐκλογῶν. Ἀλλὰ λέγει καὶ κἄτι ἄλλο ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι χαριτωμένον. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ἐπιδιώκει ὅπως παρασχεθῇ εἰς τὸ Γενικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης ἡ εὐχέρεια ἀναδείξεως νέας Διοικήσεως, ἀντικειμενικῆς, πολιτικῶς ἀνεπηρεάστου καὶ διατεθειμένης νὰ συνεργασθῇ ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἁρμοδιότητός της μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Πολὺ χαριτωμένον, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸ τὸ τμῆμα τῆς ἐκθέσεως! Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι μακρὰν κομματισμοῦ καὶ πολιτικῆς, δὲν θὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης καὶ θὰ δώσῃ τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸ Γενικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης νὰ ἐκλέξῃ τὴν νέαν Διοίκησιν. Σὲ ποιὸ Συμβούλιον; Σ’ αὐτὸ ποὺ θὰ διορίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως λέγει τὸ ἄρθρον 2. Ἐπομένως, ποῦ εὑρίσκεται ἡ μακρὰν πολιτικῆς ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐκλέξῃ τὸν Διοικητὴν τὸ νέον συμβούλιον βάσει τῶν ὅσων σᾶς εἶπον ἀφοῦ ἤδη ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ διορίσῃ τὸν κ. Ζολώταν; Καθαρῶς, λοιπόν, κομματικὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον, κύριοι συνάδελφοι, λέγει ἡ Κυβέρνησις μακρὰν πολιτικῆς ἐπιρροῆς. Δηλαδή, ποία πολιτικὴ ἐπιρροὴ ὑπῆρχε μέχρι σήμερον εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης; Ἡ ἰδία Κυβέρνησις δὲν ἦτο; Δηλαδή, ἡμεῖς ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν, ὅτι ὁ κ. Μαντζαβῖνος ἐπηρεάζεται κομματικῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ τὸν ἀλλάξωμεν διὰ νὰ μὴ ἐπηρεάζεται κομματικῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν! Αὐτὰ δυστυχῶς περιλαμβάνει ἡ πτωχὴ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Φαίνεται οὕτω ἡ Κυβέρνησις ὡσὰν τὸ πρῶτον νὰ ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ δὲν γνωρίζει τίποτε ἀπὸ τὸ παρελθόν. Καὶ ἴσως καλὰ ἔκαμεν ὁ εἰσηγητὴς καὶ ἐπέμεινεν εἰς τὸ πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα καὶ ἐπρότεινε νὰ μὴ ἀναφέρῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τοῦτο. Ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος νὰ φύγῃ διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ νέα Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ μὲ τὸ νέον της οἰκονομικὸν πρόγραμμα, ἔχουσα ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος νὰ ἠμπορέσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ ὅσα ὑπεσχέθη διὰ τὸ μέλλον, διότι διὰ τὸ παρελθὸν ὡμολόγησε τὴν ἀποτυχίαν της. Ὁ Διοικητὴς νὰ φύγῃ ἔστω. Ὁ Ὑποδιοικητὴς ὅμως διατί;
§40Γ. ΜΟΔΗΣ. Οἰκογένεια Μαντζαβίνου.
§41Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν περιμένετε 1½ μῆνα, ποὺ λήγει ἡ θητεία του; Ἔστω ὅμως καὶ αὐτὸς νὰ φύγῃ, ἀλλὰ τὸν Μαυρίκην διατί; Διότι ἁπλούστατα θέλετε νὰ δημιουργήσετε ἀργότερα δευτέραν Ὑποδιοίκησιν διὰ νὰ τοποθετηθῇ, ὅπως λέγει ἡ «πιάτσα», κἄποιος ποὺ ξέρει νὰ ἀλλάσσῃ κόμματα! Τέλος, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει μία ἀνησυχία διάχυτος εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Ἔχομεν συγχώνευσιν Τραπεζῶν. Πέριξ τῆς συγχωνεύσεως κινοῦνται ὡρισμένα πρόσωπα. Ἔχομεν σύμβασιν ἠλεκτρικῶν σιδηροδρόμων. Πέριξ αὐτῆς κινοῦνται τὰ αὐτὰ περίπου πρόσωπα. Ἔχομεν ἀλλαγὴν Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Πέριξ αὐτῆς τῆς ἀντικαταστάσεως, κινοῦνται πάλιν τὰ αὐτὰ πρόσωπα, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ μείνῃ ὁ κ. Ζολώτας, μὴ πλανᾶσθε ὅμως, εἶναι τὸ πρῶτον κλιμάκιον ὁ κ. Ζολώτας, διὰ λόγους ὑγείας σὲ 2–3 μῆνας νὰ εἶσθε βέβαιοι θὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν, καὶ θὰ ἀποχωρήσῃ τῆς Διοικήσεως, διὰ νὰ τοποθετηθῇ τὸ δεύτερον, τὸ κομματικὸν κλιμάκιον. Παραχωροῦνται τὰ λουτρὰ τῆς Γλυφάδος καὶ τὰ δίδει ἄνευ δημοπρασίας ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐπιχειρήσεις πέριξ τῶν ὁποίων τὰ αὐτὰ περίπου πρόσωπα κινοῦνται. Καὶ διερωτᾶται ἡ κοινὴ γνώμη, μήπως ὑποστηρίζομεν τὴν οἰκονομικὴν ὀλιγαρχίαν διὰ ν’ ἀπορροφήσῃ ὅ,τι καλὸν οἰκονομικῶς ἔχει ὁ τόπος καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν ἀπόλυτον ἔλεγχόν της εἰς τὴν ἐθνικήν μας οἰκονομίαν; Εἶναι μίαν ὑποψία, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖτε νὰ πιστεύετε καὶ νὰ μὴ πιστεύετε. Πάντως εἶναι μία ὑποψία, ἡ ὁποία ἔχει τοὺς βασικοὺς λόγους της. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω, πρόκειται περὶ ἑνὸς καθαρῶς κομματικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔφερε πρὸς ψήφισιν ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ 2 ἢ 3 κομματικοὺς φίλους της, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ προσφέρουν, ἢ θὰ ζημιώσουν τὸ Δημόσιον καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§43Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου, κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἀπὸ δύο πλευράς. Πρῶτον, πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ ὡς θέμα ἀρχῆς, καὶ δεύτερον πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἐν ὄψει τῆς εἰδικῆς περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Ὁ ἀξιότιμος καὶ φίλτατος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἐπεχείρησε, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ἀτυχῶς, νὰ φέρῃ ὑπὸ συζήτησιν, ἐν ὄψει τοῦ νομοθετήματος τούτου, θέμα ἀρχῆς. Καλύτερον θὰ ἦτο καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τοὺς ὑποστηρικτὰς τοῦ νομοθετήματός της, νὰ ἀποφύγουν νὰ ὁμιλήσουν περὶ ἀρχῶν, ἐν ὄψει τοῦ νομοθετήματος τούτου. Εἶναι γνωστὸν —καὶ θὰ εἰσέλθω ἀμέσως εἰς τὸ πρῶτον θέμα— ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅπως καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον —ὄχι μόνον εἰς τὴν Εὐρώπην ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἀκόμη— ἔχει αὐτοτέλειαν καὶ ἡ αὐτοτέλειά της κατοχυροῦται ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἰσχὺν νόμου καὶ δὲν εἶναι συνήθεις αἱ Κρατικαὶ παρεμβάσεις οὐδαμοῦ τῆς γῆς, διὰ τὴν μεταβολὴν τῶν προσώπων τῶν διοικούντων τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ φίλτατος κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω, ὅτι εἰς ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἐγὼ γνωρίζω, δὲν ὑπάρχει παρόμοιον προηγούμενον τοιαύτης παρεμβάσεως ἀπροκαλύπτου, παντελῶς ἀπροκαλύπτου, ἡ ὁποία νὰ θίγῃ τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος. Τοῦτο δέ, κύριοι συνάδελφοι, ὄχι ἰδιὰ καθαρῶς θεωρητικοὺς δογματικοὺς λόγους, ἀλλὰ διότι τὸ ἐκδοτικὸν ἵδρυμα εἶναι ὑπεύθυνον δι’ ἕνα γενικώτατον καὶ κατ’ ἀρχὴν εὐαίσθητον τομέα τῆς οἰκονομίας μας καὶ δι’ ἕνα σημαντικώτερον καὶ μέγα θέμα, ἀπὸ τὴν μεταχείρισιν, τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ καλὴ ἐξέλιξις τῶν οἰκονομικῶν ἑκάστης χώρας. Τὸ ἐκδοτικὸν ἵδρυμα εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὸ νόμισμα, διὰ τοῦτο δὲ ἀκριβῶς προσπαθοῦν παντοῦ νὰ δημιουργοῦν αὐτοτέλειαν τῶν ἐκδοτικῶν ἱδρυμάτων, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε κάποιος σχετικὸς ἀνασχετικὸς φραγμὸς ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, μία ἰδία ἀνεξάρτητος Διοίκησις, ἡ ὁποία θὰ περιφρουρῇ τὸ ἐθνικὸν αὐτὸ θέμα ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναντιρρήτως ἔχουν τὴν τελικὴν εὐθύνην ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι συχνότατα πιέζονται ἀπὸ τὴν ἀνάγκην καὶ ὑποχρεοῦνται νὰ καταφεύγουν εἰς τὸ ἐκδοτικὸν ἵδρυμα, διὰ νὰ καλύψουν ἐπειγούσης μορφῆς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν συμβαίνει τοῦτο καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὸ Βέλγιον καὶ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς. Ὑπάρχουν ἀκόμη προηγούμενα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς ἄλλας χώρας καὶ τὰ ὁποῖα ἴσως εἰς τὸν τόπον μας θὰ ἐφαίνοντο ἐκπληκτικὰ καὶ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δύναμαι νὰ σᾶς μνημονεύσω, ἕνα καὶ μόνον, διὰ νὰ ἴδετε ποίαν θέσιν ἔχει ἀλλαχοῦ τὸ ἐκδοτικὸν ἵδρυμα. Εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Γαλλίαν, ὅπου ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ἔχει μὲν ἱδρυθῆ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ναπολέοντος πρὸ 1½ αἰῶνος, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Λαϊκοῦ Μετώπου, τῆς Σοσιαλιστικῆς Κυβερνήσεως τοῦ Μπλοὺμ τὸ 1935 μετεβλήθη ριζικῶς τὸ Καταστατικόν της καὶ ἔγινεν ὄχι ἁπλῶς Κρατικὴ Τράπεζα, ἀλλ’ ἐθνικοποιήθη μὲ τὴν ἔννοιαν, ὅτι αἱ μετοχαὶ ἀνήκουν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Κράτος καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει Γενικὴ Συνέλευσις, ἀλλὰ κατὰ ἕνα ἰδιότυπον τρόπον ὁ Διοικητὴς καὶ τὸ Συμβούλιόν της λογοδοτοῦν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους πρὸς ἀνώτατον Κρατικὸν ὄργανον, εἰς αὐτήν, λέγω, τὴν Γαλλίαν πρὸ 1½ περίπου ἔτους, τὸν προπαρελθόντα Ἰούνιον, ἐν ὄψει Κυβερνητικῆς κρίσεως, ἡ τότε Κυβέρνησις εὑρεθεῖσα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ δευτέραν προκαταβολήν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀπλήρωτον μίαν πρώτην προκαταβολὴν 50 δισεκατομμυρίων φράγκων ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας, ὅταν ἐζήτησε τὴν δευτέραν προκαταβολὴν τῶν 40 δισεκατομμυρίων φράγκων, ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας, ἐπαναλαμβάνω Τραπέζης ὄχι ἁπλῶς Κρατικῆς, ἀλλὰ πλήρως ἐθνικοποιημένης, ἠρνήθη. Καὶ εὑρέθη πρὸ τραγικοῦ ἀδιεξόδου ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ὑπὸ παραίτησιν Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ πληρώσῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τῆς Γαλλίας καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συγκαλέσῃ ἐκτάκτως τὴν Βουλήν, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐτέλει ὑπὸ παραίτησιν καὶ νὰ θέσῃ τὸ δίλημμα, ὅπως ὁ ἴδιος τὸ ὠνόμασεν, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εὑρέθη, ἢ νὰ ἀφήσῃ ἀπλήρωτους τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τῆς Γαλλίας ἢ νὰ βιάσῃ —βιολὲρ κατὰ τὴν Γαλλικὴν ἔκφρασιν— τὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας καὶ νὰ ἀνοίξῃ τὰ θησαυροφυλάκιά της. Σᾶς τὰ λέγω αὐτά, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ἡ αὐτοτέλεια τῶν ἱδρυμάτων αὐτῶν, δὲν εἶναι κάτι ποὺ λέγεται ἁπλῶς εἰς τὴν σφαῖραν τῆς θεωρίας, οὔτε εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ἀλλαχοῦ δὲν γίνεται ἀποδεκτόν. Ἀντιθέτως, μάλιστα, εἰς τὸν τόπον μας ἡ αὐτοτέλεια τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος μέχρι σήμερον, δὲν ἔγινε πλήρως σεβαστή, μὲ τὴν ἔννοιαν, ὄχι ὅτι ὑπῆρξεν εὐθεῖα Κρατικὴ παρέμβασις εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐστάθη πάντοτε εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σταθῇ, διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον τὰ συμφέροντα τοῦ ἱδρύματος. Ἐπιπροσθέτως, κύριοι συνάδελφοι, ἀνεφέρθη ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι καὶ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος εἰς τὰ 1914 εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντικαταστήσῃ δι’ εἰδικοῦ νόμου, ἀνάλογον περίπου μὲ τὸν σημερινόν, τὸν τότε Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸν ἀείμνηστον Εὐταξίαν. Νομίζω, ὅτι ἡ σύγκρισις εἶναι ἄστοχος, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, δὲν ὑπῆρχεν ἁπλῶς ἡ δυσαρμονία ἡ ἀόριστος ἢ ἡ ἔλλειψις συνεργασιμότητος, ἡ ὁποία οὐδὲν λέγει, ποὺ ὤθησαν τὸν τότε Πρωθυπουργὸν νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὑπῆρχε μία ζέουσα ἐπιτακτικὴ ἐθνικὴ ἀνάγκη, ἡ Ἑλλὰς ἀντεμετώπιζεν ἔκτακτον κατάστασιν καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἠρνήθη νὰ δώσῃ προκαταβολὴν ἡ ὁποία ἐζητήθη, διὰ τὴν προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ.
§44Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Δὲν ἠρνήθη. Τὴν συνεζήτησε.
§45Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἠρνήθη ἢ συνεζήτησε, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀντέδρασε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θέλετε σεῖς εἰς τὴν χορήγησιν τῶν πιστώσεων διὰ τὴν προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι, ὅταν ἕνα Κράτος ἀντιμετωπίζει πόλεμον καὶ ἡ ὑπεύθυνος Ἐθνικὴ Τράπεζα σαμποτάρῃ τὴν πολεμικὴν προσπάθειαν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀντικατασταθῇ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης.
§46Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Δὲν ἦτο πολεμικὴ περίοδος.
§47Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐν προκειμένῳ, ὅμως, ποῖος λόγος συντρέχει διὰ νὰ γίνῃ αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἀναντιρρήτως δύναται νὰ λεχθῇ διὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, οὐδένα ἐκ τῶν θεσμῶν ἐσεβάσθη. Θὰ ὑπενθυμίσω τὴν διάλυσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς συγχωνεύσεως. Διεμαρτυρήθη τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ νομίζω καὶ ἡ κοινὴ γνώμη κατὰ μέγα μέρος, ἀλλ’ οὐδὲν ἴσχυσαν αἱ διαμαρτυρίαι, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διελύθη καὶ ἐδημιουργήθη μία νέα ἑνοποιημένη Τράπεζα, περὶ τῆς ὁποίας ἄλλην φορὰν θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω. Ἐν συνεχείᾳ, δὲν ἔγιναν σεβαστοὶ οὔτε οἱ κρατικοὶ λειτουργοί, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Ὁ νόμος 2500 ἐπικρέμαται ἀκόμη καὶ σήμερον, ὡς Δαμόκλειος σπάθη, ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλὰς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καί, ὡς νὰ μὴ ἔφθανον αἱ γενόμεναι ἀπολύσεις βάσει τοῦ νόμου 2500, ὡς νὰ μὴ ἔφθανον αἱ περίεργοι αὐταὶ διαθεσιμότητες, εἰς τὰς ὁποίας θέτομεν τοὺς ἀνωτάτους κρατικοὺς λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι, δὲν εἶναι «συνεργάσιμοι», διότι ὅπως ἐνθυμῆσθε μὲ μίαν διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου ἔχομεν δικαίωμα νὰ τοὺς ἐπιβάλωμεν νὰ κάμουν μελέτας μέχρις ὅτου γίνουν συνεργάσιμοι διὰ νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς ὑπηρεσίας των. Ἔχομεν προσφάτως ἀκόμη καὶ τὴν τακτικήν, προκειμένου νὰ κρίνωμεν οἱονδήποτε δημόσιον ὑπάλληλον διὰ προαγωγήν, νὰ τοῦ ζητοῦμεν πιστοποιητικὸν κοινωνικῶν φρονημάτων καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀποκρούωμεν τὰς προαγωγὰς ἱκανοτάτων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι φυσικὰ δὲν αἰσθάνονται οὐδεμίαν ἀσφάλειαν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ φαινόμενα. Θὰ ἠμποροῦσα νὰ ἐνθυμηθῶ ἀκόμη τὴν παρέμβασιν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐθίγη διὰ πρώτην φοράν, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, ἀπὸ χρόνια πολλὰ καὶ τὴν παρέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ πλείστας ἄλλας περιπτώσεις, διὰ νὰ μὴ ἐνθυμηθῶ καὶ τὰ ὅσα συνέβησαν εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ προσωπικῶς ὑπεστήριξα πάντοτε τὴν ἄποψιν, ὅτι εἰς ἕνα εὐνομούμενον Κράτος, πρωτεύει ὁ σεβασμὸς τῶν θεσμῶν καὶ ἀκολουθεῖ ἐν συνεχείᾳ τὸ θέμα τῶν προσώπων. Βεβαίως θὰ μοῦ ἀπαντήσητε, ὅπως καὶ ἄλλοτε ὅταν ἀνέπτυξα τὴν ἄποψιν αὐτήν, κἄποιος συνάδελφος εἰς διακοπήν μου παρετήρησεν, ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὰς θέσεις νὰ εἶναι κατάλληλοι. Ἀλλά, κύριοι, μὲ τὴν ἐπιχειρηματολογίαν αὐτήν, ὅπως καὶ τότε εἶπον, ὁδηγούμεθα εὐθέως πρὸς ὁλοκληρωτισμόν, διότι πάντοτε οἱ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς δικτάτορες ὑποστηρίζουν, ὅτι εἶναι ἀπὸ Θεοῦ σταλμένοι διὰ νὰ σώσουν τὰ Ἔθνη. Καὶ μὲ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἔννοιαν δηλαδή, τῆς προστασίας τῶν θεσμῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀποκρουστέα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοθετήματος τούτου. Προσωπικῶς, δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸ παρελθὸν διεκήρυξα, καὶ μὲ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω εἰσέρχομαι ἀμέσως εἰς τὸ δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον θέτει τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶχον, οὔτε ἔχω κανένα φιλικὸν δεσμὸν μὲ τὸν ἀποπεμπόμενον καὶ ἀπολυόμενον Διοικητὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀντιθέτως μάλιστα ἴσως θὰ ἐνθυμοῦνται καὶ οἱ κ.κ. συνάδελφοι, ὑπῆρξα, νομίζω, ὁ μόνος βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κατηγόρησα τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος δι’ ὡρισμένας παραβάσεις ἢ ὡρισμένα σφάλματα, τὰ ὁποῖα εἶχον διαπιστώσει, ὅτι διέπραξε. Κατὰ συνέπειαν οὐδαμῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ θὰ εἴπω, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι γίνομαι συνήγορος οὐδενός. Ἐξακολουθῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ πιστεύω, ὅτι τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἦτο παραδεκτόν, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος, διὰ νὰ ἀποδώσω τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι, νὰ προσθέσω, ὅτι διὰ τὸ καθεστὼς αὐτό, κατὰ κύριον λόγον πταίουν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις καὶ πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, καὶ ὅλως διόλου, κατὰ δεύτερον λόγον ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐπανειλημμένως καὶ ἐγὼ προσωπικῶς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς δώσῃ στοιχεῖα διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐλέγξωμεν ὡρισμένους τομεῖς, τοὐλάχιστον, τῆς δραστηριότητος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτε συνεζητεῖτο τὸ θέμα τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ ἄλλας περιπτώσεις πιστοδοτήσεως, εἴτε διὰ τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἴτε μέσῳ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, καὶ εἰς πλείστας ἄλλας περιπτώσεις ὅπως, φέρ’ εἰπεῖν, ἡ περίπτωσις τῶν χρηματοδοτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς τὰς ἐφημερίδας, ἐζητήσαμεν στοιχεῖα καὶ ἐζητήσαμεν ἔλεγχον καὶ ἐζητήσαμεν δημοσίαν συζήτησιν. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις ἠρνήθη, διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην προφανῶς ὁ κ. Μαντζαβῖνος ἦτο συνεργάσιμος καὶ προφανῶς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν. Καὶ τώρα ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ, βάσει τῆς ἀορίστου καὶ ἀπαραδέκτου πολιτικῶς —καὶ τολμῶ νὰ εἴπω— καὶ ἠθικῶς, δικαιολογίας τῆς μὴ συνεργασιμότητος ἢ τῆς δυσαρμονίας καὶ δὲν ἠξεύρω βάσει ποίας ἄλλης ἀορίστου ἐκφράσεως. Κύριοι συνάδελφοι, προσωπικῶς δι’ ἐμὲ ἡ θέσις αὐτὴ εἶναι παντελῶς ἀπαράδεκτος. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ ὤφειλεν, ἐὰν ὄντως ἤθελε νὰ ἐξυγιάνῃ τὸ ἐκδοτικὸν ἵδρυμα καὶ γενικώτερον νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὀρθῶς τὸ Ἑλληνικὸν τραπεζιτικὸν πρόβλημα, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ζητήσῃ τὸν ἔλεγχον, δεύτερον νὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα ὅλα ἐκεῖνα, τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπῃτοῦντο νὰ ἔλθουν εἰς τὴν δημοσιότητα, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εὐρυτάτη περὶ τούτου συζήτησις καὶ ἐν συνεχείᾳ, ἐφ’ ὅσον διεπιστοῦντο ὡρισμέναι ἐκθέσεις ἢ ὡρισμέναι κατηγορίαι νὰ προχωρήσῃ εἰς ὁποιονδήποτε μέτρον ἤθελε κρίνῃ ἐπιβαλόμενον. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πολλὰ λέγονται τὰς ἡμέρας αὐτάς, εἰς τὴν κοινὴν γνώμην —δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τὴν γραμμικὴν ἔκφρασιν τοῦ φιλτάτου κ. Γρηγορίου— πολλὰ λέγονται καὶ πολλοὶ συσχετισμοὶ γίνονται γύρω ἀπὸ τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οὐσιαστικῶς, κατόπιν τῆς καταργήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς συγχωνεύσεως καὶ τῆς δημιουργίας τῆς ἡνωμένης Τραπέζης, ἔχει δημιουργηθῆ ἓν στυγνὸν μονοπώλιον τῆς πίστεως, τὸ ὁποῖον καὶ τώρα εἶναι ἰσχυρότατον, καὶ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς θανάσιμον ἀντίθεσιν, φοβοῦμαι ὄχι πρὸς τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος προσωπικῶς, ἀλλὰ πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ὡς θεσμόν. Διότι ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἐκ τοῦ προορισμοῦ της ἀποτελεῖ τὴν τροχοπέδην, ἀποτελεῖ τὸ φρένον εἰς ὡρισμένας ἀπαιτήσεις τῶν τραπεζικῶν, τῶν ἐμπορικῶν τραπεζικῶν, οἱ ὁποῖοι φυσικὰ ἔχουν ἀντίθετα πρὸς αὐτὴν συμφέροντα. Ἐπανήλθομεν δυστυχῶς ἐν πολλοῖς εἰς τοὺς Τραπεζίτας τοῦ 18ου αἰῶνος, οἱ ὁποῖοι ἐνδιεφέροντο ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ τὸ κέρδος καὶ διὰ τίποτε περισσότερον καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἀντίθεσις αὐτή, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν εὐκαιρίαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ μνημονεύσω, ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν δύο συγκροτημάτων, ἡ ὁποία, καὶ τότε εἶπον καὶ σήμερον δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἐπαναλάβω, δι’ ἐμὲ εἶναι ἄνευ σημασίας καὶ ἄνευ ἀξίας, διότι πρόκειται περὶ ἀντιθέσεως, ἡ ὁποία κεῖται πέραν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ἀντίθεσις αὐτὴ καταλήγει αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῆς μιᾶς πλευρᾶς. Πέραν δέ, τούτου, πρόκειται, πολὺ φοβοῦμαι, περὶ ἐπικρατήσεως τῆς μιᾶς πτέρυγος εἰς ἕνα ἀγῶνα ἀδυσώπητον, ὁ ὁποῖος διεξάγεται ἀπὸ ὡρισμένα οἰκονομικὰ συγκροτήματα εἰς τὴν χώραν μας, τὰ ὁποῖα θέτουν ἐκποδὼν τοὺς ἀντιπάλους, διὰ νὰ κυριαρχήσουν πλήρως. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν νομίζω, ὅτι ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν ἐπέλεξεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος, δὲν εἶναι ἡ ἐπιβεβλημένη. Ἀφήνω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀσχέτως οἱασδήποτε ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν περὶ τῶν προσώπων, ἐγὼ τοὐλάχιστον πιστεύω, ὅτι ὡρισμένος σεβασμὸς ἐπιβάλλεται πρὸς τὸν οἱονδήποτε ἀνώτατον κρατικὸν λειτουργόν. Δὲν ρίχνονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὰ σκουπίδια ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τέλους καλῶς ἢ κακῶς, μὲ ὅσας δυνάμεις διέθετον, ὑπηρέτησαν τὸ Κράτος ἐπὶ σαράντα χρόνια, οὔτε ἀποπέμπονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Νομίζω, ὅτι περισσότερος σεβασμός, ἀσχέτως πλέον πρὸς τὸν θεσμόν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐπιβάλλεται.
§48Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μέμφεσθε τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἔδωσε πρὸς δημοσίευσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὴν δυσαρμονίαν τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ὅταν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος τὸ 1928 ἀπεμάκρυνε τὸν τότε Διοικητὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἔδωσε πρὸς δημοσίευσιν οἱαδήποτε λεπτομερειακὰ στοιχεῖα ἀποδεικνύοντα τὴν δυσαρμονίαν τῆς τότε Διοικήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν;
§49Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν γνωρίζω τίνα Διοίκησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὑπαινίσσεσθε.
§50Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τοῦ Διομήδους τὸ 1928.
§51Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμ.). Τὸ 1931.
§52Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω, γνωρίζω ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐπιμένω ἐπ’ αὐτοῦ, ἀποτελεῖ προσωπικήν μου πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ κουρασθῶ νὰ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν διοίκησιν τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων τῆς χώρας μας καὶ κατὰ συνέπειαν εὐθέως εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν μας, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε συζήτησις νὰ γίνεται εἰς τὰ παρασκήνια, οὔτε νὰ δίδεται ἐντύπωσις, ὅτι σκοτειναὶ καὶ ἀόρατοι δυνάμεις κατευθύνουν τὴν Κυβέρνησιν.
§53ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναφέρω ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἄγνωστον, ἴσως, ὅτι πλὴν τῆς περιπτώσεως τοῦ 1914, ἐπὶ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ὑπῆρξε καὶ μία ἄλλη περίπτωσις. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Νοεμβρίου, ὁπότε ἐσχηματίσθη ἡ πρώτη Κυβέρνησις τοῦ Δημ. Ράλλη, ἠξίωσεν οὗτος τὴν παραίτησιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Ἀλεξάνδρου Ζαΐμη καὶ μάλιστα μὲ τὴν ἀπειλήν, ὅτι ἐὰν δὲν παραιτηθῇ θὰ εἰσῆγε νομοσχέδιον. Τότε, διὰ νὰ μὴ συμβῇ τοῦτο, παρενέβην ἐγὼ ὡς πληρεξούσιος Ἀττικοβοιωτίας διὰ νὰ συμβιβάσω τὰ πράγματα, νὰ μὴ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον καὶ ἐκδιωχθῇ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος μάλιστα, ἦτο ὁ Ἀλέξανδρος Ζαΐμης, ἐπανειλημμένως πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπέτυχον ὅπως ἀναβληθῇ, ὥστε νὰ παραιτηθῇ, ὅταν θὰ γίνῃ ἡ Συνέλευσις τὸν Ἰανουάριον. Ὥστε, εἶναι καὶ ἄλλη περίπτωσις ἐπεμβάσεως, ἀποσοβηθείσης εἰς τοιοῦτον ζήτημα.
§54Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀποσοβηθείσης, καὶ πάντως, εὐπρεποῦς. Κύριοι συνάδελφοι, ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω, εἰς τὸ ὁποῖον μὲ πρόλαβεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος. Ἡ θητεία, ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ νόημα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ: Ὅτι κατοχυροῦται ἐπὶ κεφαλῆς ἑνὸς ἀνωτάτου κρατικοῦ ἱδρύματος ἕνα πρόσωπον διὰ μίαν ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον. Ἡ ὑπολειπομένη θητεία καὶ εἰς τὸν Διοικητήν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἰς τὸν Ὑποδιοικητήν, δὲν εἶναι μακρά. Ἰδίως ὁ δεύτερος θὰ ἀπεμακρύνετο, οὕτως ἢ ἄλλως, ληγούσης τῆς θητείας του, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἦτο ἀρεστὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μετὰ δίμηνον. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναμείνῃ τὴν λῆξιν τῆς θητείας διὰ νὰ θέσῃ εἰς τὴν θέσιν του οἱονδήποτε πρόσωπον ἤθελεν; Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, διατί νὰ κρυβώμαστε; Ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνεται, φοβοῦμαι, ὅτι πληρώνει, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, τὰς ἐσωτερικὰς ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν μέσα εἰς τὸν Συναγερμόν. Πέραν τῶν ἄλλων λόγων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα προηγουμένως, φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι θῦμα καὶ αὐτὸς τῆς «συνεχείας καὶ τῆς ἑνότητος», τὴν ὁποίαν ἐμφανίζει τὸν τελευταῖον καιρὸν ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός. Ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὁ ἀξιότιμος τέως ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, μᾶς τὸν εἶχεν ἐξυμνήσει μέχρις οὐρανοῦ, ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὰ ἀνὰ τὴν Εὐρώπην ταξίδιά του. Καί, θὰ ἐνθυμῆται, ἴσως, ἡ Βουλή, ὅτι ὑπερηφάνως ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ παρέσχε τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ κ. Μαντζαβῖνος, ὄχι μόνον μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἦτο φίλος πιστὸς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ, τὴν ὁποίαν ἐβοήθη ὅσον οὐδεὶς ἄλλος εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς πολιτικῆς της ἀλλὰ ἔκτοτε, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Κέντρου συνειργάζετο μαζί του καὶ μὲ τὸν κ. Παπάγον, προσωπικῶς, διὰ νὰ προετοιμάσῃ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ Συναγερμοῦ, ὅτε αὐτὸς θὰ ἀνήρχετο εἰς τὴν ἐξουσίαν. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι εὐχερὲς νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, ὅτι ὁ κ. Μαντζαβῖνος, εἴτε ἐπολιτεύθη, ἐκτὸς ἐὰν ἠννόει, ὅτι τὸν ἀντικαθιστᾷ, διότι ἐπολιτεύθη ὑπὲρ τοῦ κ. Μαρκεζίνη, οὔτε διότι δὲν ἔχει «συνεργασιμότητα», οὔτε διότι ἐδημιούργησεν οἱασδήποτε δυσχερείας. Προσωπικῶς, πιστεύω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ καταλογισθῇ εἰς τὸν κ. Μαντζαβῖνον, εἶναι, ἀκριβῶς, τὸ ἀντίθετον, ὅτι ἦτο περισσότερον τοῦ δέοντος συνεργάσιμος καὶ ὅτι ἔκαμνε περισσοτέρας τοῦ δέοντος συγκαταβάσεις πρὸς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις. Συγκαταβάσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσει, ἴσως πληρώνει αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἄλλωστε, κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ πότε εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ διαπιστώσῃ τὴν δυσαρμονίαν αὐτὴν μὲ τὸν κ. Μαντζαβῖνον; Ἕως ὅτου αὐτὸς ἀναλάβῃ τὸ φορτίον τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ ἀπόλυτος ἦτο ἡ ἁρμονία τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ἔκτοτε, διήρρευσεν ἕνας μῆνας καὶ ἀπὸ τὸν ἕνα μῆνα τὰς 15 ἡμέρας ἦτο εἰς τὸ Παρίσι. Καὶ μόλις ἦλθεν ἀπὸ τὸ Παρίσι τὸν καλεῖ νὰ παραιτηθῇ. Ποῦ καὶ πότε διεπίστωσε τὴν δυσαρμονίαν αὐτήν; Ἄλλωστε, ἐὰν πιστεύσωμεν εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγονται —ἐγὼ δὲν ἐντρυφῶ εἰς τὰ παρασκήνια οὔτε μὲ ἐνδιαφέρει νὰ συζητήσω ποῦ κεῖνται ἔξω τῆς δημοσιότητος— ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς διεβεβαίου τὸν κ. Μαντζαβῖνον, ὅτι εἶναι ἀμέριστος ἡ πρὸς αὐτὸν ἐκτίμησις καὶ ἐμπιστοσύνη του. Δὲν ξεύρει κανεὶς τί νὰ ὑποθέσῃ. Ἂν ἐνθυμηθῇ τὸ προηγούμενον τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀεροπορίας, τείνει νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἀποτελεῖ ἀτύχημα τὸ νὰ ἀπολαμβάνῃ κανεὶς τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως! Κύριοι συνάδελφοι δὲν ἐπιθυμῶ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ θέματος νὰ προσθέσω τίποτε περισσότερον. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὄντως —καθ’ ἃ δημοσίᾳ ἐκήρυξε— προτίθεται νὰ θέσῃ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος καὶ εἰδικότητα ἔχει καὶ ἀναντιρρήτως δὲν εἶναι πολιτικός, θὰ θελήσῃ ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀντιμετωπίσῃ οὐσιαστικῶς τὸ πρόβλημα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἀναζητήσῃ τὸν τρόπον τῆς θεραπείας ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην θεραπείας. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ὄντως ἄγεται ἀπὸ καλὴν διάθεσιν —καὶ δι’ αὐτό, προσωπικῶς, εἶμαι πεπεισμένος— εἰς τὴν νέαν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν καταβάλλει, ἐν ὄψει τοῦ θέματος τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας μας. Πρὸς τὸν σκοπὸν ὅμως αὐτὸν νομίζω, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ πέραν τοῦ προσωπικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀντιμετωπίζει καὶ ὅλα τὰ ἀνοικτὰ καὶ ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης, προβλήματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὀφείλει νὰ ἐπιχειρήσῃ, τοὐλάχιστον νὰ ἐπιχειρήσῃ, νὰ φέρῃ κἄποιαν τάξιν καὶ νὰ ἀποφύγῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένοντο. Νομίζω, ὅτι ὁ νέος Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος θὰ δυνηθῇ νὰ τοῦ παράσχῃ βοήθειαν ἐν τούτῳ. Ἀλλά, ἀσχέτως καὶ πέραν τοῦ τί θὰ γίνῃ εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἡμεῖς, νομίζω, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ καὶ πάλιν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως καὶ εἰς τὸ παρελθὸν εἴχομεν ζητήσει καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἀρνηθῇ αὐτὴν τὴν φοράν, νὰ θέσῃ δηλαδή, ὑπ’ ὄψει τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι οὐσιαστικῶς χρήσιμα διὰ μίαν εὐρυτέραν συζήτησιν. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας προεξώφλησε κατὰ κἄποιον τρόπον τὴν ἄποψιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ θὰ μᾶς ἐκθέσῃ ἐν συνεχείᾳ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἐπέβαλον νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασίν του.
§55Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Εἶπον, ἐὰν τὸ κρίνει σκόπιμον.
§56Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι τὸ «ἐὰν», τὸ ὁποῖον προσετέθη τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀποτελεῖ τὴν διέξοδον, τὴν ὁποίαν χρειάζεται ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ διὰ ἀναφέρῃ τὸ συγκεκριμένον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν ἠμπορῶ νὰ φαντασθῶ. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅμως, ἐν πάσῃ περιπτώσει, χάριν τοῦ κύρους τῆς Κυβερνήσεώς μας καὶ χάριν αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος καὶ τοῦ θεσμοῦ, ὅτι θὰ θελήσῃ, ὁ κύριος ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ νὰ ἀναπτύξῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος τοὺς οὐσιαστικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τὸν ὡδήγησαν εἰς δυσαρμονίαν μὲ τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Διότι, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θὰ εἶναι καθόλου εὐχάριστον νὰ ἐγκαινιασθῇ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς δευτέρας διετίας μὲ μέτρον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ἂν μὴ τί ἄλλο ἔχει τὴν ἔννοιαν προσωπικῆς ἀντιθέσεως καὶ προσωπικῆς ἐκδικήσεως. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας εἶπε καὶ κάτι ἄλλο προηγουμένως, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ τὸ εἶχον σκεφθῆ: Ὁ νέος Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀσφαλῶς —καὶ εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου — ἐφ’ ὅσον τὸ καθεστὼς διατηρηθῇ ὡς ἔχει σήμερον εἰς τὴν Τράπεζαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἐπὶ μακρόν. Ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ λειτουργῇ καθ’ ὃν τρόπον λειτουργεῖ ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ αἱ κρατικαὶ παρεμβάσεις νὰ γίνωνται καθ’ ὃν τρόπον ἐγένοντο, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν σήμερον καταλαμβάνει. Καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ διάρκεια τοῦ βίου του ὡς Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος θὰ εἶναι ἐξ ἴσου βραχεῖα μὲ τὴν διάρκειαν τοῦ βίου τῆς δευτέρας διετίας τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς εἰς τὴν πρώτην περίοδόν του, εἰς τὴν περίοδον τῆς ἀκμῆς καὶ τῆς «ρωμαλεότητός» του, μᾶς εἶχε συνηθίσει εἰς τοιούτου εἴδους γενναίας ἀποφάσεις. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ καὶ εἰς τὸν τόνον καὶ εἰς τὸ περιεχόμενον τῶν πρώτων δηλώσεών του ἐνώπιον τοῦ Σώματος, εἶχεν ἐμφανίσει μίαν διαφοράν, καὶ τὸ εἴχομεν σημειώσει τότε εὐχαρίστως ἀπὸ τοῦ βήματος. Βλέπω ὅμως, ὅτι ἐπαναλαμβάνεται ἐν συνεχείᾳ ἡ ἰδία ἀποφασιστικὴ καὶ ρωμαλέα ἀντιμετώπισις ὡρισμένων θεμάτων, ὅπως ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ προκάτοχός του —καὶ ἀντίπαλός του καθ’ ἃ δεικνύουν τὰ πράγματα σήμερον— εἶχεν ἀκολουθήσει. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἡ περίοδος τῆς ἀκμῆς τοῦ Συναγερμοῦ. Τώρα εἶναι ἡ περίοδος τῆς πτώσεως τοῦ Συναγερμοῦ, πολὺ φοβοῦμαι δὲ, ὅτι παρόμοια πράγματα ἀποτελοῦν ξεσπάσματα ἐν ὄψει ξεψυχίσματος, τὸ ὁποῖον μοιραίως ἔρχεται. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ γενικωτέρα πολιτικὴ συζήτησις καὶ ὁ καθένας δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τούτῳ τὰς ἀντιλήψεις του. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο — καὶ μὲ αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ τερματίσω τὴν ἀγόρευσίν μου— ἀσχέτως τῆς εἰδικῆς περιπτώσεως περὶ τῆς ὁποίας εὐθέως εἶπον τὰς ἀπόψεις μου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παραδεκτὸν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, διότι εἶναι νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον διὰ λόγους καθαρῶς προσωπικοὺς θίγει καὶ καταλύει θεσμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι χρήσιμοι διὰ τὸ Κράτος μας, καὶ τοὺς ὁποίους ὅλοι μας ἔπρεπε νὰ περιβάλωμεν μὲ στοργὴν καὶ ἀγάπην. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπαγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§58Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, καλούμεθα νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην ἐπὶ νομοθετήματος σοβαρωτάτου διὰ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας, χωρὶς νὰ δοθῇ εἰς ἡμᾶς ἡ στοιχειώδης ἐκείνη ἄνεσις, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει μὲ εὐσυνειδησίαν καὶ μὲ μελέτην ἀξίαν τοῦ περιεχομένου τοῦ θέματος, νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου, πράγματι, διενεμήθη, ὡς γνωρίζουν τὰ μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς αὐτὰ ἀργὰ μετὰ μεσημβρίαν τῆς χθές, μετὰ δύο δὲ ὥρας, ἐκαλούμεθα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς σύσκεψιν καὶ ἀκριβῶς τὴν 5.30′ ἀπογευματινήν. Ἐκεῖ ὑπεχρεώθημεν εἰς συζήτησιν τοῦ νομοθετήματος τούτου, ἐν ἀπουσίᾳ τόσον τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειοψηφίας ὅσον καὶ ἀμφοτέρων τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα εἰσάγουν τὸ νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλήν. Ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι θὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπὶ ἑνὸς, ἐπαναλαμβάνω, τόσον σοβαροῦ νομοθετήματος, ὀλίγον προχείρως. Ἡ μόνη μου παρηγορία εἶναι, ὅτι προχείρως συνετάχθη καὶ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς, ὅπως θά ἀποδείξω ἐντὸς ὀλίγου. Ἡ μόνη δικαιολογία, κ. βουλευταί, ἡ ὁποία παρέχεται ἀπὸ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀνάγκην ἐξασφαλίσεως στενῆς καὶ ἀπροσκόπτου συνεργασίας μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Διοικήσεως τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος. Οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι διῆλθον ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, ἐσημείωσαν ὅτι, οὐδεμία ἀπόδειξις παρέχεται μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους ὑπουργούς, διὰ τὴν ἀκρίβειαν αὐτῆς τῆς δικαιολογίας. Ἐγὼ, θὰ προσθέσω, ἀπὸ ὅσα τοὐλάχιστον γνωρίζω ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ λόγῳ τῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν εἶχον μέχρι πρὸ ὀλίγου, γνωρίζω ἀρκετὰ, ὅτι ἡ συνεργασία μεταξὺ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ γενικώτερον τῆς Διοικήσεως αὐτῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρξε στενὴ καὶ ἀπολύτως ἀπρόσκοπτος, μέχρι, τοὐλάχιστον, τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤμην ὑπουργός, δὲν ἔχω δὲ πληροφορίας, ὅτι ἔκτοτε ὑπῆρξεν οἱαδήποτε σύγκρουσις μεταξύ των. Ἐξ ἀντιθέτου εἶναι γνωστὸν — ἐλέχθη ἤδη, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω στοιχεῖα, ἐν προκειμένῳ —ὅτι ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀπελάμβανε τῆς ὅλως ἐξαιρετικῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς ταύτης τῆς ἡγεσίας τῆς Κυβερνήσεως, μέχρι καὶ πρὸ ὀλίγου. Δὲν θὰ ἦτο ἑπομένως, ἁπλῶς ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰδικώτερον τῶν εἰσηγουμένων τὸ νομοσχέδιον ὑπουργῶν, νὰ φέρουν ὑπ’ ὄψιν τῆς Ἀντιπροσωπείας, τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα καὶ τοὺς λόγους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καθιστοῦν ἐνδεχομένως βάσιμον τὴν δικαιολογίαν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Εἰς ἐναντίαν περίπτωσιν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, κ. βουλευταί, νὰ συναγάγωμεν ὅτι, τὸ τόσον ἀόριστον ἐπιχείρημα τῆς συνεργασιμότητος εὑρέθη τὴν τελευταίαν στιγμήν, διὰ νὰ καλύψῃ τὴν ἀπειρίαν τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὃν ἀκριβῶς τρόπον καλύπτει τὴν ἀπορίαν του, διὰ τοῦ βηχὸς ὁ ψάλτης, τοῦ λαϊκοῦ γνωμικοῦ: «ἀπορία ψάλτου βήξ». Τούτων, οὕτως ἐχόντων, διερωτῶμαι, κ. βουλευταί, καὶ νομίζω μαζύ μου, ὅτι διερωτᾶσθε καὶ σεῖς, ποῖοι εἶναι οἱ πραγματικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ὑπ’ ὄψιν μας αὐτὸ τὸ νομοθέτημα. Πρὶν ἢ ἀναφέρω τὰς χθεσινὰς ἀπαντήσεις εἰς αὐτὸ τὸ ἐρώτημα θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναλύσω προηγουμένως, τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον. Ὅπως εἶναι γνωστόν, ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἱδρύθη τὸ 1927 διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη τότε κατόπιν μακρᾶς καὶ ἐπιπόνου συνεργασίας μεταξὺ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κ.Τ.Ε., τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, αἱ ὁποῖαι ἐξεπροσωποῦντο τότε, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπὸ τὸν κ. Τσουδερόν, τὸν Διομήδην καὶ τὸν Ι. Δροσόπουλον. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον εὑρίσκετο, ὅπως ἠξεύρετε ὅλοι, εἰς τὰς χεῖρας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ θὰ ἀναφερθῶ καὶ ἐγὼ ἐπάνω, κατὰ παρέμβασιν, εἰς τὸ ἐπεισόδιον τῆς ἀπολύσεως τοῦ Ι. Εὐταξία ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸ 1914, διὰ νὰ προσθέσω ἓν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεφέρθη ἕως τώρα. Ὅτι δηλαδή, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία εἶχεν εἰς χεῖρας της τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον, ἦτο καθαρῶς ἰδιωτικὴ Τράπεζα μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἡ δὲ Διοίκησις αὐτῆς ἐξελέγετο ἀπὸ τὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων, χωρὶς ἡ σχετικὴ ἀπόφασις τῆς συνελεύσεως νὰ τίθεται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συμβαίνει σήμερον, προκειμένου περὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ἐπιχείρημα λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀνάλογος, ἡ περίπτωσις, δὲν στέκει, διότι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἡ γινομένη ἀποφάσει τῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων, τίθεται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῆς κυβερνώσης κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἑπομένως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Ἐλευθ. Βενιζέλος ἐζήτησε νὰ πράξῃ, ἤδη εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἔχει ἤδη γίνει, ἔχει δηλαδὴ ἐγκριθῆ ἡ ἐκλογὴ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Σταματῶ τὴν παρέκβασιν διὰ νὰ δώσω μερικὰς ἀκόμη πληροφορίας σχετικὰς μὲ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Ὅπως εἶπον, αὕτη ἱδρύθη τὴν 17.6.1927 διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, διὰ τοῦ ὁποίου καθωρίσθησαν βασικαί τινες ἀρχαί. Μία ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἡ αὐτοτέλεια τῆς Τραπέζης. Καθωρίζετο ὅτι τὸ κεφάλαιον τῆς Τραπέζης δὲν θὰ ἦτο εἰς χεῖρας τοῦ κράτους, ἀλλὰ θὰ ἦτο εἰς χεῖρας μετόχων. Τὸ κράτος καὶ οἱ Ὀργανισμοί, οἱ ἀπὸ αὐτὸ ἐξαρτώμενοι, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ ἔχουν περισσότερον τοῦ 10% τοῦ κεφαλαίου. Πλὴν τῆς αὐτοτελείας αὐτῆς ἐλαμβάνετο πρόνοια νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ὁ ἔλεγχος τῆς πίστεως καὶ τῆς κυκλοφορίας τοῦ χαρτονομίσματος, σημαντικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα καὶ ἔκτοτε ἐπιτελεῖ καὶ μαζὶ μὲ αὐτά, τῆς ἐδόθη τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ἄδεια νὰ παρεμβαίνῃ εὐθέως αὕτη εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ νὰ ρυθμίζῃ θέματα πιστωτικά. Ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐκλέγεται ἀπὸ τὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων, ἀλλὰ ἡ ἐκλογὴ αὕτη ὑπόκειται εἰς ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἄς ἴδωμεν τώρα τί πράττει ἐν προκειμένῳ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ οὐσιαστικῶς καταργεῖται ἡ αὐτοτέλεια τοῦ ἱδρύματος. Ἡ Διοίκησίς του θὰ ἀσκῆται ἐφεξῆς ἀπὸ ἕνα εἶδος μετακλητῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα —καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ λογικὸν συμπέρασμα τοῦ μέτρου— θὰ ἀπέρχωνται ὄχι κἄν μαζὶ μὲ τὴν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τοὺς διώρισεν, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ὁποίου διωρίσθη. Διότι μὴ λησμονῆται ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν 24 μηνῶν, ἐπὶ κυβερνήσεως Συναγερμοῦ, ἐγένοντο τρεῖς βασικαὶ μεταβολαὶ εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα αὐτῆς καὶ θὰ ἦτο λογικόν, σύμφωνα μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὰς τρεῖς αὐτὰς φορὰς νὰ ἀλλάξῃ ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, καὶ θὰ ἔρχωνται Διοικηταί, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι δυνατὸν — κατ’ αὐτὸν τὸν περιέργως πολὺ στενὸν τρόπον — νὰ συνεργάζωνται μὲ τοὺς ἑκάστοτε ἔχοντας τὴν εὐθύνην τοῦ οἰκονομικοῦ τομέως. Ἡ θέσπισις ἑνὸς τοιούτου μέτρου βλέπετε εἰς ποῖα ἄτοπα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγάγῃ. Ἀλλὰ δὲν προβλέπει μόνον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὴν μεταβολὴν δηλαδὴ τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τῶν διοικούντων τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος εἰς ἁπλοῦς μετακλητοὺς ὑπαλλήλους, παρομοίους μὲ τοὺς ἰδιαιτέρους γραμματεῖς τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ νὰ ἀποχωροῦν μαζί των. Ὑπάρχει καὶ τὸ ἄρθρον 2 ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν ἄσκησιν μιᾶς περιέργου πιέσεως, ἅς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, ἑνὸς ἀπροκαλύπτου καὶ συνεχοῦς ἐκβιασμοῦ εἰς βάρος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Τραπέζης. Αὐτό, κύριοι, πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ἀποτελεῖ κυριολεκτικῶς νομοθετικὴν ἀσχημίαν καὶ ἡ μόνη δικαιολογία τῶν συνταξάντων τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἡ βία καὶ ἡ προχειρότης, μὲ τὴν ὁποίαν συνέταξαν τοῦτο. Διότι θὰ ἦτο δυνατὸν εὐπρεπέστερον ἐφ’ ὅσον προβαίνει τὸ νομοθέτημα εἰς καρατόμησιν ὁλοκλήρου τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν καρατόμησιν αὐτὴν καὶ εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον. Νὰ ἀπολυθῇ ἑπομένως διὰ μιᾶς ἁπλῆς καὶ εὐπρεποῦς διατάξεως τὸ διοικητικὸν συμβούλιον, νὰ ἀντικατασταθῇ μὲ ἕνα ἄλλο τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτὸ τὸ ἄλλο νὰ ἐκλέξῃ τοὺς νέους Διοικητὰς καὶ ἐπίσης νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀποστολῆς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν τομέα της κατὰ τρόπον παρέχοντα ἐμπιστοσύνην ἀπόλυτον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀντὶ τούτου, διὰ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3, καλεῖται τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, ἢ πειθαναγκαζόμενον νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἐκ τῶν προτέρων ἐκλεγέντας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἢ νὰ αὐτοκτονήσῃ. Πέραν δὲ αὐτοῦ μένει ὡς μάχαιρα ἐπικρεμαμένη ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου ἡ διάταξις αὐτὴ ἐν συνεχεία, διότι καὶ ἐὰν ψηφίσῃ τοὺς δύο Διοικητάς, τὸ διοικητικὸν συμβούλιον θὰ παραμείνῃ μέν, ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει φέρῃ τὴν παραμικρὰν ἀντίρρησιν κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς πιστωτικῆς πολιτικῆς, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολύεται διὰ μιᾶς πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Πιθανὸν νὰ ἐνόμιζεν ὁ νομοθέτης ὅτι μὲ μίαν τοιαύτην νομοθετικὴν ἀσχημίαν θὰ κατώρθωνε νὰ ἄρῃ ἀπὸ τὴν νομοθετοῦσαν κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην διὰ τὸν διορισμὸν τῆς νέας Διοικήσεως. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἀπολυθῇ ἀπὸ τοῦδε τὸ διοικητικὸν συμβούλιον, νὰ διορισθῇ νέον τοιοῦτον, ὁπότε τὴν εὐθύνην καὶ διὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου καὶ διὰ τὸν διορισμὸν τῶν νέων Διοικητῶν θὰ ἔχῃ, ὅπως πρέπει νὰ ἔχῃ, κατόπιν τῆς πρωτοβουλίας ποὺ λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι βουλευταί, τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοθετήματος. Καὶ ἤδη ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον διετύπωσα ἐν ἀρχῇ. Ποῖοι εἶναι δηλαδὴ οἱ πραγματικοὶ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Οἱ λόγοι, κύριοι βουλευταί, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι δύο. Λόγοι καθαρῶς προσωπικοὶ ἢ καθαρῶς κομματικοί. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ προκείμενον θέμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐν πολλοῖς ἐξαρτᾶται ἡ εὐημερία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἡ κοινωνικὴ ἠρεμία τοῦ τόπου, ἄνδρες ὑπεύθυνοι, διαχειριζόμενοι τὰ κοινά, νὰ παρεσύρθησαν ἀπὸ λόγους προσωπικοὺς ἢ κομματικούς. Εἰλικρινὰ ἐπιθυμῶ ν’ ἀποκρούσω τὴν δυνατότητα αὐτὴν καὶ δι’ αὐτὸ θὰ σταματήσω ἐδῶ. Καὶ θὰ προχωρήσω εἰς τὴν δευτέραν δυνατὴν ἐξήγησιν ἡ ὁποία προβάλλει: Τὴν θεωρητικὴν καὶ ἀξίαν βεβαίως μελέτης, τοποθέτησιν τὴν ὁποίαν ἴσως κάμνουν τὰ ἁρμόδια μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὅτι δηλαδὴ εἶναι προτιμότερον νὰ ἔχωμεν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ πλέον τὴν αὐτοτέλειαν ποὺ προέβλεψεν τὸ πρωτόκολλον τῆς Γενεύης τοῦ 1927, ἀλλὰ ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἐξάρτημα καθαρῶς κρατικόν. Τὴν θεωρητικὴν δηλαδὴ τοποθέτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐθνικοποιεῖτο καὶ ἑπομένως θὰ ἤσκει τὴν πολιτικήν της, τὰς ἁρμοδιότητας αἱ ὁποῖαι τῆς ἔχουν ἀνατεθῆ, ὑπ’ εὐθύνην ἄμεσον τοῦ Κράτους. Μία τοιαύτη ἄποψις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρουσθῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ἄνευ συζητήσεως, διότι εἰς τὰ θέματα τὰ οἰκονομικά, μοῦ ἐδόθη καὶ ἄλλοτε ἡ εὐκαιρία νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν· δὲν ἐπιτρέπεται κανενὸς εἴδους προκατάληψις προσήλωσις πρὸς δογματισμούς. Ἀλλά, ἕν τοιοῦτον θέμα, ἕν τοιοῦτον πρόβλημα — εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ συμφωνήσουν καὶ οἱ ὑπογράφοντες τὸ νομοσχέδιον συνάδελφοι — ἀπῄτει μίαν μακρὰν καὶ λεπτομερῆ εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἐξηγοῦσαν εἰς τὸ Σῶμα τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν τῶν προτεινόντων τὴν μεταβολήν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πείσουν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ κυρώσῃ ἕνα τόσον ριζικὸν μέτρον. Καὶ μία τοιαύτη λεπτομερὴς εἰσήγησις δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ παρὰ μετὰ προσήκουσαν καὶ εὐσυνείδητον μελέτην τοῦ θέματος, τὴν ὁποίαν βεβαίως χρεωστοῦν καὶ πρὸς ἑαυτοὺς οἱ συνάδελφοι, οἱ ὑπογράφοντες τὸ νομοθέτημα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ Σῶμα ἐκ σεβασμοῦ πρὸς αὐτό. Κάμνω λοιπὸν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προσωρινῶς καί, ἐφόσον ἡ πραγματικὴ σκέψις ἡ ὁποία τὴν ὤθησεν εἶναι τὸ ἐρώτημα μήπως θὰ εἶναι καλύτερον νὰ ἔχωμεν Τράπεζαν Ἐκδοτικήν, ἡ ὁποία νὰ ἐξαρτᾶται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ δημόσιον καὶ νὰ μὴ ἔχῃ αὐτοτέλειαν, νὰ φέρῃ ἐκ νέου τὸ θέμα ἀφοῦ τὸ μελετήσει πληρέστερον καὶ ἀφοῦ τὸ ἐμφανίσει ἀρτιώτερον. Πάντως δὲ μὲ περισσότερον σεβασμὸν πρὸς τὸ Σῶμα. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δυνατὸν οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ κρίνουν ὅτι δὲν πρέπει πλέον ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος νὰ ἔχῃ τὴν αὐτοτέλειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον, νὰ μὴ ὑπάρχῃ Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ εἶναι τὸ Κράτος, ὁ μόνος κεφαλαιοῦχος της. Εἴτε καὶ νὰ διορίζῃ ἐκεῖνο τὸ Διοικ. Συμβούλιον, ἔχοντας εὐθύνας δι’ αὐτό. Παλαιὸς ὑπουργός, εἶχεν εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ ἰσόγειον τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ὅπου τὸ καφενεῖον Γαμβέτα, θὰ ἐγκαταστήσῃ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ἐκτυπωτικὰ μηχανήματα καὶ θὰ ἀναλάβῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν ἔκδοσιν χαρτονομίσματος. Εἶναι δυνατὸν ἀκόμη νὰ σκεφθῇ κανεὶς ὅτι μία Διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ σήμερον ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος; Δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὰς γνώμας αὑτάς, εἶμαι ὅμως ἕτοιμος νὰ ἀκούσω ὁτιδήποτε, ἀρκεῖ νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ὑπευθύνως εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἄλλως τε γνωστόν, ὅτι εἰς ἀρκετὰς χώρας, τὸ Ἐκδοτικὸν Ἵδρυμα εἶναι ἐθνικοποιημένον. Ἀλλ’ ἡ περίεργος ἀντίληψις περὶ «στενωτάτης συνεργασίας», δὲν ἔχει διατυπωθῆ ἡ θεωρία μέχρι σήμερον οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, νὰ διατυπώσω μίαν ἐρώτησιν. Διατὶ βιάζεται τόσον πολύ; Δύο μόλις ἡμέρας μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν του ὡς ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ δηλώσεις ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ νὰ ἐξαγγείλῃ ἀσύνδετα καὶ ἐν πολλοῖς ἄνευ σημασίας μέτρα, ὡς τὴν δῆθεν νέαν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸς στιγμὴν ἀνησύχησα, ἀλλὰ ἔδωσα εἰς ἐμαυτὸν τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος θὰ παρεσύρθη ἀπὸ ἀρκετὰ δεδικαιολογημένον ἐνθουσιασμόν. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ ἐνθουσιασμὸς ἐνίοτε χρειάζεται καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα. Εἶναι καὶ αὐτὸς ἕνας παράγων, ὁ ὁποῖος συντελεῖ εἰς τὴν καταβολὴν μεγαλυτέρας προσπαθείας. Συγχρόνως ὅμως ἐσκέφθην, ὅτι μερικὰ ἀπὸ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐξηγγέλθησαν, ἐὰν μή τι ἄλλο, διεκρίνοντο ἀπὸ μίαν «προχειρότητα». Μεταξὺ αὐτῶν ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὸ μέτρον τοῦ ἑνιαίου φόρου. Εἰς διακοπὴν τότε τοῦ κ. Μητσοτάκη, ἀμφισβητήσαντος τὸ νέον του μέτρον, ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἀφοῦ συνεννοήθη μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδήλωσεν ὅτι οὔτε κἂν ἴχνος σχετικῆς προεργασίας ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Περίεργον! Ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχεν ἀκόμη ἴχνος προεργασίας, πῶς ἐξηγγέλθη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου αὐτοῦ; Θὰ ἀνέμενε κανεὶς τὰ νέα μέτρα νὰ ἐξετάζωνται, νὰ μελετῶνται, νὰ σταθμίζωνται τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν, καὶ ἔπειτα νὰ εἰσάγεται ἡ ἐφαρμογή των. Ἡ πραγματικότης εἶναι ἄλλη. Τὸ μέτρον τοῦ ἑνιαίου φόρου εἶναι γνωστόν, ὄχι μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ ἀπὸ διετίας ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς προηγουμένας Κυβερνήσεις. Ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ καὶ ὁ φορολογικὸς αὐτῆς Σύμβουλος, εἶχεν ἐπανειλημμένως κατατοπίσει τοὺς ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι διῆλθον ἐκεῖθεν, ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἑνιαίου φόρου. Ἔκτοτε ἐγένετο προεργασία. Αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου ἐγνώριζον τὸ θέμα, διότι ὑπεβλήθησαν ἔγγραφοι εἰσηγήσεις τοῦ φορολογικοῦ συμβούλου τῆς Ἀμερικανικῆς ἀποστολῆς, αἱ ὁποῖαι καὶ συνεζητήθησαν, εἰς δὲ τὸν προϋπολογισμὸν 1953–54, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν ὅλων σας καὶ συνετάχθη εἰς χρόνον μὴ δυνάμενον νὰ θεωρηθῇ ὕποπτος ἀνέφερον, ὅτι κάποτε πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ ἑνιαίου φόρου, ἀλλὰ προσέθετον ὅτι δὲν εἴμεθα ἀκόμη τότε ἕτοιμοι. Ὅταν τὸ θέμα ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας θὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ προβλήματος. Τὸ νὰ εὑρίσκεται, ὁ κ. ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, ἐν ἀγνοίᾳ ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἦτο εὔλογον νὰ μοῦ προκαλέσῃ ἀνησυχίας. Ὀλίγον ἀργότερον, εἰσηγήσει τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ἐγένετο διὰ τοῦ στόματος, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐξαγγελία περὶ τῆς κωδικοποιήσεως ὅλης τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑλλάδος, κωδικοποιήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐγένετο μάλιστα ἐντὸς συντομωτάτου χρονικοῦ διαστήματος. Εἶχε πάλιν διαφύγει τῆς προσοχῆς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτὴ εἶχεν ἤδη ἀρχίσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοῦ 1953 καὶ ὅτι ἐτυπώθησαν 55 ὁλόκληροι τόμοι νομοθεσίας. Καὶ ὅτι ἀκόμη ἀποτελεῖ ὄχι μόνον σύντομον χρόνον, ἀλλὰ ἔτη μακρά. Καὶ ὅτι εἶναι σκοπιμώτερον, ἀφοῦ ἠρχίσαμεν μίαν προσπάθειαν νὰ τὴν φέρωμεν εἰς πέρας, παρὰ νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν ἀλογίστως.
§59Λ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐπειδὴ καὶ ἀπὸ τοῦ τύπου ἐδηλώσατε, ὅτι προχείρως ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤθελον νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐγκυκλίου αὐτῆς, τὴν ἀνέλαβον ἐγὼ καὶ ὁ συντάκτης τῆς ἐγκυκλίου αὐτῆς, εἶμαι ἐγώ. Ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ, ἐφ’ ὅσον τόσον ὁμαλῶς συνειργάσθημεν, κ. συνάδελφε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν, λέγω, νὰ νομίσητε ὅτι, ἀγνοῶ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον μαζὶ ὑπηρετούσαμεν. Ὅπως ἀνέγραψαν καὶ αἱ ἐφημερίδες τότε, κατόπιν δηλώσεών μου, τὴν πρώτην ἐγκύκλιον, διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς κωδικοποιήσεως, τὴν ἐξέδωσα ἐγὼ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1953. Πολὺ πρίν, ἀνέλαβεν ὁ κ. Βάληνδας τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε. Ἀλλά, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἀνεφέρθη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θελήσωμεν νὰ ὑποστηρίξωμε ὅτι ἡμεῖς εἴχαμεν τὴν φαεινὴν ἰδέαν τῆς κωδικοποιήσεως, διότι καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη καὶ μάλιστα θὰ ἀναφέρω—καὶ θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ παλαιότεροι—ὅτι ἐπὶ ὑπουργίας Ταλιαδούρου, ἐγένετο ἡ πρώτη ἐγκύκλιος ἐπὶ Κυβερνήσεως Π. Τσαλδάρη καὶ εἶχεν ἀποφασισθῇ νὰ γίνῃ ἡ κωδικοποίησις. Ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν συμπερασμάτων τῆς ἐργασίας τοῦ κ. Βάληνδα, τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, καὶ μάλιστα μαζὶ ἐν συνεννοήσει, ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι πλέον ἡ κατάλληλος στιγμή, διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς κωδικοποιήσεως. Ὁ κ. Βάληνδας, εἶχεν ἀρχίσει τὸ ἔργον τῆς συρραφῆς, ὅλων αὐτῶν τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω καὶ διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ καταθέσῃ ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, θὰ προχωρήσωμεν εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον, ἐθεωρήσαμεν ὡς τὸ βασικώτερον ἔργον τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ θὰ ἐπιτευχθῇ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Στρατάρχου Παπάγου.
§60Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐδώσατε μόνος σας ἀπάντησιν εἰς ἑαυτόν. Ἐγὼ δὲν διεξεδίκησα τὴν πατρότητα τῆς ἰδέας τῆς κωδικοποιήσεως, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι πολὺ παλαιά. Τόσον παλαιά, ὅσον καὶ οἱ νόμοι. Αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐκάματε σεῖς ἀκριβῶς τὸ λάθος νὰ διεκδικήσητε ὅτι τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1953 εἴχετε τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ μέτρου. Καὶ ὁ ἴδιος ἐν συνεχείᾳ διεψεύσατε τὸν ἑαυτόν σας παρατηρῶν, ὅτι τὴν ἰδέαν τῆς κωδικοποιήσεως οὐδεὶς σύγχρονος δικαιοῦται νὰ τὴν θεωρήσῃ τέκνον του πνευματικόν. Λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ μὲν οὐδέποτε διεξεδίκησα τὴν πατρότητα τοῦ μέτρου. Ὅτι ὅμως ἐγὼ τὸ ἐφήρμοσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, δὲν ὑπάρχει θέμα. Διότι ἐκεῖνο, ποὺ ἐνδιαφέρει ἐν προκειμένῳ, εἶναι ὄχι νὰ ἔχῃ κανεὶς τὴν σκέψιν τῆς κωδικοποιήσεως. Δὲν ἀποκλείεται νὰ τὴν εἴχατε καὶ σεῖς. Μολονότι, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ, ἐζήτησα ἀκριβῶς τὴν ἑπομένην τῆς σχετικῆς δηλώσεώς σας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν σας τὸ ἔγγραφον αὐτό, καὶ ἡ ὑπηρεσία εἶπεν, ὅτι θὰ συνεννοηθῇ μαζί σας διὰ νὰ τὸ θέσῃ ὑπ’ ὄψει μου, πλὴν δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἀλλ’ ἐγὼ πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι κάποτε, καὶ σεῖς ὡμιλήσατε εἰς ἕνα ἔγγραφον περὶ κωδικοποιήσεως. Τὸ νὰ τεθῇ ὅμως ἐν ἐφαρμογῇ τὸ μέτρον, ἡ ἀνεύρεσις τοῦ καταλλήλου προσώπου καὶ ἡ ἀνάθεσις αὐτῷ τῆς ἐργασίας αὐτῆς κλπ. κλπ., αὐτὰ ἀναμφισβητήτως, δὲν εἶναι ἰδική σας πρωτοβουλία. Ἐκτὸς ἐὰν ὑποστηρίζετε ἐν συνεχείᾳ ὅτι σεῖς ἐφεύρατε καὶ τὸν κ. Βάληνδαν.
§61Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). (Μειδιῶν). Τὴν πατρότητα τοῦ κ. Βάληνδα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν διεκδικήσετε.
§62Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν διεκδικεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι ἐγώ! Ἀφοῦ διεξεδίκησε τὴν πατρότητα τῆς ἰδέας περὶ κωδικοποιήσεως τῶν νόμων εἰς τὸν κόσμον. Ἐκεῖνο ποὺ ἐγώ, ἐν προκειμένῳ ἀνέφερον ὡς παράδειγμα, εἶναι ἀκριβῶς τὸ θέμα—ἀναζητήσατε τὰς ἐγγράφους παρατηρήσεις μου εἰς τὸν Τύπον καὶ θὰ ἴδητε ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ περιεχόμενόν των — τῆς κάποιας προχειρότητος, μὲ τὴν ὁποίαν ἐξηγγέλθη τὸ μέτρον, ἡ ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος κωδικοποίησις ὕλης τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας, πρᾶγμα ποὺ οὔτε εἰς μίαν γενεὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ παρέρχομαι καὶ αὐτὸ καὶ φθάνω εἰς τὸ σημερινὸν νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιχειρεῖται, κύριοι συνάδελφοι, ἀνατροπή, τῆς ὁποίας, ἀσχέτως προσώπων, ἅτινα βεβαίως δὲν ἀπασχολοῦν κανένα, αἱ συνέπειαι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐξαιρετικὰ δυσάρεστοι. Ἐλησμονήσατε, κύριοι ὑπουργοί, μίαν φράσιν, ἡ ὁποία τόσην ἐντύπωσιν ἔκαμε πρό τινος εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Τὴν φράσιν αὐτὴν ἐξέφερεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὁ ἐκ τῶν Ἀντιπροέδρων τῆς Κυβερνήσεως κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἀνεφέρθη μὲ ἔμφασιν εἰς τὴν «λεπτὴν λειτουργίαν τῆς πίστεως» Ἡ ὁποία λεπτὴ λειτουργία τῆς πίστεως ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ νὰ δεχθῇ ἀδιαμαρτυρήτως καὶ ἀσυζητητὶ μίαν ξένην νόταν καὶ μάλιστα νὰ ἐπιδιώξῃ νὰ τῆς ὑποβληθῇ ἡ νότα αὕτη. Ἤθελον νὰ ἠξεύρω, κύριοι ὑπουργοί, αὐτὴ ἡ λεπτὴ λειτουργία τῆς πίστεως δὲν ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν σας τὴν στιγμήν, ποὺ ἐλαμβάνατε τὸ σημερινὸν μέτρον μὲ τόσην νευρικότητα; Καὶ δὲν ἐσκέφθητε ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι ἐπὶ τῆς πίστεως τῆς Χώρας, ἀκριβῶς αὐτῶν τῶν ἐξαιρετικὰ νευρικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε;
§63Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Περὶ ποίας νότας ὁμιλεῖτε, κ. συνάδελφε; Διότι δὲν ἐλάβομεν καμμίαν.
§64Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. Αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐζητήσατε νὰ λάβετε ἀπὸ τὸν Γερμανὸν πρεσβευτήν.
§65Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Κύριοι συνάδελφοι, βλέπω ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν, ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς συγκεκριμένου νομοσχεδίου, ἐπιθυμεῖ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ὅλων τῶν πραγμάτων. Ὡμίλησε περὶ τῆς κωδικοποιήσεως, ὡμίλησε περὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὡμίλησε περὶ τοῦ τόκου, νομίζω, ὡμίλησε περὶ τῆς πίστεως, ἐν γένει, καὶ τώρα ὁμιλεῖ διὰ τὰς ἑλληνογερμανικὰς συμβάσεις. Ὁμιλεῖ περὶ τόσων θεμάτων καὶ ἔχει τέτοιον πλοῦτον εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ὥστε ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐφαντάσθην ὅτι ἠδύνατο, ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς νομοσχεδίου, ἀφορῶντος εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὰς γερμανικὰς πιστώσεις. Περὶ τῶν γερμανικῶν πιστώσεων, κ. συνάδελφοι, συνεστήθη, ἀποφάσει τοῦ Σώματος, Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θ’ ἀποφανθῇ καὶ περὶ τῆς νότας ταύτης καὶ περὶ ἄλλων τινῶν. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο.
§66Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ ΚΑΙ Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Περὶ πάρα πολλῶν, κ. ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ.
§67Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Ἐν τῷ μεταξύ, κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ ὑμᾶς καὶ παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ νὰ συζητήσωμεν, ἐπὶ τέλους, ἐπὶ τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς ἐχαρακτήρισεν ὡς τόσον σοβαρόν. Ἀφοῦ εἶναι τόσον σοβαρόν, διατὶ συζητεῖτε περὶ ὅλων τῶν πραγμάτων, ἐκτὸς περὶ τοῦ νομοσχεδίου;
§68Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ πρέποντος ἢ τοῦ μὴ πρέποντος, ἐγὼ θὰ δεχθῶ, εὐχαρίστως, ὅτι ἴσως δι’ ὀλίγα λεπτὰ ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν μὲ θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸ νομοθέτημα, ἀλλ’ ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν νοοτροπίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατήρτισαν καὶ εἰσηγοῦνται τὸ νομοθέτημα. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ δεικνύει τόσον σεβασμὸν πρὸς τοὺς ἀγορητάς, ὥστε νὰ ἀπέρχεται τῆς αἰθούσης κατὰ τὴν ὁμιλίαν των καὶ νὰ φθάσῃ τὴν τελευταίαν στιγμήν. Διότι, ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, καθ’ ὅλην σχεδὸν τὴν διάρκειαν τῆς ὁμιλίας μου, δὲν μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀκούῃ.
§69Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Ἐδῶ ἤμην, κ. συνάδελφε. Ἕν λεπτὸν ἔλλειψα καὶ ἐπανῆλθον.
§70Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν ἐγὼ δύναμαι νὰ κατηγορηθῶ, ὅτι εἶπον πολλά, ὁ κ. ὑπουργός, νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ κατηγορηθῇ ἀπὸ ὑμᾶς αὐστηρότερον, διότι δὲν λέγει τίποτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν λόγων ποὺ τυχὸν τὸ δικαιολογοῦν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ παρεπονέθημεν, διότι ὑποβάλει ἕνα νομοσχέδιον, μᾶς καλεῖ νὰ τὸ ψηφίσωμεν καὶ δὲν ἐξηγεῖ διατὶ τὸ ὑποβάλει καὶ ποῖος εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον κατέθεσε τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι. Εἶχον τὴν ἐλπίδα ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τὸν οἰκονομικὸν τομέα θὰ ἐπετύγχανον νὰ διατηρήσουν ἕνα μέρος τῶν ἐπιτευχθέντων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τελευταίας διετίας. Ἤλπισα ἀκόμη, κύριοι βουλευταί, ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τὸν οἰκονομικὸν τομέα θὰ ἦσαν εἰς θέσιν ἴσως καὶ νὰ συμπληρώσουν τὰ ἐπιτευχθέντα αὐτά. Παρέλαβον μίαν κατάστασιν κατὰ γενικὴν ὁμολογίαν, πολὺ καλήν. Παρέλαβον ἕνα οἰκονομικὸν ὁρίζοντα ἀνέφελον. Ἀτυχῶς, ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος, ἤρχισαν, χάρις εἰς λάθη καὶ παραλείψεις ἰδικάς των, νέφη νὰ ἐμφανίζωνται εἰς τὸν οἰκονομικὸν αὐτὸν ὁρίζοντα. Δὲν θέλω νὰ προβλέψω δυσάρεστους ἐξελίξεις. Ἀλλ’ εἶναι πάντως ἤδη δυνατὴ μία καταιγίς, κ. συνάδελφοι, εἰς τὸν ὁρίζοντα τὸν οἰκονομικόν. Νομίζω σκόπιμον, κύριοι ὑπουργοί, νὰ σᾶς συστήσω νὰ καταβάλετε ὅλας σας τὰς δυνάμεις καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔχετε ἤδη εἰς τὴν πρόθεσίν σας, ὥστε νὰ καταστῇ ἀδύνατον εἰς τὴν καταιγίδα αὐτὴν νὰ πλήξῃ τὴν Ἑλληνικὴν Οἰκονομίαν καὶ τὸ ψωμὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐλπίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ κάμετε ὅτι ἠμπορεῖτε. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, τί παθόντες ἐξακολουθεῖτε νὰ προκαλῆτε αὐτὴν τὴν καταιγίδα μὲ κάθε μέτρον σας καὶ κάθε ἡμέραν; (Χειροκροτήματα).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀντωνίου ἔχει τὸν λόγον.
§72Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἀναμφισβητήτως καιρία εἶναι ἡ θέσις τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ὡς κρατικοῦ ὀργάνου, ὡς συνεργάτου τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ἀλλὰ εἶναι ἐξ ἴσου δεσπόζουσα ἡ θέσις αὐτή, ὡς ὀργάνου τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, τῆς ὁποίας ἀπαραίτητον εἶναι νὰ διατηρηθῇ καὶ κατοχυρωθῇ ἡ ἀνεξαρτησία καὶ ἡ αὐτοτέλεια. Λόγῳ τῆς διπλῆς ἀκριβῶς αὐτῆς ἰδιότητος τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὡς κρατικοῦ ὀργάνου, ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὡς ὀργάνου τῆς αὐτοτελοῦς καὶ ἀνεξαρτήτου Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὁμολογῶ, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ζήτημα, νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν, ἐὰν δὲν θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ παρασχεθῇ διὰ νόμου ἡ εὐχέρεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίζῃ καὶ ν’ ἀπολύῃ τοὺς ἑκάστοτε Διοικητὰς τοῦ ἱδρύματος, κατὰ τὴν ἀπόλυτον αὐτῆς κρίσιν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προσέδιδε μεγαλυτέραν βαρύτητα εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὡς κρατικοῦ ὀργάνου, θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ἓν μέτρον ἀνάλογον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος τὸ 1914 καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ, ὅτι θὰ ἔδει νὰ χωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ρύθμισιν τοῦ θέματος εὐθέως καὶ ὄχι καθ’ ὃν τρόπον χωρεῖ εἰς τὴν ρύθμισιν τοῦ θέματος αὐτοῦ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Διότι ἐπιβεβλημένον ἦτο εἰς αὐτήν, κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου εὐθέως θὰ ἐτροποποιοῦντο αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ὡς ὅμως διατυποῦνται αἱ λύσεις, τὰς ὁποίας δίδει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἐπίμαχον θέμα, ἐμφανίζονται αἱ ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως συγκεχυμέναι. Διότι, ἐνῷ οὐσιαστικῶς ἡ Κυβέρνησις υἱοθετῇ τὴν ἄποψιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ὅπως κατὰ τὴν ἀπόλυτον βούλησιν ἀπολύει τοὺς ἑκάστοτε Διοικητὰς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς, ἐν τούτοις, εἶναι διάφορος ἡ λύσις, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἐνεργοῦσα, ὅπως ἐνεργεῖ, νομίζω, ὅτι ἐκθέτει καὶ αὐτὴν καὶ τὸ ἔργον της ὡς προϊόν αὐθαιρεσίας. Διότι δὲν ἔχει σημασίαν, ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως περιβάλλεται τὸν μανδύαν τοῦ νόμου. Ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς, ἐὰν καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, θὰ εἶναι οἱοσδήποτε Διοικητὴς τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, ἐὰν πράγματι ἀνέκυψε θέμα ἁρμονικῆς συνεργασίας μεταξὺ τοῦ νῦν Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς, ἡ ὁποία μὲ ἀπασχολεῖ στερεῖται τοῦτο σημασίας. Ἀναμφισβητήτως ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία εἰς παρομοίας περιπτώσεις θὰ ἑρμηνεύσῃ πότε ὑφίσταται θέμα ἐλλείψεως ἁρμονικῆς συνεργασίας. Ἐξ αὐτοῦ ὅμως τί προκύπτει; Προκύπτει, ὅτι θὰ εἶναι ἀπολύτως εἰς τὴν διάθεσιν οἱασδήποτε Κυβερνήσεως ὁ οἱοσδήποτε Διοικητὴς τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν θὰ ὑπάρχῃ παντελῶς ἐγγύησις, ὅτι αἱ πύλαι τοῦ ἱδρύματος, δὲν θὰ ἀνοιγοῦν εἰς τὸν κομματισμόν, ὅτι οἱ Διοικηταὶ δὲν θὰ καταστοῦν ὄργανα οἱωνδήποτε κομματικῶν ἐπεμβάσεων. Ἐξ ἄλλου φρονῶ, ὅτι ἡ ζημία, ἡ ὁποία θὰ προσγίνῃ διὰ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐνεργεῖ ἡ Κυβέρνησις, θὰ εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐνήργει εὐθέως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ προτιμοτέραν λύσιν, θὰ ἐπλήσσετο ἡ αὐτοτέλεια καὶ ἡ ἀνεξαρτησία ἑνὸς μόνον θεσμοῦ, τοῦ θεσμοῦ τῆς Διοικήσεως, ἐνῷ διὰ τοῦ τρόπου ὃν προβλέπει τὸ παρὸν νομοσχέδιον, πέραν τοῦ θεσμοῦ τῆς Διοικήσεως, πλήσσεται ἐπίσης καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ Γενικοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης. Παύουν συνεπῶς εἰς μεγαλύτερον βαθμὸν αἱ ἐγγυήσεις, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν θὰ καταστῇ ἐξάρτημα τοῦ κόμματος. Οὕτω, ὅπως θὰ διαπιστώσητε ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου, ποῖον εἶναι τὸ Γενικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ προβῇ εἰς τὴν ὑπόδειξιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τοῦ μέλλοντος νὰ διορισθῇ; Αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἶναι ἢ τὸ Συμβούλιον τὸ σημερινόν, τὸ ὁποῖον θὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν Δαμόκλειον σπάθην τῆς ἀπολύσεως, ἢ τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ ἄρθρον 3 παρ. 2 τοῦ νομοσχεδίου θὰ διορισθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν σήμερον ὑπηρετούντων. Καὶ ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς εἶναι προφανές, ὅτι δύο θεσμοί, ὁ εἷς σπουδαιότερος τοῦ ἄλλου πλήσσονται ὡς πρὸς τὴν αὐτοτέλειαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν των. Ἰδοὺ διατί, ἡ βλάβη, ἡ ὁποία προσγίνεται εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ τῶν λύσεων τὰς ὁποίας προωθεῖ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία θὰ προσεγίνετο εἰς αὐτήν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὐθέως ἐχώρει εἰς τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος. Ἀπὸ ὅσα ἐν προκειμένῳ εἶπον, νομίζω, ὅτι ἀνακύπτει ἐπίσης καὶ μία ἄλλη πλευρά, ἡ πλευρὰ τῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν σχέσει μὲ τὰς λύσεις, τὰς ὁποίας δίδει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ θέμα, καὶ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει ἡ ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Ἐλευθέριον Βενιζέλον Κυβερνήσεως τοῦ 1914. Διότι ἀναμφισβητήτως πέραν τῶν οὐσιαστικῶν διαφορῶν, τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθησαν προλαλήσαντες κύριοι συνάδελφοι, διότι ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εὑρίσκετο εἰς μία περίοδον διεξαγωγῆς πολέμου καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ λάβῃ τὰ .... (δὲν ἠκούσθη) .... ἐκεῖνα μέτρα.
§73ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ πόλεμος δὲν εἶχεν ἀρχίσει.
§74Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Πάντως εἶχεν ἀρχίσει ὁ Εὐρωπαϊκὸς καὶ εὑρίσκετο τὸ Κράτος εἰς τὴν περίοδον τῆς προετοιμασίας διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς διεθνοῦς συρράξεως. Πέραν τῆς οὐσιαστικῆς.....
§75Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχε κλείσει ὁριστικὴν ἔρευναν μὲ τὴν Τουρκίαν.
§76Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Πέραν τῆς οὐσιαστικῆς διαφορᾶς τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθησαν οἱ προλαλήσαντες κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὑπάρχει ἡ κολοσσιαία διαφορά, ἡ ὁποία προκύπτει ἐξ ὅλων ἐκείνων ποὺ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸ ὀλίγου ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Κύριοι συνάδελφοι, τιμῶ ἀναμφισβητήτως, μολονότι συμμερίζομαι ὅλας τὰς ἐπιφυλάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας κυρίους συναδέλφους τῆς μειοψηφίας, ὅσον ἀφορᾶ τὴν διάρκειαν τῆς θητείας τοῦ μέλλοντος νὰ διορισθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας, τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διορισθῇ εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν καὶ ἐκτιμῶ αὐτὸν καὶ ὡς ἠθικὴν καὶ πνευματικὴν προσωπικότητα, ἀλλὰ καὶ ὡς οἰκονομολόγον ἀναμφισβητήτου κύρους, ἀλλὰ πέραν τῶν προσώπων μεγαλυτέραν σημασίαν ἔχει ἡ διαφύλαξις τῶν θεσμῶν καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι θεσμοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν καιρίαν σημασίαν διὰ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας, ὑφίστανται ἕνα καίριον πλῆγμα διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§78Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δικαίως ἐπισύρει τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διότι εἶναι πράγματι σοβαρόν, διότι θίγει τὸν θεσμὸν τοῦ πρώτου τραπεζιτικοῦ μας ἱδρύματος. Ἔχω τὴν γνώμην, ἐπειδὴ ὁ θεσμὸς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐγεννήθη βάσει διεθνοῦς πράξεως κυρωθείσης διὰ νόμου ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ βάσει εἰδικῆς συμβάσεως συναφθείσης μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα διὰ νόμου νὰ τροποποιοῦμεν καταστατικὰς διατάξεις θεσπισθείσας βάσει τῶν συμβάσεων αὐτῶν καὶ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης τοῦ 1927 καὶ τῆς συμβάσεως τοῦ 1927 μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος τῆς κυρωθείσης διὰ τοῦ νόμου 3424. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ὁρίζει τὰ ἑξῆς, διὰ τὴν Διοίκησίν της: «Ἡ γενικὴ διαχείρισις τῶν ὑποθέσεων τῆς Τραπέζης ἀνατίθεται εἰς Γεν. Συμβούλιον ὑπεύθυνον πρὸς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν». Περαιτέρω εἰς τὸ ἄρθρον 21: «Τὸ Γενικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Ὑποδιοικητοῦ καὶ 9 Συμβούλων. Τρεῖς τοὐλάχιστον ἐκ τῶν Συμβούλων θὰ ἐκλέγωνται ἐκ τῶν περὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον εἰδικῶν καὶ ἐνεργῶς ἀσχολουμένων, τρεῖς δὲ ἐκ τῶν ἐμπείρων περὶ τὰ ἀφορῶντα τὴν γεωργίαν. Ὁ Διοικητὴς καὶ Ὑποδιοικητὴς ἐκλέγονται κατὰ τὰ προβλεπόμενα ἐν ἄρθρῳ 29». Τὸ ἄρθρον 24 ἀναφέρει: Ἐὰν ὁ Διοικητὴς καὶ Ὑποδιοικητής, ἢ εἷς τῶν Συμβούλων, καταστῶσιν ἔνοχοι παραβάσεως τοῦ παρόντος Καταστατικοῦ, ἀποκαλύψωσι μυστικὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς ὑποθέσεις τῆς Τραπέζης, ἢ καταχρασθῶσιν τῆς θέσεως αὑτῶν δι’ ἰδίους προσωπικούς, ἢ ἐμπορικοὺς σκοπούς, ἡ Γεν. Συνέλευσις τῶν Μετόχων, δικαιοῦται νὰ ἀπομακρύνῃ αὐτοὺς τῆς θέσεώς των». Αὐταὶ εἶναι αἱ καταστατικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἔχομεν ὡς δεδομένον, ὅτι αἱ καταστατικαὶ αὐταὶ διατάξεις ἐτέθησαν διὰ διεθνοῦς συμβάσεως καὶ διὰ εἰδικῆς συμβάσεως μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰς τροποποιήσωμεν, διότι ἢ ὁ Διοικητὴς καὶ ὁ Ὑποδιοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος παρέβησαν τὸ καθῆκόν των καὶ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις, ἢ εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Γεν. Συμβούλιον νὰ τοὺς καλέσῃ ἐνώπιον τῆς Γεν. Συνελεύσεως τῶν Μετόχων καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπομάκρυνσίν των, ἢ δὲν παρέβησαν τὸ καθῆκόν των, διότι δὲν μᾶς λέγει τίποτε ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, καὶ δὲν ὑπέπεσαν εἰς παραπτώματα, ὁπότε δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα παραβαίνοντες τὰς καταστατικὰς διατάξεις νὰ τοὺς ἀπολύσωμεν τόσον βιαίως δι’ εἰδικοῦ νόμου. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀρχίζομεν νὰ θίγωμεν καὶ νὰ πλήττωμεν τόσον καιρίως, τόσον παγίους θεσμοὺς Κρατικούς. Εἶναι δυνατὸν σιγὰ–σιγὰ ἡ μία Κυβέρνησις μιμουμένη τὴν ἄλλην νὰ ἀνατρέψῃ καὶ ἄλλους θεσμοὺς πολὺ χρησίμους εἰς τὸ Κράτος. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα προσεκτικοί, ὅταν πρόκειται νὰ παραβῶμεν καταστατικὰς διατάξεις διεπούσας τὴν Διοίκησιν, θεσμῶν χρησίμων εἰς τὸ Κράτος. Ἐδῶ τί συμβαίνει; Ἐὰν ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ συνόλῳ της ἦλθε πράγματι εἰς σύγκρουσιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν ποὺ εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ἀσκεῖ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, αὐτὸ ἔπρεπε νὰ εἶναι γνωστόν, διότι δὲν κρατεῖται τίποτε μυστικόν, ἔπρεπε ἤδη νὰ εἶχε γίνει γνωστὸν καὶ νὰ εἶχε καὶ ἀντίκτυπον εἰς τὴν ἀγοράν, εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου, διότι ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἶναι εὐαίσθητος ὀργανισμός. Μία πρᾶξις κακὴ θὰ εἶχεν ἀντίκτυπον καὶ εἰς τὸ χρηματιστήριον καὶ εἰς τὴν ἀγοράν. Θὰ ἐγένετο γνωστὸν καὶ εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι πράγματι ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἀντέδρασεν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὅτι παρέβη τὸ καθῆκον της, καὶ συνεπῶς ἡ κοινὴ γνώμη θὰ εἶχεν ἤδη ἐνημερωθῆ καὶ θὰ εἶχε λάβει θέσιν. Τὸ Καταστατικὸν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, καθιστᾷ συνυπευθύνους καὶ τὸ Γεν. Συμβούλιον καὶ τὸν Διοικητὴν καὶ τὸν Ὑποδιοικητήν. Ἐὰν ἔγινε παράβασις, εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν ἐνεργειῶν τῆς Τραπέζης ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἔπρεπε νὰ εἶναι συνυπεύθυνον καὶ τὸ Γεν. Συμβούλιον, ἔπρεπε καὶ τὸ Γεν. Συμβούλιον νὰ ἀπολυθῇ ἀμέσως καὶ διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου. Ἀλλὰ τί ἔρχεται καὶ λέγει ἡ Κυβέρνησις: Ἀπολύω μόνον τὸν Διοικητὴν καὶ Ὑποδιοικητήν. Καὶ δὲν τοὺς ἀπολύει εὐθέως! Τηρεῖ τὰ προσχήματα! Παραπέμπει πρὸς ἀπόλυσιν εἰς τὸ Γεν. Συμβούλιον καὶ τὸ Γεν. Συμβούλιον ἐντὸς 3 ἡμερῶν θὰ συνέλθῃ διὰ νὰ ἐκλέξῃ τὸν νέον Διοικητὴν καὶ Ὑποδιοικητὴν αὐτῆς. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 θεσπίζεται, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θὰ ἀπολύῃ καὶ τὰ μέλη τοῦ Γεν. Συμβουλίου. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἀποτελεῖ ἀπειλὴν διὰ τὰ μέλη τοῦ Γεν. Συμβουλίου νὰ ἐκλέξουν τοὺς ὑποδειχθησομένους ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἄλλως θὰ ἀπολύωνται. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, πρέπει οἱ νόμοι νὰ εἶναι ἄψογοι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως. Ἐκεῖνος ὅμως, ὁ ὁποῖος θὰ μελετήσῃ τὸν νόμον αὐτὸν εἰς τὸ μέλλον καὶ θὰ ἴδῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, ἡ ὁποία κατεξευτελίζει τὸ Γεν. Συμβούλιον τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀξιοσέβαστα πρόσωπα, θὰ διερωτηθῇ πῶς ὑπῆρξαν Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ ποὺ ἐψήφισαν τὴν διάταξιν αὐτήν! Νομίζω, ὅτι ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ διαφωνία, ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ παράβασις καθήκοντος, ἐὰν ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος καὶ τὸ Γεν. Συμβούλιον καὶ ὁ Διοικητὴς καὶ ὁ Ὑποδιοικητὴς δὲν εὑρίσκονται εἰς ἁρμονίαν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύτητα ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ διακηρύξῃ, νὰ τὸ κάμῃ κτῆμα τοῦ λαοῦ τοῦτο, νὰ τὸ πιστεύσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ ἄλλοι, τότε νὰ τοὺς ἀπολύσωμεν διὰ νόμου, ὥστε νὰ εἴμεθα ἐν τάξει. Σήμερον ὅμως ἐρχόμεθα καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν σπιλώνομεν τὴν ὑπόληψιν δύο ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν προσφέρει πολυτίμους ὑπηρεσίας, ταὐτοχρόνως δέ, θέτομεν Δαμόκλειον σπάθην εἰς τὸν λαιμὸν τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀναλάβουν μετὰ ἀπὸ αὐτούς. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος πραγματικῆς διαφωνίας. Ὑπάρχει λόγος προσωπικός. Ἀλλὰ διὰ λόγους προσωπικοὺς ἠμποροῦμεν νὰ ἀνατρέπωμεν τοὺς θεσμούς, ἠμποροῦμεν νὰ πλήττωμεν τοὺς θεσμοὺς καὶ νὰ ψηφίζωμεν νόμους τοιούτους, ποὺ νὰ κατεξευτελίζουν δημοσίους ἄνδρας; Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος νομοθετήσεως καὶ ἐπεξεργασίας τῶν νόμων. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τῆς Κυβερνήσεως πεισθῆτε, ὅτι πράγματι συνέτρεξε σοβαρὸς λόγος καὶ ὑπάρχει πραγματικὴ διαφωνία περὶ τὴν ἄσκησιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τῆς ὁποίας ὑπεύθυνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις, μεταξὺ τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν πεισθῆτε ἀπὸ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις, τότε νὰ ψηφίσετε, ἀλλὰ νὰ μὴ ψηφίσετε τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ ἄρθρον 3. Δι’ ἑνὸς μόνον ἄρθρου νὰ ὁρίσητε, ὅτι ἀπολύεται ὁ Ὑποδιοικητής, ὁ Διοικητὴς καὶ ὁ Γεν. Διευθυντὴς —τὸν παρασύρουν καὶ αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον τὰ ρεύματα— ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὸ Γεν. Συμβούλιον. Θὰ πρέπει νὰ ἀπολυθῇ ὅλη ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης ἐν τῷ συνόλῳ της, διὰ νὰ μάθῃ ὁ λαός, ὅτι ἀπέτυχε. Καὶ μετὰ νὰ ἔλθῃ νέον Γενικὸν Συμβούλιον νὰ κανονίσῃ τὴν τύχην τοῦ ἐκδοτικοῦ αὐτοῦ ἱδρύματος. Ἐὰν ὅμως δὲν πεισθῆτε ἐκ τῆς ἐξηγήσεως ποὺ θὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔπταισεν ἡ Διοίκησις, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσετε νὰ ἐξαντληθοῦν τὰ περιθώρια τοῦ χρόνου καὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν τῆς Τραπέζης οἱ ὑπὸ ἀπόλυσιν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συμβάσεώς των.
§79Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Σεῖς ἔχετε πεισθῆ;
§80Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Δὲν μᾶς εἶπε —δυστυχῶς— τίποτε ἡ Κυβέρνησις, διατὶ εὑρίσκεται εἰς δυσαρμονίαν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ οἰκονομικὰ θέματα μὲ τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ ἡ δυσαρμονία αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ κάποιον ἀντίκτυπον εἰς τὸ Χρηματιστήριον καὶ τὴν ἀγοράν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐγένετο ἀντιληπτός. Τοιοῦτος ὅμως ἀντίκτυπος δὲν ἐγένετο ἀντιληπτός, οὔτε ἀπὸ ἡμᾶς, οὔτε ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην. Δὲν γνωρίζομεν λοιπόν, ποῖος εἶναι ὁ σοβαρώτατος λόγος διαστάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη, ὑπεύθυνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἐὰν ψηφίσωμεν ὅμως τὸ νομοσχέδιον, τότε συνυπεύθυνον τῆς ἀποτυχίας τῆς Διοικήσεως εἶναι τὸ Γεν. Συμβούλιον καὶ πρέπει νὰ ἀπολυθῇ καὶ αὐτό, διὰ νὰ μὴ ἐξευτελισθῇ μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3. Θὰ ἀναμείνωμεν λοιπὸν τὰς ἐξηγήσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀντιληφθῶμεν ποῖοι λόγοι ὤθησαν αὐτὴν εἰς τὸ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐμφανίζεται εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν καὶ πρὸς τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης καὶ πρὸς τὴν Σύμβασιν μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ Κράτους καὶ διὰ τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ τὸ ψηφίσωμεν.
§81Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος, ἀλλὰ ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. ὑπουργός.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς Συντονισμοῦ κ. Π. Παπαληγούρας ἔχει τὸν λόγον.
§84Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Κύριοι βουλευταί, προκύπτουν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν σχεδίου νόμου δύο θέματα. Ἕνα θέμα οὐσίας καὶ ἕνα θέμα ἀφορῶν εἰς τὴν διαδικασίαν τὴν ἀκολουθηθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ θέμα τῆς οὐσίας δύναται νὰ διατυπωθῇ διὰ δύο ἁπλῶν ἐρωτημάτων: Πρῶτον, ἀπεφασίσθη ὀρθῶς ἡ ἀντικατάστασις τῆς Διοικήσεως; Καὶ δεύτερον, ὀρθῶς ἐπελέγησαν, ὑποδειχθέντες ἐμμέσως ἔστω οἱ ἀντικαταστάται; Καὶ τὸ θέμα τῆς διαδικασίας ὁρίζεται ὡς ἀκολούθως: Ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε τὴν ὀρθὴν διαδικασίαν, πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως, ὑποβαλοῦσα τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου; Ναί, ἢ ὄχι; Κύριοι βουλευταί, γνωρίζω, ὅτι ἡ σημασία τῆς διαδικασίας, τῆς ἀκολουθηθείσης, εἶναι μεγάλη. Συχνὰ εἰς τὰ Δημοκρατικὰ Πολιτεύματα, ἡ διαδικασία ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν καὶ εἶναι προϋπόθεσις ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος νὰ τηροῦνται—ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις—καλοὶ τρόποι. Εἰδικῶς μάλιστα προκειμένου περὶ τῆς Διοικήσεως τῆς Κεντρικῆς Τραπέζης, τὸ θέμα εἶναι ἐξόχως λεπτὸν καὶ παραδέχομαι, ὅτι εἰς πολλὰς περιπτώσεις εἶναι πράγματι δυσχερὴς ὁ διαχωρισμὸς μεταξὺ τῶν δύο θεωρητικῶς δυνατῶν ἐνδεχομένων. Τοῦ ἐνδεχομένου τῆς μὴ διαθέσεως τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης νὰ συνεργασθῇ μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοῦ ἐνδεχομένου νὰ θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποτάξῃ τὴν Διοίκησιν ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς. Ἀλλὰ ἂς ἐξετάσωμεν κ. συνάδελφοι μὲ ἠρεμίαν ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν θεμάτων τῶν τεθέντων. Ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω κ. βουλευταί, ὅτι οἱ λόγοι ἦσαν δύο. Πιστεύει ἡ Κυβέρνησις ὅτι δικαίως ἢ ἀδίκως ὑπαιτίως ἢ ἀναιτίως —ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύω ἀναιτίως,—ἐφθάρη ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ὅτι ἐφθάρη, κύριοι συνάδελφοι, τὸ γνωρίζετε ὅλοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀνεξαιρέτως κομματικῆς ἀποχρώσεως καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν κ. κ. συναδέλφων τῶν ἀνελθόντων εἰς τὸ βῆμα, ἄλλα λέγουν ὅτα ὁμιλοῦν ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἄλλα λέγουν ὅταν ὁμιλοῦν εἰς τοὺς διαδρόμους. Ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι, καὶ μία ἰδεατὴ διαχωριστικὴ γραμμὴ μεταξὺ συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Οἱ ἴδιοι ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὴν μίαν πτέρυγα συμβαίνει συχνὰ νὰ ὑποστηρίζουν ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ὅταν μεθίστανται εἰς τὴν ἑτέραν. Φοβοῦμαι ὅτι αὐτὸ ἀφορᾷ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀθηνῶν.
§85Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς σᾶς συμβαίνει αὐτό, τὸ νὰ εἶσθε εἰς τὴν αὐτὴν πτέρυγα καὶ νὰ σκέπτεσθε διάφορα... πράγματα.
§86Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Ἐγὼ σᾶς ἤκουσα μὲ ὑπομονήν.
§87Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνεφέρθητε εἰς ἐμὲ καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§88Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Κύριε συνάδελφε, δὲν νομίζω ὅτι ἑρμηνεύετε ὀρθῶς τὸν Κανονισμόν. Ἀλλοίμονον ἐὰν ὁσάκις ἀναφέρομαι εἰς σᾶς σηκώνεσθε καὶ ἀπαντᾶτε. Σεῖς ἀναφέρεσθε συνεχῶς εἰς ἐμέ, καὶ ἅπαξ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐὰν θέλετε νὰ ἀπαντήσητε μπορεῖτε νὰ τὸ πράξετε δευτερολογῶν, ἂν τὸ λέγῃ ὁ Κανονισμός. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι βουλευταί, δὲν πιστεύει, μόνη ὅτι ἐφθάρη ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ὑπάρχει σήμερον καὶ κάποια ἄλλη πλέον ἀπόδειξις τοῦ γεγονότος. Ὁλόκληρος ὁ τύπος, κύριοι συνάδελφοι, ὁλόκληρος ὁ τύπος, δὲν εὑρέθη ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀντιτίθεται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εὑρέθη νὰ εἴπῃ μίαν λέξιν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας. Δὲν θὰ ἐξετάσω ἐὰν ἡ κρίσις αὐτὴ εἶναι δικαία ἢ εἶναι ἄδικος τὴν ὥραν αὐτήν. Λέγω ἁπλῶς ὅτι ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν ἑνὸς ἀντικειμενικοῦ γεγονότος, τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, δυστυχῶς δὲν χαίρει, τὴν στιγμὴν αὐτὴν τοῦ κύρους ἐκείνου, τοῦ ὁποίου καὶ ἡ ἰδία ἔχει ἀνάγκην καὶ τοῦ ὁποίου ὅλαι αἱ Διοικήσεις τῆς Τραπέζης ἔχαιρον ἀνέκαθεν. Εἶπε, δεύτερον, ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν δύναται μετὰ τῆς παρούσης Διοικήσεως νὰ συνεργασθῇ. Καὶ ἠρώτησαν τινὲς ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, πῶς συνειργάσθη ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλῆ. Ἀφ’ ἧς παρουσίασε τοιαῦτα δείγματα καὶ ἀφ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἐπείσθη ἐκ τῶν δειγμάτων τούτων ὅτι ἡ συνεργασία κατέστη πράγματι δυσχερής, ἀπεφάσισε νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατὶ προέκρινε τὴν ὁδὸν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου παρακατιών.
§89Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ δείγματα αὐτά;
§90Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Θὰ πρέπει νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ τελειώσω. Νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι ὅ,τι εἶναι δυνατὸν καὶ ὅ,τι εἶναι ἐπιτρεπτὸν νὰ εἴπω, θὰ τὸ εἴπω. Ἐπειδὴ μὲ προλάβατε, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι σεῖς εἶσθε ἐπαρκῶς ἔμπειρος περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ὥστε νὰ ξεύρετε ὅτι ἐνδέχεται νὰ εἶναι ἀπολύτως ἄσκοπον ἢ νὰ εἶναι καὶ βλαπτικὸν τὸ νὰ ἀναφέρῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τοὺς λόγους αὐτοὺς προώρως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή, ἀλλὰ καὶ καθῆκον της, εἶναι τὸ ἀκόλουθον: Ἡ Κυβέρνησις προβᾶσα, εἰς τὴν ἀλλαγὴν ταύτην προέβη διὰ λόγους πολιτικοὺς ἢ μᾶλλον διὰ λόγους κομματικούς; Κύριοι συνάδελφοι, ἀπετέλεσε μακρὰν παράδοσιν εἰς τὸν τόπον μας, αἱ Κυβερνήσεις νὰ σέβωνται τὰς Διοικήσεις τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ τὰς Διοικήσεις τῶν μεγάλων Τραπεζῶν. Ἀλλὰ δὲν συνέβη ἅπαξ, συνέβη πλειστάκις νὰ ἐπέλθῃ κάποια μεταξὺ τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων καὶ τῶν διαφόρων Διοικήσεων μεγάλων Τραπεζῶν, τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διαφωνία μεταξὺ τῶν Διοικήσεων τῶν Τραπεζῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πῶς ἐλύθησαν τὰς περισσοτέρας φορὰς αἱ διαφωνίαι αὗται καὶ τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῶν διαφωνιῶν; Ἐλύθησαν διὰ τῆς ἁπλουστέρας δυνατῆς διαδικασίας, τὴν ὁποίαν ὑπέμνησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἐκλεκτὸς καὶ σεβαστὸς ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής. Ἐγένετο κάποια ὑπόδειξις εἰς τοὺς Διοικητὰς καὶ οἱ Διοικηταὶ παρῃτοῦντο. Καὶ τότε ἐὰν ἠκολουθεῖτο αὐτὴ ἡ διαδικασία, θὰ ἦτο βεβαιότατα ἔργον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ δικαίωμά της νὰ κρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐάν, συστήσασα εἰς τὴν Διοίκησιν νὰ παραιτηθῇ, τὸ ἔπραξε διὰ λόγους κομματικοὺς ἢ τὸ ἔπραξε διὰ λόγους γενικωτέρους. Αὐτὴ ἦτο ἡ παράδοσις, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν ἀνέκαθεν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις. Καὶ τὸ 1914 καὶ τὸ 1931. Καὶ προσφάτως ἀκόμη, ἐπὶ Κυβερνήσεως Συναγερμοῦ, κύριοι συνάδελφοι, ἠκολουθήθη ἡ ἰδία ἀκριβῶς τακτική, προκειμένου περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ). Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος διεφώνησε δὶς μὲ Διοικητὰς Τραπεζῶν καὶ οὐχὶ μὲ τυχαίους Διοικητὰς Τραπεζῶν, μὲ τὸν ἀείμνηστον Εὐταξίαν καὶ μὲ τὸν ἀείμνηστον Διομήδην. Καὶ τοὺς δύο Διοικητὰς τοὺς παρεκάλεσε νὰ παραιτηθοῦν καὶ παρῃτήθησαν. Ὁ Εὐταξίας εἶχεν ἐκλεγῇ εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης πρὸ τριῶν μόλις μηνῶν καὶ παρὰ ταῦτα δὲν ἐδίστασε νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἔχει σημασίαν τὸ θέμα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου προέκυψε τότε ἡ διαφωνία, σημασίαν ἔχει ἡ τακτικὴ, ἡ ὁποία τότε ἠκολουθήθη καὶ ἡ τακτικὴ εἶναι αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναφέρω. Βεβαιότατα καὶ ἡ σύστασις τυχὸν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος νὰ παραιτηθῇ εἶναι πρᾶξις πολιτικὴ καὶ ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κριτικὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ παρακαλῶ, κύριοι βουλευταί, νὰ μᾶς κρίνετε, ἔχετε δὲ πρὸς τοῦτο δύο μεθόδους. Ἡ μία μέθοδος ἀπαιτεῖ ὑπομονήν, ἡ ἄλλη δὲν ἀπαιτεῖ καμμίαν ὑπομονήν. Ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ὑπομονὴν συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἀναμείνητε καὶ νὰ ἴδητε, καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, νὰ μᾶς ἐλέγξητε καὶ νὰ μᾶς καταγγείλητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχετε ὑπομονήν, ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς κρίνετε ἀπὸ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπεδείξαμεν ὡς διαδόχους καὶ νὰ μᾶς εἴπητε πράγματι, ἐρωτῶντες τὴν συνείδησίν σας, ἐὰν ναὶ ἢ ὄχι εἶναι οἱ κύριοι Ζολώτας καὶ Κυριακόπουλος πρόσωπα κομματικὰ καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ παραδεχθῇ κανείς, ὅτι ἐπελέξαμεν αὐτοὺς τοὺς ἀντικαταστάτας, διὰ νὰ κομματισθῶμεν. Καὶ οἱ δύο εἶναι, κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν, ἄσπιλοι ἄνδρες, καὶ οἱ δύο ἠσχολήθησαν ἐπὶ μακρὸν περὶ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα καὶ διεχειρίσθησαν θέματα ὑψίστης σημασίας διὰ τὸν τόπον. Θὰ ἔλεγον μάλιστα, ὅτι ἀλληλοσυμπληροῦνται. Ἡ γενικωτέρα οἰκονομικὴ κατάρτισις τοῦ καθηγητοῦ Ζολώτα συμπληροῦται ἀπὸ τὴν εἰδικωτέραν τραπεζιτικὴν πεῖραν τοῦ Β. Κυριακοπούλου. Καὶ οἱ δύο —καὶ θὰ τὸ παραδεχθῆτε ὅλοι— οὐδέποτε ἔδειξαν οἱονδήποτε πολιτικὸν φανατισμόν, οὐδὲ νομίζω, ὅτι εἶναι προσηλωμένοι εἰς οἱονδήποτε κόμμα. Νομίζω, ὅτι καὶ οἱ δύο εἶναι ἄνδρες ἀντικειμενικοί, ὅτι καὶ οἱ δύο εἶναι καταλληλότατοι, ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῶν προσόντων, διὰ νὰ καταλάβουν τὰς θέσεις αὐτὰς καὶ ὅτι εἶναι καὶ οἱ δύο πρόσωπα ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, ἀνεπίληπτα. Καὶ ἐδῶ, ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι διεπράχθη, τύποις, ἀταξία τις. Τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἰσχύει σήμερον, τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, λέγει ὅτι τὸ συμβούλιον καὶ ὄχι ἡ συνέλευσις, προτείνει τὸν διοικητὴν καὶ τὸν ὑποδιοικητὴν καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸν ὁρίζει διὰ Β. Διατάγματος. Θὰ μοῦ εἴπετε: Πῶς τολμᾶτε, πρὶν ἀκόμη προβῇ τὸ συμβούλιον εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, νὰ ὁμιλῆτε περὶ συγκεκριμένων προσώπων; Δυστυχῶς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀκόλουθον, ἁπλῆν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν μὲ ὀλίγην καλὴν πίστιν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ υἱοθετήσετε καὶ θὰ κατανοήσετε ὅλοι. Ἐὰν ἠκολουθεῖτο, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἁπλῆ, ἡ συνήθης, ἡ παραδεδομένη διαδικασία τῆς παραιτήσεως, δὲν θὰ εἶχον λόγους νὰ ἀποστῶ ἀπὸ τῆς γραμμῆς ταύτης, διότι ἀμέσως μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας θὰ ἐγκαθίστατο ἡ διάδοχος Διοίκησις εἰς τὴν Τράπεζαν. Φαντασθῆτε τί θὰ ἐγένετο τότε, ἐὰν κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, τῆς μεσοβασιλείας ἐκυκλοφόρουν διάφοροι φῆμαι ἀδέσποτοι, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑπεδείκνυε Διοικητὴν τῆς Τραπέζης καὶ Ὑποδιοικητὴν πότε τὸν Α καὶ πότε τὸν Β. Ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ δημοσίᾳ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἔπραξαν, εἴτε δημοσίᾳ ὡς ἡμεῖς, εἴτε μὴ δημοσίᾳ, καὶ νὰ χαράξῃ κάποιαν κατεύθυνσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς προτάσεως τῶν προσώπων. Καὶ τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν τὴν ἐχαράξαμεν διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως. Ἐλέχθη ἀκόμη, ὅτι καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑφίσταται ζήτημα οὐσιαστικόν, ἡ Κυβέρνησις ἐπέλεξε τὴν χειροτέραν μέθοδον, τὴν χειροτέραν ὁδόν, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς πρὸς ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Θὰ παρεκάλουν τοὺς ἐκλεκτοὺς συναδέλφους νὰ μοῦ εἴπουν, ποίαν ἄλλην τυχὸν λύσιν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν διάθεσίν της; Νὰ μειώσῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας; Καὶ κατὰ τί θὰ διέφερεν ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐμείου τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ὅπως εἶναι τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεμακρύνθη ὁ Διοικητὴς τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ἰδικῆς μας Κυβερνήσεως, ἀπὸ ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἰσάγει τοιαύτας γενικὰς διατάξεις καὶ τὸ ὁποῖον, εὐθύτατα, λέγει, ὅτι τερματίζεται ἡ θητεία τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ Διοικητοῦ. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορά, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἀλλὰ ὑπεστηρίχθη, ἀπὸ μερίδα τοῦ τύπου, καὶ ὑπεστηρίχθη ἀκόμη, καὶ ἀπό τινα τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, ἐμμέσως, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχον διάφορα θέματα ἐκκρεμῆ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ κινήσῃ τὴν συνήθη διαδικασίαν τοῦ ἐλέγχου. Συμβαίνει, ὁ συνάδελφος, ὁ ὁποῖος εἶπεν αὐτό, νὰ εἶναι λίαν ἐντριβής, περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τραπεζιτικὰ ζητήματα, καὶ εἶμαι βέβαιος, ἑπομένως, ὅτι γνωρίζει πόσον δυσχερὴς θὰ ἦτο τοιοῦτος ἔλεγχος, ἐνδεχομένως διατασσόμενος, ἐφ’ ὅσον θὰ παρέμενον ἐν τῇ Διοικήσει οἱ ἴδιοι οἱ διοικοῦντες. Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος, οἱοσδήποτε, νὰ γίνῃ ἢ νὰ μὴ γίνῃ ἔλεγχος. Γνωρίζω τοῦτο: Ὅτι ἡ νέα Διοίκησις, ἡ ὁποία θὰ ἀναλάβῃ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος θὰ μελετήσῃ τὰ πάντα, θὰ ἄρῃ πᾶσαν τυχὸν ὑφισταμένην εἰς τὴν ψυχὴν οἱουδήποτε ἐξ ὑμῶν, ἐπὶ οἱουδήποτε ἐρωτήματος ἀμφιβολίαν, διότι δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, οὔτε νὰ κρύψῃ τίποτε, οὔτε νὰ φοβηθῇ τίποτε καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ἔλθουν τὰ πάντα ἐὰν ὑπάρχουν, εἰς φῶς. Λυποῦμαι ποὺ ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω τὰς φράσεις αὐτάς, ἀλλὰ τὰς λέγω εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦν μὲν τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος δι’ ἀνωμαλίας, ἀλλὰ μᾶς λέγουν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν ἐλέγξωμεν διὰ τὰς ἀνωμαλίας διὰ τῆς συνήθους ὁδοῦ. Διὰ τῆς συνήθους ὁδοῦ, οὐδέποτε ἀπεκαλύφθησαν ἀνωμαλίαι. Αἱ ἀνωμαλίαι ἀποκαλύπτονται ἐκ τῶν ἔνδον.
§91Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὑπάρχει τὸ προηγούμενον τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος ἀπελύθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας.
§92Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Δὲν θέλω νὰ κρίνω αὐτὸ τὸ προηγούμενον. Ἐπίσης, ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν, ἐξέφρασε τὴν ἔκπληξίν του διότι θίγεται ἡ αὐτονομία καὶ ἡ ἀπόλυτος ἀνεξαρτησία τοῦ Ἐκδοτικοῦ Ἱδρύματος. Καὶ διηρωτήθη, μήπως τυχὸν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀλλάξῃ ἐν προκειμένῳ τακτικὴν καὶ νὰ καθυποτάξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι βουλευταί, τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν πρόκειται νὰ συμβοῦν. Πρόκειται νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐγίνετο εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὁσάκις ἀντικαθιστῶντο αἱ Διοικήσεις τῶν μεγάλων ἱδρυμάτων. Πρόκειται πράγματι νὰ ἐπιχειρήσῃ ἡ νέα Διοίκησις, ἐπικουρουμένη κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἁρμοδιότητός της ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, πρόκειται πράγματι ἡ νέα Διοίκησις νὰ ἀνανεώσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν τὰς μεθόδους τὰς ἀκολουθουμένας, πρόκειται πράγματι νὰ καταστήσῃ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ἕνα περισσότερον συγχρονισμένον καὶ περισσότερον ζωντανὸν Ὀργανισμόν, ἀλλά, βεβαιότατα, δὲν πρόκειται τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος νὰ τὴν καταστήσῃ παράρτημα ἢ ὑποτελῆ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐλέχθη, ἀκόμη, ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Χανίων, καὶ τοῦτο, ὅτι «εἰς τὸ βάθος ὅλης αὐτῆς τῆς ἱστορίας τί κάθεστε καὶ ψάχνετε; Ὑπάρχει ὁ πόλεμος δύο φοβερῶν καὶ τρομερῶν συγκροτημάτων, τοῦ συγκροτήματος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου διαλύεται, καὶ τοῦ συγκροτήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπικρατεῖ». Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ πιστεύσῃ κανεὶς εἰς αὐτό, ὅτι κατέστησαν ὄργανα οἱουδήποτε καὶ δὴ ὄργανα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Ἑλλάδος καὶ Ἀθηνῶν, ὁ κ. Ζολώτας καὶ ὁ κ. Κυριακόπουλος; Ὁ κ. Ζολώτας, τὸν ὁποῖον ἡ ἰδική σας Κυβέρνησις καὶ πᾶσα ἄλλη Ἑλληνικὴ μεταπελευθερωτικὴ Κυβέρνησις ἐχρησιμοποίησε διὰ σωρείαν ἐθνικῶν ἀποστολῶν; Ὁ κ. Κυριακόπουλος, τὸν ὁποῖον ἡ ἰδική σας Κυβέρνησις παρεκάλεσε νὰ ἀναλάβῃ ἐξέχουσαν θέσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴ Ἐθνικὴν Τράπεζαν τότε παρῃτήθη, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους σεῖς οἱ ἴδιοι γνωρίζετε; Ὑπάρχει κανείς σας, ὁ ὁποῖος πιστεύει ὅτι ἀπεφάσισαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δώσει δείγματα εἰς ὅλον των τὸν δημόσιον βίον ἀρετῆς, ὅτι ἀπεφάσισαν νὰ γίνουν δοῦλοι συγκροτήματος, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον συγκρότημα; Σκοτειναὶ καὶ ἀόρατοι δυνάμεις διέπουσι τὰς τύχας τοῦ τόπου κατὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν εἶναι ὑπεύθυνος δι’ ὅσα πράττει μόνη ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τοὐλάχιστον ὑπεύθυνος δι’ ὅσα λέγει καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Καὶ νομίζομεν, ὅτι ὅταν ὁμιλῇ οὕτω ἐκλεκτὸς συνάδελφος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ πρέπει νὰ ἀναλογίζεται ποίας συνεπείας δύνανται ἐνδεχομένως νὰ ἔχουν τοιαῦται φράσεις ἀβασίμως ἐκστομιζόμεναι, ὅταν ἀκούωνται ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην, ὅταν ἀκούωνται ἀπὸ ἕνα λαόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀντικειμενικὸς ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων πτωχός, ὁ ὁποῖος ὑποφέρει καὶ ὁ ὁποῖος ἀκούει, ὅτι σκοτειναὶ δυνάμεις καὶ οἰκονομικὰ συγκροτήματα διευθύνουν τὸν τόπον. Ποῖαι εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, αἱ ἀόρατοι καὶ αἱ σκοτειναὶ αὐταὶ δυνάμεις; Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ συγκροτήματα καὶ ποίαν ἀπόδειξιν ἔχετε περὶ τῆς ἐπιρροῆς των ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως πρὶν ἐκστομήσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοιαύτας καταγγελίας; Κύριε συνάδελφε, θὰ μὲ ὑποχρεώσητε νὰ ἀντιστρέψω τὴν φράσιν καὶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρχουν οἰκονομικὰ συγκροτήματα, τὰ οἰκονομικὰ αὐτὰ συγκροτήματα, δὲν τὰ ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, καὶ νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι φιλοδοξεῖ νὰ τὰ καταργήσῃ καὶ θὰ τὰ καταργήσῃ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἰδικῆς μας, κυβερνοῦν ὑπεύθυνοι πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὄνομα καὶ ἐπώνυμον, οἱ ὁποῖοι κατέχουν νομίμως τὸ αʹ ἢ βʹ ἀξίωμα καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν ὀνόματι τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν τοὺς ἔδωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κυβερνοῦν καὶ θὰ κυβερνοῦν τὸν τόπον, ἐφ’ ὅσον τυγχάνουν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλὰ ἐλέχθη ἀκόμη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀποτελεῖ δεῖγμα κάποιας πτώσεως τοῦ Συναγερμοῦ, ἑνὸς ξεψυχήματος, ὅπως τακτικώτατα τὸ ὠνόμασεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ προλαλήσας. Θὰ σᾶς ἀποδείξωμεν, κύριοι, καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξωμεν δι’ ἔργων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, εἶναι ἱκανὴ διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον. Ἔχει τὰς ἀπαιτουμένας δυνάμεις διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ πρόγραμμά της. Καὶ ἐμπνεομένη ἀπὸ τὸν ἀρχηγόν της, καὶ ἐμπνεομένη ἀπὸ τὸν Στρατάρχην Παπάγον, θὰ ὁδηγήσῃ τὸν τόπον πρὸς τὸν δρόμον ἀναπτύξεως οἰκονομικῶς καὶ κοινωνικῶς. Ὁ δρόμος αὐτὸς γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι δύσβατος. Ἔχει ὅμως ἡ Κυβέρνησις ὁδηγὸν τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς. Καὶ ἔχει ἡ Κυβέρνησις μέσα, διὰ νὰ διανοίξῃ τὸν δρόμον καὶ διὰ νὰ ὁδηγήσῃ τὸν λαὸν πρὸς ἡμέρας καλυτέρας. Μὴ λησμονῇ ἄλλωστε ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ὅταν κρίνῃ ἡμᾶς καὶ ὅταν συνεχῶς ἀναφέρεται εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι πράγματι πρὸ τριμήνου ἀπεχώρησεν ἀριθμὸς βουλευτῶν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Συναγερμόν, μὴ λησμονῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, τί συμβαίνει εἰς τοὺς κόλπους της. Θὰ ἐνόμιζε κανείς, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀγάπη καὶ σύμπνοια συνέχει τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Θὰ ἐνόμιζε κανεὶς ὅτι ἕτοιμοι, συνεννοημένοι, μὲ ἓν κοινὸν πρόγραμμα, ἀπευθύνονται πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νὰ τὸν σώσουν! Καὶ ἀντ’ αὐτοῦ πληροφορεῖται καθ’ ἡμέραν ὁ λαὸς ὅτι ὄχι μόνον μεταξὺ των εἶναι διῃρημένα τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὅτι καὶ κάθε κόμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχει ὀξύτατα προβλήματα εἰς τοὺς κόλπους του. Ὅτι κάθε μερὶς τῆς μερίδος ἑκάστου κόμματος πότε λέγει, ὅτι θὰ συνεργασθῇ μὲ μερίδα τῆς μερίδος ἄλλου καὶ πότε ὁμιλοῦμεν περὶ ἐνσωματώσεως καὶ πότε ὁμιλοῦμεν περὶ διαλύσεως. Δὲν θὰ ὡμίλουν περὶ τῶν ἐσωτερικῶν σας...
§93Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πρώτην φορὰν παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον νὰ νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀποκρούει τὴν διάλυσιν ποὺ ὑπάρχει εἰς τοὺς κόλπους της, ἐπικαλουμένη τὰς διαφορὰς τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Νὰ εἶσθε ὅμως βέβαιος, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ κατέλθῃ ἡνωμένη καὶ σύσσωμος εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ θὰ νικήσῃ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὐταὶ εἶναι μικροδιαφοραί, ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὰ κόμματα. Ὅταν ὅμως ταῦτα εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἐξουσίαν πρέπει μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς κυβερνήσεως νὰ ὑπάρχῃ πλήρης συνοχή. Καὶ τοιαύτη συνοχὴ δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὰς διαφόρους ὁμάδας της.
§94Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὁμάδες εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑπάρχουν.
§95Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἄπειροι. Νὰ τὰς ὀνομάσωμεν;
§96Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Δὲν δέχομαι ἄλλην διακοπήν.
§97Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ θὰ πῆτε ἂν θὰ σᾶς διακόψωμεν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χαβίνη, σᾶς παρακαλῶ.
§99Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργός, ἐνῷ ὡμίλει ὡραῖα, ἔφερε τὴν συζήτησιν εἰς κατώτερον ἐπίπεδον.
§100Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ φράσις σας αὐτὴ εἶναι τοὐλάχιστον ἀτυχής. Καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ συζήτησις ἤχθη εἰς αὐτὸ τὸ ἐπίπεδον οὐχὶ ἐξ ἰδικῆς μου πρωτοβουλίας. Ἐγὼ ἤμην ἀπολύτως ἀποφασισμένος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ νομοσχεδίου, πλὴν ἐκλεκτοὶ συνάδελφοι, ἀνήκοντες εἰς τὸ ὑμέτερον κόμμα, ὡμίλησαν περὶ τοῦ ξεψυχίσματος καὶ περὶ τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτως ἠδυνάμην καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἰδικῆς σας διαλύσεως.
§101Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡμεῖς δὲν κυβερνῶμεν.
§102Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ἡμεῖς κυβερνῶμεν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ σᾶς πληροφορῶμεν, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσωμεν κυβερνῶντες, ἐφόσον ἔχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§103Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Τοῦ λαοῦ δὲν τολμᾶτε νὰ τὰ πῆτε αὐτά.
§104Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ἀλλοίμονόν σας, ἐὰν ὁμιλήσω περὶ τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τοῦ λαοῦ, κ. συνάδελφε, καὶ θὰ κριθῶμεν καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς.
§105Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸ εὐχόμεθα τὸ ταχύτερον.
§106Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Κύριε συνάδελφε, δὲν εὔχεσθε τὸ ταχύτερον.
§107Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Αὔριον τὸ πρωΐ, διὰ νὰ δῆτε τὸ ἀποτέλεσμα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§108Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Δὲν ἔχετε ἀκόμη ἔνδυμα γάμου, ἔχετε χιτῶνας πολλοὺς ξεσχισμένους.
§109Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κάμετε ἐκλογὰς αὔριον διὰ νὰ δῆτε ἂν ἔχωμεν ἔνδυμα γάμου. Δὲν τολμᾶτε ὅμως, διότι ἠξεύρετε τί σᾶς περιμένει.
§110Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου καὶ ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ μὴ εἶχον εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ ὑποβάλω. Διότι καὶ ἐγὼ θὰ προετίμων νὰ εἶχεν ἀκολουθήσει ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἡ σημερινή, τὸ παράδειγμα μεγάλων προγενεστέρων Διοικήσεων. Ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε, δυστυχῶς, νὰ τὸ ἀκολουθήσῃ καὶ ἠναγκάσθη, ἑπομένως, ἡ Κυβέρνησις νὰ προσέλθῃ εὐθαρσῶς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ νὰ τῆς εἴπῃ ὅτι οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα. Νὰ εἴπῃ ἀκόμη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ σεβασθῇ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἀποτελεῖ ἔμπρακτον ἀπόδειξιν τούτου τὸ γεγονός, ὅτι ἐξελέξαμεν ὡς Διοικητάς, ὄχι ὅπως συνήθως συνέβαινε, πρόσωπα γνωστῆς κομματικῆς προελεύσεως, γνωστοὺς κομματικοὺς μας φίλους, ἀλλὰ πρόσωπα ἀντικειμενικά. Ἐλέχθη ἀκόμη ἀπὸ ἐκλεκτὸν συνάδελφον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑπὸ μορφὴν παρατηρήσεως μετεωρολογικῶς, ὅτι νέφη μαζεύονται εἰς τὸν οὐρανόν, νέφη εἰς τὸν οἰκονομικὸν οὐρανὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἐκσπάσῃ καταιγίς. Ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τελεῖ ὑπὸ τὸν ἀπόλυτον ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ποτέ. Ἡ πληροφορία εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν προϋπολογισμένων ὁρίων. Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, συνίσταται εἰς αὐστηροτάτην παρακολούθησιν καὶ ἔλεγχον τῶν πιστώσεων καὶ ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος οἱασδήποτε καταιγίδος ὑπάρχει, βεβαίως ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀπαιτῇ ἐκ μέρους ὅλων ἡμῶν προσπάθειαν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅλοι μας, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, οἱ ἐργαζόμενοι Ἕλληνες, πρῶτοι θὰ καταβάλουν τὴν προσπάθειαν διὰ νὰ αὐξήσῃ ἡ ἐθνικὴ παραγωγή, διὰ νὰ ἐκλογικευθοῦν αἱ συνθῆκαι τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλάς, νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν οἰκονομικὸν καὶ τὸν κοινωνικὸν, τὸν ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ διεξαγάγῃ. Ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιοῦται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, νὰ προβλέπῃ εἰς τὸ μέλλον μὲ αἰσιοδοξίαν. Ἄνευ σπουδῆς θὰ προχωρήσωμεν πρὸς τὴν ἀνασυγκρότησιν τοῦ τόπου μὲ βῆμα μετρημένον. Τὸ μῆκος τοῦ βήματος τὸ προσδιορίζει, κύριοι βουλευταί, ἡ νομισματικὴ κατάστασις. Χῶραι, ὅπως εἶναι ἡ Ἑλλάς, χῶραι τεχνικῶς καὶ οἰκονομικῶς ὑποανάπτυκτοι, δὲν εἶναι δυνατὸν ἀποτόμως καὶ ἀπρογραμματίστως νὰ ἀναπτυχθοῦν χωρὶς νὰ ἀνατραπῇ ἀμέσως ἡ νομισματικὴ καὶ ἡ οἰκονομική των ἰσορροπία καὶ χωρὶς ἑπομένως νὰ ματαιωθῇ τὸ οἱονδήποτε σχέδιον ἀναπτύξεως ἢ ἀνασυγκροτήσεως. Ἡ νέα Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος βεβαιότατα ἐντὸς τοῦ πλαισίου τούτου τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως πρόκειται νὰ παραμείνῃ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ καμμία εἰς τὸν τομέα τοῦτον μεταβολή, ὥστε νὰ δικαιολογῆται οἱαδήποτε ἀνησυχία. Θέλω νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀπολύτως ἥσυχος καὶ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀναμένῃ ὅτι θὰ ἐπιτελεσθοῦν κατὰ τοὺς προσεχεῖς μῆνας βήματά τινα πρὸς τὴν ἀνασυγκρότησιν τοῦ τόπου σταθερά, μετρημένα καὶ κατὰ τρόπον, ἀπὸ ἀπόψεως νομισματικῆς, ἀκίνδυνον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου ἔχει τὸν λόγον.
§112Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσωπικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει. Ἡ σειρὰ τῶν ρητόρων λέγει, ὅτι ὁ κ. Παπασπύρου εἶναι κατὰ σειρὰν νὰ ὁμιλήσῃ.
§114Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, εἶμαι εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ παρακαλεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ μὴ σᾶς ξαναβάλῃ.
§116Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν ἀποκλειστικῶς πρὸς διασαφήνισιν θέλει νὰ κάμῃ ὁ συνάδελφος.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ὁ ἀγορεύων καὶ ἐὰν θέλῃ ὁ Πρόεδρος. Ὁ Πρόεδρος ὅμως, δὲν θέλει. Ἑπομένως ἐτελείωσε τὸ θέμα. Ὁρίστε κ. Παπασπύρου.
§118Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ βράδυ τῆς Δευτέρας ἔκπληκτος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπληροφορεῖτο ἀπὸ μίαν ὀλιγόλογον ἀπὸ ραδιοφώνου ἀνακοίνωσιν μίαν ἀκόμη ρωμαλέαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ. Ἐπηκολούθησεν ἡ κατάθεσις ἑνὸς τυπικοῦ νομοσχεδίου μὲ μίαν ὀλιγόλογον εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν μόνον εἰς τὸ Μαντεῖον τῶν Δελφῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραπέμψωμεν διὰ νὰ ἴδωμεν τί ὑπὸ τὰς πέντε γραμμὰς τῆς εἰσηγητικῆς αὐτοῦ ἐκθέσεως ὑποκρύπτεται. Καὶ ἐνόμιζεν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τὰς γριφώδεις αὑτὰς διακηρύξεις θὰ ἐφωτίζετο ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Καὶ τὸν ἠκούσαμεν ὅλοι μετὰ τῆς ἐπιβαλλομένης προσοχῆς καὶ προσεπαθήσαμεν εἰς τὴν μακρὰν ἀνάλυσιν τοῦ νομοσχεδίου ποὺ ἔκαμεν νὰ ἀνεύρωμεν τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἐκείνους, τοὺς λόγους τοὺς βασίμους, οἱ ὁποῖοι δικαιολογοῦν τὴν ἀνατροπὴν τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἀποπομπὴν τῆς διοικήσεως, μετὰ τῆς ὁποίας ἐπὶ εἴκοσιν ἓξ ὁλοκλήρους μῆνας ἐν ἀγαστῇ ἁρμονίᾳ, ἐν ἀδελφικῇ συνεργασίᾳ κατηύθυνεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ τὰ οἰκονομικὰ θέματα τῆς χώρας. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν μακρὰν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ δὲν ἐφωτίσθη περισσότερον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, οὔτε πρόκειται νὰ φωτισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ παραμένουν ἀκόμη μυστηριώδη ὅσα ἡ Πρωθυπουργικὴ ἀνακοίνωσις ἀνέφερεν ἀπὸ ραδιοφώνου κατὰ τὰς ἑσπερινὰς ὥρας τῆς παρελθούσης Δευτέρας καὶ ὅσα μυστηριώδη ἀναφέρει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου.
§119Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ.). Ἁπλῶς διὰ νὰ σᾶς διευκολύνω θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς δώσω τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τὴν ὑπογεγραμμένην ἀπὸ τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον εἰς ἀνάλογον περίπτωσιν. Ἡ εἰσηγητικὴ αὐτοῦ ἔκθεσις ἔχει μῆκος σειρῶν 10½. Ὅσον ἀσαφὴς εἶναι αὐτὴ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ σημερινή, κύριε συνάδελφε.
§120Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, εἶπεν πολλὰ ἐνῷ σεῖς ἀγορεύων δὲν εἴπατε τίποτα. Ἀναφέρετε διαρκῶς τὴν φράσιν ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅλα εἰς φῶς. Ἀλλὰ εἰς τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τοὺς ἄλλους καὶ ὄχι εἰς ἡμᾶς, διότι οὔτε διὰ τὸ θέμα τῆς Ἀεροπορίας, οὔτε διὰ τὸ θέμα τὸ σημερινὸν, δὲν ἐφέρατε εἰς φῶς τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐλάβατε τὴν ἀπόφασιν αὐτήν.
§121Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ἤθελα νὰ ἀκολουθήσω ὡρισμένην σειρὰν κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἄποψιν. Ἀναγκάζομαι ὅμως, ἐφ’ ὅσον ὑπαινίχθητε τὰς 5 σειρὰς τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔδωσα τὴν ἀπάντησιν.
§122Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. Ὅλο παρομοιάζετε τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον μὲ τὸν κ. Παπαληγούραν· εἶναι φοβερὸν αὐτό.
§123Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἐγὼ εὔχομαι εἰλικρινῶς νὰ φθάσῃ τὸ ὕψος τοῦ ἀνδρὸς τούτου, ἀλλὰ νὰ ἴδωμεν τὰ δείγματα τῆς προσπαθείας του, καὶ νὰ τὸν κρίνωμεν. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, εἶχε τότε τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον, καὶ ὅτι ὑπῆρχεν ἐθνικὴ διαφωνία ποὺ ἐπέβαλεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, διὰ λόγους ποὺ ἀπέβλεπον εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς ὑποδούλου Ἑλλάδος, διότι ἦλθεν εἰς ὀξυτάτην ἀντίθεσιν μὲ τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἠναγκάσθη νὰ τὴν ἀπομακρύνῃ. Ὁ Α. Διομήδης παρῃτήθη πράγματι ἀπὸ τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ἦλθεν εἰς ὀξεῖαν ἀντίθεσιν ἐν σχέσει μὲ τὸ κάλυμμα καὶ μὲ ἄλλα σοβαρώτατα θέματα, τὰ ὁποῖα ἦλθον εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἐνέμενεν εἰς τὴν ἄποψίν της καὶ εἶχε τὸ θάρρος νὰ διεκδικήσῃ τὰ συμφέροντά της. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία, ἀλλὰ σεῖς ἤλθατε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ἔχασε τὸ κῦρος της ἡ Διοίκησις τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης, μετὰ ἀπὸ 26 μηνῶν συνεργασίαν, χωρὶς νὰ ἀναφέρητε τὰ στοιχεῖα τῆς ἀπωλείας τοῦ κύρους. Καὶ διερωτῶμαι: Μέσα εἰς τοὺς 26 αὐτοὺς μῆνας, δὲν κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησίς σας νὰ κάμῃ τὴν ἐξακρίβωσιν διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασε τὴν νύκτα τῆς παρελθούσης Δευτέρας, καὶ πόσοι ἦσαν οἱ ἄμεσοι οἰκονομικοί σας σύμβουλοι, καὶ πόσοι ἦσαν οἱ κατευθύνοντες τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας καὶ οἱ συνεργαζόμενοι μεθ’ ὑμῶν; Ἀλλὰ περὶ ποίας Διοικήσεως πρόκειται; Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ ἔγγραφα τοῦ Συναγερμοῦ, τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Ὁ προφήτης τοῦ κόμματός σας, ἀδιαφόρως ἐὰν σήμερον δὲν εὑρίσκεται εἰς τὰς τάξεις σας καὶ ἐὰν εἶναι ἡγέτης τῶν ἀνεξαρτήτων τῆς δεξιᾶς. Πάντως, ὅταν ἐλέχθησαν αὐτά, παρίστατο καὶ ὁ ἡγέτης τοῦ Συναγερμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔδιδεν ἐν μέσῳ τῶν φωταψιῶν, τὸ σύνθημα τῶν χειροκροτημάτων καὶ ἐπιδοκιμασιῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἔκαμε μίαν ἀναδρομήν, διὰ τὴν περίοδον τοῦ συμμοριτοπολέμου, καὶ ἀνέφερεν εἰς τὴν 4ωρον ἀγόρευσίν του, ὅτι προεκρίθη τότε ἡ διατήρησις τοῦ Θ. Σοφούλη, εἰς τὴν Πρωθυπουργίαν, καθ’ ἣν ἐποχήν, πολλοὶ ἐκ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐμάχοντο κατ’ αὐτήν, ἡ δημιουργία τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου καὶ ταὐτοχρόνως ἀπεφασίσθη ἡ ἀνάθεσις τῆς ἀρχιστρατηγίας εἰς τὸν κ. Ἀλ. Παπάγον, μὲ ἀπόλυτα δικαιώματα. Ἡ δευτέρα λύσις, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε καὶ διὰ τὴν ὁποίαν δὲν συνετέλεσεν καὶ ὀλίγον, ὁ ἴδιος, ὁ Στρατάρχης, τὸν ὁποῖον οὐδεμία κατεῖχε φιλοδοξία νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν πολιτικήν, ἦτο λύσις ἀπ’ εὐθείας Πρωθυπουργίας τοῦ Στρατάρχου Ἀλεξάνδρου Παπάγου. Ἐν ὄψει λοιπόν, τοῦ ἐνδεχομένου αὐτοῦ, παραλλήλως μὲ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ στρατιωτικοῦ προβλήματος, εἶχε προετοιμασθῆ πλῆρες οἰκονομικὸν πρόγραμμα μεταξὺ τῶν συντακτῶν, τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ νῦν ἀναπληρωτὴς τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ. Τοῦ προγράμματος ἐκείνου, τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοι ὑπῆρξαν κατὰ μέρος τεχνικοὶ συνεργάται, εἶχον λάβει ἐγκαίρως γνῶσιν καὶ ὁ κ. Χάρριμαν, ὁ ὁποῖος μάλιστα, μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν φιλελληνικότητα καὶ ἁπλότητα, ὅταν κατὰ τὴν πρόσφατον παραμονήν μου, εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην, μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ, ἀνεμνήσθη τῶν παλαιῶν ἐκείνων ἡμερῶν, διερωτώμενος, καὶ αὐτός, ὅπως ἀσφαλῶς καὶ ἡ πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων, διατὶ ἔκτοτε νὰ ἔχῃ ἀπολεσθῆ τόσος πολύτιμος χρόνος διὰ τὴν Ἑλλάδα. Πληροφορηθείς, λοιπόν, σήμερον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν πολιτικὴν ἀνίδεος αὐτῆς καὶ ἀπρογραμμάτιστος εἶχεν ἀπὸ πενταετίας συνειδητοποιήσει πρόγραμμα ἀνορθώσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ ὁποῖον προσαρμοζόμενον πρὸς τὴν σημερινὴν πραγματικότητα, διαδοχικῶς τὸ ἐφαρμόζει, ἐμπιστευόμενος τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ εἰς ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους ἀπὸ πενταετίας συνειργάσθη, διὰ τὴν κατάρτισίν του. Αἱ ἱστορικαὶ αὐταὶ ἀποκαλύψεις ἐγένοντο εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀπὸ ὑπεύθυνον πρόσωπον τοῦ Συναγερμοῦ, ποὺ κατηύθυνε τὴν γενικωτέραν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρίστατο εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐπεβεβαίωνε διὰ τῆς παρουσίας του, ὅσα ὁ προφήτης τοῦ κόμματός του διεκήρυσσε. Καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ τὴν σύσκεψιν αὐτήν, ἀπὸ πενταετίας εἶχε καταρτισθῆ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα μὲ κύριον συνεργάτην τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος. Δὲν ὑπάρχει λοιπόν, μόνον ἡ συνεργασία τῶν 26 μηνῶν, ἀλλὰ ὑπάρχει συνεργασία 8 καὶ πλέον ἐτῶν. Καὶ διερωτῶμαι, ἔπειτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, βάσει ποίων δεδομένων ὁ Συναγερμὸς διακηρύσσει, ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος, ἡ κατάλληλος μέχρι τώρα, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔπαυσε νὰ ἔχῃ πλέον κῦρος, ἔπαυσε πλέον νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, καὶ ὅτι μὲ τὸ ὀλιγόλογον αὐτὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ καταλυθῇ; Καὶ ἐνῷ ἀνεμένομεν ἐξηγήσεις, διὰ νὰ φωτισθῇ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἀλλὰ καὶ πέραν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, νὰ φωτισθῇ ἡ δημοσία γνώμη, δὲν ἠκούσαμεν οὐδὲν ἀπολύτως θετικὸν στοιχεῖον. Ἀλλά, διὰ τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές, ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ τύπος ἀντιπαρῆλθε καὶ ἐσιώπησε τὸ συγκλονιστικὸν γεγονός.
§124Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὄχι, δὲν εἶπον αὐτό.
§125Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐντύπωσίς μου.
§126Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὄχι, δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον, ἁπλούστατα, ὅτι ἐνῷ βεβαιότατα, εἶναι ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον διῄρεσε τὸν τύπον εἰς δύο μερίδας, ἡ πρώτη τῶν ὁποίων ἐπετέθη κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀπὸ ἀπόψεως τρόπου, ἀπὸ ἀπόψεως διαδικασίας, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη, δὲν εὑρέθη οὐδεμία ἐφημερίς, —καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ νὰ τὴν κατονομάσητε— ἡ ὁποία νὰ ὑποστηρίξῃ, ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, τὴν ἀπερχομένην Διοίκησιν.
§127Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἡ «Ἑστία», διὰ τὸν Γρηγορίου.
§128Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Μὴ μὲ διακόπτετε, κ. συνάδελφε. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ ἀπερχομένη Διοίκησις ἔπταισεν ἢ δὲν ἔπταισε, καὶ ὅτι ἐγώ, θὰ τὴν κρίνω, αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐπιπολαίως. Ἀρνοῦμαι νὰ κρίνω, κατὰ τρόπον ἐπιπόλαιον, ἄνδρας διατελέσαντας εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἐπὶ τόσα ἔτη. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, εἶναι ὅτι ἀντικειμενικῶς, ἀνεξαρτήτως ὑπαιτιότητος ἢ μή, ὅπως εἶπον, τῶν μελῶν, τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τὸ κῦρος τῆς Διοικήσεως, ἔχει παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ μειωθῆ. Τίποτε ἄλλο δὲν εἶπον.
§129Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, παρηκολούθησα τὴν διευκρίνισίν σας, διότι μοῦ εἶχεν ἀπομείνει ἡ ἐντύπωσις, ὅτι τὸ ἐπιχείρημά σας ἦτο, ὅτι ὁ τύπος ἐσιώπησεν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐντύπωσίς μου. Ἀλλά, κ. ὑπουργέ, καὶ μὲ τὰς διευκρινίσεις, τὰς ὁποίας μᾶς δίδετε, τὸ ἐπιχείρημά σας δὲν ἔχει βασιμότητα. Διότι νομίζω, ὅτι ἔγκυρα ὄργανα τοῦ τύπου διετύπωσαν ἀπόψεις ὑπὲρ τῆς σημερινῆς διοικήσεως, καὶ διεδήλωσαν τὴν ἐξέγερσίν των καὶ τὴν ἐξέγερσιν τῆς δημοσίας γνώμης ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως διαδικασίας διὰ τὴν ἀνατροπὴν τῆς ὑφισταμένης ἐν τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος κατάστασιν. Ἀλλὰ τὸ στοιχεῖον αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ παράσχῃ ἀποδείξεις πλήρεις. Οὔτε θέλω νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐδῶ, κ. ὑπουργέ, κάμνετε μίαν ἐξαγγελίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι ἐμεσολάβησεν ἡ ἀπώλεια τοῦ κύρους τῆς διοικήσεως καὶ χρέος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν εἰδικώτερον, ἦτο ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ νὰ ἐνημερώσητε ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων ἀδιασείστων τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ τὴν δημοσίαν γνώμην. Διότι ἄνδρες δημόσιοι, οἱ ὁποῖοι μὲ μίαν ἐνάρετον σταδιοδρομίαν 40 ἐτῶν ἔφθασαν εἰς τὰ ὕπατα τῆς δημοσίας ζωῆς ἀξιώματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σπιλώνωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐπὶ τῇ βάσει ἀορίστων ὑπαινιγμῶν, μὲ ὀλιγόλογον εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν καὶ μὲ ὑπαινιγμούς, οἱ ὁποῖοι ἠκούσθησαν ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§130Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ.). Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ θίγεται ἡ ὑπόληψις προσώπων, εἶμαι ὑποχρεωμένος πάλιν νὰ σᾶς διακόψω. Νομίζω, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἀγορεύσεώς μου ὑπῆρξα ἐξαιρετικά, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό, προσεκτικός. Δὲν ἔκαμα οὐδὲν ἀπολύτως ὑπονοούμενον. Ὅ,τι ἠνόουν τὸ εἶπον. Εἶπον καὶ τὴν φράσιν αὐτὴν τὴν ἔχω ἐδῶ ἐμπρός μου: Ὑπαιτίως ἢ ἀναιτίως, δικαιολογημένως ἢ ἀδικαιολογήτως ἐκλονίσθη, κατὰ τὴν ἀντικειμενικὴν αὐτοῦ ὑπόστασιν, τὸ κῦρος τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης. Εἶπον δὲ καὶ πῶς τοῦτο ἀποδεικνύεται ἀντικειμενικῶς. Μετὰ μεγάλης μου λύπης πιστοποιῶ, ὅτι ὁ τύπος ὁλόκληρος καὶ εἰδικῶς ἡ ἐφημερίς, μὲ τὴν ὁποίαν σεῖς συνδέεσθε, δὲν εὗρε μίαν λέξιν ἐπαινετὴν νὰ εἴπῃ διὰ τὴν ἀπερχομένην διοίκησιν. Τοῦτο ἐπιστοποίησα. Ἠμπορεῖ αὐτὸ νὰ εἶναι θλιβερόν. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὀφείλεται εἰς ἀτυχίαν. Εἶναι ἓν γεγονὸς βέβαιον. Ποτὲ δὲν εἶπον καὶ ποτὲ δὲν θὰ εἴπω, ἄνευ ἀποδείξεων, δι’ οἱονδήποτε, καὶ δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου νὰ προβαίνω εἰς τοιούτου εἴδους ἀποκαλύψεις, ὅτι ὑπάρχει τὸ ἄλφα ἢ τὸ βῆτα ὕποπτον ἐν τῇ διαχειρίσει εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Ἄλλοι τὸ εἶπον αὐτό.
§131Α. ΚΑΨΑΛΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ὡς ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφίσητε τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ μόνος λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζετε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι τὰ περισσότερα ὄργανα τοῦ τύπου δὲν ἀντέδρασαν ὅπως νομίζετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀντιδράσουν. Ἐὰν αὐτὴν τὴν ἐπικίνδυνον τακτικήν, ἐκφερομένην μάλιστα ἀπὸ τὸ στόμα ἑνὸς ἐπιλέκτου στελέχους τῆς Κυβερνήσεως, θελήσωμεν μὲ κάποιαν ἀναλογίαν νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν, θὰ ἐβλέπατε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν ἡμεῖς διὰ ποῖον λόγον δὲν θεωρεῖτε ὅτι ἐφθάρη, π.χ., ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως, ἐναντίον τοῦ ὁποίου σύσσωμος ὁ τύπος ἐπὶ 20 ἡμέρας ἔγραφεν ὅσα ἔγραψε. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἀλλ’ ἂς εἶναι. Ἡ διακοπή μου δὲν ἔχει ἔννοιαν ἐριστικήν. Ἡ διακοπή μου ἄγει εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα: Ἔχετε ὑποχρέωσιν ὡς ἐκπροσωπῶν τὴν Κυβέρνησιν, σήμερον ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου σοβαροῦ νομοσχεδίου, νὰ εἴπητε κάτι θετικὸν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοὺς λόγους, ποὺ σᾶς ἤγαγον εἰς τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
§132Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Παρακαλῶ, τὸν κ. ἀγορητήν, ἐπὶ τοῦ βήματος, νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν διακόψω, ἐφ’ ὅσον ἐπέτρεψε καὶ εἰς τὸν κ. συνάδελφον. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἦτο δυνατόν, ἀπὸ ἀπόψεως καθαρᾶς λογικῆς, νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσάγεται, διότι ὁ τύπος δὲν ἐτάχθη ὑπὲρ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης. Αὐτὸ θὰ ἦτο ἐκ μέρους μου καὶ παράλογον, σεῖς δὲ γνωρίζετε, ὅτι παράλογος εἰς τοιοῦτον σημεῖον δὲν εἶμαι.
§133Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. Εἰς τοιοῦτον σημεῖον.
§134Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Μάλιστα, κ. συνάδελφε, εἰς τοιοῦτον σημεῖον. Διότι ἐὰν ἀρχίσωμεν νὰ συζητῶμεν περὶ παραλογισμῶν θὰ ἠμπορούσαμε νὰ εἴπωμεν πολλά. Κύριοι βουλευταί, ὅταν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἦτο γνωστὸν ποία θὰ ἦτο ἡ ἀντίδρασις τοῦ τύπου. Ἁπλῶς, ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐξεστόμισα πράγματι ἀπὸ τοῦ βήματος «ἡ ἀντίδρασις τοῦ τύπου» καὶ οὐδὲν πλέον.
§135Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχα ζητήσει νὰ διακόψω τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ μοῦ εἶπεν, ὅταν τελειώσῃ. Δὲν τὸν διέκοψα τότε. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἤδη ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τὸν ἐρωτήσω. Πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐφθάρη ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης; Ἐὰν ναί, καλῶς. Ἐὰν ὄχι, κ. ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄξιαι τοῦ προορισμοῦ των, ἔχουν καθῆκον νὰ προασπίσουν τοὺς ἀνωτάτους ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους. Ἐὰν πιστεύετε, ὅτι ἐφθάρη, νὰ τὸ εἴπητε καθαρά.
§136Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Τὸ τί πιστεύει ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ τὶ δὲν πιστεύει, τὸ εἶπον. (Θόρυβος).
§137Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Θὰ συνεχίσω τὴν διατύπωσιν τῶν ἁπλῶν σκέψεών μου ἄνευ διακοπῶν πλέον. Διότι ἔχω εἰσέλθει εἰς ἓν πεδίον ὄχι καὶ τόσον γνώριμον.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, ὅτι ὁ κ. Παπασπύρου δὲν ἐπιτρέπει διακοπάς.
§139Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Καὶ προχωρῶ εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν σκέψεών μου. Ἐδῶ ἔχομεν ἓν δεδομένον, καὶ χαίρω διὰ τὴν διακοπήν, τὴν ὁποίαν ὁ πρώην ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἔκαμεν εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἀπόψεών μου, ὅτι ἦτο ἀτυχὲς τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ διὰ τὸ θέμα τῆς στάσεως τοῦ τύπου. Ἂς βάλωμεν παῦλαν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον. Ὁ κ. ὑπουργὸς διετύπωσε τὴν ἄποψιν, ὅτι ἔχασε τὸ κῦρος ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης. Ὀρθότατα λέγει ὁ κ. Χαβίνης, ὅτι ἐὰν ἔχασε τὸ κῦρος της, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξηγήσῃ πῶς συνεργάται της ὄχι μόνον εἰς τοὺς 26 μῆνας, ἀλλὰ καὶ προγενέστερον, οἱ ὁποῖοι κατηύθυναν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Συναγερμοῦ, ὅπως ὁ κ. Μαντζαβῖνος, πῶς αἰφνιδίως ἔχασαν τὸ κῦρος των· πῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν καὶ ὑπερφυσικὰς ἀκόμη λύσεις νὰ δίδουν εἰς ὅλα γενικῶς τὰ ζητήματα, δὲν κατορθώνουν νὰ κάμουν αὐτὴν τὴν διάγνωσιν, ὅτι ἐστερεῖτο τοῦ κύρους, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνειργάζετο μὲ τὸν Στρατάρχην καὶ τοὺς ἐπιτελεῖς του διὰ νὰ καθορίσουν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, καὶ πῶς ἡ Κυβέρνησις... ἡ ρωμαλέα μέσα εἰς τοὺς 26 μῆνας, δὲν ἀνεκάλυψεν, ὅτι τὸ κῦρος τῆς διοικήσεως κατέπεσε.
§140Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ ἰσχυρισμὸς περὶ στερήσεως τοῦ κύρους τῆς διοικήσεως, φοβοῦμαι, ὅτι προεβλήθη ἀπόψε, διότι δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν.
§141Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Εἶπεν, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι τώρα ἐπείσθη ἡ Κυβέρνησις καὶ προέβη εἰς ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως. Τί νὰ εἴπῃ κανεὶς διὰ τὴν ρωμαλεότητα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἐδῶ πέρα τὴν ἀνάτασιν, ὅπως μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς ὅλας γενικῶς τὰς ἐκδηλώσεις τῆς δημοσίας ζωῆς, τί νὰ εἴπῃ κανεὶς διὰ τὴν ρωμαλεότητα τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὅλων τῶν κεφαλαίων, ὄχι μόνον τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς δημοσίας ζωῆς, ὅταν χρειάζωνται 26 μῆνας διὰ νὰ κατανοήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν συνεργατῶν μὲ τοὺς ὁποίους ἐν ἀγαστῇ συμπνοίᾳ συνειργάζετο, οἱ ὁποῖοι κατηύθυναν τὴν οἰκονομικὴν ζωήν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ οἰκονομικὰ συνέδρια καὶ εἰς οἰκονομικὰς ἀποστολάς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὡς προχθὲς οἱ παραστάται καὶ οὐδεὶς εἶχεν ὑποπτευθῆ, κ. ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι ἐσόβει ὅλη αὐτὴ ἡ διένεξις, ἡ ὁποία ἐξέσπασε τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν καὶ ἐπὶ ἑνὸς θέματος εὐαισθήτου. Διότι ἦτο πολὺ εὐαίσθητον τὸ στρατιωτικὸν θέμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἀπησχολήθημεν, ἀλλὰ τὸ οἰκονομικὸν θέμα ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν ζωὴν τοῦ λαοῦ. Καὶ ὅταν εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ Συναγερμός, ὅτι λαμπρότεραι ἡμέραι θὰ ἀνατείλουν — αὐτὴ εἶναι ἡ φράσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ— διερωτᾶται κανεὶς πῶς ὁ Συναγερμὸς ἀνακαλύπτει μετὰ 26 μῆνας, ὅτι στεροῦνται κύρους τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας. Αἱ εὐθῦναι ὑπὸ οἱανδήποτε ἐκδοχήν, εἶναι βαρύταται καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ τὰς καταλογίσῃ καὶ θὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἐνδεδειγμένας πολιτικὰς κυρώσεις. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ὀρθῶς μὲ διέκοψεν ὁ κ. Ἀλλαμανῆς, καὶ εἶπεν, ὅτι τὸ περὶ στερήσεως τοῦ κύρους δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν. Εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις. Ἀναφέρεται εἰς δύο σημεῖα ὅτι πρέπει νὰ ἀναδειχθῇ νέα διοίκησις ἀντικειμενική, πολιτικῶς ἀνεπηρέαστος διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συνεργασθῇ μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ διερωτῶμαι τί εἴδους ἀνεπηρέαστος ἀπὸ πολιτικῆς πλευρᾶς νὰ εἶναι ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης, ὅταν ἀπὸ ἐπίσημον μαρτυρίαν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος παρηκολούθει μὲ τὰς φωταψίας τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ἀνεγνωρίζετο, ὅτι ἕνας τῶν συντακτῶν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο καὶ ὁ καταλυόμενος Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Τί εἴδους ἀντικειμενικὴ συνεργασία, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ὅταν ἐπὶ 26 μῆνας εὑρίσκετο ἐν ἀδελφικῇ συνεργασίᾳ καὶ κατηύθυνε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας μὲ ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ Συντονισμοῦ, οἱ ὁποῖοι παρήλασαν ἐπὶ τῆς Συναγερμικῆς Κυβερνήσεως; Εἶναι ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα μένουν ἀναπάντητα, κ. ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, πέραν τοῦ οὐσιαστικοῦ θέματος, ὑπάρχει καὶ ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ καταδικασθῇ εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων γενικῶς τῶν Ἑλλήνων. Εἰς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνόμισεν ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι ἠμποροῦσε νὰ ἀντιγράψῃ τὸν προκάτοχόν του μὲ τὰς ρωμαλέας ἐπιδείξεις, τὰς αἰφνιδιαστικάς, ὁ προκάτοχός του ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, αἰφνιδίαζε τὴν δημοσίαν γνώμην τῆς Ἑλλάδος. Ἦτο ὀπαδὸς τῆς θεωρίας τῆς καταπλήξεως καὶ τοῦ αἰφνιδιασμοῦ. Καὶ ἐδῶ πέρα κατὰ τρόπον αἰφνιδιαστικὸν γίνεται ἡ ἀνακοίνωσις, ἐν τάχει ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅπως ἠκούσαμεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον πρώην ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν μεσημβρίαν τῆς χθὲς διενεμήθη εἰς τὰ μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ἀπόγευμα ἀμέσως συνῆλθεν ἡ Ἐπιτροπή, ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας δὲν ἐπρόλαβε νὰ ἔλθῃ διὰ νὰ διατυπώσῃ τὰς ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ μέσα εἰς ἕνα εἰκοσιτετράωρον, μὲ τὴν ἐξαιρετικὴν διαδικασίαν τῆς ψηφίσεώς του εἰς μόνην συζήτησιν, καλεῖται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ κυρώσῃ τὸ γενόμενον πραξικόπημα! Αὐτὰ εἶναι ἀήθη εἰς τὴν δημοσίαν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος, διότι τόσον μεγάλα θέματα, δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον αἰφνιδιαστικὸν νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ ἐπιδιώκεται ἡ ἐπιψήφισις τοιούτων νομοσχεδίων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἡμεῖς ἐπράξαμεν τὸ χρέος μας καὶ νομίζομεν, ὅτι προσεφέραμεν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ εἰς τὴν Δημοκρατίαν διατυπώσαντες τὸ αἴτημα νὰ τηρηθῇ ἡ τακτικὴ διαδικασία διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ εἶναι εὐρυτέρα ἡ συζήτησις καὶ νὰ γίνεται μὲ ὅλην τὴν ὀφειλομένην προσοχήν. Πέραν αὐτῶν, ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπολογηθῇ διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι εὐθαρσῶς διετυπώθησαν ἐκ μέρους συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅσον ἀφορᾷ, τὰ βαθύτερα αἴτια τῆς ἐπιδιωκομένης μεταβολῆς. Κύριοι συνάδελφοι, ὄχι μόνον εἰς ἐκείνους ποὺ ἀναμιγνύονται καὶ παρακολουθοῦν τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τελευταῖον Ἕλληνα πολίτην, εἶναι γνωστόν, ὅτι ὄχι τώρα —διὰ νὰ εἶμαι δίκαιος— ἀπὸ μακροῦ ἀδυσώπητος πόλεμος τῶν οἰκονομικῶν συγκροτημάτων διεξήγετο ἐναντίον τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας. Κατὰ περιόδους ἐδημιουργήθη κρίσις, ἡ ὁποία ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ καταστήσῃ ἀμφίβολον τὴν παράτασιν τῆς ζωῆς τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος τῆς Ἑλλάδος ἦτο τόση ἡ πίεσις τῶν ἰσχυρῶν οἰκονομικῶν ὀργανισμῶν ποὺ ἔβλεπαν, ὅτι ὑπάρχει ἕνας ἀνασχετικὸς φραγμὸς εἰς τὰς ἀνόμους οἰκονομικάς των ἐπιδιώξεις, ποὺ κατὰ καιροὺς ἔβαλε κατὰ τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος καὶ εἶναι γνωστόν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω περιόδους καὶ ἐποχὰς καὶ πρόσωπα, πολλὰ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουν πλέον εἰς τὴν πρόσκαιρον αὐτὴν ζωήν. Ἀλλὰ οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι εἶναι ἀδυσώπητοι καὶ ἡ προσπάθεια τῆς πραγματοποιήσεως μεγάλων κερδῶν ἐξωθεῖ τοὺς ἀνθρώπους εἰς πράξεις καὶ ἐνεργείας ποὺ πολλὲς φορὲς εὑρίσκονται ἔξω τῶν διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔξω τῶν διατάξεων τῆς ἠθικῆς. Ὑπάρχει καὶ σήμερον ἕνας ἀδυσώπητος ἀγών, ὁ ὁποῖος διεξάγεται ἀπὸ ὡρισμένας οἰκονομικὰς ὀργανώσεις καὶ οἰκονομικοὺς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι βλέπουν, ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος τοὺς ἐμποδίζει εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐπιδιώξεών των. Εἶχον τὸ θάρρος οἱ συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐπισημάνουν τὸν κίνδυνον καὶ ν’ ἀναφέρουν παραδείγματα. Πρέπει τοιαῦτα πράγματα νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ νὰ δημοσιεύωνται καὶ αἰσθάνομαι ὡς χρέος, αὐτὴν τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνατρέπεται ὁ θεσμὸς τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀνεξαρτήτως τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ διαδεχθοῦν νὰ ἐπισημάνω τὸν κίνδυνον....
§142Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Κύριε συνάδελφε, μὲ αὐτὰ ποὺ εἴπατε ἠμπορεῖ νὰ ἐννοῆτε δύο διάφορα πράγματα. Ἠμπορεῖτε νὰ ἐννοῆτε, ὅτι πάντοτε εἰς φιλελευθέρας οἰκονομίας ὑπάρχει ἕνα εἶδος ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ ἡ Κεντρικὴ Τράπεζα ἐπὶ τῶν ἄλλων πιστωτικῶν ἱδρυμάτων καὶ ὅτι φυσικὸν εἶναι νὰ δημιουργοῦνται ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐλέγχου τούτου ὡρισμέναι προστριβαί. Φυσικὸν εἶναι ἀκόμη ὁ ἐλεγχόμενος νὰ μὴ ἀγαπᾷ πάντοτε μὲ χριστιανικὴν ἀγάπην τὸν ἐλέγχοντα. Αὐτὰ ὅλα συμβαίνουν καὶ παρ’ ἡμῖν, συνέβαινον ἀνέκαθεν, συμβαίνουν καὶ ἀλλαχοῦ καὶ θὰ συμβαίνουν πάντοτε ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἕνα τραπεζιτικὸν σύστημα κινούμενον πέριξ μιᾶς κεντρικῆς καὶ ἐλεγχούσης Τραπέζης. Ἐὰν λοιπόν, τοῦτο τὸ ἁπλοῦν θέλετε νὰ εἴπητε, κύριε συνάδελφε, ἡ διαπίστωσίς σας εἶναι ὀρθοτάτη καὶ συνομολογῶ. Ἐὰν θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν αὐτὸν τὸν φυσιολογικὸν ἐπεκράτησεν ἔναντι τοῦ ἐλέγχοντος ὁ ἐλεγχόμενος, ἐὰν δηλαδή, θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ διοίκησις ἡ νέα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος πρόκειται νὰ μὴ ἀσκήσῃ μὲ αὐστηρότατα κριτήρια τὸν ἔλεγχον, τότε σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πλανᾶσθε ἐὰν θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ νέα διοίκησις τῆς Τραπέζης πρόκειται νὰ γίνῃ ὄργανον οἱουδήποτε, εἴτε πιστωτικοῦ, εἴτε ἄλλου ὀργανισμοῦ, πλανᾶσθε. Καὶ ὅπως εἶπον εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ μόνον τὰ ὀνόματα τῶν ἐπιλεχθέντων διαδόχων ἀποτελοῦν ἐγγύησιν παρ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐγγύησιν ἀποτελεῖ αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις. Δὲν πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μεταβληθῇ ἡ ἐν τῷ τραπεζιτικῷ συστήματι θέσις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Χρειάζεται ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ὡς Τράπεζα Κεντρικὴ καὶ ἑπομένως ὡς Τράπεζα ἐλέγχουσα. Εἰς μίαν οἰκονομίαν μάλιστα, ὅπως εἶναι ἡ ἰδική μας, χρειάζεται ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ὄχι μόνον ὡς Τράπεζα ἐλέγχουσα, παρὰ ὡς Τράπεζα παρεμβαίνουσα εὐθέως καὶ ἀμέσως εἰς τὴν ἀγοράν, Τράπεζα ρυθμίζουσα καὶ αὐτὰς ταύτας τὰς ἐμπορικὰς πράξεις καὶ τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς αἱ ἐμπορικαὶ πράξεις ἐπιτελοῦνται. Καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσετε, ὅτι ὅταν εἰς τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν πρόθεσιν τῆς νέας διοικήσεως νὰ τηρήσῃ αὐτὴν τὴν γραμμήν, ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, μέχρι τοῦ νὰ λέγωνται καὶ νὰ καταγγέλωνται πράγματα καὶ μάλιστα εἰς ἕνα ὕφος ἀποκαλυπτικόν, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀπόστασις. Φυσικόν, εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἐλεγχόμενοι νὰ ἀντιπαθοῦν τὸν ἐλέγχοντα, ἀλλὰ δὲν σημαίνει, ὅτι τοὺς ἐπετρέψαμεν εἰς τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν περίπτωσιν νὰ προσδιορίσουν τὴν βούλησιν τῆς Κυβερνήσεως. Πόθεν τὸ συνάγετε; Ὁ κ. Ζολώτας, ἢ ὁ κ. Κυριακόπουλος εἶναι ὑποτελεῖς συγκροτήματός τινος καὶ πόθεν ἔχετε τὴν ἔνδειξιν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς Συντονισμοῦ θὰ ἐπέτρεπε ποτὲ εἰς τὴν διοίκησιν οἱουδήποτε ἱδρύματος πιστωτικοῦ νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος; Πόθεν τὸ συνάγετε; Ὅταν καταγγέλετε κάτι τόσον σοβαρόν, πρέπει νὰ τὸ στηρίζετε κάπου. Ἐὰν πάλι κάμνετε μίαν γενικὴν θεωρητικὴν διαπίστωσιν, τὴν θεωρητικὴν αὐτὴν αὐτὴν διαπίστωσιν παραδέχομαι ὡς ὀρθὴν καὶ ἐπαναλαμβάνω ἡ διαπίστωσις αὐτὴ ἰσχύει εἰς ὅλα τὰ γεωγραφικὰ πλάτη καὶ μήκη, ὅπου ὑπάρχει φιλελευθέρα οἰκονομία καὶ τὰ τραπεζιτικὰ συστήματα λειτουργοῦν κατὰ τρόπον ἀνάλογον μὲ τὸ ἰδικόν μας.
§143Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ὁ ἀνταγωνισμὸς ὑπερέβη τὰ ὅρια τοῦ θεμιτοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Παντοῦ εἰς τὰς φιλελευθέρας οἰκονομίας ὑπάρχουν τοιαῦται ἐκδηλώσεις, ἀλλὰ τὰ ὅρια τοῦ θεμιτοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ἔχουν ὑπερβῆ κατὰ πολύ. Καὶ ἀπαντῶ, κ. ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεώς σας, ἀλλὰ καὶ παλαιότερον εἶχε ἀκολουθήσει ἀπετέλει ἕνα ἀνασχετικὸν φραγμὸν καὶ ὁ πρῶτος κύκλος ἐκείνων ποὺ ἔβλεπον ὡς ἐμπόδιον τὴν πολιτικὴν τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἦτο νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὴν διοίκησιν, ἄλλος εἶναι ὁ κύκλος τῆς διαδοχῆς. Ἴσως νὰ ἦσαν ἄλλαι αἱ βλέψεις των, δὲν θέλω νὰ ὑπεισέλθω εἰς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἀνεξαρτήτως ποία θὰ ἦτο ἡ διαδοχὴ σκοπός των ἦτο νὰ ἀντικαταστήσουν τὴν Διοίκησιν. Ἄλλο θέμα ἦτο ἐὰν θὰ ἔπρεπε κατὰ διάφορον τρόπον δι’ αὐτοὺς νὰ γίνῃ ἡ διαδοχὴ. Αὐτοὶ ἔβλεπον τοὺς τρεῖς ἡγέτας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς ἕνα ἐμπόδιον εἰς τὰς κερδοσκοπικὰς ἐπιχειρήσεις των καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ πρῶτος κύκλος τῆς προσπαθείας των. Προσεπάθησαν μὲ διαφόρους σκοπίμους ἐνεργείας νὰ δημιουργήσουν τραύματα εἰς τὴν διοίκησιν νὰ φθάσουν ἐκεῖ ποὺ ἔφθασεν ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν ἀντικατάστασιν τῆς Διοικήσεως. Ἴσως εἰς τὴν σκέψιν τῶν κερδοσκόπων αὐτὴ ἡ διαδοχὴ νὰ εἶχε δημιουργηθῆ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι θὰ ἐγίνετο κατ’ ἄλλον τρόπον, διάφορον αὐτοῦ. Διότι ἀναμφισβητήτως, ἐπειδὴ μᾶς προκαλεῖτε εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι βεβαίως, ὁ φερόμενος ὡς διάδοχος τοῦ κ. Μαντζαβίνου εἶναι ἕνας ἐπίλεκτος ἐπιστήμων, καθηγητὴς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἀκαδημαϊκός, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι εἶχεν ἐπιλεγῆ διὰ τὴν συνδιοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος τοῦ 1944. Εἶχεν ἐπιλεγῆ ὁ κ. Ζολώτας καὶ τότε καὶ εἶναι ἄξιος πάσης τιμῆς, ἀλλὰ δὲν εἶναι θέμα προσώπου. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι θέμα προσώπου, εἶναι θέμα γενικώτερον, τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Χωρὶς δὲ νὰ θέλω ἐπειδὴ ἐθίξατε θέμα προσώπου, δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω τὸν κ. Κυριακόπουλον, τὸν ὁποῖον ἐπέλεξεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ὑποδιοικητοῦ, ἀλλὰ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι προέρχεται ἀπὸ τὰ ἀνώτερα στελέχη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ κυριώτερος ἀντίπαλος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἦτο φυσικὰ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἤθελε καὶ διὰ ποικίλων προσπαθειῶν ἐπεδίωκε νὰ μειώσῃ τὴν δρᾶσιν της.
§144Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ὅλοι περίπου οἱ Διοικηταὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἔχουν προηγουμένως χρηματίσει Ὑποδιοικηταί, ἢ Διοικηταὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§145Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ τὸ φέρετε ὡς παράδειγμα.
§146Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἦτο ὁ Δροσόπουλος.
§147Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Καὶ ὁ κ. Τσουδερὸς, ἀλλὰ ἦσαν τελείως διάφοροι αἱ τότε συνθῆκαι. Ἐπὶ πλέον διὰ τὸν κ. Κυριακόπουλον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ἐπισημάνω καὶ χωρὶς νὰ τὸ θεωρῶ αὐτό, ὅτι ἀποτελεῖ κἂν μείωσιν τῶν δικαιωμάτων διὰ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν διεκδικεῖ, ἀλλὰ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι ἦτο καὶ ὑποψήφιος τοῦ Συναγερμοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1951. Εἶναι πρὸς τιμήν του, ὅτι ἠθέλησε νὰ ἀναμειχθῇ εἰς τὰ δημόσια πράγματα, καὶ θὰ ηὐχόμην νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διὰ νὰ φροντίζῃ διὰ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα καὶ ὄχι νὰ κατευθύνῃ τὰ ζητήματα τοῦ πρώτου τραπεζιτικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας. Εἶπεν ὅμως...
§148ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε;
§149Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Παρακαλῶ. Διὰ σᾶς τὰ πάντα, κ. ναύαρχε, καίτοι δὲν μὲ συμπαθεῖτε, ἐνῷ ἐγὼ σᾶς σέβομαι.
§150ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ζολώτας συνετέλεσε εἰς τὸν νόμον 18 τοῦ 1944, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὴν χαριστικὴν βολὴν εἰς τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ἐλπίζομεν, ὅτι τώρα, μὲ τὸν διορισμόν του, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος.
§151Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Τὸ ἐλπίζομεν.
§152Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Τοὺς νόμους δὲν τοὺς κάμνουν οἱ Διοικηταὶ τῶν Τραπεζῶν τοὺς κάμνουν αἱ Κυβερνήσεις. Ὑπεύθυνος διὰ τὸν νόμον 18 εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἰσηγήθη τὸν νόμον καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέπραξαν μετ’ αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὁ συνδιοικητὴς τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ κάθε νόμον.
§153Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Ναύαρχε, κύριε Ὑπουργέ, ὑπεύθυνος διὰ τὸν νόμον 18 εἶναι ὅλος ὁ πολιτικὸς κόσμος, πλὴν τοῦ Γεωργίου Καφαντάρη, ὁ ὁποῖος ἠρνήθη νὰ λάβῃ μέρος εἰς ἣν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Τότε ὅλα τὰ ὑφιστάμενα πολιτικὰ κόμματα ἐξεπροσωπήθησαν καὶ ἔχουν ὑπογράψει. Ἐδῶ ὅμως ἐμάθαμεν ἕνα παραμῦθι καὶ λέγομεν συνεχῶς, ὅτι ὁ τάδε ἔκαμε τὸν νόμον ἐκεῖνον. Ὄχι, κύριοι. Τὸν Νόμον 18, τὸν ἔκαμεν ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος. Ἀλλὰ διερωτῶμαι, αἱ Κυβερνήσεις ποὺ ἐστηρίζοντο κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ πλευρόν σας, διότι εἰς τὰ 1946 ἦλθε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα πανίσχυρον, διατὶ δὲν κατήργησε, δὲν ἐτροποποίησεν ἢ δὲν μετερρύθμισε τὸν νόμον 18; Ταῦτα, διὰ νὰ κλείσω τὴν παρένθεσιν. Δὲν μοῦ ἀρέσει, κύριοι συνάδελφοι, τὸ θεωρῶ ἔτσι κάπως ἄνανδρον, νὰ δημιουργῶ ἐπίθεσιν ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καθ’ ἁπάντων, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμυνθοῦν καὶ δὲν θέλω νὰ προχωρήσω, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι εὐλόγως ἀνοσυχεῖ ἡ δημοσία γνώμη, διὰ τὰ τεκταινόμενα ἤδη εἰς τὴν Τράπεζαν Ἑλλάδος.
§154Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἀπὸ ποῖον τεκταίνονται; Ἀπὸ ἐμένα, ἢ ἀπὸ τὸν κ. Ζολώτα;
§155Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ θὰ τὸ κρίνωμεν τοῦτο, κατὰ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως.
§156Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Τεκταινόμενα δὲν θὰ εἴπῃ νὰ διαφωτισθῶμεν.
§157Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Φόβοι μας εἶναι. Εὐχόμεθα νὰ διαψευσθῶμεν. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον μᾶς προεκαλέσατε, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν νομίζω νὰ προήγαγε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, τὴν πίστιν, τὴν πιστοδότησιν, τὴν μείωσιν τοῦ τόκου, ὅσα τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησίς σας μέτρα ἔλαβε, διὰ τὴν περίφημον συγχώνευσιν τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μὲ τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν. Καὶ πέραν αὐτοῦ, κ. ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω, ποία ἀξίωσις τῶν κατευθυνόντων τὸ κερδοσκοπικὸν τοῦτο ἵδρυμα, δὲν υἱοθετήθη καὶ δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως; Προχθὲς ἀκόμη ἔλαβον μίαν διαμαρτυρίαν τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ τοῦ ἱδρύματος. Ἀπεκεφαλίσθησαν 600–800, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι καὶ ὅλα αὐτά, διὰ νὰ μειωθῇ ὁ τόκος κύριοι συνάδελφοι. Καὶ ξεύρετε ὅλοι σας, ἐὰν ἐμειώθη κατὰ ἕνα δευτερόλεπτον ὁ τόκος. Καὶ μᾶς ἔλεγον τότε, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκεφαλίσωμεν 600 οἰκογενειάρχας, ὅτι πρέπει νὰ ἀπορφανισθοῦν 600 οἰκογένειαι, πρέπει νὰ τὰς ρίψωμεν εἰς τὸν δρόμον, διὰ νὰ περισταλοῦν τὰ ἔξοδα καὶ νὰ μειωθῇ ὁ τόκος. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ γνωρίζετε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ ἀποτέλεσμα διὰ τὸν πιστοδοτούμενον λαόν, διὰ τὸν ἐπαγγελματίαν, ἢ τὸν ἔμπορον, δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπῆρξεν εὐεργετικόν. Ἀλλά, πέραν αὐτῶν, βγαίνει μία ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ Ἐργασίας, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ κάτι ἐπιδόματα τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ εἶναι τὸ μόνον ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξετέλεσε τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Καὶ ὑπάρχει σχετικὴ ἐρώτησις ἐκ μέρους συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι καλοῦν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λογοδοτήσῃ ἐπὶ τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ. Δὲν ὑπῆρξεν αἴτημα, δὲν ὑπῆρξεν ἐπιθυμία τοῦ κερδοσκοπικοῦ αὐτοῦ ἱδρύματος, ποὺ νὰ μὴ υἱοθετήθη, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπισημάνωμεν τὸ στοιχεῖον τοῦτο. Οἱ νόμοι τοῦ Κράτους δὲν ἰσχύουν διὰ τὸ ἵδρυμα αὐτό. Καὶ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Ἔγινεν ἕνας Κῶδιξ περὶ δικηγόρων —ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων, ἀδιαφορῶ διὰ τὸ περιεχόμενόν του, διότι ἔχω τὰς ἐπιφυλάξεις μου διὰ τὸν κώδικα, τὰς διετύπωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας— καὶ τὸν ἀντιπολιτεύεται ἡ Τράπεζα καὶ ἀπέλυσε ὅλους τοὺς νομικοὺς συμβούλους, ποὺ εἶχε, διότι αἱ διατάξεις ποὺ περιείχοντο εἰς τὸν κώδικα παρεῖχον ὡρισμένας ἐγγυήσεις καὶ ἐξασφαλίσεις διὰ τοὺς δικηγόρους. Δὲν ὑπάρχει νόμος, δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα, δὲν ὑπάρχει φραγμός, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὸ ἵδρυμα αὐτό, ὅπως σήμερον διοικεῖται. Καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ φόβοι, κ. ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦνται εἰς τὸν λαὸν γενικώτερον καὶ εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς κύκλους εἰδικώτερον. Φόβοι, οἱ ὁποῖοι εὐχόμεθα νὰ διαψευσθοῦν.
§158Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Μία διακοπὴ παρακαλῶ.
§159Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἀναμφισβητήτως, διότι εἶσθε εὐθὺς ἄνθρωπος. Εἶσθε ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὑπέστη πολλὰς ἐνοχλήσεις καὶ εἶναι πρὸς τιμήν σας, διότι εἶσθε θαρραλέος.
§160Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.)...... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος)........ εἰς ἕνα κεφάλαιον τοῦ κώδικος περὶ δικηγόρων, τὸ ὁποῖον κεφάλαιον ἀφορᾷ τοὺς δικηγόρους, πράγματι μετὰ μίαν συζήτησιν ὅλως εἰλικρινῆ κλπ., ἐδέχθη τὰς ἀπόψεις ἡ Τράπεζα καὶ ὄχι ἡμεῖς τὰς ἰδικάς της. Δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἄποψίν της. Ἐδέχθη τὰς ἰδικάς μας. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ συνεννόησις μετὰ τῆς Τραπέζης ἦτο εἰρηνική, ἁρμονικὴ καὶ ὄχι ἐμπόλεμος, οὔτε ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης, οὔτε ἐκ μέρους ἡμῶν.
§161Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Μόνον σεῖς, ποὺ εἶσθε δεξιοτέχνης τοῦ λόγου, κατωρθώσατε νὰ ξεφύγετε ἀπὸ τὴν Τράπεζα. (Γέλωτες). Παρακαλῶ ὅμως, τὸν κ. ὑπουργὸν Δικαιοσύνης, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας νὰ μάθῃ, ὅτι οἱ νομικοὶ σύμβουλοι, οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὰς ἐπαρχίας ἀπελύθησαν μόνον καὶ μόνον, διότι ἐψηφίσθη καὶ ἐφηρμόσθη ὁ κῶδιξ, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, ὅτι ναὶ μὲν ἐπέτυχεν εἰς τὰς συνεννοήσεις του ὁ κ. ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ διὰ τῆς σκολιᾶς ὁδοῦ ἀπέλυσαν τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἔληξεν ἡ ὑπόθεσις. Τοῦτο τὸ ἀναφέρω ἐνδεικτικῶς. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀποδείξεις, ποὺ ἔχουν σημασίαν Κύριοι δὲν θέλω νὰ κάμω προσωπικὴν ἐπίθεσιν, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶ τὴ στυγνὴν αὐτὴν μεταχείρισιν, ἔχομεν δὲ δείγματα τῆς στυγνότητος αὐτῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ δικαστικὰ ἔγγραφα καὶ βουλεύματα, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ μοῦ δημιουργοῦν ἕνα φόβον. Ὅλα αὐτὰ μοῦ δημιουργοῦν ἕνα φόβον καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ κριθῇ ἀπὸ τὴν πορείαν της. Κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, θὰ ἤθελον νὰ ὑπῆρχε διάταξις ποὺ νὰ ἐξησφάλιζε τὴν εὔρυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὄχι τὴν περιστολήν, φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσωμεν περιστολήν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ παρέμβασις, κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ. Ἐδῶ πέρα ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἤσκησε τὴν οἰκονομικήν της πολιτικὴν πρὸς ὄφελος τῶν μαζῶν. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ ὅπου, κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ἔγινεν ὑποκατάστημα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀνέπνευσεν ὁ πληθυσμὸς τῶν ἐπαρχιῶν. Ἐγώ, ὡς πολιτευόμενος τῆς ἐπαρχίας μου, ἠγωνίσθην διὰ τὴν ἵδρυσιν ὑποκαταστήματος καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ἕνα ἄλλο πρᾶγμα διὰ τὸν τόπον μου, ὁ ὁποῖος εἶναι τόπος παραγωγικὸς καὶ μὲ βιομηχανίας καὶ μὲ ἐμπόριον καὶ μὲ ἐπαγγελματικὴν κίνησιν. Ἐλήφθη ἀπόφασις τοῦ γενικοῦ συμβουλίου νὰ γίνῃ εἰς τὴν Λειβαδιὰ ὑποκατάστημα, καὶ μὲ παρέμβασιν τῶν ἄλλων ἐμπορικῶν Τραπεζῶν, ὅταν ἔφυγεν ἡ ἰδική μας Κυβέρνησις, ἀνετράπη ἡ ἀπόφασις καὶ ἐπιδιώκεται νὰ κλείσουν ὅλα τὰ ὑποκαταστήματα. Ἂς ὁμιλήσουν οἱ συνάδελφοι τῶν ἐπαρχιῶν, ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχουν ὑποκαταστήματα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀναπνέει ὁ ἐπαγγελματικός, ὁ ἐμπορικὸς καὶ ὁ βιομηχανικὸς κόσμος, διότι εἶναι μία ἀνάσχεσις. Εἰς τὸν τόπον μου, τὸ ἐχαιρετήσαμεν μὲ ἀγαλλίασιν. Κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, καὶ τώρα ἐδῶ τί πρόκειται νὰ γίνῃ; Ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος θὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν ἀναπροεξόφλησιν τοῦ ἐμπορικοῦ χαρτοφυλακίου τῶν ἐμπορικῶν Τραπεζῶν. Αὐτὸ ἐπιδιώκεται, ἂς μὴ κρυπτώμεθα πίσω ἀπὸ τὸ δάκτυλό μας. Διότι παίρνουν ἀπὸ τὴν Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος αἱ ἐμπορικαὶ Τράπεζαι τὰ λεπτὰ καὶ ὀργιάζουν εἰς τὴν χορήγησιν τῶν πιστώσεων. Αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι κοινὰ μυστικά, δὲν εἶναι τίποτε ἀπόκρυφα, κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ. Ἀπὸ τὴν Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος χρηματοδοτοῦνται αἱ ἄλλαι Τράπεζαι.
§162Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἔχετε πάρει ὕφος ἐλέγχοντος. Ἐλέγχετε διὰ ποῖον πρᾶγμα; Διὰ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον φοβεῖσθε, ὅτι θὰ συμβῇ, ἢ διὰ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη; Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, ἀνήκουν εἰς τὴν σφαῖραν τῆς φαντασίας σας. Δὲν πρόκειται ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος νὰ περιορισθῇ καὶ νὰ γίνῃ μία Τράπεζα εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀσχολουμένη, παρὰ εἰς τὴν ἀναπροεξόφλησιν τῶν χαρτοφυλακίων τῶν ἄλλων Τραπεζῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, συνίσταται εἰς τοῦτο τὸ ἁπλοῦν. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ μεταβολή. Πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ παρουσία τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἀγοράν. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ σαφεστέρα, ἐὰν θέλετε, δήλωσις ἐκ μέρους μου. Μὴ ἀνησυχῆτε καὶ ἐκφράζετε φόβους καὶ χάνομεν τὴν ὥραν, διότι σεῖς ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου, μὲ τὸν ἀγαπητὸν καὶ σεβαστὸν συνάδελφον, τοῦ ὁποίου εἶσθε προκάτοχος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶναι ἤδη ἀργά. Σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν καὶ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συμβῇ τοῦτο, νὰ μεταβληθῇ ἡ γραμμὴ οὔτε κατὰ ἰῶτα ἕν. Ὅλα αὐτὰ ποὺ λέγετε, εἶναι πολὺ σωστά, χρειάζεται ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος καὶ θὰ παραμείνῃ. Τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν πρόκειται νὰ συμβῇ, μὴ ἀνησυχῆτε.
§163Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Νὰ εὐρυνθῶσιν αἱ ἐργασίαι, νὰ γίνουν ὑποκαταστήματα, νὰ ἀναπνεύσῃ ἡ ἐπαρχία, κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ. Ὅταν ἕνας ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, διατυπώνῃ αὐτὰς τὰς εὐχὰς ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, νομίζω, ὅτι δὲν πηγαίνει ἡ ὥρα χαμένη, κύριε ὑπουργέ, ἢ ὅταν διατυπώνῃ τοὺς φόβους, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχομένως θὰ ἐμφανισθοῦν αὔριον, διότι πολλὰ ἔχουν ἴδει τὰ μάτια μας εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἐγὼ ἔχω βεβαίως καὶ κάτι ἄλλο, ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἐπέβαλε βαρύτατα πρόστιμα ἀπὸ ἕνα ἔλεγχο ποὺ ἔκαμεν εἰς τὰς ἐμπορικὰς Τραπέζας, διότι τὰς εὗρε νὰ ἀθετοῦν τοὺς κανονισμοὺς καὶ τοὺς νόμους. Πᾶνε αἱ Τράπεζαι νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπιβολὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπισημάνω αὐτὸν τὸν κίνδυνον. Πέραν ὅλων αὐτῶν, κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ἐγὼ αἰσθάνομαι ἕνα ἄλλο χρέος. Οὔτε δεσμὸν ἔχω, οὔτε ἀνακατεύομαι μὲ Τράπεζες. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἠνάλωσαν τὴν ζωήν των εἰς τὴν δημοσίαν ζωὴν καὶ ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ὡς ταγοὶ τοῦ ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν ἀδιαμαρτυρήτως, νὰ θίγωνται κατὰ ἕνα τοιοῦτον τρόπον, ποὺ ἀφίνει ὡρισμένας ἀμφιβολίας καὶ ὡρισμένα ἐρωτηματικά. Ἡ δημοσία γνώμη ἔχει ἀρκετὴν ὀξυδέρκειαν καὶ διαβλέπει τὶ εἰς τὸ βάθος κρύπτεται. Ἐγὼ ὅμως, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο νὰ διακηρύξω, παρὰ τὴν προσωπικήν μου ἀντίθεσιν, παρὰ τὰ οἱαδήποτε σφάλματα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν, πολιτικήν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἔπραξαν τὸ χρέος των καὶ τὸ καθῆκον των, καὶ μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν, διὰ ποῖον λόγο ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἕνα ἀνώτατον ὑπάλληλον τὸν καθαιρεῖ ἀπὸ αὐτὴν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐτίμησε, διότι ἐτίμησε τὴν θέσιν του ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὸ ἵδρυμα καὶ πρότερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Εἶναι χρέος τιμῆς, κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, δι’ ἕναν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι ἐκπληροῖ ἕνα καθῆκον νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν διακήρυξιν ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. (Χειροκροτήματα).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης ἔχει τὸν λόγον.
§165Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ ἐπεκταθῇ κανεὶς ἐπὶ τοῦ θέματος. Θὰ ἤθελον νὰ ἀπευθύνω δύο ἐρωτήματα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὰ διατυπωθέντα ἐρωτήματα τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος, φιλτάτου κ. συναδέλφου, ζητοῦντος νὰ μάθῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχασε τὸ κῦρος του καὶ ἐφθάρη, ὁ μετὰ τόσου ζήλου καὶ πίστεως συνεργασθεὶς μέχρι χθὲς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπροθυμοποιήθη νὰ δώσῃ, ὁ κ. ὑπουργός, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἐφθάρη, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς πιστῆς καὶ στενῆς συνεργασίας μὲ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἔτσι τὴν παθαίνουν, ὅλοι οἱ ἀνώτατοι λειτουργοὶ, οἱ ὁποῖοι παρασυρόμενοι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς στιγμῆς, μεταβάλλονται ἀπὸ θεματοφύλακες τῶν λειτουργιῶν, τὰς ὁποίας τοὺς ἀναθέτει ἡ πατρὶς, εἰς ὄργανα κομματικὰ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνητικῶν παραγόντων. Τώρα ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων, τὰ ὁποῖα θέλω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσῃ, διότι μοῦ διεμορφώθησαν, κατὰ τὴν συζήτησιν. Βεβαίως τὸ νομοσχέδιον ἦλθε κάπως βιαστικά, ἴσως διότι αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἀντιμετωπίζει ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἀντιμετώπισε τὸ ἑξῆς θέμα. Τὸ καταστατικὸν, τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, εἶναι τὸ παράρτημα 4 τῶν πρωτοκόλλων τῆς Γενεύης. Εἶναι δηλαδὴ, διεθνὴς σύμβασις. Καθορίζει τὸ καταστατικὸν αὐτὸ εἰς τὸ ἄρθρον 7 τὸν τρόπον τῆς τροποποιήσεώς του. Λέγει τὸ ἄρθρον 7: «Τὸ παρὸν καταστατικὸν δύναται νὰ τροποποιηθῇ δι’ ἀποφάσεως τῆς Γεν. Συνελεύσεως τῶν μετόχων, κυρουμένης διὰ νόμου». Ἐρωτᾶται: Ἀντεμετώπισε τὸ θέμα ἡ Κυβέρνησις; Ἔχει τὸ δικαίωμα, τὴν διεθνῆ αὐτὴν σύμβασιν νὰ τὴν μεταβάλῃ καὶ νὰ μᾶς φέρῃ τροποποίησιν τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης, ἀπ’ εὐθείας διὰ νόμου, χωρὶς νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 7; Ἐρώτημα, πρὸς τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀπάντησις, διότι διαφορετικά, εἶναι πιθανὸν νὰ ἔχωμεν χάσει, ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, τὸν χρόνον της διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετήσῃ κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις. Δεύτερον ἐρώτημα: Διὰ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 οἱ μέτοχοι τῆς Τραπέζης τίθενται καὶ πάλιν ὑπὸ κηδεμονίαν. Δηλαδή, τοὺς ἀφαιρεῖται τὸ δικαίωμα τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας των, διότι, ἐνῷ, κατὰ τὸ καταστατικὸν, αὐτοὶ ὁρίζουν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον διοικεῖ τὴν περιουσίαν των, δηλαδή, τὴν Τράπεζαν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποστεροῦνται τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ καὶ ὁρίζονται κηδεμόνες οἱ σύμβουλοι, τοὺς ὁποίους ὁρίζει ἡ Κυβέρνησις. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν: Τὸ σοσιαλιστικὸν αὐτὸ μέτρον εἶναι ἁπλοῦν, εἶναι κάτι, εἰς τὸ ὁποῖον προσφεύγομεν πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ἱκανοποιήσωμεν ὁπωσδήποτε τὰς θελήσεις μας τῆς στιγμῆς, ἢ μήπως, εἶναι αὐτὸ ἀρχὴ μιᾶς γενικωτέρας σοσιαλιστικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν εἴμεθα πρόθυμοι νὰ χειροκροτήσωμεν; Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα θέτω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν καλῇ πίστει, καὶ μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως διαφωτισθῶμεν, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τί νομοθετοῦμεν τὴν στιγμὴν αὐτήν.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Παπαγιάννης.
§167Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἀγορεύσω ἐκ νέου. Θέλω, ἁπλῶς, νὰ διαπιστώσω, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, δὲν διεφώτισε κανένα, εἰς τὴν οὐσίαν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἠρνήθη διαρρήδην νὰ δώσῃ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους τὸ μέτρον ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ὁ λόγος τῆς λήψεως τῶν μέτρων αὐτῶν ἦτο ἡ ἔλλειψις τῆς ἀπαραιτήτου ἁρμονικῆς συνεργασίας μετὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἐνῷ ἀνεμένομεν ὅλοι νὰ ἐξηγήσῃ τὸ μέτρον αὐτό, ἠρνήθη νὰ τὸ ἐξηγήσῃ, παρ’ ὅτι, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ἐπέταξε τὴν φράσιν: «Τὰ πάντα εἰς φῶς». Δὲν γνωρίζω διατὶ αὐτὴ ἡ ἔλλειψις συμφωνίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς φῶς καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς γνῶσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Λιβαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§169Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, μεγάλος λόγος ἔγινε διὰ τὸν κ. Διοικητὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, καὶ παρετήρησα ὅτι ἁπτὰ στοιχεῖα ἐζήτησαν πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων. Δὲν ἠξεύρω, βεβαίως, τί σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἀλλά, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, θὰ σᾶς ἐκφράσω μίαν ἰδικήν μου ἀπορίαν. Ὁ τέως ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ἀξιότιμος κ. Μαρκεζίνης, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, κάποτε, εἶπεν ὅτι, ἐπληροφορήθη ἀπὸ τὸν κ. Μαντζαβῖνον ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἄλλοτε Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου—οἰκονομολογικῆς φύσεως πράγματα—ἔκαμε. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ὡμίλησε κατόπιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χανίων συνάδελφος, κ. Μητσοτάκης, καὶ εἶπεν: «Εἰς ἡμᾶς τοὐλάχιστον, ἐὰν ὁ κ. Μαντζαβῖνος ἐπρόδιδε μερικὰ μυστικὰ ἰδικά σας, ἡμεῖς, τοὐλάχιστον, δὲν θὰ τὸν ἐβγάζαμεν εἰς τὸ πλατύ, δὲν θὰ τὸν ἐκθέταμεν». Διότι, αὐτό, βεβαίως, μοῦ ἔκαμε κάποιαν ἐντύπωσιν καὶ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας παρηκολούθησα ὅλας τὰς ἐφημερίδας καὶ ἐπεδίωξα νὰ ἴδω μήπως ὑποβάλλει τὴν παραίτησίν του ὁ κ. Μαντζαβῖνος, διότι τὰ λεχθέντα ἐλέχθησαν ἐν συνεδριάσει τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ δὲν ἦτο λόγοι κατωτέρας ποιότητος. Ἀλλὰ δὲν εἶδον ὄχι μόνον παραίτησιν νὰ ὑποβάλῃ ἀλλὰ οὔτε κἂν διαμαρτυρίαν νὰ κάμῃ ἐπὶ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ἀλλ’ οὔτε καὶ διάψευσιν ἔκαμε. Καί, ἀπὸ τότε, σᾶς ὁμιλῶ εἰλικρινῶς, ὅτι μὲ τὸν χαρακτῆρα τὸν ἰδικόν μου ἢ ἔστω μὲ τὴν ἰδικήν μου σκέψιν δὲν τίθεται, ὅπως δὲν πρέπει νὰ τιμᾶται ὅπως θὰ πρέπει ὁ ἀνὴρ ὁ προϊστάμενος τοιούτου ἱδρύματος, ποὺ θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος λόγω τῆς ὑπηρεσίας του νὰ γνωρίζῃ τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§171Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λόγια, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω, κατόπιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, κατὰ τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν, προσέθεσεν ὡς νέα στοιχεῖα, τὸ ὁποῖον αἰτιολογεῖ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἔχει φθαρῆ. Τὸ στοιχεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ἐνδεχομένως, εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀποφασιστικῆς σημασίας, προσετέθη ὄντως τὴ τελευταίαν στιγμὴν διότι μέχρι σήμερον καὶ εἰς τὴν ἐπίσημον δήλωσιν καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἄλλα ἐφέροντο ὡς αἴτια τῆς ἐπιδιωκομένης μεταβολῆς. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅπως ὀρθότατα τὸ διεπίστωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ρόδου συνάδελφος κ. Ζίγδης, ὅτι ἡ φθορὰ τοῦ κ. Μαντζαβίνου, κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν ὀφείλεται ὄχι εἰς τὴν ἔλλειψιν διαθέσεως συνεργασίας, ἀλλὰ εἰς τὸν πληθωρισμὸν διαθέσεως πρὸς συνεργασίαν. Καὶ ἀναντιρρήτως, ἐν μέρει ἢ κατὰ σημαντικὸν ποσοστόν, τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐπῆρεν εἰς τὸν λαιμόν της ἡ Κυβέρνησις ἢ τοὐλάχιστον ἡ προκάτοχος μορφὴ τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ συνεργασία του ἦτο ἀγαθωτάτη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριε Πρόεδρε, αὐτὴν τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μου, καὶ νομίζω καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ὅλων τῶν συναδέλφων, δὲν ἐνδιαφέρουν τὰ πρόσωπα, ἐνδιαφέρει πολὺ περισσότερον ἡ πολιτικὴ ἡ ὁποία θὰ ἀκολουθηθῇ καὶ ὁ θεσμός. Ἐπειδή, ὅμως, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὡμίλησε καὶ περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἔλθουν εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο λόγια καὶ περὶ αὐτῶν. Ἀναντιρρήτως, ὁ κ. Ζολώτας, ὁ ὁποῖος φέρεται ὡς Διοικητής, εἶναι ἐπιστήμων ἄξιος καὶ εἶναι ἄνθρωπος ἐντριβὴς περὶ τὰ οἰκονομικὰ θέματα. Δὲν πρέπει ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λησμονῇ κανείς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ζολώτας, ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἦτο ξένος μέχρι σήμερον, οὔτε καὶ πρὸς τὴν κυβερνητικὴν πολιτικήν, οὔτε καί, μερικῶς τοὐλάχιστον, πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Ἀπετέλεσεν, ἴσως, καὶ αὐτὸς σύμβουλον, δεύτερον ἴσως, εἰς τὴν ἱεραρχίαν τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ πρώτου ἴσως, εἰς τὴν τάξιν σήμερον, ὑπὸ τὴν νέαν μορφὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καί, ἐπιπροσθέτως, ὑπῆρξε μέλος τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Κέντρου. Ἐπίσης δέ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἕτερον φερόμενον ὡς Ὑποδιοικητήν, δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ τὸ γεγονός, ὅτι καὶ ὑποψήφιος τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ ὑπῆρξε καὶ ἄνθρωπος συνδεόμενος μὲ τὰ τραπεζιτικὰ ἱδρύματα. Μὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον, κ. Πρόεδρε, δὲν θέλω οὐδαμῶς νὰ μειώσω τὴν ἀξίαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ καταλάβουν τὸ ἀνώτατον ἵδρυμα, διότι οὔτε καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν ὄψει ἀνόδου νέων ἀνθρώπων εἰς ἀνώτατα ἀξιώματα νὰ προσπαθοῦμεν, ὡς ὀρθότατα ἔπραξε καὶ ὁ κ. Παπασπύρου, νὰ δημιουργοῦμεν ἀμφιβολίας περὶ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμήν. Τὰ ἄτομα θὰ κριθοῦν ἀπὸ τὴν πολιτείαν των, θὰ ἔχουν δὲ βαρύτατον ἔργον νὰ ἐπιτελέσουν. Ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ βαρύτατον ἔργον νὰ ἐπιτελέσῃ διότι ἀσχέτως ἐὰν εὐθύνεται ἢ ὄχι ὁ σημερινὸς ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἀσχέτως ἐὰν πληρώνῃ ἢ δὲν πληρώνῃ σφάλματα τῶν προκατόχων του, ἔχει δημιουργηθῆ μία λεπτὴ κατάστασις περὶ τὰ τραπεζιτικὰ ἱδρύματα καὶ γενικὰ περὶ τὸ Ἑλληνικὸν τραπεζιτικὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου πηγαίνει ἀπὸ τὸ κακὸν εἰς τὸ χειρότερον μέχρι τῆς στιγμῆς. Τελειώνοντας, ἤθελα νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀντικαθίστανται. Ἡ Κυβέρνησις, δικαίως ἢ ἀδίκως —ὀρθῶς κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν —πιστεύει ὅτι ἔχει φθαρῆ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν ὅμως, κ. Πρόεδρε, ἡ ἐμφάνισις ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ταὐτοχρόνως ἀντικαθιστᾶ καὶ τὸν Ὑποδιοικητὴν τῆς Τραπέζης, τοῦ ὁποίου ἡ θητεία λήγει μετὰ δίμηνον, ἀντικαθιστᾶ δ’ ἐπίσης καὶ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἀναντιρρήτως, ἀσχέτως τῶν τυχὸν δεσμῶν συγγενείας ποὺ ἔχει μὲ τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης, ἀποτελεῖ ὑπηρεσιακὸν πρόσωπον, νομίζω, ὅτι τοῦτο, ἀποτελεῖ καὶ ὑπερβολὴν καὶ δεικνύει καὶ ἓν πνεῦμα ἐμπαθείας πλέον ἐναντίον τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον εἰς Κυβέρνησιν, ἀντιμετωπίζουσαν, καθ’ ἃ μᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, τὸ θέμα ἀντικειμενικῶς καὶ μὲ κριτήρια ἀπολύτως ἀντικειμενικά, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ καμμίαν θέσιν. Βεβαίως, ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑποδιοικητὴς τῆς Τραπέζης, πλέον δὲν εἶναι ἀρεστός, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ φύγῃ μετὰ δύο μῆνας, νομίζω ὅμως, ὅτι θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν περὶ ἀμέσου ἀποπομπῆς του, διὰ νὰ περισώσῃ τοὐλάχιστον, τὴν εὐθιξίαν τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ πάγκοινον ἀντίληψιν ἀντεπροσώπευσε μέσα εἰς τὸ ἀνώτατον αὐτὸ κρατικὸν ἵδρυμα, τὴν παράδοσιν τὴν ὑπηρεσιακήν, ὁ ὁποῖος προσέφερε πολυτίμους ὑπηρεσίας καὶ ὁ ὁποῖος καίτοι εἶχε κομματικὴν προέλευσιν οὐδέποτε ἐκομματίσθη, κατὰ τὸν μακρόν του ὑπηρεσιακὸν βίον. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ὡς ὀφειλομένη ἱκανοποίησις πρὸς ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος προσέφερε μακρὰς ὑπηρεσίας, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς καμμίαν περίπτωσιν νὰ ἐνοχλήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν πολιτικήν της. Καὶ ἐπίσης, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ταυτόχρονος ἀντικατάστασις τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ, διότι μόνον ὡς πρᾶξις ἐμπαθείας ἔναντι ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην γίνονται ἀσυμπαθεῖς, δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§173Γ. ΜΟΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶχον ἀπασχολήσει δι’ ἐπερωτήσεώς μου δύο φορὰς τὴν Βουλὴν μὲ τὸ γνωστὸν ζήτημα τῶν τραπεζοκόμων, τῶν δενδροκόμων κλπ. τοῦ τέως Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἡ φθορά, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ἀπόψε ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἀνάγεται εἰς τὴν πρόσληψιν τοῦ προσώπου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ κ. Διοικητὴς εἰς τὸ σπίτι του καὶ τὸ ἐπλήρωνεν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης, ἢ εἰς ἄλλα θέματα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ τότε, ὅταν σᾶς ἀπησχόλουν μὲ τὸ ζήτημα αὐτό.....
§174Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἐὰν ἔχετε γνῶσιν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, δὲν θὰ τὰ ἐλέγατε αὐτά.
§175Γ. ΜΟΔΗΣ. Γνωρίζω τὴν ἀπόφασιν. Λέγει: «Ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς προσλήψεως ἀπεσπάσθη.....». Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ τότε, λέγω, δὲν ἐννοοῦσα οὐδὲ πόρρωθεν νὰ θίξω τὸν κ. Ὑποδιοικητήν, τὸν κ. Γρηγορίου, οὔτε καὶ τὸν Γενικὸν Διευθυντήν. Καὶ ὀφείλω νὰ ὑπογραμμίσω, εἰς ἀπάντησιν ἐρωτήσεων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι ἡ ἐφημερὶς «Ἑστία», ἡ ὁποία μόνη ἐξ ὅλων τῶν ἐφημερίδων ἔθιξε τὸ ζήτημα αὐτό, διὰ κυρίου ἄρθρου, διέστειλε τὰς εὐθύνας τοῦ κ. Ὑποδιοικητοῦ καὶ διεμαρτύρετο ἐντόνως διὰ τὴν ἀπόλυσιν τόσον ἐντίμου καὶ λευκοῦ ἀνωτάτου λειτουργοῦ τῆς Τραπέζης. Ἑπομένως, δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ τύπος ὁλόκληρος παρῆλθεν ἐν σιωπῇ τὸ ζήτημα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἱκανότητα τῶν διωκομένων προσώπων. Ἡ κυρία ἐφημερίς, ποὺ διεξήγαγε τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης, ἐξεχώρισε τὸν Ὑποδιοικητήν, καὶ αὐτὸ ἤθελα νὰ τονίσω, ἐὰν δὲν ἐθεωρούμην καὶ ἐγὼ συνυπεύθυνος μὲ τὴν «Ἑστίαν», κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Παπασπύρου, εἰς τὴν ἐπίθεσιν ἐναντίον τοῦ Διοικητοῦ, ὅτι δὲν ἤθελα νὰ ἐπιρρίψω καμμίαν εὐθύνην, κάθε ἄλλο, εἰς τὸν Ὑποδιοικητὴν καὶ τὸν Γεν. Διευθυντὴν τῆς Τραπέζης, ἀξίους καὶ τοὺς δύο πάσης ἐκτιμήσεως.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργός, πρόκειται νὰ προσθέσῃ τίποτε;
§177Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἤθελα νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Ζίγδην. Πρῶτον, πληροφορῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι βεβαίως, δὲν θὰ κατήρτιζον ἓν τοιοῦτον νομοσχέδιον χωρὶς νὰ ἐρωτήσω ἁρμοδιώτατον νομικὸν σύμβουλον, τὸν νομικὸν σύμβουλον τοῦ Ὑπουργείου. Θὰ γνωρίζῃ ὁ κ. συνάδελφος, μολονότι δὲν ἀσχολεῖται εἰδικώτερον περὶ τὰ νομικά, ἀλλὰ περὶ τὰ οἰκονομικά, ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς μίαν διεθνῆ σύμβασιν, ὅτι δὲν σημαίνει ἐκ τοῦ λόγου τούτου, ὅτι ἀποτελοῦν εἰς τὸ διηνεκὲς καὶ κανόνας διεθνοῦς δικαίου. Οἱ κανόνες οἱ ἀφορῶντες εἰδικῶς τὸ Καταστατικὸν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ καιροῦ πλέον εἶναι τῆς ἀποκλειστικῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ὑπάρχει σωρεία νόμων, διὰ τῶν ὁποίων μετεβλήθη τὸ Καταστατικὸν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἄνευ τηρήσεως τῆς διαδικασίας ταύτης, ὅπως ἠμπορεῖτε νὰ πεισθῆτε ἐκ τῆς νομολογίας τῆς ἐκδοθείσης μέχρι τοῦδε. Ὑπάρχει δὲ καὶ σειρὰ ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἐν προκειμένῳ. Δεύτερον, εἴπατε, ἐὰν πρόκειται νὰ κάμωμεν σοσιαλισμόν, διότι παρεμβαίνομεν εἰς θέματα ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν μιᾶς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἔχει μετόχους. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐρώτησις εἶναι τοὐλάχιστον ὑπερβολική. Αἱ μεγάλαι Τράπεζαι ὅλαι καὶ αἱ τρεῖς Τράπεζαι καὶ ἂν θέλετε καὶ ἡ Κτηματική. Εἶναι γνωστόν, ὅτι πάντοτε ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως εἶχον τὴν διοίκησιν—ἐφ’ ὅσον ἐξεκενοῦτο βεβαίως ἡ θέσις τοῦ Διοικητοῦ— ἐλάμβανον τὴν διοίκησιν, τὴν ὁποίαν ὑπεδείκνυεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀπὸ τοῦ κανόνος τούτου δὲν γίνεται καμμία ἀπολύτως ἀπόκλισις. Σᾶς βεβαιῶ δέ, ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐπελέγησαν ὡς διάδοχοι, ἐπειδὴ ἀκριβῶς, δὲν εἶναι πολιτικὰ πρόσωπα, ἐπειδὴ δὲν εἶναι πρόσωπα κομματικά, θὰ κάμουν ὅ,τι ἠμποροῦν διὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὴν Τράπεζαν, τὴν ἀντικειμενικότητα καὶ τὸ κῦρος εἰς τὴν πραγματικότητα, δηλαδή, τὴν οὐσιαστικὴν ἐπιβολὴν τῆς Τραπέζης ἐν τῇ ἀγορᾷ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα, τὰ νέα, δὲν νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ κατηγορίαν, ὅτι ἀπὸ κάπου προέρχονται, διότι κἄποιαν ὑπηρεσίαν εἰς οἰκονομικὰ ἱδρύματα εἶχον. Πράγματι, ὁ κ. Ζολώτας, ἦτο μέλος τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς. Πράγματι, εἶναι καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἀσχολεῖται μὲ τὰ οἰκονομικά. Καὶ ὁ κ. Κυριακόπουλος, εἶχε μίαν ὑπηρεσίαν παλαιὰν καὶ ἐντιμοτάτην εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δι’ αὐτὸ εἶναι ἁρμόδιος, εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα. Δι’ αὐτό, δὲν ἐπήραμε κανένα γιατρὸ ὡς Ὑποδιοικητήν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει κανένα ἰδιάζοντα σύνδεσμον μὲ τὸν σημερινὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης Ἐθνικῆς καὶ Ἀθηνῶν, ὥστε νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἔχει οἱανδήποτε προσωπικὴν ἀπὸ αὐτὸν ἐξάρτησιν. Ἀλλὰ πάντως, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίγωνται τοιαῦτα πράγματα, διότι μολονότι ὁ κ. Μητσοτάκης ἐπρόσεξε πάρα πολὺ καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν θέλει νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος τῆς νέας διοικήσεως, ἠμπορεῖ ἄλλως νὰ εὑρεθοῦν οἱ λόγοι καὶ νὰ μειωθῇ τὸ κῦρος αὐτῆς. Ἡ νέα διοίκησις, σᾶς τὸ ἐγγυᾶται ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἀπολύτως ἀνεξάρτητος καὶ θὰ φροντίσῃ νὰ περιφρουρήσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς νέας διοικήσεως. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀφήσῃ τὴν νέαν διοίκησιν νὰ διοικήσῃ τὴν Τράπεζαν κατὰ κριτήρια ἀπολύτως ἀντικειμενικά.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θεωρεῖται περαιωμένη. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δέχεται τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν; (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτόν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. (Ἀκολούθως ἐγένετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ διοικήσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διατάξεων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἐνοικιοστασίου». Ὁ κ. Περ. Ἰάκ. Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§181ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος διὰ τὴν παράτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐπὶ ἕνα μῆνα, ἀρκεῖ νὰ εἶναι τελευταία παράτασις. Ἀλλὰ ἤθελα, ἐπειδὴ συνεστήθη Ἐπιτροπὴ ἐξ ὑπουργῶν διὰ νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἤθελα προκαταβολικῶς νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐπειδὴ εἶμαι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξα τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν, κατεκλύσθην ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ ἐπιστολάς, ἀπὸ Ἐπιτροπάς, ἀπὸ τηλεγραφήματα καὶ εἶδα πόσον οἱ μικροϊδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ βάθρον τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, ἐξανέστησαν τρόπον τινά, διότι ἐπὶ δύο ἔτη δὲν εἶχε λυθῆ τὸ ζήτημα αὐτό. Διότι, πράγματι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπελαμβάνετο τοῦ θέματος, ὅπως προεκλογικῶς εἶχεν ὑποσχεθῆ, ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς πρώτης συνόδου, ἤδη θὰ εἶχε λυθῆ τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ἀπελάμβανεν, ὅπως οἱ εἰδικοὶ ἀποφαίνονται ἐπ’ αὐτοῦ, 800 δισεκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν.
§182Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ποῖος θὰ τὰ ἐπλήρωνεν αὐτά;
§183ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελα ἁπλῶς νὰ τονίσω, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, ὅπως κατηρτίσθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, εἶναι ἄριστον, ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἴμεθα, ἤθελα μόνον τοῦτο νὰ συστήσω, τὴν πλήρη ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου διὰ τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν. Διότι αὐτὸ εἶναι δικαιότατον καὶ ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία σᾶς πληροφορῶ, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐξ ἀγανακτήσεως ἔδωσε τὴν νίκην εἰς τοὺς δημάρχους Πειραιῶς, Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, ἐξ ἀγανακτήσεως, ἐπαναλαμβάνω, διότι δὲν ἐλύετο τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου ὑπὲρ αὐτῆς. Αὐτὰ εἶχα νὰ συστήσω εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ὑπουργῶν, νὰ μελετήσῃ καί, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ ἄρῃ πλήρως τὸ ἐνοικιοστάσιον διὰ τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν.
§184Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Εἰς τὰ ἀκίνητα τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας μήπως κάθονται πλούσιοι; Κάθονται ἄνθρωποι μὲ μικρὸν εἰσόδημα.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου ἔχει τὸν λόγον.
§186Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τῆς στέγης εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σοβαρώτερα προβλήματα καὶ λυποῦμαι, διότι μὲ τὴν παρέμβασιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ κ. Κανελλοπούλου, ἐδημιουργήθη ἡ μεταβολὴ εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ βιασύνη νὰ κόψουν τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἔκαμεν ὥστε τὸ ἐνοικιοστάσιον νὰ συζητηθῇ εἰς τοιαύτην ὥραν, ἐνῷ ἦτο πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐγὼ θὰ προκαλέσω καὶ ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ δύο βασικῶν τροπολογιῶν, διότι πραγματικῶς πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ ψηφισθῇ τροπολογημένον. Ἡ διάθεσίς μας δὲν εἶναι νὰ ἀντιπολιτευθῶμεν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλοιῶς θὰ ἐλέγαμεν νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, ἀλλὰ ἐπειδὴ θέλομεν νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν δύο τροπολογίας.
§187Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Διὰ 20 ἡμέρας εἶναι ἡ παράτασις, τί χρειάζονται αἱ τροπολογίαι.
§188Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ μοῦ ὀφείλετε χάριτας, κ. ὑπουργέ. Κύριοι, θὰ ξεκινήσω ἀπὸ κάτι ποὺ εἶπεν ὁ κ. ναύαρχος, ὅτι προεκλογικῶς ἡ Κυβέρνησίς σας εἶχεν ὑποσχεθῆ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ ἐνοικιοστασίου, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου. Αὐτὸ διεκήρυξεν ἐπισήμως καὶ ὀρθῶς τὸ εἶπεν ὁ κ. ναύαρχος, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον, ὅτι ἔκαμε τὴν διακήρυξιν αὐτήν, ὁ προκάτοχος τοῦ σημερινοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Μπαμπᾶκος, ἔφερεν ἕνα νομοσχέδιον τὸ 1953...
§189ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι θὰ ἀνατρέψῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον, ἀλλὰ ὅτι τμηματικῶς θὰ τὸ ἄρῃ.
§190Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἀκοῦστε, κύριοι συνάδελφοι. Ὁ κ. Μπαμπᾶκος λοιπόν, ὁ τότε ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔφερεν ἕνα νομοσχέδιον εἰς τὰς 4 Σεπτεμβρίου 1953 εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἔγραφεν εἰς τὴν εἰσηγητικὴν του ἔκθεσιν: «Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ, ἐν τῇ ἐπιδιώξει της ὅπως ἐπαναφέρῃ τὴν ροὴν τῆς κοινωνικῆς ζωῆς εἰς τὴν κοίτην τῆς ὁμαλότητος, ἀπεφάσισεν ὅπως πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἰσχύοντος ἤδη ἐνοικιοστασίου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου ἐπιληφθῇ τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτοῦ». Ὑπεσχέθη νὰ τὸ λύσῃ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§191ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Καὶ ἐπελήφθη τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§192Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Μὴ παίζετε μὲ τὰς λέξεις. Καὶ ἐγὼ πρὶν λήξῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον, πρὶν ἀπὸ ἕνα ἔτος ἔφερα ἐδῶ ἕνα νομοσχέδιον καὶ ἐζήτησα ἐξουσιοδότησιν νὰ κάμω Ἐπιτροπήν. Ἡ πρόθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἦτο νὰ μεταβάλῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον. Κάμνει μίαν Ἐπιτροπὴν τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1953, ἡ ὁποία εἰργάσθη συνεχῶς καὶ ἀόκνως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης καὶ ἡ ὁποία κατὰ Μάϊον 1954 παρέδωσε τὸ σχέδιον τοῦ ἐνοικιοστασίου εἰς τὸν σημερινὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Παρῆλθον 9 μῆνες ἔκτοτε. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ εἶχε διακηρύξει, ὅτι θὰ τροποποιήσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου καὶ ὄχι μόνον ἔκαμε τὴν διετῆ του θητείαν τὸ ἐνοικιοστάσιον, ἀλλὰ τὸ παρατείνει ἐπὶ 4 μῆνας καὶ μὲ τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον τὸ παρατείνει ἐπὶ ἕνα μῆνα ἀκόμη. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐὰν ἦτο μόνος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἀναμφισβητήτως θὰ τὸ εἶχε τακτοποιήσει τὸ ἐνοικιοστάσιον. Αὐτὸ δὲν τὸ λέγω ὡς φιλοφρόνησιν.
§193Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αἱ πληροφορίαι σας δὲν ἔχουν βάσιν. Ὅταν κατὰ Ἀπρίλιον 1954 εἶχα τὴν μεγάλην τιμὴν νὰ δεχθῶ τὸ βάρος αὐτὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τότε δὲν ὑπῆρχεν οὔτε λέξις γραμμένη διὰ τὸ ἐνοικιοστάσιον.
§194Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Συνεδρίασεν ἡ Ἐπιτροπή.
§195Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐπὶ 4 μῆνας. Συνεπῶς κατὰ τὸν Ἀπρίλιον δὲν εἶχε συνέλθει ἡ Ἐπιτροπή.
§196Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἡ Ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν προέβλεπεν ὁ νόμος κατηρτίσθη, ἓν σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον λέγετε εἰς τὴν εἰσηγητικήν σας ἔκθεσιν.
§197Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν παρέλαβον σχέδιον ἐγώ. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐπὶ κειμένου τοῦ ἰδικοῦ σας ἐνοικιοστασίου κατὰ τὰ τέλη Ἀπριλίου καὶ τὴν ἐργασίαν ἐτελείωσε κατὰ τὸν Αὔγουστον.
§198Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Βλέπετε, ὅτι ἐγὼ σᾶς ἀποδίδω τὴν δικαιοσύνην. Ἐὰν ἦτο πράγματι ἰδικόν σας θέμα θὰ τὸ εἴχατε τελειώσει. Ἐμεσολάβησαν ὅμως αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀπετολμήθη ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐνοικιοστασίου. Τὸ ἐνοικιοστάσιον τοῦ Κέντρου, τὸ ὁποῖον ἐπεκρίθη, ἦλθεν ἡ ἰδική σας ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ παρατείνῃ κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ 4)μηνον καὶ ἤδη δι’ ἕνα ἀκόμη μῆνα, εἶναι μία δικαίωσις. Τὸ ἰδικόν μου ἐνοικιοστάσιον παρὰ τὰς ἐπικρίσεις ἔκαμεν ἕνα βῆμα ὑπὲρ τῶν μικροϊδιοκτητῶν. Ἔβαλε μίαν διάταξιν, ὅτι ἐὰν ἕνας ἔχῃ πάγιον εἰσόδημα περὶ τὰ 5–6 ἑκατ. ἀποστερεῖται τῆς ἐνοικιοστασιακῆς προστασίας. Δεύτερον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἓν ἀκίνητον ὁπουδήποτε τῆς Ἑλλάδος, ἀποστερεῖται τῆς ἐνοικιοστασιακῆς προστασίας. Δεύτερον ἔχει καὶ σωρεία ἄλλων διατάξεων. Ἀλλά, κύριοι, τί γίνεται; Ἡ προσπάθεια ποὺ ἔκαμεν ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, δὲν πρόκειται, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον νὰ ἀνακουφίσῃ τοὺς μικροϊδιοκτήτας, διότι εἰς τὰ σπίτια αὐτῶν μένουν οἱ μισθοσυντήρητοι. Ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται ἀναπροσαρμογὴ τῶν μισθῶν αὐτῶν, εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ τύχουν ἐνοικιοστασιακῆς προστασίας, εἰς βάρος τῶν μικροϊδιοκτητῶν. Συνεπῶς τὸ βῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ θὰ ὠφελήσῃ τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας, καὶ ὄχι τοὺς μικρούς, διότι ὁ μικροϊδιοκτήτης δὲν ἔχει μισθωτὴν ποὺ βγάζει πολλά.
§199ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μπῇ εἰδικὴ φορολογία εἰς τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας.
§200Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Τὸ εἶχα μελετήσει, ἀλλὰ εἶναι ἀπραγματοποίητον, διότι τὰ ἔσοδα, θὰ πηγαίνουν εἰς τὰ ἔξοδα διαχειρίσεως τοῦ ταμείου. Ἐδῶ ξεκινοῦμεν ἀπὸ τὸ τέλος, ἀντὶ νὰ ξεκινήσωμεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Ἀντὶ νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ βιοτικὸν ἐπίπεδον τῶν μισθοσυντηρήτων καὶ ἐργαζομένων, ξεκινοῦμεν ἀπὸ τὸ τέλος εἰς τὸ θέμα τῆς στέγης καὶ προβάλομεν τὸ ζήτημα τῶν μισθοσυντηρήτων. Μόνον οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται θὰ ὠφεληθοῦν. Καὶ μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ θεμιτοῦ μισθώματος ὠφελήθησαν οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται, διότι οἱ μικροί, τελοῦν ὑπὸ τὸ βάρος τῶν μισθοσυντηρήτων καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις. Μετὰ τὰς διαπιστώσεις αὐτάς, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλει νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ θέμα τοῦ ἐνοικιοστασίου μὲ πολλὴν προσοχήν. Καὶ τὸ βλέπω αὐτὸ διότι ἔχει ἕνα σχέδιον εἰς τὰ χέρια της καὶ παρὰ τὰς διακηρύξεις δὲν τολμᾷ νὰ προχωρήσῃ. Κύριοι, πρέπει νὰ τεθοῦν ὡρισμένοι φραγμοί. Πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι θὰ ἐκδόσῃς ἕνα διάταγμα, ἀλλὰ ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων ἡ Βουλὴ βάζει ὡρισμένους φραγμούς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀπεριόριστα τὰ δικαιώματα τῆς μικροϊδιοκτησίας, διότι πιπιλοῦμεν μίαν καραμέλλαν καὶ φωνάζομεν περὶ μικροϊδιοκτησίας, ἐνῷ λησμονοῦμεν, ὅτι καὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ κάμουν ὡρισμένας παραχωρήσεις διὰ νὰ ὑπάρξουν. Σᾶς φέρω τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Ὑπάρχει ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία μεγάλη, εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ὄχι. Ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ θυσιασθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας διὰ τοὺς κοινωνικοὺς σκοπούς. Ἐδῶ μὲ τὸν πόλεμον ἐξητμίσθησαν τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τῶν περισσοτέρων Ἑλλήνων. Τοῦ ἐμπόρου διηρπάγη τὸ ἐμπόρευμα. Ὁ πτωχὸς χωρικὸς ἔχασε τὰς καταθέσεις του καὶ αἱ Τράπεζαι δὲν ἐπλήρωσαν τίποτε ἀπολύτως. Διατί νὰ εἶναι μόνον ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας; Νὰ ὠφελήσωμεν τοὺς μικροϊδιοκτήτας. Πλειοδοτοῦμεν εἰς αὐτό, ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ δυνατότης; Θὰ ἰδῆτε ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν οἱουδήποτε ἐνοικιοστασίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλά, κύριοι, διὰ νὰ μὴ σᾶς ταλαιπωρῶ καὶ ἐγώ, θέτω ὑπὸ τὴν πεφωτισμένην κρίσιν σας καὶ ἐλπίζω ὅτι κατὰ συνείδησιν θ’ ἀποφανθῆτε, τρεῖς βασικὰς τροπολογίας. Εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω, καὶ πρὸς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὴν χρονολογίαν ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου εἰς 31 Αὐγούστου. Ἔχω καὶ δύο ἄλλας τροπολογίας βασικάς. Ἐγὼ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἐνοικιοστασίου εἶχον περιλάβει μίαν διάταξιν διὰ τὸ θεμιτὸν μίσθωμα. Ἐδημιουργήθη μία ἔρις γύρω ἀπὸ τὴν διάταξιν αὐτήν. Διότι εἰς τὸ νομοσχέδιον ποὺ εἶχα φέρει νὰ πάρω τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐκδώσω διάταγμα, ἔλεγον νὰ ρυθμίσω τὰς στεγαστικὰς σχέσεις κλπ. Ἐνῷ λοιπόν, ὡρισμένοι ἐκ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τὸ ἐπεκύρωσαν καὶ δὲν ἔφεραν μεταγενεστέραν ἀντίρρησιν, δὲν ἠξεύρω ποῖος ἔκαμε μίαν προσφυγὴν καὶ ἔβγαλε μίαν ἀπόφασιν καὶ εἶπεν ὅτι εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν αὐτὴν περιελαμβάνετο ἡ ἐξουσιοδότησις διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ θεμιτοῦ μισθώματος ἐπὶ τῶν ἐλευθέρων μισθώσεων. Ὡρισμένα δικαστήρια ἀπεφάνθησαν, ὅτι εἶναι σκληρὰ ἡ διάταξις. Ἄλλα δικαστήρια ἀπεφάνθησαν ἀντιθέτως. Ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἔφερε μίαν διάταξιν καὶ κατήργησε τὸ θεμιτὸν μίσθωμα. Σήμερον, ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ συνείδησιν ἀπευθύνομαι εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων σας καὶ διερωτῶμαι: Εἶναι εἶδος ἀπολύτου βιωτικῆς ἀνάγκης ἡ στέγη; Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ κανείς. Καὶ μάλιστα, εἶναι μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀγορανομικῶς χαρακτηρίζονται ὡς οὐσιώδη ἐν ἀνεπαρκείᾳ. Τὸ οὐσιωδέστερον εἶδος τῆς βιοτικῆς ἀνάγκης εἶναι ἡ στέγη. Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, δι’ ἓν εἶδος, ἐν ἀνεπαρκείᾳ ἀκόμη, ὁδηγεῖται ὁ μπακάλης εἰς τὸ αὐτόφωρον καὶ καταδικάζεται διότι θὰ πάρῃ μίαν δραχμὴν πάρα πάνω, εἰς τὴν ἐποχήν μας εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἐπειδὴ ὁ ἄλφα ηὐνοήθη ἀπὸ τὴν μοῖραν ἢ ἀπὸ τὴν τύχην του καὶ ἔπιασε μίαν πολυκατοικίαν ἢ διαθέτει 50–100 γραφεῖα, διὰ νὰ τὰ ἐνοικιάσῃ εἰς φουκαράδες δικηγόρους ἢ ἐπαγγελματίας, αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀσύδοτος; Διότι ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ μικροϊδιοκτητῶν. Ἐδῶ πρόκειται διὰ τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀσύδοτοι αὐτοὶ, κύριοι συνάδελφοι; Ἠμπορεῖ καὶ λέγει ὅτι θέλει δύο ἐτῶν ἐνοίκια μπροστά. Καὶ τώρα ἔχουν βγάλει μίαν νέαν «φάμπρικα». «Δὲν θέλομεν ἐνοίκια μπροστά» λένε. Ζητοῦν ὡς ἐγγύησιν ἑνὸς ἔτους ἐνοίκια. Εἶναι μία ἐκμετάλλευσις ἐναντίον τῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ τῶν ἐπιστημόνων, ἄνευ προηγουμένου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, λαμβάνω, τὴν τιμήν, νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ μία διάταξις, βάσει τῆς ὁποίας νὰ ὁρισθῇ τὸ 500πλάσιον ὡς θεμιτὸν μίσθωμα. Νὰ ὑπάρχῃ ἓν ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν θὰ δύνανται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ λυμαίνωνται τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ νὰ τοὺς ληστεύουν. Κύριοι συνάδελφοι, μοῦ παρετηρήθη προχθὲς εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται θὰ ξεφύγουν. Ὑπάρχει μία διάταξις εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, ποὺ λέγει ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ τοκογλυφία. Οἱ περισσότεροι τῶν δανειστῶν κάμνουν τοκογλυφίαν. Ὁ νόμος ὅμως ὑπάρχει. Δὲν ἕπεται ὅτι ἐπειδὴ θὰ εὕρουν οἱ ἰδιοκτῆται τρόπον νὰ διαφύγουν, νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Θὰ εἶναι πρὸς τιμὴν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τὴν ἀποδεχθῇ, διότι θὰ ἔχῃ μίαν ἠθικὴν βάσιν, εἰς τὴν ὁποίαν στηρίζεται αὐτὴ ἡ διάταξις. Λέγω, λοιπόν, εἰς τὴν τροπολογίαν: «Τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ θεμιτοῦ μισθώματος.......... ........... (ἀναγινώσκει)..................». Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις περὶ θεμιτοῦ μισθώματος, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς σημερινάς, εἰς τὴν πραγματικότητα, καὶ ζητῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ τὴν περιβάλητε διὰ τῆς ψήφου σας.
§201Γ. ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ. Ἔχετε γνῶσιν, ὅτι διὰ νὰ κτίσητε σήμερον σπίτι, χρειάζεται τὸ χιλιαπλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ; Καὶ πῶς θέλετε νὰ κτίζωνται νέα σπίτια; Εἶναι εὔκολον νὰ τὰ λέτε, ἀλλὰ εἰς τὴν πρᾶξιν εἶναι δύσκολον.
§202Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Παμπούκα, εὐχαριστῶ διὰ τὴν διακοπήν. Σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος, κ. Ἀδαμόπουλος, εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ βγῇ ὁ οἰκοδομικὸς τιμάριθμος. Ἠμποροῦμεν νὰ βάλωμεν μίαν διάταξιν, νὰ ποῦμε: «Διὰ κοινῆς ἀποφάσεως τῶν ὑπουργῶν Δικαιοσύνης, Οἰκονομικῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων, εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξομειωθῇ καὶ τὸ ποσοστὸν κλπ.», διὰ νὰ ἴδητε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐν καλῇ τῇ πίστει ἀντιμετωπίζω τὸ θέμα.
§203Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συγγνώμην, κύριοι συνάδελφοι, θέτετε μίαν ἀρχήν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ διατίμησις εἰς τὰ μισθώματα τῶν ἐλευθέρων μισθώσεων. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ διατίμησις ἔχει ὡς βάσιν τὸ κόστος, εἴτε ὑπηρεσιῶν, εἴτε ἀμοιβῶν. Καὶ πέραν αὐτοῦ δίδετε καὶ ἕνα κέρδος. Πέστε μου, πῶς θὰ εὕρετε τὸ κόστος, διὰ νὰ καθορίσητε τὴν διατίμησιν; Ἀδύνατον. Σᾶς προσθέτω καὶ κάτι ἄλλο. Ὅταν κατηρτίζετο τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα τοῦ ΚΗʹ ψηφίσματος, ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος ἐδέχθη, προκειμένου περὶ ἐπανεγκαταστάσεως, νὰ καταβάλλεται τὸ μίσθωμα ἴσον πρὸς τὴν ἐλευθέραν μίσθωσιν. Εἶχε δὲ προσθέσει, διὰ τὴν προστασίαν τῶν μισθωτῶν, ὅτι δύναται τὸ μίσθωμα αὐτό, ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν τοῦ μισθωτοῦ, νὰ τὸ μειώνῃ μέχρι τοῦ πεντακοσιαπλασίου. Καὶ ξεύρετε τί μοῦ εἶπεν ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος; Μὴ τὸ βάζετε τὸ ὅριον, κ. ὑπουργέ, διότι ὑπάρχουν πολλαὶ περιπτώσεις ποῦ τὸ ἐλεύθερον μίσθωμα εἶναι κάτω τοῦ πεντακοσιαπλασίου.
§204Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἡμεῖς θὰ βάλωμεν τὸ ἀνώτατον ὅριον.
§205Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ ποῦ θὰ τὸ στηρίξητε τὸ ἀνώτατον ὅριον, ποῖον εἶναι τὸ κόστος, ποῦ θὰ εὕρητε τὸ κόστος; Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶχεν ἡ ἀνάπτυξίς μου χθὲς εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχομεν ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀσχοληθοῦν καὶ νὰ βεβαιώσουν τὸ οἰκοδομικὸν κόστος, τὸν οἰκοδομικὸν τιμάριθμον, δὲν δυνάμεθα νὰ καθορίσωμεν διατίμησιν, διότι, κάθε διατίμησις προϊόντος, ὑποτίθεται, ὅτι ἔχει ὡς βάσιν, τὸ κόστος. Εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν ἔχομεν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία νὰ καθορίσῃ τὸν οἰκοδομικὸν τιμάριθμον, δηλαδή, τὸ κόστος ἢ τὴν διατίμησιν τῆς οἰκοδομῆς. Προσέτι θὰ συμβῇ καὶ τὸ ἑξῆς: Ἐὰν καθιερωθῇ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, θὰ συμβῇ ζημία εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, προκειμένου περὶ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν. Διότι συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ κώδικος περὶ φορολογίας καθαρῶν προσόδων, προκειμένου περὶ μισθώσεων, ὁ ἔφορος δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ μισθώματα τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ μισθωτηρίῳ συμβολαίῳ, ἀλλὰ ἐκτιμᾷ ἐλευθέρως. Ἐὰν ἔχητε μίαν τοιαύτην διάταξιν, θὰ εὐνοήσητε τοὺς φοροφυγάδας, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, θὰ ἐπικαλοῦνται τὸν νόμον. Βλέπετε εἰς ποῖα ἄτοπα ἄγει ἡ καθιέρωσις μιᾶς τοιαύτης διατάξεως.
§206Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Οὐδεμίαν ἀπολύτως τροπολογίαν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ.
§207Ι. ΙΝΤΖΕΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας παρεσχέθη ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ γίνῃ ἐνοικιοστάσιον, οὐδεὶς περιορισμὸς περιελήφθη. Καὶ ἡ Κυβέρνησις μὲ αὐτὴν τὴν διάταξιν προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἐνοικιοστασίου, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θὰ δημοσιευθῇ. Διερωτῶμαι πῶς θὰ ἔλθῃ σήμερον ἡ Βουλή, ἀνακόλουθος τελείως, νὰ εἴπῃ σήμερον, σοῦ καταστρέφω ὅλην τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμες καὶ σοῦ βάζω τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν περιορισμόν, ὁ ὁποῖος ἀντιτάσσεται εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχε περιορισμὸς εἰς τὴν ἀρχικὴν διάταξιν, δὲν δυνάμεθα τώρα νὰ θέσωμεν περιορισμόν, διότι οὕτως, θὰ ἀνετρέπετο τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως.
§208Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἶναι κυρίαρχον Σῶμα, δὲν ἕπεται, ἐπειδὴ ἐδώσαμε μίαν ἐξουσιοδότησιν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θεσπίσωμεν μίαν διάταξιν. Τὸ θέμα τῆς ἀνευρέσεως τῆς ἀξίας τῶν οἰκοδομῶν, δὲν εἶναι δύσκολον πρόβλημα εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ τακτοποιοῦνται, ὅπως ἐπίσης καὶ τὸ θέμα τῆς φοροδιαφυγῆς. Ὁσαδήποτε ἐπιχειρήματα καὶ ἐὰν προβάλετε, ἡ ἠθικὴ ἀρχὴ εἶναι, ὅτι κάπου πρέπει νὰ σταματήσῃ τὸ ὅριον τῶν ἐνοικίων. Αὐτὸ ἐγὼ ὑποστηρίζω. Καὶ τελειώνω. Ἔχω μίαν τροπολογίαν.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν δέχεται οὐδεμίαν τροπολογίαν.
§210Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Μόλις πρὸ ἡμερῶν, κύριοι συνάδελφοι, βλέπω εἰς τὴν ἐφημερίδα μίαν μεγάλην φωτογραφίαν καὶ ἕνα γνώριμο πρόσωπο. Ἦτο ὁ κύριος Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς περιβαλλόμενος ἀπὸ ἕνα πλῆθος ἐπαγγελματιῶν, ποὺ εἶχαν πάει εἰς τὸν Στρατάρχην καὶ ἔπειτα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, κ. Τριανταφύλλης ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων τῆς Ἑλλάδος ἐπεσκέφθη τὸν Πρωθυπουργόν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνέκρινε τὰ αἰτήματά των καὶ τοὺς παρέπεμψεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἔξω τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως ὑποστηρίζοντες τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω μετ’ ὀλίγον. Θεσπίζομεν τὴν προστασίαν τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Ἀκοῦστε μίαν ἀθώαν διάταξιν ποὺ ἔχω: «Προκειμένου περὶ μισθώσεων ἀστικῶν ἀκινήτων ὁποτεδήποτε συναφθεισῶν..... (ἀναγινώσκει).......». Κύριοι συνάδελφοι, εἰς Κράτη ποὺ δὲν ἰσχύει ἐνοικιοστάσιον προστατεύεται ἡ ἐπαγγελματικὴ στέγη, διότι τὴν ἀξίαν τοῦ ἀκινήτου δὲν τὴν δίδει τὸ ἀκίνητον ἀλλὰ ὁ ἐπαγγελματίας, ὁ ἔμπορος. Ἐὰν οἱ ἔμποροι δὲν ἐπήγαιναν εἰς τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ, δὲν ξέρω τί ἀξίαν θὰ εἶχον τὰ ἀκίνητα τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ. Τὸ μεγαλύτερον πρόβλημα εἶναι τὸ θέμα τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις θὰ πάῃ μὲ βῆμα σημειωτὸν καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι αἱ ὑποσχέσεις της θὰ εἶναι φροῦδαι, ἢ θὰ δημιουργηθῇ κοινωνικὸς σάλος. Ἐν ὀνόματι τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος ζητῶ ἀπὸ ὅλους σας, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συμφωνήσητε μὲ τὰς ἀπόψεις μου καὶ νὰ ἀποδεχθῆτε τὰς τροπολογίας μου, διὰ νὰ τεθῇ ἕνα τέρμα δίκαιον καὶ ὀρθόν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§212Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ θὰ δημοσιευθῇ τὸ διάταγμα τοῦ ἐνοικιοστασίου χωρὶς νὰ λάβωμεν γνῶσιν, θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργόν, ἐπὶ μιᾶς περιπτώσεως ποὺ ὑπεσχέθη νὰ ἐξετάσῃ. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰ ἔτη 1951–52 ὑπεχρεώθη νὰ κάμῃ μεταβολὰς εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους ἐξαπέστειλεν εἰς διάφορα σημεῖα τῆς χώρας διὰ νὰ ἐπανδρώσουν τὰς ἐκεῖ ὑπηρεσίας. Ἐν ὄψει δὲ τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως ἀσφαλῶς θὰ κάμῃ καὶ ἄλλας. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ζητοῦν δι’ ὑπομνημάτων νὰ προστατευθοῦν. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὑπεσχέθη νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐζήτησε νὰ τοῦ γίνῃ μία ὑπόμνησις.
§213Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Λυποῦμαι, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ παρακολουθήσω τοὺς ὁμιλήσαντας ἐπὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου, διότι τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι τὸ ἐνοικιοστάσιον, εἶναι παράτασις τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸ κείμενον τοῦ ἐνοικιοστασίου, ὁ κ. Παπασπύρου, ὁ ἐξαιρετικὸς συνάδελφος, καὶ ἐπιτυχῶς ὑπουργεύσας, δὲν θὰ ἦτο σήμερον ἕνας ἐπικριτὴς τοῦ ἐνοικιοστασίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γίνῃ. Διότι τὸ ἐνοικιοστάσιον, εἶναι σύνολον λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τὰς βιοτικὰς καὶ ἐνοικιοστασιακάς. Αὐτὸ τὸ σύνολον δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἑνώσῃ ἕνα νομοσχέδιον. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συντάξεως τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου νέαι ἀνάγκαι ἐδημιουργήθησαν καὶ ἄλλαι λεπτομέρειαι προσετέθησαν, ἢ καὶ ἄλλαι διατάξεις θὰ πρέπει νὰ διαγραφοῦν. Ἑπομένως ἀξιότιμε φίλε κ. Παπασπύρου, πρέπει νὰ ἔχῃς ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὡς βάσις τοῦ νέου ἐνοικιοστασίου ἐλήφθη τὸ ἰδικόν σας ἐνοικιοστάσιον, ὅπως καὶ ὑμεῖς εἴχατε ὡς βάσιν τὸ προηγούμενον ἐνοικιοστάσιον, δὲν ἐβγῆκεν ὡς ἡ Ἀθηνᾶ ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ Διός. Τὸ ἐνοικιοστάσιον εἶναι σειρά, εἶναι συνέχεια 6–7 ἐνοικιοστασίων, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον τὸ συντασσόμενον λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὰς σημερινὰς βιοτικὰς ἀνάγκας καὶ τὰ σημερινὰ εἰσοδήματα. Ἕνα μόνον ἐπιθυμῶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ ἀνωτάτους δικαστικοὺς καὶ δικηγόρους διακεκριμένους προεδρευθεῖσα κατὰ διαστήματα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδικήν μου μετριότητα......
§214Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Εἶσθε πολὺ μετριόφρων, κύριε ὑπουργέ.
§215Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.)....... ἀπέβλεψεν, μὲ ἀγάπην καὶ πρὸς τὰς δύο τάξεις, καὶ πρὸς τὴν τάξιν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ μικροϊδιοκτητῶν καὶ πρὸς τὴν τάξιν τῶν μισθωτῶν καὶ κατέβαλε κάθε προσπάθειαν διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ καλύτερον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐζητήσαμεν καὶ τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξ ὑπουργῶν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τιθέμενον ὑπὸ τὴν κρίσιν τοιούτων ἐγκρίτων ἀνδρῶν μὲ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν διαθέτουν, θὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ μερικὰ λάθη καὶ ἐλαττώματα. Εἶναι γεγονός, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπεύσῃ ἢ νὰ καλύψῃ ὅλα τὰ κενά. Θὰ ὑπάρχουν πάλιν ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ λιγοστεύσουν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ ἔλθουν εἰς τὴν φυσιολογικὴν τάξιν. Ἐπιθυμῶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι μετὰ τοῦ αὐτοῦ ἐνδιαφέροντος, μετὰ τῆς αὐτῆς ἀγάπης, μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου καὶ δικαιοσύνης ἀπεβλέψαμεν πρὸς ὅλας τὰς τάξεις. Ἐὰν δὲν σᾶς ἱκανοποιήσωμεν αὐτὸ θὰ τὸ κρίνετε οἱ ἴδιοι. (Χειροκροτήματα).
§216Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ἀναστάσεως ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν παρ’ ἐμοῦ τροπολογιῶν.
§217Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἀντιγραφὴν παρελείφθη μία φράσις, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ.
§218ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§219Χ. ΝΤΙΝΙΔΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, πρέπει νὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια διὰ τοὺς μικροϊδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἄλλον πόρον ζωῆς.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπασπύρου τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν παράτασιν τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου μέχρι Αὐγούστου 1955, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἡ πρώτη τροπολογία τοῦ κ. Παπασπύρου ἀπερρίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπασπύρου περὶ προσθήκης ἄρθρου 4, ἀναφερομένου εἰς τὴν ἐπαγγελματικὴν στέγασιν, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, καὶ ἡ τροπολογία αὐτή, τοῦ κ. συναδέλφου ἀπερρίφθη. Γίνεται δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, ὡς διωρθώθη παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἐνοικιοστασίου». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§223ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.45′ μ.μ.)