1954.12.09
6,040 rows · 44,975 words · 307 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15η
Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 1954
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Β. Καραμπίλιας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Β. ΚΑΡΑΜΠΙΛΙΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκελεστάθης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΓΚΕΛΕΣΤΑΘΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Ζορμπᾶς, Ι. Ζερβᾶνος, Λ. Βαμπούλης, Λ. Κίκας, Α. Ἀντωνίου, Θ. Ἀνδρεάδης, Δ. Ἡρακλείδης, Κ. Βασαρδάνης, Γ. Τζατζάνης, Κ. Δρόσος, Ι. Ριζιώτης, Μ. Χλουβεράκης, Ε. Πέτσος, Ε. Μπακλατζῆς, Σ. Ἀλλαμανῆς, Ν. Βουλόδημος καὶ Γ. Γρηγορίου καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ Ν. Δ. 2914 τῆς 17)22 Ἰουλίου 1954, «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Α. Ν. 2064)39, «περὶ τῶν πολεμικῶν ἐπιδομάτων κλπ. τῶν πληρωμάτων τῶν Ἑλληνικῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων καὶ περὶ λήψεως μέτρων τάξεως καὶ πειθαρχίας αὐτῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς παραγράφου 5 τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Ν. Δ. 2580)1953, «περὶ ἐτησίας κρίσεως Ἀνθ)στῶν Χωρ)κῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Βασιλᾶτος καὶ Κ. Μπαροῦνος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 1671)51, «περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Βουδούρης καὶ Ἰ. Κοντοβράκης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ Σῶμα Ἀστυνομίας Πόλεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Καναβαριώτης καὶ Γ. Βούλγαρης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνταξιοδοτήσεως τοῦ ὑπαλληλικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Κιζάνης, Ἰ. Λύρας, Ε. Κοθρῆς, Ν. Ζορμπᾶς, Θ. Σαράντης, Π. Πολυχρονίδης καὶ Ε. Μπακλατζῆς καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονιστικῶν διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Ο.Τ.Ε.». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Καρατζένης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονιστικῶν δια-
τάξεων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ
Ο.Τ.Ε.».
Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Α. Φωστηρίδης διὰ τηλεγραφήματός του καταγγέλλει διορισμὸν ὡς καπνοτεχνίτου εἰς περιοχὴν Κάτω Νευροκοπίου τοῦ κομμουνιστοῦ Τσιμίδη καταδικασθέντος εἰς θάνατον καὶ ζητεῖ ἄμεσον ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἐδέσσης κ. Θ. Ἀνδρεάδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Διδασκαλικοῦ Συλλόγου Ἀρδαίας, ζητοῦντος μὴ παράτασιν ἰσχύος Ν. 2500, πλήρη βαθμολογικὴν ἐξέλιξιν τῶν διδασκάλων ὡς ὑπαλλήλων Αʹ κατηγορίας. Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Δ. Λαντζούνης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἀρτοποιῶν Καλαμῶν, ζητοῦντος καθορισμὸν ἀποφάσεως τῶν ἀρτοποιουμένων ἀλεύρων κατὰ δύο μονάδας ἔλαττον τῆς ἤδη καθοριζομένης, αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ βιοτεχνικοῦ κέρδους καὶ λοιπὰ μέτρα πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων τῶν ἀρτοποιῶν. Ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Π. Οἰκονομίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ν. Ἀρβανίτη διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ματαίωσιν ἐκδικάσεως ἀγωγῆς του περὶ κακοδικίας ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου καὶ ζητοῦντος τροποποίησιν τοῦ νόμου ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τοῦ δικαστηρίου καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ἀγωγῶν. Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Δ. Λαντζούνης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου Μεσσηνίας, ζητοῦντος μὴ παράτασιν ἰσχύος τοῦ Ν. 2500, πλήρη βαθμολογικὴν ἐξέλιξιν τῶν διδασκάλων ὡς ὑπαλλήλων Αʹ κατηγορίας κ.λ.π. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Λαρίσης, ζητεῖ αὔξησιν τοῦ ὁρίου πιστοδοτήσεως ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἔχει τὸν λόγον.
§6Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριοι συνάδελφοι, αἱ Ἔνοπλοι Δυνάμεις ὑπέστησαν χθὲς βαρύτατον πλῆγμα. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους μας τὸ τραγικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη εἰς τὴν βάσιν τῆς Ἐλευσῖνος. Πρὸ ὀλίγου ἐκηδεύθησαν οἱ πεσόντες εἰς τὸ πεδίον τῆς τιμῆς. Θὰ γνωρίζετε, ὅτι οἱ 10 ἐκ τῶν 19 ἦσαν νεαροὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον ἀπὸ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων μόλις πρὸ ὀλίγων μηνῶν καὶ ἐνετάχθησαν εἰς τὸ Σῶμα Ἐφοδιασμοῦ καὶ Μεταφορῶν. Δύο ἀξιωματικοί, εἷς Λοχαγὸς καὶ εἷς Ὑπολοχαγός, ἀνήκοντες, ἐπίσης, εἰς τὸ Σῶμα Ἐφοδιασμοῦ καὶ Μεταφορῶν, ἐφονεύθησαν μετ’ αὐτῶν. Τρεῖς ἐκλεκτοὶ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἀεροπορίας, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὸ πλήρωμα καὶ 4 στρατιῶται συνεμερίσθησαν τὴν τραγικὴν τύχην τῶν ἄλλων. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ δυστυχήματος ὑπῆρξε βαρύς. Καὶ εἰς τὸ παρελθὸν εἴχομεν ἀτυχήματα καὶ εἶναι δυστυχῶς φυσικὸν νὰ ἔχωμεν ἀτυχήματα. Καὶ ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς, διὰ νὰ ἀποτίσω φόρον τιμῆς εἰς τὴν μνήμην ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀσκοῦντες τὸ ἐπικίνδυνον, ἀλλὰ ὑπέροχον καθῆκον καὶ ἔργον τοῦ ἱπταμένου, ἔπεσαν ὡς Ἴκαροι καὶ συνέδεσαν τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἱπταμένου Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ μὲ τὴν τιμὴν καὶ τὸ ἠθικὸν γόητρον τοῦ ρωμαντικωτέρου κινδύνου. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ἀξιότιμοι καὶ ἀγαπητοί, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἀεροπορία ἔχει, συγκρινομένη πρὸς ἄλλας ἀεροπορίας, πολὺ μικρὸν ποσοστὸν ἀτυχημάτων. Ἀλλὰ ὁσονδήποτε μικρὸν καὶ ἐὰν εἶναι τὸ ποσοστὸν καὶ ὁσονδήποτε ἱκανοποιητικὴ καὶ ἐὰν εἶναι ἡ διαπίστωσις αὐτή, αἱ συνέπειαι τῶν ἀτυχημάτων αἱ βαρεῖαι, αἱ συνδεόμεναι μὲ θάνατον, εἶναι συνέπειαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ προκαλοῦν βαθεῖαν ὀδύνην. Τὸ χθεσινὸν ἰδιαιτέρως περιστατικὸν προκαλεῖ τὴν βαθυτάτην συγκίνησιν ὅλων μας. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δεκάδες χιλιάδων κατοίκων τῆς πρωτευούσης παρηκολούθησαν τὴν κηδείαν τῶν πεσόντων ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν μας, μὲ βαθεῖαν συγκίνησιν καὶ αὐτὸ ἀπετέλεσε καὶ διὰ τὰς ἐνόπλους δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν τὸ βαρὺ πλῆγμα καὶ διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν πεσόντων, οὐσιώδη παρηγορίαν. Αὐτὴ ἡ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ, ἡ πάνδημος, ἡ ὁποία ἐσημειώθη, συνεκλόνισε βαθύτατα ὅλους μας, οἱ ὁποῖοι παρηκολουθήσαμεν τὴν κηδείαν καὶ ἀποτελεῖ γεγονὸς μεγίστης ἠθικῆς σημασίας, διότι σημαίνει, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν μεγάλην ἐθνικὴν προσπάθειαν τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν καὶ τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν, τὴν παρακολουθεῖ μὲ βαθεῖαν ἀδελφικὴν στοργήν, μὲ βαθύτατον θαυμασμὸν καὶ σεβασμόν. Ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ ἢ στρατιώτου, ἡ συνδεομένη μὲ τὴν ἀεροπορίαν, εἴτε πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ τῆς Ἀεροπορίας, εἴτε περὶ ἀξιωματικοῦ τῶν ἄλλων κλάδων, εἶναι ἀποστολή, ἐκ φύσεως κρίσιμος καὶ μέχρις ὡρισμένου βαθμοῦ ἐπικίνδυνος. Καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης διακινδυνεύουν τὴν ζωήν των ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τάξει ἑαυτούς, εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν Ἀεροπορίαν. Καὶ ὡς ἐκ τούτου, πρέπει βαθυτάτη, νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ Σώματος, πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς Ἀεροπορίας, πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Ναυτικοῦ, πρὸς ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, διότι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπιτελοῦν, εἶναι ἔργον βαρύτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπιτελεῖ, οἱοσδήποτε ἄλλος δημόσιος λειτουργός. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκφράζω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν βαθεῖαν ὀδύνην τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸ τραγικὸν συμβὰν τῆς χθές. Ὅπως ἐτόνισα, ὅταν ἠρωτήθην ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Τύπου, τὸ συμβὰν τὸ τραγικὸν τῆς χθές, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ, παρὰ μόνον εἰς τὴν μοῖραν. Παράδοξος — αὐτὴ ἦτο ἡ ἔκφρασίς μου καὶ τὴν ἐπαναλαμβάνω ἐνώπιον ὑμῶν — παράδοξος καὶ ἀνεξιχνίαστος σύμπτωσις περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατόν, ἀνθρωπίνως, νὰ προβλεφθοῦν καὶ νὰ προληφθοῦν, προεκάλεσε τὸ μέγα κακόν. Ἀλλά, ὅπως εἶπον καὶ εἰς τὴν Μητρόπολιν, ἀποχαιρετῶν τοὺς ἡρωϊκοὺς νεκρούς, δὲν ὑπάρχει «μοῖρα», ἀλλὰ ὑπάρχει, θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μοιραῖον, ὀνομάζομεν ἡμεῖς, ὅσα δὲν κατανοοῦμεν. Ὑπάρχει θέλημα Θεοῦ, ἐνώπιον, τοῦ ὁποίου ὑποκλινόμεθα! Καὶ τὰ βαρύτερα τῶν πληγμάτων, πρέπει καὶ αἱ Ἔνοπλοι Δυνάμεις καὶ αἱ οἰκογένειαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν καὶ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, νὰ τὰ ἐκλαμβάνωμεν ὡς θέλημα Θεοῦ. Καὶ ὑποκλινόμεθα, ἐπαναλαμβάνω, ἐνώπιον τῶν ἀνεξιχνιάστων βουλῶν Του. Παρακαλῶ, ὅπως ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ Σῶμα τὴν συμμετοχήν του εἰς τὸ βαρὺ πένθος τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, διὰ τῆς τηρήσεως ἑνὸς λεπτοῦ σιγῆς. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐγείρονται ἅπαντες οἱ κ. κ. βουλευταὶ καὶ τηρεῖται ἑνὸς λεπτοῦ σιγή).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Χαβίνης ἔχει τὸν λόγον.
§8Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ τραγικὸν συμβάν, χθές, εἰς τὸ ὁποῖον εὗρον τὸν θάνατον νεαροὶ βλαστοὶ τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, συνεκίνησε τὸ Πανελλήνιον. Συμμετέχομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν ὀδύνην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῷ θλιβερῷ αὐτῷ γεγονότι καὶ εὐχόμεθα καὶ πιστεύομεν, θέλομεν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι θὰ εἶναι τὸ τελευταῖον τραγικὸν δυστύχημα. Βεβαίως, ὅπως ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ἔργον τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι σκληρόν, εἶναι ἐπικίνδυνον καί, πράγματι, πᾶσα τιμὴ ἀνήκει εἰς αὐτούς, ἀλλὰ θέλομεν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι θὰ ληφθοῦν τὰ μέτρα, ὥστε τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἀεροπορίαν, νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται αὐτὰ τὰ δυστυχήματα, ὁσονδήποτε μοιραῖα καὶ ἂν εἶναι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Μπακλατζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§10Ε. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Ἐκ μέρους τῆς Ε.Π.Ε.Κ., κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ἡ νέα συμφορά, ἥτις ἔπληξε τὰς ἐνόπλους μας δυνάμεις συγκινεῖ βαθύτατα τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν. Πενθοῦμεν εἰλικρινῶς, διὰ τὴν συμφορὰν καὶ συμμεριζόμεθα τὰ αἰσθήματα, ἅτινα ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐξέφρασεν. Οἱ 19 αὐτοὶ ἄνδρες τῶν ἐνόπλων δυνάμεων ἀπεγειώθησαν ζῶντες στρατιῶται τοῦ καθήκοντος, ἐντεταλμένοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος καὶ προσεγειώθησαν, συνεπείᾳ τῶν βουλῶν τῆς μοίρας, τραγικὰ θύματα τοῦ θανάτου, γενόμενοι, ὅμως, ἥρωες καὶ μάρτυρες. Ἐκφράζομεν τὰ εἰλικρινῆ μας συλλυπητήρια πρὸς τὰς οἰκογενείας των, ὁ πόνος τῶν ὁποίων εἶναι δυσβάστακτος.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἑρμηνεύω τὰ αἰσθήματα ὅλων ὑμῶν, δηλῶν, ὅτι ἡ Βουλὴ συμμετέχει ὁλοψύχως τοῦ πένθους τῶν ἐνόπλων δυνάμεων τῆς χώρας, πρὸς τὰς ὁποίας ἐκφράζω τὰ θερμὰ συλλυπητήρια, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν ἐκπροσώπων τοῦ λαοῦ.
§12Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Καὶ πρὸς τὰς οἰκογενείας τῶν πεσόντων.
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς πλοίων ὡρισμένων κατηγοριῶν ἀπὸ τῶν φαρικῶν καὶ ἀγκυροβολίας τελῶν, ὑγειονομικῶν δικαιωμάτων καὶ εἰσφορῶν ὑπὲρ τοῦ εἰδικοῦ λογαριασμοῦ προστασίας ἐργατῶν θαλάσσης», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς πλοίων ὡρισμένων κατηγοριῶν ἀπὸ τῶν φαρικῶν καὶ ἀγκυροβολίας τελῶν, ὑγειονομικῶν δικαιωμάτων καὶ εἰσφορῶν ὑπὲρ τοῦ εἰδικοῦ λογαριασμοῦ προστασίας φυματικῶν ἐργατῶν θαλάσσης». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 721)48, «περὶ ἀπογραφῆς τῶν μαθητευομένων ναυτικῶν, ναυτικῶν καὶ ἐργατῶν θαλάσσης».
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 721)48, «περὶ ἀπογραφῆς τῶν μαθητευομένων ναυτικῶν, ναυτικῶν καὶ ἐργατῶν θαλάσσης». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ἀξ)κῶν Ἀρχιτεχνιτῶν Ὅπλων καὶ Σωμάτων τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς, πλὴν τοῦ Τεχνικοῦ Σώματος».
§19Θ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον δὲν συνεζητήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔχω βασικὰς ἀντιρρήσεις δι’ αὐτὸ καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§20Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Παρακαλῶ τὸν κ. Σαράντην νὰ μὴ ἐπιμείνῃ. Γνωρίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνεζητήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Πάντως σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἐὰν δὲν ψηφισθῇ μέχρι τῆς 15ης τρέχοντος, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ πληγοῦν ὡρισμένοι ἀξιωματικοί, διότι λήγει ἡ προθεσμία κρίσεώς των.
§21Κ. ΜΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὑπάρχει σχετικὴ ἔκθεσις: «...... (ἀναγινώσκει) ........».
§23Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Συνεπῶς, παρακαλῶ τὸν συνάδελφον κ. Σαράντην, ἐκ νέου, ὅπως σκεφθῇ καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι θὰ προκύψουν βαρεῖαι συνέπειαι ἐὰν δὲν ψηφισθῇ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον:
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ Ἀξ)κῶν Ἀρχιτεχνιτῶν Ὅπλων καὶ Σωμάτων τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς, πλὴν τοῦ Τεχνικοῦ Σώματος». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 1671)1951, «περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, κ. Λ. Μακκᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§27Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, δοκιμάζω ἓν διπλοῦν αἴσθημα ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα. Ἓν αἴσθημα ποιᾶς τινος μελαγχολίας καὶ ἓν αἴσθημα ἱκανῆς ἀπορίας. Τὴν μελαγχολίαν μου δικαιολογεῖ, τὸ ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ κάμω προφορικὴν εἰσήγησιν ἐπὶ ἑνὸς σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, κατὰ τὸ πλεῖστον, οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ αὕτη φαντάζομαι, ὡς αὐτονοήτως ὑπηρεσιακὸν καὶ ὡς δυνάμενον ἄνευ σπουδαίας τουλάχιστον συζητήσεως νὰ ψηφισθῇ. Τὴν ἀπορίαν μου δικαιολογεῖ ἐξ ἄλλου, ἀξιότιμοι κύριοι, τὸ γεγονὸς, ὅτι μετὰ δυσκολίας ἐμάντευον πρὸ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν σωρείαν τῶν ἀπιθάνων κατ’ ἐμὲ ἀντιρρήσεων, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τοῦ Σώματος. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἀποδειχθῇ, ὅπως νομίζω, ὅτι εὐκόλως ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκεται αὐστηρῶς, αὐστηρότατα μάλιστα ἐντεταγμένον καὶ περιχαρακωμένον ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν Κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ἐὰν τοῦτο ἀποδειχθῇ, ὅπως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὸ θεωροῦμεν δεδομένον, τὰ ὑπόλοιπα, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τονίσω, ὅτι τὰ θεωρῶ ὡς ἐπουσιώδη, ὡς ἀφορῶντα μίαν Κυβερνητικὴν ὑπόθεσιν καὶ ὡς δυνάμενα συνεπῶς, ἄνευ μεγάλης συζητήσεως νὰ γίνουν δεκτά, ὡς προερχόμενα ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν ἔχουσαν Κυβερνητικὴν πεῖραν δύο ἐτῶν, μὲ πλήρη γνῶσιν τῆς πραγματικότητος καὶ μὲ τελειοποιημένην κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν Κυβερνητικὴν ὁμοιογένειαν. Διότι, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὶ ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Ἀποβλέπει εἰς τὴν μεθοδοποίησιν καὶ τὴν μορφοποίησιν θὰ ἔλεγον τῆς καλυτέρας δυνατῆς ἀποδώσεως τῆς Κυβερνητικῆς ὁμοιογενείας, βάσει τῶν δεδομένων τῆς πείρας μας, τῶν ἀναγκῶν τῆς Κυβερνητικῆς δράσεως καὶ βάσει τῶν εὐγενῶν φιλοδοξιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ὅπως καταστῇ ἡ Κυβέρνησις ἱκανὴ νὰ ἀντιμετωπίσῃ μὲ τὸ μάξιμουμ τῆς ἀποτελεσματικότητος τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν τῆς ἔδωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ποῖον εἶναι τὸ Κυβερνητικὸν σχῆμα εἰς τὴν διαχάραξιν τοῦ ὁποίου προέβη καὶ προβαίνει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ τὸ σχῆμα αὐτό, νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ ἓν εἶδος πυραμίδος, εἰς τὴν κορυφὴν τῆς ὁποίας ἵσταται ὁ Πρωθυπουργός, τὴν βάσιν τῆς ὁποίας ἀποτελοῦν οἱ ὑπουργοὶ καὶ ὑφυπουργοί. Δευτέραν βαθμίδαν μετὰ τὴν κορυφὴν ἔρχονται καὶ ἀποτελοῦν δύο Ἀντιπρόεδροι τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ βάσις διὰ τὴν κορυφὴν συνδέεται καὶ διαρθροῦται διὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ καὶ τὸν κορμὸν τῆς ὅλης ὑποθέσεως παραμένων, ὅπως καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ὑποχρεούμεθα νὰ τὸν κρατήσωμεν, ὡς τὸ κυρίαρχον Σῶμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, παραπλεύρως δὲ αὐτοῦ συνδεομένης τῆς βάσεως μὲ τὴν κορυφὴν καὶ μὲ τὰ ἄλλα Σώματα τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἀφ’ ἑνός, τὸ Οἰκονομικὸν Συμβούλιον ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἐπὶ τέλους τὰς γνωμοδοτικὰς Ἐπιτροπάς, τὰς νομοτεχνικὰς ἐπίσης Ἐπιτροπάς, καὶ τὰ νομοθετικὰ ὄργανα. Εἰς τὴν κορυφὴν ἵσταται ὁ Πρωθυπουργός. Νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ σχεδὸν ταυτολογίαν καὶ ἐπανάληψιν γνωστῶν καὶ αὐτονοήτων πραγμάτων, ἐὰν τονισθῇ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργός, ὅπως μακρὰ κοινοβουλευτικὴ τακτικὴ τὸν τοποθετεῖ ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἶναι ἁπλοῦς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἕνα εἶδος πρίμους ἰντερπάρες, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν οἰκονομίαν τῶν ἐν τῷ Συμβουλίῳ συζητήσεων, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ὄντως τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, τὸν Κυβερνήτην, ὁ ὁποῖος ἰδίως ὅταν ἀποτελῇ προσωπικότητα κατὰ ἕνα κἄποιον τρόπον διαψηφισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἔχει μίαν οὐσιαστικῶς ηὐξημένην εὐθύνην καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ ὁ νομοθέτης νὰ τοῦ δώσῃ μίαν οὐσιαστικῶς ἐπηυξημένην ἐξουσίαν. Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων δύο εἰδῶν ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ὅμως περιέχουν μίαν ἀντινομίαν ἐν ἑαυταῖς καὶ μίαν προφανῆ ἀντίφασιν. Κατὰ τοὺς μὲν ὁ Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ εἶναι ἁπλοῦς ἕνας πρίμους ἰντερπάρες, μὴ δικαιούμενος ἐπηυξημένης τυχὸν οὐσιαστικῆς ἔναντι τῶν ἄλλων ὑπουργικῆς ἐξουσίας, κατὰ τοὺς ἄλλους τοὐναντίον διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἀποξενοῦται δῆθεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὴν γνώμην μας τοῦ παρέχει καὶ πρέπει νὰ τοῦ παρέχῃ. Θὰ ἠθέλαμεν νὰ συστήσωμεν εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας ἀνήκοντας εἴτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, εἴτε ἐν τῇ ὁμάδι τῶν ἀνεξαρτήτων, θὰ ἠθέλαμεν νὰ τοὺς παρακαλέσωμεν νὰ συμφωνήσουν μεταξύ των εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδουν εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐὰν νομίζουν, ὅτι ἐνισχύομεν τὸν Πρωθυπουργὸν ἢ ἐὰν νομίζουν, ὅτι τὸν ἀποξενοῦμεν τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία τοῦ προσήκει. Κατὰ τὴν γνώμην μας ἀναμφιβόλως περιχαρακοῦται μὲ τὴν νόμιμον ἐκείνην καὶ ἀπαραίτητον ἰσχὺν μιᾶς ἐξουσίας πολιτικῆς, οἵα ἀνέκαθεν ἐπεβλήθη ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἱστορίᾳ τῆς Ἑλλάδος, πλὴν τῶν σπανίων ἐκείνων περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας, εἴτε εἰς Κυβερνήσεις συνασπισμοῦ, εἴτε εἰς ἄλλας μεταβατικὰς καὶ παροδικὰς καταστάσεις, ὁ Πρωθυπουργὸς ἀποτελεῖ μίαν ἄχρουν καὶ οὐδετέραν προσωπικότητα, τεταγμένην ἀκριβῶς νὰ ἀσκῇ μίαν κἄποιαν διαιτησίαν μεταξὺ τῶν συνεργαζομένων ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων. Κατὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ὅπως καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ μας ἐκθέσει ρητῶς ἐτονίσαμεν, νομίζω, ὅτι τὰ πάντα μέσα εἰς τὴν πυραμίδα αὐτὴν ἀπορρέουν ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργόν, ὅπως καὶ τὰ πάντα συρρέουν πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν. Διότι ὄχι μόνον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου φυσικὰ Προεδρεύει, ὄχι μόνον τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου Προεδρεύει, ἀλλὰ καὶ αἱ Ἐπιτροπαὶ καὶ τὰ Γνωμοδοτικὰ Συμβούλια παρ’ αὐτοῦ συνιστῶνται καὶ παρ’ αὐτῷ συνιστῶνται. Σημειωτέον, ὅτι καὶ τὸ Οἰκονομικὸν αὐτὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον προεδρεύεται ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ἐν τούτοις, δύναται νὰ προεδρεύεται ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργόν, πάντως δὲ ἀσχολεῖται μὲ ὅσα ζητήματα καὶ ὅσα προβλήματα ὁ Πρωθυπουργός, κατὰ ἕνα κἄποιον τρόπον, μεταβιβάζει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Οἰκονομικοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου. Ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίῳ, ἐτονίσθη παραδόξως ἀπὸ συναδέλφους τινὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι: «Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπληροῦται καθ’ ὃν τρόπον τὸ νομοσχέδιον ἐμφανίζει τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μεταβιβάζοντος τὴν ἐξουσία του εἰς ἕνα Ἀντιπρόεδρον, ἢ ὡρισμένας ἐξουσίας του εἰς ἕνα Ἀντιπρόεδρον καὶ ἐνδεχομένως, ἄλλας ἐξουσίας εἰς τὸν δεύτερον Ἀντιπρόεδρον». Ἀλλά, προφανῶς, οἱ ἀντιφρονοῦντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι, δὲν ἀνέγνωσαν τὸν νόμον τοῦ 1951, ὁ ὁποῖος, ἐν τούτοις, ἐπισυνάπτεται, καὶ μάλιστα προαναφέρεται τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως καὶ προαναφέρεται τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἐν τῷ ἐντύπῳ, τῷ ἐπισήμῳ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν. Καὶ ὁ νόμος αὐτὸς τοῦ 1951 εἰς τὸ ἄρθρον 3, παράγρ. 2 λέγει ρητῶς: «Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται ν’ ἀναθέσῃ εἰς τὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀναπληροῖ αὐτὸν ἐν τῇ ἰδιότητί του ὡς Προϊσταμένου τινῶν ἢ καὶ πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ κατὰ τὴν ἄσκησιν ὡρισμένων ἁρμοδιοτήτων του». Νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σήμερον νομοσχεδίου τίποτε περισσότερον δὲν παρέχεται καὶ τίποτε τὸ Ἀντισυνταγματικόν, ἑπομένως, δὲν ἠμπορεῖ, ἰδίως ἡ Ἀντιπολίτευσις, ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Μετὰ τὸν Πρωθυπουργὸν ἔρχεται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἐτόνισα καὶ προηγουμένως, παραμένει τὸ κυρίαρχον ἐκτελεστικὸν Σῶμα, συμφώνως καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ρητῶς αὐτὴν τὴν ἐντολὴν μᾶς παρέχει. Ἐδῶ, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἐπὶ τοῦ θέματος δηλαδή, τῶν ἁρμοδιοτήτων, οἵαι καθορίζονται ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίῳ διὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διετυπώθησαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ κυριώτεραι ἀντιρρήσεις καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν Ἀνεξαρτήτων. Καὶ ἐλέχθη: «Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δεσμεύεται ἀπὸ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον». Μὲ δύο λόγια, αὐτὴ εἶναι ἡ κυριωτέρα ἀντίρρησις, ἡ ὁποία διετυπώθη, ὅτι, δηλαδή, δῆθεν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου δεσμεύουν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ ἑπομένως, ὑπάρχει περίπτωσις, ὑπουργοί, ἐν ἀγνοίᾳ των, ἐρήμην αὐτῶν, νὰ ἴδουν ἴσως καὶ διὰ τοῦ τύπου, ὅπως ἐλέχθη ἀπὸ ὡρισμένα ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ πληροφορηθοῦν περὶ ἐνεργειῶν τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, δεσμευουσῶν αὐτούς. Καὶ ἑπομένως, νὰ συμμετέχουν τῆς εὐθύνης, καθ’ ἣν ὥραν δὲν συμμετέχουν εἰς τὴν ἀντίστοιχον ἐξουσίαν. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τονίσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι τὴν ἀντίρρησιν αὐτὴν τὴν εὑρίσκω ἀπολύτως ἕωλον. Λησμονοῦν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 2β, τὸ ὁποῖον λέγει: «Τοῦ Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου μετέχουν ἑκάστοτε, καλούμενοι ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτοῦ καὶ ὑπουργοὶ εἰς τὴν εἰδικότητα καὶ ἁρμοδιότητα, τῶν ὁποίων ἀνήκει τὸ συζητούμενον θέμα». Ἑπομένως διὰ τὸν τομέα, ἕκαστος ὑπουργός, εἴτε εἶναι, εἴτε δὲν εἶναι μέλος εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἀρκεῖ ἡ ὑπουργικὴ του ἰδιότης διὰ νὰ κληθῇ ὁσάκις τὸ θέμα τὸν ἀφορᾷ. Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ παλαιοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον παραμένει φυσικὰ ἐν ἰσχύϊ, καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ὑποδηλώσῃ ἔτι σαφέστερον ὅτι παραμένει ἐν ἰσχύϊ ἐπαναλαμβάνει αὐτούσιον εἰς τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον σήμερον πρόκειται νὰ ψηφισθῇ παρ’ ἡμῶν. Μὴ λησμονοῦμεν ἐξ ἄλλου τὸ κυριώτερον, ὅτι αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ἀπὸ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον εἶναι ἀποφάσεις λαμβανόμεναι πάντοτε καὶ κατὰ κανόνα ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δηλαδή, τί συμβαίνει. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διατυπώνει τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, διατυπώνει τὴν γενικὴν γραμμὴν τῆς πολιτικῆς καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ αὐτῶν τῶν γραμμῶν, ἐν τῷ πλαισίῳ αὐτοῦ τοῦ προγράμματος ἔρχεται ὡς ἐκτελεστική, οὕτως εἰπεῖν, Ἐπιτροπὴ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον νὰ λάβῃ πλέον συγκεκριμένας ἀποφάσεις. Δηλαδή, γίνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἔχουν ἄμεσον ἢ ἔμμεσον γνῶσιν τοῦ τί γίνεται εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις καὶ εἰς τὰς ἑταιρείας, ὅτι γίνεται ἐκεῖ ὅπου κοντὰ εἰς τὰ Διοικητικὰ Συμβούλια, ὑπάρχει καὶ μία ἐκτελεστικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἀρύεται καὶ ἀντλεῖ τὴν ἐξουσίαν καὶ προβαίνει εἰς ὡρισμένας ἐκτελεστικὰς ἀποφάσεις, ἀποφάσεις ἐκτελούσας τὰς γενικὰς ἀποφάσεις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ ποῦ ὀφείλεται τοῦτο; Ὀφείλεται, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν ἰδίως, ὀφείλεται εἰς τὸ ποικίλον τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ἔχει τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκεινται πρὸ αὐτῆς εἰς τὴν μεγάλην δικαιοδοσίαν, εἰς τὴν εὐρυτέραν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος, ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον, ἀναλαμβάνει μὲ τὰς νέας κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς ἐξελίξεις, ἐξουσίαν τοσαύτην καὶ τοιαύτην, ὥστε εἶναι ἀδύνατον ἕνα πολυμελὲς κατ’ ἀνάγκην Συμβούλιον, ὅπως εἶναι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀποτελούμενον συχνάκις ἀπὸ 25–30 πρόσωπα, νὰ λαμβάνῃ ὠφελίμους ἀποφάσεις καὶ νὰ συζητῇ ταχέως ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν γοργὴν τὴν λύσιν καὶ εἰδικὴν τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν συζήτησιν. Πλαίσια νόμων ζητοῦμεν διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἐντὸς τῶν ὁποίων πλαισίων νὰ κινῆται ἔπειτα ἡ διαδικασία τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων—πλαίσια ἀποφάσεων θὰ ὑπάρχουν ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον εἰς τὰ Ὑπουργικὰ Συμβούλια ὅλων τῶν χωρῶν—ἐντὸς τῶν ὁποίων πλαισίων θὰ κινοῦνται ἔπειτα αἱ συντονιστικαὶ ἐκεῖναι Ἐπιτροπαί, ἢ τὰ ἐκτελεστικὰ ἐκεῖνα Συμβούλια. Ὅταν δὲ εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρετήρει χθὲς εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅταν ἐπεκαλέσθημεν καὶ τὴν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ τὴν εἰς ἄλλα Κράτη ἰσχύουσαν νομολογίαν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ἐν καιρῷ πολέμου καὶ μόνον, ὑπάρχει τὸ λεγόμενον μικρὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τοῦ ἀνταπαντήθη, μοῦ φαίνεται ὀρθῶς, ὅτι ἐὰν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ὁπότε βαρύταται εὐθῦναι βαρύνουν τοὺς λαμβάνοντας τὰς ἀποφάσεις, ἐὰν εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὑπουργοὶ μὴ συμμετέχοντες τοῦ μικροῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι συνυπεύθυνοι ἐν τούτοις, κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ ἐπιτρέπωμεν τὴν τοιαύτην παρέκκλισιν καὶ ἂν ἀκόμη τοιαύτη παρέκκλισις ὑπάρχει προκειμένου περὶ τῆς ὁμαλῆς περιόδου, τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς διανύομεν, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν βεβαίως αἱ εὐθῦναι εἶναι ὁπωσδήποτε ὀλιγώτερον θανάσιμοι, καὶ ὀλιγώτερον βαρεῖαι, ἀπὸ ὅσον εἶναι ἐν καιρῷ πολέμου. Καὶ λέγω διὰ τὴν καινοτομίαν τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου: Τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἁπλῶς ἐπιβεβαιοῦται, ἁπλῶς ἐπισημοποιεῖται, ἁπλῶς καθιεροῦται νομοθετικῶς. Προάγεται δηλαδή, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦτο ἕνα ἁπλοῦν παρασκηνιακὸν καὶ κατ’ ἔθιμον λειτουργοῦν ὄργανον εἰς ἕνα δημόσιον ὄργανον λειτουργοῦν κατὰ νόμον καὶ ὄχι πλέον κατ’ ἔθιμον. Νομίζω, ὅτι ἰδίως οἱ ἀξιότιμοι τέως ὑπουργοὶ τοῦ Συντονισμοῦ κ.κ. Μαρκεζίνης καὶ Καψάλης, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καὶ τὴν μεγαλυτέραν πεῖραν τῆς δραστηριότητος τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν εἰργάσθη, νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι οἱ τελευταῖοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐπικρίνουν σήμερον τὴν τοιαύτην ἐπισημοποίησιν ἑνὸς ὀργάνου.
§28Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Δὲν εἶναι θέμα ἐπικρίσεως τῆς ἀξίας τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου καὶ μάλιστα τοὐλάχιστον ἀπὸ ἐμέ, ὁ ὁποῖος θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου ἀπὸ τοὺς πρώτους δημιουργούς του. Ἀλλ’ εἶναι θέμα, ἐὰν ἠμπορῇ νὰ νομιμοποιηθῇ βάσει τοῦ Συντάγματος· ἐνημερώνω δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὸ 1949 ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμμετέχω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Σοφούλην μὲ Ἀντιπρόεδρον τὸν ἀείμνηστον Διομήδην, ἕνα μῆνα μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἀείμνηστος Διομήδης μὲ παρεκάλεσε προσωπικῶς νὰ μελετήσω τὸ θέμα, ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ θεσμὸς τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου νὰ νομιμοποιηθῇ, νὰ ἀποκτήσῃ νομικὴν βάσιν, νὰ παύσῃ ἰσχύων ντὲ φάκτο καὶ νὰ ἰσχύῃ ντὲ γιοῦρε. Ἐμελέτησα τὸ θέμα καὶ ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, τότε ὅτι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν εὑρίσκω λύσιν ἐφ’ ὅσον δὲν μεταβάλλεται τὸ Σύνταγμα. Αὐτὴ ἦτο μία παρέμβασις, τὴν ὁποίαν ἤθελα νὰ κάμω ἐπειδὴ ἐπεκαλέσθητε τὴν γνώμην μου, διότι εἶναι ἄλλο θέμα, ἐὰν ἠμπορῇ νὰ νομιμοποιηθῇ ἕνας θεσμός, καὶ ἄλλο θέμα ἐὰν ὁ θεσμὸς αὐτὸς λειτουργῶν ντὲ φάκτο ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀξίαν. Καὶ κατ’ ἐμὲ ἀπεδείχθη, ὅτι ὁσάκις ἐλειτούργησεν, οὐσιαστικῶς ἀπέδωκε πολὺ καλὰ ἀποτελέσματα.
§29Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ἡ ἀπόλυτος πεποίθησίς μας, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ ἡ νομιμοποίησις γίνεται καὶ Συνταγματικὸν κώλυμα δὲν ὑπάρχει κανένα, ὅπως καὶ ἐν τῇ πράξει γίνεται καὶ ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἀθρόα νὰ ἔρχωνται τὰ ὑπὸ τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου ψηφισθέντα μέτρα καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τροχάδην καὶ κατὰ ἑκατοντάδας ἐνίοτε νὰ ἐπικυροῦνται, νομίζω, ὅτι προτιμότερον εἶναι ἐκ τῶν προτέρων, κατὰ κάποιαν μικρὰν ἐκχώρησιν ἐξουσίας ἀπὸ τὸ Ὑπουργ. Συμβούλιον, νὰ ἔχῃ τὴν νομιμοποίησιν τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἐντὸς τῶν πλαισίων τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, λαμβάνῃ τὰ μέτρα ταῦτα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μας πεποίθησις, ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ τάξις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον γίνονται περισσότερον σεβαστά. Ἄλλο θέμα εἶναι τὸ Οἰκονομικὸν Συμβούλιον. Ἡ ἐναρμόνισις τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους ἀντὶ νὰ ἔχῃ ἕνα καὶ μόνον ἢ δύο συντονιστὰς, ὅπως εἶχε μέχρι τοῦδε, ἀντὶ δηλαδή, νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀπόλυτον κρίσιν ἑνὸς καὶ μόνον προσώπου θὰ ἀποβῇ ἕνα συλλογικὸν συντονιστικὸν ὄργανον, καὶ αὐτὴ νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, ὅπως συγκροτεῖται κατὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Δηλαδή, οἱ προϊστάμενοι τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργείων ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, θὰ φθάνουν εἰς τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε, διὰ τῆς μέχρι τοῦδε ὑφισταμένης νομοθεσίας, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ μοναχικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἔφθανε καὶ κατέληγεν, διότι πιστεύω ὅ,τι ἀκριβῶς ἐπειδὴ ζῶμεν ἐν Δημοκρατίᾳ κανεὶς ἐξ ἡμῶν καὶ κανὲν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ διεκδικῇ τὸ προνόμιον τοῦ παντογνώστου καὶ τὸ προνόμιον τοῦ ἀρκετὰ ἰσχυροῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ ἀναλάβῃ τὸ βάρος τῆς τεραστίας εὐθύνης, ὡς ὑπουργὸς Συντονισμοῦ. Νομίζω, ὅτι εἰς μίαν Δημοκρατικὴν χώραν, εἶναι κατὰ πολὺ προτιμότερον, τὰς ἀποφάσεις, ποὺ μέχρι τοῦδε ἐλάμβανεν ἕνας ἄνθρωπος, νὰ τὰς λαμβάνῃ ἕνα Σῶμα, ἀποτελούμενον, ἀπὸ τοὺς ἁρμοδιωτέρους, ἐν προκειμένῳ, ὑπουργούς. Εἶναι πάρα πολύ, μᾶς εἶπε χθὲς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὁ κ. Καψάλης, οἱ 8. Καὶ οἱ μὲν θέλουν τὸν 1, οἱ ἄλλοι θέλουν τοὺς 25–30 τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ ὀρθὴ λύσις εἶναι εἰς τὸ μέσον, ἡ λύσις, δηλαδή, τῶν 8, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναλάβουν τὴν ἐπὶ τῆς οἰκονομίας πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τονίσω, τὸ εἴδατε ἄλλωστε δι’ ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ μειοῦνται κατὰ 2 μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ ὅτι οἱ ὑφυπουργοὶ θὰ εἶναι 9 ἢ 11, ἀναλόγως τοῦ ἐὰν θὰ εἶναι 1 ἢ 3 ὑφυπουργοὶ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων. Ἀλλὰ μέχρι σήμερον ἦσαν 6 καὶ μὲ τὸν νόμον τοῦ 1949, ἦσαν 9. Θὰ τονίσω, ὡς παλαιὸς πολιτευόμενος, πιστεύω δέ, ὅτι διαδηλώνω τὸ αἴσθημα ὅλων σας, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ὑφυπουργῶν, εἶναι ἕνας ἐκ τῶν ἀρτιωτέρων θεσμῶν ἐν τῇ συγχρόνῳ Δημοκρατίᾳ. Ἀποτελεῖ τὴν δυνατότητα δημιουργίας ἑνὸς φυτωρίου, διὰ τοὺς νέους πολιτευομένους, διὰ νὰ ἀποκτήσουν καὶ τὴν Κυβερνητικὴν πεῖραν κοντὰ εἰς τὴν διοικητικήν, ἢ τὴν ἐπιστημονικήν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε εἶχον καὶ δίδει τὸ ἐνδόσημον, ὅτι ἀποκτῶντας πεῖραν, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, θὰ πλουτίσουν τὸν πολιτικὸν κόσμον δι’ ἀνθρώπων καταλλήλων νὰ σταδιοδρομήσουν εἰς τὸ μέλλον. Αὐτή, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ ἀνατομία, ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως, κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε, σύντομον ἀνάπτυξιν, ἤμην ἠναγκασμένος παρεμπιπτόντως, νὰ ἀναφέρω ὡρισμένας ἀντιρρήσεις τῶν ἀξιοτίμων ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ ἐκπροσώπων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἢ τῆς Ἀνεξαρτήτου Ὁμάδος. Κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτὰς, διετυπώθησαν καὶ δύο ἄλλαι αἰτιάσεις ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Αἰτιάσεις γενικῆς φύσεως. Ἡ μία εἶναι, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἀντιφρονούντων, τὸ νομοσχέδιον θίγει τὰς διὰ τοῦ Συντάγματος κατοχυρωμένας προνομίας τοῦ Στέμματος. Βαρεῖα αἰτίασις καὶ βαρεῖα κατηγορία ἐκπέμπεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ, ὅτι ζητεῖ νὰ μειώσῃ τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος. Καὶ ποῦ, οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἀντιφρονοῦντες, στηρίζουν τὴν τοιαύτην αἰτίασιν; Τὴν στηρίζουν, εἰς τὸ ὅτι θὰ ὑπάρχῃ μία ἀναπλήρωσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, εἰς ἐνδεχομένην περίπτωσιν καὶ περίστασιν ἐξαρτωμένη ἀπὸ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν ἴδιον, ὡς πρὸς τὸ ἀναπληροῦν πρόσωπον καὶ ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ ἀναπληροῦνται καὶ οἱ ὑπουργοί. Ἀλλά, ὅσον ἀφορᾷ, τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, εἴδομεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1951, εἶναι ἀκόμη πλέον εὐρύς. Ἀλλὰ μήπως διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν Ὑπουργῶν, τί λέγει ἀκριβῶς, τυπικῶς τὸ Σύνταγμα; Ποία εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ Συντάγματος; Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργούς. Ἀλλὰ ἡ ἀναπλήρωσις, προφανῶς, δὲν ἀποτελεῖ, οὔτε διορισμόν, οὔτε παῦσιν, ἀποτελεῖ μίαν ἐξοικονόμισιν προσωρινῆς ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καταστάσεως μιᾶς περιστάσεως ἀπροόπτου, εἴτε λόγῳ ἀποστολῆς τοῦ ἀναπληρουμένου εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἴτε λόγῳ ἀσθενείας, ἢ ἄλλου μεγάλου κωλύμματος. Ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν κυττάξωμεν τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, θὰ ἴδωμεν, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐν τῇ πρακτικῇ αὐτὸ συμβαίνει. Ὄχι μόνον ὁ Βασιλεύς, δὲν ἠδύνατο καὶ δὲν ἐδέχετο νὰ ἔχῃ ἀντιρρήσεις, ἐπὶ τῆς ἀναπληρώσεως ἑνὸς ὑπουργοῦ, δι’ ἄλλο ἐπὶ μικρὸν χρονικὸν διάστημα, ἀλλὰ οὐδὲ κἂν ὁ Πρωθυπουργὸς ἢ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο ὁ ὑποδεικνύων οὐσιαστικῶς τὸν ἀναπληροῦντα. Ἐρωτᾶται αὐτὸς οὗτος ὁ ἀναπληρούμενος καὶ εἶναι φυσικόν, διότι ὅταν ἀπουσιάζῃ τὶς ὑπουργὸς καὶ πρόκειται διὰ μίαν ἑβδομάδα, ἢ διὰ 10 ἡμέρας ἄλλος ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἀναχωροῦντος καὶ ἀναπληρουμένου ὑπουργοῦ, εἶναι φυσικόν, αὐτὸς οὗτος νὰ ἐρωτηθῇ ποῖον θεωρεῖ ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὡς ἁρμοδιώτερον διὰ νὰ τὸν ἀναπληρώσῃ, ἄνευ ζημίας καὶ ἄνευ ἀπωλείας τῆς συνεχίσεως τοῦ ὑπουργικοῦ του ἔργου. Ἀλλά, κύριοι, καὶ τεχνικῶς ἀκόμη μὴ λησμονῶμεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἐνίοτε, ἕνεκα τοῦ ἀπροόπτου τῆς ἀνάγκης ἀναπληρώσεως ἑνὸς ὑπουργοῦ καὶ τῆς ἀποδημίας τυχὸν τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἀδύνατον ἐνίοτε νὰ γίνῃ ταχέως ἡ ἀναπλήρωσις αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι πᾶσαι αἱ ἀντιρρήσεις, ἐὰν ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν σοβαραὶ εἰς τὰ ἐδώλια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἀρθοῦν, ἰδίως ἡ σχετιζομένη μὲ τὴν βαρύτητα τῆς μομφῆς, ὅτι γίνεται μείωσις, ἢ ἀπόπειρα μειώσεως τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Αἱ δύο αἰτιάσεις, κύριοι συνάδελφοι, αἱ ὁποῖαι ὑπεστηρίχθησαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ δὲν ὑπάρχουν κατὰ τρόπον οὐσιαστικόν. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ 2 ἢ 3 συναδέλφους ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὅτι ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ κομματικὸν κατασκεύασμα. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη τὰς εὐγλώτους ρητορικὰς φράσεις καὶ τὰ σχήματα, ἀξιότιμοι συναδέλφου, λέγοντος ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὅτι δὲν εἶναι τυχαῖον, ὅ,τι γίνεται τώρα, δὲν εἶναι τυχαῖον ὅ,τι γίνεται ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, δὲν εἶναι τυχαῖον τὸ ὅ,τι γίνεται μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Α ἢ τοῦ Β. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἡ αἰτίασις, αὕτη δὲν ἀντέχει εἰς σοβαρὰν βάσανον. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, νὰ ἱκανοποιηθοῦν φιλοδοξίαι, ἢ νὰ παρασχεθοῦν ὀφίτσια, ἢ ἄλλαι ἐπισημότητες θὰ ὑπῆρχεν ἡ δυνατότης, δι’ ἑνὸς ἐσωτερικοῦ ὀργανισμοῦ, ἢ κανονισμοῦ, νὰ δοθοῦν αὐτὰ τὰ προνόμια, ἢ αὐτὰ τὰ προβαδίσματα. Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ εἶχεν ἀνάγκην κατασκευῆς νόμων, διὰ νὰ κατασκευάσῃ κομματικὴν πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τότε θὰ ἐρωτηθῇ εἰς τὰ μέτρα τίνος, ὅπως ἐλέχθη, ἀπὸ ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, εἰς τὰ μέτρα τίνος ἔγινεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον; Κύριοι, ἐὰν ἔγινεν εἰς τὰ μέτρα κάποιου, νομίζω, ὅτι ἔγινε καὶ γίνεται εἰς τὰ μέτρα τῆς πραγματικότητος, οἷα τὴν ἀποδεικνύει μία διετὴς πεῖρα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, γίνεται εἰς τὰ μέτρα πάντως, καὶ εἰς τὰς διαστάσεις, ἀνθρώπων, δημοκρατικώτατα σκεπτομένων, καὶ ὄχι ὑπερανθρώπων, ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, οὔτε ὑποτιμοῦν βεβαίως, ἀλλὰ καὶ οὔτε ὑπερτιμοῦν τὰς δυνάμεις των, καὶ οἱ ὁποῖοι μὲ ὁμοιογένειαν, κύριοι συνάδελφοι, μὲ δημοκρατικότητα καὶ μὲ Ἐθνικὴν πνοὴν θὰ ὁλοκληρώσουν τὸ ἔργον ποὺ τοὺς ἀνέθεσεν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, ὁ Ἑλληνικὸς λαός. (Χειροκροτήματα).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου εἰσήχθη κατὰ τὴν ἐξαιρετικὴν διαδικασίαν τῆς μόνης συζητήσεως. Ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μοῦ ὑπεβλήθη πρότασις προσηκόντως ὑπογεγραμμένη, δηλαδή, ὑπὸ συναδέλφων ὑπερβαινόντων τὸν ἀριθμὸν τῶν 20, τὸν καθοριζόμενον ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως συζητηθῇ κατὰ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις αὐτή, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἡ συζήτησις θὰ διεξαχθῇ κατὰ τὴν κανονικὴν διαδικασίαν. Ἑπομένως, συζήτησις θὰ γίνῃ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Τὸν λόγον ἔχει ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας κ. Ε. Κοθρῆς.
§31Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ὡς γνωστόν, ἀφορᾷ τροποποίησιν τοῦ Α. Ν. 1671) 1951 «περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου», δηλαδή, τοῦ καταστατικοῦ νόμου διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι πρὸ τοῦ Ν. 1671, τὰ θέματα τῆς ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν ἁρμοδιοτήτων του, ἐρρυθμίζοντο ἀπὸ τοὺς ἑξῆς νόμους, πρῶτον, τὸν νόμον «περὶ Γραμματείας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου» 1833 καὶ δεύτερον, τὸν νόμον ΛΓʹ τοῦ 1846 «περὶ ὀργανώσεως Ὑπουργείων», μὲ τὰς τροποποιήσεις του, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διὰ νόμων μεταγενεστέρως. Σήμερον βασικὸς καταστατικὸς νόμος «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου» εἶναι ὁ Ν. 1671, τοῦ ὁποίου τὴν τροποποίησιν ἐπιδιώκει διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἡ Κυβέρνησις. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἐνθυμῆσθε τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, τοῦ 1671, θὰ συμφωνήσητε, ὅτι ὁ νόμος αὐτός, δὲν ἦτο ἕνα τυχαῖον κατασκεύασμα, ἀλλὰ ἔγινεν ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπήν, συσταθεῖσαν ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ ἀποτελουμένην ἀπὸ ἐκλεκτοὺς ἐπιστήμονας, ἡ ὁποία ἐμελέτησε καλῶς τὸ θέμα, κατήρτισεν ἕνα πλῆρες σχέδιον ἀναδιαρθρώσεως καὶ ὀρθολογιστικῆς ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, διὰ νὰ τύχῃ τῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Τότε πράγματι ὅλοι ἀνεγνωρίζαμεν ὅτι, ἦτο ἐλαττωματικὴ ἡ ὀργάνωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν μας, ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην μιᾶς νέας τάξεως πραγμάτων, μιᾶς ἀνασυγκροτήσεως καὶ ὀρθολογιστικῆς αὐτῶν διαρθρώσεως, ὥστε νὰ ἀποδίδουν ἐκεῖνο τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἀξιοῦμεν καὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως καὶ ἀπὸ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε τότε, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, ἦτο, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προχωρήσῃ τμηματικῶς, κλιμακωτὰ εἰς τὴν ἀναδιάρθρωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, διότι ἡ τυχὸν ψήφισις νομοσχεδίου, ἀντιμετωπίζοντος ὁλοκληρωτικῶς τὸ θέμα, ἦτο φυσικὸν νὰ δημιουργήσῃ μίαν ἀναστάτωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἡ ὁποία θὰ προεκάλει ζημίας εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον κατετέθη, δηλαδή, ὁ Ν. 1671, ἠσχολήθη μόνον μὲ τὴν ἀνωτάτην ἱεραρχίαν, δηλαδή, μὲ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ μὲ τὰς ἁρμοδιότητας αὐτοῦ. Τὸν νόμον τοῦτον ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ νὰ συμπληρώσῃ, τροποποιοῦσα ἐπὶ τὰ βελτίῳ αὐτόν, ὡς βασικὸν νόμον. Ἠδύνατο ὅμως νὰ συντάξῃ νέον σχέδιον, δηλαδή, μίαν νέαν αὐτοτελῆ ἐργασίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα αὐτό, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐπίστευεν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου 1671, δὲν ἦσαν αἱ ἐνδεδειγμέναι, ὅτι δηλαδή, ἡ διάρθρωσις καὶ γενικῶς αἱ ἁρμοδιότητες ὡς καθωρίζοντο ὑπὸ τοῦ νόμου 1671 δὲν ἐξυπηρέτουν κατὰ τὴν γνώμην της ἐπαρκῶς τὸ κυβερνητικὸν ἔργον. Ἐνθυμούμεθα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνεφανίσθη ἐπαγγελλομένη δημοσίᾳ ἅμα τῇ ἀνόδῳ της εἰς τὴν ἐξουσίαν ὅτι, μεταξὺ τῶν πρώτων μελημάτων της καὶ τῶν βασικῶν ἐπιδιώξεών της, εἶναι ἡ ἀναδιάρθρωσις καὶ ἡ ὀρθολογιστικὴ ὀργάνωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν μᾶς ἐνεφάνισε, παρὰ μόνον τὸν νόμον, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, 2500, τοῦ ὁποίου τὰς δυσμενεῖς συνεπείας ἐκ τῆς κρατικῆς μηχανῆς, ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι, δηλαδή, εἶναι εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον δὲν ἐβοήθησεν εἰς τὴν ὀρθολογιστικὴν ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἀντιθέτως ἐπέτυχε τὴν ἐξάρθρωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, κατὰ τρόπον ἐπιβλαβῆ καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐὰν σήμερον, ἡ Κυβέρνησις, πράγματι, θελήσῃ νὰ κάμῃ ἕνα ἀπολογισμὸν τοῦ ἔργου της, εἰς τὸν τομέα αὐτόν, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατόν, ἀντικειμενικῶς κρίνουσα, νὰ μείνῃ ἱκανοποιημένη. Μέχρι σήμερον, ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ θίξῃ τὸ θέμα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ γενικώτερον θέμα, τῆς ἀναδιαρθρώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὅπως τὸ ὁλοκληρώνει ὁ νόμος 1671. Σήμερον, μόνον, λόγῳ τοῦ ὅτι, ἐμεσολάβησεν ἕνα γεγονὸς τὸ ὁποῖον ὅλοι γνωρίζομεν καὶ τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, κατόπιν τῶν γνωστῶν ἐπιστολῶν Ἔρχαρτ–Μαρκεζίνη καὶ προεκλήθη ἡ γνωστὴ συζήτησις. Σήμερον, ὁπότε πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ μία ἀνασύνθεσις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, φέρουσα ἕνα νέον σχέδιον Ν. Δ., διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκει νὰ ἐπιτύχῃ, ὡς ἰσχυρίζεται, τὴν ἀναδιάρθρωσιν καὶ τὴν ὀρθολογιστικὴν ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, διότι, ὡς ἀναφέρεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, πρέπει νὰ δοθῇ ἡ δυνατότης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀποδώσῃ περισσότερον, δέχεται δὲ καὶ διαπιστώνει, ὅτι σήμερον, δὲν ὑπάρχει ὀρθολογιστικὴ διάρθρωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὅτι δὲν ἀποδίδει ἡ κρατικὴ μηχανὴ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γεγονός, ὅτι κάθε Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ὅσας ἀποφάσεις τῆς εἶναι ἀναγκαῖαι, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ περισσότερον εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε. Εἶναι, ἐπίσης γεγονός, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ εὑρίσκει θέμα ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐπικρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, μίαν προσπάθειαν, ἀποβλέπουσαν εἰς τοιοῦτον σκοπόν. Ἀναμφιβόλως, καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἐπικροτήσωμεν τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ὡς ἀναφέρεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἐπιδιώκει τὴν καλυτέραν διάρθρωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, καὶ συντονισμὸν αὐτῶν διὰ τὴν καλυτέραν ἀπόδοσιν τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κάθε ἄλλο, παρὰ ἐπιδιώκει αὐτοὺς τοὺς σκοπούς. Καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐπιδιώκει, κατὰ τὴν γνώμην μας, αὐτοὺς τοὺς σκοπούς, ἀλλὰ ἀντιθέτως, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, προκαλεῖ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ἐπιζήμιον, κατὰ τὴν γνώμην μας, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἡ ψήφισις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὡς θὰ ἀποδείξω, ἑνὸς ἀντισυνταγματικοῦ νομοσχεδίου, κλονίζει καὶ αὐτὸ τὸ κῦρος τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Δι’ ἡμᾶς, ὡς Ἀντιπολίτευσιν, πιθανὸν νὰ μὴ ἔχῃ τόσην σημασίαν, κατά τινας, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, δὲν φροντίζῃ διὰ τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων της. Νομίζω, ὅμως, προσωπικῶς, ὅτι ἔχομεν, ἀντιθέτως, ὑποχρέωσιν, ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἐκτελοῦσα Ἐθνικὴν ἀποστολήν, νὰ ἐπισημάνωμεν τὸν κίνδυνον, ὅταν βλέπωμεν τὴν Κυβέρνησιν παραπαίουσαν καὶ κινδυνεύουσαν νὰ ἴδῃ ὅλας τὰς πράξεις εἰς τὰς ὁποίας θὰ προβῇ μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ ἀκυρουμένας, ὁπότε τὸ δυστυχισμένον Ἑλληνικὸν δημόσιον θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ καταβάλῃ ἀναλόγους ἀποζημιώσεις, ὅπως τώρα συμβαίνει μὲ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου «περὶ ἐκλογῆς Νομαρχῶν» καὶ μὲ ἄλλους νόμους, τοὺς ὁποίους τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἠκύρωσεν ὡς ἀντισυνταγματικούς. Νομίζω, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπισημάνωμεν τὸν κίνδυνον καὶ ἐπιτελοῦμεν ἔκτακτον ἐθνικὸν καθῆκον. Θὰ ἐξετάσω τὸ θέμα ἀπὸ δύο πλευράς. Ἡ πρώτη, πλευρά, εἶναι ἡ καθαρῶς συνταγματικὴ πλευρὰ τοῦ θέματος. Ἡ δευτέρα πλευρά, εἶναι ἡ πολιτική, αἱ κοινοβουλευτικαὶ συνέπειαι, αἱ ὁποῖαι θὰ προκληθοῦν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Διότι τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἁπλῶς μία νομοθετικὴ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μία πολιτικὴ πρᾶξις, ἥτις πολλὰ ἐπιδιώκει νὰ ρυθμίσῃ. Κύριοι συνάδελφοι, ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας, ὁ ὁποῖος πράγματι κατέβαλε μίαν ἀπεγνωσμένην προσπάθειαν νὰ δικαιολογήσῃ, ὅσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθοῦν, διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, νὰ δικαιολογήσῃ τὴν συνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἀποδείξῃ τὸ ἀβάσιμον τῶν ἀντιθέτων ἐπιχειρημάτων. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἐνώπιόν μας διὰ τῶν ἄρθρων 1, 2, 3, 4 καὶ 6, θεσμοθετεῖ νέα ὄργανα, εἰς τὰ ὁποῖα μεταβιβάζει ἁρμοδιότητας γενικάς, τὰς ὁποίας μέχρι σήμερον ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἤσκει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δυνάμει Συνταγματικῶν διατάξεων καὶ νόμων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μεταβιβάζει ἀπὸ τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον ἁρμοδιότητας γενικάς, εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δυνάμει, ἐπίσης, διατάξεων νόμων, χορηγηθείσας εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίρρησις, ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ἡ Κυβέρνησις, ψηφίζουσα νόμους, ἔχει τὸ δικαίωμα, ἁρμοδιότητας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μὴ ἀνατεθείσας εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, βάσει τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ βάσει νόμου, νὰ τὰς μεταβιβάζῃ εἰς ἄλλα ὄργανα καὶ νὰ συστήσῃ ἄλλα ὄργανα, ὑπὸ μίαν ἀπαράβατον προϋπόθεσιν, ὅτι αἱ ἁρμοδιότητες, αἱ ὁποῖαι θὰ μεταβιβασθοῦν θὰ ἀφοροῦν συγκεκριμένα θέματα καὶ συγκεκριμένας περιπτώσεις. Γενικὴ ἐξουσιοδότησις εἰς τὰ ὄργανα αὐτὰ, εἶναι καθαρῶς ἀντισυνταγματική. Περὶ αὐτοῦ, δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ, ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν παλαιὰν ἀλλὰ καὶ τὴν πρόσφατον νομολογίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ σᾶς ἀναφέρω 2–3 παραδείγματα, θεμάτων, τῶν ὁποίων ἐπελήφθη τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύεται πόσον βάσιμος εἶναι ὁ ἰσχυρισμός μας καὶ πόσον ἀβάσιμος εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς τῆς Συμπολιτεύσεως. Διότι, τὸ θέμα δὲν εἶναι, πῶς θὰ διευκολύνωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ τὴν δουλειά της. Δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ διευκολύνωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ ὅσα θέλει νέα ὄργανα καὶ ὅσους θέλει νέους ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι ἔστω κατὰ τὴν ἰδικήν μόνον γνώμην της, θὰ βοηθήσουν νὰ ἀποδώσῃ καλύτερον εἰς τὸ ἔργον της. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ δὲν εἶναι ζήτημα συμφωνίας Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐν προκειμένῳ πρόκειται περὶ τοῦ ἂν παραβιάζονται ἢ ὄχι συνταγματικαὶ διατάξεις, ἡ παραβίασις τῶν ὁποίων δημιουργεῖ συνεπείας, τὰς ὁποίας οὐδεμία συμφωνία Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν, νὰ παρασχεθοῦν εἰς κανὲν ὄργανον ἁρμοδιότητες γενικῆς μορφῆς. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα ἑνὸς νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου παρεσχέθη εἰς τὸν ὑπουργὸν Ἐργασίας, τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάζῃ δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεώς του τὸ καταστατικὸν ἀσφαλιστικοῦ ὀργανισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε κυρωθῆ διὰ νόμου, τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἐδέχθη, ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτή, ἡ παρασχεθεῖσα διὰ τοῦ νόμου, εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας, εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καὶ ἠκύρωσε τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ. Προκειμένου ἐπίσης, περὶ νόμου παρασχόντος ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπιβάλῃ μίαν εἰσφοράν, ἦλθε τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ ἠκύρωσε τὴν ἀπόφασιν δι’ ἣν ἐπεβλήθη ἡ εἰσφορὰ διότι δὲν καθωρίζετο, εἰς τὸν νόμον, εἰς τὴν παρεχομένην ἐξουσιοδότησιν, ἐπακριβῶς ποῖον φόρον θὰ ἐπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς καὶ μέχρι ποίου, νομίζω, ποσοῦ συγκεκριμένως. Κύριοι συνάδελφοι, γενικὴ ἀρχὴ τοῦ Συντάγματος, εἶναι ὅτι ἡ παροχὴ γενικῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἀντίκειται εἰς τὴν βασικὴν ἀρχὴν αὐτοῦ περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, ἐὰν δηλαδή, μὲ ἕνα νόμον ἐχορηγοῦμεν μίαν γενικὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς ἓν ὄργανον νὰ ἐκτελῇ ἁρμοδιότητας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κλπ., δὲν θὰ ἐκάμνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ καταργήσωμεν τὴν βασικὴν αὐτὴν ἀρχὴν τοῦ πολιτεύματός μας, περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ θὰ ὡδηγούμεθα εἰς μίαν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν.
§32Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κύριε συνάδελφε...
§33Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ρήτωρ δηλοῖ ὅτι, δὲν δέχεται διακοπάς, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐγὼ καὶ ὁ Κανονισμός, νὰ τὸν προστατεύσωμεν.
§35Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Εἶναι βασικὴ ἀρχὴ τοῦ Συντάγματος, ὅτι οἱ νόμοι, οἱ παρέχοντες ἐξουσιοδοτήσεις, δὲν πρέπει νὰ παρέχουν γενικὰς ἐξουσιοδοτήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσουν δυνατότητα, ὥστε νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν καί, κατ’ ἀκολουθίαν, εἰς παράβασιν τῆς γενικῆς ἀρχῆς, περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ὅταν ἀποδεχθῶμεν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν βασικὴν αὐτὴν ἀρχήν, καταπίπτει ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἀντισυνταγματικόν. Διότι ὅπως θὰ ἔχετε ἀναγνώση, «διὰ μὲν τοῦ ἐδαφίου 1, παράγραφος γʹ τοῦ ἄρθρου 1, παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀποφασίζῃ ἐπὶ παντὸς θέματος τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ ὁ Πρωθυπουργὸς ἤθελε παραπέμψῃ εἰς τοῦτο». Δὲν ὁρίζει, κύριοι συνάδελφοι, συγκεκριμένως, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος α, β, γ, θ’ ἀποφασίζῃ, ὁπότε θὰ ἦτο συνταγματικὴ ἡ διάταξις. Παρέχει γενικὴν ἐξουσιοδότησιν. 2) «Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δύναται δι’ ἀποφάσεώς του, νὰ μεταβιβάζῃ ἑκάστοτε πρὸς τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἢ τὸ Κ.Ο.Σ. ἢ καὶ Ἐπιτροπὰς συνιστωμένας διὰ μόνης ἀποφάσεως... ......... (ἀναγινώσκει).........». Ἔχει, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι συνάδελφοι, τὸ δικαίωμα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου, μὲ τὸ ὁποῖον, ἀπὸ τὰς ἁρμοδιότητας τὰς ὁποίας ἔχει νὰ μεταβιβάζει τὰς α ἢ β ἁρμοδιότητας εἰς τὸ α, β, ὄργανον, τὸ ὁποῖον συνιστᾷ. Ἀλλά, θὰ καθορίσῃ συγκεκριμένως ποίας ἐκ τῶν ἁρμοδιοτήτων του θὰ ἐκχωρήσῃ, θὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὸ ὄργανον αὐτό. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάζῃ ὅσας ἑκάστοτε θὰ κρίνῃ, ὅπως λέγει τὸ νομοσχέδιον. Ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία, κύριοι συνάδελφοι, παγίως ἀναγνωρίζεται καὶ ἐφαρμόζεται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ ὁποίου σωρείαν ἀποφάσεων δύνανται νὰ ἀναγνώσουν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ θεμάτων παρομοίας φύσεως καὶ τελευταίως καὶ παλαιότερον. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴ εἶναι ἡ βασική μας ἀντίρρησις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἡ μόνη, εἶναι ἡ σοβαρωτέρα, ἡ ὁποία κλονίζει ἐκ θεμελίων τὸ οἰκοδόμημα καὶ εἶναι καὶ ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πλέον ἐπικίνδυνος διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὁλόκληρον τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον σκέπτεται νὰ ἀνοικοδομήσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι δυνατὸν νὰ καταρρεύσῃ καὶ πρὸς βλάβην τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς βλάβην τῆς χώρας. Ἀλλά, ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἀντισυνταγματικαὶ διατάξεις. Εἶναι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας διὰ τοῦ ἄρθρου 6 ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸ δικαίωμα δι’ ἀποφάσεώς του δημοσιευομένης εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀναθέτῃ τὴν ἀντιπροσώπευσίν του εἰς ἕνα τῶν ἀντιπροέδρων ἢ εἰς ἕνα τῶν ὑπουργῶν. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς, τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. συναδέλφου τῆς πλειοψηφίας, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μὲ ἔπεισεν ὅπως θὰ εἴπω ἀμέσως. Εἶναι γεγονὸς, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὴν εὐχέρειαν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 76 τοῦ Συντάγματος, νὰ ὁρίζῃ τὸν ἀναπληρωτήν του, ἀλλὰ θὰ τὸν ὁρίσῃ τὸν ἀναπληρωτὴν του διὰ τοῦ Βασιλέως. Θὰ προτείνῃ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 31, τοῦ Συντάγματος, ὁ Βασιλεὺς θὰ ὁρίσῃ τὸν ἀναπληρωτὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ, εἰς τὸν οὕτω ἀναπληρωτήν του θὰ μεταβιβάσῃ ἁρμοδιότητας συγκεκριμένας ἢ ἐν περιπτώσει κωλύματος, ἁρμοδιότητας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τὴν ὑπηρεσιακήν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν, τὴν διοικητικήν, τῶν καθηκόντων του. Δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ νοηθῇ ὡς συνταγματικὴ διάταξις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν παρόντος τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομοθετεῖται μόνιμος παρ’ αὐτοῦ μεταβίβασις ἁρμοδιοτήτων εἰς τὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δυνάμει τοῦ νόμου, αὐτοδικαίως ὅποτε θελήσῃ θὰ ἀσκῇ τὰς ἁρμοδιότητας αὐτάς. Ἐν προκειμένῳ λέγει ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἀποφάσεώς του δημοσιευομένης εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκ τῶν ἁρμοδιοτήτων, τὰς ὁποίας ἔχει ὡς Πρωθυπουργὸς καὶ ὡς ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, μεταβιβάζει, ἐκχωρεῖ τὴν Α ἢ Β ἢ Γ ἁρμοδιότητα εἰς τὸν Ἀντιπρόεδρον ἢ εἰς ἕνα τῶν ὑπουργῶν. Ἡ μεταβίβασις αὐτὴ ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅπως εἶναι διατυπωμένη ἡ σχετικὴ διάταξις, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν καὶ θὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Α Ἀντιπρόεδρον, θὰ τὸν ἀναπληρώνῃ ἐν τῇ Βουλῇ. Κατ’ ἀκολουθίαν δὲν θὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐμφανίσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν, δηλαδή, ἐνῷ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκεται εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς χώρας του, δὲν θὰ κυβερνᾷ διότι τὴν κυβερνητικὴν του ἁρμοδιότητα θὰ ἀσκῇ ὁ ὑπουργὸς ἢ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὴν ἀπόφασίν του, ἀλλὰ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν κρίνομεν τὴν δυνατότητα αὐτὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ κρίνομεν τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία λαμβάνει τὴν μορφὴν τοῦ νόμου καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐφαρμοζομένης, εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν ἀχρηστευόμενον τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς χώρας. Ἀχρηστευόμενον τῇ συναινέσει του βεβαίως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν, διότι οἱ Πρωθυπουργοὶ κατὰ τὸ πολίτευμα δὲν ἀχρηστεύονται διὰ νόμου, ἀλλὰ παραιτοῦνται, ἐὰν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσουν τὰ καθήκοντά των. Εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις αὐτή, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάζῃ τὰς δικαιοδοσίας του. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ διορίζῃ τοὺς ἀναπληρωτάς του, καὶ τοὺς ἀναπληρωτὰς τῶν ὑπουργῶν. Ἄλλη διάταξις τοῦ νομοσχεδίου συνδεδεμένη μὲ τὴν συνταγματικότητα τοῦ θέματος, εἶναι ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον καθορίζει: «...... (ἀναγινώσκει)..............». Αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι ἐπίσης ἀντισυνταγματικαὶ καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα καὶ ἐπὶ πλέον, διότι δημιουργεῖται μία κατάστασις πρωτοφανὴς εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν, διότι διασπᾶ τὴν συλλογικὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντάγματος, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι ἑνιαῖον ἀνώτατον Κυβερνητικὸν ὄργανον. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὴν διάταξιν αὐτήν, ὡς εἶναι διατυπωμένη εἰς τὸ ἄρθρον 76: «................ (ἀναγινώσκει) .............». Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 διασπᾶται ἡ συλλογικὴ αὐτὴ εὐθύνη, διότι τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἀποφασίζει ἐπὶ θεμάτων γενικῆς πολιτικῆς, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἀκούεται ἡ γνώμη τῶν ὑπουργῶν, ἐνῷ θὰ εἶναι ὅμως ὑπεύθυνοι οἱ ὑπουργοὶ διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτήν. Καὶ διετυπώθη μὲν ἡ ἄποψις, ὅτι δύναται ὁ ὑπουργὸς ἐὰν διαφωνῇ νὰ παραιτηθῇ, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι τὸ Σύνταγμα καθιερώνει τὴν συλλογικὴν πολιτικὴν εὐθύνην. Εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα ἡ γενικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως καθορίζεται, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς γνώμης ὅλων τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται ἀπὸ τὸν λαὸν, περιβαλλόμενοι μὲ τὴν ψῆφον τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι στηρίζουν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀναδεικνύουν τὸν Πρωθυπουργόν. Δὲν εἶναι λοιπόν, δυνατόν, νὰ λέγεται, ὅτι ὁ ὑπουργὸς μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, θὰ δύναται νὰ εἴπῃ συμφωνῶ καὶ παραμένω, ἢ διαφωνῶ καὶ παραιτοῦμαι. Αὐτὸ δὲν δικαιολογεῖται εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα. Συμβαίνει εἰς τὰ φασιστικὰ πολιτεύματα καὶ εἰς τὰς δικτατορίας.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐπιχειρεῖ νὰ διακόψῃ).
§37Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν δέχομαι καμμίαν διακοπήν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ρήτωρ ἐπαναλαμβάνει, ὅτι δὲν δέχεται διακοπὰς καὶ ὁ Πρόεδρος τὴν παράκλησίν του νὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§39Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ ἀντισυνταγματικὴ παράβασις, τὴν ὁποίαν διαπιστοῦμεν ἀπὸ τὴν μελέτην τοῦ νομοθετήματος. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη βαρυτέρα παράβασις, συνυφασμένη μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέπτυξα προηγουμένως, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Ὑπάρχει ρητὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 75, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ Συντάγματος, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπουσία τῶν βουλευτῶν, πλέον τῶν 5 συνεδριάσεων. Ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ καλῇ τοὺς ὑπουργούς, ὁσάκις τὸ θελήσῃ. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν συνεχῆ παρουσίαν τῶν βουλευτῶν τοῦ Σώματος. Αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὴν διάταξιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ν’ ἀπουσιάζῃ μονίμως ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ ν’ ἀναπληροῦται ὑπὸ τοῦ Ἀντιπροέδρου. Εἶναι, βεβαίως, γεγονός, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν προσωρινὰ κωλύματα, ἐμπόδια εἰς τὸν Πρωθυπουργόν, καὶ ν’ ἀναγκασθῇ νὰ ἀπουσιάσῃ ἐκ τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπουσιάζει ἐκ τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι, ἄλλωστε, ἢ σπάνιον τὸ γεγονός, διὰ μίαν οἱανδήποτε ἀφορμήν, ὁ Πρωθυπουργὸς ν’ ἀναπληροῦται εἰς συγκεκριμένην περίπτωσιν κωλυομένου αὐτοῦ, εἰς ὡρισμένας συνεδριάσεις, ἐν τῇ Βουλῇ. Ἰδιαιτέρως, μάλιστα, κύριοι συνάδελφοι, ὁ σημερινὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἔχει συνηθίσει εἰς τοιαύτας ἀπουσίας, ἢ μᾶλλον μᾶς ἔχει συνηθίσει μόνον εἰς ἐλαχίστας παρουσίας. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, δηλαδὴ τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν περιπτώσει προσωρινοῦ κωλύματος, μέχρι τοῦ σημείου διὰ νόμου νὰ θεσμοθετήσωμεν τὴν μόνιμον αὐτοῦ ἐκπροσώπησιν καὶ ἀναπλήρωσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπάρχει τεραστία διαφορά. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀντισυνταγματική. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἀντισυνταγματική, κύριοι συνάδελφοι. Εἶναι καὶ ἀντικοινοβουλευτική. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὰ δημοκρατικὰ τὰ κοινοβουλευτικά, ἐπαναλαμβάνω, πολιτεύματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀναπλήρωσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κοινοβουλευτικὸς Πρωθυπουργὸς καὶ ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παρίσταται ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ὄχι διότι τοῦτο μᾶς εἶναι ἀρεστόν, ἀλλὰ διότι ἡ παρουσία του εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ρυθμίζει τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, καὶ δίδει τὸν τόνον εἰς τὰς ἐργασίας του. Εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἀνυψώσῃ ἢ θὰ καταβιβάσῃ τὸ Κοινοβούλιον. Μᾶς ἔχει συνηθίσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς συνεχεῖς ἀπουσίας. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπω πόσον ἐζημίωσε τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς καὶ τὸ Κοινοβούλιον ἡ ἀπουσία αὐτὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ πόσον ἐπιζήμια εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, διὰ τὸ δημοκρατικόν μας πολίτευμα. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὁ Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ τὸν λαόν, διὰ νὰ εἶναι Πρωθυπουργὸς καὶ ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας, νὰ μεταβιβάζῃ τὸ δικαίωμά του εἰς οἱονδήποτε ἄλλον. Διότι δὲν ὑπάρχει δυνατότης τοιαύτης ἀναπληρώσεως. Ὁ λαὸς αὐτὸν ἐψήφισεν, αὐτὸν θέλει καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἀξιοῖ νὰ εἶναι ὁ ρυθμιστὴς τῆς κοινοβουλευτικῆς ζωῆς. Ἐν προκειμένῳ, μάλιστα, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς εἶναι γνωστόν, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐπλανήθη καὶ ἐψήφισε τὸν Ἑλληνικὸν Συναγερμόν, ἐψήφισε μόνον τὸν Στρατάρχην Παπάγον. Δὲν ἐψήφισε, κύριοι συνάδελφοι, τοὺς βουλευτάς, οὔτε τοὺς ὑπουργούς. Ἐψήφισε τὸ Στρατάρχην, αὐτὸν καὶ μόνον. Διότι ἐπίστευεν, ὅτι ἐκεῖνος θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἀναμοχλεύσῃ τὴν πολιτικὴν ζωήν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ κάτι τὸ νέον καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἀλλαγήν, τὴν ὁποίαν πράγματι ἐζήτει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ τίθεται εἰς νομοθέτημα, τοιαύτης σημασίας διάταξις, ἡ ὁποία καὶ ἂν ἀκόμη δὲν πραγματοποιηθῇ, ἐν τούτοις, ὅμως, δημιουργεῖ ἐντυπώσεις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅταν μάλιστα, τὸ νομοθέτημα ἔρχεται ἐνώπιον ἡμῶν, πότε; Ἔπειτα ἀπὸ μίαν κρίσιν ἐσωτερικὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, κρίσιν, ἡ ὁποία εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ διαλυθῇ ὁ θρῦλος τῆς ἑνότητός του, ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅλοι καὶ ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἀκόμη ἀνεμένομεν καλυτέραν τύχην. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γεγονός, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, ὁ ὁποῖος ἐνεφανίσθη μὲ τόσας ἐλπίδας διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀπέδειξε διὰ τῶν τελευταίων γεγονότων, ὅτι μετεβλήθη ἀπὸ παράταξιν διὰ κοινωνικὴν ἀλλαγὴν εἰς ἁπλοῦν κόμμα ἢ μᾶλλον εἰς συγκρότημα παλαιῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἠκολούθησαν τὸν Στρατάρχην κ. Παπάγον, ἀφοῦ αὐτὰ ὡς κόμματα ἐχρεωκόπησαν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἔρχεται σήμερον ὁ Στρατάρχης κ. Παπάγος νὰ ψηφίσῃ ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι πράγματι κομματικόν, καὶ τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶπον λαμβάνει μέτρα διὰ τὴν ἐσωτερικὴν διάρθρωσιν, διὰ τὴν κομματικὴν διάρθρωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Ἔχει, κύριοι συνάδελφοι, ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς εἰς τοὺς κόλπους του, τὴν στιγμὴν αὐτὴν δύο σεβαστοὺς καὶ ἀξιοτίμους ὑπουργούς, τέως ἀρχηγοὺς κομμάτων, τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἔχει ἐπίσης καὶ μίαν ἐξ ἴσου ἐκλεκτὴν προσωπικότητα, ἕνα ἐπίλεκτον συμπολίτην μου, τέως ἀρχηγὸν κόμματος, τὸν κ. Τσουδερόν. Ἔχει ἐπίσης καὶ ἄλλους ἐπιλέκτους ὑπουργοὺς καὶ ἐπιθυμεῖ ὅλους αὐτοὺς νὰ τοὺς ἱκανοποιήσῃ. Διατί; Διότι ἡ διάσπασις τὴν ὁποίαν ἐπροὐκάλεσαν τὰ τελευταῖα γεγονότα, ἀντελήφθη, ὅτι τὸν συνέτριψαν ἠθικῶς ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς γνώμης, διότι ἀντελήφθη, ὅτι ὅλο αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον λέγεται Συναγερμός, ἔχει καταπέσει εἰς ἐρείπια, ἔχει θρυμματισθῆ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔχει ἀνάγκην νὰ εὕρῃ μίαν μάσκαν, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ δυνηθῇ νὰ παρατείνῃ τὴν ζωὴν τοῦ ἑτοιμοθανάτου πολιτικοῦ συγκροτήματος. Ἔχουν, κύριοι, τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὅπως ἐπέτυχεν ἡ μάσκα τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, εἶναι δυνατὸν καὶ πάλιν νὰ ἐπιτύχῃ ἡ μάσκα, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ πραγματοποιήσῃ μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, μὲ τὸ ὁποῖον ἱκανοποιεῖ δύο Ἀντιπροέδρους, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν ὁρισμένους τομεῖς, τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Δημιουργεῖ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον μετέχουν οἱ ἀξιότιμοι καὶ σεβαστοὶ ὑπουργοὶ Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ. Δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χρησιμοποιῇ ἕνα ὑπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, τὸν ὁποῖον, ἐκ πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔχω, πρόκειται νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Ἀμερικὴν διὰ νὰ λύσῃ τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τῆς χώρας, διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν κ. Τσουδερόν. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς, τὸν ὁποῖον σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Ἀμερικήν, δὲν θὰ δεχθῇ νὰ ὑποστῇ τοιαύτην ταπείνωσιν, διότι εἶναι τέως ἀρχηγὸς κόμματος καὶ τέως Πρωθυπουργός. Ἀποτελεῖ ταπείνωσιν, τὸ νὰ δεχθῇ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἀμερικὴν μονίμως καὶ νὰ λαμβάνῃ πρόσθετον ἐπίδομα δι’ ὑπηρεσίαν κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν ὄχι ἀπαραίτητον. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ ἀποδεχθῇ. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ ἀντικειμενικὸς πράγματι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου; Ποῖον εἶναι τὸ βαθύτερον νόημά του; Ἡ ἱκανοποίησις τῶν ἡγετικῶν στελεχῶν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθεται καὶ πᾶσα ἡ διακυβέρνησις τῆς χώρας μὲ τὴν νέαν ἀνασύνθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Οἱαδήποτε Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἱκανοποιῇ καθ’ ὃν τρόπον αὕτη νομίζει τὰ ἐσωτερικά της καὶ τὰ στελέχη της. Δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐμφανίζηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ζητῇ τὴν ψῆφον διὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντισυνταγματικὰ καὶ ἀντικοινοβουλευτικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν ἐπιζημίους συνεπείας καὶ διὰ τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν χώραν μας. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον. Εἶναι τόσον παραστατικὴ ἡ εἰκών, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἶναι τόσον γνωστὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὥστε ἡ περαιτέρω ἀνάπτυξις ἀπὸ ἐμέ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ μὴ εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν διαφώτισιν καὶ ὑμῶν καὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω, ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν δύσκολον Ἐθνικὴν στιγμήν, τὴν ὁποίαν διέρχεται ἡ χώρα μας καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν κρίνεται τὸ μέλλον αὐτῆς, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς μίαν μεγάλην πολιτικὴν παράταξιν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα ἀρχηγὸν καὶ Πρωθυπουργὸν τῆς χώρας τῆς ὁλκῆς καὶ τοῦ παρελθόντος, τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, νὰ ἀνέχεται τὴν ὑποκατάστασίν του, κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὁ Στρατάρχης Παπάγος, ἐὰν ἐβαρύνθη τὴν ἐξουσίαν, ἔχει μίαν ὑποχρέωσιν νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ ὁδηγήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, εἰς ἐκλογὰς διὰ νὰ τοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ κρίνῃ ὁ ἴδιος περὶ τῆς τύχης του. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὔτε αὐτὸς οὔτε ἄλλος κανεὶς νὰ ἐμφανίζῃ εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν ἐψήφισεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ κατὰ πάντα σεβαστὸς καὶ ἀγαπητὸς ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διεχειρίσθη τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας κατὰ τὰ ἔτη 1946–50, καὶ ἡ ὁποία πολιτικὴ, ὡδήγησεν εἰς χρεωκοπίαν.
§40Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Καὶ ὅμως, διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν κατηγορεῖτε, οὐδέποτε ἐσκέφθητε νὰ καταθέσητε ἐπερωτήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Εἶσθε συνεπῶς καὶ ὑπεύθυνοι. Δὲν ἀντελήφθητε τὸ καθῆκον σας ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ τώρα τὸ ἐνεθυμήθητε. (Χειροκροτήματα). Εἶναι ἀνάξιον τῆς Βουλῆς καὶ ὑμῶν νὰ θέλετε νὰ φέρετε σήμερον αὐτὰ τὰ θέματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶμαι διατεθειμένος, ἔστω καὶ σήμερον, νὰ τὰ συζητήσω, ἀλλὰ τὸ νὰ λέγετε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν πραγματικότητα, αὐτὸ δὲν σᾶς τιμᾷ. Σημαίνει, ὅτι δὲν τὰ γνωρίζετε, σημαίνει ὅτι, δὲν τὰ παρακολουθήσατε, διότι ἄλλως θὰ τὰ ἐφέρατε εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα μετὰ τετραετίαν ὁλόκληρον, ἀφοῦ ἐπέρασεν ὁ ἰδικός σας ὁδοστρωτὴρ καὶ δὲν ἄφησε τίποτε εἰς τὴν μέσην, ἔρχεσθε ἐδῶ νὰ ἀναγνωρίσητε ὡς αἰτίαν τοῦ κακοῦ, τὸ ὅτι, ἡμεῖς εἴμεθα ὑπεύθυνοι τῶν ἰδικῶν σας σφαλμάτων καὶ τῆς ἰδικῆς σας πολιτικῆς. (Χειροκροτήματα).
§41Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα συνυπεύθυνοι, ἀλλὰ καὶ ἐὰν εἴμεθα συνυπεύθυνοι δὲν ἐλαττώνεται ἡ ἰδική σας εὐθύνη καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοήσητε τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀπεδοκιμάσθη εἰς τὰς ἐκλογάς, διότι ἀπέτυχεν ἡ οἰκονομική του πολιτική.
§42Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Ἐνῷ τὸ ἰδικόν σας ἐτιμήθη!
§43Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε καμμίαν ὑποχρέωσιν, ἐὰν πράγματι ἐπιδιώκῃ μόνον τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, δὲν εἶχε καμμίαν ἀνάγκην νὰ προσκομίσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Διότι μὲ τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν Ν. 1671, τὸν ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νὰ τροποποιήσῃ εἶχε τὴν εὐχέρειαν νὰ πραγματοποιήσῃ ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει χωρὶς νὰ παραβιάζῃ τὸ Σύνταγμα. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι τὸ Κ.Σ.Σ. δὲν εἶναι σήμερον ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἐμφανίζεται ὡς θεσμὸς ἐν τῇ χώρᾳ μας. Τὸ Κ.Σ.Σ. ἔδρασε καὶ δρᾷ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἰδίως μεταπελευθερωτικῶς. Ἔδρασε καὶ ἐλειτούργησε, κατὰ τρόπον ἀποδοτικόν, καὶ ὅπως εἶπε προηγουμένως, ὁ ἀξιότιμος κ. Μαρκεζίνης, ὁ θεσμὸς ἀπέδωσε καθ’ ὃν χρόνον καὶ ἐκεῖνος ἦτο ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ διεπίστωσεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ θεσμὸς αὐτὸς νὰ λειτουργήσῃ ὡς θεσμὸς θεσμοθετούμενος διὰ νόμου, ἀλλὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ, ὅπως ἐλειτούργει ὡς ἕνα συμβουλευτικὸν Σῶμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἠδύνατο, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις, νὰ συστήσῃ τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον, καθ’ ὃν τρόπον μέχρι σήμερον λειτουργεῖ καὶ νὰ ἀπολαμβάνῃ τῶν ὠφελημάτων, ὅπως μέχρι σήμερον. Εἶναι γεγονός, ὅτι ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις κατὰ τὸ παρελθόν, ὄχι ὅμως ἀπὸ ἕνα κόμμα, ὁμοιογενῆ, ὅπως ἐμφανίζεται ὁ Συναγερμός, εἶναι γεγονός, ὅτι ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις, ἀπὸ πολλὰ κόμματα καὶ ἐν τούτοις ἐλειτούργησεν ὁ θεσμὸς τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀπέδωσε πράγματι. Ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Νομοπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν καθιερώνει διὰ τοῦ ἄρθρου 4, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ; Πῶς εἶναι δυνατόν, οἱ ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπησχολημένοι μὲ τὸ κύριον ἔργον τους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν τὸν διαθέσιμον χρόνον, διὰ νὰ μελετήσουν τὴν σωρείαν τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, ποὺ εἶναι φυσικόν, ὅτι θὰ ἔχῃ πρὸς ἔλεγχον ἡ Κυβέρνησις; Θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ συστήσῃ μίαν Νομοπαρασκευαστικὴν Ἐπιτροπήν, ἀπὸ εἰδικούς, ἀπὸ ἐπιστήμονας διακεκριμένους, μὲ τοὺς ὁποίους θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ γίνῃ τὸ ἔργον, μὲ ἀποτελέσματα πολὺ καλύτερα διὰ τὴν νομοτεχνικὴν διατύπωσιν τῶν νομοσχεδίων. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχετε ὑποχρέωσιν, τὸ νομοσχέδιον αὐτό, νὰ τὸ καταψηφίσετε. Βέβαια, λέγων, ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ τὸ καταψηφίσετε, δὲν ἀναμένω, ὅτι θὰ τὸ πράξουν οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἐπισημάνω τὸν κίνδυνον. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ψηφίζετε ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὸν νομοσχέδιον. Αἱ ζημίαι διὰ τὴν χώραν, θὰ εἶναι ἀνυπολόγιστοι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τίποτε νὰ ὠφεληθῇ. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν πράγματι ἔχει συναίσθησιν καὶ ἀντιλαμβάνεται τὸ μέγεθος τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ προκληθοῦν ἀπὸ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ κάμῃ, παρὰ νὰ τὸ ἀποσύρῃ καὶ νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ ἰσχύων νόμος, περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι πλήρης νόμος, παρέχει δὲ ἀρκετὰ δικαιώματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ κάμῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖ καὶ ἀναφέρει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι λυπηρόν, ὅτι σήμερον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει προσαρμοσθῆ, μετὰ διετῆ διακυβέρνησιν τῆς χώρας, εἰς τὴν πολιτικὴν πραγματικότητα. Νομίζω, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1952, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαός, μὴ ἔχων νὰ κρίνῃ τὸ παρελθόν, ἤλπιζεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ὅτι θὰ ἐπραγματοποίει τὴν ἀλλαγήν. Σήμερον ἔχει παρελθόν. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχει παρελθόν, ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι μὲ τοιαῦτα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἄλλον σκοπόν, παρὰ νὰ δημιουργήσουν ἐντυπώσεις καὶ μόνον ἐντυπώσεις, διὰ δῆθεν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθῇ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλῃ τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας πλέον ἐδημιούργησεν. Ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, κύριοι συνάδελφοι, διελύθη ὡς θρῦλος καὶ κατέπεσεν ὡς οἰκοδόμημα, πληγεὶς ἀπὸ τὰ χέρια ἐκείνων, ποὺ τὸν ἐδημιούργησαν. (Χειροκροτήματα).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, βουλευτὴς Ἡρακλείου κ. Κ. Μαρῆς.
§45Κ. ΜΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ἔχει νομικὴν καὶ πολιτικὴν πλευράν. Ἂς ἐξετάσωμεν ταύτας κεχωρισμένως καὶ ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν νομικήν, πλευράν, καὶ ἂς ἐντοπίσωμεν τὰς ἀντισυνταγματικὰς διατάξεις, ποὺ κατὰ τὴν γνώμην μας περιέχει. Αʹ. Διὰ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 καταργεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπὸ ἀνώτατον συλλογικὸν ὄργανον (κατὰ τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντάγματος) καὶ ἐξαφανίζει ἐπὶ πλέον καὶ τὴν συλλογικὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ καταργεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι θεσπίζει τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν καὶ τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, ὄργανα ὀλιγομελῆ, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀποφασίζουν ἐπὶ θεμάτων ἀποκλειστικῶς —κατὰ τὸ Σύνταγμα— ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αἱ δὲ ἀποφάσεις τῶν δύο αὐτῶν Συμβουλίων δὲν ἀπαιτεῖται νὰ περιβληθοῦν, οὐδ’ ἐκ τῶν ὑστέρων, κἄν, τῆς τυπικῆς ἔστω ἐγκρίσεως, τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Κατὰ δὲ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὁ Πρωθυπουργός, κατὰ τὴν ἀπόλυτον κρίσιν του, θὰ στέλλῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, θέματα μόνον ἁρμοδιότητος τῶν δύο ἄλλων Συμβουλίων. Δηλαδή, κατὰ τὴν ἀπόλυτον κρίσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τὰ Συμβούλια ταῦτα, θ’ ἀποφασίζουν ἐπὶ θεμάτων ἀφορόντων τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, χωρὶς κἂν νὰ τοῦ ζητήσουν, ἔστω καὶ τὴν τυπικὴν ἄδειαν, μέσῳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Οὔτε λοιπόν, ἐκ τῶν προτέρων ἄδειαν οὔτε ἐκ τῶν ὑστέρων ἔγκρισιν. Ἐξαφανίζει δὲ καὶ τὴν συλλογικὴν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν βασικὴν τοῦ πολιτεύματος διάταξιν, διότι κατὰ ποίαν λογικὴν ἔννοιαν, ὑπουργὸς μὴ λαβὼν κἂν γνῶσιν μιᾶς ἀποφάσεως, οὐχὶ δὲ τῇ ὑπαιτιότητί του, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ συνυπεύθυνος, ὅπως τὸν θέλει τὸ Σύνταγμα; Ἡ μόνη του ὑπαιτιότης, θὰ εἶναι ὅτι ἐδέχθη νὰ συμμετάσχῃ εἰς τοιοῦτον ἀστείας μορφῆς, Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ εἰς τοιαύτην περίεργον Κυβέρνησιν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ). Βʹ. Ἀλλά, καθιεροῖ, κύριοι βουλευταί, καὶ ὑπουργοὺς ἀνίσου εὐθύνης, ὅπως εἶναι οἱ νέοι ὑφυπουργοί, οἱ εὐθυνόμενοι οὐχὶ δι’ ὅλον τὸ Ὑπουργεῖον των, ἀλλὰ μόνον διὰ τὸν τομέα ποὺ τοὺς ἀνέθεσεν ὁ προϊστάμενός των ὑπουργός, ἐνῷ, ὁ προϊστάμενος αὐτὸς ὑπουργός, εὐθύνεται συνολικῶς διὰ τὰς πράξεις ὅλων τῶν τομέων τοῦ Ὑπουργείου του καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ὑφυπουργῶν. Δηλαδή, καὶ διὰ νὰ εἰσέλθωμεν καλύτερον εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καὶ τὸ κλῖμα τοῦ νομοσχεδίου, οἱ διμοιρῖται ἀνθυπολοχαγοὶ —ἔφεδροι προφανῶς, ἀφοῦ μετά τινας μῆνας ἀπολύονται— εὐθύνονται ἕκαστος διὰ τὴν διμοιρίαν του, καὶ δι’ ὅλους μαζὶ ὁ λοχαγὸς–διοικητὴς τοῦ λόχου. Ἀλλ’ αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, δυνατὸν νὰ ἐφαρμόζωνται ὡς κανονισμοὶ εἰς τὰς στρατιωτικὰς μονάδας. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατόν, οὐδὲ παραδεκτόν, νὰ ἐφαρμόζωνται καὶ εἰς τὸν μηχανισμὸν μιᾶς Κυβερνήσεως Δημοκρατικῆς, Κοινοβουλευτικῆς, ὅπως ὑποθέτομεν, ὅτι εἶναι ἀκόμη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ εἰς ἕνα πολίτευμα, τὸ ὁποῖον διέπεται ἀπὸ Καταστατικὸν Χάρτην, ἀπὸ τὸ νόμιμον Σύνταγμά του. Καὶ ὁ καταστατικὸς αὐτὸς χάρτης, οὐδέποτε παραβιάζεται ἀτιμωρητί. Γʹ. Τρίτη ἀναμφισβήτητος ἀντισυνταγματικότης τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ μείωσις συνταγματικῶν δικαιωμάτων τοῦ Βασιλέως. Διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 71, τοῦ Συντάγματος, «τοὺς ὑπουργοὺς διορίζει καὶ παύει ὁ Βασιλεύς». Μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν ὅμως, σχέδιον νόμου, τὴν ἀντικατάστασιν ὑπουργῶν ἢ ὑφυπουργῶν, «ἐν ἀπουσίᾳ ἢ κωλύματί των», δηλαδὴ παῦσιν ἢ διορισμὸν αὐτῶν, τὴν διενεργεῖ δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεώς του, δημοσιευομένης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Πρωθυπουργός. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐβασάνισα τὴν σκέψιν διὰ ν’ ἀνεύρω τὴν αἰτιολογίαν μιᾶς τόσον σαφῶς ἀντισυνταγματικῆς διατάξεως. Καὶ ἐπειδή, δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι ἐσκεμμένως, ἡ Κυβέρνησις, ἠθέλησε νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς Βασιλικὰ δικαιώματα, συνταγματικῶς κατωχυρωμένα, τὸ ἀποδίδω εἰς τὴν σπουδὴν καὶ τὴν προχειρότητα μεθ’ ἧς συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ. Προχειρότητα δέ, πολλάκις μέχρι σήμερον διαπιστωθεῖσαν, εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰ ὑπ’ αὐτῆς εἰσαγόμενα πρὸς ψήφισιν νομοσχέδια. Καὶ δι’ αὐτό, θὰ μᾶς εὕρῃ συμφώνους ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 προτεινομένη σύστασις Κυβερνητικῆς Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸς διαφύλαξιν ἐν τῷ μέλλοντι τοὐλάχιστον, τῆς τόσον ταλαιπωρηθείσης νομοθετικῆς σοβαρότητος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὰ τρία αὐτὰ σημεῖα τοῦ νομοσχεδίου, κύριοι βουλευταί, δηλαδή, ἡ κατάργησις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ κατάργησις τῆς συλλογικῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν καὶ ἡ διαβάθμισις αὐτῆς, καὶ ἡ προσπάθεια νοσφίσεως Συντταγματικῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ἀποτελοῦν σαφῆ καὶ ἀναμφισβήτητον παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν ἄλλην πλευράν, τὴν πολιτικὴν πλευράν, τοῦ θέματος. Ἂς ἐξετάσωμεν διατί ἡ Κυβέρνησις μᾶς φέρει πρὸς ψήφισιν τὸ παρόν, τὸ ἀσυζητητὶ ἀντισυνταγματικὸν νομοσχέδιον. Ποῖοι οἱ λόγοι, οἱ πολιτικοὶ λόγοι, ποὺ τὴν ὠθοῦν εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν. Διότι, μὲ τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις καὶ Ἀντιπροέδρους νὰ ὀνομάσῃ, καὶ εἰς συγχωνεύσεις καὶ καταργήσεις Ὑπουργείων ἢ Ὑφυπουργείων νὰ προβῇ, ἢ καὶ νὰ ἱδρύσῃ νέα ἐὰν τῆς ἤρεσκεν. Ἐπίσης, διατηροῦσα τὸν ἐν ἰσχύϊ θεσμὸν τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, ἠδύνατο, μὲ τὸ ὀλιγομελὲς αὐτὸ Κυβερνητικὸν ὄργανον, ὡς πρώτην βαθμίδα, νὰ κρίνῃ καὶ νὰ εἰσηγῆται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὰ διάφορα θέματα, ὥστε καὶ ταχυτέρα καὶ συντονισμένη νὰ εἶναι ἡ διαδικασία τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διατὶ λοιπόν, τὸ καταργεῖ τὸ Συντονιστικὸν αὐτὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἀπέτυχε, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἱδρύει ἕνα ὀλιγομελὲς ὑπὲρ–Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, κινδυνεύουσα νὰ ἴδῃ τὰς ἀποφάσεις του ἀκυρουμένας ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ὡς ἀντισυνταγματικάς; Οἱ λόγοι, κύριοι βουλευταί, ποὺ ὠθοῦν τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἁπλῶς κομματικοί. Μόνον κομματικοί. Ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, ὁ ἐμφανισθεὶς δῆθεν ὡς νέον κίνημα, μακρὰν καὶ ὑπεράνω κομμάτων καὶ ἀνώτερος πάσης κομματικῆς νοοτροπίας, κατήντησε, μετὰ μάλιστα τὴν τελευταίαν του διάστασιν, πτωχὸν κόμμα, ἀξιοθρήνητον κόμμα, προσπαθοῦν πάσῃ θυσίᾳ καὶ ἔναντι οἱουδήποτε ἀνταλλάγματος, νὰ διατηρηθῇ ὀλίγον ἀκόμη εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἔπρεπε νὰ ἱκανοποιηθοῦν καὶ νὰ συγκρατηθοῦν οἱ ἐπιτελεῖς του. Καὶ προάγονται οἱ δύο εἰς ἀντιπροέδρους καὶ δημιουργοῦνται τρεῖς τομεῖς τῆς Κυβερνητικῆς δραστηριότητος, τρεῖς στεγανοὶ καὶ ἀνεξάρτητοι ἀλλήλων τομεῖς... Παρηγγέλθη δηλαδή, ἕνα κομματικὸν κοστούμιον εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ χωρέσῃ τὸ κομματικὸν τέρας μὲ τὰς δύο κεφαλὰς ἀντιπροέδρων καὶ τὰς ἕξη χεῖρας τῶν τριῶν τομεαρχῶν. Καὶ τὸ κομματικὸν αὐτὸ κοστούμιον, εἶναι τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ποὺ καθιεροῖ τοὺς τρεῖς τομεάρχας ὑπερυπουργούς, μὲ ὑφισταμένους εἴτε ἁπλοῦς ὑπουργούς, εἴτε καὶ ὑποϋπουργούς, τοὺς περιωρισμένης εὐθύνης, ταλαιπώρους ὑφυπουργούς. Ἡ Ἑλλὰς δηλαδή, διῃρέθη εἰς τρία Σώματα Στρατοῦ, ἀνεξάρτητα ἀλλήλων, μὲ ἕνα Σωματάρχην ἐπὶ κεφαλῆς ἑνὸς ἑκάστου. Καὶ ποῦ εἶναι ὁ Ἀρχιστράτηγος; Ποῦ εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, φροντίζει διὰ τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐκχωρῇ ὅλας του τὰς ἁρμοδιότητας, ὥστε αὔριον —ἀνεύθυνος, ὡς θεωρεῖ ἑαυτόν— νὰ ζητήσῃ τὴν κεφαλὴν ἐπὶ πίνακι τῶν ἀποτυγχανόντων ὑπευθύνων. Καταργεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐκχωρῶν τὰ δικαιώματά του ὡς ἀνωτάτου συλλογικοῦ ὀργάνου εἰς τὸ Συντονιστικόν, τοῦ ὁποίου προεδρεύει, μέν, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ βέβαιον, ὅτι θὰ μετέχῃ, διότι δύναται, ἀντ’ αὐτοῦ, νὰ προεδρεύῃ εἷς τῶν ἀντιπροέδρων. Φροντίζει, διὰ τοῦ αὐτοῦ πάντοτε νομοσχεδίου, νὰ ὁρίζῃ καὶ νομοθετημένον ἀντικαταστάτην του ἐν τῇ Βουλῇ, ὥστε οὔτε εἰς αὐτὴν νὰ μὴ ἐλπίζωμεν, ὅτι θὰ τὸν συναντήσωμεν, καίτοι δὲν δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ἐχορτάσαμεν τὴν μέχρι σήμερον παρουσίαν του ἐνταῦθα. Λησμονοῦν ὅμως, ὅτι κἄποιον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὁμιλεῖ περὶ δικαιώματος τῶν βουλευτῶν νὰ ζητοῦν τὴν παρουσίαν τῶν ὑπουργῶν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἑπομένως, καὶ πολὺ περισσότερον, τὴν παρουσίαν τοῦ πρώτου τῶν ὑπουργῶν, τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Εἰς τὸ συνταγματικὸν αὐτὸ αἴτημα τῶν βουλευτῶν, θ’ ἀντιταχθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι πλέον νόμος. Θ’ ἀντιταχθῇ ἡ νομοθετημένη, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ συνταγματικῶς βάσιμος, ἀπουσία τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀπὸ τὴν Βουλήν. Καὶ ὅμως, εἰς ὅλας τὰς Κοινοβουλευτικὰς χώρας, ὁ Πρωθυπουργός, παρίσταται ἀπαραιτήτως, κατὰ τὰς ἐργασίας τῶν Βουλῶν. Εἰς δὲ τὴν κοιτίδα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, τὴν Ἀγγλίαν, ὁ Πρωθυπουργός της, ὁ ὑπέργηρος ἤδη, παρίσταται ἀνελλιπῶς εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι αἱ ἀσχολίαι τοῦ Βρεταννοῦ Πρωθυπουργοῦ θὰ εἶναι βαρεῖαι. Ὅσον τοὐλάχιστον καὶ αἱ ἀσχολίαι τοῦ ἰδικοῦ μας Ἕλληνος Πρωθυπουργοῦ. Θὰ μᾶς ἀντιταχθῇ ἴσως, ὅτι αἱ ηὐξημέναι ἁρμοδιότητες τῶν τριῶν τομεαρχῶν εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ἀνάληψιν νέας θαρραλέας Κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ ὅμως, εὐλαβῶς, νὰ ὑπενθυμίσωμεν, ὅτι αἱ ηὐξημέναι ἁρμοδιότητες, ἐδόθησαν ἤδη, καὶ μάλιστα εἰς μεγαλύτερον βαθμόν, ἀφ’ ὅσον δίδονται σήμερον. Ἐδόθησαν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1952 εἰς τὸν τότε ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, τὸν κ. Μαρκεζίνην. Καὶ πρὸ 20ημέρου, μόλις, δηλαδή, μετὰ 23 μῆνας, ἠκούσαμεν ἀπὸ ἐπισημότατα κυβερνητικὰ χείλη, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀπέτυχον. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ προηγούμενον αὐτὸ τῆς ἀποτυχίας τῶν ηὐξημένων ἁρμοδιοτήτων, ποὺ ἐπέτρεπε νὰ γίνῃ μάθημα διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἡ στεγανότης τῶν τομέων, ἔπρεπε νὰ τὴν καταστήσῃ λίαν ἐπιφυλακτικήν. Διότι, ἐὰν ἡ μία καὶ μόνη στεγανότης, ἡ τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ἐδημιούργησε τὸ πρωτοφανὲς προηγούμενον, τὸ θέμα μιᾶς ἀγνώστου ἐπιστολῆς διακυβευούσης ὕψιστα κρατικὰ συμφέροντα, μιᾶς ἐπιστολῆς δημοσίως ὑπογραφείσης, τὴν ὁποίαν ὅμως ἠγνόουν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅλοι οἱ ὑπουργοί, ἁρμόδιοι καὶ μή, διερωτώμεθα μὲ τοὺς τρεῖς στεγανοὺς τομεῖς ποὺ θὰ δημιουργήσωμεν τώρα, ποῖον ὄγκον ἀγνώστου εἰς αὐτὸν ἀλληλογραφίας, θ’ ἀναζητῇ ἀνὰ τὰ Ὑπουργεῖα μεθαύριον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅταν θὰ προσπαθῇ νὰ κατηγορήσῃ ὡς ὑπεύθυνος τῆς βεβαίας Κυβερνητικῆς ἀποτυχίας, τοὺς σημερινοὺς Σωματάρχας του. Διότι, κύριοι βουλευταί, τὴν ἐπιτυχίαν τῶν κυβερνήσεων δὲν τὴν ἐξασφαλίζουν νομοσχέδια. Καὶ δή, νομοσχέδια, σἂν τὸ σημερινόν, οὔτε ἡ δημιουργία πλειόνων ἀντιπροέδρων ἢ πληθύος ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου. Τὴν δίδει ὁ παλμὸς τῆς ἡγεσίας, ὁ συντονισμὸς τῆς ἐργασίας, ὁ πόνος καὶ ἡ ἀγάπη διὰ τὸν λαόν. Καὶ ὁ Συναγερμὸς, μᾶς παρουσιάζει τὸν ἀρχηγόν του, μεταβιβάζοντα τὰ ἡγετικά του καθήκοντα εἰς ἄλλους, ἐμφανίζεται ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, χωρὶς παλμόν, χωρὶς πρόγραμμα, κόμμα θνησιμαῖον, προσπαθοῦν, πάσῃ θυσίᾳ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐπ’ ὀλίγον ἀκόμη χρόνον τὴν ἐξουσίαν. Χωρὶς συντονισμόν, μὲ ἀνεξάρτητα στεγανὰ καπετανᾶτα, χωρὶς πόνον διὰ τὸν λαόν, ἀφοῦ καταργεῖ καὶ αὐτὸ τὸ Ὑφυπουργεῖον Σεισμοπλήκτων, προτοῦ, οὐδὲ εἷς σεισμόπληκτος ἀποκατασταθῇ. Καὶ θὰ ἐνθυμεῖσθε ἀσφαλῶς, τὰς κυβερνητικὰς ὑποσχέσεις καὶ μεγαλοστομίας, ποὺ ἠκούσαμεν, διὰ τὴν ταχεῖαν ἀποκατάστασιν τῶν δυστυχῶν σεισμοπαθῶν. Χωρὶς ἀγάπην διὰ τὸν λαόν, τὸν ὁποῖον κατωρθώσατε, μὲ ἀπατηλὰς ὑποσχέσεις, νὰ παραπλανήσετε καὶ νὰ τοῦ ὑφαρπάσετε τὴν ψῆφον του, διὰ νὰ τοῦ προσφέρετε μίαν ἐφιαλτικὴν διετίαν μὲ τὴν Κυβέρνησίν σας. Ἡ ἀποτυχία σας εἶναι παταγώδης. Καὶ τὰ ἀποτελέσματά της τραγικά, διὰ τὸ σύνολον σχεδὸν τοῦ λαοῦ μας. Καὶ τὴν ἀποτυχίαν σας τὴν ὁμολογεῖτε καὶ οἱ ἴδιοι. Τὴν ὁμολογεῖτε δὲ ἐγγράφως. Τὴν ὁμολογεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. (Χειροκροτήματα).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§47Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιόν σας, δι’ ὀλίγων, τὰς γενικὰς ἀρχάς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων συνετάχθη τὸ ὑπὸ κρίσιν ὑμῶν, νομοσχέδιον. Ἐλπίζω, ὅτι, ὅταν θὰ ἀκούσετε τὰς γενικὰς αὐτὰς ἀρχάς, θὰ παραδεχθῆτε καὶ θὰ συνομολογήσετε, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καμμία διάθεσις παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, οὔτε τῶν Βασιλικῶν προνομιῶν, ἔτι δὲ περισσότερον, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν οὐδεὶς λόγος νὰ δημιουργήσωμεν τὰ κομματικὰ αὐτὰ σχήματα ἤ, ὅπως ἐπὶ πλέον ἐλέχθη, σχήματα ἀντιλαϊκά, ἀντιδημοκρατικά, περίπου ὁλοκληρωτικά. Τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν συμβαίνει εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, ἐντὸς ὀλίγου, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ καμμίαν πρωτοτυπίαν. Ἀκολουθεῖ καὶ ἐκεῖνο τὴν ζωὴν τὴν γενικὴν τῶν χωρῶν, ὅπως ἐδημιουργήθη καὶ ἐξειλίχθη, ὄχι μόνον εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας χώρας, σαφῶς δημοκρατικάς. Δὲν ὑπάρχει τίποτε εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον νὰ ἀντιτίθεται πρὸς διατάξεις αἱ ὁποῖαι προσαρμόζονται πρὸς ἀμιγὲς καὶ ἄκρατον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι θεωροῦμεν πάντοτε τὴν Ἑλλάδα ὡς κοιτίδα τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐν τούτοις ὅμως, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, τὸ καθαυτὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιζῇ καὶ διατηρεῖται εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὸ ὁποῖον ἀναπτύσσεται καὶ ἐξελίσσεται συνεχῶς εἰς τὴν χώραν αὐτήν. Διότι τὸ πολίτευμα αὐτὸ δὲν στέκεται προσκεκολλημένον εἰς τὰς παλαιὰς ἀρχὰς καὶ ἰδέας, ἀλλὰ ἀκολουθεῖ τὴν ἀνάπλασιν τῆς κοινωνικῆς, οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς ζωῆς τῆς χώρας καὶ προσαρμόζεται πρὸς αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατόν, συνεπῶς, καὶ ἡμεῖς, σαφῶς, Κράτος Κοινοβουλευτικόν, νὰ παραλείψωμεν νὰ μεταφυτεύσωμεν καὶ νὰ προσαρμόσωμεν τὰ ἰδικά μας ἤθη καὶ ἔθιμα πρὸς τὴν πραγματικότητα, πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα μακρᾶς πολυετοῦς πείρας, εἰς ἄλλα Κράτη μεγαλύτερα ἡμῶν, τὰ ὁποῖα κατώρθωσαν νὰ συνδυάσουν τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, μαζὶ μὲ τὴν πρόοδον, τὴν κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικήν. Κύριοι, εἶναι φαινόμενον, ὄχι στενῶς Ἑλληνικόν, εἶναι φαινόμενον, καθολικὸν καὶ παγκόσμιον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ συνεχὴς ἐπέκτασις τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Κράτους, εἰς τὸν οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικὸν τομέα, ἀφ’ ἑτέρου δέ, ἡ ρύθμισις τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων. Μία ἰσορροπία, πάντοτε εἶναι ἐπιβεβλημμένη, ἰδίως εἰς τὸν τομέα τὸν οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικόν, ὅπου πλεῖστοι ὅσοι παράγοντες συμβάλλουν Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν περίφημον αὐτὴν ἰσορροπίαν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ πρὸ παντὸς συνεννόησις. Σεῖς οἱ ἴδιοι, προκειμένου περὶ νομοθετικῆς μηχανῆς, διὰ νὰ τὴν διαμορφώσητε καλύτερον πρὸς τὸν ταχύτερον ρυθμὸν τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ κοινωνικοῦ βίου, σεῖς ἐδημιουργήσατε τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, ἂς εἴπωμεν τὴν γενικῶς, ὀνομαζομένην, νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ ὀρθῶς ἐπράξατε. Παραμένει ὅμως, τὸ θέμα τὸ Κυβερνητικόν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι δρᾶσις καὶ ἐνέργεια. Ἐὰν δὲν θελήσετε τὰς δυνάμεις ταύτας νὰ τὰς συντονίσητε καὶ νὰ τὰς ἐναρμονίσητε, ἀπὸ δυνάμεις δημιουργικαὶ καὶ ἀποτελεσματικαί, εἶναι δυνατὸν νὰ καταντήσουν, δυνάμεις ἀντιδράσεως, δυνάμεις ἀδρανείας, δυνάμεις αἱ ὁποῖαι θὰ στεροῦνται οἱασδήποτε ἀποτελεσματικότητος. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ὡμίλησαν περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἀλλὰ περὶ τίνος, κατ’ οὐσίαν, πρόκειται; Πρόκειται, κυρίως, περὶ ἐκχωρήσεως καὶ μεταβιβάσεως ἁρμοδιοτήτων ἑνὸς συλλογικοῦ ὀργάνου, ὅπως εἶναι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἰς περιωρισμένον ἀριθμὸν μελῶν αὐτοῦ. Εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ εἰς οἱονδήποτε συλλογικὸν ὄργανον καὶ ἡ μεταβίβασις οὐδαμῶς διασπᾷ τὴν εὐθύνην, διότι ὁ ἐκχωρῶν ὑπηρεσίας καὶ ἁρμοδιότητας, οὐδέποτε παύει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ὑπεύθυνος, δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ πράξῃ ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐξεχώρησεν τὰς ἁρμοδιότητας αὐτάς. Εἰς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τῆς ἐκχωρήσεως τῶν ἁρμοδιοτήτων αὐτῶν, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, οὐδεμία ἀντισυνταγματικότης. Δὲν ὑπάρχει ἐπὶ πλέον, διάσπασις, ὅπως ἐλέγετο ἐδῶ, τῆς συλλογικῆς εὐθύνης, Γνωρίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 88, εἶναι ὑπεύθυνος ἔναντι τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ ἔργου της, καθαρῶς ὑπηρεσιακοῦ καὶ ἐκτελεστικοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκχωρήσῃ ὡρισμένας ἁρμοδιότητας εἰς ὁμάδα ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἐρωτῶ, κατὰ τίνα τρόπον διασπᾶται ἡ ἑνότης; Ὁ μεταβιβάζων τὴν εὐθύνην, ἔπαυσεν νὰ εἶναι ταὐτοχρόνως καὶ συνυπεύθυνος μὲ ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον τὴν μετεβίβασεν; Ὡμίλησαν περὶ στεγανῶν τομέων καὶ τομεαρχῶν. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐφευρήματα τῆς φαντασίας, ἀκριβῶς, διὰ νὰ δημιουργοῦνται ἐντυπώσεις, ἐκεῖ ὅπου, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν. Ὑπάρχουν θέματα οὐσιαστικά, εἰς τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς θὰ εἴμεθα, ἀντιμέτωποι, ὑπάρχουν θέματα ἄλλα ἐνδιαφέροντα πραγματικῶς καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατόν, ἀναμφισβητήτως, νὰ ἀσκήσετε ὅλον σας τὸν ἔλεγχον, καὶ τὰς ἐπικρίσεις σας. Ἀλλά, ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει νὰ δώσῃ ἕνα ὄργανον κυβερνητικὸν, ποὺ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν ἀνταποκρίνεται πληρέστατα εἰς τὴν σημερινὴν κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν πραγματικότητα, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ σᾶς εὕρῃ ἀντιθέτους, διότι ἐὰν τὸ χρησιμοποιοῦμεν σήμερον, ἡμεῖς, θὰ τὸ χρησιμοποιήσετε καὶ σεῖς αὔριον. Ἀντὶ λοιπόν, αὐτῆς τῆς σφοδρᾶς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη περὶ τὸ θέμα αὐτό, θὰ ἔπρεπεν ἀντιθέτως, νὰ συμπράξητε, διὰ νὰ καταστῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τελειότερον, ἐφ’ ὅσον θὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ κληθοῦν αὔριον ἀπὸ τὴν λαϊκὴν ψῆφον, νὰ κυβερνήσουν τὴν χώραν. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, ἄρθρον ἀντισυνταγματικόν. Δὲν ὑπάρχουν τομεῖς καὶ τομεάρχαι, δὲν ὑπάρχει κανένα ἔνδυμα, τὸ ὁποῖον ἐκόπη ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων μέτρων. Διὰ τίνα λόγον, ἀφοῦ ὁ θεσμὸς τῶν Ἀντιπροέδρων ὑπῆρχε καὶ διὰ τίνα λόγον, ἀφοῦ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ὑπῆρχε; Θέλετε ν’ ἀναζητῆτε ὄπισθεν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ μόνον καὶ μόνον κομματικὰ συμφέροντα; Ὥστε σεῖς, νομίζετε, ὅτι τοιαύτης φύσεως νομοσχέδια θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμπνέωνται μόνον ἀπὸ κομματικὸν πνεῦμα; Αὐτό, καταδεικνύει ποῖαι εἶναι αἱ ἰδικαί σας προθέσεις ἢ τὸ ἰδικόν σας πνεῦμα, ὅταν νομοθετῆτε ἢ ἐπικρίνετε. Ἀλλά, πέραν τοῦ θέματος τῆς ἀντισυνταγματικότητος, θὰ ἤθελον ἀκόμη νὰ προσθέσω τοῦτο, διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσπαθοῦν νὰ ἀποδείξουν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀντικοινοβουλευτικόν, εἶναι δικτατορικόν, εἶναι νομοσχέδιον, ὡς ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, περίπου ὁλοκληρωτικόν. Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι λυποῦμαι, ὅτι νέοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἐγκύψουν μὲ κάποιαν μεγαλυτέραν ἐπιμέλειαν εἰς τὰ θέματα αὐτά, καὶ ἔπρεπε νὰ μελετήσουν τὶ συμβαίνει εἰς τὰς ἄλλας χώρας, ἐφωράθησαν καταφανῶς ἀγνοοῦντες τὶ κρατεῖ εἰς Κράτη κοινοβουλευτικά, ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρίζωνται ὡς πρότυπα ἢ ἐὰν δὲν τὸ ἀγνοοῦν πάντως, ἐπιμελῶς ἐσκέφθησαν νὰ τὸ ἀποκρύψουν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο καταδεικνύει, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἠμπορεῖ, παρὰ νὰ εἶναι στεῖρα καὶ ἄγονος, (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δι’ αὐτὸ δὲν θέλω νὰ ἀποταθῶ εἰς κανένα ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν. Θὰ ἤθελον νὰ ἀποταθῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι παρὼν αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι πράγματι μὲ τὴν πλουσίαν πολιτικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν πεῖραν του, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν εἶναι ἐφικτόν, νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν εἰς τὰ Ὑπουργικὰ Συμβούλια τὴν ἀνεξαρτησίαν ἑκάστου ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι ἔχει φέουδον τὸ Ὑπουργεῖόν του, καὶ ἀρνεῖται νὰ συνεργασθῇ μὲ τοὺς συναδέλφους του. Σήμερον τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ θέματα, εἶναι ἀπολύτως συνηρτημένα, εἰς τρόπον, ὥστε ἐνέργεια ὑπουργοῦ εὑρισκομένου μακρὰν τοῦ οἰκονομικοῦ τομέως, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας. Γνωρίζετε τὸ θέμα τῶν τιμῶν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ κανείς, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται μὲ τὸ δίκαιον καὶ τοὺς δικαστάς, δὲν δύναται εἰς δεδομένην στιγμὴν νὰ ἀσκήσῃ ἀποφασιστικὴν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου τῶν τιμῶν; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ κανείς, ὅτι εἰς ὡρισμένα θέματα, ἂς εἴπωμεν εἰς τὸ θέμα τῆς ἀποκεντρώσεως, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι τὸ θέμα αὐτό, εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα ἑνὸς καὶ μόνον ὑπουργοῦ καὶ ὅτι δὲν χρειάζεται μεγαλύτερος συντονισμὸς καὶ συνεργασία προκειμένου περὶ αὐτοῦ; Ἀλλὰ ἐὰν ὑφίσταται τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὑφίστατο, τὸ πνεῦμα τῆς μὴ ἐξαρτήσεως ἑκάστου ὑπουργοῦ, ὅταν δὲν ὑπάρχει τὸ πνεῦμα τῆς συνεργασίας, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι μοιραίως ἡ τοιαύτη Κυβερνητικὴ πολιτική, θὰ ὁδηγήσῃ εἰς διάσπασιν, ὄχι πλέον ἐπὶ ἐπιφανειακοῦ τινος θέματος, ἀλλὰ εἰς διάσπασιν, αὐτοῦ τούτου τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος καὶ τελικῶς εἰς ἀδυναμίαν ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς συνεργασίας, ἐπιζητεῖ νὰ ἐμφυσήσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι κάτι τὸ καινοφανὲς ἢ πολὺ περισσότερον ὡς κατηγορήθη, ὁλοκληρωτικόν. Ἀποτελεῖ, ἔν τινι μέτρῳ, μεταφύτευσιν θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐδοκιμάσθησαν εἰς ἄλλα Κράτη, ὡς εἶπον προηγουμένως, εἰς τὴν κοιτίδα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἀλλὰ προτοῦ ἔλθω νὰ σᾶς εἴπω τὶ ἀκριβῶς συμβαίνει εἰς τὴν Ἀγγλίαν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε προηγουμένως νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο: Ὅτι καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμήν, κατὰ τὸ 1951, νομίζω, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ ἰδίου βήματος, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ θεσμοῦ τῆς Δημοσίας Ἐπιχειρήσεως νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις σχετικῶς μὲ τοὺς θεσμοὺς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦνται σὺν τῷ χρόνῳ συνεπείᾳ τῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς ἐξελίξεως. Καὶ τότε, ὅπως ἐνθυμοῦμαι, εἶδον ἐπιδοκιμάζοντα ἀγαπητὸν τέως συνάδελφον, ὁ ὁποῖος δὲν εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν —ἐννοῶ τὸν κ. Σβῶλον. Εἶπον τότε ὅτι ἡ ζωή, ἡ κοινωνικὴ καὶ οἰκονομική, ἐπιβάλλει εἰς τὰ διάφορα Κράτη καὶ ὅταν ἀκόμη εὑρίσκωνται μακρὰν ἀλλήλων, —ὅπως φέρ’ εἰπεῖν, εὑρίσκονται τὰ ὁλοκληρωτικά, μακρὰν πρὸς τὰ κράτη τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ— νὰ δημιουργοῦν θεσμούς, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν γεγονότων. Καὶ εἶπον τότε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἓν εἶδος «τεχνικῆς κυβερνητικῆς», ὅπως τὴν ὠνόμασα, ἡ ὁποία, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, υἱοθετεῖται καὶ ἀπὸ τὰ Κράτη τὰ ὁλοκληρωτικὰ καὶ ἀπὸ τὰ Κράτη τὰ φιλελεύθερα. Καὶ ἔλεγον τότε, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ προγραμματισμοῦ, ἡ ἔννοια τοῦ σχεδίου ἐγεννήθη ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν ἀπὸ μιᾶς 25ετίας καὶ ἐν τούτοις ἡ Ἀγγλία ἀπὸ μακροῦ, χάρις εἰς τὸν Στάφορτ Κρίπς, τὴν ἔννοιαν τοῦ προγραμματισμοῦ εἰσήγαγεν εἰς τὸ πολίτευμά της, διότι εὗρεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐλευθερίας. Υἱοθέτησεν ἡ Ἀγγλία τὸν προγραμματισμόν, υἱοθέτησε τὸ σχέδιον καὶ δὲν ὑπάρχει σήμερον Κράτος, δὲν ὑπάρχει σήμερον Κυβέρνησις ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν λέγεται φιλελευθέρα, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ τοὐλάχιστον μίαν ὑπηρεσίαν προγραμματισμοῦ, μίαν ὑπηρεσίαν ἐπενδύσεων, ἡ ὁποία νὰ εἶναι συναφὴς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ μακροετοῦς σχεδίου. Εἶπον τότε, ὅτι πλὴν αὐτοῦ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη «τεχνικὴ κυβερνητική». Εἶναι τὸ θέμα τῆς συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἐπέρχεται μεγαλυτέρα σύμπνοια εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς κυβερνητικῆς δράσεως. Περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπουργῶν καὶ αὐξάνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν τεχνικῶν βοηθῶν, τῶν τεχνικῶν ἐπικούρων, ὑπουργῶν ἢ τεχνικῶν, ἂν θέλετε, ὑφυπουργῶν. Εἶπον τότε τὶ συνέβη εἰς τὴν Ρωσίαν, διότι τὸ μὲν πρῶτον σχέδιον ἦτο ἀντίγραφον ἀπὸ τὸν θεσμὸν τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος ὅμως θεσμὸς ἐφευρέθη εἰς τὴν Ρωσίαν καὶ τελικὰ ὡμολογήθη, ὅτι ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐλευθερίαν. Τὸ ἀντίθετον συνέβη προκειμένου περὶ τῆς κυβερνητικῆς τακτικῆς. Ὁ περιορισμὸς ἀκριβῶς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι καλοῦνται τόσον εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ρωσίαν ὅπως καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν «ὑπουργοὶ γενικῆς ἁρμοδιότητος». Βλέπομεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν περιοριζόμενον, συνεχῶς αὐξανομένων ὅμως ταὐτοχρόνως τῶν τεχνικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται κατόπιν νὰ ἀναπτύξουν καὶ νὰ δώσουν ἐξέλιξιν καὶ εὖρος εἰς ἐκεῖνο ποὺ ἀποτελεῖ τὴν κεντρικὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν καθιερώνει ἡ περιωρισμένη αὐτὴ Κυβέρνησις. Καὶ αὐτὸ εἶναι σύστημα καθαρῶς Ἀγγλικόν. Γνωρίζετε, κύριοι, ποία εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις καὶ ἡ σημερινὴ ὀργάνωσις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως; Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχουν τρεῖς κατηγορίαι ὑπουργῶν. Ὑπάρχουν τὰ μέλη ἑνὸς μικροῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι ἀκριβῶς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν καθιερώσει προηγουμένως ἐξ ἐθίμου καὶ ἤδη τὸ καθιεροῦμεν διὰ τοῦ νόμου. Αὐτὸ ἀποτελεῖται ὅπως λέγεται ἀπὸ γενικῆς ἁρμοδιότητος ὑπουργούς, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς σήμερον εἶναι 4 μὲ 5, τοὺς ὁποίους ὁρίζει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Προῆλθεν ὁ θεσμὸς αὐτὸς τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, ἀπὸ τὸ περίφημον πολεμικὸν συμβούλιον τῆς Μεγ. Βρεταννίας τοῦ 1916, τὸ ὁποῖον τότε ἵδρυσεν ὁ Λόϋδ Τζώρτζ, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν εἰρηνικὴν ζωήν, ἐπειδὴ ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ μικρὸν αὐτὸ συμβούλιον, ἀποτελεῖ ἐνίσχυσιν καὶ τόνωσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς κυβερνητικῆς γραμμῆς καὶ πραγματικὴν προπαρασκευὴν καὶ πραγματικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, δι’ αὐτὸ διετηρήθη καὶ εἰς εἰρηνικοὺς καιρούς. Ὅταν ἦλθεν ὁ δεύτερος πόλεμος, ηὐξήθη εἰς 9, λόγῳ τῶν πολεμικῶν περιστάσεων. Σήμερον περιωρίσθη εἰς 3, 4 ἢ 5 καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ καὶ νὰ ἐργάζεται καὶ οὐδεὶς ὁμιλεῖ περὶ δικτατορίας, οὔτε περὶ ὁλοκληρωτισμοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προσαρμόσωμεν τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς πρὸς τὰς νέας οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀνάγκας καὶ πραγματικότητας, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐπιβιώσῃ ὁ κοινοβουλευτισμός. Καὶ ἐπέτυχεν εἰς τὴν Μ. Βρεταννίαν, διότι ἀκριβῶς μὲ τὸ πρακτικόν του πνεῦμα, τὸ ὁποῖον τὸ διέπει ἐπέτυχεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θέλομεν ἡμεῖς νὰ ὁμολογήσωμεν, μίαν προσαρμογὴν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ πρὸς τὰς νέας πραγματικότητας. Πέραν αὐτοῦ ὑπάρχει, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι μετέχουν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἔτι περαιτέρω ὑπάρχουν καὶ ὑπουργοὶ καὶ ὑφυπουργοί, οἱ ὁποῖοι δὲν μετέχουν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐν τούτοις εἶναι ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Εἰς ὡρισμένα Ὑπουργεῖα, ὅπως τῶν Τ.Τ.Τ. καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντάξεων, ὑπάρχουν τοιαύτης φύσεως ὑπουργοὶ καὶ οὐδεὶς ὡμίλησεν ἐκεῖ περὶ τάξεως ὑπουργῶν, οὔτε περὶ ἀγῶνος μεταξὺ ὑπουργῶν, οὔτε περὶ ἀνωτέρας ἢ κατωτέρας τάξεως ὑπουργῶν. Ἡ ἔννοια, κύριοι, τοῦ συντονισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον, ἔχει ἄλλην βάσιν: Εἶναι ἡ ἔννοια τῆς συνεργασίας, πνοὴ τῆς συνεργασίας, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν, διότι νομίζομεν, ὅτι μόνον διὰ τῆς συνεργασίας θὰ ἐγκαταλειφθοῦν τὰ παλαιὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τῆς πλήρους ἀνεξαρτοποιήσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς ἀνυπαρξίαν καὶ εἰς ἀποτυχίαν ἑνὸς οἱουδήποτε κυβερνητικοῦ προγράμματος. Καὶ αὐτὸ τὸ πρόγραμμα τὸ Κυβερνητικὸν ἐφαρμόζεται καὶ τὰ ἐν γένει προβλήματα ἐπιλύονται εἰς τὴν Ἀγγλίαν διὰ τοῦ συστήματος τῶν λεγομένων Ἐπιτροπῶν. Αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταὶ ἐξ ὑπουργῶν, καθοριζόμεναι εἴτε μονίμως εἴτε ad hoc καὶ ἐργαζόμεναι ἐν συμπνοίᾳ, κατορθώνουν νὰ ἐπιλύουν προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν περισσοτέρους τοῦ ἑνὸς ὑπουργούς. Δὲν ὑπάρχει πρόγραμμα, ἐκτὸς ὡρισμένων δευτερευούσης σημασίας, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος περισσοτέρων τῶν δύο ὑπουργῶν. Αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταί, αἱ ὁποῖαι λειτουργοῦν εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ἕνδεκα, ἐκ τῶν ὁποίων ἓξ μόνιμοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων, αἱ Ἐπιτροπαὶ Οἰκονομικῶν καὶ Συγκοινωνιῶν καὶ πέντε ad hoc. Ὅταν συνεπῶς ὑπάρχῃ θέμα, τὸ ὁποῖον ἅπτεται τῆς ἁρμοδιότητος περισσοτέρων ὑπουργῶν, ἡ ἁρμοδία Ἐπιτροπή, συνεργαζομένη, φέρει τὸ θέμα αὐτὸ εἰς πέρας. Εἰς τὸν τόπον αὐτὸν πολλὰ θέματα δὲν εὑρίσκουν λύσιν, διότι εἶναι θέματα ἁρμοδιότητος περισσοτέρων ὑπουργῶν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν εἰς κάθε νέον ὑπουργόν, προσέξατε τὸ θέμα τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἐν τούτοις τὸ θέμα αὐτὸ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ ἀπολύτως ἱκανοποιητικὴν λύσιν, διότι ἐνέπιπτεν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα πολλῶν ὑπουργῶν. Γνωρίζετε τὸ θέμα τῆς συγκρούσεως αὐτοκινήτων καὶ σιδηροδρόμων, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε κατώρθωσε νὰ μεταβληθῇ εἰς πραγματικότητα. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὰ θέματα αὐτὰ ἀποτελοῦν ἀντικείμενον κοινῆς συνεργασίας διὰ τῶν Ἐπιτροπῶν ἐξ ὑπουργῶν. Ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ προγράμματος καὶ ἡ ἔννοια τῆς συνεργασίας. Πρόγραμμα μακρᾶς πνοῆς καὶ συνεργασίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ ὄργανα διάφορα, ἕκαστον τῶν ὁποίων τὸ ἀντιλαμβάνεται κατὰ διάφορον τρόπον καὶ ἕκαστον τῶν ὁποίων ἐνεργεῖ ἀνεξαρτήτως. Ἔπρεπε νὰ καθιερώσωμεν νομοθετικῶς τὸ σύστημα τοῦτο, διὰ νὰ καταστῇ καὶ εἰς ἡμᾶς πραγματικότης ἡ ἀνάγκη τῆς συνεργασίας καὶ τοῦ συντονισμοῦ μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν. Ἐὰν ἐπιτύχωμεν τοῦτο διὰ τῶν Ἐπιτροπῶν, τὸ ἐπίτευγμα θὰ εἶναι μεγάλο καὶ θὰ χρησιμοποιήσῃ κατόπιν οἱοσδήποτε ἔλθει εἰς τὴν ἐξουσίαν. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἶναι ἥσυχος, ὅτι τὸ πρόγραμμα θὰ ἐκτελεσθῇ, χωρὶς ὁ ἕνας νὰ πράττῃ τὰ ἀντίθετα ἀπ’ ὅτι πράττει ὁ ἕτερος. Θὰ ἤθελον, ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ κρατήσω τὸ θέμα εἰς μίαν περιωπὴν ἐπιστημονικήν, νὰ εἴπω τὶ ἔλεγον τρεῖς Ἄγγλοι μεγάλοι, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν τὸ θέμα αὐτό. Ὁ ἕνας εἶναι θεωρητικός, ὁ ἄλλος πρακτικὸς καὶ ὁ ἄλλος πολιτικός. Ὁ πολιτικὸς εἶναι ὁ Λάσων, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ γνωστὸν βιβλίον του λέγει τὰ ἑξῆς: Ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὡς Ἐπιτροπαὶ εἶναι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις κατ’ οὐσίαν. Ἡ δι’ Ἐπιτροπῶν διακυβέρνησις, ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν νὰ ἐπιτύχῃ τὸ μάξιμουμ τοῦ συντονισμοῦ καὶ τὸ μάξιμουμ τῆς ἀποδόσεως. Ἕνας ἄλλος, ὁ ὁποῖος εἶναι πολιτικός, ὁ Λόρδος Ἔμερυ, εἰς ἓν βιβλίον του, ἐν ἔτει 1952, ἔγραψε περὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος καὶ ὡς συμπέρασμα τῆς πολυετοῦς πείρας του μᾶς λέγει ὅτι: Τὸ σύστημα τῆς διακυβερνήσεως δι’ Ἐπιτροπῶν ἐξ ὑπουργῶν, εἶναι ἐκεῖνο, χάρις, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιτυγχάνεται ἡ μεγαλυτέρα ἀπόδοσις τῆς Κυβερνητικῆς προσπαθείας ἐν Ἀγγλίᾳ, ἰδίως εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα. Ὅταν ἔχωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ παραδείγματα, ἀπὸ Κράτη, τὰ ὁποῖα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἀγαποῦν καὶ εἰς τὸ οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικὸν πεδίον ἀπέδειξαν, ὅτι γνωρίζουν νὰ ἀντιμετωπίζουν τὰς περιπτώσεις καὶ γνωρίζουν νὰ ἐφαρμόζουν προγράμματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸ λαϊκὸν σύνολον, διὰ τίνα λόγον ἡμεῖς θὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι μᾶς λέγουν, ὅτι ὁ κάθε ἕνας εἶναι ἐλεύθερος νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει. Ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν κατορθώσωμεν τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς συνεργασίας νὰ ἐμφυσήσωμεν μέσα εἰς αὐτὸν τὸν ὅμιλον ποὺ λέγεται Κυβέρνησις, πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι κυβερνητικὴ δρᾶσις ἐνηρμονισμένη, κυβερνητικὴ δρᾶσις μὲ κατεύθυνσιν καὶ σκοπόν, οὐδέποτε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ.
§48Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐὰν οἱ ὑπουργοὶ ἀλληλοϋποβλέπονται καὶ συμπλέκωνται, παύει νὰ εἶναι Κυβέρνησις.
§49Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Κύριε συνάδελφε, ὑποθέτω, ὅτι ζῶμεν ὅλοι ἐδῶ ὑπ’ αὐτὸν τὸν Ἑλληνικὸν οὐρανὸν καὶ γνωρίζομεν τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ γνωρίζομεν καὶ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν συμμαχικαί. Ἄς μὴ ὁμιλῶμεν λοιπὸν περὶ συμπλοκῶν, ἂς μὴ ὁμιλῶμεν περὶ ἀντιθέσεων. Ἀρκεῖ νὰ γνωρίζωμεν ὅσα διεπράξαμεν κακὰ καὶ τὰ κακὰ αὐτὰ νὰ μᾶς γίνωνται μαθήματα. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὸν διὰ τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ διὰ τὸ κῦρος αὐτοῦ καὶ διὰ τὸ μέλλον αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα). Κύριοι, δὲν ὑπάρχει τίποτε εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποτελῇ τί τὸ ἀντισυνταγματικόν, τί τὸ κομματικόν, τὸ ἀνελεύθερον, ἢ τί τὸ ὁλοκληρωτικόν. Ἀντίθετα, σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐπιχειρήματα τῆς στιγμῆς, διὰ τὰ ὁποῖα ὑποθέτω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν, νέοι ἄνδρες, τοὺς ὁποίους κατὰ τὰ ἄλλα ἡμεῖς ἐκτιμῶμεν, ἀσφαλῶς θὰ μετενόησαν, διότι ἠθέλησαν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ ἀσκήσουν Ἀντιπολίτευσιν. Θὰ ἔχουν τὴν εὐκαιρίαν ἄλλοτε ν’ ἀσκήσουν Ἀντιπολίτευσιν. Ἡμεῖς, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν, εἶναι νὰ δώσωμεν εἰς τὸν τόπον μία διακυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἐνοποιημένη καὶ συντονισμένη. Πρῶτοι αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ συνηγορήσουν καὶ νὰ μᾶς βοηθήσουν διὰ νὰ καταστήσωμεν τὸ νομοσχέδιον καλύτερον. Καὶ αὐτὴν τὴν ἔκκλησιν ἤθελα νὰ κάμω πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ νὰ τῆς εἴπω: Ἐλᾶτε νὰ βοηθήσητε. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, δὲν ἀποτελεῖ ἰδικόν μας ἀπόκτημα, ἀλλὰ ἀπόκτημα ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Ἐλᾶτε νὰ βοηθήσητε νὰ τὸ συμπληρώσωμεν, διότι εἰς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει καμμία κομματικὴ ὑστεροβουλία. Εἶναι μία ἀνεγνωρισμένη ἀνάγκη, ἀνάγκη ἡ ὁποία ἐξέρχεται, ἡ ὁποία ἀναπηδᾷ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα, ἀπὸ τὰ πολιτικά μας ἤθη, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν γενικωτέραν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν πραγματικότητα. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παρακολουθήσωμεν τὰ θέματα αὐτά, αὐτὴν τὴν ἐξέλιξιν, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν αὔριον καθυστερημένοι καί, ὑπὸ ἄλλας συνθήκας, νὰ ἐπιβάλωμεν τοιούτου εἴδους ἀντιλήψεις.
§50Ε. ΚΟΘΡΗΣ. (Ἐπιχειρεῖ νὰ ὁμιλήσῃ).
§51Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτ.). Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διεπράξατε κατὰ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ 2 παραλείψεις ἀπόψε. Πρῶτον μὲν ἀνεφέρθητε εἰς τὸ παρελθόν, πρὸ πενταετίας, καὶ τώρα μὲ διακόπτετε εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶμαι περὶ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς μου.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καί, τρίτον, ἄνευ ἀδείας τοῦ Προέδρου. (Γέλωτες).
§53Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Λέγω λοιπόν, ὅτι ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις θελήσῃ πράγματι νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν στεῖραν καὶ ἄγονον αὐτὴν τακτικήν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι θ’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν γνωρίζει, οὔτε τὸν ρόλον τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὸν ρόλον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ρόλος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀκριβῶς αἱ συντονισμέναι, αἱ ἑνοποιημέναι αὐτῆς ἐνέργειαι. Ὅπως καὶ ὁ ρόλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι ἡ ἀντίθεσις πρὸς οἱονδήποτε νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι ἄρνησις ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι θέσις, εἶναι δημιουργία. Ἐὰν σεῖς ἐπιμείνητε τὴν μὲν Ἀντιπολίτευσιν νὰ τὴν θεωρῆτε ὡς ἄρνησιν ἀντιδημιουργικήν, τὴν δὲ Κυβέρνησιν νὰ τὴν θέλετε ἐν διαλύσει καὶ μὲ ἀντιθέσεις μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν, τότε πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν θὰ δημιουργήσητε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι οὔτε σήμερον εἶσθε ὥριμοι δι’ ἀντιπολίτευσιν, οὔτε αὔριον θὰ εἶσθε ὥριμοι διὰ Κυβέρνησιν. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παμπούκας, πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§55Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ πρέπει νὰ προηγηθῇ ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ διακόψῃ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ποῖος θὰ ὁμιλήσῃ δὲν θὰ τὸ κανονίσουν μεταξύ των οἱ ρήτορες, ἀλλὰ ὁ Πρόεδρος.
§57Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Σεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει. Διαβᾶστε μου, ποῖον ἄρθρον λέγει, ὅτι δύναται νὰ ὁμιλῇ κανείς, ὅταν θέλῃ αὐτός;
§59Γ. ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ. Ἔχω ἐγγραφῆ ἐγὼ τώρα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφῆστε, κ. Παμπούκα. Θέλω νὰ μάθω, πῶς ἑρμηνεύει τὸν Κανονισμὸν ὁ κ. συνάδελφος.
§61Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπε νὰ μὴ τὸν διακόψωμεν, ἀλλὰ εἰς τὸ τέλος.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἐπιτρέπω. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι αἱ διακοπαὶ ἐπιτρέπονται τῇ ἐγκρίσει τοῦ Προέδρου. Δὲν τὸ ἐπιτρέπω ἐγώ. Δίδω τὸν λόγον εἰς τὸν ἀμέσως ἑπόμενον ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐγγεγραμμένων. Συνεπῶς τηρῶ τὸν Κανονισμόν. (Χειροκροτήματα).
§63Γ. ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ. Αἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀντιρρήσεις συνίστανται κυρίως εἰς τὴν ἀντισυνταγματικότητά του, προερχομένην: α) Ἀπὸ τὴν διὰ τῆς ἀναθέσεως σημαντικῶν ἁρμοδιοτήτων εἰς δύο συλλογικὰ ὄργανα, τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν καὶ τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, ἐξασθένησιν τῆς θέσεως καὶ τῆς λειτουργίας ἑνὸς ἀνωτάτου συνταγματικοῦ ὀργάνου, οἷον εἶναι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. β) Ἀπὸ τὴν δυνατότητα μεταβιβάσεως ἁρμοδιοτήτων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὰ ὡς ἄνω δύο συλλογικὰ ὄργανα ἢ καὶ εἰς Ἐπιτροπὰς παρ’ αὐτοῦ συνιστωμένας. γ) Ἀπὸ τὴν δυνατότητα ἀναθέσεως ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἕνα τῶν Ἀντιπροέδρων τῆς ἐκπροσωπήσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. δ) Ἀπὸ τὴν δημιουργίαν θεσμοῦ Ὑφυπουργῶν, τελούντων ὑπὸ τὴν ἄμεσον παρακολούθησιν ὑπουργοῦ καὶ ε) ἀπὸ τὸν ὁρισμὸν ἀναπληρωτοῦ ὑπουργοῦ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεώς του. Μίαν πρὸς μίαν τὰς ὡς ἄνω συνταγματικὰς αἰτιάσεις θὰ τὰς διεξέλθω δι’ ὀλίγων, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι οὐδεμία τούτων ἔχει βασιμότητά τινα καὶ ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἔχει τὴν πηγήν του οὔτε εἰς συνταγματικὰ κείμενα, οὔτε εἰς τὴν παρ’ ἡμῖν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἥτις ὁμοιομόρφως ἐφαρμοζομένη δημιουργεῖ, ὡς γνωστόν, τὸ λεγόμενον συνταγματικὸν ἔθιμον. Πρώτη, ὡς εἶπον, αἰτίασις συνταγματικὴ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ διὰ τῆς δημιουργίας τῶν δύο νέων συλλογικῶν ὀργάνων ἐξασθένησις τῆς λειτουργίας ἑνὸς ἄλλου ἀνωτάτου καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένου ὀργάνου, τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, εἶπεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὁ τόσον συμπαθὴς καὶ ἀγαπητὸς ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κ. Καψάλης, πῶς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θὰ ἀπεμπολήσῃ τὰ δικαιώματά του. Εἶναι, λοιπόν, ἀνάγκη διὰ νὰ διαπιστώσωμεν ἂν ἀφαιροῦνται ὄντως ἁρμοδιότητες ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἢ ἂν ἀπεμπολοῦνται δικαιώματα, νὰ προσδιορίσωμεν προηγουμένως ποῖαι εἶναι αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἂν αἱ ἁρμοδιότητές του αὗται εἶναι ἀποφασιστικῆς σημασίας. Ὅλαι αἱ ἐξουσίαι, κύριοι συνάδελφοι, πηγάζουν κατὰ συνταγματικὴν ἐπιταγὴν ἀπὸ τὸ Ἔθνος, δηλαδή, ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἀσκοῦνται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅσον δήποτε καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ὄργανον προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ὑπὸ μερικῶν συναδέλφων ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀνώτατον—ἀνακριβῶς δέ, διότι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οὔτε ἀνώτατον, οὔτε κἂν ἄμεσον ὄργανον τοῦ Κράτους τυγχάνει—πάντως καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν πηγὴν τῶν ἁρμοδιοτήτων του θὰ τὴν ζητήσῃ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς πρὸς αὐτὸ συνάδοντας νόμους. Ὄντως δὲ ἐν τῷ Συντάγματι ὑπάρχουν διατάξεις ρητῶς ἀπαιτοῦσαι ἀπόφασιν ἢ πρότασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οὕτω κατὰ τὸ ἄρθρον 37 διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖται προαπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 39 ἡ ἀμνηστία ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων παρέχεται τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 84 οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας διορίζονται τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 91 ἡ κατάστασις πολιορκίας κηρύσσεται τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καμμίαν ἀναμφισβητήτως ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος χορηγουμένων ὡς ἄνω εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἁρμοδιότητα δὲν δύναται οὔτε αὐτὸ τὸ ἴδιον, οὔτε ἄλλος τις νὰ μεταβιβάσῃ διὰ νόμου εἰς ἄλλο ὄργανον τοῦ Κράτους. Πέραν τῶν ὡς ἄνω συνταγματικῶν ἁρμοδιοτήτων του, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀντλεῖ τὰς ἐξουσίας ἐκ τοῦ νόμου. Ἀπειράριθμοι εἶναι οἱ νόμοι οἱ χορηγοῦντες ἢ καὶ ἀφαιροῦντες ἁρμοδιότητας ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὁ πρῶτος νόμος ὅστις παρέσχεν ἁρμοδιότητας εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἶναι τὸ Διάταγμα τῆς 3ης Ἀπριλίου 1833 «περὶ σχηματισμοῦ τῶν Γραμματειῶν», διὰ τοῦ ὁποίου εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνετίθεντο ὅλαι αἱ περὶ τοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος ὑποθέσεις, ὅλα τὰ ἀντικείμενα τῆς νομοθεσίας, αἱ περὶ ἁρμοδιότητος τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἀμφισβητήσεις κ.ο.κ. Τελευταῖος δὲ τοιοῦτος νόμος εἶναι ὁ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου τροποποιούμενος Α. Ν. 1671)1951 κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ὁποίου τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συζητεῖ καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ὑπαγομένων εἰς αὐτὸ θεμάτων καὶ ἐπὶ παντὸς ἄλλου θέματος ὅπερ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ εἷς ἐκ τῶν ὑπουργῶν ἤθελεν εἰσαγάγει πρὸς συζήτησιν. Μεταξὺ τοῦ πρώτου ἐκείνου Διατάγματος τοῦ ἔτους 1833 καὶ τοῦ τελευταίου τοῦ ἔτους 1951, ἐπέρασαν 118 ἔτη, καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Νομοθεσία οὐσιώδεις τομεῖς τῆς κρατικῆς δραστηριότητος τοὺς ὑπήγαγεν ἄλλοτε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἄλλοτε εἰς Ὑπουργεῖα καὶ ἄλλοτε εἰς διαφόρους Ὀργανισμούς, Συμβούλια καὶ Ἐπιτροπὰς. Οὕτω ἡ ἄσκησις τῆς γεωργικῆς πολιτικῆς περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, τῆς βιομηχανικῆς εἰς τὸ τῆς Βιομηχανίας, τῆς ἐμπορικῆς εἰς τὸ τοῦ Ἐμπορίου κ.ο.κ. καὶ ἀκόμη λεπτομερέστερον τῆς σταφιδικῆς εἰς τὸν Α.Σ.Ο. τῆς καπνικῆς εἰς τὸν Ὀργανισμὸν Καπνοῦ κ.ο.κ. Κανεὶς ποτὲ δὲν ἐσκέφθη νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ ποῖον λόγον ἐξασθενίζεται ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπ’ αὐτοῦ ὅλων αὐτῶν τῶν ἁρμοδιοτήτων. Ἁπλούστατα διότι καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔχει ὅσας ἁρμοδιότητας οἱ νόμοι τοῦ παρέχουν ἑκάστοτε, ἐκτὸς φυσικὰ ἐκείνων περὶ ὧν σᾶς εἶπον καὶ τὰς ὁποίας τῷ παρέχει τὸ Σύνταγμα. Καὶ δὲν διεμαρτυρήθη ποτὲ κανείς, διότι ἀποτελεῖ κοινὴν συνείδησιν, ἥτις διεμορφώθη ἐκ μακρᾶς συνταγματικῆς πρακτικῆς, καὶ ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι ἀποφασιστικόν, ἀλλὰ διασκεπτικὸν κατὰ κανόνα ὄργανον, δὲν ἐκδίδει ἀποφασιστικὰς διαταγάς, ἀλλὰ ἀποφασίζει περὶ χορηγηθησομένων διαταγῶν ἵνα ἄλλο ὄργανον ἀτομικὸν ἢ συλλογικὸν τὰς ἐκτελέσῃ. Ἡ πολιτειακὴ πρᾶξις πρέπει τελικῶς νὰ λάβῃ τὸν τύπον τοῦ Β. Διατάγματος ἢ τῆς Ὑπουργικῆς Διαταγῆς. Κατόπιν τῶν ὅσων ἀνωτέρω ἀνέπτυξα, ἀπευθύνω πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸ ἐρώτημα, ποῦ εὑρίσκει αὕτη τὴν ἀντισυνταγματικότητα εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τὴν ἵδρυσιν δύο συλλογικῶν κρατικῶν ὀργάνων εἰς ἃ θέλει νὰ παράσχῃ ὡρισμένας ἀποφασιστικὰς ἁρμοδιότητας, εἴτε ἀνηκούσας μέχρι τοῦδε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἴτε μή; Ὅταν ἱδρύετο παλαιότερον τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ, εἰς ὃ παρείχοντο ἀποφασιστικαὶ ἁρμοδιότητες συντονισμοῦ τῆς κρατικῆς δραστηριότητος διαφόρων ἄλλων Ὑπουργείων, ἔργον ὅπερ, ὡς ἐκ τῆς λεπτῆς φύσεώς του ἀνῆκε μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἴτε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, πῶς τότε ὅτε ἀφῃροῦντο ἁρμοδιότητες ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν διεμαρτυρήθητε, κύριοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Καὶ θὰ προσέθετον ἀτομικήν μου ἀποκλειστικῶς γνώμην, πῶς δικαίως, ὡς ὠφείλατε νὰ κάμετε, δὲν διεμαρτυρήθητε τότε καὶ ἀφήσατε νὰ δημιουργηθῇ ἡ πρώτη ἐκδήλωσις ἑνὸς καρκινώματος ὅπερ ἔκτοτε ἐμποδίζει τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ κρατικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ θὰ τὴν ἐμποδίζῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι: Καὶ διαμαρτύρεσθε σήμερον, ἀγωνιζόμενοι περὶ ὄνου σκιᾶς, ὅτι δῆθεν καταπατοῦνται Συνταγματικοὶ θεσμοί, ἀπὸ τὴν δημιουργίαν δύο κρατικῶν συλλογικῶν ὀργάνων, τὸ πρῶτον μὲν ἐκ τῶν ὁποίων λειτουργεῖ ἀπὸ μακροῦ μὴ προβλεπόμενον ὑπὸ οὐδεμιᾶς νομοθετικῆς διατάξεως, τὸ δεύτερον δὲ ἔχει μὲν νομοθετηθῆ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1945, μὴ ἀποδόσαν ὅμως καρπόν τινα. Αἰτιᾶσθε, δεύτερον, τοῦ σχεδίου νόμου, διότι ἐπιτρέπει μεταβίβασιν ἁρμοδιοτήτων ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὰ ἄνω δύο συλλογικὰ ὄργανα ἢ καὶ εἰς Ἐπιτροπάς. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀρχὴ ἡ κρατοῦσα ἐν τῷ δημοσίῳ δικαίῳ, ὅτι αἱ ἁρμοδιότητες τῶν πολιτικῶν ὀργάνων, εἶναι ἀμεταβίβαστοι, πλὴν ἂν τοῦτο ρητῶς ἐπιτρέπῃ, εἴτε τὸ Σύνταγμα εἴτε οἱ νόμοι. Κατ’ ἀρχήν, ἑπομένως, δὲν δύναται αὐτοβούλως τὸ ὄργανον νὰ μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλο τὴν ἁρμοδιότητά του. Εἰς τὴν πρᾶξιν ὅμως τί ἐγένετο; Τὸ Ὑπηρεσιακὸν Συμβούλιον τὰς μὲν ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων ἀνατιθεμένας αὐτῷ ἁρμοδιότητας δὲν μετεβίβαζεν οὔτε ἠδύνατο νὰ μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλα ὄργανα, πολλὰς ὅμως ἐκ τῶν ἄλλων ἁρμοδιοτήτων του αἵτινες τοῦ ὑπεβάλλοντο, εἴτε δι’ ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε δι’ εὐθείας παραπομπῆς ἀμφισβητουμένων ζητημάτων, ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν, μετεβίβαζε τοῦτο, εἴτε εἰς ἄλλους ὑπουργούς, εἴτε εἰς Ἐπιτροπὰς ἐξ ὑπουργῶν, εἴτε καὶ εἰς ἄλλα κρατικὰ ὄργανα. Τὸ παρατύπως, ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων, λαμβάνον χώραν, νομιμοποιεῖται διὰ σχετικῆς διατάξεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, οὕτως, ὥστε, εἰς νόμον νὰ στηρίζωνται αἱ μεταβιβαζόμεναι τοῦ λοιποῦ ἁρμοδιότητες τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς ἄλλα κρατικὰ ὄργανα. Καὶ ἡ διάταξις ἑπομένως αὕτη τυγχάνει ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν παρὰ τοῦ Δημοσίου Δικαίου κρατήσασα μέχρι τοῦδε ἀρχήν.
§64Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἐξάρω ἰδιαιτέρως ἕνα ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποιήσατε καὶ τὸ ὁποῖον μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ἀνάγκης καὶ τοῦ κόπου νὰ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν τὴν ἄποψίν μου. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔχει ἁρμοδιότητας Συνταγματικῶς κεκυρωμένας.
§65Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν ἔχει τεκμήρια ἁρμοδιότητος.
§66Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος εἶπε, καὶ εἶπεν ὀρθῶς, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος τεκμήρια ἁρμοδιότητος. Κατ’ οὐσίαν —καὶ τώρα συνάγω τὸ συμπέρασμα ἐκ τῶν συλλογισμῶν ποὺ ὁ κ. Παμπούκας, ἔκαμεν, εἰς τοῦτο ἄλλωστε ὀφείλεται ἡ διακοπή μου—ἡ σύστασις Ἐπιτροπῶν ἀποτελεῖ ἐγγύησιν ἔτι μεγαλυτέραν, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα θὰ ἦτο δυνατὸν ὡρισμέναι ἁρμοδιότητες, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ νόμου χορηγοῦνται εἰς Ἐπιτροπάς, νὰ χορηγηθοῦν εἰς μεμονωμένον Ὑπουργόν. Ἐρωτᾶται, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ νὰ ἀποφασίζουν 5 ὑπουργοὶ καὶ δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν νὰ ἀποφασίζῃ εἷς καὶ μόνος ἐπὶ ὡρισμένων ζητημάτων; Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τόσον ἐστερημένη λογικῆς βάσεως, τόσον ἐστερημένη Συνταγματικῆς σκέψεως, τόσον ἐστερημένη καὶ στοιχειώδους πολιτικῆς σκέψεως ἡ οἱαδήποτε ἀντίρρησις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰδικώτερον κατὰ τῆς ἱδρύσεως Ἐπιτροπῶν, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν δύο αὐτῶν Συμβουλίων, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν εἰδικωτέρων Ἐπιτροπῶν, ὥστε περιττεύει κατ’ οὐσίαν οἱαδήποτε σοβαρὰ ἐπιστημονικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος. (Χειροκροτήματα).
§67Γ. ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ. Ἡ δυνατότης ἐκπροσωπήσεως τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ δι’ ἑνὸς τῶν Ἀντιπροέδρων, οὔτε εἰς διάταξίν τινα τοῦ Συντάγματος προσκρούει, δεδομένου, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ εἴσοδος τοῦ Προέδρου καὶ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἐλευθέρα καὶ ὄχι ὑποχρεωτική, πλὴν ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε ζητήσει τὴν προσέλευσιν, οὔτε εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δεδομένου, ὅτι ὡς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἐκθέσει του ἐκθέτει, πολλὰ τῶν κομμάτων ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ διαστέλλουν τὴν ἰδιότητα τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡγέτου εἰς τὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ. Πρόκειται ἄλλως τε νὰ λαμβάνῃ τοῦτο χώραν κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐν περιπτώσει ἀπουσίας ἢ κωλύματος. δʹ) Ἡ δημιουργία θεσμοῦ ὑφυπουργῶν, τελούντων ὑπὸ τὴν ἄμεσον παρακολούθησιν ὑπουργοῦ, δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐφ’ ὅσον ρητῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθιεροῦται καὶ διὰ τοὺς τοιούτους ὑφυπουργοὺς ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης. Ἐὰν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων των, ἡ τοιαύτη παρακολούθησις ἤθελε τυχὸν δυσχεράνει τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἔργου των, ἡ παραίτησις εἶναι ἡ πολιτικὴ λύσις τῆς διαφωνίας, ἀποτελοῦσα ἄλλως τὴν καλυτέραν ἐκδήλωσιν τῆς πολιτικῆς ἀνωτερότητος τοῦ παραιτουμένου. εʹ) Τέλος ἡ διάταξις περὶ ὁρισμοῦ ἀναπληρωτοῦ ὑπουργοῦ δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀντίκειται ὡς ὑπεστηρίχθη πρὸς τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Συντάγματος, δεδομένου, ὅτι κατ’ αὐτὸ ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργούς. Ἐν προκειμένῳ ὅμως, πρόκειται περὶ ὑπουργοῦ διωρισμένου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ὅστις καλεῖται νὰ ἀναπληρώσῃ προσωρινῶς κωλυόμενον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του ὑπουργόν. Κανεὶς λόγος δὲν ὑπῆρχεν ὥστε νὰ ἀπαιτῆται Β. Διάταγμα διὰ τὴν τοιαύτην ἀναπλήρωσιν. Καὶ ἂν τοῦτο ἐγένετο μέχρι τοῦδε, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διορθωθῇ διὰ τὸ μέλλον, ἐφ’ ὅσον πολλοὶ εἶναι οἱ συνηγοροῦντες λόγοι διὰ τὴν τοιαύτην διευκόλυνσιν. Διὰ τῶν ἀνωτέρω, ἀπέδειξα νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον οὔτε εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος προσκρούει, οὔτε εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἀντιστρατεύεται, τὸ κρίνω δὲ χρήσιμον καὶ συνιστῶ τὴν ὑπερψήφισίν του, διότι θὰ διευκολύνῃ τὴν λειτουργίαν τῆς κρατικῆς μηχανῆς. (Χειροκροτήματα).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§69Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δύο εἶναι τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ εὐθεῖα παραβίασις διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ ἑκατονταετίας ἰσχυουσῶν ἐν Ἑλλάδι, ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀλλοίωσις καὶ παραβίασις τῶν πολιτικῶν κανόνων, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὸ Κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα. Εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἰσχύει τὸ συλλογικὸν σύστημα διακυβερνήσεως τοῦ τόπου. Εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἐφηρμόσθη ἀπὸ ἑκατονταετίας καὶ πλέον, στηριζόμενον ἐπὶ τῆς συλλογικῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Οἱ ὑπουργοὶ ἀποτελοῦν συλλογικὸν ὄργανον, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀσκεῖ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας καὶ ἕκαστος ὑπουργὸς εὐθύνεται διὰ τὰς πράξεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἐπιχειρεῖται ἡ διάσπασις τῆς συλλογικῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, παραβιάζεται πολιτικὸς κανὼν οὐσιώδης, ὁ ὁποῖος διέπει τὸ κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα. Εἶναι χαρακτηριστικόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἴσως μετὰ πολλῆς βίας ἢ πολλῆς προχειρότητος γραφεῖσα, ἀνομολογεῖ τὴν ἐκτὸς τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων θέσπισιν νέων Κυβερνητικῶν, ὡς ἀποκαλοῦνται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, συλλογικῶν ὀργάνων. Ἐὰν παρατηρήσητε εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, γράφεται τοῦτο: «Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι τὸ μόνον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενον Κυβερνητικὸν συλλογικὸν ὄργανον». Ὥστε κατ’ αὐτὴν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἶναι τὸ μόνον Κυβερνητικὸν συλλογικὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον προβλέπεται ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα καὶ ἐνῷ εἰς τὴν τρίτην παράγραφον λέγουν, ὅτι δὲν ἐννοοῦν νὰ ἐκφύγουν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὰ πλαίσια τὰ συνταγματικά, δὲν διστάζουν εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως νὰ ὁμιλοῦν περὶ τῆς δημιουργίας τῶν νέων Κυβερνητικῶν Συλλογικῶν Ὀργάνων.
§70Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ, λέγει πράγματι τοῦτο τὸ ἀληθές, ὅτι τὸ μόνον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενον συλλογικὸν κυβερνητικὸν ὄργανον εἶναι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Οὐδαμοῦ τοῦ Συντάγματος ἀναγράφεται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν καὶ ἄλλα συλλογικὰ κυβερνητικὰ ὄργανα. Ἐδημιουργήθησαν δὲ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου διὰ πλείστων νόμων, πλεῖστα εἴτε πρόσκαιρα, εἴτε καὶ πάγια συλλογικὰ κυβερνητικὰ ὄργανα. Λέγει, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι τὸ μόνον ὄργανον καὶ αὐτὸ λέγει καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Δὲν σημαίνει ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι τὸ μόνον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενον, ὅτι ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα τὴν διὰ νόμου σύστασιν ἑτέρων κυβερνητικῶν συλλογικῶν ὀργάνων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα δὲ προσβάλλουν τὰς συνταγματικὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ τὰς συνταγματικὰς ἁρμοδιότητας ἑνὸς ἄλλου οἱουδήποτε ὀργάνου προβλεπομένου ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Πράγματι, ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα νὰ συσταθοῦν καὶ ἄλλα κυβερνητικὰ συλλογικὰ ὄργανα, ἀρκεῖ ὅπως μνημονεύεται εἰς τὴν τρίτην παράγραφον τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν σεῖς ὁ ἴδιος τώρα ἐμνημονεύσατε, ἀρκεῖ τὰ ὄργανα ταῦτα τὰ νέα νὰ νομοθετοῦν ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ Συντάγματος, ὃ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον, ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει, νὰ μὴ προσβάλουν τὰς συνταγματικὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰς συνταγματικὰς ἁρμοδιότητας οἱουδήποτε ἄλλου ἐκ τοῦ Συντάγματος συνιστωμένου ὀργάνου.
§71Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ἀντιλαμβάνεσθε, βεβαίως, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦ τί λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις καὶ τί δὲν λέγει. Ἐν παρόδῳ, ἁπλῶς, τὸ ἀνέφερα, διότι ἄλλα θὰ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχω νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§72Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Δι’ αὐτὸ τὸ σημεῖον εἶπα.
§73Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Περιμένετε. Μὴ βιάζεσθε. Σᾶς ἄφησα νὰ μὲ διακόψετε. Πρέπει νὰ μὲ ἀκούσετε μὲ ὑπομονήν. Ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἴπατε, νομίζω, ὅτι εἶναι τελείως ἀβάσιμα, διότι, ὅταν λέγετε, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι τὸ μόνον κατὰ τὸ Σύνταγμα Κυβερνητικὸν συλλογικὸν ὄργανον, δὲν ἠμπορεῖτε συγχρόνως νὰ λέγετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσητε ἄλλα. Διότι τὸ Σύνταγμα εἶναι ὁ θεμελιώδης νόμος, τῶν διατάξεων τοῦ ὁποίου, οὔτε κἂν ἡ εὐρεῖα ἑρμηνεία ἐπιτρέπεται. Συνεπῶς, ὅταν ἔρχεσθε καὶ λέγετε, ὅτι τὸ μόνον Κυβερνητικὸν συλλογικὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα εἶναι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, μὲ τὸ νὰ λέγετε κατωτέρω, ὅτι θὰ δημιουργήσητε νέα συλλογικὰ ὄργανα, λέγετε κάτι, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐκτὸς τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, κύριοι βουλευταί. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῶν διατάξεων τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου πείθει, ὅτι καὶ μὲ πολλὴν σπουδὴν συνετάγη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, καὶ μὲ πολλὴν προχειρότητα καὶ ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, παραβιάζει. Θὰ διεξέλθω δι’ ὀλίγων μόνον ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὡρισμένας ἐκ τῶν διατάξεών του, διὰ νὰ θεμελιώσω τὰ ὅσα ἰσχυρίζομαι. Εἰς τὸ κεφάλαιον Αʹ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἀναφέρεται ὡς γενικὸς τίτλος «Συλλογικὰ Κυβερνητικὰ ὄργανα» καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 1 καθοριζομένων τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θεσπίζεται, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δύναται, δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ νὰ μεταβιβάζῃ ἑκάστοτε πρὸς τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἢ τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, ὅσας κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἁρμοδιότητας αὐτοῦ κρίνει περιωρισμένου ὑπηρεσιακοῦ χαρακτῆρος. Δὲν νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἰσχύοντος σήμερον Συντάγματος, εἶναι δυνατὸν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ προβαίνῃ εἰς ἐκχωρήσεις τῶν ἁρμοδιοτήτων του. Τὸ ὑποστηριχθέν, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ νομοθετικῶς εἶναι ἀβάσιμον, διότι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀρύεται τὰς ἁρμοδιότητάς του τῆς ἐνασκήσεως τῆς Κυβερνητικῆς ἐξουσίας ἀπὸ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα, ἐν ἄρθρῳ 76 καθορίζει ρητῶς, ὅτι «τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συγκείμενον ἐκ τῶν ὑπουργῶν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ». Συνεπῶς, κατὰ τὸ Σύνταγμα τὴν Κυβερνητικὴν ἐξουσίαν δὲν δύναται νὰ ἀσκῇ ἄλλο οἱοδήποτε Συλλογικὸν ὄργανον, ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἐνῷ εἰς τὸ ἄρθρον 1 παράγραφος 2 καθορίζεται, ὅτι δύναται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἐκχωρῇ ἁρμοδιότητας αὐτοῦ περιωρισμένου ὑπηρεσιακοῦ χαρακτῆρος, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ διαβάσετε τὸ ἄρθρον 2 ὅπου καθορίζονται αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ συνιστωμένου πλέον νέου Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου διὰ νὰ ἴδετε, ὅτι τὸ ἓν ἄρθρον συγκρούεται ἀπολύτως πρὸς τὸ ἄλλον. Διότι ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὸ ἄρθρον 1, μόνον περιωρισμένου ὑπηρεσιακοῦ χαρακτῆρος ἁρμοδιότητες δύναται νὰ ἐκχωρῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὴν παράγραφον 4 τοῦ ἄρθρου 2, α καὶ β, τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον καθορίζει, συμφώνως πρὸς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐπὶ γενικωτέρων θεμάτων ἀκολουθητέαν πολιτικήν, τῆς ὁποίας τὴν ὑπὸ τὴν καθ’ ἕκαστον Ὑπουργεῖον ἐφαρμογὴν παρακολουθεῖ, ἐποπτεύει καὶ συντονίζει, ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως ληπτέων γενικῆς σημασίας Κυβερνητικῶν μέτρων. Δηλαδή, ἔχετε ἀμέσως τὴν σύγκρουσιν τῶν δύο αὐτῶν διατάξεων, τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 2 καὶ τοῦ ἄρθρου 1. Διότι ἐνῷ εἰς τὸ ἄρθρον 1 καθορίζεται, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θὰ δύναται νὰ ἐκχωρήσῃ ἁρμοδιότητας περιωρισμένου ὑπηρεσιακοῦ χαρακτῆρος, ὅπως ἀντελήφθητε ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς παραγράφου 4 τοῦ ἄρθρου 2, θὰ δύναται τὸ Κ.Σ.Σ. καὶ γενικωτάτας ἁρμοδιότητας ἐπὶ τῶν γενικωτάτων θεμάτων τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς νὰ ἐκχωρῇ. Ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, κύριοι βουλευταί, τὰ ἰσχύοντα ἐν Ἀγγλίᾳ διὰ νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, παρὰ νὰ ἐπιχειροῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ὅπως εἶπε τὴν κοιτίδα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἰσχύει. Φαίνεται, ὅτι ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ Ἀγγλία δὲν διέπεται ὑπὸ αὐστηροῦ τυπικοῦ Συντάγματος, ὡς ἡ Ἑλλάς. Ἡ Ἀγγλία δὲν ἔχει Σύνταγμα, κύριοι βουλευταί. Ἡ Ἀγγλία ἔχει συνταγματικοὺς κανόνας καὶ βάσει αὐτῶν καὶ κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ χρόνου λαμβάνονται ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν τὰ ἔθιμα, καὶ τὰ ὁποῖα ρυθμίζουν καὶ τὴν συνταγματικὴν τάξιν καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν καὶ τὴν κυβερνητικὴν τάξιν ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως, ἔχομεν αὐστηρὸν τυπικὸν Σύνταγμα. Συνεπῶς θέλομεν ἢ δὲν θέλομεν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συμμορφούμεθα καὶ νὰ ρυθμίζωμεν τὰς νομοθετικὰς πράξεις μας ἐντὸς τῶν πλαισίων τῶν διατάξεων τοῦ αὐστηροῦ τύπου Συντάγματος.
§74Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπουσιάζει καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ὁ ἴδιος δὲν εἶπεν αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε. Δὲν ὡμίλησε περὶ συμφωνίας ἢ μὴ τῶν συμβουλίων τῶν κυβερνητικῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἀγγλία, πρὸς γραπτὸν Ἀγγλικὸν Σύνταγμα, ἀλλ’ ὡμίλησε περὶ συμφωνίας καὶ πλήρους ἁρμονίας τῶν συμβουλίων αὐτῶν πρὸς τὰς δημοκρατικὰς καὶ φιλελευθέρας ἀρχάς. Αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ αὐτὸ εἶναι οὐσιῶδες. Ἀντέκρουσε τὴν τόσον περίεργον κατηγορίαν τῶν ἀγαπητῶν ἐκ Κρήτης συναδέλφων καὶ φίλων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο δυνατόν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὅτι θὰ ἔχουν μέσα των μετανοήσει, ἀντέκρουσε, λέγω, ὁ κ. Στεφανόπουλος τὴν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Κρήτης διατυπωθεῖσαν κατηγορίαν, ὅτι αἱ διατάξεις αὐταὶ ἀντίκεινται πρὸς τὴν δημοκρατίαν καὶ τὸν φιλελευθερισμὸν, καὶ ὅτι σημαίνουν κάτι τὸ ὁλοκληρωτικόν. Ἑπομένως ὁ κ. Στεφανόπουλος δὲν εἶπεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σεῖς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀντικρούετε. Ἑπομένως ἂς συνεννοηθῶμεν, ὁ κ. Στεφανόπουλος εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἰσχύουν ὡρισμένοι θεσμοί, δὲν εἶπεν, ὅτι οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ ἔχουν διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως θεσπισθῆ, διότι γνωρίζει ἄριστα καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὅπως γνωρίζετε ἄριστα καὶ σεῖς καὶ ὅπως γνωρίζουν ἄριστα ὅλοι οἱ κ. βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν αὐτὰ δὲν ἔχουν συνταγματικῶς θεσπισθῆ. Δεύτερον, ὁ κ. Στεφανόπουλος εἶπε καὶ εἶχεν ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ τὸ ἰσχυρισθῇ, ἀπαντῶν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους ἐκ Κρήτης συναδέλφους, ὅτι ἡ ὕπαρξις αὐτῶν τῶν συμβουλίων ἄνευ διατάξεων συνταγματικῶν, διότι εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τοιούτων διατάξεων, ἡ ὕπαρξις τῶν συμβουλίων αὐτῶν δὲν ἀντίκειται πρὸς τὰς φιλελευθέρας καὶ δημοκρατικὰς ἀρχάς. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπέμεινε, καὶ ὀρθῶς ἐπέμεινεν, ὁ κ. Στεφανόπουλος.
§75Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης......
§76Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ προεκλήθη ὁ κ. Κοθρῆς, θέλει νὰ δηλώσῃ μετάνοιαν.
§78Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέψατέ μου νὰ καθησυχάσω τὸν κ. Κοθρῆν.
§79Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος δὲν ἐπροσέξατε ἐκεῖνα ποὺ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐγὼ εἶπα, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἡ νομοθετική, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐκεῖ ἐπάνω ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ ὁ κ. Στεφανόπουλος. Δὲν ὑπεστήριξα ἐγώ, ὅτι δὲν ὑπάρχει χρησιμότης τῶν ὀργάνων αὐτῶν.
§80Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, παρηκολούθησα μὲ πολλὴν προσοχὴν τί εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ διατυπώσω τὸ παράπονον, ὅτι δὲν μὲ παρηκολουθήσατε μὲ προσοχήν. Διότι δὲν εἶπον ἐγώ, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω ἐφ’ ὅσον δὲν τὸ ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Στεφανόπουλος, δὲν εἶπον, ὅτι ὁ κ. Στεφανόπουλος ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑπάρχει γραπτὸν Σύνταγμα ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἄρα ἐφ’ ὅσον αὐτὸ γίνεται ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν καὶ ἡμεῖς γραπτὸν Σύνταγμα δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τὰ ἴδια. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ οἰκοδόμησις τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, περὶ τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαινόντων δὲν ὠφελεῖ εἰς τίποτε, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν φαίνεται λησμονῶν, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ὑπάρχει γραπτὸν Σύνταγμα καὶ κατ’ ἀκολουθίαν εἶναι δυνατὸν ἐν Ἀγγλίᾳ ὅλοι οἱ θεσμοὶ ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς Οἰκονομικῆς καὶ Κοινωνικῆς ζωῆς νὰ καθορίζωνται, χωρὶς τοῦτο νὰ προσκρούῃ εἰς τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς τὰς ὁποίας κατὰ τὴν γνώμην μου προσκρούουν. Ἐν τούτοις καὶ τοῦτο δὲν ἦτο, ἀξιότιμε κ. ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εὔστοχον, διότι οὐδέποτε ἰσχυρίσθην πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶπεν, ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαινόντων, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἐφαρμογὴν ἐν Ἑλλάδι διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ὑπάρχει γραπτὸν Σύνταγμα, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν γραπτὸν καὶ μάλιστα τυπικόν, αὐστηρὸν Σύνταγμα καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ καθιέρωσις ὅλων αὐτῶν τῶν Κυβερνητικῶν συλλογικῶν ὀργάνων εὑρίσκεται ἐκτὸς τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία καθορίζει, ὅτι τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποτελούμενον ἐκ τῶν ὑπουργῶν καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ὅμως ἔρχεσθε διὰ νόμου καὶ ἱδρύετε νέον Κυβερνητικὸν Συλλογικὸν ὄργανον, εὑρίσκεσθε ἐντὸς τῆς Συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως. Ὑπὸ τὸν τίτλον Κυβερνητικὰ συλλογικὰ ὄργανα, φαντασθῆτε, ὅτι περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἄρθρον 5. Ξεύρετε δὲ τί ὁρίζει τὸ ἄρθρον 5; Ὁρίζει, ὅτι δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ συνιστᾷ Ἐπιτροπὰς ἐξ ὑπουργῶν, καὶ ἰδιωτῶν πρὸς μελέτην τοῦ Α ἢ Β θέματος. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι δυνατὸν εἰς Κυβερνητικὸν Συλλογικὸν ὄργανον νὰ περιλαμβάνωνται καὶ ἰδιῶται καὶ μὴ ὑπουργοί.
§81Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα τὰς μελέτας;
§82Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὄχι, τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει τὰς μελέτας μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουν τὰς μελέτας νὰ χαρακτηρίζωνται διὰ νόμων ὡς Κυβερνητικὸν συλλογικὸν ὄργανον. Καὶ ἐπίσης δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς Κυβερνητικὸν συλλογικὸν ὄργανον, ὡς ἀποκαλεῖται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ......
§83ΑΘ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. (Διακόπτει μὴ ἀκουόμενος).
§84Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τί θέλετε, κ. Παπαθανάση;
§85Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Μοῦ ἐπιτρέπετε, κ. συνάδελφε; Οἱ τίτλοι τῶν κεφαλαίων εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, προσδιορίζονται ἀπὸ τὸ κύριον περιεχόμενον καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν διατάξεων τοῦ Κεφαλαίου. Πράγματι ἐπιγράφεται τὸ Κεφάλαιον «συλλογικὰ ὄργανα», περιλαμβάνονται δὲ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι βεβαιότατα δὲν ἀφοροῦν εἰς Κυβερνητικὰ συλλογικὰ ὄργανα. Δὲν εἶναι Κυβερνητικὸν συλλογικὸν ὄργανον ἡ Νομοπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή. Δὲν εἶναι ἡ γραμματεία ἡ ὁποία ἐπικουρεῖ τὴν Νομοπαρασκευαστικὴν Ἐπιτροπήν. Σωρεία διατάξεων, αἱ ὁποῖαι περιέχονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ δὲν ἀφοροῦν εἰς συλλογικὰ Κυβερνητικὰ ὄργανα. Ἔγινεν ἡ ἔνταξις καὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἰς τὸ πρῶτον Κεφάλαιον, διότι ἔρχεται ὡς λογικὴ συνέχεια. Ἀλλὰ δὲν σημαίνει, ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὁμιλοῦν περὶ οὐδενὸς ἄλλου πράγματος, παρὰ μόνον τῶν Κυβερνητικῶν συλλογικῶν ὀργάνων. Ὅπως ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Κεφαλαίου Βʹ δὲν ὁμιλοῦν περὶ τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν ὑφυπουργῶν. Κύριε συνάδελφε, σεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε διαπρεπέστατος νομομαθὴς νομίζετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ δεύτερον καὶ τρίτον Κεφάλαιον περὶ τῶν γραμματειῶν, τῶν Ἐπιτροπῶν κλπ.; Προδήλως, αἱ εἰδικαὶ Ἐπιτροπαὶ παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ εἶναι συνεστημέναι, διὰ νὰ ἐπικουροῦν τὰ διάφορα συλλογικὰ Κυβερνητικὰ ὄργανα. Δὲν εἶναι δὲ Κυβερνητικὰ συλλογικὰ ὄργανα τοὐλάχιστον ἐκεῖναι ἐκ τῶν Ἐπιτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ μετέχουν ἰδιῶται.
§86Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸ φιλοφρόνημα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν μακροτάτην διακοπήν σας. Διότι ἀκριβῶς ἡ διακοπή σας μὲ ἀπήλλαξεν ἀπὸ τοῦ νὰ μνημονεύσω καὶ ὅλας τὰς ἄλλας προχειρότητας τοῦ νομοσχεδίου. Διότι ἔρχεσθε νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ὑπὸ τὸν τίτλον «Κυβερνητικὰ συλλογικὰ ὄργανα» περιελάβατε, ὡς θὰ ἔλεγον ἀμέσως προχωρῶν, καὶ τὴν Κυβερνητικὴν Νομοπαρασκευαστικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι ὑπὸ τὸν τίτλον «Κυβερνητικὰ συλλογικὰ ὄργανα» περιελάβατε καὶ τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον μετέχει καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ὁμολογῶ δέ, ὅτι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου νόμους, καὶ μάλιστα τόσον θεμελιώδεις καὶ βασικοὺς νόμους, νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐχαρακτηρίσθησαν καὶ διετυμπανίσθησαν ὡς παγίως ὀργανώνοντες τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ νόμοι αὐτοὶ νὰ ἔχουν τοιαύτην προχειρότητα καὶ τοιαύτας ἀντιφάσεις. Τοὐναντίον, οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι καταρτίζονται μετὰ τῆς δεούσης ἐπιμελείας καὶ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς, ἀξιότιμε κ. ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, σεῖς τὸ γνωρίζετε πολὺ καλά, διότι καὶ σεῖς εἶσθε ἐγκρατέστατος νομομαθής, οἱ νόμοι αὐτοὶ καὶ εἰς τοὺς τίτλους καὶ εἰς τὰ Κεφάλαια καὶ εἰς τὰς διατάξεις, ἔχουν ἐκεῖ ποὺ πρέπει τὰς οἰκείας διατάξεις, χωρὶς νὰ ἔχουν συγκρουόμενα μεταξὺ των ἄρθρα. Ἀλλά, ἂς προχωρήσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς τὸ δεύτερον Κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς ἁρμοδιότητας τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν ὑφυπουργῶν, διότι καὶ ἐκεῖ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐξόχως ἐνδιαφέρον ἀπὸ ἀπόψεως τῆς παραβάσεως τῶν σαφῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 6 καθορίζεται, ὅτι ἡ δυνατότης νὰ διορισθοῦν, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντάγματος, Ἀντιπρόεδροι τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οἱ ὁποῖοι ἀναπληροῦσι καὶ ἐπικουροῦσι τὸν Πρωθυπουργὸν εἰς ὅσας ἤθελεν ἑκάστοτε ὁρίσει δι’ ἀποφάσεώς του δημοσιευομένης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἁρμοδιότητας αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταί, ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἀντισυνταγματική. Ἡ ἁρμοδιότης τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν δύο ἢ τῶν τριῶν Ἀντιπροέδρων τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται καὶ δὲν κωλύεται νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν λέγωμεν Ἀντιπρόεδρον, ἐννοοῦμεν, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἀπουσιάζοντος τοῦ Προέδρου ἢ κωλυομένου τοῦ Προέδρου, καλεῖται νὰ ἀσκήσῃ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Συνύπαρξις Ἀντιπροέδρου, εἴτε ἑνός, εἴτε δύο ἢ τριῶν, μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως παρόντα καὶ ἀσκοῦντα τὰ καθήκοντά του καὶ μὲ ἐκχώρησιν πρὸς αὐτὸν μέρους τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀπολύτως ἀντισυνταγματικὴ καὶ θὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἄτοπα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένετε ὅπως δημιουργήσητε. Καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ τῶν Ἀντιπροέδρων, λέγει τὰ ἑξῆς: «Δύναται διὰ Διατάγματος προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ διορισθῶσιν εἷς ἢ πλείονες ἐκ τῶν ὑπουργῶν Ἀντιπρόεδροι τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐν ἐλλείψει Ἀντιπροέδρων ὁ Πρωθυπουργὸς ὁρίζει ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη, ἐκ τῶν ὑπουργῶν προσωρινὸν ἀναπληρωτήν». Συνεπῶς, βλέπετε, ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα τὸν Ἀντιπρόεδρον τὸν ἀντιλαμβάνεται ὡς ἀναπληρωτὴν καὶ προσωρινόν. Ἄλλωστε, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
§87ΑΘ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§88Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Αἱ παρεμβολαὶ διακοπῶν εἰς τὸ μέσον τῆς ὁμιλίας, κατ’ ἐμέ, δὲν ὀρθαί. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην καὶ νὰ κάμω ἐπίκλησιν αὐτῆς τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Αὐτὴ αὕτη ἡ ὕπαρξις Ἀντιπροέδρων, ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς οἱονδήποτε συμβούλιον καὶ εἰς οἱονδήποτε συλλογικὸν ὄργανον, ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἀπουσιάζοντος ἢ κωλυομένου τοῦ Προέδρου θὰ ἀσκῇ τὸ ἐκ τῶν προτέρων καθωρισμένον μέλος τοῦ συλλογικοῦ ὀργάνου τὰ καθήκοντα ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει καὶ τὰς ἁρμοδιότητας ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τοῦ Προέδρου. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπάρχει Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀσκῶν τὰ καθήκοντά του, δὲν ἠμπορεῖ νὰ συνυπάρξουν Ἀντιπρόεδροι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀσκοῦν παραλλήλως ὡρισμένον τμῆμα τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατόπιν μάλιστα ἀποφάσεως δημοσιευομένης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§89Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τὶ λέγει; «Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως τὸν ἀναπληροῖ ἐν τῇ ἰδιότητί του ὡς προϊστάμενον.................. ............ (ἀναγινώσκει) ..............».
§90Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Καὶ ἐπειδὴ τὸ λέγει αὐτὸ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ἀντίθετον εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν;
§91Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι διάταξις ἀναγκαστικοῦ νόμου.
§92Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀνεξαρτήτως ἐὰν πρόκειται περὶ Α. Ν., τὸ γεγονός, ὅτι ἕνας νόμος πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν ἔχει μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἀντισυνταγματικὴ δὲν σημαίνει, ὅτι ἐπειδὴ τὰ ἐπαναλαμβάνει ἕνας νέος νόμος, καθίσταται συνταγματικὴ καὶ πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς τὸ σήμερον ψηφιζόμενον νομοσχέδιον. Διότι, κ. Παπαθανάση, ὅπως γνωρίζετε, τὸ Σύνταγμα δὲν τροποποιεῖται διὰ νόμου.
§93Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν λέγει τὸ ἴδιον πρᾶγμα ἡ διάταξις αὐτή.
§94Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Συνεπῶς, εἶναι ἀπολύτως ἀντίθετος πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἡ διάταξις αὐτή, καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν ὑπάρχει ἡ πληροφορία, ἡ ὁποία ἐντόνως καὶ ἐπανειλημμένως ἐπανελήφθη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι πρόκειται νὰ ἔχωμεν τὸν χωρισμὸν τῆς Κυβερνητικῆς δραστηριότητος εἰς τρεῖς τομεῖς, ἀντελαμβάνετο κανεὶς καὶ τὴν σκοπιμότητα τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἂν ὅμως ἀληθεύῃ, ἡ σήμερον δημοσιευομένη εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας πληροφορία, ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως αὐτὸς ὁ διαχωρισμὸς εἰς τεχνικόν, οἰκονομικόν, διοικητικὸν καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖον ἄλλον τομέα, μὲ τοὺς ἐπὶ κεφαλῆς Ὑπουργοὺς καὶ μὲ τοὺς ἐπὶ κεφαλῆς Ἀντιπροέδρους Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως, εἰλικρινῶς δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατὶ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτά, κ. βουλευταί. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν σας ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 6, διότι ἐκεῖ πλέον δι’ ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δημοσιευομένης μάλιστα, εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἀνατίθεται καὶ ἡ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἐκπροσώπησις τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ συλλάβω κἂν τὴν ἔννοιαν αὐτῆς τῆς διατάξεως. Διότι, ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι οὐδὲν κώλυμα συνταγματικὸν ὑπάρχει, διότι οἱ ὑπουργοὶ τάχα ἔχουν ἁπλῶς ἐλευθέραν εἴσοδον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ αὐτὰ ἠμπορεῖ νὰ ἐλέγοντο, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ δύο ἄλλαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἄλλωστε θεμελιοῦται καὶ ἕνα μέγιστον μέρος τῶν πολιτικῶν κανόνων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας συστήματος. Ἡ διάταξις, ὅτι ἡ Βουλή, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ τὴν παρουσίαν τῶν ὑπουργῶν καὶ οἱ ὑπουργοὶ ὑποχρεοῦνται νὰ παρέχουν διασαφίσεις εἰς τὴν Βουλήν, ὁσάκις ζητηθῶσι, αἱ δύο διατάξεις αὐταὶ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι καθιεροῦν τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν. Καὶ ἀντιλαμβάνομαι ἀπολύτως, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δι’ οἱονδήποτε Α ἢ Β κώλυμα νὰ μὴ παραστῇ εἰς οἱανδήποτε συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν νόμον διάταξις, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δι’ ἀποφάσεώς του, δημοσιευομένης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναθέτῃ τὴν ἐκπροσώπησιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἰς ἕνα ἐκ τῶν ὑποκαταστάτων ὑπουργῶν; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ ἀντισυνταγματικότης. Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 παράγρ. 3 ἐπέρχεται ἡ πλήρης διάσπασις τῆς συλλογικῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 6 λέγει τὸ ἑξῆς: «... (ἀναγινώσκει) ......». Ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις αὕτη, κύριοι βουλευταί; Εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα εὐθύνονται καὶ ποινικῶς καὶ ἀστικῶς καὶ πολιτικῶς διὰ τὰς πράξεις αὑτῶν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των, καὶ εὐθύνονται διὰ πάσας τὰς κυβερνητικὰς πράξεις ἢ παραλείψεις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Κατὰ ποίαν ἔννοιαν συνταγματικήν, κατὰ ποῖον κανόνα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος, εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερώσητε εἰδικὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, δι’ ὅσα εἰς τὸν τομέα τῶν Ὑπουργείων συμβαίνουν καὶ εὐθύνην ἐπηυξημένην δι’ ὅσα οἱ παρ’ αὐτοῖς ὑφυπουργοὶ πράττουσιν, ἐν τῇ ἁρμοδιότητί των; Ἀλλά, εἰλικρινῶς, δὲν ἀντιλαμβάνομαι, διατὶ τόση ἐπιμονὴ εἰς τὴν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀναπλήρωσιν τῶν ὑπουργῶν. Καὶ πάλιν μὲ κάποιο λογοπαίγνιον θὰ ἐπιχειρήσουν νὰ μᾶς πείσουν, περὶ αὐτοῦ. Λέγει, κύριοι, τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργούς. Καὶ μᾶς εἶπον οἱ ἀξιότιμοι ρήτορες, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, ὅτι οὔτε διορισμοί, οὔτε παῦσις εἶναι ἡ ἀναπλήρωσις. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ὑποστηρίζωνται σοβαρῶς, αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι ἀναγκαία συνέπεια εἶναι, ὅτι οἱαδήποτε μεταβολὴ, εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ διωρισμένου ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ γίνῃ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, μὲ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐρωτῶ, διατὶ ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ πρᾶγμα θὰ ἐλύετο, ἐὰν ὅλαι αἱ ἀναπληρώσεις ἐξηκολούθουν νὰ γίνωνται διὰ Β. Διαταγμάτων, ὡς ἐπιτάσσει τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Συντάγματος; Ἀλλά, καθιεροῦται, παραλλήλως πρὸς τὴν ἀρχὴν καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ ἐκπροσωπῆται εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ ἕνα Ἀντιπρόεδρον, καθιεροῦται ἡ ἀρχή, ὅτι καὶ οἱ ὑπουργοί, ἠμποροῦν νὰ ἐκπροσωπῶνται ἀπὸ τοὺς ὑφυπουργούς. Διότι, ἄλλην ἔννοιαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7, παράγραφος 2, κατὰ τὴν ὁποίαν «οἱ ὑφυπουργοὶ ἐπικουροῦσι τὸν εἰς ὃν ὑπάγονται ὑπουργὸν ἀσκοῦντες ὅσα ἐκ τῶν ἁρμοδιοτήτων αὐτοῦ, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν, ἤθελεν ἑκάστοτε ἐκχωρεῖ ὁ ὑπουργός». Καὶ διερωτῶμαι, ποῖαι εἶναι αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἁρμοδιότητες τῶν ὑφυπουργῶν; Νὰ παρίστανται εἰς τὴν Βουλήν, νὰ δίδουν διασαφήσεις, νὰ ὑποστηρίζουν τὰ νομοσχέδιά των, καὶ νὰ παρίστανται εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, ἐὰν παρίσταται ἀνάγκη. Ὥστε, εἶναι δυνατόν, κύριοι, δι’ ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργοῦ, νὰ παραχωρῆται ἡ ἐκπροσώπησις τοῦ ὑπουργοῦ, εἰς τὸν ὑφυπουργόν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅμως, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν θὰ ἔχωμεν, ἀντὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ἐξουσιοδοτημένον ὑπουργὸν καὶ ἀντὶ τῶν ὑπουργῶν, τὸν ἐξουσιοδοτημένον ὑφυπουργόν, πράγματα, δηλαδή, ποὺ δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα.
§95Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Νομίζω, ὅτι παρεξηγήσατε καὶ τὴν διάταξιν αὐτήν, ὅπως ἔχετε παρεξηγήσει ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν φεύγει διόλου ἀπὸ τὰ καθιερωμένα καὶ δὲν φεύγει καθόλου ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἰδιαιτέρως μάλιστα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν, συναδέλφου κ. Μαρκεζίνη, εἴχομεν πάντοτε θεωρήσει ὡς ὀρθά. Ὑπῆρχον δύο εἰδῶν ὑφυπουργοί...
§96Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μίαν διακοπήν. Οὐδέποτε...
§97Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν ἠκούσατε τὶ θὰ εἴπω. Ἀκούσατε καὶ ἐὰν διαπιστώσετε, ὅτι δὲν λέγω τὰ ἀληθῆ, τότε μὲ διακόπτετε. Ὑπῆρχον λοιπόν, δύο εἰδῶν ὑφυπουργοί. Ὑφυπουργοί, τῶν ὁποίων τὸν τομέα καθώριζεν ὁ νόμος. Αὐτοὶ κατ’ οὐσίαν δὲν ἦσαν ὑφυπουργοὶ καὶ εἴχατε πάντοτε συνομολογήσει μαζί μου ἢ ἂν θέλετε εἶχα ἐγὼ συνομολογήσει μαζί σας, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑπάρχουν ὑφυπουργοί, τῶν ὁποίων τὸν τομέα νὰ καθορίζῃ ὁ νόμος, διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὀρθὸν εἶναι νὰ ὑπάρχουν δύο ὑπουργεῖα. Καὶ ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι ὑφυπουργοί, τῶν ὁποίων τὸν τομέα δὲν καθορίζει ὁ νόμος, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ὑφυπουργῶν τὰς ἁρμοδιότητας καθορίζει δι’ ἐξουσιοδοτικῆς πράξεως ὁ ὑπουργός. Ἅπαντες οἱ ὑφυπουργοί, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθόν, θὰ ἔχουν ἁρμοδιότητα, τὴν ὁποίαν δι’ ἐξουσιοδοτικῆς πράξεως θὰ ὁρίζῃ ὁ ὑπουργός. Ἡ ἐξουσιοδοτικὴ αὐτὴ πρᾶξις, θὰ ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς ἁρμοδιότητος θὰ ἀφορᾷ ἐπίσης, τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐμφάνισιν τοῦ Ὑπουργείου, ὡς πρὸς τὸν τομέα ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργός, δι’ ἐξουσιοδοτικῆς πράξεως, θὰ ἔχῃ ἀναθέσει εἰς τὸν ὑφυπουργόν. Φυσικὸν εἶναι, ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Δημάρατος, ὡρισμένα θέματα, τὰ ὁποῖα βάσει ἐξουσιοδοτικῆς πράξεώς του ἔχει ἀναθέσει, νὰ τὰ κατέχῃ περισσότερον ἀπὸ ἐμέ, διότι τὰ ἔγγραφα τὰ συνδεδεμένα μὲ τὰ θέματα αὐτά, δὲν ἔχουν περάσει ἀπὸ τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια τὰ ἰδικά μου, ἀλλὰ ἔχουν περάσει ἀπὸ τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια τοῦ κ. Δημάρατου, καὶ ὅταν εἰς τὴν Βουλήν, κάποιος ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων, ἐρωτήσῃ ἢ καὶ ἐπερωτήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, φυσικὸν εἶναι κατ’ ἀρχήν, διότι ἠμπορεῖ κάλλιστα νὰ παρέμβῃ καὶ ὁ ὑπουργός, ν’ ἀπαντήσῃ ὁ ὑφυπουργός, ν’ ἀπαντήσῃ βασιζόμενος ἐπὶ τῆς ἐξουσιοδοτικῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἔχει διατυπώσει ὁ ὑπουργός. Αὐτὰ λοιπόν, τὰ τόσον φυσικά, τὰ τόσον ἁπλᾶ, τὰ παρουσιάζετε ὡς ἀντισυνταγματικά, ὡς περίεργα, ὡς παράδοξα, ἐνῷ εἶναι φυσικαὶ λειτουργίαι προϋπάρχουσαι, αἱ ὁποῖαι μάλιστα προηγουμένως ἦσαν συνδεδεμέναι καὶ μὲ λειτουργίας μὴ φυσικάς, μὲ ὕπαρξιν, δηλαδή, ὑφυπουργῶν ἐχόντων τομέα ἀπολύτως ἀνεξάρτητον. Καὶ σήμερον κάμνομεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἐπανειλημμένως μοῦ εἶχεν εἴπη ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμνωμεν. Καὶ παρουσιάζεσθε σεῖς, ἐπειδὴ ὁ κ. Μαρκεζίνης δὲν εἶναι πλέον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ κατηγορῆτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὅταν ἦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπεστήριζε. (Χειροκροτήματα). Αὐτὸ ἀποτελεῖ πολιτικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν τακτικήν, ἡ ὁποία δὲν τιμᾷ τὴν νέαν ἀνεξάρτητον ὁμάδα.
§98Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι εὐτυχής, διότι, καίτοι ἀπὸ 8 μηνῶν ἀπουσιάζω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, μὲ ἐνθυμεῖσθε ἑκάστοτε, καὶ μὲ μνημονεύετε καὶ αἱ σκέψεις μου ἀποτελοῦν βάσιν διὰ νὰ προχωρῆτε εἰς τὴν περαιτέρω κυβερνητικήν σας πορείαν. (Χειροκροτήματα). Εἶναι ὅμως περίεργον, ὅτι συνεχῶς ἀπομονώνετε ὡρισμένα θέματα. Διότι ἂν ἐλέγοντο ὅλα, ὅσα εἴχομεν εἴπει διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς Κυβερνήσεως, πρωτίστως θὰ ἐμνημονεύατε, ὅτι οὐδέποτε ἐδέχθην, ὅτι δύναται τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον νὰ νομοθετῇ.
§99Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι αὐτό.
§100Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε λεπτομερείας Ὑφυπουργείων καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε συζητήσεις ἐπὶ βασικῶν διατάξεων τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, καίτοι ἠξεύρετε πόσην ἀδυναμίαν εἶχον εἰς αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ κατηγορούμην ἑκάστοτε, πότε δικαίως καὶ πότε ἀδίκως. Πάντοτε ἐπέμεινα εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ὡς θεσμοῦ ντὲ φάκτο. Καὶ ὅλα ὅσα ἐπιχειροῦνται νὰ γίνουν σήμερον, ἠμποροῦσαν νὰ γίνουν ντὲ φάκτο. Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ ἀπορία μας. Διατὶ προτιμᾶται ἡ διαδικασία τοῦ ἀντικειμένου πρὸς τὸ Σύνταγμα νόμου.
§101Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, καὶ ἡμῶν, αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται ντὲ φάκτο καὶ οὐσιαστικῶς πρέπει νὰ γίνωνται ἐπὶ τῇ βάσει νόμων καὶ κατὰ τρόπον φανερόν.
§102Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Στρατάρχου καὶ ὑμῶν, τὰ πάντα πρέπει νὰ γίνωνται ἔστω καὶ ἐὰν δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα, ἀρκεῖ νὰ γίνωνται φανερά. Τότε ἀνατρέψατε τὸ Σύνταγμα, καὶ καθιερώσατε τὴν ἀρχήν, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι οὐσιαστικῶς ἀνύπαρκτον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅτι γίνεται, ὅ,τι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου, ὅπως ἠξεύρετε τὸ ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, μὴ ὑπάρχοντος Συντάγματος αὐστηροῦ, ἠμπορεῖ ὡς λέγεται, νὰ κάμῃ τὰ πάντα, ἐκτὸς τοῦ νὰ μεταβάλῃ τὸν ἄνδρα εἰς γυναῖκα ἢ ἄλλως κάμετε ἐκλογὰς δι’ ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, κάμετε ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀσφαλῶς τότε θὰ ἠμποροῦν νὰ γίνουν αὐτά τὰ ὁποῖα θέλετε.
§103Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ὑποστηρίζετε σοβαρῶς, ὅτι ἐὰν ἕνας νόμος δώσῃ εἰς πέντε ὑπουργοὺς μίαν ἁρμοδιότητα εἶναι ἀντισυνταγματικός, ἐνῷ ἐὰν δώσῃ εἰς ἕνα μοναδικὸν ὑπουργὸν μίαν ἁρμοδιότητα εἶναι συνταγματικός; Ἀποτελεῖ τοῦτο λογικόν, ἀποτελεῖ σοβαρὸν ἐπιχείρημα;
§104Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶπον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἐγώ.
§105Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Αὐτὰ λέγετε.
§106Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Οὐδέποτε ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἔχων ἀπείρους ἁρμοδιότητας, εἶχεν ἁρμοδιότητα ὑποκαθιστῶσαν τὴν Κυβέρνησιν. Ἔπρεπε καὶ αὐτοῦ αἱ ἀποφάσεις του νὰ ἐπενδυθοῦν μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ νόμου.
§107Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν ὑπάρχουν νόμοι θεσπίζοντες, ὅτι ἕνας καὶ μόνος ὑπουργὸς, ἐκδίδει τὴν Α ἢ Β ἀπόφασιν, εἴτε τὴν Α ἢ Β πρᾶξιν, ὅτι προκαλεῖ τὴν ἔκδοσιν διαταγμάτων; Ἰσχυρίζεσθε σοβαρῶς, ὅτι τὸ Σύνταγμα δίδει εἰς τὸν νομοθέτην τὸ δικαίωμα νὰ χορηγῇ εἰς ἕνα καὶ μόνον πρόσωπον, Κυβερνητικὴν ἐξουσίαν καὶ δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς μίαν ὁμάδα προσώπων, εἰς 5–7 ὑπουργούς;
§108Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐὰν θέλετε σοβαρῶς νὰ τὸ συζητήσωμεν εὐχαρίστως νὰ τὸ συζητήσωμεν. Ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, βάσει νόμου ἀπ’ ὅταν ἔγινε, τὸ 1946, 48, 50 κλπ., εἶχεν ἁρμοδιότητας εἰς τὰς ὁποίας ὑποκαθίστα τὴν Κυβέρνησιν ὡς Κυβέρνησιν; Τότε ποίας;
§109Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ὄχι, τὴν Κυβέρνησιν, τὴν Κυβερνητικὴν ἁρμοδιότητα.
§110Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Διότι εἰδικῶς λέγετε, διὰ τὸν ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ. Θέλετε νὰ κάμετε μίαν ἐντύπωσιν καὶ εἴπατε, πὼς τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει εἰς ἕνα ὑπουργὸν νὰ ἔχῃ τοιαύτας ἁρμοδιότητας, καὶ δὲν ἐπιτρέπει εἰς 5 ὑπουργούς; Σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε τὸ ἕνα, οὔτε τὸ ἄλλο, ἐπιτρέπει. Ἀλλὰ ἐρωτᾶται, πότε ἕνας ὑπουργὸς ὑποκατέστησε τὴν Κυβέρνησιν; Ἐγὼ δὲν τὸ ἠξεύρω. Οὔτε ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, οὔτε ἄλλος ὑπουργός. Ἔγινε π.χ. ἡ ἀναπροσαρμογή. Τὴν ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ; Τὴν εἰσηγήθη ἁπλῶς εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, τοῦτο τὴν ἐνέκρινεν, ἐπῆγεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ κατόπιν ἐγένετο ὁ νόμος. Ἠμπορεῖ νὰ εἶχον, δι’ ἐπιστολῆς τοῦ Στρατάρχου εὐρυτάτας ἁρμοδιότητας, αἱ ὁποῖαι ἐκρίθησαν ἐδῶ, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Ἁρμοδιότητας ὅμως, αἱ ὁποῖαι καταργοῦν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δὲν τὰς εἶχον, ὅπως δὲν τὰς εἶχον καὶ οἱ ἄλλοι ὑπουργοί, ἀτομικῶς ἢ ἔστω καὶ καθ’ ὁμάδας.
§111Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δυστυχῶς, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δώσω καὶ πάλιν μίαν ἀπάντησιν, λέγω δὲ δυστυχῶς, ἐν σχέσει πρὸς ὑμᾶς, κύριε Λυκουρέζο, καὶ ὄχι ἐν σχέσει πρὸς τὸν κ. Μαρκεζίνην, διότι εἶσθε ἠναγκασμένος νὰ μένετε ὄρθιος ἐπὶ τοῦ βήματος. Ὁ κ. Μαρκεζίνης ἔκαμεν ἕνα λάθος. Ἐνόμισεν ὅτι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας διετύπωσα, ἀφεώρων τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ καὶ δὴ τὰς ἁρμοδιότητας αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὅταν ἦτο ὑπουργὸς Συντονισμοῦ. Ἐγὼ ὡμίλησα τελείως ἀντικειμενικῶς, καὶ ὡμίλησα, ὄχι σχετικῶς μὲ τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ἀλλὰ μὲ τὰς ἁρμοδιότητας οἱουδήποτε ὑπουργοῦ. Καὶ εἶπον κάτι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τὸ ἐπαναλάβω, διότι βλέπω, ὅτι ὁ κ. Μαρκεζίνης, δὲν θέλει νὰ τὸ ἀντιληφθῇ, ὅτι ἕνας νόμος, οἱοσδήποτε, κατὰ τὸ Σύνταγμα, εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ρυθμίζει τὰς τιμὰς τοῦ τάδε προϊόντος.
§112ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι συγκεκριμένον.
§113Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κατὰ τὰς ἀπόψεις τῆς ὁμάδος τῶν ἀνεξαρτήτων καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς παλαιᾶς καὶ φυσικῆς, τῆς ἐκ τῶν ἐκλογῶν προελθούσης, ἕνας νόμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰς τιμὰς εἶναι δυνατὸν νὰ καθορίσουν 3 ὑπουργοί.
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς ὑπεστήριξεν τοιοῦτόν τι.
§115Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ Σύνταγμα, ἐπαναλαμβάνω, ὁρίζει ὡρισμένας ἁρμοδιότητας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰς ὁποίας, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκχωρήσῃ. Δὲν δίδει τεκμήριον ἁρμοδιότητος εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Πέραν τῶν ἁρμοδιοτήτων, τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένων, εἶναι δυνατὸν νόμοι τοῦ Κράτους, νὰ ὁρίσουν ἁρμοδιότητας οἱουδήποτε μεμονωμένου ὑπουργοῦ, οἱουδήποτε συμβουλίου ὑπουργῶν, οἱουδήποτε ὀργάνου κυβερνητικοῦ. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει κάτι τὸ συγκεκριμένον, καὶ ἀλλοίμονον ἂν περιώριζεν εἰς τὸ συγκεκριμένον αὐτό, ὅλας τὰς δυνατότητας τοῦ μέλλοντος καὶ ἔλεγεν, ὅτι πέραν αὐτῶν τῶν συγκεκριμένων περιπτώσεων, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἀπόφασις καὶ δι’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τίποτε ἄλλο. Ἑπομένως, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, καὶ τοιουτοτρόπως κλείω τὴν διακοπήν, ἡ ὁποία ἐταλαιπώρησε τὸν ἀξιότιμον ἐκ Καλαμῶν συνάδελφον, ὅλα τὰ περὶ ἀντισυνταγματικότητος λεγόμενα ἀποτελοῦν μίαν ἀπολύτως πεπλανημένην ἀντιμετώπισιν τοῦ βασικοῦ αὐτοῦ προβλήματος. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον λειτουργεῖ, θὰ λειτουργῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὅπως ἐλειτούργησεν εἰς τὸ παρελθόν, ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ Συντάγματος. Τῶν ὑπουργῶν ἡ ἁρμοδιότης, εἶναι δυνατή, κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, εἰς ὅλην τὴν ἔκτασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα δὲν περιορίζει. Τέλος ἀποφάσεις καὶ ἁρμοδιότητας Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Συμβουλίων εἰδικωτέρων καὶ ἐπιτροπῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν λογικῶς καὶ σοβαρῶς, ὅτι ἀποκλείει τὸ Σύνταγμα τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀποκλείει ἁρμοδιότητας μεμονωμένου ὑπουργοῦ. Καὶ ἐρωτῶ, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν, θὰ κλείσω τὴν διακοπήν, ἐὰν κατήργει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ νόμος 5 ὑπουργοὺς καὶ ὥριζεν ἀντὶ τῶν 5 ὑπουργῶν, ἕνα ὑπουργὸν καὶ ἔθετεν ἐπὶ κεφαλῆς πέντε ὑπουργείων ἕνα ὑπουργόν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ κυβερνητικὰς ἁρμοδιότητας εἰς τὸν ἕνα καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ τὰς αὐτὰς ἁρμοδιότητας εἰς συμβούλιον ἀπαρτιζόμενον ἐκ πέντε ὑπουργῶν; Αὐτὸ θὰ τὸ ἐχαρακτηρίζατε ὡς ἀντισυνταγματικόν; Ἐνῷ τὴν συγχώνευσιν τῶν 5 Ὑπουργείων δὲν θὰ τὴν ἐχαρακτηρίζατε; Ἰδοὺ εἰς ποῖον ἄτοπον φθάνουν οἱ συλλογισμοί, τοὺς ὁποίους ἀναπτύσσουν οἱ κατακρίνοντες τὸ νομοσχέδιον.
§116Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὰ πράγματα εἶναι ἁπλᾶ. Ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ νόμος καὶ νὰ ὁρίζῃ καθήκοντα 7, 8, 9 ὑπουργῶν εἰς ἕνα ὑπουργόν. Δὲν ἠμπορεῖ ὅμως, νὰ γίνῃ νόμος ἀναθέτων τὸ σύνολον τῶν κυβερνητικῶν καθηκόντων εἰς ἕνα, δύο, τρεῖς ὑπουργούς, ἢ εἰς Ἐπιτροπὴν ὑπουργῶν ἄλλην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§117Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενα κυβερνητικὰ καθήκοντα.
§118Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἡ ὑψίστη ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν εἶναι νὰ καθορίζῃ μίαν κηδείαν δημοσίας δαπάνης, ἢ τὰ ἔξοδα διὰ τὴν Α ἢ Β ἀποστολὴν τοῦ οἱουδήποτε ἀξιωματικοῦ ἢ πολίτου. Εἶναι νὰ ἀσκῇ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκεῖ δὲν χωρεῖ ὑποκατάστασις.
§119Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Σεῖς νομίζετε, ὅτι κατ’ οὐσίαν πρέπει νὰ μεταβιβάζεται ὡρισμένη ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὄχι ὅμως κατὰ τύπους καὶ κατὰ τὸν νόμον. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι καὶ κατ’ οὐσίαν πρέπει νὰ μεταβιβάζεται καὶ νὰ μὴ γίνεται παρασκηνιακῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φανερὰ ἔπρεπε νὰ γίνεται.
§120Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Διὰ οὐσίαν, δηλαδή, ν’ ἀγνοοῦμεν καὶ νὰ παραβιάζωμεν τὸ Σύνταγμα;
§121Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν παραβαίνομεν τὸ Σύνταγμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μας. Σεῖς ὅμως ἰσχυρίζεσθε νὰ τὸ πράττωμεν κατ’ οὐσίαν, ἐξαπατῶντες τὸν λαόν.
§122Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ φράσις σας εἶναι ἀπαράδεκτος.
§123Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ἐξαπατῶντες τὸν λαὸν καὶ ἀφήνοντες τὸν λαὸν μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπιλαμβάνεται θεμάτων, τῶν ὁποίων δὲν ἐπιλαμβάνεται. Ὁ λαὸς πρέπει νὰ γνωρίζῃ βάσει τοῦ νόμου, τίνων θεμάτων ἐπιλαμβάνεται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τίνων θεμάτων ἐπιλαμβάνεται ἕνα οἱονδήποτε εἰδικώτερον Κυβερνητικὸν Συμβούλιον. Αὐτὸ σημαίνει δημοκρατικὴν ἔναντι τοῦ λαοῦ τακτικὴν καὶ αὐτὴ ἡ δημοκρατικὴ τακτικὴ δὲν ἀντίκειται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα.
§124Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Αὐτὸ σημαίνει προσπάθεια δημιουργίας ἐντυπώσεων καὶ μόνον. Μήπως δὲν ἦτο δημοκρατικόν, ὅτι ἐπὶ δεκαετηρίδας, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐλειτούργησεν αὐτὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὡς θεσμὸς ντὲ φάκτο κλπ., ὄχι ὡς νομοθετημένος θεσμός; Ἤρχισεν ἡ τάσις πρὸς νομιμοποίησιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μόνον ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου καὶ κατεκρίθη πολὺ τοῦτο, διότι οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ ἐλέχθη δὲν πρόκειται νὰ περικλείωνται εἰς νομοθετικὰ πλαίσια. Ὅλαι, λοιπόν, αἱ Κυβερνήσεις καὶ ἄλλων χωρῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον Ὑπουργικὰ Συμβούλια ντὲ φάκτο καὶ ὄχι βάσει νόμου, ἐξηπάτουν τοὺς λαούς των; Ἰδοὺ ποῦ ἔγκειται ἡ ματαία προσπάθεια δημιουργίας δημαγωγικῶν ἐντυπώσεων καὶ μόνον.
§125Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νομίζω, ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἐρωτημάτων σας ἐλάβατε ἀπάντησιν καὶ πλήρη ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴν κ. Μαρκεζίνην. Ἀλλὰ σᾶς ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν διακοπήν, τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς μοῦ ἐκάματε. Καὶ πρὶν σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαπιστώσω καὶ πάλιν, ὅτι δὲν μὲ παρακολουθῆτε μὲ προσοχήν, διότι ἐὰν μὲ παρηκολουθήσατε μὲ προσοχήν, δὲν θὰ μοῦ ἐκάμνατε τὴν διακοπήν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐκάματε. Ἐξανέστητε διακόπτων καὶ εἴπατε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτρεπτόν, εἷς ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς ἐκχώρησιν ἁρμοδιοτήτων εἰς ὑφυπουργόν. Δὲν ὑπεστήριξα τοιοῦτον πρᾶγμα, κ. ὑπουργέ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ ἐφ’ ὅσον μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ μὲ διακόψετε, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ κατέκρινα τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς θὰ δύναται νὰ ἐκχωρῇ τὰς κοινοβουλευτικάς του ἁρμοδιότητας πρὸς τὸν ὑφυπουργόν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον ὡς ἐὰν ἐκχωρῇ τὰς ὑπουργικάς του ἁρμοδιότητας. Ἐπεκαλέσθητε τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν οἱ ὑφυπουργοί, νὰ ἔχουν ἐκ τοῦ νόμου προκαθωρισμένας ἁρμοδιότητας. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος. Μάλιστα δὲν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν, δημοσίᾳ νὰ ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις μου, ἀλλά, εἰς σχετικὰς συζητήσεις κατέκρινα τὸν διὰ νόμου καθορισμὸν τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Ὑφυπουργείου Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἐγὼ λοιπόν, ὑποστηρίζω καὶ χαίρω, ποὺ καὶ σεῖς εἶσθε σύμφωνος, εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης ὑπεστήριξεν, ὅτι οἱ ὑφυπουργοὶ πρέπει νὰ ἔχουν τὴν ἁρμοδιότητά των δοτὴν ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς. Διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς γίνει προκαθορισμὸς ἁρμοδιοτήτων ἐκ τοῦ νόμου, παύει οὐσιαστικῶς νὰ εἶναι ἑνιαῖον τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐπέρχεται διάσπασις τῆς ἑνότητος τοῦ Ὑπουργείου. Δὲν εἶπα ἐγὼ τὶ ἀντίθετον, κύριε ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὥστε νὰ μὲ διακόψετε καὶ νὰ ἐκφράσετε τὴν ἔκπληξίν σας. Εἰς ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἴπατε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο ποῦ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὅτι μόνον πρὸς δημιουργίαν ἐντυπώσεων τὰ λέγετε. Εἶναι νομίζω προφανές, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ ἰσχυρίζεται ὁ κ. ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον νὰ συγχωνεύσωμεν 5 Ὑπουργεῖα μὲ τὸ νὰ ἐκχωρήσωμεν εἰς 5 ἢ 6 ἢ 10 Ὑπουργεῖα τὴν ἄσκησιν τῆς Κυβερνητικῆς ἐξουσίας; Καὶ εἶναι δυνατὸν σεῖς, κύριε ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὁ ὁποῖος εἶσθε καὶ παλαιὸς πολιτικὸς ἐγκρατέστατος νομικὸς νὰ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ Κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα καὶ πρὸς τὰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ποὺ λέγει, ὅτι τὴν Κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, τὴν Κυβέρνησιν, ἀποτελεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκχωρῆται ἡ ἄσκησις τῆς Κυβερνητικῆς ἐξουσίας πρὸς ὀλιγομελεῖς Ἐπιτροπὰς ὑπουργῶν διὰ νόμου; Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν τῇ πράξει μὲ τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη ἐκ τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἐξελίξεων τοῦ τόπου, δὲν ἦτο τίποτε τὸ κακόν. Διότι τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον δὲν ἐλάμβανεν ἀποφάσεις δι’ ὧν νὰ ρυθμίζεται τὸ Αʹ ἢ Βʹ θέμα. Ἀλλά, ὅ,τι συνεζητεῖτο εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον πράγματι προσφέρει οὐσιώδη συμβολὴν εἰς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου, ἐλάμβανε πάντοτε ἀναλόγως τοῦ θέματος, τὸ ἐξωτερικὸν ἔνδυμα τοῦ νόμου ἢ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ μοῦ λέγετε, ὅτι ἀποτελεῖ — μεγαρρήμων ὁμολογουμένως φράσις — ὅτι ἀποτελεῖ ἐξαπάτησιν τοῦ λαοῦ, ὅτι τάχα θέλομεν νὰ κάμωμεν ἐν κρυπτῷ τὸ Α ἢ Β. Τίποτε δὲν θέλομεν νὰ γίνεται ἐν τῷ κρυπτῷ, ὅλα θέλομεν νὰ γίνωνται φανερά, ὅλα σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ Πολίτευμα καὶ οὐχὶ νὰ ἀνατρέπωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ πολίτευμα διὰ νὰ ἱκανοποιοῦμεν τὰς πολιτικάς μας ἀνάγκας. Καί, ἤδη, κύριε ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διὰ νὰ τελειώσω τὴν τόσον, ὄχι ἐξ αἰτίας μου καθυστερήσασαν ἀπάντησιν εἰς τὴν διακοπήν σας, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε, ὅτι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ δὲν τιμᾷ τὴν ἀνεξάρτητον ὁμάδα, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἔχετε εἴπει. Ἕκαστος ρυθμίζει τὴν κοινοβουλευτικὴν καὶ κοινωνικὴν καὶ ἐπαγγελματικήν του τακτικὴν ἀναλόγως τῶν ἀντιλήψεών του. Τί τιμᾷ ἕκαστον καὶ τί δὲν τιμᾷ, αὐτὸ θὰ τὸ κρίνῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ αὔριον ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. (Χειροκροτήματα, θόρυβος). Μάλστα, θὰ τὸ κρίνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§126Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε ψηφίσει Παπάγον καὶ ὄχι τὰ Ἐπιτροπάτα τῶν Ἀντιπροέδρων καὶ τὰ ἐνδοκυβερνητικὰ σοβιέτ.
§127Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Εἶναι τόσον ἄτοπος ἡ λέξις, τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησεν ὁ κ. συνάδελφος, ὥστε δὲν εἶναι ἀξία ἀπαντήσεως. Ἐπιμένω, εἶναι τόσον ἄτοπος ἡ λέξις, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι δημιουργοῦνται Ἐπιτροπεῖαι καὶ σοβιέτ.
§128Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ὁ λαός. (Γέλωτες). Μὴ γελᾶτε, διότι ὅποιος γελᾷ τελευταῖος, γελᾷ καλύτερα.
§129Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Αὐτὰ εἶχον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Καὶ συνεχίζων, θὰ ἤθελα τοῦτο νὰ τονίσω. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι βουλευταί, ποῖοι σοβαροὶ ἐθνικοὶ λόγοι ἐπέβαλον αὐτὴν τὴν ἐσπευσμένην συγχώνευσιν Ὑπουργείων καὶ τὴν ἐσπευσμένην ἵδρυσιν Ὑφυπουργείων. Θὰ εἶχον προχείρως, νὰ παρατηρήσω, διότι μοῦ κάμνει πραγματικῶς ἐντύπωσιν, ὅτι συγχωνεύονται αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐντὸς 48 ὡρῶν, δύο τεράστια Ὑπουργεῖα μὲ τεραστίους ἕκαστον τομεῖς, ὡς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Δημ. Ἔργων καὶ δὲν γίνεται λόγος π.χ. διὰ τὴν συγχώνευσιν δύο ἄλλων Ὑπουργείων, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῆς συγχωνεύσεως, διότι καὶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἱδρύσεώς των ἐκρίθη ὡς ἄσκοπος ὁ διαχωρισμός των, ἐννοῶ τὰ Ὑπουργεῖα Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας. Δὲν λέγω, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν χρήζουν εἰδικωτέρας μελέτης, ἀλλὰ διερωτῶμαι διατὶ ἐν σπουδῇ εἰσάγεται ἡ συγχώνευσις δύο τόσον μεγάλων Ὑπουργείων, μὲ τόσον εὐρυτάτας ἁρμοδιότητας. Μήπως, δηλαδή, παρὰ τοὺς Ἀντιπροέδρους τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε κἄποιος τῶν ὑπουργῶν νὰ ἔχῃ μίαν ὁμάδα ὑφυπουργῶν; Καὶ εἶναι τοῦτο ἄραγε ἱκανοποίησις λόγων πολιτικῶν, λόγων ἐθνικῶν λόγων πληρεστέρας ἀποδόσεως τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου; Νὰ ἱδρύωνται καὶ Ὑφυπουργεῖα. Ἐγὼ προσωπικῶς ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τείνῃ ἡ Κυβέρνησις, γενομένων τῶν καταλλήλων τροποποιήσεων ἐν τῷ μέλλοντι, εἰς τὴν ὕπαρξιν πολὺ ὀλίγων ὑπουργῶν καὶ περισσοτέρων ὑφυπουργῶν. Αὐτὴ εἶναι ἀντίληψις ἰδική μου. Ἀλλ’ ὅταν διατηροῦνται ὅλα αὐτὰ τὰ Ὑπουργεῖα, ὅταν διατηροῦνται κεχωρισμένα Ὑπουργεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν ἔχει ὡριμάσει ἡ ἀντίληψις, ὅτι πρέπει νὰ συγχωνευθοῦν, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ ἔχουν διαχωρισθῇ, ὅταν ἱδρύονται Ὑφυπουργεῖα εἰς τὴν Προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Κοινωνικῆς Προνοίας καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ διὰ ποῖον λόγον καὶ διὰ ποίαν σκοπιμότητα γίνεται τοῦτο, πέραν τῆς ἱκανοποιήσεως ἐνδεχομένως οἱωνδήποτε κομματικῶν λόγων.
§130Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Καὶ νὰ καταργοῦν τὸ σπουδαιότερον καὶ ἀναγκαιότερον Ὑφυπουργεῖον τῶν Σεισμοπλήκτων.
§131Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Βεβαίως, ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ κ. ἐκ Σάμης συνάδελφος, νὰ καταργῆται ἓν Ὑφυπουργεῖον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἶχεν ἀκόμη ἐπί τινα χρόνον κάποιον προορισμὸν νὰ ἐπιτελέσῃ. Ἀρχόμενος, κύριοι βουλευταί, τοῦ λόγου μου εἶπον, ὅτι δύο εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον φέρει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ σαφὴς παραβίασις διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἰσχυουσῶν ἀπὸ ἑκατονταετίας ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἡ παραβίασις τῶν πολιτικῶν κανόνων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος. Καὶ καθίσταται ἔτι βαρύτερον τὸ πρᾶγμα, ὅταν σκεφθῇ κανείς, ὅτι ὅλα ταῦτα, δὲν γίνονται παρὰ μόνον πρὸς ἱκανοποίησιν κομματικῶν σκοπιμοτήτων καὶ κομματικῶν ἀναγκῶν τῆς στιγμῆς. Καὶ ἐκπλησσόμεθα, ὅταν βλέπωμεν νὰ ἀπειλῆται ὁ διαχωρισμὸς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τρεῖς τομεῖς. Καὶ ὅταν βλέπωμεν τὴν καθιέρωσιν πέντε ὁλοκλήρων τάξεων ὑπουργῶν, τῶν ὑπουργῶν–Ἀντιπροέδρων, τῶν ὑπουργῶν–μελῶν τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, τῶν ὑπουργῶν—ὁμαδαρχῶν, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ὑφυπουργοὺς τρεῖς καὶ ἄνω, τῶν ἁπλῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν ὑφυπουργῶν! Καὶ ὅταν βλέπωμεν νὰ ἱδρύωνται Κυβερνητικὰ καὶ ὡς ἀποκαλοῦνται συλλογικὰ ὄργανα καὶ Ἐπιτροπαὶ μὲ συμμετοχὴν καὶ ἰδιωτῶν. Θὰ ἤθελον, κύριοι βουλευταί, πρὶν ἢ περαιώσω τὸν λόγον μου, νὰ σᾶς ἐνθυμίσω μίαν περικοπὴν λόγου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν 19ην Ἰανουαρίου 1952. Ὁ Στρατάρχης Παπάγος ὁμιλῶν πρὸς τὸν λαὸν τῶν Πατρῶν, μεταξὺ ἄλλων ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Καὶ ὅταν λέγωμεν Κράτος, αὐτομάτως νοοῦμεν τὴν πειθάρχησιν εἰς αὐτό, ὅλων ἐκείνων τῶν ἀσυδότων αὐτονόμων ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀντιποιοῦνται ἐξουσίαν αὐτοῦ. Ἐννοοῦμεν ἀκόμη τὴν ἑνότητα εἰς τὰς ἐκδηλώσεις τῆς Κρατικῆς μηχανῆς καὶ κατ’ ἐξοχήν, εἰς ὅτι ἀφορᾷ τὸν οἰκονομικὸν βίον. Διότι οὐδεμία οἰκονομικὴ προσπάθεια, δύναται νὰ ἀναληφθῇ ὅταν ὑφίσταται ἡ σημερινὴ σύγχυσις καὶ ἀποτελμάτωσις ἁρμοδιοτήτων. Ἐννοοῦμεν τέλος Κράτος εὐθύνης καὶ ὄχι Κράτος Ἐπιτροπῶν, Κράτος ἐργασίας καὶ ὄχι Κράτος προνοίας τοῦ κόμματος. Πρέπει νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὸ καθεστώς, εἰς τὸ ὁποῖον ὑφίσταται δυνατότης νὰ ἀνεύρῃ κανεὶς τὴν ὑπεύθυνον Κρατικὴν λειτουργίαν διὰ τὸ συγκεκριμένον θέμα καὶ ὄχι ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν ποικιλωνύμων Ἐπιτροπῶν, ἡ μὲν ἀλήθεια νὰ συσκοτίζεται, ἡ δὲ εὐθύνη νὰ ἐξαφανίζεται». Αὐτὰς τὰς ἐπαγγελίας ἔλεγε πρὸς τὸν λαὸν τῶν Πατρῶν ὁ Στρατάρχης Παπάγος.
§132Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ἔχετε τὴν γνώμην, ὅτι αἱ φράσεις αὗται τοῦ κ. Στρατάρχου ἀφεώρων Ἐπιτροπὰς ὑπουργικάς;
§133Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πέραν τῆς ἑνότητος τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς Κυβερνητικῆς ἐξουσίας, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ θὰ ἐπροχώρει καὶ εἰς τὴν κατάργησιν καὶ ὅλων τῶν ποικιλωνύμων αὐτῶν Ἐπιτροπῶν καὶ Ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἑνὸς διασποῦν τὴν Κυβερνητικὴν ἑνότητα καὶ ἀφ’ ἑτέρου συγκαλύπτουν καὶ ἐξαφανίζουν τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπευθύνου. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐμνημόνευσα ὅσα εἶπε πρὸς τὸν λαὸν τῶν Πατρῶν ὁμιλῶν τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1952 ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν λέγω, μετὰ τοιαύτας ἐπαγγελίας, κύριοι βουλευταί, φέρεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνωτάτην Κρατικὴν ἱεραρχίαν, τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, καὶ ἔχει διατάξεις ἀναφερομένας εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῆς ὑπὲρ τοῦ κόμματος προνοίας, εἰς ὑμᾶς ἐναπόκειται νὰ κρίνητε ἐὰν δύνασθε νὰ τὸ περιβάλετε διὰ τῆς ψήφους σας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τοῦ κέντρου).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἡ κάτωθι πρότασις ὑπογραφομένη παρὰ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Πρὸς Τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Οἱ ὑπογεγραμμένοι βουλευταὶ κρίνοντες, ὅτι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης ἀναπτύξεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκ μέρους τῶν κ.κ. εἰσηγητῶν τῆς πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας, διεφωτίσθη ἀρκούντως ἡ Βουλὴ καὶ προφανῶς ἐξηντλήθη τὸ θέμα. Προτείνομεν ὅπως περιορισθῇ ὁ ὑπόλοιπος χρόνος συζητήσεως τιθεμένου χρονικοῦ ὁρίου ¾ τῆς ὥρας διὰ τὰς ἐφ’ ἑξῆς ἀγορεύσεις. Ι. Ἰντζές, Γ. Τζαμαλούκας, Π. Τσούτσουρας, Κλ. Γιαννούσης, Ε. Καλαντζῆς, Δ. Λόντος, Δ. Χατζόπουλος, Μ. Γεωργαντᾶς, Β. Παπαρρηγόπουλος, Δ. Γεωργαντέλης, Π. Βουδούρης, Στ. Μακρόπουλος, Δ. Καρρέρ, Κ. Γιαβάσογλου, Κ. Βάσος, Ἡρ. Σακκαλῆς, Ι. Χατζηνικολῆς, Ι. Κοντοβράκης, Χ. Ψαρρός, Δ. Στεφάνου, Χρ. Βαφέας, Γ. Βούλγαρης, Τ. Πάρρης, Φ. Γεροθανάσης, Α. Γαλιαδοῦρος, Δ. Ἀλιπράντης, Δ. Κουτσιμπός, Α. Καλαντζάκος, Λ. Οἰκονομόπουλος, Γ. Κοσμᾶς, Ι. Λύρας, Π. Κάβδας, Α. Παυλόπουλος, Κ. Παπακωνσταντίνου, Ἀθ. Λεονταρίδης, Φετὰ Ὀγλοῦ Ὀσμὰν Νουρῆ, Ε. Ἀλιπράντης, Ν. Ρηγόπουλος, Κ. Ποντίδης, Δ. Πετροπουλάκος, Ν. Βαρβιτσιώτης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν, παρακαλῶ ὅπως ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως ἡ χρονικὴ διάρκεια τῶν ἀγορεύσεων τῶν ὑπολοίπων ρητόρων περιορίζεται εἰς τὸ ¼ τῆς ὥρας. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§135Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου εἶναι ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος καὶ ὀφείλει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἀπασχοληθῇ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ σοβαρότητος, καθ’ ὅσον ἅπτεται καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς χώρας καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ μας καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἡμεῖς οἱ ἱερουργοῦντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν μετὰ φρονήσεως. Τὸ σχέδιον νόμου ἔχει τρεῖς ἀπόψεις. Τὴν συνταγματικήν, τὴν θεωρητικὴν καὶ τὴν οὐσιαστικὴν ἄποψιν. Καὶ θὰ τὸ ἐξετάσω ἐν συντομίᾳ ἀπὸ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἀπόψεις. Καὶ πρῶτον ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντάγματος τὸ προβλέπον τὸν θεσμὸν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλεῖ περὶ ἑνὸς ἢ πλειόνων Ἀντιπροέδρων. Καὶ ἐνῷ αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις τῆς χώρας μετὰ φειδοῦς ἔκαμνον χρῆσιν τῆς παρεχομένης εὐχερείας, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐκφεύγει ἀπὸ τὰ μέχρι τοῦδε ἐφαρμοσθέντα καὶ θεσπίζει πλέον τοῦ ἑνὸς Ἀντιπροέδρους. Θὰ ἐπιβαρύνῃ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν μὲ πολλοὺς Ἀντιπροέδρους, δυσχεραίνοντας τὸ Κυβερνητικὸν ἔργον. Βεβαίως τοῦτο δημιουργεῖ θέμα ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ δημιουργήσῃ πλέον τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν δύο τὸ πολὺ ἀντιπροέδρων, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω, ὅτι θὰ κωμικοποιήσῃ τὸν θεσμόν, διότι λόγῳ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν ἀντιπροέδρων, ὁ θεσμὸς θὰ χάσῃ τὴν ἀξίαν του. Πάντως ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκφεύγει τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων καὶ αὐξάνει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀντιπροέδρων ἐπιβαρύνουσα οὕτω καὶ τὸν προϋπολογισμόν. Ὡς πρὸς τὸν προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 76 τοῦ Συντάγματος θεσμόν, τῶν ὑφυπουργῶν, ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐνῷ αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις ἔκαμναν φρόνιμον χρῆσιν τῆς παρεχομένης εὐχερείας διορισμοῦ ὑφυπουργῶν, τοὺς ὁποίους ἐτοποθέτουν ὅπου αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἀπῄτουν καὶ ἐπέτυχεν ὁ θεσμὸς οὗτος, ἔν τινι μέτρῳ, σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ αὐξάνει τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑφυπουργῶν καταργεῖ τὸ Ὑφυπουργεῖον Σεισμοπλήκτων Νήσων, παραδεχομένη ἴσως ἐμπράκτως, ὅτι ἀπέτυχεν εἰς τὴν προσπάθειάν της, πρὸς στέγασιν τῶν ἀτυχῶν σεισμοπαθῶν. Καταργεῖ ἀκόμη καὶ τοὺς τρεῖς ὑφυπουργοὺς τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, οἵτινες ἦσαν ἀπαραίτητοι, λόγῳ τῆς σημερινῆς διαρθρώσεως τοῦ στρατεύματος, δι’ οὓς λόγους ἐξεθέσαμεν ἐν τῇ Βουλῇ ὅταν ἐψηφίζετο ὁ εἰδικὸς νόμος «περὶ ἱδρύσεώς των». (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Γ. ΠΛΑΤΗΣ). Θὰ ἐπεθύμουν τὴν διατήρησιν καὶ τοῦ ὑφυπουργοῦ Σεισμοπλήκτων Νήσων καὶ ἰδιαιτέρως τῶν τριῶν ὑφυπουργῶν Ἐθνικῆς Ἀμύνης, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν ἐπαυξάνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑφυπουργῶν καὶ δημιουργοῦνται ὑφυπουργοὶ ἐκεῖ, ὅπου δὲν χρειάζονται, ὅπως φερ’ εἰπεῖν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅπου ἀρχικῶς, ἦτο ὑφυπουργὸς παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ μεταγενεστέρως ἔγινε ὑπουργὸς καὶ ἀκολούθως σήμερον γίνεται καὶ ἕνας ἀκόμη ὑφυπουργὸς παρὰ τῷ ὑπουργῷ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κάμνει κακὴν χρῆσιν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἐπαυξάνουσα ἀσκόπως τὰς θέσεις τῶν ὑφυπουργῶν, ἐνῷ καταργεῖ χρήσιμα ὑφυπουργεῖα. Ἡ Κυβέρνησις καταργεῖ χωρὶς αἰτιολογίαν τὰ δύο Ὑπουργεῖα, Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων, συγχωνεύουσα ταῦτα εἰς ἕν, τὰ ὁποῖα πρὸ τοῦ 1914 ἀπήρτιζον ἕνα Ὑπουργεῖον. Ἔκτοτε ἐδημιουργήσαμεν νέα προβλήματα καὶ σήμερον αἱ συνθῆκαι εἶναι τελείως διαφορετικαί. Ἕκαστον τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων, ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσῃ τεράστια προβλήματα καὶ ὑπάρχει δι’ ἕκαστον ὑπουργὸν τόση ἐργασία ὥστε μετὰ δυσκολίας νὰ δύναται ἕκαστος νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν φόρτον. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως, νὰ δεχθῶμεν ἀδιαμαρτυρήτως, ὡς ἐπιβαλλομένην τὴν κατάργησιν, ἀλλὰ νὰ τὴν ἑρμηνεύσωμεν, ὡς ἐλέχθη ὑπό τινος συναδέλφου, ὡς προϋπόθεσιν ἱκανοποιήσεως ἑνὸς ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ θέματα, δὲν πρέπει νὰ λύωνται βάσει τῶν κομματικῶν ἀναγκῶν πρὸς ἱκανοποίησιν προσώπων, ἀλλὰ βάσει τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ. Τὸ νομοσχέδιον ἀκολουθεῖ ὅλως ἀντίθετον τακτικήν, θεσπίζον διατάξεις ὄχι πρὸς ἱκανοποίησιν Κρατικῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ προσωπικῶν φιλοδοξιῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περαιτέρω, ἱδρύεται Νομοπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐσκέφθη ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ ἀποτελέσῃ τροχοπέδην καὶ ἐμπόδιον διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Κρατικῆς μηχανῆς, πρὸς σύνταξιν καὶ ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων. Τὰ σχέδια νόμων διὰ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Βουλὴν ἀκολουθοῦν ὡρισμένην διαδικασίαν. Μετὰ τὴν σύνταξίν των εἰς τὰ κατὰ μέρος Ὑπουργεῖα, τὰ νομοσχέδια ὑποβάλλονται κατὰ νόμον εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον, εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἴς τινα περιπτώσεις, ὅπου ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ΑΣΔΥ εἰς ἄλλας περιπτώσεις. Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς Κρατικὰς ὑπηρεσίας τυγχάνουν ἐπεξεργασίας. Μετὰ ὑποβάλλονται εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον καὶ ἀκολούθως εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα προστίθενται ἡ νομοπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ὁ ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, ὅπου θὰ ὑποβάλλωνται τὰ νομοσχέδια, κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Θὰ ἴδητε ἐν τῇ πράξει, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ ὁ θεσμὸς οὗτος ὁ νέος, καὶ θὰ καταργηθῇ. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ἐκ τῆς καθιερώσεως τῆς Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ δημιουργηθῇ καὶ κάποια δαπάνη εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§136Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Οὐδεμία ἀπολύτως δαπάνη.
§137Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν δημιουργεῖ, ἀλλὰ πάντως θὰ δημιουργηθῇ κάποια δαπάνη, ἐκ τῆς λειτουργίας τῆς γραμματείας τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης. Ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις μὲ εὑρίσκουν ἀντίθετον. Αὐτὰ εἶχον νὰ τονίσω ἀπὸ τῆς οὐσιαστικῆς ἀπόψεως ἐπὶ τῶν ἀτελειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀπὸ Συνταγματικῆς πλευρᾶς ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 76, ὁρίζει, ὅτι «τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, συγκείμενον ἐκ τῶν ὑπουργῶν, ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ». Δίδει, δηλαδή, τὸ Σύνταγμα, ὅλην τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν δύναμιν τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὡς συλλογικὸν καὶ ἑνιαῖον ὄργανον μὲ ἑνιαίαν εὐθύνην. Ὅταν συνεζητεῖτο καὶ συνετάσσετο τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα ὑπῆρχεν ἐν λειτουργίᾳ ὑποτυπῶδες Συντονιστικὸν Συμβούλιον καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι, αἱ Κυβερνήσεις ἦσαν Κυβερνήσεις συνασπισμοῦ, ὑπῆρχε καὶ Συμβούλιον τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων καὶ παράλληλα ὑπῆρχεν ὁ θεσμὸς τῶν Μικρῶν λεγομένων Ὑπουργικῶν Συμβουλίων. Καὶ ἐν τούτοις εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ δὴ εἰς τὸ ἄρθρον 76, δὲν περιελήφθη οὐδεμία διάταξις, προβλέπουσα ἐκχώρησιν τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκ τοῦ Κυβερνητικοῦ του ἔργου, εἰς Μικρὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἰς Συντονιστικὸν Συμβούλιον, ἢ ἄλλας Ἐπιτροπάς. Ἐκεῖ ποὺ ἤθελεν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἐκχώρησιν δικαιωμάτων, τὸ ἐθέσπισε σαφῶς. Εἰς τὸ ἄρθρον 35 ἐθέσπισεν, ὅτι, ἀργούσης τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ λειτουργῇ Ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν, ἥτις θὰ γνωματεύῃ διὰ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα κυροῖ ὁ Βασιλεύς. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν ἀπολύτως. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν προέβλεψεν ὑποκατάστασιν τῆς Βουλῆς. Προκειμένου ὅμως, διὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν προέβλεψεν, ὅτε μάλιστα ἐλειτούργουν ἐν τῇ οὐσίᾳ οἱ θεσμοὶ αὐτοί. Σαφὲς ἑπομένως εἶναι τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης, δὲν ἠθέλησε νὰ ὁρίσῃ ὑποκατάστασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὐδὲν ἄλλο Συμβούλιον ἢ Ἐπιτροπήν, πρὸς ἄσκησιν τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου, Ἠθέλησε τὴν Κυβέρνησιν ἐκφραζομένην μόνον ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐὰν συμφώνως πρὸς τὰ ἀνωτέρω, ἑρμηνεύσωμεν ὀρθῶς τὸ Σύνταγμα, ἤτοι τὸ ἄρθρον 76, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 35, θὰ ἴδωμεν, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ κυβερνητικά της καθήκοντα εἰς Ἐπιτροπάς, ἔστω καὶ ἐξ ὑπουργῶν. Ἠμποροῦν αἱ Ἐπιτροπαὶ καὶ τὰ Συμβούλια νὰ συγκροτηθοῦν δι’ ἀποφάσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι ὅμως διὰ νόμου. Αἱ ἀποφάσεις των ὅμως, θὰ καλύπτωνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προβλέπεται, ὅτι εἰς τὸ Κ.Ο.Σ. θὰ μετέχῃ καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐπωμιζόμενος κυβερνητικὰ καθήκοντα. Βάσει ποίας συνταγματικῆς διατάξεως ἐπιτρέπεται τοῦτο καὶ πῶς ἡμεῖς οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ λαοῦ νὰ ἐλέγξωμεν τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος; Ποῦ θὰ τὸν ἀνεύρωμεν; Δυνατόν, κύριοι, αὐτοὶ οἱ θεσμοὶ νὰ λειτουργοῦν κατ’ ἔθιμον, ἀλλὰ βάσει τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν νόμον συγκροτοῦντα νομίμως αὐτὰ τὰ Συμβούλια, τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀφίνω, ὅτι ἡ τοιαύτη διάρθρωσις τῆς Κυβερνήσεως ἐξασθενεῖ τὴν συνοχὴν τοῦ ἔργου καὶ τὴν θέσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ δημιουργεῖται οὕτω φόβος διαλύσεως τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ Σύνταγμα διὰ τῶν διατάξεών του ἐπιδιώκει τὴν συνοχὴν καὶ τὴν ἑνιαίαν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νομοσχέδιον τὴν διαλύει. Πέραν τῆς οὐσιαστικῆς καὶ συνταγματικῆς ἀπόψεως, εἶναι καὶ ἡ θεωρητικὴ ἄποψις. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, προέκυψεν ἀπὸ τὰς συγχρόνους ἀνάγκας. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Διὰ διαφόρων νόμων, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθιερωθέντων καθηκόντων εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀνετέθη εἰς αὐτό, καὶ ἡ ρύθμισις χιλιάδων ὑποθέσεων καὶ συμβαίνει πολλάκις νὰ μὴ ἐπαρκῇ ὁ χρόνος τῶν συνεδριάσεών του, διὰ τὴν ἐξάντλησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, περιλαμβανούσης ἐν πολλοῖς θέματα τυπικὰ καὶ ἄνευ σημασίας κυβερνητικῆς. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἠχρηστεύθη σχεδὸν ὁ θεσμὸς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐπεβαρύνθη μὲ ἔργα μὴ σοβαρὰ καὶ ἄφησε τὰ κύρια κυβερνητικά του ἔργα. Καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου προῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἐν πράξει λειτουργίας τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου. Κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις, ν’ ἀποκαθάρῃ τὴν σχετικὴν νομοθεσίαν καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπὸ τὴν σωρείαν αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων, τὴν ἐπίλυσιν τῶν ὁποίων νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἄλλα κρατικὰ ὄργανα, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τοῦτο καὶ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἄσκησιν τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας, μὲ πλήρη συναίσθησιν τῆς εὐθύνης του. Τότε μόνον θὰ ἠδύνατο ἐκ τῶν σπλάγχνων του νὰ δημιουργήσῃ τὰ ὄργανα αὐτά, δηλαδή, καὶ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον καὶ τὸ Κ.Ο.Σ., καὶ εἴ τι ἄλλο, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀσκῇ τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, χωρὶς τὴν ἀνάγκην ψηφίσεως ἰδίου νόμου, ἀλλ’ ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ εἶναι τὸ μόνον ὑπεύθυνον, ἀλληλέγγυον ὁμαδικῶς ἀπέναντι ἡμῶν καὶ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, Κυβερνητικὸν ὄργανον. Κατάτμησιν κυβερνητικῆς ἐξουσίας δὲν προβλέπει τὸ Σύνταγμα. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ὡς ἔχει τὸ σχέδιον νόμου καὶ οὐσιαστικῶς καὶ συνταγματικῶς καὶ θεωρητικῶς, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ Σύνταγμα, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἐπιστήμης τὰ διδάγματα. Δημιουργεῖ ὑπονοίας, ὅτι σκοπός του εἶναι ἡ ἱκανοποίησις φιλοδοξιῶν ἐνίων μελῶν τοῦ Συναγερμοῦ καὶ ἡ τακτοποίησις τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν τοῦ κόμματος τούτου. Οἱ νόμοι ὅμως δὲν πρέπει νὰ γίνωνται διὰ τὴν ἱκανοποίησιν προσωπικῶν ἀναγκῶν καὶ φιλοδοξιῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν πληροῖ ἀνάγκας τοῦ λαοῦ καὶ εἶναι ὅλως ἐναντίον πρὸς τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ἐτάχθημεν φρουροὶ καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ παραβῶμεν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀλλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§139Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τῆς θέσεώς μου δι’ ὀλίγων. Δὲν εὑρίσκω ἄλλον τρόπον νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι μόλις 4 ὥρας ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ἡ συζήτησις, ἐπὶ σοβαρωτάτου νομοσχεδίου, ἡ πλειοψηφία ἀπεφάσισε νὰ θεσπίσῃ τὴν κλεψύδραν τοῦ τετάρτου διὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ ἀρκεσθῶ νὰ καταγγείλω ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ κατασκεύασμα, ὡς ἀπαράδεκτον καὶ ἀποκρουστικόν. Ματαία, κύριοι βουλευταί, καὶ ἄκαρπος, ὑπῆρξεν ἡ προσπάθεια τῶν Κυβερνητικῶν ἐκπροσώπων καὶ συναδέλφων, νὰ συγκαλύψουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ὡστόσο φαεινότατον. Τὸ κριτήριον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν ἀναγκῶν ποὺ ἐδημιούργησαν ὡρισμέναι γνωσταὶ ἐξελίξεις ἐνδοκυβερνητικαὶ καὶ ἐνδοσυναγερμικαί. Ὁ χρόνος καθ’ ὃν ἐπεδιώχθη ἡ ψήφισις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐπεδιώχθη ἡ ψήφισίς του, ἀλλὰ καὶ τὸ περιεχόμενόν του, ἀποκαλύπτει πράγματι ποῖον ὑπῆρξε τὸ κριτήριον καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι τυχαῖον, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παρουσιάζεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὴν ἑπομένην τῆς διασπάσεως τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως, τὴν ἑπομένην τῆς διασπάσεως τῆς Συναγερμικῆς συνοχῆς. Δὲν εἶναι τυχαῖον, ὅτι ἐπιδιώκεται νομοσχέδιον, μὲ τόσον βαρυσήμαντον σημασίαν νὰ προσκομίζεται ἐδῶ νὰ ψηφισθῇ μὲ τὴν διαδικασίαν τοῦ κατεπείγοντος. Δὲν εἶναι τυχαῖον, νομίζω, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παρεμβάλλεται διάταξις, τῆς ὁποίας ἀντιλαμβάνεσθε ποῖοι πρέπει νὰ εἶναι οἱ πράγματι ἐπιδιωκόμενοι σκοποί. Ἄραγε εἶναι τυχαῖον, ὅτι μέλη τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου ὁρίζονται οἱ ὑπουργοὶ Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ Ἐξωτερικῶν, καὶ ὅτι παρηγκωνίσθη ὁ ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου εἶναι δεδομένη ἡ γενικωτέρα ἁρμοδιότης. Δὲν ὀφείλεται τοῦτο εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὸ γεγονός, ὅτι τὰ Ὑπουργεῖα αὐτὰ κατέχουν οἱ δύο Ἐπιτελεῖς τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ καὶ τὴν ἀνάγκην νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ φιλοδοξία τῶν δύο αὐτῶν ὑπουργῶν καὶ νὰ συγκρατηθῇ οὕτω, ἡ κλονιζομένη συνοχὴ τοῦ Κυβερνῶντος κόμματος. Περαιτέρω ἀπεφασίσθη νὰ παρεμβληθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, εἰς στιγμὰς μάλιστα δημοσιονομικῶν δυσχερειῶν, αὐξάνονται τὰ ὑφυπουργεῖα καὶ ἀκόμη καθιεροῦται ὁ ἀπεριόριστος ἀριθμὸς τῶν ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ἡ Κυβέρνησις ἐξαίρει τὸ εὔστοχον καὶ σωτήριον τῆς θεσπιζομένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου νέας διαρθρώσεως. Περιέργως ὅμως, ἐχρειάσθησαν δύο χρόνια ὁλόκληρα, διὰ νὰ ἀνακαλύψουν τὰ μέτρα αὐτά, τὰ ἐθνοσωτήρια καὶ νὰ τὰ καθιερώσουν διὰ νόμου. Εἶναι τυχαῖον ὅ,τι καταργεῖται τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν, μὲ τὰς τόσας του ἁρμοδιότητας; Εἶναι τυχαῖον ἀκόμη, ὅτι καταργεῖται τὸ ὅπερ κατεῖχεν ἀποσπασθεὶς τοῦ Συναγερμοῦ βουλευτής, —ὁ κ. Ρωμανός– Ὑφυπουργεῖον Σεισμοπλήκτων Νήσων, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἱδρυθῆ, διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν τῶν σεισμοπλήκτων Ἰονίων Νήσων, ἡ ἱκανοποίησις τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὴν ἀρχήν; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἰδία Κυβέρνησις, ποὺ τὸ ἵδρυσε μὲ τὴν δικαιολογίαν τοῦ ἐντελῶς ἀναγκαίου, νὰ ἔρχεται καὶ νὰ τὸ καταργῇ; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀκόμη νὰ προτείνεται ἡ κατάργησις σήμερον τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν διὰ τῆς συγχωνεύσεώς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δημ. Ἔργων; Ἀλλ’ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, εὑρίσκεται ἕνας ἱκανώτατος ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ ἔχων φιλοδοξίαν νὰ γίνῃ ὑπερυπουργός. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν χάριν αὐτοῦ νὰ καταργῆται ἕνα σοβαρώτατον Ὑπουργεῖον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ματαίως καταβάλλεται προσπάθεια συγκαλύψεως τῶν πραγματικῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν εἰς τὴν ἐκπόνησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἰδοὺ διατὶ ἀποκρούομεν τὸ νομοσχέδιον ὡς φαῦλον καὶ προϊὸν ταπεινῆς κομματικῆς σκέψεως. Δὲν θὰ ὑπεισέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας του. Οἱ ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡμίλησαν διὰ μακρῶν, βασίζοντες τὴν ἐπιχειρηματολογίαν των καὶ εἰς τὴν ἔκδηλον ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Δὲν εἶναι ἁπλῶς βασικὴ διάταξις, εἶναι τὸ ἅπαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Θέλετε νὰ μάθετε, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ποῖαι ἁρμοδιότητες ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον; Ἰδοὺ ποῖαι ἀφαιροῦνται. Τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, οὐχὶ κατ’ ἐξαίρεσιν, ἀλλὰ ἐκ τοῦ νόμου πλέον, καθίσταται ἁρμόδιον νὰ καθορίζῃ τὴν ἐπὶ γενικωτέρων θεμάτων πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ληπτέων γενικῆς σημασίας οἰκονομικῶν μέτρων. Καὶ ἐρωτῶ: Ὅταν αὐτὰς τὰς ἁρμοδιότητας διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὰς ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τί πρόκειται ἐφεξῆς νὰ παριστᾷ αὐτὸ τὸ ἀνάπηρον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον; Πῶς εἶναι δυνατὸν ὅταν τοιαύτης σπουδαιότητος θέματα, οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς σημασίας ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ν’ ἀποτελῇ ἐφ’ ἑξῆς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Πῶς συμβιβάζεται αὐτὸ μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου καὶ οὐχὶ ἕνα τμῆμα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν θέλω νὰ περάνω τὴν σύντομον αὐτὴν ἀνάπτυξιν, χωρὶς νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ δι’ ἕνα ἄλλο σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου. Ματαίως θ’ ἀναζητήσῃ κανεὶς εἰς οἱανδήποτε νομοθεσίαν οἱουδήποτε Κράτους Κυβερνητικὴν διάταξιν, βάσει τῆς ὁποίας ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ μιᾶς ἀποφάσεως δημοσιευομένης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δύναται ν’ ἀντικαθιστᾷ ἕνα μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τοιαύτην διάταξιν ματαίως θὰ ἀναζητήσῃ κανεὶς καλὸς συζητητὴς ἐπὶ τοῦ θέματος εἰς οἱανδήποτε νομοθεσίαν οἱουδήποτε Κράτους. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διενοήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ θεσπίσῃ τοιαύτην διάταξιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν τὴν τοιαύτην πρᾶξιν νὰ τὴν αἰτιολογεῖ μὲ τὸ ὅτι θὰ δημοσιεύεται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Λυποῦμαι, διότι ἡ μέχρι σήμερον Κυβερνητικὴ τακτικὴ πείθει, ὅτι τὴν συνεχῆ ἀπουσίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὸ Σῶμα θέλει νὰ νομιμοποιήσῃ. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀκόμη εἶναι ἀξιοκατάκριτος ἡ διάταξις αὐτή. Ἐν τῷ συνόλῳ τὸ νομοσχέδιον ἀποδεικνύει διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν πόσον ξένη εἶναι ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν λαϊκὸν παλμὸν καὶ πόσον ξένη εἶναι πρὸς τὰ ζωτικὰ προβλήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀντὶ νὰ ἀνακύψῃ πρὸς αὑτὸν καὶ ἀντὶ νὰ θέσῃ εὐήκοον οὖς πρὸς τὸν λαὸν αὐτὸν, ἐπιδίδεται εἰς τὴν παρασκευὴν τῶν φαύλων νομοσχεδίων, πρὸ τῶν ὁποίων μένει κατάπληκτος ἡ κοινὴ γνώμη.
§140Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι κατάπληκτος, διότι ὁ κ. συνάδελφος ὁ προλαλήσας ἐλησμόνησε τὴν σημασίαν τῶν λέξεων. Δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ συνοπτικῶς ἄλλωστε παρ’ αὐτοῦ ἀναφερθέντα ἐπιχειρήματα. Θὰ θίξω ὅμως τὸ θέμα τὸ πολιτικόν, καθ’ ὅτι μέτρον καὶ ἐκεῖνος τὸ ἔθιξεν. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι φαῦλον, διατί; Διότι ἐγένετο πρὸς ἐξοικονόμησιν κομματικῶν τῆς Κυβερνήσεως ἀναγκῶν. Ποῖαι ἀνάγκαι καὶ ποῖαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς ἐξοικονόμησιν φιλοδοξιῶν τοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει κόμματος; Ἀφ’ ὅτου ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, μέλη τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, ἦσαν πλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ κ. ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ κ. ὑπουργὸς Συντονισμοῦ καὶ εἷς ἐκ τῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου ὑπουργῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν φίλων, ἢ φιλοδοξιῶν ὑπουργῶν, θὰ ἔθετε μίαν διάταξιν μέσα εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπε νὰ εἶναι ἀπεριόριστος ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου. Μέλη τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν πάντοτε ἀφ’ ἧς ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ κόμμα τὸ Κυβερνὸν καὶ ἦσαν πάντοτε καὶ ὄχι κατὰ σύμπτωσιν ἦσαν πράγματι. Ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης τῶν ὑπουργῶν Ἐθνικῆς Ἀμύνης, Ἐξωτερικῶν καὶ Συντονισμοῦ, δὲν εἶναι ηὐξημένη οὔτε τυπικῶς, οὔτε οὐσιαστικῶς ἀπέναντι τῆς ἁρμοδιότητος τῶν ἄλλων ὑπουργῶν. Κάθε ἄλλο. Ἀλλὰ εἶναι χρησιμωτάτη εἰς τὸν καθορισμὸν γενικῶν τινων σκέψεων καὶ κατευθύνσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι χρήσιμοι, διὰ νὰ ἐπιτελεσθῇ τὸ ἔργον τοῦ Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, ὥστε φαῦλος πάντως, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο, δὲν εἶναι ἡ διάταξις, κύριοι συνάδελφοι. Θὰ ἴδωμεν ὅμως μήπως ὡς πρὸς ἄλλα σημεῖα. Τὶ γίνεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, κύριοι συνάδελφοι; Περαιτέρω γίνεται συγχώνευσις δύο Ὑπουργείων. Γίνεται λόγος συγχωνεύσεως δύο Ὑπουργείων, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ πού, διὰ νόμου, συγχωνεύονται ἢ διαλύονται Ὑπουργεῖα. Ἐγὼ ἠξεύρω, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν κανεὶς θέλῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ φίλους, τέμνει τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ διαιρεῖ, καὶ τὰ ὑποδιαιρεῖ, δὲν ἔχω ἀκούσει, ὅτι πρὸς ἱκανοποίησιν φίλων συγχωνεύονται Ὑπουργεῖα. Ἐὰν θέλετε νὰ ὑπαινιχθῆτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ τύπος, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, θὰ ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος ἱκανοποιήσεως φιλοδοξιῶν. Θὰ ὑπῆρχε τρόπος π.χ. νὰ συμπεριληφθῇ ἄλλη διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ δὴ εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ, ἐὰν ὑπῆρχε τοιαύτη φιλοδοξία, τότε ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος συνάδελφος, εἴτε ἄλλος ἐκ τῶν συναδέλφων, ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἐγένετο. Θὰ ἐνομίσατε ὅμως, ὅτι συνεγχωνεύθησαν Ὑπουργεῖα ἄσχετα μεταξὺ των. Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν ἦσαν ὑπὸ τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Μά, κύριοι συνάδελφοι, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Μεταφορῶν, τῶν Συγκοινωνιῶν καὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων ἦσαν συγχωνευμένα ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἢ μᾶλλον ἀπὸ τῆς συστάσεώς των. Ὑπῆρχε τὸ κλασσικὸν Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας καὶ εἰς τὰς πλείστας Εὐρωπαϊκὰς χώρας τὴν ὥραν ποὺ ὁμιλοῦμεν, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἐκεῖ γίνονται ὀλιγώτερα δημόσια ἔργα ἢ ὑπάρχουν ὀλιγώτερα προβλήματα καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν ὑπάρχει ἕνα Ὑπουργεῖον καὶ εἰς πλείονας ἄλλας χώρας ὑπάρχει ἓν Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων. Τίποτε τὸ πρωτάκουστον δὲν συνέβη. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς Ἰονίους Νήσους, ὀρθότατα, ὅταν παρουσιάσθη, τὸ πρόβλημα τῶν Ἰονίων Νήσων, ἀπεφασίσθη ἡ σύστασις εἰδικοῦ Ὑφυπουργείου καὶ διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τῆς γενομένης τότε ἐτονίζετο, ὅτι βεβαίως ὁ προορισμὸς τοῦ Ὑφυπουργείου ἦτο προσωρινός. Διατὶ ἐχρειάζετο τότε νὰ ὑπάρχῃ Ὑφυπουργεῖον καὶ διατὶ δὲν ἀνετέθη τότε εἰς ἓν μόνον Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ἁρμόδιον καθ’ ὕλην Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος; Μὰ ἁπλούστατα, κύριοι συνάδελφοι, διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχε πλῆθος θεμάτων προκαταρκτικῶν πρὸς ρύθμισιν, θεμάτων διοικητικῶν, θεμάτων ὑγειονομικῶν, θεμάτων ἀγορανομικῶν, θεμάτων ἐμπορικῶν καὶ βεβαιότατα ἔπρεπε νὰ ὑπάγῃ ἕνας ἀνώτερος κρατικὸς λειτουργὸς μὲ τὴν θέσιν τοῦ Ὑφυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ συντονίσῃ πλῆθος ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκείνην τὴν στιγμήν, τὴν πρώτην στιγμήν, ἔπρεπε, παραλλήλως λειτουργοῦσαι, νὰ δημιουργήσουν τὰς πρώτας προϋποθέσεις πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν Ἰονίων Νήσων. Ὅταν ὅμως ἐτελείωσεν αὐτὴ ἡ πρώτη φάσις, ἀπέμεινε κυρίως τὸ ἔργον τῆς ἀνοικοδομήσεως ὑπὸ τὴν ἔννοιάν του πλέον τὴν ὑλικήν. Τὰ προβλήματα αὐτά, ἄλλα εἴτε κατέστησαν δευτερεύοντα, εἴτε ἐξηφανίσθησαν. Δὲν ὑπάρχει πλέον πρόβλημα ἰδιάζον. Ὑπάρχει πρόβλημα σημαντικώτατον βεβαίως, τὸ πρόβλημα τῆς ἀνοικοδομήσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀγωνιοῦν οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖ καὶ αὐτοῦ τοῦ προβλήματος τὴν ἀντιμετώπισιν καὶ οὐδενὸς ἄλλου ἀπαιτοῦν. Καὶ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ἀποτελέσματα θὰ δείξουν, ἐὰν εἶχε δίκαιον ἢ ἄδικον καὶ λέγει, ὅτι εἶναι ἁρμοδιοτέρα ἡ ὑπηρεσία τοῦ οἰκισμοῦ ἐπιτελικῶς ἐργαζομένη ἐν Ἀθήναις καὶ πρακτικῶς δρῶσα ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν σεισμοπλήκτων Νήσων διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος. Τοῦτο, κύριε συνάδελφε, οὔτε φαῦλον, οὔτε μὴ φαῦλον εἶναι. Αὐτὸ θὰ κριθῇ, ἐὰν εἶναι ὀρθὸν ἢ ὄχι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐμπράκτων, τὰ ὁποῖα θὰ σημειωθοῦν. Ὥστε τίποτε τὸ παράδοξον δὲν συνέβη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτή. Ὡς πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς ἄνευ χαρτοφυλακίου ἐκεῖ καμμία μεταβολὴ δὲν σημειοῦται καὶ παρακαλεῖται ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἀναμείνῃ τὴν σύνθεσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂν ἴδῃ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διορίζει ὑπερβολικὸν ἀριθμόν, νὰ ἔλθῃ νὰ τὸν ἐρωτήσῃ διὰ τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τοῦ διορισμοῦ περιττῶν ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακείου εἰς τὴν αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα. Δὲν δικαιοῦται ὅμως νὰ ὁμιλῇ περὶ φαύλου νόμου. Εἴπατε, ὅτι ὁ νόμος εἶναι φαῦλος. Καὶ τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τρεῖς λόγους. Πρῶτον, διότι πρόκειται περὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἀποβλέπει εἰς τὴν ἱκανοποίησιν φιλοδοξιῶν. Σᾶς εἶπον, ὅτι διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὄχι μόνον δὲν ἱκανοποιοῦνται φιλοδοξίαι, ἀλλὰ ἀποκλείεται ἡ ἱκανοποίησις περαιτέρω φιλοδοξιῶν καὶ σᾶς τὸ ἀπέδειξα καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ποὺ ἀνέλαβεν ὁ Συναγερμὸς τὴν ἐξουσίαν τὰ μέλη τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου ἦσαν ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον ἀναφέρονται ἐν τῷ ἄρθρῳ τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Εἴπατε, δεύτερον, ὅτι ἐγένετο ἡ συγχώνευσις τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων καὶ τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ φιλοδοξία ἀξιοτίμου συναδέλφου. Καὶ εἴπατε, ὅτι διὰ τὸν λόγον αὐτόν, τὸ νομοσχέδιον εἶναι φαῦλον. Καὶ σᾶς ἀπήντησα, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δὲν εὐσταθεῖ, διότι εἰς τὰ περισσότερα πεπολιτισμένα Κράτη τῆς Εὐρώπης τὰ Ὑπουργεῖα αὐτὰ εἶναι συγχωνευμένα.
§141Δ. ΠΛΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἀφήσωμεν τὰ πεπολιτισμένα Κράτη.
§142Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Σᾶς παρακαλῶ μὴ διακόπτετε. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Πάντως τὸ ἐπιχείρημά σας αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιχείρημα σοβαρόν, δηλαδή, τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι συγχωνεύοντες Ὑπουργεῖα, ἱκανοποιοῦμεν φίλους. Σᾶς εἶπον, ὅτι, ἐὰν ἠθέλωμεν νὰ εἴμεθα φαῦλοι, εἴχομεν ἄλλον τρόπον ἱκανοποιήσεως τῆς φιλοδοξίας ἄλλων συναδέλφων. Θὰ τὸ ἐκάμναμεν διὰ τοῦ ἄρθρου 2. Σᾶς εἶπον, ὅσα σᾶς εἶπον, διὰ τὰς σεισμοπλήκτους νήσους. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ τελειώσω μὲ μίαν σύστασιν πρὸς ὑμᾶς καὶ λυποῦμαι, διότι θὰ σᾶς κάμω τὴν σύστασιν αὐτήν. Ὅταν κανεὶς μεταχειρίζεται τόσον βαρείας φράσεις καὶ λέγει, ὅτι ὁ νόμος εἶναι φαῦλος, πρέπει νὰ προσέρχεται εἰς τὴν Βουλήν, μὲ περισσότερα ἐπιχειρήματα, ἄλλως ἔρχεται, ὄχι εἰς τὸ νὰ κάμῃ κριτικὴν ἑνὸς νομοσχεδίου, ἀλλὰ νὰ ὑβρίζῃ καὶ νὰ ὑβρίζῃ μάλιστα ἀβασανίστως. Λυποῦμαι, κύριε συνάδελφε, διότι προέβην εἰς τὴν παρατήρησιν, πρὸς ὑμᾶς αὐτήν, διότι ἀντὶ νὰ προβῆτε εἰς ἔλεγχον ἑνὸς νομοσχεδίου περιωπῆς, σεῖς περιωρίσθητε εἰς τὸ νὰ ὑβρίζετε καὶ νὰ προβάλλετε ἀβασανίστους κατηγορίας. Αὐτά, κύριε συνάδελφε, δὲν τὰ ἐπερίμενα ἀπὸ ὑμᾶς.
§143Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα. Σᾶς ἀπήντησεν εἰς μίαν κρίσιν ποὺ ἐκάματε διὰ τὸ νομοσχέδιον.
§145Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιστρέφω τοὺς χαρακτηρισμοὺς καὶ τὰς παρατηρήσεις εἰς τὸν κ. ὑπουργόν. Τοῦ ἀξίζουν.
§146Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Θλίβομαι διὰ τὸν κ. Ἀλλαμανῆν, ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τολμᾶ νὰ ἀποκαλέσῃ φαῦλον κάτι, προβάλλων αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα. Δὲν ἠμπορεῖ, ὅτι δήποτε καὶ ἂν εἴπῃ ἐναντίον μου, νὰ μὲ θίξῃ. (Χειροκροτήματα).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ρωμανὸς ἔχει τὸν λόγον.
§148Γ. ΡΩΜΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, βλέπομεν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ὡς τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα ποὺ τάχα ἤγαγε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δι’ αὐτοῦ τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιχειρεῖται, παρὰ ἡ νομιμοποίησις μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐκ τῶν πραγμάτων εἶχε καθιερωθῆ. Καὶ τοῦτο μὲν δὲν εἶναι ἀληθές, τοὐλάχιστον εἰς ἣν ἔκτασιν ὑπαινίσσεται ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο ἀληθὲς τὸ ἐπιχείρημα στρέφεται ἐναντίον τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου. Διότι ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ ἐξελισσόμεναι πολιτικαὶ ἀνάγκαι ἔχουν τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἱκανότητα, λόγῳ τῆς πιέσεως ποὺ ἀσκοῦν εἰς τὴν δημοσίαν ζωήν, νὰ ἐπιτρέπουν τὴν διαμόρφωσιν λύσεων ἐξυπηρετουσῶν τὰς ἀνάγκας αὐτάς. Εἶναι ἡ γιγαντιαία δύναμις τῆς διαμορφώσεως ἰσχυρῶν ἀγράφων κανόνων, οἱ ὁποῖοι ἐπειδὴ ἐκπορεύονται ἀπὸ ἀδήριτον ἀνάγκην εἶναι ἀδιάβλητοι καὶ ἀνεπίδεκτοι συζητήσεως. Καὶ ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ἐθιμικῆς των προελεύσεως οἱ ἄγραφοι οὗτοι κανόνες διαμορφοῦνται μέσα εἰς τὰ συνταγματικὰ πλαίσια ποὺ μόνον δι’ ἐπαναστάσεως κινδυνεύουν νὰ ὑπερφαλαγγισθοῦν. Πιστεύω οὕτω, ὅτι ὑπάρχει ἕνα ψυχολογικὸν στοιχεῖον βασικῶς ἀντιτιθέμενον πρὸς τὴν διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ καθιέρωσιν θεσμῶν καὶ ἀναγνώρισιν καταστάσεων ποὺ ἐπέβαλαν πρὸ τῆς νομοθετικῆς καθιερώσεως ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων. Διότι ἡ ἄγραφος ἐθιμικὴ διαμόρφωσις πολιτειακῶν θεσμῶν ὄχι μόνον δὲν ξεκινᾷ ἀπὸ τὴν πρόθεσιν καταστρατηγήσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἀναγκαίως ἐξελίσσεται κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε νὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ νομοθετικὴ καθιέρωσις θεσμῶν τοιούτων εἴτε σαφῶς καὶ ρητῶς ἐνέχει τοιοῦτον σκοπὸν εἴτε δύναται νὰ παρεξηγηθῇ, ὅτι τὸν ἐνέχει. Οὕτω διὰ νὰ εἶναι σαφέστερος, ὅταν ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐπέβαλεν εἰς τὸ παρελθὸν τὴν ἄγραφον ἐθιμικὴν διαμόρφωσιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συντονιστικοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου οὐδεὶς καὶ ὁ ὑπὸ τῆς πλέον φανατικῆς ἀντιπολιτευτικῆς διαθέσεως κατεχόμενος Ἕλλην ἐσκέφθη νὰ κατηγορήσῃ τὸν θεσμὸν ὡς ἐνέχοντα πρόθεσιν καταστρατηγήσεως τῶν περὶ ὑπουργῶν καὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Διότι ὁ θεσμὸς τοῦ Συντονιστικοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου ἀποτελεῖ καθαρῶς ἐσωκυβερνητικὴν ὑπόθεσιν ἐξυπηρετῶν μὲν τὴν διεύθυνσιν καὶ διαχείρισιν τῶν κυβερνητικῶν ὑποθέσεων κατὰ τὸν πλέον λυσιτελῆ τρόπον μὴ ἐπηρεάζων ὅμως τὴν ἰσορροπίαν τῶν δυνάμεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὡς αὕτη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαγράφεται καὶ προβλέπεται. Ἀλλ’ ἤδη διὰ νὰ καθιερωθῇ νομοθετικῶς τὸ Συντονιστικὸν Κυβερνητικὸν Συμβούλιον ὡς θεσμὸς αὐτοτελὴς καὶ αὐθυπόστατος ἀναγκαίως κλονίζεται ἡ ἄνω ἰσορροπία καὶ κατ’ οὐσίαν ἐξαφανίζεται ὁ θεσμὸς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ μόνου ἐν τούτοις ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένου συλλογικοῦ Κυβερνητικοῦ ὀργάνου. Καὶ τὸ μὲν νομοσχέδιον περιέχει ἐν ἑαυτῷ πλήρη τὴν ὁμολογίαν τῆς ἀντισυνταγματικότητός του ὡς πιστεύω, ὅτι θὰ ἀποδείξω ἐν συνεχείᾳ. Διὰ τῶν ἐκτεθέντων δὲ νομίζω, ὅτι ἀποδεικνύω τὸ ἐπιχείρημά μου, ὅτι ἡ ἄγραφος καθιέρωσις θεσμῶν δὲν εἶναι ἰσότιμος πρὸς τὴν νομοθετικὴν καθιέρωσιν τῶν ἰδίων θεσμῶν. Καὶ συνεπῶς τὸ Κυβερνητικὸν ἐπιχείρημα τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως εἶναι σαφῶς καὶ ἐπικινδύνως παραπλανητικόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ψυχολογικοῦ στοιχείου ποὺ καθ’ ἡμᾶς ἀντιτίθεται πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει καὶ σοβαρὸν οὐσιαστικὸν στοιχεῖον. Διότι καὶ ἂν οἱ ὁρισμοὶ τοῦ νομοσχεδίου δὲν κριθοῦν ἀντισυνταγματικοὶ ὑπάρχει ὁ κίνδυνος ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου ν’ ἀγάγῃ εἰς ἀντισυνταγματικὰς καταστάσεις καὶ λύσεις. Εἶναι μεγάλη πλάνη νὰ πιστεύεται, ὅτι αἱ νομοθετικαὶ λύσεις ἐπὶ θεμάτων ἁπτομένων τοῦ Συντάγματος καθιερώνουν μείζονα Συνταγματικὴν ἀσφάλειαν. Τὸ ἀντίθετον ἀκριβῶς συμβαίνει. Διότι ἀφ’ ἧς παρεμβληθῇ μεταξὺ τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ἐφαρμογῆς, ὁ νόμος, μοιραίως ἀπομακρυνόμεθα τοῦ Συντάγματος, πολλάκις θὰ λησμονῆται ἡ συνάρτησις τοῦ νόμου πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου θὰ γίνεται μὲ τὸ ἑκάστοτε συμφέρον καὶ τὰς ἐπιδιώξεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον καθ’ αὑτό: Ἡ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις ταὐτίζεται μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης. Κατὰ τὴν ἔννοιαν ταύτην οἱ ὑπουργοὶ εἶναι πολιτικῶς καὶ εἰς ὁλόκληρον ὑπεύθυνοι ἔναντι τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία τοὺς ἐλέγχει ἢ τοὺς ἐπερωτᾷ. Διὰ νὰ ἔχῃ οὐσιαστικὴν ἔννοιαν ἡ συλλογικὴ αὐτὴ ὑπουργικὴ εὐθύνη προϋποθέτει ἑνότητα Κυβερνητικῆς βουλήσεως καὶ δραστηριότητος ἐκδηλουμένην διὰ συλλογικοῦ ὀργάνου, τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν ἀποτελεῖ θεσμὸν προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, Τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συγκείμενον ἐκ τῶν ὑπουργῶν ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, λέγει τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἔχει τις ἀνάγκην νὰ προχωρήσῃ πέραν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου διὰ νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι τοῦτο ἔρχεται εἰς ἀντίθετον πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, Διότι ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ἀρχίζει μὲ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς ἀπηρχαιωμένου, ὁ ὁποῖος ἐκ τούτου δέον νὰ τροποποιηθῇ καὶ προσαρμοσθῇ πρὸς τὰς συγχρόνους πολιτικὰς ἀπαιτήσεις. Πράγματι δὲ ὁ θεσμὸς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου οὐσίᾳ καταργεῖται διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Κατ’ ἀρχὴν πᾶν θέμα ἀναγόμενον εἰς τὴν γενικὴν συλλογικὴν Κυβερνητικὴν δραστηριότητα ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συνεπῶς ὁ διὰ νομοθετικῆς διατάξεως καθορισμὸς τῶν ἁρμοδιοτήτων του ἀποτελεῖ ἤδη ἀντισυνταγματικὸν περιορισμόν. Πολὺ περισσότερον ὅμως ἀποτελεῖ περιορισμὸν ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διότι αἱ μὲν ἁρμοδιότητες τῶν ἐδ. α–β τῆς παραγρ. 1 εἶναι ἀόριστοι ἐν τῇ γενικότητί των. Ἡ δὲ ἁρμοδιότης τοῦ ἐδ. γ ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θεμελιωμένην εἰς ἀπόφασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὅπως παραπέμπῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οἱονδήποτε θέμα τῆς ἁρμοδιότητος ἄλλων διὰ τοῦ νομοσχεδίου δημιουργουμένων Κυβερνητικῶν Συμβουλίων. Τοιαύτην ὅμως ἐξουσίαν δὲν ἔχει ὁ Πρωθυπουργός, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οὐδεὶς ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος δικαίωμα ν’ ἀφαιρῇ ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θέματα δι’ ἃ εἶναι ἀποκλειστικῶς ἁρμόδιον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ν’ ἀποφασίζῃ. Ἡ ἀντίφασις τοῦ πράγματος προκύπτει ἐκ παραβολῆς τῶν ἄρθρων 1–2. Διότι διὰ νὰ διατηρηθῇ κάποια ἐπίφασις συνταγματικότητος τὸ νομοσχέδιον ἀναγκάζεται νὰ θεμελιώσῃ τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, ἤτοι θεσμοῦ μὴ προβλεπομένου ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, εἰς ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου (ἄρθρ. 1 § 2 καὶ ἄρθρ. 2 § 4). Ἤτοι τὸ Συντονιστικὸν Κυβερνητικὸν Συμβούλιον δὲν ἀποκτᾷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρωτότυπον ἁρμοδιότητα, ἀλλὰ παράγωγον τοιαύτην, ἐκείνην δηλαδή, ποὺ θὰ τοῦ ἐκχωρήσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δι’ ἀποφάσεώς του. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν παράγωγον ἁρμοδιότητα τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἐδ. γ παράγρ. 1 ἄρθρ. 1 ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Οὕτω ὅμως ὁλόκληρος ἡ διατύπωσις τῶν ἄρθρ. 1–2 εἶναι περιττή. Θὰ ἦτο δυνατὸν πάντα ταῦτα νὰ παραλειφθοῦν καὶ νὰ τεθῇ ἡ διάταξις καθ’ ἣν Πρωθυπουργὸς ρυθμίζει τὰ τῆς ἁρμοδιότητος τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιερουμένων Κυβερνητικῶν Συμβουλίων. Ἀλλ’ αἱ ἐξουσίαι καὶ ἁρμοδιότητες τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου στηρίζονται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ οὐχὶ εἰς Πρωθυπουργικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἡ ἄποψις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι προδήλως ἀντισυνταγματική, δίκαιον δ’ εἶναι νὰ ἐπισημανθῇ ὁ κίνδυνος ποὺ θὰ συντρέχῃ πάντοτε ἐκ τῆς καθιερώσεως τοιαύτης ἀντισυνταγματικῆς ἀπόψεως. Διότι ἅπαξ τεθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι τὰ Κυβερνητικὰ Συμβούλια ἕλκουν τὴν δύναμιν ἐκ Πρωθυπουργικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἢ ἐντολῆς, τότε κατ’ ἀναπόδραστον νομικὴν ἀνάγκην τὰ Συμβούλια ταῦτα ὑποβιβάζονται εἰς βοηθητικοὺς ἢ συμβουλευτικοὺς ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι γνωμοδοτοῦν ὅταν δόξῃ τῷ Πρωθυπουργῷ. Καὶ τοῦτο περαιτέρω ἐπιτρέπει τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δικαιοῦται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀποφασίζῃ ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος μόνος χωρὶς νὰ παραπέμψῃ τὸ θέμα πρὸς ἀπόφασιν εἰς τὰ Κυβερνητικὰ Συμβούλια, ὅτι δικαιοῦται νὰ ἀγνοήσῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν Συμβουλίων τούτων. Διότι ἀφοῦ ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ παραπέμπῃ, ἔχει κατὰ νομικὴν ἀνάγκην τὴν ἐξουσίαν νὰ μὴ παραπέμπῃ ἢ ν’ ἀγνοῇ τὰς συνεπείᾳ παραπομπῆς ἐκδιδομένας ἀποφάσεις τῶν Συμβουλίων εἴτε ἀνακαλῶν τὴν περὶ παραπομπῆς εἰς τὸ Συμβούλιον ἀπόφασίν του, εἴτε παραπέμπων περαιτέρω τὸ αὐτὸ θέμα εἰς ἄλλο Συμβούλιον. Εἶναι ἆραγε ἀνάγκη νὰ τονισθῇ ἰδιαιτέρως, ποῦ κατόπιν τούτων πηγαίνει ἡ ὡραία περί συλλογικῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης θεωρία, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη ταὐτόσημος πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως; Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καταντᾷ εἶδος συνελεύσεως ἀνωνύμου ἑταιρείας, μὲ ἀποκλειστικὸν σκοπὸν νὰ καλύπτῃ τὰς εὐθύνας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκπορεύονται, ὅλαι αἱ Κυβερνητικαὶ ἐξουσίαι, καὶ ὁ ὁποῖος οὕτω ἀνάγεται εἰς τὸν μόνον φορέα τῆς ἐκτελεστικῆς λειτουργίας. Ἀλλὰ δὲν σταματᾷ ἐδῶ ὁ ἀντισυνταγματικὸς κατήφορος τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν προσβάλλει ὀλιγώτερον τὴν συνταγματικὴν δεοντολογίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως ἡ πανταχοῦ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου διασπειρομένη ἀρχή, καθ’ ἣν ἕκαστος παράγων τῆς Κυβερνητικῆς λειτουργίας δύναται νὰ ἐκχωρῇ μέρος τῆς συνταγματικῶς ἢ νομοθετικῶς ἀνεγνωρισμένης ἁρμοδιότητός του, εἰς ἕτερον δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεώς του. Οὕτω ὁ Πρωθυπουργὸς δύναται ἐλευθέρως νὰ κατακερματίσῃ τὴν ἀλλαχοῦ τοῦ νομοσχεδίου θεσπιζομένην παντοδυναμίαν του ἐκχωρῶν καὶ πάσας ἂν θέλῃ τὰς ἁρμοδιότητας αὐτοῦ εἰς ἀπεριόριστον ἀριθμὸν Ἀντιπροέδρων, οἱ δὲ ὑπουργοὶ τῆς κατηγορίας τῶν ἐχόντων παρ’ αὐτοῖς ὑφυπουργούς, δύνανται εἰς τούτους νὰ ἐκχωροῦν πάσας, ἂν θέλουν, τὰς ἁρμοδιότητας αὐτῶν. Εἶναι ὅμως παγίως ἀνεγνωρισμένη ἀρχὴ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, καθ’ ἣν ἡ ἄσκησις τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων ἀνατιθεμένων εἰς τοὺς ὑπουργοὺς καθηκόντων εἶναι ὑποχρέωσις καὶ ὄχι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οὗτοι νὰ δύνανται νὰ ἐκχωροῦν. Ὅπως συνταγματικὴ εἶναι ἡ ὑποχρέωσις (ἄρθρ. 78 τοῦ Συντάγματος) τῆς προσωπικῆς κατ’ ἀπαίτησιν τῆς Βουλῆς παρουσία, τῶν ὑπουργῶν καὶ ὡς τοιαύτη ἀνεκχώρητος. Περαιτέρω ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Συντάγματος ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρ. 6 § 3 τοῦ νομοσχεδίου. Τί δὲ νὰ εἴπῃ τις διὰ τὴν θέσιν τῶν ὑφυπουργῶν. Οὗτοι ἀποτελοῦν κατὰ τὸ ἄρθρον 7 παράγρ. 1 ἐδ. β μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὡς τοιοῦτοι ὅμως ὑπάγονται εἰς τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον οὕτω παραβιάζεται διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρ. 7 παρ. 1 ἐδ. α τοῦ νομοσχεδίου καθ’ ὃ οὗτοι διορίζονται προτάσει τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἰδιότης αὐτῶν ὡς μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καθίσταται πλατωνική, ἐφ’ ὅσον ἐν ἄρθρῳ 6 παρ. 3 καθιεροῦται σχέσις ὑπαλληλικῆς τρόπον τινὰ ἐξαρτήσεως ἀπὸ τὸν προϊστάμενον ὑπουργόν. Δεδομένου τώρα, ὅτι ὁ προϊστάμενος ὑπουργὸς δύναται οἱονδήποτε τμῆμα τῆς δικαιοδοσίας του νὰ ἐκχωρῇ ὁποτεδήποτε εἰς τὸν παρ’ αὐτῷ ὑπουργόν, καταντᾷ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη τοῦ ὑφυπουργοῦ νὰ μὴ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν παρὰ νὰ καλύπτῃ τὰς ὑπουργικὰς εὐθύνας τοῦ ὑπουργοῦ του, χρείας τυχούσης. Ἐν συμπεράσματι τὸ νομοσχέδιον γέμει ἀντιφάσεων καὶ ἀνακολουθιῶν καὶ θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι δὲν ἐπεδίωξε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν εἰς τὰ ὅρια καὶ τὰ πλαίσια τῆς συλλογικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀτομικῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Διότι μὲ τὸ καθιερούμενον δικαίωμα τῆς ἐκχωρήσεως ὑπουργικῶν ἐξουσιῶν καὶ δικαιοδοσιῶν καὶ αὐτὴ ἡ ἀτομικὴ εὐθύνη χάνεται μέσα εἰς τὸν δαίδαλον τῶν ἐκχωρήσεων καὶ τῆς ἀβεβαιότητος ποῖος τέλος πάντων εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἁρμόδιος περὶ τίνος. Δημιουργεῖται πανίσχυρος Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος δύναται διὰ καταλλήλου χρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου εἰς δεδομένην στιγμὴν νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀνεύθυνον ἄρχοντα καὶ καθιεροῦνται ὑπουργοὶ μεγάλης κλάσεως συνεπῶς καὶ εὐθύνης οἱ ὁποῖοι ἔχουν κατ’ ἐλευθέραν αὐτῶν κρίσιν τὸ δικαίωμα νὰ μετατραποῦν εἰς ἀνευθύνους ἐπόπτας ἢ ἐπιστάτας. Δημιουργοῦνται συλλογικοὶ Κυβερνητικοὶ ὀργανισμοὶ ἄπειροι ἀλλ’ οὐσιαστικῶς καταργεῖται καὶ ὁ μοναδικὸς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀναγνωριζόμενος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἀποτέλεσμα ὅλων τούτων ἀποτελεῖ ἡ ἐπίσημος νομοθετικὴ κατάργησις τῆς συλλογικῆς καὶ ἀτομικῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν συνεπῶς κατ’ οὐσίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§150Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ συνταγματικὴ πλευρὰ τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι οὐσιαστικῶς ἐξηντλήθη ἀπὸ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν πρὸ ἐμοῦ. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι πρόθεσίς μου νὰ ἐπιμείνω ἐπ’ αὐτῆς. Ἄλλωστε πάντοτε ὑπεστήριξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ πλευρά, ἡ πολιτικὴ πλευρά, ἔχει μεγαλυτέραν βαρύτητα εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐκτὸς ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν ἀνωμαλίαν ὑπάρχει κραυγαλέα καὶ ἐμφανὴς πολιτικὴ καὶ οὐσιαστικὴ ἀδυναμία τοῦ συζητουμένου νόμου. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως παρὰ ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ δύο εἰδικωτέρων θεμάτων, προβαίνων ταὐτοχρόνως, κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς τὴν ἁπλοποίησιν τῶν ἐννοιῶν, ὥστε νὰ εἶμαι σαφέστερος εἰς τοὺς μὴ νομικοὺς ἐκ τῶν συναδέλφων. Ἐλέχθη, πρῶτον, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖ τὸ μόνον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενον συλλογικὸν Κυβερνητικὸν ὄργανον, καὶ εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Εἰς ἐπιβεβαίωσιν τούτων ἔρχεται ὄχι μόνον ἡ μακρὰ κοινοβουλευτικὴ καὶ ἡ συνταγματικὴ παράδοσις εἰς ὅλας τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι ζοῦν ὑπὸ τὸ ἐλεύθερον δημοκρατικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν καθεστώς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως σαφές. Ἄς ἴδωμεν ὅμως, μὲ δύο λόγια τί ἀφήνει ἀπὸ τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ συζητούμενον σχέδιον νόμου. Λέγει, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 1, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καθορίζει τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν πολιτικῶν θεμάτων γενικωτέρας σημασίας καὶ ἀποφασίζει καὶ ἐπὶ τῶν θεμάτων ἁρμοδιότητος τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα ἤθελεν εἰσαγάγει εἰς αὐτὸ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δοθέντος δέ, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, ἡ διατύπωσις εἶναι ταὐτόσημος ἢ περίπου ταὐτόσημος ὡς πρὸς τὰ γενικὰ πολιτικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπιλέγει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἀπομένει διὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὡς ἀποκλειστικὴ ἁρμοδιότης παρὰ ὁ προγραμματισμὸς τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα οὐσιαστικῶς μόνον τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε εἰσαγάγει. Ἀκόμη δέ, καὶ ἡ τρίτη ἁρμοδιότης, ἡ ἐκ τῶν κειμένων νόμων δοτὴ ἁρμοδιότης, τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ αὐτὴ ἀπεμπολεῖται διὰ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2 διότι τοῦτο ἀναφέρει, ὅτι καὶ περὶ αὐτῆς δύναται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀποφασίσῃ ἄλλως καὶ νὰ τὴν ὑπαγάγῃ εἰς εἰδικὰς ἐκ τῶν μελῶν του Ἐπιτροπὰς ἢ εἰς ἄλλο Κυβερνητικὸν συλλογικὸν ὄργανον. Βλέπομεν δηλαδή, ὅτι ἐδῶ πλέον δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν θὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον ἁρμοδιότητας, ἀλλὰ ἐὰν θὰ ἀπομείνουν εἰς αὐτὸ ἁρμοδιότητες. Βεβαίως ἅπαξ ἴσως κατὰ Κυβερνητικὴν περίοδον θὰ συνέρχεται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ καθορίζῃ τὸ πρόγραμμα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως, νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης αὐτὴ μικρὰν οὐσιαστικὴν ἀξίαν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ εἶναι περίπου ἐφ’ ἅπαξ ἁρμοδιότης. Καί, ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἐν τῇ πράξει, εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὴ συνεδριάζῃ πλέον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν χωρὶς τοῦτο νὰ ἀντίκειται πρὸς τὸ γράμμα καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐὰν τοῦτο δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ἂν αὐτὸ δὲν παραβιάζει θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ γραπτοῦ καὶ ἀγράφου Συντάγματος τῆς χώρας μας ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί εἶναι ἀντισυνταγματικόν;
§151Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Μοῦ ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε; Ἤθελα νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἐλησμονήσατε μίαν φράσιν. Ἐν ἄρθρῳ 2ῳ ὁρίζεται, ὅτι τὸ Συμβούλιον τὸ Κυβερνητικὸν ἔχει αὐτὰς τὰς ἁρμοδιότητας, ὄχι ἀκριβῶς ὅπως τὰς περιεγράψατε, ἀλλὰ ὡς αὗται ἀναγράφονται ἐν τῷ σχεδίῳ. Λέγει, ὅτι τὰς ἔχει ἐνεργοῦν ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὄχι μόνον τῆς ἀποφάσεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ πρόγραμμα. Ἑπομένως διὰ νὰ ἔχῃ ἁρμοδιότητας τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἀποφαστικὰς πρέπει νὰ τὰς ἔχῃ ἐξ ἀποφάσεως πλαισίου, ἡ ὁποία θὰ ληφθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ταῦτα πρὸς διευκρίνισιν.
§152Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ὄντως ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἤθελεν νὰ εἴπῃ διὰ τοῦ νόμου, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἡ διατύπωσίς του δὲν ὑπῆρξεν ἐπιτυχής. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι μὲ τὴν γενικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 2 οὐδὲν θέμα, πλὴν ἴσως τοῦ προγραμματισμοῦ τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαιρεθῇ ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου. Ἄλλωστε διατὶ τὸ συζητοῦμεν αὐτὸ ἀφοῦ δεδηλωμένη πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, καθὼς ὡμολογήθη ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν ὑπάρχουσαν πραγματικὴν κατάστασιν. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι γνωρίζει ὄχι μόνον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἀλλὰ καὶ ὁ τελευταῖος Ἕλλην, ὅτι οὐσιαστικῶς καὶ σήμερον Κυβερνητικὴν ἐξουσίαν ἀσκεῖ τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον. Τοῦτο θὰ παραμείνῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον καὶ αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐπιθυμεῖ νὰ νομιμοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἄλλωστε νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι καὶ εἰς τὴν ἐπιχειρηματολογίαν, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ἀπὸ Κυβερνητικῆς πλευρᾶς ἀπόψε ἐνεφανίσθησαν ἀντιφάσεις. Ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ θέλομεν νὰ εἶναι δοτὴ ἡ ἁρμοδιότης τῶν ὑπολοίπων συλλογικῶν Κυβερνητικῶν ὀργάνων, ἀπὸ τὴν ἄλλην δὲ μεριά, ὁ νόμος ὁμιλεῖ ρητῶς περὶ τοῦ ἀντιθέτου. Ἀλλὰ ἂς κάμνωμεν μίαν ὑπόθεσιν καὶ ἂς δεχθῶμεν, ὅτι εἶναι οὕτως δοτὴ ἡ ἁρμοδιότης των. Νομίζετε, ὅτι αὐτὸ εἶναι τόσον ἁπλοῦν; Εἶναι δυνατὸν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ μεταβιβάσῃ νομίμως καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ παράβασις τοῦ Συντάγματος Κυβερνητικὰς ἁρμοδιότητας, τὰς ὁποίας ἔχει, εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον; Ἐγὼ προσωπικῶς, πιστεύω ὄχι. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Πέραν ὅμως αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον μὲ πολὺ ὀλίγας γραμμὰς ἐσημείωσα, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη κραυγαλέα ἀντισυνταγματικότης τοῦ νόμου, εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι τοὺς ἀντικαταστάτας τῶν ὑπουργῶν, θὰ ὁρίζῃ διὰ πράξεώς του ὁ Πρωθυπουργός. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ἀνωμαλία αὐτὴ θὰ βελτιωθῇ ἐν τῇ προόδῳ τῆς συζητήσεως. Δὲν γνωρίζω τί οὐσιαστικὰ ἐπιχειρήματα ἠμπορεῖ νὰ προβληθοῦν ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἀλλὰ συνταγματικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβληθῇ καμμία δικαιολογία. Καὶ τέλος, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὡς πρὸς τὰς θέσεις Ἀντιπροέδρων, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται, τὰ κάτωθι. Ὁ Ἀντιπρόεδρος, εἶναι, ὅπως καὶ ὁ ὅρος δηλοῖ, ὁ φυσικὸς ἀντικαταστάτης τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὸς κωλύεται, ἢ ἀπουσιάζει. Δὲν ἔχει ὅμως ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα ἀπεριορίστως νὰ μεταβιβάζῃ τὰς ἁρμοδιότητάς του εἰς αὐτούς. Διότι, ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο δεκτόν, μοιραίως θὰ ἀνέκυπτε τὸ ἐρώτημα, ποίαν εὐθύνην, ὄχι μόνον πολιτικήν, ἀλλὰ καὶ εὐθύνην βάσει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, θὰ ἔχῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὰς πράξεις, πάντων τῶν ἁρμοδιοτήτων του, τὰς ὁποίας ἄλλος ἐξέδωσε; Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα προβλέπει ὁ νόμος, ἀσχέτως τοῦ ἂν σκοπίμως ὡρίσθησαν εἰς βάρος ἄλλων τινῶν σκοπῶν, ὅτι ἀποτελοῦν πάντως μίαν ἀτυχῆ προσπάθειαν νὰ ὑπαγάγωμεν μέσα εἰς ὡρισμένα νομικὰ πλαίσια, μίαν πραγματικότητα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν τόσον εὐκόλως νὰ ὑπαχθῇ μέσα εἰς αὐτά. Ὀρθότατα ἐλέχθη ἤδη, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς συλλογικῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἀποκλείει τὴν ἀνεπίσημον ἐν τῇ πράξει μεταβίβασιν μέρους τῶν ἁρμοδιοτήτων του εἰς συλλογικὰ ὄργανα ἢ εἰς ἄτομα. Ἐὰν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θέλῃ, νὰ μελετήσῃ ὡρισμένα ζητήματα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναθέσῃ εἴς τινας ὑπουργοὺς τὸ ἔργον αὐτό. Εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ μίαν Ἐπιτροπὴν ἀπὸ ἁρμοδίους ὑπουργούς, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραχωρήσῃ ντὲ φάκτο ὡρισμένας ἁρμοδιότητας. Εἶναι ἀκόμη δυνατὸν νὰ καθιερώσῃ ἐν τῇ πράξει τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον. Εἰς ὅλας ὅμως αὐτὰς τὰς περιπτώσεις πρέπει νὰ μείνῃ ἀμέριστος ἡ συλλογικὴ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον πάντοτε, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ κυροῖ αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις. Πέραν ὅλων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα κυρίως ἀναφέρονται εἰς τὴν νομικὴν πλευράν, ἐπιθυμῶ νὰ κάμω μερικὰς παρατηρήσεις καὶ ἐπὶ τὴν οὐσιαστικὴν πλευρὰν τοῦ συζητουμένου νομοθετήματος: Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὴν ὁμιλίαν του εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ δημιουργεῖ δι’ αὐτοῦ θεσμούς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἀπόκτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὰ ἀνωτέρω διέφυγον τοῦ στόματος τοῦ κ. Στεφανοπούλου ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου του, νομίζω ὅμως, ὅτι δυσχερέστατα θὰ πείσῃ καὶ τὸν Συναγερμικώτερον πολιτικὸν τῆς χώρας μας, ὅτι ὄντως διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δημιουργεῖ θεσμούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιζήσουν μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου. Διότι ἀποτελεῖ ἀναντίρρητον ἀλήθειαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Καρδίτσης εἶπεν: Ὅτι δηλαδή, τὸ νομοθέτημα τοῦτο συνετάχθη ἐν τῇ προσπαθείᾳ νὰ οἰκονομηθοῦν κατὰ κἄποιον τρόπον αἱ ἐσωτερικαὶ ὑποθέσεις τοῦ Συναγερμοῦ, ἐν ὄψει τοῦ ἀναμενομένου Κυβερνητικοῦ ἀνασχηματισμοῦ. Ἄλλωστε, νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ προϊστορία τοῦ νόμου τούτου, ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν μέχρι σήμερον περὶ αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι δυνατὸν λόγῳ σκοπιμότητος σήμερον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ, χωρὶς ὅμως εἰς τίποτα νὰ ὠφελήσῃ τοῦτο, πείθουν περὶ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ ἀντεμετώπισε καὶ ἀντιμετωπίζει ἓν πρόβλημα, πῶς νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰς ὑπαρχούσας τάσεις καὶ τὰ ὑπάρχοντα ἄτομα μέσα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ φτιάξῃ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ εὐθέως πρᾶξιν πολιτικῶς φαῦλον, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν ἀποτελεῖ προσπάθειαν δημιουργίας θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ βασισθοῦν εἰς ἀντικειμενικὰ δεδομένα καὶ μόνον εἰς αὐτά, ἀσχέτως τῶν προσώπων, περὶ τῶν ὁποίων σήμερον πρόκειται. Ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ἀντείπῃ, ἡ ἀπάντησις εἶναι πρόχειρος. Διατί, π.χ., νὰ εἶναι δύο οἱ Ἀντιπρόεδροι καὶ ὄχι τρεῖς. Ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς θὰ ἀμφιβάλῃ περὶ τοῦ ὅτι ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Μαρκεζίνης συμμετεῖχεν ἀκόμη τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Ἀντιπρόεδρος θὰ ἦτο πιθανώτατα ἕνας, ἐνδεχομένως τρεῖς, ποτὲ ὅμως δύο.
§153Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Κύριε συνάδελφε, ποῦ λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θὰ εἶναι δύο;
§154Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ποῦ λέγει, ὅτι εἶναι δύο; Καὶ πότε ἀπεκλείετο νὰ εἶναι δύο καὶ προηγουμένως; Μὴ λέγετε πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀστήρικτα ἀπολύτως.
§155Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πέραν τούτου, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὅλη δικονομία τοῦ νομοθετήματος καὶ οἱ ἰδιαίτεροι τομεῖς, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦνται, νομίζω, ὅτι ἀποδεικνύουν σαφῶς ποῖοι ἄνθρωποι πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθοῦν. Δὲν θέλω νὰ παρεξηγηθῇ, οὐδὲ πόρρωθεν ἡ ἔννοια τῶν λέξεών μου. Διαπιστώνω χωρὶς ἄμεσον πρόθεσιν κατηγορίας. Εἰς τὴν πραγματικότητα δημιουργοῦνται δύο τομεῖς τῆς Κυβερνητικῆς ἐξουσίας, ἑκάστου τῶν ὁποίων, θὰ προΐσταται ὁ εἷς τῶν δύο Ἀντιπροέδρων. Καὶ ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, δύναται νὰ τὸ συγκαλέσῃ ὁ εἷς τῶν Ἀντιπροέδρων καὶ ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀναπληροῖ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἕτερος, εἶναι σαφεῖς καὶ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν περὶ ποίου ἐκ τῶν Ἀντιπροέδρων εἰς ἑκάστην περίπτωσιν πρόκειται. Πέραν τούτων ἀκόμη καὶ αἱ ἄλλαι διατάξεις εἶναι καθαρῶς προσωπικαί. Ἐλέχθη καὶ προηγουμένως, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Συγκοινωνιῶν δὲν ἀποτελεῖ τυχαῖον γεγονός, οὔτε ἐπεβλήθη ἀπὸ ἐξωτερικὴν ἀντικειμενικὴν ἀνάγκην, καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω: Ἐάν, φέρ’ εἰπεῖν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν κατεῖχεν ὁ κ. Καραμανλῆς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Δημοσίων Ἔργων ὁ κ. Κούνδουρος, ἐνδεχομένως θὰ εἶχε συγχωνευθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Δημοσίων Ἔργων, ποτὲ ὅμως, δὲν θὰ εἶχε συμβῆ τὸ ἀντίθετον. Ἀναντιρρήτως ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εὐνοήσωμεν ἕνα ὄντως ἐπιτυχόντα ὑπουργὸν ἢ ἴσως νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ κἄποιον ἄλλον, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπουργοποίησις τὴν ἑπομένην τῆς πολιτικῆς του μεταστάσεως, προσβάλλει τὰ Ἑλληνικὰ πολιτικὰ ἤθη...
§156Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Εἴδατε ὅτι συγχωνεύονται τὰ ἕνα Ὑπουργεῖον εἰς τὸ ἄλλο; Διαβάσατε τὴν διάταξιν, διότι αἱ διατυπώσεις αἱ ἀνεύθυνοι, θὰ πρέπει νὰ ξεκαθαρισθοῦν. Κάματε ὑπευθύνως τὰς διατυπώσεις σας.
§157Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θὰ κάμω ὑπεύθυνον τὴν διατύπωσιν καὶ θὰ σᾶς προσθέσω, ὅτι πρὸ ἐμοῦ ὡμίλησε περὶ αὐτῶν, ὁ παραιτηθεὶς ὑπουργός, κ. Κούνδουρος, ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν ὅτι παρῃτήθη διότι κατηργήθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν, συγχωνευθὲν μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Δημοσίων Ἔργων χωρὶς αὐτὸς κἄν νὰ ἐρωτηθῇ. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἀσχέτως ἂν ὁ νόμος ὁμιλῇ περὶ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων καὶ Συγκοινωνιῶν, ὅτι ἐν τῇ οὐσίᾳ τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν συγχωνεύεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Δημοσίων Ἔργων. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θέλω νὰ παρατείνω περισσότερον τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἐπιθυμῶ πάντως νὰ δηλώσω, ὅτι ἐγὼ προσωπικῶς δὲν ἀποδίδω τόσην μεγάλην σημασίαν εἰς ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος προβλέπει περὶ τῆς συστάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Πέραν τῆς Συνταγματικῆς του πλευρᾶς, ἡ ὁποία θὰ δημιουργήσῃ ἐνδεχομένως καὶ εἰς τὸ μέλλον δυσχέρειαν, ἡ προσπάθεια, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ἀναλαμβάνει εἰς τὴν δευτέραν περίοδον τῆς ζωῆς της, θὰ κριθῇ ἐν τῇ οὐσίᾳ της, ὅπως εἶναι δίκαιον, ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐμφανίσῃ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὅταν ἔχωμεν ἤδη μίαν μακρὰν καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, μίαν ὀδυνηρὰν πεῖραν τῆς μέχρι σήμερον πορείας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ θὰ ἦτο πολὺ ἀπαράδεκτον ἀπὸ ἡμᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ εἴμεθα αἰσιόδοξοι. Ὅταν εἶναι γνωστόν, ὅτι σήμερον οὐσία, δὲν ἔχομεν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καὶ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ κατοχυρώνῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν, εἶναι δύσκολον εἰς ἐμέ, νὰ πιστεύσω, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ ὑφίσταται Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σπανιώτατα κάμνει εἰς ἡμᾶς τὴν τιμὴν νὰ παρίσταται εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος, τώρα ποὺ θὰ ἔχῃ τὸν ἐπίσημον ἀντικαταστάτην του, νομίζω ὅτι ἀκόμη σπανιώτερον θὰ προσέρχεται. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν διαπίστωσιν, ἐπιθυμῶ νὰ τερματίσω. Ὅταν εἰς τὸν λαὸν εἶναι κοινὴ ἀντίληψις, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀπασχολεῖται εἰς μεγάλην ἔκτασιν, μὲ τὰ κυβερνητικά του ἔργα, καὶ εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ Κυβερνητικὴ Ἐπιτροπή, ἢ αὐτὴ ἡ αὔξησις ἁρμοδιοτήτων ὑπουργῶν καὶ ἀντιπροέδρων, εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ πείσετε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, τὰ πράγματα διευκολύνονται καὶ ἐξοικονομοῦνται. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἡμεῖς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔχομεν χρέος καὶ δικαίωμα, νὰ ἀσκήσωμεν ἔλεγχον. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου διαμαρτυρόμενοι ἐδηλώσαμεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ τὸ ψηφίσωμεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§158Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ δὲν ἀντελήφθην τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Συνταγματικοῦ θέματος ἐρωτῶ, διὰ τῆς δημιουργίας Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, καθίσταται ὁ διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, μέλος τῆς Κυβερνήσεως; Εἶναι αὐτὸ σύμφωνον μὲ τὸ Σύνταγμα, ἢ ἀποτελεῖ καινοτομίαν Συνταγματικήν; ... (δὲν ἠκούσθη) ... θέματα, τὰ ὁποῖα ἐνίοτε ἀποτελοῦν παράδοσιν Συνταγματικὴν εἰς τὴν χώραν μας.
§159Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ὑπενθυμίζω, εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Δωδεκανήσου συνάδελφον, ὅτι ὑπάρχει ἓν Κυβερνητικὸν ὄργανον, μεγίστης σημασίας, τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Προεδρεύει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ μέλη ὁ ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὁ ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν, ὁ ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, ἄλλοτε ὁ ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐπίσης ὑπενθυμίζω, ὅτι ὑπάρχει ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας ἀπετελέσατε ἐπίλεκτον μέλος ὅταν εἶσθε μέλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ὁποία ἀσκεῖ Κυβερνητικὰ καθήκοντα εἰς τομεῖς οὐσιωδεστάτους, βάσει νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν Βουλήν, καὶ τοὺς ὁποίους ἐψήφισαν ὅλα τὰ κόμματα. Καὶ τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς οὐδεὶς ὑπενθύμισε τὴν ὕπαρξιν. Τὴν ὑπενθυμίζω αὐτὴν τὴν στιγμήν. Τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς μετέχει ὁ διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Κύριε Ζίγδη, ἡ ὑπόμνησις τῆς ὑπάρξεως τῶν συμβουλίων αὐτῶν καὶ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰ συμβούλια αὐτά, μὴ μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ ἀπάντησιν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχετε τίποτε νὰ ἀνταπαντήσετε.
§160Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἔχω, κύριε Πρόεδρε.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριε Ζίγδη, δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ἀργυρόπουλος. Ἐκάματε μίαν ἐρώτησιν καὶ ἐλάβατε τὴν ἀπάντησιν.
§162ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς οὐδεμίαν λεπτομέρειαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπολύτως ἐγκρίνω εἶναι, δοθείσης τῆς «ντὲ φάκτο» ὑφισταμένης καταστάσεως, ὁ διορισμὸς τῶν δύο ἀντιπροέδρων. Ὅσον ἀφορᾶ ἐν γένει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀναμφισβητήτως, εἶναι ἀποκεντρωτικὸν τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ εἶναι καὶ σύμφωνον, ἄλλως τε, αὐτὸ καὶ μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀποκεντρώσεως τῆς διοικητικῆς. Θέλω μερικὰ συμπεράσματα, ἐκ τῆς πείρας μου, νὰ μεταδώσω εἰς ὑμᾶς, διότι παρετήρησα, καὶ δι’ αὐτὸ εἴμεθα χρήσιμοι οἱ παλαιότεροι, ὅτι δὲν γνωρίζετε κάτι τι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω κατόπιν. Κατ’ ἀρχήν, ἤμην πάντοτε ἐναντίον τῶν ὑφυπουργῶν καὶ ὑπὲρ τῆς Κυβερνητικῆς συγκεντρώσεως. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι, ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἀνήκω εἰς τὸν Συναγερμόν, θὰ ἐπεθύμουν, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς ὡρισμένα συστήματα. Μετὰ τὸν διπλασιασμὸν τῆς Ἑλλάδος, ἡ Κυβέρνησις ἀπετελεῖτο ἀπὸ 12 ὑπουργούς. Οὔτε ὑπουργοὶ ἄνευ χαρτοφυλακίου ὑπῆρχον, οὔτε ὑφυπουργοί. Αὐτὰ τὰ σουλτανάτα, τὰ ἐδημιουργήσατε σεῖς, τέλος πάντων, αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις. Ἐγὼ σουλτανάτα τὰ ἀποκαλῶ, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν χαλιφάτα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν οἱ πασσάδες μὲ τὶς 7 οὐρὲς, οἱ πασσάδες χωρὶς τὶς οὐρὲς καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὰς προηγουμένας Κυβερνήσεις καὶ τὴν εὗρεν ὁ Συναγερμός. Θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἐπανήρχετο εἰς τὴν συγκεντρωτικὴν Κυβέρνησιν. Ἔκαμα ὑπουργὸς μὲ 7 Ὑπουργεῖα, χωρὶς ὑφυπουργὸν καὶ ἤμην εὐτυχέστατος. Ἔκαμα καὶ ὑπουργὸς μὲ 12 Ὑπουργεῖα καὶ ὑφυπουργὸν καὶ ἤμην δυστυχέστατος. Διότι ὅ,τι σφᾶλμα ἔκαμεν ὁ ὑφυπουργός, τὸ ἔρριπτεν εἰς ἐμέ, Εἰς τὴν Ἑλλάδα δέ, γενικῶς οἱ ὑφιστάμενοι ὑπονομεύουν τοὺς προϊσταμένους. Εἶναι ἐλάττωμα καὶ αὐτὸ τῆς φυλῆς. Ἤκουσα καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν πρὸ ἐτῶν, ὅταν ἤμην, φίλους μου πολιτευομένους νὰ καταφέρωνται κατὰ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ τῶν ὑφυπουργῶν. Διότι δὲν βλέπω εἰς τὶ χρειάζονται. Αὐξάνουν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους καὶ τὴν ρουσφετολογίαν. Κατηγορήσατε τὴν συγχώνευσιν τῶν δύο Ὑπουργείων. Θὰ εἴπω ὅτι δὲν γνωρίζετε διατὶ χρησιμεύομεν καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκομεν, δυστυχῶς, εἰς τὴν ὁμάδα τῶν νέων, ἡ ὁποία μᾶς διοικεῖ. Χρησιμεύομεν εἰς κάτι, διὰ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ὅταν συνέστη τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν ἐπὶ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, καὶ πρῶτος ὑπουργὸς ἦτο ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος μηχανικὸς, ὁ κ. Διαμαντίδης, ὑπῆρχον 3 διευθύνσεις. Διεύθυνσις σιδηροδρόμων, ὅπως τὴν ἔλεγον τότε μεταφορῶν, διεύθυνσις δημοσίων ἔργων καὶ διεύθυνσις Τ.Τ.Τ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία διεξήγετο ἄριστα, διότι οἱ διευθυνταὶ αὐτοὶ εἶχον πραγματικὴν εὐθύνην, ἐγνώριζον τὰ ζητήματα, τὰ εἰσηγοῦντο εἰς τὸν ὑπουργόν, καὶ ἡ ὑπηρεσία διεξήγετο θαυμάσια. Ἐρωτῶ, τὶ θὰ προσέθετεν ὁ ὑφυπουργὸς εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Τίποτε. Συνεπῶς, ὄχι μόνον ἔπρεπε νὰ συγχωνευθοῦν τὰ δύο αὐτὰ Ὑπουργεῖα, ἀλλὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἀρχικὸν Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν, ποὺ εἶχε καὶ τὰ Τ.Τ.Τ. καὶ εἰς τὰ δημόσια ἔργα περιελαμβάνοντο καὶ τὰ ζητήματα τῶν Δωδεκανήσων. Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τοὺς ὑφυπουργοὺς εἶμαι ἐναντίον. Ἐκτὸς δὲ τούτου, διατὶ νὰ κρυπτώμεθα μὲ τὴν προσθήκην καὶ ἄλλων ὑπουργῶν. Ἐγὼ ἀπορῶ. Ὅταν τὰ Ὑπουργικὰ Συμβούλια συνεκροτοῦντο ἀπὸ 12 ὑπουργούς, πολλαὶ ὑπῆρχον ἀντεγκλήσεις. Διερωτῶμαι τώρα, ποὺ εἶναι 30 ὑπουργοὶ καὶ ὑφυπουργοὶ τὶ γίνεται ἐκεῖ μέσα. Ἐκτὸς ἐὰν ἐπικρατῇ στρατιωτικὴ διοίκησις καὶ πειθαρχία. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπόν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ γίνῃ τὸ ἀντίθετον. Ἀκούω διαρκῶς, ὅτι αἱ νέαι συνθῆκαι αἱ οἰκονομικαὶ τὸ ἐπιβάλλουν. Ἀλλὰ ἡμεῖς, κύριοι, ἔχομεν ἕνα ἐλάττωμα μέγα, ὅτι μιμούμεθα καὶ παίρνομεν θεσμοὺς τῶν μεγάλων Κρατῶν. Καὶ ὅταν, μετά τινας ἡμέρας, θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν ἔχω ὑποβάλλει, θὰ τὸ ἐπαναλάβω. Λέγεται, ὅτι ἐγίναμεν μεγάλο Κράτος καὶ ἀντιγράφομεν τοὺς Ἀγγλικοὺς καὶ Ἀμερικανικοὺς θεσμούς, ἐνῷ ἐμείναμεν, δυστυχῶς, ἕνα Κράτος 7 ἑκατομμυρίων, παρὰ τοὺς ἀγῶνας τοὺς μεγάλους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν διεξάγει. Καὶ νομίζω, ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, οἱ Ἕλληνες εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἐδίδαξαν τοὺς νόμους εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐφαρμόζωμεν νόμους Ἑλληνοπρεπεῖς, νόμους ἰδικούς μας, οἱ ὁποῖοι συνδυάζονται μὲ τὴν ἰδιοσυστασίαν τοῦ λαοῦ μας. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Θὰ εἶχον μόνον νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀγαπητὸν μου ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ. Κανελλόπουλον, ὁ ὁποῖος ὠθεῖ τὴν εὐγένειάν του νὰ ἀποκαλῇ ἀγαπητοὺς φίλους, ὅλους τοὺς ἀντιπάλους του, ὅπως τὸν κ. Ζορμπᾶν, ὁ ὁποῖος ἀγορεύων ἀδιακόπως, ὡσὰν μαϊντανός, ἀπὸ τῆς θέσεώς του, νὰ ἀπαλείψῃ εἰς τὸ ἄρθρον 9, τὴν διάταξιν, ὅτι παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Ἐθνικῆς Ἀμύνης, συνιστῶνται τρεῖς θέσεις ὑφυπουργῶν, ἢ μία θέσις ὑφυπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Δηλαδή, δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, ὅτι τὸ κακόμοιρον τὸ ἔνδοξον ναυτικόν, κατήντησε νὰ διευθύνεται ἀπὸ στρατιωτικούς, ἀλλὰ κινδυνεύει νὰ καταργηθῇ καὶ τὸ ἤδη ὑπάρχον Γενικὸν Ἐπιτελεῖον Ναυτικοῦ.
§163Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐὰν ὅσα εἴπατε, τα εἴπατε, χάριν ἀστειότητος, ἔχει καλῶς, ἐὰν ὅμως, σοβαρολογῆτε, παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσετε.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζορμπᾶ, καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου καθὼς καὶ τοῦ Σώματος, δὲν ὑπάρχει ἀντίληψις, ὅτι ἐλέχθη τι, τὸ ὁποῖον νὰ σᾶς ἔθιξε.
§165ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον τὸ νὰ ἀνακαλέσετε. Ἐγὼ δὲν ἀνακαλῶ, διότι ἀπὸ τοῦ στόματός μου, δὲν ἐξέρχεται φράσις, τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἔχω μελετήσει. Αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον, εἶναι πρὸς τιμήν σας, διότι εἶσθε ὁ πιὸ μελετηρός. Ἀσχολεῖσθε μὲ ὅλα τὰ θέματα ἐπιτυχῶς, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν ὅλας τὰς περιφερείας τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πλαγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§167Δ. ΠΛΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἀνέμενον, ὅτι Κυβέρνησις προερχομένη ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, θὰ προσεκόμιζεν εἰς τὸ Σῶμα, τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει οὐδένα ἄλλον σκοπόν, παρὰ μόνον τὴν ἱκανοποίησιν μερικῶν φιλοδοξιῶν, ἀδιαφόρως μικρῶν ἢ μεγάλων. Καὶ βάσει τῶν ἀντιλήψεών μου αὐτῶν, δὲν ἤθελον νὰ πιστεύσω τὰ θρυλούμενα ἀπὸ ἡμερῶν, ὅτι πρόκειται νὰ ἔλθῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ρυθμίζῃ τὰ τῶν Ἀντιπροέδρων, τὰ τῆς συγχωνεύσεως διαφόρων Ὑπουργείων καὶ τόσα ἄλλα. Ἀλλά, ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς Κυριακῆς, ὅτε εἶδον τὸ πρωϊνὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον ἀπηχεῖ ἐγκύρως τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως νὰ προχωρῇ ἔτι περισσότερον, ἀκόμη καὶ νὰ ἐξαγγέλῃ αὐτὰ καὶ νὰ ὁμιλῇ «περὶ Διευθυντηρίου καὶ περὶ Διευθυνούσης Ἐπιτροπῆς» καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ἔπαυσε πλέον ὁ Συναγερμὸς νὰ εἶναι τὸ ὡραῖον ξεκίνημα μιᾶς ὁμάδος ἀνθρώπων μὲ ὡραίας σκέψεις, μὲ ὡραῖα ὄνειρα καὶ μεταβάλλεται εἰς Κόμμα, ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἐπείσθην, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θὰ ἔλθῃ καὶ ὁ Θεὸς νὰ φυλάττῃ μήπως ἐπακολουθήσουν καὶ πολλὰ ἄλλα ἀκόμη χειρότερα. Παρακολουθῶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, νὰ πιστεύσῃ, ὅτι πλέον ἀμελέτητον νομοσχέδιον δὲν προσήχθη εἰς τὸ Σῶμα. Παντοῦ ἀντιφάσεις, παντοῦ ἀλληλογρονθοκοπούμεναι διατάξεις καὶ παντοῦ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν ἀπολύτως, θέσιν, περιλαμβάνονται ἐν αὐτῷ. Καὶ ἀπομένει ὁ κυριώτερος λόγος, ὅπως σᾶς εἶπον, τῆς διευκολύνσεως μερικῶν προσώπων —ὄχι ὅλων—ἀλλὰ μερικῶν μόνον ἐξ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους εἶχον δοθῆ ὑποσχέσεις. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ ἐγὼ εἶμαι κουρασμένος καὶ σεῖς περισσότερον, θὰ διέλθω ἐπιτροχάδην τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Πιστεύω δέ, ὅτι θὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ διορθώσῃ τινὰ ἐξ αὐτῶν. Ἔχετε ἄλλωστε τὸν καιρόν, ἐφόσον ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπέβαλε πρότασιν νὰ συζητηθῇ εἰς δύο συνεδριάσεις τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ διορθωθοῦν μερικὰ πράγματα. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἵσταται ἡ Κυβέρνησις ἄτεγκτος καὶ ἐπὶ ζητημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἡ ἰδία θὰ ὁμολογήσῃ ὅτι χρήζουν διορθώσεως. Ὁ σήμερον ἰσχύων νόμος, βάσει τοῦ ὁποίου ρυθμίζονται τὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν ὑπουργῶν εἶναι ὁ ἀναγκαστικὸς νόμος 1671, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἀναγκαστικός, ἦτο νόμος, ὁ ὁποῖος ἐστηρίζετο εἰς τὰ πορίσματα μιᾶς μεγάλης Ἐπιτροπῆς ἐκ προσωπικοτήτων καὶ Ἀνωτάτων δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν ἐπισταμένως τὰ πράγματα αὐτά. Καὶ ἐκεῖνοι μὲν, κατήρτισαν τὸ νομοσχέδιον ἀλλὰ ὁ σημερινὸς ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ τότε ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, τὸ περιέβαλε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του καὶ τὸ ἀπέστειλεν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ σημερινὸν ὅμως νομοσχέδιον μεταβάλλει ἄρδην ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος αὐτὸς ἐρρύθμιζεν, ὁ ὁποῖος εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἦτο εἰς θέσιν νὰ ρυθμίσῃ καὶ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Καὶ θὰ ἤθελον μίαν ἀπάντησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Τί ἄλλο περισσότερον ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις; Ἤθελεν Ἀντιπροέδρους; Τοὺς εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἤθελεν ὑπουργοὺς ἄνευ χαρτοφυλακίου; Τοὺς εἶχε. Διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος τοῦ 1918, ὁ ἀναφερόμενος εἰς τοὺς ἄνευ χαρτοφυλακίου ὑπουργούς, ἐπανελήφθη δὲ καὶ εἰς τὸν Α. Ν. 1671. Διὰ ποῖον λοιπὸν λόγον, νὰ προχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις περισσότερον καὶ νὰ προσκομίσῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον; Ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις ὑφυπουργούς; Ἐὰν ἤθελε καὶ ἄλλους νὰ ἐξοικονομήσῃ ἠδύνατο ὁ κ. Κανελλόπουλος ἢ ὁ κ. Στεφανόπουλος —ὄχι ὁ Στρατάρχης— νὰ ἀναλάβῃ 2–3 Ὑπουργεῖα καὶ νὰ διορίσῃ εἰς αὐτὰ ὑφυπουργούς. Δὲν εἶχε, λοιπόν, κανένα λόγον νὰ προσκομίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ νὰ γίνεται ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω διὰ ποῖον λόγον τὸ ἐφέρατε αὐτό. Καὶ ἂς ἀρχίσω νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Πρῶτον, διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸν τίτλον του. Συνήθως ὁ τίτλος περιλαμβάνει τὴν περίληψιν τοῦ περιεχομένου τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἔπρεπε λοιπόν, νὰ προστεθῇ, «περὶ ρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ Ἐπιτροπῶν». Διότι γίνονται τρεῖς ἢ τέσσαρες Ἐπιτροπαί, καὶ ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ προστεθῶσι καὶ αἱ λέξεις αὐταί. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον διὰ νὰ σᾶς δείξω τὴν προχειρότητα μεθ’ ἧς συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον. «Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καθορίζει τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως». Ποῖος θὰ θέλατε κ. ὑπουργέ, νὰ τὸ καθωρίσῃ; Τὸ τεχνικὸν ἐπιμελητήριον ἢ ὁ ἰατρικὸς σύλλογος; Εἶναι λοιπόν ἢ δὲν εἶναι ἀπολύτως περιττὴ ἡ φράσις αὐτή; Καὶ θὰ προχωρήσω εἰς τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον ρυθμίζει τὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου. Δὲν ὑπῆρχε λόγος, νὰ θίξητε αὐτὸ τὸ ζήτημα. Πολὺ καλῶς ἐλειτούργει ἀπὸ ὀκταετίας. Οὐδεὶς τὸ ἔθιξε καὶ οὐδεὶς εἶπε τί. Τώρα διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ θὰ δημιουργηθῇ ζήτημα ἀντισυνταγματικότητος. Ντὲ φάκτο τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον λειτουργεῖ καὶ οὐδεὶς προέβαλε ποτὲ ἀντίρρησίν τινα. Καὶ θὰ ἐρωτήσω ἐν προκειμένῳ τὸ ἑξῆς: Ἐξέδωσε ποτὲ ἀπόφασίν τινα τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον; Ὄχι.
§168Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ὁ τόνος, μὲ τὸν ὁποῖον κρίνετε τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν.
§169Δ. ΠΛΑΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ τόνος μου δὲν εἶναι κατάλληλος. Πάντως ἐὰν νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι, ζητῶ συγγνώμην. Λοιπὸν ἐξεδόθη ἀπόφασίς τις; Ὄχι, Διατί; Διότι θὰ προσεβάλετο εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὡς θὰ προσβληθῇ τώρα. Συνεπῶς, τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἐλειτούργει κανονικῶς. Ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικός, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Λειτουργεῖ τόσα χρόνια κανονικῶς. Τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐκδίδει καὶ αὗται καταχωροῦνται εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰς ὑπογράφουν ὅλοι οἱ ὑπουργοί, φέρουν οὕτω τὸν τύπον τῆς νομιμότητος, ἐνῷ τώρα θὰ λείψῃ ἡ νομιμότης. Προχωρῶν εἰς τὸ ἄρθρον 3, βλέπω ὅτι θὰ συγκροτοῦνται Ἐπιτροπαὶ ἐκ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἰδιωτῶν ἐμπειρογνωμόνων, ὅπως ἐπίσης καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 4 λέγει, προκειμένου περὶ τῆς νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 5, ὅπου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δύναται ἑκάστοτε δι’ ἀποφάσεώς του νὰ συνιστᾷ καὶ αὐτὸς εἰδικὰς Ἐπιτροπὰς ἐξ ὑπουργῶν, ὑφυπουργῶν, βουλευτῶν, ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου κ.λ.π. Γνωρίζετε τὶ θὰ συμβῇ μὲ αὐτό, κύριε ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ ὑπουργέ; Ὅτι εἶχε συμβῆ δι’ ἑνὸς νόμου τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ὁ μακαρίτης Ι. Ράλλης, διὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς ὑπαλλήλους νὰ πηγαίνουν εἰς τὰς θέσεις των κατὰ τοὺς χρόνους τῆς κατοχῆς. Καὶ νὰ δύναται ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ ἐκτελῇ χρέη ταμίου καὶ ἐφόρου καὶ ὁ ταμίας νὰ πηγαίνῃ εἰς τὰς γεωργικὰς ὑπηρεσίας κτλ. Καὶ ὁ δικαιότατος αὐτὸς νόμος, κατέληξεν εἰς τὸ νὰ συγκεντρωθοῦν εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον 820 ὑπάλληλοι. Καὶ αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὕρομεν τὸ 1950 καὶ ἔπρεπε νὰ ὁρκισθῇ Πρόεδρος τῆς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως ὁ ἐκλεκτὸς ἐκ Κερκύρας πολιτευτής κ. Ἰωάννης Θεοτόκης διὰ νὰ ἀκούσῃ τὴν εἰσήγησίν μου καὶ δι’ ἑνὸς νόμου τοῦ 2035, νὰ ἐξαφανισθοῦν ἐν μιᾷ νυκτὶ ὅλοι αὐτοί. Ὑπῆρχον διδάσκαλοι ἀπεσπασμένοι ἀπὸ τὴν Κρήτην, ἀξιωματικοὶ ἀπεσπασμένοι καὶ διάφοροι ἄλλοι ὑπάλληλοι, καὶ εἷς τῆς ἑταιρείας ὑδάτων Σερρῶν. Καὶ πράγματι τὸ πιστεύω, ὅτι οὔτε ὁ Στρατάρχης Παπάγος θὰ προβῇ εἰς τοιούτου εἴδους ἀποσπάσεις, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὑμεῖς. Ἀλλὰ οἱ νόμοι δὲν γίνονται διὰ μίαν Κυβέρνησιν, γίνονται διὰ σειρὰν Κυβερνήσεων καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἤθελα κάποιον περιορισμὸν νὰ θέσητε διὰ τὰς ἀποσπάσεις αὐτάς. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 6, ὅτι εἰς ἕνα τῶν Ἀντιπροέδρων ἀνατίθεται ἐν ἀπουσίᾳ ἢ κωλύματι τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἡ ἐκπροσώπησις αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ σᾶς ἐρωτῶ. Τί θὰ ἐκάματε ἐὰν ἕνας ἀριθμὸς βουλευτῶν ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 78 τοῦ Συντάγματος, βάσει τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν παρουσίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ; Τί θὰ κάμῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ δὲν ὁρίζει μάλιστα τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν ποὺ δύνανται νὰ τὸ ζητήσουν αὐτό. Δύνανται ἄρα καὶ 2 καὶ 10 βουλευταί, νὰ ἀξιώσουν τὴν παρουσίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶναι ἀμελέτητον καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, τὸ νομοσχέδιόν σας. Καὶ προχωροῦμεν εἰς τὴν παράγραφον 2, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τελοῦν ὑπὸ τὴν ἄμεσον παρακολούθησιν. Τοὐλάχιστον τροποποιήσατε τὴν λέξιν παρακολούθησιν, διότι ἐνθυμίζει παλαιὰς παρακολουθήσεις καὶ ἄλλας ἐποχάς. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν παράγραφον γʹ ποὺ λέγει ὅτι ὁ ὑφυπουργὸς ἀναπληρωτὴς ὁρίζεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ χαίρω πολὺ ποὺ εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Παμπούκας, ὅστις ἔδωσε τὴ ἀφορμὴν αὐτήν, διότι τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργούς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον γράφει, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ἐκτελεῖται διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων ὑπουργῶν.
§170Γ. ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§171Δ. ΠΛΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Ὡμολογήσατε, ὅτι δὲν εἴχατε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 27 καὶ δι’ αὐτὸ τὸ εἴπατε. Παρακαλῶ νὰ ἀποδοθῇ ἰδιαιτέρα προσοχὴ εἰς τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος. Ἄλλωστε τὶ σᾶς πειράζει ἐὰν εἴπητε ὅτι ὁρίζεται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Θὰ ἀρνηθῇ ὁ Βασιλεὺς νὰ τὸ ὑπογράψῃ; Δὲν τὸ πιστεύω. Συνεπῶς μὴ ἐπιζητοῦμεν μόνοι μας νὰ διαπράττωμεν συνταγματικὰς ἀνωμαλίας. Καὶ βεβαίως δὲν στεροῦμεν τὸν Βασιλέα προνομίου τινός, ἀλλὰ πάντως τοῦ περιορίζομεν τὴν ἐξουσίαν. Ἐλπίζω, ὅτι κάποια τροποποίησις πρέπει νὰ γίνῃ καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Καὶ ἔρχομαι εἰς τοὺς ὑφυπουργούς. Οἱ ὑφυπουργοί, κύριοι, ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ εἶναι κατώτεροι ἀπὸ ὅ,τι ἦσαν εἰς τὰ προηγούμενα Ὑπουργικὰ Συμβούλια. Ἐὰν ἀπὸ σκοποῦ παρελείφθη φράσις τις τοῦ νόμου 1671, τότε δὲν μοῦ μένει ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι σκοπίμως ἐγένετο. Ὁ Α. Ν., κ. ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, 1671 εἰς τὸ ἄρθρον 10 γράφει, ὅτι οἱ ὑφυπουργοὶ εἶναι ἰσοβάθμιοι. Διαβάσατε τὸ ἰδικόν σας νομοσχέδιον νὰ ἰδῆτε ἐὰν ἀναγράφῃ πουθενά, ὅτι οἱ ὑφυπουργοὶ εἶναι ἰσοβάθμιοι. Ἄρα σκοπίμως ἀφῃρέθη. Ἀλλὰ τὶ θὰ σᾶς ἐκώλυε νὰ τὸ διορθώσετε καὶ ἐκεῖνο διὰ νὰ λείψουν αἱ παρεξηγήσεις. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 8. Συνιστᾶται Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων, εἰς ὃ ὑπάγονται ἐφεξῆς αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν, καὶ τοῦ Ὑφυπουργείου Ἀποκαταστάσεως Σεισμοπλήκτων. Ἄρα καταργεῖται μετὰ περισσῆς εὐκολίας ἕνα Ὑπουργεῖον μὲ τὴν μεγαλυτέραν ἴσως δικαιοδοσίαν, μὲ ὅλα τὰ αὐτοκίνητα, τοῦ Κράτους, μὲ τοὺς σιδηροδρόμους καὶ μὲ τὴν πολιτικὴν ἀεροπορίαν καὶ συγχωνεύεται ἄνευ οὐδενὸς λόγου μὲ τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι τοῦτο γίνεται, ὅπως εἶπον ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐψιθύρισάν τινες, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ καὶ ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος μίαν μικρὰν ὑπουργικὴν αὐλήν. Δὲν τὸ δέχομαι καθόλου αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ πάντως καταργεῖται ἓν Ὑπουργεῖον ἐξαιρετικῆς σημασίας, μὲ τόσας δικαιοδοσίας εὐρυτάτας, χωρὶς νὰ συντρέχῃ οὐδεὶς ἀπολύτως λόγος. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα. Θέλω μόνον νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἦτο κάπως περισσότερον κοινοβουλευτικὸν νὰ μὴ τὸ μάθῃ ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, ὁ τέως ὑπουργός του, ὅτι καταργεῖται τὸ Ὑπουργεῖον του. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸν ἴδιον καὶ ἂς λύσῃ τὸ ζήτημά του, ὅπως αὐτὸς νομίζει. Καὶ ἔρχομαι, κύριοι, τάχιστα διότι ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος, εἰς τὸ ἄρθρον 9, ποὺ συνιστῶνται αἱ θέσεις τῶν ὑφυπουργῶν. Παρὰ τῷ ὑπουργῷ Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἶναι 3 ὑφυπουργοί, ἢ ἕνας; Θὰ ἤθελον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ ἐκλέξῃ. Θέλει τοὺς τρεῖς; Οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Θέλει τὸν ἕνα καλῶς. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω διατὶ αὐτὸ τὸ διαζευκτικόν. Θέλει τρεῖς ἢ θέλει ἕνα; Ἠμπορεῖ εἰς αὐτὸ νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ;
§172Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ἡ διατύπωσις ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν. Θὰ ἦτο δυνατὸν κάλλιστα ὁ νόμος νὰ ἔλεγε μόνον, ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς. Καὶ ἁπλούστατα ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, ἤθελε νὰ τοποθετήσῃ ἕνα, θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ τοποθετήσῃ ἕνα. Ἀλλὰ ὁ ἕνας αὐτὸς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὀνομασθῇ ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Πρέπει ρητῶς ἐν τῷ νόμῳ νὰ ὁρισθῇ ὁ τίτλος τοῦ ἑνός, ἐὰν εἶναι ἕνας ὑφυπουργός, καὶ πρέπει ρητῶς ἐπίσης ἐν τῷ νόμῳ νὰ καθορισθῇ, ὅτι ἐὰν εἶναι 3, θὰ φέρουν τοὺς τίτλους ὑφυπουργῶν Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν καὶ Ἀεροπορίας. Ἡ δυνατότης τῆς τοποθετήσεως, ὅταν ὁ νόμος ὁρίζει τρεῖς, τριῶν ἢ δύο ἢ ἑνὸς εἶναι πλήρης. Καὶ ἐὰν δὲν ἔλεγεν ὁ νόμος, ὅτι δύναται νὰ ὁρισθῇ εἷς ἦτο κάλλιστα δυνατόν, νὰ ὁρισθῇ μόνον εἷς. Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἐφ’ ὅσον, προκειμένου περὶ τριῶν γίνεται ἡ διαστολὴ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τίτλους, προκειμένου περὶ τοῦ ἑνός, ἐὰν διωρίζετο εἷς θὰ πρέπει αὐτὸς ὁ εἷς νὰ ὀνομασθῇ ὑφυπουργὸς Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν καὶ Ἀεροπορίας. Πρὸς λύσιν αὐτοῦ τοῦ καθαρῶς ὀνομαστικοῦ καὶ πλεκτικοῦ προβλήματος, διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις αὐτή. Δὲν πρόκειται, ἑπομένως, περὶ οὐσιαστικῆς διατάξεως. Ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς, ὅπου ὁ νόμος προβλέπει 3 ἢ 2, ἠμποροῦν νὰ ὁρισθοῦν καὶ 3 καὶ 2, ἀλλὰ καὶ εἷς ἢ καὶ κανείς. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἴσχυσε. Καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ὁ νόμος προέβλεπε τὴν ὕπαρξιν ὑφυπουργοῦ καὶ ὑφυπουργὸς δὲν διωρίζετο. Τὰ ἔργα του τὰ ἐξετέλει ὁ ὑπουργός. Ἢ ὁ νόμος ὥριζε δύο καὶ διωρίζετο εἷς. Πέραν τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορίσῃ ὁ Πρωθυπουργὸς δηλαδή, νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ νὰ ὁρίσῃ ὁ Βασιλεὺς ὑφυπουργόν. Ἀλλ’ ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθοῦν καὶ ὀλιγώτεροι.
§173Δ. ΠΛΑΓΙΑΝΝΗΣ. Σήμερον, πάντως, δὲν ξεύρετε πόσοι θὰ ὁρισθοῦν. Ἢ ἕνας ἢ τρεῖς;
§174Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ὅταν γίνῃ ὁ ἀνασχηματισμός, μόνον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ ἐὰν θὰ εἶναι 3, 2 ἢ 1. Καὶ μόνον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὁποῖοι θὰ εἶναι καὶ πόσοι θὰ εἶναι.
§175Δ. ΠΛΑΓΙΑΝΝΗΣ. Δέχομαι τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀλλὰ θὰ τοῦ ἀναφέρω μίαν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχα τὸ ἀπόγευμα μὲ τρεῖς φίλους, γνωρίζοντας ἀρκετὰ τὰ παλαιὰ κοινοβουλευτικὰ ζητήματα. Μοῦ λέγουν, ὅτι αὐτὸ μᾶς θυμίζει τὸν Θεόδωρον Δεληγιάννη, ὁ ὁποῖος πάντα συνεπλήρωνε τὰ 6 Ὑπουργεῖα καὶ ὄχι τὰ 7, διὰ νὰ μὴ ἀπογοητεύωνται οἱ δι’ ὑπουργοποίησιν μνηστῆρες. Δι’ αὐτὸ κάμω τὴν παρατήρησιν αὐτήν, μήπως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διευθετηθῇ τὸ ζήτημα. Καὶ προχωροῦμεν πάρα κάτω, παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων, ὁρίζονται δύο θέσεις ὑφυπουργῶν καθοριζομένης διὰ Β. Δ. καὶ τῆς εἰδικῆς ὀνομασίας ἑκάστου. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ.κ. βουλευταί, διὰ τοῦ Διατάγματος νὰ ὁρίζεται ἡ ὀνομασία τῶν Ὑπουργείων. Ὁ νόμος ὁρίζει τὰ ὀνόματα τῶν Ὑπουργείων.
§176Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μοῦ ὑποδείξητε τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§177Δ. ΠΛΑΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὰς ὀνοματοθεσίας τῶν Ὑπουργείων, ἀλλὰ οἱ νόμοι. Οὔτε ἀναγράφει τὸ ὄνομα ἄλλου τινὸς Ὑπουργείου. Ἀνατρέξατε εἰς τὴν νομολογίαν ὅλων τῶν ἐτῶν περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργείων καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι οὐδαμοῦ ὑπάρχει ἀνωνυμία Ὑπουργείου. Ὁ νόμος καθορίζει τὰ Ὑπουργεῖα καὶ δὲν τὰ καθορίζει τὸ Διάταγμα. Καὶ πάλιν ἐρωτῶ: Τὶ θὰ ἐπάθαινεν ὁ νόμος, ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι τὸ ἕνα Ὑπουργεῖον λέγεται ἔτσι καὶ τὸ ἄλλο ἔτσι; Ἔχετε καιρὸν μέχρι τῆς ἑπομένης συζητήσεως νὰ τὸ διορθώσητε τὸ νομοσχέδιον. Καὶ πάλιν λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ὅπως εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιόν σας εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον λέγει: «Παρ’ ἑκάστῳ τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν, Οἰκονομικῶν, Ἐμπορίου, Γεωργίας, Κοινωνικῆς Προνοίας καὶ Προεδρίας Κυβερνήσεως συνιστᾶται ἀνὰ μία θέσις ὁμωνύμου ὑφυπουργοῦ. Προσέξετε ἀναγράφεται ὁμωνύμων ὑφυπουργῶν καὶ ὄχι ἀορίστως νὰ ὀνομασθῇ βραδύτερον. Τόσα χρόνια δὲν ἐλειτούργησαν τὰ Ὑφυπουργεῖα αὐτά, οὔτε κατὰ τὰ δύο τελευταῖα χρόνια ἐλειτούργησεν οὔτε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου, οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ποὺ διηύθυνεν ὁ κ. Λυκουρέζος. Πῶς λοιπόν, ἐλειτούργησαν χωρὶς ὑφυπουργόν; Ὑπάρχει λόγος ἱδρύσεως νῦν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ Ὑπουργεῖα, Ὑφυπουργείων; Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἐρώτημα μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα ἢ δὲν μοῦ τὸ δίδει νὰ εἴπω, ὅτι πρῶτον ἐγένετο ἡ καταμέτρησις τῶν μνηστήρων καὶ κατόπιν ἐγένετο ἡ τοποθέτησις αὐτῶν τῶν Ὑφυπουργείων. Βλέπω εὐχαρίστως, ὅτι ἡ Προεδρία τῆς Κυβερνήσεως ἀποκτᾷ ὑφυπουργόν. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπῆρχεν ἕνα Διευθυντής, ὁ Διευθυντὴς ἐγένετο ὑφυπουργός ὁ ὑφυπουργὸς τὸν Μάϊον τοῦ 1952 ἐγένετο ὑπουργός, διότι ἔπρεπε νὰ μετατεθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Βιομηχανίας καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν Προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἐδέχετο νὰ εἶναι ὑφυπουργός. Καὶ ἔτσι τώρα ὁ ὑπουργός, ἀποκτᾷ καὶ ὑφυπουργόν. Εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένη ἡ τοποθέτησις τοῦ ὑφυπουργοῦ, διότι νῦν κατέχων τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀπησχολημένος νὰ παρακολουθῇ τὰς ραδιοφωνικὰς ἐκπομπὰς καὶ τὰ δελτία τοῦ ἐπαρχιακοῦ τύπου, μὴ τυχὸν τοῦ διαφύγῃ κανένα τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν ποὺ ὑβρίζει τοὺς συναδέλφους του, ὀρθὸν λοιπὸν ἦτο νὰ τεθῇ ἕνας ὑφυπουργὸς διὰ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὰ ἄλλα ζητήματα τοῦ Ὑπουργείου. Εὐτυχῶς, ἀπὸ τὰς πληροφορίας τῶν ἐφημερίδων τὸ ἔχω αὐτό, ὁ μέλλων νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὸ Ὑφυπουργεῖον καὶ εὔχομαι νὰ εἶναι ἐκεῖνος, τὸν διακρίνει σύνεσις, τὸν διακρίνει μόρφωσις καὶ πολλὰ ἄλλα προσόντα. Ἐλπίζω ὅταν ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὀρθὴν ὁδὸν τὸ ἐκτροχιασθὲν Ὑπουργεῖον τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἠθέλατε ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ ἀπαλλάξητε τὸ Ὑπουργ. Συμβούλιον φόρτου μεγάλου, ὁ ὁποῖος πραγματικὰ τὸ βαρύνει, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀπαλλάξητε ἀπὸ ὡρισμένα θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν τὰ βλέπω νὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀπασχολῆται μὲ τὴν ἀποστολὴν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ καὶ 5 ὁπλιτῶν εἰς τὴν Κύπρον διὰ τὴν παραλαβὴν ἡμιόνων, οὔτε νὰ ἀσχολῆται μὲ τὴν τέλεσιν δημοσίᾳ δαπάνῃ τῆς κηδείας ἑνὸς γέροντος ὁπλαρχηγοῦ. Ἀπὸ αὐτὰ ὅλα καὶ μερικὰ ἄλλα ἦτο δυνατὸν τῷ ὄντι νὰ τὸ ἀπαλλάξητε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐπίσης δὲν βλέπω ἕνα πρᾶγμα. Ὁ παλαιὸς νόμος καταργεῖ τὰς θέσεις τῶν Γενικῶν Γραμματέων, ὅπου ὑπάρχει Ὑφυπουργεῖον. Θὰ ἤθελον νὰ προσέξητε καὶ αὐτὰ τὰ ζητήματα. Δὲν χρειάζεται Γενικὸς Γραμματεὺς ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ὑφυπουργός.
§178Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Εἶχε γίνει ὁ νόμος, τὸν προεκάλεσεν ὁ τέως ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπαγιάννης, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς καὶ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει Ὑφυπουργεῖον καὶ ἦτο ὀρθὴ ἡ διάταξις αὐτή, διότι ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας, εἶναι ἀναγκαία ἡ συνύπαρξις καὶ ὑπουργοῦ καὶ ὑφυπουργοῦ καὶ Γενικοῦ Γραμματέως.
§179Δ. ΠΛΑΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο. Εἶναι πολλαὶ αἱ περιπτώσεις ποὺ θίγονται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Εὔχομαι μόνον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ τελευταῖον κομματικὸν προϊὸν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔχω πολλοὺς δισταγμοὺς καὶ πολλὰς ἀμφιβολίας, ὁ κατήφορος δὲν σταματᾷ ἀκόμη. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὰς χιμαιρικὰς ἐπιδιώξεις περὶ ἱδρύσεως ὁμάδων Ὑπουργείων καὶ νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὸ ἔργον της ἐὰν θέλῃ νὰ τὴν διαδεχθοῦν ἐθνικόφρονες Κυβερνήσεις. Ἡ πρώτη κωδωνοκρουσία ἐσήμανε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ προσέξατε μήπως ἐπαναληφθῇ καὶ ἡ δευτέρα, ὁπότε θὰ ἔχετε πλήρη τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς ἱστορίας καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§181Γ. ΜΟΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐχαρακτηρίσθη κατεπεῖγον, διὰ νὰ ψηφισθῇ εἰς μίαν ἀνάγνωσιν καὶ μίαν βραδυά. Καὶ ἐρωτᾶται ἐὰν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Κυβερνήσεως θεωρῆται ὑπηρεσιακὸν καὶ κατεπεῖγον, ἠμπορεῖτε νὰ ἀποδείξητε τότε ποῖον νομοσχέδιον δὲν εἶναι «ὑπηρεσιακὸν καὶ κατεπεῖγον»; Τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἦτο περιττὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ταξιδεύσῃ μέχρις Ἀγγλίας διὰ νὰ μᾶς ὑποδείξῃ, ὅτι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει νομολογία τοιαύτη, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὔτε γραπτὸν Σύνταγμα. Ἐγὼ ἐρωτῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖος νόμος Ἀγγλικὸς ἢ Γαλλικός, ἢ Κινέζικος καθορίζει, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως ἠμπορεῖ νὰ ἀντιπροσωπεύεται εἰς τὴν Βουλὴν δι’ εἰδικοῦ Ἀντιπροέδρου; Εἰς ποίαν χώραν Κοινοβουλευτικὴν ἔχει ἀκουσθῆ παρομοία διάταξις; Εἰς τὴν Τουρκίαν; Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ Τουρκίας, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐγένοντο οἱ Τοῦρκοι χατζῆδες δι’ ἀντιπροσώπου! Ἔδιδον μερικοὺς παράδες εἰς ἕνα πτωχὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐπήγαινεν εἰς τὴν Μέκκα καὶ ἔτσι καὶ αὐτοί, χωρὶς νὰ κουνηθοῦν ἀπὸ τὸ σπίτι των, ἐγίνοντο χατζῆδες καὶ ἐφοροῦσαν καὶ ἕνα κίτρινο σαρίκι. Ἀλλὰ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀντιπροσωπεύεται μονίμως δι’ εἰδικοῦ ἀντιπροσώπου εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἐδῶ εἶναι ἡ θέσις του, διότι εἶναι κοινοβουλευτικὸς Πρωθυπουργός. Βέβαια, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν μᾶς ἔχει συνηθίσει νὰ μᾶς τιμᾷ διὰ τῆς παρουσίας του.
§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὰ δὲν ἤρχοντο καὶ οἱ ἰδικοί σας.
§183Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν ἔλειπε κανείς. Μόνον ὅταν ἦτο βαρειὰ ἀσθενὴς ὁ μακαρίτης Πλαστήρας δὲν ἤρχετο. Οὔτε ὁ Ζαΐμης ἀπουσίαζε καίτοι ἄφωνος Πρόεδρος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, δέ, ἤρχετο πρῶτος καὶ ἔφευγε τελευταῖος. Πρώτην φορὰν συμβαίνει αὐτὸ τὸ φαινόμενον, τῆς ἀπουσίας καὶ ἀποχῆς, τὸ ὁποῖον εἴδομεν μὲ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἠμπορεῖ βέβαια ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ κάμνῃ εἰς τὸ σπίτι του τῆς Ἐκάλης μελέτας, νὰ καταγίνεται μὲ ἄλλα ἔργα, νὰ ἀπασχολῆται μὲ παιχνίδια, μὲ πινάκλ, τάβλι κλπ., ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ ἐκ συστήματος νὰ ἀπουσιάζῃ ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ἀκόμη ὀλιγώτερον νὰ διορίζῃ ἀντιπρόσωπον καὶ πληρεξούσιόν του εἰς αὐτήν. Ἄλλοτε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής, ὁ κ. Μαρκεζίνης, βαδίζων ἐπὶ τὰ ἴχνη τοῦ κ. Στρατάρχου καὶ αὐτός, δὲν μᾶς ἐτίμα διὰ τῆς παρουσίας του. Ἀλλὰ βλέπω εὐτυχῶς, ἀπόψε ὡς καὶ τὶς ἄλλες βραδυὲς—τώρα τελευταῖα—εἶναι ἐκ τῶν ἐπιμελεστέρων καὶ τακτικωτέρων συναδέλφων. Κύριοι συνάδελφοι, ἔσχισε τὰ ροῦχα της ἡ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον οἱ ἀντιπρόσωποί της, διὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν ὀρθοδοξίαν καὶ διὰ τὴν προσήλωσίν της εἰς τὰς κοινοβουλευτικάς μας παραδόσεις. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἔχει καὶ μίαν προϊστορίαν. Ἐνθυμοῦμαι, π.χ., ὅτι ἅμα τῇ συστάσει τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, ἐστάλη ἡ περίφημος ἐπιστολὴ πρὸς τὸν κ. Μαρκεζίνην, διὰ τῆς ὁποίας ἐξουσιοδοτεῖτο νὰ διαχειρισθῇ, ἐν λευκῷ ὡς ἀπόλυτος κύριος καὶ ἄρχων, τὸν οἰκονομικὸν τομέα καὶ νὰ λογοδοτήσῃ πρὸς αὐτόν, ὡς ἐὰν ἦτο ἐλέῳ Θεοῦ αὐτοκράτωρ ἢ τὴν εἶχε πατρικήν του ἰδιοκτησίαν. Εἶναι ὅμως ἡ ἐνέργεια αὐτὴ καὶ ὑπῆρξεν ὀρθόδοξος κοινοβουλευτική; Εἶχε σημειωθῆ ἄλλοτε ποτέ; Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ὡς πρεσβύτερος, θὰ ἠμποροῦσε νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάλογος προηγουμένου Πρωθυπουργοῦ;
§184ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ βρὲ ἀδελφέ, Μαθουσάλας εἶμαι; Μικρὰν διαφορὰν ἔχω ἀπὸ τὸν κ. Παπάγον.
§185Γ. ΜΟΔΗΣ. Σᾶς ἀναφέρω, ἐπειδὴ ὁμιλοῦμεν περὶ πείρας. Τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἀπὸ δύο ἐτῶν καὶ ζῇ καὶ βασιλεύει, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἀκούομεν διαρκῶς, αὔριον συνέρχεται τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, χθὲς συνεδρίασε τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, προχθὲς ἔλαβεν ἀπόφασιν τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, αὐτὸ διαρκῶς εὑρίσκεται εἰς τὸ προσκήνιον, εἶναι θεσμὸς τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζει τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ παράδοσις. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶχε λησμονηθῆ; «Ὑπεράνω ὅλων» τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον. Αὐτὸ συνέρχεται, αὐτὸ ἀποφασίζει, αὐτὸ τὰ πάντα κανονίζει. Οἱ ὑπουργοὶ φαίνεται ἦσαν ἁπλῶς διακοσμητικὰ στοιχεῖα. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως; Ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία αὐτὸ τὸ καλοκαῖρι ἐψήφισεν ἢ μᾶλλον ξεφούρνισε 300 νόμους, ἡ ὁποία, ὅπως καὶ ἀπόψε συνέβη μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὰ πάντα τὰ ἐχαρακτήριζε κατεπείγοντα καὶ ὑπηρεσιακὰ, καὶ τὰ ἐδέχετο καὶ τοὺς ἔδιδε τὴν σφραγίδα τοῦ νόμου, ὄχι σύμφωνα πρὸς τὴν κοινοβουλευτικὴν ὀρθοδοξίαν καὶ τὰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Ὑπῆρχε πάντοτε Ἐπιτροπή, ἀλλὰ ἐψήφιζε μερικὰ νομοσχέδια δευτερεύοντα καὶ πράγματι κατεπείγοντα. Αὐτὸ τὸ ξεφούρνισμα κατὰ ἑκατοντάδας νόμων, δὲν εἶχε συμβῆ ποτὲ ἄλλοτε. Καὶ τὸ χαρακτηριστικὸν εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καταλαμβάνεται ἀπὸ ὀργασμὸν νομοπαραγωγικὸν μὲ τὰ κυνικὰ καύματα, ὅλην δὲ τὴν ἄλλην περίοδον τοῦ χειμῶνα καὶ τὴν ἄνοιξιν προχωρεῖ εἰς τὸ νομοθετικόν της ἔργον μὲ νυσταλέον ρυθμὸν καὶ βήματα χελώνης! Εἶναι βεβαίως εὐκολωτέρα ἡ ὁδὸς τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ἥκιστα σύμφωνος μὲ τὰς ἐπιταγὰς τοῦ Συντάγματος καὶ τὰς παραδόσεις τοῦ Κοινοβουλίου.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τελειώνετε, κ. Μόδη.
§187Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἀλλὰ διατὶ ὁμιλοῦμεν διὰ τὴν προσήλωσιν εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν; Ἐδῶ ζητοῦμεν νὰ κατατεθοῦν φάκελλοι, οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ λησμονοῦν νὰ τοὺς καταθέσουν. Κάμνομεν ἐπερωτήσεις, οἱ κ.κ. ὑπουργοί, οὔτε καταδέχονται νὰ προσέλθουν εἰς τὴν Βουλήν. Οὐσιαστικῶς διὰ τῆς πρωτακούστου αὐτῆς τακτικῆς καταργεῖται ἀπολύτως ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.
§188ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί σημασίαν ἔχει αὐτό;
§189Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἤκουσα πολλὰς ζωηρὰς διαμαρτυρίας ἐξ ἱερᾶς ἀγανακτήσεως καὶ σχισίματα ρούχων διὰ τὴν ἁπλῆν ἀμφισβήτησιν τῆς πίστεώς σας εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὑπενθύμισα τὰ γεγονότα ταῦτα ὡς ἐλάχιστα δείγματα τῆς κοινοβουλευτικῆς σας ὀρθοδοξίας. Κύριοι συνάδελφοι, οἱ Ἑβραῖοι κανένα καιρὸ ὅταν ἐπτώχευαν ἤνοιγαν παληὰ τεφτέρια. Καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέδραμεν εἰς τὸ παρελθὸν διὰ ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει ἐξασφαλίσει τὴν αὔριον. Ἴσως εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Εἶναι ὅμως βεβαίως ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει χάσει ὁριστικῶς καὶ τὴν σήμερον.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Τσαούσης ἔχει τὸν λόγον.
§191Δ. ΤΣΑΟΥΣΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μετεῖχον τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν του ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ κρίνω σκόπιμον νὰ διατυπώσω καὶ ἐνώπιον τοῦ Σώματος ὡρισμένας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐκεῖ ἐξέθεσα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καθορίζει, ὅτι οἱαδήποτε ἀναδιοργάνωσις τῆς Κυβερνητικῆς μηχανῆς, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θεωρηθῇ ἐκτὸς τῶν αὐστηρῶν συνταγματικῶν πλαισίων καὶ δὴ καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος. Καὶ συνεχίζει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην καὶ αἱ προτεινόμεναι ὑπὸ τοῦ σχεδίου νόμου μεταρρυθμίσεις οὐδόλως θίγουν τὰς δύο βασικὰς συνταγματικὰς ἀρχάς, τὴν ἀρχὴν τῆς ἀλληλεγγύου εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν διὰ τὴν γενικὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀτομικῆς εὐθύνης τοῦ ὑπουργοῦ. Παρὰ ταῦτα διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου νόμου ἀντιτίθενται εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου νομιμοποιεῖται μία ὑφισταμένη πραγματικὴ κατάστασις, καθιεροῦται σαφὴς νομικὸς τύπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνάγεται εἰς θεσμὸν τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον μεταβιβάζονται ἤδη διὰ νόμου ἁρμοδιότητες τοῦ ἀποτελοῦντος τὴν Κυβέρνησιν Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τοῦτο ὅμως ἀντιτίθεται εἰς τὸ ἄρθρον 76 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθορίζει, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖ τὴν Κυβέρνησιν καὶ αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατοχυρούμεναι ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, δὲν δύνανται νὰ ἐκχωρηθοῦν. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλον τὸ ἐκ τοῦ Συντάγματος δικαίωμα ἀποφάσεως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλον τὸ ἐκ τοῦ Συντάγματος δικαίωμα, ὥστε νὰ ἐνεργῇ ἄλλος εἰς τὴν θέσιν του νομικὰς πράξεις τῆς ἁρμοδιότητός του. Τοιοῦτον δικαίωμα ἐκχωρήσεως ἀντιτίθεται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Συνταγματικοῦ καὶ Δημοσίου ἡμῶν Δικαίου. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀντλεῖ τὴν ἐξουσίαν του ἐκ τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ τὴν ἀσκῇ καὶ οὐχὶ νὰ τὴν διαθέτῃ. Ἀποτελεῖ δι’ αὐτὸ ἕνα καθῆκον νὰ τὴν ἀσκῇ τὴν ἐξουσίαν σύμφωνα πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, περισσότερον ἀκόμη ἀπὸ ἕνα δικαίωμα. Πᾶσα δημοσία ἐξουσία εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἀμεταβίβαστος. Ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ μία ἐπανόρθωσις τῆς σχετικῆς περικοπῆς τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ὁποία ἐπανόρθωσις ἐνισχύει τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποστηριχθεῖσαν ἄποψιν, ὅτι ἡ καθιέρωσις τοῦ μικροῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν Ἀγγλίαν, χρονολογεῖται ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος, καὶ ὅτι τὸ μικρὸν πολεμικὸν Συμβούλιον συνεστήθη ὄχι ὑπὸ τοῦ Λόϋδ Τζὼρτζ κατὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον, ἀλλὰ πολὺ προηγουμένως ὑπὸ τοῦ Ἄσκουϊθ, ἐκεῖ λοιπὸν ἀπὸ μακροτέρου χρόνου καὶ τοιουτοτρόπως καὶ παρ’ ἡμῖν ἀπὸ μερικῶν ἐτῶν, ἐπεδιώχθη νὰ ἐξασφαλίζεται ἡ ἄμεσος καὶ συγκεντρωμένη ἐξέτασις τῶν ζωτικῶν ζητημάτων διὰ μιᾶς σιωπηρᾶς ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς ἕνα μικρὸν ὅμιλον ὑπουργῶν. Ἡ ντὲ φάκτο ὅμως αὐτὴ κατάστασις διὰ ποῖον λόγον νὰ μετατραπῇ εἰς ντὲ γιοῦρε, ὥστε νὰ δημιουργηθῇ ἀντίθεσις πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος; Καὶ περαιτέρω διὰ τῆς θεσπίσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου παραβιάζεται ἡ ἀρχὴ τῆς συλλογικῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν ἡ θέσπισις τοιούτων διατάξεων νὰ εὐθύνωνται ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι δὲν μετέχουν εἰς τὴν λῆψιν ἀποφάσεων τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου. Ἀπόφασιν τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ κρίνῃ ἀναγκαῖον ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δὲν θὰ τὴν γνωρίζῃ κἂν ὁ οἱοσδήποτε ὑπουργὸς ἐνῷ θὰ εὐθύνεται διὰ ταύτην. Τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργούς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου νόμου, οἱ ὑφυπουργοὶ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θὰ διορίζωνται κατόπιν προτάσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ναὶ μὲν τὸ πραγματικὸν δικαίωμα τοῦ Βασιλέως ἀναφορικῶς μὲ τὴν ἐκλογὴν τῶν ὑπουργῶν περιορίζεται ἀπὸ σειρὰν προϋποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν οὐσίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ τὸ σαφὲς καὶ νομικὸν δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς ὑπουργούς, θεσπιζόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐπιδέχεται οὐδένα περιορισμόν. Ἐξ ἄλλου διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καταργεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ὅπως ὁρίζῃ διὰ Β. Διατάγματος τὸν ἀναπληροῦντα ἀπόντα ἢ κωλυόμενον ὑπουργόν. Ἐφεξῆς ὁ διορισμὸς ἀναπληρωτοῦ ὑπουργοῦ θὰ γίνεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Δὲν θέλω νὰ διανοηθῶ, ὅτι διὰ τῶν περιορισμῶν τούτων εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως ὑπάρχει δόλος, ἀλλ’ ἀποτελοῦν, αἱ τοιαῦται διατάξεις ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι πρόχειρον καὶ ἀμελέτητον κατασκεύασμα. Παραλλήλως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ συνιστώμενον Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον ἐπέρχεται ἀναδιοργάνωσις τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ οἰκονομικὴ ἀποσυγκέντρωσις. Ἡ ζωηρὰ συζήτησις, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγου ἔλαβε χώραν μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ καὶ τοῦ ἐκ Καρδίτσης ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, προβάλλει τὴν ἀπορίαν διατὶ δημιουργεῖται ἡ θέσις ὑφυπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς εἶναι ἁρμόδιος ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ἦτο ἀκόμη ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ εὐθὺς μετὰ τὴν ὑπ’ αὐτῆς ἀνάληψιν τῆς ἐξουσίας, εἶχεν ἐξαγγείλει, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν καὶ μάλιστα μέχρι τοῦ Μαρτίου 1953 θὰ κατηργεῖτο τὸ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου, τὸ ἄλλοτε Ὑφυπουργεῖον Ἀγορανομίας, διότι μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ δελτίου διανομῶν καὶ μὲ τὴν διάλυσιν τῶν ἀγορανομικῶν ὑπηρεσιῶν μετὰ τὴν καθιέρωσιν τῆς ἐλευθερίας τῶν εἰσαγωγῶν, αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου περιωρίσθησαν σημαντικώτατα. Ποῖος λόγος ἤδη ἐπιβάλλει τὴν ἐκ νέου σύστασιν Ὑφυπουργείου Ἐμπορίου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου;
§192Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω; Κύριε συνάδελφε, δὲν ἀνασυνιστᾶται τὸ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ. Ἁπλῶς τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐμπορίου ἐθεωρήσαμεν ὅτι εἶναι ἀρκούντως ἐκτεταμένα, ὥστε νὰ δικαιολογοῦν τὴν παρ’ αὐτῷ ὕπαρξιν Ὑφυπουργοῦ, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν ἄρθρων 6, 7 τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Ὁ Ὑφυπουργὸς αὐτὸς θὰ ἔχῃ διττὴν ἁρμοδιότητα καὶ θὰ ἔχῃ ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ τοῦ χορηγήσῃ ὁ Ὑπουργός. Ἐνδέχεται νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν ἁρμοδιότητα ἐπὶ ἐκείνων τῶν ὑπηρεσιῶν αἵτινες ὑφίστανται ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργείου Ἐμπορίου, εἶναι δὲ αὗται 6 καὶ ὑφίστανται καὶ πρέπει νὰ ὑφίστανται, διότι ὑφίστανται εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα κράτη. Ἀλλὰ ἐνδέχεται ὁ ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου νὰ μὴ τοῦ δώσῃ ὡς ἁρμοδιότητα τὴν ἐπιστασίαν αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ ἀκριβῶς ἐπὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν ἢ ἐπί τινων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι μέχρι πρό τίνος ἀνῆκον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Δὲν ἀνασυνιστᾶται τὸ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου ὑπὸ τὴν παλαιάν του ἔννοιαν. Ἁπλῶς ὁ Ὑπουργὸς Ἐμπορίου, θὰ ἔχῃ ἕνα βοηθόν, ἕνα βοηθόν, ὁ ὁποῖος θὰ τύχῃ ἁρμοδιότητας τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ καὶ ὁ Ὑφυπουργὸς Γεωργίας ἢ τις ἄλλος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις.
§193ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί, κύριε ὑπουργέ, δὲν ἐπανασυνιστᾶται τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὡς ἦτο πρῶτα.
§194Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Διατὶ ὁ τουρισμὸς θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν Προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου θὰ στερηθῇ τῆς ἀρκετὰ σημαντικῆς ἁρμοδιότητός του ἐπὶ τοῦ Τουρισμοῦ καὶ θὰ ἱδρυθῇ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου;
§195Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου ἐπὶ τοῦ Τουρισμοῦ, ἦτο ἁρμοδιότης ἐποπτείας, ἡ ὁποία ἠσκεῖτο ἐν τῇ πράξει ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως καὶ ὑπὸ ἑνὸς ἀκόμη ὑπαλλήλου ὑπηρετοῦντος παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τότε. Βεβαίως καὶ ὁ ὑπουργὸς καὶ ὁ Γεν. Γραμματεύς, ἐκάλουν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Τουρισμοῦ καὶ συνειργάζοντο μετ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ τουρισμοῦ ἐποπτεία, ὅσον καὶ ἂν εἶναι οὐσιώδης, εἶναι χρονοφάγος. Πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὸ σύστημα τῆς ἐπὶ τοῦ τουρισμοῦ ἐποπτείας ἐπὶ ἄλλων βάσεων καὶ ταύτης ἕνεκεν πράγματι προστίθενται ἁρμοδιότητες εἰς τὴν Προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες μέχρι τοῦδε δὲν ὑφίσταντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου. Τὸ Ὑπουργεῖον παρακολουθεῖ τὴν γενικὴν πολιτικὴν ἀπὸ ἀπόψεως ἐπενδύσεων ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Τουρισμοῦ καὶ ἀσκεῖ τὴν συνήθη διοικητικὴν ἐποπτείαν ἐπὶ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ Δημοσίου Δικαίου. Ὄντως, ἐπειδὴ τὸ θέμα τοῦ Τουρισμοῦ ἦτο σημαντικόν, δὲν λέγω ὅτι ἠσχολεῖτο ὀλιγώτερον ὁ ὑπουργὸς εἴτε ὁ Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου ἀπ’ ὅσον μὲ ἄλλους Ὀργανισμοὺς ἐξαρτωμένους ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ δὲν ἀπασχολεῖται περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἀπασχολεῖται μὲ τὸν Αὐτόνομον Ὀργανισμὸν Καπνοῦ. Τώρα πρόκειται νὰ δοθῇ ἄλλο ὀργανωτικὸν καὶ διοικητικὸν σχῆμα, ὅπως θὰ ἴδετε ἀπὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαχθῇ καὶ θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν σας, ἐλπίζω προσεχῶς, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἀφορᾷ εἰς τὴν ὅλην ὀργάνωσιν τοῦ τουρισμοῦ καὶ εἰς τὸ ὅλον θέμα τὸ τουριστικόν.
§196Δ. ΤΣΑΟΥΣΗΣ. Τὸ συμπέρασμά μου αὐτό’ κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐνδέχεται νὰ προκαλέσῃ συνταγματικὰς ἀμφισβητήσεις μὲ τὰς ἀναγκαίας συνεπείας των, καὶ ἐξ ἄλλου προώρισται νὰ δυσχεράνῃ τὴν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ τομέως δραστηριότητα τῆς Κυβερνήσεως. Εὔλογος, ἑπομένως ἡ ἀπορία, τί ὤθησε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐμφανίσῃ τοιοῦτον ἀμελέτητον νομοσχέδιον.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βασιλᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§198Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἀνεπτύχθησαν διὰ μακρῶν τὰ περὶ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, ὥστε δὲν κρίνω σκόπιμον νὰ ἐπεκταθῶ, κ. συνάδελφοι. Ἰδιαιτέρως ὀφείλω νὰ ἐξάρω τὴν ἐπιστημονικὴν ἀνάλυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν, οἱ συνάδελφοι κ.κ. Λυκουρέζος καὶ Ρωμανός. Καὶ ἡ ἰδική μου προσωπικὴ γνώμη, εἶναι, ὅτι τὸ συζητούμενον σχέδιον νόμου ἀντίκειται πρὸς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον θέλει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀλληλεγγύως συνυπεύθυνον καὶ τοὺς ὑπουργοὺς ἐν ἰσοτιμίᾳ. Ἐφ’ ὅσον ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος, ἀφέθη εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Διὰ τοῦ παρόντος σχεδίου νόμου ἡ εὐθύνη διασπᾶται. Διότι πῶς λ.χ. ὁ Α ὑφυπουργὸς θὰ ἔχῃ εὐθύνην διὰ μίαν Κυβερνητικὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον εἰς τὸ ὁποῖον δὲν συμμετέχει; Ἐπίσης ἐνῷ τὸ Σύνταγμα καθιέρωσε τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος καὶ μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, ὅτι θὰ ἔχωμεν 5 κατηγοριῶν Ὑπουργούς: 1) Τοὺς Ἀντιπροέδρους, 2) Τοὺς τομεάρχας Ὑπουργούς, 3) Τοὺς ἄνευ χαρτοφυλακίου Ὑπουργούς, 4) Τοὺς συνήθεις Ὑπουργοὺς, 5) Τοὺς Ὑφυπουργούς. Ἀπόδειξις τρανή, ὅτι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἠναγκάσθη νὰ ἐπιφέρῃ ἱκανὰς τροποποιήσεις ἵνα τοῦ προσδώσῃ Συνταγματικὸν Ἐπενδύτην. Αἱ Κυβερνήσεις ἀπέτυχον, ὄχι διότι ἐστεροῦντο ἐπαρκοῦς νομοθεσίας, ἀλλὰ διότι οἱ ἀποτελέσαντες αὐτὰς δὲν ἦσαν ἄνδρες ἱκανοί, θαρραλέοι, ἐργατικοὶ διὰ νὰ φέρουν εἰς πέρας τὴν ἀποστολήν των. Δὲν ὑπάρχει ὁ Ἀρχηγός, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμπνέῃ καὶ ὡς ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ Διὸς τὰ πάντα νὰ ὁρᾷ καὶ ἀπέτυχον. Ἐνῷ κανεὶς νόμος, καὶ ὁ τελειότερος, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ καταστήσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του, ἐφόσον οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὸ δὲν κατορθώνουν ν’ ἀρθοῦν εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων. Διερωτᾶται, ὅθεν κανεὶς διατὶ εἶδε τὸ φῶς, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Διότι ἢ πράγματι πρόκειται νὰ γίνουν δαψιλαὶ τῶν ὀφιτσίων διανομαὶ ἢ σύγχυσις κρατεῖ. Πολὺ φοβᾶμαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἀντὶ νὰ ἐπιτύχωμεν νὰ καταστήσωμεν τὴν Κυβερνητικὴν Μηχανήν, ἀποδοτικωτέραν, θὰ δημιουργήσωμεν περιπεπλεγμένας περιπλοκὰς καὶ ἀσυνεννοησίαν. Ὁ μακαρίτης Γεώργιος Βλάχος, ἀκριβῶς πρὸ 9 ἐτῶν, εἰς τὴν «Καθημερινήν», ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Σοφούλη μὲ δεκάδας ὑφυπουργῶν καὶ ἄνευ χαρτοφυλακίου τοιούτων ἔγραφε: «Ὅταν οἱ ὑπουργοί, δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἐπαρκέσουν εἰς τὸν φόρτον τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν τοὺς ἐπέβαλλον τὰ Ὑπουργεῖα των, ἐνομοθέτησαν τὰ Ὑφυπουργεῖα καὶ διωρίσθησαν Ὑφυπουργοί. Ὅταν συνέβη, κάποιος μεγάλος χρήσιμος νὰ πρέπει νὰ εἶναι μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ μὴ περισσεύῃ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ τοῦ δώσουν, ἐνομοθετήθησαν οἱ ἄνευ χαρτοφυλακίου ὑπουργοί. Αὐτοὶ ὑποτίθεται ὅτι ἔχουν γνώμην ἀλλὰ δὲν ἔχουν δουλειά. Διὰ νὰ βοηθήσουν λοιπὸν αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν δουλειά, νομοθετοῦνται τώρα οἱ ὑφυπουργοί; Πληθωρισμός». Καὶ ἐνῶ θὰ ἔχωμεν πληθωρισμὸν ὑπερδιπλασίου ἀριθμοῦ ὑφυπουργῶν, καταργοῦμεν τὸ πλέον ἀναγκαῖον Ὑφυπουργεῖον. Εἶναι φανερόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καίτοι εὐθέως δὲν καταργεῖται τὸ Ὑφυπουργεῖον τῆς Ἀνοικοδομήσεως Σεισμοπλήκτων Νήσων, ἐν τούτοις, τὸ νομοσχέδιον παρέχει τὴν εὐχέρειαν ὅπως διὰ Β. Δ)γμάτων (παράγρ. δʹ καὶ εʹ ἐδάφ. 3 ἄρθρου 8) τοῦ δοθῇ ἡ χαριστικὴ βολή. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο διαδηλῶ, τὴν πλήρη διαφωνίαν μου καὶ ἐγείρω φωνὴν ἐντονωτάτης διαμαρτυρίας. Ἡ φοβερὰ Θεομηνία, ἥτις ἔπληξε τὰ τρία ἄτυχα Νησιά μας, προὐκάλεσε καταστροφὴν ὁμοίαν, τῆς ὁποίας δὲν ἐγνώρισαν οἱ νεώτεροι χρόνοι. Ἡ Κυβέρνησις ὁμολογουμένως ἔδειξε ἐνδιαφέρον καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐξεῦρε τοὺς καταλλήλους πόρους, ὥστε ἡ χρηματοδότησις κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἀμέσου βοηθείας, ὡς καὶ διὰ τὴν προσωρινὴν στέγασιν, ὑπῆρξεν ἐπαρκής. Ἄλλο τὸ ζήτημα ὅτι ἐγένοντο σφάλματα, δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τότε ὅτι ἐπεβάλετο ἡ ἵδρυσις αὐτοτελοῦς ὀργανισμοῦ ἱκανοῦ νὰ δράσῃ ταχέως καὶ ἀποφασιστικῶς ἄνευ τῆς τροχοπέδης τῆς Κρατικῆς Μηχανῆς καὶ τῆς γραφειοκρατίας. Καὶ κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ὑφυπουργείου. Ἡ πρᾶξις ἦτο ὀρθή, διότι ἐνῷ ὑπῆρχε καὶ ἡ πολιτικὴ εὐθύνη ἐπετεύχθη καὶ ὁ τελικὸς συντονισμός. Παρὰ τὰ διαπραχθέντα, ἐπαναλαμβάνω, σφάλματα τὸ ἔργον τῆς ἀνοικοδομήσεως ἐθεμελιώθη ἐπὶ στερεῶν βάσεων. Ὁ στρατὸς εἰργάσθη φιλοτίμως. Σφάλμα μέγα ὅμως ἦτο ἡ ἀπόφασις νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν ἡ διανομὴ τῆς ξυλείας ἥτις κατήντησε τὸ πλέον πολύτιμον ἀγαθὸν διὰ τοὺς ἀτυχεῖς σεισμοπλήκτους. Διότι οἱ νεαροὶ ἀξιωματικοὶ ἐστερημένοι πείρας ἔκαμον κατὰ τοιοῦτον ἄνισον τρόπον τὴν διανομήν, ὥστε ἡ ἀγανάκτησις νὰ εἶναι γενική. Τὸ Ὑφυπουργεῖον ἀπεδείχθη χρησιμώτατον. Ἀφ’ ἧς ὁ νέος ὑφυπουργὸς κ. Ρωμανός, ἐγκατεστάθη ἐκεῖ, μία νέα τάξις πραγμάτων ἀποκατεστάθη. Ἐγένετο πίστις ἡ ἰσότης μεταξὺ τῶν κατοίκων καὶ θρησκεία ἡ φειδὼ τοῦ δημοσίου χρήματος. Ὁ νέος ὑφυπουργὸς ἀπέσπασε τὴν γενικὴν ἐκτίμησιν καὶ τὸν σεβασμὸν καὶ ὅταν ἀνεχώρησε, οἱ κάτοικοι τὸν συνώδευσαν κλαίοντες, καίτοι δὲ ἠφνιδιάσθη τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Σάμης συνεδρίασεν ἐκτάκτως καὶ τὸν ἀνεκήρυξεν ἐπίτιμον πολίτην αὐτῆς. Τὸ Ὑφυπουργεῖον εἶναι ἀναγκαιότατον. Διότι ἐκτὸς τῆς ἠθικῆς τονώσεως καὶ ἱκανοποιήσεως τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς τοὺς σεισμοπλήκτους, διότι οὗτοι μεθ’ ὑπερηφανείας βλέπουν ὅτι ἔναντι τῆς συμφορᾶς των ἡ Κυβέρνησις, ἡ Πατρίς των τοὺς κάμνει καὶ αὐτὴν τὴν σοβαρὰν παραχώρησιν, τὰ ἄπειρα προβλήματα τὰ ὁποῖα γεννῶνται καὶ τὰ ὁποῖα οἱ μὴ ὑπηρετήσαντες ἐκεῖ δὲν δύνανται νὰ τὰ ἀντιληφθοῦν μακρόθεν, μόνον δι’ αὐτοπροσώπου ἐπιτοπίου καὶ ἀμέσου λύσεως εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῶσιν. Ἐνῷ μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον σκοπεῖται ἡ διάρθρωσις τῶν ὑπηρεσιῶν αἵτινες θ’ ἀσχοληθοῦν μὲ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν νήσων, φοβοῦμαι, καὶ τὸ τονίζω, ὅτι οἱ φόβοι μου εἶναι βάσιμοι, θὰ πελαγοδρομήσωμεν. Οἱ ἀτυχεῖς ὅμως σεισμόπληκτοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται ἑκάστοτε πειραματόζωα. Δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ γίνουν θαύματα. Ἀλλὰ δὲν θ’ ἀνεχθῶμεν καὶ περαιτέρω ἀνεπίτρεπτα σφάλματα. Ποιοῦμαι, λοιπόν, ὑστάτην ἔκκλησιν νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Ὑφυπουργεῖον. Νῦν, ὁπότε ἔχει γίνει ὅλη ἡ προεργασία καὶ καταφθάνουν τὰ ὑλικά, θὰ πρέπει ὁ ὑφυπουργὸς νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς Ἀργοστόλιον, ἵνα συνεγείρῃ τοὺς πάντας διὰ τὴν ταχεῖαν ἀνοικοδόμησιν. Συμφωνῶ νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ὑφυπουργεῖον ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. Ταῦτα ὑποδεικνύει καὶ ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Μητροπολίτου Ἱεροθέου Ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν ἀποτελοῦν οἱ τὰ πρῶτα φέροντες, ἰατροί, δικηγόροι, ἔμποροι. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8 πρακτικὸν γράφει: (Ἀναγινώσκει). Ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ἀπαντῶσα εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Καρδίτσης, λέγοντα τὰ πράγματα ἔχουν ἤδη καλῶς καὶ ἡ κατάστασις εἶναι ἀρίστη.
§199Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Μὴ παραποιεῖται ὅ,τι εἶπον.
§200Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν τὰ παραποιῶ κ. Ὑπουργέ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἀντελήφθην καλῶς τὶ εἴπατε, ἀλλὰ μὴ λέγετε τὰ παραποιῶ.
§201Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Ἐπειδὴ εἶναι κατάδηλον ὅτι εἴτε δὲν ἠννοήσατε, εἴτε δὲν ἠθελήσατε νὰ ἐννοήσετε, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, τὶ εἶπον. Καὶ οἱ κύριοι εἶναι κριταί. Εἶπον τοῦτο καὶ μόνον: Ὅτι ὀρθότατα εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ ἵδρυσις τοῦ ὑφυπουργείου, διότι τότε τὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα ἦσαν πρὸς ἀντιμετώπισιν, ἦσαν προβλήματα σύνθετα καὶ δὴ, δὲν ἦσαν προβλήματα μόνον ἀνοικοδομήσεως, ἀλλ’ ἦσαν προβλήματα διοικητικά, οἰκονομικά, προβλήματα ἀπαλλοτριώσεως ἐνδεχομένως, προβλήματα νομικά, προβλήματα ἐμπορικὰ καί τινα ἄλλα. Δὲν εἶπον ὅτι ἡ κατάστασις σήμερον εἶναι ἀρίστη. Γνωρίζω πολὺ καλὰ ὅτι πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ἀρίστη. Εἶπον ὅμως ὅτι οὔτε ἀγορανομικὰ ζητήματα πλέον ὑφίστανται, διάφορα τῶν ὑφισταμένων εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, οὔτε προβλήματα τῆς εἰδικότητος ἄλλων Ὑπουργείων καὶ τῆς ἁρμοδιότητος ἄλλων ὑπουργείων ὑφίστανται ἰδιαίτερα ἐν ταῖς Νήσοις Κεφαλληνίᾳ, Ζακύνθῳ καὶ Ἰθάκῃ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑφίστανται εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος. Καὶ εἶπον ὅτι τὸ μέγα πρόβλημα, τὸ ἀπομένον, διὰ τὸ ὁποῖον ἀγωνιᾷ, ὥστε δὲν εἶπον ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἀρίστη, διότι δὲν θὰ ἔλεγα ὅτι ἀγωνιᾷ, διὰ τὸ ὁποῖον ἀγωνιᾷ ὁ πληθυσμὸς τῶν Νήσων, εἶναι τὸ πρόβλημα τὸ ὑλικόν, τὸ πρακτικὸν τῆς ἀνοικοδομήσεως καὶ εἶπον ὅτι ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ἦτο σκοπιμώτερον, ἐφ’ ὅσον ἐφθάσαμεν πλέον εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀνοικοδόμησιν τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων διὰ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Οἰκισμοῦ, αἱ ὁποῖαι πεῖραν ἔχουν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Αὐτὰ καὶ μόνον εἶπον καὶ εἶπον ὅτι ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπιτελεσθῇ εἶναι δύο εἰδῶν, ἐπιτελική, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ ἐξετελεῖτο πάντοτε εἰς τὸ κέντρον καὶ ἐργασία ἐπὶ τόπου ἐκτελεστική, διὰ τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ τὸ κατάλληλον προσωπικὸν καὶ τὴν κατάλληλον ὀργάνωσιν καὶ τὴν ἀπαραίτητον πεῖραν τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων καὶ Συγκοινωνιῶν. Αὐτὰ καὶ μόνον εἶπον καὶ προσέθεσα ὅτι αὐτὴ εἶναι μία πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, μία ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ κριθῇ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων της. Ἐλπίζω ὅτι τὰ ἀποτελέσματα θὰ δικαιώσουν τὴν σήμερον χαρασσομένην στροφήν. Ἡ στροφὴ αὕτη δὲν ἐπεβλήθη ἐκ τοῦ ὅτι φρονοῦμεν ὅτι κακῶς ἀπεφασίσθη τότε ἡ ὑπαγωγή, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς ἕν χρονικὸν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ἀλλαγὴ κατευθύνσεως. Τίποτε ἄλλο δὲν εἶπον, οὔτε ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἀρίστη, πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ἀρίστη, οὔτε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐνομίσατε σεῖς ὅτι εἶπον. Ὑποθέτω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αὐτὰ εἶπον καὶ ταῦτα δύνανται ν’ ἀναγνωσθοῦν ἐκ τῶν πρακτικῶν.
§202Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ταῦτα εἴπατε καὶ τὰ δέχομαι. Ἰδοὺ ὅμως τὶ λέγουν οἱ δυνάμενοι νὰ ἔχουν γνῶσιν τῶν πραγμάτων καὶ τὰ πρῶτα φέροντες ἐν Κεφαλληνίᾳ: «.... ...... (ἀναγινώσκει) ........».
§203Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκτιμᾷ ἰδιαιτέρως τὴν ἀνάγκην τῆς ἐντόνου προσπαθείας πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῶν Ἰονίων Νήσων. Ἡ κατάργησις τοῦ φέροντος τὸν τίτλον Ὑφυπουργείου, δὲ σημαίνει κατάργησιν πραγματικήν, δεδομένου ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, εἷς ἐκ τῶν ὑπουργῶν θὰ ἀναλάβῃ εἰδικώτερον τὴν ἀποστολὴν τὴν ὁποίαν ἐξετέλει μέχρι σήμερον ὁ ὑφυπουργὸς τῶν Ἰονίων Νήσων. Ἡ σύνδεσις, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦν οἱ πρόκριτοι τῆς Νήσου Κεφαλληνίας πραγματοποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶμαι βέβαιος, ἢ προκειμένου περὶ μελλοντικῶν γεγονότων, ἐπιτρέψατέ μου νὰ τροποποιήσω τὴν φράσιν καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ διαπιστώσητε ὅτι δὲν εἶναι δικαία ἡ ἀνησυχία τὴν ὁποίαν ἐξεφράσατε.
§204Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἔχομεν βάσιμον τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων μὲ τὸ ἐπιτελεῖον τῶν τεχνικῶν καὶ τὴν δραστηριότητα, ποὺ διακρίνει τὸν κ. Καραμανλῆν, εἶναι ἀσυγκρίτως προτιμότερον, παρὰ νὰ μείνωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ. Ἀλλὰ τὴν κατάργησιν τὴν ἀποκρούω. Ἐξ ὀνόματος τῶν δυστυχισμένων αὐτῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι συνεισέφερον ὄχι ὀλίγα εἰς τὴν πρόοδον τῆς λοιπῆς Ἐπικρατείας, καλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν. Ἐξ ὀνόματος ἔστω τῶν ἐν ἀπελπισίᾳ καὶ ἀγωνίᾳ διαβιούντων συνανθρώπων μας καλῶ ὑμᾶς, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, νὰ μὴ ἀρνηθῆτε αὐτὴν τὴν παραχώρησιν εἰς τοὺς δυστυχεῖς Ἕλληνας, ποὺ λέγονται σεισμόπληκτοι. (Χειροκροτήματα).
§205Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Θὰ ἐπεθύμουν νὰ δηλώσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον καὶ πρὸς ὅλα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, ὅτι σεβόμεθα καὶ θεωροῦμεν δικαιολογημένην τὴν ἀνησυχίαν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ἰονίων Νήσων. Διότι τὸ πρόβλημα τῶν Ἰονίων Νήσων εἶναι πράγματι πρόβλημα δυσχερές, τὸ ὁποῖον μὲ ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ Κυβέρνησις, προσπαθεῖ ν’ ἀντιμετωπίσῃ. Ἐὰν τὰ ὅσα ἐξέθεσεν ὁ κ. συνάδελφος καταδειχθοῦν ὡς ἀκριβῆ, ἂς μὴ ἔχῃ καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ τῶν Συγκοινωνιῶν θὰ εἰσηγηθῇ μόνος του πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ υἱοθετήσῃ, ἀναμφισβητήτως, τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπὶ τόπου ὑπάρξεως Ὑφυπουργείου. Ἡμεῖς πιστεύομεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ἡ ἀνάγκη αὐτὴ δὲν ὑπάρχει, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν τυπικῶν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν οὐσιαστικῶν ναί. Καὶ ἐδήλωσα πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ εἷς ἐκ τῶν ὑφυπουργῶν θὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἁρμοδιότητα, μεταβαίνων, ὄχι ἁπλῶς συχνότατα, ἀλλὰ κατὰ περιόδους συγκεκριμένως, κατὰ περιόδους τακτὰς εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους. Ἀπὸ τὴν ἄλλην ὅμως μεριά, θὰ συνομολογήσετε μαζί μου, ὅτι ὡρισμέναι ἁρμοδιότητες ἔπαυσαν πράγματι νὰ ἔχουν τὴν σημασίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχαν μέχρι τοῦδε, ἁρμοδιότητες, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὰ κατὰ μέρος Ὑπουργεῖα. Καὶ θὰ εἶναι πολὺ ὀρθότερον φέρ’ εἰπεῖν, τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας καὶ Ὑγιεινῆς, νὰ ρυθμίσῃ, ὅπως συνέβη εἰς ὅλας τὰς περιοχὰς τῆς Ἑλλάδος, νὰ ρυθμίσῃ θέματα ὑγιεινῆς τῶν Ἰονίων Νήσων καὶ ὄχι ὁ εἰδικὸς ἐπὶ τῶν Ἰονίων Νήσων Ὑφυπουργός. Θὰ εἶναι πολὺ ὀρθότερον θέματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐπείγουσα μορφὴ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ, νὰ ἀντιμετωπίζωνται ἀπὸ τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα, διότι λυσιτελέστερον καὶ πληρέστερον θὰ ἀντιμετωπίζωνται οὕτω. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρισμέναι ἁρμοδιότητες εἰδικαί, δὲν περιέρχονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων, ἀλλὰ ἐπανέρχονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας καὶ Ὑγιεινῆς. Δὲν ἔχει πλέον νόημα, ἕνας ὑπουργὸς νὰ ἀσχολῆται μὲ τὰ ζητήματα Παιδείας τῶν Ἰονίων Νήσων, ἐνῷ ἠμποροῦν νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ἐπίσης τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων θὰ ἀφιερωθῇ δι’ ὅλων του τῶν δυνάμεων καὶ δι’ εἰδικοῦ ὑφυπουργοῦ θὰ ἀφιερωθῇ εἰς τὸ μέγα πρόβλημα τῆς ἀνοικοδομήσεως, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εἶναι τὸ κρισιμώτατον καὶ δυσχερέστατον, δι’ αὐτὸ μέχρι τοῦδε δὲν ἔχει προχωρήσει. Πάντως θὰ ἤθελον πάλιν νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διαπιστώσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐπὶ τόπου παραμονῆς τοῦ ὑφυπουργοῦ, δὲν ἀποκλείεται, μὲ τὴν εἰλικρίνειαν, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸν Στρατάρχην Παπάγον, καὶ ὅλους ἡμᾶς — ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εἰλικρίνειαν δι’ ὅλους — νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ ἔχωμεν ὑφυπουργὸν εἰς Ἰονίους Νήσους. Ἐπιτρέψατέ μου ὅμως νὰ σᾶς εἴπω καὶ τοῦτο. Ἐτόνισεν ὁ κ. Παπαληγούρας, ὅτι ὀρθὴ ὑπῆρξεν ἡ ἵδρυσις Ὑπουργείου. Καὶ πολὺ ὀρθῶς, διὰ λόγους καθαρῶς ψυχολογικούς. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν δὲν ἱδρύθη Ὑπουργεῖον —δὲν συγκρίνω ἔκτασιν καταστροφῆς, συγκρίνω ὅμως τὴν ἔντασιν καταστροφῶν— εἰς ὡρισμένας ὅμως περιοχάς, ὡρισμένας Κωμοπόλεις καὶ ὡρισμένα χωρία κατεστράφησαν ἐπίσης πλήρως. Καὶ ἡ ἀνοικοδόμησις ἐγένετο χωρὶς ὑφυπουργόν, μὲ τὸν Διοικητὴν τῆς Στρατιᾶς, μὲ τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις. Ἴσως καὶ πέρυσι νὰ ἦτο ὀρθότερον, ἀντὶ νὰ ἱδρύσωμεν Ὑφυπουργεῖον, νὰ εἶχεν ὁ Στρατὸς καὶ μόνον ὁ Στρατός, ἀναλάβει τὸ ἔργον τῆς ἀνοικοδομήσεως καὶ τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῶν νήσων.
§206Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴπατε προηγουμένως, ὅτι ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν πραγμάτων πεισθῇ, ὅτι καθίσταται ἀναγκαία ἡ ἐπιτόπιος παραμονὴ τοῦ Ὑφυπουργείου Ἰονίων Νήσων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἀναστέλλομεν τὴν κατάργησιν ἐκ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος.
§207Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριε συνάδελφε, πιθανόν, νὰ μὴ χρειασθῇ νὰ φέρωμεν ἐκ νέου νόμον. Ἴσως διαταχθῇ ὁ ἁρμόδιος ὑφυπουργὸς νὰ ἐγκατασταθῇ ἐκεῖ μονίμως.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Γυιόκας ἔχει τὸν λόγον.
§209Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Ἐπειδὴ ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι τὸ θέμα ἐξηντλήθη θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγας λέξεις. Ἐτονίσθη ὑπὸ διαφόρων ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ εἶναι τοὐλάχιστον πεπλανημένη. Διότι ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καθορίζεται, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ὑπουργὸς Συντονισμοῦ κ. Παπαληγούρας, ἀπὸ δύο παράγοντας νομοθετικούς, ἤτοι ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους νόμους. Μόνον ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ Συντάγματος καθορίζεται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκχωρηθῇ διὰ νόμου, ἀλλὰ μόνον διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἐκχωρῇ τὰς ἁρμοδιότητάς του. Ἀλλὰ αἱ ἁρμοδιότητες, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀπονεμηθῆ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὡς συλλογικὸν Κυβερνητικὸν συγκρότημα διὰ νόμου, αὐτὰς εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ νέου νόμου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ ψήφισιν ἀπόψε, δύνανται νὰ ἐκχωρηθοῦν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς ἕτερον μονομελὲς ἢ συλλογικὸν ὄργανον τῆς Πολιτείας, ὅπως προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ καθορίζῃ ἐντολοδόχους του τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ἀπαλλάσσεται τοῦτο τῆς εὐθύνης, διότι διατηρεῖ καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν του τὴν εὐθύνην τοῦ ἐντολέως, μεταβιβάζει ὅμως ταύτην καὶ εἰς ἓν πρόσωπον εἴτε εἰς σύνολον προσώπων μετὰ τῆς ἐκχωρήσεως τῆς ἁρμοδιότητός του. Συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου χορηγεῖται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἐκχωρῇ εἰς ἕτερον ὄργανον τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος, διὰ τὸ ὁποῖον δι’ ἄλλου νόμου ἔχει καταστῆ ἁρμόδιον, δύναται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὰ δικαιώματα αὐτὰ καὶ τὰς ἁρμοδιότητας αὐτὰς νὰ τὰς μεταβιβάζῃ εἰς ὡρισμένους ὑπουργοὺς ἢ εἰς ὡρισμένα ὄργανα, ὅπως εἶναι τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον. Νομίζω, ὅτι ὀρθῶς διὰ νόμου χορηγεῖται τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τῆς ἐκχωρήσεως τῶν ὡρισμένων αὐτῶν ἁρμοδιοτήτων. Ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως, θὰ ἔλεγον, ὅτι ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σημερινὴ ἀνάγκη συγκλήσεως Ὑπουργικῶν Συμβουλίων διὰ τὴν συζήτησιν ὅλων τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, θὰ ἔπρεπε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας διαρκῶς καὶ κατὰ τὰς καθημερινὰς καὶ κατὰ τὰς ἑορτὰς νὰ συνεδριάζῃ, χωρὶς οὐδὲν πρόβλημα νὰ ἐπιλύεται, χωρὶς τὰ νομοσχέδια σοβαρῶς νὰ μελετῶνται καὶ χωρὶς οἱ νόμοι νὰ ἐξέρχωνται ἄρτιοι καὶ νὰ καλύπτουν ὅλας τὰς ἀνάγκας. Ἡ διάρθρωσις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἡ κατανομὴ τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν μελῶν αὐτοῦ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ μία ἱεράρχισις καὶ ἕνας καταμερισμὸς τῶν ἔργων, ὅπως εἶναι τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον καὶ τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ Νομοπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή, εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ πολυσχιδοῦς καὶ πολυμόχθου ἔργου του. Προηγουμένως τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ φιλτάτου κ. Παπαθανάση, ἐλάβομεν γνῶσιν γνωμῶν διαπρεπῶν ἀνδρῶν τῆς Γαλλίας, τοῦ Μιλλερὰν καὶ τόσων ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθοῦν δι’ ἔλλειψιν κοινοβουλευτικῆς πείρας καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸν κοινοβουλευτισμόν. Λέγουν, λοιπόν, ὅλοι αὐτοὶ οἱ διαπρεπεῖς Γάλλοι πολιτικοί, ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐν γένει τοῦ ἀρχηγοῦ κόμματος, παίζει ἕνα ρόλο πολὺ ὑπέρτερον ἀπ’ ὅ,τι τὸ Σύνταγμα διαγράφει, διότι εἰς τὸ πρόσωπον αὐτό, συγχέεται ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν, τῆς νομοθετικῆς καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς καθ’ ὅσον εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ, ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει νομοθετοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσηγοῦνται, ὄχι ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ὁ Πρωθυπουργός. Διότι ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὡρισμένος ὑπουργὸς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἢ τὸ Συντονιστικόν, ἢ τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον ἔχει διαφωνίας πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν, δεδομένου, ὅτι ὁ τελευταῖος οὗτος ἔχει ἀπ’ εὐθείας καὶ πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον τὴν εὐθύνην, αὐτὸς θὰ ἐπικρατήσῃ, ὁ δὲ ὑπουργός, δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλην δυνατότητα παρὰ νὰ παραιτηθῇ, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις. Ὅταν ὑπουργὸς διαφωνήσῃ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παραιτηθῇ. Εἰς αὐτὸ ἔφθασε καὶ ἡ καλυτέρα μελέτη τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας συστήματος. Διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀποτελεῖ ἔργον προόδου, ἀποτελεῖ ἕνα ἔργον πρωτοπορειακὸν δύναμαι νὰ εἴπω ἡ ψήφισις τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐλέχθη ὑπὸ διαπρεπῶν νομομαθῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅτι ντὲ φάκτο σήμερον ὑπάρχει τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον. Εἶχε ψηφισθῆ νόμος καὶ διὰ τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλειτούργησε. Δὲν ἀντελήφθην ἴσως ἐγὼ διὰ ποῖον λόγον συνταγματικότητος δὲν εἶχε λειτουργήσει τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον. Νομίζω, ὅμως, ὅτι οὐδεμία συνταγματικὴ διάταξις εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν λειτουργίαν αὐτήν. Εἶναι δὲ γνωστόν, ἀπὸ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ὅτι τὸ δίκαιον ἔχει ἀρχίσει ἀπὸ τὸ ἔθιμον, ἀπὸ τὴν πεῖραν. Ἡ πεῖρα λοιπόν, ἡ Κοινοβουλευτική, ἡ ἀσκηθεῖσα ὁμοιομόρφως καὶ μακροχρονίως, ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς πλέον πεπολιτισμένας χώρας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐπὶ δύο περίπου αἰῶνας καθιερώσι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολιτικὸν σύστημα μᾶς ἔδωσεν αὐτὰ τὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα περιελήφθησαν εἰς τὸ νομοθέτημα αὐτό, τὸ ὑπὸ ψήφισιν. Ἔχω λόγους, ὡς βουλευτής, μιᾶς ἐπαρχίας νὰ ἐπαινέσω, ὄχι μόνον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπέρτερος παντὸς ἐπαίνου, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι τὸ εἰσηγοῦνται τὸ παρὸν νομοθέτημα, διότι ἀρχίζομεν πλέον νὰ κάμωμεν τὸ βῆμα προόδου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, ἀπὸ τοῦ ἐθίμου, ἀπὸ τὴν πεῖραν, εἰς τὸ γραπτὸν δίκαιον. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι, τὸ νομοθέτημα παρουσιάσῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του δυσκολίας, ἢ ἀτελείας, ἡ Βουλὴ ἐδῶ εἶναι πάντοτε διὰ νὰ τὸ διορθώσῃ. (Χειροκροτήματα).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βοῦλτσος ἔχει τὸν λόγον.
§211Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ ἐπανέλθω διὰ δύο λεπτὰ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τοῦ Ὑφυπουργείου Ἰονίων Νήσων. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν –ἐὰν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις– τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν μεταβολήν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἐπὶ δύο σημείων. Τὸ ἓν εἶναι ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ νῦν Ὑφυπουργείου. Ἐφ’ ὅσον αἱ ἁρμοδιότητες θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα κανονικῶς θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάγωνται, θὰ ὑπαχθῇ μοιραίως καὶ τὸ τμῆμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται μὲ τὸ εἰδικὸν θέμα. Θὰ παρεκάλουν νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως τὸ τμῆμα αὐτὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη ξεχωρισθῆ διὰ τὰς Ἰονίους Νήσους, μὴ μπῇ εἰς τὸν κοινὸν κορβανᾶν.
§212Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης), Τὴν ὑπόσχεσιν αὐτὴν τὴν δίδει ἡ Κυβέρνησις.
§213Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Δεύτερον θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς: Εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν ἐχόντων τὴν ἐποπτείαν τῶν τεχνικῶν ἔργων, θὰ ἤθελον νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως μὴ κατασπαταληθῇ χρόνος εἰς ἐκπόνησιν νέων σχεδίων, ἀλλὰ νὰ γίνῃ ἡ συνέχεια, κατὰ τρόπον ὁμαλόν. Εἶναι πάρα πολὺ φυσικά, αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω, ἀλλὰ εἰς τὴν πραγματικότητα σπανίως τηροῦνται. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπομνήσω παραβιάζων ἔστω καὶ ἀνοικτὰς θύρας.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις.
§215Α. ΚΑΨΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἀφήσω ἀναπάντητον μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης—ἂν καὶ ἔξω τῆς καθ’ αὑτῆς συζητήσεως— ἐπὶ τῆς σκοπιμότητος ἢ μὴ ἢ ἐπὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ τῆς περυσινῆς ἀποφάσεως τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ὑφυπουργείου Ἰονίων Νήσων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τελευταίως ἀμφιβάλλει διὰ πολλὰ πράγματα. Λυποῦμαι διότι μεταξὺ τῶν ἀμφιβολιῶν του εἶναι καὶ αὐτὸ τὸ θέμα. Πάντως, ἐπειδὴ προσέθεσεν, ἴσως πρέπει νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἡ παρατήρησίς του ἴσως νὰ ἦτο βιαστική. Θὰ τὸν παρεκάλουν θερμῶς νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐνημερωθῇ ἀπὸ τὸν συνάδελφόν του, τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, καθὼς καὶ ἀπὸ τὰ ἁρμόδια στελέχη καὶ ὅταν ἔχῃ πράγματι πλήρη εἰκόνα τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἔγιναν, νὰ θελήσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν;
§217ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἄρθρον 1ον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§219Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἡ Ἐπιτροπὴ ἐζήτησε νὰ ἐπαναληφθοῦν αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ Ν. 1671, ἐν σχέσει πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι αἱ ἁρμοδιότητες αὐτοῦ καταργοῦνται. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ εἴπω ὅτι ἡ προσθήκη εἶναι περιττή, καθ’ ὅσον τὸ ἄρθρον 11 λέγει ὅτι: «.................(ἀναγινώσκει)................» Παρὰ ταῦτα, πρὸς ἄρσιν οἱασδήποτε ἀμφιβολίας, δέχομαι νὰ μπῇ ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθ’ ὅσον βεβαιότατα, δὲν ἦτο εἰς τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταργήσῃ τὰς ἁρμοδιότητας ταύτας, ἀφοῦ καὶ ἡ ἰδία λέγει, ἐν ἄρθρῳ 10, ὅτι αἱ ἁρμοδιότητες διατηροῦνται. Λοιπόν, ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ σημεῖον συμφωνῶ. Ἔχει καὶ δευτέραν παρατήρησιν ἡ Ἐπιτροπή, ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ καὶ λέγει νὰ ἐπαναληφθοῦν αἱ ἁρμοδιότητες, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ μολονότι εἶναι αὐτονόητον, διότι καὶ ἡ διάταξις αὕτη περιέχεται εἰς τὸν Ν. 1671, δέχομαι τὴν τροπολογίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ μόνον, ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς, νὰ μπῇ ὡς πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6 περὶ ὑπουργῶν.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ;
§221ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἄρθρον 2ον.
§223Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Καὶ εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον ὑπάρχει τροπολογία. Προέτεινεν ἡ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, τὴν σύμπτυξιν τῶν παραγράφων Α ἢ Β. Ἐπειδὴ πράγματι ἡ σύμπτυξις δὲν βλάπτει οὐδέ, καθὼς νομίζω ὠφελεῖ καὶ ἐπειδὴ τὸ ἠθέλησεν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποδέχομαι τὴν σύμπτυξιν καὶ τονίζω ὅτι ὅλαι αἱ ἁρμοδιότητες, ὡς ἐμφαίνηται ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νόμου, εἶναι ἁρμοδιότητες αἱ ὁποῖαι ἀσκοῦνται ὡς ρητῶς ὁρίζει ὁ νόμος καὶ ὄχι πλαγίως, ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροπολογήθη;
§225ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροπολογήθη. Ἄρθρον 3ον.
§227Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει μία παρατήρησις τοῦ κ. Παμπούκα, τὴν ὁποίαν δὲν ἀποδέχομαι. Ὁ κ. Παμπούκας λέγει, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον, ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς, ἐνδεχομένως, νὰ μετέχῃ τοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Δὲν υἱοθετῶ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Παμπούκα, διότι νομίζω ὅτι, ὅπως σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἰς πλεῖστα συμβούλια ἀσκοῦντα κατ’ ἐξοχὴν κυβερνητικὰς ἁρμοδιότητας, μετέχουν μέλη, τὰ ὁποῖα εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακά. Παρὰ ταῦτα, πρὸς ἄρσιν οἱασδήποτε ἀμφιβολίας καὶ διὰ νὰ δείξῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν πρόθεσιν ἔχει, νὰ προστεθῇ μία διατύπωσις ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος μετέχει εἰς τὸ Συμβούλιον ἄνευ ψήφου.
§228Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ἀπέφυγα νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Θὰ ἤθελα κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ νὰ ἐκφράσω μίαν ζωηροτάτην ἀμφιβολίαν, ἐὰν τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρόκειται νὰ ἔχῃ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον. Ἐάν, δηλαδή, εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογήν του αὐτὸ τὸ Συμβούλιον πρόκειται πράγματι νὰ λειτουργήσῃ. Τὸ λέγω αὐτὸ διότι κατὰ τὴν διετῆ πεῖραν, τὴν ὁποίαν εἰς μακρὰν στενὴν συνεργασίαν ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι καὶ σεῖς συναπεκτήσατε μαζί μου, θὰ ἔχετε διαπιστώσει πόσον δύσκολον πρᾶγμα εἶναι ἡ σύγκλησις ἑνὸς δεκαμελοῦς Συμβουλίου ἐξ ὑπουργῶν, διὰ τὴν συζήτησιν μάλιστα, σοβαρῶν θεμάτων, τῆς ἁρμοδιότητος τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Ἐὰν δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἀποτελεῖ ματαιοπονίαν, θὰ σᾶς συνίστων εἰλικρινῶς νὰ τὸ ἀπαλείψητε τὸ ἄρθρον αὐτό, διότι δὲν πρόκειται νὰ συντελέσῃ εἰς τίποτε, ἐκτὸς ἐὰν πράγματι ἐξελιχθῇ, εἰς μίαν ἀνταλλαγὴν ἐγγράφων πρακτικῶν, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα γίνονται ἐκ τῶν ὑστέρων, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ὁ ἀπουσιάζων φίλος ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας διεμαρτύρετο κάθε τόσον μὲ ἕνα γράμμα, διότι ἐλήφθησαν ἀποφάσεις χωρὶς νὰ εἶναι παρών. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν βλέπω τίποτε ἄλλο, παρά, ὅτι θὰ ἱδρύσητε, θὰ ἐπανιδρύσητε μᾶλλον, ἕνα θεσμὸν ὑφιστάμενον ἤδη ἐκ τοῦ νόμου, περίπου ὑφιστάμενον εἰς αὐτὸ τὸ πλαίσιον, χωρὶς νὰ ἠμπορέσητε νὰ προσθέσητε τίποτε εἰς τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς. Καὶ πιστεύω ὅτι, τὸ μεγαλύτερον βάρος αὐτῆς τῆς διαδικασίας θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ εἶναι ἐπὶ τῶν ὤμων σας, ὡς ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι καὶ εἰς τὸ παρελθόν, πρὶν ἀχθοῦν εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον τὰ μεγάλα ζητήματα, τὰ ἐνδιαφέροντα τὴν οἰκονομίαν, προηγοῦντο ἀλλεπάλληλοι συσκέψεις τοῦ Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ μὲ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς καὶ ὑφυπουργούς, καὶ μὲ αὐτὴν ἀκόμη τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπήν...
§229Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Βεβαίως.
§230Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. ... διὰ νὰ ἐπέλθῃ προλείανσις τῶν δυσχερειῶν καὶ ὅταν καθίσταντο ὥριμα τὰ ζητήματα, εἰσήγοντο εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον, ὅπου ἐλαμβάνοντο ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι κατόπιν ἐκυροῦντο, ἐφόσον ἔπρεπε νὰ κυρωθοῦν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Παμπούκα ὀρθῶς τὴν ἀποδέχθητε καὶ ἠδύνασθε ἴσως νὰ ἀπαλλάξητε τὸ Συμβούλιον ἀκόμη καὶ ἐκ τῆς παρουσίας τοῦ Διοικητοῦ, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἔχετε τὴν συμμετοχήν του εἰς τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔχετε καὶ τὴν πεῖραν καὶ τὰς εἰδικωτέρας του γνώμας καὶ σκέψεις ἐπὶ τῆς καταστάσεως. Δέν πρόκειται, συνεπῶς, νὰ σᾶς δυσκολεύσῃ εἰς τίποτε. Τὸ λέγω αὐτὸ ἐγώ, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε πόσον ἐκτιμῶ τὴν συμμετοχὴν τῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦν τὰ ζητήματα τῆς κυκλοφορίας. Κύριε ὑπουργέ, ἐπειδὴ εἶδον τὸν συνάδελφον κ. ὑπουργὸν τῆς Βιομηχανίας νὰ ἀνησυχῇ ἀπὸ κάτι ποὺ εἶπε, θὰ ἤθελον νὰ διασαφηνίσω, ὅτι κάποιον ἔπαινον σᾶς ἔκαμα καὶ ὄχι κατηγορίαν.
§231Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Βιομηχανίας). Δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ ἀνησυχήσω.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. Δεκτόν;
§233ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 4ον.
§235Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Εἰς τὸ ἄρθρον 4 δέχομαι τὴν ἀνακατάταξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή.
§236Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 4. Διότι ἐνῷ φαινομενικῶς πρόκειται νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν, κατ’ οὐσίαν πρόκειται νὰ προκαλέσῃ ζημίαν. Διότι ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ εἶναι νομοπαρασκευαστική, οἱ ὑπουργοὶ ποὺ θὰ τὴν ἀποτελοῦν εἶναι ἀναρμόδιοι. Ἐὰν δέ, πάλιν εἶναι νομοτεχνική, δὲν θὰ ἔχουν τὸν χρόνον νὰ ἀπασχολοῦνται μὲ τὸ θέμα αὐτό. Εἶναι ἓν ἐμπόδιον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ.
§237Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δεχθῆτε, ὄχι μόνον τὴν ἀνακατάταξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐχὴν, διότι πράγματι νομίζω, ὅτι ἐὰν τὸ νομοσχέδιόν σας, κατηγορήθη ὡς κἄπως βιαστικόν, πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὴ ἡ παράγραφος ἴσως εἶναι μία ἀπὸ τὰς βιαστικωτέρας, ἡ ἀφορῶσα τὴν κυβερνητικὴν νομοπαρασκευαστικὴν Ἐπιτροπήν.
§238Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ποία παράγραφος;
§239Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ παραγράφου, διὰ τὸ ἄρθρον 4. Δὲν δύναμαι νὰ διανοηθῶ πῶς εἶναι δυνατὸν μία Ἐπιτροπὴ ἀπὸ ὑπουργούς, προεδρευομένη ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, μετεχόντων 2–4 ὑπουργῶν ἢ ὑφυπουργῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Καλλίας νὰ ἀσκῇ τὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν; Δηλαδή, αἱ γνωματεύσεις περὶ τῆς νομοτεχνικῆς ἀρτιότητος τῶν νόμων. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῆτε, χωρὶς νὰ κάμετε καμμίαν ἀβαρίαν εἰς τὰς σκέψεις σας, νὰ δεχθῆτε τὴν λειτουργίαν ὑπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μιᾶς νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ πρόσωπα ἀποδεδειγμένης ἢ ἐγνωσμένης ἀτομικῆς ἢ διοικητικῆς μορφώσεως καὶ πείρας, ἡ ὁποία νὰ κάμῃ πράγματι τὴν νομοτεχνικὴν ἐργασίαν. Ὁ ἔλεγχος ὁ οὐσιαστικὸς τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ πρέπει νὰ παραμείνῃ διότι εἶναι ὠφέλιμος καὶ ἀναγκαῖος διὰ τὴν ἑνότητα τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς.
§240Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Ἐὰν ἐπροσέξατε τὸ ἄρθρον αὐτὸ θὰ ἴδητε τὰ ἀκόλουθα: Ὅτι ἡ νομοπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπικουρεῖται ἀπὸ γραμματείαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ὄχι μόνον ἐκ δημοσίων ὑπαλλήλων ἀλλὰ καὶ δημοσίων λειτουργῶν, ὥστε ἡ ἔννοια νὰ εἶναι εὐρυτέρα, διὰ νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν γραμματείαν ταύτην, ἀκριβῶς τὰ πρόσωπα τῆς νομικῆς ἐκείνης καταρτίσεως, περὶ τῶν ὁποίων ὀρθότατα ὡμίλησεν ὁ κ. Καψάλης. Διατὶ γίνεται ἡ νομοπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή. Ἕως τώρα ὅπως γνωρίζει καλύτερον, ὁ κ. πρώην ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὅλα τὰ νομοσχέδια ἐπήγαιναν εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν τυπικὰ καὶ τὰ οὐσιαστικά. Τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον δὲν ἠσχολεῖτο, διότι οὔτε τὸν καιρὸν εἶχεν, οὔτε καὶ τὰ κατάλληλα ὄργανα διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν διαφόρων ἄρθρων. Ἀπεδείχθη λοιπὸν ἐκ τῆς πρακτικῆς ταύτης, ὅτι θὰ εἶναι ὀρθότερον, εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον νὰ μὴ γίνεται κατ’ οὐσίαν συζήτησις, πρῶτον μὲν περὶ τῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ νὰ κατατίθενται ὑπ’ εὐθύνην τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ καὶ μετ’ ἁπλῆν γνωμοδότησιν, ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, νὰ γίνεται συζήτησις μόνον ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν αὐτῶν ἀρχῶν καὶ κατόπιν νὰ γίνεται ἡ ἐπεξεργασία, ἡ μὲν νομοτεχνικὴ ἀπὸ τὰ ὄργανα αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὴν γραμματείαν καὶ ἔγινεν ἡ διατύπωσις, ὅτι καὶ δημόσιοι λειτουργοὶ καὶ λειτουργοὶ καὶ ὄχι μόνον ὑπάλληλοι, ἀποδεικνύει δὲ τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει ἡ πρόθεσις τῆς χρησιμοποιήσεως νομικῶν, δὲν γνωρίζω ποίων, πάντως ἡ λέξις μόνη της λέγει τί ἐννοεῖ. Κατόπιν ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ἐξ ὑπουργῶν, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης, βεβαίως ἀφοῦ ἀκούσῃ τὴν εἰσήγησιν τῆς ὑπηρεσίας, τὰ μὲν τυπικὰ νομοσχέδια θὰ τὰ περνάῃ, τὰ δὲ οὐσιαστικὰ θὰ τὰ ἐξετάζῃ ἀπὸ ἀπόψεως ἐναρμονίσεώς των πρὸς ἄλλα προγενεστέρα νομοσχέδια, διὰ νὰ μὴ παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον ἐνδεχομένης συγκρούσεως. Ὅλα αὐτὰ θὰ γίνωνται παραλλήλως καὶ μὲ προθεσμίαν 15 ἡμερῶν καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ὀργανωθοῦν τὰ πράγματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Γεν. Λογιστηρίου καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἡ γνωμοδότησις τῆς νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς, ταὐτοχρόνως νὰ προχωροῦν ὡς πρὸς τὰ περισσότερα νομοσχέδια καὶ νὰ ἐμφανίζεται τὸ νομοσχέδιον ὥριμον, μέσα εἰς 15 ἡμέρας. Βεβαιότατα, πρέπει, νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ γραμματεία, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐπεξεργασίαν, ἀλλὰ βεβαιότατα δὲν δύναται ἡ γραμματεία αὐτὴ καὶ μόνη νὰ ἀποφαίνεται ἐπὶ τοῦ κύρους τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ ἔχῃ κἄποιο κῦρος ὑπουργικόν. Καὶ τὰς περισσοτέρας φορὰς πέντε θὰ εἶναι ἢ 3–5 ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ γίνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀνέκαθεν. Βεβαίως ὁ ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, δὲν ἀναγινώσκει ὁ ἴδιος ὅλους τοὺς νόμους τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία τοῦ λέγει, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον γίνεται αὐτὸ καὶ εἰς ἐκεῖνο τὸ ἄλλο. Νομίζω, ὅτι σᾶς ἔδωσα ἱκανοποιητικὰς ἐξηγήσεις.
§241Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Τὸ μόνον, διὰ τὸ ὁποῖον διαφωνῶ εἶναι, ὅτι βλέπω τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ὑπουργῶν νὰ περιέρχεται εἰς ἕνα ρόλον.
§242Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Τὸν ρόλον τοῦ παλαιοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, ὡς πρὸς τὰ συνήθη νομοθετήματα, διὰ νὰ μὴ ἀσχολῆται τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον. Διότι τὰ νομοσχέδια καὶ τότε καὶ τώρα ὑπ’ εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν εἰσάγονται. Ἀντί, λοιπόν, νὰ κάμνῃ τὴν δουλειὰ τὸ Συντονιστικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει φόρτον ἐργασίας, καλύτερον εἶναι νὰ τὴν κάμνουν 4–5 ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι θὰ γνωρίζουν εἰς γενικὰς γραμμὰς τὴν ἐπὶ τῆς διοικήσεως καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πολιτικήν.
§243Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἶπε κάτι τὸ νέον. Ἐὰν τὰ νομοσχέδια πηγαίνουν εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλον, δὲν πηγαίνουν διότι τὸ ὁρίζει ὁ νόμος, ἀλλὰ διότι θέλει ἡ ἡγεσία τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔχῃ ἄμεσον ἀντίληψιν τῶν εἰσαγομένων νόμων. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καὶ παρὰ τὸν ἔλεγχον τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ καὶ πάλιν τὰ νομοσχέδια θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ πηγαίνουν εἰς κἄποιο Συμβούλιον Κυβερνητικόν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ παρίσταται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν κάμνει ἡ Ἐπιτροπή, εἶναι ἐργασία νομοτεχνικῆς ἀρτιότητος. Ἡ ἐργασία τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ εἶναι ἐργασία ἀποβλέπουσα εἰς τὸ ἐὰν τὰ νομοσχέδια εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Συνεπῶς δὲν θὰ ἔπρεπεν, ἀντὶ γραμματείας, ἡ ὁποία εἶναι ὑπηρεσιακὸν ὄργανον νὰ κάμετε Ἐπιτροπὴν ἀπὸ πρόσωπα μὲ πεῖραν τῶν διοικητικῶν, νομικῶν καὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων, χωρὶς ἄλλην μεσολάβησιν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν καὶ καιρὸν νὰ παρακολουθήσουν τὴν σωρείαν τῆς νομοθετικῆς παραγωγῆς;
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς;
§245ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν. (Ἀκολούθως ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6ον.
§247Γ. ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀνοίξῃ ἡ πόρτα τῶν νέων ὑφυπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον πρέπει νὰ εἶναι ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τῶν παλαιῶν.
§248Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 § βʹ λέγει: «...... ............... (ἀναγινώσκει) ...............». Νομίζω, ὅτι εἶναι περισσότερον κοινοβουλευτικὴ ἡ διατύπωσις ἐὰν ὁρίζετο ὡς ἑξῆς: «............... ............... (ἀναγινώσκει) ...............».
§249Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Τὴν ἰδικήν σας τροπολογίαν τὴν ἀποδέχομαι. Ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παμπούκα, ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι ἡ ἐργασία θὰ εἶναι πλέον συντονισμένη καὶ πλέον ἐντατικὴ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου. Πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι κατ’ οὐδένα τρόπον μειοῦται ἡ εὐθύνη τῶν ὑφυπουργῶν, διότι οἱ ὑφυπουργοὶ εἶναι πολιτικοὶ ἄνδρες. Ὅταν καταλαμβάνουν ἀξιώματα ἔχουν τὴν συνήθη εὐθύνην καὶ ἔχουν πάντοτε τὴν εὐχέρειαν συγκρουόμενοι τυχὸν ἐπί τινος ἀπόψεως μὲ τὸν ὑπουργόν, εἴτε νὰ καταφύγουν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε νὰ παραιτηθοῦν. Παραμένοντες σημαίνει, ὅτι υἱοθέτησαν τὴν ἄποψιν τοῦ ὑπουργοῦ, ὅπως παραμένοντες ὡς ὑπουργοὶ σημαίνει, ὅτι υἱοθετοῦν τὴν ἄποψιν τοῦ ὑφυπουργοῦ.
§250Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ἡ Ἐπιτροπὴ εἶπε νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «τῶν τυχὸν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑφυπουργῶν, τελούντων ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὐτοῦ παρακολούθησιν». Θέλετε νὰ μείνῃ αὐτό; Δὲν βάζομεν τοὐλάχιστον μίαν ἠπιωτέραν λέξιν, ἐποπτείαν π.χ.; Ἡ λέξις «ἐποπτεία» νομίζω, ὅτι εἶναι βαρυτέρα. Εἰς τὴν ἐπιλογὴν τῆς Βουλῆς εἶναι ἐὰν προτιμῶμεν τὴν λέξιν «ἐποπτεία».
§251Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Εἰς τὴν Ἑλλάδα εἴχομεν πάντοτε δύο εἰδῶν ὑφυπουργούς. Ὑπῆρχον οἱ ὑφυπουργοὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον διτὰς ἐκ τοῦ νόμου καὶ οἱωνεὶ ἀνεξαρτήτους ἁρμοδιότητας. Καὶ εἴχομεν φθάσει εἰς τὸ σημεῖον οἱ ὑφυπουργοὶ αὐτοὶ νὰ ἐκδίδουν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις καὶ κοινὰς ἀποφάσεις μετὰ τῶν ὑπουργῶν. Καὶ ὑπῆρχαν καὶ ἄλλαι κατηγορίαι ὑφυπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπήγοντο εὐθέως, ἀπὸ ἀπόψεως ἱεραρχίας ὑπὸ τὸν ὑπουργόν. Καθόλου δὲν ἀποκλείεται ἡ ὀργανωτικὴ αὐτῶν τοποθέτησις, κατὰ τὴν ἀπόλυτον ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν ἰσοτιμίαν. Οὔτε εἶναι μειωτικὸν νὰ ἀρχίσῃ κανεὶς ὡς ὑφυπουργός, ὅταν εἶναι ἰσότιμον μέλος εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν θεωρεῖται τοῦτο ὑποτιμητικόν. Οὔτε εἰς πλείστας ἄλλας χώρας, ὅπου ἰσχύει ὁ θεσμὸς αὐτός. Ἀντιθέτως μάλιστα, νομίζω, ὅτι εἶναι γραμμή, ἡ ὁποία ὀργανωτικῶς ἐνδείκνυται. Αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν ἔχει δώσει ἡ Κυβέρνησις καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐκπροσωπῶν τὴν ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμείνω.
§252Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν μετέχουν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἰσότιμοι. Ἐδῶ μετέχουν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ εἶναι πολιτικῶς καὶ ἠθικῶς ἰσότιμοι πρὸς τοὺς ὑπουργούς.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6;
§254ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 7ον.
§256Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἤθελα νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐκ Κορινθίας δὲν εἶναι ὀρθή......
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ποίου ἄρθρου ὁμιλεῖτε; Τὸ ἄρθρον 6 ἐψηφίσθη. Ἀντίκειται εἰς τὸν Κανονισμὸν νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον ἐπὶ ψηφισθέντος ἄρθρου. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν. Καλύτερον νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ ἀγόρευσίς σας, παρὰ νὰ παραβιάσωμεν τὸν Κανονισμόν. Ἄρθρον 7, δεκτόν;
§258ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 7 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 8ον.
§260Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν διετύπωσα ἐγὼ μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Μπαρούνου, δὲν ἔχει τίποτα τὸ διάφορον ἀπὸ ὅσα ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐδέχθη. Διότι λέμε εἰς τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἐδαφίου 3 «..........................» ................ (ἀναγινώσκει)......................
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι).
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη.
§263Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν, εἰς τὴν παράγραφον 2, ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ περιορισμὸν τῶν θέσεων τῶν ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου. Γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει μία τυπικὴ ἀνωμαλία, διότι ἡ ὑφισταμένη νομοθεσία προβλέπει ἕνα, ἐνῶ κατ’ οὐσίαν ἔχομεν δύο. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι νὰ τακτοποιηθῇ ἡ ὑφισταμένη ἀνωμαλία. Ἔχετε ἀντιρρήσεις νὰ ὑπάρξῃ ὁ περιορισμὸς μέχρι δύο; Νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι εἰς ὄφελος τῆς Κυβερνήσεως.
§264Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Κύριε συνάδελφε, ἔπειτα ἀπὸ ὅσα νομίζω, ὅτι ἀπήντησα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τεθῇ οὐδεὶς περιορισμός. Ἐὰν τυχὸν ὅταν θὰ συγκροτηθῇ ἡ Κυβέρνησις νομίσητε, εἴτε σεῖς, εἴτε οἱοσδήποτε ἄλλος ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔκαμε κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τοῦ ἔδωσεν, εἴτε διώρισεν 11 Ἀντιπροέδρους, εἴτε διώρισεν ὑπέρμετρον ἀριθμὸν ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου, νομίζω, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς θὰ πρέπει νὰ ἐπερωτηθῇ ἀπὸ σᾶς, καὶ τότε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι τὸ ἁρμοδιώτερον πρόσωπον, διὰ νὰ σᾶς δώσῃ τὴν ἀπάντησιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς λόγος θὰ ὑπάρχῃ ὀργανικὸς νὰ προστεθῇ οὐδεὶς περιορισμός.
§265Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς παραγράφου 2. Ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε μίαν διμοιρίαν ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἀπεριορίστως;
§266Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Κύριε συνάδελφε, ὑποτίθεται, ὅτι οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας ἔχουν εὐθύνας μεγαλυτέρας ἀπὸ αὐτὰς, τὰς ὁποίας περιγράφετε καὶ ἁρμοδιότητας πολὺ μεγαλυτέρας ἀπὸ αὐτάς, τὰς ὁποίας δίδει ἐδῶ τὸ παρὸν σχέδιον. Νομίζω, ὅτι εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Πρωθυπουργοῦ ποὺ τοῦ ἐνεπιστεύθη ἡ τύχη ὁλοκλήρου τοῦ τόπου ἠμπορεῖ νὰ ἐμπιστευθῇ νὰ πάρῃ ὅσους ὑπουργοὺς τοῦ χρειάζονται. Ὑποθέσατε, κύριοι—διότι ὁ νόμος αὐτὸς, δὲν γίνεται διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως—ὑποθέσατε, ὅτι ὑπὸ ἄλλας συνθήκας γίνεται μία Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν μετέχουν καὶ ἀρχηγοὶ κομμάτων. Δὲν θὰ ἐδικαιολογεῖτο ὑπὸ τῶν τότε περιστάσεων, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς νὰ ἔχῃ τοὺς 9 ὑφυπουργούς, ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ἐδῶ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔβαλε φραγμὸν τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀντιπροέδρων καὶ εἶπεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος Κυβερνήσεως ἠμπορεῖ νὰ διορίζῃ ὅσους θέλει. Ἐδῶ ἐμπιστεύεται εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν ὀρθολογισμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ εἰς τὴν ὀρθολογισμὸν τοῦ ὁποίου εἶναι ἐμπεπιστευμένα τόσα πράγματα, ὥστε δὲν ἀξίζει τὸν κόπον, νὰ κάμνωμεν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου.
§267ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ πρέπει νὰ καταργήσωμεν τοὺς ὑπουργοὺς ἄνευ χαρτοφυλακίου.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἄλλος τὸν λόγον;
§269Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι πολλὰ κενὰ δαιμόνια εἰσάγονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ὑπάρχει ἕνας ὑπουργὸς εἰς τὸ Παρίσι. Θὰ ὑπάρχῃ ἄλλος ἕνας εἰς τὴν Οὐάσιγκτων. Θὰ ἔχομεν καὶ ἕνα εἰς τὴν Μαδρίτη. Ἔτσι θὰ ἔχωμεν καὶ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς τὸ τέλος, πέραν τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων.
§270Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν κατετέθη τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔχω μονογραφήσει ἐγὼ καὶ ὄχι ὁ Νομικὸς Σύμβουλος. Αὐτὴ ἡ τροπολογία ἀναγράφεται καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν κάμετε δεκτήν.
§271ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 δεκτόν, ὡς ἐτροπολογήθη;
§273ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροπολογήθη. Ἄρθρον 9ον.
§275Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, εἰς τὴν Β. Ἑλλάδα ὑπάρχει ὁ ὑπουργὸς Β. Ἑλλάδος. Τὸ πρόσωπον ὅμως αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχει πολλὰ καθήκοντα καὶ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὅλα τὰ θέματα, οἰκονομικά, γεωργικὰ καὶ κοινωνικά, δὲν θὰ ἐπαρκῇ διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ὅλα αὐτὰ τὰ καθήκοντα. Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ ὑφυπουργός, ἀντὶ τοῦ Γ. Γραμματέως. Σκόπιμον λοιπόν, εἶναι, ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ ὑφυπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως, νὰ ὑπάρχῃ ὑφυπουργὸς Β. Ἑλλάδος, διότι ἡ Διοίκησις Β. Ἑλλάδος χωλαίνει.
§276Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγώ. Ὁ πανυπουργὸς Β. Ἑλλάδος, θὰ πρέπει νὰ πλαισιωθῇ ἀπὸ ἕνα ὑφυπουργόν, ἄλλως ματαιοπονεῖ. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ συμφέρον καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλλάδος.
§277Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν Β. Ἑλλάδα ἐκκρεμεῖ κατ’ ἐξοχὴν ἕνα θέμα. Εἴμεθα ὑπερήφανοι, διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Στρατάρχου Παπάγου ἐξεπλήρωσεν ἐν πλειονότητι τὸ καθῆκόν της καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της, ἔναντι τῶν σεισμοπλήκτων τῶν Ἰονίων Νήσων τῆς χώρας. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἕνα θέμα ἐκκρεμὲς μεγάλο, τῆς ἀνοικοδομήσεως τῶν καταστραφεισῶν περιοχῶν τῆς Βορείου Ἑλλάδος, ἀπὸ τὴν κατοχὴν, ἀπὸ τὸν συμμοριτοπόλεμον καὶ εὑρίσκονται ἀκόμη εἰς ἐρείπια κατὰ τὸν χειμῶνα, ὁ ὁποῖος εἶναι δριμύτατος. Δὲν ἐλήφθη οὐδεμία πρόνοια, οὔτε ἐδόθησαν πιστώσεις. Ἐπίσης ἐκκρεμεῖ ἕνα ἄλλο ἐπίσης σπουδαιότατον ζήτημα τοῦ ἐπανεποικισμοῦ, διότι ὅπως εἶναι γνωστόν, ὡρισμέναι περιοχαὶ παραμεθόριοι δὲν ἔχουν ἀνοικοδομηθῇ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τοῦ ἐπανεποικισμοῦ τῶν παραμεθορίων περιοχῶν εἶναι ἐθνικὸν θέμα, διότι ἐκείνη ἡ ἀνεπιθύμητος μερίς, ἡ ὁποία ἔφυγεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἡ ὁποία δὲν πρόκειται νὰ ἐπανέλθῃ ποτέ, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπήχθησαν βιαίως καὶ οἱ ὁποῖοι ἀναζητοῦνται καὶ ἔχουν ἀφήσει περιουσίας, καὶ φρονῶ, ὅτι ἐὰν δημιουργηθῇ Ὑφυπουργεῖον θὰ πρέπει νὰ ἐπιφορτισθῇ μὲ τὴν ἀνοικοδόμησιν καὶ τὸν ἐπανεποικισμὸν τῶν περιοχῶν αὐτῶν.
§278ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι τόσον πενιχρὰ ἡ ἀπαίτησις τῶν βουλευτῶν Βορείου Ἑλλάδος ποὺ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ δημιουργηθῇ τὸ Ὑφυπουργεῖον Βορείου Ἑλλάδος, διότι θὰ εἶναι σοβαρὰ τὰ προβλήματα ποὺ θὰ προκύψουν.
§279Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸς οὗτος ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξετίμησε τὰς ἀνάγκας τὰς διαφόρους καὶ κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν σχετικῶς μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπουργῶν καὶ τὸν ἀριθμὸν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ὑφυπουργῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν μετὰ πεῖρας δύο ἐτῶν ἔλαβεν ὁ Στρατάρχης Παπάγος πρέπει ἐκ μέρους ὅλων τῶν μελῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ νὰ γίνῃ ἀποδεκτή.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9;
§281ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 9 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. (Ἀκολούθως τὸ ἄρθρον 10 ἐγένετο δεκτόν). Ἄρθρον 11ον.
§283Γ. ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ. Ἔχω μίαν τροπολογίαν.
§284Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Τὴν ἀποδέχομαι. Ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλέχθη ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι διὰ τῆς § 3 τοῦ ἄρθρου 6, θίγονται προνόμια τοῦ Στέμματος. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῇ νὰ θίξῃ Βασιλικὰς προνομίας, διότι αἱ προνομίαι αἱ Συνταγματικαὶ τοῦ Βασιλέως εἶναι δι’ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος καθιερωμέναι καὶ σεβασταί. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι ἡ διάταξις δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Κύριοι, αὐτὸ τοῦτο τὸ ἄρθρον τὸ τοσάκις ἀναφερθὲν 76 τοῦ Συντάγματος εἰς ἕνα ἐδάφιόν του, εἰς τὸ προτελευταῖον, λέγει: «Ἐν ἐλλείψει Ἀντιπροέδρου ὁ Πρωθυπουργὸς ὁρίζει ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη ἐκ τῶν ὑπουργῶν προσωρινὸν ἀναπληρωτήν του».
§285Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§286Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ὥστε αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα προβλέπει, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἑαυτοῦ του ἠμπορεῖ δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεώς του καὶ ὄχι διὰ Β. Δ)τος....
§287Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Διὰ Β. Δ)τος.
§288Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ὁσάκις ὁμιλεῖ περὶ Β. Δ)τος, λέγει ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει.
§289Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὥστε μέχρι σήμερον......
§290Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὥστε μέχρι σήμερον αὐτὸ ἐγένετο;
§291Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Λέγω τὰ ἑξῆς, διότι ἐπὶ συνταγματικοῦ θέματος πρέπει νὰ εἴμεθα προσεκτικοί. Λέγω, δὲν ὑπάρχει κατὰ τὴν γνώμην μου, οὔτε μία διάταξις τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναφέρεται, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις Β. Δ)τος. Ἐδῶ λέγει ἐν ἐλλείψει Ἀντιπροέδρου ὁ Πρωθυπουργὸς ὁρίζει ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη, ἐκ τῶν ὑπουργῶν τὸν προσωρινὸν ἀναπληρωτήν του. Ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει νὰ διορίζεται ἀναπληρωτὴς τοῦ Πρωθυπουργοῦ δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διατί νὰ μὴ ἠμπορεῖ νὰ ὁρίζῃ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ δημοσιευομένης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως προσωρινὸν ἀναπληρωτὴν τοῦ ἀπουσιάζοντος ὑπουργοῦ; Εἰς τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις ἐξεδόθη Β. Δ)γμα. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν καὶ διενέξεις μεταξὺ ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑπενθυμίσω, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ εἷς ὑπουργὸς αὐτομάτως ὑποκαθιστᾷ τὸν ἄλλον ὑπουργὸν ἀπουσιάζοντα ἢ κωλυόμενον. Π. χ. ὁ ὑπουργὸς Ἐφοδιασμοῦ καὶ ὁ ὑπουργὸς Ἐμπορίου, εἶχον ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου ὁ εἷς νὰ ὑποκαθιστᾷ τὸν ἄλλον ἀπουσιάζοντα ἢ κωλυόμενον. Καὶ ἀνέκυψε ζήτημα ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ἰδικῶν σας. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ρέντης ὢν τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπεθύμει νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν κ. Παπαπολίτην. Ὁ κ. Πολυχρονίδης, ὁ ὁποῖος ἦτο τότε ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ τοῦ εἶπεν ὀρθώτατα, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀναπληρωτὴς τοῦ ὑπουργοῦ Ἐμπορίου, διότι τὸ λέγει ὁ νόμος καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκδοθῇ Β. Δ)γμα ἐναντίον τοῦ νόμου. Καὶ λέγει, ὅτι εἶμαι ἐγώ, διότι ὑπάρχει Β. Δ)γμα, τὸ ὁποῖον μὲ διορίζει εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ Ἐμπορίου.
§292Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τί ὑπερίσχυσεν;
§293Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐψηφίσατε περὶ τοῦ ὑπουργοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ Ἐμπορίου. Ἔχω τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐπιτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ οὐδέποτε ἐθεωρήθη ἀντισυνταγματική.
§294Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ ἐφηρμόσθη; (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§295Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς. Ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὑπάρχει καὶ σωρεία ἄλλων περιπτώσεων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ ὑφυπουργὸς ἀναπληροῖ κωλυόμενον καθ’ ὅλας τὰς ἁρμοδιότητας τὸν ὑπουργόν, χωρὶς νὰ ἀπαιτεῖται κἂν πρᾶξις. Θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ συγκεκριμένοι νόμοι, δὲν θίγουν, ἴσως, τὴν Βασιλικὴν προνομίαν. Διότι, ὁ Βασιλεὺς γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι διὰ τὴν περίπτωσιν ποὺ ὁ ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, φέρ’ εἰπεῖν, θὰ ἀπουσιάσῃ, θὰ τὸν ἀναπληρώσῃ ὁ Ὑπουργὸς Ἐφοδιασμοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ὁρίζει τοὺς ὑπουργούς του. Ἐὰν ἐψηφίζετο αὐτὸ τὸ ἄρθρον, πάλιν ὁ Βασιλεύς, αὐτὸ θὰ τὸ ἐγνώριζε καὶ θὰ ἐγνώριζεν, ὅτι ἅμα διορίζει ἕνα ὑπουργὸν τὸν διορίζει, διὰ νὰ ὑποκαταστήσῃ ἄλλον. Ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος εἶναι σαφής. Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργούς του. Ἐδῶ οὔτε περὶ διορισμοῦ πρόκειται, οὔτε περὶ παύσεως. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Διοικητικὸν Δίκαιον ἐδῶ, ὑπάρχουν κανόνες, οἱ ὁποῖοι ὁρίζουν πῶς ἀναπληροῦνται οἱ διάφοροι ἀνώτατοι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι. Ὅταν ἀπουσιάζει ἢ κωλύεται ἕνας δημόσιος ὑπάλληλος, ἡ προσωρινή του ἀναπλήρωσις γίνεται, καθ’ ὅλους τοὺς Ὀργανισμοὺς τῶν Ὑπουργείων δι’ ἁπλῆς διαταγῆς; Ἐνῷ αἱ τοποθετήσεις ἀνωτάτων στελεχῶν, γίνονται, συνήθως, συνηθέστατα, διὰ Βασ. Διατάγματος. Ἀλλά, ἐὰν, κύριοι συνάδελφοι, σᾶς ἀπησχόλησα μὲ τὸ ἄρθρον αὐτό, εἶναι διότι αἰσθάνομαι, ὅτι αὐτὸ προεκάλεσεν εἰς πολλοὺς ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως ἀμφιβολίας καὶ δι’ αὐτό, ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἐμπῆκεν ἡ παράγραφος αὐτὴ ἀβασανίστως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐμπῆκε μάλιστα, διότι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι Ἕλληνες, σέβεται ἰδιαζόντως τὸ Στέμμα, καὶ θὰ σᾶς ἐμπιστευθῶ διὰ ποῖον λόγον ἐμπῆκε αὐτὴ ἡ παράγραφος. Γνωρίζουν ὅλοι οἱ συνάδελφοι, ὅσοι διετέλεσαν ὑπουργοί, ἰδίως τὸν τελευταῖον καιρόν, ὅτι λόγῳ τῆς γνωστῆς ἀτελείας τοῦ Συντάγματος περὶ τὸ θέμα τῆς Ἀντιβασιλείας, παρίσταται συχνὰ ἀνάγκη, ἀπουσιάζοντος τοῦ Βασιλέως εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νὰ γίνῃ κάποια πρόχειρος ἀναπλήρωσις, ἀπουσιαζούσης ταὐτοχρόνως καὶ τῆς Βασιλίσσης. Κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω διατελέσει ὑπουργὸς, μοῦ συνέβη 3 φοράς, καὶ τὰς 3 φοράς, κατὰ σύμπτωσιν, ἐζητήθη τηλεγραφικῶς βασιλικὴ συγκατάθεσις. Ἐνομίσαμεν, ὅτι εἶναι πολὺ ἁπλούστερον, πολὺ πρακτικώτερον καὶ ὅτι δεικνύει καὶ πολὺ περισσοτέραν εὐλάβειαν, κατὰ βάθος, ἀπέναντι τοῦ Στέμματος, νὰ μὴ ζητοῦνται αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις, καθ’ ὃν τρόπον γνωρίζει ἅπασα ἡ Ἑλλάς. Παρὰ ταῦτα καὶ ἐπειδὴ ἐγεννήθη, ἔστω καὶ εἰς τὴν ψυχὴν καὶ εἰς τὸν νοῦν ἑνὸς ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀμφιβολία περὶ τῆς συνταγματικότητος τῆς διατάξεως, ἡ Κυβέρνησις δέχεται, ἡ διάταξις αὕτη νὰ ἀπαλειφθῇ, ἀλλὰ ἐθεώρησεν, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἐπὶ τοιούτου θέματος, νὰ σᾶς δώσῃ καὶ τὴν ἐξήγησιν, μολονότι δέχεται νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη, διατί τὴν ἔβαλε καὶ διατὶ τὴν ἀπαλείφει μέν, ἀλλὰ δὲν θεωρεῖ, ὅτι ἡ παράγραφος αὕτη, 3, εἶναι ὑπὸ οἱανδήποτε ἔννοιαν καὶ ὁπωσδήποτε ἑρμηνευομένη, ἀντισυνταγματική. Λοιπόν, παρακαλῶ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 6.
§296Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κοθρῆ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον διότι τὸ νομοσχέδιον ἔγινε δεκτὸν καὶ κατ’ ἄρθρον.
§298Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, κύριε Κοθρῆ. Τὸ ἄρθρον 6 ἔχει ψηφισθῆ. Ὁ κ. ὑπουργός, χρώμενος τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐζήτησε τὸν λόγον καὶ ὡμίλησεν ὡς ὑπουργός.
§300Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§302Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ὑπουργὸς ὡμίλησε, παρὰ τὸν Κανονισμὸν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, οὐχὶ διὰ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδεχθῇ τροπολογίαν. Ὁ κ. Κοθρῆς ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Εἴχατε τὴν ὑποχρέωσιν, κ. Πρόεδρε, νὰ δώσητε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Κοθρῆν. Διὰ τοῦτο ἐκπλήσσομαι διὰ τὴν νευρικότητα, ἡ ὁποία παρετηρήθη ἐν προκειμένῳ καὶ ἥτις δὲν ὀφείλεται, βεβαίως, εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ εἰς τὴν κόπωσιν τοῦ Σώματος κατὰ τὴν ὥραν αὐτήν.
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ὡμίλησε βάσει τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπερ ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ λαμβάνουν τὸν λόγον, ὁσάκις ζητήσουν αὐτόν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ἐδήλωσεν ἐπὶ πλέον, ὅτι ἀποδέχεται καὶ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, ἂν καὶ ἤδη ψηφισμένον. Δεδομένου, ὅτι πρόκειται περὶ ψηφίσεως εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, δίδεται ἡ εὐκαιρία εἰς πάντα βουλευτὴν νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, ὅταν τοῦτο ἐκφωνηθῇ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Μία ὅμως γενικὴ συζήτησις ἐπὶ ψηφισθέντος ἤδη ἄρθρου δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ σχεδίου νόμου. Θὰ ἦτο ἴσως νοητὴ ἡ ἄποψις τῆς ἐπανασυζητήσεως τοῦ ἄρθρου 6, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς καὶ μόνης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ Κανονισμὸς θὰ προσηρμόζετο κατά τινα τρόπον πρὸς τὴν πραγματικότητα, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξειλίχθησαν διὰ τῆς ὑπουργικῆς τροπολογίας.
§304Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 9 ἔγινε δεκτόν;
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ἐρώτησίν μου, ἂν γίνεται δεκτόν, ἡ Βουλὴ ἀπήντησε, δεκτόν, δεκτόν, ἄρα παρεδέχθη. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν.Δ. 1671)51 «περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§306ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις, ἐπερωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. ...................» (Ὥρα 3 π. μ.)