1954.03.30
1,045 rows · 7,550 words · 107 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55η
Τρίτη 30 Μαρτίου 1954
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Δερδεμέζης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. (Γραμματεὺς) (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Η. Σακαλῆς, αἰτεῖται τρίμηνον ἀπουσίας ἄδειαν, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς κ. Π. Σταμούλης αἰτεῖται δίμηνον ἀπουσίας ἄδειαν, διὰ τὸν αὐτὸν σκοπόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνονται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ἔγκρισίν της, διὰ τὴν χορήγησιν ἀδείας εἰς τοὺς κ.κ. Η. Σακαλῆν καὶ Π. Σταμούλην. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Καρότσης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§6Γ. ΚΑΡΟΤΣΗΣ (Γραμματεὺς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Γονέων καὶ Κηδεμόνων 1ου Δημοτικοῦ Σχολείου Κορυδαλλοῦ Πειραιῶς, ζητοῦντος ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἀνεγειρομένου, δαπάναις τοῦ Ἐράνου Βασιλίσσης, διδακτηρίου διὰ τὴν στέγασιν τοῦ 2ου Δημ. Σχολείου Κορυδαλλοῦ καὶ τοῦ 12ου Νικαίας, χορήγησιν πιστώσεως διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἑτέρου διδακτηρίου πρὸς στέγασιν τοῦ 3ου καὶ 4ου Δημοτικῶν Σχολείων Κορυδαλλοῦ. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Σχολικῆς Ἐφορείας 1ου Δημοτικοῦ Σχολείου Νικαίας–Πειραιῶς, ζητούσης χορήγησιν πιστώσεως ἐξ 95.000.000 δραχμῶν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ κτιρίου τοῦ ἐν λόγῳ Δημοτικοῦ Σχολείου. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης καταθέτει ἀναφορὰν Ἐπιτροπῆς πωλητῶν πλατείας Ἱπποδαμείας– Πειραιῶς, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν ἀποφασισθεῖσαν ἀπομάκρυνσιν τῶν μονίμων παραπηγμάτων ἐκ τῆς ἐν λόγῳ πλατείας καὶ ζητούσης ματαίωσιν αὐτῆς. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Τοπικοῦ Συλλόγου Δήμου Κερατσινίου «Ἡ Πρόοδος», ζητοῦντος χορήγησιν πιστώσεως διὰ τὴν αὐτοστέγασιν τῶν ἀστέγων πολεμοπαθῶν προσφύγων, πρώην παραπηγματούχων. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἀνωτάτης Πανελληνίου Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων, ζητούσης ἀπαλλαγὴν τῶν ἀπόρων μελῶν αὐτῆς ἀπὸ τῆς δημοτικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων καὶ ἀπαλλαγὴν τῶν τέκνων των ἐκ τῆς ἐπιβληθείσης ἐκτάκτου εἰσφορᾶς εἰς τοὺς μαθητὰς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Διευθυντῶν τῶν Σχολῶν Μηχανικῶν «Ἡράκλειτος» καὶ «Πυθαγόρας» Πειραιῶς, ζητούντων ἄρσιν τῆς ὑφισταμένης διαφορᾶς μεταξὺ τῶν Σχολῶν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας καὶ τῶν τοιούτων Ὑπουργείου Βιομηχανίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰς τὰς ἐπὶ πτυχίῳ ἐξετάσεις τῶν σπουδαστῶν, προσαγωγὴν πιστοποιητικοῦ ἐργασίας εἰς ἐργοστάσιον καὶ ἐπαναφορὰν ἐν ἰσχύϊ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Ν. 4183/1929 καὶ Α. Νόμου 997/1943 «περὶ προσόντων πρὸς ἀπόκτησιν διπλώματος πτυχίου κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Π. Κάβδας, καταθέτει ἀναφορὰν καπνοπαραγωγῶν Δοξάτου καὶ Προσοτσάνης, ζητούντων καθορισμὸν χρόνου λήξεως ἀγορῶν τῶν καπνῶν τὸ βραδύτερον ἄχρις 20 Ἀπριλίου ἐπ’ ὠφελείᾳ καπνοπαραγωγῶν καὶ ἐθνικῆς οἰκονομίας. Οἱ βουλευταὶ Τριχωνίδος κ.κ. Ἀθ. Παπαθανάσης καὶ Ι. Νικολίτσας καὶ Ναυπακτίας κ. Ι. Ἰντζές, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀγρινίου, ζητοῦντος τὴν ὑπαγωγὴν τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸ Ταμεῖον Ὑγείας τῶν ὑπαλλήλων Διοικήσεως Πρωτευούσης ἀντὶ τοῦ
Ι.Κ.Α.
Ὁ βουλευτὴς Ναυπακτίας κ. Ἰ. Ἰντζὲς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Μολυκρίου–Ναυπακτίας, ζητοῦντος τὴν ἐγκατάστασιν τηλεφώνου εἰς τὴν ἐν λόγῳ κοινότητα, ἀπέχουσαν τοῦ δικτύου τέσσαρα χιλιόμετρα καὶ κεκτημένου τοιούτου πρὸ τοῦ συμμοριτοπολέμου. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης, καταθέτει ἀναφορὰν γονέων καὶ κηδεμόνων μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου Νικαίας, ζητούντων συμπλήρωσιν τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐν λόγῳ Γυμνασίου καὶ ἀποπεράτωσιν τοῦ ἀνεγειρομένου διδακτηρίου. Οἱ Πρόεδροι Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, Ἐργατικοῦ Κέντρου, Φορτοεκφορτωτῶν, Ἐργατῶν θαλάσσης καὶ λοιπῶν ὀργανώσεων Γυθείου, ἀποκηρύσσουν δηλώσεις βουλευτοῦ κ. Π. Τζαννετάκη καὶ διαδηλοῦσι πίστιν καὶ ἀφοσίωσίν των εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου, «περὶ συστάσεως Νομικοῦ Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Ἐθνικὴ Πινακοθήκη καὶ Μουσεῖον Ἀλεξάνδρου Σούτσου». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Τσαούσης, Ἀθαν. Παπαθανάσης καὶ Π. Σταυρόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προαγωγῆς εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν ὑπηρετούντων ἐφέδρων ἐκ μονίμων ἀξιωματικῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Δαβάκης, καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐνόπλων δυνάμεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀθ. Παπαθανάσης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 125/2–2–1954 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς φορολογίας τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ» καὶ «περὶ ρυθμίσεως ἑτέρων τινῶν καπνικῶν ζητημάτων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Σταμούλης, Ν. Μήτρου, Π. Παπαϊωάννου καὶ Δ. Κουτσιμπός, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδόσεως περιουσιῶν δημευθεισῶν βάσει τοῦ Μʹ Ψηφίσματος τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Μπατρῖνος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τῆς κειμένης νομοθεσίας «περὶ διαχειρίσεως τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Βουδούρης καὶ Α. Λιάκος, καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τῆς κειμένης νομοθεσίας «περὶ διαχειρίσεως τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας» καὶ 2) «περὶ ἱεραρχίας καὶ προαγωγῶν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐνόπλων δυνάμεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Διακουμόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων».
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις τοῦ συνόλου, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τῆς περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νομοθεσίας».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως, καὶ καταργήσεως διατάξεων τῆς περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν Νομοθεσίας». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποκαταστάσεως μονίμων ὑπαλλήλων κρατικοῦ ἐργοστασίου ἀεροπλάνων, ἀπολυθέντων δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 26/1945 Συντακτικῆς Πράξεως».
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀποκαταστάσεως μονίμων ὑπαλλήλων κρατικοῦ ἐργοστασίου ἀεροπλάνων, ἀπολυθέντων δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 26/1945 Συντακτικῆς Πράξεως», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Α.Ν. 1101/1938 «περὶ καταστάσεως ὑπαξιωματικῶν Β.Ν.» καὶ Α.Ν. 1391/ 1938 «περὶ καταστάσεως διόπων, ναυτῶν καὶ ναυτοπαίδων», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Α.Ν. 1101/1938 «περὶ καταστάσεως ὑπαξιωματικῶν Β.Ν.» καὶ Α.Ν. 1391/38 «περὶ καταστάσεως διόπων, ναυτῶν καὶ ναυτοπαίδων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑνοποιήσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, ἐπισκευῶν καὶ συντηρήσεως ὑλικῶν τούτων τῶν τριῶν κλάδων ἐνόπλων δυνάμεων».
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἑνοποιήσεως τῶν ὑπηρεσιῶν ἐπισκευῶν καὶ συντηρήσεως ὑλικῶν τούτων τῶν τριῶν κλάδων ἐνόπλων δυνάμεων», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 408/22–5–53 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 408/22–5–53 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τὰς διαβιβάσεις προσωπικοῦ Β. Χωροφυλακῆς».
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τὰς διαβιβάσεις προσωπικοῦ Β. Χωροφυλακῆς». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Ν.Δ. 2516/1953 «περὶ ὀργανώσεως τῆς Ἐθνικῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος κ.λ.π.».
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Ν.Δ. 2516/ 1953 «περὶ ὀργανώσεως τῆς Ἐθνικῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος κ.λ.π.». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἐδαφίου στʹ τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2139/1952 Α.Ν. «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ κατατάξεως εἰς τὸ Σῶμα τῆς Ἀστυνομίας πόλεων».
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἐδαφίου στʹ τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2139/1952 Α.Ν. «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ κατατάξεως εἰς τὸ Σῶμα τῆς Ἀστυνομίας πόλεων». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 433/ 4–6–53 πράξεως τοῦ Ὑπουργ. Συμβουλίου».
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 433/4–6–53 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κοινοῦ τρόπου προμηθείας ὁπλισμοῦ, πυρομαχικῶν, ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, τροχοφόρων καὶ ἀνταλλακτικῶν αὐτῶν, ὡς καὶ εἰδῶν τινων οἰκοδομικοῦ ὑλικοῦ διὰ τοὺς κλάδους ἐνόπλων δυνάμεων».
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ τῶν ἄρθρων τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κοινοῦ τρόπου προμηθείας ὁπλισμοῦ, πυρομαχικῶν, ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, τροχοφόρων καὶ ἀνταλλακτικῶν αὐτῶν, ὡς καὶ εἰδῶν τινων οἰκοδομικοῦ ὑλικοῦ διὰ τοὺς κλάδους ἐνόπλων δυνάμεων», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις, ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀφορωσῶν τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν».
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§30Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τὸ νομοσχέδιον ἀνεβλήθη, διότι ἐπρόκειτο τινὲς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, νὰ ὑποβάλουν τροπολογίας. Παρεκάλεσα νὰ ὑποβληθοῦν ἐγκαίρως, διὰ νὰ μελετηθοῦν. Τῷ ὄντι ἐμελετήθησαν ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἐπὶ πλέον τὰς ἔθεσα καὶ ὑπὸ τὴν κρίσιν, συζητήσας αὐτὰς μὲ τὴν μόνιμον Ἐπιτροπὴν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Προβαίνω εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν δέχομαι τὰς τροπολογίας αὐτάς. Ἐπειδή, ὅμως, ἀπευθυνόμενος εἰς τὸ Σῶμα δὲν θέλω νὰ παράσχω τὴν ἐντύπωσιν αὐθαιρέτως κρίνοντος ἐπὶ τροπολογιῶν συναδέλφων, τὰς ὁποίας ἔχω κάθε λόγον, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν νὰ κρίνω μετὰ τῆς ὀφειλομένης προσοχῆς, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε τόσον ὑμεῖς, ὅσον καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος, διὰ βραχυτάτων νὰ αἰτιολογήσω τοὺς λόγους τῆς μὴ ἀποδοχῆς τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν. Ἐὰν μετὰ τοῦτο οἱ κ.κ. συνάδελφοι ἐπιθυμοῦν νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις, φυσικὰ ὁ κ. Πρόεδρος θὰ θεωρήσῃ ὅτι τὸ νομοσχέδιον κρατεῖται. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐπεῖγον, ἡ δὲ ἀπόφασίς μου τοῦ νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τροπολογίας παραμένει σταθερά, δι’ οὓς λόγους εὐθὺς ἀμέσως θὰ ἐξηγήσω, δι’ αὐτὸ παρακαλῶ αἱ ἐξηγήσεις μου, προσηκόντως φυσικὰ ἐκτιμώμεναι, νὰ γίνουν δεκταί, ὥστε τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ σήμερον. Ἡ πρώτη τροπολογία εἶναι ἡ τροπολογία τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν Κουτσιμποῦ, Μήτρου καὶ Σταμούλη. Αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 1 καὶ 2 παράγραφοι τῆς τροπολογίας, δὲν γίνονται δεκταί, διότι τὸ νόημα αὐτῶν εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὴν οἰκονομικὴν γραμμὴν τῆς Κυβερνήσεως περὶ μὴ παροχῆς μακρῶν ἀναστολῶν καὶ χρεωστασίου. Ἄλλωστε, ἐπαρκεῖ πρὸς κάλυψιν τοῦ σκοποῦ τοῦ ἐγκλειομένου ἐν τῇ τροπολογίᾳ τὸ ἄρθρον 995 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ἀναβολὴν πλειστηριασμοῦ, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους, προκειμένου περὶ ἀκινήτων, ὅπερ ἄρθρον τῆς Δικονομίας παραμένει ἀνέπαφον καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν 3 παράγραφον τῆς τροπολογίας αὐτῆς, δὲν γίνεται ἐπίσης δεκτή, διότι ἐὰν προκύπτῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅτι ὑπάρχει προοπτικὴ εὐοδώσεως τῆς διαχειρίσεως ἢ ὅτι ἡ ἀρξαμένη ἐνεργεῖται ἐπωφελῶς, δὲν θὰ δώσῃ τὸ Δικαστήριον τὴν ἄδειαν τῆς πτωχεύσεως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ πτώχευσις δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Δικαστήριον, εἶναι δυνητική. Ἐὰν τὸ Δικαστήριον εὕρῃ, ὅτι συντρέχουν λόγοι πρὸς κήρυξιν τινὸς εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, θὰ κηρύξῃ τὴν πτώχευσιν, ἄλλως θὰ τὴν ἀρνηθῇ. Ἑπομένως, ἐν τῇ διακριτικῇ ἐξουσίᾳ τοῦ Προέδρου, εὕρηται ἡ ἐκτίμησις τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι θὰ κινήσουν αὐτὸν εἴτε εἰς ἄρνησιν κηρύξεως, εἴτε εἰς κήρυξιν εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Ὅσον ἀφορᾶ δὲ τὴν τετάρτην προσθήκην, ἐν τέλει τῆς τροπολογίας αὐτῆς ἡ προσθήκη δὲν γίνεται δεκτή, διότι καλύπτεται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 997γʹ παρ. 3 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 997εʹ παρ. 1 καὶ 2, δηλονότι ὁ διαχειριστὴς ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως, δυνάμενος κατὰ τὸ ἄρθρον 997γʹ παρ. 3 νὰ καταρτίζῃ δικαιοπραξίας εἰς χρόνον μὲν ὀλιγώτερον τοῦ ἔτους, ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην, εἰς χρόνον δὲ μείζονα τοῦ ἔτους μὲ ἄδειαν τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν, δύναται φυσικὰ νὰ συνάψῃ καὶ δάνειον. Ἐν τῷ ὅρῳ «δικαιοπραξία» περιλαμβάνεται καὶ τὸ δάνειον, διὰ δὲ τοὺς νομικοὺς εἶναι γνωστόν, ὅτι «τοῦ νόμου μὴ διακρίνοντος, οὐδὲ ἡμέτερον ἐστὶ διακρίνειν». Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως, ὁ νόμος, κάμνῃ χρῆσιν τοῦ ὅρου «δικαιοπραξία» καὶ ἐντὸς τῆς ἐννοίας αὐτῆς περιλαμβάνεται καὶ τὸ δάνειον, διὰ πάντα δὲ ἀμφιβάλλοντα ἔστω, ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ ἀποτελέσῃ βοήθημα διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, ἡ τροπολογία ἀποβαίνει περιττή. Τροπολογία ὑπ’ ἀριθ. 2, εἶναι ἡ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Μεγάρων κ. Τσούτσουρα. Ὁ κ. Τσούτσουρας διατυπώνει τὴν γνώμην ὅπως ἡ κήρυξις τῆς ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως γίνεται, ὄχι μόνον τῇ αἰτήσει τοῦ δανειστοῦ, ἀλλὰ καὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ὀφειλέτου. Ἡ τροπολογία ὅμως αὐτὴ ἀνατρέπει τὴν φύσιν τῆς ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως. Ἡ ἀναγκαστικὴ διαχείρισις εἶναι εἶδος ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως. Τὴν ἀναγκαστικὴν ὅμως ἐκτέλεσιν ἐπισπεύδει ὁ δανειστής. Δὲν νοεῖται ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεσις ἐπισπευδομένη ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου. Τὴν ἀναγκαστικὴν λοιπὸν διαχείρισιν, πρέπει πάντοτε νὰ ἐπισπεύδῃ ὁ δανειστὴς καὶ ὄχι ὁ ὀφειλέτης. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἡ τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου τροπολογία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν τελευταίαν τροπολογίαν, τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τριχωνίδος κ. Παπαθανάση, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «προκειμένου περὶ ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως ἐπιχειρήσεως». Προφανῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτής, διαστέλλει τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιχειρήσεως, ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἀκινήτου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ὑπάρχῃ ἐπιφύλαξις, διότι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τὸ μεῖζον, δηλαδὴ ἡ δυνατότης καὶ ἡ εὐχέρεια τοῦ δανειστοῦ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐκπλειστηρίασιν τοῦ ἀκινήτου, δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ ἔλασσον. Φρονῶ δὲ ὅτι, ὅταν ὁ Πρόεδρος εὑρεθῇ πρὸ αἰτήματος τοῦ δανειστοῦ, ζητοῦντος ἀναγκαστικὴν διαχείρισιν τοῦ ἀκινήτου, δὲν θὰ ἀφήσῃ ἔκθετον τὸ αἴτημα αὐτό, διὰ νὰ λάβουν χώραν εἰς βάρος τοῦ ὀφειλέτου δυσμενέστερα ἀποτελέσματα, δηλ. ἀπώλεια ὁριστικὴ τοῦ ἀκινήτου, διὰ τῆς ἐκπληστηριάσεώς του. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν σήμερον, ἐπιχειρεῖ τὴν διαστολὴν αὐτήν.
§31ΑΘ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ ἐπιχειρηματολογία σας δὲν μὲ ἔπεισε.
§32Χ. ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗΣ. Θὰ γίνῃ συζήτησις.
§33Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ νὰ γίνῃ, δὲν ἔχω φυσικὰ ἀντίρρησιν. Ἂς γίνῃ. Ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον...
§34Χ. ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§35Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Καὶ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Σολομωνίδην, διότι σεῖς, δὲν ἐλάβατε τὸν κόπον νὰ ὑποβάλετε τροπολογίαν. Καὶ λέγω ὅτι, οἱ κ.κ. βουλευταὶ, οἵτινες δὲν ἤθελον ἀρκεσθῆ εἰς τὴ ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκα αἰτιολογήσας κατὰ τρόπον πλήρη τὴν μὴ ἀποδοχὴν τῶν τροπολογιῶν, ἁπλῶς διὰ τῆς συζητήσεως ἐπιβραδύνουν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας, διὰ λόγους τυπικούς, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι φορεύς, διότι εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν ἀνάγεται τὸ θέμα τοῦτο, ἥτις Δικονομία, εἶναι δικαστικὸς νόμος, τῆς ἡμετέρας ἁρμοδιότητος. Παρακαλῶ ἤδη τὸν κ. Παπαθανάσην, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τροπολογίαν, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπτύξῃ τὴν τροπολογίαν του, νὰ ἐκθέσῃ....
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγείρονται καὶ διακόπτουν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τὸν λόγον ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις. Συνεπῶς, ἂς τελειώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§38Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπ. Βοηθ. Συντονισμοῦ). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω δύο λέξεις. Ἐὰν ὑπάρχουν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ὁμιλήσουν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν πεισθῆ ἐπὶ τῶν ἀπόψεων ποὺ ἐξέθεσεν ὁ κ. συνάδελφος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τότε ἀναμφισβητήτως, τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀναβληθῇ. Ἐπιθυμῶ ὅμως καὶ ἐγώ, νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς: Εὑρίσκω κάπως ματαίαν τὴν τόσον λεπτομερειακὴν συζήτησιν ἐπὶ ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον διὰ λόγους ἐντελῶς μορφῆς, εἰσάγεται ὡς ἓν νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Αὐτὸ εἶναι ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον χρειαζόμεθα εἰς τὴν οἰκονομικήν μας πολιτικήν, διὰ νὰ προωθήσωμεν ὡρισμένα θέματα, θέματα ἐκκρεμότητος διαφόρων ἐπιχειρήσεων, αἱ ὁποῖαι διανύουν δυσχερεστάτην περίοδον καὶ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν νέαν ἀναβολήν. Ἐὰν ὅμως, αἱ ἀντιρρήσεις τῶν κ.κ. συναδέλφων εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ ἀποτελέσουν θέμα μιᾶς γενικωτέρας συζητήσεως, τότε λυποῦμαι, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀναβάλλεται προσωρινῶς τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν μετά.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσούτσουρας ἔχει τὸν λόγον.
§40Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Διὰ νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου, μοῦ δίδετε τὸν λόγον;
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§42Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Ἐφ’ ὅσον λέγουν οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἅπτεται οἰκονομικῶν ὑποθέσεων, ἡ δὲ τροπολογία μου ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ἄρω τὰς ἀντιρρήσεις μου καὶ νὰ ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν. Διατηρῶ ὅμως τὰς ἐπιφυλάξεις μου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενικωτέραν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§43Ν. ΜΗΤΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἡμεῖς οἱ ἐκ Βόλου βουλευταὶ παρεκαλέσαμεν νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, νομίζομεν ὅμως, ὅτι ὁ νόμος δὲν θεραπεύει τὸν σκοπὸν τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγεται ἓν νέον μέσον ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, χωρὶς ὅμως νὰ λύῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς βοηθείας μιᾶς ἐπιχειρήσεως, ἡ ὁποία δι’ ἕνα οἱονδήποτε λόγον εὑρίσκεται εἰς ἀδυναμίαν σήμερον νὰ τακτοποιηθῇ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν θεραπεύει αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, δι’ αὐτὸ ἐζητήσαμε τὴν λόγον, διὰ νὰ εἴπωμεν δύο λέξεις, διότι θὰ ἀναγκασθῶμεν μετὰ 2μηνον νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος.
§44Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ἐκ Βόλου, ἀνέγνωσα τὴν τροπολογίαν σας καὶ σᾶς ἀπήντησα διὰ ποίους λόγους ἡ τροπολογία σας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή. Ἡ ἀπάντησίς μου δὲ ὑπῆρξε, φρονῶ, πλήρης καὶ σαφὴς καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς σαφηνείας μου ἀνταπαντᾶτε διὰ γενικότητος, λέγοντες, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν καλύπτει τὰς ὑπαρχούσας ἀνάγκας. Ἐγὼ ἐμβριθῶς ἐμελέτησα τὸ θέμα καὶ ἀπήντησα εἰς τὴν εἰδικότητα τῆς τοποθετήσεώς σας. Ἐὰν σεῖς ἠθέλατε νὰ ἀνταπαντήσητε μὲ γενικότητα, δικαίωμά σας, ἀλλὰ λυποῦμαι, διότι...
§45Ν. ΜΗΤΡΟΥ. Ὄχι κ. Ὑπουργέ.
§46Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ νομοσχέδιον θὰ κρατηθῇ.
§47Ν. ΜΗΤΡΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ... (Θόρυβος).
§48Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ διὰ μεθαύριον. Κύριοι συνάδελφοι, δέχομαι, διότι ἔχω ὑποχρέωσιν, σεβόμενος τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, τὸ νομοσχέδιον νὰ κρατηθῇ. Δηλῶ ὅμως ὅτι, διὰ λόγους προσωπικοῦ κωλύματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ συζητήσω ἀπόψε, δι’ αὐτὸ ζητῶ, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀντίρρησις, τὴν ἀναβολὴν του διὰ μεθαύριον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κάμωμεν μίαν συνεννόησιν. Ὅσοι θέλουν τὸν λόγον, θὰ ὁμιλήσουν διὰ μακρῶν ἤ ἁπλῶς μίαν ἐρώτησιν θὰ κάμουν; Διότι, τότε, νὰ τὸ ἀναβάλωμεν.
§50Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Αἱ αἰτιολογίαι, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀναγραφοῦν εἰς τὰ Πρακτικά, διότι μᾶς δίδουν λύσεις εἰς ὡρισμένας ἀπορίας, αἱ ὁποῖαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὑπάρχουν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§52Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω μερικὰς πληροφορίας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ἐμελέτησεν, ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ μελετήσῃ καὶ ὅσον ὁ ὀλίγος χρόνος τῶν Ἐπιτροπῶν τὸ ἐπιτρέπει. Ἀντελήφθη ὅμως, βασικὰς ἀτελείας τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι πολλάς, ἀλλὰ μίαν τοὐλάχιστον, βασικήν, μολονότι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶπεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι νομοσχέδιον ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως καὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὰς διατάξεις τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, δὲν εἶναι ἐκτέλεσις καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, σαφῶς καὶ βασίμως, ὅτι, πράγματι, ἀνάγεται εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, ἐφ’ ὅσον ἐκτέλεσις δὲν γίνεται. Μάλιστα, ἡ ἐκτέλεσις ἀναστέλλεται κατὰ ἕνα χρονικὸν διάστημα. Ὁ κ. Ὑπουργός, τότε, ἐβιάζετο νὰ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅπως ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ καὶ κυρίως, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Καψάλη. Τοῦ ἀνεκοίνωσα ὅτι ὑπάρχουν μερικαὶ ἀτέλειαι, ὀλίγαι μέν, ἀλλὰ βασικαί, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἠπόρησε, τότε, ὁ κ. Ὑπουργὸς, πῶς ἐπέρασεν ἀπὸ δύο Ἐπιτροπὰς καὶ αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταὶ δὲν τὸ ἐπεξειργάσθησαν. Τὸ ἐπεξειργάσθησαν, ἀναμφισβητήτως, οἱ ἐκ τῶν καλυτέρων σήμερον καθηγητῶν καὶ δικαστῶν. Λυποῦμαι, διότι θὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι τηλεφωνικῶς, ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μοῦ εἶπον ὅτι: Ἔχετε δίκαιον δι’ αὐτά, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀνεφέρετε, ἀλλ’ ἠμπορεῖτε νὰ τὰ διορθώσετε εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης σεβομένη τὸν χρόνον καὶ ἀντιληφθεῖσα τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ, τὸ εἰσήγαγεν ἀμέσως, ἄνευ παρατηρήσεως. Ἔτυχεν ὅμως τοιαύτης ὑποδοχῆς ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ ἐσυχάθη καὶ ὁ ἴδιος ὁ γεννήτωρ καὶ ἠναγκάσθην νὰ εἴπω ἐγὼ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὄχι ἀπαρτία, ἀλλὰ ὁ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, διὰ νὰ σκεφθοῦν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Καὶ εἶναι τιμή μου, διότι, συναγερμικὸς βουλευτής, ἀπέτρεψα μίαν ψήφισιν νομοσχεδίου, μὲ τὰς ὑπαρχούσας ἀτελείας. Πρόκειται δὲ περὶ τοῦ ἑξῆς, κύριοι Ὑπουργοὶ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης: Τὶ ζητεῖτε, κύριοι, διαχείρισιν ἐπὶ τῶν ἀκινήτων; Νὰ μοῦ πάρης ἐμένα τὰ κτήματά μου, τὰ σπίτια μου, νὰ τὰ διαχειρισθῇς καὶ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, νὰ δεχθῇ τὴν ἀναγκαστικὴν διαχείρισιν ἐπὶ ἀκινήτων κτημάτων καὶ ἐὰν δὲν πληρώνω τὰ ἐνοίκια, ἔχει ὁ διαχειριστὴς τὸ δικαίωμα, νὰ μοῦ κατάσχῃ τὸ σπίτι: Καὶ θὰ μοῦ πάρης τὰ σπίτια, νὰ τὰ διαχειρίζεσαι καὶ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Πρόεδρος, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ, νὰ δώσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν διαχείρισιν; Καὶ διατὶ δίδετε αὐτὰ τὰ δικαιώματα εἰς τρεῖς Προέδρους, ὅταν γνωρίζετε, καλῶς, ὅτι τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα δικάζουν, ναὶ μὲν εἶναι καλὰ παιδιὰ καὶ ἠθικά, ἀλλὰ δὲν γνωρίζουν τὰ πράγματα; Καὶ ὅπως ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος εἰς τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, σήμερον θέλομεν μίαν ἐννοιοκρατίαν, δὲν θέλομεν νομικότητα περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων. Αὐτὸς ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ ξεύρῃ ἀπὸ ἐπιχειρήσεις, πρέπει νὰ ξεύρῃ ἀπὸ διαχείρισιν, πρέπει νὰ ξεύρῃ τόσα ἄλλα πράγματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ ἀποφανθῇ, διὰ νὰ δώσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν διαχείρισιν. Ἔπρεπε, μετὰ πολλοῦ δέους καὶ πολλοῦ φόβου, νὰ καταλήξητε εἰς τὸ νὰ δώσητε τὴν ἀναγκαστικὴν διαχείρισιν εἰς μίαν ἐπιχείρησιν, περὶ τῆς ὁποίας θὰ κρίνῃ ἕνα παιδὶ ἠθικὸν καὶ καλόν, ἀλλὰ στερούμενον ὅλων τῶν ἀναγκαίων στοιχείων, διὰ νὰ κρίνῃ μίαν ἐπιχείρησιν. Αὐταὶ ἦσαν αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ κάμω.
§53Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπ. Βοηθ. Ἀναπλ. Ὑπ. Συντονισμοῦ). Κύριε συνάδελφε, οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τὴν καλὴν πίστιν καὶ Ὑμῶν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων συναδέλφων. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶπε μία κουβέντα, διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐσταματήσατε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ σᾶς θίγῃ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρατείνωμεν τὴν συζήτησιν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἄνευ ἄλλης συζητήσεως.
§55Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπ. Βοηθὸς Ἀναπλ. Ὑπ. Συντονισμοῦ). Θέλω νὰ προσθέσω διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἄνευ ἀπαντήσεως ἡ δικαία παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, ὅτι ἡμεῖς εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία μᾶς ἀναγκάζει ἢ νὰ ἀνεχθῶμεν μίαν ἐκκρεμότητα, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ πρὸς οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς σοβαρωτάτας ἀνωμαλίας, ἢ νὰ προχωρήσωμεν εἰς σκληρὰ μέτρα ἐκτελέσεως. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προτείνει μίαν διαδικασίαν, ἡ ὁποία, ὅσον καὶ ἐὰν λέγετε, δὲν εἶναι ἐκτέλεσις, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἕνα στάδιον. Συνεπῶς, αὐτὴ εἶναι καὶ μόνον ἡ δικαιολογία του. Ἀπ’ ἐκεῖ καὶ πέρα διὰ τὰ ἄλλα, εὐθύνεται ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ ἐμπειρογνώμονές του καὶ αἱ Ἐπιτροπαί του διὰ τὰς λεπτομερείας. Ἐγώ, ἐπὶ τῆς οὐσίας ὁμιλῶν, θὰ ἔλεγον καὶ ἐὰν δὲν εἶσθε εὐχαριστημένος μὲ τὴν ἀρτιότητα τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἕνας καινούργιος θεσμός, ἀφήσατέ τον νὰ λειτουργήσῃ ἐπὶ 6 μῆνας καὶ ἐὰν ἴδωμεν ὅτι ὑπάρχει κάποια βασικὴ ἀτέλεια, νὰ τὴν διορθώσωμεν.
§56Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ τὰ πράγματα νὰ τεθοῦν εἰς τὴν θέσιν των κατὰ τρόπον ἐντελῆ, μὴ ἀφήνοντα οὐδένα ἐνδοιασμὸν ἐπὶ τοῦ συμπεράσματος τῶν διεξαχθεισῶν, πρὸ ἡμερῶν καὶ σήμερον, συζητήσεων. Αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ ἵνα, ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου κριτικὴ, διοχετευθῇ δι’ ἐγγράφων γνωμῶν τῶν ἀντιφρονούντων, ἐκφραζομένων διὰ τροπολογιῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικονομίαν τῆς διακοπῆς, δὲν διετύπωσα οὐδὲν παράπονον, σχέσιν ἔχον πρὸς μίαν κοινοβουλευτικὴν παρατήρησιν τοῦ διακεκριμένου φίλου μου, βουλευτοῦ Ἀθηνῶν. Ἤδη, ἐπιθυμῶ νὰ συνοψίσω τὰ συμπεράσματα τῆς συζητήσεως, ὡς ἑξῆς: Εἴπομεν, ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἐχορηγήθη διότι, ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον ἐθεωρήθη ἐλλιπές, αἱ περὶ τούτου σχετικαὶ γνῶμαι, ἔπρεπε νὰ γνωστοποιηθοῦν ἐγγράφως, ὑπὸ μορφὴν τροπολογιῶν, ὅπως μελετηθοῦν ἐν ἀνέσει, προκειμένου θέματος δυσχεροῦς καὶ τεχνικοῦ. Ἐὰν ἡ ἀντίκρουσις τῶν τροπολογιῶν, ἡ λαβοῦσα χώραν, καθιστᾷ τὰς τροπολογίας ἀνωφελεῖς, ἡ ἐπιχειρηθεῖσα ἐγγράφως καὶ κατὰ μέρος προφορικῶς ἀναπτυχθεῖσα κοινοβουλευτικὴ κριτικὴ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῶν τροπολογιῶν, εἶναι κριτικὴ ἀποτυχοῦσα καὶ τὸ νομοσχέδιον ἵσταται ἄρτιον. Διότι δυοῖν θάττερον. Ἢ τὸ νομοσχέδιον ἐπεκρίθη δι’ ὀρθῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι τροπολογίαι ἀναδεικνύουν τὰ τρωτὰ αὐτοῦ σημεῖα καί, ἑπομένως, ἐπιθέτουν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν σφραγῖδα τοῦ ἀτελοῦς, ἢ αἱ τροπολογίαι ἀνασκευαζόμεναι, ἀποδεικνύονται ἀνωφελεῖς, ὁπότε ἡ κριτικὴ περὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀτελοῦς ἐν τῇ νομοτεχνικῇ αὐτοῦ καταρτίσει ἢ τῇ οὐσίᾳ, καταπίπτει ἀφ’ ἑαυτῆς. Ἡ τοποθέτησις αὐτή, ἐκ μέρους τοῦ ὁμιλοῦντος ἤδη αὐτοῦ τοῦ κύκλου τῶν σκέψεων, εἶναι τοποθέτησις διαυγεστάτη, μὴ ἐπιδεχομένη οἱανδήποτε ἀντιμετώπισιν εὐπρόσωπον. Τούτου τεθέντος, δηλαδὴ ἀποδειχθείσης ἀνεπιτυχοῦς τῆς κριτικῆς, τῆς διὰ τῶν τροπολογιῶν, συμφώνως πρὸς τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσα καὶ τὰς ὁποίας θὰ συμπληρώσω διὰ μιᾶς ἀκόμη πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Τριχωνίδος, παραμένει ἡ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου γενικωτέρα, οὕτως εἰπεῖν, ἐπίκρισις, τῆς ὁποίας φορεὺς ἐγένετο ἄρτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὸς Ἀθηνῶν, ἡ ἐπίκρισις ἡ ἀφορῶσα τὴν Ratio Legis, δηλονότι τὴν αἰτιολογίαν τῆς θεσπίσεως τοῦ νομοθετήματος. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν: Ἔχομεν δύο τρόπους ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, κατὰ τί ὠφελεῖ νὰ εἰσαγάγωμεν τρίτον; Ἀπαντῶ: Ἀσχέτως τοῦ τί υἱοθέτησαν οἱ νομομαθεῖς καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἄλλων κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα κράτη ἰσχύει ὁ θεσμὸς τῆς ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως, καὶ εἰς μὲν τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Ἑλβετίαν ἰσχύει ὡς ἐξάρτημα τῶν κατὰ τὰς πολιτικὰς δικονομίας τῶν Χωρῶν αὐτῶν ἀναγκαστικῶν τρόπων ἐκτελέσεως, εἰς ἄλλας δὲ Χώρας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, ἰσχύει ὁ θεσμὸς τῆς ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν ὑπὸ ἄλλας παραπλησίους μορφάς, μὴ ἐφαπτομένας ἀπολύτως πρὸς τὴν παροῦσαν, ἀλλά, πάντως, ὁ θεσμός, ἰσχύει, ἀσχέτως, λέγω, τοῦ ὅτι καὶ εἰς ἄλλα κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα αἱ οἰκονομικαὶ σχέσεις εἶναι πολυπλοκώτεραι καὶ εὐρυτέραν ἔκτασιν κατέχουν καὶ εἰς περισσότερον βάθος ἐκτείνονται, ἀσχέτως αὐτῶν, λέγω, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς Πολιτείας, ἐκρίθη ἀπὸ τοὺς νομομαθεῖς καὶ τὰς Βουλὰς ἀναγκαία, ἢ τοὐλάχιστον ἐπωφελής, ἡ συνύπαρξις ἑνὸς θεσμοῦ ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως, ἀσχέτως τούτου καὶ αὐτοτελῶς ἐννοουμένου τοῦ πράγματος καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἦτο πρωτοείσακτος ὁ θεσμὸς ἐν Ἑλλάδι, ἐρωτῶ, εἰς ἀπάντησιν τῶν δογματικῶν ἀφορισμῶν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀθηνῶν: Ἐὰν ἔχωμεν δύο τρόπους ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως, οἱ ὁποῖοι εἶναι σκληροί, ὁ μὲν εἷς εἶναι ἡ ἐκποίησις τῆς περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου, ὁ δὲ ἄλλος ἡ προσωπικὴ τοῦ κράτησις καὶ παραπλεύρως αὐτῶν τοποθετήσωμεν τρίτον, ἠπιώτερον, ὁ ὁποῖος καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δανειστοῦ ἐξυπηρετεῖ καλύτερον, ἀλλ’ ἐνδέχεται καὶ νὰ μὴ καταστρέψῃ, ἀλλὰ νὰ σώσῃ τὸν ὀφειλέτην, κατὰ τί βλάπτομεν τὴν νομοθεσίαν μας, εἰσάγοντες καὶ ἕνα τρίτον τοιοῦτον θεσμόν, ὁ ὁποῖος θεσμός, καὶ τὴν πίστιν μας θὰ τονώσῃ, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ οἰκονομικοῦ τομέως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῶν δανειστῶν τὰ νόμιμα συμφέροντα, τὰ ἄξια προστασίας ἀπὸ ἓν εὐνομούμενον Κράτος, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ὑπὸ τῶν νόμων διαγραφομένων, θὰ προστατεύσῃ, ἐπὶ πλέον καὶ τὸν ὀφειλέτην, ἐνδεχομένως θὰ σώσῃ; Καί, εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ σώσῃ τὸν ὀφειλέτην, ἐπαναλαμβάνω τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸ ἡμερῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι δὲν θὰ ἐξηγεῖτο, τὸ νὰ σπεύδουν οἱ ὀφειλέται καὶ νὰ ζητοῦν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ἐὰν δὲν ἐφρόνουν ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ συμφέροντά των εἶναι δυνατὸν νὰ προστατευθοῦν. Τούτων οὕτω τεθέντων, οὐδεμίαν οἱ ἀφορισμοὶ τῶν διαφωνησάντων δύνανται νὰ ἔχουν θέσιν. Ἀλλ’ εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, προηγηθεὶς κατὰ τοῦτο καὶ ὑπαρχούσης συμπτώσεως γνωμῶν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, εἶπον, ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς τὴν πρᾶξιν ἀποδειχθῇ, ὅτι χρειάζεται νὰ τροποποιήσωμεν αὐτὸν τὸν νόμον—ἐνθυμοῦμαι καὶ τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθην προχθὲς—ἡ μὲν νομολογία τῶν δικαστηρίων εἶναι ἱκανὴ διὰ τὴν ἀρτίαν διαμόρφωσιν τοῦ θεσμοῦ πρὸς καλυτέραν προάσπισιν τῶν συμφερόντων καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ, ἡ δὲ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι πάντοτε παροῦσα, ἵνα τὰ διδάγματα τῆς πράξεως ἀξιοποιήσῃ διὰ συμπληρωματικοῦ νόμου, ἐὰν ἐκ τῆς πράξεως ταύτης καὶ τῆς δικαστικῆς ἐφαρμογῆς καταδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμέναι ἀτέλειαι. Τὰ νομοθετήματα κύριοι, εἶναι ἔργα ἀνθρώπινα καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχον ἀέναοι μεταβολαὶ τῆς νομοθεσίας, ἐὰν δὲν συνέβαινεν ἀκριβῶς τοῦτο, ὅτι ἡ κινητικότης τῆς ζωῆς, αἱ διαμορφούμεναι ἀνάγκαι καὶ ἡ πρᾶξις νὰ ἀποδεικνύουν ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι τὰ νομοθετήματα χρήζουν συμπληρώσεως. Δὲν βλέπω, λοιπόν, τὸν λόγον τῆς ἀσκηθείσης πολεμικῆς ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὅτι δὲν βλέπω τὸν λόγον, δὲν εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν, οὔτε σχῆμα. Τοὐναντίον ἀποδεικνύεται, νομίζω, κατὰ τρόπον ἀπολύτως πείθοντα, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἐπικρίσεως τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε ἐν τῇ δογματικῇ αὐτοῦ γενικότητι, οὔτε εἰς τὰς καθ’ ἕκαστον διατυπώσεις, τὰς συγκροτούσας τὸ νομοτεχνικὸν αὐτοῦ μέρος. Ταῦτα εἰπὼν καὶ τελευτῶν, ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἀκόμη συγκεκριμένην ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Τριχωνίδος. Ὁ κ. βουλευτὴς ζητεῖ διὰ τῆς τροπολογίας του, ὅπως τοποθετηθῇ ἡ φράσις: «ἢ τὸ δυσανάλογον τῆς ἀπαιτήσεως...» (Ἀναγινώσκει). Αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, νομίζω, ὅτι περιλαμβάνεται εἰς τὴν φράσιν «σπουδαίους λόγους», ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 2, παράγραφος 1: «Ὁ Πρόεδρος δικαιοῦται νὰ ἀρνηθῇ...». (Ἀναγινώσκει). Μεταξὺ τῶν σπουδαίων λόγων, προφανῶς εἶναι καὶ ὁ λόγος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ περιεχόμενον τῆς τροπολογίας σας, δηλαδὴ ὁ λόγος τοῦ δυσαναλόγου τῆς ἀπαιτήσεως ἔναντι τῆς συνολικῆς ἀξίας. Ἐπομένως, ἡ προσθήκη εἶναι περιττή. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν θεωρῆτε τὴν προσθήκην αὐτὴν ἀπαραίτητον, ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ περίπτωσις ἐγκλείεται ἐν τῇ διατυπώσει «σπουδαῖοι λόγοι», βοηθεῖ τὸν Δικαστὴν εἰς τὴν ἑρμηνείαν, εἰς δεδομένην ἀμφιβολίαν. Τούτων τεθέντων, ζητῶ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιβαδᾶς ἔχει τὸν λόγον,
§58Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι πολὺ δύσκολος ἡ θέσις μου, νὰ ὁμιλήσω διὰ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον, ἔφερεν ὁ νομομαθέστατος ἀξιότιμος κ. Μπαμπᾶκος καὶ συμπαθέστατός μου φίλος ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἀκόμη πλέον δύσκολον εἶναι νὰ ὁμιλήσω, ὅταν τὸ υἱοθετῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ. Πράγματι, κύριοι, εἶναι ἠπιώτερον τὸ μέτρον ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεσις περνάει ἀπὸ στάδια δικαστικὰ καὶ ἔχει μεγάλα περιθώρια, ὁ δυστυχισμένος ὀφειλέτης, ἐνῶ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, τὸν πιάνει ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ ἐντὸς 48 ὡρῶν τὸν πετάει μέσα ἀπὸ τὸ μαγαζί του, μπαίνει κάποιος ἄλλος καὶ κάμνει τὴν διαχειριστὴν καὶ δὲν τοῦ ἀπομένει παρὰ νὰ πάῃ νὰ σκοτώσῃ ἐκεῖνον ποὺ τοῦ ἔκαμε τὴν ἐκτέλεσιν. Διότι, μέσα οἰκονομικὰ ἀμύνης διὰ νὰ συνεχίσῃ δικαστικοὺς ἀγῶνας δὲν ἔχει πλέον, ὅταν τοῦ πάρουν τὴν δουλειὰ μέσα ἀπὸ τὰ χέρια του. Οἰκονομικὰ λοιπόν, μέσα ἀμύνης δὲν ἔχει. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ἀπὸ τριετίας οἱ Ἕλληνες μαστίζονται οἰκονομικῶς καὶ οἱ βιοτέχναι καὶ οἱ ἐπαγγελματίαι εὑρίσκονται εἰς δύσκολον θέσιν νὰ ἀντιμετωπίσουν αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Δὲν ξεύρω πόσα μαγαζιὰ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ καὶ Αἰόλου εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν εὐχέρειαν νὰ μὴ χρεωστοῦν. Ἀλλά, ὅποιος χρεωστεῖ, τὸν βγάζουν ἀπὸ τὸ κτῆμα του, ἀπὸ τὸ μαγαζί του καὶ τὸν πετᾶνε εἰς τὸν δρόμον. Εἶναι δὲ γνωστὴ ἡ ἀπληστία τῶν τοκογλύφων, οἱ ὁποῖοι δίδουν μίαν δραχμὴν διὰ νὰ πάρουν 100 δρχ. τόκον. Ὅταν, λοιπόν, προσθέσωμεν βάρη εἰς αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς ἐπαγγελματίας, τότε τί θέλομεν ἐδῶ καὶ διὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν ποίους; Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑποστηρίζει τὸν δυστυχῆ ὁ ὁποῖος χρεωστεῖ, ὑποστηρίζει τὸν τοκογλύφον. Δὲν ἔχω, βέβαια, νομικὰς γνώσεις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τέτοιο νομοσχέδιον πρέπει νὰ τὸ ἐπεξεργασθῶμεν μὲ πολλὰς λεπτομερείας. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον ἔχω τοιαύτας ἀντιλήψεις, νὰ ψηφίσω ἐγὼ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Σολομωνίδης ἔχει τὸ λόγον.
§60Χ. ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ βράδυ ἐκεῖνο ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν ὀκτὼ προλαλησάντων βουλευτῶν, ὅλων νομικῶν, πολέμιός του. Ἀνεπτύχθησαν τότε ἀπὸ ὀκτώ, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, συναδέλφους, τὰ τρωτὰ καὶ τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἐγκλείει τὸ σχέδιον νόμου καὶ ἀνεπτύχθη ὅτι οὐδένα σκοπὸν πληροῖ αὐτό. Καί, ὡς πρὸς ἐμέ, καὶ σήμερον ἀκόμη, παρ’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε, δὲν ἐπείσθην διὰ τὴν σκοπιμότητα τοῦ σχεδίου νόμου. Ἀνέφερε μὲν οὗτος ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιώκει τὴν προστασίαν τοῦ ὀφειλέτου, κατ’ ἐμέ, ὅμως, δὲν δίδεται οὐδεμία πραγματικὴ προστασία ὑπὲρ αὐτοῦ. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δανειστήν, καὶ παρέχεται εἰς αὐτὸν τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐπιχειρήσεως τοῦ ὀφειλέτου του ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν μιᾶς ἀποφάσεως ἢ ἑνὸς δανειστικοῦ συμβολαίου ἢ καὶ ἀκόμη ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ δανειστὴς νὰ ζητήσῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν τοῦ ὀφειλέτου του, ἢ καὶ τὴν πτώχευσίν του, δὲν εὑρίσκω εἰς τί συνίσταται ἡ προστασία τοῦ ὀφειλέτου διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ δανειστὴς ἔχῃ μέχρι τοῦδε τρία ἀναγκαστικὰ μέσα κατὰ τοῦ ὀφειλέτου του, τὰ ὁποῖα καὶ διατηρεῖ, τοῦ δίδομεν ἐπὶ πλέον καὶ τέταρτον. Τὸ τέταρτον τοῦτο μέσον ἐὰν θέλῃ οὗτος τὸ χρησιμοποιεῖ, ἢ καὶ δὲν τὸ χρησιμοποιεῖ. Θὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ κατ’ ἐμέ, μόνον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ ἐκβιάσῃ τὸν ὀφειλέτην του καὶ νὰ τοῦ χειροτερεύσῃ ἀκόμη τὴν θέσιν του. Δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, οὐδένα σκοπὸν πληροῖ τὸ σχέδιον νόμου. Αὐτὸ ποὺ λέγετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι οἱ ὀφειλέται τὸ ἐζήτησαν μοῦ φαίνεται ἀπίθανον. Διότι οἱ ὀφειλέται ἀφοῦ δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον Πρωτοδικῶν τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ μέτρου τούτου, δὲν ἔχουν καὶ ὄφελος ἐξ αὐτοῦ ὥστε νὰ ἐπιζητοῦν τὴν ψήφισίν του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον τίθεται ζήτημα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶδα καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ἐπιμένοντα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σχεδίου νόμου, βεβαίως θὰ ψηφίσωμεν αὐτό. Θὰ σεβασθῶμεν τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ, ὡς ἐλέχθη, αὐτὸ ἀποτελεῖ, ἀντικείμενον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς της. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ψηφίσω τὸ σχέδιον νόμου, παρ’ ὅλας τὰς ἐπιφυλάξεις τὰς ὁποίας διατυπώνω καὶ διατηρῶ καὶ παρ’ ὅλον ὅτι, καὶ πάλιν τονίζω ὅτι, θεωρῶ τοῦτο ὡς μὴ πληροῦν οὐδένα σκοπόν, τοὐναντίον δέ, φρονῶ, ὅτι θὰ ἀποβῇ εἰς βάρος τοῦ ὀφειλέτου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πολὺ συντόμως θὰ ἔλθωμεν νὰ ζητήσωμεν τὴν τροποποίησίν του.
§61Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Διαμαρτύρομαι, κύριε Πρόεδρε, διότι λέγει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι δὲν τοῦ ἀρέσει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θὰ τὸ ψηφίσῃ, ἐφ’ ὅσον τὸ θέλει ἡ Κυβέρνησις.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσούτουρας ἔχει τὸν λόγον.
§63Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἔλαβα τὸν λόγον, τὸν ἔλαβα, διότι πραγματικῶς μὲ συνεκίνησε τὸ ὕφος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἰδίως ἡ ἄποψις ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως ποὺ ἔκαμε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπέδειξεν ὅτι ὅλαι αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι εἶναι, κατὰ ἕνα τρόπον, ἀνάξιαι λόγου.
§64Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀνωφελεῖς.
§65Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Ἐντὸς παρενθέσεως, ἀνάξιαι λόγου.
§66Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Οὐχὶ ἀνάξιαι λόγου. Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν λόγων μου ὄχι ὑμεῖς κύριε συνάδελφε.
§67Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Ἤθελα νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν μου, ὅτι κατόπιν τῆς δηλώσεως ποὺ ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐνθυμούμενος τὴν δήλωσιν ποὺ ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποβλέπει εἰς τὴν θεραπείαν οἰκονομικῶν ζητημάτων ποὺ ἅπτονται, κατὰ κύριον λόγον, τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν. Θὰ ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐκτιμήσῃ...
§68Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἐξετίμησεν.
§69Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. ... τὸ δεδομένον τοῦτο καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν κριτικὴν τῶν τροπολογιῶν, τοὐλάχιστον τῆς ἰδικῆς μου τροπολογίας, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ μὲ ἀφήσῃ νὰ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν μου καὶ τότε νὰ τὴν ἀποδείξῃ, ὡς ἀνωφελῆ. Αὐτὴ ἡ ἐξήγησις, χρειάζεται. Δεύτερον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡμίλησεν, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκφρασιν, ἀπὸ μιᾶς πλευρᾶς, σκιαμαχῶν. Ὡμίλησεν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀντιλεξάντων, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἦτο ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἅπαντες εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἡμεῖς, δικηγοροῦντες ἐν Ἀθήναις ἐπὶ ἀρκετὰς δεκάδας ἐτῶν, ἔχομεν μίαν πεῖραν τῶν τῆς ἐκτελέσεως καὶ μὲ τὴν πεῖραν μας αὐτὴν ἠθελήσαμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ τὸ κάμωμεν ἀρτιώτερον, κατὰ τὰς διατάξεις περὶ ἐκτελέσεως. Μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι ὅλαι τυχὸν αἱ ἀτέλειαι τοῦ νομοσχεδίου θὰ συμπληρωθοῦν, αἴρομεν ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις μας, ὑπὸ τὴν ρητὴν καὶ κατηγορηματικὴν δήλωσιν ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐκφράσω ἕνα παράπονον. Ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργέ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν ἐφαρμόζεται Ad Hoc ἐν Γερμανίᾳ, Αὐστρίᾳ καὶ μέ τινας παραλλαγὰς ἐν Ἀμερικῇ καὶ ὅτι τοῦτο ἔτυχε τιμῆς νὰ ἐπεξεργασθῇ ὑπὸ τῆς διαρκοῦς νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὄχι μόνον δικαιοῦνται, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεοῦνται νὰ ἐπεξεργάζωνται τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα τίθενται ὑπ’ ὄψει των, διὰ τὴν ἀρτιωτέραν κατάρτισιν αὐτῶν. Ἀντίθετος ἀντίληψις θὰ κατέστρεφε τὴν ἔννοιαν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου νὰ εἴπω, ἀντικρούων τὰς αἰτιάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι πουθενὰ εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις, ὅτι εἰς τὴν μικρὰν ταύτην γωνίαν τῆς γῆς, τὴν κοιτίδα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς δημοκρατίας, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἀείποτε νὰ ζητῶμεν ἐκ τῆς Ἑσπερίας τὰ φῶτα καὶ νὰ θεωρῶμεν ταῦτα ὡς τὰ πρῶτα. Θὰ πρέπει ἐνίοτε καὶ αὐτογνωμόνως καὶ αὐτοδυνάμως νὰ βαίνωμεν εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων. Ὁ δὲ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα, τοὐλάχιστον, ἀπέδειξε ὅτι δὲν παρασύρεται ἐκ τῶν ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ κρατούντων, ἀλλὰ δρᾷ πρωτοτύπως πρὸς σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ ταῦτα καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, δηλῶ ὅτι θέλω ὑπερψηφίσει τὸ νομοσχέδιον, λαμβάνων ὑπὸ σημείωσιν τὴν δήλωσιν ἀμφοτέρων τῶν Ὑπουργῶν Δικαιοσύνης καὶ Συντονισμοῦ, ὅτι ἐφ’ ὅσον γίνῃ ἀντιληπτὸν ὅτι τοῦτο χρῄζει τροποποιήσεως, θὰ τὸ τροποποιήσωμεν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Δ. ΠΛΑΓΙΑΝΝΗΣ).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Νουλέλης ἔχει τὸν λόγον.
§71Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὅστις εἶπεν ὅτι, τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον ἔχει οἰκονομικοὺς κυρίως σκοποὺς καὶ ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀρτιότης αὐτοῦ ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης εἰς τὴν ὁποίαν μετέχω, ἐσκέφθην μαζὶ μὲ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, ἐὰν ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ νομοσχέδιον θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ τοὺς οἰκονομικοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτοῦ. Ἡ οἰκονομικὴ σκοπιμότης δὲν ἐπιτυγχάνεται, διότι ἐὰν ὁ ὀφειλέτης ἔχῃ περισσοτέρους δανειστάς, καὶ ἕνας ἐξ αὐτῶν ζητήσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν διαχείρισιν καὶ τὴν ἐπιτύχῃ, ὁ ἕτερος δανειστὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ μεταχειρισθῇ τὴν ἀναγκαστικὴν κατάσχεσιν καὶ οὕτω νὰ ματαιώσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν διαχείρισιν. Δὲν δύναται δὲ τὸ ἄρθρον 955 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακόν, διότι δυνάμει αὐτοῦ, δύναται νὰ δώσῃ ἀναβολήν, ἢ ἀναστολὴν ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ δι’ ὡρισμένους λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου. Ἐνῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι τὸ μέσον τῆς ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως εἰσάγεται ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ καὶ ὄχι ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου. Οὕτω δὲ καταλήγομεν εἰς ἀνακολουθίαν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι εἰς ἄλλα κράτη, ὅπως εἰς τὴν Γαλλίαν, Γερμανίαν καὶ Ἀμερικὴν ἐφηρμόσθη ἐπιτυχῶς ὁ θεσμὸς τῆς ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως, λησμονεῖ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐκεῖ ἰσχύουν διάφοροι πολιτικαὶ δικονομίαι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ὅμοιαι μὲ τὴν ἀπηρχαιωμένην ἰδικήν μας Πολιτικὴν Δικονομίαν. Οὕτω εἰς τὰ Κράτη ταῦτα μὲ ὡρισμένας παραλλαγὰς εἰς ἕκαστον, τὴν ἐκτέλεσιν δὲν τὴν ἀποφασίζει ὁ δανειστὴς ἀνεξελέγκτως, ἀλλ’ ἐκεῖ ὑπάρχουν γραφεῖα ἐκτελέσεως διευθυνόμενα ὑπὸ Δικαστοῦ καὶ ὁ δανειστὴς διὰ νὰ ἐκτελέσῃ θὰ ἀποταθῇ εἰς τὸ γραφεῖον ἐκτελέσεως καὶ ὁ Δικαστὴς θὰ κρίνῃ ἐὰν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἐπὶ τοῦ τάδε, ἢ τοῦ τάδε περιουσιακοῦ στοιχείου τοῦ ὀφειλέτου. Ἐνῷ μὲ τὴν ἰδικήν μας Πολιτικὴν Δικονομίαν, ὁ δανειστὴς μὲ τὸν δικαστικὸν κλητῆρα χωρὶς καμμίαν παρέμβασιν Δικαστοῦ, θὰ ἐκλέξῃ νὰ κατάσχῃ ἐκεῖνο τὸ περιουσιακὸν στοιχεῖον τοῦ ὀφειλέτου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκβιάσῃ τὸν ὀφειλέτην νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ἀξιώσεις του. Ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θεσπίζει τὴν ἀναγκαστικὴν διαχείρισιν ὡς τρίτον μέσον ἐκτελέσεως, πρέπει νὰ συναρμολογηθῇ καὶ νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Δικονομίας μας περὶ ἐκτελέσεως καὶ ὄχι πρὸς τὰς διατάξεις τὰς ἰσχυούσας ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ, αἱ ὁποῖαι εἶναι τελείως διάφοροι τῶν ἰδικῶν μας, αὐτὸ ἔπρεπε νὰ εἴχομεν ὑπ’ ὄψει. Ἡμεῖς κατ’ ἀρχὴν δεχόμεθα τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θέλομεν νὰ καταστῇ τοῦτο ἀπὸ τοῦδε ἄρτιον, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ ὁ οἰκονομικὸς αὐτοῦ σκοπὸς καὶ νὰ μὴ φέρωμεν τὸν ὀφειλέτην εἰς πολὺ δυσχερεστέραν κατάστασιν ἀπὸ ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο, ἄνευ τῆς θεσπίσεως τῆς ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως. Ἀκόμη πρέπει νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο: Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, ὅτι τὸ μέσον τῆς ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως εἰσάγεται ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ, διότι ἡ Πολιτική μας Δικονομία τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν τὴν δίδει εἰς τὸν δανειστὴν καὶ ὄχι εἰς τὸν ὀφειλέτην καὶ ὅτι ὁ ὀφειλέτης κατὰ τὴν Δικονομίαν μας, δὲν δύναται νὰ ἐπισπεύσῃ ἐναντίον του ἐκτέλεσιν. Τοῦτο εἶναι ἐν μέρει ἀληθές, διότι καὶ ὁ ὀφειλέτης δύναται νὰ ἐπισπεύσῃ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις μέτρα ἐκτελέσεως ἐναντίον του καὶ ὡς τοιαῦτα ἀναφέρω, τὸ ὅτι δύναται ὁ ὀφειλέτης νὰ δηλώσῃ στάσιν πληρωμῆς καὶ νὰ κηρυχθῇ εἰς πτώχευσιν, ὡς καὶ νὰ κάμῃ ἔκστασιν ὑπαρχόντων. Ὅταν λοιπὸν ὁ ὀφειλέτης ἔχῃ τὰ βαρύτερα ταῦτα δικαιώματα τῆς πτωχεύσεως καὶ ἐκστάσεως ὑπαρχόντων, τότε διατὶ νὰ μὴ τῷ ἐπιτρέψωμεν τὸ ἐλαφρότερον τῆς ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως; Ὅταν θὰ κρίνῃ οὗτος ὅτι περιῆλθεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐπιχείρησιν, νὰ δύναται νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸν Πρόεδρον διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου τούτου, καὶ ὁ Πρόεδρος νὰ κρίνῃ, ἐὰν θὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ἢ δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψῃ. Δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωτική. Ἑπομένως, ὅπως θὰ κρίνῃ διὰ τὸν αἰτοῦντα δανειστήν, νὰ κρίνῃ καὶ διὰ τὸν αἰτοῦντα ὀφειλέτην.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαννούσης ἔχει τὸν λόγον.
§73Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ ἤθελα τὸ ἑξῆς: Εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον, ὡς εἰσάγεται, ὁρίζεται ὅτι ἐπὶ χρηματικῶν χρεῶν δύναται νὰ γίνῃ ἐκτέλεσις· α) διὰ κατασχέσεως κινητῆς περιουσίας, β) δι’ ἀναγκαστικῆς διαχειρίσεως, τὴν ὁποίαν εἰσάγομεν τώρα, καὶ γ) διὰ προσωπικῆς κρατήσεως. Τὸ παλαιὸν ἄρθρον 878 τῆς Πολ. Δικονομίας ὥριζε διὰ προσωπικῆς κρατήσεως «κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένας περιπτώσεις». Διὰ τῆς ἀπαλείψεως τῆς φράσεως ταύτης, δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν παρανοήσεις.
§74Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἴμεθα σύμφωνοι, κ. συνάδελφε. Ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις τοῦ νόμου καὶ καθ’ ἃς περιπτώσεις ὁ νόμος ἐπιτρέπει τοῦτο. Δὲν τὸ προσέθεσα διότι τὸ θεωρῶ αὐτονόητον.
§75Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἀντιλαμβάνεσθε ὁποία τρομερὰ παρεξήγησις ἠμποροῦσε νὰ δημιουργηθῇ. Ἐγὼ θὰ τὸ παρενόουν.
§76Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μετὰ τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν ποὺ ἔκαμα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ δημιουργηθῇ καμμία παρανόησις.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν μὲ τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν καὶ κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀφορωσῶν τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν», ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου.
§80Σ. ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ. (Ὑφ. Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον δι’ ὀλίγα λεπτά.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Ὑπουργέ.
§82Σ. ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ (Ὑφ. Στρατιωτικῶν). Θὰ μὲ συγχωρήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ παρακαλέσω νὰ δεχθῇ μίαν διόρθωσιν ὅσον ἀφορᾷ τὰ ψηφισθέντα νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ μίαν συμπλήρωσιν. Ἡ διόρθωσις ἀφορᾷ τὸ ἑξῆς: Εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τὴν ἐδέχθην διὰ τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθ. 11. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§84Σ. ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ (Ὑφ. Στρατιωτικῶν). Ἡ δὲ συμπλήρωσις εἶναι μία τροπολογία ὁμοία, τὴν ὁποίαν θέτω εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11 νομοσχέδιον.
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13.
§87Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ θὰ τὸ συζητήσωμεν μεθαύριον.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἀναβάλλεται καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15: Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ Α. Ν. 453/45 «περὶ λήψεως μέτρων πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως» καὶ κυρώσεως Β. Δ/των παρατεινάντων τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ».
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον Ν.Δ. «περὶ παρατάσεως ἰσχύος τοῦ Α. Ν. 453/1945 «περὶ λήψεως μέτρων πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως», καὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων παρατεινάντων τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ». Μόνη συζήτησις, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν καταστραφέντων Ἀρχείων τῶν Δικαστικῶν Γραφείων τῆς Πόλεως Ζακύνθου».
§91Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἰς αὐτό, κ. Πρόεδρε, ἔχουν λάβει χώραν μερικὰ σφάλματα ἀντιγραφῆς. Σᾶς ἔδωσα ἓν καθαρὸν κείμενον.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν μὲ τὰς διορθώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς διωρθώθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν καταστραφέντων Ἀρχείων τῶν Δικαστικῶν Γραφείων τῆς Πόλεως Ζακύνθου». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1953–54 οἰκονομικὰ ἔτη (1948–49, 1950–51 καὶ 1952–53) πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου».
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὸ πρὸ τοῦ 1953–54 οἰκονομικὰ ἔτη (1948–49, 1950–51 καὶ 1952–53) πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1953–54 οἰκονομικὰ ἔτη (1947–48, 1948–49, 1949–50, 1950–51, 1951–52 καὶ 1952–53) πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων, εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου».
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1953–54 οἰκ. ἔτη (1947–48, 1948–49, 1949–50, 1950–51, 1951–52 καὶ 1952–53) πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων, εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐν Ἀργοστολίῳ Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης».
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐν Ἀργοστολίῳ Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης».
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑρμηνείας τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Α.Ν. 1422/ 50 κ.λ.π.».
§102Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ γίνῃ δεκτὸν μὲ τὴν τροπολογίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§103Χ. ΨΑΡΡΟΣ (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Μάλιστα, ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἑρμηνείας τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Α.Ν. 1422/1950 κ.λ.π.». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 8 μ.μ.)