1953.06.09
2,754 rows · 20,258 words · 161 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51η
Τρίτη 9 Ἰουνίου 1953
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.10′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ κ. κ. βουλευταὶ ὅπως καταλάβουν τὰς θέσεις των. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δι’ ἀποφάσεως ἡμῶν ἀντικατεστάθησαν ὡς μέλη ἐν ταῖς Κοινοβουλευτικαῖς Ἐπιτροπαῖς τῶν Ὑπουργείων: 1) Ἐθνικῆς Ἀμύνης οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σέργιος Γυαλίστρας καὶ Σπυρ. Γεωργούλης, λόγῳ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν ὡς Ὑφυπουργῶν διὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Περικλέους Κάβδα καὶ Χρήστου Ντινίδη. 2) Ἐσωτερικῶν ὁ βουλευτὴς κ. Σπυρ. Γεωργούλης διὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Μιχαὴλ Γεωργαντᾶ καὶ 3) Συγκοινωνιῶν ὁ βουλευτὴς κ. Σέργιος Γυαλίστρας διὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Δημ. Ἀλιπράντη. Ὁμοίως διὰ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεώς μας ὡρίσθησαν ὡς μέλη ἐν ταῖς Κοινοβουλευτικαῖς Ἐπιτροπαῖς τῶν Ὑπουργείων: 1) Γεωργίας ὁ βουλευτὴς κ. Ἀθανάσιος Ταλιαδοῦρος καὶ 2) Ἐργασίας ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Βοβολίνης πρὸς πλήρωσιν κενωθεισῶν θέσεων. Ὡσαύτως δι’ ἑτέρας ἀποφάσεως ἡμῶν ὡρίσθη προσωρινῶς ὡς μέλος ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὁ βουλευτὴς κ. Χρῆστος Εὐαγγελᾶτος, εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἀπουσιάζοντος λόγῳ ἀσθενείας βουλευτοῦ κ. Στεφ. Πρόκου καὶ μέχρις ἀναρρώσεως αὐτοῦ. Παρακαλεῖται ὁ γραμματεὺς κ. Α. Δερδεμέζης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κ.λ.π.
§2Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. (Γραμματεὺς) (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ Κερκύρας κ.κ. Σ. Θεοτόκης καὶ Γ. Λύχνος καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν Κερκύρας, ζητοῦντος τὴν παραμονὴν τῆς Σχολῆς Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν εἰς Κέρκυραν. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Δ. Θεοχαρίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ἀγραπιδιῶν Φλωρίνης ζητοῦντος κρατικοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, χορήγησιν ἱματισμοῦ, ὑποδήσεως καὶ ὁπλισμοῦ εἰς τὰ ὄργανα Ἀγροφυλακῆς, κατάργησιν τῆς φορολογίας τῶν ἀγροτῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ν. Ἀθανασίου καταθέτει ἀναφορὰν Ἐπιτροπῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν Ἡγουμενίτσης καὶ Μαργαριτίου, ζητούντων ἀναστολὴν εἰσπράξεως τῶν ἐπαγγελματικῶν δανείων, διαγραφὴν τῶν τόκων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σάμου κ. Μ. Κοτσώνης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Σάμου, ζητοῦντος καθορισμὸν ἑνιαίου ἐθνικοῦ τιμολογίου ρεύματος. Ὁ Δ. Νικολοδῆμος Ὑποστράτηγος ἐ.ἀ. κάτοικος Λαμίας, ζητεῖ ἀποκατάστασιν τῶν διὰ πολιτικοὺς λόγους ἀποταχθέντων ἀξιωματικῶν τοῦ πίνακος Βʹ κατὰ τὸ ἔτος 1923. Ἡ Ἕνωσις Γεωργικῶν Συν)σμῶν Κατερίνης, ζητεῖ τὴν καταβολὴν πρὶμ ἐκ τῶν διατεθέντων 15 δισεκατομμυρίων δραχμῶν καὶ εἰς τοὺς πωλήσαντας καπνὰ πρὸ τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῆς δραχμῆς. Οἱ βουλευταὶ Πειραιῶς κ.κ. Γ. Τζατζάνης καὶ Α. Βουλόδημος καὶ Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως κατοχικῶν ἀγοραστῶν καὶ πληγέντων τοῦ Α.Ν. 1323]49, ζητούσης ἀκύρωριν τοῦ Α.Ν. 1323]49. Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Λ. Βαμπούλης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, ζητοῦντος ἀναθεώρησιν τῆς ἐπιβληθείσης τιμῆς συγκεντρώσεως σίτου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Τριχωνίδος κ. Α. Παπαθανάσης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἰωάννου Παπαζαχαρίου κατοίκου Χούνης Τριχωνίδος, καταγγέλλοντος συγκεκριμένας παραβάσεις τῆς ὑπηρεσίας στεγάσεως Ἀγρινίου καὶ ζητοῦντος χορήγησιν χρημάτων καὶ ξυλείας πρὸς ἀνέγερσιν τῆς οἰκίας του. Ὁ βουλευτὴς Βερροίας κ. Ε. Πιπῖνος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Πυροπαθῶν Γιαννιτσῶν, ζητοῦντος τὴν μὴ τροποποίησιν τοῦ ΚΗʹ ψηφίσματος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀνεγειρομένων πυρποληθεισῶν οἰκιῶν, ἐκ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Παγκερκυραϊκῆς Ἑνώσεως, ζητούσης τὸν καθορισμὸν ἑνιαίου ἐθνικοῦ τιμολογίου ρεύματος διὰ τὴν Ἠπειρωτικὴν καὶ Νησιωτικὴν Ἑλλάδα. Ὁ βουλευτὴς Καρυστίας κ. Γ. Βογιατζῆς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἱστιαίας καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Βιτάλως Εὐβοίας, ζητούντων ἐπέκτασιν τοῦ δικτύου διανομῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος ἐκ τοῦ ἐργοστασίου Ἀλιβερίου, εἰς ὁλόκληρον τὴν περιοχὴν Β. Εὐβοίας καὶ Ἐπαρχίαν Ἱστιαίας. Ἀπαντήσεις διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν. I. Τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. Αʹ). Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Δημοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 23–3–53 ὑμετέρας ἐρωτήσεως καταχωρηθείσης ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 165 ἐν τῷ βιβλίῳ ἐρωτήσεων τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀφορώσης τὴν χορήγησιν ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας εἰς τὸν Νομὸν Πιερίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ὡς ἐγνώρισεν ἡμῖν ἡ Δημοσία Ἐπιχείρησις Ἠλεκτρισμοῦ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2028]ΔΣ τῆς 8ης Μαΐου ἐ.ἔ. ἐγγράφου αὐτῆς, κατὰ τὴν ἐκπόνησιν τῆς ἀρχικῆς ἐκθέσεως τῆς ΕΜΠΑΣΚΟ ἐγένετο μελέτη τοῦ φορτίου τῆς πόλεως Κατερίνης, λόγῳ ὅμως τῆς ἀποστάσεως τῆς πόλεως ταύτης ἀπὸ τῶν σταθμῶν παραγωγῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας, ἐθεωρήθη ἀντιοικονομικὴ ἡ τροφοδότησις δι’ ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας τῆς Κατερίνης, τῆς πόλεως Αἰγινίου καὶ τῶν ἄλλων τῆς περιοχῆς ταύτης χωρίων, ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ δικτύου. Ἐπέκτασις ἐξηλεκτρισμοῦ καὶ εἰς τὴν περιοχὴν ταύτην δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ διὰ τοῦ συστήματος διανομῆς μὲ τάσιν 15.000V, ἀλλὰ θ’ ἀπῄτει λόγῳ τῆς μεγάλης ἀποστάσεως τὴν ἐγκατάστασιν γραμμῆς μεταφορᾶς 150.000 V. Ἡ ἀπαιτουμένη ὅμως δαπάνη διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοιαύτης γραμμῆς, θὰ ἦτο ἐν προκειμένῳ ἄκρως δυσανάλογος ἀνεξαρτήτως τῆς μὴ ὑπάρξεως διαθεσίμων πρὸς τοῦτο κεφαλαίων τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἀθῆναι τῇ 2 Ἰουνίου 1953
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
Β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Λαντζούνη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 17–3–53 ὑμετέρας ἐρωτήσεως, καταχωρηθείσης ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 151 εἰς τὸ βιβλίον ἐρωτήσεων τῆς Βουλῆς καὶ ἀφορώσης τὴν χορήγησιν ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας εἰς τὰς περιφερείας τῶν τέως Δήμων Οἰχαλίας καὶ Ἀνδανίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα. Ὡς ἐγνώρισεν ἡμῖν ἡ Δημοσία Ἐπιχείρησις Ἠλεκτρισμοῦ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2026]ΔΣ τῆς 8ης Μαΐου ἐ.ἔ. ἐγγράφου αὐτῆς, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν περιοχῶν Μελιγαλᾶ, Διαβολιτσίου, Πεταλιδίου, Κορώνης καὶ τῶν τέως Δήμων Οἰχαλίας καὶ Ἀνδανείας ἀπαιτεῖται ἡ ἐγκατάστασις ἐκτεταμένου δικτύου μεταφορᾶς καὶ διανομῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας δεδομένου, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῶν 30.000 κατοίκων τῶν περιοχῶν τούτων εἶναι διασκορπισμένος ἐπὶ πολὺ εὐρείας ἐκτάσεως. Ὡς ἐκ τούτου ἡ ἐγκατάστασις τοιούτου δικτύου πρὸς ἐξυπηρέτησιν αὐτῶν θὰ ἦτο πολὺ δαπανηρά, ἀνεξαρτήτως δὲ τούτου δὲν ὑφίστανται ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ διαθέσιμα κεφάλαια. Ἀθῆναι τῇ 2 Ἰουνίου 1953
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
Γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Καρατζένη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑμετέρας ἐρωτήσεως καταχωρηθείσης ὑπ’ ἀριθ. 157 εἰς τὸ βιβλίον ἐρωτήσεων τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, σχετικῶς μὲ τὴν ἔναρξιν κατασκευῆς τῶν δικτύων διανομῆς τῆς ὑπὸ τοῦ ὑδροηλεκτρικοῦ ἐργοστασίου Λούρου παραχθησομένης ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2214]ΔΣ τῆς 22 Μαΐου ἐ.ἔ. ἐγγράφου αὐτῆς ἡ ΔΕΗ ἀναφέρει ἡμῖν, ὅτι ἡ προπαρασκευαστικὴ μελέτη τῆς διαδρομῆς τοῦ δικτύου τῶν 15.000 ΒΟΛΤ τοῦ τροφοδοτηθησομένου ἐκ τοῦ ὑδροηλεκτρικοῦ ἐργοστασίου Λούρου, ἔχει ἤδη καταρτισθῆ. Ἡ παραγγελία ὅμως τοῦ ἀναγκαιοῦντος πρὸς τοῦτο ὑλικοῦ ἐγένετο μόλις προσφάτως, λόγῳ τῆς βραδύτητος ἐγκρίσεως τῶν ἀνοιγμάτων τῶν σχετικῶν πιστώσεων ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ καὶ τοῦ Ὀργανισμοῦ Κοινῆς Ἀσφαλείας. Ὡς ἐκ τούτου προβλέπεται, ὅτι ἡ κατασκευὴ τῶν γραμμῶν μεταφορᾶς καὶ διανομῆς τῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας ὑπὸ τάσιν 15.000W θέλει ἀρχίσει τὸν προσεχῆ Νοέμβριον, ὁπότε προβλέπεται νὰ παραληφθῇ τὸ παραγγελθὲν ἤδη ὑλικόν. Πάντως ἡ ἀποπεράτωσις τῶν γραμμῶν τούτων θέλει συντελεσθῆ, πρὸ τῆς ἐνάρξεως λειτουργίας τοῦ ἐργοστασίου ἥτις ἔχει προγραμματισθῆ διὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1954.
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Μητσοτάκη. Κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4548]2118 τῆς 27–5–53 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ καταχωρηθεῖσα ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 227 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Μητσοτάκη ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν τὰς συνημμένας καταστάσεις, εἰς ἃς περιλαμβάνονται τὰ διὰ τῆς ὡς ἄνω ἐρωτήσεως αἰτούμενα στοιχεῖα, ὡς ἀκολούθως: 1. Ὑπ’ ἀριθ. 1 κατάστασις ἐμφαίνουσα ἁπάσας τὰς πληρωμὰς ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος τὰς ἐγκριθείσας ὑπὸ τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ μῆνα Μάρτιον καὶ ἀπὸ 1–9 Ἀπριλίου 1953, κατὰ κατηγορίας καὶ χώρας, μέσῳ κλήριγκ καὶ ἐλευθέρου συναλλάγματος (τὰ ποσὰ εἶναι ἐκπεφρασμένα εἰς δολλάρια). 2. Ὑπ’ ἀριθ. 2 κατάστασις ἐμφαίνουσα τὴν ἀγορὰν ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἀπὸ 11ης Ἀπριλίου ἕως 28 Μαΐου 1953, ἡμέραν πρὸς ἡμέραν, κεχωρισμένως κατὰ τὰ ποσὰ τὰ ἀντιπροσωπεύοντα ξένα τραπεζογραμμάτια καὶ τραπεζιτικὰς ἐπιταγάς. 3. Ὑπ’ ἀριθ. 3 κατάστασις ἐμφαίνουσα τὰς πιστώσεις ἐκ διαθεσίμων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ 1–9 Ἀπριλίου κατὰ κατηγορίας πιστώσεων. 4. Ὑπ’ ἀριθ. 4 κατάστασις ἐμφαίνουσα τὰς χορηγηθείσας πιστώσεις κατὰ μῆνα Μάρτιον καὶ ἀπὸ 1–9 Ἀπριλίου ἐ.ἔ. κατὰ Τραπέζας. 5. Ὑπ’ ἀριθ. 5 κατάστασις ἐμφαίνουσα τὰς εἰσπράξεις ἐκ χορηγήσεων διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ 10–25 Ἀπριλίου 1953. 6. Τέλος ἐπισυνάπτεται κατάστασις ἀναλυτικὴ τῶν 4 καὶ 5 τοιούτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Ἰουνίου 1953
Ὁ Ὑπουργὸς
Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ
Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μόδης καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ δημευθεισῶν ἀναιτίως ἢ καταληφθεισῶν περιουσιῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ράλλης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῶν ὀργανικῶν θέσεων τῶν μονίμων ἀξιωματικῶν τῆς Β. Ἀεροπορίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Διγενόπουλος, Σ. Πολυζωγόπουλος, Γ. Βασιλᾶτος, Π. Σταυρόπουλος, Α. Γεροκωστόπουλος, Γ. Στεφανόπουλος, Σ. Τζουβάρας, Δ. Δόκος, Δ. Γρίβας κ.ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν, ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ προσόντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Λύχνος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Κ.Ν. 4971/31 «περὶ Ὀργανισμοῦ τοῦ Σώματος Ἀστυνομίας Πόλεων» καὶ ρυθμίσεως τῆς θέσεως τῶν ὑπεραρίθμων ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Διγενόπουλος, Η. Ἀναστασόπουλος, Σ. Πολυζωγόπουλος καὶ Δ. Δαβάκης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ὀδοντιατρικοῦ Τμήματος τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἐνόμισα καθῆκον μου νὰ ἐνημερώσω τὸ Σῶμα περὶ τῆς σημερινῆς ἀπεργίας. Τὸ ἀποτέλεσμα ταύτης δύναται νὰ συνοψισθῇ εἰς τὰς πέντε λέξεις: Ἡ ἀποτυχία της ὑπῆρξε πλήρης. (Χειροκροτήματα). Ὁ ἐργαζόμενος λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐπροτίμησε νὰ συνεχίσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του πρὸς τὸν Ἀρχιστράτηγον Παπάγον καὶ νὰ ἐκδηλώσῃ ἐν ταὐτῷ τὴν ἀπεριόριστον δυσπιστίαν του, πρὸς τὴν σημερινὴν ἡγεσίαν τοῦ συνδικαλισμοῦ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνεχίζει πράγματι καὶ διὰ τοῦ σημερινοῦ παραδείγματος, παρέχων τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Στρατάρχου, ἐνῷ ἡ συνδικαλιστικὴ ἡγεσία δὲν δύναται πλέον νὰ εἴπῃ τοῦτο καὶ ἐννοῶ τὴν ἡγεσίαν τῆς ΓΣΕΕ. Εἶναι ἐξαιρέτως ἐνδιαφέρον, ἀξιότιμοι κύριοι, νὰ κατατοπισθῆτε περὶ μερικῶν λεπτομερειῶν. Δὲν εἶναι τὸ θέμα κομματικόν. Εἶναι ἐθνικόν. Διότι νομίζω, ὅτι οἱ ἀγῶνες πρέπει κάπου νὰ σταματοῦν καὶ τὰ ἐθνικὰ πλαίσια δὲν πρέπει νὰ διασπῶνται ἐκεῖ ὅπου πρέπει, ὡς καθῆκον ἐθνικόν, νὰ μὴ διασπῶνται. Ἔκαμα μίαν δήλωσιν, ὅτι ἡ ἀπεργία αὐτὴ εἶχεν ἐλατήρια πολιτικὰ καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ἀποδείξω. Ποῖα εἶναι τὰ προβληθέντα ἐπιχειρήματα ἢ αἰτήματα διὰ τὴν ἀπεργίαν τὴν συγκεκριμένην; Ἀπὸ τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς ΓΣΕΕ, μία σειρὰ πρωτοφανῶν ψευδολογιῶν ἐξαπελύθη μεταξὺ τῶν ἐργαζομένων, πρὸς παραπλάνησίν των. Ἀλλά, ἂς ἀρχίσωμεν τὴν ἱστορίαν.
§5Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τὸ ὅτι πεινάει ὁ ἐργαζόμενος λαὸς εἶναι ψέμμα;
§6Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ὄχι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ διακοπὴ διὰ τὴν συζήτησιν. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι, ἐγὼ ἐκθέτω ἕνα ἱστορικὸν καὶ ἐπαφίεμαι εἰς τὸν καλῆς πίστεως συζητητὴν νὰ ἀνεύρῃ μόνος του τὰ συμπεράσματά του. Ὅλοι σας ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἀναπροσαρμογὴ ἐγένετο τὴν 9ην Ἀπριλίου. Ἑπομένως, αἴτημα ἀναπροσαρμογῆς ἀνέκυπτε, μετὰ τὴν ἡμερομηνίαν. Τοῦτο ἄλλως τε τὸ ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας. Καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς διδομένας εὐκαιρίας εἴπομεν ὅτι, ὄντως, ὑφίσταται θέμα ἀναπροσαρμογῆς. Οὔτε ἦτο δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι. Καὶ εἴπομεν ὅτι ἀναμένομεν τὴν διαμόρφωσιν τοῦ τιμαρίθμου, διὰ νὰ ἔλθωμεν, ὡς Κυβέρνησις, διὰ τῆς ἀποφάσεώς μας, νὰ τὸ λύσωμεν.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἕως τότε;
§8Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Λέγω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὴν 9ην Ἀπριλίου ἐγένετο ἡ ἀναπροσαρμογή. Ἀλλ’ ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα γραπτὸν κείμενον ὅτι ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία ἠθέλησε νὰ κινητοποιήσῃ τὴν ἐργατοϋπαλληλικὴν τάξιν πρὸ τῆς ἀναπροσαρμογῆς. Ὑπάρχει, κύριοι, τὸ ἔγγραφον, τὸ τοιχοκολλημένον, τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ὑπὸ ἡμερομηνίαν 18 Μαρτίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐπὶ λέξει: «Ὁ κ. Γενικὸς Γραμματεὺς μᾶς ἐκάλεσε καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν συμφωνεῖ διὰ τὴν κινητοποίησιν μετὰ τοῦ ΟΤΕ, ἀλλ’ ὅτι ἑτοιμάζει εὐρύτατον πανελλαδικὸν ἀπεργιακὸν κίνημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦδε νὰ προπαρασκευασθῶμεν». Αὐτὰ ἀναφέρονται εἰς ἀνακοίνωσιν ἐπίσημον τοῦ Συλλόγου τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἐπαναλαμβάνων, τοιχοκολληθεῖσαν τὴν 18ην Μαρτίου. Ὥστε θέμα ἀναπροσαρμογῆς δὲν εἴχομεν τότε. Πέραν τούτου εἶναι γνωστόν, καὶ εἰς τὸν κοινὸν ἄνθρωπον καὶ περισσότερον εἰς μίαν ὑπεύθυνον ἡγεσίαν, ὅτι τὰ ζητήματα τῆς ἀναπροσαρμογῆς δὲν εἶναι δυνατόν, φύσει, νὰ ρυθμισθοῦν τὴν ἑπομένην, ἀλλὰ χρειάζεται κάποια πίστωσις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τοιαύτην πίστωσιν ἡ ἰδία ἡγεσία παρέσχεν, ἐπανειλημμένως. Ἡ ἐλαχίστη ἦτο δύο μηνῶν καὶ τετραμήνους καὶ ἑξαμήνους καὶ οὐδέποτε ἐσκέφθη, κατὰ τὸ παρελθόν, νὰ κινητοποιήσῃ δι’ ἀπεργίαν τοὺς ἐργάτας, ἐντὸς τόσον βραχυτάτου διαστήματος. Λέγω λοιπόν, θέματα ἀναπροσαρμογῆς μισθῶν ὑπῆρξαν καὶ εἰς τὸ παρελθόν, τὶ συνέβη λοιπόν; Τὴν Δευτέραν τὸ ἑσπέρας κατετέθη τὸ νομοσχέδιον τῶν Τραπεζιτικῶν παρὰ τοῦ ἔχοντος τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς. Ἀλλὰ τὸ Σάββατον ἑσπέρας ἀφίκετο εἰς Ἑλλάδα ἐξ Ἀμερικῆς, ὁ κ, Γενικὸς Γραμματεύς, δηλαδὴ τὴν 30ην Μαΐου καὶ εἶχε διαταχθῆ ἡ σύγκλησις τῆς Διοικήσεως τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας διὰ τὴν Δευτέραν 9ην Ἰουνίου, ὥραν 9ην πρωϊνὴν μὲ θέμα, γενικὴν ἀπεργίαν.
§9Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὰ πολιτικὰ ἐλατήρια ἐλειτούργησαν ἐν Ἀμερικῇ;
§10Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Πότε ταῦτα ἀκριβῶς ἐξεκίνησαν, εἶναι φυσικὰ ἄλλοι ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ νὰ γνωρίζουσιν. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω τὰς ἀκριβεῖς ἡμερομηνίας τῆς ἐνάρξεως τῶν πολιτικῶν ἐλατηρίων.
§11Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐχρησιμοποιήσαμεν τὴν πληροφορίαν πού μᾶς ἐδώσατε καὶ τὴν ἐπισημαίνομεν. Θὰ ὁμιλήσωμεν ἀργότερον.
§12Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Εἴδατε, πόσον ἐνοχλεῖσθε ἀπὸ τὰς διακοπάς, κύριε Συναρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων καὶ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω.
§13Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἀνήκετε εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἀνησυχοῦν ἀπὸ τὰς διακοπάς.
§14Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ναί, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐκθέσω εἰς τὸ Σῶμα τὰς ἡμερομηνίας, διὰ νὰ τὰς ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἔχω τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀποδείξω ἐγγράφως ὅσα λέγω. Ἄλλωστε εἶναι γεγονότα πασίγνωστα. Ἐνῷ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον κατετέθη εἰς ὑμᾶς τὴν ἑσπέραν τῆς 1ης Ἰουνίου, ἐπαναλαμβάνω ὅτι αἱ προσκλήσεις πρὸς γενικὴν ἀπεργίαν εἶχον ἀπευθυνθῆ ἀπὸ τὴν προηγουμένην τετάρτην διὰ τὴν πρωΐαν τῆς 1ης Ἰουνίου. Ἀλλ’ ἐγὼ κατέθεσα τὸ νομοσχέδιον αὐτό, φυσικὰ ἐν γνώσει ὅλων αὐτῶν τῶν κινήσεων. Καὶ ἐξαπελύθη, κύριοι συνάδελφοι, μία πρωτοφανής, βορβορώδης, δύναμαι νὰ εἴπω, συκοφαντία διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Καὶ τὶ δὲν ἐλέχθη. Ἔχω τὰ κείμενα. Ὅτι, δῆθεν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταργοῦνται ὅλα τὰ Ταμεῖα. Ὅτι καταργῶ τὸν Νόμον 2112. Αὐτὰ δὲ ἐξ ἐπισήμων ἀνακοινωθέντων τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας. Ἐδημιουργήθη λοιπόν, διὰ πρωτοφανῶν μεθόδων κατασυκοφαντήσεως τὰ ὁποῖα μόνον εἰς τὸ Κομμουνιστικὸν κόμμα εὑρίσκει τις, αὐτὸς ὁ σάλος περὶ ἓν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ 7ον, τὸ ἁγιώτερον, τὸ ὡραιότερον, τὸ φιλεργατικώτερον. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ὅταν συνέτασσα τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀνέμενον ἀντίδρασιν, ἀλλὰ τὴν ἀντίδρασιν ἀνέμενον ἀπὸ τοὺς ἐργοδότας καὶ εἶχον εἴπει καὶ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν ἐκτάτων ὑπαλλήλων, ὅτι εἶναι ἕνα δύσκολον πρᾶγμα. Διότι, κύριοι, γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι εἰς ὅλας τὰς ἐπιχειρήσεις, ὑπάρχει καὶ ἔκτακτον προσωπικὸν ἀπὸ δεκαετίαν ἢ 15ετίαν, καὶ ἐνόμισα, ἐν τῇ φιλεργατικῇ μου πίστει, ὅτι ἔπρεπε νὰ βοηθήσω τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, εἰς τὴν τακτοποίησίν των τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἔτη ἀναμένουν. Ἀνέμενον ὡς φυσικὴν ἀντίδρασιν, τὴν ἀντίδρασιν τῶν ἐργοδοτῶν ἢ τῶν ἐπιχειρήσεων, Ποτέ, ὅμως, τὴν ἀντίδρασιν τῶν προσώπων τῶν ἐργαζομένων. Εἶναι τόσον σαφές, κύριοι, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀνεξαρτήτως ἐὰν τὸ ὀνομάζω Ἐπιτροπὴν Οἰκονομιῶν. Διότι τὶ λέγει τὸ ἄρθρον αὐτὸ κύριοι: «Ἁρμοδιότης τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης εἶναι ἡ σύνταξις τοῦ Ὀργανισμοῦ κτλ». Τὸ διακαὲς τοῦτο αἴτημα τῶν ἐκτάκτων ὅλων τῶν ὀργανισμῶν ὁ καθορισμὸς δηλαδή, θέσεων μισθῶν κλπ. Ἔγινε μιὰ δημαγωγικὴ διαστροφὴ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὥστε νομίζω ὅτι δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ ἐπιμείνω, ἀφοῦ ὡς εἶπον εἰς αὐτοὺς ἐπρόκειτο περὶ αἰτήματος ἰδικοῦ των, τὸ ὁποῖον τώρα ἀπαρνοῦνται διὰ νὰ κατασυκοφαντήσουν τὸ νομοσχέδιον. Ἐδήλωσα, λοιπόν, εὐθὺς ἀμέσως, ὅτι δέχομαι νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 7. Ἡ ἰδία καταδημαγώγησις, ἐγένετο καὶ διὰ τὸ ἄρθρον 8. Τί εἶναι τὸ ἄρθρον 8, κύριοι; Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀφορᾷ δύο–τρία ταμεῖα—ὑπευθύνως τὸ λέγω τοῦτο, εἰς τὴν (Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν). Εἶναι περίεργος αὐτὸς ὁ θεσμὸς τῶν ἀσφαλίσεων καί, ὑποθέτω ὅτι εἶναι κοινὴ συνείδησις τοῦ Ἔθνους, ὅτι πρέπει κἄποτε τὸ θέμα τοῦτο νὰ τακτοποιηθῇ. Ἡ μὴ τακτοποίησις τοῦ θέματος κύριοι, δὲν ὠφελεῖ οὔτε τοὺς ἐργοδότας, οὔτε τοὺς ἐργάτας, ἀλλὰ οὔτε τὸ ἔθνος, Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἔχει ἀντίρρησιν περὶ τούτου. Τὶ συμβαίνει ὅμως ἐν προκειμένῳ; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς, πλὴν τοῦ ἄρθρου 7 τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Αὕτη εἶχε ἕνα ταμεῖον περίεργον. Τὶ λέγω; ἔχει, ὄχι ἕν, ἀλλὰ πολλὰ ἄλλα. Διατὶ λοιπὸν ἔβαλα τὴν διάταξιν ταύτην. Ἔχει ἕνα πρωτοδικειακῆς ἀναγνωρίσεως ἢ συμβατικῆς, ἓν εἶδος σωματείου, ἕνα ταμεῖον αὐτασφαλίσεως. Καί, ἕως ἐδῶ, τὰ πράγματα οὐδένα ἔχουν λόγον νὰ ἀνησυχῶμεν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς, κύριοι, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καλεῖται ἑκάστοτε, διὰ ἑκατοντάδων δισεκατομμυρίων, νὰ ἐνισχύῃ τὸ ταμεῖον τοῦτο, νομίζω ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας νὰ ἔχῃ στοιχειώδη, τοὐλάχιστον ἐποπτείαν, ὅπως δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας κάμει. Διατὶ οἱ κύριοι αὐτοὶ θὰ ἀποτελέσουν ἐξαίρεσιν τῶν ἄλλων Ἑλλήνων; Ποῦ εἶναι αἱ περίφημοι ἀρχαὶ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης, διὰ τὰς ὁποίας κόπτονται εἰς τὰ ἀνακοινωθέντα των, ὅταν τοιοῦτον προνόμιον, τόσον ἐπαχθές, διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καταβάλλεται προσπάθεια νὰ διατηρηθῇ μακρὰν τοῦ ἐλέγχου ὑπὸ τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Διότι ὑμεῖς εἶσθε οἱ ἐκπρόσωποι αὐτοῦ. Πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ συνεχισθῇ τὸ χρῆμα αὐτὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον φαίνεται, τυπικῶς, πῶς εἶναι τῆς τραπέζης, ἀλλά, οὐσιαστικῶς ἀνήκει εἰς τοὺς ἐργαζομένους, πῶς εἶναι, λέγω, δυνατὸν τὸ χρῆμα αὐτό, τόσον ἀκόπως καὶ τόσον ἀνευθύνως, νὰ δίδεται εἰς τὰ ταμεῖα αὐτά; Κάμνω τὴν διάκρισιν αὐτήν, κύριοι, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀσφαλίσεως τῶν μελῶν–μετόχων τοῦ ταμείου ἐξ ἰδίων πόρων οὐδέποτε θὰ ἀνεμιγνυόμην. Ἀλλά, κύριοι πέστε μου, σᾶς παρακαλῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ ταμείου τούτου νὰ δίδεται τὸ λεγόμενον ἐφ’ ἅπαξ, εἰς τὸν κλητῆρα Γʹ τάξεως, τὸν ἐξερχόμενον, ἐξ 67.000.000 καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου μὲ 35 ἔτη ὑπηρεσίας νὰ δίδωνται 50.000.000; Εἶναι γενικὴ κοινωνικὴ πολιτικὴ αὐτή, κύριοι; Εἶναι Κράτος, αὐτὸ τὸ ὁποῖον μένει ἀσυγκίνητον, πρὸ τῆς ἀνατροπῆς αὐτῆς τῆς κοινωνικῆς ἱεραρχίας; Πρέπει τὴν κατάστασιν αὐτὴν τυφλώττοντες καὶ ἡμεῖς νὰ συνεχίσωμεν; Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐγώ, τοὐλάχιστον, ὡς ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, γνωρίζων ταῦτα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ ρυθμίσω. Καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου 8. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 8 περιελάμβανε καὶ τὰς ἄλλας Τραπέζας, τὴν Ἀγροτικὴν καὶ τῆς Ἑλλάδος, ὡς ὤφειλεν. Ἀλλά, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν κανένα ἰδιαίτερον λόγον νὰ πᾶμε καὶ ἀλλοῦ, περιοριζόμεθα. Δὲν τὸ θέλετε; Καὶ αὐτὸ τὸ διαγράφω. Ἀλλὰ πάντως εἶναι ὀρθόν. Θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ κάμω μίαν δήλωσιν ὅτι δὲν ἀφορᾷ τὰς ἄλλας Τραπέζας καὶ ὅτι περιορίζεται εἰς τὴν Ἐθνικήν. Ἀλλά, ἐπειδὴ γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει κοινὸν ταμεῖον Ἐθνικῆς καὶ Ἐκδοτικῆς ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ μία ρύθμισις τῆς αἰτήσεως τῶν ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ποῦ ἦτο λοιπὸν τὸ κακὸν τῆς ὑποθέσεως; Κύριοι συνάδελφοι, ἂς ἐλέγξωμεν καὶ πάλιν τὰς χρονολογίας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως κατετέθη τὴν ἑσπέραν τῆς 1ης Ἰουνίου, ὅταν τὸ συμβούλιον τῆς ΓΣΕΕ εἶχεν ὁρισθῆ τὴν 9ην πρωϊνὴν τῆς 1ης Ἰουνίου μὲ θέμα τὴν κινητοποίησιν διὰ γενικὴν ἀπεργίαν. Ἐδῶ λοιπὸν ἐπεδιώκετο σκοπός τις ἄλλος, ξένος καὶ πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἐπιδιώκων πολιτικήν τινα, δὲν γνωρίζω ποίου εἴδους πολιτικήν, ἀλλὰ ἀνεξάρτητον πρὸς τὰ αἰτήματα τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἐργαζομένων διὰ τὰ ὁποῖα λέγω συνεφωνήσαμεν. Δὲν λέγω μόνον τοῦτο κύριοι, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ μαρτυρίαι. Ὁ κ. γενικὸς γραμματεὺς τῆς ΓΣΕΕ, ἐδήλωσεν εἰς τὸ ἀεροδρόμιον τῆς Ρώμης τὰ ἑξῆς: «Γυρίζω ὀπίσω διὰ νὰ ἀνατρέψω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ θὰ τὴν ἀνατρέψω». Αὐτά, κύριοι, ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ἐπίμαχον θέμα τὸ Τραπεζιτικόν, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ συζητήσετε; Ἐγὼ τὸ κατέθεσα. Κατὰ καθῆκον ἐγὼ ἔκαμα μίαν σύντομον εἰσήγησιν αὐτοῦ. Παρεπέμφθη κατὰ τὰ εἰωθότα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐπηνέχθησαν, βεβαίως, αἱ τροπολογίαι, θὰ ἴδωμεν ποίας θὰ ἀποδεχθῶμεν καὶ ἀνεμένετο ἡ σχετικὴ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, διότι νομίζω, ὅτι Δημοκρατία εἶναι ἡ Συμπολίτευσις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀπὸ κοινοῦ πρέπει νὰ συζητοῦν ὅλα τὰ θέματα. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὰ χθεσινὰ γεγονότα, κύριοι, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράζω. Θὰ ἐκπλαγῆτε, κύριοι, ἀπὸ τὴν κακοπιστίαν, ἀπὸ τὰ συμβάντα καὶ προβάλλει ἓν θέμα ὅπερ δὲν εἶναι θέμα μόνον τῶν ἐργαζομένων, ἀλλὰ εἶναι γενικὸν ἐθνικόν. Χθὲς τὸ πρωΐ, λέγω πρὸς τὸν ἐργαζόμενον λαόν: Ἐπῆλθε πλήρης συμφωνία, κύριοι, ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν κρισίμων. Ἔχω ἐδῶ τὰ κείμενα. Δηλαδή, εἰς τὸ Τραπεζιτικὸν καὶ εἰς τὸ περὶ ἀναπροσαρμογῆς. Καὶ ἄλλοτε καὶ πολλάκις ὁ κ. γενικὸς γραμματεὺς τῆς ΓΣΕΕ, εἶχε παράσχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κέντρου καὶ δίμηνον καὶ τρίμηνον καὶ ἑξάμηνον καὶ αἰωνίαν προθεσμίαν καὶ θὰ ἐνθυμῆται ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος ἀπευθυνόμενος κάποτε πρὸς τοὺς δημ. ὑπαλλήλους, τότε, εἶπε: «Βλέπετε τὸ παράδειγμα τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἔδωσαν τοιαύτην προθεσμίαν. Ἡμεῖς οὔτε δύο μῆνας δὲν ἐφθάσαμεν καὶ ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν εἶχεν ἐπιστρέψει ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀπὸ τὸ ταξίδι του, εἰς τὸ ὁποῖον τὸν εἶχε συνοδεύσει ὁ κ. Μακρῆς καὶ ἀντιμετωπίσαμεν τὴν ἀπειλὴν ἢ ἀπειλάς, ἦτο δυνατόν, κύριοι, τὴν 7)6 νὰ δώσωμεν ἡμεῖς ἀναπροσαρμογὴν ἐλλείποντος τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ; Ὄχι. Ἀλλὰ συνεπῶς ἦσαν πραγματικῶς τὰ αἴτια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν εἰς τὸ Ἀεροδρόμιον τῆς Ρώμης. Ἔλεγα, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ἀνακῦψαν θέμα εἶναι μέγιστον, διότι συνεφωνήσαμεν καὶ ἐφθάσαμεν, κύριοι εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἀνακοινωθέντος. Ἐπὶ τοῦ πρώτου συνεφωνήθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἀποσυρθῇ, θὰ ψηφισθῇ (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐν συνεχείᾳ εἴπαμεν, ἀφοῦ μελετηθῇ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ καὶ νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχῃ ἔδαφος εὐλόγων τροπολογιῶν, νὰ τὰς ἀποδεχθῶμεν. Ἐδέχθησαν, κύριοι, καὶ τὴν διατύπωσιν τὴν ἄλλην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μέχρι τέλους Ἰουνίου—ἐνωρίτερον τῶν ἄλλων προθεσμιῶν ποὺ ἔτασσε καὶ δὲν ἐνδιεφέρετο ὁ κ. Μακρῆς εἰς τὰς ἄλλας Κυβερνήσεις—ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξήγγειλε τὴν ἀναπροσαρμογὴν τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων καὶ συνεφωνήθη, κύριοι, καὶ τὸ ποσοστόν της. Παραδόξως—καὶ τοῦτο ἀφορᾷ ὅλους τοὺς Ἕλληνας—διεφώνησεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἀνακοινωθέντος ὄχι ἐπὶ τῶν αἰτημάτων πάντως καὶ προσέβαλε τὴν ἀξίωσιν νὰ γράψῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἀνακοινωθέν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Μακρῆ θὰ ἀποφασίσουν τὸ τραπεζιτικόν. Αὐτό, ὅμως, κύριοι, ἦτο πολὺ θρασὺ καὶ ἀπαράδεκτον ἀπολύτως. (Χειροκροτήματα). Καὶ εἴπομεν προτιμῶμεν νὰ πέσωμεν, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑποπέσωμεν εἰς τὸ λάθος τοῦτο, νὰ ὑπάρξουν δηλαδὴ ἀνεύθυνοι κυβερνῆται. (Χειροκροτήματα). Τὸ θέμα εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησαν, κύριοι, κακοπίστως ἢ δι’ ἄλλους σκοποὺς καὶ ἔχω τὰ κείμενα ἐδῶ διὰ νὰ ἀποδείξω ταῦτα εἰς πάντα ἀμφιβάλλοντα. Ὅσην ἀγάπην καὶ στοργὴν καὶ ἂν ἔχωμεν πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἐργάτας θὰ ἀποδείξωμεν τὰ αἰσθήματά μας ἐμπράκτως ὅπως τὸ ἀπεδείξαμεν εἰς τοὺς ἀρτεργάτας, εἰς τοὺς συνταξιούχους, εἰς τοὺς καπνεργάτας καὶ τόσους ἄλλους, ἦτο θέμα Δημοκρατίας ἡ προβολὴ τοιαύτης ἀξιώσεως, διότι ὄντως, κατ’ ἐμὲ σήμερον ἀσχολούμενον περὶ τὰ θέματα αὐτά, τὸ θέμα τῆς Δημοκρατίας δηλαδὴ τῆς ἐπιβιώσεώς της—καὶ λέγω τοῦτο διὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, ἀλλὰ εἶναι πεποίθησίς μου ἐκ τῆς πείρας τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισα τὰ τελευταῖα ἔτη—ὅτι ἡ ἐπιβίωσις τῆς Δημοκρατίας ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πάλης τῆς ὑγιοῦς Δημοκρατίας ἀπὸ τὸν διεφθαρμένον, ὅπου εἶναι διεφθαρμένος συνδικαλισμόν. Ἐὰν ἡ Δημοκρατία δὲν κατορθώσῃ νὰ δημιουργήσῃ τὸν ἀναγκαῖον ἁγνὸν συνδικαλισμόν, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν διάρθρωσιν τῆς Δημοκρατίας καὶ θεωρῶ, τὸν συνδικαλισμὸν ὡς χρήσιμον καὶ ὠφέλιμον διὰ τοὺς ἐργάτας, ἀπαραίτητον δύναμαι νὰ εἴπω, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δίκαια τῶν ἐργατῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ κοινωνικοῦ ἰσοζυγίου, ἀπὸ τὴν πάλην αὐτήν, ἀπὸ τὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν ὁμάδων καὶ τῶν κοινωνικῶν τάξεων. Ἀλλ’ ἐδῶ εἶναι τὸ κρίσιμον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ πάντα Ἕλληνα. Ἐὰν οἱ ἀνεύθυνοι κατορθώσουν νὰ καταργήσουν τὸ ὑπεύθυνον τῶν Κυβερνήσεων, καταργοῦν τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον καὶ καταλύουν τὸ Πολίτευμα. Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν εἶναι δημοκρατικὸν τὸ καθεστὼς εἶναι καθεστὼς φασιστικὸν καὶ καθεστὼς βίας.
§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ πᾶνε στὴ Μακρόνησο.
§16Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ὄχι ποτέ. Ἡ Δημοκρατία δὲν ἀγωνίζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀλλὰ μὲ ἄλλας ὡραιοτέρας μεθόδους. Τοῦτο λοιπὸν ὑπῆρξε τὸ κρίσιμον σημεῖον καὶ τὸ πρόσχημα ὑπαναχωρήσεως διὰ τὸν κ. Μακρῆν. Διεκόπησαν αἱ συζητήσεις καὶ ἐκήρυξαν τὴν ἀπεργίαν. Καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἀκριβῶς, ἀρχίζει ἡ μεγαλειώδης ἐκδήλωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ χαρακτηριστικόν, κύριοι, εἶναι διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, μία ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν εἶπον ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο «ἀτυχῶς, ἐπαναστατικώτεροι, εἶναι οἱ καλύτερον ἀμειβόμενοι». Καὶ βλέπομεν καὶ σήμερον τὴν ἀπόδειξιν. Ποῖοι ἀπήργησαν σήμερον, κύριοι. Οὔτε οἱ κλωστοϋφαντουργοί, ὁ βασικὸς αὐτὸς κλάδος τῆς βιομηχανίας, οὔτε οἱ ἐργάται τῆς βαρείας βιομηχανίας, οὔτε οἱ πτωχοὶ ἐργάται τῶν 150 χιλ. τὴν ἑβδομάδα. Ἀπήργησαν ὅμως, οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οἱ τῶν 7.000.000 καὶ τῶν 10.000.000 καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἀγροτικῆς.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀπολυθοῦν.
§18Ε. ΚΩΛΕΤΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μᾶς πληροφορήσητε ἂν εἶναι ἀληθὲς καὶ ἐξακριβωμένον, ὅτι δισεκατομμύρια ὁλόκληρα ἀπεσύρθησαν καὶ πότε, αὐτὰς τὰς τελευταίας ἡμέρας ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἐθνικῆς ἀπὸ τὸ Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκόμη ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, πῶς ἀπεσύρθησαν, ἀπὸ ποίους καὶ ἴσως, διὰ ποῖον σκοπὸν ἀπεσύρθησαν; Παρακαλῶ πληροφορήσατε τὴν Βουλήν.
§19Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω καὶ ἐγὼ πληροφορίας κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀκριβεῖς, διότι αὐτὸ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ εἰς αὐτὴν τὴν ἡμέραν, — θὰ τὸ ἐξακριβώσωμεν — ὅμως καὶ αὐτὸ ἔχω πληροφορίας ὅτι ὄντως, ὁ Σύλλογος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς τῆς τέως Ἐθνικῆς, ἀπέσυρε σημαντικώτατα ποσά, διὰ τὴν ἀπεργίαν. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ποῖος τὰ ἐπῆρε, ποῦ διετέθησαν καὶ κατὰ ποῖον τρόπον, ἂν νομίμως ἢ ὄχι. Ἀλλὰ ὑπόσχομαι, ὅτι θὰ διαταχθοῦν ἀνακρίσεις, ὄχι πλέον ὡς Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως.
§20Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἀμύνονται.
§21Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ἡ ἄμυνα εἶναι ἱερὸ πρᾶγμα, κύριε συνάδελφε, καὶ οὐδεὶς τὸ ἀρνεῖται. Ἐγὼ ὁ ἴδιος σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι θέλω τὸ Συνδικᾶτον, διὰ τὴν ἐλευθέραν διαμόρφωσιν τοῦ κοινωνικοῦ ἰσοζυγίου.
§22Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Εἶναι ἐθνικόφρονα σοβιέτ.
§23Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ἐπέπρωτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν νὰ καταργήσῃ τὸν κομμουνισμὸν εἰς τὴν καπνεργασίαν. Ἐὰν εἶναι πεπρωμένον νὰ καταργήσῃ καὶ τὸ ἐθνικόφρον σοβιὲτ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν θὰ τὸ κάμῃ καὶ αὐτὸ ἐκπληροῦσα τὸ καθῆκον ἔναντι τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Πατρίδος. Πρὶν ἀπ’ ὅλα ἡ τάξις καὶ ἐν τῇ τάξει ἡ πρόοδος. (Χειροκροτήματα). Προτείνω, λοιπόν, ὡς κατακλεῖδα, ὡς ἐκδήλωσιν εὐγνωμοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν πραγματικῶς πονοῦντα ἐργατικὸν λαόν, ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὰ συγχαρητήριά της διὰ τὴν στάσιν τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ καὶ νὰ ἐκδώσῃ ψήφισμα διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς καὶ ἐγὼ δὲ ὡς ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θὰ ἀντιμετωπίσω κάθε ἐργατικὸν ζήτημα, ἐξαιρέτως εὐμενῶς, ὡς τὸ ἐπράξαμεν εἰς τοὺς ἀρτεργάτας, τοὺς συνταξιούχους, τοὺς καπνεργάτας καὶ εἰς τόσας ἄλλας περιπτώσεις.
§24Χ. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ. Διὰ ποίου νόμου εἶναι καθωρισμένον νὰ δίδεται ἀπὸ κάθε ἐργάτην καὶ κάθε ἐργοδότην 2–3 χιλ. δραχμαὶ τὴν ἡμέραν; Αὐτὸ ἤθελα νὰ μάθω, καὶ ἂν αὐτὸ ὑπόκειται εἰς ἔλεγχον.
§25Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ὑπάρχει ὑποχρεωτικὴ λεγομένη εἰσφορά.
§26Χ. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ. Ἐπιμένω νὰ μοῦ δώσετε μίαν ἀπάντησιν.
§27Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ὑπάρχει ἡ ὑποχρεωτικὴ εἰσφορά, κατὰ τὰ διεθνῆ συνδικαλιστικά, εἶναι ἀντιδημοκρατικὴ καὶ εἰς Συνέδριον τὸ τελευταῖον ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Διεθνοῦς τὸ ὑπηνίχθη. Ὅλα τὰ Συνδικάτα, εἰς ὅλον τὸν κόσμον, στηρίζονται εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν μελῶν των. Καὶ ἂς μὴ εἴμεθα αὐστηροὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Ἐδῶ ὑπάρχει μία ἰδιαιτέρα κατάστασις. Οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι παρεχώρησαν τὴν ὑποχρεωτικὴν εἰσφορὰν ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέρχονται ἑκατομμύρια ἀνεξέλεγκτα διαχειρίσεως κατὰ μῆνα. Χρησιμεύουσιν ὅμως διὰ πολλοὺς σκοπούς. Εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία, ἔναντι τῶν ἐξόδων της, νὰ ἔχῃ ἕνα πόρον. Διότι ἔχει ἔξοδα. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ ἐφθάναμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, διότι εἶναι χρήσιμος ὁ συνδικαλιστικὸς αὐτὸς θεσμός. Ἐὰν γίνωνται ἀκρότητες, ἂν ὑπάρχῃ λάθος, ἂν ὑπάρχῃ σφάλμα, εἶναι ἔργον ὅλης τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας νὰ καθοδηγήσῃ τὴν ἐργατικὴν ἡγεσίαν, ὅταν περεκτρέπεται. Θέλω ὅμως νὰ εἴπω καὶ τοῦτο, διότι πρέπει νὰ εἴμεθα δίκαιοι, ὅτι ἡ ἡγεσία τῆς Γεν. Συνομοσπονδίας προσέφερεν εἰς τὸ παρελθόν, ἀκόμη καὶ προχθές, ἐθνικὰς ὑπηρεσίας. Ἀλλά, ἀπὸ τὸ σημεῖον τοῦτο, κύριοι, μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἀνατινάξῃ τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Δημοκρατίαν, ὑπάρχει χάος. Καὶ εἶναι ἔργον ἰδικόν μας νὰ τὴν διαπαιδαγωγήσωμεν καὶ νὰ τῆς ὑποδείξωμεν τὸν ὀρθὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§29Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας ὀρθῶς ἔκρινεν, ὅτι πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸν λόγον διὰ νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀπεργίας καὶ τῶν ἐργατικῶν αἰτημάτων. Διότι πράγματι σαλεύεται ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ τῆς χώρας ἀπὸ τὴν ἐκδήλωσιν αὐτῆς τῆς ἀπεργίας. Καὶ εἶναι εὔλογον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ πληροφορηθῇ τὴν ὑπεύθυνον γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἂν ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας δὲν εἶχε λάβει αὐτὴν τὴν πρωτοβουλίαν, θὰ ἀνῆκεν εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ πρόκλησις αὐτῆς τῆς συζητήσεως. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν δύο διακεκριμένα θέματα. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ ἀπεργία, τὸ δεύτερον εἶναι τὰ ἐργατικὰ αἰτήματα. Ἐφ’ ἑκάστου ἐξ αὐτῶν θὰ λάβωμεν θέσιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ἀπεργίας θεωροῦμεν, ὅτι ἀποτελεῖ δικαίωμα τῆς συνδικαλιστικῆς ἡγεσίας. Ἀνάμιξις τῶν κομμάτων εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀπεργίας καὶ θετικῶς καὶ ἀρνητικῶς εἶναι βλάβη καὶ διὰ τὰ κόμματα καὶ διὰ τὸν συνδικαλισμὸν τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου μόνον ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν θέσιν, εἶναι ὁ ὑπαινιγμός, ὅτι ὑπῆρξαν πολιτικὰ ἐλατήρια. Ἐὰν ὑπῆρξαν οἱαδήποτε ἄλλα πολιτικὰ ἐλατήρια, οὔτε γνωρίζομεν, οὔτε λαμβάνομεν θέσιν. Ἐὰν ὅμως πολιτικὰ ἐλατήρια ἐνδεχομένως ἐννοοῦνται, ὡς ὑποκίνησις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἰδικώτερον τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, δηλῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας, ὅτι ὁ ὑπαινιγμὸς εἶναι ἀνακριβὴς καὶ ἀβάσιμος καὶ ἐπιστρέφει εἰς τὴν ἀφετηρίαν του, διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἀπολύτως ξένοι πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀπεργίας. Ἠκούσαμεν προηγουμένως, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ἀπεργίας εἶχε ληφθῆ ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν. Ἀλλὰ ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν, ὅτι εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἐκλήθη ὁ ἡγέτης......
§30Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Τὴν 16ην Μαρτίου εἶχε ληφθῆ ἡ ἀπόφασις τῆς ἀπεργίας πρὸ τῆς Ἀμερικῆς.
§31Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν, ὅτι εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἐκλήθη ὁ ἡγέτης τοῦ ἐργατικοῦ συνδικαλισμοῦ ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν πρὸς ὑποβοήθησιν τῆς ἀποστολῆς. Καὶ τώρα πληροφορούμεθα, ὅτι ἐνῷ προηγουμένως εἶχε λάβει ἐχθρικὴν ἀπόφασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μ’ ὅλα ταῦτα μετέβη. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς παρεχομένας πληροφορίας νὰ εὕρουν ἄλλοι συνάδελφοι εἱρμόν, ἂς τὸ ἐπιχειρήσουν. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν!
§32ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διότι ἦτο ὕπουλος.
§33Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ὑπάρχουν δοκουμέντα καὶ γεγονότα.
§34Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐργασίας, προχωρῶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰδικῶν σας ἀνακοινώσεων. Ἡμεῖς ἐπὶ μῆνας δὲν εἴχομεν συναντήσει τὸν κ. Γενικὸν Γραμματέα τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπεσκέφθη διὰ πρώτην φορὰν μετὰ τὴν λῆψιν τῆς ἀποφάσεως. Εἶναι ἡ πρώτη συνάντησίς μας ἔπειτα ἀπὸ μῆνας. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πληροφορούμεθα καὶ βλέπομεν εἰς τὰς φωτογραφίας, ἦσαν οἱ ἀσπασμοὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Πῶς συμβαίνει οἱ ἀσπασμοὶ τῶν μηνῶν τοῦ μέλιτος νὰ μεταβληθοῦν εἰς τὴν σημερινὴν σφοδρὰν διαμάχην, εἶναι ἀπόρρητον τῶν οἰκογενειακῶν σας σχέσεων. Ἡμεῖς δὲν τὸ γνωρίζομεν. (Χειροκροτήματα). Οὔτε τοὺς μῆνας τοῦ μέλιτος γνωρίζομεν, οὔτε τὰ διαζύγια ποὺ ἀναγγέλλονται. Εἶναι οἰκογενειακαὶ ὑποθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰς ὁποίας εἴμεθα ξένοι. Ἡμεῖς ἀπέναντι τῶν ἀπεργιῶν ἐλάβομεν ἀνέκαθεν σαφῆ θέσιν. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά. Καὶ νομίζομεν καθῆκον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἀπέναντι τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ἡ ὁποία ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς ἰδικῆς της ἀμύνης καὶ ἔχει τήν εὐθύνην τῆς ἐκλογῆς ἑκάστοτε τῶν μέσων τῆς πάλης. Ἡμεῖς μένομεν ἀμέτοχοι εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀπεργίας. Οὔτε ἐνθαρρύνομεν ἀλλ’ οὔτε δυνάμεθα νὰ ἀποδοκιμάσωμεν τὴν ἐργατικὴν τάξιν, ὅταν κρίνῃ ἐξ ἰδίας προτοβουλίας, ὅτι πρέπει νὰ χρησιμοποιήσῃ μέσα ἀμύνης διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων της.
§35Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Καὶ ἡ ἐνθάρρυνσις ἐπιτρέπεται;
§36Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ γνώμη μας εἶναι σαφής, κύριε Ὑπουργέ. Μένωμεν ξένοι πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀπεργίας. Ἀλλ’ ἐὰν μένομεν ξένοι πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀπεργίας, δὲν εἴμεθα ξένοι πρὸς τὴν δικαίωσιν τῶν ἐργατικῶν αἰτημάτων. Ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ἐργατικῶν αἰτημάτων ἔχομεν καὶ ἡμεῖς καὶ σεῖς—καὶ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν—γνώμην. Καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν διετυπώσαμεν ἐπανειλημμένως καὶ ὑπευθύνως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Διεκηρύξαμεν ὅτι ἡ ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς θὰ ὁδηγήσῃ εἰς ὑποτίμησιν τῆς ἐργασίας, εἰς χειροτέρευσιν τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τῶν ἐργατικῶν τάξεων καὶ ὅτι τὰ θύματα θὰ εἶναι οἱ μισθοβίωτοι, οἱ ἐργαζόμενοι ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ μας. Καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῶν τῶν θυμάτων ὑψώσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος φωνὴν διαμαρτυρίας. Καὶ ὅταν, ἑπομένως, ἀκούεται ἡ φωνὴ τῆς διαμαρτυρίας των, εὑρίσκει εἰς τὴν εἰδικήν μας ψυχὴν ἀπήχησιν. Διότι θεωροῦμεν ὅτι, ὅταν ὁ τιμάριθμος αὐξάνῃ ἢ ὀλιγώτερον ἢ περισσότερον, ἐνῷ τὰ ἡμερομίσθια καὶ οἱ μισθοὶ μένουν καθηλωμένοι, τότε οἱ ἐσταυρωμένοι τῶν καθηλωμένων ἡμερομισθίων εἶναι τὰ θύματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν. Εἴμεθα παράπλευροι τῶν αἰτημάτων καὶ ἀμέτοχοι τῆς ἀπεργίας. Ὑποστηρίζομεν ὅτι, ὅπως ἀνηγγέλθησαν τὰ αἰτήματα εἰς τὸν τύπον, διότι ἐκεῖθεν τὰ γνωρίζομεν, εἶναι αἰτήματα βάσιμα. Ὑπάρχουν δύο αἰτήματα, καθὼς ἀναγινώσκομεν εἰς τὸν τύπον: Πρῶτον τὸ θέμα τοῦ τραπεζιτικοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Κυβέρνησις ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπέκειτο εἰς τροποποιήσεις καὶ διέγραψε δύο βασικὰ ἄρθρα. Ποῖον ἄλλον, λοιπόν, αἰτιᾶται, ἐὰν ἡ ἰδία παρέσχε τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἦτο δεκτικὸν μεταρρυθμίσεως; Καὶ ὅταν, ἑπομένως, ἡ ἐργατικὴ τάξις παρακαλῇ διὰ τὴν ἐπανεξέτασιν, τὸ ἐπιχείρημα διὰ τὴν βασιμότητα τοῦ αἰτήματος τὸ παρέσχεν ἡ Κυβέρνησις, μὲ τὴν διαγραφὴν δύο βασικῶν διατάξεων. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ οὐσιῶδες θέμα τῆς τιμαριθμικῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν μισθῶν, καὶ ἡμερομισθίων. Ἀνεγνώσαμεν, ὅτι ζητεῖται ἀπὸ τῆς 1ης Ἰουνίου ἡ τιμαριθμικὴ ἀναπροσαρμογή. Εὑρίσκομεν τὸ αἴτημα βάσιμον. Οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως ὑποστηρίζουν, ὅτι εἶναι ἀσήμαντος ἡ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου. Τόσον τὸ καλλίτερον, λοιπόν, διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἀναπροσαρμογὴ δὲν πρόκειται τότε νὰ φέρῃ καμμίαν διαταραχὴν οὔτε εἰς τὴν δημοσίαν, οὔτε εἰς τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν. Θὰ δύναται, ἑπομένως, κατ’ ἀπολύτως ἄνετον τρόπον νὰ προσφερθῇ καὶ νὰ ἀφοπλισθῇ οὕτως ἡ ἄσκησις τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγομεν, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους: Εἴμεθα ξένοι καὶ ἀμέτοχοι τῆς ἀπεργίας. Εἴμεθα ἀλληλέγγυοι μὲ τὰ ἐργατικὰ αἰτήματα. Καὶ συμφώνως πρὸς τὰς ἐπαγγελίας μας, θὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ δίκαια αἰτήματα τῆς ἐργατικῆς τάξεως τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§37Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ἀξιότιμε κύριε Συναρχηγὲ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἶπον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ αὖθις ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐργατικῶν αἰτημάτων συνεφωνήσαμεν μὲ ὁλόκληρον τὴν Διοίκησιν τῆς ΓΣΕΕ. Δηλαδή, ἐπὶ τῶν δύο βασικῶν —καὶ περὶ τοῦ τραπεζιτικοῦ καὶ περὶ τῆς τιμαριθμικῆς ἀναπροσαρμογῆς. Ἰδοὺ τὸ κείμενον τὸ συντεταγμένον ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. Ὥστε περὶ μὲν τῶν ἐργατικῶν αἰτημάτων, δὲν ὑπῆρχεν ἔδαφος μάχης. Ἰδού, ἐπαναλαμβάνω, ἡ συμφωνία. Ἑπομένως, δὲν ὑπῆρχε κανὲν πρόσχημα καὶ τοὺς εἴχομεν ἀφαιρέσει ἠθικῶς, πᾶν ἔρεισμα, ἐφόσον ἀπεδέχθημεν τὰ λογικὰ αἰτήματά των. Ἐπὶ τῶν αἰτημάτων αὐτῶν, ἄλλωστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀδικήσω τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ὑποστηρίζει τὰ ἐργατικὰ δίκαια. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω, κ. συνάδελφοι, —παρὰ τὸν σεβασμόν μου πρὸς τὸν ἕτερον τῶν Συναρχηγῶν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, —ὅταν ἀναγινώσκω εἰς τὰς Ἐφημερίδας τηλεγράφημά του—ἐκτὸς ἐὰν ἀρνηθῇ τὴν γνησιότητά του—διὰ τοῦ ὁποίου λέγει ἐπὶ λέξει «τάσσομαι παράπλευρος τῶν ἀπεργῶν»; (Φωναὶ αἶσχος).
§38Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐπὶ τῶν αἰτημάτων.
§39Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ κακὴ διατύπωσις, ἀλλὰ λέγω κύριοι, τί ἐδιάβασα: «Εὑρίσκομαι παράπλευρος τοῦ ἀγῶνος σας» δηλαδὴ τῆς ἀπεργίας. Καὶ ἐν τούτῳ ὑπάρχει προφανῶς διαφωνία μὲ τὸν ἄλλον Συναρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία προϋπῆρχε καὶ ὑπάρχει καὶ θὰ ἐκδηλωθῇ ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μας περὶ ἐκδόσεως ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον νὰ συγχαίρῃ τὴν ἐργατικὴν τάξιν διὰ τὴν μεγαλειώδη στάσιν της κατὰ τὴν σημερινὴν ἡμέραν.
§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος). Μάλιστα. Μάλιστα.
§41Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Θεωροῦμεν ὕβριν καὶ πρόκλησιν κατὰ τοῦ ἐργαζομένου καὶ πεινῶντος λαοῦ τὴν στάσιν αὐτὴν τῆς πλειοψηφίας. Δηλῶ ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, ὅτι εὑρισκόμεθα παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ ἐργαζομένου καὶ μοχθοῦντος λαοῦ εἰς κάθε αἴτημά του, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ ἀθλιεστάτου βιοτικοῦ του ἐπιπέδου.
§42Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διαφωνοῦμεν ἀπολύτως πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ψηφίσματος, διότι πρῶτον εἶναι καινοφανές, οὐδέποτε ἄλλοτε ἐπροτάθη καὶ δεύτερον, διότι στερεῖται καὶ ἐννοίας καὶ σοβαρότητος.
§43Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Μία ἱστορικὴ σύμπτωσις, κύριοι βουλευταί, τὴν 9ην Ἰουνίου 1946 τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα, ἑτοιμάζον τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐξαπέλυσε γενικὴν ἀπεργίαν πανελλαδικήν.
§44Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ὁ Μακρῆς εἶναι κομμουνιστής;
§45Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ὄχι. Δὲν εἶπα τέτοιο πρᾶγμα. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Συναρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Τὴν 9ην Ἰουνίου 1946 τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα ἐξαπέλυσε γενικὴν πανελλαδικὴν ἀπεργίαν. Ἔλαχεν ὁ κλῆρος τότε εἰς τὴν ἡγεσίαν τῆς ρεφορμιστικῆς παρατάξεως, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὸν κ. Μακρῆν καὶ ἐμέ, νὰ καταστείλωμεν πανελλαδικῶς τὴν ἀπεργίαν ἐκείνην. Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἰδίας ἡμέρας ἀνῆλθεν, ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ τὴν στιγμὴν ταύτην πρὸς ὑμᾶς, εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἐξέθεσε τὸ ἱστορικὸν τῆς ἀπεργίας καὶ ἡ Βουλὴ ἐξέδωκε ψήφισμα πρὸς τὴν ἐργατικὴν τάξιν. Τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς ζητῶ νὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς σήμερον. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἶπα ἐγώ, κύριοι, ποτὲ ὅτι ὁ Μακρῆς εἶναι κομμουνιστής. Δὲν εἶπα τέτοια πράγματα.
§46Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Αὐτὸ θέλετε νὰ συμπεράνετε.
§47Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ἀφήσατε τὴν δημαγωγίαν, κύριε Ζίγδη.
§48Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Ἔπρεπεν ἤδη νὰ εἴχατε παραιτηθῆ, κύριε Ὑπουργέ.
§49Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ὁ ἀξιότιμος συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶπεν, ὅτι τὸ ψήφισμα εἶναι καινοφανές. Ἐπαναλαμβάνω τὸ προηγούμενον τῆς ἑτέρας ἀπεργίας τῆς ἰδίας ἡμερομηνίας.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλοι ἦσαν τότε.
§51Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Δὲν σημαίνει, ὅτι καὶ τότε ἡ ἐργατικὴ τάξις δὲν ἔκαμε τὸ καθῆκον της, ὅπως καὶ σήμερον ἔκαμε τὸ καθῆκον της. Καὶ διότι καὶ τότε καὶ τώρα ἔκαμε τὸ καθῆκον της καὶ ἀξίζει, τοὐλάχιστον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. (Χειροκροτήματα).
§52Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν κατάπληξιν καὶ τὴν λύπην μου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας ἐταύτισε τὸ Κομμουνιστικὸν κόμμα, μὲ τὴν ἐθνικὴν ἐργατικὴν κίνησιν.
§53Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Εἶναι εἰς πάντα ἐπιτετραμένον νὰ λέγῃ ὅ,τιδήποτε νομίζει. Πολύστροφος ὑπῆρξε πάντοτε ὁ ἀξιότιμος κ. Συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Δὲν ἐκπλήττομαι ἐκ τῆς παραποιήσεως τῶν λόγων μου ἣν ἐπιχειρεῖ, ἀλλὰ οἱ λόγοι μου εἶναι τόσον καθαροὶ καὶ σαφεῖς, ὥστε δὲν ἐπιδέχονται καμμίαν παρερμηνείαν. Ἐγὼ εἶπα καὶ τότε ἔκαμε τὸ καθῆκον της ἡ ἐργατικὴ τάξις καὶ σήμερον ἔκαμε τὸ καθῆκον της, διότι πιστεύω, ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔκαμε σήμερον ἦτο ἐκπλήρωσις καθήκοντος. Δὲν ἔχει σημασίαν ὁ ἑκάστοτε κίνδυνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναμφισβητήτως διάφορος. Κανένας δὲν εἶπεν, ὅτι εἶναι ὁ αὐτὸς κίνδυνος. Ἀλλὰ τελευταίως, ἀξιότιμε κύριε Παπανδρέου καὶ δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν ἡγεσίαν τῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν, εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἐθνικόφρονες ὄντες, κομμουνίζουσι καὶ λέγω χωρὶς νὰ εἶναι κομμουνισταὶ κάμνουν πράξεις ἀντικειμένας ἢ βλαπτούσας τὸ Ἔθνος καὶ αἱ ὁποῖαι ἐγκρίνονται καθημερινῶς ἀπὸ τὸ ραδιόφωνον τῶν συμμοριτῶν. Καὶ ἐν προκειμένῳ τὸ ραδιόφωνον τῶν συμμοριτῶν υἱοθέτησε τὴν ἀπεργίαν, παρώτρυνε τοὺς ἀπεργοὺς καὶ διέταξεν ὅλα τὰ μέλη του νὰ εἶναι πρόθυμα ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Μακρῆ. Βέβαια ἡ ἡγεσία τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας, τὸ εἶπα καὶ εἰς τὴν ἀρχήν, εἶναι ὄντως ἐθνικὴ καὶ σᾶς εἶπα ἐγὼ πρῶτος ὅτι προσέφερεν ἐθνικὰς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ἀνήκουν ἀναμφισβητήτως ἔπαινοι. Ἐγὼ ὅμως ὡμίλησα περὶ τῶν Ἑλλήνων ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ τότε καὶ τώρα ἔπραξαν τὸ καθῆκον των. Περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς ὡμίλησα. (Χειροκροτήματα).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι νὰ ἐκδοθῇ ψήφισμα τῆς Βουλῆς;
§55Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Μάλιστα, ψήφισμα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§58Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις, κύριε Πρόεδρε;
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§60Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἀποδοκιμάζοντες τὴν πρότασιν αὐτὴν ἀποχωροῦμε καὶ ἀπευθυνόμενοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν λέγομεν, ὅτι ὑπονομεύει τὴν Ἑλλάδα καὶ πλήττει τὸν συνδικαλισμόν. (Φωναί, θόρυβος. Οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΠΕΚ ἀποχωροῦν τῆς αἰθούσης).
§61Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐπὶ τίνος ψηφίσματος πρόκειται, κύριε Πρόεδρε; Διότι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἔχει ἕνα κῦρος καὶ μίαν σοβαρότητα. Τί εἴδους ψήφισμα εἶναι αὐτό;
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπειδὴ ὁ κ. Ζίγδης παραπονεῖται, ὅτι δὲν ἀντελήφθη περὶ τίνος ψηφίσματος πρόκειται, παρακαλῶ ἐπαναλάβετε τὴν πρότασίν σας.
§63Ε. ΓΟΝΗΣ. (Ὑπ. Ἐργ.). Τὸ ψήφισμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, θὰ ἐκτιμᾷ τὴν πατριωτικὴν στάσιν τοῦ ἐργαζομένου μέρους τῆς χώρας, θὰ τὴν συγχαίρῃ καὶ θὰ τὴν διαβεβαιοῖ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἶναι παράπλευρος εἰς τὰ δίκαια καὶ νόμιμα αἰτήματά της. (Χειροκροτήματα).
§64Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τότε τὸ κείμενον αὐτὸ συμπίπτει μὲ τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Βενιζέλου. Νὰ μὴ γίνῃ ἐπανάληψις.
§65Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπ. Ἐργ.). Ἡμεῖς τὸ ἀπευθύνομεν εἰς τοὺς ἐργασθέντας καὶ ὁ κ. Βενιζέλος εἰς τοὺς ἀπεργούς. Ὑπάρχει κάποια διαφορά.
§66Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη μία πρότασις περὶ ἐκδόσεως ψηφίσματος ὑπὲρ τῶν ἀπεργοσπαστῶν. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὁμιλήσωμεν. Ἔχομεν τοιοῦτον δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ παρακαλοῦμεν, ὅπως μᾶς δώσητε τὸν λόγον.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Ζίγδη, ἔχετε τὸν λόγον.
§68Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας προέβη εἰς τὴν κατάθεσιν προτάσεως ψηφίσματος, ἡ ὁποία μὲ ἀφήνει κατάπληκτον. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ ἐργατικὴ τάξις τῆς Ἑλλάδος διεξάγει, καλῶς κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας, κακῶς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀγῶνα ἐπιβιώσεως, διότι μετὰ τὴν ὑποτίμησιν δὲν ἔχομεν πλέον προσπάθειαν διατηρήσεως τοῦ χαμηλοῦ βιοτικοῦ της ἐπιπέδου, ὡς συνέβαινε πέρυσι καὶ διὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ δοθῇ πίστωσις χρόνου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἔχομεν σαφῆ, ἄμεσον καὶ σημαντικὴν μείωσιν τοῦ βιοτικοῦ της ἐπιπέδου καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἐργατικὴ τάξις τῆς Ἑλλάδος συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, ἀπεφάσισε νὰ κατέλθῃ εἰς ἀπεργιακὸν ἀγῶνα. Ὡς ἐπληροφορήθην σήμερον, ὄχι μόνον οἱ κλάδοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερεν, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἔχουν κατέλθει εἰς ἀπεργίαν. Ἔρχεται λοιπόν, τώρα, ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ζητεῖ διὰ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς νὰ ταχθῶμεν ὑπὲρ τῶν ἀπεργοσπαστῶν καὶ κατὰ τῶν ἀπεργῶν. Κατὰ τί θὰ ὠφεληθῇ ἡ Κυβέρνησις μ’ αὐτό; Καὶ κατὰ τί τὸ γόητρον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας θὰ προαχθῇ, ἐὰν αὕτη λάβῃ μέρος ὑπὲρ τῆς Αʹ ἢ Βʹ ἀπόψεως; Νομίζω, ὅτι ἀπαράδεκτος καὶ πολιτικῶς καὶ συνταγματικῶς, εἶναι μία τοιαύτη προσπάθεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δι’ ἧς ἐπιδιώκει νὰ παρασύρῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν εἰς μίαν μοιραίαν ἀπόφασιν. Ἐὰν κατ’ ἀρχὴν ἀμφέβαλλα περὶ τῆς σοφίας τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἀμφιβολία μου μετεβλήθη εἰς πεποίθησιν, λόγῳ τοῦ ἀτυχοῦς συσχετισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔκαμε τῆς σημερινῆς ἀπεργίας μὲ τὴν ἀπεργίαν τοῦ 1946, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, συνέπεσε μὲ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς κομμουνιστικῆς ἐπιβουλῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὄταν ἔρχεται, κύριοι, ἕνας Ὑπουργὸς καὶ μίαν ἀπεργίαν δικαιολογημένην τὴν κρίνει, ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα μὲ τὴν ἀπεργίαν, τὴν ὁποίαν ἐκήρυξεν τὸ ΚΚΕ τὸ 1946 διὰ νὰ διαλύσῃ τὸ Κράτος, ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα). Καὶ θὰ ἀνακοινώσω δι’ ὡρισμένους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι θορυβοῦν καὶ ἔχουν χάσει τὴν ψυχραιμίαν των, ἕνα μυστικόν. Ὁ κ. Μακρῆς ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀμερικὴν μαζὶ μὲ τὸν κ. Μαρκεζίνην. Ἐνθυμεῖσθε τοὺς θριάμβους, τοὺς ὁποίους ἀπεκόμισαν καὶ οἱ δύο μαζί. Ὄταν ἀνεφέρθη εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Μακρῆ, ὁ κ. Ὑπουργός, ἀπεκάλυψε προφανῶς καὶ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς οἰκον. βοηθείας, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Μακρῆς μετέφερε μεθ’ ἑαυτοῦ ἐξ Ἀμερικῆς. Ἡ βοήθεια πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν ἐξησφάλισεν ὁ κ. Μακρῆς, συνοδεύσας τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, εἶναι, φαίνεται, ἡ ἐντολὴ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Προσπαθεῖ ὁ κ. Γονῆς, διὰ τῆς παραλόγου προτάσεώς του νὰ παρασύρῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν εἰς μίαν ὀλεθρίαν κατεύθυνσιν. Παρακαλῶ νὰ προσέξετε, κύριοι. Ἐὰν εἰς κάθε ἀπεργίαν ἔχῃ τὸ θάρρος ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ ἔρχεται ἐδῶ καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ ἀπεργία εἶναι κομμουνιστικὴ καὶ νὰ θέλῃ νὰ παρασύρῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι τὴν ἐκθέτουν, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἁπλοῦν. Σᾶς ὑπογραμμίζω, κύριοι βουλευταί, τὸν μεγάλον ἐθνικὸν κίνδυνον καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας καὶ τὰ παριστάμενα μέλη τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποσύρουν τὴν ἀνεύθυνον αὐτὴν πρότασιν, διότι πράγματι ἐμπλέκει εἰς μίαν περιπλοκήν, τῆς ὁποίας αἱ συνέπειαι εἶναι ἐμφανῶς μοιραῖαι. Διότι ὁλόκληρος ἡ συνδικαλιστικὴ κίνησις, ἐὰν δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν εὑρεθῇ ἀντίθετος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ χαρακτηρίζεται ἑκάστοτε κομμουνιστική, ἵνα διαλυθῇ.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θεωρεῖται τερματισθεῖσα. Τὸ κείμενον τοῦ ψηφίσματος ἔχει οὕτω: «Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἀκούσασα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας, καταδείξαντος τὸ εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων καὶ τονίσαντος τὴν πατριωτικὴν στάσιν τοῦ ἐργατοϋπαλληλικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος δὲν παρεσύρθη ἀπὸ παραπλανητικὰ συνθήματα ἀπεργιῶν, ἀλλὰ συνέχισε τὴν ἔντιμόν του ἐργασίαν, ἀποδέχεται πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, ὅπως ἐκφράσῃ τὰ συγχαρητήριά της πρὸς τοὺς ἐργασθέντας ὁμοῦ μὲ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι θὰ εἶναι πάντοτε συμπαραστάτις παντὸς δικαίου αἰτήματός των». Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο, παρακαλῶ, ὅπως ἐγερθῶσιν. Ἅπαντες οἱ βουλευταὶ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος ἐγείρονται.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς τὸ ψήφισμα ἐγένετο δεκτόν.
§71Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Μόνον ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὑπάρχει, κύριοι, ἐκκρεμὴς συζήτησις ἐπὶ ἐπερωτήσεως διὰ τὸ δικαστικόν, ἡ ὁποία διεκόπη τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν καὶ χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ὅτι πρέπει νὰ περαιωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§73Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ ηὐχόμην, κ. βουλευταί, νὰ μὴ μοὶ ἐδίδετο ἀφορμὴ νὰ ὑποβάλω παρομοίαν ἐπερώτησιν. Παρακαλῶ νὰ πιστεύσετε ὅτι ἠσθάνθην βαθυτάτην θλῖψιν, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησιν τὴν ὁποίαν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία γνωρίζει ἀπὸ τὴν ὡραίαν, γλαφυρὰν καὶ διεξοδικὴν ἀγόρευσιν τοῦ σεβαστοῦ καὶ ἀγαπητοῦ ἐξ Ἀθηνῶν συναδέλφου κ. Θεοφανοπούλου. Ἡ ἰδιαιτέρα προσοχή, μετὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ παρηκολούθησε τὸν ρήτορα μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω ὅτι ἔχει ἐπίγνωσιν τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος. Ἐπὶ μίαν 30ετίαν διαπονῶ εἰς τὸ ἱερὸν τέμενος τῆς Θέμιδος, συνείθισα νὰ θεωρῶ τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος μας, τὴν τρίτην αὐτὴν τῶν ἐξουσιῶν, ὅπως γράφει ὁ ἀγαπημένος συγγραφεὺς τοῦ ἀγαπητοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ κ. Μπαμπάκου, ὁ Μοντεσκιέ, ὡς τὸ ἐθνικὸν παλλάδιον τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Μία δικαιοσύνη, κ. συνάδελφοι, ἱσταμένη εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της εἶναι πράγματι, ἡ ἐγγύησις τῆς Δημοκρατίας. Διότι ἡ δικαιοσύνη συμβαδίζει μὲ τὴν ἐλευθερίαν. Ἡ μία εἶναι ἐγγύησις τῆς ἄλλης. Ἄνευ δικαιοσύνης δὲν ἔχομεν ἐλευθερίαν καὶ ἄνευ τῆς ἐλευθερίας δὲν δύναται νὰ ἔχῃ νόημα ἡ ζωή. Ἀλλὰ θὰ διέπραττον βαρυτάτην παράλειψιν καθήκοντος ἐὰν ἔμενον μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, βλέπων νὰ διαπράττεται συστηματικῶς, μεθοδικῶς καὶ κατ’ ἐξακολούθησιν ἀδικία εἰς βάρος τετιμημένων δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἠναλώθησαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος. Δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ δόγματος: «Si un eveque pèche, Je le cache de mon manteau.» Δηλαδὴ «ἐὰν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἁμαρτάνῃ τὸν σκεπάζω μὲ τὸν μανδύαν μου». Ὑπάρχουν δύο θεωρίαι. Ἡ μία λέγει μήπως εἶναι συμφέρον νὰ συγκαλύπτωμεν τὰς παρανομίας. Καὶ ὑπάρχουν καὶ οἱ πιστεύοντες νὰ ἐμφανίζωμεν τὴν παρανομίαν γυμνήν, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀποσοβεῖται εἰς τὸ μέλλον ἡ ἐπανάληψις τῆς ἀδικίας. Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι ἀκολουθῶ τὴν θεωρίαν ὅτι πρέπει τὰς παρανομίας νὰ τὰς παρουσιάζωμεν γυμνάς, διὰ νὰ ἐπισύρουν καὶ τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ὑλικὴν καταδίκην, τῶν ὁποίων εἶναι ἄξιαι.
§74Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Παρανομεῖ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον;
§75Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν καὶ θὰ ἴδητε ὅτι οὐδεὶς παρανομεῖ. Ὑπάρχουν ὅμως σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ ὑποδεικνύωμεν διὰ νὰ ἀποσοβοῦνται. Ἡ ἐπερώτησις, κύριοι συνάδελφοι, ἐπέχουσα θέσιν συστάσεως βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ αἰχμὴν οὔτε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε κατὰ τοῦ κ. συναδέλφου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀγαπητὸς φίλος, μετὰ τοῦ ὁποίου μὲ συνδέουν ἀγῶνες δεκαετηρίδων καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πράγματι, ἀποτελεῖ μίαν δόξαν τοῦ δικανικοῦ βήματος. Δὲν ἔχει ἐπίσης αἰχμὴν οὔτε κατὰ τῆς Δικαιοσύνης. Τὴν Δικαιοσύνην τὴν θεωρῶ ὡς ἐθνικὸν παλλάδιον. Τὴν Δικαιοσύνην τὴν ἠγάπησα καὶ τὴν περιβάλλω μὲ στοργὴν ὅσον οὐδείς. Συνεπῶς μακρὰν τῆς ὑποψίας, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπέδωσεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κρήτης, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ρίψωμεν βέλη κατὰ τῆς Δικαιοσύνης ἢ κατὰ δικαστῶν. Ὄχι, κύριοι. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τεραστίαν, κολοσσιαίαν σημασίαν. Ὅτι, δηλαδή, ἔλαβε χώραν κατάφωρος παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Θεοφανόπουλος τόσον ὡραῖα, ὥστε δὲν θὰ ἐπιμείνω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἔλαβε χώραν, πράγματι, παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ συμβῇ καὶ διότι ὅλοι οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ εἴμεθα προσηλωμένοι εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Πατρίδος μας, τοῦ ὁποίου ἡ διατήρησις ἐναπόκειται εἰς τὸν πατριωτισμόν μας, ἀλλὰ καὶ διότι ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο μεγάλης ἠθικῆς σημασίας ζήτημα. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος διακεκριμένος δικηγόρος κ. Μπακόπουλος βουλευτὴς τότε, γράφει τὰ ἑξῆς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει: «Προσετέθη ὁ ὅρος κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ προαγωγαὶ ἐνεργοῦνται μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ Α.Δ.Σ. εἰδικῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως ἠτιολογημέναι. Καὶ τοῦτο διότι πολλάκις δικαστικοὶ θεωροῦντες ἑαυτοὺς ἀδικημένους παρεπονοῦντο διὰ τὸ ἀναιτιολόγητον τῶν σχετικῶν ἀποφάσεων. Ἄλλως τε καὶ κατὰ γενικὴν ἀρχὴν αἱ ἀποφάσεις δι’ ὧν κρίνονται δικαιώματα ἄλλων πρέπει καὶ εἶναι ἠτιολογημέναι....» (βλέπε σελίδα λαʹ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις εἰς τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος). Καὶ ἐν σελίδι 487 τῶν αὐτῶν Πρακτικῶν. Καὶ τότε ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Ζώης γράφει: «Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις συμφώνως καὶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσαν καὶ ἀνέπτυξαν καὶ προφορικῶς οἱ προσελθόντες ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν τὴν εὐχήν, ὅπως παραμείνῃ ἡ αὐτοτέλεια τῆς δικαιοσύνης, ὥστε ἡ δικαιοσύνη νὰ ἐλέγχῃ τὰ καθ’ ἑαυτὴν καὶ νὰ προάγῃ τοὺς ἱκανοὺς καὶ νὰ παραμερίζῃ τοὺς ἀνικάνους. Ταύτην τὴν πρότασιν ἔγνων νὰ εἰσηγηθῶ ἐκ νέου πρὸς ὑμᾶς.....». Καὶ ὀρθῶς ἔπρεπε νὰ διαφυλαχθῇ ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ ἡ αὐτοτέλεια τῆς δικαιοσύνης, ὀρθῶς ἠμύνθησαν διὰ τὴν κατοχύρωσιν, διὰ τὴν θωράκισιν τοῦ ἀξιώματος Laesso Majestratu. Καὶ ταῦτα, κύριοι, διότι εἰς τὴν προηγουμένην ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴν τῆς Προεδρίας τοῦ κ. Χατζίσκου εἶχε ληφθῆ ἀπόφασις, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἔδει νὰ εἶναι μικτὸν ἐξ Ἀρεοπαγιτῶν κατὰ πλειοψηφίαν καὶ κατὰ τὸ ⅓ ἐκ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας. Κατ’ ἀκολουθίαν ὀρθῶς δι’ ἐμὲ ἐπεκράτησεν ἡ ἄποψις ἐκείνη. Προσῆλθον τουτέστιν οἱ δικασταὶ καὶ ἐπέμειναν νὰ κατοχυρώσουν τὸ ἀξίωμα διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως, ὥστε οὔτε καὶ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας νὰ προσβάλλωνται, διότι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Α.Δ.Σ. κατὰ τὸ ἄρθρον 90 τοῦ Συντάγματος ἐκ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ αἱ εἰς ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἐκδιδόμεναι πράξεις τῆς Διοικήσεως δὲν ὑπόκεινται εἰς προσβολὴν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας.
§76Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Οὔτε καὶ εἰς κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ὑπόκεινται. Εἶναι πρωτάκουστον αὐτὸ ποὺ ἐπιχειρεῖτε κ. συνάδελφε.
§77Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Διὰ παραβάσεις τοῦ Συντάγματος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ τὴν διαπιστώσῃ νὰ τὴν ἐλέγξῃ καὶ νὰ ὑποδείξῃ τὰ μέσα τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ, διότι τὸ Α.Δ.Σ., εἶναι διοικητικὸν ὄργανον.
§78Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας μας θὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἀφ’ ἧς κατωχυρώθη ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαιοσύνης, δὲν ἐτέθησαν ποτὲ ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον δικαστικαὶ ἀποφάσεις, ὡς καὶ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§79Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅπως τὸ δικαστήριον δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐφαρμόσῃ νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ Ἀντιπροσωπεία ἡ Ἐθνικὴ θὰ ψηφίσῃ, ἐὰν θίγῃ τὰ ὅρια τοῦ Συντάγματος, οὕτω καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν κύρωσιν ἀποφάσεως, ἐὰν εἶναι καταφώρως ἀντισυνταγματική. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ παράπονόν μας, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἦτο ἄκρως ἀντίθετος πρὸς τὸ Σύνταγμα, καὶ παρεβίαζεν αὐτὸ νὰ μὴ τὴν ἀποδεχθῇ, νὰ τὴν ἐπιστρέψῃ ὡς ἀπαράδεκτον καὶ ἐπειδὴ τό Α.Δ.Σ. εἶναι διοικητικὸν ὄργανον, νὰ ἐπιβάλῃ κυρώσεις ἐναντίον του διὰ τὴν καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μου, ἐὰν ὑπάρχουν διαφωνοῦντες, δικαίωμά τους. Κύριοι συνάδελφοι, ἀφοῦ μία ἀδικία διεπιστώθη, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἐπανορθώσωμεν. Γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅταν μία ἀδικία διαπιστοῦται καὶ οἱ ἔχοντες τὴν δύναμιν δὲν σπεύδουν νὰ τὴν ἐπανορθώσουν, αὐτὸ εἶναι διασάλευσις κάθε ἰδέας τοῦ δικαίου, ἀποτελεῖ κίνδυνον διαταραχῆς τῆς κοινωνικῆς ἰσορροπίας. Αὐτὰ τὰ εἶπεν ὁ διάσημος Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῶν Παρισίων Bautoin εἰς τὴν δίκην τοῦ Ντρέϋφους. Καὶ ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς λοχαγοῦ Ἑβραίου, ἐν ᾧ ἤδη ὑπερασπιζόμεθα 35 ἀνωτέρους Ἕλληνας δικαστάς. Ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Πράτσικας εἰς τὸ περιοδικὸν «Θέμις» κατὰ τὸ 1939, ὁπότε συνεπληροῦτο 100ετία ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὡσὰν νὰ εἶχε προφητικὴν διάθεσιν ἔγραφε τὰ ἑξῆς: «Ὁ ἐπισκοπῶν τὴν 25ετῆ δρᾶσιν καὶ λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἀν. Δικ. Συμβουλίου ἀποκομίζει ἓν γλυκύπικρον συναίσθημα. Ἀσφαλῶς ἐξέλιπεν ἡ εἰς τοὺς πολιτευμένους ὑποταγὴ τῶν δικαστῶν, ἐξέλιπε, δηλαδή, ἕν κακόν. Ὅπως ὅμως κάθε κακὸν ἐμπνέει μέτρα τῶν ἄκρων οὕτω καὶ ἡ ἄκρατος αὐτοτέλεια τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὑπερέβαλε τοῦ σκοποῦ της καὶ φθάσασα εἰς τὸ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον ἄκρον ἐδημιούργησεν ἄλλην ἐπὶ τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος ΤΥΡΑΝΝΙΑΝ, τὴν τοῦ Ἀν. Δικ. Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς κατήντησε νὰ εἶναι ἁπλοῦς διεκπεραιωτής, χωρὶς νὰ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἔπαυσαν τὰ ρουσφέτια καὶ ἡ συναλλαγή. Αὕτη ἀφαιρεθεῖσα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην ἔχοντα ἢ ποινικήν, δυνάμει τοῦ «Νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», μετετέθη ἁπλῶς εἰς ἀνευθύνους παράγοντας καὶ δι’ αὐτὸ πλέον ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΥΣ». Ἐδῶ ὑποστηρίζομεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεσχέθη καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι θὰ προβῇ εἰς ἐξυγίανσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι θὰ παίζῃ τὸν ρόλον ἁπλοῦ διεκπεραιωτοῦ. Αὐτὰ ἔγραφε μὲ προφητικὴν διαίσθησιν ὁ διακεκριμένος καθηγητὴς καὶ ἀτυχῶς ἐπηλήθευσαν αἱ ἀνησυχίαι τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πράτσικα, τοῦ σεβαστοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου μέχρι κεραίας. Καὶ πράγματι, κύριοι, ἔχομεν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 πρακτικόν, διὰ τοῦ ὁποίου προήχθησαν δύο Ἀρεοπαγῖται, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ποῖοι, δὲν θὰ ἀναφέρω ὀνόματα παρελείφθησαν δὲ 9 Πρόεδροι Ἐφετῶν ἀρχαιότεροί των Ἐφέται, οἱ ὁποῖοι διηύθυνον τὰ μεγαλύτερα Ἐφετεῖα μὲ τὴν ἑξῆς σκέψιν. «Ἐπειδὴ τὸ συμβούλιον λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9505 ἐ.ἔ. ἐρώτημα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τοῦ δι’ αὐτοῦ διαβιβασθέντος πίνακος τῶν ἐχόντων τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα Προέδρων Ἐφετῶν καὶ Ἐφετῶν καὶ ἐξετίμησαν τὰς περὶ τῶν κρινομένων ἐν τοῖς ἀτομικοῖς φακέλλοις ἐκθέσεις καὶ λοιπὰ ἔγγραφα τῶν Ἐπιθεωρητῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἄλλων δικαστικῶν προσώπων, ἀκοῦσαν δὲ προσέτι τὴν γνώμην τῶν μετεχόντων Ἐπιθεωρητῶν Ἀρεοπαγιτῶν κρίνει ὅπως προαχθῶσιν κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν εἰς Ἀρεοπαγίτας πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων οἱ Πρόεδροι Κ. Σ. καὶ Γ. Β. κεκτημένοι τὰ διὰ τὴν προαγωγὴν ταύτην ἀπαιτούμενα τυπικὰ καὶ οὐσιαστικὰ προσόντα». Διατί οἱ παραλειφθέντες ἀφοῦ διοικοῦν τὰ μεγαλύτερα Ἐφετεῖα τῆς χώρας, δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀνέλθουν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον; Αὐτὸ δὲν μᾶς τὸ λέγει πρῶτον σκέλος τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ καὶ οὔτε διατί προεκρίθησαν οἱ προαχθέντες. Τὸ ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ εἶναι ἀντισυνταγματική, προσβάλλει τὸ Σύνταγμα κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον, προκύπτει ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς διατυπωθείσης διαφωνίας τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Γράφει ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός: «...... .... (ἀναγινώσκει) ...». Δὲν συμφωνοῦμεν 1) Διότι ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλως τε γενικῶς καὶ περιφραστικῶς διατυπωθεισῶν αἰτιολογιῶν ὧν ἕνεκα προεκρίθησαν οἱ ἀρκετῶν ἄλλων ἑπόμενοι κατ’ ἀρχαιότητα Πρόεδροι Β καὶ Σ. ἐπιθυμοῦμεν νὰ κριθῇ παρὰ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου ἡ περίπτωσις κατὰ πόσον εἶναι ἐνδεδειγμένη καὶ δικαία ἡ παράλειψις ὅλων τῶν ἀρχαιοτέρων Προέδρων ἐπὶ μακρὰ ἔτη εὐδοκίμως ἀσκησάντων τὸ δικαστικὸν λειτούργημα, ἀναδειχθέντων τούτῳ προφανῶς τῷ λόγῳ εἰς τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν. 2) Διότι ἡ διατύπωσις τοῦ σκεπτικοῦ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Α.Δ.Σ. ἀπέχει ἀπὸ τοῦ ν’ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὴν σαφῆ ἐπιταγὴν τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ Συντάγματος. 3) Διότι εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι ὅπως ἡ ὑπαγορεύουσα τὴν πρόκρισιν καὶ παράλειψιν αἰτιολόγησις ἀναπτύσσηται κατὰ τρόπον ἐξαντλοῦντα τόσον τὴν περὶ προσόντων, ὅσον καὶ τὴν καθόλου τοῦ δημοσίου βίου των ἔρευναν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντελήφθη ἀμέσως, ὅτι ἡ ἀπόφασις προσκρούει πρὸς τὸ ἄρθρον 90 τοῦ Συντάγματος. Ἐδῶ διατυπώνομεν ἕνα παράπονον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγραφε αὐτὴν τὴν φράσιν. Βέβαια ἐνόμισε, ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἡ σύστασις, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ χωρήσῃ περαιτέρω καὶ νὰ εἴπῃ: «ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἕνας ὁ ὁποῖος δὲν ἐναρμονίζεται πρὸς τὰς ἐθνικὰς ἐπιδιώξεις καὶ τοῦ Κράτους τὰ συμφέροντα, ἀλλὰ ὑπάρχει ἀπόφασις, ὅτι συνήργησε εἰς τὴν ἀνταρσίαν κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἀκεραιότητος, ἔπρεπε νὰ εἶναι σαφέστερος διὰ νὰ τοὺς καταστήσῃ προσεκτικούς. Ἔδει νὰ τοὺς ἔλεγε κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριοι, προσέξατε διὰ νὰ ἀποφύγετε τὴν κριτικήν, ἔτσι πρέπει νὰ σκεφθῆτε, διότι ἄλλως ἀφήνετε τὴν ἀπόφασιν ἐκτεθειμένην εἰς τὴν κριτικήν. Δυστυχῶς ἡ διαφωνία ἀπερρίφθη. Ἀκούσατε, κύριοι Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους τί εἶπε ἡ ὁλομέλεια. Ἀριθμὸς 4]53 τῆς ὁλομελείας. «Ἐπειδὴ ἐθεωρήθησαν προτιμητέοι καθ’ ὅσον λόγῳ τῶν κεκτημένων αὐτῶν ἐφοδίων, τῆς μείζονος θεωρητικῆς αὐτῶν μορφώσεως, τῆς ἐπιμελείας των καὶ τῆς ἐκ τῶν ἀτομικῶν των φακέλων δυναμένης νὰ σχηματισθῇ, περὶ τῶν ἐν γένει προσόντων των ἀσφαλοῦς γνώμης καὶ τὸν χρόνον τῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἐφέτου παραμονῆς των, ὑπερέχουσι τῶν συνυποψηφίων των διὰ τὴν τοῦ ἀκυρωτικοῦ ἐργασίαν καὶ καταλληλότεροι διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων Ἀρεοπαγιτῶν κρίνονται...............». Κρίνει ἀπορριπτέαν τὴν διαφωνίαν. Κατεθέσαμεν τότε ἐρώτησιν καὶ ἐζητήσαμεν νὰ ἴδωμεν τοὺς φακέλλους, διότι ἀντελήφθημεν μίαν ἀναταραχὴν εἰς τὸ Δικαστικὸν Σῶμα. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἰς τὰς αἰθούσας τῶν δικαστηρίων ἐσταδιοδρομήσαμεν, γνωρίζομεν πρόσωπα καὶ πράγματα καὶ ἀντελήφθημεν, ὅτι τὸ Σῶμα ἐδοκιμάζετο, ἦτο μία ἀδικία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐπανορθωθῇ. Ἐζητήσαμε τοὺς φακέλλους καὶ τοὺς ἐμελετήσαμε. Ἠσθάνθημεν, κύριοι βουλευταί, ἱκανοποίησιν διὰ τὸν ἕνα, διότι ἦτο λευκός. Ἁρμοδιώτεροι ἦσαν οἱ κ.κ. Ἀρεοπαγῖται νὰ κρίνουν, διατί ὑπερέχει. Διὰ τὸν ἕτερον ὑπέστημεν τὴν κατάπληξιν τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ὁ χειροῦργος, ὁ ὁποῖος μεταβαίνων διὰ νὰ ἐγχειρήσῃ ἕναν ἀσθενῆ πάσχοντα ἀπὸ σκωληκοειδίτιδα εὑρίσκεται πρὸ ἑνὸς καρκινώματος καὶ σπεύδει νὰ κλείσῃ τὸν ἀσθενῆ καὶ νὰ εἴπῃ ἀπελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο. Ἐκλείσαμε καὶ ἡμεῖς τὸν φάκελλον καὶ εἴπομεν ἂς ἀντιπαρέλθωμεν, ἔλαβε χώραν μία ἀδικία, ἂς κλείσωμεν καὶ ἡμεῖς, μήπως ἡ ἀνακίνησις τοῦ ζητήματος δημιουργήσῃ περισσότερον σάλον ἀπὸ τὸν δημιουργηθέντα. Ἀλλά, κύριοι, ἐπηκολούθησεν ἄλλο ἐρώτημα τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὴν πλήρωσιν δύο ἄλλων θέσεων Ἀρεοπαγιτῶν καὶ τότε εὑρέθημεν πρὸ καταπληκτικοῦ θεάματος, διότι ἐκ τῆς Ἐπετηρίδος παρελήφθησαν, διὰ νέας ἀποφάσεως τοῦ Α.Δ.Σ. καὶ οἱ 9 Πρόεδροι τῶν Ἐφετῶν καὶ ἄλλοι 18 ἀρχαιότεροι Ἐφέται, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκεῖνοι ἠναλώθησαν ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ καθήκοντος καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ ἀνώτερον ἀξίωμα τοῦ Ἐφέτου ἐπαξίως, μοχθοῦντες καὶ ἐν ἀρετῇ διάγοντες καὶ ἐκρίθησαν ἄξιοι. Τότε πλέον ἀντελήφθημεν, ὅτι τὸ κακὸν δὲν ἔχει φραγμόν, τότε πλέον ἀντελήφθημεν, ὅτι ἐὰν ἡμεῖς ὑπήρξαμεν διστακτικοί, ἐνεφανίζοντο ἀδίστακτοι οἱ κ. κ. Ἀρειοπαγῖται καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνωμεν ἀπαθεῖς καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνωμε μὲ ἐσταυρωμένα τὰ χέρια. Διότι, τί συνέβη; Μετ’ ὀλίγον νέα ἀπόφασις τοῦ Ἀν. Δικ. Συμβουλίου ἐπηκολούθησε, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεκεφαλίσθησαν ἄλλοι 15 Ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν, κατὰ τρόπον τόσον ἀπαράδεκτον καὶ τόσον ἄδικον, ὥστε καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν πρακτικῶν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου νὰ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς σημεῖον, ποὺ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ ἀφήσῃ ἀσυγκίνητον οἱονδήποτε, ἐνδιαφερόμενον, διὰ τὸ Σῶμα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἐγγύησις τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δημοκρατίας καὶ τὸ ὁποῖον, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, διότι δὲν ἔπαυσα νὰ εἶμαι δικηγόρος, πενθεῖ διὰ τὸ κακὸ ποὺ τοῦ ἔχει προξενηθῆ. Ἡ σημαία του εἶναι ἤδη μεσίστιος. Ἐὰν ἡ ἀξιότιμος Ἀντιπολίτευσις ἤγειρε χθὲς φωνὴν διαμαρτυρίας καὶ προεκάλεσε τόσον σάλον καὶ ἦλθε πάνοπλος, διότι ἀπεστρατεύθησαν 10 στρατηγοί, ἐπὶ συνόλου χιλιάδων ἀξιωματικῶν, τί θέλετε νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς, ἐφ’ ὅσον 35 ἀνώτεροι δικαστικοὶ ἐπὶ συνόλου 135, ἤτοι τὰ 27% ἑνὸς ἐντίμου Σώματος ἀδικοῦνται καὶ διώκονται; Ἡ ἀναταραχὴ ποὺ ἐπικρατεῖ, κύριοι, εἶναι μεγίστη. Καὶ τότε, κύριοι, ἀπεφασίσαμε νὰ ὑποβάλωμε τὴν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία, ὅπως θὰ ἴδητε, ὅταν θὰ καταλήξω, σκοπὸν ἔχει νὰ ἀποσοβήσῃ νέον κακόν, διότι τὸ ὃ γέγονε γέγονε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εὐσταθεῖ, διότι ναὶ μὲν ἔγινε τὸ κακόν, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος ἐπαναλήψεως του καὶ νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ πεποίθησις εἰς τοὺς δικαστάς, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς πλέον θὰ προάγωνται καὶ θὰ βραβεύωνται οἱ ἐπιτελοῦντες τὸ καθῆκον των, ὥστε νὰ εἶναι προσηλωμένοι εἰς τὰ ἔργα των. Κύριοι ἠκούσατε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἶπεν ἐν τῇ διαφωνίᾳ του, ὅτι πρέπει ὁ ἀτομικὸς φάκελλος νὰ εἶναι τὸ κάτοπτρον καὶ ὁ κυριώτερος γνώμων διὰ τὴν προαγωγήν. Ὁ πρῶτος ἐκ τῶν νεοπροαχθέντων εἶχε τεθῆ εἰς διαθεσιμότητα δυνάμει Β.Δ. κατὰ τὸ 1946. Ὑπάρχει μία ἐμπιστευτικὴ ἀναφορὰ τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τότε Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, συνυπογραφομένη ὑπὸ τοῦ κυρίου Πλατίκα, τότε Προέδρου Ἐφετῶν, φέρουσα ἀριθμὸν 70 ἐμπιστευτικόν. Γράφουν οἱ κ. κ. Πρόεδρος καὶ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν: «Ὁ μόνος ὅστις παρέσχε τὴν συνδρομήν του κατὰ τὴν προπαρασκευὴν τοῦ κινήματος ἦτο ὁ Ἐφέτης Κ. Σ., καθ’ ὃν χρόνον ἦτο προϊστάμενος τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν».
§80Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Πότε ἐπετράπη ἡ συγκέντρωσις;
§81Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κατὰ τὸ 1944. Καὶ λέγει ἐν συνεχείᾳ: «Ἡ κίνησις τῶν κομμουνιστῶν ἔλαβε τὴν ζωηροτέραν της ἔντασιν μετὰ τὴν τοποθέτησιν ὡς προϊσταμένου τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν τοῦ ρηθέντος Ἐφέτου, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ ὁποίου ἐγένετο σωρεία σχετικῶν σοβαρωτάτων ἐκδηλώσεων καὶ δὴ 1) Ἐπέτρεψε τὴν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Πρωτοδικείου συγκέντρωσιν τῶν κομμουνιστῶν Δικαστικῶν ὑπαλλήλων καθ’ ἣν οἱ ρήτορες Πρωτοδίκαι διεκήρυξαν ἐπὶ παρουσίᾳ του, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἐνταχθοῦν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ ΕΑΜ. 2) Ἐπέτρεψε μνημόσυνον ὑπὲρ μόνον τῶν κομμουνιστῶν καὶ οὐχὶ τῶν ἐκτελεσθέντων Ἐθνικιστῶν. 3) Ἐκάλεσε τοὺς Πρωτοδίκας ὅπως τοὺς κάμῃ ἀνακοινώσεις, ἔδωσε δὲ τὸν λόγον εἰς τὸν Ἀναγνωστόπουλον γνωστὸν κομμουνιστήν, ὅπως εἰσηγηθῇ τὴν καθιέρωσιν τῶν Λαϊκῶν Δικαστηρίων. 4) Εἰς ἐπιτροπὴν μέλλουσαν νὰ προσφωνήσῃ τὸν Ὑπουργὸν κ. Ν. Ἀβραὰμ εἶπε νὰ μὴ κάμουν χρῆσιν τοῦ συνθήματος «Μεγάλη Ἑλλάς». 5) Ἐπέδωσεν ὑπόμνημα εἰς τὸν Α. Σβῶλον, ἵνα καθιερωθοῦν τὰ Λαϊκὰ Δικαστήρια, ὅταν δὲ οἱ συνοδεύοντες αὐτὸν Δικασταὶ διεμαρτυρήθησαν, διότι δι’ ἄλλον σκοπὸν εἶχον ἐπισκεφθῆ τὸν Ὑπουργόν, ἤτοι διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των τῆς οἰκονομικῆς, τοὺς παρεκάλεσε νὰ τὸ παρασιωπήσουν. 6) Συνεκάλεσε τὴν ὁλομέλειαν τῶν Δικαστῶν, μεταξὺ δὲ τῶν θεμάτων ἦτο καὶ ἡ καθιέρωσις τῶν Λαϊκῶν Δικαστηρίων. 7) Τῇ συγκαταθέσει του ἐγένοντο κρατήσεις, ἐκ τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν σιγαρέττων τῶν ὑπαλλήλων ὑπὲρ τῶν κομμουνιστῶν, πρᾶγμα, ὅπερ προεκάλεσε τὴν ἀγανάκτησιν τῶν Ἐθνικοφρόνων. 8) Ἐπέτρεψε τὴν ἀνάρτησιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον πανὼ μὲ τὰ γράμματα ΕΑΜ. Ἐπὶ δὲ τῆς σημαίας τοῦ Πρωτοδικείου ἀνεγράφετο τὸ ΚΚΕ καὶ τὸ σφυροδρέπανον.
§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς τὸν λένε.
§83Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι, οἱ φάκελλοι εἶναι ἐκεῖ. Ὅποιος θέλει δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ὀνομάτων. Ἐμὲ δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν. Σᾶς λέγω μόνον μετὰ λύπης μου, ὅτι εἶναι πολὺ γνωστός μου καὶ ὅτι μὲ τὸ μικρό μου ὄνομα μὲ ἀπεκάλει, ὅταν μὲ συνήντα εἰς τὸν δρόμον. Γράφει λοιπὸν ἡ ἔκθεσις ἡ ἐμπιστευτικὴ: «...... ............ (ἀναγινώσκει)...........». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναφορά, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν 2 ἀνώτατοι Δικασταί, τότε προϊστάμενοι. Καὶ ὁ Ἐπιθεωρητὴς κ. Βολτατζῆς, Ἀρεοπαγίτης, δι’ ἑτέρας ἀναφορᾶς του, ἐμπιστευτικῆς, ἐπαναλαμβάνει τὰ ἴδια, ὥστε νὰ εἶναι ἀπόλυτος.
§84Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ δεχθῇ ἔλεγχον προσώπων κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον;
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ρήτωρ, ἀγορεύει ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ κανονισμοῦ. Δικαίωμά του, νὰ ἀναπτύξῃ τὴ γνώμη του.
§86Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Αἶσχος. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§87Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀφήνετε νὰ λέγωνται τέτοια πράγματα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§88Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κύριοι συνάδελφοι, μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία χθές, διακόψας τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφον, νὰ παρακαλέσω καὶ αὐτὸν καὶ τὸν μέλλοντα νὰ ἐπακολουθήσῃ νὰ στῶμεν ἐπὶ μιᾶς γραμμῆς. Σᾶς παρεκάλεσα ἐὰν θέλετε νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν γνώμην μου. Ἐὰν δὲν θέλετε εἶναι δικαίωμά σας. Παράκλησιν ὑπέβαλον, ἡ δὲ γνώμη μου φρονῶ, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐπερώτησις δὲν εἶναι σύστασις. Δὲν δυνάμεθα νὰ βαπτίζωμεν ἐνέργειαν κοινοβουλευτικὴν καθιερουμένην ἀπὸ τὸ Δημόσιον Δίκαιον διὰ τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν, διὰ νὰ ἀπαλύνωμεν τὸ πρᾶγμα. Ἡ ἐπερώτησις κατὰ τὸ Δημόσιον Δίκαιον εἶναι ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφορᾷ τὴν ἔρευναν ἐνεργείας καὶ τοῦ σκοποῦ κυβερνητικῆς τινος πράξεως. Ἡ ἐπερώτησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ἀσχέτως τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως περὶ τῆς ὁποίας ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν ὁμιλῶ, ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως δεοντολογίας, ἀπὸ ἀπόψεως δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπερώτησις, στρεφομένη κατὰ τὸ πολίτευμα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς γέφυρα, διὰ νὰ βάλῃ ὁ ἐπερωτῶν ἐναντίον διακεκριμένης καὶ αὐτονόμου κατὰ τὸ πολίτευμα ἐξουσίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπεύθυνος γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§89Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Εὐχαρίστως δέχομαι τὴν παράκλησίν σας, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἐξυπηρετεῖτε ἡ ὑπόθεσις τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν συγκαλύψωμεν τοιαῦτα ἀνομήματα. Ἢ ἐὰν ὑποδείξωμεν τὴν θεραπείαν; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§90Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Νομίζω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Θεοφανόπουλος, ὁμιλῶν εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 7ης Μαΐου 1911 ἐνώπιον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶπε ταῦτα: Πολλάκις δικηγορῶ καὶ δημοσιογραφῶ καὶ ἐσχολίασα καὶ ἐκαυτηρίασα τὰ κατὰ τὴν κρίσιν μου παραπτώματα δικαστικῶν λειτουργῶν, οὐδέποτε ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς! Τάδε ἔφη Δημητρακόπουλος.
§91Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἀξιότιμε κ. Ὑπουργέ, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀναφέρω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν εἶναι μυστικά. Τὰ ἔχει δημοσιεύσει ἡ «Ἑστία», τὰ ἔχει δημοσιεύσει ἡ «Θέμις». Ἀπορῶ διατί προκαλεῖ τὴν διαμαρτυρίαν σας, ἡ προσπάθειά μας νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης. Ἀνελάβομεν τὸ βαρὺ αὐτὸ ἔργον, διότι πιστεύομεν ἀκραδάντως, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν τὴν δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος ὑποδεικνύοντες τὰ μέσα καὶ τὰ φάρμακα τῆς θεραπείας τῆς νόσου αὐτῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν πάσχουν τὰ δικαστήρια, δὲν πάσχουν οἱ δικασταί, ἀλλὰ πάσχει ἕνα Ἀνώτατον Συμβούλιον, διότι τὸ κατευθύνει ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος ἀνεμίχθη εἰς τὴν Διοίκησιν, ὁ ὁποῖος ὑπεισῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δεσπόζει ἐν τῷ Ἀνωτάτῳ Δικαστικῷ Συμβουλίῳ καὶ προκαλεῖ τὰς ἀνόμους, παρανόμους καὶ ἀδίκους ἀποφάσεις. Παρακαλῶ, λοιπόν, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συνεχίσω ἄνευ διακοπῶν. Ἡ ἐπερώτησις ἔχει κολοσσιαίαν σημασίαν καὶ θὰ πρέπει νὰ διεξαχθῇ μὲ ἠρεμίαν, μὲ φρόνησιν, διότι θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ καταλήξωμεν θὰ εἶναι ἐποικοδομητικά, διὰ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς δικαιοσύνης τῆς Πατρίδος μας. Πάντως κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι ὁπωσδήποτε ὅσα προτίθεμαι νὰ πῶ θὰ τὰ πῶ καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί, ἵνα μὴ ἀπόλλυται πολύτιμος χρόνος. Τὰ ἔγγραφα, λοιπόν, κύριοι, τῶν ὁποίων κάμω χρῆσιν δὲν εἶναι μυστικά. Ἔχουν δημοσιευθῆ. Ἐπανειλημμένως διὰ τοῦ τύπου ἦλθον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Κατόπιν τῶν ὑπευθύνων καὶ συντριπτικῶν αὐτῶν καταγγελιῶν ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα. Τὸ Διάταγμα τῆς 6ης Ἰουλίου 1945 λέγει τὰ ἑξῆς: Ἐπειδὴ ἐκ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 70 ἐ.ἔ. ἐμπιστευτικῆς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀπὸ 29 Ἀπριλίου 1945 ἐκθέσεως τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν σχετικὴν ἀνάκρισιν Ἐπιθεωρητοῦ Ἀρεοπαγίτου Μ. Βογιατζῆ προκύπτει, ὅτι ὁ Ἐφέτης Κ.Σ. συνήργησεν εἰς τὴν στάσιν, πρὸ τῆς ἐκδηλώσεως αὐτῆς, διὰ τὴν ἐν τῇ ἀνωτέρω ἐκθέσει μνημονευομένων ἐνεργειῶν του, τεινουσῶν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς στάσεως ἀποφάσεως τῶν ἀμέσως μετεχόντων ταύτης. Διὰ ταύτης ἀποφαίνεται, ὅτι δέον νὰ τεθῇ εἰς διαθεσιμότητα. Ἐτέθη λοιπὸν εἰς διαθεσιμότητα, ἀλλὰ ὑπέβαλεν αἴτησιν, ὅτι ἠδικήθη καὶ ἐπανεξητάσθη τὸ ζήτημα. Ὑπάρχει τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 πρακτικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θʹ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον δέχεται «ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν, ὅτι δὲν συντρέχει περίπτωσις ἀπολύσεώς του κατὰ τὸ ψήφισμα. Ἐκ τῶν ἀποδεικτικῶν στοιχείων καὶ τὰς προφορικὰς ἐξηγήσεις ἃς οὗτος ἐμφανισθεὶς ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐχορήγησε προκύπτει, ὅτι ἡ κατὰ τὸ διάστημα τῆς Προεδρίας του εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν σημαντικὴ ὄντως καὶ ἀδικαιολόγητος παρατηρηθεῖσα ἀνωμαλία, καὶ ἡ ἄτοπος διακοσμητικὴ ἐμφάνισις τοῦ Καταστήματος τοῦ Πρωτοδικείου, ὀφείλοντα οὐχὶ εἰς τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ ὅπως διὰ τῶν ἐνεργειῶν του συμμετάσχῃ εἰς τὴν στάσιν, ἢ κατὰ τῆς ἐν τῷ Κράτει ἐννόμου τάξεως, ἀλλὰ εἰς τὸν ὅν ᾐσθάνετο φόβον, ὅτι ἐὰν ἐλάμβανε τὰ προσήκοντα μέτρα διαφυλάξεως τοῦ δικαστικοῦ κύρους καὶ γοήτρου ἠδύνατο νὰ κακοποιηθῇ ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων, τουθ’ ὅπερ καὶ ὑπὸ τῶν κληθέντων καὶ ἐξετασθέντων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς μαρτύρων Μπαλῆ ὑπαλλήλου τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καὶ Κούλη προϊσταμένου τῆς καθαριότητος τοῦ Πρωτοδικείου βεβαιοῦται.....» Αὐτὰ ἐδέχθη ἡ πλειοψηφία. Ὑπάρχει ὡς βλέπετε ἡ κατάθεσις τοῦ προϊσταμένου τῆς καθαριότητος συνηγοροῦσα. Ἦτο τόσον καθαρὰ ἡ διαγωγὴ τοῦ ἐγκαλουμένου λέγομεν ἡμεῖς, ὥστε διὰ ν’ ἀποπλυθῇ τὸ ρῦπος ἔπρεπε νὰ ἐπέμβῃ ὁ προϊστάμενος τῆς καθαριότητος, ἀφοῦ οὐδεὶς Πρωτοδίκης ἔστερξε νὰ ψευδομαρτυρήσῃ. Καὶ εὐτυχῶς εἰς τὰ παράδοξα καὶ παράλογα αὐτὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπιχειρήματα, ἀντετάχθη ὁ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Χαρ. Λινάρδος, ὅστις ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὰς συντριπτικὰς ἐκθέσεις ἑνὸς Προέδρου Ἐφετῶν, ἑνὸς Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Ἀρεοπαγίτου ἔκρινε ταύτας ἐπικρατεστέρας τῆς καταθέσεως τοῦ Κούλη τῆς Καθαριότητος καὶ ἐγνωμάτευσεν ὑπὲρ τῆς παύσεως τοῦ Ἐφέτου. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρ. Πάγου ἔπρεπε νὰ προαχθῇ κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογήν, διότι ὑπερεῖχε τῶν λοιπῶν!! Ἔ! Κύριοι, αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεκάλεσε βαθυτάτην θλῖψιν. Αὐτὸ εἶναι, τὸ ὁποῖον κυριολεκτικῶς συντρίβει ψυχικῶς τοὺς παραλειφθέντας. Διατί; ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν ἐρωτοτροπήσαμεν μὲ τὸ ΕΑΜ, δὲν εἴμεθα καιροσκόποι, εἴμεθα διὰ τοῦτο κατώτεροι, καὶ ὑπερέχει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰσηγεῖτο τὴν κατάργησιν τῶν δικαστηρίων μας καὶ τὴν ἵδρυσιν τῶν λαϊκῶν δικαστηρίων; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ὁ φάκελλος ὑπάρχει. Μήπως πλεονεκτεῖ ἀπὸ ἀπόψεως δικαστικῆς μορφώσεως; Μήπως αἱ ἀποφάσεις του εἶναι ὑποδειγματικαί;
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατετέθη πρότασις γενικεύσεως τῆς συζητήσεως, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Ἑπομένως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ ἐπερωτήσεως γενικεύεται. (Φωναί, διαμαρτυρίαι).
§93Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Ἐπὶ τῆς γενικεύσεως ἀποφασίζει ἡ Βουλή.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀποφασίζει ἡ Βουλή. Ἀρκεῖ ἡ ὑποβολὴ ἐγγράφου προτάσεως ὑπὸ 10 βουλευτῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Κανονισμοῦ.
§95Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριε Πρόεδρε βεβαίως εἶναι δικαίωμα τῶν ὑπογραψάντων νὰ ζητήσωσι τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην καὶ τὴν ὑποβάλλω ἁπλῶς, ὅτι ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως δὲν δὲν συμφέρει τὴν δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος μας. Σᾶς ὑποβάλλω τὴν θερμὴν παράκλησιν νὰ ἀρκεσθῆτε εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν ὅσων ἤθελεν ἀναπτύξει ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ἀξιότιμος κ. συνάδελφος.
§96Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ γενίκευσις, τοὐτέστιν δὲν εἶναι ὑποχρεωτική.
§97Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν θέλετε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι δικαίωμα τῶν κ. Βουλευτῶν. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει μίαν παράκλησιν καὶ τὴν ὑποβάλλει μὲ αἰτιολογίαν. Ἐὰν ἀποδέχεσθε τὴν βασιμότητα τῆς αἰτιολογίας παρακαλῶ ν’ ἀποσύρετε τὴν πρότασιν.
§98Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι μεταξὺ τῶν ὑπογραψάντων, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δικαιολογήσω διατὶ ὑπέγραψα. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς μία φωνὴ διαμαρτυρίας ἐναντίον τῆς ἐπερωτήσεως τῶν κυρίων συναδέλφων. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θ’ ἀπαντήσῃ, εἶμαι δὲ ἀπολύτως πεπεισμένος, ὅτι θὰ δώσῃ τὴν ἀπολύτως ὀρθὴν ἀπάντησιν, διότι γνωρίζω τὸν κ. Ὑπουργόν, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τουλάχιστον ἐγὼ παραιτοῦμαι καὶ ζητῶ ν’ ἀποσυρθῇ ἡ πρότασις.
§99Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κατόπιν τῆς συστάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀποσύρω τὴν ὑπογραφήν μου.
§100Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποδεχθῶ τὴν σύστασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν μὴ γενίκευσιν τῆς συζητήσεως. Δι’ ἡμᾶς προέχει τὸ γενικώτερον συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρὰ τὰς ἐπιφυλάξεις μου διὰ τὴν ὀρθότητα τῆς ὑπουργικῆς συστάσεως ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου. Ἐπιθυμῶ ὅπως, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ νὰ σημειώσω, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ὑποστηριχθεῖσα ἄποψις ὑπό τινων συναδέλφων, ὅτι ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας, Εἶναι καὶ ἐπικίνδυνος καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴ ἡ διατύπωσις τοιούτων ἀντιλήψεων καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ πλειονότης τῶν συναδέλφων θὰ τὴν ἀποκρούσῃ. Διότι ἀφ’ ἧς λειτουργεῖ τὸ Κοινοβούλιον ἔχει θεσπισθῆ καὶ μὲ τοὺς γραπτοὺς καὶ τοὺς ἀγράφους νόμους, ὅτι ὅταν δέκα βουλευταὶ ζητήσουν τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως, γενικεύεται αὕτη. Ἐπὶ τῶν ἀπόψεων τῶν ἐπερωτώντων θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω, ὅτι καθ’ ἡμᾶς εἶναι ἀπαράδεκτος ὁ ἀσκούμενος ἔλεγχος διὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν ἐξετάζω τὴν βασιμότητα τῶν αἰτιάσεων τῶν ἐπερωτώντων, οὔτε μᾶς ἐνδιαφέρουν τὰ πρόσωπα οὔτε ἄν ἐγενικεύετο ἡ συζήτησις θὰ ἀπεβαίναμεν ὑπερασπισταὶ ἢ κατήγοροι οὐδενός. Πιστοὶ εἰς τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς καὶ τὴν ἀπόλυτον ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας θεωροῦμεν ἀπαράδεκτον τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ἐπὶ θεμάτων ἀναγομένων κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἐκτίμησιν τῶν ἁρμοδίων δικαστικῶν λειτουργῶν. Εἶναι θέμα ἀρχῆς τοῦτο καὶ θὰ ἦτο εὐτύχημα ἂν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐξεδήλωνε τὴν ἀντίθεσίν της πρὸς τὴν ἐπιχειρουμένην παραβίασίν της. Διότι διὰ πρώτην φορὰν ἀφ’ ἧς κατωχυρώθη ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαιοσύνης, ἔρχονται εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς πρὸς ἔρευναν τοιαῦτα θέματα.
§101Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν δυνάμεθα, κύριοι συνάδελφοι, ν’ ἀνεχθῶμεν τὰς παρανομίας.
§102Ε. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Ἐὰν κύριε Πρόεδρε, ὑπεγράψαμεν τὴν πρότασιν καὶ ἐζητήσαμεν τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως, τὸ ἐπράξαμεν διὰ νὰ μᾶς δοθῇ ἀφορμὴ νά ἐξάρωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὸ ἔργον τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης. Ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη ἐκρατήθη εἰς τὸ ὕψος της...
§103Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὄχι περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τῶν κ. κ. συναδέλφων τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν ἡ πρότασις περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως ἀποσύρεται. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ. Ἀντιπρόεδρος κ. Κ. Ροδόπουλος)
§105Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐὰν κ. συνάδελφοι, ἦσαν μόνον αὐτὰ τὰ παραπτώματα τὰ συνυφασμένα μὲ μίαν κρίσιμον καμπὴν τοῦ Ἔθνους, ἐπειδὴ τόσοι καὶ τόσοι ἀνένηψαν, ἐπειδὴ τόσοι καὶ τόσοι ἔλαβον ἀμνηστείαν καὶ ἐπειδὴ τόσοι καὶ τόσοι ἐπανῆλθον εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Πατρίδος καὶ ἐσφάξαμε τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν καὶ πάλιν ὁ φάκελλος θὰ ἐκλείετο μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι τὸ σιγᾶν κρεῖττον. Δὲν εἶναι ἀτυχῶς ὅμως μόνον αὐτὰ τὰ παραπτώματα τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον δὲν δίδουν δικαίωμα ὑπεροχῆς, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἔπρεπε καὶ δι’ οἱονδήποτε ἀντιλέγοντα νὰ εἶναι μειονέκτημα φοβερόν. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα παραπτώματα διαπιστωθέντα ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν δεινὴν ὕβριν, ὅταν ἔρχεται μία ἀπόφασις καὶ λέγει ὅτι ὁ κύριος αὐτὸς ὑπερέχει. Ἀκούσατε παρακαλῶ ἀποφάσεις, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ Ἀνωτάτου Πειθαρχικοῦ διὰ νὰ ἰδῆτε πόσον δεδικαιολογημένη εἶναι ἡ ἐπιμονή μας νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπόν, ὁ ὁποῖος ἕνας καὶ μόνος εἶναι, πῶς θὰ ὑποδείξωμεν τὰ μέσα τῆς θεραπείας αὐτῆς τῆς γαγγραίνης. Ὑπάρχει ἐν τῇ δικογραφίᾳ μία ἀπόφασις ἡ ὑπ’ ἀριθ. 332 τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ τιμῶντος τὸ δικαστικὸν ἀξίωμα κ. Ἀποστολοπούλου, ἡ ὁποία λέγει: «Φιλικώτατα συνδεόμενος (ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἀριστίνδην προαχθεὶς) μετὰ τοῦ Γ. Οἰκ. διατελῶν ἐν διακοπαῖς συνέστησεν εἰς τὸν Π. Πρωτοδίκην νὰ δικάσῃ, ἄνευ κλητεύσεως, αἴτησιν κατασχέσεως σοβαρωτάτου περιεχομένου, ἐν συνεχείᾳ τὸν ἠρώτα τί ἀπέγινε. Ὀλίγον χρόνον πρὸ τῆς ἐκδικάσεως τῆς ἄνω αἰτήσεως εἶχε προμηθευθῆ παρὰ τοῦ Γ. Οἰκ. εἰς τιμὴν βέβαια οὐχὶ τὴν τρέχουσαν, ἡμίσειαν δωδεκάδα καλτσῶν....» Παράπτωμα τοῦ ἄρθρου 292 διότι μαρτυρεῖ τὴν ἐκ κουφότητος τοῦ ἐγκαλουμένου παράβασιν τῶν καθηκόντων τῆς ὑπηρεσίας του. Πρόστιμον δρχ. 1000 (Α. Π. 338 τῆς 7–11–42) τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, λίαν ἐπιεικῶς, ἐπειδὴ ὡς λέγει ἡ ἀπόφασις, ἐνήργησεν ἐκ κουφότητος, τοῦ ἐπέβαλε πρόστιμον 1.000 δραχμῶν. Ὑπάρχει καὶ ἕνα βούλευμα, τὸ 793]47 τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν. Ἕνας ἐπιφανὴς Ἕλλην διπλωμάτης, τιμήσας τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα ἐν Αἰγύπτῳ, κατηγγέλθη ὑπὸ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἀριστίνδην Ἀρεοπαγίτου, ὅτε ἦτο
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου, ὡς κλέπτης καὶ ἐκβιαστής. Τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, προεδρευόμενον ἀπὸ ἄριστον ἐφέτην, ὑπηρετοῦντα ἐν Ἀθήναις, ἐδέχθη διὰ τοῦ βουλεύματος τάδε: «Ἐὰν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Αἰγύπτου μηδὲ τῶν Πατριαρχείων ἐξαιρουμένων ἀποχαιρετήσουν τὸν ἐν λόγῳ διπλωμάτην πρὸς τιμὴν τοῦ ὁποίου καὶ τελετὰς ἔκαμον καὶ δεξιώσεις, εἰς τὰς ὁποίας συμμετεῖχε καὶ ὁ ἐν λόγῳ Ἀρεοπαγίτης, ὅστις ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ πλοίου ἀπεχαιρέτησε τὸν ἀποχωροῦντα διπλωμάτην ἀσπαζόμενος αὐτόν, μόλις ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ πλοίου εἰς τὴν ξηρὰν διέδωσε εἰς ὅλην τὴν Ἀλεξάνδρειαν, ὅτι ὁ ἀναχωρήσας ἦτο κλέπτης. Καὶ ταῦτα διότι ὑποπτεύετο τὸν ἐν λόγῳ διπλωμάτην, ὅτι εἶχεν ἐνεργήσει διὰ τὴν ἐξ Αἰγύπτου ἀνάκλησίν του καὶ ἀπήλλαξε τὸ ἄνω ὑπ’ ἀριθμὸν 793)1947» βούλευμα τοῦ κατηγορουμένου διπλωμάτου διότι δημιουργεῖται ἀβίαστον τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἀδίκως διεσύρθη διότι εἶναι ἀθῶος. Καὶ ὑπάρχει, κύριοι, καὶ μία γελοιογραφία, εἰς ἕνα ξένον ἔντυπον, ἡ ὁποία κυριολεκτικῶς, ἀποδεικνύει, ὅτι κατερρίφθη τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τοῦ κυρίου αὐτοῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ.
§107ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὸ ἴδωμεν.
§108Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ τὸ ἴδετε. Τίθεται εἰς τὴν διάθεσίν σας.
§109Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε, εἶναι δικαίωμά σας νὰ τὰ εἴπητε. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω μόνον νὰ συμφωνήσωμεν ἐπὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ δεδικασμένον. Ὅταν ὑπάρχῃ δεδικασμένον, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀνατρέψωμεν. Εἶναι ἕνας εἰδικὸς κανών, ὁ ὁποῖος σκεπάζει ὅλους.
§110Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Αἱ ἀποφάσεις καὶ τὰ βουλεύματα σχολιάζονται εἰς τὰ νομικὰ περιοδικά. Αἱ ἀποφάσεις, βεβαίως, δὲν ἀνακαλοῦνται.
§111Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι συνάδελφοι, εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, τὰ κατέχω τόσον καλὰ τὰ ζητήματα.
§112Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δεδικασμένον δὲν ὑπάρχει, ὅταν μία Ἐπιτροπὴ ἀπαλλάσσῃ μὲ τὴν αἰτιολογίαν, ὅτι ἐκ δειλίας διέπραξεν, ὅσα διέπραξεν. Ὑπάρχουν ἐπίσης ἀποφάσεις ἀναιρεθεῖσαι, ἐπανειλημμένως, διὰ κακὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὑπάρχει δὲ μία πρόσφατος, ἡ ὁποία καὶ μόνον ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσῃ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον εἰς ἄλλας σκέψεις ἀπὸ ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας κατέληξε. Διότι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀριστίνδην, προαχθεὶς εἰς Ἐφέτην τὴν 18 Φεβρουαρίου 1952, ἐτοποθετήθη εἰς Δωδεκάνησον. Ἡ ἀπόφασις ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτὸν τὴν 14 Μαΐου. Εἰς τὰς 23 Μαΐου ἐξέδωκεν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 156126 εἰσιτήριον μὲ τὴν Τ.Α.Ε., καὶ ἐταξίδευσεν εἰς τὴν Ρόδον καὶ τὴν 25ην Μαΐου παρέλαβεν ὑπηρεσίαν. Εἰς τὰς 27 Μαΐου, κύριοι, συνεζητεῖτο μία σοβαρωτάτη ὑπόθεσις, ἡ ὁποία εἶχε συνταράξει τὴν Δωδεκάνησον. Ἐξεδικάζετο δηλαδὴ μία ἔφεσις κατ’ ἀποφάσεως, δυνάμει τῆς ὁποίας εἶχον καταδικασθῆ εἰς ἑπτάμηνον φυλάκισιν ἰσχυρότατοι πολιτικοὶ παράγοντες, κατηγορούμενοι δι’ ἐξαγωγὴν συναλλάγματος. Τὴν 25ην, ὡς σᾶς εἶπον, παρέλαβεν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν 27ην προήδρευσε τοῦ Ἐφετείου, τὸ ὁποῖον ἀπήλλαξε τοὺς κατηγορουμένους. Ὁ παρ’ Ἐφέταις τῆς Δωδεκανήσου Εἰσαγγελεὺς ἤσκησεν ἀναίρεσιν ὑπὲρ τοῦ νόμου καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀνῄρεσε, πράγματι, τὴν ἀπόφασιν διὰ κακὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§113Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Νὰ εἴπητε καὶ τὴν συνέχειαν.
§114Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ τὴν εἴπω. Κάμετε ὑπομονήν, νὰ τὴν ἀκούσετε.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπατε, ὅτι ὁμιλεῖτε μὲ σεβασμὸν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην.
§116Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Διὰ δευτέραν φορὰν παρακαλῶ τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος ἀξιότιμον κ. συνάδελφον, ἐὰν εὐαρεστῆται νὰ ἐντοπίσῃ τὴν ἐπερώτησίν του εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀνεπίτρεπτον, κριτικὴ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, μὲ τὸ κῦρος τοῦ Προεδρικοῦ σας ἀξιώματος, νὰ εὐαρεστηθῆτε καὶ ὑμεῖς, ἀσχέτως τῆς συστάσεως αὐτῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ ὑποδείξητε εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀγορητήν, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς του ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, δέν ἀφορᾷ κριτικὴν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἐφετείου Δωδεκανήσου. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον. Εἰσάγομεν ἄλλως κενὰ δαιμόνια εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ τοῦ ὑψίστου ἐθνικοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἀποκρυσταλλοῦται εἰς τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν διακεκριμένην Δικαστικὴν Ἐξουσίαν. Ἐὰν θέλετε νὰ μεμφθῆτε πρόσωπα δικαστικῶν λειτουργῶν μεμφθῆτε, ἀλλὰ τὸ νὰ ἐπιχειρῆτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κριτικὴν δικαστικῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἐφετείου τοῦ Κράτους, αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ διαμαρτύρομαι, ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε ρήτωρ θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ ἐγὼ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῆτε ἐπὶ τοῦ θέματος.
§118Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Σᾶς κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν ἐλέγχω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, ἀλλὰ ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐδήλωσεν, σαφῶς, τονίζω, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἀνῄρεσεν τὴν ἀπόφασιν διὰ κακὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, αὐτὸ εἶναι πάντως εἰς βάρος ἑνὸς δικαστοῦ καί, ἐὰν δὲν ἔσπευδεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας κ. συνάδελφος, θὰ ἔλεγον, ὅτι παραπέμφθη ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἐξετάσαν τὴν οὐσίαν, ἀπήλλαξεν τοὺς κατηγορουμένους. Βλέπετε, ὅτι ἡ σπουδὴ καὶ ἡ διακοπὴ ἐδημιούργησεν θόρυβον ἀσκόπως ἢ ἀτόπως. Ἀλλὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ ἀποστῶ τοῦ καθήκοντος τὸ ὁποῖον ἔχω. Ἐὰν ἄλλοι θέλουν νὰ τοὺς καλύψουν μὲ τὸν μανδύαν τους ἂς τὸ πράξουν. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι). Πάντως ὅλα αὐτὰ εἶναι τὸ κάτοπτρον καὶ τῆς ἀκεραιότητος καὶ τῆς εἰς τὰ νομικὰ ἐπιδόσεώς του.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε ρήτωρ σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§120Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τώρα, κύριοι συνάδελφοι, θὰ θέλετε βεβαίως μίαν ἐξήγησιν, διατὶ ἔλαβον χώραν αὐτὰ τὰ περίεργα καὶ ἀπαράδεκτα πράγματα. Εἴπαμεν, ὅτι ὅλοι, ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ ἔχομεν τὴν δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος μας. Ὅλοι πρέπει νὰ τὴν ἔχωμεν, πράγματι ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Ὅλοι πρέπει νὰ ἀτενίζωμεν πρὸς αὐτὴν μὲ μίαν ἐλπίδα καὶ ἕνα σεβασμόν, ὅτι εἶναι ἡ ἐγγύησις τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς ἐλευθερίας. Διατί συμβαίνουν ὅλα αὐτά, ἀφοῦ ὅταν οἱ δικασταί μας ἐπιτελοῦν τὸ καθῆκον των, εἶναι ὑποδειγματικοὶ καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν ὡς παράδειγμα πρὸς μίμησιν παρὰ ξένων Κρατῶν; Διατὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἀδικοῦνται οἱ ἀνώτατοι δικαστικοί; Τὸ πρᾶγμα εἶναι γνωστόν. Δὲν θὰ κομίσω γλαῦκα εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τοῦτο συμπίπτει, μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 9 σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εἰσέλθω ἀμέσως.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα, κύριε ρήτωρ.
§122Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριε Πρόεδρε, ἡ σύστασις ἔχει διατυπωθῆ ὑπὸ μορφὴν ἐπερωτήσεως, ἑπομένως ἂς συσχετισθῇ μὲ αὐτήν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, κύριε Ὑπουργέ.
§124Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Διετυπώθη ἕνα παράπονον διὰ μίαν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Βεβαίως, ὁ ἀνώτατος δικαστικὸς Ἄρχων, ὁ κατέχων τὴν κορυφὴν τῆς δικαστικῆς πυραμίδος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ἀξιότιμος κ. Εἰσαγγελεὺς ἐφορεύει ἐπὶ πάντων τῶν δικαστῶν. Εἶναι δικαίωμά του νὰ ἀποστέλλῃ ἐγκυκλίους, ὅπως καὶ νὰ συγγράφῃ καὶ γνωματεύσεις. Ἐδῶ ὅμως συνέβη κἄτι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράδεκτον. Διότι μεταβὰς αὐτοπροσώπως εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, πρῶτος ὑπέδειξεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀδίκημα τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ ἐπιταγῶν εἶναι τυπικόν, δὲν πρέπει νὰ ἀπαλλάσσωνται, ἔστω καὶ ἐὰν ἐκ τῶν ὑστέρων καταβάλλωσι τὸ ἀντίτιμον. Ἐπίσης κατεφέρθη κατὰ τῆς ἐπιεικείας. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§125Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ σᾶς παραπέμψω εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν. Λυποῦμαι, διότι θὰ ἀναγκασθῶ νὰ τὸ κάμω αὐτό. Δὲν ἠμπορεῖτε, ἐνῷ ἀπεσύρατε τὴν αἴτησιν γενικεύσεως τῆς συζητήσεως, νὰ ἐπιδιώκετε ταύτην διὰ τῶν διακοπῶν.
§127Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ἀκούωνται ἀδιαμαρτυρήτως, τοιαῦται ἀδικαιολόγητοι ἐπικρίσεις κατὰ τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν τῆς δικαιοσύνης.
§128Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἤλεγξεν, λοιπόν, τὴν κρίσιν τῶν δικαστῶν κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως τῶν δικαστῶν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρουν ἐλευθέρως τὴν γνώμην των, βάσει τοῦ πορίσματος τῆς ἀκροαματικῆς διαδικασίας, νὰ καταργῆται. Τὸ πρᾶγμα, ὅταν τὸ ἐπληροφορήθην, μὲ κατέπληξεν. Διεπιστώθη ὅμως, ὅτι εἶχε καὶ ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα. Διότι, ἔκτοτε παρετηρήθη μία ἀνατροπὴ τῆς ἰσορροπίας μεταξὺ τῶν ἀπαλλακτικῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικείων καὶ τῶν τοῦ Ἐφετείου. Πτοηθέντες οὕτω οἱ κατώτεροι ἔχουν ἀθρόας καταδικαστικὰς ἀποφάσεις καὶ ἀναγκάζονται οἱ ἀνώτεροι νὰ προβαίνουν εἰς ἀθώωσιν. Δὲν θὰ υἱοθέτουν τοῦτο, καίτοι οἱ διαβεβαιώσαντες εἶναι κατὰ πάντα ἀξιόπιστοι, ἐὰν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου ἕνα ἔγγραφον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Εἰσαγγελέως παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ μὲ ἀριθμὸν 3322|4—10—51, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν τεχνηέντως καὶ μὲ πολλὴν ἱκανότητα ἀποπειρᾶται νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὴν κρίσιν τῶν δικαστῶν. Εἶναι ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω πόσον ἐστοίχισεν εἰς τὸ δύσμοιρον αὐτὸ Κράτος. Ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος, ὁ κ. Κανελλόπουλος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, κατηγορῶν τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἦτο ὁ ἐλεγχόμενος Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρ. Πάγου, τὸ ἀπεκάλεσεν καλπονοθευτικόν. Ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη ἐκόστισε εἰς τὸν Συναγερμόν, δέκα ἕδρας καὶ ἀνέτρεψεν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν. Ἠλλοίωσεν λέγω, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν τοῦ Σεπτεμβρίου 1951. Λέγει ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη. Κατεπεῖγον 4 Ὀκτωβρίου 1951 Πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν. Κατὰ παράκλησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀποστέλλω ἀντίγραφον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 590 τῆς 24ης Αὐγούστου 1951 πρακτικοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐκδοθέντος ἐπὶ τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ Σχεδίου Διατάγματος «Περὶ καθορισμοῦ λεπτομερειῶν τῆς δευτέρας κατανομῆς τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν», δημοσιευθέντος ἤδη τοῦ Διατάγματος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 240 τῆς 27ης Αὐγούστου 1951 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, τεῦχος Αʹ, καὶ παρακαλῶ ὅπως θέσητε τὸ ἄνω πρακτικὸν ὑπ’ ὄψιν τῶν κ.κ. Ἐφετῶν, προκειμένου νὰ προβῶσιν εἰς ἀνακήρυξιν τῶν ἐπιτυχόντων βουλευτῶν τῆς δευτέρας κατανομῆς.
Ὁ Εἰσαγγελεὺς
Δ. ΚΙΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
Κύριοι, ὅπως ἡμεῖς οἱ δικηγόροι, ὅταν ὑποβάλλωμεν προτάσεις καὶ λέγομεν, τόσον εἶναι δικαία ἡ ἄποψίς μας καὶ τόσην ὀρθὴ ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τὸν νόμον, ὥστε ἐπικαλούμεθα ad hoc τὴν τάδε ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔτσι κατὰ παράκλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου διαβιβάζει τὸ πρακτικὸν ad hoc, διὰ νὰ κρίνουν οἱ κύριοι Ἐφέται, ἐπὶ τῆς ἀνακηρύξεως τῆς δευτέρας κατανομῆς. Ἦλθεν βεβαίως τὸ Ἐκλογοδικεῖον καὶ ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν σέβομαι βεβαίως, μὲ πλειοψηφίαν μιᾶς ψήφου. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω, ὅτι τὰ παράπονα τὰ διατυπωθέντα εἶναι εὔλογα. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος κατέλιπεν ἐπανειλημμένως τὴν ἕδραν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἄλλοι προηγούμενοι αὐτοῦ ἀνήγαγον εἰς ἀνυπέρβλητον κλέος, τὴν ἕδραν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐτίμησαν καὶ ἐλάμπρυναν ὁ Τζιβανόπουλος, ὁ Χατζάκος, ὁ Χοϊδᾶς καὶ τόσοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν καὶ ἐτίμησαν τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπέστη ἐπηρεασμὸν καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν τοιαῦτα ὀλισθήματα. Ἀλλά, κύριοι, ὑπάρχει καὶ τὸ νομικὸν περιοδικὸν «Θέμις» εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει δημοσιευθῆ ἐπανειλημμένως, ὅτι ὑπάρχουν πρακτικὰ συνεδριάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§129Ν. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι δικαίωμα τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ συστήσῃ εἰς τὰ κατώτερα ὄργανά του, αὐτὰ τὰ ὁποῖα συνέστησεν; Διότι ἂν εἶναι δικαίωμά του, τότε, διατὶ καταδικάζετε τὴν ἐνέργειάν του;
§130Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὄχι δὲν εἶναι δικαίωμά του. Εἶναι ἡ ἐλευθέρα συνείδησις τοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ βάσει τῆς ἀκροαματικῆς διαδικασίας καὶ τῆς ἐκ τῆς συζητήσεως σχηματισθησομένης ἐλευθέρας γνώμης. Δὲν ἠμποροῦσε οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ὁ Ἀνώτατος Δικαστικὸς Εἰσαγγελεὺς νὰ ὑποδείξῃ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐκδίδωνται αἱ ἀποφάσεις.
§131Ν. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἐκτὸς τῆς δικαιοδοσίας τῶν καθηκόντων του, ναὶ ἢ ὄχι;
§132Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὄχι.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτο, θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ πάλιν νὰ περιορισθῆτε ἐντὸς τοῦ θέματος.
§134Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὑπεσχέθην, ὅτι θὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἡ ἐξήγησις εἶναι αὕτη, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, μὲ τὴν παντοδυναμίαν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν, ἄλλοτε Γενικὸς Γραμματεὺς ἐπὶ κατοχῆς ἐλέῳ Ἰταλῶν, ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄλλοτε Πρωθυπουργός, δεσπόζει. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμὴ ἀντίληψις καὶ αὐτὴ εἶναι διάχυτος γνώμη καὶ πεποίθησις, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀνώτατοι δικαστικοί, οἱ ὁποῖοι τιμοῦν τὸ Σῶμα, κατολισθαίνουν καὶ εἰς παραβάσεις τοῦ Συντάγματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου καὶ δι’ αὐτὸ εἰσηγήθην καὶ θὰ εἰσηγοῦμαι εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θὰ ἔπρεπεν, ἐφ’ ὅσον ἔγιναν τόσα ἐπικίνδυνα ἅλματα καὶ παρελείφθησαν τόσαι δεκάδες δικαστῶν, νὰ μὴ μείνωμεν ἀσυγκίνητοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ, ἡ ὁποία ὑπεσχέθη Κράτος Δικαίου, νὰ ἀνέχεται τοιαύτας συστηματικὰς παραβιάσεις. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ληφθῇ ἕνα μέτρον. Ἀπὸ σᾶς, κύριε Μπαμπᾶκο, ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν ἑσπέραν, ἴσως, ἐστενοχωρήθητε ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον ὠνειροπόλησα ὡς ἕνα νέον Δημητρακόπουλον, ἔχω τὴν ἀξίωσιν αὐτήν, νὰ θέσετε φραγμὸν εἰς αὐτὰς τὰς συστηματικάς, μεθοδικὰς καὶ κατ’ ἐξακολούθησιν ἀδικίας. Καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι προσῆλθον εἰς ὑμᾶς καὶ σᾶς ὑπέμνησα τὸν νόμον τοῦ 1918, τὸν ὁποῖον ὁ ἀείμνητος Βενιζέλος, ὁ ἱδρυτὴς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐθέσπισεν, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἔχει ψῆφον εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Εὐφυέστατα, ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, εἶχεν ἀφαιρέσει τὴν ψῆφον ἀπὸ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Βεβαίως, ἐκτιμῶ τὸ ἐνδιαφέρον σας καὶ ἔχετε ὑποχρέωσιν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διαμαρτύρεσθε, διότι θέλετε ὑπὸ τὰς πτέρυγάς σας νὰ καλύψετε τὴν Δικαιοσύνην, ὅπως καὶ ἡμεῖς τὴν περιβάλλομεν μὲ στοργήν, ἀλλὰ ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀφαιρέσετε τὸ ξῖφος ἀπὸ τὸ ὑφιστάμενόν σας διοικητικὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι, ὅτι ἀπὸ ρομφαία τοῦ νόμου, ὅτι ἔχει μεταβληθῆ εἰς ἐγχειρίδιον. Ἔχετε τὴν παντοδυναμίαν νὰ τὸ πράξετε τοῦτο, συνεπὴς πρὸς τὰς ὑποσχέσεις τοῦ Συναγερμοῦ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἔχετε, λοιπόν, ὑποχρέωσιν νὰ ἐπαναφέρετε τὸν νόμον ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν θὰ ἔχῃ ψῆφον. Ἐπίσης, θέλω νὰ σᾶς προτείνω καὶ κάτι ἄλλο, τὸ ὁποῖον τὸ γνωρίζετε, διότι προσῆλθον πρὸς ὑμᾶς μὲ ὅλην τὴν φιλίαν καὶ τὸν σεβασμόν, μὲ τὸν ὁποῖον σᾶς περιβάλλω, σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ διαφωνία σας, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι μοναδική. Διότι ἤλθατε νὰ ἐλέγξητε μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου μὲ τὸ γάντι ἢ μὲ τὸ βαμβάκι. Ἦτο ἀληθὲς μαστίγωμα. Ἦτο μία διαφωνία, ἡ ὁποία θὰ μείνῃ μνημειῶδες ἔγγραφον εἰς τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Διότι, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἐλεγχόμενοι νὰ συμμετέχουν εἰς τὴν ὁλομέλειαν καὶ νὰ ἐκδίδουν μαζὶ τὴν ἀπόφασιν καὶ πραξικοπηματοῦντες νὰ ἀπορρίπτουν τὴν διαφωνίαν, ἑνὸς Ὑπουργοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ μία τοιαύτη παρανομία· νὰ συμμετέχῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὴν ὁλομέλειαν καὶ νὰ ἔχῃ ψῆφον. Εἶναι δυνατόν, ὅταν εἰσάγεται εἰς τὸ Ἐφετεῖον μία ἔφεσις κατ’ ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου, οἱ ἐλεγχόμενοι Πρωτοδίκαι νὰ μετέχουν τῆς συνθέσεως τοῦ Ἐφετείου καὶ νὰ ἐκδίδουν μαζί των ἀπόφασιν; Αὐτὰ συνεζητήσαμε μὲ τὸν κ. Θεοφανόπουλον καὶ ἂν αὐτὰ ἐγένοντο δεκτά, ἡ συζήτησις θὰ ἀπεσοβεῖτο. Ἡμεῖς τὴν ἐπερώτησιν δὲν τὴν κατεθέσαμεν, ὅταν ἔγιναν αἱ δύο πρῶται προαγωγαί, ἀλλὰ ὅταν πλέον ἔγιναν καὶ αἱ δεύτεραι καὶ αἱ τρίται, ἐνομίσαμεν ὑποχρέωσιν νὰ συμβάλωμεν μὲ τὰς μικράς μας δυνάμεις, διὰ νὰ ἀποσβήσωμεν περισσοτέρας ἀδικίας. Θὰ ἴδητε δὲ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι τὴν θέσιν τοῦ κατὰ πάντα σεβαστοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Οἰκονόμου, θὰ καταλάβῃ ἀπὸ τοῦδε γνωστὸς Ἐφέτης, κατὰ δεκάδας νεώτερος τῶν ἄλλων εἰς τὴν ἐπετηρίδα. Ἦτο γνωστὸν καὶ κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ προαχθοῦν ὁ Α καὶ ὁ Β, ὅπως ἦτο γνωστόν, ὅτι καὶ κατὰ τὴν δευτέραν περίπτωσιν θὰ προήγοντο ὁ Γ καὶ ὁ Δ, διότι ἡ παντοδυναμία τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, δεσπόζουσα, προδιαγράφει ἐκ τῶν προτέρων καὶ προδικάζει τὴν ἀπόφασιν.
§135Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα Ἀρεοπαγῖται εἶναι ὄργανα τοῦ Εἰσαγγελέως;
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτο, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώνωμεν.
§137Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει τὸ διαγραφὲν σχέδιον. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζω τὰ ἔχει γραμμένα εἰς τὰ πρακτικὰ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρ. Πάγου, κ. Σταυρόπουλος, καὶ εἷς διακεκριμμένος Ἀρεοπαγίτης, οἱ ὁποῖοι εἶπαν τὰ ἑξῆς: Ὁ μὲν Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραλείψωμεν τόσους ἱκανοὺς ἀρχαιοτέρους των, τινὲς τῶν ὁποίων ἐκρίθησαν ἱκανοὶ νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν, ἡ δὲ κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν προαγωγὴ προϋποθέτει ἐξαιρετικὴν ἱκανότητα, τῆς ὁποίας στεροῦνται ἀσφαλῶς οἱ προκριθέντες ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Συμβουλίου. Ὁ δὲ διακεκριμένος Ἀρεοπαγίτης κ. Τζαννετάκης ἐμειοψήφισε, διότι α) ἡ κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν προαγωγὴ δικαιολογεῖται, μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν οἱ οὕτω προαγόμενοι κέκτηνται οὐσιαστικὰ προσόντα ἀνώτερα τῶν παραλειπομένων, β) διότι τὸ Συμβούλιον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἕνεκα οἱουδήποτε κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ λόγου σκοπιμότητος νὰ κρίνῃ, ὅτι ἔχει μείζονα οὐσιαστικὰ προσόντα ὁ ἔχων μικροτέραν ἡλικίαν τοῦ 65ου ἔτους ὑποψήφιος διὰ τὰς θέσεις τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν καὶ Ἀρεοπαγίτου, ἔναντι τοῦ ὑπερβάντος τὸ 65ον ἔτος ὑποψηφίου, διότι διὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως καθιεροῦται, κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ τιθεμένου διὰ τοὺς λοιποὺς δικαστικοὺς ὅριον τὸ 65ον ἔτος ὡς ὅριον ἡλικίας διὰ τὰς θέσεις ταύτας τὸ 70ον ἔτος· ὅπως δὲ ὁ κατέχων μίαν τῶν ἀνωτέρω θέσεων δικαστικὸς λειτουργὸς δικαιοῦται νὰ μὴ ἀποχωρήσῃ τῆς ὑπηρεσίας, ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ 65ου ἔτους, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὁ ἔχων τὰ οὐσιαστικὰ καὶ τυπικὰ προσόντα καὶ ὑπερβὰς τὸ 65ον ἔτος, δικαιοῦται νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ταύτην. Ἐν προκειμένῳ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν φακέλλων 9 Προέδρων καὶ τῶν 20 ἀρχαιοτέρων Ἐφετῶν καὶ ἐκ τῆς προσωπικῆς του ἀντιλήψεως, ἣν ἐμόρφωσεν ὡς συνυπηρετήσας μετὰ τῶν πλείστων ἐξ αὐτῶν, κρίνει, ὅτι οἱ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Συμβουλίου τούτου κριθέντες ὡς προακτέοι 19 καὶ 20, οὐδαμῶς εἶναι ὑπέρτεροι τῶν περισσοτέρων τῶν παραλειφθέντων ὁμοιοβάθμων των καὶ ὅτι διὰ τῆς ἐπικρατούσης ἀντιθέτου μείζονος γνώμης, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διακηρύσσεται, ὅτι οἱ μετὰ τὸν Ἄρειον Πάγον ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ, ἀμέσως ἑπόμενοι 9 Πρόεδροι Ἐφετῶν καὶ 18 ἀρχαιότεροι Ἐφέται, δὲν εἶναι ἄξιοι προαγωγῆς δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἔστω καὶ ὡς ὑπερήλικες, εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ἐπὶ μειώσει τοῦ κύρους καὶ τοῦ γοήτρου των, ἅτινα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων των καὶ ἀφ’ ἑτέρου κλονίζεται ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ συνόλου τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἁρμοδίου νὰ κρίνῃ τούτους ὀργάνου, ἐπὶ ἀνηκούστῳ βλάβῃ τῆς δικαιοσύνης». Ταῦτα διετύπωσεν ἐν μειοψηφίᾳ εἷς διακεκριμένος Ἀρεοπαγίτης. Καὶ ἡμεῖς διακηρύσσομεν καὶ διαλαλοῦμεν, ὅτι ἡ ἐπερώτησις ἔχει τὸν αὐτὸν σκοπόν, ὃν διὰ τῆς μειοψηφίας ἐπιδιώκει ὁ ὡς ἄνω Ἀρεοπαγίτης. Νὰ μὴ διασυρθῇ τουτέστι τὸ γόητρον τιμίων καὶ ἐν τῇ ἐνόρκῳ ἐπιτελέσει τοῦ καθήκοντος ἀναλωθέντων δικαστικῶν. Καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἐπικαλούμενοι τὴν μειοψηφίαν. Ὅπερ ἔδει δεῖξαι. Ὑπάρχουν ἀποφάσεις τῆς Ὁλομελείας τῶν Ἐφετείων, ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, ὅπερ τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπεστάλη πρὸς ὅλους τοὺς δικαστικοὺς καὶ δικηγορικοὺς συλλόγους. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιεροῦται, ὅτι ὁ ὑπερβὰς τὸ 60ον ἔτος τῆς ἡλικίας του δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ Ἀρεοπαγίτης. Καὶ ἀπήντησαν ὅλοι οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι ἀντιτιθέμενοι, διότι τὸ θεωροῦν ἀντισυνταγματικόν. Καὶ εἶναι πράγματι ἀντισυνταγματικὸν νὰ καθιερωθῇ, ὅτι ὁ ὑπερβὰς τὸ 60ον ἔτος, δύναται νὰ προαχθῇ εἰς Ἀρεοπαγίτην ἀφοῦ ἀποχωρεῖ μετὰ τὸ 70ον. Αὐτὸ ἐτέθη παραδόξως εἰς ἐφαρμογὴν ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ ὅταν τὸ ἀντελήφθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρεοπαγίτης, ὁ ὁποῖος πάντοτε διεκρίθη μὴ συμφωνῶν, τὸ καταπολεμεῖ μειοψηφῶν. Τονίζων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐνῷ ἔχει τὰ προσόντα, εἶναι
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπερέβη τὸ 60ον ἔτος, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸν προβιβάσωμεν εἰς Ἀρεοπαγίτην. Διότι γνωρίζει πολὺ καλά, ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ ἐπιχείρημα διὰ τὴν παράλειψιν ὅλων τῶν ἀρχαιοτέρων, ὅτι εἶχον ὑπερβῆ κατὰ τὶ τὸ 60ον ἔτος τῆς ἡλικίας των.
§139Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τόπον εἰς τὰ νειᾶτα!
§140Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ τελειώσω. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀναπτύσσων παρομοίαν ἐπερώτησιν ἄχαρι ἔργον ἐπιτελῶ, πλὴν πιστεύω, ὅτι ἦτο καθῆκον ἐπιτακτικὸν νὰ τὸ πράξω. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν μοῦ ἦτο εὐχάριστον νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ἐλέγξω πανισχύρους ἀνθρώπους. Οὔτε, βεβαίως, μοῦ εἶναι εὐχάριστον νὰ ἐμφανισθῶ τόσον δυσάρεστος εἰς τὸν ἀγαπητὸν καὶ ἐκλεκτὸν συνάδελφον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν κ. Μπαμπᾶκον, τὸν ὁποῖον μοῦ συνέστησεν ὁ ἀείμνηστος διδάσκαλός μου, ὁ καθηγητὴς Τσουκαλᾶς, ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς προσλήψεώς μου ὑπὸ τοῦ καθηγητοῦ εἰς τὸ γραφεῖον του. Ὑπάρχει, βεβαίως, μία διαφωνία, ὑπάρχει μία διχογνωμία. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐχόμενος στερρῶς τοῦ δόγματος τοῦ Μοντεσκιέ, περὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, πιστεύει, ὅτι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του μὲ τὴν μνημειώδη, ἀξιέπαινον καὶ περισπούδαστον ἐκείνην διαφωνίαν καὶ ὅτι πλέον, τὴν εὐθύνην τὴν ἔχουν οἱ κύριοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ τόσον πολὺ ἠσχολήθησαν μὲ τὸ Laesio Magistratis, μὲ τὴν κατοχύρωσιν τοῦ ἀξιώματος, σήμερον ἀγνοοῦν τὸ Σύνταγμα. Καὶ τὸ δυσάρεστον εἶναι, ὅτι ἡ δικαιολογία τὴν ὁποίαν προέβαλλον—διότι οὐδὲν μυστικὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον—εἶναι, ὅτι ἐὰν δικαιολογήσουν τὴν γνώμην των θὰ θίξουν ἄλλους, εἶναι καὶ ἀπαράδεκτος καὶ ψεκτέα. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραλείπονται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θιγοῦν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραλείπονται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν ὅτι μειονεκτοῦν ἀπέναντι ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅστις, ὅπως ἠκούσατε ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν μερικῶν ἐγγράφων, δὲν δύναται νὰ ὑπερέχῃ. Διότι διὰ τοὺς ἄλλους προαχθέντας ἀνωτέρους δικαστικούς, κύριοι, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε. Αἰσθάνομαι τὴν ἱκανοποίησιν, ὅτι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διακηρύξω, ὅτι οἱ φάκελλοι τοὺς ἐμφανίζουν λευκούς. Ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶμεν διατὶ προήχθη αὐτὸς ὁ κύριος. Ἡ ἐπερώτησις ἔλαβε μίαν γενικότητα διὰ νὰ εἶναι ἀπρόσωπος, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ προσωπικὴ σύνθεσις. Ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ληφθοῦν μέτρα. Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον διὰ νόμου ἔχει καθιερωθῆ. Τὸ Σύνταγμα ἀφῆκε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ρυθμίσῃ τὰ τοῦ τρόπου τῆς ἱδρύσεως καὶ λειτουργίας αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτὸ ἔχομεν διαφόρους νόμους περὶ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἄλλοτε καὶ νῦν λειτουργεῖ. Δύναται, λοιπὸν, κατὰ τὴν γνώμην μας καὶ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ διατυπώσω ἐντονώτερον τὴν γνώμην, ὅτι ὀφείλει ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ τὰ δύο μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰσηγούμεθα, νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὴν ψῆφον ἀπὸ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου ν’ ἀφαιρέσῃ καὶ τὰ τῆς ὁλομελείας νὰ ρυθμίσῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ ἔχῃ ψῆφον εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, οὔτε εἶναι δυνατὸν οἱ ἐλεγχόμενοι νὰ ἑνοῦνται μετὰ τῶν λοιπῶν καὶ νὰ ἀπορρίπτουν τὸ ἔνδικον μέσον, τῆς διαφωνίας. Βεβαίως, ἴσως νὰ μοῦ ἀντιταχθῇ ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ ἔχῃ ἱκανὸν ἀριθμὸν Ἀρεοπαγιτῶν δι’ ὁλομέλειαν. Ἀλλ’ ἔχομεν τὴν εὐχέρειαν, διὰ νόμου νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τοῦ πρώτου βαθμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Κύριοι, παρακαλῶ νὰ μὴ μοῦ καταλογίσετε τὸ ὅτι ἔκαμα, ἴσως, κατάχρησιν τοῦ χρόνου καὶ τῆς ὑπομονῆς σας. Θέλω νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐλατήριον μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, παρὰ μόνον ἡ ἀγάπη ἡ ἀπέραντος, πρὸς τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος μας καὶ μία βαθυτάτη συναίσθησις, τὴν ὁποίαν ἔχω—καὶ τὸ ἀπέδειξα πάντοτε —ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶ τὴν ἀδικίαν ὁπουδήποτε τε καὶ ἂν τὴν συναντήσω. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὰς ἀντιλήψεις μου περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ δημοσίου ἀνδρὸς ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ συγχωρήσητε ἂν περιαυτολογήσω καὶ εἴπω ὅτι, διὰ τὸν λόγον αὐτόν, δὲν ὑπεστήριξα κανένα δοσίλογον. Ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὰς διώξεις καὶ φυλακίσεις τῶν κατακτητῶν δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω μέρος εἰς καμμίαν τοιαύτην δίκην, καίτοι ἀναγνωρίζω ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι πολλοὶ ἄδικον διωγμὸν ὑπέστησαν. Διαρρήδην ἐπίσης ἠρνήθην νὰ ἀναμιχθῶ εἰς δίκας κομμουνιστῶν, εἰς τὰς δίκας δηλαδὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν ὅτι ἡ στέππα ἔχει περισσότερον φῶς, ἐνῷ ἐγὼ πιστεύω ὅτι ὁ τηλαυγὴς φόρος τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ὁ ἱερὸς βράχος τῆς Ἀκροπόλεως. Ἔχω καὶ ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, τὰς ἀντιλήψεις μου καὶ περὶ τῆς ἐξασκήσεως τῆς δικηγορίας καὶ τῆς δεοντολογίας καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης καὶ περὶ τοῦ ὕψους ὅπου πρέπει νὰ ἵστανται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὰ ἀξιώματα. Καὶ πάλιν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θλίβομαι βαθύτατα διότι εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξω μίαν τοιαύτην ἐπερώτησιν. Ἀλλὰ τὸ παράπονον καὶ ἡ πικρία, τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισαν οἱ παραλειφθέντες, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὲ ἀφίσουν ἀσυγκίνητον. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἂς μοῦ συγχωρήσῃ νὰ διατυπώσω τὸ παράπονον ὅτι ἠθέλησε νὰ μὲ διακόψῃ. Ὡς Κυβέρνησις, θέτω ζήτημα μεταξὺ βουλευτοῦ καὶ Κυβερνήσως. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα μεταξὺ δικηγόρου καὶ δικαιοσύνης, δὲν ὑπάρχει ζήτημα δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα μεταξὺ Βασιλάτου καὶ Κυβερνήσεως οὔτε μεταξὺ συναδέλφων. Ὁτιδήποτε καὶ ἂν εἶπα, ὁτιδήποτε καὶ ἂν σκεφθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, ἐγὼ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ τὸν περιβάλλω μὲ τὴν ἀπέραντον ἐκείνην ἀγάπην μὲ τὴν ὁποίαν τὸν περιέβαλον μέχρι σήμερον. Ἀλλὰ θέλω νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω, ὅτι, ὅταν ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὅταν τις ἀναλωθῇ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων των καὶ ἐν τῇ ὑπερασπίσει τῆς Πατρίδος καὶ βλέπει, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι λόγια κενά, εἶναι δυνατὸν νὰ τοῦ εἴπῃ ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ του: «Ὦ τλήμων ἀρετά, λόγος γὰρ ἦσθα ἐγὼ δέ σ’ ἔργῳ ἤσκουν». Αὐτὴν τὴν ἐπῳδὸν θὰ σᾶς ἐπαναλαμβάνουν, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργέ, τὰ ἀπηλπισμένα θύματα εἰς τὰ ὁποῖα τὸ Ἀνώτατον Δικ. Συμβούλιον ἐξέδωσε ταύτην τὴν συμβουλὴν δὶς μέχρι σήμερον una salus victis nullam salutem sperare. Μία ἐλπίδα νὰ ἔχουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει σωτηρία, ὥστε ν’ ἀπελπισθοῦν; Θὰ συμφωνήσῃ ὁ τόσους ἀγῶνας ἔχων εἰς τὸ ἐνεργητικόν του κύριος Ὑπουργός; Σᾶς ἐξορκίζω, κ. Ὑπουργέ, νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς τιμίους ἀγωνιστὰς τοῦ καθήκοντος τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ ἐξυπηρέτησις τῆς ἀρετῆς εἶναι λόγος καὶ γράμμα κενόν. Διότι ἐὰν δὲν εἰσακουσθῇ τὸ παράπονον τῶν ἀδικουμένων καὶ αἱ ἰδικαί μου εἰλικρινεῖς συστάσεις, τότε θὰ πρέπει ὡς σύμβολα εἰς τὰς αἰθούσας τῶν Δικαστηρίων ν’ ἀναρτηθοῦν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψε τὸ περιοδικὸν «Παναιγύπτια» διακωμῳδῶν τὸν ἀριστίνδην προαχθέντα. Hoc volo sic jubeo sit proratione voliuntas. Ἀλλὰ πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ἐπαναλάβω τὸ ἀρχαῖον ἐπιφώνημα τῶν ἀπηλπισμένων. «Ὦ τλήμων ἀρετὰ λόγος γὰρ ἦσθα. Ἐγὼ δέ σ’ ἔργῳ ἤσκουν». (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§142Χ. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἐκ τῶν ὑπογραφόντων τὴν ἐπερώτησιν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ κατὰ τὸν Κανονισμόν, δύνανται νὰ ὁμιλήσωσιν ὁσάκις ζητήσωσι τοῦτο. Συνεπῶς ἐπαφίεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ ἢ ὄχι, χρῆσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Κανονισμοῦ.
§144Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὁ κ. Εὐαγγελᾶτος μοῦ εἶναι ἐξαιρετικὰ προσφιλὴς φίλος, ἀλλ’ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρηκυῖα καὶ πρέπει νὰ ἀπαντήσω. Ἐκτὸς ἂν εἶναι λίαν σύντομος.
§145Χ. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ. Ἔπειτα ἀπὸ τὴν τόσον ἐμπεριστατωμένην ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μας κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀθηνῶν κ. Θεοφανοπούλου καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν πολύωρον ὁμιλίαν τοῦ συναδέλφου κ. Βασιλάτου, θὰ ἦτο κουραστικὸν ἐκ μέρους μου διὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑπεχρέωσαν νὰ ἀπευθυνθῶμεν διὰ τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Τρέφω ἀπόλυτον πεποίθησιν, ὅτι μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν εἰς τὰς δύο αὐτὰς συνεδριάσεις, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου γνωρίζω καὶ τὸ πανελλήνιον γνωρίζει τὴν εὐλαβῆ προσήλωσιν πρὸς τὸν νόμον, μὲ τὴν χαρακτηρίζουσαν αὐτὸν ψυχραιμίαν θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ πράγματα καὶ θὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν συνταγματικὴν τροχιὰν τὴν σημειωθεῖσαν ἐκτροχίασιν ἐν τῇ παραλείψει τῆς προαγωγῆς εἰς Ἀρεοπαγίτας δικαστικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνεγνωρισμένον κῦρος καὶ ἀναμφισβήτητον ἐπιστημονικὴν ἀξίωσιν.
§146Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι βουλευταί, οὐδεὶς περισσότερον ἐμοῦ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμᾷ τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν ἀπεριόριστον καλὴν πίστιν, ἀλλὰ καὶ τὴν προσωπικότητα τῶν ἐπερωτησάντων συναδέλφων. Οὐχ ἧττον δὲν διστάζω νὰ δηλώσω ἀπεριφράστως ὅτι ἡ ἐπερώτησις αὐτὴ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὑπῆρξεν αὐτόχρημα ἀτυχής. Καὶ ὑπῆρξεν ἀτυχὴς διττῶς, πρῶτον διότι ἤλεγξε τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ πταίσῃ, καὶ δεύτερον διότι ἐχρησιμοποίησαν τὸ νομικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν σχῆμα τῆς ἐπερωτήσεως ὡς γέφυραν διὰ νὰ ἐνεργήσῃ συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον ἐπίθεσιν κατὰ τῆς ἀνεξαρτήτου δικαστικῆς λειτουργίας. Καὶ διὰ τοὺς λόγους τούτους χαρακτηρίζω σαφῶς καὶ τὴν ἔμπνευσιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπερωτήσεως ὡς ἀτύχημα. Καὶ ἐφόσον τοὐλάχιστον ἐγὼ παρευρίσκομαι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν δὲν ὑπεβλήθη ἐπερώτησις ἀφορῶσα τὸν τρόπον τῆς κρίσεως τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀνεμνήσθη ὁ σεβαστὸς καὶ διακεκριμένος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κ. Θεοφανόπουλος τὸν ἀείμνηστον Ν. Δημητρακόπουλον, ἀλλὰ εἰς μίαν διακοπὴν δὲν ἀντέσχον εἰς τὴν ἀνυπομονησίαν νὰ ὑπενθυμίσω, τί ὁ Νικόλαος Δημητρακόπουλος ἐδήλωσεν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. «Ἐγὼ τοὐλάχιστον, εἶπεν ὁ μέγας πολιτικὸς ἀνήρ, ἐπανειλημμένως ἐπέκρινα κατὰ τὴν κρίσιν μου παραπτώματα τελεσθέντα παρὰ δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀλλὰ τὰ ἐπέκρινα ὑπευθύνως, εἴτε δημοσιογραφῶν, εἴτε δικηγορῶν, εἴτε δικογραφῶν, ὄχι ὅμως ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς». Καὶ ταῦτα εἶπεν ὁ Δημητρακόπουλος ἀκριβῶς διότι ἀντιμετώπισε παραπλησίαν ἐπὶ ἄλλου θέματος ἀπολύτως ὅμως ἐφαπτομένου, ἐπίθεσιν μελῶν τινων τῆς τότε Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους ἐναντίον ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν. Δὲν εἶχον, βεβαίως, εὐτυχήσει νὰ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀποστροφὴν παλαιόθεν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἐσκέφθην, ὅτι θὰ ἠμποροῦσα, διὰ νὰ ἀπαντήσω εὐστόχως εἰς τὴν ἐπερώτησιν νὰ οἰστρηλατηθῶ ἀπὸ τὴν σοφίαν τοῦ ἀειμνήστου μεγάλου ἀνδρός, τοῦ ὁποίου τὴν εἰκόνα ἔχω, κύριοι συνάδελφοι, ἀπέναντί μου εἰς τὸ γραφεῖον μου καὶ εἰς πᾶσαν δύσκολον στιγμὴν ἀτενίζων αὐτὴν διὰ νὰ ἐμπνέωμαι εἰς τὴν καλὴν ἀπόφασιν. Εἶναι καὶ ἀντικοινοβουλευτικὸν καὶ ἀντισυνταγματικὸν νὰ γίνεται, ἀσχέτως τῆς οὐσίας, κύριοι βουλευταί, ἐπίθεσις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἀφορῶσα τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι καὶ τοῦ ἐνεργεῖν τῶν προσωπικῶν φορέων διακεκριμένης κατὰ τὸ πολίτευμα καὶ αὐτονόμως δρώσης λειτουργίας. Ἡ ἐπερώτησις τοποθετεῖται εἰς τὴν ἑξῆς ἁδρὰν γραμμήν. Ἐλέγχεται ἡ Κυβέρνησις, διότι μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τὴν ἀπορρίψασαν τὴν διαφωνίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐτοποθέτησε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ἀρχεῖον, ἀλλὰ προεκάλεσε τὴν ἔκδοσιν διατάγματος, ἐκτελέσας τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας. Καὶ ἡ αἰτιολογία αὐτῆς τῆς κριτικῆς ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εὕρηται κατὰ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι τῶν ἐπερωτήσεων εἰς τοῦτο. Ὅτι μὴ οὔσης ἐμπεριστατωμένης κατὰ τὴν κρίσιν των, κατὰ τὴν ὑποκειμενικὴν αὐτῶν γνώμην, μὴ οὔσης, λέγω, ἐμπεριστατωμένης κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῶν, ὄχι κατὰ τὴν κρίσιν ἐμοῦ, τῆς ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας, ἡ ἔλλειψις αὐτὴ τοῦ «ἐμπεριστατωμένου» δημιουργεῖ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος καὶ λόγῳ αὐτῆς τῆς παραβιάσεως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας, ἐν ἀνάγκῃ καταργῶν τὸν ὑπάρχοντα νόμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ τοποθέτησις τῆς ἐπερωτήσεως, ὡς ἀνεπτύχθη παρ’ ἀμφοτέρων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀσχέτως τῶν καθ’ ἕκαστα διανθίσεων, αἱ ὁποῖαι μὲ τόσον χρῶμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν εἰς τὴν Βουλὴν εὐχαρίστους ἐντυπώσεις καὶ ἀπὸ τὸν διακεκριμένον ὁμιλητὴν τῆς προχθεσινῆς ἑσπέρας καὶ ἀπὸ τὸν ρήτορα καὶ ἀγαπητὸν φίλον τῆς σημερινῆς, κατεβλήθη προσπάθεια νὰ διακοσμήσουν τὴν ἐπίθεσιν, Ἡ οὐσία τῆς ἐπερωτήσεως, λέγω, ἔγκειται ἀκριβῶς εἰς τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διαγράψω ἔναντι τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐρωτᾶται, ἡ κρίσις αὐτὴ εἶναι δικαία; Ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ πράγματα, ἢ μήπως τυχόν, λέγω, ἔσφαλλον καὶ δὴ βαρέως οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, οἱ οὑτωσὶ ἐπιχειρήσαντες τὴν ἐπίκρισιν; Ἀρχίζει ὀλίγη ἱστορία; Ὅταν, κύριοι βουλευταί, τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον κατὰ πρῶτον ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῶν δύο, τῶν μετέπειτα προκριθέντων καὶ ὑπὸ τῆς ὁλομελείας κυρίων Ἀεροπαγιτῶν, ὁ ὁμιλῶν Ὑπουργὸς διεφώνησε, καὶ τὸ κείμενον τῆς διαφωνίας αὐτῆς εὐηρεστήθησαν νὰ ἀναγνώσουν ἀμφότεροι οἱ ἀναπτύξαντες τὴν ἐπερώτησιν κύριοι συνάδελφοι. Καὶ διεφώνησα, πλὴν τῶν ἄλλων λόγων, τοὺς ὁποίους ἠκούσατε ἀναγινωσκομένους, καὶ διότι κατὰ τὴν κρίσιν μου πλέον ἡ αἰτιολογία τῆς ἀποφάσεως τοῦ Τμήματος δὲν ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιταγὴν τοῦ ᾐτιολογημένου καὶ τοῦ ἐμπεριστατωμένου. Εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς διαφωνίας ἦτο καὶ αὐτὸς καταλλήλως βεβαίως, πλὴν εὐτόλμως διατυπωθεὶς εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς διαφωνίας. Πράγματι δὲν μὲ ἱκανοποίησεν ἡ αἰτιολογία τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου ὡς βαθύλογος καὶ μὴ πειστικὴ καὶ ἐν τῇ διαφωνίᾳ μου ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς ὁλομελείας ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ὀρθῆς ἑρμηνείας τῆς σχετικῆς Συνταγματικῆς διατάξεως. Ἡ δημοκρατική μου συνείδησις, κύριοι βουλευταί, δὲν διευκολύνει τὴν δημιουργίαν ἐν ἐμοὶ δυσφορίας. Ἐγὼ ἤσκησα τὸ δικαίωμά μου καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν διαφωνίαν μου σύμφωνα πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῶν ἰδικῶν του σκέψεων. Δικαίωμα ἤσκησα καὶ ἐγὼ κατὰ τὸ Σύνταγμα δικαίωμα ἤσκησε καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος. Θὰ ἤμην μικροχαρὴς τύπος ἐὰν ἠσθανόμην δυσφορίαν, ἢ ὑπελάμβανον οἱανδήποτε μείωσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ μου καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ Κυβερνητικοῦ γοήτρου, ἐκ τοῦ ὅτι τὸ ἀνώτατον ἐν Ἑλλάδι δικαστήριον ἤσκησε τὰ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπορρέοντα δικαιώματά του, ἀποφανθὲν κατὰ τὴν κρίσιν του κυριάρχως. Ἀνέγνωσα, κύριοι βουλευταί, τὸ ἔγγραφον τῆς ὁλομελείας, ἡ ὁποία ὁλομέλεια διὰ ψήφων 12 ἐπὶ 18 ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἀρεοπαγίτου περὶ τοῦ ὁποίου τόσος λόγος ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν δύο ὁμιλησάντων κυρίων συναδέλφων. Καὶ διὰ τὴν ἱστορίαν καὶ διὰ τὴν δικαιοσύνην ὀφείλω νὰ ἀναφέρω ὅτι ἐντὸς τῶν 12 ψήφων, τῶν ἐπικυρωτικῶν, εὑρίσκετο ἡ ψῆφος τοῦ τότε Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν δύο τοῦ Ἀντιπροέδρων. Παρενθετικῶς λέγω ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν τὰ πρόσωπα. Ἐξετάζων τὸ ἔγγραφον τῆς ὁλομελείας νομίζω ὅτι διαφέρει ὡς πρὸς τὰς αἰτιολογίας του καὶ κατ’ ἔκτασιν καὶ κατ’ ἔντασιν καὶ κατὰ διατύπωσιν ἀπὸ τὸν ἔγγραφον τοῦ πρώτου τμήματος καὶ κατὰ τὴν ἰδικήν μου Συνταγματικὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ὑπευθύνως ὡς Ὑπουργός, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιχειρήσω ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ Συντάγματος. Θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν τὸ κείμενον τῆς ἀποφάσεως. Καὶ ἐπειδή, κύριοι βουλευταί, ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ τοῦ ὅτι ἡ δικαστικὴ ὑπόληψις τῶν παραλειφθέντων διακινδυνεύει ἐξ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, παρακαλῶ νὰ προσέξητε τὸ κείμενον τῆς διατυπώσεως αὐτῆς τῆς αἰτιολογίας, ἐξ οὗ ἐξάγεται ὅτι ἡ ὁλομέλεια ἐπροστάτευσε τὸ κῦρος καὶ ἐξῆρε τὰς ἱκανότητας τῶν παραλειφθέντων. «Αἱ προαγωγαί, ..........................» ....................(ἀναγινώσκει)..............». Ἄρα ἡ ἡλικία δὲν ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸν ἀξιολογικὸν στοιχεῖον. Προκειμένου περὶ ἡλικίας τῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἀνοίγω παρένθεσιν εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, δηλῶν συνάμα ὅτι δὲν κάμνω κριτικὴν ἀλλ’ ὅτι ἁπλῶς ἐκθέτω τὰ πράγματα, μὴ ἐκφράζων προσωπικὴν γνώμην ἀλλ’ ἁπλῶς διερμηνεύω τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀπὸ ἀπόψεως ἡλικίας ἀξιολόγησιν. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἀσχολεῖται μὲ τὴν διαδικασίαν, τὴν λεγομένην ἀκυρωτικήν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ καὶ ἔμπνευσιν, ἀπαιτεῖ καὶ βαθεῖαν γνῶσιν καὶ τάλαντον καὶ ἐπὶ πλέον εἰδικὴν ἄσκησιν καὶ πεῖραν. Διὰ τοῦτο διδάσκεται ὑπὸ τῶν ἀρχαιοτέρων εἰς τοὺς νεωτέρους ἡ ἀκυρωτικὴ διαδικασία. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτηθῇ εἰς βραχὺ χρονικὸν διάστημα καὶ μετὰ τὴν πάροδον τοῦ 65ου ἔτους ὁπότε καὶ ἡ φυσικὴ κόπωσις εἶναι μεγαλυτέρα καὶ ἡ ἔφεσις πρὸς ἀπόκτησιν ἐμπειρίας ἀναγκαίως μειοῦται εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς ἀνθρωπίνης δράσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιχειρῶ πρὸς τὸ παρὸν κριτικὴν τινά, ὁ ὁποῖος ὅμως πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι δὲν στερεῖται ἀξίας. Προχωρῶ. «............ ..................(ἀναγινώσκει)...........». Αὐτὸ τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ εὐρύτερον καὶ σαφέστερον καὶ πολὺ πλέον ὡλοκληρωμένον ἐκείνου διὰ τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς διεφώνησα, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον ἐπιστημονικὴν συνείδησιν, ἱκανοποιεῖ τοὺς ὅρους τοῦ «ἠτιολογημένου καὶ τοῦ ἐμπεριστατωμένου» τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἔχων ἄλλην γνώμην, δικαιοῦται νὰ σέβεται τὴν γνώμην του, ἀλλὰ δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ σέβωμαι τὴν ἰδικήν μου. Νομικῶς δὲν ἔχει διατυπωθῆ που ὡς ἀριθμὸς ὁ ὅρος «ἐμπεριστατωμένη γνώμη» καὶ ἑπομένως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φιλοτεχνήσωμεν μίαν ἑρμηνείαν. Ἐὰν μᾶς ἐζητεῖτο ἡ ἀνάλυσις τοῦ ὅρου «ἐμπεριστατωμένως ἠτιολογημένη», θὰ ἀπεφαινόμεθα ὅτι σημαίνει γνώμη πλήρης, σαφὴς καὶ ὡλοκληρωμένη. Πάντως, ὁ ὅρος «ἐμπεριστατωμένη» εἶναι ἔννοια σχετικὴ καί, ὅπως γνωρίζετε, αἱ σχετικαὶ ἔννοιαι δὲν εἶναι ἀμετακίνητοι. Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, νὰ λεπτολογήσω τὸ θέμα. Τὰ θέματα πρέπει νὰ ἐξαντλῶνται μὲ ἀπόλυτον ἀντικειμενικότητα ἀπὸ τὰ σεβόμενα ἑαυτὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα καὶ ἀπὸ τοὺς σεβομένους ἑαυτοὺς Ὑπουργούς, οἵους ὠνειροπόλησε, καὶ τὸν εὐχαριστῶ, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κεφαλληνίας καὶ δὴ μετ’ ἀπολύτου ψυχραιμίας; μετ’ ἐξαιρετικῆς προσοχῆς, ἄνευ πείσματος καὶ ἄνευ δυσφορίας, ἀπὸ περιωπῆς ὡς ἐμπρέπει εἰς Κυβερνήσεις καὶ εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς ἀντιπροσωπείας, ἐχούσας τὴν ὑψηλὴν συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς των. Λέγω, λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει νομικὴ ἀπόδοσις ἢ νομικὸς ὅρος τῆς γλωσσοτεχνικῆς ἐκφράσεως «ἐμπεριστατωμένη». Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἑρμηνείαν, σημαίνει γνώμη πλήρης, γνώμη σαφὴς καὶ γνώμη πείθουσα. Καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὴ ἡ ἔκφρασις τοῦ Συντάγματος οἰκοδομεῖ ἔννοιαν σχετικὴν καὶ ὄχι ἀπόλυτον. Ἡ δὲ σχετικὴ ἔννοια εἶναι ἔννοια ἀναλογίας. Σχετικότης εἶναι ἡ ἀναλογία μιᾶς δεδομένης πραγματικῆς καταστάσεως—συγκεκριμένως ἐδῶ τοῦ ἐγγράφου—ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀφῃρημένην ἔννοιαν τῆς καταστάσεως ταύτης. Αὐτὴ εἶναι ἡ σχετικότης. Καὶ τὸ ἐμπεριστατωμένον εἶναι ἔννοια σχετική. Διὰ τὸν κ. Θεοφανόπουλον αὐτὸ δὲν εἶναι ἐμπεριστατωμένη γνώμη. Δι’ ἐμὲ εἶναι. Διότι οὕτως ὑπολογίζω ἐγὼ τὸ εὖρος αὐτῆς τῆς σχετικότητος κατὰ τὴν κρίσιν δικαίου ἀνδρὸς καὶ σώφρονος ἑρμηνευτοῦ. Ὅταν, κύριοι, ἀσκῶ τὰ καθήκοντά μου, ἀκούω καὶ τῶν ἄλλων τὰς γνώμας, ἀλλά, πρὸ παντός, τὴν ὑπόδειξιν τῶν ἰδικῶν μου σκέψεων. Καὶ τούτου τεθέντος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξω ἄλλως, παρὰ νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὡς σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀνενδοίαστον παραδοχήν. Δὲν ὑπάρχει καμμία παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Καὶ εἶναι ἀπαράδεκτον, ἀπὸ τὴν ἀραχνοΰφαννον ἀνάλυσιν καὶ ἑρμηνείαν, ἑνὸς νομοτεχνικοῦ ὅρου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξήγησις δὲν εὕρητε εἰς τὰ κείμενα, τὸν ὁποῖον οὕτω πως ἡρμήνευσεν ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ οὕτω πως ἑρμηνεύομεν ἡμεῖς, καὶ ἄλλως ἔδοξεν εἰς τοὺς κ. κ. ἐπερωτῶντας νὰ οἰκοδομήσωμεν—ἄκουσον, ἄκουσον!—ἀντισυνταγματικὴν ἐνέργειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ Ἄρειος Πάγος, λέγουν, παρεβίασε τὸ Σύνταγμα, διότι τὸν τεχνικὸν ὅρον «ἐμπεριστατωμένη» ἡρμήνευσε διαφορετικὰ ἀπὸ ὅπως ἀρέσκονται μὲ ἀρκετὴν δόσιν αὐθαιρεσίας νὰ ἑρμηνεύουν οἱ δύο ἀξιότιμοι ἐπερωτῶντες. Καὶ λέγουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι: «Ἐὰν ἤμην ἐγὼ —εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος—ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἐπέστρεφα εἰς τὴν ὁλομέλειαν τὴν ἀπόφασιν καὶ ἐφόσον μὲ ἐδέσμευεν ὁ νόμος θὰ τὸν καταργοῦσα». Εἶναι ἐξαιρετικῶς εὐχερές, νὰ λέγῃ κανεὶς ἐκ τῶν ὑστέρων τὶ θὰ ἔκαμνεν ἐὰν ἦτο εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἄλλου. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ λόγων καὶ ἔργων. Καὶ ἡ ἀπόστασις ἡ ὁποία χωρίζει τὰς λέξεις ἀπὸ τὰ ἔργα, εἶναι ἴση πρὸς τὴν ἀπόστασιν ἡ ὁποία χωρίζει τὴν ἀνεύθυνον κριτικὴν ἀπὸ τὴν ὑπεύθυνον ἐνέργειαν. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἔτι περαιτέρω: Καὶ ἂν ἀκόμη ὑποθέσωμεν, κατ’ ἁπλοῦν σχῆμα, ὅτι τῷ ὄντι δὲν ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας «ἐμπεριστατωμένη», πῶς ἦτο δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον αὐτόν; Ὁ νόμος περὶ ὑποχρεωτικῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀποφάσεων τοῦ Α.Δ.Σ. εἶναι νόμος παλαιὸς τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου, τὸν ὁποῖον διὰ δευτέραν φορὰν ἐπικαλοῦμαι. Κατὰ τὸ ἄρθρον 25 τοῦ νόμου ΓΥΛΖ τοῦ 1909, ὡς ἐτροποποιήθη ἐπὶ Δημητρακοπούλου ὑπὸ τοῦ ΓΩ τοῦ 1911, αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν ὑπουργόν. Καὶ ὁ νεώτερος νόμος 1055 εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ Συντάγματος τῆς 9ης Μαρτίου 1949—διότι τὸ Σύνταγμα ἐψήφισε μὲν ἡ παρελθοῦσα Βουλή, ἀλλὰ τὸ 1946 κατεσκευάζετο ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως—λέγει ὅτι αἱ ἀποφάσεις εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν ὑπουργόν, καὶ ἂν ὑπετίθετο ὅτι θὰ εἰσήγετο τοιοῦτος, ὁ νόμος, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν σύστασιν τῶν ἀξιοτίμων ἐπερωτώντων, ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικός. Θὰ ἦτο δὲ ἀντισυνταγματικός, διότι θὰ προσέβαλε καιρίως τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Ἐπομένως ὄχι μόνον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν αὐτὸν τὸν νόμον, ἀλλὰ οὔτε νὰ εἰσηγηθῶμεν νέον καθιεροῦντα τὸ μὴ ὑποχρεωτικὸν τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρ. Πάγου. Αὐτὸν τὸν νόμον θὰ τὸν ἀπέρριπτεν ἡ Βουλὴ διὰ βοῆς ὡς ἀντισυνταγματικόν. Καθ’ ὅσον ἀσχέτως τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναπηδοῦν πηγαῖα ἀπὸ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καθορίζοντα σαφῶς τὴν διάκρισιν τῶν λειτουργιῶν, ὑπάρχει καὶ ἡ σαφὴς διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 90 εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον ἔχουσα οὕτως: «Αἱ ἀποφάσεις... ......... (ἀναγινώσκει).........». Χαρακτηρίζεται λοιπόν, τὸ Β. Δ., τοῦ ὁποίου τὴν ἔκδοσιν εἰσηγεῖται ὁ ὑπουργός, ὡς διοικητικὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία γίνεται εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Α.Δ.Σ.
§147Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Α.Δ.Σ. εἶναι ἀπόφασις δικαστικὴ ἢ εἶναι ἀπόφασις διοικητικοῦ ὀργάνου περὶ προαγωγῶν;
§148Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου εἶναι ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν τὸ δικαστικὸν συμβούλιον κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔλαβε κυριαρχικῶς ἐπὶ ὡρισμένου θέματος.
§149Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Ἀποφάσεις δικαστικαί, δικαστικῶν συμβουλίων δὲν εἶπεν ὁ Δημητρακόπουλος, ὅτι εἶναι ἀπρόσβλητοι.
§150Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἄλλο ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία τέμνει μίαν διαφορὰν ἢ ἐπιβάλλει μίαν ποινήν, καὶ ἄλλο ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία κρίνει περὶ προαγωγῆς ἢ περὶ μεταθέσεων δικαστικῶν λειτουργῶν. Εἶναι ἀποφάσεις τοῦ Α.Δ.Σ. ἢ τῆς ὁλομελείας, τὰς ὁποίας ἀποφάσεις τὸ Σύνταγμα θεωρεῖ αὐτὸ ἁρμόδιον νὰ ἐκδώσῃ, τὸν δὲ Ὑπουργόν, τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὑποχρεώνει νὰ δημοσιεύσῃ.
§151Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τηρῆται τὸ Σύνταγμα θὰ γίνουν ὅλα αὐτά, ἄλλως ὄχι.
§152Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Αἱ συζητήσεις, κύριοι συνάδελφοι, ὑποτίθεται—δυστυχῶς μόνον ὑποτίθεται—ὅτι γίνονται διὰ νὰ πείσουν. Ἄν μὲ ἐπιχειρήματα τόσον ἄψογα δὲν ἐπιτυγχάνεται αὐτό, τότε αἱ συζητήσεις εἶναι διακόσμησις. Ἐγὼ οὐχὶ ἅπαξ, κύριοι, ἤλλαξα γνώμην ἀπὸ μίαν συζήτησιν. Σᾶς λέγω, ὅτι τὸ θέμα τοποθετεῖται ἐπὶ γραμμῆς μὴ δεκτικῆς μετακινήσεως, διὰ δὲ τοὺς νομομαθεῖς, τὸ ἐπιχείρημα εἶναι καταπελτῶδες. Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ: «αἱ ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι...».
§153ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν διαφωνῶ.
§154Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ὅταν ἀπαιτῆται σύμφωνος γνώμη, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἄνευ συμφώνου γνώμης δὲν ἠμπορεῖ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§156Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐγὼ λέγω, κύριοι, ὅτι τὸν νόμον δὲν ἠμποροῦμεν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ τὸν καταργήσωμεν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὡς εἶπον ἤδη, ἡ ἀπόφασις ἦτο ἀσφαλῶς «ἐμπεριστατωμένη», ἑπομένως ὁ Ἄρειος Πάγος ἔκρινε συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ λέγω, ἐπίσης περαιτέρω, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη εἶχον τοὺς δισταγμοὺς τοὺς ὁποίους ἐνδέχεται νὰ διατηροῦν οἱ ἐπερωτῶντες, πάλιν δὲν ἠμποροῦσα νὰ κάμω τίποτα διαφορετικόν, παρὰ νὰ δημοσιεύσω τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας. Διότι, ἂν τοῦτο δὲν ἔπραττον, ὄχι μόνον τὸν νόμον τοῦ 1952 θὰ παρέβαινον ἀλλὰ καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ Συντάγματος παρεβίαζον καὶ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὸν βασικὸν θεσμὸν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Θὰ ἐλάμβανε χώραν ἀσφαλῶς προσφυγὴ διὰ τὴν παράλειψίν μου ταύτην ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ θὰ ἐξεδίδετο μία ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρεβίασε τὸ Σύνταγμα.
§157Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ ἀπαντήσωμεν.
§158Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Νὰ ἀπαντήσετε ὅποτε θέλετε. Ἐάν, λέγω, εἰσήκουον τὴν εἰσήγησιν, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ παρελθόν, πάντων τῶν ἀξιοτίμων ἐπερωτώντων, θὰ παρεβίαζον τὸ Σύνταγμα ἀναμφιβόλως. Καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν εἶναι πρωτοείσακτος εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Βουλῆς ἐπερώτησις, στρεφομένη κατὰ Ὑπουργοῦ, διότι δὲν παρεβίασε τὸ Σύνταγμα. Οὐδενὸς ὑποτιμῶ τὴν νοημοσύνην καὶ τὴν κρίσιν. Δέχομαι, ἐν ἀνάγκῃ, ὅτι ἡ κρίσις οἱουδήποτε εἶναι κρείσσων τῆς ἰδικῆς μου. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔχω εὐθύνην, τὴν ἰδικήν μου κρίσιν θὰ ἐφαρμόσω. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐγώ, εἴτε ἐκ λόγων ὀλιγοψυχίας, εἴτε μικροχαροῦς διαθέσεως, εἴτε συμπαθείας ἢ προσωπικῆς φιλίας πρὸς οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἀξιολόγων δικαστικῶν λειτουργῶν, οἱ ὁποῖοι παρελείφθησαν, νὰ ἐπιχειρήσω μίαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐσωτερικῶς ἀποδοκιμάζω. Διότι ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων μου καὶ σήμερον, ὅτε ἡ Πολιτεία καὶ ὁ Στρατάρχης μὲ ἐτίμησαν μὲ αὐτὸ τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀπὸ ἄλλων βημάτων συνειργαζόμην μετὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄλλοτε εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὸ πρόσφατον καὶ εἰς τὸ παλαιότερον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω ἢ νὰ πράξω ἢ νὰ δράσω ὡς Ὑπουργὸς ἔκλειον τὰ ὦτα καὶ εἰς ἱκεσίας καὶ εἰς συμπαθείας καὶ εἰς παρακλήσεις καὶ εἰς κραυγάς, ἐὰν θέλετε, καὶ ἤκουα μόνον τῆς ἰδικῆς μου συνειδήσεως τὴν φωνήν. (Χειροκροτήματα). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μου περὶ καθήκοντος συνείδησις, κύριοι βουλευταί, τὴν ὁποίαν ἀντιτάσσω πρὸς τάς, τὸ ὀλιγώτερον περιέργους, παρακλήσεις νὰ παραβιάσω τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς εὐχῆς των. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν. Εἶναι γεγονός, ὅτι μεταξὺ τῶν προαχθέντων Ἀρεοπαγιτῶν συγκαταλέγεται καὶ δικαστικὸς λειτουργός, τὸν ὁποῖον ἐμέμφθησαν διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐξιστόρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφος. Καὶ ἠδύνατο, ἴσως, ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐὰν ἤθελε, νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐκλογήν του. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἔκρινεν αὐτὸν προακτέον. Χάριν τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας, κύριοι, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὸς ὁ δικαστικὸς λειτουργός, ὁ δι’ αὐτὰ κατηγορηθείς, ἐκρίθη μεταγενεστέρως, εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ Θʹ ψηφίσματος τοῦ 1496 «περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν», ἀπὸ Συμβούλιον πενταμελές, τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὸν κ. Λινάρδον, μειοψηφήσαντα, τοῦ ὁποίου τὴν μειοψηφίαν ἀνέγνωσεν ὁ ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφος, καὶ ἀπὸ τοὺς κυρίους Σακέτταν, Μπουρόπουλον, Κυριακόπουλον καὶ Κάτελαν, καὶ διὰ ψήφων τεσσάρων κατὰ μιᾶς, ὁ δικαστικὸς αὐτὸς λειτουργὸς ἀπεκατεστάθη. Σημειώσατε—ἔχει δὲ ἐξαιρετικὴν σημασίαν αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ προσθέσω—ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Θʹ ψηφίσματος, συμπληρωθέντος μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ ΙΗʹ ψηφίσματος, ἐπρόκειτο περὶ γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου, ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Α. Ἀλεξανδρῆς, τῆς Κυβερνήσεως Μαξίμου, τῆς ὁποίας βάσιν ἀπετέλει τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικόφρον Λαϊκὸν Κόμμα, μετὰ προηγουμένην ἀπολογίαν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος, ἐπεκύρωσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, ἡ δὲ σύμφωνος γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εὑρίσκεται ἰδιόγραφος, ὡς ἐπισυνάπτεται εἰς τὸν ὑπάρχοντα φάκελλον. Ἀλλὰ τότε δὲν ἐπερωτήθη ὁ Ὑπουργός. Συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ὑπέστη διπλῆν κρίσιν ὁ κύριος Ἀρεοπαγίτης. Ὑπέστη κρίσιν Συμβουλίου ἐξ ἀνωτέρων Δικαστῶν καὶ ὑπέστη κρίσιν πολιτικήν. Ἐκρίθη ἀπὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικόφρονα συνάδελφόν μου, τὸν προκάτοχον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν καὶ ἀπεκατεστάθη καὶ δικαστικῶς καὶ πολιτικῶς. Καὶ εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς—δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν—ὁ δικαστικὸς αὐτὸς λειτουργὸς ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ δεδικασμένον. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς ἐξάρω τὴν ἠθικὴν ἀξίαν τοῦ δεδικασμένου. Ἐὰν τὸ δεδικασμένον δὲν εἶχε τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἔχει κοινωνικῶς καὶ ἠθικῶς, οὐδενὸς πολίτου ἡ τιμὴ θὰ εὑρίσκετο ἐν ἀσφαλείᾳ. Πάντοτε θὰ εἶχεν ὁ οἱοσδήποτε τὸ δικαίωμα, διασχίζων τὸν πέπλον τοῦ δεδικασμένου, νὰ ἀνασύρῃ ἀπὸ τὸν βυθὸν τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας τὸ δεδικασμένον ἐκάλυψεν. Ἀσχέτως τῆς συγκεκριμένης περιπτώσεως, ἀσχέτως τοῦ πῶς ἔδρασεν ἢ δὲν ἔδρασεν, ὁ κρινόμενος δικαστικὸς λειτουργὸς ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ δεδικασμένον καὶ δικαστικὸν καὶ πολιτικὸν ἀπὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικόφρονα Κυβέρνησιν καὶ συνεπῶς ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχουν ὅλοι οἱ ὑπὸ τὸν πλανήτην ζῶντες ἄνθρωποι, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ δόγμα αὐτό, τοῦ ὁποίου ἡ ἠθικὴ λάμψις καταυγάζει πᾶσαν γνησίαν δημοκρατικὴν συνείδησιν. Δὲν γνωρίζω, ποῖον θέλγει καὶ ποῖον ἀφίνει ἀπαθῆ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ τοποθέτησις. Πλήν, ὁμολογῶ ὅτι ὁ μὴ ἀποδεχόμενος τὸν δογματισμόν, πρέπει νὰ εἶναι «πολὺ δύσκολος τύπος» διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ δικαστικοῦ τούτου λειτουργοῦ, ἐὰν παρέλιπον ἀπὸ τοῦ νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἱστορικοῦ τῆς ὑποθέσεως θὰ ἠσέβουν πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ θὰ ἐνεφάνιζον ἔλλειψιν στοιχειώδους τινος γενναιότητος. Καὶ περαιτέρω, ὅταν ὁ δικαστὴς αὐτὸς πρὸ ἔτους προήχθη κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν εἰς Πρόεδρον Ἐφετῶν, οὐδεμία ὑπῆρξε διαφωνία καὶ τώρα μόνον ποὺ προάγεται εἰς Ἀρειοπαγίτην κατὰ παράλειψιν ἀρχαιοτέρων ἐνεθυμήθημεν τὸ 1945. Ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω, κύριοι, ὅτι βεβαίως ἠμποροῦσεν ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ σκεφθῇ ἄλλως. Δικαίωμά του ἦτο, νὰ σκεφθῇ ὡς ἀπεφάσισε. Καὶ σᾶς λέγω καὶ ἄλλο ἀκόμη, ὅτι ἀρκετοὶ ἐκ τῶν παραλειφθέντων καὶ κατὰ τὴν πρώτην κρίσιν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ κατὰ τὴν δευτέραν, εἶναι ἄξιοι δικαστικοὶ λειτουργοὶ καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου ἄξιοι διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ ἴσως θὰ ἔπρεπεν ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ προσέξῃ καὶ τὴν ἀρχαιότητα, ὅπως πρόσεξε καὶ τὴν κατ’ ἀριστίνδην κρίσιν ἐκλογήν. Ἀλλά, κυρίαρχος ὅπως εἶναι κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κρίσιν αὐτοῦ. Ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι τὸ ἀνώτατον ὄργανον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ πολίτευμά μας ἐκφράζει ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν κυριαρχικὴν θέλησιν, αἱ δὲ ἀποφάσεις του εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Τούτων οὑτωσὶ τεθέντων, φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀκατάληπτον τὸ πῶς ἐλέγχεται ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐξέδωσε τὰ Β. Δ. τὰ ἐπικυροῦντα τὴν ἀπόφασιν τῆς Ὁλομελείας, ἀφοῦ τοῦτο πράξασα ἡ Κυβέρνησις ἁπλῶς ἐφήρμοσε τὸ Σύνταγμα, ἐνῷ ἄλλως πράττουσα σαφῶς καὶ ἀπροκαλύπτως θὰ τὸ προσέβαλλε καὶ συνεπῶς ἄνευ δυσκολίας τινὸς πείθεσθε περὶ τῶν βαθμῶν τῆς ἀστοχίας τῆς ἐπερωτήσεως τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Προχωρῶν ὁ ἔγκριτος ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφος, συνιστᾷ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν ὁποῖον, κατὰ τὴν φραστικὴν διατύπωσιν τῆς δευτέρας ἐπερωτήσεως, ἡ ἰδιοσυγκρασία τοῦ ἀπαρέσκῃ νὰ παύσῃ ἐκτελῶν τὸ καθῆκον του. Κατὰ τὴν γνώμην μου τὴν ὑπεύθυνον, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅταν ἀπευθύνεται εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἐφετείου, δὲν κάμνει ἄλλο τί, ἢ μὴ τὸ καθῆκον του, συμφώνως πρὸς τὰ συνδεδυασμένα ἄρθρα 93, 96 καὶ 97 καὶ 188 τοῦ 1936, καθ’ ἃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχει τὴν ἐποπτείαν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ἐπιμελεῖται τῆς καλῆς λειτουργίας τῶν Δικαστηρίων. Δὲν ἔχω κανένα ἰδιαίτερον δεσμὸν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ τὸν τιμῶ. Εἶναι δικαίωμά μου νὰ τὸν τιμῶ, διότι κατὰ τὸ διάστημα ποῦ διοικῶ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ἐξετίμησα τὸν ζῆλον περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του, τὴν μεγάλην του ἐργατικότητα καὶ τὴν ἀφοσίωσιν πρὸς τὸ καθῆκον. Ἐὰν ὅμως ἀπαρέσκῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφον, εἶναι περιττὸν ἡ προσωπική του ἀπαρέσκεια νὰ διοχετεύεται ἀπὸ τοῦ βήματος. Δὲν νομίζω, ὅτι δικαιούμεθα νὰ βάλωμεν κατὰ τῆς Ἀνωτάτης Δικαστικῆς Ἀρχῆς διότι ἄλλοτε διετέλεσεν Ὑπουργὸς, ἢ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ διότι νομίζομεν ὅτι ἐπιβάλει τὰς γνώμας του εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δικαίως προεκάλεσε τὴν εὔλογον διαμαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφου. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἰσχυριζώμεθα ὅτι οἱ ἐκλεκτοὶ δικασταὶ ποὺ ἀπαρτίζουν τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀποφαίνονται κατ’ ἐπιβολὴν γνωμῶν ἄλλων. Θὰ ἐπεθύμουν ἀκόμη νὰ προσθέσω ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ψηφίζει τελευταῖος, ὑπάρχουν καὶ ἀρκεταὶ περιπτώσεις ποὺ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου διετύπωσεν ἄλλην γνώμην ἀπὸ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῶν μελῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἡ ἔμπρακτος ἀπόδειξις, περὶ τοῦ ἀντιθέτου. Ἀλλ’ ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἐπερώτησιν χωρὶς νὰ θέλω νὰ διαμφισβητήσω τὴν ἀκρίβειαν τῶν πληροφοριῶν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κεφαλληνίας συναδέλφου, εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ καλέσω τὸν κ. Εἰσαγγελέα καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσω τί συνέβη εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Καὶ μοῦ ἔδωκε τὴν αἰτηθεῖσαν πληροφορίαν. Καὶ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ποῦ μοῦ ἔδωκε, τὴν πιστεύω ἐξ ἴσου, διότι προέρχεται ἀπὸ ἐπίσημα χείλη. Μοῦ λέγει ὁ κ. Εἰσαγγελεύς: Κύριε Ὑπουργέ, ὅπως ξεύρετε καὶ ἀπὸ τὴν δικηγορίαν σας, τὴν πρόσφατον, ὑπάρχει μία σημαντικὴ διαφορὰ ἐκφράσεως γνωμῶν μεταξὺ τοῦ 1ου καὶ 2ου βαθμοῦ. Ἐπὶ 1000, ἂς ποῦμε, ὑποθέσεων καταδικαστικῶν, εἰς τὸν 1ον βαθμὸν, περίπου αἱ ἡμίσεις ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου μεταβάλλονται, Εἶναι ἕν φαινόμενον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξηγήσω, διότι παρουσιάζεται εἰς μεγάλην κλίμακα καὶ δυοῖν θἄτερον ἢ οἱ κατώτεροι δικασταὶ κακῶς καταδικάζουν ἢ οἱ ἀνώτεροι δικασταὶ κακῶς ἀθωώνουν. Καὶ εἶπον εἰς τοὺς κυρίους Ἐφέτας: Κύριοι Ἐφέται ἀπὸ τὴν στατιστικὴν ποὺ ἔχω εἰς χεῖρας μου, αὐτὰ τὰ συμπεράσματα ἐξάγω. Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ δώσετε μίαν ἐξήγησιν, ποῦ ὀφείλεται τὸ φαινόμενον αὐτό; Καὶ δεύτερον, ὑπάρχει ἕν ἀδίκημα τὸ ἀδίκημα ἐκδόσεως ἐπιταγῆς ἄνευ ἀντικρύσματος. Εἶναι ἀδίκημα σοβαρώτατον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν πρὸς τὸ νόμισμα, διότι ἐπιταγὴ ἴσον νόμισμα. Τινὰ λοιπὸν Δικαστήρια ἀπὸ πνεῦμα ἐσχάτης ἐπιεικείας ἢ συγκαταβάσεως, ὅταν ὑπάρξῃ περίπτωσις μιᾶς ἐπιταγῆς, τῆς ὁποίας κατεβλήθη ἐκ τῶν ὑστέρων τὸ τίμημα ἐθεώρησαν τὸ ἀδίκημα μὴ διαπραχθέν. Βέβαια λέγει ὁ κ. Βασιλᾶτος, αὐτὸ εἶναι εἴσοδος εἰς τὴν οὐσιαστικὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου. Δὲν εἶναι ὅμως εἴσοδος εἰς τὴν οὐσιαστικὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, ἐπὶ συγκεκριμένης ὑποθέσεως. Εἶναι ἀσφαλῶς ἐπίστησις τῆς προσοχῆς τοῦ Δικαστηρίου, περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει τὰ κρίνωνται ὡρισμένα ἀδικήματα τὰ ὁποῖα πολλαπλασιαζόμενα βλάπτουν βασικῶς τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ μάλιστα εἰς στιγμὰς κατ’ ἐξοχὴν κρισίμους. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἁπλῶς ἔπραξε τὸ καθῆκον του. Τούτων, κύριοι βουλευταί, κατὰ τρόπον οὕτω πως ἀδιαφιλονείκητον τεθέντων, οἱ ἀξιότιμοι ἐπερωτήσαντες ἐσφάλησαν καὶ θὰ ἦταν προτιμότερον καὶ διὰ πολλοὺς λόγους, ἡ γνώμη μου εἶναι —καὶ τὴν γνώμην μου αὐτὴν τὴν ἀπέδειξα μόνον οὐχὶ μαθηματικῶς—θὰ ἦτο προτιμότερον ἡ ἐπερώτησις νὰ μὴ εἶχε διατυπωθῆ. Διότι, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν σύμβολα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ παραμένουν ἀμετακίνητα καὶ ἄφθαρτα διὰ νὰ στηρίζωνται μὲ ἀπόλυτον κῦρος καὶ γόητρον. Ἕν ἀπὸ τὰ σύμβολα αὐτὰ εἶναι καὶ ἡ Δικαιοσύνη καὶ ὡς ἔννοια καὶ ὡς λειτουργία. Δὲν ἐπιτρέπεται ὁ κλονισμὸς τῆς ἐπ’ αὐτὴν ἐμπιστοσύνης, ὅταν μάλιστα, τὴν Δικαιοσύνην τὴν περιβάλλῃ ὁ λαός μας μὲ τόσην εὐλάβειαν. Ὅταν ὁ λαός μας λέγῃ κύριοι βουλευταί, τὴν ἁπλῆν αὐτὴν καὶ πείσμονα ἴσως φράσιν, «θὰ σὲ πάω εἰς τὸ δικαστήριον», αὐτὴ ἡ φράσις ἀντανακλᾷ καὶ ἀντικατοπτρίζει ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος του, εἰς τὴν ὁποίαν προσφεύγων φρονεῖ, ὅτι θὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του. Ὅταν λοιπόν, τοιαύτην ἐμπιστοσύνην ἔχῃ ὁ λαὸς εἰς τὴν δικαιοσύνην, δὲν εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου ἐπιτετραμμένον, δι’ ἀνοικτῶν συζητήσεων καὶ δι’ ἐπερωτήσεων κατ’ ἀνωτάτων φορέων τῆς δικαστικῆς λειτουργίας τῆς διακεκριμένης κατὰ τὸ πολίτευμα, νὰ ἐπιχειρῶμεν κλονισμὸν ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς εὐρυτάτην κλίμακα. Διότι, προκειμένου περὶ μιᾶς ἐνεργείας τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἢ τῆς ὁλομελείας, ἡ ὁποία ἐνέργεια πιθανὸν νὰ ἦτο ἐσφαλμένη, πιθανὸν νὰ μὴ ἦτο, ἀλλὰ πάντως οὐδαμῶς, οὐδὲ κατὰ σκιάν, ἀντισυνταγματική, εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ διοχετεύεται καὶ εἰς τὸν τύπον ἀκόμη ἡ ἄδικος ἐπίκρισις, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἐνεργεῖ ἀντισυνταγματικῶς. Αὐτὸ εἶναι ἀνακρίβεια, πλάνη καὶ ἀδικία ἐπὶ προφανεῖ ζημίᾳ τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης καὶ κλονισμῷ ἐπὶ τῆς ἐπ’ αὐτὴν ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ. Οὐδεὶς εἶναι ἀλάθητος εἰς τὸν κόσμον καὶ ἡ Δικαιοσύνη ἐκφράζεται ὑπὸ ἀνθρώπων. Ἀλλὰ οὐδείς, ἀξιότιμοι ἐπερωτῶντες, ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ τὸν γνώμονα τοῦ ἀλαθήτου. Εἶναι πιθανὸν νὰ ἔσφαλαν, εἶναι πιθανὸν καὶ σεῖς νὰ σφάλλετε. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ περιπτώσεων ἀκόμη—ὅρα ἀγόρευσιν 7ης Μαΐου 1911 τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου—ποὺ οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ τῷ ὄντι διέπραξαν λάθη, προκειμένου περὶ τόσον λεπτῆς καὶ εὐαισθήτου λειτουργίας, τῆς ὁποίας τὸ Δημοκρατικόν μας πολίτευμα ἐξησφάλισε πανηγυρικῶς τὴν πλήρη ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτοτέλειαν, πάλιν ἡ ἔξαρσις αὐτῶν τῶν σφαλμάτων καὶ ἡ δημοσία συζήτησις εἶναι προφανὴς ζημία. Τί ὠφελεῖ, κύριοι βουλευταί, μία ἱκανοποίησις, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθημεν τυχὸν ἀπὸ τὴν διοχέτευσιν μιᾶς, ἔστω καὶ δεδικαιολογημένης δυσφορίας, ἀπέναντι τῆς ζημίας τῆς ἐντεῦθεν προκαλουμένης; Δὲν ὑποστηρίζω τὴν Δικαιοσύνην θέσει, λόγῳ τῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν κατέχω, τὴν ὑποστηρίζω ἐν συνειδήσει, διότι πιστεύω εἰς τὴν ἀξίαν τῶν συμβόλων. Καὶ ἐὰν ἀπὸ μιᾶς ἐπόψεως θὰ ἠδυνάμην νὰ εἶχον εὐχηθῆ τὴν ἀποσόβησιν τῆς συζητήσεως τῆς διεξαχθείσης, ἀπὸ μιᾶς ἄλλης ἀπόψεως ἀποκομίζω τὴν ἱκανοποίησιν, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ἐν τῷ τομεῖ ποὺ μοῦ ἐνεπιστεύθη, ἐκπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ὁ ὁποῖος προεκλογικῶς ὑπεσχέθη Κράτος νομιμότητος, αἰσθάνομαι τὴν ἱκανοποίησιν, ὅτι μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ διατυπώσω πρὸς τὴν Βουλὴν μερικὰς ἰδέας, τῶν ὁποίων καὶ τὴν πηγὴν τῆς ἐμπνεύσεως καὶ τὴν τυχὸν ἐσωτερικὴν ἀξίαν καλεῖσθε, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐκτιμήσετε κατὰ τὸ προσῆκον πρὸς αὐτὰς μέτρον. Λέγει ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος εἰς τὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν εἰς μίαν μνημειώδη ἀγόρευσιν τῆς ὁποίας ἕν τμῆμα θὰ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω. Θὰ ἀνακαλύψετε ὑψηλὰ νοήματα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς οἰστρηλατήσουν. Καὶ ὅταν κανεὶς ἀνατρέχῃ εἰς τοιαύτας πηγὰς ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν λάμψιν τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως κατανοεῖ καὶ τὴν ζημίαν ἐκ τῶν σφαλμάτων, λέγει ὁ Νικόλαος Δημητρακόπουλος: «Μελετῶν τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι σήμερον, εὑρίσκω ἀνὰ πᾶν βῆμα ἀδιαπτώτως καὶ συνεχεῖς τὰς ἀφορμὰς νὰ αἰσθάνωμαι ὑπερηφάνειαν δι’ αὐτήν. Διότι οὐδαμοῦ, οὐδαμοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ὑπὸ ὅρους ὁμοίους, ὑπὸ συνθήκας ὁμοίας πολιτικάς, κοινωνικάς, οἰκονομικάς, ὁ δικαστικὸς κλάδος ὑπῆρξεν ἀνώτερος τοῦ ἡμετέρου». Τί θὰ ἔλεγεν ἀκόμη ἐὰν ἔζη ὁ ἀείμνηστος πολιτικὸς ἀνὴρ καὶ ἠτένιζε τὴν παρήγορον ἐμφάνισιν τῆς σημερινῆς δικαιοσύνης, τῆς δικαιοσύνης ἡ ὁποία ἐπέρασεν ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς κατοχῆς, ὅταν θὰ ἠτένιζε τοὺς δικαστικούς μας λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι οὐχὶ μόνον πενόμενοι ἐκράτησαν ὑψηλὰ τὴν σημαίαν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐργάζονται νυχθημερὸν μοχθοῦντες μὲ ὑψηλὸν τὸ αἴσθημα τῆς ἀντιστάσεως πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ ὑψηλοῦ των καθήκοντος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνονται ἐπαξίως προπορευόμενοι ὅλων τῶν ἄλλων; Τί θὰ ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος διὰ τὴν σημερινὴν Δικαιοσύνην ὑπὸ τὰς ἀπείρως δυσχερεστέρας τοῦ 1911 συνθήκας, ἡ ὁποία καθημερινῶς ἀντιμετωπίζει τὰ ὀξέα σημερινὰ συμφέροντα μιᾶς κοινωνίας ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν ὑπερεπήδησε τὸ τέλμα τῶν μεταπολεμικῶν ἀθλιοτήτων; Καὶ ἀντί, κύριοι βουλευταί, ἀδίκως—ὑπογραμμίζω τὴν λέξιν—νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον παρεβίασε τὸ Σύνταγμα, θὰ ἦτο προτιμότερον εἰς πᾶσαν περίπτωσιν νὰ μὴ παραλείπωμεν ἀπὸ τὸ νὰ σφυρηλατοῦμεν τὸ κῦρος αὐτοῦ καὶ τὸ γόητρον καὶ τὴν ἐπιβολήν. Διότι, κύριοι βουλευταί, ἵνα παρέλθω τὸ βῆμα πλέον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ διατυπώσω ἕνα προσωπικὸν ἀφορισμόν: Εἰς πᾶσαν μὲν χώραν, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὴν μεγάλην μας Πατρίδα ἡ Δικαιοσύνη εἶναι τὸ ἅλας τῆς ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας. Καὶ ἐὰν τὸ ἅλας μωρανθῇ ἔν τίνι ἁλισθήσεται; (Χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἐτερματίσθη. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§160ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 12.00′ μεσονύκτιος)