1954.04.01
2.360 στίχοι · 18.301 λέξεις · 176 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57η
Πέμπτη 1 Ἀπριλίου 1954
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Πλαγιάννης). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Δερδεμέζης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Κ. Καρότσης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§4Γ. ΚΑΡΟΤΣΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Π. Σταμούλης καταθέτει τηλεγράφημα τῆς Κοινότητος Ἀργαλαστῆς Πηλίου καὶ τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ τῆς ἰδίας Κοινότητος, ζητούντων τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέσων καταπολεμήσεως τῆς νόσου πυρηνοτρίτου τῆς ἐλαίας, ἡ ὁποία νόσος ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν καταστρέφει ὁλοσχερῶς τὰς ἐλαιοεσοδείας των ἐπὶ 700.000 ἐλαιοδένδρων καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχουν περιέλθει εἰς τελείαν ἀπόγνωσιν καὶ οἰκονομικὴν ἐξαθλίωσιν, ἀδυνατοῦντες νὰ ἐξοφλήσωσι τὰ πρὸς τὸν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν χρέη των. Ὁ βουλευτὴς Ἐδέσσης κ. Θ. Ἀνδρεάδης διὰ τηλεγραφήματός του ἐκθέτει τὰς ἐκ τῶν πλημμυρῶν ἐπελθούσας ζημίας εἰς περιοχὴν Ἀλμωπίας καὶ ζητεῖ ἄμεσον χρηματοδότησιν καὶ ἔναρξιν ἐκτελέσεως, ἐντὸς τοῦ θέρους, τῶν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν μελετωμένων ἀντιπλημμυρικῶν καὶ ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων τῆς ἐπαρχίας ταύτης. Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν. Α) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Β. Μουράτογλου. 1. Τὴν 22 Ὀκτωβρίου 1947, ὅτε ὁ πόλεμος κατὰ τῶν κομμουνιστοσυμμοριτῶν ἐμαίνετο, ἐφονεύθησαν ἐκ βλημάτων τοῦ φιλίου πυροβολικοῦ ὁ Ἀνθυπολοχαγὸς Πεζικοῦ Δραγουμᾶνος Στυλιανὸς καὶ ὁ στρατιώτης Μακρυδάκης. 2. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης διετάχθη προανάκρισις καὶ τακτικὴ ἀνάκρισις κατὰ τοῦ Λοχαγοῦ, νῦν Ταγματάρχου Πυροβολικοῦ Πλαπούτα Κωνσταντίνου, θεωρηθέντος ὡς ὑπευθύνου τοῦ φόνου τῶν ἀνωτέρω στρατιωτικῶν. 3. Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5666/1633/Β.Υ. 1611/47/49 βουλεύματος τοῦ Γʹ Σ. Στρατοῦ, ἀπηλλάγη τῆς ἀποδοθείσης αὐτῷ κατηγορίας, ἐλλείψει ἱκανῶν ἀποχρωσῶν ἐνδείξεων ἐνοχῆς, καὶ κατόπιν ἐνεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης ὑπὸ ἁρμοδίων ἀξιωματικῶν. 4. Διὰ τὴν ἀνωτέρω πρᾶξιν παρεπέμφθη ἐνώπιον τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς ἀποτάξεως ἢ ἀργίας δι’ ἀπολύσεως, τοῦ Συμβουλίου ἀποφανθέντος διὰ τῆς ἀπὸ 1–2–1951 γνωμοδοτήσεώς του παμψηφεὶ ὑπὲρ αὐτοῦ εἰς τὸ ἐρώτημα τῆς ἀποτάξεως καὶ διὰ ψήφων 3 κατὰ 2 (5–2) κατ’ αὐτοῦ εἰς τὸ ἐρώτημα τῆς ἀργίας δι’ ἀπολύσεως, ὁρίσαν τὴν διάρκειαν ταύτης εἰς τέσσαρας (4) μῆνας. 5. Κατὰ τῆς ἀνωτέρω γνωμοδοτήσεως Π.Α.Σ. ὁ ἐγκαλούμενος ἤσκησε προσφυγὴν ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ διὰ τῆς ἀπὸ 29–5–1951 γνωμοδοτήσεώς του ἀπεφάνθη διὰ ψήφων τεσσάρων κατὰ μιᾶς (4–1) ὑπὲρ αὐτοῦ, προτεῖναν ὅπως μὴ τεθῇ εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως. 6. Διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ διπλοῦ φόνου ἐξ ἀμελείας καίτοι οὗτος δὲν ἀπεδόθη οὔτε ὑπὸ τῶν δικαστικῶν, οὔτε ὑπὸ τῶν Διοικητικῶν ὀργάνων (Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων) εἰς τὸν ἐγκαλούμενον ἀξιωματικόν, ἐτέθη ἐν τούτοις οὗτος εἰς ἑξάμηνον ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως. 7. Ὁ Συνταγματάρχης ἐ.ἀ. Δραγουμᾶνος Παναγιώτης, πατὴρ τοῦ φονευθέντος ἀξιωματικοῦ, μὴ ἱκανοποιηθεὶς ἀπὸ τὴν ἐπιβληθεῖσαν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν ποινήν, ἤρχισε διὰ συνεχῶν ἀναφορῶν ἀπευθυνομένων πρὸς τὸ Γ.Ε.Σ., τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ Πρωθυπουργόν, νὰ καταφέρηται κατὰ τῶν ἐνεργησάντων τὴν τακτικὴν ἀνάκρισιν ὀργάνων, τοῦ ἀσκοῦντος τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ὅστις ἀπήλλαξε τοῦτον τῆς ἀνωτέρω κατηγορίας, τῶν ὀργάνων τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων καὶ ἐν γένει τῆς Διοικήσεως, θεωρῶν ἅπαντας ὅτι ἐνήργησαν μεροληπτικῶς καὶ ἅπαντες συνώμοσαν ὑπὲρ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ Ταγματάρχου Πλαπούτα. 8. Ὁ Συνταγματάρχης ἐ.ἀ., καίτοι ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἐδόθησαν ἀλλεπάλληλοι ἀπαντήσεις καὶ ἀνεπτύσσετο λεπτομερῶς τὸ ἀβάσιμον τῶν παραπόνων του, καθ’ ὅσον κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἠσκήθησαν ἅπαντα τὰ νόμιμα μέσα καὶ μετὰ τὴν ἀπαλλαγήν του ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων ἐπεβλήθη εἰς τὸν ἀξιωματικὸν ἡ ἀνωτέρω ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένη ποινὴ τῆς ἑξαμήνου ἀργίας διὰ προσκαίρου παύσεως, θεωρηθέντος οὕτω λήξαντος τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ, ἐν τούτοις οὗτος ἐπανερχόμενος συνεχῶς διὰ μακροσκελῶν ἀναφορῶν, ἐμμένει εἰς τὴν ἀντίληψίν του περὶ τῆς μὴ ἐπαρκοῦς τιμωρίας τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀξιῶν εἰς ἁπάσας τὰς ἀναφορὰς του τὴν ἀπομάκρυνσιν τούτου ἐκ τοῦ Στρατεύματος, ἥτις καὶ μόνον θέλει ἱκανοποιήσει αὐτόν. 9. Ἐπὶ τῆς 25–1–1953 ἀναφορᾶς παραπόνων τοῦ Συνταγματάρχου ἐ.ἀ. Δραγουμάνου Παναγιώτου, ἐδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. Φ.16501/5820/223/587576/11–4–1953 ἀπάντησις τῆς ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Διευθύνσεως Γ.Ε.Σ./ΒΙ/I/I, δι’ ἧς ἐγνωρίζετο καὶ πάλιν αὐτῷ λεπτομερῶς περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς ὑπηρεσίας ἡ ἀπροσωπόληπτος ἀπόφασις τῆς Διοικήσεως καὶ ὅτι συνεπῶς, ἡ ὅλη ὑπόθεσις ἀπὸ πειθαρχικῆς ἢ ποινικῆς διώξεως τοῦ Ταγματάρχου Πλαπούτα, δέον νὰ θεωρηθῇ λήξασα, ὡς ἐφαρμοσθέντων κατ’ αὐτοῦ πάντων τῶν νομίμων μέσων. 10. Ἐπὶ ἀναφορᾶς του, δι’ ἧς ᾐτεῖτο νὰ κληθῇ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν μου διὰ κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξέτασιν μὲ οἱονδήποτε, ἐδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. Φ.16501/5280/ 223/589024/18–4–1953 ἀπάντησις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ Κλάδου Βʹ, δι’ ἧς ἐγνωρίζετο εἰς τοῦτον ὅτι ἡ σχετικὴ ἀναφορὰ διεβιβάσθη εἰς τὸ ἡμέτερον Γραφεῖον καὶ παρεπέμπετο καὶ αὖθις οὗτος εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. Φ.16601/5820/223/587576/ 11–4–1953 ἀνωτέρω μνημονευομένην διαταγὴν τοῦ Γ.Ε.Σ./ Β I/I/I. 11. Ἐπὶ τῆς ἀπὸ 27–4–1953 ἀναφορᾶς τοῦ Συνταγματάρχου ἐ.ἀ. Δραγουμάνου Παναγιώτου, ἀναφερομένης εἰς τὴν ὡς ἄνω ἀπάντησιν, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. ἀπεφάνθη ὅτι δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη ἀπαντήσεως, κατόπιν πλείστων ὅσων τοιούτων δοθεισῶν αὐτῷ ἐγγράφως τε καὶ προφορικῶς. 12. Ἐπὶ τῆς τελευταίας περιπτώσεως τῆς ἐν λόγῳ ἐρωτήσεως, ἡ παραπομπὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου εἰς Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, εἶναι παράνομος, ὡς μὴ ἐρειδομένη εἰς οὐδεμίαν διάταξιν νόμου καὶ διότι κατ’ αὐτοῦ ἠσκήθησαν τὰ δικαστικὰ καὶ διοικητικὰ νόμιμα μέσα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26–3–54
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Μπακλατζῆ. 1. Ἔχουσι καταρτισθῆ οἱ πίνακες ἀγωνιστῶν τῶν κάτωθι ὁμάδων καὶ Ὀργανώσεων Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως:
Ε.Ο.Ε.Α. (ΕΔΕΣ), 5/42 (Ε.Κ.Κ.Α.), ΖΗΡΕΙΑ, ΨΗ-
ΛΟΡΕΙΤΗ, ΨΗΛΟΡΕΙΤΗ ΡΕΘΥΜΝΗΣ, Π.Α.Ο. ΟΜΗ-
ΡΟΥ, ΑΛΙΚΗΣ, ΚΟΔΡΟΥ, ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ,
Ο.Α.Γ. Π.Ε.Α. ΖΩΓΡΑΦΙΣΤΟΥ, ΓΙΑΠΙΤΣΟΓΛΟΥ,
ΠΛΟΥΤΩΝΟΣ, ΝΟΜΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ, Χ. ΕΛΛΗΝ. ΑΙ-
ΜΑΤΟΣ.
2. Διὰ τοὺς ἀγωνιστὰς (φονευθέντας καὶ ἐν ζωῇ εὑρισκομένους) τῶν ἄνω ὁμάδων καὶ ὀργανώσεων, ἐκδίδονται ὑπὸ τοῦ Γραφείου μας τὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Α.Ν. 1919/ 1951 προβλεπόμενα πιστοποιητικὰ καὶ βάσει τούτων ἀπονέμεται ἡ ὑπὸ τοῦ Α.Ν. 1855/51 προβλεπομένη σύνταξις. 3. Μετὰ τὸν καταρτισμὸν ὅμως τῶν πινάκων, ἀγωνιστῶν τῶν ὡς ἄνω ὁμάδων καὶ ὀργανώσεων, διεπιστώθη ὅτι ὁμάδες καὶ ὀργανώσεις τινὲς περιέλαβον εἰς τὰς ὑποβληθείσας ἡμῖν καταστάσεις ἀγωνιστῶν των καὶ ἄτομα μὴ ὑπηρετήσαντα εἰς ταύτας, δι’ ὃ ἡ ἱεραρχία ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅπως, πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν πινάκων ἀγωνιστῶν, ἐξακριβοῦται ἡ ἀλήθεια τῶν ὅσων οἱ Ἀρχηγοὶ ἀναγράφουσι. 4. Ἐστάλησαν ἤδη ἀπὸ μηνῶν σχετικαὶ ἀλληλογραφίαι δι’ ἅπαντας τοὺς φονευθέντας καὶ τραυματίας ὅλων τῶν ὑπολοίπων ὁμάδων καὶ ὀργανώσεων (ἑξήκοντα (60) περίπου) καὶ μόλις ἐπιστρέψωσιν αἱ ἀλληλογραφίαι δι’ ἅπαντας τοὺς φονευθέντας τῆς αὐτῆς ὀργανώσεως, θὰ συντάσσωνται οἱ πίνακες τῶν φονευθέντων ἀγωνιστῶν ταύτης. 5. Σύνταξις μερικῶν πινάκων ἀγωνιστῶν δὲν προβλέπεται ὑπὸ τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων περὶ Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως. Ἡ ὑπηρεσία ὅμως, θεωρήσασα ἀναγκαίαν τὴν ταχεῖαν ἐξυπηρέτησιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν φονευθέντων ἀγωνιστῶν, περιέλαβεν εἰς καταρτισθὲν ἤδη σχέδιον νόμου εὑρισκόμενον εἰς Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν (Γ.Δ.Δ.Λ.), διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας προβλέπεται ἡ σύνταξις κεχωρισμένως τῶν πινάκων ἀγωνιστῶν τῶν φονευθέντων, δι’ ὃ καὶ ἐνεργεῖ ὡς ἐν παραγράφῳ 4 τοῦ παρόντος καὶ ἐλπίζεται ὅτι, ἐντὸς οὐ πολλοῦ χρόνου, θὰ καταρτισθῶσιν οἱ πίνακες τῶν φονευθέντων ἀγωνιστῶν καὶ τῶν ὑπολοίπων ὁμάδων καὶ ὀργανώσεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Μαρτίου 1954
Τὸ Γραφεῖον Ὑπουργοῦ
(Τ.Σ.) ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΗΛΙΑΣ
Συν/ρχης Πεζικοῦ
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ
Β) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Βουλοδήμου. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Βουλοδήμου σχετικῆς μὲ τὴν ἀνεπαρκῆ συγκοινωνιακὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς περιοχῆς Φρεατίδος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι, κατόπιν ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς ὑποβληθείσης ἡμῖν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4750/1–12–53 ἀναφορᾶς τοῦ Δήμου Πειραιῶς, ἀπηυθύναμεν πρὸς τὴν εἰρημένην Ἑταιρείαν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1012 ἀπὸ 24–12–1953 ὡς καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 232/11–1–54 καὶ 1931 ἀπὸ 16–2–54 ὑπομνηστικὰ τοιαῦτα εἰς ἃ ἡ Ἑταιρεία ἀπήντησε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 154/ 5596 ἀπὸ 20–2–54 ἀναφορᾶς της, γνωρίζουσα εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐμείωσε τὴν συχνότητα τῆς ἐπὶ τῆς γραμμῆς Φρεατίδος συγκοινωνίας, ἵνα ἐξοικονομήσῃ λεωφορεῖα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς γραμμῆς Κυψέλης–Παγκρατίου. Κατόπιν τούτου, τὸ ζήτημα παρεπέμφθη εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Ο.Ε.Α.Σ., ἵνα ἐξετάσῃ τὴν δυνατότητα ἐξυπηρετήσεως τῶν κατοίκων τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς δι’ ἰδιωτικῶν λεωφορείων. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἐγνωμοδότησεν, ὅτι δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ συγκοινωνία τῆς γραμμῆς Φρεατίδος, διὰ 4 ἰδιωτικῶν λεωφορείων, ἐφόσον ἡ Η.Ε.Μ. δηλώσῃ ὅτι ἐγκαταλείπει τὴν γραμμὴν ταύτην. Μετὰ τὴν γνωμοδότησιν ταύτην, ἐνεργοῦμεν τὰ δέοντα πρὸς ρύθμισιν τοῦ ἐν προκειμένῳ ζητήματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Μαρτίου 1954.
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΨΑΡΡΟΣ
β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Βογιατζῆ καὶ Θ. Ταμβακᾶ. Ἐπὶ ἐρωτήσεως ὑπ’ ἀριθ. 209 τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Βογιατζῆ καὶ Θ. Ταμβακᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, ἡ Ὑπηρεσία ἡμῶν εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθη ὅτι τὸ ἐπιβατικὸν αὐτοκίνητον ὑπ’ ἀριθ. 72627 δημοσίας χρήσεως Σκύρου, δὲν κυκλοφορεῖ εἰς τὴν ἕδραν του, προέβη εἰς τὰς νομίμους ἐνεργείας καὶ μετ’ ἀπολογίαν τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἀνωτέρω αὐτοκινήτου, ἐπέβαλε τὴν ποινὴν τῆς ἐπὶ ἕνα μῆνα ἀφαιρέσεως τῆς ἀδείας τῆς κυκλοφορίας τοῦ αὐτοκινήτου, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1795/51 Ἀναγκ. νόμου. Ἐὰν τὸ ἀνωτέρω αὐτοκίνητον ἐξακολουθήσῃ νὰ μὴ κυκλοφορῇ εἰς τὴν ἕδραν του, θὰ τοῦ ἐπιβληθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου προβλεπομένη ποινὴ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἀδείας κυκλοφορίας του ἐπὶ τρεῖς μῆνας καὶ ἐν ὑποτροπῇ, ὁριστικῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Μαρτίου 1954.
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΨΑΡΡΟΣ
Γʹ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπασπύρου. Ἐπὶ τῷ ὑπ’ ἀριθ. 1354 τῆς 9ης Μαρτίου 1954 ὑμετέρῳ ἐγγράφῳ περὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν τὰ ἑξῆς: Ἐν τῇ γενικῇ κατευθύνσει τῆς ἀπὸ συνταξιοδοτικῆς ἀπόψεως ἐξισώσεως τῶν τακτικῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων πρὸς τοὺς δημοσίους τοιούτους, κατὰ κανόνα ἐπεκτείνονται αἱ ἑκάστοτε βασικαὶ συνταξιοδοτικαὶ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ εἰς τοὺς δημοτικοὺς τοιούτους. Αἱ τοιαῦται, ὅμως, διατάξεις, δὲν δύνανται πάντοτε νὰ ἐπεκτείνωνται καὶ εἰς τοὺς συνταξιούχους τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, λόγω τῆς ἰδιορρυθμίας τῆς ὑπηρεσιακῆς ἐξελίξεως τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων. Πάντως, τὸ θέμα τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νόμου 2256/52 μελετᾶται καὶ ἐν καιρῷ θὰ εἰσηγηθῶμεν τὴν λῆψιν νομοθετικῆς μερίμνης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἀπριλίου 1954.
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ
Ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ Ἀγορανομικοῦ Κώδικος, 2) «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1365/52 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐλέγχου τῶν ἀλεθομένων δημητριακῶν καὶ παραγομένων ἀλεύρων», καὶ 3) «περὶ ἐξαγωγῆς ἐλαιῶν παραγωγῆς περιφερείας Ἀραχώβης, Ἁγ. Εὐφημίας καὶ Δεσφίνης». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Στεφανόπουλος, Ν. Κοντογιαννόπουλος, Δ. Λαντζούνης, Ν. Κάρτσωνας καὶ Π. Τριαντόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ρύθμισιν στρατολογικῶν ὑποχρεώσεων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Στεφανόπουλος, Δ. Λαντζούνης, Ἰ. Ἡλιόπουλος καὶ Ν. Κοντογιαννόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ρύθμισιν στρατολογικῶν ὑποχρεώσεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Θεοχαρίδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τῆς κειμένης νομοθεσίας περὶ διαχειρίσεως τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀφορωσῶν τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν».
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀφορωσῶν τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ Ν. 2066/1952 «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Ἀρωγῆς καὶ Ὑγείας οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων, κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 22/23 Αὐγούστου 1952 «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Ἀρωγῆς ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων κ.λ.π.».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ νόμου 2066/ 1952 «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Ἀρωγῆς καὶ Ὑγείας οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων» κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 22/23 Αὐγούστου 1952 «περὶ Ἱδρύσεως Ταμείου Ἀρωγῆς ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως νομικοῦ προσώπου δημοσίου δικαίου ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Ἐθνικὴ Πινακοθήκη καὶ Μουσεῖον Ἀλεξ. Σούτσου».
§10Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Ἐθνικῆς Παιδείας). Ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία λέγει ὅτι, εἰς μίαν αἴθουσαν τίθεται καὶ ἡ προτομὴ τοῦ πατρὸς συμφώνως μὲ τὴν διαθήκην. Προστίθεται μόνον μία μεταβολὴ εἰς τὸ ἄρθρον 3 καὶ προκειμένου περὶ ἀναγνωρίσεως ἀπαιτήσεως αἱ ἓξ ψῆφοι νὰ γίνουν πέντε ψῆφοι λόγῳ τοῦ ὅτι ἐλαττώνεται ὁ ἀριθμός.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη;
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα, δεκτόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως νομικοῦ προσώπου δημοσίου δικαίου ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Ἐθνικὴ Πινακοθήκη καὶ Μουσεῖον Ἀλεξ. Σούτσου». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξαλείψεως ὑποθηκῶν, προσημειώσεων καὶ κατασχέσεων ἐγγεγραμμένων πρὸ τῆς 11 Νοεμβρίου 1944. Ὁ κ. Θεοφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§14Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς ἐξ ἡμῶν νομικούς, νὰ μοῦ κάμετε τὴν χάριν ἐν τῇ ἐπιεικείᾳ σας νὰ μὲ ἀκούσητε. Δύο λέξεις θὰ ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Φαίνεται ἁπλοῦν, ἀλλὰ τὸ βάθος του εἶναι σοβαρόν, ἀπὸ διαφόρους ἀπόψεις. Ἡ μία εἶναι ὅτι ἀντιτίθεται εἰς σαφεῖς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Ἡμεῖς οἱ νομικοί, τὸν Ἀστικὸν Κώδικα τὸν θεωροῦμεν ὅπως σεῖς οἱ πολιτικοί, τὸ Σύνταγμα. Διότι, κύριοι, ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ περιέχει τὴν νεωτέραν καὶ τὴν παλαιοτέραν, ἀλλ’ ὑψηλοτέραν νομικὴν Ἑλληνικὴν διανόησιν. Ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ὁ σεβασμός μας εἶναι ἀπόλυτος. Καὶ δεύτερον, διότι τὸ νομοσχέδιον περιέχει μίαν ἀντισυνταγματικότητα. Ἀντιτίθεται, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἰς δύο διατάξεις θεμελιώδεις τοῦ Συντάγματος, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία εἶναι ἡ βασικὴ τῆς ἡμετέρας Δημοκρατίας. Αὐτοὶ οἱ λόγοι μὲ ἔκαμαν νὰ σᾶς ἐνοχλήσω δι’ ὀλίγων λέξεων, διότι συνήθως κρατῶ τὴν θέσιν τῆς σιωπῆς καὶ τῆς ἀκροάσεως, ἡ ὁποία ἴσως, εἶναι ὠφελιμωτέρα εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον λέγει τὸ ἑξῆς ἁπλοῦν: Ἀλλὰ καὶ κατ’ ἀρχὴν ἐκ πρώτης ὄψεως ὀρθὸν φαίνεται. Λέγει Κύριοι: ἕνας νόμος 18 τοῦ 1944 κατήργησε τὰ χρέη, καὶ ἑπομένως ἀφοῦ κατήργησε τὰ χρέη, εἶναι πολὺ σωστὸν νὰ καταργῶνται καὶ τὰ ἐμπράγματα μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζονται τὰ χρέη, ἤτοι αἱ ὑποθῆκαι καὶ αἱ προσημειώσεις. Τῆς διατάξεως αὐτῆς, τίποτε ἄλλο δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὀρθότερον. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον προχωρεῖ. Καὶ προχωρεῖ παρὰ κάτω. Καὶ λέγει: Δὲν διαγράφονται μόνον αἱ ὑποθῆκαι, ἀλλὰ καὶ ἀποσβέννυνται ἀπὸ τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν. Ἐδῶ ὅμως εἶναι δύο πράγματα διάφορα. Ἄλλο ἡ ἀπόσβεσις τῆς ὑποθήκης καὶ ἄλλο ἡ διαγραφὴ τῆς ὑποθήκης. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Σᾶς χρεωστῶ 100 ἑκατομμύρια δρχ. καὶ ἔρχομαι καὶ σᾶς λέγω: Κύριε Δικαστά, πάρετε τὰ 100 ἑκατομμύρια. Ἡ ὑποθήκη ἀπεσβέσθη ἀλλὰ δὲν διεγράφη. Εἰς τὰ βιβλία εἶναι ἐγγεγραμμένη ἡ ὑποθήκη. Τοῦτο ἔχει τὴν ἑξῆς σημασίαν, τὴν ὁποίαν παρετήρησεν ἡ Ἐπιτροπὴ μετ’ ἰδιαζούσης ἐπιμελείας. Δικηγόροι εἴμεθα ὅλοι, ἀγαπῶμεν τὴν δικαιοσύνην, θέλομεν νὰ τὴν βοηθήσωμεν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς θέλω νὰ πιστεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θέλομεν νὰ τὸν βοηθήσωμεν. Καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω, ἐν τῇ εὐγενείᾳ του, νὰ τὸ πιστεύσῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἠμπορεῖ νὰ πλανώμεθα, ἀλλὰ ἡ προαίρεσίς μας εἶναι νὰ βοηθήσωμεν τοὺς ἐργαζομένους διὰ τὴν δικαιοσύνην καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργόν, τὸν ἐργαζόμενον ἰδιαιτέρως διὰ τὴν δικαιοσύνην. Λοιπὸν ἐκάμαμεν τὴν ἑξῆς σκέψιν. Ἀφοῦ ὁ σημερινὸς ὀφειλέτης, ὁ περυσινὸς ὀφειλέτης ἐχρεωστοῦσε 100 ἑκατομμύρια νὰ προσέρχεται εἰς τὴν δανειστήν του καὶ νὰ τοῦ λέγῃ, πάρε Κύριε, τὰ 100 ἑκατομμύρια καὶ νὰ ἀποσβεσθῇ καὶ νὰ διαγραφῇ ἡ ὑποθήκη, ἡ ὑποθήκη ἀποσβέννυται. Δὲν χρειάζεται τίποτε ἄλλο. Ὑποθήκη κατ’ οὐσίαν δὲν ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἐγὼ τὸ κτῆμα μου τὸ θέλω νὰ εἶναι καθαρό, διότι θέλω π.χ. νὰ τὸ δώσω προῖκα εἰς τὴν κόρην μου. Τότε ἀρχίζουν διοικητικαί τινες πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑποχρεούμεθα ἡμεῖς οἱ πληρώσαντες τὰ 100 ἑκατομμύρια εἰς τὸν δανειστήν μας. Καὶ λέγει ὁ Κῶδιξ: Κύριε, διὰ νὰ διαγράψῃς τὴν ὑποθήκην σου, θὰ κάμῃς τὰ ἑξῆς πράγματα: θὰ κάμῃς μίαν αἴτησιν εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα, καὶ θὰ πληρώσῃς χαρτόσημον, κατὰ τοὺς νόμους τῶν Γραφείων τῶν ὑποθηκῶν, δρχ. 7.000. Καὶ ἐπίσης χαρτόσημον καὶ διὰ τὴν αἴτησιν θὰ πληρώσῃς 13.000. Ἤτοι ἐν συνόλῳ 20.000 δρχ. Σημειώσατε σᾶς παρακαλῶ τὸ εὐτελὲς αὐτὸ ποσόν, διότι θὰ κάμετε ἕνα πολλαπλασιασμὸν καὶ θὰ φθάσετε εἰς 30 δισεκατομμύρια. Ἀλλ’ ὁ ὑποθηκοφύλαξ διὰ νὰ σᾶς διαγράψῃ τὴν ὑποθήκην, θὰ σᾶς εἴπῃ. Θὰ μοῦ φέρετε καὶ τὴν συναίνεσιν τοῦ δανειστοῦ. Ὁ δανειστής, ἀφοῦ ἐπληρώθη, πρέπει νὰ συναινέσῃ. Ἐὰν δὲν τὸ θελήσῃ, θὰ πάῃ δικαστικῶς, ὁπότε καὶ ἐκεῖ θὰ πληρώσῃ. Ἢ θὰ πάῃ εἰς τὸ Συμβολαιογραφεῖον, ὅπου θὰ πληρώσῃ 30.000 δρχ. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ ὑποχρεώσεις εἰς τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦται πᾶς Ἕλλην σήμερον, ποὺ πληρώνει τὸ χρέος του, τῶν 100 ἑκατομμυρίων, 200, 300 κ.λ.π. Δὲν νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἄδικον, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πληρώνει 100, 200, 300 ἑκατομμύρια, νὰ κάμῃ καὶ μίαν αἴτησιν καὶ νὰ πληρώσῃ τὰς 7, 10 καὶ 20 χιλιάδας δραχμάς. Ἴσως νὰ ὑπάρχῃ κάποια ἀντίρρησις ἐκ μέρους ὑμῶν καὶ νὰ μοῦ εἴπητε: Κύριε Θεοφανόπουλε, βαττολογεῖτε, ὁμιλοῦντες περὶ ἑνὸς τόσον εὐτελοῦς ποσοῦ, ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπασχολῆται μόνον μὲ σοβαρὰ πράγματα καὶ ὄχι μὲ τέτοια εὐτελῆ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν, διὰ τὴν ἀπορίαν σας αὐτήν. Μὲ ὅλα μου τὰ γεράματα, ἐπῆγα εἰς τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον διὰ νὰ πεισθῶ περισσότερον καὶ λέγω: Κύριοι, πόσαι εἶναι αἱ ὑποθῆκαι καὶ αἱ προσημειώσεις; Μοῦ λέγει, ἕνας αὐστηρὸς Διευθυντής, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκεῖ: Δὲν ἔχομεν ἀριθμόν, ἀλλ’ ἐὰν ὑπολογίσωμεν ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔχομεν εἰς χεῖράς μας, ὅτι ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ αἱ ὑποθῆκαι κατ’ ἔτος ἀνέρχονται εἰς 4.000 καὶ τὰς ὑπολογίσωμεν ἀπὸ τοῦ 1920, ποὺ ἐτροποποιήθησαν τὰ βιβλία, πρέπει αἱ ὑποθῆκαι καὶ αἱ προσημειώσεις ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ νὰ ἀνέρχωνται εἰς 70.000. Δηλαδή, κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμούς, αἱ ὑποθῆκαι εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, Θεσσαλονίκην, Πάτρας κ.λ.π. θὰ εἶναι ἄνω τῶν 200.000. Ἀλλ’ ἐγὼ στέκομαι εἰς τὰς Ἀθήνας μόνον, ὅπου ἔχομεν τὴν ἐπίσημον πληροφορίαν, ὅτι ἔχομεν 70.000. Ἂς εἴπωμεν, ὅτι εἶναι 50.000. Ἐπὶ 50.000 δραχ. εἶναι 25 δισεκατομμύρια.
§15Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διατὶ ἐπὶ 50.000 καὶ ὄχι ἐπὶ 8.000, ποὺ λέγει τὸ Γ. Λογιστήριον, τὸ κηδόμενον τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους;
§16Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐσκέφθη, ἴσως, νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ὑποθηκοφύλακα. Αὐτό, ἐὰν μοῦ ἐπετρέπετο, ἦτο ἔργον τῆς ὑπηρεσίας, ὄχι ἡμῶν. Ἡ ὑπηρεσία σας ἔπρεπε νὰ σᾶς ὑποδείξῃ τὰς συνεπείας τοῦ νομοσχεδίου σας. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὸ Γ. Λογιστήριον καὶ τότε θὰ ἐλάμβανε τὴν ἀπάντησιν. Νὰ μὲ συγχωρήσητε κύριοι, ἀλλ’ ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγινε πολὺ συζήτησις διὰ ἑκατομμύρια καὶ δισεκατομμύρια, ἡμεῖς ὅμως οἱ Δικηγόροι ἔχομε μάθει εἰς τὴν φτώχειαν, τὴν μεγάλην φτώχειαν τῶν δικαστικῶν γραφείων. Εἶναι ἀφάνταστον Κύριοι νὰ τὸ λέγῃ κανείς. Σήμερον παρουσιάζεται μία εὐκαιρία. Εἶναι ἀφάνταστον, νὰ μὴ ἠμπορῆτε νὰ πάρετε ἕνα ἀντίγραφον δικαστικῆς ἀποφάσεως, διότι δὲν ὑπάρχει γραφομηχανή. Γνωρίζετε ἐπὶ πλέον, ὁ κ. Παπασπύρου, δὲν εἶναι ἐδῶ, διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσω, ὡς Ὑπουργὸς ἔδωκε 5 γραφομηχανὰς καὶ ἀκόμη τὸν ἐνθυμοῦνται ὅλοι, μὲ τὰς 5 γραφομηχανάς. Ἰδοὺ διατὶ Κύριοι—καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ μὲ κρίνετε μὲ ἐπιείκειαν—ἐσηκώθηκα ἀπὸ τὴν θέσιν μου νὰ ὁμιλήσω, ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν σηκώνομαι παρὰ σπανίως, νὰ ὁμιλήσω. Δὲν εἶναι μεγάλη ἡ θυσία ποὺ ζητοῦμεν, ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν 100, 200 κ.λ.π. ἑκατομμύρια. Ὁ φίλος κ. Διακουμόπουλος μοῦ λέγει, ὅτι συμφωνεῖ, ἀλλὰ νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ Θράκη. Ἄς τοῦ κάμωμεν τὴν χάριν. Ἀλλὰ γενικῶς μὴ τὸ ἀρνηθῆτε. Διότι Κύριοι—νὰ κἄτι ἄλλο ἀκόμη—ἀντισυνταγματικῶς πῶς ἄρχεται τὸ νομοσχέδιον, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀγαπητός μου κ. Ὑπουργός. Εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ὅταν Κύριοι ἔχετε δαπάνην καὶ ἡ δαπάνη δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ Γ. Λογιστήριον βεβαιωμένη, εἶναι ὅμως βεβαιωμένη διὰ τὰς 8.000 καὶ ὅταν εἶναι βεβαιωμένη—βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι Δημοσία Ἀρχή, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔχω μίαν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ἀπέναντι τῆς ὑμετέρας γνώμης, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπίσημος διαβεβαίωσις ἐκ μέρους τῶν βιβλίων διαγραφῶν—ὅτι δὲν εἶναι 8.000, εἶναι 13.000 τὸ χαρτόσημον. Τὸ 8.000, ποὺ εἶπε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, εἶναι παλαιόν.
§17Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι δαπάναι. Δὲν εἶναι τὸ χαρτόσημον μόνον.
§18Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἠρκέσθην μόνον εἰς αὐτό. Πάρετε αὐτό, ποὺ λέγει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, 8.000×70.000, ἔχετε 56.000.000.000. Δὲν μᾶς τὰ δίδετε, νὰ παίρνωμεν κανένα ἀντίγραφον; Καί, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν βεβαιωμένην ἐπισήμως τὴν δαπάνην αὐτήν, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ συζητήσετε τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν εἴπητε, πῶς θὰ καλυφθῇ ἡ δαπάνη αὐτή. Πρέπει λοιπὸν νὰ τὸ εἴπητε πῶς θὰ καλυφθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἓν ἄλλο.
§19Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δαπάνη.
§20Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὡμίλησεν αὐστηρότερον. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὡμίλησε περὶ ἀπαλείψεως καὶ εἶπον ὅτι καλύτερον θὰ διετυποῦτο, ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἔχομεν ζωηρὰς ἐπιφυλάξεις. Τώρα, ὑμεῖς ἀντιλαμβάνεσθε, ποία ἦτο ἡ ἀντίληψις τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι 8.000 κύριε, Ὑπουργέ, ἐπὶ τόσον, εἶναι 4 δισεκατομμύρια. Δὲν εἶναι ὑποχρέωσίς μας νὰ καλύψωμεν αὐτὴν τὴν μείωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ; Εἶναι καὶ αὐτό. Ἀλλά, ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς, δὲν ἤθελον νὰ σταθῶ πρὸς αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι συνταγματικόν. Καὶ ἔχω μίαν ἀδυναμίαν, ἀρρώστειαν, νὰ σέβωμαι ἰδιαιτέρως τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ἀρρώστειαν αὐτὴν τὴν ἐπῆρα ἀπὸ ἐδῶ, διότι εἶδον πολλάκις τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐγειρομένην καὶ φεύγουσαν, διότι ἐφρόνει, πεπλανημένως ἢ ὀρθῶς, ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχωμεν οἱονδήποτε ἐλάττωμα, ὁ σεβασμὸς ὅμως τῶν βουλευτῶν πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι παραδειγματικός. Καὶ μὴ μὲ κατηγορήσετε ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τὸ δέον συνταγματικός. Τὸ παράδειγμα τὸ ἐπῆρα ἀπὸ ὅλους ὑμᾶς. Ἡμεῖς οἱ δικηγόροι καμμιὰ φορὰ τὰ λέμε καὶ ἔτσι καὶ ἀλλοιῶς, ἀλλά, ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν, σεβόμεθα τὸ Σύνταγμα.
§21Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Τί προτείνετε;
§22Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω, ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπετε. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω. Τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια δὲν εἶναι νομοσχέδια δεκτικὰ τροπολογιῶν γενικῶς, τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια ἀποτελούμενα ἀπὸ 4–5 ἄρθρα ἀποτελοῦν ἕνα κρίκον, μίαν ἅλυσιν. Δὲν ἠμπορεῖς νὰ βγάλῃς τὸ ἓν ἄρθρον καὶ νὰ δεχθῇς τὰ ἄλλα. Θὰ κάμετε τὰς διαφόρους τροποποιήσεις, θὰ κάμετε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ νομοσχεδίου ὁλοκλήρου, ἐδῶ δὲν ὑπάρχει τίποτε. Μίαν διάταξιν ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ λέγει τὸ ἑξῆς: Ἀφοῦ, κύριοι, διεγράφησαν τὰ χρέη αὐτά, διαγράφονται καὶ αἱ ὑποθῆκαι. Τί ἄλλο ὀρθότερον εἶναι νὰ διαγραφοῦν καὶ ἀπὸ τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν; Ὀρθὸν εἶναι, ἀλλὰ θὰ πᾷς εἰς ἕνα γραφεῖον, τὸ ὁποῖον κρατάει τὸ Δημόσιον μὲ ἐνοίκια ἑκατομμυρίων, μὲ προσωπικὸν δισεκατομμυρίων καὶ λέγω ὅτι, διὰ νὰ σοῦ κρατάω τὸ βιβλίον, θὰ πληρώσῃς καὶ σὺ 5.000 δραχμάς.
§23Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ὑπελογίσατε μήπως πόσα, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ δαπανήσῃ εἰς χαρτόσημα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ προβῇ εἰς τὴν διαγραφὴν μιᾶς ὑποθήκης, θὰ δαπανήσῃ εἰς δικηγόρους καὶ συμβολαιογραφικὰ δικαιώματα;
§24Π. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. 1.000.000.
§25Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἐὰν ἀξίζῃ νὰ ὑποβάλωμεν τὸν κόσμον αὐτὸν εἰς τόσον τεραστίαν δαπάνην, διὰ νὰ κερδίσῃ τὸ Δημόσιον 8.000 δραχμάς;
§26Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐθίξατε ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπέφυγα νὰ θίξω, καὶ δὲν ἔπρεπεν οὔτε καὶ ὑμεῖς νὰ τὸ θίξετε. Ἀλλά, ἀφοῦ τὸ ἐθίξατε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Ὅλοι οἱ ἐπαγγελματίαι εἶναι, πιστεύω, ἐξαιρέτως ἠθικοὶ καὶ ἰδιαιτέρως οἱ ἐπιστήμονες ἐπαγγελματίαι καὶ ἀκόμη περισσότερον οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν καὶ ἐργάζονται ὑπὲρ ὅλων καὶ μόνον ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ των δὲν ἐργάζονται. Καὶ γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι, ἐὰν εἶναι ἕνας πελάτης, ὁ ὁποῖος ἔχει νὰ δώσῃ, δίδει, ἐὰν δὲν ἔχῃ, δὲν δίδει. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς πελατείας σας εἶναι ἄποροι καὶ πτωχοὶ καὶ τοὺς ἐξυπηρετεῖτε δωρεάν. Δὲν εἶναι κατώτεροι ὑμῶν οἱ ἄλλοι δικηγόροι. Καὶ οἱ ἄλλοι δικηγόροι ἐμπνέονται ἀπὸ τὰ αὐτὰ αἰσθήματα. Δὲν θέλω νὰ εἴπω διὰ τὸν ὁμιλοῦντα. Ἴσως εἶναι αὐστηρότερος. Εἶμαι βέβαιος, διότι γνωρίζω, πῶς ἐργάζονται οἱ δικηγόροι. Ἀγνοεῖτε ὅτι ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας, ὑπάρχουν 5 δικηγόροι θυρωροί; Ἀγνοεῖτε ὅτι εἶναι οἱ τραγικώτερον ἀποζῶντες καὶ εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐδικαιολογεῖτο μία μικρὰ ἐκτροπή; Καὶ ὅμως οὐδεμία ἐκτροπὴ παρατηρεῖται. Ἐγὼ δὲν τὰ λογαριάζω αὐτὰ τῶν δικηγόρων. Ἐὰν ἔχῃς καὶ σοῦ ἐχαρίσθησαν 100.000.000, εἰς τὸ τέλος– τέλος, καὶ τὸν δικηγόρον νὰ πληρώσῃς καὶ τὸ ἔνσημον καὶ τὸ ταμεῖον Νομικῶν. Εἶναι ἀπρέπεια τοῦ χειρίστου εἴδους, εἶναι ἔλλειψις δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος, τὴν στιγμήν, ποὺ σοῦ ἐχαρίσθησαν 500.000.000, νὰ λυπᾶσαι νὰ δώσῃς τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ εἰσπράξῃ κάτι, χάριν αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης, διὰ νὰ σοῦ κάμῃ ἕνα κτίριον, διὰ νὰ σοῦ φυλάῃ τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ τῶν μεταγραφῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον, εἰς τὰς ἐπαρχίας εἶναι εἰς τὰ σπίτια τοῦ καθενός. Καὶ ὅταν ὁμιλῶ πρὸς ὑμᾶς, ἀπευθύνομαι ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔχει μεγαλυτέραν ἀγάπην πρὸς τὴν Δικαιοσύνην ἐνεργῶς δικηγορήσας καὶ ἐπιτυχῶς ἐπὶ ἔτη, ἴσως ἱστορικῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι δὲν ἀγαπᾷ τὴν Δικαιοσύνην καὶ νομίζω, ὅτι τοῦ προσέφερον σήμερον ὅλα τὰ στοιχεῖα νὰ ἀποδείξῃ, πραγματικῶς, τὴν ἀγάπην του καὶ τὰ 30 καὶ 40 δισεκατομμύρια νὰ τὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης (χειροκροτήματα).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Διακουμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§28Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι καὶ ἐγὼ συνάδελφός σας, ἀλλὰ καὶ νομικός. Βεβαίως, ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, κ. Θεοφανόπουλος, εἶναι ἔγκριτος νομομαθὴς καὶ δικηγόρος καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Οὐδέποτε διεφώνησα πρὸς τὰς ἀντιλήψεις του, διότι πᾶν, τὸ ὁποῖον λέγει, τὸ θεωρῶ ὀρθόν. Δὲν διαφωνῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Μόνον ἔχω τὴν ἑξῆς ἀντίληψιν, ὅτι ὁ κ. Θεοφανόπουλος, πολιτευόμενος ἐν Ἀθήναις, δὲν γνωρίζει τὴν νοοτροπίαν σχεδόν, ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Τὴν γνωρίζει μὲν ἐν μέρει, ἀλλ’ ὄχι ἀπολύτως, ὅπως τὴν γνωρίζομεν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ νομικοὶ ἐν ταὐτῷ. Εἶμαι μεταξὺ τῶν συναδέλφων, κύριοι, ποὺ παρεκάλεσαν ἐνθέρμως, τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ τοῦ ὀφείλω χάριτας ἐκ μέρους ὅλων τῶν συναδέλφων τῆς Β. Ἑλλάδος καὶ εἰδικώτερον τῆς Θράκης, διότι ἤκουσε τὴν παράκλησίν μας, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπιμόνως καὶ κατόπιν συζητήσεως καὶ ἐρεύνης μὲ τὸν ἀξιότιμόν του συνεργάτην, κ. Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου του, ἔφερε πρὸς ψήφισιν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ ὑποθηκοφυλακεῖα αἱ ὑποθῆκαι καὶ αἱ κατασχέσεις ὑπερβαίνουν τὸ ποσὸν τῶν 10 ἑκατομμυρίων ἢ τῶν 100 ἑκατομμυρίων. Ἐκεῖ πρόκειται περὶ ὑποθηκῶν κατασχέσεων μικρῶν ποσῶν 1000, 2000, ἕως 5000 δραχμῶν. Εἰς τὴν περιφέρειάν μου δὲν ὑπερέβαινον αἱ κατασχέσεις καὶ αἱ ὑποθῆκαι τὸ ποσὸν τῶν 5000 ἕως 10.000 δραχμῶν προπολεμικῶς. Δὲν πρόκειται λοιπὸν κύριοι συνάδελφοι, περὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 8.000 δραχμὰς ἀλλὰ περὶ τῶν μεγάλων ποσῶν, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανηθῶσιν ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τοῦ δανειστοῦ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν βαρῶν. Εἰς ἡμᾶς τοὺς νομικοὺς τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ ὀφείλῃ χάριτας διότι ὁ νομικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος προσέφερεν ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἐν γένει ὑπόθεσιν τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ δι’ αὐτὸ τοὺς κυρίους συναδέλφους καὶ ὅλους τοὺς νομικούς, νὰ μὴ φέρουν καμμίαν ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ τὸ ψηφίσουν διότι ἐπιτελοῦμεν καὶ ἐθνικὴν πρᾶξιν ψηφίζοντες τὸ παρὸν σχέδιον νόμου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Καρατζένης ἔχει τὸν λόγον.
§30Δ. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ἐβράδυνε πολὺ νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρὸς ψήφισιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀνάγκη αὐτοῦ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τοῦ 1945 εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ ἰδίως δικαστήρια παρετηρήθη. Ἔπρεπεν εἰς τὸν νόμον 18/44 νὰ συμπεριληφθῇ ἀναγκαστικὴ διάταξις διὰ τῆς ὁποίας αἱ ὑποθῆκαι νὰ ἐξαλείφωνται αὐτομάτως παρὰ τοῦ ὑποθηκοφύλακος. Ὁ κύριος Θεοφανόπουλος, ἔφερε νέον παράδειγμα καὶ ὡμίλησε περὶ ὑποθηκῶν ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τοιαῦται ὅμως ὑποθῆκαι τῆς προπολεμικῆς περιόδου εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐλλείπουν καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἴσως νὰ ὑπάρχουν. Εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ κέντρα ὑπάρχουν ὑποθῆκαι 1000 καὶ 2000 δραχμῶν. Διὰ τὴν ἐξάλειψιν αὐτῶν δὲν πρέπει νὰ δημιουργηθοῦν δυσχέρειαι εἰς τὸν ὀφειλέτην. Διὰ μίαν ὑποθήκην συμβατικὴν διὰ νὰ ἐξαλειφθῇ, ἀρνουμένου τοῦ δανειστοῦ, πρέπει νὰ γίνῃ τακτικὴ ἀγωγὴ ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου καὶ ἀντιλαμβάνεσθε ποῖα ἔξοδα θὰ δημιουργηθοῦν διὰ τὸν ὀφειλέτην. Ὁ κ. Θεοφανόπουλος, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του φαίνεται πῶς ἐμφανίζεται τὸ ζήτημα αὐτό, δηλαδή, ἡ ἀνωμαλία τὴν ὁποίαν ἀφῆκεν ὁ νόμος 18/44 εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ δικαστήρια. Ἐμερίμνησε μόνον διὰ τὴν κίνησιν τῆς πρωτευούσης. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κ. κ. συνάδελφοι, καμμία συζήτησις ἀλλὰ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος διὰ νὰ τακτοποιηθῇ ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐκκρεμεῖ ἀπὸ τοῦ 1944.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Σολομωνίδης ἔχει τὸν λόγον.
§32Χ. ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, αἱ ἐπιφυλάξεις, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀθηνῶν κ. Θεοφανόπουλον, εἶναι σοβαρώταται. Ἑπομένως, θὰ πρέπει νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀπεναντίας θεωρῶ ὅτι τοῦτο πληροῖ κενὸν, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ νόμος 18/44 δι’ οὗ, ὡς γνωστόν, ἀπεσβέσθησαν τὰ εἰς δραχμὰς χρέη. Εἶναι λάθος ὅτι εἰς τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις δὲν ὑπάρχουν ἀπαιτήσεις. Εἶναι λάθος ἐπίσης, ἀντιθέτως, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν καὶ ὡρισμέναι ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι διατηροῦνται μετὰ τὴν ἀπόσβεσιν ὑπὸ τοῦ νόμου 18/44, ὅπως αἱ διατροφαὶ καὶ ἄλλαι ἀποζημιώσεις. Δι’ αὐτὰς εἶναι δυνατὸν νὰ σπεύσῃ ὁ δανειστὴς καὶ νὰ ζητήσῃ διὰ τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν τὴν ἐγγραφὴν νέας προσημειώσεως ὑποθήκης. Ἐπίσης ἁπλοποιεῖται ἡ διαδικασία καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη ὁ ὀφειλέτης νὰ καταφεύγῃ εἰς τὸ δικαστήριον διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξάλειψιν τῆς ὑποθήκης. Συμβαίνει δὲ καὶ τοῦτο. Πολλοὶ δανεισταὶ ἐναγόμενοι ἀπὸ τὸν ὀφειλέτην διότι δὲν συναινοῦν εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῶν ὑποθηκῶν, εἴτε διότι ἀδιαφοροῦν πλέον ἐφ’ ὅσον ἔχασαν διὰ τοῦ Α.Ν. 1δ τὸ κεφάλαιόν των, εἴτε διότι δὲν θέλουν νὰ ὑποβληθοῦν καὶ εἰς ἄλλα ἔξοδα, δικάζονται ἐρήμην καὶ ὑποβάλλονται εἰς σοβαρὰ δικαστικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα πληρώνουν οὗτοι δηλ., οἱ δανεισταί. Ἐπίσης παρακωλύεται, ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κατασχέσεως, ἡ ἐπίσπευσις ἐκ μέρους ἄλλου δανειστοῦ ἢ ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεσις. Δι’ ὅλα αὐτά, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ σχεδίου νόμου. Ἄν συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀθηνῶν κ. Θεοφανόπουλον, εἶναι διότι φρονῶ ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὠφελήθησαν ἀναμφισβητήτως οἱ ὀφειλέται ὅσον οὐδεὶς ἄλλος ἐκ τοῦ νόμου 18/44, πρέπει νὰ πληρώσουν καὶ αὐτοὶ κἄτι διὰ τὴν ἐξάλειψιν τῶν ὑποθηκῶν τῶν βαρυνουσῶν τὰ ἀκίνητά των καὶ δὴ κατὰ τὴν ὑπ’ αὐτῶν λῆψιν πιστοποιητικοῦ ἀπὸ τὸ ὑποθηκοφυλακεῖον περὶ ἐξαλείψεως τῶν ὑποθηκῶν. Νὰ γίνῃ δηλαδή, δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν ἑξῆς μικρὰν προσθήκην «Ὑποθῆκαι......... (ἀναγινώσκει)». Οὕτω, θὰ ἁπλουστευθῇ ἡ διαδικασία. Θὰ ἐξαλείφεται μὲν ἡ ὑποθήκη, ἀλλὰ διὰ νὰ πάρῃ τὸ πιστοποιητικὸν ὁ ὀφειλέτης, ἐπαναλαμβάνω, θὰ πρέπει νὰ πληρώνῃ, ἓν ἐλάχιστον ποσὸν ὅπερ θὰ διατίθεται διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχει σημασίαν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Θεοφανόπουλος, διότι ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι δικηγοροῦμεν ἐν Ἀθήναις, βλέπομεν τὰς τρομερὰς ἐλλείψεις καὶ διὰ τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑποβολῆς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νομοσχεδίου διὰ τὴν ἵδρυσιν Καρδιολογικῆς Κλινικῆς εἰς τὸ Νοσοκομεῖον τῶν Κρατουμένων. Ὅταν ἡμεῖς οἱ δικηγόροι, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προσκομίζωμεν καὶ σήμερον ἀκόμη καὶ τὸ χαρτὶ ἀκόμη ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ γραφῇ ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις, καὶ ὅταν εἰς τὰ δικαστικὰ γραφεῖα ὑπάρχουν σπασμέναι καρέκλαι, ἐλλείψει πιστώσεων, δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιφρονήσωμεν τὸ ὡς ἄνω προτεινόμενον σημαντικὸν ἔσοδον, τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον θὰ διαθέσῃ διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν τῆς Δικαιοσύνης. Δηλαδή, καταλήγω εἰς τὸ ἑξῆς: Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου διότι πληροῖ σκοπὸν σπουδαῖον, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὀφειλέται διὰ τοῦ σχεδίου νόμου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον αὔριον θὰ γίνῃ νόμος, τόσον ὠφελοῦνται, πρέπει νὰ ὑποχρεωθοῦν οὗτοι νὰ δώσουν κάτι ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου ἔχει τὸν λόγον.
§34Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἀνεβαίνω μὲ πολὺν κόπον εἰς τὸ βῆμα, κ.κ. συνάδελφοι, διότι πρόκειται νὰ ἀντιταχθῶ εἰς μίαν σοφὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ σεβαστότερος, ὁ συμπαθέστερος, ὁ διαπρεπέστερος, ὁ εὐγενέστερος τῶν συναδέλφων μας, ὁ κ. Θεοφανόπουλος (χειροκροτήματα).
§35Χ. ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗΣ. Ὑπάρχει καὶ τὸ ὑπερθετικόν.
§36Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ καὶ κάτι πέραν τοῦ ὑπερθετικοῦ, διὰ νὰ ἐκφρασθῶ. Ἐὰν δὲν ἐκινδύνευα νὰ θεωρηθῶ ὅτι κάμνω φιλοφρόνησιν, θὰ προσέθετα κάτι περισσότερον καὶ σταματῶ ἐπ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ διαδηλώσω τὴν ἀπόλυτον ἀλληλεγγύην μου πρὸς τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔφερεν. Ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ παρελθόντος εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ θεωρητικὴν ἀξίαν ἡ ἄποψις τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Θεοφανοπούλου, ἀλλ’ ὅταν δημιουργοῦνται μεταβατικοὶ σταθμοὶ τοιαύτης ἐκτάσεως, ὅπως ἦτο ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς χώρας μας, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ ἡ κληρονομία αὐτὴ τοῦ παρελθόντος. Ὅταν μάλιστα, οἱ ἐξ ἐπαρχιῶν συνάδελφοι ποὺ ἔχουν ὅλον τὸν πόνον καὶ τὴν ἀγωνίαν τῶν πληθυσμῶν τῆς ὑπαίθρου, γνωρίζουν, ὅτι τὸ θέμα ποὺ πρόκειται νὰ τακτοποιήσῃ ἀφορᾷ ὀφειλὰς χιλιοδράχμων, δισχιλιοδράχμων κ.τ.λ. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶχε μελετηθῆ καὶ ἐπὶ τῆς Ὑπουργίας μου τὸ θέμα, ἀλλὰ τυπικοὶ λόγοι καὶ ὡρισμέναι καθυστερήσεις δὲν ἐπέτρεψαν νὰ ἔλθῃ τὸ νομοθέτημα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἀλλά, κ.κ. συνάδελφοι, ὅλοι ἠκούσαμεν μὲ πόσην γλαφυρότητα ὁ σεβαστός μου Πρόεδρος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀνέπτυξε τὸ θέμα. Ἐκείνην τὴν ὥραν, αὐτομάτως, μοῦ ἐγεννήθησαν ὡρισμέναι σκέψεις, δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι εἶναι σοφὴ ἡ πρότασίς του, διότι μοῦ ἔδωσε τὴν ἀφορμὴν νὰ κινηθῶ πρὸς ἄλλας σκέψεις καὶ θὰ κάμω μίαν ἐκμυστήρευσιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ στραφῇ πρὸς ἕνα σημεῖον, τὸ ὁποῖον θίγει τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα καὶ τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν τὸ κοινωνικὸν σύνολον ἔχει. Καὶ ἡ πρότασίς μου δὲν ἀφορᾷ τὰς χιλιοδράχμους ἢ δισχιλιοδράχμους ἢ τῶν δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν ὀφειλάς, αἱ ὁποῖαι ἀπεσβέσθησαν μὲ τὸν νόμον 18, πέραν αὐτῶν τῶν μικροοφειλῶν ποὺ ἀφοροῦν γεωργούς, ἐργάτας, μικροεπαγγελματίας, ὑπάρχει ἕνας σημαντικὸς ἀριθμός, εἰς χρῆμα, ὀφειλῶν συνταρακτικός, ποὺ αἱ ὀφειλαὶ δὲν προέρχονται ἀπὸ ἀνθρώπους διὰ τοὺς ὁποίους ὅλη ἡ συμπάθεια καὶ ὅλη ἡ διάθεσις ἡ κοινωνικὴ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων πρέπει νὰ ἐκδηλοῦται. Ὁμιλῶ περὶ τῶν μεγάλων ὀφειλῶν πολλῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων, ποὺ ηὐνοήθησαν μὲ τὸν νόμον 18. Δὲν θέλω νὰ εἰδικεύσω. Πάντως, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ ὑστέρημα τῆς ὑπηρετρίας, ὁ μόχθος τοῦ ἐργαζομένου, τὸ τίμημα τοῦ μικροῦ ἀκινήτου, ποὺ ἐπώλησεν ἡ χήρα διὰ νὰ πανδρέψῃ τὴν κόρην της, ὅλα αὐτά, κ.κ. συνάδελφοι, ἀποτελοῦν τὴν ἀποταμίευσιν τοῦ μοχθοῦντος Ἑλληνικοῦ λαοῦ ποὺ εἶχον κατατεθῆ εἰς τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα. Καὶ τὰ γεγονότα τὰ παγκόσμια, τὰ ὁποῖα ἐπηρέασαν μοιραίως καὶ τὴν ζωὴν τὴν οἰκονομικὴν τῆς πατρίδος μας, ηὐνόησαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα ἐπῆραν αὐτὰ τὰ χρήματα καὶ ἔρριψαν εἰς τὴν δυστυχίαν καὶ εἰς τὴν ἀπελπισίαν ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐμόχθησαν διὰ νὰ ἀποκτήσουν ἕνα ὑστέρημα τὸ ὁποῖον, πρὸς μεγαλυτέραν των ἀσφάλειαν, τὸ ἔδωσαν εἰς τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, διὰ νὰ πάρουν τὸ 1% ἢ 2% καὶ τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα τὰ παρέδωσαν εἰς τοὺς μεγάλας ἐπιχειρήσεις διὰ νὰ εἰσπράξουν τοὺς τόκους ποὺ εἰσέπραξαν. Βεβαίως, δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ θέμα αὐτό. Ὅταν ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐπιλαμβάνεται αὐτοῦ τοῦ θέματος—ὀρθότατα δὲ διετυπώθη τὸ νομοσχέδιον καὶ πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις—δυνάμεθα ὡς μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ διατυπώσωμεν μίαν εὐχήν, ἡ ὁποία νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ φθάσῃ εἰς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει, καίτοι παρῆλθε τόσον χρονικὸν διάστημα, πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ θέμα τῆς φορολογίας τῶν μεγάλων ὀφειλῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπεσβέσθησαν ἀπὸ τὸν νόμον 18. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ὀφειλῶν μέχρι ποσοῦ 50 ἕως 100 χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ὅταν αἱ ὀφειλαὶ ὑπερβαίνουν τὰς 100 χιλιάδας, ὑπερβαίνουν τὰς 500 χιλιάδας, ἐὰν θέλετε, τὸ θέμα τῆς φορολογίας τῶν ὠφεληθέντων νομίζω, ὅτι ἀντανακλᾷ εἰς τὴν συνείδησιν, τὴν περὶ δικαίου συνείδησιν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Θὰ μοῦ εἴπητε, κ.κ. συνάδελφοι, διὰ ποῖον λόγον ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι ἦσαν εἰς τὴν ἀρχὴν μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπελήφθησαν τοῦ θέματος. Ἐπειδὴ μετεῖχον καὶ ἐγὼ Κυβερνήσεως καὶ εἶχον ὑπεύθυνον θέσιν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω μίαν ἐξομολόγησιν, μίαν ἐκμυστήρευσιν πρὸς τοὺς συναδέλφους μου. Τὸ θέμα εἶχε μελετηθῆ ἀπὸ τὸν τότε συνάδελφόν μας ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Χρυσὸν Εὐελπίδην καὶ συνετάχθησαν ὅλα τὰ στατιστικὰ στοιχεῖα. Τὰ πιὸ πολύτιμα δὲ στατιστικὰ μᾶς παρεῖχον τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα. Βέβαια καὶ τὰ σχετικὰ βιβλία τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα, διότι διὰ τοὺς μεγάλας ὀφειλὰς ὑπάρχουν ἐγγεγραμμέναι ὑποθῆκαι. Καὶ πράγματι εἶχε προχωρήσει ἡ ὅλη μελέτη καὶ εἶχε προσδιορισθῆ καὶ τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδε μία τοιαύτη φορολογία, τὸ ὁποῖον θὰ διετίθετο ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν μικροκαταθετῶν, τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸν μόχθον καὶ τὸ εἰσόδημά των εἶχον καταθέσει εἰς τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα καὶ τὸν ἐσφετερίσθησαν αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις καὶ οἱ ἄρχοντες τοῦ πλούτου. Δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς νὰ εἴπω διὰ ποῖον λόγον δὲν ἔφθασε σχετικὸν νομοθέτημα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§37Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί; Νὰ μᾶς τὸ εἴπητε.
§38Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Θὰ σᾶς κάμω τὴν ἐξομολόγησιν. Ὁ συνάδελφός μας ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μᾶς ἀνεκοίνωσεν ὅτι τὸ οἰκονομικὸν τμῆμα τῆς συμμαχικῆς ἀντιπροσωπείας ἐζήτησε τὰ σχετικὰ στοιχεῖα καὶ ἡ παρέμβασίς της ὑπῆρξεν ἀνασχετική, ὑπὸ τὸν τύπον, ὄχι βέβαια τοῦ βέτο, ἀλλὰ τῆς μελέτης καὶ τῆς συνεννοήσεως καὶ τῶν στατιστικῶν καὶ τῶν συσκέψεων. Ἡ μία σύσκεψις διεδέχετο τὴν ἄλλην, ἐζητοῦντο συμπληρωματικὰ στοιχεῖα καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι μετὰ 11μηνον διακυβέρνησιν ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν τοῦ Κέντρου, νὰ μὴ καταστῇ δυνατὴ ἡ ὑποβολὴ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§39Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγετε, ὅτι οἱ σύμμαχοι ἐπενέβαινον εἰς τὰ ἐσωτερικά μας. Ποτὲ οἱ σύμμαχοι δὲν ἐπενέβησαν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος.
§40Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Εἴπατε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας μετείχατε καὶ σεῖς, ἐπεχείρησε νὰ συλλέξῃ τὰ στοιχεῖα πρὸς ρύθμισιν τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μετεῖχε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔκαμε τὸν νόμον. Ὅταν ἔφερε τὸν νόμον, δὲν συνελέγησαν τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ ἴδουν, ποῖοι κατεστράφησαν;
§41Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε συνάδελφε, χωρὶς νὰ θέλω νὰ κάμω τὸν ἀπολογητὴν οὐδενός, ἀνέφερα τὸ ὄνομα τοῦ συναδέλφου ποὺ συνεκέντρωσε τὰ στοιχεῖα καὶ ἔκαμε τὴν προεργασίαν καὶ καθὼς γνωρίζω, δὲν μετεῖχε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποῖα ἔκαμε τὸν νόμον 18.
§42Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Μετεῖχεν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας.
§43Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Τὸν νόμον 18 δὲν τὸν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις Πλαστήρα τοῦ 1945, τὸν ἔκαμεν ἡ ἀποκληθεῖσα Κυβέρνησις τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος. Ὑπῆρξε δέ, ὅπως ἔκτοτε διεκηρύχθη, τὸ πρῶτον στάδιον.
§44Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς διακόψω, ἀλλ’ ἐρωτῶ τοῦτο: Θὰ ἀπασχοληθῶμεν μὲ τὴν νεωτέραν ἱστορίαν;
§45Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Τί νὰ κάμω, ἐφ’ ὅσον μὲ διακόπτουν; Ἄλλωστε, εἶναι ἕνα θέμα διὰ τὸ ὁποῖον ἀξίζει κάποια συζήτησις.
§46Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἀλλά, δὲν ἔχει οὐδεμίαν θέσιν μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§47Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχει πολὺ μεγάλην θέσιν, διότι ὁ κ. Θεοφανόπουλος, ἔθεσε τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν.
§48Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ὄχι ἀπ’ αὐτῆς τῆς πλευρᾶς. Διότι αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον ἄλλης συζητήσεως, εὐρείας πράγματι, διότι τὸ θέμα εἶναι μέγα καὶ δὲν λύεται προχείρως καὶ διὰ συζητήσεως, ἡ ὁποία θίγει εὐπαθῆ σημεῖα τῆς κοινῆς γνώμης. Διότι θὰ σᾶς ὑπομνήσω, ἐπειδὴ εἶσθε ἐμβριθὴς μελετητής, τὸ τὶ ἐγένετο εἰς τὴν Γερμανίαν κατὰ τὸ παρελθόν, ὅπου ὑπῆρξεν ὅμοιον θέμα, ἐκ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ μάρκου. Τὰ χρέη αὐτὰ ἐξηφανίσθησαν. Ἐγένετο μελέτη ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, διήρκεσεν, ἐπὶ μίαν δωδεκαετίαν ἡ μελέτη διὰ νὰ καταλήξῃ ποῦ; Εἰς τὸ νὰ πάρῃ μόνον τὸ δημόσιον ἕνα 2,5% φόρον. Διότι εἶναι τόση ἡ ἀλληλουχία τῶν οἰκονομικῶν γεγονότων, ὥστε ἠμπορεῖ εὐκόλως νὰ κάμῃ κανεὶς κρίσεις περὶ κερδιζόντων καὶ πλουτιζόντων καὶ μὴ πλουτιζόντων καὶ ζημιουμένων, ἀλλ’ ὅταν κανεὶς ἐμβριθῶς μελετήσῃ τὸ θέμα καὶ ἴδῃ τὴν ἅλυσιν τὴν οἰκονομικήν, θὰ ἴδῃ ὅτι τὰ συμπεράσματα δὲν εἶναι τόσον τὰ αὐτὰ μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεζητούσατε σεῖς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, κύριε Παπασπύρου.
§50Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐδόθη ἀφορμὴ ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἅπτεται δὲ τοῦ θέματος, δὲν εἶναι ξένον πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι εἰς ἀπόλυτον συνάρτησιν. Ὑπομιμνήσκω δὲ εἰς σᾶς, ὅτι πανταχόθεν ἐγένετο ἐπίκρισις ἐναντίον τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, τόσον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐθέσπισε τὸν νόμον 18, ὅσον καὶ διὰ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, διὰ τὸ τεράστιον αὐτὸ θέμα. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀπευθύνομαι καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Κυβερνητικὴν πλειοψηφίαν, διακηρύσσων καὶ λέγων, ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη Κοινοβουλευτικὴ ὁμαλότης, μὲ τὴν ὀγκώδη πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν διαθέτει ἡ Κυβέρνησις, ἕνα τέτοιο θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπεκρίθησαν, ὅλαι αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις, δὲν ἤξιζε νὰ ἐρευνηθῇ....
§51Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τὸ ὑπεσχέθη αὐτὸ ὁ κ. Μαρκεζίνης.
§52Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ θέμα ἅπτεται οἰκονομικοῦ θέματος, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω κάτι. Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι ὀρθόν, ἐπ’ ἀφορμῇ μιᾶς συζητήσεως, ἑνὸς καθαρῶς καὶ στενῶς θέματος, ἀφορῶντος τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, νὰ συζητῆται θέμα, τοιαύτης πράγματι σημασίας, ὅταν, κύριε Παπασπύρου, ὑμεῖς, τὸν ὁποῖον σεβόμεθα ὅλοι καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως, κατὰ τρόπον ἄμεσον ἢ ἔμμεσον ἐπὶ μίαν 10ετίαν εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ δὲν ηὔρατε τὸν καιρὸν νὰ ἀπασχολήσετε τὴν Βουλὴν οὔτε ἕνα λεπτόν; Καὶ ἔρχεσθε σήμερον νὰ τὰ λέγετε ἐπ’ ἀφορμῇ μιᾶς παρεμπιπτούσης συζητήσεως, ὅταν γνωρίζετε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς ἀναλήψεως τῆς ἀρχῆς ἐπελήφθη τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν καὶ ἤρχισεν ἐξετάζων τὰ θέματα αὐτὰ καὶ τῶν μικροκαταθετῶν καὶ ὅλα τὰ συγγενῆ θέματα, τὰ ἀφορῶντα τὸν νόμον τοῦ 1944, ὅλην δηλ. τὴν κληρονομίαν τὴν ὁποίαν ὑμεῖς καὶ τὰ συγγενῆ μὲ ὑμᾶς κόμματα ἐγκατέλειψαν εἰς τὸν τόπον καὶ τὸν Ἑλληνικὸν Συναγερμόν.
§53Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἀνέβηκα, ἀγαπητὲ κύριε συνάδελφε, ἐξ Ἀθηνῶν, οὔτε μὲ ἀντιπολιτευτικὴν διάθεσιν καὶ εἴδατε ὅτι ἀνέλαβα καὶ τὰς εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι μοῦ ἀναλογοῦν, ἀλλ’ ὅταν μοῦ λέγετε, ὅτι ἐπὶ μίαν 10ετίαν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἔχομεν τὴν εὐθύνην, συγχωρῆστε μου νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πρὸ παντὸς τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον σήμερον διαθέτει αὐτὴν τὴν ὀγκώδη πλειοψηφίαν, ἀποτελεῖ πρὸ παντὸς συνέχειαν καὶ κληρονομίαν τοῦ παρελθόντος.
§54Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Σεῖς ἐψηφίσατε τὰς ἀγροληψίας....
§55Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα, οὔτε καθώρισα εὐθύνας. Ἐὰν ὑπάρχουν εὐθῦναι, ὑπάρχουν εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος. Τὸ θέμα, ὅμως, ὑπάρχει καὶ μὲ τὴν εὐκαιρίαν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν τὸ θέμα αὐτό, νὰ τὸ ὑπομνήσω καὶ πρὸς σᾶς τοὺς συναδέλφους μου καὶ πρὸς τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως διότι ἐὰν μὲν ὑπάρχῃ θέμα, μία Κυβέρνησις τοιαύτης σταθερότητος Κοινοβουλευτικῆς, ὤφειλε νὰ τὸ ἐκκαθαρίσῃ καί, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, ὀφείλει νὰ τὸ διακηρύξῃ, ὅτι θέμα φορολογίας τῶν ὑπερμέτρως ὠφεληθέντων ἀπὸ τὸν νόμον 18, δὲν ὑπάρχει. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐθεῖα καὶ τιμία ἐκκαθάρισις τοῦ ζητήματος, κύριοι συνάδελφοι. Ἀλλά, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ἐγὼ δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀσκήσω κριτικὴν ἢ ἀντιπολίτευσιν, βλέπετε ὅτι εἶμαι βουλευτὴς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ συγχαίρω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον εἰσάγεται. Θέλω μόνον νὰ εἴπω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, νομίζῃ ὅτι ὑπάρχει ἕνα κρίσιμον θέμα, ὀφείλει νὰ τὸ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ φέρῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Καθ’ ἡμᾶς τὸ θέμα παραμένει ἀνοικτόν, εἶναι θέμα, πρὸ παντὸς ἠθικόν, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλέψῃ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μακρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§57Σ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐνόμισα, ὅτι τὴν παρθενικήν μου ταύτην ἀγόρευσιν ἔπρεπε πράγματι νὰ ἀρχίσω ἀπὸ ἓν θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητά μου, ὡς ζήσαντος ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν τὰ νομικὰ θέματα. Τὸ θέμα φυσικὰ, ἔχει πλευρὰς πολιτικάς, ἔχει πλευρὰς φορολογικάς, ἔχει καὶ πλευρὰς καθαρῶς ἐπαγγελματικάς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ βασικὴ ἀρχὴ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τίθησι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου—ὅτι δηλαδή, μία ἀνωμαλία, ἡ ὁποία ὑφίσταται, μία ἀνωμαλία, ἡ ὁποία εἶναι ἀφορμὴ δημιουργίας ἐν συνεχείᾳ ἄλλων ἀνωμαλιῶν, πρέπει νὰ ταμῇ— καὶ νὰ ταμῇ διὰ Δαμοκλείου σπάθης. Δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία, ὅτι αἱ ὑποθῆκαι, αἱ κατασχέσεις, αἱ προσημειώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἀκόμη ὡς ἁπλαῖ ἐγγραφαί (;) εἰς τὰ βιβλία τῶν μεταγραφῶν, ὑποθηκῶν καὶ προσημειώσεων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελοῦν ἐφεξῆς ἐμπόδια εἰς τὰς συναλλαγάς. Δι’ αὐτό, καὶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δηλῶ, ὅτι συμφωνῶ πρὸς τὴν ἀρχὴν ὅτι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ διαγραφοῦν. Ἀλλ’ ἐκεῖ ποῦ ὁμολογῶ ὅτι κατ’ ἀρχὴν συμφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτήν, τὸν σεβαστόν μου κ. Θεοφανόπουλον, εἶναι ὅτι ἡ ἀπόσβεσις αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ γίνῃ ριζικὴ μέν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀπολύτως εὐεργετικὴ διὰ τοὺς ὠφελουμένους ἐκ τῆς ἀποσβέσεως αὐτῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁσονδήποτε μικρὰ καὶ ἐὰν εἶναι ἡ ἀποσβεννυμένη ὀφειλή, ἡ ἀπόσβεσις αὐτῆς προσδίδει ἢ ἔχει ἤδη προσδώσει μίαν ὠφέλειαν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐβαρύνετο μὲ τὸ ὠφέλημα καὶ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ὠφελήματος. Ἐπομένως, δίκαιον εἶναι, ἐν ὄψει τῶν ὅσων καὶ ὁ κ. Θεοφανόπουλος σᾶς εἶπε διὰ τὸ κατάντημα τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ πρακτικῇ αὐτῆς, κατάντημα κατὰ τὸ ὁποῖον περιήχθημεν δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι θεωρεῖται, τοὐλάχιστον, ὅτι ὑπηρετοῦμεν ἕνα λειτούργημα, διὰ νὰ πάρωμεν μίαν ἀπόφασιν νὰ πᾶμε εἰς τὸν Γραμματέα τοῦ Πρωτοδικείου καὶ νὰ δώσωμεν τὸ χαρτί, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ γραφῇ ἡ ἀπόφασις πολλάκις δὲ καὶ τὴν πέννα, καὶ ἀκόμη, ὅταν πρόκειται νὰ γίνῃ μία διεξαγωγὴ νὰ πᾶμε καὶ πάλι τὸ χαρτί, διότι ἄλλως ἡ διεξαγωγὴ ματαιοῦται, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ μία θυσία εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὠφελεῖται ἐκ τῆς διαγραφῆς καὶ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὠφελεῖται ἐκ τοῦ μέτρου, ὅστις εἶναι ὁ τυπικὸς ὀφειλέτης. Ἠγέρθησαν, ἐν προκειμένῳ κ.κ. συνάδελφοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡρισμέναι ἀντιρρήσεις: Ὅτι ἐὰν ὑποβληθῇ ἡ αἴτησις θὰ πρέπει νὰ παρεμβληθῇ κατ’ ἀνάγκην ὁ δανειστής, διότι κατὰ τὸν ἀστικὸν νόμον ἀπαιτεῖται ἡ σύμπραξις τοῦ δανειστοῦ εἴτε τῇ συναινέσει του εἴτε ἐξηναγκασμένη διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Νομίζω, ὅτι καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὑπάρχει μέση ὁδός, ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σολομωνίδης, προέτεινε. Ὅταν πρόκειται νὰ πάρῃ ὁ ἐνδιαφερόμενος τὸ πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον πιστοποιητικὸν θὰ τοῦ χρειασθῇ, εἴτε διὰ νὰ ἀπολαύσῃ τοῦ ἀγαθοῦ, εἴτε δηλαδή, διὰ νὰ πωλήσῃ τὸ ἀκίνητόν του, εἴτε διὰ νὰ τὸ συστήσῃ ὡς προῖκα, εἴτε διὰ νὰ δανεισθῇ ἐκ νέου ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου, τότε ἠμπορεῖ νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ καὶ αὐτὸς κάτι. Τότε καὶ ἄνευ συμπράξεως τοῦ δανειστοῦ, ἐπὶ μόνῃ τῇ ὑποβολῇ τῇ αἰτήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ πάρῃ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τὸ πιστοποιητικὸν καὶ χωρὶς πλέον ἀπώλειαν χρόνου ἢ ἔργου τινὸς τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν, νὰ πραγματωθῇ ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιβληθῇ τὸ τέλος. Ὑπῆρξε καὶ ἄλλη ἀντίρρησις, ἡ ἀντίρρησις τῶν ἀξιοτίμων ἐξ ἐπαρχιῶν συναδέλφων ἐν τῇ δικηγορίᾳ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ δικηγορία—ἡ προσωπική μου τοὐλάχιστον— εὑρίσκεται ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ ἡ πελατεία μου, εἶναι καὶ ἡ ἰδική μου ἐπαρχιακή. Γνωρίζω, ἑπομένως, τὰς δυσχερείας καὶ τὰς δυσκολίας τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἂν μὴ πτωχότεροι, τοὐλάχιστον ἐξ ἴσου πτωχοί, μὲ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθησαν οἱ ὑπόλοιποι κ.κ. συνάδελφοι. Ἤκουσα τοῦ ἀγαπητοῦ μου φίλου κ. Παπασπύρου, ὁ ὁποῖος ἐξήνεγκε πράγματι μίαν βασικὴν σκέψιν, ὅτι θὰ πρέπει ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν ἐκ τοῦ μέτρου τοῦ νόμου 18, νὰ ὑποστοῦν μίαν ἀνάλογον θυσίαν πρὸς τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἀπεκόμισαν. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο ὑπάρχει ἓν στάδιον διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀπονεμηθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, δικαιοσύνη, ἐὰν ἁπλούστατα, τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ πληρώσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ζητήσουν τὸ πιστοποιητικόν, ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ ποσὸν τῆς ὀφειλῆς. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο αὐξάνεται ἐφ’ ὅσον αὐξάνεται τὸ ποσὸν τῆς ἀποσβεννυμένης ὀφειλῆς, νομίζω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς δικαιοσύνη. Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, θὰ ἤθελα καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὰς ἀπόψεις μου αὐτάς, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐξυπηρετῶ καὶ ἐγὼ ὀλίγον τὴν πρακτικὴν ἁπλῶς τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι τὴν Δικαιοσύνην, διότι, ἀναμφισβητήτως, ἡ οὐσιαστικὴ Δικαιοσύνη δὲν ἐμποδίζεται ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν μικρῶν αὐτῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ ἀπονέμεται ἀψόγως καὶ ἄνευ αὐτῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κ.κ. συνάδελφοι. (Χειροκροτήματα).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κ. Γιαννούσης.
§59Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἀνήκω, κ.κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν οἰκογένειαν τὴν δικηγορικὴν καὶ μάλιστα τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ὑπῆρξε τὸ βιοποριστικόν μου. Ἑπομένως, εἶναι φυσικὸν νὰ ἔρχωμαι πρὸς τὴν ἄποψιν ὅτι κάθε τι, τὸ ὁποῖον βοηθεῖ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, θὰ εἶναι καὶ εἰς ἐμὲ συμπαθές. Ἐφόσον ὅμως δὲν καλούμεθα νὰ θεσμοθετήσωμεν θεσμὸν προνοίας ὑπὲρ τῶν δικηγόρων αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα ἐμμέσως νὰ ἐπιβάλωμεν ἄνευ αἰτίας—ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ἄνευ αἰτίας—δυσανάλογα ἔξοδα δικηγορικὰ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὐδὲν νὰ ὠφεληθοῦν, οὐσία.
§60Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκεσθε πολὺ μακρὰν τῶν σκέψεών μου.
§61Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ὡμιλήσατε περὶ δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν. Εἶναι ἀναμφισβητήτως συμπαθεστάτη ἡ τάξις αὐτή, ἀλλὰ θὰ ἤθελα τὸ ἑξῆς, κ. συνάδελφοι, νὰ σᾶς εἴπω: Ἡ Δικαιοσύνη, δὲν εἶναι ἔννοια κενὴ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, δὲν εἶναι ἔννοια, ἡ ὁποία θάλπει ἁπλῶς τὸ τυπικὸν. Ὅταν δέ, δὲν ὑφίσταται καὶ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον, ὡς ἐν προκειμένῳ—καὶ ἀναμφισβητήτως δὲν ὑφίσταται, διότι ἔχουν διαγραφῆ τὰ χρέη ταῦτα καὶ πρόκειται περὶ τακτοποιήσεως μιᾶς τυπικότητος καὶ μόνον, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν οἱονδήποτε πολίτην μὲ ἕνα τόσον δυσανάλογον ἔξοδον ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτίας τὴν στιγμὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔσοδον ἀσφαλῶς δὲν πρόκειται νὰ διατεθῇ οὐδὲ κἂν διὰ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ θὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Γενικὸν Δημόσιον Κορβανᾶν κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον. Αὐτὸ εἶναι ἐλάχιστον ἔναντι τῆς μεγίστης δαπάνης εἰς ἣν θὰ ὑποβληθῇ ὁ πολίτης. Ἐὰν τυχὸν νομίζωμεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν ἀπὸ τὸν νόμον 18, πρέπει νὰ βοηθήσουν τὸ Κράτος, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Ἀλλ’ αὐτὸ θὰ ρυθμισθῇ ὄχι ἐκ τῶν ἐνόντων συμπτωματικῶς καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀλλὰ μὲ εἰδικὸν νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν ὠφεληθέντων ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀσφαλῶς θὰ πρέπει νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κοντολέων ἔχει τὸν λόγον.
§63Ι. ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δηλώσω, ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἀπεναντίας μάλιστα, πιστεύω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἐκκαθάρισις παλαιῶν ἀνωμαλιῶν καὶ ἐκκρεμοτήτων. Ἔχω ὅμως, μίαν βασικὴν ἐπιφύλαξιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν αὐτοῦ περὶ αὐτεπαγγέλτου διαγραφῆς τῶν ὑφισταμένων πρὸ τοῦ 1944 βαρῶν. Ἡ διακονία ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἰς τὴν δικηγορίαν διδάσκει πόσα καὶ ποῖα ἀπρόβλεπτα ζητήματα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθοῦν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν προέβλεψεν ἢ δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ προβλέψῃ ὁ νομοθέτης. Ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι εἶναι συντεταγμένοι μὲ πολλὴν βραχυλογίαν καὶ μὲ πολλὴν σαφήνειαν. Καὶ ὁ νόμος 18 τοῦ 1944 μὲ τοιαύτην βραχυλογίαν καὶ σαφήνειαν ἦτο πράγματι συντεταγμένος, ἐν τούτοις ὅμως παρουσίασε κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του πολλὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον ἀκόμη ἀπασχολοῦν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὰ δικαστήρια. Καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ἀναμφισβητήτως εἶναι συντεταγμένον μὲ σαφήνειαν περισσὴν καὶ μὲ βραχυλογίαν. Ἐν τούτοις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβλέψωμεν ποῖα ζητήματα, τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν βλέπομεν, θὰ ἐμφανίσῃ οὗτος κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του. Κύριε Πρόεδρε, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει οὔτε ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου, οὔτε πολὺ περισσότερον τῶν δικηγόρων, ἐὰν ὑπάρξῃ τοιαύτη, ὅπως ὑποστηρίζεται. Ἐκεῖνο ποὺ μὲ φοβίζει εἶναι ἡ ἐμφάνισις κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περιπτώσεων κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ χρέος ὑφίσταται ἀλλ’ ὅτι ἡ ἀπαίτησις δὲν ἀπεσβέσθη, ἀλλ’ ἐν τούτοις διεγράφη ἡ ὑποθήκη ἢ ἡ κατάσχεσις ἢ ἡ προσημείωσις, ἡ ὁποία ἦτο ἐγγεγραμμένη πρὸς ἀσφάλειαν αὐτῶν. Καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, ἔχω τὰς ἐπιφυλάξεις μου. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἁπλουστευθῇ ἡ διαδικασία, ἐὰν θεωρῆται ὅτι ἡ κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς κειμένης νομοθεσίας προσφυγὴ εἰς τὸ δικαστήριον εἶναι πολυτέλεια, καὶ νὰ καθιερωθῇ ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 634 τῆς πολιτικῆς δικονομίας ἢ μία ἄλλη, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἁπλουστέρα καὶ ὀλιγώτερον δαπανηρά. Πάντως, νὰ μὴ διαγραφοῦν μὲ μίαν μονοκονδυλιὰν ὅλαι αἱ προσημειώσεις καὶ αἱ ὑποθῆκαι καὶ αἱ κατασχέσεις, ἀλλὰ νὰ ὑπάρξῃ προηγουμένως ἡ ἐγγύησις μιᾶς ταχείας καὶ ἁπλῆς δικαστικῆς κρίσεως.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσούτσουρας ἔχει τὸν λόγον.
§65Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος κ. Κοντολέων, εἰς τὴν βραχυτάτην του ὁμιλίαν μετέφερεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τὴν συμπύκνωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τῶν ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ ἐγερθεισῶν ἀντιρρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου κατ’ οὐσίαν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀπορρίψῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Κάτι ποὺ παρετήρησεν ὁ κ. Κοντολέων, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ ἐπαναφέρω πάλιν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ τὸ ἐξάρω, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν κάθε νομοσχέδιον δικαστικόν, ὅταν τέμνῃ μίαν διαφοράν, ὅταν δικαιοδοτῇ, πρέπει νὰ καθορίζῃ ἕνα ὑπεύθυνον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀσκήσῃ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαιοδοτεῖν. Ἐδῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθ’ ὃ δικαστικόν, τέμνει μίαν διαφοράν. Ὑφίσταται μία ἐγγεγραμμένη ὑποθήκη ἐναντίον τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐὰν πρέπει νὰ διαγραφῇ. Καὶ λέγει τὸ νομοσχέδιον ὅτι αὐτὰ ὅλα ipso jure διαγράφονται. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐὰν δυνάμει αὐτῆς τῆς διατάξεως οἱ διευθυνταὶ τῶν ὑποθηκοφυλακείων διὰ μιᾶς ἀθρόας πράξεως, ἐκ τοῦ νόμου πλέον δυναμένης νὰ γίνῃ, διαγράψουν ὑποθήκας...
§66Ι. ΙΝΤΖΕΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίρρησις.
§67Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Ἀφήσατέ με, κύριε συνάδελφε, διότι γνωρίζω τὰς ἀντιρρήσεις σας. Ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι αἱ ἐξανεμισθεῖσαι δραχμαὶ δὲν δύνανται νὰ ἀντιπροσωπεύουν ὑποθήκην, οἱ δανεισταὶ τῶν ὑποθηκοφυλακείων θὰ διαγράψουν τὰς ὑποθήκας. Διότι ἐγὼ ἔτσι ἀντελήφθην τὸ θέμα. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου χορηγεῖται ἕνα δικαίωμα δικαιοδοσίας, δόσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν ὑφίσταται ἢ ὄχι ὑποθήκη, τούτου δὲ ἕνεκα λέγει ὅτι αἱ μέχρι τῆς 11–11–1944 συσταθεῖσαι ὑποθῆκαι διαγράφονται, ἠμπορεῖ ἕνας ὑπὲρ οὗ ἡ ὑποθήκη νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ἐὰν ἡ ὑποθήκη εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διαγραφοῦν ὡς ὑπαχθεῖσαι ἐν τῷ νόμῳ 18.
§68Ι. ΙΝΤΖΕΣ. Αὐτὸ ἀποκλείεται, διότι δὲν θίγεται ἡ ἀπαίτησις, ἀλλὰ θίγεται ἡ ὑποθήκη. Οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων εἰς τὸ ὅτι αἱ ὑποθῆκαι, προσημειώσεις καὶ κατασχέσεις εἶναι ἄνευ περιεχομένου καὶ ἀντικειμένου. Πέραν τούτου ἡ διαφωνία μας ὑπάρχει ἐὰν ἀπεσβέσθησαν ὅλαι αἱ ἀπαιτήσεις ἢ ὄχι. Ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ εἶναι ἄλλο.
§69Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Δὲν ὑπάρχει διαφωνία εἰς αὐτό. Ἐγὼ θέλω, προκειμένου περὶ διαγραφῆς τῆς ὑποθήκης, περὶ ἐξαλείψεως ὑποθήκης ἢ περὶ ἄρσεως κατασχέσεως, θέλω τὴν παρέμβασιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἰσχῦον δίκαιον ἐὰν ἐπέμβῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία διὰ τῶν γνωστῶν διατάξεων τοῦ Κώδικος ἡ ἐπέμβασις αὕτη εἶναι πολυδάπανος, ἀφ’ ἑνὸς καὶ μακροχρόνιος ἀφ’ ἑτέρου, φθάνουσα μάλιστα εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Σολομωνίδης, δηλαδή, νὰ καταδικάζεται εἰς τὰ ἔξοδα ὁ βλαβεὶς ἐκ τῆς ἐξανεμίσεως τῆς δραχμῆς, τούτου ἕνεκα, ἐπειδὴ δὲ ἕπομαι τῆς ἀπόψεως ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ὑποθήκη ἄνευ δικαστικῆς παρεμβάσεως, τούτου ἕνεκα, λέγω, ὅτι ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὀρθόν, διότι δὲν ἀντιπροσωπεύει ἐν τῇ οὐσίᾳ τίποτε, κατὰ τὸ πλεῖστον, κατὰ τὸ ἐντελῶς πλεῖστον μέρος θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ δικαστικὴ διάγνωσις περὶ τοῦ γεγονότος τούτου τοῦ αὐτονοήτου, ὡς ὑπάρχει δικαστικὴ διάγνωσις περὶ πλείστων ὅσων αὐτονοήτων πασιδήλων καὶ γεγονότων. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται τὸ γεγονὸς τοῦτο νὰ λάβῃ μορφὴν δικαστικῆς δυνάμεως, ἀπαιτεῖται διάγνωσις δικαστική. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι ναὶ μὲν ὅλαι αὐταὶ αἱ ὑποθῆκαι, αἱ κατασχέσεις καὶ αἱ προσημειώσεις, πηγάσασαι ἐκ τῆς γνωστῆς ἀφορμῆς καὶ ἐξανεμισθεῖσαι ἀπὸ τὸν νόμον 18/ 1944, ναὶ μὲν δὲν ὑφίστανται, ἀλλ’ ἡ δικαστικὴ διάγνωσις τῆς ἀνυπαρξίας δὲν δύναται νὰ γίνῃ μεταξὺ συντάκτου τοῦ νόμου καὶ διευθυντοῦ τοῦ ὑποθηκοφυλακείου, πρέπει νὰ παρέμβῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Καὶ ἐπειδὴ ἐπαναλαμβάνω, ἡ διαδικασία, ἡ γνώριμος διαδικασία, διὰ τὴν ἐξάλειψιν ὑποθήκης εἶναι καὶ μακροχρόνιος καὶ δαπανηρά, τούτου ἕνεκα νὰ θεσπισθῇ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν δι’ αἰτήσεως ὁ ἔχων συμφέρον διὰ τὴν τοιαύτην ἐξάλειψιν τῆς ὑποθήκης ἢ τὴν διαγραφὴν τῆς κατασχέσεως κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ 634 νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ δικαστικοῦ του κύρους θὰ ἐπιβεβαιώνῃ ἕνα γεγονὸς αὐτονόητον καὶ ἡ ἐπιβεβαίωσις αὕτη θὰ προσάγεται εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα διὰ νὰ ἐπέρχεται ἡ τυπικὴ ἐξάλειψις τῆς ὑποθήκης. Τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἔχει μόνον τὴν θεωρητικὴν ἀξίαν τῆς διαγνώσεως τῶν διαφορῶν διὰ τῆς δικαστικῆς κρίσεως, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὴν σημασίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶπον οἱ κ.κ. συνάδελφοι, δηλαδή, τὸ οἰκονομικὸν συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἔχει ἐπίσης καὶ τὴν ἄποψιν τῆς παραστάσεως τοῦ δικηγόρου. Δὲν γνωρίζω διατὶ οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες συνάδελφοι, δὲν ἠθέλησαν εὐθαρσῶς νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν ἄποψιν ταύτην. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ δι’ ὀλίγων νὰ τὴν ἀντιμετωπίσω. Ἐάν, κύριοι, καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν Βουλὴν εἰσάγωνται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολύ, κατὰ παρέκκλισιν τῶν στοιχειωδῶν διατάξεων περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἔρχονται μὲ τὴν αὐθεντίαν τῆς νομοθετικῆς των ἰσχύος καὶ λέγουν, ὅτι ὅλαι αἱ διαφοραί, αἱ ὁποῖαι μέχρι σήμερον χρῄζουν δικαστικῆς διαγνώσεως καὶ κατὰ τὰς ὑφισταμένας διατάξεις χρήζουν καὶ συμπαραστάσεως δικηγορικῆς ἐάν, λέγω, ἔλθῃ σειρὰ νομοσχεδίων καὶ εἴπῃ ὅτι ἀφαιρῶ τὸ δικαίωμα τῆς συμπαραστάσεως τῶν δικηγόρων εἰς τὸ τέμνειν τὰς διαφορὰς τὰς πολιτικὰς καὶ τὰς ποινικάς, νομίζω, ὅτι τοιαῦτα νομοθετήματα ἠμπορεῖ νὰ θίγουν καὶ τὴν πλευρὰν τὴν συνταγματικὴν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ὅταν μάλιστα εἴπουν ὅτι ἀφαιροῦν καὶ ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα ποὺ ἔχει νὰ τέμνῃ τὰς διαφορὰς ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τοιαῦτα νομοθετήματα, ἐπαναλαμβάνω, θίγουν τὴν τρίτην συνταγματικὴν ἐξουσίαν. Διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἄρσις τῆς ὑποθήκης εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀντικείμενον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, πῶς θὰ ἔλθῃ ἕνας ἁπλοῦς νόμος καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἀντικείμενον αὐτῆς τῆς διαφορᾶς, τὸ ὁποῖον τέμνει ἡ δικαιοσύνη, τὸ ἀφαιρῶ ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς δικαιοσύνης καὶ τὸ ὑπαγάγω εἰς τὴν διοίκησιν; Διότι ὁ διευθυντὴς τοῦ ὑποθηκοφυλακείου, εἶναι διοικητικὸν πρόσωπον καὶ δὲν ἀσκεῖ δικαστικὴν ἐξουσίαν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§71Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν λέγω, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκούσητε εἶναι καλυτέρα τῆς ἰδικῆς σας, ἀλλὰ πάντως εἶναι μία γνώμη ἀξία προσοχῆς τινος, τὴν ὁποίαν θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Τὸ περιεχόμενον τῆς Δικαστικῆς Λειτουργίας τὸ καθορίζει ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ προσθέσῃ ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπασχολήσεις ἀπὸ τὴν Δικαστικὴν Λειτουργίαν διὰ νόμου. Ἀλλ’ ἡ θεωρία τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσετε, ἐὰν ἠδύνατο ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς, τότε θὰ ἀπεκλείετο τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν νομοθέτην ὡρισμένας πράξεις, τὰς ὁποίας φέρ’ εἰπεῖν, θεωρεῖ ὡς ἀδικήματα, νὰ παύσῃ ἐφεξῆς νὰ τὰς θεωρῇ ὡς τοιαῦτα. Λέγω λοιπόν, πῶς δύναται ὁ νομοθέτης αὐτὰς τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Δικαστικῆς Λειτουργίας νὰ παύσῃ νὰ τὰς θεωρῇ ὡς ἀδικήματα καὶ νὰ τὰς ὑπαγάγῃ εἰς τὸν ἔλεγχον μιᾶς Διοικητικῆς, ἢ Ἀστυνομικῆς ἢ ἄλλης Ἀρχῆς, ἐὰν ἡ γνώμη σας ἦτο ὀρθή; Ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἁπλοῦν, ἀλλὰ τόσον ζωντανὸν παράδειγμα, δύνασθε νὰ ἀντιληφθῆτε τὸ ἀπολύτως σφαλερὸν τῆς γνώμης καθ’ ἣν τὸ νομοσχέδιον ἐνέχει ἀντισυνταγματικότητα, διότι ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν κρίσιν τῶν Δικαστηρίων πράξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπήγοντο μέχρι τοῦδε εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν. Τὸ τὶ ὑπάγεται εἰς τὴν Δικαστικὴν Λειτουργίαν τὸ καθορίζει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐμπλουτίσῃ αὐτὴν διὰ νέων ἁρμοδιοτήτων, ὅπως δύναται καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ ταύτης ἁρμοδιότητάς τινας, δοθέντος, ὅτι τὸ Σύνταγμα θέτει γενικὴν ἀρχήν. Λέγει ἁπλῶς, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων καὶ ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος. Τὸ περιεχόμενον ὅμως τῆς Δικαστικῆς Λειτουργίας κατὰ Συνταγματικὴν ἐξουσιοδότησιν, τὸ καθορίζει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία. Τούτων οὑτωσὶ τεθέντων, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διαφωνήσω ριζικῶς μὲ τὴν διατυπωθεῖσαν ὑφ’ ὑμῶν ἄποψιν.
§72Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε μὲ τὸ παράδειγμά του, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ περὶ ἀντισυνταγματικότητος ἐπιχείρημα. Τὸ παράδειγμα δὲν ἦτο ἐπιτυχές. Θὰ ἦτο ἐπιτυχὲς ἐὰν ἔλεγεν ὅτι ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν Δικαστικὴν λειτουργίαν, ἀφαιροῦνται ὑπὸ ταύτης καὶ ἐκδικάζονται ὑπὸ Διοικητικῶν Ἐπιτροπῶν. Τοῦτο δύναται νὰ τὸ κάμῃ ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία; Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀδικήματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον μεταγενεστέρως θὰ ἀρθῇ ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἀδικήματος. Ὅταν ὅμως ἡ ἐξάλειψις ὑποθήκης, ἀναμφισβητήτως εἶναι πρᾶξις Δικαστικὴ καὶ....
§73Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἢ κατὰ τὸν Νόμον; Ὁ νόμος περὶ ὑποθηκῶν δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐξαλείψεως; Ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξαλείψεως τῆς ὑποθήκης;
§74Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἀπονέμεται ἀπὸ τοὺς δικαστάς. Ὅταν τὸ περιεχόμενον τῆς Δικαιοσύνης ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς Δικαστὰς καὶ δοθῇ εἰς ἄλλους, ἀναμφισβητήτως, αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Ἀντιστρατεύεται ὄχι μόνον πρὸς ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ πρὸς ὁλόκληρον τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως ἐὰν ὡρισμένη δικαστικὴ ὑπόθεσις, ὑπαγομένη εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Δικαστηρίων παύσῃ νὰ εἶναι τοιαύτη, ἀναμφισβητήτως δὲν ὑπάρχει ἀντισυνταγματικότης. Ἐὰν ὅμως δικαστική τις ὑπόθεσις, ἀντικείμενον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀφαιρεθῇ ἐκ ταύτης καὶ παραδοθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἢ τὴν Νομοθετικήν, ἡ τοιαύτη ἀφαίρεσις, κατὰ τὴν ἐμὴν πτωχὴν γνώμην, καὶ μάλιστα δὲν εἶπον εἶναι ἀντισυνταγματική, εἶπα, ἴσως εἶναι ἀντισυνταγματική, ἀλλ’ ἡ ἐπιμονή σας μὲ τὸ ἴσως νὰ τὸ μεταβάλω εἰς ἀναμφισβητήτως ἀντισυνταγματικήν, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον.....
§75Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἡ ἐπιμονή μου εἶναι ἱκανὴ τὸ «ἴσως» νὰ τὸ μεταβάλῃ εἰς «ἀναμφισβητήτως» τότε εἶμαι μάγος.
§76Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν εἶναι βεβαίως σωστόν. Θὰ ἤθελον ὅμως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους τακτοποιεῖ μίαν ἀταξίαν, νὰ προσέξῃ, διότι ἔχει καὶ κἄτι ἀκάνθους. Ὑποστηρίζω, ὅτι στὸ κάτω–κάτω, δὲν ἔχουν νὰ πάθουν τίποτε οἱ ἀδίκως κατὰ ἕνα τρόπον πλουτίσαντες, ἔστω καὶ ἂν ὁ πλουτισμὸς οὗτος συνεψηφίσθη κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ ἂν αὐτὸ συνέβη, ἐπιτέλους δὲν ἔχουν νὰ πάθουν τίποτε, ζητοῦντες ἐπισημοποίησιν τοῦ ἀδίκου πλουτισμοῦ, διότι περὶ τούτου πρόκειται, διὰ τῆς πιστοποιήσεως τῆς διαγραφῆς τῆς ἐξαλείψεως τῆς ὑποθήκης νὰ γίνῃ. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τῆς ὑποθήκης καὶ τὸ τέλος αὐτὸ δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τοῦτο ἐδῶ, διότι ἐπιπροσθέτως δίδεται ὑποθήκη ἐπὶ ἀκινήτων, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, ἥτις κατευθύνεται καὶ πλέον τοῦ ½ τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐγγεγραμμένης ὑποθήκης τῶν 1000 δρχ. Ἐὰν ἐγγραφῇ ὑποθήκη τῶν 1000 δρχ. ἀναμφισβητήτως αὐτὴ ἀντιπροσωπεύει, ἂν μὴ τὰ ¾, πλέον τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας. Συνεπῶς, ὁ σημερινὸς ἰδιοκτήτης δὲν πρόκειται νὰ ἐξαλείψῃ ὑποθήκην 1000 δρχ. ἀλλὰ πρόκειται νὰ τακτοποιήσῃ ἀκίνητον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία εἶναι ἀσφαλῶς πολλαπλασία, ἐκείνης τὴν ὁποίαν θὰ καταβάλῃ.
§77Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σᾶς προσέχω κ. συνάδελφε, Ἤθελον ὅμως νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Νὰ γίνῃ μία ἐξήγησις ἐδῶ ἐν σχέσει μὲ αὐτό, τὸ ὁποῖον προτείνετε, καὶ προέτεινε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος. Τί προτείνετε; Ὁ αἰτῶν τὴν ἀπάλειψιν νὰ πληρώσῃ, ἢ προτείνετε, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν ἀπάλειψιν θὰ ζητήσῃ πιστοποιητικόν, νὰ ὑποχρεωθῇ καὶ εἰς τὴν καταβολὴν ἑνὸς τέλους;
§78Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὁμοφωνία μεταξὺ δανειστοῦ καὶ ὀφειλέτου, δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ δικαστικὴ διάγνωσις, διότι ἡ ὁμοφωνία αὐτὴ θὰ ἀχθῇ ἐνώπιον τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ὑποθηκοφυλακείου διὰ νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ὑποθήκην. Ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει ὁμοφωνία, θὰ πρέπει νὰ ἐπέμβῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ν. 634, κατόπιν αἰτήσεως καὶ χωρίς, ἂν θέλετε, νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ κλῆσις τοῦ δυστροποῦντος ἀντιδίκου. Καὶ ὅταν θὰ πᾶνε, κύριε Ὑπουργέ, ὅσοι ὠφελήθησαν ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἔχουν συμφέροντα, νὰ πάρουν ἕνα πιστοποιητικὸν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν ὁ Πρόεδρος, διὰ τῆς ὁποίας θὰ λέγῃ ὅτι ὄντως εἶναι ἐξαλείψιμος ἡ ὑποθήκη. Τελειώνω, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον εἶναι σωστόν, καὶ ὅτι ἂν θὰ περιελάμβανε τὰς μεταβολὰς αὐτάς, θὰ ἦτο σωστότερον.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§80Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ἀποψινὴ συζήτησις ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ ἡ πρότασις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία, κατ’ ἐξαίρεσιν ἐκείνου τὸ ὁποῖον συνήθως γίνεται, προέτεινε οὐσιαστικῶς νὰ ἀποσυρθῇ, διὰ νὰ μὴ εἴπω νὰ ἀπορριφθῇ, τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ ἐμβάλῃ εἰς σοβαρὰς σκέψεις τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Κυβέρνησιν, γενικώτερον, καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ ὁδηγήσῃ ἀπόψε εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου διὰ νὰ συζητηθῇ καλύτερον. Τὸ θέμα, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον θίγεται ἀπὸ τὸ συζητούμενον σχέδιον νόμου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ στενῶς νομικόν. Βεβαίως οὕτω ἐμφανίζεται ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην ἀνακινεῖ τὸ ὅλον θέμα τῶν ὠφεληθέντων ἀπὸ τὸν πληθωρισμὸν τῆς Κατοχῆς καὶ τὸν νόμον 18, ὁ ὁποῖος ἐξήλειψε τὰς προπολεμικὰς ὀφειλάς. Βεβαίως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι ἁρμόδιος νὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον συζητήσεων καθ’ ὅλα τὰ ἔτη, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν. Ἐν τούτοις, ὅμως, φοβοῦμαι πολὺ ὅτι μὲ τὴν προσπάθειαν καὶ τὴν ἐμμονὴν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ κλείσῃ τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐξακολουθεῖ νὰ συγκινῇ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ δικαία λύσις, ἀποτελεῖ λαϊκὸν αἴτημα. Δὲν θέλω ἡ ἀνάπτυξις τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιχειρήσω οὐδαμῶς νὰ λάβῃ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀντιδικίας ἢ ἀντιπολιτευτικοῦ ἐλέγχου. Θὰ συνομολογήσω πρῶτος ὅτι ἀπετέλεσε σφάλμα ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1945 μέχρι σήμερον, ὅτι δὲν ἀντεμετώπισαν τὸ θέμα τῶν ὠφεληθέντων ἀπὸ τὸν πληθωρισμὸν τῆς Κατοχῆς. Τοῦτο ὅμως δὲν δικαιολογεῖ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ τὰς εὐθύνας της ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἱστορίας δι’ ὅσα ἔπραξεν ἢ δι’ ὅσα παρέλειψε νὰ πράξῃ. Κύριοι συνάδελφοι, γενικώτερον τὸ θέμα τοῦτο, δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον τῆς παρούσης συζητήσεως. Ἁπλῶς σημειῶ ὅτι ὑπάρχει καὶ συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὸ παρὸν νομοθέτημα καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ δικαίως ἢ ἀδίκως, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δικαίως, θὰ κατηγορηθῇ ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ προδικάζει τὴν τελικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἔναντι τοῦ θέματος τούτου.
§81Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ κ. συνάδελφε, ἔναντι αὐτῆς τῆς σκέψεως τὴν ὁποίαν ἐκάματε καὶ ἀνεπτύξατε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὅτι τὸ θέμα αὐτό, ἀφορῶν τακτοποίησιν οὐσιαστικῶς ἀποσβεσθεισῶν πράξεων, τῶν ὁποίων ἡ τυπικὴ τακτοποίησις ἐπιδιώκεται, εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον μὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐθίξατε καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ κ. συνάδελφος Παπασπύρου καὶ τὸ ὁποῖον θέμα, ὅπως ἐλάβατε γνῶσιν ἐξ ἀνακοινώσεων τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ἀποτελεῖ ἀντικείμενον σοβαρᾶς μελέτης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ δέ, κ. συνάδελφε, νὰ ἀναθεωρήσητε τὴν σκέψιν σας, τὴν τόσον ἀβασίμως ἐκφρασθεῖσαν, ὅτι, δῆθεν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ἐντελῶς ἀθῷον, προδικάζει τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην σκέψιν τῆς Κυβερνήσεως. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον, καθόσον τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ὡς ἁπτόμενον τῶν θεμάτων τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα τῆς Κυβερνήσεως, ἐτέθη ὑπ’ ὄψει τοῦ ἁρμοδίου συναδέλφου Ὑπουργοῦ καὶ οὕτως ἡ Κυβέρνησις, ἐν πλήρει γνώσει τοῦ τὶ ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ εἰσάγει καὶ τὸ θέτει ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον, ἐπαναλαμβάνω, πρὸς τὸ ὅλον θέμα τὸ ὁποῖον ἐθίξατε καὶ τὸ ὁποῖον εὐλόγως, ἀπασχολεῖ τὴν δημοσίαν γνώμην. Θὰ εἶναι δὲ εὐτυχὴς ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν κατορθώσῃ νὰ τὸ λύσῃ. (Χειροκροτήματα).
§82Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ οὐδὲ πόρρωθεν τὴν εἰλικρίνειαν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θὰ συμφωνήσῃ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Κυβέρνησις παρέχει μίαν πρόσθετον διευκόλυνσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν ἀπὸ τὸν πληθωρισμόν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, ὀρθότατα ἔθεσε τὸ θέμα. Δὲν φθάνει ὅτι τὸ Κράτος ἐχάρισε τὰς ὀφειλάς, δὲν φθάνει ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἔκαμε τίποτε διὰ νὰ ἐπιβαρυνθοῦν κατὰ τι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν, ἀλλ’ ἔρχεται σήμερον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ κάμνει νόμον καὶ καλεῖται ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλάσσονται οὗτοι καὶ ἀπὸ τὰς ἐλαχίστας ἐκείνας διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι παγίως ἀπὸ τὸν Ἀστικὸν Κώδικα καὶ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν προβλέπονται διὰ τὰς ἀναλόγους περιπτώσεις. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ μέλλον θὰ δείξῃ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ ἔχῃ ὄντως τὴν πρόθεσιν καὶ τὴν δύναμιν νὰ λύσῃ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις δὲν ἔλυσαν. Νομίζω, ὅμως, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόψε ἐναπόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ θελήσῃ νὰ ἐγκρίνῃ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε, ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν πρόθεσιν τὴν ὁποίαν ὅλοι λέγομεν ὅτι ἔχομεν νὰ ἐπιλύσωμεν δηλ. κατὰ τρόπον δίκαιον τὸ θέμα τῶν ὠφεληθέντων ἐκ τοῦ πληθωρισμοῦ. Πέραν αὐτῶν τῶν γενικῶν παρατηρήσεων, ἤθελα νὰ κάμω καὶ μίαν εἰδικωτέραν παρατήρησιν. Ἐὰν τελικῶς τὸ νομοθέτημα τοῦτο γίνῃ δεκτὸν καὶ ψηφισθῇ, νομίζω, ὅτι παρέχεται μία μοναδικὴ εὐκαιρία διὰ νὰ λύσωμεν ὡρισμένα ἄλυτα προβλήματα τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν, πρῶτος ὁ κ. Θεοφανόπουλος, ἐτόνισαν τὰς μεγίστας ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζει ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη καί, δυστυχῶς, τὴν τραγικὴν ἐγκατάλειψιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εὑρίσκεται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, φύσει καὶ θέσει, εἶναι προστάτης καὶ ὑπέρμαχος τῆς ἀπόψεως αὐτῆς. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, τελικῶς τὸ νομοθέτημα, παρὰ τὰς ἰδικάς μας ἀντιρρήσεις, γίνῃ δεκτόν, δὲν νομίζετε ὅτι ἡ Βουλὴ—ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν πρέπει νὰ προέλθῃ ἡ πρωτοβουλία—ὀφείλει νὰ ἐξοικονομήσῃ ἕνα κονδύλιον, τὸ ὁποῖον νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης; Ἐλέχθη, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ὑποστοῦν μίαν ἄλφα ἐπιβάρυνσιν οἱ ὠφεληθέντες ἀπὸ τὸν πληθωρισμόν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν σήμερον τὴν ἐξάλειψιν τῶν ὑποθηκῶν ἢ προσημειώσεων ἢ κατασχέσεων, ἡ ὁποία ἐπιβάρυνσις εἶναι δυσανάλογος καὶ ἡ ὁποία, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν θὰ ἀποβῇ, ὅπως ἔχουν σήμερον τὰ πράγματα πρὸς ὄφελος τοῦ Ἑλληνικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ μέση λύσις, κύριε Ὑπουργέ, καὶ κύριοι συνάδελφοι, εἶναι, ἐὰν θελήσητε νὰ προχωρήσητε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιβληθῇ μιὰ λογικὴ ἐπιβάρυνσις, ἡ ὁποία ὅμως νὰ ἀποτελέσῃ εἰδικὸν ἔσοδον διατιθέμενον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ἕνα ἐλάχιστον ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἀναμφισβητήτως σημαντικῶς ὀλιγώτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον θὰ ἐπλήρωνον ὑπὸ τὰς σήμερον ὑφισταμένας συνθήκας ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἐψηφίζετο, ἐὰν ἕνα τοιοῦτον ἐλάχιστον ποσὸν ζητηθῇ ἀπὸ τοὺς ὠφεληθέντας ἐκ τοῦ πληθωρισμοῦ, νομίζω, ὅτι καὶ οἱ ἴδιοι δὲν θὰ δυσφορήσουν νὰ τὸ πληρώσουν καὶ ὅτι τοῦτο θὰ ἀποβῇ χρησιμώτατον διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἀνέφερα.
§83Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μήπως ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας κανένα πρόχειρον τρόπον ἐξευρέσεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἄνευ ἀνατροπῆς τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου; Διότι ἡ ἐξεύρεσις τοῦ ποσοῦ μὲ ἀνατροπὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι δυνατή.
§84Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν βάσιν ὅτι θὰ ἐπιδιώξωμεν εἴσπραξιν ἑνὸς κονδυλίου, τὸ ὁποῖον θὰ διατεθῇ διὰ τὴν Δικαιοσύνην. Καὶ τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ ἀνατροπῆς τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ δυνατότης, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν. Προτοῦ ὅμως σᾶς ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ, ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς: Τὸ ποσὸν κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ ὀφειλέται δὲν δύναται νὰ εἶναι ἴσον δι’ ὅλας τὰς περιπτώσεις, θὰ εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὴν ὀφειλήν. Εἰς τοῦτο ἐπίσης πρέπει νὰ συμφωνήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὰ τὰ δύο γίνουν ἀποδεκτά, τὸ ἁπλούστερον τῶν πραγμάτων θὰ εἶναι ἐπὶ τῇ διαγραφῇ τῆς ὑποθήκης, ἢ τῆς προσημειώσεως ἢ τῆς ἀναγκαστικῆς κατασχέσεως, νὰ καταλογίζεται μία εἰσφορὰ εἰς βάρος τοῦ ὠφελουμένου, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀπεσβέσθη. Τοῦτο οὐδόλως εἶναι δυσχερές, ἀλλὰ καὶ οὐδεμίαν τεχνικὴν δυσχέρειαν εἶναι δυνατὸν νὰ συναντήσῃ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Βουλὴ συμφωνοῦν.
§85Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Πῶς θὰ εἰσπραχθῇ;
§86Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὡς δημόσιον ἔσοδον. Ὅπως εἰσπράττεται τὸ δημόσιον ἔσοδον.
§87Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰδικὸς οἰκονομολόγος, ἐλπίζω, σὺν τῷ χρόνῳ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τόσον συχνὰ εἰσάγων οἰκονομικῆς μορφῆς νομοσχέδια, νὰ καταλήξω εἰς τὸ τέλος νὰ γίνω οἰκονομολόγος. Ἐπιθυμῶ οὐχ’ ἧττον νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Αὐτὸ τὸ τέλος τῶν 2000, 3000, 4000, 8000, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον, θὰ εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀπώλειαν ἔργου, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημά μας. Σεῖς, παλαιὸς οἰκονομολόγος εἰς ἐμὲ τὸν ὑποψήφιον οἰκονομολόγον, ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε μίαν ἐξήγησιν.
§88Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν διεκδικῶ τὸν τίτλον τοῦ οἰκονομολόγου.
§89Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐγὼ σᾶς τὸν ἀναγνωρίζω.
§90Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ στατιστικὰ στοιχεῖα, βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, θὰ δώσω ὅμως ἐν γενικαῖς γραμμαῖς μίαν εἰκόνα. Ἐὰν ὑποθέσητε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ σύνολον τῶν ὀφειλῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουν ἐγγραφαὶ ὑποθηκῶν, κατασχέσεων, ἢ προσημειώσεων, ἀνέρχεται εἰς ἕνα Αʹ ποσόν, ποσόν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, σημαντικώτατον—εἰς τοῦτο συμφωνοῦν ὅλοι—καὶ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑπολογισθῇ ἡ εἰσφορὰ πολλαπλάσιον τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς σημερινὰς δραχμάς, ἕνα Χ πολλαπλάσιον, θὰ ἴδητε ὅτι τοῦτο θὰ ἀνέλθῃ εἰς σημαντικώτατον ὕψος. Δεύτερον, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως.
§91Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Φεύγομεν ἀπὸ τὸ νομοθέτημα καὶ πηγαίνομεν ἀλλοῦ, εἰς τὸ πρόβλημα τῶν ὠφεληθέντων καὶ κατὰ ποῖον τρόπον, τὸ Κράτος, θὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τοὺς ὠφεληθέντας. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἁπλοῦν, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ θέμα. Ἡ πρότασις εἶναι ἀξία προσοχῆς ὡς γενικωτέρα, ἀλλὰ δὲν συνάπτεται μὲ τὸ θέμα, οὔτε ἔχω τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ τὴν δεχθῶ, διότι ἡ πρότασίς σας ἀφορᾷ θέμα γενικώτερον, οὐσιαστικῶς δὲ ἄλλο. Κατὰ ποῖον τρόπον δύναται τὸ Κράτος νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν ἐκ τῆς διαγραφῆς τῶν χρεῶν, εἶναι θέμα διάφορον. Οὔτε τὴν ἁρμοδιότητα, οὔτε τὴν ἐξουσιοδότησιν ἔχω νὰ τὸ συζητήσω. Δὲν λέγω ὅτι ἡ πρότασις δὲν ἔχει ἀξίαν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ τό γε νῦν ἔχον.
§92Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Διὰ νὰ μὴ συνεχισθῇ μία διαλογικὴ συζήτησις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν προάγεται τὸ θέμα, θὰ ἀνακεφαλαιώσω τὰς ἀπόψεις μου. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι συνάδελφοι, πρῶτον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει χρέος νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι, κατὰ κοινὴν πεποίθησιν ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὴν ψήφισίν του προδικάζει τὴν Κυβερνητικὴν πολιτικὴν ἔναντι τοῦ θέματος τῶν ὠφεληθέντων ἐκ τοῦ πληθωρισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντικρούει τοῦτο καὶ βεβαιοῖ περὶ τοῦ ἀντιθέτου. Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι οὐδένα θὰ πείσῃ ἂν δὲν ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἐφ’ ὅσον θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοθέτημα, θὰ ἔχωμεν πλέον, ὄχι μόνον ὠφεληθέντας ἐκ τοῦ πληθωρισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὠφελουμένους ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σήμερον ψηφίζετε. Καὶ βασιζόμενος εἰς αὐτὸ κάμνω μίαν ἁπλῆν, λογικὴν καὶ πρακτικὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν νομίζω καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ δεχθῇ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι γνωρίζω τὸ δρᾶμα τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ἀντιμετωπίζει, ὅπως τὸ ἀντιμετώπιζον καὶ οἱ προκάτοχοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οἱ ὁποῖοι πάντοτε συναντοῦσαν ἀκάμπτους τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν δικαίαν προσπάθειάν τους νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰς ἀνάγκας τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν λοιπόν, ἐξ οὐρανοῦ τοῦ ἔρχεται μία εὐκαιρία νὰ ἐξεύρῃ ἕνα ποσὸν μὲ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ ἔργον ὠφέλιμον διὰ τὴν Δικαιοσύνην, δὲν θὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸν προορισμόν του ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν τὸ ἀποκρούσῃ. Κύριοι συνάδελφοι, πολλὰ ἀπὸ τὰ ἄλυτα θέματα δὲν εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητα τόσον μεγάλα, ὥστε νὰ εἶναι ἀνάγκη ἐπ’ ἄπειρον νὰ τὰ παραπέμπομεν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, διὰ νὰ μὴ λυθοῦν ποτέ. Προσωπικῶς ἐγὼ ἔχω ἰσχυροτάτας ἀμφιβολίας, ἐὰν καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ δυνηθῇ νὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὸ θέμα, τῶν ὠφεληθέντων ἐκ τοῦ πληθωρισμοῦ. Σήμερον συζητῶμεν συγκεκριμένην πρότασιν ἑνὸς συναδέλφου, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ εὔλογος νομίζομεν εἶναι ἡ ἀπορία μας. Διατὶ δὲν κάμνομεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι δυνατόν; Εἶχον καὶ ἄλλοτε τὴν εὐκαιρίαν νὰ κάμω μίαν ἀνάλογον πρότασιν. Ὅταν συνεζητεῖτο ἕνα νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Συγκοινωνιῶν, προῆλθεν, κατὰ πρῶτον λόγον ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ υἱοθετήθη καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, πρότασις αὐξήσεως κατὰ 50 καὶ 100 δρχ. τοῦ εἰσιτηρίου ὡρισμένων γραμμῶν, διὰ νὰ γίνουν οἱ δρόμοι τῆς Πρωτευούσης. Δὲν ἐκόμισαν γλαῦκα εἰς Ἀθήνας οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὴν πρότασιν ἐκείνην, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἤμουν καὶ ἐγώ. Ὑπέβαλον μίαν πρακτικὴν σκέψιν, ἡ ὁποῖα υἱοθετηθεῖσα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ λύσῃ τὸ πρόβλημα τῆς ἐπισκευῆς τῶν δρόμων τῶν Ἀθηνῶν, οἱ ὁποῖοι ἄλλως καὶ μετὰ μίαν 100ετίαν θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν. Διατὶ κύριε Ὑπουργέ, ἐφ’ ὅσον σᾶς ἔρχεται ἐξ οὐρανοῦ μία εὐκαιρία, νὰ μὴ κάμετε καὶ σεῖς κάτι ἀνάλογον. Τὸ ζητεῖ μαζὶ μὲ ἡμᾶς ὁλόκληρη ἡ Βουλὴ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ κριθῇ ἀπὸ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ. Ἐὰν ἡ θέσις της εἶναι θέσις ἀρνήσεως, ὁπωσδήποτε, πιστεύω ἐγὼ προσωπικῶς, δὲν θὰ ἔχῃ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμόν της καὶ δὲν ἔχει ὀρθῶς ἀντιμετωπίσει τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀνέκυψε (Χειροκροτήματα).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§94Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοῦ νόμου 18 ἀπεσβέσθησαν αἱ ὀφειλαὶ αἱ ἐγγεγραμμέναι ὑποθῆκαι, δὲν ἔχουν λόγον ὑφιστάμεναι. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου, μέχρι τοῦ νὰ χωρήσωμεν νὰ παράσχωμεν ἰδιαιτέραν μεταχείρισιν ἐξ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ηὐνοήθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου 18, ὑπάρχει κάποια ἀπόστασις. Διότι, ὅπως ὑπεστήριξε καὶ προλαλήσας συνάδελφος, τὰ δάνεια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκονιορτοποιήθησαν, ἐν πολλοῖς ἀντιπροσώπευον τὸν ὀβολὸν τῆς ὑπηρετρίας καὶ τὸν ἱδρῶτα τοῦ ξενητεμένου Ἕλληνος, ὁ ὁποῖος ξενητεύεται διὰ νὰ ἀποταμιεύσῃ τὰ χρήματα εἰς τὰς Τραπέζας καὶ αἱ Τράπεζαι τὰ ἔδιδον εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐξητμίσθησαν. Ἐπὶ πλέον ὑπάρχει καὶ ὁ νόμος 1073 τοῦ 1945. Οἱ ὀφειλέται, οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν διὰ τοῦ νόμου 18 προεβλέφθη νὰ ὑπαχθοῦν εἰς μίαν φορολογίαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τὸν νόμον 1073 «Ἄρθρον 1. Διὰ Διαταγμάτων ἐκδιδομένων ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἐπιβάλλεται εἰδικὸς φόρος ἐπὶ παντὸς νομικοῦ ἢ φυσικοῦ προσώπου ὅπερ ἐξώφλησε κατὰ τὸ ἀπὸ 28 Ἀπριλίου 1941 μέχρι 11 Νοεμβρίου 1944 χρονικὸν διάστημα ἐνυπόθηκον δάνειον...». Προεβλέφθη κατὰ τὸ 1945 ὅπως οἱ εὐνοηθέντες ὑπὸ τοῦ νόμου 18 ὑπαχθοῦν εἰς μίαν φορολογίαν καὶ ἀσφαλῶς ὁ φόρος αὐτὸς θὰ διετίθετο διὰ τὴν ἱκανοποίησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετρίβησαν ὑπὸ τοῦ δημευτικοῦ αὐτοῦ νόμου. Ἔκτοτε παρῆλθον ἔτη, αἱ Κυβερνήσεις διεδέχθησαν ἡ μία τὴν ἄλλην καὶ οὐδεὶς ἐμερίμνησε διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 1073. Μόνον διὰ πρώτην φορὰν ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεσχέθη ὅτι σκέπτεται νὰ λάβῃ μέτρα προστασίας, ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰς καταθέσεις εἰς τὰ Ταμιευτήρια. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀποκρούει τὴν τοιαύτην λύσιν μελλοντικῶς, διότι γράφει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Βεβαίως ὅλως θεωρητικῶς...........ἀναγινώσκει» δὲν πρόκειται λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ τεθῇ πλάκα ἐπὶ τῶν ἀπαιτήσεων ἐκείνων, διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ ἔχει ὑποσχεθῆ ὅτι τοὐλάχιστον τινὰς ἐξ αὐτῶν τὰς πλέον δικαίας ἀπαιτήσεις σκέπτεται νὰ τὰς ἱκανοποιήσῃ. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν ἀποκρούω τὴν ἰδιαιτέραν μεταχείρισιν τῶν ὀφειλετῶν εἰς τὸ νὰ τοὺς προσφέρωμεν, ὅπως ὡραιότατα ὑπεστήριξεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ σεβαστὸς ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κύριος Θεοφανόπουλος καὶ τὸ πιστοποιητικὸν τῆς διαγραφῆς τῆς ὑποθήκης εἰς χεῖρας. Βεβαίως τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, ἀλλὰ ἂν μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ τὴν ἄποψιν, ὅτι δίδεται μία εὐκαιρία καὶ ὡρισμένας στοιχειώδεις βασικὰς ἀνάγκας τῶν Δικαστηρίων μας νὰ ἱκανοποιήσωμεν. Μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ἑνὸς ἁπλοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον πρόκειται μόνον νὰ τακτοποιήσῃ τὸ ζήτημα τῶν ὑποθηκῶν, δὲν θὰ πρέπει νὰ μὴ μᾶς ἀπασχολήσῃ καὶ τὸ βασικὸν καὶ θεμελιῶδες αὐτὸ θέμα τῆς ἐμφανίσεως τῶν Δικαστηρίων. Ἐλέχθη καὶ ὀρθῶς, ἀπὸ συνάδελφον, ὅτι διὰ τοῦ 100 δράχμου ἐκείνου τῶν εἰσιτηρίων βλέπομεν ὡραίας λεωφόρους καὶ εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ ὅτι τὰς κατεσκεύασε καὶ κοσμοῦν τὰς Ἀθήνας. Σήμερον ὅμως ποὺ ἀναγκαζόμεθα νὰ πᾶμε τὴν κόλλαν τὸ χαρτὶ εἰς τὰ Δικαστήρια διὰ νὰ πάρουμε τὸ ἀντίγραφον, ποὺ ἐφθάσαμεν διὰ λόγους οἰκονομίας νὰ καταργήσωμεν τὰ τηλέφωνα ἀπὸ τὰ Δικαστήρια, σήμερον ποὺ δὲν ὑπάρχει κάθισμα καὶ ὁσάκις ὁ κατηγορούμενος προσέρχεται μετὰ δύο συνηγόρων ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν παραμένει ὄρθιος καὶ τόσα ἄλλα τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§95Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν εἶναι θαυματοποιός.
§96Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὅπως καὶ ἡμεῖς ὅλοι, ἔτσι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς αἰσθάνεται τὰς ἀνάγκας αὐτὰς καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ αἰσθανθῇ ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησιν, χαρὰν καὶ ὑπερηφάνειαν ἐὰν δυνηθῇ νὰ τὰς ἱκανοποιήσῃ. Σήμερον λοιπὸν δίδεται μία εὐκαιρία νὰ τακτοποιήσωμεν μερικὰ ζητήματα ἐν τῷ πνεύματι τοῦ νομοσχεδίου. Διότι ἀφοῦ οἱ κύριοι αὐτοὶ εὐνοηθέντες διὰ τοῦ νόμου 18 καὶ ἀπαλλαγέντες τῶν ὀφειλῶν των, τόσα ὠφελήθησαν δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ τύχουν καὶ τοῦ εὐεργετήματος τῆς δωρεὰν διαγραφῆς.
§97Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἰσήγετο, ἠμπορεῖ ὁ βαρυνόμενος νὰ θεωρήσῃ τὴν ὑποθήκην ὡς ἀποσβεσθεῖσαν καὶ δι’ αἰτήσεως νὰ ζητήσῃ τὴν διαγραφήν; Ἠμπορεῖ.
§98Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ὅπως ἐὰν τις καὶ ἀδίκως ἂν ἔτι κατηγορήθη ζητήσῃ ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει θὰ ὑποβάλῃ μίαν αἴτησιν εἰς τὸ Δικαστήριον, εἶναι ὑποχρεωμένος ταύτην νὰ συνοδεύῃ μὲ ἕνα τέλος, ὁτὲ μὲν 20.000 δρχ; ὅτε 50.000, ὅτε 100.000 δραχμῶν διὰ νὰ συζητηθῇ ἡ αἴτησίς του καὶ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν τὰ Δικαστήρια εἰσπράττουν ἕνα τέλος καὶ ἡ διαγραφὴ τῆς ὑποθήκης αὐτῆς ὅπως προκύπτει ἀπὸ εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς Γ.Δ.Δ.Π. ἀπαιτεῖ τὴν καταβολὴν 8000 δρχ. Ἐὰν λοιπὸν τὸ σχετικὸν ἄρθρον τροποποιηθῇ, ὅτι ἡ αἴτησις δέον νὰ συνδέεται ὑπὸ διπλοτύπου καταβολῆς ὡρισμένου ποσοῦ, ἢ εἰδικοῦ ἐνσήμου, ἵνα χορηγηθῇ τὸ πιστοποιητικόν, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἀντιθέτως δέ, εἶναι ἔργον δικαιοσύνης διότι ἡ ὀρθὴ τοποθέτησις τοῦ ζητήματος θὰ ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη καὶ ἀπὸ τὸν ἀγαπητὸν κ. Κοντολέοντα, τὸν κ. Σολομωνίδην καὶ κ. Θεοφανόπουλον, ὅτι δηλαδὴ θὰ ἔπρεπε ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ ἄρῃ καὶ τὰς τυχὸν διαφωνίας. Διότι βεβαίως, ὁ κ. Ἰντζὲς ὑποστηρίζει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία περὶ τοῦ ὅτι ἀπεσβέσθησαν αἱ ἀξιώσεις καὶ συνεπῶς, αἱ ὑποθῆκαι δὲν ἀντιπροσωπεύουν οὐδεμίαν ἀξίωσιν. Ἀντιλέγων, ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἀξιώσεις αἱ ὁποῖαι ἀναμφιβόλως, δὲν ἐδραχμοποιήθησαν. Ὑπάρχουν αἱ παροδικαὶ παροχαί, ὑπάρχουν αἱ ὑποθῆκαι τῶν προικῶν καὶ θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι αὗται δὲν ἀπεσβέσθησαν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει διαφωνία, θὰ λύσῃ τὴν διαφορὰν ἡ Δικαστικὴ Ἀρχή.
§99Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Ἀπόδειξις τοῦ ὅτι εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγητε, εἶναι ἡ ἀναγκαιότης τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§100Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Συνεπῶς, θὰ ἠδυνάμεθα προβάλλοντες ταύτην τὴν αἴτησιν νὰ ζητήσωμεν ὅπως εἰσαχθῇ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον νὰ καθορίζῃ τὴν διαδικασίαν τοῦ 634 ἡ ὁποία εἶναι ἡ ὀλιγώτερον δαπανηρὰ καὶ ἡ περισσότερον ταχεῖα διὰ νὰ τακτοποιηθῇ τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὡς ὀρθῶς ὁ κ. συνάδελφος ὑπεστήριξεν, ὁ ἐκ Θράκης, ὑπάρχουν οἱ πτωχοὶ ἐπαρχιῶται οἱ ἐποῖοι ὀφείλουν μικρὰ ποσὰ καὶ διὰ τῆς διαδικασίας ἔστω καὶ τῆς ἐλάχιστα δαπανηρᾶς, θὰ ὑποβληθοῦν εἰς μίαν δαπάνην, δὲν ἐμμένομεν εἰς τὴν ὀρθὴν αὐτὴν λύσιν καὶ προσχωροῦμεν εἰς τὴν ἄποψιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ διαγραφοῦν αἱ ὑποθῆκαι. Ἀλλὰ ἂς μᾶς ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιμείνωμεν ἐπὶ τοῦ αἰτήματος ὅτι δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ τακτοποιηθῇ ἕνα ἔσοδον διὰ τοῦ ὁποίου πολλαὶ ἀνάγκαι τοῦ Δικαστηρίου μας θὰ πληρωθοῦν. Δὲν εἶναι παραδεκτὸν ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργέ, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἀπήλαυσαν ὅλα τὰ εὐεργετήματα τοῦ νόμου 18 νὰ ἀπολαύσουν καὶ ἰδιαιτέρας μεταχειρίσεως δι’ ἑνὸς νέου νόμου, ὅταν γνωρίζουν ὅτι πολὺ πιθανὸν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπαχθοῦν εἰς μίαν φορολογίαν. Καὶ τὴν φορολογίαν ταύτην δὲν ὑπέστησαν καὶ τὸ δάνειον δὲν ἐπλήρωσαν, ἐνῶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀνήγειραν καὶ καλλιμάρμαρα μέγαρα. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε λοιπὸν νὰ ἐπιμείνω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ τοὺς δώσωμεν καὶ τὸ πιστοποιητικὸν τῆς διαγραφῆς τῆς ὑποθήκης ἐντελῶς δωρεάν. Συνεπῶς προτείνω, ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργέ, ὅπως εἰς τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκεῖ ὅπου ἀναφέρεται «τῇ αἰτήσει τοῦ ὀφειλέτου κ.λ.π.» νὰ προστεθῇ «Εἰς ἣν προσαρτᾶται διπλότυπον καταβολῆς δραχμῶν............
§101Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Λέγω παρακάτω αὐτεπαγγέλτως.
§102Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὑποστηρίζω ὅτι τὸ τέλος δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον ἀποκομίζει ὁ ὀφειλέτης ἐκ τῆς ἀποσβέσεως τοῦ χρέους αὐτοῦ, διότι μετὰ τόσα ἔτη εἶναι δύσκολος ἡ ἐξεύρεσις τῶν ὠφελημάτων καὶ θὰ δημιουργήσῃ ζητήματα. Νομίζομεν ὅτι σήμερον ἡμεῖς δὲν ἐτάχθημεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ λύσωμεν τὸ μέγα αὐτὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀνέκυψεν. Ἀλλὰ δυνάμεθα, ὅπως, ὅταν ζητοῦμεν τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει ἑνός, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προσκολλήσωμεν εἰς τὴν αἴτησιν τὸ σχετικὸν διπλότυπον, ὅπως, ὅταν προσφύγετε εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα δι’ ἑνὸς ἐγγράφου, διὰ ληξιαρχικὴν ἐγγραφὴν λ. χ. εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ προσκομίσετε κἄποιο διπλότυπον, ὅπως εἰς τὰς πλείστας ὑποθέσεις εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλωμεν μίαν εἰσφοράν, προτείνω, ὅπως: ἀντὶ «τῇ αἰτήσει.... (ἀναγινώσκει)......», νὰ διαγραφῇ τὸ αὐτεπαγγέλτως καὶ νὰ εἴπωμεν «τῇ αἰτήσει τοῦ ὀφειλέτου ......... (ἀναγινώσκει).....».
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κάτοικος τῆς Β. Ἑλλάδος νὰ μὴ τὸ πληρώσῃ.
§104Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τότε ὅμως θὰ προσκρούσωμεν εἰς τὴν διάταξιν περὶ ἰσότητος τοῦ Συντάγματος.
§105Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὄχι, θὰ εἶναι τὸ ἴδιον δι’ ὅλους, ὅπως εἶναι καὶ τὸ παράβολον.
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ εἴπωμεν, ὅτι μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 10000 δρχ., θὰ γίνεται χωρὶς παράβολον.
§107Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Μάλιστα. Μέχρι 10000 νὰ εἶναι δωρεάν.
§108Ι. ΚΟΝΤΟΒΡΑΚΗΣ. Νὰ βάλωμεν 20.000 δρχ.
§109Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νὰ εἴμεθα πρακτικοὶ ἄνθρωποι. Τὰ χρήματα ποὺ θὰ συλλέξωμεν θὰ εἶναι μηδαμινά.
§110Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ εἶναι ὅμως τόσον ἐλάχιστον τὸ ποσόν, ὥστε ὁ ἐνδιαφερόμενος θὰ θέλῃ νὰ ἐλευθερώσῃ τὸ κτῆμα του.
§111Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κάμνομεν συζήτησιν, διὰ ποσὰ ἀνάξια λόγου.
§112Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα σήμερον ὑπάρχουν 25.000 ὑποθῆκαι...
§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ περισσότεραι.
§114Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. .. ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τὰς κάτω τῶν 10.000... (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἡσυχία. Συνεχίσατε, κ. βουλευτά.
§116Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἀνακεφαλαιῶν, ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιτρέψητε νὰ γίνουν αὐταὶ αἱ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ὅλοι οἱ συνάδελφοι οἱ δικηγοροῦντες, οἱ ἀναλωθέντες ἐν τῇ δικηγορίᾳ ὑποστηρίζουν—τοὐλάχιστον οἱ περισσότεροι—ὅτι θὰ πρέπει, ἡ τροπολογία αὐτὴ νὰ γίνῃ δεκτὴ παρ’ ἡμῶν, διότι εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ δώσωμεν τὰ πιστοποιητικὰ αὐτὰ ἐντελῶς ἀτελῶς. Ἄλλωστε, διὰ τοῦ τρόπου ποὺ ὑποστηρίζομεν, θὰ ἱκανοποιήσωμεν ὡρισμένας ἀνάγκας μας. Θὰ παρεκάλουν ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἠναλώθη καὶ ἐκεῖνος ἐν ταῖς αἰθούσαις τοῦ Δικαστηρίου, νὰ μὴ διστάσῃ νὰ συνδέσῃ τὸ ὄνομά του μὲ μίαν τέτοιαν πρᾶξιν ὡραίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπισύρῃ καὶ τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καθημερινῶς ἀντιμετωπίζουν ὅλας ἐκείνας τὰς δυσκολίας καὶ ἀντιμετωπίζουν καὶ τὰς στοιχειώδεις ἐλλείψεις τῶν Δικαστηρίων.
§117Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἐκτιμῶ προσηκόντως τὴν συμβολὴν τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διὰ τῶν ἀναπτυχθεισῶν γνωμῶν των ἠθέλησαν νὰ παράσχουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν τῇ συζητήσει τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος, τόσον τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅσον καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, διότι ἡ συζήτησις ὑπῆρξεν ὄντως διαφωτιστική. Τὸ νομοσχέδιον κατὰ βάσιν εἶναι ὀρθότατον καὶ πρέπει, νὰ ψηφισθῇ. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐὰν ἠδύνατο νὰ ἐξευρεθῇ μία λύσις, ἡ ὁποία λύσις, πράγματι ἴσως θὰ ἀπέδιδε μικρόν τινα πόρον, ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ὠφεληθοῦν ἐκ τῶν διαγραφῶν. Καὶ ἐὰν κατ’ ἐπανάληψιν διέκοψα τοὺς ἀξιοτίμους ἀγορεύσαντας, τοὺς διέκοψα, διότι ἐν τῇ συλλογιστικῇ μου ἐργασίᾳ σκεπτομένου ἐν ᾧ χρόνῳ ἠκροώμην αὐτῶν, προσεπάθησα νὰ εὕρω λύσιν τοῦ θέματος, χωρὶς νὰ ἀνατρέπεται οὐχ’ ἧττον ἡ βάσις τοῦ νομοθετήματος, δυναμένην νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἀξιοτίμων κ.κ. συναδέλφων. Θὰ ἤθελον μόνον, κύριοι, νὰ τονίσω τοῦτο. Πρόκειται νὰ συμπεράνω, ἀλλὰ προτοῦ φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα, θὰ ἐπεθύμουν ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ἐξηγηθῶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Δὲν μοῦ εἶναι ὁμολογῶ εὐχάριστον—βεβαίως δικαίωμα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶναι, νὰ ἐκφράζουν τὴν γνώμην των ἐλευθέρως καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς ἀκούωμεν— ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐξ αὐτοῦ, ὅτι μοῦ εἶναι εὐχάριστον, ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ἐντελῶς ἀσχέτως πρὸς τὰς ἀναμφισβητήτους ἀνάγκας τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ὁμιλῶμεν στερεοτύπως διὰ τὴν ἔλλειψιν καθισμάτων εἰς τὰ Δικαστήρια, τὴν ἔλλειψιν γραφομηχανῶν τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ μετατοπίζεται ἡ συζήτησις καὶ χωρὶς πρακτικὴν ὠφέλειαν, εἰς τὴν ἔξαρσιν τῶν στοιχειωδῶν ἀναγκῶν τῆς Δικαιοσύνης, τὰς ὁποίας ὑποτίθεται, ὅτι γνωρίζω τοὐλάχιστον—ὑπογραμμίζω—τὸ ἐπίρρημα τοὐλάχιστον—μὲ ὅσους μονίμως τὰς διεκτραγῳδοῦν.— Ἀλλά, κύριοι, ἀπήντησα εἰς ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι δὲν εἶμαι θαυματοποιός, οὔτε νομίζω, ὅτι οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, θὰ μετεβάλλετο εἰς θαυματοποιόν. Μὴ λησμονῆτε ὅτι διανύομεν περίοδον ἰσχνῶν ἀγελάδων, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς δὲν διαθέτει.....
§118Χ. ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ....
§119Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Καὶ ἐπιδιώκομεν τὴν ἐποχὴν τῶν παχειῶν ἀγελάδων.
§120Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Λέγω, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως γνωρίζετε, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ αὐτὸ τὸ προσωπικὸν μας ἀκόμη νὰ τὸ ἀραιώσωμεν καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ προσωπικὸν ἦτο ἀνεπαρκέστατον, ὅταν ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἀνεπαρκέστατον καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος δυνάμει τοῦ ν. 2500 νὰ ἀραιώσω ἐκτὸς τῶν ἰσοβίων τὸ προσωπικὸν καὶ τῶν δύο Γενικῶν μου Διευθύνσεων, πῶς εἶναι δυνατόν, νὰ μὴ ἔχωμεν αὐτὰς τὰς καθυστερήσεις τὰς ὁποίας ἀναφέρετε; Καὶ ὅταν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ τὰ κεφάλαια τὰ προωρισμένα διὰ κτιριακὰς ἐγκαταστάσεις καὶ συναφεῖς ἀνάγκας εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην χάριν τῆς περισυλλογῆς τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους νὰ τὰ διατηρῶμεν, πρὸς τὸ παρὸν τοὐλάχιστον, εἰς χαμηλὰ ἐπίπεδα, πῶς εἶναι ἐπιτρεπτὸν διαρκῶς νὰ φέρωμεν τὸν λόγον ἐπ’ εὐκαιρίᾳ οἱουδήποτε ἀσχέτου θέματος, εἰς τὴν ἔλλειψιν τῶν καθισμάτων καὶ τῶν γραφομηχανῶν, ὡσανεὶ ὑπαινιττόμενοι ὅτι ὁ σημερινὸς φορεὺς τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει εὐθύνας δι’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν;
§121Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν ὑποστηρίξαμεν αὐτό.
§122Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπιθυμῶ λοιπόν, ἅπαξ διὰ παντός, διὰ νὰ εἴμεθα ἐξηγημένοι, νὰ δηλώσω ὅτι δικαίωμα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶναι ἀγορεύοντες ἐπὶ δικαστικῶν νομοσχεδίων νὰ ἐνθυμοῦνται καὶ αὐτὰ καὶ νὰ κάμνουν ὁποιανδήποτε κριτικὴν δικαίαν ἢ καὶ ἄδικον. Ἀλλὰ δηλῶ ἐπίσης μὲ τὴν ἰδίαν εἰλικρίνειαν, ὅτι λυποῦμαι ἀκούων τὴν διαρκῆ καὶ ἐπίμονον ἀναδρομὴν εἰς τὰ ἴδια πράγματα καὶ δὴ ἐπὶ συζητήσεως νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν ἀμέσως, ἢ ἐμμέσως μὲ τὰς ἀνάγκας τῶν Δικαστηρίων καὶ τῶν αἰθουσῶν των. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ μὲ ἀναγκάσατε νὰ παρεκκλίνω τοῦ θέματος, ἐπιθυμῶ, διὰ νὰ κλείσω τὴν παρένθεσιν νὰ σᾶς βεβαιώσω ἅπαξ ἔτι, ὅτι πράττω πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν—μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν «δυνατὸν»— διὰ νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτὰς καὶ ὁμολογῶ ὅτι, παρὰ τῶν ἁρμοδίων συναδέλφων μου Ὑπουργῶν εὑρίσκω πᾶσαν ἀνταπόκρισιν. Ἤδη ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ἐπιθυμῶ καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συμμερισθῶ τὴν γνώμην ὅπως, ἂν εἶναι δυνατόν, εὕρωμεν μίαν λύσιν ἡ ὁποία νὰ μὴν ἀνατρέπῃ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ λύσις αὐτὴ περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Βασιλᾶτος εἶναι μία λύσις ἡ ὁποία δύναται νὰ συζητηθῇ. Δύναται, εἶπον, νὰ συζητηθῇ, διότι ὅπως εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ βλάπτῃ, πιθανὸν καὶ νὰ βλάπτῃ τὴν ἀρτιότητα τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Περαιτέρω ἀπαντῶν, ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, ἔναντι τῆς ζημίας τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἐξ αὐτῆς τῆς ἀπωλείας τῶν 8.000 δραχμῶν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅτι ἡ οἰκονομία μας ἐν τῷ συνόλῳ ἔχει μίαν μεγάλην ὠφέλειαν, ἡ ὁποία ὠφέλεια τῆς οἰκονομίας μας ἀποτελεῖ καὶ τὴν ratio legis. Αὕτη βασίζεται ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀρχῆς, ὅτι ἀποφεύγομεν «ἀπώλειαν ἔργου». Τοποθετήσατε τὴν φρᾶσιν αὐτὴν μεταξὺ εἰσαγωγικῶν, διότι πρόκειται περὶ ὅρου τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης. Δὲν ἐπιτρέπεται λέγω ἀπώλεια ἔργου εἰς ἕνα Κράτος τὸ ὁποῖον ἀναρρωνύει, δὲν ἐπιτρέπεται ἱκανὸς ἀριθμὸς ἀνθρώπων νὰ ἀσχολεῖται περὶ ἔργα ἄχρηστα καὶ μάταια. Ἡ ἀπασχόλησις ἀσχέτως ἐκ τῶν ἀσκόπων δαπανῶν, τόσων ἀνθρώπων, δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἡ ἀπασχόλησις τῶν Δικαστηρίων δι’ ἔκδοσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων ἐπὶ ἔργων ματαίων, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγομεν εἰς τὴν Ἐπιστήμην «ἀπώλεια ἔργου» (χειροκροτήματα). Εἶναι καιρός, κύριοι, τὸ Κράτος νὰ γίνῃ σοβαρόν. Ἐὰν χάσωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸ μεταβάλλωμεν εἰς σοβαρὸν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ εἶναι δυνατὸν τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὴν εὕρωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα). Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι βέβαια νὰ χαρίσωμεν τὰς 8 ἢ καὶ τὰς 20 ἔστω χιλιάδας δραχ. εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνδεχομένως ὠφελήθησαν, καίτοι καὶ τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ἐὰν αὐτοὶ δηλ. εἶναι οἱ ὠφεληθέντες, ἀφοῦ ἠμπορεῖ καὶ νὰ ἀπώλεσαν δι’ ἀπαλλοτριώσεως τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀκίνητα, Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀκόμη συζητήσωμεν.
§123Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἐν γνώσει ἠγόρασαν βεβαρυμένα.
§124Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ ἐπιθυμεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον νὰ γίνῃ σαφὴς ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν σᾶς λέγω ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ὁ ὁποῖος φέρει τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αὐτὴ ἡ ἠθικὴ του αἰτιολογία. Ἐὰν κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθοῦν προτάσεις μελετημέναι καὶ ὄχι πρόχειροι, θὰ γίνουν ἀποδεκταὶ ἀπὸ ἐμὲ εὐχαρίστως. Ἐὰν νομίζετε ὅτι ἀπόψε δὲν εἶσθε ἕτοιμοι καὶ ἐπιφυλάσσεσθε νὰ τὰς ὑποβάλλετε, τότε νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ τὰς ὑποβάλετε εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὁπότε καὶ ἐγὼ θὰ συνεννοηθῶ καὶ μετὰ τοῦ συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§125Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Πρὶν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι δύσκολαι αἱ λύσεις τὰς ὁποίας.....
§126Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι δύσκολαι, ἀλλὰ ἐπιθυμῶ νὰ συνεννοηθῶ καὶ μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συνεννοηθῶ ἀπόψε; Βλέπετε πόσον εἶμαι ἐνδοτικός. Σκεφθῆτε καὶ σεῖς τὸ θέμα. Θὰ ἀνταλλάξω καὶ ἐγὼ τὰς σκέψεις μου μετὰ τῶν ἁρμοδίων συναδέλφων μου καὶ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τὰ συζητοῦμεν. (Χειροκροτήματα).
§127Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τελευτῶν κατέληξεν εἰς μίαν σύστασιν νὰ τοῦ ὑποδείξωμεν μίαν λύσιν τὴν ὁποίαν νὰ ἐξετάσῃ μετὰ τῶν ὑπηρεσιῶν του καὶ μετὰ τῶν ἁρμοδίων συναδέλφων του. Αἱ λύσεις τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ τοῦ προτείνωμεν, αἱ περισσότεραι, εἶναι λύσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἠμποροῦν νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, διότι προϋποθέτουν αἱ λύσεις αὐταὶ μίαν προηγουμένην ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, διότι πρόκειται περὶ ἐπιβαρύνσεων, περὶ τέλους.
§128Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τόσον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν συναδέλφου, ὅσον καὶ ἐπὶ τῆς ἰδικῆς σας, δὲν ἀπαιτεῖται ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Πρόκειται περὶ ἐσόδων, κύριοι συνάδελφοι, μὴ προβλεπομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἐπὶ ἐσόδων τοιαύτης φύσεως δὲν δημιουργεῖται ἐκ τοῦ Συντάγματος ὑποχρέωσις ὑποβολῆς ἐκθέσεως. Εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς δώσω αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν καὶ διὰ λόγους πληρότητος ἀπαντήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνταγματική μου γνώμη.
§129Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ δήλωσίς σας αὐτὴ εἶναι ἀληθὲς ὅτι μᾶς βγάζει ἀπὸ ἕνα ἀδιέξοδον. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι καὶ σεῖς θὰ εἶσθε ἕτοιμος νὰ ἀποδεχθῆτε λύσεις θετικάς. Κατὰ τὶ θὰ ζημιώσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐὰν ἀναβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον; Εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τοῦ νομοθετήματος.
§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§131Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ τροπολογίας.
§132Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Δὲν εἶναι τροπολογία. Μᾶς ἐζητήσατε νὰ σᾶς ὑποδείξωμεν λύσεις.
§133Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τροπολογία εἶναι. Μοῦ εἶσθε τόσον συμπαθής, ὥστε μὲ κουράζει προσωπικῶς νὰ σᾶς διακόψω καὶ μάλιστα δὶς εἰς τόσον βραχὺ χρονικὸν διάστημα. Ἀλλὰ ἐνδέχεται νὰ σᾶς φέρω ἐγὼ τὴν τροπολογίαν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ τὸ κάμω εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, διατὶ νὰ χάσωμεν χρόνον; Ἄλλως τε καὶ ἡ Βουλὴ δὲν τὸ θέλει.
§134Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἡ ἀναβολή, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ ἐκεῖνο τὸ συνταγματικὸν κώλυμα, τὸ ὁποῖον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον.
§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει συνταγματικὸν κώλυμα.
§136Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ κ. Ὑπουργός, μελετῶν τὸ ζήτημα μὲ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς, νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἐνδεδειγμένην ἀπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς διαδικασίαν, τοὐτέστιν, νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐὰν ὅμως αὐτὸ δὲν ἀπαιτεῖται, ἕνας λόγος ἐπὶ πλέον, εἰς τὴν συζήτησιν τὴν μεθαυριανὴν νὰ φέρῃ τὰς λύσεις, τὰς ὁποίας θὰ υἱοθετήσῃ καὶ ἡ ὑπηρεσία καὶ τὰς ὁποίας θὰ τοῦ ὑποδείξῃ τὸ Σῶμα, θὰ τὰς φέρῃ ἑτοίμους καὶ μόνον τότε νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν γίνεται ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον. Ἄλλως τε ἕνα καὶ μόνον ἄρθρον ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν θὰ μᾶς δυσκολεύσῃ νὰ τὸ ψηφίσωμεν, ἐφ’ ὅσον αἱ λύσεις θὰ ἔχουν υἱοθετηθῆ, καὶ διατυπωθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον. Αὐτὰ ἤθελον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Σώματος. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα δύσκολον. Νομίζω ὅτι δὲν ἐχάλασεν ὁ κόσμος. Ἐδῶ εἶναι 10 χρόνια, ποὺ καθυστερεῖ ἡ τυπικὴ διαγραφὴ τῶν ὑπαρχόντων ἐνυποθήκων βαρῶν ἐπὶ τῶν ἀκινήτων.
§137Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ταλαιπωρεῖται ὁ κόσμος τζάμπα. Ἔχουν ἄλλην δουλειὰν τὰ Δικαστήρια.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Νουλέλης ἔχει τὸν λόγον.
§139Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι, διότι, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα καὶ ἔχων ἐπιχειρήματα καὶ ἐν μέρει κατὰ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, θὰ περιπέσω εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ φιλτάτου μου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶμαι ἀνάξιος προσοχῆς. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξῃ τις, εἶναι κατὰ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, τότε, εἶναι ἀναξία προσοχῆς. Τὸ ἔγραψα καὶ τὸ συνεζήτησα μὲ πέντε συναδέλφους ἐκεῖ. Λυποῦμαι, διότι ἐγώ, καίτοι ἀνάξιος προσοχῆς, αὐτὴν τὴν στιγμήν.....
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφεώρα σᾶς προσωπικῶς, κ. συνάδελφε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§141Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§143Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐκφράζει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, εἴτε ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ὡς βουλευτής, δικαιοῦται νὰ τοὺς ἑρμηνεύσῃ μόνος αὐτός. Δὲν ἑρμηνεύονται διὰ πληρεξουσίου. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον καὶ συμπαθέστατον βουλευτήν, τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος, νὰ μὴ φιλοδοξήσῃ νὰ γίνῃ πληρεξούσιός μου εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν λόγων μου.
§144Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Ἁπλῶς, τὰ εἶπον, διὰ νὰ δώσω τὴν ἑρμηνείαν.
§145Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σᾶς ἀπαντῶ, κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικόν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εἶσθε πολὺ δύσκολος, ἐὰν δὲν ἱκανοποιηθῆτε. Ἐγὼ δὲν εἶπον, δὲν ἤθελον, τοὐλάχιστον νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀναξία προσοχῆς κάθε γνώμη. Ἤθελον καὶ λέγω καὶ ἑρμηνεύω τὰ ὅσα εἶπον ὡς ἑξῆς: Ὅτι πᾶσαν γνώμην ἢ πρότασιν τοιούτου τύπου, ἀντιστρατευομένην πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν δεχθῶ καὶ ἑπομένως, ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις εἶναι συζήτησις ματαία, διότι ἐδήλωσα ὅτι δὲν τὴν ἀποδέχομαι. Δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἀκούω τὰς γνώμας τῶν βουλευτῶν. Μάλιστα, κύριε συνάδελφε, θὰ ἐπεθύμουν, ἀντὶ ἑνός, ἂς εἴπωμεν, παραπόνου, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν βάσιν του, ἐγὼ ὁπωσδήποτε τὸ θεωρῶ ἀβάσιμον, τοὐλάχιστον, σεῖς, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ ἀνέλθετε εἰς τὸ βῆμα, εὐθὺς μετ’ ἐμέ, νὰ εἴχατε τὴν καλωσύνην, τέλος πάντων, νὰ συνομολογήσητε ὅτι ὁ ὁμιλῶν Ὑπουργὸς ἔδωσε πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπόψε ἕνα δεῖγμα ἐξαιρετικῆς κοινοβουλευτικῆς εὐλαβείας.
§146Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Τὸ ὁμολογῶ. (Χειροκροτήματα). Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἴδιον τῶν ἀνωτέρων ἀνδρῶν νὰ ἀποδέχωνται τὰς ἐξηγήσεις, ὄχι μόνον Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ οἱουδήποτε συναδέλφου, ὅταν αἱ ἐξηγήσεις αὐταὶ εἶναι πράγματι ἀντικειμενικαί. Καὶ τὸ πιστεύω καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐὰν δὲ ἠθέλησα νὰ τὸ τονίσω καὶ νὰ ἀναφέρω τοῦτο, τὸ ἔκαμα, διὰ νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν φίλτατον κ. Ὑπουργὸν νὰ ἑρμηνεύσῃ ἐκεῖνος καὶ ὄχι ἐγὼ τὰς λέξεις του, οὕτως ὥστε, ἀναγραφόμεναι τυχὸν εἰς τὰ Πρακτικὰ νὰ μὴ μείνουν ὡς δείγματα οὐχὶ κοινοβουλευτικοῦ ἀνδρός, ἐννοῶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μεταχειρίζεται τοιαύτας φράσεις ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἑπομένως εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Τώρα, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶμαι ἀντίθετος πλήρως πρὸς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶμαι κατὰ τοῦτο ἀντίθετος: Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξαλειφθοῦν αἱ ὑποθῆκαι αὐταί, ὄχι ἐπείγουσα ὅμως, ἀφοῦ ἀπὸ τὸ 1944 μέχρι σήμερον δὲν ἠσθάνθη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία τὴν κατεπείγουσαν αὐτὴν ἀνάγκην. Δὲν ἠξεύρω καὶ σήμερον δὲν εἶμαι εἰς θέσιν, διότι δὲν εἶμαι Ὑπουργὸς καὶ δὲν μετέχω τῶν πληροφοριῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εἴπω, ἐὰν σήμερον ἡ ἀνάγκη αὕτη κατέστη κατεπείγουσα. Πάντως, ἐγὼ εἶμαι ἀντίθετος εἰς τὸ ἑξῆς ζήτημα, ὅτι ἐνέχει πλείστους κινδύνους διὰ τὴν δημοσίαν καὶ ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν πολιτικὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου, τὸ νὰ κάμωμεν κριτὴν ἐξαλείψεως τῶν ἐμπραγμάτων ἀσφαλειῶν ἕνα ὑποθηκοφύλακα τοῦ Εἰρηνοδικείου Παρακαμπυλίων. Διατὶ εἶναι ἐπικίνδυνον, κύριοι συνάδελφοι; Θὰ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα.
§147ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ κρίνῃ ὁ ὑποθηκοφύλαξ.
§148Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Ἀφήσατε, κύριε συνάδελφε, νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου, νὰ ἀκούσητε καὶ τὸ ἕτερον σκέλος τῆς σκέψεώς μου, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν εἶμαι ἀνόητος. Κύριοι συνάδελφοι, ξεύρετε, ὅσοι εἶσθε δικηγόροι, ἀλλὰ καὶ ὅσοι δὲν εἶσθε, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐμπορεύεσθε, ξεύρετε ὅτι ἐπὶ κατοχῆς, αἱ περισσότεραι δικαιοπραξίαι, ἐγίνοντο μὲ ἀνταλλαγὰς εἰδῶν. Ὅταν ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ὁ εἷς ἐκ τῶν συμβαλλομένων δὲν παρέδιδε τὸ εἶδος, τὸ ὁποῖον συνεφώνησεν, ἐνῶ εἶχε λάβει τὸ εἶδος τοῦ ἄλλου, ὁπότε ἦτο κακόπιστος, ὁ δώσας τὸ εἶδος εἶχε δικαίωμα νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Πρόεδρον Πρωτοδικῶν καὶ νὰ ζητήσῃ προσημείωσιν, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰς εἶδος ἀπαιτήσεώς του. Ἡ προσημείωσις σύμφωνα μὲ τὸν νόμον δὲν δύναται νὰ γίνῃ εἰς εἶδος καὶ ἐγένετο εἰς χρῆμα. Ὁ ὑποθηκοφύλαξ λοιπόν, θὰ διαγράψῃ καὶ αὐτὸς τὰς προσημειώσεις. Αὐτό, ὅμως δὲν εἶναι ὀρθόν, οὔτε δίκαιον. Ἔτσι αὐτὸς ὁ ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος, θὰ εὑρεθῇ ἕνα πρωΐ χωρὶς ἀσφάλειαν καὶ οὕτω θὰ ὑποθάλψωμεν τὰς κακοπιστίας καὶ λωποδυσίας. Ἐπίσης ἔχομεν καὶ ἄλλας περιπτώσεις. Ὑπάρχουν καὶ χρέη συναφθέντα καὶ πληρωτέα εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν εἰς ξένον νόμισμα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐρρυθμίσθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου 18/44 καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐγγραφῆ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ προσημειώσεις καὶ μάλιστα εἰς δραχμάς, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ξένον νόμισμα καὶ αὐτὰς θὰ τὰς διαπράξῃ ὁ ὑποθηκοφύλαξ. Τοιουτοτρόπως, ὅμως, θὰ δημιουργήσωμεν δίκας, διότι ὁ δανειστὴς θὰ ζητήσῃ ἀσφαλῶς, ἀπὸ τὰ δικαστήρια, νὰ ἀκυρωθῇ ἡ διαγραφή των. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς προτείνω ὅπως διὰ τὴν ἐξάλειξιν τῶν προσημειώσεων καὶ τῶν ὑποθηκῶν, ζητεῖται ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν, ἔστω καὶ ἀτελῶς, ἂν θέλετε καὶ ἄνευ δικηγόρου.
§149Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν, κ. συνάδελφε, τὰς δίκας καὶ τὴν ἀπώλειαν χρόνου καὶ κόπου.
§150Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Δὲν τυραννεῖται ὁ κόσμος—ἐλάχιστοι εἶναι οἱ δανεισταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δυστροπήσουν καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν λόγους νὰ ζητήσουν νὰ τοὺς κρίνῃ τὸ δικαστήριον. Ἐὰν πράξωμεν ἄλλως, κινδυνεύομεν νὰ πλήξωμεν τὴν δημοσίαν πίστιν, ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς ἐμπραγμάτου ἀσφαλείας, τὴν ὁποίαν ἀρκετὰ ἔπληξαν, αἱ διάφοροι προκάτοχοι Κυβερνήσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι ἔχομεν ἀπώλειαν χρόνου. Αὐτὸ ὅμως δὲν τὸ καταλαβαίνω. Θεσπίζομεν τὴν αὐτεπάγγελτον διαγραφὴν ὑπὸ τοῦ ὑποθηκοφύλακος διὰ νὰ μὴ ὑποβληθῇ ὁ ὀφειλέτης εἰς τὸν κόπον νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ὑποθηκοφυλακεῖον καὶ ζητήσῃ τὴν διαγραφὴν τῆς βαρυνούσης τὴν περιουσίαν του ὑποθήκης ἢ προσημειώσεως. Τόση περιποίησις διὰ τὸν ἀπαλλαγέντα τῶν χρεῶν του ὀφειλέτην εἶναι ὑπερβολική. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι αὐτὰ εἶναι δικαιολογίαι τῶν κακοπληρωτῶν. Δὲν ὑπάρχει ἀπώλεια χρόνου, οὔτε τυραννία τῶν ὀφειλετῶν, ὑπάρχει μόνον μία σπουδή, νὰ κάμωμεν ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ τοιαύτας δίκας, αἱ ὁποῖαι ὡς ἀνέφερα, θὰ εἶναι χειρότεραι ἀπὸ μίαν αἴτησιν εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου, δὲν νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ εἶναι ἄμοιρος νομικῆς βασιμότητος, διότι τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Συντάγματος τὸ λέγει ρητῶς: «Οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ. Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συσταθῶσιν». Κατὰ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, κατὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, ὅλας αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις τὰς δικάζουν τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι τὰς δικάζει ὁ ὑποθηκοφύλαξ. Ὁ ὑποθηκοφύλαξ δικάζει ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν. Θὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κρίσεώς του ἐὰν ἡ ὑποθήκη τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ διαγραφή, ὑπόκειται εἰς τὸν νόμον 18/44 ἢ δὲν ὑπόκειται. Κύριοι, ὅσοι εἶσθε δικηγόροι, γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν Δικονομίαν ἡ ἀναγνωριστικὴ ἀγωγή. Ἕνα γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅταν θέλωμεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν εἰς τὸ Δικαστήριον ὡς ἀπόδειξιν ἢ νὰ τὸ βεβαιώσωμεν θὰ προκαλέσωμεν ἀναγνωριστικὴν ἀγωγὴν διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἐὰν αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει, πράγματι ὑπάρχει. Αὐτὸ λοιπὸν μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον θὰ τὸ κρίνει ὁ ὑποθηκοφύλαξ. Ὁ νόμος 18/44 δὲν ἀπετόλμησε νὰ εἴπῃ ὅτι διαγράφονται αἱ ὑποθῆκαι. Καὶ ἡμεῖς, σήμερον, ποὺ εἴπομεν τότε ὅτι ἦτο ἔγκλημα τοῦ Σβώλου–Παπανδρέου ὁ νόμος αὐτός, ἐρχόμεθα σήμερον καὶ πλειοδοτοῦμεν καὶ χαρίζομεν καὶ τὰ ἐλάχιστα ἔξοδα ποὺ θὰ ἐπλήρωναν οἱ ἀπαλλαγέντες τῶν χρεῶν των ὀφειλέται.
§151Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ σᾶς διακόψω, διότι θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἡ ἔκφρασίς σας ἦτο ἀτυχής. Εἶναι ἀτυχὲς τὸ νὰ θεωρῆτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις πλειοδοτεῖ εἰς τὸν νόμον 18. Καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ τὸ ἀποσύρετε, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπολύτως ἄσχετον πρὸς τὸν νόμον ὑπ’ ἀριθ. 18. Ὁ νόμος αὐτὸς ἔγινε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναστήσωμεν νεκρούς. Ἁπλῶς, καθαρίζομεν τοὺς τάφους (Χειροκροτήματα).
§152Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀπαντῶν εἰς αὐτὸ ἔχω νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι τὸν νόμον 18/44 ἡ Κυβέρνησις τὸν υἱοθετεῖ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἤλθομεν, ἐκεῖνο ποὺ ὁ νόμος 18/44 δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐξαλείψῃ, νὰ τὸ ἐξαλείψωμεν ἡμεῖς, ὡς συνέπειαν τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν ἐτόλμησαν νὰ τὴν εἴπουν αὐτοί, τότε καί, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δὲν ἀνακαλῶ. Καὶ τελειώνων, κύριοι, ἔχω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: πολλὲς φορές, ὑπὸ τὴν πίεσιν ὡρισμένων συμφερόντων τοῦ λαοῦ, ὡρισμένων τμημάτων τοῦ λαοῦ ἢ ὑπὸ τὴν πίεσιν ὡρισμένων ἀντιλήψεων μοντέρνων, ψηφίζομεν καὶ ἐψήφιζον καὶ αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις νόμους, τῶν ὁποίων τὰς συνεπείας κατόπιν οὔτε αἱ ἴδιαι ἠδύναντο νὰ ἀποτρέψουν. Ἐὰν ἀνέβηκα εἰς τὸ βῆμα, δὲν ἀνέβηκα, διὰ νὰ ἀποτρέψω τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, διότι θὰ ψηφισθῇ, εἴτε, διότι εἶσθε ἡ πλειοψηφία, εἴτε διότι αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον μας ὡς συμπολίτευσις, ἀλλὰ ἀνέβηκα εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ γραφοῦν εἰς τὰ πρακτικά, ὅσα εἶπον οὕτως ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, ἡ ὁποία τὸ ψηφίζει, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἠθέλησαν νὰ εἴπουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν κρίσιν των καὶ σκόπιμον καὶ νομικῶς ὀρθὸν ἦτο.
§153Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός...
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, κύριε συνάδελφε. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κοθρῆς. Ἐὰν θέλετε, νὰ σᾶς ἐγγράψω.
§155Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ἐν τέλει τοῦ λόγου του, ὅτι, νὰ μοῦ προτείνετε λύσεις νὰ τὰς ἐξετάσω καὶ ἐγὼ καὶ εἰς τὴν βʹ συζήτησιν νὰ δεχθῶ τροπολογίας.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μοῦ κάμετε τὴν τιμὴν νὰ μοῦ ἀποσαφηνίσετε εἰς τὸ τί συνίσταται τὸ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ θέμα;
§157Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Εἰς τὸ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνετόπισε τὸ θέμα εἰς μίαν πρότασιν λύσεως. Ἡμεῖς παρητήθημεν τοῦ λόγου, διότι περιωρίσθημεν....
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντελήφθην, κύριε συνάδελφε. Ὁ κ. Κοθρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§159Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε βουλευταί, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ κατατεθὲν νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν ὑφισταμένην πραγματικότητα, ὅπως καὶ ὁ νόμος 18, δὲν ἦτο χαριστικὴ πρᾶξις, ἀλλὰ ἀντιμετώπισε τὴν ὑφισταμένην τότε πραγματικότητα. Ἐνθυμούμεθα, ὅλοι ὅσοι εἴχομεν τὴν τύχην νὰ εὑρισκόμεθα τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἀπελευθερώσεως ἢ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς κατοχῆς εἰς τὴν χώραν μας, κατὰ ποῖον ἁλματώδη τρόπον ἡ δραχμὴ ἐξηυτελίζετο, καὶ θὰ διεπιστώσαμεν ὅτι ἡ ἐξίσωσις διὰ τοῦ νόμου 18 τῆς τῶν 50 τότε δισεκατομ. δραχμῶν πρὸς μίαν νέαν δραχμήν, ἦτο πραγματικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε, ὁ Νομοθέτης τῆς ἐποχῆς αὐτῆς νὰ ρυθμίσῃ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας τοῦ τόπου. Συνέπεια τῆς καταστάσεως ἐκείνης τῆς ρυθμίσεως διὰ τοῦ νόμου 18, εἶναι ἀναμφισβητήτως καὶ τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ ρυθμίσῃ τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν εἰς τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα τοῦ Κράτους χωρὶς τὸ παράπαν νὰ θίγῃ ὑφιστάμενα οὐσιαστικῶς δικαιώματα ὀφειλετῶν. Δὲν γεννᾶται ἐπίσης ζήτημα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι δυνατόν, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ρυθμίζει τὸν τρόπον ἐξαλείψεως ὑποθηκῶν καὶ κατασχέσεων μή, οὐσιαστικῶς, ὑφισταμένων, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις, περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἄποψις αὐτή. Βέβαια, ἦτο φυσικὸν νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐκλεκτοὺς καὶ ἀγαπητοὺς συναδέλφους, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοὺς διακονοῦντας ἐν τῇ Θέμιδι, διότι ὅλοι πράγματι, γνωρίζομεν τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον ἡ Δικαιοσύνη. Γνωρίζομεν μετὰ πόσης δυσχερείας ἀπονέμεται, ἐλλείψει καὶ ἐμψύχου καὶ ἀψύχου ὑλικοῦ, γνωρίζομεν πόσαι ἐπαρχίαι στεροῦνται εἰρηνοδικῶν, πόσαι ἐπαρχίαι στεροῦνται τοῦ ἀναγκαιοῦντος...
§160Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Εἰρηνοδικῶν, ὄχι πλέον.
§161Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὑπάρχουν ἀκόμη κενά.
§162Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐλάχισται.
§163Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Πόσαι ἐπαρχίαι στεροῦνται τοῦ ἀναγκαιοῦντος κατωτέρου δικαστικοῦ προσωπικοῦ καὶ φυσικὸν εἶναι νὰ ἐπωφεληθοῦν οἱ συνάδελφοι, τῆς εὐκαιρίας, νὰ ὑποδείξουν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τρόπον, διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἕνας πόρος, μὲ τὸν ὁποῖον νὰ ἀνταποκριθῇ καλύτερον εἰς τὰς ὑποχρεώσεις της ἡ Δικαιοσύνη. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω μὲ τὴν πρότασιν τῶν ἀγαπητῶν συναδέλφων. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατόν, μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον νὰ διορθωθῇ ἡ ὑφισταμένη δυσχερὴς κατάστασις εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ ἦτο συνεπέστερος πρὸς τὰς δηλώσεις του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος διεκήρυξεν ὅτι ἀποβλέπει εἰς τὴν δημιουργίαν ἔργου, τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θὰ ἦτο συνεπέστερος, ἐὰν ἦτο εἰς θέσιν σήμερον νὰ διακηρύξῃ ὅτι ἔλαβε τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἀξιοποίησιν αὐτῆς τῆς ἐπιθυμίας του. Διότι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις μέχρι σήμερον, κατὰ τὸν ἕνα ἢ ἥμισυ χρόνον ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὤφειλε νὰ παράσχῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀπαραίτητα, διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ ἀξιοποιηθῇ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία του. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατόν, νὰ ἐπιμένωμεν καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς προλαλήσαντας μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ λύσωμεν τὸ σοβαρὸν αὐτὸ θέμα. Εἰσερχόμεθα εἰς ἄλλας ἁρμοδιότητας. Τὸ θέμα τῶν ὠφεληθέντων ἐκ τῆς κατοχῆς εἶναι ἕνα θέμα τεράστιον καὶ εἶχε μὲν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ εἶχε λύσει καὶ εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις μέχρι σήμερον νὰ λάβῃ ὁριστικὰς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀποφάσεις καὶ δὲν μᾶς ἐγνώρισε διὰ ποῖον λόγον δὲν τὰς ἔλαβεν. Καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, μὲ τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νὰ ἦτο εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ καὶ νομοσχέδιον, ρυθμίζον τὸ θέμα αὐτό. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἕτερον θέμα. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὰς ὑποσχέσεις μας, ὅτι θὰ ἀσκήσωμεν καλόπιστον κριτικὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου..... Νομίζω ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ τὸ ψηφίσωμεν ὡς ἔχει διατυπωθῆ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ παρακαλέσωμεν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἐτῶν διακονεῖ ἐν τῇ Θέμιδι καὶ γνωρίζει τὰς ἀνάγκας αὐτῆς ὅπως ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ συναδέλφου του ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐξεύρουν τοὺς ἀναγκαίους πόρους, διὰ νὰ ἀντιμετωπισθοῦν αἱ ἀνάγκαι, τῆς Δικαιοσύνης. Ἄλλωστε σήμερον δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς πείσουν περὶ τῆς σοβαρότητος τοῦ πόρου ὁ ὁποῖος θὰ προκύψῃ ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἐπιβολὴν τέλους ἐκ τῶν ἐξαλειφομένων ὑποθηκῶν. Δὲν γνωρίζομεν, τί εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ ὁ πόρος, αὐτὸς τὸν ὁποῖον θὰ ἀποκτήσωμεν ἐὰν προσθέσωμεν σχετικὴν τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ προσκομίσῃ τὸ ταχύτερον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δίδεται σοβαρὰ ἐνίσχυσις ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Δικαιοσύνης. Ὀφείλω, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ, κ.κ. συνάδελφοι νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι ὁ τελευταῖος νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, «περὶ αὐξήσεως τῶν ἀντιγραφικῶν δικαιωμάτων» εἶναι βαρύτατος καὶ δυσχεραίνει εἰς τὰς ἐπαρχίας ἰδίως τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης. Δι’ αὐτό, θὰ εἶναι εὐκταῖον ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατορθώσῃ νὰ πείσῃ τὸν συνάδελφόν του ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νὰ ἐνισχύσῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη διὰ τὸ μέλλον νεωτέρας ἐπιβαρύνσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, διότι θὰ καταστῇ πλέον ἀδύνατος, τελικῶς ἡ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης. Καταλήγων κ.κ. συνάδελφοι προτείνω, νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει καὶ νὰ ἀναμείνωμεν τὴν πραγματοποίησιν τῆς ὑποσχέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θὰ φέρῃ νεώτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ προβλέπῃ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν τῆς Δικαιοσύνης.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Γυιόκας.
§165Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Ὁμολογῶ, κ. συνάδελφοι, ὅτι ὁ κ. Κοθρῆς μοῦ ἀφῄρεσε τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διότι ἔθεσεν ὀρθῶς τὸ θέμα. Ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχῃ, οὔτε ἀντισυνταγματικὸν εἶναι, οὔτε καὶ λόγους ἄλλους ἔχομεν νὰ τὸ κρίνωμεν, Διότι πράγματι, ἀντιμετωπίζει μίαν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν, ὅλοι τοὐλάχιστον οἱ δικηγοροῦντες, τὴν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας. Εἶναι εὐχῆς ἔργον κατ’ ἐμὲ νὰ ἐπωφεληθῶμεν τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν ἀσυμπαθῆ αὐτὴν τάξιν τῶν ὀφειλετῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπωφελήθησαν ἀπὸ τὸν πληθωρισμόν, μίαν φορολογίαν, ὅπως εἶναι καὶ ἡ φορολογία τῶν πλουτησάντων, Ἡ φορολογία ὅμως αὐτὴ εἶναι ἄσχετος μὲ τὸ θέμα. Θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸν ἐὰν ἐψηφίζομεν μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέβαλεν ἔστω καὶ χαρτόσημον πλέον τοῦ συνήθους, διότι αὐτὴ θὰ ἦτο φορολογικὴ διάταξις, ἡ ὁποία θὰ πρέπει νὰ ψηφισθῇ κατὰ τοὺς εἰδικοὺς κανόνας τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Συνεπῶς, καὶ ἐγὼ προτείνω νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει. Κατόπιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς καὶ ἐν ὄψει τῆς ἐκφρασθείσης ἐπιθυμίας τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ συναδέλφου του κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἂς εἰσαγάγῃ ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον ἓν εἰδικὸν νομοσχέδιον, συμφώνως πρὸς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιβληθῇ μία δικαία φορολογία, ἡ ὁποία ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ δώσῃ τὴν δυνατότητα εἰς τὴν δικαιοσύνην νὰ ἀπονέμεται κατὰ τρόπον πλέον εὐπρόσωπον καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ αἴτημα τοῦ δικαίου, διότι εἶχαν δίκαιον νὰ πληρώσουν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν ἐκ τοῦ πληθωρισμοῦ.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιβαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§167Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀπέδειξεν ὅτι εἴμεθα ὅλοι ἐπ’ αὐτοῦ σύμφωνοι, Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις καὶ κατόπιν τούτου, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ὅπως ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Μανούσης.
§169Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε εἶχον εὕρει ἀφορμὴν νὰ ἐξάρω τὴν μεταρρυθμιστικὴν διάθεσιν καὶ ἐργασίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν θέλω νὰ ἐξάρω, δύο σημεῖα. Καὶ προχθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶχε τονίσει πολὺ τὸ σημεῖον, ὅτι, ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ Δικαίου. Αὐτὴ εἶναι μία πολὺ σύγχρονος ἀντίληψις, ἡ ὁποία ἔχει ἤδη ἐπικρατήσει εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ τοῦ Δικαίου καὶ τῆς Οἰκονομίας. Προσφάτως τὴν ἀναφέρει ὁ Σαμπατιέ, ὁ ὁποῖος ἐκτενῶς ἀναλύει τὸ ζήτημα. Ὀρθῶς ὁ κ. ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶπεν ὅτι «ἐφ’ ὅσον ὁ χρόνος εἶναι χρῆμα εἶναι ματαιοπονία καὶ ἀντιοικονομικὸν ν’ ἀπασχολοῦμεν τοὺς ἀνθρώπους ματαίως». Δεύτερον: Καὶ κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν ποία διαφορὰ ἄγεται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου; Μία διαφορὰ οὐσιαστική. Οὐδέποτε ἄγεται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, μία ἀνύπαρκτος διαφορά. Τί πρόκειται, λοιπόν, νὰ γίνῃ ἐδῶ; Διότι ἄγονται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου οὐσιαστικῶς, ἀνύπαρκτοι διαφοραί. Ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ μιᾶς μεταρρυθμιστικῆς διατάξεως νὰ καταργήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸ δικαστήριον ματαίων δικῶν. Τοῦτο δὲν ἀνταποκρίνεται, πρὸς μίαν πρόθεσιν μεταρρυθμίσεως τῆς Δικαιοσύνης; Δὲν ἀνταποκρίνεται τοῦτο πρὸς μίαν ζωηρὰν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ μὴ ματαιοπονῇ εἰς τὰ δικαστήρια; Ἑπομένως, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἡ διάταξις ἤ, μᾶλλον, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς μίαν ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, καὶ πρὸς πόθον διακαῆ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τρίτον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ τονίσω εἶναι, ὅτι, ὁ συνδυασμὸς φορολογικῶν ἐπιβολῶν ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς μεταρρυθμίσεως εἴτε διοικητικῆς, εἴτε δικαστικῆς, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σύγχρονος. Ἐπανειλημμένως καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ἐδημιουργήθη τὸ ζήτημα κατὰ πόσον θὰ πρέπει νὰ συζητῆται ἑκάστοτε ἡ διοικητικὴ μεταρρύθμισις ἐξ ἀφορμῆς τῶν οἰκονομικῶν. Καὶ ὁ διάσημος συγγραφεὺς Ρουσσώ, εἰς ἐκτενὲς ἄρθρον του κατακρίνει τὴν τάσιν αὐτήν, δηλαδὴ ἑκάστοτε νὰ συζητῆται ἐξ ἀφορμῆς οἰκονομικῶν, διοικητικὴ μεταρρύθμισις. Ἄλλο ἡ διοικητική, ἢ δικαστικὴ μεταρρύθμισις καὶ ἄλλο τὸ θέμα τῆς φορολογίας. Ἐὰν πρόκειται ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς μεταρρυθμίσεως νὰ δημιουργοῦμεν ἀφορμὴν φορολογίας, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι καθόλου ὀρθόν, ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, δημοσιονομικῆς, οὔτε καὶ ἀπὸ οἱασδήποτε ἄλλης ἀπόψεως. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Ἐπίσης, ἤθελον, κ. κ. συνάδελφοι, νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρόκειται μόνον διὰ περιπτώσεις τοῦ νόμου 18, ἀλλὰ καὶ περὶ περιπτώσεων ἄλλων, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ἐξαλειφθοῦν. Διότι ὑπάρχει, φερ’ εἰπεῖν, ὁ παλαιὸς νόμος περὶ πλειστηριασμῶν. Ὅταν γίνῃ ἕνας πλειστηριασμὸς αὐτοδικαίως ἐξαλείφονται αἱ ὑποθῆκαι. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου περίπτωσιν ὑποθήκης 1600 δραχμῶν, ἐπιβληθεῖσαν πρὸ τοῦ 1912. Ἐπηκολούθησε πλειστηριασμὸς καὶ μὴ ἐξάλειψις τῆς ὑποθήκης καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξω εἰς τοὺς προκατόχους τοῦ 1912 κλπ. Ποῦ εἶναι δυνατὴ μία τοιαύτη διαβολικὴ ἀπόδειξις καὶ ἀναζήτησις τῶν προκατόχων διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἱκανοποίησις καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ δικαστήριον; Ἑπομένως καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐπιβάλλεται νὰ δεχθῶμεν τὸ ταχύτερον μετὰ πάσης μάλιστα ἐπιδοκιμασίας καὶ μετὰ παντὸς ἐπαίνου πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον νόμου.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν;
§171ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν καὶ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον. Δεκτὸν καὶ κατ’ ἄρθρον;
§173ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐξαλείψεως ὑποθηκῶν, προσημειώσεων καὶ κατασχέσεως ἐγγεγραμμένων πρὸ τῆς 11ης Νοεμβρίου 1944». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§175ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 9.45′ μ.μ.)