1953.05.20
1.299 στίχοι · 9.407 λέξεις · 108 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40ὴ
Τετάρτη 20 Μαΐου 1953
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.00′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ καταλάβουν τὰς θέσεις των. Διαπιστῶν τὴν ὕπαρξιν ἀπαρτίας, κηρύσσω τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Δερδεμέζης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3Γ. ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ. Εἰς τὴν σελίδα 21 τῶν πρακτικῶν ἔγινεν ἕνα μικρὸν τυπογραφικὸν λάθος. Ἀντὶ νὰ γραφῇ «..... ..... (ἀναγινώσκει)......», ἐγράφη «.... (ἀναγινώσκει)......». Παρακαλῶ ὅπως γίνῃ ἡ δέουσα διόρθωσις.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Γραμματεῖς ὅπως μεριμνήσουν διὰ τὴν διόρθωσιν. Ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 35036)24–4– 1953 ἐγγράφου του, διαβιβάζει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης μετὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Β. Δ. 1292) 1952 κλητηρίου, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Τζηρίδη, κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημίσει διὰ τοῦ τύπου καὶ ζητοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τούτου, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Π. Τζαννετάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κ.λ.π.
§5Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει): Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Κ. Παπακωνσταντίνου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Χ. Μπαμπαλῆ, κατοίκου Ἁγίου Κωνσταντίνου Αἰγίου, παραπονουμένου κατὰ τῶν ὀργάνων Ἀγροφυλακῆς διὰ τὴν πλημμελῆ ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Οἱ βουλευταὶ Καβάλας κ.κ. Α. Δρόσος καὶ Ν. Πανταζῆς, καταθέτουν ἀναφορὰν ἠσφαλισμένων καπνεργατῶν Καβάλας κάτω τῶν 40 ἐτῶν, ζητούντων κατάταξίν των μεταξὺ εὐεργετικῶς ἀποζημιουμένων ἐφ’ ἅπαξ παλαιοτέρων συναδέλφων των. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Σ. Πολυζωγόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Τσιπιανῶν Ἠλείας, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ν. 2045)52 κατάργησιν τῆς ἀτελείας τῆς ἀλληλογραφίας τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν Ἀρχῶν μετὰ ἰδιωτῶν διὰ ζητήματα ὑπηρεσιακὰ καὶ ζητοῦντος διατήρησιν τῆς ἐν λόγῳ ἀτελείας. Ὁ κ. Σ. Στεφανόπουλος (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Α. Ν. 1927)51 «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Κ. Ν. 4–52)1931 ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως «περὶ ὀργανώσεως τῆς Κεντρικῆς Πρεσβευτικῆς καὶ Προξενικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου», ὡς οὗτος ἐκυρώθη διὰ τοῦ νόμου 2113)1952». Οἱ κ.κ. Σ. Στεφανόπουλος (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν) καὶ Κ. Παπαγιάννης (Ὑπ. Οἰκονομικῶν) καταθέτουσι σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑπογραφείσης Γενικῆς Συμφωνίας περὶ τῶν προνομίων καὶ ἀτελειῶν τοῦ Συμβουλίου Εὐρώπης ὡς καὶ τοῦ Προσθέτου Πρωτοκόλλου εἰς τὴν Γενικὴν Συμφωνίαν περὶ προνομίων καὶ ἀτελειῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως φορολογικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς περὶ ἀποφυγῆς τῆς διπλῆς φορολογίας καὶ ἀποτροπῆς τῆς φορολογικῆς διαφυγῆς ἐν σχέσει πρὸς τοὺς φόρους ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος μετὰ τοῦ συμπληρωματικοῦ αὐτῆς πρωτοκόλλου». Οἱ κ. κ. Σ. Στεφανόπουλος (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν) καὶ Χ. Ψαρρὸς (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπογραφείσης ἐν Βελιγραδίῳ, τὴν 15 Μαρτίου 1951, Συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γιουγκοσλαβίας «περὶ ἐκμεταλλεύσεως Ἐναερίων Γραμμῶν». Οἱ κ.κ. Σ. Στεφανόπουλος (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν) καὶ Λ. Λαμπριανίδης (Ὑπ. Ἐμπορ. Ναυτιλίας) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμφωνίας περὶ ἴσης μεταχειρίσεως τῶν ὑπὸ σημαίαν Ἑλληνικὴν καὶ τῆς Νοτιοαφρικανικῆς Ἑνώσεως πλοίων εἰς τοὺς λιμένας τῶν δύο Κρατῶν». Ὁ κ. Π. Κανελλόπουλος (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης) καταθέτει σχέδια νόμων: 1) Περὶ κατατάξεως ὡς Ν. Δοκίμων τῶν ἐπιλαχόντων κατὰ τὸν διενεργηθέντα διαγωνισμὸν τοῦ ἔτους 1952». 2) Περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν Ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς». 3) Περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου ἐξ ἐπιτάξεων γενομένων πρὸ τῆς 11 Νοεμβρίου 1944». 4) «Περὶ ἐπανακρίσεως Ἀξιωματικῶν ὑπηρετησάντων κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν κατὰ τῶν συμμοριτῶν ἐπιχειρήσεων» καὶ 5) «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν προαγωγὰς Ἀνωτέρων Ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς». Ὁ κ. Σ. Μαρκεζίνης (Ὑπ. Συντονισμοῦ) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 15 Φεβρουαρίου 1953 Συμφωνίας «περὶ ἱδρύσεως Συμβουλίου Ἀντιπροσώπων Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν διὰ τὴν μελέτην σχεδίων διεθνοῦς ἐργαστηρίου καὶ τὴν ὀργάνωσιν ἄλλων μορφῶν συνεργασίας διὰ τὴν πυρηνικὴν ἔρευναν». Ὁ κ. Κ. Καλλίας (Ὑπ. Θρησκευμάτων καὶ Παιδείας) καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «Περὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῆς νομοθεσίας τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης» καὶ 2) «περὶ κωδικοποιήσεως καὶ διαρρυθμίσεως τῶν περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν κειμένων διατάξεων». Οἱ κ.κ. Λ. Εὐταξίας (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν) καὶ Κ. Καραμανλῆς (Ὑπ. Δημ. Ἔργων) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ μεταβιβάσεως δωρεὰν τῆς κυριότητος ἀκινήτου τοῦ Ταμείου Μονίμων Ὁδοστρωμάτων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, διὰ τὴν παραχώρησιν αὐτοῦ δωρεὰν εἰς τὸ Δημόσιον τῶν Η.Π.Α. πρὸς ἀνέγερσιν Μεγάρου τῆς ἐν Ἀθήναις Πρεσβείας αὐτῶν». Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας (Ὑφυπ. Ἐμπορίου) καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «Περὶ τρόπου ἀπολύσεως προσωπικοῦ ἀσχοληθέντος μὲ διαχείρισιν ἐφοδίων ἐξωτερικοῦ παρὰ τῇ
Α.Τ.Ε.».
2) «Περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 1137 τῆς 23–11–1950 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». 3) «Περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 524]25–4–1951 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ προσλήψεως (10) ἡμερομισθίων εἰδικευμένων ὑπαλλήλων» καὶ 4) «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθμ. 522]1950, 570]1950, 730]1950, 678]1950, 778]1950, 815]1950, 930]1950, 943]1950, 1088]1950, 1111]1950, 1112]1950, 957]1951, 1174] 1951, 12]1952 καὶ 711]1952 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ὁ κ. Χ. Ψαρρὸς (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τρόπου ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 205 τοῦ νόμου ὑπ’ ἀριθ. 1811]1951 ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τακτικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κλάδου Τηλεπικοινωνιῶν καὶ Ραδιοναυτιλίας τῆς Κρατικῆς Ὑπηρεσίας Πολιτικῆς Ἀεροπορίας». Ὁ κ. Κ. Καραμανλῆς (Ὑπ. Δημ. Ἔργων) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 712 τῆς 27–6–1952 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ διατηρήσεως ἐν ἰσχύϊ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ΠΗʹ τοῦ 1882». Ὁ κ. Κ. Ἀδαμόπουλος (Ὑπ. Κοινων. Προνοίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2285]1952 «περὶ συστάσεως Κέντρων Βοηθείας Βρεφῶν κ.λ.π.». Οἱ κ.κ. Κ. Ἀδαμόπουλος (Ὑπ. Κοινων. Προνοίας) καὶ Δ. Μπαμπάκος (Ὑπ. Δικαιοσύνης) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ δικῶν τοῦ κατὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις ἑδρεύοντος Νοσοκομείου–Σανατορίου «ἡ Σωτηρία». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 2097] 1952». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Χατζηνικολῆς, Η. Ζουμπουλάκης, Π. Σταθόπουλος, Γ. Βογιατζῆς, Θ. Κιζάνης, Κ. Μπακόλλας, κ.ἄ., καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 513]1952 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ.λ.π.».
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§7Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 18ης Μαΐου, δηλαδὴ τῆς παρελθούσης Δευτέρας, ὁ Πρόεδρος κ. Βενιζέλος διετύπωσεν ἐρώτημα ἀναφερόμενον εἰς τὸ Κ.Ε.Ν. Ἡρακλείου. Δυστυχῶς, δὲν παριστάμην κατὰ τὴν συνεδρίασιν καὶ ὁ κ. Τσουδερὸς ἔδωσε μίαν γενικωτάτην ἀπάντησιν, εἰπὼν ὅτι ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις δὲν ἔχει ἀκόμη ληφθῆ. Δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Τσουδερός, ὅτι ἡ ἀπόφασις εἶχε ληφθῆ καὶ ὡς ἐκ τούτου ζητῶ συγγνώμην ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, διότι ἐγένετο ἀνακοίνωσις γεγονότος μὴ ἀνταποκρινομένου πλήρως πρὸς τὴν πραγματικότητα. Δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Τσουδεροὺς καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ γνωρίζῃ, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀπὸ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, μετὰ μακρὰν ἔρευναν καὶ μελέτην ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν συνδεομένων μὲ τὰς ἕδρας τῶν διαφόρων ἐκπαιδευτικῶν Μονάδων, κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅπως τὸ Κ.Ε.Ν. Ἡρακλείου μεταφερθῇ εἰς τὴν Πελοπόννησον. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δώσω ὡρισμένα στοιχεῖα ἐπὶ τοῦ θέματος, στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ νὰ ἐπέλθῃ ὁ κατευνασμὸς τῶν πνευμάτων τοῦ Ἡρακλείου. Πρέπει νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἀνέμενον τὴν ἐξέγερσιν ἡ ὁποία ἐσημειώθη, διότι ἐφανταζόμην ὅτι αἱ ἀποφάσεις αἱ συνδεόμεναι μὲ τὰς ἕδρας τῶν διαφόρων Μονάδων δὲν θὰ ἐγένοντο ἀντικείμενον κριτικῆς καὶ μάλιστα κριτικῆς τοιαύτης οἵα ἡ ἀσκηθεῖσα ὑπὸ μερίδος τοῦ Τύπου τοῦ Ἡρακλείου, ἡ ὁποία ἦτο φυσικὸν—ὅπως ἠσκήθη—νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐξέγερσιν τῶν κατοίκων, ἀγνοούντων τὰ πράγματα. Ἀλλὰ πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αἱ ἕδραι τῶν στρατιωτικῶν Μονάδων καθορίζονται βάσει τῶν στρατιωτικῶν, κατὰ κύριον λόγον, ἀναγκῶν καὶ οὐχὶ βάσει τῶν ἀπαιτήσεων τῶν κατὰ τόπους ἀρχῶν καὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν διαφόρων πόλεων. Ἀνάγκας ἔχουν πολλαὶ πόλεις. Καὶ ἡ Λαμία ἔχει ζητήσει Κέντρον ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἡ Σπάρτη εἶχε ζητήσει Μονάδα. Καὶ ἡ Μυτιλήνη. Καὶ πολλαὶ ἄλλαι πόλεις εἶχον ζητήσει ὅπως ἐγκατασταθοῦν εἰς τὴν περιφέρειάν των στρατιωτικαὶ Μονάδες. Ἀλλὰ τὸ Γ.Ε.Σ., τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἁρμόδιον ὄργανον διὰ τὴν μελέτην τῶν προβλημάτων αὐτῶν καὶ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ Ἀντιστρατήγους, ὄχι δηλαδὴ πρόσωπα πολιτικά, ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα νὰ λάβῃ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Πρέπει δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι αἱ ἕδραι τῶν μονάδων δὲν καθορίζονται βάσει τῶν ἀναγκῶν τῶν διαφόρων πόλεων, τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον πάντοτε ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει του καὶ εἰς τὴν προκειμένην ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει του αὐτάς, ὅπως θ’ ἀποδείξω. Κύριοι συνάδελφοι, εὑρίσκομαι εἰς μίαν δύσκολον θέσιν κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας. Δέχομαι δριμείας ἐπιθέσεις ἀπὸ πολλοὺς καὶ μάλιστα ἀπὸ προσωπικούς μου φίλους περισσότερον ἐπὶ «φιλοκρητισμῷ». Θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναγνώσω ἄρθρον ἐφημερίδος τῆς Ἑρμουπόλεως Σύρου, εἰς τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ «φιλοκρητικῇ διαθέσει», διότι ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν, τὰς δύο σχολὰς Ἐφέδρων νὰ τὰς συγκεντρώσῃ, νὰ τὰς ἑνοποιήσῃ καὶ νὰ ἀντικαταστήσῃ δι’ αὐτῶν τὸ Κ.Ε. Νεοσυλλέκτων, τὸ ὁποῖον θὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Κρήτην. Ἡ ἀπόφασις, ἀγαπητοὶ κύριοι συνάδελφοι, ἐλήφθη κατόπιν μακρᾶς προεργασίας, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ Γ.Ε.Σ. Ποῖα ἦσαν τὰ κριτήρια ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων τὸ Γ. Ε.Σ. εἰσηγήθη καὶ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀπεφάσισε τὰς μεταβολὰς ποὺ πρόκειται νὰ γίνουν; Τὰ κριτήρια ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἦσαν τὰ ἀκόλουθα: Πρῶτον, ὁ συντονισμὸς καὶ τὸ ἑνιαῖον τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Μέχρι τοῦδε εἴχομεν δύο Σχολὰς Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν. Μίαν εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ μίαν εἰς τὴν Σῦρον. Διεπιστώθη, ὅτι ἡ ὕπαρξις δύο Σχολῶν βλάπτει τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ Στρατοῦ καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Παραδόξως, εἶδον σήμερον εἰς μίαν τῶν πρωϊνῶν ἐφημερίδων, προφανῶς ἐξ ἀγνοίας, ν’ ἀναγράφηται ὡς κάτι τὸ βέβαιον, ὅτι ἡ ἀπόφασις, ἡ ὑπ’ ἐμοῦ ληφθεῖσα (ἐνῷ πρόκειται περὶ ἀποφάσεως Ἀνωτάτου Συμβουλίου), δημιουργεῖ ἐπιβάρυνσιν, ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικότητα ἀποφέρει ὀφέλη. Εἶναι λοιπὸν πρῶτον ἡ ἀνάγκη τοῦ συντονισμοῦ καὶ τὸ ἑνιαῖον τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν καὶ δεύτερον ἡ ἐπίτευξις οἰκονομιῶν. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐνῷ αἱ ὀργανικαὶ θέσεις τῶν δύο Σχολῶν ἀπὸ ἀπόψεως προσωπικοῦ Ἀξιωματικῶν εἶναι 72, ἡ ὕπαρξις κεχωρισμένων Σχολῶν, ἠνάγκαζε τὸ Γ.Ε.Σ. ν’ ἀποστέλλῃ, διότι ἦτο ἀνεπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν 72, κατ’ ἀπόσπασιν Ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὴν ΑΣΔΑΝ καὶ οὕτω ἔφθασεν ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀξιωματικῶν εἰς τὸ διπλάσιον. Βαρυτάτη δηλαδὴ δαπάνη. Καὶ κἄτι ἄλλο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιῶδες. Ἐστερεῖτο τὸ στράτευμα 70 περίπου ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ὑπηρετοῦν ἀλλοῦ καὶ νὰ ἐκπληροῦν καθήκοντα ἐκεῖ ὅπου πράγματι ὑπάρχουν ἀνάγκαι. Διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο Σχολῶν θὰ ἔχωμεν πράγματι εἰς τὸ Ἡράκλειον 72 Ἀξιωματικοὺς ἐκπαιδευτὰς καὶ ὄχι ἑκατὸν τόσους, ποὺ ἐχρησιμοποιοῦντο εἰς τὰς δύο Σχολάς. Δεύτερον, θὰ ἔχωμεν μεγάλην οἰκονομίαν εἰς τὰς μεταφορὰς καὶ ἄλλας ἀκόμη οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι προκύπτουν αὐτομάτως ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι συγχωνεύονται αἱ δύο Σχολαί. Ἐκτὸς τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο Σχολῶν τῆς προκληθείσης ἀφ’ ἑνὸς ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τοῦ συντονισμοῦ καὶ τοῦ ἑνιαίου τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἐκπαιδευομένων ἐφέδρων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἐπιτεύξεως οἰκονομιῶν, τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, κατ’ εἰσήγησιν τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ, ἀπεφάσισε τὴν συγκέντρωσιν ὅλων τῶν Κέντρων ἐκπαιδεύσεως νεοσυλλέκτων πεζικοῦ εἰς τὴν Πελοπόννησον, μὲ μίαν ἐξαίρεσιν τὸ Μεσολόγγιον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι ἀποτελεῖ προέκτασιν τῆς Πελοποννήσου. Διατί τὸ ἀπεφάσισεν αὐτό; Εἶναι πολλοὶ λόγοι οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Θὰ ἀναφέρω τοὺς δύο κυριωτέρους. Πρῶτον χρειάζεται ἐπίβλεψις συστηματικὴ πρὸς ἐπίτευξιν ἑνιαίου τρόπου ἐκπαιδεύσεως ὅλων τῶν στρατιωτῶν τῶν ἐκπαιδευομένων διὰ τὸ ὅπλον πεζικοῦ καὶ πρέπει νὰ εἶναι συγκεντρωμένοι εἰς σχετικῶς ἑνιαῖον χῶρον. Ἱδρύθη μάλιστα πρὸς τοῦτο Στρατιωτικὴ Διοίκησις ἐν Τριπόλει, ὥστε ὁ στρατιωτικὸς Διοικητὴς Τριπόλεως ὑπαγόμενος εἰς τὴν ΑΣΔΑΝ νὰ ἀσκῇ τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἐποπτείαν ἐφ’ ὅλων τῶν Κέντρων ἐκπαιδεύσεως νεοσυλλέκτων πεζικοῦ. Δεύτερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλεται νὰ μεταφερθῇ τὸ Κ.Ε.Ν. ἀπὸ τὸ Ἡράκλειον εἰς τὴν Πελοπόννησον εἶναι ὁ ἀκόλουθος, τὸν ὁποῖον θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ὑπαινιχθῶ. Τὸ σχέδιον ἐπιστρατεύσεως δὲν ἐπιτρέπει ἕνα ἐκ τῶν Κέντρων ἐκπαιδεύσεως πεζικοῦ νὰ εὑρίσκεται τόσον μακρὰν ἀπὸ τὰ ἄλλα κέντρα καὶ τόσον μακρὰν ἀπὸ τὰς μαχίμους μονάδας, αἱ ὁποῖαι ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, θὰ συμπληρωθῶσι διὰ τῶν ἐφέδρων. Καὶ ἄλλοτε, ἄλλως τε, ὑπῆρχε Κέντρον ἐκπαιδεύσεως ἐφέδρων εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν καὶ κατηργήθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου εἰς τὸ 1949, ὅτε ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Τόσον ἀντικειμενικῶς ἀντιμετώπισα τὰ πράγματα, ὥστε εἰς μίαν πόλιν 100.000 κατοίκων, ἡ ὁποία ἦτο ἕδρα Σώματος Στρατοῦ καὶ Μεραρχίας καὶ ἡ ὁποία ἔχει κτίρια ἄριστα διὰ τὴν στέγασιν χιλιάδων στρατιωτῶν, κατηργήθη τὸ Κ.Ε.Ν. ἐμοῦ ὄντως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μετεφέρθη εἰς Πάτρας ἡ Σχολὴ Μονίμων Ὑπαξιωματικῶν, ἡ ὁποία ἔχει 600–700 μαθητάς, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ὑπάρχουσαι ἐγκαταστάσεις εἶναι δυνατὸν νὰ στεγάσουν χιλιάδας στρατιωτῶν. Ὑπῆρχον ὡς γνωστὸν εἰς τὰς Πάτρας δύο Συντάγματα, πάντοτε τὸ 12ον καὶ 26ον, καὶ τὸ πυροβολικὸν καὶ οὐδεὶς τὸ 1949, ἐμοῦ ὄντος Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ βουλευτοῦ Πατρῶν, διεμαρτυρήθη. Δὲν συνῆλθον, ὅπως βλέπω τώρα, ὅτι συνέβη εἰς τὸ Ἡράκλειον, τὰ ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα διὰ νὰ ἀπειλήσουν ἀπεργίαν καὶ δὲν ἐσημειώθη ἡ ἐξέγερσις αὐτή, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι θὰ ἦτο δικαιολογημένη, διότι κατηργήθη κέντρον εἰς μίαν πόλιν ἔχουσαν στρατιωτικὴν παράδοσιν καὶ ἐγκατεστάθη μία Σχολή, ἡ ὁποία εἶναι Σχολὴ 600 μαθητῶν. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητος ἡ συγκέντρωσις τῶν Κέντρων ἐκπαιδεύσεως εἰς μίαν περιοχήν. Ὡς γνωστόν, εἰς τὴν Πελοπόννησον δὲν ὑπάρχουν μονάδες μάχιμοι. Εἰς τὴν Κρήτην ὑπάρχουν καὶ μάχιμοι μονάδες, ὑπάρχει ὁλόκληρος Μεραρχία καὶ ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὄχι μόνον αἱ δύο Σχολαὶ Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν συγχωνευόμεναι θὰ ἐγκατασταθοῦν εἰς Ἡράκλειον, ἀλλὰ θὰ σταλῇ καὶ ἑτέρα μονάς, Μοῖρα, δηλαδή, Πυροβολικοῦ. Ἑπομένως ἡ Κρήτη θὰ ἔχῃ Μεραρχίαν, Μοῖραν Πυροβολικοῦ καὶ Σχολὴν Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ προσθέσω, ὅτι ἀσχέτως τοῦ ἀριθμοῦ διότι βεβαίως ὁ ἀριθμὸς θὰ εἶναι κατώτερος, ἀσχέτως τοῦ ἀριθμοῦ, ἡ ὠφέλεια ὑπὲρ τῆς πόλεως τοῦ Ἡρακλείου θὰ εἶναι μεγαλυτέρα ἐκείνης τὴν ὁποίαν προσεπορίζετο διὰ τῆς ὑπάρξεως ἐκεῖ τοῦ Κέντρου ἐκπαιδεύσεως νεοσυλλέκτων, διὰ τοὺς ἑξῆς, ἁπλούστατα, λόγους, τοὺς ὁποίους εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ὥστε καὶ οἱ κ.κ. συνάδελφοι ἐκ Κρήτης καὶ ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Κρήτης νά κατατοπισθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος. Σήμερον εἰς τὸ Ἡράκλειον ἔχομεν Κέντρον ἐκπαιδεύσεως νεοσυλλέκτων. Ἡ βελτίωσις τοῦ ἡμερησίου συσσιτίου ἀνέρχεται εἰς 800 δραχμὰς δι’ ἕκαστον ἄνδρα, ἤτοι δαπανῶνται διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ συσσιτίου περίπου 1.200.000 ἡμερησίως. Διὰ τοὺς δοκίμους Ἀξιωματικούς, δηλαδὴ διὰ τοὺς μαθητὰς τῆς Σχολῆς Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν ἀπὸ 800 δραχμὰς γίνεται δρχ. 2.700, δι’ ἕκαστον ἄνδρα ἡμερησίως, λαμβανομένου δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν ὑπερδιπλασιάζεται ἡ κατανάλωσις εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἡρακλείου, διότι αὐτὰ τὰ εἴδη τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν βελτίωσιν τοῦ συσσιτίου εἶναι εἴδη τὰ ὁποῖα ἀγοράζονται ἐπὶ τόπου. Ἐπὶ πλέον ὅλαι αἱ ἄλλαι δαπάναι αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωνται, ἡ πλύσις λινοστολῶν, ἡ γραφικὴ ὕλη κλπ. θὰ ἀγοράζωνται εἰς τὸ Ἡράκλειον. Τρίτον, οἱ περὶ ὧν πρόκειται μαθηταὶ τῆς Σχολῆς Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν εἶναι εὐπορώτεροι τῶν ἁπλῶν στρατιωτῶν, τῶν παιδιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ χωριοῦ, καὶ θὰ ἔχουν τὰ μέσα νὰ ἐξοδεύουν ἀσυγκρίτως περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐξοδεύουν οἱ ἁπλοῖ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν βγάλει τὸ γυμνάσιον καὶ δὲν εἰσάγονται εἰς τὴν Σχολὴν Ἀξιωματικῶν. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι ὅταν ὁ λαὸς τοῦ Ἡρακλείου διαπιστώσῃ μετ’ ὀλίγους μῆνας, μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Σχολῆς Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν, τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν ἀλήθειαν, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ αἰσθανόμενος πικρίαν διὰ τὴν ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἐλήφθη, ἀλλ’ ἐνδεχομένως θὰ αἰσθανθῇ κἄποιαν ἱκανοποίησιν καὶ θὰ διαβιβάσῃ ἴσως καὶ εὐχαριστίας ὄχι εἰς ἐμέ, διότι δὲν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔλαβα τὴν ἀπόφασιν, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ἡγεσίαν τοῦ Στρατοῦ, συγκεκριμένως τοὺς Ἀντιστρατήγους τοὺς ἀπαρτίζοντας τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Προβαίνω εἰς τὴν κατηγορηματικὴν δήλωσιν ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ ἀριθμοῦ μεταξὺ τῶν ἐκπαιδευομένων εἰς τὸ Κέντρον νεοσυλλέκτων καὶ τῶν Δοκίμων Ὑπαξιωματικῶν θὰ ὑπερκαλυφθῇ διὰ τῆς ὠφελείας ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ὑπὲρ τῆς πόλεως ἐκ τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα ἀνέφερον τῶν συνδεομένων ἀφ’ ἑνὸς μὲ τὴν οἰκονομικὴν θέσιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν ἐφέδρων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὲ τὴν ὑπερδιπλασίαν δαπάνην εἰς τὴν ὁποίαν θὰ προβῇ τὸ Κράτος διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ συσσιτίου.
§8Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δὲν ἠμποροῦν νὰ πᾶνε εἰς τὴν Πάτραν αὐταὶ αἱ Σχολαί;
§9Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐπιβάλω εἰς τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Ἐγὼ θὰ προετίμων εἰς τὴν Πάτραν νὰ πᾶνε αἱ Σχολαί, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὸ συμφέρον τὸ Ἐθνικὸν νὰ παραβλέψωμεν τὰ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, τὰ Κέντρα Ἐκπαιδεύσεως νὰ εἶναι ὑπερπόντια αἱ δὲ Σχολαὶ Ἀξιωματικῶν εἰς τὰς Πάτρας. Διότι τὰ Κέντρα ἐκπαιδεύσεως νεοσυλλέκτων πρέπει νὰ εὑρίσκωνται συγκεντρωμένα ἀφ’ ἑνὸς διὰ λόγους συνδεομένους μὲ τὴν καλυτέραν ἐκπαίδευσιν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἔλεγχος τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τὴν καλυτέραν ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως, τροφοδότησιν τῶν μαχίμων μονάδων διὰ τῶν στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ κληθοῦν ὑπὸ τὰ ὅπλα. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπίσης θὰ ἤθελον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐνῷ τὸ Κέντρον ἐκπαιδεύσεως νεοσυλλέκτων δὲν ἔχει ἰδιωτικὸν προσωπικόν, ἡ Σχολὴ Ἐφέδρων Ὑπαξιωματικῶν θὰ χρησιμοποιήσῃ ἐν Ἡρακλείῳ τοὐλάχιστον 55 ἰδιώτας, διότι εἰς τὰς Σχολὰς δὲν χρησιμοποιοῦνται γραφεῖς στρατιωτικοί, ἐνῷ εἰς τὰ Κέντρα Ἐκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων δὲν χρησιμοποιοῦνται ἀντιστρόφως ἰδιῶται. Αὐτὸ δὲν τὸ λέγω ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι 55 ἄνεργοι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐν Ἡρακλείῳ θὰ εὕρουν ἐργασίαν, ἀλλὰ τὸ λέγω διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἀπόλυσις 55 προσώπων εἰς Πάτρας παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ πόλις τῶν Πατρῶν μαστίζεται, ὅπως καὶ πολλαὶ ἄλλαι πόλεις, ἀπὸ ἀνεργίαν. Θὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀπολύσωμεν τὸ ἰδιωτικὸν προσωπικὸν ἐνῷ ἀντιστρόφως εἰς τὸ Ἡράκλειον θὰ διορισθοῦν.
§10Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει Σχολὴ Ἐφέδρων εἰς τὰς Πάτρας;
§11Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ὑπάρχει Σχολὴ μονίμων ἐφέδρων ὑπαξιωματικῶν, ἡ ὁποία μεταφέρεται εἰς Σῦρον.
§12Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὴν Κέρκυραν;
§13Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δυστυχῶς ὄχι εἰς τὴν Κέρκυραν. Εἰς τὴν Κέρκυραν θὰ μεταφερθῇ ἡ Σχολὴ Ἀστυνομίας Πόλεων, διότι ἡ Ἀστυνομικὴ Σχολὴ πρέπει νὰ εὑρίσκεται εἰς πόλιν εἰς τὴν ὁποίαν τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν ἀσκεῖ ἡ Ἀστυνομία Πόλεων. Ἄλλως τε τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη, ὅτι αἱ ἐγκαταστάσεις τῆς Σύρου εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ στρατὸς νὰ στερηθῇ αὐτῶν. Αἱ ἐγκαταστάσεις τῆς Κερκύρας εἶναι ἀνεπαρκεῖς καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἐγκαταστάσεις τῆς Σύρου ἀνήκουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθν. Ἀμύνης καὶ εἶναι τέλειαι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως.
§14Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ἐπειδή, κύριε Πρόεδρε, ἐτονίσατε, καὶ ὀρθότατα, τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ παράδοσις ἡ ἱστορικὴ τῶν ἑδρῶν τῶν στρατιωτικῶν Μονάδων καὶ ἐπὶ πλέον ἐμνημονεύσατε τὴν πόλιν τῆς Λαμίας ὡς ἐπίκαιρον σημεῖον, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ καὶ ἐπισύρω τὴν προσοχήν σας ὡς πρὸς τὴν ἀναγκαιότητα καί, δύναμαι νὰ εἴπω, Ἐθνικὴν ἀνάγκην, τῆς διατηρήσεως τοῦ Εὐζωνικοῦ Σώματος ἡ δρᾶσις τοῦ ὁποίου τόσον εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὰς λαμπρὰς σελίδας τῆς ἱστορίας μας τῆς τελευταίας 50ετίας. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως φρονοῦμεν, ὅτι εἶναι εὔλογον τὸ αἴτημα τῆς πόλεως Λαμίας, τῆς Πρωτευούσης τῆς λεβεντογέννας Ρούμελης, ἀπὸ τὴν ὁποίαν στρατολογοῦνται οἱ ἡρωϊκοὶ εὔζωνοι, νὰ ἐπανίδῃ τὸ 42ον Σύνταγμα Εὐζώνων, διότι οὕτω κατ’ ἐξοχὴν προάγεται ἡ ἀρχὴ τῆς συντηρήσεως τῆς ἱστορικῆς παραδόσεως καὶ τῆς διαπλάσεως δι’ αὐτῆς τῶν ἐπερχομένων γενεῶν.
§15Ν. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐξ ἄλλου, κ. Ὑπουργέ, ὑπάρχουν καὶ ἕτοιμαι ἐγκαταστάσεις καὶ κατὰ συνέπειαν, οὐδεμία ἐκ τοῦ λόγου τούτου θὰ προκύψῃ δυσχέρεια διὰ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος 42ου Συντάγματος Εὐζώνων, εἰς τὴν πόλιν τῆς Λαμίας.
§16Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριε Πετρίδη, κύριε Καλαντζῆ καὶ κύριε Πρόεδρε, διότι καὶ ὑμεῖς ἔχετε ἄμεσον ἐνδιαφέρον, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ συμμερισθῶ τὴν ἠθικὴν βάσιν τῆς ἀξιώσεως τὴν ὁποίαν διατυπώνετε, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, ἐξ ἄλλου καὶ νὰ προβῶ εἰς ὑπόσχεσιν συγκεκριμένην, διότι θέματα τοιαύτης μορφῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφασισθοῦν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ μετὰ μελέτην συστηματικήν, ἐπιτελικήν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐκ μέρους μου θὰ γίνῃ τὸ πᾶν, ὥστε ἡ δυνατότης νὰ μεταβληθῇ εἰς πραγματικότητα. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλησμόνησα, θὰ παρεκάλουν τὸ ἑξῆς: Ἐπειδὴ οἱ ἐκπρόσωποι τῶν περισσοτέρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, ἐκείνων δηλαδὴ αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν μονάδας, θὰ ἔχουν τὴν διάθεσιν ὡς εἶναι φυσικόν, νὰ ἐκφράσουν τὸν πόνον καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἀποκτήσουν, δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ γενικευθῇ ἡ συζήτησις καὶ ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ θέμα τοῦ Ἡρακλείου. Θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπον καὶ τὸ ἑξῆς: Ἐδήλωσα—καὶ εἶπον τοῦτο ἀπαντῶν εἰς πρωϊνὴν ἐφημερίδα ἡ ὁποία ἐδημοσίευσε σχόλιον σχετικὸν—ὅτι διὰ τῆς συμπτύξεως τῶν δύο Σχολῶν καὶ τῆς μεταφορᾶς τοῦ Κέντρου Νεοσυλλέκτων ἐξ Ἡρακλείου εἰς Πελοπόννησον, θὰ ἐπέλθῃ καὶ οὐσιώδης οἰκονομία. Ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἐφημερὶς μὲ κατηγορεῖ, ὅτι θὰ προκαλέσω σπατάλην. Καὶ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ οἰκονομία προκύπτει κυρίως, ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι θὰ ἐξοικονομήσωμεν περὶ τοὺς 60–65 Ἀξιωματικοὺς καὶ θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν Σχολὴν 72, ὅσους δηλαδὴ ἔχει καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ Κ. Ε. Νεοσυλλέκτων, ἀκριβῶς δὲ κατὰ (2) περισσοτέρους. Διότι, αἱ ὀργανικαὶ θέσεις τοῦ Κέντρου Ἐκπαιδεύσεως εἶναι 70, ἐνῷ αἱ ὀργανικαὶ θέσεις τῶν Ἀξιωματικῶν τῆς Σχολῆς, αἱ ὁποῖαι θὰ περιλαμβάνουν ἀμφοτέρας τὰς συγχωνευθείσας Σχολὰς εἶναι 72. Ἐκτὸς τῆς οἰκονομίας αὐτῆς θὰ προκύψῃ οἰκονομία εἰς ἄνδρας, εἰς ὁπλίτας. Ὄπως γνωρίζετε, κάθε Κέντρον Ἐκπαιδεύσεως, ἔχει ἐκτὸς τῶν ἐκπαιδευομένων καὶ τμῆμα ὁπλιτῶν. Εἰς τὴν Σχολὴν Ἡρακλείου θὰ ἔχωμεν τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν ὁπλιτῶν τὸν ὁποῖον ἔχομεν καὶ σήμερον εἰς τὸ Κ. Ε. Νεοσυλλέκτων. Θὰ προκύψῃ ὅμως οὐσιώδης οἰκονομία 130 ἀνδρῶν, ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο (2) Κέντρων, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχομεν περίπου 500 ἄνδρας ὁπλίτας εἰς τὰς δύο (2) Σχολάς, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν μονάδες στερούμεναι ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ ὁπλιτῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πληρώσωμεν κενὰ τῆς συνθέσεως διαφόρων μονάδων καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἡ σπατάλη αὐτὴ καὶ νὰ ἔχωμεν τόσους ἄνδρας. Καὶ 130 ἀκόμη ἄνδρες ἀποτελοῦν ἕνα πολύτιμον ἀριθμὸν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Στρατόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβαίνωμεν εἰς σπατάλην ἀνδρῶν, τοποθετοῦντες αὐτοὺς ὡς φρουρούς, εἰς τὰ διάφορα Κέντρα Ἐκπαιδεύσεως. Ἑπομένως προκύπτει καὶ αὐτὴ ἡ οὐσιώδης οἰκονομία εἰς ἄνδρας καὶ ἐπιτρέψατέ μου νὰ προσθέσω, εἶναι οὐσιώδης οἰκονομία εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Διότι ἁπλούστατα ἢ θὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ ἢ καὶ εἰς τὴν δευτέραν αὐτὴν περίπτωσιν θὰ ἔχωμεν ἐξοικονόμησιν χρημάτων, θὰ μειώσωμεν κατὰ 130 τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Στρατόν. Κύριοι, αὐτὰ εἶχον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς νὰ σᾶς εἴπω. Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν Κρήτην εἶναι οὐσιῶδες καὶ ἐγὼ προσωπικῶς συνδέομαι μὲ τὴν πόλιν τοῦ Ἡρακλείου, διότι ἀπὸ τὴν πόλιν τοῦ Ἡρακλείου καὶ ἀπὸ τὴν πόλιν τῶν Χανίων πρὸ 18 ἀκριβῶς ἐτῶν ἐξεκίνησα, ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου καὶ βαθύτατα μὲ εἶχε συγκινήσει ἡ ἀνταπόκρισις, ἡ καθαρῶς ἐθνικὴ ἀνταπόκρισις, διότι δὲν ἦσαν ἐκλογαί, καὶ δὲν εἶχον ζητήσει τὴν ψῆφον τῶν Κρητῶν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν ἀπέναντί μου οἱ κάτοικοι τοῦ Ἡρακλείου, ὅπως ἄλλωστε, καὶ οἱ κάτοικοι τῶν Χανίων. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκρίνω ἀπόφασιν, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἀπόφασις αὐτή, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγκριθῇ, δεδομένου, ὅτι εἶναι ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ θὰ παρενέβαινον καὶ δὲν θὰ ἄφηνα νὰ ληφθῇ κἄν ἀπόφασις, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πλήξῃ τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως τοῦ Ἡρακλείου. Γνωρίζω, ὅτι καὶ τὸ Ἡράκλειον, ὅπως καὶ ἄλλαι πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἄλλαι περισσότερον, ἄλλαι ὀλιγώτερον, καὶ τὸ Ἡράκλειον, ὑφίσταται κρίσιν, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς δυνατότητος, νὰ μὴ στερήσωμεν τοὐλάχιστον τὰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι προσπορίζονται ὡρισμένα ἀγαθά, ἐκ τῆς ὑπάρξεως μιᾶς στρατιωτικῆς μονάδος, νὰ στερήσωμεν τὰς πόλεις αὐτὰς τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἤδη. Δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ μοιράσωμεν τὰ ἀγαθὰ εἰς ὅλας τὰς πόλεις, διότι καὶ τεχνικοὶ λόγοι τὸ ἀποκλείουν καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, οὐδέποτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκρίνω τὴν ἀπόσπασιν τοῦ Κέντρου Ἐκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων Ἡρακλείου, ἀπὸ τὴν πόλιν τοῦ Ἡρακλείου, ἐὰν δὲν ἤμην βέβαιος, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ τῆς πόλεως, ὄχι μόνον δὲν θὰ πληγῇ, ἀλλ’ ἀντιθέτως θὰ ἐνισχυθῇ διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως ἐκεῖ τῆς Σχολῆς τῶν Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκτὸς τῆς Σχολῆς Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν, ἡ Ἀνωτάτη Στρατιωτικὴ ἡγεσία ἀπεφάσισε καὶ τὴν μεταφορὰν εἰς τὴν Κρήτην καὶ ἄλλης μονάδος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ καθορίσωμεν ποῦ θὰ ἐγκατασταθῇ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ αὐτὴ θὰ βοηθήσῃ, κάπως, τοὺς Κρῆτας, εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωήν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Βενιζέλος καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Κρήτης, θὰ θεωρήσουν ἐπαρκῆ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔθεσα ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους ἐκ Κρήτης, ὅπως διαφωτίσουν καταλλήλως, τὴν κοινὴν γνώμην τῆς πόλεως τοῦ Ἡρακλείου, διότι, πράγματι, μὲ πονεῖ,—ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν λέξιν—καὶ εἶμαι βαθύτατα εἰλικρινής, ὅταν προβαίνω εἰς χρησιμοποίησιν τῆς λέξεως αὐτῆς, μὲ πονεῖ τὸ γεγονός, ὅτι ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ γνώμη τοῦ Ἡρακλείου, διὰ τὴν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς ἐμὲ καὶ τὴν ὁποίαν μάλιστα ἀποδίδει, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος μὲ θίγει ἠθικῶς. Διότι ἐλέχθη καὶ ἐγράφη, ὅτι ἐγὼ ἀπεφάσισα, τὴν μετακίνησιν τοῦ Κέντρου Ἐκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων ἐξ Ἡρακλείου, διὰ νὰ εὐνοήσω τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν. Βεβαίως, ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν. Καί, εἶναι μέγα τὸ ἐνδιαφέρον μου διὰ ταύτην. Ἀλλὰ ἐνδιαφέρομαι, ὄχι διότι ἀσκῶ τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐνδιαφέρομαι ὡς βουλευτὴς καὶ εἰς τὸν τομέα αὐτόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῶ. Πάντως, τὸ γεγονός, ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος, κατὰ τὸ 1949, ἐστέρησα τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν τοῦ Κέντρου Ἐκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων, τὸ ὁποῖον τότε ὑπῆρχε καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἤδη δὲν προέβαλον ἀντιρρήσεις, εἰς ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου διὰ τὴν ἐγκατάστασιν ἐκ νέου εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, ἑνὸς νέου Κέντρου, αὐτὸ δεικνύει τὴν ἀπόλυτον ἀντικειμενικότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζω τὸ ζήτημα. Ὅπως τότε, δὲν ἀνεμίχθην, διὰ τὴν μετακίνησιν τοῦ Κέντρου Ἐκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων, ἔτσι καὶ σήμερον εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἀπορρίψω ἐκ νέου τὴν ἐγκατάστασιν αὐτοῦ, ἀποφασισθεῖσαν ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον.
§17Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Θεοτόκη, δὲν ὑπάρχει λόγος γενικεύσεως τῆς συζητήσεως.
§19Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἤθελον νὰ διακόψω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. (Θόρυβος). Δὲν εἶναι δυνατόν, ὅταν τὰ θέματα τοιαύτης σημασίας, ἔρχωνται πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ εἰδικώτερον θίγουν τὰς περιφερείας μας, νὰ μὴ εἴπωμεν τὰς ἀπόψεις μας.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐνόμισα, ὅτι θὰ παρείχατε πληροφορίας ἐπαρκεῖς, ἀλλὰ ζητοῦνται συμπληρωματικαὶ πληροφορίαι. Κύριε Θεοτόκη, ἐπὶ τοῦ παρόντος δίδω τὸν λόγον εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων.
§21Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅσον καὶ ἂν μᾶς λυπῇ ἡ πληροφορία τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι εἶναι πλέον γεγονός, ὅτι ἀπεφασίσθη πρὸ καιροῦ μάλιστα ἡ μεταφορὰ τοῦ Κέντρου Νεοσυλλέκτων Ἡρακλείου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι, τοὐλάχιστον μᾶς δίδει ἀκριβεῖς πληροφορίας. Καὶ ἐπίσης, νὰ τὸν εὐχαριστήσω διὰ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἐξ ἄλλου ἐπιδεικνύει, διὰ τῆς μεταφορᾶς ἄλλης Σχολῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, κύριε Ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ, εἶναι οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε. Δὲν θέλω νὰ μπῶ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως, διότι, ἴσως θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ μὴ ἀναφέρωνται μυστικά, τὰ ὁποῖα δὲν θεωρῶ σκόπιμον νὰ ἔλθουν εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἀλλὰ ὁ πρῶτος λόγος τὸν ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἡ παρακολούθησις εἶναι καλλιτέρα καὶ ἡ ἐκπαίδευσις ἑνιαία, δὲν νομίζω, ὅτι ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ πράγματα. Διότι σήμερον μὲ τὴν εὐκολίαν τῶν ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν, δὲν ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ Ἡρακλείου καὶ Πατρῶν. Ἐπίσης ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐνεφανίσθη ἀντιφάσκουσα εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Καὶ θὰ ἔπρεπε ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ νὰ εἶναι περισσότερον ἐπιφυλακτικός, δοθέντος, ὅτι σεῖς ἀπουσιάζατε καὶ νὰ μὴ δώσῃ μίαν τόσον κατηγορηματικὴν διαβεβαίωσιν, ἡ ὁποία ἠνάγκασε τοὺς βουλευτὰς Ἡρακλείου ν’ ἀνακοινώσουν εἰς τὰς ὀργανώσεις, ὅτι οὐδεμία ἐλήφθη ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀπόφασις.
§22Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ὁ κ. Τσουδερὸς ἠρωτήθη ἀπὸ τὸν κ. Βενιζέλον καὶ ὅπως ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικά, ἀπήντησεν: «Πάντως δὲν νομίζω, ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις». Ἐνόμιζε, δηλαδή, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Εὑρίσκετο ἴσως εἰς μίαν πλάνην, διότι δὲν ἔχει ἀσκήσει τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Εἶναι πιθανὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἤθελε νὰ ἐκφράσῃ μίαν ἐπιφύλαξιν, διότι ἔστω καὶ ἂν ἡ ἀπόφασις ἐλαμβάνετο ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον δὲν ἀπεκλείετο, διαφωνοῦσα ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν ματαιώσῃ. Ἑπομένως ἦτο μία ἐπιφύλαξις φυσικὴ εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. Ὑπουργός. Ἠρωτήθην δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Τσουδεροῦ ἀμέσως μετὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας καὶ τοῦ ἔδωσα πλήρη ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Βεβαιωθῆτε, ὅτι ἡ ἀπόφασις εἶχεν ὁριστικοποιηθῆ ἤδη.
§23Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος. Θόρυβος Κωδωνοκρουσίαι). (Ἐπίσης καὶ ἕτεροι κ. κ. βουλευταὶ ζητοῦν τὸν λόγον).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ὁμιλήσετε θὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν Κανονισμὸν διάταξις, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως, ἐπὶ μιᾶς συστάσεως, τὴν ὁποίαν, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. (Θόρυβος).
§25Ν. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε νὰ ἐφαρμόσετε τὸν Κανονισμόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην μαθημάτων. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ, θέτω τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπεκτείνω τὴν συζήτησιν, διότι εἶναι ἀντικανονικὸν τοῦτο. Ὑπὸ τὸν ἔννοιαν αὐτὴ δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον. (Θόρυβος).
§27Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἀμφισβητοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, τὰ ὅσα ἀνεφέρθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος. Τὸ θέμα, ὅμως, ἔχει συνταράξει καὶ τὰς ὀργανώσεις τοῦ Ἡρακλείου καὶ τὸν λαόν. Μοῦ ἀφαιρεῖτε τὸν λόγον συνεχῶς, κ. Πρόεδρε. Τὸ θέμα δὲν εἶναι θέμα οἰκονομικόν, εἶναι θέμα γοήτρου. Διότι, ὡς γνωστόν, τὸν Ἡράκλειον διαθέτει τελείας στρατιωτικὰς ἐγκαταστάσεις. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, τὰς τελειοτέρας τῆς χώρας. Ἔχει συνεχὲς πεδίον βολῆς καὶ συνεχὲς πεδίον ἀσκήσεων.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν. Σᾶς παρακαλῶ νὰ σταματήσετε. (Θόρυβος. Κωδωνοκρουσίαι). Ὁρίστε, κ. Θεοτόκη. Ἔχετε τὸν λόγον.
§29Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διετυπώθη ἡ ἀντίληψις, κύριοι βουλευταί, ὅτι ζητήσας ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, παραβαίνω τὸν Κανονισμόν. Ἡ ἄποψις αὐτή, δὲν εἶναι ἀκριβὴς κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησιν τοῦ κ. Συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ θέματος ἀναπτύξας τοῦτο ἐπὶ ζητήματος ἀφορῶντος, ἰδιαιτέρως, δύο περιοχὰς τῆς Ἑλλάδος, τουτέστιν τὴν Σῦρον καὶ τὴν Κέρκυραν. Ὅταν ἕνα θέμα ἔρχεται πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαχωρισθῇ, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνάπτυξις τῆς οὐσίας του, περιλαμβάνει ἔστω καὶ παρεμπιπτόντως ἄλλα ζητήματα. Εἶμαι, λοιπόν, ὑποχρεωμένος, ἐν συναρτήσει πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν θέμα, ἐπειδὴ ἡ ἀνάπτυξις τῆς οὐσίας τούτου περιλαμβάνει καὶ θέμα ἀφορῶν τὴν περιφέρειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ παρέμβω εἰς τὴν συζήτησιν νὰ ζητήσω τὸν λόγον καὶ νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου. Παρακαλῶ λοιπὸν ὑμᾶς κύριε Πρόεδρε τοῦ Σώματος, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συνεχίσω τὸν λόγον μου.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγεννήθη ζήτημα ἐφαρμογῆς Κανονισμοῦ. Πιστεύω, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γενικευθῇ ὑπὸ τὸν τύπον αὐτόν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, ἢ ὄχι;
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ ψηφοφορία κ. Πρόεδρε.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς ἔθεσα τὸ ἑξῆς ἐρώτημα. Ὁ κ. Θεοτόκης καθὼς καὶ ὁ κ. Λουλακάκης, ἀμφότεροι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τοὺς ὁποίους μετ’ εὐχαριστήσεως ἀκούομεν, ἐζήτησαν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐξηντλήθη μὲ τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον, ἔκαμε ὁ ἀξιότιμος Συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων χθὲς καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐδόθη συμπληρωματικὴ ἀπάντησις σήμερον. Ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως, προσωπικῶς πιστεύω, ὅτι δὲν ἐμπίπτει εἰς τὸν Κανονισμόν. Ὑπάρχουν πολλοὶ δρόμοι διὰ νὰ ἔλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὸ Σῶμα, εἰς μίαν ἀπὸ τὰς προσεχεῖς συνεδριάσεις. Ἐπειδή, ὅμως, πάντως ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα ἀπὸ τὸν διακεκριμένον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος, ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, θεωρεῖ, ὅτι δύναται νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις;
§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ὄχι.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπάντησις ἐδόθη, κύριοι βουλευταί, ὑπὸ μορφὴν πληροφοριῶν. Παρακαλῶ νὰ ἀπευθύνετε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐρωτήσεις, διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, διὰ νὰ προωθηθῇ ἡ συζήτησις, διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα θέματα σπουδαῖα.
§35Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀντίρρησιν, νὰ ἐκφράσουν οἱ κ. κ. συνάδελφοι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, συνδεομένου πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Θὰ ἤθελα τοῦτο νὰ τὸ δηλώσω, κατηγορηματικῶς, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰδικώτερον ἐγώ, θὰ ἠθέλαμε νὰ στερήσωμεν τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Σύρου, τῆς Κερκύρας καὶ τοῦ Ἡρακλείου, ὁπωσδήποτε, τῆς δυνατότητος νὰ παραπονεθοῦν καὶ νὰ διαμαρτυρηθοῦν ἐν ἀνάγκῃ, διὰ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν τὸ Α.Σ.Σ. καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔλαβον. Δὲν συμμερίζομαι, ὅμως, τὴν ἄποψιν, ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦν πόλεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θίγονται οὔτε ἐμμέσως μὲ τὰς μεταβολάς, τὰς σημειουμένας, νὰ λάβουν τὸν λόγον.
§36Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ ἐμμέσου, πρόκειται περὶ ἀμέσου συνεπείας ἐπὶ τῆς πόλεως, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ.
§37Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς πλειοψηφίας τῶν παρόντων βουλευτῶν ἡ γνώμη εἶναι νὰ μὴ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, εἶναι δυνατὸν κάλλιστα, νὰ εὑρεθῇ μία μέση λύσις. Ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Συνάδελφος νὰ διατυπώσῃ ὑπὸ μορφὴν ἐρωτήσεων καὶ διακοπῆς —ἔστω, εἴπετε ὅτι ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὸν λόγον—ἂς θεωρηθῇ ὁ κ. βουλευτής, ὡς διακόπτων ἐμὲ καί, εἰ δυνατόν, συντόμως — διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ φύγω— νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Ὅπως, ἐπίσης, νομίζω, ὅτι οἱ βουλευταὶ Ἡρακλείου, τοὐλάχιστον θὰ ἔπρεπε νὰ προηγηθοῦν καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ, εἰς τὴν διατύπωσιν οἱασδήποτε διαμαρτυρίας ἢ ἀντιρρήσεως, πρὸς ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ εἶπον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Θεοτόκης εἶχε βέβαια τὸ χρονολογικὸν προβάδισμα, ἂς γίνῃ ἡ διακοπή του καὶ μετά, ὁ κ. ἐξ Ἡρακλείου συνάδελφος, ὁ κ. Λουλακάκης καὶ οἱοσδήποτε ἐκ τῶν κ. βουλευτῶν Ἡρακλείου ἐπιθυμῶν νὰ μοῦ θέσῃ ἐρωτήματα ἢ νὰ διατυπώσῃ διαμαρτυρίαν· θεωρῶ καθῆκον μου νὰ τοὺς ἀκούσω καὶ νὰ τοὺς δώσω τὴν ἀπάντησιν.
§38Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Θεοτόκης ἐπὶ τοῦ βήματος.
§40Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Προηγοῦμαι παντὸς ἄλλου. Ὁσονδήποτε καὶ ἄν, δικαιολογημένως, συγκινῆται ἐπὶ τῆς περιπτώσεως αὐτῆς ὁ κ. Θεοτόκης, πάντως, εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ λόγος ἀνήκει εἰς ἐμέ, προκειμένου νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι δὲν ἔχει ἀξίαν τὸ ζήτημα πῶς νὰ ἔλθωμεν εἰς συμβιβασμόν, καθιεροῦντες ἕνα προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ δύναται εἰς πᾶσαν περίπτωσιν νὰ ἀποτελῇ ἀφορμὴν ἐκτροπῆς ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐδικαιοῦτο ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ μιᾶς ἐρωτήσεως, ἡ ὁποία τοῦ ἐγένετο. Αὐτή, ὅμως, ἡ περίπτωσις δὲν παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς κανένα, παρὰ νὰ ζητήσῃ μίαν διασάφησιν, καθ’ ὃν χρόνον γίνεται ἡ συζήτησις. Μόνον ὁ κύριος Ὑπουργός, ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀκούεται. Οὐδεὶς ὅμως, δύναται κατόπιν νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον ἢ νὰ ἐπιτείνῃ τὴν συζήτησιν καὶ νὰ δημιουργήσῃ γενίκευσιν συζητήσεως ἐπὶ θέματος μὴ ὑπάρχοντος, διότι δὲν ὑπάρχει θέμα, καὶ μάλιστα θέμα ἐπερωτήσεως, διότι μόνον ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων ἐπιτρέπεται ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως καὶ εἰς καμμίαν ἄλλην περίπτωσιν. Ἑπομένως ἡ περαιτέρω ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§41Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἀληθές, κύριοι βουλευταί, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Τριχωνίδος εἶναι ἡ ὀρθή, ἀλλ’ ἐδῶ, ἀπόψε, εἰς τὴν συζήτησιν, ἠθέλησα νὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐγερθεὶς ἀπὸ τὴν θέσιν μου δίς, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης μὲ παρεκάλεσε νὰ μὴ τὸν διακόπτω. Ἐνόμισα, ὅτι χάριν τῆς συζητήσεως καὶ χάριν τῆς ἠρεμίας ἐν τῇ Βουλῇ, ὤφειλον νὰ ἀποφύγω τὰς διακοπάς. Ἐπεθύμουν πραγματικῶς, νὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν. Κατόπιν αὐτοῦ, δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος νὰ ἔχω τὴν διασάφησιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ νὰ ζητήσω τὸν λόγον καὶ νὰ διατυπώσω τὰς ἀντιλήψεις μου. Καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι ἀμέσως συναφές, πρὸς εἰδικώτερον ζήτημα τῆς αὐτῆς μορφῆς, ἐνόμισα, ὅτι ἠδύνατο κατ’ εὐρεῖαν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ὁμιλήσω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁμιλῶ διακόπτων τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§42Ν. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὰς κάμνετε.
§43Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, διὰ νὰ εἶναι ἱκανοποιημένος καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, νὰ εἴπητε μερικὰ λόγια, νὰ κατέβω κάτω νὰ σᾶς διακόψω, διὰ νὰ μοῦ δώσετε τὸν λόγον.
§44Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ πράγματι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος ἐπεχείρησεν δὶς νὰ μὲ διακόψῃ, καὶ εἰς πταῖσμα ἰδικόν μου ὀφείλεται τὸ γεγονός, ὅτι δὲν μὲ διέκοψε—ἂν δύναται νὰ ὀνομασθῇ πταῖσμα, ὅτι δὲν ἀνέχεται κανεὶς νὰ τοῦ κάμουν μίαν διακοπὴν—δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. Θεοτόκην, νὰ ζητήσῃ τὴν διασάφησιν, διὰ νὰ λήξῃ ἡ ὑπόθεσις, διότι παρατείνεται μία συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις ἢ ὄχι, ἡ ὁποία παρατεινομένη ὡς προκαταρκτικὴ συζήτησις, νομίζω, ὅτι μᾶς ἐκνευρίζει, μᾶς καθυστερεῖ ἀπὸ τὸ κύριον ἔργον μας, ἄνευ λόγου, ἐνῷ ἤδη θὰ εἴχομεν φθάσει εἰς τὸ τέρμα. (Ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν ὁ κ. Κ. Γουλῆς λέγει, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Σχολῆς Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν Κερκύρας, ἔχει καταθέσει ἐρώτησιν, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὁποίας θὰ ἀναπτύξῃ τὴν προσγενομένην εἰς τὴν Κέρκυραν τόσον κατάφωρον ἀδικίαν).
§45Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ κ. Πρόεδρε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοτόκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§47Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἤθελον νὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης—διότι πιστεύω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων ἡ δημοσία συζήτησις πρέπει, κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ διὰ εὐνοήτους λόγους, νὰ ἀποφεύγηται, ἀλλὰ καὶ ἡ εἰδικὴ ἁρμοδιότης τῆς στρατιωτικῆς ἡγεσίας, ἐπιβάλλει μετ’ ἐξαιρετικῆς ἐπιφυλακτικότητος, εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναμιγνυώμεθα εἰς ζητήματα ὀργανώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ—ἠθέλησα ἐγὼ νὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, κατὰ πόσον κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐξετιμήθη ὁ παράγων, ὅτι ἡ σύμπτυξις τῆς Σχολῆς Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν Κερκύρας, διὰ νὰ ἐγκατασταθῇ μετὰ τῆς τοιαύτης τῆς Σύρου εἰς τὸ Ἡράκλειον, δημιουργεῖ κενόν, ἀπὸ ἀπόψεως τοποθετήσεως μονάδος στρατιωτικῆς, εἰς μίαν περιοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ ἀκρότατον Δυτικὸν σημεῖον ἐπὶ τῶν συνόρων τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὴν ἀκραίαν αὐτὴν περιοχὴν, ἡ παρουσία τῆς Σχολῆς Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν, ὑπῆρξεν σπουδαῖος παράγων τῆς ἠρεμίας, ἡ ὁποία συνηντήθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ ἡ ὁποία ἀπετέλεσεν ἐξαίρεσιν πρὸς τὰ τραγικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐδοκίμασεν εἰς ἄλλας περιοχὰς ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴν εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν παρακαλῶ.
§49Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Τὸ θέμα ὡς ἐτέθη διὰ τοῦ ὑπαινιγμοῦ τοῦ κ. Θεοτόκη, ἐξητάσθη καὶ δὲν ὑπάρχει περίπτωσις, ἡ ὁποία ἀπὸ πλευρᾶς ἀσφαλείας νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ Κερκύρας τῆς Σχολῆς.
§50Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ διαβεβαιώσητε ἐκ νέου τὸ Σῶμα περὶ τῆς Κυβερνητικῆς ἀποφάσεως, διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Ἀστυνομικῆς Σχολῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε ἐκ νέου, μήπως εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον λόγοι γενικώτεροι ἐπιβάλλουν τὴν σύμπτυξιν τῶν Σχολῶν, νὰ ἐγκατασταθῇ παραλλήλως πρὸς τὴν Κυβερνητικὴν ἀπόφασιν περὶ ἐγκαταστάσεως τῆς Ἀστυνομικῆς Σχολῆς καὶ μία στρατιωτικὴ μονάς. Νομίζω ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ εἶπα ἀρκετά, διὰ νὰ προκαλέσω τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ θέματος.
§51Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ὑπόσχομαι ὅτι θὰ μελετήσω καὶ πάλιν τὸ θέμα. Προσθέτω δὲ διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ παρεξήγησις ὅτι θὰ ἐπανεξετασθῇ, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ζήτημα ὡς τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Θεοτόκης, ὄχι τὸ ζήτημα τῆς μὴ ἀπομακρύνσεως τῆς Σχολῆς Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη.
§52Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν περιφέρειάν μου.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ διατυπώσω τὴν σκέψιν μου, βασιζομένην εἰς τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ἀρχομένη πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς δηλώσεως ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Τὸ νὰ δίδεται ὁ λόγος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως δὲν προβλέπεται βέβαια ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦτο ὅμως καθιέρωσε μακρὰ παράδοσις. Τὸ νὰ γενικεύεται ὅμως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ μιᾶς δηλώσεως ἑνὸς Ὑπουργοῦ, νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ κατάφωρον παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ, κ. Λουλακάκη, νὰ μὴ ἐπιμένετε σεῖς ὁ ὁποῖος πάντοτε μᾶς ἐσυνηθίσατε μὲ τὴν λεπτότητά σας καὶ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν Κανονισμόν.
§54Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἐπρόκειτο περὶ θέματος ἀφορῶντος τὴν περιφέρειάν μου. Κατόπιν ὅμως τῆς ἐπιμονῆς σας, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, κ. Πρόεδρε. Κρατῶ ὅμως ὑπὸ σημείωσιν, ὅτι γίνεται διάφορος μεταχείρισις τῶν ζητούντων τὸν λόγον κ.κ. βουλευτῶν. Ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι αὐθαιρέτως λαμβάνουν τὸν λόγον, τοὺς ἀφίνετε νὰ ὁμιλοῦν. Εἰς ἐκείνους, οἵτινες ζητοῦν μετὰ σεμνότητος τὸν λόγον καὶ κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὡς ὁ ὑποφαινόμενος, τὸ ἀρνεῖσθε.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀποδίδετε μομφὴν κατὰ τοῦ Προέδρου;
§56Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, γνωρίζετε πόσον σᾶς σέβομαι, ἀλλ’ ἐκφράζω τὸ παράπονόν μου, διότι νομίζω, ὅτι ὁσάκις συζητοῦνται τοπικὰ ζητήματα, θὰ πρέπῃ κατὰ πρῶτον λόγον ν’ ἀκούεται ἡ φωνὴ τῶν ἐκπροσώπων τῶν περιφερειῶν αὐτῶν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἄλλοτε, πρὸ διμήνου, καὶ σήμερον ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της, ἑρμηνεύουσα τὸν Κανονισμόν, ἐδέχθη τὸ ἀνεκχώρητον τῆς γενικεύσεως, τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ τὴν κοινοβουλευτικήν, ἄς εἴπω, νομολογίαν. Τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐφαρμόζων, ἠρνήθην νὰ δώσω τὸν λόγον καὶ εἰς τὸν συμπολίτην μου βουλευτὴν κ. Καλαντζῆν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὀλίγας λέξεις, διακόπτων τὸν κ. Ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κ. Θεοτόκην, ὁ ὁποῖος κατόπιν τῆς ἀρνήσεώς μου, ἐζήτησε τὸν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἑπομένως θὰ παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν ἔχει θέσιν τὸ παράπονόν σας διὰ διάφορον μεταχείρισιν. Γνωρίζετε πόσον ἐξαιρέτως σᾶς τιμῶ καὶ μετὰ προσοχῆς σᾶς ἀκούω. Ἡ ἄποψίς σας, ἄλλωστε, ἀνεπτύχθη διὰ τῶν δύο ἀγορεύσεων τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ βουλευτοῦ Ἡρακλείου κ. Βενιζέλου. Ὁ ἐκ τῶν Συναρχηγῶν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων κ. Γ. Παπανδρέου, ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§58Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου, βουλευτὴς ὁμιλῶν, ἀνεφέρθη εἰς ἄρθρον τῆς ἐφημερίδος «Ἑλλὰς» περὶ ἀναπροσαρμογῆς, τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1949 καὶ ἀφῆκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἦτο ἰδικόν μου. Ἀναγινώσκων τὰ πρακτικά, ἐνεθυμούμην ἀσφαλῶς, ὅτι παρόμοιον ἄρθρον δὲν εἶχε γραφῆ παρ’ ἐμοῦ. Ἀνεδίφησα ὅμως τὸν τόμον τῆς «Ἑλλάδος» διὰ νὰ ἐξετάσω, μήπως ὑπῆρχεν ἀνυπόγραφον ἄρθρον καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἀποδίδεται εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐφημερίδος καὶ ἐμμέσως εἰς ἐμέ. Ἀναδιφήσας διεπίστωσα, ὅτι τὸ ἄρθρον εἶναι ἐνυπόγραφον καὶ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ σημερινοῦ βουλευτοῦ τοῦ Συναγερμοῦ κ. Δερτιλῆ. Καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν, συμπαρακαθήμενος δὲν διηρώτησε τὸν συνάδελφόν του διὰ νὰ τὸν προφυλάξῃ ἀπὸ τὸ λάθος.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ δήλωσις.
§60Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Λυποῦμαι διότι ἕνα ζήτημα συνδεόμενον μὲ τὸ ὄνομά μου προὐκάλεσε τὴν δυσφορίαν εἰς τὸν σεβαστόν μου κ. Πρόεδρον. Ἀτυχῶς ἡ μνήμη μου δὲν ἦτο τόσον ἰσχυρὰ διὰ νὰ ἐνθυμηθῶ τὸ ἐνυπόγραφον ἄρθρον μου. Πάντως ἐξηγήσας, ἀνέπτυξα, πράγματι, τὰ ὅσα ἀνέφερον εἰς τὸ ἄρθρον τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ νὰ πιστεύσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Παπανδρέου, ὅτι ἡ ἀμνησία μου δὲν ὠφείλετο εἰς οὐδένα ἄλλον λόγον, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὸν λόγον νὰ ἀφήσω μίαν ἐντύπωσιν εἰς βάρος ἑνὸς πολιτικοῦ Ἀρχηγοῦ, τὸν ὁποῖον βαθύτατα ἐκτιμῶ.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ζαννῆς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§62Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. συνάδελφε.
§64Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορηθῶ ἐὰν θέματα ἐρχόμενα πρὸς συζήτησιν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θὰ ἀποτελοῦν ἀντικείμενον συζητήσεως μεταξὺ τοῦ ἀγορεύοντος καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία λόγῳ τῆς σοβαρότητος τῶν θεμάτων—διότι μόνον τοιαῦτα ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως—θὰ δικαιοῦται νὰ διατυπώνῃ τὴν γνώμην της, διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ βασικὸν θέμα τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὸν τύπον αἰτήσεων, ἀγορεύσεων, πρὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, νὰ γίνεται διαλογικὴ συζήτησις μεταξὺ συναδέλφων, ὁσονδήποτε ἐγκρίτων, καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὴν ἀπάντησιν τὴν ἔδωσεν ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ γενίκευσις.
§66Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι. Κύριε Πρόεδρε, διότι τὰ θέματα ποὺ ἔρχονται πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι τοιαύτης σοβαρότητος, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ παρίσταται θεατὴς τῶν διαλογικῶν συζητήσεων.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δικαίωμα καὶ σεῖς νὰ ζητήσετε πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον.
§68Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν θὰ συζητῶνται πάντοτε θέματα ἄσχετα πρὸς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Δι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ καθορισθῇ ἐὰν τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ ἀποτελοῦν ἀφετηρίαν διαλογικῆς συζητήσεως μεταξὺ τοῦ ὁμιλοῦντος καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἐὰν θὰ τηρῆται ἡ γραμμή, ὅτι μόνον θέματα σοβαροτάτης σημασίας θὰ ἔρχωνται πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὁπότε κατ’ ἐξοχὴν εἶναι ἁρμοδιότης ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω καὶ πάλιν, ὅτι δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀπόφασιν τὴν ἀποψινὴν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν δέχεται ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐξ αἰτίας πληροφορίας, τὴν ὁποίαν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ζητεῖ ἕνας βουλευτὴς νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις. Πρὸ ὀλίγου ἐλήφθη αὐτὴ ἡ ἀπόφασις.
§70Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ μονομερῶς ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἀπόψεως. Βουλευτὴς φέρων θέμα πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἀντιλαμβάνεται, ὅτι τοῦτο ἔχει εἴτε μίαν φύσιν ἐντελῶς κατεπείγουσαν, εἴτε ἀφορᾷ γενικώτερα ζητήματα τῆς χώρας. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν, βεβαίως, ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιορισθῇ μεταξὺ τοῦ φέροντος τὸ θέμα καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ὅταν ὅμως, τὰ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐρχόμενα θέματα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἀφοροῦν γενικώτερα συμφέροντα τῆς χώρας, τότε ἡ συζήτησις μοιραίως θὰ γενικευθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ περιορισθῇ εἰς μονόλογον ἢ διάλογον. Ἡ μικρὰ Κοινοβουλευτική μου πεῖρα—δὲν θέλω νὰ τὴν ἀναμετρήσω μὲ τὴν πεῖραν ἄλλων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐπέρασαν δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν—ἡ πεῖρά μου ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι ὁσάκις εἰς τὴν Βουλὴν ἤρχοντο ζητήματα γενικωτάτου ἐνδιαφέροντος, τότε ἐγενικεύετο ἡ συζήτησις, ἀφοῦ βεβαίως, τὸ Σῶμα ἀπεφάσιζε τοῦτο. Ὥστε εἰς τὰ γενικὰ θέματα δὲν πρέπει νὰ ζητεῖται ἀπόφασις τοῦ Σώματος ἂν θέλῃ νὰ γενικευθῇ ἢ ὄχι ἡ συζήτησις. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ πάρωμεν τὸν κανόνα, ὅτι ὅταν ἔρχεται πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θέμα θὰ περιορίζεται ἡ συζήτησις εἰς διάλογον μεταξὺ τοῦ φέροντος τὸ θέμα καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ.
§71Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω τὴν ἑξῆς διασάφησιν, ὅτι ὁσάκις δημιουργεῖται τοιοῦτον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Ρόδου, εἰς τοιαύτας περιπτώσεις, ἐὰν τὸ ζήτημα εἶναι τοιαύτης σοβαρότητος, τότε καλεῖται ἡ Βουλὴ καὶ ὁρίζει μίαν ἄλλην ἡμέραν, τὴν ἑπομένην, ἢ τὴν μεθεπομένην, ἀναλόγως τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται μὲ τὸ ἀνακῦψαν σοβαρὸν θέμα. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαταράσσεται ἡ συζήτησις τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Βουλῆς, μὲ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐκτάκτως ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§72Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χαίρω διότι ὁ κ. συνάδελφος ἐδέχθη ὅτι πράγματι χρειάζεται ἀπόφασις τοῦ Σώματος, δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ τὴν προσθήκην ποὺ ἔκαμεν, ὅτι πρέπει ἄλλην ἡμέραν ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ. Σᾶς φέρω τὸ ἑξῆς προηγούμενον: Ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ζητήματος ἡμεῖς οἱ Δωδεκανήσιοι ἔχομεν μίαν μεγαλυτέραν εὐαισθησίαν ἀπὸ τοὺς ἄλλους.
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι, ὅλοι.
§74Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κάπως μεγαλυτέραν. Ἐνθυμοῦμαι, λοιπόν, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1950.
§75Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε’ ὁ κ. Ζίγδης πῶς ὁμιλεῖ;
§76Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε συνάδελφε.
§77Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, παραβιάζοντες συνεχῶς τὸν Κανονισμόν. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως ὀρθῶς προηγουμένως ἀνέφερεν ὁ ἐκ Τριχωνίδος συνάδελφος, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως μόνον δι’ ἔκτακτα θέματα, συνήθως κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, δίδεται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὁ λόγος. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν ἐπιτρέπεται γενίκευσις, δὲν γίνεται κατὰ κανόνα αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Εἶναι δυνατὸν ὅμως, ἐὰν τὸ θέμα εἶναι σοβαρόν, νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἵνα συζητηθῇ τὸ θέμα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν—τὸ τονίζω τοῦτο—διότι ἄλλως δὲν θὰ εἰσηρχόμεθα ποτὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι αὐτονόητον. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραβιάζεται ὁ Κανονισμός. Συνεπῶς ἢ τὸ θέμα εἶναι ἔκτακτον, ἐπῆλθε συνεννόησις καὶ ὁ
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. δίδει τὸν λόγον, ὁπότε περιορίζεται—εἴπατέ το —εἰς μονόλογον ἢ διάλογον μεταξὺ τοῦ βουλευτοῦ, τοῦ λαμβάνοντος τὸν λόγον, καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἤ, ἐὰν τὸ θέμα συγκινῇ εὐρύτερον καὶ εἶναι ὥριμον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ὁρισθῇ ἑτέρα ἡμέρα διὰ νὰ συζητηθῇ. Δὲν ἠμπορεῖ εἰς ἡμέρας νομοθετικῆς ἐργασίας νὰ ἀρχίζωμεν ἐδῶ μὲ ἀγορεύσεις ἀτελειώτους πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπαράδεκτον ἀπολύτως καὶ αὐτὸ ποὺ ἔγινεν ἀπόψε, κατ’ ἐμέ ἔγινεν ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. (Χειροκροτήματα).
§79Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον διότι μοῦ τὸ ἐπέτρεψε.
§80Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπεφάσισεν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Κανονισμοῦ ἡ Βουλὴ; Τί συμπέρασμα συνήχθη ἀπὸ τὴν συζήτησιν; Διότι δὲν συμφωνῶ ποσῶς μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφοῦ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν θὰ ἐκτίθενται αἱ ἀντίθεται ἀπόψεις.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζαννῆ, ἐτέθη ζήτημα ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν περιέχει ρητὴν διάταξιν, καθορίζουσαν τὴν διαδικασίαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ θέματος ἐρχομένου πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως κατόπιν προηγουμένης συνεννοήσεως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ πρὸ ὀλίγου καὶ πρὸ διμήνου εἶπεν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοιούτων θεμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γενικευθῇ. Ἀπόψε ἐτέθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τριχωνίδος βουλευτὴν ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ναὶ μὲν δὲν δύναται νὰ γενικευθῇ, ἀλλὰ δύναται νὰ ὁρισθῇ μία ἄλλη ἡμέρα διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ θέματος εἰς εὐρυτέραν καὶ γενικωτέραν συζήτησιν. Τοῦτο εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀμφίβολον, διότι οὐδαμῶς ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ συνάγεται τοιοῦτον δικαίωμα, τοιαύτη εὐχέρεια παραπομπῆς χρονικῶς εἰς ἄλλην ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔλθῃ τὸ θέμα κατά τινα τρόπον ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, σύστασιν, ἐρώτησιν, ἐπερώτησιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ μὴ γενικευθεῖσα συζήτησις νὰ παραπεμφθῇ πρὸς γενίκευσιν.
§82Η. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος. Βεβαιότατα ἡ Βουλὴ εἶναι τὸ κυρίαρχον Σῶμα, εἶναι ἀπολύτως ἐλευθέρα νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν. Ἐὰν θέλετε νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἄλλην ἡμέραν.
§84Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως διὰ νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὴν συγκίνησιν ἡ ὁποία συνέχει τὸ Πανελλήνιον μετὰ τὰς δηλώσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ Διοικητὴς Κύπρου πρὸς τὸν Ἐθνάρχην Μακάριον. Καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, νὰ παρακαλέσω τὸν παριστάμενον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ μιᾶς σαφοῦς του δηλώσεως νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ὑφισταμένου τούτου θέματος. Ποία θὰ εἶναι ἡ ἀπάντησις εἶναι γνωστή. Ἡ ἀπάντησις εἶναι μία, ὅτι τὸ Κυπριακὸν θὰ λήξῃ τότε μόνον, ὅταν πραγματοποιηθῇ ἡ Ἕνωσις τῆς Κύπρου μὲ τὴν μητέρα Ἑλλάδα. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Πέραν ὅμως τοῦ θέματος τούτου, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ὅτι ἡ Ἐθναρχία ἀπεφάσισεν ἐπὶ τέλους, νὰ προωθήσῃ τὸ Κυπριακὸν ἐνώπιον τοῦ ΟΗΕ. Ἀφοῦ ἐπὶ ἔτη ἔκαμεν πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ μεταπείσῃ τὴν κραταιὰν Ἀγγλίαν χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτύχῃ, ἀναγκάζεται νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν ΟΗΕ ὡς μόνον μέσον διὰ νὰ εὕρῃ δικαίωσιν τοῦ διακαοῦς πόθου τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Ποία ἡ διαδικασία. Ἡ αἴτησις τῆς Ἐθναρχίας θὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν διοικοῦσαν Ἐπιτροπὴν τοῦ ΟΗΕ. Ἐκεῖ δύο πράγματα εἶναι δυνατὸν νὰ συμβοῦν, ἢ θὰ ἐγκριθῇ, ὁπότε δὲν θὰ χρειασθῇ καμμία παρέμβασις, ἢ θ’ ἀπορριφθῇ. Ἀφοῦ ἐγκριθῇ ἀπὸ τὴν διοικοῦσαν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν, ὡς γνωστόν, μετέχουν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ οἱ Πρόεδροι τῶν Ἐπιτροπῶν θὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν πολιτικὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ADOC καὶ ἡ ὁποία θὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ ἀποστείλῃ τὴν προσφυγὴν εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν. Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι θὰ τὴν ἐγκρίνῃ. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαπατῶνται οἱ λαοὶ νὰ ὑπάρχουν διακηρύξεις ἀποδόσεως τῆς ἐλευθερίας, αἱ ὁποῖαι νὰ καταπνίγωνται εἰς τὴν Γεν. Συνέλευσιν τοῦ ΟΗΕ. Ἑπομένως τὸ Κυπριακὸν θὰ προχωρήσῃ, ἡ Γεν. Συνέλευσις θὰ τὸ ἐγκρίνῃ, θὰ ζητήσῃ τὴν διενέργειαν νέου δημοψηφίσματος ὑπὸ τὴν αἰγίδα της καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ δημοψηφίσματος θὰ ἔλθουν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ ΟΗΕ. Ἐκεῖ ἐὰν θέλῃ ἡ Ἀγγλία θὰ τὸ σταματήσῃ, προβάλλουσα τὸ veto. Ἡ δευτέρα περίπτωσις εἶναι, ὅτι ἐὰν ἀπορριφθῇ ἀπὸ τὴν Διοικοῦσαν Ἐπιτροπὴν τί θὰ γίνῃ; Ἐδῶ εἶναι τὸ σημεῖον κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ποὺ θέλω νὰ κάμετε μίαν κατηγορηματικὴν δήλωσιν. Θὰ ἀφήσετε τὸ Κυπριακὸν νὰ καταπνιγῇ, ἢ θὰ τὸ προωθήσετε εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν σεῖς, ἢ θὰ ἀφήσετε τὸν ρόλον αὐτὸν νὰ τὸν διαδραματίσῃ μία ἄλλη χώρα, ἢ Αἴγυπτος ἢ μία χώρα τοῦ Παραπετάσματος καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ παραμείνῃ νεκρὰ ἔναντι τοῦ προβλήματος; Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διότι θὰ ἀντιμετωπισθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὸ θέμα, ποὺ μὲ ἔκαμε νὰ τὸ φέρω ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Καταλήγων ἐρωτῶ, ἐὰν τὸ πρόβλημα προωθηθῇ εἰς τὸν Ο.Η.Ε., ποίαν στάσιν θὰ τηρήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀπορριφθῆ ἀπὸ τὴν Διοικοῦσαν Ἐπιτροπὴν; Ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν ἐρωτήσεων, παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως προβῇ εἰς μίαν σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν δήλωσιν, διὰ νὰ διασκεδασθοῦν οἱ φόβοι τοῦ Πανελληνίου καὶ τῶν ἀδελφῶν Κυπρίων, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν μίαν ἐνθάρρυνσιν, διὰ νὰ προωθήσουν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ λυθῇ, μόνον ὅταν πραγματοποιηθῇ ἡ ἕνωσις τῆς Κύπρου μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§86Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Κύριοι συνάδελφοι, λαμβάνων ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Δωδεκανήσου βουλευτοῦ, ὀφείλω νὰ δηλώσω ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ Κυπριακὸν ζήτημα ἔχει τεθῆ, ὑφίσταται τεθειμένον καί, συνεπῶς, οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς κλειστόν. (Χειροκροτήματα) Πέραν αὐτοῦ, ἡ σχετικὴ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καθορίζεται ἀπὸ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐνώπιόν σας ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ παρεκκλίνῃ ἀπὸ τὰς δηλώσεις ταύτας. Πέραν αὐτῶν, νομίζω, ὅτι οἱαδήποτε ἄλλη συζήτησις ἐπὶ τοῦ παρόντος παρέλκει. (Χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ἀναβάλλονται πᾶσαι λόγῳ ἀπουσίας τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§88Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ἀπουσιάζουν καὶ συνεπῶς, δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια ἀπόντων τῶν ἁρμοδίων κ.κ. Ὑπουργῶν.
§89Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Διαμαρτύρομαι διὰ τὴν ἀπουσίαν τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν. Τὸ θέαμα τῶν κυβερνητικῶν ἑδωλίων εἶναι καταπληκτικόν. Ἔχομεν, κ. Πρόεδρε, σήμερον ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις καὶ ἀναβάλλονται, διότι δὲν παρευρίσκονται οἱ ἁρμόδιοι κ.κ. Ὑπουργοί, διὰ νὰ ἀπαντήσουν. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προχωρήσωμεν εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν; (Τὸ αὐτὸ ὑποστηρίζουν καὶ ἕτεροι κ.κ. βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὰ παράπονά σας, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, δὲν ἔχουν θέσιν. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θίγετε, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυσχερές. Παρίστανται ἀρκετοὶ κ.κ. Ὑπουργοί, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, οἱ Ὑφυπουργοὶ Στρατιωτικῶν, Ἀεροπορίας, κ.λ.π., καὶ κατὰ ταῦτα οὐδὲν ἐμποδίζει νὰ χωρήσωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δέχεται τὰ σχέδια νόμων, δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ παρουσία τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν. Προχωροῦμεν, ὅθεν, εἰς τὰ νομοσχέδια τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδοχῆς τῆς ὑποχρεωτικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Διεθνοῦς Δικαστηρίου συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Καταστατικοῦ αὐτῆς».
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀποδοχῆς τῆς ὑποχρεωτικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Διεθνοῦς Δικαστηρίου συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Καταστατικοῦ αὐτῆς». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τακτοποιήσεως τεχνικῶν ἐξ ἀνακατατάξεως ὑπαξιωματικῶν τῆς Βασ. Ἀεροπορίας».
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τακτοποιήσεως τεχνικῶν ἐξ ἀνακατατάξεως ὑπαξιωματικῶν τῆς Βασ. Ἀεροπορίας». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 794)50 πράξεως Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομιμοποιήσεως πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐμπορίου καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου».
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 794)50 πράξεως Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομιμοποιήσεως πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐμπορίου καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 376)46 «περὶ μέτρων ἀσφαλείας ὀχυρῶν θέσεων».
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 376)36 «περὶ μέτρων ἀσφαλείας ὀχυρῶν θέσεων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 513)1952 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ χορηγήσεως ὑπὸ τοῦ Ο.Ε.Α.Σ. δανείου εἰς τοὺς λεωφορειούχους ἀστικῶν γραμμῶν Θεσσαλονίκης».
§99Ι. ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ προτείνω ὅπως ψηφισθῇ. Ἔχω ὅμως μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀποδέχεται. Εἰς τὸ ἄρθρον 1 καὶ μετὰ τὴν φράσιν «μέχρι ποσοῦ δραχμῶν 4 δισεκατομμυρίων ἐν συνόλῳ» νὰ προστεθῇ «ὡς καὶ εἰς τοὺς ἀγοραστὰς ὑπεραστικῶν λεωφορείων Ἱστιαίας–Αἰδηψοῦ δάνεια μέχρι ποσοῦ δραχμῶν 250 ἑκατομμυρίων ἐν συνόλῳ». Εἶναι τραγικὴ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν αὐτοκινητιστῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων προτείνω τὴν ὡς ἄνω τροπολογίαν καὶ πρέπει νὰ τοὺς περισώσωμεν.
§100Χ. ΨΑΡΡΟΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Πράγματι διεπίστωσα τὴν δεινὴν θέσιν τῶν λεωφορειούχων Ἱστιαίας–Αἰδηψοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἀποδέχομαι ὡς ὀρθὴν τὴν τροπολογίαν, μὲ τὴν διαφορὰν νὰ ἐνσωματωθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου.
§101Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἐπεθυμούσαμεν ὅμως ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ ἀνάλογον αἴτημα ἐκ μέρους τῶν αὐτοκινητιστῶν Ἀθηνῶν, νὰ ἔχωμεν τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν, διὰ τὴν συμπαράστασίν του παρὰ τῇ Νομισματικῇ Ἐπιτροπῇ ὅταν τὸ αἴτημά των ἔλθῃ ἐνώπιον αὐτῆς.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαρίστως. (Ὡσαύτως οἱ κ. κ. Χ. Σολομωνίδης καὶ Λ. Δερτιλῆς συνηγοροῦν ὑπὲρ τοῦ αἰτήματος τῶν αὐτοκινητιστῶν Ἀθηνῶν καὶ παρακαλοῦν τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως ἐν καιρῷ ἔλθῃ συμπαραστάτης τοῦ αἰτήματός των).
§103Χ. ΨΑΡΡΟΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Βεβαίως, θὰ καταβάλλω κάθε προσπάθειαν.
§104Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, ἔχω μίαν τροπολογίαν. Διὰ διατάγματος νὰ δύναται τὸ μέτρον νὰ ἐπεκταθῇ καὶ δι’ ὅλας τὰς περιφερείας τῆς Ἑλλάδος.
§105Χ. ΨΑΡΡΟΣ (Ὑπ. Συγκοιν.). Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ οὐδεμίαν ἄλλην τροπολογίαν, πλὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐδέχθην διὰ τοὺς λεωφορειούχους τῆς Ἱστιαίας.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέχισις τῆς μόνης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 513]1952 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ χορηγήσεως ὑπὸ τοῦ Ο.Ε.Α.Σ. δανείου εἰς τοὺς λεωφορειούχους ἀστικῶν γραμμῶν Θεσσαλονίκης», ἀναβάλλεται. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν συμφωνῇ, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, δεδομένου, ὅτι δὲν παρίσταται καὶ ἱκανὸς ἀριθμὸς βουλευτῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει ἐλάχιστος ἀριθμὸς ἐπερωτήσεων νὰ μὴ ἔχωμεν συνεδρίασιν τὴν Παρασκευήν, καὶ νὰ διακόψωμεν διὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην, διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην 26ην τρέχοντος μηνὸς καὶ ὥραν 6ην μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.).