1954.11.24
4,120 rows · 32,059 words · 175 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7η
Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 1954
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Ἰντζές, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΙΝΤΖΕΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς φραστικῶς διωρθώθησαν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας κ. Ε. Γονῆ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§4Α. ΠΑΠΑΓΟΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν συναίσθησιν, ὅτι ὁμιλῶ δι’ ὑμῶν πρὸς τὸ Ἔθνος ἐπὶ ἑνὸς σοβαροῦ, πολιτικοῦ καὶ ἠθικοῦ θέματος, θέλω ἐκθέσει πρὸς ὑμᾶς μὲ σχολαστικὴν ἀκρίβειαν καὶ κατὰ χρονολογικὴν σειράν, πῶς ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου τὰ διάφορα κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἑβδομάδας, συμβάντα, ὥστε νὰ δυνηθῆτε νὰ κρίνητε ἀντικειμενικῶς ἐπ’ αὐτῶν. Ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς μου εἰς Ἱσπανίαν, ἐζήτησεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, κ. Γονῆς, νὰ μὲ συναντήσῃ ἰδιαιτέρως. Τὸν ἐδέχθην εἰς τὴν οἰκίαν μου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, μοῦ εἶπε τὰ ἑξῆς: «Πληροφοροῦμαι, ὅτι ἀπεφασίσθη ἡ διενέργεια διεθνοῦς διαγωνισμοῦ διὰ τὴν προμήθειαν τηλεφωνικοῦ καὶ ραδιοφωνικοῦ ὑλικοῦ. Πληροφοροῦμαι, ὅτι τοῦτο ἀντιτίθεται εἰς ἀναληφθείσας, παρὰ τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ὑποχρεώσεις, καὶ ἡ παράβασις τούτων δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς ἀπώλειαν τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων». Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τῷ ὄντι τῇ ἐπιμονῇ μου, εἶχεν ἀποφασισθῆ, ἡ διενέργεια διεθνοῦς διαγωνισμοῦ, διὰ προμήθειαν τηλεφωνικοῦ καὶ ραδιοφωνικοῦ ὑλικοῦ καὶ εἶχε δοθῆ ἡ ἐντολὴ τῆς σχετικῆς προεργασίας διὰ τὴν προκήρυξιν τοῦ διαγωνισμοῦ τούτου. Εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας ἀπήντησα: «Μάλιστα, τῷ ὄντι ἀπεφασίσθη ἡ προκήρυξις διεθνοῦς διαγωνισμοῦ ἀλλὰ δὲν ἔχω γνῶσιν, ὅτι ἀνελήφθησαν ἀντίθετοι ὑποχρεώσεις. Καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα αὐτὰ τὰ ὁποῖα μοῦ λέτε ἀποτελοῦν φήμας τῶν τριόδων ὡς συνέβη πολλάκις εἰς τὸ παρελθὸν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας ἐπέμεινεν ἐπὶ τῆς πληροφορίας του καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν ἑταιρειῶν Σῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν θὰ ἠδύνατο, ὄχι μόνον νὰ μοῦ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἀλλὰ νὰ μοῦ παράσχῃ καὶ ἀποδείξεις. Ἀπεφάσισα νὰ δεχθῶ τὸν κ. Βουλπιώτην καὶ τοῦ ὥρισα νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον. Δὲν ἠθέλησα ὅμως νὰ δεχθῶ τὸν κ. Βουλπιώτην ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Καὶ ἑπομένως ὅταν ἦλθεν ὁ κ. Βουλπιώτης παρίστατο καὶ ὁ τότε ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Καψάλης. Ὁ κ. Βουλπιώτης ἐπανέλαβεν, ὅτι ὁ διεθνὴς διαγωνισμὸς ἀντίκειται εἰς ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις καὶ ἐπέδειξεν ἕνα κείμενον, τὸ ὁποῖον ἐφέρετο, ὅτι εἶχεν ὑπογραφῆ τὴν 10. 11.53, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἦτο τὸ ὑπογραφέν, ἀλλὰ ἦτο τὸ ἀρχικῶς σχεδιασθέν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος παρίστατο, ἔμεινεν ἐξ ἴσου ἔκπληκτος μὲ ἐμέ, ὅταν ἤκουσεν αὐτὰ ἀπὸ τὸν κ. Βουλπιώτην καὶ μοῦ εἶπε: «Δὲν γνωρίζω τίποτε, ἀφήσατε νὰ ἴδω τὸν κ. Μαρκεζίνην νὰ συνεννοηθῶ μὲ αὐτὸν καὶ θὰ σᾶς πληροφορήσω σχετικῶς». Μετ’ ὀλίγον, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν ἦτο τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἢ τὴν ἑπομένην, ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ κ. Καψάλης, μοῦ ἔφερεν ἕνα κείμενον διωρθωμένον, τὸ ὁποῖον, νομίζω, τὸ γνωρίζετε ὅλοι, διότι ἐδημοσιεύθη ἐν φωτοτυπίᾳ εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ μοὶ προσέθεσεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνησυχῶ, διότι δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μὲ τοὺς Γερμανοὺς καὶ ὅτι τὰ πάντα θὰ διευθετηθοῦν μὲ τὴν ἄφιξιν τοῦ Γερμανοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Ἔρχαρτ εἰς Ἀθήνας. Κύριοι βουλευταί, τὸ ταξίδι μου εἰς τὴν Ἱσπανίαν εἶχε προγραμματισθῆ. Ἔπρεπε συνεπῶς νὰ φύγω. Ἔφυγα ὅμως ἥσυχος ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι, ὅπως σᾶς εἶπον τῇ ἐπιμονῇ μου, εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ προκήρυξις διεθνοῦς διαγωνισμοῦ. Δεύτερον, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ὑπῆρχε καμμία Γερμανικὴ διαμαρτυρία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τρίτον διότι ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, μὲ ἐβεβαίωνεν ὅτι τὰ πάντα θὰ διηυθετοῦντο μὲ τὴν ἄφιξιν εἰς Ἀθήνας τῆς Γερμανικῆς Οἰκονομικῆς Ἀποστολῆς. Ἀνεχώρησα τὴν 7ην Ὀκτωβρίου. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν ὁ κ. Βουλπιώτης μοὶ ἀπέστειλε μίαν ἐπιστολὴν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 7 Ὀκτωβρίου. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη παρεδόθη τὴν πρωΐαν τῆς ἰδίας ἡμέρας εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου μου κ. Ἀλέσταν. Ὁ κ. Ἀλέστας μὴ ἀποδώσας ἰδιάζουσαν σημασίαν εἰς τὴν ἐπιστολήν, μοὶ παρέδωσε ταύτην τὴν 4.30 τὸ ἀπόγευμα τῆς ἰδίας ἡμέρας, τὴν στιγμὴν ποὺ ἀνερχόμην τὴν κλίμακα τοῦ πλοίου. Ἀπεσφράγισα τὴν ἐπιστολὴν ἐπὶ τοῦ πλοίου καὶ ἔμεινα, κύριοι βουλευταί, ἐμβρόντητος ἀπὸ τὸ περιεχόμενόν της. Ἐπειδὴ συνηθίζω πάντοτε νὰ ἐνεργῶ εὐθέως, ἐκάλεσα τὸν ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, κ. Καψάλην, ὁ ὁποῖος ἀνέμενεν ἐπὶ τῆς ἀποβάθρας, μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν ἐκάλεσα νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ πλοίου καὶ τοῦ ἐπέδειξα τὴν ἐπιστολήν. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν ὁ κ. Βουλπιώτης, ἀφοῦ πάλιν ἐπαναλαμβάνει, ὅτι ἡ προκήρυξις τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀντιτίθεται εἰς ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις, γράφει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω: «Τὴν ἑπομένην τῆς πρὸς ἡμᾶς γνωστοποιήσεως —ἐννοεῖ τὴν ἑπομένην τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν συνηντήθημεν εἰς τὸ γραφεῖον μου μετὰ τοῦ κ. Καψάλη— ὁ κ. Καψάλης ἐν τῷ γραφείῳ του, δυσφορῶν μὲ παρετήρησε, διότι σᾶς διεβίβασα ἀντίγραφον τῆς προαναφερθείσης ἐπιστολῆς, χωρὶς νὰ ἐπιχειρήσω, νὰ ἐπικοινωνήσω προηγουμένως μαζί του ἢ μετὰ τοῦ κ. Μαρκεζίνη. «Ὅταν ἀνεκοίνωσα —συνεχίζει ὁ κ. Βουλπιώτης— εἰς τὸν κ. Καψάλην τὰς ἀπόψεις τοῦ Γερμανοῦ πρέσβεως, ὁ κ. Καψάλης, ἐχαρακτήρισε τὰς ἀπόψεις ταύτας ὡς ἀνοήτους καὶ κατέληξεν, ὅτι, ὁπωσδήποτε θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφύγω νὰ ἐκθέσω περισσότερον τὸν κ. Μαρκεζίνην». Λέγει ἀκόμη ἡ ἐπιστολὴ Βουλπιώτη: «Συνεχίζων ὁ κ. Καψάλης μοῦ συνέστησεν, ὅπως, συνεννοηθῶ μετὰ τῶν κυρίων Ράλλη καὶ Κουνδούρου, ἵνα οὗτοι, ἀφοῦ προηγουμένως ἔλθωσιν εἰς ἐπαφὴν μετ’ αὐτοῦ —δηλαδὴ τοῦ κ. Καψάλη, ὅστις συνεφώνει ἀπολύτως ἐπὶ τοῦ συμφέροντος τῶν προτάσεων,— νὰ εἰσηγηθοῦν ἀπὸ κοινοῦ μετ’ αὐτοῦ ἀναλόγως, εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον». Περιέχονται μέσα εἰς τὴν ἐπιστολήν, κύριοι βουλευταί, καὶ ἄλλα πράγματα πρωτοφανῆ. Συνηντήθησαν οἱ κ.κ. Μαρκεζίνης καὶ Καψάλης μετὰ τοῦ κ. Βουλπιώτη, ἰδοὺ δὲ πῶς ἐκτίθενται ἐν τῇ ἐπιστολῇ τὰ διαμειφθέντα: «Μετὰ δύο ἡμέρας εἰς συνάντησιν μετὰ τοῦ κυρίου Μαρκεζίνη, μὲ παρεκάλεσεν οὗτος, ὅπως ἐνεργήσω παρὰ τοῖς Γερμανοῖς καὶ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, ὥστε νὰ μὴ ἀναφερθοῦν εἰς τὴν ἐν λόγῳ ἐπιστολὴν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐξέθετε τὸν κύριον Μαρκεζίνην, καὶ κυρίως πείσω αὐτοὺς ἵνα μεταφέρουν τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἤτοι τοῦ συμφέροντος τῶν προτάσεων καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης δυσφορῶν μὲ παρετήρησε, διατὶ προτοῦ σᾶς γνωστοποιήσω τὴν ἐν λόγῳ ἐπιστολὴν δὲν ἐπεχείρησα νὰ ἔλθω προηγουμένως εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ κυρίου Καψάλη ἢ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. «Ὅταν εἶπον, εἰς τὸν κ. Μαρκεζίνην, ὅτι θὰ μοῦ ἦτο δύσκολον νὰ πείσω τοὺς Γερμανούς, ὅπως μὴ ἀναφερθοῦν εἰς τὴν ἐν λόγῳ ἐπιστολήν, μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι τοῦτο θὰ τὸν ἐξηνάγκαζεν εἰς ἐπιθέσεις κατὰ τῶν Γερμανῶν. Τέλος μοῦ συνέστησε νὰ κάμω ὑπομονὴν διότι αὐτὸς ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἀρχήν, θὰ ἐπραγματοποίει τὰς μετὰ τῆς Γερμανίας ἐκκρεμούσας ὑποθέσεις». Τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἐπέδειξα, ὅπως σᾶς εἶπον, εἰς τὸν ὑπουργὸν Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος μοῦ ἀπήντησεν ἀορίστως, ὅτι θὰ διευθετηθοῦν τὰ πράγματα καὶ μοῦ ἐζήτησε νὰ τοῦ παραδώσω τὴν ἐπιστολὴν. Ἠρνήθην νὰ τὸ πράξω. Ἐν τῷ μεταξὺ, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον μίαν δευτέραν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Βουλπιώτη, ἡ ὁποία εἶναι πολυσέλιδος καὶ μὲ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἤθελον νὰ σᾶς κουράσω, ἀλλὰ θὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ νὰ γραφῇ ὁλόκληρος εἰς τὰ Πρακτικά. Ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, ὅπως θὰ ἴδητε, διαπιστοῦνται τρία πράγματα! Πρῶτον, ὅτι κατὰ Δεκέμβριον, ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀπέστειλε τὸν κ. Βουλπιώτην εἰς Γερμανίαν, διὰ ἐξεύρεσιν πιστώσεων. Δεύτερον, ὅτι συνεχῶς ἀπὸ τότε ἐχρησιμοποίει τὸν κ. Βουλπιώτην διὰ καλλιέργειαν οἰκονομικῶν σχέσεων μετὰ τῆς Γερμανίας. Τρίτον, ὅτι τελευταίως οἱ κ. κ. Καψάλης καὶ Μαρκεζίνης, ἐπανειλημμένως προσεπάθησαν νὰ πείσουν τὸν κ. Βουλπιώτην, νὰ τοὺς καλύψῃ εἰς τὴν ἀπόκρυψιν τῶν ἐπιστολῶν. Τὴν 15 Ὀκτωβρίου, κ. βουλευταί, συνήντησα εἰς Μασσαλίαν τὸν κ. Στεφανόπουλον. Ὁ κ. Στεφανόπουλος μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι τὸν εἶχεν ἐπισκεφθῆ ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐγνωστοποίησε δύο τινά. Πρῶτον, ὅτι αἱ γερμανικαὶ πιστώσεις λήγουσι τὴν 23 Δεκεμβρίου 1954 καὶ δεύτερον, ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὡς νομίμως δεσμευμένην, κατόπιν τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν. Ἐννοεῖται, πρόκειται πλέον περὶ τῆς διωρθωμένης ἐπιστολῆς. Ὁ κ. Στεφανόπουλος μοῦ ἀνέφερεν ἐπίσης, ὅτι ταῦτα ἀνεκοίνωσε τηλεφωνικῶς εἰς τὸν κ. Καψάλην, ὁ ὁποῖος κ. Καψάλης πάλιν τηλεφωνικῶς τοῦ εἶπεν, ὅτι ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς θὰ ἤρχετο πάλιν νὰ τοῦ δώσῃ νέας ἐξηγήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν γερμανικῶν πιστώσεων. Ἐπειδὴ ὅμως ἔφυγε τὴν ἑπομένην ὁ κ. Στεφανόπουλος, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἴδῃ τὸν κ. Πρέσβυν, ἀλλὰ ὁ κ. Πρέσβυς συνηντήθη μὲ τὴν ἀναπληρώσαντα τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ. Κανελλόπουλον. Μετὰ τὴν ἐπίσκεψίν μου εἰς Ἱσπανίαν, καὶ πρὸ τῆς ἐπισκέψεώς μου εἰς Πορτογαλίαν, μετέβην δι’ ὀλίγας ἡμέρας εἰς Παρισίους καὶ παρέμεινον ἐκεῖ ἀπὸ τῆς 22ας μέχρι τῆς 25ης. Ἐκεῖ συνήντησα τὸν ἀναπληρώσαντα τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ. Κανελλόπουλον, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπεν, ὅτι τῷ ὄντι τὸν εἶδεν ὁ Πρέσβυς τῆς Γερμανίας ὁ κ. Κόρτ, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὰς γερμανικὰς πιστώσεις λήγουν τὴν 23 Δεκεμβρίου 1954, μόνον αἱ ἀφορῶσαι τὰ ἔργα τῆς Πτολεμαΐδος, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ζήτημα τῆς νομικῆς δεσμεύσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπέμενεν ὁ Πρεσβευτής, ὅτι ὑπάρχει σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνας τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, νομικὴ δέσμευσις. Μοῦ προσέθεσεν ἐπίσης ὁ κ. Κανελλόπουλος, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀπουσίας μου, ὁ ὑπουργὸς Συντονισμοῦ κ. Καψάλης, Πρωθυπουργεύων, τότε μάλιστα, ἀνέστειλε τὴν προεργασίαν διὰ τὴν προκήρυξιν τοῦ διαγωνισμοῦ. Μοῦ εἶπε δὲ ἐπίσης ὁ κ. Κανελλόπουλος, ὅτι ὁ κ. Παπαληγούρας τοῦ εἶπεν ὅτι συναντηθεὶς μὲ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος εἶχεν προηγηθῇ τοῦ κ. Ἔρχαρτ, κύριος Ράϊνχαρτ, ὁ ὁποῖος κ. Ράϊνχαρτ ἐπανέλαβε τὰ ἴδια περὶ νομικῆς δεσμεύσεως, ὅτι ἀπεκόμισε τὴν ἀντίληψιν (ὁ κ. Παπαληγούρας) ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις θὰ ἦσαν λίαν δυσχερεῖς μὲ τοὺς Γερμανοὺς ἐν ᾗ περιπτώσει ἡμεῖς θὰ ἐπεμέναμεν ἐπὶ τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως. Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐπέστρεψα εἰς τὴν Ἑλλάδα πλήρης ἀνησυχιῶν. Κατὰ τὸ πρῶτον Συντονιστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Νοεμβρίου, ὁ κ. Καψάλης ὑπεστήριξε πάλιν ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ δὲν εἶχε δεσμευτικὴν ἰσχύν, ὅτι τὰ πάντα θὰ διηυθετοῦντο μὲ τὴν ἄφιξιν τοῦ Γερμανοῦ ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Κατ’ αὐτὸ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον δὲν παρέλειψα ἐνώπιον ὅλων νὰ καυτηριάσω τὸ ζήτημα τῆς ἀποκρύψεως τῶν ἐπιστολῶν. Δὲν ἤθελον τότε ποὺ ἀνεμένετο ἡ Γερμανικὴ ἀποστολή, κύριοι βουλευταί, νὰ προβῶ εἰς ὑπουργικὰς μεταρρυθμίσεις καὶ νὰ ἀντικαταστήσω αὐθωρεὶ τὸν ὑπουργὸν Συντονισμοῦ κ. Καψάλην, διότι συνήργησε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἀπόκρυψιν τῶν ἐπιστολῶν. Πάντως παρεκάλεσα τὸν κ. Στεφανόπουλον, νὰ καλέσῃ τὸν Γερμανὸν Πρέσβυν, νὰ τοῦ θέσῃ σαφῶς καὶ εὐθέως τὸ ἐρώτημα, ἐὰν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιμένῃ ἐπὶ τῆς νομικῆς δεσμεύσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν περιπτώσει καταφατικῆς ἀπαντήσεως νὰ ζητήσῃ μάλιστα καὶ μίαν ἔγγραφον ἐπιβεβαίωσιν. Ὁ κ. Στεφανόπουλος συνηντήθη μὲ τὸν Γερμανὸν Πρεσβευτὴν τὸ ἀπόγευμα τῆς 9ης Νοεμβρίου. Ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ διεθνὲς δίκαιον ὑπάρχει νομικὴ δέσμευσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἑπομένην ἔδωσεν ὁ Πρέσβυς καὶ τὴν ἔγγραφον ἐπιβεβαίωσιν, αὐτὴν τὴν ὁποίαν μοῦ ἔφερεν ὁ κ. Στεφανόπουλος τὴν 10ην Νοεμβρίου περὶ τὴν 13ην ὥραν. Ἐσκέφθην, τότε, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν μοῦ ἐπετρέπετο πλέον νὰ ἀφήσω ἔκθετον τὴν πίστιν τῆς Χώρας. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ἐσκέφθην ὅτι εἶχον ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν προστατεύσω· ἐσκέφθην ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω τὸ πᾶν διὰ νὰ μὴ κλονισθῇ ἡ διεθνὴς πίστις τῆς Ἑλλάδος. Ἐσκέφθην ὅτι ἔπρεπε κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις νὰ δημιουργηθῇ μία ἀτμόσφαιρα ἠθικῆς ἐμπιστοσύνης. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Καὶ μάλιστα πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ δὲν ἤθελον νὰ κάμω ὑπουργικὰς μεταρρυθμίσεις κατὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἦσαν οἱ Γερμανοὶ ἐδῶ πέρα. Ἐσκέφθην, νὰ ἀφήσω τὸν κ. Καψάλην νὰ διεξαγάγῃ αὐτὸς τὰς διαπραγματεύσεις, ἐν περιπτώσει καθ’ ἥν θὰ συνεμορφοῦτο ἀπολύτως πρὸς τὰς διὰ τὴν κατοχύρωσιν τῆς Ἑλλάδος ἰδικάς μου ἠθικὰς καὶ τιμίας ἀρχὰς καὶ ὄχι πρὸς τὰς ἰδικάς του. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Κατόπιν τούτου ἐκάλεσα τὸν κ. Καψάλην, παρουσία τοῦ κ. Στεφανοπούλου καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι εἶμαι ἀποφασισμένος δημοσίᾳ νὰ διακηρύξω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ σεβασθῇ τὰς ὑποχρεώσεις της παρ’ ὅλον ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ ἐκεῖναι, διὰ τῶν ὁποίων ἀνελαμβάνοντο αὐταὶ αἱ ὑποχρεώσεις, εἶχον ἀποκρυβῆ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Καψάλης προσεπάθησε καὶ πάλιν τότε νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι αὗται αἱ ἐπιστολαὶ δὲν εἶχον δεσμευτικὴν ἰσχύν. Προσεπάθησε νὰ μὲ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τοῦ νὰ κάμω τὴν ἀνακοίνωσιν. Μοῦ εἶπε νὰ ληφθοῦν μέτρα, μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ἐνῷ ἀντιθέτως ἐγὼ προσέθεσα καὶ ἐπέμενα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν πρὸ τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Ἔρχαρτ. Τέλος ἐζήτησεν ὁ κ. Καψάλης νὰ συναντηθῇ μὲ τὸν κ. Στεφανόπουλον διὰ νὰ ὁμιλήσῃ πάλιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δεσμεύσεως. Ἡ συνάντησις μὲ τὸν κ. Στεφανόπουλον ἐπραγματοποιήθη τὸ ἀπόγευμα τῆς 10ης Νοεμβρίου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ παρευρίσκετο κατὰ παράκλησίν μου καὶ ὁ κ. Παπαληγούρας. Κατὰ τὴν συνάντησιν αὐτὴν ὁ κ. Καψάλης ἐπέμενε πάλιν, ὅτι δὲν ἔχουν δεσμευτικὴν ἰσχὺν αἱ ἐπιστολαί, καὶ τέλος εἶπεν, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θὰ προέβαινον εἰς τὴν ἀναγνώρισιν, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς εἶπον καὶ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς ἀποκρύψεως τῶν ἐπιστολῶν, αὐτὸς θὰ παρῃτεῖτο. Τότε, κ. βουλευταί, ἔλαβον τὰς ἀποφάσεις μου. Ἐδέχθη τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Καψάλη, προέβην εἰς τὴν γνωστὴν ἀνακοίνωσιν καὶ ἀνέθεσα εἰς τὸν κ. Παπαληγούραν τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων μὲ τὴν ἀφικνουμένην γερμανικὴν ἀποστολήν. Κύριοι βουλευταί, καθ’ ὅλον μου τὸν βίον, τὸν στρατιωτικὸν καὶ τὸν πολιτικόν, ἠκολούθησα πάντοτε τὴν ὁδὸν τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς ἐντιμότητος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Φρονῶ, ὅτι ἡ εὐθύτης καὶ ἡ ἠθικὴ σαφήνεια, δικαιοῦνται πάντοτε, καὶ νομίζω ὅτι τὰ γεγονότα ἐδικαίωσαν τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας μου. Ὁ Γερμανὸς ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, μετὰ τὴν λῆξιν τῶν διαπραγματεύσεων, ἐπισήμως καὶ ἀπεριφράστως ἐδήλωσεν, ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀναγνωρίσει τὰς νομικὰς δεσμεύσεις, τὰς ἀπορρεούσας ἀπὸ τὰς γνωστὰς ἐπιστολάς, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν αὐτὸς νὰ προχωρήσῃ οὔτε εἰς τὰς συζητήσεις, οὔτε εἰς τὰς διαπραγματεύσεις. Αὐτά, κ. ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, εἶχον νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνόμισα, ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ χειρισθῶ τὸ προκῦψαν ζήτημα. Καὶ τώρα ζητῶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Καταχωρεῖται ἡ κατατεθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δευτέρα ἐπιστολὴ τοῦ κ. Βουλπιώτη ἥτις ἔχει οὕτω: Πρὸς τὴν Αὐτοῦ Ἐξοχότητα τὸν Στρατάρχην Ἀλέξανδρον Παπάγον Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος Κύριε Στρατάρχα, Ἐν συνεχείᾳ τῆς ἀπὸ 7 Ὀκτωβρίου ἐπιστολῆς μου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν Ὑμῶν τὰ κάτωθι: Ἡ στάσις τὴν ὁποίαν μερὶς τοῦ Τύπου, εὐτυχῶς μικρά, λαμβάνει τὰς τελευταίας ἡμέρας ἔναντι τῶν Οἴκων Siemens καὶ Telefunken καὶ τῶν συναφῶν ἐπιστολῶν Erchart— Μαρκεζίνη ἀφ’ ἑνὸς καὶ δηλώσεις τοῦ κ. Καψάλη, γενόμεναι τόσον ἐνώπιον τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου ὅσον καὶ εἰς τὸν Τύπον, μετὰ τὴν παραίτησίν του, γεγονότα δυνάμενα νὰ ἔχουν σοβαρωτάτας συνεπείας ἐπὶ ὑψίστων συμφερόντων τῆς Χώρας, μοὶ ἐπιβάλλουν ὅπως, τοὐλάχιστον ἔναντι Ὑμῶν, ὡς ὑπευθύνου Κυβερνήτου τῆς Χώρας, λύσω τὴν σιωπὴν ἐπὶ τῆς ἀληθοῦς προϊστορίας καὶ τῆς ὀρθῆς τοποθετήσεως τοῦ θέματος τῶν Γερμανικῶν Πιστώσεων. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀπὸ 30ετίας τυγχάνω Πληρεξούσιος τοῦ Συγκροτήματος Siemens καὶ ἀπὸ 20ετίας Διευθυντὴς τῆς Ἑταιρείας Telefunken, ὑπὸ τὰς δύο δὲ αὐτὰς ἰδιότητάς μου χειρίζομαι ὑπευθύνως πιστώσεις πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τῶν ὁποίων τὴν ἔκτασιν καὶ σημασίαν θὰ διαπιστώσετε ἐξ ὅσων κατωτέρω ἐκθέτω. Τὸν Δεκέμβριον τοῦ ἔτους 1952, ἐκλήθην παρὰ τοῦ κ. Μαρκεζίνη ὅστις μὲ παρεκάλεσε νὰ μεταβῶ εἰς Γερμανίαν καὶ ἐξετάσω τὰς ἐκεῖ δυνατότητας χορηγήσεως Πιστώσεων πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Μεταβὰς πράγματι εἰς Γερμανίαν τὸν ἴδιον μῆνα διεπίστωσα ὅτι τὸ ἐκεῖ ἔδαφος διὰ τὴν χορήγησιν Πιστώσεων πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἦτο δυσμενέστατον. Ἡ πολυετὴς κομμουνιστικὴ ἐπανάστασις, ἡ πολιτικὴ ἀστάθεια καὶ ἄλλα γεγονότα εἶχον ἐκμηδενίσει ὁλοσχερῶς τὴν πίστιν τῆς Χώρας μας εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Καὶ ναὶ μέν, εἶχεν ἀναμφισβητήτως κατορθώσει ὁ κ. Παπανδρέου νὰ κινήσῃ ἐκ νέου τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Γερμανικῆς ἀγορᾶς διὰ τὰ Ἑλληνικὰ προϊόντα, ἀλλὰ ἐμπορικαὶ συναλλαγαὶ καὶ χορηγήσεις Πιστώσεων εἶναι παντελῶς διάφορα πράγματα, ὅπερ βεβαίως δὲν σημαίνει ὅτι τὸ πρῶτον εἶναι ὀλιγώτερον σπουδαῖον τοῦ δευτέρου. Ὁ κ. Μαρκεζίνης μὲ παρεκάλεσε, κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ὅπως καταβάλω πᾶσαν προσπάθειαν καὶ ἐξεύρω Πιστώσεις ἐν Γερμανίᾳ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προγράμματος Ἀνασυγκροτήσεως τῆς Ἑλλάδος. Τρεῖς θεμελιώδεις παράγοντας ὤφειλον νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου διὰ νὰ ἐπιτύχω τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. 1ον) Τὴν στάσιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. 2ον) Τὴν στάσιν τῆς ἐν Ἀθήναις Γερμανικῆς Πρεσβείας. 3ον) Τὴν στάσιν τῆς Γερμανικῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρῶτον παράγοντα, εἴχομεν τὴν μεγίστην τύχην ὅτι ὁ ὑπουργὸς κ. Ἔρχαρτ καὶ ὁ Γεν. Διευθυντὴς τοῦ ὑπουργείου κ. Reinhardt δὲν εἶναι μόνον ἐξόχως σημαίνοντες ἄνδρες εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα ἀλλὰ καὶ ἐξαίρετοι ἄνδρες ἀπὸ ἀπόψεως ἀνθρωπισμοῦ καὶ ταὐτοχρόνως μεγάλοι φιλέλληνες. Κατὰ τὰς ἐπὶ πολλοὺς μῆνας προσπαθείας μου συνήντησα ἐν Βόννῃ μεγίστην κατανόησιν καὶ συμπαθείας διὰ τὴν Χώραν μας ὡς καί, τὸ σπουδαιότερον ὅλων, τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ παρ’ Ὑμῶν ἀνάληψις τῆς διακυβερνήσεως τῆς Χώρας ἠγγυᾶτο τὴν πολιτικὴν σταθερότητα, προϋποθέσεως ἀπαραιτήτου διὰ τὸ ἀξιόπιστον πάσης χώρας. Ἄνευ αὐτοῦ οἱαδήποτε προσπάθεια ἐξευρέσεως πιστώσεων ὁθενδήποτε προερχομένη ἦτο καταδικασμένη εἰς ἀποτυχίαν. Τὸ μέγιστον ἀλλὰ καὶ μόνον ὅπλον ὅπερ διέθετον διὰ νὰ κερδίσω τὴν μάχην τῶν πιστώσεων ἐν Γερμανίᾳ ἦτο τὸ πρόσωπόν Σας. Μεγίστην βοήθειαν καὶ συμπαράστασιν εἶχον παρὰ τῆς ἐν Ἀθήναις Γερμανικῆς Πρεσβείας τῆς ὁποίας αἱ ἐκθέσεις ἐπεβεβαίουν καὶ ἐθεμελίουν τὰ ὅσα καὶ ἐγὼ περὶ τῆς Κυβερνήσεως Σας ἐν Γερμανίᾳ διεκήρυττον. Τοιουτοτρόπως τὸ ἓν σκέλος, ἤτοι ὁ παράγων τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως ἐξησφαλίζετο ὑπὲρ τῶν προσπαθειῶν. Ἐπετυγχάνετο δηλαδὴ ὅπως ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐπιτρέψῃ ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἐπὶ πιστώσει ἐξαγωγὴν Γερμανικῶν κεφαλαιουχικῶν ἀγαθῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐγκρίνῃ καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ μηχανισμοῦ ἐγγυήσεων ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τῶν Οἴκων ἐκείνων τῆς Γερμανίας, οἵτινες θὰ ἀνελάμβανον τὰς εὐθύνας νὰ διαθέσουν κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐφ’ ὅσον βεβαίως διέθετον ἐξ ἰδίων τοιαῦτα, διότι χρήματα δὲν ἠδύνατο ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις νὰ μᾶς χορηγήσῃ. Τοιουτοτρόπως φθάνομεν εἰς τὸν τρίτον παράγοντα, ἤτοι τὴν ἰδιωτικὴν Γερμανικὴν οἰκονομίαν. Ἤμην ὑποχρεωμένος καὶ αὐτὴν νὰ πείσω ὅπως ἐπανακτήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Ἑλληνικὴν οἰκονομίαν. Διὰ νὰ σταθμίσητε ἀπολύτως τὰς δυσχερείας εἰς τὸν τομέα αὐτόν, παρακαλῶ ὅπως λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶχον προηγηθῆ τὰ ταξίδια τοῦ κ. Μαρκεζίνη εἰς Ἀμερικὴν καὶ Ἀγγλίαν καὶ ὅτι αἱ ἐκεῖ προσπάθειαί του ὅπως ἐξεύρῃ ἰδιωτικὰς πιστώσεις διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶχον ἀποβῆ ἄκαρποι. Ἡ Γερμανικὴ ἰδιωτικὴ οἰκονομία ἦτο, βεβαίως, ἐν γνώσει ὅλων αὐτῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου αἱ πιθανότητες ἐπιτυχίας εἰς τὸν τομέα αὐτὸν σχεδὸν ἀνύπαρκται. Αἱ Γαλλικαὶ πιστώσεις ἦσαν μικραί, ἐθεωροῦντο δὲ ὡς καθαρῶς πολιτικὴ πρᾶξις. Μία καὶ μόνον ἐλπὶς ὑπῆρχεν. Ἐὰν Οἶκοι Γερμανικοὶ μεγίστης οἰκονομικῆς ἐπιφανείας καὶ παγκοσμίου κύρους ἀνελάμβανον τὸ προβάδισμα. Ἡ ἰδεώδης δὲ περίπτωσις θὰ ἦτο ἐὰν οἱ Οἶκοι οὗτοι ἐθεωροῦντο ἐν Γερμανίᾳ ὡς γνῶσται τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ἁπλῆ σύμπτωσις, κύριε Στρατάρχα, ὅτι τὰ μόνα μεγάλα Γερμανικὰ συγκροτήματα τὰ δυνάμενα νὰ ἔχουν ἔγκυρον ἐν Γερμανίᾳ γνώμην διὰ τὴν Ἑλληνικὴν οἰκονομίαν ἦσαν ἡ Telefunken — A.E.G. καὶ Siemens. Ἄνευ τῆς συμπτώσεως αὐτῆς οὐδεμία χρηματοδότησις τῶν ἔργων ἀνασυγκροτήσεως, ἀπὸ Γερμανικῆς πλευρᾶς θὰ καθίστατο ἐφικτή. Τῇ εἰσηγήσει μου ἐχορήγησε τὸ πρῶτον συγκρότημα 12 ἑκατομμύρια δολλάρια, τὸ δὲ δεύτερον εἴκοσι ἑκατομμ. Δολλάρια. Ἐκάλυψαν τὰ συγκροτήματα ταῦτα πλέον τῶν τριῶν πέμπτων τῆς ἐκ 50 ἑκατομ. Δολλαρίων πιστώσεως· ἄνευ δὲ αὐτοῦ οὔτε ἡ Πτολεμαΐς, οὔτε τὸ Ἄζωτον οὔτε τὸ μέγα Θερμικὸν Ἐργοστάσιον Ἠλεκτρισμοῦ ἀλλ’ οὔτε καὶ ἄλλα διάφορα θὰ ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθοῦν. Καὶ ἕν τῶν συγκροτημάτων αὐτῶν, ἐὰν ἀπεσύρετο, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο πάλιν τὸ αὐτό. Εἰς ἕν καὶ μόνον πάλιν ὠφείλετο ἡ ἐπιτυχία αὕτη, καὶ δὴ εἰς τὸ ὅτι ἐγένοντο πιστευταὶ καὶ δεκταί, αἱ εἰσηγήσεις μου παρὰ τῶν συγκροτημάτων αὐτῶν ἐπὶ τῆς ἐξασφαλίσεως πολιτικῆς σταθερότητος ἐν τῇ Χώρᾳ μας κατόπιν τῆς παρ’ Ὑμῶν ἀναλήψεως τῆς διακυβερνήσεώς της. Ἐλλείψει ἑτέρων συγκεκριμένων μελετῶν, διότι τὰ ἔργα ἀνασυγκροτήσεως ἀνεφέροντο μόνον θεωρητικῶς, οὐδεμία δὲ προεργασία διὰ τὴν ἄμεσον ἐκτέλεσίν των ὑπῆρχεν ἐξελέγησαν πρὸς ἄμεσον ἐφαρμογὴν τῆς χρηματοδοτήσεως δύο τομεῖς τῆς Χώρας μας, τῶν ὁποίων αἱ ἐλλείψεις ἦσαν γνωσταί, σαφῶς καθωρισμέναι καὶ ἀμέσως ἀντιληπταὶ εἰς τὸ κοινόν, ἤτοι τὰ Τηλέφωνα καὶ ἡ ραδιοφωνία. Οἱ δύο αὐτοὶ τομεῖς ἔδωσαν τὴν εὐκαιρίαν ὅπως ἡ προθυμία τῶν ὡς ἄνω Οἴκων, ἵνα χορηγήσουν Πιστώσεις εἰς τὴν Ἑλλάδα, τεθῇ ὑπὸ ἄμεσον δοκιμασίαν. Δέκα μῆνες ἀπῃτήθησαν, ἵνα φθάσω εἰς τὰ ὡς ἄνω ἀποτελέσματα, καθ’ ὅλην δὲ τὴν πορείαν τῶν διαπραγματεύσεων κατετόπιζα καὶ συνεννοούμην λεπτομερῶς μετὰ τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς Γερμανίας διεβίβασα τὴν μόνην, ἐπανειλημμένως ἐκφρασθεῖσαν ἐπιθυμίαν ὅπως ἔναντι λογικοῦ τιμήματος ἐπιστρέψῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν Γερμανικὴν Ἐκκλησίαν, τὸ Σχολεῖον καὶ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Σχολήν. Ἡ μεγαλυτέρα ἀπόδειξις ὅτι ὁ κ. Μαρκεζίνης ἐγνώριζεν ὅτι τὰ πάντα ἐξηρτῶντο ἀπὸ τὴν στάσιν τῶν δύο προαναφερθέντων συγκροτημάτων εἶναι ὅτι πρῶτον ἐπεσκέφθη τὸ συγκρότημα Telefunken — A. E. G. εἰς τὸ Βερολῖνον, ὅπερ καὶ ἐχορήγησε πίστωσιν 12 ἑκατομ. Δολλαρίων, δεύτερον τὸ συγκρότημα Siemens ἐν Μονάχῳ, τὸ ὁποῖον ἔθεσε 21 ἑκατομ. Δολ. εἰς τὴν διάθεσίν του καὶ διεπραγματεύθη ἐν ἐκτάσει τὰ τῆς Ραδιοφωνίας καὶ τῶν Τηλεφώνων, διατυπώσας ὅρους οἵτινες ἐγένοντο ἅπαντες δεκτοί. Μετὰ τὴν ἐπίπονον καὶ πλήρη αὐτὴν προπαρασκευήν, ἔχων εἰς χεῖρας του 33 ἑκατομ. δολλαρίων, ἔφθασεν ὁ κ. Μαρκεζίνης εἰς Βόννην. Καὶ ἐκεῖ εὗρεν ἐπίσης ὁ κ. Μαρκεζίνης τὰ πάντα ἕτοιμα καὶ οὕτω εἰς μίαν καὶ μόνον, κατ’ οὐσίαν, συνεδρίασιν ἔλαβε τὴν ἔγκρισιν ὅπως ἀντλήσῃ ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν 50 ἑκατομ. δολλαρίων, τοῦ Γερμανικοῦ Κράτους περιορισθέντος εἰς τὰς ἐγγυήσεις καὶ μόνον διὰ τοῦ σχετικοῦ μηχανισμοῦ. Τὰ 33 ἑκατομ. δολλαρίων ἰδιωτικῶν πιστώσεων ἅτινα εἶχεν ὁ κ. Μαρκεζίνης εἰς χεῖρας του, διηυκόλυνον τὸν κ. Ἔρχαρτ εἰς τὸ νὰ ἀναλάβῃ, παρὰ τὴν ἀντίδρασιν τῶν Τραπεζῶν, τὰς εὐθύνας ἔναντι τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Γερμανικοῦ Λαοῦ. Ἕξ ὅλων τῶν ἀνωτέρω, ἔχετε, κύριε Στρατάρχα, τὴν ἐξήγησιν τόσον τοῦ εἴδους τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων ὅσον καὶ τὴν βαθυτέραν ἔννοιαν τῶν μεταξὺ Erchart καὶ Μαρκεζίνη ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν διὰ τὰς Ἑταιρείας Siemens καὶ Telefunken, αἵτινες ἦσαν προϋποθέσεις τῆς ὅλης ἐπιτυχίας, ὅπερ καὶ ἰδιαιτέρως πρέπει νὰ τονισθῇ καὶ νὰ γίνῃ παρὰ πάντων ἀντιληπτόν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν βοήθειαν τῶν Ἑταιρειῶν αὐτῶν καὶ οὐχὶ τὸ ἀντίθετον. Ἐπιτροπαὶ ἐξ ὅλων τῶν χωρῶν τοῦ κόσμου καταφθάνουν συνεχῶς εἰς Γερμανίαν ζητοῦσαι πιστώσεις. Ἐὰν μεταξὺ ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας ἐχορηγήθησαν τοιαῦται συγκαταλέγεται καὶ ἡ Ἑλλάς, τοῦτο ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὸ ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις καὶ τὰ συγκροτήματα Α. Ε. G.–Telefunken καὶ Siemens θεωροῦν τὸ πρόσωπόν σας ὡς ἐγγύησιν τῆς εὐσταθείας εἰς τὸν πολιτικὸν τομέα καὶ τοῦ ὀρθολογισμοῦ εἰς τὸν οἰκονομικὸν τοιοῦτον ἐν Ἑλλάδι. Εἰς τὰς ἐλαχίστας εὐκαιρίας κατὰ τὰς ὁποίας κατὰ τὸ τελευταῖον ἑξάμηνον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνδιαλεχθῶ μεθ’ ὑμῶν, ἀπέφευγα ἐπιμελῶς νὰ θίξω τὰς λεπτομερείας τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἅς ἐπραγματοποιήθη ἡ χορήγησις τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων, διότι ἐθεώρουν ὅτι ἄλλοι ἦσαν ἁρμόδιοι νὰ πράξουν τοῦτο. Τέλος ἀφοῦ παρῆλθε περίπου ἔτος, ἄνευ χρησιμοποιήσεως τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων πρὸς μεγίστην βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν ὄψει τῆς τότε ἐπικειμένης ἐπισκέψεως τοῦ κ. Ράϊνχαρτ σᾶς ἐπεσκέφθην πρὸ τοῦ εἰς Ἱσπανίαν ταξειδίου σας καὶ σᾶς ἀνεκοίνωσα ἐν λεπτομερείαις τὰς ἐν Βόννῃ συμφωνίας. Καὶ ὑμεῖς μὲν ἐμείνατε ἐμβρόντητος, διότι διὰ πρώτην φοράν, ὡς μοὶ ἀνεκοινώσατε, ἐλαμβάνατε γνῶσιν τῶν ἐν λόγῳ συμφωνιῶν, τῶν ὁποίων ἀντίγραφον σᾶς παρέδωσα, οὐχὶ ὅμως ὀλιγώτερον ἐμβρόντητος παρέμεινα καὶ ἐγὼ μὲ τὰ ὅσα ἐπηκολούθησαν. Ἤτοι ἀντὶ ὁ κ. Καψάλης νὰ σπεύσῃ νὰ σᾶς ἐνημερώσῃ πλέον ἐπὶ τῆς ὅλης ἱστορίας, ἔναντι ὑμῶν μέν, ἰσχυρίζετο ὅτι οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχει τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν, ἐμὲ δὲ ἐκάλει τὴν ἑπομένην ἵνα μὲ ἐπιτιμήσῃ πῶς ἐτόλμησα νὰ σᾶς ἐγχειρίσω ἀντίγραφον τῆς ἐν λόγῳ ἐπιστολῆς προσθέτων ὅτι ἐξέθεσα δι’ αὐτοῦ ἀνεπανορθώτως τὸν κ. Μαρκεζίνην καὶ ὅτι ὤφειλα ἐφ’ ἑξῆς νὰ ἐπιδείξω ἄκραν ἐπιφυλακτικότητα καὶ νὰ ἐξεύρω τρόπον ὅπως καλυφθῇ ὁ κ. Μαρκεζίνης. Μετὰ δύο ἡμέρας μὲ ἐκάλεσεν ὁ κ. Μαρκεζίνης εἰς τὴν οἰκίαν του ὅπου ἤκουσα τὰς ἰδίας παρατηρήσεις. Καὶ ἐντόνως ἠξίωσεν ἀπὸ ἐμὲ ὅπως πάσῃ θυσίᾳ πείσω τὸν κ. Erchart καὶ τοὺς ὑπολοίπους Γερμανοὺς ὅπως μὴ ἀναφερθοῦν παντελῶς εἰς τὰς ἐπιστολὰς ταύτας, προσθέσας ἐπὶ λέξει ὅτι, ὅταν θὰ ἤρχετο εἰς τὴν ἐξουσίαν θὰ ἐπραγματοποίει αὐτὸς τὰ πάντα, διότι ἐθεώρει τὰς προτάσεις ἀπολύτως συμφερούσας διὰ τὴν Ἑλλάδα. Τότε εἰς τὸν κ. Μαρκεζίνην ἀπήντησα ὅ,τι καὶ πρὸ δύο ἡμερῶν εἶχον εἴπει εἰς τὸν κ. Καψάλην, ὅτι τοιούτου εἴδους ἐπεμβάσεις παρὰ τοῖς Γερμανοῖς, ὡς παρ’ ἐμοῦ ἐζητοῦντο, θὰ εἶχον ὡς συνέπειαν τὴν εἰς τὸν ἔσχατον βαθμὸν γελοιοποίησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἐξουδετέρωσιν τῶν ὅσων, μετὰ τόσων κόπων εἶχον πείσει τοὺς Γερμανοὺς ὅτι ἀποκατεστάθησαν εἰς τὸν τόπον μας. Καθ’ ἥν στιγμὴν διεκυβεύετο τὸ σύνολον τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων λόγῳ τῆς σιωπῆς καὶ τῆς ἐν γένει στάσεως τῶν κυρίων Μαρκεζίνη καὶ Καψάλη, οὗτοι περὶ ἕν καὶ μόνον ἠσχολοῦντο, ἤτοι περὶ τοῦ πῶς θὰ ἐκάλυπτον ἑαυτούς. Τὸ νὰ κατατοπίσουν ὑμᾶς ἔστω καὶ τὴν ὑστάτην στιγμὴν καὶ νὰ προστατεύσουν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, ὡς καὶ νὰ διαφωτίσουν περὶ τῆς σημασίας καὶ τῆς συμβολῆς τῶν δύο τούτων παγκοσμίων Γερμανικῶν Συγκροτημάτων τόσον τὴν κοινὴν γνώμην, ὅσον καὶ τὸν καλῆς πίστεως Τύπον οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐσκέφθησαν. Ὁ Τύπος παντελῶς ἀγνοῶν τὴν ἀλληλουχίαν τῶν γεγονότων ἅτινα ἤγαγον εἰς τὴν διασφάλισιν τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων καὶ εἰς τὰ ἐν Βόννῃ συμπεφωνημένα, δεδικαιολογημένως ἐπλανήθη καὶ κατὰ τὰς τελευταίας αὐτὰς ἡμέρας προβαίνει εἰς κρίσεις καὶ ἑρμηνείας ἐπὶ τῶν ἐπιστολῶν τῶν κυρίων Erchart — Μαρκεζίνη αἵτινες θίγουν τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, τὰ Συγκροτήματα Siemens καὶ Telefunken ὡς καὶ ἐμέ. Ἡ ἐξέλιξις αὕτη μοῦ ἐπιβάλλει ὅπως ἀπευθύνω εἰς ὑμᾶς, κ. Στρατάρχα, τὴν παροῦσαν, ἐκ στοιχειώδους πλέον καθήκοντος ἔναντι τοῦ τόπου τὸν ὁποῖον ὑμεῖς κυβερνᾶτε, ἀλλὰ καὶ ἔναντι τῶν Ἑταιρειῶν τῶν ὁποίων διευθύνω τὰς ἐν Ἑλλάδι ὑποθέσεις καὶ τῶν ὁποίων τὸ μόνον ἔγκλημα συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἐπέδειξαν πίστιν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησίν σας καὶ εἰς τὴν Χώραν μας. Τυγχάνει αὐτονόητον, κύριε Στρατάρχα, ὅτι ἀναλαμβάνω πᾶσαν εὐθύνην ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς μου τῆς ὁποίας δύνασθε νὰ κάμετε χρῆσιν κατὰ τὸ εἰς Ὑμᾶς δοκοῦν. Διατελῶ μετὰ ἐξαιρέτου σεβασμοῦ ὅλως Ὑμέτερος (ὑπογραφὴ)
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν, κ. Μαρκεζίνης ἔχει τὸν λόγον.
§6Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Καὶ τώρα, κύριοι βουλευταί, θ’ ἀκούσητε τὴν Altera pärs. Κατὰ τὴν μετάβασίν μας εἰς τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν, τὸν παρελθόντα Νοέμβριον, κατόπιν προσκλήσεως τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Κυβερνήσεως, καθωρίσαμεν τὴν τάξιν τοῦ προγράμματος, ὄχι κατὰ τὸ σύνηθες, δηλαδὴ παρεκαλέσαμεν, ὅπως αἱ ἡμέραι τοῦ ἐπισήμου προγράμματος, εἶναι αἱ τελευταῖαι. Τοῦτο ἀπετέλεσεν ἀνατροπὴν τῶν συνήθως εἰς τοιαύτας περιπτώσεις συμβαινόντων. Εἴθιστε δηλαδὴ νὰ προηγοῦνται αἱ ἡμέραι τοῦ ἐπισήμου προγράμματος καὶ νὰ ἀκολουθοῦν αἱ τοῦ ἀνεπισήμου. Αὐτὴν τὴν ἀναστροφὴν ἐπεδιώξαμεν, ὡς ἐξήγησα καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα πρὶν φθάσωμεν εἰς τὸ κέντρον διὰ τὰς ἐπισήμους συνομιλίας ἔχομεν τὴν εὐκαιρίαν ἀμέσου βολιδοσκοπήσεως τῶν ἐκπροσώπων τῆς βαρείας βιομηχανίας περὶ τοῦ ἐνδιαφέροντός των διὰ τὸ πρόγραμμα τῶν ἐπενδύσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ἐπράξαμεν, διότι ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἡ ἐπαφή μας μὲ τὴν βαρεῖαν βιομηχανίαν τῆς Γερμανίας θὰ διηυκόλυνε κατὰ πολὺ τὰς διαπραγματεύσεις μας τὰς ἐπισήμους. Διότι ἀφ’ ἑνὸς θὰ μᾶς εἶχε δοθῆ ἡ εὐκαιρία νὰ διαφωτίσωμεν τὴν βιομηχανίαν τῆς Γερμανίας περὶ τοῦ προγράμματος τῶν Ἑλληνικῶν ἐπενδύσεων καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν νὰ προσελκύσωμεν τὸ ἐνδιαφέρον της, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ εἴχομεν ἤδη βολιδοσκοπήσει καὶ τὰς διαθέσεις της. Πράγματι, μεταξὺ 2ας καὶ 9ης Νοεμβρίου ἐπεσκέφθημεν διαδοχικῶς τὸ Ἀμβοῦργον, τὸ Βερολῖνον, τὸ Ἀννόβερον καὶ τὸ Μόναχον καὶ μεταξὺ 11ης καὶ 12ης εἴχομεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπισκεφθῶμεν καὶ τὴν βιομηχανίαν τῆς περιφερείας τῆς Ρηνανίας καὶ τοῦ Ρούρ. Δέν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συνομιλιῶν μας εἰς τὴν Βόννην, θὰ ἔκρινε καὶ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν προηγουμένων μας συνεννοήσεων ἀπὸ τὴν περιφέρειαν. Ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης, βέβαιον, τὸ καλὸν κλῖμα καὶ ἡ καλὴ ἀτμόσφαιρα, τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήσαμεν διὰ τῆς περιφερείας, θὰ συνετέλει εἰς τὸ νὰ εἴχομεν καλύτερα ἀποτελέσματα εἰς τὸ Κέντρον. Ὅτι εἴχομεν παραδείγματα τοιαῦτα, ἀρκεῖ νὰ σᾶς μνημονεύσω ἓν καὶ μόνον. Εἰς τὸ Βερολῖνον, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπαφῶν, τὰς ὁποίας εἴχομεν, συνηντήθημεν μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς ἑταιρίας A.E.G. Ὁ πρόεδρος αὐτῆς, κ. Σπένρατ, μεγάλη προσωπικότης βιομηχανικὴ εἰς τὴν Γερμανίαν, μᾶς ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ συμπαρασταθῇ εἰς τὴν προσπάθειάν μας. Πράγματι, ὅταν εἰς τὴν Βόννην συνηντήθημεν μὲ τὸν Καγκελάριον Ἀντενάουερ, ὁ κ. Καγκελάριος ἤρχισε τὴν ὁμιλίαν του, λέγων εἰς ἡμᾶς ὅτι «εἶμαι πλήρως ἐνήμερος τοῦ προγράμματος τῶν ἑλληνικῶν ἐπενδύσεων», διότι ὀλίγον πρὸ ἡμῶν, τὸν εἶχεν ἐπισκεφθῆ καὶ τοῦ ἐξέθεσε τοῦτο καὶ ὁ φίλος του κ. Σπένρατ. Εἰς τὰς ἐπαφάς μας αὐτὰς μετὰ διαφόρων ἐπιχειρήσεων περιλαμβάνονται καὶ τοιαῦται μὲ τὰς ἑταιρίας Siemens καὶ Telefunken, ἐπὶ τῶν ὁποίων καὶ εἰδικώτερον, ἀντιλαμβάνεσθε, θὰ ἐπιμείνω, διότι τὸ θέμα σήμερον προέκυψε καὶ συγκεντρώνεται, κυρίως εἰς αὐτὰς. Κατὰ τὰς ἐπαφάς μας, ἠκολουθήσαμεν τὴν ἑξῆς τακτικήν. Ὁ ἀναπληρωτὴς, ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ κ. Καψάλης, μετὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, κ. Ματζαβίνου καὶ τοῦ καθηγητοῦ κ. Νικολαΐδη, προέβαινον συνήθως καὶ κατὰ κανόνα εἰς τὰς διαφόρους ἐπαφὰς καὶ συνεννοήσεις μὲ τὰς ἑταιρίας. Περὶ τὸ τέλος τῶν συζητήσεων αὐτῶν κατέφθανον, κατὰ κανόνα, ἐγὼ συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν κ. Παλαμᾶν, Διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νῦν ἐκπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Κατὰ κανόνα, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, ποὺ ἐμφανιζόμην καὶ συνεζήτουν μὲ ἑταιρίας, ἐτόνιζον, ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχω νὰ ἀναλάβω καὶ πολλῷ μᾶλλον οὐδεμίαν δέσμευσιν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν, συντόμους περικοπὰς ἀπὸ τὴν ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης ἔκθεσιν τοῦ συνοδεύοντος ἡμᾶς κ. Παλαμᾶ, ἡ ὁποία, φέρουσα μάλιστα, ἐντελῶς ἀνύποπτον ἡμερομηνίαν, 18.11.1953, δύναται νὰ ἀποτελέσῃ πολύτιμον στοιχεῖον διότι δὲν δύναται ἐκεῖ νὰ χωρήσῃ οὐδὲ κἂν ἀμφιβολία λάθους μνήμης, διότι ἐγράφη πολὺ προσφάτως μὲ τὰ γεγονότα. Λέγει, λοιπόν, ἡ ἔκθεσις αὐτὴ ἐπὶ λέξει: «Ἐπίσκεψις εἰς τὰ κεντρικὰ γραφεῖα τῆς «Τελεφοῦνκεν». Ὑποβάλλονται ἐκ μέρους τῆς «Τελεφοῦνκεν» ὡρισμέναι προτάσεις πρὸς ἐγκατάστασιν ἐν Ἑλλάδι ἰσχυροῦ ραδιοφωνικοῦ πομποῦ καὶ ἀνάληψιν τῆς ὅλης ὀργανώσεως καὶ ἐκμετάλλευσις τῆς ραδιοφωνίας ἐν Ἑλλάδι. Ὁ κ. Μαρκεζίνης τονίζει, ὅτι οὐδεμίαν δέσμευσιν δύναται ν’ ἀναδεχθῇ, ἀλλ’ οὔτε καὶ ὑπόσχεσιν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ. Ἡ «Τελεφοῦνκεν» ὅμως ἔχει βεβαίως τὴν εὐχέρειαν νὰ ὑποβάλῃ προτάσεις. Ταύτας ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξετάσῃ μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύει ἡ σοβαρότης μιᾶς ἑταιρίας, οἵα ἡ «Τελεφοῦνκεν». Κατηγορηματικὴ δήλωσις τῆς «Τελεφοῦνκεν», ὅτι παραιτεῖται πάσης ἀξιώσεως διὰ τὰ κατασχεθέντα μετὰ τὸν πόλεμον ἐν Ἑλλάδι περιουσιακά της στοιχεῖα». Ὡσαύτως τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὴν ἑταιρίαν A.E.G. Σᾶς ἀναγινώσκω καὶ πάλιν σχετικὴν περικοπὴν τῆς ἐκθέσεως: «Ἐπίσκεψις εἰς τὰ ἐργοστάσια καὶ τὴν ἕδραν τῆς A.E.G. Ἐκδηλοῦται ἐνδιαφέρον παροχῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα πιστώσεων πρὸς ἐξαγωγὴν βιομηχανικοῦ ὑλικοῦ. Συζητοῦνται οἱ ὅροι καὶ προσδιορίζονται ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς αἱ γενικαὶ προϋποθέσεις χρηματοδοτήσεως τῶν ἔργων ἀνασυγκροτήσεως ἀπὸ ἀπόψεως ἰδίως προθεσμιῶν καὶ τόκου. Πάντως οὐδεμία ὑπόσχεσις δίδεται. Συνιστᾶται ἁπλῶς ἡ A.E.G. νὰ ὑποβάλῃ ἐγγράφους προτάσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν». Καὶ τώρα εἰς τὸ Μόναχον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ΣΗΜΕΝΣ. Ἀκούσατε καὶ πάλιν, τὶ ἐπὶ λέξει ἀναφέρει ἡ αὐτὴ ἔκθεσις: «Σύσκεψις εἰς τὰ γραφεῖα τῆς ΣΗΜΕΝΣ–ΧΑΛΣΚΕ. Συζητεῖται τὸ Ἑλληνικὸν πρόγραμμα ἀνασυγκροτήσεως. Ὑποβάλλονται ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν συγκεκριμέναι προτάσεις διὰ τὴν ἐγκατάστασιν εἰς Ἀθήνας 60.000 νέων τηλεφωνικῶν συνδέσεων. Τὸ ὅλον ἔργον ὑπολογίζεται εἰς 10 ἑκατομμύρια δολλάρια. Προτείνεται τόκος 10%. Ὁ κ. Μαρκεζίνης μετασχὼν τῆς τελικῆς φάσεως τῶν συζητήσεων: 1) Προσδιορίζει, ὅτι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν οὐδεμίαν δύναται νὰ ἀναλάβῃ συγκεκριμένην δέσμευσιν. Συνιστᾷ τὴν ὑποβολὴν προτάσεων, δι’ ἃς θὰ ἐπιδείξῃ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς σοβαρότητος τῆς ἑταιρίας ΣΗΜΕΝΣ καὶ τῆς καλῆς φήμης, ἧς αὕτη ἐξακολουθεῖ νὰ χαίρῃ ἐν Ἑλλάδι. 2) Τονίζει ὅτι, ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ τόκος δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 6%. 3) Συνιστᾷ ὅπως μελετηθῇ ἡ συμπλήρωσις καὶ πύκνωσις τῶν ὑπεραστικῶν τηλεφωνικῶν δικτύων διὰ νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς μόνον τὰς Ἀθήνας τὸ πλεονέκτημα μιᾶς πληρεστέρας τηλεφωνικῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ κοινοῦ. 4) Ὑπογραμμίζει, ὅτι λαμβάνει ὑπὸ σημείωσιν δήλωσιν τοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας ὅτι, ἡ χρηματοδότησις τοῦ προτεινομένου ἔργου θὰ γίνῃ ἐκτὸς τῶν πλαισίων τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Βόννης ἐγκριθησομένων πιστώσεων. Τελικῶς ἡ ἑταιρία ΣΗΜΕΝΣ–ΧΑΛΣΚΕ συμφωνεῖ ὅπως ὑποβάλῃ ἐγγράφους προτάσεις». Μετὰ ταῦτα, κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Βόννην. Εἰς τὴν Βόννην, κύριοι, εἶχεν ἀποσταλῆ πρὶν ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, κ. Τριανταφύλλης, διὰ νὰ προετοιμάσῃ τὰ τοῦ ταξιδίου μας. Παρεμπιπτόντως, λέγω, ὅτι ὅλως ἔκπληκτος ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπικαλῆται ἐπιστολὴν ἀντιπροσώπου ἑταιρίας, καὶ συνεπῶς ἔχοντος ἴδιον συμφέρον, μεταξὺ τῶν ἄλλων καταπληκτικῶν, τὰ ὁποῖα ἤκουσα καὶ τὰ ὁποῖα ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὰ ἴδω καὶ εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἐπιστολὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν πρώτην ἐπιστολήν, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξακριβώσωμεν, ποίας ἀνακριβείας λέγει ὁ κύριος αὐτός. Καὶ τονίζω, ὅτι οὐδέποτε ἀπέστειλα οὔτε ἦτο δυνατόν, νὰ ἀποστείλω, τὸν κ. ἀντιπρόσωπον τῆς ἑταιρίας Τελεφοῦνκεν, διὰ νὰ προετοιμάσω τὸ ἔδαφος τῶν ἰδικῶν μας ἐπαφῶν. Ὁ μόνος τὸν ὁποῖον εἶχα ἀποστείλει, ἦτο ὁ κ. Τριανταφύλλης. Παρεκάλεσα καὶ τὸν κ. Παλαμᾶν, νὰ μὴ μᾶς συνοδεύσῃ εἰς τὸ ταξίδι μας, ἀπὸ Βερολίνου εἰς Ἀννόβερον καὶ Μόναχον, παρὰ ἀπὸ Βερολίνου νὰ μεταβῇ εἰς Βόννην καὶ ἐκεῖθεν νὰ ἔλθῃ εἰς Μόναχον, διὰ νὰ μᾶς ἐνημερώσῃ ὥστε ἐκεῖ νὰ εἴμεθα κατατοπισμένοι πῶς θὰ ἐργασθῶμεν περαιτέρω. Τὴν προκαταρκτικὴν προπαρασκευὴν αὐτῶν, διεξήγαγεν ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, κ. Τριανταφύλλης, μεταβὰς ἐνωρίτερον ἡμῶν εἰς Βόννην, καὶ ὁ κ. Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος ἐκ Βερολίνου, ἀντὶ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν Ἀποστολὴν εἰς Ἀννόβερον καὶ ἐκεῖθεν εἰς Μόναχον, μετέβη εἰς Βόννην καὶ ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς Μόναχον, ἵνα μᾶς ἐνημερώσῃ σχετικῶς. Πλὴν τὰ ἐπιτευχθέντα ἕως τότε ἀποτελέσματα δὲν μὲ ἱκανοποίησαν, ὄχι μόνον διότι προεβλέπετο ὕψος πιστώσεων, τὸ ποσὸν τῶν 100.000.000 μάρκων, μὲ ἁπλῆν δυνατότητα περαιτέρω αὐξήσεως, κατόπιν ὅμως νέων διαπραγματεύσεων, ἀλλὰ καὶ διότι, προεβάλλοντο καὶ ἄλλαι ρῆτραι κατ’ ἐμὲ ἀπαράδεκτοι. Καὶ τοιαύτας ἐννοῶ περὶ ἐλέγχου ἀπὸ Γερμανικῆς πλευρᾶς τῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἐκτελέσεως τῶν ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ὑπῆρχε Γερμανικὴ συμμετοχὴ ὡς καὶ ρήτρα, περὶ ἀναγκαίων προκαταβολῶν, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν παραγγελιῶν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἤδη ἀπὸ τοῦ ἀπογεύματος τῆς 9ης Νοεμβρίου, ἔθεσε τὸ ζήτημα ἐπὶ εὐρυτέρων βάσεων. Τὰς συνομιλίας τὰς διεξῆγον πλέον, ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω κυρίων Τριανταφύλλη καὶ Παλαμᾶ καὶ τῶν ἁρμοδίων τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος κ. Μαντζαβῖνος καὶ ὁ Καθηγητὴς κ. Νικολαΐδης, ὑπὸ τὴν εἰδικωτέραν εὐθύνην τοῦ τελευταίου. Ἤδη ἡ Ἑλληνικὴ Ἀποστολὴ ἐπέτυχε σημαντικὴν βελτίωσιν τῶν ἀρχικῶν ὅρων. Οὕτω ἐπέτυχε τὴν διαγραφὴν τῆς ρήτρας περὶ Γερμανικοῦ ἐλέγχου. Τὴν διαγραφὴν τῆς ρήτρας περὶ ἀναγκαίων προκαταβολῶν. Τὸν προσδιορισμὸν καὶ ἑτέρας δόσεως πιστώσεων ἐξ 100.000.000 μάρκων μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῆς πρώτης δόσεως, καὶ ἄλλας τινὰς ἀκόμη βελτιώσεις. Τὰς ἀντιπροσωπείας ἐπίσης ἀπησχόλησαν καὶ ζητήματα τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ οὐδεὶς εἰς τὴν μετὰ ταῦτα κατατόπισίν μας ἀνέφερεν εἴτε εἰς ἐμέ, εἴτε εἰς τὸν κ. Καψάλην, ὅτι ἐγένετο εἰδικωτέρα μνεία περὶ τῆς αʹ ἢ τῆς βʹ ἑταιρίας. Τὰ περαιτέρω σᾶς εἶναι γνωστά. Ἀφοῦ πρὸς στιγμὴν ἐκινδύνευσε νὰ ματαιωθῇ οἱαδήποτε συμφωνία, τελικῶς συνέπεσαν αἱ ἀντιλήψεις μας μὲ τὸν Καθηγητὴν Ἔρχαρτ. Ἀλλὰ καὶ τότε ἐπηκολούθησαν αἱ ἀντιρρήσεις τοῦ Γερμανικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ περιῆλθεν τοιουτοτρόπως ἡ κατάστασις πάλιν εἰς ἀδιέξοδον. Εὐτυχῶς, μετὰ τὸ ἐπίσημον γεῦμα τοῦ Καγκελλαρίου, τῆς 10ης Νοεμβρίου, ἐπετεύχθη ἡ ὁριστικὴ συμφωνία, χάρις εἰς τὴν προσωπικὴν παρέμβασιν τοῦ Καγκελλαρίου, ὅστις καὶ τὴν αὐτὴν ἑσπέραν ἐμονόγραψε μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἀρχὴν τὸ σύμφωνον. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον, κύριοι βουλευταί, ἐπαναφέρω ταῦτα εἰς τὴν μνήμην σας, διότι καὶ πέρυσι μοῦ εἶχε δοθῆ ἡ εὐκαιρία νὰ σᾶς ἐκθέσω συντόμως, εἶναι διὰ νὰ τονίσω, ὅτι καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν δραματικὴν διεξαγωγὴν τῶν συνομιλιῶν, ἡ μόνη μνεία, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ τῶν ἑταιριῶν, AEG, ΣΗΜΕΝΣ, ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ καὶ ἄλλων ἦτο ἡ παρ’ ἐμοῦ ἔκφρασις τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι εὑρέθη πάντοτε μεταξὺ φίλων προθύμων νὰ συντρέξουν εἰς τὴν οἰκονομικὴν προσπάθειαν τῆς Ἑλλάδος. Εἰδικώτερον δὲ ἐτόνισα, τὴν χαράν μου, ὅτι ἑταιρεῖαι, ὅπως λ. χ. ἡ ΣΗΜΕΝΣ, τῆς ὁποίας πάντοτε ὑπῆρξε καλὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ φήμη, ἔβλεπαν τὴν συμμετοχὴν των εἰς τὸ Ἑλληνικὸν πρόγραμμα ἐπενδύσεων ἔξω τοῦ ποσοῦ τῆς ἐπισήμου τῶν δύο Κυβερνήσεων συμφωνίας. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς μονογραφῆς ὑπὸ τοῦ Καγκελλαρίου Ἀντενάουερ, ἤτοι ἀπὸ τῆς νυκτὸς τῆς 10ης Νοεμβρίου, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν οὐσίαν ἡ ἀποστολή μας εἶχε τερματισθῆ καὶ δὲν ἔμενε παρὰ τὴν ἑπομένην ἑσπέραν ἡ τυπικὴ ὑπογραφή. Πρὸς τοῦτο τὴν ἑπομένην ὅτε τὸ πρόγραμμα προέβλεπεν ἐπίσκεψίν μας εἰς τὸ Δύσσελδορφ καὶ εἰς διάφορα ἐργοστάσια τῆς περιοχῆς παρεκάλεσα, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τὸν κ. Παλαμᾶν, νὰ παραμείνῃ, ἵνα μετὰ τῶν ἁρμοδίων τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, ἐπιμεληθῆ, ὡς ἄλλωστε ἔπραξε καὶ εἰς Παρισίους, τῆς ὁριστικῆς τυπικῆς διατυπώσεως τῶν κειμένων. Διότι, ὡς γνωστόν, ὡς συμβαίνει εἰς τοιαύτας περιπτώσεις κατὰ τὴν ὥραν τῆς ὑπογραφῆς εἶναι τὰ πάντα ἕτοιμα καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἀποστολῶν ἀρκοῦνται νὰ ὑπογράψουν. Τὴν ἑσπέραν τῆς 11ης, ὀλίγον πρὶν ἀναχωρήσωμεν ἐκ Κολωνίας διὰ Βόννην, ἀκριβῶς διὰ τὴν ὑπογραφήν, ἐνημερώθην τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ παραμένοντος κλιμακίου τῆς Ἀποστολῆς, ὅτι ἐζητεῖτο καὶ ἡ ὑπογραφὴ τῆς περιφήμου ἐπιστολῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ΣΗΜΕΝΣ καὶ τὴν ΤΕΛΕΦΟΥΝ-ΚΕΝ. Οἱ ἡμέτεροι εἶχον ἐκφράσει τὰς ἀντιρρήσεις των ἀλλὰ εἰς μάτην, πλὴν φαίνεται τῆς μεταβολῆς μιᾶς λέξεως τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου ἡ ὁποία ὅσον ἀφορᾷ τὴν ΤΕΛΕΦΟΥΝ-ΚΕΝ ἦτο ἀντὶ τῆς κατηγορηματικῆς ἀρχικῆς διατυπώσεως «Zu Schliessen»— ὅπως συναφθῇ, «Vorzusehen»— νὰ προβλεφθῇ. Μὴ ἀποκρύπτων τὸν ἐκνευρισμόν μου, ἔβλεπον ὅτι δὲν ὑπελείπετο οὐδὲν πλέον παρὰ ἡ ἀπ’ εὐθείας ἐξήγησις μὲ τὸν Καθηγητὴν κ. Ἔρχαρτ. Καὶ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ, παρὰ μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπογραφῆς. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ συμφωνήσητε μαζί μου, ὅτι ἡ θέσις μου πᾶν ἄλλο παρὰ εὐχάριστος ἦτο. Μεταβαίνων ἀπὸ τῆς Κολωνίας εἰς τὴν Βόννην κατειχόμην ὑπὸ σωρείας συλλογισμῶν. Αὐτὴ ἡ αἰφνιδιαστικὴ ἀπαίτησις, τὴν ὑστάτην ὥραν, μοῦ εἶχε προξενήσει κατάπληξιν. Ἡ ΣΗΜΕΝΣ καὶ ἡ ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ δὲν ἦσαν οἱ μόνοι οἶκοι, οἱ ὁποῖοι προσεφέρθησαν νὰ βοηθήσουν τὸ Ἑλληνικὸν πρόγραμμα, διατὶ ὅμως ἦσαν οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχαν νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἓν εἶδος δεσμεύσεως τῆς Ἑλληνικῆς; Διότι ἀναφέρομαι πάντοτε εἰς τὴν ἀρχικὴν ἐπιστολήν. Διατί, ἐφ’ ὅσον μάλιστα αἱ πιστώσεις των ἦσαν πέραν τῶν 200.000.000 μάρκων, δηλαδή, ἔξω καὶ ἀσχέτως τῆς Κυβερνητικῆς συμφωνίας, ἂν ἤθελον οἱανδήποτε κατοχύρωσιν, δὲν τὴν ἐζήτουν ἀπ’ εὐθείας; Δι’ ἐμὲ μία μόνη ἦτο δυνατὴ ἀπάντησις. Ἐπειδὴ διεπίστωσαν ἀπὸ τὴν κατηγορηματικότητά μου κατὰ τὰς συζητήσεις, ὅτι οὐδεμίαν δέσμευσιν ἀνελάμβανον ἢ ἔδιδον ὑπόσχεσιν, προέκριναν νὰ ἐπικαλεσθοῦν τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Κυβερνήσεώς των. Λυποῦμαι, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην αὐτήν, ἀλλὰ τί ἄλλο νὰ σκεφθῶ. Ὑποβολὴ προτάσεων πέραν τῶν 200.000.000 μάρκων καὶ ἔξω τῶν κυβερνητικῶν συμφωνιῶν ἦτο φυσικὸν νὰ θεωρῆται παρ’ ἐμοῦ πρόσθετος ἐπιτυχία. Ἤρκει ὡς ἐκ τούτου, τοῦτο καὶ μόνον, διὰ νὰ φροντίσω εἰς τὴν πραγματοποίησίν των. Δηλαδή, νὰ μὴ ἀμελήσω νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὴ εὐμενῶς. Καὶ ἐὰν διὰ τὴν ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ ἐγνώριζον τὰς ὑφισταμένας κατ’ ἀρχὴν ἀντιρρήσεις, ἀντιθέτως διὰ τὴν ΣΗΜΕΝΣ ἤμουν βέβαιος, ὅτι καὶ ἀρίστην ἀνάμνησιν ἀφῆκεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπὶ πλέον καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ σπουδαῖον οὐσιαστικὸν λόγον, αἱ τηλεφωνικαὶ παραγγελίαι δὲν ἀρκοῦν ἂν δὲν συνοδεύωνται καὶ ἀπὸ τὴν τεχνικὴν πεῖραν τῆς ἐγκαταστάσεώς των. Διότι ἄλλως θὰ ἐκινδύνευε νὰ ἐδημιουργούσαμεν ἄλλας ἀποθήκας ἑνὸς ὑλικοῦ ΟΥΝΡΡΑ, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐνῷ θὰ ἔμενεν ἀχρησιμοποίητον κάποτε θὰ ἐπληρώνετο. Δὲν ἔβλεπα λοιπὸν διατὶ εἰς τὴν τόσην εἰλικρίνειαν ἀντετάχθη ἡ ἀξίωσις ὑπογραφῆς μιᾶς ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία ἐκτὸς τῶν ἄλλων δὲν ἀνταπεκρίνετο οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὴν πραγματικότητα. Διότι σαφῶς πάντοτε ἐδήλουν, ὅτι αἱ προτάσεις πρὸς ἐκτέλεσιν ὡρισμένων ἔργων θὰ ἐξητάζοντο πάντοτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπιφυλάσσων ἀκριβῶς, καὶ πῶς δυνατὸν διαφορετικά, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν τελευταῖον λόγον. Διότι τί ἄλλο ἐσήμαινε τὸ «ὑποβάλατέ μας προτάσεις». Καὶ ὅτι μὲν αὐτὴν τὴν ἐπιστολήν, τοὐλάχιστον μὲ τὴν ἀρχικὴν τὴν διατύπωσιν, δὲν θὰ τὴν ὑπέγραφον, τὸ ἐγνώριζον πάντες οἱ συνοδεύοντες ἐμέ. Ἔστω καὶ ἂν ἐξ αὐτοῦ ἐκινδύνευαν νὰ ματαιωθοῦν καὶ αἱ λοιπαὶ συμφωνίαι. Διότι καὶ αὐτὸ τὸ ἐνδεχόμενον ἀντεμετώπιζον ὅσον καὶ ἂν ἦτο δυσάρεστον, ἐφ’ ὅσον οὐδέποτε ἡ συμφωνία ἐξηρτήθη ἐκ τῆς προτιμήσεως τῆς αʹ ἢ τῆς βʹ ἑταιρείας. Καὶ ὅμως τὸ δίλημμα αὐτὸ τῆς ὑστάτης ὥρας ἦτο μέγα. Διότι οὐδεὶς ἄλλος καλύτερον ἐμοῦ ἐγνώριζε πόσους ἀγῶνας διεξήγαγον, πόσας νύκτας ἠγρύπνησα καὶ πόσην ἐργασίαν κατέβαλον καὶ εἰς τὶ κόπους ὑπεβλήθην διὰ νὰ δυνηθῶ πρῶτον νὰ ἐπιτύχω τὴν παγκόσμιον ἀναγνώρισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ προγράμματος, δεύτερον τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἀναγκαίων μέσων εἰς συνάλλαγμα καὶ κατόπιν τῶν ἀναγκαίων δραχμῶν. Τί ἀγῶνες, μὲ τόσας παρανοήσεις καὶ παρεξηγήσεις, μὲ συνεχῶς μειουμένην Ἀμερικανικὴν βοήθειαν, μὲ συνεχεῖς ὑπονομεύσεις καὶ μὲ μόνον κεφάλαιον τὴν ἀπεριόριστον πίστιν εἰς τὴν ἰδέαν καὶ τὴν πλήρη τότε ἐμπιστοσύνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἂν εὑρισκόμην πρὸ τοιούτου ὠμοῦ διλήμματος νὰ χάσω τὴν Γερμανικὴν δυνατότητα ἢ νὰ ὑπογράψω τὴν ἐπιστολὴν τὴν οὕτως εἰπεῖν δεσμεύουσαν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ὑπέγραφα, νομίζετε, ὅτι ἂν τοῦτο ἐτηλεγράφουν αὐθωρεὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, θὰ μοῦ ἔλεγε κακῶς ἔπραξες; Ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὄχι. Καὶ ὅμως ἤμουν ἀποφασισμένος νὰ μὴ τὴν ὑπογράψω καὶ δὲν τὴν ὑπέγραψα. Σταματῶ ὅμως πρὸς στιγμὴν διὰ νὰ συμπεράνω: α) ὅτι κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις δὲν μᾶς εἶχε τεθῆ ζήτημα, ἀφορῶν τὰς δύο αὐτὰς ἑταιρείας. β) Ὅτι τὴν τελευταίαν ὥραν ἡ Γερμανικὴ ἀντιπροσωπεία τὸ ἐδημιούργησε. Διότι καὶ αὐτὸ τὸ παράδοξον ἐγράφη κατὰ τὰς τελευταίας αὐτὰς ἡμέρας τῆς συσκοτίσεως, τὸ ποῖος δηλαδή, προεκάλεσε τὴν ἐπιστολήν. Φαντασθῆτε νὰ τὴν προκαλέσω ἐγὼ διὰ νὰ σκηνοθετήσω μετὰ ταῦτα τὴν μεταβολήν της μὲ τὰς περιφήμους ἰδιοχείρους διαγραφάς. Καὶ γ) ὁ κ. Παλαμᾶς, διότι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπεχειρήθη ἀτυχῶς ἐπισήμως νὰ δημιουργηθῇ ἐντύπωσις, ἦτο ὅπως ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἀποστολῆς ἐνήμερος ταύτης. Καὶ τώρα συνεχίζω. Ἐφθάσαμεν τέλος εἰς τὴν Βόννην. Καὶ ἀμέσως ἐζήτησα νὰ καθυστερήσουν νὰ εἰσέλθουν οἱ δημοσιογράφοι. Τὸ ἐπεῖγον ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἦτο νὰ ἐξηγηθῶμεν μὲ τὸν Καθηγητὴν Ἔρχαρτ. Ἐπεράσαμεν ὅλοι καὶ εἴμεθα πολλοὶ —μόνον ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς ἐκτὸς τῶν ὑπουργῶν, ἅπαντα τὰ μέλη τῆς Ἀποστολῆς, ὁ Πρέσβυς, ὁ Ἐμπορικὸς Ἀκόλουθος καὶ ὁ κ. Θαλῆς Ἀνδρεάδης, ἀψευδὴς μάρτυς ἡ φωτογραφία—ἡμίσειαν ὥραν συγκινήσεως. Καὶ πρωτίστως ἐγώ. Ἐξέφρασα εἰς τὸν κ. Ἔρχαρτ τὴν ἀπορίαν μου διότι μοῦ ἐζητήθη νὰ ὑπογράψω τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν καὶ ἐκεῖνος ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἠθέλησε νὰ μάθῃ εἰς τὶ συνίστατο ἡ ἀντίρρησίς μου. Τοῦ ἐξήγησα, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν οὐδεμία μεταβολὴ εἰς τὴν πρόθεσίν μου νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς προτάσεις τῶν Γερμανικῶν οἴκων. Ἀλλ’ οὔτε πέραν τῆς φροντίδος αὐτῆς νὰ ὑποσχεθῶ οὔτε πολλῷ μᾶλλον νὰ ἐκφράσω πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεώς μου, ἡ ὁποία οὔτε κἂν ἐγνώριζεν, ἀκόμη τότε τὰς συνομιλίας, τὰς ὁποίας εἶχον μὲ τὰς ἄνω ἑταιρείας. Ὁ κ. Ἔρχαρτ ἐφαίνετο κατανοῶν τὰς ἀντιρρήσεις μου προσθέσας μόνον, ὅτι εἶμαι ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς διὰ νὰ ἔχω ἐν προκειμένῳ τὴν ὑπεύθυνον γνώμην, ὥστε νὰ μὴ ἀντιλαμβάνεται τὶ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ. Τοῦ ἀνταπήντησα, ὅτι οἱασδήποτε ἁρμοδιότητας καὶ ἂν εἶχον ἤμουν πάντοτε εἷς ὑπουργὸς καὶ ὄχι ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ὅτι οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν εἶχον ἐγώ, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν συνεφώνει μὲ τὴν γνώμην αὐτήν, αὕτη θὰ παρέμενε γνώμη ἑνὸς ὑπουργοῦ. Καὶ ἐπεκαλέσθην ἀκόμη καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου, ὅτι «οὐδεὶς μετάγει πλέον οὗ ἔχει δικαίωμα». Ὁ Καθηγητὴς Ἔρχαρτ ἀντιληφθεὶς, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ἤμουν διατεθειμένος νὰ ὑπογράψω τοιοῦτον κείμενον, προσεφέρθη πλέον νὰ τὸ τροποποιήσῃ. Καὶ ἤρχισεν ὁ ἴδιος διαγράφων καὶ ἀντικαθιστῶν. Πρωτίστως διεγράφη ἡ λέξις «Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις» καὶ ἀντικατεστάθη μὲ τὸ «ὑμετέρα», δηλαδή, ἰδική μου. Ἦτο πλέον σαφές, ὅτι θὰ ἐξέφραζον πρόθεσιν ἰδικήν μου, ὡς ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ νὰ ἀναλάβω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνεργήσω ὅσα περαιτέρω ἀνέγραφεν ἡ ἐπιστολή. Καὶ δὲν ἐξέφραζον πλέον πρόθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀντιδιαστολὴ εἶναι ἡ διασφαλίζουσα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐχέρειαν νὰ συμφωνήσῃ ἢ νὰ μὴ συμφωνήσῃ, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις ἃς ἐγὼ ἀνελάμβανον πάλιν ἐζήτησα καὶ ἐκεῖ περαιτέρω μεταβολὰς τοῦ κειμένου. Καὶ τὰς περαιτέρω μεταβολὰς τὰς ἔκαμνεν ἰδιοχείρως ὁ Καθηγητὴς κ. Ἔρχαρτ. Ὅταν ἐπὶ τοῦ νέου κειμένου ἐμείναμεν σύμφωνοι, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ἔρχαρτ νὰ κρατήσω εἰς χεῖρας μου τὸ πρωτότυπον μὲ τὰς διαγραφάς. Τὸ ἀνεκτίμητον αὐτὸ πρωτότυπον. Ἀνεκτίμητον διότι ἀποτελεῖ τὴν ἀποφασιστικὴν κλεῖδα τῆς ἑρμηνείας, ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνεσθε καὶ ὅπως θὰ σᾶς ἐξηγήσω καὶ ἐγὼ περαιτέρω. Πρέπει τώρα νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ποὺ μοῦ ἐζητήθη νὰ ὑπογράψω τὴν ἐπιστολὴν οὐδὲν τὸ πονηρὸν εἶχε διέλθει ἀπὸ τὸν νοῦν μου, διότι ἐπίστευα καὶ πιστεύω πάντοτε, ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος τῆς θεμελιώσεως οἱασδήποτε συνεργασίας εἶναι ἡ ἀπεριόριστος εἰλικρίνεια. Ἀλλ’ ὁ αἰφνιδιασμὸς τῆς ἐπιστολῆς μὲ ἐνέβαλεν εἰς ὑποψίας. Ἔπρεπε νὰ ἀμυνθῶ. Καὶ ἠμύνθην. Τὸ πρωτότυπον αὐτὸ ἦτο τὸ ὅπλον μου. Εἰς οὐδένα τὸ ἐμνημόνευσα πλέον καὶ οἱ πάντες νομίζω, ὅτι τὸ εἶχον λησμονήσει. Καὶ οὔτε θὰ ἀπεκαλύπτετο ποτὲ παρὰ μετὰ ἔτη ἴσως ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἀνέκδοτα πολιτικῆς δράσεως. Ἀλλ’ ὅταν ἐπεχειρήθη νὰ θεμελιωθῇ ἐπὶ τοῦ κειμένου τῶν ἐπιστολῶν νομικὸς συλλογισμὸς αὐτόχρημα ἀβάσιμος ὅσον καὶ ἀπαράδεκτος, τότε φυσικὸν ἦτο τὸ αὐτόγραφον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Ὁ Καθηγητὴς κ. Ἔρχαρτ εἰς τὰς πρώτας ἀνεπηρεάστους καὶ ἀδόλους δηλώσεις μεταξὺ Ἑλληνικῶν συνόρων καὶ Θεσσαλονίκης ὡμολόγησεν, ὅτι ἠρνήθην νὰ ἀναλάβω οἱανδήποτε νομικὴν ὑποχρέωσιν. Ἂν εἰς ταύτας ἐνέμενε, τότε ἡ πρόνοιά μου νὰ ζητήσω τὸ αὐτόγραφον θὰ ἦτο περιττή. Ἀλλὰ ἀφ’ ἧς, ὡς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὁ Καθηγητὴς κ. Ἔρχαρτ ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς νέας διπλωματικὰς δηλώσεις, ἀπὸ τότε ἡ πρόνοια ἐκείνη ἀπεδείχθη σπουδαία. Διότι φαντασθῆτε τί θὰ συνέβαινε σήμερον ἂν ἔλιπε τὸ πρωτότυπον αὐτὸ καὶ αἱ ἀνεκτίμητοι ἐκ τούτου φωτοτυπίαι. Ἀπεδείχθη δηλαδή, διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ὅτι «ὁ Θεὸς ἀγαπάει καὶ τὸν νοικοκύρη». Ἐπὶ ἡμίσειαν λοιπὸν ὥραν τόσα πρόσωπα ἐκεῖ εἴτε τῆς Ἑλληνικῆς, εἴτε τῆς Γερμανικῆς πλευρᾶς παρηκολούθησαν τὴν σκηνὴν αὐτήν, πρόσωπα διακεκριμένας κατέχοντα θέσεις. Καί τινα μάλιστα ἐξ αὐτῶν, πολὺ καλύτερον κατέχοντα τὴν Γερμανικὴν ἀπὸ τὸν ὑποφαινόμενον, διεδραμάτιζον καὶ ρόλον διερμηνέως. Καὶ μετὰ τὴν ὑπογραφὴν διενεμήθησαν ἐκ μέρους τῶν Γερμανῶν εἰς τοὺς παρισταμένους πολυγραφημένα ἀντίτυπα τῶν ἐπιστολῶν. Αὐτῶν τῶν μυστηριωδῶν καὶ ἐκτάκτως μυστικῶν ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ κατηγοροῦμαι, ὅτι ἀπέκρυψα. Ὡς νὰ εἶναι δυνατόν, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀποκρύπτῃ τις τὰ πασίγνωστα. Νὰ ἀποκρύπτῃ κείμενα, τὰ ὁποῖα εἰς πολλαπλᾶ ἀντίγραφα εὑρίσκονται εἰς τὰ θυλάκια τόσων καὶ τόσων ὑπαλλήλων. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τερματίζεται τὸ ἱστορικὸν τῶν περιφήμων ἐπιστολῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην περίδον. Ἀλλὰ πρὶν ἔλθω εἰς τὴν νέαν πρόσφατον περίοδον, δηλαδὴ τοῦ θορύβου ἐκ τῆς ἀνακινήσεως τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν τῆς νομικῆς πλευρᾶς τοῦ ζητήματος. Δηλαδή, πρῶτον: Ἐὰν ἐκ τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν προκύπτῃ, ὅτι ἐδέσμευσα τινὰ καὶ ποῖον. Καὶ εἰδικώτερον ἂν ἐδέσμευσα τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ δεύτερον: Ἂν ἐδέσμευσα, εἰς τὶ ἐδέσμευσα ἢ ἂν ἀνέλαβα ὑποχρέωσιν, ποῖον τὸ περιεχόμενον τῆς ὑποχρεώσεως; Ἁπλῶς ἐξέτασιν ἢ παραχώρησιν; Σπεύδω νὰ σᾶς καθησυχάσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἔχω πλήρη συνείδησιν, ὅτι ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι πρὸς τὴν Ἀκαδημίαν, τὸ Πανεπιστήμιον, ἤ, διὰ νὰ ἐνθυμηθῶ ὀλίγον τὸν Γερμανὸν Πρέσβυν, πρὸς τὸ Διεθνὲς Δικαστήριον τῆς Χάγης. Ἄν καὶ θὰ ἤμην εὐτυχὴς νὰ ἀντιδικήσω μαζί του ἐκεῖ. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι δὲν θὰ σᾶς κουράσω μὲ οἱουδήποτε τύπου ξηρὰν νομικὴν ἀγόρευσιν. Ἁπλῶς θὰ ἐπιχειρήσω νὰ σᾶς ἐξηγήσω μὲ ἁπλοῦς νομικοὺς συλλογισμούς, τοῦ καθ’ ἡμέραν οἰκονομικοῦ καὶ ἐμπορικοῦ βίου, τὴν σημασίαν τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν. «Μοῦ ἐγνωστοποιήσατε τὴν πρόθεσιν ὑμῶν ὅπως....». Τοιουτοτρόπως ἀρχίζει ἡ περίφημος ἐπιστολή. Καὶ τίθεται ἀμέσως τὸ ἐρώτημα. Ἡ τοιουτοτρόπως ἐκδηλουμένη πρόθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἀρχηγοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ταυτίζεται μὲ πρόθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Ἐκ πρώτης ἐντυπώσεως εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀπάντησις καταφατική, διότι ὁ ὑπουργὸς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀποστολῆς δὲν ἐκφράζεται ἀτομικῶς ἀλλὰ ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεώς του. Καὶ συνεπῶς τὸ ἀντισυμβαλλόμενον μέρος εὐλόγως δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, ὅτι τοιουτοτρόπως συναλλασόμενον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ἐκδηλουμένην πρόθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἄν ὅμως σαφῶς διεδηλώθη ἡ διαστολὴ μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ ὡς ὑπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τότε τὸ ἀντισυμβαλλόμενον μέρος δὲν δύναται πλέον καλοπίστως νὰ ὑποστηρίξῃ ταυτότητα ὑπουργοῦ καὶ Κυβερνήσεως. Αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς συνέβη εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Μοῦ προσεκομίσθη πρὸς ὑπογραφὴν κείμενον, μὲ σαφῆ διατύπωσιν. «Μοῦ ἐγνωστοποιήσατε τὴν πρόθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅπως...». Καὶ ἠρνήθην νὰ τὸ ὑπογράψω, ἐξήγησα διατὶ καὶ ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἄλλης πλευρᾶς ἐδέχθη τελικῶς νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν φράσιν «Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν» διὰ τῆς λέξεως «ὑμῶν». Δηλαδή, ἐμοῦ. Καὶ ἂν τὰ ὅσα τότε διημείφθησαν δύνανται κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον νὰ ἀμφισβητηθοῦν, διότι δὲν ἐτηρήθησαν ἐστενογραφημένα πρακτικά, παραμένει ἀψευδὴς καὶ ἀδιάσειστος ἀπόδειξις τὸ πρωτότυπον μὲ τὰς ἰδιοχείρους διαγραφὰς καὶ μεταβολὰς ὑπὸ τοῦ Καθηγητοῦ κ. Ἔρχαρτ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ Καθηγητὴς κ. Ἔρχαρτ διαπιστώσας τὴν ρητὴν ἄρνησίν μου νὰ ὁμιλήσω ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀλλ’ ἁπλῶς ὡς Ἕλλην ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὡμολόγησε καὶ εἰς τὰς πρώτας ἐν Μακεδονίᾳ δηλώσεις, κατείχετο ὑπὸ τῆς ἐνδομύχου σκέψεως, ὅτι τὸ νέον κείμενον δὲν διέφερε τοῦ παλαιοῦ. Καὶ ἀποφυγὼν νὰ ζητήσῃ οἱανδήποτε διευκρίνισιν ἢ διασάφησιν, ἐπροτίμησε νὰ σιωπήσῃ. Διότι θὰ ἦτο πράγματι παράδοξον καὶ ἐντελῶς ἀπίθανον νὰ ἐπεδιώκετο νὰ στηριχθῇ τὸ οἰκοδόμημα τῶν Ἑλληνο–Γερμανικῶν σχέσεων ὄχι ἐπὶ κρυσταλλίνης σαφηνείας, ἀλλὰ προσπαθείας συσκοτίσεως ἢ παραπλανήσεως. Ἐπεχειρήθη βεβαίως νὰ ἀγνοηθῇ ἢ νὰ λησμονηθῇ τὸ πρῶτον κείμενον καὶ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἄνευ ἀξίας. Φυσικὰ τὸ νέον κείμενον τὸ τελικῶς ὑπογραφὲν ἦτο τὸ ἰσχῦον. Πλὴν τὸ πρῶτον ἔχει ἀνεκτίμητον ἑρμηνευτικὴν ἀξίαν. Ἀλλοίμονον δὲ ἂν προκύπτοντος ἀκριβῶς θέματος ἀμφισβητήσεως κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἑρμηνείας θὰ ἀπηρνούμεθα κείμενον, τὸ ὁποῖον ὅσον οὐδὲν ἄλλο θὰ μᾶς ἐβοήθει διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ἀληθῆ βούλησιν τοῦ ὑπογράφοντος τὸ νέον κείμενον. Ἀληθῆ βούλησιν τὴν ὁποίαν συνεμερίσθη τὸ ἀντισυμβαλλόμενον μέρος διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῶν διαγραφῶν καὶ τῶν ἀντικαταστάσεων. Ἡ ἐπιστολὴ λοιπὸν ἀφεώρα τὸν Ἕλληνα ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ἀναλαμβάνοντα ὡρισμένας ὑποχρεώσεις ὡς ὑπουργὸς καὶ μέλος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ ὄχι διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς, ἡ ὁποία παρέμενεν ἐντελῶς ἐλευθέρα καὶ ἀδέσμευτος νὰ συμφωνήσῃ εἰς ὅ,τι θὰ εἰσηγεῖτο ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἢ νὰ διαφωνήσῃ. (Ψίθυροι καὶ θόρυβος εἰς τὴν αἴθουσαν).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡσυχία παρακαλῶ.
§8Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπεστήριζον τὴν ἰδίαν ἄποψιν. Τίθεται ἕνα ἐρώτημα. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας διατὶ ὑπεγράφη ἡ ἐπιστολὴ καὶ ποίαν ἀξίαν ἔχει; (Νέοι ψίθυροι καὶ θόρυβος ἐν τῇ αἰθούσῃ)......
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ἡσυχίαν, ὄχι διακοπάς.
§10Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἀρνοῦμαι διακοπάς. Ἀλλὰ διακοπὴ σημαίνει συγκεκριμένην ἐρώτησιν καὶ συγκεκριμένην ἀπάντησιν. Διακοπὴ δὲν σημαίνει πολλοὶ μαζὶ νὰ ἐρωτοῦν, διότι τότε εἶναι μεταβολὴ τῆς Βουλῆς εἰς χάβραν. Δύναται, ὅστις θέλει νὰ ἀντικρούσῃ, νὰ μὲ διαδεχθῇ εἰς τὸ βῆμα.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπετε διακοπάς, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ μίαν διακοπήν........
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§15Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν εἶπα τέτοια πράγματα. Τίθεται ὅμως τὸ ἐρώτημα: Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας διατὶ ὑπεγράφη ἡ ἐπιστολὴ καὶ τί ἀξίαν ἔχει; Πρωτίστως τὸ ἐρώτημα αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς τὴν Γερμανικὴν πλευρὰν καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἑλληνικήν. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐζητήθη ἡ ὑπογραφὴ τῆς ἀρχικῆς ἐπιστολῆς τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἠρνήθην. Ἐὰν ἡ νέα ἱκανοποιῇ τὴν Γερμανικὴν πλευράν, ἦτο ἰδικός της λογαριασμός. Ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μου, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶχε ἐκπλήξει καὶ στενοχωρήσει ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία, πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω ἄλλην παρομοίαν, ἡ ἐπιστολὴ μὲ τὴν νέαν της διατύπωσιν μοῦ ἦτο ἀδιάφορος. Καὶ τοῦτο διότι καὶ χωρὶς τὴν ἐπιστολὴν πρόθεσίς μου ἦτο νὰ μεριμνήσω περὶ ὅσων αὐτὴ περιεῖχε. Διότι ἄλλωστε ποῖον λόγον εἶχον ὅλαι αἱ συνεννοήσεις μὲ τὰς ἑταιρείας καὶ διατὶ ἡ ἰδιαιτέρα μας ἱκανοποίησις, ὅτι ἐπετυγχάναμεν πιστώσεις καὶ πέραν τῶν Κυβερνητικῶν συμφωνιῶν; Καὶ ὅπως ἐξήγησα καὶ προηγουμένως, ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς τῆς διαφορᾶς μεταξὺ αὐτῶν τῶν περιπτώσεων καὶ ἄλλων, διὰ τὰς ὁποίας οὐδὲν μᾶς ἐζητήθη ὅπως λ.χ. οἱ Κροὺπ διὰ τὴν Πτολεμαΐδα, οἱ ὁποῖοι ἀπεριόριστον ἐπιδεικνύοντες ἐνδιαφέρον διὰ τὰς Ἑλληνικὰς ἐπενδύσεις, ἠρκέσθησαν νὰ τεθοῦν εἰς τὴν διάθεσίν μου ὑποβαλόντες προτάσεις καὶ οὐδὲν ἀξιώσαντες. Αὐτὴ εἶπον ἡ διαφορὰ μὲ ἔκαμε τὴν ὑστάτην ὥραν νὰ πονηρευθῶ καὶ μὲ ὡδήγησεν εἰς τὴν σκέψιν τῆς διαφυλάξεως τοῦ ἀρχικοῦ μὲ τὰς διαγραφὰς πρωτοτύπου, τὸ ὁποῖον ὅλαι αἱ δυνάμεις τοῦ κόσμου νὰ ἑνωθοῦν, δὲν δύνανται νὰ τὸ ἀχρηστεύσουν ἢ νὰ τὸ καταπνίξουν. Ἐκεῖ δὲν ἐζητήθη καμμία ἐπιστολὴ διὰ τὴν Πτολεμαΐδα, ἐν τούτοις ἐνήργησα καὶ ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου, διὰ νὰ προωθήσω τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἦτο ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ τόπου.
§16Γ. ΜΟΔΗΣ. Τί ἔγινε μὲ τὴν Πτολεμαΐδα;
§17Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ σᾶς ἀναπτύξω καὶ περὶ Πτολεμαΐδος.
§18Γ. ΜΟΔΗΣ. Τί ἔγινε μὲ τὴν Πτολεμαΐδα;
§19Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἡ ἀπάντησις, κ. συνάδελφε, διὰ τὴν Πτολεμαΐδα ἦλθε τὴν 7ην Ἀπριλίου, ὅταν ἐγὼ δὲν ἤμην ὑπουργός. Μὴ σπεύδετε, κ. συνάδελφε, εἰς τὰς κρίσεις σας.
§20Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν ἔγινε τίποτε διὰ τὴν Πτολεμαΐδα.
§21Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὸ θέμα εἶναι εἰδικόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἡσυχία, θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§23Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Λοιπόν, μὲ τὴν νέαν διατύπωσιν τοῦ κειμένου, μοῦ ἐζητεῖτο, ὅ,τι πράγματι θὰ ἔπραττον καὶ χωρὶς τὴν ἐπιστολήν, διότι δὲν ἐγύριζον τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Γερμανίας, διὰ νὰ λαμβάνω προτάσεις διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Ἑλλάδος, τὰς ὁποίας νὰ ρίπτω εἰς τὸ χρονοντούλαπο. Ἐὰν ἐκράτησα τὸ κείμενον τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς τὸ ἔκαμα διὰ νὰ ἀμυνθῶ, ἐὰν ἤθελον νὰ παρουσιάσουν, ὅτι ἀνέλαβον ἄλλας δεσμεύσεις. (Θόρυβος).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσητε. Κάμνω ἔκκλησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν σας συνείδησιν νὰ ἀφήσητε τὸν ρήτορα νὰ τελειώσῃ.
§25Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἴσως, κύριοι βουλευταί, ἀποδεικνύεται, διὰ νὰ κάμωμεν καὶ ὀλίγον πνεῦμα, ὅτι δὲν εἶχεν ἄδικον καὶ παρὰ τὴν μεταβολὴν νὰ ἐπιθυμῇ ἡ Γερμανικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ τὴν νέαν ἐπιστολήν. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ χώρα τῶν ἀπροόπτων καὶ τῶν ἐφημέρων. Ἀκόμη περισσότερον καὶ τῶν παραδόξων. Μὲ ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ τὸν Μαρκεζίνην, ὁ κ. Ἔρχαρτ θὰ εἶχε νὰ ζητήσῃ λογαριασμὸν ἀπὸ ἐμέ, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἐζήτει. Ἀλλὰ μὲ τὸν Μαρκεζίνην στόχον τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ καὶ αὐτὸ ἀκόμη. Δηλαδή, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμένῃ, ὅτι εἶναι δεσμευμένη. Πῶς ἄλλωστε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδεσμευθῇ κατόπιν καὶ νὰ ἀναλάμψῃ ἡ σύγκρισις μεταξὺ τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ παρόντος. Ἡμεῖς ὑπεδουλῶναμεν τὴν Ἑλλάδα καὶ οἱ διάδοχοί μας τὴν ἀπελευθέρωνον!!
§26Δ. ΜΠΕΡΔΕΛΗΣ. Δὲν ἐγνωρίζαμεν τὴν ὕπαρξιν τῆς ἐπιστολῆς, ἀπεκρύβη ἢ ὄχι.
§27Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Διατὶ σπεύδετε;
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχίαν, κ. Μπερδελῆ, θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§29Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὴν ἀρχιτεκτονικὴν τοῦ λόγου μου θὰ τὴν κανονίσω ἐγὼ καὶ ὄχι σεῖς.
§30Δ. ΜΠΕΡΔΕΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διευκρινήσητε, κατετέθη ἡ ἐπιστολὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ ὄχι;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§32Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Σπεύδετε εἰς ἐρώτημα, κ. συνάδελφε, ἐνῷ ἐὰν ἐπεριμένατε νὰ ἀκούσητε ὅλον τὸν λόγον μου θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ θίξω τὸ θέμα αὐτό. Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ λόγου, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δική μου. Ἀλλὰ ἂς ἔλθω τώρα εἰς τὸ περιεχόμενον τῶν ἰδικῶν μου, ὡς ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὑποχρεώσεων. Ἡ ὑπάρχουσα εἰς τὸ κείμενον, ἐννοῶ τὸ νέον καὶ μετὰ τὰς διορθώσεις διαφορὰ περισσότερον ὑπὲρ τῆς ΣΗΜΕΝΣ καὶ ὀλιγώτερον ὑπὲρ τῆς ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ, εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τῶν συνεννοήσεων μὲ τὰς ὡς ἄνω ἑταιρείας, ὡς σαφῶς συνάγεται ἐκ τῆς σχετικῆς περικοπῆς τῶν συζητήσεων ἐκ τῆς ἐκθέσεως Παλαμᾶ. Περικοπῆς, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου. Καὶ εἰς τί μὲν συνίστατο ἡ παρ’ ἐμοῦ ἀναληφθεῖσα ὑποχρέωσις διὰ τὴν ΣΗΜΕΝΣ νὰ φροντίσω κλπ. θὰ τὸ ἐξηγήσω εὐθὺς ἀμέσως ἐξιστορῶν πῶς ἐνήργησα. Εἰς τί δὲ συνίστατο ἡ ὑποχρέωσις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ διερωτῶμαι τί περισσότερον ἀπ’ ὅ,τι θὰ ἔπραττα καὶ χωρὶς τὴν ἐπιστολήν. Θὰ εἰσηγούμην δηλαδή, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰς ἀντιμετωπίσῃ. Ὑποθέσατε, ὅτι αὔριον μία ἄλλη ἑταιρεία, ἡ RCA λ.χ. ὑποβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐνδιαφερούσας προτάσεις, θὰ τὰς ἀπορρίψῃ χωρὶς νὰ τὰς μελετήσῃ; Ἐὰν τοιουτοτρόπως πράξῃ τὸ καθ’ ἡμᾶς θὰ ἔχῃ πράξει κακῶς. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀντιμετωπίζῃ κάθε προσφερομένην εὐκαιρίαν, νὰ τὴν ἐξετάζῃ, νὰ τὴν ἐξονυχίζῃ καὶ ἂν δὲν τὴν εὑρίσκῃ συμφέρουσαν νὰ τὴν ἀπορρίπτῃ. Δὲν βλέπω λοιπόν, διατὶ ὁ μέγας αὐτὸ θόρυβος. Ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως, θὰ σᾶς ἐξηγήσω, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε χωρὶς νὰ ταράσσεσθε ὅσον καὶ ἂν σᾶς εἶμαι σήμερον συμπαθὴς ἢ ἀντιπαθής. Οἱ καιροὶ ἔχουν πολλὰ γυρίσματα, πέρυσι σᾶς ἤμην συμπαθής, τώρα δὲν σᾶς εἶμαι, τοῦ χρόνου ἴσως σᾶς εἶμαι. (Γέλωτες, θόρυβος).
§33Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. (Ὁμιλεῖ καὶ πάλιν, ἐν μέσῳ θορύβου, μὴ ἀκουόμενος).
§34Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριοι, θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ μὲ ἀκούσητε.
§35Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Ὁμιλεῖ καὶ πάλιν, ἐν μέσῳ θορύβου, μὴ ἀκουόμενος.
§36Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὸ λέγετε σεῖς, ποὺ προχθὲς εἴχατε ἐκλογὰς εἰς τὴν Χαλκίδα καὶ δὲν τὰς ἐκερδίσατε;
§37Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος.
§38Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὅταν ἐγὼ ἤμην ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἐκερδίσαμεν ὅλας τὰς ἐπαναληπτικὰς ἐκλογάς. Κάθε μῆνα καὶ ἀπὸ μίαν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογήν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Ταμβακᾶ, θὰ μὲ ὑποχρεώσητε νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§40Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Λοιπόν, ἀκοῦτε, κύριοι βουλευταί, πῶς ἐνήργησα ἐν προκειμένῳ. Ἂν θέλετε νὰ ἀπαλλαγῆτε, θὰ μὲ ἀκούσητε. Δὲν κατεβαίνω ἀπὸ ἐδῶ. Ἂν θέλετε νὰ μὲ ἀφίσετε νὰ ὁμιλήσω.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μαρκεζίνη, προχωρήσετε εἰς τὸ θέμα σας, χωρὶς νὰ ἀπαντᾶτε.
§42Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ–Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Εἶναι πρωτοφανὲς θέαμα κ. Πρόεδρε. Νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις διὰ νὰ προχωρήσῃ.
§43Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Λοιπὸν ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταί, τὸ πῶς εἶδον τὰς ἰδικάς μου ὑποχρεώσεις ἔναντι τῆς Ζῆμενς καὶ θὰ σᾶς ἐκθέσω πῶς ἐνήργησα. Θὰ ἐκπλαγῆτε καὶ θὰ ἀπορήσητε μόνοι σας. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἐπιστροφήν μου ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν, ἂν δὲ μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, παρεκάλασα τὸν τότε Ἀναπληρωτὴν ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ κ. Καψάλην, νὰ ἐπιμεληθῇ τοῦ θέματος τῶν προτάσεων τῆς ΣΗΜΕΝΣ συνιστῶν πρὸς τοῦτο Ἐπιτροπὴν ἵνα ἐξετάσῃ ταύτας. Ὁ κ. Καψάλης συνεννοήθη μὲ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν κ. Καραθόδωρον καὶ προέβη πράγματι εἰς σύστασιν Ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ κ. Ἰωάννου Πεσμαζόγλου, ἐκ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου κ. Σαμαρᾶ καὶ τοῦ ἁρμοδίου Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑφυπουργείου Συγκοινωνιῶν κ. Νίκολη. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τούτου διὰ τοὺς ἑξῆς δύο λόγους: Ἀφ’ ἑνὸς διότι τοῦτο ἀποτελεῖ πρόσθετον ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ πεποίθησίς μας ἦτο, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν πραγματικότητα, ὅτι μόνην ὑποχρέωσιν εἴχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ὑποβληθείσας προτάσεις καὶ ἐφ’ ὅσον αὗται ἐκρίνοντο καὶ ἐμπορικῶς συμφέρουσαι νὰ φροντίσωμεν διὰ τὴν πραγματοποίησίν των. Ἐξ ἄλλου ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον κατηρτίσθη ἡ Ἐπιτροπή, διὰ τῆς συμμετοχῆς ἰδίᾳ εἰς αὐτὴν τοῦ κ. Νίκολη, ἀπεδείκνυε τὴν ἀπόφασίν μας νὰ ἔχωμεν πόρισμα ὅπου πᾶσα ἄποψις θὰ ἠκούετο. Αὐτό, κύριοι βουλευταί, ἀποτελεῖ ἄμεσον ἀπόδειξιν, ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις μου δι’ ἐμέ, συνίσταντο εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προτάσεων καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας πλευρὰς καὶ δὴ καὶ ἐμπορικῶς, διότι αἱ ἐν Βόννῃ καὶ εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Γερμανίας συζητήσεις ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιπέδου καὶ ὄχι καὶ ἐπὶ τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ τεχνικοῦ καὶ ἀναλόγως τοῦ πορίσματος θὰ ἐπροχωρούσαμεν περαιτέρω. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἐξέδωσε κατὰ τὸν Ἰανουάριον τὸ πόρισμά της. Προσέξατε. Ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ἰδικῶν μου προτάσεων τῆς ἑταιρείας Ζῆμενς, ἐκεῖ ὅπου ὑποστηρίζεται δι’ ἐμέ, ὅτι ἔχω ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, κατ’ ἄλλους δὲ ὅτι ὑπάρχει δέσμευσις τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ ἐκείνων λέγω, τῶν προτάσεων ἡ Ἐπιτροπή, μετὰ ἐξονυχιστικὴν ἔρευναν τοῦ θέματος ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς, κατέληξεν εἰς τὸ πόρισμα, ὅτι αἱ τιμαὶ τῶν προτάσεων ἦσαν κατὰ 30–40% ἀκριβώτεραι τῶν τιμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπετεύχθησαν κατὰ προηγηθεῖσαν διεθνῆ δημοπρασίαν δι’ 24.000 τηλεφωνικὰς συσκευάς, αἱ ὁποῖαι εἶχον τότε κατακυρωθῆ εἰς τὴν αὐτὴν ἑταιρείαν ΖΗΜΕΝΣ. Δηλαδή, αἱ προτάσεις ἦσαν ἀσύμφοροι καὶ ἀπερρίφθησαν. Τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον κατόπιν τούτου ἐκύρωσε τὴν προηγηθεῖσαν δημοπρασίαν διὰ τὰ 23.000 τηλέφωνα καὶ ἐφαίνετο μᾶλλον κλεῖνον ἵνα καὶ ὡς πρὸς τὰ ὑπόλοιπα 51.000 τηλέφωνα προχωρήσῃ ἐν καιρῷ εἰς νέον διαγωνισμόν. Κατόπιν τοῦ πορίσματος αὐτοῦ, αἱ προτάσεις ἀπερρίφθησαν καὶ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἐπροχώρησεν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς παλαιᾶς δημοπρασίας τῶν 24.000 τηλεφώνων καὶ ἔμεινεν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῶν 51.000 τηλεφώνων, ὅπου κατὰ τὴν γνώμην ποὺ ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὑποφαινόμενος καὶ ἄλλα μέλη, ὑπελείπετο νὰ γίνῃ ἄλλη δημοπρασία. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα παρέμενεν ἀνοικτόν. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα. Τί θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μετὰ ταῦτα; Ἡ ἑταιρεία Ζῆμενς ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εἰς ἐμέ, ἢ ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς καὶ νὰ μοῦ εἴπῃ: Κύριε δεσμεύεσαι. Πῶς αἱ προτάσεις ἀπορρίπτονται; Ἀντὶ τούτου ἡ Ζῆμενς ἐδέχετο νὰ ὑποβάλῃ νέας προτάσεις καὶ τὰς ὁποίας καὶ ὑπέβαλε πράγματι εἰς τὸν διάδοχόν μου ὑπουργὸν κ. Καϊμάλην κατὰ μῆνα Ἰούνιον, ὡς ὁ ἴδιος ὁ κ. Καϊμάλης θὰ σᾶς ἐξηγήσῃ μετ’ ὀλίγον ἐκτενῶς. Διατὶ ἀντὶ ὑποβολῆς νέων προτάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν συνδέονται πλέον μὲ τὰς περιφήμους ἐπιστολάς, δὲν ἐγένετο τότε ἐπίκλησις περὶ τῆς δῆθεν δεσμεύσεως τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλ’ ἂν τοιοῦτόν τι ἀπετολμᾶτο θὰ ἤθελα νὰ ἤξευρα τί θὰ ἀπήντα τὸ διεθνὲς δίκαιον ἂν ἀντετάσσετο εἰς αὐτό, ὅτι ὑπεβλήθησαν προτάσεις κατὰ 30 ἕως 40% ἀκριβώτεραι, ἀφοῦ αὐταὶ ἀκόμη αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου δέχονται ἀνατροπὴν πραγματοποιηθείσης δικαιοπραξίας εἰς περίπτωσιν ὑπερόγκου βλάβης ἢ ὑπερμέτρου ζημίας; Ἐν τούτοις δέκα μῆνας βραδύτερον, τὸν Νοέμβριον 1954, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ τοῦτο τὸ πραγματικὸν γεγονὸς ἀγνοήσασα, δὲν ἐδίστασε γενναιοψύχως νὰ ἀναγνωρίσῃ δεσμεύσεις. Φαίνεται ἵνα ἔχῃ τὴν εὐτυχίαν νὰ λάβῃ εὔσημα καλῆς διαγωγῆς ἀπὸ τὸν ἀντισυμβαλλόμενον καὶ νὰ πανηγυρίσῃ μετὰ ταῦτα τὴν ἀποδέσμευσίν της ἀπὸ δεσμεύσεις, τὰς ὁποίας οὐδέποτε εἶχεν ἀναλάβει, ἵνα αὕτη πλέον δεσμευθῇ. Ἐπιτρέψατέ μου τώρα νὰ ἀνακεφαλαιώσω τὰ ὅσα ἀπέδειξα μέχρι τοῦδε: 1) Ὅτι τὴν ἀνταλλαγὴν ἐπιστολῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν δύο ἑταιρειῶν ΖΗΜΕΝΣ καὶ ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ, ἐζήτησε τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις. 2) Ὅτι τελικῶς ἀντηλλάγησαν μὲν αὗται, πλὴν τὸ κείμενόν των ὑπέστη τοιαύτας τροποποιήσεις, ὥστε οὐδεμία ν’ ἀναλαμβάνηται δέσμευσις διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὑπεσχέθην ἁπλῶς νὰ φροντίσω τὴν προώθησιν τῶν προτάσεων ΖΗΜΕΝΣ, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐκρίνετο, ὅτι ἦσαν καὶ ἐμπορικῶς συμφέρουσαι. Καὶ ὅταν ἡ ἐπὶ τούτῳ συσταθεῖσα Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ΖΗΜΕΝΣ ἔκρινεν ἀσυμφόρους τὰς προτάσεις της, αὗται ἀπερρίφθησαν, Ἡ δὲ ΖΗΜΕΝΣ ἀντὶ διαμαρτυρίας τινὸς ἐπανῆλθεν ὑποβάλλουσα νέαν προσφορὰν κατὰ πολὺ εὐνοϊκωτέραν τῆς πρώτης καὶ ἐζήτησε τὴν ἐξέτασίν της. Ἀνεγνώρισεν οὕτω ἐμπράκτως ὅτι οὐδεμίαν ἐλπίδα εἶχεν ἐφ’ ὅσον ἡ προσφορά της δὲν ἐκρίνετο συμφέρουσα. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄλλο περίφημον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον ἠτύχησε νὰ παρουσιάσῃ μὲ τόσον θόρυβον καὶ τόσην ὑπερβολὴν ὥστε διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἡ ἰδία νὰ διευκολύνῃ νὰ ἀποκαλυφθοῦν καὶ εἰς τοὺς ἀφελεστέρους οἱ σκοποί, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπέβλεπεν. Εἶναι τὸ θέμα τῆς δῆθεν ἀποκρύψεως τῶν ἐπιστολῶν, καὶ ὁ θόρυβος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύονται καὶ τὰ ἐλατήρια ἅτινα ἐν προκειμένῳ τὸν προεκάλεσαν.
§44Α. ΒΑΖΑΚΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, δὲν ἐπιτρέπω ἐγὼ διακοπάς.
§46Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὁ δημιουργηθεὶς θόρυβος, περὶ τῆς ἀποκρύψεως τῶν ἐπιστολῶν, κύριοι βουλευταί, θεμελιοῦται ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔλαβεν εἰδικῶς γνῶσιν τῆς ὑπάρξεως τῶν ἐπιστολῶν.
§47Α. ΒΑΖΑΚΑΣ. Ἡμεῖς, οἱ ἄλλοι, ἐλάβομεν γνῶσιν;
§48Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. συνάδελφε, διατὶ σπεύδετε; Σᾶς εἶπον, ὅτι, ὅταν τελειώσω τὸν λόγον καὶ δὲν ἱκανοποιηθῆτε, ἀνέλθετε εἰς τὸ βῆμα καὶ ὑποβάλετε κατηγορίαν καὶ μομφὴν ἐναντίον μου. Ἀλλά, ὅταν ὑποβάλλετε ἐρωτήσεις, αἱ ἐρωτήσεις νὰ ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ θέμα καὶ ὄχι νὰ προτρέχετε. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅτι τὸ θέμα ἐδημιουργήθη ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου. Καὶ ὅμως, κύριοι βουλευταί, ἐὰν δὲν ἐπεκράτει ἡ πνιγηρὰ αὐτὴ ἀτμόσφαιρα καὶ ἐπεκράτει ἀπόλυτος καλὴ πίστις, θὰ ἐνθυμούμεθα τὰ ἑξῆς: Ὅ,τι ὄχι μόνον μετὰ τὴν εἰς Γερμανίαν ἀποστολήν μου, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς ἀποστολὰς εἰς ἄλλας χώρας, ὁσάκις ἐπέστρεφον, ἀνέφερον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὰ γεγονότα, χωρὶς νὰ προσκομίζω μαζί μου στοιχεῖα καὶ φακέλλους. Ἐγένετο πάντοτε γενικὴ ἐνημέρωσις, χωρὶς οὔτε νὰ μνημονεύεται εἰδικῶς ποῖα κείμενα ὑπεγράφησαν. Οὔτε ἔτυχε ποτὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ μοῦ ζητήσῃ εἰδικῶς νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου φακέλλου τῆς ἀποστολῆς. Οὔτε, ἄλλως τε, θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ διεξήγετο κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ συζήτησις. Καὶ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου εἰς τὰς ἰδικάς των ἐκθέσεις, ὁσάκις ἐπρόκειτο, δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἐπεδείκνυον κείμενα. Δι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὀρθὴ τοποθέτησις τοῦ ζητήματος ἐν προκειμένῳ καὶ θὰ προσέθετον καὶ ἡ καλόπιστος, εἶναι ὄχι εἰς τὸ ἂν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ κειμένου τῆς ἐπιστολῆς ἢ ἔστω τῆς ὑπάρξεως ἐπιστολῆς, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ καὶ ὅλων τῶν ἄλλων κειμένων, ἀλλ’ ἂν εἶχεν ἐγκαίρως ἐνημερωθῆ ἐπὶ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιμένω, ὅτι καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω καὶ ἡ Βουλή, ἦσαν παρ’ ἐμοῦ ἐνήμεροι. Ὄχι μόνον δὲν ἀπέκρυψα ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξῆρα τὴν ἐπίτευξιν προτάσεων, ἰδίᾳ ἐκ μέρους τῆς Σῆμενς, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους τῆς Τελεφοῦνκεν. Τὸ γεγονός, ὅτι αἱ προτάσεις ἦσαν πέραν τοῦ ὁρίου τῶν 200.000.000 μάρκων καὶ ἔξω τῶν κρατικῶν συμφωνιῶν μὲ ἔκαμε νὰ τὰς θεωρῶ κατ’ ἀρχὴν ὡς ἐπιτυχίαν. Καὶ δὲν εἶναι σύνηθες νὰ ἐπιδιώκῃ τις νὰ ἀποκρύπτῃ τὰς ἐπιτυχίας του. Ἀνέπτυξα, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον, πῶς ἐχειρίσθην τὰ θέματα. Θὰ εἶχε σημασίαν ἡ ἀπόκρυψις, ἐὰν ἴσχυεν ἡ ἐπιστολή, τὴν ὁποίαν μοῦ παρουσίασαν τὸ πρῶτον νὰ ὑπογράψω, ἐὰν ἡ πρώτη ἐπιστολὴ, ἡ προσκομισθεῖσα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο πλαστή, καὶ ἐὰν τὴν ἀπέκρυπτα, δηλαδή, ἐὰν ἀνελάμβανα δεσμεύσεις διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐὰν ἀνελάμβανα δεσμεύσεις θὰ εἶχε σημασίαν ἡ ἀπόκρυψις, ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ τῆς ἐπιστολῆς, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἀνελαμβάνετο καμμία δέσμευσις, ποῖον ἦτο τὸ εἰδικὸν συμφέρον νὰ τὴν ἀποκρύψω; Συνεπῶς, ἡ ἔννοια τῆς ἀποκρύψεως ἦτο μερικὴ συνάρτησις μιᾶς σχέσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι γενικὰς ἐνεργείας. Βεβαίως, εἰς οὐδένα εἶπον, ὅτι ἐπὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν εἶχον δεσμεύσει τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω ἀνακρίβειαν. Τὶ νὰ κάμωμεν, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὸ ζόρι νὰ μὲ κάμουν νὰ ἀναγνωρίσω δέσμευσιν τῆς Κυβερνήσεώς μου, ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπου, ὅταν μοῦ ἐζητήθη, τὸ ἠρνήθην, καὶ ἐπέτυχα ὁ ἴδιος, ὥστε ὁ ἀντισυμβαλλόμενος νὰ δεχθῇ τὴν ἀξιωθεῖσαν οὐσιαστικὴν μεταβολὴν. Ἀντιθέτως οὐδέποτε παρέλειψα τὴν εὐκαιρίαν νὰ δηλώσω μετὰ ἀπὸ κάθε ταξείδιόν μου, ὅτι τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν τῶν ἐπιτευγμάτων τῶν ἀποστολῶν, ἦτο ὅτι ἐπετυγχάναμεν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, εὐχέρειαν καὶ ὄχι δέσμευσιν. Ἦτο δι’ ἐμὲ τοῦτο, τόσον πλέον αὐτόδηλον, ὥστε δὲν ἦτο δυνατόν, νὰ διανοηθῶ ὅτι θὰ μοῦ ἠμφισβητεῖτο ποτέ. Ἄλλωστε ἐγώ, ὡς ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἀπὸ καμμίαν χώραν μὲ τὴν ὁποίαν ἦλθον εἰς ἐπαφὴν ἐδέχθην ποτὲ νόταν. Ἄν ἐδεχόμην, θὰ ἐγνώριζον πῶς θὰ ἀπήντων. Ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ ἀκόμη τὴν ἰδικήν μου ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσω διὰ τὴν ΖΗΜΕΝΣ ἢ νὰ ἐπιδιώξω νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑπόθεσιν τῆς ΤΕΛΕ-ΦΟΥΝΚΕΝ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμίαν ἀπέδωκα ἰδιαιτέραν σημασίαν, διότι ταῦτα θὰ ἔπραττον καὶ ἂν δὲν εἶχε προηγηθῇ ἡ ἐπιστολή. Δὲν θὰ εἶχον ἄλλωστε, καμμίαν ἀξίαν αἱ συζητήσεις μας, εἰς τὰ διάφορα βιομηχανικὰ κέντρα ἀπ’ ὅπου, ἀφοῦ ἐπετυγχάναμεν προτάσεις, ἀδιάφορον, καλὰς ἢ κακάς, κατόπιν τὰς ἐρρίπταμεν εἰς τὸ χρονοντούλαπον χωρὶς οὐδέποτε πλέον νὰ ἐνδιαφερθῶμεν δι’ αὐτάς. Ἄλλωστε πλήρης ἀπόδειξις τῶν ἀνωτέρω εἶναι τὰ ὅσα ἐνηργήσαμεν μὲ τοὺς Κρούπ, χωρὶς νὰ ἔχῃ προηγηθῇ καμμία ἀνταλλαγὴ οὐδεμιᾶς ἐπιστολῆς. Ἂν δὲν εἶχον ἐπιτευχθῇ αἱ διαγραφαὶ καὶ αἱ μεταβολαί, τότε καὶ μόνον θὰ ἠδύνατο νὰ δημιουργηθῇ ζήτημα, ὅτι, δὲν εἶχον ἐνημερώσει τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς δεσμεύσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον διὰ λογαριασμόν της. Καὶ δι’ αὐτό, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν ὑπῆρξε τυχαῖον, ὅτι ἡ τὸ πρῶτον 6 πλέον μῆνας μετὰ τὴν ἀποχώρησίν μου ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, προσκομισθεῖσα ἐπιστολὴ ἦτο πλαστή. Δηλαδή, ἢ παλαιά, ἢ οὐδέποτε παρ’ ἐμοῦ ὑπογραφεῖσα. Καὶ αὕτη ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία ἢ νὰ δημιουργηθοῦν ἐντυπώσεις ἢ νὰ ἀνοίξῃ ἡ ὄρεξις, ὅτι «τὸν πιάσαμεν τὸν Μαρκεζίνην». Ἐνῷ ὅταν προσεκομίσθη τὸ γνήσιον κείμενον, ὡς μετ’ ὀλίγον θὰ σᾶς ἐξηγήσῃ ὁ κ. Καψάλης καὶ μέχρι τῆς ὑστάτης ὥρας, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι μόνος, ἀπέκλειε τὴν δέσμευσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀξίαν ὅμως θὰ εἶχεν, ὁ ἰσχυρισμὸς ἀποκρύψεως μόνον ἐὰν ἡ πρώτη ἐπιστολὴ ἦτο γνησία καὶ ὄχι πλαστή. Ἀλλὰ πέραν τούτων, κύριοι βουλευταί, παραμένει ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι οἱοσδήποτε θὰ διενοεῖτο νὰ ἀποκρύψῃ καὶ μάλιστα μετὰ περισσῆς ἐπιμελείας κείμενον τόσον πασίγνωστον, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον ἀφελής. Καὶ τὶ νὰ σᾶς πῶ, πολλὰ μοῦ ἔχουν πῆ, ἀλλὰ βλάκα ἕως τώρα δὲν μὲ εἶπαν. Ὑπάρχουν φωτογραφίαι, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουν πόσοι Ἕλληνες καὶ Γερμανοὶ παρηκολούθησαν τὴν ὀξεῖαν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὥραν τῶν ὑπογραφῶν. Διενεμήθησαν ἐκ Γερμανικῆς πλευρᾶς πολυγραφημένα ἀντίτυπα. Καὶ μόλις ὁ κ. Καψάλης, τυχαίως συνήντησεν εἰς Ἀθήνας τὸν ἐμπορικὸν ἀκόλουθον, κ. Τσιμικάλην, κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον καὶ τοῦ ἐζήτησεν ἂν ἔχῃ ἀντίγραφον τῆς ἐπιστολῆς, ἀμέσως ὁ τελευταῖος τοῦ τὸ προσεκόμισε. Καὶ τοῦτο ὡς θὰ σᾶς ἐξηγήσῃ μετ’ ὀλίγον ὁ κ. Καψάλης, ἀπὸ τὸ πολυγραφημένον ἐκ τοῦ ἀρχείου τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Βλέπετε, ὅτι ὑπῆρχον τὰ κείμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου.
§49Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Ἐμπορίου). Ποῦ ὑπῆρχον, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου;
§50Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐγὼ κύριοι, σᾶς δίδω καὶ φωτοτυπίαν τοῦ κειμένου αὐτοῦ μὲ τὴν σφραγῖδα τὴν Γερμανικήν. Τὸ κατατεθὲν κείμενον ἔχει οὕτω: Der Vorsitzende des Deutschen Delegation Bonn, den 11. November 1953 Vertraulich Exzellenz! Sie haben mir Ihre Bereitschaft zur Kenntnis gegeben, dafür Sorge zu tragen, das die Firma Siemens mit der technischen Betreuung und Erweiterung des griechischen Telefonnetzes beauftragt und mit der Firma Telefunken ein Vertrag über die Gewährung einer Rundfunklinzenz und den Ausbau des griechischen Rundfunknetzes iu Aussicht genommen wird. Ich habe von dieser Bereitschaft mit Befriedigung Kenntnis genommen und darfmit Genugtuung feststellen, dass damit die alten und für beide Teile fruchtbaren Beziehungen Griecheulands mit diesen beiden bekannten deutschen Veltfirmen wieder angeknüpft werden Genehmigen Sie, Exzellenz, den Ausdruck mei ner vorzüglichsten Hochachtung. gez. Ludwig Erhard An den Vorsitzender der Griechichen Delegation Seine Exzellenz. Herrn Koordinationsminister Spyros Markezinis z. Zt Bonn Der Vorsitzende Bonn, den 11. November 1953 der Griechischen Delegation Vertraulich Exzellenz! Ich beehre mich, den Empfang Ihres Briefes vom heutigen Tage zu bestätigen, der wie folgt lautet: «Sie haben mir Ihre Bereitschaft zur Kenntnis gegeben, dafür Sorge zu tragen, das die Firma Siemens mit der technischen Betreuung und Erweiterung des griechischen Telefonnetzes beauftragt und mit der Firma Telefungen ein Vertrag über die Gewährung einer Rundfunklizenz und den Ausbau des griechischen Rundfunknetzes in Aussicht genommen wird. Ich habe von dieser Bereitschaft mit Befriedigundg Kenntnis genommen und darf mit Genugtunng feststellen, das damit die alten und für beide Teile fruchtbaren Beziehungen Griechenlands mit diesen beiden bekannten deutschen Weltfirmen wieder angoknüpft werden» Ich bin mit seinem Inhalt einverstahden. Genehmigen Sie, Exzellenz, den Ausdruck meiuer vorzüglichsten Hochachtung. gez. Spyros Markczinis An den Vorsitzenden der Deutschen Delegation Seine Exzellenz Hern Bnndeswirtschaftsminister Professor Dr, Ludwig Erhard Bonn
§51Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Ἐμπορίου). Δέν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω τὸ πραγματικὸν περιστατικόν, ποὺ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου εἶναι κατατεθειμένα, διότι ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐὰν ὑπῆρχον αὐτὰ τὰ κείμενα δὲν τὸ γνωρίζω. Ἐπίσης ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Γεν. Δ)ντὴν κ. Τριανταφύλλην, ἐὰν ἠμπορῶ νὰ ἔχω αὐτὰ τὰ κείμενα καὶ αὔριον θὰ σᾶς διηγηθῶ ποίας περιπετείας διῆλθον διὰ νὰ ἀποκτήσω τὰ κείμενα. Ἐὰν ὁ κ. Τριανταφύλλης ὁ ὁποῖος εἶναι Γεν. Δ)ντὴς τοῦ Ὑπουργείου, συνοδεύοντας ὑμᾶς εἰς τὴν Γερμανίαν, δὲν ἤξευρεν, ὅτι τὰ κείμενα ἦσαν κατατεθειμένα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ποιὸς τὰ ἤξευρε;
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται μία συζήτησις, ἡ ὁποία θὰ σᾶς διαφωτίσῃ, διατί διακόπτετε;
§53Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ μὲ διέκοψε, διὰ νὰ μὲ ἐρωτήσῃ διὰ τὸ σχετικὸν κείμενον. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχον ἐκ Γερμανίας, ἐστάλη ἀνάλογος φάκελλος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ πάντως, ὑπάρχει φάκελλος τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Αὐτὴν τὴν φωτοτυπίαν, τὴν προσεκόμισεν ὁ τέως Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, ὁ ὁποῖος ... (Θόρυβος ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως). Σταματήσατε, κύριοι, μὴν σπεύδετε... ὁ ὁποῖος τὰ ἔλαβε ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν, τοῦ Συμβατικοῦ. Πρὸς ἐμὲ ἔρχεται ὁ κ. Γενικὸς Γραμματεὺς —ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἐδημιουργήθη τὸ ζήτημα, ἀπουσίαζεν εἰς Ρώμην— καὶ μοῦ λέγει: «Ἀπορῶ πῶς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐδημιουργήθη, ἀφοῦ ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου ἀντίγραφον σχετικόν. Καὶ μοῦ φέρει καὶ τὴν φωτοτυπίαν μὲ σφραγῖδα γερμανικήν. Δὲν εἶναι λοιπὸν Ἑλληνικὸν τὸ κείμενον, εἶναι γερμανικόν. (Θόρυβος). Δὲν ἠμπορεῖτε, ἑπομένως, νὰ μεταβάλετε τὰς ἐντυπώσεις κύριοι, διότι κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων παρίσταντο, κατὰ τὴν ὥραν ποὺ ὑπεγράφοντο αἱ ἐπιστολαὶ αὐταὶ παρίσταντο: Δύο ὑπουργοί, οἱ κ.κ. Μαντζαβῖνος, Νικολαΐδης, Παλαμᾶς, Τριανταφύλλης, ὁλόκληρος ἡ Πρεσβεία εἰς τὴν Βόννην, ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνόμιζον, ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ τηρηθοῦν μυστικά. Κύριοι, ἔχω ἀκούσει ἄπειρα πράγματα... Δὲν ἀποκρύπτεται οὐδὲν πασίγνωστον. Ἄλλωστε, κύριοι βουλευταί, τὰ πράγματα εἶναι ἁπλᾶ. Ὅλην αὐτὴν τὴν θεωρίαν ἐπαναλαμβάνω, τὴν θεωρίαν τῆς ἀποκρύψεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἴδωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα πράγματι ἀντικειμενικοί, παρὰ μὲ ἀπόλυτον ρεαλισμόν. Διατὶ ὁ ὑπουργὸς κ. Μαρκεζίνης, ὢν τόσον ἀφελὴς καὶ νομίζων, ὅτι ἠμπορεῖ ν’ ἀποκρύψῃ πασίγνωστα πράγματα, τ’ ἀπέκρυψε; Διατί; Ὑπάρχει δόλος, κύριοι βουλευταί; Ἐὰν ὑπάρχῃ ὑποψία δόλου, ὑπάρχει μόνον μία ἀπάντησις. Ἡ ὁδὸς τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἐμπρὸς λοιπόν! Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχει δόλος, δὲν εἶναι, κύριοι, μεγάλος θόρυβος διὰ τὸ τίποτε; Εἶναι μέγας θόρυβος διὰ νὰ θολωθοῦν τὰ νερὰ ἔναντι ἑνὸς πολιτικοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν εἶναι διόλου συμπαθής, εἰς τὴν ἡγεσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Καὶ προβάλλει ἤδη ζωηρότερον ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλο ἐρώτημα ἐνώπιόν μας τὴν στιγμὴν αὐτὴν. Ποῖος ὁ λόγος ὅλης αὐτῆς τῆς ἱστορίας; Ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, ἂς ἐπιστρέψωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἱστορικὴν ἀφήγησιν. Θὰ εἶμαι, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν ἀφήγησίν μου πολὺ σύντομος, διότι τὸ κεφάλαιον αὐτὸ, ἐξόχως ἐνδιαφέρον, θὰ τὸ ἀκούσητε λεπτομερέστερον ἀπὸ τὸν κ. Καψάλην. Τὰ ὅσα ἀφηγοῦμαι ἐνταῦθα, εἶναι ὅσα μοῦ χρειάζονται διὰ τοὺς συλλογισμούς μου. Τὴν 23ην παρελθόντος Σεπτεμβρίου μὲ ἐπεσκέφθη ὀλίγον μετὰ μεσημβρίαν εἰς Κηφισσιάν, ὁ τότε ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, κ. Καψάλης, διὰ νὰ μὲ πληροφορήσῃ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως... ὅλα αὐτὰ δὲ, θὰ σᾶς τὰ ἐξηγήσῃ μετ’ ὀλίγον ὁ κ. Καψάλης, ὁμολογῶ δὲ ὅτι θὰ ἦτο εὐτύχημα ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ συμπληρωθῇ καὶ τὸ ὑπόλοιπον σκέλος τῆς ἀφηγήσεως...
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ζητήσει τὸν λόγον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§55Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἔχει καλῶς. Θὰ ὁμιλήσῃ μετά.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν συνεχείᾳ, ὅμως θὰ ἦτο δυνατόν.
§57Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Λοιπόν, ὁ κ. Καψάλης τὸ πρῶτον μὲ ἐνημέρωσεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν ἠρώτησεν, ἐὰν ἐγνώριζε περὶ ὑπάρξεως τοιούτου κειμένου ὑπογραφέντος παρ’ ἐμοῦ εἰς Βόννην, ὅπερ καὶ μοῦ ἐπέδειξεν. Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος κείμενον ἦτο τὸ ἀρχικὸν κείμενον τῆς ἐπιστολῆς τὸ οὐδέποτε ὑπογραφὲν ὑπ’ ἐμοῦ. Καὶ τὸ τὶ μὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Καψάλης, ἀφορᾷ ἐκεῖνον νὰ τὸ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἐγὼ πάντως, μόλις τὸ εἶδον, ἐγέλασα καὶ ἀπήντησα ἀμέσως, ὅτι αὐτὸ τὸ κείμενον δὲν τὸ εἶχα ὑπογράψει. Ὅτι εἶχα ὑπογράψει ἄλλο καὶ πρὶν ἐφοδιάσω τὸν κ. Καψάλην μὲ τὴν γνησίαν ἐπιστολήν, ἠθέλησα νὰ πληροφορηθῶ περισσότερον, πῶς περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, πλαστὸν κείμενον. Τὸ πῶς, τὸ γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς, κύριοι βουλευταί. Ἐγὼ δὲ τότε κατάπληκτος ἐπληροφορούμην, ὅτι τὸ δακτυλογραφημένον αὐτὸ πλαστὸν ἀντίγραφον, ἐδόθη πρὸς χρῆσιν του ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Πρεσβείας εἰς ἰδιώτην ἐνδιαφερόμενον, ὁ ὁποῖος καὶ τὸ διεβίβασεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Γερμανικὴ Πρεσβεία ἔκαμε χρῆσιν πλαστῶν ἐγγράφων;
§59Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μάλιστα, κύριοι. (Θόρυβος). Κύριε συνάδελφε, ὁ ἴδιος ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς εἰς τὴν τελευταίαν «πρὲς κόμφερανς», τὸ ὡμολόγησε. (Θόρυβος. Δὲν ἀκούεται).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ.
§61Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὁ κ. Καψάλης, ἐγνώριζεν, ὅτι φάκελλος μὲ ὡρισμένα κείμενα τῆς Γερμανίας μοῦ εἶχε παραδοθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Παλαμᾶ ὀλίγον προτοῦ ἀναχωρήσῃ εἰς τὴν νέαν του θέσιν παρὰ τῷ Ο.Η.Ε., κατὰ μῆνα Ἰούνιον 1954. Καὶ τοῦτο τῇ αἰτήσει μου ἵνα συμπληρώσω τὸ σχετικὸν ἀρχεῖον μου. Ἐπειδὴ ἐν τῷ μεταξὺ ἀπουσίασα ἐπὶ δίμηνον εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὀλίγον δὲ μετὰ τὴν ἐπάνοδόν μου ἠσθένησα, ὁ φάκελλος ἐξηκολούθει νὰ παραμένῃ εἰς τὴν οἰκίαν μου. Πάντως καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σημαῖνον, διότι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ ποὺ ὑπουργὸς ἀποχωρήσας χρησιμοποιεῖ φακέλλους τῆς ἰδικῆς του ἁρμοδιότητος, μόλις μοῦ ἐζητήθη τὸν ἐπέστρεψα εἰς τὸν ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ. Ἔκαμα τὴν παρένθεσιν αὐτὴν διότι καὶ τοῦτο ἐνεφανίσθη ὡς μυστήριον. Πῶς δηλαδή, ὡρισμένα κείμενα τοῦ φακέλλου εὑρίσκοντο εἰς τὴν οἰκίαν μου. Ἂν ἤθελέ τις νὰ διασκεδάσῃ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ διερωτηθῇ πῶς ἐνῷ κατὰ Ἰούλιον μεγάλη ἀποστολὴ μετέβαινεν εἰς Γερμανίαν, οὐδὲν ἐκ τῶν μελῶν της ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ φακέλλου, ὁπότε καὶ θὰ μοῦ ἐζητεῖτο ἐνωρίτερον. Ἴσως ἅπαντα ταῦτα θὰ ἐξηγοῦνται εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ὡς πρὸς τὸ ταξείδιον αὐτὸ τῆς Γερμανίας, ὅπως συμβαίνει νὰ ὑπάρχῃ διὰ πᾶσαν ἰδικήν μου ἀποστολήν. Καὶ ἐπανέρχομαι. Ἐφωδίασα τότε τὸν κ. Καψάλην μὲ ὅσα περιεῖχεν ὁ φάκελλος καὶ τὸ σπουδαιότερον καὶ μὲ τὸ περίφημον ἀρχικὸν κείμενον μὲ τὰς ἰδιοχείρους διαγραφάς. Δηλαδή, τοῦ παρέσχον τὰ μέσα καὶ διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν πλαστότητα τοῦ παραδοθέντος κειμένου καὶ ταὐτοχρόνως τὸν μῦθον, ὅτι τάχα ἐγὼ εἶχον καθ’ οἱονδήποτε τρόπον δεσμεύσει τὴν Κυβέρνησιν. Τὴν αὐτὴν ἑσπέραν ὁ κ. Καψάλης μὲ ἐπεσκέφθη ἐκ νέου εἰς Κηφισσιὰν διὰ νὰ μὲ ἐνημερώσῃ, ὅτι ἐπέδειξε τὸ κείμενον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καὶ παρεδέχθη, ὅτι πράγματι οὐδεμία προέκυπτε δέσμευσις τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς δὲ θὰ σᾶς ἐξηγήσῃ ὁ κ. Καψάλης μετά τινας ἡμέρας ἐπανέλαβε τοῦτο ἐνώπιον τοῦ κ. Καψάλη καὶ τοῦ κομίσαντος τὴν πλαστὴν ἐπιστολήν. Τὸ ὅτι δὲ φαίνεται ὅτι οὐδεμίαν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπέδωκε τότε σημασίαν, συνάγεται ὄχι μόνον ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ὀλίγας ἡμέρας μετὰ ἀνεχώρησεν δι’ Ἱσπανίαν, Γαλλίαν καὶ Πορτογαλίαν καί ἀφῆκεν ἀναπληρωτὴν του καὶ Προεδρεύοντα τῆς Κυβερνήσεως ἀκριβῶς τὸν κ. Καψάλην. Ἀρχίζω, κύριοι βουλευταί, νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν καταλαμβάνω πλέον τίποτε. Διότι ἄλλως πῶς νὰ ἐξηγήσω ὅτι ὅλα ταῦτα ἐγίνοντο τὸν Σεπτέμβριον καὶ ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα μετὰ ἐπιχειροῦνται τὰ ὅσα ἐπεχειρήθησαν. Ἐκτὸς πλέον ἂν ἄλλοι ἔχουν τὸ ὄνομα καὶ ἄλλοι τὴν χάριν. Ἐγὼ μὲν νὰ εἶμαι ὁ μακιαβελλικὸς καὶ νὰ λαμβάνω δῶρα ἀφορῶντα τὸν Μακιαβέλλη, καὶ ἄλλοι... ἀλλὰ θοῦ Κύριε φυλακὴν τῷ στόματί μου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ταξιδίου εἰς Γερμανίαν, εἶχον πληροφορίας περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ τῶν διαδοχικῶν προσπαθειῶν ἀνακινήσεώς του. Πολλὰ πρόσωπα μοῦ μετέδιδον τὰς πληροφορίας. Ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ πάρω πρωτοβουλίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι μὲ ἀπησχόλουν τρία θέματα σοβαρῶς. Τὸ πρῶτον θέμα ἦτο, ὅτι δὲν ἤθελον νὰ γίνω, ἔστω καὶ ὀλίγον, ἀφορμὴ νὰ διαταραχθῇ ἡ εἰλικρίνεια τῶν Ἑλληνογερμανικῶν σχέσεων. Ἐφοβούμην, ὅτι ὅλον αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ ἐδημιούργει ἀναταραχὴν εἰς βάρος τῆς οἰκονομίας μας, διὰ τὴν ὁποίαν κἄπως εἶχον ἐργασθῆ καὶ συντελέσει, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐπίστευον καὶ πιστεύω. Ὁ δεύτερος λόγος ἦτο, ὅτι ἔβλεπον, ὅτι τὸ θέμα ὡδήγει εἰς τὸ νὰ εὑρεθῶ ἐγὼ ἔξω τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤθελον οὐδέποτε νὰ δώσω τοιαύτην ἀφορμὴν καὶ νὰ ἀρχίσω χειρῶν ἀδίκων εἰς στιγμὰς μάλιστα τόσον κρισίμων γενικῶν γεγονότων. Τρίτον, ἤλπιζον, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἠμποροῦσε νὰ ἐπικρατήσῃ νηφαλιωτέρα ἀτμόσφαιρα καὶ ὅλα αὐτὰ νὰ μετατεθοῦν εἰς εὐθετώτερον χρόνον. Ἐν τούτοις μὴ νομίσετε, ὅτι ἐθεώρησα ἐγὼ τὴν ὑπόθεσιν λήξασαν. Ἀντιθέτως, τότε, τὸ πρῶτον εἶχα τὴν πρώτην ἀπόδειξιν, ὅτι καλῶς ἔπραξα νὰ πονηρευτῶ εἰς Βόννην καὶ νὰ ἐπιτύχω νὰ κρατήσω εἰς χεῖράς μου τὸ πρωτότυπον μὲ τὰς διορθώσεις. Ἤρκει δι’ ἐμέ, τὸ γεγονός, ὅτι τοιοῦτον κείμενον, δίδεται ὑπὸ ξένης Πρεσβείας πρὸς χρησιμοποίησιν εἰς ἰδιώτην ἐνδιαφερόμενον. Καὶ ὅτι τὸ κείμενον αὐτὸ ἦτο πλαστὸν διὰ νὰ δικαιοῦμαι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς πολλὰ νὰ σκεφθῶ. Καὶ πρωτίστως, διατὶ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ νὰ διεκδικήσῃ οἱονδήποτε δικαίωμα, τὸ ὁποῖον πιστεύει, ὅτι ἔχει, δὲν τὸ πράττει ἀπ’ εὐθείας διὰ τοῦ ἐνταῦθα Πρεσβευτοῦ της; Καὶ δεύτερον, πῶς κείμενον εἰς τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται μεταγενεστέρως τοιαύτη σημασία δὲν γνωρίζει ἡ Γερμανικὴ Πρεσβεία, ὅτι δὲν ἦτο γνήσιον καὶ τὸ πληροφορεῖται μόλις ὑπὸ τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ; Δὲν ὑπερηφανεύομαι, ὅτι ἔχω μεγάλας διπλωματικὰς γνώσεις διὰ νὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τοιοῦτον παράδειγμα, δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάλογον προηγούμενον. Ἀλλὰ πάντως θὰ ἤμουν εὐτυχὴς ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαθέτουν τοιαύτας γνώσεις ἠμποροῦσαν νὰ ἐπικαλεσθοῦν ἓν ἄλλο ἀνάλογον. Ἐφ’ ᾧ καί μετὰ ταῦτα ὅταν διαδοχικῶς ἐνημερωνόμουν περὶ τοῦ μαγειρεύματος οὐδόλως ἐξεπλησσόμην. Τὸ ἀνέμενον. Ἤμουν ἀποφασισμένος νὰ μὴ ἀναλάβω οὐδεμίαν πρωτοβουλίαν καίτοι εἶχον ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα ἐνώπιόν μου, καὶ ἑκάστοτε διεσκέδαζον διὰ τὰ μεταξὺ Ἱσπανίας, Παρισίων καὶ Ἀθηνῶν τεκταινόμενα. Εἶχα τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, διότι πολὺ ἐφοβούμην, ὅτι οἱαδήποτε ἐκ μέρους μου προσπάθεια δὲν θὰ κατώρθου νὰ ἀποτρέψῃ καὶ μικρὸν ἔστω τραυματισμὸν τοῦ οἰκοδομήματος τῶν Ἑλληνο–Γερμανικῶν οἰκονομικῶν σχέσεων, διὰ τὸ ὁποῖον τόσον καὶ ἐγὼ ἐπίστεψα καί πιστεύω, ὅσον καὶ κἄπως ἰδιαιτέρως ἐμόχθησα. Ὁ δεύτερος λόγος ἦτο, ὅτι διησθανόμην, ὅτι μία τοιαύτη ὑπόθεσις ἦτο πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ μὲ ἔφερεν ἔξω τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Δὲν ἤθελα, ἐπαναλαμβάνω, ἐγὼ νὰ ἀρχίσω χειρῶν ἀδίκων. Ἰδίως ἐκκρεμούντων ἐθνικῶν ζητημάτων. Τέλος διεφύλαττον καὶ μικρὰν δόσιν ἐλπίδος, ὅτι τελικῶς ἡ σύνεσις ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερίσχυε τοῦ πάθους. Τουλάχιστον μέχρι περατώσεως τῶν μετὰ τῆς Γερμανίας συνομιλιῶν. Καὶ μετὰ ταῦτα εἴμεθα ἡμεῖς ἐλεύθεροι νὰ ἀλληλοφαγωθῶμεν χωρὶς νὰ παρουσιάζωμεν εἰς τοὺς ξένους τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάσαμεν. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἡ ἐξιστόρησις τοῦ κ. Καψάλη, θὰ εἶναι, φρονῶ, ἀπολύτως διαφωτιστικὴ διὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Θὰ ἀκούσετε πῶς ἐπεδίωξεν ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτόν. Πῶς ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξῃ ταὐτότητα ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον πλαστοῦ καὶ γνησίου κειμένου, πῶς τὸ εἰς χεῖρας μου πρωτότυπον τὸ ἐχαρακτήρισεν ὡς ἄνευ ἀξίας μουσιακὸν ἀντικείμενον. Ἀποφθεγματικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἀπορρίπτων ὡς ἀχρήστους πολυτίμους συμπατριωτῶν του ἑρμηνευτικὰς τὰς ἐργασίας ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ Ρωμαϊκοῦ δικαίου βασιζομένας εἰς Αἰγυπτιακοὺς παπύρους. Μουσιακὰ ἀντικείμενα ἀνάξια λόγου. Πῶς μετὰ ταῦτα, ἐπεκαλέσθη τὸ ἐπιχείρημα ταὐτότητος δεσμεύσεως καὶ ὑπὸ τὰς δύο ἐκφράσεις τοῦ κειμένου καὶ διὰ νὰ συντομεύω, πῶς ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγκαίρως μᾶς ἐξήγησεν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα διαδοχικῶς ἐπεκαλέσθη μεταγενεστέρως ἡ Κυβέρνησις ἐπισήμως ἢ ἀνεπισήμως. Πρέπει νὰ τοῦ ὁμολογήσω χάριν, διότι μὲ διηυκόλυνε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὰς ἀπαντήσεις. Ἀλλὰ πάντων, τὸ πλέον ἐνδιαφέρον, εἶναι ὅταν ἀκούσετε τὶ συνέβη ὅταν ἦλθεν ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Γερμανικοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, κ. Ράϊνχαρτ ἐδῶ. Ὅτε ἄλλα ἔσπευδε νὰ λέγῃ ὁ Πρέσβυς, καὶ ἄλλα διεβεβαίου ὁ κ. Ράϊνχαρτ. Ἵνα εἰς τὸ τέλος συμφωνηθῇ τὰ πράγματα νὰ παραμείνουν ἐκκρεμῆ μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ κ. Ἔρχαρτ. Αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον προφανῶς ἐπεδίωκαν κύκλοι τινὲς ἐν τῇ Κυβερνήσει νὰ ἐμποδίσουν. Δηλαδή, ἀπεσκόπουν ἀντιθέτως νὰ ὑπάρχουν τετελεσμένα γεγονότα πρὶν ἔλθῃ ὁ κ. Ἔρχαρτ, ἀφορῶντα καὶ τὸ θέμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐπιστολῶν καὶ τὸ θέμα τῆς παραμονῆς τῶν ὑπουργῶν Συντονισμοῦ καὶ Οἰκονομικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀποχώρησις, ἐπιπροσθέτως, προεκρίνετο ἀπὸ τοὺς κύκλους τούτους, προσφορωτέρα βάσει τοῦ θορύβου αὐτοῦ παρὰ βάσει τῶν ἀπὸ Σεπτεμβρίου ὑπαρχουσῶν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως παραιτήσεων αὐτῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέστρεψεν ἐκ τῶν ἐπισκέψεών του, εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ ζήτημα ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον τῆς 5ης Νοεμβρίου. Συνεφώνησαν οἱ πάντες, οἱ κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν παριστάμενοι, ὅτι δὲν ὑπῆρχε δέσμευσις —ἐπαναλαμβάνω, λεπτομερῶς θὰ σᾶς τὰ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Καψάλης—ὅτε αἰφνιδίως, δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετά, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετέβαλε γνώμην, καὶ οὕτως εἰπεῖν τελεσιγραφικῶς, εἰδοποίησε τὸν κ. Καψάλην, ἀνακοινῶν, ὅτι θὰ καταγγείλῃ καὶ τὴν ἰδικήν μου στάσιν. Καὶ ταῦτα ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Γερμανοῦ ὑπουργοῦ ἐνταῦθα. Ἀλλά, ἀκριβῶς ἐδῶ, προβάλλει σειρὰ ἐρωτημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν ἔδωσεν ἀπάντησιν σήμερον. Ἴσως θὰ ἦτο περιττὸν νὰ σᾶς τὰ θέσω, διότι νομίζω, ὅτι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν θὰ τὰ ἔχετε ἤδη θέσει ἐσεῖς εἰς τοὺς ἑαυτούς σας. Ἀλλ’ ἔστω δὲν θὰ ἦτο λάθος νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Αἱ ἀπαντήσεις εἰς τὰ ἐρωτήματα αὐτά, φρονῶ, ὅτι ρίπτουν πλῆρες φῶς, ὡς πρὸς τὰ ἐλατήρια τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Ἐρώτημα πρῶτον. Τὶ ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τοῦ τελευταίου Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον, Κυβερνητικὸν Συμβούλιον, διεπιστώθη ἅπαξ ἔτι ὅτι δὲν ὑφίστατο ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς πλευρᾶς δέσμευσις τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεταβάλῃ ἀποτόμως γνώμην καὶ δι’ ἐπειγούσης πρωθυπουργικῆς ἀνακοινώσεως πανηγυρικῶς νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὕπαρξιν δεσμεύσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Μήπως ἡ περίφημος Γερμανικὴ νότα; Ἀλλὰ τί ἦτο αὐτὴ ἡ νότα. Εἰς τὴν πραγματικότητα, μετὰ ἀπὸ προφορικὴν συνομιλίαν τοῦ Γερμανοῦ Πρέσβεως μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπηκολούθησε τὴν ἑπομένην ἐπιστολήν του, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἁπλῶς μνημονεύεται, ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Κυβερνήσεως τῆς Γερμανίας, αἱ ἐπιστολαὶ τῆς 11ης Νοεμβρίου 1953, αἱ ἀφορῶσαι τοὺς οἴκους ΖΗΜΕΝΣ καὶ ΤΕΛΕΦΟΥΝ-ΚΕΝ «συνιστοῦν ὑποχρέωσιν τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου». Καὶ ἤρκει αὐτὴ ἡ ἐπιστολὴ διὰ νὰ ὑψώσῃ τὰς χεῖράς του ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν προεκλήθη ἐντεῦθεν καὶ ὅτι ἁπλῶς ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς ἐπανέλαβεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅ,τι καὶ προηγουμένως καὶ εἰς τὸν ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ κ. Καψάλην. Ἐξέφρασε τὴν ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὰς ἰδικάς της ἀπόψεις; Καὶ ὅμως ὅταν ὁ κ. Καψάλης, τὴν ὑστάτην ὥραν, ἠρώτησε καὶ αὐτός: «Μὰ ἐπὶ τέλους ἐρωτήσατε κανένα, ἀπὸ τοὺς δικούς μας διεθνολόγους;». Προσθέτω ἐγώ, διὰ τὸν τύπον τοὐλάχιστον; Φαίνεται ὅτι δὲν ἠξιώθη ἀπαντήσεως. Ἤρκησε λοιπόν, ἡ ἁπλῆ ἔκφρασις γνώμης τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἴδιον ἐχούσης συμφέρον, διὰ νὰ μορφώσῃ ἀμέσως νέαν γνώμην ὁ Ἕλλην Πρωθυπουργός. Καὶ αὐτὴν τὴν γνώμην τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου ἠγνόησε καὶ οὐδὲ κἂν τὴν ἀνάγκην ᾐσθάνθη πρὶν προβῇ εἰς τὴν ριζικὴν μεταβολήν, νὰ ἐπανασυζητήσῃ τοὐλάχιστον τὸ ζήτημα μὲ τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον. Διατὶ εἰς πολὺ σοβαρώτερα θέματα μόλις δοθῇ μία νότα ὄχι ἁπλῶς σημείωμα, ἀμέσως ἡμεῖς ὑψώνομεν τὰς χεῖρας καὶ λέγομεν, ὅτι ἔχετε δίκαιον; Εἶναι ζήτημα τακτικῆς, λέγει ὁ Πρόεδρος. Τὸ πιστεύει καὶ ἔχει τὴν εὐθύνην νὰ τὸ πιστεύῃ καὶ νὰ κάμῃ ὅπως νομίζει, κατὰ τὴν κρίσιν του, ὀρθότερον. Ἀλλὰ ἡ ἀπορία παραμένει ἀπορία, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠκολούθησε γνώμην ξένην —καὶ δὴ τοῦ ἀντισυμβαλλομένου— χωρὶς νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην.
§62Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος, θόρυβος).
§63Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, διακόπτων ὡμίλησε περὶ ἀλλεπαλλήλων. Μὰ θὰ ἀκούσετε τὸν κ. Καψάλην νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἄλλα ἔλεγεν ὁ κ. Ράϊνχαρτ (;) καὶ ἄλλα ὁ Πρέσβυς. Ἐδῶ τὸ πρᾶγμα ἀρχίζει, νὰ μὴ καταλαβαίνῃ κανεὶς τίποτε. Διότι ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς, ἔκαμε σωρείαν ἀπὸ νότες καὶ διαβήματα εἰς τὸ διάστημα τοῦ τελευταίου 15ημέρου καὶ 20ημέρου. Δὲν καταλαβαίνω, διατὶ πρὶν δὲν ἐγένοντο αὐτά; Ἐπεκαλέσθησαν ἐπιστολὰς γεμάτας μυθεύματα. Ἀναφέρεται ὅτι ἔστειλον ἀντιπρόσωπον εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀναφέρεται, ὅτι συνηντήθην μὲ τὸν κ. Καψάλην, παρόντος τοῦ Βουλπιώτη, Ὄχι, κύριοι, δὲν ἔχω ἤδη ὅλας τὰς ἐπιστολάς, ἀλλὰ ἀπὸ ὅσα εἶπον δι’ ἐμέ, δὲν πρόκειται παρὰ περὶ μιᾶς σκευωρίας. Θὰ διαβάσω τὰ κείμενα καὶ θὰ ἴδητε ὅτι, τὸ γεγονός, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι κατώρθωσαν νὰ προσαγάγουν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πλαστὴν ἐπιστολήν, δὲν εἶναι μικρὸν στοιχεῖον. Ἐγώ, ὡς ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, ἠμπορῶ νὰ βλέπω οἱονδήποτε ἀντιπρόσωπον μιᾶς ἑταιρίας, διότι ἐγὼ δὲν ἔβλεπον τὸν κ. Βουλπιώτην, ἀλλὰ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς ΖΗΜΕΝΣ ἢ τῆς ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ ἢ οἱασδήποτε ἄλλης ἑταιρίας, ὅταν ἤμην ὑπουργός. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποδεικνύεται περισσότερον καὶ ἀπὸ τὸ δεύτερον. Ἡ πρώτη Πρωθυπουργικὴ ἀνακοίνωσις, προφανῶς ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ μὲ τὸ ὅλον σχέδιον, ἀναγράφει ἐπὶ λέξει: «Ὁ ἐν Ἀθήναις Γερμανὸς Πρεσβευτὴς προέβη σήμερον εἰς ἔγγραφον πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Στεφανόπουλον διακοίνωσιν, καθ’ ἣν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ, ὅτι διὰ τῆς ὡς ἄνω ἐπιστολῆς ἐδεσμεύθη ἡ Ἑλλὰς κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Κατόπιν τούτου, δηλῶ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ σεβασθῇ τὴν οὕτως ἀναληφθεῖσαν ὑποχρέωσιν...». Ταῦτα σημαίνουν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, θεμελιοῖ τὴν ἀπότομον μεταβολὴν τῆς στάσεώς του καὶ τὴν δημοσίαν ἀναγνώρισιν τῆς δεσμεύσεως, εἰς μόνην τὴν διακοίνωσιν, πράγματι δὲ ἁπλῆν ἐπιστολήν, τοῦ Γερμανοῦ Πρέσβεως. Πῶς τώρα, συμβιβάζεται ἡ ἐκπληκτικὴ αὕτη ὁμολογία μὲ τὴν μετὰ 48 ὥρας νέαν Πρωθυπουργικὴν ἀνακοίνωσιν, διὰ τῆς ὁποίας, ἡρμηνεύετο ἡ πρώτη, καὶ ἐγένετο ἐπίκλησις ἐπιχειρημάτων δικαιολογούντων τὴν μεταβολὴν τῆς στάσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ; Μεταβολὴν κατ’ ἀντίφασιν πρὸς τὴν προηγουμένην ἀνακοίνωσιν γινομένην ἐλευθέρως καὶ ὄχι δηλαδὴ κατόπιν τῆς Γερμανικῆς ἀνακοινώσεως; Ἁπλούστατα ἀντελήφθημεν, ἔστω καὶ κάπως ἀργὰ, ὅτι ἐπήγαινε πολὺ νὰ ρυθμίζεται ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ μίαν νότα. Αὐτὸ ἐξέθετε καὶ τὰς δύο Κυβερνήσεις. Ὄχι μόνον τὴν Ἑλληνικήν. Τρίτον. Ἀλλ’ εἴτε ὑπῆρχε δέσμευσις, εἴτε ὄχι. Εἴτε ἀπεκρύβησαν αἱ ἐπιστολαὶ εἴτε ὄχι: Ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ σπουδαῖοι ἐθνικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνακοίνωσίν του, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Ἔρχαρτ καὶ ἐν πλήρει ἀδιαφορίᾳ διὰ τὸν σάλον, τὸν ὁποῖον ἤθελε προκαλέσει; Τί θὰ συνέβαινεν ἂν ἀντὶ ὅλου αὐτοῦ τοῦ θορύβου ἔπραττε τὸ ἴδιον ἔστω κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συνεννοήσεων μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ. Καὶ μετὰ τὸ πέρας αὐτῶν καὶ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ κ. Ἔρχαρτ, προέβαινεν εἰς οἱασδήποτε ἀνακοινώσεις καὶ κατελόγιζεν οἱασδήποτε εὐθύνας. Ἡ ἀπάντησις εἶναι πολὺ ἁπλῆ. Ἂν εἶχεν ἀκολουθηθῇ αὐτὴ ἡ ἐνδεικνυομένη τακτική, θὰ εἶχεν ἁπλούστατα χαθῇ ἡ εὐκαιρία τῆς δημιουργίας εἰς βάρος ἐμοῦ θορύβου. Καὶ προφανῶς, ἐκεῖνο, ποὺ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἐνδιέφερεν, ἦτο ἡ ἰδική μου καταγγελία. Ἂν χάριν αὐτῆς ἐξετίθετο ἡ σοβαρότης μας ὡς Κράτους καὶ διεκυβεύετο καὶ τὸ κῦρος αὐτοῦ, τὶ σημασίαν ἔχει. Καὶ τέταρτον. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀφ’ ἧς προέκυψε τὸ ζήτημα, δηλαδή, ἀπὸ μέσων Σεπτεμβρίου, ἔστω τοὐλάχιστον ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ Πρωθυπουργὸς αἰφνιδίως ἀπεφάσισε νὰ μεταβάλῃ γνώμην, διατὶ δὲν ἐζήτησε προηγουμένως ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν ὑπευθύνως χειρισθέντα τὴν ὑπόθεσιν, δηλαδὴ ἐμέ; Ἀνεξαρτήτως ὅτι ἤμουν τότε ἀκόμη μέλος τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, καὶ ἂν δέν ἤμουν καὶ ἂν ἤμουν ὁ ὀξύτερος ἀντίπαλος, αὐτὸ δὲν θὰ μετέβαλε τὸ γεγονός, ὅτι ἤμουν τὸ κατ’ ἐξοχὴν κύριον πρόσωπον περί τὰς ἐνεργείας τοῦ ὁποίου προεκλήθη μέγα ζήτημα. Παντοῦ καὶ πάντοτε τὸ λογικώτερον θὰ ἦτο νὰ κληθῶ καὶ ἐγὼ νὰ δώσω ὅσας πληροφορίας διέθεσα καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἀκουσθοῦν αἱ ἀπόψεις μου. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἦτο πάντοτε ἐλευθέρα νὰ μὴ τὰς ἀκολουθήσῃ. Ἀκόμη καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον τῆς ἀποκρύψεως, ἂν ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ τὴν δημιουργίαν ὑποψίας, ὅτι πολιτικὰ ἐλατήρια ἐκίνησαν τὰς ἐνεργείας της, δὲν εἶχε πάλιν, παρὰ νὰ ζητήσῃ ἐμὲ πρῶτον νὰ ἀκούσῃ. Σημαίνουν ὅλα αὐτά, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὄπισθεν τοῦ διαφανοῦς τεχνάσματος τῆς δεσμεύσεως, τῆς ἀποδεσμεύσεως καὶ τῆς ἐκ νέου δεσμεύσεως, μία εἶναι ἡ πραγματικότης: Νὰ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ Μαρκεζίνη, ἀφοῦ τὸν δυσφημίσωμεν καὶ ὀλίγον. Ἀπὸ τοῦ ἰδίου βήματος, κύριοι βουλευταί, πρὸ ἑνὸς ἀκριβῶς ἔτους, ὡμίλουν περὶ τῆς δευτέρας τετραετίας τοῦ Συναγερμοῦ καὶ κατὰ δίμηνον σχεδὸν καὶ μία ἐπαναληπτικὴ ἐκλογὴ ἐβεβαίου τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές, ἐνῷ ἐνδομύχως οὐδ’ οἱ ἀντίθετοι ἠμφισβήτουν τοῦτο σοβαρῶς. Ἀλλά, τότε κοινὴ ἀκόμη ἦτο ἡ προσπάθεια, ἵνα ἀνταποκρινόμενοι πρὸς τὰς προσδοκίας τοῦ Λαοῦ ἐξασφαλίσωμεν τὴν μεταβολήν, τὴν ὁποίαν τόσον αὐτὸς ἐπόθησε καὶ τόσον ἡμεῖς κατηγορηματικῶς εἴχομεν ὑποσχεθῆ. Ὅταν ὅμως ὡς μόνη ἀλλαγὴ ἐπεκράτησε καὶ πάλιν ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν παλαιοκομματικὴν νοοτροπίαν, ἐκείνην ἀκριβῶς, ἀπὸ τῆς ὁποίας τόσον ἠθέλησε νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὅταν, ἀντὶ τῆς δημιουργίας μᾶς ἐνδιαφέρῃ μόνον ἡ ὑπονόμευσις. Ὅταν τὸν νοῦν συσκοτίζῃ τὸ πάθος, τότε οἱ τριγμοὶ τῆς καταρρεύσεως ἀρχίζουν νὰ ἀκούωνται. Θὰ εἴμεθα πρῶτοι εὐτυχεῖς ἂν ἡ προχθεσινὴ ἐκλογικὴ προειδοποίησις, ὡς τελευταία εὐκαιρία, ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ τὸ σκληρὸν μάθημα. Ἡμεῖς, πάντως, ἔχοντες ἤρεμον τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐπετελέσαμεν τὸ καθῆκον μας, ἀντιτάσσομεν εἰς πάντα ταῦτα σταθερὰν τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀγωνισθῶμεν, διὰ νὰ ἐπικρατήσουν αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν. Θὰ ἀποδείξωμεν ὅτι, ἡμεῖς δὲν ἐγίναμεν ἐπιλήσμονες αὐτῶν. (Χειροκροτήματα).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κ. Στεφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§65Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Θὰ συμφωνούσατε, κ. Ὑπουργέ, νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὸν κ. Μαρκεζίνη;
§66Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ἐγώ, ἐζήτησα τώρα τὸν λόγον, διὰ νὰ συμπληρώσω ὀλίγα τινά, διότι θὰ τεθοῦν εἰς ὑμᾶς ὡρισμένα ἐρωτήματα πρὸς τὰ ὁποῖα σεῖς θὰ ἀπαντήσετε. Συνεπῶς πρέπει νὰ εἶσθε ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὴν ἰδικήν μου παρέμβασιν. Κύριοι συνάδελφοι, μία σύντομος ἔκθεσις τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα κατέχομεν ἀσφαλῶς, θὰ ἀποτελέσῃ τὴν καλυτέραν ἀπάντησιν εἰς τὸν προλαλήσαντα ρήτορα καὶ ταὐτοχρόνως τὸ καλύτερον μέσον τῆς διαφωτίσεως ὑμῶν. Θὰ χρησιμοποιήσω κείμενα καὶ ἔγγραφα, εἰς τρόπον, ὥστε διαβεβαιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν προφορικῶς, θὰ ἴδητε, ὅτι ἄρδην θὰ ἀνατραποῦν. Τὰ γεγονότα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Τὴν 9ην Ὀκτωβρίου δύο ἡμέρας μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μὲ ἐπεσκέφθη ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Γερμανίας, ὁ ὁποῖος διεμαρτυρήθη, διότι προέβημεν εἰς προκήρυξιν διαγωνισμῶν, διὰ τὰ τηλέφωνα καὶ διὰ τὴν ραδιοφωνίαν, λόγῳ τοῦ ὅτι, ὅπως λέγει εἰς τὰς σημειώσεις, διότι ὅπως γνωρίζητε καταρτίζεται εἰς τὸ τέλος τῶν ἐπισήμων συνομιλιῶν, τὸ κείμενον τῆς συνομιλίας, τὸ ὁποῖον καὶ εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν συνεπεία ἀναληφθεισῶν ἐγγράφων ὑποχρεώσεων, ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ ἔναντι τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως τ’ ἀνωτέρω ἔργα ἔπρεπε νὰ παραχωρηθοῦν εἰς τὰς Γερμανικὰς Ἑταιρίας καὶ ΖΗΜΕΝΣ-ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ ἄνευ διαγωνισμοῦ. Ἐπειδὴ μόλις πρὸ ἐλαχίστων ἡμερῶν εἶχον ἐπιστρέψει ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐτέλουν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι σᾶς ἐξέθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πῶς ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἐπιστολῆς, τὸν παρεκάλεσα νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ περὶ τίνος πρόκειται. Μοῦ ἐξήγησε δέ, ὅτι ὑφίστανται ἐπιστολαὶ, διὰ τῶν ὁποίων ἀναλαμβάνονται σχετικῶς μὲ τὰς ἐν λόγῳ ἑταιρείας ὑποχρεώσεις. Βεβαίως προσέθεσεν ὁ κ. Κόρν, ὑπεδείχθησαν ὡρισμέναι μεταβολαὶ τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου τῆς ἐπιστολῆς, τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ἀλλὰ καθ’ ἡμᾶς, αἱ μεταβολαὶ αὗται οὐδόλως ἐπηρεάζουν ἀπὸ ἀπόψεως Διεθνοῦς Δικαίου, τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐπληροφορήθην, συνέχισεν ὁ κ. Κόρν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐτέλει ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐν λόγῳ ἐπιστολῶν, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι θέμα ἐσωτερικόν, ἐνδοκυβερνητικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, διότι ὁ ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, τότε ὑπέγραψεν ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεώς του. «Προσέθεσεν ἀκόμη, ὅτι αἱ Γερμανικαὶ πιστώσεις μετὰ τῶν ἐν λόγῳ ἐπιστολῶν εἶχον ἀποφασισθῆ ὡς ἕνα σύνολον. Μοῦ ἐξήγησεν ἀκόμη, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων, τὸ χειριζόμεθα κατὰ ἕνα τρόπον μᾶλλον πρόχειρον καὶ ἐπιπόλαιον, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ κινδυνεύωμεν νὰ τὰς χάσωμεν, παρὰ τὰς ἀντιθέτους προσπαθείας καὶ ἐπιθυμίας τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅτι, τέλος αἱ Γερμανικαὶ πιστώσεις ἔληγον τὴν 23ην Δεκεμβρίου. Κατόπιν τούτου, ἐπεκοινώνησα μὲ τὸν τότε ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ἐξέθεσα εἰς αὐτὸν ὅσα μοῦ εἶπεν ὁ κ. Κόρν, καὶ ἠρώτησα ἐὰν τὰ πράγματα εἶχον οὕτω. Ὁ κ. Καψάλης, μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι θὰ ἐπεκοινώνει μὲ τὸν κ. Κόρν, καὶ ὅτι ἐλπίζει νὰ τακτοποιήσῃ τὰ πράγματα. Τὴν ἑπομένην ἢ μεθεπομένην ἀφοῦ συνηντήθη μετὰ τοῦ κ. Κόρν, τηλεφωνικῶς, μοῦ ἀνεκοίνωσεν ὅτι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων διηυκρινίσθη, διότι ἡ λῆψις τῆς 23ης Δεκεμβρίου, ἀφορᾷ μόνον τὰς πιστώσεις τῆς Πτολεμαΐδος, ἀλλ’ ὅτι ἐκ παραλλήλου καὶ τὸ ἕτερον ζήτημα τῆς «δῆθεν» νομικῆς δεσμεύσεως ἦτο καὶ αὐτὸ τακτοποιημένον καὶ ὅτι ὁ κ. Πρεσβευτὴς, θὰ ἐπανήρχετο νὰ μὲ συναντήσῃ διὰ νὰ ἀναιρέσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προηγουμένως εἶχεν εἴπει. Τὸν κ. Πρεσβευτὴν δὲν τὸν συνήντησα, διότι ἀνεχώρησα μετὰ δύο ἡμέρας. Ἤμην ὅμως βέβαιος, ὅτι θὰ συνήντα τὸν κ. Κανελλόπουλον, καὶ ἀσφαλῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προηγουμένως εἶπε, θὰ τὰ ἔλεγεν εἰς αὐτόν. Ἀνεχώρησα, κύριοι, μετὰ 1 ἕως 2 ἡμέρας. Τὴν 15ην Ὀκτωβρίου συνηντήθην μὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Μασσαλίαν. Ἐκεῖ ἐξέθεσα εἰς αὐτὸν τὰ τῆς διαμαρτυρίας τοῦ κ. Κόρν. Ταυτοχρόνως, ὅμως, τὸν διεβεβαίωνα, ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ ἔχῃ τακτοποιηθῆ σύμφωνα μὲ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Καψάλη, καὶ ὅτι οὐδεὶς λόγος ἀνησυχίας ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἔκτοτε οὐδεὶς ἀπολύτως ἐγένετο λόγος. Εἰς Παρισίους, ὅταν ἐπέστρεψεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς Ἱσπανίας, εἶχεν ἔλθει ὁ κ. Κανελλόπουλος διὰ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν διάσκεψιν τοῦ Ν.Α.Τ.Ο. καὶ ἐκεῖ ἐπληροφόρησε τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὴν ἐπίσκεψίν του ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Γερμανίας διηυκρίνισε μόνον τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων, ὡς πρὸς τὸ θέμα ὅμως, τῆς νομικῆς δεσμεύσεως, ὄχι μόνον δὲν ὑπανεχώρησεν, ἀλλ’ ἔμεινεν ἀνένδοτος, ἐπαναλαβὼν τὰ γνωστὰ νομικά του ἐπιχειρήματα. Κατάπληκτος τότε, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνώπιον τῆς δευτέρας αὐτῆς διαμαρτυρίας πρὸς τὴν ὁποίαν ἤρχετο εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ τότε κ. ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ἔδωσεν ἐντολήν, ὅπως, ἅμα τῇ ἐπιστροφῇ ἡμῶν, διευκρινισθῇ τὸ θέμα τοῦτο, καὶ μάλιστα ἐγγράφως. Διότι ἦτο ἀρκετὰ περίεργον νὰ ἐμφανίζηται ἡ διάστασις αὐτὴ, μεταξὺ ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ καὶ Πρεσβευτοῦ, τοῦ ὑπουργοῦ διαβεβαιοῦντος διὰ λογαριασμὸν τοῦ Πρεσβευτοῦ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ὁ Πρεσβευτὴς ἔλεγεν ὑπὸ ἀντίθετον μορφήν. Μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μας καὶ ἐν ὄψει τῆς ἐπικειμένης ἀφίξεως τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ἡ ὁποία καὶ ἐπέσπευσε τὸ ζήτημα, συνηντήθην μετὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Γερμανίας, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐπανέλαβεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του ἐξακολουθεῖ νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν ἄποψιν τῆς ὑποχρεώσεως ἡμῶν, ὑποχρεώσεως, βάσει τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ἀναληφθείσης ἀπὸ τὰς ὑπογραφείσας ἐπιστολὰς ἐκ μέρους τοῦ τότε ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Ἐζήτησα ἀπὸ αὐτόν, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐγγράφως μοῦ δηλώσῃ τὰς ἀπόψεις του. Μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι εὐχαρίστως θὰ τὸ πράξῃ, δεδομένου ὅτι, εἶναι ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεώς του, τῆς ὁποίας καὶ ἐκτελεῖ ἐντολήν. Πράγματι, τὴν ἑπομένην μοῦ ἔδωσε τὴν γνωστὴν νόταν. Μετὰ ταῦτα ἐπηκολούθησαν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τρεῖς συνεπῶς, ἀξιότιμοι κύριοι, ἀλλεπάλληλοι εἶναι αἱ διαμαρτυρίαι, καὶ ὄχι μία, ὅπως ἐγράφη, τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Γερμανίας, ἰσχυριζομένου ὅτι ἀνελάβομεν δεσμεύσεις ἀπέναντι τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ αἱ διαμαρτυρίαι αὐταὶ δὲν ἦσαν, ὅπως ἀφέθη σκοπίμως νὰ νοηθῇ, διαμαρτυρίαι τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Γερμανίας. Ἦσαν διαμαρτυρίαι τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, της ὁποίας ἐξεπροσώπει τὴν γνώμην. Διότι τὴν ἑπομένην τὴν 11ην Νοεμβρίου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σκοπίμως ἀπεκρύβη καίτοι ἐγράφη εἰς πολλὰς ἐφημερίδας, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Βόννης, ἐδήλωνεν, ὅτι καλύπτομεν ἀπολύτως τὸν Πρεσβευτήν, ἐνῷ ταὐτοχρόνως διεπίστωνεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἶναι ἀσφαλῶς ὑποχρεωμένη νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑπὸ τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ δοθείσας ὑποσχέσεις. Γνωστὴ εἶναι ἡ διαστροφή, γνωστὴ εἶναι ἡ κακοπιστία, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη πέριξ τῶν δηλώσεων τοῦ Γερμανοῦ Πρεσβευτοῦ. Ἐκτὸς αὐτῆς τῆς καλύψεως τοῦ ὑπουργοῦ του, ἡ ὁποία ἐπιμόνως ἀπεσιωπήθη, ἐγράφη ἀπὸ ἄλλους, ὅτι ὁ Πρεσβευτὴς ἦλθε καὶ ὡμίλησεν εἰς γλῶσσαν ἀπειλητικὴν, ὅτι δῆθεν ὀφείλετε νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν ἄποψιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἡμεῖς δὲ ὅπως ἔγραψε, καὶ κάποιος ἐτρομοκρατήθημεν καὶ ἀντὶ νὰ τοῦ ἀπαντήσωμεν μὲ ἕνα ἡρωϊκὸν ὄχι, ἐσπεύσαμεν νὰ τὰ μεταφέρωμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι εἰς τοιαύτας φλυαρίας, εἰς τὰς ὁποίας ἡ κακοπιστία συναγωνίζεται μόνον μὲ τὴν φαιδρότητα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωμεν ἡμεῖς πίστιν. Οὐδεμία διετυπώθη ἀπειλὴ ἐκ μέρους τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Γερμανίας, ἀντιθέτως μὲ τὸ τάκτ του καὶ τὴν εὐγένειαν, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, κατόπιν τῆς ἐκ μέρους ἡμῶν προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ, ἦλθε νὰ μὲ ἐρωτήσῃ, ἐὰν τελικῶς ἀποδεχώμεθα τὴν ἄποψιν τῶν Γερμανῶν, ὅτι διὰ τῶν ἐπιστολῶν Μαρκεζίνη, ἐδεσμεύθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διότι αἱ πιστώσεις ἀποτελοῦν ἓν σύνολον. Δὲν ὑπῆρξε, σᾶς βεβαιῶ, οὐδεμία πρόθεσις, οὔτε νὰ μᾶς ἐγκαλέσουν εἰς δικαστήριον, οὔτε εἰς διαιτησίαν, διότι δὲν ὑπῆρχε κανεὶς τρόπος ἐπιβολῆς κυρώσεων. Αὐτὰ ὅλα ἀφοροῦν τὰς πιστώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ἐλέγοντο, κύριοι, μὲ διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εὑρίσκω σύμφωνον μὲ τὰς ἀντιλήψεις ποὺ ἐννοεῖ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει δώσει πιστώσεις. Ἐὰν δὲν εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν διάθεσιν αὑτὴν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποδεσμευθῶμεν, χωρὶς νὰ ὑποστῶμεν, ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου, οὐδεμίαν κύρωσιν, ἀλλὰ ἀπαλλασσόμενοι τῶν ὑποχρεώσεων ταυτοχρόνως παρῃτούμεθα καὶ τῶν πιστώσεων. Ἔχετε, κύριοι βουλευταί, κατ’ αὑτὸν τρόπον, τὸν λόγον καὶ τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔδωσε τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Δὲν εἶναι τὰ θέματα ἐκ τῆς συντόμου αὐτῆς ἐκθέσεως τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ τεθοῦν ἐνώπιόν σας. Τὸ πρῶτον θέμα εἶναι τοῦτο. Διατὶ αἱ ἐπιστολαί, αἱ ὑπογραφεῖσαι μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων δύο Κυβερνήσεων ἀπεσιωπήθησαν, καὶ διατὶ δὲν κατετέθησαν εἰς τὸν ἐπίσημον φάκελλον τοῦ Ὑπουργείου. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ ἕτερον θέμα, ἐὰν αἱ ἐπιστολαὶ αὗται πραγματικῶς, ἀπὸ ἀπόψεως διεθνοῦς δικαίου, εἶναι δεσμευτικαὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Εἰς τὸ δεύτερον αὐτὸ θέμα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὐθὺς ἀμέσως ὅπως καὶ ὁ ἴδιος σᾶς εἶπεν, ἔσπευσε νὰ δώσῃ τὴν κατ’ αὐτὸν ἐνδεδειγμένην λύσιν, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀντιδικίας. Ἐπρόκειτο περὶ τῆς λεπτοτάτης λειτουργίας τῆς πίστεως, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν χωροῦν ἑρμηνεῖαι, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν χωροῦν νομικοὶ κανόνες, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸ παντός, ἰσχύει ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Ἠρνήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὀρθῶς ἠρνήθη, νὰ ἀποταθῇ εἰς νομικοὺς διὰ νὰ λάβῃ τὰς νομικάς των γνώμας, διότι τὸ θέμα δὲν ἦτο νομικόν. Ἦτο θέμα καθαρᾶς ἐμπιστοσύνης συνδεομένης μὲ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Ἐὰν δέ, κύριοι, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἡ Ἑλλάς, ἐνεφανίζετο ἀρνουμένη διὰ στρεψοδικιῶν καὶ νομικῶν ἐπιχειρημάτων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ πιστοδότης μας, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπετάθημεν καὶ ἐζητήσαμεν πιστώσεις, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ διεπραγματεύετο διαφορετικὰ τὸ ζήτημα, καὶ ἤθελε νὰ στραφῇ πρὸς δικαστήρια, ἢ νομικοὺς συμβούλους, ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι, καίριον θὰ ἦτο τὸ πλῆγμα τὸ ὁποῖον θὰ κατεφέρετο κατὰ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Ἡ ἀναστήλωσις τῆς πίστεώς μας ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ τὸ βάθρον δι’ ἓν μικρὸν κράτος, ὅπως ἡμεῖς, τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἀνασυγκροτήσεώς μας. Καὶ ἔχομεν, κύριοι, διὰ τὴν ἀναστήλωσιν αὐτὴν τῆς πίστεώς μας, τὴν ἐργατικότητα, τὴν ὁμολογουμένην, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔχομεν ἀκόμη τὴν ἐσωτερικήν μας τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν. Ἔχομεν, τρίτον, καὶ πρὸ παντὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ καύχημά μας, ὅτι πάντοτε ἐτιμήσαμεν τὰς ὑπογραφάς μας, ὅτι πάντοτε ἀπεδέχθημεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, ἔστω καὶ ἂν ἐξ αὐτῶν ἐπρόκειτο νὰ προκύψουν μεγάλαι δι’ ἡμᾶς θυσίαι. (Χειροκροτήματα). Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐστερέωσεν ἠθικῶς τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς παράγοντας ἀξιολόγους. Μέσα εἰς τὴν διεθνῆ κοινωνίαν καὶ μέσα εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν διεθνῶς τεταραγμένην, μέσα εἰς ἕνα κόσμον, ὁ ὁποῖος πρὸ παντὸς ὑπονομεύεται ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς δυσπιστίας, ἡ μικρὰ Ἑλλὰς ὑπὸ τὸν Στρατάρχην Παπάγον, δὲν ἦτο δυνατὸν ποτέ, νὰ μὴ δώσῃ πρώτη τὸ παράδειγμα τῆς ἀφοσιώσεως, τῆς πίστεως, πρὸς τοὺς ἠθικοὺς κανόνας, πρὸς τὰς ἠθικὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διέπουν ὅλον τὸν πολιτισμένον κόσμον. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη. Καὶ ἐὰν ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς πεδίου καὶ ἰδιαιτέρως ἀφορώντων τὴν πίστιν ἡμῶν, ἐὰν λέγω, ἐπ’ αὐτῶν συμπεριεφερόμεθα ὡσὰν δικηγόροι, ὡσὰν δικολάβοι, πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι τετέλεσται πλέον περὶ τῆς πίστεως ἡμῶν. Τὸ πλῆγμα θὰ ἦτο μέγα, ἡ δὲ πίστις ἡμῶν δὲν θὰ ἐχάνετο ἁπλῶς εἰς τὴν Γερμανίαν —καίτοι θὰ εἴχομεν καὶ τὴν ἀνάγκην τῶν πιστώσεων διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν— ἡ πίστις ἡμῶν θὰ ἐπλήσσετο ἐνώπιον ὅλων τῶν χωρῶν τοῦ κόσμου. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἠδυνάμεθα μὲ ἕνα ναὶ ἢ ἕνα ὄχι νὰ λύσωμεν ἀσφαλῶς καὶ δεσμεύσεις καὶ ὑποχρεώσεις. Οὐδεὶς δι’ αὐτὸ θὰ μᾶς ἀνεκάλει καὶ οὐδεμία κύρωσις ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐπεβάλετο. Ἀλλὰ λύοντες κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ θέμα τῶν πιστώσεων, θὰ ἐλύομεν μαζὶ μὲ αὐτὸ καὶ τὸ θέμα τῆς πίστεώς μας ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς κοινωνίας. Καὶ τώρα, κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον θέμα, τὸ θέμα τὸ καὶ σπουδαιότερον, κατ’ ἐμέ, διότι τὸ θέμα, ὅπως εἶπον, τῆς δεσμεύσεως ἢ τῆς μὴ δεσμεύσεως, δὲν εἶναι θέμα νομικόν, εἶναι θέμα ἀποδείξεως καλῆς πίστεως, ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν λεπτήν, λεπτοτάτην λειτουργίαν, ἡ ὁποία καλεῖται πίστις, ἔρχομαι ἐγὼ εἰς τὸ ἕτερον θέμα, δηλαδή, εἰς τὸ θέμα τῶν ἐπιστολῶν. Κύριοι, ἐνεγράφη, ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ αὐταὶ ὑπεγράφησαν ἐνώπιον τόσων ἀνθρώπων. Μᾶς ἐπεδείχθη μάλιστα καὶ μία φωτογραφία, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ μὲ μικροσκόπιον ἐὰν παρετηρούσατε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τῆς λήψεως τῆς φωτογραφίας, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀναγνωρίσητε ἐὰν τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπεγράφοντο ἄλλα ἔγγραφα ἢ αἱ ἐπιστολαί. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον, ὅταν φυσικὰ τὸ ἐπιχείρημα τῆς φωτογραφίας δὲν ἦτο δυνατὸν οὐδένα νὰ πείσῃ, ὅτι ὅλοι οἱ παριστάμενοι, ὅλοι οἱ ἐκεῖ εὑρισκόμενοι, πρῶτος δὲ τοῦ Ὑπουργείου σας τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ ἐκπρόσωπος, ὁ κ. Παλαμᾶς, εἶχε λάβει γνῶσιν τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν. Ἡμεῖς ἀπηντήσαμεν, ὅτι εἰς τὴν ἔκθεσίν του δὲν λέγει τίποτε. Μᾶς ἀπήντησαν, ὅτι δὲν ἀνεγνώσατε ἁπλούστατα τὴν ἔκθεσιν αὐτήν. Ὅταν δὲ ἐνεφάνισα εἰς τὴν οὐσίαν τί λέγει ἡ ἔκθεσις, μοῦ εἶπον, ὅτι τὴν περιέκοψα. Περιέκοψα πράγματα περιττά, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν σχέσιν. Διότι εἶπον, ὅτι ἡ ἔκθεσις κ. Παλαμᾶ, ἀναγράφει, ὅτι εἰς μίαν ἐπίσκεψιν εἰς τὴν Τελεφοῦνκεν καὶ Ζῆμενς, εἰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀπήντησε καθαρά, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνει οὐδεμίαν δέσμευσιν καὶ τοὺς παρέπεμψεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔδει ν’ ἀποστείλουν τὰς προτάσεις των. Ἀλλά, ὅταν, κύριοι, ἐλέχθη, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, ἔπρεπε νὰ εἶχον κατατεθῆ οἱ φάκελλοι, ὅταν εἶδον, ὅτι εἰς μίαν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία εἶναι πλήρης, ἡ ὁποία γράφει καὶ παρακολουθεῖ τὰς διαπραγματεύσεις καὶ τὰ γεγονότα, ἡμέραν παρ’ ἡμέραν, ὅτι εἰς μίαν ἔκθεσιν τοιαύτην ἀναφέρουν ἰδιωτικὰς συνομιλίας, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν εἰς τὴν Τελεφοῦνκεν καὶ εἰς τὴν Ζῆμενς καὶ ὅτι παρελείποντο νὰ ἀναφερθοῦν ἐπιστολαὶ ἐπίσημοι, ἀνταλλαγεῖσαι μεταξὺ ἀντιπροσώπων Κυβερνήσεων, ὁμολογῶ, ὅτι ᾐσθάνθην ἀπορίαν καὶ ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ἀποστείλω τηλεγράφημα εἰς τὸν κύριον Παλαμᾶν εἰς Ν. Ὑόρκην. Τὸ τηλεγράφημα ἦτο συντεταγμένον ὡς ἑξῆς:
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι στενογράφοι, νὰ γράφουν καὶ ὅ,τι ἀναγινώσκεται.
§68Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Θὰ καταθέσω τὰ κείμενα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ γραφοῦν: «Εἰς τὴν ἔκθεσίν σας τῆς 18ης Νοεμβρίου 1953, ἐπὶ τῶν ἐν Γερμανίᾳ διαπραγματεύσεων τῆς ἀποστολῆς τοῦ τότε ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ κ. Μαρκεζίνη, τῆς ὁποίας ἀπετελέσατε μέλος, ἐνῷ ὁμιλεῖτε περὶ προτάσεων τῶν ἑταιρειῶν, Τελεφοῦνκεν καὶ Ζῆμενς, κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν τῶν ἐργοστασίων, αἱ ὁποῖαι ἀπερρίφθησαν μὲ τὴν σύστασιν ὅπως ὑποβληθοῦν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὰς Ἀθήνας— αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἀναγνώσω, — οὐδόλως μνημονεύετε τὰς μετὰ ταῦτα μετὰ τοῦ Γερμανοῦ ὑπουργοῦ κ. Ἔρχαρτ ὑπογραφείσας ἐπὶ τῶν ὡς ἄνω προτάσεων ἐπιστολάς. Παρακαλῶ, ὅπως τηλεγραφήσητε ἐπειγόντως, ἐὰν εἴχατε λάβει γνῶσιν τῶν ἐν λόγῳ ἐπιστολῶν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατὶ παρελείψατε νὰ κάμετε ἔστω καὶ ἁπλῆν νύξιν περὶ αὐτῶν. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Παλαμᾶ: «Ὡς γνωρίζει ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης, ἡ κυρία ἁρμοδιότης μου, ἐν τῇ ἀποστολῇ τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ἦτο ὁ χειρισμὸς τοῦ ζητήματος τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων. Καθ’ ὅσον δύναμαι νὰ ἐνθυμοῦμαι, μετὰ τὴν πάροδον ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους, ἡ σχετικὴ ἔκθεσίς μου, συνταγεῖσα ἐπὶ σκοπιᾶς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ καλύπτουσα τὸ ἀνωτέρω θέμα, ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ ἐπεκταθῇ εἰς ὅσα ζητήματα ἦσαν τῆς ἀποκλειστικῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. Μεταξὺ τῶν ζητημάτων αὐτῶν —καὶ οὐχὶ τὸ μόνον— ἦτο καὶ ἡ ὑπογραφεῖσα ἐπιστολή, ἣν τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ἐνθυμοῦμαι καὶ εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς ὁποίας δὲν ἔλαβον μέρος. Διερωτῶμαι, ἐὰν ἡ ἐπιστολὴ εὑρίσκετο εἰς τὸν φάκελλον τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου». Ὁ κ. Παλαμᾶς ὁμολογεῖ ἐδῶ, ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν τῆς ἐπιστολῆς, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῶν διαπραγματεύσεων. Ἔχει μίαν φράσιν «διερωτῶμαι, ἐὰν ἡ ἐπιστολὴ εὑρίσκετο εἰς τὸν φάκελλον τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου». Ἐπηκολούθησεν ἀμέσως δεύτερον τηλεγράφημα: «Παρακαλοῦμεν διευκρινήσατε νόημα ὑμετέρας φράσεως «διερωτῶμαι, ἐὰν ἡ ἐπιστολὴ εὑρίσκετο εἰς τὸν φάκελλον τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου», δεδομένου, ὅτι ὁ διάδοχός σας κ. Λιάτης, ἐρωτηθεὶς μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι εἰς τὸν σχετικὸν φάκελλον, οὔτε εὑρίσκεται, οὔτε ποτὲ παρέλαβε τοιαύτην ἐπιστολήν». Ἠκούσατε, λεχθὲν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ εἶχε κατατεθῆ καὶ εὑρίσκετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἠκούσατε, ὅτι ἡ ἔκθεσις Παλαμᾶ εἶναι λεπτομερής, λεπτομερεστάτη. Καὶ ἐν τούτοις ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ δι’ ὅλας τὰς ἄλλας ἐπιστολάς, ὅλας ἐκείνας ποὺ ἀφοροῦν τὰ κτήματα καὶ τὰς Γερμανικὰς περιουσίας, περιέργως, οὐδεμίαν λέξιν διαλαμβάνει περὶ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς. Περιλαμβάνει ὅλας τὰς συζητήσεις ποὺ ἀφοροῦν ἰδιωτικὰς ἑταιρείας, καὶ παραλείπει νὰ ἀναφέρῃ ἐπιστολὰς ἐπισήμους. Κύριοι, ἂς μὴ πλανώμεθα. Τὸ θέμα δὲν εἶναι αἱ συζητήσεις αἱ προφορικαί, ποὺ ἔγιναν, μὲ τὴν ἄλφα ἢ βῆτα Ἑταιρείαν καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σημασίαν. Οὐσίαν ἔχει τὸ θέμα, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπέγραψεν Ἕλλην ὑπουργός, μὲ ὑπουργοὺς τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ὑπάρχει ἔγγραφον ἐπίσημον, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ γίνῃ μνεία εἰς ἐπίσημον ἔκθεσιν. Δι’ αὐτὸ παρεκάλεσα τὸν κ. Παλαμᾶν νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις. Καὶ ἠκούσατε τὰς ἐξηγήσεις. Καὶ εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν, πῶς τὸ ἔγγραφον περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοῦ κ. Παλαμᾶ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ ἔγγραφον ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν κ. Στεφάνου εἰς τὰς 23 Νοεμβρίου, πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους καὶ λέγει: «Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσω ὑμῖν συνημμένως ἐσφραγισμένον φάκελλον, περιέχοντα τὰ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Ἔρχαρτ, ὑπογραφέντα κείμενα δύο ἐμπιστευτικῶν ἐπιστολῶν αἵτινες ἀντηλλάγησαν μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ κ. Μαρκεζίνη, κατὰ τὰς ἐσχάτως λαβούσας χώραν ἐνταῦθα διαπραγματεύσεις. Δεδομένου, ὅτι τὸ περιεχόμενον τῶν ἐν λόγῳ ἐπιστολῶν τυγχάνει ἄκρως ἀπόρρητον, παρακαλῶ, ὅπως ὁ ἐν λόγῳ φάκελλος, παραδοθῇ εἰς χεῖρας τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑποθέσεων κ. Παλαμᾶ». Ὁ φάκελλος παρελήφθη καὶ παρεδόθη σύμφωνα μὲ τὸ πρωτόκολλον παραδόσεως, εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν Συντονισμοῦ. Ἔκτοτε, οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν ἔλαβε γνῶσιν, καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τοὺς φακέλλους αὐτούς. Ἀντιλαμβάνεσθε, λοιπόν, ὅτι ὅλα τὰ γραφέντα, περὶ δῆθεν καταθέσεως, ἢ ἐγγραφῆς οἱασδήποτε ἐκ τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, εἶναι πράγματα ἀποδεικνυόμενα ἀσύστατα ἐκ τῶν ἐγγράφων καὶ τῶν πραγμάτων. Ὅταν ὅμως, ἡ ἀνακοίνωσις περὶ τοῦ κ. Παλαμᾶ προεκάλεσε μίαν σύγχυσιν εἰς ἐκείνους ποὺ ὑποστηρίζουν τὰ ἀντίθετα, τότε ἐσκέφθησαν ἄλλην ἐκδοχήν. Ὑπῆρχεν ἀκόμη ὁ κ. Τσιμικάλης. Προεβλήθη εἰς τὸ προσκήνιον ὁ Ἐμπορικὸς μας ἀκόλουθος εἰς τὴν Βόννην, ὁ ὁποῖος παρίστατο καὶ ἔλαβε μέρος εἰς τὰς διαπραγματεύσεις. Αὔριον, ὅταν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ θὰ σᾶς ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Τσιμικάλη καὶ θὰ ἴδητε ἐκεῖ κατὰ τίνα τρόπον μυστηριώδη ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Τσιμικάλης τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν, δὲν θὰ ἀπομείνῃ εἰς ὑμᾶς καμμία ἀμφιβολία, ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ αὐταὶ ὑπεγράφησαν, ὅτι ὑπεγράφησαν, ὅπως ἐλέχθη, τὴν τελευταίαν στιγμήν. Καὶ προκύπτει, ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ αὐταί, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ὑπογραφῆς διὰ κλειστοῦ φακέλλου ἔφθασαν εἰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἔκτοτε οὐδεὶς ἔλαβε γνῶσιν. Καὶ οὐδεὶς ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν, παρὰ τὰ ἀντιθέτως ὑποστηριζόμενα. Ἓν ἐρώτημα ἀκόμη ἀνακύπτει καὶ ἀνέκυψε δι’ ἐμέ, ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου ἐξ Ἀθηνῶν, ὅτι δηλαδὴ τὴν τελευταίαν στιγμὴν μοῦ ἔφερον τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν καὶ οἱονεὶ μὲ ἐξηνάγκασαν νὰ ὑπογράψω, βεβαίως ἀφοῦ προηγουμένως διεμαρτυρήθην, ἀφοῦ προηγουμένως ἀντέστην, ὑπέγραψα τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, μὲ διαγραφὰς καὶ μὲ μεταβολάς. Ἀλλὰ ὁ κ. Ἔρχαρτ, ἐδήλωσε σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴν εἶναι ἀποτέλεσμα μακρῶν διαπραγματεύσεων, ὅτι ἐκδηλοῖ τὴν θέλησιν τοῦ ὑπουργοῦ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις. Καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, ἐγὼ θέτω εἰς ὑμᾶς τὸ ἐρώτημα: Ἔχετε τὴν πρώτην δήλωσιν τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ἔχετε τὴν δήλωσιν ποὺ ἠκούσατε ἀπόψε· εἰς ὑμᾶς κύριοι, ἀπομένει νὰ κρίνετε ποία εἶναι ἡ ὀρθὴ ἄποψις μεταξὺ τῶν δύο. Ἀλλὰ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. τέως ὑπουργὸς, ὅτι «ἂν ἐκράτησα τὸ ἔγγραφον αὐτό, ἂν δὲν τὸ κατέθεσα, ὅπως εἶχα ὑποχρέωσιν ὅπως κατατίθενται ὅλα τὰ ἔγγραφα, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς μίαν πρόνοιαν αὐτὸ ὀφείλεται, εἰς τὴν ἀνάγκην ἀμύνης μου». Ἐρωτῶμεν, κύριοι βουλευταί, διατὶ ἐξέλεξεν αὐτὸν τὸν τρόπον ἀμύνης ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος; Ἄμυνα δι’ αὐτὸ θὰ ἦτο νὰ φέρῃ τὴν ἐπιστολήν, νὰ τὴν θέσῃ εἰς τὸ ἰδιωτικόν του γραφεῖον ἢ θὰ ἦτο νὰ τὴν καταθέσῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα τὰ δημόσια, ὅπως θὰ ἦτο δυνατὸν οἱοσδήποτε νὰ λάβῃ γνῶσιν; (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ λέγω, ἀφοῦ ᾐσθάνθη ὅλην αὐτὴν τὴν ἀνησυχίαν, ὅλην τὴν ἀγωνίαν, ἀφοῦ εἶδεν, ὅτι περίπου ἐξεβιάζετο, τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ λησμονηθῇ, ὥστε νὰ ἀποκρυβῇ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν θὰ ἔπρεπεν αὐτὴ ἡ ἀγωνία τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ κατὰ ἕνα τρόπον νὰ ἀνακοινωθῇ ἐδῶ ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς τί θὰ πρέπει νὰ πράξωμεν, ὥστε ὅλοι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπάλαιεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων ἡμῶν; Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευε τὴν ἀγωνίαν τοῦ κ. συναδέλφου; Ἀξιότιμε κ. βουλευτὰ Ἀθηνῶν, εἶσθε εὐφυὴς ἀσφαλῶς, εὐγενὴς ἄνθρωπος ἀναμφιβόλως, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀμύνης σας ἐκλέγετε πάντοτε τὴν ἀτυχεστέραν ὁδόν, (χειροκροτήματα), καὶ δι’ αὐτὸ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ ἄγαλμα τοῦ Μακιαβέλι ἀσφαλῶς δὲν ἔχει θέσιν πλησίον σας. Ἀλλά, κύριοι, δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ὡς νὰ μὴ ἤρκουν ὅλα αὐτά, ὅλαι αἱ περίεργοι ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο, κατὰ ἕνα πρωτοφανῆ τρόπον, ὑπῆρξε καὶ μία ἄλλη ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀνέφερε καὶ μοῦ ἀπεκάλυψεν ὁ κ. Πρέσβυς τῆς Δυτικῆς Γερμανίας. Ὅταν ὡμιλούσαμεν περὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπετέλουν τὸ ἀντικείμενον συνομιλιῶν μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ, μοῦ εἶπεν, ὅτι πλὴν τῶν θεμάτων τῶν πιστώσεων τῆς Πτολεμαΐδος, τῶν Γερμανικῶν περιουσιῶν, θὰ εἶναι καὶ τὸ θέμα τῶν διϋλιστηρίων. Περὶ τίνος θέματος διϋλιστηρίων μοῦ ὁμιλεῖτε, ἠρώτησα τὸν κ. Πρέσβυν; Ὁ τότε ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ μοῦ ἀπήντησεν ὁ κ. Πρέσβυς μᾶς ἔδωκεν ὑπόσχεσιν προφορικὴν βέβαια, ἀλλὰ πάντοτε ὑπόσχεσιν μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ διϋλιστήρια θὰ δοθοῦν εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἀγνοεῖτε, κ. Πρεσβευτά, παρετήρησα, ὅτι ἀκόμη ἡ ὑπόθεσις τῶν διϋλιστηρίων εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον μιᾶς εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ὅτι οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέμβῃ ἢ ἐπηρεάσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ προεξοφλήσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς; Ἐν τούτοις, τὴν ἑπομένην εἰς τὸν κ. Παπαληγούραν καὶ μετὰ ταῦτα εἰς τὸν νῦν Πρεσβευτὴν κ. Καπετανίδην, ὁ κ. Πρέσβυς τῆς Γερμανίας μετὰ φορτικότητος, ἐπανελάμβανεν, ὅτι ἔχομεν τὴν προσωπικὴν διαβεβαίωσιν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐτηλεγραφήσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησίν μας καὶ τὴν θεωροῦμεν καὶ ἡμεῖς ὡς ὑπόσχεσιν δοθεῖσαν. Θὰ σᾶς τὴν ἀναπτύξῃ σήμερον ἢ αὔριον ὁ κ. Παπαληγούρας. Ἐγὼ σήμερον ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω τοῦτο: Πῶς ἦτο δυνατόν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκκρεμοῦσεν ἡ περίφημος αὐτὴ ὑπόθεσις τῶν διϋλιστηρίων, κατόπιν διεθνοῦς διαγωνισμοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν Ἕλλην ὑπουργός, ἔστω καὶ ἐὰν ἦτο προικισμένος μὲ διπλωματικὸν τάλαντον, ἢ ἔστω καὶ ἐὰν ἐπιέσθη ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτεθῇ εἰς μίαν τοιαύτην ὑπόσχεσιν; Δὲν ἀντελαμβάνετο, ὅτι καὶ ἂν τὰ πράγματα τὸν ἐδικαίωναν κατόπιν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπεκλείοντο, θὰ εὕρισκον τὴν εὐκαιρίαν, διὰ νὰ διαβάλουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι εἰς αὐτοὺς τοὺς διαγωνισμοὺς ἐπεμβαίνει ὁ ὑπουργός, ὅτι ὁ ὑπουργὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κανονίζει, κατὰ βούλησιν καὶ κατ’ ἀρέσκειαν, εἰς ποῖον θὰ δοθῇ ἡ αʹ ἢ βʹ ἐπιχείρησις; Ἀντιλαμβάνεσθε, κύριε τέως ὑπουργέ, ὅτι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐξεθέσατε καὶ τὸν ἑαυτόν σας καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι ἐὰν ἐδικαιώνεσθε τότε τὰ πράγματα θὰ ἦσαν ἀκόμη χειρότερα; Καὶ ἐνώπιον, κύριοι, αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐγὼ νὰ ἐρωτήσω: Ποῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐξηνάγκασε νὰ προβῆτε εἰς μίαν τοιαύτην ἄκαιρον καὶ πρόωρον ὑπόσχεσιν; Ποῖον τὸ ἀντάλλαγμα, ποὺ θὰ εἴχατε ἢ ἐπεζητούσατε νὰ ἐπιτύχετε, διὰ μίαν τοιαύτην ἄκαιρον καὶ πρόωρον ὑπόσχεσιν; Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἐγὼ νὰ ἀπαντήσω. Ἐὰν σεῖς μᾶς δώσετε ἐξηγήσεις, εὐχαρίστως θὰ τὰς δεχθῶμεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ εἴπωμεν εἶναι, ὅτι μεταξὺ τῶν τόσων καὶ τόσων περιπετειῶν, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ἡ πίστις ἡμῶν, ἦλθε νὰ προστεθῇ καὶ τοῦτο: Ὅτι εἰς τοὺς διαγωνισμούς, διότι καὶ αὐτὸ μοῦ παρετηρήθη ἀπὸ ὡρισμένους ξένους, ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι πάντοτε ἴση ἀπέναντι ὅλων τῶν συμμετεχόντων εἰς αὐτοὺς καὶ ποία εἶναι ἡ σημασία τούτου ἐν ὄψει ἀνασυγκροτήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ ἐφ’ ἑαυτῆς ἡ Βουλή. Κύριοι, ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξεθέσαμεν, νομίζω, ὅτι προκύπτει ἀνενδοιάστως, ὅτι ἐπεκράτησε τοιαύτη προχειρότης, τοιαύτη ἀταξία εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν γερμανικῶν πιστώσεων ἐν τῷ συνόλῳ, ὥστε οὐσιώδεις διαπραγματεύσεις, ἐπὶ θεμάτων σοβαρῶν, νὰ ἀποκρύπτωνται ἀπὸ τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις, ὥστε νὰ ἀναλαμβάνωνται ὑποχρεώσεις, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδεὶς κατόπιν ἐγνώριζε τί πρέπει νὰ γίνῃ ἢ τί ὀφείλει νὰ γίνῃ, ἐπὶ πλέον δὲ τὰ κείμενα τὰ ἐπίσημα, τὰ κείμενα τὰ ὑπογραφόμενα ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς, ἀντὶ νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰ ἐπίσημα ἀρχεῖα, εὑρίσκονται εἰς τὰ ἰδιωτικὰ θυλάκια. Πρόκειται περὶ ἀταξίας, πρόκειται περὶ ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαράδεκτος διὰ τὴν πολιτικήν μας ζωήν. Εἶναι ἀπαράδεκτος, ὅταν εἶναι συνυφασμένη μὲ συμφέροντα ἰδιωτικά, εἶναι ἀπαράδεκτος, ὅταν εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν θέσιν ἡμῶν ἔναντι τοῦ διεθνοῦς κόσμου. (Χειροκροτήματα). Μὲ τὴν βίαν καὶ τὴν προχειρότητα, ἡ ὁποία τοὺς διέκρινεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις καὶ μὲ μόνον τὸν σκοπόν, προφανῶς, νὰ παρουσιάσουν ἐντυπωσιακὰς λύσεις καὶ ἐντυπωσιακὰ ἀποτελέσματα, ἔσπευδον νὰ ὑπογράψουν ὅ,τι δήποτε τοὺς παρουσιάζετο καὶ ὑπέγραφον, νομίζοντες ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα, ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον. Διότι ὑπέγραψαν, κύριοι, ὡς διεκήρυξαν, ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ γερμανικαὶ εἶναι πιστώσεις κρατικαί. Καὶ, ἐν τούτοις, ἠκούσατε τὸν κ. Ἔρχαρτ νὰ δηλοῖ, ὅτι εἶναι πιστώσεις τῆς ἰδιωτικῆς γερμανικῆς οἰκονομίας, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις μόνον τὴν ἐγγύησιν παρέσχε καὶ τὴν ἄδειαν. Ἠκούσατε ἀκόμη, ὅτι αἱ πιστώσεις τῆς Ζῆμενς καὶ τῆς Τελεφοῦνκεν εἶναι πέραν τῶν 200 ἑκατομμυρίων μάρκων. Αὐτὰ ἐνόμιζον, ὅτι ὑπογράφουν. Καὶ ἐν τούτοις, ὁ κ. Ἔρχαρτ, ἐδήλωσε σαφῶς, ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι μεταξὺ τῶν 200 ἑκατομμυρίων μάρκων περιείχοντο ἀκριβῶς καὶ αἱ πιστώσεις τῆς Τελεφοῦνκεν καὶ τῆς Ζῆμενς. Κατόπιν τούτου, διατί, κύριοι, νὰ ἐκπλήττεσθε, ὅτι κατελήξαμεν σήμερον εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς ἀμφισβητήσεις, εἰς αὐτὸν τὸν κυκεῶνα, καὶ ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ προστρέξωμεν εἰς τὰς διεθνεῖς συμβάσεις, διὰ νὰ διακανονίσωμεν τὰς διεθνεῖς συμβάσεις, διὰ νὰ διακανονίσωμεν τὰς διεθνεῖς μας σχέσεις; Ἐξ αὐτοῦ μὴ ἀπορῆτε πῶς κατελήξαμεν καὶ εἰς τὸ σημεῖον ὥστε νὰ ἀμφισβητῆται ἡ καλὴ πίστις τῆς Ἑλλάδος; Καὶ νὰ ζητῆται ὅπως ἀναγνωρίσωμεν πρῶτον τὰς δεσμεύσεις τῆς Ἑλλάδος, καὶ μετὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν οὐσίαν; Κατόπιν αὐτῶν μὴ ἀπορῆτε, ἐὰν καὶ ἐκ τῶν γερμανικῶν πιστώσεων δὲν κατωρθώσαμεν μέχρι τῆς στιγμῆς οὐδὲ ἓν μάρκον νὰ πραγματοποιήσωμεν. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιόν σας, δὲν εἶναι τὸ θέμα τῆς νομικῆς δεσμεύσεως. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιόν σας, εἶναι θέμα βασικώτερον. Εἶναι θέμα βασικώτερον. Εἶναι θέμα μεγαλύτερον. Εἶναι θέμα ἠθικῆς τάξεως, διότι ὅταν ἐρχώμεθα καὶ ἀναιροῦμεν ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας ἀνελάβομεν, ὅταν ἐρχώμεθα καὶ διεθνεῖς διαπραγματεύσεις τὰς περιβάλλωμεν μὲ σκότος καὶ δὲν τὰς ἀναφέρωμεν εἰς τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις μας, ὅταν προστρέχωμεν διὰ τὴν ἑρμηνείαν των, ὄχι εἰς τὴν καλὴν πίστιν, ἀλλὰ εἰς τοὺς δικολαβισμούς, ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι βαρύτατον πλῆγμα καταφέρεται κατὰ τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως τοῦ τόπου αὐτοῦ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνωνται ἀποδεκταὶ τοιαῦται μέθοδοι εἰς τὴν πολιτικήν μας ζωήν, διότι παρέχουν ἀφορμὴν εἰς ἀμφισβητήσεις καὶ ὑποψίας καὶ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὑπονομεύουν τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τοῦ πολιτικοῦ μας βίου. Εἶναι ἀσυμβίβαστοι αἱ μέθοδοι αὗται μὲ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλλὰς διεθνῶς. Ὁ μικρὸς αὐτὸς τόπος μὲ τὴν μεγάλην ἱστορίαν καὶ ἀποστολὴν κατώρθωσε νὰ ἀκτινοβολῇ, διότι εἶναι διεθνῶς παραδεδεγμένον, ὅτι χωρὶς δικολαβισμοὺς καὶ ἀντιδικίας ἐκτελεῖ τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ τιμᾷ τὴν ὑπογραφήν του. Δὲν δύναται νὰ μετέρχεται τοιαύτας μεθόδους, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀσυμβίβαστοι μὲ τὸ κλῖμα τὸ διεθνές, εἶναι ἀσυμβίβαστοι μὲ τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ τὴν Δημοκρατίαν, εἶναι ἀσυμβίβαστοι μὲ τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ὁ Κοινοβουλευτισμὸς καὶ μὲ τὴν δημοσιότητα καὶ τὸ πλῆρες φῶς, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ Δημοκρατία. (Χειροκροτήματα). Σεῖς, κύριοι, θὰ ἀποφασίσητε, ἐὰν αἱ μέθοδοι αὗται, θὰ ἀκολουθηθοῦν εἰς τὸ μέλλον. Σεῖς ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν αὔριον ἢ μεθαύριον, διὰ τῆς ψήφου σας, νὰ ἀποδοκιμάσητε τὰς μεθόδους αὐτά, διότι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ κατορθώσητε νὰ διαφυλάξητε ἀκέραιον τὸ ἠθικὸν κῦρος τῆς Ἑλλάδος, θὰ κατορθώσητε νὰ διαφυλάξητε ἀκέραια, τὰ ἠθικὰ βάθρα τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς. (Χειροκροτήματα).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ 10′.
(Ὥρα 8.30′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.50′ μ.μ.)
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Παρακαλοῦνται οἱ κ. κ. βουλευταί, νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Καψάλης, ἔχει τὸν λόγον.
§71Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς βλέπω, δὲν θὰ παραστῇ εἰς τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς συνεδριάσεως. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ γεγονός, ὅτι σήμερον ἀπαντᾷ ἕνας βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἕως χθὲς ἦτο στενὸς συνεργάτης του, καὶ ἐπίσης, τὸ γεγονός, ὅτι σήμερον ἀπηύθυνεν ἐναντίον μου, τοὐλάχιστον, διὰ πρώτην φοράν, μίαν τόσον βαρεῖαν κατηγορίαν, μὲ ἔκαμε νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ παρίστατο, ὅταν θὰ ἀνηρχόμην εἰς τὸ βῆμα. Ἐπίσης, κύριοι βουλευταί, ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ἂν καὶ ὡμίλησαν ἤδη τρεῖς κύριοι ρήτορες ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, αἰσθάνομαι, ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ ἀκόμη σημεῖα, τὰ ὁποῖα χρήζουν μιᾶς πλήρους ἐκκαθαρίσεως. Συνεπῶς, ἐλπίζω, —καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι σύντομος, ὅπως συνήθως— ἐλπίζω, ὅτι τὰ ὅσα πρόκειται νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ, δὲν θὰ ἀποτελέσουν ἐπανάληψιν, ἀλλὰ θὰ ἀποτελέσουν μερικὰς πολυτίμους πληροφορίας διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ συμπληρώσετε τὴν εἰκόνα τῶν γεγονότων. Ἀρχίζω, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὸν Ἰανουάριον, δηλαδή, ἀπὸ τὴν συζήτησιν εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν καὶ ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἰσηγήθησαν τὰ τῶν προτάσεων Ζῆμενς. Περὶ αὐτῶν σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Μαρκεζίνης πρὸ ὀλίγου. Ἐγὼ δὲν ἔχω παρὰ μόνον νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ «συμπέρασμα», διότι παριστάμην καὶ ἐγὼ ὡς ἀναπληρωτὴς τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ βοηθός του ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον. Τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, τότε ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς προγενεστέρας δημοπρασίας, ἡ ὁποία δὲν εἶχε οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὰς νέας προτάσεις τῆς Ζῆμενς. Διεπίστωσεν ἐπίσης, ὅτι εἰς τὰς νέας προσφορὰς τῆς Ζῆμενς, ὑπῆρχε μία αἰσθητὴ διαφορὰ τιμῶν καὶ ἀπεφάσισε νὰ ξανασυζητήσῃ τὸ θέμα βραδύτερον, ὅτε ἡ Σῆμενς θὰ ὑπέβαλε νέας προτάσεις. Τὸ ἐὰν θὰ ἐγένετο τότε διαγωνισμὸς ἢ θὰ ἐγίνοντο ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεις βάσει τῶν τιμῶν τῆς παλαιᾶς δημοπρασίας, ἀφέθη ἀνοικτόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ τότε ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἀπέκλιναν ὑπὲρ νέας δημοπρασίας. Ἡ ἰδική μου γνώμη ἦτο, ὅτι ἀκόμη καὶ ἐὰν ἐλαμβάνοντο ὡς βάσεις αἱ τιμαὶ τῆς προγενεστέρας δημοπρασίας, τοῦτο ἠδύνατο νὰ εἶναι συμφέρον διὰ τὴν χώραν. Μερικὰς ἡμέρας βραδύτερον, ἡ ἑταιρεία Ζῆμενς μοῦ ἐξέφρασε τὴν λύπην της, διότι αἱ προτάσεις της εἶχον αὐτὴν τὴν ἔκβασιν, λόγῳ τῆς συσχετίσεως τῶν δύο προσφορῶν, τῆς νέας καὶ τῆς παλαιοτέρας καὶ μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μὲ τοὺς τεχνικοὺς καὶ τοὺς διευθυντάς της, διὰ νὰ ὑποβάλῃ νέας προτάσεις. Ἐμεσολάβησε, κύριοι βουλευταί, ἓν διάστημα, σχεδὸν τριῶν μηνῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐσημειώθη καμμία νεωτέρα ἐξέλιξις. Ἀκόμη καὶ ὅταν ὁ Καγκελάριος Ἀντενάουερ ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας, οὐδεμία νύξις ἐγένετο ἀπὸ Γερμανικῆς πλευρᾶς, εἴτε περὶ τῆς μιᾶς ἑταιρίας, εἴτε περὶ τῆς ἄλλης. Ἐν τῷ μεταξύ, τὸν Ἀπρίλιον, ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀπεχώρησε τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Μαΐου ἐδέχθην ἐπίσκεψιν δύο ἀνωτέρων στελεχῶν τῆς Ζῆμενς, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἐπανέλαβον νέας προτάσεις τῆς ἑταιρίας αὐτῆς, οὐχὶ πλέον διὰ 10 ἑκατομμύρια δολλάρια, ὡς ἦσαν αἱ παλαιαί, ἀλλὰ δι’ 20 ἑκατομμύρια δολλάρια καὶ ὄχι μόνον διὰ τὰ τηλέφωνα, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως διὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ συγκοινωνιακοῦ δικτύου, δι’ ἠλεκτροτεχνικὸν βαρὺν ὁπλισμόν, δηλαδή, διὰ κατασκευὴν ἐργοστασίων ἠλεκτρισμοῦ καὶ ἄλλων ἐπιχειρήσεων συναφῶν, μὲ τὴν δραστηριότητα τῆς μεγάλης αὐτῆς ἑταιρίας. Ταὐτοχρόνως, μοῦ ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῆς Τελεφοῦνκεν προσφορά, δηλαδή, ἀόριστος προσφορά, κεφαλαίων 1.300.000 δολλαρίων ἀφορῶσα τὸ Ραδιόφωνον. Καὶ οἱ δύο οἶκοι, μοῦ ἐδήλωσαν καὶ πάλιν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἦτο ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τῶν 200 ἑκατομμυρίων μάρκων τῆς συμφωνίας μας. Βάσει τῆς δηλώσεως αὐτῆς καὶ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία εἶχε προηγηθῆ, προέβην ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν ἐνημέρωσιν τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον εὐχαρίστως ἔλαβε γνῶσιν αὐτῆς τῆς προσφορᾶς, ἀφ’ ἑτέρου δέ, τὴν ἑπομένην, εἰς σχετικὰς δηλώσεις πρὸς τὸν τύπον, ὅπου ἀνέφερα τὰ ποσά, τοὺς ὅρους καὶ ἰδίᾳ τὸ γεγονός, ὅτι αὐταὶ αἱ προσφοραὶ ἦσαν ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τῶν 200 ἑκατομμυρίων μάρκων. Αὐτὸ ἔχει κἄποιαν σημασίαν, διότι, ὡς ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν τελευταῖον καιρὸν ἐπιχειρεῖται μία, ἂς εἴπωμεν, δημιουργία συγχύσεως ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἤμουν σαφὴς καὶ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τῆς Γερμανίας καὶ εἰς τὰς ἐδῶ δηλώσεις μας, αἱ ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω, ἐδημοσιεύθησαν εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας τῆς 5ης Μαΐου, μηδὲ τῶν ξενογλώσσων ἐξαιρουμένων, συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ κανεὶς ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀναληθείας, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησα μὲ τὴν φαντασίαν μου. Διότι ὕστερα ἀπὸ μία τοιαύτην ἐντυπωσιακὴν δημοσίευσιν, εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας, μὲ μεγάλους μάλιστα τίτλους, τῆς προσφορᾶς τῶν 50 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, ἔξω τῆς συμφωνίας, καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους περιέγραφεν, οὐδεμία ἠκούσθη πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ διαμαρτυρία καὶ οὐδεὶς ἦλθε νὰ παραπονεθῇ καὶ νὰ εἴπῃ: «Ἐδῶ, κ. ὑπουργέ, κάμνετε ἕνα λάθος· ἡμεῖς δὲν εἴπομεν, ὅτι ἡ προσφορά μας εἶναι πέραν τῶν 200 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, ἀλλὰ ἐντὸς τῶν 200», πρᾶγμα ποὺ ἐπιχειρεῖται, ἀτυχῶς, ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἀποδειχθῇ. Ἄλλωστε δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι οἱ δύο Διευθυνταί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνώτερα στελέχη τῆς Ζῆμενς, ὁποτεδήποτε ἐρωτηθοῦν, θὰ βεβαιώσουν, ὅτι ἡ δήλωσίς των εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἦτο σαφὴς καὶ συγκεκριμένη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει......
§72Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. Ἔγγραφος ἦτο ἢ ὄχι;
§73Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Εἰς ἐμὲ προέβησαν εἰς προφορικὰς δηλώσεις, τὰ ἔγγραφά των ἐπηκολούθησαν. Οἱ ἐκπρόσωποι αὐτῶν τῶν ἑταιρειῶν, μοῦ εἶπον, ὅτι ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ὑποβολὴ λεπτομερῶν πλέον προσφορῶν, αἱ ὁποῖαι καθ’ ὅσον μὲν ἀφεώρων τὴν Ζῆμενς θὰ ἐπήγαιναν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν, καθ’ ὅσον δὲ ἀφεώρων τὴν Τελεφοῦνκεν θὰ ἐπήγαιναν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἦτο ἁρμόδιον. Καὶ πράγματι, κύριοι συνάδελφοι, μεταξὺ 10–20 Ἰουνίου ὑπεβλήθησαν αἱ νέαι αὗται προσφοραὶ τῆς Ζῆμενς, αἱ ὁποῖαι ἦσαν μόνον διὰ δέκα ἑκατομμύρια δολλάρια, ἐνῷ ἡ πρὸς ἐμὲ προσφορὰ ἦτο διὰ εἴκοσι ἑκατομμύρια δολλάρια. Τοῦτο δὲν ἐσήμαινεν, ὅτι ἀνεκάλουν τὰ ἄλλα δέκα ἑκατομμύρια δολλάρια, ἀλλὰ πάντως αἱ λεπτομερεῖς προσφοραὶ ὑπεβλήθησαν μόνον διὰ δέκα ἑκατομμύρια δολλάρια καὶ δὴ διὰ τὰ τηλέφωνα, διὰ τὰς συσκευάς, τὰ κέντρα κλπ. Ἡ προσφορὰ τῆς Τελεφοῦνκεν ὑπεβλήθη εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως διὰ 1.300.0000 δολλάρια. Σημειώσατε, ὅτι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τῶν διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθησαν, ἐγὼ δὲν εἶχα καμμίαν ἰδιαιτέραν ἀνάμιξιν, πλὴν τῆς γενικῆς μου ἐνημερώσεως ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν. Κατὰ Σεπτέμβριον ἤχθη εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου τὸ θέμα τῆς προτάσεως τῆς Τελεφοῦνκεν. Ἡ εἰσήγησις τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως συνίστατο εἰς τὸ ὅτι αἱ προτάσεις τῆς Τελεφοῦνκεν, κατ’ ἐκεῖνον, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν ἀποδεκταί, διότι περιελαμβάνοντο καὶ ζητήματα ἐκμεταλλεύσεως κ. ἄ. Ἡ γνώμη του ἦτο, ὅτι θὰ ἔδει νὰ προκηρυχθῇ διεθνὴς δημοπρασία μόνον διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ, οὐχὶ δὲ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν. Πράγματι ἡ εἰσήγησις ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὁμοφώνως. Κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἦλθε τὸ θέμα τῆς Ζῆμενς, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῶν ὑπηρεσιῶν θὰ ἔπρεπε νὰ διεξαχθῇ νέα δημοπρασία μολονότι, ὡς προσέθεσεν αἱ τιμαὶ τῆς τελευταίας δημοπρασίας, ἡ ὁποία εἶχε γίνει πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἐθεωροῦντο εὐνοϊκαί. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐτάχθη σαφῶς ὑπὲρ τῆς νέας δημοπρασίας. Πρὸς τὴν ἄποψιν αὐτὴν συνεφώνησα καὶ ἐγὼ συμμεριζόμενος τὰς παρατηρήσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Συγκοινωνιῶν περὶ τοῦ συμφέροντος τῶν τιμῶν τῆς τελευταίας δημοπρασίας. Εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον γίνει ὄχι μόνον κατὰ τὰ συμβούλια αὐτά, ἀλλὰ καὶ εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις, ἡ στάσις μου ἦτο σαφὴς καὶ ἀμετάβλητος. Ὡς ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀπέδιδα ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὴν προώθησιν τῶν οἰκονομικῶν μας σχέσεων μὲ τὴν Γερμανίαν. Ἐπίσης ἐτόνιζα, ὅτι ἡ θέσις τῶν δύο αὐτῶν ἑταιρειῶν καὶ ἡ ἐπιρροή των ἐπὶ τῆς γερμανικῆς οἰκονομίας εἶναι μεγάλη. Ἀλλὰ τὸν κύριον λόγον, ὡς ἐτόνιζα πάντοτε, ἔχουν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι προΐστανται τῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν ἐπιτροπῶν καὶ τῶν ὀργάνων ποὺ θὰ διενήργουν ἑκάστοτε τὸν ἐμπορικὸν καὶ τὸν τεχνικὸν ἔλεγχον τῶν προσφορῶν αὐτῶν. Οὐδέποτε ἐθεώρησα ὑφισταμένην δέσμευσίν τινα, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐγένετο ἡ κρίσις, τοῦ ἐὰν αἱ προτάσεις μᾶς συμφέρουν ἢ ὄχι. Πέραν τούτου, κ. βουλευταί, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι γνωρίζουν καλῶς τὸν καθηγητὴν Ἔρχαρτ, ἤμην ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἐπέμενεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν οἱουδήποτε σχεδίου ἢ εἰς τὴν ἀποδοχὴν ἐκ μέρους μας οἱωνδήποτε προτάσεων, ἐὰν αἱ προτάσεις αὐταὶ δὲν ἦσαν συμφέρουσαι καὶ δὲν ἐγένοντο ἀσμένως ἀποδεκταὶ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν πλευράν. Τόσον μεγάλη εἶναι ἡ πεποίθησίς μου εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὥστε καὶ πάντα ἄλλον θὰ ἀπέτρεπα ἀπὸ τοῦ νὰ ἀκολουθήσῃ διαφορετικὸν δρόμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα μου ἐκ τῶν μετ’ αὐτοῦ ἐπαφῶν μου, καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι καὶ κατὰ τὸ πρῶτον διάστημα καὶ ἰδίᾳ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ἐγὼ εἶχα τὸ βάρος τοῦ χειρισμοῦ ὄχι μόνον τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ σωρείας ἄλλων γερμανικῶν ζητημάτων. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ἐκ τῶν ἐπαφῶν μου μὲ τὴν Γερμανικὴν πλευρὰν καὶ οὐδέποτε ᾐσθάνθην νὰ ἔχῃ δημιουργηθῇ ἡ ἐλαχίστη ἔλλειψις ἐγκαρδιότητος, ἢ τὸ ἐλάχιστον παράπονον, τοὐλάχιστον ἕως τὴν στιγμὴν αὐτήν. Ἐπειδὴ θὰ μὲ ἀκούσητε ὑποστηρίζοντα, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ σχέσεις τῶν δύο χωρῶν, τῆς Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας, εἰς τὰς ὁποίας πιστεύω, εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ πρωταρχικὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν τὴν ἐπίτευξιν οἰκονομικῆς ἰσορροπίας, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ διανοηθῇ κανείς, πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ μόνιμος σχέσις προόδου μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν, ἐὰν δὲν χαρακτηρίζωνται αἱ σχέσεις των ἀπὸ ἀπόλυτον ἐγκαρδιότητα καὶ κατανόησιν. Αὐτὴ εἶναι μία πρόχειρος καὶ μικρὰ ἀπάντησις εἰς τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ πρῶτον ἔλαβον γνῶσιν τοῦ ζητήματος τῶν ἐπιστολῶν καὶ τῆς τυχὸν ὑφισταμένης δεσμεύσεως μίαν ἢ δύο ἡμέρας πρὸ τῆς 23ης Σεπτεμβρίου. Πράγματι τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἰς τὸν λόγον του ἀνέφερεν κάπως συντετμημένα τὰ συμβάντα, ἐνῷ ἐγὼ θὰ εἶμαι λεπτομερέστερος, μοῦ εἶπεν, ὅτι ὁ ἐν Ἀθήναις ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας Τελεφοῦνκεν ἰσχυρίζεται, ὅτι ἔχει εἰς χεῖράς του τὸ κείμενον ἢ ἀντίγραφον, ἐπιστολῆς, δεσμευτικῆς διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ὕστερα ἀπὸ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης καὶ ὕστερα ἀπὸ ὅσα ἠκούσατε ὡς πρὸς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἔβλεπε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ βλέπῃ τὴν Ἑλληνογερμανικὴν συνεργασίαν, θὰ ἀντιλαμβάνεσθε, διατὶ ἔδωσα κατηγορηματικὴν τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲ ὑπῆρχεν, ὅτι δὲν ἐγνώριζα νὰ ὑπάρχῃ καμμία δέσμευσις καὶ ὅτι θὰ ἀνέτρεχα εἰς τὸν φάκελλον, διὰ νὰ προσκομίσω πᾶν σχετικὸν στοιχεῖον οὕτως ὥστε νὰ πεισθῶ. Ἐμεσολάβησαν δύο ἡμέραι κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἀπέδωσα μεγάλην σημασίαν εἰς τὸ πρᾶγμα. Διότι, τὸ ὅτι ἕνας ἀντιπρόσωπος ξένης ἑταιρείας ἰσχυρίζεται, ὅτι ὑπάρχει ἡ Α ἢ Β δέσμευσις, αὐτὸ τὸ ἀκούει εἷς ὑπουργὸς πολλὲς φορές. Ἀκόμη καὶ εἰς τὴν προσπάθειαν, ἡ ὁποία ἤρχισε νὰ γίνεται ἀργότερα καὶ ἀπὸ Γερμανικῆς πλευρᾶς πάλιν δὲν ἀπέδωσα μεγάλην σημασίαν. Τὴν 23ην Σεπτεμβρίου, δύο ἡμέρας μετὰ τὴν συνομιλίαν αὐτήν, μὲ ἐκάλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ μοῦ ὑπέδειξε τὸ ἀντίγραφον μιᾶς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. Μαρκεζίνην, ἡ ὁποία ἔλεγεν: «...........(ἀναγινώσκει).........». Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μοῦ ἀνέφερεν, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ ἀντίγραφον εἶχε ληφθῆ ἐκ τοῦ φακέλλου τῆς Πρεσβείας καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἦτο ἀκριβές. Ἀπήντησα, ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι τοιοῦτον κείμενον καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπέγραψε τοιοῦτον κείμενον ὁ κ. Μαρκεζίνης. Ἐξ ἀφορμῆς δὲ τῆς φράσεως «τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως» τοῦ προσέθεσα ἀμέσως, ὅτι ἐνεθυμήθην μίαν ζωηρὰν στιχομυθίαν, κατὰ τὰς τελευταίας ὥρας τῆς ἐκεῖ παραμονῆς μας, ὅτε ὁ κ. Μαρκεζίνης ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναλάβῃ δέσμευσιν καὶ νὰ δώσῃ ὑπόσχεσιν διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως. «Ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω ὑπόσχεσιν, ἔλεγε, δι’ ὅσα αἰσθάνομαι ἐγὼ καὶ δι’ ὅσα θὰ ἀναλάβω ἐγὼ νὰ πράξω». Ἤμην βέβαιος συνεπῶς, ὅτι τοιοῦτον κείμενον δὲν εἶχεν ὑπογράψει ὁ κ. Μαρκεζίνης. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλᾶτε ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὴν θέσιν μου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοῦ ἐπεδείκνυεν ἕνα κείμενον μὲ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸν φάκελλον τῆς Πρεσβείας. Διὰ μίαν στιγμὴν τὰ ἔχασα. Ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑπογράψει τοιοῦτον κείμενον ὁ κ. Μαρκεζίνης; Ἐβοήθησε τότε τὴν μνήμην μου ἡ φράσις ἐκείνη, «τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως» καὶ εἶπον: «Ἀποκλείεται, κ. Στρατάρχα, διότι ἐνθυμοῦμαι σαφῶς τὴν διαλογικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔγινε τὴν τελευταίαν στιγμήν».
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔπρεπε νὰ εἴπητε, ὅτι ὑπεγράφη, ἀλλὰ μὲ αὐτὴν τὴν φράσιν.
§75Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν παρέστητε κατὰ τὴν διαγραφὴν τῆς φράσεως καὶ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἐπιστολῆς;
§76Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§77Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν ἦτο φυσικὸν καὶ ἑπόμενον, ἀφοῦ παρέστητε κατὰ μίαν συζήτησιν τόσον ἔντονον, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ κειμένου, δὲν ἦτο εὔλογον νὰ τὸ ἐνθυμηθῆτε, ὅταν σᾶς ἠρώτησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως;
§78Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Προσπαθῆτε νὰ δημιουργήσητε ἐντυπώσεις. Αὐτὸ εἶπεν.
§79Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Μία πασίγνωστος ἐπιστολὴ καὶ μία τοιαύτη διαγραφή, ἦτο ἄγνωστος εἰς τὸν κ. Καψάλην;
§80Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Δὲν παρηκολουθήσατε τί εἶπον. Εἶπον ἀκριβῶς, ὅτι ἡ φράσις «τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως» μοῦ ἔφερεν εἰς τὴν μνήμην τὴν γενομένην διαλογικὴν συζήτησιν. Δὲν ἐντρέπομαι νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι μὲ τὸν φόρτον τῆς ἐργασίας μου καὶ τὸ ἀσθενὲς μνημονικόν, τὸ ὁποῖον ἔχω, αὐτὰ ἐνθυμοῦμαι. Ὡς εἶπον, ἐξ ἀφορμῆς τῆς φράσεως «τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως» ἐνεθυμήθην ἀμέσως μίαν ἔντονον διαλογικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔγινε τὴν τελευταίαν στιγμήν. Πάντως εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: «Θὰ πάω νὰ σᾶς φέρω τὸ πρωτότυπον κείμενον διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑπογραφῆ τοιαύτη ἐπιστολή». Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἰδίας ἡμέρας—καὶ εἶναι σύμπτωσις τὸ ὅτι ἐνθυμοῦμαι τὴν ἡμερομηνίαν, διότι ἀπὸ ἡμερῶν καὶ δι’ ἄλλον θέμα εἶχα παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ δεχθῇ— τὸ ἀπόγευμα λοιπόν, τῆς ἰδίας ἡμέρας, ὅταν ἐπεσκέφθην τὸν κ. Πρωθυπουργόν, τοῦ προσεκόμισα τὸ πρωτότυπον τῆς ὑπογραφείσης ἐπιστολῆς μὲ τὰς διαγραφάς. Τὸ πρωτότυπον αὐτό, ὅπως σᾶς ἐξήγησα, τὸ εἶχεν ὁ κ. Μαρκεζίνης εἰς τὸ σπίτι του καὶ ἐπῆγα καὶ τὸ ἐπῆρα. Ἐπειδὴ ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου, ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι, «ὁ φάκελλος αὐτὸς δὲν εἶχε κατατεθῆ» τοῦ ὑπενθυμίζω, ὅτι μέχρι τοῦ Ἰουνίου ποὺ ἀνεχώρησεν ὁ κ. Παλαμᾶς, ὁ φάκελλος εὑρίσκετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν ὁλόκληρος, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ αὐτογράφου. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀπὸ τὸν κ. Μαρκεζίνην, ὅτι ἀναχωρῶν τὸν μῆνα Ἰούνιον ὁ κ. Παλαμᾶς τοῦ παρέδωσε τὸν φάκελλον.
§81Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἐζήτησα ἐγὼ ἀπὸ τὸν κ. Παλαμᾶν νὰ μοῦ παραδώσῃ τὸν φάκελλον ὀλίγον πρὶν ἀναχωρήσῃ διὰ τὴν νέαν του θέσιν. Πρώτην φορὰν ἤκουσα περὶ κλειστοῦ φακέλλου. Μάλιστα, νὰ ζητήσετε νὰ τὸ ἐξακριβώσητε. Δὲν ἔχω ὑπογραφὴν ἐγώ, ὅτι παρέλαβα φάκελλον. Δηλῶ, ὅτι ἐσφραγισμένον φάκελλον δὲν ἔλαβα ποτέ. Ἁπλῶς, ἐζήτησα, ὀλίγον πρὶν φύγῃ ὁ κ. Παλαμᾶς, νὰ μοῦ δώσῃ τὸν φάκελλον διότι ἔλλειπε τὸ πρωτότυπον μὲ τὰς διαγραφάς, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιέφερε. Ἐσφραγισμένον φάκελλον δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔλαβον ἐγώ.
§82Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὅταν ὁμιλῶμεν ἐδῶ ἐπαναλαμβάνομεν ὑποχρεώσεις καὶ ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Ὅταν ὁ κ. Παλαμᾶς ἀπαντᾷ, ὅτι οὐδέποτε ἔλαβε γνῶσιν αὐτῶν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ δὲν γνωρίζει τίποτε, περὶ ἐπιστολῶν, οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολύ, ὁ κ. Παλαμᾶς, ἐφ’ ὅσον δὲν τὸ ἠγνόει, συνεπῶς ἐψεύδετο.
§83Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, δὲν παίζω μὲ τὰς λέξεις. Δὲν εἶπον, ὅτι διεπραγματεύθη τὰς ἐπιστολὰς ὁ κ. Παλαμᾶς. Εἶπον, ὅτι παρηκολούθησεν, ὅπως ὅλοι, ὅσα συνέβησαν τὰς τελευταίας στιγμάς. Διαπραγμάτευσις ἐπιστολῶν, ἐγένετο μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ἔρχαρτ. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι αἰφνιδιάσθην. Ἐπὶ 48 ὥρας, οὐδεὶς μᾶς εἶπε περὶ ἐπιστολῶν. Αἱ διαπραγματεύσεις τῶν ἐπιστολῶν ἐγένοντο κατὰ τὸ πλεῖστον διὰ διερμηνέως, διότι ὁμολογῶ, ὅτι τὰ γερμανικά μου δὲν μοῦ ἐπέτρεπον νὰ διαπραγματευθῶ μόνος τὸ θέμα. Κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν παρίσταντο ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς ὁ κ. Ματζαβῖνος, ὁ κ. Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος ἐδικαιολογεῖτο νὰ παρακολουθῇ ἀπὸ μετάφρασιν, διότι δὲν γνωρίζει, νομίζω, Γερμανικά, ὁ κ. Ἀνδρεάδης, ὁ καθηγητὴς κ. Νικολαΐδης καὶ μοῦ φαίνεται καὶ ὁ κ. Τσιμικάλης καὶ ἄλλοι.
§84Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.) Τὸ θέμα εἶναι ἄξιον προσοχῆς. Ὅταν σᾶς παρέδωσε τὸν φάκελλον ὁ κ. Παλαμᾶς δὲν εἶσθε ὑπουργός.
§85Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὸν φάκελλον, ποὺ λέγω ἐγώ, βεβαίως. Περὶ ἐνσφραγίστων, δὲν ἐνθυμοῦμαι τίποτε.
§86Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον ἔλεγε τὸ ἔγγραφον τοῦ Πρεσβευτοῦ νὰ μεταφερθῇ καὶ νὰ παραδοθῇ εἰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, διεπράξατε βαρὺ σφάλμα.
§87Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ δήλωσις, ὅτι παρεδόθη εἰς ἐμὲ ὁ ἐσφραγισμένος φάκελλος, πρέπει νὰ κομισθῇ ἡ ἀπόδειξις.
§88Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Θὰ ἔλθουν εἰς φῶς καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ τὸ ἐξακριβώσῃ. (Χειροκροτήματα).
§89Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. Ὅλα θὰ ἔλθουν εἰς φῶς.
§90Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἔχω τὴν ἀρίστην ἰδέαν διὰ τὸν κ. Παλαμᾶν.
§91Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ, Ἐξωτ.). Καὶ ἐγὼ ἐπίσης.
§92Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Νὰ μὴ γίνῃ καμμία σύγχυσις, ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Παλαμᾶν καὶ τὸν παρέλαβα, ὄχι πλήρη, διότι ὑπῆρχον καὶ ὡρισμένα ἀντίγραφα. Φάκελλον, ἐσφραγισμένον, ἐλθόντα ἐκ Βόννης, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔλαβον. Δέν ἠξεύρω ἐὰν ἔλαβεν ὁ ἀναπληρωτής μου. Ὑπάρχει καμμία παραλαβὴ ἐμπιστευτικοῦ μὲ τὴν ὑπογραφὴν Σ. Μαρκεζίνης; Τοῦτο τὸ λέγω, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ ἐμπιστευτικοὶ φάκελλοι, δὲν παραδίδονται μόνον μὲ δήλωσιν τοῦ παραδίδοντος, χρειάζεται καὶ ὑπογραφὴ τοῦ παραλαμβάνοντος.
§93Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§94Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ τὸ ὕφος καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι εὐπρεπές.
§95Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Παρατηρήσεις δὲν δέχομαι.
§96Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Σᾶς γνωρίζω πολὺν καιρόν. Τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Πρέσβεως, λέγει νὰ παραδοθῇ εἰς χεῖρας τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ.
§97Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ φάκελλος εἰς τὸν ὁποῖον ἀναφέρεσθε σεῖς εἶναι ἄσχετος μὲ τὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ὁ κ. Μαρκεζίνης. Ὁ φάκελλος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναφέρεσθε σεῖς, καθ’ ὡρισμένας πληροφορίας ποὺ ἔχω, ἐστάλη ἀπὸ τὴν Πρεσβείαν ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς Ἀντιπροσωπείας ἀπὸ ἐκεῖ, δηλαδή, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1953. Δὲν εἶναι φάκελλος ἐμπιστευτικὸς καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας μου περιεῖχε μίαν σειρὰν ἁπλῶν ἀντιγράφων. Δὲν ἔχει συνεπῶς καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν φάκελλον ποὺ παρέδωσεν ὁ κ. Παλαμᾶς, δι’ ὀλίγας ἡμέρας, εἰς τὸν κ. Μαρκεζίνην. Τώρα ποῦ εὑρίσκεται; Ἐὰν εἰς τὰς 23 Νοεμβρίου ἢ τὰς 25 ποὺ ἔφθασεν ἐδῶ, διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ καὶ εὑρίσκεται εἰς κἄποιον ὑπηρεσιακὸν φάκελλον χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ κανείς, δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς πληροφορήσω. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ σᾶς πληροφορήσῃ ὁ πρῴην συνάδελφός μου, ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ὅτι τὸν εἶχεν εἰς τὸν ἰδικόν του φάκελλον τοῦ Συμβατικοῦ. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀνέφερε καὶ ἐπέδειξεν ἕνα πρωτότυπον ἐγγράφου, ἀλλὰ μὲ τὰς φωνὰς καὶ τὸν θόρυβον δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ καταλάβῃ ἡ Βουλὴ περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Λοιπόν, τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου, εἰς τὸ Συμβατικὸν τμῆμα, ἔχει τὸν φάκελλον αὐτὸν ἀπὸ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1953 μὲ ὅλα τὰ ἔγγραφα καί, τέλος πάντων, ἀκόμη καὶ μὲ τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος.
§98Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ καὶ Ἐμπορίου). Τί ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου καὶ τί δὲν ἔχει, δὲν γνωρίζω. Ἕνα γνωρίζω, ὅτι δὲν ἔχει. Δὲν ἔχει πρῶτον τὰ κείμενα τῶν συμφωνιῶν. Μᾶς εἶπε ὁ κ. Καψάλης, ὅτι τὰ κείμενα ταῦτα διεβιβάσθησαν κανονικῶς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀνέγνωσεν ἀναφορὰν τοῦ κ. Τσιμικάλη, τὴν ὁποίαν αὔριον θὰ καταθέσω: «Τὴν ἑπομένην, 12ην Νοεμβρίου, ἡ ὁποία εἶχεν ὁρισθῆ ὡς χρονολογία ἀναχωρήσεως τῶν Ἑλλήνων ὑπουργῶν, μετέβην κατόπιν τῆς ἀνωτέρω ἐντολῆς τοῦ κ. Μαρκεζίνη εἰς Κολωνίαν πρὸς συνάντησίν του εἰς τὸ ξενοδοχεῖον «Ἐξέλσιορ», κομίζων τὸν φάκελλον τῶν ὑπογραφέντων κειμένων ὡς καὶ τῶν σχεδίων ἔνθα μοὶ ἐζητήθη καὶ παρέδωσα ἅπαντα εἰς τὸν κ. Μαρκεζίνην, πλὴν ἑνὸς ἀνυπογράφου τελικοῦ σχεδίου τῶν συμφωνιῶν, πανομοιότυπον μὲ τὸ ὑπογραφέν.
§99Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι γεγονός. Τὸ παρέλαβα. Ἀλλὰ προσέξατε. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ θέτει πάλιν ἄλλο θέμα. Διάφορον ἐκείνου ποὺ ἔθεσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ ὀλίγου. Ὡμίλησε περὶ ἀποστολῆς πρὸς ἐμὲ ἐνσφραγίστου φακέλλου. Καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν πράγματι ἀπεστάλη ἐνσφράγιστος φάκελλος, ἔπρεπεν εἰς κάποιον νὰ παραδοθῇ καὶ κάποια νὰ ὑπάρχῃ ὑπογραφὴ παραλαβῆς. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ ἡ ὑπογραφὴ καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ προσκομισθῇ ἡ σχετικὴ ἀπόδειξις, διὰ νὰ τὸ ἐνθυμηθῶ καὶ ἐγώ.
§100Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). (Ὁμιλεῖ ἐν μέσῳ θορύβου μὴ ἀκουόμενος).
§101Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τελείως ἀνακριβές. Ὀφείλεται εἰς τοῦτο, ὅτι μέσα εἰς τὰ σχέδια ὑπῆρχε καὶ τὸ πρωτότυπον τῶν μονογραφηθέντων μὲ τὸν καγκελάριον Ἀντενάουερ, τὰ σχέδια ἀκριβῶς, εἰς τὰ ὁποῖα ἦσαν αἱ διάφοροι Ἑλληνικαὶ μεταφράσεις καὶ τὰ ὁποῖα μοῦ ἐχρειάζοντο διὰ τὸ πλῆρες ἱστορικὸν ἁπλῶς ἀρχεῖον. Ἀπὸ ποῖα στάδια διῆλθον αἱ διαπραγματεύσεις, εἰς τὴν ἀρχὴν 100 ἑκ. μάρκα, κατόπιν μέχρι 200 κλπ. Τὸ ἱστορικὸν ἀρχεῖον δὲν εἶναι τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπομνημονευμάτων. Καὶ δι’ αὐτὸ τὰ εἶχα εἰς τὰ χέρια μου. Οἱ ἐπίσημοι φάκελλοι παρεδόθησαν εἰς τὸν κ. Παλαμᾶν. Παρέμειναν εἰς ἐκεῖνον μέχρις ὅτου τὰ ἐζήτησα, ὡς εἶπον εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου.
§102Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Τοὺς φακέλλους τοὺς παρέδωσεν ὁ κ. Καψάλης εἰς ἐμέ.
§103Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι πάλιν ἄλλο θέμα. Εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τῶν ὅσων ἀκριβῶς εἶχον παραλάβει ἀπὸ τὸν κ. Παλαμᾶν.
§104Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἑπομένως δὲν ἦσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§105Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, οἱ φάκελλοι ἔπρεπε νὰ εὑρίσκωνται εἰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐφ’ ᾧ καὶ ἦσαν εἰς χεῖρας τοῦ κ. Παλαμᾶ μέχρι τῆς ἡμέρας ποὺ τοὺς ἐζήτησα ἐγώ.
§106Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Δηλαδή, ἀπὸ τὸν Μάϊον ἕως τώρα ἦσαν εἰς τὸ σπίτι σας;
§107Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μάλιστα. Τὰ ἐξήγησα πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸν φάκελλον ἐκεῖνον ὑπῆρχον τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα σᾶς παρέδωσεν ὁ πρώην ὑπουργὸς Συντονισμοῦ καὶ ἐπὶ πλέον δύο ἀντίγραφα συμφωνιῶν καὶ πρωτοκόλλων καὶ τὸ πρωτότυπον μὲ τὰς διαγραφάς, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθῶ νὰ κρατῶ καὶ τοῦ ὁποίου σᾶς παρεδόθη φωτοτυπία.
§108Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἐπανέρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἀφήγησίν μου. Ἔδειξα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πρωτότυπον ἐπιστολήν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον ἐπενεχθῆ αἱ γνωσταὶ μεταβολαὶ καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, μὲ τὰς διαγραφὰς αὐτὰς δὲν ἐδημιουργεῖτο καμμία δέσμευσις διὰ τὴν Κυβέρνησίν μας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξέφρασε τὴν ἔκπληξίν του, διότι ὑπὸ τοῦ ἐνδιαφερομένου ἀντιπροσώπου, ἦτο δυνατὸν νὰ τοῦ ἐπιδειχθῇ κείμενον ἀνακριβὲς καὶ μοῦ εἶπε. Θὰ τὸν καλέσω καὶ θὰ ἔλθῃς καὶ σύ, νὰ μοῦ ἐπιδείξῃ τὸ πρωτότυπον. Τοῦτο καὶ ἔγινε, τὴν 2αν τῆς 27ης Σεπτεμβρίου. Κατὰ τὴν συνάντησιν αὐτήν, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Τελεφοῦνκεν εὑρεθεὶς εἰς ἀμηχανίαν ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς τῶν δύο κειμένων, εἶπεν, ὅτι καὶ ἐὰν ἀκόμη εἶχεν ὑπογραφῆ τὸ κείμενον ὡς αὐτὸς τὸ παρουσίασε, δηλαδή, ἄνευ τῆς διαγραφῆς, κατὰ τὴν γνώμην του, λόγῳ τῆς ἀοριστίας τοῦ περιεχομένου, πάλιν δὲν θὰ ὑπῆρχε δέσμευσις νομικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν ἀπορίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δεύτερον ὑπεστήριξεν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην του, αἱ διορθώσεις τοῦ κειμένου, δὲν εἶχον οὐσιαστικὴν σημασίαν καὶ δὲν μεταβάλλουν τὴν μορφὴν τῶν ὑποχρεώσεων. Καὶ τρίτον, ἐξηγῶν πῶς ἡ Πρεσβεία εἶχε δώσει κείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὸ ὑπογραφέν, εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν διαλογικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔγινε μεταξὺ τῶν δύο ὑπουργῶν, τὴν τελευταίαν στιγμὴν τὸ κείμενον ἤλλαξε 3–4 φορὰς καὶ «τὰ ἐμπέρδεψαν». Εἰς ἐρώτησιν τοῦ Στρατάρχου «ὥστε γνωρίζετε, ὅτι ἔγιναν ἔντονοι διαλογικαὶ συζητήσεις, κατὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ κειμένου», εἶπεν, ὅτι αὐτὰ τὰ ἐπληροφορήθη κατόπιν ἀπὸ τὴν Πρεσβείαν. Τερματίζων τὴν συζήτησιν ὁ κ. Πρωθυπουργός, προέβη εἰς τὴν ἑξῆς διπλῆν δήλωσιν. Πρῶτον, ὅτι, μετὰ τὴν διαπίστωσιν τῆς ὑπογραφῆς, δὲν ἐδέχετο οὐδεμίαν δέσμευσιν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ δεύτερον, ὅτι διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Μαρκεζίνη ὑπογραφείσης ἐπιστολῆς. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι ἡ δευτέρα αὐτὴ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, γενομένη μάλιστα πρὸς ἀντιπρόσωπον ξένης ἑταιρείας, μὲ ἐξένισε καὶ μὲ ἀνησύχησεν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι παρεῖχεν ἔδαφος, ἢ εὐκαιρίαν, ἐκμεταλλεύσεως, ἡ ὁποία, ὡς ἀπέδειξαν ἀτυχῶς βραδύτερον τὰ πράγματα, δὲν παρῆλθεν ἀχρησιμοποίητος. Ἐν τέλει ὁ κ. Πρωθυπουργός, μοῦ ἀνέθεσε νὰ ἔλθω εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν Γερμανὸν Πρέσβυν καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσω, διατί ἔδωσε κείμενον ἀνακριβές. Ἡ συνάντησίς μου μὲ τὸν Γερμανὸν Πρέσβυν, ἔγινε τὴν ἑπομένην, 28ην Σεπτεμβρίου. Εἰς ἐρώτησίν μου, πῶς εἶχε διαβιβάσει κείμενον ἀνακριβές, μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν διεβίβασε κανένα κείμενον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, οὔτε εἶχε καμμίαν πρόθεσιν νὰ προβῇ εἰς κανένα διάβημα, οὔτε νὰ θέσῃ κανένα κείμενον ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Λέγω τότε ἐγώ: «Πῶς ἦλθε τὸ κείμενον αὐτό;». Μοῦ λέγει: «Ἁπλῶς, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Τελεφοῦνκεν ἦλθε καὶ μοῦ ἐζήτησε ἀντίγραφον τοῦ ἐγγράφου ποὺ εἶχον ἐγὼ εἰς τὸν φάκελλόν μου». Τώρα, ἐὰν συσχετίσετε αὐτὰ ποὺ μοῦ εἶπε τότε καὶ αὐτὰ ποὺ θὰ ἀκούσετε, ἐπισημότατα γραμμένα—διότι ἀντηλλάξαμεν καὶ μίαν νόταν—τότε, θὰ ἴδητε, ὅτι γεννῶνται διάφοροι ἀπορίαι, αἱ ὁποῖαι ἀρχίζουν ἀπὸ ἐδῶ, δηλ. ἀπὸ τὴν πρώτην τοποθέτησιν τοῦ θέματος ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον, καὶ ἐμπλέκεται κατόπιν μὲ τὰς πράξεις καὶ τὰ διαβήματα τῆς Πρεσβείας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθήσετε μετὰ προσοχῆς. Ἀντιλαμβάνεσθε τώρα πόσον μὲ ἐξέπληξεν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρεσβευτοῦ, ὅτι οὔτε ἐντολὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν του εἶχεν, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ ἴδιος εἶχε πρόθεσιν, οὔτε διάβημα νὰ κάμῃ οὔτε κανένα κείμενον νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πάντως πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι προφανῶς στενοχωρημένος διὰ τὸ ἀνακριβὲς κείμενον ποὺ εἶχε δοθῆ, ἐδοκίμασε καὶ αὐτὸς, σύμφωνα μὲ τὴν θεωρίαν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Τελεφοῦνκεν, νὰ μοῦ εἴπῃ «ξαίρετε, τέλος πάντων, καὶ τὸ διορθωμένον κείμενον δὲν ἀλλάζει πολλὰ πράγματα!». Ἐκεῖ τὸν ἐσταμάτησα. Τοῦ εἶπον: «Κύριε Πρέσβυ, δὲν ἔχω καμμίαν διάθεσιν νὰ συζητήσω μαζί σας ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον μοῦ λέγετε, ὅτι οὔτε ἐντολὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἔχετε, οὔτε καμμίαν πρόθεσιν εἴχατε νὰ θέσετε ὑπ’ ὄψει τῆς Κυβερνήσεως τὸ κείμενον, ἀφήσατε τὴν συζήτησιν καὶ φροντίσατε νὰ ἐνημερώσετε τὸν ἐπίσημον φάκελλον τῆς ὑποθέσεως, διότι δὲν πρέπει νὰ συντελῆτε εἰς τὴν δημιουργίαν ἐσφαλμένων ἐντυπώσεων». Ἐν συνεχείᾳ, κύριοι βουλευταί, σχεδὸν καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ Πρεσβευτοῦ, διετύπωσα ἕνα σύντομον σημείωμα τῆς συνομιλίας μου γερμανιστί, τὸ ὁποῖον μεταφραζόμενον λέγει τὰ ἑξῆς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ συνομιλία τῆς 28ης Σεπτεμβρίου, καὶ ὅτι ἦτο ἄλλωστε ἡ μόνη συνομιλία τὴν ὁποίαν εἶχον μὲ τὸν Γερμανὸν Πρέσβυν. Αὐτὰ δὲ τὰ ὁποῖα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέφερεν ὡς ἀποτελέσματα τῆς συναντήσεως, προφανῶς στηρίζονται εἰς ὄχι ἀπολύτως ἀκριβεῖς ἀναμνήσεις, ἢ πληροφορίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Αὐτὴ ἦτο ἡ μόνη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν συνηντήθην μὲ τὸν Πρέσβυν καὶ ἡ τελευταία. Δὲν τὸν ξαναεῖδα ἔκτοτε. Λοιπόν, τὸ σημείωμα λέγει τὰ ἑξῆς: Σημείωμα ἐπὶ τῆς συνομιλίας μου μετὰ τοῦ Γερμανοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς 28ης Στεπεμβρίου. Εἰς ἐρώτησίν μου ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς, τῆς ὁποίας κείμενον ἐτέθη ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Γερμανὸς Πρεσβευτὴς μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις τῆς Πρεσβείας νὰ θέσῃ τὸ κείμενον τῆς ἐν λόγῳ ἐπιστολῆς ὑπ’ ὄψει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δεύτερον, ἡ Πρεσβεία ἁπλῶς ἐπέτρεψεν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Τελεφοῦνκεν νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ κειμένου τῆς ἐπιστολῆς. Οὐδεμία πρόθεσις διαβήματος ὑπῆρχε. Τρίτον, ἐπέδειξα εἰς τὸν Γερμανὸν Πρεσβευτὴν τὸ πραγματικὸν κείμενον τῆς ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία περιεῖχεν εἰς διάφορα σημεῖα διορθώσεις τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου, ἐπενεχθείσας ἰδιοχείρως ὑπὸ τοῦ κ. Ἔρχαρτ. Τέταρτον, ὁ Πρεσβευτὴς μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του διὰ νὰ λάβῃ τὸ πραγματικὸν κείμενον τῆς ἐπιστολῆς. Ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ σημειώματος αὐτοῦ ἐνημέρωσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπέστειλα ἀντίγραφον πρὸς τὸν Γερμανὸν Πρέσβυν, συμφώνως τῇ ἐπιθυμίᾳ του. Ἔτσι ἔληξε, κύριοι συνάδελφοι, ἡ πρώτη φάσις τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἡ δευτέρα φάσις ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς Ἱσπανίαν. Τὴν 8ην Ὀκτωβρίου, δηλ. 1 ἢ 2 ἡμέρας μετὰ τὴν ἀναχώρησίν του, ἔσχον μακρὰν συνεργασίαν μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Γερμανικῆς Ἐμπορικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, δόκτορος Ράϊνχαρτ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἔλθει τότε ἡγούμενος τῆς γερμανικῆς ἀντιπροσωπείας διὰ τὰς ἐμπορικὰς συνεννοήσεις. Εἰς τὴν σύσκεψιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἦτο μακρά, παρίστατο καὶ ἕτερον μέλος τῆς Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας. Συνεζητήσαμεν ἐπὶ 2 ὥρας καὶ πλέον μὲ πνεῦμα ἀπολύτου ἐγκαρδιότητος, ἐφ’ ὅλων τῶν ἐνδιαφερόντων τὰς δύο χώρας ζητημάτων. Συνεζητήσαμεν μάλιστα καὶ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κ. Μόδης, τόσον ἔχει εἰς τὴν καρδίαν του, τὸ θέμα τῆς Πτολεμαΐδος, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ δεχθῶ τὴν παρουσίαν ἑνὸς διευθυντοῦ τοῦ Οἴκου Κρούπ, μὲ τὸν ὁποῖον συνωμιλήσαμεν διὰ μακρῶν, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐξήγησα, ὑπὸ ποίας ἰδιαζούσας συνθήκας ἡ ὑπόθεσις αὕτη θὰ ἀπαιτήσῃ ἓν ἀκόμη χρονικὸν διάστημα, καὶ ὅτι ἴσως παραστῇ ἀνάγκη νὰ παραταθοῦν ἐπί τι ἀκόμη χρονικὸν διάστημα αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον προβλεφθῆ ἀπὸ τὸν Οἶκον Κρούπ. Ὡς ἦτο φυσικόν, εἰς τὰς συνομιλίας μας, ἐγένετο λόγος καὶ διὰ τὴν παρουσίασιν τοῦ ἀνακριβοῦς κειμένου τῆς ἐπιστολῆς καὶ μάλιστα ὑπὸ ἰδιώτου. Ἐπὶ τούτου ὁ κ. Ράϊνχαρτ εἶχεν ἤδη ἐνημερωθῆ ὑπὸ τῆς Πρεσβείας, καὶ μοῦ ἐξέφρασε τὴν λύπην του δι’ αὐτὸ ποὺ ἔγινεν. Ἐδοκίμασεν ὅμως καὶ αὐτὸς νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄποψιν τοῦ Πρεσβευτοῦ, λέγων, ὅτι ἡ ἐπιστολή, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν διόρθωσιν, ἀποτελεῖ μίαν δέσμευσιν διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν παρέλειψε νὰ προσθέσῃ τὰ ἑξῆς: «Γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι τὰς σχέσεις μας, δὲν τὰς βασίζομεν ἐπὶ τύπων, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ κατανόησις. Ἀλλὰ τί τὰ θέλετε; Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς σας εἶναι δι’ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου δεσμευμένη». Τοῦ εἶπον τότε: «Πολὺ καλά. Ἄς εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἄποψίς σας εὐσταθεῖ. Τί εἶναι ἡ δέσμευσις αὐτή; Τί ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ κάμωμεν; Γνωρίζετε, ὅτι, ὅταν ἦλθον αἱ προτάσεις τῆς Ζῆμενς, ἐξητάσθησαν καὶ συνεζητήθησαν πρὸ τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη ἀπεδέχθησαν, ὅτι ἦσαν τόσον ἀκριβώτεραι, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογοῦν τὴν διαφορὰν τῶν ἄλλων πιστωτικῶν εὐκολιῶν καὶ τῆς καλῆς φίρμας καὶ ποιότητος. Παρουσίασαν μίαν διαφοράν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἀπαράδεκτος διὰ κάθε καλῆς πίστεως ἄνθρωπον». Τότε μοῦ εἶπεν: «Κύριε Καψάλη, δὲν τὸ ἤξευρα αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὅπως δὲν τὸ ἠξεύρει, εἶμαι βέβαιος δι’ αὐτό, οὔτε ὁ κ. Ἔρχαρτ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ ἀφήσετε τὸ θέμα αὐτὸ τῆς δεσμεύσεως καὶ τῶν ἐπιστολῶν, νὰ τὸ ἀφήσετε μέχρις ὅτου ἔλθει ὁ κ. Ἔρχαρτ, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐντὸς 5 λεπτῶν τῆς ὥρας μὲ τὴν κατανόησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ἔρχαρτ καὶ τὴν εὐρεῖαν ἀντίληψιν, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα». Συνεφώνησα καὶ ἐγώ, κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν ἄποψίν του, διότι γνωρίζω τὸν καθηγητὴν Ἔρχαρτ καὶ ἤμουν βέβαιος, ὅτι ἐνθυμούμενος καὶ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ὑπεγράφη ἡ ἐπιστολὴ θὰ εἶχεν ἄποψιν διάφορον τῆς παρὰ τῆς ἐδῶ Πρεσβείας ὑποστηριζομένης. Τέλος, ὁ κ. Ράϊνχαρτ, μὲ παρεκάλεσεν ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ διενέργεια τῶν δύο διαγωνισμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποφασισθῆ ἀπὸ τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον, μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ κ. Ἔρχαρτ. Τοῦ ἀπήντησα σαφῶς, ὅτι ὁ μὲν διαγωνισμὸς τῶν τηλεφώνων ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν θὰ εἶναι ἕτοιμος, ἕως τότε, δηλαδή, πρὶν νὰ ἤρχετο ὁ κ. Ἔρχαρτ, ὁ ὁποῖος ἀνεμένετο μετὰ 4 ἑβδομάδας. Ὅσον ὅμως ἀφορᾶ τὸν διαγωνισμὸν τῆς Τελεφοῦνκεν, «ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι αὐτὸς θὰ εἶναι ἕτοιμος καὶ ἑπομένως εἶναι ἐνδεχόμενον, σύμφωνα μὲ τὰς ὁδηγίας ποὺ ἔχομεν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δημοσιευθῇ». Αὐτὸ καὶ μόνον ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν κ. Ράϊχαρντ ἐπὶ τῶν διαγωνισμῶν. Ἀκούω, σήμερον, μὲ κατάπληξίν μου, καὶ τὸ ἀκούω ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸν ἐπληροφόρησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅτι ἐγὼ ἔδωσα ἐντολὴν νὰ ἀναβληθοῦν οἱ διαγωνισμοί. Δὲν ξεύρω πῶς ἐδημιουργήθη αὐτὴ ἡ παρανόησις. Ἐγὼ ἕνα πρᾶγμα πρέπει νὰ εἴπω: Ὅτι εἰς οὐδένα ἔδωσα ἐντολὴν νὰ ἀναβληθῇ οὐδεὶς διαγωνισμός. Εἰς δὲ τὸν κ. Ράϊνχαρντ, ὁ ὁποῖος μοῦ τὸ ἐζήτησεν ὡς μίαν παράκλησιν καί, τέλος πάντων, ὡς τὴν ἐλαχίστην πρᾶξιν ἁβρότητος, ποὺ ἠμπορούσαμεν νὰ κάμωμεν, ἐφ’ ὅσον ἐγεννήθη αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἀπήντησα σαφῶς: «Τῶν τηλεφώνων, μὴ ἀνησυχῆτε, δὲν θὰ εἶναι ἕτοιμον, διότι θέλει ἀκόμη μερικὰς ἑβδομάδας. Συνεπῶς ἐκ τῶν πραγμάτων, δὲν θὰ ὑπάρχῃ διαγωνισμός... Τοῦ ραδιοφώνου πιθανῶς νὰ εἶναι ἕτοιμος καὶ ἐὰν εἶναι ἕτοιμος δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν ἀναστείλω καθόλου».
§109Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Μεταβὰς εἰς Παρισίους, εἶπον, ὡς εἶχον καθῆκον, εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον μετὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Γερμανίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸν κατετόπισα ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ κ. Ράϊνχαρτ, ὅπως ἐγνώριζον κατὰ τρόπον θετικόν, βάσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας μοῦ ἔδωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, κ. Παπαληγούρας, ἐπέμενε καὶ ἐπιμένει ἀπολύτως εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως σεβασθῇ τὰς ἀνταλλαγείσας ἐπιστολὰς καὶ προσέθεσα εἰς τὸν Στρατάρχην, ὅτι ὁ κ. Καψάλης, ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ βάσει τῶν τεχνικῶν δυσκολιῶν, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς παρακλήσεως τοῦ κ. Ράϊνχαρτ, ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, ὅπως μὴ ἐπισπεύσῃ τὴν δημοσίευσιν τῶν διαγωνισμῶν. Ὁ Στρατάρχης —ἐπιτρέψατέ μοι νὰ συμπληρώσω— μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι θεωρεῖ ἀπαραίτητον τὴν ἄμεσον δημοσίευσιν καὶ προκήρυξιν τῶν διαγωνισμῶν. Ἀπήντησα εἰς τὸν Στρατάρχην, ὅτι ἐκτὸς τῶν τεχνικῶν δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι, τοὐλάχιστον, ὡς πρὸς τὴν μίαν περίπτωσιν ὑπάρχουν, δὲν εἶναι καὶ ὀρθόν, δεδομένου ὅτι ἐπίκειται ἡ ἄφιξις τοῦ δόκτορος Ἔρχαρτ, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δημοσίευσιν τῶν διαγωνισμῶν αὐτῶν. Διότι χρέος, συνδεόμενον μὲ τὴν πίστιν τὴν καλὴν τῆς Ἑλλάδος, ἐπέβαλεν, ὅπως τὸ θέμα τοῦτο διευκρινισθῇ προηγουμένως μετὰ τῆς Γερμανίας. Δηλαδή, λέγων τὰ ὅσα εἶπον, συνεφώνουν πρὸς ὅσα εἶχον τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἴπατε καὶ σεῖς. Συνεφώνουν εἰς τοῦτο, ὅτι θὰ ἔπρεπε, δεδομένου ὅτι, δεκαήμερον μόνον μᾶς ἐχώριζεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Ἔρχαρτ εἰς Ἀθήνας, ὅτι ἔπρεπε τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τεχνικοὶ λόγοι καθίστων σχεδὸν ἀδύνατον τὴν δημοσίευσιν καὶ προκήρυξιν, ὅτι ἐπεβάλετο νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἄφιξιν τοῦ δόκτορος Ἔρχαρτ. Αὐτὰ εἶπον εἰς τὸν Στρατάρχην Παπάγον καὶ αὐτὰ ὁ Στρατάρχης εἶπεν ἀπόψε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἔδωσα δηλαδή, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἶχον καθῆκον, τὴν θετικὴν αὐτὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ κ. Ράϊνχαρτ, ὑπεστήριζεν, ὅ,τι ὑπεστήριζε καὶ ἡ Πρεσβεία, ὅτι τοῦ κ. Ράϊνχαρτ αἱ ἀπόψεις, ἀπόψεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναπτύξει εἰς τὸν κ. Παπαληγούραν, συνέπιπτον πρὸς τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρέσβυς τῆς Γερμανίας εἶχεν ἀναπτύξει εἰς ἐμέ, καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶχον πληροφορηθῆ, ἐδώσατε εἰς τὸν κ. Ράϊνχαρτ ἦτο ὀρθὴ, καὶ ὅτι, ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ τὸ δεκαήμερον καὶ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῶν διαγωνισμῶν, μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ δόκτορος Ἔρχαρτ εἰς τὰς Ἀθήνας.
§110Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, μὲ τὸ νὰ ἐπαναλάβετε δύο φορὰς τὰ αὐτὰ πράγματα, λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ δὲν συντελεῖτε εἰς τὴν ἀποσαφήνισιν. Ἐδῶ γίνεται συζήτησις περὶ ἑνὸς θέματος, διὰ τὸ ὁποῖον σεῖς μὲ τὴν καλλιτεχνικὴν εὐαισθησίαν, τὴν ὁποίαν ἐξ ὅλης ψυχῆς σᾶς ἀναγνωρίζω ἐκ τῆς μακρᾶς συνεργασίας μας, θὰ ἔχετε αἰσθανθῆ, ὅτι εἶναι ἕνα θέμα, ὄχι μόνον πολιτικῆς, ἀλλὰ ἠθικῆς εὐθύνης. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἠρώτησα τὶ σᾶς εἶπαν, ὅτι μοῦ εἶπεν ὁ κ. Ράϊνχαρτ. Ἐγὼ αὐτὰ τὰ ἀφηγοῦμαι εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ τὰ ἀφηγηθῶ μὲ πᾶσαν ἀκρίβειαν καὶ λεπτομέρειαν. Σᾶς λέγω, λοιπόν, ἕνα πρᾶγμα· μεταξὺ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἤκουσα ἀπόψε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο καὶ αὐτὴ ἡ σαφής: Ὁ κ. Καψάλης, ὡς μοῦ εἶπεν ὁ κ. Κανελλόπουλος, ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ ἀκυρωθοῦν, νὰ μὴ γίνουν οἱ διαγωνισμοί.
§111Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν διετύπωσε κατηγορίαν.
§112Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἔτσι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων, εἰς τὸ Παρίσι, διὰ τὸν Ράϊνχαρτ, τὰ ὁποῖα ὀλιγώτερον μὲ ἐνδιαφέρουν τοῦ εἴπατε καὶ αὐτό. Μὲ ἐνδιαφέρει λοιπόν, σεῖς τὶ εἴπατε καὶ προκειμένου περὶ ἐμοῦ προσθέτω ὅτι θὰ ἠμπορούσατε μὲ ἕνα τηλεφώνημα νὰ ἠξεύρατε τὶ ἔκαμα καὶ τὶ δὲν ἔκαμα. Εἶπε λοιπόν, ὁ κ. Πρωθυπουργός: «Μοῦ εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ σταματήσουν οἱ διαγωνισμοί». Καὶ εὐλόγως αὐτὸ τοῦ προεκάλεσε κάποιαν ἀπορίαν, διότι εἰς τὸ κάτω–κάτω τῆς γραφῆς, ἐφερόμουν ὅτι ἐλάμβανα ἀποφάσεις καὶ ἔκαμνα κάτι χωρὶς νὰ τὸν ἐρωτήσω.
§113Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν ἀπετέλεσεν ἡ φράσις αὐτή, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατηγορίαν ἐναντίον σας. Ἁπλῶς καὶ μόνον διαπίστωσεν ἕνα γεγονός, ἕνα γεγονὸς οὐσιωδέστατον, χάριν τῆς διευκρινίσεως τοῦ θέματος. Διατὶ εἶναι οὐσιωδέστατον τὸ γεγονός; Διότι ἡ ἀναβολὴ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ διαγωνισμοῦ, συνδέεται καὶ συναρτᾶται μὲ τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε μετὰ τοῦ κ. Ράϊνχαρτ. Καὶ αὐτὸ ἔχει οὐσιώδη σημασίαν.
§114Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης...
§115Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Θὰ σᾶς παρεκάλουν, κύριε συνάδελφε, διότι ἡμεῖς δὲν γελῶμεν ὅταν σεῖς ὁμιλεῖτε, νὰ μὴ γελᾶτε ὅταν ὁμιλοῦμεν ἡμεῖς.
§116Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν γελῶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ δυνατὸν νὰ συγκρατήσω ἕνα μορφασμόν, ὅταν σκέπτωμαι καὶ ἀναλογίζομαι, ὅτι ἀποκαλύπτεται διατὶ ὅλοι οἱ ὑπουργοί, ἔσπευδον εἰς τὸ Παρίσι, δηλαδή, ἡ σκευωρία τῆς συνωμοσίας καὶ μεταβιβάζατε τὶ σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς κ. Παπαληγούρας χωρὶς νὰ ἐξακριβώνετε αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς λέγουν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἰδοὺ ὁ σκοπὸς τῆς μεταβάσεως τῶν ὑπουργῶν εἰς Παρισίους. Ἰδοὺ ποία ἦτο ἡ συγκέντρωσις τῶν Παρισίων. (Θόρυβος ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως).
§117Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Παρακαλῶ ὅλους τοὺς κ. κ. συναδέλφους τοῦ Συναγερμοῦ, ὅπως παραβλέψωμεν τὰς περιέργους αὐτὰς φρασεολογίας, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαμῶν συναδέλφου, φρασεολογίας, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν αὐτὸν καὶ μόνον, καὶ τὸ ὕφος αὐτοῦ.
§118Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀσφαλῶς, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη θὰ διαφωτισθοῦν, περὶ τῆς φρασεολογίας καὶ περὶ τῶν ἐνεργειῶν καὶ τῆς σκευωρίας, ἡ ὁποία κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐξυφάνθη. (Θόρυβος).
§119Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ συνεχίσω, διότι αἱ ἀντεγκλήσεις καὶ αἱ φράσεις τῆς ἀγανακτήσεως δὲν νομίζω, ὅτι θὰ συντελέσουν εἰς τὸ νὰ καταλήξωμεν ὅλοι εἰς ἕνα ἀποτέλεσμα. Πιθανῶς νὰ ὑπῆρξαν καὶ σφάλματα. Ἀφήσατε αὐτὰ τὰ σφάλματα νὰ φανοῦν μόνα των.
§120Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Τόσον ὀλίγον ἐγνώριζον τὴν ὑπόθεσιν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ ὁ κ. Λυκουρέζος περὶ σκευωρίας, διότι φαίνεται ἐξ ἰδίων κρίνει τὰ ἀλλότρια, (χειροκροτήματα), ὥστε ὅταν ἀνεχώρησα διὰ Παρισίους δὲν ἐγνώριζον κἂν τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, τὴν ὑπόθεσιν, δηλαδή, τῶν ἐπιστολῶν, δὲν εἶχον ἀναγνώσει τὰς ἐπιστολάς, καί, ὅπως ἐνθυμεῖται ὁ κ. Καψάλης, τὰς ἐπιστολὰς εἶδον, ὅταν εἰς Συντονιστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ κ. Στρατάρχου, συνεζητήθη τὸ κείμενον καὶ ἡ σημασία τοῦ κειμένου.
§121Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ παρεκάλουν, τὸν κ. Πρόεδρον, εἰς αὐτὸ ποὺ λέγει, ὅτι κρίνω ἐξ ἰδίων τὰ ἀλλότρια, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, ὅτι δὲν γνωρίζω νὰ ἔχω λάβει εἰς καμμίαν σκευωρίαν μέρος καὶ ἠμύνθην πάντοτε ἐναντίον σκευωριῶν τὰς ὁποίας πολὺ καλὰ ἐγνωρίζατε.
§122Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα, λέγω ὅτι, παράπονόν μου δὲν εἶναι, ὅτι ἐκάματε σεῖς καμμίαν ἐνέργειαν εἰς τὸ Παρίσι ἐναντίον μου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐμὲ μὲ ἔθιξε καὶ μὲ ἐλύπησεν ἡ ἐπανάληψις ἢ μᾶλλον ἡ διατύπωσις ἑνὸς ἀνακριβοῦς γεγονότος εἰς βάρος μου, τὸ ὁποῖον φέρεται δημιουργηθὲν, ἀπὸ κάτι, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ κ. Παπαληγούρας καὶ σεῖς τὸ εἴπατε εἰς τὸν κ. Στρατάρχην. Καὶ ταῦτα, ὄχι διὰ νὰ καταλήξω, νὰ σᾶς ζητήσω τὸν λόγον, διότι ὅλοι εἴμεθα ἄνθρωποι καὶ ὅλοι κάμωμεν λάθη. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ διαπιστώσω. Χωρὶς νὰ μείνῃ οὔτε ἴχνος ἀμφιβολίας, θέλω νὰ τονίσω, ὅτι δὲν προέβην εἰς οὐδεμίαν ἐνέργειαν μεταβολῆς τῆς διαδικασίας τῶν διαγωνισμῶν. Ἐὰν τὸ ἔκαμνα αὐτό, ἐδῶ ὑπῆρχον οἱ δύο ἁρμόδιοι ὑπουργοί, ὁ ἕνας, ὁ κ. Κούνδουρος καὶ ὁ ἄλλος ὁ φίλος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὁ κ. Γεροκωστόπουλος, ὁ ὁποῖος ἀντικαθίστα τότε τὸν κ. Ράλλην. Ἐνθυμεῖσθε, κ. Γεροκωστόπουλε, νὰ σᾶς ἔχω εἴπῃ ποτὲ ἐγώ, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀναβολὴ κανενὸς διαγωνισμοῦ.
§123Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Παιδείας). Ὄχι.
§124Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Τὸ ἴδιον θὰ ἔλεγεν, εἶμαι βέβαιος, καὶ ὁ κ. Κούνδουρος, ἐὰν ἦτο ἐδῶ. Ἐὰν πάλιν ὑπῆρχεν ἡ πληροφορία, ὅτι ἐγὼ ἐπῆγα ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τῶν ὑπουργῶν, εἶναι ἐσφαλμένη. Διότι πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς ἐξουσίας κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἤμην αὐστηρῶς τυπικῶς: Ἀποβλέπων εἰς τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας, δὲν ἐδίσταζον, νὰ ἐπικοινωνῶ καὶ μὲ Τμηματάρχας καὶ μὲ Διευθυντάς, ἀλλὰ πάντοτε τὸ ἔκαμνον εἴτε διὰ νὰ ἔχω κάποιαν πληροφορίαν, εἴτε ἂν ἐπρόκειτο ὅμως νὰ δώσω μίαν ὁδηγίαν, τὸ ἔκαμνα πάντοτε ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐγκρίσεως ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου ὑπουργοῦ. Πάντως μὲ οὐδὲν ἄλλο στέλεχος τῶν δύο Ὑπουργείων ἐπεκοινώνησα. Συνεπῶς, ἐὰν κάτι σᾶς μετεδόθη, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο: Ὁ κ. Ράϊνχαρτ μοῦ εἶπεν: «Ὅταν ἔλθῃ ὁ κ. Ἔρχαρτ, ὅλα θὰ τακτοποιηθοῦν, ἀλλὰ θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἄποψίν μου; Ἡ ἄποψίς μου, εἶναι ὅτι ἡ ἐπιστολὴ καὶ παρὰ τὴν διόρθωσιν δεσμεύει τὴν Κυβέρνησιν». Δὲν μὲ ἐξέπληξεν αὐτό, διότι καὶ ἐγὼ κρίνων ὡς ὑπάλληλος, μὲ περιωρισμένον κύκλον δικαιοδοσίας καὶ ἔχων καὶ τὸν Πρεσβευτήν μου ἐδῶ, πιθανὸν νὰ ἔκαμνα τὸ ἴδιον. Ἐκεῖνο ποὺ μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι τὰ ἐναντίον μου λεχθέντα, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι ἐδῶ, ὁ κ. Στρατάρχης. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι μὲ τὴν γενναιότητα, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, θὰ ἀνεγνώριζεν ἀμέσως τὴν ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν διέπραξεν εἰς βάρος μου. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἱστορία τοῦ Ράϊνχαρτ, εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρουσα, διότι ἀπὸ αὐτὴν βγαίνουν καὶ ἄλλα συμπεράσματα. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ ἀκούσατέ με. Τὴν ἑπομένην, 9ην τοῦ μηνός, κατὰ τὴν νέαν συνάντησιν ποὺ εἶχα μὲ τὸν κ. Ράϊνχαρτ, καὶ ἐξ ἀφορμῆς ὡρισμένων δημοσιευμάτων τοῦ τύπου, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνθυμῆσθε καὶ τὰ ὁποῖα ἐνεφάνιζον, ὅτι αἱ Γερμανικαὶ πιστώσεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι ἐπετεύχθησαν ὡς εὐχέρεια ἀπὸ τὴν Γερμανίαν δῆθεν, ἔληγον τὴν 31 Δεκεμβρίου 1954, τὸν ἠρώτησα ἐὰν τοῦ ἔμενε καμμία ἀμφιβολία, ὅτι εἰς τὰς πιστώσεις αὐτάς, δὲν ὑπῆρχε κανὲν χρονικὸν ὅριον, μοῦ ἀπήντησεν ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ πιστώσεις αὐταί, δὲν ἔχουν κανὲν χρονικὸν ὅριον καὶ μοῦ εἶπεν ἐπὶ πλέον: «Τὸ ἴδιον ἐρώτημα, μοῦ ἔκαμε χθὲς ὁ συνάδελφός σας ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἀπήντησα, ὅτι δὲν ἔχουν καμμίαν προθεσμίαν».
§125Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Ἐμπ.). Μάλιστα.
§126Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Διάφορον, βεβαίως, ἦτο τὸ θέμα συγκεκριμένων χρηματοδοτήσεων, ὡς ἡ περίπτωσις Πτολεμαΐδος, διότι τότε γίνεται χρηματοδότησις δι’ ἓν συγκεκριμένον ἔργον καὶ τὰ πράγματα προχωροῦν καὶ ἐξευρίσκονται τὰ κεφάλαια. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω ἀποκατάστασιν μιᾶς πεπλανημένης ἀντιλήψεως, ποὺ ἐξέφρασεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι «ὁ κ. Μαρκεζίνης μᾶς εἶπεν ὅτι ἐξησφάλισε 200 ἑκατομμύρια, νὰ ἰδοῦμε τί εἶναι αὐτὰ τὰ 200 ἑκατομμύρια». Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι πλάνη νὰ νομισθῇ, ὅτι αὐτὰ τὰ 200 ἑκατομμύρια ἐπρόκειτο νὰ τὰ πληρώσῃ ὁ Γερμανικὸς προϋπολογισμός. Ἄλλωστε τὴν ἑπομένην τῆς ὑπογραφῆς ἢ μᾶλλον μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμφωνιῶν, εἶχε γίνει μία «πρὲς κόνφερανς» εἰς τὴν Γερμανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ δημοσιογράφοι —καὶ οἱ ξένοι παριστάμενοι— ἐζήτησαν πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ἔρχαρτ. Τὴν εἶδα προσφάτως, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὰς πληροφορίας. Τοῦ εἶπαν: Αὐτὰ τὰ χρήματα θὰ τὰ δώσῃ ἡ Γερμανικὴ κυβέρνησις; Καὶ εἶπεν: Ὄχι. Τότε ποῖος θὰ τὰ δώσῃ; Εἶπεν ὅτι: «Αὐτὰ θὰ δοθοῦν ἀπὸ τὴν ἀγορὰν κεφαλαίων, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀγορᾶς τῶν κεφαλαίων ὅμως, ἡ Γερμανικὴ κυβέρνησις ἔχει τὸν ἔλεγχον». Δηλαδὴ χρήματα, εἴτε προερχόμενα ἀπὸ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον, εἴτε ἀπὸ ἄλλα τραπεζιτικὰ ἱδρύματα, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἡ Γερμανικὴ ἔχει τὸν ἔλεγχον. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ποτὲ δὲν ὑπεστηρίχθη, ὅτι αἱ Γερμανικαὶ πιστώσεις ἦσαν πιστώσεις κρατικαί, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἦσαν πιστώσεις, ἂν θέλετε, κρατικαί, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς κυκλοφορίας τῶν κεφαλαίων, τῶν ἐλεγχομένων ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Διότι, ἐν τελικῇ ἀναλύσει, φορεὺς τῆς πιστώσεως εἶναι ἐκεῖνος ὁ οἶκος, ὁ ὁποῖος προμηθεύει τὰ μηχανήματα. Αὐτός, ἐὰν ἔχῃ ἴδια κεφάλαια, τὰ δίδει ἐξ ἰδίων κεφαλαίων, ὁπότε αὐτὰ εἶναι ἔξω τοῦ ποσοῦ τῶν 200 ἑκατομμυρίων. Διότι δὲν πηγαίνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ: Δός μου αὐτὰ τὰ χρήματα ἢ τὰς καταθέσεις ἐκείνας νὰ χρησιμοποιήσω. Εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ ἰδίου κεφαλαίου. Ὑπάρχει ὅμως ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Οἶκος αὐτὸς προσφεύγει εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν ἐκδοτικήν, ἢ εἰς ἄλλους πιστωτικοὺς ὀργανισμοὺς καὶ λέγει: χρηματοδοτήσατέ με διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθῶ μετὰ 3, 4, 5 χρόνια. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ παρεκάλουν, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐὰν ἀκόμη δὲν εἶσθε πλήρως ἱκανοποιημένος μὲ αὐτὰ ποὺ εἶπον, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ βραδύτερον, διὰ νὰ μὴ καταστρέψω τὴν σειρὰν τῶν γεγονότων. Λοιπόν, καθὼς ἔλεγα, διάφορον εἶναι τὸ θέμα προκειμένου περὶ χρηματοδοτήσεων, ὅπου τότε νοεῖται ἡ ὕπαρξις μιᾶς προθεσμίας, διότι ἀφοῦ ἐξευρεθοῦν τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, τὰς τραπέζας, τὰς ἐπιχειρήσεις κλπ., λέγουν εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον: Ἔλα, κύριε, νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃς, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ κρατοῦμεν νεκρὰ ἐπ’ ἄπειρον, δι’ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν πίστωσιν τῆς Πτολεμαΐδος εἶχε τεθῆ τὸ ὅριον τῆς 23ης Δεκεμβρίου. Εἰς ἐρώτησίν μου πρὸς τὸν κ. Ράϊνχαρτ, «δὲν νομίζετε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πρὸς ἄρσιν τῶν παρεξηγήσεων ποὺ δημιουργοῦνται μὲ τὰ δημοσιεύματα τοῦ τύπου, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ κάμετε ἀνακοίνωσιν καὶ νὰ εἴπητε καθαρὰ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται, αἱ γερμανικαί, δὲν λήγουν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους;». Μοῦ ἀπήντησεν ὁ κ. Ράϊνχαρτ, ὅτι «αὐτὸ εἶναι ὠφέλιμον νὰ γίνῃ καὶ θὰ ἐπικοινωνήσω μὲ τὸν Πρεσβευτὴν διὰ νὰ προβῇ ἡ Πρεσβεία εἰς μίαν ἀνακοίνωσιν». Φαντασθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἔκπληξίν μου, ὅταν ὀλίγας ὥρας μετὰ τὴν συνάντησιν, τὴν ὁποίαν εἶχα μὲ τὸν κ. Ράϊνχαρτ —ὁ ὁποῖος ἔφευγε διὰ νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ ἔργα τῆς Λαρύμνης καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν ἑπομένην—φαντασθῆτε τὴν ἔκπληξίν μου ὅταν ἐλάμβανα τὸ τηλεφώνημα περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νομίζω, δὲν εἶχε τὴν καλωσύνην, ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ μοῦ στείλῃ ἓν ἀντίγραφον τοῦ γραπτοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον συνέταξε μὲ τὸν Πρέσβυν. Πάντως πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι μὲ ἐνημέρωσε καὶ μοῦ εἶπεν: «Ἦλθεν ἐδῶ ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς καὶ μοῦ εἶπε, πρῶτον, ὅτι ἐπιμένει ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἄποψιν, τοῦ ὅτι εἶναι δεσμευτικαὶ αἱ ἐπιστολαὶ καὶ δεύτερον, ὅτι ἐὰν δὲν χρησιμοποιήσωμεν τὰς γερμανικὰς πιστώσεις τῶν 200 ἑκατομμυρίων μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, θὰ χαθοῦν. Ἀντιλαμβάνεσθε μὲ ποίαν ἔκπληξιν τὰ ἤκουσα αὐτά. Πάντως, εἶπα εἰς τὸν κ. Στεφανόπουλον: Τώρα θὰ σᾶς ἐνημερώσω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῆς σημερινῆς συνομιλίας μου μὲ τὸν γενικὸν διευθυντὴν τοῦ Γερμανικοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος, ὑποτίθεται, ὅτι δὲν εἶναι ὁ δέκατος τέταρτος τροχὸς τῆς ἁμάξης καὶ ὁ ὁποῖος γνωρίζει καλύτερον τὰ θέματα ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον καὶ ἀπὸ τὸν Γερμανὸν Πρέσβυν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἔλεγα, θὰ προσπαθήσω αὔριον νὰ ἐπικοινωνήσω μὲ τὸν κ. Ράϊνχαρτ, ὥστε νὰ ξεκαθαρίσωμεν πλήρως τὸ ζήτημα ἀπὸ γερμανικῆς πλευρᾶς.
§127Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἐνόμιζα, ὅτι συνηντήθητε μὲ τὸν κ. Κὸρτ καὶ σᾶς εἶπα, σᾶς παρακαλῶ τὸ ταχύτερον.
§128Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω καὶ ἄλλην συνομιλίαν, τὴν ἑπομένην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἕως ἐδῶ τὰ πράγματα ἐνεφάνιζον μίαν νέαν ἀνεξήγητον ἐξέλιξιν. Πῶς τὸ πρωΐ ὁ ἀρχηγὸς τῆς γερμανικῆς ἀποστολῆς ἔμενε μαζί μου σύμφωνος, ἀφοῦ βεβαίως ὑπεστήριξε τὴν ἰδικήν του ἄποψιν περὶ δεσμεύσεων, ἀλλὰ μοῦ εἶπεν «ἀφήσατε τὸ θέμα αὐτὸ καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ κ. Ἔρχαρτ θὰ λυθῇ σὲ πέντε λεπτά». Καὶ ἀφοῦ μοῦ ὡμίλησε σαφῶς περὶ τῆς λήξεως τῶν πιστώσεων, «ποῖος ἐκίνησεν αὐτὸν τὸν Πρέσβυν», ἔλεγα ἐγὼ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, «ὥστε νὰ κάμῃ ἀντίθετα διαβήματα καὶ νὰ λέγῃ καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ ἀνακριβῆ;». Κύριοι συνάδελφοι, ἐγνώριζα τὸ τί εἶχε προηγηθῆ, ἐγνώριζα τὰς κινήσεις τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Τελεφοῦνκεν καὶ τοὺς δεσμούς του μὲ τὴν Πρεσβείαν καὶ δὲν ἀπέδωσα καμμίαν βαθυτέραν σημασίαν. Πάντως, τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐπεκοινώνησα μὲ τὸν κ. Ράϊνχαρτ, ὁ ὁποῖος ἐφάνη ἐκπλησσόμενος διὰ τὸ διάβημα τοῦ Πρέσβεως καὶ ἀφοῦ τοῦ ἐξήγησα, ὅτι πρῶτον ἐπῆγε νὰ ἐπαναφέρῃ ζήτημα δεσμεύσεως καὶ δεύτερον ὡμίλει περὶ λήξεων περισσότερον, μοῦ ἀπήντησε «μὴ ἀνησυχῆτε. Αὔριον ὁ κ. Πρέσβυς θὰ ἐπισκεφθῇ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ θὰ κάμῃ ἐπανορθωτικὸν διάβημα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Ἔρχαρτ. Ἐπίσης δέ, θὰ δηλώσῃ, ὅτι αἱ πιστώσεις δὲν λήγουν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους». Ἐγὼ ἐτηλεφώνησα τὴν ἑπομένην τὸ πρωΐ εἰς τὸν κ. Στεφανόπουλον καὶ τοῦ εἶπα τί συνεννόησιν ἔκαμα. Ἴσως ὁ κ. Στεφανόπουλος νὰ ἔκαμε σύγχυσιν. Ἐγὼ δὲν εἶπα, ὅτι ὁ κ. Ράϊνχαρτ ἔλυσε τελεσιδίκως τὸ θέμα τῶν δεσμεύσεων. Ἐγὼ εἶπα, ὅτι ἐμείναμεν σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Ράϊνχαρτ καὶ μάλιστα κατὰ θερμὴν παράκλησίν του ἐπὶ τοῦ ὅτι τὸ θέμα τῶν ἐπιστολῶν ἔπρεπε νὰ τεθῇ κατὰ μέρος, διὰ νὰ συζητηθῇ μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ. Αὐτὰ εἶπον. Δὲν εἶπα, ὅτι ὁ Ράϊνχαρτ ἤλλαξε γνώμην ἢ ὅτι ὑπεστήριζεν ἄλλην ἄποψιν.
§129Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ ἀντελήφθην, ὅτι εἴπατε, ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ ἐκ νέου καὶ θὰ ἀναιρέσῃ ὅλα αὐτά. Μάλιστα καθησύχασα καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔφυγα τὴν ἑπομένην.
§130Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, σεῖς ἕως τώρα ἐμένατε μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὅσα ἐγὼ εἶπον μόνον κατὰ τὸ ἥμισυ ἐπηλήθευσαν. Δηλαδή, μόνον ὡς πρὸς τὰς πιστώσεις. Ἐνῷ ὡς πρὸς τὸ ἕτερον θέμα τῶν δεσμεύσεων συνεφωνήσαμεν νὰ συζητηθῇ ὅταν ἔλθῃ ὁ κ. Ἔρχαρτ. Λυποῦμαι, διότι ἄλλως ἐξελάβατε αὐτὸ ποὺ ἐγὼ σᾶς εἶπα. Ἴσως μὲ τὴν σπουδὴν τῆς ἀναχωρήσεώς σας νὰ μὴ τὸ ἐπροσέξατε. Εἶπα, ὅτι ἐμείναμεν σύμφωνοι, ὅπως τὸ θέμα τῶν ἐπιστολῶν συζητηθῇ μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ. Καὶ τὴν δήλωσιν αὐτὴν ἔκαμεν ὁ Γερμανὸς Πρεσβευτής, ὅταν ἐπεσκέφθη τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀναπληροῦντα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§131Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Ὁ κ. Κὸρτ μοῦ εἶπεν: «Ἐπειδὴ εἶχα εἴπει εἰς τὸν κ. Στεφανόπουλον, ὅτι αἱ πιστώσεις λήγουν τὸν Δεκέμβριον τοῦ τρέχοντος ἔτους, παρακαλῶ καθησυχάσατε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς Παρισίους, διότι αἱ ἑλληνικαὶ ἐφημερίδες ὁμιλοῦν περὶ λήξεως τῶν πιστώσεων». Μοῦ εἶπεν ἐν συνεχείᾳ, ὅτι «αἱ πιστώσεις ἔληγον ὡς πρὸς τὴν Πτολεμαΐδα». Ἦλθε μετὰ ταῦτα εἰς τὸ θέμα τῶν δεσμεύσεων τῶν προκυπτουσῶν ἀπὸ τὰς ἀνταλλαγείσας ἐπιστολάς. «Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἄποψις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ εἶναι δεσμευτικαί». Καὶ προσέθεσεν: «Ὑπάρχει ἔδαφος συζητήσεως εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ νομικοῦ τύπου καὶ τῆς νομικῆς τοποθετήσεως, δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἔδαφος συζητήσεως». Εἰς τὴν οὐσίαν λοιπὸν καὶ ὄχι εἰς τὴν ἀναγνώρισιν ἐκ μέρους τῆς Γερμανοκῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ὑπάρχει δέσμευσις.
§132Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνθυμεῖσθε, ἐὰν κατὰ τὴν συνομιλίαν σας αὐτὴν ὁ Γερμανὸς Πρεσβευτὴς σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ τῶν δεσμεύσεων ἐκ τῶν ἐπιστολῶν ἀφίνεται νὰ συζητηθῇ, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ἔρχαρτ;
§133Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Ὄχι τὸ θέμα τῶν δεσμεύσεων ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς ἀλλ’ ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου.
§134Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Μὲ τὸν κ. Ράϊνχαρτ, ὡμιλήσαμεν περὶ τῶν ἐπιστολῶν χωρὶς νὰ κάμωμεν καμμίαν διαίρεσιν ἢ διχοτόμησιν τοῦ θέματος. Καὶ ἔβλεπον πράγματι καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ καλύτερον ἦτο νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ἔρχαρτ, νὰ συζητήσωμεν καὶ ἤμουν βέβαιος, ὅτι θὰ κατελήγαμεν εἰς πλήρη συμφωνίαν. Ἐδῶ λήγει, κύριοι βουλευταί, ἡ δευτέρα φάσις. Καὶ τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὴν τρίτην φάσιν, τῆς ὁποίας ἀποκορύφωμα ὑπῆρξεν ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τὰ γνωστὰ γεγονότα. Ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν, ἡ κατάστασις ἦτο ἀμετάβλητος, συγκεκριμένως εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔγινε τὴν 3ην Νοεμβρίου ἡμέραν Τετάρτην, ἦτο τὸ πρῶτον συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔγινε μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔκαμα μίαν μακρὰν ἔκθεσιν τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν θεμάτων. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ἐνημέρωσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπ’ αὐτῶν ἀκριβῶς τῶν ἐξελίξεων, τὰς ὁποίας ἢ ἠγνόει ἢ τὰς εἶχε πληροφορηθῆ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καθ’ ὁδὸν καὶ κατὰ τμήματα. Τοῦ ἀνέφερον συγκεκριμένως τὰ τῆς συναντήσεώς μου μὲ τὸν κ. Ράϊνχαρτ καὶ τὰ περὶ τοῦ διαβήματος τοῦ Πρέσβεως. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καμμία περαιτέρω συζήτησις δὲν ἐγένετο τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἐσημείωσεν. Ἐφάνη μάλιστα, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία τοῦ εἶχε γίνει καὶ δὲν μὲ ἄφησε νὰ ἐννοήσω, ὅτι ἐπιθυμεῖ κἄποιαν διασάφησιν ἀπὸ ἐμέ. Εἰς τὸ ἑπόμενον Συντονιστικὸν Συμβούλιον τῆς Παρασκευῆς 5 Νοεμβρίου, ἐγένετο μία διεξοδικὴ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπικειμένης ἀφίξεως τοῦ κ. Ἔρχαρτ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπανῆλθεν τὸ θέμα τῆς ἐπιστολῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφαίνετο, ὅτι σαφῶς ἐπεθύμει νὰ μὴ γίνῃ ἀνακίνησις τοῦ θέματος προτοῦ ἔλθῃ ὁ κ. Ἔρχαρτ. Τὸν ἠρώτησα σαφῶς ἐὰν συνεφώνει πλήρως ἐπὶ τῆς γραμμῆς τῆς ἰδικῆς μου, ἤτοι, ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ τί ὑποστηρίζουν οἱ Γερμανοὶ καὶ τὶ λέγει ὁ Πρέσβυς ἐδῶ, οὐδεμία δέσμευσις ὑπάρχει διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπῆρξε κατηγορηματική. Ὅτι ὄντως αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις του. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεχώρησε. Καὶ μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐπῆρε τὸ γράμμα, εἶπεν, ὅτι δὲν τὸ ἔχει ἴδει, τὸ ἐδιάβασε σιγὰ–σιγὰ καὶ ἔκαμε καὶ τὴν μετάφρασιν. Καὶ πάλιν διεπίστωσα, ὅτι ὅλα τὰ παρόντα μέλη συνεφώνησαν μὲ τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐμοῦ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἶπεν εἰς μίαν στιγμήν, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἐδῶ κἄποια δέσμευσις, ἡ δέσμευσις αὐτὴ ἀφορᾷ τὸν κ. Μαρκεζίνην ὡς ὑπουργὸν τότε τοῦ Συντονισμοῦ. Συνεπῶς καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ τελευταῖον Κυβερνητικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον συνεζητήθη τὸ θέμα, ἐπεκράτησεν ἡ ἄποψις, ὅτι ἡ κατάστασις παρέμεινεν ἀμετάβλητος, ὡς εἶχε μετὰ τὴν συμφωνίαν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Ράϊνχαρτ, τὴν ὁποίαν ἐπεκύρωσε καὶ ὁ Πρέσβυς.
§135Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἶδον τὴν ἐπιστολήν. Δὲν νομίζω νὰ πιστεύετε, ὅτι ὑπῆρχε σκευωρία εἰς βάρος ὑμῶν, ὥστε μὲ τὴν πρώτην προσπάθειαν νὰ ἐπιδιώξῃ νὰ ἐξεύρῃ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταδείξουν, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, κυρίως λόγῳ τῆς διαγραφῆς τῶν ἐν λόγῳ φράσεων, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἔγινε δέσμευσις. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ τὸ ἐπικαλεσθῆτε δημοσίᾳ. Ἡ βασικὴ ἀρχή, ἡ ὁποία ἐτέθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐτέθη μάλιστα ὑπὸ αὐτοῦ τούτου τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς δεσμεύσεως, ἐφ’ ὅσον ὁ ἀντισυμβαλλόμενος, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις τῆς Γερμανίας ἐθεώρησεν, ὅτι ὑπῆρχε δέσμευσις ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς καὶ δὲν ἔπρεπεν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ οὐδὲ πρὸς στιγμὴν νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς βασιζομένη ἐπὶ νομικῶν ἐπιχειρημάτων οἱασδήποτε στερεᾶς ἢ μὴ ἑρμηνείας, εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ πράγματα εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῆς Γερμανίας καὶ ἑαυτῆς, μεταξὺ τῆς Γερμανίας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐξάγομεν τὰ καπνά μας καὶ τῆς Ἑλλάδος, μεταξὺ τῆς Γερμανίας, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ παράσχῃ τὰ κεφάλαια καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ τὰ λάβῃ. Κατὰ τὴν στενὴν ἐκείνην συνεδρίασιν ἐξητάσαμεν ὅλα τὰ ἐνδεχόμενα καὶ τόση μεγάλη ὑπῆρξεν ἡ προσπάθειά μου καὶ πρὸ παντὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καλυφθῆτε καὶ σεῖς, ὅπως καλυφθῇ καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὥστε ἐπροσπαθήσαμεν νὰ ἐξεύρωμεν καὶ νὰ ἐφεύρωμεν ὅπως εἶπον ἐπιχειρήματα καλύπτοντα τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἐπιστολῆς. (Χειροκροτήματα).
§136Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐπειδὴ εἴπατε νὰ καλυφθῶ, ἐγὼ νὰ καλυφθῶ; Ἐγὼ δὲν ἤμουν ποτὲ ἀκάλυπτος.
§137Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Λυποῦμαι, κ. Μαρκεζίνη, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι κἄποιας καλύψεως ἔχετε ἀνάγκην ἀπέναντι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐπιστολὰς τὰς ὁποίας ὑπεγράψατε, κατόπιν ἀγωνίας, ὅπως εἴπατε, δὲν τὰ ἀνεκοινώσατε εἰς αὐτόν, (χειροκροτήματα), καὶ ἐπίσης λυποῦμαι διότι ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι κἄποιας καλύψεως ἔχετε ἀνάγκην ἐφ’ ὅσον σεῖς ὁ ἴδιος ὡμιλήσατε περὶ κειμένου, τὸ ὁποῖον σᾶς χρειάζεται πρὸς ἄμυναν τοῦ ἑαυτοῦ σας. (Χειροκροτήματα).
§138Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν ἐζήτησα οὐδενὸς τὴν προάσπισιν καὶ προστασίαν, δὲν ἀπέκρυψα τίποτε. Ἐκεῖνο ποὺ ἐτόνισα εἶναι, ὅτι ἐπονηρεύθην, ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμήν μοῦ παρουσίασαν αὐτὴν τὴν ἔκπληξιν....
§139ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί νὰ πονηρευθῆτε;
§140Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Διότι δὲν ἦτο φυσικὸν τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ ζητήσουν ὑπογραφὴν τοιούτων ἐπιστολῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν αἰσθάνομαι οὐδενὸς τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν προστασίαν διὰ νὰ μὲ καλύψῃ διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας ὅποιος τὰς θεωρεῖ, ὅτι εἶναι τοιαῦται ὥστε νὰ ὑποκρύπτουν δόλον ἢ ζημίαν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, δὲν ἔχει παρὰ νὰ μὲ παραπέμψῃ εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον.
§141Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Ἂν θέλετε ἄλλην διατύπωσιν ἐπράξαμεν τὸ πᾶν διὰ νὰ καλύψωμεν τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν εἴχατε διὰ τῆς ὑπογραφῆς σας δεσμεύσει. (Χειροκροτήματα).
§142Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἡ μεταβολὴ αὐτὴ εἶναι δεκτὴ ἐφ’ ὅσον ἐκφράζει τὰς ἰδικάς σας σκέψεις.
§143Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἴπατε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἔπρεπε νὰ μὲ ἀπασχολήσῃ πολὺ τὸ θέμα τῆς πίστεως τῆς χώρας καὶ καὶ νὰ μὴ προβῶ εἰς ἅς δηλώσεις προέβην δημοσίᾳ. Καὶ εἴπατε ἐπὶ πλέον ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀντισυμβαλλομένη Κυβέρνησις ἐπιμένει ὅτι εἴχαμε δεσμευθῆ, ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς, διὰ νὰ προφυλάξωμεν τὴν καλὴν μας πίστιν, νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν δέσμευσιν ἔστω καὶ ἐὰν ἐπιστεύαμεν μέσα μας ὅτι δὲν ὑπῆρχε, διότι ἐγὼ κ. ὑπουργὲ τῆς Ἐθν. Ἀμύνης σᾶς τὸ εἶπα καθαρά, δὲν ἐπίστευα καὶ δὲν πιστεύω ὅτι ὑπῆρχε δέσμευσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ κάμετε νὰ μεταβάλω τὰς ἀπόψεις μου. Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε «εἶσθε ἀκατάλληλος διὰ τὴν Κυβέρνησίν μας» καὶ νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ νὰ μεταβάλω γνώμην, δὲν ἠμπορῶ. Ἀλλὰ τώρα, κ. ὑπουργέ, τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ κύριοι συνάδελφοι, μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι ὀλίγον σχῆμα ὀξύμωρον δι’ ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δύο χρόνια δὲν ἔκαμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἔχῃ ὡς εἰκόνισμα μπροστά του τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἰργάσθη δι’ αὐτὴν, νὰ τοῦ ἐκτοξευθῇ τόσον εὐκόλως ἡ μομφή: «Κύριε, μὲ τὰς ἀμελετήτους δηλώσεις σας, καταστρέφετε τὴν πίστιν τῆς Χώρας μας». Αὐτὰ εἰς ἕνα ἄνθρωπον, κ. ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος τὴν ἰδέαν τῆς Ἑλληνο–Γερμανικῆς συνεργασίας τὴν πιστεύει, τὴν ἀναγνωρίζει καὶ τὴν ἀγαπᾶ. Θὰ ἤθελα ἀκόμη νὰ προσθέσω καὶ κάτι ἄλλο, διότι ἐκάματε καὶ κάποιον ὑπαινιγμὸν διὰ τὰ Ἑλληνικὰ καπνά· δόστε μου, τοὐλάχιστον τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω, ὅτι ὡς πρὸς τὰ καπνὰ κάτι περισσότερον ξεύρω καὶ ἐγώ. Τὴν Τετάρτην, κ. βουλευταί, 10ην Νοεμβρίου, δηλ. μερικὰ εἰκοσιτετράωρα πρὶν ἔλθῃ ἐδῶ ὁ κ. Ἔρχαρτ καὶ ἐνῷ μόλις εἶχον ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον εἰς τὸ ὁποῖον οὔτε νύξις κἂν ἐγένετο περὶ τῶν Γερμανικῶν ζητημάτων, ἐκλήθην εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅπου παρίστατο καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ Στρατάρχης μοῦ ἀνεκοίνωσεν ὅτι κατόπιν νότας τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπιδώσει πρὸς τὸν κ. Στεφανόπουλον ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεφέρετο, ὅτι, ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐμμένει εἰς τὴν ἄποψιν τὴν δεσμευτικὴν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς ἔκδοσιν ἀνακοινώσεως ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἀναφέρεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει κατόπιν τούτου τὴν δέσμευσιν, ὅτι θὰ σεβασθῇ τὴν ὑπογραφήν της καὶ ὅτι ταυτοχρόνως θὰ κατηγγέλλετο ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὡς δεσμεύσας τὴν Κυβέρνησιν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὡς ἀποκρύψας τὴν δέσμευσιν. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἀντιλαμβανόμην ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι αὐτῆς τῆς αἰφνιδίας μεταστροφῆς καὶ διατὶ ἐπεθύμει νὰ προβῇ εἰς μίαν τοιαύτην καὶ μάλιστα τόσον ἐσπευσμένην ἐνέργειαν. Ἄν ἡ ἀπόφασίς του ὠφείλετο εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς εἶπεν, ὅτι ἐμμένει ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἄποψιν τὴν δεσμευτικήν. Εἶπον εἰς τὸν κ. Στρατάρχην: «διατὶ νὰ μὴ ἀπαντήσωμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι ἐμμένομεν εἰς τὴν ἰδικήν μας ἄποψιν ὅτι δὲν ὑπάρχει δέσμευσις τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἕως χθές, νομίζω, ὅλοι τὸ ἐπιστεύομεν;». Πέραν αὐτοῦ τοῦ εἶπον «Κύριε, Στρατάρχα, μήπως εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μᾶς ἐπισκέπτεται ἕνας Πρέσβυς, ὡς ὑπουργός, καὶ μᾶς λέγει ὅτι ξεύρετε εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο ἔχετε τὴν τάδε δέσμευσιν καὶ σιγὰ–σιγὰ μὲ τὴν συζήτησιν καὶ μὲ τὴν ἐπίκλησιν τῶν ἐπιχειρημάτων σας ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀστήρικτοι. Ἐγὼ ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω εἰδικώτερον ὡς πρὸς τὰς Γερμανικὰς σχέσεις, θέματα τοιαῦτα ποὺ ἐγεννήθησαν καὶ εἰς τὰ ὁποῖα οἱ Γερμανοὶ προέβαλον πότε μίαν ἐπιστολὴν καὶ πότε μίαν ὑπόσχεσιν καὶ ἀπὸ μίαν συζήτησιν καὶ μίαν πραγματικὴν καὶ καλόπιστον ἀντιμετώπισιν τῶν θεμάτων ὑπεχώρησαν καὶ παρῃτήθησαν τῶν ἀξιώσεών των. Τὸ ἴδιον ἔγινεν μὲ τὰ ξύλινα σπίτια τῶν Ἰονίων Νήσων. Ἀλλά, νὰ μὴ σᾶς κουράζω τώρα καὶ νὰ μὴ διακόψω πρωτίστως τὸν εἱρμὸν αὐτὸν τῶν γεγονότων ποὺ σᾶς ἱστορῶ, πάντως δὲν καταλαβαίνω διατὶ νὰ πανικοβληθῶμεν ἐπειδὴ ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς ἔφερεν μίαν νόταν εἰς τὴν ὁποίαν εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του πιστεύει ὅτι ὑπάρχει δέσμευσις; «Δεύτερον ἐσυνέχισα, ἐδῶ ὑπάρχει μία ρητὴ συμφωνία τὴν ὁποίαν ἔκαμα μὲ τὸν κ. Ράϊνχαρτ καὶ ἡ ὁποία ἐπιβεβαιώθη διὰ τῆς ἐπισκέψεως τοῦ κ. Πρέσβεως εἰς τὸν κ. Κανελλόπουλον. Πῶς λοιπὸν δικαιολογεῖται τὸ σημερινὸν διάβημα τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Κὸρτ εἰς τὸν κ. Στεφανόπουλον, ὕστερα ἀπὸ τὴν συμφωνίαν ποὺ εἶχον κάμει ἐγώ, μὲ τὸν κ. Ράϊχαρτ; Καὶ ἔλεγα «σημερινὸν» διότι τότε δὲν ἐγνώριζα ὅτι τὴν προτεραίαν εἶχε λάβει χώραν καὶ ἄλλη συνάντησις τοῦ κ. Στεφανοπούλου μὲ τὸν Γερμανὸν Πρέσβυν καὶ ἐπὶ τῆς ἐπισκέψεως ἐκείνης, οὔτε ἐγὼ εἶχον ἐνημερωθῆ, οὔτε τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον. Καὶ ἐρωτῶ: διατὶ δὲν ἀντιμετωπίσθη, ἢ δὲν ἀπεκρούσθη προφορικῶς τὸ πρῶτον προφορικὸν διάβημα καὶ ἀντὶ τούτου ἐζητήθη ἔγγραφος βεβαίωσις καὶ μάλιστα ἐζητήθη, ὡς ἐπληροφορήθην, μὲ μίαν προθεσμίαν, ὅτι ἔπρεπε δηλ. νὰ δοθῇ μέχρις ὡρισμένης ὥρας;
§144Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὅπως σᾶς εἶπον, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ διευκρινισθῇ ἡ θέσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κληθῇ ὁ Πρεσβευτὴς καὶ νὰ τεθῇ σαφῶς ἐνώπιον τοῦ γεγονότος. Προϋπῆρχεν ἡ ὑποψία, ὅτι πιθανὸν νὰ προέβη προφορικῶς εἰς τὸ διάβημα ὑποκινούμενος, ὠθούμενος, δὲν ἠξεύρω, ἀπὸ πόσους, ἐνδιαφερομένους. Ἐὰν τὴν ἄποψιν θὰ τὴν εἴχομεν ἐγγράφως, ἡ ἀπόδειξις θὰ ἦτο ἀναμφισβήτητος, ὅτι ὄπισθεν τῆς διαμαρτυρίας ἦτο ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις. Ὅταν δὲ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἦλθεν καὶ μοῦ ἐπανέλαβε προφορικῶς τὰ ὅσα εἶχεν ἴδη εἶπεν, ἡ ἐντολὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο νὰ μὴ δώσωμεν καμμίαν συνέχειαν, εἰς ὅσα προφορικῶς θὰ ἐλέγοντο. Τὸ πρωΐ ποὺ ἦλθον εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, δὲν εἶχεν ἀκόμη στείλει τὴν νόταν. Ὅταν ὅμως, εἰς τὰς 1.30′ ἐπέστρεψα ἀπὸ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, ἔλαβον τὴν νόταν καὶ ἀμέσως εἰδοποίησα, ὅτι μοῦ τὰ ἔστειλεν ἐγγράφως καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν προέρχονται αἱ διαμαρτυρίαι ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον ἐνδιαφερόμενον ἐνταῦθα, ἀλλὰ ὅτι, ἦτο ἐντολὴ τῆς Κυβερνήσεώς του. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριον τῆς περιφήμου ἐκμαιεύσεως.
§145Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶσθε καθόλου πειστικός, μὲ αὐτὰ ποὺ εἴπατε, διότι, ἐὰν πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ἔχῃ μίαν γνησίαν ἐκδήλωσιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, τὶ ἄλλο θὰ ἦτο λογικώτερον, παρὰ νὰ περιμένῃ δύο ἕως τρεῖς ἡμέρας, ὁπότε θὰ ἤρχετο ὁ ἴδιος ὁ οἰκονομικὸς ρυθμιστὴς τῆς Γερμανικῆς πολιτικῆς; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, προτιμῶ νὰ ἠμπορέσω νὰ μείνω εἰς τὴν ξηρὰν ἀφήγησιν καὶ νὰ μὴ σᾶς ἐπηρεάσω ἐγὼ μὲ τὰ ἰδικά μου συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι φυσικὸν νὰ εἶναι καὶ ὑποκειμενικά. Αὐτὴν τὴν στιγμήν, κ. βουλευταί, ἐνδιαφέρομαι περισσότερον νὰ πληροφορηθοῦν ὅλοι, ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ κατάστασις καὶ νὰ βγάλετε μόνοι σας τὰ συμπεράσματα, χωρὶς καμμίαν ἄλλην ἐπίδρασιν. Συνεχίζων λοιπὸν τὴν ἐπιχειρηματολογίαν μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπέστησα τὴν προσοχήν του καὶ εἶναι μάρτυς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ τοῦ ὀλεθρίου ἀντικτύπου, ποὺ ἐπίστευον, ὅτι ἕνας τοιοῦτος δημόσιος θόρυβος, γύρω ἀπὸ τὸ ζήτημα αὐτό, θὰ προεκάλει. Ἔλεγον: «Τὶ θὰ εἴπῃ ὁ λαὸς αὔριον ἀκούων τὴν Κυβέρνησιν του νὰ καταγγέλῃ, ὅτι ὑπουργοὶ ἀναλαμβάνουν δεσμεύσεις, τοιαύτας δεσμεύσεις, ποὺ ἀναγκάζεται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τοὺς καταγγέλῃ. Καὶ διατὶ νὰ γίνωνται, ὅλα αὐτὰ ὅταν μετὰ δύο τρεῖς ἡμέρας θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ἔρχαρτ; Θὰ καθήσετε, νὰ τὰ συζητήσετε καὶ νὰ λύσετε ὅλας τὰς ἀπορίας σας. Καὶ εἰς τὸ κάτω τῆς γραφῆς, ἂν πράγματι ἀποδειχθῇ, ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔχουν δίκαιον καὶ ὁ κ. Κάρτ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Παπαληγούρας, καὶ ὅτι ἐγὼ πλανῶμαι καὶ προκύψει, ὅτι αἱ ἀπόψεις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως ἦσαν πράγματι αὐταί, ὅτι, κύριοι, σᾶς θεωροῦμεν δεσμευμένους, τότε, κύριε Στρατάρχα, διατὶ σεῖς νὰ μὴ εἴπητε, «μάλιστα, ἐγὼ ἐννοῶ τὴν ὑπογραφήν μου νὰ τὴν σεβασθῶ καὶ νὰ δυνηθῆτε τέλος πάντων ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν κ. Ἔρχαρτ, ν’ ἀποσπάσητε κάτι περισσότερον;». Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐπιχειρηματολογία αὐτή, οὔτε ἐσφαλμένη ἦτο, οὔτε παραπειστική, οὔτε ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ κανένα κακὸν εἰς τὸν τόπον. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ καλύτερον, ἐὰν ἀντὶ ὅλου αὐτοῦ τοῦ θορύβου εἶχε γίνει ἡ ἀπ’ εὐθείας ἐξήγησις, μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ. Ἄλλωστε, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δι’ οἱονδήποτε λόγον εἶχε χάσει τὴν πρὸς ἐμὲ ἐμπιστοσύνην καὶ δὲν ἐπεθύμει νὰ συνεχίσω ἐγὼ τὰς διαπραγματεύσεις, ἦτο δυνατὸν ἁπλούστατα νὰ ἐξαφανισθῶ ἀπὸ τὴν μέσην χωρὶς νὰ γίνῃ κανένας θόρυβος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προβάλω μίαν ἀδιαθεσίαν, ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ ἀκόμη, ὑπῆρχεν ἡ δυνατότης τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεώς μου, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀπὸ καιροῦ ὑποβάλει. Αὐτὰ νομίζω, ἦσαν τὰ κυριώτερα ἐπιχειρήματά μου. Δὲν ἐπιθυμῶ τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω ἀπὸ ὅ,τι ἐλέχθη ἐν συνεχεία καὶ δὲν εὑρίσκω σκόπιμον νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον. Ἡ οὐσία εἶναι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε λάβει τὴν ἀπόφασίν του. Τὸν παρεκάλεσα τότε ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἀνακοίνωσίν του ἐπ’ ὀλίγας ὥρας, διότι ἤθελον νὰ ἴδω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ἀπόγευμα διὰ νὰ τοῦ δώσω μερικὰ στοιχεῖα ἐπὶ μιᾶς ἄλλης ἀνακριβείας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναφέρει ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς, κατὰ τὴν τελευταίαν του ἐπίσκεψιν. Ποία ἦτο ἡ ἀνακρίβεια; Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς ἐξέθεσα, ὅτι καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ ἐδῶ, ὅταν ἦλθον αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι, πάντοτε ἀνέφεραν ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματά των, ὅτι λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς των δυνάμεως, αὐτοὶ θὰ ἔδιδον τὰ χρήματα αὐτά, ἐξ ἰδίων ὅμως, χωρὶς νὰ προσφύγουν εἰς τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα ἢ εἰς τὰς πιστώσεις τὰς ἐλεγχομένας ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς εἶπον, ὅτι οὐδέποτε ἀπ’ αὐτὰ εἶχε δημιουργηθῆ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, καὶ κάθε φορὰ ποὺ ἤρχετο ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς καὶ οἱ Διευθυνταὶ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Σῆμενς, οὐδέποτε μοῦ ἔκαμε τὴν ἐλαχίστην διόρθωσιν αὐτῆς τῆς ἐντυπώσεως, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἔχω μίαν ἀνακριβῆ ἐντύπωσιν ἀπὸ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι μοῦ ἐγένοντο ἐπισήμως, αἱ ὁποῖαι ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὸν τύπον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ ἀπόγευμα ἐπεσκέφθην τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἔδειξα τὰς δηλώσεις, τὰς ἰδικάς μου κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν αὐτὴν καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν κ. Στρατάρχην, ὅτι ἂν ἐπέμενεν εἰς τὴν ἄποψιν, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀνακοινώσεως, ἐλυπούμην πάρα πολύ, ἀλλὰ θὰ ἤμουν ὑποχρεωμένος ν’ ἀποχωρήσω ἀμέσως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἱστορικὸν τὸ ἰδικόν μου ἐτελείωσε, διότι μετ’ ὀλίγας ὥρας εἶχεν ἐκδοθῆ ἡ ἀνακοίνωσις καὶ τὰ ὑπόλοιπα τὰ ἠξεύρετε. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω μερικὰ πράγματα, ἰδίως ἀναφερόμενος εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔν τινι μέτρῳ εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, μολονότι νομίζω, ὅτι μὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωσα, ἀποκατεστάθησαν ὡρισμένα πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Δὲν εἶναι ἔτσι, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν;
§146Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). (Δὲν ἀκούεται). Θὰ τὰ ἀκούσωμεν καὶ αὔριον ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου.
§147Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἴσως, κύριοι, νὰ παρατηρήσατε κἄποιαν ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς ἐπαφῆς μεταξὺ ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ καὶ ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ μεταξύ, ἄλλων ἔπταισαν τελευταίως αἱ ἐπανειλημμέναι ἀπουσίαι, διότι καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπουσίασεν μὲ τὸ ταξεῖδι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔτσι προεκλήθη κἄποια ἀραιοτέρα ἐπικοινωνία, ὥστε πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα τὸν ἔκαμε νὰ διατελῇ ὑπὸ διαφόρους ἀνακριβεῖς ἐντυπώσεις, δὲν θὰ εἶχαν δημιουργηθῇ. Τώρα ἀκόμη ἕνα θέμα μέγα, διὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Αὐτὴ ἡ περιβόητος ὑπόσχεσις τῶν διϋλιστηρίων. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἔδωσα ποτὲ ὑπόσχεσιν εἰς τὸν Γερμανὸν πρέσβυν, οὔτε διανοοῦμαι, οὔτε φαντάζομαι, ὅτι ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς ἰσχυρίζεται, ὅτι τοῦ ἔδωσα τοιαύτην ὑπόσχεσιν. Προσέξατε, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ κ. Παπαληγούρας, ὁ ὁποῖος εἶχε πράγματι μίαν συνομιλίαν μαζί μου ἐξεκαθάρισε τὸ θέμα. Μοῦ εἶπεν, ὅτι ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς συνομιλίας ποὺ εἶχε μαζί του, ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς τοῦ εἶπεν, ὅτι εἶχε κἄποιαν ἐλπίδα, κἄποια προσμονήν, ἀλλ’ ὅτι ἐκεῖ τὸ ἐξεκαθάρισε πλήρως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὑποσχέσεως. Εἶναι ἔτσι ἀκριβῶς, κ. ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ἐγὼ ἀναφέρομαι εἰς ὅσα μοῦ εἴπατε σεῖς.
§148Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἐγὼ σᾶς εἶπον τὰ ἑξῆς: Μοῦ εἶπεν ὁ κ. Κόρτ, ὅτι τοῦ εἴπατε, ὅτι πρόκειται τὰ διϋλιστήρια νὰ δοθοῦν εἰς μίαν ἐκ τῶν γερμανικῶν ἑταιρειῶν, κατὰ πᾶσαν ἀνθρωπίνην πρόβλεψιν. Ἐν τῷ μεταξύ, ἦτο ἐδῶ ὁ κ. Ράϊνχαρτ, ὁ ὁποῖος ἦλθε τώρα μαζὶ μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ καὶ ὁ κ. Ράϊνχαρτ εἶπεν ἐπίσης, ὅτι πρὸ μηνός, ποὺ σᾶς ἐπεσκέφθη, τοῦ εἴχατε εἴπῃ, ὅτι τὰ διϋλιστήρια πετρελαίου ἀπετέλουν τὴν πρώτην ἐπένδυσιν διὰ γερμανικῶν κεφαλαίων. Αὐτά, δὲν τὰ εἶπεν εἰς ἐμέ, ὁ κ. Ράϊνχαρτ. Τὰ εἶπεν ἐνώπιον 15 προσώπων. Καὶ ἡ ἰδική μου ἀντίληψις εἶναι ἡ ἑξῆς: Θέλω νὰ εἶμαι ἀντικειμενικὸς καὶ δίκαιος καὶ δὲν θὰ εἴπω οὔτε ἕνα ἰῶτα περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον. Ἐγένετο συζήτησις περὶ αὐτοῦ, κατὰ τὰς ἐπισήμους διαπραγματεύσεις καὶ ἦσαν παρόντες ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς ἄνω τῶν 10 προσώπων. Ἀπὸ γερμανικῆς πλευρᾶς, ἄνω τῶν 10 προσώπων, ὁ κ. Ἔρχαρτ καὶ ἐγὼ ἐκάμαμεν διευκρίνισιν τοῦ θέματος. Αὔριον θὰ κάμω ἀναλύσεις ἐπακριβεῖς. Θὰ προσκομίσω τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων διὰ νὰ ἴδωμεν τὸ βάρος τῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Καψάλης, καὶ εἰς τὸν Γερμανὸν Πρέσβυν, καὶ εἰς τὸν κ. Ράϊνχαρτ, ἕνα μῆνα πρίν, ὅταν εἶχεν ἔλθει ξανά. Ὁ κ. Καπετανίδης, ἐπίσης, ὁ νέος Πρέσβυς εἰς τὴν Βόννην, ἦλθε καὶ εἶπε καὶ εἰς τὸν κ. Στεφανόπουλον καὶ εἰς ἐμέ, ὅτι ὁ κ. Κάρτ ἐπανέλαβεν αὐτὴν τὴν φράσιν. Τὴν φράσιν, δηλαδή, ὅτι ὁ κ. Καψάλης, εἶπεν, ὅτι τὰ διϋλιστήρια, θὰ δοθοῦν εἰς γερμανικὴν ἑταιρείαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ Γερμανοί, ἔθεσαν θέμα διϋλιστηρίων, κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις. Δὲν πιστεύω, ὅτι ἠθέλατε νὰ δεσμεύσητε τὴν Κυβέρνησιν, κ. Καψάλη. Πιστεύω, ὅμως, ὅτι ὁ χειρισμὸς εἰς τὸ συγκεκριμένον αὐτὸ στοιχεῖον ἦτο τοὐλάχιστον ἀδέξιος. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω. Καὶ ἐὰν ἀκόμη εἴχατε τὴν πεποίθησιν τὴν βαθεῖαν, ὅτι θὰ ἐδίδαμεν τὰ διϋλιστήρια εἰς Γερμανικὴν ἑταιρείαν, διατὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ νὰ τὸ εἴπωμεν πρίν, καὶ νὰ μὴ τὸ κρατήσωμεν νὰ τὸ εἴπωμεν κατὰ τὴν ὥραν τῶν διαπραγματεύσεων. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ φράσις αὕτη ἀποτελεῖ μίαν διεθνῆ συμφωνίαν, ἀποτελεῖ ὅμως μίαν προφορικὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε. Δὲν εἶπον, ὅτι ὑπεγράψατε σύμβασιν, κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ἀλλ’ ὅτι ἐδώσατε εἰς τὸν Γερμανὸν Πρεσβευτὴν μίαν προφορικὴν ὑπόσχεσιν, ὅπως σᾶς εἶπον εἰς τὸ γραφεῖον σας. Ἐκείνην τὴν ὥραν ποὺ σᾶς εἶδα, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου ὅλην τὴν εἰκόνα καὶ δὲν ἔδωσα μεγαλυτέραν σημασίαν. Ἐγὼ δέ, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, εἶπον εἰς τὸν κ. Κόρτ ὅτι γίνεται διαγωνισμὸς διεθνής. Εἶπον, κύριε Κόρτ, ἐδῶ γίνεται διεθνὴς διαγωνισμὸς καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς εἴπωμεν τίποτε, οὔτε ὁ κ. Καψάλης ἠμπορεῖ νὰ σᾶς εἶπεν αὐτὰ τὰ πράγματα. Καὶ εἶχε τερματισθῆ ἡ συζήτησις. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆγε καὶ ὁ κ. Καπετανίδης, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπε τὰ ἴδια. Εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ὡς θὰ σᾶς ἀναφέρω αὔριον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρακτικῶν, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν περικοπήν, ἐκεῖ, ποὺ καθόμαστε, ἐβγῆκε τὸ θέμα τῶν διϋλιστηρίων. Τί δουλειὰ ἔχουν τὰ διϋλιστήρια εἰς τὰς διαπραγματεύσεις; Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, οὔτε μοῦ τὸ εἶπεν ὁ Ράϊνχαρτ ποτὲ εἰς τὴν πρώτην συνάντησιν, ποὺ εἴχαμεν πρὸ ἑνὸς μηνός. Αὐτὰ τὰ εἶπεν ὁ Ράϊνχαρτ, ἐνώπιον ὅλων, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων. Ἄλλο τίποτε δὲν γνωρίζω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως.
§149Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἐγώ, κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ἀπὸ σᾶς ἐπερίμενα πολὺ λακωνικωτέραν ἀπάντησιν εἰς ἐκεῖνο, ποὺ σᾶς ἠρώτησα, διότι εἰς μίαν συνομιλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον μαζὶ σας—δὲν ἠξεύρω, ἐὰν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη —μοῦ ἀνεκοινώσατε, ὅτι ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς σᾶς εἶπεν, ὅτι κάτι τοῦ εἶχα εἴπει διὰ τὰ διϋλιστήρια. Βέβαια προσεθέσατε δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι τοῦ ἔδωσα καμμίαν ὑπόσχεσιν, ἀλλά, ὅτι κάτι τοῦ εἶχα εἴπει σχετικῶς. Ἀπὸ τὸ σημεῖον αὐτὸ μέχρι τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μέχρι τοῦ σημείου, ὅπου τὸ τοποθετεῖτε τώρα σεῖς μὲ τὰς συνεννοήσεις καὶ τὰς συνομιλίας μὲ τοὺς Γερμανούς, ὑπάρχει μία διαφορά. Ἡ διαφορὰ αὐτὴ εἶναι ἡ ἑξῆς: Καὶ εἰς τὸν Γερμανὸν Πρέσβυν καὶ εἰς τὸν κ. Ράϊνχαρτ, ὁμιλῶν περὶ τοῦ διϋλιστηρίου, τοὺς εἶπον τὰ ἑξῆς: Ὅτι διὰ τὸ διϋλιστήριον ἔχομεν προκηρύξει διεθνῆ διαγωνισμόν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἔχει ἐκδοθῆ ἡ ἀπόφασις τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς καὶ ἐὰν δὲν ἐκδοθῆ ἡ ἀπόφασις αὐτῆς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἠξεύρῃ κανεὶς τίποτε. Εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, τοὺς εἶπον, ὅτι τὸ διϋλιστήριον θὰ τὸ πάρῃ ἡ γερμανικὴ βιομηχανία.
§150Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Εἶναι τελείως διάφορον.
§151Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Δὲν γεννᾶται ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι διάφορον. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ ἀνακοινώσω κἄποιαν ἄλλην λεπτομέρειαν ἀκόμη. Ἐνδέχεται νὰ συμβοῦν πράγματα, τὰ ὁποῖα νὰ δείξουν, ὅτι εἰς τὸν διαγωνισμὸν αὐτόν, καίτοι μετέσχον διάφοροι οἶκοι, τελικῶς, ἀπὸ ἀπόψεως συμμορφώσεως, πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ διαγωνισμοῦ, μόνον γερμανικοὶ οἶκοι ὑπῆρχον. Συνεπῶς, οὔτε καμμία προδοσία μυστικοῦ οὔτε καμμία προεξόφλησις τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἦτο μία ἐλπὶς ἢ μία εὐχή, τὴν ὁποίαν ἐξέφραζον ὅταν τοὺς ἔλεγον, ὅτι ὑπάρχουν τέλος πάντων καὶ τόσα ἄλλα ζητήματα, ὅπως τὸ διϋλιστήριον, ἡ Πτολεμαΐς, ὅπως ὁ διαγωνισμός, ποὺ κάμνομεν διὰ τὸ σιδηροδρομικὸν ὑλικὸν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ βιομηχανία σας θὰ παρουσιάσῃ καὶ θὰ κάμῃ συμφερούσας προσφοράς. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνήθης διαδικασία. Καί, κύριε ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου, ἐπιτρέψατέ μου, δὲν θέλω νὰ θεωρήσετε, ὅτι τέλος πάντων κάμνω κάτι τὸ ἀνάρμοστον, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἴσως, δὲν ἔχετε ἀκόμη ἐπαρκῆ πεῖραν διεθνῶν ἐμπορικῶν διαπραγματεύσεων. Τὸ ὅτι, ὅταν κάθωνται οἱ ἀντισυμβαλλόμενοι γύρω ἀπὸ ἕνα τραπέζι, ἀρχίζουν νὰ λέγουν καὶ νὰ ἐνθυμοῦνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καὶ τὰ παλαιὰ καὶ τὰ καινούργια καὶ τὰ μέλλοντα, καὶ ἐδῶ μᾶς εἶπον αὐτά, καὶ ἐκεῖνα, εἶναι τὸ φυσικώτερον τῶν πραγμάτων καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐμβάλουν κανένα εἰς πανικὸν οὔτε τὸν ὑπουργόν, οὔτε πολλῷ μᾶλλον καὶ τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ἐκεῖ ἐπάνω νὰ στηρίζεται ἡ εὔκολος κατηγορία, ὅτι εἴχαμεν ἕνα ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου—ἐννοῶ τὸν ἑαυτόν μου—καὶ βραδύτερον τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 2 χρόνια ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ ἔδιδεν ὑποσχέσεις καὶ δὲν ἤξευρε τί ἔκαμνε. Κύριοι συνάδελφοι, ἔρχομαι εἰς ἕνα ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ τί νὰ σᾶς εἴπω εἶναι τὸ ἐκπληκτικώτερον ἀπὸ ὅσα ἔχω ἀκούσει. Ἕως τώρα ἐνόμιζα, ὅτι τὰ παράπονά του ἐστρέφοντο κατὰ Μαρκεζίνη. Ἐναντίον μου, δὲν ἠξεύρω, δὲν εἶχε διατυπώσει ποτὲ τοὐλάχιστον τὴν κατηγορίαν, ὅτι συνωμότησα καὶ ἐγὼ εἰς καμμίαν ἀπόκρυψιν. Διότι μόλις ἐγὼ ἔλαβα γνῶσιν εἰς τὰς 22 Σεπτεμβρίου, ὅτι ἐγεννᾶτο ζήτημα δεσμεύσεως ἐκ τῶν ἐπιστολῶν, τὴν ἑπομένην ἡμέραν τοῦ παρουσίασα τὸ κείμενον. Ποῦ ἔγκειται ἡ ἰδική μου ἀπόκρυψις; Ἐὰν ἠννόει, ὅτι ὑπεστήριζα ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμήν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δέσμευσις, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις μὲ τοὺς Συμβούλους της κατέληξεν εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν διατυμπανίσῃ, δὲν πταίω ἐγώ. Ὅτι, δήποτε καὶ ἂν μοῦ εἴπητε ἐγὼ πιστεύω, ὅτι νομικὴ δέσμευσις διὰ τὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν μὲ ἐκατηγόρησε διότι τοῦ ἔλεγα, ὅτι εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ τακτοποιηθῇ τὸ θέμα μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου δὲν ἔχω οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν. Βεβαίως ὁ διάδοχός μου, ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ κ. Παπαληγούρας, διαθέτει πρόσθετα μέσα, τὰ ὁποῖα τὸν ἐβοήθησαν νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν λαμπρὰν καὶ ἐγκάρδιον μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ συνεννόησιν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, πιστεύω, ὅτι μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ, θὰ εἴχομεν καταλήξει εἰς πλήρη ὁμοφωνίαν, χωρὶς αὐτοὺς τοὺς θορύβους καὶ χωρὶς καμμίαν ζημίαν διὰ κανένα. Λοιπὸν ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα θέματα, ἀφοῦ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν μέσην αὐτὴ ἡ ἀπόφασίς μου περὶ ἀναστολῆς τῶν δημοπρασιῶν, ἡ ὁποία ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτο τελείως ἀνακριβής. Τί μένει πέραν αὐτοῦ; Κύριοι συνάδελφοι, μένουν σοβαρὰ θέματα. Μένει ἡ καταγγελία τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Τελεφοῦγκεν, ἡ ἔγγραφος, καὶ ἡ ὁποία τὶ λέγει; Ὅτι ἐγὼ ἔκαμα συνωμοσίαν μὲ τὸν Μαρκεζίνην ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος, ἐναντίον τῆς καλῆς πίστεως τῆς χώρας ἐναντίον τῶν ἑλληνογερμανικῶν σχέσεων καὶ ἐναντίον δὲν ἠξεύρω ποίου.
§152Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὑπάρχει ἡ ἐπιστολὴ αὐτή;
§153Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κατετέθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂν δὲν κατετέθη καὶ ἡ ἄλλη, θὰ παρεκάλουν νὰ κατατεθῇ καὶ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχῃ τὰ κομμάτια, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, νὰ τὰ καταθέσῃ.
§154Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὁλόκληρον νὰ τὴν καταθέσῃ.
§155Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Βεβαίως.
§156Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Βουλπιώτου ποὺ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§157Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Τελεφοῦνκεν πῶς λέγεται;
§158Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Βουλπιώτης.
§159Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Γνωστὸς δοσίλογος τῆς κατοχῆς.
§160Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἔχω νὰ σᾶς κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι τὴν ἡμέραν ποὺ ἔφυγεν ὁ κ. Στρατάρχης διὰ τὸ ταξείδι τῆς Ἱσπανίας, πράγματι μὲ ἐφώναξεν εἰς τὸ βαπόρι εἰς τὰ 2–3 λεπτὰ ποὺ ὑπῆρχε καιρὸς καὶ μοῦ ἔδωσε νὰ διαβάσω ἕνα γράμμα, τὸ ὁποῖον ἦτο πολυσέλιδον, εἶχεν 7–8 σελίδες, προσπάθησα ὅσον ἠμποροῦσα γρήγορα νὰ τὸ περάσω, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω τόσον σαφῆ ἀνάμνησιν ὁλοκλήρου τοῦ κειμένου καὶ διότι ἦσαν πολλὰ πράγματα, ἦτο καὶ μία περικοπὴ ποὺ ἀφοροῦσε τὸν κ. Ράλλην καὶ διάφορα παράπονα, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει μεταξὺ τῶν ὅσων συνεκράτησα ἦτο ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτὸς κατήγγειλεν εἰς τὸν Στρατάρχην, ὅτι ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἔχων ἐμὲ ὡς ὄργανόν του ἐκτελεστικὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχει βάλει ὡς πρόγραμμα τῆς πολιτικῆς του νὰ ματαιώσῃ καὶ νὰ τορπιλλίσῃ τὰς ἑλληνογερμανικὰς οἰκονομικὰς σχέσεις. Ἀπὸ ἐκεῖ, λοιπόν, ποὺ ἐγὼ ἕως τώρα ἤμην ἕνας συνωμότης διὰ νὰ ἀποκρύψω τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα διέπραξεν ὁ κ. Μαρκεζίνης καὶ τὰς δεσμεύσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε, βαρύνομαι τώρα μὲ κατηγορίαν, ὅτι εἶχον μεταβληθῆ εἰς ἓν εἶδος σαμποτὲρ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἑλληνογερμανικῆς συνεργασίας. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι διότι κακοὶ σύμβουλοι ὡδήγησαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρόκειται νὰ κρίνῃ ποῖος εἶμαι καὶ πῶς εἰργάσθην ἀπὸ τὴν καταγγελίαν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Τελεφοῦνγκεν, ἢ οἱουδήποτε ἄλλου ἐμπορικοῦ ἀντιπροσώπου ἐνδιαφερομένου διὰ τὰ συμφέροντά του, τότε τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο πολὺ θλιβερόν. Κύριοι συνάδελφοι, διερωτῶμαι, τί τρομερὸν θὰ εἶχε γίνει, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤκουε τὴν ἰδικήν μου εἰσήγησιν καὶ ἀνέμενεν ἠρέμως τὴν ἔλευσιν τοῦ κ. Ἔρχαρτ. Δι’ ὅποιον διατηρεῖ ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ θέμα θὰ ἐρρυθμίζετο εἰς ἀτμόσφαιραν ἐγκαρδιότητος καὶ ἠρεμίας, δὲν ἔχω παρὰ νὰ τοῦ ὑπομνήσω τί εἶπεν ὁ κ. Ἔρχαρτ φθάνων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὅταν ἀκόμη δὲν εἶχον ἀρχίσει αἱ ἐπίσημοι ἐπαφαί του ἐδῶ. Φαντάζομαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μερικοὶ ἀπὸ σᾶς νὰ ἐδιαβάσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Θεσσαλονίκης τῆς 16ης Νοεμβρίου τὰς δηλώσεις αὐτάς. Ἐπειδὴ δέ, δὲν κυκλοφορεῖ καὶ πολὺ ἐδῶ ὁ τύπος τῆς Θεσσαλονίκης θὰ σᾶς διαβάσω μίαν σύντομον φράσιν.
§161Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἔγιναν αἱ δηλώσεις ἢ διεψεύσθησαν;
§162Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Δὲν διεψεύσθησαν ποτέ. Ἀπεναντίας ὁ κ. Ἔρχαρτ εἶπεν, ὅτι, τὸ ὅτι ἐδήλωσεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην τὸ ἐφήρμοσεν ἐμπράκτως εἰς Ἀθήνας. Εἶπε, λοιπόν, ἐκεῖ: «Ἔλαβον χώραν παρερμηνεῖαι καὶ παρεξηγήσεις». Ἐνδιαφερόμεθα πάρα πολὺ διὰ τὰς παραγγελίας αὐτὰς ἀλλὰ ζητοῦντες αὐτάς, δὲν στηριζόμεθα τόσον εἰς τὰς ἐπιστολάς, ὅσον εἰς τοὺς καλυτέρους ὅρους, τοὺς ὁποίους προσφέρομεν. Καὶ θὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ περιεχόμενον τῶν ἐπιστολῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὁ ὑπογράψας αὐτὰς Ἕλλην ὑπουργός, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ νομικὴν ὑποχρέωσιν.
§163Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ.). Ποῦ τὰ εἶπεν αὐτά;
§164Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ἐπετύχατε πάρα πολλὰ πράγματα, κατὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας τῆς ὑπουργίας σας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ· δὲν κατωρθώσατε ὅμως νὰ κάμετε τὸν κ. Ἔρχαρτ, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν τὰ εἶπα. (Φωναὶ ἐκ τοῦ κέντρου μπράβο, μπράβο). (Χειροκροτήματα). Καὶ μόνη, κύριοι συνάδελφοι, ἡ τελευταία φράσις τῶν δηλώσεών του, ὅτι «τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ὁ Ἕλλην ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ δεσμεύσῃ τὴν Κυβέρνησίν του», αὐτὴ καὶ μόνη κατακρημνίζει ἐκ βάθρων τὸ ἐπιμελῶς ἀρχιτεκτονηθὲν οἰκοδόμημα τῆς νομικῆς δεσμεύσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον εἶχε διαπράξει ὁ κ. Μαρκεζίνης.
§165ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖαι ἐφημερίδες εἶναι αὐταί;
§166Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ὅλαι αἱ ἐφημερίδες τῆς Θεσσαλονίκης τῆς 16ης Νοεμβρίου δημοσιεύουν τὰς δηλώσεις αὐτάς. Δι’ αὐτὸ καὶ τὸ πρᾶγμα, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι μᾶλλον θλιβερόν, ἐξηναγκάσθη κατάπληκτος ὁ Γερμανὸς ὑπουργός, μὴ ἐννοῶν εἰς τὶ εἶχε πταίσει, λέγων τὴν ἀλήθειαν, νὰ κάμῃ εἰς ὥρας ἀπιθάνους, ἐκτὸς προγράμματος, νέας δηλώσεις ἐπανορθωτικάς, αἱ ὁποῖαι κατὰ κἄποιον τρόπον νὰ στηρίζουν τὴν Κυβερνητικὴν ἄποψιν.
§167ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι τὴν Γερμανικήν;
§168Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Τὴν Κυβερνητικὴν ἄποψιν. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸν συλλογισμόν μου: Ἡ διευθέτησις τοῦ θέματος μετὰ τοῦ κ. Ἔρχαρτ θὰ ἐγένετο χωρὶς θόρυβον καὶ χωρὶς ἀνεξηγήτους δηλώσεις περὶ δεσμεύσεως καὶ ἀποδεσμεύσεως καὶ χωρίς, πρὸ πάντων αὐτὴν τὴν βαρεῖαν ἀτμόσφαιραν, ἡ ὁποία πιστεύω, ὅτι τόσον ἀναιτίως καὶ ἀδικαιολογήτως ἐθόλωσε τὰς ἑλληνογερμανικὰς σχέσεις. Οὐδεὶς φαντάζομαι δύναται καλοπίστως νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι, ὅπως ἔγιναν τὰ πράγματα, εἶναι εὐνοϊκώτερα διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἑλληνογερμανικῆς φιλίας. Τώρα ἐπειδὴ ἠκούσθη καὶ αὐτὴ ἡ ἄποψις καὶ τὴν ὑπεστήριξε, μάλιστα, μετ’ ἐπιμονῆς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν —ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔσπευδε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀποδέχεται τὴν δέσμευσιν, τότε ἡ στάσις τοῦ κ. Ἔρχαρτ θὰ ἦτο διαφορετικὴ—ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁμιλῶ διὰ τὸν κ. Ἔρχαρτ, διότι τί θὰ ἔκαμνεν ὁ ἐδῶ ἀντιπρόσωπος τῆς Τελεφοῦνκεν ἢ ἔστω καὶ ὁ ἐδῶ Πρέσβυς, τοῦ ὁποίου παρηκολουθήσατε τὰς περιέργους κινήσεις, δὲν ἠξεύρω, ἀλλ’ ἐὰν ὁμιλοῦμεν διὰ τὸν Ἔρχαρτ, θὰ εἴπω σαφῶς, ὅτι τίποτε εἰς τὴν στάσιν του δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται νὰ ἀποσπάσῃ νίκας εἰς τοὺς τύπους καὶ ἀδιαφορεῖ διὰ τὴν οὐσίαν. Ἀπεναντίας ὁ ἄνθρωπος ἐτόνιζε συνεχῶς «δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ οὐσία καὶ ἡ ὁμαλὴ ἀνάπτυξις τῶν ἑλληνογερμανικῶν σχέσεων» τέτοιον τὸν ἐγνώρισα τὸν κ. Ἔρχαρτ πρὶν κατὰ κἄποιον τρόπον «κτενισθοῦν» ἐδῶ αἱ δηλώσεις του καὶ τέτοιος ὑπῆρξεν εἰς τὸ βάθος ὅλων του τῶν δηλώσεων καὶ ὅλων του τῶν ἐνεργειῶν ἐδῶ. Ἐνῷ λοιπὸν ἐπιδιώκετε νὰ ἐμφανισθῇ τὸ σχῆμα, ὅτι οἱ Γερμανοὶ μᾶς ἔλεγαν, «ἀναγνωρίσετε, ὅτι ἔχετε δεσμευθῆ καὶ ἡμεῖς θὰ σᾶς ἀποδεσμεύσωμεν καὶ θὰ κάμωμεν ὅ,τι θέλετε». Κύριοι συνάδελφοι, τὸ σχῆμα εἶναι διάφορον. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶπε πρὸς τοὺς γερμανοὺς «δεχθῆτε καὶ ἐπιμείνατε, ὅτι εἴμεθα δεσμευμένοι καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ κάμωμεν ὅ,τι θέλετε». Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατε εἰς ἕνα συνάδελφόν σας ὁ ὁποῖος τόσην ὥραν σᾶς ὁμιλεῖ μὲ ἀπόλυτον ξηρότητα ἐπιτρέψατέ του νὰ κάμῃ καὶ ἐκεῖνος μίαν στροφὴν καὶ μίαν ἔκφρασιν, ἡ ὁποία νομίζω ἐγώ, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ πράγματα.
§169Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Εἴπατε, ὅτι οἱ Γερμανοὶ εἶπον, ὅτι ἀνεγνωρίσατε τὴν δέσμευσιν καὶ τότε ἡμεῖς πῶς θὰ σᾶς ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις. Δὲν ὑπάρχει ἀπόδοσις. Τὸ σχῆμα σας εἶναι ἀτυχές.
§170Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Δὲν ἐπιμένω τόσον πολύ, ἀλλὰ τὸ ἀνέφερα διότι πιστεύω, ὅτι αὐτὸ ἀνταποκρίνεται περισσότερον εἰς τὰ πράγματα. Ἐὰν σᾶς ἐνοχλῇ δὲν πειράζει. Δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, ποὺ ἐπιθυμῶ νὰ συγκρατήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως ἑλληνογερμανικῶν διαπραγματεύσεων, δὲν ἐπίστευα καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι ἐξυπηρέτει καμμίαν σκοπιμότητα ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀντιθέτως ἐτόνισα, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου, ἦτο κάτι τὸ ὁποῖον θὰ ἔκαμνε καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀποφευχθῆ. Τώρα ἂς ἴδωμεν διὰ ποίους ἄλλους λόγους ἠμπορεῖ νὰ ἔγινεν ἡ ἀνακοίνωσις αὐτή. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδικήν μου ἀποχώρησιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κ. Παπαγιάννη πάλιν δὲν πιστεύω, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ προσφυγὴ εἰς μίαν τοιαύτην τυμπανοκρουσίαν, δεδομένου, ὅτι ἀπὸ διμήνου σχεδὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχεν εἰς χεῖρας του τὰς παραιτήσεις μας καὶ ἦτο ἁπλῶς ζήτημα χρόνου δι’ αὐτὸν ἡ ἀποδοχή των. Καὶ τοῦτο ὑπὸ συνθήκας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν περισσότερον ἁρμόζουσαι, διότι, οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεώς μας ἐκείνης ἦσαν πιστεύω, δημιουργικὸν καὶ διὰ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὴν συναίσθησιν τῆς πολιτικῆς εὐθύνης ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν.
§171ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Νὰ ἀναφερθοῦν οἱ λόγοι.
§172Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα. Δὲν ἀπομένει λοιπὸν ὡς τελικὸν συμπέρασμα εἰ μὴ τὸ ὅτι ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔγινεν ἡ ἀνακοίνωσις, ἦτο ἡ ἐπίθεσις κατὰ Μαρκεζίνη, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ μετὰ τὴν ἐδῶ ἔλευσιν τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ὁπότε θὰ ἀπεδεικνύετο, ὅτι τὸ θέμα ἦτο ἀνύπαρκτον. Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐνόμισαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ χαθῇ ἡ εὐκαιρία αὐτή, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς συνεπείας, τὴν παραμονὴν τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Ἔρχαρτ ἐδῶ, εἰς παραμονὰς δημοτικῶν ἐκλογῶν, μέσα εἰς τὴν μάχην τοῦ Κυπριακοῦ ἔπεισαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προχωρήσῃ εἰς μίαν καθαρῶς διασπαστικὴν τοῦ Συναγερμοῦ ἐνέργειαν, ἡ ὁποία, ἐὰν ὄντως ἦτο ἀναγκαία, διότι περὶ αὐτοῦ μαζὶ μὲ πολλοὺς ἀμφιβάλλω καὶ ἐγώ, θὰ ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ μὲ ἄλλας μεθόδους περισσότερον ἀνταποκρινομένας εἰς τὰς προσδοκίας, ποὺ ἐστήριξεν ὁ λαὸς εἰς τὴν παράταξιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ψήφου του πρὸ δύο ἐτῶν ἀνέθεσε τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας. Κύριοι βουλευταί, ἡ μέθοδος τῆς ἐξουδετερώσεως τῶν πολιτικῶν ἀνταγωνιστῶν, λέγω ἀκόμη καὶ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων, διὰ δυσφημιστικῶν καταγγελιῶν καὶ διὰ τῆς εὐθείας ἢ πλαγίας ἀποδόσεως εἰς αὐτοὺς κακοπίστων πράξεων ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων των εἶναι μέθοδος ποὺ ἐνθυμίζει ἄλλους καιρούς, καί, ἔπρεπε νὰ καταδικάζεται καὶ νὰ ἀπορρίπτεται μετ’ ἀγανακτήσεως ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ὀργανισμοὺς καὶ τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦν νὰ ἐπιβιώσουν. Ὅσοι τὴν μετῆλθον καὶ εἰς τὸ πρόσφατον ἀκόμη παρελθόν, ἐτιμωρήθησαν σκληρὰ ἀπὸ τὸν λαόν. Διότι ἡ κοινὴ γνώμη ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀναταράσσεται κατὰ τὴν ὥραν τῆς δημιουργίας τῶν θορύβων καὶ τῶν ἐντυπώσεων, ἔρχεται ἡμέρα ποὺ μὲ τὸ ὑγιὲς ἔνστικτον καὶ τὴν ἤρεμον κρίσιν ἐκφέρει τὴν ἀνέκκλητον ἐτυμηγορίαν καὶ ἀποδίδει τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι. Εἶναι καιρὸς ἡ πραγματικότης αὐτὴ νὰ γίνῃ ἀντιληπτὴ τοὐλάχιστον ἀπὸ ἐκείνους ποὺ φιλοδοξοῦν νὰ εἶναι ἢ νὰ γίνουν ἡγέται εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔκαμεν ὁ Μαρκεζίνης κατάχρησιν ἐξουσίας, οὔτε κατάχρησιν ἐμπιστοσύνης. Εἰς κατάχρησιν ἐξουσίας παρέσυραν τὴν Κυβέρνησιν κακοὶ σύμβουλοι, οἱ ὁποῖοι ἐνέπλεξαν ἐκπροσώπους ξένης χώρας εἰς ἐσωτερικὰς μηχανορραφίας καὶ ἠνάγκασαν φιλοξενούμενον ξένον ὑπουργὸν νὰ διορθώσῃ τὰς δηλώσεις του. Καὶ ἂν ὑπῆρξε κατάχρησις ἐμπιστοσύνης, τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀναζητήσατε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐξώθησαν εἰς ἐνεργείας ποὺ ἐπροκάλεσαν κατάπληξιν τοῦ κόσμου καὶ ποὺ κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην θὰ ἦτο μυριάκις καλύτερον νὰ εἶχον ἀποφευχθῆ καὶ διὰ τὸν ἴδιον προσωπικῶς καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα συνέχειαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἑλληνογερμανικῶν ἐμπορικῶν συμφωνιῶν. (Ὥρα 11.45′ μ.μ.)